<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<!DOCTYPE ThML PUBLIC 
    "-//CCEL/DTD Theological Markup Language//EN"
    "http://www.ccel.org/dtd/ThML10.dtd">
<!--
<?xml-stylesheet type="text/xml"
    href="http://www.ccel.org/ss/thml.html.xsl" ?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl"
    href="http://www.ccel.org/ss/thml.html.xsl" ?>
-->
    
<!-- Copyright Christian Classics Ethereal Library -->
<ThML>
<ThML.head>
<generalInfo>
  <description>
	This Bible translation was converted automatically from data
	files made available by the Unbound Bible project.  Book 
	names, introductions, titles, paragraphs, and the like were 
	not available, so standard English names have been used.  
	Therefore this file would benefit from additional work by 
	someone who has access to a print edition.
	</description>
  <pubHistory />
  <comments />
</generalInfo>
<printSourceInfo>
  <published />
</printSourceInfo>
<electronicEdInfo>
  <publisherID>ccel</publisherID>
  <authorID>bible</authorID>
  <bookID>gkmod</bookID>
  <workID>gkmod</workID>
  <bkgID>holy_bible_greek_modern_translation_(bible)</bkgID>
  <version>1.1</version>
  <series />
  <editorialComments />
  <revisionHistory>Converted from Unbound Bible text files 2002-12-31; 
		   Was missing Philippians, repaired by GoBible project 2007-07-05</revisionHistory>
  <status />
  <DC>
    <DC.Title>The Holy Bible: Greek (Modern) Translation</DC.Title>
    <DC.Title sub="short">Greek Bible (Modern)</DC.Title>
    <DC.Title sub="authTitle">Greek Bible (Modern)</DC.Title>
    <DC.Creator sub="Author" scheme="short-form">Anonymous</DC.Creator>
    <DC.Creator sub="Author" scheme="file-as">Anonymous</DC.Creator>
    <DC.Publisher>Grand Rapids, MI: Christian Classics Ethereal Library</DC.Publisher>
    <DC.Subject scheme="ccel">All; Bible</DC.Subject>
    <DC.Subject scheme="LCCN" />
    <DC.Date sub="Created">2002-12-31</DC.Date>
    <DC.Type>Text.Bible</DC.Type>
    <DC.Format scheme="IMT">text/xml</DC.Format>
    <DC.Identifier scheme="URL">/ccel/bible/gkmod.html</DC.Identifier>
    <DC.Identifier scheme="osisID">Bible</DC.Identifier>
    <DC.Source>The Unbound Bible</DC.Source>
    <DC.Source scheme="URL">http://unbound.biola.edu</DC.Source>
    <DC.Language scheme="ISO639-3">ell</DC.Language>
    <DC.Rights>Public Domain</DC.Rights>
  </DC>
</electronicEdInfo>


<style type="text/css">
.Greek	{ font-family:Gentium }
</style>

<style type="text/xcss">
<selector class="Greek">
  <property name="font-family" value="Gentium" />
</selector>
</style>


</ThML.head>
<ThML.body>

<div1 title="Title Page" progress="0.02%" prev="toc" next="OT" id="i">
<h2 id="i-p0.1">Holy Bible</h2>
<h1 id="i-p0.2">Greek (Modern) Translation</h1>
</div1>

<div1 title="Old Testament" progress="0.02%" prev="i" next="Gen" id="OT">
<h1 id="OT-p0.1">Old Testament</h1>

<div2 title="Genesis" progress="0.02%" prev="OT" next="Gen.1" id="Gen">
<h2 id="Gen-p0.1">Genesis</h2>

<div3 title="Genesis 1" progress="0.02%" prev="Gen" next="Gen.2" id="Gen.1">
<h3 id="Gen.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Gen.1-p1">
<scripture passage="Gen 1:1" parsed="|Gen|1|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.1" />
<sup>1</sup>Εν αρχη εποιησεν ο Θεος τον ουρανον και την γην.
<scripture passage="Gen 1:2" parsed="|Gen|1|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.2" />
<sup>2</sup>Η δε γη ητο αμορφος και ερημος· και σκοτος επι του προσωπου της αβυσσου. Και πνευμα Θεου εφερετο επι της επιφανειας των υδατων.
<scripture passage="Gen 1:3" parsed="|Gen|1|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Θεος, Γενηθητω φως· και εγεινε φως·
<scripture passage="Gen 1:4" parsed="|Gen|1|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.4" />
<sup>4</sup>και ειδεν ο Θεος το φως οτι ητο καλον· και διεχωρισεν ο Θεος το φως απο του σκοτους·
<scripture passage="Gen 1:5" parsed="|Gen|1|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.5" />
<sup>5</sup>και εκαλεσεν ο Θεος το φως, Ημεραν· το δε σκοτος εκαλεσε, Νυκτα. Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα πρωτη.
<scripture passage="Gen 1:6" parsed="|Gen|1|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Θεος, Γενηθητω στερεωμα αναμεσον των υδατων, και ας διαχωριζη υδατα απο υδατων.
<scripture passage="Gen 1:7" parsed="|Gen|1|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.7" />
<sup>7</sup>Και εποιησεν ο Θεος το στερεωμα, και διεχωρισε τα υδατα τα υποκατωθεν του στερεωματος απο των υδατων των επανωθεν του στερεωματος. Και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:8" parsed="|Gen|1|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.8" />
<sup>8</sup>Και εκαλεσεν ο Θεος το στερεωμα, Ουρανον. Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα δευτερα.
<scripture passage="Gen 1:9" parsed="|Gen|1|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ας συναχθωσι τα υδατα τα υποκατω του ουρανου εις τοπον ενα, και ας φανη η ξηρα. Και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:10" parsed="|Gen|1|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.10" />
<sup>10</sup>Και εκαλεσεν ο Θεος την ξηραν, γην· και το συναγμα των υδατων εκαλεσε, Θαλασσας· και ειδεν ο Θεος οτι ητο καλον.
<scripture passage="Gen 1:11" parsed="|Gen|1|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ας βλαστηση η γη χλωρον χορτον, χορτον καμνοντα σπορον, και δενδρον καρπιμον καμνον καρπον κατα το ειδος αυτου, του οποιου το σπερμα να ηναι εν αυτω επι της γης. Και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:12" parsed="|Gen|1|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.12" />
<sup>12</sup>Και εβλαστησεν η γη χλωρον χορτον, χορτον καμνοντα σπορον κατα το ειδος αυτου, και δενδρον καμνον καρπον, του οποιου το σπερμα ειναι εν αυτω κατα το ειδος αυτου· και ειδεν ο Θεος οτι ητο καλον.
<scripture passage="Gen 1:13" parsed="|Gen|1|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.13" />
<sup>13</sup>Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα τριτη.
<scripture passage="Gen 1:14" parsed="|Gen|1|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ας γεινωσι φωστηρες εν τω στερεωματι του ουρανου, δια να διαχωριζωσι την ημεραν απο της νυκτος· και ας ηναι δια σημεια και καιρους και ημερας και ενιαυτους·
<scripture passage="Gen 1:15" parsed="|Gen|1|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.15" />
<sup>15</sup>και ας ηναι δια φωστηρας εν τω στερεωματι του ουρανου, δια να φεγγωσιν επι της γης. Και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:16" parsed="|Gen|1|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο Θεος τους δυο φωστηρας τους μεγαλους, τον φωστηρα τον μεγαν δια να εξουσιαζη επι της ημερας, και τον φωστηρα τον μικρον δια να εξουσιαζη επι της νυκτος· και τους αστερας·
<scripture passage="Gen 1:17" parsed="|Gen|1|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.17" />
<sup>17</sup>και εθεσεν αυτους ο Θεος εν τω στερεωματι του ουρανου, δια να φεγγωσιν επι της γης,
<scripture passage="Gen 1:18" parsed="|Gen|1|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.18" />
<sup>18</sup>και να εξουσιαζωσιν επι της ημερας και επι της νυκτος και να διαχωριζωσι το φως απο του σκοτους. Και ειδεν ο Θεος οτι ητο καλον.
<scripture passage="Gen 1:19" parsed="|Gen|1|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.19" />
<sup>19</sup>Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα τεταρτη.
<scripture passage="Gen 1:20" parsed="|Gen|1|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ας γεννησωσι τα υδατα εν αφθονια νηκτα εμψυχα και πετεινα ας πετωνται επανωθεν της γης κατα το στερεωμα του ουρανου.
<scripture passage="Gen 1:21" parsed="|Gen|1|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.21" />
<sup>21</sup>Και εποιησεν ο Θεος τα κητη τα μεγαλα και παν εμψυχον κινουμενον, τα οποια εγεννησαν εν αφθονια τα υδατα κατα το ειδος αυτων, και παν πετεινον πτερωτον κατα το ειδος αυτου. Και ειδεν ο Θεος οτι ητο καλον.
<scripture passage="Gen 1:22" parsed="|Gen|1|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.22" />
<sup>22</sup>Και ευλογησεν αυτα ο Θεος, λεγων, Αυξανεσθε και πληθυνεσθε και γεμισατε τα υδατα εν ταις θαλασσαις· και τα πετεινα ας πληθυνωνται επι της γης.
<scripture passage="Gen 1:23" parsed="|Gen|1|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.23" />
<sup>23</sup>Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα πεμπτη.
<scripture passage="Gen 1:24" parsed="|Gen|1|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ας γεννηση η γη ζωα εμψυχα κατα το ειδος αυτων, κτηνη και ερπετα και ζωα της γης κατα το ειδος αυτων· και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:25" parsed="|Gen|1|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.25" />
<sup>25</sup>Και εκαμεν ο Θεος τα ζωα της γης κατα το ειδος αυτων, και τα κτηνη κατα το ειδος αυτων, και παν ερπετον της γης κατα το ειδος αυτου. Και ειδεν ο Θεος οτι ητο καλον.
<scripture passage="Gen 1:26" parsed="|Gen|1|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο θεος, Ας καμωμεν ανθρωπον κατ' εικονα ημων, καθ' ομοιωσιν ημων· και ας εξουσιαζη επι των ιχθυων της θαλασσης και επι των πετεινων του ουρανου και επι των κτηνων και επι πασης της γης και επι παντος ερπετου, ερποντος επι της γης.
<scripture passage="Gen 1:27" parsed="|Gen|1|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.27" />
<sup>27</sup>Και εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον κατ' εικονα εαυτου· κατ' εικονα Θεου εποιησεν αυτον· αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτους·
<scripture passage="Gen 1:28" parsed="|Gen|1|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.28" />
<sup>28</sup>και ευλογησεν αυτους ο Θεος· και ειπε προς αυτους ο Θεος, Αυξανεσθε και πληθυνεσθε και γεμισατε την γην και κυριευσατε αυτην, και εξουσιαζετε επι των ιχθυων της θαλασσης και επι των πετεινων του ουρανου και επι παντος ζωου κινουμενου επι της γης.
<scripture passage="Gen 1:29" parsed="|Gen|1|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ιδου, σας εδωκα παντα χορτον καμνοντα σπορον, οστις ειναι επι του προσωπου πασης της γης, και παν δενδρον, το οποιον εχει εν εαυτω καρπον δενδρου καμνοντος σπορον· ταυτα θελουσιν εισθαι εις εσας προς τροφην·
<scripture passage="Gen 1:30" parsed="|Gen|1|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.30" />
<sup>30</sup>και εις παντα τα ζωα της γης και εις παντα τα πετεινα του ουρανου και εις παν ερπετον ερπον επι της γης και εχον εν εαυτω ψυχην ζωσαν, εδωκα παντα χλωρον χορτον εις τροφην. Και εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Gen 1:31" parsed="|Gen|1|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.1.31" />
<sup>31</sup>Και ειδεν ο Θεος παντα οσα εποιησε· και ιδου, ησαν καλα λιαν. Και εγεινεν εσπερα και εγεινε πρωι, ημερα εκτη.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 2" progress="0.12%" prev="Gen.1" next="Gen.3" id="Gen.2">
<h3 id="Gen.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Gen.2-p1">
<scripture passage="Gen 2:1" parsed="|Gen|2|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.1" />
<sup>1</sup>Και συνετελεσθησαν ο ουρανος και η γη και πασα η στρατια αυτων.
<scripture passage="Gen 2:2" parsed="|Gen|2|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειχε συντετελεσμενα ο Θεος εν τη ημερα τη εβδομη τα εργα αυτου, τα οποια εκαμε· και ανεπαυθη την ημεραν την εβδομην απο παντων των εργων αυτου, τα οποια εκαμε.
<scripture passage="Gen 2:3" parsed="|Gen|2|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.3" />
<sup>3</sup>Και ευλογησεν ο Θεος την ημεραν την εβδομην και ηγιασεν αυτην· διοτι εν αυτη ανεπαυθη απο παντων των εργων αυτου, τα οποια εκτισε και εκαμεν ο Θεος.
<scripture passage="Gen 2:4" parsed="|Gen|2|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.4" />
<sup>4</sup>Αυτη ειναι η γενεσις του ουρανου και της γης, οτε εκτισθησαν αυτα, καθ' ην ημεραν εποιησε Κυριος ο Θεος γην και ουρανον,
<scripture passage="Gen 2:5" parsed="|Gen|2|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.5" />
<sup>5</sup>και παντα τα φυτα του αγρου, πριν γεινωσιν επι της γης, και παντα χορτον του αγρου, πριν βλαστηση· διοτι δεν ειχε βρεξει Κυριος ο Θεος επι της γης, και ανθρωπος δεν ητο δια να εργαζηται την γην
<scripture passage="Gen 2:6" parsed="|Gen|2|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.6" />
<sup>6</sup>· ο ατμος δε ανεβαινεν απο της γης και εποτιζε παν το προσωπον της γης.
<scripture passage="Gen 2:7" parsed="|Gen|2|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.7" />
<sup>7</sup>Και επλασε Κυριος ο Θεος τον ανθρωπον απο χωματος εκ της γης. και ενεφυσησεν εις τους μυκτηρας αυτου πνοην ζωης, και εγεινεν ο ανθρωπος εις ψυχην ζωσαν.
<scripture passage="Gen 2:8" parsed="|Gen|2|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.8" />
<sup>8</sup>Και εφυτευσε Κυριος ο Θεος παραδεισον εν τη Εδεμ κατα ανατολας και εθεσεν εκει τον ανθρωπον, τον οποιον επλασε.
<scripture passage="Gen 2:9" parsed="|Gen|2|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.9" />
<sup>9</sup>Και Κυριος ο Θεος εκαμε να βλαστηση εκ της γης παν δενδρον ωραιον εις την ορασιν και καλον εις την γευσιν· και το ξυλον της ζωης εν μεσω του παραδεισου και το ξυλον της γνωσεως του καλου και του κακου.
<scripture passage="Gen 2:10" parsed="|Gen|2|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.10" />
<sup>10</sup>Ποταμος δε εξηρχετο εκ της Εδεμ δια να ποτιζη τον παραδεισον· και εκειθεν εμεριζετο εις τεσσαρας κλαδους.
<scripture passage="Gen 2:11" parsed="|Gen|2|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.11" />
<sup>11</sup>Το ονομα του ενος, Φισων· ουτος ειναι ο περικυκλονων πασαν την γην Αβιλα· οπου ευρισκεται το χρυσιον·
<scripture passage="Gen 2:12" parsed="|Gen|2|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.12" />
<sup>12</sup>το δε χρυσιον της γης εκεινης ειναι καλον· εκει ειναι το βδελλιον και ο λιθος ο ονυχιτης.
<scripture passage="Gen 2:13" parsed="|Gen|2|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.13" />
<sup>13</sup>Και το ονομα του ποταμου του δευτερου, Γιων· ουτος ειναι ο περικυκλονων πασαν την γην Χους.
<scripture passage="Gen 2:14" parsed="|Gen|2|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.14" />
<sup>14</sup>Και το ονομα του ποταμου του τριτου, Τιγρις· ουτος ειναι ο ρεων προς ανατολας της Ασσυριας. Ο δε ποταμος ο τεταρτος, ουτος ειναι ο Ευφρατης.
<scripture passage="Gen 2:15" parsed="|Gen|2|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.15" />
<sup>15</sup>Και ελαβε Κυριος ο Θεος τον ανθρωπον και εθεσεν αυτον εν τω παραδεισω της Εδεμ δια να εργαζηται αυτον και να φυλαττη αυτον.
<scripture passage="Gen 2:16" parsed="|Gen|2|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.16" />
<sup>16</sup>Προσεταξε δε Κυριος ο Θεος εις τον Αδαμ λεγων, Απο παντος δενδρου του παραδεισου ελευθερως θελεις τρωγει,
<scripture passage="Gen 2:17" parsed="|Gen|2|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.17" />
<sup>17</sup>απο δε του ξυλου της γνωσεως του καλου και του κακου δεν θελεις φαγει απ' αυτου· διοτι καθ' ην ημεραν φαγης απ' αυτου, θελεις εξαπαντος αποθανει.
<scripture passage="Gen 2:18" parsed="|Gen|2|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε Κυριος ο Θεος, Δεν ειναι καλον να ηναι ο ανθρωπος μονος· θελω καμει εις αυτον βοηθον ομοιον με αυτον.
<scripture passage="Gen 2:19" parsed="|Gen|2|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.19" />
<sup>19</sup>Επλασε δε Κυριος ο Θεος εκ της γης παντα τα ζωα του αγρου και παντα τα πετεινα του ουρανου, και εφερεν αυτα προς τον Αδαμ, δια να ιδη πως να ονομαση αυτα· και ο, τι ονομα ηθελε δωσει ο Αδαμ εις παν εμψυχον, τουτο να ηναι το ονομα αυτου.
<scripture passage="Gen 2:20" parsed="|Gen|2|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.20" />
<sup>20</sup>Και εδωκεν ο Αδαμ ονοματα εις παντα τα κτηνη και εις τα πτηνα του ουρανου και εις παντα τα ζωα του αγρου· εις δε τον Αδαμ δεν ευρισκετο βοηθος ομοιος με αυτον.
<scripture passage="Gen 2:21" parsed="|Gen|2|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.21" />
<sup>21</sup>Και επεβαλε Κυριος ο Θεος εκστασιν επι τον Αδαμ, και εκοιμηθη· και ελαβε μιαν εκ των πλευρων αυτου και εκλεισε με σαρκα τον τοπον αυτης.
<scripture passage="Gen 2:22" parsed="|Gen|2|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.22" />
<sup>22</sup>Και κατεσκευασε Κυριος ο Θεος την πλευραν, την οποιαν ελαβεν απο του Αδαμ, εις γυναικα και εφερεν αυτην προς τον Αδαμ.
<scripture passage="Gen 2:23" parsed="|Gen|2|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Αδαμ, Τουτο ειναι τωρα οστουν εκ των οστεων μου και σαρξ εκ της σαρκος μου· αυτη θελει ονομασθη ανδρις, διοτι εκ του ανδρος αυτη εληφθη.
<scripture passage="Gen 2:24" parsed="|Gen|2|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο θελει αφησει ο ανθρωπος τον πατερα αυτου και την μητερα αυτου, και θελει προσκολληθη εις την γυναικα αυτου· και θελουσιν εισθαι οι δυο εις σαρκα μιαν.
<scripture passage="Gen 2:25" parsed="|Gen|2|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.2.25" />
<sup>25</sup>Ησαν δε και οι δυο γυμνοι, ο Αδαμ και η γυνη αυτου, και δεν ησχυνοντο.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 3" progress="0.20%" prev="Gen.2" next="Gen.4" id="Gen.3">
<h3 id="Gen.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Gen.3-p1">
<scripture passage="Gen 3:1" parsed="|Gen|3|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.1" />
<sup>1</sup>Ο δε οφις ητο το φρονιμωτερον παντων των ζωων του αγρου, τα οποια εκαμε Κυριος ο Θεος· και ειπεν ο οφις προς την γυναικα, Τω οντι ειπεν ο Θεος, Μη φαγητε απο παντος δενδρου του παραδεισου;
<scripture passage="Gen 3:2" parsed="|Gen|3|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν η γυνη προς τον οφιν, Απο του καρπου των δενδρων του παραδεισου δυναμεθα να φαγωμεν·
<scripture passage="Gen 3:3" parsed="|Gen|3|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.3" />
<sup>3</sup>απο δε του καρπου του δενδρου, το οποιον ειναι εν μεσω του παραδεισου, ειπεν ο Θεος, Μη φαγητε απ' αυτου, μηδε εγγισητε αυτον, δια να μη αποθανητε.
<scripture passage="Gen 3:4" parsed="|Gen|3|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο οφις προς την γυναικα, Δεν θελετε βεβαιως αποθανει
<scripture passage="Gen 3:5" parsed="|Gen|3|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.5" />
<sup>5</sup>αλλ' εξευρει ο Θεος, οτι καθ' ην ημεραν φαγητε απ' αυτου, θελουσιν ανοιχθη οι οφθαλμοι σας, και θελετε εισθαι ως θεοι, γνωριζοντες το καλον και το κακον.
<scripture passage="Gen 3:6" parsed="|Gen|3|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.6" />
<sup>6</sup>Και ειδεν η γυνη, οτι το δενδρον ητο καλον εις βρωσιν, και οτι ητο αρεστον εις τους οφθαλμους, και επιθυμητον το δενδρον ως διδον γνωσιν· και λαβουσα εκ του καρπου αυτου, εφαγε· και εδωκε και εις τον ανδρα αυτης μεθ' εαυτης, και αυτος εφαγε.
<scripture passage="Gen 3:7" parsed="|Gen|3|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.7" />
<sup>7</sup>Και ηνοιχθησαν οι οφθαλμοι αμφοτερων, και εγνωρισαν οτι ησαν γυμνοι· και ραψαντες φυλλα συκης, εκαμον εις εαυτους περιζωματα.
<scripture passage="Gen 3:8" parsed="|Gen|3|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.8" />
<sup>8</sup>Και ηκουσαν την φωνην Κυριου του Θεου, περιπατουντος εν τω παραδεισω προς το δειλινον· και εκρυφθησαν ο Αδαμ και η γυνη αυτου απο προσωπου Κυριου του Θεου, μεταξυ των δενδρων του παραδεισου.
<scripture passage="Gen 3:9" parsed="|Gen|3|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.9" />
<sup>9</sup>Εκαλεσε δε Κυριος ο Θεος τον Αδαμ, και ειπε προς αυτον, Που εισαι;
<scripture passage="Gen 3:10" parsed="|Gen|3|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε, Την φωνην σου ηκουσα εν τω παραδεισω, και εφοβηθην, διοτι ειμαι γυμνος· και εκρυφθην.
<scripture passage="Gen 3:11" parsed="|Gen|3|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς αυτον ο Θεος, Τις εφανερωσεν εις σε οτι εισαι γυμνος; Μηπως εφαγες απο του δενδρου, απο του οποιου προσεταξα εις σε να μη φαγης;
<scripture passage="Gen 3:12" parsed="|Gen|3|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Αδαμ, Η γυνη την οποιαν εδωκας να ηναι μετ' εμου, αυτη μοι εδωκεν απο του δενδρου, και εφαγον.
<scripture passage="Gen 3:13" parsed="|Gen|3|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος ο Θεος προς την γυναικα, Τι ειναι τουτο το οποιον εκαμες; Και η γυνη ειπεν, Ο οφις με ηπατησε, και εφαγον.
<scripture passage="Gen 3:14" parsed="|Gen|3|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος ο Θεος προς τον οφιν, Επειδη εκαμες τουτο, επικαταρατος να ησαι μεταξυ παντων των κτηνων, και παντων των ζωων του αγρου· επι της κοιλιας σου θελεις περιπατει, και χωμα θελεις τρωγει, πασας τας ημερας της ζωης σου·
<scripture passage="Gen 3:15" parsed="|Gen|3|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.15" />
<sup>15</sup>και εχθραν θελω στησει αναμεσον σου και της γυναικος, και αναμεσον του σπερματος σου και του σπερματος αυτης· αυτο θελει σου συντριψει την κεφαλην, και συ θελεις κεντησει την πτερναν αυτου.
<scripture passage="Gen 3:16" parsed="|Gen|3|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.16" />
<sup>16</sup>Προς δε την γυναικα ειπε, Θελω υπερπληθυνει τας λυπας σου και τους πονους της κυοφοριας σου· με λυπας θελεις γεννα τεκνα· και προς τον ανδρα σου θελει εισθαι η επιθυμια σου, και αυτος θελει σε εξουσιαζει.
<scripture passage="Gen 3:17" parsed="|Gen|3|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.17" />
<sup>17</sup>Προς δε τον Αδαμ ειπεν, Επειδη υπηκουσας εις τον λογον της γυναικος σου, και εφαγες απο του δενδρου, απο του οποιου προσεταξα εις σε λεγων, Μη φαγης απ' αυτου, κατηραμενη να ηναι η γη εξ αιτιας σου· με λυπας θελεις τρωγει τους καρπους αυτης πασας τας ημερας της ζωης σου·
<scripture passage="Gen 3:18" parsed="|Gen|3|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.18" />
<sup>18</sup>και ακανθας και τριβολους θελει βλαστανει εις σε· και θελεις τρωγει τον χορτον του αγρου·
<scripture passage="Gen 3:19" parsed="|Gen|3|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.19" />
<sup>19</sup>εν τω ιδρωτι του προσωπου σου θελεις τρωγει τον αρτον σου, εωσου επιστρεψης εις την γην, εκ της οποιας εληφθης· επειδη γη εισαι, και εις γην θελεις επιστρεψει.
<scripture passage="Gen 3:20" parsed="|Gen|3|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.20" />
<sup>20</sup>Και εκαλεσεν ο Αδαμ το ονομα της γυναικος αυτου, Ευαν· διοτι αυτη ητο μητηρ παντων των ζωντων.
<scripture passage="Gen 3:21" parsed="|Gen|3|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.21" />
<sup>21</sup>Και εκαμε Κυριος ο Θεος εις τον Αδαμ και εις την γυναικα αυτου χιτωνας δερματινους, και ενεδυσεν αυτους.
<scripture passage="Gen 3:22" parsed="|Gen|3|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε Κυριος ο Θεος, Ιδου, εγεινεν ο Αδαμ ως εις εξ ημων, εις το γινωσκειν το καλον και το κακον· και τωρα μηπως εκτεινη την χειρα αυτου, και λαβη και απο του ξυλου της ζωης, και φαγη, και ζηση αιωνιως·
<scripture passage="Gen 3:23" parsed="|Gen|3|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.23" />
<sup>23</sup>Οθεν Κυριος ο Θεος εξαπεστειλεν αυτον εκ του παραδεισου της Εδεμ, δια να εργαζηται την γην εκ της οποιας εληφθη.
<scripture passage="Gen 3:24" parsed="|Gen|3|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.3.24" />
<sup>24</sup>Και εξεδιωξε τον Αδαμ· και κατα ανατολας του παραδεισου της Εδεμ εθεσε τα Χερουβειμ, και την ρομφαιαν την φλογινην, την περιστρεφομενην, δια να φυλαττωσι την οδον του ξυλου της ζωης.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 4" progress="0.28%" prev="Gen.3" next="Gen.5" id="Gen.4">
<h3 id="Gen.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Gen.4-p1">
<scripture passage="Gen 4:1" parsed="|Gen|4|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Αδαμ εγνωρισεν Ευαν την γυναικα αυτου· και συνελαβε, και εγεννησε τον Καιν· και ειπεν, Απεκτησα ανθρωπον δια του Κυριου.
<scripture passage="Gen 4:2" parsed="|Gen|4|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.2" />
<sup>2</sup>Και προσετι εγεννησε τον αδελφον αυτου τον Αβελ. Και ητο ο Αβελ ποιμην προβατων, ο δε Καιν ητο γεωργος.
<scripture passage="Gen 4:3" parsed="|Gen|4|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.3" />
<sup>3</sup>Και μεθ' ημερας προσεφερεν ο Καιν απο των καρπων της γης προσφοραν προς τον Κυριον.
<scripture passage="Gen 4:4" parsed="|Gen|4|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.4" />
<sup>4</sup>Και ο Αβελ προσεφερε και αυτος απο των πρωτοτοκων των προβατων αυτου, και απο των στεατων αυτων. Και επεβλεψε με ευμενειαν Κυριος επι τον Αβελ και επι την προσφοραν αυτου·
<scripture passage="Gen 4:5" parsed="|Gen|4|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.5" />
<sup>5</sup>επι δε τον Καιν και επι την προσφοραν αυτου δεν επεβλεψε. Και ηγανακτησεν ο Καιν σφοδρα, και εκατηφιασε το προσωπον αυτου
<scripture passage="Gen 4:6" parsed="|Gen|4|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Καιν, Δια τι ηγανακτησας; και δια τι εκατηφιασε το προσωπον σου;
<scripture passage="Gen 4:7" parsed="|Gen|4|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.7" />
<sup>7</sup>αν συ πραττης καλως, δεν θελεις εισθαι ευπροσδεκτος; και εαν δεν πραττης καλως, εις την θυραν κειται η αμαρτια. Αλλ' εις σε θελει εισθαι η επιθυμια αυτου, και συ θελεις εξουσιαζει επ' αυτου.
<scripture passage="Gen 4:8" parsed="|Gen|4|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Καιν προς Αβελ τον αδελφον αυτου, Ας υπαγωμεν εις την πεδιαδα· και ενω ησαν εν τη πεδιαδι, σηκωθεις ο Καιν κατα του αδελφου αυτου Αβελ εφονευσεν αυτον.
<scripture passage="Gen 4:9" parsed="|Gen|4|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Καιν, Που ειναι Αβελ ο αδελφος σου; Ο δε ειπε, Δεν εξευρω· μη φυλαξ του αδελφου μου ειμαι εγω;
<scripture passage="Gen 4:10" parsed="|Gen|4|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Θεος, Τι εκαμες; η φωνη του αιματος του αδελφου σου βοα προς εμε εκ της γης·
<scripture passage="Gen 4:11" parsed="|Gen|4|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.11" />
<sup>11</sup>και τωρα επικαταρατος να ησαι απο της γης, ητις ηνοιξε το στομα αυτης δια να δεχθη το αιμα του αδελφου σου εκ της χειρος σου·
<scripture passage="Gen 4:12" parsed="|Gen|4|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.12" />
<sup>12</sup>οταν εργαζησαι την γην, δεν θελει εις το εξης σοι δωσει τον καρπον αυτης· πλανητης και φυγας θελεις εισθαι επι της γης.
<scripture passage="Gen 4:13" parsed="|Gen|4|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Καιν προς τον Κυριον, Η αμαρτια μου ειναι μεγαλητερα παρ' ωστε να συγχωρηθη·
<scripture passage="Gen 4:14" parsed="|Gen|4|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.14" />
<sup>14</sup>ιδου, με διωκεις σημερον απο προσωπου της γης, και απο του προσωπου σου θελω κρυφθη, και θελω εισθαι πλανητης και φυγας επι της γης· και πας οστις με ευρη, θελει με φονευσει.
<scripture passage="Gen 4:15" parsed="|Gen|4|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.15" />
<sup>15</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Κυριος, δια τουτο, πας οστις φονευση τον Καιν, επταπλασιως θελει τιμωρηθη. Και εβαλεν ο Κυριος σημειον εις τον Καιν, δια να μη φονευση αυτον πας οστις ευρη αυτον.
<scripture passage="Gen 4:16" parsed="|Gen|4|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.16" />
<sup>16</sup>Και εξηλθεν ο Καιν απο προσωπου του Κυριου, και κατωκησεν εν τη γη Νωδ, προς ανατολας της Εδεμ.
<scripture passage="Gen 4:17" parsed="|Gen|4|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.17" />
<sup>17</sup>Εγνωρισε δε ο Καιν την γυναικα αυτου, και συνελαβε, και εγεννησε τον Ενωχ· εκτισε δε πολιν, και εκαλεσε το ονομα της πολεως κατα το ονομα του υιου αυτου, Ενωχ.
<scripture passage="Gen 4:18" parsed="|Gen|4|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.18" />
<sup>18</sup>Εγεννηθη δε εις τον Ενωχ ο Ιραδ· και Ιραδ εγεννησε τον Μεχουιαηλ· και Μεχουιαηλ εγεννησε τον Μεθουσαηλ· και Μεθουσαηλ εγεννησε τον Λαμεχ.
<scripture passage="Gen 4:19" parsed="|Gen|4|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.19" />
<sup>19</sup>Και ελαβεν εις εαυτον ο Λαμεχ δυο γυναικας· το ονομα της μιας, Αδα, και το ονομα της αλλης, Σιλλα.
<scripture passage="Gen 4:20" parsed="|Gen|4|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.20" />
<sup>20</sup>Και εγεννησεν η Αδα τον Ιαβαλ· ουτος ητο πατηρ των κατοικουντων εν σκηναις και τρεφοντων κτηνη.
<scripture passage="Gen 4:21" parsed="|Gen|4|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.21" />
<sup>21</sup>Και το ονομα του αδελφου αυτου ητο Ιουβαλ· ουτος ητο πατηρ παντων των παιζοντων κιθαραν και αυλον.
<scripture passage="Gen 4:22" parsed="|Gen|4|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.22" />
<sup>22</sup>Η Σιλλα δε και αυτη εγεννησε τον Θουβαλ-καιν, χαλκεα παντος εργαλειου χαλκου και σιδηρου· αδελφη δε του Θουβαλ-καιν ητο η Νααμα.
<scripture passage="Gen 4:23" parsed="|Gen|4|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Λαμεχ προς τας γυναικας εαυτου, Αδα και Σιλλα, Ακουσατε την φωνην μου· γυναικες του Λαμεχ, ακροασθητε τους λογους μου· επειδη ανδρα εφονευσα εις πληγην μου· και νεον εις μαστιγα μου·
<scripture passage="Gen 4:24" parsed="|Gen|4|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.24" />
<sup>24</sup>διοτι ο μεν Καιν επταπλασιως θελει εκδικηθη· ο δε Λαμεχ εβδομηκοντακις επτα.
<scripture passage="Gen 4:25" parsed="|Gen|4|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.25" />
<sup>25</sup>Εγνωρισε δε παλιν ο Αδαμ την γυναικα αυτου, και εγεννησεν υιον, και εκαλεσε το ονομα αυτου Σηθ, λεγουσα, Οτι εδωκεν εις εμε ο Θεος αλλο σπερμα αντι του Αβελ, τον οποιον εφονευσεν ο Καιν.
<scripture passage="Gen 4:26" parsed="|Gen|4|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.4.26" />
<sup>26</sup>Και εις τον Σηθ ομοιως εγεννηθη υιος· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ενως. Τοτε εγεινεν αρχη να ονομαζωνται με το ονομα του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 5" progress="0.36%" prev="Gen.4" next="Gen.6" id="Gen.5">
<h3 id="Gen.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Gen.5-p1">
<scripture passage="Gen 5:1" parsed="|Gen|5|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.1" />
<sup>1</sup>Τουτο ειναι το βιβλιον της γενεαλογιας του ανθρωπου. Καθ' ην ημεραν εποιησεν ο Θεος τον Αδαμ, κατ' εικονα Θεου εποιησεν αυτον.
<scripture passage="Gen 5:2" parsed="|Gen|5|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.2" />
<sup>2</sup>Αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτους· και ευλογησεν αυτους, και εκαλεσε το ονομα αυτων, Αδαμ, καθ' ην ημεραν εποιησεν αυτους.
<scripture passage="Gen 5:3" parsed="|Gen|5|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.3" />
<sup>3</sup>Εζησε δε ο Αδαμ εκατον τριακοντα ετη, και εγεννησεν υιον κατα την ομοιωσιν αυτου, κατα την εικονα αυτου, και εκαλεσε το ονομα αυτου Σηθ·
<scripture passage="Gen 5:4" parsed="|Gen|5|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.4" />
<sup>4</sup>και εγειναν αι ημεραι του Αδαμ, αφου εγεννησε τον Σηθ, οκτακοσια ετη· και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:5" parsed="|Gen|5|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.5" />
<sup>5</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Αδαμ, τας οποιας εζησεν, εννεακοσια τριακοντα ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:6" parsed="|Gen|5|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.6" />
<sup>6</sup>Και εζησεν ο Σηθ εκατον πεντε ετη, και εγεννησε τον Ενως·
<scripture passage="Gen 5:7" parsed="|Gen|5|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.7" />
<sup>7</sup>και εζησεν ο Σηθ αφου εγεννησε τον Ενως, οκτακοσια επτα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:8" parsed="|Gen|5|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.8" />
<sup>8</sup>εγειναν δε πασαι αι ημεραι του Σηθ εννεακοσια δωδεκα ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:9" parsed="|Gen|5|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.9" />
<sup>9</sup>Και εζησεν ο Ενως ενενηκοντα ετη, και εγεννησε τον Καιναν·
<scripture passage="Gen 5:10" parsed="|Gen|5|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.10" />
<sup>10</sup>εζησε δε ο Ενως, αφου εγεννησε τον Καιναν, οκτακοσια δεκαπεντε ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:11" parsed="|Gen|5|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.11" />
<sup>11</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Ενως εννεακοσια πεντε ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:12" parsed="|Gen|5|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.12" />
<sup>12</sup>Και εζησεν ο Καιναν εβδομηκοντα ετη, και εγεννησε τον Μααλαλεηλ·
<scripture passage="Gen 5:13" parsed="|Gen|5|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.13" />
<sup>13</sup>εζησε δε ο Καιναν, αφου εγεννησε τον Μααλαλεηλ, οκτακοσια τεσσαρακοντα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:14" parsed="|Gen|5|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.14" />
<sup>14</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Καιναν εννεακοσια δεκα ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:15" parsed="|Gen|5|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.15" />
<sup>15</sup>Και εζησεν ο Μααλαλεηλ εξηκοντα πεντε ετη, και εγεννησε τον Ιαρεδ·
<scripture passage="Gen 5:16" parsed="|Gen|5|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.16" />
<sup>16</sup>εζησε δε ο Μααλαλεηλ, αφου εγεννησε τον Ιαρεδ, οκτακοσια τριακοντα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:17" parsed="|Gen|5|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.17" />
<sup>17</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Μααλαλεηλ οκτακοσια ενενηκοντα πεντε ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:18" parsed="|Gen|5|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.18" />
<sup>18</sup>Και εζησεν ο Ιαρεδ εκατον εξηκοντα δυο ετη, και εγεννησε τον Ενωχ·
<scripture passage="Gen 5:19" parsed="|Gen|5|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.19" />
<sup>19</sup>εζησε δε ο Ιαρεδ, αφου εγεννησε τον Ενωχ, οκτακοσια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:20" parsed="|Gen|5|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.20" />
<sup>20</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Ιαρεδ εννεακοσια εξηκοντα δυο ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:21" parsed="|Gen|5|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.21" />
<sup>21</sup>Και εζησεν ο Ενωχ εξηκοντα πεντε ετη, και εγεννησε τον Μαθουσαλα·
<scripture passage="Gen 5:22" parsed="|Gen|5|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.22" />
<sup>22</sup>και περιεπατησεν ο Ενωχ μετα του Θεου, αφου εγεννησε τον Μαθουσαλα, τριακοσια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:23" parsed="|Gen|5|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.23" />
<sup>23</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Ενωχ τριακοσια εξηκοντα πεντε ετη.
<scripture passage="Gen 5:24" parsed="|Gen|5|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.24" />
<sup>24</sup>Και περιεπατησεν ο Ενωχ μετα του Θεου, και δεν ευρισκετο πλεον· διοτι μετεθεσεν αυτον ο Θεος.
<scripture passage="Gen 5:25" parsed="|Gen|5|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.25" />
<sup>25</sup>Και εζησεν ο Μαθουσαλα εκατον ογδοηκοντα επτα ετη, και εγεννησε τον Λαμεχ·
<scripture passage="Gen 5:26" parsed="|Gen|5|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.26" />
<sup>26</sup>εζησε δε ο Μαθουσαλα, αφου εγεννησε τον Λαμεχ, επτακοσια ογδοηκοντα δυο ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:27" parsed="|Gen|5|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.27" />
<sup>27</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Μαθουσαλα εννεακοσια εξηκοντα εννεα ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:28" parsed="|Gen|5|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.28" />
<sup>28</sup>Εζησε δε ο Λαμεχ εκατον ογδοηκοντα δυο ετη, και εγεννησεν υιον·
<scripture passage="Gen 5:29" parsed="|Gen|5|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.29" />
<sup>29</sup>και εκαλεσε το ονομα αυτου Νωε, λεγων, Ουτος θελει ανακουφισει ημας απο του εργου ημων, και απο του μοχθου των χειρων ημων, εξ αιτιας της γης την οποιαν κατηρασθη ο Κυριος.
<scripture passage="Gen 5:30" parsed="|Gen|5|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.30" />
<sup>30</sup>Εζησε δε ο Λαμεχ, αφου εγεννησε τον Νωε, πεντακοσια ενενηκοντα πεντε ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας·
<scripture passage="Gen 5:31" parsed="|Gen|5|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.31" />
<sup>31</sup>και εγειναν πασαι αι ημεραι του Λαμεχ επτακοσια εβδομηκοντα επτα ετη· και απεθανε.
<scripture passage="Gen 5:32" parsed="|Gen|5|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.5.32" />
<sup>32</sup>Και ο Νωε ητο ηλικιας πεντακοσιων ετων· και εγεννησεν ο Νωε τον Σημ, τον Χαμ, και τον Ιαφεθ.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 6" progress="0.44%" prev="Gen.5" next="Gen.7" id="Gen.6">
<h3 id="Gen.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Gen.6-p1">
<scripture passage="Gen 6:1" parsed="|Gen|6|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηρχισαν οι ανθρωποι να πληθυνωνται επι του προσωπου της γης, και θυγατερες εγεννηθησαν εις αυτους,
<scripture passage="Gen 6:2" parsed="|Gen|6|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.2" />
<sup>2</sup>ιδοντες οι υιοι του Θεου τας θυγατερας των ανθρωπων, οτι ησαν ωραιαι, ελαβον εις εαυτους γυναικας εκ πασων οσας εκλεξαν.
<scripture passage="Gen 6:3" parsed="|Gen|6|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε Κυριος, Δεν θελει καταμεινει παντοτε το πνευμα μου μετα του ανθρωπου, διοτι ειναι σαρξ· αι ημεραι αυτου θελουσιν εισθαι ακομη εκατον εικοσι ετη.
<scripture passage="Gen 6:4" parsed="|Gen|6|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.4" />
<sup>4</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας ησαν οι γιγαντες επι της γης, και ετι, υστερον, αφου οι υιοι του Θεου εισηλθον εις τας θυγατερας των ανθρωπων, και αυται ετεκνοποιησαν εις αυτους· εκεινοι ησαν οι δυνατοι, οι εκπαλαι ανδρες ονομαστοι.
<scripture passage="Gen 6:5" parsed="|Gen|6|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.5" />
<sup>5</sup>Και ειδεν ο Κυριος ετι επληθυνετο η κακια του ανθρωπου επι της γης, και παντες οι σκοποι των διαλογισμων της καρδιας αυτου ησαν μονον κακια πασας τας ημερας.
<scripture passage="Gen 6:6" parsed="|Gen|6|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.6" />
<sup>6</sup>Και μετεμεληθη ο Κυριος οτι εποιησε τον ανθρωπον επι της γης. και ελυπηθη εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="Gen 6:7" parsed="|Gen|6|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Κυριος, Θελω εξαλειψει τον ανθρωπον, τον οποιον εποιησα, απο προσωπου της γης· απο ανθρωπου εως κτηνους, εως ερπετου, και εως πτηνου του ουρανου· επειδη μετεμεληθην οτι εποιησα αυτους.
<scripture passage="Gen 6:8" parsed="|Gen|6|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Νωε ευρε χαριν ενωπιον Κυριου.
<scripture passage="Gen 6:9" parsed="|Gen|6|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.9" />
<sup>9</sup>Αυτη ειναι η γενεαλογια του Νωε. Ο Νωε ητο ανθρωπος δικαιος, τελειος μεταξυ των συγχρονων αυτου· μετα του Θεου περιεπατησεν ο Νωε.
<scripture passage="Gen 6:10" parsed="|Gen|6|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.10" />
<sup>10</sup>Και εγεννησεν ο Νωε τρεις υιους, τον Σημ, τον Χαμ και τον Ιαφεθ.
<scripture passage="Gen 6:11" parsed="|Gen|6|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.11" />
<sup>11</sup>Διεφθαρη δε η γη ενωπιον του Θεου, και ενεπλησθη η γη αδικιας.
<scripture passage="Gen 6:12" parsed="|Gen|6|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.12" />
<sup>12</sup>Και ειδεν ο Θεος την γην, και ιδου, ητο διεφθαρμενη· διοτι πασα σαρξ ειχε διαφθειρει την οδον αυτης επι της γης.
<scripture passage="Gen 6:13" parsed="|Gen|6|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Νωε, Το τελος πασης σαρκος ηλθεν ενωπιον μου, διοτι η γη ενεπλησθη αδικιας απ' αυτων· και ιδου, θελω εξολοθρευσει αυτους και την γην.
<scripture passage="Gen 6:14" parsed="|Gen|6|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.14" />
<sup>14</sup>Καμε εις σεαυτον κιβωτον εκ ξυλων Γοφερ· κατα δωματια θελεις καμει την κιβωτον, και θελεις αλειψει αυτην εσωθεν και εξωθεν με πισσαν.
<scripture passage="Gen 6:15" parsed="|Gen|6|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.15" />
<sup>15</sup>Και ουτω θελεις καμει αυτην· το μεν μηκος της κιβωτου θελει εισθαι τριακοσιων πηχων, το δε πλατος αυτης πεντηκοντα πηχων, και το υψος αυτης τριακοντα πηχων.
<scripture passage="Gen 6:16" parsed="|Gen|6|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.16" />
<sup>16</sup>Στεγην θελεις καμει εις την κιβωτον, και εις πηχην θελεις τελειωσει αυτην ανωθεν· και την θυραν της κιβωτου θελεις βαλει εκ πλαγιων· κατωγαια, διωροφα, και τριωροφα θελεις καμει αυτην.
<scripture passage="Gen 6:17" parsed="|Gen|6|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.17" />
<sup>17</sup>Εγω δε, ιδου, εγω επιφερω τον κατακλυσμον των υδατων επι της γης, δια να εξολοθρευσω πασαν σαρκα, εχουσαν εν εαυτη πνευμα ζωης υποκατω του ουρανου· παν ο, τι ειναι επι της γης, θελει αποθανει.
<scripture passage="Gen 6:18" parsed="|Gen|6|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.18" />
<sup>18</sup>Και θελω στησει την διαθηκην μου προς σε· και θελεις εισελθει εις την κιβωτον, συ, και οι υιοι σου, και η γυνη σου, και αι γυναικες των υιων σου μετα σου.
<scripture passage="Gen 6:19" parsed="|Gen|6|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.19" />
<sup>19</sup>Και απο παντος ζωου εκ πασης σαρκος, ανα δυο εκ παντων θελεις εισαξει εις την κιβωτον, δια να φυλαξης την ζωην αυτων μετα σεαυτου· αρσεν και θηλυ θελουσιν εισθαι.
<scripture passage="Gen 6:20" parsed="|Gen|6|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.20" />
<sup>20</sup>Απο των πτηνων κατα το ειδος αυτων, και απο των κτηνων κατα το ειδος αυτων, απο παντων των ερπετων της γης κατα το ειδος αυτων, ανα δυο εκ παντων θελουσιν εισελθει προς σε, δια να φυλαξης την ζωην αυτων.
<scripture passage="Gen 6:21" parsed="|Gen|6|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.21" />
<sup>21</sup>Και συ λαβε εις σεαυτον απο παντος φαγητου το οποιον τρωγεται, και θελεις συναξει αυτο πλησιον σου· και θελει εισθαι εις σε, και εις αυτα, προς τροφην.
<scripture passage="Gen 6:22" parsed="|Gen|6|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.6.22" />
<sup>22</sup>Και εκαμεν ο Νωε κατα παντα οσα προσεταξεν εις αυτον ο Θεος· ουτως εκαμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 7" progress="0.51%" prev="Gen.6" next="Gen.8" id="Gen.7">
<h3 id="Gen.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Gen.7-p1">
<scripture passage="Gen 7:1" parsed="|Gen|7|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Νωε, Εισελθε συ, και πας ο οικος σου, εις την κιβωτον· διοτι σε ειδον δικαιον ενωπιον μου εν τη γενεα ταυτη·
<scripture passage="Gen 7:2" parsed="|Gen|7|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.2" />
<sup>2</sup>απο παντων των κτηνων των καθαρων λαβε εις σεαυτον επτα επτα, αρσεν και το θηλυ αυτου· και απο των κτηνων των μη καθαρων ανα δυο, αρσεν και το θηλυ αυτου·
<scripture passage="Gen 7:3" parsed="|Gen|7|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.3" />
<sup>3</sup>και απο των πτηνων του ουρανου επτα επτα, αρσεν και θηλυ· δια να διατηρησης σπερμα επι προσωπου πασης της γης·
<scripture passage="Gen 7:4" parsed="|Gen|7|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.4" />
<sup>4</sup>επειδη ετι μετα επτα ημερας εγω φερω βροχην επι της γης τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας· και θελω εξαλειψει απο προσωπου της γης παν ο, τι υπαρχει, το οποιον εποιησα.
<scripture passage="Gen 7:5" parsed="|Gen|7|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.5" />
<sup>5</sup>Και εκαμεν ο Νωε κατα παντα οσα προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Gen 7:6" parsed="|Gen|7|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.6" />
<sup>6</sup>Ητο δε ο Νωε εξακοσιων ετων, οτε εγεινεν ο κατακλυσμος των υδατων επι της γης.
<scripture passage="Gen 7:7" parsed="|Gen|7|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.7" />
<sup>7</sup>Και εισηλθεν ο Νωε, και οι υιοι αυτου, και η γυνη αυτου, και αι γυναικες των υιων αυτου μετ' αυτου, εις την κιβωτον, εξ αιτιας των υδατων του κατακλυσμου.
<scripture passage="Gen 7:8" parsed="|Gen|7|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.8" />
<sup>8</sup>Απο των κτηνων των καθαρων, και απο των κτηνων των μη καθαρων, και απο των πτηνων, και απο παντων των ερποντων επι της γης,
<scripture passage="Gen 7:9" parsed="|Gen|7|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.9" />
<sup>9</sup>δυο δυο εισηλθον προς τον Νωε εις την κιβωτον, αρσεν και θηλυ, καθως προσεταξεν ο Θεος εις τον Νωε.
<scripture passage="Gen 7:10" parsed="|Gen|7|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.10" />
<sup>10</sup>Και μετα τας επτα ημερας, τα υδατα του κατακλυσμου επηλθον επι της γης.
<scripture passage="Gen 7:11" parsed="|Gen|7|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.11" />
<sup>11</sup>Το εξακοσιοστον ετος της ζωης του Νωε, τον δευτερον μηνα, την δεκατην εβδομην ημεραν του μηνος, ταυτην την ημεραν εσχισθησαν πασαι αι πηγαι της μεγαλης αβυσσου, και οι καταρρακται των ουρανων ηνοιχθησαν.
<scripture passage="Gen 7:12" parsed="|Gen|7|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.12" />
<sup>12</sup>Και εγεινεν ο υετος επι της γης τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας.
<scripture passage="Gen 7:13" parsed="|Gen|7|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.13" />
<sup>13</sup>Κατα την αυτην ταυτην ημεραν εισηλθεν ο Νωε, και οι υιοι του Νωε, Σημ και Χαμ και Ιαφεθ, και η γυνη του Νωε, και αι τρεις γυναικες των υιων αυτου μετ' αυτων, εις την κιβωτον·
<scripture passage="Gen 7:14" parsed="|Gen|7|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.14" />
<sup>14</sup>αυτοι, και παντα τα ζωα κατα το ειδος αυτων, και παντα τα κτηνη κατα το ειδος αυτων, και παντα τα ερπετα τα ερποντα επι της γης κατα το ειδος αυτων, και παντα τα πτηνα κατα το ειδος αυτων, και παν πτερωτον παντος ειδους.
<scripture passage="Gen 7:15" parsed="|Gen|7|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.15" />
<sup>15</sup>Και εισηλθον προς τον Νωε εις την κιβωτον, δυο δυο απο πασης σαρκος ητις εχει πνευμα ζωης.
<scripture passage="Gen 7:16" parsed="|Gen|7|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.16" />
<sup>16</sup>Και τα εισερχομενα, αρσεν και θηλυ απο πασης σαρκος, εισηλθον, καθως προσεταξεν εις αυτον ο Θεος· και εκλεισεν ο Κυριος την κιβωτον επανω αυτου.
<scripture passage="Gen 7:17" parsed="|Gen|7|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.17" />
<sup>17</sup>Και εγεινεν ο κατακλυσμος τεσσαρακοντα ημερας επι της γης· και επληθυνθησαν τα υδατα, και εσηκωσαν την κιβωτον, και υψωθη υπερανω της γης.
<scripture passage="Gen 7:18" parsed="|Gen|7|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.18" />
<sup>18</sup>Και εκραταιουντο τα υδατα, και επληθυνοντο σφοδρα επι της γης· και η κιβωτος εφερετο επι της επιφανειας των υδατων.
<scripture passage="Gen 7:19" parsed="|Gen|7|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.19" />
<sup>19</sup>Και τα υδατα υπερεκραταιουντο σφοδρα επι της γης· και εσκεπασθησαν παντα τα ορη τα υψηλα τα υποκατω παντος του ουρανου.
<scripture passage="Gen 7:20" parsed="|Gen|7|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.20" />
<sup>20</sup>Δεκαπεντε πηχας υπερανω υψωθησαν τα υδατα, και εσκεπασθησαν τα ορη.
<scripture passage="Gen 7:21" parsed="|Gen|7|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.21" />
<sup>21</sup>Και απεθανε πασα σαρξ κινουμενη επι της γης, των πτηνων και των κτηνων και των ζωων, και παντων των ερπετων των ερποντων επι της γης, και πας ανθρωπος.
<scripture passage="Gen 7:22" parsed="|Gen|7|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.22" />
<sup>22</sup>Εκ παντων των οντων επι της ξηρας, παντα οσα ειχον πνοην ζωης εις τους μυκτηρας αυτων, απεθανον.
<scripture passage="Gen 7:23" parsed="|Gen|7|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.23" />
<sup>23</sup>Και εξηλειφθη παν το υπαρχον επι του προσωπου της γης, απο ανθρωπου εως κτηνους, εως ερπετου και εως πτηνου του ουρανου, και εξηλειφθησαν απο της γης· εμενε δε μονον ο Νωε, και οσα ησαν μετ' αυτου εν τη κιβωτω.
<scripture passage="Gen 7:24" parsed="|Gen|7|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.7.24" />
<sup>24</sup>Και εκραταιουντο τα υδατα επι της γης εκατον πεντηκοντα ημερας.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 8" progress="0.58%" prev="Gen.7" next="Gen.9" id="Gen.8">
<h3 id="Gen.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Gen.8-p1">
<scripture passage="Gen 8:1" parsed="|Gen|8|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.1" />
<sup>1</sup>Και ενεθυμηθη ο Θεος τον Νωε, και παντα τα ζωα, και παντα τα κτηνη, τα μετ' αυτου εν τη κιβωτω· και διεβιβασεν ο Θεος ανεμον επι την γην, και τα υδατα εσταθησαν.
<scripture passage="Gen 8:2" parsed="|Gen|8|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.2" />
<sup>2</sup>Και εκλεισθησαν αι πηγαι της αβυσσου, και οι καταρρακται του ουρανου, και εκρατηθη ο υετος απο των ουρανων.
<scripture passage="Gen 8:3" parsed="|Gen|8|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.3" />
<sup>3</sup>Και εσυροντο τα υδατα απο της γης κατα συνεχειαν· και ωλιγοστευον τα υδατα μετα τας εκατον πεντηκοντα ημερας.
<scripture passage="Gen 8:4" parsed="|Gen|8|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.4" />
<sup>4</sup>Και εκαθισεν η κιβωτος την δεκατην εβδομην του εβδομου μηνος επι των ορεων Αραρατ.
<scripture passage="Gen 8:5" parsed="|Gen|8|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.5" />
<sup>5</sup>Τα δε υδατα ωλιγοστευον κατα συνεχειαν εως του δεκατου μηνος· την πρωτην του δεκατου μηνος εφανησαν αι κορυφαι των ορεων.
<scripture passage="Gen 8:6" parsed="|Gen|8|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.6" />
<sup>6</sup>Και μετα τεσσαρακοντα ημερας ηνοιξεν ο Νωε την θυριδα της κιβωτου, την οποιαν ειχε καμει·
<scripture passage="Gen 8:7" parsed="|Gen|8|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.7" />
<sup>7</sup>και απεστειλε τον κορακα, οστις εξελθων υπηγαινε και ηρχετο, εωσου εξηρανθησαν τα υδατα απο της γης.
<scripture passage="Gen 8:8" parsed="|Gen|8|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.8" />
<sup>8</sup>Και απεστειλε την περιστεραν κατοπιν αυτου, δια να ιδη αν επαυσαν τα υδατα απο προσωπου της γης·
<scripture passage="Gen 8:9" parsed="|Gen|8|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.9" />
<sup>9</sup>και μη ευρισκουσα η περιστερα αναπαυσιν των ποδων αυτης, επεστρεψε προς αυτον εις την κιβωτον, διοτι τα υδατα ησαν επι του προσωπου πασης της γης· και εκτεινας την χειρα αυτου, επιασεν αυτην και εισηγαγεν αυτην προς εαυτον εις την κιβωτον.
<scripture passage="Gen 8:10" parsed="|Gen|8|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.10" />
<sup>10</sup>Και ανεμεινεν ετι αλλας επτα ημερας, και παλιν απεστειλε την περιστεραν εκ της κιβωτου·
<scripture passage="Gen 8:11" parsed="|Gen|8|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.11" />
<sup>11</sup>και επεστρεψε προς αυτον η περιστερα προς το εσπερας, και ιδου, ητο εν τω στοματι αυτης φυλλον ελαιας, απεσπασμενον· και εγνωρισεν ο Νωε οτι επαυσαν τα υδατα απο της γης.
<scripture passage="Gen 8:12" parsed="|Gen|8|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.12" />
<sup>12</sup>Και ανεμεινεν ετι αλλας επτα ημερας, και απεστειλε την περιστεραν· και δεν επανεστρεψε πλεον προς αυτον.
<scripture passage="Gen 8:13" parsed="|Gen|8|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.13" />
<sup>13</sup>Κατα δε το εξακοσιοστον πρωτον ετος του Νωε, την πρωτην του πρωτου μηνος, εξελιπον τα υδατα απο της γης· και εσηκωσεν ο Νωε την στεγην της κιβωτου, και ειδε, και ιδου, εξελιπε το υδωρ απο προσωπου της γης.
<scripture passage="Gen 8:14" parsed="|Gen|8|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.14" />
<sup>14</sup>Και την εικοστην εβδομην ημεραν του δευτερου μηνος εξηρανθη η γη·
<scripture passage="Gen 8:15" parsed="|Gen|8|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.15" />
<sup>15</sup>και ελαλησεν ο Θεος προς τον Νωε, λεγων,
<scripture passage="Gen 8:16" parsed="|Gen|8|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.16" />
<sup>16</sup>Εξελθε εκ της κιβωτου, συ, και η γυνη σου, και οι υιοι σου, και αι γυναικες των υιων σου μετα σου·
<scripture passage="Gen 8:17" parsed="|Gen|8|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.17" />
<sup>17</sup>παντα τα ζωα τα μετα σου, απο πασης σαρκος, και πτηνα και κτηνη και παν ερπετον ερπον επι της γης, εξαγαγε μετα σου, και ας πολυπλασιασθωσιν επι της γης, και ας αυξηνθωσι και ας πληθυνθωσιν επι της γης.
<scripture passage="Gen 8:18" parsed="|Gen|8|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.18" />
<sup>18</sup>Και εξηλθεν ο Νωε, και οι υιοι αυτου, και η γυνη αυτου, και αι γυναικες των υιων αυτου μετ' αυτου·
<scripture passage="Gen 8:19" parsed="|Gen|8|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.19" />
<sup>19</sup>παντα τα ζωα, παντα τα ερπετα και παντα τα πτηνα, παν ο, τι κινειται επι της γης, κατα τα ειδη αυτων, εξηλθον εκ της κιβωτου.
<scripture passage="Gen 8:20" parsed="|Gen|8|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.20" />
<sup>20</sup>Και ωκοδομησεν ο Νωε θυσιαστηριον εις τον Κυριον· και ελαβεν απο παντος κτηνους καθαρου, και απο παντος πτηνου καθαρου, και προσεφερεν ολοκαυτωματα επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Gen 8:21" parsed="|Gen|8|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.21" />
<sup>21</sup>Και ωσφρανθη Κυριος οσμην ευωδιας· και ειπε Κυριος εν τη καρδια αυτου, Δεν θελω καταρασθη πλεον την γην εξ αιτιας του ανθρωπου· διοτι ο λογισμος της καρδιας του ανθρωπου ειναι κακος εκ νηπιοτητος αυτου· ουδε θελω παταξει πλεον παντα τα ζωντα, καθως εκαμον·
<scripture passage="Gen 8:22" parsed="|Gen|8|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.8.22" />
<sup>22</sup>εν οσω μενει γη, σπορα και θερισμος, και ψυχος και καυμα, και θερος και χειμων, και ημερα και νυξ, δεν θελουσι παυσει.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 9" progress="0.65%" prev="Gen.8" next="Gen.10" id="Gen.9">
<h3 id="Gen.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Gen.9-p1">
<scripture passage="Gen 9:1" parsed="|Gen|9|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.1" />
<sup>1</sup>Και ευλογησεν ο Θεος τον Νωε και τους υιους αυτου· και ειπε προς αυτους, Αυξανεσθε και πληθυνεσθε, και γεμισατε την γην·
<scripture passage="Gen 9:2" parsed="|Gen|9|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.2" />
<sup>2</sup>και ο φοβος σας και ο τρομος σας θελει εισθαι επι παντα τα ζωα της γης, και επι παντα τα πτηνα του ουρανου, επι παν ο, τι ερπει επι της γης, και επι παντας τους ιχθυας της θαλασσης· εις τας χειρας σας εδοθησαν·
<scripture passage="Gen 9:3" parsed="|Gen|9|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.3" />
<sup>3</sup>παν κινουμενον, το οποιον ζη, θελει εισθαι εις σας προς τροφην· ως τον χλωρον χορτον εδωκα τα παντα εις εσας·
<scripture passage="Gen 9:4" parsed="|Gen|9|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.4" />
<sup>4</sup>κρεας ομως με την ζωην αυτου, με το αιμα αυτου, δεν θελετε φαγει·
<scripture passage="Gen 9:5" parsed="|Gen|9|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.5" />
<sup>5</sup>και εξαπαντος το αιμα σας, το αιμα της ζωης σας, θελω εκζητησει εκ της χειρος παντος ζωου θελω εκζητησει αυτο, και εκ της χειρος του ανθρωπου· εκ της χειρος παντος αδελφου αυτου θελω εκζητησει την ζωην του ανθρωπου·
<scripture passage="Gen 9:6" parsed="|Gen|9|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.6" />
<sup>6</sup>οστις χυση αιμα ανθρωπου, υπο ανθρωπου θελει χυθη το αιμα αυτου· διοτι κατ' εικονα Θεου εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον·
<scripture passage="Gen 9:7" parsed="|Gen|9|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.7" />
<sup>7</sup>σεις δε αυξανεσθε και πληθυνεσθε, πολλαπλασιαζεσθε επι της γης, και πληθυνεσθε επ' αυτης.
<scripture passage="Gen 9:8" parsed="|Gen|9|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Νωε και προς τους υιους αυτου μετ' αυτου, λεγων,
<scripture passage="Gen 9:9" parsed="|Gen|9|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.9" />
<sup>9</sup>Και εγω, ιδου, στηνω την διαθηκην μου προς εσας, και προς το σπερμα σας υστερον απο σας·
<scripture passage="Gen 9:10" parsed="|Gen|9|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.10" />
<sup>10</sup>και προς παν εμψυχον ζωον, το οποιον ειναι με σας, εκ των πτηνων, εκ των κτηνων και εκ παντων των ζωων της γης, τα οποια ειναι με σας· απο παντος του εξελθοντος εκ της κιβωτου, εως παντος ζωου της γης·
<scripture passage="Gen 9:11" parsed="|Gen|9|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.11" />
<sup>11</sup>και στηνω την διαθηκην μου προς εσας· και δεν θελει πλεον εξολοθρευθη πασα σαρξ απο των υδατων του κατακλυσμου· ουδε θελει εισθαι πλεον κατακλυσμος δια να φθειρη την γην.
<scripture passage="Gen 9:12" parsed="|Gen|9|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Θεος, Τουτο ειναι το σημειον της διαθηκης, την οποιαν εγω καμνω μεταξυ εμου και υμων και παντος εμψυχου ζωου το οποιον ειναι με σας, εις γενεας αιωνιους·
<scripture passage="Gen 9:13" parsed="|Gen|9|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.13" />
<sup>13</sup>Θετω το τοξον μου εν τη νεφελη, και θελει εισθαι εις σημειον διαθηκης μεταξυ εμου και της γης·
<scripture passage="Gen 9:14" parsed="|Gen|9|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.14" />
<sup>14</sup>και οταν συννεφωσω νεφελην επι της γης, θελει φανη το τοξον εν τη νεφελη·
<scripture passage="Gen 9:15" parsed="|Gen|9|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.15" />
<sup>15</sup>και θελω ενθυμηθη την διαθηκην μου, την μεταξυ εμου και υμων, και παντος εμψυχου ζωου εκ πασης σαρκος· και τα υδατα δεν θελουσιν εισθαι πλεον εις κατακλυσμον δια να εξαλειψωσι πασαν σαρκα·
<scripture passage="Gen 9:16" parsed="|Gen|9|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.16" />
<sup>16</sup>και το τοξον θελει εισθαι εν τη νεφελη· και θελω βλεπει αυτο, δια να ενθυμωμαι την παντοτεινην διαθηκην την μεταξυ Θεου και παντος εμψυχου ζωου εκ πασης σαρκος ητις ειναι επι της γης.
<scripture passage="Gen 9:17" parsed="|Gen|9|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Νωε, Τουτο ειναι το σημειον της διαθηκης, την οποιαν εστησα μεταξυ εμου και πασης σαρκος ητις ειναι επι της γης.
<scripture passage="Gen 9:18" parsed="|Gen|9|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.18" />
<sup>18</sup>Ησαν δε οι υιοι του Νωε, οι εξελθοντες εκ της κιβωτου, Σημ και Χαμ και Ιαφεθ. Ο δε Χαμ ητο πατηρ του Χανααν.
<scripture passage="Gen 9:19" parsed="|Gen|9|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.19" />
<sup>19</sup>Οι τρεις ουτοι ειναι οι υιοι του Νωε, και εκ τουτων διεσπαρησαν εις πασαν την γην.
<scripture passage="Gen 9:20" parsed="|Gen|9|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.20" />
<sup>20</sup>Και ηρχισεν ο Νωε να ηναι γεωργος και εφυτευσεν αμπελωνα·
<scripture passage="Gen 9:21" parsed="|Gen|9|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.21" />
<sup>21</sup>και επιεν εκ του οινου και εμεθυσθη, και εγυμνωθη εν τη σκηνη αυτου.
<scripture passage="Gen 9:22" parsed="|Gen|9|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.22" />
<sup>22</sup>Και ειδεν ο Χαμ, ο πατηρ του Χανααν, την γυμνωσιν του πατρος αυτου· και ανηγγειλε τουτο προς τους δυο αδελφους αυτου εξω.
<scripture passage="Gen 9:23" parsed="|Gen|9|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.23" />
<sup>23</sup>Και λαβοντες ο Σημ και ο Ιαφεθ το ενδυμα, επεθηκαν αυτο επι τα δυο αυτων νωτα· και βαδισαντες οπισθονωτα, εσκεπασαν την γυμνωσιν του πατρος αυτων· και τα προσωπα αυτων ησαν προς τα οπισω, και την γυμνωσιν του πατρος αυτων δεν ειδον.
<scripture passage="Gen 9:24" parsed="|Gen|9|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.24" />
<sup>24</sup>Ανανηψας δε ο Νωε απο του οινου αυτου, εμαθεν οσα εκαμεν εις αυτον ο υιος αυτου ο νεωτερος.
<scripture passage="Gen 9:25" parsed="|Gen|9|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν, Επικαταρατος ο Χανααν· δουλος των δουλων θελει εισθαι εις τους αδελφους αυτου.
<scripture passage="Gen 9:26" parsed="|Gen|9|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Σημ. Και ο Χανααν θελει εισθαι δουλος εις αυτον·
<scripture passage="Gen 9:27" parsed="|Gen|9|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.27" />
<sup>27</sup>ο Θεος θελει πλατυνει τον Ιαφεθ, και θελει κατοικησει εν ταις σκηναις του Σημ, ο δε Χανααν θελει εισθαι δουλος εις αυτον·
<scripture passage="Gen 9:28" parsed="|Gen|9|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.28" />
<sup>28</sup>Και εζησεν ο Νωε μετα τον κατακλυσμον τριακοσια πεντηκοντα ετη.
<scripture passage="Gen 9:29" parsed="|Gen|9|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.9.29" />
<sup>29</sup>Και εγειναν πασαι αι ημεραι του Νωε εννεακοσια πεντηκοντα ετη· και απεθανε.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 10" progress="0.73%" prev="Gen.9" next="Gen.11" id="Gen.10">
<h3 id="Gen.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Gen.10-p1">
<scripture passage="Gen 10:1" parsed="|Gen|10|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.1" />
<sup>1</sup>Και αυται ειναι αι γενεαλογιαι των υιων του Νωε, Σημ, Χαμ και Ιαφεθ· και εγεννηθησαν εις αυτους υιοι μετα τον κατακλυσμον.
<scripture passage="Gen 10:2" parsed="|Gen|10|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.2" />
<sup>2</sup>Οι υιοι του Ιαφεθ ησαν Γομερ, και Μαγωγ, και Μαδαι, και Ιαυαν, και Θουβαλ, και Μεσεχ, και Θειρας.
<scripture passage="Gen 10:3" parsed="|Gen|10|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.3" />
<sup>3</sup>Και οι υιοι του Γομερ, Ασχεναζ, και Ριφαθ, και Θωγαρμα.
<scripture passage="Gen 10:4" parsed="|Gen|10|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.4" />
<sup>4</sup>Και οι υιοι του Ιαυαν, Ελεισα, και Θαρσεις, Κιττειμ, και Δωδανειμ.
<scripture passage="Gen 10:5" parsed="|Gen|10|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.5" />
<sup>5</sup>Εκ τουτων εμοιρασθησαν αι νησοι των εθνων εις τους τοπους αυτων· εκαστου κατα την γλωσσαν αυτου, κατα τας φυλας αυτων, εις τα εθνη αυτων.
<scripture passage="Gen 10:6" parsed="|Gen|10|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.6" />
<sup>6</sup>Και οι υιοι του Χαμ, Χους, και Μισραιμ, και Φουθ, και Χανααν.
<scripture passage="Gen 10:7" parsed="|Gen|10|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.7" />
<sup>7</sup>Και οι υιοι του Χους, Σεβα, και Αβιλα, και Σαβθα, και Ρααμα, και Σαβθεκα· και οι υιοι του Ρααμα, Σεβα, και Δαιδαν.
<scripture passage="Gen 10:8" parsed="|Gen|10|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.8" />
<sup>8</sup>Και ο Χους εγεννησε τον Νεβρωδ· ουτος ηρχισε να ηναι ισχυρος επι της γης·
<scripture passage="Gen 10:9" parsed="|Gen|10|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.9" />
<sup>9</sup>αυτος ητο ισχυρος κυνηγος ενωπιον του Κυριου· δια τουτο λεγεται, Ως Νεβρωδ, ισχυρος κυνηγος ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Gen 10:10" parsed="|Gen|10|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.10" />
<sup>10</sup>και η αρχη της βασιλειας αυτου εσταθη Βαβυλων, και Ερεχ, και Αχαδ, και Χαλνε, εν τη γη Σεννααρ.
<scripture passage="Gen 10:11" parsed="|Gen|10|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.11" />
<sup>11</sup>Εκ της γης εκεινης εξηλθεν ο Ασσουρ, και ωκοδομησε την Νινευη, και την πολιν Ρεχωβωθ, και την Χαλαχ,
<scripture passage="Gen 10:12" parsed="|Gen|10|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.12" />
<sup>12</sup>και την Ρεσεν μεταξυ της Νινευη και της Χαλαχ· αυτη ειναι η πολις η μεγαλη.
<scripture passage="Gen 10:13" parsed="|Gen|10|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.13" />
<sup>13</sup>Και ο Μισραιμ εγεννησε τους Λουδειμ, και τους Αναμειμ, και τους Λεαβειμ, και τους Ναφθουχειμ,
<scripture passage="Gen 10:14" parsed="|Gen|10|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.14" />
<sup>14</sup>και τους Πατρουσειμ, και τους Χασλουχειμ, εκ των οποιων εξηλθον οι Φιλισταιοι, και τους Χαφθορειμ.
<scripture passage="Gen 10:15" parsed="|Gen|10|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.15" />
<sup>15</sup>Και ο Χανααν εγεννησε τον Σιδωνα, πρωτοτοκον αυτου, και τον Χετταιον,
<scripture passage="Gen 10:16" parsed="|Gen|10|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.16" />
<sup>16</sup>και τον Ιεβουσαιον, και τον Αμορραιον, και τον Γεργεσαιον,
<scripture passage="Gen 10:17" parsed="|Gen|10|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.17" />
<sup>17</sup>και τον Ευαιον, και τον Αρουχαιον, και τον Ασενναιον,
<scripture passage="Gen 10:18" parsed="|Gen|10|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.18" />
<sup>18</sup>και τον Αρβαδιον, και τον Σαμαραιον, και τον Αμαθαιον. Και μετα τουτο διεσπαρησαν αι φυλαι των Χαναναιων.
<scripture passage="Gen 10:19" parsed="|Gen|10|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.19" />
<sup>19</sup>Και ησαν τα ορια των Χαναναιων απο Σιδωνος, καθως υπαγει τις εις Γεραρα, εως Γαζης, και καθως υπαγει τις εις Σοδομα και Γομορρα, και Αδαμα, και Σεβωειμ, εως Λασα.
<scripture passage="Gen 10:20" parsed="|Gen|10|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.20" />
<sup>20</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι του Χαμ, κατα τας φυλας αυτων, κατα τας γλωσσας αυτων, εις τους τοπους αυτων, εις τα εθνη αυτων.
<scripture passage="Gen 10:21" parsed="|Gen|10|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.21" />
<sup>21</sup>Και εις τον Σημ, τον πατερα παντων των υιων του Εβερ, τον αδελφον Ιαφεθ του μεγαλητερου, εγεννηθησαν και εις αυτον υιοι.
<scripture passage="Gen 10:22" parsed="|Gen|10|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.22" />
<sup>22</sup>Υιοι του Σημ ησαν Ελαμ, και Ασσουρ, και Αρφαξαδ, και Λουδ, και Αραμ.
<scripture passage="Gen 10:23" parsed="|Gen|10|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.23" />
<sup>23</sup>Και οι υιοι του Αραμ, Ουζ, και Ουλ, και Γεθερ, και Μας.
<scripture passage="Gen 10:24" parsed="|Gen|10|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.24" />
<sup>24</sup>Και ο Αρφαξαδ εγεννησε τον Σαλα· και ο Σαλα εγεννησε τον Εβερ.
<scripture passage="Gen 10:25" parsed="|Gen|10|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.25" />
<sup>25</sup>Και εις τον Εβερ εγεννηθησαν δυο υιοι· το ονομα του ενος, Φαλεγ· διοτι εν ταις ημεραις αυτου διεμερισθη η γη· και το ονομα του αδελφου αυτου, Ιοκταν.
<scripture passage="Gen 10:26" parsed="|Gen|10|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.26" />
<sup>26</sup>Και ο Ιοκταν εγεννησε τον Αλμωδαδ, και τον Σαλεφ, και τον Ασαρμαβεθ, και τον Ιαραχ,
<scripture passage="Gen 10:27" parsed="|Gen|10|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.27" />
<sup>27</sup>και τον Αδωραμ, και τον Ουζαλ, και τον Δικλα,
<scripture passage="Gen 10:28" parsed="|Gen|10|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.28" />
<sup>28</sup>και τον Οβαλ, και τον Αβιμαηλ, και τον Σεβα,
<scripture passage="Gen 10:29" parsed="|Gen|10|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.29" />
<sup>29</sup>και τον Οφειρ, και τον Αβιλα, και τον Ιωβαβ· παντες ουτοι ησαν υιοι του Ιοκταν.
<scripture passage="Gen 10:30" parsed="|Gen|10|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.30" />
<sup>30</sup>Και η κατοικια αυτων ητο απο Μησα, καθως υπαγει τις εις Σεφαρα, ορος της Ανατολης.
<scripture passage="Gen 10:31" parsed="|Gen|10|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.31" />
<sup>31</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι του Σημ, κατα τας φυλας αυτων, κατα τας γλωσσας αυτων, εις τους τοπους αυτων, κατα τα εθνη αυτων.
<scripture passage="Gen 10:32" parsed="|Gen|10|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.10.32" />
<sup>32</sup>Αυται ειναι αι φυλαι των υιων του Νωε, κατα τας γενεας αυτων, εις τα εθνη αυτων· και εκ τουτων διεσπαρησαν τα εθνη επι της γης μετα τον κατακλυσμον.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 11" progress="0.81%" prev="Gen.10" next="Gen.12" id="Gen.11">
<h3 id="Gen.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Gen.11-p1">
<scripture passage="Gen 11:1" parsed="|Gen|11|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.1" />
<sup>1</sup>Και ητο πασα η γη μιας γλωσσης και μιας φωνης.
<scripture passage="Gen 11:2" parsed="|Gen|11|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.2" />
<sup>2</sup>Και οτε εκινησαν απο της ανατολης, ευρον πεδιαδα εν τη γη Σεννααρ· και κατωκησαν εκει.
<scripture passage="Gen 11:3" parsed="|Gen|11|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο εις προς τον αλλον, Ελθετε, ας καμωμεν πλινθους, και ας ψησωμεν αυτας εν πυρι· και εχρησιμευσεν εις αυτους η μεν πλινθος αντι πετρας, η δε ασφαλτος εχρησιμευσεν εις αυτους αντι πηλου.
<scripture passage="Gen 11:4" parsed="|Gen|11|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.4" />
<sup>4</sup>Και ειπον, Ελθετε, ας οικοδομησωμεν εις εαυτους πολιν και πυργον, του οποιου η κορυφη να φθανη εως του ουρανου· και ας αποκτησωμεν εις εαυτους ονομα, μηπως διασπαρωμεν επι του προσωπου πασης της γης.
<scripture passage="Gen 11:5" parsed="|Gen|11|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.5" />
<sup>5</sup>Κατεβη δε ο Κυριος δια να ιδη την πολιν και τον πυργον, τον οποιον ωκοδομησαν οι υιοι των ανθρωπων.
<scripture passage="Gen 11:6" parsed="|Gen|11|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Κυριος, Ιδου, εις λαος, και παντες εχουσι μιαν γλωσσαν, και ηρχισαν να καμνωσι τουτο· και τωρα δεν θελει εμποδισθη εις αυτους παν ο, τι σκοπευουσι να καμωσιν·
<scripture passage="Gen 11:7" parsed="|Gen|11|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.7" />
<sup>7</sup>ελθετε, ας καταβωμεν και ας συγχυσωμεν εκει την γλωσσαν αυτων, δια να μη εννοη ο εις του αλλου την γλωσσαν.
<scripture passage="Gen 11:8" parsed="|Gen|11|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.8" />
<sup>8</sup>Και διεσκορπισεν αυτους ο Κυριος εκειθεν επι του προσωπου πασης της γης· και επαυσαν να οικοδομωσι την πολιν.
<scripture passage="Gen 11:9" parsed="|Gen|11|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο ωνομασθη το ονομα αυτης Βαβελ· διοτι εκει συνεχεεν ο Κυριος την γλωσσαν πασης της γης· και εκειθεν διεσκορπισεν αυτους ο Κυριος επι το προσωπον πασης της γης.
<scripture passage="Gen 11:10" parsed="|Gen|11|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.10" />
<sup>10</sup>Αυτη ειναι η γενεαλογια του Σημ. Ο Σημ ητο ετων εκατον, οτε εγεννησε τον Αρφαξαδ δυο ετη μετα τον κατακλυσμον·
<scripture passage="Gen 11:11" parsed="|Gen|11|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.11" />
<sup>11</sup>και εζησεν ο Σημ, αφου εγεννησε τον Αρφαξαδ, πεντακοσια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:12" parsed="|Gen|11|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.12" />
<sup>12</sup>Και ο Αρφαξαδ εζησε τριακοντα πεντε ετη, και εγεννησε τον Σαλα·
<scripture passage="Gen 11:13" parsed="|Gen|11|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.13" />
<sup>13</sup>και εζησεν ο Αρφαξαδ, αφου εγεννησε τον Σαλα, τετρακοσια τρια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:14" parsed="|Gen|11|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.14" />
<sup>14</sup>Και ο Σαλα εζησε τριακοντα ετη, και εγεννησε τον Εβερ·
<scripture passage="Gen 11:15" parsed="|Gen|11|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.15" />
<sup>15</sup>και εζησεν ο Σαλα, αφου εγεννησε τον Εβερ, τετρακοσια τρια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:16" parsed="|Gen|11|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.16" />
<sup>16</sup>Και εζησεν ο Εβερ τριακοντα τεσσαρα ετη, και εγεννησε τον Φαλεγ·
<scripture passage="Gen 11:17" parsed="|Gen|11|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.17" />
<sup>17</sup>και εζησεν ο Εβερ, αφου εγεννησε τον Φαλεγ, τετρακοσια τριακοντα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:18" parsed="|Gen|11|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.18" />
<sup>18</sup>Και εζησεν ο Φαλεγ τριακοντα ετη, και εγεννησε τον Ραγαυ·
<scripture passage="Gen 11:19" parsed="|Gen|11|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.19" />
<sup>19</sup>και εζησεν ο Φαλεγ, αφου εγεννησε τον Ραγαυ, διακοσια εννεα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:20" parsed="|Gen|11|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.20" />
<sup>20</sup>Και εζησεν ο Ραγαυ τριακοντα δυο ετη, και εγεννησε τον Σερουχ·
<scripture passage="Gen 11:21" parsed="|Gen|11|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.21" />
<sup>21</sup>και εζησεν ο Ραγαυ, αφου εγεννησε τον Σερουχ, διακοσια επτα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:22" parsed="|Gen|11|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.22" />
<sup>22</sup>Και εζησεν ο Σερουχ τριακοντα ετη, και εγεννησε τον Ναχωρ·
<scripture passage="Gen 11:23" parsed="|Gen|11|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.23" />
<sup>23</sup>και εζησεν ο Σερουχ, αφου εγεννησε τον Ναχωρ, διακοσια ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:24" parsed="|Gen|11|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.24" />
<sup>24</sup>Και εζησεν ο Ναχωρ εικοσιεννεα ετη, και εγεννησε τον Θαρα·
<scripture passage="Gen 11:25" parsed="|Gen|11|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.25" />
<sup>25</sup>και εζησεν ο Ναχωρ, αφου εγεννησε τον Θαρα, εκατον δεκαεννεα ετη, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="Gen 11:26" parsed="|Gen|11|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.26" />
<sup>26</sup>Και εζησεν ο Θαρα εβδομηκοντα ετη, και εγεννησε τον Αβραμ, τον Ναχωρ, και τον Αρραν.
<scripture passage="Gen 11:27" parsed="|Gen|11|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.27" />
<sup>27</sup>Και αυτη ειναι η γενεαλογια του Θαρα· ο Θαρα εγεννησε τον Αβραμ, τον Ναχωρ, και τον Αρραν· και ο Αρραν εγεννησε τον Λωτ.
<scripture passage="Gen 11:28" parsed="|Gen|11|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.28" />
<sup>28</sup>Και απεθανεν ο Αρραν ενωπιον Θαρα του πατρος αυτου εν τω τοπω της γεννησεως αυτου, εν Ουρ των Χαλδαιων.
<scripture passage="Gen 11:29" parsed="|Gen|11|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.29" />
<sup>29</sup>Και ελαβον ο Αβραμ και ο Ναχωρ εις εαυτους γυναικας· το ονομα της γυναικος του Αβραμ ητο Σαρα· και το ονομα της γυναικος του Ναχωρ, Μελχα, θυγατηρ του Αρραν, πατρος Μελχα, και πατρος Ιεσχα.
<scripture passage="Gen 11:30" parsed="|Gen|11|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.30" />
<sup>30</sup>Η δε Σαρα ητο στειρα, δεν ειχε τεκνον.
<scripture passage="Gen 11:31" parsed="|Gen|11|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.31" />
<sup>31</sup>Και ελαβεν ο Θαρα Αβραμ τον υιον αυτου και Λωτ τον υιον του Αρραν εγγονον εαυτου, και Σαραν την εαυτου νυμφην, την γυναικα Αβραμ του υιου αυτου· και εξηλθον ομου απο της Ουρ των Χαλδαιων, δια να υπαγωσιν εις την γην Χανααν· και ηλθον εως Χαρραν και κατωκησαν εκει.
<scripture passage="Gen 11:32" parsed="|Gen|11|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.11.32" />
<sup>32</sup>Και εγειναν αι ημεραι του Θαρα διακοσια πεντε ετη· και απεθανεν ο Θαρα εν Χαρραν.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 12" progress="0.89%" prev="Gen.11" next="Gen.13" id="Gen.12">
<h3 id="Gen.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Gen.12-p1">
<scripture passage="Gen 12:1" parsed="|Gen|12|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Κυριος ειπε προς τον Αβραμ, Εξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενειας σου, και εκ του οικου του πατρος σου, εις την γην την οποιαν θελω σοι δειξει·
<scripture passage="Gen 12:2" parsed="|Gen|12|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.2" />
<sup>2</sup>και θελω σε καμει εις εθνος μεγα· και θελω σε ευλογησει, και θελω μεγαλυνει το ονομα σου· και θελεις εισθαι εις ευλογιαν·
<scripture passage="Gen 12:3" parsed="|Gen|12|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.3" />
<sup>3</sup>και θελω ευλογησει τους ευλογουντας σε, και τους καταρωμενους σε θελω καταρασθη· και θελουσιν ευλογηθη εν σοι πασαι αι φυλαι της γης.
<scripture passage="Gen 12:4" parsed="|Gen|12|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγεν ο Αβραμ, καθως ειπε προς αυτον ο Κυριος· και μετ' αυτου υπηγε και ο Λωτ· ο δε Αβραμ ητο ηλικιας εβδομηκοντα πεντε ετων, οτε εξηλθεν απο Χαρραν.
<scripture passage="Gen 12:5" parsed="|Gen|12|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.5" />
<sup>5</sup>Και ελαβεν ο Αβραμ Σαραν την γυναικα αυτου, και Λωτ τον υιον του αδελφου αυτου, και παντα τα υπαρχοντα αυτων οσα ειχον αποκτησει, και τους ανθρωπους τους οποιους ειχον αποκτησει εν Χαρραν, και εξηλθον δια να υπαγωσιν εις την γην Χανααν· και ηλθον εις την γην Χανααν.
<scripture passage="Gen 12:6" parsed="|Gen|12|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.6" />
<sup>6</sup>Και διεπερασεν ο Αβραμ την γην εκεινην εως του τοπου Συχεμ, εως της δρυος Μορεχ· οι δε Χαναναιοι τοτε κατωκουν εν τη γη ταυτη.
<scripture passage="Gen 12:7" parsed="|Gen|12|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.7" />
<sup>7</sup>Και εφανη ο Κυριος εις τον Αβραμ και ειπεν, Εις το σπερμα σου θελω δωσει την γην ταυτην. Και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον εις τον Κυριον, οστις εφανη εις αυτον.
<scripture passage="Gen 12:8" parsed="|Gen|12|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.8" />
<sup>8</sup>Και εκειθεν μετεβη προς το ορος, το κατα ανατολας της Βαιθηλ, και εστησε την σκηνην αυτου εχων την Βαιθηλ προς δυσμας και την Γαι προς ανατολας· και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον εις τον Κυριον, και επεκαλεσθη το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Gen 12:9" parsed="|Gen|12|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.9" />
<sup>9</sup>Και μετεσκηνωσεν ο Αβραμ, οδοιπορων και προχωρων προς μεσημβριαν.
<scripture passage="Gen 12:10" parsed="|Gen|12|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.10" />
<sup>10</sup>Εγεινε δε πεινα εν τη γη ταυτη· και κατεβη ο Αβραμ εις την Αιγυπτον δια να παροικηση εκει· διοτι η πεινα ητο βαρεια εν τη γη.
<scripture passage="Gen 12:11" parsed="|Gen|12|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.11" />
<sup>11</sup>Και οτε επλησιαζε να εισελθη εις την Αιγυπτον, ειπε προς Σαραν την γυναικα αυτου, Ιδου, γνωριζω οτι εισαι γυνη ευειδης·
<scripture passage="Gen 12:12" parsed="|Gen|12|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.12" />
<sup>12</sup>θελει συμβη λοιπον, ωστε καθως σε ιδωσιν οι Αιγυπτιοι, θελουσιν ειπει, Γυνη αυτου ειναι αυτη· και θελουσι φονευσει εμε, σε δε θελουσι φυλαξει ζωσαν.
<scripture passage="Gen 12:13" parsed="|Gen|12|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.13" />
<sup>13</sup>Ειπε λοιπον, οτι εισαι αδελφη μου, δια να γεινη καλον εις εμε εξ αιτιας σου, και να φυλαχθη η ζωη μου δια σε.
<scripture passage="Gen 12:14" parsed="|Gen|12|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.14" />
<sup>14</sup>Και οτε εισηλθεν ο Αβραμ εις την Αιγυπτον, ειδον οι Αιγυπτιοι την γυναικα οτι ητο ωραια σφοδρα.
<scripture passage="Gen 12:15" parsed="|Gen|12|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.15" />
<sup>15</sup>Και οι αρχοντες του Φαραω ειδον αυτην, και επηνεσαν αυτην προς τον Φαραω· και εληφθη η γυνη εις την οικιαν του Φαραω.
<scripture passage="Gen 12:16" parsed="|Gen|12|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.16" />
<sup>16</sup>Τον δε Αβραμ μετεχειρισθησαν καλως δι' αυτην· και ειχε προβατα και βοας και ονους και δουλους και δουλας και ονους θηλυκας και καμηλους.
<scripture passage="Gen 12:17" parsed="|Gen|12|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.17" />
<sup>17</sup>Και επεφερεν ο Κυριος επι τον Φαραω και επι τον οικον αυτου πληγας μεγαλας εξ αιτιας Σαρας της γυναικος του Αβραμ.
<scripture passage="Gen 12:18" parsed="|Gen|12|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.18" />
<sup>18</sup>Εκαλεσε δε ο Φαραω τον Αβραμ, και ειπε, Τι ειναι τουτο, το οποιον εκαμες εις εμε; δια τι δεν μ' εφανερωσας οτι αυτη ειναι γυνη σου;
<scripture passage="Gen 12:19" parsed="|Gen|12|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.19" />
<sup>19</sup>δια τι ειπας, Αδελφη μου ειναι αυτη; και ελαβον αυτην εις εμαυτον δια γυναικα· και τωρα, ιδου η γυνη σου· λαβε αυτην, και υπαγε.
<scripture passage="Gen 12:20" parsed="|Gen|12|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.12.20" />
<sup>20</sup>Και διωρισεν ο Φαραω ανθρωπους εις αυτον· και συμπροεπεμψαν αυτον, και την γυναικα αυτου και παντα οσα ειχε.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 13" progress="0.95%" prev="Gen.12" next="Gen.14" id="Gen.13">
<h3 id="Gen.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Gen.13-p1">
<scripture passage="Gen 13:1" parsed="|Gen|13|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.1" />
<sup>1</sup>Ανεβη δε ο Αβραμ εξ Αιγυπτου, αυτος και η γυνη αυτου, και παντα οσα ειχε, και ο Λωτ μετ' αυτου, προς μεσημβριαν.
<scripture passage="Gen 13:2" parsed="|Gen|13|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.2" />
<sup>2</sup>Και ο Αβραμ ητο πλουσιος σφοδρα εις κτηνη, εις αργυριον και εις χρυσιον.
<scripture passage="Gen 13:3" parsed="|Gen|13|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.3" />
<sup>3</sup>Και υπηγεν οδευων απο μεσημβριας εως Βαιθηλ εως του τοπου οπου ητο η σκηνη αυτου το προτερον μεταξυ Βαιθηλ και Γαι·
<scripture passage="Gen 13:4" parsed="|Gen|13|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.4" />
<sup>4</sup>εις τον τοπον του θυσιαστηριου, το οποιον ειχε καμει εκει καταρχας· και επεκαλεσθη εκει ο Αβραμ το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Gen 13:5" parsed="|Gen|13|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.5" />
<sup>5</sup>Και ο Λωτ ακομη, ο συμπορευομενος μετα του Αβραμ, ειχε προβατα και βοας και σκηνας.
<scripture passage="Gen 13:6" parsed="|Gen|13|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.6" />
<sup>6</sup>Και δεν εχωρει αυτους η γη δια να κατοικωσιν ομου· διοτι ησαν τα υπαρχοντα αυτων πολλα, και δεν ηδυναντο να κατοικωσιν ομου.
<scripture passage="Gen 13:7" parsed="|Gen|13|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.7" />
<sup>7</sup>Και συνεβη ερις μεταξυ των ποιμενων των κτηνων του Αβραμ και των ποιμενων των κτηνων του Λωτ· οι δε Χαναναιοι και οι Φερεζαιοι κατωκουν τοτε την γην.
<scripture passage="Gen 13:8" parsed="|Gen|13|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.8" />
<sup>8</sup>Ειπε δε ο Αβραμ προς τον Λωτ, Ας μη ηναι, παρακαλω, ερις μεταξυ εμου και σου και μεταξυ των ποιμενων μου και των ποιμενων σου· διοτι αδελφοι ειμεθα ημεις·
<scripture passage="Gen 13:9" parsed="|Gen|13|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.9" />
<sup>9</sup>δεν ειναι πασα η γη εμπροσθεν σου; διαχωρισθητι λοιπον απ' εμου· εαν συ υπαγης εις τα αριστερα, εγω υπαγω εις τα δεξια· και εαν συ εις τα δεξια, εγω εις τα αριστερα.
<scripture passage="Gen 13:10" parsed="|Gen|13|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.10" />
<sup>10</sup>Και υψωσας ο Λωτ τους οφθαλμους αυτου, ειδε πασαν την περιχωρον του Ιορδανου, οτι εποτιζετο ολη προ του να καταστρεψη ο Κυριος τα Σοδομα και τα Γομορρα, ως παραδεισος του Κυριου, ως η γη της Αιγυπτου, εως να υπαγη τις εις Σηγωρ.
<scripture passage="Gen 13:11" parsed="|Gen|13|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.11" />
<sup>11</sup>Και εκλεξεν εις εαυτον ο Λωτ πασαν την περιχωρον του Ιορδανου· και μετεσκηνωσεν ο Λωτ προς ανατολας, και διεχωρισθησαν ο εις απο του αλλου.
<scripture passage="Gen 13:12" parsed="|Gen|13|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.12" />
<sup>12</sup>Ο μεν Αβραμ κατωκησεν εν τη γη Χανααν· ο δε Λωτ κατωκησε μεταξυ των πολεων της περιχωρου, και εστησε τας σκηνας αυτου εως Σοδομων.
<scripture passage="Gen 13:13" parsed="|Gen|13|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.13" />
<sup>13</sup>Οι δε ανθρωποι των Σοδομων ησαν κακοι και αμαρτωλοι σφοδρα ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Gen 13:14" parsed="|Gen|13|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Αβραμ, αφου διεχωρισθη ο Λωτ απ' αυτου, Υψωσον τωρα τους οφθαλμους σου, και ιδε απο του τοπου οπου εισαι, προς αρκτον και μεσημβριαν και ανατολην και δυσιν·
<scripture passage="Gen 13:15" parsed="|Gen|13|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.15" />
<sup>15</sup>διοτι πασαν την γην την οποιαν βλεπεις, εις σε θελω δωσει αυτην και εις το σπερμα σου εως αιωνος·
<scripture passage="Gen 13:16" parsed="|Gen|13|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.16" />
<sup>16</sup>και θελω καταστησει το σπερμα σου ως την αμμον της γης· ωστε εαν δυναται τις να εξαριθμηση την αμμον της γης, θελει αριθμηθη και το σπερμα σου.
<scripture passage="Gen 13:17" parsed="|Gen|13|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.17" />
<sup>17</sup>Σηκωθεις διοδευσον την γην εις τε το μηκος αυτης και εις το πλατος αυτης· διοτι εις σε θελω δωσει αυτην.
<scripture passage="Gen 13:18" parsed="|Gen|13|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.13.18" />
<sup>18</sup>Και εσηκωσε την σκηνην αυτου ο Αβραμ, και ελθων κατωκησε πλησιον των δρυων Μαμβρη, αιτινες ειναι εν Χεβρων, και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον εις τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 14" progress="1.01%" prev="Gen.13" next="Gen.15" id="Gen.14">
<h3 id="Gen.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Gen.14-p1">
<scripture passage="Gen 14:1" parsed="|Gen|14|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.1" />
<sup>1</sup>Επι των ημερων δε του Αμαρφελ βασιλεως Σεννααρ, του Αριωχ βασιλεως Ελλασαρ, του Χοδολλογομορ βασιλεως Ελαμ, και του Θαργαλ βασιλεως εθνων,
<scripture passage="Gen 14:2" parsed="|Gen|14|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.2" />
<sup>2</sup>εκαμον αυτοι πολεμον μετα του Βερα βασιλεως Σοδομων, και του Βαρσα βασιλεως Γομορρων, του Σεννααβ βασιλεως Αδαμα, και του Σεμοβορ βασιλεως Σεβωειμ, και του βασιλεως της Βελα· αυτη ειναι η Σηγωρ.
<scripture passage="Gen 14:3" parsed="|Gen|14|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.3" />
<sup>3</sup>Παντες ουτοι ηνωθησαν ομου εν τη κοιλαδι Σιδδιμ ητις ειναι η αλμυρα θαλασσα.
<scripture passage="Gen 14:4" parsed="|Gen|14|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.4" />
<sup>4</sup>Δωδεκα ετη εδουλευον εις τον Χοδολλογομορ· εν δε τω δεκατω τριτω απεστατησαν.
<scripture passage="Gen 14:5" parsed="|Gen|14|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.5" />
<sup>5</sup>Και εν τω δεκατω τεταρτω ετει ηλθεν ο Χοδολλογομορ και οι βασιλεις οι μετ' αυτου, και επαταξαν τους Ραφαειμ εν Ασταρωθ-καρναιμ, και τους Ζουζειμ εν Αμ, και τους Εμμαιους εν Σαυη-κιριαθαιμ,
<scripture passage="Gen 14:6" parsed="|Gen|14|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.6" />
<sup>6</sup>και τους Χορραιους εν τω ορει αυτων Σηειρ εως της πεδιαδος Φαραν, ητις ειναι εν τη ερημω.
<scripture passage="Gen 14:7" parsed="|Gen|14|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.7" />
<sup>7</sup>Επεστρεψαν δε και ηλθον εις την Εν-μισπατ ητις ειναι η Καδης· και επαταξαν παντα τον τοπον του Αμαληκ, και τους Αμορραιους τους κατοικουντας εν Ασασων-θαμαρ.
<scripture passage="Gen 14:8" parsed="|Gen|14|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.8" />
<sup>8</sup>Εξηλθε δε ο βασιλευς των Σοδομων, και ο βασιλευς των Γομορρων, και ο βασιλευς της Αδαμα, και ο βασιλευς των Σεβωειμ, και ο βασιλευς της Βελα, ητις ειναι η Σηγωρ· και συνεκροτησαν μαχην μετ' αυτων εν τη κοιλαδι Σιδδιμ,
<scripture passage="Gen 14:9" parsed="|Gen|14|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.9" />
<sup>9</sup>μετα του Χοδολλογομορ βασιλεως Ελαμ, και του Θαργαλ βασιλεως εθνων, και του Αμραφελ βασιλεως Σεννααρ, και του Αριωχ βασιλεως Ελλασαρ· τεσσαρες βασιλεις προς πεντε.
<scripture passage="Gen 14:10" parsed="|Gen|14|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.10" />
<sup>10</sup>Η δε κοιλας Σιδδιμ ητο πληρης φρεατων ασφαλτου· ετραπησαν δε εις φυγην οι βασιλεις των Σοδομων και των Γομορρων και επεσον εκει· οι δε εναπολειφθεντες εφυγον εις το ορος.
<scripture passage="Gen 14:11" parsed="|Gen|14|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβον παντα τα υπαρχοντα των Σοδομων και των Γομορρων και πασαν αυτων την ζωοτροφιαν, και ανεχωρησαν.
<scripture passage="Gen 14:12" parsed="|Gen|14|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.12" />
<sup>12</sup>Ελαβον δε και τον Λωτ υιον του αδελφου του Αβραμ, οστις κατωκει εν Σοδομοις, και τα υπαρχοντα αυτου, και ανεχωρησαν.
<scripture passage="Gen 14:13" parsed="|Gen|14|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.13" />
<sup>13</sup>Υπηγε δε τις εκ των διασωθεντων και απηγγειλε τουτο προς τον Αβραμ τον Εβραιον, οστις κατωκει πλησιον των δρυων Μαμβρη του Αμορραιου, αδελφου του Εσχωλ, και αδελφου του Ανηρ, οιτινες ησαν συμμαχοι του Αβραμ.
<scripture passage="Gen 14:14" parsed="|Gen|14|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.14" />
<sup>14</sup>Ακουσας δε ο Αβραμ οτι ηχμαλωτισθη ο αδελφος αυτου, εφωπλισε τριακοσιους δεκαοκτω εκ των δουλων αυτου, των γεννηθεντων εν τη οικια αυτου, και κατεδιωξεν οπισω αυτων εως Δαν.
<scripture passage="Gen 14:15" parsed="|Gen|14|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.15" />
<sup>15</sup>Και διαιρεσας τους εαυτου ωρμησε κατ' αυτων την νυκτα, αυτος και οι δουλοι αυτου, και επαταξεν αυτους, και κατεδιωξεν αυτους εως Χοβα ητις ειναι κατα τα αριστερα της Δαμασκου.
<scripture passage="Gen 14:16" parsed="|Gen|14|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.16" />
<sup>16</sup>Και επανεφερε παντα τα υπαρχοντα και ετι επανεφερε Λωτ τον αδελφον αυτου και τα υπαρχοντα αυτου, ετι δε και τας γυναικας και τον λαον.
<scripture passage="Gen 14:17" parsed="|Gen|14|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.17" />
<sup>17</sup>Εξηλθε δε ο βασιλευς των Σοδομων εις συναντησιν αυτου, αφου επεστρεψεν απο της καταστροφης του Χοδολλογομορ και των βασιλεων των μετ' αυτου, εν τη κοιλαδι Σαυη ητις ειναι η κοιλας του βασιλεως.
<scripture passage="Gen 14:18" parsed="|Gen|14|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.18" />
<sup>18</sup>Και ο Μελχισεδεκ βασιλευς Σαλημ εφερεν εξω αρτον και οινον· ητο δε ιερευς του Θεου του Υψιστου.
<scripture passage="Gen 14:19" parsed="|Gen|14|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.19" />
<sup>19</sup>Και ευλογησεν αυτον και ειπεν, Ευλογημενος ο Αβραμ παρα του Θεου του Υψιστου, οστις εκτισε τον ουρανον και την γην·
<scripture passage="Gen 14:20" parsed="|Gen|14|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.20" />
<sup>20</sup>και ευλογητος ο Θεος ο Υψιστος οστις παρεδωκε τους εχθρους σου εις την χειρα σου. Και Αβραμ εδωκεν εις αυτον δεκατον απο παντων.
<scripture passage="Gen 14:21" parsed="|Gen|14|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο βασιλευς των Σοδομων προς τον Αβραμ, Δος μοι τους ανθρωπους, τα δε υπαρχοντα λαβε εις σεαυτον.
<scripture passage="Gen 14:22" parsed="|Gen|14|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.22" />
<sup>22</sup>Ειπε δε ο Αβραμ προς τον βασιλεα των Σοδομων, Εγω υψωσα την χειρα μου προς Κυριον, τον Θεον τον Υψιστον, οστις εκτισε τον ουρανον και την γην,
<scripture passage="Gen 14:23" parsed="|Gen|14|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.23" />
<sup>23</sup>οτι δεν θελω λαβει απο παντων των ιδικων σου απο κλωστης εως λωριου υποδηματος, δια να μη ειπης, Εγω επλουτισα τον Αβραμ·
<scripture passage="Gen 14:24" parsed="|Gen|14|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.14.24" />
<sup>24</sup>εκτος μονον εκεινου το οποιον εφαγον οι νεοι, και της μεριδος των ανθρωπων των ελθοντων μετ' εμου, του Ανηρ του Εσχωλ και του Μαμβρη, ουτοι ας λαβωσι την μεριδα αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 15" progress="1.09%" prev="Gen.14" next="Gen.16" id="Gen.15">
<h3 id="Gen.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Gen.15-p1">
<scripture passage="Gen 15:1" parsed="|Gen|15|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.1" />
<sup>1</sup>Μετα τα πραγματα ταυτα εγεινε λογος Κυριου προς τον Αβραμ εν οραματι, λεγων, Μη φοβου, Αβραμ· εγω ειμαι ο υπερασπιστης σου, ο μισθος σου θελει εισθαι πολυς σφοδρα.
<scripture passage="Gen 15:2" parsed="|Gen|15|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Αβραμ, Δεσποτα Κυριε, τι θελεις δωσει εις εμε, ενω εγω απερχομαι ατεκνος, ο δε κληρονομος της οικιας μου ειναι ουτος ο εκ Δαμασκου Ελιεζερ;
<scripture passage="Gen 15:3" parsed="|Gen|15|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.3" />
<sup>3</sup>ειπε προσετι ο Αβραμ, Ιδου, δεν εδωκας εις εμε σπερμα· και ιδου, οικετης μου θελει με κληρονομησει.
<scripture passage="Gen 15:4" parsed="|Gen|15|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.4" />
<sup>4</sup>Και ιδου, λογος Κυριου εγεινε προς αυτον, λεγων, Δεν θελει σε κληρονομησει ουτος· αλλ' εκεινος οστις θελει εξελθει εκ των σπλαγχνων σου, αυτος θελει σε κληρονομησει.
<scripture passage="Gen 15:5" parsed="|Gen|15|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.5" />
<sup>5</sup>Και εφερεν αυτον εξω και ειπεν, Αναβλεψον τωρα εις τον ουρανον και αριθμησον τα αστρα, εαν δυνασαι να εξαριθμησης αυτα· και ειπε προς αυτον, Ουτω θελει εισθαι το σπερμα σου.
<scripture passage="Gen 15:6" parsed="|Gen|15|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.6" />
<sup>6</sup>Και επιστευσεν εις τον Κυριον· και ελογισθη εις αυτον εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Gen 15:7" parsed="|Gen|15|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτον, Εγω ειμαι ο Κυριος οστις σε εξηγαγον εκ της Ουρ των Χαλδαιων, δια να σοι δωσω την γην ταυτην εις κληρονομιαν.
<scripture passage="Gen 15:8" parsed="|Gen|15|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ειπε, Δεσποτα Κυριε, Ποθεν να γνωρισω οτι θελω κληρονομησει αυτην;
<scripture passage="Gen 15:9" parsed="|Gen|15|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτον, Λαβε μοι δαμαλιν τριων ετων, και αιγα τριων ετων, και κριον τριων ετων, και τρυγονα, και περιστεραν.
<scripture passage="Gen 15:10" parsed="|Gen|15|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.10" />
<sup>10</sup>Και ελαβεν εις αυτον παντα ταυτα, και διεσχισεν αυτα εις το μεσον, και εθεσεν εκαστον τμημα απεναντι του ομοιου αυτου· τα πτηνα ομως δεν διεσχισε.
<scripture passage="Gen 15:11" parsed="|Gen|15|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.11" />
<sup>11</sup>Κατεβησαν δε ορνεα επι τα πτωματα, και ο Αβραμ εδιωξεν αυτα.
<scripture passage="Gen 15:12" parsed="|Gen|15|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.12" />
<sup>12</sup>Περι δε την δυσιν του ηλιου, επεπεσεν εκστασις επι τον Αβραμ· και ιδου, φοβος σκοτεινος μεγας επιπιπτει επ' αυτον.
<scripture passage="Gen 15:13" parsed="|Gen|15|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Αβραμ, Εξευρε βεβαιως οτι το σπερμα σου θελει παροικησει εν γη ουχι εαυτων, και θελουσι δουλωσει αυτους, και θελουσι καταθλιψει αυτους, τετρακοσια ετη·
<scripture passage="Gen 15:14" parsed="|Gen|15|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.14" />
<sup>14</sup>το εθνος ομως, εις το οποιον θελουσι δουλωθη, εγω θελω κρινει· μετα δε ταυτα θελουσιν εξελθει με μεγαλα υπαρχοντα·
<scripture passage="Gen 15:15" parsed="|Gen|15|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.15" />
<sup>15</sup>συ δε θελεις απελθει προς τους πατερας σου εν ειρηνη· θελεις ενταφιασθη εν γηρατι καλω·
<scripture passage="Gen 15:16" parsed="|Gen|15|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.16" />
<sup>16</sup>εν δε τη τεταρτη γενεα θελουσιν επιστρεψει εδω· διοτι ακομη δεν ανεπληρωθη η ανομια των Αμορραιων.
<scripture passage="Gen 15:17" parsed="|Gen|15|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.17" />
<sup>17</sup>Οτε δε ο ηλιος εδυσε και εγεινε πυκνον σκοτος, ιδου, καμινος καπνιζουσα και λαμπας πυρος ητις διεπερασε μεταξυ των διχοτομηματων τουτων.
<scripture passage="Gen 15:18" parsed="|Gen|15|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.18" />
<sup>18</sup>Την ημεραν εκεινην εκαμε διαθηκην ο Κυριος προς τον Αβραμ, λεγων, εις το σπερμα σου εδωκα την γην ταυτην, απο του ποταμου της Αιγυπτου εως του ποταμου του μεγαλου, του ποταμου Ευφρατου·
<scripture passage="Gen 15:19" parsed="|Gen|15|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.19" />
<sup>19</sup>τους Κεναιους, και τους Κενεζαιους, και τους Κεδμωναιους,
<scripture passage="Gen 15:20" parsed="|Gen|15|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.20" />
<sup>20</sup>και τους Χετταιους, και τους Φερεζαιους, και τους Ραφαειμ,
<scripture passage="Gen 15:21" parsed="|Gen|15|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.15.21" />
<sup>21</sup>και τους Αμορραιους, και τους Χαναναιους, και τους Γεργεσαιους, και τους Ιεβουσαιους.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 16" progress="1.15%" prev="Gen.15" next="Gen.17" id="Gen.16">
<h3 id="Gen.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Gen.16-p1">
<scripture passage="Gen 16:1" parsed="|Gen|16|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.1" />
<sup>1</sup>Η δε Σαρα, η γυνη του Αβραμ, δεν ετεκνοποιει εις αυτον· ειχε δε δουλην Αιγυπτιαν, ονομαζομενην Αγαρ.
<scripture passage="Gen 16:2" parsed="|Gen|16|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν η Σαρα προς τον Αβραμ, Ιδου, ο Κυριος με απεκλεισε της τεκνοποιιας· εισελθε λοιπον προς την δουλην μου, ισως αποκτησω τεκνον εξ αυτης. Υπηκουσε δε ο Αβραμ εις τον λογον της Σαρας.
<scripture passage="Gen 16:3" parsed="|Gen|16|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.3" />
<sup>3</sup>Και ελαβεν η Σαρα η γυνη του Αβραμ την Αγαρ την Αιγυπτιαν, την δουλην αυτης, αφου ο Αβραμ ειχε κατοικησει δεκα ετη εν τη γη Χανααν, και εδωκεν αυτην εις Αβραμ τον ανδρα αυτης, δια να ηναι γυνη αυτου.
<scripture passage="Gen 16:4" parsed="|Gen|16|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.4" />
<sup>4</sup>Και εισηλθε προς την Αγαρ, και εκεινη συνελαβε· και οτε ειδεν οτι συνελαβεν, η κυρια αυτης κατεφρονειτο ενωπιον αυτης.
<scripture passage="Gen 16:5" parsed="|Gen|16|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν η Σαρα προς τον Αβραμ, Εξ αιτιας σου αδικουμαι. Εγω εδωκα την δουλην μου εις τον κολπον σου· και αφου ειδεν οτι συνελαβεν, εγω κατεφρονηθην ενωπιον αυτης· ας κρινη ο Κυριος μεταξυ εμου και σου.
<scripture passage="Gen 16:6" parsed="|Gen|16|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Αβραμ ειπε προς την Σαραν, Ιδου, η δουλη σου ειναι εις την χειρα σου· καμε εις αυτην οπως ειναι αρεστον εις τους οφθαλμους σου. Και μετεχειρισθη η Σαρα αυτην κακως, και εκεινη εφυγεν απο προσωπου αυτης.
<scripture passage="Gen 16:7" parsed="|Gen|16|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.7" />
<sup>7</sup>Ευρε δε αυτην αγγελος Κυριου πλησιον πηγης υδατος, εν τη ερημω, πλησιον της πηγης κατα την οδον Σουρ·
<scripture passage="Gen 16:8" parsed="|Gen|16|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.8" />
<sup>8</sup>και ειπεν, Αγαρ, δουλη της Σαρας, ποθεν ερχεσαι και που υπαγεις; Η δε ειπεν, Απο προσωπου Σαρας της κυριας μου φευγω.
<scripture passage="Gen 16:9" parsed="|Gen|16|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτην ο αγγελος του Κυριου, Επιστρεψον προς την κυριαν σου και ταπεινωθητι υπο τας χειρας αυτης.
<scripture passage="Gen 16:10" parsed="|Gen|16|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.10" />
<sup>10</sup>Ειπεν ετι ο αγγελος του Κυριου προς αυτην, Θελω πληθυνει σφοδρα το σπερμα σου, ωστε να μη αριθμηται δια το πληθος.
<scripture passage="Gen 16:11" parsed="|Gen|16|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς αυτην ο αγγελος του Κυριου, Ιδου, συ εισαι εγκυος, και θελεις γεννησει υιον, και θελεις καλεσει το ονομα αυτου Ισμαηλ· διοτι ηκουσεν ο Κυριος την θλιψιν σου·
<scripture passage="Gen 16:12" parsed="|Gen|16|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.12" />
<sup>12</sup>και ουτος θελει εισθαι ανθρωπος αγριος· η χειρ αυτου θελει εισθαι εναντιον παντων, και η χειρ παντων εναντιον αυτου· και κατα προσωπον παντων των αδελφων αυτου θελει κατοικησει.
<scripture passage="Gen 16:13" parsed="|Gen|16|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.13" />
<sup>13</sup>Και εκαλεσεν Αγαρ το ονομα του Κυριου του λαλουντος προς αυτην, συ Θεος οστις με ειδες· διοτι ειπεν, Ειδον ετι εγω ενταυθα εκεινον οστις με ειδε;
<scripture passage="Gen 16:14" parsed="|Gen|16|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ωνομασθη το φρεαρ εκεινο, Φρεαρ Λαχαι-ροι· ιδου, κειται μεταξυ Καδης και Βαραδ.
<scripture passage="Gen 16:15" parsed="|Gen|16|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.15" />
<sup>15</sup>Και εγεννησεν η Αγαρ υιον εις τον Αβραμ· και ο Αβραμ εκαλεσε το ονομα του υιου αυτου, τον οποιον εγεννησεν Αγαρ, Ισμαηλ.
<scripture passage="Gen 16:16" parsed="|Gen|16|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.16.16" />
<sup>16</sup>Ητο δε ο Αβραμ ογδοηκοντα εξ ετων, οτε η Αγαρ εγεννησε τον Ισμαηλ εις τον Αβραμ.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 17" progress="1.21%" prev="Gen.16" next="Gen.18" id="Gen.17">
<h3 id="Gen.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Gen.17-p1">
<scripture passage="Gen 17:1" parsed="|Gen|17|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ητο ο Αβραμ ενενηκοντα εννεα ετων, εφανη ο Κυριος εις τον Αβραμ και ειπε προς αυτον, Εγω ειμαι Θεος ο Παντοκρατωρ· περιπατει ενωπιον μου, και εσο τελειος.
<scripture passage="Gen 17:2" parsed="|Gen|17|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.2" />
<sup>2</sup>Και θελω στησει την διαθηκην μου αναμεσον εμου και σου· και θελω σε πληθυνει σφοδρα σφοδρα.
<scripture passage="Gen 17:3" parsed="|Gen|17|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.3" />
<sup>3</sup>Και επεσεν ο Αβραμ επι προσωπον αυτου· και ελαλησε προς αυτον ο Θεος, λεγων,
<scripture passage="Gen 17:4" parsed="|Gen|17|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.4" />
<sup>4</sup>Εγω, ιδου, η διαθηκη μου ειναι προς σε· και θελεις γεινει πατηρ πληθους εθνων·
<scripture passage="Gen 17:5" parsed="|Gen|17|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.5" />
<sup>5</sup>και δεν θελει καλεισθαι πλεον το ονομα σου Αβραμ, αλλα το ονομα σου θελει εισθαι Αβρααμ· διοτι πατερα πληθους εθνων σε κατεστησα·
<scripture passage="Gen 17:6" parsed="|Gen|17|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.6" />
<sup>6</sup>και θελω σε αυξησει σφοδρα σφοδρα, και θελω σε καταστησει εις εθνη, και βασιλεις θελουσιν εξελθει εκ σου·
<scripture passage="Gen 17:7" parsed="|Gen|17|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.7" />
<sup>7</sup>και θελω στησει την διαθηκην μου αναμεσον εμου και σου, και του σπερματος σου μετα σε εις τας γενεας αυτων, εις διαθηκην αιωνιον, δια να ημαι Θεος εις σε και εις το σπερμα σου μετα σε·
<scripture passage="Gen 17:8" parsed="|Gen|17|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.8" />
<sup>8</sup>και θελω δωσει εις σε, και εις το σπερμα σου μετα σε, την γην της παροικιας σου, πασαν την γην Χανααν, εις κατασχεσιν αιωνιον· και θελω εισθαι ο Θεος αυτων.
<scripture passage="Gen 17:9" parsed="|Gen|17|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Αβρααμ, συ δε την διαθηκην μου θελεις φυλαξει, συ και το σπερμα σου μετα σε εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Gen 17:10" parsed="|Gen|17|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.10" />
<sup>10</sup>Αυτη ειναι η διαθηκη μου την οποιαν θελετε φυλαξει, αναμεσον εμου και υμων και του σπερματος σου μετα σε· παν αρσεν υμων θελει περιτεμνεσθαι.
<scripture passage="Gen 17:11" parsed="|Gen|17|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.11" />
<sup>11</sup>Και θελετε περιτεμνει την σαρκα της ακροβυστιας υμων, και θελει εισθαι εις σημειον της διαθηκης μεταξυ εμου και υμων·
<scripture passage="Gen 17:12" parsed="|Gen|17|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.12" />
<sup>12</sup>και παιδιον οκτω ημερων θελει περιτεμνεσθαι μεταξυ σας, παν αρσεν εις τας γενεας υμων ο γεγεννημενος εν τη οικια, και ο αργυρωνητος εκ παντος ξενου, οστις δεν ειναι εκ του σπερματος σου·
<scripture passage="Gen 17:13" parsed="|Gen|17|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.13" />
<sup>13</sup>θελει εξαπαντος περιτεμνεσθαι ο γεγεννημενος εν τη οικια σου, και ο αργυρωνητος σου· και θελει εισθαι η διαθηκη μου επι της σαρκος υμων εις διαθηκην αιωνιον·
<scripture passage="Gen 17:14" parsed="|Gen|17|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.14" />
<sup>14</sup>και το απεριτμητον αρσεν, του οποιου δεν ηθελε περιτμηθη η σαρξ της ακροβυστιας αυτου, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ μεσου του λαου αυτης· την διαθηκην μου παρεβη.
<scripture passage="Gen 17:15" parsed="|Gen|17|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Αβρααμ, Σαραν την γυναικα σου, δεν θελεις καλεσει πλεον το ονομα αυτης Σαραν, αλλα Σαρρα θελει εισθαι το ονομα αυτης.
<scripture passage="Gen 17:16" parsed="|Gen|17|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.16" />
<sup>16</sup>Και θελω ευλογησει αυτην, και θελω προσετι δωσει εις σε υιον εξ αυτης· και θελω ευλογησει αυτην, και θελει γεινει μητηρ εθνων· βασιλεις λαων θελουσιν εξελθει εξ αυτης.
<scripture passage="Gen 17:17" parsed="|Gen|17|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.17" />
<sup>17</sup>Και επεσεν ο Αβρααμ επι προσωπον αυτου και εγελασε, και ειπεν εν τη καρδια αυτου, Εις ανθρωπον εκατονταετη θελει γεννηθη τεκνον; και η Σαρρα, γυνη ενενηκοντα ετων, θελει γεννησει;
<scripture passage="Gen 17:18" parsed="|Gen|17|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ προς τον Θεον, Ειθε ο Ισμαηλ να ζηση ενωπιον σου
<scripture passage="Gen 17:19" parsed="|Gen|17|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Θεος, Ναι η γυνη σου Σαρρα θελει γεννησει υιον εις σε, και θελεις καλεσει το ονομα αυτου Ισαακ· και θελω στησει την διαθηκην μου προς αυτον εις διαθηκην αιωνιον, και προς το σπερμα αυτου μετ' αυτον·
<scripture passage="Gen 17:20" parsed="|Gen|17|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.20" />
<sup>20</sup>περι δε του Ισμαηλ σου εισηκουσα· Ιδου, ευλογησα αυτον, και θελω αυξησει αυτον, και θελω πληθυνει αυτον σφοδρα σφοδρα· δωδεκα αρχοντας θελει γεννησει, και θελω καμει αυτον εθνος μεγα·
<scripture passage="Gen 17:21" parsed="|Gen|17|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.21" />
<sup>21</sup>αλλα την διαθηκην μου θελω στησει προς τον Ισαακ, τον οποιον θελει γεννησει η Σαρρα εις σε το ερχομενον ετος, εν τω αυτω τουτω καιρω.
<scripture passage="Gen 17:22" parsed="|Gen|17|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.22" />
<sup>22</sup>Αφου δε ετελειωσε να λαλη μετ' αυτου, ανεβη ο Θεος απο του Αβρααμ.
<scripture passage="Gen 17:23" parsed="|Gen|17|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.23" />
<sup>23</sup>Και ελαβεν ο Αβρααμ Ισμαηλ τον υιον αυτου, και παντας τους γεγεννημενους εν τη οικια αυτου, και παντας τους αργυρωνητους αυτου, παν αρσεν των ανθρωπων της οικιας του Αβρααμ, και περιετεμε την σαρκα της ακροβυστιας αυτων την αυτην εκεινην ημεραν, καθως ειπε προς αυτον ο Θεος.
<scripture passage="Gen 17:24" parsed="|Gen|17|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.24" />
<sup>24</sup>Ο δε Αβρααμ ητο ενενηκοντα εννεα ετων, οτε περιετμηθη την σαρκα της ακροβυστιας αυτου.
<scripture passage="Gen 17:25" parsed="|Gen|17|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.25" />
<sup>25</sup>Ισμαηλ δε ο υιος αυτου ητο δεκατριων ετων, οτε περιετμηθη την σαρκα της ακροβυστιας αυτου.
<scripture passage="Gen 17:26" parsed="|Gen|17|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.26" />
<sup>26</sup>την αυτην εκεινην ημεραν περιετμηθη ο Αβρααμ, και Ισμαηλ ο υιος αυτου·
<scripture passage="Gen 17:27" parsed="|Gen|17|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.17.27" />
<sup>27</sup>και παντες οι ανθρωποι της οικιας αυτου, οι γεγεννημενοι εν τη οικια, και οι εξ αλλογενων αργυρωνητοι περιετμηθησαν μετ' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 18" progress="1.30%" prev="Gen.17" next="Gen.19" id="Gen.18">
<h3 id="Gen.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Gen.18-p1">
<scripture passage="Gen 18:1" parsed="|Gen|18|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.1" />
<sup>1</sup>Και εφανη εις αυτον ο Κυριος εις τας δρυς Μαμβρη, ενω εκαθητο εν τη θυρα της σκηνης εις το καυμα της ημερας.
<scripture passage="Gen 18:2" parsed="|Gen|18|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.2" />
<sup>2</sup>Και υψωσας τους οφθαλμους αυτου, ειδε· και ιδου, τρεις ανδρες ισταμενοι εμπροσθεν αυτου· και ως ειδεν, εδραμεν εις προυπαντησιν αυτων απο της θυρας της σκηνης, και προσεκυνησεν εως εδαφους·
<scripture passage="Gen 18:3" parsed="|Gen|18|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Κυριε μου, εαν ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, μη παρελθης, παρακαλω, τον δουλον σου·
<scripture passage="Gen 18:4" parsed="|Gen|18|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.4" />
<sup>4</sup>ας φερθη, παρακαλω, ολιγον υδωρ, και νιψατε τους ποδας σας, και αναπαυθητε υπο το δενδρον·
<scripture passage="Gen 18:5" parsed="|Gen|18|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.5" />
<sup>5</sup>και εγω θελω φερει ολιγον αρτον, και στηριξατε την καρδιαν σας· επειτα θελετε παρελθει· επειδη δια τουτο επερασατε προς τον δουλον σας· οι δε ειπον, Καμε ουτω, καθως ειπας.
<scripture passage="Gen 18:6" parsed="|Gen|18|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.6" />
<sup>6</sup>Και εσπευσεν ο Αβρααμ εις την σκηνην προς την Σαρραν και ειπε, Σπευσον ζυμωσον τρια μετρα σεμιδαλεως, και καμε εγκρυφιας.
<scripture passage="Gen 18:7" parsed="|Gen|18|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.7" />
<sup>7</sup>Ο δε Αβρααμ εδραμεν εις τους βοας, και ελαβε μοσχαριον απαλον και καλον, και εδωκεν εις τον δουλον· ο δε εσπευσε να ετοιμαση αυτο·
<scripture passage="Gen 18:8" parsed="|Gen|18|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.8" />
<sup>8</sup>επειτα ελαβε βουτυρον και γαλα και το μοσχαριον, το οποιον ητοιμασε, και εθεσεν εμπροσθεν αυτων· αυτος δε ιστατο πλησιον αυτων υπο το δενδρον, και αυτοι εφαγον.
<scripture passage="Gen 18:9" parsed="|Gen|18|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.9" />
<sup>9</sup>Ειπον δε προς αυτον, Που ειναι Σαρρα η γυνη σου; Ο δε ειπεν, Ιδου, εν τη σκηνη.
<scripture passage="Gen 18:10" parsed="|Gen|18|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν, Εξαπαντος θελω επιστρεψει προς σε κατα τον αυτον τουτον καιρον του ετους· και ιδου, Σαρρα η γυνη σου θελει εχει υιον. Η δε Σαρρα ηκουσεν εν τη θυρα της σκηνης ητις ητο οπισθεν αυτου.
<scripture passage="Gen 18:11" parsed="|Gen|18|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Αβρααμ και η Σαρρα ησαν γεροντες, προβεβηκοτες εις ηλικιαν· εις την Σαρραν ειχον παυσει να γινωνται τα γυναικεια.
<scripture passage="Gen 18:12" parsed="|Gen|18|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.12" />
<sup>12</sup>Εγελασε δε η Σαρρα καθ' εαυτην λεγουσα, Αφου εγηρασα, θελει γεινει εις εμε ηδονη και ο κυριος μου γερων;
<scripture passage="Gen 18:13" parsed="|Gen|18|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Αβρααμ, Δια τι εγελασεν η Σαρρα, λεγουσα, Αφου εγω εγηρασα, θελω τωοντι γεννησει;
<scripture passage="Gen 18:14" parsed="|Gen|18|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.14" />
<sup>14</sup>ειναι τι αδυνατον εις τον Κυριον; εν τω ωρισμενω καιρω θελω επιστρεψει προς σε κατα τον αυτον τουτον καιρον του ετους, και η Σαρρα θελει εχει υιον.
<scripture passage="Gen 18:15" parsed="|Gen|18|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.15" />
<sup>15</sup>Τοτε η Σαρρα ηρνηθη λεγουσα, δεν εγελασα· διοτι εφοβηθη. Ο δε ειπεν, Ουχι, αλλ' εγελασας.
<scripture passage="Gen 18:16" parsed="|Gen|18|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.16" />
<sup>16</sup>Σηκωθεντες δε εκειθεν οι ανδρες διευθυνθησαν προς τα Σοδομα· και ο Αβρααμ επορευετο μετ' αυτων δια να συμπροπεμψη αυτους.
<scripture passage="Gen 18:17" parsed="|Gen|18|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε Κυριος, Θελω κρυψει εγω απο του Αβρααμ ο, τι καμνω;
<scripture passage="Gen 18:18" parsed="|Gen|18|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.18" />
<sup>18</sup>ο δε Αβρααμ θελει εξαπαντος γεινει εθνος μεγα και δυνατον· και θελουσιν ευλογηθη εις αυτον παντα τα εθνη της γης·
<scripture passage="Gen 18:19" parsed="|Gen|18|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.19" />
<sup>19</sup>επειδη γνωριζω αυτον οτι θελει διαταξει προς τους υιους αυτου και προς τον οικον αυτου, μεθ' εαυτον, και θελουσι φυλαξει την οδον του Κυριου, δια να πραττωσι δικαιοσυνην και κρισιν, ωστε να επιφερη ο Κυριος επι τον Αβρααμ τα οσα ελαλησε προς αυτον.
<scripture passage="Gen 18:20" parsed="|Gen|18|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.20" />
<sup>20</sup>Ειπε δε Κυριος, Η κραυγη των Σοδομων και των Γομορρων επληθυνε, και η αμαρτια αυτων βαρεια σφοδρα·
<scripture passage="Gen 18:21" parsed="|Gen|18|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.21" />
<sup>21</sup>θελω λοιπον καταβη και θελω ιδει αν επραξαν ολοκληρως κατα την κραυγην την ερχομενην προς εμε· και θελω γνωρισει, αν ουχι.
<scripture passage="Gen 18:22" parsed="|Gen|18|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.22" />
<sup>22</sup>Και αναχωρησαντες εκειθεν οι ανδρες υπηγον προς τα Σοδομα· ο δε Αβρααμ ιστατο ετι ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Gen 18:23" parsed="|Gen|18|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.23" />
<sup>23</sup>Και πλησιασας ο Αβρααμ ειπε, Μηπως θελεις απολεσει τον δικαιον μετα του ασεβους;
<scripture passage="Gen 18:24" parsed="|Gen|18|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.24" />
<sup>24</sup>εαν ηναι πεντηκοντα δικαιοι εν τη πολει, θελεις αρα γε απολεσει αυτους; και δεν ηθελες συγχωρησει εις τον τοπον δια τους πεντηκοντα δικαιους, τους εν αυτω;
<scripture passage="Gen 18:25" parsed="|Gen|18|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.25" />
<sup>25</sup>μη γενοιτο ποτε συ να πραξης τοιουτον πραγμα, να θανατωσης δικαιον μετα ασεβους, και ο δικαιος να ηναι ως ο ασεβης μη γενοιτο ποτε εις σε ο κρινων πασαν την γην δεν θελει καμει κρισιν;
<scripture passage="Gen 18:26" parsed="|Gen|18|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.26" />
<sup>26</sup>Ειπε δε Κυριος, Εαν ευρω εν Σοδομοις πεντηκοντα δικαιους εν τη πολει, θελω συγχωρησει εις παντα τον τοπον δι' αυτους.
<scripture passage="Gen 18:27" parsed="|Gen|18|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.27" />
<sup>27</sup>Και αποκριθεις ο Αβρααμ ειπεν, Ιδου, τωρα ετολμησα να ομιλησω προς τον Κυριον μου, ενω ειμαι γη και σποδος·
<scripture passage="Gen 18:28" parsed="|Gen|18|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.28" />
<sup>28</sup>εαν λειψωσι πεντε εκ των πεντηκοντα δικαιων, θελεις απολεσει πασαν την πολιν εξ αιτιας των πεντε; Και ειπε, Δεν θελω απολεσει αυτην εαν ευρω εκει τεσσαρακοντα πεντε.
<scripture passage="Gen 18:29" parsed="|Gen|18|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.29" />
<sup>29</sup>Και προσεθεσεν ετι ο Αβρααμ να λαληση προς αυτον, και ειπεν, Εαν ευρεθωσιν εκει τεσσαρακοντα; Και ειπε, Δεν θελω απολεσει αυτην χαριν των τεσσαρακοντα.
<scripture passage="Gen 18:30" parsed="|Gen|18|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Ας μη παροξυνθη ο Κυριος μου εαν ετι λαλησω· εαν ευρεθωσιν εκει τριακοντα; Και ειπε, Δεν θελω απολεσει αυτην εαν ευρω εκει τριακοντα.
<scripture passage="Gen 18:31" parsed="|Gen|18|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Ιδου, τωρα ετολμησα να λαλησω προς τον Κυριον μου· εαν ευρεθωσιν εκει εικοσι; και ειπε, Δεν θελω απολεσει αυτην χαριν των εικοσι.
<scripture passage="Gen 18:32" parsed="|Gen|18|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Ας μη παροξυνθη ο Κυριος μου, εαν λαλησω ετι απαξ· εαν ευρεθωσιν εκει δεκα; και ειπε, Δεν θελω απολεσει αυτην χαριν των δεκα.
<scripture passage="Gen 18:33" parsed="|Gen|18|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.18.33" />
<sup>33</sup>Και ανεχωρησεν ο Κυριος, αφου επαυσε να λαλη προς τον Αβρααμ· και ο Αβρααμ επεστρεψεν εις τον τοπον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 19" progress="1.40%" prev="Gen.18" next="Gen.20" id="Gen.19">
<h3 id="Gen.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Gen.19-p1">
<scripture passage="Gen 19:1" parsed="|Gen|19|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.1" />
<sup>1</sup>Ηλθον δε οι δυο αγγελοι εις τα Σοδομα το εσπερας· και εκαθητο ο Λωτ παρα την πυλην των Σοδομων· ιδων δε ο Λωτ, εσηκωθη εις συναντησιν αυτων και προσεκυνησεν επι προσωπον εως εδαφους·
<scripture passage="Gen 19:2" parsed="|Gen|19|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.2" />
<sup>2</sup>και ειπεν, Ιδου, κυριοι μου, εκκλινατε, παρακαλω, προς την οικιαν του δουλου σας, και διανυκτερευσατε και πλυνατε τους ποδας σας· και σηκωθεντες πρωι, θελετε υπαγει εις την οδον σας· οι δε ειπον, Ουχι, αλλ' εν τη πλατεια θελομεν διανυκτερευσει.
<scripture passage="Gen 19:3" parsed="|Gen|19|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.3" />
<sup>3</sup>Αφου δε εβιασεν αυτους πολυ, εξεκλιναν προς αυτον και εισηλθον εις την οικιαν αυτου· και εκαμεν εις αυτους συμποσιον, και εψησεν αζυμα και εφαγον.
<scripture passage="Gen 19:4" parsed="|Gen|19|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.4" />
<sup>4</sup>Πριν δε κοιμηθωσιν, οι ανδρες της πολεως, οι ανδρες των Σοδομων, περιεκυκλωσαν την οικιαν, νεοι και γεροντες, απας ο λαος ομου πανταχοθεν·
<scripture passage="Gen 19:5" parsed="|Gen|19|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.5" />
<sup>5</sup>και εκραζον προς τον Λωτ και ελεγον προς αυτον, Που ειναι οι ανδρες οι εισελθοντες προς σε την νυκτα; εκβαλε αυτους προς ημας, δια να γνωρισωμεν αυτους.
<scripture passage="Gen 19:6" parsed="|Gen|19|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.6" />
<sup>6</sup>Εξηλθε δε ο Λωτ προς αυτους εις το προθυρον, και εκλεισε την θυραν οπισω αυτου,
<scripture passage="Gen 19:7" parsed="|Gen|19|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.7" />
<sup>7</sup>και ειπε, Μη, αδελφοι μου, μη πραξητε τοιουτον κακον·
<scripture passage="Gen 19:8" parsed="|Gen|19|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.8" />
<sup>8</sup>ιδου, εχω δυο θυγατερας αιτινες δεν εγνωρισαν ανδρα· να σας φερω λοιπον αυτας εξω· και καμετε εις αυτας, οπως φανη εις εσας αρεστον· μονον εις τους ανδρας τουτους μη πραξητε μηδεν, επειδη δια τουτο εισηλθον υπο την σκιαν της στεγης μου.
<scripture passage="Gen 19:9" parsed="|Gen|19|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.9" />
<sup>9</sup>Οι δε ειπον, Φυγε απ' εκει. Και ειπον, ουτος ηλθε δια να παροικηση· θελει να γεινη και κριτης; τωρα θελομεν καποποιησει σε μαλλον παρα εκεινους. Και εβιαζον τον ανθρωπον τον Λωτ καθ' υπερβολην, και επλησιασαν δια να συντριψωσι την θυραν·
<scripture passage="Gen 19:10" parsed="|Gen|19|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.10" />
<sup>10</sup>Εκτειναντες δε οι ανδρες τας χειρας αυτων εσυραν τον Λωτ προς εαυτους εις την οικιαν, και εκλεισαν την θυραν·
<scripture passage="Gen 19:11" parsed="|Gen|19|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.11" />
<sup>11</sup>τους δε ανθρωπους, τους οντας εις την θυραν της οικιας, εκτυπησαν με αορασιαν απο μικρου εως μεγαλου, ωστε απεκαμον ζητουντες την θυραν.
<scripture passage="Gen 19:12" parsed="|Gen|19|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.12" />
<sup>12</sup>Και ειπον οι ανδρες προς τον Λωτ, Εχεις εδω αλλον τινα; γαμβρον υιους η θυγατερας η οντινα αλλον εχεις εν τη πολει, εξαγαγε αυτους εκ του τοπου·
<scripture passage="Gen 19:13" parsed="|Gen|19|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.13" />
<sup>13</sup>διοτι ημεις καταστρεφομεν τον τοπον τουτον, επειδη η κραυγη αυτων εμεγαλυνεν ενωπιον του Κυριου· και απεστειλεν ημας ο Κυριος δια να καταστρεψωμεν αυτον.
<scripture passage="Gen 19:14" parsed="|Gen|19|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.14" />
<sup>14</sup>Εξηλθε λοιπον ο Λωτ και ελαλησε προς τους γαμβρους αυτου, τους μελλοντας να λαβωσι τας θυγατερας αυτου, και ειπε, Σηκωθητε, εξελθετε εκ του τοπου τουτου· διοτι καταστρεφει ο Κυριος την πολιν. Αλλ' εφανη εις τους γαμβρους αυτου ως αστειζομενος.
<scripture passage="Gen 19:15" parsed="|Gen|19|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.15" />
<sup>15</sup>Και οτε εγεινεν αυγη, εβιαζον οι αγγελοι τον Λωτ, λεγοντες· Σηκωθητι, λαβε την γυναικα σου και τας δυο σου θυγατερας, τας ευρισκομενας εδω, δια να μη συναπολεσθης και συ εν τη ανομια της πολεως.
<scripture passage="Gen 19:16" parsed="|Gen|19|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.16" />
<sup>16</sup>Επειδη δε εβραδυνεν, οι ανδρες πιασαντες την χειρα αυτου και την χειρα της γυναικος αυτου και τας χειρας των δυο θυγατερων αυτου, διοτι εσπλαγχνισθη αυτον ο Κυριος, εξηγαγον αυτον και εθεσαν αυτον εξω της πολεως.
<scripture passage="Gen 19:17" parsed="|Gen|19|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.17" />
<sup>17</sup>Και οτε εξηγαγον αυτους εξω, ειπεν ο Κυριος, Διασωσον την ζωην σου· μη περιβλεψης οπισω σου, και μη σταθης καθ' ολην την περιχωρον· διασωθητι εις το ορος, δια να μη απολεσθης.
<scripture passage="Gen 19:18" parsed="|Gen|19|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Λωτ προς αυτους, Μη, παρακαλω, Κυριε·
<scripture passage="Gen 19:19" parsed="|Gen|19|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.19" />
<sup>19</sup>ιδου, ο δουλος σου ευρηκε χαριν ενωπιον σου, και εμεγαλυνας το ελεος σου, το οποιον εκαμες προς εμε, φυλαττων την ζωην μου· αλλ' εγω δεν θελω δυνηθη να διασωθω εις το ορος, μηπως με προφθαση το κακον και αποθανω·
<scripture passage="Gen 19:20" parsed="|Gen|19|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.20" />
<sup>20</sup>ιδου, παρακαλω, η πολις αυτη ειναι πλησιον ωστε να καταφυγω εκει, και ειναι μικρα· εκει, παρακαλω, να διασωθω· δεν ειναι μικρα; και θελει ζησει η ψυχη μου.
<scripture passage="Gen 19:21" parsed="|Gen|19|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Ιδου, επηκουσα σου και εις το πραγμα τουτο, να μη καταστρεψω την πολιν, περι της οποιας ελαλησας·
<scripture passage="Gen 19:22" parsed="|Gen|19|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.22" />
<sup>22</sup>ταχυνον, διασωθητι εκει· διοτι δεν θελω δυνηθη να καμω ουδεν, εωσου φθασης εκει· δια τουτο εκαλεσε το ονομα της πολεως Σηγωρ.
<scripture passage="Gen 19:23" parsed="|Gen|19|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.23" />
<sup>23</sup>Ο ηλιος ανετειλεν επι την γην, οτε ο Λωτ εισηλθεν εις Σηγωρ.
<scripture passage="Gen 19:24" parsed="|Gen|19|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.24" />
<sup>24</sup>Και εβρεξεν ο Κυριος επι τα Σοδομα και Γομορρα θειον και πυρ παρα Κυριου εκ του ουρανου·
<scripture passage="Gen 19:25" parsed="|Gen|19|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.25" />
<sup>25</sup>και κατεστρεψε τας πολεις ταυτας, και παντα τα περιχωρα και παντας τους κατοικους των πολεων και τα φυτα της γης.
<scripture passage="Gen 19:26" parsed="|Gen|19|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.26" />
<sup>26</sup>Αλλ' γυνη αυτου περιβλεψασα οπισθεν αυτου εγεινε στηλη αλατος.
<scripture passage="Gen 19:27" parsed="|Gen|19|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.27" />
<sup>27</sup>Ο δε Αβρααμ σηκωθεις ενωρις το πρωι ηλθεν εις τον τοπον οπου ειχε σταθη ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Gen 19:28" parsed="|Gen|19|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.28" />
<sup>28</sup>και βλεψας επι τα Σοδομα και Γομορρα και εφ' ολην την γην της περιχωρου, ειδε, και ιδου, ανεβαινε καπνος απο της γης, ως καπνος καμινου.
<scripture passage="Gen 19:29" parsed="|Gen|19|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.29" />
<sup>29</sup>Ουτω λοιπον, οτε ο Θεος κατεστρεψε τας πολεις της περιχωρου, ενεθυμηθη ο Θεος τον Αβρααμ, και εξαπεστειλε τον Λωτ εκ μεσου της καταστροφης, οτε κατεστρεψε τας πολεις, εις τας οποιας κατωκει ο Λωτ.
<scripture passage="Gen 19:30" parsed="|Gen|19|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.30" />
<sup>30</sup>Ανεβη δε ο Λωτ απο Σηγωρ και κατωκησεν εν τω ορει, και μετ' αυτου αι δυο θυγατερες αυτου, διοτι εφοβηθη να κατοικηση εν Σηγωρ· και κατωκησεν εν σπηλαιω, αυτος και αι δυο θυγατερες αυτου.
<scripture passage="Gen 19:31" parsed="|Gen|19|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν η πρεσβυτερα προς την νεωτεραν, Ο πατηρ ημων ειναι γερων, και ανθρωπος δεν ειναι επι της γης, δια να εισελθη προς ημας κατα την συνηθειαν πασης της γης·
<scripture passage="Gen 19:32" parsed="|Gen|19|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.32" />
<sup>32</sup>ελθε, ας ποτισωμεν τον πατερα, ημων οινον, και ας κοιμηθωμεν μετ' αυτου, και ας αναστησωμεν σπερμα εκ του πατρος ημων.
<scripture passage="Gen 19:33" parsed="|Gen|19|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.33" />
<sup>33</sup>Εποτισαν λοιπον τον πατερα αυτων οινον κατ' εκεινην την νυκτα· και εισηλθεν η πρεσβυτερα και εκοιμηθη μετα του πατρος αυτης· και εκεινος δεν ενοησεν ουτε ποτε επλαγιασεν αυτη, και ποτε εσηκωθη.
<scripture passage="Gen 19:34" parsed="|Gen|19|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.34" />
<sup>34</sup>Και την επαυριον ειπεν η πρεσβυτερα προς την νεωτεραν, Ιδου, εγω εκοιμηθην χθες την νυκτα μετα του πατρος ημων· ας ποτισωμεν αυτον οινον και την νυκτα ταυτην, και εισελθουσα συ, κοιμηθητι μετ' αυτου, και ας αναστησωμεν σπερμα εκ του πατρος ημων.
<scripture passage="Gen 19:35" parsed="|Gen|19|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.35" />
<sup>35</sup>Εποτισαν λοιπον και την νυκτα εκεινην τον πατερα αυτων οινον, και σηκωθεισα η νεωτερα, εκοιμηθη μετ' αυτου· και εκεινος δεν ενοησεν ουτε ποτε επλαγιασεν αυτη, και ποτε εσηκωθη.
<scripture passage="Gen 19:36" parsed="|Gen|19|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.36" />
<sup>36</sup>Και συνελαβον αι δυο θυγατερες του Λωτ εκ του πατρος αυτων.
<scripture passage="Gen 19:37" parsed="|Gen|19|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.37" />
<sup>37</sup>Και εγεννησεν η πρεσβυτερα υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Μωαβ· ουτος ειναι ο πατηρ των Μωαβιτων εως της σημερον.
<scripture passage="Gen 19:38" parsed="|Gen|19|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.19.38" />
<sup>38</sup>Εγεννησε δε και η νεωτερα υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Βεν-αμμι· ουτος ειναι ο πατηρ των Αμμωνιτων εως της σημερον.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 20" progress="1.53%" prev="Gen.19" next="Gen.21" id="Gen.20">
<h3 id="Gen.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Gen.20-p1">
<scripture passage="Gen 20:1" parsed="|Gen|20|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.1" />
<sup>1</sup>Και εκινησεν εκειθεν ο Αβρααμ εις την γην την προς μεσημβριαν, και κατωκησε μεταξυ Καδης και Σουρ· και παρωκησεν εν Γεραροις.
<scripture passage="Gen 20:2" parsed="|Gen|20|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ περι Σαρρας της γυναικος αυτου, Αδελφη μου ειναι. Εστειλε δε Αβιμελεχ ο βασιλευς των Γεραρων, και ελαβε την Σαρραν.
<scripture passage="Gen 20:3" parsed="|Gen|20|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθεν ο Θεος προς τον Αβιμελεχ κατ' οναρ την νυκτα, και ειπε προς αυτον, Ιδου, συ αποθνησκεις εξ αιτιας της γυναικος, την οποιαν ελαβες· διοτι ειναι νενυμφευμενη με ανδρα.
<scripture passage="Gen 20:4" parsed="|Gen|20|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Αβιμελεχ δεν ειχε πλησιασει εις αυτην· και ειπε, Κυριε, ηθελες φονευσει εθνος ετι και δικαιον;
<scripture passage="Gen 20:5" parsed="|Gen|20|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.5" />
<sup>5</sup>δεν μοι ειπεν αυτος, Αδελφη μου ειναι; και αυτη παλιν, αυτη ειπεν, Αδελφος μου ειναι. Εν ευθυτητι της καρδιας μου και εν καθαροτητι των χειρων μου επραξα τουτο.
<scripture passage="Gen 20:6" parsed="|Gen|20|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.6" />
<sup>6</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Θεος κατ' οναρ, Και εγω εγνωρισα οτι εν ευθυτητι της καρδιας σου επραξας τουτο· οθεν και εγω σε εμποδισα απο του να αμαρτησης εις εμε· δια τουτο δεν σε αφηκα να εγγισης αυτην·
<scripture passage="Gen 20:7" parsed="|Gen|20|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον αποδος την γυναικα προς τον ανθρωπον, διοτι ειναι προφητης· και θελει προσευχηθη υπερ σου και θελεις ζησει· αλλ' εαν δεν αποδωσης αυτην, εξευρε οτι εξαπαντος θελεις αποθανει, συ και παντα οσα εχεις.
<scripture passage="Gen 20:8" parsed="|Gen|20|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.8" />
<sup>8</sup>Σηκωθεις δε ο Αβιμελεχ ενωρις το πρωι, εκαλεσε παντας τους δουλους αυτου, και ελαλησε παντας τους λογους τουτους εις επηκοον αυτων· και εφοβηθησαν οι ανθρωποι σφοδρα.
<scripture passage="Gen 20:9" parsed="|Gen|20|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.9" />
<sup>9</sup>Και εκαλεσεν ο Αβιμελεχ τον Αβρααμ και ειπε προς αυτον, Τι επραξας εις ημας; και τι αμαρτημα επραξα εις σε, ωστε επεφερες επ' εμε και επι το βασιλειον μου, αμαρτιαν μεγαλην; επραξας εις εμε πραγμα, το οποιον δεν επρεπε να πραχθη.
<scripture passage="Gen 20:10" parsed="|Gen|20|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Αβιμελεχ προς τον Αβρααμ, Τι ειδες, ωστε να πραξης το πραγμα τουτο;
<scripture passage="Gen 20:11" parsed="|Gen|20|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Επειδη εγω ειπον, Βεβαια δεν ειναι φοβος Θεου εν τω τοπω τουτω και θελουσι με φονευσει δια την γυναικα μου·
<scripture passage="Gen 20:12" parsed="|Gen|20|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.12" />
<sup>12</sup>και ομως αληθως αδελφη μου ειναι, θυγατηρ του πατρος μου, αλλ' ουχι θυγατηρ της μητρος μου· και εγεινε γυνη μου.
<scripture passage="Gen 20:13" parsed="|Gen|20|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.13" />
<sup>13</sup>και οτε με εκαμεν ο Θεος να εξελθω εκ του οικου του πατρος μου, ειπον προς αυτην, Ταυτην την χαριν θελεις καμει εις εμε· εις παντα τοπον οπου αν υπαγωμεν, λεγε περι εμου, Ουτος ειναι αδελφος μου.
<scripture passage="Gen 20:14" parsed="|Gen|20|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.14" />
<sup>14</sup>Και ελαβεν ο Αβιμελεχ προβατα και βοας και δουλους και δουλας, και εδωκεν εις τον Αβρααμ, και απεδωκεν εις αυτον Σαρραν την γυναικα αυτου.
<scripture passage="Gen 20:15" parsed="|Gen|20|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.15" />
<sup>15</sup>και ειπεν ο Αβιμελεχ, Ιδου, η γη μου εμπροσθεν σου. κατοικησον οπου σοι αρεσκει.
<scripture passage="Gen 20:16" parsed="|Gen|20|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.16" />
<sup>16</sup>Και προς την Σαρραν ειπεν, Ιδου, εδωκα χιλια αργυρια εις τον αδελφον σου· ιδου, αυτος ειναι εις σε σκεπη των οφθαλμων προς παντας τους μετα σου και προς παντας τους αλλους. Ουτως αυτη επεπληχθη.
<scripture passage="Gen 20:17" parsed="|Gen|20|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.17" />
<sup>17</sup>Προσηυχηθη δε ο Αβρααμ προς τον Θεον· και εθεραπευσεν ο Θεος τον Αβιμελεχ και την γυναικα αυτου και τας θεραπαινας αυτου, και ετεκνοποιησαν.
<scripture passage="Gen 20:18" parsed="|Gen|20|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.20.18" />
<sup>18</sup>διοτι ο Κυριος ειχε κλεισει διολου πασαν μητραν εν τη οικια του Αβιμελεχ, εξ αιτιας Σαρρας της γυναικος του Αβρααμ.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 21" progress="1.60%" prev="Gen.20" next="Gen.22" id="Gen.21">
<h3 id="Gen.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Gen.21-p1">
<scripture passage="Gen 21:1" parsed="|Gen|21|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.1" />
<sup>1</sup>Και επεσκεφθη ο Κυριος την Σαρραν, ως ειπε· και εκαμεν ο Κυριος εις την Σαρραν, ως ελαλησε.
<scripture passage="Gen 21:2" parsed="|Gen|21|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.2" />
<sup>2</sup>Και συνελαβεν η Σαρρα, και εγεννησεν εις τον Αβρααμ υιον εν τω γηρατι αυτου· κατα τον καιρον, τον οποιον ειπε προς αυτον ο Θεος.
<scripture passage="Gen 21:3" parsed="|Gen|21|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.3" />
<sup>3</sup>Και εκαλεσεν ο Αβρααμ το ονομα του υιου αυτου, του γεννηθεντος εις αυτον, τον οποιον η Σαρρα εγεννησεν εις αυτον, Ισαακ.
<scripture passage="Gen 21:4" parsed="|Gen|21|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.4" />
<sup>4</sup>Περιετεμε δε ο Αβρααμ τον υιον αυτου Ισαακ την ογδοην ημεραν, ως προσεταξεν εις αυτον ο Θεος.
<scripture passage="Gen 21:5" parsed="|Gen|21|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.5" />
<sup>5</sup>Ητο δε ο Αβρααμ εκατον ετων, οτε εγεννηθη εις αυτον Ισαακ ο υιος αυτου.
<scripture passage="Gen 21:6" parsed="|Gen|21|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν η Σαρρα, Ο Θεος με εκαμε να γελω· οστις ακουση, θελει γελα μετ' εμου.
<scripture passage="Gen 21:7" parsed="|Gen|21|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε, Τις ηθελεν ειπει προς τον Αβρααμ, οτι ηθελε θηλασει τεκνα η Σαρρα; επειδη εγεννησα υιον εν τω γηρατι αυτου.
<scripture passage="Gen 21:8" parsed="|Gen|21|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.8" />
<sup>8</sup>Το δε παιδιον ηυξησε και απεγαλακτισθη· και εκαμεν ο Αβρααμ μεγα συμποσιον, καθ' ην ημεραν απεγαλακτισθη ο Ισαακ.
<scripture passage="Gen 21:9" parsed="|Gen|21|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.9" />
<sup>9</sup>Και ειδεν η Σαρρα τον υιον της Αγαρ της Αιγυπτιας, τον οποιον εγεννησεν εις τον Αβρααμ, περιγελωντα τον Ισαακ.
<scripture passage="Gen 21:10" parsed="|Gen|21|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς τον Αβρααμ, Διωξον την δουλην ταυτην και τον υιον αυτης· διοτι δεν θελει κληρονομησει ο υιος της δουλης ταυτης μετα του υιου μου, του Ισαακ.
<scripture passage="Gen 21:11" parsed="|Gen|21|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.11" />
<sup>11</sup>Εφανη δε σκληρον σφοδρα το πραγμα εις τους οφθαλμους του Αβρααμ περι του υιου αυτου.
<scripture passage="Gen 21:12" parsed="|Gen|21|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Αβρααμ, Ας μη φανη σκληρον εις τους οφθαλμους σου περι του παιδιου και περι της δουλης σου· κατα παντα οσα ειπη προς σε η Σαρρα, ακουε τους λογους αυτης· διοτι εν τω Ισαακ θελει κληθη εις σε σπερμα·
<scripture passage="Gen 21:13" parsed="|Gen|21|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.13" />
<sup>13</sup>και τον υιον δε της δουλης εις εθνος θελω καταστησει αυτον· διοτι ειναι σπερμα σου.
<scripture passage="Gen 21:14" parsed="|Gen|21|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.14" />
<sup>14</sup>Σηκωθεις δε ο Αβρααμ ενωρις το πρωι, ελαβεν αρτους και ασκον υδατος και εδωκεν εις την Αγαρ, επιθεσας αυτα επι τον ωμον αυτης, και το παιδιον, και απεπεμψεν αυτην. Η δε αναχωρησασα περιεπλανατο εν τη ερημω Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="Gen 21:15" parsed="|Gen|21|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.15" />
<sup>15</sup>Και αφου ετελειωσε το υδωρ απο του ασκου, ερριψε το παιδιον υποκατω ενος θαμνου·
<scripture passage="Gen 21:16" parsed="|Gen|21|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.16" />
<sup>16</sup>και ελθουσα εκαθισεν απεναντι, μακραν εως τοξου βολης· διοτι ειπε, να μη ιδω τον θανατον του παιδιου. Και εκαθισεν απεναντι και υψωσε την φωνην αυτης και εκλαυσεν.
<scripture passage="Gen 21:17" parsed="|Gen|21|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.17" />
<sup>17</sup>Εισηκουσε δε ο Θεος την φωνην του παιδιου· και εφωνησεν αγγελος Θεου προς την Αγαρ εκ του ουρανου, και ειπε προς αυτην, Τι εχεις, Αγαρ; μη φοβου· διοτι ηκουσεν ο Θεος την φωνην του παιδιου εκ του τοπου ενθα κειται·
<scripture passage="Gen 21:18" parsed="|Gen|21|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.18" />
<sup>18</sup>σηκωθητι, λαβε το παιδιον, και κρατει αυτο με την χειρα σου· διοτι θελω καταστησει αυτο εις εθνος μεγα.
<scripture passage="Gen 21:19" parsed="|Gen|21|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.19" />
<sup>19</sup>Και ηνοιξεν ο Θεος τους οφθαλμους αυτης, και ιδουσα φρεαρ υδατος υπηγε και εγεμισε τον ασκον υδωρ και εποτισε το παιδιον.
<scripture passage="Gen 21:20" parsed="|Gen|21|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.20" />
<sup>20</sup>Και ητο ο Θεος μετα του παιδιου, και ηυξησε, και κατωκησεν εν τη ερημω και εγεινε τοξοτης.
<scripture passage="Gen 21:21" parsed="|Gen|21|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.21" />
<sup>21</sup>Και κατωκησεν εν τη ερημω Φαραν· και η μητηρ αυτου ελαβεν εις αυτον γυναικα εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 21:22" parsed="|Gen|21|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.22" />
<sup>22</sup>Κατ' εκεινον δε τον καιρον ο Αβιμελεχ, μετα του Φιχολ αρχιστρατηγου της δυναμεως αυτου, ειπε προς τον Αβρααμ, λεγων, Ο Θεος ειναι μετα σου εις παντα οσα πραττεις·
<scripture passage="Gen 21:23" parsed="|Gen|21|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.23" />
<sup>23</sup>τωρα λοιπον ομοσον προς εμε εδω εις τον Θεον, οτι δεν θελεις ψευσθη προς εμε, ουτε προς τον υιον μου, ουτε προς τους εγγονους μου· αλλα κατα το ελεος, το οποιον εκαμα εις σε, θελεις καμει εις εμε, και εις την γην οπου παρωκησας.
<scripture passage="Gen 21:24" parsed="|Gen|21|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Εγω θελω ομοσει.
<scripture passage="Gen 21:25" parsed="|Gen|21|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.25" />
<sup>25</sup>Και ελεγξεν ο Αβρααμ τον Αβιμελεχ δια το φρεαρ του υδατος, το οποιον αφηρπασαν οι δουλοι του Αβιμελεχ.
<scripture passage="Gen 21:26" parsed="|Gen|21|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Αβιμελεχ, Δεν εξευρω τις επραξε το πραγμα τουτο· και ουτε συ με εφανερωσας και ουτε εγω ηκουσα, ειμη σημερον.
<scripture passage="Gen 21:27" parsed="|Gen|21|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.27" />
<sup>27</sup>Και λαβων ο Αβρααμ προβατα και βοας, εδωκεν εις τον Αβιμελεχ· και εκαμον αμφοτεροι συνθηκην.
<scripture passage="Gen 21:28" parsed="|Gen|21|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.28" />
<sup>28</sup>Και εβαλεν ο Αβρααμ κατα μερος επτα θηλυκα αρνια του ποιμνιου.
<scripture passage="Gen 21:29" parsed="|Gen|21|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Αβιμελεχ προς τον Αβρααμ, Τι ειναι ταυτα τα επτα θηλυκα αρνια, τα οποια εβαλες κατα μερος;
<scripture passage="Gen 21:30" parsed="|Gen|21|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.30" />
<sup>30</sup>Ο δε ειπεν, Οτι ταυτα τα επτα θηλυκα αρνια θελεις λαβει εκ της χειρος μου, δια να ηναι εις εμε εις μαρτυριον οτι εγω εσκαψα το φρεαρ τουτο.
<scripture passage="Gen 21:31" parsed="|Gen|21|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.31" />
<sup>31</sup>δια τουτο ωνομασε τον τοπον εκεινον, Βηρ-σαβεε· διοτι εκει ωμοσαν αμφοτεροι.
<scripture passage="Gen 21:32" parsed="|Gen|21|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.32" />
<sup>32</sup>Και εκαμον συνθηκην εν Βηρ-σαβεε. Εσηκωθη δε ο Αβιμελεχ και Φιχολ ο αρχιστρατηγος της δυναμεως αυτου, και επεστρεψαν εις την γην των Φιλισταιων.
<scripture passage="Gen 21:33" parsed="|Gen|21|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.33" />
<sup>33</sup>Και εφυτευσεν ο Αβρααμ δρυμον εν Βηρ-σαβεε· και επεκαλεσθη εκει το ονομα του Κυριου, του αιωνιου Θεου.
<scripture passage="Gen 21:34" parsed="|Gen|21|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.21.34" />
<sup>34</sup>Παρωκησε δε ο Αβρααμ εν τη γη των Φιλισταιων ημερας πολλας.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 22" progress="1.69%" prev="Gen.21" next="Gen.23" id="Gen.22">
<h3 id="Gen.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Gen.22-p1">
<scripture passage="Gen 22:1" parsed="|Gen|22|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε τα πραγματα ταυτα ο Θεος εδοκιμασε τον Αβρααμ, και ειπε προς αυτον, Αβρααμ· ο δε ειπεν, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 22:2" parsed="|Gen|22|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε, Λαβε τωρα τον υιον σου τον μονογενη, τον οποιον ηγαπησας, τον Ισαακ, και υπαγε εις τον τοπον Μορια, και προσφερε αυτον εκει εις ολοκαυτωμα, επι ενος των ορεων, το οποιον θελω σοι ειπει.
<scripture passage="Gen 22:3" parsed="|Gen|22|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.3" />
<sup>3</sup>Σηκωθεις δε Αβρααμ ενωρις το πρωι, εσαμαρωσε την ονον αυτου και ελαβε μεθ' εαυτου δυο εκ των δουλων αυτου και Ισαακ τον υιον αυτου· και σχισας ξυλα δια την ολοκαυτωσιν, εσηκωθη και υπηγεν εις τον τοπον τον οποιον ειπε προς αυτον ο Θεος.
<scripture passage="Gen 22:4" parsed="|Gen|22|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.4" />
<sup>4</sup>Την δε τριτην ημεραν υψωσας ο Αβρααμ τους οφθαλμους αυτου, ειδε τον τοπον μακροθεν.
<scripture passage="Gen 22:5" parsed="|Gen|22|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ προς τους δουλους αυτου, Σεις καθισατε αυτου μετα της ονου· εγω δε και το παιδαριον θελομεν υπαγει εως εκει· και αφου προσκυνησωμεν, θελομεν επιστρεψει προς εσας.
<scripture passage="Gen 22:6" parsed="|Gen|22|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.6" />
<sup>6</sup>Και λαβων ο Αβρααμ τα ξυλα της ολοκαυτωσεως, επεθεσεν επι τον Ισαακ τον υιον αυτου· και ελαβεν εις την χειρα αυτου το πυρ, και την μαχαιραν, και υπηγον οι δυο ομου.
<scripture passage="Gen 22:7" parsed="|Gen|22|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ελαλησεν ο Ισαακ προς Αβρααμ τον πατερα αυτου και ειπε, Πατερ μου. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω, τεκνον μου. Και ειπεν ο Ισαακ, Ιδου, το πυρ και τα ξυλα· αλλα που το προβατον δια την ολοκαυτωσιν;
<scripture passage="Gen 22:8" parsed="|Gen|22|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ, Ο Θεος, τεκνον μου, θελει προβλεψει εις εαυτον το προβατον δια την ολοκαυτωσιν. Και επορευοντο οι δυο ομου.
<scripture passage="Gen 22:9" parsed="|Gen|22|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.9" />
<sup>9</sup>Αφου δε εφθασαν εις τον τοπον τον οποιον ειπε προς αυτον ο Θεος, ωκοδομησεν εκει ο Αβρααμ το θυσιαστηριον και διεθεσε τα ξυλα, και δεσας τον Ισαακ τον υιον αυτου εβαλεν αυτον επι το θυσιαστηριον επανω των ξυλων·
<scripture passage="Gen 22:10" parsed="|Gen|22|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.10" />
<sup>10</sup>και εκτεινας ο Αβρααμ την χειρα αυτου, ελαβε την μαχαιραν δια να σφαξη τον υιον αυτου.
<scripture passage="Gen 22:11" parsed="|Gen|22|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.11" />
<sup>11</sup>Αγγελος δε Κυριου εφωνησε προς αυτον εκ του ουρανου και ειπεν, Αβρααμ, Αβρααμ. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 22:12" parsed="|Gen|22|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε, Μη επιβαλης την χειρα σου επι το παιδαριον, και μη πραξης εις αυτο μηδεν· διοτι τωρα εγνωρισα οτι συ φοβεισαι τον Θεον, επειδη δεν ελυπηθης τον υιον σου τον μονογενη δι' εμε.
<scripture passage="Gen 22:13" parsed="|Gen|22|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.13" />
<sup>13</sup>Και υψωσας ο Αβρααμ τους οφθαλμους αυτου ειδε· και ιδου, κριος οπισθεν αυτου, κρατουμενος απο των κερατων αυτου εις φυτον πυκνοκλαδον· και ελθων ο Αβρααμ, ελαβε τον κριον και προσεφερεν αυτον εις ολοκαυτωμα αντι του υιου αυτου.
<scripture passage="Gen 22:14" parsed="|Gen|22|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.14" />
<sup>14</sup>Και εκαλεσεν ο Αβρααμ το ονομα του τοπου εκεινου Ιεοβα-ιρε· ως λεγεται και την σημερον, Εν τω ορει ο Κυριος θελει εμφανισθη.
<scripture passage="Gen 22:15" parsed="|Gen|22|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.15" />
<sup>15</sup>Και εφωνησε δευτερον ο αγγελος του Κυριου προς τον Αβρααμ εκ του ουρανου,
<scripture passage="Gen 22:16" parsed="|Gen|22|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.16" />
<sup>16</sup>και ειπεν, Ωμοσα εις εμαυτον, λεγει Κυριος, οτι, επειδη επραξας το πραγμα τουτο και δεν ελυπηθης τον υιον σου, τον μονογενη σου,
<scripture passage="Gen 22:17" parsed="|Gen|22|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.17" />
<sup>17</sup>οτι ευλογων θελω σε ευλογησει, και πληθυνων θελω πληθυνει το σπερμα σου ως τα αστρα του ουρανου και ως την αμμον την παρα το χειλος της θαλασσης· και το σπερμα σου θελει κυριευσει τας πυλας των εχθρων αυτου·
<scripture passage="Gen 22:18" parsed="|Gen|22|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.18" />
<sup>18</sup>και εν τω σπερματι σου θελουσιν ευλογηθη παντα τα εθνη της γης· διοτι υπηκουσας εις την φωνην μου.
<scripture passage="Gen 22:19" parsed="|Gen|22|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.19" />
<sup>19</sup>Και επεστρεψεν ο Αβρααμ προς τους δουλους αυτου· και σηκωθεντες, υπηγον ομου εις Βηρ-σαβεε· και κατωκησεν ο Αβρααμ Ενβηρ-σαβεε.
<scripture passage="Gen 22:20" parsed="|Gen|22|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.20" />
<sup>20</sup>Μετα δε τα πραγματα ταυτα, ανηγγειλαν προς τον Αβρααμ λεγοντες, Ιδου, η Μελχα εγεννησε και αυτη υιους εις τον Ναχωρ τον αδελφον σου·
<scripture passage="Gen 22:21" parsed="|Gen|22|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.21" />
<sup>21</sup>τον Ουζ πρωτοτοκον αυτου, και τον Βουζ αδελφον αυτου, και τον Κεμουηλ τον πατερα του Αραμ,
<scripture passage="Gen 22:22" parsed="|Gen|22|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.22" />
<sup>22</sup>και τον Κεσεδ, και τον Αζαυ, και τον Φαλδες, και τον Ιελδαφ, και τον Βαθουηλ.
<scripture passage="Gen 22:23" parsed="|Gen|22|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Βαθουηλ εγεννησε την Ρεβεκκαν· τους οκτω τουτους εγεννησεν η Μελχα εις τον Ναχωρ τον αδελφον του Αβρααμ.
<scripture passage="Gen 22:24" parsed="|Gen|22|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.22.24" />
<sup>24</sup>Και η παλλακη αυτου, η ονομαζομενη Ρευμα, εγεννησε και αυτη τον Ταβεκ και τον Γααμ και τον Ταχας και τον Μααχα.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 23" progress="1.77%" prev="Gen.22" next="Gen.24" id="Gen.23">
<h3 id="Gen.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Gen.23-p1">
<scripture passage="Gen 23:1" parsed="|Gen|23|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.1" />
<sup>1</sup>Και εζησεν η Σαρρα εκατον εικοσιεπτα ετη· ταυτα ειναι τα ετη της ζωης της Σαρρας.
<scripture passage="Gen 23:2" parsed="|Gen|23|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.2" />
<sup>2</sup>Και απεθανεν η Σαρρα εν Κιριαθ-αρβα· αυτη ειναι η Χεβρων εν γη Χανααν· και ηλθεν ο Αβρααμ δια να κλαυση την Σαρραν και να πενθηση αυτην.
<scripture passage="Gen 23:3" parsed="|Gen|23|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.3" />
<sup>3</sup>Και σηκωθεις ο Αβρααμ απ' εμπροσθεν του νεκρου αυτου, ελαλησε προς τους υιους του Χετ λεγων,
<scripture passage="Gen 23:4" parsed="|Gen|23|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.4" />
<sup>4</sup>ξενος και παροικος ειμαι εγω μεταξυ σας· δοτε μοι κτημα ταφου μεταξυ σας, δια να θαψω τον νεκρον μου απ' εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Gen 23:5" parsed="|Gen|23|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.5" />
<sup>5</sup>Απεκριθησαν δε οι υιοι του Χετ προς τον Αβρααμ λεγοντες προς αυτον,
<scripture passage="Gen 23:6" parsed="|Gen|23|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.6" />
<sup>6</sup>Ακουσον ημας, κυριε μου· συ εισαι μεταξυ ημων ηγεμων εκ Θεου· θαψον τον νεκρον σου εις το εκλεκτοτερον εκ των μνημειων ημων· ουδεις εξ ημων θελει αρνηθη το μνημειον αυτου προς σε, δια να θαψης τον νεκρον σου.
<scripture passage="Gen 23:7" parsed="|Gen|23|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.7" />
<sup>7</sup>Τοτε σηκωθεις ο Αβρααμ προσεκυνησε προς τον λαον του τοπου, προς τους υιους του Χετ·
<scripture passage="Gen 23:8" parsed="|Gen|23|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.8" />
<sup>8</sup>και ελαλησε προς αυτους λεγων, Εαν ευαρεστηται η ψυχη σας να θαψω τον νεκρον μου απ' εμπροσθεν μου, ακουσατε μου και μεσιτευσατε υπερ εμου προς τον Εφρων τον υιον του Σωαρ,
<scripture passage="Gen 23:9" parsed="|Gen|23|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.9" />
<sup>9</sup>και ας μοι δωση το σπηλαιον αυτου Μαχπελαχ, το εν τη ακρα του αγρου αυτου· εις πληρη τιμην ας μοι δωση αυτο, δια κτημα ταφου μεταξυ σας.
<scripture passage="Gen 23:10" parsed="|Gen|23|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.10" />
<sup>10</sup>Ο δε Εφρων εκαθητο εν τω μεσω των υιων του Χετ· και απεκριθη ο Εφρων ο Χετταιος προς τον Αβρααμ εις επηκοον των υιων του Χετ, παντων των εισερχομενων εις την πυλην της πολεως αυτου, λεγων,
<scripture passage="Gen 23:11" parsed="|Gen|23|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.11" />
<sup>11</sup>Ουχι, κυριε μου, ακουσον μου· σοι διδω τον αγρον, σοι διδω και το σπηλαιον το εν αυτω· επι παρουσια των υιων του λαου μου διδω αυτα εις σε· θαψον τον νεκρον σου.
<scripture passage="Gen 23:12" parsed="|Gen|23|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.12" />
<sup>12</sup>Και προσεκυνησεν ο Αβρααμ εμπροσθεν του λαου του τοπου·
<scripture passage="Gen 23:13" parsed="|Gen|23|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.13" />
<sup>13</sup>και ειπε προς τον Εφρων εις επηκοον του λαου του τοπου λεγων, Εαν συ θελης, ακουσον μου, παρακαλω· θελω δωσει το αργυριον του αγρου· λαβε αυτο παρ' εμου, και θελω θαψει τον νεκρον μου εκει.
<scripture passage="Gen 23:14" parsed="|Gen|23|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Εφρων απεκριθη προς τον Αβρααμ, λεγων προς αυτον,
<scripture passage="Gen 23:15" parsed="|Gen|23|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.15" />
<sup>15</sup>Ακουσον μου, κυριε μου· γη τετρακοσιων σικλων αργυριου, τι ειναι μεταξυ εμου και σου; θαψον λοιπον τον νεκρον σου.
<scripture passage="Gen 23:16" parsed="|Gen|23|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.16" />
<sup>16</sup>Και ηκουσεν ο Αβρααμ τον Εφρων· και εζυγισεν ο Αβρααμ εις τον Εφρων το αργυριον, το οποιον ειπεν εις επηκοον των υιων του Χετ τετρακοσιους σικλους αργυριου, δεκτου μεταξυ εμπορων.
<scripture passage="Gen 23:17" parsed="|Gen|23|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.17" />
<sup>17</sup>Και ο αγρος του Εφρων, οστις ητο εν Μαχπελαχ, εμπροσθεν της Μαμβρη, ο αγρος και το σπηλαιον το εν αυτω και παντα τα δενδρα τα εν τω αγρω και εν πασι τοις οριοις κυκλω, ησφαλισθησαν
<scripture passage="Gen 23:18" parsed="|Gen|23|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.18" />
<sup>18</sup>εις τον Αβρααμ δια κτημα, ενωπιον των υιων του Χετ, ενωπιον παντων των εισερχομενων εις την πυλην της πολεως αυτου.
<scripture passage="Gen 23:19" parsed="|Gen|23|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.19" />
<sup>19</sup>Και μετα ταυτα εθαψεν ο Αβρααμ Σαρραν την γυναικα αυτου εν τω σπηλαιω του αγρου Μαχπελαχ, εμπροσθεν της Μαμβρη· αυτη ειναι Χεβρων εν γη Χανααν.
<scripture passage="Gen 23:20" parsed="|Gen|23|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.23.20" />
<sup>20</sup>Και ο αγρος και το σπηλαιον το εν αυτω, ησφαλισθησαν εις τον Αβρααμ δια κτημα ταφον παρα των υιων του Χετ.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 24" progress="1.84%" prev="Gen.23" next="Gen.25" id="Gen.24">
<h3 id="Gen.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Gen.24-p1">
<scripture passage="Gen 24:1" parsed="|Gen|24|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε ο Αβρααμ γερων προβεβηκως την ηλικιαν· και ο Κυριος ευλογησε τον Αβρααμ κατα παντα.
<scripture passage="Gen 24:2" parsed="|Gen|24|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Αβρααμ προς τον δουλον αυτου τον πρεσβυτερον της οικιας αυτου, τον επιστατην παντων των υπαρχοντων αυτου, Βαλε, παρακαλω, την χειρα σου υπο τον μηρον μου·
<scripture passage="Gen 24:3" parsed="|Gen|24|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.3" />
<sup>3</sup>και θελω σε ορκισει εις Κυριον τον Θεον του ουρανου και τον Θεον της γης, οτι δεν θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου εκ των θυγατερων των Χαναναιων, μεταξυ των οποιων εγω κατοικω·
<scripture passage="Gen 24:4" parsed="|Gen|24|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.4" />
<sup>4</sup>αλλ' εις τον τοπον μου, και εις την συγγενειαν μου θελεις υπαγει, και θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου τον Ισαακ.
<scripture passage="Gen 24:5" parsed="|Gen|24|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.5" />
<sup>5</sup>Ειπε δε προς αυτον ο δουλος, Ισως δεν θεληση η γυνη να μοι ακολουθηση εις την γην ταυτην· πρεπει να φερω τον υιον σου εις την γην εκ της οποιας εξηλθες;
<scripture passage="Gen 24:6" parsed="|Gen|24|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτον ο Αβρααμ, Προσεχε, μη φερης τον υιον μου εκει·
<scripture passage="Gen 24:7" parsed="|Gen|24|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.7" />
<sup>7</sup>Κυριος ο Θεος του ουρανου, οστις με ελαβεν εκ του οικου του πατρος μου και εκ της γης της γεννησεως μου, και οστις ελαλησε προς εμε και οστις ωμοσεν εις εμε λεγων, εις το σπερμα σου θελω δωσει την γην ταυτην, αυτος θελει αποστειλει τον αγγελον αυτου εμπροσθεν σου· και θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου εκειθεν·
<scripture passage="Gen 24:8" parsed="|Gen|24|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.8" />
<sup>8</sup>εαν δε η γυνη δεν θελη να σε ακολουθηση, τοτε θελεις εισθαι ελευθερος απο του ορκου μου τουτου· μονον τον υιον μου να μη φερης εκει.
<scripture passage="Gen 24:9" parsed="|Gen|24|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.9" />
<sup>9</sup>Και εβαλεν ο δουλος την χειρα αυτου υπο τον μηρον του Αβρααμ του κυριου αυτου, και ωρκισθη εις αυτον περι του πραγματος τουτου.
<scripture passage="Gen 24:10" parsed="|Gen|24|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.10" />
<sup>10</sup>Και ελαβεν ο δουλος δεκα καμηλους εκ των καμηλων του κυριου αυτου και ανεχωρησε, φερων μεθ' εαυτου απο παντων των αγαθων του κυριου αυτου· και σηκωθεις, υπηγεν εις την Μεσοποταμιαν, εις την πολιν του Ναχωρ.
<scripture passage="Gen 24:11" parsed="|Gen|24|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.11" />
<sup>11</sup>Και εγονατισε τας καμηλους εξω της πολεως παρα το φρεαρ του υδατος, προς το εσπερας, οτε εξερχονται αι γυναικες δια να αντλησωσιν υδωρ.
<scripture passage="Gen 24:12" parsed="|Gen|24|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε, Κυριε Θεε του κυριου μου Αβρααμ, δος μοι, δεομαι, καλον συναντημα σημερον, και καμε ελεος εις τον κυριον μου Αβρααμ·
<scripture passage="Gen 24:13" parsed="|Gen|24|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.13" />
<sup>13</sup>ιδου, εγω ισταμαι πλησιον της πηγης του υδατος· αι δε θυγατερες των κατοικων της πολεως εξερχονται δια να αντλησωσιν υδωρ·
<scripture passage="Gen 24:14" parsed="|Gen|24|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.14" />
<sup>14</sup>και η κορη προς την οποιαν ειπω, Επικλινον, παρακαλω, την υδριαν σου δια να πιω, και αυτη ειπη, Πιε και θελω ποτισει και τας καμηλους σου, αυτη ας ηναι εκεινη, την οποιαν ητοιμασας εις τον δουλον σου τον Ισαακ· και εκ τουτου θελω γνωρισει οτι εκαμες ελεος εις τον κυριον μου.
<scripture passage="Gen 24:15" parsed="|Gen|24|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.15" />
<sup>15</sup>Και πριν αυτος παυση λαλων, ιδου, εξηρχετο η Ρεβεκκα, ητις εγεννηθη εις τον Βαθουηλ, υιον της Μελχας, γυναικος του Ναχωρ, αδελφου του Αβρααμ, εχουσα την υδριαν αυτης επι του ωμου αυτης.
<scripture passage="Gen 24:16" parsed="|Gen|24|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.16" />
<sup>16</sup>Η δε κορη ητο ωραια την οψιν σφοδρα, παρθενος, και ανηρ δεν ειχε γνωρισει αυτην· αφου λοιπον κατεβη εις την πηγην, εγεμισε την υδριαν αυτης και ανεβαινε.
<scripture passage="Gen 24:17" parsed="|Gen|24|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.17" />
<sup>17</sup>Δραμων δε ο δουλος εις συναντησιν αυτης ειπε, Ποτισον με, παρακαλω, ολιγον υδωρ εκ της υδριας σου.
<scripture passage="Gen 24:18" parsed="|Gen|24|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.18" />
<sup>18</sup>Η δε ειπε, Πιε, κυριε μου· και εσπευσε και κατεβιβασε την υδριαν αυτης επι τον βραχιονα αυτης, και εποτισεν αυτον.
<scripture passage="Gen 24:19" parsed="|Gen|24|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.19" />
<sup>19</sup>και αφου επαυσε ποτιζουσα αυτον ειπε, Και δια τας καμηλους σου θελω αντλησει, εωσου πιωσι πασαι.
<scripture passage="Gen 24:20" parsed="|Gen|24|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.20" />
<sup>20</sup>Και παρευθυς εξεκενωσε την υδριαν αυτης εις την ποτιστραν, και εδραμεν ετι εις το φρεαρ δια να αντληση, και ηντλησε δια πασας τας καμηλους αυτου.
<scripture passage="Gen 24:21" parsed="|Gen|24|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.21" />
<sup>21</sup>Ο δε ανθρωπος, θαυμαζων δι' αυτην, εσιωπα, δια να γνωριση αν κατευωδωσεν ο Κυριος την οδον αυτου η ουχι.
<scripture passage="Gen 24:22" parsed="|Gen|24|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.22" />
<sup>22</sup>Και αφου επαυσαν αι καμηλοι πινουσαι, ελαβεν ο ανθρωπος ενωτια χρυσα βαρους ημισεος σικλου, και δυο βραχιολια δια τας χειρας αυτης, βαρους δεκα σικλων χρυσιου·
<scripture passage="Gen 24:23" parsed="|Gen|24|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.23" />
<sup>23</sup>και ειπε, Τινος θυγατηρ εισαι συ; ειπε μοι, παρακαλω· ειναι εν τη οικια του πατρος σου τοπος δι' ημας προς καταλυμα;
<scripture passage="Gen 24:24" parsed="|Gen|24|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.24" />
<sup>24</sup>Η δε ειπε προς αυτον· ειμαι θυγατηρ Βαθουηλ του υιου της Μελχας, τον οποιον εγεννησεν εις τον Ναχωρ.
<scripture passage="Gen 24:25" parsed="|Gen|24|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.25" />
<sup>25</sup>ειπεν ετι προς αυτον, Ειναι εις ημας και αχυρα και τροφη πολλη και τοπος προς καταλυμα.
<scripture passage="Gen 24:26" parsed="|Gen|24|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.26" />
<sup>26</sup>Τοτε εκλινεν ο ανθρωπος και προσεκυνησε τον Κυριον·
<scripture passage="Gen 24:27" parsed="|Gen|24|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.27" />
<sup>27</sup>και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του κυριου μου Αβρααμ, οστις δεν εγκατελιπε το ελεος αυτου και την αληθειαν αυτου απο του κυριου μου· ο Κυριος με κατευωδωσεν εις τον οικον των αδελφων του κυριου μου.
<scripture passage="Gen 24:28" parsed="|Gen|24|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.28" />
<sup>28</sup>Δραμουσα δε η κορη ανηγγειλεν εις τον οικον της μητρος αυτης τα πραγματα ταυτα.
<scripture passage="Gen 24:29" parsed="|Gen|24|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.29" />
<sup>29</sup>Ειχε δε η Ρεβεκκα αδελφον ονομαζομενον Λαβαν· και εδραμεν ο Λαβαν προς τον ανθρωπον εξω εις την πηγην.
<scripture passage="Gen 24:30" parsed="|Gen|24|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.30" />
<sup>30</sup>Και ως ειδε τα ενωτια και τα βραχιολια εις τας χειρας της αδελφης αυτου, και ως ηκουσε τους λογους Ρεβεκκας της αδελφης αυτου, λεγουσης, Ουτως ελαλησε προς εμε ο ανθρωπος, ηλθε προς τον ανθρωπον· και ιδου, ιστατο πλησιον των καμηλων επι της πηγης.
<scripture passage="Gen 24:31" parsed="|Gen|24|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν, Εισελθε, ευλογημενε του Κυριου· δια τι ιστασαι εξω; επειδη εγω ητοιμασα την οικιαν και τοπον δια τας καμηλους.
<scripture passage="Gen 24:32" parsed="|Gen|24|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.32" />
<sup>32</sup>Και εισηλθεν ο ανθρωπος εις την οικιαν, και εκεινος εξεφορτωσε τας καμηλους και εδωκεν αχυρα και τροφην εις τας καμηλους και υδωρ δια νιψιμον των ποδων αυτου και των ποδων των ανθρωπων των μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 24:33" parsed="|Gen|24|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.33" />
<sup>33</sup>Και παρετεθη εμπροσθεν αυτου φαγητον· αυτος ομως ειπε, Δεν θελω φαγει, εωσου λαλησω τον λογον μου. Ο δε ειπε, Λαλησον.
<scripture passage="Gen 24:34" parsed="|Gen|24|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.34" />
<sup>34</sup>Και ειπεν, Εγω ειμαι δουλος του Αβρααμ.
<scripture passage="Gen 24:35" parsed="|Gen|24|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.35" />
<sup>35</sup>Και ο Κυριος ευλογησε τον κυριον μου σφοδρα, και εγεινε μεγας· και εδωκεν εις αυτον προβατα και βοας και αργυριον και χρυσιον και δουλους και δουλας και καμηλους και ονους.
<scripture passage="Gen 24:36" parsed="|Gen|24|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.36" />
<sup>36</sup>Και εγεννησε Σαρρα, η γυνη του κυριου μου, υιον εις τον κυριον μου, αφου εγηρασε· και εδωκεν εις αυτον παντα οσα εχει.
<scripture passage="Gen 24:37" parsed="|Gen|24|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.37" />
<sup>37</sup>Και με ωρκισεν ο κυριος μου, λεγων, Δεν θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου εκ των θυγατερων των Χαναναιων, εις την γην των οποιων εγω κατοικω·
<scripture passage="Gen 24:38" parsed="|Gen|24|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.38" />
<sup>38</sup>αλλ' εις τον οικον του πατρος μου θελεις υπαγει και εις την συγγενειαν μου, και θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου.
<scripture passage="Gen 24:39" parsed="|Gen|24|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.39" />
<sup>39</sup>Και ειπον προς τον κυριον μου, Ισως δεν θεληση η γυνη να με ακολουθηση.
<scripture passage="Gen 24:40" parsed="|Gen|24|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.40" />
<sup>40</sup>Ο δε ειπε προς εμε, Ο Κυριος, εμπροσθεν του οποιου περιεπατησα, θελει αποστειλει τον αγγελον αυτου μετα σου και θελει κατευοδωσει την οδον σου· και θελεις λαβει γυναικα εις τον υιον μου εκ της συγγενειας μου και εκ του οικου του πατρος μου·
<scripture passage="Gen 24:41" parsed="|Gen|24|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.41" />
<sup>41</sup>τοτε θελεις εισθαι ελευθερος απο του ορκισμου μου· οταν υπαγης προς την συγγενειαν μου και δεν δωσωσιν εις σε, τοτε θελεις εισθαι ελευθερος απο του ορκισμου μου.
<scripture passage="Gen 24:42" parsed="|Gen|24|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.42" />
<sup>42</sup>Και ελθων σημερον εις την πηγην, ειπον, Κυριε ο Θεος του κυριου μου Αβρααμ, κατευοδωσον, δεομαι, την οδον μου, εις την οποιαν εγω υπαγω·
<scripture passage="Gen 24:43" parsed="|Gen|24|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.43" />
<sup>43</sup>ιδου, εγω ισταμαι πλησιον της πηγης του υδατος· και η κορη ητις εξερχεται δια να αντληση και προς την οποιαν ειπω, Ποτισον με, παρακαλω, ολιγον υδωρ εκ της υδριας σου,
<scripture passage="Gen 24:44" parsed="|Gen|24|44|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.44" />
<sup>44</sup>και αυτη με ειπη, Και συ πιε, και δια τας καμηλους σου ακομη θελω αντλησει, αυτη ας ηναι η γυνη, την οποιαν ητοιμασεν ο Κυριος δια τον υιον του κυριου μου.
<scripture passage="Gen 24:45" parsed="|Gen|24|45|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.45" />
<sup>45</sup>Και πριν παυσω λαλων εν τη καρδια μου, ιδου, η Ρεβεκκα εξηρχετο εχουσα την υδριαν αυτης επι του ωμου αυτης· και κατεβη εις την πηγην και ηντλησεν· ειπον δε προς αυτην, Ποτισον με, παρακαλω.
<scripture passage="Gen 24:46" parsed="|Gen|24|46|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.46" />
<sup>46</sup>Η δε εσπευσε και κατεβιβασε την υδριαν αυτης επανωθεν αυτης και ειπε, Πιε, και θελω ποτισει και τας καμηλους σου· επιον λοιπον και εποτισε και τας καμηλους.
<scripture passage="Gen 24:47" parsed="|Gen|24|47|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.47" />
<sup>47</sup>Και ηρωτησα αυτην και ειπον, Τινος θυγατηρ εισαι; η δε ειπε, Θυγατηρ του Βαθουηλ, υιου του Ναχωρ, τον οποιον εγεννησεν εις αυτον η Μελχα· και περιεθεσα τα ενωτια εις το προσωπον αυτης και τα βραχιολια επι τας χειρας αυτης.
<scripture passage="Gen 24:48" parsed="|Gen|24|48|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.48" />
<sup>48</sup>Και κλινας προσεκυνησα τον Κυριον· και ευλογησα Κυριον τον Θεον του κυριον μου Αβρααμ, οστις με κατευωδωσεν εις την αληθινην οδον, δια να λαβω την θυγατερα του αδελφου του κυριου μου εις τον υιον αυτου.
<scripture passage="Gen 24:49" parsed="|Gen|24|49|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.49" />
<sup>49</sup>Τωρα λοιπον, εαν θελητε να καμητε ελεος και αληθειαν προς τον κυριον μου, ειπατε μοι, ει δε μη, ειπατε μοι, δια να στραφω δεξια η αριστερα.
<scripture passage="Gen 24:50" parsed="|Gen|24|50|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.50" />
<sup>50</sup>Και αποκριθεντες ο Λαβαν και ο Βαθουηλ, ειπον, Παρα Κυριου εξηλθε το πραγμα· ημεις δεν δυναμεθα να σοι ειπωμεν κακον η καλον·
<scripture passage="Gen 24:51" parsed="|Gen|24|51|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.51" />
<sup>51</sup>ιδου, η Ρεβεκκα εμπροσθεν σου· λαβε αυτην και υπαγε· και ας ηναι γυνη του υιου του κυριου σου, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="Gen 24:52" parsed="|Gen|24|52|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.52" />
<sup>52</sup>Και οτε ηκουσεν ο δουλος του Αβρααμ τους λογους αυτων, προσεκυνησεν εως εδαφους τον Κυριον.
<scripture passage="Gen 24:53" parsed="|Gen|24|53|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.53" />
<sup>53</sup>Και εκβαλων ο δουλος σκευη αργυρα και σκευη χρυσα και ενδυματα, εδωκεν εις την Ρεβεκκαν· εδωκεν ετι δωρα εις τον αδελφον αυτης και εις την μητερα αυτης.
<scripture passage="Gen 24:54" parsed="|Gen|24|54|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.54" />
<sup>54</sup>Και εφαγον και επιον, αυτος και οι ανθρωποι οι μετ' αυτου, και διενυκτερευσαν· και αφου εσηκωθησαν το πρωι, ειπεν, Εξαποστειλατε με προς τον κυριον μου.
<scripture passage="Gen 24:55" parsed="|Gen|24|55|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.55" />
<sup>55</sup>Ειπον δε ο αδελφος αυτης και η μητηρ αυτης, Ας μεινη η κορη μεθ' ημων ημερας τινας, τουλαχιστον δεκα· μετα ταυτα θελει απελθει.
<scripture passage="Gen 24:56" parsed="|Gen|24|56|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.56" />
<sup>56</sup>Και ειπε προς αυτους, Μη με κρατειτε, διοτι ο Κυριος κατευωδωσε την οδον μου· εξαποστειλατε με να υπαγω προς τον κυριον μου.
<scripture passage="Gen 24:57" parsed="|Gen|24|57|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.57" />
<sup>57</sup>Οι δε ειπον, Ας καλεσωμεν την κορην και ας ερωτησωμεν την γνωμην αυτης.
<scripture passage="Gen 24:58" parsed="|Gen|24|58|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.58" />
<sup>58</sup>Και εκαλεσαν την Ρεβεκκαν και ειπον προς αυτην, Υπαγεις μετα του ανθρωπου τουτου; Η δε ειπεν, Υπαγω.
<scripture passage="Gen 24:59" parsed="|Gen|24|59|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.59" />
<sup>59</sup>Και εξαπεστειλαν την Ρεβεκκαν την αδελφην αυτων και την τροφον αυτης, και τον δουλον του Αβρααμ και τους ανθρωπους αυτου
<scripture passage="Gen 24:60" parsed="|Gen|24|60|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.60" />
<sup>60</sup>Και ευλογησαν την Ρεβεκκαν και ειπον προς αυτην, Αδελφη ημων εισαι, ειθε να γεινης εις χιλιαδας μυριαδων, και το σπερμα σου να εξουσιαση τας πυλας των εχθρων αυτου
<scripture passage="Gen 24:61" parsed="|Gen|24|61|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.61" />
<sup>61</sup>Και εσηκωθη η Ρεβεκκα και αι θεραπαιναι αυτης, και εκαθισαν επι τας καμηλους, και υπηγον κατοπιν του ανθρωπου· και ελαβεν ο δουλος την Ρεβεκκαν και ανεχωρησεν.
<scripture passage="Gen 24:62" parsed="|Gen|24|62|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.62" />
<sup>62</sup>Ο δε Ισαακ επεστρεφεν απο του φρεατος Λαχαι-ροι· διοτι κατωκει εν τη γη της μεσημβριας.
<scripture passage="Gen 24:63" parsed="|Gen|24|63|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.63" />
<sup>63</sup>Και εξηλθεν ο Ισαακ να προσευχηθη εν τη πεδιαδι περι το εσπερας· και υψωσας τους οφθαλμους αυτου, ειδε, και ιδου, ηρχοντο καμηλοι.
<scripture passage="Gen 24:64" parsed="|Gen|24|64|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.64" />
<sup>64</sup>και υψωσασα η Ρεβεκκα τους οφθαλμους αυτης ειδε τον Ισαακ και κατεπηδησεν απο της καμηλου.
<scripture passage="Gen 24:65" parsed="|Gen|24|65|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.65" />
<sup>65</sup>Διοτι ειχεν ειπει προς τον δουλον, Τις ειναι ο ανθρωπος εκεινος, ο ερχομενος δια της πεδιαδος εις συναντησιν ημων; Ο δε δουλος ειχεν ειπει, Ειναι ο κυριος μου. Και αυτη λαβουσα την καλυπτραν, εσκεπασθη.
<scripture passage="Gen 24:66" parsed="|Gen|24|66|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.66" />
<sup>66</sup>Και διηγηθη ο δουλος προς τον Ισαακ παντα οσα ειχε πραξει.
<scripture passage="Gen 24:67" parsed="|Gen|24|67|0|0" osisRef="Bible:Gen.24.67" />
<sup>67</sup>Ο δε Ισαακ εφερεν αυτην εις την σκηνην της μητρος αυτου Σαρρας· και ελαβε την Ρεβεκκαν, και εγεινεν αυτου γυνη, και ηγαπησεν αυτην· και παρηγορηθη ο Ισαακ περι της μητρος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 25" progress="2.06%" prev="Gen.24" next="Gen.26" id="Gen.25">
<h3 id="Gen.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Gen.25-p1">
<scripture passage="Gen 25:1" parsed="|Gen|25|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.1" />
<sup>1</sup>Ελαβε δε ο Αβρααμ και αλλην γυναικα, ονομαζομενην Χεττουραν.
<scripture passage="Gen 25:2" parsed="|Gen|25|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.2" />
<sup>2</sup>Και αυτη εγεννησεν εις αυτον τον Ζεμβραν και τον Ιοξαν και τον Μαδαν και τον Μαδιαμ και τον Ιεσβωκ και τον Σουα.
<scripture passage="Gen 25:3" parsed="|Gen|25|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.3" />
<sup>3</sup>και ο Ιοξαν εγεννησε τον Σεβα και τον Δαιδαν· οι δε υιοι του Δαιδαν ησαν Ασσουρειμ και Λετουσιειμ και Λαωμειμ.
<scripture passage="Gen 25:4" parsed="|Gen|25|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.4" />
<sup>4</sup>Οι υιοι δε του Μαδιαμ ησαν Γεφα και Εφερ και Ανωχ και Αβειδα και Ελδαγα· παντες ουτοι υιοι της Χεττουρας.
<scripture passage="Gen 25:5" parsed="|Gen|25|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.5" />
<sup>5</sup>Εδωκε δε ο Αβρααμ παντα τα υπαρχοντα αυτου εις τον Ισαακ.
<scripture passage="Gen 25:6" parsed="|Gen|25|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.6" />
<sup>6</sup>Εις δε τους υιους των παλλακων αυτου εδωκεν ο Αβρααμ χαρισματα, και εξαπεστειλεν αυτους, ετι ζων, μακραν απο του υιου αυτου Ισαακ προς ανατολας, εις την γην της Ανατολης.
<scripture passage="Gen 25:7" parsed="|Gen|25|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.7" />
<sup>7</sup>Και ταυτα ειναι τα ετη των ημερων της ζωης του Αβρααμ, οσα εζησεν, ετη εκατον εβδομηκοντα πεντε.
<scripture passage="Gen 25:8" parsed="|Gen|25|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.8" />
<sup>8</sup>Και εκπνευσας απεθανεν ο Αβρααμ εν γηρατι καλω, γερων και πληρης ημερων· και προσετεθη εις τον λαον αυτου.
<scripture passage="Gen 25:9" parsed="|Gen|25|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.9" />
<sup>9</sup>Και εθαψαν αυτον ο Ισαακ και ο Ισμαηλ οι υιοι αυτου εν τω σπηλαιω Μαχπελαχ, εν τω αγρω του Εφρων, υιου του Σωαρ του Χετταιου, τω απεναντι της Μαμβρη·
<scripture passage="Gen 25:10" parsed="|Gen|25|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.10" />
<sup>10</sup>τω αγρω, τον οποιον ηγορασεν ο Αβρααμ παρα των υιων του Χετ· εκει εταφη ο Αβρααμ και Σαρρα η γυνη αυτου.
<scripture passage="Gen 25:11" parsed="|Gen|25|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.11" />
<sup>11</sup>Και μετα τον θανατον του Αβρααμ, ευλογησεν ο Θεος Ισαακ τον υιον αυτου· και κατωκησεν ο Ισαακ πλησιον του φρεατος Λαχαι-ροι.
<scripture passage="Gen 25:12" parsed="|Gen|25|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.12" />
<sup>12</sup>Αυτη δε ειναι η γενεαλογια του Ισμαηλ, υιου του Αβρααμ, τον οποιον εγεννησεν εις τον Αβρααμ Αγαρ η Αιγυπτια, η δουλη της Σαρρας·
<scripture passage="Gen 25:13" parsed="|Gen|25|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.13" />
<sup>13</sup>και ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων του Ισμαηλ, κατα τα ονοματα αυτων, εις τας γενεας αυτων· πρωτοτοκος του Ισμαηλ Ναβαιωθ, επειτα Κηδαρ και Αβδεηλ και Μιβσαμ,
<scripture passage="Gen 25:14" parsed="|Gen|25|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.14" />
<sup>14</sup>και Μισμα, και Δουμα και Μασσα
<scripture passage="Gen 25:15" parsed="|Gen|25|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.15" />
<sup>15</sup>Χαδδαρ, και Θαιμα, Ιετουρ, Ναφις, και Κεδμα·
<scripture passage="Gen 25:16" parsed="|Gen|25|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.16" />
<sup>16</sup>ουτοι ειναι οι υιοι του Ισμαηλ, και ταυτα τα ονοματα αυτων κατα τας κωμας αυτων και κατα τας κατοικιας αυτων· δωδεκα αρχοντες κατα τα εθνη αυτων.
<scripture passage="Gen 25:17" parsed="|Gen|25|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.17" />
<sup>17</sup>Και ταυτα ειναι τα ετη της ζωης του Ισμαηλ, ετη εκατον τριακοντα επτα· και εκπνευσας απεθανε και προσετεθη εις τον λαον αυτου.
<scripture passage="Gen 25:18" parsed="|Gen|25|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.18" />
<sup>18</sup>Κατωκησαν δε απο Αβιλα εως Σουρ, της κατα προσωπον Αιγυπτου, καθως υπαγει τις προς την Ασσυριαν· ο Ισμαηλ κατωκησεν εμπροσθεν παντων των αδελφων αυτου.
<scripture passage="Gen 25:19" parsed="|Gen|25|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.19" />
<sup>19</sup>Και αυτη ειναι η γενεαλογια του Ισαακ, υιου του Αβρααμ· ο Αβρααμ εγεννησε τον Ισαακ·
<scripture passage="Gen 25:20" parsed="|Gen|25|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.20" />
<sup>20</sup>ητο δε ο Ισαακ ετων τεσσαρακοντα, οτε ελαβεν εις εαυτον γυναικα την Ρεβεκκαν, θυγατερα Βαθουηλ του Συρου απο Παδαν-αραμ, αδελφην Λαβαν του Συρου.
<scripture passage="Gen 25:21" parsed="|Gen|25|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.21" />
<sup>21</sup>Και εδεετο ο Ισαακ προς τον Κυριον περι της γυναικος αυτου, διοτι ητο στειρα· και επηκουσεν ο Κυριος αυτου, και συνελαβεν η Ρεβεκκα η γυνη αυτου.
<scripture passage="Gen 25:22" parsed="|Gen|25|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.22" />
<sup>22</sup>Και τα παιδια συνεκρουοντο εντος αυτης· και ειπεν, Αν μελλη ουτω να γεινη, δια τι εγω να συλλαβω; και υπηγε να ερωτηση τον Κυριον.
<scripture passage="Gen 25:23" parsed="|Gen|25|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς αυτην, Δυο εθνη ειναι εν τη κοιλια σου· και δυο λαοι θελουσι διαχωρισθη απο των εντοσθιων σου· και ο εις λαος θελει εισθαι δυνατωτερος του αλλου λαου· και ο μεγαλητερος θελει δουλευσει εις τον μικροτερον.
<scripture passage="Gen 25:24" parsed="|Gen|25|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.24" />
<sup>24</sup>Και οτε επληρωθησαν αι ημεραι αυτης δια να γεννηση, ιδου, ησαν διδυμα εν τη κοιλια αυτης.
<scripture passage="Gen 25:25" parsed="|Gen|25|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.25" />
<sup>25</sup>Εξηλθε δε ο πρωτος ερυθρος και ολος ως δερμα δασυτριχος· και εκαλεσαν το ονομα αυτου, Ησαυ.
<scripture passage="Gen 25:26" parsed="|Gen|25|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.26" />
<sup>26</sup>Και επειτα εξηλθεν ο αδελφος αυτου· και η χειρ αυτου εκρατει την πτερναν του Ησαυ· δια τουτο ωνομασθη Ιακωβ· ο δε Ισαακ ητο ετων εξηκοντα, οτε εγεννησεν αυτους.
<scripture passage="Gen 25:27" parsed="|Gen|25|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.27" />
<sup>27</sup>Ηυξησαν δε τα παιδια· και εγεινεν ο μεν Ησαυ ανθρωπος εμπειρος εις το κυνηγιον, ανθρωπος του αγρου· ο δε Ιακωβ, ανθρωπος απλους, κατοικων εν σκηναις.
<scripture passage="Gen 25:28" parsed="|Gen|25|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.28" />
<sup>28</sup>Και ο μεν Ισαακ ηγαπα τον Ησαυ, διοτι το κυνηγιον ητο τροφη εις αυτον· η δε Ρεβεκκα ηγαπα τον Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 25:29" parsed="|Gen|25|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.29" />
<sup>29</sup>Εμαγειρευε δε ο Ιακωβ μαγειρευμα· και ηλθεν ο Ησαυ εκ του αγρου και ητο αποκαμωμενος·
<scripture passage="Gen 25:30" parsed="|Gen|25|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.30" />
<sup>30</sup>και ειπεν ο Ησαυ προς τον Ιακωβ, Δος μοι, παρακαλω, να φαγω απο το κοκκινον, το κοκκινον τουτο, διοτι ειμαι αποκαμωμενος· δια τουτο εκληθη το ονομα αυτου, Εδωμ.
<scripture passage="Gen 25:31" parsed="|Gen|25|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ, Πωλησον μοι σημερον τα πρωτοτοκια σου.
<scripture passage="Gen 25:32" parsed="|Gen|25|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.32" />
<sup>32</sup>Και ο Ησαυ ειπεν, Ιδου, εγω υπαγω να αποθανω, και τι με ωφελουσι ταυτα τα πρωτοτοκια;
<scripture passage="Gen 25:33" parsed="|Gen|25|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.33" />
<sup>33</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ, Ομοσον μοι σημερον· και ωμοσεν εις αυτον· και επωλησε τα πρωτοτοκια αυτου εις τον Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 25:34" parsed="|Gen|25|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.25.34" />
<sup>34</sup>Τοτε ο Ιακωβ εδωκεν εις τον Ησαυ αρτον και μαγειρευμα της φακης· και εφαγε και επιε και σηκωθεις ανεχωρησεν· ουτως ο Ησαυ κατεφρονησε τα πρωτοτοκια.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 26" progress="2.16%" prev="Gen.25" next="Gen.27" id="Gen.26">
<h3 id="Gen.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Gen.26-p1">
<scripture passage="Gen 26:1" parsed="|Gen|26|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.1" />
<sup>1</sup>Εγεινε δε πεινα εν τη γη, εκτος της προτερας πεινης, της γενομενης επι των ημερων του Αβρααμ. Και υπηγεν ο Ισαακ προς τον Αβιμελεχ, βασιλεα των Φιλισταιων, εις Γεραρα.
<scripture passage="Gen 26:2" parsed="|Gen|26|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.2" />
<sup>2</sup>Εφανη δε εις αυτον ο Κυριος και ειπε, Μη καταβης εις Αιγυπτον· κατοικησον εν τη γη την οποιαν θελω σοι ειπει·
<scripture passage="Gen 26:3" parsed="|Gen|26|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.3" />
<sup>3</sup>παροικει εν τη γη ταυτη, και εγω θελω εισθαι μετα σου, και θελω σε ευλογησει διοτι εις σε και εις το σπερμα σου θελω δωσει παντας τους τοπους τουτους· και θελω εκπληρωσει τον ορκον, τον οποιον ωμοσα προς Αβρααμ τον πατερα σου·
<scripture passage="Gen 26:4" parsed="|Gen|26|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.4" />
<sup>4</sup>και θελω πληθυνει το σπερμα σου ως τα αστρα του ουρανου, και θελω δωσει εις το σπερμα σου παντας τους τοπους τουτους, και θελουσιν ευλογηθη εν τω σπερματι σου παντα τα εθνη της γης·
<scripture passage="Gen 26:5" parsed="|Gen|26|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.5" />
<sup>5</sup>επειδη ο Αβρααμ υπηκουσεν εις την φωνην μου, και εφυλαξε τα προσταγματα μου, τας εντολας μου, τα διαταγματα μου και τους νομους μου.
<scripture passage="Gen 26:6" parsed="|Gen|26|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.6" />
<sup>6</sup>Και κατωκησεν ο Ισαακ εν Γεραροις.
<scripture passage="Gen 26:7" parsed="|Gen|26|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.7" />
<sup>7</sup>Ηρωτησαν δε οι ανδρες του τοπου περι της γυναικος αυτου· και ειπεν, Αδελφη μου ειναι· διοτι εφοβηθη να ειπη, Γυνη μου ειναι· λεγων, Μηπως με φονευσωσιν οι ανδρες του τοπου δια την Ρεβεκκαν· επειδη ητο ωραια την οψιν.
<scripture passage="Gen 26:8" parsed="|Gen|26|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.8" />
<sup>8</sup>Και αφου διετριψεν εκει πολλας ημερας, Αβιμελεχ ο βασιλευς των Φιλισταιων, κυψας απο της θυριδος ειδε, και ιδου, ο Ισαακ επαιζε μετα Ρεβεκκας της γυναικος αυτου.
<scripture passage="Gen 26:9" parsed="|Gen|26|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.9" />
<sup>9</sup>Εκαλεσε δε ο Αβιμελεχ τον Ισαακ και ειπεν, Ιδου, βεβαιως γυνη σου ειναι αυτη· δια τι λοιπον ειπας, Αδελφη μου ειναι; Και ειπε προς αυτον ο Ισαακ, διοτι ειπον, Μηπως αποθανω εξ αιτιας αυτης.
<scripture passage="Gen 26:10" parsed="|Gen|26|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Αβιμελεχ, Τι ειναι τουτο, το οποιον εκαμες εις ημας; παρ' ολιγον ηθελε κοιμηθη τις εκ του λαου μετα της γυναικος σου, και ηθελες φερει εφ' ημας ανομιαν.
<scripture passage="Gen 26:11" parsed="|Gen|26|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.11" />
<sup>11</sup>Και προσεταξεν ο Αβιμελεχ εις παντα τον λαον, λεγων, Οστις εγγιση τον ανθρωπον τουτον η την γυναικα αυτου, θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Gen 26:12" parsed="|Gen|26|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.12" />
<sup>12</sup>Εσπειρε δε ο Ισαακ εν τη γη εκεινη και εσυναξε κατ' εκεινον τον χρονον εκατονταπλασια· και ευλογησεν αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Gen 26:13" parsed="|Gen|26|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.13" />
<sup>13</sup>Και εμεγαλυνετο ο ανθρωπος και επροχωρει αυξανομενος, εωσου εγεινε μεγας σφοδρα·
<scripture passage="Gen 26:14" parsed="|Gen|26|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.14" />
<sup>14</sup>και απεκτησε προβατα και βοας και δουλους πολλους· εφθονησαν δε αυτον οι Φιλισταιοι.
<scripture passage="Gen 26:15" parsed="|Gen|26|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.15" />
<sup>15</sup>Και παντα τα φρεατα, τα οποια εσκαψαν οι δουλοι του πατρος αυτου επι των ημερων Αβρααμ του πατρος αυτου, ενεφραξαν ταυτα οι Φιλισταιοι και εγεμισαν αυτα χωμα.
<scripture passage="Gen 26:16" parsed="|Gen|26|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Αβιμελεχ προς τον Ισαακ, Απελθε αφ' ημων, διοτι εγεινες δυνατωτερος ημων σφοδρα.
<scripture passage="Gen 26:17" parsed="|Gen|26|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.17" />
<sup>17</sup>Και απηλθεν εκειθεν ο Ισαακ και εστησε την σκηνην αυτου εν τη κοιλαδι των Γεραρων και κατωκησεν εκει.
<scripture passage="Gen 26:18" parsed="|Gen|26|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.18" />
<sup>18</sup>Και ηνοιξε παλιν ο Ισαακ τα φρεατα του υδατος, τα οποια εσκαψαν επι των ημερων Αβρααμ του πατρος αυτου, οι δε Φιλισταιοι ενεφραξαν αυτα μετα τον θανατον του Αβρααμ· και ωνομασεν αυτα κατα τα ονοματα, με τα οποια ο πατηρ αυτου ειχεν ονομασει αυτα.
<scripture passage="Gen 26:19" parsed="|Gen|26|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.19" />
<sup>19</sup>Και εσκαψαν οι δουλοι του Ισαακ εν τη κοιλαδι και ευρηκαν εκει φρεαρ υδατος ζωντος.
<scripture passage="Gen 26:20" parsed="|Gen|26|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.20" />
<sup>20</sup>Ελογομαχησαν δε οι ποιμενες των Γεραρων μετα των ποιμενων του Ισαακ, λεγοντες, Ιδικον μας ειναι το υδωρ· και ωνομασε το φρεαρ Εσεκ· διοτι εφιλονεικησαν μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 26:21" parsed="|Gen|26|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.21" />
<sup>21</sup>Και εσκαψαν αλλο φρεαρ και ελογομαχησαν και περι αυτου· δια τουτο ωνομασεν αυτο Σιτνα.
<scripture passage="Gen 26:22" parsed="|Gen|26|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.22" />
<sup>22</sup>Και μετοικησας εκειθεν εσκαψεν αλλο φρεαρ, και περι τουτου δεν ελογομαχησαν· και ωνομασεν αυτο Ρεχωβωθ, λεγων, διοτι τωρα επλατυνεν ημας ο Κυριος και ηυξησεν ημας επι της γης.
<scripture passage="Gen 26:23" parsed="|Gen|26|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.23" />
<sup>23</sup>Και εκειθεν ανεβη εις Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="Gen 26:24" parsed="|Gen|26|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.24" />
<sup>24</sup>Και εφανη εις αυτον ο Κυριος την νυκτα εκεινην, και ειπεν, Εγω ειμαι ο Θεος Αβρααμ του πατρος σου· μη φοβου, διοτι εγω ειμαι μετα σου, και θελω σε ευλογησει και θελω πληθυνει το σπερμα σου, δια Αβρααμ τον δουλον μου.
<scripture passage="Gen 26:25" parsed="|Gen|26|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.25" />
<sup>25</sup>Και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον και επεκαλεσθη το ονομα του Κυριου· και εστησεν εκει την σκηνην αυτου· εσκαψαν δε εκει οι δουλοι του Ισαακ φρεαρ.
<scripture passage="Gen 26:26" parsed="|Gen|26|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.26" />
<sup>26</sup>Τοτε ο Αβιμελεχ υπηγε προς αυτον απο Γεραρων, και Οχοζαθ ο οικειος αυτου, και Φιχολ ο αρχιστρατηγος της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="Gen 26:27" parsed="|Gen|26|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.27" />
<sup>27</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ισαακ, Δια τι ηλθετε προς εμε, αφου σεις με εμισησατε και με εδιωξατε απο σας;
<scripture passage="Gen 26:28" parsed="|Gen|26|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.28" />
<sup>28</sup>οι δε ειπον, Ειδομεν φανερα, οτι ο Κυριος ειναι μετα σου, και ειπομεν, Ας γεινη τωρα ορκος μεταξυ ημων, μεταξυ ημων και σου, και ας καμωμεν συνθηκην μετα σου,
<scripture passage="Gen 26:29" parsed="|Gen|26|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.29" />
<sup>29</sup>οτι δεν θελεις καμει κακον εις ημας, καθως ημεις δεν σε ηγγισαμεν, και καθως επραξαμεν εις σε μονον καλον, και σε εξαπεστειλαμεν εν ειρηνη· τωρα συ εισαι ευλογημενος του Κυριου.
<scripture passage="Gen 26:30" parsed="|Gen|26|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.30" />
<sup>30</sup>Και εκαμεν εις αυτους συμποσιον· και εφαγον και επιον.
<scripture passage="Gen 26:31" parsed="|Gen|26|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.31" />
<sup>31</sup>Και εσηκωθησαν ενωρις το πρωι, και ωμοσεν ο εις προς τον αλλον· τοτε ο Ισαακ εξαπεστειλεν αυτους, και απηλθον απ' αυτου εν ειρηνη.
<scripture passage="Gen 26:32" parsed="|Gen|26|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.32" />
<sup>32</sup>Και την ημεραν εκεινην ηλθον οι δουλοι του Ισαακ και ανηγγειλαν προς αυτον περι του φρεατος το οποιον εσκαψαν, και ειπαν προς αυτον, Ευρηκαμεν υδωρ.
<scripture passage="Gen 26:33" parsed="|Gen|26|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.33" />
<sup>33</sup>Και ωνομασεν αυτο Σαβεε· δια τουτο ειναι το ονομα της πολεως Βηρ-σαβεε εως της σημερον.
<scripture passage="Gen 26:34" parsed="|Gen|26|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.34" />
<sup>34</sup>Ητο δε ο Ησαυ ετων τεσσαρακοντα, οτε ελαβεν εις γυναικα Ιουδιθ, την θυγατερα Βεηρι του Χετταιου, και Βασεμαθ, την θυγατερα Αιλων του Χετταιου·
<scripture passage="Gen 26:35" parsed="|Gen|26|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.26.35" />
<sup>35</sup>και αυται ησαν πικρια ψυχης εις τον Ισαακ και την Ρεβεκκαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 27" progress="2.27%" prev="Gen.26" next="Gen.28" id="Gen.27">
<h3 id="Gen.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Gen.27-p1">
<scripture passage="Gen 27:1" parsed="|Gen|27|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.1" />
<sup>1</sup>Και αφου εγηρασεν ο Ισαακ, και οι οφθαλμοι αυτου ημβλυνθησαν, ωστε δεν εβλεπεν, εκαλεσεν Ησαυ τον υιον αυτου τον μεγαλητερον, και ειπε προς αυτον, Υιε μου. Ο δε ειπε προς αυτον, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 27:2" parsed="|Gen|27|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.2" />
<sup>2</sup>Και εκεινος ειπεν, Ιδου, τωρα, εγω εγηρασα· δεν γνωριζω την ημεραν του θανατου μου·
<scripture passage="Gen 27:3" parsed="|Gen|27|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.3" />
<sup>3</sup>λαβε λοιπον, παρακαλω, τα οπλα σου, την φαρετραν σου και το τοξον σου, και εξελθε εις την πεδιαδα και κυνηγησον μοι κυνηγιον·
<scripture passage="Gen 27:4" parsed="|Gen|27|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.4" />
<sup>4</sup>και καμε μοι εδεσματα καθως αγαπω, και φερε μοι να φαγω, δια να σε ευλογηση η ψυχη μου πριν αποθανω.
<scripture passage="Gen 27:5" parsed="|Gen|27|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.5" />
<sup>5</sup>Η δε Ρεβεκκα ηκουσεν ενω ελαλει ο Ισαακ προς Ησαυ τον υιον αυτου. Και υπηγεν ο Ησαυ εις την πεδιαδα δια να κυνηγηση κυνηγιον και να φερη αυτο.
<scripture passage="Gen 27:6" parsed="|Gen|27|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.6" />
<sup>6</sup>Και η Ρεβεκκα ελαλησε προς Ιακωβ τον υιον αυτης, λεγουσα, Ιδου, εγω ηκουσα τον πατερα σου λαλουντα προς Ησαυ τον αδελφον και λεγοντα,
<scripture passage="Gen 27:7" parsed="|Gen|27|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.7" />
<sup>7</sup>Φερε μοι κυνηγιον και καμε μοι εδεσματα, δια να φαγω, και να σε ευλογησω ενωπιον του Κυριου πριν αποθανω.
<scripture passage="Gen 27:8" parsed="|Gen|27|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον, υιε μου, ακουσον την φωνην μου εις οσα εγω σοι παραγγελλω·
<scripture passage="Gen 27:9" parsed="|Gen|27|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.9" />
<sup>9</sup>υπαγε τωρα εις το ποιμνιον, και λαβε μοι εκειθεν δυο καλα εριφια εξ αιγων· δια να καμω αυτα εδεσματα δια τον πατερα σου, καθως αγαπα·
<scripture passage="Gen 27:10" parsed="|Gen|27|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.10" />
<sup>10</sup>και θελεις φερει αυτα προς τον πατερα σου να φαγη, δια σε ευλογηση πριν αποθανη.
<scripture passage="Gen 27:11" parsed="|Gen|27|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς Ρεβεκκαν την μητερα αυτου, Ιδου, ο Ησαυ ο αδελφος μου ειναι ανηρ δασυτριχος, εγω δε ανηρ ατριχος·
<scripture passage="Gen 27:12" parsed="|Gen|27|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.12" />
<sup>12</sup>ισως με ψηλαφηση ο πατηρ μου, και θελω φανη εις αυτον ως απατεων, και θελω συρει επ' εμαυτον καταραν και ουχι ευλογιαν.
<scripture passage="Gen 27:13" parsed="|Gen|27|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.13" />
<sup>13</sup>Ειπε δε προς αυτον η μητηρ αυτου, Επ' εμε η καταρα σου, τεκνον μου· μονον υπακουσον εις την φωνην μου και υπαγε, φερε μοι αυτα.
<scripture passage="Gen 27:14" parsed="|Gen|27|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.14" />
<sup>14</sup>Και υπηγε, και ελαβε, και εφερεν αυτα προς την μητερα αυτου· και εκαμεν η μητηρ αυτου εδεσματα καθως ηγαπα ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="Gen 27:15" parsed="|Gen|27|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.15" />
<sup>15</sup>Και λαβουσα η Ρεβεκκα τα καλητερα φορεματα Ησαυ του μεγαλητερου υιου αυτης, τα οποια ειχεν εν τη οικια, ενεδυσε με αυτα Ιακωβ, τον υιον αυτης τον νεωτερον·
<scripture passage="Gen 27:16" parsed="|Gen|27|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.16" />
<sup>16</sup>και με τα δερματα των εριφιων εσκεπασε τας χειρας αυτου, και τα γυμνα του τραχηλου αυτου·
<scripture passage="Gen 27:17" parsed="|Gen|27|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.17" />
<sup>17</sup>και εδωκεν εις τας χειρας Ιακωβ του υιου αυτης τα εδεσματα και τον αρτον, τα οποια ητοιμασε.
<scripture passage="Gen 27:18" parsed="|Gen|27|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.18" />
<sup>18</sup>Και ηλθε προς τον πατερα αυτου· και ειπε, Πατερ μου. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω· τις εισαι, τεκνον μου;
<scripture passage="Gen 27:19" parsed="|Gen|27|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον πατερα αυτου, Εγω ειμαι Ησαυ ο πρωτοτοκος σου· εκαμα καθως μοι ειπας, σηκωθητι λοιπον, καθισον και φαγε εκ του κυνηγιου μου, δια να με ευλογηση η ψυχη σου.
<scripture passage="Gen 27:20" parsed="|Gen|27|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Ισαακ προς τον υιον αυτου, Ποθεν τουτο, τεκνον μου, οτι ευρηκας τοσον ταχεως; Ο δε ειπε, Διοτι Κυριος ο Θεος σου εφερεν αυτο εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Gen 27:21" parsed="|Gen|27|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Ισαακ προς τον Ιακωβ, Πλησιασον, τεκνον μου, δια να σε ψηλαφησω, αν συ ησαι αυτος ο υιος Ησαυ, η ουχι.
<scripture passage="Gen 27:22" parsed="|Gen|27|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.22" />
<sup>22</sup>Και επλησιασεν ο Ιακωβ εις τον Ισαακ τον πατερα αυτου· ο δε εψηλαφησεν αυτον, και ειπεν, Η μεν φωνη ειναι φωνη Ιακωβ, αι δε χειρες, χειρες Ησαυ.
<scripture passage="Gen 27:23" parsed="|Gen|27|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.23" />
<sup>23</sup>Και δεν εγνωρισεν αυτον, διοτι αι χειρες αυτου ησαν ως αι χειρες Ησαυ αδελφου αυτου, δασυτριχοι και ευλογησεν αυτον.
<scripture passage="Gen 27:24" parsed="|Gen|27|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.24" />
<sup>24</sup>Και ειπε, Συ εισαι αυτος ο υιος μου Ησαυ; Ο δε ειπεν, Εγω.
<scripture passage="Gen 27:25" parsed="|Gen|27|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.25" />
<sup>25</sup>Και ειπε, Φερε πλησιον μου, και θελω φαγει εκ του κυνηγιου του υιου μου, δια να σε ευλογηση η ψυχη μου. Και εφερε πλησιον αυτου, και εφαγεν· εφερε δε προς αυτον οινον και επιε.
<scripture passage="Gen 27:26" parsed="|Gen|27|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.26" />
<sup>26</sup>Και ειπε προς αυτον Ισαακ ο πατηρ αυτου, Πλησιασον τωρα, και φιλησον με, τεκνον μου.
<scripture passage="Gen 27:27" parsed="|Gen|27|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.27" />
<sup>27</sup>Και επλησιασε, και εφιλησεν αυτον· και ωσφρανθη την οσμην των ενδυματων αυτου, και ευλογησεν αυτον και ειπεν, Ιδου, η οσμη του υιου μου ειναι ως οσμη πεδιαδος, την οποιαν ευλογησεν ο Κυριος·
<scripture passage="Gen 27:28" parsed="|Gen|27|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.28" />
<sup>28</sup>Λοιπον ο Θεος να σοι δωση απο της δροσου του ουρανου και απο του παχους της γης και αφθονιαν σιτου και οινου·
<scripture passage="Gen 27:29" parsed="|Gen|27|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.29" />
<sup>29</sup>Λαοι να σε δουλευσωσι και εθνη να σε προσκυνησωσι· να ησαι κυριος των αδελφων σου, και οι υιοι της μητρος σου να σε προσκυνησωσι· κατηραμενος οστις σε καταραται, και ευλογημενος οστις σε ευλογει
<scripture passage="Gen 27:30" parsed="|Gen|27|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.30" />
<sup>30</sup>Και καθως επαυσεν ο Ισαακ ευλογων τον Ιακωβ, μολις ο Ιακωβ ειχεν εξελθει απ' εμπροσθεν του πατρος αυτου Ισαακ· και ηλθεν Ησαυ ο αδελφος αυτου εκ του κυνηγιου αυτου.
<scripture passage="Gen 27:31" parsed="|Gen|27|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.31" />
<sup>31</sup>Και εκαμε και αυτος εδεσματα και εφερε προς τον πατερα αυτου· και ειπε προς τον πατερα αυτου, Ας σηκωθη ο πατηρ μου, και ας φαγη εκ του κυνηγιου του υιου αυτου, δια να με ευλογηση η ψυχη σου.
<scripture passage="Gen 27:32" parsed="|Gen|27|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.32" />
<sup>32</sup>Και ειπε προς αυτον Ισαακ ο πατηρ αυτου, Τις εισαι; Ο δε ειπεν, Ειμαι ο υιος σου, ο πρωτοτοκος σου Ησαυ.
<scripture passage="Gen 27:33" parsed="|Gen|27|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.33" />
<sup>33</sup>Και εξεπλαγη ο Ισαακ εκπληξιν μεγαλην σφοδρα, και ειπε, Ποιος ειναι λοιπον εκεινος, οστις εκυνηγησε κυνηγιον, και μοι εφερε και εφαγον απο παντων πριν εισελθης, και ευλογησα αυτον; και ευλογημενος θελει εισθαι.
<scripture passage="Gen 27:34" parsed="|Gen|27|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.34" />
<sup>34</sup>Οτε ηκουσεν ο Ησαυ τους λογους του πατρος αυτου, ανεκραξε κραυγην μεγαλην και πικραν σφοδρα· και ειπε προς τον πατερα αυτου, Ευλογησον με, και εμε, πατερ μου.
<scripture passage="Gen 27:35" parsed="|Gen|27|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.35" />
<sup>35</sup>Ο δε ειπεν, Ηλθεν ο αδελφος σου μετα δολου, και ελαβε την ευλογιαν σου.
<scripture passage="Gen 27:36" parsed="|Gen|27|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.36" />
<sup>36</sup>Και ειπεν ο Ησαυ, Δικαιως εκαλεσθη το ονομα αυτου Ιακωβ, διοτι τωρα δευτεραν ταυτην φοραν με υπεσκελισεν· ελαβε τα πρωτοτοκια μου, και ιδου, τωρα ελαβε και την ευλογιαν μου. Και ειπε, Δεν εφυλαξας δι' εμε ευλογιαν;
<scripture passage="Gen 27:37" parsed="|Gen|27|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.37" />
<sup>37</sup>Και, απεκριθη ο Ισαακ, και ειπε προς τον Ησαυ, Ιδου, κυριον σου εκαμα αυτον, και παντας τους αδελφους αυτου εκαμα δουλους αυτου, και εστηριξα αυτον με σιτον και οινον· και τι λοιπον να καμω εις σε, τεκνον μου;
<scripture passage="Gen 27:38" parsed="|Gen|27|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο Ησαυ προς τον πατερα αυτου, Μηπως ταυτην μονην την ευλογιαν εχεις, πατερ μου; ευλογησον με, και εμε, πατερ μου. και υψωσεν ο Ησαυ την φωνην αυτου, και εκλαυσε.
<scripture passage="Gen 27:39" parsed="|Gen|27|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.39" />
<sup>39</sup>Και απεκριθη Ισαακ ο πατηρ αυτου, και ειπε προς αυτον, Ιδου, η κατοικησις σου θελει εισθαι εις το παχος της γης, και εις την δροσον του ουρανου ανωθεν·
<scripture passage="Gen 27:40" parsed="|Gen|27|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.40" />
<sup>40</sup>και με την μαχαιραν σου θελεις ζη, και εις τον αδελφον σου θελεις δουλευσει, οταν δε υπερισχυσης, θελεις συντριψει τον ζυγον αυτου απο του τραχηλου σου.
<scripture passage="Gen 27:41" parsed="|Gen|27|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.41" />
<sup>41</sup>Και εμισει ο Ησαυ τον Ιακωβ, δια την ευλογιαν με την οποιαν ευλογησεν αυτον ο πατηρ αυτου· και ειπεν ο Ησαυ εν τη καρδια αυτου, Πλησιαζουσιν αι ημεραι του πενθους του πατρος μου· τοτε θελω φονευσει Ιακωβ τον αδελφον μου.
<scripture passage="Gen 27:42" parsed="|Gen|27|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.42" />
<sup>42</sup>Ανηγγελθησαν, δε προς την Ρεβεκκαν οι λογοι Ησαυ του υιου αυτης του μεγαλητερου· και πεμψασα εκαλεσεν Ιακωβ τον υιον αυτης τον νεωτερον, και ειπε προς αυτον, Ιδου, Ησαυ ο αδελφος σου παρηγορει εαυτον κατα σου, οτι θελει σε φονευσει.
<scripture passage="Gen 27:43" parsed="|Gen|27|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.43" />
<sup>43</sup>Τωρα λοιπον, τεκνον μου, ακουσον την φωνην μου· και σηκωθεις, φυγε προς Λαβαν τον αδελφον μου εις Χαρραν·
<scripture passage="Gen 27:44" parsed="|Gen|27|44|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.44" />
<sup>44</sup>και κατοικησον μετ' αυτου ημερας τινας, εωσου παρελθη ο θυμος του αδελφου σου·
<scripture passage="Gen 27:45" parsed="|Gen|27|45|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.45" />
<sup>45</sup>εωσου παυση η κατα σου οργη του αδελφου σου, και λησμονηση τα οσα επραξας εις αυτον· τοτε θελω στειλει, και θελω σε φερει εκειθεν· δια τι να σας στερηθω και τους δυο εν μια ημερα;
<scripture passage="Gen 27:46" parsed="|Gen|27|46|0|0" osisRef="Bible:Gen.27.46" />
<sup>46</sup>Και ειπεν η Ρεβεκκα προς τον Ισαακ, Αηδιασα την ζωην μου εξ αιτιας των θυγατερων του Χετ· εαν ο Ιακωβ λαβη γυναικα εκ των θυγατερων του Χετ, καθως ειναι αυται εκ των θυγατερων της γης ταυτης, τι με ωφελει να ζω;
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 28" progress="2.42%" prev="Gen.27" next="Gen.29" id="Gen.28">
<h3 id="Gen.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Gen.28-p1">
<scripture passage="Gen 28:1" parsed="|Gen|28|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.1" />
<sup>1</sup>Και προσκαλεσας ο Ισαακ τον Ιακωβ ευλογησεν αυτον, και παρηγγειλε προς αυτον λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν·
<scripture passage="Gen 28:2" parsed="|Gen|28|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.2" />
<sup>2</sup>σηκωθεις υπαγε εις Παδαν-αραμ, εις την οικιαν Βαθουηλ του πατρος της μητρος σου· και εκειθεν λαβε εις σεαυτον γυναικα, εκ των θυγατερων Λαβαν του αδελφου της μητρος σου·
<scripture passage="Gen 28:3" parsed="|Gen|28|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.3" />
<sup>3</sup>και ο Θεος ο Παντοδυναμος να σε ευλογηση και να σε αυξηση και να σε πληθυνη, ωστε να γεινης εις πληθος λαων·
<scripture passage="Gen 28:4" parsed="|Gen|28|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.4" />
<sup>4</sup>και να σοι δωση την ευλογιαν του Αβρααμ, εις σε και εις το σπερμα σου μετα σε, δια να κληρονομησης την γην της παροικησεως σου, την οποιαν εδωκεν ο Θεος εις τον Αβρααμ.
<scripture passage="Gen 28:5" parsed="|Gen|28|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.5" />
<sup>5</sup>Και εξαπεστειλεν ο Ισαακ τον Ιακωβ· και υπηγεν εις Παδαν-αραμ προς Λαβαν, τον υιον του Βαθουηλ του Συρου, τον αδελφον Ρεβεκκας της μητρος του Ιακωβ και του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 28:6" parsed="|Gen|28|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.6" />
<sup>6</sup>Ιδων δε ο Ησαυ οτι ευλογησεν ο Ισαακ τον Ιακωβ και εξαπεστειλεν αυτον εις Παδαν-αραμ, δια να λαβη εις εαυτον γυναικα εκειθεν, και οτι, ενω ευλογει αυτον, παρηγγειλεν εις αυτον, λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν·
<scripture passage="Gen 28:7" parsed="|Gen|28|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.7" />
<sup>7</sup>και οτι υπηκουσεν ο Ιακωβ εις τον πατερα αυτου και την μητερα αυτου· και υπηγεν εις Παδαν-αραμ·
<scripture passage="Gen 28:8" parsed="|Gen|28|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.8" />
<sup>8</sup>και ιδων ο Ησαυ οτι αι θυγατερες Χανααν ειναι μισηται εις τους οφθαλμους του πατρος αυτου Ισαακ,
<scripture passage="Gen 28:9" parsed="|Gen|28|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.9" />
<sup>9</sup>υπηγεν ο Ησαυ προς τον Ισμαηλ, και εκτος των αλλων γυναικων αυτου ελαβεν εις εαυτον γυναικα την Μαελεθ, θυγατερα Ισμαηλ του υιου του Αβρααμ, την αδελφην του Ναβαιωθ.
<scripture passage="Gen 28:10" parsed="|Gen|28|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.10" />
<sup>10</sup>Και εξηλθεν ο Ιακωβ απο Βηρ-σαβεε, και υπηγεν εις Χαρραν.
<scripture passage="Gen 28:11" parsed="|Gen|28|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.11" />
<sup>11</sup>Και εφθασεν εις τινα τοπον και διενυκτερευσεν εκει, διοτι ειχε δυσει ο ηλιος· και ελαβεν εκ των λιθων του τοπου και εθεσε προσκεφαλαιον αυτου, και εκοιμηθη εν τω τοπω εκεινω.
<scripture passage="Gen 28:12" parsed="|Gen|28|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.12" />
<sup>12</sup>Και ειδεν ενυπνιον, και ιδου, κλιμαξ εστηριγμενη εις την γην, της οποιας η κορυφη εφθανεν εις τον ουρανον· και ιδου, οι αγγελοι του Θεου ανεβαινον και κατεβαινον επ' αυτης.
<scripture passage="Gen 28:13" parsed="|Gen|28|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.13" />
<sup>13</sup>Και ιδου, ο Κυριος ιστατο επανωθεν αυτης και ειπεν, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος του Αβρααμ του πατρος σου, και ο Θεος του Ισαακ· την γην, επι της οποιας κοιμασαι, εις σε θελω δωσει αυτην και εις το σπερμα σου.
<scripture passage="Gen 28:14" parsed="|Gen|28|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.14" />
<sup>14</sup>και θελει εισθαι το σπερμα σου ως η αμμος της γης, και θελεις εξαπλωθη προς δυσιν και προς ανατολην και προς βορραν και προς νοτον· και θελουσιν ευλογηθη εν σοι, και εν τω σπερματι σου πασαι αι φυλαι της γης·
<scripture passage="Gen 28:15" parsed="|Gen|28|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.15" />
<sup>15</sup>και ιδου, εγω ειμαι μετα σου, και θελω σε διαφυλαττει πανταχου, οπου αν υπαγης, και θελω σε επαναφερει εις την γην ταυτην· διοτι δεν θελω σε εγκαταλειψει, εωσου καμω οσα ελαλησα προς σε.
<scripture passage="Gen 28:16" parsed="|Gen|28|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.16" />
<sup>16</sup>Και εξεγερθεις ο Ιακωβ εκ του υπνου αυτου, ειπε, Βεβαια ο Κυριος ειναι εν τω τοπω τουτω, και εγω δεν ηξευρον.
<scripture passage="Gen 28:17" parsed="|Gen|28|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.17" />
<sup>17</sup>Και εφοβηθη και ειπε, Ποσον φοβερος ειναι ο τοπος ουτος· δεν ειναι τουτο, ειμη οικος Θεου, και αυτη η πυλη του ουρανου.
<scripture passage="Gen 28:18" parsed="|Gen|28|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.18" />
<sup>18</sup>Και σηκωθεις ο Ιακωβ ενωρις το πρωι, ελαβε τον λιθον τον οποιον ειχε θεσει προσκεφαλαιον αυτου, και εστησεν αυτον δια στηλην και εχυσεν ελαιον επι την κορυφην αυτης.
<scripture passage="Gen 28:19" parsed="|Gen|28|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.19" />
<sup>19</sup>Και εκαλεσε το ονομα του τοπου εκεινου, Βαιθηλ· το δε ονομα της πολεως εκεινης ητο προτερον Λουζ.
<scripture passage="Gen 28:20" parsed="|Gen|28|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.20" />
<sup>20</sup>Και ευχηθη ο Ιακωβ ευχην, λεγων, Αν ο Θεος ηναι μετ' εμου και με διαφυλαξη εν τη οδω ταυτη εις την οποιαν υπαγω, και μοι δωση αρτον να φαγω και ενδυμα να ενδυθω,
<scripture passage="Gen 28:21" parsed="|Gen|28|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.21" />
<sup>21</sup>και επιστρεψω εν ειρηνη εις τον οικον του πατρος μου, τοτε ο Κυριος θελει εισθαι Θεος μου·
<scripture passage="Gen 28:22" parsed="|Gen|28|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.28.22" />
<sup>22</sup>και ο λιθος ουτος, τον οποιον εστησα δια στηλην, θελει εισθαι οικος Θεου· και εκ παντων οσα μοι δωσης, το δεκατον θελω προσφερει εις σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 29" progress="2.50%" prev="Gen.28" next="Gen.30" id="Gen.29">
<h3 id="Gen.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Gen.29-p1">
<scripture passage="Gen 29:1" parsed="|Gen|29|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.1" />
<sup>1</sup>Και εκινησεν ο Ιακωβ και υπηγεν εις την γην των κατοικων της ανατολης.
<scripture passage="Gen 29:2" parsed="|Gen|29|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.2" />
<sup>2</sup>Και ειδε, και ιδου, φρεαρ εν τη πεδιαδι και ιδου, εκει τρια ποιμνια προβατων αναπαυομενα πλησιον αυτου, διοτι εκ του φρεατος εκεινον εποτιζον τα ποιμνια· λιθος δε μεγας ητο επι το στομιον του φρεατος.
<scripture passage="Gen 29:3" parsed="|Gen|29|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.3" />
<sup>3</sup>Και οτε συνηγοντο εκει παντα τα ποιμνια, απεκυλιον τον λιθον απο του στομιου του φρεατος, και εποτιζον τα ποιμνια· επειτα εθετον παλιν τον λιθον επι το στομιον του φρεατος εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Gen 29:4" parsed="|Gen|29|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιακωβ, Αδελφοι, ποθεν εισθε; Οι δε ειπον, Εκ της Χαρραν ειμεθα.
<scripture passage="Gen 29:5" parsed="|Gen|29|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς αυτους, Γνωριζετε Λαβαν τον υιον του Ναχωρ; οι δε ειπον, Γνωριζομεν.
<scripture passage="Gen 29:6" parsed="|Gen|29|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτους, Υγιαινει; Οι δε ειπον, Υγιαινει· και ιδου, Ραχηλ η θυγατηρ αυτου ερχεται μετα των προβατων.
<scripture passage="Gen 29:7" parsed="|Gen|29|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν, Ιδου, μενει ακομη ημερα πολλη, δεν ειναι ωρα να συρθωσι τα κτηνη· ποτισατε τα προβατα και υπαγετε να βοσκησητε αυτα.
<scripture passage="Gen 29:8" parsed="|Gen|29|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.8" />
<sup>8</sup>Οι δε ειπον, Δεν δυναμεθα, εωσου συναχθωσι παντα τα ποιμνια, και να αποκυλισωσι τον λιθον απο του στομιου του φρεατος· τοτε ποτιζομεν τα προβατα.
<scripture passage="Gen 29:9" parsed="|Gen|29|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.9" />
<sup>9</sup>Και ενω ακομη ελαλει προς αυτους, ηλθεν η Ραχηλ μετα των προβατων του πατρος αυτης· διοτι αυτη εβοσκε.
<scripture passage="Gen 29:10" parsed="|Gen|29|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.10" />
<sup>10</sup>Και ως ειδεν ο Ιακωβ την Ραχηλ, θυγατερα του Λαβαν του αδελφου της μητρος αυτου, και τα προβατα του Λαβαν του αδελφου της μητρος αυτου, επλησιασεν ο Ιακωβ και απεκυλισε τον λιθον απο του στομιου του φρεατος, και εποτισε τα προβατα του Λαβαν, του αδελφου της μητρος αυτου.
<scripture passage="Gen 29:11" parsed="|Gen|29|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.11" />
<sup>11</sup>Και εφιλησεν ο Ιακωβ την Ραχηλ και υψωσας την φωνην αυτου εκλαυσε.
<scripture passage="Gen 29:12" parsed="|Gen|29|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.12" />
<sup>12</sup>Και απηγγειλεν ο Ιακωβ προς την Ραχηλ, οτι ειναι αδελφος του πατρος αυτης, και οτι ειναι υιος της Ρεβεκκας· και εκεινη δραμουσα απηγγειλε τουτο εις τον πατερα αυτης.
<scripture passage="Gen 29:13" parsed="|Gen|29|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.13" />
<sup>13</sup>Και ως ηκουσεν ο Λαβαν το ονομα του Ιακωβ του υιου της αδελφης αυτου, εδραμεν εις συναντησιν αυτου· και εναγκαλισθεις αυτον, εφιλησεν αυτον και εφερεν αυτον εις την οικιαν αυτου· και διηγηθη ο Ιακωβ προς τον Λαβαν παντα τα γενομενα.
<scripture passage="Gen 29:14" parsed="|Gen|29|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτον ο Λαβαν, Βεβαια οστουν μου και σαρξ μου εισαι. Και κατωκησε μετ' αυτου ενα μηνα.
<scripture passage="Gen 29:15" parsed="|Gen|29|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Λαβαν προς τον Ιακωβ, Επειδη εισαι αδελφος μου, δια τουτο θελεις με δουλευει δωρεαν; ειπε μοι, τις θελει εισθαι ο μισθος σου;
<scripture passage="Gen 29:16" parsed="|Gen|29|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.16" />
<sup>16</sup>Ειχε δε Λαβαν δυο θυγατερας· το ονομα της πρεσβυτερας, Λεια, και το ονομα της μικροτερας Ραχηλ.
<scripture passage="Gen 29:17" parsed="|Gen|29|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.17" />
<sup>17</sup>Και της μεν Λειας οι οφθαλμοι ησαν ασθενεις· η δε Ραχηλ ητο ευειδης και ωραια την οψιν.
<scripture passage="Gen 29:18" parsed="|Gen|29|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.18" />
<sup>18</sup>Και ηγαπησεν ο Ιακωβ την Ραχηλ· και ειπε, Θελω σε δουλευει επτα ετη δια την Ραχηλ, την θυγατερα σου την μικροτεραν.
<scripture passage="Gen 29:19" parsed="|Gen|29|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Λαβαν, Καλητερα να δωσω αυτην εις σε, παρα να δωσω αυτην εις αλλον ανδρα· κατοικησον μετ' εμου.
<scripture passage="Gen 29:20" parsed="|Gen|29|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.20" />
<sup>20</sup>Και εδουλευσεν ο Ιακωβ δια την Ραχηλ επτα ετη· και εφαινοντο εις αυτον ως ημεραι ολιγαι, δια την προς αυτην αγαπην αυτου.
<scripture passage="Gen 29:21" parsed="|Gen|29|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον Λαβαν, Δος μοι την γυναικα μου, διοτι επληρωθησαν αι ημεραι μου, δια να εισελθω προς αυτην.
<scripture passage="Gen 29:22" parsed="|Gen|29|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.22" />
<sup>22</sup>Και συνηγαγεν ο Λαβαν παντας τους ανθρωπους του τοπου και εκαμε συμποσιον.
<scripture passage="Gen 29:23" parsed="|Gen|29|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.23" />
<sup>23</sup>Και το εσπερας, λαβων την Λειαν την θυγατερα αυτου, εφερεν αυτην προς αυτον· και εισηλθε προς αυτην.
<scripture passage="Gen 29:24" parsed="|Gen|29|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.24" />
<sup>24</sup>Και εδωκεν ο Λαβαν εις Λειαν την θυγατερα αυτου, δια θεραπαιναν αυτης, Ζελφαν την θεραπαιναν αυτου.
<scripture passage="Gen 29:25" parsed="|Gen|29|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.25" />
<sup>25</sup>Και το πρωι, ιδου, αυτη ητο η Λεια· και ειπε προς τον Λαβαν, Τι τουτο το οποιον επραξας εις εμε; δεν σε εδουλευσα δια την Ραχηλ; και δια τι με ηπατησας;
<scripture passage="Gen 29:26" parsed="|Gen|29|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Λαβαν, Δεν γινεται ουτως εν τω τοπω ημων, να διδωται η μικροτερα προ της πρεσβυτερας·
<scripture passage="Gen 29:27" parsed="|Gen|29|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.27" />
<sup>27</sup>εκπληρωσον την εβδομαδα ταυτης, και θελω σοι δωσει και αυτην, αντι της εργασιας την οποιαν θελεις καμει εις εμε ακομη αλλα επτα ετη.
<scripture passage="Gen 29:28" parsed="|Gen|29|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.28" />
<sup>28</sup>Και εκαμεν ο Ιακωβ ουτω και εξεπληρωσε την εβδομαδα αυτης· και εδωκεν εις αυτον την Ραχηλ την θυγατερα αυτου εις γυναικα.
<scripture passage="Gen 29:29" parsed="|Gen|29|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.29" />
<sup>29</sup>Και εδωκεν ο Λαβαν εις Ραχηλ την θυγατερα αυτου, δια θεραπαιναν αυτης, Βαλλαν την θεραπαιναν αυτου.
<scripture passage="Gen 29:30" parsed="|Gen|29|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.30" />
<sup>30</sup>Και εισηλθεν ο Ιακωβ και προς την Ραχηλ· και ηγαπησε την Ραχηλ περισσοτερον παρα την Λειαν· και εδουλευσεν αυτον ακομη αλλα επτα ετη.
<scripture passage="Gen 29:31" parsed="|Gen|29|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.31" />
<sup>31</sup>Και ιδων ο Κυριος οτι εμισειτο η Λεια, ηνοιξε την μητραν αυτης· η δε Ραχηλ ητο στειρα.
<scripture passage="Gen 29:32" parsed="|Gen|29|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.32" />
<sup>32</sup>Και συνελαβεν η Λεια και εγεννησεν υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Ρουβην· διοτι ειπεν, Ειδε βεβαια ο Κυριος την ταπεινωσιν μου· τωρα λοιπον θελει με αγαπησει ο ανηρ μου.
<scripture passage="Gen 29:33" parsed="|Gen|29|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.33" />
<sup>33</sup>Και συνελαβε παλιν και εγεννησεν υιον· και ειπεν, Επειδη ηκουσεν ο Κυριος οτι μισουμαι, δια τουτο μοι εδωκεν ακομη και τουτον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Συμεων.
<scripture passage="Gen 29:34" parsed="|Gen|29|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.34" />
<sup>34</sup>Και συνελαβεν ακομη και εγεννησεν υιον· και ειπε, Τωρα ταυτην την φοραν ο ανηρ μου θελει ενωθη μετ' εμου, διοτι εγεννησα εις αυτον τρεις υιους· δια τουτο ωνομασεν αυτον Λευι.
<scripture passage="Gen 29:35" parsed="|Gen|29|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.29.35" />
<sup>35</sup>Και συνελαβε παλιν και εγεννησεν υιον· και ειπε, Ταυτην την φοραν θελω δοξολογησει τον Κυριον· δια τουτο εκαλεσε το ονομα αυτου Ιουδαν· και επαυσε να γεννα.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 30" progress="2.61%" prev="Gen.29" next="Gen.31" id="Gen.30">
<h3 id="Gen.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Gen.30-p1">
<scripture passage="Gen 30:1" parsed="|Gen|30|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ειδεν η Ραχηλ οτι δεν ετεκνοποιησεν εις τον Ιακωβ, εφθονησεν η Ραχηλ την αδελφην αυτης· και ειπε προς τον Ιακωβ, Δος μοι τεκνα· ειδε μη, εγω αποθνησκω.
<scripture passage="Gen 30:2" parsed="|Gen|30|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.2" />
<sup>2</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Ιακωβ κατα της Ραχηλ και ειπε, Μηπως ειμαι εγω αντι του Θεου οστις σε εστερησεν απο καρπου κοιλιας;
<scripture passage="Gen 30:3" parsed="|Gen|30|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.3" />
<sup>3</sup>Η δε ειπεν, Ιδου, η θεραπαινα μου Βαλλα· εισελθε προς αυτην, και θελει γεννησει επι των γονατων μου, δια να αποκτησω και εγω τεκνα εξ αυτης.
<scripture passage="Gen 30:4" parsed="|Gen|30|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.4" />
<sup>4</sup>Και εδωκεν εις αυτον την Βαλλαν την θεραπαιναν αυτης δια γυναικα· και εισηλθεν ο Ιακωβ προς αυτην.
<scripture passage="Gen 30:5" parsed="|Gen|30|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.5" />
<sup>5</sup>Και συνελαβεν η Βαλλα, και εγεννησεν υιον εις τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 30:6" parsed="|Gen|30|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.6" />
<sup>6</sup>και ειπεν η Ραχηλ, Ο Θεος με εκρινε και ηκουσε και την φωνην μου και μοι εδωκεν υιον· δια τουτο εκαλεσε το ονομα αυτου Δαν.
<scripture passage="Gen 30:7" parsed="|Gen|30|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.7" />
<sup>7</sup>Και συνελαβε παλιν η Βαλλα, η θεραπαινα της Ραχηλ, και εγεννησε δευτερον υιον εις τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 30:8" parsed="|Gen|30|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.8" />
<sup>8</sup>και ειπεν η Ραχηλ, Δυνατην παλην επαλαισα μετα της αδελφης μου, και υπερισχυσα· και εκαλεσε το ονομα αυτου Νεφθαλι.
<scripture passage="Gen 30:9" parsed="|Gen|30|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.9" />
<sup>9</sup>Και οτε ειδεν η Λεια οτι επαυσε να γεννα, ελαβε την Ζελφαν την θεραπαιναν αυτης, και εδωκεν αυτην εις τον Ιακωβ δια γυναικα.
<scripture passage="Gen 30:10" parsed="|Gen|30|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.10" />
<sup>10</sup>Και η Ζελφα, η θεραπαινα της Λειας, εγεννησεν υιον εις τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 30:11" parsed="|Gen|30|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.11" />
<sup>11</sup>και ειπεν η Λεια, Ευτυχια ερχεται· και εκαλεσε το ονομα αυτου Γαδ.
<scripture passage="Gen 30:12" parsed="|Gen|30|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.12" />
<sup>12</sup>Και εγεννησεν η Ζελφα, η θεραπαινα της Λειας, δευτερον υιον εις τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 30:13" parsed="|Gen|30|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.13" />
<sup>13</sup>και ειπεν η Λεια, Μακαρια εγω, διοτι θελουσι με μακαριζει αι γυναικες· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ασηρ.
<scripture passage="Gen 30:14" parsed="|Gen|30|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.14" />
<sup>14</sup>Και υπηγεν ο Ρουβην εν ταις ημεραις του θερισμου του σιτου και ευρηκε μανδραγορας εν τω αγρω, και εφερεν αυτους προς την Λειαν την μητερα αυτου. Ειπε δε η Ραχηλ προς την Λειαν, Δος μοι, παρακαλω, απο τους μανδραγορας του υιου σου.
<scripture passage="Gen 30:15" parsed="|Gen|30|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.15" />
<sup>15</sup>Η δε ειπε προς αυτην, Μικρον πραγμα ειναι, οτι ελαβες τον ανδρα μου; και θελεις να λαβης και τους μανδραγορας του υιου μου; και η Ραχηλ ειπε, Λοιπον ας κοιμηθη μετα σου ταυτην την νυκτα, δια τους μανδραγορας του υιου σου.
<scripture passage="Gen 30:16" parsed="|Gen|30|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.16" />
<sup>16</sup>Και ηλθεν ο Ιακωβ το εσπερας εκ του αγρου, και εξελθουσα η Λεια εις συναντησιν αυτου, ειπε, Προς εμε θελεις εισελθει, διοτι σε εμισθωσα τωοντι με τους μανδραγορας του υιου μου. Και εκοιμηθη μετ' αυτης εκεινην την νυκτα.
<scripture passage="Gen 30:17" parsed="|Gen|30|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.17" />
<sup>17</sup>Και εισηκουσεν ο Θεος της Λειας· και συνελαβε και εγεννησεν εις τον Ιακωβ πεμπτον υιον.
<scripture passage="Gen 30:18" parsed="|Gen|30|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν η Λεια, Εδωκε μοι ο Θεος τον μισθον μου, διοτι εδωκα την θεραπαιναν μου εις τον ανδρα μου· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ισσαχαρ.
<scripture passage="Gen 30:19" parsed="|Gen|30|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.19" />
<sup>19</sup>Και συνελαβεν ακομη η Λεια, και εγεννησεν εκτον υιον εις τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 30:20" parsed="|Gen|30|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.20" />
<sup>20</sup>και ειπεν η Λεια, με επροικισεν ο Θεος με καλην προικα· τωρα θελει κατοικησει μετ' εμου ο ανηρ μου, διοτι εγεννησα εις αυτον εξ υιους· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ζαβουλων.
<scripture passage="Gen 30:21" parsed="|Gen|30|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.21" />
<sup>21</sup>Και μετα ταυτα εγεννησε θυγατερα, και εκαλεσε το ονομα αυτης Δειναν.
<scripture passage="Gen 30:22" parsed="|Gen|30|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.22" />
<sup>22</sup>Ενεθυμηθη δε ο Θεος την Ραχηλ και εισηκουσεν αυτης ο Θεος, και ηνοιξε την μητραν αυτης·
<scripture passage="Gen 30:23" parsed="|Gen|30|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.23" />
<sup>23</sup>και συνελαβε, και εγεννησεν υιον· και ειπεν, Ο Κυριος αφηρεσε το ονειδος μου.
<scripture passage="Gen 30:24" parsed="|Gen|30|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.24" />
<sup>24</sup>Και εκαλεσε το ονομα αυτου Ιωσηφ, λεγουσα, Ο Θεος να προσθεση εις εμε και αλλον υιον.
<scripture passage="Gen 30:25" parsed="|Gen|30|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.25" />
<sup>25</sup>Και αφου η Ραχηλ εγεννησε τον Ιωσηφ, ειπεν ο Ιακωβ προς τον Λαβαν, Εξαποστειλον με, δια να απελθω εις τον τοπον μου, και εις την πατριδα μου·
<scripture passage="Gen 30:26" parsed="|Gen|30|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.26" />
<sup>26</sup>δος μοι τας γυναικας μου και τα παιδια μου, δια τας οποιας σε εδουλευσα δια να απελθω· διοτι συ γνωριζεις την δουλευσιν μου, την οποιαν σε εδουλευσα.
<scripture passage="Gen 30:27" parsed="|Gen|30|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.27" />
<sup>27</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Λαβαν, Παρακαλω σε, να ευρω χαριν εμπροσθεν σου· εγνωρισα εκ πειρας, οτι ο Κυριος με ευλογησεν εξ αιτιας σου.
<scripture passage="Gen 30:28" parsed="|Gen|30|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε, Διορισον μοι τον μισθον σου, και θελω σοι δωσει αυτον.
<scripture passage="Gen 30:29" parsed="|Gen|30|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.29" />
<sup>29</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, συ γνωριζεις τινι τροπω σε εδουλευσα, και ποσα εγειναν τα κτηνη σου μετ' εμου·
<scripture passage="Gen 30:30" parsed="|Gen|30|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.30" />
<sup>30</sup>διοτι οσα ειχες προ εμου ησαν ολιγα, και τωρα ηυξησαν εις πληθος· και ο Κυριος σε ευλογησε με την ελευσιν μου· και τωρα ποτε θελω προβλεψει και εγω δια τον οικον μου;
<scripture passage="Gen 30:31" parsed="|Gen|30|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.31" />
<sup>31</sup>Ο δε ειπε, Τι να σοι δωσω; Και ο Ιακωβ ειπε, δεν θελεις μοι δωσει ουδεν· εαν καμης εις εμε το πραγμα τουτο, παλιν θελω ποιμαινει το ποιμνιον σου και φυλαττει αυτο·
<scripture passage="Gen 30:32" parsed="|Gen|30|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.32" />
<sup>32</sup>να περασω σημερον δια μεσον ολου του ποιμνιου σου, διαχωριζων εκειθεν παν προβατον εχον ποικιλματα και κηλιδας, και παν το μελανωπον μεταξυ των αρνιων, και το εχον κηλιδας και ποικιλματα μεταξυ των αιγων· και ταυτα να ηναι ο μισθος μου·
<scripture passage="Gen 30:33" parsed="|Gen|30|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.33" />
<sup>33</sup>και εις το εξης η δικαιοσυνη μου θελει μαρτυρησει περι εμου, οταν ελθη εμπροσθεν σου δια τον μισθον μου· παν ο, τι δεν ειναι με ποικιλματα και κηλιδας μεταξυ των αιγων, και μελανωπον μεταξυ των αρνιων, θελει λογισθη κλεμμενον υπ' εμου.
<scripture passage="Gen 30:34" parsed="|Gen|30|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.34" />
<sup>34</sup>Και ειπεν ο Λαβαν, Ιδου, εστω κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Gen 30:35" parsed="|Gen|30|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.35" />
<sup>35</sup>Και την ημεραν εκεινην διεχωρισε τους τραγους τους παρδαλους και κηλιδωτους και πασας τας αιγας οσαι ειχον ποικιλματα και κηλιδας, παντα οσα ησαν διαλευκα, και παντα τα μελανωπα μεταξυ των αρνιων, και εδωκεν αυτα εις τας χειρας των υιων αυτου·
<scripture passage="Gen 30:36" parsed="|Gen|30|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.36" />
<sup>36</sup>και εθεσε τριων ημερων οδον μεταξυ εαυτου και του Ιακωβ· ο δε Ιακωβ εποιμαινε το υπολοιπον του ποιμνιου του Λαβαν.
<scripture passage="Gen 30:37" parsed="|Gen|30|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.37" />
<sup>37</sup>Και ελαβεν εις εαυτον ο Ιακωβ ραβδους χλωρας εκ λευκης και καρυας και πλατανου και εξελεπισεν αυτας κατα λεπισματα λευκα, ωστε εφαινετο το λευκον το εις τας ραβδους·
<scripture passage="Gen 30:38" parsed="|Gen|30|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.38" />
<sup>38</sup>και εθεσε τας ραβδους, τας οποιας εξελεπισεν, εις τα αυλακια του υδατος, εις τας ποτιστρας, οπου τα ποιμνια ηρχοντο να πινωσι, δια να συλλαμβανωσι τα ποιμνια ενω ηρχοντο να πινωσι.
<scripture passage="Gen 30:39" parsed="|Gen|30|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.39" />
<sup>39</sup>Και συνελαμβανον τα ποιμνια βλεποντα τας ραβδους, και εγεννων προβατα παρδαλα, ποικιλα και κηλιδωτα.
<scripture passage="Gen 30:40" parsed="|Gen|30|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.40" />
<sup>40</sup>Διεχωρισε δε ο Ιακωβ τα αρνια, και εστρεψε τα προσωπα των προβατων του ποιμνιου του Λαβαν προς τα παρδαλα και προς παντα τα μελανωπα· τα δε εαυτου ποιμνια εθεσε χωριστα, και δεν εθεσεν αυτα μετα των προβατων του Λαβαν.
<scripture passage="Gen 30:41" parsed="|Gen|30|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.41" />
<sup>41</sup>Και καθ' ον καιρον τα πρωιμα προβατα ηρχοντο εις συλληψιν, ο Ιακωβ εθετε τας ραβδους εις τα αυλακια εμπροσθεν των οφθαλμων του ποιμνιου, δια να συλλαμβανωσι βλεποντα προς τας ραβδους·
<scripture passage="Gen 30:42" parsed="|Gen|30|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.42" />
<sup>42</sup>οτε δε τα προβατα ησαν οψιμα, δεν εθετεν αυτας· και ουτω τα οψιμα ησαν του Λαβαν, τα δε πρωιμα του Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 30:43" parsed="|Gen|30|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.30.43" />
<sup>43</sup>Και ηυξησεν ο ανθρωπος σφοδρα σφοδρα, και απεκτησε ποιμνια πολλα και δουλας και δουλους και καμηλους και ονους.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 31" progress="2.74%" prev="Gen.30" next="Gen.32" id="Gen.31">
<h3 id="Gen.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Gen.31-p1">
<scripture passage="Gen 31:1" parsed="|Gen|31|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.1" />
<sup>1</sup>Και ηκουσεν ο Ιακωβ τους λογους των υιων του Λαβαν, λεγοντων, Ο Ιακωβ ελαβε παντα τα υπαρχοντα του πατρος ημων, και εκ των υπαρχοντων του πατρος ημων απεκτησε πασαν την δοξαν ταυτην.
<scripture passage="Gen 31:2" parsed="|Gen|31|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.2" />
<sup>2</sup>Και ειδεν ο Ιακωβ το προσωπον του Λαβαν, και ιδου, δεν ητο προς αυτον ως χθες και προχθες.
<scripture passage="Gen 31:3" parsed="|Gen|31|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.3" />
<sup>3</sup>Ειπε δε ο Κυριος προς τον Ιακωβ, Επιστρεψον εις την γην των πατερων σου, και εις την συγγενειαν σου, και θελω εισθαι μετα σου.
<scripture passage="Gen 31:4" parsed="|Gen|31|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.4" />
<sup>4</sup>Τοτε εστειλεν ο Ιακωβ και εκαλεσε την Ραχηλ και την Λειαν εις την πεδιαδα προς το ποιμνιον αυτου·
<scripture passage="Gen 31:5" parsed="|Gen|31|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.5" />
<sup>5</sup>και ειπε προς αυτας, Βλεπω το προσωπον του πατρος σας, οτι δεν ειναι προς εμε ως χθες και προχθες· ο Θεος ομως του πατρος μου εσταθη μετ' εμου·
<scripture passage="Gen 31:6" parsed="|Gen|31|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.6" />
<sup>6</sup>και σεις εξευρετε οτι εν ολη τη δυναμει μου εδουλευσα τον πατερα σας·
<scripture passage="Gen 31:7" parsed="|Gen|31|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.7" />
<sup>7</sup>αλλ' ο πατηρ σας με ηπατησε και ηλλαξε τους μισθους μου δεκακις· πλην ο Θεος δεν αφηκεν αυτον να με κακοποιηση·
<scripture passage="Gen 31:8" parsed="|Gen|31|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.8" />
<sup>8</sup>οτε ελεγεν ουτω, τα ποικιλα θελουσιν εισθαι ο μισθος σου, τοτε απαν το ποιμνιον εγεννα ποικιλα· και οτε ελεγεν ουτω, τα παρδαλα θελουσιν εισθαι ο μισθος σου, τοτε απαν το ποιμνιον εγεννα παρδαλα.
<scripture passage="Gen 31:9" parsed="|Gen|31|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.9" />
<sup>9</sup>Ουτως αφηρεσεν ο Θεος το ποιμνιον του πατρος σας και εδωκεν εις εμε.
<scripture passage="Gen 31:10" parsed="|Gen|31|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.10" />
<sup>10</sup>Και καθ' ον καιρον συνελαμβανε το ποιμνιον, υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον κατ' οναρ, και ιδου, οι τραγοι και οι κριοι, οι αναβαινοντες επι τα προβατα και τας αιγας, ησαν παρδαλοι, ποικιλοι και στικτοι.
<scripture passage="Gen 31:11" parsed="|Gen|31|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.11" />
<sup>11</sup>Και μοι ειπεν ο αγγελος του Θεου κατ' οναρ, Ιακωβ· και ειπα, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 31:12" parsed="|Gen|31|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν, Υψωσον τωρα τους οφθαλμους σου, και ιδε παντας τους τραγους και τους κριους, τους αναβαινοντας επι τα προβατα και τας αιγας, οτι ειναι παρδαλοι, ποικιλοι και στικτοι· διοτι ειδον παντα οσα καμνει εις σε ο Λαβαν·
<scripture passage="Gen 31:13" parsed="|Gen|31|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.13" />
<sup>13</sup>εγω ειμαι ο Θεος της Βαιθηλ, οπου εχρισας την στηλην και οπου ευχηθης ευχην προς εμε· σηκωθητι τωρα, εξελθε εκ της γης ταυτης και επιστρεψον εις την γην της συγγενειας σου.
<scripture passage="Gen 31:14" parsed="|Gen|31|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθησαν η Ραχηλ και η Λεια και ειπον προς αυτον, Εχομεν ημεις πλεον μεριδιον η κληρονομιαν εν τω οικω του πατρος ημων;
<scripture passage="Gen 31:15" parsed="|Gen|31|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.15" />
<sup>15</sup>δεν εθεωρηθημεν υπ' αυτου ως ξεναι; διοτι επωλησεν ημας και ακομη ολοκληρως κατεφαγε το αργυριον ημων.
<scripture passage="Gen 31:16" parsed="|Gen|31|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.16" />
<sup>16</sup>Οθεν παντα τα πλουτη, τα οποια αφηρεσεν ο Θεος απο του πατρος ημων, ειναι ημων και των τεκνων ημων· τωρα λοιπον καμε οσα σοι ειπεν ο Θεος.
<scripture passage="Gen 31:17" parsed="|Gen|31|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.17" />
<sup>17</sup>Τοτε σηκωθεις ο Ιακωβ, εβαλε τα παιδια αυτου και τας γυναικας αυτου επι τας καμηλους·
<scripture passage="Gen 31:18" parsed="|Gen|31|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.18" />
<sup>18</sup>και απηγαγε παντα τα κτηνη αυτου, και παντα τα αγαθα αυτου τα οποια απεκτησε, το ποιμνιον της αποκτησεως αυτου, το οποιον απεκτησεν εις Παδαν-αραμ, δια να απελθη προς Ισαακ τον πατερα αυτου εις γην Χανααν.
<scripture passage="Gen 31:19" parsed="|Gen|31|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Λαβαν ειχεν υπαγει δια να κουρευση τα προβατα αυτου και η Ραχηλ εκλεψε τα ειδωλα του πατρος αυτης.
<scripture passage="Gen 31:20" parsed="|Gen|31|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.20" />
<sup>20</sup>Εκρυψε δε ο Ιακωβ την φυγην αυτου εις τον Λαβαν τον Συρον, μη αναγγειλας προς αυτον οτι αναχωρει·
<scripture passage="Gen 31:21" parsed="|Gen|31|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.21" />
<sup>21</sup>και εφυγεν αυτος μετα παντων των υπαρχοντων αυτου και εσηκωθη και διεβη τον ποταμον και διευθυνθη προς το ορος Γαλααδ.
<scripture passage="Gen 31:22" parsed="|Gen|31|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.22" />
<sup>22</sup>Και την τριτην ημεραν ανηγγελθη προς τον Λαβαν, οτι εφυγεν ο Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 31:23" parsed="|Gen|31|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.23" />
<sup>23</sup>και παραλαβων τους αδελφους αυτου μεθ' εαυτου, κατεδιωξεν οπισω αυτου οδον επτα ημερων· και επροφθασεν αυτον εν τω ορει Γαλααδ.
<scripture passage="Gen 31:24" parsed="|Gen|31|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.24" />
<sup>24</sup>Ηλθε δε ο Θεος προς Λαβαν τον Συρον κατ' οναρ την νυκτα, και ειπε προς αυτον, Φυλαχθητι, μη λαλησης σκληρα προς τον Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 31:25" parsed="|Gen|31|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.25" />
<sup>25</sup>Επροφθασε λοιπον ο Λαβαν τον Ιακωβ· ο δε Ιακωβ ειχε στησει την σκηνην αυτου επι του ορους· ο δε Λαβαν μετα των αδελφων αυτου εσκηνωσεν επι του ορους Γαλααδ.
<scripture passage="Gen 31:26" parsed="|Gen|31|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Λαβαν προς τον Ιακωβ, Τι εκαμες, και δια τι εκρυψας εις εμε την φυγην σου και απηγαγες τας θυγατερας μου ως αιχμαλωτους μαχαιρας;
<scripture passage="Gen 31:27" parsed="|Gen|31|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.27" />
<sup>27</sup>δια τι εφυγες κρυφιως και εκλεψας σεαυτον απ' εμου και δεν μοι εφανερωσας τουτο; διοτι εγω ηθελον σε εξαποστειλει μετ' ευφροσυνης και μετα ασματων, μετα τυμπανων και κιθαρας·
<scripture passage="Gen 31:28" parsed="|Gen|31|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.28" />
<sup>28</sup>και δεν με ηξιωσας μηδε να φιλησω τους υιους μου, και τας θυγατερας μου; τωρα αφρονως επραξας τουτο·
<scripture passage="Gen 31:29" parsed="|Gen|31|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.29" />
<sup>29</sup>δυνατη ειναι η χειρ μου να σας κακοποιηση· πλην ο Θεος του πατρος σας χθες την νυκτα ειπε προς εμε, λεγων, Φυλαχθητι, μη λαλησης σκληρα προς τον Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 31:30" parsed="|Gen|31|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.30" />
<sup>30</sup>τωρα λοιπον εστω, ανεχωρησας, επειδη επεθυμησας πολυ τον οικον του πατρος σου· αλλα δια τι εκλεψας τους Θεους μου;
<scripture passage="Gen 31:31" parsed="|Gen|31|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.31" />
<sup>31</sup>Και αποκριθεις ο Ιακωβ ειπε προς τον Λαβαν, Εφυγον επειδη εφοβηθην· διοτι ειπον, Μηπως αφαιρεσης τας θυγατερας σου απ' εμου·
<scripture passage="Gen 31:32" parsed="|Gen|31|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.32" />
<sup>32</sup>εις οντινα ομως ευρης τους θεους σου, ας μη ζηση· εμπροσθεν των αδελφων ημων γνωρισον τι ευρισκεται εις εμε εκ των ιδικων σου, και λαβε. Διοτι δεν ηξευρεν ο Ιακωβ οτι η Ραχηλ ειχε κλεψει αυτους.
<scripture passage="Gen 31:33" parsed="|Gen|31|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.33" />
<sup>33</sup>Εισηλθε λοιπον ο Λαβαν εις την σκηνην του Ιακωβ, και εις την σκηνην της Λειας, και εις τας σκηνας των δυο θεραπαινων· αλλα δεν ευρηκεν αυτους. Τοτε εξηλθεν εκ της σκηνης της Λειας, και εισηλθεν εις την σκηνην της Ραχηλ.
<scripture passage="Gen 31:34" parsed="|Gen|31|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.34" />
<sup>34</sup>Η δε Ραχηλ ειχε λαβει τα ειδωλα, και βαλει αυτα εις σαμαριον καμηλου, και εκαθητο επ' αυτα. Και ερευνησας ο Λαβαν ολην την σκηνην, δεν ευρηκεν.
<scripture passage="Gen 31:35" parsed="|Gen|31|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.35" />
<sup>35</sup>Η δε ειπε προς τον πατερα αυτης, Ας μη φανη βαρυ εις τον κυριον μου, διοτι δεν δυναμαι να σηκωθω εμπροσθεν σου, επειδη εχω τα γυναικεια. Και αυτος ηρευνησεν, αλλα δεν ευρηκε τα ειδωλα.
<scripture passage="Gen 31:36" parsed="|Gen|31|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.36" />
<sup>36</sup>Και ωργισθη ο Ιακωβ και επεπληξε τον Λαβαν· και αποκριθεις ο Ιακωβ ειπε προς τον Λαβαν, Τι ειναι το ανομημα μου; τι το αμαρτημα μου, οτι κατεδιωξας οπισω μου;
<scripture passage="Gen 31:37" parsed="|Gen|31|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.37" />
<sup>37</sup>αφου ηρευνησας παντα τα σκευη μου, τι ευρηκας εκ παντων των σκευων της οικιας σου; θες αυτο εδω εμπροσθεν των αδελφων μου και αδελφων σου, δια να κρινωσι μεταξυ των δυο ημων·
<scripture passage="Gen 31:38" parsed="|Gen|31|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.38" />
<sup>38</sup>εικοσι ετη ειναι τωρα, αφ' οτου ειμαι μετα σου· τα προβατα σου και αι αιγες σου δεν ητεκνωθησαν, και τους κριους του ποιμνιου σου δεν εφαγον.
<scripture passage="Gen 31:39" parsed="|Gen|31|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.39" />
<sup>39</sup>θηριαλωτον δεν εφερα εις σε· εγω επληρωνον αυτο· απο της χειρος μου εζητεις ο, τι με εκλεπτετο την ημεραν, η ο, τι με εκλεπτετο την νυκτα·
<scripture passage="Gen 31:40" parsed="|Gen|31|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.40" />
<sup>40</sup>την ημεραν εκαιομην υπο του καυματος και την νυκτα υπο του παγετου· και εφευγεν ο υπνος μου απο των οφθαλμων μου·
<scripture passage="Gen 31:41" parsed="|Gen|31|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.41" />
<sup>41</sup>εικοσι ετη ηδη ευρισκομαι εν τη οικια σου· δεκατεσσαρα ετη σε εδουλευσα δια τας δυο σου θυγατερας, και εξ ετη δια τα προβατα σου· και ηλλαξας τον μισθον μου δεκακις·
<scripture passage="Gen 31:42" parsed="|Gen|31|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.42" />
<sup>42</sup>εαν ο Θεος του πατρος μου, ο Θεος του Αβρααμ και ο φοβος του Ισαακ, δεν ητο μετ' εμου, βεβαια κενον ηθελες με εξαποστειλει τωρα· ειδεν ο Θεος την ταλαιπωριαν μου και τον κοπον των χειρων μου, και σε ηλεγξεν εχθες την νυκτα.
<scripture passage="Gen 31:43" parsed="|Gen|31|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.43" />
<sup>43</sup>Και αποκριθεις ο Λαβαν, ειπε προς τον Ιακωβ, Αι θυγατερες αυται ειναι θυγατερες μου, και οι υιοι ουτοι υιοι μου, και τα προβατα ταυτα προβατα μου, και παντα οσα βλεπεις ειναι ιδικα μου· και τι να καμω σημερον εις τας θυγατερας μου ταυτας, η εις τα τεκνα αυτων, τα οποια εγεννησαν;
<scripture passage="Gen 31:44" parsed="|Gen|31|44|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.44" />
<sup>44</sup>ελθε λοιπον τωρα, ας καμωμεν συνθηκην, εγω και συ· δια να ηναι εις μαρτυριον μεταξυ εμου και σου.
<scripture passage="Gen 31:45" parsed="|Gen|31|45|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.45" />
<sup>45</sup>Και ελαβεν ο Ιακωβ λιθον και εστησεν αυτον στηλην.
<scripture passage="Gen 31:46" parsed="|Gen|31|46|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.46" />
<sup>46</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς τους αδελφους αυτου, Συναξατε λιθους· και ελαβον λιθους, και εκαμον σωρον· και εφαγον εκει επι του σωρου.
<scripture passage="Gen 31:47" parsed="|Gen|31|47|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.47" />
<sup>47</sup>Και ο μεν Λαβαν εκαλεσεν αυτον Ιεγαρ-σαχαδουθα· ο δε Ιακωβ εκαλεσεν αυτον Γαλεεδ.
<scripture passage="Gen 31:48" parsed="|Gen|31|48|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.48" />
<sup>48</sup>Και ειπεν ο Λαβαν, Ο σωρος ουτος ειναι σημερον μαρτυριον μεταξυ εμου και σου· δια τουτο εκαλεσθη το ονομα αυτου Γαλεεδ,
<scripture passage="Gen 31:49" parsed="|Gen|31|49|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.49" />
<sup>49</sup>και Μισπα, διοτι ειπεν, Ας επιβλεψη ο Κυριος αναμεσον εμου και σου, οταν αποχωρισθωμεν ο εις απο του αλλου·
<scripture passage="Gen 31:50" parsed="|Gen|31|50|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.50" />
<sup>50</sup>εαν ταλαιπωρησης τας θυγατερας μου, η εαν λαβης αλλας γυναικας εκτος των θυγατερων μου, δεν ειναι ουδεις μεθ' ημων· βλεπε, ο Θεος ειναι μαρτυς μεταξυ εμου και σου.
<scripture passage="Gen 31:51" parsed="|Gen|31|51|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.51" />
<sup>51</sup>Και ειπεν ο Λαβαν προς τον Ιακωβ, Ιδου, ο σωρος ουτος, και ιδου, η στηλη αυτη, την οποιαν εστησα μεταξυ εμου και σου·
<scripture passage="Gen 31:52" parsed="|Gen|31|52|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.52" />
<sup>52</sup>ο σωρος ουτος ειναι μαρτυριον, και η στηλη μαρτυριον, οτι εγω δεν θελω διαβη τον σωρον τουτον προς σε, ουτε συ θελεις διαβη τον σωρον τουτον και την στηλην ταυτην, προς εμε, δια κακον·
<scripture passage="Gen 31:53" parsed="|Gen|31|53|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.53" />
<sup>53</sup>ο Θεος του Αβρααμ και ο Θεος του Ναχωρ, ο Θεος του πατρος αυτων, ας κρινη αναμεσον ημων. Ο δε Ιακωβ ωμοσεν εις τον φοβον του πατρος αυτου Ισαακ.
<scripture passage="Gen 31:54" parsed="|Gen|31|54|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.54" />
<sup>54</sup>Τοτε εθυσεν ο Ιακωβ θυσιαν επι του ορους και προσεκαλεσε τους αδελφους αυτου δια να φαγωσιν αρτον· και εφαγον αρτον και διενυκτερευσαν επι του ορους.
<scripture passage="Gen 31:55" parsed="|Gen|31|55|0|0" osisRef="Bible:Gen.31.55" />
<sup>55</sup>Και σηκωθεις ο Λαβαν ενωρις το πρωι, εφιλησε τους υιους αυτου και τας θυγατερας αυτου, και ευλογησεν αυτους· και ανεχωρησεν ο Λαβαν και επεστρεψεν εις τον τοπον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 32" progress="2.93%" prev="Gen.31" next="Gen.33" id="Gen.32">
<h3 id="Gen.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Gen.32-p1">
<scripture passage="Gen 32:1" parsed="|Gen|32|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.1" />
<sup>1</sup>Και απηλθεν ο Ιακωβ εις την οδον αυτου· και συνηντησαν αυτον οι αγγελοι του Θεου.
<scripture passage="Gen 32:2" parsed="|Gen|32|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.2" />
<sup>2</sup>Και οτε ειδεν αυτους ο Ιακωβ ειπε, Στρατοπεδον Θεου ειναι τουτο· και εκαλεσε το ονομα του τοπου εκεινου, Μαχαναιμ.
<scripture passage="Gen 32:3" parsed="|Gen|32|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν ο Ιακωβ μηνυτας εμπροσθεν αυτου προς Ησαυ τον αδελφον αυτου εις την γην Σηειρ, εις τον τοπον του Εδωμ.
<scripture passage="Gen 32:4" parsed="|Gen|32|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.4" />
<sup>4</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους, λεγων, ουτω θελετε ειπει προς τον κυριον μου τον Ησαυ, Ουτω λεγει ο δουλος σου Ιακωβ, μετα του Λαβαν παρωκησα, και διεμεινα εως του νυν·
<scripture passage="Gen 32:5" parsed="|Gen|32|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.5" />
<sup>5</sup>και απεκτησα βοας και ονους προβατα και δουλους και δουλας· και απεστειλα να αναγγειλω προς τον κυριον μου, δια να ευρω χαριν εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Gen 32:6" parsed="|Gen|32|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.6" />
<sup>6</sup>Και επεστρεψαν οι μηνυται προς τον Ιακωβ, λεγοντες, Υπηγαμεν προς τον αδελφον σου τον Ησαυ, και μαλιστα ερχεται εις συναντησιν σου, και τετρακοσιοι ανδρες μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 32:7" parsed="|Gen|32|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.7" />
<sup>7</sup>Εφοβηθη δε ο Ιακωβ σφοδρα και ητο εν αμηχανια· και διηρεσε τον λαον, τον μεθ' αυτου, και τα ποιμνια και τους βοας και τας καμηλους, εις δυο ταγματα·
<scripture passage="Gen 32:8" parsed="|Gen|32|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.8" />
<sup>8</sup>λεγων, Εαν ελθη ο Ησαυ εις το εν ταγμα και παταξη αυτο, το επιλοιπον ταγμα θελει διασωθη.
<scripture passage="Gen 32:9" parsed="|Gen|32|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ, Θεε του πατρος μου Αβρααμ και Θεε του πατρος μου Ισαακ, Κυριε, οστις ειπας προς εμε· Επιστρεψον εις την γην σου και εις την συγγενειαν σου και θελω σε αγαθοποιησει·
<scripture passage="Gen 32:10" parsed="|Gen|32|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.10" />
<sup>10</sup>πολυ μικρος ειμαι ως προς παντα τα ελεη και πασαν την αληθειαν τα οποια εκαμες εις τον δουλον σου· διοτι με την ραβδον μου διεβην τον Ιορδανην τουτον, και τωρα εγεινα δυο ταγματα·
<scripture passage="Gen 32:11" parsed="|Gen|32|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.11" />
<sup>11</sup>σωσον με, δεομαι σου, εκ της χειρος του αδελφου μου, εκ της χειρος του Ησαυ· διοτι φοβουμαι αυτον, μηπως ελθων παταξη εμε και την μητερα επι τα τεκνα·
<scripture passage="Gen 32:12" parsed="|Gen|32|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.12" />
<sup>12</sup>συ δε ειπας, Βεβαια θελω σε αγαθοποιησει, και θελω καταστησει το σπερμα σου ως την αμμον της θαλασσης, ητις εκ του πληθους δεν δυναται να αριθμηθη.
<scripture passage="Gen 32:13" parsed="|Gen|32|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.13" />
<sup>13</sup>Και εκοιμηθη εκει την νυκτα εκεινην· και ελαβεν εκ των οσα ετυχον εν τη χειρι αυτου, δωρον προς Ησαυ τον αδελφον αυτου·
<scripture passage="Gen 32:14" parsed="|Gen|32|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.14" />
<sup>14</sup>αιγας διακοσιας και τραγους εικοσι, προβατα διακοσια και κριους εικοσι,
<scripture passage="Gen 32:15" parsed="|Gen|32|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.15" />
<sup>15</sup>καμηλους θηλαζουσας μετα των τεκνων αυτων τριακοντα, δαμαλια τεσσαρακοντα και ταυρους δεκα, ονους θηλυκας εικοσι και πωλαρια δεκα.
<scripture passage="Gen 32:16" parsed="|Gen|32|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.16" />
<sup>16</sup>Και παρεδωκεν εις τας χειρας των δουλων αυτου, εκαστον ποιμνιον χωριστα· και ειπε προς τους δουλους αυτου, Περασατε εμπροσθεν μου και αφησατε διαστημα μεταξυ ποιμνιου και ποιμνιου.
<scripture passage="Gen 32:17" parsed="|Gen|32|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.17" />
<sup>17</sup>Και εις τον πρωτον παρηγγειλε, λεγων, Οταν σε συναντηση Ησαυ ο αδελφος μου, και σε ερωτηση λεγων, Τινος εισαι; και που υπαγεις; και τινος ειναι ταυτα, τα οποια εχεις εμπροσθεν σου;
<scripture passage="Gen 32:18" parsed="|Gen|32|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.18" />
<sup>18</sup>τοτε θελεις ειπει, Ταυτα ειναι του δουλου σου του Ιακωβ, δωρα στελλομενα προς τον κυριον μου Ησαυ· και ιδου, και αυτος οπισω ημων.
<scripture passage="Gen 32:19" parsed="|Gen|32|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.19" />
<sup>19</sup>ουτω παρηγγειλε και εις τον δευτερον, και εις τον τριτον και εις παντας τους ακολουθουντας οπισω των ποιμνιων, λεγων, κατα τους λογους τουτους θελετε λαλησει προς τον Ησαυ, οταν ευρητε αυτον·
<scripture passage="Gen 32:20" parsed="|Gen|32|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.20" />
<sup>20</sup>και θελετε ειπει, Ιδου, οπισω ημων και αυτος ο δουλος σου Ιακωβ. Διοτι ελεγε, Θελω εξιλεωσει το προσωπον αυτου με το δωρον, το προπορευομενον εμπροσθεν μου· και μετα ταυτα θελω ιδει το προσωπον αυτου· ισως θελει με δεχθη.
<scripture passage="Gen 32:21" parsed="|Gen|32|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.21" />
<sup>21</sup>Το δωρον λοιπον επερασεν εμπροσθεν αυτου· αυτος δε εμεινε την νυκτα εκεινην εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Gen 32:22" parsed="|Gen|32|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.22" />
<sup>22</sup>Σηκωθεις δε την νυκτα εκεινην, ελαβε τας δυο γυναικας αυτου και τας δυο θεραπαινας αυτου και τα ενδεκα παιδια αυτου και διεβη το περασμα του Ιαβοκ.
<scripture passage="Gen 32:23" parsed="|Gen|32|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.23" />
<sup>23</sup>Και ελαβεν αυτους και διεβιβασεν αυτους τον χειμαρρον· διεβιβασε και τα υπαρχοντα αυτου.
<scripture passage="Gen 32:24" parsed="|Gen|32|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.24" />
<sup>24</sup>Ο δε Ιακωβ εμεινε μονος· και επαλαιε μετ' αυτου ανθρωπος εως τα χαραγματα της αυγης·
<scripture passage="Gen 32:25" parsed="|Gen|32|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.25" />
<sup>25</sup>ιδων δε οτι δεν υπερισχυσε κατ' αυτου, ηγγισε την αρθρωσιν του μηρου αυτου· και μετετοπισθη η αρθρωσις του μηρου του Ιακωβ, ενω επαλαιε μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 32:26" parsed="|Gen|32|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.26" />
<sup>26</sup>Ο δε ειπεν, Αφες με να απελθω, διοτι εχαραξεν η αυγη. Και αυτος ειπε, δεν θελω σε αφησει να απελθης, εαν δεν με ευλογησης.
<scripture passage="Gen 32:27" parsed="|Gen|32|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.27" />
<sup>27</sup>Και ειπε προς αυτον, Τι ειναι το ονομα σου; Ο δε ειπεν, Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 32:28" parsed="|Gen|32|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.28" />
<sup>28</sup>Και εκεινος ειπε, Δεν θελει καλεσθη πλεον το ονομα σου Ιακωβ, αλλα Ισραηλ· διοτι ενισχυσας μετα Θεου, και μετα ανθρωπων θελεις εισθαι δυνατος.
<scripture passage="Gen 32:29" parsed="|Gen|32|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.29" />
<sup>29</sup>Ηρωτησε δε ο Ιακωβ λεγων, Φανερωσον μοι, παρακαλω, το ονομα σου. Ο δε ειπε, Δια τι ερωτας το ονομα μου; Και ευλογησεν αυτον εκει.
<scripture passage="Gen 32:30" parsed="|Gen|32|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.30" />
<sup>30</sup>Και εκαλεσεν Ιακωβ το ονομα του τοπου εκεινον Φανουηλ, λεγων, Διοτι ειδον τον Θεον προσωπον προς προσωπον, και εφυλαχθη η ζωη μου.
<scripture passage="Gen 32:31" parsed="|Gen|32|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.31" />
<sup>31</sup>Και ανετειλεν ο ηλιος επ' αυτου, καθως διεβη το Φανουηλ· εχωλαινε δε κατα τον μηρον αυτου.
<scripture passage="Gen 32:32" parsed="|Gen|32|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.32.32" />
<sup>32</sup>Δια τουτο μεχρι της σημερον δεν τρωγουσιν οι υιοι του Ισραηλ τον ναρκωθεντα μυωνα, οστις ειναι επι της αρθρωσεως του μηρου· διοτι εκεινος ηγγισε την αρθρωσιν του μηρου του Ιακωβ κατα τον μυωνα τον ναρκωθεντα.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 33" progress="3.03%" prev="Gen.32" next="Gen.34" id="Gen.33">
<h3 id="Gen.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Gen.33-p1">
<scripture passage="Gen 33:1" parsed="|Gen|33|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.1" />
<sup>1</sup>Αναβλεψας δε ο Ιακωβ ειδε· και ιδου, ο Ησαυ ηρχετο, και μετ' αυτου τετρακοσιοι ανδρες· και εμοιρασεν ο Ιακωβ τα παιδια εις την Λειαν και εις την Ραχηλ και εις τας δυο θεραπαινας.
<scripture passage="Gen 33:2" parsed="|Gen|33|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.2" />
<sup>2</sup>Και τας μεν θεραπαινας και τα τεκνα αυτων εβαλεν εμπροσθεν, την δε Λειαν και τα τεκνα αυτης, κατοπιν, και την Ραχηλ και τον Ιωσηφ, τελευταιους.
<scripture passage="Gen 33:3" parsed="|Gen|33|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.3" />
<sup>3</sup>Αυτος δε επερασεν εμπροσθεν αυτων και προσεκυνησεν εως εδαφους επτακις, εως να πλησιαση εις τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Gen 33:4" parsed="|Gen|33|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.4" />
<sup>4</sup>Και εδραμεν ο Ησαυ εις συναντησιν αυτου και ενηγκαλισθη αυτον και επεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον· και εκλαυσαν.
<scripture passage="Gen 33:5" parsed="|Gen|33|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.5" />
<sup>5</sup>Και αναβλεψας ειδε τας γυναικας και τα παιδια· και ειπε, Τι σου ειναι ουτοι; Ο δε ειπε τα παιδια, τα οποια εχαρισεν ο Θεος εις τον δουλον σου.
<scripture passage="Gen 33:6" parsed="|Gen|33|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.6" />
<sup>6</sup>Τοτε επλησιασαν αι θεραπαιναι, αυται και τα τεκνα αυτων, και προσεκυνησαν·
<scripture passage="Gen 33:7" parsed="|Gen|33|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.7" />
<sup>7</sup>παρομοιως επλησιασαν και η Λεια και τα τεκνα αυτης, και προσεκυνησαν· και μετα ταυτα επλησιασαν ο Ιωσηφ και η Ραχηλ και προσεκυνησαν.
<scripture passage="Gen 33:8" parsed="|Gen|33|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε, Προς τι απαν το στρατοπεδον σου τουτο, το οποιον απηντησα; Ο δε ειπε, δια να ευρω χαριν εμπροσθεν του κυριου μου.
<scripture passage="Gen 33:9" parsed="|Gen|33|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ησαυ, Εχω πολλα, αδελφε μου· εχε συ τα ιδικα σου.
<scripture passage="Gen 33:10" parsed="|Gen|33|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ, Ουχι, παρακαλω· εαν ευρηκα χαριν εμπροσθεν σου, δεξαι το δωρον μου εκ των χειρων μου· διοτι δια τουτο ειδον το προσωπον σου, ως εαν εβλεπον προσωπον Θεου, και συ ευηρεστηθης εις εμε·
<scripture passage="Gen 33:11" parsed="|Gen|33|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.11" />
<sup>11</sup>δεξαι, παρακαλω, τας ευλογιας μου, τας προσφερομενας προς σε· διοτι με ηλεησεν ο Θεος και εχω τα παντα. Και εβιασεν αυτον και εδεχθη.
<scripture passage="Gen 33:12" parsed="|Gen|33|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν, Ας σηκωθωμεν και ας υπαγωμεν, και εγω θελω προπορευεσθαι εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Gen 33:13" parsed="|Gen|33|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιακωβ, Ο κυριος μου εξευρει οτι τα παιδια ειναι τρυφερα, και εχω μετ' εμου εγκυμονουντα προβατα και βοας· και εαν βιασωσιν αυτα μιαν μονην ημεραν, απαν το ποιμνιον θελει αποθανει.
<scripture passage="Gen 33:14" parsed="|Gen|33|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.14" />
<sup>14</sup>Ας περαση, παρακαλω, ο κυριος μου εμπροσθεν του δουλου αυτου· και εγω θελω ακολουθει βραδεως, κατα το βαδισμα των κτηνων των εμπροσθεν μου, και κατα το βαδισμα των παιδαριων, εωσου φθασω προς τον κυριον μου εις Σηειρ.
<scripture passage="Gen 33:15" parsed="|Gen|33|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Ησαυ, Ας αφησω λοιπον μετα σου μερος εκ του λαου, του μετ' εμου. Ο δε ειπε, Δια τι τουτο; αρκει οτι ευρηκα χαριν εμπροσθεν του κυριου μου.
<scripture passage="Gen 33:16" parsed="|Gen|33|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.16" />
<sup>16</sup>Επεστρεψε λοιπον ο Ησαυ την ημεραν εκεινην εις την οδον αυτου εις Σηειρ.
<scripture passage="Gen 33:17" parsed="|Gen|33|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.17" />
<sup>17</sup>Και απηλθεν ο Ιακωβ εις Σοκχωθ, και ωκοδομησεν εις εαυτον οικιαν, και δια τα κτηνη αυτου εκαμε σκηνας· δια τουτο εκαλεσε το ονομα του τοπου Σοκχωθ.
<scripture passage="Gen 33:18" parsed="|Gen|33|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.18" />
<sup>18</sup>Και αφου επεστρεψεν ο Ιακωβ απο Παδαν-αραμ, ηλθεν εις Σαλημ, πολιν Συχεμ, την εν τη γη Χανααν· και κατεσκηνωσεν εμπροσθεν της πολεως.
<scripture passage="Gen 33:19" parsed="|Gen|33|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.19" />
<sup>19</sup>Και ηγορασε την μεριδα του αγρου, οπου εστησε την σκηνην αυτου, παρα των υιων του Εμμωρ, πατρος του Συχεμ, δι' εκατον αργυρια.
<scripture passage="Gen 33:20" parsed="|Gen|33|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.33.20" />
<sup>20</sup>Και εστησεν εκει θυσιαστηριον, και εκαλεσεν αυτο Ελ-ελωε-Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 34" progress="3.09%" prev="Gen.33" next="Gen.35" id="Gen.34">
<h3 id="Gen.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Gen.34-p1">
<scripture passage="Gen 34:1" parsed="|Gen|34|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.1" />
<sup>1</sup>Και εξηλθε Δεινα η θυγατηρ της Λειας, την οποιαν εγεννησεν εις τον Ιακωβ, δια να ιδη τας θυγατερας του τοπου.
<scripture passage="Gen 34:2" parsed="|Gen|34|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.2" />
<sup>2</sup>Και ιδων αυτην Συχεμ, ο υιος του Εμμωρ του Ευαιου, αρχοντος του τοπου, ελαβεν αυτην, και εκοιμηθη μετ' αυτης και εταπεινωσεν αυτην.
<scripture passage="Gen 34:3" parsed="|Gen|34|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.3" />
<sup>3</sup>Και η ψυχη αυτου προσεκολληθη εις την Δειναν, την θυγατερα του Ιακωβ· και ηγαπησε την κορην και ελαλησε κατα την καρδιαν της κορης.
<scripture passage="Gen 34:4" parsed="|Gen|34|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Συχεμ προς Εμμωρ τον πατερα αυτου, λεγων, Λαβε μοι την κορην ταυτην εις γυναικα.
<scripture passage="Gen 34:5" parsed="|Gen|34|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.5" />
<sup>5</sup>Και ηκουσεν ο Ιακωβ, οτι εμιανε την Δειναν την θυγατερα αυτου· οι δε υιοι αυτου ησαν μετα των κτηνων αυτου εν τω αγρω· και παρεσιωπησεν ο Ιακωβ εωσου ελθωσιν.
<scripture passage="Gen 34:6" parsed="|Gen|34|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.6" />
<sup>6</sup>Εμμωρ δε, ο πατηρ του Συχεμ, εξηλθε προς τον Ιακωβ, δια να ομιληση μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 34:7" parsed="|Gen|34|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.7" />
<sup>7</sup>Και ηλθον οι υιοι του Ιακωβ εκ του αγρου, καθως ηκουσαν τουτο· και ηγανακτησαν οι ανδρες και εθυμωθησαν σφοδρα, οτι επραξεν αισχρα εις τον Ισραηλ, κοιμηθεις μετα της θυγατρος του Ιακωβ· το οποιον δεν επρεπε να γεινη.
<scripture passage="Gen 34:8" parsed="|Gen|34|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.8" />
<sup>8</sup>Και ελαλησε προς αυτους ο Εμμωρ, λεγων, Η ψυχη του Συχεμ του υιου μου προσηλωθη εις την θυγατερα σας· δοτε αυτην εις αυτον, παρακαλω, εις γυναικα·
<scripture passage="Gen 34:9" parsed="|Gen|34|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.9" />
<sup>9</sup>και συμπενθερευσατε μεθ' ημων· τας θυγατερας σας δοτε εις ημας, και τας θυγατερας ημων λαβετε εις εαυτους·
<scripture passage="Gen 34:10" parsed="|Gen|34|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.10" />
<sup>10</sup>και κατοικησατε μεθ' ημων· ιδου, η γη ειναι εμπροσθεν σας· κατοικειτε και εμπορευεσθε επ' αυτης και καμετε κτηματα εν αυτη.
<scripture passage="Gen 34:11" parsed="|Gen|34|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.11" />
<sup>11</sup>Ειπε δε ο Συχεμ προς τον πατερα αυτης και προς τους αδελφους αυτης, Ας ευρω χαριν εμπροσθεν σας· και ο, τι ειπητε εις εμε θελω δωσει·
<scripture passage="Gen 34:12" parsed="|Gen|34|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.12" />
<sup>12</sup>ζητησατε παρ' εμου οσην προικα θελετε, και οσα χαρισματα, και θελω δωσει αυτα, καθως ηθελετε μοι ειπει· μονον δοτε μοι την κορην εις γυναικα.
<scripture passage="Gen 34:13" parsed="|Gen|34|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.13" />
<sup>13</sup>Απεκριθησαν δε οι υιοι του Ιακωβ προς τον Συχεμ και προς τον Εμμωρ τον πατερα αυτου, μετα δολου· και ελαλησαν επειδη αυτος ειχε μιανει την Δειναν την αδελφην αυτων
<scripture passage="Gen 34:14" parsed="|Gen|34|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.14" />
<sup>14</sup>και ειπον προς αυτους, Δεν δυναμεθα να καμωμεν το πραγμα τουτο, να δωσωμεν την αδελφην ημων εις ανθρωπον απεριτμητον· διοτι τουτο ειναι ονειδος εις ημας·
<scripture passage="Gen 34:15" parsed="|Gen|34|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.15" />
<sup>15</sup>επι τουτω μονον θελομεν συμφωνησει με σας· Εαν σεις γεινετε ως ημεις, περιτεμνοντες παν αρσενικον μεταξυ σας,
<scripture passage="Gen 34:16" parsed="|Gen|34|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.16" />
<sup>16</sup>τοτε θελομεν δωσει τας θυγατερας ημων εις εσας, και τας θυγατερας σας θελομεν λαβει εις ημας, και θελομεν κατοικησει με σας και θελομεν γεινει εις λαος·
<scripture passage="Gen 34:17" parsed="|Gen|34|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.17" />
<sup>17</sup>εαν ομως δεν μας ακουσητε να περιτμηθητε, τοτε θελομεν λαβει την θυγατερα ημων και θελομεν αναχωρησει.
<scripture passage="Gen 34:18" parsed="|Gen|34|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.18" />
<sup>18</sup>Και ηρεσαν οι λογοι αυτων εις τον Εμμωρ και εις τον Συχεμ τον υιον του Εμμωρ·
<scripture passage="Gen 34:19" parsed="|Gen|34|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.19" />
<sup>19</sup>και δεν εβραδυνεν ο νεος να καμη το πραγμα, διοτι υπερηγαπα την θυγατερα του Ιακωβ· και ητο ο ενδοξοτερος παντος του οικου του πατρος αυτου.
<scripture passage="Gen 34:20" parsed="|Gen|34|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.20" />
<sup>20</sup>Και ηλθεν ο Εμμωρ και ο Συχεμ ο υιος αυτου εις την πυλην της πολεως αυτων, και ελαλησαν προς τους ανδρας της πολεως αυτων λεγοντες,
<scripture passage="Gen 34:21" parsed="|Gen|34|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.21" />
<sup>21</sup>Οι ανθρωποι ουτοι ειναι ειρηνικοι μεθ' ημων· ας κατοικησωσι λοιπον εν τη γη και ας εμπορευωνται εν αυτη· διοτι η γη, ιδου, ειναι αρκετα ευρυχωρος δι' αυτους· τας θυγατερας αυτων ας λαβωμεν εις γυναικας, και τας θυγατερας ημων ας δωσωμεν εις αυτους·
<scripture passage="Gen 34:22" parsed="|Gen|34|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.22" />
<sup>22</sup>επι τουτω μονον θελουσι συμφωνησει με ημας οι ανθρωποι δια να κατοικησωσι μεθ' ημων, ωστε να γεινωμεν εις λαος, εαν περιτμηθη παν αρσενικον μεταξυ ημων, καθως αυτοι περιτεμνονται·
<scripture passage="Gen 34:23" parsed="|Gen|34|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.23" />
<sup>23</sup>τα ποιμνια αυτων και τα υπαρχοντα αυτων και παντα τα κτηνη αυτων δεν θελουσιν εισθαι ιδικα μας; μονον ας συμφωνησωμεν με αυτους, και θελουσι κατοικησει μεθ' ημων.
<scripture passage="Gen 34:24" parsed="|Gen|34|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.24" />
<sup>24</sup>Και εισηκουσαν του Εμμωρ και Συχεμ του υιου αυτου παντες οι εξερχομενοι εκ της πυλης της πολεως αυτου· και περιετμηθη παν αρσενικον, παντες οι εξερχομενοι δια της πυλης της πολεως αυτου.
<scripture passage="Gen 34:25" parsed="|Gen|34|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.25" />
<sup>25</sup>Την δε τριτην ημεραν, οτε ησαν εν τω πονω, δυο εκ των υιων του Ιακωβ, ο Συμεων και ο Λευι, αδελφοι της Δεινας, ελαβον εκαστος την μαχαιραν αυτου, και εισηλθον εις την πολιν ασφαλως και εφονευσαν παν αρσενικον.
<scripture passage="Gen 34:26" parsed="|Gen|34|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.26" />
<sup>26</sup>Και τον Εμμωρ και τον Συχεμ τον υιον αυτου εφονευσαν εν στοματι μαχαιρας· και ελαβον την Δειναν εκ του οικου του Συχεμ και εξηλθον.
<scripture passage="Gen 34:27" parsed="|Gen|34|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.27" />
<sup>27</sup>Οι δε υιοι του Ιακωβ ηλθον επι τους πεφονευμενους και διηρπασαν την πολιν, επειδη ειχον μιανει την αδελφην αυτων.
<scripture passage="Gen 34:28" parsed="|Gen|34|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.28" />
<sup>28</sup>Ελαβον τα προβατα αυτων και τους βοας αυτων και τους ονους αυτων και ο, τι ητο εν τη πολει και ο, τι εν τω αγρω·
<scripture passage="Gen 34:29" parsed="|Gen|34|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.29" />
<sup>29</sup>και πασαν την περιουσιαν αυτων και παντα τα παιδια αυτων και τας γυναικας αυτων ηχμαλωτισαν· και παν ο, τι ευρισκετο εν ταις οικιαις διηρπασαν.
<scripture passage="Gen 34:30" parsed="|Gen|34|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.30" />
<sup>30</sup>Ειπε δε ο Ιακωβ προς τον Συμεων και προς τον Λευι, Εις ταραχην με εβαλετε, καμνοντες με μισητον μεταξυ των κατοικων της γης, μεταξυ των Χαναναιων και Φερεζαιων· εγω δε ολιγους ανθρωπους εχω, και εκεινοι θελουσι συναχθη εναντιον μου και θελουσι με παταξει και θελω απολεσθη εγω και ο οικος μου.
<scripture passage="Gen 34:31" parsed="|Gen|34|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.34.31" />
<sup>31</sup>Οι δε ειπον, Επρεπε λοιπον την αδελφην ημων να μεταχειρισθωσιν ως πορνην;
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 35" progress="3.20%" prev="Gen.34" next="Gen.36" id="Gen.35">
<h3 id="Gen.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Gen.35-p1">
<scripture passage="Gen 35:1" parsed="|Gen|35|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Ιακωβ, Σηκωθεις αναβηθι εις Βαιθηλ και κατοικησον εκει· και καμε εκει θυσιαστηριον εις τον Θεον, οστις εφανη εις σε οτε εφευγες απο προσωπου Ησαυ του αδελφου σου.
<scripture passage="Gen 35:2" parsed="|Gen|35|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον οικον αυτου και προς παντας τους μεθ' εαυτου, Εκβαλετε τους θεους τους ξενους τους μεταξυ σας, και καθαρισθητε και αλλαξατε τα ενδυματα σας·
<scripture passage="Gen 35:3" parsed="|Gen|35|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.3" />
<sup>3</sup>και σηκωθεντες, ας αναβωμεν εις Βαιθηλ· και εκει θελω καμει θυσιαστηριον εις τον Θεον, οστις μου επηκουσεν εν τη ημερα της θλιψεως μου και ητο μετ' εμου εν τη οδω, καθ' ην επορευομην.
<scripture passage="Gen 35:4" parsed="|Gen|35|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.4" />
<sup>4</sup>Και εδωκαν εις τον Ιακωβ παντας τους ξενους θεους, οσοι ησαν εις τας χειρας αυτων, και τα ενωτια τα εις τα ωτια αυτων· και εκρυψεν αυτα ο Ιακωβ υπο την δρυν, την πλησιον της Συχεμ.
<scripture passage="Gen 35:5" parsed="|Gen|35|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.5" />
<sup>5</sup>Μετα ταυτα ανεχωρησαν· και επεπεσε τρομος του Θεου επι τας πολεις τας κυκλω αυτων· και δεν κατεδιωξαν οπισω των υιων του Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 35:6" parsed="|Gen|35|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.6" />
<sup>6</sup>Ηλθε δε ο Ιακωβ εις Λουζ, την εν τη γη Χανααν, ητις ειναι η Βαιθηλ, αυτος και πας ο λαος ο μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 35:7" parsed="|Gen|35|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.7" />
<sup>7</sup>Και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον, και εκαλεσε το ονομα του τοπου Ελ-βαιθηλ· διοτι εκει εφανερωθη εις αυτον ο Θεος, οτε εφευγεν απο προσωπου του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Gen 35:8" parsed="|Gen|35|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.8" />
<sup>8</sup>Απεθανε δε η Δεβορρα, η τροφος της Ρεβεκκας, και εταφη παρακατω της Βαιθηλ, υπο την δρυν· και ωνομασθη η δρυς Αλλον-βακουθ.
<scripture passage="Gen 35:9" parsed="|Gen|35|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.9" />
<sup>9</sup>Εφανη δε παλιν ο Θεος εις τον Ιακωβ, αφου επεστρεψεν απο Παδαν-αραμ, και ευλογησεν αυτον.
<scripture passage="Gen 35:10" parsed="|Gen|35|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς αυτον ο Θεος, Το ονομα σου ειναι Ιακωβ· δεν θελεις ονομαζεσθαι πλεον Ιακωβ, αλλα Ισραηλ θελει εισθαι το ονομα σου· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ισραηλ.
<scripture passage="Gen 35:11" parsed="|Gen|35|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.11" />
<sup>11</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Θεος, Εγω ειμαι ο Θεος ο Παντοκρατωρ· αυξανου και πληθυνου· εθνος, και πληθος εθνων θελουσι γεινει εκ σου, και βασιλεις θελουσιν εξελθει εκ της οσφυος σου·
<scripture passage="Gen 35:12" parsed="|Gen|35|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.12" />
<sup>12</sup>και την γην, την οποιαν εδωκα εις τον Αβρααμ και εις τον Ισαακ, εις σε θελω δωσει αυτην· και εις το σπερμα σου μετα σε θελω δωσει την γην ταυτην.
<scripture passage="Gen 35:13" parsed="|Gen|35|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.13" />
<sup>13</sup>Και ανεβη ο Θεος απ' αυτου, εκ του τοπου οπου ελαλησε μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 35:14" parsed="|Gen|35|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.14" />
<sup>14</sup>Και εστησεν ο Ιακωβ στηλην εν τω τοπω οπου ελαλησε μετ' αυτου, στηλην λιθινην· και εκαμεν επ' αυτην σπονδην και επεχυσεν επ' αυτην ελαιον.
<scripture passage="Gen 35:15" parsed="|Gen|35|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.15" />
<sup>15</sup>Και εκαλεσεν ο Ιακωβ το ονομα του τοπου, οπου ελαλησε μετ' αυτου ο Θεος, Βαιθηλ.
<scripture passage="Gen 35:16" parsed="|Gen|35|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.16" />
<sup>16</sup>Μετα ταυτα ανεχωρησαν απο Βαιθηλ· και ενω εμενεν ολιγον διαστημα δια να φθασωσιν εις Εφραθα, εγεννησεν η Ραχηλ· και υπεφερε μεγαλον αγωνα εις την γενναν αυτης.
<scripture passage="Gen 35:17" parsed="|Gen|35|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.17" />
<sup>17</sup>Ενω δε ευρισκετο εις τον σκληρον αγωνα της γεννας, ειπε προς αυτην η μαια, Μη φοβου, διοτι και ουτος σου ειναι υιος·
<scripture passage="Gen 35:18" parsed="|Gen|35|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.18" />
<sup>18</sup>και ενω παρεδιδε την ψυχην διοτι απεθανεν, εκαλεσε το ονομα αυτου Βεν-ονι· ο δε πατηρ αυτου εκαλεσεν αυτον Βενιαμιν.
<scripture passage="Gen 35:19" parsed="|Gen|35|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.19" />
<sup>19</sup>Και απεθανεν η Ραχηλ και εταφη εν τη οδω της Εφραθα, ητις ειναι Βηθλεεμ.
<scripture passage="Gen 35:20" parsed="|Gen|35|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.20" />
<sup>20</sup>Και εστησεν ο Ιακωβ στηλην επι του ταφου αυτης· αυτη ειναι η στηλη του ταφου της Ραχηλ μεχρι της σημερον.
<scripture passage="Gen 35:21" parsed="|Gen|35|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.21" />
<sup>21</sup>Σηκωθεις δε ο Ισραηλ, εστησε την σκηνην αυτου περαν του Μιγδωλ-εδερ.
<scripture passage="Gen 35:22" parsed="|Gen|35|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.22" />
<sup>22</sup>Και οτε κατωκει ο Ισραηλ εν τη γη εκεινη, υπηγεν ο Ρουβην και εκοιμηθη μετα της Βαλλας παλλακης του πατρος αυτου· και ηκουσε τουτο ο Ισραηλ. Ησαν δε οι υιοι του Ιακωβ δωδεκα·
<scripture passage="Gen 35:23" parsed="|Gen|35|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.23" />
<sup>23</sup>οι υιοι της Λειας, Ρουβην, ο πρωτοτοκος του Ιακωβ, και Συμεων και Λευι και Ιουδας και Ισσαχαρ και Ζαβουλων·
<scripture passage="Gen 35:24" parsed="|Gen|35|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.24" />
<sup>24</sup>οι υιοι της Ραχηλ, Ιωσηφ και Βενιαμιν·
<scripture passage="Gen 35:25" parsed="|Gen|35|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.25" />
<sup>25</sup>οι δε υιοι της Βαλλας, θεραπαινης της Ραχηλ, Δαν και Νεφθαλι·
<scripture passage="Gen 35:26" parsed="|Gen|35|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.26" />
<sup>26</sup>και οι υιοι της Ζελφας, θεραπαινης της Λειας, Γαδ και Ασηρ· ουτοι ειναι οι υιοι του Ιακωβ, οιτινες εγεννηθησαν εις αυτον εν Παδαν-αραμ.
<scripture passage="Gen 35:27" parsed="|Gen|35|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.27" />
<sup>27</sup>Ηλθε δε ο Ιακωβ προς Ισαακ τον πατερα αυτου εις Μαμβρη, εις Κιριαθ-αρβα, ητις ειναι η Χεβρων, οπου ο Αβρααμ και ο Ισαακ ειχον παροικησει.
<scripture passage="Gen 35:28" parsed="|Gen|35|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.28" />
<sup>28</sup>Και ησαν αι ημεραι του Ισαακ εκατον ογδοηκοντα ετη.
<scripture passage="Gen 35:29" parsed="|Gen|35|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.35.29" />
<sup>29</sup>Και εκπνευσας ο Ισαακ απεθανε και προσετεθη εις τον λαον αυτου, γερων και πληρης ημερων· και εθαψαν αυτον Ησαυ και Ιακωβ οι υιοι αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 36" progress="3.29%" prev="Gen.35" next="Gen.37" id="Gen.36">
<h3 id="Gen.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Gen.36-p1">
<scripture passage="Gen 36:1" parsed="|Gen|36|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.1" />
<sup>1</sup>Αυτη δε ειναι η γενεαλογια του Ησαυ, οστις ειναι ο Εδωμ.
<scripture passage="Gen 36:2" parsed="|Gen|36|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.2" />
<sup>2</sup>Ο Ησαυ ελαβε γυναικας εις εαυτον εκ των θυγατερων Χανααν· την Αδα, θυγατερα Αιλων του Χετταιου, και την Ολιβαμα, θυγατερα του Ανα, εγγονην Σεβεγων του υαιου·
<scripture passage="Gen 36:3" parsed="|Gen|36|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.3" />
<sup>3</sup>και την Βασεμαθ, θυγατερα του Ισμαηλ, αδελφην του Νεβαιωθ.
<scripture passage="Gen 36:4" parsed="|Gen|36|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.4" />
<sup>4</sup>Εγεννησε δε εις τον Ησαυ η Αδα τον Ελιφας· και η Βασεμαθ εγεννησε τον Ραγουηλ·
<scripture passage="Gen 36:5" parsed="|Gen|36|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.5" />
<sup>5</sup>και η Ολιβαμα εγεννησε τον Ιεους και τον Ιεγλομ και τον Κορε. Ουτοι ειναι οι υιοι του Ησαυ, οι γεννηθεντες εις αυτον εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Gen 36:6" parsed="|Gen|36|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.6" />
<sup>6</sup>Ελαβε δε ο Ησαυ τας γυναικας αυτου και τους υιους αυτου και τας θυγατερας αυτου και παντας τους ανθρωπους του οικου αυτου και τα ποιμνια αυτου και παντα τα κτηνη αυτου και παντα τα υπαρχοντα τα οποια απεκτησεν εν γη Χανααν, και υπηγεν εις αλλην γην μακραν απο Ιακωβ του αδελφου αυτου·
<scripture passage="Gen 36:7" parsed="|Gen|36|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.7" />
<sup>7</sup>διοτι τα υπαρχοντα αυτων ησαν τοσον πολλα, ωστε δεν ηδυναντο να κατοικησωσιν ομου· και δεν ηδυνατο η γη της παροικησεως αυτων να χωρεση αυτους, εξ αιτιας των κτηνων αυτων.
<scripture passage="Gen 36:8" parsed="|Gen|36|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.8" />
<sup>8</sup>Κατωκησε δε ο Ησαυ εν τω ορει Σηειρ· ο Ησαυ ειναι ο Εδωμ.
<scripture passage="Gen 36:9" parsed="|Gen|36|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.9" />
<sup>9</sup>Και αυτη ειναι η γενεαλογια του Ησαυ, πατρος των Εδωμιτων, εν τω ορει Σηειρ·
<scripture passage="Gen 36:10" parsed="|Gen|36|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.10" />
<sup>10</sup>ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων του Ησαυ· Ελιφας ο υιος της Αδα γυναικος του Ησαυ, Ραγουηλ ο υιος της Βασεμαθ γυναικος του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 36:11" parsed="|Gen|36|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.11" />
<sup>11</sup>Και οι υιοι του Ελιφας ησαν Θαιμαν, Ωμαρ, Σωφαρ και Γοθωμ και Κενεζ.
<scripture passage="Gen 36:12" parsed="|Gen|36|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.12" />
<sup>12</sup>Η δε Θαμνα ητο παλλακη του Ελιφας υιου του Ησαυ, και εγεννησεν εις τον Ελιφας τον Αμαληκ· ουτοι ησαν οι υιοι της Αδα γυναικος του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 36:13" parsed="|Gen|36|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.13" />
<sup>13</sup>Και ουτοι ειναι οι υιοι του Ραγουηλ· Ναχαθ και Ζερα, Σομε και Μοζε· ουτοι ησαν οι υιοι της Βασεμαθ γυναικος του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 36:14" parsed="|Gen|36|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.14" />
<sup>14</sup>Και ουτοι ησαν οι υιοι της Ολιβαμα θυγατρος του Ανα, εγγονης του Σεβεγων, της γυναικος του Ησαυ· και εγεννησεν εις τον Ησαυ τον Ιεους και τον Ιεγλομ και τον Κορε.
<scripture passage="Gen 36:15" parsed="|Gen|36|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.15" />
<sup>15</sup>Ουτοι ησαν οι ηγεμονες των υιων Ησαυ· οι υιοι του Ελιφας πρωτοτοκου του Ησαυ, ηγεμων Θαιμαν, ηγεμων Ωμαρ, ηγεμων Σωφαρ, ηγεμων Κενεζ,
<scripture passage="Gen 36:16" parsed="|Gen|36|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.16" />
<sup>16</sup>ηγεμων Κορε, ηγεμων Γοθωμ, ηγεμων Αμαληκ· ουτοι ειναι οι ηγεμονες του Ελιφας εν τη γη Εδωμ· ουτοι ησαν οι υιοι της Αδα.
<scripture passage="Gen 36:17" parsed="|Gen|36|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.17" />
<sup>17</sup>Και ουτοι ησαν οι υιοι του Ραγουηλ υιου του Ησαυ· ηγεμων Ναχαθ, ηγεμων Ζερα, ηγεμων Σομε, ηγεμων Μοζε· ουτοι ειναι οι ηγεμονες του Ραγουηλ εν τη γη Εδωμ· ουτοι ησαν οι υιοι της Βασεμαθ γυναικος του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 36:18" parsed="|Gen|36|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.18" />
<sup>18</sup>Και ουτοι ησαν οι υιοι της Ολιβαμα γυναικος του Ησαυ· ηγεμων Ιεους, ηγεμων Ιεγλομ, ηγεμων Κορε· ουτοι ησαν οι ηγεμονες της Ολιβαμα θυγατρος του Ανα, γυναικος του Ησαυ.
<scripture passage="Gen 36:19" parsed="|Gen|36|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.19" />
<sup>19</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι του Ησαυ, οστις ειναι ο Εδωμ· και ουτοι οι ηγεμονες αυτων.
<scripture passage="Gen 36:20" parsed="|Gen|36|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.20" />
<sup>20</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι του Σηειρ του Χορραιου, οιτινες κατωκουν την γην· Λωταν και Σωβαλ και Σεβεγων και Ανα,
<scripture passage="Gen 36:21" parsed="|Gen|36|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.21" />
<sup>21</sup>και Δησων και Εσερ και Δισαν· ουτοι ειναι οι ηγεμονες των Χορραιων, των υιων του Σηειρ, εν τη γη Εδωμ.
<scripture passage="Gen 36:22" parsed="|Gen|36|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.22" />
<sup>22</sup>Οι δε υιοι του Λωταν ησαν Χορρι και Αιμαμ· αδελφη δε του Λωταν, η Θαμνα.
<scripture passage="Gen 36:23" parsed="|Gen|36|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.23" />
<sup>23</sup>Ουτοι δε ησαν οι υιοι του Σωβαλ· Αλβαν και Μαναχαθ και Εβαλ, Σεφω και Ωναμ.
<scripture passage="Gen 36:24" parsed="|Gen|36|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.24" />
<sup>24</sup>Ουτοι δε ησαν οι υιοι του Σεβεγων· και Αιε και Ανα· ουτος ειναι ο Ανα οστις ευρηκε τα υδατα εν τη ερημω, οτε εβοσκε τους ονους Σεβεγων του πατρος αυτου.
<scripture passage="Gen 36:25" parsed="|Gen|36|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.25" />
<sup>25</sup>Ουτοι δε ησαν οι υιοι του Ανα· Δησων και Ολιβαμα η θυγατηρ του Ανα.
<scripture passage="Gen 36:26" parsed="|Gen|36|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.26" />
<sup>26</sup>Ουτοι δε ησαν οι υιοι του Δησων· Αμαδαν και Ασβαν και Ιθραμ και Χαρραν.
<scripture passage="Gen 36:27" parsed="|Gen|36|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.27" />
<sup>27</sup>Ουτοι ησαν οι υιοι του Εσερ· Βαλααν και Ζααβαν και Ακαν.
<scripture passage="Gen 36:28" parsed="|Gen|36|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.28" />
<sup>28</sup>Ουτοι ησαν οι υιοι του Δισαν· Ουζ και Αραν.
<scripture passage="Gen 36:29" parsed="|Gen|36|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.29" />
<sup>29</sup>Ουτοι ειναι οι ηγεμονες των Χορραιων· ηγεμων Λωταν, ηγεμων Σωβαλ, ηγεμων Σεβεγων, ηγεμων Ανα,
<scripture passage="Gen 36:30" parsed="|Gen|36|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.30" />
<sup>30</sup>ηγεμων Δησων, ηγεμων Εσερ, ηγεμων Δισαν· ουτοι ειναι οι ηγεμονες των Χορραιων μεταξυ των ηγεμονων αυτων εν τη γη Σηειρ.
<scripture passage="Gen 36:31" parsed="|Gen|36|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.31" />
<sup>31</sup>Και ουτοι ειναι οι βασιλεις οιτινες εβασιλευσαν εν τη γη Εδωμ, πριν βασιλευση βασιλευς επι τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Gen 36:32" parsed="|Gen|36|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.32" />
<sup>32</sup>Και εβασιλευσεν εν Εδωμ Βελα, ο υιος του Βεωρ· το δε ονομα της πολεως αυτου ητο Δενναβα.
<scripture passage="Gen 36:33" parsed="|Gen|36|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.33" />
<sup>33</sup>Και απεθανεν ο Βελα και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Ιωβαβ, υιος του Ζερα, εκ Βοσορρας·
<scripture passage="Gen 36:34" parsed="|Gen|36|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.34" />
<sup>34</sup>Και απεθανεν ο Ιωβαβ και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Χουσαμ εκ της γης των Θαιμανιτων.
<scripture passage="Gen 36:35" parsed="|Gen|36|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.35" />
<sup>35</sup>Και απεθανεν ο Χουσαμ και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Αδαδ, υιος του Βεραδ, ο παταξας τους Μαδιανιτας εν τη πεδιαδι Μωαβ· το δε ονομα της πολεως αυτου ητο Αβιθ.
<scripture passage="Gen 36:36" parsed="|Gen|36|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.36" />
<sup>36</sup>Και απεθανεν ο Αδαδ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Σαμλα εκ Μασρεκας.
<scripture passage="Gen 36:37" parsed="|Gen|36|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.37" />
<sup>37</sup>Και απεθανεν ο Σαμλα και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Σαουλ εκ Ρεχωβωθ της παρα τον ποταμον.
<scripture passage="Gen 36:38" parsed="|Gen|36|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.38" />
<sup>38</sup>Και απεθανεν ο Σαουλ και εβασιλευσεν αντ' αυτου Βααλ-αναν, ο υιος του Αχβωρ.
<scripture passage="Gen 36:39" parsed="|Gen|36|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.39" />
<sup>39</sup>Και απεθανεν ο Βααλ-αναν, υιος του Αχβωρ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Χαδδαρ· το δε ονομα της πολεως αυτου ητο Παου· και το ονομα της γυναικος αυτου, Μεεταβεηλ, θυγατηρ του Ματραιδ, εγγονη του Μαιζααβ.
<scripture passage="Gen 36:40" parsed="|Gen|36|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.40" />
<sup>40</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα των ηγεμονων του Ησαυ, κατα τας οικογενειας αυτων, κατα τους τοπους αυτων, κατα τα ονοματα αυτων. ηγεμων Θαμνα, ηγεμων Αλβα, ηγεμων Ιεθεθ,
<scripture passage="Gen 36:41" parsed="|Gen|36|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.41" />
<sup>41</sup>ηγεμων Ολιβαμα, ηγεμων Ηλα, ηγεμων Φινων,
<scripture passage="Gen 36:42" parsed="|Gen|36|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.42" />
<sup>42</sup>ηγεμων Κενεζ, ηγεμων Θαιμαν, ηγεμων Μιβσαρ,
<scripture passage="Gen 36:43" parsed="|Gen|36|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.36.43" />
<sup>43</sup>ηγεμων Μαγεδιηλ, ηγεμων Ιραμ· ουτοι ειναι οι ηγεμονες του Εδωμ, κατα τας κατοικιας αυτων εν τη γη της κτησεως αυτων· ουτος ειναι ο Ησαυ, ο πατηρ των Εδωμιτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 37" progress="3.40%" prev="Gen.36" next="Gen.38" id="Gen.37">
<h3 id="Gen.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Gen.37-p1">
<scripture passage="Gen 37:1" parsed="|Gen|37|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.1" />
<sup>1</sup>Κατωκησε δε ο Ιακωβ εν τη γη, εν η παρωκησεν ο πατηρ αυτου, εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Gen 37:2" parsed="|Gen|37|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.2" />
<sup>2</sup>Αυτη ειναι γενεαλογια του Ιακωβ. Ο Ιωσηφ, νεος ων ετων δεκαεπτα, εποιμαινε τα προβατα μετα των αδελφων αυτου, των υιων της Βαλλας και των υιων της Ζελφας, των γυναικων του πατρος αυτου· και ανεφερεν ο Ιωσηφ προς τον πατερα αυτων την κακην αυτων φημην.
<scripture passage="Gen 37:3" parsed="|Gen|37|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Ισραηλ ηγαπα τον Ιωσηφ υπερ παντας τους υιους αυτου, διοτι ητο υιος του γηρατος αυτου· και εκαμεν εις αυτον χιτωνα ποικιλοχρωμον.
<scripture passage="Gen 37:4" parsed="|Gen|37|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.4" />
<sup>4</sup>Βλεποντες δε οι αδελφοι αυτου, οτι αυτον ηγαπα ο πατηρ αυτων υπερ παντας τους αδελφους αυτου, εμισησαν αυτον και δεν ηδυναντο να ομιλωσι προς αυτον ειρηνικως.
<scripture passage="Gen 37:5" parsed="|Gen|37|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.5" />
<sup>5</sup>Ενυπνιασθεις δε ο Ιωσηφ ενυπνιον, διηγηθη αυτο εις τους αδελφους αυτου· και εμισησαν αυτον ετι μαλλον.
<scripture passage="Gen 37:6" parsed="|Gen|37|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτους, Ακουσατε, παρακαλω, το ενυπνιον τουτο το οποιον ενυπνιασθην.
<scripture passage="Gen 37:7" parsed="|Gen|37|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ημεις εδενομεν δεματια εν μεσω της πεδιαδος· και ιδου, εσηκωθη το ιδικον μου δεματιον και εσταθη ορθιον· και ιδου, τα ιδικα σας δεματια περιστραφεντα προσεκυνησαν το ιδικον μου δεματιον.
<scripture passage="Gen 37:8" parsed="|Gen|37|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.8" />
<sup>8</sup>Ειπον δε προς αυτον οι αδελφοι αυτου, Βασιλευς θελεις γεινει εφ' ημας; η κυριος θελεις γεινει εις ημας; Και εμισησαν αυτον ετι μαλλον δια τα ενυπνια αυτου και δια τους λογους αυτου.
<scripture passage="Gen 37:9" parsed="|Gen|37|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.9" />
<sup>9</sup>Ενυπνιασθη δε και αλλο ενυπνιον, και διηγηθη αυτο προς τους αδελφους αυτου· και ειπεν, Ιδου, ενυπνιασθην αλλο ενυπνιον· και ιδου, ο ηλιος και η σεληνη και ενδεκα αστερες με προσεκυνουν.
<scripture passage="Gen 37:10" parsed="|Gen|37|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.10" />
<sup>10</sup>Και διηγηθη αυτο προς τον πατερα αυτου και προς τους αδελφους αυτου και επεπληξεν αυτον ο πατηρ αυτου και ειπε προς αυτον, Τι ειναι το ενυπνιον τουτο, το οποιον ενυπνιασθης; αραγε θελομεν ελθει, εγω και η μητηρ σου και οι αδελφοι σου, δια να σε προσκυνησωμεν εως εδαφους;
<scripture passage="Gen 37:11" parsed="|Gen|37|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.11" />
<sup>11</sup>Και εφθονησαν αυτον οι αδελφοι αυτου· ο δε πατηρ αυτου εφυλαττε τον λογον.
<scripture passage="Gen 37:12" parsed="|Gen|37|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.12" />
<sup>12</sup>Και υπηγαν οι αδελφοι αυτου να βοσκησωσι τα προβατα του πατρος αυτων εις Συχεμ.
<scripture passage="Gen 37:13" parsed="|Gen|37|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Ισραηλ προς τον Ιωσηφ, δεν βοσκουσιν οι αδελφοι σου εν Συχεμ; ελθε να σε στειλω προς αυτους. Ο δε ειπε προς αυτον, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 37:14" parsed="|Gen|37|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτον, Υπαγε λοιπον να ιδης, αν ηναι καλα οι αδελφοι σου και καλα τα προβατα, και φερε μοι ειδησιν. Και απεστειλεν αυτον απο της κοιλαδος της Χεβρων· και ηλθεν εις Συχεμ.
<scripture passage="Gen 37:15" parsed="|Gen|37|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.15" />
<sup>15</sup>Και ευρηκεν αυτον ανθρωπος τις, ενω περιεπλανατο εν τη πεδιαδι· και ηρωτησεν αυτον ο ανθρωπος, λεγων, Τι ζητεις;
<scripture passage="Gen 37:16" parsed="|Gen|37|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπε, τους αδελφους μου ζητω· ειπε μοι, παρακαλω, που βοσκουσι.
<scripture passage="Gen 37:17" parsed="|Gen|37|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο ανθρωπος, Ανεχωρησαν απο εδω· διοτι ηκουσα αυτους λεγοντας, Ας υπαγωμεν εις Δωθαν. Και υπηγεν ο Ιωσηφ κατοπιν των αδελφων αυτου, και ευρηκεν αυτους εν Δωθαν.
<scripture passage="Gen 37:18" parsed="|Gen|37|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.18" />
<sup>18</sup>Οι δε ιδοντες αυτον μακροθεν, πριν πλησιαση εις αυτους, συνεβουλευθησαν κατ' αυτου να φονευσωσιν αυτον.
<scripture passage="Gen 37:19" parsed="|Gen|37|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο εις προς τον αλλον, Ιδου, ερχεται εκεινος ο κυριος των ενυπνιων·
<scripture passage="Gen 37:20" parsed="|Gen|37|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.20" />
<sup>20</sup>ελθετε λοιπον τωρα και ας φονευσωμεν αυτον και ας ριψωμεν αυτον εις ενα εκ των λακκων· και θελομεν ειπει, Θηριον κακον κατεφαγεν αυτον· και θελομεν ιδει τι θελουσι γεινει τα ενυπνια αυτου.
<scripture passage="Gen 37:21" parsed="|Gen|37|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.21" />
<sup>21</sup>Και ακουσας ο Ρουβην ηλευθερωσεν αυτον εκ των χειρων αυτων, λεγων, Ας μη βλαψωμεν αυτον εις την ζωην.
<scripture passage="Gen 37:22" parsed="|Gen|37|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ρουβην, Μη χυσητε αιμα· ριψατε αυτον εις τουτον τον λακκον, τον εν τη ερημω, και χειρα μη βαλητε επ' αυτον· δια να ελευθερωση αυτον εκ των χειρων αυτων, και να αποδωση αυτον εις τον πατερα αυτου.
<scripture passage="Gen 37:23" parsed="|Gen|37|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.23" />
<sup>23</sup>Οτε λοιπον ηλθεν ο Ιωσηφ προς τους αδελφους αυτου, εξεδυσαν τον Ιωσηφ τον χιτωνα αυτου, τον χιτωνα τον ποικιλοχρωμον, τον επ' αυτον·
<scripture passage="Gen 37:24" parsed="|Gen|37|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.24" />
<sup>24</sup>και λαβοντες αυτον, ερριψαν εις τον λακκον· ο δε λακκος ητο κενος· δεν ειχεν υδωρ.
<scripture passage="Gen 37:25" parsed="|Gen|37|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.25" />
<sup>25</sup>Επειτα εκαθησαν να φαγωσιν αρτον, και αναβλεψαντες ειδον· και ιδου, συνοδια Ισμαηλιτων ηρχετο απο Γαλααδ μετα των καμηλων αυτων φορτωμενων αρωματα και βαλσαμον και μυρον, και επορευοντο να φερωσιν αυτα κατω εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Gen 37:26" parsed="|Gen|37|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Ιουδας προς τους αδελφους αυτου, Τις η ωφελεια, εαν φονευσωμεν τον αδελφον ημων και κρυψωμεν το αιμα αυτου;
<scripture passage="Gen 37:27" parsed="|Gen|37|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.27" />
<sup>27</sup>ελθετε και ας πωλησωμεν αυτον εις τους Ισμαηλιτας· και ας μη βαλωμεν τας χειρας ημων επ' αυτον· διοτι αδελφος ημων, σαρξ ημων ειναι. Και υπηκουσαν οι αδελφοι αυτου.
<scripture passage="Gen 37:28" parsed="|Gen|37|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.28" />
<sup>28</sup>Και ενω διεβαινον οι Μαδιανιται εμποροι, ανεσυραν και ανεβιβασαν τον Ιωσηφ εκ του λακκου και επωλησαν τον Ιωσηφ δια εικοσι αργυρια εις τους Ισμαηλιτας· οι δε εφεραν τον Ιωσηφ εις Αιγυπτον.
<scripture passage="Gen 37:29" parsed="|Gen|37|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.29" />
<sup>29</sup>Επεστρεψε δε ο Ρουβην εις τον λακκον, και ιδου, ο Ιωσηφ δεν ητο εν τω λακκω· και διεσχισε τα ιματια αυτου.
<scripture passage="Gen 37:30" parsed="|Gen|37|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.30" />
<sup>30</sup>Και επεστρεψε προς τους αδελφους αυτου, και ειπε, Το παιδιον δεν υπαρχει και εγω, εγω που να υπαγω;
<scripture passage="Gen 37:31" parsed="|Gen|37|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.31" />
<sup>31</sup>Τοτε ελαβον τον χιτωνα του Ιωσηφ και εσφαξαν εριφιον εκ των αιγων, και εβαψαν τον χιτωνα εν τω αιματι·
<scripture passage="Gen 37:32" parsed="|Gen|37|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.32" />
<sup>32</sup>και απεστειλαν τον χιτωνα τον ποικιλοχρωμον, και εφεραν αυτον προς τον πατερα αυτων και ειπον, Ευρηκαμεν τουτον· γνωρισον τωρα, αν ηναι ο χιτων του υιου σου η ουχι.
<scripture passage="Gen 37:33" parsed="|Gen|37|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.33" />
<sup>33</sup>Ο δε εγνωρισεν αυτον και ειπε, Ο χιτων του υιου μου ειναι· θηριον κακον κατεφαγεν αυτον· ολος κατεσπαραχθη ο Ιωσηφ.
<scripture passage="Gen 37:34" parsed="|Gen|37|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.34" />
<sup>34</sup>Και διεσχισεν ο Ιακωβ τα ιματια αυτου και εβαλε σακκον εις την οσφυν αυτου και επενθησε τον υιον αυτου ημερας πολλας.
<scripture passage="Gen 37:35" parsed="|Gen|37|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.35" />
<sup>35</sup>Και εσηκωθησαν παντες οι υιοι αυτου και πασαι αι θυγατερες αυτου, δια να παρηγορησωσιν αυτον· αλλα δεν ηθελε να παρηγορηθη, λεγων, Οτι πενθων θελω καταβη προς τον υιον μου εις τον ταφον. Και εκλαυσεν αυτον ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="Gen 37:36" parsed="|Gen|37|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.37.36" />
<sup>36</sup>Οι δε Μαδιανιται επωλησαν αυτον εν τη Αιγυπτω εις τον Πετεφρην, αυλικον του Φαραω, αρχοντα των σωματοφυλακων.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 38" progress="3.52%" prev="Gen.37" next="Gen.39" id="Gen.38">
<h3 id="Gen.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Gen.38-p1">
<scripture passage="Gen 38:1" parsed="|Gen|38|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.1" />
<sup>1</sup>Και κατ' εκεινον τον καιρον κατεβη ο Ιουδας απο των αδελφων αυτου και ετραπη προς ανθρωπον τινα Οδολλαμιτην ονομαζομενον Ειρα.
<scripture passage="Gen 38:2" parsed="|Gen|38|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.2" />
<sup>2</sup>Και ειδεν εκει ο Ιουδας την θυγατερα τινος Χαναναιου, ονομαζομενου Σουα· και ελαβεν αυτην και εισηλθε προς αυτην.
<scripture passage="Gen 38:3" parsed="|Gen|38|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.3" />
<sup>3</sup>Η δε συνελαβε, και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Ηρ.
<scripture passage="Gen 38:4" parsed="|Gen|38|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.4" />
<sup>4</sup>Συνελαβε δε παλιν και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Αυναν.
<scripture passage="Gen 38:5" parsed="|Gen|38|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.5" />
<sup>5</sup>Εγεννησε δε παλιν και αλλον υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Σηλα· ητο δε ο Ιουδας εν Χασβι, οτε εγεννησε τουτον.
<scripture passage="Gen 38:6" parsed="|Gen|38|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.6" />
<sup>6</sup>Και ελαβεν ο Ιουδας γυναικα εις τον Ηρ τον πρωτοτοκον αυτου, ονομαζομενην Θαμαρ.
<scripture passage="Gen 38:7" parsed="|Gen|38|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.7" />
<sup>7</sup>Ο Ηρ δε ο πρωτοτοκος του Ιουδα εσταθη κακος εμπροσθεν του Κυριου· και εθανατωσεν αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Gen 38:8" parsed="|Gen|38|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.8" />
<sup>8</sup>Ειπε δε ο Ιουδας προς τον Αυναν· εισελθε προς την γυναικα του αδελφου σου, και νυμφευθητι αυτην, και αναστησον σπερμα εις τον αδελφον σου.
<scripture passage="Gen 38:9" parsed="|Gen|38|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' ο Αυναν ηξευρεν, οτι το σπερμα δεν ηθελεν εισθαι ιδικον του· δια τουτο, οτε εισηρχετο προς την γυναικα του αδελφου αυτου, εξεχυνεν επι την γην, δια να μη δωση σπερμα εις τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Gen 38:10" parsed="|Gen|38|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.10" />
<sup>10</sup>Και τουτο το οποιον επραττεν εφανη κακον εμπροσθεν του Κυριου· οθεν εθανατωσε και τουτον.
<scripture passage="Gen 38:11" parsed="|Gen|38|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ιουδας προς την Θαμαρ την νυμφην αυτου, Καθου χηρα εν τω οικω του πατρος σου, εωσου Σηλα ο υιος μου γεινη μεγαλος· διοτι ελεγε, Μηπως αποθανη και ουτος, καθως οι αδελφοι αυτου. Υπηγε λοιπον η Θαμαρ και κατωκησεν εν τω οικω του πατρος αυτης.
<scripture passage="Gen 38:12" parsed="|Gen|38|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.12" />
<sup>12</sup>Και μετα πολλας ημερας απεθανεν η θυγατηρ του Σουα, η γυνη του Ιουδα· και αφου παρηγορηθη ο Ιουδας, ανεβη προς τους κουρευτας των προβατων αυτου εις Θαμνα, αυτος και ο φιλος αυτου Ειρα ο Οδολλαμιτης.
<scripture passage="Gen 38:13" parsed="|Gen|38|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.13" />
<sup>13</sup>Και ανηγγειλαν προς την Θαμαρ, λεγοντες, Ιδου, ο πενθερος σου αναβαινει εις Θαμνα δια να κουρευση τα προβατα αυτου.
<scripture passage="Gen 38:14" parsed="|Gen|38|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.14" />
<sup>14</sup>Η δε απεκδυθεισα τα ενδυματα της χηρειας αυτης, εσκεπασθη με καλυμμα και περιετυλιχθη και εκαθισε κατα την διοδον την εν τη οδω της Θαμνα· διοτι ειδεν οτι εγεινε μεγαλος ο Σηλα, και αυτη δεν εδοθη εις αυτον δια γυναικα.
<scripture passage="Gen 38:15" parsed="|Gen|38|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.15" />
<sup>15</sup>Και οτε ειδεν αυτην ο Ιουδας, ενομισεν αυτην πορνην· διοτι ειχε κεκαλυμμενον το προσωπον αυτης.
<scripture passage="Gen 38:16" parsed="|Gen|38|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.16" />
<sup>16</sup>Και κατα την οδον ετραπη προς αυτην, και ειπεν, Αφες με, παρακαλω, να εισελθω προς σε· διοτι δεν εγνωρισεν οτι ητο η νυμφη αυτου. Η δε ειπε, Τι θελεις μοι δωσει, δια να εισελθης προς εμε;
<scripture passage="Gen 38:17" parsed="|Gen|38|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.17" />
<sup>17</sup>Ο δε ειπεν, Εγω θελω σοι στειλει εριφιον αιγων εκ του ποιμνιου. Και εκεινη ειπε, Μοι διδεις ενεχυρον, εωσου να στειλης αυτο;
<scripture passage="Gen 38:18" parsed="|Gen|38|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπε, Τι ενεχυρον να σοι δωσω; Και εκεινη ειπε, την σφραγιδα σου και το περιδερραιον σου και την ραβδον σου την εν τη χειρι σου. Και εδωκεν αυτα εις αυτην και εισηλθε προς αυτην, και συνελαβεν εξ αυτου.
<scripture passage="Gen 38:19" parsed="|Gen|38|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.19" />
<sup>19</sup>Μετα ταυτα σηκωθεισα, ανεχωρησε και απεκδυθεισα το καλυμμα αυτης, ενεδυθη τα ενδυματα της χηρειας αυτης.
<scripture passage="Gen 38:20" parsed="|Gen|38|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Ιουδας εστειλε το εριφιον των αιγων δια χειρος του φιλου αυτου του Οδολλαμιτου, δια να παραλαβη το ενεχυρον εκ της χειρος της γυναικος· πλην δεν ευρηκεν αυτην·
<scripture passage="Gen 38:21" parsed="|Gen|38|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.21" />
<sup>21</sup>και ηρωτησε τους ανθρωπους του τοπου αυτης, λεγων, Που ειναι η πορνη, ητις ητο κατα την διοδον επι της οδου; οι δε ειπον, Δεν εσταθη εδω πορνη.
<scripture passage="Gen 38:22" parsed="|Gen|38|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.22" />
<sup>22</sup>Και επεστρεψε προς τον Ιουδαν και ειπε, Δεν ευρηκα αυτην· μαλιστα οι ανθρωποι του τοπου ειπον, Δεν εσταθη εδω πορνη.
<scripture passage="Gen 38:23" parsed="|Gen|38|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Ιουδας, Ας εχη αυτα, δια να μη γεινωμεν ονειδος· ιδου, εγω εστειλα το εριφιον τουτο, συ ομως δεν ευρηκας αυτην.
<scripture passage="Gen 38:24" parsed="|Gen|38|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.24" />
<sup>24</sup>Και μετα τρεις μηνας περιπου, ανηγγειλαν προς τον Ιουδαν, λεγοντες, Θαμαρ η νυμφη σου επορνευθη, και μαλιστα, ιδου, ειναι εγκυος εκ πορνειας. Και ειπεν ο Ιουδας, Φερετε αυτην εξω και ας κατακαυθη.
<scripture passage="Gen 38:25" parsed="|Gen|38|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.25" />
<sup>25</sup>Και οτε εφερετο εξω, απεστειλε προς τον πενθερον αυτης, λεγουσα, Εκ του ανθρωπου, του οποιου ειναι ταυτα, ειμαι εγγυος· και ειπεν ετι, Γνωρισον, παρακαλω, τινος ειναι η σφραγις και το περιδερραιον, και η ραβδος αυτη.
<scripture passage="Gen 38:26" parsed="|Gen|38|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.26" />
<sup>26</sup>Και ο Ιουδας εγνωρισεν αυτα· και ειπεν, Αυτη ειναι δικαιοτερα εμου, διοτι δεν εδωκα αυτην εις τον Σηλα τον υιον μου. Και ετι πλεον δεν εγνωρισεν αυτην.
<scripture passage="Gen 38:27" parsed="|Gen|38|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.27" />
<sup>27</sup>Και καθ' ον καιρον εμελλε να γεννηση, ιδου, διδυμα εν τη κοιλια αυτης.
<scripture passage="Gen 38:28" parsed="|Gen|38|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.28" />
<sup>28</sup>Και ενω εγεννα, το εν επροβαλεν εξω την χειρα· και η μαια λαβουσα, εδεσεν επι την χειρα αυτου νημα κοκκινον, λεγουσα, Ουτος εξηλθε πρωτος.
<scripture passage="Gen 38:29" parsed="|Gen|38|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.29" />
<sup>29</sup>Και καθως εσυρεν οπισω την χειρα αυτου, ιδου, εξηλθεν ο αδελφος αυτου· και αυτη ειπε, Ποιον χαλασμον εκαμες; επι σε ας ηναι ο χαλασμος· δια τουτο εκαλεσθη το ονομα αυτου Φαρες.
<scripture passage="Gen 38:30" parsed="|Gen|38|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.38.30" />
<sup>30</sup>Και επειτα εξηλθεν ο αδελφος αυτου, οστις ειχε το κοκκινον νημα επι την χειρα αυτου· και εκαλεσθη το ονομα αυτου Ζαρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 39" progress="3.62%" prev="Gen.38" next="Gen.40" id="Gen.39">
<h3 id="Gen.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Gen.39-p1">
<scripture passage="Gen 39:1" parsed="|Gen|39|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιωσηφ κατεβιβασθη εις την Αιγυπτον· και ο Πετεφρης ο αυλικος του Φαραω, ο αρχων των σωματοφυλακων, ανθρωπος Αιγυπτιος, ηγορασεν αυτον εκ των χειρων των Ισμαηλιτων, οιτινες κατεβιβασαν αυτον εκει.
<scripture passage="Gen 39:2" parsed="|Gen|39|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.2" />
<sup>2</sup>Και ητο ο Κυριος μετα του Ιωσηφ, και ητο ανθρωπος ευοδουμενος· και ευρισκετο εν τω οικω του κυριου αυτου Αιγυπτιου.
<scripture passage="Gen 39:3" parsed="|Gen|39|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.3" />
<sup>3</sup>Και ειδεν ο κυριος αυτου, οτι ο Κυριος ητο μετ' αυτου, και ευωδωνεν ο Κυριος εις τας χειρας αυτου παντα οσα εκαμνε.
<scripture passage="Gen 39:4" parsed="|Gen|39|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.4" />
<sup>4</sup>Και ευρηκεν ο Ιωσηφ χαριν εμπροσθεν αυτου και υπηρετει αυτον· και κατεστησεν αυτον επιστατην επι του οικου αυτου· και παντα οσα ειχε, παρεδωκεν εις τας χειρας αυτου.
<scripture passage="Gen 39:5" parsed="|Gen|39|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.5" />
<sup>5</sup>Και εξ εκεινου του καιρου, αφου κατεστησεν αυτον επιστατην επι του οικου αυτου και επι παντων οσα ειχεν, ευλογησεν ο Κυριος τον οικον του Αιγυπτιου εξ αιτιας του Ιωσηφ· και ητο η ευλογια του Κυριου επι παντα οσα ειχεν, εν τω οικω και εν τοις αγροις.
<scripture passage="Gen 39:6" parsed="|Gen|39|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.6" />
<sup>6</sup>Και παρεδωκε παντα οσα ειχεν εις τας χειρας του Ιωσηφ· και δεν ηξευρεν εκ των υπαρχοντων αυτου ουδεν, πλην του αρτου τον οποιον ετρωγεν. Ητο δε ο Ιωσηφ ευειδης και ωραιος την οψιν.
<scripture passage="Gen 39:7" parsed="|Gen|39|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.7" />
<sup>7</sup>Και μετα τα πραγματα ταυτα, η γυνη του κυριου αυτου ερριψε τους οφθαλμους αυτης επι τον Ιωσηφ· και ειπε, Κοιμηθητι μετ' εμου.
<scripture passage="Gen 39:8" parsed="|Gen|39|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' εκεινος δεν ηθελε, και ειπε προς την γυναικα του κυριου αυτου, Ιδου· ο κυριος μου δεν γνωριζει ουδεν εκ των οσα ειναι μετ' εμου εν τω οικω· και παντα οσα εχει, παρεδωκεν εις τας χειρας μου·
<scripture passage="Gen 39:9" parsed="|Gen|39|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.9" />
<sup>9</sup>δεν ειναι εν τω οικω τουτω ουδεις μεγαλητερος μου, ουτε ειναι απηγορευμενον εις εμε αλλο τι πλην σου, διοτι εισαι η γυνη αυτου· και πως να πραξω τουτο το μεγα κακον, και να αμαρτησω εναντιον του Θεου;
<scripture passage="Gen 39:10" parsed="|Gen|39|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.10" />
<sup>10</sup>Αν και ελαλει προς τον Ιωσηφ καθ' εκαστην ημεραν, ουτος ομως δεν υπηκουσεν εις αυτην να κοιμηθη μετ' αυτης, δια να συνευρεθη μετ' αυτης.
<scripture passage="Gen 39:11" parsed="|Gen|39|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.11" />
<sup>11</sup>Και ημεραν τινα εισηλθεν ο Ιωσηφ εις την οικιαν δια να καμη τα εργα αυτου, και ουδεις εκ των ανθρωπων του οικου ητο εκει εν τω οικω.
<scripture passage="Gen 39:12" parsed="|Gen|39|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.12" />
<sup>12</sup>Και εκεινη ηρπασεν αυτον απο του ιματιου αυτου, λεγουσα, Κοιμηθητι μετ' εμου· αλλ' εκεινος αφησας το ιματιον αυτου εις τας χειρας αυτης, εφυγε, και εξηλθεν εξω.
<scripture passage="Gen 39:13" parsed="|Gen|39|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.13" />
<sup>13</sup>Και ως ειδεν οτι αφηκε το ιματιον αυτου εις τας χειρας αυτης και εφυγεν εξω,
<scripture passage="Gen 39:14" parsed="|Gen|39|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.14" />
<sup>14</sup>εβοησε προς τους ανθρωπους της οικιας αυτης και ελαλησε προς αυτους, λεγουσα, Ιδετε, εφερεν εις ημας ανθρωπον Εβραιον δια να μας εμπαιξη· εισηλθε προς εμε δια να κοιμηθη μετ' εμου και εγω εβοησα μετα φωνης μεγαλης·
<scripture passage="Gen 39:15" parsed="|Gen|39|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.15" />
<sup>15</sup>και ως ηκουσεν οτι υψωσα την φωνην μου και εβοησα, αφησας το ιματιον αυτου παρ' εμοι εφυγε και εξηλθεν εξω.
<scripture passage="Gen 39:16" parsed="|Gen|39|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.16" />
<sup>16</sup>Και απεθεσε το ιματιον αυτου παρ' αυτη, εωσου ηλθεν ο κυριος αυτου εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Gen 39:17" parsed="|Gen|39|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε προς αυτον κατα τους λογους τουτους, λεγουσα, Ο δουλος ο Εβραιος, τον οποιον εφερες εις ημας, εισηλθε προς εμε δια να με εμπαιξη,
<scripture passage="Gen 39:18" parsed="|Gen|39|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.18" />
<sup>18</sup>και ως υψωσα την φωνην μου και εβοησα, αφησας το ιματιον αυτου παρ' εμοι, εφυγεν εξω.
<scripture passage="Gen 39:19" parsed="|Gen|39|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.19" />
<sup>19</sup>Και ως ηκουσεν ο κυριος αυτου τους λογους της γυναικος αυτου, τους οποιους ελαλησε προς αυτον, λεγουσα, Ουτω μοι εκαμεν ο δουλος σου, εξηφθη η οργη αυτου.
<scripture passage="Gen 39:20" parsed="|Gen|39|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.20" />
<sup>20</sup>Και λαβων ο κυριος του Ιωσηφ αυτον, εβαλεν αυτον εις την οχυραν φυλακην, εις τον τοπον οπου οι δεσμιοι του βασιλεως ησαν πεφυλακισμενοι και εμενεν εκει εν τη οχυρα φυλακη.
<scripture passage="Gen 39:21" parsed="|Gen|39|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.21" />
<sup>21</sup>Αλλ' ο Κυριος ητο μετα του Ιωσηφ και επεχεεν εις αυτον ελεος, και εδωκε χαριν εις αυτον εμπροσθεν του αρχιδεσμοφυλακος.
<scripture passage="Gen 39:22" parsed="|Gen|39|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.22" />
<sup>22</sup>Και παρεδωκεν ο αρχιδεσμοφυλαξ εις τας χειρας του Ιωσηφ παντας τους δεσμιους, τους εν τη οχυρα φυλακη· και παντα οσα επραττοντο εκει, αυτος εκαμνεν αυτα.
<scripture passage="Gen 39:23" parsed="|Gen|39|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.39.23" />
<sup>23</sup>Ο αρχιδεσμοφυλαξ δεν εθεωρει ουδεν εκ των οσα ησαν εις τας χειρας αυτου· διοτι ο Κυριος ητο μετ' αυτου και ο Κυριος ευωδονεν οσα αυτος εκαμνε.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 40" progress="3.70%" prev="Gen.39" next="Gen.41" id="Gen.40">
<h3 id="Gen.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Gen.40-p1">
<scripture passage="Gen 40:1" parsed="|Gen|40|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.1" />
<sup>1</sup>Και μετα τα πραγματα ταυτα, ο οινοχοος του βασιλεως της Αιγυπτου και ο αρτοποιος ημαρτησαν εις τον κυριον αυτων τον βασιλεα της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 40:2" parsed="|Gen|40|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.2" />
<sup>2</sup>Και ωργισθη ο Φαραω κατα των δυο αυλικων αυτου, κατα του αρχιοινοχοου, και κατα του αρχισιτοποιου.
<scripture passage="Gen 40:3" parsed="|Gen|40|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.3" />
<sup>3</sup>Και εβαλεν αυτους υπο φυλαξιν εν τω οικω του αρχοντος των σωματοφυλακων, εις την οχυραν φυλακην, εις τον τοπον οπου ο Ιωσηφ ητο πεφυλακισμενος.
<scripture passage="Gen 40:4" parsed="|Gen|40|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.4" />
<sup>4</sup>Ο δε αρχων των σωματοφυλακων ενεπιστευθη αυτους εις τον Ιωσηφ και ουτος υπηρετει αυτους· ησαν δε καιρον τινα εν τη φυλακη·
<scripture passage="Gen 40:5" parsed="|Gen|40|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.5" />
<sup>5</sup>και ο οινοχοος και ο αρτοποιος του βασιλεως της Αιγυπτου, οιτινες ησαν πεφυλακισμενοι εν τη οχυρα φυλακη, ενυπνιασθησαν ενυπνιον αμφοτεροι, εκαστος το ενυπνιον αυτου κατα την αυτην νυκτα, εκαστος κατα την εξηγησιν του ενυπνιου αυτου.
<scripture passage="Gen 40:6" parsed="|Gen|40|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Ιωσηφ εισελθων προς αυτους το πρωι, ειδεν αυτους· και ιδου, ησαν τεταραγμενοι.
<scripture passage="Gen 40:7" parsed="|Gen|40|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.7" />
<sup>7</sup>Και ηρωτησε τους αυλικους του Φαραω, τους οντας μετ' αυτου εν τη φυλακη εν τω οικω του κυριου αυτου, λεγων, Δια τι τα προσωπα σας ειναι σκυθρωπα σημερον;
<scripture passage="Gen 40:8" parsed="|Gen|40|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.8" />
<sup>8</sup>Οι δε ειπον προς αυτον, Ενυπνιασθημεν ενυπνιον και δεν ειναι ουδεις οστις να εξηγηση αυτο. Και ειπε προς αυτους ο Ιωσηφ, Δεν ανηκουσιν εις τον Θεον αι εξηγησεις; διηγηθητε μοι, παρακαλω.
<scripture passage="Gen 40:9" parsed="|Gen|40|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.9" />
<sup>9</sup>Και διηγηθη ο αρχιοινοχοος το ενυπνιον αυτου προς τον Ιωσηφ και ειπε προς αυτον, Ειδον εις το ονειρον μου και ιδου, αμπελος εμπροσθεν μου·
<scripture passage="Gen 40:10" parsed="|Gen|40|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.10" />
<sup>10</sup>και εις την αμπελον ησαν τρεις κλαδοι και εφαινετο ως βλαστανουσα και τα ανθη αυτης εξηνθησαν και οι βοτρυες της σταφυλης ωριμασαν·
<scripture passage="Gen 40:11" parsed="|Gen|40|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.11" />
<sup>11</sup>το δε ποτηριον του Φαραω ητο εν τη χειρι μου· και ελαβον τα σταφυλια και εθλιψα αυτα εις το ποτηριον του Φαραω και εδωκα το ποτηριον εις την χειρα του Φαραω.
<scripture passage="Gen 40:12" parsed="|Gen|40|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς αυτον, Αυτη ειναι η εξηγησις αυτου· οι τρεις κλαδοι ειναι τρεις ημεραι·
<scripture passage="Gen 40:13" parsed="|Gen|40|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.13" />
<sup>13</sup>μετα τρεις ημερας, ο Φαραω θελει υψωσει την κεφαλην σου και θελει σε αποκαταστησει εις το υπουργημα σου· και θελεις δωσει το ποτηριον του Φαραω εις την χειρα αυτου κατα την προτεραν συνηθειαν, οτε ησο οινοχοος αυτου·
<scripture passage="Gen 40:14" parsed="|Gen|40|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.14" />
<sup>14</sup>πλην ενθυμηθητι με, οταν γεινη εις σε το καλον· και καμε, παρακαλω, ελεος προς εμε και αναφερε περι εμου προς τον Φαραω και εξαγαγε με εκ του οικου τουτου·
<scripture passage="Gen 40:15" parsed="|Gen|40|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.15" />
<sup>15</sup>επειδη τη αληθεια εκλεφθην εκ της γης των Εβραιων· και εδω παλιν δεν επραξα ουδεν, ωστε να με βαλωσιν εις τον λακκον τουτον.
<scripture passage="Gen 40:16" parsed="|Gen|40|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.16" />
<sup>16</sup>Και ιδων ο αρχισιτοποιος οτι η εξηγησις ητο καλη, ειπε προς τον Ιωσηφ, Και εγω ειδον εις το ονειρον μου και ιδου, τρια κανιστρα λευκα επι της κεφαλης μου·
<scripture passage="Gen 40:17" parsed="|Gen|40|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.17" />
<sup>17</sup>εν δε τω κανιστρω τω ανωτερω ησαν εκ παντων των φαγητων του Φαραω, της τεχνης του αρτοποιου· και τα πτηνα ετρωγον αυτα εκ του κανιστρου επανωθεν της κεφαλης μου.
<scripture passage="Gen 40:18" parsed="|Gen|40|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.18" />
<sup>18</sup>Και αποκριθεις ο Ιωσηφ ειπεν, Αυτη ειναι η εξηγησις τουτου· τα τρια κανιστρα ειναι τρεις ημεραι·
<scripture passage="Gen 40:19" parsed="|Gen|40|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.19" />
<sup>19</sup>μετα τρεις ημερας ο Φαραω θελει υψωσει την κεφαλην σου επανωθεν σου και θελει σε κρεμασει εις ξυλον και τα πτηνα θελουσι φαγει την σαρκα σου επανωθεν σου.
<scripture passage="Gen 40:20" parsed="|Gen|40|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.20" />
<sup>20</sup>Και την τριτην ημεραν, ημεραν των γενεθλιων του Φαραω, εκαμε συμποσιον εις παντας τους δουλους αυτου· και υψωσε την κεφαλην του αρχιοινοχοου και την κεφαλην του αρχισιτοποιου μεταξυ των δουλων αυτου.
<scripture passage="Gen 40:21" parsed="|Gen|40|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.21" />
<sup>21</sup>Και τον μεν αρχιοινοχοον αποκατεστησεν εις την οινοχοιαν αυτου, και εδωκε το ποτηριον εις την χειρα του Φαραω·
<scripture passage="Gen 40:22" parsed="|Gen|40|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.22" />
<sup>22</sup>τον δε αρχισιτοποιον εκρεμασε, καθως εξηγησεν ο Ιωσηφ εις αυτους.
<scripture passage="Gen 40:23" parsed="|Gen|40|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.40.23" />
<sup>23</sup>Ο αρχιοινοχοος ομως δεν ενεθυμηθη τον Ιωσηφ, αλλα ελησμονησεν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 41" progress="3.78%" prev="Gen.40" next="Gen.42" id="Gen.41">
<h3 id="Gen.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Gen.41-p1">
<scripture passage="Gen 41:1" parsed="|Gen|41|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.1" />
<sup>1</sup>Και μετα παρελευσιν δυο ετων ο Φαραω ειδεν ενυπνιον· και ιδου, ιστατο πλησιον του ποταμου.
<scripture passage="Gen 41:2" parsed="|Gen|41|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.2" />
<sup>2</sup>και ιδου, επτα δαμαλια ευμορφα και παχυσαρκα ανεβαινον εκ του ποταμου και εβοσκοντο εις το λιβαδιον.
<scripture passage="Gen 41:3" parsed="|Gen|41|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.3" />
<sup>3</sup>και ιδου, αλλα επτα δαμαλια ανεβαινον μετ' εκεινα εκ του ποταμου, ασχημα και λεπτοσαρκα, και ισταντο πλησιον των αλλων δαμαλιων επι το χειλος του ποταμου·
<scripture passage="Gen 41:4" parsed="|Gen|41|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.4" />
<sup>4</sup>και τα δαμαλια τα ασχημα και λεπτοσαρκα κατεφαγον τα επτα δαμαλια τα ευμορφα και παχυσαρκα. Τοτε εξυπνησεν ο Φαραω.
<scripture passage="Gen 41:5" parsed="|Gen|41|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.5" />
<sup>5</sup>Και αποκοιμηθεις ενυπνιασθη δευτεραν φοραν· και ιδου, επτα ασταχυα παχεα και καλα ανεβαινον εκ του αυτου κορμου·
<scripture passage="Gen 41:6" parsed="|Gen|41|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.6" />
<sup>6</sup>και ιδου, αλλα επτα ασταχυα λεπτα και κεκαυμενα υπο του ανατολικου ανεμου ανεφυοντο μετ' εκεινα·
<scripture passage="Gen 41:7" parsed="|Gen|41|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.7" />
<sup>7</sup>και τα ασταχυα τα λεπτα κατεπιον τα επτα ασταχυα τα παχεα και μεστα. Και εξυπνησεν ο Φαραω και ιδου, ητο ονειρον.
<scripture passage="Gen 41:8" parsed="|Gen|41|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.8" />
<sup>8</sup>Και το πρωι το πνευμα αυτου ητο τεταραγμενον· και αποστειλας εκαλεσε παντας τους μαγους της Αιγυπτου και παντας τους σοφους αυτης· και διηγηθη προς αυτους ο Φαραω τα ενυπνια αυτου· αλλα δεν ητο ουδεις οστις να εξηγηση αυτα προς τον Φαραω.
<scripture passage="Gen 41:9" parsed="|Gen|41|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ο αρχιοινοχοος ελαλησε προς τον Φαραω λεγων, την αμαρτιαν μου ενθυμουμαι σημερον·
<scripture passage="Gen 41:10" parsed="|Gen|41|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.10" />
<sup>10</sup>ο Φαραω ειχεν οργισθη εναντιον των δουλων αυτου και με εβαλεν εις φυλακην εν τω οικω του αρχοντος των σωματοφυλακων, εμε και τον αρχισιτοποιον·
<scripture passage="Gen 41:11" parsed="|Gen|41|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.11" />
<sup>11</sup>και ειδομεν ενυπνιον κατα την αυτην νυκτα, εγω και εκεινος· ενυπνιασθημεν εκαστος κατα την εξηγησιν του ενυπνιου αυτου·
<scripture passage="Gen 41:12" parsed="|Gen|41|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.12" />
<sup>12</sup>και ητο εκει μεθ' ημων νεος τις Εβραιος, δουλος του αρχοντος των σωματοφυλακων· και διηγηθημεν προς αυτον και εξηγησεν εις ημας τα ενυπνια ημων· εις εκαστον κατα το ενυπνιον αυτου εκαμε την εξηγησιν·
<scripture passage="Gen 41:13" parsed="|Gen|41|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.13" />
<sup>13</sup>και καθως εξηγησεν εις ημας, ουτω και συνεβη· εμε μεν αποκατεστησεν εις το υπουργημα μου, εκεινον δε εκρεμασε.
<scripture passage="Gen 41:14" parsed="|Gen|41|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.14" />
<sup>14</sup>Τοτε αποστειλας ο Φαραω, εκαλεσε τον Ιωσηφ, και εξηγαγον αυτον μετα σπουδης εκ της φυλακης· και εξυρισθη και ηλλαξε την στολην αυτου και ηλθε προς τον Φαραω.
<scripture passage="Gen 41:15" parsed="|Gen|41|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Ειδον ενυπνιον, και δεν ειναι ουδεις οστις να εξηγηση αυτο· και εγω ηκουσα περι σου να λεγωσιν οτι εννοεις τα ονειρα ωστε να εξηγης αυτα.
<scripture passage="Gen 41:16" parsed="|Gen|41|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.16" />
<sup>16</sup>Και απεκριθη ο Ιωσηφ προς τον Φαραω λεγων, Ουχι εγω· ο Θεος θελει δωσει εις τον Φαραω σωτηριον αποκρισιν.
<scripture passage="Gen 41:17" parsed="|Gen|41|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Εις το ονειρον μου, ιδου, ισταμην επι το χειλος του ποταμου·
<scripture passage="Gen 41:18" parsed="|Gen|41|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.18" />
<sup>18</sup>και ιδου, επτα δαμαλια παχυσαρκα και ευμορφα ανεβαινον εκ του ποταμου και εβοσκοντο εις το λιβαδιον·
<scripture passage="Gen 41:19" parsed="|Gen|41|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.19" />
<sup>19</sup>και ιδου, αλλα επτα δαμαλια ανεβαινον κατοπιν εκεινων αδυνατα και πολυ ασχημα και λεπτοσαρκα, οποια δεν ειδον ποτε ασχημοτερα καθ' ολην την γην της Αιγυπτου·
<scripture passage="Gen 41:20" parsed="|Gen|41|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.20" />
<sup>20</sup>και τα δαμαλια τα λεπτα και ασχημα κατεφαγον τα πρωτα επτα δαμαλια τα παχεα·
<scripture passage="Gen 41:21" parsed="|Gen|41|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.21" />
<sup>21</sup>και αφου εισηλθον εις τας κοιλιας αυτων, δεν διεκρινετο οτι εισηλθον εις τας κοιλιας αυτων, αλλ' η θεωρια αυτων ητο ασχημος καθως και προτερον· τοτε εξυπνησα.
<scripture passage="Gen 41:22" parsed="|Gen|41|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.22" />
<sup>22</sup>Επειτα ειδον εις το ονειρον μου και ιδου, επτα ασταχυα ανεβαινον εκ του αυτου κορμου μεστα και καλα·
<scripture passage="Gen 41:23" parsed="|Gen|41|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.23" />
<sup>23</sup>και ιδου, αλλα επτα ασταχυα ξηρα, λεπτα, κεκαυμενα υπο του ανατολικου ανεμου, ανεφυοντο κατοπιν αυτων·
<scripture passage="Gen 41:24" parsed="|Gen|41|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.24" />
<sup>24</sup>και τα ασταχυα τα λεπτα κατεπιον τα επτα ασταχυα τα καλα· και ειπον ταυτα προς τους μαγους, αλλα δεν ητο ουδεις οστις να μοι εξηγηση αυτα.
<scripture passage="Gen 41:25" parsed="|Gen|41|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς τον Φαραω, Το ενυπνιον του Φαραω εν ειναι· ο Θεος εφανερωσεν εις τον Φαραω οσα μελλει να καμη.
<scripture passage="Gen 41:26" parsed="|Gen|41|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.26" />
<sup>26</sup>Τα επτα δαμαλια τα καλα ειναι επτα ετη· και τα επτα ασταχυα τα καλα ειναι επτα ετη· το ενυπνιον εν ειναι.
<scripture passage="Gen 41:27" parsed="|Gen|41|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.27" />
<sup>27</sup>Και τα επτα δαμαλια τα λεπτα και ασχημα, τα οποια ανεβαινον κατοπιν αυτων, ειναι επτα ετη· και τα επτα ασταχυα τα αμεστα, τα κεκαυμενα υπο του ανατολικου ανεμου, θελουσιν εισθαι επτα ετη πεινης.
<scripture passage="Gen 41:28" parsed="|Gen|41|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.28" />
<sup>28</sup>Τουτο ειναι το πραγμα το οποιον ειπα προς τον Φαραω· ο Θεος εφανερωσεν εις τον Φαραω οσα μελλει να καμη.
<scripture passage="Gen 41:29" parsed="|Gen|41|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.29" />
<sup>29</sup>Ιδου, ερχονται επτα ετη μεγαλης αφθονιας καθ' ολην την γην της Αιγυπτου·
<scripture passage="Gen 41:30" parsed="|Gen|41|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.30" />
<sup>30</sup>και θελουσιν επελθει μετα ταυτα επτα ετη πεινης· και ολη η αφθονια θελει λησμονηθη εν τη γη της Αιγυπτου και η πεινα θελει καταφθειρει την γην·
<scripture passage="Gen 41:31" parsed="|Gen|41|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.31" />
<sup>31</sup>και δεν θελει γνωρισθη η αφθονια επι της γης εξ αιτιας εκεινης της πεινης, ητις μελλει να ακολουθηση· διοτι θελει εισθαι βαρεια σφοδρα.
<scripture passage="Gen 41:32" parsed="|Gen|41|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.32" />
<sup>32</sup>Το δε οτι εδευτερωθη το ενυπνιον εις τον Φαραω δις, φανερονει οτι το πραγμα ειναι αποφασισμενον παρα του Θεου και οτι ο Θεος θελει ταχυνει να εκτελεση αυτο.
<scripture passage="Gen 41:33" parsed="|Gen|41|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.33" />
<sup>33</sup>Τωρα λοιπον ας προβλεψη ο Φαραω ανθρωπον συνετον και φρονιμον και ας καταστηση αυτον επι της γης της Αιγυπτου·
<scripture passage="Gen 41:34" parsed="|Gen|41|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.34" />
<sup>34</sup>ας καμη ο Φαραω και ας διοριση επιστατας επι της γης· και ας λαμβανη το πεμπτον απο της γης Αιγυπτου εις τα επτα ετη της αφθονιας·
<scripture passage="Gen 41:35" parsed="|Gen|41|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.35" />
<sup>35</sup>και ας συναξωσι πασας τας τροφας τουτων των ερχομενων καλων ετων, και ας αποταμιευσωσι σιτον υπο την χειρα του Φαραω δια τροφας εις τας πολεις, και ας φυλαττωσιν αυτον·
<scripture passage="Gen 41:36" parsed="|Gen|41|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.36" />
<sup>36</sup>και αι τροφαι θελουσι μενει πεφυλαγμεναι δια την γην εις τα επτα ετη της πεινης, τα οποια θελουσιν ακολουθησει εν τη γη της Αιγυπτου, δια να μη απολεσθη ο τοπος υπο της πεινης.
<scripture passage="Gen 41:37" parsed="|Gen|41|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.37" />
<sup>37</sup>Και ηρεσεν ο λογος εις τον Φαραω και εις παντας τους δουλους αυτου.
<scripture passage="Gen 41:38" parsed="|Gen|41|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τους δουλους αυτου, Δυναμεθα να ευρωμεν καθως τουτον, ανθρωπον εις τον οποιον υπαρχει το πνευμα του Θεου;
<scripture passage="Gen 41:39" parsed="|Gen|41|39|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.39" />
<sup>39</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Επειδη ο Θεος εδειξεν εις σε παντα ταυτα, δεν ειναι ουδεις τοσον συνετος και φρονιμος οσον συ.
<scripture passage="Gen 41:40" parsed="|Gen|41|40|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.40" />
<sup>40</sup>Συ θελεις εισθαι επι του οικου μου και εις τον λογον του στοματος σου θελει υπακουει πας ο λαος μου· μονον κατα τον θρονον θελω εισθαι ανωτερος σου.
<scripture passage="Gen 41:41" parsed="|Gen|41|41|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.41" />
<sup>41</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Ιδου, σε κατεστησα εφ' ολης της γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:42" parsed="|Gen|41|42|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.42" />
<sup>42</sup>Και εκβαλων ο Φαραω το δακτυλιδιον αυτου εκ της χειρος αυτου, εβαλεν αυτο εις την χειρα του Ιωσηφ και ενεδυσεν αυτον ιματια βυσσινα, και περιεβαλε χρυσουν περιδερραιον περι τον τραχηλον αυτου.
<scripture passage="Gen 41:43" parsed="|Gen|41|43|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.43" />
<sup>43</sup>Και ανεβιβασεν αυτον επι την αμαξαν αυτου την δευτεραν· και εκηρυττον εμπροσθεν αυτου, Γονατισατε· και κατεστησεν αυτον εφ' ολης της γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:44" parsed="|Gen|41|44|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.44" />
<sup>44</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Εγω ειμαι ο Φαραω, και χωρις σου ουδεις θελει σηκωσει την χειρα αυτου η τον ποδα αυτου καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:45" parsed="|Gen|41|45|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.45" />
<sup>45</sup>Και ωνομασεν ο Φαραω τον Ιωσηφ αφναθ-πανεαχ· και εδωκεν εις αυτον δια γυναικα Ασενεθ, την θυγατερα του Ποτιφερα ιερεως της Ων. Και εξηλθεν ο Ιωσηφ εις την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:46" parsed="|Gen|41|46|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.46" />
<sup>46</sup>Ητο δε ο Ιωσηφ τριακοντα ετων, οτε παρεσταθη εμπροσθεν του Φαραω βασιλεως της Αιγυπτου· και εξηλθεν ο Ιωσηφ απ' εμπροσθεν του Φαραω, και διηλθεν ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:47" parsed="|Gen|41|47|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.47" />
<sup>47</sup>Και εκαρποφορησεν η γη πλουσιοπαροχως εις τα επτα ετη της αφθονιας·
<scripture passage="Gen 41:48" parsed="|Gen|41|48|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.48" />
<sup>48</sup>και συνηγαγε πασας τας τροφας των επτα ετων των γενομενων εν τη γη της Αιγυπτου· και εναπεθεσε τας τροφας εν ταις πολεσι· τας τροφας των αγρων των περιξ εκαστης πολεως εθεσεν εν αυτη.
<scripture passage="Gen 41:49" parsed="|Gen|41|49|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.49" />
<sup>49</sup>Και συνηγαγεν ο Ιωσηφ σιτον ως την αμμον της θαλασσης πολυν σφοδρα, ωστε επαυσε να μετρη αυτον· διοτι ητο αμετρητος.
<scripture passage="Gen 41:50" parsed="|Gen|41|50|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.50" />
<sup>50</sup>Εγεννηθησαν δε δυο υιοι εις τον Ιωσηφ, πριν ελθωσι τα ετη της πεινης· τους οποιους εγεννησεν εις αυτον Ασενεθ, η θυγατηρ του Ποτιφερα ιερεως της Ων.
<scripture passage="Gen 41:51" parsed="|Gen|41|51|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.51" />
<sup>51</sup>Και εκαλεσεν ο Ιωσηφ το ονομα του πρωτοτοκου Μανασση· διοτι ειπεν, Ο Θεος με εκαμε να λησμονησω παντας τους πονους μου και παντα τον οικον του πατρος μου.
<scripture passage="Gen 41:52" parsed="|Gen|41|52|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.52" />
<sup>52</sup>Το δε ονομα του δευτερου εκαλεσεν Εφραιμ· διοτι ειπεν, Ο Θεος με ηυξησεν εν τη γη της θλιψεως μου.
<scripture passage="Gen 41:53" parsed="|Gen|41|53|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.53" />
<sup>53</sup>Και παρηλθον τα επτα ετη της αφθονιας, της γενομενης εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:54" parsed="|Gen|41|54|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.54" />
<sup>54</sup>Και ηρχισαν να ερχωνται τα επτα ετη της πεινης, καθως ειπεν ο Ιωσηφ· και εγεινεν η πεινα εις παντας τους τοπους· καθ' ολην ομως την γην της Αιγυπτου ητο αρτος.
<scripture passage="Gen 41:55" parsed="|Gen|41|55|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.55" />
<sup>55</sup>Και οτε επεινασε πασα η γη της Αιγυπτου, εβοησεν ο λαος προς τον Φαραω δια αρτον. Και ειπεν ο Φαραω προς παντας τους Αιγυπτιους, Υπαγετε προς τον Ιωσηφ· ο, τι σας ειπη, καμετε.
<scripture passage="Gen 41:56" parsed="|Gen|41|56|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.56" />
<sup>56</sup>Και ητο η πεινα επι παν το προσωπον της γης. Ηνοιξε δε ο Ιωσηφ πασας τας αποθηκας και επωλει σιτον εις τους Αιγυπτιους· και η πεινα επεβαρυνεν επι την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 41:57" parsed="|Gen|41|57|0|0" osisRef="Bible:Gen.41.57" />
<sup>57</sup>Και παντες οι τοποι ηρχοντο εις την Αιγυπτον προς τον Ιωσηφ δια να αγοραζωσι σιτον· διοτι η πεινα επεβαρυνεν επι πασαν την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 42" progress="3.96%" prev="Gen.41" next="Gen.43" id="Gen.42">
<h3 id="Gen.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Gen.42-p1">
<scripture passage="Gen 42:1" parsed="|Gen|42|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.1" />
<sup>1</sup>Και ειδεν ο Ιακωβ οτι ευρισκετο σιτος εν Αιγυπτω· και ειπεν ο Ιακωβ προς τους υιους αυτου, Τι βλεπετε ο εις τον αλλον;
<scripture passage="Gen 42:2" parsed="|Gen|42|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν, Ιδου, ηκουσα οτι ευρισκεται σιτος εν Αιγυπτω· καταβητε εκει και αγορασατε δι' ημας εκειθεν, δια να ζησωμεν και να μη αποθανωμεν.
<scripture passage="Gen 42:3" parsed="|Gen|42|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.3" />
<sup>3</sup>Και κατεβησαν οι δεκα αδελφοι του Ιωσηφ δια να αγορασωσι σιτον εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 42:4" parsed="|Gen|42|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.4" />
<sup>4</sup>τον Βενιαμιν ομως, τον αδελφον του Ιωσηφ, δεν απεστειλεν ο Ιακωβ μετα των αδελφων αυτου· διοτι ειπε, Μηπως συμβη εις αυτον συμφορα.
<scripture passage="Gen 42:5" parsed="|Gen|42|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.5" />
<sup>5</sup>Και ηλθον οι υιοι του Ισραηλ δια να αγορασωσι σιτον μεταξυ των εκει ερχομενων· διοτι η πεινα ητο εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Gen 42:6" parsed="|Gen|42|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.6" />
<sup>6</sup>Ο Ιωσηφ δε ητο ο διοικητης του τοπου· αυτος επωλει εις παντα τον λαον του τοπου· ηλθον λοιπον οι αδελφοι του Ιωσηφ και προσεκυνησαν αυτον επι προσωπον εως εδαφους.
<scripture passage="Gen 42:7" parsed="|Gen|42|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.7" />
<sup>7</sup>Ιδων δε ο Ιωσηφ τους αδελφους αυτου, εγνωρισεν αυτους· προσεποιηθη ομως τον ξενον προς αυτους και ελαλει προς αυτους σκληρα· και ειπε προς αυτους, Ποθεν ερχεσθε; οι δε ειπον, Εκ της γης Χανααν, δια να αγορασωμεν τροφας.
<scripture passage="Gen 42:8" parsed="|Gen|42|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.8" />
<sup>8</sup>Και ο μεν Ιωσηφ εγνωρισε τους αδελφους αυτου· εκεινοι ομως δεν εγνωρισαν αυτον.
<scripture passage="Gen 42:9" parsed="|Gen|42|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.9" />
<sup>9</sup>Και ενεθυμηθη ο Ιωσηφ τα ενυπνια, τα οποια ενυπνιασθη περι αυτων· και ειπε προς αυτους, Κατασκοποι εισθε· ηλθετε να παρατηρησητε τα γυμνα του τοπου.
<scripture passage="Gen 42:10" parsed="|Gen|42|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.10" />
<sup>10</sup>Οι δε ειπον προς αυτον, Ουχι, κυριε μου· αλλ' ηλθομεν οι δουλοι σου δια να αγορασωμεν τροφας·
<scripture passage="Gen 42:11" parsed="|Gen|42|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.11" />
<sup>11</sup>ημεις παντες ειμεθα υιοι ενος ανθρωπου· καλοι ανθρωποι ειμεθα· οι δουλοι σου δεν ειναι κατασκοποι.
<scripture passage="Gen 42:12" parsed="|Gen|42|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς αυτους, Ουχι, αλλα τα γυμνα του τοπου ηλθετε δια να παρατηρησητε.
<scripture passage="Gen 42:13" parsed="|Gen|42|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.13" />
<sup>13</sup>Οι δε ειπον, Οι δουλοι σου ειμεθα δωδεκα αδελφοι, υιοι ενος ανθρωπου εν τη γη Χανααν· και ιδου, ο νεωτερος ευρισκεται σημερον μετα του πατρος ημων, ο δε αλλος δεν υπαρχει.
<scripture passage="Gen 42:14" parsed="|Gen|42|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιωσηφ, τουτο ειναι το οποιον σας ειπα λεγων, Κατασκοποι εισθε.
<scripture passage="Gen 42:15" parsed="|Gen|42|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.15" />
<sup>15</sup>Με τουτο θελετε δοκιμασθη· Μα την ζωην του Φαραω δεν θελετε εξελθει εντευθεν, εαν δεν ελθη εδω ο αδελφος σας ο νεωτερος·
<scripture passage="Gen 42:16" parsed="|Gen|42|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.16" />
<sup>16</sup>αποστειλατε ενα απο σας και ας φερη τον αδελφον σας· σεις δε θελετε μενει δεσμιοι, εωσου αποδειχθωσιν οι λογοι σας, αν λεγητε την αληθειαν· ει δε μη, μα την ζωην του Φαραω, κατασκοποι βεβαιως εισθε.
<scripture passage="Gen 42:17" parsed="|Gen|42|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.17" />
<sup>17</sup>Και εθεσεν αυτους υπο φυλαξιν τρεις ημερας.
<scripture passage="Gen 42:18" parsed="|Gen|42|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.18" />
<sup>18</sup>Και την τριτην ημεραν ειπε προς αυτους ο Ιωσηφ, τουτο καμετε και θελετε ζησει διοτι εγω φοβουμαι τον Θεον·
<scripture passage="Gen 42:19" parsed="|Gen|42|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.19" />
<sup>19</sup>Εαν ησθε καλοι, εις εκ των αδελφων σας ας μεινη δεσμιος εν τη φυλακη, οπου εισθε· σεις δε υπαγετε, λαβετε σιτον δια την πειναν των οικιων σας·
<scripture passage="Gen 42:20" parsed="|Gen|42|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.20" />
<sup>20</sup>φερετε ομως προς εμε τον αδελφον σας τον νεωτερον· ουτω θελουσιν αληθευσει οι λογοι σας και δεν θελετε αποθανει. Και εκαμον ουτω.
<scripture passage="Gen 42:21" parsed="|Gen|42|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο εις προς τον αλλον, Αληθως ενοχοι ειμεθα δια τον αδελφον ημων, καθοτι ειδομεν την θλιψιν της ψυχης αυτου, οτε παρεκαλει ημας και δεν εισηκουσαμεν αυτου· δια τουτο επηλθεν εφ' ημας η θλιψις αυτη.
<scripture passage="Gen 42:22" parsed="|Gen|42|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.22" />
<sup>22</sup>Απεκριθη δε ο Ρουβην προς αυτους λεγων, Δεν ειπον προς εσας λεγων, Μη αμαρτησητε κατα του παιδιου, και δεν εισηκουσατε; δια τουτο, ιδου, και το αιμα αυτου εκζητειται.
<scripture passage="Gen 42:23" parsed="|Gen|42|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.23" />
<sup>23</sup>Και αυτοι δεν ηξευρον οτι ενοει ο Ιωσηφ· διοτι συνωμιλουν δι' ερμηνεως.
<scripture passage="Gen 42:24" parsed="|Gen|42|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.24" />
<sup>24</sup>Και συρθεις απο πλησιον αυτων εκλαυσε· και παλιν επεστρεψε προς αυτους και ελαλει εις αυτους· και ελαβεν εξ αυτων τον Συμεων και εδεσεν αυτον ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Gen 42:25" parsed="|Gen|42|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.25" />
<sup>25</sup>Τοτε προσεταξεν ο Ιωσηφ να γεμισωσι τα αγγεια αυτων σιτον και να επιστρεψωσι το αργυριον εκαστου εν τω σακκιω αυτου και να δωσωσιν εις αυτους ζωοτροφιαν δια την οδον· και εγεινεν εις αυτους ουτω.
<scripture passage="Gen 42:26" parsed="|Gen|42|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.26" />
<sup>26</sup>Και φορτωσαντες τον σιτον αυτων επι τους ονους αυτων, ανεχωρησαν εκειθεν.
<scripture passage="Gen 42:27" parsed="|Gen|42|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.27" />
<sup>27</sup>Οτε δε εις εξ αυτων ελυσε το σακκιον αυτου, δια να δωση εις τον ονον αυτου τροφην εν τω καταλυματι, ειδε το αργυριον αυτου, και ιδου, ητο εν τω στοματι του σακκιου αυτου.
<scripture passage="Gen 42:28" parsed="|Gen|42|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς τους αδελφους αυτου, το αργυριον μου μοι εδοθη οπισω και μαλιστα ιδου, ειναι εν τω σακκιω μου· και εξεπλαγη η καρδια αυτων και συνεταραχθησαν, λεγοντες προς αλληλους, Τι ειναι τουτο, το οποιον μας εκαμεν ο Θεος;
<scripture passage="Gen 42:29" parsed="|Gen|42|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.29" />
<sup>29</sup>Ηλθον δε προς Ιακωβ τον πατερα αυτων εις την γην Χανααν και απηγγειλαν προς αυτον παντα τα συμβαντα εις αυτους, λεγοντες,
<scripture passage="Gen 42:30" parsed="|Gen|42|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.30" />
<sup>30</sup>Ο ανθρωπος, ο κυριος του τοπου, ελαλησε προς ημας σκληρα και εξελαβεν ημας ως κατασκοπους του τοπου.
<scripture passage="Gen 42:31" parsed="|Gen|42|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.31" />
<sup>31</sup>Και ειπομεν εις αυτον, Ειμεθα καλοι ανθρωποι δεν ειμεθα κατασκοποι·
<scripture passage="Gen 42:32" parsed="|Gen|42|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.32" />
<sup>32</sup>δωδεκα αδελφοι ειμεθα, υιοι του πατρος ημων· ο εις δεν υπαρχει ο δε νεωτερος ειναι την σημερον μετα του πατρος ημων εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Gen 42:33" parsed="|Gen|42|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.33" />
<sup>33</sup>Ειπε δε προς ημας ο ανθρωπος, ο κυριος του τοπου, Με τουτο θελω γνωρισει οτι εισθε καλοι ανθρωποι· ενα εκ των αδελφων σας αφησατε μετ' εμου, και λαβοντες σιτον δια την πειναν των οικιων σας απελθετε·
<scripture passage="Gen 42:34" parsed="|Gen|42|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.34" />
<sup>34</sup>και φερετε προς εμε τον αδελφον σας τον νεωτερον· τοτε θελω γνωρισει οτι δεν εισθε κατασκοποι, αλλ' εισθε καλοι· και θελω σας αποδωσει τον αδελφον σας και θελετε εμπορευεσθαι εν τω τοπω.
<scripture passage="Gen 42:35" parsed="|Gen|42|35|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.35" />
<sup>35</sup>Και οτε εκενουν τα σακκια αυτων, ιδου, εκαστου το κομβοδεμα του αργυριου ητο εν τω σακκιω αυτου· και ιδοντες αυτοι και ο πατηρ αυτων τα κομβοδεματα του αργυριου αυτων, εφοβηθησαν.
<scripture passage="Gen 42:36" parsed="|Gen|42|36|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.36" />
<sup>36</sup>Και ειπε προς αυτους Ιακωβ ο πατηρ αυτων, Σεις με ητεκνωσατε· ο Ιωσηφ δεν υπαρχει και ο Συμεων δεν υπαρχει, και τον Βενιαμιν θελετε λαβει επ' εμε ηλθον παντα ταυτα.
<scripture passage="Gen 42:37" parsed="|Gen|42|37|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.37" />
<sup>37</sup>Ειπε δε ο Ρουβην προς τον πατερα αυτου λεγων, τους δυο υιους μου θανατωσον, εαν δεν φερω αυτον προς σε· παραδος αυτον εις την χειρα μου και εγω θελω επαναφερει αυτον προς σε.
<scripture passage="Gen 42:38" parsed="|Gen|42|38|0|0" osisRef="Bible:Gen.42.38" />
<sup>38</sup>Ο δε ειπε, δεν θελει καταβη ο υιος μου μεθ' υμων· διοτι ο αδελφος αυτου απεθανε και αυτος μονος εμεινε· και εαν συμβη εις αυτον συμφορα εν τη οδω, οπου υπαγετε, τοτε θελετε καταβιβασει την πολιαν μου μετα λυπης εις τον ταφον.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 43" progress="4.09%" prev="Gen.42" next="Gen.44" id="Gen.43">
<h3 id="Gen.43-p0.1">Chapter 43</h3>
<p class="Greek" id="Gen.43-p1">
<scripture passage="Gen 43:1" parsed="|Gen|43|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.1" />
<sup>1</sup>Η δε πεινα επεβαρυνεν επι την γην.
<scripture passage="Gen 43:2" parsed="|Gen|43|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.2" />
<sup>2</sup>Και αφου ετελειωσαν τρωγοντες τον σιτον, τον οποιον εφεραν εξ Αιγυπτου, ειπε προς αυτους ο πατηρ αυτων, Υπαγετε παλιν, αγορασατε εις ημας ολιγας τροφας.
<scripture passage="Gen 43:3" parsed="|Gen|43|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιουδας λεγων, Εντονως διεμαρτυρηθη προς ημας ο ανθρωπος λεγων, Δεν θελετε ιδει το προσωπον μου, εαν δεν ηναι μεθ' υμων ο αδελφος υμων.
<scripture passage="Gen 43:4" parsed="|Gen|43|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.4" />
<sup>4</sup>Εαν λοιπον αποστειλης τον αδελφον ημων μεθ' ημων, θελομεν καταβη και θελομεν σοι αγορασει τροφας·
<scripture passage="Gen 43:5" parsed="|Gen|43|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.5" />
<sup>5</sup>αλλ' εαν δεν αποστειλης αυτον, δεν θελομεν καταβη· διοτι ο ανθρωπος ειπε προς ημας, Δεν θελετε ιδει το προσωπον μου, εαν ο αδελφος υμων δεν ηναι μεθ' υμων.
<scripture passage="Gen 43:6" parsed="|Gen|43|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.6" />
<sup>6</sup>Ειπε δε ο Ισραηλ, Δια τι με εκακοποιησατε, φανερονοντες προς τον ανθρωπον οτι εχετε αλλον αδελφον;
<scripture passage="Gen 43:7" parsed="|Gen|43|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.7" />
<sup>7</sup>Οι δε ειπον, Ο ανθρωπος ηρωτησεν ημας ακριβως περι ημων και περι της συγγενειας ημων λεγων, Ο πατηρ σας ετι ζη; εχετε αλλον αδελφον; Και απεκριθημεν προς αυτον κατα την ερωτησιν ταυτην· ηδυναμεθα να εξευρωμεν οτι ηθελεν ειπει, Φερετε τον αδελφον σας;
<scripture passage="Gen 43:8" parsed="|Gen|43|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Ιουδας προς Ισραηλ τον πατερα αυτου, Αποστειλον το παιδαριον μετ' εμου, και σηκωθεντες ας υπαγωμεν, δια να ζησωμεν και να μη αποθανωμεν και ημεις και συ και αι οικογενειαι ημων·
<scripture passage="Gen 43:9" parsed="|Gen|43|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.9" />
<sup>9</sup>εγω εγγυωμαι περι αυτου· εκ της χειρος μου ζητησον αυτον· εαν δεν φερω αυτον προς σε και στησω αυτον εμπροσθεν σου, τοτε ας ημαι διαπαντος υπευθυνος προς σε·
<scripture passage="Gen 43:10" parsed="|Gen|43|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.10" />
<sup>10</sup>επειδη, εαν δεν εβραδυνομεν, βεβαια εως τωρα δευτεραν ταυτην φοραν ηθελομεν επιστρεψει.
<scripture passage="Gen 43:11" parsed="|Gen|43|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς αυτους Ισραηλ ο πατηρ αυτων, Εαν ουτω πρεπη να γεινη, καμετε λοιπον τουτο· λαβετε εις τα αγγεια σας εκ των καλητερων καρπων της γης και φερετε δωρα προς τον ανθρωπον, ολιγον βαλσαμον και ολιγον μελι, αρωματα και μυρον, πιστακια και αμυγδαλα·
<scripture passage="Gen 43:12" parsed="|Gen|43|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.12" />
<sup>12</sup>και λαβετε διπλασιον αργυριον εις τας χειρας σας· και το αργυριον το επιστραφεν εν τω στοματι των σακκιων σας φερετε παλιν εις τας χειρας σας· ισως εγεινε κατα λαθος·
<scripture passage="Gen 43:13" parsed="|Gen|43|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.13" />
<sup>13</sup>και τον αδελφον σας λαβετε και σηκωθεντες επιστρεψατε προς τον ανθρωπον·
<scripture passage="Gen 43:14" parsed="|Gen|43|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.14" />
<sup>14</sup>και ο Θεος ο Παντοδυναμος να σας δωση χαριν εμπροσθεν του ανθρωπου, δια να αποστειλη με σας τον αλλον σας αδελφον και τον Βενιαμιν· και εγω, αν ηναι να ατεκνωθω, ας ατεκνωθω.
<scripture passage="Gen 43:15" parsed="|Gen|43|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.15" />
<sup>15</sup>Λαβοντες δε οι ανθρωποι τα δωρα ταυτα, ελαβον και αργυριον διπλασιον εις τας χειρας αυτων και τον Βενιαμιν· και σηκωθεντες κατεβησαν εις Αιγυπτον και παρεσταθησαν εμπροσθεν του Ιωσηφ.
<scripture passage="Gen 43:16" parsed="|Gen|43|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ειδεν ο Ιωσηφ τον Βενιαμιν μετ' αυτων, ειπε προς τον επιστατην της οικιας αυτου, Φερε τους ανθρωπους εις την οικιαν και σφαξον σφακτον και ετοιμασον, διοτι μετ' εμου θελουσι φαγει οι ανθρωποι το μεσημεριον.
<scripture passage="Gen 43:17" parsed="|Gen|43|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.17" />
<sup>17</sup>Και επραξεν ο ανθρωπος καθως ελαλησεν ο Ιωσηφ· και ο ανθρωπος εισηγαγε τους ανθρωπους εις την οικιαν του Ιωσηφ.
<scripture passage="Gen 43:18" parsed="|Gen|43|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.18" />
<sup>18</sup>Και εφοβηθησαν οι ανθρωποι, διοτι εισηχθησαν εις την οικιαν του Ιωσηφ· και ειπον, δια το αργυριον το επιστραφεν εις τα σακκια ημων την πρωτην φοραν ημεις εισαγομεθα, δια να ευρη αφορμην εναντιον ημων και να επιπεση εφ' ημας και να λαβη ημας δουλους και τους ονους ημων.
<scripture passage="Gen 43:19" parsed="|Gen|43|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.19" />
<sup>19</sup>Και προσελθοντες προς τον ανθρωπον τον επιστατην της οικιας του Ιωσηφ, ελαλησαν προς αυτον εν τη πυλη της οικιας·
<scripture passage="Gen 43:20" parsed="|Gen|43|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.20" />
<sup>20</sup>και ειπον, Δεομεθα, κυριε· κατεβημεν την πρωτην φοραν δια να αγορασωμεν τροφας·
<scripture passage="Gen 43:21" parsed="|Gen|43|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.21" />
<sup>21</sup>και οτε ηλθομεν εις το καταλυμα, ηνοιξαμεν τα σακκια ημων και ιδου, εκαστου το αργυριον ητο εν τω στοματι του σακκιου αυτου, το αργυριον ημων σωστον· οθεν εφεραμεν αυτο οπισω εις τας χειρας ημων·
<scripture passage="Gen 43:22" parsed="|Gen|43|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.22" />
<sup>22</sup>εφεραμεν και αλλο αργυριον εις τας χειρας ημων, δια να αγορασωμεν τροφας· δεν εξευρομεν τις εβαλε το αργυριον ημων εις τα σακκια ημων.
<scripture passage="Gen 43:23" parsed="|Gen|43|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.23" />
<sup>23</sup>Ο δε ειπεν, Ειρηνη εις εσας· μη φοβεισθε· ο Θεος σας και ο Θεος του πατρος σας, εδωκεν εις εσας θησαυρον εις τα σακκια σας· το αργυριον σας ηλθεν εις εμε. Και εξηγαγε προς αυτους τον Συμεων.
<scripture passage="Gen 43:24" parsed="|Gen|43|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.24" />
<sup>24</sup>Και ο ανθρωπος εισηγαγε τους ανθρωπους εις την οικιαν του Ιωσηφ και εδωκεν υδωρ και ενιψαν τους ποδας αυτων· και εδωκε τροφην εις τους ονους αυτων.
<scripture passage="Gen 43:25" parsed="|Gen|43|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.25" />
<sup>25</sup>Οι δε ητοιμασαν τα δωρα, εωσου ελθη ο Ιωσηφ το μεσημεριον· διοτι ηκουσαν οτι εκει μελλουσι να φαγωσιν αρτον.
<scripture passage="Gen 43:26" parsed="|Gen|43|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.26" />
<sup>26</sup>Και οτε ηλθεν ο Ιωσηφ εις την οικιαν, προσεφεραν εις αυτον τα δωρα τα εις τας χειρας αυτων εν τη οικια και προσεκυνησαν αυτον εως εδαφους.
<scripture passage="Gen 43:27" parsed="|Gen|43|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.27" />
<sup>27</sup>Και ηρωτησεν αυτους περι της υγιειας αυτων· και ειπεν, Υγιαινει ο πατηρ σας, ο γερων περι του οποιου μοι ειπετε; ετι ζη;
<scripture passage="Gen 43:28" parsed="|Gen|43|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.28" />
<sup>28</sup>Οι δε ειπον, Υγιαινει ο δουλος σου ο πατηρ ημων· ετι ζη. Και κυψαντες προσεκυνησαν.
<scripture passage="Gen 43:29" parsed="|Gen|43|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.29" />
<sup>29</sup>Υψωσας δε τους οφθαλμους αυτου ειδε τον Βενιαμιν τον αδελφον αυτου τον ομομητριον και ειπεν, Ουτος ειναι ο αδελφος σας ο νεωτερος, περι του οποιου μοι ειπετε; Και ειπεν, Ο Θεος να σε ελεηση, τεκνον μου.
<scripture passage="Gen 43:30" parsed="|Gen|43|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.30" />
<sup>30</sup>Και εσπευσε να αποσυρθη ο Ιωσηφ· διοτι συνεταραττοντο τα σπλαγχνα αυτου δια τον αδελφον αυτου· και εζητει τοπον να κλαυση· εισελθων δε εις το ταμειον, εκλαυσεν εκει.
<scripture passage="Gen 43:31" parsed="|Gen|43|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.31" />
<sup>31</sup>Επειτα νιψας το προσωπον αυτου εξηλθε, και συγκρατων εαυτον ειπε, Βαλετε αρτον.
<scripture passage="Gen 43:32" parsed="|Gen|43|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.32" />
<sup>32</sup>Και εβαλον χωριστα δι' αυτον και χωριστα δι' εκεινους και δια τους Αιγυπτιους, τους συντρωγοντας μετ' αυτου, χωριστα· διοτι οι Αιγυπτιοι δεν ηδυναντο να συμφαγωσιν αρτον μετα των Εβραιων, επειδη τουτο ειναι βδελυγμα εις τους Αιγυπτιους.
<scripture passage="Gen 43:33" parsed="|Gen|43|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.33" />
<sup>33</sup>Εκαθισαν λοιπον εμπροσθεν αυτου, ο πρωτοτοκος κατα την πρωτοτοκιαν αυτου και ο νεωτερος κατα την νεοτητα αυτου· και εθαυμαζον οι ανθρωποι προς αλληλους.
<scripture passage="Gen 43:34" parsed="|Gen|43|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.43.34" />
<sup>34</sup>Λαβων δε απ' εμπροσθεν αυτου μεριδια εστειλε προς αυτους· το μεριδιον ομως του Βενιαμιν ητο πενταπλασιως μεγαλητερον παρα εκαστου αυτων. Και επιον και ευφρανθησαν μετ' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 44" progress="4.21%" prev="Gen.43" next="Gen.45" id="Gen.44">
<h3 id="Gen.44-p0.1">Chapter 44</h3>
<p class="Greek" id="Gen.44-p1">
<scripture passage="Gen 44:1" parsed="|Gen|44|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.1" />
<sup>1</sup>Προσεταξε δε τον επιστατην της οικιας αυτου λεγων, Γεμισον τα σακκια των ανθρωπων τροφας, οσας δυνανται να φερωσι, και βαλε το αργυριον εκαστου εν τω στοματι του σακκιου αυτου·
<scripture passage="Gen 44:2" parsed="|Gen|44|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.2" />
<sup>2</sup>και βαλε το ποτηριον μου, το ποτηριον το αργυρουν, εν τω στοματι του σακκιου του νεωτερου και το αργυριον του σιτου αυτου. Και εκαμε κατα τον λογον τον οποιον ειπεν ο Ιωσηφ.
<scripture passage="Gen 44:3" parsed="|Gen|44|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.3" />
<sup>3</sup>Το πρωι καθως εφεγξεν, απεσταλησαν οι ανθρωποι, αυτοι και οι ονοι αυτων.
<scripture passage="Gen 44:4" parsed="|Gen|44|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.4" />
<sup>4</sup>Αφου δε εξηλθον εκ της πολεως, πριν απομακρυνθωσι πολυ, ειπεν ο Ιωσηφ προς τον επιστατην της οικιας αυτου, Σηκωθεις, δραμε κατοπιν των ανθρωπων· και προφθασας ειπε προς αυτους, δια τι ανταπεδωκατε κακον αντι καλου;
<scripture passage="Gen 44:5" parsed="|Gen|44|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.5" />
<sup>5</sup>δεν ειναι τουτο το ποτηριον, εις το οποιον πινει ο κυριος μου, και δια του οποιου αληθως μαντευει; κακως εκαμετε πραξαντες τουτο.
<scripture passage="Gen 44:6" parsed="|Gen|44|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.6" />
<sup>6</sup>Και καθως επροφθασεν αυτους, ειπε προς αυτους τους λογους τουτους.
<scripture passage="Gen 44:7" parsed="|Gen|44|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.7" />
<sup>7</sup>Οι δε ειπον προς αυτον, Δια τι ο κυριος ημων λαλει κατα τους λογους τουτους; μη γενοιτο οι δουλοι σου να πραξωσι τοιουτον πραγμα·
<scripture passage="Gen 44:8" parsed="|Gen|44|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.8" />
<sup>8</sup>ιδου, το αργυριον, το οποιον ευρηκαμεν εν τω στοματι των σακκιων ημων, επεστρεψαμεν προς σε εκ της γης Χανααν, και πως ηθελομεν κλεψει εκ της οικιας του κυριου σου αργυριον η χρυσιον;
<scripture passage="Gen 44:9" parsed="|Gen|44|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.9" />
<sup>9</sup>εις οντινα εκ των δουλων σου ευρεθη, ας αποθανη, και ημεις ετι θελομεν γεινει δουλοι του κυριου ημων.
<scripture passage="Gen 44:10" parsed="|Gen|44|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε, Και τωρα ας γεινη καθως λεγετε· εις οντινα ευρεθη, θελει γεινει δουλος μου, σεις δε θελετε εισθαι αθωοι.
<scripture passage="Gen 44:11" parsed="|Gen|44|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.11" />
<sup>11</sup>Και σπευσαντες, κατεβιβασαν εκαστος το σακκιον αυτου εις την γην και ηνοιξεν εκαστος το σακκιον αυτου.
<scripture passage="Gen 44:12" parsed="|Gen|44|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.12" />
<sup>12</sup>Και ηρευνησεν, αρχισας απο του πρεσβυτερου και τελειωσας εις τον νεωτερον· και ευρεθη το ποτηριον εν τω σακκιω του Βενιαμιν.
<scripture passage="Gen 44:13" parsed="|Gen|44|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.13" />
<sup>13</sup>Τοτε εσχισαν τα ιματια αυτων και φορτωσαντες εκαστος τον ονον αυτου, επεστρεψαν εις την πολιν.
<scripture passage="Gen 44:14" parsed="|Gen|44|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.14" />
<sup>14</sup>Εισηλθε δε ο Ιουδας και οι αδελφοι αυτου εις την οικιαν του Ιωσηφ, ετι αυτου οντος εκει· και επεσαν εμπροσθεν αυτου επι την γην.
<scripture passage="Gen 44:15" parsed="|Gen|44|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιωσηφ, Τι ειναι το πραγμα τουτο, το οποιον επραξατε; δεν εξευρετε οτι ανθρωπος οποιος εγω αληθως μαντευει;
<scripture passage="Gen 44:16" parsed="|Gen|44|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Ιουδας, Τι να ειπωμεν προς τον κυριον μου; τι να λαλησωμεν; η πως να δικαιωθωμεν; ο Θεος ευρηκε την αδικιαν των δουλων σου· ιδου, ειμεθα δουλοι του κυριου μου και εμεις και εκεινος εις τον οποιον ευρεθη το ποτηριον.
<scripture passage="Gen 44:17" parsed="|Gen|44|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.17" />
<sup>17</sup>Ο δε ειπε, Μη γενοιτο εις εμε να πραξω τουτο· ο ανθρωπος εις τον οποιον ευρεθη το ποτηριον, ουτος θελει εισθαι εις εμε δουλος· σεις δε αναβητε εν ειρηνη προς τον πατερα σας.
<scripture passage="Gen 44:18" parsed="|Gen|44|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.18" />
<sup>18</sup>Τοτε επλησιασεν εις αυτον ο Ιουδας και ειπε, Δεομαι, κυριε μου· ας λαληση, παρακαλω, ο δουλος σου λογον εις τα ωτα του κυριου μου και ας μη εξαφθη ο θυμος σου κατα του δουλου σου· διοτι συ εισαι ως Φαραω.
<scripture passage="Gen 44:19" parsed="|Gen|44|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.19" />
<sup>19</sup>Ο κυριος μου ηρωτησε τους δουλους αυτου λεγων, Εχετε πατερα, η αδελφον;
<scripture passage="Gen 44:20" parsed="|Gen|44|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.20" />
<sup>20</sup>Και ειπομεν προς τον κυριον μου, Εχομεν πατερα γεροντα και παιδιον του γηρατος αυτου μικρον, ο δε αδελφος αυτου απεθανε· και αυτος μονος εμεινεν εκ της μητρος αυτου και ο πατηρ αυτου αγαπα αυτον.
<scripture passage="Gen 44:21" parsed="|Gen|44|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.21" />
<sup>21</sup>Και ειπας προς τους δουλους σου, Φερετε αυτον προς εμε δια να ιδω αυτον ιδιοις οφθαλμοις.
<scripture passage="Gen 44:22" parsed="|Gen|44|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.22" />
<sup>22</sup>Και ειπομεν προς τον κυριον μου, το παιδιον δεν δυναται να αφηση τον πατερα αυτου διοτι εαν αφηση τον πατερα αυτου, ουτος θελει αποθανει.
<scripture passage="Gen 44:23" parsed="|Gen|44|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.23" />
<sup>23</sup>Συ δε ειπας προς τους δουλους σου, Εαν δεν καταβη ο αδελφος υμων ο νεωτερος μεθ' υμων, δεν θελετε ιδει πλεον το προσωπον μου.
<scripture passage="Gen 44:24" parsed="|Gen|44|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.24" />
<sup>24</sup>Και οτε ανεβημεν προς τον δουλον σου τον πατερα μου, απηγγειλαμεν προς αυτον τους λογους του κυριου μου.
<scripture passage="Gen 44:25" parsed="|Gen|44|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.25" />
<sup>25</sup>Ο δε πατηρ ημων ειπεν, Υπαγετε παλιν, αγορασατε εις ημας ολιγας τροφας.
<scripture passage="Gen 44:26" parsed="|Gen|44|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.26" />
<sup>26</sup>Και ειπομεν, Δεν δυναμε0α να καταβωμεν· εαν ο αδελφος ημων ο νεωτερος ηναι μεθ' ημων, τοτε θελομεν καταβη· διοτι δεν δυναμεθα να ιδωμεν το προσωπον του ανθρωπου, εαν ο αδελφος ημων ο νεωτερος δεν ηναι μεθ' ημων.
<scripture passage="Gen 44:27" parsed="|Gen|44|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.27" />
<sup>27</sup>Και ο δουλος σου ο πατηρ μου ειπε προς ημας, Σεις εξευρετε οτι δυο υιους εγεννησεν εις εμε η γυνη μου·
<scripture passage="Gen 44:28" parsed="|Gen|44|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.28" />
<sup>28</sup>και ο εις εξηλθεν απο πλησιον μου και ειπα, Βεβαιως κατεσπαραχθη υπο θηριου· και δεν ειδον αυτον εως του νυν·
<scripture passage="Gen 44:29" parsed="|Gen|44|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.29" />
<sup>29</sup>εαν δε λαβητε και τουτον απ' εμπροσθεν μου και συμβη εις αυτον συμφορα, θελετε καταβιβασει την πολιαν μου μετα λυπης εις τον ταφον.
<scripture passage="Gen 44:30" parsed="|Gen|44|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.30" />
<sup>30</sup>Τωρα λοιπον οταν υπαγω προς τον δουλον σου τον πατερα μου, και το παιδιον δεν ηναι μεθ' ημων επειδη η ψυχη αυτου κρεμαται εκ της ψυχης εκεινου,
<scripture passage="Gen 44:31" parsed="|Gen|44|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.31" />
<sup>31</sup>καθως ιδη οτι το παιδιον δεν ειναι, θελει αποθανει και οι δουλοι σου θελουσι καταβιβασει την πολιαν του δουλου σου του πατρος ημων μετα λυπης εις τον ταφον.
<scripture passage="Gen 44:32" parsed="|Gen|44|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.32" />
<sup>32</sup>Διοτι ο δουλος σου εγγυηθη περι του παιδιου προς τον πατερα μου λεγων, Εαν δεν φερω αυτον προς σε, τοτε θελω εισθαι υπευθυνος προς τον πατερα μου διαπαντος.
<scripture passage="Gen 44:33" parsed="|Gen|44|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.33" />
<sup>33</sup>Τωρα λοιπον, δεομαι σου, ας μεινη ο δουλος σου αντι του παιδιου δουλος εις τον κυριον μου, το δε παιδιον ας αναβη μετα των αδελφων αυτου·
<scripture passage="Gen 44:34" parsed="|Gen|44|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.44.34" />
<sup>34</sup>διοτι πως να αναβω προς τον πατερα μου, εαν το παιδιον δεν ηναι μετ' εμου; ουχι, δια να μη ιδω το κακον, το οποιον θελει ευρει τον πατερα μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 45" progress="4.32%" prev="Gen.44" next="Gen.46" id="Gen.45">
<h3 id="Gen.45-p0.1">Chapter 45</h3>
<p class="Greek" id="Gen.45-p1">
<scripture passage="Gen 45:1" parsed="|Gen|45|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ο Ιωσηφ δεν ηδυνηθη να συγκρατηση εαυτον ενωπιον παντων των παρισταμενων εμπροσθεν αυτου· και εφωνησεν, Εκβαλετε παντας απ' εμου· και δεν εμεινεν ουδεις μετ' αυτου, ενω ο Ιωσηφ ανεγνωριζετο εις τους αδελφους αυτου.
<scripture passage="Gen 45:2" parsed="|Gen|45|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.2" />
<sup>2</sup>και αφηκε φωνην μετα κλαυθμου· και ηκουσαν οι Αιγυπτιοι· ηκουσε δε και ο οικος του Φαραω.
<scripture passage="Gen 45:3" parsed="|Gen|45|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς τους αδελφους αυτου, Εγω ειμαι ο Ιωσηφ· ο πατηρ μου ετι ζη; Και δεν ηδυναντο οι αδελφοι αυτου να αποκριθωσι προς αυτον· διοτι εταραχθησαν εκ της παρουσιας αυτου.
<scripture passage="Gen 45:4" parsed="|Gen|45|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς τους αδελφους αυτου, Πλησιασατε προς εμε, παρακαλω. Και επλησιασαν. Και ειπεν, Εγω ειμαι Ιωσηφ ο αδελφος σας, τον οποιον επωλησατε εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Gen 45:5" parsed="|Gen|45|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον μη λυπεισθε μηδ' ας φανη εις εσας σκληρον οτι με επωλησατε εδω· επειδη εις διατηρησιν ζωης με απεστειλεν ο Θεος εμπροσθεν σας.
<scripture passage="Gen 45:6" parsed="|Gen|45|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.6" />
<sup>6</sup>Διοτι τουτο ειναι το δευτερον ετος της πεινης επι της γης· και μενουσιν ακομη πεντε ετη, εις τα οποια δεν θελει εισθαι ουτε αροτριασις ουτε θερισμος.
<scripture passage="Gen 45:7" parsed="|Gen|45|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.7" />
<sup>7</sup>Και ο Θεος με απεστειλεν εμπροσθεν σας δια να διατηρησω εις εσας διαδοχην επι της γης και να διαφυλαξω την ζωην σας μετα μεγαλης λυτρωσεως.
<scripture passage="Gen 45:8" parsed="|Gen|45|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον δεν με απεστειλατε εδω σεις, αλλ' ο Θεος· και με εκαμε πατερα εις τον Φαραω και κυριον παντος του οικου αυτου και αρχοντα πασης της γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Gen 45:9" parsed="|Gen|45|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.9" />
<sup>9</sup>Σπευσαντες αναβητε προς τον πατερα μου και ειπατε προς αυτον, Ουτω λεγει ο υιος σου Ιωσηφ· Ο Θεος με εκαμε κυριον πασης Αιγυπτου· καταβηθι προς εμε, μη σταθης·
<scripture passage="Gen 45:10" parsed="|Gen|45|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.10" />
<sup>10</sup>και θελεις κατοικησει εν γη Γεσεν και θελεις εισθαι πλησιον μου, συ και οι υιοι σου και οι υιοι των υιων σου και τα ποιμνια σου και αι αγελαι σου, και παντα οσα εχεις·
<scripture passage="Gen 45:11" parsed="|Gen|45|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.11" />
<sup>11</sup>και θελω σε εκτρεφει εκει διοτι μενουσιν ακομη πεντε ετη πεινης, δια να μη ελθης εις στερησιν, συ και ο οικος σου και παντα οσα εχεις.
<scripture passage="Gen 45:12" parsed="|Gen|45|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.12" />
<sup>12</sup>Και ιδου, οι οφθαλμοι σας βλεπουσι και οι οφθαλμοι του αδελφου μου Βενιαμιν, οτι το στομα μου λαλει προς εσας·
<scripture passage="Gen 45:13" parsed="|Gen|45|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.13" />
<sup>13</sup>απαγγειλατε λοιπον προς τον πατερα μου πασαν την δοξαν μου εν Αιγυπτω και παντα οσα ειδετε, και σπευσαντες καταβιβασατε τον πατερα μου εδω.
<scripture passage="Gen 45:14" parsed="|Gen|45|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.14" />
<sup>14</sup>Και πεσων επι τον τραχηλον Βενιαμιν του αδελφου αυτου, εκλαυσε· και ο Βενιαμιν εκλαυσεν επι τον τραχηλον εκεινου.
<scripture passage="Gen 45:15" parsed="|Gen|45|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.15" />
<sup>15</sup>Και καταφιλησας παντας τους αδελφους αυτου, εκλαυσεν επ' αυτους· και μετα ταυτα ωμιλησαν οι αδελφοι αυτου μετ' αυτου.
<scripture passage="Gen 45:16" parsed="|Gen|45|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.16" />
<sup>16</sup>Και η φημη ηκουσθη εις τον οικον του Φαραω λεγουσα, Οι αδελφοι του Ιωσηφ ηλθον· εχαρη δε ο Φαραω και οι δουλοι αυτου.
<scripture passage="Gen 45:17" parsed="|Gen|45|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ, Ειπε προς τους αδελφους σου, τουτο καμετε· φορτωσατε τα ζωα σας και υπαγετε, αναβητε εις γην Χανααν·
<scripture passage="Gen 45:18" parsed="|Gen|45|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.18" />
<sup>18</sup>και παραλαβοντες τον πατερα σας, και τας οικογενειας σας, ελθετε προς εμε· και θελω σας δωσει τα αγαθα της γης Αιγυπτου και θελετε φαγει το παχος της γης.
<scripture passage="Gen 45:19" parsed="|Gen|45|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.19" />
<sup>19</sup>Και συ προσταξον· Τουτο καμετε, λαβετε εις εαυτους αμαξας εκ της γης Αιγυπτου, δια τα παιδια σας και δια τας γυναικας σας· και σηκωσαντες τον πατερα σας ελθετε·
<scripture passage="Gen 45:20" parsed="|Gen|45|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.20" />
<sup>20</sup>και μη λυπηθητε την αποσκευην σας· διοτι τα αγαθα πασης της γης Αιγυπτου θελουσιν εισθαι ιδικα σας.
<scripture passage="Gen 45:21" parsed="|Gen|45|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.21" />
<sup>21</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι του Ισραηλ· και ο Ιωσηφ εδωκεν εις αυτους αμαξας κατα την προσταγην του Φαραω· εδωκεν εις αυτους και ζωοτροφιαν δια την οδον.
<scripture passage="Gen 45:22" parsed="|Gen|45|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.22" />
<sup>22</sup>Εις παντας αυτους εδωκεν εις εκαστον αλλαγας ενδυματων· εις δε τον Βενιαμιν εδωκε τριακοσια αργυρια και πεντε αλλαγας ενδυματων.
<scripture passage="Gen 45:23" parsed="|Gen|45|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.23" />
<sup>23</sup>Προς δε τον πατερα αυτου εστειλε ταυτα· δεκα ονους φορτωμενους εκ των αγαθων της Αιγυπτου και δεκα θηλυκας ονους φορτωμενας σιτον και αρτους και ζωοτροφιας εις τον πατερα αυτου δια την οδον.
<scripture passage="Gen 45:24" parsed="|Gen|45|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.24" />
<sup>24</sup>Και εξαπεστειλε τους αδελφους αυτου και ανεχωρησαν· και ειπε προς αυτους, Μη συγχυζεσθε καθ' οδον.
<scripture passage="Gen 45:25" parsed="|Gen|45|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.25" />
<sup>25</sup>Και ανεβησαν εξ Αιγυπτου και ηλθον εις γην Χανααν προς Ιακωβ τον πατερα αυτων.
<scripture passage="Gen 45:26" parsed="|Gen|45|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.26" />
<sup>26</sup>Και απηγγειλαν προς αυτον λεγοντες, Ετι ζη ο Ιωσηφ και ειναι αρχων εφ' ολης της γης Αιγυπτου· και ελειποθυμησεν η καρδια αυτου· διοτι δεν επιστευεν αυτους.
<scripture passage="Gen 45:27" parsed="|Gen|45|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.27" />
<sup>27</sup>Ειπον δε προς αυτον παντας τους λογους του Ιωσηφ, τους οποιους ειχεν ειπει προς αυτους· και αφου ειδε τας αμαξας τας οποιας εστειλεν ο Ιωσηφ δια να σηκωσωσιν αυτον, ανεζωπυρηθη το πνευμα του Ιακωβ του πατρος αυτων.
<scripture passage="Gen 45:28" parsed="|Gen|45|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.45.28" />
<sup>28</sup>Και ειπεν ο Ισραηλ, Αρκει· Ιωσηφ ο υιος μου ετι ζη· θελω υπαγει και θελω ιδει αυτον, πριν αποθανω.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 46" progress="4.42%" prev="Gen.45" next="Gen.47" id="Gen.46">
<h3 id="Gen.46-p0.1">Chapter 46</h3>
<p class="Greek" id="Gen.46-p1">
<scripture passage="Gen 46:1" parsed="|Gen|46|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.1" />
<sup>1</sup>Αναχωρησας δε ο Ισραηλ μετα παντων των υπαρχοντων αυτου, ηλθεν εις Βηρ-σαβεε και προσεφερε θυσιας εις τον Θεον του πατρος αυτου Ισαακ.
<scripture passage="Gen 46:2" parsed="|Gen|46|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Ισραηλ δι' οραματος της νυκτος λεγων, Ιακωβ, Ιακωβ. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Gen 46:3" parsed="|Gen|46|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν, Εγω ειμαι ο Θεος, ο Θεος του πατρος σου· μη φοβηθης να καταβης εις Αιγυπτον· διοτι εθνος μεγα θελω σε καταστησει εκει·
<scripture passage="Gen 46:4" parsed="|Gen|46|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.4" />
<sup>4</sup>εγω θελω καταβη μετα σου εις Αιγυπτον και εγω βεβαιως θελω σε αναβιβασει παλιν· και ο Ιωσηφ θελει βαλει τας χειρας αυτου επι τους οφθαλμους σου.
<scripture passage="Gen 46:5" parsed="|Gen|46|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.5" />
<sup>5</sup>Και εσηκωθη ο Ιακωβ απο Βηρ-σαβεε και εβαλον οι υιοι του Ισραηλ Ιακωβ τον πατερα αυτων και τα παιδια αυτων και τας γυναικας αυτων επι τας αμαξας τας οποιας εστειλεν ο Φαραω δια να σηκωσωσιν αυτον.
<scripture passage="Gen 46:6" parsed="|Gen|46|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.6" />
<sup>6</sup>Και λαβοντες τα κτηνη αυτων και τα υπαρχοντα αυτων, τα οποια απεκτησαν εν τη γη Χανααν, ηλθον εις Αιγυπτον, ο Ιακωβ και παν το σπερμα αυτου μετ' αυτου·
<scripture passage="Gen 46:7" parsed="|Gen|46|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.7" />
<sup>7</sup>τους υιους αυτου και τους υιους των υιων αυτου μεθ' εαυτου, τας θυγατερας αυτου και τας θυγατερας των υιων αυτου και παν το σπερμα αυτου εφερε μεθ' εαυτου εις Αιγυπτον.
<scripture passage="Gen 46:8" parsed="|Gen|46|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.8" />
<sup>8</sup>Ταυτα δε ειναι τα ονοματα των υιων Ισραηλ, των εισελθοντων εις Αιγυπτον, Ιακωβ και οι υιοι αυτου· Ρουβην ο πρωτοτοκος του Ιακωβ·
<scripture passage="Gen 46:9" parsed="|Gen|46|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.9" />
<sup>9</sup>και οι υιοι του Ρουβην, Ανωχ και Φαλλου και Εσρων και Χαρμι.
<scripture passage="Gen 46:10" parsed="|Gen|46|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.10" />
<sup>10</sup>Και οι υιοι του Συμεων, Ιεμουηλ και Ιαμειν και Αωδ και Ιαχειν και Σωαρ και Σαουλ, υιος Χανανιτιδος.
<scripture passage="Gen 46:11" parsed="|Gen|46|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.11" />
<sup>11</sup>Και οι υιοι του Λευι, Γηρσων, Κααθ και Μεραρι.
<scripture passage="Gen 46:12" parsed="|Gen|46|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.12" />
<sup>12</sup>Και οι υιοι του Ιουδα, Ηρ και Αυναν και Σηλα και Φαρες και Ζαρα· ο Ηρ ομως και ο Αυναν απεθανον εν τη γη Χανααν. Και οι υιοι του Φαρες ησαν Εσρων και Αμουλ.
<scripture passage="Gen 46:13" parsed="|Gen|46|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.13" />
<sup>13</sup>Και οι υιοι του Ισσαχαρ, Θωλα και Φουα και Ιωβ και Σιμβρων.
<scripture passage="Gen 46:14" parsed="|Gen|46|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.14" />
<sup>14</sup>Και οι υιοι του Ζαβουλων, Σερεδ και Αιλων και Ιαλεηλ.
<scripture passage="Gen 46:15" parsed="|Gen|46|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.15" />
<sup>15</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι της Λειας, τους οποιους εγεννησεν εις τον Ιακωβ εν Παδαν-αραμ, και Δειναν την θυγατερα αυτου· πασαι αι ψυχαι, οι υιοι αυτου και αι θυγατερες αυτου, ησαν τριακοντα τρεις.
<scripture passage="Gen 46:16" parsed="|Gen|46|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.16" />
<sup>16</sup>Και οι υιοι του Γαδ, Σιφων και Αγγι, Σουνι και Εσβων, Ηρι και Αροδι και Αριηλι.
<scripture passage="Gen 46:17" parsed="|Gen|46|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.17" />
<sup>17</sup>Και οι υιοι του Ασηρ, Ιεμνα και Ιεσσουα και Ιεσουει και Βερια και Σερα η αδελφη αυτων. Και οι υιοι του Βερια, Εβερ και Μαλχιηλ.
<scripture passage="Gen 46:18" parsed="|Gen|46|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.18" />
<sup>18</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι της Ζελφας, την οποιαν εδωκεν ο Λαβαν εις την Λειαν την θυγατερα αυτου· και τουτους εγεννησεν εις τον Ιακωβ, δεκαεξ ψυχας.
<scripture passage="Gen 46:19" parsed="|Gen|46|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.19" />
<sup>19</sup>Οι δε υιοι της Ραχηλ γυναικος του Ιακωβ, Ιωσηφ και Βενιαμιν.
<scripture passage="Gen 46:20" parsed="|Gen|46|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.20" />
<sup>20</sup>Εγεννηθησαν δε εις τον Ιωσηφ εν τη γη της Αιγυπτου Μανασσης και Εφραιμ, τους οποιους εγεννησεν εις αυτον Ασενεθ, η θυγατηρ του Ποτιφερα ιερεως της Ων.
<scripture passage="Gen 46:21" parsed="|Gen|46|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.21" />
<sup>21</sup>Και οι υιοι του Βενιαμιν ησαν Βελα και Βεχερ και Ασβηλ, Γηρα και Νααμαν, Ηχι και Ρως, Μουπιμ και Ουπιμ και Αρεδ.
<scripture passage="Gen 46:22" parsed="|Gen|46|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.22" />
<sup>22</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι της Ραχηλ, οι γεννηθεντες εις τον Ιακωβ· πασαι αι ψυχαι δεκατεσσαρες.
<scripture passage="Gen 46:23" parsed="|Gen|46|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.23" />
<sup>23</sup>Και οι υιοι του Δαν, Ουσιμ.
<scripture passage="Gen 46:24" parsed="|Gen|46|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.24" />
<sup>24</sup>Και οι υιοι του Νεφθαλι, Ιασιηλ και Γουνι και Ιεσερ και Σιλλημ.
<scripture passage="Gen 46:25" parsed="|Gen|46|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.25" />
<sup>25</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι της Βαλλας, την οποιαν εδωκεν ο Λαβαν εις Ραχηλ την θυγατερα αυτου· και τουτους εγεννησεν εις τον Ιακωβ· πασαι αι ψυχαι επτα.
<scripture passage="Gen 46:26" parsed="|Gen|46|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.26" />
<sup>26</sup>Πασαι αι ψυχαι αι εισελθουσαι μετα του Ιακωβ εις Αιγυπτον, αιτινες εξηλθον εκ των μηρων αυτου, χωρις των γυναικων των υιων του Ιακωβ, πασαι αι ψυχαι ησαν εξηκοντα εξ.
<scripture passage="Gen 46:27" parsed="|Gen|46|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.27" />
<sup>27</sup>Και οι υιοι του Ιωσηφ, οι γεννηθεντες εις αυτον εν Αιγυπτω, ησαν ψυχαι δυο· πασαι αι ψυχαι του οικου του Ιακωβ, αι εισελθουσαι εις Αιγυπτον, ησαν εβδομηκοντα.
<scripture passage="Gen 46:28" parsed="|Gen|46|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.28" />
<sup>28</sup>Απεστειλε δε ο Ιακωβ τον Ιουδαν εμπροσθεν αυτου προς τον Ιωσηφ, δια να καταβη προ αυτου εις Γεσεν· και ηλθον εις την γην Γεσεν.
<scripture passage="Gen 46:29" parsed="|Gen|46|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.29" />
<sup>29</sup>Ζευξας δε ο Ιωσηφ την αμαξαν αυτου, ανεβη εις συναντησιν Ισραηλ του πατρος αυτου εις Γεσεν· και ιδων αυτον, επεσεν επι τον τραχηλον αυτου και εκλαυσε πολλην ωραν επι τον τραχηλον αυτου.
<scripture passage="Gen 46:30" parsed="|Gen|46|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Ισραηλ προς τον Ιωσηφ, Ας αποθανω τωρα, αφου ειδον το προσωπον σου, διοτι συ ετι ζης.
<scripture passage="Gen 46:31" parsed="|Gen|46|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.31" />
<sup>31</sup>Ειπε δε ο Ιωσηφ προς τους αδελφους αυτου και προς τον οικον του πατρος αυτου, Εγω θελω αναβη και θελω απαγγειλει προς τον Φαραω και ειπει προς αυτον, Οι αδελφοι μου και ο οικος του πατρος μου, οιτινες ησαν εν τη γη Χανααν, ηλθον προς εμε·
<scripture passage="Gen 46:32" parsed="|Gen|46|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.32" />
<sup>32</sup>οι δε ανθρωποι ειναι ποιμενες, διοτι ανδρες κτηνοτροφοι ειναι και εφεραν τα ποιμνια αυτων και τας αγελας αυτων και παντα οσα εχουσι.
<scripture passage="Gen 46:33" parsed="|Gen|46|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.33" />
<sup>33</sup>Εαν λοιπον σας καλεση ο Φαραω και ειπη, Ποιον το επιτηδευμα σας;
<scripture passage="Gen 46:34" parsed="|Gen|46|34|0|0" osisRef="Bible:Gen.46.34" />
<sup>34</sup>θελετε ειπει, Ανδρες κτηνοτροφοι ειμεθα οι δουλοι σου εκ νεοτητος ημων εως του νυν και ημεις και οι πατερες ημων· δια να κατοικησητε εν τη γη Γεσεν· διοτι ειναι βδελυγμα εις τους Αιγυπτιους πας ποιμην προβατων.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 47" progress="4.52%" prev="Gen.46" next="Gen.48" id="Gen.47">
<h3 id="Gen.47-p0.1">Chapter 47</h3>
<p class="Greek" id="Gen.47-p1">
<scripture passage="Gen 47:1" parsed="|Gen|47|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.1" />
<sup>1</sup>Ελθων δε ο Ιωσηφ, απηγγειλε προς τον Φαραω λεγων, Ο πατηρ μου και οι αδελφοι μου, και τα ποιμνια αυτων και αι αγελαι αυτων και παντα οσα εχουσιν, ηλθον εκ της γης Χανααν· και ιδου, ειναι εν τη γη Γεσεν.
<scripture passage="Gen 47:2" parsed="|Gen|47|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.2" />
<sup>2</sup>Και παραλαβων εκ των αδελφων αυτου πεντε ανδρας, παρεστησεν αυτους ενωπιον του Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:3" parsed="|Gen|47|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τους αδελφους αυτου, Τι ειναι το επιτηδευμα σας; οι δε ειπον προς τον Φαραω, Ποιμενες προβατων ειναι οι δουλοι σου και ημεις και οι πατερες ημων.
<scripture passage="Gen 47:4" parsed="|Gen|47|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.4" />
<sup>4</sup>Ειπον ετι προς τον Φαραω, Ηλθομεν δια να παροικησωμεν εν τη γη· διοτι δεν υπαρχει βοσκη δια τα ποιμνια των δουλων σου, επειδη επεβαρυνεν η πεινα εν τη γη Χανααν· τωρα λοιπον ας κατοικησωσι, παρακαλουμεν, οι δουλοι σου εν τη γη Γεσεν.
<scripture passage="Gen 47:5" parsed="|Gen|47|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιωσηφ λεγων, Ο πατηρ σου και οι αδελφοι σου ηλθον προς σε·
<scripture passage="Gen 47:6" parsed="|Gen|47|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.6" />
<sup>6</sup>η γη της Αιγυπτου ειναι εμπροσθεν σου· εις το καλητερον της γης κατοικισον τον πατερα σου και τους αδελφους σου· ας κατοικησωσιν εν τη γη Γεσεν· και εαν γνωριζης οτι ευρισκονται μεταξυ αυτων ανδρες αξιοι, καταστησον αυτους επιστατας επι των ποιμνιων μου.
<scripture passage="Gen 47:7" parsed="|Gen|47|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.7" />
<sup>7</sup>Εισηγαγε δε ο Ιωσηφ Ιακωβ τον πατερα αυτου και παρεστησεν αυτον ενωπιον του Φαραω· και ευλογησεν ο Ιακωβ τον Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:8" parsed="|Gen|47|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς τον Ιακωβ, Ως ποσαι ειναι αι ημεραι των ετων της ζωης σου;
<scripture passage="Gen 47:9" parsed="|Gen|47|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.9" />
<sup>9</sup>Και ο Ιακωβ ειπε προς τον Φαραω, Αι ημεραι των ετων της παροικιας μου ειναι εκατον τριακοντα ετη· ολιγαι και κακαι υπηρξαν αι ημεραι των ετων της ζωης μου και δεν εφθασαν εις τας ημερας των ετων της ζωης των πατερων μου εν ταις ημεραις της παροικιας αυτων.
<scripture passage="Gen 47:10" parsed="|Gen|47|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.10" />
<sup>10</sup>Και ευλογησεν ο Ιακωβ τον Φαραω και εξηλθεν απ' εμπροσθεν του Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:11" parsed="|Gen|47|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.11" />
<sup>11</sup>Και κατωκισεν ο Ιωσηφ τον πατερα αυτου και τους αδελφους αυτου, και εδωκεν εις αυτους ιδιοκτησιαν εν τη γη της Αιγυπτου, εις το καλητερον της γης, εν τη γη Ραμεσση, καθως προσεταξεν ο Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:12" parsed="|Gen|47|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.12" />
<sup>12</sup>Και ετρεφεν ο Ιωσηφ τον πατερα αυτου και τους αδελφους αυτου και παντα τον οικον του πατρος αυτου με αρτον, κατα τας οικογενειας αυτων.
<scripture passage="Gen 47:13" parsed="|Gen|47|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.13" />
<sup>13</sup>Και αρτος δεν ητο καθ' ολην την γην· διοτι η πεινα ητο βαρεια σφοδρα, ωστε η γη της Αιγυπτου και η γη της Χανααν απεκαμον υπο της πεινης.
<scripture passage="Gen 47:14" parsed="|Gen|47|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.14" />
<sup>14</sup>Και συνηγαγεν ο Ιωσηφ απαν το αργυριον, το ευρισκομενον εν τη γη της Αιγυπτου και εν τη γη Χανααν, δια τον σιτον τον οποιον ηγοραζον· και εφερεν ο Ιωσηφ το αργυριον εις τον οικον του Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:15" parsed="|Gen|47|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.15" />
<sup>15</sup>Και αφου εξελιπε το αργυριον εκ της γης Αιγυπτου και εκ της γης Χανααν, ηλθον παντες οι Αιγυπτιοι προς τον Ιωσηφ, λεγοντες, Δος αρτον εις ημας· επειδη δια τι να αποθανωμεν εμπροσθεν σου; διοτι εξελιπε το αργυριον.
<scripture passage="Gen 47:16" parsed="|Gen|47|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.16" />
<sup>16</sup>Ειπε δε ο Ιωσηφ, Φερετε τα κτηνη σας και θελω σας δωσει αρτον αντι των κτηνων σας, εαν εξελιπε το αργυριον.
<scripture passage="Gen 47:17" parsed="|Gen|47|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.17" />
<sup>17</sup>Και εφεραν τα κτηνη αυτων προς τον Ιωσηφ και εδωκεν εις αυτους ο Ιωσηφ αρτον αντι των ιππων και αντι των προβατων και αντι των βοων και αντι των ονων· και εθρεψεν αυτους με αρτον εν τω ενιαυτω εκεινω αντι παντων των κτηνων αυτων.
<scripture passage="Gen 47:18" parsed="|Gen|47|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.18" />
<sup>18</sup>Αφου δε ετελειωσεν ο ενιαυτος εκεινος, ηλθον προς αυτον το δευτερον ετος και ειπον προς αυτον, δεν θελομεν κρυψει απο του κυριου ημων οτι εξελιπε το αργυριον· και τα κτηνη εγειναν του κυριου ημων· δεν εμεινεν αλλο εμπροσθεν του κυριου ημων, ειμη τα σωματα ημων και η γη ημων·
<scripture passage="Gen 47:19" parsed="|Gen|47|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.19" />
<sup>19</sup>δια τι να απολεσθωμεν ενωπιον σου και ημεις και η γη ημων; αγορασον ημας και την γην ημων δια αρτον· και θελομεν εισθαι ημεις και η γη ημων δουλοι εις τον Φαραω· και δος εις ημας σπορον, δια να ζησωμεν και να μη αποθανωμεν και η γη να μη ερημωθη.
<scripture passage="Gen 47:20" parsed="|Gen|47|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.20" />
<sup>20</sup>Και ηγορασεν ο Ιωσηφ πασαν την γην Αιγυπτου δια τον Φαραω· διοτι οι Αιγυπτιοι επωλησαν εκαστος τον αγρον αυτου, επειδη η πεινα υπερεβαρυνεν επ' αυτους· ουτως η γη εγεινε του Φαραω·
<scripture passage="Gen 47:21" parsed="|Gen|47|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.21" />
<sup>21</sup>τον δε λαον μετετοπισεν αυτον εις πολεις, απ' ακρου των οριων της Αιγυπτου εως ακρου αυτης·
<scripture passage="Gen 47:22" parsed="|Gen|47|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.22" />
<sup>22</sup>μονον την γην των ιερεων δεν ηγορασε· διοτι οι ιερεις ειχον μεριδιον προσδιωρισμενον υπο του Φαραω· και ετρωγον το μεριδιον αυτων, το οποιον εδωκεν εις αυτους ο Φαραω· δια τουτο δεν επωλησαν την γην αυτων.
<scripture passage="Gen 47:23" parsed="|Gen|47|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.23" />
<sup>23</sup>Τοτε ειπεν ο Ιωσηφ προς τον λαον, Ιδου, ηγορασα εσας και την γην σας σημερον εις τον Φαραω· ιδου, λαβετε σπορον και σπειρατε την γην·
<scripture passage="Gen 47:24" parsed="|Gen|47|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.24" />
<sup>24</sup>και εν τω καιρω των γεννηματων, θελετε δωσει το πεμπτον εις τον Φαραω· τα δε τεσσαρα μερη θελουσιν εισθαι εις εσας δια σπορον των αγρων και δια τροφην σας και δια τους οντας εν τοις οικοις υμων και δια τροφην των παιδιων υμων.
<scripture passage="Gen 47:25" parsed="|Gen|47|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.25" />
<sup>25</sup>Οι δε ειπον, συ εσωσας την ζωην ημων· ας ευρωμεν χαριν εμπροσθεν του κυριου ημων και θελομεν εισθαι δουλοι του Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:26" parsed="|Gen|47|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.26" />
<sup>26</sup>Και εθεσεν ο Ιωσηφ τουτο νομον εν τη γη της Αιγυπτου μεχρι της σημερον, να διδεται το πεμπτον εις τον Φαραω· εκτος της γης των ιερεων μονον, ητις δεν εγεινε του Φαραω.
<scripture passage="Gen 47:27" parsed="|Gen|47|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.27" />
<sup>27</sup>Κατωκησε δε ο Ισραηλ εν τη γη της Αιγυπτου, εν τη γη Γεσεν· και απεκτησαν εν αυτη κτηματα, και ηυξηνθησαν και επληθυνθησαν σφοδρα.
<scripture passage="Gen 47:28" parsed="|Gen|47|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.28" />
<sup>28</sup>Επεζησε δε ο Ιακωβ εν τη γη της Αιγυπτου δεκαεπτα ετη· και εγειναν αι ημεραι των ετων της ζωης του Ιακωβ εκατον τεσσαρακοντα επτα ετη.
<scripture passage="Gen 47:29" parsed="|Gen|47|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.29" />
<sup>29</sup>Και επλησιασαν αι ημεραι του Ισραηλ δια να αποθανη· και καλεσας τον υιον αυτου τον Ιωσηφ, ειπε προς αυτον, Εαν ευρηκα τωρα χαριν εμπροσθεν σου, βαλε, παρακαλω, την χειρα σου υπο τον μηρον μου, και καμε εις εμε ελεος και αληθειαν· μη με θαψης, παρακαλω, εν τη Αιγυπτω·
<scripture passage="Gen 47:30" parsed="|Gen|47|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.30" />
<sup>30</sup>αλλα θελω κοιμηθη μετα των πατερων μου και θελεις με μετακομισει εκ της Αιγυπτου και θελεις με θαψει εν τω ταφω αυτων. Ο δε ειπεν, Εγω θελω καμει κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Gen 47:31" parsed="|Gen|47|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.47.31" />
<sup>31</sup>Ο δε ειπεν, Ομοσον μοι και ωμοσεν εις αυτον. Και προσεκυνησεν ο Ισραηλ επι το ακρον της ραβδου αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 48" progress="4.64%" prev="Gen.47" next="Gen.49" id="Gen.48">
<h3 id="Gen.48-p0.1">Chapter 48</h3>
<p class="Greek" id="Gen.48-p1">
<scripture passage="Gen 48:1" parsed="|Gen|48|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε τα πραγματα ταυτα, ειπον προς τον Ιωσηφ, Ιδου, ο πατηρ σου ασθενει. Και ελαβε μεθ' εαυτου τους δυο υιους αυτου, τον Μανασση και τον Εφραιμ.
<scripture passage="Gen 48:2" parsed="|Gen|48|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.2" />
<sup>2</sup>Και απηγγειλαν προς τον Ιακωβ, λεγοντες, Ιδου, ο υιος σου Ιωσηφ ερχεται προς σε· και αναλαβων δυναμιν, ο Ισραηλ εκαθισεν επι την κλινην.
<scripture passage="Gen 48:3" parsed="|Gen|48|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον Ιωσηφ, Ο Θεος ο Παντοδυναμος εφανη εις εμε εν Λουζ εν τη γη Χανααν και με ευλογησε·
<scripture passage="Gen 48:4" parsed="|Gen|48|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.4" />
<sup>4</sup>και ειπε προς εμε, Ιδου, εγω θελω σε αυξησει και θελω σε πληθυνει και θελω σε καταστησει εις πληθος λαων· και θελω δωσει την γην ταυτην εις το σπερμα σου μετα σε παντοτεινην ιδιοκτησιαν.
<scripture passage="Gen 48:5" parsed="|Gen|48|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον οι δυο υιοι σου, οι γεννηθεντες εις σε εν τη γη της Αιγυπτου, πριν εγω ελθω προς σε εις την Αιγυπτον ειναι ιδικοι μου· ο Εφραιμ και ο Μανασσης θελουσιν εισθαι εις εμε ως ο Ρουβην και ο Συμεων·
<scripture passage="Gen 48:6" parsed="|Gen|48|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.6" />
<sup>6</sup>τα δε τεκνα σου οσα γεννησης μετα τουτους, θελουσιν εισθαι ιδικα σου· κατα το ονομα των αδελφων αυτων θελουσιν ονομασθη εν τη κληρονομια αυτων.
<scripture passage="Gen 48:7" parsed="|Gen|48|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.7" />
<sup>7</sup>Οτε δε εγω ηρχομην απο Παδαν, απεθανεν εις εμε η Ραχηλ καθ' οδον εν τη γη Χανααν, ενω δεν ελειπεν ειμη ολιγον διαστημα δια να φθασωμεν εις Εφραθα· και εθαψα αυτην εκει εν τη οδω της Εφραθα· αυτη ειναι η Βηθλεεμ.
<scripture passage="Gen 48:8" parsed="|Gen|48|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.8" />
<sup>8</sup>Ιδων δε ο Ισραηλ τους υιους του Ιωσηφ, ειπε, Τινες ειναι ουτοι;
<scripture passage="Gen 48:9" parsed="|Gen|48|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.9" />
<sup>9</sup>και ειπεν ο Ιωσηφ προς τον πατερα αυτου, Ουτοι ειναι οι υιοι μου, τους οποιους μοι εδωκεν ο Θεος ενταυθα. Ο δε ειπε, Φερε αυτους, παρακαλω, προς εμε, δια να ευλογησω αυτους.
<scripture passage="Gen 48:10" parsed="|Gen|48|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.10" />
<sup>10</sup>Ησαν δε οι οφθαλμοι του Ισραηλ βαρυωποι υπο του γηρατος, δεν ηδυνατο να βλεπη. Και επλησιασεν αυτους προς αυτον· και εφιλησεν αυτους και ενηγκαλισθη αυτους.
<scripture passage="Gen 48:11" parsed="|Gen|48|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ισραηλ προς τον Ιωσηφ, Δεν ηλπιζον να ιδω το προσωπον σου· και ιδου, ο Θεος εδειξεν εις εμε και το σπερμα σου.
<scripture passage="Gen 48:12" parsed="|Gen|48|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.12" />
<sup>12</sup>Και εξηγαγεν αυτους ο Ιωσηφ εκ μεσου των γονατων αυτου. Και προσεκυνησεν επι προσωπον εως εδαφους.
<scripture passage="Gen 48:13" parsed="|Gen|48|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.13" />
<sup>13</sup>Λαβων δε αυτους ο Ιωσηφ αμφοτερους, τον Εφραιμ εν τη δεξια αυτου προς την αριστεραν του Ισραηλ, και τον Μανασση εν τη αριστερα αυτου προς την δεξιαν του Ισραηλ, επλησιασεν εις αυτον.
<scripture passage="Gen 48:14" parsed="|Gen|48|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.14" />
<sup>14</sup>Και εκτεινας ο Ισραηλ την δεξιαν αυτου επεθεσεν επι την κεφαλην του Εφραιμ, οστις ητο ο νεωτερος, την δε αριστεραν αυτου επι την κεφαλην του Μανασση, εναλλαξας τας χειρας αυτου· διοτι ο Μανασσης ητο ο πρωτοτοκος.
<scripture passage="Gen 48:15" parsed="|Gen|48|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.15" />
<sup>15</sup>Και ευλογησε τον Ιωσηφ και ειπεν, Ο Θεος, εμπροσθεν του οποιου περιεπατησαν οι πατερες μου Αβρααμ και Ισαακ, ο Θεος οστις με εποιμανεν εκ γεννησεως μου εως της ημερας ταυτης,
<scripture passage="Gen 48:16" parsed="|Gen|48|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.16" />
<sup>16</sup>ο αγγελος οστις με ελυτρωσεν εκ παντων των κακων, να ευλογηση τα παιδια ταυτα· και να ονομασθη επ' αυτα το ονομα μου και το ονομα των πατερων μου Αβρααμ και Ισαακ, και να πληθυνθωσιν εις πληθος μεγα επι της γης.
<scripture passage="Gen 48:17" parsed="|Gen|48|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.17" />
<sup>17</sup>Και ιδων ο Ιωσηφ οτι επεθεσεν ο πατηρ αυτου την χειρα αυτου την δεξιαν επι την κεφαλην του Εφραιμ, δυσηρεστηθη· και επιασε την χειρα του πατρος αυτου δια να μεταθεση αυτην απο της κεφαλης του Εφραιμ επι την κεφαλην του Μανασση.
<scripture passage="Gen 48:18" parsed="|Gen|48|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς τον πατερα αυτου, Μη ουτω, πατερ μου, διοτι ουτος ειναι ο πρωτοτοκος· επιθες την δεξιαν σου επι την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="Gen 48:19" parsed="|Gen|48|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' ο πατηρ αυτου δεν ηθελησε· και ειπεν, Εξευρω, τεκνον μου, εξευρω· και ουτος θελει κατασταθη λαος και ουτος ετι θελει γεινει μεγας· αλλ' ομως ο αδελφος αυτου ο νεωτερος θελει εισθαι μεγαλητερος αυτου και το σπερμα αυτου θελει γεινει πληθος εθνων.
<scripture passage="Gen 48:20" parsed="|Gen|48|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.20" />
<sup>20</sup>Και ευλογησεν αυτους την ημεραν εκεινην, λεγων, Εις σε αναφερομενος θελει ευλογει ο Ισραηλ, λεγων, Ο Θεος να σε καμη ως τον Εφραιμ και ως τον Μανασση. Και εστησε τον Εφραιμ προ του Μανασση.
<scripture passage="Gen 48:21" parsed="|Gen|48|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Ισραηλ προς τον Ιωσηφ, Ιδου, εγω αποθνησκω· και ο Θεος θελει εισθαι με σας και θελει σας επαναφερει εις την γην των πατερων σας·
<scripture passage="Gen 48:22" parsed="|Gen|48|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.48.22" />
<sup>22</sup>και εγω διδω εις σε μεριδιον εν υπερ τους αδελφους σου, το οποιον ελαβον εκ της χειρος των Αμορραιων δια της μαχαιρας μου και δια του τοξου μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 49" progress="4.73%" prev="Gen.48" next="Gen.50" id="Gen.49">
<h3 id="Gen.49-p0.1">Chapter 49</h3>
<p class="Greek" id="Gen.49-p1">
<scripture passage="Gen 49:1" parsed="|Gen|49|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.1" />
<sup>1</sup>Εκαλεσε δε ο Ιακωβ τους υιους αυτου και ειπε, Συναχθητε, δια να σας αναγγειλω τι μελλει να συμβη εις εσας εν ταις εσχαταις ημεραις·
<scripture passage="Gen 49:2" parsed="|Gen|49|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.2" />
<sup>2</sup>συναχθητε και ακουσατε, υιοι του Ιακωβ, και ακροασθητε τον Ισραηλ τον πατερα σας.
<scripture passage="Gen 49:3" parsed="|Gen|49|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.3" />
<sup>3</sup>Ρουβην ο πρωτοτοκος μου, συ ισχυς μου και αρχη των δυναμεων μου, εξοχος κατα την αξιαν και εξοχος κατα την δυναμιν.
<scripture passage="Gen 49:4" parsed="|Gen|49|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.4" />
<sup>4</sup>Εξεβρασας ως υδωρ· δεν θελεις εχει την υπεροχην· διοτι ανεβης επι την κλινην του πατρος σου· τοτε εμιανας αυτην· επι την κλινην μου ανεβη.
<scripture passage="Gen 49:5" parsed="|Gen|49|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.5" />
<sup>5</sup>Συμεων και Λευι οι αδελφοι, οργανα αδικιας ειναι αι μαχαιραι αυτων·
<scripture passage="Gen 49:6" parsed="|Gen|49|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.6" />
<sup>6</sup>εις την βουλην αυτων μη εισελθης, ψυχη μου· εις την συνελευσιν αυτων μη ενωθης, τιμη μου· διοτι εν τω θυμω αυτων εφονευσαν ανθρωπους και εν τω πεισματι αυτων κατηδαφισαν τειχος.
<scripture passage="Gen 49:7" parsed="|Gen|49|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.7" />
<sup>7</sup>Επικαταρατος ο θυμος αυτων, διοτι ητο αυθαδης· και η οργη αυτων, διοτι ητο σκληρα· θελω διαμοιρασει αυτους εις τον Ιακωβ, και θελω διασκορπισει αυτους εις τον Ισραηλ.
<scripture passage="Gen 49:8" parsed="|Gen|49|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.8" />
<sup>8</sup>Ιουδα, σε θελουσι επαινεσει οι αδελφοι σου· η χειρ σου θελει εισθαι επι τον τραχηλον των εχθρων σου· οι υιοι του πατρος σου θελουσι σε προσκυνησει·
<scripture passage="Gen 49:9" parsed="|Gen|49|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.9" />
<sup>9</sup>σκυμνος λεοντος ειναι ο Ιουδας· εκ του θηρευματος, υιε μου, ανεβης· αναπεσων εκοιμηθη ως λεων και ως σκυμνος λεοντος· τις θελει εγειρει αυτον;
<scripture passage="Gen 49:10" parsed="|Gen|49|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.10" />
<sup>10</sup>Δεν θελει εκλειψει το σκηπτρον εκ του Ιουδα ουδε νομοθετης εκ μεσου των ποδων αυτου, εωσου ελθη ο Σηλω· και εις αυτον θελει εισθαι η υπακοη των λαων.
<scripture passage="Gen 49:11" parsed="|Gen|49|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.11" />
<sup>11</sup>Εις την αμπελον δενει το πωλαριον αυτου, και εις τον εκλεκτον βλαστον το παιδιον της ονου αυτου· θελει πλυνει εν οινω το ενδυμα αυτου και εν τω αιματι της σταφυλης το περιβολαιον αυτου·
<scripture passage="Gen 49:12" parsed="|Gen|49|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.12" />
<sup>12</sup>Οι οφθαλμοι αυτου θελουσιν εισθαι ερυθροι εκ του οινου και οι οδοντες αυτου λευκοι εκ του γαλακτος.
<scripture passage="Gen 49:13" parsed="|Gen|49|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.13" />
<sup>13</sup>Ο Ζαβουλων θελει κατοικησει εν λιμενι θαλασσης και θελει εισθαι εν λιμενι πλοιων· το δε οριον αυτου θελει εκταθη εως Σιδωνος.
<scripture passage="Gen 49:14" parsed="|Gen|49|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.14" />
<sup>14</sup>Ο Ισσαχαρ ειναι ονος δυνατος, κοιτωμενος εν τω μεσω των επαυλεων·
<scripture passage="Gen 49:15" parsed="|Gen|49|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.15" />
<sup>15</sup>Και ιδων οτι η αναπαυσις ητο καλη και ο τοπος τερπνος, εκλινε τον ωμον αυτου εις φορτιον και εγεινε δουλος υποτελης.
<scripture passage="Gen 49:16" parsed="|Gen|49|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.16" />
<sup>16</sup>Ο Δαν θελει κρινει τον λαον αυτου, ως μια εκ των φυλων του Ισραηλ·
<scripture passage="Gen 49:17" parsed="|Gen|49|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.17" />
<sup>17</sup>Ο Δαν θελει εισθαι οφις επι της οδου, ασπις επι της τριβου, δακνων τας πτερνας του ιππου, ωστε ο ιππευς αυτου θελει πιπτει εις τα οπισω.
<scripture passage="Gen 49:18" parsed="|Gen|49|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.18" />
<sup>18</sup>Την σωτηριαν σου περιεμεινα, Κυριε.
<scripture passage="Gen 49:19" parsed="|Gen|49|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.19" />
<sup>19</sup>Τον Γαδ θελουσι πειρατευσει πειραται· πλην και αυτος εις το τελος θελει πειρατευσει.
<scripture passage="Gen 49:20" parsed="|Gen|49|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.20" />
<sup>20</sup>Του Ασηρ ο αρτος θελει εισθαι παχυς· και αυτος θελει διδει βασιλικας τρυφας.
<scripture passage="Gen 49:21" parsed="|Gen|49|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.21" />
<sup>21</sup>Ο Νεφθαλι ειναι ελαφος απολελυμενη, διδων λογους αρεστους.
<scripture passage="Gen 49:22" parsed="|Gen|49|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.22" />
<sup>22</sup>Ο Ιωσηφ, κλαδος καρποφορος, κλαδος καρποφορος πλησιον πηγης, του οποιου οι βλαστοι εκτεινονται επι του τοιχου·
<scripture passage="Gen 49:23" parsed="|Gen|49|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.23" />
<sup>23</sup>Οι τοξοται επικραναν αυτον και ετοξευσαν κατ' αυτου, και εχθρευθησαν αυτον.
<scripture passage="Gen 49:24" parsed="|Gen|49|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.24" />
<sup>24</sup>Αλλα το τοξον αυτου εμεινε δυνατον και οι βραχιονες των χειρων αυτου ενεδυναμωθησαν δια των χειρων του ισχυρου Θεου του Ιακωβ· εκειθεν ο ποιμην, η πετρα του Ισραηλ·
<scripture passage="Gen 49:25" parsed="|Gen|49|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.25" />
<sup>25</sup>και τουτο δια του Θεου του πατρος σου, οστις θελει σε βοηθει, και δια του Παντοδυναμου, οστις θελει σε ευλογει, ευλογιας του ουρανου ανωθεν, ευλογιας της αβυσσου κατωθεν, ευλογιας των μαστων και της μητρας·
<scripture passage="Gen 49:26" parsed="|Gen|49|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.26" />
<sup>26</sup>Αι ευλογιαι του πατρος σου υπερισχυσαν υπερ τας ευλογιας των προγονων μου εως των υψηλων κορυφων των αιωνιων ορεων· θελουσιν εισθαι επι της κεφαλης του Ιωσηφ και επι της κορυφης του εκλεκτου μεταξυ των αδελφων αυτου.
<scripture passage="Gen 49:27" parsed="|Gen|49|27|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.27" />
<sup>27</sup>Ο Βενιαμιν θελει εισθαι λυκος αρπαξ· το πρωι θελει κατατρωγει θηραμα, και το εσπερας θελει διαιρει λαφυρα.
<scripture passage="Gen 49:28" parsed="|Gen|49|28|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.28" />
<sup>28</sup>Παντες ουτοι ειναι αι δωδεκα φυλαι του Ισραηλ, και τουτο ειναι το οποιον ελαλησε προς αυτους ο πατηρ αυτων και ευλογησεν αυτους· εκαστον κατα την ευλογιαν αυτου ευλογησεν αυτους.
<scripture passage="Gen 49:29" parsed="|Gen|49|29|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.29" />
<sup>29</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους και ειπε προς αυτους, Εγω προστιθεμαι εις τον λαον μου· θαψατε με μετα των πατερων μου εν τω σπηλαιω τω εν τω αγρω Εφρων του Χετταιου·
<scripture passage="Gen 49:30" parsed="|Gen|49|30|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.30" />
<sup>30</sup>εν τω σπηλαιω τω εν τω αγρω Μαχπελαχ τω απεναντι της Μαμβρη εν τη γη Χανααν, το οποιον ο Αβρααμ ηγορασε μετα του αγρου παρα του Εφρων του Χετταιου δια κτημα μνημειου·
<scripture passage="Gen 49:31" parsed="|Gen|49|31|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.31" />
<sup>31</sup>εκει εθαψαν τον Αβρααμ και την Σαρραν την γυναικα αυτου· εκει εθαψαν τον Ισαακ και την Ρεβεκκαν την γυναικα αυτου· και εκει εθαψα εγω την Λειαν·
<scripture passage="Gen 49:32" parsed="|Gen|49|32|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.32" />
<sup>32</sup>η αγορα του αγρου και του σπηλαιου του εν αυτω εγεινε παρα των υιων του Χετ.
<scripture passage="Gen 49:33" parsed="|Gen|49|33|0|0" osisRef="Bible:Gen.49.33" />
<sup>33</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Ιακωβ παραγγελλων εις τους υιους αυτου, εσυρε τους ποδας αυτου επι την κλινην και εξεπνευσε· και προσετεθη εις τον λαον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Genesis 50" progress="4.83%" prev="Gen.49" next="Exod" id="Gen.50">
<h3 id="Gen.50-p0.1">Chapter 50</h3>
<p class="Greek" id="Gen.50-p1">
<scripture passage="Gen 50:1" parsed="|Gen|50|1|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.1" />
<sup>1</sup>Και επεσεν ο Ιωσηφ επι το προσωπον του πατρος αυτου και εκλαυσεν επ' αυτον και εφιλησεν αυτον.
<scripture passage="Gen 50:2" parsed="|Gen|50|2|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.2" />
<sup>2</sup>Και προσεταξεν ο Ιωσηφ τους δουλους αυτου τους ιατρους να βαλσαμωσωσι τον πατερα αυτου· και εβαλσαμωσαν οι ιατροι τον Ισραηλ.
<scripture passage="Gen 50:3" parsed="|Gen|50|3|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.3" />
<sup>3</sup>Και συνεπληρωθησαν δι' αυτον τεσσαρακοντα ημεραι· διοτι ουτω συμπληρουνται αι ημεραι της βαλσαμωσεως· και επενθησαν αυτον οι Αιγυπτιοι εβδομηκοντα ημερας.
<scripture passage="Gen 50:4" parsed="|Gen|50|4|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.4" />
<sup>4</sup>Αφου δε παρηλθον αι ημεραι του πενθους αυτου, ελαλησεν ο Ιωσηφ προς τον οικον του Φαραω, λεγων, Εαν τωρα ευρηκα χαριν ενωπιον σας, λαλησατε, παρακαλω, εις τα ωτα του Φαραω, λεγοντες,
<scripture passage="Gen 50:5" parsed="|Gen|50|5|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.5" />
<sup>5</sup>Ο πατηρ μου με ωρκισε, λεγων, Ιδου, εγω αποθνησκω· εις το μνημειον μου, το οποιον εσκαψα εις εμαυτον εν γη Χανααν, εκει θελεις με θαψει· τωρα λοιπον ας αναβω, παρακαλω, και ας θαψω τον πατερα μου· και θελω επιστρεψει.
<scripture passage="Gen 50:6" parsed="|Gen|50|6|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Φαραω, Αναβηθι και θαψον τον πατερα σου καθως σε ωρκισε.
<scripture passage="Gen 50:7" parsed="|Gen|50|7|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.7" />
<sup>7</sup>Και ανεβη ο Ιωσηφ δια να θαψη τον πατερα αυτου· και συνανεβησαν μετ' αυτου παντες οι δουλοι του Φαραω, οι πρεσβυτεροι του οικου αυτου, και παντες οι πρεσβυτεροι της γης Αιγυπτου
<scripture passage="Gen 50:8" parsed="|Gen|50|8|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.8" />
<sup>8</sup>και πας ο οικος του Ιωσηφ και οι αδελφοι αυτου και ο οικος του πατρος αυτου· μονον τας οικογενειας αυτων και τα ποιμνια αυτων και τας αγελας αυτων αφηκαν εν τη γη Γεσεν.
<scripture passage="Gen 50:9" parsed="|Gen|50|9|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.9" />
<sup>9</sup>Και συνανεβησαν μετ' αυτου και αμαξαι και ιππεις· ωστε εγεινε συνοδια μεγαλη σφοδρα·
<scripture passage="Gen 50:10" parsed="|Gen|50|10|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.10" />
<sup>10</sup>και ηλθον εις το αλωνιον του Αταδ το περαν του Ιορδανου· και εκει εθρηνησαν θρηνον μεγαν και δυνατον σφοδρα· και εκαμεν ο Ιωσηφ δια τον πατερα αυτου πενθος επτα ημερας.
<scripture passage="Gen 50:11" parsed="|Gen|50|11|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.11" />
<sup>11</sup>Και ιδοντες οι κατοικοι του τοπου, οι Χαναναιοι, το πενθος εν τω αλωνιω του Αταδ, ειπον, Πενθος μεγα ειναι τουτο εις τους Αιγυπτιους· δια τουτο ωνομασθη το ονομα αυτου Αβελ-μισραιμ, το οποιον ειναι περαν του Ιορδανου.
<scripture passage="Gen 50:12" parsed="|Gen|50|12|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.12" />
<sup>12</sup>Και εκαμον εις αυτον οι υιοι αυτου καθως παρηγγειλεν εις αυτους·
<scripture passage="Gen 50:13" parsed="|Gen|50|13|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.13" />
<sup>13</sup>και μετακομισαντες αυτον οι υιοι αυτου εις γην Χανααν, εθαψαν αυτον εν τω σπηλαιω του αγρου Μαχπελαχ, το οποιον ο Αβρααμ ηγορασε μετα του αγρου δια κτημα μνημειου παρα του Εφρων του Χετταιου κατεναντι της Μαμβρη.
<scripture passage="Gen 50:14" parsed="|Gen|50|14|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.14" />
<sup>14</sup>Και αφου ο Ιωσηφ εθαψε τον πατερα αυτου, επεστρεψεν εις Αιγυπτον αυτος και οι αδελφοι αυτου και παντες οι συναναβαντες μετ' αυτου δια να θαψωσι τον πατερα αυτου.
<scripture passage="Gen 50:15" parsed="|Gen|50|15|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.15" />
<sup>15</sup>Και ιδοντες οι αδελφοι του Ιωσηφ οτι απεθανεν ο πατηρ αυτων, ειπον, Ισως ο Ιωσηφ θελει μνησικακησει εις ημας και θελει μας ανταποδωσει αυστηρως παντα τα κακα οσα επραξαμεν εις αυτον.
<scripture passage="Gen 50:16" parsed="|Gen|50|16|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.16" />
<sup>16</sup>Και εμηνυσαν προς τον Ιωσηφ, λεγοντες, Ο πατηρ σου προσεταξε, πριν αποθανη, λεγων,
<scripture passage="Gen 50:17" parsed="|Gen|50|17|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.17" />
<sup>17</sup>Ουτω θελετε ειπει προς τον Ιωσηφ· Συγχωρησον, παρακαλω, την αδικιαν των αδελφων σου και την αμαρτιαν αυτων· διοτι επραξαν κακον εις σε· τωρα λοιπον συγχωρησον, παρακαλουμεν, την αδικιαν των δουλων του Θεου του πατρος σου. Και εκλαυσεν ο Ιωσηφ οτε ελαλησαν προς αυτον.
<scripture passage="Gen 50:18" parsed="|Gen|50|18|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.18" />
<sup>18</sup>Υπηγαν δε και οι αδελφοι αυτου και πεσοντες εμπροσθεν αυτου, ειπον, Ιδου, ημεις ειμεθα δουλοι σου.
<scripture passage="Gen 50:19" parsed="|Gen|50|19|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιωσηφ, Μη φοβεισθε· μηπως αντι Θεου ειμαι εγω;
<scripture passage="Gen 50:20" parsed="|Gen|50|20|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.20" />
<sup>20</sup>σεις μεν εβουλευθητε κακον εναντιον μου· ο δε Θεος εβουλευθη να μεταστρεψη τουτο εις καλον, δια να γεινη καθως την σημερον, ωστε να σωση την ζωην πολλου λαου·
<scripture passage="Gen 50:21" parsed="|Gen|50|21|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.21" />
<sup>21</sup>τωρα λοιπον μη φοβεισθε· εγω θελω θρεψει εσας και τας οικογενειας σας. Και παρηγορησεν αυτους και ελαλησε κατα την καρδιαν αυτων.
<scripture passage="Gen 50:22" parsed="|Gen|50|22|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.22" />
<sup>22</sup>Και κατωκησεν ο Ιωσηφ εν Αιγυπτω, αυτος και ο οικος του πατρος αυτου· και εζησεν ο Ιωσηφ εκατον δεκα ετη.
<scripture passage="Gen 50:23" parsed="|Gen|50|23|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.23" />
<sup>23</sup>Και ειδεν ο Ιωσηφ τεκνα του Εφραιμ, εως τριτης γενεας· και τα παιδια του Μαχειρ, υιου του Μανασση, επι των γονατων του Ιωσηφ εγεννηθησαν.
<scripture passage="Gen 50:24" parsed="|Gen|50|24|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Ιωσηφ προς τους αδελφους αυτου, Εγω αποθνησκω· ο δε Θεος θελει βεβαιως σας επισκεφθη και θελει σας αναβιβασει εκ της γης ταυτης εις την γην, την οποιαν ωμοσε προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ.
<scripture passage="Gen 50:25" parsed="|Gen|50|25|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.25" />
<sup>25</sup>Και ωρκισεν ο Ιωσηφ τους υιους Ισραηλ, λεγων, Ο Θεος βεβαιως θελει σας επισκεφθη και θελετε αναβιβασει τα οστα μου εντευθεν.
<scripture passage="Gen 50:26" parsed="|Gen|50|26|0|0" osisRef="Bible:Gen.50.26" />
<sup>26</sup>Και ετελευτησεν ο Ιωσηφ εν ηλικια ετων εκατον δεκα· και εβαλσαμωσαν αυτον· και ετεθη εις θηκην εν τη Αιγυπτω.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Exodus" progress="4.92%" prev="Gen.50" next="Exod.1" id="Exod">
<h2 id="Exod-p0.1">Exodus</h2>

<div3 title="Exodus 1" progress="4.92%" prev="Exod" next="Exod.2" id="Exod.1">
<h3 id="Exod.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Exod.1-p1">
<scripture passage="Exod 1:1" parsed="|Exod|1|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.1" />
<sup>1</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων Ισραηλ, των εισελθοντων εις Αιγυπτον μετα του Ιακωβ· εκαστος μετα της οικογενειας αυτου εισηλθον.
<scripture passage="Exod 1:2" parsed="|Exod|1|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.2" />
<sup>2</sup>Ρουβην, Συμεων, Λευι και Ιουδας,
<scripture passage="Exod 1:3" parsed="|Exod|1|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.3" />
<sup>3</sup>Ισσαχαρ, Ζαβουλων και Βενιαμιν,
<scripture passage="Exod 1:4" parsed="|Exod|1|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.4" />
<sup>4</sup>Δαν και Νεφθαλι, Γαδ και Ασηρ.
<scripture passage="Exod 1:5" parsed="|Exod|1|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.5" />
<sup>5</sup>Και πασαι αι ψυχαι αι εξελθουσαι εκ του μηρου του Ιακωβ ησαν ψυχαι εβδομηκοντα· ο δε Ιωσηφ ητο ηδη εν Αιγυπτω.
<scripture passage="Exod 1:6" parsed="|Exod|1|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.6" />
<sup>6</sup>Ετελευτησε δε ο Ιωσηφ και παντες οι αδελφοι αυτου, και πασα η γενεα εκεινη.
<scripture passage="Exod 1:7" parsed="|Exod|1|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.7" />
<sup>7</sup>Και ηυξηνθησαν οι υιοι Ισραηλ και επληθυνθησαν, και επολλαπλασιασθησαν, και ενεδυναμωθησαν σφοδρα, ωστε ο τοπος εγεμισεν απ' αυτων.
<scripture passage="Exod 1:8" parsed="|Exod|1|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.8" />
<sup>8</sup>Εσηκωθη δε νεος βασιλευς επι την Αιγυπτον, οστις δεν εγνωριζε τον Ιωσηφ.
<scripture passage="Exod 1:9" parsed="|Exod|1|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς τον λαον αυτου, Ιδου, ο λαος των υιων Ισραηλ ειναι πολυ πληθος και ισχυροτερος ημων·
<scripture passage="Exod 1:10" parsed="|Exod|1|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.10" />
<sup>10</sup>ελθετε, ας σοφισθωμεν κατ' αυτων, δια να μη πολλαπλασιασθωσι, και αν συμβη πολεμος ενωθωσι και ουτοι μετα των εχθρων ημων και πολεμησωσιν ημας και αναχωρησωσιν εκ του τοπου.
<scripture passage="Exod 1:11" parsed="|Exod|1|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.11" />
<sup>11</sup>Κατεστησαν λοιπον επ' αυτους επιστατας των εργασιων, δια να καταθλιβωσιν αυτους με τα βαρη αυτων· και ωκοδομησαν εις τον Φαραω πολεις αποθηκων, την Πιθωμ και την Ραμεσση.
<scripture passage="Exod 1:12" parsed="|Exod|1|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.12" />
<sup>12</sup>Οσον ομως κατεθλιβον αυτους, τοσω μαλλον επληθυνοντο και ηυξανοντο. Και οι Αιγυπτιοι απεστρεφοντο τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 1:13" parsed="|Exod|1|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.13" />
<sup>13</sup>Και κατεδυναστευον οι Αιγυπτιοι τους υιους Ισραηλ αυστηρως·
<scripture passage="Exod 1:14" parsed="|Exod|1|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.14" />
<sup>14</sup>και κατεπικραινον την ζωην αυτων δια της σκληρας δουλειας εις τον πηλον και εις τας πλινθους, και εις πασας τας εργασιας των πεδιαδων· πασαι αι εργασιαι αυτων, με τας οποιας κατεδυναστευον αυτους, ησαν αυστηραι.
<scripture passage="Exod 1:15" parsed="|Exod|1|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.15" />
<sup>15</sup>Και ελαλησεν ο βασιλευς των Αιγυπτιων προς τας μαιας των Εβραιων, εκ των οποιων η μια ωνομαζετο Σεπφωρα, και η αλλη Φουα,
<scripture passage="Exod 1:16" parsed="|Exod|1|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.16" />
<sup>16</sup>και ειπεν, Οταν μαιευητε τας Εβραιας και ιδητε αυτας επι της γεννας, εαν μεν ηναι αρσενικον, θανατονετε αυτο· εαν δε ηναι θηλυκον, τοτε ας ζηση.
<scripture passage="Exod 1:17" parsed="|Exod|1|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.17" />
<sup>17</sup>Εφοβηθησαν δε αι μαιαι τον Θεον και δεν εκαμνον ως ειπε προς αυτας ο βασιλευς της Αιγυπτου, αλλ' αφινον ζωντα τα αρσενικα.
<scripture passage="Exod 1:18" parsed="|Exod|1|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.18" />
<sup>18</sup>Καλεσας δε ο βασιλευς της Αιγυπτου τας μαιας, ειπε προς αυτας, Δια τι εκαμετε το πραγμα τουτο, και αφινετε ζωντα τα αρσενικα;
<scripture passage="Exod 1:19" parsed="|Exod|1|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.19" />
<sup>19</sup>Και απεκριθησαν αι μαιαι προς τον Φαραω, Οτι αι Εβραιαι δεν ειναι ως αι γυναικες της Αιγυπτου· διοτι ειναι ευρωστοι και γεννωσι πριν εισελθωσιν εις αυτας αι μαιαι.
<scripture passage="Exod 1:20" parsed="|Exod|1|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Θεος ηγαθοποιει τας μαιας· και επληθυνετο ο λαος και ενεδυναμουτο σφοδρα.
<scripture passage="Exod 1:21" parsed="|Exod|1|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.21" />
<sup>21</sup>Και επειδη αι μαιαι εφοβουντο τον Θεον, εκαμεν εις αυτας οικους.
<scripture passage="Exod 1:22" parsed="|Exod|1|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.1.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Φαραω προσεταξε παντα τον λαον αυτου, λεγων, Παν αρσενικον το οποιον γεννηθη, εις τον ποταμον ριπτετε αυτο· παν δε θηλυκον, αφινετε να ζη.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 2" progress="4.97%" prev="Exod.1" next="Exod.3" id="Exod.2">
<h3 id="Exod.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Exod.2-p1">
<scripture passage="Exod 2:1" parsed="|Exod|2|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.1" />
<sup>1</sup>Υπηγε δε ανθρωπος τις εκ του οικου Λευι, και ελαβεν εις γυναικα μιαν εκ των θυγατερων Λευι.
<scripture passage="Exod 2:2" parsed="|Exod|2|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.2" />
<sup>2</sup>Και συνελαβεν η γυνη και εγεννησεν υιον· ιδουσα δε αυτον οτι ητο ευμορφος, εκρυψεν αυτον τρεις μηνας.
<scripture passage="Exod 2:3" parsed="|Exod|2|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.3" />
<sup>3</sup>Μη δυναμενη δε να κρυπτη αυτον πλεον, ελαβε δι' αυτον κιβωτιον σπαρτινον και κατεχρισεν αυτο με ασφαλτον και πισσαν και ενεβαλε το παιδιον εις αυτο και εθεσεν εις το ελωδες μερος παρα το χειλος του ποταμου.
<scripture passage="Exod 2:4" parsed="|Exod|2|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.4" />
<sup>4</sup>Η δε αδελφη αυτου παρεμονευε μακροθεν, δια να ιδη το αποβησομενον εις αυτο.
<scripture passage="Exod 2:5" parsed="|Exod|2|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.5" />
<sup>5</sup>Και κατεβη η θυγατηρ του Φαραω δια να λουσθη εις τον ποταμον, αι δε θεραπαιναι αυτης περιεπατουν επι την οχθην του ποταμου· και οτε ειδε το κιβωτιον εις το ελωδες μερος, εστειλε την παιδισκην αυτης και ελαβεν αυτο·
<scripture passage="Exod 2:6" parsed="|Exod|2|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.6" />
<sup>6</sup>και ανοιξασα βλεπει το παιδιον και ιδου, το νηπιον εκλαιε· και ελυπηθη αυτο, λεγουσα, Εκ των παιδιων των Εβραιων ειναι τουτο.
<scripture passage="Exod 2:7" parsed="|Exod|2|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ειπεν η αδελφη αυτου προς την θυγατερα του Φαραω, Θελεις να υπαγω να καλεσω εις σε γυναικα θηλαζουσαν εκ των Εβραιων, δια να σοι θηλαση το παιδιον;
<scripture passage="Exod 2:8" parsed="|Exod|2|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς αυτην η θυγατηρ του Φαραω, Υπαγε. Και υπηγε το κορασιον και εκαλεσε την μητερα του παιδιου.
<scripture passage="Exod 2:9" parsed="|Exod|2|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτην η θυγατηρ του Φαραω, Λαβε το παιδιον τουτο και θηλασον μοι αυτο, και εγω θελω σοι δωσει τον μισθον σου.
<scripture passage="Exod 2:10" parsed="|Exod|2|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.10" />
<sup>10</sup>Ελαβε δε η γυνη το παιδιον και εθηλαζεν αυτο. Και αφου εμεγαλωσε το παιδιον, εφερεν αυτο προς την θυγατερα του Φαραω, και εγεινεν υιος αυτης· και εκαλεσε το ονομα αυτου Μωυσην, λεγουσα, Οτι εκ του υδατος ανεσυρα αυτο.
<scripture passage="Exod 2:11" parsed="|Exod|2|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.11" />
<sup>11</sup>Κατα δε τας ημερας εκεινας, αφου ο Μωυσης εμεγαλωσεν, εξηλθε προς τους αδελφους αυτου· και παρατηρων τα βαρη αυτων, βλεπει ανθρωπον Αιγυπτιον τυπτοντα Εβραιον τινα εκ των αδελφων αυτου.
<scripture passage="Exod 2:12" parsed="|Exod|2|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.12" />
<sup>12</sup>Περιβλεψας δε εδω και εκει και ιδων οτι δεν ητο ουδεις, επαταξε τον Αιγυπτιον και εκρυψεν αυτον εν τη αμμω.
<scripture passage="Exod 2:13" parsed="|Exod|2|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.13" />
<sup>13</sup>Και εξηλθε την ακολουθον ημεραν και ιδου, δυο ανδρες Εβραιοι διεπληκτιζοντο· και λεγει προς τον αδικουντα, Δια τι τυπτεις τον πλησιον σου;
<scripture passage="Exod 2:14" parsed="|Exod|2|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.14" />
<sup>14</sup>Ο δε ειπε, Τις σε κατεστησεν αρχοντα και κριτην εφ' ημας; Μηπως θελεις συ να με φονευσης, καθως εφονευσας τον Αιγυπτιον; Και εφοβηθη ο Μωυσης και ειπε, Βεβαιως το πραγμα τουτο εγεινε γνωστον.
<scripture passage="Exod 2:15" parsed="|Exod|2|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.15" />
<sup>15</sup>Ακουσας δε ο Φαραω το πραγμα τουτο, εζητει να θανατωση τον Μωυσην· αλλ' ο Μωυσης εφυγεν απο προσωπου του Φαραω και κατωκησεν εν τη γη Μαδιαμ· εκαθισε δε πλησιον του φρεατος.
<scripture passage="Exod 2:16" parsed="|Exod|2|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ιερευς της Μαδιαμ ειχεν επτα θυγατερας, αιτινες ελθουσαι ηντλησαν υδωρ και εγεμισαν τας ποτιστρας δια να ποτισωσι τα προβατα του πατρος αυτων.
<scripture passage="Exod 2:17" parsed="|Exod|2|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.17" />
<sup>17</sup>Ελθοντες δε οι ποιμενες εδιωξαν αυτας· και σηκωθεις ο Μωυσης εβοηθησεν αυτας και εποτισε τα προβατα αυτων.
<scripture passage="Exod 2:18" parsed="|Exod|2|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.18" />
<sup>18</sup>Και οτε ηλθον προς Ραγουηλ τον πατερα αυτων, ειπε προς αυτας, Δια τι τοσον ταχεως ηλθετε σημερον;
<scripture passage="Exod 2:19" parsed="|Exod|2|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.19" />
<sup>19</sup>Αι δε ειπον, Ανθρωπος Αιγυπτιος ελυτρωσεν ημας εκ των χειρων των ποιμενων και προσετι ηντλησεν εις ημας υδωρ και εποτισε τα προβατα.
<scripture passage="Exod 2:20" parsed="|Exod|2|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.20" />
<sup>20</sup>Ο δε ειπε προς τας θυγατερας αυτου, Και που ειναι; δια τι αφηκατε τον ανθρωπον; καλεσατε αυτον δια να φαγη αρτον.
<scripture passage="Exod 2:21" parsed="|Exod|2|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.21" />
<sup>21</sup>Και ευχαριστηθη ο Μωυσης να κατοικη μετα του ανθρωπου· οστις εδωκεν εις τον Μωυσην εις γυναικα Σεπφωραν την θυγατερα αυτου.
<scripture passage="Exod 2:22" parsed="|Exod|2|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.22" />
<sup>22</sup>Και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Γηρσωμ, λεγων, Παροικος ειμαι εν ξενη γη·
<scripture passage="Exod 2:23" parsed="|Exod|2|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.23" />
<sup>23</sup>Μετα δε πολυν καιρον, ετελευτησεν ο βασιλευς της Αιγυπτου· και κατεστεναξαν οι υιοι Ισραηλ δια την δουλειαν και ανεβοησαν· και η βοη αυτων ανεβη προς τον Θεον εξ αιτιας της δουλειας.
<scripture passage="Exod 2:24" parsed="|Exod|2|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.24" />
<sup>24</sup>Και εισηκουσεν ο Θεος των στεναγμων αυτων· και ενεθυμηθη ο Θεος την διαθηκην αυτου την προς τον Αβρααμ, τον Ισαακ και τον Ιακωβ·
<scripture passage="Exod 2:25" parsed="|Exod|2|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.2.25" />
<sup>25</sup>και επεβλεψεν ο Θεος επι τους υιους Ισραηλ και ηλεησεν αυτους ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 3" progress="5.06%" prev="Exod.2" next="Exod.4" id="Exod.3">
<h3 id="Exod.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Exod.3-p1">
<scripture passage="Exod 3:1" parsed="|Exod|3|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Μωυσης εβοσκε τα προβατα του Ιοθορ, πενθερου αυτου, ιερεως της Μαδιαμ· και εφερε τα προβατα εις το οπισθεν μερος της ερημου και ηλθεν εις το ορος του Θεου, το Χωρηβ.
<scripture passage="Exod 3:2" parsed="|Exod|3|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.2" />
<sup>2</sup>Εφανη δε εις αυτον αγγελος Κυριου εν φλογι πυρος εκ μεσου της βατου· και ειδε και ιδου, η βατος εκαιετο υπο του πυρος και η βατος δεν κατεκαιετο.
<scripture passage="Exod 3:3" parsed="|Exod|3|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Ας στρεψω και ας παρατηρησω το μεγα τουτο θεαμα, δια τι η βατος δεν κατακαιεται.
<scripture passage="Exod 3:4" parsed="|Exod|3|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.4" />
<sup>4</sup>Και ως ειδεν ο Κυριος τον Μωυσην οτι εστρεψε να παρατηρηση, εφωνησε προς αυτον ο Θεος εκ μεσου της βατου και ειπε, Μωυση, Μωυση. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω.
<scripture passage="Exod 3:5" parsed="|Exod|3|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε, Μη πλησιασης εδω· λυσον τα υποδηματα σου εκ των ποδων σου· διοτι ο τοπος επι του οποιου ιστασαι ειναι γη αγια.
<scripture passage="Exod 3:6" parsed="|Exod|3|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτον, Εγω ειμαι ο Θεος του πατρος σου, ο Θεος του Αβρααμ, ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ. Εκρυψε δε το προσωπον αυτου ο Μωυσης· διοτι εφοβειτο να εμβλεψη εις τον Θεον.
<scripture passage="Exod 3:7" parsed="|Exod|3|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Κυριος, Ειδον, ειδον την ταλαιπωριαν του λαου μου του εν Αιγυπτω και ηκουσα την κραυγην αυτων εξ αιτιας των εργοδιωκτων αυτων· διοτι εγνωρισα την οδυνην αυτων·
<scripture passage="Exod 3:8" parsed="|Exod|3|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.8" />
<sup>8</sup>και κατεβην δια να ελευθερωσω αυτους εκ της χειρος των Αιγυπτιων και να αναβιβασω αυτους εκ της γης εκεινης εις γην καλην και ευρυχωρον, εις γην ρεουσαν γαλα και μελι, εις τον τοπον των Χαναναιων και Χετταιων και Αμορραιων και Φερεζαιων και Ευαιων και Ιεβουσαιων·
<scripture passage="Exod 3:9" parsed="|Exod|3|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.9" />
<sup>9</sup>και τωρα ιδου, η κραυγη των υιων Ισραηλ ηλθεν εις εμε· και ειδον ετι την καταθλιψιν, με την οποιαν οι Αιγυπτιοι καταθλιβουσιν αυτους·
<scripture passage="Exod 3:10" parsed="|Exod|3|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.10" />
<sup>10</sup>ελθε λοιπον τωρα και θελω σε αποστειλει προς τον Φαραω, και θελεις εξαγαγει τον λαον μου τους υιους Ισραηλ εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 3:11" parsed="|Exod|3|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.11" />
<sup>11</sup>Και απεκριθη ο Μωυσης προς τον Θεον, Τις ειμαι εγω, δια να υπαγω προς τον Φαραω και να εξαγαγω τους υιους Ισραηλ εξ Αιγυπτου;
<scripture passage="Exod 3:12" parsed="|Exod|3|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Θεος, Βεβαιως εγω θελω εισθαι μετα σου· και τουτο θελει εισθαι εις σε το σημειον, οτι εγω σε απεστειλα· Αφου εξαγαγης τον λαον μου εξ Αιγυπτου, θελετε λατρευσει τον Θεον επι του ορους τουτου.
<scripture passage="Exod 3:13" parsed="|Exod|3|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Θεον, Ιδου, οταν εγω υπαγω προς τους υιους Ισραηλ και ειπω προς αυτους, Ο Θεος των πατερων σας με απεστειλε προς εσας, και εκεινοι μ' ερωτησωσι, Τι ειναι το ονομα αυτου; τι θελω ειπει προς αυτους;
<scripture passage="Exod 3:14" parsed="|Exod|3|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Μωυσην, Εγω ειμαι ο Ων· και ειπεν, Ουτω θελεις ειπει προς τους υιους Ισραηλ· Ο Ων με απεστειλε προς εσας.
<scripture passage="Exod 3:15" parsed="|Exod|3|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ετι ο Θεος προς τον Μωυσην, Ουτω θελεις ειπει προς τους υιους Ισραηλ· Κυριος ο Θεος των πατερων σας, ο Θεος του Αβρααμ, ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ, με απεστειλε προς εσας· τουτο θελει εισθαι το ονομα μου εις τον αιωνα και τουτο το μνημοσυνον μου εις γενεας γενεων·
<scripture passage="Exod 3:16" parsed="|Exod|3|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.16" />
<sup>16</sup>υπαγε και συναξον τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Κυριος ο Θεος των πατερων σας, ο Θεος του Αβρααμ, του Ισαακ και του Ιακωβ, εφανη εις εμε, λεγων, Επεσκεφθην αληθως εσας και τα οσα καμνουσιν εις εσας εν Αιγυπτω·
<scripture passage="Exod 3:17" parsed="|Exod|3|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.17" />
<sup>17</sup>και ειπα, Θελω σας αναβιβασει εκ της ταλαιπωριας των Αιγυπτιων εις την γην των Χαναναιων και Χετταιων και Αμορραιων και Φερεζαιων και Ευαιων και Ιεβουσαιων, εις γην ρεουσαν γαλα και μελι·
<scripture passage="Exod 3:18" parsed="|Exod|3|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.18" />
<sup>18</sup>και θελουσιν υπακουσει εις την φωνην σου· και θελεις υπαγει, συ και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ, προς τον βασιλεα της Αιγυπτου και θελετε ειπει προς αυτον, Κυριος ο Θεος των Εβραιων συνηντησεν ημας· τωρα λοιπον αφες να υπαγωμεν οδον τριων ημερων εις την ερημον, δια να προσφερωμεν θυσιαν εις Κυριον τον Θεον ημων·
<scripture passage="Exod 3:19" parsed="|Exod|3|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.19" />
<sup>19</sup>εγω δε εξευρω, οτι δεν θελει σας αφησει ο βασιλευς της Αιγυπτου να υπαγητε, ειμη δια χειρος κραταιας·
<scripture passage="Exod 3:20" parsed="|Exod|3|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.20" />
<sup>20</sup>και εκτεινας την χειρα μου, θελω παταξει την Αιγυπτον με παντα τα θαυμασια μου τα οποια θελω καμει εν μεσω αυτης· και μετα ταυτα θελει σας εξαποστειλει·
<scripture passage="Exod 3:21" parsed="|Exod|3|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.21" />
<sup>21</sup>και θελω δωσει χαριν εις τον λαον τουτον εμπροσθεν των Αιγυπτιων· και οταν αναχωρητε, δεν θελετε αναχωρησει κενοι·
<scripture passage="Exod 3:22" parsed="|Exod|3|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.3.22" />
<sup>22</sup>αλλα πασα γυνη θελει ζητησει παρα της γειτονος αυτης και παρα της συγκατοικου αυτης σκευη αργυρα και σκευη χρυσα και ενδυματα· και θελετε επιθεσει αυτα επι τους υιους σας και επι τας θυγατερας σας και θελετε γυμνωσει τους Αιγυπτιους.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 4" progress="5.15%" prev="Exod.3" next="Exod.5" id="Exod.4">
<h3 id="Exod.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Exod.4-p1">
<scripture passage="Exod 4:1" parsed="|Exod|4|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.1" />
<sup>1</sup>Απεκριθη δε ο Μωυσης και ειπε, Αλλ' ιδου, δεν θελουσι πιστευσει εις εμε ουδε θελουσιν εισακουσει εις την φωνην μου· διοτι θελουσιν ειπει, δεν εφανη εις σε ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 4:2" parsed="|Exod|4|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Τι ειναι τουτο, το εν τη χειρι σου; Ο δε ειπε, Ραβδος.
<scripture passage="Exod 4:3" parsed="|Exod|4|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε, Ριψον αυτην κατα γης. Και ερριψεν αυτην κατα γης και εγεινεν οφις· και εφυγεν ο Μωυσης απ' εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Exod 4:4" parsed="|Exod|4|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εκτεινον την χειρα σου και πιασον αυτον απο της ουρας· και εκτεινας την χειρα αυτου επιασεν αυτον και εγεινε ραβδος εν τη χειρι αυτου·
<scripture passage="Exod 4:5" parsed="|Exod|4|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.5" />
<sup>5</sup>δια να πιστευσωσιν οτι εφανη εις σε Κυριος ο Θεος των πατερων αυτων, ο Θεος του Αβρααμ, ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ.
<scripture passage="Exod 4:6" parsed="|Exod|4|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ετι προς αυτον ο Κυριος, Βαλε τωρα την χειρα σου εις τον κολπον σου. Και εβαλε την χειρα αυτου εις τον κολπον αυτου· και οτε εξηγαγεν αυτην, ιδου, η χειρ αυτου λεπρα ως χιων.
<scripture passage="Exod 4:7" parsed="|Exod|4|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε, Βαλε παλιν την χειρα σου εις τον κολπον σου. Και εβαλε την χειρα αυτου εις τον κολπον αυτου· και οτε εξηγαγεν αυτην εκ του κολπου αυτου, ιδου, αποκατεσταθη καθως η σαρξ αυτου.
<scripture passage="Exod 4:8" parsed="|Exod|4|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.8" />
<sup>8</sup>Εαν δε, ειπεν ο Κυριος, δεν πιστευσωσιν εις σε μηδε εισακουσωσιν εις την φωνην του σημειου του πρωτου, θελουσι πιστευσει εις την φωνην του σημειου του δευτερου·
<scripture passage="Exod 4:9" parsed="|Exod|4|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.9" />
<sup>9</sup>εαν δε δεν πιστευσωσι και εις τα δυο ταυτα σημεια μηδε εισακουσωσιν εις την φωνην σου, θελεις λαβει εκ του υδατος του ποταμου και θελεις χυσει αυτο επι της ξηρας· και το υδωρ, το οποιον ηθελες λαβει εκ του ποταμου, θελει γεινει αιμα επι της ξηρας.
<scripture passage="Exod 4:10" parsed="|Exod|4|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, Δεομαι, Κυριε· εγω δεν ειμαι ευλαλος ουτε απο χθες ουτε απο προχθες ουτε αφ' ης ωρας ελαλησας προς τον δουλον σου· αλλ' ειμαι βραδυστομος και βραδυγλωσσος.
<scripture passage="Exod 4:11" parsed="|Exod|4|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Τις εδωκε στομα εις τον ανθρωπον; η τις εκαμε τον ευλαλον, η τον κωφον η τον βλεποντα τον τυφλον; ουχι εγω ο Κυριος;
<scripture passage="Exod 4:12" parsed="|Exod|4|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.12" />
<sup>12</sup>υπαγε λοιπον τωρα και εγω θελω εισθαι μετα του στοματος σου και θελω σε διδαξει ο, τι μελλεις να λαλησης.
<scripture passage="Exod 4:13" parsed="|Exod|4|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.13" />
<sup>13</sup>Ο δε ειπε, Δεομαι, Κυριε, αποστειλον οντινα εχεις να αποστειλης.
<scripture passage="Exod 4:14" parsed="|Exod|4|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.14" />
<sup>14</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Μωυσεως· και ειπε, Δεν ειναι Ααρων ο αδελφος σου ο Λευιτης; εξευρω οτι αυτος δυναται να λαλη καλως· και μαλιστα, ιδου, εξερχεται εις συναντησιν σου και οταν σε ιδη, θελει χαρη εν τη καρδια αυτου·
<scripture passage="Exod 4:15" parsed="|Exod|4|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.15" />
<sup>15</sup>συ λοιπον θελεις λαλει προς αυτον και θελεις βαλλει τους λογους εις το στομα αυτου· εγω δε θελω εισθαι μετα του στοματος σου και μετα του στοματος εκεινου και θελω σας διδαξει ο, τι πρεπει να πραξητε·
<scripture passage="Exod 4:16" parsed="|Exod|4|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.16" />
<sup>16</sup>και αυτος θελει λαλει αντι σου προς τον λαον· και αυτος θελει εισθαι εις σε αντι στοματος, συ δε θελεις εισθαι εις αυτον αντι Θεου·
<scripture passage="Exod 4:17" parsed="|Exod|4|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.17" />
<sup>17</sup>λαβε δε εις την χειρα σου την ραβδον ταυτην, με την οποιαν θελεις καμνει τα σημεια.
<scripture passage="Exod 4:18" parsed="|Exod|4|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.18" />
<sup>18</sup>Και ανεχωρησεν ο Μωυσης και επεστρεψε προς τον Ιοθορ τον πενθερον αυτου και ειπε προς αυτον, Ας υπαγω, παρακαλω, και ας επιστρεψω προς τους αδελφους μου, τους εν Αιγυπτω, και ας ιδω αν ζωσιν ετι. Και ειπεν ο Ιοθορ προς τον Μωυσην, Υπαγε εν ειρηνη.
<scripture passage="Exod 4:19" parsed="|Exod|4|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Κυριος ειπε προς τον Μωυσην εν Μαδιαμ, Υπαγε, επιστρεψον εις Αιγυπτον· διοτι απεθανον παντες οι ανθρωποι οι ζητουντες την ψυχην σου.
<scripture passage="Exod 4:20" parsed="|Exod|4|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.20" />
<sup>20</sup>Τοτε παραλαβων ο Μωυσης την γυναικα αυτου και τα τεκνα αυτου και καθισας αυτα επι ονους επεστρεψεν εις την γην της Αιγυπτου· ελαβε δε ο Μωυσης την ραβδον του Θεου εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Exod 4:21" parsed="|Exod|4|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Οταν υπαγης και επιστρεψης εις Αιγυπτον, ιδε να καμης εμπροσθεν του Φαραω παντα τα θαυμασια, τα οποια εδωκα εις την χειρα σου· πλην εγω θελω σκληρυνει την καρδιαν αυτου, και δεν θελει εξαποστειλει τον λαον·
<scripture passage="Exod 4:22" parsed="|Exod|4|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.22" />
<sup>22</sup>και θελεις ειπει προς τον Φαραω, Ουτω λεγει Κυριος· Υιος μου ειναι, πρωτοτοκος μου, ο Ισραηλ·
<scripture passage="Exod 4:23" parsed="|Exod|4|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.23" />
<sup>23</sup>και προς σε λεγω, Εξαποστειλον τον υιον μου, δια να με λατρευση· και εαν δεν θελης να εξαποστειλης αυτον, ιδου, εγω θελω θανατωσει τον υιον σου, τον πρωτοτοκον σου.
<scripture passage="Exod 4:24" parsed="|Exod|4|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.24" />
<sup>24</sup>Ενω δε ο Μωυσης ητο εν τη οδω, εν τω καταλυματι, συνηντησεν αυτον ο Κυριος και εζητει να θανατωση αυτον.
<scripture passage="Exod 4:25" parsed="|Exod|4|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.25" />
<sup>25</sup>Και λαβουσα η Σεπφωρα λιθαριον κοπτερον, περιετεμε την ακροβυστιαν του υιου αυτης, και ερριψεν εις τους ποδας αυτου, λεγουσα, Βεβαιως νυμφιος αιματων εισαι εις εμε.
<scripture passage="Exod 4:26" parsed="|Exod|4|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.26" />
<sup>26</sup>Και απηλθεν απ' αυτου· η δε ειπε, Νυμφιος αιματων εισαι ενεκα της περιτομης.
<scripture passage="Exod 4:27" parsed="|Exod|4|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.27" />
<sup>27</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Ααρων, Υπαγε προς συναντησιν του Μωυσεως εις την ερημον. Και υπηγε και συνηντησεν αυτον εν τω ορει του Θεου και ησπασθη αυτον.
<scripture passage="Exod 4:28" parsed="|Exod|4|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.28" />
<sup>28</sup>Και απηγγειλεν ο Μωυσης προς τον Ααρων παντας τους λογους του Κυριου, τους οποιους παρηγγειλεν εις αυτον, και παντα τα σημεια, τα οποια προσεταξεν εις αυτον.
<scripture passage="Exod 4:29" parsed="|Exod|4|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.29" />
<sup>29</sup>Υπηγαν λοιπον ο Μωυσης και ο Ααρων και συνηγαγον παντας τους πρεσβυτερους των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Exod 4:30" parsed="|Exod|4|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.30" />
<sup>30</sup>και ελαλησεν ο Ααρων παντας τους λογους, τους οποιους ο Κυριος ελαλησε προς τον Μωυσην, και εκαμε τα σημεια ενωπιον του λαου.
<scripture passage="Exod 4:31" parsed="|Exod|4|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.4.31" />
<sup>31</sup>Και επιστευσεν ο λαος· και οτε ηκουσεν οτι ο Κυριος επεσκεφθη τους υιους Ισραηλ και οτι επεβλεψεν επι την ταλαιπωριαν αυτων, κυψαντες προσεκυνησαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 5" progress="5.26%" prev="Exod.4" next="Exod.6" id="Exod.5">
<h3 id="Exod.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Exod.5-p1">
<scripture passage="Exod 5:1" parsed="|Exod|5|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα, εισελθοντες ο Μωυσης και ο Ααρων, ειπαν προς τον Φαραω, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Εξαποστειλον τον λαον μου, δια να εορτασωσιν εις εμε εν τη ερημω.
<scripture passage="Exod 5:2" parsed="|Exod|5|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.2" />
<sup>2</sup>Ο δε Φαραω ειπε, Τις ειναι ο Κυριος, εις του οποιου την φωνην θελω υπακουσει, ωστε να εξαποστειλω τον Ισραηλ; δεν γνωριζω τον Κυριον και ουδε τον Ισραηλ θελω εξαποστειλει.
<scripture passage="Exod 5:3" parsed="|Exod|5|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.3" />
<sup>3</sup>Οι δε ειπον, Ο Θεος των Εβραιων συνηντησεν ημας· αφες λοιπον να υπαγωμεν οδον τριων ημερων εις την ερημον, δια να προσφερωμεν θυσιαν εις Κυριον τον Θεον ημων, μηποτε ελθη καθ' ημων με θανατικον η με μαχαιραν.
<scripture passage="Exod 5:4" parsed="|Exod|5|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτους ο βασιλευς της Αιγυπτου, Δια τι, Μωυση και Ααρων, αποκοπτετε τον λαον απο των εργασιων αυτου; υπαγετε εις τα εργα σας.
<scripture passage="Exod 5:5" parsed="|Exod|5|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Φαραω, Ιδου, ο λαος του τοπου ειναι τωρα πολυπληθης και σεις καμνετε αυτους να παυωσιν απο των εργων αυτων.
<scripture passage="Exod 5:6" parsed="|Exod|5|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.6" />
<sup>6</sup>Και την αυτην ημεραν προσεταξεν ο Φαραω τους εργοδιωκτας τον λαου και τους επιτροπους αυτων, λεγων,
<scripture passage="Exod 5:7" parsed="|Exod|5|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.7" />
<sup>7</sup>Δεν θελετε δωσει πλεον εις τον λαον τουτον αχυρον καθως χθες και προχθες, δια να καμνωσι τας πλινθους· ας υπαγωσιν αυτοι και ας συναγωσιν εις εαυτους αχυρον·
<scripture passage="Exod 5:8" parsed="|Exod|5|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.8" />
<sup>8</sup>θελετε ομως επιβαλει εις αυτους το ποσον των πλινθων, το οποιον εκαμνον προτερον· παντελως δεν θελετε ελαττωσει αυτο· διοτι μενουσιν αργοι και δια τουτο φωναζουσι, λεγοντες, Αφες να υπαγωμεν, δια να προσφερωμεν θυσιαν εις τον Θεον ημων·
<scripture passage="Exod 5:9" parsed="|Exod|5|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.9" />
<sup>9</sup>ας επιβαρυνθωσιν αι εργασιαι των ανθρωπων τουτων, δια να ηναι ενησχολημενοι εις αυτας και να μη προσεχωσιν εις λογια ματαια.
<scripture passage="Exod 5:10" parsed="|Exod|5|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.10" />
<sup>10</sup>Εξηλθον λοιπον οι εργοδιωκται του λαου και οι επιτροποι αυτου και ελαλησαν προς τον λαον, λεγοντες, Ουτως ειπεν ο Φαραω· Δεν σας διδω αχυρον·
<scripture passage="Exod 5:11" parsed="|Exod|5|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.11" />
<sup>11</sup>σεις αυτοι υπαγετε, συναγετε αχυρον, οπου δυνασθε να ευρητε· πλην δεν θελει ελαττωθη εκ των εργασιων σας ουδεν.
<scripture passage="Exod 5:12" parsed="|Exod|5|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.12" />
<sup>12</sup>Και διεσπαρη ο λαος καθ' ολην την γην της Αιγυπτου, δια να συναγη καλαμην αντι αχυρου.
<scripture passage="Exod 5:13" parsed="|Exod|5|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.13" />
<sup>13</sup>Οι δε εργοδιωκται εβιαζον αυτους, λεγοντες, Τελειονετε τας εργασιας σας, το διωρισμενον καθ' ημεραν, καθως οτε εδιδετο το αχυρον.
<scripture passage="Exod 5:14" parsed="|Exod|5|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.14" />
<sup>14</sup>Και εμαστιγωθησαν οι επιτροποι των υιων Ισραηλ, οι διωρισμενοι επ' αυτους υπο των εργοδιωκτων του Φαραω, λεγοντων, Δια τι δεν ετελειωσατε χθες και σημερον το διωρισμενον εις εσας ποσον των πλινθων, καθως προτερον;
<scripture passage="Exod 5:15" parsed="|Exod|5|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.15" />
<sup>15</sup>Εισελθοντες δε οι επιτροποι των υιων Ισραηλ, κατεβοησαν προς τον Φαραω, λεγοντες, Δια τι καμνεις ουτως εις τους δουλους σου;
<scripture passage="Exod 5:16" parsed="|Exod|5|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.16" />
<sup>16</sup>αχυρον δεν διδεται εις τους δουλους σου και λεγουσιν εις ημας, Καμνετε πλινθους· και ιδου, εμαστιγωθησαν οι δουλοι σου· το δε σφαλμα ειναι του λαου σου.
<scripture passage="Exod 5:17" parsed="|Exod|5|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.17" />
<sup>17</sup>Ο δε απεκριθη, Οκνηροι εισθε, οκνηροι· δια τουτο λεγετε, Αφες να υπαγωμεν να προσφερωμεν θυσιαν προς τον Κυριον·
<scripture passage="Exod 5:18" parsed="|Exod|5|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.18" />
<sup>18</sup>υπαγετε λοιπον τωρα, δουλευετε· διοτι αχυρον δεν θελει σας δοθη· θελετε ομως αποδιδει το ποσον των πλινθων.
<scripture passage="Exod 5:19" parsed="|Exod|5|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.19" />
<sup>19</sup>Και εβλεπον εαυτους οι επιτροποι των υιων Ισραηλ εν κακη περιστασει, αφου ερρεθη προς αυτους, Δεν θελει ελαττωθη ουδεν απο του καθημερινου ποσου των πλινθων.
<scripture passage="Exod 5:20" parsed="|Exod|5|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.20" />
<sup>20</sup>Εξερχομενοι δε απο του Φαραω, συνηντησαν τον Μωυσην και τον Ααρων, ερχομενους εις συναντησιν αυτων·
<scripture passage="Exod 5:21" parsed="|Exod|5|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.21" />
<sup>21</sup>και ειπον προς αυτους, Ο Κυριος να σας ιδη και να κρινη· διοτι σεις εκαμετε βδελυκτην την οσμην ημων εμπροσθεν του Φαραω και εμπροσθεν των δουλων αυτου, ωστε να δωσητε εις τας χειρας αυτων μαχαιραν δια να θανατωσωσιν ημας.
<scripture passage="Exod 5:22" parsed="|Exod|5|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.22" />
<sup>22</sup>Και επεστρεψεν ο Μωυσης προς τον Κυριον και ειπε, Κυριε, δια τι κατεθλιψας τον λαον τουτον; και δια τι με απεστειλας;
<scripture passage="Exod 5:23" parsed="|Exod|5|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.5.23" />
<sup>23</sup>διοτι, αφου ηλθον προς τον Φαραω να ομιλησω εν ονοματι σου, κατεθλιψε τον λαον τουτον· και συ ποσως δεν ηλευθερωσας τον λαον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 6" progress="5.34%" prev="Exod.5" next="Exod.7" id="Exod.6">
<h3 id="Exod.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Exod.6-p1">
<scripture passage="Exod 6:1" parsed="|Exod|6|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Τωρα θελεις ιδει τι θελω καμει εις τον Φαραω· διοτι δια χειρος κραταιας θελει εξαποστειλει αυτους· και δια χειρος κραταιας θελει εκδιωξει αυτους εκ της γης αυτου.
<scripture passage="Exod 6:2" parsed="|Exod|6|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.2" />
<sup>2</sup>Ο Θεος ελαλησεν ετι προς τον Μωυσην και ειπε προς αυτον, Εγω ειμαι ο Κυριος·
<scripture passage="Exod 6:3" parsed="|Exod|6|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.3" />
<sup>3</sup>και εφανην εις τον Αβρααμ, εις τον Ισαακ και εις τον Ιακωβ, με το ονομα, Θεος Παντοκρατωρ· δεν εγνωρισθην ομως εις αυτους με το ονομα μου Ιεοβα·
<scripture passage="Exod 6:4" parsed="|Exod|6|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.4" />
<sup>4</sup>και ετι εστησα προς αυτους την διαθηκην μου, να δωσω εις αυτους την γην Χανααν την γην της παροικιας αυτων, εν η παρωκησαν·
<scripture passage="Exod 6:5" parsed="|Exod|6|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.5" />
<sup>5</sup>εγω προσετι ηκουσα τους στεναγμους των υιων Ισραηλ δια την υπο των Αιγυπτιων καταδουλωσιν αυτων· και ενεθυμηθην την διαθηκην μου·
<scripture passage="Exod 6:6" parsed="|Exod|6|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο ειπε προς τους υιους Ισραηλ, Εγω ειμαι ο Κυριος· και θελω σας εκβαλει υποκατωθεν των φορτιων των Αιγυπτιων και θελω σας ελευθερωσει απο της δουλειας αυτων και θελω σας λυτρωσει με βραχιονα εξηπλωμενον και με κρισεις μεγαλας·
<scripture passage="Exod 6:7" parsed="|Exod|6|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.7" />
<sup>7</sup>και θελω σας λαβει εις εμαυτον δια λαον μου και θελω εισθαι Θεος υμων· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος υμων, οστις σας εκβαλλω υποκατωθεν των φορτιων των Αιγυπτιων·
<scripture passage="Exod 6:8" parsed="|Exod|6|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.8" />
<sup>8</sup>και θελω σας φερει εις την γην, περι της οποιας υψωσα την χειρα μου, οτι θελω δωσει αυτην εις τον Αβρααμ, εις τον Ισαακ και εις τον Ιακωβ· και θελω σας δωσει αυτην εις κληρονομιαν. Εγω ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 6:9" parsed="|Exod|6|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης ουτω προς τους υιους Ισραηλ· αλλα δεν εισηκουσαν εις τον Μωυσην, δια την στενοχωριαν της ψυχης αυτων και δια την σκληραν δουλειαν.
<scripture passage="Exod 6:10" parsed="|Exod|6|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 6:11" parsed="|Exod|6|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.11" />
<sup>11</sup>Εισελθε, λαλησον προς Φαραω, τον βασιλεα της Αιγυπτου, δια να εξαποστειλη τους υιους Ισραηλ εκ της γης αυτου.
<scripture passage="Exod 6:12" parsed="|Exod|6|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.12" />
<sup>12</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης ενωπιον του Κυριου, λεγων, Ιδου, οι υιοι Ισραηλ δεν μου εισηκουσαν· και πως θελει μου εισακουσει ο Φαραω, και εγω ειμαι απεριτμητος τα χειλη;
<scripture passage="Exod 6:13" parsed="|Exod|6|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.13" />
<sup>13</sup>και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων και απεστειλεν αυτους προς τους υιους Ισραηλ και προς Φαραω τον βασιλεα της Αιγυπτου, δια να εξαγαγωσι τους υιους Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 6:14" parsed="|Exod|6|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι ειναι οι αρχηγοι των οικων των πατριων αυτων· Οι υιοι του Ρουβην, του πρωτοτοκου του Ισραηλ, Ανωχ και Φαλλου, Εσρων και Χαρμι· αυται ειναι αι συγγενειαι του Ρουβην.
<scripture passage="Exod 6:15" parsed="|Exod|6|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.15" />
<sup>15</sup>Και οι υιοι του Συμεων, Ιεμουηλ και Ιαμειν και Αωδ και Ιαχειν και Σωαρ και Σαουλ υιος Χανανιτιδος· αυται ειναι αι συγγενειαι του Συμεων.
<scripture passage="Exod 6:16" parsed="|Exod|6|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.16" />
<sup>16</sup>Τα δε ονοματα των υιων του Λευι κατα τας γενεας αυτων ειναι ταυτα· Γηρσων και Κααθ και Μεραρι· και τα ετη της ζωης του Λευι εγειναν εκατον τριακοντα επτα ετη.
<scripture passage="Exod 6:17" parsed="|Exod|6|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.17" />
<sup>17</sup>Οι υιοι του Γηρσων, Λιβνι και Σεμει, κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Exod 6:18" parsed="|Exod|6|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.18" />
<sup>18</sup>Και οι υιοι του Κααθ, Αμραμ και Ισααρ και Χεβρων και Οζιηλ· και τα ετη της ζωης του Κααθ εγειναν εκατον τριακοντα τρια ετη.
<scripture passage="Exod 6:19" parsed="|Exod|6|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.19" />
<sup>19</sup>Και οι υιοι του Μεραρι, Μααλι και Μουσι· αυται ειναι αι συγγενειαι του Λευι, κατα τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Exod 6:20" parsed="|Exod|6|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.20" />
<sup>20</sup>Ελαβε δε ο Αμραμ εις γυναικα εαυτου την Ιωχαβεδ, θυγατερα του αδελφου του πατρος αυτου. και εγεννησεν εις αυτον τον Ααρων και τον Μωυσην· τα δε ετη της ζωης του Αμραμ εγειναν εκατον τριακοντα επτα ετη.
<scripture passage="Exod 6:21" parsed="|Exod|6|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.21" />
<sup>21</sup>Και οι υιοι του Ισααρ, Κορε και Νεφεγ και Ζιθρι.
<scripture passage="Exod 6:22" parsed="|Exod|6|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.22" />
<sup>22</sup>Και οι υιοι του Οζιηλ, Μισαηλ και Ελισαφαν και Σιθρι.
<scripture passage="Exod 6:23" parsed="|Exod|6|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.23" />
<sup>23</sup>Ελαβε δε ο Ααρων εις γυναικα εαυτου την Ελισαβετ, θυγατερα του Αμμιναδαβ, αδελφην του Ναασσων· και εγεννησεν εις αυτον τον Ναδαβ και τον Αβιουδ, τον Ελεαζαρ και τον Ιθαμαρ.
<scripture passage="Exod 6:24" parsed="|Exod|6|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.24" />
<sup>24</sup>Και οι υιοι του Κορε, Ασειρ και Ελκανα και Αβιασαφ· αυται ειναι αι συγγενειαι των Κοριτων.
<scripture passage="Exod 6:25" parsed="|Exod|6|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.25" />
<sup>25</sup>Ο δε Ελεαζαρ, ο υιος του Ααρων, ελαβεν εις γυναικα εαυτου μιαν εκ των θυγατερων του Φουτιηλ· και εγεννησεν εις αυτον τον Φινεες· ουτοι ειναι οι αρχηγοι των πατριων των Λευιτων, κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Exod 6:26" parsed="|Exod|6|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.26" />
<sup>26</sup>Ουτοι ειναι ο Ααρων και ο Μωυσης, προς τους οποιους ειπεν ο Κυριος, Εξαγαγετε τους υιους Ισραηλ, εκ γης Αιγυπτου κατα τα ταγματα αυτων.
<scripture passage="Exod 6:27" parsed="|Exod|6|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.27" />
<sup>27</sup>Ουτοι ειναι οι λαλησαντες προς Φαραω τον βασιλεα της Αιγυπτου, δια να εξαγαγωσι τους υιους Ισραηλ εξ Αιγυπτου· αυτοι, ο Μωυσης και ο Ααρων.
<scripture passage="Exod 6:28" parsed="|Exod|6|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.28" />
<sup>28</sup>Καθ' ην δε ημεραν ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εν τη γη της Αιγυπτου,
<scripture passage="Exod 6:29" parsed="|Exod|6|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.29" />
<sup>29</sup>ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων, Εγω ειμαι ο Κυριος· λαλησον προς Φαραω, τον βασιλεα της Αιγυπτου, παντα οσα λεγω προς σε.
<scripture passage="Exod 6:30" parsed="|Exod|6|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.6.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Μωυσης ενωπιον του Κυριου, Ιδου, εγω ειμαι απεριτμητος τα χειλη· και πως θελει μου εισακουσει ο Φαραω;
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 7" progress="5.44%" prev="Exod.6" next="Exod.8" id="Exod.7">
<h3 id="Exod.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Exod.7-p1">
<scripture passage="Exod 7:1" parsed="|Exod|7|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ιδε, εγω σε κατεστησα Θεον εις τον Φαραω· και Ααρων ο αδελφος σου θελει εισθαι προφητης σου·
<scripture passage="Exod 7:2" parsed="|Exod|7|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.2" />
<sup>2</sup>συ θελεις λαλησει παντα οσα σε προσταζω· ο δε Ααρων ο αδελφος σου θελει λαλησει προς τον Φαραω, δια να εξαποστειλη τους υιους Ισραηλ εκ της γης αυτου·
<scripture passage="Exod 7:3" parsed="|Exod|7|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.3" />
<sup>3</sup>εγω δε θελω σκληρυνει την καρδιαν του Φαραω και θελω πληθυνει τα σημεια μου και τα θαυμασια μου εν τη γη της Αιγυπτου·
<scripture passage="Exod 7:4" parsed="|Exod|7|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.4" />
<sup>4</sup>πλην ο Φαραω δεν θελει σας υπακουσει και θελω επιβαλει την χειρα μου επι την Αιγυπτον και θελω εξαγαγει τα στρατευματα μου, τον λαον μου, τους υιους Ισραηλ, εκ γης Αιγυπτου με κρισεις μεγαλας·
<scripture passage="Exod 7:5" parsed="|Exod|7|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.5" />
<sup>5</sup>και θελουσι γνωρισει οι Αιγυπτιοι οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν εκτεινω την χειρα μου επι την Αιγυπτον και εξαγαγω τους υιους Ισραηλ εκ μεσου αυτων.
<scripture passage="Exod 7:6" parsed="|Exod|7|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.6" />
<sup>6</sup>Εκαμον δε ο Μωυσης και ο Ααρων καθως προσεταξεν εις αυτους ο Κυριος· ουτως εκαμον.
<scripture passage="Exod 7:7" parsed="|Exod|7|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.7" />
<sup>7</sup>Ητο δε ο Μωυσης ηλικιας ογδοηκοντα ετων, ο δε Ααρων ογδοηκοντα τριων ετων, οτε ελαλησαν προς τον Φαραω.
<scripture passage="Exod 7:8" parsed="|Exod|7|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Exod 7:9" parsed="|Exod|7|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.9" />
<sup>9</sup>Οταν σας ειπη ο Φαραω, λεγων, Δειξατε σεις θαυμα· τοτε θελεις ειπει προς τον Ααρων, Λαβε την ραβδον σου και ριψον εμπροσθεν του Φαραω· και θελει γεινει οφις.
<scripture passage="Exod 7:10" parsed="|Exod|7|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.10" />
<sup>10</sup>Εισηλθον λοιπον ο Μωυσης και ο Ααρων προς τον Φαραω, και εκαμον ουτως ως προσεταξεν ο Κυριος· και ερριψεν ο Ααρων την ραβδον αυτου εμπροσθεν του Φαραω και εμπροσθεν των δουλων αυτου, και εγεινεν οφις.
<scripture passage="Exod 7:11" parsed="|Exod|7|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.11" />
<sup>11</sup>Εκαλεσε δε και ο Φαραω τους σοφους και τους μαγους· και οι μαγοι της Αιγυπτου εκαμον και αυτοι ωσαυτως με τας επωδας αυτων.
<scripture passage="Exod 7:12" parsed="|Exod|7|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ερριψαν εκαστος την ραβδον αυτου, και εγειναν οφεις· η ραβδος ομως του Ααρων κατεπιε τας ραβδους εκεινων.
<scripture passage="Exod 7:13" parsed="|Exod|7|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.13" />
<sup>13</sup>Και εσκληρυνθη η καρδια του Φαραω και δεν εισηκουσεν εις αυτους, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 7:14" parsed="|Exod|7|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εσκληρυνθη η καρδια του Φαραω, ωστε να μη εξαποστειλη τον λαον·
<scripture passage="Exod 7:15" parsed="|Exod|7|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.15" />
<sup>15</sup>υπαγε προς τον Φαραω το πρωι· ιδου, εξερχεται εις το υδωρ· και θελεις σταθη παρα το χειλος του ποταμου, δια να συναντησης αυτον· και την ραβδον, την μεταβληθεισαν εις οφιν, θελεις κρατει εις την χειρα σου·
<scripture passage="Exod 7:16" parsed="|Exod|7|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.16" />
<sup>16</sup>και θελεις ειπει προς αυτον· Κυριος ο Θεος των Εβραιων με απεστειλε προς σε, λεγων, Εξαποστειλον τον λαον μου, δια να με λατρευση εν τη ερημω· αλλ' ιδου, δεν εισηκουσας εως του νυν·
<scripture passage="Exod 7:17" parsed="|Exod|7|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.17" />
<sup>17</sup>ουτω λεγει Κυριος· Με τουτο θελεις γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος· ιδου, με την ραβδον την εν τη χειρι μου θελω κτυπησει επι τα υδατα του ποταμου και θελουσι μεταβληθη εις αιμα·
<scripture passage="Exod 7:18" parsed="|Exod|7|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.18" />
<sup>18</sup>και τα οψαρια τα εν τω ποταμω θελουσι τελευτησει, και ο ποταμος θελει βρωμησει, και οι Αιγυπτιοι θελουσιν αηδιασει να πιωσιν υδωρ εκ του ποταμου·
<scripture passage="Exod 7:19" parsed="|Exod|7|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ειπε προς τον Ααρων, Λαβε την ραβδον σου και εκτεινον την χειρα σου επι τα υδατα της Αιγυπτου, επι τους ρυακας αυτων, επι τους ποταμους αυτων, επι τας λιμνας αυτων, και επι πασαν συναγωγην υδατος αυτων, και θελουσι γεινει αιμα· και θελει εισθαι αιμα καθ' ολην την γην της Αιγυπτου και εις τα ξυλινα και πετρινα αγγεια.
<scripture passage="Exod 7:20" parsed="|Exod|7|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.20" />
<sup>20</sup>Και εκαμον ουτως ο Μωυσης και ο Ααρων καθως προσεταξεν ο Κυριος· και υψωσας ο Ααρων την ραβδον, εκτυπησε τα υδατα του ποταμου ενωπιον του Φαραω και ενωπιον των θεραποντων αυτου· και μετεβληθησαν εις αιμα παντα τα υδατα του ποταμου.
<scripture passage="Exod 7:21" parsed="|Exod|7|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.21" />
<sup>21</sup>Και τα οψαρια τα εν τω ποταμω ετελευτησαν, και ο ποταμος εβρωμησεν, ωστε οι Αιγυπτιοι δεν ηδυναντο να πιωσιν υδωρ εκ του ποταμου· και ητο αιμα καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 7:22" parsed="|Exod|7|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.22" />
<sup>22</sup>Εκαμον δε το ομοιον και οι μαγοι της Αιγυπτου με τας επωδας αυτων· και εσκληρυνθη η καρδια του Φαραω και δεν εισηκουσεν εις αυτους, καθως ειπεν ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 7:23" parsed="|Exod|7|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.23" />
<sup>23</sup>Και επιστρεψας ο Φαραω, ηλθεν εις τον οικον αυτου, και δεν επεστησε την καρδιαν αυτου ουδε εις τουτο.
<scripture passage="Exod 7:24" parsed="|Exod|7|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.24" />
<sup>24</sup>Παντες δε οι Αιγυπτιοι εσκαπτον περιξ του ποταμου δια να πιωσιν υδωρ, διοτι δεν ηδυναντο να πιωσιν εκ του υδατος του ποταμου.
<scripture passage="Exod 7:25" parsed="|Exod|7|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.7.25" />
<sup>25</sup>Και συνεπληρωθησαν επτα ημεραι, αφου ο Κυριος εκτυπησε τον ποταμον.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 8" progress="5.52%" prev="Exod.7" next="Exod.9" id="Exod.8">
<h3 id="Exod.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Exod.8-p1">
<scripture passage="Exod 8:1" parsed="|Exod|8|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Υπαγε προς τον Φαραω, και ειπε προς αυτον, ουτω λεγει Κυριος, Εξαποστειλον τον λαον μου δια να με λατρευση·
<scripture passage="Exod 8:2" parsed="|Exod|8|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.2" />
<sup>2</sup>και αν δεν θελης να εξαποστειλης αυτον, ιδου, εγω θελω κτυπησει παντα τα ορια σου με βατραχους·
<scripture passage="Exod 8:3" parsed="|Exod|8|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.3" />
<sup>3</sup>και ο ποταμος θελει εξεμεσει βατραχους, οιτινες αναβαινοντες θελουσιν εισελθει εις τον οικον σου και εις τον κοιτωνα σου και επι της κλινης σου και εις τας οικιας των θεραποντων σου και επι τον λαον σου και εις τους κλιβανους σου και εις τας σκαφας σου·
<scripture passage="Exod 8:4" parsed="|Exod|8|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.4" />
<sup>4</sup>και επι σε και επι τον λαον σου και επι παντας τους θεραποντας σου θελουσιν αναβη οι βατραχοι.
<scripture passage="Exod 8:5" parsed="|Exod|8|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.5" />
<sup>5</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Μωυσην, Ειπε προς τον Ααρων, Εκτεινον την χειρα σου με την ραβδον σου επι τους ρυακας, επι τους ποταμους και επι τας λιμνας και αναγαγε τους βατραχους επι την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 8:6" parsed="|Exod|8|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.6" />
<sup>6</sup>Και εξετεινεν ο Ααρων την χειρα αυτου επι τα υδατα της Αιγυπτου· και ανεβησαν οι βατραχοι και εκαλυψαν την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 8:7" parsed="|Exod|8|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.7" />
<sup>7</sup>Και εκαμον ομοιως οι μαγοι με τας επωδας αυτων και ανηγαγον τους βατραχους επι την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 8:8" parsed="|Exod|8|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εκαλεσεν ο Φαραω τον Μωυσην και τον Ααρων και ειπε, Δεηθητε του Κυριου να σηκωση τους βατραχους απ' εμου και απο του λαου μου· και θελω εξαποστειλει τον λαον δια να θυσιασωσιν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 8:9" parsed="|Exod|8|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Φαραω, Διορισον εις εμε, ποτε να δεηθω υπερ σου και υπερ των θεραποντων σου και υπερ του λαου σου· δια να εξαλειψη τους βατραχους απο σου, και απο των οικιων σου, και μονον εν τω ποταμω να μεινωσιν.
<scripture passage="Exod 8:10" parsed="|Exod|8|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπεν, Αυριον. Και ειπε, Θελει γεινει κατα τον λογον σου· δια να γνωρισης οτι δεν ειναι ουδεις ως ο Κυριος ο Θεος ημων·
<scripture passage="Exod 8:11" parsed="|Exod|8|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.11" />
<sup>11</sup>και θελουσι σηκωθη οι βατραχοι απο σου και απο των οικιων σου και απο των θεραποντων σου και απο του λαου σου· μονον εν τω ποταμω θελουσι μεινει.
<scripture passage="Exod 8:12" parsed="|Exod|8|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.12" />
<sup>12</sup>Τοτε εξηλθον ο Μωυσης και ο Ααρων απο του Φαραω· και εβοησεν ο Μωυσης προς τον Κυριον περι των βατραχων, τους οποιους εφερεν επι τον Φαραω.
<scripture passage="Exod 8:13" parsed="|Exod|8|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.13" />
<sup>13</sup>Και εκαμεν ο Κυριος κατα τον λογον του Μωυσεως· και ετελευτησαν οι βατραχοι εκ των οικιων, εκ των επαυλεων και εκ των αγρων.
<scripture passage="Exod 8:14" parsed="|Exod|8|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.14" />
<sup>14</sup>Και συνηγαγον αυτους σωρους, και εβρωμησεν η γη.
<scripture passage="Exod 8:15" parsed="|Exod|8|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.15" />
<sup>15</sup>Ιδων δε ο Φαραω οτι εγεινεν αναψυχη, εσκληρυνε την καρδιαν αυτου, και δεν εισηκουσεν εις αυτους, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 8:16" parsed="|Exod|8|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ειπε προς τον Ααρων, Εκτεινον την ραβδον σου και κτυπησον το χωμα της γης, δια να γεινη σκνιπες καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 8:17" parsed="|Exod|8|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμον ουτω· διοτι εξετεινεν ο Ααρων την χειρα αυτου με την ραβδον αυτου, και εκτυπησε το χωμα της γης, και εγεινε σκνιπες εις τους ανθρωπους και εις τα κτηνη· ολον το χωμα της γης εγεινε σκνιπες καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 8:18" parsed="|Exod|8|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.18" />
<sup>18</sup>Και εκαμον ομοιως οι μαγοι με τας επωδας αυτων δια να εκβαλωσι σκνιπας· πλην δεν ηδυνηθησαν· οι σκνιπες λοιπον ησαν επι τους ανθρωπους και επι τα κτηνη.
<scripture passage="Exod 8:19" parsed="|Exod|8|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ειπον οι μαγοι προς τον Φαραω, Δακτυλος Θεου ειναι τουτο. Η καρδια ομως του Φαραω εσκληρυνθη και δεν εισηκουσεν εις αυτους, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 8:20" parsed="|Exod|8|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Σηκωθητι ενωρις το πρωι και σταθητι ενωπιον του Φαραω· ιδου, εξερχεται εις το υδωρ· και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Εξαποστειλον τον λαον μου δια να με λατρευση·
<scripture passage="Exod 8:21" parsed="|Exod|8|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.21" />
<sup>21</sup>διοτι εαν δεν εξαποστειλης τον λαον μου, ιδου, θελω στειλει επι σε και επι τους θεραποντας σου και επι τον λαον σου και επι τας οικιας σου κυνομυιαν, και αι οικιαι των Αιγυπτιων και η γη ετι επι της οποιας κατοικουσι θελουσι γεμισει απο κυνομυιαν·
<scripture passage="Exod 8:22" parsed="|Exod|8|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.22" />
<sup>22</sup>θελω ομως εξαιρεσει εν εκεινη τη ημερα την γην Γεσεν, εν η κατοικει ο λαος μου, ωστε να μη ηναι εκει παντελως κυνομυια· δια να γνωρισης οτι εγω ειμαι ο Κυριος εν τω μεσω της γης·
<scripture passage="Exod 8:23" parsed="|Exod|8|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.23" />
<sup>23</sup>και θελω βαλει διαφοραν μεταξυ του λαου μου και του λαου σου· αυριον θελει γεινει το σημειον τουτο.
<scripture passage="Exod 8:24" parsed="|Exod|8|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.24" />
<sup>24</sup>Και εκαμε Κυριος ουτω· και ηλθε κυνομυια πληθος εις την οικιαν του Φαραω και εις τας οικιας των θεραποντων αυτου και εις ολην την γην της Αιγυπτου· η γη διεφθαρη εκ του πληθους της κυνομυιας.
<scripture passage="Exod 8:25" parsed="|Exod|8|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.25" />
<sup>25</sup>Και εκαλεσεν ο Φαραω τον Μωυσην και τον Ααρων και ειπεν, Υπαγετε, καμετε θυσιαν εις τον Θεον σας εν ταυτη τη γη.
<scripture passage="Exod 8:26" parsed="|Exod|8|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.26" />
<sup>26</sup>Ειπε δε ο Μωυσης, Δεν αρμοζει να γεινη ουτω· διοτι ημεις θυσιαζομεν εις Κυριον τον Θεον ημων θυσιας, τας οποιας οι Αιγυπτιοι βδελυττονται· ιδου, εαν ημεις θυσιασωμεν θυσιας, τας οποιας οι Αιγυπτιοι βδελυττονται, εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων, δεν θελουσι μας λιθοβολησει;
<scripture passage="Exod 8:27" parsed="|Exod|8|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.27" />
<sup>27</sup>θελομεν υπαγει οδον τριων ημερων εις την ερημον και θελομεν θυσιασει εις Κυριον τον Θεον ημων, καθως ειπε προς ημας.
<scripture passage="Exod 8:28" parsed="|Exod|8|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.28" />
<sup>28</sup>Τοτε ειπεν ο Φαραω, Εγω θελω σας εξαποστειλει, δια να θυσιασητε εις Κυριον τον Θεον σας εν τη ερημω· μονον να μη υπαγητε πολυ μακραν· δεηθητε υπερ εμου.
<scripture passage="Exod 8:29" parsed="|Exod|8|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Ιδου, εγω εξερχομαι απο σου και θελω δεηθη του Κυριου, ωστε η κυνομυια να σηκωθη αυριον απο του Φαραω, απο των θεραποντων αυτου και απο του λαου αυτου· πλην ας μη εξακολουθη ο Φαραω να απατα ημας, μη εξαποστελλων τον λαον, δια να θυσιαση εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 8:30" parsed="|Exod|8|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.30" />
<sup>30</sup>Τοτε εξηλθεν ο Μωυσης απο του Φαραω και εδεηθη του Κυριου.
<scripture passage="Exod 8:31" parsed="|Exod|8|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.31" />
<sup>31</sup>Και εκαμε Κυριος κατα τον λογον του Μωυσεως· και εσηκωσε την κυνομυιαν απο του Φαραω, απο των θεραποντων αυτου και απο του λαου αυτου· δεν εμεινεν ουδε μια.
<scripture passage="Exod 8:32" parsed="|Exod|8|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.8.32" />
<sup>32</sup>Πλην ο Φαραω και ταυτην την φοραν εσκληρυνε την καρδιαν αυτου και δεν εξαπεστειλε τον λαον.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 9" progress="5.64%" prev="Exod.8" next="Exod.10" id="Exod.9">
<h3 id="Exod.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Exod.9-p1">
<scripture passage="Exod 9:1" parsed="|Exod|9|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Υπαγε προς τον Φαραω και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των Εβραιων. Εξαποστειλον τον λαον μου, δια να με λατρευση·
<scripture passage="Exod 9:2" parsed="|Exod|9|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.2" />
<sup>2</sup>διοτι, εαν δεν θελης να εξαποστειλης και εαν ετι κρατης αυτους,
<scripture passage="Exod 9:3" parsed="|Exod|9|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.3" />
<sup>3</sup>ιδου, η χειρ του Κυριου θελει εισθαι επι τα κτηνη σου τα εν τω αγρω, επι τους ιππους, επι τους ονους, επι τας καμηλους, επι τους βοας, και επι τα προβατα· θανατικον βαρυ σφοδρα·
<scripture passage="Exod 9:4" parsed="|Exod|9|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.4" />
<sup>4</sup>και θελει καμει ο Κυριος διακρισιν μεταξυ των κτηνων του Ισραηλ και των κτηνων των Αιγυπτιων· και εκ παντων των ανηκοντων εις τους υιους Ισραηλ δεν θελει αποθανει ουδε εν.
<scripture passage="Exod 9:5" parsed="|Exod|9|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.5" />
<sup>5</sup>Και διωρισεν ο Κυριος καιρον, λεγων, Αυριον θελει καμει ο Κυριος το πραγμα τουτο εν τη γη.
<scripture passage="Exod 9:6" parsed="|Exod|9|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμεν ο Κυριος το πραγμα τουτο την επαυριον, και απεθανον παντα τα κτηνη των Αιγυπτιων· εκ δε των κτηνων των υιων Ισραηλ δεν απεθανεν ουδε εν.
<scripture passage="Exod 9:7" parsed="|Exod|9|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.7" />
<sup>7</sup>Και απεστειλεν ο Φαραω να ιδωσι, και ιδου, εκ των κτηνων του Ισραηλ δεν απεθανεν ουδε εν· και εσκληρυνθη η καρδια του Φαραω και δεν εξαπεστειλε τον λαον.
<scripture passage="Exod 9:8" parsed="|Exod|9|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπεν ο Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, Γεμισατε τας χειρας σας απο στακτην καμινου και ας σκορπιση αυτην ο Μωυσης προς τον ουρανον εμπροσθεν του Φαραω·
<scripture passage="Exod 9:9" parsed="|Exod|9|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.9" />
<sup>9</sup>και θελει γεινει λεπτος κονιορτος εφ' ολην την γην της Αιγυπτου· και θελει γεινει επι τους ανθρωπους και επι τα κτηνη καυσις αναδιδουσα ελκωδη εξανθηματα καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 9:10" parsed="|Exod|9|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.10" />
<sup>10</sup>Ελαβον λοιπον την στακτην της καμινου και εσταθησαν ενωπιον του Φαραω· και εσκορπισεν αυτην ο Μωυσης προς τον ουρανον, και εγεινε καυσις αναδιδουσα ελκωδη εξανθηματα επι τους ανθρωπους και επι τα κτηνη·
<scripture passage="Exod 9:11" parsed="|Exod|9|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.11" />
<sup>11</sup>και δεν ηδυναντο οι μαγοι να σταθωσιν εμπροσθεν του Μωυσεως εξ αιτιας της καυσεως· διοτι η καυσις ητο επι τους μαγους και επι παντας τους Αιγυπτιους.
<scripture passage="Exod 9:12" parsed="|Exod|9|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.12" />
<sup>12</sup>Εσκληρυνε δε Κυριος την καρδιαν του Φαραω, και δεν εισηκουσεν εις αυτους, καθως ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 9:13" parsed="|Exod|9|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Σηκωθητι ενωρις το πρωι και παρασταθητι εμπροσθεν του Φαραω και ειπε προς αυτον, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των Εβραιων· Εξαποστειλον τον λαον μου, δια να με λατρευση·
<scripture passage="Exod 9:14" parsed="|Exod|9|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.14" />
<sup>14</sup>διοτι ταυτην την φοραν εγω εξαποστελλω πασας μου τας πληγας επι την καρδιαν σου και επι τους θεραποντας σου και επι τον λαον σου· δια να γνωρισης οτι δεν ειναι ουδεις ομοιος μου εν παση τη γη·
<scripture passage="Exod 9:15" parsed="|Exod|9|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.15" />
<sup>15</sup>επειδη τωρα θελω εκτεινει την χειρα μου και θελω παταξει σε και τον λαον σου με θανατικον, και θελεις απολεσθη απο της γης·
<scripture passage="Exod 9:16" parsed="|Exod|9|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.16" />
<sup>16</sup>και δια τουτο βεβαιως σε διετηρησα, δια να δειξω εν σοι την δυναμιν μου και να κηρυχθη το ονομα μου εν παση τη γη·
<scripture passage="Exod 9:17" parsed="|Exod|9|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.17" />
<sup>17</sup>οτι επεγειρεσαι κατα του λαου μου, δια να μη εξαποστειλης αυτον;
<scripture passage="Exod 9:18" parsed="|Exod|9|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.18" />
<sup>18</sup>ιδου, αυριον περι την ωραν ταυτην θελω βρεξει χαλαζαν βαρειαν σφοδρα, οποια δεν εγεινε ποτε εν τη Αιγυπτω αφ' ης ημερας εθεμελιωθη μεχρι του νυν·
<scripture passage="Exod 9:19" parsed="|Exod|9|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.19" />
<sup>19</sup>τωρα λοιπον αποστειλον να συναξης τα κτηνη σου και παντα οσα εχεις εν τοις αγροις· διοτι πας ανθρωπος και ζωον, το οποιον ευρεθη εν τοις αγροις και δεν φερθη εις οικιαν, και η χαλαζα καταβη επ' αυτα, θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Exod 9:20" parsed="|Exod|9|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.20" />
<sup>20</sup>Οστις εκ των θεραποντων του Φαραω εφοβηθη τον λογον του Κυριου, συνηγαγε ταχεως εις τας οικιας τους δουλους αυτου και τα κτηνη αυτου·
<scripture passage="Exod 9:21" parsed="|Exod|9|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.21" />
<sup>21</sup>οστις ομως δεν επροσεξεν εις τον λογον του Κυριου, αφηκε τους δουλους αυτου και τα κτηνη αυτου εν τοις αγροις.
<scripture passage="Exod 9:22" parsed="|Exod|9|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εκτεινον την χειρα σου προς τον ουρανον, και θελει γεινει χαλαζα εφ' ολην την γην της Αιγυπτου, επι ανθρωπους και επι κτηνη και επι παντα χορτον του αγρου εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 9:23" parsed="|Exod|9|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.23" />
<sup>23</sup>Και εξετεινεν ο Μωυσης την ραβδον αυτου προς τον ουρανον, και ο Κυριος επεμψε βροντας και χαλαζαν και διετρεχε το πυρ επι την γην· και ο Κυριος εβρεξε χαλαζαν επι την γην της Αιγυπτου·
<scripture passage="Exod 9:24" parsed="|Exod|9|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.24" />
<sup>24</sup>ωστε ητο χαλαζα και πυρ φλογιζον εν τη χαλαζη, χαλαζα βαρεια, οποια δεν εγεινε ποτε εφ' ολην την γην της Αιγυπτου, αφου κατεσταθη εθνος.
<scripture passage="Exod 9:25" parsed="|Exod|9|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.25" />
<sup>25</sup>Και επαταξεν η χαλαζα εν παση τη γη της ιγυπτου παν το εν τοις αγροις, απο ανθρωπου εως κτηνους· και παντα τον χορτον του αγρου επαταξεν η χαλαζα και παντα τα δενδρα του αγρου συνετριψε.
<scripture passage="Exod 9:26" parsed="|Exod|9|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.26" />
<sup>26</sup>Μονον εν τη γη Γεσεν, οπου ησαν οι υιοι Ισραηλ, δεν εγεινε χαλαζα.
<scripture passage="Exod 9:27" parsed="|Exod|9|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.27" />
<sup>27</sup>Τοτε ο Φαραω αποστειλας εκαλεσε τον Μωυσην και τον Ααρων και ειπε προς αυτους, Ταυτην την φοραν ημαρτησα· ο Κυριος ειναι δικαιος· εγω δε και ο λαος μου ειμεθα ασεβεις·
<scripture passage="Exod 9:28" parsed="|Exod|9|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.28" />
<sup>28</sup>δεηθητε του Κυριου, ωστε να παυσωσι του να γινωνται βρονται Θεου και χαλαζα· και εγω θελω σας εξαποστειλει, και δεν θελετε μεινει πλεον.
<scripture passage="Exod 9:29" parsed="|Exod|9|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς αυτον, καθως εξελθω εκ της πολεως, θελω εκτεινει τας χειρας μου προς τον Κυριον· αι βρονται θελουσι παυσει και χαλαζα δεν θελει εισθαι πλεον· δια να γνωρισης οτι του Κυριου ειναι η γη·
<scripture passage="Exod 9:30" parsed="|Exod|9|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.30" />
<sup>30</sup>πλην συ και οι θεραποντες σου, εξευρω οτι ακομη δεν θελετε φοβηθη απο προσωπου Κυριου του Θεου.
<scripture passage="Exod 9:31" parsed="|Exod|9|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.31" />
<sup>31</sup>Εκτυπηθησαν δε το λιναριον και η κριθη· διοτι η κριθη ητο σταχυωμενη και το λιναριον καλαμωμενον·
<scripture passage="Exod 9:32" parsed="|Exod|9|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.32" />
<sup>32</sup>ο σιτος ομως και η ζεα δεν εκτυπηθησαν, διοτι ησαν οψιμα.
<scripture passage="Exod 9:33" parsed="|Exod|9|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.33" />
<sup>33</sup>Και εξηλθεν ο Μωυσης εξω της πολεως απο του Φαραω και εξετεινε τας χειρας αυτου προς τον Κυριον· και αι βρονται και η χαλαζα επαυσαν και βροχη δεν εσταξε πλεον επι της γης.
<scripture passage="Exod 9:34" parsed="|Exod|9|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.34" />
<sup>34</sup>Και οτε ειδεν ο Φαραω οτι επαυσεν η βροχη και η χαλαζα και αι βρονται, εξηκολουθησε να αμαρτανη και εσκληρυνε την καρδιαν αυτου, αυτος και οι θεραποντες αυτου.
<scripture passage="Exod 9:35" parsed="|Exod|9|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.9.35" />
<sup>35</sup>Και εσκληρυνθη η καρδια του Φαραω και δεν εξαπεστειλε τους υιους Ισραηλ, καθως ελαλησε Κυριος δια του Μωυσεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 10" progress="5.76%" prev="Exod.9" next="Exod.11" id="Exod.10">
<h3 id="Exod.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Exod.10-p1">
<scripture passage="Exod 10:1" parsed="|Exod|10|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εισελθε προς τον Φαραω· διοτι εγω εσκληρυνα την καρδιαν αυτου και την καρδιαν των θεραποντων αυτου, δια να δειξω τα σημεια μου ταυτα εν μεσω αυτων·
<scripture passage="Exod 10:2" parsed="|Exod|10|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.2" />
<sup>2</sup>και δια να διηγησαι εις τα ωτα του υιου σου και εις τον υιον του υιου σου, τα οσα επραξα εις τους Αιγυπτιους και τα σημεια μου οσα εκαμα εν μεσω αυτων, και να γνωρισητε οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 10:3" parsed="|Exod|10|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.3" />
<sup>3</sup>Εισηλθον δε ο Μωυσης και ο Ααρων προς τον Φαραω και ειπον προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των Εβραιων· Εως ποτε αρνεισαι να ταπεινωθης εμπροσθεν μου; εξαποστειλον τον λαον μου δια να με λατρευση·
<scripture passage="Exod 10:4" parsed="|Exod|10|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.4" />
<sup>4</sup>διοτι εαν δεν θελης να εξαποστειλης τον λαον μου, ιδου, αυριον θελω φερει ακριδα επι τα ορια σου·
<scripture passage="Exod 10:5" parsed="|Exod|10|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.5" />
<sup>5</sup>και θελει σκεπασει το προσωπον της γης, ωστε να μη δυναται τις να ιδη την γην· και θελει καταφαγει το επιλοιπον το διασωθεν, οσον αφηκεν εις εσας η χαλαζα, και θελει καταφαγει παντα τα δενδρα τα φυομενα εις εσας εκ των αγρων·
<scripture passage="Exod 10:6" parsed="|Exod|10|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.6" />
<sup>6</sup>και θελουσι γεμισθη αι οικιαι σου και αι οικιαι παντων των θεραποντων σου και αι οικιαι παντων των Αιγυπτιων· το οποιον δεν ειδον οι πατερες σου ουτε οι πατερες των πατερων σου, αφ' ης ημερας υπηρξαν επι της γης μεχρι της σημερον. Επειτα στραφεις εξηλθεν απο του Φαραω.
<scripture passage="Exod 10:7" parsed="|Exod|10|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.7" />
<sup>7</sup>Και ειπον οι θεραποντες του Φαραω προς αυτον, Εως ποτε ουτος θελει εισθαι προσκομμα εις ημας; εξαποστειλον τους ανθρωπους, δια να λατρευσωσι Κυριον τον Θεον αυτων· ακομη δεν εξευρεις οτι ηφανισθη η Αιγυπτος;
<scripture passage="Exod 10:8" parsed="|Exod|10|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εφεραν παλιν τον Μωυσην και τον Ααρων προς τον Φαραω· και ειπε προς αυτους, Υπαγετε, λατρευσατε τον Κυριον τον Θεον σας· αλλα ποιοι και ποιοι θελουσιν υπαγει;
<scripture passage="Exod 10:9" parsed="|Exod|10|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Μωυσης· μετα των νεων ημων και μετα των γεροντων ημων θελομεν υπαγει, μετα των υιων ημων και μετα των θυγατερων ημων, μετα των προβατων ημων και μετα των βοων ημων θελομεν υπαγει διοτι εχομεν εορτην εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 10:10" parsed="|Exod|10|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Ουτως ας ηναι ο Κυριος μεθ' υμων, καθως εγω θελω σας εξαποστειλει μετα των τεκνων σας· ιδετε· διοτι κακον προκειται εμπροσθεν σας·
<scripture passage="Exod 10:11" parsed="|Exod|10|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.11" />
<sup>11</sup>ουχι ουτως, οι ανδρες υπαγετε τωρα, και λατρευσατε τον Κυριον, διοτι τουτο ζητειτε. Και εξεβαλεν αυτους ο Φαραω απ' εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Exod 10:12" parsed="|Exod|10|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.12" />
<sup>12</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Μωυσην, Εκτεινον την χειρα σου επι την γην της Αιγυπτου δια την ακριδα, δια να αναβη επι την γην της Αιγυπτου και να καταφαγη παντα τον χορτον της γης, παν ο, τι η χαλαζα αφηκε.
<scripture passage="Exod 10:13" parsed="|Exod|10|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.13" />
<sup>13</sup>Και εξετεινεν ο Μωυσης την ραβδον αυτου επι την γην της Αιγυπτον, και ο Κυριος επεφερεν επι την γην ολην την ημεραν εκεινην και ολην την νυκτα ανατολικον ανεμον· και το πρωι ο ανεμος ο ανατολικος εφερε την ακριδα.
<scripture passage="Exod 10:14" parsed="|Exod|10|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.14" />
<sup>14</sup>Και ανεβη η ακρις εφ' ολην την γην της Αιγυπτου και εκαθισεν επι παντα τα ορια της Αιγυπτου, πολλη σφοδρα· προτερον αυτης δεν υπηρξε τοιαυτη ακρις, ουδε θελει υπαρξει τοιαυτη μετ' αυτην·
<scripture passage="Exod 10:15" parsed="|Exod|10|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.15" />
<sup>15</sup>και εκαλυψε το προσωπον ολης της γης και εσκοτισθη η γη· και κατεφαγε παντα τον χορτον της γης και παντας τους καρπους των δενδρων, οσους η χαλαζα αφηκε, και δεν εμεινεν ουδεν χλωρον ουτε εις τα δενδρα ουτε εις τα χορτα του αγρου καθ' ολην την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 10:16" parsed="|Exod|10|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.16" />
<sup>16</sup>Τοτε εσπευσεν ο Φαραω να καλεση τον Μωυσην και τον Ααρων και ειπεν, Ημαρτησα εις Κυριον τον Θεον σας και εις εσας·
<scripture passage="Exod 10:17" parsed="|Exod|10|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.17" />
<sup>17</sup>πλην τωρα συγχωρησατε μοι, παρακαλω, το αμαρτημα μου, μονον ταυτην την φοραν, και δεηθητε Κυριου του Θεου υμων δια να σηκωση απ' εμου τον θανατον τουτον μονον.
<scripture passage="Exod 10:18" parsed="|Exod|10|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.18" />
<sup>18</sup>Και εξηλθεν ο Μωυσης απο του Φαραω και εδεηθη του Κυριου.
<scripture passage="Exod 10:19" parsed="|Exod|10|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.19" />
<sup>19</sup>Και μετεφερεν ο Κυριος σφοδροτατον δυτικον ανεμον, οστις εσηκωσε την ακριδα και ερριψεν αυτην εις την Ερυθραν θαλασσαν· δεν εμεινεν ουδεμια ακρις επι παντα τα ορια της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 10:20" parsed="|Exod|10|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.20" />
<sup>20</sup>Πλην ο Κυριος εσκληρυνε την καρδιαν του Φαραω, και δεν εξαπεστειλε τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 10:21" parsed="|Exod|10|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εκτεινον την χειρα σου προς τον ουρανον και θελει γεινει σκοτος επι την γην της Αιγυπτου και σκοτος ψηλαφητον.
<scripture passage="Exod 10:22" parsed="|Exod|10|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.22" />
<sup>22</sup>Και εξετεινεν ο Μωυσης την χειρα αυτου προς τον ουρανον, και εγεινε σκοτος πυκνον εφ' ολην την γην της Αιγυπτου τρεις ημερας.
<scripture passage="Exod 10:23" parsed="|Exod|10|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.23" />
<sup>23</sup>Δεν εβλεπεν ο εις τον αλλον· ουδε εσηκωθη τις απο του τοπου αυτου τρεις ημερας· εις παντας δε τους υιους Ισραηλ ητο φως εν ταις κατοικιαις αυτων.
<scripture passage="Exod 10:24" parsed="|Exod|10|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.24" />
<sup>24</sup>Τοτε εκαλεσεν ο Φαραω τον Μωυσην και ειπεν, Υπαγετε, λατρευσατε τον Κυριον· μονον τα προβατα σας και οι βοες σας ας μεινωσι και τα τεκνα σας ας ελθωσι μεθ' υμων.
<scripture passage="Exod 10:25" parsed="|Exod|10|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Αλλα και θυσιας και ολοκαυτωματα πρεπει συ να μας δωσης, δια να θυσιασωμεν εις Κυριον τον Θεον ημων·
<scripture passage="Exod 10:26" parsed="|Exod|10|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.26" />
<sup>26</sup>τα κτηνη ημων ομοιως θελουσιν υπαγει μεθ' ημων· δεν θελει μεινει οπισω ουδε ονυχιον· διοτι εκ τουτων πρεπει να λαβωμεν, δια να λατρευσωμεν Κυριον τον Θεον ημων· και ημεις δεν εξευρομεν με τι εχομεν να λατρευσωμεν τον Κυριον, εωσου να φθασωμεν εκει.
<scripture passage="Exod 10:27" parsed="|Exod|10|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.27" />
<sup>27</sup>Αλλ' ο Κυριος εσκληρυνε την καρδιαν του Φαραω, και δεν ηθελησε να εξαποστειλη αυτους.
<scripture passage="Exod 10:28" parsed="|Exod|10|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.28" />
<sup>28</sup>Και ειπεν ο Φαραω προς αυτον, Φυγε απ' εμου· προσεχε εις σεαυτον, να μη ιδης πλεον το προσωπον μου· διοτι εις οποιαν ημεραν ιδης το προσωπον μου, θελεις αποθανει.
<scripture passage="Exod 10:29" parsed="|Exod|10|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.10.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Καθως ειπας, δεν θελω ιδει πλεον το προσωπον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 11" progress="5.88%" prev="Exod.10" next="Exod.12" id="Exod.11">
<h3 id="Exod.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Exod.11-p1">
<scripture passage="Exod 11:1" parsed="|Exod|11|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Μωυσην, Ετι μιαν πληγην θελω φερει επι τον Φαραω και επι την Αιγυπτον· μετα ταυτα θελει σας εξαποστειλει εντευθεν· εξαποστελλων υμας θελει βεβαιως και διωξει υμας ολοκληρως εντευθεν·
<scripture passage="Exod 11:2" parsed="|Exod|11|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.2" />
<sup>2</sup>λαλησον τωρα εις τα ωτα του λαου, και ας ζητηση πας ανηρ παρα του γειτονος αυτου, και πασα γυνη παρα της γειτονος αυτης, σκευη αργυρα, και σκευη χρυσα.
<scripture passage="Exod 11:3" parsed="|Exod|11|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.3" />
<sup>3</sup>Και εδωκεν ο Κυριος χαριν εις τον λαον ενωπιον των Αιγυπτιων· ετι δε ο ανθρωπος ο Μωυσης ητο μεγας σφοδρα εν τη γη της Αιγυπτου εμπροσθεν των θεραποντων του Φαραω και εμπροσθεν του λαου.
<scripture passage="Exod 11:4" parsed="|Exod|11|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Ουτω λεγει ο Κυριος· Περι το μεσονυκτιον εγω θελω εξελθει εις το μεσον της Αιγυπτου·
<scripture passage="Exod 11:5" parsed="|Exod|11|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.5" />
<sup>5</sup>και παν πρωτοτοκον εν τη γη της Αιγυπτου θελει αποθανει, απο του πρωτοτοκου του Φαραω, οστις καθηται επι του θρονου αυτου, εως του πρωτοτοκου της δουλης, ητις δουλευει εν τω μυλω, και παν πρωτοτοκον των κτηνων·
<scripture passage="Exod 11:6" parsed="|Exod|11|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.6" />
<sup>6</sup>και θελει εισθαι καθ' ολην την γην της Αιγυπτου κραυγη μεγαλη, οποια ποτε δεν εγεινεν, ουδε μετα ταυτα θελει γεινει τοιαυτη·
<scripture passage="Exod 11:7" parsed="|Exod|11|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.7" />
<sup>7</sup>επι παντας ομως τους υιους Ισραηλ δεν θελει κινησει σκυλος την γλωσσαν αυτου, απο ανθρωπου εως κτηνους· δια να γνωρισητε οτι ο Κυριος εκαμε διακρισιν μεταξυ των Αιγυπτιων και του Ισραηλ·
<scripture passage="Exod 11:8" parsed="|Exod|11|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.8" />
<sup>8</sup>και παντες ουτοι οι δουλοι σου θελουσι καταβη προς εμε και θελουσι προσπεσει εμπροσθεν μου λεγοντες, Εξελθε συ και πας ο λαος ο ακολουθων σε· και μετα ταυτα θελω εξελθει. Και εξηλθεν ο Μωυσης απο του Φαραω μετα θυμου μεγαλου.
<scripture passage="Exod 11:9" parsed="|Exod|11|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Δεν θελει σας εισακουσει ο Φαραω, δια να πληθυνθωσι τα θαυμασια μου εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 11:10" parsed="|Exod|11|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.11.10" />
<sup>10</sup>Ο Μωυσης δε και ο Ααρων εκαμον παντα τα θαυμασια ταυτα ενωπιον του Φαραω· ο δε Κυριος εσκληρυνε την καρδιαν του Φαραω, και δεν εξαπεστειλε τους υιους Ισραηλ εκ της γης αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 12" progress="5.92%" prev="Exod.11" next="Exod.13" id="Exod.12">
<h3 id="Exod.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Exod.12-p1">
<scripture passage="Exod 12:1" parsed="|Exod|12|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων εν τη γη της Αιγυπτου, λεγων,
<scripture passage="Exod 12:2" parsed="|Exod|12|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.2" />
<sup>2</sup>Ο μην ουτος θελει εισθαι εις εσας αρχη μηνων· θελει εισθαι εις εσας πρωτος των μηνων του ενιαυτου.
<scripture passage="Exod 12:3" parsed="|Exod|12|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.3" />
<sup>3</sup>Λαλησατε προς πασαν την συναγωγην του Ισραηλ, λεγοντες, Την δεκατην τουτου του μηνος ας λαβωσιν εις εαυτους εκαστος εν αρνιον κατα τους οικους των πατριων αυτων, εν αρνιον δι' εκαστον οικον.
<scripture passage="Exod 12:4" parsed="|Exod|12|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.4" />
<sup>4</sup>Εαν ομως ηναι οι εν τω οικω ολιγοστοι δια το αρνιον, αυτος και ο γειτων αυτου ο πλησιεστερος της οικιας αυτου ας λαβωσιν αυτο κατα τον αριθμον των ψυχων· εκαστος θελει συναριθμεισθαι δια το αρνιον αναλογως με το αρκετον εις αυτον να φαγη.
<scripture passage="Exod 12:5" parsed="|Exod|12|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.5" />
<sup>5</sup>Το δε αρνιον σας θελει εισθαι τελειον, αρσενικον ενιαυσιον· εκ των προβατων η εκ των αιγων θελετε λαβει αυτο.
<scripture passage="Exod 12:6" parsed="|Exod|12|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.6" />
<sup>6</sup>Και θελετε φυλαττει αυτο μεχρι της δεκατης τεταρτης του αυτου μηνος· και τοτε απαν το πληθος της συναγωγης του Ισραηλ θελει σφαξει αυτο προς το εσπερας.
<scripture passage="Exod 12:7" parsed="|Exod|12|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.7" />
<sup>7</sup>Και θελουσι λαβει εκ του αιματος και βαλει επι τους δυο παραστατας και επι το ανωφλιον της θυρας των οικιων, οπου θελουσι φαγει αυτο.
<scripture passage="Exod 12:8" parsed="|Exod|12|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.8" />
<sup>8</sup>Και θελουσι φαγει το κρεας την νυκτα εκεινην, οπτον εν πυρι· με αζυμα, και με χορτα πικρα θελουσι φαγει αυτο·
<scripture passage="Exod 12:9" parsed="|Exod|12|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.9" />
<sup>9</sup>μη φαγητε απ' αυτου ωμον, μηδε βραστον εν υδατι, αλλα οπτον εν πυρι· την κεφαλην αυτου μετα των ποδων αυτου και μετα των εντοσθιων αυτου·
<scripture passage="Exod 12:10" parsed="|Exod|12|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.10" />
<sup>10</sup>και μη αφησητε υπολοιπον απ' αυτου εως το πρωι· ο, τι δε περισσευση απ' αυτου εως το πρωι, καυσατε εν πυρι.
<scripture passage="Exod 12:11" parsed="|Exod|12|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.11" />
<sup>11</sup>Και ουτω θελετε φαγει αυτο· Εζωσμενοι τας οσφυας σας, εχοντες τα υποδηματα σας εις τους ποδας σας και την ραβδον σας εις την χειρα σας· και θελετε φαγει αυτο μετα σπουδης· ειναι πασχα του Κυριου.
<scripture passage="Exod 12:12" parsed="|Exod|12|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.12" />
<sup>12</sup>Διοτι την νυκτα ταυτην θελω περασει δια μεσου της γης της Αιγυπτου και θελω παταξει παν πρωτοτοκον εν τη γη της Αιγυπτου, απο ανθρωπου εως κτηνους· και θελω καμει κρισεις εναντιον παντων των θεων της Αιγυπτου. Εγω ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 12:13" parsed="|Exod|12|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.13" />
<sup>13</sup>Και το αιμα θελει εισθαι εις εσας δια σημειον επι των οικιων, εις τας οποιας κατοικειτε· και οταν ιδω το αιμα, θελω σας παρατρεξει, και η πληγη δεν θελει εισθαι εις εσας δια να σας εξολοθρευση, οταν παταξω την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 12:14" parsed="|Exod|12|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.14" />
<sup>14</sup>Και η ημερα αυτη θελει εισθαι εις εσας εις μνημοσυνον· και θελετε εορταζει αυτην εορτην εις τον Κυριον εις τας γενεας σας· κατα νομον παντοτεινον θελετε εορταζει αυτην.
<scripture passage="Exod 12:15" parsed="|Exod|12|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.15" />
<sup>15</sup>Επτα ημερας θελετε τρωγει αζυμα· απο της πρωτης ημερας θελετε σηκωσει το προζυμιον εκ των οικιων σας· διοτι οστις φαγη ενζυμα απο της πρωτης εως της εβδομης ημερας, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 12:16" parsed="|Exod|12|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.16" />
<sup>16</sup>Και εν τη πρωτη ημερα θελει εισθαι συναξις αγια· και εν τη εβδομη ημερα συναξις αγια θελει εισθαι εις εσας· ουδεμια εργασια θελει γινεσθαι εν αυταις, εκτος ο, τι χρειαζεται εις εκαστον ανθρωπον δια να φαγη· τουτο μονον θελετε καμει.
<scripture passage="Exod 12:17" parsed="|Exod|12|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.17" />
<sup>17</sup>Θελετε φυλαξει λοιπον την εορτην των αζυμων· διοτι την αυτην ταυτην ημεραν θελω εξαγαγει τα ταγματα σας εκ της γης της Αιγυπτου· οθεν κατα νομον παντοτεινον θελετε φυλαττει την ημεραν ταυτην εις τας γενεας σας·
<scripture passage="Exod 12:18" parsed="|Exod|12|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.18" />
<sup>18</sup>αρχομενοι απο της δεκατης τεταρτης ημερας του μηνος αφ' εσπερας, θελετε τρωγει αζυμα εως της εικοστης πρωτης ημερας του μηνος την εσπεραν·
<scripture passage="Exod 12:19" parsed="|Exod|12|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.19" />
<sup>19</sup>επτα ημερας δεν θελει ευρισκεσθαι προζυμιον εν ταις οικιαις υμων· διοτι οστις φαγη ενζυμα, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ της συναγωγης του Ισραηλ, ειτε ξενος ειναι ειτε αυτοχθων·
<scripture passage="Exod 12:20" parsed="|Exod|12|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.20" />
<sup>20</sup>ουδεν ενζυμον θελετε φαγει· εν πασαις ταις κατοικιαις υμων αζυμα θελετε τρωγει.
<scripture passage="Exod 12:21" parsed="|Exod|12|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.21" />
<sup>21</sup>Τοτε εκαλεσεν ο Μωυσης παντας τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Εκλεξατε και λαβετε εις εαυτους εν αρνιον, κατα τας οικογενειας σας, και θυσατε το πασχα·
<scripture passage="Exod 12:22" parsed="|Exod|12|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.22" />
<sup>22</sup>επειτα θελετε λαβει δεσμην υσσωπου και θελετε εμβαψει αυτην εις το αιμα, το οποιον θελει εισθαι εις λεκανην· και απο του αιματος του εν τη λεκανη θελετε κτυπησει το ανωφλιον και τους δυο παραστατας των θυρων· και ουδεις απο σας θελει εξελθει εκ της θυρας της οικιας αυτου εως το πρωι·
<scripture passage="Exod 12:23" parsed="|Exod|12|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.23" />
<sup>23</sup>διοτι ο Κυριος θελει περασει δια να παταξη τους Αιγυπτιους· και οταν ιδη το αιμα επι το ανωφλιον και επι τους δυο παραστατας, ο Κυριος θελει παρατρεξει την θυραν, και δεν θελει αφησει τον εξολοθρευτην να εισελθη εις τας οικιας σας, δια να παταξη.
<scripture passage="Exod 12:24" parsed="|Exod|12|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.24" />
<sup>24</sup>Και θελετε φυλαξει το πραγμα τουτο ως νομον, εις σεαυτον και εις τους υιους σου, εως αιωνος.
<scripture passage="Exod 12:25" parsed="|Exod|12|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.25" />
<sup>25</sup>Και οταν εισελθητε εις την γην, την οποιαν ο Κυριος θελει σας δωσει καθως ελαλησε, θελετε φυλαξει την λατρειαν ταυτην.
<scripture passage="Exod 12:26" parsed="|Exod|12|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.26" />
<sup>26</sup>Και οταν σας λεγωσιν οι υιοι σας, Τι σημαινει εις εσας η λατρεια αυτη;
<scripture passage="Exod 12:27" parsed="|Exod|12|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.27" />
<sup>27</sup>θελετε αποκρινεσθαι, Τουτο ειναι θυσια του πασχα εις τον Κυριον, διοτι παρετρεξε τας οικιας των υιων Ισραηλ εν Αιγυπτω, οτε επαταξε τους Αιγυπτιους και εσωσε τας οικιας ημων. Τοτε ο λαος κυψας προσεκυνησε.
<scripture passage="Exod 12:28" parsed="|Exod|12|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.28" />
<sup>28</sup>Και αναχωρησαντες οι υιοι Ισραηλ, εκαμον καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην και τον Ααρων· ουτως εκαμον.
<scripture passage="Exod 12:29" parsed="|Exod|12|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.29" />
<sup>29</sup>Κατα δε το μεσονυκτιον ο Κυριος επαταξε παν πρωτοτοκον εν τη γη της Αιγυπτου· απο του πρωτοτοκου του Φαραω οστις καθηται επι του θρονου αυτου, εως του πρωτοτοκου του αιχμαλωτου του εν τω δεσμωτηριω· και παντα τα πρωτοτοκα των κτηνων.
<scripture passage="Exod 12:30" parsed="|Exod|12|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.30" />
<sup>30</sup>Και εσηκωθη ο Φαραω την νυκτα, αυτος και παντες οι θεραποντες αυτου και παντες οι Αιγυπτιοι· και εγεινε βοη μεγαλη εν τη Αιγυπτω· διοτι δεν ητο οικια εις την οποιαν δεν υπηρχε νεκρος.
<scripture passage="Exod 12:31" parsed="|Exod|12|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.31" />
<sup>31</sup>Και εκαλεσε τον Μωυσην και τον Ααρων δια νυκτος και ειπε, Σηκωθητε, εξελθετε εκ μεσου του λαου μου και σεις και οι υιοι του Ισραηλ· και υπαγετε, λατρευσατε τον Κυριον, καθως ειπετε·
<scripture passage="Exod 12:32" parsed="|Exod|12|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.32" />
<sup>32</sup>και τα ποιμνια σας και τας αγελας σας λαβετε, καθως ειπετε, και απελθετε· ευλογησατε δε και εμε.
<scripture passage="Exod 12:33" parsed="|Exod|12|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.33" />
<sup>33</sup>Και εβιαζον οι Αιγυπτιοι τον λαον δια να εκβαλωσιν αυτον ταχεως εκ του τοπου· διοτι ειπον, Ημεις παντες αποθνησκομεν.
<scripture passage="Exod 12:34" parsed="|Exod|12|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.34" />
<sup>34</sup>Και εσηκωσεν ο λαος την ζυμην αυτου πριν αναβη, εχων εκαστος την σκαφην αυτου επι τους ωμους αυτου, εντετυλιγμενην εις τα φορεματα αυτου.
<scripture passage="Exod 12:35" parsed="|Exod|12|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.35" />
<sup>35</sup>Και εκαμον οι υιοι του Ισραηλ κατα τον λογον του Μωυσεως και εζητησαν παρα των Αιγυπτιων σκευη αργυρα και σκευη χρυσα, και ενδυματα·
<scripture passage="Exod 12:36" parsed="|Exod|12|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.36" />
<sup>36</sup>και ο Κυριος εδωκεν εις τον λαον χαριν ενωπιον των Αιγυπτιων, και εδανεισαν εις αυτους οσα εζητησαν· και εγυμνωσαν τους Αιγυπτιους.
<scripture passage="Exod 12:37" parsed="|Exod|12|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.37" />
<sup>37</sup>Ανεχωρησαν δε οι υιοι Ισραηλ απο Ραμεσση εις Σοκχωθ, περιπου εξακοσιαι χιλιαδες ανδρες πεζοι χωρις των παιδιων.
<scripture passage="Exod 12:38" parsed="|Exod|12|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.38" />
<sup>38</sup>Μετ' αυτων συνανεβη και μεγα πληθος συμμικτον ανθρωπων και ποιμνια και αγελαι, κτηνη πολλα σφοδρα.
<scripture passage="Exod 12:39" parsed="|Exod|12|39|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.39" />
<sup>39</sup>Και εκ της ζυμης, την οποιαν εφεραν εξ Αιγυπτου, εψησαν εγκρυφιας αζυμους· διοτι δεν ητο προζυμιον, επειδη εδιωχθησαν εξ Αιγυπτου και δεν εδυνηθησαν να βραδυνωσιν, ουδε εφοδιον προητοιμασαν εις εαυτους.
<scripture passage="Exod 12:40" parsed="|Exod|12|40|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.40" />
<sup>40</sup>Ο καιρος δε της παροικιας των υιων Ισραηλ, την οποιαν παρωκησαν εν Αιγυπτω, ητο τετρακοσια και τριακοντα ετη.
<scripture passage="Exod 12:41" parsed="|Exod|12|41|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.41" />
<sup>41</sup>Και μετα τα τετρακοσια και τριακοντα ετη, την αυτην εκεινην ημεραν εξηλθον παντα τα ταγματα του Κυριου εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 12:42" parsed="|Exod|12|42|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.42" />
<sup>42</sup>Αυτη ειναι νυξ, ητις πρεπει να φυλαττηται εις τον Κυριον, διοτι εξηγαγεν αυτους εκ γης Αιγυπτου· αυτη ειναι η νυξ εκεινη του Κυριου, ητις πρεπει να φυλαττηται παρα παντων των υιων Ισραηλ εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Exod 12:43" parsed="|Exod|12|43|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.43" />
<sup>43</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Μωυσην και Ααρων, Ουτος ειναι ο νομος του πασχα· ουδεις αλλογενης θελει φαγει απ' αυτου·
<scripture passage="Exod 12:44" parsed="|Exod|12|44|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.44" />
<sup>44</sup>και εκαστος δουλος αργυρωνητος αφου περιτμηθη, τοτε θελει φαγει απ' αυτου·
<scripture passage="Exod 12:45" parsed="|Exod|12|45|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.45" />
<sup>45</sup>ο ξενος δε και ο μισθωτος δεν θελουσι φαγει απ' αυτου.
<scripture passage="Exod 12:46" parsed="|Exod|12|46|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.46" />
<sup>46</sup>Εν τη αυτη οικια θελει φαγωθη· απο του κρεατος δεν θελετε φερει εξω της οικιας, και οστουν δεν θελετε συντριψει απ' αυτου.
<scripture passage="Exod 12:47" parsed="|Exod|12|47|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.47" />
<sup>47</sup>Πασα η συναγωγη του Ισραηλ θελει καμει τουτο.
<scripture passage="Exod 12:48" parsed="|Exod|12|48|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.48" />
<sup>48</sup>Και εαν τις ξενος, παροικων μετα σου, θελη να καμη το πασχα εις τον Κυριον, ας περιτμηθωσι παντα τα αρσενικα αυτου, και τοτε ας πλησιαση δια να καμη αυτο· και θελει εισθαι ως ο αυτοχθων της γης· διοτι ουδεις απεριτμητος θελει φαγει απ' αυτου.
<scripture passage="Exod 12:49" parsed="|Exod|12|49|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.49" />
<sup>49</sup>Ο αυτος νομος θελει εισθαι δια τον αυτοχθονα και δια τον ξενον τον παροικουντα μεταξυ σας.
<scripture passage="Exod 12:50" parsed="|Exod|12|50|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.50" />
<sup>50</sup>Και εκαμον παντες οι υιοι του Ισραηλ καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην και τον Ααρων· ουτως εκαμον.
<scripture passage="Exod 12:51" parsed="|Exod|12|51|0|0" osisRef="Bible:Exod.12.51" />
<sup>51</sup>Και την αυτην εκεινην ημεραν εξηγαγεν ο Κυριος τους υιους Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου κατα τα ταγματα αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 13" progress="6.10%" prev="Exod.12" next="Exod.14" id="Exod.13">
<h3 id="Exod.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Exod.13-p1">
<scripture passage="Exod 13:1" parsed="|Exod|13|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 13:2" parsed="|Exod|13|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.2" />
<sup>2</sup>Καθιερωσον εις εμε παν πρωτοτοκον διανοιγον πασαν μητραν μεταξυ των υιων Ισραηλ, απο ανθρωπου εως κτηνους· ιδικον μου ειναι τουτο.
<scripture passage="Exod 13:3" parsed="|Exod|13|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον λαον, Εχετε εις την μνημην σας την ημεραν ταυτην, καθ' ην εξηλθετε εξ Αιγυπτου εξ οικου δουλειας· διοτι ο Κυριος δια χειρος κραταιας εξηγαγεν υμας εκειθεν· ουδεις θελει φαγει ενζυμα.
<scripture passage="Exod 13:4" parsed="|Exod|13|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.4" />
<sup>4</sup>Σημερον εξερχεσθε κατα τον μηνα Αβιβ.
<scripture passage="Exod 13:5" parsed="|Exod|13|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.5" />
<sup>5</sup>Οταν λοιπον ο Κυριος σε φερη εις την γην των Χαναναιων και των Χετταιων και των Αμορραιων και των Ευαιων και των Ιεβουσαιων, την οποιαν ωμοσε προς τους πατερας σου οτι θελει σοι δωσει, γην ρεουσαν γαλα και μελι, τοτε θελεις καμει την λατρειαν ταυτην κατα τουτον τον μηνα.
<scripture passage="Exod 13:6" parsed="|Exod|13|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.6" />
<sup>6</sup>Επτα ημερας θελεις τρωγει αζυμα· εις δε την εβδομην ημεραν θελει εισθαι εορτη εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 13:7" parsed="|Exod|13|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.7" />
<sup>7</sup>Αζυμα θελουσι τρωγεσθαι τας επτα ημερας· και δεν θελει φανη παρα σοι ενζυμον ουδε θελει φανη παρα σοι προζυμιον καθ' ολα τα ορια σου.
<scripture passage="Exod 13:8" parsed="|Exod|13|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.8" />
<sup>8</sup>Και κατ' εκεινην την ημεραν θελεις αναγγειλει προς τον υιον σου, λεγων, Τουτο γινεται δι' εκεινο, το οποιον ο Κυριος εκαμεν εις εμε, οτε εξηλθον εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 13:9" parsed="|Exod|13|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.9" />
<sup>9</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις σε δια σημειον επι της χειρος σου και δια ενθυμησιν μεταξυ των οφθαλμων σου, δια να ηναι ο νομος του Κυριου εν τω στοματι σου· διοτι δια χειρος κραταιας σε εξηγαγεν ο Κυριος εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 13:10" parsed="|Exod|13|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.10" />
<sup>10</sup>Θελεις φυλαττει λοιπον τον νομον τουτον εν τω καιρω αυτου κατ' ετος.
<scripture passage="Exod 13:11" parsed="|Exod|13|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.11" />
<sup>11</sup>Και οταν ο Κυριος σε φερη εις την γην των Χαναναιων, καθως ωμοσε προς σε και προς τους πατερας σου, και δωση αυτην εις σε,
<scripture passage="Exod 13:12" parsed="|Exod|13|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.12" />
<sup>12</sup>τοτε θελεις αποχωρισει δια τον Κυριον παν το ανοιγον μητραν και παν πρωτοτοκον των ζωων σου οσα εχεις· τα αρσενικα θελουσιν εισθαι του Κυριου.
<scripture passage="Exod 13:13" parsed="|Exod|13|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.13" />
<sup>13</sup>Και παν πρωτοτοκον ονου θελεις εξαγοραζει με αρνιον· και αν δεν εξαγορασης αυτο, τοτε θελεις λαιμοτομησει αυτο· και παν πρωτοτοκον ανθρωπου μεταξυ των υιων σου θελεις εξαγοραζει.
<scripture passage="Exod 13:14" parsed="|Exod|13|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.14" />
<sup>14</sup>Και οταν εις το μελλον σε ερωτηση ο υιος σου, λεγων, Τι ειναι τουτο; θελεις ειπει προς αυτον, Δια κραταιας χειρος εξηγαγεν ημας ο Κυριος εξ Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας·
<scripture passage="Exod 13:15" parsed="|Exod|13|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.15" />
<sup>15</sup>και οτε ο Φαραω επεμεινεν εις το να μη μας εξαποστειλη, ο Κυριος εθανατωσε παν πρωτοτοκον εν τη γη της Αιγυπτου, απο πρωτοτοκου ανθρωπου εως πρωτοτοκου κτηνους· δια τουτο θυσιαζω εις τον Κυριον παν αρσενικον το οποιον ανοιγει την μητραν, και παν πρωτοτοκον των υιων μου εξαγοραζω.
<scripture passage="Exod 13:16" parsed="|Exod|13|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.16" />
<sup>16</sup>Και τουτο θελει εισθαι δια σημειον επι της χειρος σου και δια προμετωπιδιον μεταξυ των οφθαλμων σου· επειδη δια κραταιας χειρος εξηγαγεν ημας ο Κυριος εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 13:17" parsed="|Exod|13|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.17" />
<sup>17</sup>Οτε δε ο Φαραω εξαπεστειλε τον λαον, ο Θεος δεν ωδηγησεν αυτους δια της οδου της γης των Φιλισταιων, αν και ητο η συντομωτερα· διοτι ο Θεος ειπε, Μηποτε ο λαος ιδων πολεμον μεταμεληθη, και επιστρεψη εις Αιγυπτον.
<scripture passage="Exod 13:18" parsed="|Exod|13|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ο Θεος περιεφερε τον λαον δια της οδου της ερημου προς την Ερυθραν θαλασσαν· και ανεβησαν οι υιοι Ισραηλ εκ της γης Αιγυπτου παρατεταγμενοι.
<scripture passage="Exod 13:19" parsed="|Exod|13|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.19" />
<sup>19</sup>Και ελαβε μεθ' εαυτου ο Μωυσης τα οστα του Ιωσηφ· διοτι ειχεν ορκισει μεθ' ορκου τους υιους Ισραηλ, λεγων· Ο Θεος βεβαιως θελει σας επισκεφθη· και θελετε αναβιβασει τα οστα μου εντευθεν μεθ' υμων.
<scripture passage="Exod 13:20" parsed="|Exod|13|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.20" />
<sup>20</sup>Και αναχωρησαντες απο Σοκχωθ, εστρατοπεδευσαν εν Εθαμ κατα τα ακρα της ερημου.
<scripture passage="Exod 13:21" parsed="|Exod|13|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.21" />
<sup>21</sup>Ο δε Κυριος προεπορευετο αυτων, την ημεραν εν στυλω νεφελης, δια να οδηγη αυτους εν τη οδω, την δε νυκτα εν στυλω πυρος, δια να φεγγη εις αυτους· ωστε να οδοιπορωσιν ημεραν και νυκτα·
<scripture passage="Exod 13:22" parsed="|Exod|13|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.13.22" />
<sup>22</sup>δεν απεμακρυνεν απο της οψεως του λαου τον στυλον της νεφελης την ημεραν, ουτε τον στυλον του πυρος την νυκτα.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 14" progress="6.18%" prev="Exod.13" next="Exod.15" id="Exod.14">
<h3 id="Exod.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Exod.14-p1">
<scripture passage="Exod 14:1" parsed="|Exod|14|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 14:2" parsed="|Exod|14|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.2" />
<sup>2</sup>Ειπε προς τους υιους Ισραηλ να στρεψωσι και να στρατοπεδευσωσιν απεναντι Πι-αιρωθ μεταξυ Μιγδωλ και της θαλασσης, καταντικρυ Βεελ-σεφων· καταντικρυ τουτου θελετε στρατοπεδευσει πλησιον της θαλασσης·
<scripture passage="Exod 14:3" parsed="|Exod|14|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.3" />
<sup>3</sup>διοτι ο Φαραω θελει ειπει περι των υιων Ισραηλ, Αυτοι πλανωνται εν τη γη· συνεκλεισεν αυτους η ερημος·
<scripture passage="Exod 14:4" parsed="|Exod|14|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.4" />
<sup>4</sup>και εγω θελω σκληρυνει την καρδιαν του Φαραω, ωστε να καταδιωξη οπισω αυτων· και θελω δοξασθη επι τον Φαραω και επι παν το στρατευμα αυτου· και οι Αιγυπτιοι θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος. Και εκαμον ουτω.
<scripture passage="Exod 14:5" parsed="|Exod|14|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.5" />
<sup>5</sup>Ανηγγελθη δε προς τον βασιλεα της Αιγυπτου οτι εφυγεν ο λαος· και η καρδια του Φαραω και των θεραποντων αυτου μετεβληθη κατα του λαου και ειπον, Δια τι εκαμομεν τουτο, ωστε να εξαποστειλωμεν τον Ισραηλ και να μη μας δουλευη πλεον;
<scripture passage="Exod 14:6" parsed="|Exod|14|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.6" />
<sup>6</sup>Εζευξε λοιπον την αμαξαν αυτου και παρελαβε τον λαον αυτου μεθ' εαυτου·
<scripture passage="Exod 14:7" parsed="|Exod|14|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.7" />
<sup>7</sup>ελαβε δε εξακοσιας αμαξας εκλεκτας, και πασας τας αμαξας της Αιγυπτου, και αρχηγους επι παντων.
<scripture passage="Exod 14:8" parsed="|Exod|14|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.8" />
<sup>8</sup>Και εσκληρυνε Κυριος την καρδιαν Φαραω του βασιλεως της Αιγυπτου, και κατεδιωξεν οπισω των υιων Ισραηλ· οι δε υιοι Ισραηλ εξηρχοντο δια χειρος υψηλης.
<scripture passage="Exod 14:9" parsed="|Exod|14|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.9" />
<sup>9</sup>Και κατεδιωξαν οι Αιγυπτιοι οπισω αυτων, παντες οι ιπποι, αι αμαξαι του Φαραω, και οι ιππεις αυτου, και το στρατευμα αυτου· και εφθασαν αυτους εστρατοπεδευμενους πλησιον της θαλασσης απεναντι Πι-αιρωθ, καταντικρυ Βεελ-σεφων.
<scripture passage="Exod 14:10" parsed="|Exod|14|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.10" />
<sup>10</sup>Και οτε επλησιασεν ο Φαραω, οι υιοι Ισραηλ υψωσαν τους οφθαλμους αυτων, και ιδου, οι Αιγυπτιοι ηρχοντο οπισω αυτων· και εφοβηθησαν σφοδρα· και ανεβοησαν οι υιοι Ισραηλ προς τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 14:11" parsed="|Exod|14|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.11" />
<sup>11</sup>Και ειπον προς τον Μωυσην, Διοτι δεν ησαν μνηματα εν Αιγυπτω, εξηγαγες ημας δια να αποθανωμεν εν τη ερημω; Δια τι εκαμες εις ημας τουτο και εξηγαγες ημας εξ Αιγυπτου;
<scripture passage="Exod 14:12" parsed="|Exod|14|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.12" />
<sup>12</sup>δεν ειναι ουτος ο λογος τον οποιον σοι ειπομεν εν Αιγυπτω, λεγοντες, Αφες ημας και ας δουλευωμεν τους Αιγυπτιους; διοτι καλητερον ητο εις ημας να δουλευωμεν τους Αιγυπτιους, παρα να αποθανωμεν εν τη ερημω.
<scripture passage="Exod 14:13" parsed="|Exod|14|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον λαον, Μη φοβεισθε· σταθητε και βλεπετε την σωτηριαν του Κυριου, την οποιαν θελει καμει εις εσας σημερον· διοτι τους Αιγυπτιους, τους οποιους ειδετε σημερον, δεν θελετε ιδει αυτους πλεον εις τον αιωνα·
<scripture passage="Exod 14:14" parsed="|Exod|14|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.14" />
<sup>14</sup>ο Κυριος θελει πολεμησει δια σας· σεις δε θελετε μενει ησυχοι.
<scripture passage="Exod 14:15" parsed="|Exod|14|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Τι βοας προς εμε; ειπε προς τους υιους Ισραηλ να κινησωσι·
<scripture passage="Exod 14:16" parsed="|Exod|14|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.16" />
<sup>16</sup>συ δε υψωσον την ραβδον σου και εκτεινον την χειρα σου επι την θαλασσαν και σχισον αυτην, και ας διελθωσιν οι υιοι Ισραηλ δια ξηρας εν μεσω της θαλασσης·
<scripture passage="Exod 14:17" parsed="|Exod|14|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.17" />
<sup>17</sup>και εγω, ιδου, θελω σκληρυνει την καρδιαν των Αιγυπτιων, και θελουσιν εμβη κατοπιν αυτων· και θελω δοξασθη επι τον Φαραω και επι παν το στρατευμα αυτου, επι τας αμαξας αυτου και επι τους ιππεις αυτου·
<scripture passage="Exod 14:18" parsed="|Exod|14|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.18" />
<sup>18</sup>και θελουσι γνωρισει οι Αιγυπτιοι οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν δοξασθω επι τον Φαραω, επι τας αμαξας αυτου και επι τους ιππεις αυτου.
<scripture passage="Exod 14:19" parsed="|Exod|14|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ο αγγελος του Θεου, ο προπορευομενος του στρατευματος του Ισραηλ, εσηκωθη και ηλθεν οπισω αυτων· και ο στυλος της νεφελης εσηκωθη απ' εμπροσθεν αυτων, και εσταθη οπισθεν αυτων·
<scripture passage="Exod 14:20" parsed="|Exod|14|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.20" />
<sup>20</sup>και ηλθε μεταξυ του στρατευματος των Αιγυπτιων και του στρατευματος του Ισραηλ· και εις εκεινους μεν ητο νεφος σκοτιζον, εις τουτους δε φωτιζον την νυκτα· ωστε το εν δεν επλησιασε το αλλο καθ' ολην την νυκτα.
<scripture passage="Exod 14:21" parsed="|Exod|14|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.21" />
<sup>21</sup>Ο δε Μωυσης εξετεινε την χειρα αυτου επι την θαλασσαν· και εκαμεν ο Κυριος την θαλασσαν να συρθη ολην εκεινην την νυκτα υπο σφοδρου ανατολικου ανεμου και κατεστησε την θαλασσαν ξηραν, και τα υδατα διεχωρισθησαν.
<scripture passage="Exod 14:22" parsed="|Exod|14|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.22" />
<sup>22</sup>Και εισηλθον οι υιοι του Ισραηλ εις το μεσον της θαλασσης κατα το ξηρον, και τα υδατα ησαν εις αυτους τοιχος εκ δεξιων και εξ αριστερων αυτων.
<scripture passage="Exod 14:23" parsed="|Exod|14|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.23" />
<sup>23</sup>Κατεδιωξαν δε οι Αιγυπτιοι και εισηλθον κατοπιν αυτων, παντες οι ιπποι του Φαραω, αι αμαξαι αυτου και οι ιππεις αυτου, εν τω μεσω της θαλασσης.
<scripture passage="Exod 14:24" parsed="|Exod|14|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.24" />
<sup>24</sup>Και εν τη φυλακη τη πρωινη επεβλεψεν ο Κυριος εκ του στυλου του πυρος και της νεφελης επι το στρατευμα των Αιγυπτιων και συνεταραξε το στρατευμα των Αιγυπτιων·
<scripture passage="Exod 14:25" parsed="|Exod|14|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.25" />
<sup>25</sup>και εξεβαλε τους τροχους των αμαξων αυτων, ωστε εσυροντο δυσκολως· και ειπον οι Αιγυπτιοι, Ας φυγωμεν απ' εμπροσθεν του Ισραηλ, διοτι ο Κυριος πολεμει τους Αιγυπτιους υπερ αυτων.
<scripture passage="Exod 14:26" parsed="|Exod|14|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.26" />
<sup>26</sup>Ο δε Κυριος ειπε προς τον Μωυσην, Εκτεινον την χειρα σου επι την θαλασσαν, και ας επαναστρεψωσι τα υδατα επι τους Αιγυπτιους, επι τας αμαξας αυτων και επι τους ιππεις αυτων.
<scripture passage="Exod 14:27" parsed="|Exod|14|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.27" />
<sup>27</sup>Και εξετεινεν ο Μωυσης την χειρα αυτου επι την θαλασσαν· και θαλασσα επανελαβε την ορμην αυτης περι την αυγην· οι δε Αιγυπτιοι φευγοντες απηντησαν αυτην· και κατεστρεψε Κυριος τους Αιγυπτιους εν τω μεσω της θαλασσης·
<scripture passage="Exod 14:28" parsed="|Exod|14|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.28" />
<sup>28</sup>διοτι τα υδατα επαναστρεψαντα εσκεπασαν τας αμαξας και τους ιππεις, παν το στρατευμα του Φαραω, το οποιον ειχεν εμβη κατοπιν αυτων εις την θαλασσαν· δεν εμεινεν εξ αυτων ουδε εις.
<scripture passage="Exod 14:29" parsed="|Exod|14|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.29" />
<sup>29</sup>Οι δε υιοι Ισραηλ επερασαν δια ξηρας εν μεσω της θαλασσης· και τα υδατα ησαν εις αυτους τοιχος εκ δεξιων αυτων και εξ αριστερων αυτων.
<scripture passage="Exod 14:30" parsed="|Exod|14|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.30" />
<sup>30</sup>Και εσωσε Κυριος εν τη ημερα εκεινη τον Ισραηλ εκ χειρος των Αιγυπτιων· και ειδεν ο Ισραηλ τους Αιγυπτιους νεκρους επι το χειλος της θαλασσης.
<scripture passage="Exod 14:31" parsed="|Exod|14|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.14.31" />
<sup>31</sup>Και ειδεν ο Ισραηλ το μεγα εκεινο εργον, το οποιον εκαμεν ο Κυριος επι τους Αιγυπτιους· και εφοβηθη ο λαος τον Κυριον, και επιστευσεν εις τον Κυριον, και εις τον Μωυσην τον θεραποντα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 15" progress="6.30%" prev="Exod.14" next="Exod.16" id="Exod.15">
<h3 id="Exod.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Exod.15-p1">
<scripture passage="Exod 15:1" parsed="|Exod|15|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εψαλεν ο Μωυσης και οι υιοι Ισραηλ την ωδην ταυτην προς τον Κυριον, και ειπον λεγοντες, Ας ψαλλω προς τον Κυριον· διοτι εδοξασθη ενδοξως· τον ιππον και τον αναβατην αυτου ερριψεν εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Exod 15:2" parsed="|Exod|15|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος ειναι η δυναμις μου και το ασμα μου, και εσταθη η σωτηρια μου· αυτος ειναι Θεος μου και θελω δοξασει αυτον· Θεος του πατρος μου, και θελω υψωσει αυτον.
<scripture passage="Exod 15:3" parsed="|Exod|15|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος ειναι δυνατος πολεμιστης· Κυριος το ονομα αυτου.
<scripture passage="Exod 15:4" parsed="|Exod|15|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.4" />
<sup>4</sup>Του Φαραω τας αμαξας και το στρατευμα αυτου ερριψεν εις την θαλασσαν· και εκλεκτοι πολεμαρχοι αυτου κατεποντισθησαν εν τη Ερυθρα θαλασση.
<scripture passage="Exod 15:5" parsed="|Exod|15|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.5" />
<sup>5</sup>Αι αβυσσοι εσκεπασαν αυτους· ως πετρα κατεβυθισθησαν εις τα βαθη.
<scripture passage="Exod 15:6" parsed="|Exod|15|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.6" />
<sup>6</sup>Η δεξια σου, Κυριε, εδοξασθη εις δυναμιν· η δεξια σου, Κυριε, συνετριψε τον εχθρον.
<scripture passage="Exod 15:7" parsed="|Exod|15|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.7" />
<sup>7</sup>Και με το μεγεθος της υπεροχης σου εξωλοθρευσας τους υπεναντιους σου· εξαπεστειλας την οργην σου και κατεφαγεν αυτους ως καλαμην.
<scripture passage="Exod 15:8" parsed="|Exod|15|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.8" />
<sup>8</sup>Και με την πνοην του θυμου σου τα υδατα επεσωρευθησαν ομου· τα κυματα εσταθησαν ως σωρος, αι αβυσσοι επηξαν εν τω μεσω της θαλασσης.
<scripture passage="Exod 15:9" parsed="|Exod|15|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.9" />
<sup>9</sup>Ο εχθρος ειπε, Θελω καταδιωξει, θελω καταφθασει, θελω διαμοιρασθη τα λαφυρα· η ψυχη μου θελει χορτασθη επ' αυτους· θελω συρει την μαχαιραν μου, η χειρ μου θελει αφανισει αυτους.
<scripture passage="Exod 15:10" parsed="|Exod|15|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.10" />
<sup>10</sup>Εφυσησας με τον ανεμον σου και η θαλασσα εσκεπασεν αυτους· κατεβυθισθησαν ως μολυβδος εις τα φοβερα υδατα.
<scripture passage="Exod 15:11" parsed="|Exod|15|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.11" />
<sup>11</sup>Τις ομοιος σου Κυριε, μεταξυ των θεων; Τις ομοιος σου, ενδοξος εις αγιοτητα, θαυμαστος εις υμνους, ενεργων τεραστια;
<scripture passage="Exod 15:12" parsed="|Exod|15|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.12" />
<sup>12</sup>Εξετεινας την δεξιαν σου, και η γη κατεπιεν αυτους.
<scripture passage="Exod 15:13" parsed="|Exod|15|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.13" />
<sup>13</sup>Με το ελεος σου ωδηγησας τον λαον τουτον, τον οποιον ελυτρωσας· ωδηγησας αυτον με την δυναμιν σου προς την κατοικιαν της αγιοτητος σου.
<scripture passage="Exod 15:14" parsed="|Exod|15|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.14" />
<sup>14</sup>Οι λαοι θελουσιν ακουσει και φριξει· πονοι θελουσι κατακυριευσει τους κατοικους της Παλαιστινης.
<scripture passage="Exod 15:15" parsed="|Exod|15|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.15" />
<sup>15</sup>Τοτε θελουσιν εκπλαγη οι ηγεμονες Εδωμ· τρομος θελει καταλαβει τους αρχοντας του Μωαβ· παντες οι κατοικοι της Χανααν θελουσιν αναλυθη.
<scripture passage="Exod 15:16" parsed="|Exod|15|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.16" />
<sup>16</sup>Φοβος και τρομος θελει επιπεσει επ' αυτους· απο του μεγεθους του βραχιονος σου θελουσιν απολιθωθη, εωσου περαση ο λαος σου, Κυριε, εωσου περαση ο λαος ουτος, τον οποιον απεκτησας.
<scripture passage="Exod 15:17" parsed="|Exod|15|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.17" />
<sup>17</sup>Θελεις εισαγαγει αυτους και φυτευσει αυτους εις το ορος της κληρονομιας σου, τον τοπον, Κυριε, τον οποιον ητοιμασας δια κατοικιαν σου, το αγιαστηριον, Κυριε, το οποιον αι χειρες σου εστησαν.
<scripture passage="Exod 15:18" parsed="|Exod|15|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.18" />
<sup>18</sup>Ο Κυριος θελει βασιλευει εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Exod 15:19" parsed="|Exod|15|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εισηλθον οι ιπποι του Φαραω εις την θαλασσαν μετα των αμαξων αυτου και μετα των ιππεων αυτου, και ο Κυριος εστρεψεν επ' αυτους τα υδατα της θαλασσης· οι δε υιοι Ισραηλ επερασαν δια ξηρας εν τω μεσω της θαλασσης.
<scripture passage="Exod 15:20" parsed="|Exod|15|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.20" />
<sup>20</sup>Μαριαμ δε η προφητις, η αδελφη του Ααρων ελαβε το τυμπανον εν τη χειρι αυτης και πασαι αι γυναικες εξηλθον κατοπιν αυτης μετα τυμπανων και χορων.
<scripture passage="Exod 15:21" parsed="|Exod|15|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.21" />
<sup>21</sup>Και η Μαριαμ ανταπεκρινετο προς αυτους, λεγουσα, Ψαλλετε εις τον Κυριον· διοτι εδοξασθη ενδοξως· τον ιππον και τον αναβατην αυτου ερριψεν εις θαλασσαν.
<scripture passage="Exod 15:22" parsed="|Exod|15|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.22" />
<sup>22</sup>Τοτε εσηκωσεν ο Μωυσης τους Ισραηλιτας απο της Ερυθρας θαλασσης, και εξηλθον εις την ερημον Σουρ· και περιεπατουν τρεις ημερας εν τη ερημω και δεν ευρισκον υδωρ.
<scripture passage="Exod 15:23" parsed="|Exod|15|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.23" />
<sup>23</sup>Και εκειθεν ηλθον εις Μερραν· δεν ηδυναντο ομως να πιωσιν εκ των υδατων της Μερρας, διοτι ησαν πικρα· δια τουτο και επωνομασθη Μερρα.
<scripture passage="Exod 15:24" parsed="|Exod|15|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.24" />
<sup>24</sup>Και εγογγυζεν ο λαος κατα του Μωυσεως, λεγων, Τι θελομεν πιει;
<scripture passage="Exod 15:25" parsed="|Exod|15|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.25" />
<sup>25</sup>Ο δε Μωυσης εβοησε προς τον Κυριον· και εδειξεν εις αυτον ο Κυριος ξυλον, το οποιον οτε ερριψεν εις τα υδατα, τα υδατα εγλυκανθησαν. Εκει εδωκεν εις αυτους παραγγελιαν και διαταγμα, και εκει εδοκιμασεν αυτους·
<scripture passage="Exod 15:26" parsed="|Exod|15|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.26" />
<sup>26</sup>και ειπεν, Εαν ακουσης επιμελως την φωνην Κυριου του Θεου σου και πραττης το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου και δωσης ακροασιν εις τας εντολας αυτου και φυλαξης παντα τα προσταγματα αυτου, δεν θελω φερει επι σε ουδεμιαν εκ των νοσων, τας οποιας εφερα κατα των Αιγυπτιων· διοτι εγω ειμαι ο Κυριος ο θεραπευων σε.
<scripture passage="Exod 15:27" parsed="|Exod|15|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.15.27" />
<sup>27</sup>Επειτα ηλθον εις Αιλειμ, οπου ησαν δωδεκα πηγαι υδατων και εβδομηκοντα δενδρα φοινικων· και εκει εστρατοπεδευσαν πλησιον των υδατων.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 16" progress="6.39%" prev="Exod.15" next="Exod.17" id="Exod.16">
<h3 id="Exod.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Exod.16-p1">
<scripture passage="Exod 16:1" parsed="|Exod|16|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.1" />
<sup>1</sup>Εσηκωθησαν δε απο Αιλειμ· και ηλθον πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εις την ερημον Σιν, την μεταξυ Αιλειμ και Σινα, την δεκατην πεμπτην ημεραν του δευτερου μηνος αφου εξηλθον εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 16:2" parsed="|Exod|16|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.2" />
<sup>2</sup>Και εγογγυζε πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ κατα του Μωυσεως και κατα του Ααρων εν τη ερημω.
<scripture passage="Exod 16:3" parsed="|Exod|16|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον προς αυτους οι υιοι Ισραηλ, Ειθε να απεθνησκομεν υπο της χειρος του Κυριου εν τη γη της Αιγυπτου, οτε εκαθημεθα πλησιον των λεβητων του κρεατος και οτε ετρωγομεν αρτον εις χορτασμον· διοτι εξηγαγετε ημας εις την ερημον ταυτην, δια να θανατωσητε με την πειναν πασαν την συναγωγην ταυτην.
<scripture passage="Exod 16:4" parsed="|Exod|16|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ιδου, θελω βρεξει εις εσας αρτον εξ ουρανου· και θελει εξερχεσθαι ο λαος και συναγει καθ' ημεραν το αρκουν της ημερας, δια να δοκιμασω αυτους, αν θελωσι περιπατει εις τον νομον μου η ουχι·
<scripture passage="Exod 16:5" parsed="|Exod|16|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.5" />
<sup>5</sup>την δε εκτην ημεραν ας ετοιμαζωσιν εκεινο το οποιον ηθελον εισαγαγει, και ας ηναι διπλασιον του οσον συναγουσι καθ' ημεραν.
<scripture passage="Exod 16:6" parsed="|Exod|16|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.6" />
<sup>6</sup>Και ειπον ο Μωυσης και ο Ααρων προς παντας τους υιους Ισραηλ, Το εσπερας θελετε γνωρισει οτι ο Κυριος εξηγαγεν υμας εκ γης Αιγυπτου·
<scripture passage="Exod 16:7" parsed="|Exod|16|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.7" />
<sup>7</sup>και το πρωι θελετε ιδει την δοξαν του Κυριου, διοτι ηκουσε τους γογγυσμους σας εναντιον του Κυριου· επειδη ημεις τι ειμεθα, ωστε να γογγυζητε καθ' ημων;
<scripture passage="Exod 16:8" parsed="|Exod|16|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Τουτο θελει γεινει, οταν ο Κυριος δωση εις εσας το εσπερας κρεας να φαγητε και το πρωι αρτον εις χορτασμον· διοτι ηκουσε Κυριος τους γογγυσμους σας τους οποιους γογγυζετε κατ' αυτου· και τι ειμεθα ημεις; οι γογγυσμοι σας δεν ειναι καθ' ημων, αλλα κατα του Κυριου.
<scripture passage="Exod 16:9" parsed="|Exod|16|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Ειπε προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ, Πλησιασατε εμπροσθεν του Κυριου· διοτι ηκουσε τους γογγυσμους σας.
<scripture passage="Exod 16:10" parsed="|Exod|16|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.10" />
<sup>10</sup>Και ενω ελαλει ο Ααρων προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ, εστρεψαν το προσωπον προς την ερημον, και ιδου, η δοξα του Κυριου εφανη εν τη νεφελη.
<scripture passage="Exod 16:11" parsed="|Exod|16|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 16:12" parsed="|Exod|16|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.12" />
<sup>12</sup>Ηκουσα τους γογγυσμους των υιων Ισραηλ· λαλησον προς αυτους, λεγων, Το εσπερας θελετε φαγει κρεας, και το πρωι θελετε χορτασθη απο αρτου, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Exod 16:13" parsed="|Exod|16|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.13" />
<sup>13</sup>Και το εσπερας ανεβησαν ορτυκια και εσκεπασαν το στρατοπεδον· και το πρωι καθ' ολα τα περιξ του στρατοπεδου ητο στρωμα δροσου.
<scripture passage="Exod 16:14" parsed="|Exod|16|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.14" />
<sup>14</sup>Και αφου το στρωμα της δροσου ανεβη, ιδου, επι το προσωπον της ερημου ητο λεπτον τι στρογγυλον, λεπτον ως παχνη επι της γης.
<scripture passage="Exod 16:15" parsed="|Exod|16|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.15" />
<sup>15</sup>Και οτε ειδον οι υιοι Ισραηλ, ειπον προς αλληλους, Τι ειναι τουτο; διοτι δεν ηξευρον τι ητο. Και ο Μωυσης ειπε προς αυτους, Ουτος ειναι ο αρτος, τον οποιον ο Κυριος σας διδει δια να φαγητε·
<scripture passage="Exod 16:16" parsed="|Exod|16|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.16" />
<sup>16</sup>ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος, Συναξατε εξ αυτου εκαστος οσον χρειαζεται δια να φαγη, εν γομορ κατα κεφαλην, κατα τον αριθμον των ψυχων σας· λαβετε εκαστος δια τους ομοσκηνους αυτου.
<scripture passage="Exod 16:17" parsed="|Exod|16|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι Ισραηλ, και συνηγαγον αλλος πολυ και αλλος ολιγον.
<scripture passage="Exod 16:18" parsed="|Exod|16|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.18" />
<sup>18</sup>Και οτε εμετρησαν με το γομορ, οστις ειχε συναξει πολυ, δεν ελαμβανε πλειοτερον· και οστις ειχε συναξει ολιγον, δεν ελαμβανεν ολιγωτερον· εκαστος ελαμβανεν οσον εχρειαζετο εις αυτον δια τροφην.
<scripture passage="Exod 16:19" parsed="|Exod|16|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.19" />
<sup>19</sup>ειπε δε προς αυτους ο Μωυσης, Ας μη αφινη εξ αυτου μηδεις υπολοιπον εως πρωι.
<scripture passage="Exod 16:20" parsed="|Exod|16|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.20" />
<sup>20</sup>Πλην δεν υπηκουσαν εις τον Μωυσην· αλλα αφηκαν τινες υπολοιπον εξ αυτου εως πρωι, και εγεννησε σκωληκας και εβρωμησε· και εθυμωθη εναντιον αυτων ο Μωυσης.
<scripture passage="Exod 16:21" parsed="|Exod|16|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.21" />
<sup>21</sup>Και συνηγον αυτο καθ' εκαστην πρωιαν, εκαστος οσον εχρειαζετο δια τροφην αυτου· και οτε ο ηλιος εθερμαινε, διελυετο.
<scripture passage="Exod 16:22" parsed="|Exod|16|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.22" />
<sup>22</sup>Την δε εκτην ημεραν συνηγαγον τροφην διπλασιαν, δυο γομορ δι' ενα· και ηλθον παντες οι αρχοντες της συναγωγης και ανηγγειλαν τουτο προς τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 16:23" parsed="|Exod|16|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.23" />
<sup>23</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Τουτο ειναι το οποιον ειπε Κυριος· Αυριον ειναι σαββατον, αναπαυσις αγια εις τον Κυριον· ψησατε ο, τι εχετε να ψησητε και βρασατε ο, τι εχετε να βρασητε· και παν το περισσευον εναποταμιευσατε εις εαυτους δια να φυλαττηται εως πρωι.
<scripture passage="Exod 16:24" parsed="|Exod|16|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.24" />
<sup>24</sup>Και εναπεταμιευσαν αυτο εως πρωι, καθως προσεταξεν ο Μωυσης· και δεν εβρωμησεν ουδε εγεινε σκωληξ εν αυτω.
<scripture passage="Exod 16:25" parsed="|Exod|16|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Φαγετε αυτο σημερον· διοτι σημερον ειναι σαββατον εις τον Κυριον· σημερον δεν θελετε ευρει αυτο εν τη πεδιαδι·
<scripture passage="Exod 16:26" parsed="|Exod|16|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.26" />
<sup>26</sup>εξ ημερας θελετε συναγει αυτο· εν τη εβδομη ομως ημερα, τω σαββατω, εν ταυτη δεν θελει ευρισκεσθαι.
<scripture passage="Exod 16:27" parsed="|Exod|16|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.27" />
<sup>27</sup>Τινες δε εκ του λαου εξηλθον την εβδομην ημεραν δια να συναξωσι, πλην δεν ευρον.
<scripture passage="Exod 16:28" parsed="|Exod|16|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εως ποτε δεν θελετε να φυλαττητε τας εντολας μου και τους νομους μου;
<scripture passage="Exod 16:29" parsed="|Exod|16|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.29" />
<sup>29</sup>ιδετε οτι ο Κυριος εδωκεν εις εσας το σαββατον, δια τουτο την εκτην ημεραν σας διδει αρτον δυο ημερων· καθισατε εκαστος εις τον τοπον αυτου· ας μη εξερχεται μηδεις εκ του τοπου αυτου την εβδομην ημεραν.
<scripture passage="Exod 16:30" parsed="|Exod|16|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.30" />
<sup>30</sup>Και εκαμε καταπαυσιν ο λαος την εβδομην ημεραν.
<scripture passage="Exod 16:31" parsed="|Exod|16|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.31" />
<sup>31</sup>Και εκαλεσεν ο οικος του Ισραηλ το ονομα αυτου Μαν· ητο δε ομοιον με σπορον κοριανδρου λευκον· και η γευσις αυτου ως πλακουντιον με μελι.
<scripture passage="Exod 16:32" parsed="|Exod|16|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος· Γεμισατε εξ αυτου εν γομορ, δια να φυλαττηται εις τας γενεας σας, δια να βλεπωσι τον αρτον με τον οποιον εθρεψα υμας εν τη ερημω, αφου εξηγαγον υμας εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 16:33" parsed="|Exod|16|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.33" />
<sup>33</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Λαβε μιαν σταμνον, και βαλε εν αυτη εν γομορ πληρες απο μαννα, και θες αυτην εμπροσθεν του Κυριου, δια να φυλαττηται εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Exod 16:34" parsed="|Exod|16|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.34" />
<sup>34</sup>Και εθεσεν αυτην ο Ααρων εμπροσθεν του Μαρτυριου, δια να φυλαττηται, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 16:35" parsed="|Exod|16|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.35" />
<sup>35</sup>Και ετρωγον οι υιοι Ισραηλ το μαννα τεσσαρακοντα ετη, εωσου ηλθον εις γην κατοικουμενην· ετρωγον το μαννα, εωσου ηλθον εις τα ορια της γης Χανααν.
<scripture passage="Exod 16:36" parsed="|Exod|16|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.16.36" />
<sup>36</sup>Το δε γομορ ειναι το δεκατον του εφα.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 17" progress="6.51%" prev="Exod.16" next="Exod.18" id="Exod.17">
<h3 id="Exod.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Exod.17-p1">
<scripture passage="Exod 17:1" parsed="|Exod|17|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.1" />
<sup>1</sup>Και εσηκωθη πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εκ της ερημου Σιν, ακολουθουντες τας οδοιπορειας αυτων κατα την προσταγην του Κυριου, και εστρατοπεδευσαν εν Ραφιδειν· οπου δεν ητο υδωρ δια να πιη ο λαος.
<scripture passage="Exod 17:2" parsed="|Exod|17|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.2" />
<sup>2</sup>Και ελοιδορει ο λαος κατα του Μωυσεως, λεγοντες, Δος εις ημας υδωρ δια να πιωμεν. Και ειπε προς αυτους ο Μωυσης, Δια τι λοιδορειτε κατ' εμου; δια τι πειραζετε τον Κυριον;
<scripture passage="Exod 17:3" parsed="|Exod|17|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.3" />
<sup>3</sup>Και εδιψησεν ο λαος εκει δια υδωρ· και εγογγυζεν ο λαος κατα του Μωυσεως, λεγοντες, Δια τι τουτο; ανεβιβασας ημας εξ Αιγυπτου, δια να θανατωσης ημας και τα τεκνα ημων και τα κτηνη ημων με την διψαν;
<scripture passage="Exod 17:4" parsed="|Exod|17|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.4" />
<sup>4</sup>Και εβοησεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, λεγων, Τι να καμω εις τουτον τον λαον; ολιγον λειπει να με λιθοβολησωσι.
<scripture passage="Exod 17:5" parsed="|Exod|17|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Διαβα εμπροσθεν του λαου, και λαβε μετα σεαυτου εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ· και την ραβδον, σου, με την οποιαν εκτυπησας τον ποταμον, λαβε εν τη χειρι σου και υπαγε·
<scripture passage="Exod 17:6" parsed="|Exod|17|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.6" />
<sup>6</sup>ιδου, εγω θελω σταθη εκει εμπροσθεν σου επι της πετρας εν Χωρηβ, και θελεις κτυπησει την πετραν και θελει εξελθει υδωρ εξ αυτης δια να πιη ο λαος. Και εκαμεν ουτως ο Μωυσης ενωπιον των πρεσβυτερων του Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 17:7" parsed="|Exod|17|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.7" />
<sup>7</sup>Και εκαλεσε το ονομα του τοπου Μασσα, και Μεριβα, δια την λοιδοριαν των υιων Ιαραηλ, και διοτι επειρασαν τον Κυριον, λεγοντες, Ειναι ο Κυριος μεταξυ ημων η ουχι;
<scripture passage="Exod 17:8" parsed="|Exod|17|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ηλθεν ο Αμαληκ και επολεμησε με τον Ισραηλ εν Ραφιδειν.
<scripture passage="Exod 17:9" parsed="|Exod|17|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ιησουν, Εκλεξον εις ημας ανδρας και εξελθων πολεμησον με τον Αμαληκ· αυριον εγω θελω σταθη επι της κορυφης του βουνου, κρατων εν τη χειρι μου την ραβδον του Θεου.
<scripture passage="Exod 17:10" parsed="|Exod|17|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.10" />
<sup>10</sup>Και εκαμεν ο Ιησους καθως ειπε προς αυτον ο Μωυσης και επολεμησε με τον Αμαληκ· ο δε Μωυσης, ο Ααρων και ο Ωρ ανεβησαν επι την κορυφην του βουνου.
<scripture passage="Exod 17:11" parsed="|Exod|17|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.11" />
<sup>11</sup>Και οποτε ο Μωυσης υψονε την χειρα αυτου, ενικα ο Ισραηλ· οποτε δε κατεβιβαζε την χειρα αυτου, ενικα ο Αμαληκ.
<scripture passage="Exod 17:12" parsed="|Exod|17|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.12" />
<sup>12</sup>Αι χειρες δε του Μωυσεως ησαν βεβαρημεναι· οθεν λαβοντες λιθον, εθεσαν υποκατω αυτου και εκαθισεν επ' αυτου· ο δε Ααρων και ο Ωρ, εις εκ του ενος μερους και εις εκ του αλλου, υπεστηριζον τας χειρας αυτου· και αι χειρες αυτου εμενον εστηριγμεναι μεχρι δυσεως ηλιου.
<scripture passage="Exod 17:13" parsed="|Exod|17|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.13" />
<sup>13</sup>Και κατεστρεψεν ο Ιησους τον Αμαληκ και τον λαον αυτου, εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="Exod 17:14" parsed="|Exod|17|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Γραψον τουτο εν βιβλιω προς μνημοσυνον, και παραδος εις τα ωτα του Ιησου· οτι θελω εξαλειψει εξαπαντος την μνημην του Αμαληκ εκ της υπο τον ουρανον.
<scripture passage="Exod 17:15" parsed="|Exod|17|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.15" />
<sup>15</sup>Και ωκοδομησεν εκει ο Μωυσης θυσιαστηριον και εκαλεσε το ονομα αυτου Ιεοβα-Νισσι·
<scripture passage="Exod 17:16" parsed="|Exod|17|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.17.16" />
<sup>16</sup>και ειπεν, Επειδη χειρ υψωθη κατα του θρονου του Κυριου, θελει εισθαι πολεμος του Κυριου προς τον Αμαληκ απο γενεας εις γενεαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 18" progress="6.57%" prev="Exod.17" next="Exod.19" id="Exod.18">
<h3 id="Exod.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Exod.18-p1">
<scripture passage="Exod 18:1" parsed="|Exod|18|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.1" />
<sup>1</sup>Ηκουσε δε ο Ιοθορ, ο ιερευς της Μαδιαμ, ο πενθερος του Μωυσεως, παντα οσα εκαμεν ο Θεος εις τον Μωυσην και εις τον Ισραηλ τον λαον αυτου, οτι εξηγαγεν ο Κυριος τον Ισραηλ εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 18:2" parsed="|Exod|18|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.2" />
<sup>2</sup>Και ελαβεν ο Ιοθορ, ο πενθερος του Μωυσεως, Σεπφωραν την γυναικα του Μωυσεως, την οποιαν ειχε πεμψει οπισω,
<scripture passage="Exod 18:3" parsed="|Exod|18|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.3" />
<sup>3</sup>και τους δυο αυτης υιους, εκ των οποιων του ενος το ονομα ητο Γηρσωμ, Διοτι παροικος, ειπεν, εσταθην εν ξενη γη·
<scripture passage="Exod 18:4" parsed="|Exod|18|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.4" />
<sup>4</sup>του δε αλλου το ονομα Ελιεζερ, Διοτι ο Θεος, ειπε, του πατρος μου εσταθη βοηθος μου και με εσωσεν εκ της μαχαιρας του Φαραω·
<scripture passage="Exod 18:5" parsed="|Exod|18|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.5" />
<sup>5</sup>και ηλθεν ο Ιοθορ ο πενθερος του Μωυσεως προς τον Μωυσην μετα των υιων αυτου και μετα της γυναικος αυτου εις την ερημον, οπου ητο εστρατοπεδευμενος εις το ορος του Θεου·
<scripture passage="Exod 18:6" parsed="|Exod|18|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.6" />
<sup>6</sup>και ανηγγειλε προς τον Μωυσην, Εγω Ιοθορ ο πενθερος σου ερχομαι προς σε και η γυνη σου και οι δυο υιοι αυτης μετ' αυτης.
<scripture passage="Exod 18:7" parsed="|Exod|18|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.7" />
<sup>7</sup>Και εξηλθεν ο Μωυσης εις συναντησιν του πενθερου αυτου και προσεκυνησεν αυτον και εφιλησεν αυτον· και ηρωτησαν ο εις τον αλλον περι της υγειας αυτων, και εισηλθον εις την σκηνην.
<scripture passage="Exod 18:8" parsed="|Exod|18|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.8" />
<sup>8</sup>Και διηγηθη ο Μωυσης προς τον πενθερον αυτου παντα οσα ο Κυριος εκαμεν εις τον Φαραω και εις τους Αιγυπτιους υπερ του Ισραηλ, παντας τους μοχθους οιτινες συνεβησαν εις αυτους καθ' οδον, και ηλευθερωσεν αυτους ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 18:9" parsed="|Exod|18|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.9" />
<sup>9</sup>Υπερεχαρη δε ο Ιοθορ δια παντα τα αγαθα οσα ο Κυριος εκαμεν εις τον Ισραηλ, τον οποιον ηλευθερωσεν εκ χειρος των Αιγυπτιων.
<scripture passage="Exod 18:10" parsed="|Exod|18|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Ιοθορ, Ευλογητος Κυριος, οστις σας ηλευθερωσεν εκ χειρος των Αιγυπτιων και εκ χειρος του Φαραω· οστις ηλευθερωσε τον λαον υποκατωθεν της χειρος των Αιγυπτιων·
<scripture passage="Exod 18:11" parsed="|Exod|18|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.11" />
<sup>11</sup>τωρα γνωριζω οτι ο Κυριος ειναι μεγας υπερ παντας τους θεους· διοτι εις το πραγμα, εις το οποιον υπερηφανευθησαν, εσταθη ανωτερος αυτων.
<scripture passage="Exod 18:12" parsed="|Exod|18|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.12" />
<sup>12</sup>Ελαβεν επειτα ο Ιοθορ, ο πενθερος του Μωυσεως, ολοκαυτωματα και θυσιας δια να προσφερη εις τον Θεον· και ηλθεν ο Ααρων, και παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ, να φαγωσιν αρτον μετα του πενθερου του Μωυσεως, εμπροσθεν του Θεου.
<scripture passage="Exod 18:13" parsed="|Exod|18|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.13" />
<sup>13</sup>Και την επαυριον εκαθισεν ο Μωυσης δια να κρινη τον λαον. και παριστατο ο λαος εμπροσθεν του Μωυσεως απο πρωιας εως εσπερας.
<scripture passage="Exod 18:14" parsed="|Exod|18|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.14" />
<sup>14</sup>Και ιδων ο πενθερος του Μωυσεως παντα οσα εκαμνεν εις τον λαον, ειπε, Τι ειναι τουτο το πραγμα, το οποιον καμνεις εις τον λαον; δια τι συ καθησαι μονος, απας δε ο λαος παρισταται εμπροσθεν σου απο πρωιας εως εσπερας;
<scripture passage="Exod 18:15" parsed="|Exod|18|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον πενθερον αυτου, διοτι ο λαος ερχεται προς εμε δια να ερωτηση τον Θεον·
<scripture passage="Exod 18:16" parsed="|Exod|18|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.16" />
<sup>16</sup>οταν εχωσιν υποθεσιν τινα, ερχονται προς εμε και εγω κρινω μεταξυ του ενος και του αλλου· και δεικνυω εις αυτους τα προσταγματα του Θεου και τους νομους αυτου.
<scripture passage="Exod 18:17" parsed="|Exod|18|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο πενθερος του Μωυσεως προς αυτον, Δεν ειναι καλον το πραγμα, το οποιον καμνεις·
<scripture passage="Exod 18:18" parsed="|Exod|18|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.18" />
<sup>18</sup>βεβαιως και συ θελεις αποκαμει και ο λαος ουτος ο μετα σου· διοτι το πραγμα ειναι πολυ βαρυ δια σε· δεν δυνασαι μονος να καμνης τουτο.
<scripture passage="Exod 18:19" parsed="|Exod|18|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.19" />
<sup>19</sup>Ακουσον λοιπον την φωνην μου· θελω σε συμβουλευσει και ο Θεος θελει εισθαι μετα σου· συ μεν εσο ενωπιον του Θεου υπερ του λαου, δια να αναφερης τας υποθεσεις προς τον Θεον·
<scripture passage="Exod 18:20" parsed="|Exod|18|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.20" />
<sup>20</sup>και διδασκε αυτους τα προσταγματα και τους νομους και δεικνυε προς αυτους την οδον εις την οποιαν πρεπει να περιπατωσι, και τα εργα τα οποια πρεπει να πραττωσι·
<scripture passage="Exod 18:21" parsed="|Exod|18|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.21" />
<sup>21</sup>πλην εκλεξον εκ παντος του λαου ανδρας αξιους, φοβουμενους τον Θεον, ανδρας φιλαληθεις, μισουντας την φιλαργυριαν· και καταστησον αυτους επ' αυτων χιλιαρχους, εκατονταρχους, πεντηκονταρχους και δεκαρχους·
<scripture passage="Exod 18:22" parsed="|Exod|18|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.22" />
<sup>22</sup>και ας κρινωσι τον λαον παντοτε· και πασαν μεν μεγαλην υποθεσιν ας αναφερωσι προς σε· πασαν δε μικραν υποθεσιν ας κρινωσιν αυτοι· ουτω θελεις ανακουφισθη, και θελουσι βασταζει το βαρος μετα σου.
<scripture passage="Exod 18:23" parsed="|Exod|18|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.23" />
<sup>23</sup>εαν καμης τουτο το πραγμα και ο Θεος σε προσταζη ουτω, τοτε θελεις δυνηθη να ανθεξης, και προσετι πας ο λαος ουτος θελει φθασει εις τον τοπον αυτου εν ειρηνη.
<scripture passage="Exod 18:24" parsed="|Exod|18|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.24" />
<sup>24</sup>Και ηκουσεν ο Μωυσης την φωνην του πενθερου αυτου και εκαμε παντα οσα ειπε.
<scripture passage="Exod 18:25" parsed="|Exod|18|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.25" />
<sup>25</sup>Και εκλεξεν ο Μωυσης εκ παντος του Ισραηλ ανδρας αξιους και κατεστησεν αυτους αρχηγους επι του λαου, χιλιαρχους, εκατονταρχους, πεντηκονταρχους και δεκαρχους·
<scripture passage="Exod 18:26" parsed="|Exod|18|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.26" />
<sup>26</sup>και εκρινον τον λαον εν παντι καιρω· τας μεν υποθεσεις τας δυσκολους ανεφερον προς τον Μωυσην, πασαν δε μικραν υποθεσιν εκρινον αυτοι.
<scripture passage="Exod 18:27" parsed="|Exod|18|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.18.27" />
<sup>27</sup>Επειτα προεπεμψεν ο Μωυσης τον πενθερον αυτου και απηλθεν εις την γην αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 19" progress="6.67%" prev="Exod.18" next="Exod.20" id="Exod.19">
<h3 id="Exod.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Exod.19-p1">
<scripture passage="Exod 19:1" parsed="|Exod|19|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.1" />
<sup>1</sup>Εις τον τριτον μηνα της εξοδου των υιων Ισραηλ εκ της Αιγυπτου, την ημεραν ταυτην ηλθον εις την ερημον Σινα.
<scripture passage="Exod 19:2" parsed="|Exod|19|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.2" />
<sup>2</sup>Εσηκωθησαν δε απο Ραφιδειν και ηλθον εις την ερημον Σινα και εστρατοπεδευσαν εν τη ερημω· και εκει κατεσκηνωσεν ο Ισραηλ απεναντι του ορους.
<scripture passage="Exod 19:3" parsed="|Exod|19|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Μωυσης ανεβη προς τον Θεον· και εκαλεσεν αυτον ο Κυριος εκ του ορους, λεγων, Ουτω θελεις ειπει προς τον οικον Ιακωβ, και αναγγειλει προς τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 19:4" parsed="|Exod|19|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.4" />
<sup>4</sup>Σεις ειδετε οσα εκαμα εις τους Αιγυπτιους, και σας εσηκωσα ως επι πτερυγων αετου και σας εφερα προς εμαυτον·
<scripture passage="Exod 19:5" parsed="|Exod|19|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.5" />
<sup>5</sup>τωρα λοιπον εαν τωοντι υπακουσητε εις την φωνην μου, και φυλαξητε την διαθηκην μου, θελετε εισθαι εις εμε ο εκλεκτος απο παντων των λαων· διοτι ιδικη μου ειναι πασα η γη·
<scripture passage="Exod 19:6" parsed="|Exod|19|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.6" />
<sup>6</sup>και σεις θελετε εισθαι εις εμε βασιλειον ιερατευμα και εθνος αγιον. Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους θελεις ειπει προς τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 19:7" parsed="|Exod|19|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.7" />
<sup>7</sup>Και ηλθεν ο Μωυσης και εκαλεσε τους πρεσβυτερους του λαου και εθεσεν εμπροσθεν αυτων παντας εκεινους τους λογους, τους οποιους προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 19:8" parsed="|Exod|19|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.8" />
<sup>8</sup>Και απεκριθη ομοφωνως πας ο λαος, λεγων, Παντα οσα ειπεν ο Κυριος θελομεν πραξει. Και ανεφερεν ο Μωυσης προς τον Κυριον τους λογους του λαου.
<scripture passage="Exod 19:9" parsed="|Exod|19|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ιδου, εγω ερχομαι προς σε εν νεφελη πυκνη, δια να ακουση ο λαος οταν λαλησω προς σε, και ετι να πιστευη εις σε παντοτε. Ανηγγειλε δε ο Μωυσης προς τον Κυριον τους λογους του λαου.
<scripture passage="Exod 19:10" parsed="|Exod|19|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Υπαγε προς τον λαον και αγιασον αυτους σημερον και αυριον, και ας πλυνωσι τα ιματια αυτων·
<scripture passage="Exod 19:11" parsed="|Exod|19|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.11" />
<sup>11</sup>και ας ηναι ετοιμοι εις την ημεραν την τριτην· διοτι εν τη ημερα τη τριτη θελει καταβη ο Κυριος επι το ορος Σινα ενωπιον παντος του λαου·
<scripture passage="Exod 19:12" parsed="|Exod|19|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.12" />
<sup>12</sup>και θελεις βαλει εις τον λαον ορια κυκλοθεν, λεγων, Προσεχετε εις εαυτους μη αναβητε εις το ορος η εγγισητε εις τα ακρα αυτου· οστις εγγιση το ορος, θελει εξαπαντος θανατωθη·
<scripture passage="Exod 19:13" parsed="|Exod|19|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.13" />
<sup>13</sup>δεν θελει εγγισει εις αυτον χειρ, διοτι με λιθους θελει λιθοβοληθη η με βελη θελει κατατοξευθη· ειτε ζωον ειναι ειτε ανθρωπος, δεν θελει ζησει. Οταν η σαλπιγξ ηχηση, τοτε θελουσιν αναβη επι το ορος.
<scripture passage="Exod 19:14" parsed="|Exod|19|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.14" />
<sup>14</sup>Και κατεβη ο Μωυσης απο του ορους προς τον λαον και ηγιασε τον λαον· και επλυναν τα ιματια αυτων.
<scripture passage="Exod 19:15" parsed="|Exod|19|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς τον λαον, Γινεσθε ετοιμοι δια την ημεραν την τριτην· μη πλησιασητε εις γυναικα.
<scripture passage="Exod 19:16" parsed="|Exod|19|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.16" />
<sup>16</sup>Και εν τη ημερα τη τριτη το πρωι εγειναν βρονται και αστραπαι, και νεφελη πυκνη ητο επι του ορους, και φωνη σαλπιγγος δυνατη σφοδρα· και ετρεμε πας ο λαος ο εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Exod 19:17" parsed="|Exod|19|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.17" />
<sup>17</sup>Τοτε εξηγαγεν ο Μωυσης τον λαον εκ του στρατοπεδου εις την συναντησιν του Θεου· και εσταθησαν υπο το ορος.
<scripture passage="Exod 19:18" parsed="|Exod|19|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.18" />
<sup>18</sup>Το δε ορος Σινα ητο ολον καπνος, διοτι κατεβη ο Κυριος εν πυρι επ' αυτο· ανεβαινε δε ο καπνος αυτου ως καπνος καμινου και ολον το ορος εσειετο σφοδρα.
<scripture passage="Exod 19:19" parsed="|Exod|19|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.19" />
<sup>19</sup>Και οτε η φωνη της σαλπιγγος προεβαινεν αυξανομενη σφοδρα, ο Μωυσης ελαλει και ο Θεος απεκρινετο προς αυτον μετα φωνης.
<scripture passage="Exod 19:20" parsed="|Exod|19|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.20" />
<sup>20</sup>Και κατεβη ο Κυριος επι το ορος Σινα, επι την κορυφην του ορους· και εκαλεσε Κυριος τον Μωυσην επι την κορυφην του ορους, και ανεβη ο Μωυσης.
<scripture passage="Exod 19:21" parsed="|Exod|19|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Καταβας, διαμαρτυρηθητι προς τον λαον, μηποτε υπερβωσι τα ορια και αναβωσι προς τον Κυριον δια να περιεργασθωσι και πεσωσι πολλοι εξ αυτων·
<scripture passage="Exod 19:22" parsed="|Exod|19|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.22" />
<sup>22</sup>και οι ιερεις δε οι πλησιαζοντες προς τον Κυριον ας αγιασθωσι, δια να μη εξορμηση ο Κυριος επ' αυτους.
<scripture passage="Exod 19:23" parsed="|Exod|19|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, Ο λαος δεν δυναται να αναβη εις το ορος Σινα· διοτι συ προσεταξας εις ημας, λεγων, Βαλε ορια κυκλοθεν του ορους και αγιασον αυτο.
<scripture passage="Exod 19:24" parsed="|Exod|19|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.24" />
<sup>24</sup>Και ειπε Κυριος προς αυτον, Υπαγε, καταβα· επειτα θελεις αναβη, συ και ο Ααρων μετα σου· οι ιερεις ομως και ο λαος ας μη υπερβωσι τα ορια δια να αναβωσι προς τον Κυριον, δια να μη εξορμηση επ' αυτους.
<scripture passage="Exod 19:25" parsed="|Exod|19|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.19.25" />
<sup>25</sup>Και κατεβη ο Μωυσης προς τον λαον και ωμιλησε προς αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 20" progress="6.75%" prev="Exod.19" next="Exod.21" id="Exod.20">
<h3 id="Exod.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Exod.20-p1">
<scripture passage="Exod 20:1" parsed="|Exod|20|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησεν ο Θεος παντας τους λογους τουτους, λεγων,
<scripture passage="Exod 20:2" parsed="|Exod|20|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.2" />
<sup>2</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, ο εξαγαγων σε εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας.
<scripture passage="Exod 20:3" parsed="|Exod|20|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.3" />
<sup>3</sup>Μη εχης αλλους θεους πλην εμου.
<scripture passage="Exod 20:4" parsed="|Exod|20|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.4" />
<sup>4</sup>Μη καμης εις σεαυτον ειδωλον, μηδε ομοιωμα τινος, οσα ειναι εν τω ουρανω ανω, η οσα εν τη γη κατω, οσα εν τοις υδασιν υποκατω της γης·
<scripture passage="Exod 20:5" parsed="|Exod|20|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.5" />
<sup>5</sup>μη προσκυνησης αυτα μηδε λατρευσης αυτα· διοτι εγω Κυριος ο Θεος σου ειμαι Θεος ζηλοτυπος, ανταποδιδων τας αμαρτιας των πατερων επι τα τεκνα, εως τριτης και τεταρτης γενεας των μισουντων με·
<scripture passage="Exod 20:6" parsed="|Exod|20|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.6" />
<sup>6</sup>και καμνων ελεος εις χιλιαδας γενεων των αγαπωντων με και φυλαττοντων τα προσταγματα μου.
<scripture passage="Exod 20:7" parsed="|Exod|20|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.7" />
<sup>7</sup>Μη λαβης το ονομα Κυριου του Θεου σου επι ματαιω· διοτι δεν θελει αθωωσει ο Κυριος τον λαμβανοντα επι ματαιω το ονομα αυτου.
<scripture passage="Exod 20:8" parsed="|Exod|20|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.8" />
<sup>8</sup>Ενθυμου την ημεραν του σαββατου, δια να αγιαζης αυτην·
<scripture passage="Exod 20:9" parsed="|Exod|20|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.9" />
<sup>9</sup>εξ ημερας εργαζου και καμνε παντα τα εργα σου·
<scripture passage="Exod 20:10" parsed="|Exod|20|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.10" />
<sup>10</sup>η ημερα ομως η εβδομη ειναι σαββατον Κυριου του Θεου σου· μη καμης εν ταυτη ουδεν εργον, μητε συ, μητε ο υιος σου, μητε η θυγατηρ σου, μητε ο δουλος σου, μητε η δουλη σου, μητε το κτηνος σου, μητε ο ξενος σου, ο εντος των πυλων σου·
<scripture passage="Exod 20:11" parsed="|Exod|20|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.11" />
<sup>11</sup>διοτι εις εξ ημερας εποιησεν ο Κυριος τον ουρανον και την γην, την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοις· εν δε τη ημερα τη εβδομη κατεπαυσε· δια τουτο ευλογησε Κυριος την ημεραν του σαββατου και ηγιασεν αυτην.
<scripture passage="Exod 20:12" parsed="|Exod|20|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.12" />
<sup>12</sup>Τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου, δια να γεινης μακροχρονιος επι της γης, την οποιαν σοι διδει Κυριος ο Θεος σου.
<scripture passage="Exod 20:13" parsed="|Exod|20|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.13" />
<sup>13</sup>Μη φονευσης.
<scripture passage="Exod 20:14" parsed="|Exod|20|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.14" />
<sup>14</sup>Μη μοιχευσης.
<scripture passage="Exod 20:15" parsed="|Exod|20|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.15" />
<sup>15</sup>Μη κλεψης.
<scripture passage="Exod 20:16" parsed="|Exod|20|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.16" />
<sup>16</sup>Μη ψευδομαρτυρησης κατα του πλησιον σου μαρτυριαν ψευδη.
<scripture passage="Exod 20:17" parsed="|Exod|20|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.17" />
<sup>17</sup>Μη επιθυμησης την οικιαν του πλησιον σου· μη επιθυμησης την γυναικα του πλησιον σου· μηδε τον δουλον αυτου· μηδε την δουλην αυτου, μηδε τον βουν αυτου, μηδε τον ονον αυτου, μηδε παν ο, τι ειναι του πλησιον σου.
<scripture passage="Exod 20:18" parsed="|Exod|20|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.18" />
<sup>18</sup>Και πας ο λαος εβλεπε τας βροντας και τας αστραπας και την φωνην της σαλπιγγος και το ορος καπνιζον· και οτε ο λαος ειδε ταυτα, απεσυρθησαν και εσταθησαν μακροθεν.
<scripture passage="Exod 20:19" parsed="|Exod|20|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.19" />
<sup>19</sup>Και ειπον προς τον Μωυσην, συ λαλησον προς ημας και θελομεν ακουσει και ας μη λαληση προς ημας ο Θεος, δια να μη αποθανωμεν.
<scripture passage="Exod 20:20" parsed="|Exod|20|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον λαον, Μη φοβεισθε· διοτι ο Θεος ηλθε δια να σας δοκιμαση, και δια να ηναι ο φοβος αυτου εμπροσθεν σας δια να μη αμαρτανητε.
<scripture passage="Exod 20:21" parsed="|Exod|20|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.21" />
<sup>21</sup>Και εσταθη ο λαος μακροθεν· ο δε Μωυσης επλησιασεν εις την ομιχλην οπου ητο ο Θεος.
<scripture passage="Exod 20:22" parsed="|Exod|20|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.22" />
<sup>22</sup>Ειπε δε Κυριος προς τον Μωυσην, Ουτως ειπε προς τους υιους Ισραηλ· Σεις ειδετε οτι εκ του ουρανου ελαλησα με σας·
<scripture passage="Exod 20:23" parsed="|Exod|20|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.23" />
<sup>23</sup>μη καμητε θεους μετ' εμου αργυρους· μηδε καμητε εις εαυτους θεους χρυσους·
<scripture passage="Exod 20:24" parsed="|Exod|20|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.24" />
<sup>24</sup>θυσιαστηριον εκ γης καμε εις εμε· και θυσιαζε επ' αυτου τα ολοκαυτωματα σου και τας ειρηνικας προσφορας σου, τα προβατα σου και τους βοας σου· εν παντι τοπω οπου αναμνησω το ονομα μου, θελω ερχεσθαι προς σε και θελω σε ευλογει·
<scripture passage="Exod 20:25" parsed="|Exod|20|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.25" />
<sup>25</sup>εαν δε εκ λιθων καμης θυσιαστηριον εις εμε, δεν θελεις οικοδομησει αυτο εκ πετρας πελεκητης· διοτι εαν περασης επανω αυτου το εργαλειον σου, θελεις μολυνει αυτο·
<scripture passage="Exod 20:26" parsed="|Exod|20|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.20.26" />
<sup>26</sup>και μη αναβης δι' αναβαθμιδων επι το θυσιαστηριον μου, δια να μη αποκαλυφθη επ' αυτου η γυμνωσις σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 21" progress="6.82%" prev="Exod.20" next="Exod.22" id="Exod.21">
<h3 id="Exod.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Exod.21-p1">
<scripture passage="Exod 21:1" parsed="|Exod|21|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.1" />
<sup>1</sup>Αυται δε ειναι αι κρισεις, τας οποιας θελεις εκθεσει εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Exod 21:2" parsed="|Exod|21|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.2" />
<sup>2</sup>Εαν αγορασης δουλον Εβραιον, εξ ετη θελει δουλευσει· εν δε τω εβδομω θελει εξελθει ελευθερος, δωρεαν.
<scripture passage="Exod 21:3" parsed="|Exod|21|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.3" />
<sup>3</sup>Εαν εισηλθε μονος, μονος θελει εξελθει· εαν ειχε γυναικα, τοτε η γυνη αυτου θελει εξελθει μετ' αυτου.
<scripture passage="Exod 21:4" parsed="|Exod|21|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.4" />
<sup>4</sup>Εαν ο κυριος αυτου εδωκεν εις αυτον γυναικα, και εγεννησεν εις αυτον υιους η θυγατερας, η γυνη και τα τεκνα αυτης θελουσιν εισθαι του κυριου αυτης, αυτος δε θελει εξελθει μονος.
<scripture passage="Exod 21:5" parsed="|Exod|21|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εαν ο δουλος ειπη φανερα, Αγαπω τον κυριον μου, την γυναικα μου και τα τεκνα μου, δεν θελω εξελθει ελευθερος·
<scripture passage="Exod 21:6" parsed="|Exod|21|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.6" />
<sup>6</sup>τοτε ο κυριος αυτου θελει φερει αυτον προς τους κριτας· και θελει φερει αυτον εις την θυραν η εις τον παραστατην της θυρας, και ο κυριος αυτου θελει τρυπησει το ωτιον αυτου με τρυπητηριον· και θελει δουλευει αυτον διαπαντος.
<scripture passage="Exod 21:7" parsed="|Exod|21|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.7" />
<sup>7</sup>Και εαν τις πωληση την θυγατερα αυτου δια δουλην, δεν θελει εξελθει καθως εξερχονται οι δουλοι.
<scripture passage="Exod 21:8" parsed="|Exod|21|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.8" />
<sup>8</sup>Εαν δεν αρεση εις τον κυριον αυτης, οστις ηρραβωνισθη αυτην εις εαυτον, τοτε θελει απολυτρωσει αυτην· εις ξενον εθνος δεν θελει εχει εξουσιαν να πωληση αυτην, επειδη εφερθη προς αυτην απιστως.
<scripture passage="Exod 21:9" parsed="|Exod|21|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.9" />
<sup>9</sup>Αν ομως ηρραβωνισεν αυτην με τον υιον αυτου, θελει καμει προς αυτην κατα το δικαιωμα των θυγατερων.
<scripture passage="Exod 21:10" parsed="|Exod|21|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.10" />
<sup>10</sup>Εαν λαβη εις εαυτον αλλην, δεν θελει στερησει την τροφην αυτης, τα ενδυματα αυτης, και το προς αυτην χρεος του γαμου.
<scripture passage="Exod 21:11" parsed="|Exod|21|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.11" />
<sup>11</sup>Εαν ομως δεν καμνη εις αυτην τα τρια ταυτα, τοτε θελει εξελθει δωρεαν ανευ αργυριου.
<scripture passage="Exod 21:12" parsed="|Exod|21|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.12" />
<sup>12</sup>Οστις παταξη ανθρωπον, και αποθανη, θελει εξαπαντος θανατωθη·
<scripture passage="Exod 21:13" parsed="|Exod|21|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.13" />
<sup>13</sup>εαν ομως δεν παρεμονευσεν, αλλ' ο Θεος παρεδωκεν αυτον εις την χειρα αυτου, τοτε εγω θελω σοι διορισει τοπον, οπου θελει καταφυγει·
<scripture passage="Exod 21:14" parsed="|Exod|21|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.14" />
<sup>14</sup>εαν δε τις εγερθη κατα του πλησιον αυτου δια να δολοφονηση αυτον, απο του θυσιαστηριου μου θελεις αποσπασει αυτον δια να θανατωθη.
<scripture passage="Exod 21:15" parsed="|Exod|21|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.15" />
<sup>15</sup>Και οστις παταξη τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου, θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Exod 21:16" parsed="|Exod|21|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.16" />
<sup>16</sup>Και οστις κλεψη ανθρωπον και πωληση αυτον, η εαν ευρεθη εις τας χειρας αυτου, θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Exod 21:17" parsed="|Exod|21|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.17" />
<sup>17</sup>Και οστις κακολογη τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου, θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Exod 21:18" parsed="|Exod|21|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.18" />
<sup>18</sup>Και εαν ανθρωποι λογομαχωσι μετ' αλληλων και ο εις παταξη τον αλλον με λιθον η με γρονθον, και δεν αποθανη αλλα γεινη κλινηρης,
<scripture passage="Exod 21:19" parsed="|Exod|21|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.19" />
<sup>19</sup>εαν σηκωθη και περιπατηση εξω με την βακτηριαν αυτου, τοτε θελει εισθαι ελευθερος ο παταξας· μονον θελει αποζημιωσει αυτον δια την αργιαν αυτου και θελει επιμεληθη την τελειαν θεραπειαν αυτου.
<scripture passage="Exod 21:20" parsed="|Exod|21|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.20" />
<sup>20</sup>Και εαν τις παταξη τον δουλον αυτου η την δουλην αυτου με ραβδον, και αποθανη υπο τας χειρας αυτου, θελει εξαπαντος τιμωρηθη.
<scripture passage="Exod 21:21" parsed="|Exod|21|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.21" />
<sup>21</sup>Αν ομως ζηση μιαν ημεραν η δυο, δεν θελει τιμωρηθη· διοτι ειναι αργυριον αυτου.
<scripture passage="Exod 21:22" parsed="|Exod|21|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.22" />
<sup>22</sup>Εαν μαχωνται ανδρες και παταξωσι γυναικα εγκυον και εξελθη το παιδιον αυτης, δεν συμβη ομως συμφορα· θελει εξαπαντος καμει αποζημιωσιν ο παταξας, οποιαν ο ανηρ της γυναικος επιβαλη εις αυτον· και θελει πληρωσει κατα την αποφασιν των κριτων.
<scripture passage="Exod 21:23" parsed="|Exod|21|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.23" />
<sup>23</sup>Αν ομως συμβη συμφορα, τοτε θελεις δωσει ζωην αντι ζωης,
<scripture passage="Exod 21:24" parsed="|Exod|21|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.24" />
<sup>24</sup>οφθαλμον αντι οφθαλμου, οδοντα αντι οδοντος, χειρα αντι χειρος, ποδα αντι ποδος,
<scripture passage="Exod 21:25" parsed="|Exod|21|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.25" />
<sup>25</sup>καυσιμον αντι καυσιματος, πληγην αντι πληγης, κτυπημα αντι κτυπηματος.
<scripture passage="Exod 21:26" parsed="|Exod|21|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.26" />
<sup>26</sup>Εαν τις παταξη τον οφθαλμον του δουλου αυτου η τον οφθαλμον της δουλης αυτου και τυφλωση αυτον, θελει αφησει αυτον ελευθερον εξ αιτιας του οφθαλμου αυτου.
<scripture passage="Exod 21:27" parsed="|Exod|21|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.27" />
<sup>27</sup>Και εαν εκβαλη τον οδοντα του δουλον αυτου η τον οδοντα της δουλης αυτου, θελει αφησει αυτον ελευθερον εξ αιτιας του οδοντος αυτου.
<scripture passage="Exod 21:28" parsed="|Exod|21|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.28" />
<sup>28</sup>Εαν βους κερατιση ανδρα η γυναικα, και αποθανη, τοτε ο βους θελει λιθοβοληθη με λιθους και δεν θελει τρωγεσθαι το κρεας αυτου· ο κυριος δε του βοος θελει εισθαι αθωος.
<scripture passage="Exod 21:29" parsed="|Exod|21|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.29" />
<sup>29</sup>Εαν ομως ο βους ητο κερατιστης απο προτερον, και εγεινε διαμαρτυρια εις τον κυριον αυτου και δεν εφυλαξεν αυτον, εαν θανατωση ανδρα η γυναικα, ο βους θελει λιθοβοληθη και ακομη ο κυριος αυτου θελει θανατωθη.
<scripture passage="Exod 21:30" parsed="|Exod|21|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.30" />
<sup>30</sup>Εαν επιβληθη εις αυτον τιμη εξαγορασεως, θελει δωσει δια την εξαγορασιν της ζωης αυτου οσα ηθελον επιβληθη εις αυτον.
<scripture passage="Exod 21:31" parsed="|Exod|21|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.31" />
<sup>31</sup>Ειτε υιον κερατιση, ειτε θυγατερα κερατιση, κατα την κρισιν ταυτην θελει γεινει εις αυτον.
<scripture passage="Exod 21:32" parsed="|Exod|21|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.32" />
<sup>32</sup>Εαν ο βους κερατιση δουλον η δουλην, θελει δωσει εις τον κυριον αυτων τριακοντα σικλους αργυριου· ο δε βους θελει λιθοβοληθη.
<scripture passage="Exod 21:33" parsed="|Exod|21|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.33" />
<sup>33</sup>Και εαν τις ανοιξη λακκον η εαν τις σκαψη λακκον και δεν σκεπαση αυτον, και πεση εις αυτον βους η ονος,
<scripture passage="Exod 21:34" parsed="|Exod|21|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.34" />
<sup>34</sup>ο κυριος του λακκου θελει καμει αποζημιωσιν, αργυριον θελει αποδωσει εις τον κυριον αυτων· το δε θανατωθεν θελει εισθαι αυτου.
<scripture passage="Exod 21:35" parsed="|Exod|21|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.35" />
<sup>35</sup>Και εαν ο βους τινος κερατιση τον βουν του πλησιον αυτου και θανατωθη, τοτε θελουσι πωλησει τον ζωντα βουν, και θελουσι μοιρασθη το αργυριον αυτου και τον θανατωθεντα ομοιως θελουσι μοιρασθη.
<scripture passage="Exod 21:36" parsed="|Exod|21|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.21.36" />
<sup>36</sup>Εαν ομως ηναι γνωστον οτι ο βους ητο κερατιστης απο προτερον, και ο κυριος αυτου δεν εφυλαξεν αυτον, θελει εξαπαντος πληρωσει βουν αντι βοος· ο δε θανατωθεις θελει εισθαι αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 22" progress="6.93%" prev="Exod.21" next="Exod.23" id="Exod.22">
<h3 id="Exod.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Exod.22-p1">
<scripture passage="Exod 22:1" parsed="|Exod|22|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.1" />
<sup>1</sup>Εαν τις κλεψη βουν η προβατον και σφαξη αυτο η πωληση αυτο, θελει πληρωσει πεντε βοας αντι του βοος και τεσσαρα προβατα αντι του προβατου.
<scripture passage="Exod 22:2" parsed="|Exod|22|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.2" />
<sup>2</sup>Εαν ο κλεπτης ευρεθη καμνων ρηξιν και κτυπηθη και αποθανη, δεν θελει χυθη αιμα δι' αυτον.
<scripture passage="Exod 22:3" parsed="|Exod|22|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.3" />
<sup>3</sup>Εαν ομως ο ηλιος ανατειλη επανω αυτου, θελει χυθη αιμα δι' αυτον· πρεπει να καμη ανταποδοσιν· και αν δεν εχη, θελει πωληθη δια την κλοπην αυτου.
<scripture passage="Exod 22:4" parsed="|Exod|22|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.4" />
<sup>4</sup>Εαν το κλοπιμαιον ευρεθη εις τας χειρας αυτου ζων, ειτε βους ειτε ονος ειτε προβατον, θελει αποδωσει το διπλουν.
<scripture passage="Exod 22:5" parsed="|Exod|22|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.5" />
<sup>5</sup>Εαν τις καταβοσκηση αγρον η αμπελωνα και αφηση το κτηνος αυτου να βοσκηθη εν αγρω ξενου ανθρωπου, θελει καμει ανταποδοσιν εκ του καλητερου του αγρου αυτου και εκ του καλητερου του αμπελωνος αυτου.
<scripture passage="Exod 22:6" parsed="|Exod|22|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.6" />
<sup>6</sup>Εαν εξελθη πυρ και ευρη ακανθας, και καωσι θημωνιαι σιτου η ασταχυα ισταμενα η αγρος, ο αναψας το πυρ θελει εξαπαντος καμει ανταποδοσιν.
<scripture passage="Exod 22:7" parsed="|Exod|22|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.7" />
<sup>7</sup>Εαν τις παραδωση εις τον πλησιον αυτου αργυριον η σκευη δια να φυλαττη αυτα, και κλαπωσιν εκ της οικιας του ανθρωπου, αν ευρεθη ο κλεπτης, θελει αποδωσει το διπλουν·
<scripture passage="Exod 22:8" parsed="|Exod|22|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.8" />
<sup>8</sup>αν ο κλεπτης δεν ευρεθη, τοτε ο κυριος της οικιας θελει φερθη εμπροσθεν των κριτων, δια να εξετασθη αν δεν εβαλε την χειρα αυτου επι τα κτηματα του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Exod 22:9" parsed="|Exod|22|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.9" />
<sup>9</sup>Περι παντος ειδους αδικηματος, περι βοος, περι ονου, περι προβατου, περι ενδυματος, περι παντος πραγματος χαμενου, το οποιον αλλος ηθελε διαφιλονεικει οτι ειναι αυτου, η κρισις αμφοτερων θελει ελθει εμπροσθεν των κριτων· και οντινα καταδικασωσιν οι κριται, εκεινος θελει αποδωσει το διπλουν εις τον πλησιον αυτου.
<scripture passage="Exod 22:10" parsed="|Exod|22|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.10" />
<sup>10</sup>Εαν τις παραδωση εις τον πλησιον αυτου ονον η βουν η προβατον η οποιονδηποτε κτηνος, δια να φυλαττη αυτο, και αποθανη η συντριφθη η αρπαχθη χωρις να ιδη τις,
<scripture passage="Exod 22:11" parsed="|Exod|22|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.11" />
<sup>11</sup>ορκος Θεου θελει γεινει ανα μεσον αμφοτερων αυτων, οτι δεν εβαλε την χειρα αυτου επι το κτημα του πλησιον αυτου· και ο κυριος αυτου θελει λαβει αυτο, ο δε αλλος δεν θελει καμει ανταποδοσιν.
<scripture passage="Exod 22:12" parsed="|Exod|22|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.12" />
<sup>12</sup>Εαν ομως εκλεφθη παρ' αυτου, θελει καμει ανταποδοσιν εις τον κυριον αυτου.
<scripture passage="Exod 22:13" parsed="|Exod|22|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.13" />
<sup>13</sup>Εαν εγεινε θηριαλωτον, θελει φερει αυτο δια μαρτυριαν και δεν θελει πληρωσει το θηριαλωτον.
<scripture passage="Exod 22:14" parsed="|Exod|22|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.14" />
<sup>14</sup>Και εαν τις δανεισθη ζωον παρα του πλησιον αυτου, και συντριφθη η αποθανη, ο δε κυριος αυτου δεν ηναι μετ' αυτου, θελει εξαπαντος πληρωσει αυτο.
<scripture passage="Exod 22:15" parsed="|Exod|22|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.15" />
<sup>15</sup>Εαν ομως ο κυριος αυτου ηναι μετ' αυτου, δεν θελει πληρωσει· αν ητο μεμισθωμενον, ηλθε δια τον μισθον αυτου.
<scripture passage="Exod 22:16" parsed="|Exod|22|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.16" />
<sup>16</sup>Και εαν τις απατηση παρθενον μη ηρραβωνισμενην, και κοιμηθη μετ' αυτης, θελει εξαπαντος προικισει αυτην με προικα δια γυναικα εις εαυτον.
<scripture passage="Exod 22:17" parsed="|Exod|22|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.17" />
<sup>17</sup>Εαν ομως ο πατηρ αυτης δεν στεργη να δωση αυτην εις αυτον, αργυριον θελει πληρωσει κατα την προικα των παρθενων.
<scripture passage="Exod 22:18" parsed="|Exod|22|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.18" />
<sup>18</sup>Μαγισσαν δεν θελεις αφησει να ζη.
<scripture passage="Exod 22:19" parsed="|Exod|22|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.19" />
<sup>19</sup>Οστις συνευρεθη με κτηνος, θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Exod 22:20" parsed="|Exod|22|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.20" />
<sup>20</sup>Ο θυσιαζων εις θεους, εκτος εις μονον τον Κυριον, θελει εξολοθρευθη.
<scripture passage="Exod 22:21" parsed="|Exod|22|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.21" />
<sup>21</sup>Και ξενον δεν θελεις κακοποιησει ουδε θελεις καταδυναστευσει αυτον· διοτι ξενοι εσταθητε εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 22:22" parsed="|Exod|22|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.22" />
<sup>22</sup>Ουδεμιαν χηραν η ορφανον δεν θελετε καταθλιψει.
<scripture passage="Exod 22:23" parsed="|Exod|22|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.23" />
<sup>23</sup>Εαν καταθλιψητε αυτους οπωσδηποτε και βοησωσι προς εμε, θελω εξαπαντος εισακουσει της φωνης αυτων,
<scripture passage="Exod 22:24" parsed="|Exod|22|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.24" />
<sup>24</sup>και ο θυμος μου θελει εξαφθη και θελω σας θανατωσει εν μαχαιρα· και αι γυναικες σας θελουσιν εισθαι χηραι και τα τεκνα σας ορφανα.
<scripture passage="Exod 22:25" parsed="|Exod|22|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.25" />
<sup>25</sup>Εαν δανεισης αργυριον εις τον πτωχον γειτονα σου μεταξυ του λαου μου, δεν θελεις φερθη προς αυτον ως τοκιστης, δεν θελεις επιβαλει επ' αυτον τοκον.
<scripture passage="Exod 22:26" parsed="|Exod|22|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.26" />
<sup>26</sup>Εαν λαβης ενεχυρον το ενδυμα του πλησιον σου, θελεις επιστρεψει αυτο προς αυτον πριν δυση ο ηλιος·
<scripture passage="Exod 22:27" parsed="|Exod|22|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.27" />
<sup>27</sup>διοτι τουτο μονον ειναι το σκεπασμα αυτου, τουτο το ενδυμα του δερματος αυτου· με τι θελει κοιμηθη; και οταν βοηση προς εμε, θελω εισακουσει· διοτι εγω ειμαι ελεημων.
<scripture passage="Exod 22:28" parsed="|Exod|22|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.28" />
<sup>28</sup>Δεν θελεις κακολογησει κριτας, ουδε θελεις καταρασθη αρχοντα του λαου σου.
<scripture passage="Exod 22:29" parsed="|Exod|22|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.29" />
<sup>29</sup>Τας απαρχας του αλωνιου σου και του ληνου σου δεν θελεις καθυστερησει· τον πρωτοτοκον σου εκ των υιων σου θελεις δωσει εις εμε·
<scripture passage="Exod 22:30" parsed="|Exod|22|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.30" />
<sup>30</sup>ομοιως θελεις καμει δια τον βουν σου και δια το προβατον σου· επτα ημερας θελει εισθαι μετα της μητρος αυτου, την ογδοην ημεραν θελεις δωσει αυτο εις εμε.
<scripture passage="Exod 22:31" parsed="|Exod|22|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.22.31" />
<sup>31</sup>Και ανδρες αγιοι θελετε εισθαι εις εμε· και κρεας θηριαλωτον εν τω αγρω δεν θελετε φαγει· εις τον σκυλον θελετε ριψει αυτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 23" progress="7.03%" prev="Exod.22" next="Exod.24" id="Exod.23">
<h3 id="Exod.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Exod.23-p1">
<scripture passage="Exod 23:1" parsed="|Exod|23|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.1" />
<sup>1</sup>Δεν θελεις διαδωσει ψευδη φημην· δεν θελεις συμφωνησει μετα του αδικου δια να γεινης ψευδομαρτυς.
<scripture passage="Exod 23:2" parsed="|Exod|23|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.2" />
<sup>2</sup>Δεν θελεις ακολουθησει τους πολλους επι κακω· ουδε θελεις ομιλησει εν κρισολογια, ωστε να κλινης κατοπιν πολλων δια να διαστρεψης κρισιν·
<scripture passage="Exod 23:3" parsed="|Exod|23|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.3" />
<sup>3</sup>ουδε θελεις αποβλεψει εις προσωπον πτωχου εν τη κρισει αυτου.
<scripture passage="Exod 23:4" parsed="|Exod|23|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.4" />
<sup>4</sup>Εαν απαντησης τον βουν του εχθρου σου η τον ονον αυτου πλανωμενον, θελεις εξαπαντος επιστρεψει αυτον προς αυτον.
<scripture passage="Exod 23:5" parsed="|Exod|23|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.5" />
<sup>5</sup>Εαν ιδης τον ονον του μισουντος σε πεπτωκοτα υπο το φορτιον αυτου και ηθελες αποφυγει να βοηθησης αυτον, εξαπαντος θελεις συμβοηθησει αυτον.
<scripture passage="Exod 23:6" parsed="|Exod|23|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελεις διαστρεψει το δικαιον του πενητος σου εν τη κρισει αυτου.
<scripture passage="Exod 23:7" parsed="|Exod|23|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.7" />
<sup>7</sup>Απεχε απο αδικου υποθεσεως· και μη γεινης αιτια να θανατωθη ο αθωος και ο δικαιος· διοτι εγω δεν θελω δικαιωσει τον ασεβη.
<scripture passage="Exod 23:8" parsed="|Exod|23|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.8" />
<sup>8</sup>Και δωρα δεν θελεις λαβει· διοτι τα δωρα τυφλονουσι και τους σοφους, και διαστρεφουσι τους λογους των δικαιων.
<scripture passage="Exod 23:9" parsed="|Exod|23|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.9" />
<sup>9</sup>Και ξενον δεν θελεις καταδυναστευσει διοτι σεις γνωριζετε την ψυχην του ξενου, επειδη ξενοι εσταθητε εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 23:10" parsed="|Exod|23|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.10" />
<sup>10</sup>Και εξ ετη θελεις σπειρει την γην σου και θελεις συναγει τα γεννηματα αυτης·
<scripture passage="Exod 23:11" parsed="|Exod|23|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.11" />
<sup>11</sup>το δε εβδομον θελεις αφησει αυτην να αναπαυθη και να μενη αργη, δια να τρωγωσιν οι πτωχοι του λαου σου· και το εναπολειφθεν αυτων ας τρωγωσι τα ζωα του αγρου. Ουτω θελεις καμει δια τον αμπελωνα σου και δια τον ελαιωνα σου.
<scripture passage="Exod 23:12" parsed="|Exod|23|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.12" />
<sup>12</sup>Εξ ημερας θελεις καμνει τας εργασιας σου· την δε εβδομην ημεραν θελεις αναπαυεσθαι, δια να αναπαυθη ο βους σου και ο οινος σου και να λαβη αναψυχην ο υιος της δουλης σου και ο ξενος.
<scripture passage="Exod 23:13" parsed="|Exod|23|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.13" />
<sup>13</sup>Και εις παντα οσα ελαλησα προς εσας, θελετε προσεξει· και ονομα αλλων θεων δεν θελετε αναφερει, ουδε θελει ακουσθη εκ του στοματος σου.
<scripture passage="Exod 23:14" parsed="|Exod|23|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.14" />
<sup>14</sup>Τρις του ενιαυτου θελεις καμνει εορτην εις εμε.
<scripture passage="Exod 23:15" parsed="|Exod|23|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.15" />
<sup>15</sup>Θελεις φυλαττει την εορτην των αζυμων· επτα ημερας θελεις τρωγει αζυμα, καθως προσεταξα εις σε, κατα τον διωρισμενον καιρον του μηνος Αβιβ· διοτι εν τουτω εξηλθες εξ Αιγυπτου· και ουδεις θελει φανη ενωπιον μου κενος·
<scripture passage="Exod 23:16" parsed="|Exod|23|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.16" />
<sup>16</sup>και την εορτην του θερισμου, των πρωτογεννηματων των κοπων σου, τα οποια εσπειρας εις τον αγρον· και την εορτην της συγκομιδης των καρπων, εις το τελος του ενιαυτου, αφου συναξης τους καρπους σου εκ του αγρου.
<scripture passage="Exod 23:17" parsed="|Exod|23|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.17" />
<sup>17</sup>Τρις του ενιαυτου θελει εμφανιζεσθαι παν αρσενικον σου ενωπιον Κυριου του Θεου.
<scripture passage="Exod 23:18" parsed="|Exod|23|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελεις προσφερει το αιμα της θυσιας μου με αρτον ενζυμον· ουδε θελει μενει το παχος της εορτης μου εως πρωι.
<scripture passage="Exod 23:19" parsed="|Exod|23|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.19" />
<sup>19</sup>Τας απαρχας των πρωτογεννηματων της γης σου θελεις φερει εις τον οικον Κυριου του Θεου σου. Δεν θελεις ψησει εριφιον εν τω γαλακτι της μητρος αυτου.
<scripture passage="Exod 23:20" parsed="|Exod|23|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.20" />
<sup>20</sup>Ιδου, εγω αποστελλω αγγελον εμπροσθεν σου δια να σε φυλαττη εν τη οδω, και να σε φερη εις τον τοπον τον οποιον προητοιμασα·
<scripture passage="Exod 23:21" parsed="|Exod|23|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.21" />
<sup>21</sup>φοβου αυτον, και υπακουε εις την φωνην αυτου· μη παροργισης αυτον· διοτι δεν θελει συγχωρησει τας παραβασεις σας· επειδη το ονομα μου ειναι εν αυτω.
<scripture passage="Exod 23:22" parsed="|Exod|23|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.22" />
<sup>22</sup>Εαν ομως προσεχης να υπακουης εις την φωνην αυτου και πραττης παντα οσα λεγω, τοτε εγω θελω εισθαι εχθρος των εχθρων σου και εναντιος των εναντιων σου.
<scripture passage="Exod 23:23" parsed="|Exod|23|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.23" />
<sup>23</sup>Διοτι ο αγγελος μου θελει προπορευσθαι εμπροσθεν σου, και θελει σε εισαγαγει εις τους Αμορραιους και Χετταιους και Φερεζαιους και Χαναναιους, Ευαιους και Ιεβουσαιους· και θελω εξολοθρευσει αυτους.
<scripture passage="Exod 23:24" parsed="|Exod|23|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.24" />
<sup>24</sup>Δεν θελεις προσκυνησει τους θεους αυτων, ουδε θελεις λατρευσει αυτους, ουδε θελεις πραξει κατα τα εργα εκεινων· αλλα θελεις εξολοθρευσει αυτους, και θελεις κατασυντριψει τα ειδωλα αυτων.
<scripture passage="Exod 23:25" parsed="|Exod|23|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.25" />
<sup>25</sup>Και θελετε λατρευει Κυριον τον Θεον σας, και αυτος θελει ευλογει τον αρτον σου, και το υδωρ σου· και θελω απομακρυνει πασαν νοσον εκ μεσου σου·
<scripture passage="Exod 23:26" parsed="|Exod|23|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.26" />
<sup>26</sup>και δεν θελει εισθαι αγονος και στειρα επι της γης σου· τον αριθμον των ημερων σου θελω καμει πληρη.
<scripture passage="Exod 23:27" parsed="|Exod|23|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.27" />
<sup>27</sup>τον φοβον μου θελει στειλει εμπροσθεν σου και θελω καταστρεψει παντα λαον επι τον οποιον ερχεσαι και θελω καμει παντας τους εχθρους σου να στρεψωσι τα νωτα εις σε·
<scripture passage="Exod 23:28" parsed="|Exod|23|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.28" />
<sup>28</sup>και θελω στειλει εμπροσθεν σου σφηκας, και θελουσιν εκδιωξει τους Ευαιους, τους Χαναναιους και τους Χετταιους απ' εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Exod 23:29" parsed="|Exod|23|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.29" />
<sup>29</sup>Δεν θελω εκδιωξει αυτους απ' εμπροσθεν σου εις εν ετος, δια να μη γεινη ερημος η γη και πληθυνθωσι τα θηρια του αγρου εναντιον σου·
<scripture passage="Exod 23:30" parsed="|Exod|23|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.30" />
<sup>30</sup>ολιγον κατ' ολιγον θελω εκδιωξει αυτους απ' εμπροσθεν σου, εωσου αυξηθης και κυριευσης την γην.
<scripture passage="Exod 23:31" parsed="|Exod|23|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.31" />
<sup>31</sup>Και θελω θεσει τα ορια σου απο της Ερυθρας θαλασσης μεχρι της θαλασσης των Φιλισταιων, και απο της ερημου μεχρι του ποταμου· διοτι εις τας χειρας υμων θελω παραδωσει τους κατοικους του τοπου, και θελεις εκδιωξει αυτους απ' εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Exod 23:32" parsed="|Exod|23|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.32" />
<sup>32</sup>Δεν θελεις καμει μετ' αυτων, ουδε μετα των θεων αυτων, συνθηκην·
<scripture passage="Exod 23:33" parsed="|Exod|23|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.23.33" />
<sup>33</sup>δεν θελουσι κατοικει εν τη γη σου, δια να μη σε καμωσι να αμαρτησης εις εμε· διοτι αν λατρευσης τους θεους αυτων, τουτο θελει εξαπαντος εισθαι παγις εις σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 24" progress="7.13%" prev="Exod.23" next="Exod.25" id="Exod.24">
<h3 id="Exod.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Exod.24-p1">
<scripture passage="Exod 24:1" parsed="|Exod|24|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα ειπε προς τον Μωυσην, Αναβα προς τον Κυριον, συ και Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ, και εβδομηκοντα εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ, και προσκυνησατε μακροθεν·
<scripture passage="Exod 24:2" parsed="|Exod|24|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.2" />
<sup>2</sup>και ο Μωυσης μονος θελει πλησιασει προς τον Κυριον, αυτοι ομως δεν θελουσι πλησιασει ουδε ο λαος θελει αναβη μετ' αυτου.
<scripture passage="Exod 24:3" parsed="|Exod|24|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθεν ο Μωυσης και διηγηθη προς τον λαον παντας τους λογους του Κυριου και παντα τα δικαιωματα αυτου· απεκριθη δε πας ο λαος ομοφωνως και ειπε, Παντας τους λογους, τους οποιους ελαλησεν ο Κυριος, θελομεν καμει.
<scripture passage="Exod 24:4" parsed="|Exod|24|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.4" />
<sup>4</sup>Και εγραψεν ο Μωυσης παντας τους λογους του Κυριου· και σηκωθεις ενωρις το πρωι, ωκοδομησε θυσιαστηριον υπο το ορος, και εστησε δωδεκα στηλας κατα τας δωδεκα φυλας του Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 24:5" parsed="|Exod|24|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλε τους νεανισκους των υιων Ισραηλ, και προσεφεραν ολοκαυτωματα και εθυσιασαν θυσιας ειρηνικας εις τον Κυριον, μοσχαρια.
<scripture passage="Exod 24:6" parsed="|Exod|24|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.6" />
<sup>6</sup>Λαβων δε ο Μωυσης το ημισυ του αιματος, εβαλεν εις λεκανας· και το ημισυ του αιματος ερραντισεν επι το θυσιαστηριον.
<scripture passage="Exod 24:7" parsed="|Exod|24|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.7" />
<sup>7</sup>Επειτα λαβων το βιβλιον της διαθηκης, ανεγνωσεν εις τα ωτα του λαου· οι δε ειπον, Παντα οσα ελαλησεν ο Κυριος, θελομεν καμνει και θελομεν υπακουει.
<scripture passage="Exod 24:8" parsed="|Exod|24|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.8" />
<sup>8</sup>Και λαβων ο Μωυσης το αιμα, ερραντισεν επι τον λαον, και ειπεν, Ιδου, το αιμα της διαθηκης, την οποιαν ο Κυριος εκαμε προς εσας κατα παντας τουτους τους λογους.
<scripture passage="Exod 24:9" parsed="|Exod|24|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ανεβη Μωυσης και Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ και εβδομηκοντα εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ·
<scripture passage="Exod 24:10" parsed="|Exod|24|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.10" />
<sup>10</sup>και ειδον τον Θεον του Ισραηλ· και υπο τους ποδας αυτου ως εδαφος εστρωμενον εκ λιθου σαπφειρου και ως το στερεωμα του ουρανου κατα την καθαροτητα·
<scripture passage="Exod 24:11" parsed="|Exod|24|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.11" />
<sup>11</sup>και επι τους εκλεκτους των υιων Ισραηλ δεν εβαλε την χειρα αυτου· και ειδον τον Θεον, και εφαγον και επιον.
<scripture passage="Exod 24:12" parsed="|Exod|24|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Αναβα προς εμε εις το ορος και εσο εκει· και θελω σοι δωσει τας πλακας τας λιθινας, και τον νομον, και τας εντολας τας οποιας εγραψα, δια να διδασκης αυτους.
<scripture passage="Exod 24:13" parsed="|Exod|24|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.13" />
<sup>13</sup>Και εσηκωθη ο Μωυσης μετα Ιησου του θεραποντος αυτου, και ανεβη ο Μωυσης επι το ορος του Θεου.
<scripture passage="Exod 24:14" parsed="|Exod|24|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.14" />
<sup>14</sup>Προς δε τους πρεσβυτερους ειπε, Περιμενετε ημας εδω, εωσου επιστρεψωμεν προς εσας· και ιδου, Ααρων και Ωρ ειναι μεθ' υμων· εαν τις εχη υποθεσιν, ας ερχηται προς αυτους.
<scripture passage="Exod 24:15" parsed="|Exod|24|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.15" />
<sup>15</sup>Ο Μωυσης λοιπον ανεβη επι το ορος, και η νεφελη εσκεπασε το ορος.
<scripture passage="Exod 24:16" parsed="|Exod|24|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.16" />
<sup>16</sup>Και εκαθησεν η δοξα του Κυριου επι του ορους Σινα, και η νεφελη εσκεπασεν αυτο εξ ημερας· και την εβδομην ημεραν εκαλεσεν ο Κυριος τον Μωυσην εκ μεσου της νεφελης.
<scripture passage="Exod 24:17" parsed="|Exod|24|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.17" />
<sup>17</sup>Και η θεα της δοξης του Κυριου ητο, εις τους οφθαλμους των υιων Ισραηλ, ως πυρ κατατρωγον επι της κορυφης του ορους.
<scripture passage="Exod 24:18" parsed="|Exod|24|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.24.18" />
<sup>18</sup>Και εισηλθεν ο Μωυσης εις το μεσον της νεφελης και ανεβη επι το ορος· και εσταθη ο Μωυσης επι του ορους τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 25" progress="7.19%" prev="Exod.24" next="Exod.26" id="Exod.25">
<h3 id="Exod.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Exod.25-p1">
<scripture passage="Exod 25:1" parsed="|Exod|25|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 25:2" parsed="|Exod|25|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.2" />
<sup>2</sup>Ειπε προς τους υιους Ισραηλ να φερωσι προς εμε προσφοραν· παρα παντος ανθρωπου προαιρουμενου εν τη καρδια αυτου θελετε λαβει την προσφοραν μου.
<scripture passage="Exod 25:3" parsed="|Exod|25|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.3" />
<sup>3</sup>Και αυτη ειναι η προσφορα, την οποιαν θελετε λαβει παρ' αυτων· χρυσιον και αργυριον και χαλκος,
<scripture passage="Exod 25:4" parsed="|Exod|25|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.4" />
<sup>4</sup>και κυανουν και πορφυρουν και κοκκινον και βυσσος και τριχες αιγων,
<scripture passage="Exod 25:5" parsed="|Exod|25|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.5" />
<sup>5</sup>και δερματα κριων κοκκινοβαφη και δερματα θωων και ξυλον σιττιμ,
<scripture passage="Exod 25:6" parsed="|Exod|25|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.6" />
<sup>6</sup>ελαιον δια το φως, αρωματα δια το ελαιον του χρισματος και δια το ευωδες θυμιαμα,
<scripture passage="Exod 25:7" parsed="|Exod|25|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.7" />
<sup>7</sup>λιθοι ονυχιται και λιθοι δια να εντεθωσιν εις το εφοδ και εις το περιστηθιον.
<scripture passage="Exod 25:8" parsed="|Exod|25|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.8" />
<sup>8</sup>Και ας καμωσιν εις εμε αγιαστηριον, δια να κατοικω μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Exod 25:9" parsed="|Exod|25|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.9" />
<sup>9</sup>Κατα παντα οσα εγω δεικνυω προς σε, κατα το παραδειγμα της σκηνης, και κατα το παραδειγμα παντων των σκευων αυτης, ουτω θελετε καμει.
<scripture passage="Exod 25:10" parsed="|Exod|25|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.10" />
<sup>10</sup>Και θελουσι κατασκευασει κιβωτον εκ ξυλου σιττιμ· δυο πηχων και ημισειας το μηκος αυτης, και μιας πηχης και ημισειας το πλατος αυτης, και μιας πηχης και ημισειας το υψος αυτης·
<scripture passage="Exod 25:11" parsed="|Exod|25|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.11" />
<sup>11</sup>και θελεις περικαλυψει αυτην με καθαρον χρυσιον, εσωθεν και εξωθεν θελεις περικαλυψει αυτην, και επ' αυτης θελεις καμει χρυσην στεφανην κυκλω.
<scripture passage="Exod 25:12" parsed="|Exod|25|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις χυσει δι' αυτην τεσσαρας κρικους χρυσους και θελεις βαλει αυτους εις τας τεσσαρας γωνιας αυτης· δυο μεν κρικους εις την μιαν πλευραν αυτης, δυο δε κρικους εις την αλλην πλευραν αυτης.
<scripture passage="Exod 25:13" parsed="|Exod|25|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.13" />
<sup>13</sup>Και θελεις καμει μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και θελεις περικαλυψει αυτους με χρυσιον·
<scripture passage="Exod 25:14" parsed="|Exod|25|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.14" />
<sup>14</sup>και θελεις εισαξει τους μοχλους εις τους κρικους των πλευρων της κιβωτου, δια να βασταζηται η κιβωτος δι' αυτων·
<scripture passage="Exod 25:15" parsed="|Exod|25|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.15" />
<sup>15</sup>εν τοις κρικοις της κιβωτου θελουσι μενει οι μοχλοι· δεν θελουσι μετακινεισθαι απ' αυτης.
<scripture passage="Exod 25:16" parsed="|Exod|25|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.16" />
<sup>16</sup>και θελεις θεσει εν τη κιβωτω τα μαρτυρια τα οποια θελω δωσει εις σε.
<scripture passage="Exod 25:17" parsed="|Exod|25|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.17" />
<sup>17</sup>Και θελεις καμει ιλαστηριον εκ χρυσιου καθαρου· δυο πηχων και ημισειας το μηκος αυτου, και μιας πηχης και ημισειας το πλατος αυτου.
<scripture passage="Exod 25:18" parsed="|Exod|25|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.18" />
<sup>18</sup>Και θελεις καμει δυο χερουβειμ εκ χρυσιου· σφυρηλατα θελεις καμει αυτα, επι των δυο ακρων του ιλαστηριου·
<scripture passage="Exod 25:19" parsed="|Exod|25|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.19" />
<sup>19</sup>και καμε εν χερουβ επι του ενος ακρου, και εν χερουβ επι του αλλου ακρου· εκ του ιλαστηριου θελεις καμει τα χερουβειμ επι των δυο ακρων αυτου·
<scripture passage="Exod 25:20" parsed="|Exod|25|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.20" />
<sup>20</sup>και θελουσιν εκτεινει τα χερουβειμ επανωθεν τας πτερυγας, επικαλυπτοντα με τας πτερυγας αυτων το ιλαστηριον· και τα προσωπα αυτων θελουσι βλεπει το εν προς το αλλο· προς το ιλαστηριον θελουσιν εισθαι τα προσωπα των χερουβειμ.
<scripture passage="Exod 25:21" parsed="|Exod|25|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.21" />
<sup>21</sup>Και θελεις επιθεσει το ιλαστηριον επι της κιβωτου ανωθεν· και θελεις θεσει εν τη κιβωτω τα μαρτυρια, τα οποια θελω δωσει εις σε·
<scripture passage="Exod 25:22" parsed="|Exod|25|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.22" />
<sup>22</sup>και εκει θελω γνωρισθη προς σε· και επανωθεν του ιλαστηριου, εκ του μεσου των δυο χερουβειμ, των επι της κιβωτου του μαρτυριου, θελω λαλησει προς σε περι παντων οσα θελω προσταξει εις σε να ειπης προς τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 25:23" parsed="|Exod|25|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.23" />
<sup>23</sup>Και θελεις καμει τραπεζαν εκ ξυλου σιττιμ· δυο πηχων το μηκος αυτης, και μιας πηχης το πλατος αυτης, το δε υψος αυτης μιας πηχης και ημισειας·
<scripture passage="Exod 25:24" parsed="|Exod|25|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.24" />
<sup>24</sup>και θελεις περικαλυψει αυτην με χρυσιον καθαρον, και θελεις καμει εις αυτην χρυσην στεφανην κυκλω.
<scripture passage="Exod 25:25" parsed="|Exod|25|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.25" />
<sup>25</sup>Και θελεις καμει εις αυτην χειλος κυκλω μιας παλαμης το πλατος και θελεις καμει επι το χειλος αυτης στεφανην χρυσην κυκλω.
<scripture passage="Exod 25:26" parsed="|Exod|25|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.26" />
<sup>26</sup>Και θελεις καμει εις αυτην τεσσαρας κρικους χρυσους και θελεις βαλει τους κρικους επι τας τεσσαρας γωνιας, τας επι των τεσσαρων ποδων αυτης·
<scripture passage="Exod 25:27" parsed="|Exod|25|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.27" />
<sup>27</sup>οι κρικοι θελουσιν εισθαι υπο το χειλος θηκαι των μοχλων, δια να βασταζηται η τραπεζα.
<scripture passage="Exod 25:28" parsed="|Exod|25|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.28" />
<sup>28</sup>Και θελεις καμει τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και θελεις περικαλυψει αυτους με χρυσιον, δια να βασταζηται η τραπεζα δι' αυτων.
<scripture passage="Exod 25:29" parsed="|Exod|25|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.29" />
<sup>29</sup>Και θελεις καμει τους δισκους αυτης και τους θυμιαματοδοχους αυτης και τα σπονδεια αυτης και τας λεκανας αυτης, δια να γινωνται δι' αυτων αι σπονδαι· εκ χρυσιου καθαρου θελεις καμει αυτα.
<scripture passage="Exod 25:30" parsed="|Exod|25|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.30" />
<sup>30</sup>Και θελεις θεσει επι της τραπεζης αρτους προθεσεως ενωπιον μου διαπαντος.
<scripture passage="Exod 25:31" parsed="|Exod|25|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.31" />
<sup>31</sup>Και θελεις καμει λυχνιαν εκ χρυσιου καθαρου· σφυρηλατον θελεις καμει την λυχνιαν· ο κορμος αυτης και οι κλαδοι αυτης, αι λεκαναι αυτης, οι κομβοι αυτης και τα ανθη αυτης, θελουσιν εισθαι εν σωμα μετ' αυτης.
<scripture passage="Exod 25:32" parsed="|Exod|25|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.32" />
<sup>32</sup>Και θελουσιν εξερχεσθαι εξ κλαδοι εκ των πλαγιων αυτης· τρεις κλαδοι της λυχνιας εκ του ενος πλαγιου, και τρεις κλαδοι της λυχνιας εκ του αλλου πλαγιου·
<scripture passage="Exod 25:33" parsed="|Exod|25|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.33" />
<sup>33</sup>εις τον ενα κλαδον θελουσιν εισθαι τρεις λεκαναι αμυγδαλοειδεις, εις κομβος και εν ανθος· και εις τον αλλον κλαδον τρεις λεκαναι αμυγδαλοειδεις, εις κομβος και εν ανθος· ουτω θελει γεινει εις τους εξ κλαδους, τους εξερχομενους εκ της λυχνιας.
<scripture passage="Exod 25:34" parsed="|Exod|25|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.34" />
<sup>34</sup>Και εις την λυχνιαν θελουσιν εισθαι τεσσαρες λεκαναι αμυγδαλοειδεις, οι κομβοι αυτων και τα ανθη αυτων.
<scripture passage="Exod 25:35" parsed="|Exod|25|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.35" />
<sup>35</sup>Και θελει εισθαι εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης, και εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης, και εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης, εις τους εξ κλαδους τους εξερχομενους εκ της λυχνιας.
<scripture passage="Exod 25:36" parsed="|Exod|25|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.36" />
<sup>36</sup>Οι κομβοι αυτων και οι κλαδοι αυτων θελουσιν εισθαι εν σωμα μετ' αυτης· το ολον αυτης εν σφυρηλατον εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 25:37" parsed="|Exod|25|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.37" />
<sup>37</sup>Και θελεις καμει τους λυχνους αυτης επτα· και θελουσιν αναπτει τους λυχνους αυτης, δια να φεγγωσιν εμπροσθεν αυτης,
<scripture passage="Exod 25:38" parsed="|Exod|25|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.38" />
<sup>38</sup>Και τα λυχνοψαλιδα αυτης και τα υποθεματα αυτης θελουσιν εισθαι εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 25:39" parsed="|Exod|25|39|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.39" />
<sup>39</sup>Εξ ενος ταλαντου χρυσιου καθαρου θελει κατασκευασθη αυτη και παντα ταυτα τα σκευη.
<scripture passage="Exod 25:40" parsed="|Exod|25|40|0|0" osisRef="Bible:Exod.25.40" />
<sup>40</sup>Και προσεχε να καμης κατα τον τυπον αυτων τον δειχθεντα εις σε επι του ορους.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 26" progress="7.31%" prev="Exod.25" next="Exod.27" id="Exod.26">
<h3 id="Exod.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Exod.26-p1">
<scripture passage="Exod 26:1" parsed="|Exod|26|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.1" />
<sup>1</sup>Και θελεις καμει την σκηνην, δεκα παραπετασματα εκ βυσσου κεκλωσμενης και κυανου και πορφυρου και κοκκινου· με χερουβειμ εντεχνως ενειργασμενα θελεις καμει αυτα.
<scripture passage="Exod 26:2" parsed="|Exod|26|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.2" />
<sup>2</sup>Το μηκος του ενος παραπετασματος εικοσιοκτω πηχων, και το πλατος του ενος παραπετασματος τεσσαρων πηχων· παντα τα παραπετασματα του αυτου μετρου.
<scripture passage="Exod 26:3" parsed="|Exod|26|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.3" />
<sup>3</sup>Τα πεντε παραπετασματα θελουσι συναπτεσθαι το εν μετα του αλλου· και τα αλλα πεντε παραπετασματα θελουσι συναπτεσθαι το εν μετα του αλλου.
<scripture passage="Exod 26:4" parsed="|Exod|26|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις καμει θηλυκωτηρια κυανα επι της ακρας του πρωτου παραπετασματος, κατα το πλαγιον οπου γινεται η ενωσις· ομοιως θελεις καμει και επι της τελευταιας ακρας του δευτερου παραπετασματος, οπου γινεται η ενωσις του δευτερου·
<scripture passage="Exod 26:5" parsed="|Exod|26|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.5" />
<sup>5</sup>πεντηκοντα θηλυκωτηρια θελεις καμει εις το εν παραπετασμα, και πεντηκοντα θηλυκωτηρια θελεις καμει εις την ακραν του παραπετασματος την κατα την ενωσιν του δευτερου, δια να αντικρυζωσι τα θηλυκωτηρια προς αλληλα.
<scripture passage="Exod 26:6" parsed="|Exod|26|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις καμει πεντηκοντα περονας χρυσας, και με τας περονας θελεις συναψει τα παραπετασματα προς αλληλα· ουτως η σκηνη θελει εισθαι μια.
<scripture passage="Exod 26:7" parsed="|Exod|26|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις καμει παραπετασματα εκ τριχων αιγων, δια να ηναι καλυμμα επι της σκηνης· ενδεκα θελεις καμει τα παραπετασματα ταυτα·
<scripture passage="Exod 26:8" parsed="|Exod|26|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.8" />
<sup>8</sup>το μηκος του ενος παραπετασματος τριακοντα πηχων, και το πλατος του ενος παραπετασματος τεσσαρων πηχων· του αυτου μετρου θελουσιν εισθαι τα ενδεκα παραπετασματα.
<scripture passage="Exod 26:9" parsed="|Exod|26|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις συναψει τα πεντε παραπετασματα χωριστα, και τα εξ παραπετασματα χωριστα· το εκτον ομως παραπετασμα θελεις επιδιπλωσει κατα το προσωπον της σκηνης.
<scripture passage="Exod 26:10" parsed="|Exod|26|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις καμει πεντηκοντα θηλυκωτηρια επι της ακρας του ενος παραπετασματος του τελευταιου κατα την ενωσιν, και πεντηκοντα θηλυκωτηρια επι της ακρας του παραπετασματος, το οποιον ενονεται με το δευτερον.
<scripture passage="Exod 26:11" parsed="|Exod|26|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.11" />
<sup>11</sup>Θελεις καμει και πεντηκοντα περονας χαλκινας, και θελεις εμβαλει τας περονας εις τα θηλυκωτηρια, και θελεις συναψει την σκηνην, ωστε να ηναι μια.
<scripture passage="Exod 26:12" parsed="|Exod|26|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.12" />
<sup>12</sup>Το δε υπολοιπον, το περισσευον εκ των παραπετασματων της σκηνης, το ημισυ του παραπετασματος του εναπολειπομενου, θελει κρεμασθαι επι τα οπισθεν της σκηνης.
<scripture passage="Exod 26:13" parsed="|Exod|26|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.13" />
<sup>13</sup>Και μια πηχη εκ του ενος πλαγιου και μια πηχη εκ του αλλου πλαγιου εκ του εναπολειπομενου εις το μηκος των παραπετασματων της σκηνης θελει κρεμασθαι επανωθεν επι τα πλαγια της σκηνης εντευθεν και εντευθεν, δια να καλυπτη αυτην.
<scripture passage="Exod 26:14" parsed="|Exod|26|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.14" />
<sup>14</sup>Και θελεις καμει κατακαλυμμα δια την σκηνην εκ δερματων κριων κοκκινοβαφων και επικαλυμμα υπερανωθεν εκ δερματων θωων.
<scripture passage="Exod 26:15" parsed="|Exod|26|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις καμει δια την σκηνην σανιδας εκ ξυλου σιττιμ ορθιας·
<scripture passage="Exod 26:16" parsed="|Exod|26|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.16" />
<sup>16</sup>δεκα πηχων το μηκος της μιας σανιδος, και μιας πηχης και ημισειας το πλατος της μιας σανιδος.
<scripture passage="Exod 26:17" parsed="|Exod|26|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.17" />
<sup>17</sup>Δυο αγκωνισκοι θελουσιν εισθαι εις την μιαν σανιδα αντικρυζοντες προς αλληλους· ουτω θελεις καμει εις πασας τας σανιδας της σκηνης.
<scripture passage="Exod 26:18" parsed="|Exod|26|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.18" />
<sup>18</sup>Και θελεις καμει τας σανιδας δια την σκηνην, εικοσι σανιδας απο το νοτιον μερος προς μεσημβριαν.
<scripture passage="Exod 26:19" parsed="|Exod|26|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.19" />
<sup>19</sup>και υποκατω των εικοσι σανιδων θελεις καμει τεσσαρακοντα υποβασια αργυρα· δυο υποβασια υποκατω της μιας σανιδος δια τους δυο αγκωνισκους αυτης, και δυο υποβασια υποκατω της αλλης σανιδος δια τους δυο αγκωνισκους αυτης.
<scripture passage="Exod 26:20" parsed="|Exod|26|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.20" />
<sup>20</sup>Και δια το δευτερον μερος της σκηνης το προς βορραν, θελεις καμει εικοσι σανιδας.
<scripture passage="Exod 26:21" parsed="|Exod|26|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.21" />
<sup>21</sup>και τα τεσσαρακοντα αυτων υποβασια αργυρα, δυο υποβασια υποκατω της μιας σανιδος, και δυο υποβασια υποκατω της αλλης σανιδος.
<scripture passage="Exod 26:22" parsed="|Exod|26|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.22" />
<sup>22</sup>Και δια τα οπισθεν μερη της σκηνης τα προς δυσμας θελεις καμει εξ σανιδας.
<scripture passage="Exod 26:23" parsed="|Exod|26|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.23" />
<sup>23</sup>Θελεις καμει και δυο σανιδας δια τας γωνιας της σκηνης εις τα οπισθεν μερη·
<scripture passage="Exod 26:24" parsed="|Exod|26|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.24" />
<sup>24</sup>και θελουσιν ενωθη κατωθεν και θελουσιν ενωθη ομου ανωθεν δι' ενος κρικου· ουτω θελει εισθαι δι' αυτας αμφοτερας· δια τας δυο γωνιας θελουσιν εισθαι.
<scripture passage="Exod 26:25" parsed="|Exod|26|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.25" />
<sup>25</sup>και θελουσιν εισθαι οκτω σανιδες και τα αργυρα υποβασια αυτων, δεκαεξ υποβασια· δυο υποβασια υποκατω της μιας σανιδος και δυο υποβασια υποκατω της αλλης σανιδος.
<scripture passage="Exod 26:26" parsed="|Exod|26|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.26" />
<sup>26</sup>Και θελεις καμει μοχλους εκ ξυλου σιττιμ· πεντε δια τας σανιδας του ενος μερους της σκηνης,
<scripture passage="Exod 26:27" parsed="|Exod|26|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.27" />
<sup>27</sup>και πεντε μοχλους δια τας σανιδας του αλλου μερους της σκηνης, και πεντε μοχλους δια τας σανιδας του μερους της σκηνης δια το πλαγιον το προς δυσμας.
<scripture passage="Exod 26:28" parsed="|Exod|26|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.28" />
<sup>28</sup>και ο μεσος μοχλος, ο εν τω μεσω των σανιδων, θελει διαπερα απ' ακρου εως ακρου.
<scripture passage="Exod 26:29" parsed="|Exod|26|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.29" />
<sup>29</sup>Και τας σανιδας θελεις περικαλυψει με χρυσιον και τους κρικους αυτων θελεις καμει χρυσους, δια να ηναι θηκαι των μοχλων. και θελεις περικαλυψει τους μοχλους με χρυσιον.
<scripture passage="Exod 26:30" parsed="|Exod|26|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.30" />
<sup>30</sup>Και θελεις ανεγειρει την σκηνην κατα το σχεδιον αυτης το δειχθεν εις σε επι του ορους.
<scripture passage="Exod 26:31" parsed="|Exod|26|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.31" />
<sup>31</sup>Και θελεις καμει καταπετασμα εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, εντεχνου εργασιας· με χερουβειμ θελει εισθαι κατεσκευασμενον.
<scripture passage="Exod 26:32" parsed="|Exod|26|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.32" />
<sup>32</sup>Και θελεις κρεμασει αυτο επι τεσσαρων στυλων εκ σιττιμ περικεκαλυμμενων με χρυσιον· τα αγκιστρα αυτων θελουσιν εισθαι χρυσα, επι των τεσσαρων αργυρων υποβασιων.
<scripture passage="Exod 26:33" parsed="|Exod|26|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.33" />
<sup>33</sup>Και θελεις κρεμασει το καταπετασμα υπο τας περονας, δια να φερης εκει, εσωθεν του καταπετασματος, την κιβωτον του μαρτυριου· και το καταπετασμα θελει καμνει εις εσας χωρισμα μεταξυ του αγιου και του αγιου των αγιων.
<scripture passage="Exod 26:34" parsed="|Exod|26|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.34" />
<sup>34</sup>Και θελεις επιθεσει το ιλαστηριον επι της κιβωτου του μαρτυριου εν τω αγιω των αγιων.
<scripture passage="Exod 26:35" parsed="|Exod|26|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.35" />
<sup>35</sup>Και θελεις θεσει την τραπεζαν εξωθεν του καταπετασματος και την λυχνιαν αντικρυ της τραπεζης προς το νοτιον μερος της σκηνης· την δε τραπεζαν θελεις θεσει προς το βορειον μερος.
<scripture passage="Exod 26:36" parsed="|Exod|26|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.36" />
<sup>36</sup>Και θελεις καμει δια την θυραν της σκηνης ταπητα εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, κατεσκευασμενον με εργασιαν κεντητου.
<scripture passage="Exod 26:37" parsed="|Exod|26|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.26.37" />
<sup>37</sup>Και θελεις καμει δια τον ταπητα πεντε στυλους εκ σιττιμ, και θελεις περικαλυψει αυτους με χρυσιον· τα αγκιστρα αυτων θελουσιν εισθαι χρυσα· και θελεις χυσει δι' αυτους πεντε υποβασια χαλκινα.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 27" progress="7.44%" prev="Exod.26" next="Exod.28" id="Exod.27">
<h3 id="Exod.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Exod.27-p1">
<scripture passage="Exod 27:1" parsed="|Exod|27|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.1" />
<sup>1</sup>Και θελεις καμει θυσιαστηριον εκ ξυλου σιττιμ, πεντε πηχων το μηκος και πεντε πηχων το πλατος· τετραγωνον θελει εισθαι το θυσιαστηριον· και το υψος αυτου τριων πηχων·
<scripture passage="Exod 27:2" parsed="|Exod|27|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.2" />
<sup>2</sup>και θελεις καμει τα κερατα αυτου επι των τεσσαρων γωνιων αυτου· τα κερατα αυτου θελουσιν εισθαι εκ του αυτου και θελεις περικαλυψει αυτο με χαλκον.
<scripture passage="Exod 27:3" parsed="|Exod|27|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις καμει τους στακτοδοχους λεβητας αυτου και τα πτυαρια αυτου και τας λεκανας αυτου και τας κρεαγρας αυτου και τα πυροδοχα αυτου· χαλκινα θελεις καμει παντα τα σκευη αυτου.
<scripture passage="Exod 27:4" parsed="|Exod|27|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις καμει δι' αυτο χαλκινην εσχαραν δικτυωτης εργασιας· και επι του δικτυου θελεις καμει τεσσαρας κρικους χαλκινους επι των τεσσαρων γωνιων αυτου.
<scripture passage="Exod 27:5" parsed="|Exod|27|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις θεσει αυτην υπο την περιοχην του θυσιαστηριου κατωθεν, ωστε το δικτυον να ηναι μεχρι του μεσου του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Exod 27:6" parsed="|Exod|27|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις καμει μοχλους δια το θυσιαστηριον, μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και θελεις περικαλυψει αυτους με χαλκον·
<scripture passage="Exod 27:7" parsed="|Exod|27|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.7" />
<sup>7</sup>και οι μοχλοι θελουσι τεθη εντος των κρικων και θελουσιν εισθαι οι μοχλοι επι των δυο πλευρων του θυσιαστηριου, δια να βασταζωσιν αυτο.
<scripture passage="Exod 27:8" parsed="|Exod|27|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.8" />
<sup>8</sup>Κοιλον σανιδωτον θελεις καμει αυτο, καθως εδειχθη εις σε επι του ορους· ουτω θελουσι καμει.
<scripture passage="Exod 27:9" parsed="|Exod|27|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις καμει την αυλην της σκηνης· απο το νοτιον μερος προς μεσημβριαν θελουσιν εισθαι παραπετασματα δια την αυλην εκ βυσσου κεκλωσμενης, το μηκος εκατον πηχων δια το εν πλευρον.
<scripture passage="Exod 27:10" parsed="|Exod|27|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.10" />
<sup>10</sup>Και οι εικοσι στυλοι αυτης και τα εικοσι υποβασια τουτων θελουσιν εισθαι χαλκινα· τα αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα.
<scripture passage="Exod 27:11" parsed="|Exod|27|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.11" />
<sup>11</sup>Και ομοιως κατα το βορειον πλευρον κατα μηκος θελουσιν εισθαι παραπετασματα, μηκος εκατον πηχων, και οι εικοσι στυλοι αυτων και τα εικοσι αυτων χαλκινα υποβασια· τα δε αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα.
<scripture passage="Exod 27:12" parsed="|Exod|27|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.12" />
<sup>12</sup>Και δια το πλατος της αυλης κατα το δυτικον πλευρον θελουσιν εισθαι παραπετασματα πεντηκοντα πηχων· στυλοι αυτων δεκα και υποβασια αυτων δεκα.
<scripture passage="Exod 27:13" parsed="|Exod|27|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.13" />
<sup>13</sup>Και το πλατος της αυλης κατα το ανατολικον πλευρον το προς ανατολας θελει εισθαι πεντηκοντα πηχων.
<scripture passage="Exod 27:14" parsed="|Exod|27|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.14" />
<sup>14</sup>Και τα παραπετασματα του ενος μερους της πυλης θελουσιν εισθαι δεκαπεντε πηχων· στυλοι αυτων τρεις και υποβασια αυτων τρια.
<scripture passage="Exod 27:15" parsed="|Exod|27|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.15" />
<sup>15</sup>Και εις το αλλο μερος θελουσιν εισθαι παραπετασματα δεκαπεντε πηχων· στυλοι αυτων τρεις και υποβασια αυτων τρια.
<scripture passage="Exod 27:16" parsed="|Exod|27|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.16" />
<sup>16</sup>Δια δε την πυλην της αυλης θελει εισθαι καταπετασμα εικοσι πηχων, εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, κατεσκευασμενον με εργασιαν κεντητου· στυλοι αυτων τεσσαρες και υποβασια τουτων τεσσαρα.
<scripture passage="Exod 27:17" parsed="|Exod|27|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.17" />
<sup>17</sup>Παντες οι στυλοι κυκλω της αυλης θελουσιν εισθαι εζωσμενοι με αργυρον, τα αγκιστρα αυτων αργυρα και τα υποβασια αυτων χαλκινα.
<scripture passage="Exod 27:18" parsed="|Exod|27|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.18" />
<sup>18</sup>Το μηκος της αυλης θελει εισθαι εκατον πηχων και το πλατος εκατερωθεν πεντηκοντα και το υψος πεντε πηχων, εκ βυσσου κεκλωσμενης, και τα υποβασια αυτων χαλκινα.
<scripture passage="Exod 27:19" parsed="|Exod|27|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.19" />
<sup>19</sup>Παντα τα σκευη της σκηνης δια πασαν την υπηρεσιαν αυτης και παντες οι πασσαλοι αυτης και παντες οι πασσαλοι της αυλης θελουσιν εισθαι χαλκινοι.
<scripture passage="Exod 27:20" parsed="|Exod|27|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.20" />
<sup>20</sup>Και συ προσταξον τους υιους Ισραηλ να φερωσι προς σε καθαρον ελαιον απο ελαιας κοπανισμενας δια το φως, δια να καιη παντοτε ο λυχνος.
<scripture passage="Exod 27:21" parsed="|Exod|27|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.27.21" />
<sup>21</sup>Εν τη σκηνη του μαρτυριου εξωθεν του καταπετασματος, το οποιον ειναι εμπροσθεν του μαρτυριου, ο Ααρων και οι υιοι αυτου θελουσι διαθεσει αυτον αφ' εσπερας εως πρωι εμπροσθεν του Κυριου· τουτο θελει εισθαι νομος παντοτεινος εις τους υιους Ισραηλ κατα τας γενεας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 28" progress="7.51%" prev="Exod.27" next="Exod.29" id="Exod.28">
<h3 id="Exod.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Exod.28-p1">
<scripture passage="Exod 28:1" parsed="|Exod|28|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.1" />
<sup>1</sup>Και συ προσαγαγε προς σεαυτον Ααρων τον αδελφον σου και τους υιους αυτου μετ' αυτου, εκ μεσου των υιων Ισραηλ, δια να ιερατευωσιν εις εμε, Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ, Ελεαζαρ και Ιθαμαρ, τους υιους του Ααρων.
<scripture passage="Exod 28:2" parsed="|Exod|28|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.2" />
<sup>2</sup>Και θελεις καμει στολην αγιαν εις τον Ααρων τον αδελφον σου προς δοξαν και τιμην.
<scripture passage="Exod 28:3" parsed="|Exod|28|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.3" />
<sup>3</sup>Και συ λαλησον προς παντας τους σοφους την καρδιαν, τους οποιους εγω ενεπλησα απο πνευματος σοφιας, να καμωσι την στολην του Ααρων, δια να καθιερωσης αυτον, ωστε να ιερατευη εις εμε.
<scripture passage="Exod 28:4" parsed="|Exod|28|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.4" />
<sup>4</sup>Και αυτη ειναι η στολη την οποιαν θελουσι καμει· περιστηθιον και εφοδ και ποδηρης και χιτων κεντητος, μιτρα και ζωνη· και θελουσι καμει στολας αγιας εις τον Ααρων τον αδελφον σου, και εις τους υιους αυτου, δια να ιερατευωσιν εις εμε.
<scripture passage="Exod 28:5" parsed="|Exod|28|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.5" />
<sup>5</sup>Και αυτοι θελουσι λαβει το χρυσιον και το κυανουν και το πορφυρουν και το κοκκινον και την βυσσον.
<scripture passage="Exod 28:6" parsed="|Exod|28|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.6" />
<sup>6</sup>Και θελουσι καμει το εφοδ εκ χρυσιου, εκ κυανου και πορφυρου, εκ κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, εντεχνου εργασιας·
<scripture passage="Exod 28:7" parsed="|Exod|28|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.7" />
<sup>7</sup>θελει εχει τας δυο επωμιδας αυτου συναπτας κατα τα δυο ακρα αυτου, ωστε να συναπτωνται.
<scripture passage="Exod 28:8" parsed="|Exod|28|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.8" />
<sup>8</sup>Και η κεντητη ζωνη του εφοδ, η επ' αυτο, θελει εισθαι εκ του αυτου, κατα την εργασιαν αυτου· εκ χρυσιου, εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης.
<scripture passage="Exod 28:9" parsed="|Exod|28|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις λαβει δυο ονυχιτας λιθους, και θελεις εγχαραξει επ' αυτους τα ονοματα των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Exod 28:10" parsed="|Exod|28|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.10" />
<sup>10</sup>εξ εκ των ονοματων αυτων επι του ενος λιθου και τα λοιπα εξ ονοματα επι του αλλου λιθου, κατα τας γενεσεις αυτων·
<scripture passage="Exod 28:11" parsed="|Exod|28|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.11" />
<sup>11</sup>με εργασιαν λιθογλυφου κατα την γλυφην της σφραγιδος, θελεις εγχαραξει τους δυο λιθους με τα ονοματα των υιων Ισραηλ· θελεις εναρμοσει αυτους εις χρυσους οικισκους.
<scripture passage="Exod 28:12" parsed="|Exod|28|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις θεσει τους δυο λιθους επι των επωμιδων του εφοδ, λιθους μνημοσυνης εις τους υιους Ισραηλ· και ο Ααρων θελει βασταζει τα ονοματα αυτων ενωπιον του Κυριου επι των δυο ωμων αυτου εις μνημοσυνον.
<scripture passage="Exod 28:13" parsed="|Exod|28|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.13" />
<sup>13</sup>Και θελεις καμει οικισκους χρυσους·
<scripture passage="Exod 28:14" parsed="|Exod|28|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.14" />
<sup>14</sup>και δυο αλυσεις εκ καθαρου χρυσιου επι των ακρων· εργασιαν πλεκτην θελεις καμει αυτας, και θελεις συναψει τας πλεκτας αλυσεις με τους οικισκους.
<scripture passage="Exod 28:15" parsed="|Exod|28|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις καμει το περιστηθιον της κρισεως εντεχνου εργασιας· κατα την εργασιαν του εφοδ θελεις καμει αυτο· εκ χρυσιου, κυανου, και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης θελεις καμει αυτο·
<scripture passage="Exod 28:16" parsed="|Exod|28|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.16" />
<sup>16</sup>τετραγωνον θελει εισθαι διπλουν· μιας σπιθαμης το μηκος αυτου και μιας σπιθαμης το πλατος αυτου.
<scripture passage="Exod 28:17" parsed="|Exod|28|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.17" />
<sup>17</sup>Και θελεις εναρμοσει εις αυτο λιθους, τεσσαρας σειρας λιθων· σειρα σαρδιου, τοπαζιου και σμαραγδου θελει εισθαι πρωτη σειρα·
<scripture passage="Exod 28:18" parsed="|Exod|28|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.18" />
<sup>18</sup>και η δευτερα σειρα, ανθραξ, σαπφειρος και αδαμας·
<scripture passage="Exod 28:19" parsed="|Exod|28|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.19" />
<sup>19</sup>και η τριτη σειρα, λιγυριον, αχατης και αμεθυστος·
<scripture passage="Exod 28:20" parsed="|Exod|28|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.20" />
<sup>20</sup>και η τεταρτη σειρα, βηρυλλιον και ονυξ και ιασπις· ενηρμοσμενοι θελουσιν εισθαι εις τους χρυσους οικισκους αυτων·
<scripture passage="Exod 28:21" parsed="|Exod|28|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.21" />
<sup>21</sup>και οι λιθοι θελουσιν εισθαι με τα ονοματα των υιων Ισραηλ, δωδεκα, κατα τα ονοματα αυτων, κατα την γλυφην της σφραγιδος· εκαστος με το ονομα αυτου θελουσιν εισθαι κατα τας δωδεκα φυλας
<scripture passage="Exod 28:22" parsed="|Exod|28|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.22" />
<sup>22</sup>Και θελεις καμει επι το περιστηθιον αλυσεις κατα τα ακρα, πλεκτης εργασιας εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 28:23" parsed="|Exod|28|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.23" />
<sup>23</sup>Και θελεις καμει επι το περιστηθιον δυο κρικους χρυσους, και θελεις περασει τους δυο κρικους εις τα δυο ακρα του περιστηθιου.
<scripture passage="Exod 28:24" parsed="|Exod|28|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.24" />
<sup>24</sup>Και θελεις περασει τας δυο πλεκτας αλυσεις χρυσας εις τους δυο κρικους, τους εις τα ακρα του περιστηθιου.
<scripture passage="Exod 28:25" parsed="|Exod|28|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.25" />
<sup>25</sup>Και τα αλλα δυο ακρα των δυο πλεκτων αλυσεων θελεις συναψει με τους δυο οικισκους και θελεις βαλει αυτους εις τας επωμιδας του εφοδ εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Exod 28:26" parsed="|Exod|28|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.26" />
<sup>26</sup>Και θελεις καμει δυο κρικους χρυσους και θελεις βαλει αυτους επι των δυο ακρων του περιστηθιου εις το χειλος αυτου, το οποιον ειναι κατα το μερος του εφοδ εσωθεν·
<scripture passage="Exod 28:27" parsed="|Exod|28|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.27" />
<sup>27</sup>και θελεις καμει δυο αλλους κρικους χρυσους, και θελεις βαλει αυτους εις τα δυο πλαγια του εφοδ κατωθεν, προς το εμπροσθινον μερος αυτου, αντικρυ της αλλης ενωσεως αυτου, ανωθεν της κεντητης ζωνης του εφοδ.
<scripture passage="Exod 28:28" parsed="|Exod|28|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.28" />
<sup>28</sup>Και θελουσι δενει το περιστηθιον δια των κρικων αυτου εις τους κρικους του εφοδ με ταινιαν εκ κυανου, δια να ηναι ανωθεν της κεντητης ζωνης του εφοδ και δια να μη ηναι το περιστηθιον κεχωρισμενον απο του εφοδ.
<scripture passage="Exod 28:29" parsed="|Exod|28|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.29" />
<sup>29</sup>Και ο Ααρων θελει βασταζει τα ονοματα των υιων Ισραηλ εν τω περιστηθιω της κρισεως επι της καρδιας αυτου, οταν εισερχηται εις το αγιον, εις μνημοσυνον ενωπιον του Κυριου διαπαντος.
<scripture passage="Exod 28:30" parsed="|Exod|28|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.30" />
<sup>30</sup>Και θελεις βαλει εις το περιστηθιον της κρισεως το Ουριμ και το Θουμμιμ, και θελουσιν εισθαι επι της καρδιας του Ααρων, οταν εισερχηται ενωπιον του Κυριου· και ο Ααρων θελει βασταζει την κρισιν των υιων Ισραηλ επι της καρδιας αυτου ενωπιον του Κυριου διαπαντος.
<scripture passage="Exod 28:31" parsed="|Exod|28|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.31" />
<sup>31</sup>Και θελεις καμει τον ποδηρη του εφοδ ολον εκ κυανου.
<scripture passage="Exod 28:32" parsed="|Exod|28|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.32" />
<sup>32</sup>Και θελει εισθαι εις την κορυφην αυτου ανοιγμα κατα το μεσον αυτου· θελει εχει ταινιαν υφαντην κυκλω του ανοιγματος αυτου, καθως ειναι το ανοιγμα του θωρακος, δια να μη σχιζηται.
<scripture passage="Exod 28:33" parsed="|Exod|28|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.33" />
<sup>33</sup>Και θελεις καμει επι των κρασπεδων αυτου ροδια εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου επι των κρασπεδων αυτου κυκλω· και κωδωνας χρυσους μεταξυ αυτων κυκλω·
<scripture passage="Exod 28:34" parsed="|Exod|28|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.34" />
<sup>34</sup>χρυσουν κωδωνα και ροδιον, χρυσουν κωδωνα και ροδιον, επι των κρασπεδων του ποδηρους κυκλω.
<scripture passage="Exod 28:35" parsed="|Exod|28|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.35" />
<sup>35</sup>Και θελει εισθαι επι του Ααρων δια να λειτουργη· και ο ηχος αυτου θελει εισθαι ακουστος, οταν εισερχηται εις το αγιον ενωπιον του Κυριου και οταν εξερχηται, δια να μη αποθανη.
<scripture passage="Exod 28:36" parsed="|Exod|28|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.36" />
<sup>36</sup>Και θελεις καμει πεταλον εκ χρυσιου καθαρου και θελεις εγχαραξει επ' αυτο, ως χαραγμα σφραγιδος, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ.
<scripture passage="Exod 28:37" parsed="|Exod|28|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.37" />
<sup>37</sup>Και θελεις βαλει αυτο επι κυανης ταινιας, δια να ηναι επι της μιτρας· εις το εμπροσθεν μερος της μιτρας θελει εισθαι.
<scripture passage="Exod 28:38" parsed="|Exod|28|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.38" />
<sup>38</sup>Και θελει εισθαι επι του μετωπου του Ααρων, δια να σηκονη ο Ααρων την ανομιαν των αγιων πραγματων, τα οποια οι υιοι του Ισραηλ θελουσιν αγιαζει εις πασας αυτων τας αγιας προσφορας· και θελει εισθαι διαπαντος επι του μετωπου αυτου, δια να ηναι δεκται ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Exod 28:39" parsed="|Exod|28|39|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.39" />
<sup>39</sup>Και θελεις υφανει τον χιτωνα εκ βυσσου και θελεις καμει μιτραν εκ βυσσου και θελεις καμει ζωνην εργασιας κεντητου.
<scripture passage="Exod 28:40" parsed="|Exod|28|40|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.40" />
<sup>40</sup>Και δια τους υιους του Ααρων θελεις καμει χιτωνας και θελεις καμει δι' αυτους ζωνας και μιτριδια θελεις καμει δι' αυτους προς δοξαν και τιμην.
<scripture passage="Exod 28:41" parsed="|Exod|28|41|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.41" />
<sup>41</sup>Και θελεις ενδυσει αυτα τον Ααρων τον αδελφον σου και τους υιους αυτου μετ' αυτου, και θελεις χρισει αυτους και θελεις καθιερωσει αυτους και αγιασει αυτους, δια να ιερατευωσιν εις εμε.
<scripture passage="Exod 28:42" parsed="|Exod|28|42|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.42" />
<sup>42</sup>Και θελεις καμει εις αυτους λινα περισκελη, δια να σκεπαζωσι την γυμνωσιν της σαρκος αυτων· απο της οσφυος μεχρι των μηρων θελουσι φθανει·
<scripture passage="Exod 28:43" parsed="|Exod|28|43|0|0" osisRef="Bible:Exod.28.43" />
<sup>43</sup>και θελουσιν εισθαι επι του Ααρων και επι των υιων αυτου, οταν εισερχωνται εις την σκηνην του μαρτυριου η οταν πλησιαζωσιν εις το θυσιαστηριον δια να λειτουργησωσιν εν τω αγιω, δια να μη φερωσιν εφ' εαυτους ανομιαν και αποθανωσι τουτο θελει εισθαι νομος παντοτεινος εις αυτον και εις το σπερμα αυτου μετ' αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 29" progress="7.66%" prev="Exod.28" next="Exod.30" id="Exod.29">
<h3 id="Exod.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Exod.29-p1">
<scripture passage="Exod 29:1" parsed="|Exod|29|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.1" />
<sup>1</sup>Και τουτο ειναι το πραγμα, το οποιον θελεις καμει εις αυτους δια να αγιασης αυτους, ωστε να ιερατευωσιν εις εμε. Λαβε εν μοσχαριον βοος και δυο κριους αμωμους,
<scripture passage="Exod 29:2" parsed="|Exod|29|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.2" />
<sup>2</sup>και αζυμον αρτον και πηττας αζυμους εζυμωμενας με ελαιον και λαγανα αζυμα κεχρισμενα με ελαιον· εκ σεμιδαλεως σιτου θελεις καμει αυτα.
<scripture passage="Exod 29:3" parsed="|Exod|29|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις βαλει αυτα εις εν κανιστρον και θελεις φερει αυτα εν τω κανιστρω μετα του μοσχαριου και των δυο κριων.
<scripture passage="Exod 29:4" parsed="|Exod|29|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.4" />
<sup>4</sup>Και τον Ααρων και τους υιους αυτου θελεις προσαγαγει εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και θελεις λουσει αυτους εν υδατι.
<scripture passage="Exod 29:5" parsed="|Exod|29|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις λαβει τας στολας και θελεις ενδυσει τον Ααρων τον χιτωνα και τον ποδηρη του εφοδ και το εφοδ και το περιστηθιον, και θελεις ζωσει αυτον με την κεντητην ζωνην του εφοδ.
<scripture passage="Exod 29:6" parsed="|Exod|29|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις βαλει την μιτραν επι την κεφαλην αυτου και θελεις βαλει το αγιον διαδημα επι την μιτραν.
<scripture passage="Exod 29:7" parsed="|Exod|29|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.7" />
<sup>7</sup>Τοτε θελεις λαβει το ελαιον του χρισματος και θελεις χυσει εξ αυτου επι την κεφαλην αυτου και θελεις χρισει αυτον.
<scripture passage="Exod 29:8" parsed="|Exod|29|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις προσαγαγει τους υιους αυτου και ενδυσει αυτους χιτωνας·
<scripture passage="Exod 29:9" parsed="|Exod|29|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.9" />
<sup>9</sup>και θελεις ζωσει αυτους με ζωνας, τον Ααρων και τους υιους αυτου, και θελεις περιθεσει εις αυτους μιτριδια, και η ιερατεια θελει εισθαι εις αυτους κατα νομον παντοτεινον· και θελεις καθιερωσει τον Ααρων και τους υιους αυτου.
<scripture passage="Exod 29:10" parsed="|Exod|29|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις προσαγαγει το μοσχαριον εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου, και ο Ααρων και οι υιοι αυτου θελουσιν επιθεσει τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του μοσχαριου·
<scripture passage="Exod 29:11" parsed="|Exod|29|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.11" />
<sup>11</sup>και θελεις σφαξει το μοσχαριον ενωπιον Κυριου παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Exod 29:12" parsed="|Exod|29|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις λαβει εκ του αιματος του μοσχαριου και θεσει επι των κερατων του θυσιαστηριου με τον δακτυλον σου· και θελεις χυσει ολον το αιμα παρα την βασιν του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Exod 29:13" parsed="|Exod|29|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.13" />
<sup>13</sup>Και θελεις λαβει ολον το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια και τον επανω λοβον του ηπατος και τους δυο νεφρους και το στεαρ το επ' αυτων και θελεις καυσει αυτα επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Exod 29:14" parsed="|Exod|29|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.14" />
<sup>14</sup>Το δε κρεας του μοσχαριου και το δερμα αυτου και την κοπρον αυτου θελεις καυσει εν πυρι εξω του στρατοπεδου· τουτο ειναι θυσια περι αμαρτιας.
<scripture passage="Exod 29:15" parsed="|Exod|29|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.15" />
<sup>15</sup>Και τον κριον τον ενα θελεις λαβει, και θελουσιν επιθεσει ο Ααρων και οι υιοι αυτου τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του κριου·
<scripture passage="Exod 29:16" parsed="|Exod|29|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.16" />
<sup>16</sup>και θελεις σφαξει τον κριον και θελεις λαβει το αιμα αυτου και ραντισει επι το θυσιαστηριον κυκλω·
<scripture passage="Exod 29:17" parsed="|Exod|29|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.17" />
<sup>17</sup>και θελεις διαμελισει τον κριον εις τμηματα και θελεις πλυνει τα εντοσθια αυτου και τους ποδας αυτου, και βαλει αυτα μετα των τμηματων αυτου και μετα της κεφαλης αυτου·
<scripture passage="Exod 29:18" parsed="|Exod|29|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.18" />
<sup>18</sup>και θελεις καυσει ολον τον κριον επι του θυσιαστηριου· τουτο ειναι ολοκαυτωμα εις τον Κυριον· ειναι οσμη ευωδιας, θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 29:19" parsed="|Exod|29|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.19" />
<sup>19</sup>Και θελεις λαβει τον δευτερον κριον· και θελουσιν επιθεσει ο Ααρων και οι υιοι αυτου τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του κριου·
<scripture passage="Exod 29:20" parsed="|Exod|29|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.20" />
<sup>20</sup>τοτε θελεις σφαξει τον κριον και θελεις λαβει εκ του αιματος αυτου και θεσει επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του Ααρων, και επι τον λοβον του δεξιου ωτιου των υιων αυτου, και επι τον αντιχειρα της δεξιας χειρος αυτων, και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου ποδος αυτων, και θελεις ραντισει το αιμα επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Exod 29:21" parsed="|Exod|29|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.21" />
<sup>21</sup>Και θελεις λαβει εκ του αιματος, του επι του θυσιαστηριου, και εκ του ελαιου του χρισματος, και θελεις ραντισει επι τον Ααρων, και επι τας στολας αυτου και επι τους υιους αυτου και επι τας στολας των υιων αυτου μετ' αυτου· και θελουσιν αγιασθη, αυτος, και αι στολαι αυτου, και οι υιοι αυτου, και αι στολαι των υιων αυτου μετ' αυτου.
<scripture passage="Exod 29:22" parsed="|Exod|29|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.22" />
<sup>22</sup>Και θελεις λαβει εκ του κριου το στεαρ και την ουραν και το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια και τον επανω λοβον του ηπατος και τους δυο νεφρους, και το στεαρ το επ' αυτων και τον δεξιον βραχιονα, διοτι ειναι κριος καθιερωσεως,
<scripture passage="Exod 29:23" parsed="|Exod|29|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.23" />
<sup>23</sup>και ενα ψωμον, και μιαν πητταν ελαιωμενην, και εν λαγανον εκ του κανιστρου των αζυμων των προτεθειμενων ενωπιον Κυριου·
<scripture passage="Exod 29:24" parsed="|Exod|29|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.24" />
<sup>24</sup>και θελεις επιθεσει τα παντα εις τας χειρας του Ααρων και εις τας χειρας των υιων αυτου· και θελεις κινησει αυτα εις κινητην προσφοραν ενωπιον Κυριου.
<scripture passage="Exod 29:25" parsed="|Exod|29|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.25" />
<sup>25</sup>Και θελεις λαβει αυτα εκ των χειρων αυτων και καυσει επι του θυσιαστηριου επανω του ολοκαυτωματος εις οσμην ευωδιας ενωπιον Κυριου· τουτο ειναι θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον,
<scripture passage="Exod 29:26" parsed="|Exod|29|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.26" />
<sup>26</sup>Και θελεις λαβει το στηθος εκ του κριου της καθιερωσεως, οστις ειναι δια τον Ααρων, και θελεις κινησει αυτο εις κινητην προσφοραν ενωπιον Κυριου και θελει εισθαι μεριδιον σου.
<scripture passage="Exod 29:27" parsed="|Exod|29|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.27" />
<sup>27</sup>Και θελεις αγιασει το στηθος της κινητης προσφορας και τον βραχιονα της προσφορας της υψωσεως, ητις εκινηθη και ητις υψωθη, εκ του κριου της καθιερωσεως, εξ εκεινου οστις ειναι δια τον Ααρων, και εξ εκεινου οστις ειναι δια τους υιους αυτου·
<scripture passage="Exod 29:28" parsed="|Exod|29|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.28" />
<sup>28</sup>και θελει εισθαι του Ααρων και των υιων αυτου κατα νομον παντοτεινον παρα των υιων Ισραηλ· διοτι ειναι προσφορα υψωσεως· και θελει εισθαι προσφορα υψωσεως παρα των υιων Ισραηλ εκ των ειρηνικων θυσιων αυτων, η υψουμενη προσφορα αυτων προς τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 29:29" parsed="|Exod|29|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.29" />
<sup>29</sup>Και η αγια στολη του Ααρων θελει εισθαι των υιων αυτου μετ' αυτον, δια να χρισθωσιν εν αυτη και να καθιερωθωσιν εν αυτη.
<scripture passage="Exod 29:30" parsed="|Exod|29|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.30" />
<sup>30</sup>Επτα ημερας θελει ενδυεσθαι αυτην ο ιερευς, ο αντ' αυτου εκ των υιων αυτου, οστις εισερχεται εις την σκηνην του μαρτυριου δια να λειτουργηση εν τω αγιω.
<scripture passage="Exod 29:31" parsed="|Exod|29|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.31" />
<sup>31</sup>Και θελεις λαβει τον κριον της καθιερωσεως και βρασει το κρεας αυτου εν τοπω αγιω.
<scripture passage="Exod 29:32" parsed="|Exod|29|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.32" />
<sup>32</sup>Και θελουσι φαγει ο Ααρων και οι υιοι αυτου το κρεας του κριου και τον αρτον τον εν τω κανιστρω παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Exod 29:33" parsed="|Exod|29|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.33" />
<sup>33</sup>Και θελουσι φαγει εκεινα, δια των οποιων εγεινεν η εξιλεωσις, προς καθιερωσιν και αγιασμον αυτων· ξενος ομως δεν θελει φαγει, διοτι ειναι αγια·
<scripture passage="Exod 29:34" parsed="|Exod|29|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.34" />
<sup>34</sup>και αν μεινη τι εκ του κρεατος των καθιερωσεων η εκ του αρτου εως πρωι, τοτε θελεις καυσει το εναπολειφθεν εν πυρι· δεν θελει φαγωθη, διοτι ειναι αγιον.
<scripture passage="Exod 29:35" parsed="|Exod|29|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.35" />
<sup>35</sup>Και ουτω θελεις καμει εις τον Ααρων και εις τους υιους αυτου κατα παντα οσα προσεταξα εις σε· επτα ημερας θελεις καθιερωσει αυτους·
<scripture passage="Exod 29:36" parsed="|Exod|29|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.36" />
<sup>36</sup>και θελεις προσφερει πασαν ημεραν εν μοσχαριον εις προσφοραν περι αμαρτιας δια εξιλεωσιν. Και θελεις καθαριζει το θυσιαστηριον, καμνων εξιλεωσιν υπερ αυτου, και θελεις χρισει αυτο δια να αγιασης αυτο.
<scripture passage="Exod 29:37" parsed="|Exod|29|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.37" />
<sup>37</sup>Επτα ημερας θελεις καμνει εξιλεωσιν υπερ του θυσιαστηριου και θελεις αγιαζει αυτο· και θελει εισθαι θυσιαστηριον αγιωτατον· παν το εγγιζον το θυσιαστηριον θελει εισθαι αγιον.
<scripture passage="Exod 29:38" parsed="|Exod|29|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.38" />
<sup>38</sup>Τουτο δε ειναι εκεινο, το οποιον θελεις προσφερει επι του θυσιαστηριου· δυο αρνια ενιαυσια την ημεραν διαπαντος.
<scripture passage="Exod 29:39" parsed="|Exod|29|39|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.39" />
<sup>39</sup>το εν αρνιον θελεις προσφερει το πρωι, και το αλλο αρνιον θελεις προσφερει το δειλινον·
<scripture passage="Exod 29:40" parsed="|Exod|29|40|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.40" />
<sup>40</sup>και μετα του ενος αρνιου εν δεκατον σεμιδαλεως εζυμωμενης με το τεταρτον ενος ιν ελαιου κοπανισμενου· και το τεταρτον ενος ιν οινου δια σπονδην.
<scripture passage="Exod 29:41" parsed="|Exod|29|41|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.41" />
<sup>41</sup>και το δευτερον αρνιον θελεις προσφερει το δειλινον· κατα την προσφοραν της πρωιας, και κατα την σπονδην αυτης, θελεις καμει εις αυτο, εις οσμην ευωδιας, θυσιαν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 29:42" parsed="|Exod|29|42|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.42" />
<sup>42</sup>τουτο θελει εισθαι παντοτεινον ολοκαυτωμα εις τας γενεας σας παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου ενωπιον Κυριου· οπου θελω εμφανιζεσθαι εις σας, δια να λαλω εκει προς σε.
<scripture passage="Exod 29:43" parsed="|Exod|29|43|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.43" />
<sup>43</sup>Και εκει θελει εμφανιζεσθαι εις τους υιους Ισραηλ, και η σκηνη θελει αγιαζεσθαι με την δοξαν μου.
<scripture passage="Exod 29:44" parsed="|Exod|29|44|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.44" />
<sup>44</sup>Και θελω αγιαζει την σκηνην του μαρτυριου και το θυσιαστηριον· θελω αγιαζει και τον Ααρων και τους υιους αυτου, δια να ιερατευωσιν εις εμε.
<scripture passage="Exod 29:45" parsed="|Exod|29|45|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.45" />
<sup>45</sup>Και θελω κατοικει εν μεσω των υιων Ισραηλ, και θελω εισθαι Θεος αυτων.
<scripture passage="Exod 29:46" parsed="|Exod|29|46|0|0" osisRef="Bible:Exod.29.46" />
<sup>46</sup>Και αυτοι θελουσι γνωριζει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων, ο εξαγαγων αυτους εκ γης Αιγυπτου δια να κατοικω εν μεσω αυτων· εγω Κυριος ο Θεος αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 30" progress="7.83%" prev="Exod.29" next="Exod.31" id="Exod.30">
<h3 id="Exod.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Exod.30-p1">
<scripture passage="Exod 30:1" parsed="|Exod|30|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.1" />
<sup>1</sup>Και θελεις καμει θυσιαστηριον δια να θυμιαζης θυμιαμα· εκ ξυλου σιττιμ θελεις καμει αυτο.
<scripture passage="Exod 30:2" parsed="|Exod|30|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.2" />
<sup>2</sup>μιας πηχης το μηκος αυτου και μιας πηχης το πλατος αυτου τετραγωνον θελει εισθαι και δυο πηχων το υψος αυτου τα κερατα αυτου εκ του αυτου.
<scripture passage="Exod 30:3" parsed="|Exod|30|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις περικαλυψει αυτο με χρυσιον καθαρον, την κορυφην αυτου και τα πλαγια αυτου κυκλω και τα κερατα αυτου και θελεις καμει εις αυτο στεφανην χρυσην κυκλω.
<scripture passage="Exod 30:4" parsed="|Exod|30|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.4" />
<sup>4</sup>Και δυο χρυσους κρικους θελεις καμει εις αυτο υπο την στεφανην αυτου· πλησιον των δυο γωνιων αυτου επι τα δυο πλαγια αυτου θελεις καμει αυτους, και θελουσιν εισθαι θηκαι των μοχλων, ωστε να βασταζωσιν αυτο δι' αυτων.
<scripture passage="Exod 30:5" parsed="|Exod|30|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις καμει τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και θελεις περικαλυψει αυτους με χρυσιον.
<scripture passage="Exod 30:6" parsed="|Exod|30|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις βαλει αυτο απεναντι του καταπετασματος του ενωπιον της κιβωτου του μαρτυριου, αντικρυ του ιλαστηριου του επι του μαρτυριου, οπου θελω εμφανιζεσθαι εις σε.
<scripture passage="Exod 30:7" parsed="|Exod|30|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.7" />
<sup>7</sup>Και θελει θυμιαζει ο Ααρων επ' αυτου θυμιαμα ευωδες καθ' εκαστην πρωιαν· οταν ετοιμαζη τους λυχνους, θελει θυμιαζει επ' αυτου.
<scripture passage="Exod 30:8" parsed="|Exod|30|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.8" />
<sup>8</sup>Και οταν αναπτη ο Ααρων τους λυχνους το εσπερας, θελει θυμιαζει επ' αυτου, θυμιαμα παντοτεινον ενωπιον του Κυριου εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Exod 30:9" parsed="|Exod|30|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.9" />
<sup>9</sup>δεν θελετε προσφερει επ' αυτου ξενον θυμιαμα ουδε ολοκαυτωμα ουδε προσφοραν εξ αλφιτων ουδε θελετε χυσει επ' αυτου σπονδην.
<scripture passage="Exod 30:10" parsed="|Exod|30|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.10" />
<sup>10</sup>Και θελει καμνει ο Ααρων εξιλεωσιν επι των κερατων αυτου απαξ του ενιαυτου με το αιμα της περι αμαρτιας προσφορας της εξιλεωσεως· απαξ του ενιαυτου θελει καμνει εξιλεωσιν επ' αυτου εις τας γενεας σας· τουτο ειναι αγιωτατον προς τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 30:11" parsed="|Exod|30|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 30:12" parsed="|Exod|30|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.12" />
<sup>12</sup>Οταν λαμβανης το κεφαλαιον των υιων Ισραηλ κατα την απαριθμησιν αυτων, τοτε θελουσι δωσει πας ανθρωπος λυτρον δια την ψυχην αυτου προς τον Κυριον, οταν απαριθμης αυτους, δια να μη επελθη πληγη επ' αυτους, οταν απαριθμης αυτους·
<scripture passage="Exod 30:13" parsed="|Exod|30|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.13" />
<sup>13</sup>τουτο θελουσι διδει πας οστις περνα εις την απαριθμησιν, ημισυ του σικλου κατα τον σικλον του αγιου· ο σικλος ειναι εικοσι γερα· ημισυ του σικλου θελει εισθαι η προσφορα του Κυριου.
<scripture passage="Exod 30:14" parsed="|Exod|30|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.14" />
<sup>14</sup>πας οστις περνα εις την απαριθμησιν, απο εικοσι ετων ηλικιας και επανω, θελει δωσει προσφοραν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 30:15" parsed="|Exod|30|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.15" />
<sup>15</sup>Ο πλουσιος δεν θελει δωσει πλειοτερον, και ο πτωχος δεν θελει δωσει ολιγωτερον ημισεος σικλου, οταν διδωσι την προσφοραν εις τον Κυριον δια να καμωσιν εξιλεωσιν υπερ των ψυχων υμων.
<scripture passage="Exod 30:16" parsed="|Exod|30|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.16" />
<sup>16</sup>Και θελεις λαβει το αργυριον της εξιλεωσεως παρα των υιων Ισραηλ, και θελεις μεταχειρισθη αυτο εις την υπηρεσιαν της σκηνης του μαρτυριου, και θελει εισθαι εις τους υιους Ισραηλ εις μνημοσυνον ενωπιον του Κυριου, δια να γεινη εξιλεωσις υπερ των ψυχων υμων.
<scripture passage="Exod 30:17" parsed="|Exod|30|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.17" />
<sup>17</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 30:18" parsed="|Exod|30|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.18" />
<sup>18</sup>Και θελεις καμει νιπτηρα χαλκινον και την βασιν αυτου χαλκινην, δια να νιπτωνται και θελεις θεσει αυτον μεταξυ της σκηνης του μαρτυριου και του θυσιαστηριου και θελεις βαλει υδωρ εις αυτον·
<scripture passage="Exod 30:19" parsed="|Exod|30|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.19" />
<sup>19</sup>και θελουσι νιπτει ο Ααρων και οι υιοι αυτου τας χειρας αυτων και τους ποδας αυτων εξ αυτου·
<scripture passage="Exod 30:20" parsed="|Exod|30|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.20" />
<sup>20</sup>Οταν εισερχωνται εις την σκηνην του μαρτυριου, θελουσι νιπτεσθαι με υδωρ, δια να μη αποθανωσιν· η οταν πλησιαζωσιν εις το θυσιαστηριον δια να λειτουργησωσι, δια να καυσωσι θυσιαν γινομενην δια πυρος εις τον Κυριον·
<scripture passage="Exod 30:21" parsed="|Exod|30|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.21" />
<sup>21</sup>τοτε θελουσι νιπτει τας χειρας αυτων και τους ποδας αυτων, δια να μη αποθανωσι και τουτο θελει εισθαι νομος παντοτεινος εις αυτους, εις αυτον και εις το σπερμα αυτου εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Exod 30:22" parsed="|Exod|30|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.22" />
<sup>22</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 30:23" parsed="|Exod|30|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.23" />
<sup>23</sup>Και συ λαβε εις σεαυτον εκλεκτα αρωματα, καθαρας σμυρνης πεντακοσιους σικλους και ευωδους κινναμωμου ημισυ αυτης, διακοσιους πεντηκοντα, και ευωδους καλαμου διακοσιους πεντηκοντα,
<scripture passage="Exod 30:24" parsed="|Exod|30|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.24" />
<sup>24</sup>και κασσιας πεντακοσιους, κατα τον σικλον του αγιου, και ελαιου ελαιας εν ιν·
<scripture passage="Exod 30:25" parsed="|Exod|30|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.25" />
<sup>25</sup>και θελεις καμει αυτο ελαιον αγιου χρισματος, χρισμα μυρεψικον κατα την τεχνην του μυρεψου· αγιον χριστηριον ελαιον θελει εισθαι.
<scripture passage="Exod 30:26" parsed="|Exod|30|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.26" />
<sup>26</sup>Και θελεις χρισει με αυτο την σκηνην του μαρτυριου και την κιβωτον του μαρτυριου,
<scripture passage="Exod 30:27" parsed="|Exod|30|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.27" />
<sup>27</sup>και την τραπεζαν και παντα τα σκευη αυτης και την λυχνιαν και τα σκευη αυτης και το θυσιαστηριον του θυμιαματος,
<scripture passage="Exod 30:28" parsed="|Exod|30|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.28" />
<sup>28</sup>και το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος μετα παντων των σκευων αυτου και τον νιπτηρα και την βασιν αυτου.
<scripture passage="Exod 30:29" parsed="|Exod|30|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.29" />
<sup>29</sup>Και θελεις αγιασει αυτα, δια να ηναι αγιωτατα· παν το εγγιζον αυτα θελει εισθαι αγιον.
<scripture passage="Exod 30:30" parsed="|Exod|30|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.30" />
<sup>30</sup>Και τον Ααρων και τους υιους αυτου θελεις χρισει και θελεις αγιασει αυτους, δια να ιερατευωσιν εις εμε.
<scripture passage="Exod 30:31" parsed="|Exod|30|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.31" />
<sup>31</sup>Και θελεις λαλησει προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, τουτο θελει εισθαι εις εμε αγιον χριστηριον ελαιον εις τας γενεας σας·
<scripture passage="Exod 30:32" parsed="|Exod|30|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.32" />
<sup>32</sup>επι σαρκα ανθρωπου δεν θελει χυθη ουδε θελετε καμει ομοιον αυτου κατα την συνθεσιν αυτου· τουτο ειναι αγιον και αγιον θελει εισθαι εις εσας·
<scripture passage="Exod 30:33" parsed="|Exod|30|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.33" />
<sup>33</sup>οστις συνθεση ομοιον αυτου η οστις βαλη εξ αυτου επι αλλογενη, θελει εξολοθρευθη εκ του λαου αυτου.
<scripture passage="Exod 30:34" parsed="|Exod|30|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.34" />
<sup>34</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Λαβε εις σεαυτον ευωδη αρωματα, στακτην και ονυχα και χαλβανην, ταυτα τα ευωδη αρωματα μετα καθαρου λιβανιου· ισου βαρους θελει εισθαι εκαστον.
<scripture passage="Exod 30:35" parsed="|Exod|30|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.35" />
<sup>35</sup>Και θελεις καμει τουτο θυμιαμα, συνθεσιν κατα την τεχνην του μυρεψου μεμιγμενον, καθαρον, αγιον·
<scripture passage="Exod 30:36" parsed="|Exod|30|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.36" />
<sup>36</sup>και θελεις κοπανισει μερος εκ τουτου πολλα λεπτον, και θελεις βαλει εξ αυτου εμπροσθεν του μαρτυριου εν τη σκηνη του μαρτυριου, οπου θελω εμφανιζεσθαι εις σε· τουτο θελει εισθαι εις εσας αγιωτατον.
<scripture passage="Exod 30:37" parsed="|Exod|30|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.37" />
<sup>37</sup>Κατα δε την συνθεσιν του θυμιαματος τουτου, το οποιον θελεις καμει, σεις δεν θελετε καμει εις εαυτους· αγιον θελει εισθαι εις σε δια τον Κυριον·
<scripture passage="Exod 30:38" parsed="|Exod|30|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.30.38" />
<sup>38</sup>οστις καμη ομοιον αυτου δια να μυριζηται αυτο, θελει εξολοθρευθη εκ του λαου αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 31" progress="7.96%" prev="Exod.30" next="Exod.32" id="Exod.31">
<h3 id="Exod.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Exod.31-p1">
<scripture passage="Exod 31:1" parsed="|Exod|31|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 31:2" parsed="|Exod|31|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.2" />
<sup>2</sup>Ιδε, εγω εκαλεσα εξ ονοματος Βεσελεηλ τον υιον του Ουρι, υιου του Ωρ, εκ της φυλης του Ιουδα·
<scripture passage="Exod 31:3" parsed="|Exod|31|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.3" />
<sup>3</sup>και ενεπλησα αυτον πνευματος θειου, σοφιας και συνεσεως και επιστημης και πασης καλλιτεχνιας,
<scripture passage="Exod 31:4" parsed="|Exod|31|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.4" />
<sup>4</sup>δια να επινοη εντεχνα εργα, ωστε να εργαζηται εις χρυσον και εις αργυρον και εις χαλκον,
<scripture passage="Exod 31:5" parsed="|Exod|31|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.5" />
<sup>5</sup>και να γλυφη λιθους ενθεσεως, και να σκαλιζη ξυλα δι' εργασιαν εις πασαν καλλιτεχνιαν.
<scripture passage="Exod 31:6" parsed="|Exod|31|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.6" />
<sup>6</sup>Και εγω, ιδου, εδωκα εις αυτον Ελιαβ τον υιον του Αχισαμαχ, εκ της φυλης του Δαν· και εις παντα συνετον την καρδιαν εδωκα σοφιαν, δια να καμωσι παντα οσα προσεταξα εις σε·
<scripture passage="Exod 31:7" parsed="|Exod|31|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.7" />
<sup>7</sup>την σκηνην του μαρτυριου, και την κιβωτον του μαρτυριου και το ιλαστηριον το επανωθεν αυτης και παντα τα σκευη της σκηνης,
<scripture passage="Exod 31:8" parsed="|Exod|31|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.8" />
<sup>8</sup>και την τραπεζαν και τα σκευη αυτης και την καθαραν λυχνιαν μετα παντων των σκευων αυτης και το θυσιαστηριον του θυμιαματος,
<scripture passage="Exod 31:9" parsed="|Exod|31|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.9" />
<sup>9</sup>και το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος μετα των σκευων αυτου και τον νιπτηρα και την βασιν αυτου,
<scripture passage="Exod 31:10" parsed="|Exod|31|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.10" />
<sup>10</sup>και τας στολας τας λειτουργικας, και τας αγιας στολας του Ααρων του ιερεως, και τας στολας των υιων αυτου, δια να ιερατευωσι,
<scripture passage="Exod 31:11" parsed="|Exod|31|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.11" />
<sup>11</sup>και το χριστηριον ελαιον, και το ευωδες θυμιαμα δια το αγιον· κατα παντα οσα προσεταξα εις σε θελουσι καμει.
<scripture passage="Exod 31:12" parsed="|Exod|31|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.12" />
<sup>12</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 31:13" parsed="|Exod|31|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.13" />
<sup>13</sup>Και συ λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Προσεχετε να φυλαττητε τα σαββατα μου· διοτι τουτο ειναι σημειον μεταξυ εμου και υμων εις τας γενεας υμων, δια να γνωριζητε οτι εγω ειμαι Κυριος, ο αγιαζων υμας·
<scripture passage="Exod 31:14" parsed="|Exod|31|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.14" />
<sup>14</sup>και θελετε φυλαττει το σαββατον, διοτι ειναι αγιον εις εσας· οστις βεβηλωση αυτο, θελει εξαπαντος θανατωθη· διοτι πας οστις καμη εργασιαν εν αυτω, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ μεσου του λαου αυτης.
<scripture passage="Exod 31:15" parsed="|Exod|31|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.15" />
<sup>15</sup>Εξ ημερας θελει γινεσθαι εργασια· εν δε τη εβδομη ημερα σαββατον θελει εισθαι, αναπαυσις αγια εις τον Κυριον· και οστις καμη εργασιαν εν τη ημερα του σαββατου θελει εξαπαντος θανατωθη.
<scripture passage="Exod 31:16" parsed="|Exod|31|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.16" />
<sup>16</sup>Και θελουσι φυλαττει οι υιοι Ισραηλ το σαββατον, δια να εορταζωσιν αυτο εις τας γενεας αυτων εις διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="Exod 31:17" parsed="|Exod|31|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.17" />
<sup>17</sup>Τουτο ειναι σημειον μεταξυ εμου και των υιων Ισραηλ διαπαντος· διοτι εις εξ ημερας εποιησεν ο Κυριος τον ουρανον και την γην, εν δε τη εβδομη ημερα κατεπαυσε και ανεπαυθη.
<scripture passage="Exod 31:18" parsed="|Exod|31|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.31.18" />
<sup>18</sup>Και εδωκεν εις τον Μωυσην, αφου ετελειωσε λαλων προς αυτον επι του ορους Σινα, δυο πλακας του μαρτυριου, πλακας λιθινας γεγραμμενας με τον δακτυλον του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 32" progress="8.01%" prev="Exod.31" next="Exod.33" id="Exod.32">
<h3 id="Exod.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Exod.32-p1">
<scripture passage="Exod 32:1" parsed="|Exod|32|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.1" />
<sup>1</sup>Και ιδων ο λαος οτι εβραδυνεν ο Μωυσης να καταβη εκ του ορους, συνηχθη ο λαος επι τον Ααρων και ελεγον προς αυτον, Σηκωθητι, καμε εις ημας θεους, οιτινες να προπορευωνται ημων· διοτι ουτος ο Μωυσης, ο ανθρωπος οστις εξηγαγεν ημας εκ γης Αιγυπτου, δεν εξευρομεν τι απεγεινεν αυτος.
<scripture passage="Exod 32:2" parsed="|Exod|32|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ααρων, Αφαιρεσατε τα χρυσα ενωτια, τα οποια ειναι εις τα ωτα των γυναικων σας, των υιων σας και των θυγατερων σας, και φερετε προς εμε.
<scripture passage="Exod 32:3" parsed="|Exod|32|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.3" />
<sup>3</sup>Και αφηρεσε πας ο λαος τα χρυσα ενωτια, τα οποια ησαν εις τα ωτα αυτων, και εφεραν προς τον Ααρων.
<scripture passage="Exod 32:4" parsed="|Exod|32|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.4" />
<sup>4</sup>Και λαβων εκ των χειρων αυτων, διεμορφωσεν αυτο με εργαλειον εγχαρακτικον, και εκαμεν αυτο μοσχον χωνευτον· οι δε ειπον, Ουτοι ειναι οι θεοι σου, Ισραηλ, οιτινες σε ανεβιβασαν εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 32:5" parsed="|Exod|32|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ειδε τουτο ο Ααρων, ωκοδομησε θυσιαστηριον εμπροσθεν αυτου· και εκηρυξεν ο Ααρων, λεγων, Αυριον ειναι εορτη εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 32:6" parsed="|Exod|32|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.6" />
<sup>6</sup>Και σηκωθεντες ενωρις την επαυριον, προσεφεραν ολοκαυτωματα και εφεραν ειρηνικας προσφορας· και εκαθισεν ο λαος να φαγη και να πιη, και εσηκωθησαν να παιζωσι.
<scripture passage="Exod 32:7" parsed="|Exod|32|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Υπαγε, καταβηθι διοτι ηνομησεν ο λαος σου, τον οποιον εξηγαγες εκ γης Αιγυπτου·
<scripture passage="Exod 32:8" parsed="|Exod|32|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.8" />
<sup>8</sup>εξετραπησαν ταχεως εκ της οδου την οποιαν προσεταξα εις αυτους· εκαμαν εις εαυτους μοσχον χωνευτον και προσεκυνησαν αυτον και εθυσιασαν εις αυτον και ειπον, Ουτοι ειναι οι θεοι σου, Ισραηλ, οιτινες σε ανεβιβασαν εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 32:9" parsed="|Exod|32|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, ειδον τον λαον τουτον, και ιδου, ειναι λαος σκληροτραχηλος·
<scripture passage="Exod 32:10" parsed="|Exod|32|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.10" />
<sup>10</sup>τωρα λοιπον, αφες με, και θελει εξαφθη η οργη μου εναντιον αυτων και θελω εξολοθρευσει αυτους· και θελω σε καταστησει εθνος μεγα.
<scripture passage="Exod 32:11" parsed="|Exod|32|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.11" />
<sup>11</sup>Και ικετευσεν ο Μωυσης Κυριον τον Θεον αυτου και ειπε, Δια τι, Κυριε, εξαπτεται η οργη σου εναντιον του λαου σου, τον οποιον εξηγαγες εκ γης Αιγυπτου μετα μεγαλης δυναμεως και κραταιας χειρος;
<scripture passage="Exod 32:12" parsed="|Exod|32|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.12" />
<sup>12</sup>δια τι να ειπωσιν οι Αιγυπτιοι, λεγοντες, Με πονηριαν εξηγαγεν αυτους, δια να θανατωση αυτους εις τα ορη και να εξολοθρευση αυτους απο προσωπου της γης; επιστρεψον απο της εξαψεως της οργης σου και μεταμεληθητι περι του κακου του προς τον λαον σου·
<scripture passage="Exod 32:13" parsed="|Exod|32|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.13" />
<sup>13</sup>ενθυμηθητι τον Αβρααμ, τον Ισαακ και τον Ισραηλ, τους δουλους σου, προς τους οποιους ωμοσας επι σεαυτον και ειπας προς αυτους, Θελω πληθυνει το σπερμα σας ως τα αστρα του ουρανου· και πασαν την γην ταυτην περι της οποιας ελαλησα, θελω δωσει εις το σπερμα σας, και θελουσι κληρονομησει αυτην διαπαντος.
<scripture passage="Exod 32:14" parsed="|Exod|32|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.14" />
<sup>14</sup>Και μετεμεληθη ο Κυριος περι του κακου, το οποιον ειπε να καμη κατα του λαου αυτου.
<scripture passage="Exod 32:15" parsed="|Exod|32|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.15" />
<sup>15</sup>Και στραφεις ο Μωυσης κατεβη εκ του ορους, και αι δυο πλακες του μαρτυριου ησαν εν ταις χερσιν αυτου· πλακες γεγραμμεναι εξ αμφοτερων των μερων· εκ του ενος μερους και εκ του αλλου ησαν γεγραμμεναι.
<scripture passage="Exod 32:16" parsed="|Exod|32|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.16" />
<sup>16</sup>Και αι πλακες ησαν εργον Θεου και η γραφη ητο γραφη Θεου εγκεχαραγμενη επι τας πλακας.
<scripture passage="Exod 32:17" parsed="|Exod|32|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.17" />
<sup>17</sup>Και ακουσας ο Ιησους τον θορυβον του λαου αλαλαζοντος, ειπε προς τον Μωυσην, Θορυβος πολεμου ειναι εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Exod 32:18" parsed="|Exod|32|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπε, Δεν ειναι φωνη αλαλαζοντων δια νικην ουδε φωνη βοωντων δια ητταν· φωνην αδοντων εγω ακουω.
<scripture passage="Exod 32:19" parsed="|Exod|32|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.19" />
<sup>19</sup>Καθως δε επλησιασεν εις το στρατοπεδον, ειδε τον μοσχον και χορους· και εξηφθη ο θυμος του Μωυσεως, και ερριψε τας πλακας απο των χειρων αυτου και συνετριψεν αυτας υπο το ορος·
<scripture passage="Exod 32:20" parsed="|Exod|32|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.20" />
<sup>20</sup>και λαβων τον μοσχον, τον οποιον ειχον καμει, κατεκαυσεν εν πυρι, και συντριψας εωσου ελεπτυνθη, εσπειρεν επι το υδωρ και εποτισε τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 32:21" parsed="|Exod|32|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Τι εκαμεν εις σε ο λαος ουτος, ωστε επεφερες επ' αυτους αμαρτιαν μεγαλην;
<scripture passage="Exod 32:22" parsed="|Exod|32|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Ααρων, Ας μη εξαπτηται ο θυμος του κυριου μου· συ γνωριζεις τον λαον, οτι εγκειται εις την κακιαν·
<scripture passage="Exod 32:23" parsed="|Exod|32|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.23" />
<sup>23</sup>διοτι ειπον προς εμε, Καμε εις ημας θεους, οιτινες να προπορευωνται ημων· διοτι ουτος ο Μωυσης, ο ανθρωπος οστις εξηγαγεν ημας εκ γης Αιγυπτου, δεν εξευρομεν τι απεγεινεν αυτος·
<scripture passage="Exod 32:24" parsed="|Exod|32|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.24" />
<sup>24</sup>και ειπα προς αυτους, Οστις εχει χρυσιον, ας αφαιρεσωσιν αυτο· και εδωκαν εις εμε· τοτε ερριψα αυτο εις το πυρ, και εξηλθεν ο μοσχος ουτος.
<scripture passage="Exod 32:25" parsed="|Exod|32|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.25" />
<sup>25</sup>Και ιδων ο Μωυσης τον λαον οτι ητο αχαλινωτος, διοτι ο Ααρων ειχε αφησει αυτους αχαλινωτους προς καταισχυνην, μεταξυ των εχθρων αυτων,
<scripture passage="Exod 32:26" parsed="|Exod|32|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.26" />
<sup>26</sup>εσταθη ο Μωυσης παρα την πυλην του στρατοπεδου και ειπεν, Οστις ειναι του Κυριου, ας ελθη προς εμε. Και συνηχθησαν προς αυτον παντες οι υιοι του Λευι.
<scripture passage="Exod 32:27" parsed="|Exod|32|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.27" />
<sup>27</sup>Και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ας βαλη εκαστος την ρομφαιαν αυτου επι τον μηρον αυτου· και διελθετε και εξελθετε απο πυλης εις πυλην δια του στρατοπεδου, και ας θανατωση εκαστος τον αδελφον αυτου και εκαστος τον φιλον αυτου και εκαστος τον πλησιον αυτου.
<scripture passage="Exod 32:28" parsed="|Exod|32|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.28" />
<sup>28</sup>Και εκαμον οι υιοι του Λευι κατα τον λογον του Μωυσεως· και επεσαν εκ του λαου εκεινην την ημεραν περιπου τρεις χιλιαδες ανδρες.
<scripture passage="Exod 32:29" parsed="|Exod|32|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.29" />
<sup>29</sup>διοτι ειπεν ο Μωυσης, Καθιερωσατε εαυτους σημερον εις τον Κυριον, εκαστος επι τον υιον αυτου και εκαστος επι τον αδελφον αυτου, δια να δοθη εις εσας ευλογια σημερον.
<scripture passage="Exod 32:30" parsed="|Exod|32|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.30" />
<sup>30</sup>Και την επαυριον ειπεν ο Μωυσης προς τον λαον, Σεις ημαρτησατε αμαρτιαν μεγαλην· και τωρα θελω αναβη προς τον Κυριον· ισως καμω εξιλεωσιν δια την αμαρτιαν σας.
<scripture passage="Exod 32:31" parsed="|Exod|32|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.31" />
<sup>31</sup>Και επεστρεψεν ο Μωυσης προς τον Κυριον και ειπε, Δεομαι· ουτος ο λαος ημαρτησεν αμαρτιαν μεγαλην και εκαμον εις εαυτους θεους χρυσους·
<scripture passage="Exod 32:32" parsed="|Exod|32|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.32" />
<sup>32</sup>πλην τωρα, εαν συγχωρησης την αμαρτιαν αυτων· ει δε μη, εξαλειψον με, δεομαι, εκ της βιβλου σου, την οποιαν εγραψας.
<scripture passage="Exod 32:33" parsed="|Exod|32|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.33" />
<sup>33</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Οστις ημαρτησεν εναντιον εμου, τουτον θελω εξαλειψει εκ της βιβλου μου·
<scripture passage="Exod 32:34" parsed="|Exod|32|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.34" />
<sup>34</sup>οθεν τωρα υπαγε, οδηγησον τον λαον εις τον τοπον περι του οποιου σε ειπα· ιδου, ο αγγελος μου θελει προπορευεσθαι εμπροσθεν σου' αλλ' ομως εν τη ημερα της ανταποδωσεως μου θελω ανταποδωσει την αμαρτιαν αυτων επ' αυτους.
<scripture passage="Exod 32:35" parsed="|Exod|32|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.32.35" />
<sup>35</sup>Και επαταξε Κυριος τον λαον, δια την κατασκευην του μοσχου τον οποιον κατεσκευασεν ο Ααρων.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 33" progress="8.14%" prev="Exod.32" next="Exod.34" id="Exod.33">
<h3 id="Exod.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Exod.33-p1">
<scripture passage="Exod 33:1" parsed="|Exod|33|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Υπαγε, αναβηθι εντευθεν συ και ο λαος τον οποιον εξηγαγες εκ γης Αιγυπτου, εις την γην την οποιαν ωμοσα προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ, λεγων, Εις το σπερμα σου θελω δωσει αυτην·
<scripture passage="Exod 33:2" parsed="|Exod|33|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.2" />
<sup>2</sup>και θελω αποστειλει αγγελον εμπροσθεν σου και θελω εκδιωξει τον Χαναναιον, τον Αμορραιον και τον Χετταιον και τον Φερεζαιον τον Ευαιον και τον Ιεβουσαιον·
<scripture passage="Exod 33:3" parsed="|Exod|33|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.3" />
<sup>3</sup>εις γην ρεουσαν γαλα και μελι διοτι εγω δεν θελω αναβη εν τω μεσω σου, επειδη εισαι λαος σκληροτραχηλος, δια να μη σε εξολοθρευσω καθ' οδον.
<scripture passage="Exod 33:4" parsed="|Exod|33|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.4" />
<sup>4</sup>Και οτε ηκουσεν ο λαος τον κακον τουτον λογον, κατεπενθησαν και ουδεις εβαλε τον στολισμον αυτου εφ' εαυτον.
<scripture passage="Exod 33:5" parsed="|Exod|33|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο Κυριος ειπε προς τον Μωυσην, Ειπε προς τους υιους Ισραηλ, Σεις εισθε λαος σκληροτραχηλος· μιαν στιγμην εαν αναβω εις το μεσον σου, θελω σε εξολοθρευσει· οθεν τωρα εκδυθητι τους στολισμους σου απο σου, δια να γνωρισω τι θελω καμει εις σε.
<scripture passage="Exod 33:6" parsed="|Exod|33|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.6" />
<sup>6</sup>Και εξεδυθησαν οι υιοι του Ισραηλ τους στολισμους αυτων πλησιον του ορους Χωρηβ.
<scripture passage="Exod 33:7" parsed="|Exod|33|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.7" />
<sup>7</sup>Και λαβων ο Μωυσης την σκηνην, εστησεν αυτην εξω του στρατοπεδου, μακραν του στρατοπεδου, και ωνομασεν αυτην Σκηνην του μαρτυριου· και πας ο ζητων τον Κυριον εξηρχετο προς την σκηνην του μαρτυριου την εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Exod 33:8" parsed="|Exod|33|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.8" />
<sup>8</sup>Και οτε εξηρχετο ο Μωυσης προς την σκηνην, πας ο λαος εσηκονετο και ιστατο εκαστος παρα την θυραν της σκηνης αυτου και εβλεπον κατοπιν του Μωυσεως, εωσου εισηρχετο εις την σκηνην.
<scripture passage="Exod 33:9" parsed="|Exod|33|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.9" />
<sup>9</sup>Και καθως εισηρχετο ο Μωυσης εις την σκηνην, κατεβαινεν ο στυλος της νεφελης και ιστατο επι των θυρων της σκηνης· και ελαλει ο Κυριος μετα του Μωυσεως.
<scripture passage="Exod 33:10" parsed="|Exod|33|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.10" />
<sup>10</sup>Και εβλεπε πας ο λαος τον στυλον της νεφελης ισταμενον επι των θυρων της σκηνης· και πας ο λαος ανισταμενος προσεκυνει, εκαστος απο της θυρας της σκηνης αυτου.
<scripture passage="Exod 33:11" parsed="|Exod|33|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλει ο Κυριος προς τον Μωυσην προσωπον προς προσωπον, καθως λαλει ανθρωπος προς τον φιλον αυτου. Και επεστρεφεν εις το στρατοπεδον· ο δε θεραπων αυτου νεος, Ιησους ο υιος του Ναυη, δεν ανεχωρει απο της σκηνης.
<scripture passage="Exod 33:12" parsed="|Exod|33|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, Ιδε, συ μοι λεγεις, Αναγαγε τον λαον τουτον· και συ δεν με εφανερωσας ποιον θελεις αποστειλει μετ' εμου· και συ ειπας, σε γνωριζω κατ' ονομα, και μαλιστα ευρηκας χαριν εμπροσθεν μου·
<scripture passage="Exod 33:13" parsed="|Exod|33|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.13" />
<sup>13</sup>τωρα λοιπον, εαν ευρηκα χαριν εμπροσθεν σου, δειξον μοι, δεομαι, την οδον σου, δια να σε γνωρισω, δια να ευρω χαριν ενωπιον σου· και ιδε οτι τουτο το εθνος ειναι ο λαος σου.
<scripture passage="Exod 33:14" parsed="|Exod|33|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.14" />
<sup>14</sup>και ειπεν, Η παρουσια μου θελει ελθει μετα σου και θελω σοι δωσει αναπαυσιν.
<scripture passage="Exod 33:15" parsed="|Exod|33|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.15" />
<sup>15</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Εαν η παρουσια σου δεν ελθη μετ' εμου, μη αναγαγης ημας εντευθεν·
<scripture passage="Exod 33:16" parsed="|Exod|33|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.16" />
<sup>16</sup>διοτι πως θελει γνωρισθη τωρα, οτι ευρηκα χαριν ενωπιον σου εγω και ο λαος σου; ουχι δια της ελευσεως σου μεθ' ημων; ουτω θελομεν διακριθη, εγω και ο λαος σου, απο παντος λαου, του επι προσωπου της γης.
<scripture passage="Exod 33:17" parsed="|Exod|33|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Και τουτο το πραγμα το οποιον ειπας, θελω καμει διοτι ευρηκας χαριν ενωπιον μου και σε γνωριζω κατ' ονομα.
<scripture passage="Exod 33:18" parsed="|Exod|33|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε, Δειξον μοι, δεομαι, την δοξαν σου.
<scripture passage="Exod 33:19" parsed="|Exod|33|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.19" />
<sup>19</sup>Ο δε ειπεν, Εγω θελω καμει να περαση εμπροσθεν σου ολη η αγαθοτης μου και θελω κηρυξει το ονομα του Κυριου εμπροσθεν σου και θελω ελεησει οντινα ελεω και θελω οικτειρησει οντινα οικτειρω.
<scripture passage="Exod 33:20" parsed="|Exod|33|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε, δεν δυνασαι να ιδης το προσωπον μου· διοτι ανθρωπος δεν θελει με ιδει και ζησει.
<scripture passage="Exod 33:21" parsed="|Exod|33|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Κυριος, Ιδου, τοπος πλησιον μου, και θελεις σταθη επι της πετρας·
<scripture passage="Exod 33:22" parsed="|Exod|33|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.22" />
<sup>22</sup>και οταν η δοξα μου διαβαινη, θελω σε βαλει εις το σχισμα της πετρας και θελω σε σκεπασει με την χειρα μου, εωσου παρελθω·
<scripture passage="Exod 33:23" parsed="|Exod|33|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.33.23" />
<sup>23</sup>και θελω σηκωσει την χειρα μου και θελεις ιδει τα οπισω μου· το δε προσωπον μου δεν θελεις ιδει.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 34" progress="8.22%" prev="Exod.33" next="Exod.35" id="Exod.34">
<h3 id="Exod.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Exod.34-p1">
<scripture passage="Exod 34:1" parsed="|Exod|34|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Κοψον εις σεαυτον δυο πλακας λιθινας καθως τας πρωτας· και θελω γραψει επι των πλακων τους λογους, οιτινες ησαν επι των πρωτων πλακων, τας οποιας συνετριψας·
<scripture passage="Exod 34:2" parsed="|Exod|34|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.2" />
<sup>2</sup>και γινου ετοιμος το πρωι, και αναβηθι το πρωι επι το ορος Σινα, και παραστηθι εκει ενωπιον μου επι της κορυφης του ορους·
<scripture passage="Exod 34:3" parsed="|Exod|34|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.3" />
<sup>3</sup>και ουδεις θελει αναβη μετα σου ουδε θελει φανη τις καθ' ολον το ορος· και τα ποιμνια και αι αγελαι δεν θελουσι βοσκηθη εμπροσθεν του ορους εκεινου.
<scripture passage="Exod 34:4" parsed="|Exod|34|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.4" />
<sup>4</sup>Και εκοψε δυο πλακας λιθινας καθως τας πρωτας· και σηκωθεις ο Μωυσης ενωρις το πρωι, ανεβη επι το ορος Σινα, καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος, και ελαβεν εις τας χειρας αυτου τας δυο πλακας τας λιθινας.
<scripture passage="Exod 34:5" parsed="|Exod|34|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.5" />
<sup>5</sup>Και κατεβη ο Κυριος εν νεφελη και εσταθη μετ' αυτου εκει και εκηρυξε το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Exod 34:6" parsed="|Exod|34|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.6" />
<sup>6</sup>Και παρηλθε Κυριος εμπροσθεν αυτου και εκηρυξε, Κυριος, Κυριος ο Θεος, οικτιρμων και ελεημων, μακροθυμος και πολυελεος, και αληθινος,
<scripture passage="Exod 34:7" parsed="|Exod|34|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.7" />
<sup>7</sup>φυλαττων ελεος εις χιλιαδας, συγχωρων ανομιαν και παραβασιν και αμαρτιαν και ουδολως αθωονων τον ενοχον· ανταποδιδων την ανομιαν των πατερων επι τα τεκνα και επι τα τεκνα των τεκνων, εως τριτης και τεταρτης γενεας.
<scripture passage="Exod 34:8" parsed="|Exod|34|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.8" />
<sup>8</sup>Και εσπευσεν ο Μωυσης και κυψας εις την γην, προσεκυνησε·
<scripture passage="Exod 34:9" parsed="|Exod|34|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.9" />
<sup>9</sup>και ειπεν, Εαν τωρα ευρηκα χαριν ενωπιον σου, Κυριε, ας ελθη, δεομαι, ο Κυριος μου εν τω μεσω ημων· διοτι ο λαος ουτος ειναι σκληροτραχηλος· και συγχωρησον την ανομιαν ημων και την αμαρτιαν ημων και λαβε ημας εις κληρονομιαν σου.
<scripture passage="Exod 34:10" parsed="|Exod|34|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν, Ιδου, εγω καμνω διαθηκην· εμπροσθεν παντος του λαου σου θελω καμει θαυμασια, οποια δεν εγειναν καθ' ολην την γην και εις ουδεν εθνος· και πας ο λαος, εν μεσω του οποιου εισαι, θελει ιδει το εργον του Κυριου· διοτι φοβερον ειναι εκεινο, το οποιον εγω θελω καμει μετα σου.
<scripture passage="Exod 34:11" parsed="|Exod|34|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.11" />
<sup>11</sup>Φυλαξον εκεινο, το οποιον εγω σε προσταζω σημερον· ιδου, εγω εκβαλλω απ' εμπροσθεν σου τον Αμορραιον και τον Χαναναιον και τον Χετταιον και τον Φερεζαιον και τον Ευαιον και τον Ιεβουσαιον.
<scripture passage="Exod 34:12" parsed="|Exod|34|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.12" />
<sup>12</sup>Προσεχε εις σεαυτον, μη καμης συνθηκην μετα των κατοικων της γης εις την οποιαν υπαγεις, μηποτε γεινη παγις εν τω μεσω σου·
<scripture passage="Exod 34:13" parsed="|Exod|34|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.13" />
<sup>13</sup>αλλα τους βωμους αυτων θελεις καταστρεψει και τα ειδωλα αυτων θελεις συντριψει και τα αλση αυτων θελεις κατακοψει.
<scripture passage="Exod 34:14" parsed="|Exod|34|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.14" />
<sup>14</sup>Διοτι δεν θελεις προσκυνησει αλλον θεον· επειδη ο Κυριος, του οποιου το ονομα ειναι Ζηλοτυπος, ειναι Θεος ζηλοτυπος·
<scripture passage="Exod 34:15" parsed="|Exod|34|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.15" />
<sup>15</sup>μηποτε καμης συνθηκην μετα των κατοικων της γης, και οταν πορνευσωσι κατοπιν των θεων αυτων και θυσιασωσι προς τους θεους αυτων, σε προσκαλεση τις και φαγης απο της θυσιας αυτου·
<scripture passage="Exod 34:16" parsed="|Exod|34|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.16" />
<sup>16</sup>και μηποτε λαβης εκ των θυγατερων αυτου εις τους υιους σου, και οταν αι θυγατερες αυτου πορνευσωσι κατοπιν των θεων αυτων, καμωσι τους υιους σου να πορνευσωσι κατοπιν των θεων αυτων.
<scripture passage="Exod 34:17" parsed="|Exod|34|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.17" />
<sup>17</sup>Θεους χωνευτους δεν θελεις καμει εις σεαυτον.
<scripture passage="Exod 34:18" parsed="|Exod|34|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.18" />
<sup>18</sup>Την εορτην των αζυμων θελεις φυλαττει. Επτα ημερας θελεις τρωγει αζυμα, καθως προσεταξα εις σε, κατα τον καιρον του μηνος Αβιβ· διοτι κατα τον μηνα Αβιβ εξηλθες εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Exod 34:19" parsed="|Exod|34|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.19" />
<sup>19</sup>Παν το διανοιγον μητραν ειναι ιδικον μου· και παν πρωτοτοκον αρσενικον μεταξυ των κτηνων σου, ειτε βους ειτε προβατον.
<scripture passage="Exod 34:20" parsed="|Exod|34|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.20" />
<sup>20</sup>Το δε πρωτοτοκον της ονου θελεις εξαγοραζει με αρνιον· και εαν δεν εξαγορασης αυτο, τοτε θελεις λαιμοτομησει αυτο. Παντας τους πρωτοτοκους των υιων σου θελεις εξαγοραζει. Και ουδεις θελει φανη ενωπιον μου κενος.
<scripture passage="Exod 34:21" parsed="|Exod|34|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.21" />
<sup>21</sup>Εξ ημερας θελεις εργαζεσθαι την δε εβδομην ημεραν θελεις αναπαυεσθαι κατα τον σπορητον και κατα τον θερισμον θελεις αναπαυεσθαι.
<scripture passage="Exod 34:22" parsed="|Exod|34|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.22" />
<sup>22</sup>Και θελεις φυλαττει την εορτην των εβδομαδων, των απαρχων του θερισμου του σιτου, και την εορτην της συγκομιδης εις την επιστροφην του ενιαυτου.
<scripture passage="Exod 34:23" parsed="|Exod|34|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.23" />
<sup>23</sup>Τρις του ενιαυτου θελει εμφανιζεσθαι παν αρσενικον σου ενωπιον Κυριου, Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 34:24" parsed="|Exod|34|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.24" />
<sup>24</sup>Διοτι αφου εκδιωξω τα εθνη απ' εμπροσθεν σου και πλατυνω τα ορια σου, δεν θελει επιθυμησει ουδεις την γην σου, οταν αναβαινης δια να εμφανισθης εμπροσθεν Κυριου του Θεου σου τρις του ενιαυτου.
<scripture passage="Exod 34:25" parsed="|Exod|34|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.25" />
<sup>25</sup>Δεν θελεις προσφερει το αιμα της θυσιας μου με ενζυμα· και η θυσια της εορτης του πασχα δεν θελει μεινει εως το πρωι.
<scripture passage="Exod 34:26" parsed="|Exod|34|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.26" />
<sup>26</sup>Τα πρωτογεννηματα της γης σου θελεις φερει εις τον οικον Κυριου του Θεου σου. Δεν θελεις ψησει εριφιον εν τω γαλακτι της μητρος αυτου.
<scripture passage="Exod 34:27" parsed="|Exod|34|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.27" />
<sup>27</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Γραψον εις σεαυτον τους λογους τουτους· διοτι κατα τους λογους τουτους εκαμα διαθηκην προς σε και προς τον Ισραηλ,
<scripture passage="Exod 34:28" parsed="|Exod|34|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.28" />
<sup>28</sup>Και ητο εκει μετα του Κυριου τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας· αρτον δεν εφαγε και υδωρ δεν επιε. Και εγραψεν επι των πλακων τους λογους της διαθηκης, τας δεκα εντολας.
<scripture passage="Exod 34:29" parsed="|Exod|34|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.29" />
<sup>29</sup>Και οτε κατεβαινεν ο Μωυσης απο του ορους Σινα, και αι δυο πλακες του μαρτυριου ησαν εις την χειρα του Μωυσεως, οτε κατεβαινεν απο του ορους, ο Μωυσης δεν ηξευρεν οτι το δερμα του προσωπου αυτου εγεινε λαμπρον ενω ελαλει μετ' αυτου.
<scripture passage="Exod 34:30" parsed="|Exod|34|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.30" />
<sup>30</sup>Και ειδεν ο Ααρων και παντες οι υιοι Ισραηλ τον Μωυσην, και ιδου, το δερμα του προσωπου αυτου ελαμπε· και εφοβηθησαν να πλησιασωσιν εις αυτον.
<scripture passage="Exod 34:31" parsed="|Exod|34|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.31" />
<sup>31</sup>Και εκαλεσεν αυτους ο Μωυσης· και επεστραφησαν προς αυτον ο Ααρων και παντες οι αρχοντες της συναγωγης, και ελαλησε προς αυτους ο Μωυσης.
<scripture passage="Exod 34:32" parsed="|Exod|34|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.32" />
<sup>32</sup>Και μετα ταυτα παντες οι υιοι Ισραηλ προσηλθον· και προσεταξεν εις αυτους παντα οσα ελαλησεν ο Κυριος προς αυτον επι του ορους Σινα.
<scripture passage="Exod 34:33" parsed="|Exod|34|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.33" />
<sup>33</sup>Και ετελειωσεν ο Μωυσης λαλων προς αυτους· ειχε δε καλυμμα επι το προσωπον αυτου.
<scripture passage="Exod 34:34" parsed="|Exod|34|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.34" />
<sup>34</sup>Και οτε εισηρχετο ο Μωυσης ενωπιον του Κυριου δια να λαληση μετ' αυτου, εσηκονε το καλυμμα, εωσου εξελθη. Και εξηρχετο και ελαλει προς τους υιους Ισραηλ ο, τι ητο προστεταγμενος.
<scripture passage="Exod 34:35" parsed="|Exod|34|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.34.35" />
<sup>35</sup>Και ειδον οι υιοι Ισραηλ το προσωπον του Μωυσεως, οτι το δερμα του προσωπου του Μωυσεως ελαμπε· και εβαλλε παλιν ο Μωυσης το καλυμμα επι το προσωπον αυτου, εωσου εισελθη δια να λαληση μετ' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 35" progress="8.35%" prev="Exod.34" next="Exod.36" id="Exod.35">
<h3 id="Exod.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Exod.35-p1">
<scripture passage="Exod 35:1" parsed="|Exod|35|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.1" />
<sup>1</sup>Και συνηθροισεν ο Μωυσης πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ, και ειπε προς αυτους, Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους προσεταξεν ο Κυριος, δια να καμνητε αυτους.
<scripture passage="Exod 35:2" parsed="|Exod|35|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.2" />
<sup>2</sup>Εξ ημερας θελει γινεσθαι εργασια· η δε εβδομη ημερα θελει εισθαι εις εσας αγια, σαββατον αναπαυσεως εις τον Κυριον· πας οστις καμη εν αυτη εργασιαν θελει θανατωθη·
<scripture passage="Exod 35:3" parsed="|Exod|35|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.3" />
<sup>3</sup>δεν θελετε αναπτει πυρ εν πασαις ταις κατοικιαις υμων την ημεραν του σαββατου.
<scripture passage="Exod 35:4" parsed="|Exod|35|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.4" />
<sup>4</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ, λεγων, τουτο ειναι το πραγμα το οποιον ο Κυριος προσεταξε, λεγων,
<scripture passage="Exod 35:5" parsed="|Exod|35|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.5" />
<sup>5</sup>Λαβετε απο ο, τι εχετε προσφοραν εις τον Κυριον· οστις προαιρειται εν τη καρδια αυτου, ας φερη την προσφοραν του Κυριου· χρυσιον και αργυριον και χαλκον,
<scripture passage="Exod 35:6" parsed="|Exod|35|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.6" />
<sup>6</sup>και κυανουν και πορφυρουν και κοκκινον και βυσσον και τριχας αιγων,
<scripture passage="Exod 35:7" parsed="|Exod|35|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.7" />
<sup>7</sup>και δερματα κριων κοκκινοβαφη και δερματα θωων και ξυλον σιττιμ,
<scripture passage="Exod 35:8" parsed="|Exod|35|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.8" />
<sup>8</sup>και ελαιον δια το φως και αρωματα δια το χριστηριον ελαιον και δια το ευωδες θυμιαμα,
<scripture passage="Exod 35:9" parsed="|Exod|35|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.9" />
<sup>9</sup>και λιθους ονυχιτας και λιθους δια να εντεθωσιν εις το εφοδ και εις το περιστηθιον.
<scripture passage="Exod 35:10" parsed="|Exod|35|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.10" />
<sup>10</sup>Και πας συνετος την καρδιαν μεταξυ σας θελει ελθει και καμει παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος·
<scripture passage="Exod 35:11" parsed="|Exod|35|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.11" />
<sup>11</sup>την σκηνην, το περικαλυμμα αυτης και την σκεπην αυτης, τας περονας αυτης και τας σανιδας αυτης, τους μοχλους αυτης, τους στυλους αυτης και τα υποβασια αυτης,
<scripture passage="Exod 35:12" parsed="|Exod|35|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.12" />
<sup>12</sup>την κιβωτον και τους μοχλους αυτης, το ιλαστηριον και το καλυπτηριον καταπετασμα,
<scripture passage="Exod 35:13" parsed="|Exod|35|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.13" />
<sup>13</sup>την τραπεζαν και τους μοχλους αυτης και παντα τα σκευη αυτης και τον αρτον της προθεσεως,
<scripture passage="Exod 35:14" parsed="|Exod|35|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.14" />
<sup>14</sup>και την λυχνιαν δια το φως και τα σκευη αυτης και τους λυχνους αυτης και το ελαιον του φωτος,
<scripture passage="Exod 35:15" parsed="|Exod|35|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.15" />
<sup>15</sup>και το θυσιαστηριον του θυμιαματος, και τους μοχλους αυτου και το χριστηριον ελαιον και το ευωδες θυμιαμα και τον ταπητα της θυρας της εισοδου της σκηνης,
<scripture passage="Exod 35:16" parsed="|Exod|35|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.16" />
<sup>16</sup>το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος και την χαλκινην εσχαραν αυτου τους μοχλους αυτου και παντα τα σκευη αυτου, τον νιπτηρα και την βασιν αυτου,
<scripture passage="Exod 35:17" parsed="|Exod|35|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.17" />
<sup>17</sup>τα παραπετασματα της αυλης, τους στυλους αυτης και τα υποβασια αυτων και το παραπετασμα της θυρας της αυλης,
<scripture passage="Exod 35:18" parsed="|Exod|35|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.18" />
<sup>18</sup>τους πασσαλους της σκηνης και τους πασσαλους της αυλης και τα σχοινια αυτων,
<scripture passage="Exod 35:19" parsed="|Exod|35|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.19" />
<sup>19</sup>τας λειτουργικας στολας δια να λειτουργωσιν εν τω αγιω, τας αγιας στολας δια τον Ααρων τον ιερεα και τας στολας των υιων αυτου, δια να ιερατευωσι.
<scripture passage="Exod 35:20" parsed="|Exod|35|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.20" />
<sup>20</sup>Και εξηλθε πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ απ' εμπροσθεν του Μωυσεως.
<scripture passage="Exod 35:21" parsed="|Exod|35|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.21" />
<sup>21</sup>Και ηλθον, πας ανθρωπος του οποιου η καρδια διηγειρεν αυτον· και πας τις τον οποιον το πνευμα αυτου εκαμε προθυμον, εφεραν την προσφοραν του Κυριου δια το εργον της σκηνης του μαρτυριου και δια πασαν την υπηρεσιαν αυτης και δια τας αγιας στολας.
<scripture passage="Exod 35:22" parsed="|Exod|35|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.22" />
<sup>22</sup>Και ηλθον, ανδρες τε και γυναικες, οσοι ησαν προθυμου καρδιας, φεροντες βραχιολια και ενωτια και δακτυλιδια και περιδεραια, παν σκευος χρυσουν· και παντες οσοι προσεφεραν προσφοραν χρυσιον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Exod 35:23" parsed="|Exod|35|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.23" />
<sup>23</sup>Και πας ανθρωπος εις τον οποιον ευρισκετο κυανουν και πορφυρουν και κοκκινον και βυσσος και τριχες αιγων και δερματα κριων κοκκινοβαφη και δερματα θωων, εφεραν αυτα.
<scripture passage="Exod 35:24" parsed="|Exod|35|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.24" />
<sup>24</sup>Πας οστις ηδυνατο να καμη προσφοραν αργυριου και χαλκου, εφεραν την προσφοραν του Κυριου· και πας ανθρωπος, εις τον οποιον ευρισκετο ξυλον σιττιμ δια παν εργον της υπηρεσιας, εφεραν αυτο.
<scripture passage="Exod 35:25" parsed="|Exod|35|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.25" />
<sup>25</sup>Και πασα γυνη συνετη την καρδιαν εκλωθον με τας χειρας αυτων και εφερον κεκλωσμενα, το κυανουν και το πορφυρουν, το κοκκινον και την βυσσον.
<scripture passage="Exod 35:26" parsed="|Exod|35|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.26" />
<sup>26</sup>Και πασαι αι γυναικες, των οποιων η καρδια διηγειρεν αυτας εις ευμηχανιαν, εκλωσαν τας τριχας των αιγων.
<scripture passage="Exod 35:27" parsed="|Exod|35|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.27" />
<sup>27</sup>Και οι αρχοντες εφεραν τους λιθους τους ονυχιτας και τους λιθους της ενθεσεως δια το εφοδ και δια το περιστηθιον·
<scripture passage="Exod 35:28" parsed="|Exod|35|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.28" />
<sup>28</sup>και τα αρωματα, και το ελαιον δια το φως και δια το χριστηριον ελαιον και δια το ευωδες θυμιαμα.
<scripture passage="Exod 35:29" parsed="|Exod|35|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.29" />
<sup>29</sup>Οι υιοι Ισραηλ εφεραν προαιρετικην προσφοραν εις τον Κυριον, πας ανηρ και γυνη, των οποιων η καρδια εκαμεν αυτους προθυμους εις το να φερωσι δια πασαν την εργασιαν, την οποιαν προσεταξεν ο Κυριος να γεινη δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Exod 35:30" parsed="|Exod|35|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ, Ιδετε, ο Κυριος εκαλεσεν εξ ονοματος Βεσελεηλ τον υιον του Ουρι, υιου του Ωρ, εκ φυλης Ιουδα·
<scripture passage="Exod 35:31" parsed="|Exod|35|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.31" />
<sup>31</sup>και ενεπλησεν αυτον πνευματος θειου, σοφιας συνεσεως και επιστημης και πασης καλλιτεχνιας·
<scripture passage="Exod 35:32" parsed="|Exod|35|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.32" />
<sup>32</sup>και δια να επινοη εντεχνα εργα, ωστε να εργαζηται εις χρυσιον και εις αργυριον και εις χαλκον·
<scripture passage="Exod 35:33" parsed="|Exod|35|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.33" />
<sup>33</sup>και να γλυφη λιθους ενθεσεως και να σκαλιζη ξυλα δι' εργασιαν, δια παν εντεχνον εργον.
<scripture passage="Exod 35:34" parsed="|Exod|35|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.34" />
<sup>34</sup>Και εδωκεν εις την καρδιαν αυτου το να διδασκη, αυτος και Ελιαβ ο υιος του Αχισαμαχ, εκ φυλης Δαν.
<scripture passage="Exod 35:35" parsed="|Exod|35|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.35.35" />
<sup>35</sup>Τουτους ενεπλησε συνεσεως καρδιας, δια να εργαζωνται παν εργον εγχαρακτου και καλλιτεχνου και κεντητου εις κυανουν και εις πορφυρουν, εις κοκκινον και εις βυσσον, και υφαντου, των εργαζομενων παν εργον και επινοουντων εντεχνα εργα.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 36" progress="8.46%" prev="Exod.35" next="Exod.37" id="Exod.36">
<h3 id="Exod.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Exod.36-p1">
<scripture passage="Exod 36:1" parsed="|Exod|36|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.1" />
<sup>1</sup>Και εκαμεν ο Βεσελεηλ και ο Ελιαβ και πας σοφος την καρδιαν, εις τον οποιον ο Κυριος εδωκε σοφιαν και συνεσιν δια να εξευρη να εργαζηται παν το εργον της υπηρεσιας του αγιαστηριου, κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος.
<scripture passage="Exod 36:2" parsed="|Exod|36|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.2" />
<sup>2</sup>Και εκαλεσεν ο Μωυσης τον Βεσελεηλ και τον Ελιαβ και παντα σοφον την καρδιαν, εις του οποιου την καρδιαν ο Κυριος εδωκε σοφιαν, παντα ανθρωπον του οποιου η καρδια διηγειρεν αυτον εις το να ελθη προς το εργον δια να καμη αυτο.
<scripture passage="Exod 36:3" parsed="|Exod|36|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.3" />
<sup>3</sup>Και ελαβον απ' εμπροσθεν του Μωυσεως πασας τας προσφορας, τας οποιας εφεραν οι υιοι Ισραηλ δια το εργον της υπηρεσιας του αγιαστηριου, δια να καμωσιν αυτο. Και εφερον ετι προς αυτον αυτοπροαιρετους προσφορας καθ' εκαστην πρωιαν.
<scripture passage="Exod 36:4" parsed="|Exod|36|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.4" />
<sup>4</sup>Και ηλθον παντες οι σοφοι οι εργαζομενοι παν το εργον του αγιαστηριου, εκαστος απο του εργου αυτου, το οποιον εκαμνον·
<scripture passage="Exod 36:5" parsed="|Exod|36|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.5" />
<sup>5</sup>και ειπον προς τον Μωυσην, λεγοντες, Ο λαος φερει πλειοτερον παρα το ικανον δια την υπηρεσιαν του εργον, το οποιον ο Κυριος προσεταξε να γεινη.
<scripture passage="Exod 36:6" parsed="|Exod|36|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.6" />
<sup>6</sup>Και προσεταξεν ο Μωυσης και εκηρυξαν εν τω στρατοπεδω, λεγοντες, Μηδεις ανηρ μητε γυνη, ας μη καμνη πλεον εργασιαν δια την προσφοραν του αγιαστηριου. Και ο λαος επαυσεν απο του να φερη·
<scripture passage="Exod 36:7" parsed="|Exod|36|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.7" />
<sup>7</sup>διοτι η υλη, την οποιαν ειχον, ητο ικανη δι' ολον το εργον, ωστε να καμωσιν αυτο, και επερισσευεν.
<scripture passage="Exod 36:8" parsed="|Exod|36|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.8" />
<sup>8</sup>Και πας σοφος την καρδιαν εκ των εργαζομενων το εργον της σκηνης εκαμον δεκα παραπετασματα εκ βυσσου κεκλωσμενης και κυανου και πορφυρου και κοκκινου· με χερουβειμ εντεχνου εργασιας εκαμον αυτα·
<scripture passage="Exod 36:9" parsed="|Exod|36|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.9" />
<sup>9</sup>το μηκος του ενος παραπετασματος εικοσιοκτω πηχων και το πλατος του ενος παραπετασματος τεσσαρων πηχων· παντα τα παραπετασματα του αυτου μετρου·
<scripture passage="Exod 36:10" parsed="|Exod|36|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.10" />
<sup>10</sup>και συνηψε τα πεντε παραπετασματα το εν μετα του αλλου· και τα αλλα πεντε παραπετασματα συνηψε το εν μετα του αλλου.
<scripture passage="Exod 36:11" parsed="|Exod|36|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμε θυλειας κυανα επι της ακρας του ενος παραπετασματος κατα το πλαγιον οπου εγεινεν η ενωσις· ομοιως εκαμεν επι της τελευταιας ακρας του δευτερου παραπετασματος, οπου εγεινεν η ενωσις του δευτερου·
<scripture passage="Exod 36:12" parsed="|Exod|36|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.12" />
<sup>12</sup>πεντηκοντα θυλειας εκαμεν εις το εν παραπετασμα και πεντηκοντα θυλειας εκαμεν επι της ακρας του παραπετασματος, οπου εγεινεν η ενωσις του δευτερου, δια να αντικρυζωσι αι θυλειαι προς αλληλα.
<scripture passage="Exod 36:13" parsed="|Exod|36|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.13" />
<sup>13</sup>Και εκαμε πεντηκοντα περονας χρυσας και συνηψε τα παραπετασματα προς αλληλα με τας περονας. και εγεινεν η σκηνη μια.
<scripture passage="Exod 36:14" parsed="|Exod|36|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.14" />
<sup>14</sup>Και εκαμε παραπετασματα εκ τριχων αιγων δια να ηναι καλυμμα επι της σκηνης· ενδεκα παραπετασματα εκαμεν αυτα·
<scripture passage="Exod 36:15" parsed="|Exod|36|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.15" />
<sup>15</sup>το μηκος του ενος παραπετασματος τριακοντα πηχων και το πλατος του ενος παραπετασματος τεσσαρων πηχων· τα ενδεκα παραπετασματα του αυτου μετρου·
<scripture passage="Exod 36:16" parsed="|Exod|36|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.16" />
<sup>16</sup>και συνηψε τα πεντε παραπετασματα χωριστα, και τα εξ παραπετασματα χωριστα.
<scripture passage="Exod 36:17" parsed="|Exod|36|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμε πεντηκοντα θυλειας επι της τελευταιας ακρας του παραπετασματος κατα την ενωσιν, και πεντηκοντα θυλειας εκαμεν επι της ακρας του παραπετασματος, κατα την ενωσιν του δευτερου.
<scripture passage="Exod 36:18" parsed="|Exod|36|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.18" />
<sup>18</sup>Εκαμεν ετι πεντηκοντα περονας χαλκινας, δια να συναψη την σκηνην, ωστε να ηναι μια.
<scripture passage="Exod 36:19" parsed="|Exod|36|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμε επικαλυμμα δια την σκηνην εκ δερματων κριων κοκκινοβαφων, και επικαλυμμα υπερανωθεν εκ δερματων θωων.
<scripture passage="Exod 36:20" parsed="|Exod|36|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.20" />
<sup>20</sup>Και εκαμε τας σανιδας δια την σκηνην εκ ξυλου σιττιμ, ορθιας·
<scripture passage="Exod 36:21" parsed="|Exod|36|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.21" />
<sup>21</sup>το μηκος της μιας σανιδος δεκα πηχων, και το πλατος της μιας σανιδος μιας πηχης και ημισειας·
<scripture passage="Exod 36:22" parsed="|Exod|36|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.22" />
<sup>22</sup>μια σανις ειχε δυο αγκωνισκους αντικρυζοντας προς αλληλους· ουτως εκαμε δι' ολας τας σανιδας της σκηνης.
<scripture passage="Exod 36:23" parsed="|Exod|36|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.23" />
<sup>23</sup>Και εκαμε τας σανιδας δια την σκηνην, εικοσι σανιδας απο του νοτιου μερους προς τα δεξια.
<scripture passage="Exod 36:24" parsed="|Exod|36|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.24" />
<sup>24</sup>Και τεσσαρακοντα υποβασια αργυρα εκαμεν υποκατω των εικοσι σανιδων· δυο υποβασια υποκατω της μιας σανιδος δια τους δυο αγκωνισκους αυτης και δυο υποβασια υποκατω της αλλης σανιδος δια τους δυο αγκωνισκους αυτης.
<scripture passage="Exod 36:25" parsed="|Exod|36|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.25" />
<sup>25</sup>Και δια το δευτερον μερος της σκηνης, το προς βορραν, εκαμεν εικοσι σανιδας,
<scripture passage="Exod 36:26" parsed="|Exod|36|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.26" />
<sup>26</sup>και τα τεσσαρακοντα αυτων υποβασια αργυρα· δυο υποβασια υποκατω της μιας σανιδος και δυο υποβασια υποκατω της αλλης σανιδος.
<scripture passage="Exod 36:27" parsed="|Exod|36|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.27" />
<sup>27</sup>Και δια τα μερη της σκηνης τα προς δυσμας εκαμεν εξ σανιδας.
<scripture passage="Exod 36:28" parsed="|Exod|36|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.28" />
<sup>28</sup>Και δυο σανιδας εκαμε δια τας γωνιας της σκηνης εις τα δυο πλαγια·
<scripture passage="Exod 36:29" parsed="|Exod|36|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.29" />
<sup>29</sup>και ηνωθησαν κατωθεν και ηνωθησαν ομου ανωθεν δια του ενος κρικου· ουτως εκαμε δι' αυτας αμφοτερας δια τας δυο γωνιας.
<scripture passage="Exod 36:30" parsed="|Exod|36|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.30" />
<sup>30</sup>Και ησαν οκτω σανιδες· και τα υποβασια αυτων δεκαεξ υποβασια αργυρα, ανα δυο υποβασια υποκατω εκαστης σανιδος.
<scripture passage="Exod 36:31" parsed="|Exod|36|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.31" />
<sup>31</sup>Και εκαμε τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ· πεντε δια τας σανιδας του ενος μερους της σκηνης,
<scripture passage="Exod 36:32" parsed="|Exod|36|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.32" />
<sup>32</sup>και πεντε μοχλους δια τας σανιδας του αλλου μερους της σκηνης και πεντε μοχλους δια τας σανιδας της σκηνης, δια τα οπισθεν μερη τα προς δυσμας·
<scripture passage="Exod 36:33" parsed="|Exod|36|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.33" />
<sup>33</sup>και εκαμε τον μεσον μοχλον δια να διαπερα δια των σανιδων απ' ακρου εως ακρου.
<scripture passage="Exod 36:34" parsed="|Exod|36|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.34" />
<sup>34</sup>Και περιεκαλυψε τας σανιδας με χρυσιον και εκαμε τους κρικους αυτων χρυσους δια να ηναι θηκαι των μοχλων, και περιεκαλυψε τους μοχλους με χρυσιον.
<scripture passage="Exod 36:35" parsed="|Exod|36|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.35" />
<sup>35</sup>Και εκαμε το καταπετασμα εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης· εντεχνου εργασιας εκαμεν αυτο με χερουβειμ.
<scripture passage="Exod 36:36" parsed="|Exod|36|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.36" />
<sup>36</sup>Και εκαμεν εις αυτο τους τεσσαρας στυλους εκ ξυλου σιττιμ και περιεκαλυψεν αυτους με χρυσιον· τα αγκιστρα αυτων χρυσα· και εχυσε δι' αυτους τεσσαρα υποβασια αργυρα.
<scripture passage="Exod 36:37" parsed="|Exod|36|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.37" />
<sup>37</sup>Και εκαμε τον ταπητα δια την θυραν της σκηνης εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, εργασιας κεντητου·
<scripture passage="Exod 36:38" parsed="|Exod|36|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.36.38" />
<sup>38</sup>και τους πεντε στυλους αυτης και τα αγκιστρα αυτων· και περιεκαλυψε τα κιονοκρανα αυτων και τας ταινιας αυτων με χρυσιον· τα πεντε ομως υποβασια αυτων ησαν χαλκινα.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 37" progress="8.58%" prev="Exod.36" next="Exod.38" id="Exod.37">
<h3 id="Exod.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Exod.37-p1">
<scripture passage="Exod 37:1" parsed="|Exod|37|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.1" />
<sup>1</sup>Και εκαμεν ο Βεσελεηλ την κιβωτον εκ ξυλου σιττιμ· δυο πηχων και ημισειας το μηκος αυτης και μιας πηχης και ημισειας το πλατος αυτης και μιας πηχης και ημισειας το υψος αυτης·
<scripture passage="Exod 37:2" parsed="|Exod|37|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.2" />
<sup>2</sup>και περιεκαλυψεν αυτην με καθαρον χρυσιον εσωθεν και εξωθεν και εκαμεν εις αυτην στεφανην χρυσην κυκλω.
<scripture passage="Exod 37:3" parsed="|Exod|37|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.3" />
<sup>3</sup>Και εχυσε δι' αυτην τεσσαρας κρικους χρυσους δια τας τεσσαρας γωνιας αυτης· δυο μεν κρικους εις το εν πλαγιον αυτης δυο δε κρικους εις το αλλο πλαγιον αυτης.
<scripture passage="Exod 37:4" parsed="|Exod|37|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμε μοχλους εκ ξυλου σιττιμ και περιεκαλυψεν αυτους με χρυσιον·
<scripture passage="Exod 37:5" parsed="|Exod|37|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.5" />
<sup>5</sup>και εισηγαγε τους μοχλους εις τους κρικους κατα τα πλαγια της κιβωτου, δια να βασταζωσι την κιβωτον.
<scripture passage="Exod 37:6" parsed="|Exod|37|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμε το ιλαστηριον εκ χρυσιου καθαρου· δυο πηχων και ημισειας το μηκος αυτου και μιας πηχης και ημισειας το πλατος αυτου.
<scripture passage="Exod 37:7" parsed="|Exod|37|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.7" />
<sup>7</sup>Και εκαμε δυο χερουβειμ εκ χρυσιου· σφυρηλατα εκαμεν αυτα, επι των δυο ακρων του ιλαστηριου·
<scripture passage="Exod 37:8" parsed="|Exod|37|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.8" />
<sup>8</sup>εν χερουβ επι του ενος ακρου, και εν χερουβ επι του αλλου ακρου· επι του ιλαστηριου εκαμε τα χερουβειμ επι των δυο ακρων αυτου·
<scripture passage="Exod 37:9" parsed="|Exod|37|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.9" />
<sup>9</sup>και τα χερουβειμ εξετεινον τας πτερυγας ανωθεν, επικαλυπτοντα με τας πτερυγας αυτων το ιλαστηριον και τα προσωπα αυτων εβλεπον το εν προς το αλλο· προς το ιλαστηριον ησαν τα προσωπα των χερουβειμ.
<scripture passage="Exod 37:10" parsed="|Exod|37|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.10" />
<sup>10</sup>Και εκαμε την τραπεζαν εκ ξυλου σιττιμ· δυο πηχων το μηκος αυτης και μιας πηχης το πλατος αυτης, το δε υψος αυτης μιας πηχης και ημισειας·
<scripture passage="Exod 37:11" parsed="|Exod|37|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.11" />
<sup>11</sup>και περιεκαλυψεν αυτην με χρυσιον καθαρον, και εκαμεν εις αυτην στεφανην χρυσην κυκλω.
<scripture passage="Exod 37:12" parsed="|Exod|37|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.12" />
<sup>12</sup>Εκαμεν ετι εις αυτην χειλος κυκλω, μιας παλαμης το πλατος· και επι το χειλος αυτης κυκλω εκαμε στεφανην χρυσην.
<scripture passage="Exod 37:13" parsed="|Exod|37|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.13" />
<sup>13</sup>Και εχυσε δι' αυτην τεσσαρας κρικους χρυσους, και εβαλε τους κρικους επι τας τεσσαρας γωνιας, τας επι των τεσσαρων ποδων αυτης.
<scripture passage="Exod 37:14" parsed="|Exod|37|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.14" />
<sup>14</sup>υπο το χειλος ησαν οι κρικοι, θηκαι των μοχλων, δια να βασταζωσι την τραπεζαν.
<scripture passage="Exod 37:15" parsed="|Exod|37|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.15" />
<sup>15</sup>και εκαμε τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και περιεκαλυψεν αυτους με χρυσιον, δια να βασταζωσι την τραπεζαν.
<scripture passage="Exod 37:16" parsed="|Exod|37|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.16" />
<sup>16</sup>και εκαμε τα σκευη τα επι της τραπεζης, τους δισκους αυτης και τους θυμιαματοδοχους αυτης και τας λεκανας αυτης και τα σπονδεια, δια να γινωνται δι' αυτων αι σπονδαι, εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 37:17" parsed="|Exod|37|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.17" />
<sup>17</sup>και εκαμε την λυχνιαν εκ χρυσιου καθαρου· σφυρηλατον εκαμε την λυχνιαν· ο κορμος αυτης και οι κλαδοι αυτης, αι λεκαναι αυτης, οι κομβοι αυτης και τα ανθη αυτης ησαν εν σωμα μετ' αυτης.
<scripture passage="Exod 37:18" parsed="|Exod|37|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.18" />
<sup>18</sup>και εξ κλαδοι εξηρχοντο εκ των πλαγιων αυτης· τρεις κλαδοι της λυχνιας εκ του ενος πλαγιου αυτης και τρεις κλαδοι της λυχνιας εκ του αλλου πλαγιου αυτης·
<scripture passage="Exod 37:19" parsed="|Exod|37|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.19" />
<sup>19</sup>τρεις λεκαναι αμυγδαλοειδεις εις τον ενα κλαδον, εις κομβος και εν ανθος· και τρεις λεκαναι αμυγδαλοειδεις εις τον αλλον κλαδον, εις κομβος και εν ανθος· ουτως εκαμεν εις τους εξ κλαδους τους εξερχομενους εκ της λυχνιας.
<scripture passage="Exod 37:20" parsed="|Exod|37|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.20" />
<sup>20</sup>Και εις την λυχνιαν ησαν τεσσαρες λεκαναι αμυγδαλοειδεις, οι κομβοι αυτων και τα ανθη αυτων.
<scripture passage="Exod 37:21" parsed="|Exod|37|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.21" />
<sup>21</sup>Και εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης και εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης και εις κομβος υπο τους δυο κλαδους εξ αυτης, εις τους εξ κλαδους τους εξερχομενους εξ αυτης.
<scripture passage="Exod 37:22" parsed="|Exod|37|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.22" />
<sup>22</sup>Οι κομβοι αυτων και οι κλαδοι αυτων ησαν εν σωμα μετ' αυτης· το ολον αυτης εν σφυρηλατον εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 37:23" parsed="|Exod|37|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.23" />
<sup>23</sup>Και εκαμε τους επτα λυχνους αυτης, και τα λυχνοψαλιδα αυτης και τα υποθεματα αυτης εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 37:24" parsed="|Exod|37|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.24" />
<sup>24</sup>Εξ ενος ταλαντου χρυσιου καθαρου εκαμεν αυτην και παντα τα σκευη αυτης.
<scripture passage="Exod 37:25" parsed="|Exod|37|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.25" />
<sup>25</sup>Και εκαμε το θυσιαστηριον του θυμιαματος εκ ξυλου σιττιμ· το μηκος αυτου μιας πηχης και το πλατος αυτου μιας πηχης, τετραγωνον· και δυο πηχων το υψος αυτου· τα κερατα αυτου ησαν εκ του αυτου.
<scripture passage="Exod 37:26" parsed="|Exod|37|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.26" />
<sup>26</sup>Και περιεκαλυψεν αυτο με χρυσιον καθαρον, την κορυφην αυτου και τα πλαγια αυτου κυκλω και τα κερατα αυτου· και εκαμεν εις αυτο στεφανην χρυσην κυκλω.
<scripture passage="Exod 37:27" parsed="|Exod|37|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.27" />
<sup>27</sup>Και δυο κρικους χρυσους εκαμε δι' αυτο υπο την στεφανην αυτου πλησιον των δυο γωνιων αυτου επι τα δυο πλαγια αυτου, δια να ηναι θηκαι των μοχλων, ωστε να βασταζωσιν αυτο δι' αυτων.
<scripture passage="Exod 37:28" parsed="|Exod|37|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.28" />
<sup>28</sup>Και εκαμε τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ και περιεκαλυψεν αυτους με χρυσιον.
<scripture passage="Exod 37:29" parsed="|Exod|37|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.37.29" />
<sup>29</sup>Και εκαμε το αγιον χριστηριον ελαιον και το καθαρον ευωδες θυμιαμα κατα την τεχνην του μυρεψου.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 38" progress="8.67%" prev="Exod.37" next="Exod.39" id="Exod.38">
<h3 id="Exod.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Exod.38-p1">
<scripture passage="Exod 38:1" parsed="|Exod|38|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.1" />
<sup>1</sup>Και εκαμε το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος εκ ξυλου σιττιμ· πεντε πηχων το μηκος αυτου και πεντε πηχων το πλατος αυτου, τετραγωνον· και το υψος αυτου τριων πηχων·
<scripture passage="Exod 38:2" parsed="|Exod|38|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.2" />
<sup>2</sup>και εκαμε τα κερατα αυτου επι των τεσσαρων γωνιων αυτου· τα κερατα αυτου ησαν εκ του αυτου· και περιεκαλυψεν αυτο χαλκον.
<scripture passage="Exod 38:3" parsed="|Exod|38|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.3" />
<sup>3</sup>Και εκαμε παντα τα σκευη του θυσιαστηριου, τους λεβητας και τα πτυαρια και τας λεκανας, τας κρεαγρας και τα πυροδοχα· παντα τα σκευη αυτου εκαμε χαλκινα.
<scripture passage="Exod 38:4" parsed="|Exod|38|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμε δια το θυσιαστηριον χαλκινην εσχαραν δικτυωτης εργασιας υπο την περιοχην αυτου κατωθεν εως του μεσου αυτου.
<scripture passage="Exod 38:5" parsed="|Exod|38|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.5" />
<sup>5</sup>Και εχυσε τεσσαρας κρικους δια τα τεσσαρα ακρα της χαλκινης εσχαρας, δια να ηναι θηκαι των μοχλων.
<scripture passage="Exod 38:6" parsed="|Exod|38|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμε τους μοχλους εκ ξυλου σιττιμ, και περιεκαλυψεν αυτους με χαλκον.
<scripture passage="Exod 38:7" parsed="|Exod|38|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.7" />
<sup>7</sup>Και εισηξε τους μοχλους εις τους κρικους κατα τα πλαγια του θυσιαστηριου, δια να βασταζωσιν αυτο δι' αυτων· κοιλον σανιδωτον εκαμεν αυτο.
<scripture passage="Exod 38:8" parsed="|Exod|38|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμε τον νιπτηρα χαλκινον και την βασιν αυτου χαλκινην εκ των κατοπτρων των συναθροιζομενων γυναικων, αιτινες συνηθροιζοντο παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Exod 38:9" parsed="|Exod|38|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμε την αυλην· κατα το πλευρον το προς μεσημβριαν τα παραπετασματα της αυλης ησαν εκ βυσσου κεκλωσμενης, εκατον πηχων.
<scripture passage="Exod 38:10" parsed="|Exod|38|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.10" />
<sup>10</sup>Οι στυλοι αυτων ησαν εικοσι και τα χαλκινα αυτων υποβασια εικοσι τα αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα.
<scripture passage="Exod 38:11" parsed="|Exod|38|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.11" />
<sup>11</sup>Και κατα το βορειον πλευρον τα παραπετασματα ησαν εκατον πηχων· οι στυλοι αυτων εικοσι και τα χαλκινα υποβασια αυτων εικοσι τα αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα.
<scripture passage="Exod 38:12" parsed="|Exod|38|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.12" />
<sup>12</sup>Και κατα το δυτικον πλευρον ησαν παραπετασματα πεντηκοντα πηχων· οι στυλοι αυτων δεκα και τα υποβασια αυτων δεκα· τα αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα.
<scripture passage="Exod 38:13" parsed="|Exod|38|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.13" />
<sup>13</sup>Και κατα το ανατολικον πλευρον το προς ανατολας, πεντηκοντα πηχων.
<scripture passage="Exod 38:14" parsed="|Exod|38|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.14" />
<sup>14</sup>Τα παραπετασματα του ενος μερους της πυλης ησαν δεκαπεντε πηχων· οι στυλοι αυτων τρεις και τα υποβασια αυτων τρια.
<scripture passage="Exod 38:15" parsed="|Exod|38|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.15" />
<sup>15</sup>Και εις το αλλο μερος της πυλης της αυλης εκατερωθεν ησαν παραπετασματα δεκαπεντε πηχων· οι στυλοι αυτων τρεις και τα υποβασια αυτων τρια.
<scripture passage="Exod 38:16" parsed="|Exod|38|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.16" />
<sup>16</sup>Παντα τα παραπετασματα της αυλης κυκλω ησαν εκ βυσσου κεκλωσμενης.
<scripture passage="Exod 38:17" parsed="|Exod|38|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.17" />
<sup>17</sup>Και τα υποβασια δια τους στυλους ησαν χαλκινα· τα αγκιστρα των στυλων και αι ζωναι αυτων αργυρα· και τα κιονοκρανα αυτων ησαν περικεκαλυμμενα με αργυριον· και παντες οι στυλοι της αυλης ησαν εζωσμενοι με αργυριον.
<scripture passage="Exod 38:18" parsed="|Exod|38|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.18" />
<sup>18</sup>Και το καταπετασμα δια την πυλην της αυλης ητο εργασιας κεντητου εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης· και ητο εικοσι πηχων το μηκος και το υψος εις το πλατος πεντε πηχων, καθως εις τα παραπετασματα της αυλης.
<scripture passage="Exod 38:19" parsed="|Exod|38|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.19" />
<sup>19</sup>Και οι στυλοι αυτων τεσσαρες και τα χαλκινα υποβασια αυτων τεσσαρα· τα αγκιστρα αυτων αργυρα, και τα κιονοκρανα αυτων περικεκαλυμμενα με αργυριον και αι ζωναι αυτων αργυραι.
<scripture passage="Exod 38:20" parsed="|Exod|38|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.20" />
<sup>20</sup>Και παντες οι πασσαλοι της σκηνης και της αυλης κυκλω χαλκινοι.
<scripture passage="Exod 38:21" parsed="|Exod|38|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.21" />
<sup>21</sup>Αυτη ειναι η απαριθμησις των πραγματων της σκηνης, της σκηνης του μαρτυριου, καθως ηριθμηθησαν κατα την προσταγην του Μωυσεως, δια την υπηρεσιαν των Λευιτων δια χειρος του Ιθαμαρ, υιου του Ααρων του ιερεως.
<scripture passage="Exod 38:22" parsed="|Exod|38|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.22" />
<sup>22</sup>Και ο Βεσελεηλ ο υιος του Ουρι, υιου του Ωρ, εκ φυλης Ιουδα, εκαμε παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 38:23" parsed="|Exod|38|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.23" />
<sup>23</sup>Και ητο μετ' αυτου Ελιαβ, ο υιος του Αχισαμαχ, εκ φυλης Δαν, εγχαρακτης και ευμηχανος τεχνιτης και κεντητης εις κυανουν και εις πορφυρουν και εις κοκκινον και εις βυσσον.
<scripture passage="Exod 38:24" parsed="|Exod|38|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.24" />
<sup>24</sup>Παν το χρυσιον το δαπανηθεν δια την εργασιαν εις ολον το εργον του αγιαστηριου, το χρυσιον της προσφορας, ητο εικοσιεννεα ταλαντα και επτακοσιοι τριακοντα σικλοι, κατα τον σικλον του αγιαστηριου.
<scripture passage="Exod 38:25" parsed="|Exod|38|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.25" />
<sup>25</sup>Και το αργυριον των απαριθμηθεντων εκ της συναγωγης εκατον ταλαντα, και χιλιοι επτακοσιοι και εβδομηκοντα πεντε σικλοι, κατα τον σικλον του αγιαστηριου·
<scripture passage="Exod 38:26" parsed="|Exod|38|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.26" />
<sup>26</sup>εν βεκαχ κατα κεφαλην, το ημισυ του σικλου, κατα τον σικλον του αγιαστηριου, δια παντα περνωντα εις την απαριθμησιν, απο εικοσι ετων ηλικιας και επανω, δια εξακοσιας και τρεις χιλιαδας και πεντακοσιους και πεντηκοντα ανθρωπους.
<scripture passage="Exod 38:27" parsed="|Exod|38|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.27" />
<sup>27</sup>Και εκ του αργυριου των εκατον ταλαντων εχυθησαν τα υποβασια του αγιαστηριου και τα υποβασια του καταπετασματος· εκατον υποβασια απο εκατον ταλαντων, εν ταλαντον δι' εν υποβασιον.
<scripture passage="Exod 38:28" parsed="|Exod|38|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.28" />
<sup>28</sup>Και απο των χιλιων επτακοσιων εβδομηκοντα πεντε σικλων εκαμεν αγκιστρα δια τους στυλους και περιεκαλυψε τα κιονοκρανα αυτων και εζωσεν αυτους.
<scripture passage="Exod 38:29" parsed="|Exod|38|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.29" />
<sup>29</sup>Και ο χαλκος της προσφορας ητο εβδομηκοντα ταλαντα και δυο χιλιαδες και τετρακοσιοι σικλοι.
<scripture passage="Exod 38:30" parsed="|Exod|38|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.30" />
<sup>30</sup>Και εκ τουτου εκαμε τα υποβασια εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και το χαλκινον θυσιαστηριον και την χαλκινην εσχαραν δι' αυτο, και παντα τα σκευη του θυσιαστηριου,
<scripture passage="Exod 38:31" parsed="|Exod|38|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.38.31" />
<sup>31</sup>και τα υποβασια της αυλης κυκλω και τα υποβασια της πυλης της αυλης και παντας τους πασσαλους της σκηνης και παντας τους πασσαλους της αυλης κυκλω.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 39" progress="8.78%" prev="Exod.38" next="Exod.40" id="Exod.39">
<h3 id="Exod.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Exod.39-p1">
<scripture passage="Exod 39:1" parsed="|Exod|39|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.1" />
<sup>1</sup>Και εκ του κυανου και πορφυρου και κοκκινου εκαμον στολας λειτουργικας δια να λειτουργωσιν εν τω αγιω, και εκαμον τας αγιας στολας δια τον Ααρων, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:2" parsed="|Exod|39|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.2" />
<sup>2</sup>Και εκαμε το εφοδ εκ χρυσιου, εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης.
<scripture passage="Exod 39:3" parsed="|Exod|39|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.3" />
<sup>3</sup>Και εσφυρηλατησαν το χρυσιον εις λεπτας πλακας και εκοψαν αυτο εις συρματα, δια να εργασθωσιν αυτο εις το κυανουν και εις το πορφυρουν και εις το κοκκινον και εις την βυσσον με εντεχνον εργασιαν.
<scripture passage="Exod 39:4" parsed="|Exod|39|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.4" />
<sup>4</sup>Εκαμον επωμιδας συναπτας δι' αυτο· συναπτομενας επι των δυο ακρων αυτου.
<scripture passage="Exod 39:5" parsed="|Exod|39|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.5" />
<sup>5</sup>Και η κεντητη ζωνη του εφοδ επ' αυτο ητο εκ του αυτου κατα την εργασιαν αυτου· εκ χρυσιου, εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:6" parsed="|Exod|39|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.6" />
<sup>6</sup>Και ειργασθησαν τους ονυχιτας λιθους ενηρμοσμενους εν οικισκοις χρυσοις, εγκεχαραγμενους, καθως εγχαραττονται αι σφραγιδες, με τα ονοματα των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Exod 39:7" parsed="|Exod|39|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.7" />
<sup>7</sup>Και εθεσεν αυτους επι των επωμιδων του εφοδ, λιθους μνημοσυνου εις τους υιους Ισραηλ, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:8" parsed="|Exod|39|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμε το περιστηθιον εντεχνου εργασιας, κατα την εργασιαν του εφοδ, εκ χρυσιου, εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης.
<scripture passage="Exod 39:9" parsed="|Exod|39|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.9" />
<sup>9</sup>Τετραγωνον ητο· διπλουν εκαμον το περιστηθιον· μιας σπιθαμης το μηκος αυτου και μιας σπιθαμης το πλατος αυτου, διπλου.
<scripture passage="Exod 39:10" parsed="|Exod|39|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.10" />
<sup>10</sup>Και ενηρμοσαν εις αυτο τεσσαρας σειρας λιθων· σειρα σαρδιου, τοπαζιου και σμαραγδου ητο η σειρα η πρωτη.
<scripture passage="Exod 39:11" parsed="|Exod|39|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.11" />
<sup>11</sup>Και η δευτερα σειρα, ανθραξ, σαπφειρος και αδαμας.
<scripture passage="Exod 39:12" parsed="|Exod|39|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.12" />
<sup>12</sup>Και η τριτη σειρα, λιγυριον, αχατης και αμεθυστος.
<scripture passage="Exod 39:13" parsed="|Exod|39|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.13" />
<sup>13</sup>Και η τεταρτη σειρα, βηρυλλιον, ονυξ και ιασπις· ουτοι ησαν ενηρμοσμενοι εν οικισκοις χρυσοις εις τα περικλεισματα αυτων.
<scripture passage="Exod 39:14" parsed="|Exod|39|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.14" />
<sup>14</sup>Και οι λιθοι ησαν κατα τα ονοματα των υιων Ισραηλ, δωδεκα, κατα τα ονοματα αυτων, κατα την γλυφην της σφραγιδος, εκαστος με το ονομα αυτου κατα τας δωδεκα φυλας.
<scripture passage="Exod 39:15" parsed="|Exod|39|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.15" />
<sup>15</sup>Και εκαμον επι το περιστηθιον αλυσεις κατα τα ακρα, πλεκτης εργασιας εκ χρυσιου καθαρου.
<scripture passage="Exod 39:16" parsed="|Exod|39|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμον δυο οικισκους χρυσους και δυο κρικους χρυσους και επερασαν τους δυο κρικους εις τα δυο ακρα του περιστηθιου.
<scripture passage="Exod 39:17" parsed="|Exod|39|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.17" />
<sup>17</sup>Και επερασαν τας δυο πλεκτας χρυσας αλυσεις εις τους δυο κρικους τους εις τα ακρα του περιστηθιου.
<scripture passage="Exod 39:18" parsed="|Exod|39|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.18" />
<sup>18</sup>Και τα δυο ακρα των δυο πλεκτων αλυσεων συνηψαν με τους δυο οικισκους και εβαλον αυτους επι των επωμιδων του εφοδ, εις το εμπροσθεν μερος αυτου.
<scripture passage="Exod 39:19" parsed="|Exod|39|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμον δυο κρικους χρυσους και εβαλον αυτους επι των δυο ακρων του περιστηθιου, εις το χειλος αυτου, το οποιον ητο κατα το μερος του εφοδ εσωθεν.
<scripture passage="Exod 39:20" parsed="|Exod|39|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.20" />
<sup>20</sup>Και εκαμον δυο αλλους κρικους χρυσους και εβαλον αυτους εις τα δυο πλαγια του εφοδ κατωθεν, προς το εμπροσθινον μερος αυτου αντικρυ της αλλης ενωσεως αυτου ανωθεν της κεντητης ζωνης του εφοδ.
<scripture passage="Exod 39:21" parsed="|Exod|39|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.21" />
<sup>21</sup>Και εδεσαν το περιστηθιον δια των κρικων αυτου εις τους κρικους του εφοδ με ταινιαν εκ κυανου, δια να ηναι ανωθεν της κεντητης ζωνης του εφοδ, και δια να μη ηναι το περιστηθιον κεχωρισμενον απο του εφοδ· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:22" parsed="|Exod|39|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.22" />
<sup>22</sup>Και εκαμε τον ποδηρη του εφοδ εργασιας υφαντης, ολον εκ κυανου.
<scripture passage="Exod 39:23" parsed="|Exod|39|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.23" />
<sup>23</sup>Και ητο ανοιγμα εν τω μεσω του ποδηρους, ως ανοιγμα θωρακος, με ταινιαν κυκλω του ανοιγματος, δια να μη σχιζηται.
<scripture passage="Exod 39:24" parsed="|Exod|39|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.24" />
<sup>24</sup>Και εκαμον επι των κρασπεδων του ποδηρους ροδια εκ κυανου και πορφυρου και κοκκινου και βυσσου κεκλωσμενης.
<scripture passage="Exod 39:25" parsed="|Exod|39|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.25" />
<sup>25</sup>Και εκαμον κωδωνας εκ χρυσιου καθαρου και εβαλον τους κωδωνας μεταξυ των ροδιων επι του κρασπεδου του ποδηρους κυκλω μεταξυ των ροδιων·
<scripture passage="Exod 39:26" parsed="|Exod|39|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.26" />
<sup>26</sup>κωδωνα και ροδιον, κωδωνα και ροδιον, επι των κρασπεδων του ποδηρους του λειτουργικου κυκλω καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:27" parsed="|Exod|39|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.27" />
<sup>27</sup>Και εκαμον τους χιτωνας εκ βυσσου υφαντης εργασιας, δια τον Ααρων και δια τους υιους αυτου,
<scripture passage="Exod 39:28" parsed="|Exod|39|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.28" />
<sup>28</sup>και την μιτραν εκ βυσσου και τα μιτριδια κεκοσμημενα εκ βυσσου και τα λινα περισκελη εκ βυσσου κεκλωσμενης,
<scripture passage="Exod 39:29" parsed="|Exod|39|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.29" />
<sup>29</sup>και την ζωνην εκ βυσσου κεκλωσμενης και κυανου και πορφυρου και κοκκινου, κεντητης εργασιας· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:30" parsed="|Exod|39|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.30" />
<sup>30</sup>Και εκαμον το πεταλον του ιερου στεμματος εκ χρυσιου καθαρου και ενεχαραξαν επ' αυτο γραμματα ως χαραγμα σφραγιδος, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ.
<scripture passage="Exod 39:31" parsed="|Exod|39|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.31" />
<sup>31</sup>Και εδεσαν εις αυτο ταινιαν κυανην, δια να συναψωσιν αυτο ανωθεν επι της μιτρας· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 39:32" parsed="|Exod|39|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.32" />
<sup>32</sup>Ουτως ετελειωθη απαν το εργον της σκηνης του μαρτυριου· και εκαμον οι υιοι Ισραηλ κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην· ουτως εκαμον.
<scripture passage="Exod 39:33" parsed="|Exod|39|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.33" />
<sup>33</sup>Και εφεραν την σκηνην προς τον Μωυσην· την σκηνην, και παντα τα σκευη αυτης, τας περονας αυτης, τας σανιδας αυτης, τους μοχλους αυτης και τους στυλους αυτης, και τα υποβασια αυτης,
<scripture passage="Exod 39:34" parsed="|Exod|39|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.34" />
<sup>34</sup>και το επικαλυμμα το εκ δερματων κριων κοκκινοβαφων και το επικαλυμμα το εκ δερματων θωων και το καλυπτηριον καταπετασμα,
<scripture passage="Exod 39:35" parsed="|Exod|39|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.35" />
<sup>35</sup>την κιβωτον του μαρτυριου και τους μοχλους αυτης και το ιλαστηριον,
<scripture passage="Exod 39:36" parsed="|Exod|39|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.36" />
<sup>36</sup>την τραπεζαν, παντα τα σκευη αυτης και τους αρτους της προθεσεως,
<scripture passage="Exod 39:37" parsed="|Exod|39|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.37" />
<sup>37</sup>την καθαραν λυχνιαν, τους λυχνους αυτης, τους λυχνους κατα την διαταξιν αυτων και παντα τα σκευη αυτης και το ελαιον του φωτος,
<scripture passage="Exod 39:38" parsed="|Exod|39|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.38" />
<sup>38</sup>και το χρυσουν θυσιαστηριον και το χριστηριον ελαιον και το ευωδες θυμιαμα και τον ταπητα δια την θυραν της σκηνης,
<scripture passage="Exod 39:39" parsed="|Exod|39|39|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.39" />
<sup>39</sup>το χαλκινον θυσιαστηριον και την χαλκινην εσχαραν αυτου, τους μοχλους αυτου και παντα τα σκευη αυτου, τον νιπτηρα και την βασιν αυτου,
<scripture passage="Exod 39:40" parsed="|Exod|39|40|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.40" />
<sup>40</sup>τα παραπετασματα της αυλης, τους στυλους αυτης και τα υποβασια αυτης και το καταπετασμα δια την πυλην της αυλης, τα σχοινια αυτης και τους πασσαλους αυτης και παντα τα σκευη της υπηρεσιας της σκηνης δια την σκηνην του μαρτυριου,
<scripture passage="Exod 39:41" parsed="|Exod|39|41|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.41" />
<sup>41</sup>τας λειτουργικας στολας, δια να λειτουργωσιν εν τω αγιω, και τας αγιας στολας δια τον Ααρων τον ιερεα και τας στολας των υιων αυτου, δια να ιερατευωσι.
<scripture passage="Exod 39:42" parsed="|Exod|39|42|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.42" />
<sup>42</sup>Κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως εκαμον οι υιοι Ισραηλ απαν το εργον.
<scripture passage="Exod 39:43" parsed="|Exod|39|43|0|0" osisRef="Bible:Exod.39.43" />
<sup>43</sup>Και ειδεν ο Μωυσης απαν το εργον και ιδου, ειχον καμει αυτο καθως προσεταξεν ο Κυριος· ουτως εκαμον· και ευλογησεν αυτους ο Μωυσης.
</p>
</div3>

<div3 title="Exodus 40" progress="8.91%" prev="Exod.39" next="Lev" id="Exod.40">
<h3 id="Exod.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Exod.40-p1">
<scripture passage="Exod 40:1" parsed="|Exod|40|1|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Exod 40:2" parsed="|Exod|40|2|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.2" />
<sup>2</sup>Την πρωτην ημεραν του πρωτου μηνος θελεις στησει την σκηνην, την σκηνην του μαρτυριου.
<scripture passage="Exod 40:3" parsed="|Exod|40|3|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις θεσει εκει την κιβωτον του μαρτυριου, και σκεπασει την κιβωτον με το καταπετασμα.
<scripture passage="Exod 40:4" parsed="|Exod|40|4|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις εισαξει την τραπεζαν και διαταξει τα διατακτεα επ' αυτης· και θελεις εισαξει την λυχνιαν και αναψει τους λυχνους αυτης.
<scripture passage="Exod 40:5" parsed="|Exod|40|5|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις θεσει το χρυσουν θυσιαστηριον του θυμιαματος εμπροσθεν της κιβωτου του μαρτυριου και επιβαλει τον ταπητα της θυρας εις την σκηνην.
<scripture passage="Exod 40:6" parsed="|Exod|40|6|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις θεσει το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος εμπροσθεν της θυρας της σκηνης, της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Exod 40:7" parsed="|Exod|40|7|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις θεσει τον νιπτηρα μεταξυ της σκηνης του μαρτυριου και του θυσιαστηριου και βαλει υδωρ εν αυτω.
<scripture passage="Exod 40:8" parsed="|Exod|40|8|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις στησει την αυλην κυκλω και κρεμασει το καταπετασμα της πυλης της αυλης.
<scripture passage="Exod 40:9" parsed="|Exod|40|9|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις λαβει το χριστηριον ελαιον και χρισει την σκηνην και παντα τα εν αυτη, και θελεις αγιασει αυτην και παντα τα σκευη αυτης και θελει εισθαι αγια.
<scripture passage="Exod 40:10" parsed="|Exod|40|10|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις χρισει το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος και παντα τα σκευη αυτου και θελεις αγιασει το θυσιαστηριον· και θελει εισθαι θυσιαστηριον αγιωτατον.
<scripture passage="Exod 40:11" parsed="|Exod|40|11|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.11" />
<sup>11</sup>Και θελεις χρισει τον νιπτηρα και την βασιν αυτου και αγιασει αυτον.
<scripture passage="Exod 40:12" parsed="|Exod|40|12|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις προσαγαγει τον Ααρων και τους υιους αυτου εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και νιψει αυτους με υδωρ.
<scripture passage="Exod 40:13" parsed="|Exod|40|13|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.13" />
<sup>13</sup>Και θελεις ενδυσει τον Ααρων τας αγιας στολας και θελεις χρισει αυτον, και αγιασει αυτον, και θελει ιερατευει εις εμε.
<scripture passage="Exod 40:14" parsed="|Exod|40|14|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.14" />
<sup>14</sup>Και θελεις προσαγαγει τους υιους αυτου και ενδυσει αυτους χιτωνας.
<scripture passage="Exod 40:15" parsed="|Exod|40|15|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις χρισει αυτους, καθως εχρισας τον πατερα αυτων, και θελουσιν ιερατευει εις εμε· και θελει εισθαι εις αυτους το χρισμα αυτων προς παντοτεινην ιερατειαν εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Exod 40:16" parsed="|Exod|40|16|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις αυτον· ουτως εκαμε.
<scripture passage="Exod 40:17" parsed="|Exod|40|17|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.17" />
<sup>17</sup>Και τον πρωτον μηνα του δευτερου ετους, την πρωτην του μηνος, εστηθη η σκηνη.
<scripture passage="Exod 40:18" parsed="|Exod|40|18|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.18" />
<sup>18</sup>Και εστησεν ο Μωυσης την σκηνην και εβαλε τα υποβασια αυτης και εστησε τας σανιδας αυτης και εβαλε τους μοχλους αυτης και εστησε τους στυλους αυτης.
<scripture passage="Exod 40:19" parsed="|Exod|40|19|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.19" />
<sup>19</sup>Και εξηπλωσε τα παραπετασματα επι την σκηνην, και εβαλε το επικαλυμμα της σκηνης επ' αυτην ανωθεν· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:20" parsed="|Exod|40|20|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.20" />
<sup>20</sup>Και λαβων το μαρτυριον εθεσεν εν τη κιβωτω, και εβαλε τους μοχλους εις την κιβωτον, και εβαλε το ιλαστηριον επι την κιβωτον ανωθεν,
<scripture passage="Exod 40:21" parsed="|Exod|40|21|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.21" />
<sup>21</sup>και εφερε την κιβωτον εις την σκηνην, και επεθηκε το καλυπτηριον καταπετασμα και εσκεπασε την κιβωτον του μαρτυριου· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:22" parsed="|Exod|40|22|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.22" />
<sup>22</sup>Και εθεσε την τραπεζαν εν τη σκηνη του μαρτυριου κατα το μερος της σκηνης το προς βορραν εξωθεν του καταπετασματος,
<scripture passage="Exod 40:23" parsed="|Exod|40|23|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.23" />
<sup>23</sup>και διεταξεν επ' αυτης τους αρτους τους διατεταγμενους, ενωπιον Κυριου· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:24" parsed="|Exod|40|24|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.24" />
<sup>24</sup>Και εθεσε την λυχνιαν εν τη σκηνη του μαρτυριου απεναντι της τραπεζης κατα το μερος της σκηνης το προς μεσημβριαν,
<scripture passage="Exod 40:25" parsed="|Exod|40|25|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.25" />
<sup>25</sup>και ανηψε τους λυχνους ενωπιον Κυριου· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:26" parsed="|Exod|40|26|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.26" />
<sup>26</sup>Και εθεσε το χρυσουν θυσιαστηριον εν τη σκηνη του μαρτυριου απεναντι του καταπετασματος,
<scripture passage="Exod 40:27" parsed="|Exod|40|27|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.27" />
<sup>27</sup>και εθυμιασεν επ' αυτου ευωδες θυμιαμα· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:28" parsed="|Exod|40|28|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.28" />
<sup>28</sup>Και επεθηκε τον ταπητα εις την θυραν της σκηνης.
<scripture passage="Exod 40:29" parsed="|Exod|40|29|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.29" />
<sup>29</sup>Και το θυσιαστηριον του ολοκαυτωματος εθεσε παρα την θυραν της σκηνης, της σκηνης του μαρτυριου, και προσεφερεν επ' αυτου το ολοκαυτωμα και την εξ αλφιτων προσφοραν· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:30" parsed="|Exod|40|30|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.30" />
<sup>30</sup>Και εθεσε τον νιπτηρα μεταξυ της σκηνης του μαρτυριου και του θυσιαστηριου και εβαλεν εν αυτω, υδωρ, δια να νιπτωνται·
<scripture passage="Exod 40:31" parsed="|Exod|40|31|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.31" />
<sup>31</sup>και ενιπτον εξ αυτου ο Μωυσης και ο Ααρων και οι υιοι αυτου τας χειρας αυτων και τους ποδας αυτων.
<scripture passage="Exod 40:32" parsed="|Exod|40|32|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.32" />
<sup>32</sup>Οτε εισηρχοντο εις την σκηνην του μαρτυριου και οτε προσηρχοντο εις το θυσιαστηριον, ενιπτοντο καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Exod 40:33" parsed="|Exod|40|33|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.33" />
<sup>33</sup>Και εστησε την αυλην κυκλω της σκηνης και του θυσιαστηριου και εκρεμασε τον ταπητα της πυλης της αυλης. Και συνετελεσεν ο Μωυσης το εργον.
<scripture passage="Exod 40:34" parsed="|Exod|40|34|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.34" />
<sup>34</sup>Τοτε εκαλυψεν η νεφελη την σκηνην του μαρτυριου και δοξα Κυριου ενεπλησε την σκηνην.
<scripture passage="Exod 40:35" parsed="|Exod|40|35|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.35" />
<sup>35</sup>Και δεν ηδυνηθη ο Μωυσης να εισελθη εις την σκηνην του μαρτυριου· διοτι η νεφελη εκαθητο επ' αυτην, και δοξα Κυριου ενεπλησε την σκηνην.
<scripture passage="Exod 40:36" parsed="|Exod|40|36|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.36" />
<sup>36</sup>Και οτε η νεφελη ανεβαινεν επανωθεν της σκηνης, οι υιοι Ισραηλ εσηκονοντο καθ' ολας αυτων τας οδοιποριας·
<scripture passage="Exod 40:37" parsed="|Exod|40|37|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.37" />
<sup>37</sup>αν ομως η νεφελη δεν ανεβαινε, τοτε δεν εσηκονοντο μεχρι της ημερας της αναβασεως αυτης.
<scripture passage="Exod 40:38" parsed="|Exod|40|38|0|0" osisRef="Bible:Exod.40.38" />
<sup>38</sup>διοτι η νεφελη του Κυριου ητο επι της σκηνης την ημεραν, και πυρ ητο επ' αυτης την νυκτα, ενωπιον παντος του οικου Ισραηλ· καθ' ολας αυτων τας οδοιποριας.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Leviticus" progress="9.01%" prev="Exod.40" next="Lev.1" id="Lev">
<h2 id="Lev-p0.1">Leviticus</h2>

<div3 title="Leviticus 1" progress="9.01%" prev="Lev" next="Lev.2" id="Lev.1">
<h3 id="Lev.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Lev.1-p1">
<scripture passage="Lev 1:1" parsed="|Lev|1|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.1" />
<sup>1</sup>Και εκαλεσε Κυριος τον Μωυσην και ελαλησε προς αυτον εκ της σκηνης του μαρτυριου, λεγων,
<scripture passage="Lev 1:2" parsed="|Lev|1|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Εαν τις απο σας προσφερη δωρον προς τον Κυριον, θελετε προσφερει το δωρον σας απο των κτηνων, απο των βοων η απο των προβατων.
<scripture passage="Lev 1:3" parsed="|Lev|1|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.3" />
<sup>3</sup>Εαν το δωρον αυτου ηναι ολοκαυτωμα απο των βοων, αρσενικον αμωμον ας προσφερη αυτο· παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου θελει προσφερει αυτο, δια να ηναι δεκτον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 1:4" parsed="|Lev|1|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.4" />
<sup>4</sup>Και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην του ολοκαυτωματος και θελει εισθαι δεκτον υπερ αυτου, δια να γεινη εξιλεωσις περι αυτου.
<scripture passage="Lev 1:5" parsed="|Lev|1|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσι σφαξει τον μοσχον ενωπιον Κυριου· και οι υιοι του Ααρων, οι ιερεις, θελουσι φερει το αιμα και θελουσι ραντισει το αιμα κυκλω επι το θυσιαστηριον το παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 1:6" parsed="|Lev|1|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.6" />
<sup>6</sup>Και θελουσιν εκδαρει το ολοκαυτωμα και θελουσι διαμελισει αυτο κατα τα μελη αυτου.
<scripture passage="Lev 1:7" parsed="|Lev|1|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.7" />
<sup>7</sup>Και οι υιοι του Ααρων του ιερεως θελουσι βαλει πυρ επι το θυσιαστηριον και θελουσι στοιβασει ξυλα επι το πυρ.
<scripture passage="Lev 1:8" parsed="|Lev|1|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.8" />
<sup>8</sup>Και οι υιοι του Ααρων, οι ιερεις, θελουσιν επιστοιβασει τα μελη, την κεφαλην και το στεαρ, επι τα ξυλα τα επι του πυρος, του επι του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 1:9" parsed="|Lev|1|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.9" />
<sup>9</sup>τα δε εντοσθια αυτου και τους ποδας αυτου θελουσι πλυνει με υδωρ· και θελει καυσει ο ιερευς τα παντα επι του θυσιαστηριου· ολοκαυτωμα ειναι, θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 1:10" parsed="|Lev|1|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.10" />
<sup>10</sup>Εαν δε το δωρον αυτου δια το ολοκαυτωμα ηναι εκ των ποιμνιων, εκ των προβατων η εκ των αιγων, αρσενικον αμωμον θελει προσφερει αυτο.
<scripture passage="Lev 1:11" parsed="|Lev|1|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.11" />
<sup>11</sup>Και θελουσι σφαξει αυτο εις τα πλαγια του θυσιαστηριου προς βορραν ενωπιον Κυριου· και θελουσι ραντισει οι υιοι του Ααρων, οι ιερεις, το αιμα αυτου επι το θυσιαστηριον κυκλω·
<scripture passage="Lev 1:12" parsed="|Lev|1|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.12" />
<sup>12</sup>και θελουσι διαμελισει αυτο κατα τα μελη αυτου και την κεφαλην αυτου και το στεαρ αυτου· και θελει επιστοιβασει αυτα ο ιερευς επι τα ξυλα τα επι του πυρος του επι του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 1:13" parsed="|Lev|1|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.13" />
<sup>13</sup>τα δε εντοσθια και τους ποδας θελουσι πλυνει με υδωρ· και θελει φερει τα παντα ο ιερευς και καυσει αυτα επι του θυσιαστηριου· ολοκαυτωμα ειναι, θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 1:14" parsed="|Lev|1|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.14" />
<sup>14</sup>Και εαν το δωρον αυτου προς τον Κυριον ηναι ολοκαυτωμα απο πτηνων, τοτε θελει προσφερει το δωρον αυτου απο τρυγονων η απο νεοσσων περιστερων.
<scripture passage="Lev 1:15" parsed="|Lev|1|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.15" />
<sup>15</sup>Και θελει προσαγαγει αυτο ο ιερευς προς το θυσιαστηριον και θελει αποκοψει δια των ονυχων την κεφαλην αυτου και καυσει αυτο επι του θυσιαστηριου· και το αιμα αυτου θελει στραγγισει προς το πλαγιον του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 1:16" parsed="|Lev|1|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.16" />
<sup>16</sup>και θελει εκβαλει τον προλοβον αυτου μετα της κοπρου αυτου και ριψει αυτα εις τα πλαγια του θυσιαστηριου κατα ανατολας, εις τον τοπον της στακτης·
<scripture passage="Lev 1:17" parsed="|Lev|1|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.1.17" />
<sup>17</sup>και θελει διασχισει αυτο εκ των πτερυγων αυτου, πλην δεν θελει διαχωρισει και θελει καυσει αυτο ο ιερευς επι του θυσιαστηριου, επι των ξυλων των επι του πυρος· ολοκαυτωμα ειναι, θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 2" progress="9.08%" prev="Lev.1" next="Lev.3" id="Lev.2">
<h3 id="Lev.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Lev.2-p1">
<scripture passage="Lev 2:1" parsed="|Lev|2|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.1" />
<sup>1</sup>Εαν δε προσφερη τις δωρον προσφοραν εξ αλφιτων προς τον Κυριον, σεμιδαλις θελει εισθαι το δωρον αυτου· και θελει επιχυσει επ' αυτο ελαιον και επιθεσει επ' αυτο λιβανιον.
<scripture passage="Lev 2:2" parsed="|Lev|2|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.2" />
<sup>2</sup>Και θελει φερει αυτο προς τους υιους του Ααρων, τους ιερεις· και ο ιερευς θελει δραξει απο της σεμιδαλεως αυτου και απο του ελαιου αυτου οσον χωρει η χειρ αυτου και απαν το λιβανιον αυτου· και θελει καυσει ο ιερευς το μνημοσυνον αυτου επι του θυσιαστηριου· ειναι θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 2:3" parsed="|Lev|2|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.3" />
<sup>3</sup>Το δε υπολοιπον της εξ αλφιτων προσφορας θελει εισθαι του Ααρων και των υιων αυτου· ειναι αγιωτατον εκ των θυσιων των γινομενων δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 2:4" parsed="|Lev|2|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.4" />
<sup>4</sup>Και οταν προσφερης δωρον προσφοραν εξ αλφιτων εψημενην εν κλιβανω, θελει εισθαι αρτοι αζυμοι απο σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου και λαγανα αζυμα κεχρισμενα με ελαιον.
<scripture passage="Lev 2:5" parsed="|Lev|2|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε το δωρον σου ηναι προσφορα εξ αλφιτων εψημενη εις καψαν, αζυμον θελει εισθαι εκ σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου.
<scripture passage="Lev 2:6" parsed="|Lev|2|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.6" />
<sup>6</sup>Θελεις διαμερισει αυτην εις τμηματα και θελεις επιχυσει επ' αυτης ελαιον· ειναι προσφορα εξ αλφιτων.
<scripture passage="Lev 2:7" parsed="|Lev|2|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.7" />
<sup>7</sup>Και εαν το δωρον σου ηναι προσφορα εξ αλφιτων εψημενη εν τηγανιω, θελει γεινει απο σεμιδαλεως μετα ελαιου.
<scripture passage="Lev 2:8" parsed="|Lev|2|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις φερει προς τον Κυριον την εξ αλφιτων προσφοραν, την οποιαν εκαμες εκ τουτων· και οταν φερθη προς τον ιερεα, αυτος θελει πλησιασει αυτην εις το θυσιαστηριον.
<scripture passage="Lev 2:9" parsed="|Lev|2|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.9" />
<sup>9</sup>Και θελει χωρισει ο ιερευς απο της εξ αλφιτων προσφορας το μνημοσυνον αυτης και καυσει αυτο επι του θυσιαστηριου· ειναι θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 2:10" parsed="|Lev|2|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.10" />
<sup>10</sup>Το δε υπολοιπον της εξ αλφιτων προσφορας θελει εισθαι του Ααρων και των υιων αυτου· ειναι αγιωτατον εκ των δια πυρος γινομενων θυσιων εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 2:11" parsed="|Lev|2|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.11" />
<sup>11</sup>Ουδεμια προσφορα εξ αλφιτων, την οποιαν προσφερετε προς τον Κυριον, θελει εισθαι ενζυμος· διοτι ουδεν προζυμιον ουδε μελι θελετε καυσει εις ουδεμιαν θυσιαν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 2:12" parsed="|Lev|2|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.12" />
<sup>12</sup>Περι δε του δωρου των απαρχων, θελετε προσφερει αυτας προς τον Κυριον· δεν θελουσιν ομως καυθη επι του θυσιαστηριου εις οσμην ευωδιας.
<scripture passage="Lev 2:13" parsed="|Lev|2|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.13" />
<sup>13</sup>Και παν δωρον της εξ αλφιτων προσφορας σου θελεις αλατιζει με αλας· και δεν θελεις αφησει να λειψη απο της εξ αλφιτων προσφορας σου το αλας της διαθηκης του Θεου σου· επι παντος δωρου σου θελεις προσφερει αλας.
<scripture passage="Lev 2:14" parsed="|Lev|2|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.14" />
<sup>14</sup>Και εαν προσφερης προσφοραν εξ αλφιτων απο των πρωτογεννηματων σου προς τον Κυριον, θελεις προσφερει δια την εξ αλφιτων προσφοραν των πρωτογεννηματων σου ασταχυα χλωρα εψημενα εν πυρι, σιτον πεφρυγανισμενον εξ ασταχυων μεστων.
<scripture passage="Lev 2:15" parsed="|Lev|2|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις χυσει επ' αυτην ελαιον και θελεις θεσει επ' αυτην λιβανιον· ειναι προσφορα εξ αλφιτων.
<scripture passage="Lev 2:16" parsed="|Lev|2|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.2.16" />
<sup>16</sup>Και ο ιερευς θελει καυσει το μνημοσυνον αυτης εκ του πεφρυγανισμενον σιτου αυτης και εκ του ελαιου αυτης, μεθ' ολου λιβανιου αυτης· ειναι θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 3" progress="9.14%" prev="Lev.2" next="Lev.4" id="Lev.3">
<h3 id="Lev.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Lev.3-p1">
<scripture passage="Lev 3:1" parsed="|Lev|3|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.1" />
<sup>1</sup>Εαν δε το δωρον αυτου ηναι θυσια ειρηνικη, εαν προσφερη αυτο εκ των βοων, ειτε αρσενικον ειτε θηλυκον, αμωμον θελει προσφερει αυτο ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 3:2" parsed="|Lev|3|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.2" />
<sup>2</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην του δωρου αυτου, και θελουσι σφαξει αυτο παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου· και οι υιοι του Ααρων, οι ιερεις, θελουσι ραντισει το αιμα επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Lev 3:3" parsed="|Lev|3|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.3" />
<sup>3</sup>Και θελει προσφερει εκ της ειρηνικης προσφορας, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις τον Κυριον· το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια και απαν το στεαρ το επι των εντοσθιων·
<scripture passage="Lev 3:4" parsed="|Lev|3|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.4" />
<sup>4</sup>και τους δυο νεφρους και το στεαρ το επ' αυτων το προς τα πλευρα, και τον επανω λοβον του ηπατος, τον οποιον μετα των νεφρων θελει αφαιρεσει.
<scripture passage="Lev 3:5" parsed="|Lev|3|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.5" />
<sup>5</sup>Και οι υιοι του Ααρων θελουσι καυσει αυτα επι του θυσιαστηριου επι του ολοκαυτωματος του επι των ξυλων των επι του πυρος· ειναι θυσια γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 3:6" parsed="|Lev|3|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.6" />
<sup>6</sup>Εαν δε το δωρον αυτου, το εις θυσιαν ειρηνικην προσφερομενον προς τον Κυριον, ηναι εκ του ποιμνιου, αρσενικον η θηλυκον, αμωμον θελει προσφερει αυτο.
<scripture passage="Lev 3:7" parsed="|Lev|3|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.7" />
<sup>7</sup>Εαν αρνιον προσφερη το δωρον αυτου, θελει προσφερει αυτο ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 3:8" parsed="|Lev|3|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.8" />
<sup>8</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην του δωρου αυτου, και θελουσι σφαξει αυτο εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου· και οι υιοι του Ααρων θελουσι ραντισει το αιμα αυτου επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Lev 3:9" parsed="|Lev|3|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.9" />
<sup>9</sup>Και θελει προσφερει εκ της προσφορας της ειρηνικης θυσιαν γινομενην δια πυρος εις τον Κυριον· το στεαρ αυτου, την ουραν ολοκληρον, την οποιαν θελει αφαιρεσει απο της ραχης και το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια και παν το στεαρ το επι των εντοσθιων·
<scripture passage="Lev 3:10" parsed="|Lev|3|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.10" />
<sup>10</sup>και τους δυο νεφρους και το στεαρ το επ' αυτων το προς τα πλευρα, και τον επανω λοβον του ηπατος, τον οποιον μετα των νεφρων θελει αφαιρεσει.
<scripture passage="Lev 3:11" parsed="|Lev|3|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.11" />
<sup>11</sup>Και θελει καυσει αυτα ο ιερευς επι του θυσιαστηριου· ειναι τροφη της δια πυρος γινομενης θυσιας εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 3:12" parsed="|Lev|3|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.12" />
<sup>12</sup>Εαν δε το δωρον αυτου ηναι εξ αιγων, τοτε θελει προσφερει αυτο ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 3:13" parsed="|Lev|3|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.13" />
<sup>13</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην αυτου, και θελουσι σφαξει αυτο εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου· και οι υιοι του Ααρων θελουσι ραντισει το αιμα αυτου επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Lev 3:14" parsed="|Lev|3|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.14" />
<sup>14</sup>Και θελει προσφερει εξ αυτου το δωρον αυτου, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις τον Κυριον· το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια και παν το στεαρ το επι των εντοσθιων·
<scripture passage="Lev 3:15" parsed="|Lev|3|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.15" />
<sup>15</sup>και τους δυο νεφρους και το στεαρ το επ' αυτων το προς τα πλευρα, και τον επανω λοβον του ηπατος, τον οποιον μετα των νεφρων θελει αφαιρεσει.
<scripture passage="Lev 3:16" parsed="|Lev|3|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.16" />
<sup>16</sup>Και θελει καυσει αυτα ο ιερευς επι του θυσιαστηριου· ειναι τροφη της θυσιας της γινομενης δια πυρος εις οσμην ευωδιας· παν το στεαρ ειναι του Κυριου.
<scripture passage="Lev 3:17" parsed="|Lev|3|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.3.17" />
<sup>17</sup>Νομιμον αιωνιον θελει εισθαι εις τας γενεας σας, εις πασας τας κατοικησεις σας· δεν θελετε τρωγει ουτε στεαρ ουτε αιμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 4" progress="9.20%" prev="Lev.3" next="Lev.5" id="Lev.4">
<h3 id="Lev.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Lev.4-p1">
<scripture passage="Lev 4:1" parsed="|Lev|4|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 4:2" parsed="|Lev|4|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Εαν ψυχη τις αμαρτηση εξ αγνοιας και εκ των οσα ειναι προστεταγμενον υπο του Κυριου να μη πραττωνται πραξη τι εξ αυτων·
<scripture passage="Lev 4:3" parsed="|Lev|4|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.3" />
<sup>3</sup>εαν μεν ο ιερευς ο κεχρισμενος αμαρτηση ωστε να ενοχοποιηση τον λαον, τοτε θελει φερει, δια την αμαρτιαν αυτου την οποιαν ημαρτησε, μοσχον βοος αμωμον προς τον Κυριον δια προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 4:4" parsed="|Lev|4|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.4" />
<sup>4</sup>Και θελει φερει τον μοσχον εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου ενωπιον του Κυριου· και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην του μοσχου, και θελουσι σφαξει τον μοσχον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 4:5" parsed="|Lev|4|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.5" />
<sup>5</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς ο κεχρισμενος απο του αιματος του μοσχου και φερει αυτο εις την σκηνην του μαρτυριου·
<scripture passage="Lev 4:6" parsed="|Lev|4|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.6" />
<sup>6</sup>και θελει εμβαψει ο ιερευς τον δακτυλον αυτου εις το αιμα και θελει ραντισει απο του αιματος επτακις ενωπιον του Κυριου, εμπροσθεν του καταπετασματος του αγιαστηριου.
<scripture passage="Lev 4:7" parsed="|Lev|4|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.7" />
<sup>7</sup>Και θελει βαλει ο ιερευς απο του αιματος επι τα κερατα του θυσιαστηριου του ευωδους θυμιαματος, το οποιον ειναι ενωπιον του Κυριου εν τη σκηνη του μαρτυριου· και θελει χυσει παν το αιμα του μοσχου εις την βασιν του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος, το οποιον ειναι εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 4:8" parsed="|Lev|4|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.8" />
<sup>8</sup>Και απαν το στεαρ του μοσχου της περι αμαρτιας προσφορας θελει αφαιρεσει απ' αυτου· το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια, και απαν το στεαρ το επι των εντοσθιων·
<scripture passage="Lev 4:9" parsed="|Lev|4|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.9" />
<sup>9</sup>και τους δυο νεφρους και το στεαρ το επ' αυτων το προς τα πλευρα, και τον επανω λοβον του ηπατος, τον οποιον μετα των νεφρων θελει αφαιρεσει,
<scripture passage="Lev 4:10" parsed="|Lev|4|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.10" />
<sup>10</sup>καθ' ον τροπον αφαιρειται απο του μοσχου της θυσιας της ειρηνικης· και θελει καυσει αυτα ο ιερευς επι του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος·
<scripture passage="Lev 4:11" parsed="|Lev|4|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.11" />
<sup>11</sup>και το δερμα του μοσχου και παν το κρεας αυτου μετα της κεφαλης αυτου και μετα των ποδων αυτου και τα εντοσθια αυτου και την κοπρον αυτου·
<scripture passage="Lev 4:12" parsed="|Lev|4|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.12" />
<sup>12</sup>και θελει φερει ολον τον μοσχον εξω του στρατοπεδου εις τοπον καθαρον, οπου χυνεται η στακτη, και θελει καυσει αυτον επι ξυλων δια πυρος· οπου χυνεται η στακτη, θελει καυθη.
<scripture passage="Lev 4:13" parsed="|Lev|4|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.13" />
<sup>13</sup>Εαν δε πασα η συναγωγη του Ισραηλ αμαρτηση εξ αγνοιας και το πραγμα κρυφθη απο των οφθαλμων της συναγωγης και εκ των οσα ειναι προστεταγμενον υπο του Κυριου να μη πραττωνται, πραξωσι και ηναι ενοχοι·
<scripture passage="Lev 4:14" parsed="|Lev|4|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.14" />
<sup>14</sup>οταν γνωρισθη η αμαρτια την οποιαν ημαρτησαν κατα τουτο, τοτε θελει προσφερει η συναγωγη μοσχον εκ βοων δια την αμαρτιαν και θελει φερει αυτον εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 4:15" parsed="|Lev|4|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.15" />
<sup>15</sup>Και οι πρεσβυτεροι της συναγωγης θελουσιν επιθεσει τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του μοσχου ενωπιον του Κυριου· και θελουσι σφαξει τον μοσχον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 4:16" parsed="|Lev|4|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.16" />
<sup>16</sup>Και ο ιερευς ο κεχρισμενος θελει φερει απο του αιματος του μοσχον εις την σκηνην του μαρτυριου·
<scripture passage="Lev 4:17" parsed="|Lev|4|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.17" />
<sup>17</sup>και θελει εμβαψει ο ιερευς τον δακτυλον αυτου εις το αιμα και θελει ραντισει επτακις ενωπιον του Κυριου εμπροσθεν του καταπετασματος·
<scripture passage="Lev 4:18" parsed="|Lev|4|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.18" />
<sup>18</sup>και θελει βαλει απο του αιματος επι τα κερατα του θυσιαστηριου, του ενωπιον του Κυριου, το οποιον ειναι εν τη σκηνη του μαρτυριου· και θελει χυσει παν το αιμα εις την βασιν του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος, το οποιον ειναι εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 4:19" parsed="|Lev|4|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.19" />
<sup>19</sup>Και παν το στεαρ αυτου θελει αφαιρεσει απ' αυτου και καυσει επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 4:20" parsed="|Lev|4|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.20" />
<sup>20</sup>Και θελει καμει εις τον μοσχον καθ' ον τροπον εκαμεν εις τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας· ουτω θελει καμει εις αυτον· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτων ο ιερευς και θελει συγχωρηθη εις αυτους.
<scripture passage="Lev 4:21" parsed="|Lev|4|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.21" />
<sup>21</sup>Και θελει εκβαλει τον μοσχον εξω του στρατοπεδου και καυσει αυτον, καθως εκαυσε τον πρωτον μοσχον· ειναι προσφορα περι αμαρτιας υπερ της συναγωγης·
<scripture passage="Lev 4:22" parsed="|Lev|4|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.22" />
<sup>22</sup>Οταν δε αρχων τις αμαρτηση και πραξη εξ αγνοιας τι εκ των οσα ειναι προστεταγμενον υπο Κυριου του Θεου αυτου να μη πραττωνται, και ηναι ενοχος·
<scripture passage="Lev 4:23" parsed="|Lev|4|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.23" />
<sup>23</sup>η εαν η αμαρτια αυτου, την οποιαν ημαρτησε, γνωστοποιηθη εις αυτον, τοτε θελει φερει την προσφοραν αυτου, τραγον εξ αιγων, αρσενικον αμωμον.
<scripture passage="Lev 4:24" parsed="|Lev|4|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.24" />
<sup>24</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην του τραγου, και θελουσι σφαξει αυτο εν τω τοπω οπου σφαζουσι το ολοκαυτωμα ενωπιον του Κυριου· ειναι προσφορα περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 4:25" parsed="|Lev|4|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.25" />
<sup>25</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς απο του αιματος της περι αμαρτιας προσφορας δια του δακτυλου αυτου, και βαλει επι τα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος και θελει χυσει το αιμα αυτου εις την βασιν του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος.
<scripture passage="Lev 4:26" parsed="|Lev|4|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.26" />
<sup>26</sup>Και απαν το στεαρ αυτου θελει καυσει επι του θυσιαστηριου, ως το στεαρ της θυσιας της ειρηνικης προσφορας· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτου ο ιερευς περι της αμαρτιας αυτου, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 4:27" parsed="|Lev|4|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.27" />
<sup>27</sup>Εαν δε ψυχη τις εκ του λαου της γης αμαρτηση εξ αγνοιας, πραττων τι εκ των οσα ειναι προστεταγμενον υπο του Κυριου να μη πραττωνται, και ηναι ενοχος.
<scripture passage="Lev 4:28" parsed="|Lev|4|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.28" />
<sup>28</sup>η εαν γνωστοποιηθη εις αυτον η αμαρτια αυτου την οποιαν ημαρτησε· τοτε θελει φερει την προσφοραν αυτου, τραγον εξ αιγων, θηλυκον αμωμον, δια την αμαρτιαν αυτου την οποιαν ημαρτησε·
<scripture passage="Lev 4:29" parsed="|Lev|4|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.29" />
<sup>29</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην της περι αμαρτιας προσφορας, και θελουσι σφαξει την περι αμαρτιας προσφοραν εν τω τοπω του ολοκαυτωματος.
<scripture passage="Lev 4:30" parsed="|Lev|4|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.30" />
<sup>30</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς δια του δακτυλου αυτου απο του αιματος αυτου, και βαλει επι τα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος και παν το αιμα αυτου θελει χυσει εις την βασιν του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 4:31" parsed="|Lev|4|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.31" />
<sup>31</sup>και παν το στεαρ αυτου θελει αφαιρεσει, καθως αφαιρειται το στεαρ απο της θυσιας της ειρηνικης προσφορας· και θελει καυσει αυτο ο ιερευς επι του θυσιαστηριου εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτου ο ιερευς, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 4:32" parsed="|Lev|4|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.32" />
<sup>32</sup>Εαν δε φερη προβατον δια προσφοραν αυτου περι αμαρτιας, θελει φερει αυτο θηλυκον αμωμον·
<scripture passage="Lev 4:33" parsed="|Lev|4|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.33" />
<sup>33</sup>και θελει επιθεσει την χειρα αυτου επι την κεφαλην της περι αμαρτιας προσφορας, και θελουσι σφαξει αυτο δια προσφοραν περι αμαρτιας, εν τω τοπω οπου σφαζουσι το ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 4:34" parsed="|Lev|4|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.34" />
<sup>34</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς απο του αιματος της περι αμαρτιας προσφορας δια του δακτυλου αυτου και βαλει επι τα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματος και απαν το αιμα αυτου θελει χυσει εις την βασιν του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 4:35" parsed="|Lev|4|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.4.35" />
<sup>35</sup>και θελει αφαιρεσει παν το στεαρ αυτου, καθως αφαιρειται το στεαρ του προβατου απο της θυσιας της ειρηνικης προσφορας· και θελει καυσει αυτα ο ιερευς επι του θυσιαστηριου κατα τας προσφορας τας γινομενας δια πυρος εις τον Κυριον· και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν περι της αμαρτιας αυτου την οποιαν ημαρτησε, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 5" progress="9.35%" prev="Lev.4" next="Lev.6" id="Lev.5">
<h3 id="Lev.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Lev.5-p1">
<scripture passage="Lev 5:1" parsed="|Lev|5|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.1" />
<sup>1</sup>Εαν δε τις αμαρτηση και ακουση φωνην ορκισμου και ηναι μαρτυς, ειτε ειδεν ειτε εξευρει εαν δεν φανερωση αυτο, τοτε θελει βαστασει την ανομιαν αυτου.
<scripture passage="Lev 5:2" parsed="|Lev|5|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.2" />
<sup>2</sup>Η εαν τις εγγιση πραγμα τι ακαθαρτον, ειτε θνησιμαιον ακαθαρτον θηριου ειτε θνησιμαιον ακαθαρτου κτηνους ειτε θνησιμαιον ερπετων ακαθαρτων, και ελαθεν αυτον, ομως θελει εισθαι ακαθαρτος και ενοχος.
<scripture passage="Lev 5:3" parsed="|Lev|5|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.3" />
<sup>3</sup>Η εαν εγγιση ακαθαρσιαν ανθρωπου, εξ οποιασδηποτε ηθελεν εισθαι η ακαθαρσια αυτου, δια της οποιας μιαινεται τις, και ελαθεν αυτον· οταν αυτος γνωριση τουτο, τοτε θελει εισθαι ενοχος.
<scripture passage="Lev 5:4" parsed="|Lev|5|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.4" />
<sup>4</sup>Η εαν τις ομοση, προφερων αστοχαστως δια των χειλεων αυτου να κακοποιηση, η να αγαθοποιηση εις παν ο, τι ηθελε προφερει αστοχαστως ο ανθρωπος μεθ' ορκου και ελαθεν αυτον· οταν γνωριση τουτο, τοτε θελει εισθαι ενοχος εις εν εκ τουτων.
<scripture passage="Lev 5:5" parsed="|Lev|5|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.5" />
<sup>5</sup>Οταν λοιπον ειναι τις ενοχος εις εν εκ τουτων, θελει εξομολογηθη κατα τι ημαρτησε·
<scripture passage="Lev 5:6" parsed="|Lev|5|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.6" />
<sup>6</sup>και θελει φερει προς τον Κυριον προσφοραν περι της παραβασεως αυτου, δια την αμαρτιαν αυτου την οποιαν ημαρτησε, θηλυκον αρνιον εκ προβατων η τραγον εξ αιγων, εις προσφοραν περι αμαρτιας· και θελει καμει εξιλεωσιν ο ιερευς υπερ αυτου περι της αμαρτιας αυτου.
<scripture passage="Lev 5:7" parsed="|Lev|5|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.7" />
<sup>7</sup>Και εαν δεν ευπορη να φερη προβατον η αιγα, θελει φερει προς τον Κυριον, δια την αμαρτιαν αυτου την οποιαν ημαρτησε, δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων· μιαν δια προσφοραν περι αμαρτιας και μιαν δια ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 5:8" parsed="|Lev|5|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.8" />
<sup>8</sup>Και θελει φερει αυτας προς τον ιερεα, οστις θελει προσφερει πρωτον εκεινην την περι αμαρτιας προσφοραν· και θελει κοψει δια των ονυχων την κεφαλην αυτης απο του αυχενος αυτης, πλην δεν θελει διαχωρισει αυτην.
<scripture passage="Lev 5:9" parsed="|Lev|5|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.9" />
<sup>9</sup>Και απο του αιματος της περι αμαρτιας προσφορας θελει ραντισει τον τοιχον του θυσιαστηριου· το δε εναπολειφθεν του αιματος θελει στραγγισει εξω εις την βασιν του θυσιαστηριου· ειναι προσφορα περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 5:10" parsed="|Lev|5|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.10" />
<sup>10</sup>Την δε δευτεραν θελει καμει ολοκαυτωμα κατα το διατεταγμενον· και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ αυτου, περι της αμαρτιας αυτου την οποιαν ημαρτησε, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 5:11" parsed="|Lev|5|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' εαν δεν ευπορη να φερη δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων, τοτε θελει φερει ο αμαρτησας δια προσφοραν αυτου το δεκατον ενος εφα σεμιδαλεως εις προσφοραν περι αμαρτιας· δεν θελει βαλει επ' αυτην ελαιον ουδε θελει βαλει επ' αυτην λιβανιον· διοτι ειναι προσφορα περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 5:12" parsed="|Lev|5|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.12" />
<sup>12</sup>και θελει φερει αυτην προς τον ιερεα· και ο ιερευς θελει δραξει απ' αυτης οσον χωρει η χειρ αυτου, το μνημοσυνον αυτης, και θελει καυσει αυτο επι του θυσιαστηριου, κατα τας προσφορας τας δια πυρος γινομενας εις τον Κυριον· ειναι προσφορα περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 5:13" parsed="|Lev|5|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.13" />
<sup>13</sup>Και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ αυτου περι της αμαρτιας αυτου την οποιαν ημαρτησεν εις εν εκ τουτων, και θελει συγχωρηθη εις αυτον· το δε υπολοιπον θελει εισθαι του ιερεως, ως η εξ αλφιτων προσφορα.
<scripture passage="Lev 5:14" parsed="|Lev|5|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.14" />
<sup>14</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 5:15" parsed="|Lev|5|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.15" />
<sup>15</sup>Εαν τις πραξη παρανομιαν και αμαρτηση εξ αγνοιας εις τα αγια του Κυριου, τοτε θελει φερει προς τον Κυριον δια την ανομιαν αυτου κριον αμωμον εκ του ποιμνιου, κατα την εκτιμησιν σου εις σικλους αργυριου, κατα τον σικλον του αγιαστηριου, δια προσφοραν περι ανομιας·
<scripture passage="Lev 5:16" parsed="|Lev|5|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.16" />
<sup>16</sup>και θελει αποδωσει ο, τι ημαρτησεν εις τα αγια και θελει προσθεσει επ' αυτο το πεμπτον αυτου και δωσει αυτο εις τον ιερεα· και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ αυτου δια του κριου της περι ανομιας προσφορας, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 5:17" parsed="|Lev|5|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.17" />
<sup>17</sup>Και εαν τις αμαρτηση και πραξη τι εκ των οσα ειναι προστεταγμενον υπο του Κυριου να μη πραττωνται, και δεν εγνωρισεν αυτο, ομως θελει εισθαι ενοχος και θελει βαστασει την ανομιαν αυτου·
<scripture passage="Lev 5:18" parsed="|Lev|5|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.18" />
<sup>18</sup>και θελει φερει κριον αμωμον εκ του ποιμνιου κατα την εκτιμησιν σου, εις προσφοραν περι ανομιας, προς τον ιερεα· και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ αυτου περι της αγνοιας αυτου, εις την οποιαν ελανθασθη και δεν εγνωρισε τουτο, και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 5:19" parsed="|Lev|5|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.5.19" />
<sup>19</sup>Ειναι προσφορα περι ανομιας· αυτος ανομιαν επραξε κατα του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 6" progress="9.44%" prev="Lev.5" next="Lev.7" id="Lev.6">
<h3 id="Lev.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Lev.6-p1">
<scripture passage="Lev 6:1" parsed="|Lev|6|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 6:2" parsed="|Lev|6|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.2" />
<sup>2</sup>Εαν τις αμαρτηση και πραξη παρανομιαν κατα του Κυριου και ψευσθη προς τον πλησιον αυτου δια παρακαταθηκην η δια πραγμα τι εμπεπιστευμενον εις τας χειρας αυτου, η δια αρπαγην, η ηπατησε τον πλησιον αυτου,
<scripture passage="Lev 6:3" parsed="|Lev|6|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.3" />
<sup>3</sup>η ευρε πραγμα χαμενον και ψευδεται περι αυτου, η ομοση ψευδως περι τινος εκ παντων οσα πραττει ο ανθρωπος, ωστε να αμαρτηση εις αυτα·
<scripture passage="Lev 6:4" parsed="|Lev|6|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.4" />
<sup>4</sup>οταν αμαρτηση και ηναι ενοχος, θελει αποδωσει το αρπαγμα το οποιον ηρπασεν, η το πραγμα το οποιον ελαβε δι' απατης, η την παρακαταθηκην την εμπιστευθεισαν εις αυτον, η το χαμενον πραγμα το οποιον ευρεν,
<scripture passage="Lev 6:5" parsed="|Lev|6|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.5" />
<sup>5</sup>η παν εκεινο περι του οποιου ωμοσε ψευδως· θελει αποδωσει το κεφαλαιον αυτου, και θελει προσθεσει το πεμπτον επ' αυτο· εις οντινα ανηκει, εις τουτον θελει αποδωσει αυτο την ημεραν καθ' ην φανερωθη ενοχος.
<scripture passage="Lev 6:6" parsed="|Lev|6|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.6" />
<sup>6</sup>Και θελει φερει προς τον Κυριον την περι ανομιας προσφοραν αυτου, κριον αμωμον εκ του ποιμνιου, κατα την εκτιμησιν σου, εις προσφοραν περι ανομιας, προς τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 6:7" parsed="|Lev|6|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.7" />
<sup>7</sup>και ο ιερευς θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτου ενωπιον του Κυριου· και θελει συγχωρηθη εις αυτον, περι παντος πραγματος εκ των οσα επραξε, ωστε να ανομηση εις αυτα.
<scripture passage="Lev 6:8" parsed="|Lev|6|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.8" />
<sup>8</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 6:9" parsed="|Lev|6|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.9" />
<sup>9</sup>Προσταξον τον Ααρων και τους υιους αυτου, λεγων, Ουτος ειναι ο νομος του ολοκαυτωματος· το ολοκαυτωμα θελει καιεσθαι επι του θυσιαστηριου ολην την νυκτα εως το πρωι, και το πυρ του θυσιαστηριου θελει καιεσθαι επ' αυτου.
<scripture passage="Lev 6:10" parsed="|Lev|6|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.10" />
<sup>10</sup>Και θελει ενδυθη ο ιερευς χιτωνα λινουν και περισκελη λινα θελει φορεσει επι την σαρκα αυτου, και θελει αφαιρεσει την στακτην του ολοκαυτωματος το οποιον κατεφαγε το πυρ επι του θυσιαστηριου· και θελει βαλει αυτην εις το πλαγιον του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 6:11" parsed="|Lev|6|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.11" />
<sup>11</sup>Και θελει εκδυθη την στολην αυτου και ενδυθη αλλην στολην· και θελει φερει την στακτην εξω του στρατοπεδου εις τοπον καθαρον.
<scripture passage="Lev 6:12" parsed="|Lev|6|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.12" />
<sup>12</sup>Και το πυρ το επι του θυσιαστηριου θελει καιεσθαι επ' αυτου· δεν θελει σβεσθη· και θελει καιει ο ιερευς επ' αυτου ξυλα καθ' εκαστην πρωιαν, και θελει στοιβασει το ολοκαυτωμα επ' αυτου, και θελει καιει επ' αυτου το στεαρ της ειρηνικης προσφορας.
<scripture passage="Lev 6:13" parsed="|Lev|6|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.13" />
<sup>13</sup>Το πυρ θελει καιεσθαι διαπαντος επι του θυσιαστηριου· δεν θελει σβεσθη.
<scripture passage="Lev 6:14" parsed="|Lev|6|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.14" />
<sup>14</sup>Ουτος δε ειναι ο νομος της αλφιτων προσφορας· οι υιοι του Ααρων θελουσι προσφερει αυτην ενωπιον του Κυριου εμπροσθεν του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 6:15" parsed="|Lev|6|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.15" />
<sup>15</sup>Και θελει αφαιρεσει απ' αυτης οσον χωρει η χειρ αυτου, απο της σεμιδαλεως της εξ αλφιτων προσφορας μετα του ελαιου αυτης και παν το λιβανιον το επι της εξ αλφιτων προσφορας· και θελει καυσει αυτο επι του θυσιαστηριου εις οσμην ευωδιας, μνημοσυνον αυτης προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 6:16" parsed="|Lev|6|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.16" />
<sup>16</sup>Το δε εναπολειφθεν εκ τουτων θελουσι φαγει ο Ααρων και οι υιοι αυτου· αζυμον θελει τρωγεσθαι εν τοπω αγιω εν τη αυλη της σκηνης του μαρτυριου θελουσι τρωγει αυτο.
<scripture passage="Lev 6:17" parsed="|Lev|6|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελει εψηθη μετα προζυμιου· δια μεριδιον αυτων εδωκα αυτο απο των δια πυρος γινομενων προσφορων μου· ειναι αγιωτατον, καθως η περι αμαρτιας προσφορα, και καθως η περι ανομιας.
<scripture passage="Lev 6:18" parsed="|Lev|6|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.18" />
<sup>18</sup>Παν αρσενικον μεταξυ των τεκνων του Ααρων θελει τρωγει αυτο· τουτο θελει εισθαι νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας, απο των δια πυρος γινομενων προσφορων του Κυριου· πας οστις εγγιση αυτα, θελει αγιασθη.
<scripture passage="Lev 6:19" parsed="|Lev|6|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.19" />
<sup>19</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 6:20" parsed="|Lev|6|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.20" />
<sup>20</sup>τουτο ειναι το δωρον του Ααρων και των υιων αυτου το οποιον θελουσι προσφερει προς τον Κυριον την ημεραν καθ' ην χρισθη· το δεκατον ενος εφα σεμιδαλεως εις παντοτεινην προσφοραν εξ αλφιτων, το ημισυ αυτης το πρωι, και το ημισυ αυτης το εσπερας·
<scripture passage="Lev 6:21" parsed="|Lev|6|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.21" />
<sup>21</sup>επι καψης θελει ετοιμασθη μετα ελαιου· εψημενον θελεις φερει αυτο· και τα εψημενα τμηματα των εξ αλφιτων προσφορων θελεις προσφερει εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 6:22" parsed="|Lev|6|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.22" />
<sup>22</sup>Και ο ιερευς ο κεχρισμενος αντ' αυτου μεταξυ των υιων αυτου θελει προσφερει αυτο· τουτο ειναι νομιμον αιωνιον δια τον Κυριον. ολοκληρως θελει καιεσθαι.
<scripture passage="Lev 6:23" parsed="|Lev|6|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.23" />
<sup>23</sup>Και πασα προσφορα εξ αλφιτων ιερεως θελει καιεσθαι ολοκληρως· δεν θελει τρωγεσθαι.
<scripture passage="Lev 6:24" parsed="|Lev|6|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.24" />
<sup>24</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 6:25" parsed="|Lev|6|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.25" />
<sup>25</sup>Λαλησον προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου, λεγων, Ουτος ειναι ο νομος της περι αμαρτιας προσφορας· Εν τω τοπω οπου σφαζεται το ολοκαυτωμα, θελει σφαγη η περι αμαρτιας προσφορα εμπροσθεν του Κυριου· ειναι αγιωτατον.
<scripture passage="Lev 6:26" parsed="|Lev|6|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.26" />
<sup>26</sup>Ο ιερευς ο προσφερων αυτην περι αμαρτιας θελει τρωγει αυτην· εν τοπω αγιω θελει τρωγεσθαι, εν τη αυλη της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 6:27" parsed="|Lev|6|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.27" />
<sup>27</sup>παν ο, τι εγγιση το κρεας αυτης θελει εισθαι αγιον· και εαν ραντισθη απο του αιματος αυτης επι τι φορεμα, εκεινο, επι του οποιου ερραντισθη, θελει πλυνεσθαι εν τοπω αγιω.
<scripture passage="Lev 6:28" parsed="|Lev|6|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.28" />
<sup>28</sup>Το δε πηλινον αγγειον εν τω οποιω εβρασε, θελει συντριβεσθαι αλλ' εαν βραση εν αγγειω χαλκινω, τουτο θελει τριβεσθαι επιμελως και θελει πλυνεσθαι με υδωρ.
<scripture passage="Lev 6:29" parsed="|Lev|6|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.29" />
<sup>29</sup>Παν αρσενικον μεταξυ των ιερεων θελει τρωγει εξ αυτης· ειναι αγιωτατον.
<scripture passage="Lev 6:30" parsed="|Lev|6|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.6.30" />
<sup>30</sup>Και πασα προσφορα περι αμαρτιας, απο του αιματος της οποιας φερεται εις την σκηνην του μαρτυριου δια να γεινη εξιλεωσις εν τω αγιαστηριω, δεν θελει τρωγεσθαι με πυρ θελει καιεσθαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 7" progress="9.55%" prev="Lev.6" next="Lev.8" id="Lev.7">
<h3 id="Lev.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Lev.7-p1">
<scripture passage="Lev 7:1" parsed="|Lev|7|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.1" />
<sup>1</sup>Ουτος δε ειναι ο νομος της περι ανομιας προσφορας· ειναι αγιωτατον.
<scripture passage="Lev 7:2" parsed="|Lev|7|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.2" />
<sup>2</sup>Εν τω τοπω οπου σφαζουσι το ολοκαυτωμα, θελουσι σφαζει την περι ανομιας προσφοραν· και το αιμα αυτης θελει ραντιζεσθαι επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Lev 7:3" parsed="|Lev|7|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.3" />
<sup>3</sup>Και θελει προσφερεσθαι εξ αυτης παν το στεαρ αυτης, η ουρα και το στεαρ το περικαλυπτον τα εντοσθια,
<scripture passage="Lev 7:4" parsed="|Lev|7|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.4" />
<sup>4</sup>και οι δυο νεφροι και το στεαρ το επ' αυτων, το προς τα πλευρα, και ο επανω λοβος του ηπατος, οστις μετα των νεφρων θελει αφαιρεισθαι.
<scripture passage="Lev 7:5" parsed="|Lev|7|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.5" />
<sup>5</sup>Και θελει καιει αυτα ο ιερευς επι του θυσιαστηριου, εις προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον· ειναι προσφορα περι ανομιας.
<scripture passage="Lev 7:6" parsed="|Lev|7|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.6" />
<sup>6</sup>Παν αρσενικον μεταξυ των ιερεων θελει τρωγει αυτην· εν τοπω αγιω θελει τρωγεσθαι· ειναι αγιωτατον.
<scripture passage="Lev 7:7" parsed="|Lev|7|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.7" />
<sup>7</sup>Καθως ειναι η περι αμαρτιας προσφορα, ουτω και η περι ανομιας προσφορα· εις νομος ειναι περι αυτων· ο ιερευς, οστις καμνει εξιλεωσιν δι' αυτης, θελει λαμβανει αυτην.
<scripture passage="Lev 7:8" parsed="|Lev|7|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ιερευς οστις προσφερει ολοκαυτωμα τινος, ο ιερευς θελει λαμβανει δι' εαυτον το δερμα του ολοκαυτωματος, το οποιον προσεφερε.
<scripture passage="Lev 7:9" parsed="|Lev|7|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.9" />
<sup>9</sup>Και πασα προσφορα εξ αλφιτων, ητις ηθελεν εψηθη εν κλιβανω, και παν ο, τι ετοιμαζεται εν τηγανιω και επι καψης, θελει εισθαι του ιερεως του προσφεροντος αυτην.
<scripture passage="Lev 7:10" parsed="|Lev|7|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.10" />
<sup>10</sup>Και πασα προσφορα εξ αλφιτων, εζυμωμενη μετα ελαιου η ξηρα, θελει εισθαι παντων των υιων του Ααρων, ισον το μεριδιον εκαστου.
<scripture passage="Lev 7:11" parsed="|Lev|7|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.11" />
<sup>11</sup>Και ουτος ειναι ο νομος της θυσιας της ειρηνικης προσφορας, την οποιαν θελει προσφερει τις εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 7:12" parsed="|Lev|7|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.12" />
<sup>12</sup>Εαν προσφερη αυτην περι ευχαριστιας, τοτε θελει προσφερει μετα της ευχαριστηριου προσφορας, πηττας αζυμους εζυμωμενας με ελαιον και λαγανα αζυμα κεχρισμενα μετα ελαιου και σεμιδαλιν κατεσκευασμενην, πηττας εζυμωμενας μετα ελαιου.
<scripture passage="Lev 7:13" parsed="|Lev|7|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.13" />
<sup>13</sup>Με τας πηττας αρτον ενζυμον θελει προσφερει δια το δωρον αυτου μετα της προς ευχαριστιαν αυτου ειρηνικης προσφορας.
<scripture passage="Lev 7:14" parsed="|Lev|7|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.14" />
<sup>14</sup>Και εκ τουτων θελει προσφερει εν απο παντων των δωρων αυτου προσφοραν υψουμενην προς τον Κυριον· τουτο θελει εισθαι του ιερεως του ραντιζοντος το αιμα της ειρηνικης προσφορας.
<scripture passage="Lev 7:15" parsed="|Lev|7|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.15" />
<sup>15</sup>Και το κρεας της θυσιας της προς ευχαριστιαν ειρηνικης αυτου προσφορας θελει τρωγεσθαι την αυτην ημεραν καθ' ην προσφερεται δεν θελουσιν αφησει απ' αυτου εως το πρωι.
<scripture passage="Lev 7:16" parsed="|Lev|7|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.16" />
<sup>16</sup>Και εαν η θυσια της προσφορας αυτου ηναι ευχη, η προσφορα προαιρετικη, θελει τρωγεσθαι την αυτην ημεραν καθ' ην προσφερει τις την θυσιαν αυτου· και εαν μεινη τι, τουτο θελει τρωγεσθαι την επαυριον.
<scripture passage="Lev 7:17" parsed="|Lev|7|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.17" />
<sup>17</sup>Το εναπολειφθεν ομως του κρεατος της θυσιας εως της τριτης ημερας με πυρ θελει καιεσθαι.
<scripture passage="Lev 7:18" parsed="|Lev|7|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.18" />
<sup>18</sup>Εαν δε φαγωθη τι απο του κρεατος της θυσιας της ειρηνικης προσφορας αυτου την τριτην ημεραν, δεν θελει εισθαι δεκτος ο προσφερων αυτην, ουδε θελει λογισθη εις αυτον· βδελυγμα θελει εισθαι· η δε ψυχη, ητις ηθελε φαγει απ' αυτου, θελει βαστασει την ανομιαν αυτης.
<scripture passage="Lev 7:19" parsed="|Lev|7|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.19" />
<sup>19</sup>Και το κρεας, το οποιον ηθελεν εγγισει ακαθαρτον τι, δεν θελει τρωγεσθαι· εν πυρι θελει καιεσθαι περι δε του κρεατος, οστις ειναι καθαρος θελει τρωγει κρεας.
<scripture passage="Lev 7:20" parsed="|Lev|7|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.20" />
<sup>20</sup>Η δε ψυχη ητις εχουσα την ακαθαρσιαν αυτης εφ' εαυτης ηθελε φαγει απο του κρεατος της θυσιας της ειρηνικης προσφορας, ητις ειναι του Κυριου, η ψυχη αυτη θελει απολεσθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 7:21" parsed="|Lev|7|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.21" />
<sup>21</sup>Και η ψυχη ητις ηθελεν εγγισει ακαθαρτον τι, ακαθαρσιαν ανθρωπου η ζωον ακαθαρτον η βδελυρον τι ακαθαρτον, και φαγει απο του κρεατος της θυσιας της ειρηνικης προσφορας, ητις ειναι του Κυριου, και η ψυχη αυτη θελει απολεσθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 7:22" parsed="|Lev|7|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.22" />
<sup>22</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 7:23" parsed="|Lev|7|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.23" />
<sup>23</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Δεν θελετε τρωγει παντελως στεαρ βοος η προβατου η αιγος.
<scripture passage="Lev 7:24" parsed="|Lev|7|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.24" />
<sup>24</sup>Και το στεαρ του θνησιμαιου ζωου και το στεαρ του θηριαλωτου δυναται να χρησιμευη εις πασαν αλλην χρειαν· δεν θελετε ομως τρωγει δι'ολου απ' αυτου.
<scripture passage="Lev 7:25" parsed="|Lev|7|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.25" />
<sup>25</sup>Διοτι οστις φαγη το στεαρ του ζωου, απο του οποιου προσφερεται θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον, και εκεινη ψυχη, ητις ηθελε φαγει θελει απολεσθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 7:26" parsed="|Lev|7|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.26" />
<sup>26</sup>Παρομοιως δεν θελετε τρωγει ουδεν αιμα, ειτε πτηνου ειτε ζωου εν ουδεμια εκ των κατοικιων σας.
<scripture passage="Lev 7:27" parsed="|Lev|7|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.27" />
<sup>27</sup>Πασα ψυχη ητις ηθελε φαγει οποιονδηποτε αιμα, και εκεινη η ψυχη θελει απολεσθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 7:28" parsed="|Lev|7|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.28" />
<sup>28</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 7:29" parsed="|Lev|7|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.29" />
<sup>29</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Ο προσφερων την θυσιαν της ειρηνικης προσφορας αυτου προς τον Κυριον, θελει φερει το δωρον αυτου προς τον Κυριον, απο της θυσιας της ειρηνικης προσφορας αυτου.
<scripture passage="Lev 7:30" parsed="|Lev|7|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.30" />
<sup>30</sup>Αι χειρες αυτου θελουσι φερει τας δια πυρος γινομενας προσφορας του Κυριου· θελει φερει το στεαρ μετα του στηθους, δια να κινηται το στηθος ως προσφορα κινητη εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 7:31" parsed="|Lev|7|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.31" />
<sup>31</sup>Και ο ιερευς θελει καιει το στεαρ επι του θυσιαστηριου· το στηθος ομως θελει εισθαι του Ααρων και των υιων αυτου.
<scripture passage="Lev 7:32" parsed="|Lev|7|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.32" />
<sup>32</sup>Και θελετε διδει προς τον ιερεα προσφοραν υψουμενην, τον δεξιον ωμον εκ των θυσιων της ειρηνικης προσφορας σας.
<scripture passage="Lev 7:33" parsed="|Lev|7|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.33" />
<sup>33</sup>Οστις εκ των υιων του Ααρων προσφερει το αιμα της ειρηνικης προσφορας και το στεαρ, θελει λαμβανει τον δεξιον ωμον εις μεριδιον αυτου.
<scripture passage="Lev 7:34" parsed="|Lev|7|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.34" />
<sup>34</sup>Διοτι το κινητον στηθος και τον υψουμενον ωμον ελαβον παρα των υιων Ισραηλ εκ των θυσιων της ειρηνικης προσφορας αυτων, και εδωκα αυτα προς τον Ααρων τον ιερεα και προς τους υιους αυτου εις νομιμον αιωνιον μεταξυ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Lev 7:35" parsed="|Lev|7|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.35" />
<sup>35</sup>Τουτο ειναι το χρισμα του Ααρων, και το χρισμα των υιων αυτου, απο των δια πυρος γινομενων προσφορων του Κυριου, την ημεραν καθ' ην παρεστησεν αυτους δια να ιερατευωσιν εις τον Κυριον·
<scripture passage="Lev 7:36" parsed="|Lev|7|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.36" />
<sup>36</sup>το οποιον προσεταξεν ο Κυριος να διδωται εις αυτους παρα των υιων Ισραηλ, καθ' ην ημεραν εχρισεν αυτους, εις νομιμον αιωνιον εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Lev 7:37" parsed="|Lev|7|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.37" />
<sup>37</sup>Ουτος ειναι ο νομος του ολοκαυτωματος, της εξ αλφιτων προσφορας και της περι αμαρτιας προσφορας και της περι ανομιας προσφορας και των καθιερωσεων και της θυσιας της ειρηνικης προσφορας·
<scripture passage="Lev 7:38" parsed="|Lev|7|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.7.38" />
<sup>38</sup>τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην εν τω ορει Σινα, καθ' ην ημεραν προσεταξε τους υιους Ισραηλ να προσφερωσι προς τον Κυριον τα δωρα αυτων εν τη ερημω Σινα.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 8" progress="9.68%" prev="Lev.7" next="Lev.9" id="Lev.8">
<h3 id="Lev.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Lev.8-p1">
<scripture passage="Lev 8:1" parsed="|Lev|8|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 8:2" parsed="|Lev|8|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.2" />
<sup>2</sup>Λαβε τον Ααρων και τους υιους αυτου μετ' αυτου, και τας στολας και το ελαιον του χρισματος και τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας και τους δυο κριους και το κανιστρον των αζυμων.
<scripture passage="Lev 8:3" parsed="|Lev|8|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.3" />
<sup>3</sup>Και συναξον πασαν την συναγωγην εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 8:4" parsed="|Lev|8|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος· και συνηχθη η συναγωγη εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 8:5" parsed="|Lev|8|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς την συναγωγην, Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος να γεινη.
<scripture passage="Lev 8:6" parsed="|Lev|8|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.6" />
<sup>6</sup>Και εφερεν ο Μωυσης τον Ααρων και τους υιους αυτου και ελουσεν αυτους με υδωρ.
<scripture passage="Lev 8:7" parsed="|Lev|8|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.7" />
<sup>7</sup>Και εβαλε τον χιτωνα επ' αυτον, και εζωσεν αυτον την ζωνην, και ενεδυσεν αυτον τον ποδηρη, και εβαλεν επ' αυτου το εφοδ, και εζωσεν αυτον την κεντητην ζωνην του εφοδ, και περιεζωσεν αυτον με αυτην.
<scripture passage="Lev 8:8" parsed="|Lev|8|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.8" />
<sup>8</sup>Και εβαλεν επ' αυτου το περιστηθιον· εις δε το περιστηθιον εβαλε το Ουριμ και το Θουμμιμ.
<scripture passage="Lev 8:9" parsed="|Lev|8|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.9" />
<sup>9</sup>Και εβαλε την μιτραν επι της κεφαλης αυτου· επι δε της μιτρας, κατα το εμπροσθεν αυτης, εβαλε το πεταλον το χρυσουν, το διαδημα το αγιον, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 8:10" parsed="|Lev|8|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.10" />
<sup>10</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης το ελαιον του χρισματος και εχρισε την σκηνην και παντα τα εν αυτη και ηγιασεν αυτα.
<scripture passage="Lev 8:11" parsed="|Lev|8|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.11" />
<sup>11</sup>Και ερραντισεν απ' αυτου επι το θυσιαστηριον επτακις και εχρισε το θυσιαστηριον· και παντα τα σκευη αυτου και τον νιπτηρα και την βασιν αυτου, δια να αγιαση αυτα.
<scripture passage="Lev 8:12" parsed="|Lev|8|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.12" />
<sup>12</sup>Και εχυσεν απο του ελαιου του χρισματος επι την κεφαλην του Ααρων και εχρισεν αυτον, δια να αγιαση αυτον.
<scripture passage="Lev 8:13" parsed="|Lev|8|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.13" />
<sup>13</sup>Και εφερεν ο Μωυσης τους υιους του Ααρων και ενεδυσεν αυτους χιτωνας και εζωσεν αυτους ζωνας και εβαλε μιτριδια επ' αυτων, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 8:14" parsed="|Lev|8|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.14" />
<sup>14</sup>Και εφερε τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας· ο δε Ααρων και οι υιοι αυτου επεθεσαν τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του μοσχου της περι αμαρτιας προσφορας.
<scripture passage="Lev 8:15" parsed="|Lev|8|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.15" />
<sup>15</sup>Και εσφαξεν αυτον και ελαβεν ο Μωυσης απο του αιματος και εβαλεν επι τα κερατα του θυσιαστηριου κυκλω δια του δακτυλου αυτου, και εκαθαρισε το θυσιαστηριον· και το αιμα εχυσεν εις την βασιν του θυσιαστηριου και ηγιασεν αυτο, δια να καμη εξιλεωσιν επ' αυτου.
<scripture passage="Lev 8:16" parsed="|Lev|8|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.16" />
<sup>16</sup>Και ελαβε παν το στεαρ το επι των εντοσθιων και τον λοβον του ηπατος και τους δυο νεφρους και το στεαρ αυτων, και εκαυσεν αυτα ο Μωυσης επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 8:17" parsed="|Lev|8|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.17" />
<sup>17</sup>Τον μοσχον ομως και το δερμα αυτου και το κρεας αυτου και την κοπρον αυτου, εκαυσεν εν πυρι εξω του στρατοπεδου, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 8:18" parsed="|Lev|8|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.18" />
<sup>18</sup>Και εφερε τον κριον του ολοκαυτωματος· και ο Ααρων και οι υιοι αυτου επεθεσαν τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του κριου.
<scripture passage="Lev 8:19" parsed="|Lev|8|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.19" />
<sup>19</sup>Και εσφαξεν αυτον και ερραντισεν ο Μωυσης το αιμα επι το θυσιαστηριον κυκλω.
<scripture passage="Lev 8:20" parsed="|Lev|8|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.20" />
<sup>20</sup>Και διεμελισε τον κριον κατα τα μελη αυτου· και εκαυσεν ο Μωυσης την κεφαλην και τα μελη και το στεαρ.
<scripture passage="Lev 8:21" parsed="|Lev|8|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.21" />
<sup>21</sup>Τα δε εντοσθια και τους ποδας επλυνε με υδωρ· και εκαυσεν ο Μωυσης ολον τον κριον επι του θυσιαστηριου· ητο ολοκαυτωμα εις οσμην ευωδιας, προσφορα γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 8:22" parsed="|Lev|8|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.22" />
<sup>22</sup>Και εφερε τον κριον τον δευτερον, τον κριον της καθιερωσεως· ο δε Ααρων και οι υιοι αυτου επεθεσαν τας χειρας αυτων επι την κεφαλην του κριου.
<scripture passage="Lev 8:23" parsed="|Lev|8|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.23" />
<sup>23</sup>Και εσφαξεν αυτον, και ελαβεν ο Μωυσης απο του αιματος αυτου και εβαλεν επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του Ααρων, και επι τον αντιχειρα της δεξιας αυτου χειρος, και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου αυτου ποδος.
<scripture passage="Lev 8:24" parsed="|Lev|8|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.24" />
<sup>24</sup>Και εφερε τους υιους του Ααρων και εβαλεν ο Μωυσης απο του αιματος επι τον λοβον του δεξιου ωτιου αυτων και επι τους αντιχειρας των δεξιων χειρων αυτων και επι τους μεγαλους δακτυλους των δεξιων ποδων αυτων· και ερραντισεν ο Μωυσης το αιμα επι του θυσιαστηριου κυκλω.
<scripture passage="Lev 8:25" parsed="|Lev|8|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.25" />
<sup>25</sup>Και ελαβε το στεαρ και την ουραν και παν το στεαρ το επι των εντοσθιων και τον λοβον του ηπατος και τους δυο νεφρους και το στεαρ αυτων και τον δεξιον ωμον·
<scripture passage="Lev 8:26" parsed="|Lev|8|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.26" />
<sup>26</sup>και απο του κανιστρου των αζυμων του εμπροσθεν του Κυριου ελαβε μιαν πητταν αζυμον, και ενα αρτον ελαιωμενον και εν λαγανον και εβαλεν αυτα επι το στεαρ και επι τον δεξιον ωμον·
<scripture passage="Lev 8:27" parsed="|Lev|8|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.27" />
<sup>27</sup>και εβαλε τα παντα εις τας χειρας του Ααρων και εις τας χειρας των υιων αυτου, και εκινησεν αυτα εις προσφοραν κινητην εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 8:28" parsed="|Lev|8|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.28" />
<sup>28</sup>Και ελαβεν αυτα ο Μωυσης εκ των χειρων αυτων και εκαυσεν επι του θυσιαστηριου επι το ολοκαυτωμα· αυται ησαν καθιερωσεις εις οσμην ευωδιας· ητο θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 8:29" parsed="|Lev|8|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.29" />
<sup>29</sup>Και λαβων ο Μωυσης το στηθος, εκινησεν αυτο εις προσφοραν κινητην εμπροσθεν του Κυριου· εκ του κριου της καθιερωσεως τουτο ητο το μεριδιον του Μωυσεως, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 8:30" parsed="|Lev|8|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.30" />
<sup>30</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης απο του ελαιου του χρισματος και απο του αιματος του επι του θυσιαστηριου και ερραντισεν επι τον Ααρων, επι τας στολας αυτου και επι τους υιους αυτου και επι τας στολας των υιων αυτου μετ' αυτου· και ηγιασε τον Ααρων, τας στολας αυτου και τους υιους αυτου και τας στολας των υιων αυτου μετ' αυτου·
<scripture passage="Lev 8:31" parsed="|Lev|8|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου, Βρασατε το κρεας εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου· και εκει φαγετε αυτο και τον αρτον τον εν τω κανιστρω των καθιερωσεων, καθως με προσεταξεν ο Κυριος, λεγων, Ο Ααρων και οι υιοι αυτου θελουσι τρωγει αυτα.
<scripture passage="Lev 8:32" parsed="|Lev|8|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.32" />
<sup>32</sup>Το δε υπολοιπον του κρεατος και του αρτου εν πυρι θελετε κατακαυσει.
<scripture passage="Lev 8:33" parsed="|Lev|8|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.33" />
<sup>33</sup>Και απο της θυρας της σκηνης του μαρτυριου δεν θελετε εξελθει επτα ημερας, εωσου πληρωθωσιν αι ημεραι της καθιερωσεως σας· διοτι εν επτα ημεραις θελει τελειωθη η καθιερωσις σας.
<scripture passage="Lev 8:34" parsed="|Lev|8|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.34" />
<sup>34</sup>Καθως εκαμεν εις την ημεραν ταυτην, ουτω προσεταξε Κυριος να εκτεληται, δια να γινηται εξιλεωσις δια σας.
<scripture passage="Lev 8:35" parsed="|Lev|8|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.35" />
<sup>35</sup>Θελετε λοιπον καθισει επτα ημερας εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου ημεραν και νυκτα· και θελετε φυλαττει τας παραγγελιας του Κυριου, δια να μη αποθανητε· διοτι ουτω προσεταχθην.
<scripture passage="Lev 8:36" parsed="|Lev|8|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.8.36" />
<sup>36</sup>Και εκαμεν ο Ααρων και οι υιοι αυτου παντας τους λογους, τους οποιους προσεταξεν ο Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 9" progress="9.81%" prev="Lev.8" next="Lev.10" id="Lev.9">
<h3 id="Lev.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Lev.9-p1">
<scripture passage="Lev 9:1" parsed="|Lev|9|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.1" />
<sup>1</sup>Και την ογδοην ημεραν ο Μωυσης εκαλεσε τον Ααρων και τους υιους αυτου και τους πρεσβυτερους του Ισραηλ·
<scripture passage="Lev 9:2" parsed="|Lev|9|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.2" />
<sup>2</sup>και ειπε προς τον Ααρων, Λαβε εις σεαυτον μοσχον εκ βοων δια προσφοραν περι αμαρτιας και κριον δια ολοκαυτωμα αμωμα και προσφερε αυτα εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 9:3" parsed="|Lev|9|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.3" />
<sup>3</sup>Και εις τους υιους του Ισραηλ θελεις λαλησει, λεγων, Λαβετε τραγον εξ αιγων δια προσφοραν περι αμαρτιας και μοσχον και αρνιον ενιαυσια, αμωμα, δια ολοκαυτωμα,
<scripture passage="Lev 9:4" parsed="|Lev|9|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.4" />
<sup>4</sup>και βουν και κριον δια ειρηνικην προσφοραν, εις θυσιαν εμπροσθεν του Κυριου, και προσφοραν εξ αλφιτων εζυμωμενην μετα ελαιου· διοτι σημερον θελει εμφανισθη ο Κυριος εις εσας.
<scripture passage="Lev 9:5" parsed="|Lev|9|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.5" />
<sup>5</sup>Και εφεραν ο, τι προσεταξεν ο Μωυσης εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου· και επλησιασε πασα η συναγωγη και εσταθη εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 9:6" parsed="|Lev|9|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξε Κυριος να καμνητε· και θελει εμφανισθη εις εσας η δοξα του Κυριου.
<scripture passage="Lev 9:7" parsed="|Lev|9|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Προσελθε εις το θυσιαστηριον και καμε την περι αμαρτιας προσφοραν σου, και το ολοκαυτωμα σου και καμε εξιλεωσιν υπερ σεαυτου και υπερ του λαου· και προσφερε το δωρον του λαου και καμε εξιλεωσιν υπερ αυτων, καθως προσεταξεν ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 9:8" parsed="|Lev|9|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.8" />
<sup>8</sup>Και προσηλθεν ο Ααρων εις το θυσιαστηριον και εσφαξε τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας, οστις ητο δι' αυτον.
<scripture passage="Lev 9:9" parsed="|Lev|9|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.9" />
<sup>9</sup>Και οι υιοι του Ααρων εφεραν το αιμα προς αυτον· και ενεβαψε τον δακτυλον αυτου εις το αιμα και εβαλεν επι τα κερατα του θυσιαστηριου και εχυσε το αιμα εις την βασιν του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 9:10" parsed="|Lev|9|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.10" />
<sup>10</sup>Το στεαρ ομως και τους νεφρους και τον επανω λοβον του ηπατος της περι αμαρτιας προσφορας εκαυσεν επι του θυσιαστηριου, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Lev 9:11" parsed="|Lev|9|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.11" />
<sup>11</sup>Το δε κρεας και το δερμα εκαυσεν εν πυρι εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Lev 9:12" parsed="|Lev|9|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.12" />
<sup>12</sup>Και εσφαξε το ολοκαυτωμα· και οι υιοι του Ααρων παρεστησαν εις αυτον το αιμα, και ερραντισεν αυτο επι του θυσιαστηριου κυκλω.
<scripture passage="Lev 9:13" parsed="|Lev|9|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.13" />
<sup>13</sup>Και εφεραν προς αυτον το ολοκαυτωμα διαμεμελισμενον και την κεφαλην· και εκαυσεν αυτα επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 9:14" parsed="|Lev|9|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.14" />
<sup>14</sup>Και επλυνε τα εντοσθια και τους ποδας· και εκαυσεν αυτα επι το ολοκαυτωμα επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 9:15" parsed="|Lev|9|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.15" />
<sup>15</sup>Και προσεφερε το δωρον του λαου· και ελαβε τον τραγον της περι αμαρτιας προσφορας του λαου και εσφαξεν αυτον, και προσεφερεν αυτον περι αμαρτιας, καθως και το πρωτον.
<scripture passage="Lev 9:16" parsed="|Lev|9|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.16" />
<sup>16</sup>Και προσεφερε το ολοκαυτωμα και εκαμεν αυτο κατα το διατεταγμενον.
<scripture passage="Lev 9:17" parsed="|Lev|9|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.17" />
<sup>17</sup>Και προσεφερε την εξ αλφιτων προσφοραν· και ενεπλησε την χειρα αυτου απ' αυτης και εκαυσεν αυτην επι του θυσιαστηριου, εκτος του πρωινου ολοκαυτωματος.
<scripture passage="Lev 9:18" parsed="|Lev|9|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.18" />
<sup>18</sup>Εσφαξεν ετι τον βουν και τον κριον της ειρηνικης θυσιας της υπερ του λαου· και οι υιοι του Ααρων παρεστησαν το αιμα προς αυτον, και ερραντισεν αυτο επι του θυσιαστηριου κυκλω,
<scripture passage="Lev 9:19" parsed="|Lev|9|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.19" />
<sup>19</sup>και το στεαρ του βοος και του κριου, την ουραν και το στεαρ το καλυπτον τα εντοσθια και τους νεφρους και τον λοβον του ηπατος·
<scripture passage="Lev 9:20" parsed="|Lev|9|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.20" />
<sup>20</sup>και εθεσαν τα στεατα επι τα στηθη, και εκαυσε τα στεατα επι του θυσιαστηριου·
<scripture passage="Lev 9:21" parsed="|Lev|9|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.21" />
<sup>21</sup>τα δε στηθη και τον ωμον τον δεξιον εκινησεν ο Ααρων εις προσφοραν κινητην ενωπιον του Κυριου, καθως προσεταξεν ο Μωυσης.
<scripture passage="Lev 9:22" parsed="|Lev|9|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.22" />
<sup>22</sup>Και υψωσας ο Ααρων τας χειρας αυτου προς τον λαον, ευλογησεν αυτους· και κατεβη, αφου προσεφερε την περι αμαρτιας προσφοραν και το ολοκαυτωμα και τας ειρηνικας προσφορας.
<scripture passage="Lev 9:23" parsed="|Lev|9|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.23" />
<sup>23</sup>Και εισηλθεν ο Μωυσης και ο Ααρων εις την σκηνην του μαρτυριου· και εξελθοντες ευλογησαν τον λαον· και εφανη η δοξα του Κυριου εις παντα τον λαον.
<scripture passage="Lev 9:24" parsed="|Lev|9|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.9.24" />
<sup>24</sup>Και εξηλθε πυρ απ' εμπροσθεν του Κυριου και κατεφαγεν επι του θυσιαστηριου το ολοκαυτωμα, και τα στεατα· ιδων δε πας ο λαος ηλαλαξαν και επεσον κατα προσωπον αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 10" progress="9.89%" prev="Lev.9" next="Lev.11" id="Lev.10">
<h3 id="Lev.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Lev.10-p1">
<scripture passage="Lev 10:1" parsed="|Lev|10|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.1" />
<sup>1</sup>Και λαβοντες οι υιοι του Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ, εκαστος το θυμιατηριον αυτου, εβαλον πυρ εις αυτο, και επ' αυτο εβαλον θυμιαμα και προσεφεραν ενωπιον του Κυριου πυρ ξενον, το οποιον δεν προσεταξεν εις αυτους.
<scripture passage="Lev 10:2" parsed="|Lev|10|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.2" />
<sup>2</sup>Και εξηλθε πυρ παρα του Κυριου και κατεφαγεν αυτους· και απεθανον εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 10:3" parsed="|Lev|10|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Τουτο ειναι το οποιον ειπεν ο Κυριος, λεγων, Εγω θελω αγιασθη εις τους πλησιαζοντας εις εμε, και εμπροσθεν παντος του λαου θελω δοξασθη. Και ο Ααρων εσιωπησε.
<scripture passage="Lev 10:4" parsed="|Lev|10|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.4" />
<sup>4</sup>Και εκαλεσεν ο Μωυσης τον Μισαηλ και τον Ελισαφαν, υιους του Οζιηλ, θειου του Ααρων, και ειπε προς αυτους, Πλησιασατε, σηκωσατε τους αδελφους σας απ' εμπροσθεν του αγιαστηριου εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Lev 10:5" parsed="|Lev|10|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.5" />
<sup>5</sup>Και επλησιασαν και εσηκωσαν αυτους με τους χιτωνας αυτων εξω του στρατοπεδου, καθως ειπεν ο Μωυσης.
<scripture passage="Lev 10:6" parsed="|Lev|10|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων και προς τον Ελεαζαρ και προς τον Ιθαμαρ, τους υιους αυτου, Τας κεφαλας σας μη αποκαλυψητε, και τα ιματια σας μη διασχισητε, δια να μη αποθανητε και ελθη οργη εφ' ολην την συναγωγην· αλλ' οι αδελφοι σας, πας ο οικος του Ισραηλ, ας κλαυσωσι το καυσιμον το οποιον εκαμεν ο Κυριος·
<scripture passage="Lev 10:7" parsed="|Lev|10|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.7" />
<sup>7</sup>και δεν θελετε εξελθει εκ της θυρας της σκηνης του μαρτυριου, δια να μη αποθανητε· διοτι το ελαιον του χρισματος του Κυριου ειναι εφ' υμας. Και εκαμον κατα τον λογον του Μωυσεως.
<scripture passage="Lev 10:8" parsed="|Lev|10|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.8" />
<sup>8</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Lev 10:9" parsed="|Lev|10|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.9" />
<sup>9</sup>Οινον και σικερα δεν θελετε πιει, συ, και οι υιοι σου μετα σου, οταν εισερχησθε εις την σκηνην του μαρτυριου, δια να μη αποθανητε· τουτο θελει εισθαι νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας·
<scripture passage="Lev 10:10" parsed="|Lev|10|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.10" />
<sup>10</sup>και δια να διακρινητε μεταξυ αγιου και βεβηλου και μεταξυ ακαθαρτου και καθαρου·
<scripture passage="Lev 10:11" parsed="|Lev|10|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.11" />
<sup>11</sup>και δια να διδασκητε τους υιους Ισραηλ παντα τα διαταγματα, οσα ελαλησε Κυριος προς αυτους δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Lev 10:12" parsed="|Lev|10|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων και προς τον Ελεαζαρ και προς τον Ιθαμαρ, τους υιους αυτου τους εναπολειφθεντας, Λαβετε την εξ αλφιτων προσφοραν την εναπολειφθεισαν απο των δια πυρος γινομενων θυσιων του Κυριου και φαγετε αυτην αζυμον πλησιον του θυσιαστηριου· διοτι ειναι αγιωτατον·
<scripture passage="Lev 10:13" parsed="|Lev|10|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.13" />
<sup>13</sup>και θελετε φαγει αυτην εν τοπω αγιω· επειδη ειναι το δικαιον σου και το δικαιον των υιων σου εκ των δια πυρος γινομενων θυσιων του Κυριου· διοτι ουτω προσεταχθην·
<scripture passage="Lev 10:14" parsed="|Lev|10|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.14" />
<sup>14</sup>και το κινητον στηθος και τον υψουμενον ωμον θελετε φαγει εν καθαρω τοπω, συ και οι υιοι σου και αι θυγατερες σου μετα σου· διοτι ειναι το δικαιον σου και το δικαιον των υιων σου, δοθεντα εκ των θυσιων της ειρηνικης προσφορας των υιων του Ισραηλ·
<scripture passage="Lev 10:15" parsed="|Lev|10|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.15" />
<sup>15</sup>τον υψουμενον ωμον και το κινητον στηθος θελουσι φερει μετα των δια πυρος γινομενων προσφορων του στεατος, δια να κινησωσιν αυτα εις κινητην προσφοραν ενωπιον του Κυριου· και θελει εισθαι εις σε και εις τους υιους σου μετα σου εις νομιμον αιωνιον, καθως προσεταξεν ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 10:16" parsed="|Lev|10|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.16" />
<sup>16</sup>Και εζητησεν επιμελως ο Μωυσης τον τραγον της περι αμαρτιας προσφορας· και ιδου, ητο κατακεκαυμενος· και εθυμωθη κατα του Ελεαζαρ και κατα του Ιθαμαρ, των υιων του Ααρων των εναπολειφθεντων, λεγων,
<scripture passage="Lev 10:17" parsed="|Lev|10|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.17" />
<sup>17</sup>Δια τι δεν εφαγετε την περι αμαρτιας προσφοραν εν τοπω αγιω; διοτι ειναι αγιωτατον· και εδωκεν αυτο εις εσας Κυριος δια να σηκονητε την ανομιαν της συναγωγης, ωστε να καμνητε εξιλεωσιν υπερ αυτων ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 10:18" parsed="|Lev|10|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.18" />
<sup>18</sup>ιδου, το αιμα αυτου δεν εφερθη εις το αγιαστηριον· πρεπει εξαπαντος να φαγητε αυτο εν τω αγιαστηριω, καθως προσεταξα.
<scripture passage="Lev 10:19" parsed="|Lev|10|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Ααρων προς τον Μωυσην, Ιδου, αυτοι προσεφεραν σημερον την περι αμαρτιας προσφοραν αυτων και το ολοκαυτωμα αυτων ενωπιον του Κυριου και συνεβησαν εις εμε τοιαυτα· εαν λοιπον ηθελον φαγει την περι αμαρτιας προσφοραν σημερον, τουτο ηθελεν εισθαι αρεστον εις τους οφθαλμους του Κυριου;
<scripture passage="Lev 10:20" parsed="|Lev|10|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.10.20" />
<sup>20</sup>Και ηκουσεν ο Μωυσης και ηρεσεν εις αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 11" progress="9.98%" prev="Lev.10" next="Lev.12" id="Lev.11">
<h3 id="Lev.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Lev.11-p1">
<scripture passage="Lev 11:1" parsed="|Lev|11|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων λεγων προς αυτους,
<scripture passage="Lev 11:2" parsed="|Lev|11|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.2" />
<sup>2</sup>Λαλησατε προς τους υιους Ισραηλ, λεγοντες, Ταυτα ειναι τα ζωα τα οποια θελετε τρωγει εκ παντων των κτηνων των επι της γης.
<scripture passage="Lev 11:3" parsed="|Lev|11|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.3" />
<sup>3</sup>Παν διχηλον μεταξυ των κτηνων εχον τον ποδα εσχισμενον και αναμασσων, τουτο θελετε τρωγει.
<scripture passage="Lev 11:4" parsed="|Lev|11|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.4" />
<sup>4</sup>Ταυτα ομως δεν θελετε τρωγει εκ των οσα αναμασσωσιν η εκ των οσα ειναι διχηλα· την καμηλον, διοτι αναμασσα μεν, πλην δεν ειναι διχηλος· ειναι ακαθαρτος εις εσας·
<scripture passage="Lev 11:5" parsed="|Lev|11|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.5" />
<sup>5</sup>και τον δασυποδα, διοτι αναμασσα μεν, πλην δεν ειναι διχηλος· ειναι ακαθαρτος εις εσας·
<scripture passage="Lev 11:6" parsed="|Lev|11|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.6" />
<sup>6</sup>και τον λαγωον, διοτι αναμασσα μεν, πλην δεν ειναι διχηλος· ειναι ακαθαρτος εις εσας·
<scripture passage="Lev 11:7" parsed="|Lev|11|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.7" />
<sup>7</sup>και τον χοιρον, διοτι ειναι μεν διχηλος και εχει τον ποδα εσχισμενον, πλην δεν αναμασσα· ειναι ακαθαρτος εις εσας·
<scripture passage="Lev 11:8" parsed="|Lev|11|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.8" />
<sup>8</sup>απο του κρεατος αυτων δεν θελετε τρωγει και το θνησιμαιον αυτων δεν θελετε εγγιζει ειναι ακαθαρτα εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:9" parsed="|Lev|11|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.9" />
<sup>9</sup>Ταυτα θελετε τρωγει εκ παντων των εν τοις υδασι παντα οσα εχουσι πτερα και λεπη, εν τοις υδασι, εν ταις θαλασσαις και εν τοις ποταμοις, ταυτα θελετε τρωγει.
<scripture passage="Lev 11:10" parsed="|Lev|11|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.10" />
<sup>10</sup>Και παντα οσα δεν εχουσι πτερα και λεπη, εν ταις θαλασσαις και εν τοις ποταμοις, απο παντων οσα κινουνται εν τοις υδασι και απο παντος εμψυχου ζωου το οποιον ειναι εν τοις υδασι, θελουσιν εισθαι βδελυκτα εις εσας·
<scripture passage="Lev 11:11" parsed="|Lev|11|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.11" />
<sup>11</sup>ταυτα εξαπαντος θελουσιν εισθαι βδελυκτα εις εσας· απο του κρεατος αυτων δεν θελετε τρωγει και το θνησιμαιον αυτων θελετε βδελυττεσθαι.
<scripture passage="Lev 11:12" parsed="|Lev|11|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.12" />
<sup>12</sup>Παντα οσα εν τοις υδασι δεν εχουσι πτερα ουτε λεπη, θελουσιν εισθαι βδελυκτα εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:13" parsed="|Lev|11|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.13" />
<sup>13</sup>Ταυτα δε θελετε βδελυττεσθαι μεταξυ των πτηνων· δεν θελουσι τρωγεσθαι ειναι βδελυκτα· ο αετος, και ο γρυπαετος, και ο μελαναετος,
<scripture passage="Lev 11:14" parsed="|Lev|11|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.14" />
<sup>14</sup>και ο γυψ, και ο ικτινος κατα το ειδος αυτου·
<scripture passage="Lev 11:15" parsed="|Lev|11|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.15" />
<sup>15</sup>πας κοραξ κατα το ειδος αυτου·
<scripture passage="Lev 11:16" parsed="|Lev|11|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.16" />
<sup>16</sup>και η στρουθοκαμηλος, και η γλαυξ, και ο ιβις, και ο ιεραξ κατα το ειδος αυτου,
<scripture passage="Lev 11:17" parsed="|Lev|11|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.17" />
<sup>17</sup>και ο νυκτικοραξ, και η αιθυια, και η μεγαλη γλαυξ,
<scripture passage="Lev 11:18" parsed="|Lev|11|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.18" />
<sup>18</sup>και ο κυκνος, και ο πελεκαν, και η κισσα,
<scripture passage="Lev 11:19" parsed="|Lev|11|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.19" />
<sup>19</sup>και ο πελαργος, και ο ερωδιος κατα το ειδος αυτου, και ο εποψ, και η νυκτερις.
<scripture passage="Lev 11:20" parsed="|Lev|11|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.20" />
<sup>20</sup>Παντα τα πετωμενα ερπετα, τα οποια περιπατουσιν επι τεσσαρας ποδας, θελουσιν εισθαι βδελυκτα εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:21" parsed="|Lev|11|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.21" />
<sup>21</sup>Ταυτα ομως δυνασθε να τρωγητε απο παντος πετωμενου ερπετου, περιπατουντος επι τεσσαρας ποδας, τα οποια εχουσι σκελη οπισθεν των ποδων αυτων, δια να πηδωσι δι' αυτων επι της γης·
<scripture passage="Lev 11:22" parsed="|Lev|11|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.22" />
<sup>22</sup>ταυτα θελετε τρωγει εξ αυτων· τον βρουχον κατα το ειδος αυτου και τον αττακην κατα το ειδος αυτου και τον οφιομαχον κατα το ειδος αυτου και την ακριδα κατα το ειδος αυτης.
<scripture passage="Lev 11:23" parsed="|Lev|11|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.23" />
<sup>23</sup>Παντα δε τα πετωμενα ερπετα, εχοντα τεσσαρας ποδας, θελουσιν εισθαι βδελυκτα εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:24" parsed="|Lev|11|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.24" />
<sup>24</sup>Και εις ταυτα θελετε εισθαι ακαθαρτοι· πας ο εγγιζων το θνησιμαιον αυτων θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:25" parsed="|Lev|11|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.25" />
<sup>25</sup>Και πας οστις βασταση απο του θνησιμαιον αυτων, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:26" parsed="|Lev|11|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.26" />
<sup>26</sup>Εκ παντων των κτηνων, οσα ειναι διχηλα, πλην δεν ειναι ο πους αυτων εσχισμενος ουδε αναμασσωσι, θελουσιν εισθαι ακαθαρτα εις εσας· πας ο εγγιζων αυτα θελει εισθαι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 11:27" parsed="|Lev|11|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.27" />
<sup>27</sup>Και οσα περιπατουσιν επι τας παλαμας αυτων, μεταξυ παντων των ζωων των περιπατουντων επι τεσσαρας ποδας, θελουσιν εισθαι ακαθαρτα εις εσας· πας ο εγγιζων το θνησιμαιον αυτων θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:28" parsed="|Lev|11|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.28" />
<sup>28</sup>Και οστις βασταση το θνησιμαιον αυτων, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· ταυτα θελουσιν εισθαι ακαθαρτα εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:29" parsed="|Lev|11|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.29" />
<sup>29</sup>Και ταυτα θελουσιν εισθαι ακαθαρτα εις εσας μεταξυ των ερπετων των ερποντων επι της γης· η γαλη και ο ποντικος, και η χελωνη κατα το ειδος αυτης·
<scripture passage="Lev 11:30" parsed="|Lev|11|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.30" />
<sup>30</sup>και ο ακανθοχοιρος, και ο χαμαιλεων, και η σαυρα, και ο σαμιαμιθος, και ο ασπαλαξ.
<scripture passage="Lev 11:31" parsed="|Lev|11|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.31" />
<sup>31</sup>Ταυτα ειναι ακαθαρτα εις εσας μεταξυ παντων των ερπετων· πας ο εγγιζων αυτα τεθνεωτα, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:32" parsed="|Lev|11|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.32" />
<sup>32</sup>Και παν πραγμα επι του οποιου ηθελε πεσει τι εκ τουτων τεθνεωτων θελει εισθαι ακαθαρτον· παν αγγειον ξυλινον η ιματιον η δερμα η σακκος η οποιονδηποτε αγγειον, εις το οποιον γινεται εργασια, θελει εμβληθη εις υδωρ και θελει εισθαι ακαθαρτον εως εσπερας· τοτε θελει εισθαι καθαρον·
<scripture passage="Lev 11:33" parsed="|Lev|11|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.33" />
<sup>33</sup>και παν αγγειον πηλινον, εις το οποιον εμπεση τι εκ τουτων, παν ο, τι ειναι εντος αυτου θελει εισθαι ακαθαρτον· αυτο δε θελετε συντριψει·
<scripture passage="Lev 11:34" parsed="|Lev|11|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.34" />
<sup>34</sup>απο παντος φαγητου εσθιωμενου, εις το οποιον εμβαινει υδωρ, θελει εισθαι ακαθαρτον· και παν ποτον πινομενον εν οποιωδηποτε αγγειω, θελει εισθαι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 11:35" parsed="|Lev|11|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.35" />
<sup>35</sup>Και παν πραγμα επι το οποιον πεση απο του θνησιμαιου αυτων, θελει εισθαι ακαθαρτον· κλιβανος ειτε εστια θελουσι κρημνισθη· ειναι ακαθαρτα και ακαθαρτα θελουσιν εισθαι εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:36" parsed="|Lev|11|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.36" />
<sup>36</sup>Πηγη ομως η λακκος, συναξις υδατων, θελει εισθαι καθαρον· πλην ο, τι εγγιση το θνησιμαιον αυτων, θελει εισθαι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 11:37" parsed="|Lev|11|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.37" />
<sup>37</sup>Και εαν πεση απο του θνησιμαιου αυτων επι τι σπερμα σποριμον, το οποιον μελλει να σπαρθη, καθαρον θελει εισθαι.
<scripture passage="Lev 11:38" parsed="|Lev|11|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.38" />
<sup>38</sup>Εαν δε επιχυθη υδωρ επι του σπερματος και πεση απο του θνησιμαιου αυτων επ' αυτο, ακαθαρτον θελει εισθαι εις εσας.
<scripture passage="Lev 11:39" parsed="|Lev|11|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.39" />
<sup>39</sup>Και εαν αποθανη τι εκ των κτηνων τα οποια δυνασθε να τρωγητε, οστις εγγιση το θνησιμαιον αυτου, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:40" parsed="|Lev|11|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.40" />
<sup>40</sup>Και οστις φαγη απο του θνησιμαιου αυτου, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· και οστις βασταση το θνησιμαιον αυτου, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 11:41" parsed="|Lev|11|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.41" />
<sup>41</sup>Και παν ερπετον, ερπον επι της γης, θελει εισθαι βδελυγμα· δεν θελει τρωγεσθαι.
<scripture passage="Lev 11:42" parsed="|Lev|11|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.42" />
<sup>42</sup>Παν ο, τι περιπατει επι της κοιλιας και παν ο, τι περιπατει επι τεσσαρας ποδας η παν το εχον πολλους ποδας, μεταξυ παντων των ερπετων των ερποντων επι της γης, ταυτα δεν θελετε τρωγει, διοτι ειναι βδελυγμα.
<scripture passage="Lev 11:43" parsed="|Lev|11|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.43" />
<sup>43</sup>Δεν θελετε καμει βδελυκτας τας ψυχας σας δι' ουδενος ερπετου ερποντος ουδε θελετε μιανθη δι' αυτων, ωστε να γεινητε ακαθαρτοι δι' αυτων.
<scripture passage="Lev 11:44" parsed="|Lev|11|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.44" />
<sup>44</sup>Διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας· θελετε λοιπον αγιασθη και θελετε εισθαι αγιοι, διοτι αγιος ειμαι εγω· και δεν θελετε μιανει τας ψυχας σας δι' ουδενος ερπετου ερποντος επι της γης.
<scripture passage="Lev 11:45" parsed="|Lev|11|45|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.45" />
<sup>45</sup>Διοτι εγω ειμαι ο Κυριος, οστις σας ανεβιβασα εκ γης Αιγυπτου, δια να ημαι Θεος σας· θελετε λοιπον εισθαι αγιοι, διοτι αγιος ειμαι εγω.
<scripture passage="Lev 11:46" parsed="|Lev|11|46|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.46" />
<sup>46</sup>Ουτος ειναι ο νομος περι των κτηνων και περι των πτηνων και περι παντος εμψυχου οντος κινουμενου εν τοις υδασι και περι παντος οντος ερποντος επι της γης·
<scripture passage="Lev 11:47" parsed="|Lev|11|47|0|0" osisRef="Bible:Lev.11.47" />
<sup>47</sup>δια να διακρινητε μεταξυ του ακαθαρτου και του καθαρου και μεταξυ των ζωων τα οποια τρωγονται των ζωων και οποια δεν τρωγονται.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 12" progress="10.12%" prev="Lev.11" next="Lev.13" id="Lev.12">
<h3 id="Lev.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Lev.12-p1">
<scripture passage="Lev 12:1" parsed="|Lev|12|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 12:2" parsed="|Lev|12|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Εαν γυνη τις συλλαβη και γεννηση αρσενικον, τοτε θελει εισθαι ακαθαρτος επτα ημερας· κατα τας ημερας του χωρισμου δια τα γυναικεια αυτης θελει εισθαι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 12:3" parsed="|Lev|12|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.3" />
<sup>3</sup>Και την ογδοην ημεραν θελει περιτεμνεσθαι η σαρξ της ακροβυστιας αυτου.
<scripture passage="Lev 12:4" parsed="|Lev|12|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.4" />
<sup>4</sup>Και ετι τριακοντα τρεις ημερας θελει μεινει εις το αιμα του καθαρισμου αυτης· ουδεν πραγμα αγιον θελει εγγισει και εις το αγιαστηριον δεν θελει εισελθει, εωσου πληρωθωσιν αι ημεραι του καθαρισμου αυτης.
<scripture passage="Lev 12:5" parsed="|Lev|12|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εαν γεννηση θηλυκον, τοτε θελει εισθαι ακαθαρτος δυο εβδομαδας, καθως εν τω χωρισμω αυτης· και θελει μεινει ετι εις το αιμα του καθαρισμου αυτης εξηκοντα εξ ημερας.
<scripture passage="Lev 12:6" parsed="|Lev|12|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.6" />
<sup>6</sup>Και αφου πληρωθωσιν αι ημεραι του καθαρισμου αυτης, δια υιον, η δια θυγατερα, θελει φερει αρνιον ενιαυσιον εις ολοκαυτωμα, και νεοσσον περιστερας, η τρυγονα, δια προσφοραν περι αμαρτιας, εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου προς τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 12:7" parsed="|Lev|12|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.7" />
<sup>7</sup>ουτος δε θελει προσφερει αυτο ενωπιον του Κυριου και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτης και θελει καθαρισθη απο της ροης του αιματος αυτης. Ουτος ειναι ο νομος της γεννωσης αρσενικον η θηλυκον.
<scripture passage="Lev 12:8" parsed="|Lev|12|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.12.8" />
<sup>8</sup>Εαν ομως δεν ευπορη να φερη αρνιον, τοτε θελει φερει δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων, μιαν δια ολοκαυτωμα και μιαν δια προσφοραν περι αμαρτιας· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτης ο ιερευς, και θελει καθαρισθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 13" progress="10.15%" prev="Lev.12" next="Lev.14" id="Lev.13">
<h3 id="Lev.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Lev.13-p1">
<scripture passage="Lev 13:1" parsed="|Lev|13|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Lev 13:2" parsed="|Lev|13|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.2" />
<sup>2</sup>Οταν ανθρωπος τις εχη επι του δερματος της σαρκος αυτου πρησμα η ψωραν, η εξανθημα, και γεινη εις το δερμα της σαρκος αυτου πληγη λεπρας, τοτε θελει φερθη προς τον Ααρων τον ιερεα η προς ενα των υιων αυτου των ιερεων·
<scripture passage="Lev 13:3" parsed="|Lev|13|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.3" />
<sup>3</sup>και ο ιερευς θελει θεωρησει την πληγην εις το δερμα της σαρκος. Και εαν η θριξ εις την πληγην μετεβληθη εις λευκην, και η πληγη εις την οψιν ηναι βαθυτερα του δερματος της σαρκος αυτου, ειναι πληγη λεπρας· ο δε ιερευς θελει θεωρησει αυτον και θελει κρινει αυτον ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 13:4" parsed="|Lev|13|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' εαν το εξανθημα ηναι λευκον εις το δερμα της σαρκος αυτου και εις την οψιν δεν ειναι βαθυτερον του δερματος και η θριξ αυτου δεν μετεβληθη εις λευκην, τοτε θελει κλεισει ο ιερευς τον εχοντα την πληγην επτα ημερας·
<scripture passage="Lev 13:5" parsed="|Lev|13|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.5" />
<sup>5</sup>και θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς την εβδομην ημεραν· και ιδου, εαν ιδη οτι η πληγη ειναι εις στασιν και η πληγη δεν εξηπλωθη εις το δερμα, τοτε θελει κλεισει αυτον ο ιερευς αλλας επτα ημερας·
<scripture passage="Lev 13:6" parsed="|Lev|13|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.6" />
<sup>6</sup>και θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς εκ δευτερου την εβδομην ημεραν· και ιδου, εαν η πληγη ημαυρωθη και δεν εξηπλωθη η πληγη εις το δερμα, θελει κρινει αυτον ο ιερευς καθαρον· αυτη ειναι ψωρα· και θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:7" parsed="|Lev|13|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.7" />
<sup>7</sup>Εαν ομως εξηπλωθη περισσοτερον η ψωρα επι του δερματος, αφου εθεωρηθη υπο του ιερεως δια τον καθαρισμον αυτου, θελει δειχθη παλιν εις τον ιερεα.
<scripture passage="Lev 13:8" parsed="|Lev|13|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.8" />
<sup>8</sup>Και εαν ιδη ο ιερευς, οτι εξηπλωθη η ψωρα επι του δερματος, τοτε θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι λεπρα.
<scripture passage="Lev 13:9" parsed="|Lev|13|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.9" />
<sup>9</sup>Οταν η πληγη της λεπρας ηναι εις ανθρωπον, τοτε θελει φερθη προς τον ιερεα.
<scripture passage="Lev 13:10" parsed="|Lev|13|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.10" />
<sup>10</sup>και θελει θεωρησει ο ιερευς· και ιδου, εαν το πρησμα ηναι λευκον εις το δερμα και μετεβαλε την τριχα εις λευκην, και ευρισκεται κρεας ζων εις το πρησμα,
<scripture passage="Lev 13:11" parsed="|Lev|13|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.11" />
<sup>11</sup>ειναι λεπρα παλαια εις το δερμα της σαρκος αυτου και θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· δεν θελει κλεισει αυτον, διοτι ειναι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 13:12" parsed="|Lev|13|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' εαν εξηπλωθη πολυ η λεπρα επι του δερματος και η λεπρα εσκεπασεν ολον το δερμα του εχοντος την πληγην απο κεφαλης αυτου και εως ποδων αυτου, οπου και αν θεωρηση ο ιερευς,
<scripture passage="Lev 13:13" parsed="|Lev|13|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.13" />
<sup>13</sup>τοτε θελει θεωρησει ο ιερευς, και ιδου, εαν η λεπρα εσκεπασεν ολην την σαρκαν αυτου, θελει κρινει καθαρον τον εχοντα την πληγην· ειναι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:14" parsed="|Lev|13|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' εν οποια ημερα φανη εις αυτον κρεας ζων, θελει εισθαι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 13:15" parsed="|Lev|13|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.15" />
<sup>15</sup>Και θελει θεωρησει ο ιερευς το κρεας το ζων και θελει κρινει αυτον ακαθαρτον· το ζων κρεας ειναι ακαθαρτον· ειναι λεπρα.
<scripture passage="Lev 13:16" parsed="|Lev|13|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.16" />
<sup>16</sup>Η εαν το κρεας το ζων αλλαξη παλιν και μεταβληθη εις λευκον, θελει ελθει προς τον ιερεα.
<scripture passage="Lev 13:17" parsed="|Lev|13|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.17" />
<sup>17</sup>Και θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς· και ιδου, εαν η πληγη μετεβληθη εις λευκην, τοτε θελει κρινει ο ιερευς καθαρον τον εχοντα την πληγην· ειναι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:18" parsed="|Lev|13|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.18" />
<sup>18</sup>Η δε σαρξ επι του δερματος της οποιας ητο ελκος, και ιατρευθη,
<scripture passage="Lev 13:19" parsed="|Lev|13|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.19" />
<sup>19</sup>και εν τω τοπω του ελκους εγεινε πρησμα λευκον, η εξανθημα λευκον κοκκινωπον, θελει δειχθη εις τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 13:20" parsed="|Lev|13|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.20" />
<sup>20</sup>και θελει θεωρησει ο ιερευς, και ιδου, εαν φαινηται βαθυτερον του δερματος και η θριξ αυτου μετεβληθη εις λευκην, θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρας, ητις εξηνθησεν εις το ελκος.
<scripture passage="Lev 13:21" parsed="|Lev|13|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.21" />
<sup>21</sup>Εαν δε θεωρηση αυτο ο ιερευς, και ιδου, δεν ηναι λευκαι τριχες εις αυτο και δεν ηναι βαθυτερον του δερματος και ηναι ημαυρωμενον, τοτε ο ιερευς θελει κλεισει αυτον επτα ημερας·
<scripture passage="Lev 13:22" parsed="|Lev|13|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.22" />
<sup>22</sup>και εαν εξηπλωθη πολυ επι του δερματος, τοτε θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι πληγη.
<scripture passage="Lev 13:23" parsed="|Lev|13|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' εαν το εξανθημα μενη εν τω τοπω αυτου και δεν εξηπλωθη, τουτο ειναι ουλη του ελκους· και θελει κρινει αυτον ο ιερευς καθαρον.
<scripture passage="Lev 13:24" parsed="|Lev|13|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.24" />
<sup>24</sup>Εαν δε ηναι κρεας, εχον επι του δερματος αυτου καυστικην φλογωσιν, και το ζων κρεας του πεφλογισμενου μερους εχη εξανθημα λευκον, κοκκινωπον η καταλευκον,
<scripture passage="Lev 13:25" parsed="|Lev|13|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.25" />
<sup>25</sup>τοτε θελει θεωρησει αυτο ο ιερευς· και ιδου, εαν η θριξ εις το εξανθημα μετεβληθη εις λευκην και εις την οψιν ηναι βαθυτερον του δερματος, ειναι λεπρα εξανθησασα εις την φλογωσιν· και θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρας.
<scripture passage="Lev 13:26" parsed="|Lev|13|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.26" />
<sup>26</sup>Αλλ' εαν ο ιερευς θεωρηση αυτο, και ιδου, δεν ηναι θριξ λευκη εις το εξανθημα και δεν ηναι βαθυτερον του δερματος και ηναι ημαυρωμενον, τοτε θελει κλεισει αυτον ο ιερευς επτα ημερας·
<scripture passage="Lev 13:27" parsed="|Lev|13|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.27" />
<sup>27</sup>και θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς την εβδομην ημεραν· και εαν αυτο εξηπλωθη πολυ εις το δερμα, τοτε θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρας.
<scripture passage="Lev 13:28" parsed="|Lev|13|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.28" />
<sup>28</sup>Εαν δε το εξανθημα μενη εν τω τοπω αυτου και δεν εξηπλωθη επι του δερματος και ηναι ημαυρωμενον, ειναι πρησμα φλογωσεως, και θελει κρινει αυτον ο ιερευς καθαρον· επειδη ειναι ουλη της φλογωσεως.
<scripture passage="Lev 13:29" parsed="|Lev|13|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.29" />
<sup>29</sup>Και εαν ανηρ, η γυνη, εχη πληγην εις την κεφαλην, η εις το πωγωνιον,
<scripture passage="Lev 13:30" parsed="|Lev|13|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.30" />
<sup>30</sup>τοτε θελει θεωρησει ο ιερευς την πληγην· και ιδου, εαν εις την οψιν ηναι βαθυτερα του δερματος και εις αυτην θριξ ξανθιζουσα, τοτε θελει κρινει αυτον ο ιερευς ακαθαρτον· ειναι κασιδα, λεπρα της κεφαλης η του πωγωνιου.
<scripture passage="Lev 13:31" parsed="|Lev|13|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.31" />
<sup>31</sup>Και εαν θεωρηση ο ιερευς την πληγην της κασιδας και ιδου, εις την οψιν δεν ηναι βαθυτερα του δερματος και δεν ηναι θριξ μελανη εν αυτη, τοτε θελει κλεισει ο ιερευς επτα ημερας τον εχοντα την πληγην της κασιδας·
<scripture passage="Lev 13:32" parsed="|Lev|13|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.32" />
<sup>32</sup>και θελει θεωρησει ο ιερευς την πληγην την εβδομην ημεραν· και ιδου, εαν δεν εξηπλωθη η κασιδα και δεν ηναι εις αυτην θριξ ξανθιζουσα και εις την οψιν η κασιδα δεν ηναι βαθυτερα του δερματος,
<scripture passage="Lev 13:33" parsed="|Lev|13|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.33" />
<sup>33</sup>αυτος θελει ξυρισθη, αλλ' η κασιδα δεν θελει ξυρισθη· ο δε ιερευς θελει κλεισει τον εχοντα την κασιδαν αλλας επτα ημερας.
<scripture passage="Lev 13:34" parsed="|Lev|13|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.34" />
<sup>34</sup>Και την εβδομην ημεραν θελει θεωρησει ο ιερευς την κασιδαν· και ιδου, εαν η κασιδα δεν εξηπλωθη εις το δερμα και εις την οψιν δεν ηναι βαθυτερα του δερματος, τοτε θελει κρινει αυτον ο ιερευς καθαρον· και αυτος θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:35" parsed="|Lev|13|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.35" />
<sup>35</sup>Αλλ' εαν η κασιδα εξηπλωθη πολυ επι του δερματος μετα τον καθαρισμον αυτου,
<scripture passage="Lev 13:36" parsed="|Lev|13|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.36" />
<sup>36</sup>τοτε θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς· και ιδου, εαν η κασιδα εξηπλωθη επι του δερματος, δεν θελει ερευνησει ο ιερευς περι της ξανθιζουσης τριχος· ειναι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 13:37" parsed="|Lev|13|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.37" />
<sup>37</sup>Αλλ' εαν θεωρηση οτι η κασιδα ειναι εις στασιν και εκφυεται θριξ μελανη εν αυτη, η κασιδα ειναι τεθεραπευμενη· ειναι καθαρος· και θελει κρινει αυτον ο ιερευς καθαρον.
<scripture passage="Lev 13:38" parsed="|Lev|13|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.38" />
<sup>38</sup>Και εαν ανηρ, η γυνη, εχωσιν επι του δερματος της σαρκος αυτων εξανθηματα, εξανθηματα λευκωπα,
<scripture passage="Lev 13:39" parsed="|Lev|13|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.39" />
<sup>39</sup>τοτε θελει θεωρησει ο ιερευς· και ιδου, εαν τα εξανθηματα επι του δερματος της σαρκος αυτων ηναι υπολευκα, ειναι αλφος εξανθων επι του δερματος· ειναι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:40" parsed="|Lev|13|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.40" />
<sup>40</sup>Εαν δε η κεφαλη τινος μαδηση, αυτος ειναι φαλακρος· ειναι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:41" parsed="|Lev|13|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.41" />
<sup>41</sup>Και εαν η κεφαλη αυτου μαδηση προς το προσωπον, ειναι αναφαλαντος· ειναι καθαρος.
<scripture passage="Lev 13:42" parsed="|Lev|13|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.42" />
<sup>42</sup>Αλλ' εαν ηναι εις το φαλακρωμα, η εις το αναφαλαντωμα, πληγη λευκη κοκκινωπη, ειναι λεπρα εξανθησασα εις το φαλακρωμα αυτου η εις το αναφαλαντωμα αυτου.
<scripture passage="Lev 13:43" parsed="|Lev|13|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.43" />
<sup>43</sup>Και θελει θεωρησει αυτον ο ιερευς· και ιδου, εαν το πρησμα της πληγης ηναι λευκον κοκκινωπον εις το φαλακρωμα αυτου η εις το αναφαλαντωμα αυτου, ως το φαινομενον της λεπρας επι του δερματος της σαρκος,
<scripture passage="Lev 13:44" parsed="|Lev|13|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.44" />
<sup>44</sup>ειναι ανθρωπος λεπρος, ειναι ακαθαρτος· θελει κρινει αυτον ο ιερευς ολως ακαθαρτον· εις την κεφαλην αυτου ειναι η πληγη αυτου.
<scripture passage="Lev 13:45" parsed="|Lev|13|45|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.45" />
<sup>45</sup>Και του λεπρου, εις τον οποιον ειναι η πληγη, τα ιματια αυτου θελουσι σχισθη και η κεφαλη αυτου θελει εισθαι ασκεπης, και το επανω χειλος αυτου θελει καλυψει και θελει φωναζει, Ακαθαρτος, ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 13:46" parsed="|Lev|13|46|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.46" />
<sup>46</sup>Πασας τας ημερας καθ' ας η πληγη θελει εισθαι εν αυτω, θελει εισθαι ακαθαρτος· ειναι ακαθαρτος· μονος θελει κατοικει· εξω του στρατοπεδου θελει εισθαι η κατοικια αυτου.
<scripture passage="Lev 13:47" parsed="|Lev|13|47|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.47" />
<sup>47</sup>Και εαν υπαρχη εις ιματιον πληγη λεπρας, εις ιματιον μαλλινον η εις ιματιον λινουν,
<scripture passage="Lev 13:48" parsed="|Lev|13|48|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.48" />
<sup>48</sup>ειτε εις στημονιον, ειτε εις υφαδιον, εκ λινου η εκ μαλλιου, ειτε εις δερμα, ειτε εις παν πραγμα κατεσκευασμενον εκ δερματος,
<scripture passage="Lev 13:49" parsed="|Lev|13|49|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.49" />
<sup>49</sup>και η πληγη ηναι πρασινωπη, η κοκκινωπη, εις το ιματιον, η εις το δερμα, η εις το στημονιον, εις το υφαδιον, η εις παν σκευος δερματινον, ειναι πληγη λεπρας και θελει δειχθη εις τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 13:50" parsed="|Lev|13|50|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.50" />
<sup>50</sup>ο δε ιερευς θελει θεωρησει την πληγην και θελει κλεισει το εχον την πληγην επτα ημερας.
<scripture passage="Lev 13:51" parsed="|Lev|13|51|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.51" />
<sup>51</sup>Και θελει θεωρησει την πληγην την εβδομην ημεραν· εαν η πληγη εξηπλωθη επι του ιματιου, η επι του στημονιου, η επι του υφαδιου, η επι του δερματος, εκ παντος πραγματος το οποιον ειναι κατεσκευασμενον εκ δερματος, η πληγη ειναι λεπρα διαβρωτικη· τουτο ειναι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 13:52" parsed="|Lev|13|52|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.52" />
<sup>52</sup>Και θελει καυσει το ιματιον, η το στημονιον, η το υφαδιον, μαλλινον, η λινουν, η παν σκευος δερματινον επι του οποιου ειναι η πληγη· διοτι ειναι λεπρα διαβρωτικη· με πυρ θελει καυθη.
<scripture passage="Lev 13:53" parsed="|Lev|13|53|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.53" />
<sup>53</sup>Και εαν ιδη ο ιερευς, και ιδου, η πληγη δεν εξηπλωθη επι του ιματιου, ειτε επι του στημονιου, ειτε επι του υφαδιου, η επι παντος σκευους δερματινου,
<scripture passage="Lev 13:54" parsed="|Lev|13|54|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.54" />
<sup>54</sup>τοτε θελει προσταξει ο ιερευς να πλυθη το εχον την πληγην και θελει κλεισει αυτο αλλας επτα ημερας·
<scripture passage="Lev 13:55" parsed="|Lev|13|55|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.55" />
<sup>55</sup>και θελει θεωρησει ο ιερευς την πληγην, αφου επλυθη· και ιδου, εαν η πληγη δεν ηλλαξε το χρωμα αυτης και δεν εξηπλωθη η πληγη, ειναι ακαθαρτον· με πυρ θελεις καυσει αυτο· ειναι διαβρωτικον, το οποιον προχωρει υποκατωθεν η επανωθεν.
<scripture passage="Lev 13:56" parsed="|Lev|13|56|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.56" />
<sup>56</sup>Και εαν ιδη ο ιερευς, και ιδου, η πληγη, αφου επλυθη, ειναι ημαυρωμενη, τοτε θελει εκκοψει αυτην απο του ιματιου, η απο του δερματος, η απο του στημονιου, η απο του υφαδιου.
<scripture passage="Lev 13:57" parsed="|Lev|13|57|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.57" />
<sup>57</sup>Αλλ' εαν φανη ετι επι του ιματιου, επι του στημονιου, η επι του υφαδιου, η επι παντος σκευους δερματινου, ειναι λεπρα εξανθιζουσα· με πυρ θελεις καυσει το εχον την πληγην.
<scripture passage="Lev 13:58" parsed="|Lev|13|58|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.58" />
<sup>58</sup>Και το ιματιον, η το στημονιον, η το υφαδιον, παν σκευος δερματινον, το οποιον ηθελες πλυνει, εαν η πληγη εξηλειφθη απ' αυτων, τοτε θελει πλυθη εκ δευτερου και θελει εισθαι καθαρον.
<scripture passage="Lev 13:59" parsed="|Lev|13|59|0|0" osisRef="Bible:Lev.13.59" />
<sup>59</sup>Ουτος ειναι ο νομος της πληγης της λεπρας επι ιματιου μαλλινου, η λινου, ειτε στημονιου, ειτε υφαδιου, η παντος σκευους δερματινου, δια να κρινηται καθαρον, η να κρινηται ακαθαρτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 14" progress="10.37%" prev="Lev.13" next="Lev.15" id="Lev.14">
<h3 id="Lev.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Lev.14-p1">
<scripture passage="Lev 14:1" parsed="|Lev|14|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 14:2" parsed="|Lev|14|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.2" />
<sup>2</sup>Ουτος ειναι ο νομος του λεπρου εν τη ημερα του καθαρισμου αυτου· θελει φερθη προς τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 14:3" parsed="|Lev|14|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.3" />
<sup>3</sup>και θελει εξελθει ο ιερευς εξω του στρατοπεδου και θελει θεωρησει ο ιερευς, και ιδου, εαν ιατρευθη η πληγη της λεπρας εις τον λεπρον,
<scripture passage="Lev 14:4" parsed="|Lev|14|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.4" />
<sup>4</sup>τοτε θελει προσταξει ο ιερευς να λαβωσι δια τον καθαριζομενον δυο πτηνα ζωντα καθαρα και ξυλον κεδρινον και κοκκινον και υσσωπον.
<scripture passage="Lev 14:5" parsed="|Lev|14|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.5" />
<sup>5</sup>Και θελει προσταξει ο ιερευς να σφαξωσι το εν πτηνον εις αγγειον πηλινον επανω υδατος ζωντος·
<scripture passage="Lev 14:6" parsed="|Lev|14|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.6" />
<sup>6</sup>το δε πτηνον το ζων, θελει λαβει αυτο και το ξυλον το κεδρινον και το κοκκινον και τον υσσωπον και θελει εμβαψει αυτα και το πτηνον το ζων εις το αιμα του πτηνου του εσφαγμενου επανω του υδατος του ζωντος·
<scripture passage="Lev 14:7" parsed="|Lev|14|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.7" />
<sup>7</sup>και θελει ραντισει επι τον καθαριζομενον απο της λεπρας επτακις και θελει κρινει αυτον καθαρον· και θελει απολυσει το πτηνον το ζων επι προσωπον της πεδιαδος.
<scripture passage="Lev 14:8" parsed="|Lev|14|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.8" />
<sup>8</sup>Και θελει πλυνει ο καθαριζομενος τα ιματια αυτου και θελει ξυρισει πασας τας τριχας αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι καθαρος· και μετα ταυτα θελει ελθει εις το στρατοπεδον και θελει διατριψει εξω της σκηνης αυτου επτα ημερας.
<scripture passage="Lev 14:9" parsed="|Lev|14|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.9" />
<sup>9</sup>Και την εβδομην ημεραν θελει ξυρισει πασας τας τριχας αυτου, την κεφαλην αυτου και τον πωγωνα αυτου και τα οφρυδια αυτου και πασας τας τριχας αυτου θελει ξυρισει και θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσει το σωμα αυτου εν υδατι και θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 14:10" parsed="|Lev|14|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.10" />
<sup>10</sup>Και την ογδοην ημεραν θελει λαβει δυο αρνια αρσενικα αμωμα και εν αρνιον θηλυκον ενιαυσιον αμωμον και τρια δεκατα σεμιδαλεως δια προσφοραν εξ αλφιτων, εζυμωμενης μετα ελαιου, και εν λογ ελαιου·
<scripture passage="Lev 14:11" parsed="|Lev|14|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.11" />
<sup>11</sup>και θελει παραστησει ο ιερευς ο καθαριζων τον ανθρωπον τον καθαριζομενον και αυτα ενωπιον του Κυριου, εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 14:12" parsed="|Lev|14|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.12" />
<sup>12</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς το εν αρσενικον αρνιον και θελει προσφερει αυτο εις προσφοραν περι ανομιας και το λογ του ελαιου, και θελει κινησει αυτα εις κινητην προσφοραν ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:13" parsed="|Lev|14|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.13" />
<sup>13</sup>Και θελει σφαξει το αρνιον εν τω τοπω οπου σφαζουσι την περι αμαρτιας προσφοραν και το ολοκαυτωμα, εν τω τοπω τω αγιω· διοτι καθως η περι αμαρτιας προσφορα, η περι ανομιας προσφορα ειναι του ιερεως· ειναι αγιωτατον.
<scripture passage="Lev 14:14" parsed="|Lev|14|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.14" />
<sup>14</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς απο του αιματος της περι ανομιας προσφορας και θελει βαλει αυτο ο ιερευς επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του καθαριζομενου και επι τον αντιχειρα της δεξιας αυτου χειρος και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου αυτου ποδος·
<scripture passage="Lev 14:15" parsed="|Lev|14|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.15" />
<sup>15</sup>και θελει λαβει ο ιερευς απο του λογ του ελαιου και θελει χυσει αυτο εις την παλαμην της αριστερας αυτου χειρος·
<scripture passage="Lev 14:16" parsed="|Lev|14|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.16" />
<sup>16</sup>και θελει εμβαψει ο ιερευς τον δακτυλον αυτου τον δεξιον εις το ελαιον το εν τη αριστερα αυτου παλαμη, και θελει ραντισει εκ του ελαιου δια του δακτυλου αυτου επτακις ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 14:17" parsed="|Lev|14|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.17" />
<sup>17</sup>και εκ του υπολοιπου ελαιου του εν τη παλαμη αυτου θελει βαλει ο ιερευς επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του καθαριζομενου, και επι τον αντιχειρα της δεξιας αυτου χειρος και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου αυτου ποδος, επι το αιμα της περι ανομιας προσφορας·
<scripture passage="Lev 14:18" parsed="|Lev|14|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.18" />
<sup>18</sup>το δε εναπολειφθεν ελαιον το εν τη παλαμη του ιερεως θελει χυσει επι την κεφαλην του καθαριζομενου· και θελει καμει εξιλεωσιν ο ιερευς υπερ αυτου ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:19" parsed="|Lev|14|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.19" />
<sup>19</sup>Και θελει προσφερει ο ιερευς την περι αμαρτιας προσφοραν, και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ του καθαριζομενου απο της ακαθαρσιας αυτου· και επειτα θελει σφαξει το ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 14:20" parsed="|Lev|14|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.20" />
<sup>20</sup>Και θελει προσφερει ο ιερευς το ολοκαυτωμα και την εξ αλφιτων προσφοραν επι του θυσιαστηριου· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτου ο ιερευς, και θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 14:21" parsed="|Lev|14|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.21" />
<sup>21</sup>Εαν δε ηναι πτωχος και δεν ευπορη να φερη τοσα, τοτε θελει λαβει εν αρνιον δια προσφοραν κινητην περι ανομιας, δια να καμη εξιλεωσιν υπερ αυτου, και εν δεκατον σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου δια την εξ αλφιτων προσφοραν και εν λογ ελαιου
<scripture passage="Lev 14:22" parsed="|Lev|14|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.22" />
<sup>22</sup>και δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων, οπως ευπορει να φερη· και η μεν μια θελει εισθαι δια την περι αμαρτιας προσφοραν, η δε αλλη δια ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 14:23" parsed="|Lev|14|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.23" />
<sup>23</sup>Και θελει φερει αυτα την ογδοην ημεραν δια τον καθαρισμον αυτου προς τον ιερεα εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:24" parsed="|Lev|14|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.24" />
<sup>24</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς το αρνιον της περι ανομιας προσφορας και το λογ του ελαιου και θελει κινησει αυτα ο ιερευς εις προσφοραν κινητην ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:25" parsed="|Lev|14|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.25" />
<sup>25</sup>Και θελει σφαξει το αρνιον της περι ανομιας προσφορας· και θελει λαβει ο ιερευς απο του αιματος της περι ανομιας προσφορας και θελει βαλει αυτο επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του καθαριζομενου και επι τον αντιχειρα της δεξιας αυτου χειρος και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου αυτου ποδος.
<scripture passage="Lev 14:26" parsed="|Lev|14|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.26" />
<sup>26</sup>Και θελει χυσει ο ιερευς απο του ελαιου εις την παλαμην της αριστερας αυτου χειρος·
<scripture passage="Lev 14:27" parsed="|Lev|14|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.27" />
<sup>27</sup>και θελει ραντισει ο ιερευς δια του δακτυλου αυτου του δεξιου απο του ελαιου, του εν τη παλαμη αυτου τη αριστερα, επτακις ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Lev 14:28" parsed="|Lev|14|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.28" />
<sup>28</sup>και θελει βαλει ο ιερευς απο του ελαιου, του εν τη παλαμη αυτου, επι τον λοβον του δεξιου ωτιου του καθαριζομενου, και επι τον αντιχειρα της δεξιας αυτου χειρος και επι τον μεγαλον δακτυλον του δεξιου αυτου ποδος, επι τον τοπον του αιματος της περι ανομιας προσφορας·
<scripture passage="Lev 14:29" parsed="|Lev|14|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.29" />
<sup>29</sup>το δε εναπολειφθεν εκ του ελαιου, του εν τη παλαμη του ιερεως, θελει βαλει επι την κεφαλην του καθαριζομενου, δια να καμη εξιλεωσιν υπερ αυτου ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:30" parsed="|Lev|14|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.30" />
<sup>30</sup>Και θελει προσφερει την μιαν εκ των τρυγονων η εκ των νεοσσων των περιστερων, οπως ευπορει να φερη·
<scripture passage="Lev 14:31" parsed="|Lev|14|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.31" />
<sup>31</sup>οπως ευπορει να φερη, την μεν δια προσφοραν περι αμαρτιας, την δε αλλην δια ολοκαυτωμα, μετα της εξ αλφιτων προσφορας· και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ του καθαριζομενου ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 14:32" parsed="|Lev|14|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.32" />
<sup>32</sup>Ουτος ειναι ο νομος περι του εχοντος πληγην λεπρας, οστις δεν ευπορει να φερη τα προς τον καθαρισμον αυτου.
<scripture passage="Lev 14:33" parsed="|Lev|14|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.33" />
<sup>33</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Lev 14:34" parsed="|Lev|14|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.34" />
<sup>34</sup>Οταν εισελθητε εις την γην Χανααν, την οποιαν εγω σας διδω εις ιδιοκτησιαν, και βαλω την πληγην της λεπρας εις τινα οικιαν της γης της ιδιοκτησιας σας·
<scripture passage="Lev 14:35" parsed="|Lev|14|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.35" />
<sup>35</sup>και εκεινος, του οποιου ειναι η οικια, ελθη και αναγγειλη προς τον ιερεα, λεγων, Εφανη εις εμε ως πληγη εν τη οικια·
<scripture passage="Lev 14:36" parsed="|Lev|14|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.36" />
<sup>36</sup>τοτε θελει προσταξει ο ιερευς να εκκενωσωσι την οικιαν, πριν υπαγη ο ιερευς δια να θεωρηση την πληγην, δια να μη γεινωσιν ακαθαρτα παντα τα εν τη οικια και μετα ταυτα θελει εμβη ο ιερευς δια να θεωρηση την οικιαν·
<scripture passage="Lev 14:37" parsed="|Lev|14|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.37" />
<sup>37</sup>και θελει θεωρησει την πληγην· και ιδου, εαν η πληγη ηναι εις τους τοιχους της οικιας με κοιλωματα πρασινιζοντα η κοκκινωπα και η θεωρια αυτων ηναι βαθυτερα του τοιχου·
<scripture passage="Lev 14:38" parsed="|Lev|14|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.38" />
<sup>38</sup>τοτε θελει εξελθει ο ιερευς εκ της οικιας εις την θυραν της οικιας και θελει κλεισει την οικιαν επτα ημερας.
<scripture passage="Lev 14:39" parsed="|Lev|14|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.39" />
<sup>39</sup>Και θελει επιστρεψει ο ιερευς την εβδομην ημεραν και θελει θεωρησει και ιδου, εαν η πληγη εξηπλωθη εις τους τοιχους της οικιας,
<scripture passage="Lev 14:40" parsed="|Lev|14|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.40" />
<sup>40</sup>τοτε ο ιερευς θελει προσταξει να εκβαλωσι τους λιθους, εις τους οποιους ειναι η πληγη, και θελουσι ριψει αυτους εξω της πολεως εις τοπον ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 14:41" parsed="|Lev|14|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.41" />
<sup>41</sup>Και θελει καμει να αποξυσωσι την οικιαν εσωθεν κυκλω, και θελουσι ριψει το χωμα το απεξυσμενον εξω της πολεως εις τοπον ακαθαρτον·
<scripture passage="Lev 14:42" parsed="|Lev|14|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.42" />
<sup>42</sup>και θελουσι λαβει αλλους λιθους, και βαλει αυτους αντι των λιθων εκεινων· και θελουσι λαβει αλλο χωμα, και θελουσι χρισει την οικιαν.
<scripture passage="Lev 14:43" parsed="|Lev|14|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.43" />
<sup>43</sup>Και εαν ελθη παλιν η πληγη και αναφανη εις την οικιαν, αφου εξεβαλον τους λιθους και αφου απεξυσαν την οικιαν και αφου αυτη εχρισθη,
<scripture passage="Lev 14:44" parsed="|Lev|14|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.44" />
<sup>44</sup>τοτε θελει εισελθει ο ιερευς και θελει θεωρησει· και ιδου, εαν η πληγη εξηπλωθη εις την οικιαν, ειναι λεπρα διαβρωτικη εν τη οικια· ειναι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 14:45" parsed="|Lev|14|45|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.45" />
<sup>45</sup>Και θελουσι κρημνισει την οικιαν, τους λιθους αυτης και τα ξυλα αυτης και παν το χωμα της οικιας· και θελουσι φερει αυτα εξω της πολεως εις τοπον ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 14:46" parsed="|Lev|14|46|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.46" />
<sup>46</sup>Και οστις εισελθη εις την οικιαν κατα πασας τας ημερας, καθ' ας ειναι κεκλεισμενη, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 14:47" parsed="|Lev|14|47|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.47" />
<sup>47</sup>Και οστις κοιμηθη εν τη οικια, θελει πλυνει τα ιματια αυτου· και οστις φαγη εν τη οικια, θελει πλυνει τα ιματια αυτου.
<scripture passage="Lev 14:48" parsed="|Lev|14|48|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.48" />
<sup>48</sup>Αλλ' εαν ο ιερευς εισελθων θεωρηση και ιδου, δεν εξηπλωθη η πληγη εν τη οικια, αφου εχρισθη η οικια, τοτε ο ιερευς θελει κρινει την οικιαν καθαραν, διοτι ιατρευθη η πληγη.
<scripture passage="Lev 14:49" parsed="|Lev|14|49|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.49" />
<sup>49</sup>Και θελει λαβει, δια να καθαριση την οικιαν, δυο πτηνα, και ξυλον κεδρινον και κοκκινον και υσσωπον.
<scripture passage="Lev 14:50" parsed="|Lev|14|50|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.50" />
<sup>50</sup>Και θελει σφαξει το εν πτηνον εις αγγειον πηλινον επανω υδατος ζωντος.
<scripture passage="Lev 14:51" parsed="|Lev|14|51|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.51" />
<sup>51</sup>Και θελει λαβει το ξυλον το κεδρινον και τον υσσωπον και το κοκκινον και το πτηνον το ζων, και εμβαψει αυτα εις το αιμα του εσφαγμενου πτηνου και εις το υδωρ το ζων, και θελει ραντισει την οικιαν επτακις.
<scripture passage="Lev 14:52" parsed="|Lev|14|52|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.52" />
<sup>52</sup>Και θελει καθαρισει την οικιαν δια του αιματος του πτηνου και δια του υδατος του ζωντος και δια του πτηνου του ζωντος και δια του ξυλου του κεδρινου και δια του υσσωπου και δια του κοκκινου.
<scripture passage="Lev 14:53" parsed="|Lev|14|53|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.53" />
<sup>53</sup>Το δε ζων πτηνον θελει απολυσει εξω της πολεως επι προσωπον της πεδιαδος, και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ της οικιας· και θελει εισθαι καθαρα.
<scripture passage="Lev 14:54" parsed="|Lev|14|54|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.54" />
<sup>54</sup>Ουτος ειναι ο νομος περι πασης πληγης λεπρας και κασιδας,
<scripture passage="Lev 14:55" parsed="|Lev|14|55|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.55" />
<sup>55</sup>και περι λεπρας ιματιου και οικιας,
<scripture passage="Lev 14:56" parsed="|Lev|14|56|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.56" />
<sup>56</sup>και περι πρησματος και περι ψωρας και περι εξανθηματος·
<scripture passage="Lev 14:57" parsed="|Lev|14|57|0|0" osisRef="Bible:Lev.14.57" />
<sup>57</sup>δια να γινηται γνωστον ποτε ειναι τι ακαθαρτον και ποτε καθαρον· ουτος ειναι ο νομος περι της λεπρας.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 15" progress="10.58%" prev="Lev.14" next="Lev.16" id="Lev.15">
<h3 id="Lev.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Lev.15-p1">
<scripture passage="Lev 15:1" parsed="|Lev|15|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Lev 15:2" parsed="|Lev|15|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.2" />
<sup>2</sup>Λαλησατε προς τους υιους Ισραηλ, και ειπατε προς αυτους, Εαν τις ανθρωπος εχη ρευσιν εκ του σωματος αυτου, δια την ρευσιν αυτου ειναι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 15:3" parsed="|Lev|15|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.3" />
<sup>3</sup>Και αυτη θελει εισθαι η ακαθαρσια αυτου εν τη ρευσει αυτου· αν τε το σωμα αυτου παυση απο της ρευσεως αυτου· ειναι η ακαθαρσια εν αυτω.
<scripture passage="Lev 15:4" parsed="|Lev|15|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.4" />
<sup>4</sup>Πασα κλινη, επι της οποιας ηθελε κοιμηθη ο εχων την ρευσιν, θελει εισθαι ακαθαρτος· και παν σκευος, επι του οποιου ηθελε καθισει, θελει εισθαι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 15:5" parsed="|Lev|15|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.5" />
<sup>5</sup>Και ο ανθρωπος, οστις εγγιση την κλινην αυτου, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:6" parsed="|Lev|15|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.6" />
<sup>6</sup>Και οστις καθιση επι του σκευους, επι του οποιου εκαθισεν ο εχων την ρευσιν, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:7" parsed="|Lev|15|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.7" />
<sup>7</sup>Και οστις εγγιση το σωμα του εχοντος την ρευσιν, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:8" parsed="|Lev|15|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.8" />
<sup>8</sup>Και εαν ο εχων την ρευσιν πτυση επι τον καθαρον, ουτος θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:9" parsed="|Lev|15|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.9" />
<sup>9</sup>Και παν σαμαριον επι του οποιου ηθελε καθισει ο εχων την ρευσιν, θελει εισθαι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 15:10" parsed="|Lev|15|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.10" />
<sup>10</sup>Και οστις εγγιση παντα, οσα ηθελον εισθαι υποκατω αυτου, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· και οστις βασταση αυτα, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:11" parsed="|Lev|15|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.11" />
<sup>11</sup>Και οντινα εγγιση ο εχων την ρευσιν, χωρις να εχη νιμμενας τας χειρας αυτου εν υδατι, ουτος θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:12" parsed="|Lev|15|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.12" />
<sup>12</sup>Και το αγγειον το πηλινον, το οποιον ηθελεν εγγισει ο εχων την ρευσιν, θελει συντριφθη· και παν σκευος ξυλινον θελει πλυθη εν υδατι.
<scripture passage="Lev 15:13" parsed="|Lev|15|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.13" />
<sup>13</sup>Και αφου ο εχων την ρευσιν καθαρισθη απο της ρευσεως αυτου, τοτε θελει αριθμησει εις εαυτον επτα ημερας δια τον καθαρισμον αυτου· και θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσει το σωμα αυτου εν υδατι ζωντι και θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 15:14" parsed="|Lev|15|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.14" />
<sup>14</sup>Και την ογδοην ημεραν θελει λαβει εις εαυτον δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων και θελει ελθει ενωπιον του Κυριου εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και θελει δωσει αυτας εις τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 15:15" parsed="|Lev|15|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.15" />
<sup>15</sup>και θελει προσφερει αυτας ο ιερευς, την μεν δια προσφοραν περι αμαρτιας, την δε αλλην δια ολοκαυτωμα· και θελει καμει εξιλεωσιν ο ιερευς υπερ αυτου ενωπιον του Κυριου δια την ρευσιν αυτου.
<scripture passage="Lev 15:16" parsed="|Lev|15|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.16" />
<sup>16</sup>Και ο ανθρωπος, εκ του οποιου ηθελεν εξελθει σπερμα συνουσιας, θελει λουσει ολον αυτου το σωμα εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:17" parsed="|Lev|15|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.17" />
<sup>17</sup>Και παν ιματιον και παν δερμα, επι του οποιου ηθελεν εισθαι σπερμα συνουσιας, θελει πλυθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτον εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:18" parsed="|Lev|15|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.18" />
<sup>18</sup>Η δε γυνη, μετα της οποιας ηθελε συγκοιμηθη ανθρωπος εν σπερματι συνουσιας, θελουσι λουσθη εν υδατι και θελουσιν εισθαι ακαθαρτοι εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:19" parsed="|Lev|15|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.19" />
<sup>19</sup>Και εαν η γυνη εχη ρευσιν, η δε ρευσις αυτης εν τω σωματι αυτης ηναι αιμα, θελει εισθαι αποκεχωρισμενη επτα ημερας· και πας οστις εγγιση αυτην, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:20" parsed="|Lev|15|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.20" />
<sup>20</sup>Και παν πραγμα, επι του οποιου κοιτεται εις τον αποχωρισμον αυτης, θελει εισθαι ακαθαρτον· και παν πραγμα, επι του οποιου καθηται, θελει εισθαι ακαθαρτον.
<scripture passage="Lev 15:21" parsed="|Lev|15|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.21" />
<sup>21</sup>Και πας οστις εγγιση την κλινην αυτης, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:22" parsed="|Lev|15|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.22" />
<sup>22</sup>Και πας οστις εγγιση σκευος τι, επι του οποιου αυτη εκαθισε, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:23" parsed="|Lev|15|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.23" />
<sup>23</sup>Και εαν υπαρχη τι επι της κλινης η επι τινος σκευους, επι του οποιου αυτη καθηται, οταν αυτος εγγιση αυτο, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:24" parsed="|Lev|15|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.24" />
<sup>24</sup>Και εαν τις συγκοιμηθη μετ' αυτης και ελθωσι τα γυναικεια αυτης επ' αυτον, θελει εισθαι ακαθαρτος επτα ημερας· και πασα κλινη, επι της οποιας ηθελε κοιμηθη, θελει εισθαι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 15:25" parsed="|Lev|15|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.25" />
<sup>25</sup>Και εαν τις γυνη εχη ρευσιν του αιματος αυτης πολλας ημερας, εκτος του καιρου του αποχωρισμου αυτης, η εαν εχη ρευσιν επεκεινα του αποχωρισμου αυτης, πασαι αι ημεραι της ρευσεως της ακαθαρσιας αυτης θελουσιν εισθαι ως αι ημεραι του αποχωρισμου αυτης· θελει εισθαι ακαθαρτος.
<scripture passage="Lev 15:26" parsed="|Lev|15|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.26" />
<sup>26</sup>Πασα κλινη, επι της οποιας κοιτεται καθ' ολας τας ημερας της ρευσεως αυτης, θελει εισθαι εις αυτην ως κλινη του αποχωρισμου αυτης· και παν σκευος, επι του οποιου καθηται, θελει εισθαι ακαθαρτον, ως η ακαθαρσια του αποχωρισμου αυτης.
<scripture passage="Lev 15:27" parsed="|Lev|15|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.27" />
<sup>27</sup>Και πας οστις εγγιση αυτα, θελει εισθαι ακαθαρτος και θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Lev 15:28" parsed="|Lev|15|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.28" />
<sup>28</sup>Αλλ' εαν καθαρισθη απο της ρευσεως αυτης, τοτε θελει αριθμησει εις εαυτην επτα ημερας, και μετα ταυτα θελει εισθαι καθαρα.
<scripture passage="Lev 15:29" parsed="|Lev|15|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.29" />
<sup>29</sup>Και την ογδοην ημεραν θελει λαβει μεθ' εαυτης δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων και θελει φερει αυτας προς τον ιερεα εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 15:30" parsed="|Lev|15|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.30" />
<sup>30</sup>Και θελει προσφερει ο ιερευς την μεν δια προσφοραν περι αμαρτιας, την δε αλλην δια ολοκαυτωμα· και ο ιερευς θελει καμει εξιλεωσιν περι αυτης ενωπιον του Κυριου δια την ρευσιν της ακαθαρσιας αυτης.
<scripture passage="Lev 15:31" parsed="|Lev|15|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.31" />
<sup>31</sup>Ουτω θελετε χωριζει τους υιους Ισραηλ απο των ακαθαρσιων αυτων· και δεν θελουσιν αποθανει δια την ακαθαρσιαν αυτων, μιαινοντες την σκηνην μου την εν τω μεσω αυτων.
<scripture passage="Lev 15:32" parsed="|Lev|15|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.32" />
<sup>32</sup>Ουτος ειναι ο νομος περι του εχοντος ρευσιν· και περι εκεινου, εκ του οποιου εξερχεται το σπερμα συνουσιας, δια να μιαινηται δι' αυτου·
<scripture passage="Lev 15:33" parsed="|Lev|15|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.15.33" />
<sup>33</sup>και περι της ασθενουσης δια τα γυναικεια αυτης· και περι του εχοντος την ρευσιν αυτου, ανδρος η γυναικος, και περι του συγκοιμηθεντος μετα της ακαθαρτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 16" progress="10.70%" prev="Lev.15" next="Lev.17" id="Lev.16">
<h3 id="Lev.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Lev.16-p1">
<scripture passage="Lev 16:1" parsed="|Lev|16|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην μετα τον θανατον των δυο υιων του Ααρων, οτε εκαμον προσφοραν ενωπιον του Κυριου και απεθανον·
<scripture passage="Lev 16:2" parsed="|Lev|16|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.2" />
<sup>2</sup>και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Λαλησον προς Ααρων τον αδελφον σου, να μη εισερχηται πασαν ωραν εις το αγιαστηριον το ενδοθεν του καταπετασματος εμπροσθεν του ιλαστηριου του επι της κιβωτου, δια να μη αποθανη· διοτι εν νεφελη θελω εμφανιζεσθαι επι του ιλαστηριου.
<scripture passage="Lev 16:3" parsed="|Lev|16|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.3" />
<sup>3</sup>Ουτω θελει εισερχεσθαι ο Ααρων εις το αγιαστηριον, μετα μοσχου εκ βοων δια προσφοραν περι αμαρτιας και κριου δια ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 16:4" parsed="|Lev|16|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.4" />
<sup>4</sup>Χιτωνα λινουν ηγιασμενον θελει ενδυεσθαι, και περισκελη λινα θελουσιν εισθαι επι της σαρκος αυτου, και ζωνην λινην θελει εισθαι εζωσμενος και μιτραν λινην θελει φορει· ταυτα ειναι ενδυματα αγια· και θελει λουει εν υδατι το σωμα αυτου και θελει ενδυεσθαι αυτα.
<scripture passage="Lev 16:5" parsed="|Lev|16|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.5" />
<sup>5</sup>Και παρα της συναγωγης των υιων Ισραηλ θελει λαβει δυο τραγους εξ αιγων δια προσφοραν περι αμαρτιας και ενα κριον δια ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Lev 16:6" parsed="|Lev|16|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.6" />
<sup>6</sup>Και θελει προσφερει ο Ααρων τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας, οστις ειναι δι' εαυτον, και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ εαυτου και υπερ του οικου αυτου.
<scripture passage="Lev 16:7" parsed="|Lev|16|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.7" />
<sup>7</sup>Και θελει λαβει τους δυο τραγους και στησει αυτους ενωπιον του Κυριου εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Lev 16:8" parsed="|Lev|16|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.8" />
<sup>8</sup>Και θελει ριψει ο Ααρων κληρους επι τους δυο τραγους· ενα κληρον δια τον Κυριον και ενα κληρον δια τον τραγον τον απολυτεον.
<scripture passage="Lev 16:9" parsed="|Lev|16|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.9" />
<sup>9</sup>Και θελει φερει ο Ααρων τον τραγον, επι του οποιου επεσεν ο κληρος του Κυριου, και θελει προσφερει αυτον δια προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Lev 16:10" parsed="|Lev|16|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.10" />
<sup>10</sup>Τον δε τραγον, επι του οποιου επεσεν ο κληρος του να απολυθη, θελει στησει ζωντα ενωπιον του Κυριου, δια να καμη εξιλεωσιν επ' αυτου, ωστε να αποστειλη αυτον απολυτον εις την ερημον.
<scripture passage="Lev 16:11" parsed="|Lev|16|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.11" />
<sup>11</sup>Και θελει φερει ο Ααρων τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας, οστις ειναι δι' εαυτον, και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ εαυτου και υπερ του οικου αυτου· και θελει σφαξει τον μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας τον περι εαυτου.
<scripture passage="Lev 16:12" parsed="|Lev|16|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.12" />
<sup>12</sup>Και θελει λαβει το θυμιατηριον πληρες ανθρακων πυρος εκ του θυσιαστηριου απ' εμπροσθεν του Κυριου· και θελει γεμισει τας χειρας αυτου απο ευωδους θυμιαματος λειοτριβημενον και θελει φερει αυτο ενδον του καταπετασματος.
<scripture passage="Lev 16:13" parsed="|Lev|16|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.13" />
<sup>13</sup>Και θελει βαλει το θυμιαμα επι το πυρ ενωπιον του Κυριου, και θελει καλυψει ο καπνος του θυμιαματος το ιλαστηριον το επι του μαρτυριου, δια να μη αποθανη.
<scripture passage="Lev 16:14" parsed="|Lev|16|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.14" />
<sup>14</sup>Και θελει λαβει απο του αιματος του μοσχου και ραντισει δια του δακτυλου αυτου επι το ιλαστηριον κατα ανατολας· και εμπροσθεν του ιλαστηριου θελει ραντισει επτακις απο του αιματος δια του δακτυλου αυτου.
<scripture passage="Lev 16:15" parsed="|Lev|16|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.15" />
<sup>15</sup>Τοτε θελει σφαξει τον τραγον της περι αμαρτιας προσφορας τον περι του λαου· και θελει φερει το αιμα αυτου ενδον του καταπετασματος και θελει καμει το αιμα αυτου, καθως εκαμε το αιμα του μοσχου, και θελει ραντισει αυτο επι το ιλαστηριον και εμπροσθεν του ιλαστηριου.
<scripture passage="Lev 16:16" parsed="|Lev|16|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.16" />
<sup>16</sup>Και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ του αγιαστηριου δια τας ακαθαρσιας των υιων Ισραηλ, και δια τας παραβασεις αυτων καθ' ολας αυτων τας αμαρτιας· και ουτω θελει καμει περι της σκηνης του μαρτυριου, ητις κατοικει μεταξυ αυτων εν τω μεσω της ακαθαρσιας αυτων.
<scripture passage="Lev 16:17" parsed="|Lev|16|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.17" />
<sup>17</sup>Ουδεις δε ανθρωπος θελει εισθαι εν τη σκηνη του μαρτυριου, οταν αυτος εισερχηται να καμη εξιλεωσιν εις το αγιαστηριον, εωσου εξελθη, αφου καμη εξιλεωσιν υπερ εαυτου και υπερ του οικου αυτου και υπερ πασης της συναγωγης του Ισραηλ.
<scripture passage="Lev 16:18" parsed="|Lev|16|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.18" />
<sup>18</sup>Τοτε θελει εξελθει προς το θυσιαστηριον το ενωπιον του Κυριου και θελει καμει εξιλεωσιν περι αυτου· και θελει λαβει απο του αιματος του μοσχου και απο του αιματος του τραγου και βαλει επι τα κερατα του θυσιαστηριου κυκλω.
<scripture passage="Lev 16:19" parsed="|Lev|16|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.19" />
<sup>19</sup>Και θελει ραντισει επ' αυτο απο του αιματος δια του δακτυλου αυτου επτακις και θελει καθαρισει αυτο, και αγιασει αυτο απο των ακαθαρσιων των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Lev 16:20" parsed="|Lev|16|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.20" />
<sup>20</sup>Αφου δε τελειωση να καμνη εξιλεωσιν υπερ του αγιαστηριου και της σκηνης του μαρτυριου και του θυσιαστηριου, θελει φερει τον τραγον τον ζωντα·
<scripture passage="Lev 16:21" parsed="|Lev|16|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.21" />
<sup>21</sup>και θελει επιθεσει ο Ααρων τας δυο χειρας αυτου επι την κεφαλην του τραγου του ζωντος και θελει εξομολογηθη επ' αυτου πασας τας ανομιας των υιων Ισραηλ και πασας τας παραβασεις αυτων καθ' ολας αυτων τας αμαρτιας· και θελει επιθεσει αυτας εις την κεφαλην του τραγου· και θελει αποστειλει αυτον δια χειρος διωρισμενου ανθρωπου εις την ερημον.
<scripture passage="Lev 16:22" parsed="|Lev|16|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.22" />
<sup>22</sup>Και θελει βαστασει ο τραγος εφ' εαυτου πασας τας ανομιας αυτων εις γην ακατοικητον· και θελει απολυσει τον τραγον εις την ερημον.
<scripture passage="Lev 16:23" parsed="|Lev|16|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.23" />
<sup>23</sup>Και θελει εισελθει ο Ααρων εις την σκηνην του μαρτυριου και θελει εκδυθη την λινην στολην, την οποιαν ενεδυθη εισερχομενος εις το αγιαστηριον, και θελει αποθεσει αυτην εκει·
<scripture passage="Lev 16:24" parsed="|Lev|16|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.24" />
<sup>24</sup>και θελει λουσει το σωμα αυτου εν υδατι εν τοπω αγιω και ενδυθη τα ιματια αυτου, και θελει ελθει και προσφερει το ολοκαυτωμα αυτου και το ολοκαυτωμα του λαου και θελει καμει εξιλεωσιν περι εαυτου και περι του λαου.
<scripture passage="Lev 16:25" parsed="|Lev|16|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.25" />
<sup>25</sup>Το δε στεαρ της περι αμαρτιας προσφορας θελει καυσει επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 16:26" parsed="|Lev|16|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.26" />
<sup>26</sup>Και ο αποστειλας τον τραγον τον απολυτεον θελει πλυνει τα ιματια αυτου και λουσει το σωμα αυτου εν υδατι και μετα ταυτα θελει εισελθει εις το στρατοπεδον.
<scripture passage="Lev 16:27" parsed="|Lev|16|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.27" />
<sup>27</sup>Τον δε μοσχον της περι αμαρτιας προσφορας και τον τραγον της περι αμαρτιας προσφορας, των οποιων το αιμα εισηχθη δια να γεινη εξιλεωσις εις το αγιαστηριον, θελουσι φερει εξω του στρατοπεδου· και θελουσι καυσει εν τω πυρι τα δερματα αυτων και το κρεας αυτων και την κοπρον αυτων.
<scripture passage="Lev 16:28" parsed="|Lev|16|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.28" />
<sup>28</sup>Και ο καιων αυτα θελει πλυνει τα ιματια αυτου και λουσει το σωμα αυτου εν υδατι και μετα ταυτα θελει εισελθει εις το στρατοπεδον.
<scripture passage="Lev 16:29" parsed="|Lev|16|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.29" />
<sup>29</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις εσας νομιμον αιωνιον· εις τον εβδομον μηνα, την δεκατην του μηνος, θελετε ταπεινωσει τας ψυχας σας και δεν θελετε καμει ουδεν εργον ουτε ο αυτοχθων ουτε ο ξενος ο παροικων μεταξυ σας·
<scripture passage="Lev 16:30" parsed="|Lev|16|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.30" />
<sup>30</sup>διοτι εν τη ημερα ταυτη ο ιερευς θελει καμει εξιλεωσιν δια σας, δια να σας καθαριση, ωστε να ησθε καθαροι απο πασων των αμαρτιων υμων ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 16:31" parsed="|Lev|16|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.31" />
<sup>31</sup>Σαββατον αναπαυσεως θελει εισθαι εις εσας, και θελετε ταπεινωσει τας ψυχας σας κατα νομιμον αιωνιον.
<scripture passage="Lev 16:32" parsed="|Lev|16|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.32" />
<sup>32</sup>Και θελει καμει την εξιλεωσιν ο ιερευς, ο χρισθεις και καθιερωθεις δια να ιερατευη αντι του πατρος αυτου, και θελει ενδυθη την λινην στολην, την στολην την αγιαν.
<scripture passage="Lev 16:33" parsed="|Lev|16|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.33" />
<sup>33</sup>Και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ του αγιου αγιαστηριου και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ της σκηνης του μαρτυριου και υπερ του θυσιαστηριου· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ των ιερεων και υπερ παντος του λαου της συναγωγης.
<scripture passage="Lev 16:34" parsed="|Lev|16|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.16.34" />
<sup>34</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις εσας νομιμον αιωνιον, να καμνητε εξιλεωσιν υπερ των υιων Ισραηλ περι πασων των αμαρτιων αυτων απαξ του ενιαυτου. Και εγεινε καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 17" progress="10.85%" prev="Lev.16" next="Lev.18" id="Lev.17">
<h3 id="Lev.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Lev.17-p1">
<scripture passage="Lev 17:1" parsed="|Lev|17|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 17:2" parsed="|Lev|17|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου και προς παντας τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος, λεγων.
<scripture passage="Lev 17:3" parsed="|Lev|17|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.3" />
<sup>3</sup>Οστις ανθρωπος εκ του οικου Ισραηλ σφαξη βουν η αρνιον η αιγα εν τω στρατοπεδω, η οστις σφαξη εξω του στρατοπεδου,
<scripture passage="Lev 17:4" parsed="|Lev|17|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.4" />
<sup>4</sup>και εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου δεν φερη αυτο, δια να προσφερη προσφοραν εις τον Κυριον εμπροσθεν της σκηνης του Κυριου, αιμα θελει λογισθη εις εκεινον τον ανθρωπον· αιμα εχυσε και θελει εξολοθρευθη ο ανθρωπος εκεινος εκ μεσου του λαου αυτου·
<scripture passage="Lev 17:5" parsed="|Lev|17|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.5" />
<sup>5</sup>δια να φερωσιν οι υιοι Ισραηλ τας θυσιας αυτων, τας οποιας θυσιαζουσιν εν τη πεδιαδι, και να προσφερωσιν αυτας προς τον Κυριον εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου προς τον ιερεα και να θυσιαζωσιν αυτας εις προσφορας ειρηνικας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 17:6" parsed="|Lev|17|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.6" />
<sup>6</sup>Και θελει ραντισει ο ιερευς το αιμα επι το θυσιαστηριον του Κυριου εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και θελει καυσει το στεαρ εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 17:7" parsed="|Lev|17|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.7" />
<sup>7</sup>Και δεν θελουσι θυσιασει πλεον τας θυσιας αυτων εις τους δαιμονας, κατοπιν των οποιων αυτοι πορνευουσι· τουτο θελει εισθαι εις αυτους νομιμον αιωνιον εις τας γενεας αυτων.
<scripture passage="Lev 17:8" parsed="|Lev|17|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις ειπει προς αυτους, Οστις ανθρωπος εκ του οικου Ισραηλ η εκ των ξενων των παροικουντων μεταξυ σας προσφερη ολοκαυτωμα η θυσιαν,
<scripture passage="Lev 17:9" parsed="|Lev|17|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.9" />
<sup>9</sup>και εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου δεν φερη αυτο, δια να προσφερη αυτο προς τον Κυριον, θελει εξολοθρευθη ο ανθρωπος εκεινος εκ μεσου του λαου αυτου.
<scripture passage="Lev 17:10" parsed="|Lev|17|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.10" />
<sup>10</sup>Και οστις ανθρωπος εκ του οικου Ισραηλ η εκ των ξενων των παροικουντων μεταξυ σας φαγη οιονδηποτε αιμα, θελω στησει το προσωπον μου εναντιον εκεινης της ψυχης ητις τρωγει το αιμα, και θελω εξολοθρευσει αυτην εκ μεσου του λαου αυτης·
<scripture passage="Lev 17:11" parsed="|Lev|17|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.11" />
<sup>11</sup>διοτι η ζωη της σαρκος ειναι εν τω αιματι και εγω εδωκα αυτο εις εσας, δια να καμνητε εξιλεωσιν υπερ των ψυχων σας επι του θυσιαστηριου· διοτι το αιμα τουτο καμνει εξιλασμον υπερ της ψυχης.
<scripture passage="Lev 17:12" parsed="|Lev|17|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο ειπα προς τους υιους Ισραηλ, Ουδεμια ψυχη απο σας θελει φαγει αιμα· ουδε ο ξενος, ο παροικων μεταξυ σας, θελει φαγει αιμα.
<scripture passage="Lev 17:13" parsed="|Lev|17|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.13" />
<sup>13</sup>Και οστις ανθρωπος εκ των υιων Ισραηλ η εκ των ξενων των παροικουντων μεταξυ σας, κυνηγηση και πιαση ζωον η πτηνον, το οποιον τρωγεται, θελει χυσει το αιμα αυτου και θελει σκεπασει αυτο με χωμα.
<scripture passage="Lev 17:14" parsed="|Lev|17|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.14" />
<sup>14</sup>Διοτι η ζωη πασης σαρκος ειναι το αιμα αυτης· δια την ζωην αυτης ειναι· οθεν ειπα προς τους υιους Ισραηλ, Δεν θελετε φαγει αιμα ουδεμιας σαρκος· διοτι η ζωη πασης σαρκος ειναι το αιμα αυτης· πας ο τρωγων αυτο θελει εξολοθρευθη.
<scripture passage="Lev 17:15" parsed="|Lev|17|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.15" />
<sup>15</sup>Και πασα ψυχη, ητις φαγη θνησιμαιον η διεσπαραγμενον υπο θηριου, αυτοχθων η ξενος, θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· τοτε θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Lev 17:16" parsed="|Lev|17|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.17.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' εαν δεν πλυνη αυτα μηδε λουση το σωμα αυτου, τοτε θελει βαστασει την ανομιαν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 18" progress="10.91%" prev="Lev.17" next="Lev.19" id="Lev.18">
<h3 id="Lev.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Lev.18-p1">
<scripture passage="Lev 18:1" parsed="|Lev|18|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 18:2" parsed="|Lev|18|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Εγω ειμαι Κυριος, ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 18:3" parsed="|Lev|18|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.3" />
<sup>3</sup>Κατα τας πραξεις της γης Αιγυπτου, εν η κατωκησατε, δεν θελετε πραξει και κατα τας πραξεις της γης Χανααν, εις την οποιαν εγω σας φερω, δεν θελετε πραξει και κατα τα νομιμα αυτων δεν θελετε περιπατησει.
<scripture passage="Lev 18:4" parsed="|Lev|18|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.4" />
<sup>4</sup>Τας κρισεις μου θελετε καμει και τα προσταγματα μου θελετε φυλαττει, δια να περιπατητε εις αυτα. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 18:5" parsed="|Lev|18|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.5" />
<sup>5</sup>Θελετε φυλαττει λοιπον τα προσταγματα μου και τας κρισεις μου· τα οποια καμνων ο ανθρωπος, θελει ζησει δι' αυτων. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 18:6" parsed="|Lev|18|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.6" />
<sup>6</sup>Ουδεις ανθρωπος θελει πλησιασει εις ουδενα συγγενη αυτου κατα σαρκα, δια να αποκαλυψη την ασχημοσυνην αυτου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 18:7" parsed="|Lev|18|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.7" />
<sup>7</sup>Ασχημοσυνην πατρος σου, η ασχημοσυνην μητρος σου δεν θελεις αποκαλυψει· ειναι μητηρ σου· δεν θελεις αποκαλυψει την ασχημοσυνην αυτης.
<scripture passage="Lev 18:8" parsed="|Lev|18|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.8" />
<sup>8</sup>Ασχημοσυνην γυναικος του πατρος σου δεν θελεις αποκαλυψει· ειναι ασχημοσυνη του πατρος σου.
<scripture passage="Lev 18:9" parsed="|Lev|18|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.9" />
<sup>9</sup>Ασχημοσυνην αδελφης σου θυγατρος του πατρος σου η θυγατρος της μητρος σου, γεννημενης εν τη οικια η γεννημενης εξω, τουτων την ασχημοσυνην δεν θελεις αποκαλυψει.
<scripture passage="Lev 18:10" parsed="|Lev|18|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.10" />
<sup>10</sup>Ασχημοσυνην θυγατρος του υιου σου η θυγατρος της θυγατρος σου, τουτων την ασχημοσυνην δεν θελεις αποκαλυψει διοτι ιδικη σου ειναι η ασχημοσυνη αυτων.
<scripture passage="Lev 18:11" parsed="|Lev|18|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.11" />
<sup>11</sup>Ασχημοσυνην θυγατρος της γυναικος του πατρος σου, γεννημενης απο του πατρος σου, ητις ειναι αδελφη σου, δεν θελεις αποκαλυψει την ασχημοσυνην αυτης.
<scripture passage="Lev 18:12" parsed="|Lev|18|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.12" />
<sup>12</sup>Ασχημοσυνην αδελφης του πατρος σου δεν θελεις αποκαλυψει ειναι στενη συγγενης του πατρος σου.
<scripture passage="Lev 18:13" parsed="|Lev|18|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.13" />
<sup>13</sup>Ασχημοσυνην αδελφης της μητρος σου δεν θελεις αποκαλυψει· διοτι ειναι στενη συγγενης της μητρος σου.
<scripture passage="Lev 18:14" parsed="|Lev|18|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.14" />
<sup>14</sup>Ασχημοσυνην αδελφου του πατρος σου δεν θελεις αποκαλυψει· εις την γυναικα αυτου δεν θελεις πλησιασει· ειναι θεια σου.
<scripture passage="Lev 18:15" parsed="|Lev|18|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.15" />
<sup>15</sup>Ασχημοσυνην νυμφης σου δεν θελεις αποκαλυψει· ειναι γυνη του υιου σου· δεν θελεις αποκαλυψει την ασχημοσυνην αυτης.
<scripture passage="Lev 18:16" parsed="|Lev|18|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.16" />
<sup>16</sup>Ασχημοσυνην αδελφου σου δεν θελεις αποκαλυψει· ειναι η ασχημοσυνη του αδελφου σου.
<scripture passage="Lev 18:17" parsed="|Lev|18|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.17" />
<sup>17</sup>Ασχημοσυνην γυναικος και της θυγατρος αυτης δεν θελεις αποκαλυψει ουδε θελεις λαβει την θυγατερα του υιου αυτης η την θυγατερα της θυγατρος αυτης, δια να αποκαλυψης την ασχημοσυνην αυτης· ειναι στεναι συγγενεις αυτης· ειναι ασεβημα.
<scripture passage="Lev 18:18" parsed="|Lev|18|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.18" />
<sup>18</sup>Και γυναικα προς τη αδελφη αυτης αντιζηλον δεν θελεις λαβει, δια να αποκαλυψης την ασχημοσυνην αυτης προς τη αλλη, εν οσω ζη.
<scripture passage="Lev 18:19" parsed="|Lev|18|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.19" />
<sup>19</sup>Και εις γυναικα, εν καιρω αποχωρισμου δια την ακαθαρσιαν αυτης δεν θελεις πλησιασει δια να αποκαλυψης την ασχημοσυνην αυτης.
<scripture passage="Lev 18:20" parsed="|Lev|18|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.20" />
<sup>20</sup>Και μετα της γυναικος του πλησιον σου δεν θελεις συνουσιασθη, δια να μιανθης μετ' αυτης.
<scripture passage="Lev 18:21" parsed="|Lev|18|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.21" />
<sup>21</sup>Και δεν θελεις αφησει τινα εκ του σπερματος σου να περαση δια του πυρος εις τον Μολοχ και δεν θελεις βεβηλωσει το ονομα του Θεου σου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 18:22" parsed="|Lev|18|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.22" />
<sup>22</sup>Και μετα αρρενος δεν θελεις συνουσιασθη, ως μετα γυναικος· ειναι βδελυγμα.
<scripture passage="Lev 18:23" parsed="|Lev|18|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.23" />
<sup>23</sup>Ουδε θελεις συνουσιασθη μετ' ουδενος κτηνους, δια να μιανθης μετ' αυτου· ουδε γυνη θελει σταθη εμπροσθεν κτηνους, δια να βατευθη· ειναι μυσαρον.
<scripture passage="Lev 18:24" parsed="|Lev|18|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.24" />
<sup>24</sup>Μη μιαινεσθε εις ουδεν εκ τουτων· διοτι εις παντα ταυτα εμιανθησαν τα εθνη, τα οποια εγω εκδιωκω απ' εμπροσθεν σας·
<scripture passage="Lev 18:25" parsed="|Lev|18|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.25" />
<sup>25</sup>και εμιανθη η γη· δια τουτο ανταποδιδω την ανομιαν αυτης επ' αυτην, και η γη θελει εξεμεσει τους κατοικους αυτης.
<scripture passage="Lev 18:26" parsed="|Lev|18|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.26" />
<sup>26</sup>Σεις λοιπον θελετε φυλαξει τα προσταγματα μου και τας κρισεις μου και δεν θελετε πραττει ουδεν εκ παντων των βδελυγματων τουτων, ο αυτοχθων η ο ξενος ο παροικων μεταξυ σας·
<scripture passage="Lev 18:27" parsed="|Lev|18|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.27" />
<sup>27</sup>διοτι παντα τα βδελυγματα ταυτα επραξαν οι ανθρωποι της γης, οι προ υμων, και εμιανθη η γη·
<scripture passage="Lev 18:28" parsed="|Lev|18|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.28" />
<sup>28</sup>δια να μη σας εξεμεση η γη, οταν μιανητε αυτην, καθως εξημεσε τα εθνη τα προ υμων.
<scripture passage="Lev 18:29" parsed="|Lev|18|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.29" />
<sup>29</sup>Διοτι πας οστις πραξη τι εκ των βδελυγματων τουτων, αι ψυχαι αιτινες ηθελον πραξει αυτα θελουσιν εξολοθρευθη εκ μεσου του λαου αυτων.
<scripture passage="Lev 18:30" parsed="|Lev|18|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.18.30" />
<sup>30</sup>Οθεν θελετε φυλαττει τα προσταγματα μου, ωστε να μη πραξητε μηδεν εκ των βδελυρων τουτων νομιμων, τα οποια επραχθησαν προ υμων, και να μη μιανθητε εις αυτα. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 19" progress="11.00%" prev="Lev.18" next="Lev.20" id="Lev.19">
<h3 id="Lev.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Lev.19-p1">
<scripture passage="Lev 19:1" parsed="|Lev|19|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 19:2" parsed="|Lev|19|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Αγιοι θελετε εισθαι· διοτι αγιος ειμαι εγω Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:3" parsed="|Lev|19|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.3" />
<sup>3</sup>Θελετε φοβεισθαι εκαστος την μητερα αυτου και τον πατερα αυτου· και τα σαββατα μου θελετε φυλαττει. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:4" parsed="|Lev|19|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.4" />
<sup>4</sup>Μη στραφητε εις ειδωλα μηδε καμητε εις εαυτους θεους χωνευτους. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:5" parsed="|Lev|19|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.5" />
<sup>5</sup>Και οταν προσφερητε θυσιαν ειρηνικης προσφορας προς τον Κυριον, αυτοπροαιρετως θελετε προσφερει αυτην.
<scripture passage="Lev 19:6" parsed="|Lev|19|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.6" />
<sup>6</sup>Θελει τρωγεσθαι την ημεραν καθ' ην προσφερετε αυτην, και την επαυριον· εαν δε μεινη τι εως της τριτης ημερας, με πυρ θελει κατακαυθη.
<scripture passage="Lev 19:7" parsed="|Lev|19|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.7" />
<sup>7</sup>Εαν δε ποτε φαγωθη την ημεραν την τριτην, ειναι βδελυκτον· δεν θελει εισθαι ευπροσδεκτος.
<scripture passage="Lev 19:8" parsed="|Lev|19|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο οστις φαγη αυτην, θελει βαστασει την ανομιαν αυτου, διοτι εβεβηλωσε τα αγια του Κυριου· και η ψυχη αυτη θελει εξολοθρευθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 19:9" parsed="|Lev|19|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.9" />
<sup>9</sup>Και οταν θεριζητε τον θερισμον της γης σας, δεν θελεις θερισει ολοκληρως τας ακρας του αγρου σου και τα αποπιπτοντα του θερισμου σου δεν θελεις συλλεξει.
<scripture passage="Lev 19:10" parsed="|Lev|19|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.10" />
<sup>10</sup>Και τον αμπελωνα σου δεν θελεις επανατρυγησει ουτε τας ρωγας του αμπελωνος σου θελεις συλλεξει· εις τον πτωχον και εις τον ξενον θελεις αφησει αυτας. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:11" parsed="|Lev|19|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.11" />
<sup>11</sup>Δεν θελετε κλεπτει ουδε θελετε ψευδεσθαι ουδε θελετε απατησει εκαστος τον πλησιον αυτου.
<scripture passage="Lev 19:12" parsed="|Lev|19|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.12" />
<sup>12</sup>Και δεν θελετε ομνυει εις το ονομα μου ψευδως και δεν θελεις βεβηλονει το ονομα του Θεου σου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:13" parsed="|Lev|19|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.13" />
<sup>13</sup>Δεν θελεις αδικησει τον πλησιον σου ουδε θελεις αρπασει· δεν θελει διανυκτερευσει ο μισθος του μισθωτου μετα σου εως πρωι.
<scripture passage="Lev 19:14" parsed="|Lev|19|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελεις κακολογησει τον κωφον, και εμπροσθεν του τυφλου δεν θελεις βαλει προσκομμα, αλλα θελεις φοβηθη τον Θεον σου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:15" parsed="|Lev|19|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.15" />
<sup>15</sup>Δεν θελετε καμει αδικιαν εις κρισιν· δεν θελεις αποβλεψει εις προσωπον πτωχου ουδε θελεις σεβασθη προσωπον δυναστου· εν δικαιοσυνη θελεις κρινει τον πλησιον σου.
<scripture passage="Lev 19:16" parsed="|Lev|19|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.16" />
<sup>16</sup>Δεν θελεις περιφερεσθαι συκοφαντων μεταξυ του λαου σου· ουδε θελεις σηκωθη κατα του αιματος του πλησιον σου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:17" parsed="|Lev|19|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελεις μισησει τον αδελφον σου εν τη καρδια σου· θελεις ελεγξει παρρησια τον πλησιον σου και δεν θελεις υποφερει αμαρτιαν επ' αυτον.
<scripture passage="Lev 19:18" parsed="|Lev|19|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελεις εκδικεισθαι ουδε θελεις μνησικακει κατα των υιων του λαου σου· αλλα θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:19" parsed="|Lev|19|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.19" />
<sup>19</sup>Τα νομιμα μου θελετε φυλαττει· δεν θελεις καμει τα κτηνη σου να βατευωνται με ετεροειδη· εις τον αγρον σου δεν θελεις σπειρει ετεροειδη σπερματα· ουδε θελεις βαλει επανω σου ενδυμα συμμικτον εξ ετεροειδους κλωστης.
<scripture passage="Lev 19:20" parsed="|Lev|19|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.20" />
<sup>20</sup>Και εαν τις συνουσιασθη μετα γυναικος, ητις ειναι δουλη ηρραβωνισμενη μετα ανδρος και δεν ειναι εξηγορασμενη, ουδε εδοθη εις αυτην η ελευθερια, θελουσι μαστιγωθη· δεν θελουσι φονευθη, διοτι αυτη δεν ητο ελευθερα.
<scripture passage="Lev 19:21" parsed="|Lev|19|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.21" />
<sup>21</sup>Και αυτος θελει φερει την περι ανομιας προσφοραν αυτου προς τον Κυριον εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου, κριον δια προσφοραν περι ανομιας.
<scripture passage="Lev 19:22" parsed="|Lev|19|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.22" />
<sup>22</sup>Και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν περι αυτου δια του κριου της περι ανομιας προσφορας ενωπιον του Κυριου, δια την αμαρτιαν αυτου την οποιαν ημαρτησε· και θελει συγχωρηθη εις αυτον η αμαρτια αυτου την οποιαν ημαρτησε.
<scripture passage="Lev 19:23" parsed="|Lev|19|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.23" />
<sup>23</sup>Και οταν εισελθητε εις την γην και φυτευσητε παν δενδρον τροφιμον, τοτε θελετε περικαθαριζει τον καρπον αυτου ως ακαθαρτον· τρια ετη θελει εισθαι εις εσας ακαθαρτος· δεν θελει τρωγεσθαι.
<scripture passage="Lev 19:24" parsed="|Lev|19|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.24" />
<sup>24</sup>Και εις το τεταρτον ετος θελει εισθαι ολος ο καρπος αυτου αγιος εις δοξαν του Κυριου.
<scripture passage="Lev 19:25" parsed="|Lev|19|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.25" />
<sup>25</sup>Εις δε το πεμπτον ετος θελετε τρωγει τον καρπον αυτου, δια να πληθυνθη εις εσας το εισοδημα αυτου. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:26" parsed="|Lev|19|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.26" />
<sup>26</sup>Δεν θελετε τρωγει ουδεν μετα του αιματος αυτου· ουδε θελετε μεταχειριζεσθαι μαντειας ουδε θελετε προμαντευει καιρους.
<scripture passage="Lev 19:27" parsed="|Lev|19|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.27" />
<sup>27</sup>Δεν θελετε κουρευσει κυκλοειδως την κομην της κεφαλης σας ουδε θελετε φθειρει τα ακρα των πωγωνων σας.
<scripture passage="Lev 19:28" parsed="|Lev|19|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.28" />
<sup>28</sup>Δεν θελετε καμει εντομιδας εις το σωμα σας δια νεκρον, ουδε γραμματα στικτα θελετε εγχαραξει επανω σας. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:29" parsed="|Lev|19|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.29" />
<sup>29</sup>Δεν θελεις βεβηλωσει την θυγατερα σου, καθιστων αυτην πορνην· μηπως ο τοπος πεση εις πορνειαν και γεμιση ο τοπος απο ασεβειας.
<scripture passage="Lev 19:30" parsed="|Lev|19|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.30" />
<sup>30</sup>Τα σαββατα μου θελετε φυλαττει, και το αγιαστηριον μου θελετε σεβεσθαι. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:31" parsed="|Lev|19|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.31" />
<sup>31</sup>Δεν θελετε ακολουθει τους εχοντας πνευμα μαντειας ουδε θελετε προσκολληθη εις επαοιδους, ωστε να μιαινησθε δι' αυτων. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:32" parsed="|Lev|19|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.32" />
<sup>32</sup>Ενωπιον της πολιας θελεις προσηκονεσθαι και θελεις τιμησει το προσωπον του γεροντος και θελεις φοβηθη τον Θεον σου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 19:33" parsed="|Lev|19|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.33" />
<sup>33</sup>Και εαν τις ξενος παροικη μετα σου εν τη γη υμων, δεν θελετε θλιψει αυτον·
<scripture passage="Lev 19:34" parsed="|Lev|19|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.34" />
<sup>34</sup>ο ξενος, ο παροικων με σας, θελει εισθαι εις εσας ως ο αυτοχθων, και θελεις αγαπα αυτον ως σεαυτον· διοτι ξενοι εσταθητε εν γη Αιγυπτου. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 19:35" parsed="|Lev|19|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.35" />
<sup>35</sup>Δεν θελετε πραξει αδικιαν εις κρισιν, εις μετρα, εις σταθμα και εις ζυγια·
<scripture passage="Lev 19:36" parsed="|Lev|19|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.36" />
<sup>36</sup>ζυγια δικαια σταθμα δικαια, εφα δικαιον, και ιν δικαιον, θελετε εχει. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, οστις σας εξηγαγον εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Lev 19:37" parsed="|Lev|19|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.19.37" />
<sup>37</sup>Θελετε φυλαττει λοιπον παντα τα διαταγματα μου και πασας τας κρισεις μου και θελετε καμνει αυτα. Εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 20" progress="11.12%" prev="Lev.19" next="Lev.21" id="Lev.20">
<h3 id="Lev.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Lev.20-p1">
<scripture passage="Lev 20:1" parsed="|Lev|20|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 20:2" parsed="|Lev|20|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.2" />
<sup>2</sup>Και προς τους υιους Ισραηλ θελεις ειπει, Οστις εκ των υιων Ισραηλ η εκ των ξενων των παροικουντων εν τω Ισραηλ δωση απο του σπερματος αυτου εις τον Μολοχ, θελει εξαπαντος θανατωθη· ο λαος του τοπου θελει λιθοβολησει αυτον με λιθους.
<scripture passage="Lev 20:3" parsed="|Lev|20|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.3" />
<sup>3</sup>Και εγω θελω επιστησει το προσωπον μου κατα του ανθρωπου εκεινου και θελω εξολοθρευσει αυτον εκ μεσου του λαου αυτου· διοτι απο του σπερματος αυτου εδωκεν εις τον Μολοχ, δια να μιανη το αγιαστηριον μου και να βεβηλωση το ονομα μου το αγιον.
<scripture passage="Lev 20:4" parsed="|Lev|20|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.4" />
<sup>4</sup>Εαν δε ο λαος του τοπου παραβλεψη με τους οφθαλμους αυτου τον ανθρωπον εκεινον, οταν διδη απο του σπερματος αυτου εις τον Μολοχ, και δεν φονευση αυτον,
<scripture passage="Lev 20:5" parsed="|Lev|20|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.5" />
<sup>5</sup>τοτε θελω επιστησει εγω το προσωπον μου κατα του ανθρωπου εκεινου και κατα της συγγενειας αυτου· και θελω εξολοθρευσει εκ μεσου του λαου αυτου αυτον, και παντας τους ακολουθουντας αυτον εις την πορνειαν, δια να πορνευωσι κατοπιν του Μολοχ.
<scripture passage="Lev 20:6" parsed="|Lev|20|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.6" />
<sup>6</sup>Και ψυχη, ητις ακολουθηση τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους επαοιδους, δια να πορνευη κατοπιν αυτων, θελω επιστησει το προσωπον μου κατα της ψυχης εκεινης, και θελω εξολοθρευσει αυτην εκ μεσου του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 20:7" parsed="|Lev|20|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.7" />
<sup>7</sup>Αγιασθητε λοιπον και γινεσθε αγιοι διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας·
<scripture passage="Lev 20:8" parsed="|Lev|20|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.8" />
<sup>8</sup>Και θελετε φυλαττει τα διαταγματα μου και θελετε εκτελει αυτα. Εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων υμας.
<scripture passage="Lev 20:9" parsed="|Lev|20|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.9" />
<sup>9</sup>Πας ανθρωπος, οστις κακολογηση τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου, εξαπαντος θελει θανατωθη· τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου, εκακολογησε· το αιμα αυτου θελει εισθαι επ' αυτον.
<scripture passage="Lev 20:10" parsed="|Lev|20|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.10" />
<sup>10</sup>Και ανθρωπος, οστις μοιχευση την γυναικα τινος, οστις μοιχευση την γυναικα του πλησιον αυτου, εξαπαντος θελει θανατωθη, ο μοιχευων και η μοιχευομενη.
<scripture passage="Lev 20:11" parsed="|Lev|20|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.11" />
<sup>11</sup>Και ανθρωπος, οστις κοιμηθη μετα της γυναικος του πατρος αυτου, την ασχημοσυνην του πατρος αυτου απεκαλυψεν· εξαπαντος θελουσι θανατωθη αμφοτεροι· το αιμα αυτων θελει εισθαι επ' αυτους.
<scripture passage="Lev 20:12" parsed="|Lev|20|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.12" />
<sup>12</sup>Και εαν τις κοιμηθη μετα της νυμφης αυτου, εξαπαντος θελουσι θανατωθη αμφοτεροι· συγχυσιν επραξαν· το αιμα αυτων θελει εισθαι επ' αυτους.
<scripture passage="Lev 20:13" parsed="|Lev|20|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.13" />
<sup>13</sup>Εαν δε τις κοιμηθη μετα αρρενος, καθως κοιμαται μετα γυναικος, βδελυγμα επραξαν αμφοτεροι· εξαπαντος θελουσι θανατωθη· το αιμα αυτων θελει εισθαι επ' αυτους.
<scripture passage="Lev 20:14" parsed="|Lev|20|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.14" />
<sup>14</sup>Και εαν τις λαβη γυναικα και την μητερα αυτης, ειναι ανομια· εν πυρι θελουσι καυθη, αυτος και αυται, και δεν θελει εισθαι ανομια μεταξυ σας.
<scripture passage="Lev 20:15" parsed="|Lev|20|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.15" />
<sup>15</sup>Και εαν τις συνουσιασθη μετα κτηνους, εξαπαντος θελει θανατωθη· και το κτηνος θελετε φονευσει.
<scripture passage="Lev 20:16" parsed="|Lev|20|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.16" />
<sup>16</sup>Και η γυνη, ητις πλησιαση εις οιονδηποτε κτηνος δια να βατευθη, θελεις φονευσει την γυναικα και το κτηνος· εξαπαντος θελουσι θανατωθη· το αιμα αυτων θελει εισθαι επ' αυτους.
<scripture passage="Lev 20:17" parsed="|Lev|20|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.17" />
<sup>17</sup>Και εαν τις λαβη την αδελφην αυτου, την θυγατερα του πατρος αυτου η την θυγατερα της μητρος αυτου, και ιδη την ασχημοσυνην αυτης και αυτη ιδη την ασχημοσυνην εκεινου, ειναι αισχρον· και θελουσιν εξολοθρευθη εμπροσθεν του λαου αυτων· την ασχημοσυνην της αδελφης αυτου απεκαλυψε· την ανομιαν αυτου θελει βαστασει.
<scripture passage="Lev 20:18" parsed="|Lev|20|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.18" />
<sup>18</sup>Και ανθρωπος, οστις κοιμηθη μετα γυναικος εχουσης τα γυναικεια αυτης και αποκαλυψη την ασχημοσυνην αυτης, ουτος την πηγην αυτης εξεσκεπασε και αυτη την πηγην του αιματος αυτης απεκαλυψεν· οθεν αμφοτεροι θελουσιν εξολοθρευθη εκ μεσου του λαου αυτων.
<scripture passage="Lev 20:19" parsed="|Lev|20|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.19" />
<sup>19</sup>Και την ασχημοσυνην της αδελφης της μητρος σου η της αδελφης του πατρος σου δεν θελεις αποκαλυψει· διοτι την στενην συγγενη αυτου αποκαλυπτει· την ανομιαν αυτων θελουσι βαστασει.
<scripture passage="Lev 20:20" parsed="|Lev|20|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.20" />
<sup>20</sup>Εαν δε τις κοιμηθη μετα της θειας αυτου, την ασχημοσυνην του θειου αυτου απεκαλυψε· την αμαρτιαν αυτων θελουσι βαστασει· ατεκνοι θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Lev 20:21" parsed="|Lev|20|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.21" />
<sup>21</sup>Και εαν τις λαβη την γυναικα του αδελφου αυτου, ειναι ακαθαρσια· την ασχημοσυνην του αδελφου αυτου απεκαλυψεν· ατεκνοι θελουσι μεινει.
<scripture passage="Lev 20:22" parsed="|Lev|20|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.22" />
<sup>22</sup>Θελετε λοιπον φυλαττει παντα τα διαταγματα μου και πασας τας κρισεις μου, και θελετε καμνει αυτα· δια να μη σας εξεμεση η γη, οπου εγω σας φερω δια να κατοικησητε εν αυτη.
<scripture passage="Lev 20:23" parsed="|Lev|20|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.23" />
<sup>23</sup>Και δεν θελετε περιπατει κατα τα νομιμα των εθνων, τα οποια εγω εκδιωκω απ' εμπροσθεν σας· διοτι παντα ταυτα επραξαν, οθεν εβδελυχθην αυτους.
<scripture passage="Lev 20:24" parsed="|Lev|20|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.24" />
<sup>24</sup>Και ειπα προς εσας, Σεις θελετε κληρονομησει την γην αυτων, και εγω θελω δωσει αυτην εις εσας προς ιδιοκτησιαν, γην ρεουσαν γαλα και μελι. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, οστις σας απεχωρισα απο των λαων.
<scripture passage="Lev 20:25" parsed="|Lev|20|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο θελετε αποχωρισει τα κτηνη τα καθαρα απο των ακαθαρτων και τα πτηνα τα ακαθαρτα απο των καθαρων· και δεν θελετε μιανει τας ψυχας σας με τα κτηνη η με τα πτηνα η με παν ο, τι ερπει επι της γης, τα οποια εγω απεχωρισα εις σας ως ακαθαρτα.
<scripture passage="Lev 20:26" parsed="|Lev|20|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.26" />
<sup>26</sup>Και θελετε εισθαι αγιοι εις εμε· διοτι αγιος ειμαι εγω ο Κυριος και σας απεχωρισα απο των λαων, δια να ησθε εμου.
<scripture passage="Lev 20:27" parsed="|Lev|20|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.20.27" />
<sup>27</sup>Και ανηρ η γυνη, ητις εχει πνευμα μαντειας, η ειναι επαοιδος, εξαπαντος θελει θανατωθη· με λιθους θελουσι λιθοβολησει αυτους· το αιμα αυτων θελει εισθαι επ' αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 21" progress="11.23%" prev="Lev.20" next="Lev.22" id="Lev.21">
<h3 id="Lev.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Lev.21-p1">
<scripture passage="Lev 21:1" parsed="|Lev|21|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Λαλησον προς τους ιερεις τους υιους του Ααρων, και ειπε προς αυτους, Ουδεις θελει μιανθη μεταξυ του λαου αυτου δια νεκρον·
<scripture passage="Lev 21:2" parsed="|Lev|21|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.2" />
<sup>2</sup>ει μη δια τον συγγενη αυτου τον πλησιεστερον, δια την μητερα αυτου και δια τον πατερα αυτου και δια τον υιον αυτου και δια την θυγατερα αυτου και δια τον αδελφον αυτου,
<scripture passage="Lev 21:3" parsed="|Lev|21|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.3" />
<sup>3</sup>και δια την αδελφην αυτου, παρθενον ουσαν, την πλησιεστατην εις αυτον, ητις δεν ελαβεν ανδρα· δια ταυτην δυναται να μιανθη.
<scripture passage="Lev 21:4" parsed="|Lev|21|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελει μιανθη αρχηγος ων του λαου αυτου, ωστε να βεβηλωση εαυτον.
<scripture passage="Lev 21:5" parsed="|Lev|21|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.5" />
<sup>5</sup>Δεν θελουσι φαλακρωσει την κεφαλην αυτων ουδε θελουσι ξυρισει τα πλαγια των πωγωνων αυτων ουδε θελουσι καμει εντομιδας επι τας σαρκας αυτων.
<scripture passage="Lev 21:6" parsed="|Lev|21|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.6" />
<sup>6</sup>Αγιοι θελουσιν εισθαι εις τον Θεον αυτων και δεν θελουσι βεβηλωσει το ονομα του Θεου αυτων· διοτι τας δια πυρος γινομενας προσφορας του Κυριου, τον αρτον του Θεου αυτων, προσφερουσι δια τουτο θελουσιν εισθαι αγιοι.
<scripture passage="Lev 21:7" parsed="|Lev|21|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.7" />
<sup>7</sup>Γυναικα πορνην και βεβηλωμενην δεν θελουσι λαβει ουδε γυναικα αποβεβλημενην απο του ανδρος αυτης θελουσι λαβει· διοτι ο ιερευς ειναι αγιος εις τον Θεον αυτου.
<scripture passage="Lev 21:8" parsed="|Lev|21|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.8" />
<sup>8</sup>Θελεις λοιπον αγιασει αυτον· διοτι αυτος τον αρτον του Θεου σου προσφερει· αγιος θελει εισθαι εις σε· διοτι αγιος ειμαι εγω ο Κυριος, ο αγιαζων υμας.
<scripture passage="Lev 21:9" parsed="|Lev|21|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.9" />
<sup>9</sup>Και θυγατηρ ιερεως τινος, εαν βεβηλωθη δια πορνειας, τον πατερα αυτης αυτη βεβηλονει· εν πυρι θελει κατακαυθη.
<scripture passage="Lev 21:10" parsed="|Lev|21|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.10" />
<sup>10</sup>Και ο ιερευς ο μεγας μεταξυ των αδελφων αυτου, επι την κεφαλην του οποιου εχυθη το ελαιον του χρισματος, και οστις καθιερωθη δια να ενδυηται τας ιερας στολας, την κεφαλην αυτου δεν θελει αποκαλυψει, ουδε τα ιματια αυτου θελει διασχισει·
<scripture passage="Lev 21:11" parsed="|Lev|21|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.11" />
<sup>11</sup>και εις ουδεν σωμα νεκρον θελει εισελθει ουδε δια τον πατερα αυτου η δια την μητερα αυτου θελει μιανθη.
<scripture passage="Lev 21:12" parsed="|Lev|21|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.12" />
<sup>12</sup>Και εκ του αγιαστηριου δεν θελει εξελθει ουδε θελει βεβηλωσει το αγιαστηριον του Θεου αυτου· διοτι το αγιον ελαιον του χρισματος του Θεου αυτου ειναι επ' αυτον. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 21:13" parsed="|Lev|21|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.13" />
<sup>13</sup>Και ουτος θελει λαβει γυναικα παρθενον·
<scripture passage="Lev 21:14" parsed="|Lev|21|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.14" />
<sup>14</sup>χηραν η αποβεβλημενην η βεβηλον η πορνην, ταυτας δεν θελει λαβει· αλλα παρθενον εκ του λαου αυτου θελει λαβει εις γυναικα.
<scripture passage="Lev 21:15" parsed="|Lev|21|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.15" />
<sup>15</sup>Και δεν θελει βεβηλωσει το σπερμα αυτου μεταξυ του λαου αυτου· διοτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων αυτον.
<scripture passage="Lev 21:16" parsed="|Lev|21|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.16" />
<sup>16</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 21:17" parsed="|Lev|21|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.17" />
<sup>17</sup>Ειπε προς τον Ααρων, λεγων, Οστις εκ του σπερματος σου εις τας γενεας αυτων εχει μωμον, ας μη πλησιαση δια να προσφερη τον αρτον του Θεου αυτου·
<scripture passage="Lev 21:18" parsed="|Lev|21|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.18" />
<sup>18</sup>διοτι πας οστις εχει μωμον δεν θελει πλησιασει· ανθρωπος τυφλος, η χωλος, η κολοβομυττης, η εχων τι περιττον,
<scripture passage="Lev 21:19" parsed="|Lev|21|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.19" />
<sup>19</sup>η ανθρωπος οστις εχει συντριμμα ποδος, η συντριμμα χειρος,
<scripture passage="Lev 21:20" parsed="|Lev|21|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.20" />
<sup>20</sup>η ειναι κυρτος, η πολυ ισχνος, η οστις εχει βεβλαμμενους τους οφθαλμους, η εχει ψωραν ξηραν, η λειχηνα, η ειναι εσπασμενος·
<scripture passage="Lev 21:21" parsed="|Lev|21|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.21" />
<sup>21</sup>ουδεις ανθρωπος εκ του σπερματος του Ααρων του ιερεως, οστις εχει μωμον, θελει πλησιασει δια να προσφερη τας δια πυρος γινομενας προσφορας εις τον Κυριον· μωμον εχει· δεν θελει πλησιασει δια να προσφερη τον αρτον του Θεου αυτου.
<scripture passage="Lev 21:22" parsed="|Lev|21|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.22" />
<sup>22</sup>Θελει τρωγει τον αρτον του Θεου αυτου εκ των αγιωτατων, και εκ των αγιων.
<scripture passage="Lev 21:23" parsed="|Lev|21|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.23" />
<sup>23</sup>Πλην εις το καταπετασμα δεν θελει εισερχεσθαι ουδε εις το θυσιαστηριον θελει πλησιασει, διοτι εχει μωμον· δια να μη βεβηλωση το αγιαστηριον μου· διοτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων αυτους.
<scripture passage="Lev 21:24" parsed="|Lev|21|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.21.24" />
<sup>24</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης ταυτα προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου και προς παντας τους υιους Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 22" progress="11.30%" prev="Lev.21" next="Lev.23" id="Lev.22">
<h3 id="Lev.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Lev.22-p1">
<scripture passage="Lev 22:1" parsed="|Lev|22|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 22:2" parsed="|Lev|22|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.2" />
<sup>2</sup>Ειπε προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου να απεχωσιν απο των αγιων των υιων Ισραηλ, και να μη βεβηλονωσι το ονομα το αγιον μου, εις οσα αγιαζουσιν εις εμε. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 22:3" parsed="|Lev|22|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.3" />
<sup>3</sup>Ειπε προς αυτους, πας ανθρωπος εκ παντος του σπερματος σας εις τας γενεας σας, οστις πλησιαση εις τα αγια, τα οποια οι υιοι του Ισραηλ αγιαζουσιν εις τον Κυριον, εχων την ακαθαρσιαν αυτου εφ' εαυτον, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη απ' εμπροσθεν μου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 22:4" parsed="|Lev|22|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.4" />
<sup>4</sup>Οστις εκ του σπερματος του Ααρων ειναι λεπρος η εχει ρευσιν, απο των αγιων δεν θελει τρωγει, εωσου καθαρισθη. Και οστις εγγιση παν ακαθαρτον απο νεκρον η ανθρωπον εκ του οποιου εγεινε ρευσις σπερματος,
<scripture passage="Lev 22:5" parsed="|Lev|22|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.5" />
<sup>5</sup>η οστις εγγιση οιονδηποτε ερπετον, εκ του οποιου δυναται να μιανθη, η ανθρωπον, εκ του οποιου δυναται να μιανθη, οποιαδηποτε ειναι η ακαθαρσια αυτου·
<scripture passage="Lev 22:6" parsed="|Lev|22|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.6" />
<sup>6</sup>η ψυχη, ητις εγγιση αυτα, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· και δεν θελει φαγει απο των αγιων· εαν μη λουση το σωμα αυτου εν υδατι.
<scripture passage="Lev 22:7" parsed="|Lev|22|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.7" />
<sup>7</sup>Και αφου δυση ο ηλιος θελει εισθαι καθαρος, και επειτα θελει φαγει απο των αγιων· διοτι ειναι η τροφη αυτου.
<scripture passage="Lev 22:8" parsed="|Lev|22|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.8" />
<sup>8</sup>Θνησιμαιον η θηριαλωτον δεν θελει φαγει, ωστε να μιανθη εν αυτοις. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 22:9" parsed="|Lev|22|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.9" />
<sup>9</sup>Οθεν θελουσι φυλαττει τα διαταγματα μου, δια να μη βαστασωσιν αμαρτιαν εκ τουτου και αποθανωσι δι' αυτο, εαν βεβηλωσωσιν αυτα. Εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων αυτους.
<scripture passage="Lev 22:10" parsed="|Lev|22|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.10" />
<sup>10</sup>Και ουδεις αλλογενης θελει φαγει απο των αγιων· συγκατοικος του ιερεως η μισθωτος δεν θελει φαγει απο των αγιων.
<scripture passage="Lev 22:11" parsed="|Lev|22|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' εαν ο ιερευς αγοραση ψυχην δια του αργυριου αυτου, ουτος θελει τρωγει εξ αυτων, καθως και ο γεννηθεις εν τη οικια αυτου· ουτοι θελουσι τρωγει απο του αρτου αυτου.
<scripture passage="Lev 22:12" parsed="|Lev|22|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.12" />
<sup>12</sup>Και η θυγατηρ του ιερεως, αν ηναι νενυμφευμενη μετα ανδρος ξενου, αυτη δεν θελει τρωγει απο των αγιων των προσφορων.
<scripture passage="Lev 22:13" parsed="|Lev|22|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' εαν η θυγατηρ του ιερεως χηρευση η αποβληθη και δεν εχη τεκνον και επιστρεψη εις τον πατρικον αυτης οικον, καθως ευρισκετο εν τη νεοτητι αυτης, θελει τρωγει απο του αρτου του πατρος αυτης· ουδεις ομως ξενος θελει φαγει απ' αυτου.
<scripture passage="Lev 22:14" parsed="|Lev|22|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.14" />
<sup>14</sup>Εαν δε ανθρωπος τις φαγη απο των αγιων εξ αγνοιας, τοτε θελει προσθεσει το πεμπτον τουτου εις αυτο, και θελει αποδωσει εις τον ιερεα το αγιον.
<scripture passage="Lev 22:15" parsed="|Lev|22|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.15" />
<sup>15</sup>Και δεν θελουσι βεβηλωσει τα αγια των υιων Ισραηλ, τα οποια προσφερουσιν εις τον Κυριον,
<scripture passage="Lev 22:16" parsed="|Lev|22|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.16" />
<sup>16</sup>και δεν θελουσιν αναλαβει εφ' εαυτους ανομιαν παραβασεως, τρωγοντες τα αγια αυτων· διοτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων αυτους.
<scripture passage="Lev 22:17" parsed="|Lev|22|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.17" />
<sup>17</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 22:18" parsed="|Lev|22|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.18" />
<sup>18</sup>Λαλησον προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου και προς παντας τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Πας ανθρωπος εκ του οικου Ισραηλ η εκ των ξενων των εν τω Ισραηλ, οστις προσφερη το δωρον αυτου, κατα πασας τας ευχας αυτων η κατα πασας τας αυτοπροαιρετους προσφορας αυτων, τας οποιας προσφερουσιν εις τον Κυριον δια ολοκαυτωμα,
<scripture passage="Lev 22:19" parsed="|Lev|22|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.19" />
<sup>19</sup>θελετε προσφερει, δια να ησθε δεκτοι, αρσενικον αμωμον εκ των βοων, εκ των προβατων η εκ των αιγων.
<scripture passage="Lev 22:20" parsed="|Lev|22|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.20" />
<sup>20</sup>παν ο, τι εχει μωμον, δεν θελετε προσφερει διοτι δεν θελει εισθαι δεκτον δια σας.
<scripture passage="Lev 22:21" parsed="|Lev|22|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.21" />
<sup>21</sup>Και οστις προσφερει θυσιαν ειρηνικης προσφορας εις τον Κυριον δια να εκπληρωση ευχην, η προσφοραν αυτοπροαιρετον, εκ των βοων η εκ των προβατων, θελει εισθαι αμωμον δια να ηναι δεκτον· ουδεις μωμος θελει εισθαι εις αυτο.
<scripture passage="Lev 22:22" parsed="|Lev|22|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.22" />
<sup>22</sup>Τυφλον, η συντετριμμενον, η κολοβον, η εχον εξογκωμα, η ψωραν ξηραν, η λειχηνας, ταυτα δεν θελετε προσφερει εις τον Κυριον, ουδε θελετε καμει εξ αυτων προσφοραν δια πυρος εις τον Κυριον επι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Lev 22:23" parsed="|Lev|22|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.23" />
<sup>23</sup>Μοσχον δε η προβατον, το οποιον εχει τι περιττον η κολοβον, δυνασαι να προσφερης αυτο δια προσφοραν αυτοπροαιρετον· δι' ευχην ομως δεν θελει εισθαι δεκτον.
<scripture passage="Lev 22:24" parsed="|Lev|22|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.24" />
<sup>24</sup>Θλαδιαν, η εκτεθλιμμενον, η εκτομιαν, η ευνουχισμενον, δεν θελετε προσφερει εις τον Κυριον· ουδε θελετε καμει τουτο εν τη γη υμων.
<scripture passage="Lev 22:25" parsed="|Lev|22|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.25" />
<sup>25</sup>Ουδε εκ χειρος αλλογενους θελετε προσφερει τον αρτον του Θεου σας εκ παντων τουτων· διοτι η διαφθορα αυτων ειναι εν αυτοις· μωμος ειναι εν αυτοις· δεν θελουσιν εισθαι δεκτα δια σας.
<scripture passage="Lev 22:26" parsed="|Lev|22|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.26" />
<sup>26</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 22:27" parsed="|Lev|22|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.27" />
<sup>27</sup>Οταν μοσχος η αρνιον η εριφιον γεννηθη, τοτε θελει εισθαι επτα ημερας υποκατω της μητρος αυτου· απο δε της ογδοης ημερας και επεκεινα θελει εισθαι δεκτον εις θυσιαν δια πυρος γινομενην εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 22:28" parsed="|Lev|22|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.28" />
<sup>28</sup>Και δαμαλιν η προβατον δεν θελετε σφαξει αυτο και το παιδιον αυτου εν μια ημερα.
<scripture passage="Lev 22:29" parsed="|Lev|22|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.29" />
<sup>29</sup>Και οταν προσφερητε θυσιαν ευχαριστιας εις τον Κυριον, θελετε προσφερει αυτην αυτοπροαιρετως.
<scripture passage="Lev 22:30" parsed="|Lev|22|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.30" />
<sup>30</sup>Την αυτην ημεραν θελει φαγωθη· δεν θελετε αφησει ουδεν εξ αυτης εως το πρωι. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 22:31" parsed="|Lev|22|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.31" />
<sup>31</sup>Θελετε λοιπον φυλαττει τας εντολας μου και θελετε εκτελει αυτας. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 22:32" parsed="|Lev|22|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.32" />
<sup>32</sup>Και δεν θελετε βεβηλονει το ονομα μου το αγιον· αλλα θελω αγιαζεσθαι μεταξυ των υιων Ισραηλ. Εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγιαζων υμας·
<scripture passage="Lev 22:33" parsed="|Lev|22|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.22.33" />
<sup>33</sup>οστις εξηγαγον υμας εκ γης Αιγυπτου, δια να ημαι Θεος υμων. Εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 23" progress="11.41%" prev="Lev.22" next="Lev.24" id="Lev.23">
<h3 id="Lev.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Lev.23-p1">
<scripture passage="Lev 23:1" parsed="|Lev|23|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 23:2" parsed="|Lev|23|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Αι εορται του Κυριου, τας οποιας θελετε διακηρυξει συγκαλεσεις αγιας, αυται ειναι αι εορται μου.
<scripture passage="Lev 23:3" parsed="|Lev|23|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.3" />
<sup>3</sup>Εξ ημερας θελεις καμνει εργασιαν, την δε εβδομην ημεραν ειναι σαββατον αναπαυσεως, συγκαλεσις αγια· ουδεμιαν εργασιαν θελετε καμει· ειναι σαββατον του Κυριου εις πασας τας κατοικιας σας.
<scripture passage="Lev 23:4" parsed="|Lev|23|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.4" />
<sup>4</sup>Αυται ειναι αι εορται του Κυριου, συγκαλεσεις αγιαι, τας οποιας θελετε διακηρυξει εν τοις καιροις αυτων.
<scripture passage="Lev 23:5" parsed="|Lev|23|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.5" />
<sup>5</sup>Τον πρωτον μηνα, την δεκατην τεταρτην του μηνος, εις το δειλινον, ειναι πασχα του Κυριου.
<scripture passage="Lev 23:6" parsed="|Lev|23|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.6" />
<sup>6</sup>Και την δεκατην πεμπτην ημεραν του αυτου μηνος, εορτη των αζυμων εις τον Κυριον· επτα ημερας αζυμα θελετε τρωγει.
<scripture passage="Lev 23:7" parsed="|Lev|23|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.7" />
<sup>7</sup>Εν τη πρωτη ημερα θελει εισθαι εις εσας συγκαλεσις αγια· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει.
<scripture passage="Lev 23:8" parsed="|Lev|23|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.8" />
<sup>8</sup>Και θελετε προσφερει προσφοραν γινομενην δια πυρος εις τον Κυριον επτα ημερας· εν τη εβδομη ημερα ειναι συγκαλεσις αγια· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει.
<scripture passage="Lev 23:9" parsed="|Lev|23|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 23:10" parsed="|Lev|23|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.10" />
<sup>10</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν εισελθητε εις την γην, την οποιαν εγω διδω εις εσας, και θερισητε τον θερισμον αυτης, τοτε θελετε φερει εν δραγμα εκ των απαρχων του θερισμου σας προς τον ιερεα·
<scripture passage="Lev 23:11" parsed="|Lev|23|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.11" />
<sup>11</sup>και θελει κινησει το δραγμα ενωπιον του Κυριου, δια να γεινη δεκτον δια σας· την επαυριον του σαββατου θελει κινησει αυτο ο ιερευς.
<scripture passage="Lev 23:12" parsed="|Lev|23|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.12" />
<sup>12</sup>Και την ημεραν εκεινην, καθ' ην κινησητε το δραγμα, θελετε προσφερει αρνιον αμωμον ενιαυσιον δια ολοκαυτωμα προς τον Κυριον·
<scripture passage="Lev 23:13" parsed="|Lev|23|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.13" />
<sup>13</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτου, δυο δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, εις προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον, εις οσμην ευωδιας· και την σπονδην αυτου, το τεταρτον του ιν οινου.
<scripture passage="Lev 23:14" parsed="|Lev|23|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.14" />
<sup>14</sup>Και αρτον η σιτον εψημενον η ασταχυα δεν θελετε φαγει, μεχρι της αυτης ταυτης ημερας καθ' ην προσφερητε το δωρον του Θεου σας· θελει εισθαι νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας κατα πασας τας κατοικιας σας.
<scripture passage="Lev 23:15" parsed="|Lev|23|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.15" />
<sup>15</sup>Και θελετε αριθμησει εις εαυτους απο της επαυριον του σαββατου, αφ' ης ημερας προσφερητε το δραγμα της κινητης προσφορας, επτα ολοκληρους εβδομαδας·
<scripture passage="Lev 23:16" parsed="|Lev|23|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.16" />
<sup>16</sup>μεχρι της επαυριον του εβδομου σαββατου θελετε αριθμησει πεντηκοντα ημερας και θελετε προσφερει νεαν προσφοραν εξ αλφιτων προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:17" parsed="|Lev|23|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.17" />
<sup>17</sup>Απο των κατοικιων σας θελετε φερει εις προσφοραν κινητην δυο αρτους· δυο δεκατα σεμιδαλεως θελουσιν εισθαι· ενζυμα θελουσιν εψηθη· πρωτογεννηματα ειναι εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:18" parsed="|Lev|23|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.18" />
<sup>18</sup>Και θελετε προσφερει μετα του αρτου επτα αρνια αμωμα ενιαυσια και ενα μοσχον εκ βοων και δυο κριους· ολοκαυτωμα θελουσιν εισθαι εις τον Κυριον μετα της εξ αλφιτων προσφορας αυτων και μετα των σπονδων αυτων, προσφορα γινομενη δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:19" parsed="|Lev|23|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.19" />
<sup>19</sup>Και θελετε προσφερει ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας και δυο αρνια ενιαυσια εις θυσιαν ειρηνικης προσφορας.
<scripture passage="Lev 23:20" parsed="|Lev|23|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.20" />
<sup>20</sup>Και θελει κινησει αυτα ο ιερευς μετα του αρτου των πρωτογεννηματων εις προσφοραν κινητην ενωπιον του Κυριου, μετα των δυο αρνιων· αγια θελουσιν εισθαι εις τον Κυριον δια τον ιερεα.
<scripture passage="Lev 23:21" parsed="|Lev|23|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.21" />
<sup>21</sup>Και θελετε διακηρυξει την αυτην εκεινην ημεραν, συγκαλεσιν αγιαν δια σας· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει θελει εισθαι νομιμον αιωνιον κατα πασας τας κατοικιας σας εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Lev 23:22" parsed="|Lev|23|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.22" />
<sup>22</sup>Και οταν θεριζητε τον θερισμον της γης σας, δεν θελεις θερισει ολοκληρως τας ακρας του αγρου σου και τα πιπτοντα του θερισμου σου δεν θελεις συλλεξει· εις τον πτωχον και εις τον ξενον θελεις αφησει αυτα. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 23:23" parsed="|Lev|23|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.23" />
<sup>23</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 23:24" parsed="|Lev|23|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.24" />
<sup>24</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Τον εβδομον μηνα, την πρωτην του μηνος, θελει εισθαι εις εσας σαββατον, μνημοσυνον μετα αλαλαγμου σαλπιγγων, συγκαλεσις αγια.
<scripture passage="Lev 23:25" parsed="|Lev|23|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.25" />
<sup>25</sup>Ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει και θελετε προσφερει προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:26" parsed="|Lev|23|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.26" />
<sup>26</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 23:27" parsed="|Lev|23|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.27" />
<sup>27</sup>Και την δεκατην του εβδομου τουτου μηνος θελει εισθαι ημερα εξιλασμου· συγκαλεσις αγια θελει εισθαι εις εσας· και θελετε ταπεινωσει τας ψυχας σας και θελετε προσφερει προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:28" parsed="|Lev|23|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.28" />
<sup>28</sup>Και ουδεμιαν εργασιαν θελετε καμει εις αυτην ταυτην την ημεραν· διοτι ειναι ημερα εξιλασμου, δια να γεινη εξιλεωσις δια σας ενωπιον Κυριου του Θεου σας.
<scripture passage="Lev 23:29" parsed="|Lev|23|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.29" />
<sup>29</sup>Επειδη πασα ψυχη, ητις δεν ταπεινωθη εις αυτην ταυτην την ημεραν, θελει εξολοθρευθη εκ του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 23:30" parsed="|Lev|23|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.30" />
<sup>30</sup>Και πασα ψυχη, ητις καμη οποιανδηποτε εργασιαν εις αυτην ταυτην την ημεραν, θελω εξολοθρευσει την ψυχην εκεινην εκ μεσου του λαου αυτης.
<scripture passage="Lev 23:31" parsed="|Lev|23|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.31" />
<sup>31</sup>Ουδεμιαν εργασιαν θελετε καμει· θελει εισθαι νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας, κατα πασας τας κατοικιας σας.
<scripture passage="Lev 23:32" parsed="|Lev|23|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.32" />
<sup>32</sup>Σαββατον αναπαυσεως θελει εισθαι δια σας, και θελετε ταπεινωσει τας ψυχας σας την εννατην του μηνος το εσπερας· απο εσπερας εως εσπερας, θελετε εορτασει το σαββατον σας.
<scripture passage="Lev 23:33" parsed="|Lev|23|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.33" />
<sup>33</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 23:34" parsed="|Lev|23|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.34" />
<sup>34</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, την δεκατην πεμπτην ημεραν του εβδομου τουτου μηνος θελει εισθαι η εορτη των σκηνων επτα ημερας εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:35" parsed="|Lev|23|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.35" />
<sup>35</sup>Την πρωτην ημεραν θελει εισθαι συγκαλεσις αγια· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει.
<scripture passage="Lev 23:36" parsed="|Lev|23|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.36" />
<sup>36</sup>Επτα ημερας θελετε προσφερει προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον· την ογδοην ημεραν θελει εισθαι εις εσας συγκαλεσις αγια, και θελετε προσφερει προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον· ειναι συναξις επισημος· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμει.
<scripture passage="Lev 23:37" parsed="|Lev|23|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.37" />
<sup>37</sup>Αυται ειναι αι εορται του Κυριου, τας οποιας θελετε διακηρυξει συγκαλεσεις αγιας, δια να προσφερητε προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον, ολοκαυτωμα και προσφοραν εξ αλφιτων, θυσιαν και σπονδας, το δι' εκαστην διωρισμενον εις την ημεραν αυτου·
<scripture passage="Lev 23:38" parsed="|Lev|23|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.38" />
<sup>38</sup>εκτος των σαββατων του Κυριου και εκτος των δωρων σας και εκτος πασων των ευχων σας και εκτος πασων των αυτοπροαιρετων προσφορων σας, τας οποιας διδετε εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 23:39" parsed="|Lev|23|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.39" />
<sup>39</sup>Και την δεκατην πεμπτην ημεραν του εβδομου μηνος, αφου συναξητε τα γεννηματα της γης, θελετε εορτασει την εορτην του Κυριου επτα ημερας· την πρωτην ημεραν θελει εισθαι αναπαυσις και την ογδοην ημεραν αναπαυσις.
<scripture passage="Lev 23:40" parsed="|Lev|23|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.40" />
<sup>40</sup>Και την πρωτην ημεραν θελετε λαβει εις εαυτους καρπον δενδρου ωραιου, κλαδους φοινικων και κλαδους δενδρων δασεων και ιτεας απο χειμαρρου· και θελετε ευφρανθη ενωπιον Κυριου του Θεου σας επτα ημερας.
<scripture passage="Lev 23:41" parsed="|Lev|23|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.41" />
<sup>41</sup>Και θελετε εορτασει αυτην εορτην εις τον Κυριον επτα ημερας του ενιαυτου· νομιμον αιωνιον θελει εισθαι εις τας γενεας σας· τον εβδομον μηνα θελετε εορταζει αυτην.
<scripture passage="Lev 23:42" parsed="|Lev|23|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.42" />
<sup>42</sup>Εν σκηναις θελετε κατοικει επτα ημερας· παντες οι αυτοχθονες Ισραηλιται θελουσι κατοικει εν σκηναις·
<scripture passage="Lev 23:43" parsed="|Lev|23|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.43" />
<sup>43</sup>δια να γνωρισωσιν αι γενεαι σας οτι εν σκηναις κατωκισα τους υιους Ισραηλ, οτε εξηγαγον αυτους εκ γης Αιγυπτου· εγω Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 23:44" parsed="|Lev|23|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.23.44" />
<sup>44</sup>Και εφανερωσεν ο Μωυσης τας εορτας του Κυριου προς τους υιους Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 24" progress="11.57%" prev="Lev.23" next="Lev.25" id="Lev.24">
<h3 id="Lev.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Lev.24-p1">
<scripture passage="Lev 24:1" parsed="|Lev|24|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 24:2" parsed="|Lev|24|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.2" />
<sup>2</sup>Προσταξον τους υιους Ισραηλ να φερωσι προς σε ελαιον καθαρον απο ελαιας κοπανισμενας δια το φως, δια να καιη ο λυχνος διαπαντος.
<scripture passage="Lev 24:3" parsed="|Lev|24|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.3" />
<sup>3</sup>Εξωθεν του καταπετασματος του μαρτυριου, εν τη σκηνη του μαρτυριου, θελει βαλει αυτον ο Ααρων απο εσπερας εως το πρωι ενωπιον του Κυριου διαπαντος· νομιμον αιωνιον θελει εισθαι εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Lev 24:4" parsed="|Lev|24|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.4" />
<sup>4</sup>Επι την λυχνιαν την καθαραν θελει διαθεσει τους λυχνους ενωπιον του Κυριου παντοτε.
<scripture passage="Lev 24:5" parsed="|Lev|24|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις λαβει σεμιδαλιν και θελεις εψησει απ' αυτης δωδεκα αρτους· δυο δεκατα θελει εισθαι εκαστος αρτος.
<scripture passage="Lev 24:6" parsed="|Lev|24|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις βαλει αυτους εις δυο σειρας, εξ κατα την σειραν, επι την τραπεζαν την καθαραν ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Lev 24:7" parsed="|Lev|24|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις βαλει εφ' εκαστην σειραν λιβανιον καθαρον, και θελει εισθαι επι τον αρτον προς μνημοσυνον, εις προσφοραν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 24:8" parsed="|Lev|24|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.8" />
<sup>8</sup>Πασαν ημεραν σαββατου θελει διαθεσει ταυτα διαπαντος ενωπιον του Κυριου, παρα των υιων Ισραηλ εις διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="Lev 24:9" parsed="|Lev|24|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.9" />
<sup>9</sup>Και θελουσιν εισθαι του Ααρων και των υιων αυτου· και θελουσι τρωγει αυτα εν τοπω αγιω διοτι ειναι αγιωτατα εις αυτον εκ των δια πυρος γινομενων προσφορων του Κυριου εις νομιμον αιωνιον.
<scripture passage="Lev 24:10" parsed="|Lev|24|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.10" />
<sup>10</sup>Και εξηλθεν υιος γυναικος τινος Ισραηλιτιδος, οστις ητο υιος ανδρος Αιγυπτιου, μεταξυ των υιων Ισραηλ· και εμαχοντο εν τω στρατοπεδω ο υιος της Ισραηλιτιδος και ανθρωπος τις Ισραηλιτης.
<scripture passage="Lev 24:11" parsed="|Lev|24|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.11" />
<sup>11</sup>Και εβλασφημησεν ο υιος της γυναικος της Ισραηλιτιδος το ονομα του Κυριου και κατηρασθη· και εφεραν αυτον προς τον Μωυσην. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Σελωμειθ, θυγατηρ του Διβρει, εκ της φυλης Δαν.
<scripture passage="Lev 24:12" parsed="|Lev|24|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.12" />
<sup>12</sup>Και εβαλον αυτον εις φυλακην, εωσου φανερωθη εις αυτους η θελησις του Κυριου.
<scripture passage="Lev 24:13" parsed="|Lev|24|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.13" />
<sup>13</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 24:14" parsed="|Lev|24|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.14" />
<sup>14</sup>Φερε εξω του στρατοπεδου εκεινον οστις κατηρασθη· και ας θεσωσι παντες οι ακουσαντες αυτον τας χειρας αυτων επι την κεφαλην αυτου, και ας λιθοβοληση αυτον πασα η συναγωγη.
<scripture passage="Lev 24:15" parsed="|Lev|24|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.15" />
<sup>15</sup>Και λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Οστις καταρασθη τον Θεον αυτου, Θελει βαστασει την ανομιαν αυτου·
<scripture passage="Lev 24:16" parsed="|Lev|24|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.16" />
<sup>16</sup>και οστις βλασφημηση το ονομα του Κυριου, εξαπαντος θελει θανατωθη· με λιθους θελει λιθοβολησει αυτον πασα η συναγωγη· αντε ξενος, αντε αυτοχθων, οταν βλασφημηση το ονομα του Κυριου, θελει θανατωθη.
<scripture passage="Lev 24:17" parsed="|Lev|24|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.17" />
<sup>17</sup>Και οστις φονευση ανθρωπον, εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Lev 24:18" parsed="|Lev|24|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.18" />
<sup>18</sup>Και οστις θανατωση κτηνος, θελει ανταποδωσει ζωον αντι ζωου.
<scripture passage="Lev 24:19" parsed="|Lev|24|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.19" />
<sup>19</sup>Και εαν τις καμη βλαβην εις τον πλησιον αυτου, καθως εκαμεν, ουτω θελει γεινει εις αυτον·
<scripture passage="Lev 24:20" parsed="|Lev|24|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.20" />
<sup>20</sup>συντριμμα αντι συντριμματος, οφθαλμον αντι οφθαλμου, οδοντα αντι οδοντος· καθως εκαμε βλαβην εις τον ανθρωπον, ουτω θελει γεινει εις αυτον.
<scripture passage="Lev 24:21" parsed="|Lev|24|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.21" />
<sup>21</sup>Και οστις θανατωση κτηνος, θελει ανταποδωσει αυτο· και οστις φονευσει ανθρωπον, θελει θανατωθη.
<scripture passage="Lev 24:22" parsed="|Lev|24|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.22" />
<sup>22</sup>Κρισις μια θελει εισθαι εις εσας· ως εις τον ξενον, ουτω θελει γινεσθαι και εις τον αυτοχθονα· διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 24:23" parsed="|Lev|24|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.24.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ, και εφεραν εξω του στρατοπεδου εκεινον οστις κατηρασθη και ελιθοβολησαν αυτον με λιθους· και οι υιοι Ισραηλ εκαμον καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 25" progress="11.64%" prev="Lev.24" next="Lev.26" id="Lev.25">
<h3 id="Lev.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Lev.25-p1">
<scripture passage="Lev 25:1" parsed="|Lev|25|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εν τω ορει Σινα, λεγων,
<scripture passage="Lev 25:2" parsed="|Lev|25|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν εισελθητε εις την γην, την οποιαν εγω διδω εις εσας, τοτε η γη θελει φυλαξει σαββατον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 25:3" parsed="|Lev|25|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.3" />
<sup>3</sup>Εξ ετη θελεις σπειρει τον αγρον σου και εξ ετη θελεις κλαδευει την αμπελον σου και θελεις συναγει τον καρπον αυτης·
<scripture passage="Lev 25:4" parsed="|Lev|25|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.4" />
<sup>4</sup>το δε εβδομον ετος θελει εισθαι σαββατον αναπαυσεως εις την γην, σαββατον δια τον Κυριον· τον αγρον σου δεν θελεις σπειρει και την αμπελον σου δεν θελεις κλαδευσει.
<scripture passage="Lev 25:5" parsed="|Lev|25|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.5" />
<sup>5</sup>Δεν θελεις θερισει τον βλαστανοντα αφ' εαυτου θερισμον σου και τα σταφυλια της ακλαδευτου αμπελου σου δεν θελεις τρυγησει ενιαυτος αναπαυσεως θελει εισθαι εις την γην·
<scripture passage="Lev 25:6" parsed="|Lev|25|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.6" />
<sup>6</sup>και το σαββατον της γης θελει εισθαι τροφη εις εσας· εις σε, και εις τον δουλον σου, και εις την δουλην σου, και εις τον μισθωτον σου, και εις τον ξενον τον παροικουντα μετα σου.
<scripture passage="Lev 25:7" parsed="|Lev|25|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.7" />
<sup>7</sup>Και εις τα κτηνη σου, και εις τα ζωα τα εν τη γη σου, θελει εισθαι ολον το προιον αυτου εις τροφην.
<scripture passage="Lev 25:8" parsed="|Lev|25|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις αριθμησει εις σεαυτον επτα εβδομαδας ετων, επτακις επτα ετη· και αι ημεραι των επτα εβδομαδων των ετων θελουσιν εισθαι εις σε τεσσαρακοντα εννεα ετη.
<scripture passage="Lev 25:9" parsed="|Lev|25|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.9" />
<sup>9</sup>Τοτε θελεις καμει να ηχηση ο αλαλαγμος της σαλπιγγος την δεκατην του εβδομου μηνος· την ημεραν του εξιλασμου θελετε καμει να ηχηση η σαλπιγξ καθ' ολην την γην σας.
<scripture passage="Lev 25:10" parsed="|Lev|25|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.10" />
<sup>10</sup>Και θελετε αγιασει το πεντηκοστον ετος και θελετε διακηρυξει αφεσιν εις την γην προς παντας τους κατοικους αυτης· ουτος θελει εισθαι ενιαυτος αφεσεως εις εσας· και θελετε επιστρεψει εκαστος εις το κτημα αυτου και θελετε επιστρεψει εκαστος εις την οικογενειαν αυτου.
<scripture passage="Lev 25:11" parsed="|Lev|25|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.11" />
<sup>11</sup>Ενιαυτος αφεσεως θελει εισθαι εις εσας το πεντηκοστον ετος· δεν θελετε σπειρει ουδε θελετε θερισει το βλαστανον αφ' εαυτου εν αυτω και δεν θελετε τρυγησει την ακλαδευτον αμπελον αυτου·
<scripture passage="Lev 25:12" parsed="|Lev|25|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.12" />
<sup>12</sup>διοτι ενιαυτος αφεσεως ειναι αγιος θελει εισθαι εις εσας· απο της πεδιαδος θελετε τρωγει το προιον αυτης.
<scripture passage="Lev 25:13" parsed="|Lev|25|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.13" />
<sup>13</sup>Εις το ετος τουτο της αφεσεως θελετε επιστρεψει εκαστος εις το κτημα αυτου.
<scripture passage="Lev 25:14" parsed="|Lev|25|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.14" />
<sup>14</sup>Και εαν πωλησης τι εις τον πλησιον σου η αγορασης παρα του πλησιον σου, ουδεις εξ υμων θελει δυναστευσει τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Lev 25:15" parsed="|Lev|25|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.15" />
<sup>15</sup>Κατα τον αριθμον των ετων μετα την αφεσιν θελεις αγορασει παρα του πλησιον σου, και κατα τον αριθμον των ετων των γεννηματων θελει πωλησει εις σε.
<scripture passage="Lev 25:16" parsed="|Lev|25|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.16" />
<sup>16</sup>Κατα το πληθος των ετων θελεις αυξησει την τιμην αυτου και κατα την ολιγοτητα των ετων θελεις ελαττωσει την τιμην αυτου· διοτι κατα τον αριθμον των ετων των γεννηματων θελει πωλησει εις σε.
<scripture passage="Lev 25:17" parsed="|Lev|25|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.17" />
<sup>17</sup>Και δεν θελετε δυναστευσει εκαστος τον πλησιον αυτου αλλα θελεις φοβηθη τον Θεον σου· διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 25:18" parsed="|Lev|25|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.18" />
<sup>18</sup>Και θελετε καμνει τα προσταγματα μου και τας κρισεις μου θελετε φυλαττει και θελετε εκτελει αυτα· και θελετε κατοικει ασφαλως επι της γης.
<scripture passage="Lev 25:19" parsed="|Lev|25|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.19" />
<sup>19</sup>Και η γη θελει διδει τους καρπους αυτης και θελετε τρωγει εις χορτασμον, και θελετε κατοικει ασφαλως επ' αυτης.
<scripture passage="Lev 25:20" parsed="|Lev|25|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.20" />
<sup>20</sup>Εαν δε ειπητε, Τι θελομεν φαγει το εβδομον ετος, αν ημεις δεν σπειρωμεν μητε συναξωμεν τα γεννηματα ημων;
<scripture passage="Lev 25:21" parsed="|Lev|25|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.21" />
<sup>21</sup>τοτε θελω προσταξει την ευλογιαν μου να ελθη εφ' υμας το εκτον ετος, και θελει καμει τα γεννηματα αυτης δια τρια ετη.
<scripture passage="Lev 25:22" parsed="|Lev|25|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.22" />
<sup>22</sup>Και θελετε σπειρει το ογδοον ετος, και θελετε τρωγει απο των παλαιων γεννηματων μεχρι του εννατου ετους· εωσου ελθωσι τα γεννηματα αυτης θελετε τρωγει παλαια.
<scripture passage="Lev 25:23" parsed="|Lev|25|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.23" />
<sup>23</sup>Και η γη δεν θελει πωλεισθαι εις απαλλοτριωσιν· διοτι ιδικη μου ειναι η γη· διοτι σεις εισθε ξενοι και παροικοι εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Lev 25:24" parsed="|Lev|25|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο καθ' ολην την γην της ιδιοκτησιας σας θελετε συγχωρει εξαγορασιν της γης.
<scripture passage="Lev 25:25" parsed="|Lev|25|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.25" />
<sup>25</sup>Εαν ο αδελφος σου πτωχευση και πωληση εκ των κτηματων αυτου και ελθη ο πλησιεστερος αυτου συγγενης δια να εξαγοραση αυτα, τοτε θελει εξαγορασει ο, τι επωλησεν ο αδελφος αυτου.
<scripture passage="Lev 25:26" parsed="|Lev|25|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.26" />
<sup>26</sup>Εαν δε ο ανθρωπος δεν εχη συγγενη δια να εξαγοραση αυτα, και ευπορησε και ευρηκεν ικανα δια να εξαγοραση αυτα,
<scripture passage="Lev 25:27" parsed="|Lev|25|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.27" />
<sup>27</sup>τοτε ας αριθμηση τα ετη της πωλησεως αυτου και ας αποδωση το περιπλεον εις τον ανθρωπον, εις τον οποιον επωλησεν αυτα, και ας επιστρεψη εις τα κτηματα αυτου.
<scripture passage="Lev 25:28" parsed="|Lev|25|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.28" />
<sup>28</sup>Αλλ' εαν δεν ηναι ικανος ωστε να δωση την τιμην εις αυτον, τοτε το πωληθεν θελει μενει εν τη χειρι του αγορασαντος αυτο μεχρι του ετους της αφεσεως· και θελει απελευθερωθη εν τη αφεσει και θελει επιστρεψει εις τα κτηματα αυτου.
<scripture passage="Lev 25:29" parsed="|Lev|25|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.29" />
<sup>29</sup>Και εαν τις πωληση οικον οικησιμον εν πολει περιτετειχισμενη, τοτε δυναται να εξαγοραση αυτον εντος ενος ετους απο της πωλησεως αυτου· εντος ενος ολοκληρου ετους δυναται να εξαγοραση αυτον.
<scripture passage="Lev 25:30" parsed="|Lev|25|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.30" />
<sup>30</sup>Αλλ' εαν δεν εξαγορασθη εωσου συμπληρωθη εις αυτον ολοκληρον το ετος, τοτε ο οικος ο εν τη περιτετειχισμενη πολει θελει κυρωθη διαπαντος εις τον αγορασαντα, εις τας γενεας αυτου· δεν θελει απελευθερωθη εν τη αφεσει.
<scripture passage="Lev 25:31" parsed="|Lev|25|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.31" />
<sup>31</sup>Αι οικιαι ομως των χωριων, τα οποια δεν ειναι περιτετειχισμενα, θελουσι λογιζεσθαι ως οι αγροι της γης· δυνανται να εξαγοραζωνται και θελουσιν απελευθερουσθαι εν τη αφεσει.
<scripture passage="Lev 25:32" parsed="|Lev|25|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.32" />
<sup>32</sup>Περι δε των πολεων των Λευιτων, αι οικιαι των πολεων της ιδιοκτησιας αυτων δυνανται να εξαγορασθωσιν υπο των Λευιτων εν παντι καιρω.
<scripture passage="Lev 25:33" parsed="|Lev|25|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.33" />
<sup>33</sup>Και εαν τις αγοραση παρα τινος των Λευιτων, τοτε η εν τη πολει της ιδιοκτησιας αυτου πωληθεισα οικια θελει απελευθερωθη εν τη αφεσει· διοτι αι οικιαι των πολεων των Λευιτων ειναι η ιδιοκτησια αυτων μεταξυ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Lev 25:34" parsed="|Lev|25|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.34" />
<sup>34</sup>Αλλ' ο αγρος των προαστειων των πολεων αυτων δεν θελει πωλεισθαι· διοτι ειναι παντοτεινη ιδιοκτησια αυτων.
<scripture passage="Lev 25:35" parsed="|Lev|25|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.35" />
<sup>35</sup>Και εαν πτωχευση ο αδελφος σου και δυστυχηση, τοτε θελεις βοηθησει αυτον ως ξενον η παροικον, δια να ζηση μετα σου.
<scripture passage="Lev 25:36" parsed="|Lev|25|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.36" />
<sup>36</sup>Μη λαβης παρ' αυτου τοκον η πλεονασμον· αλλα φοβου τον Θεον σου· δια να ζη ο αδελφος σου μετα σου.
<scripture passage="Lev 25:37" parsed="|Lev|25|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.37" />
<sup>37</sup>Το αργυριον σου δεν θελεις δωσει εις αυτον επι τοκω, και επι πλεονασμω, δεν θελεις δωσει τας τροφας σου.
<scripture passage="Lev 25:38" parsed="|Lev|25|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.38" />
<sup>38</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, οστις εξηγαγον σας εκ γης Αιγυπτου, δια να δωσω εις εσας την γην Χανααν, ωστε να ημαι Θεος σας.
<scripture passage="Lev 25:39" parsed="|Lev|25|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.39" />
<sup>39</sup>Και εαν πτωχευση ο αδελφος σου πλησιον σου και πωληθη εις σε, δεν θελεις επιβαλει εις αυτον δουλειαν δουλου.
<scripture passage="Lev 25:40" parsed="|Lev|25|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.40" />
<sup>40</sup>Ως μισθωτος η παροικος θελει εισθαι πλησιον σου· μεχρι του ετους της αφεσεως θελει δουλευει εις σε.
<scripture passage="Lev 25:41" parsed="|Lev|25|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.41" />
<sup>41</sup>Τοτε θελει εξελθει απο σου αυτος και τα τεκνα αυτου μετ' αυτου και θελει επιστρεψει εις την συγγενειαν αυτου και εις την ιδιοκτησιαν την πατρικην αυτου θελει επιστρεψει.
<scripture passage="Lev 25:42" parsed="|Lev|25|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.42" />
<sup>42</sup>Διοτι δουλοι μου ειναι ουτοι, τους το οποιους εξηγαγον εκ γης Αιγυπτου· δεν θελουσι πωλεισθαι, καθως πωλειται δουλος.
<scripture passage="Lev 25:43" parsed="|Lev|25|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.43" />
<sup>43</sup>Δεν θελεις δεσποζει επ' αυτον μετα αυστηροτητος αλλα θελεις φοβηθη τον Θεον σου.
<scripture passage="Lev 25:44" parsed="|Lev|25|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.44" />
<sup>44</sup>Ο δε δουλος σου και η δουλη σου, οσους αν εχης, απο των εθνων των περιξ υμων, εκ τουτων θελετε αγοραζει δουλον και δουλην.
<scripture passage="Lev 25:45" parsed="|Lev|25|45|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.45" />
<sup>45</sup>Και εκ των υιων ετι των ξενων των παροικουντων μεταξυ σας, εκ τουτων θελετε αγοραζει και εκ των συγγενειων αυτων αιτινες ειναι μεταξυ σας, οσοι εγεννηθησαν εν τη γη υμων· και θελουσιν εισθαι εις εσας εις ιδιοκτησιαν.
<scripture passage="Lev 25:46" parsed="|Lev|25|46|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.46" />
<sup>46</sup>Και θελετε εχει αυτους κληρονομιαν δια τα τεκνα σας υστερον απο σας, δια να κληρονομησωσιν αυτους ως ιδιοκτησιαν· δουλοι σας θελουσιν εισθαι διαπαντος· πλην επι τους αδελφους σας, τους υιους Ισραηλ, δεν θελετε εξουσιαζει ο εις επι τον αλλον μετα αυστηροτητος.
<scripture passage="Lev 25:47" parsed="|Lev|25|47|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.47" />
<sup>47</sup>Και οταν ο ξενος και ο παροικων μετα σου πλουτηση, ο δε αδελφος σου ο μετ' αυτου πτωχευση και πωληθη εις τον ξενον, τον παροικουντα μετα σου, η εις την γενεαν της συγγενειας του ξενου·
<scripture passage="Lev 25:48" parsed="|Lev|25|48|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.48" />
<sup>48</sup>αφου πωληθη, θελει εξαγορασθη παλιν· εις εκ των αδελφων αυτου θελει εξαγορασει αυτον·
<scripture passage="Lev 25:49" parsed="|Lev|25|49|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.49" />
<sup>49</sup>η ο θειος αυτου η ο υιος του θειου αυτου θελει εξαγορασει αυτον, η εξ αιματος αυτου συγγενης εκ της συγγενειας αυτου θελει εξαγορασει αυτον· η εαν αυτος ευπορησε, θελει εξαγορασει αυτος εαυτον.
<scripture passage="Lev 25:50" parsed="|Lev|25|50|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.50" />
<sup>50</sup>Και θελει λογαριασει μετα του αγοραστου αυτου απο του ετους, καθ' ο επωληθη εις αυτον, μεχρι του ετους της αφεσεως· και η τιμη της πωλησεως αυτου θελει εισθαι κατα τον αριθμον των ετων· αναλογως του χρονου ενος μισθωτου θελει λογαριασθη εις αυτον.
<scripture passage="Lev 25:51" parsed="|Lev|25|51|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.51" />
<sup>51</sup>Εαν δε μενωσι πολλα ετη, αναλογως τουτων θελει αποδωσει την τιμην της εξαγορας αυτου εκ του αργυριου δι' ου ηγορασθη.
<scripture passage="Lev 25:52" parsed="|Lev|25|52|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.52" />
<sup>52</sup>Και εαν υπολειπωνται ολιγα ετη μεχρι του ετους της αφεσεως, θελει καμει λογαριασμον μετ' αυτου και κατα τα ετη αυτου θελει αποδωσει την τιμην της εξαγορας αυτου.
<scripture passage="Lev 25:53" parsed="|Lev|25|53|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.53" />
<sup>53</sup>Ως ετησιος μισθωτος θελει εισθαι μετ' αυτου· δεν θελει δεσποζει επ' αυτον μετα αυστηροτητος ενωπιον σου.
<scripture passage="Lev 25:54" parsed="|Lev|25|54|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.54" />
<sup>54</sup>Και εαν δεν εξαγορασθη κατα τα ετη ταυτα, τοτε θελει απελευθερωθη εις το ετος της αφεσεως, αυτος και τα τεκνα αυτου μετ' αυτου.
<scripture passage="Lev 25:55" parsed="|Lev|25|55|0|0" osisRef="Bible:Lev.25.55" />
<sup>55</sup>Διοτι εις εμε οι υιοι του Ισραηλ ειναι δουλοι· δουλοι μου ειναι, τους οποιους εξηγαγον εκ γης Αιγυπτου. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 26" progress="11.83%" prev="Lev.25" next="Lev.27" id="Lev.26">
<h3 id="Lev.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Lev.26-p1">
<scripture passage="Lev 26:1" parsed="|Lev|26|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.1" />
<sup>1</sup>Δεν θελετε καμει εις εαυτους ειδωλα ουδε γλυπτα, ουδε θελετε ανεγειρει αγαλμα εις εαυτους, ουδε θελετε στησει λιθον εικονογλυπτον εν τη γη υμων, δια να προσκυνητε αυτον· διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Lev 26:2" parsed="|Lev|26|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.2" />
<sup>2</sup>Τα σαββατα μου θελετε φυλαττει και το αγιαστηριον μου θελετε σεβεσθαι. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 26:3" parsed="|Lev|26|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.3" />
<sup>3</sup>Εαν περιπατητε εις τα προσταγματα μου και φυλαττητε τας εντολας μου και εκτελητε αυτας,
<scripture passage="Lev 26:4" parsed="|Lev|26|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.4" />
<sup>4</sup>τοτε θελω δωσει τας βροχας σας εις τους καιρους αυτων, και η γη θελει δωσει τα γεννηματα αυτης, και τα δενδρα του αγρου θελουσι δωσει τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Lev 26:5" parsed="|Lev|26|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.5" />
<sup>5</sup>Και το αλωνισμα σας θελει σας φθασει μεχρι του τρυγητου, και ο τρυγητος θελει φθασει μεχρι του σπορητου· και θελετε τρωγει τον αρτον σας εις χορτασμον· και θελετε κατοικει ασφαλως εν τη γη υμων.
<scripture passage="Lev 26:6" parsed="|Lev|26|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.6" />
<sup>6</sup>Και θελω δωσει ειρηνην εις την γην, και θελετε πλαγιαζει και ουδεις θελει σας φοβιζει και θελω εξολοθρευσει τα πονηρα θηρια απο της γης και μαχαιρα δεν θελει περασει δια μεσου της γης σας.
<scripture passage="Lev 26:7" parsed="|Lev|26|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.7" />
<sup>7</sup>Και θελετε διωξει τους εχθρους σας και θελουσι πεσει εμπροσθεν σας εν μαχαιρα·
<scripture passage="Lev 26:8" parsed="|Lev|26|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.8" />
<sup>8</sup>και πεντε απο σας θελουσι διωξει εκατον, και εκατον απο σας θελουσι διωξει μυριους· και οι εχθροι σας θελουσι πεσει εμπροσθεν σας εν μαχαιρα.
<scripture passage="Lev 26:9" parsed="|Lev|26|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.9" />
<sup>9</sup>Και θελω επιβλεψει εις εσας και θελω σας αυξησει και θελω σας πληθυνει και θελω στερεωσει την διαθηκην μου με σας.
<scripture passage="Lev 26:10" parsed="|Lev|26|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.10" />
<sup>10</sup>Και θελετε φαγει παλαια παλαιων, και θελετε εκβαλει τα παλαια απ' εμπροσθεν των νεων.
<scripture passage="Lev 26:11" parsed="|Lev|26|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.11" />
<sup>11</sup>Και θελω στησει την σκηνην μου μεταξυ σας· και η ψυχη μου δεν θελει σας βδελυχθη·
<scripture passage="Lev 26:12" parsed="|Lev|26|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.12" />
<sup>12</sup>και θελω περιπατει μεταξυ σας και θελω εισθαι Θεος σας και σεις θελετε εισθαι λαος μου.
<scripture passage="Lev 26:13" parsed="|Lev|26|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.13" />
<sup>13</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, οστις σας εξηγαγον εκ της γης των Αιγυπτιων, εκ της δουλειας αυτων· και συνετριψα τους δεσμους του ζυγου σας και σας εκαμα να περιπατητε ορθιοι.
<scripture passage="Lev 26:14" parsed="|Lev|26|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' εαν δεν μου υπακουσητε και δεν εκτελητε πασας ταυτας τας εντολας μου,
<scripture passage="Lev 26:15" parsed="|Lev|26|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.15" />
<sup>15</sup>και εαν καταφρονησητε τα προσταγματα μου η εαν η ψυχη σας αποστραφη τας κρισεις μου, ωστε να μη εκτελητε πασας τας εντολας μου, ωστε να εξουδενωσητε την διαθηκην μου,
<scripture passage="Lev 26:16" parsed="|Lev|26|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.16" />
<sup>16</sup>και εγω θελω καμει τουτο εις εσας· θελω βαλει εφ' υμας τρομον, μαρασμον, και καυσωνα, τα οποια θελουσι φθειρει τους οφθαλμους σας και θελουσι κατατηκει την ψυχην· και θελετε σπειρει τον σπορον σας εις ματην, διοτι οι εχθροι σας θελουσι τρωγει αυτον.
<scripture passage="Lev 26:17" parsed="|Lev|26|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.17" />
<sup>17</sup>Και θελω στησει το προσωπον μου εναντιον σας, και θελετε φονευθη εμπροσθεν των εχθρων σας· και εκεινοι, οιτινες σας μισουσι, θελουσι σας εξουσιασει και θελετε φευγει, ουδενος διωκοντος υμας.
<scripture passage="Lev 26:18" parsed="|Lev|26|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.18" />
<sup>18</sup>Και εαν μεχρι τουτου δεν μου υπακουσητε, θελω επιβαλει εις εσας επταπλασιον τιμωριαν δια τας αμαρτιας σας.
<scripture passage="Lev 26:19" parsed="|Lev|26|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.19" />
<sup>19</sup>Και θελω συντριψει την υπερηφανιαν της δυναμεως σας· και θελω καμει τον ουρανον σας ως σιδηρον και την γην σας ως χαλκον·
<scripture passage="Lev 26:20" parsed="|Lev|26|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.20" />
<sup>20</sup>και η δυναμις σας θελει αναλωθη εις ματην· διοτι η γη σας δεν θελει διδει τα γεννηματα αυτης και τα δενδρα της γης δεν θελουσι διδει τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Lev 26:21" parsed="|Lev|26|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.21" />
<sup>21</sup>Και εαν πορευησθε εναντιοι εις εμε και δεν θελητε να μου υπακουσητε, θελω προσθεσει εις εσας επταπλασιους πληγας κατα τας αμαρτιας σας.
<scripture passage="Lev 26:22" parsed="|Lev|26|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.22" />
<sup>22</sup>Και θελω αποστειλει εναντιον σας τα θηρια τα αγρια, τα οποια θελουσι καταφαγει τα τεκνα σας και εξολοθρευσει τα κτηνη σας και θελουσι σας καμει ολιγοστους· και θελουσιν ερημωθη αι οδοι σας.
<scripture passage="Lev 26:23" parsed="|Lev|26|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.23" />
<sup>23</sup>Και εαν εκ τουτων δεν διορθωθητε επιστρεφοντες εις εμε, αλλα πορευησθε εναντιοι εις εμε,
<scripture passage="Lev 26:24" parsed="|Lev|26|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.24" />
<sup>24</sup>τοτε θελω πορευθη και εγω εναντιος εις εσας, και θελω σας παιδευσει και εγω επταπλασιως δια τας αμαρτιας σας.
<scripture passage="Lev 26:25" parsed="|Lev|26|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.25" />
<sup>25</sup>Και θελω φερει εφ' υμας μαχαιραν, ητις θελει καμει την εκδικησιν της διαθηκης μου· και οταν καταφυγητε εις τας πολεις σας, θελω στειλει θανατικον εν μεσω υμων· και θελετε παραδοθη εις τας χειρας του εχθρου.
<scripture passage="Lev 26:26" parsed="|Lev|26|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.26" />
<sup>26</sup>Και οταν κατασυντριψω το στηριγμα του αρτου σας, δεκα γυναικες θελουσι ψηνει τους αρτους σας εν ενι κλιβανω, και οι αρτοι σας θελουσιν αποδοθη εις εσας με ζυγιον· και θελετε τρωγει και δεν θελετε χορταινει.
<scripture passage="Lev 26:27" parsed="|Lev|26|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.27" />
<sup>27</sup>Εαν δε και δια τουτων δεν μου υπακουσητε, αλλα πορευησθε εναντιοι εις εμε,
<scripture passage="Lev 26:28" parsed="|Lev|26|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.28" />
<sup>28</sup>τοτε εγω θελω πορευθη εναντιος εις εσας μετα θυμου και θελω σας παιδευσει και εγω επταπλασιως δια τας αμαρτιας σας.
<scripture passage="Lev 26:29" parsed="|Lev|26|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.29" />
<sup>29</sup>Και θελετε φαγει τας σαρκας των υιων σας και τας σαρκας των θυγατερων σας θελετε φαγει.
<scripture passage="Lev 26:30" parsed="|Lev|26|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.30" />
<sup>30</sup>Και θελω κατεδαφισει τους υψηλους τοπους σας και θελω καταστρεψει τα ειδωλα σας και θελω ριψει τα πτωματα σας επι τα πτωματα των βδελυρων ειδωλων σας· και θελει σας βδελυχθη η ψυχη μου.
<scripture passage="Lev 26:31" parsed="|Lev|26|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.31" />
<sup>31</sup>Και θελω καταστησει τας πολεις σας ερημους και θελω εξερημωσει τα αγιαστηρια σας και δεν θελω οσφρανθη την οσμην των ευωδιων σας·
<scripture passage="Lev 26:32" parsed="|Lev|26|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.32" />
<sup>32</sup>και θελω εξερημωσει εγω την γην σας· και θελουσι θαυμασει εις τουτο οι εχθροι σας, οι κατοικουντες εν αυτη.
<scripture passage="Lev 26:33" parsed="|Lev|26|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.33" />
<sup>33</sup>Και θελω σας διασπειρει μεταξυ των εθνων· και θελω συρει οπισω σας μαχαιραν· και η γη σας θελει μενει ερημος και αι πολεις σας θελουσιν εισθαι ερημοι.
<scripture passage="Lev 26:34" parsed="|Lev|26|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.34" />
<sup>34</sup>Τοτε η γη θελει απολαυσει τα σαββατα αυτης καθ' ολον τον καιρον οσον αυτη μεινη ερημος και σεις εν τη γη των εχθρων σας· τοτε θελει αναπαυθη η γη και θελει απολαυσει τα σαββατα αυτης.
<scripture passage="Lev 26:35" parsed="|Lev|26|35|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.35" />
<sup>35</sup>Καθ' ολον τον καιρον της ερημωσεως αυτης θελει αναπαυεσθαι διοτι δεν ανεπαυετο εις τα σαββατα σας, οτε κατωκειτε επ' αυτης.
<scripture passage="Lev 26:36" parsed="|Lev|26|36|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.36" />
<sup>36</sup>Επι δε τους εναπολειφθεντας απο σας θελω επιφερει δειλιαν εις την καρδιαν αυτων εν τοις τοποις των εχθρων αυτων· και ηχος φυλλου σειομενου θελει διωκει αυτους· και θελουσι φευγει, ως φευγοντες απο μαχαιρας και θελουσι πιπτει, ουδενος διωκοντος.
<scripture passage="Lev 26:37" parsed="|Lev|26|37|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.37" />
<sup>37</sup>Και θελουσι πιπτει ο εις επι τον αλλον ως εμπροσθεν μαχαιρας, ουδενος διωκοντος· και δεν θελετε δυνηθη να σταθητε εμπροσθεν των εχθρων σας.
<scripture passage="Lev 26:38" parsed="|Lev|26|38|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.38" />
<sup>38</sup>Και θελετε απολεσθη μεταξυ των εθνων, και η γη των εχθρων σας θελει σας καταφαγει.
<scripture passage="Lev 26:39" parsed="|Lev|26|39|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.39" />
<sup>39</sup>Και οι εναπολειφθεντες απο σας θελουσι φθειρεσθαι δια τας ανομιας αυτων εν τοις τοποις των εχθρων σας· και οτι δια τας ανομιας των πατερων αυτων θελουσι φθειρεσθαι μετ' αυτων.
<scripture passage="Lev 26:40" parsed="|Lev|26|40|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.40" />
<sup>40</sup>Εαν δε ομολογησωσι την ανομιαν αυτων και την ανομιαν των πατερων αυτων δια την παραβασιν αυτων, την οποιαν παρεβησαν εναντιον μου, και διοτι επορευθησαν ετι εναντιοι εις εμε,
<scripture passage="Lev 26:41" parsed="|Lev|26|41|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.41" />
<sup>41</sup>και εγω επορευθην εναντιος εις αυτους, και εφερα αυτους εις την γην των εχθρων αυτων· εαν τοτε ταπεινωθη η καρδια αυτων η απεριτμητος και δεχθωσι τοτε την τιμωριαν της ανομιας αυτων,
<scripture passage="Lev 26:42" parsed="|Lev|26|42|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.42" />
<sup>42</sup>τοτε θελω ενθυμηθη την διαθηκην μου την προς τον Ιακωβ, και την διαθηκην μου την προς τον Ισαακ, και την διαθηκην μου την προς τον Αβρααμ θελω ενθυμηθη· και την γην θελω ενθυμηθη.
<scripture passage="Lev 26:43" parsed="|Lev|26|43|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.43" />
<sup>43</sup>Και η γη θελει μεινει παρητημενη απ' αυτων και θελει απολαυσει τα σαββατα αυτης, μενουσα ερημος αυτων· και αυτοι θελουσι δεχθη την τιμωριαν της ανομιας αυτων· διοτι κατεφρονησαν τας κρισεις μου και διοτι η ψυχη αυτων απεστραφη τα προσταγματα μου.
<scripture passage="Lev 26:44" parsed="|Lev|26|44|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.44" />
<sup>44</sup>Αλλα και ουτως ενω ευρισκονται εν τη γη των εχθρων αυτων, δεν θελω απορριψει αυτους, ουδε θελω βδελυχθη αυτους, ωστε να εξολοθρευσω αυτους, και να ματαιωσω την διαθηκην μου την προς αυτους· διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων·
<scripture passage="Lev 26:45" parsed="|Lev|26|45|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.45" />
<sup>45</sup>αλλα θελω ενθυμηθη υπερ αυτων την διαθηκην των πατερων αυτων, τους οποιους εξηγαγον εκ γης Αιγυπτου, ενωπιον των εθνων, δια να ημαι Θεος αυτων. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Lev 26:46" parsed="|Lev|26|46|0|0" osisRef="Bible:Lev.26.46" />
<sup>46</sup>Ταυτα ειναι τα προσταγματα και αι κρισεις και οι νομοι, τους οποιους εκαμεν ο Κυριος μεταξυ εαυτου και των υιων Ισραηλ επι του ορους Σινα δια χειρος του Μωυσεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Leviticus 27" progress="11.99%" prev="Lev.26" next="Num" id="Lev.27">
<h3 id="Lev.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Lev.27-p1">
<scripture passage="Lev 27:1" parsed="|Lev|27|1|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Lev 27:2" parsed="|Lev|27|2|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν τις καμη επισημον ευχην, συ θελεις καμνει την εκτιμησιν των ψυχων προς τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 27:3" parsed="|Lev|27|3|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.3" />
<sup>3</sup>Και η εκτιμησις σου θελει εισθαι του μεν αρσενικου, απο εικοσι ετων μεχρις εξηκοντα ετων, η εκτιμησις σου βεβαιως θελει εισθαι πεντηκοντα σικλοι αργυριου, κατα τον σικλον του αγιαστηριου·
<scripture passage="Lev 27:4" parsed="|Lev|27|4|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.4" />
<sup>4</sup>εαν δε ηναι θηλυκον, η εκτιμησις σου θελει εισθαι τριακοντα σικλοι.
<scripture passage="Lev 27:5" parsed="|Lev|27|5|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε ηναι απο πεντε ετων μεχρις εικοσι, η εκτιμησις σου θελει εισθαι του μεν αρσενικου εικοσι σικλοι, του δε θηλυκου δεκα σικλοι.
<scripture passage="Lev 27:6" parsed="|Lev|27|6|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.6" />
<sup>6</sup>Εαν δε ηναι απο ενος μηνος μεχρι πεντε ετων, η εκτιμησις σου θελει εισθαι του μεν αρσενικου πεντε σικλοι αργυριου· του δε θηλυκου η εκτιμησις σου τρεις σικλοι αργυριου.
<scripture passage="Lev 27:7" parsed="|Lev|27|7|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.7" />
<sup>7</sup>Εαν δε απο εξηκοντα ετων και επανω, εαν μεν ηναι αρσενικον, η εκτιμησις σου θελει εισθαι δεκαπεντε σικλοι εαν δε θηλυκον, δεκα σικλοι.
<scripture passage="Lev 27:8" parsed="|Lev|27|8|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.8" />
<sup>8</sup>Και εαν ηναι πτωχοτερος της εκτιμησεως σου, θελει παρασταθη εμπροσθεν του ιερεως, και ο ιερευς θελει εκτιμησει αυτον· κατα την δυναμιν εκεινου οστις εκαμε την ευχην, ο ιερευς θελει εκτιμησει αυτον.
<scripture passage="Lev 27:9" parsed="|Lev|27|9|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.9" />
<sup>9</sup>Και εαν η ευχη ηναι κτηνος, εκ των οσα προσφερονται δωρον προς τον Κυριον, παν ο, τι διδει τις εκ τουτων εις τον Κυριον θελει εισθαι αγιον.
<scripture passage="Lev 27:10" parsed="|Lev|27|10|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.10" />
<sup>10</sup>Δεν θελει αλλαξει αυτο, ουδε θελει αντικαταστησει καλον αντι κακου, η κακον αντι καλου· εαν δε ποτε ανταλλαξη κτηνος αντι κτηνους, τοτε και αυτο και το ανταλλαγμα αυτου θελουσιν εισθαι αγια.
<scripture passage="Lev 27:11" parsed="|Lev|27|11|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.11" />
<sup>11</sup>Εαν δε ηναι τι κτηνος ακαθαρτον, εκ των οσα δεν προσφερονται δωρον προς τον Κυριον, τοτε θελει παραστησει το κτηνος εμπροσθεν του ιερεως·
<scripture passage="Lev 27:12" parsed="|Lev|27|12|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.12" />
<sup>12</sup>και θελει εκτιμησει αυτο ο ιερευς, ειτε καλον ειναι ειτε κακον· κατα την εκτιμησιν σου, ω ιερευ, ουτω θελει εισθαι.
<scripture passage="Lev 27:13" parsed="|Lev|27|13|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.13" />
<sup>13</sup>Και εαν τις θεληση να εξαγοραση αυτο, τοτε θελει προσθεσει το πεμπτον αυτου εις την εκτιμησιν σου.
<scripture passage="Lev 27:14" parsed="|Lev|27|14|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.14" />
<sup>14</sup>Και οταν τις αφιερωση την οικιαν αυτου αφιερωμα εις τον Κυριον, τοτε ο ιερευς θελει εκτιμησει αυτην, ειτε καλη ειναι ειτε κακη· καθως εκτιμηση αυτην ο ιερευς, ουτω θελει εισθαι.
<scripture passage="Lev 27:15" parsed="|Lev|27|15|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.15" />
<sup>15</sup>Και εαν ο αφιερωσας αυτην θεληση να εξαγοραση την οικιαν αυτου, θελει προσθεσει το πεμπτον του αργυριου της εκτιμησεως σου εις αυτην και θελει εισθαι αυτου.
<scripture passage="Lev 27:16" parsed="|Lev|27|16|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.16" />
<sup>16</sup>Και εαν τις αφιερωση εις τον Κυριον μερος του αγρου της ιδιοκτησιας αυτου, η εκτιμησις σου θελει εισθαι κατα τον σπορον αυτου· εν χομορ σπορου κριθης θελει εκτιμηθη αντι πεντηκοντα σικλων αργυριου.
<scripture passage="Lev 27:17" parsed="|Lev|27|17|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.17" />
<sup>17</sup>Εαν απο του ετους της αφεσεως αφιερωση τον αγρον αυτου, κατα την εκτιμησιν σου θελει εισθαι.
<scripture passage="Lev 27:18" parsed="|Lev|27|18|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' εαν μετα την αφεσιν αφιερωση τον αγρον αυτου, ο ιερευς θελει λογαριασει εις αυτον το αργυριον κατα τα επιλοιπα ετη μεχρι του ετους της αφεσεως, και θελει αφαιρεθη απο της εκτιμησεως σου.
<scripture passage="Lev 27:19" parsed="|Lev|27|19|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.19" />
<sup>19</sup>Εαν δε ποτε ο αφιερωσας τον αγρον θεληση να εξαγοραση αυτον, θελει προσθεσει εις αυτον το πεμπτον του αργυριου της εκτιμησεως σου, και θελει εισθαι αυτου.
<scripture passage="Lev 27:20" parsed="|Lev|27|20|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.20" />
<sup>20</sup>Και εαν δεν εξαγοραση τον αγρον η εαν επωλησε τον αγρον εις αλλον τινα, δεν θελει εξαγοραζεσθαι πλεον.
<scripture passage="Lev 27:21" parsed="|Lev|27|21|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.21" />
<sup>21</sup>Αλλ' οταν ο αγρος παρελθη την αφεσιν, θελει εισθαι αγιος εις τον Κυριον, ως αγρος καθιερωμενος· η κυριοτης αυτου θελει εισθαι του ιερεως.
<scripture passage="Lev 27:22" parsed="|Lev|27|22|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.22" />
<sup>22</sup>Εαν δε αφιερωση τις εις τον Κυριον αγρον τον οποιον ηγορασεν, οστις δεν ειναι εκ των αγρων της ιδιοκτησιας αυτου·
<scripture passage="Lev 27:23" parsed="|Lev|27|23|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.23" />
<sup>23</sup>ο ιερευς θελει λογαριασει εις αυτον την αξιαν της εκτιμησεως σου μεχρι του ετους της αφεσεως· και θελει δωσει την εκτιμησιν σου την ημεραν εκεινην· ειναι αγιον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 27:24" parsed="|Lev|27|24|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.24" />
<sup>24</sup>Εις το ετος της αφεσεως ο αγρος θελει αποδοθη εις εκεινον, απο του οποιου ηγορασθη, εις τον εχοντα την κυριοτητα της γης.
<scripture passage="Lev 27:25" parsed="|Lev|27|25|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.25" />
<sup>25</sup>Και πασαι αι εκτιμησεις σου θελουσιν εισθαι κατα τον σικλον του αγιαστηριου· εικοσι γερα θελει εισθαι ο σικλος.
<scripture passage="Lev 27:26" parsed="|Lev|27|26|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.26" />
<sup>26</sup>Πλην το πρωτοτοκον μεταξυ των κτηνων, το οποιον ανηκει ως πρωτοτοκον εις τον Κυριον, ουδεις θελει αφιερωσει αυτο· ειτε μοσχος ειτε αρνιον, του Κυριου ειναι.
<scripture passage="Lev 27:27" parsed="|Lev|27|27|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.27" />
<sup>27</sup>Και εαν ηναι απο ακαθαρτων κτηνων, θελει εξαγορασει αυτο κατα την εκτιμησιν σου και θελει προσθεσει το πεμπτον αυτου επ' αυτο· η εαν δεν εξαγοραζηται, θελει πωληθη κατα την εκτιμησιν σου.
<scripture passage="Lev 27:28" parsed="|Lev|27|28|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.28" />
<sup>28</sup>Ουδεν ομως καθιερωμα, το οποιον καθιερωση τις εις τον Κυριον εκ των οσα εχει, απο ανθρωπου εως κτηνους και εως αγρου της ιδιοκτησιας αυτου, θελει πωληθη ουδε θελει εξαγορασθη· παν καθιερωμα ειναι αγιωτατον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 27:29" parsed="|Lev|27|29|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.29" />
<sup>29</sup>Ουδεν καθιερωμα καθιερωθεν παρα ανθρωπου θελει εξαγορασθη· εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Lev 27:30" parsed="|Lev|27|30|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.30" />
<sup>30</sup>Και παν δεκατον της γης, ειτε εκ του σπορου της γης ειτε εκ του καρπου των δενδρων, του Κυριου ειναι· ειναι αγιον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 27:31" parsed="|Lev|27|31|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.31" />
<sup>31</sup>Και εαν ποτε θεληση τις να εξαγοραση το δεκατον αυτου, θελει προσθεσει εις αυτο το πεμπτον αυτου.
<scripture passage="Lev 27:32" parsed="|Lev|27|32|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.32" />
<sup>32</sup>Και παν δεκατον βοων και προβατων, παντος ζωου διαβαινοντος υποκατωθεν της ραβδου, το δεκατον θελει εισθαι αγιον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lev 27:33" parsed="|Lev|27|33|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.33" />
<sup>33</sup>Δεν θελει διακρινει ειτε καλον ειναι ειτε κακον ουδε θελει αλλαξει αυτο· και εαν ποτε αλλαξη αυτο, και αυτο και το ανταλλαγμα αυτου θελουσιν εισθαι αγια· δεν θελει εξαγορασθη.
<scripture passage="Lev 27:34" parsed="|Lev|27|34|0|0" osisRef="Bible:Lev.27.34" />
<sup>34</sup>Αυται ειναι αι εντολαι, τας οποιας προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην δια τους υιους Ισραηλ εν τω ορει Σινα.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Numbers" progress="12.10%" prev="Lev.27" next="Num.1" id="Num">
<h2 id="Num-p0.1">Numbers</h2>

<div3 title="Numbers 1" progress="12.10%" prev="Num" next="Num.2" id="Num.1">
<h3 id="Num.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Num.1-p1">
<scripture passage="Num 1:1" parsed="|Num|1|1|0|0" osisRef="Bible:Num.1.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εν τη ερημω Σινα, εν τη σκηνη του μαρτυριου, την πρωτην του δευτερου μηνος, εις το δευτερον ετος αφου εξηλθον εκ γης Αιγυπτου, λεγων,
<scripture passage="Num 1:2" parsed="|Num|1|2|0|0" osisRef="Bible:Num.1.2" />
<sup>2</sup>Λαβετε το κεφαλαιον πασης της συναγωγης των υιων Ισραηλ κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, απαριθμουντες κατ' ονομα παν αρσενικον κατα κεφαλην αυτων.
<scripture passage="Num 1:3" parsed="|Num|1|3|0|0" osisRef="Bible:Num.1.3" />
<sup>3</sup>Απο εικοσι ετων και επανω, παντας τους δυναμενους εν τω Ισραηλ να εξελθωσιν εις πολεμον, συ και ο Ααρων απαριθμησατε αυτους κατα τα στρατευματα αυτων.
<scripture passage="Num 1:4" parsed="|Num|1|4|0|0" osisRef="Bible:Num.1.4" />
<sup>4</sup>Και με σας θελει εισθαι εις ανθρωπος αφ' εκαστης φυλης· εκαστος αρχων του οικου των πατερων αυτου θελει εισθαι.
<scripture passage="Num 1:5" parsed="|Num|1|5|0|0" osisRef="Bible:Num.1.5" />
<sup>5</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων οιτινες θελουσι παρασταθη με σας· εκ του Ρουβην, Ελισουρ ο υιος του Σεδιουρ·
<scripture passage="Num 1:6" parsed="|Num|1|6|0|0" osisRef="Bible:Num.1.6" />
<sup>6</sup>εκ του Συμεων, Σελουμηλ ο υιος του Σουρισαδαι.
<scripture passage="Num 1:7" parsed="|Num|1|7|0|0" osisRef="Bible:Num.1.7" />
<sup>7</sup>εκ του Ιουδα, Ναασσων ο υιος του Αμμιναδαβ·
<scripture passage="Num 1:8" parsed="|Num|1|8|0|0" osisRef="Bible:Num.1.8" />
<sup>8</sup>εκ του Ισσαχαρ, Ναθαναηλ ο υιος του Σουαρ·
<scripture passage="Num 1:9" parsed="|Num|1|9|0|0" osisRef="Bible:Num.1.9" />
<sup>9</sup>εκ του Ζαβουλων, Ελιαβ ο υιος του Χαιλων·
<scripture passage="Num 1:10" parsed="|Num|1|10|0|0" osisRef="Bible:Num.1.10" />
<sup>10</sup>εκ των υιων του Ιωσηφ, εκ μεν του Εφραιμ, Ελισαμα ο υιος του Αμμιουδ· εκ δε του Μανασση, Γαμαλιηλ ο υιος του Φεδασσουρ·
<scripture passage="Num 1:11" parsed="|Num|1|11|0|0" osisRef="Bible:Num.1.11" />
<sup>11</sup>εκ του Βενιαμιν, Αβειδαν ο υιος του Γιδεωνι·
<scripture passage="Num 1:12" parsed="|Num|1|12|0|0" osisRef="Bible:Num.1.12" />
<sup>12</sup>εκ του Δαν, Αχιεζερ ο υιος του Αμμισαδαι·
<scripture passage="Num 1:13" parsed="|Num|1|13|0|0" osisRef="Bible:Num.1.13" />
<sup>13</sup>εκ του Ασηρ, Φαγαιηλ ο υιος του Οχραν·
<scripture passage="Num 1:14" parsed="|Num|1|14|0|0" osisRef="Bible:Num.1.14" />
<sup>14</sup>εκ του Γαδ, Ελιασαφ ο υιος του Δεουηλ·
<scripture passage="Num 1:15" parsed="|Num|1|15|0|0" osisRef="Bible:Num.1.15" />
<sup>15</sup>εκ του Νεφθαλι, Αχιρα ο υιος του Αιναν.
<scripture passage="Num 1:16" parsed="|Num|1|16|0|0" osisRef="Bible:Num.1.16" />
<sup>16</sup>Ουτοι ησαν οι εκλεκτοι της συναγωγης, αρχοντες των φυλων των πατερων αυτων, αρχηγοι των χιλιαδων του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 1:17" parsed="|Num|1|17|0|0" osisRef="Bible:Num.1.17" />
<sup>17</sup>Ο Μωυσης λοιπον και ο Ααρων ελαβον τους ανδρας τουτους τους ονομασθεντας κατ' ονομα.
<scripture passage="Num 1:18" parsed="|Num|1|18|0|0" osisRef="Bible:Num.1.18" />
<sup>18</sup>και συνεκαλεσαν πασαν την συναγωγην, την πρωτην του δευτερου μηνος, και κατεγραφησαν κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, κατα κεφαλην αυτων.
<scripture passage="Num 1:19" parsed="|Num|1|19|0|0" osisRef="Bible:Num.1.19" />
<sup>19</sup>Καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως απηριθμησεν αυτους εν τη ερημω Σινα.
<scripture passage="Num 1:20" parsed="|Num|1|20|0|0" osisRef="Bible:Num.1.20" />
<sup>20</sup>Και οι υιοι Ρουβην, του πρωτοτοκου του Ισραηλ, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, κατα κεφαλην αυτων, παν αρσενικον απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:21" parsed="|Num|1|21|0|0" osisRef="Bible:Num.1.21" />
<sup>21</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Ρουβην ησαν τεσσαρακοντα εξ χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:22" parsed="|Num|1|22|0|0" osisRef="Bible:Num.1.22" />
<sup>22</sup>Εκ των υιων Συμεων, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, οι απαριθμηθεντες κατα τον αριθμον των ονοματων εξ αυτων, κατα κεφαλην αυτων, παν αρσενικον απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:23" parsed="|Num|1|23|0|0" osisRef="Bible:Num.1.23" />
<sup>23</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Συμεων ησαν πεντηκοντα εννεα χιλιαδες και τριακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:24" parsed="|Num|1|24|0|0" osisRef="Bible:Num.1.24" />
<sup>24</sup>Εκ των υιων Γαδ, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:25" parsed="|Num|1|25|0|0" osisRef="Bible:Num.1.25" />
<sup>25</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Γαδ ησαν τεσσαρακοντα πεντε χιλιαδες και εξακοσιοι πεντηκοντα.
<scripture passage="Num 1:26" parsed="|Num|1|26|0|0" osisRef="Bible:Num.1.26" />
<sup>26</sup>Εκ των υιων Ιουδα, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:27" parsed="|Num|1|27|0|0" osisRef="Bible:Num.1.27" />
<sup>27</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Ιουδα ησαν εβδομηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:28" parsed="|Num|1|28|0|0" osisRef="Bible:Num.1.28" />
<sup>28</sup>Εκ των υιων Ισσαχαρ, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:29" parsed="|Num|1|29|0|0" osisRef="Bible:Num.1.29" />
<sup>29</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Ισσαχαρ ησαν πεντηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:30" parsed="|Num|1|30|0|0" osisRef="Bible:Num.1.30" />
<sup>30</sup>Εκ των υιων Ζαβουλων, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:31" parsed="|Num|1|31|0|0" osisRef="Bible:Num.1.31" />
<sup>31</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Ζαβουλων ησαν πεντηκοντα επτα χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:32" parsed="|Num|1|32|0|0" osisRef="Bible:Num.1.32" />
<sup>32</sup>Εκ των υιων Ιωσηφ, εκ μεν των υιων Εφραιμ, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:33" parsed="|Num|1|33|0|0" osisRef="Bible:Num.1.33" />
<sup>33</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Εφραιμ ησαν τεσσαρακοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:34" parsed="|Num|1|34|0|0" osisRef="Bible:Num.1.34" />
<sup>34</sup>Εκ των υιων Μανασση, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:35" parsed="|Num|1|35|0|0" osisRef="Bible:Num.1.35" />
<sup>35</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Μανασση ησαν τριακοντα δυο χιλιαδες και διακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:36" parsed="|Num|1|36|0|0" osisRef="Bible:Num.1.36" />
<sup>36</sup>Εκ των υιων Βενιαμιν, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:37" parsed="|Num|1|37|0|0" osisRef="Bible:Num.1.37" />
<sup>37</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Βενιαμιν ησαν τριακοντα πεντε χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:38" parsed="|Num|1|38|0|0" osisRef="Bible:Num.1.38" />
<sup>38</sup>Εκ των υιων Δαν, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:39" parsed="|Num|1|39|0|0" osisRef="Bible:Num.1.39" />
<sup>39</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Δαν ησαν εξηκοντα δυο χιλιαδες και επτακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:40" parsed="|Num|1|40|0|0" osisRef="Bible:Num.1.40" />
<sup>40</sup>Εκ των υιων Ασηρ, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:41" parsed="|Num|1|41|0|0" osisRef="Bible:Num.1.41" />
<sup>41</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Ασηρ ησαν χιλιαδες τεσσαρακοντα μια και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:42" parsed="|Num|1|42|0|0" osisRef="Bible:Num.1.42" />
<sup>42</sup>Εκ των υιων Νεφθαλι, κατα τας γενεας αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τον αριθμον των ονοματων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:43" parsed="|Num|1|43|0|0" osisRef="Bible:Num.1.43" />
<sup>43</sup>οι απαριθμηθεντες εκ της φυλης Νεφθαλι ησαν πεντηκοντα τρεις χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 1:44" parsed="|Num|1|44|0|0" osisRef="Bible:Num.1.44" />
<sup>44</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες, τους οποιους απηριθμησεν ο Μωυσης και ο Ααρων και οι αρχοντες του Ισραηλ, οι δωδεκα ανδρες· εκαστος ητο κατα τον οικον των πατερων αυτου.
<scripture passage="Num 1:45" parsed="|Num|1|45|0|0" osisRef="Bible:Num.1.45" />
<sup>45</sup>Και ησαν παντες οι απαριθμηθεντες εκ των υιων Ισραηλ, κατα τους οικους των πατερων αυτων, απο εικοσι ετων και επανω, παντες οι δυναμενοι μεταξυ του Ισραηλ να εξελθωσιν εις πολεμον,
<scripture passage="Num 1:46" parsed="|Num|1|46|0|0" osisRef="Bible:Num.1.46" />
<sup>46</sup>παντες οι απαριθμηθεντες ησαν εξακοσιαι τρεις χιλιαδες και πεντακοσιοι πεντηκοντα.
<scripture passage="Num 1:47" parsed="|Num|1|47|0|0" osisRef="Bible:Num.1.47" />
<sup>47</sup>Οι Λευιται ομως, κατα την φυλην των πατερων αυτων, δεν απηριθμηθησαν μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Num 1:48" parsed="|Num|1|48|0|0" osisRef="Bible:Num.1.48" />
<sup>48</sup>Διοτι ο Κυριος ειχε λαλησει προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 1:49" parsed="|Num|1|49|0|0" osisRef="Bible:Num.1.49" />
<sup>49</sup>Μονον την φυλην του Λευι μη απαριθμησης και το κεφαλαιον αυτων μη λαβης μετα των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Num 1:50" parsed="|Num|1|50|0|0" osisRef="Bible:Num.1.50" />
<sup>50</sup>αλλα δος εις τους Λευιτας την επιστασιαν της σκηνης του μαρτυριου και παντων των σκευων αυτης και παντων των ανηκοντων εις αυτην· ουτοι θελουσι βασταζει την σκηνην και παντα τα σκευη αυτης, και ουτοι θελουσιν υπηρετει εις αυτην, και θελουσι στρατοπεδευει κυκλω της σκηνης.
<scripture passage="Num 1:51" parsed="|Num|1|51|0|0" osisRef="Bible:Num.1.51" />
<sup>51</sup>Και οταν η σκηνη μελλη να σηκωθη, οι Λευιται θελουσι καταβιβαζει αυτην· και οταν η σκηνη πρεπη να στηθη, οι Λευιται θελουσι στηνει αυτην· και οστις ξενος πλησιαση, ας θανατονηται.
<scripture passage="Num 1:52" parsed="|Num|1|52|0|0" osisRef="Bible:Num.1.52" />
<sup>52</sup>Και οι μεν υιοι Ισραηλ θελουσι στρατοπεδευει, εκαστος εν τω στρατοπεδω αυτου, και εκαστος πλησιον της σημαιας αυτου κατα τα στρατευματα αυτων.
<scripture passage="Num 1:53" parsed="|Num|1|53|0|0" osisRef="Bible:Num.1.53" />
<sup>53</sup>Οι δε Λευιται θελουσι στρατοπεδευει κυκλω της σκηνης του μαρτυριου, δια να μη ηναι οργη επι την συναγωγην των υιων Ισραηλ· και οι Λευιται θελουσι φυλαττει τας φυλακας της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 1:54" parsed="|Num|1|54|0|0" osisRef="Bible:Num.1.54" />
<sup>54</sup>Και εκαμον οι υιοι Ισραηλ κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην· ουτως εκαμον.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 2" progress="12.27%" prev="Num.1" next="Num.3" id="Num.2">
<h3 id="Num.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Num.2-p1">
<scripture passage="Num 2:1" parsed="|Num|2|1|0|0" osisRef="Bible:Num.2.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Num 2:2" parsed="|Num|2|2|0|0" osisRef="Bible:Num.2.2" />
<sup>2</sup>Ας στρατοπεδευωσιν οι υιοι Ισραηλ, εκαστος πλησιον της σημαιας αυτου, μετα του σημειου του οικου των πατερων αυτων· κυκλω της σκηνης του μαρτυριου κατεναντι θελουσι στρατοπεδευει.
<scripture passage="Num 2:3" parsed="|Num|2|3|0|0" osisRef="Bible:Num.2.3" />
<sup>3</sup>Και οι μεν προς ανατολας στρατοπεδευοντες θελουσιν εισθαι οι εκ της σημαιας του στρατοπεδου Ιουδα, κατα τα ταγματα αυτων· και ο αρχων των υιων Ιουδα θελει εισθαι Ναασσων ο υιος του Αμμιναδαβ·
<scripture passage="Num 2:4" parsed="|Num|2|4|0|0" osisRef="Bible:Num.2.4" />
<sup>4</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν εβδομηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:5" parsed="|Num|2|5|0|0" osisRef="Bible:Num.2.5" />
<sup>5</sup>Και οι στρατοπεδευοντες πλησιον αυτου θελουσιν εισθαι η φυλη Ισσαχαρ· και ο αρχων των υιων Ισσαχαρ θελει εισθαι Ναθαναηλ ο υιος του Σουαρ·
<scripture passage="Num 2:6" parsed="|Num|2|6|0|0" osisRef="Bible:Num.2.6" />
<sup>6</sup>το στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν πεντηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:7" parsed="|Num|2|7|0|0" osisRef="Bible:Num.2.7" />
<sup>7</sup>Επειτα η φυλη Ζαβουλων· και ο αρχων των υιων Ζαβουλων θελει εισθαι Ελιαβ ο υιος του Χαιλων·
<scripture passage="Num 2:8" parsed="|Num|2|8|0|0" osisRef="Bible:Num.2.8" />
<sup>8</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν πεντηκοντα επτα χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:9" parsed="|Num|2|9|0|0" osisRef="Bible:Num.2.9" />
<sup>9</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες εν τω στρατοπεδω Ιουδα ησαν εκατον ογδοηκοντα εξ χιλιαδες και τετρακοσιοι, κατα τα ταγματα αυτων· ουτοι θελουσι σηκονεσθαι πρωτοι.
<scripture passage="Num 2:10" parsed="|Num|2|10|0|0" osisRef="Bible:Num.2.10" />
<sup>10</sup>Προς μεσημβριαν δε θελει εισθαι σημαια του στρατοπεδου Ρουβην κατα τα ταγματα αυτων· και ο αρχων των υιων Ρουβην θελει εισθαι Ελισουρ ο υιος του Σεδιουρ·
<scripture passage="Num 2:11" parsed="|Num|2|11|0|0" osisRef="Bible:Num.2.11" />
<sup>11</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν τεσσαρακοντα εξ χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:12" parsed="|Num|2|12|0|0" osisRef="Bible:Num.2.12" />
<sup>12</sup>Και οι στρατοπεδευοντες πλησιον αυτου θελουσιν εισθαι η φυλη Συμεων· και ο αρχων των υιων Συμεων θελει εισθαι Σελουμιηλ ο υιος του Σουρισαδαι·
<scripture passage="Num 2:13" parsed="|Num|2|13|0|0" osisRef="Bible:Num.2.13" />
<sup>13</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν πεντηκοντα εννεα χιλιαδες και τριακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:14" parsed="|Num|2|14|0|0" osisRef="Bible:Num.2.14" />
<sup>14</sup>Επειτα η φυλη Γαδ· και ο αρχων των υιων Γαδ θελει εισθαι Ελιασαφ ο υιος του Δεουηλ·
<scripture passage="Num 2:15" parsed="|Num|2|15|0|0" osisRef="Bible:Num.2.15" />
<sup>15</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν τεσσαρακοντα πεντε χιλιαδες και εξακοσιοι πεντηκοντα.
<scripture passage="Num 2:16" parsed="|Num|2|16|0|0" osisRef="Bible:Num.2.16" />
<sup>16</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες εν τω στρατοπεδω Ρουβην ησαν χιλιαδες εκατον πεντηκοντα μια και τετρακοσιοι πεντηκοντα, κατα τα ταγματα αυτων· ουτοι θελουσι σηκονεσθαι δευτεροι.
<scripture passage="Num 2:17" parsed="|Num|2|17|0|0" osisRef="Bible:Num.2.17" />
<sup>17</sup>Επειτα θελει σηκονεσθαι η σκηνη του μαρτυριου, το στρατοπεδον των Λευιτων εν τω μεσω των στρατοπεδων· καθως εστρατοπεδευσαν, ουτω θελουσι σηκονεσθαι εκαστος εις την ταξιν αυτου πλησιον της σημαιας αυτων.
<scripture passage="Num 2:18" parsed="|Num|2|18|0|0" osisRef="Bible:Num.2.18" />
<sup>18</sup>Προς δυσμας δε θελει εισθαι η σημαια του στρατοπεδου του Εφραιμ κατα τα ταγματα αυτων· και ο αρχων των υιων Εφραιμ θελει εισθαι Ελισαμα ο υιος του Αμμιουδ·
<scripture passage="Num 2:19" parsed="|Num|2|19|0|0" osisRef="Bible:Num.2.19" />
<sup>19</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν τεσσαρακοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:20" parsed="|Num|2|20|0|0" osisRef="Bible:Num.2.20" />
<sup>20</sup>Και πλησιον αυτου η φυλη Μανασση· και ο αρχων των υιων Μανασση θελει εισθαι Γαμαλιηλ ο υιος του Φεδασσουρ·
<scripture passage="Num 2:21" parsed="|Num|2|21|0|0" osisRef="Bible:Num.2.21" />
<sup>21</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν τριακοντα δυο χιλιαδες και διακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:22" parsed="|Num|2|22|0|0" osisRef="Bible:Num.2.22" />
<sup>22</sup>Επειτα η φυλη Βενιαμιν· και ο αρχων των υιων Βενιαμιν θελει εισθαι Αβειδαν ο υιος του Γιδεωνι·
<scripture passage="Num 2:23" parsed="|Num|2|23|0|0" osisRef="Bible:Num.2.23" />
<sup>23</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν τριακοντα πεντε χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:24" parsed="|Num|2|24|0|0" osisRef="Bible:Num.2.24" />
<sup>24</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες του στρατοπεδου Εφραιμ ησαν εκατον οκτω χιλιαδες και εκατον, κατα τα ταγματα αυτων· ουτοι θελουσι σηκονεσθαι τριτοι.
<scripture passage="Num 2:25" parsed="|Num|2|25|0|0" osisRef="Bible:Num.2.25" />
<sup>25</sup>Προς βορραν δε θελει εισθαι η σημαια του στρατοπεδου Δαν, κατα τα ταγματα αυτων· και ο αρχων των υιων Δαν θελει εισθαι Αχιεζερ ο υιος του Αμμισαδαι·
<scripture passage="Num 2:26" parsed="|Num|2|26|0|0" osisRef="Bible:Num.2.26" />
<sup>26</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν εξηκοντα δυο χιλιαδες και επτακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:27" parsed="|Num|2|27|0|0" osisRef="Bible:Num.2.27" />
<sup>27</sup>Και οι στρατοπεδευοντες πλησιον αυτου θελουσιν εισθαι η φυλη Ασηρ· και ο αρχων των υιων Ασηρ θελει εισθαι Φαγαιηλ ο υιος του Οχραν·
<scripture passage="Num 2:28" parsed="|Num|2|28|0|0" osisRef="Bible:Num.2.28" />
<sup>28</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν χιλιαδες τεσσαρακοντα μια και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:29" parsed="|Num|2|29|0|0" osisRef="Bible:Num.2.29" />
<sup>29</sup>Επειτα η φυλη Νεφθαλι· και ο αρχων των υιων Νεφθαλι θελει εισθαι Αχιρα ο υιος του Αιναν·
<scripture passage="Num 2:30" parsed="|Num|2|30|0|0" osisRef="Bible:Num.2.30" />
<sup>30</sup>το δε στρατευμα αυτου και οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν πεντηκοντα τρεις χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 2:31" parsed="|Num|2|31|0|0" osisRef="Bible:Num.2.31" />
<sup>31</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες του στρατοπεδου Δαν ησαν εκατον πεντηκοντα επτα χιλιαδες και εξακοσιοι ουτοι θελουσι σηκονεσθαι εσχατοι κατα τας σημαιας αυτων.
<scripture passage="Num 2:32" parsed="|Num|2|32|0|0" osisRef="Bible:Num.2.32" />
<sup>32</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες εκ των υιων Ισραηλ κατα τους οικους των πατερων αυτων· παντες οι απαριθμηθεντες εν τοις στρατοπεδοις κατα τα ταγματα αυτων ησαν εξακοσιαι τρεις χιλιαδες και πεντακοσιοι πεντηκοντα.
<scripture passage="Num 2:33" parsed="|Num|2|33|0|0" osisRef="Bible:Num.2.33" />
<sup>33</sup>Οι δε Λευιται δεν συνηριθμηθησαν μεταξυ των υιων Ισραηλ, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 2:34" parsed="|Num|2|34|0|0" osisRef="Bible:Num.2.34" />
<sup>34</sup>Και εκαμον οι υιοι Ισραηλ κατα παντα οσα προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην· ουτως εστρατοπεδευσαν κατα τας σημαιας αυτων και ουτως εσηκωθησαν εκαστος κατα τας συγγενειας αυτου, κατα τους οικους των πατερων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 3" progress="12.37%" prev="Num.2" next="Num.4" id="Num.3">
<h3 id="Num.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Num.3-p1">
<scripture passage="Num 3:1" parsed="|Num|3|1|0|0" osisRef="Bible:Num.3.1" />
<sup>1</sup>Αυται δε ειναι αι γενεαι του Ααρων και του Μωυσεως, την ημεραν καθ' ην ελαλησεν ο Κυριος προς τον Μωυσην επι του ορους Σινα.
<scripture passage="Num 3:2" parsed="|Num|3|2|0|0" osisRef="Bible:Num.3.2" />
<sup>2</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων του Ααρων· Ναδαβ ο πρωτοτοκος και Αβιουδ, Ελεαζαρ και Ιθαμαρ.
<scripture passage="Num 3:3" parsed="|Num|3|3|0|0" osisRef="Bible:Num.3.3" />
<sup>3</sup>Ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων του Ααρων, των ιερεων των κεχρισμενων, οιτινες καθιερωθησαν δια να ιερατευωσιν.
<scripture passage="Num 3:4" parsed="|Num|3|4|0|0" osisRef="Bible:Num.3.4" />
<sup>4</sup>Απεθανε δε ο Ναδαβ και ο Αβιουδ ενωπιον του Κυριου, ενω προσεφερον πυρ ξενον ενωπιον του Κυριου εν τη ερημω Σινα, και τεκνα δεν ειχον· και ιερατευσεν ο Ελεαζαρ και ο Ιθαμαρ ενωπιον Ααρων του πατρος αυτων.
<scripture passage="Num 3:5" parsed="|Num|3|5|0|0" osisRef="Bible:Num.3.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 3:6" parsed="|Num|3|6|0|0" osisRef="Bible:Num.3.6" />
<sup>6</sup>Φερε την φυλην του Λευι και παραστησον αυτους εμπροσθεν Ααρων του ιερεως, δια να υπηρετωσιν εις αυτον.
<scripture passage="Num 3:7" parsed="|Num|3|7|0|0" osisRef="Bible:Num.3.7" />
<sup>7</sup>Και θελουσι φυλαττει τας φυλακας αυτου και τας φυλακας πασης της συναγωγης εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου, εκτελουντες τας υπηρεσιας της σκηνης.
<scripture passage="Num 3:8" parsed="|Num|3|8|0|0" osisRef="Bible:Num.3.8" />
<sup>8</sup>Και θελουσι φυλαττει παντα τα σκευη της σκηνης του μαρτυριου και τας φυλακας των υιων Ισραηλ, εκτελουντες τας υπηρεσιας της σκηνης.
<scripture passage="Num 3:9" parsed="|Num|3|9|0|0" osisRef="Bible:Num.3.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις δωσει τους Λευιτας εις τον Ααρων και εις τους υιους αυτου· ουτοι ειναι δεδομενοι δωρον εις αυτον εκ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 3:10" parsed="|Num|3|10|0|0" osisRef="Bible:Num.3.10" />
<sup>10</sup>Τον δε Ααρων και τους υιους αυτου θελεις καταστησει εις το να εκτελωσι τα της ιερατειας αυτων· οστις δε ξενος πλησιαση θελει θανατονεσθαι.
<scripture passage="Num 3:11" parsed="|Num|3|11|0|0" osisRef="Bible:Num.3.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 3:12" parsed="|Num|3|12|0|0" osisRef="Bible:Num.3.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, εγω ελαβον τους Λευιτας εκ μεσου των υιων Ισραηλ, αντι παντος πρωτοτοκου διανοιγοντος μητραν εκ των υιων Ισραηλ· και θελουσιν εισθαι οι Λευιται εμου.
<scripture passage="Num 3:13" parsed="|Num|3|13|0|0" osisRef="Bible:Num.3.13" />
<sup>13</sup>Διοτι παν πρωτοτοκον ειναι εμου· επειδη καθ' ην ημεραν επαταξα παν πρωτοτοκον εν γη Αιγυπτου, ηγιασα εις εμαυτον παν πρωτοτοκον εν τω Ισραηλ, απο ανθρωπου εως κτηνους· εμου θελουσιν εισθαι. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Num 3:14" parsed="|Num|3|14|0|0" osisRef="Bible:Num.3.14" />
<sup>14</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εν τη ερημω Σινα, λεγων,
<scripture passage="Num 3:15" parsed="|Num|3|15|0|0" osisRef="Bible:Num.3.15" />
<sup>15</sup>Απαριθμησον τους υιους Λευι κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων· παν αρσενικον απο ενος μηνος και επανω θελεις απαριθμησει αυτους.
<scripture passage="Num 3:16" parsed="|Num|3|16|0|0" osisRef="Bible:Num.3.16" />
<sup>16</sup>Και απηριθμησεν αυτους ο Μωυσης, κατα τον λογον του Κυριου, ως προσεταχθη.
<scripture passage="Num 3:17" parsed="|Num|3|17|0|0" osisRef="Bible:Num.3.17" />
<sup>17</sup>Ησαν δε ουτοι οι υιοι Λευι κατα τα ονοματα αυτων· Γηρσων, και Κααθ, και Μεραρι.
<scripture passage="Num 3:18" parsed="|Num|3|18|0|0" osisRef="Bible:Num.3.18" />
<sup>18</sup>Και ταυτα ησαν τα ονοματα των υιων Γηρσων, κατα τας συγγενειας αυτων· Λιβνι, και Σεμει.
<scripture passage="Num 3:19" parsed="|Num|3|19|0|0" osisRef="Bible:Num.3.19" />
<sup>19</sup>Και οι υιοι Κααθ, κατα τας συγγενειας αυτων, Αμραμ, και Ισααρ, Χεβρων, και Οζιηλ.
<scripture passage="Num 3:20" parsed="|Num|3|20|0|0" osisRef="Bible:Num.3.20" />
<sup>20</sup>Και οι υιοι Μεραρι, κατα τας συγγενειας αυτων, Μααλι, και Μουσι. Αυται ειναι αι συγγενειαι των Λευιτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων.
<scripture passage="Num 3:21" parsed="|Num|3|21|0|0" osisRef="Bible:Num.3.21" />
<sup>21</sup>Εκ του Γηρσων ητο η συγγενεια του Λιβνι, και η συγγενεια του Σεμει· αυται ειναι αι συγγενειαι των Γηρσωνιτων.
<scripture passage="Num 3:22" parsed="|Num|3|22|0|0" osisRef="Bible:Num.3.22" />
<sup>22</sup>Οι απαριθμηθεντες αυτων κατα τον αριθμον παντων των αρσενικων απο ενος μηνος και επανω, οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν επτα χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 3:23" parsed="|Num|3|23|0|0" osisRef="Bible:Num.3.23" />
<sup>23</sup>Αι συγγενειαι των Γηρσωνιτων θελουσι στρατοπεδευει οπισθεν της σκηνης προς δυσμας.
<scripture passage="Num 3:24" parsed="|Num|3|24|0|0" osisRef="Bible:Num.3.24" />
<sup>24</sup>Και ο αρχων του πατρικου οικου των Γηρσωνιτων θελει εισθαι Ελιασαφ ο υιος του Λαηλ.
<scripture passage="Num 3:25" parsed="|Num|3|25|0|0" osisRef="Bible:Num.3.25" />
<sup>25</sup>Και η φυλακη των υιων Γηρσων εν τη σκηνη του μαρτυριου θελει εισθαι η σκηνη και η σκεπη το καλυμμα αυτης και το καταπετασμα της θυρας της σκηνης του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 3:26" parsed="|Num|3|26|0|0" osisRef="Bible:Num.3.26" />
<sup>26</sup>και τα παραπετασματα της αυλης και το καταπετασμα της θυρας της αυλης, τα οποια ειναι δια την σκηνην και δια το θυσιαστηριον κυκλω, και τα σχοινια αυτης δια πασας τας υπηρεσιας αυτων.
<scripture passage="Num 3:27" parsed="|Num|3|27|0|0" osisRef="Bible:Num.3.27" />
<sup>27</sup>Και εκ του Κααθ ητο η συγγενεια των Αμραμιτων και η συγγενεια των Ισααριτων και η συγγενεια των Χεβρωνιτων και η συγγενεια των Οζιηλιτων· αυται ειναι αι συγγενειαι των Κααθιτων.
<scripture passage="Num 3:28" parsed="|Num|3|28|0|0" osisRef="Bible:Num.3.28" />
<sup>28</sup>Παντα τα αρσενικα, απο ενος μηνος και επανω ησαν κατα τον αριθμον οκτω χιλιαδες και εξακοσιοι, οιτινες εφυλαττον τας φυλακας του αγιαστηριου.
<scripture passage="Num 3:29" parsed="|Num|3|29|0|0" osisRef="Bible:Num.3.29" />
<sup>29</sup>Αι συγγενειαι των υιων Κααθ θελουσι στρατοπεδευει εις τα πλαγια της σκηνης προς μεσημβριαν.
<scripture passage="Num 3:30" parsed="|Num|3|30|0|0" osisRef="Bible:Num.3.30" />
<sup>30</sup>Και ο αρχων του πατρικου οικου των συγγενειων των Κααθιτων θελει εισθαι Ελισαφαν ο υιος του Οζιηλ.
<scripture passage="Num 3:31" parsed="|Num|3|31|0|0" osisRef="Bible:Num.3.31" />
<sup>31</sup>Και η φυλακη αυτων θελει εισθαι η κιβωτος, και η τραπεζα, και η λυχνια, και τα θυσιαστηρια, και τα σκευη του αγιαστηριου δια των οποιων λειτουργουσι, και το καταπετασμα και παντα τα προς υπηρεσιαν αυτων.
<scripture passage="Num 3:32" parsed="|Num|3|32|0|0" osisRef="Bible:Num.3.32" />
<sup>32</sup>Και Ελεαζαρ ο υιος Ααρων του ιερεως θελει εισθαι αρχηγος επι των αρχηγων των Λευιτων, εχων την επιστασιαν των φυλαττοντων τας φυλακας του αγιαστηριου.
<scripture passage="Num 3:33" parsed="|Num|3|33|0|0" osisRef="Bible:Num.3.33" />
<sup>33</sup>Εκ του Μεραρι ητο η συγγενεια των Μααλιτων και η συγγενεια των Μουσιτων· αυται ειναι αι συγγενειαι του Μεραρι.
<scripture passage="Num 3:34" parsed="|Num|3|34|0|0" osisRef="Bible:Num.3.34" />
<sup>34</sup>Και οι απαριθμηθεντες αυτων κατα τον αριθμον παντων των αρσενικων απο ενος μηνος και επανω ησαν εξ χιλιαδες και διακοσιοι.
<scripture passage="Num 3:35" parsed="|Num|3|35|0|0" osisRef="Bible:Num.3.35" />
<sup>35</sup>Και ο αρχων του πατρικου οικου των συγγενειων του Μεραρι ητο Σουρηλ ο υιος του Αβιχαιλ· ουτοι θελουσι στρατοπεδευει εις τα πλαγια της σκηνης προς βορραν.
<scripture passage="Num 3:36" parsed="|Num|3|36|0|0" osisRef="Bible:Num.3.36" />
<sup>36</sup>Και υπο την επιστασιαν της φυλακης των υιων Μεραρι θελουσιν εισθαι αι σανιδες της σκηνης και οι μοχλοι αυτης και οι στυλοι αυτης και τα υποβασια αυτης, και παντα τα σκευη αυτης, και παντα τα προς υπηρεσιαν αυτης·
<scripture passage="Num 3:37" parsed="|Num|3|37|0|0" osisRef="Bible:Num.3.37" />
<sup>37</sup>και οι στυλοι της αυλης κυκλω και τα υποβασια αυτων και οι πασσαλοι αυτων, και τα σχοινια αυτων.
<scripture passage="Num 3:38" parsed="|Num|3|38|0|0" osisRef="Bible:Num.3.38" />
<sup>38</sup>Οι δε στρατοπεδευοντες κατα προσωπον της σκηνης προς ανατολας, κατεναντι της σκηνης του μαρτυριου κατα ανατολας, θελουσιν εισθαι Μωυσης και Ααρων και οι υιοι αυτου, φυλαττοντες τας φυλακας του αγιαστηριου αντι των φυλακων των υιων Ισραηλ· και οστις ξενος πλησιαση θελει θανατονεσθαι.
<scripture passage="Num 3:39" parsed="|Num|3|39|0|0" osisRef="Bible:Num.3.39" />
<sup>39</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες των Λευιτων, τους οποιους απηριθμησεν ο Μωυσης και ο Ααρων δια προσταγης του Κυριου κατα τας συγγενειας αυτων, παντα τα αρσενικα απο ενος μηνος και επανω, ησαν εικοσι δυο χιλιαδες.
<scripture passage="Num 3:40" parsed="|Num|3|40|0|0" osisRef="Bible:Num.3.40" />
<sup>40</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Απαριθμησον παντα τα πρωτοτοκα αρσενικα των υιων Ισραηλ, απο ενος μηνος και επανω, και λαβε τον αριθμον των ονοματων αυτων.
<scripture passage="Num 3:41" parsed="|Num|3|41|0|0" osisRef="Bible:Num.3.41" />
<sup>41</sup>Και θελεις λαβει τους Λευιτας δια εμε, εγω ειμαι ο Κυριος αντι παντων των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ· και τα κτηνη των Λευιτων αντι παντων των πρωτοτοκων των κτηνων των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 3:42" parsed="|Num|3|42|0|0" osisRef="Bible:Num.3.42" />
<sup>42</sup>Και απηριθμησεν ο Μωυσης, καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος, παντα τα πρωτοτοκα των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 3:43" parsed="|Num|3|43|0|0" osisRef="Bible:Num.3.43" />
<sup>43</sup>Και παντα τα πρωτοτοκα αρσενικα απαριθμηθεντα κατ' ονομα απο ενος μηνος και επανω, κατα την απαριθμησιν αυτων ησαν εικοσι δυο χιλιαδες διακοσια εβδομηκοντα τρια.
<scripture passage="Num 3:44" parsed="|Num|3|44|0|0" osisRef="Bible:Num.3.44" />
<sup>44</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 3:45" parsed="|Num|3|45|0|0" osisRef="Bible:Num.3.45" />
<sup>45</sup>Λαβε τους Λευιτας αντι παντων των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ και τα κτηνη των Λευιτων αντι των κτηνων αυτων· και οι Λευιται θελουσιν εισθαι εμου. Εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Num 3:46" parsed="|Num|3|46|0|0" osisRef="Bible:Num.3.46" />
<sup>46</sup>Και δια εξαγοραν των διακοσιων εβδομηκοντα τριων εκ των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ, οιτινες υπερβαινουσι τον αριθμον των Λευιτων,
<scripture passage="Num 3:47" parsed="|Num|3|47|0|0" osisRef="Bible:Num.3.47" />
<sup>47</sup>θελεις λαβει ανα πεντε σικλους κατα κεφαλην, κατα τον σικλον τον αγιον θελεις λαβει αυτους· ο σικλος ειναι εικοσι γερα·
<scripture passage="Num 3:48" parsed="|Num|3|48|0|0" osisRef="Bible:Num.3.48" />
<sup>48</sup>και θελεις δωσει το αργυριον της εξαγορας του περισσευοντος αριθμου αυτων εις τον Ααρων και εις τους υιους αυτου.
<scripture passage="Num 3:49" parsed="|Num|3|49|0|0" osisRef="Bible:Num.3.49" />
<sup>49</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης το αργυριον της εξαγορας των υπερβαινοντων τον αριθμον των εξαγορασθεντων εις ανταλλαγην των Λευιτων·
<scripture passage="Num 3:50" parsed="|Num|3|50|0|0" osisRef="Bible:Num.3.50" />
<sup>50</sup>παρα των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ ελαβε το αργυριον, χιλιους τριακοσιους εξηκοντα πεντε σικλους, κατα τον σικλον τον αγιον·
<scripture passage="Num 3:51" parsed="|Num|3|51|0|0" osisRef="Bible:Num.3.51" />
<sup>51</sup>και εδωκεν ο Μωυσης το αργυριον της εξαγορας των υπερβαινοντων εις τον Ααρων και εις τους υιους αυτου, κατα τον λογον του Κυριου, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 4" progress="12.53%" prev="Num.3" next="Num.5" id="Num.4">
<h3 id="Num.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Num.4-p1">
<scripture passage="Num 4:1" parsed="|Num|4|1|0|0" osisRef="Bible:Num.4.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Num 4:2" parsed="|Num|4|2|0|0" osisRef="Bible:Num.4.2" />
<sup>2</sup>Λαβε το κεφαλαιον των υιων Κααθ εκ μεσου των υιων Λευι, κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων,
<scripture passage="Num 4:3" parsed="|Num|4|3|0|0" osisRef="Bible:Num.4.3" />
<sup>3</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων, παντων των εισερχομενων εις το ταγμα δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 4:4" parsed="|Num|4|4|0|0" osisRef="Bible:Num.4.4" />
<sup>4</sup>Αυτη θελει εισθαι η υπηρεσια των υιων Κααθ εν τη σκηνη του μαρτυριου· τα αγια των αγιων.
<scripture passage="Num 4:5" parsed="|Num|4|5|0|0" osisRef="Bible:Num.4.5" />
<sup>5</sup>Και οταν σηκονηται το στρατοπεδον, θελουσιν ερχεσθαι ο Ααρων και οι υιοι αυτου και θελουσι καταβιβασει το καλυπτηριον καταπετασμα και θελουσι σκεπαζει δι' αυτου την κιβωτον του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 4:6" parsed="|Num|4|6|0|0" osisRef="Bible:Num.4.6" />
<sup>6</sup>και θελουσι βαλει επ' αυτην καλυμμα εκ δερματων θωων και επανωθεν θελουσιν εφαπλωσει υφασμα ολον κυανουν και θελουσι διαπερασει τους μοχλους αυτης.
<scripture passage="Num 4:7" parsed="|Num|4|7|0|0" osisRef="Bible:Num.4.7" />
<sup>7</sup>Και επι της τραπεζης της προθεσεως θελουσιν εφαπλωσει υφασμα ολον κυανουν και θελουσι βαλει επ' αυτην τους δισκους, και τα θυμιαματοδοχα, και τα λεκανια, και τα σπονδεια, δια να σπενδωσι· και οι παντοτεινοι αρτοι θελουσιν εισθαι επ' αυτης·
<scripture passage="Num 4:8" parsed="|Num|4|8|0|0" osisRef="Bible:Num.4.8" />
<sup>8</sup>και θελουσιν εφαπλωσει επ' αυτα υφασμα κοκκινον και τουτο θελουσι σκεπασει δια καλυμματος εκ δερματων θωων και θελουσι διαπερασει τους μοχλους αυτης.
<scripture passage="Num 4:9" parsed="|Num|4|9|0|0" osisRef="Bible:Num.4.9" />
<sup>9</sup>Και θελουσι λαβει υφασμα κυανουν, και θελουσι περισκεπασει την λυχνιαν του φωτος, και τους λυχνους αυτης, και τα λυχνοψαλιδα αυτης, και τα υποθεματα αυτης, και παντα τα ελαιοδοχα αγγεια αυτης, δια των οποιων εκτελουσι τας υπηρεσιας αυτης·
<scripture passage="Num 4:10" parsed="|Num|4|10|0|0" osisRef="Bible:Num.4.10" />
<sup>10</sup>και θελουσι θεσει αυτην μετα παντων των σκευων αυτης εντος καλυμματος εκ δερματων θωων και θελουσιν επιθεσει αυτην επι τους μοχλους.
<scripture passage="Num 4:11" parsed="|Num|4|11|0|0" osisRef="Bible:Num.4.11" />
<sup>11</sup>Επι δε το θυσιαστηριον το χρυσουν θελουσιν εφαπλωσει υφασμα κυανουν και τουτο θελουσι σκεπασει δια καλυμματος εκ δερματων θωων και θελουσι διαπερασει τους μοχλους αυτου.
<scripture passage="Num 4:12" parsed="|Num|4|12|0|0" osisRef="Bible:Num.4.12" />
<sup>12</sup>και θελουσι λαβει παντα τα σκευη της υπηρεσιας, δια των οποιων υπηρετουσιν εις τα αγια, και βαλει εις υφασμα κυανουν και θελουσι σκεπασει αυτα δια καλυμματος εκ δερματων θωων και επιθεσει εις μοχλους.
<scripture passage="Num 4:13" parsed="|Num|4|13|0|0" osisRef="Bible:Num.4.13" />
<sup>13</sup>Και θελουσι καθαρισει το θυσιαστηριον απο της στακτης, και θελουσι περισκεπασει αυτο δια υφασματος πορφυρου·
<scripture passage="Num 4:14" parsed="|Num|4|14|0|0" osisRef="Bible:Num.4.14" />
<sup>14</sup>και θελουσι βαλει επ' αυτο παντα τα σκευη αυτου, δια των οποιων εκτελουσι τας υπηρεσιας αυτου, τα θυμιατηρια, τας κρεαγρας, και τα πτυαρια, και τας λεκανας· παντα τα σκευη του θυσιαστηριου, και θελουσιν εφαπλωσει επ' αυτο καλυμμα εκ δερματων θωων και διαπερασει τους μοχλους αυτου.
<scripture passage="Num 4:15" parsed="|Num|4|15|0|0" osisRef="Bible:Num.4.15" />
<sup>15</sup>Και αφου τελειωσωσιν ο Ααρων και οι υιοι αυτου να περισκεπαζωσι τα αγια και παντα τα σκευη τα αγια, οταν μελλη να σηκωθη το στρατοπεδον, τοτε θελουσι πλησιασει οι υιοι του Κααθ δια να βαστασωσιν αυτα· και δεν θελουσιν εγγισει τα αγια, δια να μη αποθανωσι· ταυτα ειναι τα οσα θελουσι βασταζει οι υιοι του Κααθ εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 4:16" parsed="|Num|4|16|0|0" osisRef="Bible:Num.4.16" />
<sup>16</sup>Και η επιστασια του Ελεαζαρ υιου του Ααρων του ιερεως θελει εισθαι το ελαιον του φωτος, και το ευωδες θυμιαμα, και η καθημερινη εξ αλφιτων προσφορα, και το ελαιον του χρισματος, η επιστασια πασης της σκηνης, και παντων των εν αυτη, του αγιαστηριου, και παντων των σκευων αυτου.
<scripture passage="Num 4:17" parsed="|Num|4|17|0|0" osisRef="Bible:Num.4.17" />
<sup>17</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, λεγων,
<scripture passage="Num 4:18" parsed="|Num|4|18|0|0" osisRef="Bible:Num.4.18" />
<sup>18</sup>Μη εξολοθρευσητε την φυλην των συγγενειων των Κααθιτων εκ μεσου των Λευιτων·
<scripture passage="Num 4:19" parsed="|Num|4|19|0|0" osisRef="Bible:Num.4.19" />
<sup>19</sup>αλλα τουτο καμετε εις αυτους, δια να ζησωσι και μη αποθανωσι προσεγγιζοντες εις τα αγια των αγιων· ο Ααρων και οι υιοι αυτου ας εισερχωνται και ας διοριζωσιν αυτους εκαστον εις το εργον αυτου και εις το φορτιον αυτου·
<scripture passage="Num 4:20" parsed="|Num|4|20|0|0" osisRef="Bible:Num.4.20" />
<sup>20</sup>ας μη εισερχωνται ομως να ιδωσιν, οταν περισκεπαζωνται τα αγια, δια να μη αποθανωσι.
<scripture passage="Num 4:21" parsed="|Num|4|21|0|0" osisRef="Bible:Num.4.21" />
<sup>21</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 4:22" parsed="|Num|4|22|0|0" osisRef="Bible:Num.4.22" />
<sup>22</sup>Λαβε το κεφαλαιον και των υιων Γηρσων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων·
<scripture passage="Num 4:23" parsed="|Num|4|23|0|0" osisRef="Bible:Num.4.23" />
<sup>23</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων θελεις απαριθμησει αυτους, παντας τους εισερχομενους εις το ταγμα, δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 4:24" parsed="|Num|4|24|0|0" osisRef="Bible:Num.4.24" />
<sup>24</sup>Αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των Γηρσωνιτων, να υπηρετωσι και να βασταζωσι·
<scripture passage="Num 4:25" parsed="|Num|4|25|0|0" osisRef="Bible:Num.4.25" />
<sup>25</sup>θελουσι λοιπον βασταζει τα παραπετασματα της σκηνης και την σκηνην του μαρτυριου, το καλυμμα αυτης και το καλυμμα το εκ δερματων θωων το επανωθεν αυτης και το καταπετασμα της θυρας της σκηνης του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 4:26" parsed="|Num|4|26|0|0" osisRef="Bible:Num.4.26" />
<sup>26</sup>και τα παραπετασματα της αυλης και το καταπετασμα της θυρας της πυλης της αυλης, τα οποια ειναι δια την σκηνην, και δια το θυσιαστηριον κυκλω, και τα σχοινια αυτων και παντα τα σκευη της υπηρεσιας αυτων και παντα τα χρησιμευοντα εις αυτα· ουτω θελουσιν υπηρετει.
<scripture passage="Num 4:27" parsed="|Num|4|27|0|0" osisRef="Bible:Num.4.27" />
<sup>27</sup>Κατα προσταγην του Ααρων και των υιων αυτου θελουσι γινεσθαι πασαι αι υπηρεσιαι των υιων των Γηρσωνιτων, εις παντα τα φορτια αυτων και εις πασας τας υπηρεσιας αυτων· και σεις θελετε διοριζει εις αυτους παντα οσα οφειλουσι να βασταζωσιν.
<scripture passage="Num 4:28" parsed="|Num|4|28|0|0" osisRef="Bible:Num.4.28" />
<sup>28</sup>Αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των υιων των Γηρσωνιτων εν τη σκηνη του μαρτυριου· και η φυλακη αυτων θελει εισθαι υπο την επιστασιαν του Ιθαμαρ υιου του Ααρων του ιερεως.
<scripture passage="Num 4:29" parsed="|Num|4|29|0|0" osisRef="Bible:Num.4.29" />
<sup>29</sup>Θελεις απαριθμησει και τους υιους του Μεραρι κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων·
<scripture passage="Num 4:30" parsed="|Num|4|30|0|0" osisRef="Bible:Num.4.30" />
<sup>30</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων θελεις απαριθμησει αυτους παντας τους εισερχομενους εις το ταγμα, δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 4:31" parsed="|Num|4|31|0|0" osisRef="Bible:Num.4.31" />
<sup>31</sup>Και ταυτα ειναι, τα οποια οφειλουσι να βασταζωσι καθ' ολην την υπηρεσιαν αυτων εν τη σκηνη του μαρτυριου· αι σανιδες της σκηνης και οι μοχλοι αυτης και οι στυλοι αυτης, και τα υποβασια αυτης,
<scripture passage="Num 4:32" parsed="|Num|4|32|0|0" osisRef="Bible:Num.4.32" />
<sup>32</sup>και οι στυλοι της αυλης κυκλω και τα υποβασια αυτων και οι πασσαλοι αυτων και τα σχοινια αυτων, μετα παντων των σκευων αυτων και παντα τα προς υπηρεσιαν αυτων· και θελετε διορισει κατ ονομα τα σκευη τα οποια οφειλουσι να βασταζωσιν.
<scripture passage="Num 4:33" parsed="|Num|4|33|0|0" osisRef="Bible:Num.4.33" />
<sup>33</sup>Αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των υιων Μεραρι, καθ' ολην την υπηρεσιαν αυτων εν τη σκηνη του μαρτυριου, υπο την επιστασιαν του Ιθαμαρ υιου του Ααρων του ιερεως.
<scripture passage="Num 4:34" parsed="|Num|4|34|0|0" osisRef="Bible:Num.4.34" />
<sup>34</sup>Ο Μωυσης λοιπον και ο Ααρων και οι αρχοντες της συναγωγης απηριθμησαν τους υιους των Κααθιτων κατα τας συγγενειας αυτων και κατα τους οικους των πατερων αυτων,
<scripture passage="Num 4:35" parsed="|Num|4|35|0|0" osisRef="Bible:Num.4.35" />
<sup>35</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων, παντας τους εισερχομενους εις το ταγμα, δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 4:36" parsed="|Num|4|36|0|0" osisRef="Bible:Num.4.36" />
<sup>36</sup>και οι απαριθμηθεντες αυτων κατα τας συγγενειας αυτων ησαν δυο χιλιαδες επτακοσιοι πεντηκοντα.
<scripture passage="Num 4:37" parsed="|Num|4|37|0|0" osisRef="Bible:Num.4.37" />
<sup>37</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες των συγγενειων των Κααθιτων, παντες οι υπηρετουντες εν τη σκηνη του μαρτυριου, τους οποιους απηριθμησαν ο Μωυσης και ο Ααρων, καθως προσεταξε Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Num 4:38" parsed="|Num|4|38|0|0" osisRef="Bible:Num.4.38" />
<sup>38</sup>Οι δε απαριθμηθεντες των υιων Γηρσων κατα τας συγγενειας αυτων και κατα τους οικους των πατερων αυτων,
<scripture passage="Num 4:39" parsed="|Num|4|39|0|0" osisRef="Bible:Num.4.39" />
<sup>39</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων, παντες οι εισερχομενοι εις το ταγμα δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 4:40" parsed="|Num|4|40|0|0" osisRef="Bible:Num.4.40" />
<sup>40</sup>οι απαριθμηθεντες αυτων κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων, ησαν δυο χιλιαδες εξακοσιοι τριακοντα.
<scripture passage="Num 4:41" parsed="|Num|4|41|0|0" osisRef="Bible:Num.4.41" />
<sup>41</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες των συγγενειων των υιων Γηρσων, παντες οι υπηρετουντες εν τη σκηνη του μαρτυριου, τους οποιους απηριθμησαν ο Μωυσης και ο Ααρων κατα την προσταγην του Κυριου.
<scripture passage="Num 4:42" parsed="|Num|4|42|0|0" osisRef="Bible:Num.4.42" />
<sup>42</sup>Οι δε απαριθμηθεντες των συγγενειων των υιων Μεραρι κατα τας συγγενειας αυτων, κατα τους οικους των πατερων αυτων,
<scripture passage="Num 4:43" parsed="|Num|4|43|0|0" osisRef="Bible:Num.4.43" />
<sup>43</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων, παντες οι εισερχομενοι εις το ταγμα δια να καμνωσιν εργασιας εν τη σκηνη του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 4:44" parsed="|Num|4|44|0|0" osisRef="Bible:Num.4.44" />
<sup>44</sup>οι απαριθμηθεντες αυτων κατα τας συγγενειας αυτων ησαν τρεις χιλιαδες και διακοσιοι.
<scripture passage="Num 4:45" parsed="|Num|4|45|0|0" osisRef="Bible:Num.4.45" />
<sup>45</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες των συγγενειων των υιων Μεραρι, τους οποιους απηριθμησαν ο Μωυσης και ο Ααρων, καθως προσεταξε Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Num 4:46" parsed="|Num|4|46|0|0" osisRef="Bible:Num.4.46" />
<sup>46</sup>Παντες οι απαριθμηθεντες των Λευιτων, τους οποιους απηριθμησαν ο Μωυσης και ο Ααρων και οι αρχοντες του Ισραηλ, κατα τας συγγενειας αυτων και κατα τους οικους των πατερων αυτων,
<scripture passage="Num 4:47" parsed="|Num|4|47|0|0" osisRef="Bible:Num.4.47" />
<sup>47</sup>απο τριακοντα ετων και επανω εως πεντηκοντα ετων, παντες οι εισερχομενοι δια να υπηρετωσιν υπηρεσιαν και να βασταζωσι το φορτιον εν τη σκηνη του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 4:48" parsed="|Num|4|48|0|0" osisRef="Bible:Num.4.48" />
<sup>48</sup>οι απαριθμηθεντες αυτων ησαν οκτω χιλιαδες πεντακοσιοι ογδοηκοντα.
<scripture passage="Num 4:49" parsed="|Num|4|49|0|0" osisRef="Bible:Num.4.49" />
<sup>49</sup>Απηριθμηθησαν καθως προσεταξεν ο Κυριος δια χειρος του Μωυσεως, εκαστος κατα την υπηρεσιαν αυτου και κατα το φορτιον αυτου. Ουτως απηριθμηθησαν υπ' αυτου, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 5" progress="12.71%" prev="Num.4" next="Num.6" id="Num.5">
<h3 id="Num.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Num.5-p1">
<scripture passage="Num 5:1" parsed="|Num|5|1|0|0" osisRef="Bible:Num.5.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 5:2" parsed="|Num|5|2|0|0" osisRef="Bible:Num.5.2" />
<sup>2</sup>Προσταξον τους υιους Ισραηλ να αποπεμψωσιν απο του στρατοπεδου παντα λεπρον και παντα γονορροιον και παντα μεμολυσμενον δια νεκρον·
<scripture passage="Num 5:3" parsed="|Num|5|3|0|0" osisRef="Bible:Num.5.3" />
<sup>3</sup>αρσενικον τε και θηλυκον αποπεμψατε· εξω του στρατοπεδου αποπεμψατε αυτους, δια να μη μολυνωσι τα στρατοπεδα αυτων, εν μεσω των οποιων εγω κατοικω.
<scripture passage="Num 5:4" parsed="|Num|5|4|0|0" osisRef="Bible:Num.5.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι Ισραηλ και απεπεμψαν αυτους εξω του στρατοπεδου· καθως ειπεν ο Κυριος προς τον Μωυσην, ουτως εκαμον οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Num 5:5" parsed="|Num|5|5|0|0" osisRef="Bible:Num.5.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 5:6" parsed="|Num|5|6|0|0" osisRef="Bible:Num.5.6" />
<sup>6</sup>Ειπε προς τους υιους Ισραηλ, Οταν ανηρ η γυνη καμη τι εκ των αμαρτηματων των ανθρωπινων, πραττων παραβασιν εις τον Κυριον, και αμαρτηση η ψυχη εκεινη,
<scripture passage="Num 5:7" parsed="|Num|5|7|0|0" osisRef="Bible:Num.5.7" />
<sup>7</sup>τοτε θελει εξομολογηθη την αμαρτιαν αυτου, την οποιαν επραξε, και θελει αποδωσει το αδικημα αυτου μετα του κεφαλαιου τουτου και εις αυτο θελει προσθεσει το πεμπτον αυτου και θελει δωσει αυτο εις οντινα ηδικησεν.
<scripture passage="Num 5:8" parsed="|Num|5|8|0|0" osisRef="Bible:Num.5.8" />
<sup>8</sup>Εαν δε ο ανθρωπος δεν εχη συγγενη δια να αποδοθη εις αυτον το αδικημα, ας αποδιδεται το αδικημα εις τον Κυριον προς τον ιερεα, εκτος του κριου της εξιλεωσεως, δια του οποιου θελει γεινει εξιλεωσις περι αυτου.
<scripture passage="Num 5:9" parsed="|Num|5|9|0|0" osisRef="Bible:Num.5.9" />
<sup>9</sup>Και πασα υψουμενη προσφορα εκ παντων των ηγιασμενων πραγματων των υιων Ισραηλ, την οποιαν προσφερουσιν εις τον ιερεα, θελει εισθαι αυτου.
<scripture passage="Num 5:10" parsed="|Num|5|10|0|0" osisRef="Bible:Num.5.10" />
<sup>10</sup>Αυτου λοιπον θελουσιν εισθαι τα αγιαζομενα παντος ανθρωπου· ο, τι εκαστος διδη εις τον ιερεα, θελει εισθαι αυτου.
<scripture passage="Num 5:11" parsed="|Num|5|11|0|0" osisRef="Bible:Num.5.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 5:12" parsed="|Num|5|12|0|0" osisRef="Bible:Num.5.12" />
<sup>12</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Εαν ανθρωπου τινος η γυνη παραδρομηση και αμαρτηση εναντιον αυτου,
<scripture passage="Num 5:13" parsed="|Num|5|13|0|0" osisRef="Bible:Num.5.13" />
<sup>13</sup>και συγκοιμηθη τις μετ' αυτης, και λανθαση τους οφθαλμους του ανδρος αυτης και κρυφθη, και αυτη μολυνθη και μαρτυς δεν υπαρχη κατ' αυτης και δεν πιασθη,
<scripture passage="Num 5:14" parsed="|Num|5|14|0|0" osisRef="Bible:Num.5.14" />
<sup>14</sup>και επελθη εις αυτον πνευμα ζηλοτυπιας και ζηλοτυπηση την γυναικα αυτου και αυτη ηναι μεμολυσμενη· η εαν επελθη εις αυτον το πνευμα της ζηλοτυπιας, και ζηλοτυπηση την γυναικα αυτου και αυτη δεν ηναι μεμολυσμενη·
<scripture passage="Num 5:15" parsed="|Num|5|15|0|0" osisRef="Bible:Num.5.15" />
<sup>15</sup>τοτε θελει φερει ο ανθρωπος την γυναικα αυτου προς τον ιερεα και θελει προσφερει το δωρον αυτης υπερ αυτης, το δεκατον του εφα αλευρον κριθινον· ελαιον ομως δεν θελει επιχυσει επ' αυτο, ουδε λιβανιον θελει επιθεσει επ' αυτο· διοτι ειναι προσφορα ζηλοτυπιας, προσφορα ενθυμησεως, φερουσα εις ενθυμησιν ανομιαν.
<scripture passage="Num 5:16" parsed="|Num|5|16|0|0" osisRef="Bible:Num.5.16" />
<sup>16</sup>Και θελει πλησιασει αυτην ο ιερευς και στησει αυτην ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Num 5:17" parsed="|Num|5|17|0|0" osisRef="Bible:Num.5.17" />
<sup>17</sup>Επειτα θελει λαβει ο ιερευς υδωρ αγιον εις αγγειον πηλινον· και απο του χωματος, το οποιον ειναι επι του εδαφους της σκηνης, θελει λαβει ο ιερευς και βαλει εις το υδωρ.
<scripture passage="Num 5:18" parsed="|Num|5|18|0|0" osisRef="Bible:Num.5.18" />
<sup>18</sup>Και θελει στησει ο ιερευς την γυναικα ενωπιον του Κυριου και θελει αποκαλυψει την κεφαλην της γυναικος, και θελει βαλει εις τας χειρας αυτης την προσφοραν της ενθυμησεως, την προσφοραν της ζηλοτυπιας· εν δε τη χειρι του ιερεως θελει εισθαι το υδωρ το πικρον, το οποιον φερει την καταραν·
<scripture passage="Num 5:19" parsed="|Num|5|19|0|0" osisRef="Bible:Num.5.19" />
<sup>19</sup>Και θελει ορκισει αυτην ο ιερευς και θελει ειπει προς την γυναικα, Εαν δεν εκοιμηθη τις μετα σου και εαν δεν παρεδρομησας δια να μολυνθης, δεχομενη αλλον αντι του ανδρος σου, ας ησαι αβλαβης απο του υδατος τουτου του πικρου, το οποιον φερει την καταραν·
<scripture passage="Num 5:20" parsed="|Num|5|20|0|0" osisRef="Bible:Num.5.20" />
<sup>20</sup>εαν ομως παρεδρομησας, δεχομενη αλλον αντι του ανδρος σου, και εμολυνθης και εκοιμηθη τις μετα σου εκτος του ανδρος σου,
<scripture passage="Num 5:21" parsed="|Num|5|21|0|0" osisRef="Bible:Num.5.21" />
<sup>21</sup>τοτε ο ιερευς θελει ορκισει την γυναικα μεθ' ορκου καταρας, και θελει ειπει ο ιερευς προς την γυναικα, Ο Κυριος να σε καταστηση καταραν και ορκον μεταξυ του λαου σου, καμνων ο Κυριος να σαπη ο μηρος σου και να πρησθη η κοιλια σου·
<scripture passage="Num 5:22" parsed="|Num|5|22|0|0" osisRef="Bible:Num.5.22" />
<sup>22</sup>και το υδωρ τουτο, το οποιον φερει την καταραν, θελει εισελθει εις τα εντοσθια σου, δια να καμη να πρησθη η κοιλια σου και να σαπη ο μηρος σου. Και θελει ειπει η γυνη, Αμην, αμην·
<scripture passage="Num 5:23" parsed="|Num|5|23|0|0" osisRef="Bible:Num.5.23" />
<sup>23</sup>Επειτα θελει γραψει ο ιερευς τας καταρας ταυτας εν βιβλιω και θελει εξαλειψει αυτας δια του υδατος του πικρου·
<scripture passage="Num 5:24" parsed="|Num|5|24|0|0" osisRef="Bible:Num.5.24" />
<sup>24</sup>και θελει ποτισει την γυναικα το υδωρ το πικρον, το οποιον φερει την καταραν· και το υδωρ, το φερον την καταραν, θελει εισελθει εις αυτην δια πικριαν·
<scripture passage="Num 5:25" parsed="|Num|5|25|0|0" osisRef="Bible:Num.5.25" />
<sup>25</sup>Και θελει λαβει ο ιερευς εκ της χειρος της γυναικος την προσφοραν της ζηλοτυπιας και θελει κινησει την προσφοραν ενωπιον του Κυριου και θελει προσφερει αυτην εις το θυσιαστηριον·
<scripture passage="Num 5:26" parsed="|Num|5|26|0|0" osisRef="Bible:Num.5.26" />
<sup>26</sup>και θελει δραξει ο ιερευς απο της προσφορας το μνημοσυνον αυτης και θελει καυσει επι το θυσιαστηριον, και μετα ταυτα θελει ποτισει την γυναικα το υδωρ.
<scripture passage="Num 5:27" parsed="|Num|5|27|0|0" osisRef="Bible:Num.5.27" />
<sup>27</sup>Και αφου ποτιση αυτην το υδωρ τοτε θελει συμβη ωστε, αν ηναι μεμολυσμενη και ηδικησε τον ανδρα αυτης, θελει εισελθει εις αυτην το υδωρ, το φερον την καταραν, δια πικριαν, και η κοιλια αυτης θελει πρησθη και ο μηρος αυτης θελει σαπη και θελει εισθαι η γυνη καταρα εν μεσω του λαου αυτης.
<scripture passage="Num 5:28" parsed="|Num|5|28|0|0" osisRef="Bible:Num.5.28" />
<sup>28</sup>Εαν ομως δεν ηναι μεμολυσμενη η γυνη αλλα καθαρα, τοτε θελει μεινει αβλαβης, και θελει συλλαβει σπερμα.
<scripture passage="Num 5:29" parsed="|Num|5|29|0|0" osisRef="Bible:Num.5.29" />
<sup>29</sup>Ουτος ειναι ο νομος της ζηλοτυπιας, οταν γυνη τις παραδρομηση, δεχομενη αλλον αντι του ανδρος αυτης και μολυνθη·
<scripture passage="Num 5:30" parsed="|Num|5|30|0|0" osisRef="Bible:Num.5.30" />
<sup>30</sup>η οταν ελθη το πνευμα της ζηλοτυπιας εις ανδρα τινα και ζηλοτυπηση την γυναικα αυτου και στηση την γυναικα αυτου ενωπιον του Κυριου, και ο ιερευς καμη εις αυτην κατα παντα τον νομον τουτον·
<scripture passage="Num 5:31" parsed="|Num|5|31|0|0" osisRef="Bible:Num.5.31" />
<sup>31</sup>Τοτε ο μεν ανηρ θελει εισθαι αθωος απο της ανομιας, η δε γυνη εκεινη θελει βαστασει την ανομιαν αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 6" progress="12.83%" prev="Num.5" next="Num.7" id="Num.6">
<h3 id="Num.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Num.6-p1">
<scripture passage="Num 6:1" parsed="|Num|6|1|0|0" osisRef="Bible:Num.6.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 6:2" parsed="|Num|6|2|0|0" osisRef="Bible:Num.6.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν ανηρ η γυνη ευχηθη ευχην Ναζηραιου, δια να αφιερωθη εις τον Κυριον,
<scripture passage="Num 6:3" parsed="|Num|6|3|0|0" osisRef="Bible:Num.6.3" />
<sup>3</sup>θελει εγκρατευεσθαι απο οινου και απο σικερα και δεν θελει πιει οξος απο οινου η οξος απο σικερα ουτε θελει πιει ο, τι ειναι κατεσκευασμενον απο σταφυλης ουτε θελει φαγει σταφυλην προσφατον ουδε σταφιδας.
<scripture passage="Num 6:4" parsed="|Num|6|4|0|0" osisRef="Bible:Num.6.4" />
<sup>4</sup>Πασας τας ημερας της αφιερωσεως αυτου δεν θελει φαγει ουδεν εκ των οσα γινονται εξ αμπελου, απο φλοιου σταφυλης εως κοκκου αυτης.
<scripture passage="Num 6:5" parsed="|Num|6|5|0|0" osisRef="Bible:Num.6.5" />
<sup>5</sup>Πασας τας ημερας της ευχης της αφιερωσεως αυτου δεν θελει περασει ξυραφιον επι της κεφαλης αυτου, εωσου πληρωθωσιν αι ημεραι, τας οποιας ευχηθη εις τον Κυριον· αγιος θελει εισθαι, αφινων τας τριχας της κομης της κεφαλης αυτου να αυξανωσι.
<scripture passage="Num 6:6" parsed="|Num|6|6|0|0" osisRef="Bible:Num.6.6" />
<sup>6</sup>Πασας τας ημερας της αφιερωσεως αυτου εις τον Κυριον δεν θελει εισελθει εις τεθνεωτα.
<scripture passage="Num 6:7" parsed="|Num|6|7|0|0" osisRef="Bible:Num.6.7" />
<sup>7</sup>Δεν θελει μολυνθη δια τον πατερα αυτου η δια την μητερα αυτου, δια τον αδελφον αυτου η δια την αδελφην αυτου, οταν αποθανωσιν· επειδη η προς τον Θεον αφιερωσις αυτου ειναι επι της κεφαλης αυτου.
<scripture passage="Num 6:8" parsed="|Num|6|8|0|0" osisRef="Bible:Num.6.8" />
<sup>8</sup>Πασας τας ημερας της αφιερωσεως αυτου ειναι αγιος εις τον Κυριον.
<scripture passage="Num 6:9" parsed="|Num|6|9|0|0" osisRef="Bible:Num.6.9" />
<sup>9</sup>Και εαν τις αποθανη εξαιφνης πλησιον αυτου και μολυνθη η κεφαλη της αφιερωσεως αυτου, τοτε θελει ξυρισει την κεφαλην αυτου εν τη ημερα του καθαρισμου αυτου· εις την εβδομην ημεραν θελει ξυρισει αυτην.
<scripture passage="Num 6:10" parsed="|Num|6|10|0|0" osisRef="Bible:Num.6.10" />
<sup>10</sup>Την δε ογδοην ημεραν θελει φερει δυο τρυγονας η δυο νεοσσους περιστερων προς τον ιερεα εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 6:11" parsed="|Num|6|11|0|0" osisRef="Bible:Num.6.11" />
<sup>11</sup>και ο ιερευς θελει προσφερει την μιαν εις προσφοραν περι αμαρτιας, την δε αλλην εις ολοκαυτωμα· και θελει καμει εξιλεωσιν υπερ αυτου δια την περι τον νεκρον αμαρτιαν αυτου και θελει αγιασει την κεφαλην αυτου εν εκεινη τη ημερα.
<scripture passage="Num 6:12" parsed="|Num|6|12|0|0" osisRef="Bible:Num.6.12" />
<sup>12</sup>Και θελει αφιερωσει εις τον Κυριον τας ημερας της αφιερωσεως αυτου, και θελει φερει αρνιον ενιαυσιον δια προσφοραν περι ανομιας· αι δε ημεραι αι παρελθουσαι δεν θελουσι λογισθη, διοτι εμολυνθη η αφιερωσις αυτου.
<scripture passage="Num 6:13" parsed="|Num|6|13|0|0" osisRef="Bible:Num.6.13" />
<sup>13</sup>Ουτος δε ειναι ο νομος του Ναζηραιου αφου πληρωθωσιν αι ημεραι της αφιερωσεως αυτου· θελει φερθη εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου,
<scripture passage="Num 6:14" parsed="|Num|6|14|0|0" osisRef="Bible:Num.6.14" />
<sup>14</sup>και θελει προσφερει το δωρον αυτου εις τον Κυριον, εν αρνιον ενιαυσιον αμωμον εις ολοκαυτωμα και εν αρνιον θηλυκον ενιαυσιον αμωμον εις προσφοραν περι αμαρτιας και ενα κριον αμωμον εις προσφοραν ειρηνικην,
<scripture passage="Num 6:15" parsed="|Num|6|15|0|0" osisRef="Bible:Num.6.15" />
<sup>15</sup>και κανιστρον αρτων αζυμων εκ σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, και λαγανα αζυμα κεχρισμενα μετα ελαιου και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και την σπονδην αυτων.
<scripture passage="Num 6:16" parsed="|Num|6|16|0|0" osisRef="Bible:Num.6.16" />
<sup>16</sup>Και ο ιερευς θελει προσφερει αυτα ενωπιον του Κυριου και θελει καμει την περι αμαρτιας προσφοραν αυτου και το ολοκαυτωμα αυτου.
<scripture passage="Num 6:17" parsed="|Num|6|17|0|0" osisRef="Bible:Num.6.17" />
<sup>17</sup>Και θελει προσφερει τον κριον εις θυσιαν ειρηνικην προς τον Κυριον μετα του κανιστρου των αζυμων· θελει προσφερει ετι ο ιερευς την εξ αλφιτων προσφοραν αυτου και την σπονδην αυτου.
<scripture passage="Num 6:18" parsed="|Num|6|18|0|0" osisRef="Bible:Num.6.18" />
<sup>18</sup>Και ο Ναζηραιος θελει ξυρισθη την κεφαλην της αφιερωσεως αυτου εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου, και θελει λαβει τας τριχας της κεφαλης της αφιερωσεως αυτου και επιθεσει επι του πυρος του υποκατω της ειρηνικης θυσιας.
<scripture passage="Num 6:19" parsed="|Num|6|19|0|0" osisRef="Bible:Num.6.19" />
<sup>19</sup>Και ο ιερευς θελει λαβει τον εψημενον ωμον του κριου και ενα αρτον αζυμον εκ του κανιστρου, και εν λαγανον αζυμον και θελει επιθεσει αυτα επι τας χειρας του Ναζηραιου, αφου ξυρισθη τας τριχας της αφιερωσεως αυτου.
<scripture passage="Num 6:20" parsed="|Num|6|20|0|0" osisRef="Bible:Num.6.20" />
<sup>20</sup>Και θελει κινησει αυτα ο ιερευς εις κινητην προσφοραν ενωπιον του Κυριου· τουτο ειναι αγιον εις τον ιερεα, μετα του στηθους της κινητης προσφορας και μετα του ωμου της υψουμενης προσφορας· και μετα ταυτα δυναται να πιη οινον ο Ναζηραιος.
<scripture passage="Num 6:21" parsed="|Num|6|21|0|0" osisRef="Bible:Num.6.21" />
<sup>21</sup>Του Ναζηραιου, οστις εκαμεν ευχην, ουτος ειναι ο νομος του δωρου αυτου εις τον Κυριον δια την αφιερωσιν αυτου, εκτος του ο, τι ηθελε προσφερει εκουσιως· συμφωνως με την ευχην, την οποιαν ευχηθη, ουτω θελει καμει κατα τον νομον της αφιερωσεως αυτου.
<scripture passage="Num 6:22" parsed="|Num|6|22|0|0" osisRef="Bible:Num.6.22" />
<sup>22</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 6:23" parsed="|Num|6|23|0|0" osisRef="Bible:Num.6.23" />
<sup>23</sup>Λαλησον προς τον Ααρων και προς τους υιους αυτου, λεγων, Ουτω θελετε ευλογει τους υιους Ισραηλ, λεγοντες προς αυτους·
<scripture passage="Num 6:24" parsed="|Num|6|24|0|0" osisRef="Bible:Num.6.24" />
<sup>24</sup>Ο Κυριος να σε ευλογηση και να σε φυλαξη·
<scripture passage="Num 6:25" parsed="|Num|6|25|0|0" osisRef="Bible:Num.6.25" />
<sup>25</sup>Ο Κυριος να επιλαμψη το προσωπον αυτου επι σε και να σε ελεηση·
<scripture passage="Num 6:26" parsed="|Num|6|26|0|0" osisRef="Bible:Num.6.26" />
<sup>26</sup>Ο Κυριος να υψωση το προσωπον αυτου επι σε και να σοι δωση ειρηνην·
<scripture passage="Num 6:27" parsed="|Num|6|27|0|0" osisRef="Bible:Num.6.27" />
<sup>27</sup>Και θελουσιν επιθεσει το ονομα μου επι τους υιους Ισραηλ· και εγω θελω ευλογησει αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 7" progress="12.93%" prev="Num.6" next="Num.8" id="Num.7">
<h3 id="Num.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Num.7-p1">
<scripture passage="Num 7:1" parsed="|Num|7|1|0|0" osisRef="Bible:Num.7.1" />
<sup>1</sup>Και την ημεραν, καθ' ην ο Μωυσης ετελειωσε να στηνη την σκηνην και εχρισεν αυτην και ηγιασεν αυτην και παντα τα σκευη αυτης και το θυσιαστηριον και παντα τα σκευη αυτου και εχρισεν αυτα και ηγιασεν αυτα·
<scripture passage="Num 7:2" parsed="|Num|7|2|0|0" osisRef="Bible:Num.7.2" />
<sup>2</sup>τοτε οι αρχοντες του Ισραηλ, οι αρχηγοι των οικων των πατερων αυτων οιτινες ησαν οι αρχοντες των φυλων, οι επιστατησαντες εις την απαριθμησιν, εκαμον προσφοραν·
<scripture passage="Num 7:3" parsed="|Num|7|3|0|0" osisRef="Bible:Num.7.3" />
<sup>3</sup>και εφεραν τα δωρα αυτων ενωπιον του Κυριου, εξ αμαξας σκεπαστας και δωδεκα βοας, μιαν αμαξαν ανα δυο αρχοντες και ενα βουν εκαστος, και εφεραν αυτα εμπροσθεν της σκηνης.
<scripture passage="Num 7:4" parsed="|Num|7|4|0|0" osisRef="Bible:Num.7.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 7:5" parsed="|Num|7|5|0|0" osisRef="Bible:Num.7.5" />
<sup>5</sup>Λαβε ταυτα παρ' αυτων, και θελουσιν εισθαι δια τα εργα της υπηρεσιας της σκηνης του μαρτυριου· και θελεις δωσει αυτα εις τους Λευιτας, εις εκαστον κατα την υπηρεσιαν αυτου.
<scripture passage="Num 7:6" parsed="|Num|7|6|0|0" osisRef="Bible:Num.7.6" />
<sup>6</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης τας αμαξας και τους βοας και εδωκεν αυτα εις τους Λευιτας.
<scripture passage="Num 7:7" parsed="|Num|7|7|0|0" osisRef="Bible:Num.7.7" />
<sup>7</sup>Τας δυο αμαξας και τους τεσσαρας βοας εδωκεν εις τους υιους Γηρσων, κατα την υπηρεσιαν αυτων.
<scripture passage="Num 7:8" parsed="|Num|7|8|0|0" osisRef="Bible:Num.7.8" />
<sup>8</sup>Και τας τεσσαρας αμαξας και τους οκτω βοας εδωκεν εις τους υιους Μεραρι· κατα την υπηρεσιαν αυτων, υπο την χειρα του Ιθαμαρ υιου του Ααρων του ιερεως.
<scripture passage="Num 7:9" parsed="|Num|7|9|0|0" osisRef="Bible:Num.7.9" />
<sup>9</sup>Εις δε τους υιους Κααθ δεν εδωκε· διοτι η εν τω αγιαστηριω υπηρεσια αυτων ητο να βασταζωσιν επ' ωμων.
<scripture passage="Num 7:10" parsed="|Num|7|10|0|0" osisRef="Bible:Num.7.10" />
<sup>10</sup>Και προσεφεραν οι αρχοντες δια τον εγκαινιασμον του θυσιαστηριου καθ' ην ημεραν εχρισθη, και προσεφεραν οι αρχοντες τα δωρα αυτων εμπροσθεν του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Num 7:11" parsed="|Num|7|11|0|0" osisRef="Bible:Num.7.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εις αρχων καθ' ημεραν, θελουσι προσφερει τα δωρα αυτων δια τον εγκαινιασμον του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Num 7:12" parsed="|Num|7|12|0|0" osisRef="Bible:Num.7.12" />
<sup>12</sup>Και ο προσφερων το δωρον αυτου την πρωτην ημεραν ητο Ναασσων ο υιος του Αμμιναδαβ, εκ της φυλης Ιουδα·
<scripture passage="Num 7:13" parsed="|Num|7|13|0|0" osisRef="Bible:Num.7.13" />
<sup>13</sup>και το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος, βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:14" parsed="|Num|7|14|0|0" osisRef="Bible:Num.7.14" />
<sup>14</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:15" parsed="|Num|7|15|0|0" osisRef="Bible:Num.7.15" />
<sup>15</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:16" parsed="|Num|7|16|0|0" osisRef="Bible:Num.7.16" />
<sup>16</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:17" parsed="|Num|7|17|0|0" osisRef="Bible:Num.7.17" />
<sup>17</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ναασσων, υιου του Αμμιναδαβ.
<scripture passage="Num 7:18" parsed="|Num|7|18|0|0" osisRef="Bible:Num.7.18" />
<sup>18</sup>Την δευτεραν ημεραν προσεφερεν ο Ναθαναηλ ο υιος του Σουαρ, ο αρχων της φυλης Ισσαχαρ·
<scripture passage="Num 7:19" parsed="|Num|7|19|0|0" osisRef="Bible:Num.7.19" />
<sup>19</sup>και προσεφερε το δωρον αυτου ενα δισκον αργυρουν βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:20" parsed="|Num|7|20|0|0" osisRef="Bible:Num.7.20" />
<sup>20</sup>ενα θυμιαματοδοχον χρυσουν δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:21" parsed="|Num|7|21|0|0" osisRef="Bible:Num.7.21" />
<sup>21</sup>ενα μοσχον εκ βοων, ενα κριον, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:22" parsed="|Num|7|22|0|0" osisRef="Bible:Num.7.22" />
<sup>22</sup>τραγον εξ αιγων ενα, εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:23" parsed="|Num|7|23|0|0" osisRef="Bible:Num.7.23" />
<sup>23</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοας, κριους πεντε, τραγους πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ναθαναηλ, υιου του Σουαρ.
<scripture passage="Num 7:24" parsed="|Num|7|24|0|0" osisRef="Bible:Num.7.24" />
<sup>24</sup>Την τριτην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Ζαβουλων, Ελιαβ ο υιος του Χαιλων·
<scripture passage="Num 7:25" parsed="|Num|7|25|0|0" osisRef="Bible:Num.7.25" />
<sup>25</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:26" parsed="|Num|7|26|0|0" osisRef="Bible:Num.7.26" />
<sup>26</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:27" parsed="|Num|7|27|0|0" osisRef="Bible:Num.7.27" />
<sup>27</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:28" parsed="|Num|7|28|0|0" osisRef="Bible:Num.7.28" />
<sup>28</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:29" parsed="|Num|7|29|0|0" osisRef="Bible:Num.7.29" />
<sup>29</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ελιαβ, υιου του Χαιλων.
<scripture passage="Num 7:30" parsed="|Num|7|30|0|0" osisRef="Bible:Num.7.30" />
<sup>30</sup>Την τεταρτην ημεραν προσεφερεν Ελισουρ ο υιος του Σεδιουρ, ο αρχων των υιων Ρουβην.
<scripture passage="Num 7:31" parsed="|Num|7|31|0|0" osisRef="Bible:Num.7.31" />
<sup>31</sup>Το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:32" parsed="|Num|7|32|0|0" osisRef="Bible:Num.7.32" />
<sup>32</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:33" parsed="|Num|7|33|0|0" osisRef="Bible:Num.7.33" />
<sup>33</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:34" parsed="|Num|7|34|0|0" osisRef="Bible:Num.7.34" />
<sup>34</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:35" parsed="|Num|7|35|0|0" osisRef="Bible:Num.7.35" />
<sup>35</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ελισουρ, υιου του Σεδιουρ.
<scripture passage="Num 7:36" parsed="|Num|7|36|0|0" osisRef="Bible:Num.7.36" />
<sup>36</sup>Την πεμπτην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Συμεων, Σελουμιηλ ο υιος του Σουρισαδαι·
<scripture passage="Num 7:37" parsed="|Num|7|37|0|0" osisRef="Bible:Num.7.37" />
<sup>37</sup>το δωρον αυτου ητο εις δισκος αργυρους βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:38" parsed="|Num|7|38|0|0" osisRef="Bible:Num.7.38" />
<sup>38</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:39" parsed="|Num|7|39|0|0" osisRef="Bible:Num.7.39" />
<sup>39</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:40" parsed="|Num|7|40|0|0" osisRef="Bible:Num.7.40" />
<sup>40</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:41" parsed="|Num|7|41|0|0" osisRef="Bible:Num.7.41" />
<sup>41</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Σελουμιηλ, υιου του Σουρισαδαι.
<scripture passage="Num 7:42" parsed="|Num|7|42|0|0" osisRef="Bible:Num.7.42" />
<sup>42</sup>Την εκτην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Γαδ, Ελιασαφ ο υιος του Δεουηλ·
<scripture passage="Num 7:43" parsed="|Num|7|43|0|0" osisRef="Bible:Num.7.43" />
<sup>43</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:44" parsed="|Num|7|44|0|0" osisRef="Bible:Num.7.44" />
<sup>44</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:45" parsed="|Num|7|45|0|0" osisRef="Bible:Num.7.45" />
<sup>45</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:46" parsed="|Num|7|46|0|0" osisRef="Bible:Num.7.46" />
<sup>46</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:47" parsed="|Num|7|47|0|0" osisRef="Bible:Num.7.47" />
<sup>47</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ελιασαφ, υιου του Δεουηλ.
<scripture passage="Num 7:48" parsed="|Num|7|48|0|0" osisRef="Bible:Num.7.48" />
<sup>48</sup>Την εβδομην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Εφραιμ, Ελισαμα ο υιος του Αμμιουδ·
<scripture passage="Num 7:49" parsed="|Num|7|49|0|0" osisRef="Bible:Num.7.49" />
<sup>49</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:50" parsed="|Num|7|50|0|0" osisRef="Bible:Num.7.50" />
<sup>50</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:51" parsed="|Num|7|51|0|0" osisRef="Bible:Num.7.51" />
<sup>51</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:52" parsed="|Num|7|52|0|0" osisRef="Bible:Num.7.52" />
<sup>52</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:53" parsed="|Num|7|53|0|0" osisRef="Bible:Num.7.53" />
<sup>53</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Ελισαμα, υιου του Αμμιουδ.
<scripture passage="Num 7:54" parsed="|Num|7|54|0|0" osisRef="Bible:Num.7.54" />
<sup>54</sup>Την ογδοην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Μανασση, Γαμαλιηλ ο υιος του Φεδασσουρ·
<scripture passage="Num 7:55" parsed="|Num|7|55|0|0" osisRef="Bible:Num.7.55" />
<sup>55</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:56" parsed="|Num|7|56|0|0" osisRef="Bible:Num.7.56" />
<sup>56</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:57" parsed="|Num|7|57|0|0" osisRef="Bible:Num.7.57" />
<sup>57</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:58" parsed="|Num|7|58|0|0" osisRef="Bible:Num.7.58" />
<sup>58</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:59" parsed="|Num|7|59|0|0" osisRef="Bible:Num.7.59" />
<sup>59</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Γαμαλιηλ, υιου του Φεδασσουρ.
<scripture passage="Num 7:60" parsed="|Num|7|60|0|0" osisRef="Bible:Num.7.60" />
<sup>60</sup>Την εννατην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Βενιαμιν, Αβειδαν ο υιος του Γιδεωνι·
<scripture passage="Num 7:61" parsed="|Num|7|61|0|0" osisRef="Bible:Num.7.61" />
<sup>61</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:62" parsed="|Num|7|62|0|0" osisRef="Bible:Num.7.62" />
<sup>62</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:63" parsed="|Num|7|63|0|0" osisRef="Bible:Num.7.63" />
<sup>63</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:64" parsed="|Num|7|64|0|0" osisRef="Bible:Num.7.64" />
<sup>64</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:65" parsed="|Num|7|65|0|0" osisRef="Bible:Num.7.65" />
<sup>65</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Αβειδαν υιου του Γιδεωνι.
<scripture passage="Num 7:66" parsed="|Num|7|66|0|0" osisRef="Bible:Num.7.66" />
<sup>66</sup>Την δεκατην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Δαν, Αχιεζερ ο υιος του Αμμισαδαι·
<scripture passage="Num 7:67" parsed="|Num|7|67|0|0" osisRef="Bible:Num.7.67" />
<sup>67</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:68" parsed="|Num|7|68|0|0" osisRef="Bible:Num.7.68" />
<sup>68</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:69" parsed="|Num|7|69|0|0" osisRef="Bible:Num.7.69" />
<sup>69</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα·
<scripture passage="Num 7:70" parsed="|Num|7|70|0|0" osisRef="Bible:Num.7.70" />
<sup>70</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:71" parsed="|Num|7|71|0|0" osisRef="Bible:Num.7.71" />
<sup>71</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Αχιεζερ, υιου του Αμμισαδαι.
<scripture passage="Num 7:72" parsed="|Num|7|72|0|0" osisRef="Bible:Num.7.72" />
<sup>72</sup>Την ενδεκατην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Ασηρ, Φαγαιηλ ο υιος του Οχραν·
<scripture passage="Num 7:73" parsed="|Num|7|73|0|0" osisRef="Bible:Num.7.73" />
<sup>73</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:74" parsed="|Num|7|74|0|0" osisRef="Bible:Num.7.74" />
<sup>74</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος.
<scripture passage="Num 7:75" parsed="|Num|7|75|0|0" osisRef="Bible:Num.7.75" />
<sup>75</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Num 7:76" parsed="|Num|7|76|0|0" osisRef="Bible:Num.7.76" />
<sup>76</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:77" parsed="|Num|7|77|0|0" osisRef="Bible:Num.7.77" />
<sup>77</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε. Τουτο ητο το δωρον του Φαγαιηλ, υιου του Οχραν.
<scripture passage="Num 7:78" parsed="|Num|7|78|0|0" osisRef="Bible:Num.7.78" />
<sup>78</sup>Την δωδεκατην ημεραν προσεφερεν ο αρχων των υιων Νεφθαλι, Αχιρα ο υιος του Αιναν·
<scripture passage="Num 7:79" parsed="|Num|7|79|0|0" osisRef="Bible:Num.7.79" />
<sup>79</sup>το δωρον αυτου ητο εις αργυρους δισκος βαρους εκατον τριακοντα σικλων· λεκανιον εν αργυρουν εβδομηκοντα σικλων· κατα τον σικλον τον αγιον· αμφοτερα πληρη σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 7:80" parsed="|Num|7|80|0|0" osisRef="Bible:Num.7.80" />
<sup>80</sup>εις θυμιαματοδοχος χρυσους δεκα σικλων, πληρης θυμιαματος·
<scripture passage="Num 7:81" parsed="|Num|7|81|0|0" osisRef="Bible:Num.7.81" />
<sup>81</sup>εις μοσχος εκ βοων, εις κριος, εν αρνιον ενιαυσιον, εις ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Num 7:82" parsed="|Num|7|82|0|0" osisRef="Bible:Num.7.82" />
<sup>82</sup>εις τραγος εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 7:83" parsed="|Num|7|83|0|0" osisRef="Bible:Num.7.83" />
<sup>83</sup>και εις θυσιαν ειρηνικην, δυο βοες, κριοι πεντε, τραγοι πεντε, αρνια ενιαυσια πεντε· τουτο ητο το δωρον του Αχιρα, υιου του Αιναν.
<scripture passage="Num 7:84" parsed="|Num|7|84|0|0" osisRef="Bible:Num.7.84" />
<sup>84</sup>Ουτος ητο ο εγκαινιασμος του θυσιαστηριου, την ημεραν καθ' ην εχρισθη υπο των αρχοντων του Ισραηλ· δισκοι αργυροι δωδεκα, λεκανια αργυρα δωδεκα, θυμιαματοδοχοι χρυσοι δωδεκα·
<scripture passage="Num 7:85" parsed="|Num|7|85|0|0" osisRef="Bible:Num.7.85" />
<sup>85</sup>εκατον τριακοντα σικλων ητο εκαστος δισκος αργυρους, και εβδομηκοντα σικλων εκαστον λεκανιον· απαν το αργυριον των σκευων, δυο χιλιαδων και τετρακοσιων σικλων, κατα τον σικλον τον αγιον·
<scripture passage="Num 7:86" parsed="|Num|7|86|0|0" osisRef="Bible:Num.7.86" />
<sup>86</sup>θυμιαματοδοχοι χρυσοι δωδεκα, πληρεις θυμιαματος, απο δεκα σικλων ο θυμιαματοδοχος κατα τον σικλον τον αγιον· απαν το χρυσιον των θυμιαματοδοχων εκατον εικοσι σικλων.
<scripture passage="Num 7:87" parsed="|Num|7|87|0|0" osisRef="Bible:Num.7.87" />
<sup>87</sup>Παντες οι βοες δια ολοκαυτωμα ησαν μοσχοι δωδεκα, οι κριοι δωδεκα, τα αρνια τα ενιαυσια δωδεκα μετα των εξ αλφιτων προσφορων αυτων· και οι τραγοι εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, δωδεκα.
<scripture passage="Num 7:88" parsed="|Num|7|88|0|0" osisRef="Bible:Num.7.88" />
<sup>88</sup>Και παντες οι βοες δια θυσιαν ειρηνικην ησαν μοσχοι εικοσιτεσσαρες, οι κριοι εξηκοντα, οι τραγοι εξηκοντα, τα αρνια τα ενιαυσια εξηκοντα. Ουτος ητο ο εγκαινιασμος του θυσιαστηριου, αφου εχρισθη.
<scripture passage="Num 7:89" parsed="|Num|7|89|0|0" osisRef="Bible:Num.7.89" />
<sup>89</sup>Και οτε εισηλθεν ο Μωυσης εις την σκηνην του μαρτυριου δια να λαληση μετα του Κυριου, τοτε ηκουσε την φωνην του λαλουντος προς αυτο, ανωθεν του ιλαστηριου, το οποιον ητο επι της κιβωτου του μαρτυριου ανα μεσον των δυο χερουβειμ· και ελαλει προς αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 8" progress="13.16%" prev="Num.7" next="Num.9" id="Num.8">
<h3 id="Num.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Num.8-p1">
<scripture passage="Num 8:1" parsed="|Num|8|1|0|0" osisRef="Bible:Num.8.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 8:2" parsed="|Num|8|2|0|0" osisRef="Bible:Num.8.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τον Ααρων, και ειπε προς αυτον, Οταν αναψης τους λυχνους, οι επτα λυχνοι θελουσι φωτιζει κατα προσωπον της λυχνιας.
<scripture passage="Num 8:3" parsed="|Num|8|3|0|0" osisRef="Bible:Num.8.3" />
<sup>3</sup>Και ο Ααρων εκαμεν ουτως· ηναψε κατα προσωπον της λυχνιας τους λυχνους αυτης, καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 8:4" parsed="|Num|8|4|0|0" osisRef="Bible:Num.8.4" />
<sup>4</sup>Αυτη δε ητο η κατασκευη της λυχνιας απο χρυσιου σφυρηλατου· και ο κορμος αυτης και τα ανθη αυτης, ητο ολη σφυρηλατος· κατα το σχεδιον, το οποιον εδειξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως εκαμε την λυχνιαν.
<scripture passage="Num 8:5" parsed="|Num|8|5|0|0" osisRef="Bible:Num.8.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 8:6" parsed="|Num|8|6|0|0" osisRef="Bible:Num.8.6" />
<sup>6</sup>Λαβε τους Λευιτας εκ μεσου των υιων Ισραηλ και καθαρισον αυτους.
<scripture passage="Num 8:7" parsed="|Num|8|7|0|0" osisRef="Bible:Num.8.7" />
<sup>7</sup>Και ουτω θελεις καμει εις αυτους δια τον καθαρισμον αυτων· ραντισον επ' αυτους υδωρ καθαρισμου και ας περασωσι ξυραφιον δι' ολου του σωματος αυτων και ας πλυνωσι τα ενδυματα αυτων και ας καθαρισθωσιν.
<scripture passage="Num 8:8" parsed="|Num|8|8|0|0" osisRef="Bible:Num.8.8" />
<sup>8</sup>Επειτα ας λαβωσιν ενα μοσχον εκ βοων μετα της εξ αλφιτων προσφορας αυτου απο σεμιδαλεως εζυμωμενης μετα ελαιου, και ενα αλλον μοσχον εκ βοων θελεις λαβει εις προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Num 8:9" parsed="|Num|8|9|0|0" osisRef="Bible:Num.8.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις φερει τους Λευιτας εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου και θελεις συναξει ολην την συναγωγην των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Num 8:10" parsed="|Num|8|10|0|0" osisRef="Bible:Num.8.10" />
<sup>10</sup>και θελεις φερει τους Λευιτας εμπροσθεν του Κυριου, και θελουσιν επιθεσει οι υιοι Ισραηλ τας χειρας αυτων επι τους Λευιτας.
<scripture passage="Num 8:11" parsed="|Num|8|11|0|0" osisRef="Bible:Num.8.11" />
<sup>11</sup>και ο Ααρων θελει προσφερει τους Λευιτας ενωπιον του Κυριου προσφοραν παρα των υιων Ισραηλ, δια να υπηρετωσι την υπηρεσιαν του Κυριου.
<scripture passage="Num 8:12" parsed="|Num|8|12|0|0" osisRef="Bible:Num.8.12" />
<sup>12</sup>Και οι Λευιται θελουσιν επιθεσει τας χειρας αυτων επι τας κεφαλας των μοσχων, και θελεις προσφερει τον ενα περι αμαρτιας και τον αλλον δι' ολοκαυτωμα εις τον Κυριον· δια να καμης εξιλεωσιν υπερ των Λευιτων.
<scripture passage="Num 8:13" parsed="|Num|8|13|0|0" osisRef="Bible:Num.8.13" />
<sup>13</sup>Και θελεις στησει τους Λευιτας εμπροσθεν του Ααρων και εμπροσθεν των υιων αυτου· και θελεις προσφερει αυτους προσφοραν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Num 8:14" parsed="|Num|8|14|0|0" osisRef="Bible:Num.8.14" />
<sup>14</sup>Ουτω θελεις αποχωρισει τους Λευιτας εκ μεσου των υιων Ισραηλ, και οι Λευιται θελουσιν εισθαι εμου.
<scripture passage="Num 8:15" parsed="|Num|8|15|0|0" osisRef="Bible:Num.8.15" />
<sup>15</sup>Και μετα ταυτα θελουσιν εισελθει οι Λευιται δια να υπηρετωσι την σκηνην του μαρτυριου· και θελεις καθαρισει αυτους και θελεις προσφερει αυτους προσφοραν.
<scripture passage="Num 8:16" parsed="|Num|8|16|0|0" osisRef="Bible:Num.8.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ουτοι ειναι δεδομενοι δωρον εις εμε εκ μεσου των υιων Ισραηλ· αντι των διανοιγοντων πασαν μητραν, παντων των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ ελαβον αυτους εις εμαυτον.
<scripture passage="Num 8:17" parsed="|Num|8|17|0|0" osisRef="Bible:Num.8.17" />
<sup>17</sup>Διοτι παντα τα πρωτοτοκα των υιων Ισραηλ ειναι εμου, απο ανθρωπου εως κτηνους· καθ' ην ημεραν επαταξα παντα τα πρωτοτοκα εν τη γη της Αιγυπτου, ηγιασα αυτους εις εμαυτον·
<scripture passage="Num 8:18" parsed="|Num|8|18|0|0" osisRef="Bible:Num.8.18" />
<sup>18</sup>και ελαβον τους Λευιτας αντι παντων των πρωτοτοκων των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 8:19" parsed="|Num|8|19|0|0" osisRef="Bible:Num.8.19" />
<sup>19</sup>Και εδωκα τους Λευιτας δωρον εις τον Ααρων και εις τους υιους αυτου, εκ μεσου των υιων Ισραηλ, δια να υπηρετωσι την υπηρεσιαν των υιων Ισραηλ εν τη σκηνη του μαρτυριου, και δια να καμνωσιν εξιλεωσιν υπερ των υιων Ισραηλ· δια να μη ηναι πληγη επι τους υιους Ισραηλ, εαν πλησιασωσιν οι υιοι Ισραηλ εις τα αγια.
<scripture passage="Num 8:20" parsed="|Num|8|20|0|0" osisRef="Bible:Num.8.20" />
<sup>20</sup>Και εκαμον ο Μωυσης και ο Ααρων και πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εις τους Λευιτας, κατα παντα οσα προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην περι των Λευιτων· ουτως εκαμον εις αυτους οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Num 8:21" parsed="|Num|8|21|0|0" osisRef="Bible:Num.8.21" />
<sup>21</sup>Και εκαθαρισθησαν οι Λευιται και επλυναν τα ιματια αυτων· και προσεφερεν αυτους ο Ααρων προσφοραν ενωπιον του Κυριου, και ο Ααρων εκαμεν υπερ αυτων εξιλεωσιν δια να καθαριση αυτους.
<scripture passage="Num 8:22" parsed="|Num|8|22|0|0" osisRef="Bible:Num.8.22" />
<sup>22</sup>Και μετα ταυτα εισηλθον οι Λευιται δια να υπηρετωσι την υπηρεσιαν αυτων εν τη σκηνη του μαρτυριου εμπροσθεν του Ααρων και εμπροσθεν των υιων αυτου· καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην περι των Λευιτων, ουτως εκαμον εις αυτους.
<scripture passage="Num 8:23" parsed="|Num|8|23|0|0" osisRef="Bible:Num.8.23" />
<sup>23</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 8:24" parsed="|Num|8|24|0|0" osisRef="Bible:Num.8.24" />
<sup>24</sup>Τουτο ειναι το περι των Λευιτων· απο εικοσιπεντε ετων και επανω θελουσιν εισερχεσθαι να εκτελωσι την υπηρεσιαν της σκηνης του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 8:25" parsed="|Num|8|25|0|0" osisRef="Bible:Num.8.25" />
<sup>25</sup>και απο πεντηκοντα ετων θελουσι παυεσθαι του να εκτελωσι την υπηρεσιαν και δεν θελουσιν υπηρετει πλεον·
<scripture passage="Num 8:26" parsed="|Num|8|26|0|0" osisRef="Bible:Num.8.26" />
<sup>26</sup>αλλα θελουσιν υπουργει εις τους αδελφους αυτων εν τη σκηνη του μαρτυριου, δια να φυλαττωσι τας φυλακας· υπηρεσιαν ομως δεν θελουσι καμνει. Ουτω θελεις καμει εις τους Λευιτας ως προς τας φυλακας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 9" progress="13.25%" prev="Num.8" next="Num.10" id="Num.9">
<h3 id="Num.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Num.9-p1">
<scripture passage="Num 9:1" parsed="|Num|9|1|0|0" osisRef="Bible:Num.9.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εν τη ερημω Σινα, τον πρωτον μηνα του δευτερου ετους αφου εξηλθον εκ γης Αιγυπτου, λεγων,
<scripture passage="Num 9:2" parsed="|Num|9|2|0|0" osisRef="Bible:Num.9.2" />
<sup>2</sup>Ας καμνωσιν οι υιοι Ισραηλ το πασχα εν τω καιρω αυτου·
<scripture passage="Num 9:3" parsed="|Num|9|3|0|0" osisRef="Bible:Num.9.3" />
<sup>3</sup>την δεκατην τεταρτην ημεραν τουτου του μηνος προς εσπεραν θελετε καμει αυτο, κατα τον καιρον αυτου· κατα παντα τα νομιμα αυτου και κατα πασας τας τελετας αυτου θελετε καμει αυτο.
<scripture passage="Num 9:4" parsed="|Num|9|4|0|0" osisRef="Bible:Num.9.4" />
<sup>4</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ δια να καμωσι το πασχα.
<scripture passage="Num 9:5" parsed="|Num|9|5|0|0" osisRef="Bible:Num.9.5" />
<sup>5</sup>Και εκαμον το πασχα την δεκατην τεταρτην του πρωτου μηνος προς εσπεραν εν τη ερημω Σινα· κατα παντα οσα προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως εκαμον οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Num 9:6" parsed="|Num|9|6|0|0" osisRef="Bible:Num.9.6" />
<sup>6</sup>Και ευρισκοντο τινες, οιτινες ησαν ακαθαρτοι απο νεκρου σωματος ανθρωπου και δεν ηδυναντο να καμωσι το πασχα εκεινην την ημεραν· και ηλθον εμπροσθεν του Μωυσεως και εμπροσθεν του Ααρων την ημεραν εκεινην.
<scripture passage="Num 9:7" parsed="|Num|9|7|0|0" osisRef="Bible:Num.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπον οι ανδρες εκεινοι προς αυτον, Ημεις ειμεθα ακαθαρτοι απο νεκρου σωματος ανθρωπου· δια τι εμποδιζομεθα να προσφερωμεν το δωρον του Κυριου εν τω καιρω αυτου μεταξυ των υιων Ισραηλ;
<scripture passage="Num 9:8" parsed="|Num|9|8|0|0" osisRef="Bible:Num.9.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς αυτους ο Μωυσης, Στητε αυτου και θελω ακουσει τι θελει προσταξει ο Κυριος δια σας.
<scripture passage="Num 9:9" parsed="|Num|9|9|0|0" osisRef="Bible:Num.9.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 9:10" parsed="|Num|9|10|0|0" osisRef="Bible:Num.9.10" />
<sup>10</sup>Ειπε προς τους υιους Ισραηλ λεγων, Εαν τις ανθρωπος εξ υμων η εκ των γενεων υμων γεινη ακαθαρτος απο νεκρου σωματος, η ηναι εις οδον μακραν, θελει καμει το πασχα εις τον Κυριον·
<scripture passage="Num 9:11" parsed="|Num|9|11|0|0" osisRef="Bible:Num.9.11" />
<sup>11</sup>την δεκατην του δευτερου μηνος προς εσπεραν θελουσι καμει αυτο και μετα αζυμων και πικραλιδων θελουσι φαγει αυτο.
<scripture passage="Num 9:12" parsed="|Num|9|12|0|0" osisRef="Bible:Num.9.12" />
<sup>12</sup>Δεν θελουσιν αφησει εξ αυτου μεχρι πρωιας ουδε θελουσι συντριψει οστουν εξ αυτου· κατα παντα τα νομιμα του πασχα θελουσι καμει αυτο.
<scripture passage="Num 9:13" parsed="|Num|9|13|0|0" osisRef="Bible:Num.9.13" />
<sup>13</sup>Και ο ανθρωπος οστις καθαρος ων, και μη ευρισκομενος εις οδον, λειψη απο του να καμη το πασχα, θελει εξολοθρευθη η ψυχη εκεινη εκ του λαου αυτης· επειδη δεν προσεφερε το δωρον του Κυριου εν τω καιρω αυτου, ο ανθρωπος εκεινος θελει βαστασει την αμαρτιαν αυτου.
<scripture passage="Num 9:14" parsed="|Num|9|14|0|0" osisRef="Bible:Num.9.14" />
<sup>14</sup>Εαν δε παροικη ξενος μεταξυ σας και καμη το πασχα εις τον Κυριον κατα τα νομιμα του πασχα και κατα τας τελετας αυτου, ουτω θελει καμει αυτο· τον αυτον νομον θελετε εχει και δια τον ξενον και δια τον αυτοχθονα.
<scripture passage="Num 9:15" parsed="|Num|9|15|0|0" osisRef="Bible:Num.9.15" />
<sup>15</sup>Και την ημεραν καθ' ην εστηθη η σκηνη, εκαλυψεν η νεφελη την σκηνην, τον οικον του μαρτυριου· και απο εσπερας εως πρωι ητο επι της σκηνης ως ειδος πυρος.
<scripture passage="Num 9:16" parsed="|Num|9|16|0|0" osisRef="Bible:Num.9.16" />
<sup>16</sup>Ουτως εγινετο παντοτε· η νεφελη εκαλυπτεν αυτην την ημεραν και ειδος πυρος την νυκτα.
<scripture passage="Num 9:17" parsed="|Num|9|17|0|0" osisRef="Bible:Num.9.17" />
<sup>17</sup>Και οτε ανεβαινεν η νεφελη απο της σκηνης, τοτε εσηκονοντο οι υιοι Ισραηλ· και εν τω τοπω, οπου ιστατο η νεφελη, εκει εστρατοπεδευον οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Num 9:18" parsed="|Num|9|18|0|0" osisRef="Bible:Num.9.18" />
<sup>18</sup>Κατα την προσταγην του Κυριου εσηκονοντο οι υιοι Ισραηλ και κατα την προσταγην του Κυριου εστρατοπεδευον· πασας τας ημερας καθ' ας η νεφελη εκειτο επι της σκηνης, εμενον εστρατοπεδευμενοι.
<scripture passage="Num 9:19" parsed="|Num|9|19|0|0" osisRef="Bible:Num.9.19" />
<sup>19</sup>Και οτε η νεφελη διεμενεν επι της σκηνης πολλας ημερας, τοτε οι υιοι Ισραηλ εφυλαττον τας φυλακας του Κυριου και δεν εσηκονοντο.
<scripture passage="Num 9:20" parsed="|Num|9|20|0|0" osisRef="Bible:Num.9.20" />
<sup>20</sup>Και οποτε μεν η νεφελη ιστατο επι της σκηνης οσασδηποτε ημερας, κατα την προσταγην του Κυριου εμενον εστρατοπεδευμενοι και κατα την προσταγην του Κυριου εσηκονοντο.
<scripture passage="Num 9:21" parsed="|Num|9|21|0|0" osisRef="Bible:Num.9.21" />
<sup>21</sup>Οποτε δε η νεφελη ιστατο απο εσπερας εως πρωι, το δε πρωι ανεβαινεν η νεφελη, τοτε αυτοι εσηκονοντο· ειτε την ημεραν ειτε την νυκτα ανεβαινεν η νεφελη, τοτε αυτοι εσηκονοντο.
<scripture passage="Num 9:22" parsed="|Num|9|22|0|0" osisRef="Bible:Num.9.22" />
<sup>22</sup>Δυο ημερας η ενα μηνα η εν ετος εαν διεμενεν η νεφελη επι της σκηνης, ισταμενη επ' αυτης, εμενον εστρατοπεδευμενοι οι υιοι Ισραηλ και δεν εσηκονοντο· οτε δε αυτη ανεβαινεν, εσηκονοντο.
<scripture passage="Num 9:23" parsed="|Num|9|23|0|0" osisRef="Bible:Num.9.23" />
<sup>23</sup>Κατα την προσταγην του Κυριου εστρατοπεδευον και κατα την προσταγην του Κυριου εσηκονοντο· εφυλαττον τας φυλακας του Κυριου, καθως προσεταξεν ο Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 10" progress="13.34%" prev="Num.9" next="Num.11" id="Num.10">
<h3 id="Num.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Num.10-p1">
<scripture passage="Num 10:1" parsed="|Num|10|1|0|0" osisRef="Bible:Num.10.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 10:2" parsed="|Num|10|2|0|0" osisRef="Bible:Num.10.2" />
<sup>2</sup>Καμε εις σεαυτον δυο σαλπιγγας αργυρας· σφυρηλατους θελεις καμει αυτας, και θελουσιν εισθαι εις σε δια να συγκαλης την συναγωγην, και να βαλλης εις κινησιν τα στρατοπεδα.
<scripture passage="Num 10:3" parsed="|Num|10|3|0|0" osisRef="Bible:Num.10.3" />
<sup>3</sup>Και οταν σαλπιζωσι δι' αυτων, πασα η συναγωγη θελει συναθροιζεσθαι προς σε εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 10:4" parsed="|Num|10|4|0|0" osisRef="Bible:Num.10.4" />
<sup>4</sup>Εαν δε σαλπισωσι δια μιας μονης, τοτε θελουσι συναθροιζεσθαι προς σε οι αρχοντες, οι αρχηγοι των χιλιαδων του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 10:5" parsed="|Num|10|5|0|0" osisRef="Bible:Num.10.5" />
<sup>5</sup>Και οταν σαλπιζητε αλαλαγμον, τοτε θελουσι σηκονεσθαι τα στρατοπεδα τα εστρατοπεδευμενα προς ανατολας.
<scripture passage="Num 10:6" parsed="|Num|10|6|0|0" osisRef="Bible:Num.10.6" />
<sup>6</sup>Και οταν σαλπιζητε αλαλαγμον δευτερον, τοτε θελουσι σηκονεσθαι τα στρατοπεδα τα εστρατοπεδευμενα προς νοτον· θελουσι σαλπιζει αλαλαγμον δια να σηκωθωσι.
<scripture passage="Num 10:7" parsed="|Num|10|7|0|0" osisRef="Bible:Num.10.7" />
<sup>7</sup>Οταν δε συγκαληται η συναγωγη, θελετε σαλπιζει, ουχι ομως αλαλαγμον.
<scripture passage="Num 10:8" parsed="|Num|10|8|0|0" osisRef="Bible:Num.10.8" />
<sup>8</sup>Και οι υιοι του Ααρων, οι ιερεις, θελουσι σαλπιζει δια των σαλπιγγων· και ταυτα θελουσιν εισθαι εις εσας νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Num 10:9" parsed="|Num|10|9|0|0" osisRef="Bible:Num.10.9" />
<sup>9</sup>Και εαν εξελθητε εις μαχην εν τη γη υμων κατα του εχθρου του πολεμουντος εναντιον υμων, τοτε θελετε σαλπιζει αλαλαγμον δια των σαλπιγγων και θελετε ελθει εις ενθυμησιν ενωπιον Κυριου του Θεου υμων και θελετε διασωθη εκ των εχθρων υμων.
<scripture passage="Num 10:10" parsed="|Num|10|10|0|0" osisRef="Bible:Num.10.10" />
<sup>10</sup>Και εις τας ημερας της ευφροσυνης υμων και εις τας εορτας υμων, και εις τας νεομηνιας υμων θελετε σαλπιζει δια των σαλπιγγων επι των ολοκαυτωματων υμων και επι των θυσιων των ειρηνικων προσφορων υμων, και θελουσιν εισθαι εις υμας προς ενθυμησιν ενωπιον του Θεου υμων. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος υμων.
<scripture passage="Num 10:11" parsed="|Num|10|11|0|0" osisRef="Bible:Num.10.11" />
<sup>11</sup>Και την εικοστην του δευτερου μηνος του δευτερου ετους ανεβη η νεφελη απο της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 10:12" parsed="|Num|10|12|0|0" osisRef="Bible:Num.10.12" />
<sup>12</sup>Και εσηκωθησαν οι υιοι Ισραηλ κατα την ταξιν της οδοιποριας αυτων απο της ερημου Σινα, και εσταθη η νεφελη εν τη ερημω Φαραν.
<scripture passage="Num 10:13" parsed="|Num|10|13|0|0" osisRef="Bible:Num.10.13" />
<sup>13</sup>Και εσηκωθησαν πρωτον, καθως προσεταξε Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Num 10:14" parsed="|Num|10|14|0|0" osisRef="Bible:Num.10.14" />
<sup>14</sup>Και πρωτη εσηκωθη η σημαια του στρατοπεδου των υιων Ιουδα, κατα τα ταγματα αυτων, και επι του στρατευματος αυτου ητο Ναασσων ο υιος του Αμμιναδαβ.
<scripture passage="Num 10:15" parsed="|Num|10|15|0|0" osisRef="Bible:Num.10.15" />
<sup>15</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Ισσαχαρ ητο Ναθαναηλ ο υιος του Σουαρ.
<scripture passage="Num 10:16" parsed="|Num|10|16|0|0" osisRef="Bible:Num.10.16" />
<sup>16</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Ζαβουλων, Ελιαβ ο υιος του Χαιλων.
<scripture passage="Num 10:17" parsed="|Num|10|17|0|0" osisRef="Bible:Num.10.17" />
<sup>17</sup>Και κατεβιβασαν την σκηνην· και οι υιοι Γηρσων και οι υιοι Μεραρι εσηκωθησαν, βασταζοντες την σκηνην.
<scripture passage="Num 10:18" parsed="|Num|10|18|0|0" osisRef="Bible:Num.10.18" />
<sup>18</sup>Επειτα εσηκωθη σημαια του στρατοπεδου του Ρουβην κατα τα ταγματα αυτων, και επι του στρατευματος αυτου ητο Ελισουρ ο υιος του Σεδιουρ.
<scripture passage="Num 10:19" parsed="|Num|10|19|0|0" osisRef="Bible:Num.10.19" />
<sup>19</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Συμεων ητο Σελουμιηλ ο υιος του Σουρισαδαι.
<scripture passage="Num 10:20" parsed="|Num|10|20|0|0" osisRef="Bible:Num.10.20" />
<sup>20</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Γαδ ητο Ελιασαφ ο υιος του Δεουηλ.
<scripture passage="Num 10:21" parsed="|Num|10|21|0|0" osisRef="Bible:Num.10.21" />
<sup>21</sup>Και οι Κααθιται εσηκωθησαν, βασταζοντες τα αγια, και οι αλλοι εστηνον την σκηνην εωσου αυτοι φθασωσι.
<scripture passage="Num 10:22" parsed="|Num|10|22|0|0" osisRef="Bible:Num.10.22" />
<sup>22</sup>Επειτα εσηκωθη η σημαια του στρατοπεδου των υιων Εφραιμ, κατα τα ταγματα αυτων, και επι του στρατευματος αυτου ητο Ελισαμα ο υιος του Αμμιουδ.
<scripture passage="Num 10:23" parsed="|Num|10|23|0|0" osisRef="Bible:Num.10.23" />
<sup>23</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Μανασση ητο Γαμαλιηλ ο υιος του Φεδασσουρ.
<scripture passage="Num 10:24" parsed="|Num|10|24|0|0" osisRef="Bible:Num.10.24" />
<sup>24</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Βενιαμιν ητο Αβειδαν ο υιος του Γιδεωνι.
<scripture passage="Num 10:25" parsed="|Num|10|25|0|0" osisRef="Bible:Num.10.25" />
<sup>25</sup>Επειτα εσηκωθη η σημαια του στρατοπεδου των υιων Δαν κατοπιν παντων των στρατοπεδων κατα τα ταγματα αυτων, και επι του στρατευματος αυτου ητο Αχιεζερ ο υιος του Αμμισαδαι.
<scripture passage="Num 10:26" parsed="|Num|10|26|0|0" osisRef="Bible:Num.10.26" />
<sup>26</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Ασηρ ητο Φαγαιηλ ο υιος του Οχραν.
<scripture passage="Num 10:27" parsed="|Num|10|27|0|0" osisRef="Bible:Num.10.27" />
<sup>27</sup>Και επι του στρατευματος της φυλης των υιων Νεφθαλι ητο Αχιρα ο υιος του Αιναν.
<scripture passage="Num 10:28" parsed="|Num|10|28|0|0" osisRef="Bible:Num.10.28" />
<sup>28</sup>Ουτως εγινετο η οδοιπορια των υιων Ισραηλ κατα τα ταγματα αυτων, οτε εσηκονοντο.
<scripture passage="Num 10:29" parsed="|Num|10|29|0|0" osisRef="Bible:Num.10.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Οβαβ, υιον του Ραγουηλ του Μαδιανιτου, πενθερου του Μωυσεως, Ημεις υπαγομεν εις τον τοπον περι του οποιου ειπεν ο Κυριος, Τουτον θελω δωσει εις εσας· ελθε μεθ' ημων και θελομεν σε αγαθοποιησει επειδη ο Κυριος ελαλησεν αγαθα περι του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 10:30" parsed="|Num|10|30|0|0" osisRef="Bible:Num.10.30" />
<sup>30</sup>Και ειπε προς αυτον, δεν θελω ελθει αλλα θελω επιστρεψει εις την γην μου και εις την γενεαν μου.
<scripture passage="Num 10:31" parsed="|Num|10|31|0|0" osisRef="Bible:Num.10.31" />
<sup>31</sup>Και ειπε, Μη μας αφησης, παρακαλω, επειδη συ γνωριζεις που πρεπει να στρατοπεδευωμεν εν τη ερημω και θελεις εισθαι εις ημας αντι οφθαλμων·
<scripture passage="Num 10:32" parsed="|Num|10|32|0|0" osisRef="Bible:Num.10.32" />
<sup>32</sup>και εαν ελθης μεθ' ημων, τα αγαθα εκεινα, τα οποια θελει καμει εις ημας ο Κυριος, τα αυτα θελομεν καμει και ημεις εις σε.
<scripture passage="Num 10:33" parsed="|Num|10|33|0|0" osisRef="Bible:Num.10.33" />
<sup>33</sup>Και ωδοιπορησαν απο του ορους του Κυριου οδον τριων ημερων· και η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου προεπορευετο εμπροσθεν αυτων οδον τριων ημερων, δια να ζητηση τοπον αναπαυσεως δι' αυτους.
<scripture passage="Num 10:34" parsed="|Num|10|34|0|0" osisRef="Bible:Num.10.34" />
<sup>34</sup>Και η νεφελη του Κυριου ητο επανωθεν αυτων την ημεραν, οτε εσηκονοντο απο του στρατοπεδου.
<scripture passage="Num 10:35" parsed="|Num|10|35|0|0" osisRef="Bible:Num.10.35" />
<sup>35</sup>Και οτε εσηκονετο η κιβωτος, ελεγεν ο Μωυσης, Αναστα, Κυριε, και διασκορπισθητωσαν οι εχθροι σου και φυγετωσαν οι μισουντες σε απο προσωπου σου.
<scripture passage="Num 10:36" parsed="|Num|10|36|0|0" osisRef="Bible:Num.10.36" />
<sup>36</sup>Και οτε ανεπαυετο, ελεγεν, Επιστρεψον, Κυριε, εις τας χιλιαδας των μυριαδων του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 11" progress="13.44%" prev="Num.10" next="Num.12" id="Num.11">
<h3 id="Num.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Num.11-p1">
<scripture passage="Num 11:1" parsed="|Num|11|1|0|0" osisRef="Bible:Num.11.1" />
<sup>1</sup>Και εγογγυζεν ο λαος πονηρα εις τα ωτα του Κυριου· και ο Κυριος ηκουσε και εξηφθη η οργη αυτου· και εξεκαυθη μεταξυ αυτων πυρ Κυριου και κατεφαγε το ακρον του στρατοπεδου.
<scripture passage="Num 11:2" parsed="|Num|11|2|0|0" osisRef="Bible:Num.11.2" />
<sup>2</sup>Και εβοησεν ο λαος προς τον Μωυσην· και ο Μωυσης προσηυχηθη προς τον Κυριον και επαυσε το πυρ.
<scripture passage="Num 11:3" parsed="|Num|11|3|0|0" osisRef="Bible:Num.11.3" />
<sup>3</sup>Και εκαλεσθη το ονομα του τοπου εκεινου Ταβερα, διοτι εξεκαυθη μεταξυ αυτων πυρ Κυριου.
<scripture passage="Num 11:4" parsed="|Num|11|4|0|0" osisRef="Bible:Num.11.4" />
<sup>4</sup>Και το συμμικτον πληθος το μεταξυ αυτων, επεθυμησαν επιθυμιαν· και εκλαιον παλιν και οι υιοι Ισραηλ, και ειπαν, Τις θελει δωσει εις ημας κρεας να φαγωμεν;
<scripture passage="Num 11:5" parsed="|Num|11|5|0|0" osisRef="Bible:Num.11.5" />
<sup>5</sup>ενθυμουμεθα τα οψαρια, τα οποια ετρωγομεν εν Αιγυπτω δωρεαν, τα αγγουρια και τα πεπονια και τα πρασα και τα κρομμυα και τα σκορδα·
<scripture passage="Num 11:6" parsed="|Num|11|6|0|0" osisRef="Bible:Num.11.6" />
<sup>6</sup>τωρα δε η ψυχη ημων ειναι καταξηρος· δεν ειναι εις τους οφθαλμους ημων ουδεν αλλο παρα τουτο το μαννα.
<scripture passage="Num 11:7" parsed="|Num|11|7|0|0" osisRef="Bible:Num.11.7" />
<sup>7</sup>Το δε μαννα ητο ως ο σπορος του κοριανδρου, και το χρωμα αυτου ως το χρωμα του βδελλιου.
<scripture passage="Num 11:8" parsed="|Num|11|8|0|0" osisRef="Bible:Num.11.8" />
<sup>8</sup>Ο λαος περιεφερετο συναγων αυτο, και ηλεθον εις μυλον η εκοπανιζον αυτο εις ιγδιον και εψηνον αυτο εις χυτραν και εκαμνον εγκρυφιας εξ αυτου· και η γευσις αυτου ητο ως γευσις λαγανου εξ ελαιου.
<scripture passage="Num 11:9" parsed="|Num|11|9|0|0" osisRef="Bible:Num.11.9" />
<sup>9</sup>Και οτε κατεβαινεν η δροσος εις το στρατοπεδον την νυκτα, επιπτε το μαννα επ' αυτης.
<scripture passage="Num 11:10" parsed="|Num|11|10|0|0" osisRef="Bible:Num.11.10" />
<sup>10</sup>Και ηκουσεν ο Μωυσης τον λαον κλαιοντα κατα τας συγγενειας αυτων, εκαστον εις την θυραν της σκηνης αυτου· και εξηφθη η οργη του Κυριου σφοδρα· εφανη δε τουτο κακον και εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 11:11" parsed="|Num|11|11|0|0" osisRef="Bible:Num.11.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, Δια τι εταλαιπωρησας τον δουλον σου; και δια τι δεν ευρηκα χαριν ενωπιον σου, ωστε εβαλες επ' εμε το φορτιον ολον του λαου τουτου;
<scripture passage="Num 11:12" parsed="|Num|11|12|0|0" osisRef="Bible:Num.11.12" />
<sup>12</sup>μηπως εγω συνελαβον ολον τον λαον τουτον; η εγω εγεννησα αυτους, δια να μοι λεγης, Λαβε αυτον εις τον κολπον σου, καθως βασταζει η τροφος το θηλαζον βρεφος, εις την γην την οποιαν ωμοσας προς τους πατερας αυτων;
<scripture passage="Num 11:13" parsed="|Num|11|13|0|0" osisRef="Bible:Num.11.13" />
<sup>13</sup>ποθεν εις εμε κρεατα να δωσω εις ολον τον λαον τουτον; διοτι κλαιουσι προς εμε, λεγοντες, Δος εις ημας κρεας να φαγωμεν·
<scripture passage="Num 11:14" parsed="|Num|11|14|0|0" osisRef="Bible:Num.11.14" />
<sup>14</sup>δεν δυναμαι εγω μονος να βαστασω ολον τον λαον τουτον, διοτι ειναι πολυ βαρυ εις εμε·
<scripture passage="Num 11:15" parsed="|Num|11|15|0|0" osisRef="Bible:Num.11.15" />
<sup>15</sup>και αν καμνης ουτως εις εμε, θανατωσον με ευθυς, δεομαι, εαν ευρηκα χαριν ενωπιον σου, δια να μη βλεπω την δυστυχιαν μου.
<scripture passage="Num 11:16" parsed="|Num|11|16|0|0" osisRef="Bible:Num.11.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Συναξον εις εμε εβδομηκοντα ανδρας εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ, τους οποιους γνωριζεις οτι ειναι πρεσβυτεροι του λαου και αρχοντες αυτων· και φερε αυτους εις την σκηνην του μαρτυριου, οπου θελουσι σταθη μετα σου.
<scripture passage="Num 11:17" parsed="|Num|11|17|0|0" osisRef="Bible:Num.11.17" />
<sup>17</sup>Και θελω καταβη και λαλησει εκει μετα σου· και θελω λαβει απο του πνευματος του επι σε και θελω επιθεσει επ' αυτους· και θελουσι βασταζει το φορτιον του λαου μετα σου, δια να μη βασταζης αυτο συ μονος.
<scripture passage="Num 11:18" parsed="|Num|11|18|0|0" osisRef="Bible:Num.11.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς τον λαον, Αγιασατε εαυτους δια την αυριον, και θελετε φαγει κρεας· διοτι εκλαυσατε εις τα ωτα του Κυριου λεγοντες, Τις θελει δωσει εις ημας κρεας να φαγωμεν; διοτι καλα ημεθα εν Αιγυπτω. Δια τουτο θελει σας δωσει κρεας ο Κυριος, και θελετε φαγει·
<scripture passage="Num 11:19" parsed="|Num|11|19|0|0" osisRef="Bible:Num.11.19" />
<sup>19</sup>δεν θελετε φαγει μιαν ημεραν ουτε δυο ημερας ουτε πεντε ημερας ουτε δεκα ημερας, ουτε εικοσι ημερας·
<scripture passage="Num 11:20" parsed="|Num|11|20|0|0" osisRef="Bible:Num.11.20" />
<sup>20</sup>ολοκληρον μηνα θελετε φαγει, εωσου εξελθη εκ των μυκτηρων σας και γεινη εις εσας αηδια· διοτι ηπειθησατε εις τον Κυριον, οστις ειναι μεταξυ σας, και εκλαυσατε ενωπιον αυτου, λεγοντες, Δια τι να αναχωρησωμεν απο της Αιγυπτου;
<scripture passage="Num 11:21" parsed="|Num|11|21|0|0" osisRef="Bible:Num.11.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Εξακοσιαι χιλιαδες πεζων ειναι ο λαος, εν μεσω των οποιων εγω ειμαι και συ ειπας, Θελω δωσει εις αυτους κρεας, δια να φαγωσιν ολοκληρον μηνα.
<scripture passage="Num 11:22" parsed="|Num|11|22|0|0" osisRef="Bible:Num.11.22" />
<sup>22</sup>Θελουσι σφαχθη δι' αυτους τα ποιμνια και αι αγελαι, δια να εξαρκεσωσιν εις αυτους; η θελουσι συναχθη ομου παντα τα οψαρια της θαλασσης δι' αυτους, δια να εξαρκεσωσιν εις αυτους;
<scripture passage="Num 11:23" parsed="|Num|11|23|0|0" osisRef="Bible:Num.11.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Μηπως η χειρ του Κυριου εσμικρυνθη; τωρα θελεις ιδει αν εκτεληται ο λογος μου, η ουχι.
<scripture passage="Num 11:24" parsed="|Num|11|24|0|0" osisRef="Bible:Num.11.24" />
<sup>24</sup>Και εξηλθεν ο Μωυσης και ειπε προς τον λαον τους λογους του Κυριου· και συνηγαγε τους εβδομηκοντα ανδρας εκ των πρεσβυτερων του λαου και εστησεν αυτους κυκλω της σκηνης.
<scripture passage="Num 11:25" parsed="|Num|11|25|0|0" osisRef="Bible:Num.11.25" />
<sup>25</sup>Και κατεβη Κυριος εν νεφελη και ελαλησε προς αυτον, και ελαβεν απο του πνευματος του επ' αυτον και επεθηκεν επι τους εβδομηκοντα ανδρας τους πρεσβυτερους· και αφου εκαθησεν επ' αυτους το πνευμα, επροφητευσαν αλλα δεν εξηκολουθησαν.
<scripture passage="Num 11:26" parsed="|Num|11|26|0|0" osisRef="Bible:Num.11.26" />
<sup>26</sup>Εμειναν ομως δυο ανδρες εν τω στρατοπεδω, το ονομα του ενος Ελδαδ και το ονομα του δευτερου Μηδαδ· και εκαθησεν επ' αυτους το πνευμα· και ουτοι ησαν εκ των καταγεγραμμενων, δεν εξηλθον ομως εις την σκηνην· και επροφητευον εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Num 11:27" parsed="|Num|11|27|0|0" osisRef="Bible:Num.11.27" />
<sup>27</sup>Και εδραμε νεανισκος τις και ανηγγειλε προς τον Μωυσην λεγων, Ο Ελδαδ και ο Μηδαδ προφητευουσιν εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Num 11:28" parsed="|Num|11|28|0|0" osisRef="Bible:Num.11.28" />
<sup>28</sup>Και Ιησους ο υιος του Ναυη, ο θεραπων του Μωυσεως, ο εκλεκτος αυτου, απεκριθη και ειπε, Κυριε μου Μωυση, εμποδισον αυτους.
<scripture passage="Num 11:29" parsed="|Num|11|29|0|0" osisRef="Bible:Num.11.29" />
<sup>29</sup>Και ειπε προς αυτον ο Μωυσης, Ζηλοτυπεις υπερ εμου; ειθε πας ο λαος του Κυριου να ησαν προφηται, και ο Κυριος να επεθετεν επ' αυτους το πνευμα αυτου
<scripture passage="Num 11:30" parsed="|Num|11|30|0|0" osisRef="Bible:Num.11.30" />
<sup>30</sup>Και ανεχωρησεν ο Μωυσης εις το στρατοπεδον, αυτος και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 11:31" parsed="|Num|11|31|0|0" osisRef="Bible:Num.11.31" />
<sup>31</sup>Και εξηλθεν ανεμος παρα Κυριου και εφερεν ορτυκια απο της θαλασσης και ερριψεν αυτα επι το στρατοπεδον, εως μιας ημερας οδον εντευθεν και εως μιας ημερας οδον εντευθεν, κυκλω του στρατοπεδου· και ησαν εως δυο πηχας επι το προσωπον της γης.
<scripture passage="Num 11:32" parsed="|Num|11|32|0|0" osisRef="Bible:Num.11.32" />
<sup>32</sup>Και σηκωθεις ο λαος ολην εκεινην την ημεραν και ολην την νυκτα και ολην την ακολουθον ημεραν, εσυναξαν τα ορτυκια· ο συναξας το ολιγωτερον, εσυναξε δεκα χομορ· και εξηπλονον αυτα κυκλω του στρατοπεδου δι' εαυτους.
<scripture passage="Num 11:33" parsed="|Num|11|33|0|0" osisRef="Bible:Num.11.33" />
<sup>33</sup>Ενω δε το κρεας ητο ετι εις τους οδοντας αυτων, πριν μασσηθη, εξηφθη η οργη του Κυριου επι τον λαον· και επαταξε Κυριος τον λαον εν πληγη μεγαλη σφοδρα.
<scripture passage="Num 11:34" parsed="|Num|11|34|0|0" osisRef="Bible:Num.11.34" />
<sup>34</sup>Και εκαλεσε το ονομα του τοπου εκεινου Κιβρωθ-αττααβα, διοτι εκει εταφη ο λαος ο επιθυμητης.
<scripture passage="Num 11:35" parsed="|Num|11|35|0|0" osisRef="Bible:Num.11.35" />
<sup>35</sup>Και ανεχωρησεν ο λαος απο Κιβρωθ-αττααβα εις Ασηρωθ και εμεινεν εν Ασηρωθ.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 12" progress="13.57%" prev="Num.11" next="Num.13" id="Num.12">
<h3 id="Num.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Num.12-p1">
<scripture passage="Num 12:1" parsed="|Num|12|1|0|0" osisRef="Bible:Num.12.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησεν η Μαριαμ και ο Ααρων εναντιον του Μωυσεως ενεκα της Αιθιοπισσης την οποιαν ελαβε· διοτι γυναικα Αιθιοπισσαν ελαβε·
<scripture passage="Num 12:2" parsed="|Num|12|2|0|0" osisRef="Bible:Num.12.2" />
<sup>2</sup>και ειπαν, Μηπως προς τον Μωυσην μονον ελαλησεν ο Κυριος; δεν ελαλησε και προς εμας; Και ηκουσε τουτο ο Κυριος.
<scripture passage="Num 12:3" parsed="|Num|12|3|0|0" osisRef="Bible:Num.12.3" />
<sup>3</sup>Και ο ανθρωπος ο Μωυσης ητο πραυς σφοδρα υπερ παντας τους ανθρωπους τους επι της γης.
<scripture passage="Num 12:4" parsed="|Num|12|4|0|0" osisRef="Bible:Num.12.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος παρευθυς προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων και προς την Μαριαμ, Εξελθετε σεις οι τρεις προς την σκηνην του μαρτυριου. Και εξηλθον οι τρεις.
<scripture passage="Num 12:5" parsed="|Num|12|5|0|0" osisRef="Bible:Num.12.5" />
<sup>5</sup>Και κατεβη ο Κυριος εν στυλω νεφελης και εσταθη εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου, και εκαλεσε τον Ααρων και την Μαριαμ· και εξηλθον αμφοτεροι.
<scripture passage="Num 12:6" parsed="|Num|12|6|0|0" osisRef="Bible:Num.12.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν, Ακουσατε τωρα τους λογους μου· Εαν ηναι μεταξυ σας προφητης, εγω ο Κυριος δι' οπτασιας θελω γνωρισθη εις αυτον· καθ' υπνον θελω λαλησει προς αυτον·
<scripture passage="Num 12:7" parsed="|Num|12|7|0|0" osisRef="Bible:Num.12.7" />
<sup>7</sup>δεν ειναι ουτως περι του θεραποντος μου Μωυσεως· εν ολω τω οικω μου ουτος ειναι πιστος·
<scripture passage="Num 12:8" parsed="|Num|12|8|0|0" osisRef="Bible:Num.12.8" />
<sup>8</sup>στομα προς στομα θελω λαλει προς αυτον και φανερως και ουχι δι' αινιγματων, και το προσωπον του Κυριου θελει βλεπει· δια τι λοιπον δεν εφοβηθητε να λαλησητε εναντιον του θεραποντος μου Μωυσεως;
<scripture passage="Num 12:9" parsed="|Num|12|9|0|0" osisRef="Bible:Num.12.9" />
<sup>9</sup>Και εξηφθη η οργη του Κυριου κατ' αυτων και ανεχωρησε.
<scripture passage="Num 12:10" parsed="|Num|12|10|0|0" osisRef="Bible:Num.12.10" />
<sup>10</sup>Και η νεφελη απεμακρυνθη απο της σκηνης, και ιδου, η Μαριαμ εγεινε λεπρα ως χιων· και ειδεν ο Ααρων την Μαριαμ και ιδου, ητο λεπρα.
<scripture passage="Num 12:11" parsed="|Num|12|11|0|0" osisRef="Bible:Num.12.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ααρων προς τον Μωυσην, Δεομαι, κυριε μου, μη επιθεσης την αμαρτιαν εφ' ημας, επειδη επραξαμεν ανοητως και επειδη ημαρτησαμεν·
<scripture passage="Num 12:12" parsed="|Num|12|12|0|0" osisRef="Bible:Num.12.12" />
<sup>12</sup>ας μη ηναι αυτη ως εκτρωμα, του οποιου ειναι φαγωμενον το ημισυ της σαρκος, οτε εξερχεται εκ της μητρας της μητρος αυτου.
<scripture passage="Num 12:13" parsed="|Num|12|13|0|0" osisRef="Bible:Num.12.13" />
<sup>13</sup>Και εβοησεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, λεγων, Δεομαι, Θεε, ιατρευσον αυτην.
<scripture passage="Num 12:14" parsed="|Num|12|14|0|0" osisRef="Bible:Num.12.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εαν ο πατηρ αυτης μονον επτυεν εις το προσωπον αυτης, δεν ηθελεν εισθαι κατησχυμμενη επτα ημερας; ας αποχωρισθη επτα ημερας απο του στρατοπεδου, και μετα ταυτα ας επιστρεψη.
<scripture passage="Num 12:15" parsed="|Num|12|15|0|0" osisRef="Bible:Num.12.15" />
<sup>15</sup>Και απεχωρισθη η Μαριαμ απο του στρατοπεδου επτα ημερας· και ο λαος δεν εσηκωθη εωσου επεστρεψεν η Μαριαμ.
<scripture passage="Num 12:16" parsed="|Num|12|16|0|0" osisRef="Bible:Num.12.16" />
<sup>16</sup>Και μετα ταυτα εσηκωθη ο λαος απο Ασηρωθ και εστρατοπεδευσαν εν τη ερημω Φαραν.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 13" progress="13.62%" prev="Num.12" next="Num.14" id="Num.13">
<h3 id="Num.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Num.13-p1">
<scripture passage="Num 13:1" parsed="|Num|13|1|0|0" osisRef="Bible:Num.13.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 13:2" parsed="|Num|13|2|0|0" osisRef="Bible:Num.13.2" />
<sup>2</sup>Αποστειλον ανδρας δια να κατασκοπευσωσι την γην Χανααν, την οποιαν εγω διδω εις τους υιους Ισραηλ· απο πασης φυλης των πατερων αυτων θελετε αποστειλει ανα ενα ανδρα, εκαστον εξ αυτων αρχηγον.
<scripture passage="Num 13:3" parsed="|Num|13|3|0|0" osisRef="Bible:Num.13.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν αυτους ο Μωυσης δια προσταγης του Κυριου εκ της ερημου Φαραν. Παντες οι ανδρες ουτοι ησαν αρχηγοι των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 13:4" parsed="|Num|13|4|0|0" osisRef="Bible:Num.13.4" />
<sup>4</sup>Και ταυτα ησαν τα ονοματα αυτων· εκ της φυλης Ρουβην, Σαμμουα ο υιος του Σακχουρ·
<scripture passage="Num 13:5" parsed="|Num|13|5|0|0" osisRef="Bible:Num.13.5" />
<sup>5</sup>εκ της φυλης Συμεων, Σαφατ ο υιος του Χορρι·
<scripture passage="Num 13:6" parsed="|Num|13|6|0|0" osisRef="Bible:Num.13.6" />
<sup>6</sup>εκ της φυλης Ιουδα, Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη·
<scripture passage="Num 13:7" parsed="|Num|13|7|0|0" osisRef="Bible:Num.13.7" />
<sup>7</sup>εκ της φυλης Ισσαχαρ, Ιγαλ ο υιος του Ιωσηφ·
<scripture passage="Num 13:8" parsed="|Num|13|8|0|0" osisRef="Bible:Num.13.8" />
<sup>8</sup>εκ της φυλης Εφραιμ, Αυση ο υιος του Ναυη·
<scripture passage="Num 13:9" parsed="|Num|13|9|0|0" osisRef="Bible:Num.13.9" />
<sup>9</sup>εκ της φυλης Βενιαμιν, Φαλτι ο υιος του Ραφου·
<scripture passage="Num 13:10" parsed="|Num|13|10|0|0" osisRef="Bible:Num.13.10" />
<sup>10</sup>εκ της φυλης Ζαβουλων, Γαδιηλ ο υιος του Σουδι·
<scripture passage="Num 13:11" parsed="|Num|13|11|0|0" osisRef="Bible:Num.13.11" />
<sup>11</sup>εκ της φυλης Ιωσηφ, εκ της φυλης Μανασση, Γαδδι ο υιος του Σουσι·
<scripture passage="Num 13:12" parsed="|Num|13|12|0|0" osisRef="Bible:Num.13.12" />
<sup>12</sup>εκ της φυλης Δαν, Αμμιηλ ο υιος του Γεμαλι·
<scripture passage="Num 13:13" parsed="|Num|13|13|0|0" osisRef="Bible:Num.13.13" />
<sup>13</sup>εκ της φυλης Ασηρ, Σεθουρ ο υιος του Μιχαηλ·
<scripture passage="Num 13:14" parsed="|Num|13|14|0|0" osisRef="Bible:Num.13.14" />
<sup>14</sup>εκ της φυλης Νεφθαλι, Νααβι ο υιος του Βαυσι·
<scripture passage="Num 13:15" parsed="|Num|13|15|0|0" osisRef="Bible:Num.13.15" />
<sup>15</sup>εκ της φυλης Γαδ, Γεουηλ ο υιος του Μαχι.
<scripture passage="Num 13:16" parsed="|Num|13|16|0|0" osisRef="Bible:Num.13.16" />
<sup>16</sup>Ταυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων, τους οποιους απεστειλεν ο Μωυσης δια να κατασκοπευσωσι την γην· και επωνομασεν ο Μωυσης τον Αυση, τον υιον του Ναυη, Ιησουν.
<scripture passage="Num 13:17" parsed="|Num|13|17|0|0" osisRef="Bible:Num.13.17" />
<sup>17</sup>Και απεστειλεν αυτους ο Μωυσης δια να κατασκοπευσωσι την γην Χανααν· και ειπε προς αυτους, Αναβητε απο του μερους τουτου της μεσημβριας και θελετε αναβη εις το ορος·
<scripture passage="Num 13:18" parsed="|Num|13|18|0|0" osisRef="Bible:Num.13.18" />
<sup>18</sup>και θεωρησατε την γην, οποια ειναι, και τον λαον τον κατοικουντα εν αυτη, εαν ηναι δυνατος η αδυνατος, ολιγοι η πολλοι·
<scripture passage="Num 13:19" parsed="|Num|13|19|0|0" osisRef="Bible:Num.13.19" />
<sup>19</sup>και οποια ειναι η γη εν η ουτοι κατοικουσι, καλη ηναι η κακη· και οποιαι ειναι αι πολεις, τας οποιας ουτοι κατοικουσιν, ατειχιστοι η περιτετειχισμεναι·
<scripture passage="Num 13:20" parsed="|Num|13|20|0|0" osisRef="Bible:Num.13.20" />
<sup>20</sup>και οποια ειναι η γη, παχεια ηναι η λεπτη, εαν υπαρχωσιν εν αυτη δενδρα η ουχι· και ανδριζεσθε και φερετε απο των καρπων της γης. Αι δε ημεραι ησαν αι ημεραι των πρωτων σταφυλων.
<scripture passage="Num 13:21" parsed="|Num|13|21|0|0" osisRef="Bible:Num.13.21" />
<sup>21</sup>Και αναβαντες κατεσκοπευσαν την γην απο της ερημου Σιν εως Ρεωβ, κατα την εισοδον Αιμαθ.
<scripture passage="Num 13:22" parsed="|Num|13|22|0|0" osisRef="Bible:Num.13.22" />
<sup>22</sup>Και ανεβησαν κατα το μεσημβρινον, και ηλθον εως Χεβρων, οπου ησαν Αχιμαν, Σεσαι και Θαλμαι, οι υιοι του Ανακ. Η δε Χεβρων εκτισθη επτα ετη προ της Τανεως της Αιγυπτου.
<scripture passage="Num 13:23" parsed="|Num|13|23|0|0" osisRef="Bible:Num.13.23" />
<sup>23</sup>Και ηλθον μεχρι της φαραγγος Εσχωλ, και εκοψαν εκειθεν κλημα αμπελου μετα ενος βοτρυος σταφυλης, και εβασταζον αυτο δυο επι ξυλου· εφεραν και ροδια και συκα.
<scripture passage="Num 13:24" parsed="|Num|13|24|0|0" osisRef="Bible:Num.13.24" />
<sup>24</sup>Ο τοπος εκεινος ωνομασθη φαραγξ Εσχωλ· δια τον βοτρυν τον οποιον εκοψαν εκειθεν οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Num 13:25" parsed="|Num|13|25|0|0" osisRef="Bible:Num.13.25" />
<sup>25</sup>Και επεστρεψαν, αφου κατεσκοπευσαν την γην, μετα τεσσαρακοντα ημερας.
<scripture passage="Num 13:26" parsed="|Num|13|26|0|0" osisRef="Bible:Num.13.26" />
<sup>26</sup>Και πορευθεντες ηλθον προς τον Μωυσην, και προς τον Ααρων, και προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ, εκ τη ερημω Φαραν, εις Καδης· και εφεραν αποκρισιν προς αυτους, και προς πασαν την συναγωγην, και εδειξαν εις αυτους τον καρπον της γης.
<scripture passage="Num 13:27" parsed="|Num|13|27|0|0" osisRef="Bible:Num.13.27" />
<sup>27</sup>Και απηγγειλαν προς αυτον, και ειπον, Ηλθομεν εις την γην, εις την οποιαν απεστειλας εμας, και ειναι τωοντι γη ρεουσα γαλα και μελι και ιδου, ο καρπος αυτης·
<scripture passage="Num 13:28" parsed="|Num|13|28|0|0" osisRef="Bible:Num.13.28" />
<sup>28</sup>ο λαος ομως, ο κατοικων εν τη γη, ειναι δυνατος, και αι πολεις περιτετειχισμεναι, μεγαλαι σφοδρα· προς τουτοις, ειδομεν εκει και τους υιους του Ανακ·
<scripture passage="Num 13:29" parsed="|Num|13|29|0|0" osisRef="Bible:Num.13.29" />
<sup>29</sup>οι Αμαληκιται κατοικουσιν εν τη γη της μεσημβριας· και οι Χετταιοι, και οι Ιεβουσαιοι, και οι Αμορραιοι, κατοικουσιν επι τα ορη· και οι Χαναναιοι κατοικουσι παρα την θαλασσαν και τας οχθας του Ιορδανου.
<scripture passage="Num 13:30" parsed="|Num|13|30|0|0" osisRef="Bible:Num.13.30" />
<sup>30</sup>Και ο Χαλεβ κατεσιγασε τον λαον εμπροσθεν του Μωυσεως, και ειπεν, Ας αναβωμεν ευθυς, και ας εξουσιασωμεν αυτην· διοτι δυναμεθα να κυριευσωμεν αυτην.
<scripture passage="Num 13:31" parsed="|Num|13|31|0|0" osisRef="Bible:Num.13.31" />
<sup>31</sup>Οι ανθρωποι ομως, οι συναναβαντες μετ' αυτου, ειπαν, Δεν δυναμεθα να αναβωμεν επι τον λαον τουτον, διοτι ειναι δυνατωτεροι ημων.
<scripture passage="Num 13:32" parsed="|Num|13|32|0|0" osisRef="Bible:Num.13.32" />
<sup>32</sup>Και δυσφημησαν την γην, την οποιαν κατεσκοπευσαν, προς τους υιους Ισραηλ, λεγοντες, Η γη, την οποιαν διεπερασαμεν δια να κατασκοπευσωμεν αυτην, ειναι γη κατατρωγουσα τους κατοικους αυτης· και πας ο λαος, τον οποιον ειδομεν εν αυτη ειναι ανδρες υπερμεγεθεις·
<scripture passage="Num 13:33" parsed="|Num|13|33|0|0" osisRef="Bible:Num.13.33" />
<sup>33</sup>και ειδομεν εκει τους γιγαντας, τους υιους Ανακ, του εκ των γιγαντων· και εβλεπομεν εαυτους ως ακριδας και τοιουτους εβλεπον ημας αυτοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 14" progress="13.71%" prev="Num.13" next="Num.15" id="Num.14">
<h3 id="Num.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Num.14-p1">
<scripture passage="Num 14:1" parsed="|Num|14|1|0|0" osisRef="Bible:Num.14.1" />
<sup>1</sup>Και πασα η συναγωγη υψωσασα την φωνην αυτης εβοησε· και εκλαυσεν ο λαος την νυκτα εκεινην.
<scripture passage="Num 14:2" parsed="|Num|14|2|0|0" osisRef="Bible:Num.14.2" />
<sup>2</sup>Και παντες οι υιοι Ισραηλ εγογγυζον κατα του Μωυσεως και του Ααρων, και ειπε προς αυτους πασα η συναγωγη, Ειθε να απεθνησκομεν εν γη Αιγυπτου· η εν τη ερημω ταυτη ειθε να απεθνησκομεν·
<scripture passage="Num 14:3" parsed="|Num|14|3|0|0" osisRef="Bible:Num.14.3" />
<sup>3</sup>και δια τι μας εφερεν ο Κυριος εις την γην ταυτην να πεσωμεν δια μαχαιρας, να γεινωσι διαρπαγη αι γυναικες και τα τεκνα ημων; δεν ητο καλητερον εις ημας να επιστρεψωμεν εις την Αιγυπτον;
<scripture passage="Num 14:4" parsed="|Num|14|4|0|0" osisRef="Bible:Num.14.4" />
<sup>4</sup>Και ελεγεν ο εις προς τον αλλον, Ας καμωμεν αρχηγον και ας επιστρεψωμεν εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Num 14:5" parsed="|Num|14|5|0|0" osisRef="Bible:Num.14.5" />
<sup>5</sup>Τοτε επεσεν ο Μωυσης και ο Ααρων κατα προσωπον αυτων ενωπιον ολου του πληθους της συναγωγης των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 14:6" parsed="|Num|14|6|0|0" osisRef="Bible:Num.14.6" />
<sup>6</sup>Και Ιησους ο υιος του Ναυη και Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη, εκ των κατασκοπευσαντων την γην, διεσχισαν τα ιματια αυτων·
<scripture passage="Num 14:7" parsed="|Num|14|7|0|0" osisRef="Bible:Num.14.7" />
<sup>7</sup>και ειπον προς πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ λεγοντες, Η γη, την οποιαν διεπερασαμεν δια να κατασκοπευσωμεν αυτην, ειναι γη αγαθη σφοδρα σφοδρα·
<scripture passage="Num 14:8" parsed="|Num|14|8|0|0" osisRef="Bible:Num.14.8" />
<sup>8</sup>εαν ο Κυριος ευαρεστηται εις ημας, τοτε θελει φερει εμας εις την γην ταυτην και θελει δωσει αυτην εις ημας, γην ρεουσαν γαλα και μελι·
<scripture passage="Num 14:9" parsed="|Num|14|9|0|0" osisRef="Bible:Num.14.9" />
<sup>9</sup>μονον μη αποστατειτε κατα του Κυριου μηδε φοβεισθε τον λαον της γης· διοτι αυτοι ειναι ψωμιον δι' ημας· η σκεπη αυτων απεσυρθη επανωθεν αυτων, και ο Κυριος ειναι μεθ' ημων· μη φοβεισθε αυτους.
<scripture passage="Num 14:10" parsed="|Num|14|10|0|0" osisRef="Bible:Num.14.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε πασα η συναγωγη να λιθοβολησωσιν αυτους με λιθους· Και η δοξα του Κυριου επεφανη επι τη σκηνη του μαρτυριου εις παντας τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Num 14:11" parsed="|Num|14|11|0|0" osisRef="Bible:Num.14.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Εως ποτε θελει με παροργιζει ο λαος ουτος; και εως ποτε δεν θελουσι πιστευει εις εμε, μετα παντα τα σημεια τα οποια εκαμα εν μεσω αυτων;
<scripture passage="Num 14:12" parsed="|Num|14|12|0|0" osisRef="Bible:Num.14.12" />
<sup>12</sup>θελω παταξει αυτους με θανατικον και θελω εξολοθρευσει αυτους, και σε θελω καμει εις εθνος μεγαλητερον και δυνατωτερον αυτων.
<scripture passage="Num 14:13" parsed="|Num|14|13|0|0" osisRef="Bible:Num.14.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, Τοτε η Αιγυπτος θελει ακουσει διοτι συ ανεβιβασας τον λαον τουτον εν τη δυναμει σου εκ μεσου αυτων·
<scripture passage="Num 14:14" parsed="|Num|14|14|0|0" osisRef="Bible:Num.14.14" />
<sup>14</sup>και θελουσιν ειπει τουτο προς τους κατοικους της γης ταυτης· οιτινες ηκουσαν οτι συ, Κυριε, εισαι εν μεσω του λαου τουτου, οτι συ, Κυριε, φαινεσαι προσωπον προς προσωπον, και η νεφελη σου ισταται επ' αυτους, και συ προπορευεσαι αυτων την ημεραν εν στυλω νεφελης, την δε νυκτα εν στυλω πυρος.
<scripture passage="Num 14:15" parsed="|Num|14|15|0|0" osisRef="Bible:Num.14.15" />
<sup>15</sup>Εαν λοιπον θανατωσης τον λαον τουτον ως ενα ανθρωπον, τοτε τα εθνη, τα οποια ηκουσαν το ονομα σου, θελουσιν ειπει λεγοντες,
<scripture passage="Num 14:16" parsed="|Num|14|16|0|0" osisRef="Bible:Num.14.16" />
<sup>16</sup>Επειδη δεν ηδυνατο ο Κυριος να φερη τον λαον τουτον εις την γην, την οποιαν ωμοσε προς αυτους, δια τουτο κατεστρεψεν αυτους εν τη ερημω.
<scripture passage="Num 14:17" parsed="|Num|14|17|0|0" osisRef="Bible:Num.14.17" />
<sup>17</sup>Και τωρα, δεομαι σου, ας μεγαλυνθη η δυναμις του Κυριου μου καθ' ον τροπον ειπας λεγων,
<scripture passage="Num 14:18" parsed="|Num|14|18|0|0" osisRef="Bible:Num.14.18" />
<sup>18</sup>Ο Κυριος ειναι μακροθυμος και πολυελεος, συγχωρων ανομιαν και παραβασιν, και οστις κατ' ουδενα τροπον δεν θελει αθωωσει τον ενοχον, ανταποδιδων την ανομιαν των πατερων επι τα τεκνα εως τριτης και τεταρτης γενεας.
<scripture passage="Num 14:19" parsed="|Num|14|19|0|0" osisRef="Bible:Num.14.19" />
<sup>19</sup>Συγχωρησον, δεομαι, την ανομιαν του λαου τουτου κατα το μεγα ελεος σου και καθως συνεχωρησας τον λαον τουτον απο της Αιγυπτου μεχρι του νυν.
<scripture passage="Num 14:20" parsed="|Num|14|20|0|0" osisRef="Bible:Num.14.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε Κυριος, Συνεχωρησα αυτους κατα τον λογον σου·
<scripture passage="Num 14:21" parsed="|Num|14|21|0|0" osisRef="Bible:Num.14.21" />
<sup>21</sup>αλλα ζω εγω, και θελει εμπλησθη πασα η γη απο της δοξης του Κυριου.
<scripture passage="Num 14:22" parsed="|Num|14|22|0|0" osisRef="Bible:Num.14.22" />
<sup>22</sup>Επειδη παντες οι ανδρες, οι ιδοντες την δοξαν μου και τα σημεια μου, τα οποια εκαμον εν τη Αιγυπτω και εν τη ερημω, με παρωργισαν ηδη δεκακις και δεν υπηκουσαν εις την φωνην μου,
<scripture passage="Num 14:23" parsed="|Num|14|23|0|0" osisRef="Bible:Num.14.23" />
<sup>23</sup>βεβαιως δεν θελουσιν ιδει την γην, την οποιαν ωμοσα προς τους πατερας αυτων· ουδεις εκ των παροργισαντων με θελει ιδει αυτην.
<scripture passage="Num 14:24" parsed="|Num|14|24|0|0" osisRef="Bible:Num.14.24" />
<sup>24</sup>Τον δε δουλον μου Χαλεβ, επειδη εχει εν εαυτω αλλο πνευμα και με ηκολουθησεν εντελως, τουτον θελω φερει εις την γην εις την οποιαν εισηλθε, και το σπερμα αυτου θελει κληρονομησει αυτην.
<scripture passage="Num 14:25" parsed="|Num|14|25|0|0" osisRef="Bible:Num.14.25" />
<sup>25</sup>Οι δε Αμαληκιται και οι Χαναναιοι κατοικουσιν εν τη κοιλαδι. Αυριον στρεψατε και υπαγετε εις την ερημον κατα την οδον της Ερυθρας θαλασσης.
<scripture passage="Num 14:26" parsed="|Num|14|26|0|0" osisRef="Bible:Num.14.26" />
<sup>26</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων λεγων,
<scripture passage="Num 14:27" parsed="|Num|14|27|0|0" osisRef="Bible:Num.14.27" />
<sup>27</sup>Εως ποτε θελω υποφερει την συναγωγην ταυτην την πονηραν, οσα αυτοι γογγυζουσιν εναντιον μου; ηκουσα τους γογγυσμους των υιων Ισραηλ, τους οποιους γογγυζουσιν εναντιον μου.
<scripture passage="Num 14:28" parsed="|Num|14|28|0|0" osisRef="Bible:Num.14.28" />
<sup>28</sup>Ειπε προς αυτους, Ζω εγω, λεγει ο Κυριος, καθως σεις ελαλησατε εις τα ωτα μου, ουτω βεβαιως θελω καμει εις εσας·
<scripture passage="Num 14:29" parsed="|Num|14|29|0|0" osisRef="Bible:Num.14.29" />
<sup>29</sup>τα πτωματα σας θελουσι πεσει εν τη ερημω ταυτη· και παντες οι απηριθμημενοι απο σας καθ' ολον τον αριθμον σας, απο εικοσι ετων και επανω, οσοι εγογγυσαν εναντιον μου,
<scripture passage="Num 14:30" parsed="|Num|14|30|0|0" osisRef="Bible:Num.14.30" />
<sup>30</sup>βεβαιως δεν θελετε εισελθει σεις εις την γην, περι της οποιας ωμοσα να σας κατοικισω εν αυτη, εκτος του Χαλεβ υιου του Ιεφοννη και του Ιησου υιου του Ναυη·
<scripture passage="Num 14:31" parsed="|Num|14|31|0|0" osisRef="Bible:Num.14.31" />
<sup>31</sup>αλλα τα παιδια σας, τα οποια ειπετε οτι θελουσι γινει εις διαρπαγην, ταυτα θελω εισαγαγει, και θελουσι γνωρισει την γην την οποιαν σεις κατεφρονησατε·
<scripture passage="Num 14:32" parsed="|Num|14|32|0|0" osisRef="Bible:Num.14.32" />
<sup>32</sup>τα δε πτωματα υμων θελουσι πεσει εν τη ερημω ταυτη·
<scripture passage="Num 14:33" parsed="|Num|14|33|0|0" osisRef="Bible:Num.14.33" />
<sup>33</sup>και τα τεκνα σας θελουσι περιπλανασθαι εν τη ερημω τεσσαρακοντα ετη και θελουσι φερει εαυτα την ποινην της πορνειας σας, εωσου διαφθαρωσι τα πτωματα σας εν τη ερημω·
<scripture passage="Num 14:34" parsed="|Num|14|34|0|0" osisRef="Bible:Num.14.34" />
<sup>34</sup>κατα τον αριθμον των ημερων εις τας οποιας κατεσκοπευσατε την γην, ημερας τεσσαρακοντα, εκαστης ημερας λογιζομενης δι' εν ετος, τεσσαρακοντα ετη θελετε φερει εφ' εαυτους τας ανομιας σας, και θελετε γνωρισει την εγκαταλειψιν μου.
<scripture passage="Num 14:35" parsed="|Num|14|35|0|0" osisRef="Bible:Num.14.35" />
<sup>35</sup>Εγω ο Κυριος ελαλησα· βεβαιως θελω καμει τουτο εις πασαν την συναγωγην την πονηραν ταυτην, την επισυνηγμενην επ' εμε· εν τη ερημω ταυτη θελουσιν εξολοθρευθη και εκει θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Num 14:36" parsed="|Num|14|36|0|0" osisRef="Bible:Num.14.36" />
<sup>36</sup>Και οι ανθρωποι, τους οποιους απεστειλεν ο Μωυσης δια να κατασκοπευσωσι την γην, οιτινες επιστρεψαντες εκαμον πασαν την συναγωγην να γογγυση εναντιον αυτου, δυσφημουντες την γην,
<scripture passage="Num 14:37" parsed="|Num|14|37|0|0" osisRef="Bible:Num.14.37" />
<sup>37</sup>και οι ανθρωποι εκεινοι, οιτινες εδυσφημησαν την γην, απεθανον εν τη πληγη ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 14:38" parsed="|Num|14|38|0|0" osisRef="Bible:Num.14.38" />
<sup>38</sup>Ιησους δε ο υιος του Ναυη και Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη εζησαν, εκ των ανθρωπων εκεινων οιτινες υπηγαν να κατασκοπευσωσι την γην.
<scripture passage="Num 14:39" parsed="|Num|14|39|0|0" osisRef="Bible:Num.14.39" />
<sup>39</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης τους λογους τουτους προς παντας τους υιους Ισραηλ· και επενθησεν ο λαος σφοδρα.
<scripture passage="Num 14:40" parsed="|Num|14|40|0|0" osisRef="Bible:Num.14.40" />
<sup>40</sup>Και σηκωθεντες ενωρις το πρωι, ανεβησαν εις την κορυφην του ορους, λεγοντες, Ιδου, ημεις, και θελομεν αναβη εις τον τοπον τον οποιον μας υπεσχεθη ο Κυριος· διοτι ημαρτησαμεν.
<scripture passage="Num 14:41" parsed="|Num|14|41|0|0" osisRef="Bible:Num.14.41" />
<sup>41</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Δια τι σεις παραβαινετε την προσταγην του Κυριου; τουτο βεβαιως δεν θελει ευοδοθη·
<scripture passage="Num 14:42" parsed="|Num|14|42|0|0" osisRef="Bible:Num.14.42" />
<sup>42</sup>μη αναβαινετε· διοτι δεν ειναι ο Κυριος μεθ' υμων· δια να μη κτυπηθητε εμπροσθεν των εχθρων σας·
<scripture passage="Num 14:43" parsed="|Num|14|43|0|0" osisRef="Bible:Num.14.43" />
<sup>43</sup>διοτι οι Αμαληκιται και οι Χαναναιοι ειναι εκει εμπροσθεν σας και θελετε πεσει εν μαχαιρα· επειδη εξεκλινατε απο του Κυριου, δια τουτο ο Κυριος δεν θελει εισθαι μεθ' υμων.
<scripture passage="Num 14:44" parsed="|Num|14|44|0|0" osisRef="Bible:Num.14.44" />
<sup>44</sup>Αλλ' αυτοι απετολμησαν να αναβωσιν εις την κορυφην του ορους· η κιβωτος ομως της διαθηκης του Κυριου και ο Μωυσης δεν εκινηθησαν εκ μεσου του στρατοπεδου.
<scripture passage="Num 14:45" parsed="|Num|14|45|0|0" osisRef="Bible:Num.14.45" />
<sup>45</sup>Τοτε οι Αμαληκιται και οι Χαναναιοι οι κατοικουντες εν τω ορει εκεινω, κατεβησαν και επαταξαν αυτους και κατεδιωξαν αυτους εως Ορμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 15" progress="13.86%" prev="Num.14" next="Num.16" id="Num.15">
<h3 id="Num.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Num.15-p1">
<scripture passage="Num 15:1" parsed="|Num|15|1|0|0" osisRef="Bible:Num.15.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 15:2" parsed="|Num|15|2|0|0" osisRef="Bible:Num.15.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν εισελθητε εις την γην της κατοικησεως σας, την οποιαν εγω διδω εις εσας,
<scripture passage="Num 15:3" parsed="|Num|15|3|0|0" osisRef="Bible:Num.15.3" />
<sup>3</sup>και καμητε προσφοραν δια πυρος προς τον Κυριον, ολοκαυτωμα, θυσιαν εις εκπληρωσιν ευχης η αυτοπροαιρετως η εις τας εορτας σας, δια να καμητε οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, ειτε εκ των βοων ειτε εκ των προβατων,
<scripture passage="Num 15:4" parsed="|Num|15|4|0|0" osisRef="Bible:Num.15.4" />
<sup>4</sup>τοτε ο προσφερων το δωρον αυτου προς τον Κυριον θελει φερει προσφοραν εξ αλφιτων απο ενος δεκατου σεμιδαλεως, εζυμωμενης με το τεταρτον ενος ιν ελαιου·
<scripture passage="Num 15:5" parsed="|Num|15|5|0|0" osisRef="Bible:Num.15.5" />
<sup>5</sup>και οινον δια σπονδην, το τεταρτον ενος ιν, θελεις προσθεσει εις το ολοκαυτωμα η την θυσιαν, δι' εκαστον αρνιον.
<scripture passage="Num 15:6" parsed="|Num|15|6|0|0" osisRef="Bible:Num.15.6" />
<sup>6</sup>Η δι' εκαστον κριον θελεις προσθεσει προσφοραν εξ αλφιτων, δυο δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης με το τριτον ενος ιν ελαιου·
<scripture passage="Num 15:7" parsed="|Num|15|7|0|0" osisRef="Bible:Num.15.7" />
<sup>7</sup>και οινον δια σπονδην θελεις προσφερει, το τριτον ενος ιν, εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 15:8" parsed="|Num|15|8|0|0" osisRef="Bible:Num.15.8" />
<sup>8</sup>Εαν δε προσφερης μοσχον εκ βοων δι' ολοκαυτωμα η δια θυσιαν προς εκπληρωσιν ευχης η δια ειρηνικην προσφοραν προς τον Κυριον,
<scripture passage="Num 15:9" parsed="|Num|15|9|0|0" osisRef="Bible:Num.15.9" />
<sup>9</sup>τοτε θελεις φερει μετα του μοσχου εκ βοων προσφοραν εξ αλφιτων, τρια δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης με εν ημισυ ιν ελαιου·
<scripture passage="Num 15:10" parsed="|Num|15|10|0|0" osisRef="Bible:Num.15.10" />
<sup>10</sup>και θελεις φερει οινον δια σπονδην, το ημισυ του ιν, εις προσφοραν γινομενην δια πυρος, εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 15:11" parsed="|Num|15|11|0|0" osisRef="Bible:Num.15.11" />
<sup>11</sup>ουτω θελει γινεσθαι δι' ενα μοσχον η δι' ενα κριον η δι' αρνιον η δια τραγον.
<scripture passage="Num 15:12" parsed="|Num|15|12|0|0" osisRef="Bible:Num.15.12" />
<sup>12</sup>Κατα τον αριθμον τον οποιον θελετε προσφερει, ουτω θελετε καμει εις εκαστον κατα τον αριθμον αυτων.
<scripture passage="Num 15:13" parsed="|Num|15|13|0|0" osisRef="Bible:Num.15.13" />
<sup>13</sup>Παντες οι αυτοχθονες θελουσι καμει ταυτα κατα τον τροπον τουτον, προσφεροντες προσφοραν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 15:14" parsed="|Num|15|14|0|0" osisRef="Bible:Num.15.14" />
<sup>14</sup>Και εαν παροικη μεταξυ σας ξενος η οποιοσδηποτε ειναι μεταξυ σας εις τας γενεας σας, και θελη να καμη προσφοραν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, καθως σεις καμνετε, ουτω θελει καμει·
<scripture passage="Num 15:15" parsed="|Num|15|15|0|0" osisRef="Bible:Num.15.15" />
<sup>15</sup>εις νομος θελει εισθαι δια σας τους εκ της συναγωγης και δια τον ξενον τον παροικουντα μεταξυ σας, νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας· καθως σεις, ουτω θελει εισθαι και ο ξενος ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Num 15:16" parsed="|Num|15|16|0|0" osisRef="Bible:Num.15.16" />
<sup>16</sup>εις νομος και μια διαταξις θελει εισθαι δια σας και δια τον ξενον τον παροικουντα μεταξυ σας.
<scripture passage="Num 15:17" parsed="|Num|15|17|0|0" osisRef="Bible:Num.15.17" />
<sup>17</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 15:18" parsed="|Num|15|18|0|0" osisRef="Bible:Num.15.18" />
<sup>18</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν ελθητε εις την γην, εις την οποιαν εγω σας φερω,
<scripture passage="Num 15:19" parsed="|Num|15|19|0|0" osisRef="Bible:Num.15.19" />
<sup>19</sup>τοτε οταν φαγητε εκ των αρτων της γης, θελετε προσφερει εις τον Κυριον προσφοραν υψουμενην.
<scripture passage="Num 15:20" parsed="|Num|15|20|0|0" osisRef="Bible:Num.15.20" />
<sup>20</sup>Θελετε προσφερει αρτον εκ της πρωτης ζυμης σας, εις προσφοραν υψουμενην· καθως την προσφοραν την υψουμενην απο του αλωνιου σας, ουτω θελετε υψωσει αυτην.
<scripture passage="Num 15:21" parsed="|Num|15|21|0|0" osisRef="Bible:Num.15.21" />
<sup>21</sup>Εκ του πρωτου της ζυμης σας θελετε δωσει εις τον Κυριον προσφοραν υψουμενην εις τας γενεας σας.
<scripture passage="Num 15:22" parsed="|Num|15|22|0|0" osisRef="Bible:Num.15.22" />
<sup>22</sup>Και εαν σφαλητε και δεν πραξητε παντα ταυτα τα προσταγματα, τα οποια ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην,
<scripture passage="Num 15:23" parsed="|Num|15|23|0|0" osisRef="Bible:Num.15.23" />
<sup>23</sup>κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις εσας δια χειρος του Μωυσεως αφ' ης ημερας ο Κυριος προσεταξε και μετα ταυτα εις τας γενεας σας·
<scripture passage="Num 15:24" parsed="|Num|15|24|0|0" osisRef="Bible:Num.15.24" />
<sup>24</sup>τοτε, εαν γεινη τι εξ αγνοιας, χωρις να εξευρη αυτο η συναγωγη, πασα η συναγωγη θελει προσφερει ενα μοσχον εκ βοων δια ολοκαυτωμα, εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, μετα της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου κατα το διατεταγμενον, και ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 15:25" parsed="|Num|15|25|0|0" osisRef="Bible:Num.15.25" />
<sup>25</sup>και θελει καμει ο ιερευς εξιλεωσιν υπερ πασης της συναγωγης των υιων Ισραηλ, και θελει συγχωρηθη εις αυτους· διοτι εγεινεν εξ αγνοιας· και θελουσι φερει την προσφοραν αυτων, θυσιαν γινομενην δια πυρος προς τον Κυριον, και την περι αμαρτιας προσφοραν αυτων, ενωπιον του Κυριου, δια την αγνοιαν αυτων·
<scripture passage="Num 15:26" parsed="|Num|15|26|0|0" osisRef="Bible:Num.15.26" />
<sup>26</sup>και θελει συγχωρηθη εις πασαν την συναγωγην των υιων Ισραηλ και εις τον ξενον τον παροικουντα μεταξυ αυτων· διοτι πας ο λαος ημαρτεν εξ αγνοιας.
<scripture passage="Num 15:27" parsed="|Num|15|27|0|0" osisRef="Bible:Num.15.27" />
<sup>27</sup>Εαν δε ψυχη τις αμαρτηση εξ αγνοιας, ουτος πρεπει να φερη αιγα ενιαυσιον εις προσφοραν περι αμαρτιας·
<scripture passage="Num 15:28" parsed="|Num|15|28|0|0" osisRef="Bible:Num.15.28" />
<sup>28</sup>και θελει καμει εξιλεωσιν ο ιερευς υπερ της ψυχης ητις ημαρτησεν εξ αγνοιας, οταν αμαρτηση εξ αγνοιας ενωπιον του Κυριου, δια να καμη εξιλεωσιν υπερ αυτου· και θελει συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Num 15:29" parsed="|Num|15|29|0|0" osisRef="Bible:Num.15.29" />
<sup>29</sup>Εις νομος θελει εισθαι εις εσας δια τον αυτοχθονα μεταξυ των υιων Ισραηλ και δια τον ξενον τον παροικουντα μεταξυ αυτων, οταν αμαρτηση εξ αγνοιας.
<scripture passage="Num 15:30" parsed="|Num|15|30|0|0" osisRef="Bible:Num.15.30" />
<sup>30</sup>Η δε ψυχη ητις πραξη αμαρτημα με χειρα υπερηφανον, ειτε αυτοχθων ειτε ξενος, ουτος καταφρονει τον Κυριον· και θελει εξολοθρευθη η ψυχη εκεινη εκ μεσου του λαου αυτης.
<scripture passage="Num 15:31" parsed="|Num|15|31|0|0" osisRef="Bible:Num.15.31" />
<sup>31</sup>Επειδη κατεφρονησε τον λογον του Κυριου και παρεβη την προσταγην αυτου, η ψυχη εκεινη εξαπαντος θελει εξολοθρευθη· η αμαρτια αυτης θελει εισθαι επ' αυτην.
<scripture passage="Num 15:32" parsed="|Num|15|32|0|0" osisRef="Bible:Num.15.32" />
<sup>32</sup>Και οτε ησαν οι υιοι Ισραηλ εν τη ερημω, ευρον ανθρωπον συλλεγοντα ξυλα την ημεραν του σαββατου.
<scripture passage="Num 15:33" parsed="|Num|15|33|0|0" osisRef="Bible:Num.15.33" />
<sup>33</sup>Και οι ευροντες αυτον συλλεγοντα ξυλα εφεραν αυτον προς τον Μωυσην και τον Ααρων και προς πασαν την συναγωγην·
<scripture passage="Num 15:34" parsed="|Num|15|34|0|0" osisRef="Bible:Num.15.34" />
<sup>34</sup>και εβαλον αυτον εις φυλαξιν, επειδη δεν ητο οτι φανερον τι επρεπε να καμωσιν εις αυτον.
<scripture passage="Num 15:35" parsed="|Num|15|35|0|0" osisRef="Bible:Num.15.35" />
<sup>35</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ο ανθρωπος εξαπαντος θελει θανατωθη· πασα η συναγωγη θελει λιθοβολησει αυτον με λιθους εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Num 15:36" parsed="|Num|15|36|0|0" osisRef="Bible:Num.15.36" />
<sup>36</sup>Και πασα η συναγωγη εφεραν αυτον εξω του στρατοπεδου και ελιθοβολησαν αυτον με λιθους και απεθανε· καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 15:37" parsed="|Num|15|37|0|0" osisRef="Bible:Num.15.37" />
<sup>37</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 15:38" parsed="|Num|15|38|0|0" osisRef="Bible:Num.15.38" />
<sup>38</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους να καμωσι κρασπεδα εις τα ακρα των ιματιων αυτων, εις τας γενεας αυτων, και να βαλωσιν εις τα κρασπεδα των ακρων ταινιαν κυανην·
<scripture passage="Num 15:39" parsed="|Num|15|39|0|0" osisRef="Bible:Num.15.39" />
<sup>39</sup>και θελετε εχει αυτην εις τα κρασπεδα, δια να βλεπητε αυτην και να ενθυμησθε πασας τας εντολας του Κυριου και να εκτελητε αυτας, και να μη διαστραφητε κατοπιν των καρδιων σας και κατοπιν των οφθαλμων σας, κατοπιν των οποιων σεις εκπορνευετε·
<scripture passage="Num 15:40" parsed="|Num|15|40|0|0" osisRef="Bible:Num.15.40" />
<sup>40</sup>δια να ενθυμησθε και να εκτελητε πασας τας εντολας μου, και να ησθε αγιοι εις τον Θεον σας.
<scripture passage="Num 15:41" parsed="|Num|15|41|0|0" osisRef="Bible:Num.15.41" />
<sup>41</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, οστις εξηγαγον υμας εκ γης Αιγυπτου, δια να ημαι Θεος σας. Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 16" progress="13.99%" prev="Num.15" next="Num.17" id="Num.16">
<h3 id="Num.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Num.16-p1">
<scripture passage="Num 16:1" parsed="|Num|16|1|0|0" osisRef="Bible:Num.16.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Κορε ο υιος του Ισααρ, υιου του Κααθ, υιου του Λευι, και Δαθαν και Αβειρων οι υιοι του Ελιαβ, και Ων ο υιος του Φαλεθ, υιοι Ρουβην, εστασιασαν,
<scripture passage="Num 16:2" parsed="|Num|16|2|0|0" osisRef="Bible:Num.16.2" />
<sup>2</sup>και εσηκωθησαν εναντιον του Μωυσεως μετα διακοσιων πεντηκοντα ανθρωπων εκ των υιων Ισραηλ, αρχηγων της συναγωγης, συγκλητων της βουλης, ανδρων ονομαστων·
<scripture passage="Num 16:3" parsed="|Num|16|3|0|0" osisRef="Bible:Num.16.3" />
<sup>3</sup>και συνηχθησαν εναντιον του Μωυσεως και εναντιον του Ααρων και ειπον προς αυτους, Αρκει εις εσας, διοτι πασα η συναγωγη, παντες ειναι αγιοι και ο Κυριος ειναι μεταξυ αυτων· και δια τι υψονεσθε υπερανω της συναγωγης του Κυριου;
<scripture passage="Num 16:4" parsed="|Num|16|4|0|0" osisRef="Bible:Num.16.4" />
<sup>4</sup>Ακουσας δε ο Μωυσης επεσε κατα προσωπον αυτου·
<scripture passage="Num 16:5" parsed="|Num|16|5|0|0" osisRef="Bible:Num.16.5" />
<sup>5</sup>και ελαλησε προς τον Κορε και προς πασαν την συνοδιαν αυτου, λεγων, Το πρωι θελει φανερωσει ο Κυριος ποιοι ειναι αυτου και ποιος αγιος και θελει καμει αυτον να πλησιαση εις αυτον· και οντινα εξελεξε, τουτον θελει καμει να πλησιαση εις αυτον.
<scripture passage="Num 16:6" parsed="|Num|16|6|0|0" osisRef="Bible:Num.16.6" />
<sup>6</sup>Τουτο καμετε, Λαβετε εις εαυτους θυμιατηρια, ο Κορε και πασα η συνοδια αυτου·
<scripture passage="Num 16:7" parsed="|Num|16|7|0|0" osisRef="Bible:Num.16.7" />
<sup>7</sup>και βαλετε επ' αυτα πυρ και επιθεσατε θυμιαμα επ' αυτα ενωπιον του Κυριου αυριον· και ο ανθρωπος τον οποιον εκλεξη ο Κυριος, ουτος θελει εισθαι αγιος. Αρκει εις εσας, υιοι Λευι.
<scripture passage="Num 16:8" parsed="|Num|16|8|0|0" osisRef="Bible:Num.16.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κορε, Ακουσατε τωρα, υιοι Λευι.
<scripture passage="Num 16:9" parsed="|Num|16|9|0|0" osisRef="Bible:Num.16.9" />
<sup>9</sup>Μικρον πραγμα ειναι τουτο εις εσας, οτι εξεχωρισεν εσας ο Θεος του Ισραηλ απο της συναγωγης του Ισραηλ, δια να σας φερη πλησιον αυτου να καμνητε την υπηρεσιαν της σκηνης του Κυριου και να στεκησθε εμπροσθεν της συναγωγης, δια να υπηρετητε εις αυτους;
<scripture passage="Num 16:10" parsed="|Num|16|10|0|0" osisRef="Bible:Num.16.10" />
<sup>10</sup>και αφου σε εφερε πλησιον εαυτου και παντας τους αδελφους σου τους υιους Λευι μετα σου, σεις ζητειτε και την ιερατειαν;
<scripture passage="Num 16:11" parsed="|Num|16|11|0|0" osisRef="Bible:Num.16.11" />
<sup>11</sup>ουτω καμνεις, συ και πασα η συνοδια σου, οιτινες εισθε συνηθροισμενοι εναντιον του Κυριου· και ο Ααρων τις ειναι, ωστε να γογγυζητε εναντιον αυτου;
<scripture passage="Num 16:12" parsed="|Num|16|12|0|0" osisRef="Bible:Num.16.12" />
<sup>12</sup>Και εστειλεν ο Μωυσης να καλεση τον Δαθαν και τον Αβειρων τους υιους Ελιαβ· οι δε ειπον, Δεν αναβαινομεν·
<scripture passage="Num 16:13" parsed="|Num|16|13|0|0" osisRef="Bible:Num.16.13" />
<sup>13</sup>μικρον ειναι τουτο, οτι ανηγαγες ημας εκ γης ρεουσης γαλα και μελι, δια να θανατωσης ημας εν τη ερημω, και οτι ως αρχων θελεις να κατεξουσιαζης ημας;
<scripture passage="Num 16:14" parsed="|Num|16|14|0|0" osisRef="Bible:Num.16.14" />
<sup>14</sup>αλλα συ δεν εφερες ημας εις γην ρεουσαν γαλα και μελι ουδε εδωκας εις ημας κληρονομιαν αγρων και αμπελωνων· τους οφθαλμους των ανθρωπων τουτων θελεις να εκβαλης; δεν αναβαινομεν.
<scripture passage="Num 16:15" parsed="|Num|16|15|0|0" osisRef="Bible:Num.16.15" />
<sup>15</sup>Και εβαρυθυμησεν ο Μωυσης σφοδρα και ειπε προς τον Κυριον, Μη επιβλεψης εις την προσφοραν αυτων· ουδε ενα ονον απ' αυτων ελαβον ουδε εβλαψα τινα εξ αυτων.
<scripture passage="Num 16:16" parsed="|Num|16|16|0|0" osisRef="Bible:Num.16.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Κορε, Συ και πασα η συνοδια σου να ησθε ενωπιον του Κυριου, συ, και αυτοι, και ο Ααρων, αυριον·
<scripture passage="Num 16:17" parsed="|Num|16|17|0|0" osisRef="Bible:Num.16.17" />
<sup>17</sup>και λαβετε εκαστος το θυμιατηριον αυτου και επιθεσατε θυμιαμα επ' αυτα και φερετε ενωπιον του Κυριου, εκαστος το θυμιατηριον αυτου, διακοσια πεντηκοντα θυμιατηρια· και συ, και ο Ααρων, εκαστος το θυμιατηριον αυτου.
<scripture passage="Num 16:18" parsed="|Num|16|18|0|0" osisRef="Bible:Num.16.18" />
<sup>18</sup>Και ελαβον εκαστος το θυμιατηριον αυτου και εβαλον επ' αυτα πυρ, και επεθεσαν επ' αυτα θυμιαμα και εσταθησαν εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου μετα του Μωυσεως και του Ααρων.
<scripture passage="Num 16:19" parsed="|Num|16|19|0|0" osisRef="Bible:Num.16.19" />
<sup>19</sup>Και συνηγαγεν εναντιον αυτων ο Κορε πασαν την συναγωγην εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου. Και η δοξα του Κυριου εφανη εις πασαν την συναγωγην.
<scripture passage="Num 16:20" parsed="|Num|16|20|0|0" osisRef="Bible:Num.16.20" />
<sup>20</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων λεγων,
<scripture passage="Num 16:21" parsed="|Num|16|21|0|0" osisRef="Bible:Num.16.21" />
<sup>21</sup>Αποχωρισθητε εκ μεσου της συναγωγης ταυτης, δια να εξαναλωσω αυτους δια μιας.
<scripture passage="Num 16:22" parsed="|Num|16|22|0|0" osisRef="Bible:Num.16.22" />
<sup>22</sup>Και επεσαν κατα προσωπον αυτων, και ειπον, Ω Θεε, Θεε των πνευματων πασης σαρκος, εις ανθρωπος ημαρτησε και θελεις οργισθη εναντιον πασης της συναγωγης;
<scripture passage="Num 16:23" parsed="|Num|16|23|0|0" osisRef="Bible:Num.16.23" />
<sup>23</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 16:24" parsed="|Num|16|24|0|0" osisRef="Bible:Num.16.24" />
<sup>24</sup>Λαλησον προς την συναγωγην, λεγων, Αναχωρησατε απο της σκηνης του Κορε, του Δαθαν και του Αβειρων κυκλοθεν.
<scripture passage="Num 16:25" parsed="|Num|16|25|0|0" osisRef="Bible:Num.16.25" />
<sup>25</sup>Και εσηκωθη ο Μωυσης, και υπηγε προς τον Δαθαν και Αβειρων· και ηκολουθησαν αυτον οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 16:26" parsed="|Num|16|26|0|0" osisRef="Bible:Num.16.26" />
<sup>26</sup>Και ελαλησε προς την συναγωγην λεγων, Αποχωρισθητε ευθυς απο των σκηνων των ασεβων τουτων ανθρωπων και μη εγγισητε μηδεν εκ των οσα ειναι αυτων, δια να μη αφανισθητε εν μεσω πασων των αμαρτιων αυτων.
<scripture passage="Num 16:27" parsed="|Num|16|27|0|0" osisRef="Bible:Num.16.27" />
<sup>27</sup>Ανεχωρησαν λοιπον απο της σκηνης του Κορε, του Δαθαν και του Αβειρων κυκλοθεν· και ο Δαθαν και ο Αβειρων εξηλθον, και εσταθησαν εις την θυραν των σκηνων αυτων και αι γυναικες αυτων και οι υιοι αυτων και αι οικογενειαι αυτων.
<scripture passage="Num 16:28" parsed="|Num|16|28|0|0" osisRef="Bible:Num.16.28" />
<sup>28</sup>Και ειπεν ο Μωυσης, Εκ τουτου θελετε γνωρισει οτι ο Κυριος με απεστειλε δια να πραξω παντα τα εργα ταυτα, και οτι δεν επραξα απ' εμαυτου.
<scripture passage="Num 16:29" parsed="|Num|16|29|0|0" osisRef="Bible:Num.16.29" />
<sup>29</sup>Εαν οι ανθρωποι ουτοι αποθανωσι τον κοινον θανατον παντων των ανθρωπων, η εαν γεινη ανταποδοσις εις αυτους κατα την ανταποδοσιν παντων των ανθρωπων, δεν με απεστειλεν ο Κυριος·
<scripture passage="Num 16:30" parsed="|Num|16|30|0|0" osisRef="Bible:Num.16.30" />
<sup>30</sup>εαν ομως ο Κυριος καμη θαυμα, και ανοιξη η γη το στομα αυτης και καταπιη αυτους και παντα τα αυτων και καταβωσι ζωντες εις τον αδην, τοτε θελετε γνωρισει οτι παρωξυναν οι ανθρωποι ουτοι τον Κυριον.
<scripture passage="Num 16:31" parsed="|Num|16|31|0|0" osisRef="Bible:Num.16.31" />
<sup>31</sup>Και ως επαυσε λαλων παντας τους λογους τουτους, εσχισθη το εδαφος το υποκατω αυτων.
<scripture passage="Num 16:32" parsed="|Num|16|32|0|0" osisRef="Bible:Num.16.32" />
<sup>32</sup>Και η γη ηνοιξε το στομα αυτης και κατεπιεν αυτους και τους οικους αυτων και παντας τους ανθρωπους τους μετα του Κορε και πασαν την περιουσιαν αυτων.
<scripture passage="Num 16:33" parsed="|Num|16|33|0|0" osisRef="Bible:Num.16.33" />
<sup>33</sup>Και κατεβησαν αυτοι και παντα τα αυτων ζωντες εις τον αδην, και η γη εκλεισθη επανωθεν αυτων· και ηφανισθησαν εκ μεσου της συναγωγης.
<scripture passage="Num 16:34" parsed="|Num|16|34|0|0" osisRef="Bible:Num.16.34" />
<sup>34</sup>Και πας ο Ισραηλ ο περιξ αυτων εφυγον εις την βοην αυτων, λεγοντες, Μηπως καταπιη και ημας η γη.
<scripture passage="Num 16:35" parsed="|Num|16|35|0|0" osisRef="Bible:Num.16.35" />
<sup>35</sup>Και πυρ εξηλθε παρα Κυριου και κατεφαγε τους διακοσιους πεντηκοντα ανδρας τους προσφεροντας το θυμιαμα.
<scripture passage="Num 16:36" parsed="|Num|16|36|0|0" osisRef="Bible:Num.16.36" />
<sup>36</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 16:37" parsed="|Num|16|37|0|0" osisRef="Bible:Num.16.37" />
<sup>37</sup>Ειπε προς τον Ελεαζαρ τον υιον Ααρων του ιερεως, να λαβη τα θυμιατηρια απο της πυρκαιας και το πυρ σκορπισον εκει· διοτι ειναι ηγιασμενα,
<scripture passage="Num 16:38" parsed="|Num|16|38|0|0" osisRef="Bible:Num.16.38" />
<sup>38</sup>τα θυμιατηρια τουτων των αμαρτησαντων εναντιον εις τας ψυχας αυτων· και ας καμωσιν αυτα πλακας δια καλυμμα του θυσιαστηριου· επειδη ουτοι προσεφεραν αυτα ενωπιον του Κυριου, δια τουτο ειναι ηγιασμενα· και θελουσιν εισθαι δια σημειον εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Num 16:39" parsed="|Num|16|39|0|0" osisRef="Bible:Num.16.39" />
<sup>39</sup>Και ελαβεν Ελεαζαρ ο ιερευς τα χαλκινα θυμιατηρια, τα οποια προσεφεραν οι καυθεντες· και εκαμον αυτα πλακας δια να καλυψωσι το θυσιαστηριον·
<scripture passage="Num 16:40" parsed="|Num|16|40|0|0" osisRef="Bible:Num.16.40" />
<sup>40</sup>προς μνημοσυνον εις τους υιους Ισραηλ, ωστε μηδεις αλλογενης, μη ων εκ του σπερματος του Ααρων, να μη πλησιαζη δια να προσφερη θυμιαμα ενωπιον του Κυριου, δια να μη γεινη ως ο Κορε και ως η συνοδια αυτου, καθως ειπε Κυριος προς αυτον δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="Num 16:41" parsed="|Num|16|41|0|0" osisRef="Bible:Num.16.41" />
<sup>41</sup>Την δε ακολουθον ημεραν πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εγογγυσαν εναντιον του Μωυσεως και του Ααρων, λεγοντες, Σεις εφονευσατε τον λαον του Κυριου.
<scripture passage="Num 16:42" parsed="|Num|16|42|0|0" osisRef="Bible:Num.16.42" />
<sup>42</sup>Και ενω η συναγωγη ητο συνηθροισμενη εναντιον του Μωυσεως και εναντιον του Ααρων, ανεβλεψαν προς την σκηνην του μαρτυριου, και ιδου, η νεφελη εσκεπασεν αυτην, και εφανη η δοξα του Κυριου.
<scripture passage="Num 16:43" parsed="|Num|16|43|0|0" osisRef="Bible:Num.16.43" />
<sup>43</sup>Και ηλθεν ο Μωυσης και ο Ααρων εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 16:44" parsed="|Num|16|44|0|0" osisRef="Bible:Num.16.44" />
<sup>44</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων·
<scripture passage="Num 16:45" parsed="|Num|16|45|0|0" osisRef="Bible:Num.16.45" />
<sup>45</sup>Αποσυρθητε εκ μεσου της συναγωγης ταυτης, δια να αναλωσω αυτους δια μιας. Και επεσον κατα προσωπον αυτων.
<scripture passage="Num 16:46" parsed="|Num|16|46|0|0" osisRef="Bible:Num.16.46" />
<sup>46</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τον Ααρων, Λαβε το θυμιατηριον και βαλε πυρ εις αυτο εκ του θυσιαστηριου και επιθες θυμιαμα και υπαγε ταχεως εις την συναγωγην και καμε εξιλεωσιν υπερ αυτων· διοτι εξηλθεν οργη παρα του Κυριου· η πληγη ηρχισε.
<scripture passage="Num 16:47" parsed="|Num|16|47|0|0" osisRef="Bible:Num.16.47" />
<sup>47</sup>Και ελαβε το θυμιατηριον ο Ααρων, καθως ελαλησεν ο Μωυσης, και εδραμεν εις το μεσον της συναγωγης· και ιδου, η πληγη ειχεν αρχισει εν τω λαω· και επεθεσε θυμιαμα και εκαμεν εξιλεωσιν υπερ του λαου.
<scripture passage="Num 16:48" parsed="|Num|16|48|0|0" osisRef="Bible:Num.16.48" />
<sup>48</sup>Και εσταθη αναμεσον των αποθανοντων και των ζωντων, και επαυσεν η θραυσις.
<scripture passage="Num 16:49" parsed="|Num|16|49|0|0" osisRef="Bible:Num.16.49" />
<sup>49</sup>Ησαν δε οι αποθανοντες εις την θραυσιν δεκατεσσαρες χιλιαδες και επτακοσιοι, εκτος των αποθανοντων εξ αιτιας του Κορε.
<scripture passage="Num 16:50" parsed="|Num|16|50|0|0" osisRef="Bible:Num.16.50" />
<sup>50</sup>Και επεστρεψεν ο Ααρων προς τον Μωυσην, εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου· και επαυσεν η θραυσις.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 17" progress="14.16%" prev="Num.16" next="Num.18" id="Num.17">
<h3 id="Num.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Num.17-p1">
<scripture passage="Num 17:1" parsed="|Num|17|1|0|0" osisRef="Bible:Num.17.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 17:2" parsed="|Num|17|2|0|0" osisRef="Bible:Num.17.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ, και λαβε παρ' εκαστου αυτων ραβδον κατα τον οικον των πατερων αυτων, παρα παντων των αρχοντων αυτων κατα τον οικον των πατερων αυτων, δωδεκα ραβδους· εκαστου το ονομα επιγραψον επι της ραβδου αυτου·
<scripture passage="Num 17:3" parsed="|Num|17|3|0|0" osisRef="Bible:Num.17.3" />
<sup>3</sup>και το ονομα του Ααρων επιγραψον επι της ραβδου του Λευι, επειδη μια ραβδος θελει εισθαι δι' εκαστον αρχηγον του οικου των πατερων αυτων·
<scripture passage="Num 17:4" parsed="|Num|17|4|0|0" osisRef="Bible:Num.17.4" />
<sup>4</sup>και θελεις αποθεσει αυτας εν τη σκηνη του μαρτυριου εμπροσθεν του μαρτυριου, οπου θελω ευρισκεσθαι μεθ' υμων·
<scripture passage="Num 17:5" parsed="|Num|17|5|0|0" osisRef="Bible:Num.17.5" />
<sup>5</sup>και η ραβδος του ανθρωπου, οντινα εκλεξω, θελει βλαστησει και θελω καμει να παυσωσιν απ' εμπροσθεν μου οι γογγυσμοι των υιων Ισραηλ, τους οποιους αυτοι γογγυζουσιν εναντιον σας.
<scripture passage="Num 17:6" parsed="|Num|17|6|0|0" osisRef="Bible:Num.17.6" />
<sup>6</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ· και εδωκαν εις αυτον παντες οι αρχοντες αυτων ανα μιαν ραβδον εκαστος αρχων κατα τους οικους των πατερων αυτων, δωδεκα ραβδους· και ραβδος του Ααρων ητο μεταξυ των ραβδων αυτων.
<scripture passage="Num 17:7" parsed="|Num|17|7|0|0" osisRef="Bible:Num.17.7" />
<sup>7</sup>Και απεθηκεν ο Μωυσης τας ραβδους ενωπιον του Κυριου εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 17:8" parsed="|Num|17|8|0|0" osisRef="Bible:Num.17.8" />
<sup>8</sup>Και την επαυριον εισηλθεν ο Μωυσης εις την σκηνην του μαρτυριου· και ιδου, η ραβδος του Ααρων δια τον οικον του Λευι εβλαστησε και ανεφυησε βλαστον και εξηνθησεν ανθη και εδωκεν αμυγδαλα.
<scripture passage="Num 17:9" parsed="|Num|17|9|0|0" osisRef="Bible:Num.17.9" />
<sup>9</sup>Και εφερεν εξω ο Μωυσης πασας τας ραβδους απ' εμπροσθεν του Κυριου προς παντας τους υιους Ισραηλ· και αυτοι ειδον και ελαβον εκαστος την ραβδον αυτου.
<scripture passage="Num 17:10" parsed="|Num|17|10|0|0" osisRef="Bible:Num.17.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Αποθες την ραβδον του Ααρων εμπροσθεν του μαρτυριου, δια να φυλαττηται εις σημειον εις τους υιους της αποστασιας· και θελεις καταπαυσει απ' εμου τους γογγυσμους αυτων, δια να μη αποθανωσι.
<scripture passage="Num 17:11" parsed="|Num|17|11|0|0" osisRef="Bible:Num.17.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος· ουτως εκαμε.
<scripture passage="Num 17:12" parsed="|Num|17|12|0|0" osisRef="Bible:Num.17.12" />
<sup>12</sup>Και ειπον οι υιοι Ισραηλ προς τον Μωυσην λεγοντες, Ιδου, ημεις αποθνησκομεν, αφανιζομεθα, παντες αφανιζομεθα·
<scripture passage="Num 17:13" parsed="|Num|17|13|0|0" osisRef="Bible:Num.17.13" />
<sup>13</sup>πας ο πλησιαζων, ο πλησιαζων εις την σκηνην του Κυριου, αποθνησκει παντες θελομεν εκλειψει αποθνησκοντες;
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 18" progress="14.20%" prev="Num.17" next="Num.19" id="Num.18">
<h3 id="Num.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Num.18-p1">
<scripture passage="Num 18:1" parsed="|Num|18|1|0|0" osisRef="Bible:Num.18.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ααρων, Συ και οι υιοι σου και ο οικος του πατρος σου μετα σου θελετε βασταζει την ανομιαν του αγιαστηριου· και συ και οι υιοι σου μετα σου θελετε βασταζει την ανομιαν της ιερατειας σας.
<scripture passage="Num 18:2" parsed="|Num|18|2|0|0" osisRef="Bible:Num.18.2" />
<sup>2</sup>Και ετι τους αδελφους σου, την φυλην του Λευι, την φυλην του πατρος σου, φερε μετα σου, δια να ηναι ηνωμενοι μετα σου και να σε υπηρετωσι· συ ομως και οι υιοι σου μετα σου θελετε υπηρετει εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 18:3" parsed="|Num|18|3|0|0" osisRef="Bible:Num.18.3" />
<sup>3</sup>Και θελουσι φυλαττει τας φυλακας σου και τας φυλακας ολης της σκηνης· μονον εις τα σκευη του αγιαστηριου και εις το θυσιαστηριον δεν θελουσι πλησιαζει, δια να μη αποθανωσι μητε αυτοι μητε σεις.
<scripture passage="Num 18:4" parsed="|Num|18|4|0|0" osisRef="Bible:Num.18.4" />
<sup>4</sup>Και θελουσιν εισθαι ηνωμενοι μετα σου και θελουσι φυλαττει τας φυλακας της σκηνης του μαρτυριου κατα πασας τας υπηρεσιας της σκηνης· και ξενος δεν θελει σας πλησιαζει.
<scripture passage="Num 18:5" parsed="|Num|18|5|0|0" osisRef="Bible:Num.18.5" />
<sup>5</sup>Και θελετε φυλαττει τας φυλακας του αγιαστηριου και τας φυλακας του θυσιαστηριου, και δεν θελει εισθαι πλεον οργη εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Num 18:6" parsed="|Num|18|6|0|0" osisRef="Bible:Num.18.6" />
<sup>6</sup>Και εγω, ιδου, ελαβον τους αδελφους σας τους Λευιτας εκ μεσου των υιων Ισραηλ· ουτοι ειναι δεδομενοι εις εσας δωρον δια τον Κυριον, δια να εκτελωσι τας υπηρεσιας της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 18:7" parsed="|Num|18|7|0|0" osisRef="Bible:Num.18.7" />
<sup>7</sup>Συ δε και οι υιοι σου μετα σου θελετε φυλαττει την ιερατειαν σας εις παντα τα του θυσιαστηριου και τα εντος του παραπετασματος, και θελετε καμνει την υπηρεσιαν. Δωρον εδωκα την υπηρεσιαν της ιερατειας σας· και οστις ξενος πλησιαση, θελει θανατονεσθαι.
<scripture passage="Num 18:8" parsed="|Num|18|8|0|0" osisRef="Bible:Num.18.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ααρων, Ιδου, εγω εδωκα ετι εις σε την επιστασιαν των υψουμενων προσφορων μου απο παντων των ηγιασμενων παρα των υιων Ισραηλ· εις σε εδωκα αυτα δια το χρισμα και εις τους υιους σου εις νομιμον αιωνιον.
<scripture passage="Num 18:9" parsed="|Num|18|9|0|0" osisRef="Bible:Num.18.9" />
<sup>9</sup>Τουτο θελει εισθαι σου απο των αγιωτατων εκ των δια πυρος προσφερομενων· παντα τα δωρα αυτων, πασαι αι εξ αλφιτων προσφοραι αυτων και πασαι αι περι αμαρτιας προσφοραι αυτων και πασαι αι περι ανομιας προσφοραι αυτων, τας οποιας θελουσιν αποδιδει εις εμε, αγιωτατα θελουσιν εισθαι δια σε και δια τους υιους σου.
<scripture passage="Num 18:10" parsed="|Num|18|10|0|0" osisRef="Bible:Num.18.10" />
<sup>10</sup>Εν τω αγιω των αγιων θελετε τρωγει αυτα· παν αρσενικον θελει τρωγει αυτα· αγια θελουσιν εισθαι εις σε.
<scripture passage="Num 18:11" parsed="|Num|18|11|0|0" osisRef="Bible:Num.18.11" />
<sup>11</sup>Και τουτο ειναι σου, η υψουμενη προσφορα εκ των δωρων αυτων, μετα πασων των κινητων προσφορων των υιων Ισραηλ· εις σε εδωκα αυτα και εις τους υιους σου και εις τας θυγατερας σου μετα σου εις νομιμον αιωνιον· πας καθαρος εν τω οικω σου θελει τρωγει αυτα.
<scripture passage="Num 18:12" parsed="|Num|18|12|0|0" osisRef="Bible:Num.18.12" />
<sup>12</sup>Παν το εξαιρετον του ελαιου, και παν το εξαιρετον του οινου και του σιτου, τας απαρχας αυτων, οσα προσφερωσιν εις τον Κυριον, εις σε εδωκα αυτα·
<scripture passage="Num 18:13" parsed="|Num|18|13|0|0" osisRef="Bible:Num.18.13" />
<sup>13</sup>Παντα τα πρωτογεννηματα της γης, οσα φερωσι προς τον Κυριον, σου θελουσιν εισθαι πας καθαρος εν τω οικω σου θελει τρωγει αυτα.
<scripture passage="Num 18:14" parsed="|Num|18|14|0|0" osisRef="Bible:Num.18.14" />
<sup>14</sup>Παν καθιερωμα του Ισραηλ θελει εισθαι σου.
<scripture passage="Num 18:15" parsed="|Num|18|15|0|0" osisRef="Bible:Num.18.15" />
<sup>15</sup>Παν διανοιγον μητραν εκ πασης σαρκος, το οποιον προσφερωσι προς τον Κυριον, απο ανθρωπου εως κτηνους, σου θελει εισθαι πλην τα πρωτοτοκα των ανθρωπων θελουσιν εξαπαντος εξαγοραζεσθαι και τα πρωτοτοκα των κτηνων των ακαθαρτων θελουσιν εξαγοραζεσθαι.
<scripture passage="Num 18:16" parsed="|Num|18|16|0|0" osisRef="Bible:Num.18.16" />
<sup>16</sup>Και οσα πρεπει να εξαγορασθωσιν απο ηλικιας ενος μηνος, θελουσιν εξαγοραζεσθαι κατα την εκτιμησιν σου, δια πεντε σικλους αργυριου, κατα τον σικλον τον αγιον, οστις ειναι εικοσι γερα.
<scripture passage="Num 18:17" parsed="|Num|18|17|0|0" osisRef="Bible:Num.18.17" />
<sup>17</sup>Τα πρωτοτοκα ομως των βοων η τα πρωτοτοκα των προβατων η τα πρωτοτοκα των αιγων δεν θελουσιν εξαγοραζεσθαι· αγια ειναι· το αιμα αυτων θελεις ραντιζει επι το θυσιαστηριον, και το παχος αυτων θελεις καιει δια προσφοραν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 18:18" parsed="|Num|18|18|0|0" osisRef="Bible:Num.18.18" />
<sup>18</sup>Και το κρεας αυτων θελει εισθαι σου, καθως το κινητον στηθος και ο δεξιος ωμος ειναι σου.
<scripture passage="Num 18:19" parsed="|Num|18|19|0|0" osisRef="Bible:Num.18.19" />
<sup>19</sup>Πασας τας υψουμενας προσφορας των αγιων πραγματων, τας οποιας οι υιοι Ισραηλ προσφερωσιν εις τον Κυριον, εδωκα εις σε και εις τους υιους σου και εις τας θυγατερας σου μετα σου εις νομιμον αιωνιον. Αυτη ειναι διαθηκη αλατος παντοτεινη ενωπιον του Κυριου εις σε και εις το σπερμα σου μετα σου.
<scripture passage="Num 18:20" parsed="|Num|18|20|0|0" osisRef="Bible:Num.18.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ααρων, Εν τη γη αυτων δεν θελεις εχει κληρονομιαν ουδε θελεις εχει μεριδα μεταξυ αυτων· εγω ειμαι η μερις σου και η κληρονομια σου εν μεσω των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 18:21" parsed="|Num|18|21|0|0" osisRef="Bible:Num.18.21" />
<sup>21</sup>Και ιδου, εδωκα εις τους υιους Λευι παντα τα δεκατα του Ισραηλ εις κληρονομιαν, δια την υπηρεσιαν αυτων την οποιαν υπηρετουσι, την υπηρεσιαν της σκηνης του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 18:22" parsed="|Num|18|22|0|0" osisRef="Bible:Num.18.22" />
<sup>22</sup>και δεν θελουσι πλησιαζει του λοιπου οι υιοι Ισραηλ εις την σκηνην του μαρτυριου, δια να μη λαβωσιν εφ' εαυτους αμαρτιαν και αποθανωσιν·
<scripture passage="Num 18:23" parsed="|Num|18|23|0|0" osisRef="Bible:Num.18.23" />
<sup>23</sup>αλλ' οι Λευιται, ουτοι θελουσιν υπηρετει την υπηρεσιαν της σκηνης του μαρτυριου και ουτοι θελουσι βασταζει την ανομιαν αυτων· τουτο θελει εισθαι νομιμον αιωνιον εις τας γενεας σας· και δεν θελουσιν εχει μεταξυ των υιων Ισραηλ ουδεμιαν κληρονομιαν·
<scripture passage="Num 18:24" parsed="|Num|18|24|0|0" osisRef="Bible:Num.18.24" />
<sup>24</sup>διοτι τα δεκατα των υιων Ισραηλ, τα οποια προσφερωσιν υψουμενην προσφοραν προς τον Κυριον, εδωκα κληρονομιαν εις τους Λευιτας· δια τουτο ειπα περι αυτων, Εν μεσω των υιων Ισραηλ δεν θελουσιν εχει ουδεμιαν κληρονομιαν.
<scripture passage="Num 18:25" parsed="|Num|18|25|0|0" osisRef="Bible:Num.18.25" />
<sup>25</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 18:26" parsed="|Num|18|26|0|0" osisRef="Bible:Num.18.26" />
<sup>26</sup>Λαλησον και προς τους Λευιτας και ειπε προς αυτους, Οταν λαμβανητε παρα των υιων Ισραηλ το δεκατον, το οποιον εδωκα εις εσας παρ' αυτων δια κληρονομιαν σας, τοτε θελετε προσφερει εξ αυτων προσφοραν υψουμενην εις τον Κυριον, δεκατον απο του δεκατου.
<scripture passage="Num 18:27" parsed="|Num|18|27|0|0" osisRef="Bible:Num.18.27" />
<sup>27</sup>Και αυται αι υψουμεναι προσφοραι σας θελουσι λογιζεσθαι εις εσας ως σιτος του αλωνιου και ως αφθονια του ληνου.
<scripture passage="Num 18:28" parsed="|Num|18|28|0|0" osisRef="Bible:Num.18.28" />
<sup>28</sup>Ουτω και σεις θελετε προσφερει προσφοραν υψουμενην εις τον Κυριον απο παντων των δεκατων σας, τα οποια λαμβανετε παρα των υιων Ισραηλ· και απο τουτων θελετε διδει την υψουμενην προσφοραν του Κυριου εις τον Ααρων τον ιερεα.
<scripture passage="Num 18:29" parsed="|Num|18|29|0|0" osisRef="Bible:Num.18.29" />
<sup>29</sup>Απο παντων των δωρων σας θελετε προσφερει πασαν υψουμενην προσφοραν του Κυριου, απο παντος του εξαιρετου αυτων το ηγιασμενον μερος εξ αυτων.
<scripture passage="Num 18:30" parsed="|Num|18|30|0|0" osisRef="Bible:Num.18.30" />
<sup>30</sup>Και θελεις ειπει προς αυτους, Οταν προσφερητε εξ αυτων το εξαιρετον αυτων, τουτο θελει λογιζεσθαι δια τους Λευιτας ως προιον του αλωνιου και ως προιον του ληνου·
<scripture passage="Num 18:31" parsed="|Num|18|31|0|0" osisRef="Bible:Num.18.31" />
<sup>31</sup>και θελετε τρωγει αυτα εν παντι τοπω, σεις και αι οικογενειαι σας· διοτι τουτο ειναι μισθος εις εσας δια την υπηρεσιαν σας εν τη σκηνη του μαρτυριου·
<scripture passage="Num 18:32" parsed="|Num|18|32|0|0" osisRef="Bible:Num.18.32" />
<sup>32</sup>και δεν θελετε φερει εφ' εαυτους αμαρτιαν δι' αυτα, οταν προσφερητε απ' αυτων το εξαιρετον αυτων· και δεν θελετε βεβηλωσει τα αγια των υιων Ισραηλ, δια να μη αποθανητε.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 19" progress="14.34%" prev="Num.18" next="Num.20" id="Num.19">
<h3 id="Num.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Num.19-p1">
<scripture passage="Num 19:1" parsed="|Num|19|1|0|0" osisRef="Bible:Num.19.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων λεγων,
<scripture passage="Num 19:2" parsed="|Num|19|2|0|0" osisRef="Bible:Num.19.2" />
<sup>2</sup>Τουτο ειναι το διαταγμα του νομου, το οποιον ο Κυριος προσεταξε λεγων, Ειπε προς τους υιους Ισραηλ να φερωσιν εις σε ξανθην δαμαλιν αμωμον, μη εχουσαν ελαττωμα, επι της οποιας δεν επεβληθη ζυγος·
<scripture passage="Num 19:3" parsed="|Num|19|3|0|0" osisRef="Bible:Num.19.3" />
<sup>3</sup>και θελετε δωσει αυτην εις τον Ελεαζαρ τον ιερεα και θελει φερει αυτην εξω του στρατοπεδου· και θελουσι σφαξει αυτην ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Num 19:4" parsed="|Num|19|4|0|0" osisRef="Bible:Num.19.4" />
<sup>4</sup>Και θελει λαβει Ελεαζαρ ο ιερευς απο του αιματος αυτης δια του δακτυλου αυτου και θελει ραντισει επτακις απο του αιματος αυτης κατ' εμπροσθεν του προσωπου της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 19:5" parsed="|Num|19|5|0|0" osisRef="Bible:Num.19.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσι καυσει την δαμαλιν ενωπιον αυτου· το δερμα αυτης και το κρεας αυτης και το αιμα αυτης μετα της κοπρου αυτης θελουσι καη.
<scripture passage="Num 19:6" parsed="|Num|19|6|0|0" osisRef="Bible:Num.19.6" />
<sup>6</sup>Και ο ιερευς θελει λαβει ξυλον κεδρινον και υσσωπον και κοκκινον και θελει ριψει αυτα εις το μεσον του κατακαυματος της δαμαλεως.
<scripture passage="Num 19:7" parsed="|Num|19|7|0|0" osisRef="Bible:Num.19.7" />
<sup>7</sup>Τοτε θελει πλυνει τα ιματια αυτου ο ιερευς και θελει λουσει το σωμα αυτου εν υδατι και μετα ταυτα θελει εισελθει εις το στρατοπεδον και θελει εισθαι ακαθαρτος ο ιερευς εως εσπερας.
<scripture passage="Num 19:8" parsed="|Num|19|8|0|0" osisRef="Bible:Num.19.8" />
<sup>8</sup>Και ο καιων αυτην θελει πλυνει τα ιματια αυτου εν υδατι και θελει λουσει το σωμα αυτου εν υδατι και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Num 19:9" parsed="|Num|19|9|0|0" osisRef="Bible:Num.19.9" />
<sup>9</sup>Και ανθρωπος καθαρος θελει συναξει την στακτην της δαμαλεως και θελει αποθεσει αυτην εξω του στρατοπεδου εις τοπον καθαρον· και θελει φυλαττεσθαι δια την συναγωγην των υιων Ισραηλ δια υδωρ χωρισμου· τουτο ειναι δια καθαρισμον αμαρτιας.
<scripture passage="Num 19:10" parsed="|Num|19|10|0|0" osisRef="Bible:Num.19.10" />
<sup>10</sup>Και ο συναξας την στακτην της δαμαλεως θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας· και τουτο θελει εισθαι εις τους υιους Ισραηλ και εις τους ξενους τους παροικουντας μεταξυ υμων εις νομιμον αιωνιον.
<scripture passage="Num 19:11" parsed="|Num|19|11|0|0" osisRef="Bible:Num.19.11" />
<sup>11</sup>Οστις εγγιση νεκρον σωμα ανθρωπου, ουτος θελει εισθαι ακαθαρτος επτα ημερας.
<scripture passage="Num 19:12" parsed="|Num|19|12|0|0" osisRef="Bible:Num.19.12" />
<sup>12</sup>Ουτος θελει αγνισθη δια τουτου την τριτην ημεραν και την ημεραν την εβδομην θελει εισθαι καθαρος· εαν ομως δεν αγνισθη την τριτην ημεραν, ουδε την εβδομην ημεραν θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Num 19:13" parsed="|Num|19|13|0|0" osisRef="Bible:Num.19.13" />
<sup>13</sup>Οστις εγγιση νεκρον σωμα οποιουδηποτε τεθνεωτος ανθρωπου και δεν αγνισθη, μιαινει την σκηνην του Κυριου· και η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ του Ισραηλ· επειδη δεν ερραντισθη επ' αυτον το υδωρ του χωρισμου, θελει εισθαι ακαθαρτος· η ακαθαρσια αυτου μενει επ' αυτον.
<scripture passage="Num 19:14" parsed="|Num|19|14|0|0" osisRef="Bible:Num.19.14" />
<sup>14</sup>Ουτος ειναι ο νομος οταν ανθρωπος τις αποθανη εν σκηνη· Παντες οι εισερχομενοι εις την σκηνην και παντα τα εν τη σκηνη θελουσιν εισθαι ακαθαρτα επτα ημερας·
<scripture passage="Num 19:15" parsed="|Num|19|15|0|0" osisRef="Bible:Num.19.15" />
<sup>15</sup>και παν αγγειον ανοικτον, μη εχον σκεπασμα δεδεμενον επανωθεν αυτου, ειναι ακαθαρτον.
<scripture passage="Num 19:16" parsed="|Num|19|16|0|0" osisRef="Bible:Num.19.16" />
<sup>16</sup>Και οστις εγγιση εν τη πεδιαδι πεφονευμενον τινα δια μαχαιρας η νεκρον σωμα η οστουν ανθρωπου η μνημα, θελει εισθαι ακαθαρτος επτα ημερας.
<scripture passage="Num 19:17" parsed="|Num|19|17|0|0" osisRef="Bible:Num.19.17" />
<sup>17</sup>Και θελουσι λαβει δια τον ακαθαρτον απο της στακτης της καυθεισης δαμαλεως δια καθαρισμον της αμαρτιας, και θελει χυθη επ' αυτην υδωρ ζων εις αγγειον.
<scripture passage="Num 19:18" parsed="|Num|19|18|0|0" osisRef="Bible:Num.19.18" />
<sup>18</sup>Και ανθρωπος καθαρος θελει λαβει υσσωπον, και εμβαψας εις το υδωρ θελει ραντισει επι την σκηνην και παντα τα σκευη και επι τους ανθρωπους τους ευρεθεντας εκει και επ' εκεινον οστις ηγγισεν οστουν η πεφονευμενον η νεκρον η μνημα.
<scripture passage="Num 19:19" parsed="|Num|19|19|0|0" osisRef="Bible:Num.19.19" />
<sup>19</sup>Και ο καθαρος θελει ραντισει επι τον ακαθαρτον την τριτην ημεραν και την εβδομην ημεραν· την δε εβδομην ημεραν θελει αγνισει αυτον· και αυτος θελει πλυνει τα ιματια αυτου και θελει λουσθη εν υδατι· και το εσπερας θελει εισθαι καθαρος.
<scripture passage="Num 19:20" parsed="|Num|19|20|0|0" osisRef="Bible:Num.19.20" />
<sup>20</sup>Ο δε ανθρωπος οστις ειναι ακαθαρτος και δεν αγνισθη, η ψυχη εκεινη θελει εξολοθρευθη εκ μεσου της συναγωγης· διοτι το αγιαστηριον του Κυριου εμιανε· το υδωρ του χωρισμου δεν ερραντισθη επ' αυτον· αυτος ειναι ακαθαρτος.
<scripture passage="Num 19:21" parsed="|Num|19|21|0|0" osisRef="Bible:Num.19.21" />
<sup>21</sup>Και θελει εισθαι εις αυτους νομιμον αιωνιον, οτι οστις ραντιση το υδωρ του χωρισμου, θελει πλυνει τα ιματια αυτου, και οστις εγγιση το υδωρ του χωρισμου θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
<scripture passage="Num 19:22" parsed="|Num|19|22|0|0" osisRef="Bible:Num.19.22" />
<sup>22</sup>Και παν ο, τι εγγιση ο ακαθαρτος, τουτο θελει εισθαι ακαθαρτον· και η ψυχη ητις εγγιση αυτο, θελει εισθαι ακαθαρτος εως εσπερας.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 20" progress="14.43%" prev="Num.19" next="Num.21" id="Num.20">
<h3 id="Num.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Num.20-p1">
<scripture passage="Num 20:1" parsed="|Num|20|1|0|0" osisRef="Bible:Num.20.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθον οι υιοι Ισραηλ, πασα συναγωγη, εις την ερημον Σιν, τον πρωτον μηνα· και εμεινεν ο λαος εν Καδης· και απεθανεν εκει η Μαριαμ και εταφη εκει.
<scripture passage="Num 20:2" parsed="|Num|20|2|0|0" osisRef="Bible:Num.20.2" />
<sup>2</sup>Και δεν ητο υδωρ δια την συναγωγην· και συνηθροισθησαν κατα του Μωυσεως και κατα του Ααρων.
<scripture passage="Num 20:3" parsed="|Num|20|3|0|0" osisRef="Bible:Num.20.3" />
<sup>3</sup>Και ο λαος ελοιδορει κατα του Μωυσεως και ειπον, λεγοντες, Ειθε ν' απεθνησκομεν, οτε οι αδελφοι ημων απεθανον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 20:4" parsed="|Num|20|4|0|0" osisRef="Bible:Num.20.4" />
<sup>4</sup>Και δια τι ανεβιβασατε την συναγωγην του Κυριου εις την ερημον ταυτην, δια να αποθανωμεν εκει ημεις και τα κτηνη ημων;
<scripture passage="Num 20:5" parsed="|Num|20|5|0|0" osisRef="Bible:Num.20.5" />
<sup>5</sup>και δια τι ανεβιβασατε ημας εκ της Αιγυπτου, δια να φερητε ημας εις τον κακον τουτον τοπον; ουτος δεν ειναι τοπος σπορας η συκων η αμπελων η ροδιων· ουδε υδωρ υπαρχει δια να πιωμεν.
<scripture passage="Num 20:6" parsed="|Num|20|6|0|0" osisRef="Bible:Num.20.6" />
<sup>6</sup>Και ηλθον ο Μωυσης και ο Ααρων απ' εμπροσθεν της συναγωγης εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου και επεσον κατα προσωπον αυτων· και εφανη εις αυτους η δοξα του Κυριου.
<scripture passage="Num 20:7" parsed="|Num|20|7|0|0" osisRef="Bible:Num.20.7" />
<sup>7</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 20:8" parsed="|Num|20|8|0|0" osisRef="Bible:Num.20.8" />
<sup>8</sup>Λαβε την ραβδον και συγκαλεσον την συναγωγην συ και Ααρων ο αδελφος σου, και λαλησατε προς την πετραν ενωπιον αυτων· και θελει δωσει τα υδατα αυτης, και θελεις εκβαλει εις αυτους υδωρ εκ της πετρας· και θελεις ποτισει την συναγωγην και τα κτηνη αυτων.
<scripture passage="Num 20:9" parsed="|Num|20|9|0|0" osisRef="Bible:Num.20.9" />
<sup>9</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης την ραβδον απ' εμπροσθεν του Κυριου, καθως προσεταξεν εις αυτον·
<scripture passage="Num 20:10" parsed="|Num|20|10|0|0" osisRef="Bible:Num.20.10" />
<sup>10</sup>και συνεκαλεσαν Μωυσης και ο Ααρων την συναγωγην εμπροσθεν της πετρας· και ειπε προς αυτους, Ακουσατε τωρα, σεις οι απειθεις· να σας εκβαλωμεν υδωρ εκ της πετρας ταυτης;
<scripture passage="Num 20:11" parsed="|Num|20|11|0|0" osisRef="Bible:Num.20.11" />
<sup>11</sup>Και υψωσας ο Μωυσης την χειρα αυτου εκτυπησε με την ραβδον αυτου την πετραν δις· και εξηλθον υδατα πολλα· και επιεν η συναγωγη και τα κτηνη αυτων.
<scripture passage="Num 20:12" parsed="|Num|20|12|0|0" osisRef="Bible:Num.20.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων, Επειδη δεν με επιστευσατε, δια να με αγιασητε εμπροσθεν των υιων Ισραηλ, δια τουτο σεις δεν θελετε φερει την συναγωγην ταυτην εις την γην, την οποιαν εδωκα εις αυτους.
<scripture passage="Num 20:13" parsed="|Num|20|13|0|0" osisRef="Bible:Num.20.13" />
<sup>13</sup>τουτο ειναι το υδωρ Μεριβα· διοτι οι υιοι Ισραηλ ελοιδορησαν κατα του Κυριου, και αυτος ηγιασθη εν αυτοις.
<scripture passage="Num 20:14" parsed="|Num|20|14|0|0" osisRef="Bible:Num.20.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλε Μωυσης πρεσβεις απο Καδης προς τον βασιλεα του Εδωμ, λεγων, Ταυτα λεγει ο αδελφος σου Ισραηλ· συ εξευρεις πασαν την ταλαιπωριαν ητις μας ευρηκεν·
<scripture passage="Num 20:15" parsed="|Num|20|15|0|0" osisRef="Bible:Num.20.15" />
<sup>15</sup>οτι κατεβησαν οι πατερες ημων εις την Αιγυπτον και κατωκησαμεν πολυν καιρον εν Αιγυπτω· και οι Αιγυπτιοι κατεδυναστευσαν ημας και τους πατερας ημων·
<scripture passage="Num 20:16" parsed="|Num|20|16|0|0" osisRef="Bible:Num.20.16" />
<sup>16</sup>και ανεβοησαμεν προς τον Κυριον και αυτος εισηκουσε της φωνης ημων και απεστειλεν αγγελον και εξηγαγεν ημας εκ της Αιγυπτου· και ιδου, ειμεθα εν Καδης, πολει εις τα ακρα των οριων σου·
<scripture passage="Num 20:17" parsed="|Num|20|17|0|0" osisRef="Bible:Num.20.17" />
<sup>17</sup>ας περασωμεν, παρακαλω, δια της γης σου· δεν θελομεν περασει δια των αγρων η δια των αμπελωνων, ουδε θελομεν πιει υδωρ εκ των φρεατων· θελομεν περασει δια της βασιλικης οδου· δεν θελομεν εκκλινει δεξια η αριστερα, εωσου περασωμεν τα ορια σου.
<scripture passage="Num 20:18" parsed="|Num|20|18|0|0" osisRef="Bible:Num.20.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς αυτον ο Εδωμ, Δεν θελεις περασει δια της γης μου· ει δε μη, θελω εξελθει εν μαχαιρα εις συναντησιν σου.
<scripture passage="Num 20:19" parsed="|Num|20|19|0|0" osisRef="Bible:Num.20.19" />
<sup>19</sup>Και οι υιοι Ισραηλ ειπον προς αυτον, Ημεις διαβαινομεν δια της λεωφορου· και εαν εγω και τα κτηνη μου πιωμεν εκ του υδατος σου, θελω πληρωσει αυτο· θελω διαβη μονον επι ποδος, ουδεν αλλο.
<scripture passage="Num 20:20" parsed="|Num|20|20|0|0" osisRef="Bible:Num.20.20" />
<sup>20</sup>Ο δε ειπε, Δεν θελεις διαβη. Και εξηλθεν ο Εδωμ εναντιον αυτου μετα πολλου λαου και εν χειρι ισχυρα.
<scripture passage="Num 20:21" parsed="|Num|20|21|0|0" osisRef="Bible:Num.20.21" />
<sup>21</sup>Ουτως ηρνηθη ο Εδωμ να δωση διαβασιν εις τον Ισραηλ δια των οριων αυτου· και εξεκλινεν ο Ισραηλ απ' αυτου.
<scripture passage="Num 20:22" parsed="|Num|20|22|0|0" osisRef="Bible:Num.20.22" />
<sup>22</sup>Και εσηκωθησαν οι υιοι Ισραηλ, πασα η συναγωγη, απο Καδης και ηλθον εις το ορος Ωρ.
<scripture passage="Num 20:23" parsed="|Num|20|23|0|0" osisRef="Bible:Num.20.23" />
<sup>23</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ααρων εν τω ορει Ωρ πλησιον των οριων της γης Εδωμ, λεγων,
<scripture passage="Num 20:24" parsed="|Num|20|24|0|0" osisRef="Bible:Num.20.24" />
<sup>24</sup>Ο Ααρων θελει προστεθη εις τον λαον αυτου· διοτι δεν θελει εισελθει εις την γην, την οποιαν εδωκα εις τους υιους Ισραηλ· επειδη ηπειθησατε εις τον λογον μου εις το υδωρ Μεριβα·
<scripture passage="Num 20:25" parsed="|Num|20|25|0|0" osisRef="Bible:Num.20.25" />
<sup>25</sup>λαβε τον Ααρων και Ελεαζαρ τον υιον αυτου και αναβιβασον αυτους εις το ορος Ωρ·
<scripture passage="Num 20:26" parsed="|Num|20|26|0|0" osisRef="Bible:Num.20.26" />
<sup>26</sup>και εκδυσον τον Ααρων την στολην αυτου και ενδυσον αυτην Ελεαζαρ τον υιον αυτου· και ο Ααρων θελει προστεθη εις τον λαον αυτου και θελει αποθανει εκει.
<scripture passage="Num 20:27" parsed="|Num|20|27|0|0" osisRef="Bible:Num.20.27" />
<sup>27</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης καθως προσεταξεν ο Κυριος· και ανεβησαν εις το ορος Ωρ εμπροσθεν πασης της συναγωγης.
<scripture passage="Num 20:28" parsed="|Num|20|28|0|0" osisRef="Bible:Num.20.28" />
<sup>28</sup>Και εξεδυσεν ο Μωυσης τον Ααρων την στολην αυτου και ενεδυσεν αυτην Ελεαζαρ τον υιον αυτου· και απεθανεν ο Ααρων εκει επι της κορυφης του ορους· και κατεβησαν Μωυσης και Ελεαζαρ απο του ορους.
<scripture passage="Num 20:29" parsed="|Num|20|29|0|0" osisRef="Bible:Num.20.29" />
<sup>29</sup>Και ειδε πασα η συναγωγη οτι ετελευτησεν ο Ααρων· και επενθησαν τον Ααρων τριακοντα ημερας πας ο οικος Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 21" progress="14.53%" prev="Num.20" next="Num.22" id="Num.21">
<h3 id="Num.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Num.21-p1">
<scripture passage="Num 21:1" parsed="|Num|21|1|0|0" osisRef="Bible:Num.21.1" />
<sup>1</sup>Και ηκουσεν ο Χαναναιος ο βασιλευς της Αραδ, ο κατοικων προς μεσημβριαν, οτι ηλθεν ο Ισραηλ δια της οδου Αθαρειμ, και επολεμησεν εναντιον του Ισραηλ και συνελαβεν εξ αυτων αιχμαλωτους.
<scripture passage="Num 21:2" parsed="|Num|21|2|0|0" osisRef="Bible:Num.21.2" />
<sup>2</sup>Και ηυχηθη ο Ισραηλ ευχην προς τον Κυριον και ειπεν, Εαν τωοντι παραδωσης τον λαον τουτον εις την χειρα μου, θελω καταστρεψει τας πολεις αυτων.
<scripture passage="Num 21:3" parsed="|Num|21|3|0|0" osisRef="Bible:Num.21.3" />
<sup>3</sup>Και εισηκουσεν ο Κυριος της φωνης του Ισραηλ και παρεδωκε τους Χαναναιους· και κατεστρεψαν αυτους και τας πολεις αυτων· και εκαλεσαν το ονομα του τοπου Ορμα.
<scripture passage="Num 21:4" parsed="|Num|21|4|0|0" osisRef="Bible:Num.21.4" />
<sup>4</sup>Και εσηκωθησαν απο του ορους Ωρ δια της οδου της Ερυθρας θαλασσης, δια να περιελθωσι την γην Εδωμ· και ωλιγοψυχησεν ο λαος εν τη οδω.
<scripture passage="Num 21:5" parsed="|Num|21|5|0|0" osisRef="Bible:Num.21.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησεν ο λαος κατα του Θεου και κατα του Μωυσεως, λεγοντες, Δια τι ανεβιβασας ημας εξ Αιγυπτου δια ν' αποθανωμεν εν τη ερημω; διοτι αρτος δεν ειναι και υδωρ δεν ειναι και η ψυχη ημων αηδιασε τον αρτον τουτον, τον ελαφρον.
<scripture passage="Num 21:6" parsed="|Num|21|6|0|0" osisRef="Bible:Num.21.6" />
<sup>6</sup>Και απεστειλεν ο Κυριος επι τον λαον τους οφεις τους φλογερους και εδαγκανον τον λαον, και λαος πολυς εκ του Ισραηλ απεθανε.
<scripture passage="Num 21:7" parsed="|Num|21|7|0|0" osisRef="Bible:Num.21.7" />
<sup>7</sup>Και ελθων ο λαος προς τον Μωυσην ειπον, Ημαρτησαμεν, διοτι ελαλησαμεν κατα του Κυριου και κατα σου· δεηθητι του Κυριου να σηκωση τους οφεις αφ' ημων. Και εδεηθη ο Μωυσης υπερ του λαου.
<scripture passage="Num 21:8" parsed="|Num|21|8|0|0" osisRef="Bible:Num.21.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Καμε εις σεαυτον οφιν φλογερον και βαλε αυτον επι ξυλου· και πας οστις δαγκασθη και εμβλεψη εις αυτον, θελει ζησει.
<scripture passage="Num 21:9" parsed="|Num|21|9|0|0" osisRef="Bible:Num.21.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης οφιν χαλκουν και εβαλεν αυτον επι ξυλου· και εαν οφις εδαγκανε τινα, εμβλεπων ουτος εις τον οφιν τον χαλκουν, εζη.
<scripture passage="Num 21:10" parsed="|Num|21|10|0|0" osisRef="Bible:Num.21.10" />
<sup>10</sup>Και εσηκωθησαν οι υιοι Ισραηλ και εστρατοπεδευσαν εν Ωβωθ.
<scripture passage="Num 21:11" parsed="|Num|21|11|0|0" osisRef="Bible:Num.21.11" />
<sup>11</sup>Και σηκωθεντες απο Ωβωθ εστρατοπεδευσαν εις Ιιε-αβαριμ, εν τη ερημω τη κατα προσωπον του Μωαβ, προς ανατολας ηλιου.
<scripture passage="Num 21:12" parsed="|Num|21|12|0|0" osisRef="Bible:Num.21.12" />
<sup>12</sup>Εκειθεν σηκωθεντες εστρατοπεδευσαν εν τη κοιλαδι Ζαρεδ.
<scripture passage="Num 21:13" parsed="|Num|21|13|0|0" osisRef="Bible:Num.21.13" />
<sup>13</sup>Εκειθεν σηκωθεντες εστρατοπεδευσαν εις το περαν του Αρνων, οστις ειναι εν τη ερημω και εξερχεται εκ των οριων των Αμορραιων· διοτι ο Αρνων ειναι το οριον του Μωαβ, μεταξυ Μωαβ και Αμορραιων.
<scripture passage="Num 21:14" parsed="|Num|21|14|0|0" osisRef="Bible:Num.21.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο λεγεται εν τω βιβλιω των πολεμων του Κυριου, Κατα τον Βαεβ εν Σουφα, και επι των ρυακων του Αρνων,
<scripture passage="Num 21:15" parsed="|Num|21|15|0|0" osisRef="Bible:Num.21.15" />
<sup>15</sup>και επι του ρευματος των ρυακων, το οποιον καταβαινει εις την πολιν Αρ και κειται εις τα ορια του Μωαβ.
<scripture passage="Num 21:16" parsed="|Num|21|16|0|0" osisRef="Bible:Num.21.16" />
<sup>16</sup>Και εκειθεν ηλθον εις Βηρ· τουτο ειναι το φρεαρ, περι του οποιου ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Συναξον τον λαον, και θελω δωσει υδωρ εις αυτους.
<scripture passage="Num 21:17" parsed="|Num|21|17|0|0" osisRef="Bible:Num.21.17" />
<sup>17</sup>Τοτε εψαλεν ο Ισραηλ την ωδην ταυτην· Αναβα, ω φρεαρ· ψαλλετε εις αυτο·
<scripture passage="Num 21:18" parsed="|Num|21|18|0|0" osisRef="Bible:Num.21.18" />
<sup>18</sup>οι αρχοντες εσκαψαν το φρεαρ, οι ευγενεις του λαου εσκαψαν, δια προσταγης του νομοθετου, με τας ραβδους αυτων. Και απο της ερημου ηλθον εις Ματτανα,
<scripture passage="Num 21:19" parsed="|Num|21|19|0|0" osisRef="Bible:Num.21.19" />
<sup>19</sup>και απο Ματτανα εις Νααλιηλ, και απο Νααλιηλ εις Βαμωθ,
<scripture passage="Num 21:20" parsed="|Num|21|20|0|0" osisRef="Bible:Num.21.20" />
<sup>20</sup>και απο Βαμωθ της κοιλαδος της εν τη γη Μωαβ, επι της κορυφης Φασγα, το οποιον βλεπει προς Γεσιμων.
<scripture passage="Num 21:21" parsed="|Num|21|21|0|0" osisRef="Bible:Num.21.21" />
<sup>21</sup>Και απεστειλεν ο Ισραηλ πρεσβεις προς τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων λεγων,
<scripture passage="Num 21:22" parsed="|Num|21|22|0|0" osisRef="Bible:Num.21.22" />
<sup>22</sup>Ας περασωμεν δια της γης σου· δεν θελομεν κλινει εις τους αγρους ουτε εις τους αμπελωνας· δεν θελομεν πιει υδωρ εκ των φρεατων· αλλα δια της βασιλικης οδου θελομεν πορευθη, εωσου περασωμεν τα ορια σου.
<scripture passage="Num 21:23" parsed="|Num|21|23|0|0" osisRef="Bible:Num.21.23" />
<sup>23</sup>Και ο Σηων δεν αφηκε τον Ισραηλ να περαση δια των οριων αυτου· αλλ' ο Σηων συνηγαγε παντα τον λαον αυτου και εξηλθε να παραταχθη εναντιον του Ισραηλ εις την ερημον· και ηλθεν εις Ιασσα και επολεμησεν εναντιον του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 21:24" parsed="|Num|21|24|0|0" osisRef="Bible:Num.21.24" />
<sup>24</sup>Και επαταξεν ο Ισραηλ αυτον εν στοματι μαχαιρας και κατεκυριευσε την γην αυτου απο Αρνων εως Ιαβοκ, μεχρι των υιων Αμμων· επειδη τα ορια των υιων Αμμων ησαν οχυρα.
<scripture passage="Num 21:25" parsed="|Num|21|25|0|0" osisRef="Bible:Num.21.25" />
<sup>25</sup>Και εκυριευσεν ο Ισραηλ πασας τας πολεις ταυτας· και κατωκησεν ο Ισραηλ εις πασας τας πολεις των Αμορραιων, εις Εσεβων και εις πασας τας κωμας αυτης·
<scripture passage="Num 21:26" parsed="|Num|21|26|0|0" osisRef="Bible:Num.21.26" />
<sup>26</sup>επειδη η Εσεβων ητο η πολις του Σηων βασιλεως των Αμορραιων, οστις ειχε πολεμησει προτερον τον βασιλεα του Μωαβ και ελαβε πασαν την γην αυτου απο της χειρος αυτου, εως Αρνων.
<scripture passage="Num 21:27" parsed="|Num|21|27|0|0" osisRef="Bible:Num.21.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο λεγουσιν οι παροιμιασται, Ελθετε εις Εσεβων· Ας κτισθη και ας κατασκευασθη η πολις του Σηων·
<scripture passage="Num 21:28" parsed="|Num|21|28|0|0" osisRef="Bible:Num.21.28" />
<sup>28</sup>διοτι πυρ εξηλθεν απο Εσεβων, φλοξ απο της πολεως του Σηων· κατεφαγε την Αρ του Μωαβ, και τους αρχοντας των υψηλων τοπων του Αρνων·
<scripture passage="Num 21:29" parsed="|Num|21|29|0|0" osisRef="Bible:Num.21.29" />
<sup>29</sup>ουαι εις σε, Μωαβ Απωλεσθης, λαε του Χεμως· εδωκε τους διασωθεντας υιους αυτου, και τας θυγατερας αυτου αιχμαλωτους εις τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων·
<scripture passage="Num 21:30" parsed="|Num|21|30|0|0" osisRef="Bible:Num.21.30" />
<sup>30</sup>Ημεις κατετοξευσαμεν αυτους· η Εσεβων ηφανισθη εως Δαιβων, και κατηρημωσαμεν αυτους εως Νοφα, το οποιον εκτεινεται εως Μεδεβα.
<scripture passage="Num 21:31" parsed="|Num|21|31|0|0" osisRef="Bible:Num.21.31" />
<sup>31</sup>Και κατωκησεν ο Ισραηλ εν τη γη των Αμορραιων.
<scripture passage="Num 21:32" parsed="|Num|21|32|0|0" osisRef="Bible:Num.21.32" />
<sup>32</sup>Και απεστειλεν ο Μωυσης να κατασκοπευσωσι την Ιαζηρ· και εκυριευσαν τας κωμας αυτης και εξεδιωξαν τους Αμορραιους τους κατοικουντας εκει.
<scripture passage="Num 21:33" parsed="|Num|21|33|0|0" osisRef="Bible:Num.21.33" />
<sup>33</sup>Και στρεψαντες ανεβησαν την οδον την εις Βασαν· και εξηλθεν ο Ωγ βασιλευς της Βασαν εις συναντησιν αυτων, αυτος και πας ο λαος αυτου, προς μαχην εις Εδρει.
<scripture passage="Num 21:34" parsed="|Num|21|34|0|0" osisRef="Bible:Num.21.34" />
<sup>34</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Μη φοβηθης αυτον· διοτι εις τας χειρας σου παρεδωκα αυτον και παντα τον λαον αυτου και την γην αυτου· και θελεις καμει εις αυτον, ως εκαμες εις τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων τον κατοικουντα εν Εσεβων.
<scripture passage="Num 21:35" parsed="|Num|21|35|0|0" osisRef="Bible:Num.21.35" />
<sup>35</sup>Και επαταξαν αυτον και τους υιους αυτου, και παντα τον λαον αυτου, εωσου δεν εναπελειφθη εις αυτον ουδεν· και κατεκυριευσαν την γην αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 22" progress="14.64%" prev="Num.21" next="Num.23" id="Num.22">
<h3 id="Num.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Num.22-p1">
<scripture passage="Num 22:1" parsed="|Num|22|1|0|0" osisRef="Bible:Num.22.1" />
<sup>1</sup>Και σηκωθεντες οι υιοι Ισραηλ εστρατοπεδευσαν εις τας πεδιαδας του Μωαβ, παρα τον Ιορδανην, κατεναντι της Ιεριχω.
<scripture passage="Num 22:2" parsed="|Num|22|2|0|0" osisRef="Bible:Num.22.2" />
<sup>2</sup>Και Βαλακ ο υιος του Σεπφωρ ειδε παντα οσα εκαμεν ο Ισραηλ εις τους Αμορραιους.
<scripture passage="Num 22:3" parsed="|Num|22|3|0|0" osisRef="Bible:Num.22.3" />
<sup>3</sup>Και εφοβηθη ο Μωαβ τον λαον σφοδρα, διοτι ησαν πολλοι· και ητο ο Μωαβ εις αμηχανιαν εξ αιτιας των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 22:4" parsed="|Num|22|4|0|0" osisRef="Bible:Num.22.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Μωαβ προς τους πρεσβυτερους του Μαδιαμ, Τωρα θελει καταφαγει το πληθος τουτο παντα τα περιξ ημων, καθως ο βους κατατρωγει τον χορτον της πεδιαδος. Και Βαλακ ο υιος του Σεπφωρ ητο βασιλευς των Μωαβιτων κατ' εκεινον τον καιρον.
<scripture passage="Num 22:5" parsed="|Num|22|5|0|0" osisRef="Bible:Num.22.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλε πρεσβεις προς τον Βαλααμ, υιον του Βεωρ, εις Φεθορα, κειμενην πλησιον του ποταμου της γης των υιων του λαου αυτου, δια να προσκαλεση αυτον, λεγων, Ιδου, λαος εξηλθεν εξ Αιγυπτου· ιδου, περικαλυπτει το προσωπον της γης, και καθηται εναντιον μου·
<scripture passage="Num 22:6" parsed="|Num|22|6|0|0" osisRef="Bible:Num.22.6" />
<sup>6</sup>τωρα λοιπον ελθε, σε παρακαλω, καταρασθητι μοι τον λαον τουτον, διοτι ειναι δυνατωτερος μου· ισως υπερισχυσω, να παταξωμεν αυτους και να εκδιωξω αυτους εκ της γης· επειδη εξευρω, οτι οντινα ευλογησης ειναι ευλογημενος, και οντινα καταρασθης ειναι κατηραμενος.
<scripture passage="Num 22:7" parsed="|Num|22|7|0|0" osisRef="Bible:Num.22.7" />
<sup>7</sup>Και υπηγαν οι πρεσβυτεροι του Μωαβ και οι πρεσβυτεροι του Μαδιαμ, φεροντες τα δωρα της μαντειας εις τας χειρας αυτων· και ηλθον προς Βαλααμ και ειπον προς αυτον τους λογους του Βαλακ.
<scripture passage="Num 22:8" parsed="|Num|22|8|0|0" osisRef="Bible:Num.22.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Μεινατε ενταυθα ταυτην την νυκτα και θελω αποκριθη εις εσας ο, τι λαληση ο Κυριος προς εμε. Και εμειναν μετα του Βαλααμ οι αρχοντες του Μωαβ.
<scripture passage="Num 22:9" parsed="|Num|22|9|0|0" osisRef="Bible:Num.22.9" />
<sup>9</sup>Και ηλθεν ο Θεος εις τον Βαλααμ και ειπε, Τι θελουσιν οι ανθρωποι ουτοι μετα σου;
<scripture passage="Num 22:10" parsed="|Num|22|10|0|0" osisRef="Bible:Num.22.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Θεον, Βαλακ ο υιος του Σεπφωρ, βασιλευς του Μωαβ, απεστειλε προς εμε λεγων,
<scripture passage="Num 22:11" parsed="|Num|22|11|0|0" osisRef="Bible:Num.22.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, λαος εξηλθεν εξ Αιγυπτου και κατεκαλυψε το προσωπον της γης· ελθε τωρα, καταρασθητι μοι αυτον· ισως υπερισχυσω να νικησω αυτον και να εκδιωξω αυτον.
<scripture passage="Num 22:12" parsed="|Num|22|12|0|0" osisRef="Bible:Num.22.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Βαλααμ, Μη υπαγης μετ' αυτων· μη καταρασθης τον λαον, διοτι ειναι ευλογημενος.
<scripture passage="Num 22:13" parsed="|Num|22|13|0|0" osisRef="Bible:Num.22.13" />
<sup>13</sup>Και σηκωθεις την αυγην ο Βαλααμ ειπε προς τους αρχοντας του Βαλακ, Υπαγετε εις την γην σας· διοτι δεν μοι συγχωρει ο Κυριος να ελθω μεθ' υμων.
<scripture passage="Num 22:14" parsed="|Num|22|14|0|0" osisRef="Bible:Num.22.14" />
<sup>14</sup>Και σηκωθεντες οι αρχοντες του Μωαβ, ηλθον προς τον Βαλακ και ειπον, Δεν θελει ο Βαλααμ να ελθη μεθ' ημων.
<scripture passage="Num 22:15" parsed="|Num|22|15|0|0" osisRef="Bible:Num.22.15" />
<sup>15</sup>Και ο Βαλακ απεστειλε παλιν αρχοντας περισσοτερους και εντιμοτερους τουτων·
<scripture passage="Num 22:16" parsed="|Num|22|16|0|0" osisRef="Bible:Num.22.16" />
<sup>16</sup>και ηλθον προς τον Βαλααμ και ειπον προς αυτον, ουτω λεγει Βαλακ ο υιος του Σεπφωρ· Μη εμποδισθης, σε παρακαλω, να ελθης προς εμε·
<scripture passage="Num 22:17" parsed="|Num|22|17|0|0" osisRef="Bible:Num.22.17" />
<sup>17</sup>διοτι θελω σε τιμησει με μεγαλας τιμας, και θελω καμει παν ο, τι μοι ειπης· ελθε λοιπον, παρακαλω, καταρασθητι μοι τον λαον τουτον.
<scripture passage="Num 22:18" parsed="|Num|22|18|0|0" osisRef="Bible:Num.22.18" />
<sup>18</sup>Και απεκριθη ο Βαλααμ και ειπε προς τους δουλους του Βαλακ, Και εαν μοι δωση ο Βαλακ την οικιαν αυτου πληρη αργυριου και χρυσιου, δεν δυναμαι να παραβω τον λογον Κυριου του Θεου μου, δια να καμω ολιγωτερον η περισσοτερον·
<scripture passage="Num 22:19" parsed="|Num|22|19|0|0" osisRef="Bible:Num.22.19" />
<sup>19</sup>δια τουτο μεινατε ενταυθα, παρακαλω, και σεις την νυκτα ταυτην, δια να ιδω τι θελει ειπει οτι ο Κυριος προς εμε.
<scripture passage="Num 22:20" parsed="|Num|22|20|0|0" osisRef="Bible:Num.22.20" />
<sup>20</sup>Και ηλθεν ο Θεος προς τον Βαλααμ την νυκτα και ειπε προς αυτον, Εαν ελθωσιν οι ανθρωποι δια να σε καλεσωσι, σηκωθεις υπαγε μετ' αυτων· πλην ο, τι σοι ειπω, τουτο θελεις καμει.
<scripture passage="Num 22:21" parsed="|Num|22|21|0|0" osisRef="Bible:Num.22.21" />
<sup>21</sup>Και εσηκωθη ο Βαλααμ το πρωι, και εσαμαρωσε την ονον αυτου και υπηγε μετα των αρχοντων του Μωαβ.
<scripture passage="Num 22:22" parsed="|Num|22|22|0|0" osisRef="Bible:Num.22.22" />
<sup>22</sup>Και εξηφθη η οργη του Θεου οτι υπηγε· και εσταθη αγγελος Κυριου εν τη οδω εμπροσθεν αυτου, δια να εναντιωθη εις αυτον· αυτος δε εκαθητο επι της ονου αυτου και δυο δουλοι αυτου ησαν μετ' αυτου·
<scripture passage="Num 22:23" parsed="|Num|22|23|0|0" osisRef="Bible:Num.22.23" />
<sup>23</sup>και ιδουσα η ονος τον αγγελον του Κυριου ισταμενον εν τη οδω, και την ρομφαιαν αυτου γεγυμνωμενην εν τη χειρι αυτου, εξεκλινεν η ονος εκ της οδου και υπηγαινεν προς την πεδιαδα· και εκτυπησεν ο Βαλααμ την ονον, δια να επαναφερη αυτην εις την οδον.
<scripture passage="Num 22:24" parsed="|Num|22|24|0|0" osisRef="Bible:Num.22.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' ο αγγελος του Κυριου εσταθη εν μια στενη οδω των αμπελωνων, οπου ητο φραγμος εντευθεν και φραγμος εντευθεν·
<scripture passage="Num 22:25" parsed="|Num|22|25|0|0" osisRef="Bible:Num.22.25" />
<sup>25</sup>και ιδουσα η ονος τον αγγελον του Κυριου, προσεθλιψεν εαυτην προς τον τοιχον και συνεθλιψε τον ποδα του Βαλααμ εις τον τοιχον· αυτος δε εκτυπησεν αυτην παλιν.
<scripture passage="Num 22:26" parsed="|Num|22|26|0|0" osisRef="Bible:Num.22.26" />
<sup>26</sup>Και ο αγγελος του Κυριου υπηγε παρεμπρος, και εσταθη εν στενω τοπω, οπου δεν ητο οδος δια να εκκλινη δεξια η αριστερα·
<scripture passage="Num 22:27" parsed="|Num|22|27|0|0" osisRef="Bible:Num.22.27" />
<sup>27</sup>και ιδουσα η ονος τον αγγελον του Κυριου, συνεκαθησεν υποκατω του Βαλααμ· και θυμωθεις ο Βαλααμ, εκτυπησε την ονον δια της ραβδου.
<scripture passage="Num 22:28" parsed="|Num|22|28|0|0" osisRef="Bible:Num.22.28" />
<sup>28</sup>Και ηνοιξεν ο Κυριος το στομα της ονου· και ειπε προς τον Βαλααμ, Τι σοι εκαμα, και με εκτυπησας τριτην ταυτην φοραν;
<scripture passage="Num 22:29" parsed="|Num|22|29|0|0" osisRef="Bible:Num.22.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς την ονον, Διοτι με ενεπαιξας· ειθε να ειχον μαχαιραν εν τη χειρι μου, διοτι τωρα ηθελον σε θανατωσει.
<scripture passage="Num 22:30" parsed="|Num|22|30|0|0" osisRef="Bible:Num.22.30" />
<sup>30</sup>Και η ονος ειπε προς τον Βαλααμ, Δεν ειμαι εγω η ονος σου, επι της οποιας εκαθιζες αφ' ου χρονου με εχεις εως της ημερας ταυτης; ημην ποτε συνειθισμενη να καμνω ουτως εις σε; Ο δε ειπεν, Ουχι.
<scripture passage="Num 22:31" parsed="|Num|22|31|0|0" osisRef="Bible:Num.22.31" />
<sup>31</sup>Και ηνοιξεν ο Κυριος τους οφθαλμους του Βαλααμ, και ειδε τον αγγελον του Κυριου ισταμενον εν τη οδω και την ρομφαιαν αυτου γεγυμνωμενην εν τη χειρι αυτου· και κυψας προσεκυνησεν επι προσωπον αυτου.
<scripture passage="Num 22:32" parsed="|Num|22|32|0|0" osisRef="Bible:Num.22.32" />
<sup>32</sup>Και ειπε προς αυτον ο αγγελος του Κυριου, Δια τι εκτυπησας την ονον σου τριτην ταυτην φοραν; ιδου, εγω εξηλθον δια να σοι εναντιωθω, διοτι ο δρομος σου ειναι διεστραμμενος ενωπιον μου·
<scripture passage="Num 22:33" parsed="|Num|22|33|0|0" osisRef="Bible:Num.22.33" />
<sup>33</sup>και ιδουσα με η ονος εξεκλινεν απ' εμου τριτην ταυτην φοραν· αλλως, εαν δεν εξεκλινεν απ' εμου τωρα σε μεν ηθελον φονευσει, εκεινην δε ηθελον αφησει ζωσαν.
<scripture passage="Num 22:34" parsed="|Num|22|34|0|0" osisRef="Bible:Num.22.34" />
<sup>34</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον αγγελον του Κυριου, Ημαρτησα· διοτι δεν ηξευρον οτι συ εστεκες εν τη οδω εναντιον μου· οθεν τωρα, εαν δεν ηναι αρεστον εις σε, επιστρεφω.
<scripture passage="Num 22:35" parsed="|Num|22|35|0|0" osisRef="Bible:Num.22.35" />
<sup>35</sup>Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Βαλααμ, Υπαγε μετα των ανθρωπων· πλην ο, τι σοι ειπω, τουτο θελεις λαλησει. Και υπηγεν ο Βαλααμ μετα των αρχοντων του Βαλακ.
<scripture passage="Num 22:36" parsed="|Num|22|36|0|0" osisRef="Bible:Num.22.36" />
<sup>36</sup>Και ακουσας ο Βαλακ οτι ηρχετο ο Βαλααμ, εξηλθε να προυπαντηση αυτον, εως εις πολιν τινα του Μωαβ, κειμενην εν τοις οριοις του Αρνων, οστις ειναι το εσχατον οριον.
<scripture passage="Num 22:37" parsed="|Num|22|37|0|0" osisRef="Bible:Num.22.37" />
<sup>37</sup>Και ειπεν ο Βαλακ προς τον Βαλααμ, Δεν απεστειλα προς σε μετα σπουδης να σε καλεσω; δια τι δεν ηλθες προς εμε; μηπως δεν ειμαι ικανος να σε τιμησω;
<scripture passage="Num 22:38" parsed="|Num|22|38|0|0" osisRef="Bible:Num.22.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Βαλακ, Ιδου, ηλθον προς σε· εχω τωρα την δυναμιν να λαλησω τι; οντινα λογον βαλη ο Θεος εις το στομα μου, τουτον θελω λαλησει.
<scripture passage="Num 22:39" parsed="|Num|22|39|0|0" osisRef="Bible:Num.22.39" />
<sup>39</sup>Και υπηγεν ο Βαλααμ μετα του Βαλακ, και ηλθον εις Κιριαθ-ουζωθ.
<scripture passage="Num 22:40" parsed="|Num|22|40|0|0" osisRef="Bible:Num.22.40" />
<sup>40</sup>Και εθυσιασεν ο Βαλακ βοας και προβατα, και επεμψεν εξ αυτων προς τον Βαλααμ και προς τους αρχοντας τους μετ' αυτου.
<scripture passage="Num 22:41" parsed="|Num|22|41|0|0" osisRef="Bible:Num.22.41" />
<sup>41</sup>Και το πρωι ελαβεν ο Βαλακ τον Βαλααμ, και ανεβιβασεν αυτον επι τους υψηλους τοπους του Βααλ, και εκειθεν ειδε την ακραν του λαου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 23" progress="14.79%" prev="Num.22" next="Num.24" id="Num.23">
<h3 id="Num.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Num.23-p1">
<scripture passage="Num 23:1" parsed="|Num|23|1|0|0" osisRef="Bible:Num.23.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Βαλακ, Οικοδομησον μοι ενταυθα επτα βωμους και ετοιμασον μοι ενταυθα επτα μοσχους και επτα κριους.
<scripture passage="Num 23:2" parsed="|Num|23|2|0|0" osisRef="Bible:Num.23.2" />
<sup>2</sup>Και εκαμεν ο Βαλακ καθως ειπεν ο Βαλααμ· και προσεφεραν ο Βαλακ και ο Βαλααμ μοσχον και κριον εφ' εκαστον βωμον.
<scripture passage="Num 23:3" parsed="|Num|23|3|0|0" osisRef="Bible:Num.23.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Βαλακ, Στηθι πλησιον του ολοκαυτωματος σου και εγω θελω υπαγει ισως φανη ο Κυριος εις συναντησιν μου· και ο, τι δειξη εις εμε, τουτο θελω σοι αναγγειλει. Και υπηγεν εις τοπον υψηλον.
<scripture passage="Num 23:4" parsed="|Num|23|4|0|0" osisRef="Bible:Num.23.4" />
<sup>4</sup>Και συνηντησεν ο Θεος τον Βαλααμ· και ειπε προς αυτον, Ητοιμασα τους επτα βωμους, και προσεφερα μοσχον και κριον εφ' εκαστον βωμον.
<scripture passage="Num 23:5" parsed="|Num|23|5|0|0" osisRef="Bible:Num.23.5" />
<sup>5</sup>Και εβαλεν ο Κυριος λογον εις το στομα του Βαλααμ και ειπεν, Επιστρεψον προς τον Βαλακ, και ουτω θελεις ειπει.
<scripture passage="Num 23:6" parsed="|Num|23|6|0|0" osisRef="Bible:Num.23.6" />
<sup>6</sup>Και επεστρεψε προς αυτον, και ιδου, ιστατο πλησιον του ολοκαυτωματος αυτου, αυτος και παντες οι αρχοντες του Μωαβ.
<scripture passage="Num 23:7" parsed="|Num|23|7|0|0" osisRef="Bible:Num.23.7" />
<sup>7</sup>Και ηρχισε την παραβολην αυτου και ειπε, Βαλακ με εφερεν εκ της Αραμ, ο βασιλευς του Μωαβ εκ των ορεων των προς ανατολας, λεγων, Ελθε, καταρασθητι μοι τον Ιακωβ· και ελθε, αναθεματισον τον Ισραηλ.
<scripture passage="Num 23:8" parsed="|Num|23|8|0|0" osisRef="Bible:Num.23.8" />
<sup>8</sup>Πως να καταρασθω τον οποιον ο Θεος δεν καταραται; η πως να αναθεματισω τον οποιον ο Κυριος δεν ανεθεματισε;
<scripture passage="Num 23:9" parsed="|Num|23|9|0|0" osisRef="Bible:Num.23.9" />
<sup>9</sup>Διοτι απο της κορυφης των ορεων βλεπω αυτον, και απο των λοφων θεωρω αυτον· ιδου, λαος, οστις θελει κατοικησει μονος, και δεν θελει λογαριασθη μεταξυ των εθνων·
<scripture passage="Num 23:10" parsed="|Num|23|10|0|0" osisRef="Bible:Num.23.10" />
<sup>10</sup>τις δυναται να αριθμηση την αμμον του Ιακωβ, και τον αριθμον του τεταρτου του Ισραηλ; ειθε να αποθανω κατα τον θανατον των δικαιων, και το τελος μου να ηναι ομοιον με το τελος αυτου.
<scripture passage="Num 23:11" parsed="|Num|23|11|0|0" osisRef="Bible:Num.23.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Βαλακ προς τον Βαλααμ, Τι μοι εκαμες; δια να καταρασθης τους εχθρους μου σε παρελαβον· και ιδου, συ ευλογων ευλογησας αυτους.
<scripture passage="Num 23:12" parsed="|Num|23|12|0|0" osisRef="Bible:Num.23.12" />
<sup>12</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε, Δεν πρεπει να προσεξω ο, τι ο Κυριος εβαλεν εις το στομα μου, τουτο να ειπω;
<scripture passage="Num 23:13" parsed="|Num|23|13|0|0" osisRef="Bible:Num.23.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον ο Βαλακ, Ελθε, παρακαλω, μετ' εμου εις αλλον τοπον, οθεν θελεις ιδει αυτον· μονον την ακραν αυτου θελεις ιδει, το δε ολον αυτου δεν θελεις ιδει· και καταρασθητι μοι αυτον εκειθεν.
<scripture passage="Num 23:14" parsed="|Num|23|14|0|0" osisRef="Bible:Num.23.14" />
<sup>14</sup>Και εφερεν αυτον εις την πεδιαδα Ζοφιμ επι την κορυφην του Φασγα, και ωκοδομησεν επτα βωμους και προσεφερε μοσχον και κριον εφ' εκαστον βωμον.
<scripture passage="Num 23:15" parsed="|Num|23|15|0|0" osisRef="Bible:Num.23.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς τον Βαλακ, Στηθι αυτου πλησιον του ολοκαυτωματος σου και εγω θελω συναντησει εκει τον Κυριον.
<scripture passage="Num 23:16" parsed="|Num|23|16|0|0" osisRef="Bible:Num.23.16" />
<sup>16</sup>Και συνηντησεν ο Κυριος τον Βαλααμ, και εβαλε λογον εις το στομα αυτου και ειπεν, Επιστρεψον προς τον Βαλακ και ειπε ουτω.
<scripture passage="Num 23:17" parsed="|Num|23|17|0|0" osisRef="Bible:Num.23.17" />
<sup>17</sup>Και ηλθε προς αυτον· και ιδου, αυτος ιστατο πλησιον του ολοκαυτωματος αυτου και οι αρχοντες του Μωαβ μετ' αυτου. Και ειπε προς αυτον ο Βαλακ, Τι ελαλησεν ο Κυριος;
<scripture passage="Num 23:18" parsed="|Num|23|18|0|0" osisRef="Bible:Num.23.18" />
<sup>18</sup>Και αρχισας την παραβολην αυτου ειπε, Σηκωθητι, Βαλακ, και ακουσον· δος ακροασιν εις εμε, συ ο υιος του Σεπφωρ·
<scripture passage="Num 23:19" parsed="|Num|23|19|0|0" osisRef="Bible:Num.23.19" />
<sup>19</sup>ο Θεος δεν ειναι ανθρωπος να ψευσθη, ουτε υιος ανθρωπου να μεταμεληθη· αυτος ειπε και δεν θελει εκτελεσει; η ελαλησε και δεν θελει εμμεινει;
<scripture passage="Num 23:20" parsed="|Num|23|20|0|0" osisRef="Bible:Num.23.20" />
<sup>20</sup>Ιδου, ευλογιαν παρελαβον· και ευλογησε· και εγω δεν δυναμαι να μεταστρεψω αυτην.
<scripture passage="Num 23:21" parsed="|Num|23|21|0|0" osisRef="Bible:Num.23.21" />
<sup>21</sup>Δεν εθεωρησεν ανομιαν εις τον Ιακωβ, ουδε ειδε διαστροφην εις τον Ισραηλ· Κυριος ο Θεος αυτου ειναι μετ' αυτου, και αλαλαγμος βασιλεως ειναι μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Num 23:22" parsed="|Num|23|22|0|0" osisRef="Bible:Num.23.22" />
<sup>22</sup>Ο Θεος εξηγαγεν αυτους εξ Αιγυπτου· εχουσιν ως δυναμιν μονοκερωτος.
<scripture passage="Num 23:23" parsed="|Num|23|23|0|0" osisRef="Bible:Num.23.23" />
<sup>23</sup>Βεβαιως ουδεμια γοητεια δεν ισχυει κατα του Ιακωβ, ουδε μαντεια κατα του Ισραηλ· κατα καιρον θελει λαληθη περι του Ιακωβ και περι του Ισραηλ, Τι κατωρθωσεν ο Θεος.
<scripture passage="Num 23:24" parsed="|Num|23|24|0|0" osisRef="Bible:Num.23.24" />
<sup>24</sup>Ιδου, ο λαος θελει σηκωθη ως λεων, και θελει εγερθη ως σκυμνος· δεν θελει κοιμηθη εωσου φαγη το θηραμα, και πιη το αιμα των πεφονευμενων.
<scripture passage="Num 23:25" parsed="|Num|23|25|0|0" osisRef="Bible:Num.23.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Βαλακ προς τον Βαλααμ, Μητε να καταρασθης αυτους διολου μητε να ευλογησης αυτους διολου.
<scripture passage="Num 23:26" parsed="|Num|23|26|0|0" osisRef="Bible:Num.23.26" />
<sup>26</sup>Αποκριθεις δε ο Βαλααμ ειπε προς τον Βαλακ, Δεν σε ελαλησα, λεγων, Παν ο, τι μοι ειπη ο Κυριος, τουτο πρεπει να καμω;
<scripture passage="Num 23:27" parsed="|Num|23|27|0|0" osisRef="Bible:Num.23.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο Βαλακ προς τον Βαλααμ, Ελθε, παρακαλω, θελω σε φερει εις αλλον τοπον, ισως θελει αρεσει εις τον Θεον να μοι καταρασθης αυτον εκειθεν.
<scripture passage="Num 23:28" parsed="|Num|23|28|0|0" osisRef="Bible:Num.23.28" />
<sup>28</sup>Και εφερεν ο Βαλακ τον Βαλααμ επι την κορυφην του Φεγωρ, το οποιον βλεπει προς Γεσιμων.
<scripture passage="Num 23:29" parsed="|Num|23|29|0|0" osisRef="Bible:Num.23.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Βαλακ, οικοδομησον μοι ενταυθα επτα βωμους και ετοιμασον μοι ενταυθα επτα μοσχους και επτα κριους.
<scripture passage="Num 23:30" parsed="|Num|23|30|0|0" osisRef="Bible:Num.23.30" />
<sup>30</sup>και εκαμεν ο Βαλακ ως ειπεν ο Βαλααμ και προσεφερε μοσχον και κριον εφ' εκαστον βωμον.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 24" progress="14.88%" prev="Num.23" next="Num.25" id="Num.24">
<h3 id="Num.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Num.24-p1">
<scripture passage="Num 24:1" parsed="|Num|24|1|0|0" osisRef="Bible:Num.24.1" />
<sup>1</sup>Και ιδων ο Βαλααμ οτι ητο αρεστον ενωπιον του Κυριου να ευλογηση τον Ισραηλ, δεν υπηγε, καθως αλλοτε, να ζητηση μαντειας, αλλ' εστησε το προσωπον αυτου προς την ερημον.
<scripture passage="Num 24:2" parsed="|Num|24|2|0|0" osisRef="Bible:Num.24.2" />
<sup>2</sup>Και ανυψωσεν ο Βαλααμ τους οφθαλμους αυτου και ειδε τον Ισραηλ κατεσκηνωμενον κατα τας φυλας αυτων· και ηλθεν επ' αυτον το πνευμα του Θεου.
<scripture passage="Num 24:3" parsed="|Num|24|3|0|0" osisRef="Bible:Num.24.3" />
<sup>3</sup>Και αρχισας την παραβολην αυτου ειπε, Βαλααμ ο υιος του Βεωρ ειπε, και ο ανθρωπος, ο εχων ανοικτους τους οφθαλμους αυτου, ειπεν·
<scripture passage="Num 24:4" parsed="|Num|24|4|0|0" osisRef="Bible:Num.24.4" />
<sup>4</sup>ειπεν εκεινος, οστις ηκουσε τα λογια του Θεου, Οστις ειδεν ορασιν του Παντοδυναμου, πεσων εις εκστασιν, εχων ομως ανοικτους τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Num 24:5" parsed="|Num|24|5|0|0" osisRef="Bible:Num.24.5" />
<sup>5</sup>Ποσον ωραιαι ειναι αι κατοικιαι σου, Ιακωβ, αι σκηναι σου, Ισραηλ.
<scripture passage="Num 24:6" parsed="|Num|24|6|0|0" osisRef="Bible:Num.24.6" />
<sup>6</sup>Ως κοιλαδες ειναι εξηπλωμεναι, ως παραδεισοι εις οχθας ποταμου, ως δενδρα αλοης τα οποια εφυτευσεν ο Κυριος, ως κεδροι πλησιον των υδατων.
<scripture passage="Num 24:7" parsed="|Num|24|7|0|0" osisRef="Bible:Num.24.7" />
<sup>7</sup>Θελει εκχεει υδωρ εκ της αντλιας αυτου, και το σπερμα αυτου θελει εισθαι εις υδατα πολλα, και ο βασιλευς αυτου θελει εισθαι υψηλοτερος του Αγαγ, και η βασιλεια αυτου θελει μεγαλυνθη.
<scripture passage="Num 24:8" parsed="|Num|24|8|0|0" osisRef="Bible:Num.24.8" />
<sup>8</sup>Ο Θεος εξηγαγεν αυτον εξ Αιγυπτου· εχει ως δυναμιν μονοκερωτος· θελει καταφαγει τα εθνη τους πολεμιους αυτου, και θελει συντριψει τα οστα αυτων, και θελει κατατοξευσει αυτους με τα βελη αυτου.
<scripture passage="Num 24:9" parsed="|Num|24|9|0|0" osisRef="Bible:Num.24.9" />
<sup>9</sup>Αναπεσων, εκοιμηθη ως λεων, και ως σκυμνος λεοντος· τις θελει εξεγειρει αυτον; Ευλογημενος ο ευλογων σε και κατηραμενος ο καταρωμενος σε.
<scripture passage="Num 24:10" parsed="|Num|24|10|0|0" osisRef="Bible:Num.24.10" />
<sup>10</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Βαλακ εναντιον του Βαλααμ και συνεκροτησε τας χειρας αυτου· και ειπεν ο Βαλακ προς τον Βαλααμ, δια να καταρασθης τους εχθρους μου σε εκαλεσα· και ιδου, συ ευλογων ευλογησας αυτους τριτην ταυτην φοραν·
<scripture passage="Num 24:11" parsed="|Num|24|11|0|0" osisRef="Bible:Num.24.11" />
<sup>11</sup>τωρα λοιπον φυγε εις τον τοπον σου· ελεγον να σε τιμησω με τιμας· αλλ' ιδου, ο Κυριος σε εστερησε της τιμης.
<scripture passage="Num 24:12" parsed="|Num|24|12|0|0" osisRef="Bible:Num.24.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Βαλααμ προς τον Βαλακ, Δεν ειπον και προς τους απεσταλμενους σου, τους οποιους απεστειλας προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Num 24:13" parsed="|Num|24|13|0|0" osisRef="Bible:Num.24.13" />
<sup>13</sup>Και αν μοι δωση ο Βαλακ την οικιαν αυτου πληρη αργυριου και χρυσιου, δεν δυναμαι να παραβω την προσταγην του Κυριου, ωστε να καμω καλον η κακον απ' εμαυτου, αλλ' ο, τι ο Κυριος λαληση, τουτο θελω ειπει;
<scripture passage="Num 24:14" parsed="|Num|24|14|0|0" osisRef="Bible:Num.24.14" />
<sup>14</sup>και τωρα, ιδου, εγω υπαγω προς τον λαον μου· ελθε λοιπον να σοι φανερωσω τι θελει καμει ο λαος ουτος εις τον λαον σου εις τας εσχατας ημερας.
<scripture passage="Num 24:15" parsed="|Num|24|15|0|0" osisRef="Bible:Num.24.15" />
<sup>15</sup>Και αρχισας την παραβολην αυτου ειπε, Βαλααμ ο υιος του Βεωρ ειπε, και ο ανθρωπος, ο εχων ανοικτους τους οφθαλμους αυτου, ειπεν·
<scripture passage="Num 24:16" parsed="|Num|24|16|0|0" osisRef="Bible:Num.24.16" />
<sup>16</sup>ειπεν εκεινος, οστις ηκουσε τα λογια του Θεου, και ελαβε την γνωσιν του Υψιστου, οστις ειδεν ορασιν του Παντοδυναμου, πεσων εις εκστασιν, εχων ομως ανοικτους τους οφθαλμους αυτου·
<scripture passage="Num 24:17" parsed="|Num|24|17|0|0" osisRef="Bible:Num.24.17" />
<sup>17</sup>Θελω ιδει αυτον, αλλ' ουχι τωρα· θελω θεωρησει αυτον, αλλ' ουχι εκ του πλησιον· θελει ανατειλει αστρον εξ Ιακωβ, και θελει αναστηθη σκηπτρον εκ του Ισραηλ, και θελει παταξει τους αρχηγους Μωαβ, και εξολοθρευσει παντας τους υιους του Σηθ·
<scripture passage="Num 24:18" parsed="|Num|24|18|0|0" osisRef="Bible:Num.24.18" />
<sup>18</sup>και ο Εδωμ θελει εισθαι κληρονομια, και ο Σηειρ θελει εισθαι κληρονομια εις τους εχθρους αυτου· και ο Ισραηλ θελει πραξει εν ισχυι·
<scripture passage="Num 24:19" parsed="|Num|24|19|0|0" osisRef="Bible:Num.24.19" />
<sup>19</sup>και θελει εξελθει εξ Ιακωβ ο εξουσιαζων, και θελει εξολοθρευσει τον διασωθεντα εκ της πολεως.
<scripture passage="Num 24:20" parsed="|Num|24|20|0|0" osisRef="Bible:Num.24.20" />
<sup>20</sup>Και ιδων τον Αμαληκ, ηρχισε την παραβολην αυτου και ειπεν, Ο Αμαληκ ειναι αρχη των εθνων· αλλ' εν τω τελει αυτου θελει αφανισθη.
<scripture passage="Num 24:21" parsed="|Num|24|21|0|0" osisRef="Bible:Num.24.21" />
<sup>21</sup>Και ιδων τον Κεναιον, ηρχισε την παραβολην αυτου και ειπεν, Ισχυρα ειναι η κατοικια σου, και θετεις την φωλεαν σου επι την πετραν·
<scripture passage="Num 24:22" parsed="|Num|24|22|0|0" osisRef="Bible:Num.24.22" />
<sup>22</sup>πλην ο Κεναιος θελει καταπορθηθη, εωσου σε φερη αιχμαλωτον ο Ασσουρ.
<scripture passage="Num 24:23" parsed="|Num|24|23|0|0" osisRef="Bible:Num.24.23" />
<sup>23</sup>Και επανελαβε την παραβολην αυτου και ειπεν, Ω τις θελει ζησει, οταν ο Θεος καμη τουτο;
<scripture passage="Num 24:24" parsed="|Num|24|24|0|0" osisRef="Bible:Num.24.24" />
<sup>24</sup>Και πλοια θελουσιν ελθει απο των παραλιων των Κητιαιων, και θελουσι καταθλιψει τον Ασσουρ, και θελουσι καταθλιψει τον Εβερ· αλλα και εκεινοι θελουσιν εξαφανισθη.
<scripture passage="Num 24:25" parsed="|Num|24|25|0|0" osisRef="Bible:Num.24.25" />
<sup>25</sup>Και σηκωθεις ο Βαλααμ ανεχωρησε και επεστρεψεν εις τον τοπον αυτου· ο δε Βαλακ απηλθε και αυτος εις την οδον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 25" progress="14.97%" prev="Num.24" next="Num.26" id="Num.25">
<h3 id="Num.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Num.25-p1">
<scripture passage="Num 25:1" parsed="|Num|25|1|0|0" osisRef="Bible:Num.25.1" />
<sup>1</sup>Και εμεινεν ο Ισραηλ εν Σιττειμ· και ηρχισεν ο λαος να πορνευη μετα των θυγατερων Μωαβ·
<scripture passage="Num 25:2" parsed="|Num|25|2|0|0" osisRef="Bible:Num.25.2" />
<sup>2</sup>αιτινες προσεκαλεσαν τον λαον εις τας θυσιας των θεων αυτων· και εφαγεν ο λαος και προσεκυνησε τους θεους αυτων.
<scripture passage="Num 25:3" parsed="|Num|25|3|0|0" osisRef="Bible:Num.25.3" />
<sup>3</sup>Και προσεκολληθη ο Ισραηλ εις τον Βεελ-φεγωρ· και εξηφθη η οργη του Κυριου κατα του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 25:4" parsed="|Num|25|4|0|0" osisRef="Bible:Num.25.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Λαβε παντας τους αρχηγους του λαου και κρεμασον αυτους ενωπιον του Κυριου κατεναντι του ηλιου· δια να σηκωθη απο του Ισραηλ η φλογερα οργη του Κυριου.
<scripture passage="Num 25:5" parsed="|Num|25|5|0|0" osisRef="Bible:Num.25.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τους κριτας του Ισραηλ, Φονευσατε εκαστος τους ανθρωπους αυτου, τους οσοι προσεκολληθησαν εις τον Βεελ-φεγωρ.
<scripture passage="Num 25:6" parsed="|Num|25|6|0|0" osisRef="Bible:Num.25.6" />
<sup>6</sup>Και ιδου, εις εκ των υιων Ισραηλ ηλθε φερων εις τους αδελφους αυτου γυναικα Μαδιανιτιν, ενωπιον του Μωυσεως και ενωπιον πασης της συναγωγης των υιων Ισραηλ, ενω εκλαιον εν τη θυρα της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="Num 25:7" parsed="|Num|25|7|0|0" osisRef="Bible:Num.25.7" />
<sup>7</sup>Και ιδων Φινεες, ο υιος του Ελεαζαρ, υιου του Ααρων του ιερεως, εσηκωθη εκ μεσον της συναγωγης, και λαβων εις την χειρα αυτου δορατιον,
<scripture passage="Num 25:8" parsed="|Num|25|8|0|0" osisRef="Bible:Num.25.8" />
<sup>8</sup>υπηγε κατοπιν του ανθρωπου του Ισραηλιτου εις την σκηνην και διεπερασεν αμφοτερους, τον τε ανθρωπον τον Ισραηλιτην και την γυναικα δια της κοιλιας αυτης. Και επαυσεν η πληγη απο των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 25:9" parsed="|Num|25|9|0|0" osisRef="Bible:Num.25.9" />
<sup>9</sup>Ησαν δε οι αποθανοντες εν τη πληγη εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="Num 25:10" parsed="|Num|25|10|0|0" osisRef="Bible:Num.25.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 25:11" parsed="|Num|25|11|0|0" osisRef="Bible:Num.25.11" />
<sup>11</sup>Ο Φινεες, ο υιος του Ελεαζαρ, υιου Ααρων του ιερεως, απεστρεψε τον θυμον μου απο των υιων Ισραηλ, δειξας ζηλον υπερ εμου μεταξυ αυτων, οθεν δεν εξωλοθρευσα τους υιους Ισραηλ εν τη ζηλοτυπια μου·
<scripture passage="Num 25:12" parsed="|Num|25|12|0|0" osisRef="Bible:Num.25.12" />
<sup>12</sup>δια τουτο ειπε, Ιδου, εγω διδω εις αυτον την διαθηκην μου της ειρηνης·
<scripture passage="Num 25:13" parsed="|Num|25|13|0|0" osisRef="Bible:Num.25.13" />
<sup>13</sup>και θελει εισθαι εις αυτον και εις το σπερμα αυτου μετ' αυτον διαθηκη ιερατειας αιωνιου· διοτι εσταθη ζηλωτης υπερ του Θεου αυτου, και εκαμεν εξιλεωσιν υπερ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 25:14" parsed="|Num|25|14|0|0" osisRef="Bible:Num.25.14" />
<sup>14</sup>Το δε ονομα του Ισραηλιτου του θανατωθεντος εκεινου, οστις εθανατωθη μετα της γυναικος της Μαδιανιτιδος, ητο Ζιμβρι, υιος Σαλου, αρχοντος οικογενειας επισημου μεταξυ των Συμεωνιτων.
<scripture passage="Num 25:15" parsed="|Num|25|15|0|0" osisRef="Bible:Num.25.15" />
<sup>15</sup>Και το ονομα της γυναικος της Μαδιανιτιδος της θανατωθεισης ητο Χασβι, θυγατηρ του Σουρ, αρχηγου λαου, εξ επισημου οικογενειας εν Μαδιαμ.
<scripture passage="Num 25:16" parsed="|Num|25|16|0|0" osisRef="Bible:Num.25.16" />
<sup>16</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 25:17" parsed="|Num|25|17|0|0" osisRef="Bible:Num.25.17" />
<sup>17</sup>Πολεμειτε τους Μαδιανιτας και παταξατε αυτους·
<scripture passage="Num 25:18" parsed="|Num|25|18|0|0" osisRef="Bible:Num.25.18" />
<sup>18</sup>διοτι αυτοι σας πολεμουσι με τας δολιοτητας αυτων, με τας οποιας σας εδολιευθησαν εις την υποθεσιν του Φεγωρ και εις την υποθεσιν της Χασβι θυγατρος του αρχοντος Μαδιανιτου, της αδελφης αυτων, ητις εθανατωθη εν τη ημερα της πληγης δια την υποθεσιν του Φεγωρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 26" progress="15.02%" prev="Num.25" next="Num.27" id="Num.26">
<h3 id="Num.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Num.26-p1">
<scripture passage="Num 26:1" parsed="|Num|26|1|0|0" osisRef="Bible:Num.26.1" />
<sup>1</sup>Και μετα την πληγην ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην και προς τον Ελεαζαρ τον υιον του Ααρων τον ιερεα, λεγων,
<scripture passage="Num 26:2" parsed="|Num|26|2|0|0" osisRef="Bible:Num.26.2" />
<sup>2</sup>Λαβετε το κεφαλαιον πασης της συναγωγης των υιων Ισραηλ απο εικοσι ετων και επανω, κατα τους οικους των πατερων αυτων, παντας τους δυναμενους εν τω Ισραηλ να εξελθωσιν εις πολεμον.
<scripture passage="Num 26:3" parsed="|Num|26|3|0|0" osisRef="Bible:Num.26.3" />
<sup>3</sup>Και ελαλησαν ο Μωυσης και Ελεαζαρ ο ιερευς προς αυτους εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην, κατεναντι της Ιεριχω, λεγοντες,
<scripture passage="Num 26:4" parsed="|Num|26|4|0|0" osisRef="Bible:Num.26.4" />
<sup>4</sup>Αριθμησατε αυτους απο εικοσι ετων και επανω, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην και εις τους υιους Ισραηλ, τους εξελθοντας εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Num 26:5" parsed="|Num|26|5|0|0" osisRef="Bible:Num.26.5" />
<sup>5</sup>Ρουβην, ο πρωτοτοκος του Ισραηλ· οι υιοι Ρουβην ησαν Ανωχ, εξ ου η συγγενεια των Ανωχιτων· εκ Φαλλου, η συγγενεια των Φαλλουιτων·
<scripture passage="Num 26:6" parsed="|Num|26|6|0|0" osisRef="Bible:Num.26.6" />
<sup>6</sup>εξ Εσρων, η συγγενεια των Εσρωνιτων· εκ του Χαρμι, η συγγενεια των Χαρμιτων.
<scripture passage="Num 26:7" parsed="|Num|26|7|0|0" osisRef="Bible:Num.26.7" />
<sup>7</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των Ρουβηνιτων· και η απαριθμησις αυτων ητο τεσσαρακοντα τρεις χιλιαδες και επτακοσιοι τριακοντα.
<scripture passage="Num 26:8" parsed="|Num|26|8|0|0" osisRef="Bible:Num.26.8" />
<sup>8</sup>και οι υιοι του Φαλλου ησαν Ελιαβ·
<scripture passage="Num 26:9" parsed="|Num|26|9|0|0" osisRef="Bible:Num.26.9" />
<sup>9</sup>και οι υιοι του Ελιαβ, Νεμουηλ και Δαθαν και Αβειρων. Ουτοι ειναι ο Δαθαν και ο Αβειρων, οι ονομαστοι εκεινοι εν τη συναγωγη, οι στασιασαντες κατα του Μωυσεως και κατα του Ααρων εν τη συνοδια του Κορε, οτε εστασιασαν κατα του Κυριου·
<scripture passage="Num 26:10" parsed="|Num|26|10|0|0" osisRef="Bible:Num.26.10" />
<sup>10</sup>και ηνοιξεν η γη το στομα αυτης και κατεπιεν αυτους μετα του Κορε, εν τω εξολοθρευμω της συνοδιας αυτου, οτε το πυρ κατεφαγε τους διακοσιους πεντηκοντα ανθρωπους· και εγειναν εις σημειον·
<scripture passage="Num 26:11" parsed="|Num|26|11|0|0" osisRef="Bible:Num.26.11" />
<sup>11</sup>του Κορε ομως οι υιοι δεν απεθανον.
<scripture passage="Num 26:12" parsed="|Num|26|12|0|0" osisRef="Bible:Num.26.12" />
<sup>12</sup>Οι υιοι Συμεων κατα τας οικογενειας αυτων ησαν, εκ Νεμουηλ, η συγγενεια των Νεμουηλιτων· εξ Ιαμειν, η συγγενεια των Ιαμεινιτων· εξ Ιαχειν, η συγγενεια των Ιαχεινιτων·
<scripture passage="Num 26:13" parsed="|Num|26|13|0|0" osisRef="Bible:Num.26.13" />
<sup>13</sup>εκ Ζερα, η συγγενεια των Ζεριτων· εκ Σαουλ, η συγγενεια των Σαουλιτων.
<scripture passage="Num 26:14" parsed="|Num|26|14|0|0" osisRef="Bible:Num.26.14" />
<sup>14</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των Συμεωνιτων· κατα την απαριθμησιν αυτων, εικοσιδυο χιλιαδες και διακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:15" parsed="|Num|26|15|0|0" osisRef="Bible:Num.26.15" />
<sup>15</sup>Οι υιοι Γαδ κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εκ του Σιφων, η συγγενεια των Σιφωνιτων· εξ Αγγι, η συγγενεια των Αγγιτων· εκ Σουνι, η συγγενεια των Σουνιτων·
<scripture passage="Num 26:16" parsed="|Num|26|16|0|0" osisRef="Bible:Num.26.16" />
<sup>16</sup>εξ Αζενι, η συγγενεια των Αζενιτων· εξ Ηρι, η συγγενεια των Ηριτων·
<scripture passage="Num 26:17" parsed="|Num|26|17|0|0" osisRef="Bible:Num.26.17" />
<sup>17</sup>εξ Αροδ, η συγγενεια των Αροδιτων· εξ Αριηλι, η συγγενεια των Αριηλιτων.
<scripture passage="Num 26:18" parsed="|Num|26|18|0|0" osisRef="Bible:Num.26.18" />
<sup>18</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των υιων Γαδ· κατα την απαριθμησιν αυτων, τεσσαρακοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:19" parsed="|Num|26|19|0|0" osisRef="Bible:Num.26.19" />
<sup>19</sup>Οι υιοι Ιουδα ησαν Ηρ και Αυναν· και απεθανον ο Ηρ και ο Αυναν εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Num 26:20" parsed="|Num|26|20|0|0" osisRef="Bible:Num.26.20" />
<sup>20</sup>Και οι υιοι Ιουδα κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εκ Σηλα, η συγγενεια των Σηλανιτων· εκ Φαρες, η συγγενεια των Φαρεσιτων· εκ Ζαρα, η συγγενεια των Ζαριτων·
<scripture passage="Num 26:21" parsed="|Num|26|21|0|0" osisRef="Bible:Num.26.21" />
<sup>21</sup>και οι υιοι Φαρες ησαν εξ Εσρων, η συγγενεια των Εσρωνιτων· εξ Αμουλ, η συγγενεια των Αμουλιτων.
<scripture passage="Num 26:22" parsed="|Num|26|22|0|0" osisRef="Bible:Num.26.22" />
<sup>22</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι Ιουδα· κατα την απαριθμησιν αυτων, εβδομηκοντα εξ χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:23" parsed="|Num|26|23|0|0" osisRef="Bible:Num.26.23" />
<sup>23</sup>Οι υιοι Ισσαχαρ κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εκ Θωλα, συγγενεια των Θωλαιτων· εκ Φουα, η συγγενεια των Φουνιτων·
<scripture passage="Num 26:24" parsed="|Num|26|24|0|0" osisRef="Bible:Num.26.24" />
<sup>24</sup>εξ Ιασουβ, η συγγενεια των Ιασουβιτων· εκ Σιμβρων, η συγγενεια των Σιμβρωνιτων.
<scripture passage="Num 26:25" parsed="|Num|26|25|0|0" osisRef="Bible:Num.26.25" />
<sup>25</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι Ισσαχαρ· κατα την απαριθμησιν αυτων, εξηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και τριακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:26" parsed="|Num|26|26|0|0" osisRef="Bible:Num.26.26" />
<sup>26</sup>Οι υιοι Ζαβουλων κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εκ Σερεδ, συγγενεια των Σερεδιτων· εξ Αιλων, η συγγενεια των Αιλωνιτων· εξ Ιαλεηλ, η συγγενεια των Ιαλεηλιτων.
<scripture passage="Num 26:27" parsed="|Num|26|27|0|0" osisRef="Bible:Num.26.27" />
<sup>27</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των Ζαβουλωνιτων· κατα την απαριθμησιν αυτων, εξηκοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:28" parsed="|Num|26|28|0|0" osisRef="Bible:Num.26.28" />
<sup>28</sup>Οι υιοι Ιωσηφ κατα τας συγγενειας αυτων ησαν Μανασσης και Εφραιμ.
<scripture passage="Num 26:29" parsed="|Num|26|29|0|0" osisRef="Bible:Num.26.29" />
<sup>29</sup>Οι υιοι Μανασση ησαν, εκ Μαχειρ, η συγγενεια των Μαχειριτων. Και ο Μαχειρ εγεννησε τον Γαλααδ· εκ δε του Γαλααδ η συγγενεια των Γαλααδιτων·
<scripture passage="Num 26:30" parsed="|Num|26|30|0|0" osisRef="Bible:Num.26.30" />
<sup>30</sup>ουτοι ειναι οι υιοι Γαλααδ· εξ Αχιεζερ, η συγγενεια των Αχιεζεριτων· εκ Χελεκ, η συγγενεια των Χελεκιτων·
<scripture passage="Num 26:31" parsed="|Num|26|31|0|0" osisRef="Bible:Num.26.31" />
<sup>31</sup>και εξ Ασριηλ, η συγγενεια των Ασριηλιτων· εκ Συχεμ, η συγγενεια των Συχεμιτων· και εκ Σεμιδα, η συγγενεια των Σεμιδαιτων·
<scripture passage="Num 26:32" parsed="|Num|26|32|0|0" osisRef="Bible:Num.26.32" />
<sup>32</sup>και εξ Εφερ, η συγγενεια των Εφεριτων·
<scripture passage="Num 26:33" parsed="|Num|26|33|0|0" osisRef="Bible:Num.26.33" />
<sup>33</sup>και Σαλπααδ, ο υιος του Εφερ, δεν ειχεν υιους, αλλα θυγατερας· τα δε ονοματα των θυγατερων του Σαλπααδ ησαν Μααλα και Νουα, Αγλα, Μελχα και Θερσα.
<scripture passage="Num 26:34" parsed="|Num|26|34|0|0" osisRef="Bible:Num.26.34" />
<sup>34</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι Μανασση· και η απαριθμησις αυτων, πεντηκοντα δυο χιλιαδες και επτακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:35" parsed="|Num|26|35|0|0" osisRef="Bible:Num.26.35" />
<sup>35</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι Εφραιμ κατα τας συγγενειας αυτων· εκ Σουθαλα, η συγγενεια των Σουθαλαιτων· εκ Βεχερ, η συγγενεια των Βεχεριτων· εκ Ταχαν, η συγγενεια των Ταχανιτων·
<scripture passage="Num 26:36" parsed="|Num|26|36|0|0" osisRef="Bible:Num.26.36" />
<sup>36</sup>και ουτοι ειναι οι υιοι Σουθαλα· εξ Εραν, η συγγενεια των Ερανιτων.
<scripture passage="Num 26:37" parsed="|Num|26|37|0|0" osisRef="Bible:Num.26.37" />
<sup>37</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των υιων Εφραιμ· κατα την απαριθμησιν αυτων, τριακοντα δυο χιλιαδες και πεντακοσιοι. Ουτοι ειναι οι υιοι Ιωσηφ κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Num 26:38" parsed="|Num|26|38|0|0" osisRef="Bible:Num.26.38" />
<sup>38</sup>Οι υιοι Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εκ Βελα, η συγγενεια των Βελαιτων· εξ Ασβηλ, η συγγενεια των Ασβηλιτων· εξ Αχιραμ, η συγγενεια των Αχιραμιτων·
<scripture passage="Num 26:39" parsed="|Num|26|39|0|0" osisRef="Bible:Num.26.39" />
<sup>39</sup>εκ Σουφαμ, η συγγενεια των Σουφαμιτων· εξ Ουφαμ, η συγγενεια των Ουφαμιτων·
<scripture passage="Num 26:40" parsed="|Num|26|40|0|0" osisRef="Bible:Num.26.40" />
<sup>40</sup>και οι υιοι Βελα ησαν Αρεδ και Νααμαν· εξ Αρεδ, η συγγενεια των Αρεδιτων· εκ Νααμαν, συγγενεια των Νααμιτων.
<scripture passage="Num 26:41" parsed="|Num|26|41|0|0" osisRef="Bible:Num.26.41" />
<sup>41</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων· και η απαριθμησις αυτων ητο τεσσαρακοντα πεντε χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:42" parsed="|Num|26|42|0|0" osisRef="Bible:Num.26.42" />
<sup>42</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι Δαν κατα τας συγγενειας αυτων· εκ Σουαμ, η συγγενεια των Σουαμιτων· αυται ειναι αι συγγενειαι Δαν κατα τας συγγενειας αυτων·
<scripture passage="Num 26:43" parsed="|Num|26|43|0|0" osisRef="Bible:Num.26.43" />
<sup>43</sup>πασαι αι συγγενειαι των Σουαμιτων, κατα την απαριθμησιν αυτων, ησαν εξηκοντα τεσσαρες χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:44" parsed="|Num|26|44|0|0" osisRef="Bible:Num.26.44" />
<sup>44</sup>Οι υιοι Ασηρ κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εξ Ιεμνα, η συγγενεια των Ιεμνιτων· εξ Ιεσουι, η συγγενεια των Ιεσουιτων· εκ Βερια, η συγγενεια των Βεριαιτων·
<scripture passage="Num 26:45" parsed="|Num|26|45|0|0" osisRef="Bible:Num.26.45" />
<sup>45</sup>εκ των υιων Βερια ησαν, εξ Εβερ, η συγγενεια των Εβεριτων· εκ Μαλχιηλ, η συγγενεια των Μαλχιηλιτων·
<scripture passage="Num 26:46" parsed="|Num|26|46|0|0" osisRef="Bible:Num.26.46" />
<sup>46</sup>και το ονομα της θυγατρος του Ασηρ ητο Σαρα.
<scripture passage="Num 26:47" parsed="|Num|26|47|0|0" osisRef="Bible:Num.26.47" />
<sup>47</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των υιων Ασηρ κατα την απαριθμησιν αυτων, πεντηκοντα τρεις χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:48" parsed="|Num|26|48|0|0" osisRef="Bible:Num.26.48" />
<sup>48</sup>Οι υιοι Νεφθαλι κατα τας συγγενειας αυτων ησαν, εξ Ιασιηλ, συγγενεια των Ιασιηλιτων· εκ Γουνι, η συγγενεια των Γουνιτων·
<scripture passage="Num 26:49" parsed="|Num|26|49|0|0" osisRef="Bible:Num.26.49" />
<sup>49</sup>εξ Ιεσερ, η συγγενεια των Ιεσεριτων· εκ Σιλλημ, η συγγενεια των Σιλλημιτων.
<scripture passage="Num 26:50" parsed="|Num|26|50|0|0" osisRef="Bible:Num.26.50" />
<sup>50</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι Νεφθαλι κατα τας συγγενειας αυτων· και απαριθμησις αυτων ητο τεσσαρακοντα πεντε χιλιαδες και τετρακοσιοι.
<scripture passage="Num 26:51" parsed="|Num|26|51|0|0" osisRef="Bible:Num.26.51" />
<sup>51</sup>Αυτη ειναι η απαριθμησις των υιων Ισραηλ, εξακοσιαι χιλιαδες και χιλιοι επτακοσιοι τριακοντα.
<scripture passage="Num 26:52" parsed="|Num|26|52|0|0" osisRef="Bible:Num.26.52" />
<sup>52</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 26:53" parsed="|Num|26|53|0|0" osisRef="Bible:Num.26.53" />
<sup>53</sup>Εις τουτους θελει μοιρασθη η γη εις κληρονομιαν κατα τον αριθμον των ονοματων αυτων·
<scripture passage="Num 26:54" parsed="|Num|26|54|0|0" osisRef="Bible:Num.26.54" />
<sup>54</sup>εις τους περισσοτερους θελεις δωσει περισσοτεραν κληρονομιαν και εις τους ολιγωτερους θελεις δωσει ολιγωτεραν κληρονομιαν· εις εκαστον θελει δοθη κληρονομια αυτου κατα την απαριθμησιν αυτου·
<scripture passage="Num 26:55" parsed="|Num|26|55|0|0" osisRef="Bible:Num.26.55" />
<sup>55</sup>και η γη θελει μοιρασθη δια κληρων· κατα τα ονοματα των φυλων, κατα τας πατριας αυτων, θελουσι κληρονομησει·
<scripture passage="Num 26:56" parsed="|Num|26|56|0|0" osisRef="Bible:Num.26.56" />
<sup>56</sup>κατα τον κληρον θελει μοιρασθη η κληρονομια αυτων μεταξυ πολλων και ολιγων.
<scripture passage="Num 26:57" parsed="|Num|26|57|0|0" osisRef="Bible:Num.26.57" />
<sup>57</sup>Και αυτη ειναι η απαριθμησις των Λευιτων, κατα τας συγγενειας αυτων· εκ Γηρσων, η συγγενεια των Γηρσωνιτων· εκ Κααθ, η συγγενεια των Κααθιτων· εκ Μεραρι, η συγγενεια των Μεραριτων.
<scripture passage="Num 26:58" parsed="|Num|26|58|0|0" osisRef="Bible:Num.26.58" />
<sup>58</sup>Αυται ειναι αι συγγενειαι των Λευιτων· η συγγενεια των Λιβνιτων, η συγγενεια των Χεβρωνιτων, η συγγενεια των Μααλιτων, συγγενεια των Μουσιτων, η συγγενεια των Κοραιτων· και ο Κααθ εγεννησε τον Αμραμ.
<scripture passage="Num 26:59" parsed="|Num|26|59|0|0" osisRef="Bible:Num.26.59" />
<sup>59</sup>Το δε ονομα της γυναικος του Αμραμ ητο Ιωχαβεδ, θυγατηρ του Λευι, ητις εγεννηθη εις τον Λευι εν Αιγυπτω· και εγεννησεν εις τον Αμραμ τον Ααρων και τον Μωυσην και Μαριαμ την αδελφην αυτων.
<scripture passage="Num 26:60" parsed="|Num|26|60|0|0" osisRef="Bible:Num.26.60" />
<sup>60</sup>Και εγεννηθησαν εις τον Ααρων Ναδαβ και Αβιουδ, Ελεαζαρ και Ιθαμαρ.
<scripture passage="Num 26:61" parsed="|Num|26|61|0|0" osisRef="Bible:Num.26.61" />
<sup>61</sup>Απεθανον δε ο Ναδαβ και ο Αβιουδ, οτε προσεφεραν πυρ ξενον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 26:62" parsed="|Num|26|62|0|0" osisRef="Bible:Num.26.62" />
<sup>62</sup>Και η απαριθμησις αυτων ητο εικοσιτρεις χιλιαδες, παν αρσενικον απο ενος μηνος και επανω· διοτι δεν απηριθμηθησαν μεταξυ των υιων Ισραηλ, επειδη δεν εδοθη εις αυτους κληρονομια μεταξυ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 26:63" parsed="|Num|26|63|0|0" osisRef="Bible:Num.26.63" />
<sup>63</sup>Ουτοι ειναι οι απαριθμηθεντες δια του Μωυσεως και Ελεαζαρ του ιερεως, οιτινες απηριθμησαν τους υιους Ισραηλ εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην κατεναντι της Ιεριχω.
<scripture passage="Num 26:64" parsed="|Num|26|64|0|0" osisRef="Bible:Num.26.64" />
<sup>64</sup>Μεταξυ δε τουτων δεν ευρισκετο ανθρωπος εκ των απαριθμηθεντων υπο του Μωυσεως και Ααρων του ιερεως, οτε απηριθμησαν τους υιους Ισραηλ εν τη ερημω Σινα.
<scripture passage="Num 26:65" parsed="|Num|26|65|0|0" osisRef="Bible:Num.26.65" />
<sup>65</sup>Διοτι ο Κυριος ειπε περι αυτων, Εξαπαντος θελουσιν αποθανει εν τη ερημω. Και δεν εναπελειφθη εξ αυτων ουδεις, ει μη Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη και Ιησους ο υιος του Ναυη.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 27" progress="15.21%" prev="Num.26" next="Num.28" id="Num.27">
<h3 id="Num.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Num.27-p1">
<scripture passage="Num 27:1" parsed="|Num|27|1|0|0" osisRef="Bible:Num.27.1" />
<sup>1</sup>Και προσηλθον αι θυγατερες του Σαλπααδ, υιου του Εφερ, υιου του Γαλααδ, υιου του Μαχειρ, υιου του Μανασση, εκ των συγγενειων Μανασση υιου του Ιωσηφ. Και ταυτα ειναι τα ονοματα των θυγατερων αυτου· Μααλα, Νουα και Αγλα και Μελχα και Περσα.
<scripture passage="Num 27:2" parsed="|Num|27|2|0|0" osisRef="Bible:Num.27.2" />
<sup>2</sup>Και εσταθησαν ενωπιον του Μωυσεως και ενωπιον Ελεαζαρ του ιερεως και ενωπιον των αρχοντων και πασης της συναγωγης εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου, λεγουσαι,
<scripture passage="Num 27:3" parsed="|Num|27|3|0|0" osisRef="Bible:Num.27.3" />
<sup>3</sup>Ο πατηρ ημων απεθανεν εν τη ερημω· και αυτος δεν ητο εν τη συνοδια των συναθροισθεντων κατα του Κυριου εν τη συνοδια του Κορε, αλλ' απεθανε δι' ιδιαν αυτου αμαρτιαν και δεν ειχεν υιους·
<scripture passage="Num 27:4" parsed="|Num|27|4|0|0" osisRef="Bible:Num.27.4" />
<sup>4</sup>δια τι να εξαλειφθη το ονομα του πατρος ημων εκ μεσου της συγγενειας αυτου, διοτι δεν εχει υιον; δοτε εις ημας κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων του πατρος ημων.
<scripture passage="Num 27:5" parsed="|Num|27|5|0|0" osisRef="Bible:Num.27.5" />
<sup>5</sup>Και εφερεν ο Μωυσης την κρισιν αυτων ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 27:6" parsed="|Num|27|6|0|0" osisRef="Bible:Num.27.6" />
<sup>6</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 27:7" parsed="|Num|27|7|0|0" osisRef="Bible:Num.27.7" />
<sup>7</sup>Ορθως λαλουσιν αι θυγατερες του Σαλπααδ· εξαπαντος θελεις δωσει εις αυτας κτημα εις κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων του πατρος αυτων· και θελεις διαβιβασει εις αυτας την κληρονομιαν του πατρος αυτων.
<scripture passage="Num 27:8" parsed="|Num|27|8|0|0" osisRef="Bible:Num.27.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις λαλησει προς τους υιους Ισραηλ λεγων, Εαν ανθρωπος τις αποθανη και δεν εχη υιον, τοτε θελετε διαβιβασει την κληρονομιαν αυτου εις την θυγατερα αυτου.
<scripture passage="Num 27:9" parsed="|Num|27|9|0|0" osisRef="Bible:Num.27.9" />
<sup>9</sup>Και εαν δεν εχη θυγατερα, τοτε θελετε δωσει την κληρονομιαν αυτου εις τους αδελφους αυτου.
<scripture passage="Num 27:10" parsed="|Num|27|10|0|0" osisRef="Bible:Num.27.10" />
<sup>10</sup>Και εαν δεν εχη αδελφους, τοτε θελετε δωσει την κληρονομιαν αυτου εις τους αδελφους του πατρος αυτου.
<scripture passage="Num 27:11" parsed="|Num|27|11|0|0" osisRef="Bible:Num.27.11" />
<sup>11</sup>Εαν δε ο πατηρ αυτου δεν εχη αδελφους, τοτε θελετε δωσει την κληρονομιαν αυτου εις τον συγγενη αυτου τον πλησιεστερον εκ της συγγενειας αυτου, και ουτος θελει εξουσιαζει αυτην. Και τουτο θελει εισθαι εις τους υιους Ισραηλ διαταγμα κρισεως, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 27:12" parsed="|Num|27|12|0|0" osisRef="Bible:Num.27.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Αναβα εις τουτο το ορος Αβαριμ και ιδε την γην, την οποιαν εδωκα εις τους υιους Ισραηλ·
<scripture passage="Num 27:13" parsed="|Num|27|13|0|0" osisRef="Bible:Num.27.13" />
<sup>13</sup>και αφου ιδης αυτην, θελεις προστεθη και συ εις τον λαον σου, καθως προσετεθη Ααρων ο αδελφος σου·
<scripture passage="Num 27:14" parsed="|Num|27|14|0|0" osisRef="Bible:Num.27.14" />
<sup>14</sup>διοτι σεις ηναντιωθητε εις τον λογον μου εν τη ερημω Σιν εν τη αντιλογια της συναγωγης, ωστε να με αγιασητε εις το υδωρ ενωπιον αυτων. Τουτο ειναι το υδωρ Μεριβα εν Καδης εν τη ερημω Σιν.
<scripture passage="Num 27:15" parsed="|Num|27|15|0|0" osisRef="Bible:Num.27.15" />
<sup>15</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τον Κυριον, λεγων,
<scripture passage="Num 27:16" parsed="|Num|27|16|0|0" osisRef="Bible:Num.27.16" />
<sup>16</sup>Κυριος, ο Θεος των πνευματων πασης σαρκος, ας διοριση ανθρωπον επι την συναγωγην,
<scripture passage="Num 27:17" parsed="|Num|27|17|0|0" osisRef="Bible:Num.27.17" />
<sup>17</sup>οστις να εξελθη εμπροσθεν αυτων, και οστις να εισελθη εμπροσθεν αυτων, και οστις να εξαγη αυτους, και οστις να εισαγη αυτους· ωστε να μη ηναι η συναγωγη του Κυριου ως προβατα μη εχοντα ποιμενα.
<scripture passage="Num 27:18" parsed="|Num|27|18|0|0" osisRef="Bible:Num.27.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Λαβε μετα σου Ιησουν τον υιον του Ναυη, ανθρωπον εις τον οποιον ειναι το πνευμα, και επιθες την χειρα σου επ' αυτον·
<scripture passage="Num 27:19" parsed="|Num|27|19|0|0" osisRef="Bible:Num.27.19" />
<sup>19</sup>και παραστησον αυτον ενωπιον Ελεαζαρ του ιερεως και ενωπιον πασης της συναγωγης και δος εις αυτον διαταγας ενωπιον αυτων·
<scripture passage="Num 27:20" parsed="|Num|27|20|0|0" osisRef="Bible:Num.27.20" />
<sup>20</sup>και θελεις επιθεσει επ' αυτον απο της δοξης σου, δια να υπακουωσιν εις αυτον πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Num 27:21" parsed="|Num|27|21|0|0" osisRef="Bible:Num.27.21" />
<sup>21</sup>και θελει παρασταθη ενωπιον Ελεαζαρ του ιερεως, οστις θελει ερωτησει περι αυτου κατα την κρισιν του Ουριμ ενωπιον του Κυριου· κατα τον λογον αυτου θελουσιν εξερχεσθαι και κατα τον λογον αυτου θελουσιν εισερχεσθαι, αυτος και παντες οι υιοι Ισραηλ μετ' αυτου και πασα η συναγωγη.
<scripture passage="Num 27:22" parsed="|Num|27|22|0|0" osisRef="Bible:Num.27.22" />
<sup>22</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης, καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος· και ελαβε τον Ιησουν και παρεστησεν αυτον ενωπιον Ελεαζαρ του ιερεως, και ενωπιον πασης της συναγωγης·
<scripture passage="Num 27:23" parsed="|Num|27|23|0|0" osisRef="Bible:Num.27.23" />
<sup>23</sup>και επεθηκε τας χειρας αυτου επ' αυτον και εδωκεν εις αυτον διαταγας, καθως προσεταξε Κυριος δια χειρος του Μωυσεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 28" progress="15.29%" prev="Num.27" next="Num.29" id="Num.28">
<h3 id="Num.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Num.28-p1">
<scripture passage="Num 28:1" parsed="|Num|28|1|0|0" osisRef="Bible:Num.28.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 28:2" parsed="|Num|28|2|0|0" osisRef="Bible:Num.28.2" />
<sup>2</sup>Προσταξον τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Τα δωρα μου, τους αρτους μου, την θυσιαν μου γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς εμε, προσεχετε να προσφερητε εις εμε εν τω πρεποντι καιρω αυτων.
<scripture passage="Num 28:3" parsed="|Num|28|3|0|0" osisRef="Bible:Num.28.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις ειπει προς αυτους, Αυτη ειναι η δια πυρος γινομενη προσφορα, την οποιαν θελετε προσφερει προς τον Κυριον· δυο αρνια ενιαυσια αμωμα καθ' ημεραν, εις παντοτεινον ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Num 28:4" parsed="|Num|28|4|0|0" osisRef="Bible:Num.28.4" />
<sup>4</sup>Το εν αρνιον θελεις προσφερει το πρωι, και το αλλο αρνιον θελεις προσφερει το δειλινον.
<scripture passage="Num 28:5" parsed="|Num|28|5|0|0" osisRef="Bible:Num.28.5" />
<sup>5</sup>Και δια προσφοραν εξ αλφιτων θελετε προσφερει σεμιδαλιν, το δεκατον του εφα, εζυμωμενην με ελαιον απο ελαιας κοπανισμενας, το τεταρτον του ιν.
<scripture passage="Num 28:6" parsed="|Num|28|6|0|0" osisRef="Bible:Num.28.6" />
<sup>6</sup>Τουτο ειναι παντοτεινον ολοκαυτωμα, διωρισμενον εν τω ορει Σινα, εις οσμην ευωδιας, θυσια γινομενη δια πυρος εις τον Κυριον.
<scripture passage="Num 28:7" parsed="|Num|28|7|0|0" osisRef="Bible:Num.28.7" />
<sup>7</sup>Και η σπονδη αυτου θελει εισθαι το τεταρτον του ιν δια το εν αρνιον· εις το αγιαστηριον θελεις χυσει σικερα δια σπονδην εις τον Κυριον.
<scripture passage="Num 28:8" parsed="|Num|28|8|0|0" osisRef="Bible:Num.28.8" />
<sup>8</sup>Και το αλλο αρνιον θελεις προσφερει το δειλινον· κατα την εξ αλφιτων προσφοραν της πρωιας και κατα την σπονδην αυτης θελεις προσφερει αυτο θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 28:9" parsed="|Num|28|9|0|0" osisRef="Bible:Num.28.9" />
<sup>9</sup>και την ημεραν του σαββατου θελεις προσφερει δυο αρνια ενιαυσια αμωμα, και δυο δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης με ελαιον δια προσφοραν εξ αλφιτων, και την σπονδην αυτης.
<scripture passage="Num 28:10" parsed="|Num|28|10|0|0" osisRef="Bible:Num.28.10" />
<sup>10</sup>τουτο ειναι το ολοκαυτωμα εκαστου σαββατου εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 28:11" parsed="|Num|28|11|0|0" osisRef="Bible:Num.28.11" />
<sup>11</sup>Και εις τας νεομηνιας σας θελετε προσφερει ολοκαυτωμα προς τον Κυριον, δυο μοσχους και ενα κριον, επτα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 28:12" parsed="|Num|28|12|0|0" osisRef="Bible:Num.28.12" />
<sup>12</sup>και δι' εκαστον μοσχον τρια δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης με ελαιον δια προσφοραν εξ αλφιτων, και δια τον ενα κριον δυο δεκατα σεμιδαλεως εζυμωμενης με ελαιον δια προσφοραν εξ αλφιτων·
<scripture passage="Num 28:13" parsed="|Num|28|13|0|0" osisRef="Bible:Num.28.13" />
<sup>13</sup>και ανα εν δεκατον σεμιδαλεως εζυμωμενης με ελαιον δια προσφοραν εξ αλφιτων δι' εκαστον αρνιον, προς ολοκαυτωμα, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 28:14" parsed="|Num|28|14|0|0" osisRef="Bible:Num.28.14" />
<sup>14</sup>Και η σπονδη αυτων θελει εισθαι οινος, το ημισυ του ιν δια τον μοσχον, και το τριτον του ιν δια τον κριον, και το τεταρτον του ιν δια το αρνιον. Τουτο ειναι το ολοκαυτωμα εκαστου μηνος, κατα τους μηνας του ενιαυτου.
<scripture passage="Num 28:15" parsed="|Num|28|15|0|0" osisRef="Bible:Num.28.15" />
<sup>15</sup>Και εις τραγος εξ αιγων θελει προσφερεσθαι προς τον Κυριον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 28:16" parsed="|Num|28|16|0|0" osisRef="Bible:Num.28.16" />
<sup>16</sup>Και την δεκατην τεταρτην ημεραν του πρωτου μηνος ειναι το πασχα του Κυριου.
<scripture passage="Num 28:17" parsed="|Num|28|17|0|0" osisRef="Bible:Num.28.17" />
<sup>17</sup>Και την δεκατην πεμπτην του μηνος τουτον ειναι εορτη· επτα ημερας θελουσι τρωγεσθαι αζυμα.
<scripture passage="Num 28:18" parsed="|Num|28|18|0|0" osisRef="Bible:Num.28.18" />
<sup>18</sup>Εν τη πρωτη ημερα θελει εισθαι συγκαλεσις αγια· δεν θελετε καμνει ουδεν εργον δουλευτικον.
<scripture passage="Num 28:19" parsed="|Num|28|19|0|0" osisRef="Bible:Num.28.19" />
<sup>19</sup>Και θελετε προσφερει θυσιαν γινομενην δια πυρος, ολοκαυτωμα προς τον Κυριον, δυο μοσχους εκ βοων και ενα κριον και επτα αρνια ενιαυσια· αμωμα θελουσιν εισθαι εις εσας.
<scripture passage="Num 28:20" parsed="|Num|28|20|0|0" osisRef="Bible:Num.28.20" />
<sup>20</sup>Και η εξ αλφιτων προσφορα αυτων θελει εισθαι σεμιδαλις εζυμωμενη με ελαιον· τρια δεκατα θελετε προσφερει δια τον μοσχον και δυο δεκατα δια τον κριον.
<scripture passage="Num 28:21" parsed="|Num|28|21|0|0" osisRef="Bible:Num.28.21" />
<sup>21</sup>Ανα εν δεκατον θελεις προσφερει δι' εκαστον αρνιον, κατα τα επτα αρνια·
<scripture passage="Num 28:22" parsed="|Num|28|22|0|0" osisRef="Bible:Num.28.22" />
<sup>22</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, δια να γεινη εξιλεωσις δια σας.
<scripture passage="Num 28:23" parsed="|Num|28|23|0|0" osisRef="Bible:Num.28.23" />
<sup>23</sup>Εκτος του ολοκαυτωματος της πρωιας, το οποιον ειναι δια ολοκαυτωμα παντοτεινον, θελετε προσφερει ταυτα.
<scripture passage="Num 28:24" parsed="|Num|28|24|0|0" osisRef="Bible:Num.28.24" />
<sup>24</sup>Ουτω θελετε προσφερει καθ' ημεραν εις τας επτα ημερας, τα δωρα τα προς θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον. Τουτο θελει προσφερεσθαι εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 28:25" parsed="|Num|28|25|0|0" osisRef="Bible:Num.28.25" />
<sup>25</sup>Και εν τη ημερα τη εβδομη θελετε εχει συγκαλεσιν αγιαν· δεν θελετε καμνει ουδεν εργον δουλευτικον.
<scripture passage="Num 28:26" parsed="|Num|28|26|0|0" osisRef="Bible:Num.28.26" />
<sup>26</sup>Και εν τη ημερα των απαρχων, οταν προσφερητε νεαν εξ αλφιτων προσφοραν προς τον Κυριον, εις το τελος των εβδομαδων σας, θελετε εχει συγκαλεσιν αγιαν· δεν θελετε καμνει ουδεν εργον δουλευτικον.
<scripture passage="Num 28:27" parsed="|Num|28|27|0|0" osisRef="Bible:Num.28.27" />
<sup>27</sup>Και θελετε προσφερει ολοκαυτωμα εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, δυο μοσχους εκ βοων, ενα κριον, επτα αρνια ενιαυσια·
<scripture passage="Num 28:28" parsed="|Num|28|28|0|0" osisRef="Bible:Num.28.28" />
<sup>28</sup>και η εξ αλφιτων προσφορα αυτων θελει εισθαι σεμιδαλις εζυμωμενη με ελαιον, τρια δεκατα δι' εκαστον μοσχον, δυο δεκατα δια τον ενα κριον,
<scripture passage="Num 28:29" parsed="|Num|28|29|0|0" osisRef="Bible:Num.28.29" />
<sup>29</sup>ανα εν δεκατον δι' εκαστον αρνιον, κατα τα επτα αρνια·
<scripture passage="Num 28:30" parsed="|Num|28|30|0|0" osisRef="Bible:Num.28.30" />
<sup>30</sup>ενα τραγον εξ αιγων, δια να γεινη εξιλεωσις δια σας.
<scripture passage="Num 28:31" parsed="|Num|28|31|0|0" osisRef="Bible:Num.28.31" />
<sup>31</sup>Εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου, ταυτα θελετε προσφερει, αμωμα θελουσιν εισθαι εις εσας, και τας σπονδας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 29" progress="15.39%" prev="Num.28" next="Num.30" id="Num.29">
<h3 id="Num.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Num.29-p1">
<scripture passage="Num 29:1" parsed="|Num|29|1|0|0" osisRef="Bible:Num.29.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω μηνι τω εβδομω, τη πρωτη του μηνος, θελετε εχει συγκαλεσιν αγιαν· δεν θελετε καμνει ουδεν εργον δουλευτικον· αυτη ειναι εις εσας ημερα αλαλαγμου σαλπιγγων.
<scripture passage="Num 29:2" parsed="|Num|29|2|0|0" osisRef="Bible:Num.29.2" />
<sup>2</sup>Και θελετε προσφερει ολοκαυτωμα εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, ενα μοσχον εκ βοων, ενα κριον, επτα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:3" parsed="|Num|29|3|0|0" osisRef="Bible:Num.29.3" />
<sup>3</sup>και η εξ αλφιτων προσφορα αυτων θελει εισθαι σεμιδαλις εζυμωμενη με ελαιον, τρια δεκατα δια τον μοσχον, δυο δεκατα δια τον κριον,
<scripture passage="Num 29:4" parsed="|Num|29|4|0|0" osisRef="Bible:Num.29.4" />
<sup>4</sup>και εν δεκατον δι' εκαστον αρνιον, κατα τα επτα αρνια·
<scripture passage="Num 29:5" parsed="|Num|29|5|0|0" osisRef="Bible:Num.29.5" />
<sup>5</sup>και ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, δια να γεινη εξιλεωσις δια σας·
<scripture passage="Num 29:6" parsed="|Num|29|6|0|0" osisRef="Bible:Num.29.6" />
<sup>6</sup>εκτος του ολοκαυτωματος του μηνος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και των σπονδων αυτων, κατα το διατεταγμενον περι αυτων, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον.
<scripture passage="Num 29:7" parsed="|Num|29|7|0|0" osisRef="Bible:Num.29.7" />
<sup>7</sup>Και τη δεκατη τουτου του εβδομου μηνος θελετε εχει συγκαλεσιν αγιαν· και θελετε ταπεινωσει τας ψυχας σας· ουδεμιαν εργασιαν θελετε καμνει·
<scripture passage="Num 29:8" parsed="|Num|29|8|0|0" osisRef="Bible:Num.29.8" />
<sup>8</sup>και θελετε προσφερει ολοκαυτωμα προς τον Κυριον εις οσμην ευωδιας, ενα μοσχον εκ βοων, ενα κριον, επτα αρνια ενιαυσια· αμωμα θελουσιν εισθαι εις εσας.
<scripture passage="Num 29:9" parsed="|Num|29|9|0|0" osisRef="Bible:Num.29.9" />
<sup>9</sup>Και η εξ αλφιτων προσφορα αυτων θελει εισθαι σεμιδαλις εζυμωμενη με ελαιον, τρια δεκατα δια τον μοσχον, δυο δεκατα δια τον ενα κριον,
<scripture passage="Num 29:10" parsed="|Num|29|10|0|0" osisRef="Bible:Num.29.10" />
<sup>10</sup>ανα εν δεκατον δι' εκαστον αρνιον, κατα τα επτα αρνια·
<scripture passage="Num 29:11" parsed="|Num|29|11|0|0" osisRef="Bible:Num.29.11" />
<sup>11</sup>ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος της προς εξιλεωσιν περι αμαρτιας προσφορας και του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και των σπονδων αυτων.
<scripture passage="Num 29:12" parsed="|Num|29|12|0|0" osisRef="Bible:Num.29.12" />
<sup>12</sup>Και τη δεκατη πεμπτη ημερα του εβδομου μηνος θελετε εχει συγκαλεσιν αγιαν· δεν θελετε καμνει ουδεν εργον δουλευτικον· και θελετε εορταζει εορτην εις τον Κυριον επτα ημερας.
<scripture passage="Num 29:13" parsed="|Num|29|13|0|0" osisRef="Bible:Num.29.13" />
<sup>13</sup>Και θελετε προσφερει ολοκαυτωμα, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, δεκατρεις μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια· αμωμα θελουσιν εισθαι.
<scripture passage="Num 29:14" parsed="|Num|29|14|0|0" osisRef="Bible:Num.29.14" />
<sup>14</sup>Και η εξ αλφιτων προσφορα αυτων θελει εισθαι σεμιδαλις εζυμωμενη με ελαιον, τρια δεκατα δι' εκαστον μοσχον εκ των δεκατριων μοσχων, δυο δεκατα δι' εκαστον κριον εκ των δυο κριων,
<scripture passage="Num 29:15" parsed="|Num|29|15|0|0" osisRef="Bible:Num.29.15" />
<sup>15</sup>και ανα εν δεκατον δι' εκαστον αρνιον κατα τα δεκατεσσαρα αρνια·
<scripture passage="Num 29:16" parsed="|Num|29|16|0|0" osisRef="Bible:Num.29.16" />
<sup>16</sup>και ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος, της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:17" parsed="|Num|29|17|0|0" osisRef="Bible:Num.29.17" />
<sup>17</sup>Και τη δευτερα ημερα θελετε προσφερει δωδεκα μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:18" parsed="|Num|29|18|0|0" osisRef="Bible:Num.29.18" />
<sup>18</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια, κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:19" parsed="|Num|29|19|0|0" osisRef="Bible:Num.29.19" />
<sup>19</sup>και ενα τραγον αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και των σπονδων αυτων.
<scripture passage="Num 29:20" parsed="|Num|29|20|0|0" osisRef="Bible:Num.29.20" />
<sup>20</sup>Και τη τριτη ημερα ενδεκα μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:21" parsed="|Num|29|21|0|0" osisRef="Bible:Num.29.21" />
<sup>21</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια, κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:22" parsed="|Num|29|22|0|0" osisRef="Bible:Num.29.22" />
<sup>22</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:23" parsed="|Num|29|23|0|0" osisRef="Bible:Num.29.23" />
<sup>23</sup>Και τη τεταρτη ημερα δεκα μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:24" parsed="|Num|29|24|0|0" osisRef="Bible:Num.29.24" />
<sup>24</sup>την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:25" parsed="|Num|29|25|0|0" osisRef="Bible:Num.29.25" />
<sup>25</sup>και ενα τραγον εξ αιγων εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος, της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:26" parsed="|Num|29|26|0|0" osisRef="Bible:Num.29.26" />
<sup>26</sup>Και τη πεμπτη ημερα εννεα μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:27" parsed="|Num|29|27|0|0" osisRef="Bible:Num.29.27" />
<sup>27</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια, κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:28" parsed="|Num|29|28|0|0" osisRef="Bible:Num.29.28" />
<sup>28</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:29" parsed="|Num|29|29|0|0" osisRef="Bible:Num.29.29" />
<sup>29</sup>Και τη εκτη ημερα οκτω μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:30" parsed="|Num|29|30|0|0" osisRef="Bible:Num.29.30" />
<sup>30</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:31" parsed="|Num|29|31|0|0" osisRef="Bible:Num.29.31" />
<sup>31</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος, της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:32" parsed="|Num|29|32|0|0" osisRef="Bible:Num.29.32" />
<sup>32</sup>Και τη εβδομη ημερα επτα μοσχους, δυο κριους, δεκατεσσαρα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:33" parsed="|Num|29|33|0|0" osisRef="Bible:Num.29.33" />
<sup>33</sup>και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τους μοσχους, δια τους κριους και δια τα αρνια κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον περι αυτων·
<scripture passage="Num 29:34" parsed="|Num|29|34|0|0" osisRef="Bible:Num.29.34" />
<sup>34</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος, της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:35" parsed="|Num|29|35|0|0" osisRef="Bible:Num.29.35" />
<sup>35</sup>Τη ογδοη ημερα θελετε εχει συναξιν επισημον· ουδεν εργον δουλευτικον θελετε καμνει·
<scripture passage="Num 29:36" parsed="|Num|29|36|0|0" osisRef="Bible:Num.29.36" />
<sup>36</sup>και θελετε προσφερει ολοκαυτωμα, θυσιαν γινομενην δια πυρος εις οσμην ευωδιας προς τον Κυριον, ενα μοσχον, ενα κριον, επτα αρνια ενιαυσια, αμωμα·
<scripture passage="Num 29:37" parsed="|Num|29|37|0|0" osisRef="Bible:Num.29.37" />
<sup>37</sup>την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων, δια τον μοσχον, δια την κριον και δια τα αρνια κατα τον αριθμον αυτων, ως ειναι διατεταγμενον·
<scripture passage="Num 29:38" parsed="|Num|29|38|0|0" osisRef="Bible:Num.29.38" />
<sup>38</sup>και ενα τραγον εις προσφοραν περι αμαρτιας, εκτος του παντοτεινου ολοκαυτωματος και της εξ αλφιτων προσφορας αυτου και της σπονδης αυτου.
<scripture passage="Num 29:39" parsed="|Num|29|39|0|0" osisRef="Bible:Num.29.39" />
<sup>39</sup>ταυτα θελετε καμνει προς τον Κυριον εις τας διωρισμενας εορτας σας, εκτος των ευχων σας και των αυτοπροαιρετων προσφορων σας, δια τα ολοκαυτωματα σας και δια τας εξ αλφιτων προσφορας σας και δια τας σπονδας σας και δια τας ειρηνικας προσφορας σας.
<scripture passage="Num 29:40" parsed="|Num|29|40|0|0" osisRef="Bible:Num.29.40" />
<sup>40</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ κατα παντα οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 30" progress="15.51%" prev="Num.29" next="Num.31" id="Num.30">
<h3 id="Num.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Num.30-p1">
<scripture passage="Num 30:1" parsed="|Num|30|1|0|0" osisRef="Bible:Num.30.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τους αρχοντας των φυλων των υιων Ισραηλ, λεγων, Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος·
<scripture passage="Num 30:2" parsed="|Num|30|2|0|0" osisRef="Bible:Num.30.2" />
<sup>2</sup>Οταν ανθρωπος τις καμη ευχην προς τον Κυριον η ομοση ορκον, ωστε να δεση την ψυχην αυτου με δεσμον, δεν θελει παραβη τον λογον αυτου θελει καμει κατα παντα οσα εξηλθον εκ του στοματος αυτου.
<scripture passage="Num 30:3" parsed="|Num|30|3|0|0" osisRef="Bible:Num.30.3" />
<sup>3</sup>Εαν δε γυνη τις καμη ευχην προς τον Κυριον και δεση εαυτην με δεσμον εν τη οικια του πατρος αυτης εις την νεοτητα αυτης,
<scripture passage="Num 30:4" parsed="|Num|30|4|0|0" osisRef="Bible:Num.30.4" />
<sup>4</sup>και ακουση ο πατηρ αυτης την ευχην αυτης και τον δεσμον αυτης δια του οποιου εδεσε την ψυχην αυτης και σιωπηση προς αυτην ο πατηρ αυτης, τοτε πασαι αι ευχαι αυτης θελουσι μενει και πας δεσμος, δια του οποιου εδεσε την ψυχην αυτης, θελει μενει.
<scripture passage="Num 30:5" parsed="|Num|30|5|0|0" osisRef="Bible:Num.30.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε ο πατηρ αυτης δεν συγκατανευση εις αυτην, καθ' ην ημεραν ακουση, πασαι αι ευχαι αυτης η οι δεσμοι αυτης, δια των οποιων εδεσε την ψυχην αυτης, δεν θελουσι μενει και ο Κυριος θελει συγχωρησει αυτην, διοτι ο πατηρ αυτης δεν συγκατενευσεν εις αυτην.
<scripture passage="Num 30:6" parsed="|Num|30|6|0|0" osisRef="Bible:Num.30.6" />
<sup>6</sup>Εαν ομως εχουσα ανδρα ηυχηθη η επροφερε τι δια των χειλεων αυτης, δια του οποιου εδεσε την ψυχην αυτης,
<scripture passage="Num 30:7" parsed="|Num|30|7|0|0" osisRef="Bible:Num.30.7" />
<sup>7</sup>και ηκουσεν ο ανηρ αυτης και εσιωπησε προς αυτην, καθ' ην ημεραν ηκουσε, τοτε αι ευχαι αυτης θελουσι μενει και οι δεσμοι αυτης, δια των οποιων εδεσε την ψυχην αυτης, θελουσι μενει.
<scripture passage="Num 30:8" parsed="|Num|30|8|0|0" osisRef="Bible:Num.30.8" />
<sup>8</sup>Εαν ομως ο ανηρ αυτης δεν συγκατενευσεν εις αυτην, καθ' ην ημεραν ηκουσε, τοτε θελει ακυρωσει την ευχην αυτης, την οποιαν ηυχηθη, και ο, τι επροφερε δια των χειλεων αυτης, δια του οποιου εδεσε την ψυχην αυτης· και ο Κυριος θελει συγχωρησει αυτην.
<scripture passage="Num 30:9" parsed="|Num|30|9|0|0" osisRef="Bible:Num.30.9" />
<sup>9</sup>Πασα ομως ευχη χηρας η γυναικος αποβεβλημενης, δια της οποιας εδεσε την ψυχην αυτης, θελει μενει επ' αυτην.
<scripture passage="Num 30:10" parsed="|Num|30|10|0|0" osisRef="Bible:Num.30.10" />
<sup>10</sup>Και εαν ηυχηθη εν τη οικια του ανδρος αυτης η εδεσε την ψυχην αυτης με δεσμον ορκου,
<scripture passage="Num 30:11" parsed="|Num|30|11|0|0" osisRef="Bible:Num.30.11" />
<sup>11</sup>και ηκουσεν ο ανηρ αυτης και εσιωπησε προς αυτην και δεν ηναντιωθη εις αυτην, τοτε πασαι αι ευχαι αυτης θελουσι μενει και παντες οι δεσμοι, δια των οποιων εδεσε την ψυχην αυτης, θελουσι μενει.
<scripture passage="Num 30:12" parsed="|Num|30|12|0|0" osisRef="Bible:Num.30.12" />
<sup>12</sup>Εαν ομως ο ανηρ αυτης ηκυρωσεν αυτα ρητως, καθ' ην ημεραν ηκουσε, παν ο, τι εξηλθεν εκ των χειλεων αυτης περι των ευχων αυτης και περι του δεσμου της ψυχης αυτης δεν θελει μενει· ο ανηρ αυτης ηκυρωσεν αυτα και ο Κυριος θελει συγχωρησει αυτην.
<scripture passage="Num 30:13" parsed="|Num|30|13|0|0" osisRef="Bible:Num.30.13" />
<sup>13</sup>Πασαν ευχην και παντα ορκον υποχρεονοντα εις κακουχιαν ψυχης ο ανηρ αυτης δυναται να επικυρωση η ο ανηρ αυτης δυναται να ακυρωση·
<scripture passage="Num 30:14" parsed="|Num|30|14|0|0" osisRef="Bible:Num.30.14" />
<sup>14</sup>εαν ομως ο ανηρ αυτης σιωπηση διολου προς αυτην απο ημερας εις ημεραν, τοτε επικυρονει πασας τας ευχας αυτης η παντας τους δεσμους αυτης, οιτινες ειναι επ' αυτην· αυτος επεκυρωσεν αυτα, διοτι εσιωπησε προς αυτην, καθ' ην ημεραν ηκουσεν.
<scripture passage="Num 30:15" parsed="|Num|30|15|0|0" osisRef="Bible:Num.30.15" />
<sup>15</sup>Εαν ομως ηκυρωσεν αυτα ρητως αφου ηκουσε, τοτε θελει βαστασει την αμαρτιαν αυτης.
<scripture passage="Num 30:16" parsed="|Num|30|16|0|0" osisRef="Bible:Num.30.16" />
<sup>16</sup>Ταυτα ειναι τα διαταγματα, τα οποια προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην, μεταξυ ανδρος και γυναικος αυτου και μεταξυ πατρος και θυγατρος αυτου εν τη νεοτητι αυτης εν τη οικια του πατρος αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 31" progress="15.58%" prev="Num.30" next="Num.32" id="Num.31">
<h3 id="Num.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Num.31-p1">
<scripture passage="Num 31:1" parsed="|Num|31|1|0|0" osisRef="Bible:Num.31.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 31:2" parsed="|Num|31|2|0|0" osisRef="Bible:Num.31.2" />
<sup>2</sup>Καμε την εκδικησιν των υιων Ισραηλ κατα των Μαδιανιτων· επειτα θελεις προστεθη εις τον λαον σου.
<scripture passage="Num 31:3" parsed="|Num|31|3|0|0" osisRef="Bible:Num.31.3" />
<sup>3</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης προς τον λαον, λεγων, Ας οπλισθωσιν απο σας ανδρες εις πολεμον και ας υπαγωσιν εναντιον του Μαδιαμ, δια να εκδικησωσι τον Κυριον κατα του Μαδιαμ·
<scripture passage="Num 31:4" parsed="|Num|31|4|0|0" osisRef="Bible:Num.31.4" />
<sup>4</sup>ανα χιλιους απο πασης φυλης, εκ πασων των φυλων του Ισραηλ, θελετε αποστειλει εις τον πολεμον.
<scripture passage="Num 31:5" parsed="|Num|31|5|0|0" osisRef="Bible:Num.31.5" />
<sup>5</sup>Και εξηριθμηθησαν εκ των χιλιαδων του Ισραηλ χιλιοι απο πασης φυλης, δωδεκα χιλιαδες ωπλισμενοι εις πολεμον.
<scripture passage="Num 31:6" parsed="|Num|31|6|0|0" osisRef="Bible:Num.31.6" />
<sup>6</sup>Και απεστειλεν αυτους ο Μωυσης εις τον πολεμον, χιλιους απο πασης φυλης, αυτους και Φινεες τον υιον του Ελεαζαρ του ιερεως, εις τον πολεμον, μετα των σκευων των αγιων και μετα των σαλπιγγων του αλαλαγμου εις τας χειρας αυτου.
<scripture passage="Num 31:7" parsed="|Num|31|7|0|0" osisRef="Bible:Num.31.7" />
<sup>7</sup>Και επολεμησαν εναντιον του Μαδιαμ, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην, και εθανατωσαν παν αρσενικον.
<scripture passage="Num 31:8" parsed="|Num|31|8|0|0" osisRef="Bible:Num.31.8" />
<sup>8</sup>Και εκτος των θανατωθεντων και τους βασιλεις του Μαδιαμ εθανατωσαν, τον Ευι και τον Ρεκεμ και τον Σουρ και τον Ουρ και τον Ρεβα, πεντε βασιλεις του Μαδιαμ· και τον Βαλααμ υιον του Βεωρ εθανατωσαν εν μαχαιρα.
<scripture passage="Num 31:9" parsed="|Num|31|9|0|0" osisRef="Bible:Num.31.9" />
<sup>9</sup>Και ηχμαλωτισαν οι υιοι Ισραηλ τας γυναικας του Μαδιαμ και τα παιδια αυτων, και παντα τα κτηνη αυτων και παντα τα ποιμνια αυτων και παντα τα υπαρχοντα αυτων ελεηλατησαν.
<scripture passage="Num 31:10" parsed="|Num|31|10|0|0" osisRef="Bible:Num.31.10" />
<sup>10</sup>Και πασας τας πολεις αυτων κατα τας κατοικιας αυτων, και παντας τους πυργους αυτων, κατεκαυσαν εν πυρι.
<scripture passage="Num 31:11" parsed="|Num|31|11|0|0" osisRef="Bible:Num.31.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβον παντα τα λαφυρα και πασαν την λεηλασιαν απο ανθρωπου εως κτηνους.
<scripture passage="Num 31:12" parsed="|Num|31|12|0|0" osisRef="Bible:Num.31.12" />
<sup>12</sup>Και εφεραν προς τον Μωυσην και προς Ελεαζαρ τον ιερεα και προς την συναγωγην των υιων Ισραηλ τους αιχμαλωτους, και τα λαφυρα και την λεηλασιαν, εις το στρατοπεδον, εις τας πεδιαδας του Μωαβ, τας παρα τον Ιορδανην, κατεναντι της Ιεριχω.
<scripture passage="Num 31:13" parsed="|Num|31|13|0|0" osisRef="Bible:Num.31.13" />
<sup>13</sup>Και εξηλθον ο Μωυσης και Ελεαζαρ ο ιερευς και παντες οι αρχοντες της συναγωγης εις συναντησιν αυτων εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Num 31:14" parsed="|Num|31|14|0|0" osisRef="Bible:Num.31.14" />
<sup>14</sup>Και εθυμωθη ο Μωυσης εναντιον των αρχηγων του στρατευματος, των χιλιαρχων και των εκατονταρχων, των ελθοντων απο της παραταξεως του πολεμου·
<scripture passage="Num 31:15" parsed="|Num|31|15|0|0" osisRef="Bible:Num.31.15" />
<sup>15</sup>και ειπε προς αυτους ο Μωυσης, Ζωσας αφησατε πασας τας γυναικας;
<scripture passage="Num 31:16" parsed="|Num|31|16|0|0" osisRef="Bible:Num.31.16" />
<sup>16</sup>ιδου, αυται εγειναν αιτια εις τους υιους Ισραηλ, κατα την συμβουλην του Βαλααμ, να ανομησωσιν εναντιον του Κυριου εις την υποθεσιν του Φεγωρ, και εγεινεν η πληγη επι της συναγωγης του Κυριου·
<scripture passage="Num 31:17" parsed="|Num|31|17|0|0" osisRef="Bible:Num.31.17" />
<sup>17</sup>και τωρα θανατωσατε εκ των παιδιων παντα τα αρσενικα, και θανατωσατε πασας τας γυναικας, οσαι εγνωρισαν ανδρα, κοιμηθεισαι μετ' αυτου·
<scripture passage="Num 31:18" parsed="|Num|31|18|0|0" osisRef="Bible:Num.31.18" />
<sup>18</sup>παντα ομως τα κορασια, οσα δεν εγνωρισαν κοιτην ανδρος, φυλαξατε ζωντα δι' εαυτους·
<scripture passage="Num 31:19" parsed="|Num|31|19|0|0" osisRef="Bible:Num.31.19" />
<sup>19</sup>και μεινατε εξω του στρατοπεδου επτα ημερας· οστις εθανατωσεν ανθρωπον, και οστις ηγγισε πεφονευμενον, καθαρισθητε σεις και οι αιχμαλωτοι σας την τριτην ημεραν και την εβδομην ημεραν·
<scripture passage="Num 31:20" parsed="|Num|31|20|0|0" osisRef="Bible:Num.31.20" />
<sup>20</sup>και καθαρισατε παντα τα ιματια και παντα τα σκευη τα δερματινα και παντα τα ειργασμενα εκ τριχων αιγος και παντα τα ξυλινα σκευη.
<scripture passage="Num 31:21" parsed="|Num|31|21|0|0" osisRef="Bible:Num.31.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν Ελεαζαρ ο ιερευς προς τους πολεμιστας τους ερχομενους εις τον πολεμον, Τουτο ειναι το προσταγμα του νομου, τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην·
<scripture passage="Num 31:22" parsed="|Num|31|22|0|0" osisRef="Bible:Num.31.22" />
<sup>22</sup>πλην το χρυσιον και το αργυριον, τον χαλκον, τον σιδηρον, τον κασσιτερον και τον μολυβδον,
<scripture passage="Num 31:23" parsed="|Num|31|23|0|0" osisRef="Bible:Num.31.23" />
<sup>23</sup>παν ο, τι δυναται να εμβη εις το πυρ, θελετε περασει δια του πυρος και θελει εισθαι καθαρον· πρεπει ομως να καθαρισθη και δια του υδατος του καθαρισμου· και παν ο, τι δεν εμβαινει εις το πυρ, θελετε περασει δια του υδατος·
<scripture passage="Num 31:24" parsed="|Num|31|24|0|0" osisRef="Bible:Num.31.24" />
<sup>24</sup>και θελετε πλυνει τα ιματια σας την εβδομην ημεραν και θελετε εισθαι καθαροι· και μετα ταυτα θελετε εισελθει εις το στρατοπεδον.
<scripture passage="Num 31:25" parsed="|Num|31|25|0|0" osisRef="Bible:Num.31.25" />
<sup>25</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 31:26" parsed="|Num|31|26|0|0" osisRef="Bible:Num.31.26" />
<sup>26</sup>Λαβε τον αριθμον των λαφυρων της αιχμαλωσιας, απο ανθρωπου εως κτηνους, συ και Ελεαζαρ ο ιερευς και οι αρχηγοι των πατριων της συναγωγης·
<scripture passage="Num 31:27" parsed="|Num|31|27|0|0" osisRef="Bible:Num.31.27" />
<sup>27</sup>και διαιρεσον τα λαφυρα εις δυο μεταξυ των πολεμιστων των εξελθοντων εις τον πολεμον και πασης της συναγωγης·
<scripture passage="Num 31:28" parsed="|Num|31|28|0|0" osisRef="Bible:Num.31.28" />
<sup>28</sup>και αφαιρεσον δια τον Κυριον αποδομα εκ των ανδρων, των πολεμιστων, των εξελθοντων εις τον πολεμον, ανα εν εκ πεντακοσιων, απο ανθρωπων και απο βοων και απο ονων και απο προβατων·
<scripture passage="Num 31:29" parsed="|Num|31|29|0|0" osisRef="Bible:Num.31.29" />
<sup>29</sup>απο του ημισεως αυτων θελετε λαβει και δωσει εις Ελεαζαρ τον ιερεα προσφοραν του Κυριου·
<scripture passage="Num 31:30" parsed="|Num|31|30|0|0" osisRef="Bible:Num.31.30" />
<sup>30</sup>και απο του ημισεως μεριδιον των υιων Ισραηλ θελεις λαβει εν μεριδιον απο πεντηκοντα, απο ανθρωπων, απο βοων, απο ονων και απο προβατων, απο παντος κτηνους, και θελεις δωσει αυτα εις τους Λευιτας, τους φυλαττοντας τας φυλακας της σκηνης του Κυριου.
<scripture passage="Num 31:31" parsed="|Num|31|31|0|0" osisRef="Bible:Num.31.31" />
<sup>31</sup>Και εκαμεν ο Μωυσης και Ελεαζαρ ο ιερευς καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 31:32" parsed="|Num|31|32|0|0" osisRef="Bible:Num.31.32" />
<sup>32</sup>Και τα λαφυρα τα εναπολειφθεντα εκ της λεηλασιας, την οποιαν εκαμον οι ανδρες οι πολεμισται, ησαν προβατα εξακοσια, εβδομηκοντα πεντε χιλιαδες,
<scripture passage="Num 31:33" parsed="|Num|31|33|0|0" osisRef="Bible:Num.31.33" />
<sup>33</sup>και βοες εβδομηκοντα δυο χιλιαδες,
<scripture passage="Num 31:34" parsed="|Num|31|34|0|0" osisRef="Bible:Num.31.34" />
<sup>34</sup>και ονοι χιλιαδες εξηκοντα μια,
<scripture passage="Num 31:35" parsed="|Num|31|35|0|0" osisRef="Bible:Num.31.35" />
<sup>35</sup>και ψυχαι ανθρωπων, απο των γυναικων αιτινες δεν εγνωρισαν κοιτην ανδρος, πασαι αι ψυχαι, τριακοντα δυο χιλιαδες.
<scripture passage="Num 31:36" parsed="|Num|31|36|0|0" osisRef="Bible:Num.31.36" />
<sup>36</sup>Και το ημισυ, το μεριδιον των εξελθοντων εις τον πολεμον, ητο κατα τον αριθμον, τα προβατα τριακοσια τριακοντα επτα χιλιαδες και πεντακοσια·
<scripture passage="Num 31:37" parsed="|Num|31|37|0|0" osisRef="Bible:Num.31.37" />
<sup>37</sup>και το αποδομα του Κυριου απο των προβατων ητο εξακοσια εβδομηκοντα πεντε·
<scripture passage="Num 31:38" parsed="|Num|31|38|0|0" osisRef="Bible:Num.31.38" />
<sup>38</sup>και οι βοες τριακοντα εξ χιλιαδες, και το αποδομα του Κυριου εβδομηκοντα δυο·
<scripture passage="Num 31:39" parsed="|Num|31|39|0|0" osisRef="Bible:Num.31.39" />
<sup>39</sup>και οι ονοι τριακοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι, και το αποδομα του Κυριου εις και εξηκοντα·
<scripture passage="Num 31:40" parsed="|Num|31|40|0|0" osisRef="Bible:Num.31.40" />
<sup>40</sup>και ψυχαι ανθρωπων ησαν δεκαεξ χιλιαδες, και το αποδομα του Κυριου τριακοντα δυο ψυχαι.
<scripture passage="Num 31:41" parsed="|Num|31|41|0|0" osisRef="Bible:Num.31.41" />
<sup>41</sup>Και εδωκεν ο Μωυσης το αποδομα, την προσφοραν του Κυριου, εις Ελεαζαρ τον ιερεα, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Num 31:42" parsed="|Num|31|42|0|0" osisRef="Bible:Num.31.42" />
<sup>42</sup>Και απο του ημισεως μεριδιου των υιων Ισραηλ, το οποιον ο Μωυσης εξεχωρισεν απο του μεριδιου των ανδρων των πολεμιστων·
<scripture passage="Num 31:43" parsed="|Num|31|43|0|0" osisRef="Bible:Num.31.43" />
<sup>43</sup>και τουτο το ημισυ της συναγωγης ητο προβατα τριακοσια τριακοντα επτα χιλιαδες και πεντακοσια,
<scripture passage="Num 31:44" parsed="|Num|31|44|0|0" osisRef="Bible:Num.31.44" />
<sup>44</sup>και βοες τριακοντα εξ χιλιαδες,
<scripture passage="Num 31:45" parsed="|Num|31|45|0|0" osisRef="Bible:Num.31.45" />
<sup>45</sup>και ονοι τριακοντα χιλιαδες και πεντακοσιοι,
<scripture passage="Num 31:46" parsed="|Num|31|46|0|0" osisRef="Bible:Num.31.46" />
<sup>46</sup>και ψυχαι ανθρωπων δεκαεξ χιλιαδες·
<scripture passage="Num 31:47" parsed="|Num|31|47|0|0" osisRef="Bible:Num.31.47" />
<sup>47</sup>και ελαβεν ο Μωυσης απο του ημισεως μεριδιου των υιων Ισραηλ ανα εν εκ πεντηκοντα, απο ανθρωπων και απο κτηνων, και εδωκεν αυτα εις τους Λευιτας, τους φυλαττοντας τας φυλακας της σκηνης του Κυριου, καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην
<scripture passage="Num 31:48" parsed="|Num|31|48|0|0" osisRef="Bible:Num.31.48" />
<sup>48</sup>Και προσηλθον εις τον Μωυσην οι αρχηγοι οι επι των χιλιαδων του στρατευματος, χιλιαρχοι και εκατονταρχοι,
<scripture passage="Num 31:49" parsed="|Num|31|49|0|0" osisRef="Bible:Num.31.49" />
<sup>49</sup>και ειπον προς τον Μωυσην, Οι δουλοι σου ελαβον τον αριθμον των ανδρων των πολεμιστων των υπο την επιστασιαν ημων, και δεν λειπει εξ ημων ουδε εις·
<scripture passage="Num 31:50" parsed="|Num|31|50|0|0" osisRef="Bible:Num.31.50" />
<sup>50</sup>και εφεραμε τα δωρα του Κυριου, εκαστος ο, τι ευρηκε, σκευη χρυσα, αλυσους και βραχιολια, δακτυλιδια, ενωτια και περιδεραια, δια να γεινη εξιλεωσις υπερ των ψυχων ημων ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 31:51" parsed="|Num|31|51|0|0" osisRef="Bible:Num.31.51" />
<sup>51</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης και Ελεαζαρ ο ιερευς το χρυσιον παρ' αυτων ολον εις σκευη ειργασμενα.
<scripture passage="Num 31:52" parsed="|Num|31|52|0|0" osisRef="Bible:Num.31.52" />
<sup>52</sup>Και παν το χρυσιον της προσφορας των χιλιαρχων και εκατονταρχων, το οποιον προσεφεραν εις τον Κυριον, ητο δεκαεξ χιλιαδες επτακοσιοι πεντηκοντα σικλοι.
<scripture passage="Num 31:53" parsed="|Num|31|53|0|0" osisRef="Bible:Num.31.53" />
<sup>53</sup>Διοτι οι ανδρες οι πολεμισται ειχον λαφυραγωγησει εκαστος δι' εαυτον.
<scripture passage="Num 31:54" parsed="|Num|31|54|0|0" osisRef="Bible:Num.31.54" />
<sup>54</sup>Και ελαβεν ο Μωυσης και Ελεαζαρ ο ιερευς το χρυσιον παρα των χιλιαρχων και εκατονταρχων και εφεραν αυτο εις την σκηνην του μαρτυριου εις μνημοσυνον των υιων Ισραηλ ενωπιον του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 32" progress="15.74%" prev="Num.31" next="Num.33" id="Num.32">
<h3 id="Num.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Num.32-p1">
<scripture passage="Num 32:1" parsed="|Num|32|1|0|0" osisRef="Bible:Num.32.1" />
<sup>1</sup>Οι δε υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ ειχον πληθος κτηνων πολυ σφοδρα· και οτε ειδον την γην Ιαζηρ και την γην Γαλααδ, οτι, ιδου, ο τοπος ητο τοπος δια κτηνη,
<scripture passage="Num 32:2" parsed="|Num|32|2|0|0" osisRef="Bible:Num.32.2" />
<sup>2</sup>οι υιοι Γαδ και οι υιοι Ρουβην ελθοντες ειπον προς τον Μωυσην και προς Ελεαζαρ τον ιερεα και προς τους αρχοντας της συναγωγης, λεγοντες,
<scripture passage="Num 32:3" parsed="|Num|32|3|0|0" osisRef="Bible:Num.32.3" />
<sup>3</sup>Η Αταρωθ και Δαιβων και Ιαζηρ και Νιμρα και Εσεβων και Ελεαλη και Σεβαμ και Νεβω και Βαιων,
<scripture passage="Num 32:4" parsed="|Num|32|4|0|0" osisRef="Bible:Num.32.4" />
<sup>4</sup>η γη την οποιαν επαταξεν ο Κυριος εμπροσθεν της συναγωγης του Ισραηλ, ειναι γη κτηνοτροφος και οι δουλοι σου εχουσι κτηνη·
<scripture passage="Num 32:5" parsed="|Num|32|5|0|0" osisRef="Bible:Num.32.5" />
<sup>5</sup>δια τουτο, ειπον, εαν ευρηκαμεν χαριν εμπροσθεν σου, ας δοθη η γη αυτη εις τους δουλους σου δια ιδιοκτησιαν· μη διαβιβασης ημας τον Ιορδανην.
<scripture passage="Num 32:6" parsed="|Num|32|6|0|0" osisRef="Bible:Num.32.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Μωυσης προς τους υιους Γαδ και προς τους υιους Ρουβην, Οι αδελφοι σας θελουσιν υπαγει εις πολεμον και σεις θελετε μεινει εδω;
<scripture passage="Num 32:7" parsed="|Num|32|7|0|0" osisRef="Bible:Num.32.7" />
<sup>7</sup>και δια τι δειλιαζετε την καρδιαν των υιων Ισραηλ, δια να μη περασωσιν εις την γην, την οποιαν ο Κυριος εδωκεν εις αυτους;
<scripture passage="Num 32:8" parsed="|Num|32|8|0|0" osisRef="Bible:Num.32.8" />
<sup>8</sup>ουτως εκαμον οι πατερες σας, οτε απεστειλα αυτους απο Καδης-βαρνη δια να ιδωσι την γην·
<scripture passage="Num 32:9" parsed="|Num|32|9|0|0" osisRef="Bible:Num.32.9" />
<sup>9</sup>και ανεβησαν μεχρι της φαραγγος Εσχωλ, και ιδοντες την γην εδειλιασαν την καρδιαν των υιων Ισραηλ, δια να μη εισελθωσιν εις την γην την οποιαν ο Κυριος εδωκεν εις αυτους·
<scripture passage="Num 32:10" parsed="|Num|32|10|0|0" osisRef="Bible:Num.32.10" />
<sup>10</sup>και εξηφθη η οργη του Κυριου εν τη ημερα εκεινη, και ωμοσε λεγων,
<scripture passage="Num 32:11" parsed="|Num|32|11|0|0" osisRef="Bible:Num.32.11" />
<sup>11</sup>Δεν θελουσιν ιδει οι ανδρες οι αναβαντες εξ Αιγυπτου, απο εικοσι ετων και επανω, την γην την οποιαν ωμοσα προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ· διοτι δεν με ηκολουθησαν εντελως·
<scripture passage="Num 32:12" parsed="|Num|32|12|0|0" osisRef="Bible:Num.32.12" />
<sup>12</sup>εκτος Χαλεβ υιου Ιεφοννη του Κενεζιτου και Ιησου υιου του Ναυη· διοτι ηκολουθησαν εντελως τον Κυριον.
<scripture passage="Num 32:13" parsed="|Num|32|13|0|0" osisRef="Bible:Num.32.13" />
<sup>13</sup>Και εξηφθη η οργη του Κυριου κατα του Ισραηλ, και εκαμεν αυτους να περιπλανωνται εις την ερημον τεσσαρακοντα ετη, εωσου εξωλοθρευθη πασα η γενεα, ητις ειχε πραξει το κακον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Num 32:14" parsed="|Num|32|14|0|0" osisRef="Bible:Num.32.14" />
<sup>14</sup>Και ιδου, σεις εσηκωθητε αντι των πατερων σας, γενεα ανθρωπων αμαρτωλων, δια να εξαψητε περισσοτερον την φλογα της οργης του Κυριου κατα του Ισραηλ.
<scripture passage="Num 32:15" parsed="|Num|32|15|0|0" osisRef="Bible:Num.32.15" />
<sup>15</sup>Επειδη, εαν εκκλινητε απ' αυτου, ετι παλιν θελει αφησει τον Ισραηλ εν τη ερημω και θελετε εξολοθρευσει παντα τον λαον τουτον.
<scripture passage="Num 32:16" parsed="|Num|32|16|0|0" osisRef="Bible:Num.32.16" />
<sup>16</sup>Και προσηλθον εις αυτον και ειπον, Θελομεν οικοδομησει ενταυθα μανδρας δια τα κτηνη ημων και πολεις δια τα παιδια ημων·
<scripture passage="Num 32:17" parsed="|Num|32|17|0|0" osisRef="Bible:Num.32.17" />
<sup>17</sup>ημεις δε ωπλισμενοι θελομεν προχωρει προθυμοι εμπροσθεν των υιων Ισραηλ, εωσου φερωμεν αυτους εις τον τοπον αυτων· τα δε παιδια ημων θελουσι κατοικει εις τετειχισμενας πολεις, δια τους κατοικους του τοπου·
<scripture passage="Num 32:18" parsed="|Num|32|18|0|0" osisRef="Bible:Num.32.18" />
<sup>18</sup>δεν θελομεν επιστρεψει εις τας οικιας ημων, εωσου οι υιοι Ισραηλ κληρονομησωσιν εκαστος την κληρονομιαν αυτου·
<scripture passage="Num 32:19" parsed="|Num|32|19|0|0" osisRef="Bible:Num.32.19" />
<sup>19</sup>διοτι ημεις δεν θελομεν να κληρονομησωμεν μετ' αυτων περαν του Ιορδανου και επεκεινα· διοτι η κληρονομια ημων επεσεν εις ημας εντευθεν του Ιορδανου προς ανατολας.
<scripture passage="Num 32:20" parsed="|Num|32|20|0|0" osisRef="Bible:Num.32.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς αυτους ο Μωυσης, Εαν καμητε κατα τον λογον τουτον, εαν προχωρητε ωπλισμενοι εμπροσθεν του Κυριου εις πολεμον,
<scripture passage="Num 32:21" parsed="|Num|32|21|0|0" osisRef="Bible:Num.32.21" />
<sup>21</sup>και διαβητε παντες, ωπλισμενοι τον Ιορδανην εμπροσθεν του Κυριου, εωσου εκδιωξη τους εχθρους αυτου απ' εμπροσθεν αυτου,
<scripture passage="Num 32:22" parsed="|Num|32|22|0|0" osisRef="Bible:Num.32.22" />
<sup>22</sup>και υποταχθη η γη εμπροσθεν του Κυριου· τοτε μετα ταυτα θελετε επιστρεψει και θελετε εισθαι αθωοι ενωπιον του Κυριου και ενωπιον του Ισραηλ, και θελετε εχει την γην ταυτην ιδιοκτησιαν σας ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="Num 32:23" parsed="|Num|32|23|0|0" osisRef="Bible:Num.32.23" />
<sup>23</sup>εαν ομως δεν καμητε ουτως, ιδου, θελετε αμαρτησει ενωπιον του Κυριου· και ας ησθε βεβαιοι οτι θελει σας ευρη η αμαρτια σας·
<scripture passage="Num 32:24" parsed="|Num|32|24|0|0" osisRef="Bible:Num.32.24" />
<sup>24</sup>οικοδομησατε πολεις δια τα παιδια σας και μανδρας δια τα προβατα σας και καμετε εκεινο, το οποιον εξηλθεν εκ του στοματος σας.
<scripture passage="Num 32:25" parsed="|Num|32|25|0|0" osisRef="Bible:Num.32.25" />
<sup>25</sup>Και ειπον οι υιοι Γαδ και οι υιοι Ρουβην προς τον Μωυσην, λεγοντες, Οι δουλοι σου θελουσι καμει καθως ο κυριος μου προσταζει·
<scripture passage="Num 32:26" parsed="|Num|32|26|0|0" osisRef="Bible:Num.32.26" />
<sup>26</sup>τα παιδια ημων, αι γυναικες ημων, τα ποιμνια ημων και παντα τα κτηνη ημων θελουσι μενει ενταυθα εις τας πολεις του Γαλααδ·
<scripture passage="Num 32:27" parsed="|Num|32|27|0|0" osisRef="Bible:Num.32.27" />
<sup>27</sup>οι δουλοι σου ομως θελουσι διαβη παντες ωπλισμενοι, παρατεταγμενοι ενωπιον του Κυριου εις μαχην, καθως λεγει ο κυριος μου.
<scripture passage="Num 32:28" parsed="|Num|32|28|0|0" osisRef="Bible:Num.32.28" />
<sup>28</sup>Τοτε ο Μωυσης εδωκε προσταγην περι αυτων εις Ελεαζαρ τον ιερεα και εις τον Ιησουν υιον του Ναυη και εις τους αρχηγους των πατριων των φυλων των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Num 32:29" parsed="|Num|32|29|0|0" osisRef="Bible:Num.32.29" />
<sup>29</sup>και ειπε προς αυτους ο Μωυσης, Εαν οι υιοι Γαδ και οι υιοι Ρουβην διαβωσι με σας τον Ιορδανην, παντες ωπλισμενοι εις μαχην, εμπροσθεν του Κυριου, και κατακυριευθη η γη εμπροσθεν σας, τοτε θελετε δωσει εις αυτους την γην Γαλααδ εις ιδιοκτησιαν·
<scripture passage="Num 32:30" parsed="|Num|32|30|0|0" osisRef="Bible:Num.32.30" />
<sup>30</sup>εαν ομως δεν θελωσι να διαβωσιν ωπλισμενοι με σας, τοτε θελουσι λαβει κληρονομιαν μεταξυ σας εν τη γη Χανααν.
<scripture passage="Num 32:31" parsed="|Num|32|31|0|0" osisRef="Bible:Num.32.31" />
<sup>31</sup>Και απεκριθησαν οι υιοι Γαδ και οι υιοι Ρουβην λεγοντες, Ως ειπεν ο Κυριος εις τους δουλους σου, ουτω θελομεν καμει·
<scripture passage="Num 32:32" parsed="|Num|32|32|0|0" osisRef="Bible:Num.32.32" />
<sup>32</sup>ημεις θελομεν διαβη ωπλισμενοι εμπροσθεν του Κυριου εις την γην Χανααν, δια να εχωμεν την ιδιοκτησιαν της κληρονομιας ημων εντευθεν του Ιορδανου.
<scripture passage="Num 32:33" parsed="|Num|32|33|0|0" osisRef="Bible:Num.32.33" />
<sup>33</sup>Και εδωκεν εις αυτους ο Μωυσης, εις τους υιους Γαδ και εις τους υιους Ρουβην και εις το ημισυ της φυλης Μανασση υιου του Ιωσηφ, το βασιλειον του Σηων βασιλεως των Αμορραιων και το βασιλειον του Ωγ βασιλεως της Βασαν, την γην μετα των πολεων αυτης εν τοις οριοις, τας πολεις της γης κυκλω.
<scripture passage="Num 32:34" parsed="|Num|32|34|0|0" osisRef="Bible:Num.32.34" />
<sup>34</sup>Και οι υιοι Γαδ ωκοδομησαν την Δαιβων και την Αταρωθ και την Αροηρ
<scripture passage="Num 32:35" parsed="|Num|32|35|0|0" osisRef="Bible:Num.32.35" />
<sup>35</sup>και την Ατρωθ-σοφαν και την Ιαζηρ και την Ιογβεα
<scripture passage="Num 32:36" parsed="|Num|32|36|0|0" osisRef="Bible:Num.32.36" />
<sup>36</sup>και την Βαιθ-νιμρα και την Βαιθ-αραν, πολεις οχυρας, και μανδρας προβατων.
<scripture passage="Num 32:37" parsed="|Num|32|37|0|0" osisRef="Bible:Num.32.37" />
<sup>37</sup>Και οι υιοι Ρουβην ωκοδομησαν την Εσεβων και την Ελεαλη και την Κιριαθαιμ
<scripture passage="Num 32:38" parsed="|Num|32|38|0|0" osisRef="Bible:Num.32.38" />
<sup>38</sup>και την Νεβω και την Βααλ-μεων, μεταβαλλοντες τα ονοματα αυτων, και την Σιβμα· και εδωκαν αλλα ονοματα εις τας πολεις, τας οποιας ωκοδομησαν.
<scripture passage="Num 32:39" parsed="|Num|32|39|0|0" osisRef="Bible:Num.32.39" />
<sup>39</sup>Και οι υιοι Μαχειρ υιου του Μανασση υπηγαν εις την Γαλααδ και εκυριευσαν αυτην, εκδιωξαντες τον Αμορραιον τον εν αυτη.
<scripture passage="Num 32:40" parsed="|Num|32|40|0|0" osisRef="Bible:Num.32.40" />
<sup>40</sup>Και εδωκεν ο Μωυσης την Γαλααδ εις Μαχειρ τον υιον του Μανασση· και κατωκησεν εν αυτη.
<scripture passage="Num 32:41" parsed="|Num|32|41|0|0" osisRef="Bible:Num.32.41" />
<sup>41</sup>Και Ιαειρ ο υιος του Μανασση υπηγε και εκυριευσε τας μικρας πολεις αυτης· και ωνομασεν αυτας Αβωθ-ιαειρ.
<scripture passage="Num 32:42" parsed="|Num|32|42|0|0" osisRef="Bible:Num.32.42" />
<sup>42</sup>Και ο Νοβα υπηγε και εκυριευσε την Καιναθ και τα χωρια αυτης· και ωνομασεν αυτην Νοβα, απο του ονοματος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 33" progress="15.87%" prev="Num.32" next="Num.34" id="Num.33">
<h3 id="Num.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Num.33-p1">
<scripture passage="Num 33:1" parsed="|Num|33|1|0|0" osisRef="Bible:Num.33.1" />
<sup>1</sup>Αυται ειναι αι οδοιποριαι των υιων Ισραηλ, των εξελθοντων εκ της γης Αιγυπτου κατα τα στρατευματα αυτων δια χειρος του Μωυσεως και του Ααρων.
<scripture passage="Num 33:2" parsed="|Num|33|2|0|0" osisRef="Bible:Num.33.2" />
<sup>2</sup>Και εγραψεν ο Μωυσης τας εξοδους αυτων κατα τας οδοιποριας αυτων, δια προσταγης του Κυριου· και αυται ειναι αι οδοιποριαι αυτων κατα τας εξοδους αυτων.
<scripture passage="Num 33:3" parsed="|Num|33|3|0|0" osisRef="Bible:Num.33.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωθησαν απο Ραμεσση τον πρωτον μηνα, τη δεκατη πεμπτη ημερα του πρωτου μηνος· τη επαυριον του πασχα εξηλθον οι υιοι Ισραηλ εν χειρι υψηλη ενωπιον παντων των Αιγυπτιων·
<scripture passage="Num 33:4" parsed="|Num|33|4|0|0" osisRef="Bible:Num.33.4" />
<sup>4</sup>ενω οι Αιγυπτιοι εθαπτον εκεινους, τους οποιους ο Κυριος επαταξε μεταξυ αυτων, παν πρωτοτοκον· και εις τους θεους αυτων εκαμεν ο Κυριος εκδικησιν.
<scripture passage="Num 33:5" parsed="|Num|33|5|0|0" osisRef="Bible:Num.33.5" />
<sup>5</sup>Και σηκωθεντες οι υιοι Ισραηλ απο Ραμεσση, εστρατοπεδευσαν εν Σοκχωθ.
<scripture passage="Num 33:6" parsed="|Num|33|6|0|0" osisRef="Bible:Num.33.6" />
<sup>6</sup>Και σηκωθεντες απο Σοκχωθ, εστρατοπεδευσαν εν Εθαμ, ητις ειναι εν τω ακρω της ερημου.
<scripture passage="Num 33:7" parsed="|Num|33|7|0|0" osisRef="Bible:Num.33.7" />
<sup>7</sup>Και σηκωθεντες απο Εθαμ, εστρεψαν προς Πι-αιρωθ, ητις ειναι κατεναντι Βεελ-σεφων· και εστρατοπεδευσαν κατεναντι της Μιγδωλ.
<scripture passage="Num 33:8" parsed="|Num|33|8|0|0" osisRef="Bible:Num.33.8" />
<sup>8</sup>Και σηκωθεντες απ' εμπροσθεν της Αιρωθ, διεβησαν δια της θαλασσης εις την ερημον· και ωδοιπορησαν οδον τριων ημερων δια της ερημου Εθαμ και εστρατοπεδευσαν εν Μερρα.
<scripture passage="Num 33:9" parsed="|Num|33|9|0|0" osisRef="Bible:Num.33.9" />
<sup>9</sup>Και σηκωθεντες απο Μερρα, ηλθον εις Αιλειμ· και ησαν εν Αιλειμ δωδεκα πηγαι υδατων και εβδομηκοντα δενδρα φοινικων· και εστρατοπεδευσαν εκει.
<scripture passage="Num 33:10" parsed="|Num|33|10|0|0" osisRef="Bible:Num.33.10" />
<sup>10</sup>Και σηκωθεντες απο Αιλειμ, εστρατοπεδευσαν παρα την Ερυθραν θαλασσαν.
<scripture passage="Num 33:11" parsed="|Num|33|11|0|0" osisRef="Bible:Num.33.11" />
<sup>11</sup>Και σηκωθεντες απο της Ερυθρας θαλασσης, εστρατοπεδευσαν εν τη ερημω Σιν.
<scripture passage="Num 33:12" parsed="|Num|33|12|0|0" osisRef="Bible:Num.33.12" />
<sup>12</sup>Και σηκωθεντες απο της ερημου Σιν, εστρατοπεδευσαν εν Δοφκα.
<scripture passage="Num 33:13" parsed="|Num|33|13|0|0" osisRef="Bible:Num.33.13" />
<sup>13</sup>Και σηκωθεντες απο Δοφκα, εστρατοπεδευσαν εν Αιλους.
<scripture passage="Num 33:14" parsed="|Num|33|14|0|0" osisRef="Bible:Num.33.14" />
<sup>14</sup>Και σηκωθεντες απο Αιλους, εστρατοπεδευσαν εν Ραφιδειν, οπου δεν ητο υδωρ δια να πιη ο λαος.
<scripture passage="Num 33:15" parsed="|Num|33|15|0|0" osisRef="Bible:Num.33.15" />
<sup>15</sup>Και σηκωθεντες απο Ραφιδειν, εστρατοπεδευσαν εν τη ερημω Σινα.
<scripture passage="Num 33:16" parsed="|Num|33|16|0|0" osisRef="Bible:Num.33.16" />
<sup>16</sup>Και σηκωθεντες απο της ερημου Σινα, εστρατοπεδευσαν εν Κιβρωθ-αττααβα.
<scripture passage="Num 33:17" parsed="|Num|33|17|0|0" osisRef="Bible:Num.33.17" />
<sup>17</sup>Και σηκωθεντες απο Κιβρωθ-αττααβα, εστρατοπεδευσαν εν Ασηρωθ.
<scripture passage="Num 33:18" parsed="|Num|33|18|0|0" osisRef="Bible:Num.33.18" />
<sup>18</sup>Και σηκωθεντες απο Ασηρωθ, εστρατοπεδευσαν εν Ριθμα.
<scripture passage="Num 33:19" parsed="|Num|33|19|0|0" osisRef="Bible:Num.33.19" />
<sup>19</sup>Και σηκωθεντες απο Ριθμα, εστρατοπεδευσαν εν Ριμμων-φαρες.
<scripture passage="Num 33:20" parsed="|Num|33|20|0|0" osisRef="Bible:Num.33.20" />
<sup>20</sup>Και σηκωθεντες απο Ριμμων-φαρες, εστρατοπεδευσαν εν Λιβνα.
<scripture passage="Num 33:21" parsed="|Num|33|21|0|0" osisRef="Bible:Num.33.21" />
<sup>21</sup>Και σηκωθεντες απο Λιβνα, εστρατοπεδευσαν εν Ρισσα.
<scripture passage="Num 33:22" parsed="|Num|33|22|0|0" osisRef="Bible:Num.33.22" />
<sup>22</sup>Και σηκωθεντες απο Ρισσα, εστρατοπεδευσαν εν Κεελαθα.
<scripture passage="Num 33:23" parsed="|Num|33|23|0|0" osisRef="Bible:Num.33.23" />
<sup>23</sup>Και σηκωθεντες απο Κεελαθα, εστρατοπεδευσαν εν τω ορει Σαφερ.
<scripture passage="Num 33:24" parsed="|Num|33|24|0|0" osisRef="Bible:Num.33.24" />
<sup>24</sup>Και σηκωθεντες απο του ορους Σαφερ, εστρατοπεδευσαν εν Χαραδα.
<scripture passage="Num 33:25" parsed="|Num|33|25|0|0" osisRef="Bible:Num.33.25" />
<sup>25</sup>Και σηκωθεντες απο Χαραδα, εστρατοπεδευσαν εν Μακηλωθ.
<scripture passage="Num 33:26" parsed="|Num|33|26|0|0" osisRef="Bible:Num.33.26" />
<sup>26</sup>Και σηκωθεντες απο Μακηλωθ, εστρατοπεδευσαν εν Ταχαθ.
<scripture passage="Num 33:27" parsed="|Num|33|27|0|0" osisRef="Bible:Num.33.27" />
<sup>27</sup>Και σηκωθεντες απο Ταχαθ, εστρατοπεδευσαν εν Θαρα.
<scripture passage="Num 33:28" parsed="|Num|33|28|0|0" osisRef="Bible:Num.33.28" />
<sup>28</sup>Και σηκωθεντες απο Θαρα, εστρατοπεδευσαν εν Μιθκα.
<scripture passage="Num 33:29" parsed="|Num|33|29|0|0" osisRef="Bible:Num.33.29" />
<sup>29</sup>Και σηκωθεντες απο Μιθκα, εστρατοπεδευσαν εν Ασεμωνα.
<scripture passage="Num 33:30" parsed="|Num|33|30|0|0" osisRef="Bible:Num.33.30" />
<sup>30</sup>Και σηκωθεντες απο Ασεμωνα, εστρατοπεδευσαν εν Μοσηρωθ.
<scripture passage="Num 33:31" parsed="|Num|33|31|0|0" osisRef="Bible:Num.33.31" />
<sup>31</sup>Και σηκωθεντες απο Μοσηρωθ, εστρατοπεδευσαν εν Βενε-ιακαν.
<scripture passage="Num 33:32" parsed="|Num|33|32|0|0" osisRef="Bible:Num.33.32" />
<sup>32</sup>Και σηκωθεντες απο Βενε-ιακαν, εστρατοπεδευσαν εν τω ορει Γαδγαδ.
<scripture passage="Num 33:33" parsed="|Num|33|33|0|0" osisRef="Bible:Num.33.33" />
<sup>33</sup>Και σηκωθεντες απο του ορους Γαδγαδ, εστρατοπεδευσαν εν Ιοτβαθα.
<scripture passage="Num 33:34" parsed="|Num|33|34|0|0" osisRef="Bible:Num.33.34" />
<sup>34</sup>Και σηκωθεντες απο Ιοτβαθα, εστρατοπεδευσαν εν Εβρωνα.
<scripture passage="Num 33:35" parsed="|Num|33|35|0|0" osisRef="Bible:Num.33.35" />
<sup>35</sup>Και σηκωθεντες απο Εβρωνα, εστρατοπεδευσαν εν Εσιων-γαβερ.
<scripture passage="Num 33:36" parsed="|Num|33|36|0|0" osisRef="Bible:Num.33.36" />
<sup>36</sup>Και σηκωθεντες απο Εσιων-γαβερ, εστρατοπεδευσαν εν τη ερημω Σιν, ητις ειναι η Καδης.
<scripture passage="Num 33:37" parsed="|Num|33|37|0|0" osisRef="Bible:Num.33.37" />
<sup>37</sup>Και σηκωθεντες απο Καδης, εστρατοπεδευσαν εν τω ορει Ωρ, κατα το ακρον της γης Εδωμ.
<scripture passage="Num 33:38" parsed="|Num|33|38|0|0" osisRef="Bible:Num.33.38" />
<sup>38</sup>Και ανεβη Ααρων ο ιερευς, δια προσταγης του Κυριου, εις το ορος Ωρ και απεθανεν εκει, το τεσσαρακοστον ετος της εξοδου των υιων Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου, τον πεμπτον μηνα· την πρωτην του μηνος.
<scripture passage="Num 33:39" parsed="|Num|33|39|0|0" osisRef="Bible:Num.33.39" />
<sup>39</sup>Και ο Ααρων ητο εκατον εικοσιτριων ετων, οτε απεθανεν εν τω ορει Ωρ.
<scripture passage="Num 33:40" parsed="|Num|33|40|0|0" osisRef="Bible:Num.33.40" />
<sup>40</sup>Και ηκουσεν ο Χαναναιος, βασιλευς της Αραδ, οστις κατωκει προς μεσημβριαν, εν γη Χανααν, την ελευσιν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Num 33:41" parsed="|Num|33|41|0|0" osisRef="Bible:Num.33.41" />
<sup>41</sup>Και σηκωθεντες απο του ορους Ωρ, εστρατοπεδευσαν εν Σαλμωνα.
<scripture passage="Num 33:42" parsed="|Num|33|42|0|0" osisRef="Bible:Num.33.42" />
<sup>42</sup>Και σηκωθεντες απο Σαλμωνα, εστρατοπεδευσαν εν Φυνων.
<scripture passage="Num 33:43" parsed="|Num|33|43|0|0" osisRef="Bible:Num.33.43" />
<sup>43</sup>Και σηκωθεντες απο Φυνων, εστρατοπεδευσαν εν Ωβωθ.
<scripture passage="Num 33:44" parsed="|Num|33|44|0|0" osisRef="Bible:Num.33.44" />
<sup>44</sup>Και σηκωθεντες απο Ωβωθ, εστρατοπεδευσαν εν Ιιε-αβαριμ, κατα τα ορια του Μωαβ.
<scripture passage="Num 33:45" parsed="|Num|33|45|0|0" osisRef="Bible:Num.33.45" />
<sup>45</sup>Και σηκωθεντες απο Ιειμ, εστρατοπεδευσαν εν Δαιβων-γαδ.
<scripture passage="Num 33:46" parsed="|Num|33|46|0|0" osisRef="Bible:Num.33.46" />
<sup>46</sup>Και σηκωθεντες απο Δαιβων-γαδ, εστρατοπεδευσαν εν Αλμων-διβλαθαιμ.
<scripture passage="Num 33:47" parsed="|Num|33|47|0|0" osisRef="Bible:Num.33.47" />
<sup>47</sup>Και σηκωθεντες απο Αλμων-διβλαθαιμ, εστρατοπεδευσαν εις τα ορη Αβαριμ, κατεναντι Νεβω.
<scripture passage="Num 33:48" parsed="|Num|33|48|0|0" osisRef="Bible:Num.33.48" />
<sup>48</sup>Και σηκωθεντες απο των ορεων Αβαριμ, εστρατοπεδευσαν εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην κατεναντι της Ιεριχω.
<scripture passage="Num 33:49" parsed="|Num|33|49|0|0" osisRef="Bible:Num.33.49" />
<sup>49</sup>Και εστρατοπεδευσαν παρα τον Ιορδανην, απο Βαιθ-ιεσιμωθ εως Αβελ-σιττιμ, εις τας πεδιαδας Μωαβ.
<scripture passage="Num 33:50" parsed="|Num|33|50|0|0" osisRef="Bible:Num.33.50" />
<sup>50</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην κατεναντι της Ιεριχω, λεγων,
<scripture passage="Num 33:51" parsed="|Num|33|51|0|0" osisRef="Bible:Num.33.51" />
<sup>51</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Αφου διαβητε τον Ιορδανην προς την γην Χανααν,
<scripture passage="Num 33:52" parsed="|Num|33|52|0|0" osisRef="Bible:Num.33.52" />
<sup>52</sup>θελετε εκδιωξει παντας τους κατοικους της γης απ' εμπροσθεν σας και καταστρεψει πασας τας εικονας αυτων και καταστρεψει παντα τα χυτα ειδωλα αυτων και κατεδαφισει παντας τους βωμους αυτων·
<scripture passage="Num 33:53" parsed="|Num|33|53|0|0" osisRef="Bible:Num.33.53" />
<sup>53</sup>και θελετε κυριευσει την γην και κατοικησει εν αυτη· διοτι εις εσας εδωκα την γην ταυτην εις κληρονομιαν·
<scripture passage="Num 33:54" parsed="|Num|33|54|0|0" osisRef="Bible:Num.33.54" />
<sup>54</sup>και θελετε διαμοιρασθη την γην δια κληρων μεταξυ των συγγενειων σας· εις τους περισσοτερους θελετε δωσει περισσοτεραν κληρονομιαν, και εις τους ολιγωτερους θελετε δωσει ολιγωτεραν κληρονομιαν· εκαστου η κληρονομια θελει εισθαι εις το μερος οπου πεση ο κληρος αυτου· κατα τας φυλας των πατερων σας θελετε κληρονομησει.
<scripture passage="Num 33:55" parsed="|Num|33|55|0|0" osisRef="Bible:Num.33.55" />
<sup>55</sup>Εαν ομως δεν εκδιωξητε τους κατοικους της γης απ' εμπροσθεν σας, τοτε οσους ηθελετε αφησει εξ αυτων να μενωσι, θελουσιν εισθαι ακανθαι εις τους οφθαλμους σας και κεντρα εις τας πλευρας σας και θελουσι σας ενοχλει εν τω τοπω οπου κατοικειτε·
<scripture passage="Num 33:56" parsed="|Num|33|56|0|0" osisRef="Bible:Num.33.56" />
<sup>56</sup>και ετι, καθως εστοχαζομην να καμω εις αυτους, ουτω θελω καμει εις εσας.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 34" progress="15.99%" prev="Num.33" next="Num.35" id="Num.34">
<h3 id="Num.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Num.34-p1">
<scripture passage="Num 34:1" parsed="|Num|34|1|0|0" osisRef="Bible:Num.34.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 34:2" parsed="|Num|34|2|0|0" osisRef="Bible:Num.34.2" />
<sup>2</sup>Προσταξον τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν εισελθητε εις την γην Χανααν, την γην εκεινην ητις θελει σας πεσει εις κληρονομιαν, την γην Χανααν μετα των οριων αυτης,
<scripture passage="Num 34:3" parsed="|Num|34|3|0|0" osisRef="Bible:Num.34.3" />
<sup>3</sup>τοτε το μερος σας το προς μεσημβριαν θελει εισθαι απο της ερημου Σιν εως πλησιον Εδωμ· και τα μεσημβρινα ορια σας θελουσιν εισθαι απο του ακρου της αλμυρας θαλασσης προς ανατολας·
<scripture passage="Num 34:4" parsed="|Num|34|4|0|0" osisRef="Bible:Num.34.4" />
<sup>4</sup>και το οριον σας θελει στρεφει απο μεσημβριας προς την αναβασιν Ακραββιμ, και θελει διερχεσθαι εις Σιν· και θελει προχωρει απο του μεσημβρινου μερους εως Καδης-βαρνη, και θελει εκβαινει εις Ασαρ-αδδαρ, και θελει διαβαινει εως Ασμων·
<scripture passage="Num 34:5" parsed="|Num|34|5|0|0" osisRef="Bible:Num.34.5" />
<sup>5</sup>και θελει στρεφεσθαι το οριον απο Ασμων εως του χειμαρρου της Αιγυπτου, και θελει καταντησει εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Num 34:6" parsed="|Num|34|6|0|0" osisRef="Bible:Num.34.6" />
<sup>6</sup>Δυτικον δε οριον θελετε εχει την θαλασσαν την μεγαλην· αυτη θελει εισθαι το δυτικον οριον σας.
<scripture passage="Num 34:7" parsed="|Num|34|7|0|0" osisRef="Bible:Num.34.7" />
<sup>7</sup>Και ταυτα θελουσιν εισθαι τα αρκτικα ορια σας· απο της μεγαλης θαλασσης θελετε θεσει οριον σας το ορος Ωρ·
<scripture passage="Num 34:8" parsed="|Num|34|8|0|0" osisRef="Bible:Num.34.8" />
<sup>8</sup>απο του ορους Ωρ θελετε θεσει οριον σας εως της εισοδου Αιμαθ, και θελει προχωρει το οριον εις Σεδαδ·
<scripture passage="Num 34:9" parsed="|Num|34|9|0|0" osisRef="Bible:Num.34.9" />
<sup>9</sup>και θελει προχωρει το οριον εις Ζιφρων, και θελει καταντησει εις Ασαρ-εναν· τουτο θελει εισθαι το αρκτικον οριον σας.
<scripture passage="Num 34:10" parsed="|Num|34|10|0|0" osisRef="Bible:Num.34.10" />
<sup>10</sup>Και θελετε θεσει τα ανατολικα ορια σας απο Ασαρ-εναν εως Σεπφαμ·
<scripture passage="Num 34:11" parsed="|Num|34|11|0|0" osisRef="Bible:Num.34.11" />
<sup>11</sup>και θελει καταβαινει το οριον απο Σεπφαμ εως Ριβλα, προς ανατολας του Αειν· και θελει καταβαινει το οριον και θελει φθανει εις το πλαγιον της θαλασσης Χιννερωθ προς ανατολας·
<scripture passage="Num 34:12" parsed="|Num|34|12|0|0" osisRef="Bible:Num.34.12" />
<sup>12</sup>και θελει καταβαινει το οριον προς τον Ιορδανην και θελει καταντησει εις την αλμυραν θαλασσαν. Αυτη ειναι η γη σας κατα τα ορια αυτης κυκλω.
<scripture passage="Num 34:13" parsed="|Num|34|13|0|0" osisRef="Bible:Num.34.13" />
<sup>13</sup>Και προσεταξεν ο Μωυσης τους υιους Ισραηλ λεγων, Αυτη ειναι η γη, την οποιαν θελετε κληρονομησει δια κληρων, την οποιαν ο Κυριος προσεταξε να δοθη εις τας εννεα φυλας και εις το ημισυ της φυλης.
<scripture passage="Num 34:14" parsed="|Num|34|14|0|0" osisRef="Bible:Num.34.14" />
<sup>14</sup>Διοτι η φυλη των υιων Ρουβην κατα τον οικον των πατερων αυτων και η φυλη των υιων Γαδ κατα τον οικον των πατερων αυτων, ελαβον την κληρονομιαν αυτων· και το ημισυ της φυλης του Μανασση ελαβε την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Num 34:15" parsed="|Num|34|15|0|0" osisRef="Bible:Num.34.15" />
<sup>15</sup>Αι δυο φυλαι και το ημισυ της φυλης ελαβον την κληρονομιαν αυτων εντευθεν του Ιορδανου κατεναντι της Ιεριχω, προς ανατολας.
<scripture passage="Num 34:16" parsed="|Num|34|16|0|0" osisRef="Bible:Num.34.16" />
<sup>16</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην, λεγων,
<scripture passage="Num 34:17" parsed="|Num|34|17|0|0" osisRef="Bible:Num.34.17" />
<sup>17</sup>Ταυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων, οιτινες θελουσι κληροδοτησει εις εσας την γην· Ελεαζαρ ο ιερευς και Ιησους ο υιος του Ναυη·
<scripture passage="Num 34:18" parsed="|Num|34|18|0|0" osisRef="Bible:Num.34.18" />
<sup>18</sup>και θελετε λαβει ανα ενα αρχοντα αφ' εκαστης φυλης, δια να κληροδοτησωσι την γην·
<scripture passage="Num 34:19" parsed="|Num|34|19|0|0" osisRef="Bible:Num.34.19" />
<sup>19</sup>και ταυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων· Εκ της φυλης Ιουδα, Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη·
<scripture passage="Num 34:20" parsed="|Num|34|20|0|0" osisRef="Bible:Num.34.20" />
<sup>20</sup>και εκ της φυλης των υιων Συμεων, Σαμουηλ ο υιος του Αμμιουδ·
<scripture passage="Num 34:21" parsed="|Num|34|21|0|0" osisRef="Bible:Num.34.21" />
<sup>21</sup>εκ της φυλης Βενιαμιν, Ελιδαδ ο υιος του Χισλων·
<scripture passage="Num 34:22" parsed="|Num|34|22|0|0" osisRef="Bible:Num.34.22" />
<sup>22</sup>και εκ της φυλης των υιων Δαν, ο αρχων Βουκκι ο υιος του Ιογλι·
<scripture passage="Num 34:23" parsed="|Num|34|23|0|0" osisRef="Bible:Num.34.23" />
<sup>23</sup>εκ των υιων Ιωσηφ, εκ της φυλης των υιων Μανασση, ο αρχων Ανιηλ ο υιος του Εφωδ·
<scripture passage="Num 34:24" parsed="|Num|34|24|0|0" osisRef="Bible:Num.34.24" />
<sup>24</sup>και εκ της φυλης των υιων Εφραιμ, ο αρχων Κεμουηλ ο υιος του Σιφταν·
<scripture passage="Num 34:25" parsed="|Num|34|25|0|0" osisRef="Bible:Num.34.25" />
<sup>25</sup>και εκ της φυλης των υιων Ζαβουλων, ο αρχων Ελισαφαν ο υιος του Φαρναχ·
<scripture passage="Num 34:26" parsed="|Num|34|26|0|0" osisRef="Bible:Num.34.26" />
<sup>26</sup>και εκ της φυλης των υιων Ισσαχαρ, ο αρχων Φαλτιηλ ο υιος του Αζαν·
<scripture passage="Num 34:27" parsed="|Num|34|27|0|0" osisRef="Bible:Num.34.27" />
<sup>27</sup>και εκ της φυλης των υιων Ασηρ, ο αρχων Αχιουδ ο υιος του Σελωμι·
<scripture passage="Num 34:28" parsed="|Num|34|28|0|0" osisRef="Bible:Num.34.28" />
<sup>28</sup>και εκ της φυλης των υιων Νεφθαλι, ο αρχων Φεδαηλ ο υιος του Αμμιουδ.
<scripture passage="Num 34:29" parsed="|Num|34|29|0|0" osisRef="Bible:Num.34.29" />
<sup>29</sup>Ουτοι ειναι, τους οποιους προσεταξεν ο Κυριος να κληροδοτησωσιν εις τους υιους Ισραηλ εν τη γη Χανααν.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 35" progress="16.07%" prev="Num.34" next="Num.36" id="Num.35">
<h3 id="Num.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Num.35-p1">
<scripture passage="Num 35:1" parsed="|Num|35|1|0|0" osisRef="Bible:Num.35.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην κατεναντι της Ιεριχω, λεγων,
<scripture passage="Num 35:2" parsed="|Num|35|2|0|0" osisRef="Bible:Num.35.2" />
<sup>2</sup>Προσταξον τους υιους Ισραηλ να δωσωσιν εις τους Λευιτας, απο της κληρονομιας της ιδιοκτησιας αυτων, πολεις δια να κατοικησωσι· και περιχωρα θελετε δωσει εις τους Λευιτας δια τας πολεις περιξ αυτων.
<scripture passage="Num 35:3" parsed="|Num|35|3|0|0" osisRef="Bible:Num.35.3" />
<sup>3</sup>Και αι μεν πολεις θελουσιν εισθαι εις αυτους δια να κατοικωσιν εις αυτας· τα δε περιχωρα αυτων θελουσιν εισθαι δια τα κτηνη αυτων και δια τα υπαρχοντα αυτων και δια παντα τα ζωα αυτων.
<scripture passage="Num 35:4" parsed="|Num|35|4|0|0" osisRef="Bible:Num.35.4" />
<sup>4</sup>Και τα περιχωρα των πολεων, τα οποια θελετε δωσει εις τους Λευιτας, θελουσιν εισθαι, απο του τειχους της πολεως και εξω, χιλιαι πηχαι κυκλω.
<scripture passage="Num 35:5" parsed="|Num|35|5|0|0" osisRef="Bible:Num.35.5" />
<sup>5</sup>Και θελετε μετρησει απο του εξω της πολεως προς το ανατολικον μερος δυο χιλιαδας πηχων, και προς το μεσημβρινον μερος δυο χιλιαδας πηχων, και προς το δυτικον μερος δυο χιλιαδας πηχων, και προς το αρκτικον μερος δυο χιλιαδας πηχων· και η πολις θελει εισθαι εν τω μεσω. Ταυτα θελουσιν εισθαι εις αυτους τα περιχωρα των πολεων.
<scripture passage="Num 35:6" parsed="|Num|35|6|0|0" osisRef="Bible:Num.35.6" />
<sup>6</sup>Και εκ των πολεων, τας οποιας θελετε δωσει εις τους Λευιτας, εξ πολεις θελουσιν εισθαι δια καταφυγιον, τας οποιας θελετε διορισει δια να φευγη εκει ο φονευς· και εις ταυτας θελετε προσθεσει τεσσαρακοντα δυο πολεις.
<scripture passage="Num 35:7" parsed="|Num|35|7|0|0" osisRef="Bible:Num.35.7" />
<sup>7</sup>Πασαι αι πολεις, τας οποιας θελετε δωσει εις τους Λευιτας, θελουσιν εισθαι τεσσαρακοντα οκτω πολεις· ταυτας θελετε δωσει μετα των περιχωρων αυτων.
<scripture passage="Num 35:8" parsed="|Num|35|8|0|0" osisRef="Bible:Num.35.8" />
<sup>8</sup>Και αι πολεις, τας οποιας θελετε δωσει, θελουσιν εισθαι εκ της ιδιοκτησιας των υιων Ισραηλ· απο των εχοντων πολλα θελετε δωσει πολλα, και απο των εχοντων ολιγα θελετε δωσει ολιγα· εκαστος κατα την κληρονομιαν, την οποιαν εκληρονομησε, θελει δωσει εκ των πολεων αυτου εις τους Λευιτας.
<scripture passage="Num 35:9" parsed="|Num|35|9|0|0" osisRef="Bible:Num.35.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην λεγων,
<scripture passage="Num 35:10" parsed="|Num|35|10|0|0" osisRef="Bible:Num.35.10" />
<sup>10</sup>Λαλησον προς τους υιους Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Οταν διαβητε τον Ιορδανην προς την γην Χανααν,
<scripture passage="Num 35:11" parsed="|Num|35|11|0|0" osisRef="Bible:Num.35.11" />
<sup>11</sup>τοτε θελετε διορισει εις εαυτους πολεις, δια να ηναι εις εσας πολεις καταφυγιου, ωστε να φευγη εκει ο φονευς, οστις εφονευσεν ανθρωπον ακουσιως.
<scripture passage="Num 35:12" parsed="|Num|35|12|0|0" osisRef="Bible:Num.35.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσιν εισθαι εις εσας πολεις δια καταφυγιον απο του εκδικουντος το αιμα· δια να μη αποθανη ο φονευς, εωσου παρασταθη ενωπιον της συναγωγης εις κρισιν.
<scripture passage="Num 35:13" parsed="|Num|35|13|0|0" osisRef="Bible:Num.35.13" />
<sup>13</sup>Και εκ των πολεων, τας οποιας θελετε δωσει, εξ πολεις θελουσιν εισθαι δια καταφυγιον εις εσας.
<scripture passage="Num 35:14" parsed="|Num|35|14|0|0" osisRef="Bible:Num.35.14" />
<sup>14</sup>Τας τρεις πολεις θελετε δωσει εντευθεν του Ιορδανου, και τας τρεις πολεις θελετε δωσει εν τη γη Χανααν· πολεις καταφυγιου θελουσιν εισθαι.
<scripture passage="Num 35:15" parsed="|Num|35|15|0|0" osisRef="Bible:Num.35.15" />
<sup>15</sup>Αυται αι εξ πολεις θελουσιν εισθαι καταφυγιον δια τους υιους Ισραηλ και δια τον ξενον και δια τον παροικουντα μεταξυ αυτων· ωστε οστις φονευση ανθρωπον ακουσιως να φευγη εκει.
<scripture passage="Num 35:16" parsed="|Num|35|16|0|0" osisRef="Bible:Num.35.16" />
<sup>16</sup>Και εαν παταξη αυτον με οργανον σιδηρουν, ωστε να αποθανη, ειναι φονευς· ο φονευς εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Num 35:17" parsed="|Num|35|17|0|0" osisRef="Bible:Num.35.17" />
<sup>17</sup>Και εαν παταξη αυτον με λιθον εκ της χειρος, δια του οποιου δυναται να αποθανη, και αποθανη, ειναι φονευς· ο φονευς εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Num 35:18" parsed="|Num|35|18|0|0" osisRef="Bible:Num.35.18" />
<sup>18</sup>Η εαν παταξη αυτον με ξυλινον οργανον εκ χειρος, εκ του οποιου δυναται να αποθανη, και αποθανη, ειναι φονευς· ο φονευς εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Num 35:19" parsed="|Num|35|19|0|0" osisRef="Bible:Num.35.19" />
<sup>19</sup>Ο εκδικητης του αιματος, αυτος θελει θανατονει τον φονεα· οταν απαντηση αυτον, θελει θανατονει αυτον·
<scripture passage="Num 35:20" parsed="|Num|35|20|0|0" osisRef="Bible:Num.35.20" />
<sup>20</sup>Εαν δε δι' εχθραν ωθηση αυτον η παραμονευσας ριψη τι επ' αυτον και αποθανη,
<scripture passage="Num 35:21" parsed="|Num|35|21|0|0" osisRef="Bible:Num.35.21" />
<sup>21</sup>η εχθρικως παταξη αυτον με την χειρα αυτου και αποθανη, ο παταξας εξαπαντος θελει θανατωθη· ειναι φονευς· ο εκδικητης του αιματος θελει θανατονει τον φονεα, οταν απαντηση αυτον.
<scripture passage="Num 35:22" parsed="|Num|35|22|0|0" osisRef="Bible:Num.35.22" />
<sup>22</sup>Εαν ομως ωθηση αυτον εξαιφνης χωρις εχθρας η ριψη τι επ' αυτον χωρις να παραμονευση αυτον,
<scripture passage="Num 35:23" parsed="|Num|35|23|0|0" osisRef="Bible:Num.35.23" />
<sup>23</sup>η λιθον τινα χωρις να ιδη αυτον, εκ του οποιου δυναται να αποθανη, και ριψη επ' αυτον ωστε να αποθανη, και δεν ητο εχθρος αυτου ουδε εζητει να κακοποιηση αυτον,
<scripture passage="Num 35:24" parsed="|Num|35|24|0|0" osisRef="Bible:Num.35.24" />
<sup>24</sup>τοτε η συναγωγη θελει κρινει αναμεσον του φονεως και του εκδικουντος το αιμα κατα τας κρισεις ταυτας·
<scripture passage="Num 35:25" parsed="|Num|35|25|0|0" osisRef="Bible:Num.35.25" />
<sup>25</sup>και η συναγωγη θελει ελευθερωσει τον φονεα εκ της χειρος του εκδικουντος το αιμα, και η συναγωγη θελει αποκαταστησει αυτον εις την πολιν του καταφυγιου αυτου, οπου ειχε φυγει· και θελει κατοικει εν αυτη μεχρι του θανατου του ιερεως του μεγαλου, του κεχρισμενου δια του αγιου ελαιου.
<scripture passage="Num 35:26" parsed="|Num|35|26|0|0" osisRef="Bible:Num.35.26" />
<sup>26</sup>Εαν ομως ο φονευς εξελθη εξω των οριων της πολεως του καταφυγιου αυτου, εις την οποιαν εφυγε,
<scripture passage="Num 35:27" parsed="|Num|35|27|0|0" osisRef="Bible:Num.35.27" />
<sup>27</sup>και ο εκδικητης του αιματος ευρη αυτον εξω των οριων της πολεως του καταφυγιου αυτου και ο εκδικητης του αιματος θανατωση τον φονεα, δεν θελει εισθαι ενοχος αιματος·
<scripture passage="Num 35:28" parsed="|Num|35|28|0|0" osisRef="Bible:Num.35.28" />
<sup>28</sup>διοτι επρεπε να μενη εν τη πολει του καταφυγιου αυτου μεχρι του θανατου του μεγαλου ιερεως· μετα δε τον θανατον του μεγαλου ιερεως, ο φονευς θελει επιστρεφει εις την γην της ιδιοκτησιας αυτου.
<scripture passage="Num 35:29" parsed="|Num|35|29|0|0" osisRef="Bible:Num.35.29" />
<sup>29</sup>Και ταυτα θελουσιν εισθαι εις διαταγμα κρισεως προς εσας, εις πασας τας γενεας σας κατα πασας τας κατοικιας σας.
<scripture passage="Num 35:30" parsed="|Num|35|30|0|0" osisRef="Bible:Num.35.30" />
<sup>30</sup>Οστις φονευση τινα, ο φονευς θελει θανατωθη δια στοματος μαρτυρων· πλην εις μονος μαρτυς δεν θελει μαρτυρησει εναντιον τινος, ωστε να θανατωθη.
<scripture passage="Num 35:31" parsed="|Num|35|31|0|0" osisRef="Bible:Num.35.31" />
<sup>31</sup>Και δεν θελετε λαμβανει ουδεμιαν εξαγοραν υπερ της ζωης του φονεως, οστις ειναι ενοχος θανατου· αλλα εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Num 35:32" parsed="|Num|35|32|0|0" osisRef="Bible:Num.35.32" />
<sup>32</sup>Και δεν θελετε λαμβανει εξαγοραν υπερ του φυγοντος εις την πολιν του καταφυγιου αυτου· δια να επιστρεψη να κατοικη εν τω τοπω αυτου, μεχρι του θανατου του ιερεως.
<scripture passage="Num 35:33" parsed="|Num|35|33|0|0" osisRef="Bible:Num.35.33" />
<sup>33</sup>Και δεν θελετε μολυνει την γην εις την οποιαν κατοικειτε· διοτι το αιμα αυτο μολυνει την γην· και η γη δεν δυναται να καθαρισθη απο του αιματος του εκχυθεντος επ' αυτης, ειμη δια του αιματος εκεινου οστις εχυσεν αυτο.
<scripture passage="Num 35:34" parsed="|Num|35|34|0|0" osisRef="Bible:Num.35.34" />
<sup>34</sup>Μη μολυνετε λοιπον την γην, εις την οποιαν θελετε κατοικησει, εν μεσω της οποιας εγω κατοικω· διοτι εγω ο Κυριος ειμαι ο κατοικων εν τω μεσω των υιων Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Numbers 36" progress="16.19%" prev="Num.35" next="Deut" id="Num.36">
<h3 id="Num.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Num.36-p1">
<scripture passage="Num 36:1" parsed="|Num|36|1|0|0" osisRef="Bible:Num.36.1" />
<sup>1</sup>Και προσελθοντες οι αρχηγοι των πατριων των συγγενειων των υιων Γαλααδ, υιου του Μαχειρ, υιου του Μανασση, εκ των συγγενειων των υιων Ιωσηφ, ελαλησαν ενωπιον του Μωυσεως και ενωπιον των αρχοντων, οιτινες ησαν οι αρχηγοι των πατριων των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Num 36:2" parsed="|Num|36|2|0|0" osisRef="Bible:Num.36.2" />
<sup>2</sup>και ειπον, Ο Κυριος προσεταξεν εις τον κυριον μου να δωση την γην δια κληρου προς κληρονομιαν εις τους υιους Ισραηλ, και ο κυριος μου προσεταχθη παρα του Κυριου να δωση την κληρονομιαν Σαλπααδ, του αδελφου ημων, εις τας θυγατερας αυτου·
<scripture passage="Num 36:3" parsed="|Num|36|3|0|0" osisRef="Bible:Num.36.3" />
<sup>3</sup>και εαν νυμφευθωσι μετα τινος εκ των υιων των φυλων των υιων Ισραηλ, τοτε η κληρονομια αυτων θελει αφαιρεθη εκ της κληρονομιας των πατερων ημων και θελει προστεθη εις την κληρονομιαν της φυλης ητις ηθελε δεχθη αυτας· ουτω θελει αφαιρεθη απο του κληρου της κληρονομιας ημων·
<scripture passage="Num 36:4" parsed="|Num|36|4|0|0" osisRef="Bible:Num.36.4" />
<sup>4</sup>και οταν ελθη το ετος της αφεσεως των υιων Ισραηλ, τοτε η κληρονομια αυτων θελει προστεθη εις την κληρονομιαν της φυλης, ητις ηθελε δεχθη αυτας· και η κληρονομια αυτων θελει αφαιρεθη απο της κληρονομιας της φυλης των πατερων ημων.
<scripture passage="Num 36:5" parsed="|Num|36|5|0|0" osisRef="Bible:Num.36.5" />
<sup>5</sup>Και προσεταξεν ο Μωυσης τους υιους Ισραηλ, κατα τον λογον του Κυριου, λεγων, Η φυλη των υιων Ιωσηφ ελαλησεν ορθως.
<scripture passage="Num 36:6" parsed="|Num|36|6|0|0" osisRef="Bible:Num.36.6" />
<sup>6</sup>Ουτος ειναι ο λογος, τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος περι των θυγατερων του Σαλπααδ, λεγων, Ας νυμφευθωσι με οντινα αρεσκη εις αυτας· μονον θελουσι νυμφευθη μετα ανδρων εκ της συγγενειας της φυλης των πατερων αυτων·
<scripture passage="Num 36:7" parsed="|Num|36|7|0|0" osisRef="Bible:Num.36.7" />
<sup>7</sup>και δεν θελει μεταβαινει η κληρονομια των υιων Ισραηλ απο φυλης εις φυλην· διοτι εκαστος εκ των υιων Ισραηλ θελει εισθαι προσκεκολλημενος εις την κληρονομιαν της φυλης των πατερων αυτου.
<scripture passage="Num 36:8" parsed="|Num|36|8|0|0" osisRef="Bible:Num.36.8" />
<sup>8</sup>Και πασα θυγατηρ, ητις εχει κληρονομιαν εν φυλη τινι των υιων Ισραηλ, θελει εισθαι γυνη ενος εκ της συγγενειας της φυλης του πατρος αυτης· δια να απολαμβανωσιν οι υιοι Ισραηλ εκαστος την κληρονομιαν των πατερων αυτου.
<scripture passage="Num 36:9" parsed="|Num|36|9|0|0" osisRef="Bible:Num.36.9" />
<sup>9</sup>Και δεν θελει μεταβαινει η κληρονομια απο φυλης εις αλλην φυλην, αλλ' εκαστος εκ των φυλων των υιων Ισραηλ θελει εισθαι προσκεκολλημενος εις την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Num 36:10" parsed="|Num|36|10|0|0" osisRef="Bible:Num.36.10" />
<sup>10</sup>Ως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως εκαμον αι θυγατερες του Σαλπααδ·
<scripture passage="Num 36:11" parsed="|Num|36|11|0|0" osisRef="Bible:Num.36.11" />
<sup>11</sup>διοτι η Μααλα, η Θερσα και η Αγλα και η Μελχα και η Νουα, αι θυγατερες του Σαλπααδ, ενυμφευθησαν με τους υιους των αδελφων του πατρος αυτων·
<scripture passage="Num 36:12" parsed="|Num|36|12|0|0" osisRef="Bible:Num.36.12" />
<sup>12</sup>ενυμφευθησαν με ανδρας εκ των συγγενειων των υιων Μανασση, υιου του Ιωσηφ· και η κληρονομια αυτων εμεινεν εν τη φυλη της συγγενειας του πατρος αυτων.
<scripture passage="Num 36:13" parsed="|Num|36|13|0|0" osisRef="Bible:Num.36.13" />
<sup>13</sup>Ταυτα ειναι τα προσταγματα και αι κρισεις, τας οποιας προσεταξεν ο Κυριος δια χειρος του Μωυσεως προς τους υιους Ισραηλ, εις τας πεδιαδας Μωαβ παρα τον Ιορδανην κατεναντι της Ιεριχω.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Deuteronomy" progress="16.25%" prev="Num.36" next="Deut.1" id="Deut">
<h2 id="Deut-p0.1">Deuteronomy</h2>

<div3 title="Deuteronomy 1" progress="16.25%" prev="Deut" next="Deut.2" id="Deut.1">
<h3 id="Deut.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Deut.1-p1">
<scripture passage="Deut 1:1" parsed="|Deut|1|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους ελαλησεν ο Μωυσης προς παντα τον Ισραηλ, εντευθεν του Ιορδανου εν τη ερημω, εν τη πεδιαδι κατεναντι Σουφ, μεταξυ Φαραν και Τοφελ και Λαβαν και Ασηρωθ και Διζααβ.
<scripture passage="Deut 1:2" parsed="|Deut|1|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.2" />
<sup>2</sup>Ενδεκα ημεραι ειναι απο Χωρηβ, δια της οδου του ορους Σηειρ, εως Καδης-βαρνη.
<scripture passage="Deut 1:3" parsed="|Deut|1|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.3" />
<sup>3</sup>Και το τεσσαρακοστον ετος τον ενδεκατον μηνα, τη πρωτη του μηνος ελαλησεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ, κατα παντα οσα προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος περι αυτων·
<scripture passage="Deut 1:4" parsed="|Deut|1|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.4" />
<sup>4</sup>αφου επαταξε τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων, οστις κατωκει εν Εσεβων, και τον Ωγ βασιλεα της Βασαν, οστις κατωκει εν Ασταρωθ εν Εδρει·
<scripture passage="Deut 1:5" parsed="|Deut|1|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.5" />
<sup>5</sup>εντευθεν του Ιορδανου εν τη γη Μωαβ ηρχισεν ο Μωυσης να διασαφη τον νομον τουτον, λεγων,
<scripture passage="Deut 1:6" parsed="|Deut|1|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.6" />
<sup>6</sup>Κυριος ο Θεος ημων ελαλησε προς ημας εν Χωρηβ λεγων, Αρκει οσον εμεινατε εν τω ορει τουτω·
<scripture passage="Deut 1:7" parsed="|Deut|1|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.7" />
<sup>7</sup>στρεψατε και ακολουθησατε την οδον σας και υπαγετε εις το ορος των Αμορραιων και εις παντας τους περιοικους αυτου εις την πεδιαδα, εις το ορος και εις την κοιλαδα και εις την μεσημβριαν και εις τα παραλια, την γην των Χαναναιων και τον Λιβανον, εως του μεγαλου ποταμου, του ποταμου Ευφρατου·
<scripture passage="Deut 1:8" parsed="|Deut|1|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.8" />
<sup>8</sup>ιδου, εγω παρεδωκα εμπροσθεν σας την γην· εισελθετε και κυριευσατε την γην, την οποιαν ωμοσε Κυριος προς τους πατερας σας, προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ, να δωση εις αυτους και εις το σπερμα αυτων μετ' αυτους.
<scripture passage="Deut 1:9" parsed="|Deut|1|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.9" />
<sup>9</sup>Και ειπα προς εσας κατ' εκεινον τον καιρον, λεγων, Δεν δυναμαι εγω μονος να σας βασταζω·
<scripture passage="Deut 1:10" parsed="|Deut|1|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.10" />
<sup>10</sup>Κυριος ο Θεος σας σας επληθυνε και ιδου, την σημερον εισθε ως τα αστρα του ουρανου κατα το πληθος·
<scripture passage="Deut 1:11" parsed="|Deut|1|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.11" />
<sup>11</sup>Κυριος ο Θεος των πατερων σας να σας καμη χιλιακις περισσοτερους παρ' ο, τι εισθε και να σας ευλογηση, καθως ελαλησε προς εσας·
<scripture passage="Deut 1:12" parsed="|Deut|1|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.12" />
<sup>12</sup>πως θελω δυνηθη εγω μονος να βαστασω την ενοχλησιν σας και το φορτιον σας και τας αντιλογιας σας;
<scripture passage="Deut 1:13" parsed="|Deut|1|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.13" />
<sup>13</sup>λαβετε ανδρας σοφους και συνετους και γνωστους μεταξυ των φυλων σας, και θελω καταστησει αυτους αρχηγους εφ' υμας.
<scripture passage="Deut 1:14" parsed="|Deut|1|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθητε προς εμε λεγοντες, Καλος ο λογος, τον οποιον ελαλησας, δια να καμωμεν αυτον.
<scripture passage="Deut 1:15" parsed="|Deut|1|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ελαβον τους αρχηγους των φυλων σας, ανδρας σοφους και γνωστους και κατεστησα αυτους αρχηγους εφ' υμας, χιλιαρχους και εκατονταρχους και πεντηκονταρχους και δεκαρχους και επιστατας των φυλων σας.
<scripture passage="Deut 1:16" parsed="|Deut|1|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.16" />
<sup>16</sup>Και προσεταξα εις τους κριτας σας κατ' εκεινον τον καιρον λεγων, Ακουετε αναμεσον των αδελφων σας και κρινετε δικαιως αναμεσον ανθρωπου και του αδελφου αυτου και του ξενου αυτου.
<scripture passage="Deut 1:17" parsed="|Deut|1|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.17" />
<sup>17</sup>Εν τη κρισει δεν θελετε αποβλεπει εις προσωπα· θελετε ακουει τον μικρον ως τον μεγαλον· δεν θελετε φοβεισθαι προσωπον ανθρωπου· διοτι η κρισις ειναι του Θεου· και πασαν υποθεσιν, ητις ηθελεν εισθαι πολυ δυσκολος δια σας, αναφερετε αυτην εις εμε, και εγω θελω ακουει αυτην.
<scripture passage="Deut 1:18" parsed="|Deut|1|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.18" />
<sup>18</sup>Και προσεταξα εις εσας κατα τον καιρον εκεινον παντα οσα επρεπε να πραττητε.
<scripture passage="Deut 1:19" parsed="|Deut|1|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.19" />
<sup>19</sup>Και σηκωθεντες απο Χωρηβ, διεπερασαμεν πασαν την ερημον την μεγαλην και φοβεραν εκεινην, την οποιαν ειδετε, οδοιπορουντες προς το ορος των Αμορραιων, καθως Κυριος ο Θεος ημων προσεταξεν εις ημας, και ηλθομεν εως Καδης-βαρνη.
<scripture passage="Deut 1:20" parsed="|Deut|1|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.20" />
<sup>20</sup>Και ειπα προς εσας, Ηλθετε εις το ορος των Αμορραιων, το οποιον διδει εις ημας Κυριος ο Θεος ημων·
<scripture passage="Deut 1:21" parsed="|Deut|1|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.21" />
<sup>21</sup>ιδου, Κυριος ο Θεος σου παρεδωκε την γην εμπροσθεν σου· αναβα, κυριευσον, καθως ελαλησε προς σε Κυριος ο Θεος των πατερων σου· μη φοβηθης μηδε δειλιασης.
<scripture passage="Deut 1:22" parsed="|Deut|1|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.22" />
<sup>22</sup>Και ηλθετε προς εμε παντες υμεις και ειπετε, Ας αποστειλωμεν ανδρας εμπροσθεν ημων και ας κατασκοπευσωσιν εις ημας την γην και ας απαγγειλωσι προς ημας την οδον δι' ης πρεπει να αναβωμεν· και τας πολεις εις τας οποιας θελομεν υπαγει.
<scripture passage="Deut 1:23" parsed="|Deut|1|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.23" />
<sup>23</sup>Και ηρεσεν εις εμε ο λογος και ελαβον εξ υμων δωδεκα ανδρας, ανδρα ενα κατα φυλην.
<scripture passage="Deut 1:24" parsed="|Deut|1|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.24" />
<sup>24</sup>Και στραφεντες ανεβησαν εις το ορος, και ηλθον μεχρι της φαραγγος Εσχωλ και κατεσκοπευσαν αυτην.
<scripture passage="Deut 1:25" parsed="|Deut|1|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.25" />
<sup>25</sup>Και λαβοντες εις τας χειρας αυτων εκ των καρπων της γης, εφεραν προς ημας, και απηγγειλαν προς ημας, λεγοντες, Καλη ειναι η γη, την οποιαν Κυριος ο Θεος ημων διδει εις ημας.
<scripture passage="Deut 1:26" parsed="|Deut|1|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.26" />
<sup>26</sup>Αλλα σεις δεν ηθελησατε να αναβητε, αλλ' ηπειθησατε εις την προσταγην Κυριου του Θεου σας.
<scripture passage="Deut 1:27" parsed="|Deut|1|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.27" />
<sup>27</sup>Και εγογγυσατε εις τας σκηνας σας, λεγοντες, Επειδη εμισει ημας ο Κυριος, εξεβαλεν ημας εκ της γης Αιγυπτου, δια να παραδωση ημας εις την χειρα των Αμορραιων, ωστε να εξολοθρευθωμεν·
<scripture passage="Deut 1:28" parsed="|Deut|1|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.28" />
<sup>28</sup>που αναβαινομεν ημεις; οι αδελφοι ημων εδειλιασαν την καρδιαν ημων, λεγοντες, Ο λαος ειναι μεγαλητερος και υψηλοτερος ημων· αι πολεις μεγαλαι και τετειχισμεναι εως του ουρανου· αλλα και υιους των Ανακειμ ειδομεν εκει.
<scripture passage="Deut 1:29" parsed="|Deut|1|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.29" />
<sup>29</sup>Εγω δε ειπα προς εσας, Μη τρομαξητε μηδε φοβηθητε απ' αυτων·
<scripture passage="Deut 1:30" parsed="|Deut|1|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.30" />
<sup>30</sup>Κυριος ο Θεος σας, οστις προπορευεται εμπροσθεν σας, αυτος θελει πολεμησει υπερ υμων κατα παντα οσα εκαμεν υπερ υμων εν Αιγυπτω ενωπιον των οφθαλμων υμων·
<scripture passage="Deut 1:31" parsed="|Deut|1|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.31" />
<sup>31</sup>και εν τη ερημω, οπου ειδες τινι τροπω Κυριος ο Θεος σου σε εβαστασε, καθως βασταζει ανθρωπος τον υιον αυτου, κατα πασαν την οδον την οποιαν περιεπατησατε εωσου ηλθετε εις τουτον τον τοπον.
<scripture passage="Deut 1:32" parsed="|Deut|1|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.32" />
<sup>32</sup>κατα τουτο ομως δεν επιστευσατε εις Κυριον τον Θεον σας,
<scripture passage="Deut 1:33" parsed="|Deut|1|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.33" />
<sup>33</sup>οστις προεπορευετο εμπροσθεν σας εν τη οδω, δια να σας ευρισκη τοπον στρατοπεδευσεως, την μεν νυκτα δια πυρος, δια να δεικνυη εις εσας την οδον καθ' ην επρεπε να βαδιζητε, την δε ημεραν δια νεφελης.
<scripture passage="Deut 1:34" parsed="|Deut|1|34|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.34" />
<sup>34</sup>Και ηκουσεν ο Κυριος την φωνην των λογων σας και ωργισθη, και ωμοσε λεγων,
<scripture passage="Deut 1:35" parsed="|Deut|1|35|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.35" />
<sup>35</sup>Ουδεις εκ των ανθρωπων τουτων της κακης ταυτης γενεας θελει ιδει την γην την καλην, την οποιαν ωμοσα να δωσω εις τους πατερας σας,
<scripture passage="Deut 1:36" parsed="|Deut|1|36|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.36" />
<sup>36</sup>εκτος Χαλεβ υιου του Ιεφοννη· ουτος θελει ιδει αυτην, και εις τουτον θελω δωσει την γην, εις την οποιαν επατησε και εις τους υιους αυτου, διοτι ουτος εντελως ηκολουθησε τον Κυριον.
<scripture passage="Deut 1:37" parsed="|Deut|1|37|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.37" />
<sup>37</sup>Και κατ' εμου εθυμωθη ο Κυριος δια σας, λεγων, Ουδε συ θελεις εισελθει εκει·
<scripture passage="Deut 1:38" parsed="|Deut|1|38|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.38" />
<sup>38</sup>Ιησους ο υιος του Ναυη, ο παρισταμενος ενωπιον σου, ουτος θελει εισελθει εκει· ενισχυσον αυτον, διοτι αυτος θελει κληροδοτησει αυτην εις τον Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 1:39" parsed="|Deut|1|39|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.39" />
<sup>39</sup>και τα παιδια σας, τα οποια ελεγετε οτι θελουσι γεινει λαφυρον, και οι υιοι σας, οιτινες την σημερον δεν γνωριζουσι καλον η κακον, αυτοι θελουσιν εισελθει εκει και εις αυτους θελω δωσει αυτην, και αυτοι θελουσι κληρονομησει αυτην·
<scripture passage="Deut 1:40" parsed="|Deut|1|40|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.40" />
<sup>40</sup>σεις ομως επιστρεψατε και υπαγετε εις την ερημον, κατα την οδον της Ερυθρας θαλασσης.
<scripture passage="Deut 1:41" parsed="|Deut|1|41|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.41" />
<sup>41</sup>Τοτε απεκριθητε και ειπετε προς εμε, Ημαρτησαμεν εις τον Κυριον· ημεις θελομεν αναβη και πολεμησει κατα παντα οσα προσεταξεν εις ημας Κυριος ο Θεος ημων. Και ζωσθεντες εκαστος τα πολεμικα οπλα αυτου, ησθε προπετεις να αναβητε εις το ορος.
<scripture passage="Deut 1:42" parsed="|Deut|1|42|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.42" />
<sup>42</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Ειπε προς αυτους, Μη αναβητε μηδε πολεμησητε, διοτι εγω δεν ειμαι εν μεσω υμων, δια να μη συντριφθητε εμπροσθεν των εχθρων σας.
<scripture passage="Deut 1:43" parsed="|Deut|1|43|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.43" />
<sup>43</sup>ουτως ελαλησα προς εσας· και δεν εισηκουσατε, αλλ' ηπειθησατε εις την προσταγην του Κυριου, και θρασυνομενοι ανεβητε εις το ορος.
<scripture passage="Deut 1:44" parsed="|Deut|1|44|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.44" />
<sup>44</sup>Και εξηλθον οι Αμορραιοι, οι κατοικουντες εν τω ορει εκεινω, εις συναντησιν υμων και κατεδιωξαν υμας, καθως καμνουσιν αι μελισσαι, και επαταξαν υμας εν Σηειρ, εως Ορμα.
<scripture passage="Deut 1:45" parsed="|Deut|1|45|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.45" />
<sup>45</sup>Τοτε επιστρεψαντες εκλαυσατε ενωπιον του Κυριου· αλλ' ο Κυριος δεν εισηκουσε της φωνης υμων ουδε εδωκεν εις υμας ακροασιν.
<scripture passage="Deut 1:46" parsed="|Deut|1|46|0|0" osisRef="Bible:Deut.1.46" />
<sup>46</sup>Και εμεινατε εν Καδης ημερας πολλας, οσασδηποτε ημερας εμεινατε.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 2" progress="16.41%" prev="Deut.1" next="Deut.3" id="Deut.2">
<h3 id="Deut.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Deut.2-p1">
<scripture passage="Deut 2:1" parsed="|Deut|2|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εστρεψαμεν και ωδοιπορησαμεν εν τη ερημω δια της οδου της Ερυθρας θαλασσης, καθως ελαλησε Κυριος προς εμε· και περιεφερομεθα περι το ορος Σηειρ ημερας πολλας.
<scripture passage="Deut 2:2" parsed="|Deut|2|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε λεγων,
<scripture passage="Deut 2:3" parsed="|Deut|2|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.3" />
<sup>3</sup>Αρκει οσον περιηλθετε το ορος τουτο· στραφητε προς βορραν·
<scripture passage="Deut 2:4" parsed="|Deut|2|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.4" />
<sup>4</sup>και προσταξον τον λαον λεγων, Θελετε περασει δια των οριων των αδελφων σας των υιων Ησαυ, οιτινες κατοικουσιν εν Σηειρ· και θελουσι σας φοβηθη· και προσεξατε πολυ·
<scripture passage="Deut 2:5" parsed="|Deut|2|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.5" />
<sup>5</sup>μη πολεμησητε μετ' αυτων· επειδη δεν θελω δωσει εις εσας εκ της γης αυτων ουδε βημα ποδος· διοτι εις τον Ησαυ εδωκα το ορος Σηειρ κληρονομιαν·
<scripture passage="Deut 2:6" parsed="|Deut|2|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.6" />
<sup>6</sup>θελετε αγοραζει παρ' αυτων τροφας δι' αργυριου, δια να τρωγητε· και υδωρ ετι θελετε αγοραζει παρ' αυτων δι' αργυριου, δια να πινητε·
<scripture passage="Deut 2:7" parsed="|Deut|2|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.7" />
<sup>7</sup>διοτι Κυριος ο Θεος σου σε ευλογησεν εις παντα τα εργα των χειρων σου· γνωριζει την οδοιποριαν σου δια της μεγαλης ταυτης ερημου· τα τεσσαρακοντα ταυτα ετη Κυριος ο Θεος σου ητο μετα σου· δεν εστερηθης ουδενος.
<scripture passage="Deut 2:8" parsed="|Deut|2|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.8" />
<sup>8</sup>Και αφου επερασαμεν δια των αδελφων ημων των υιων Ησαυ, των κατοικουντων εν Σηειρ, δια της οδου της πεδιαδος απο Ελαθ και απο Εσιων-γαβερ. Και εστρεψαμεν και διεβημεν δια της οδου της ερημου Μωαβ.
<scripture passage="Deut 2:9" parsed="|Deut|2|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Μη ενοχλησητε τους Μωαβιτας μηδε ελθητε εις μαχην μετ' αυτων· διοτι δεν θελω δωσει εις σε εκ της γης αυτων δια κληρονομιαν· επειδη εις τους υιους του Λωτ εδωκα την Αρ κληρονομιαν.
<scripture passage="Deut 2:10" parsed="|Deut|2|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.10" />
<sup>10</sup>Προτερον δε κατωκουν εν αυτη οι Εμμαιοι, λαος μεγας και πολυαριθμος και υψηλος το αναστημα, καθως οι Ανακειμ·
<scripture passage="Deut 2:11" parsed="|Deut|2|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.11" />
<sup>11</sup>οιτινες και αυτοι ελογιζοντο γιγαντες, ως οι Ανακειμ· αλλ' οι Μωαβιται ονομαζουσιν αυτους Εμμαιους.
<scripture passage="Deut 2:12" parsed="|Deut|2|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.12" />
<sup>12</sup>Και εν Σηειρ κατωκουν οι Χορραιοι προτερον· αλλ' οι υιοι του Ησαυ εκληρονομησαν αυτους και εξωλοθρευσαν αυτους απ' εμπροσθεν αυτων, και κατωκησαν αντ' αυτων· καθως εκαμεν ο Ισραηλ εν τη γη της κληρονομιας αυτου, την οποιαν εδωκεν εις αυτους ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 2:13" parsed="|Deut|2|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.13" />
<sup>13</sup>Σηκωθητε λοιπον και διαβητε τον χειμαρρον Ζαρεδ· και διεβημεν τον χειμαρρον Ζαρεδ.
<scripture passage="Deut 2:14" parsed="|Deut|2|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.14" />
<sup>14</sup>Και αι ημεραι, καθ' ας ωδοιπορησαμεν απο Καδης-βαρνη, εωσου διεβημεν τον χειμαρρον Ζαρεδ, ησαν τριακοντα οκτω ετη, εωσου εξελιπε πασα η γενεα των πολεμιστων ανδρων εκ μεσου του στρατοπεδου, καθως ωμοσεν ο Κυριος προς αυτους.
<scripture passage="Deut 2:15" parsed="|Deut|2|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.15" />
<sup>15</sup>Ετι η χειρ του Κυριου ητο εναντιον αυτων, δια να εξολοθρευση αυτους εκ μεσου του στρατοπεδου, εωσου εξελιπον.
<scripture passage="Deut 2:16" parsed="|Deut|2|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.16" />
<sup>16</sup>Και αφου παντες οι ανδρες οι πολεμισται εξελιπον, αποθνησκοντες εκ μεσου του λαου,
<scripture passage="Deut 2:17" parsed="|Deut|2|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.17" />
<sup>17</sup>ελαλησε Κυριος προς εμε λεγων,
<scripture passage="Deut 2:18" parsed="|Deut|2|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.18" />
<sup>18</sup>Συ θελεις διαπερασει σημερον την Αρ, το οριον του Μωαβ·
<scripture passage="Deut 2:19" parsed="|Deut|2|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.19" />
<sup>19</sup>και θελεις πλησιασει κατεναντι των υιων Αμμων· μη ενοχλει αυτους μηδε πολεμησης μετ' αυτων· διοτι δεν θελω δωσει εις σε εκ της γης των υιων Αμμων κληρονομιαν· επειδη εις τους υιους Λωτ εδωκα αυτην κληρονομιαν.
<scripture passage="Deut 2:20" parsed="|Deut|2|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.20" />
<sup>20</sup>Αυτη ομοιως ελογιζετο γη των γιγαντων· γιγαντες κατωκουν εκει προτερον· οι δε Αμμωνιται ονομαζουσιν αυτους Ζαμζουμμειμ·
<scripture passage="Deut 2:21" parsed="|Deut|2|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.21" />
<sup>21</sup>λαος μεγας και πολυαριθμος και υψηλος το αναστημα, καθως οι Ανακειμ· αλλ' ο Κυριος εξωλοθρευσεν αυτους απ' εμπροσθεν αυτων, και αυτοι εκληρονομησαν αυτους και κατωκησαν αντ' αυτων·
<scripture passage="Deut 2:22" parsed="|Deut|2|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.22" />
<sup>22</sup>καθως εκαμεν εις τους υιους Ησαυ τους κατοικουντας εν Σηειρ, οτε εξωλοθρευσε τους Χορραιους απ' εμπροσθεν αυτων, και εκληρονομησαν αυτους, και κατωκησαν αντ' αυτων εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Deut 2:23" parsed="|Deut|2|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.23" />
<sup>23</sup>Και τους Αυειμ, τους κατοικουντας κατα κωμας μεχρι Γαζης, οι Καφθορειμ, οι εξελθοντες απο Καφθορ, εξωλοθρευσαν αυτους, και κατωκησαν αντ' αυτων.
<scripture passage="Deut 2:24" parsed="|Deut|2|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.24" />
<sup>24</sup>Σηκωθητε, αναχωρησατε και διαβητε τον ποταμον Αρνων· ιδου, παρεδωκα εις χειρας σου τον Σηων τον Αμορραιον, βασιλεα της Εσεβων, και την γην αυτου· αρχισον να κυριευης αυτην και πολεμησον μετ' αυτου·
<scripture passage="Deut 2:25" parsed="|Deut|2|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.25" />
<sup>25</sup>σημερον θελω αρχισει να εμβαλλω τον τρομον σου και τον φοβον σου εις παντα τα εθνη τα υποκατω παντος του ουρανου· τα οποια, οταν ακουσωσι το ονομα σου, θελουσι τρομαξει και θελουσι πεσει εις αγωνιαν εξ αιτιας σου.
<scripture passage="Deut 2:26" parsed="|Deut|2|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.26" />
<sup>26</sup>Και απεστειλα πρεσβεις απο της ερημου Κεδημωθ προς τον Σηων βασιλεα της Εσεβων με λογους ειρηνικους, λεγων,
<scripture passage="Deut 2:27" parsed="|Deut|2|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.27" />
<sup>27</sup>Ας περασω δια της γης σου· κατ' ευθειαν δια της οδου θελω περασει δεν θελω κλινει δεξια η αριστερα·
<scripture passage="Deut 2:28" parsed="|Deut|2|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.28" />
<sup>28</sup>θελεις πωλησει εις εμε τροφας δι' αργυριου δια να φαγω και δι' αργυριου θελεις δωσει εις εμε υδωρ δια να πιω· μονον θελω περασει με τους ποδας μου,
<scripture passage="Deut 2:29" parsed="|Deut|2|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.29" />
<sup>29</sup>καθως εκαμον εις εμε οι υιοι του Ησαυ οι κατοικουντες εν Σηειρ, και οι Μωαβιται οι κατοικουντες εν Αρ, εωσου διαβω τον Ιορδανην προς την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος ημων διδει εις ημας.
<scripture passage="Deut 2:30" parsed="|Deut|2|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.30" />
<sup>30</sup>Και δεν ηθελησεν ο Σηων βασιλευς της Εσεβων να περασωμεν δια της γης αυτου· επειδη Κυριος ο Θεος σου εσκληρυνε το πνευμα αυτου και απελιθωσε την καρδιαν αυτου, δια να παραδωση αυτον εις τας χειρας σου, καθως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Deut 2:31" parsed="|Deut|2|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.31" />
<sup>31</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Ιδου, ηρχισα να παραδιδω τον Σηων και την γην αυτου εμπροσθεν σου· αρχισον να κυριευης δια να κληρονομησης την γην αυτου.
<scripture passage="Deut 2:32" parsed="|Deut|2|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.32" />
<sup>32</sup>Τοτε εξηλθεν ο Σηων εις συναντησιν ημων, αυτος και πας ο λαος αυτου, δια μαχην εις Ιασσα.
<scripture passage="Deut 2:33" parsed="|Deut|2|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.33" />
<sup>33</sup>Και Κυριος ο Θεος ημων παρεδωκεν αυτον ενωπιον ημων· και επαταξαμεν αυτον και τους υιους αυτου και παντα τον λαον αυτου.
<scripture passage="Deut 2:34" parsed="|Deut|2|34|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.34" />
<sup>34</sup>Και εκυριευσαμεν πασας τας πολεις αυτου κατ' εκεινον τον καιρον, και εξωλοθρευσαμεν πασαν πολιν, ανδρας και γυναικας, και παιδια· δεν αφηκαμεν ουδενα υπολοιπον.
<scripture passage="Deut 2:35" parsed="|Deut|2|35|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.35" />
<sup>35</sup>Μονον τα κτηνη ελεηλατησαμεν δι' εαυτους και τα λαφυρα των πολεων, τας οποιας εκυριευσαμεν.
<scripture passage="Deut 2:36" parsed="|Deut|2|36|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.36" />
<sup>36</sup>Απο της Αροηρ, παρα το χειλος του ποταμου Αρνων, και της πολεως της παρα τον ποταμον και εως Γαλααδ, δεν εσταθη πολις ικανη να αντισταθη εις ημας· Κυριος ο Θεος ημων παρεδωκεν αυτας πασας εμπροσθεν ημων.
<scripture passage="Deut 2:37" parsed="|Deut|2|37|0|0" osisRef="Bible:Deut.2.37" />
<sup>37</sup>Μονον εις την γην των υιων Αμμων δεν επλησιασας ουδε εις τα παρακειμενα του ποταμου Ιαβοκ ουδε εις τας ορεινας πολεις ουδε εις αλλο οποιονδηποτε μερος, το οποιον απηγορευσεν εις ημας Κυριος ο Θεος ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 3" progress="16.54%" prev="Deut.2" next="Deut.4" id="Deut.3">
<h3 id="Deut.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Deut.3-p1">
<scripture passage="Deut 3:1" parsed="|Deut|3|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.1" />
<sup>1</sup>Τοτε στρεψαντες ανεβημεν την οδον την εις Βασαν· και εξηλθεν Ωγ ο βασιλευς της Βασαν εις συναντησιν ημων, αυτος και πας ο λαος αυτου, δια μαχην εις Εδρει.
<scripture passage="Deut 3:2" parsed="|Deut|3|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Μη φοβηθης αυτον· διοτι εις την χειρα σου παρεδωκα αυτον και παντα τον λαον αυτου και την γην αυτου· και θελεις καμει εις αυτον, ως εκαμες εις τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων, οστις κατωκει εν Εσεβων.
<scripture passage="Deut 3:3" parsed="|Deut|3|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.3" />
<sup>3</sup>Και παρεδωκε Κυριος ο Θεος ημων εις την χειρα ημων και τον Ωγ, βασιλεα της Βασαν, και παντα τον λαον αυτου· και επαταξαμεν αυτον, εωσου δεν αφηκαμεν εις αυτον υπολοιπον.
<scripture passage="Deut 3:4" parsed="|Deut|3|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.4" />
<sup>4</sup>Και εκυριευσαμεν πασας τας πολεις αυτου κατ' εκεινον τον καιρον· δεν εσταθη πολις, την οποιαν δεν ελαβομεν απ' αυτων· εξηκοντα πολεις, πασαν την περιχωρον της Αργοβ, το βασιλειον του Ωγ εν Βασαν.
<scripture passage="Deut 3:5" parsed="|Deut|3|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.5" />
<sup>5</sup>Αι πολεις αυται ησαν πασαι ωχυρωμεναι με τειχη υψηλα, με πυλας και μοχλους· εκτος μεγαλου πληθους ατειχιστων πολεων.
<scripture passage="Deut 3:6" parsed="|Deut|3|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.6" />
<sup>6</sup>Και εξωλοθρευσαμεν αυτας, καθως εκαμομεν εις τον Σηων βασιλεα της Εσεβων, εξολοθρευοντες πασαν πολιν, ανδρας, γυναικας και παιδια.
<scripture passage="Deut 3:7" parsed="|Deut|3|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.7" />
<sup>7</sup>Παντα δε τα κτηνη και τα λαφυρα των πολεων ελεηλατησαμεν δι' εαυτους.
<scripture passage="Deut 3:8" parsed="|Deut|3|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.8" />
<sup>8</sup>Και ελαβομεν κατ' εκεινον τον καιρον απο των χειρων των δυο βασιλεων των Αμορραιων την γην την εντευθεν του Ιορδανου, απο του ποταμου Αρνων εως του ορους Αερμων·
<scripture passage="Deut 3:9" parsed="|Deut|3|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.9" />
<sup>9</sup>το Αερμων ονομαζουσιν οι Σιδωνιοι Σιριων, οι δε Αμορραιοι ονομαζουσιν αυτο Σενειρ·
<scripture passage="Deut 3:10" parsed="|Deut|3|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.10" />
<sup>10</sup>πασας τας πολεις της πεδιαδος και πασαν την Γαλααδ και πασαν την Βασαν εως Σαλχα και Εδρει, πολεις του βασιλειου του Ωγ εν Βασαν.
<scripture passage="Deut 3:11" parsed="|Deut|3|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.11" />
<sup>11</sup>Διοτι μονος ο Ωγ βασιλευς της Βασαν εσωζετο εκ του υπολοιπου των γιγαντων· ιδου, η κλινη αυτου ητο κλινη σιδηρα· δεν σωζεται αυτη εν Ραββα των υιων Αμμων; εννεα πηχαι το μηκος αυτης και τεσσαρες πηχαι το πλατος αυτης, κατα πηχην ανδρος.
<scripture passage="Deut 3:12" parsed="|Deut|3|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.12" />
<sup>12</sup>Και την γην εκεινην, την οποιαν εκυριευσαμεν κατ' εκεινον τον καιρον, απο της Αροηρ, της παρα τον ποταμον Αρνων, και το ημισυ του ορους Γαλααδ και τας πολεις αυτου, εδωκα εις τους Ρουβηνιτας και εις τους Γαδιτας.
<scripture passage="Deut 3:13" parsed="|Deut|3|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.13" />
<sup>13</sup>Και το υπολοιπον της Γαλααδ και πασαν την Βασαν, το βασιλειον του Ωγ, εδωκα εις το ημισυ της φυλης του Μανασση, πασαν την περιχωρον της Αργοβ μετα πασης της Βασαν, ητις ωνομαζετο γη γιγαντων.
<scripture passage="Deut 3:14" parsed="|Deut|3|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.14" />
<sup>14</sup>Ιαειρ ο υιος του Μανασση ελαβε πασαν την περιχωρον της Αργοβ μεχρι των οριων της Γεσσουρι και Μααχαθι· και ωνομασεν αυτας κατα το ονομα αυτου, Βασαν-αβωθ-ιαειρ, μεχρι της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Deut 3:15" parsed="|Deut|3|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.15" />
<sup>15</sup>Και εις τον Μαχειρ εδωκα την Γαλααδ.
<scripture passage="Deut 3:16" parsed="|Deut|3|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.16" />
<sup>16</sup>Και εις τους Ρουβηνιτας και εις τους Γαδιτας εδωκα απο Γαλααδ εως του ποταμου Αρνων το μεσον του ποταμου, και το οριον και εως του ποταμου Ιαβοκ, του οριου των υιων Αμμων·
<scripture passage="Deut 3:17" parsed="|Deut|3|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.17" />
<sup>17</sup>και την πεδιαδα και τον Ιορδανην και το οριον απο Χιννερωθ μεχρι της θαλασσης της πεδιαδος, της αλμυρας θαλασσης, υποκατω της Ασδωθ-φασγα προς ανατολας.
<scripture passage="Deut 3:18" parsed="|Deut|3|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.18" />
<sup>18</sup>Και προσεταξα εις εσας κατ' εκεινον τον καιρον, λεγων, Κυριος ο Θεος σας εδωκεν εις εσας την γην ταυτην να κυριευσητε αυτην· θελετε περασει ωπλισμενοι ενωπιον των αδελφων σας των υιων Ισραηλ, παντες οι ανδρες οι δυνατοι·
<scripture passage="Deut 3:19" parsed="|Deut|3|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.19" />
<sup>19</sup>πλην αι γυναικες σας και τα παιδια σας και τα κτηνη σας, εξευρω οτι εχετε κτηνη πολλα, θελουσι μενει εις τας πολεις σας, τας οποιας εδωκα εις εσας·
<scripture passage="Deut 3:20" parsed="|Deut|3|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.20" />
<sup>20</sup>εωσου δωση ο Κυριος αναπαυσιν εις τους αδελφους σας, καθως και εις εσας, και κυριευσωσι και αυτοι την γην, την οποιαν εδωκεν εις αυτους Κυριος ο Θεος σας, εις το περαν του Ιορδανου· και τοτε θελετε επιστρεψει εκαστος εις την κληρονομιαν αυτου, την οποιαν εδωκα εις εσας.
<scripture passage="Deut 3:21" parsed="|Deut|3|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.21" />
<sup>21</sup>Και κατ' εκεινον τον καιρον προσεταξα εις τον Ιησουν λεγων, Οι οφθαλμοι σου ειδον παντα οσα Κυριος ο Θεος σας εκαμεν εις τους δυο τουτους βασιλεις· ουτω θελει καμει ο Κυριος εις παντα τα βασιλεια, εις τα οποια διαβαινεις·
<scripture passage="Deut 3:22" parsed="|Deut|3|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.22" />
<sup>22</sup>δεν θελετε φοβηθη αυτους· διοτι Κυριος ο Θεος σας αυτος θελει πολεμησει υπερ υμων.
<scripture passage="Deut 3:23" parsed="|Deut|3|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.23" />
<sup>23</sup>Και εδεηθην του Κυριου κατ' εκεινον τον καιρον, λεγων,
<scripture passage="Deut 3:24" parsed="|Deut|3|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.24" />
<sup>24</sup>Κυριε Θεε, συ ηρχισας να δεικνυης εις τον δουλον σου την μεγαλωσυνην σου και την κραταιαν σου χειρα· διοτι τις Θεος ειναι εν τω ουρανω η εν τη γη οστις δυναται να καμη κατα τα εργα σου και κατα την δυναμιν σου;
<scripture passage="Deut 3:25" parsed="|Deut|3|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.25" />
<sup>25</sup>ας διαβω, δεομαι, και ας ιδω την γην την αγαθην, την περαν του Ιορδανου, εκεινο το ορος το αγαθον, και τον Λιβανον.
<scripture passage="Deut 3:26" parsed="|Deut|3|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.26" />
<sup>26</sup>Αλλ' ο Κυριος εθυμωθη εναντιον μου εξ αιτιας σας και δεν μου εισηκουσε· και ειπε Κυριος προς εμε, Αρκει εις σε· μη λαλησης προς εμε πλεον περι τουτου·
<scripture passage="Deut 3:27" parsed="|Deut|3|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.27" />
<sup>27</sup>αναβα εις την κορυφην του Φασγα και υψωσον τους οφθαλμους σου προς δυσμας και βορραν και μεσημβριαν και ανατολας, και θεωρησον δια των οφθαλμων σου· διοτι δεν θελεις διαβη τον Ιορδανην τουτον·
<scripture passage="Deut 3:28" parsed="|Deut|3|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.28" />
<sup>28</sup>και παραγγειλον εις τον Ιησουν και ενθαρρυνον αυτον και ενισχυσον αυτον· διοτι ουτος θελει διαβη εμπροσθεν του λαου τουτου και ουτος θελει κληροδοτησει εις αυτους την γην, την οποιαν θελεις ιδει.
<scripture passage="Deut 3:29" parsed="|Deut|3|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.3.29" />
<sup>29</sup>Και εκαθημεθα εν τη κοιλαδι κατεναντι Βαιθ-φεγωρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 4" progress="16.64%" prev="Deut.3" next="Deut.5" id="Deut.4">
<h3 id="Deut.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Deut.4-p1">
<scripture passage="Deut 4:1" parsed="|Deut|4|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.1" />
<sup>1</sup>Τωρα λοιπον ακουε, Ισραηλ, τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας εγω σας διδασκω να καμνητε, δια να ζησητε και να εισελθητε και να κληρονομησητε την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος των πατερων σας διδει εις εσας.
<scripture passage="Deut 4:2" parsed="|Deut|4|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.2" />
<sup>2</sup>Δεν θελετε προσθεσει εις τον λογον τον οποιον εγω σας προσταζω, ουδε θελετε αφαιρεσει απ' αυτου· δια να φυλαττητε τας εντολας Κυριου του Θεου σας, τας οποιας εγω σας προσταζω.
<scripture passage="Deut 4:3" parsed="|Deut|4|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.3" />
<sup>3</sup>Οι οφθαλμοι σας ειδον τι εκαμεν ο Κυριος εξ αιτιας του Βεελ-φεγωρ· διοτι παντας τους ανθρωπους, οιτινες ηκολουθησαν τον Βεελ-φεγωρ, Κυριος ο Θεος σας εξωλοθρευσεν αυτους εκ μεσου υμων.
<scripture passage="Deut 4:4" parsed="|Deut|4|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.4" />
<sup>4</sup>Σεις δε, οιτινες εισθε προσκεκολλημενοι εις Κυριον τον Θεον σας, παντες ζητε την σημερον.
<scripture passage="Deut 4:5" parsed="|Deut|4|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, εγω σας εδιδαξα διαταγματα και κρισεις, καθως προσεταξεν εις εμε Κυριος ο Θεος μου, δια να καμνητε ουτως εν τη γη, εις την οποιαν εισερχεσθε δια να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 4:6" parsed="|Deut|4|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.6" />
<sup>6</sup>Φυλαττετε λοιπον και καμνετε αυτα· διοτι αυτη ειναι η σοφια σας και η συνεσις σας ενωπιον των εθνων· τα οποια θελουσιν ακουσει παντα τα διαταγματα ταυτα και θελουσιν ειπει, Ιδου, λαος σοφος και συνετος ειναι το μεγα τουτο εθνος.
<scripture passage="Deut 4:7" parsed="|Deut|4|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ποιον εθνος ειναι τοσον μεγα, εις το οποιον ο Θεος ειναι ουτω πλησιον αυτου, καθως Κυριος ο Θεος ημων ειναι εις παντα οσα επικαλουμεθα αυτον;
<scripture passage="Deut 4:8" parsed="|Deut|4|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.8" />
<sup>8</sup>Και ποιον εθνος ειναι τοσον μεγα, το οποιον να εχη διαταγματα και κρισεις ουτω δικαιας, καθως πας ο νομος ουτος, τον οποιον θετω ενωπιον σας σημερον;
<scripture passage="Deut 4:9" parsed="|Deut|4|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.9" />
<sup>9</sup>Μονον προσεχε εις σεαυτον και φυλαττε καλως την ψυχην σου, μηποτε λησμονησης τα πραγματα τα οποια ειδον οι οφθαλμοι σου, και μηποτε χωρισθωσιν απο της καρδιας σου, κατα πασας τας ημερας της ζωης σου· αλλα διδασκε αυτα εις τους υιους σου και εις τους υιους των υιων σου.
<scripture passage="Deut 4:10" parsed="|Deut|4|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.10" />
<sup>10</sup>Ενθυμου την ημεραν καθ' ην εσταθης ενωπιον Κυριου του Θεου σου εν Χωρηβ, οτε ειπε προς εμε Κυριος, Συναξον μοι τον λαον και θελω καμει αυτους να ακουσωσι τους λογους μου, δια να μαθωσι να με φοβωνται πασας τας ημερας οσας ζησωσιν επι της γης, και να διδασκωσι τους υιους αυτων.
<scripture passage="Deut 4:11" parsed="|Deut|4|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.11" />
<sup>11</sup>Και επλησιασατε και εσταθητε υπο το ορος· και το ορος εκαιετο με πυρ εως μεσου του ουρανου, και ητο σκοτος, νεφη και γνοφος.
<scripture passage="Deut 4:12" parsed="|Deut|4|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.12" />
<sup>12</sup>Και ελαλησε Κυριος προς εσας εκ μεσου του πυρος· σεις ηκουσατε μεν την φωνην των λογων, αλλα δεν ειδετε ουδεν ομοιωμα· μονον φωνην ηκουσατε.
<scripture passage="Deut 4:13" parsed="|Deut|4|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.13" />
<sup>13</sup>Και εφανερωσεν εις εσας την διαθηκην αυτου, την οποιαν προσεταξεν εις εσας να εκτελητε, τας δεκα εντολας· και εγραψεν αυτας επι δυο λιθινας πλακας.
<scripture passage="Deut 4:14" parsed="|Deut|4|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.14" />
<sup>14</sup>Και Κυριος προσεταξεν εις εμε κατ' εκεινον τον καιρον να σας διδαξω διαταγματα και κρισεις, δια να καμνητε αυτα εν τη γη, εις την οποιαν σεις εισερχεσθε να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 4:15" parsed="|Deut|4|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.15" />
<sup>15</sup>Φυλαττετε λοιπον καλως τας ψυχας σας, διοτι δεν ειδετε ουδεν ομοιωμα, εν τη ημερα καθ' ην ο Κυριος ελαλησε προς εσας εν Χωρηβ εκ μεσου του πυρος·
<scripture passage="Deut 4:16" parsed="|Deut|4|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.16" />
<sup>16</sup>μηπως διαφθαρητε, και καμητε εις εαυτους ειδωλον, εικονα τινος μορφης, ομοιωμα αρσενικου η θηλυκου,
<scripture passage="Deut 4:17" parsed="|Deut|4|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.17" />
<sup>17</sup>ομοιωμα τινος κτηνους το οποιον ειναι επι της γης, ομοιωμα τινος πτερωτου ορνεου το οποιον πετα εις τον ουρανον,
<scripture passage="Deut 4:18" parsed="|Deut|4|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.18" />
<sup>18</sup>ομοιωμα τινος ερποντος επι της γης, ομοιωμα τινος ιχθυος οστις ειναι εις τα υδατα υποκατω της γης·
<scripture passage="Deut 4:19" parsed="|Deut|4|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.19" />
<sup>19</sup>και μηπως υψωσης τους οφθαλμους σου εις τον ουρανον, και ιδων τον ηλιον και την σεληνην και τα αστρα, πασαν την στρατιαν του ουρανου, πλανηθης και προσκυνησης αυτα και λατρευσης αυτα, τα οποια Κυριος ο Θεος σου διεμοιρασεν εις παντα τα εθνη τα υποκατω παντος του ουρανου·
<scripture passage="Deut 4:20" parsed="|Deut|4|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.20" />
<sup>20</sup>εσας ομως ελαβεν ο Κυριος και σας εξηγαγεν εκ της καμινου της σιδηρας, εκ της Αιγυπτου, δια να ησθε εις αυτον λαος κληρονομιας ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Deut 4:21" parsed="|Deut|4|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.21" />
<sup>21</sup>Και εθυμωθη εναντιον μου ο Κυριος εξ αιτιας σας και ωμοσε να μη διαβω τον Ιορδανην και να μη εισελθω εις εκεινην την γην την αγαθην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν·
<scripture passage="Deut 4:22" parsed="|Deut|4|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.22" />
<sup>22</sup>αλλ' εγω αποθνησκω εν τη γη ταυτη· εγω δεν διαβαινω τον Ιορδανην· σεις δε θελετε διαβη και θελετε κληρονομησει εκεινην την γην την αγαθην.
<scripture passage="Deut 4:23" parsed="|Deut|4|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.23" />
<sup>23</sup>Προσεχετε εις εαυτους, μηποτε λησμονησητε την διαθηκην Κυριου του Θεου σας, την οποιαν εκαμε προς εσας, και καμητε εις εαυτους ειδωλον, εικονα τινος, το οποιον απηγορευσε Κυριος ο Θεος σου.
<scripture passage="Deut 4:24" parsed="|Deut|4|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.24" />
<sup>24</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος σου ειναι πυρ καταναλισκον, Θεος ζηλοτυπος.
<scripture passage="Deut 4:25" parsed="|Deut|4|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.25" />
<sup>25</sup>Εαν, αφου γεννησης υιους και υιους υιων, και πολυχρονισητε επι της γης, διαφθαρητε και καμητε ειδωλον, εικονα τινος, και πραξητε πονηρα ενωπιον Κυριου του Θεου σου, ωστε να παροργισητε αυτον·
<scripture passage="Deut 4:26" parsed="|Deut|4|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.26" />
<sup>26</sup>διαμαρτυρομαι τον ουρανον και την γην εναντιον σας σημερον, οτι εξαπαντος θελετε απολεσθη απο της γης, προς την οποιαν διαβαινετε τον Ιορδανην δια να κυριευσητε αυτην· δεν θελετε πολυχρονισει εν αυτη αλλ' εξ ολοκληρου θελετε αφανισθη.
<scripture passage="Deut 4:27" parsed="|Deut|4|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.27" />
<sup>27</sup>Και θελει σας διασκορπισει ο Κυριος μεταξυ των λαων, και θελετε εναπολειφθη ολιγοι τον αριθμον μεταξυ των εθνων, εις τα οποια σας φερει ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 4:28" parsed="|Deut|4|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.28" />
<sup>28</sup>Και θελετε λατρευσει εκει θεους, εργα χειρων ανθρωπων, ξυλον και λιθον, τα οποια ουτε βλεπουσιν ουτε ακουουσιν ουτε τρωγουσιν, ουτε οσφραινονται.
<scripture passage="Deut 4:29" parsed="|Deut|4|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.29" />
<sup>29</sup>Και εκειθεν θελετε εκζητησει Κυριον τον Θεον σας και θελετε ευρει αυτον, οταν εκζητησητε αυτον εξ ολης της καρδιας σας και εξ ολης της ψυχης σας.
<scripture passage="Deut 4:30" parsed="|Deut|4|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.30" />
<sup>30</sup>Οταν ευρεθης εν θλιψει και σε ευρωσι παντα ταυτα εν ταις εσχαταις ημεραις, τοτε θελεις επιστρεψει προς Κυριον τον Θεον σου και θελεις ακουσει την φωνην αυτου.
<scripture passage="Deut 4:31" parsed="|Deut|4|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.31" />
<sup>31</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος σου ειναι Θεος οικτιρμων· δεν θελει σε εγκαταλειψει ουδε θελει σε εξολοθρευσει ουδε θελει λησμονησει την διαθηκην των πατερων σου, την οποιαν ωμοσε προς αυτους.
<scripture passage="Deut 4:32" parsed="|Deut|4|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.32" />
<sup>32</sup>Διοτι ερωτησον τωρα περι των προτερων ημερων, αιτινες υπηρξαν προτερον σου, αφ' ης ημερας εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον επι της γης, και ερωτησον απ' ακρου του ουρανου εως ακρου του ουρανου, αν εσταθη τι ως το μεγα τουτο πραγμα, αν ηκουσθη ομοιον αυτου.
<scripture passage="Deut 4:33" parsed="|Deut|4|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.33" />
<sup>33</sup>Ηκουσε ποτε λαος την φωνην του Θεου λαλουντος εκ μεσου του πυρος, καθως συ ηκουσας, και εζησεν;
<scripture passage="Deut 4:34" parsed="|Deut|4|34|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.34" />
<sup>34</sup>Η εδοκιμασεν ο Θεος να ελθη να λαβη εις εαυτον εθνος εκ μεσου αλλου εθνους με δοκιμασιας, με σημεια και με θαυματα και με πολεμον και με κραταιαν χειρα και με εξηπλωμενον βραχιονα και με μεγαλα τερατα, κατα παντα οσα Κυριος ο Θεος σας εκαμε δια σας εν Αιγυπτω ενωπιον των οφθαλμων σου;
<scripture passage="Deut 4:35" parsed="|Deut|4|35|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.35" />
<sup>35</sup>εις σε εδειχθη τουτο, δια να γνωρισης οτι ο Κυριος, αυτος ειναι ο Θεος· δεν ειναι αλλος εκτος αυτου.
<scripture passage="Deut 4:36" parsed="|Deut|4|36|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.36" />
<sup>36</sup>Εκ του ουρανου σε εκαμε να ακουσης την φωνην αυτου, δια να σε διδαξη· και επι της γης εδειξεν εις σε το πυρ αυτου το μεγα, και τους λογους αυτου ηκουσας εκ μεσου του πυρος.
<scripture passage="Deut 4:37" parsed="|Deut|4|37|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.37" />
<sup>37</sup>Και επειδη ηγαπα τους πατερας σου, δια τουτο εξελεξε το σπερμα αυτων μετ' αυτους και σε εξηγαγεν εμπροσθεν αυτου εξ Αιγυπτου δια της κραταιας αυτου δυναμεως·
<scripture passage="Deut 4:38" parsed="|Deut|4|38|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.38" />
<sup>38</sup>δια να καταδιωξη απ' εμπροσθεν σου εθνη μεγαλητερα και ισχυροτερα σου, δια να σε εισαγαγη, δια να σοι δωση την γην αυτων κληρονομιαν, καθως την σημερον.
<scripture passage="Deut 4:39" parsed="|Deut|4|39|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.39" />
<sup>39</sup>Γνωρισον λοιπον την ημεραν ταυτην και θες εν τη καρδια σου, οτι ο Κυριος, αυτος ειναι Θεος, εν τω ουρανω ανω και επι της γης κατω· δεν ειναι αλλος.
<scripture passage="Deut 4:40" parsed="|Deut|4|40|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.40" />
<sup>40</sup>Και φυλαττε τα διαταγματα αυτου και τας εντολας αυτου, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον· δια να ευημερης συ και οι υιοι σου μετα σε και δια να μακροημερευης επι της γης, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου εδωκεν εις σε διαπαντος.
<scripture passage="Deut 4:41" parsed="|Deut|4|41|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.41" />
<sup>41</sup>Τοτε ο Μωυσης εξεχωρισε τρεις πολεις εντευθεν του Ιορδανου προς ανατολας ηλιου·
<scripture passage="Deut 4:42" parsed="|Deut|4|42|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.42" />
<sup>42</sup>δια να φευγη εκει ο φονευς, οστις φονευση τον πλησιον αυτου εξ αγνοιας, χωρις να μιση αυτον προτερον, και φευγων εις μιαν τουτων των πολεων να ζη·
<scripture passage="Deut 4:43" parsed="|Deut|4|43|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.43" />
<sup>43</sup>την Βοσορ εν τη ερημω εν τη πεδινη γη των Ρουβηνιτων και την Ραμωθ εν Γαλααδ των Γαδιτων και την Γωλαν εν Βασαν των Μανασσιτων.
<scripture passage="Deut 4:44" parsed="|Deut|4|44|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.44" />
<sup>44</sup>Και ουτος ειναι ο νομος, τον οποιον εθεσεν ο Μωυσης ενωπιον των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 4:45" parsed="|Deut|4|45|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.45" />
<sup>45</sup>αυται ειναι αι μαρτυριαι και τα διαταγματα και αι κρισεις, τας οποιας ελαλησεν ο Μωυσης προς τους υιους Ισραηλ, αφου εξηλθον εξ Αιγυπτου,
<scripture passage="Deut 4:46" parsed="|Deut|4|46|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.46" />
<sup>46</sup>εντευθεν του Ιορδανου, εν τη κοιλαδι κατεναντι του Βαιθ-φεγωρ, εν τη γη του Σηων βασιλεως των Αμορραιων, οστις κατωκει εν Εσεβων, τον οποιον επαταξεν ο Μωυσης και οι υιοι Ισραηλ, αφου εξηλθον εξ Αιγυπτου·
<scripture passage="Deut 4:47" parsed="|Deut|4|47|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.47" />
<sup>47</sup>και εκυριευσαν την γην αυτου και την γην του Ωγ βασιλεως της Βασαν, δυο βασιλεων των Αμορραιων, οιτινες ησαν εντευθεν του Ιορδανου προς ανατολας ηλιου·
<scripture passage="Deut 4:48" parsed="|Deut|4|48|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.48" />
<sup>48</sup>απο της Αροηρ, της παρα το χειλος του ποταμου Αρνων, εως του ορους Σηων, το οποιον ειναι το Αερμων·
<scripture passage="Deut 4:49" parsed="|Deut|4|49|0|0" osisRef="Bible:Deut.4.49" />
<sup>49</sup>και πασαν την πεδινην εντευθεν του Ιορδανου προς ανατολας, εως της θαλασσης της πεδιαδος, υποκατω της Ασδωθ-φασγα.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 5" progress="16.83%" prev="Deut.4" next="Deut.6" id="Deut.5">
<h3 id="Deut.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Deut.5-p1">
<scripture passage="Deut 5:1" parsed="|Deut|5|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.1" />
<sup>1</sup>Και εκαλεσεν ο Μωυσης παντα τον Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Ακουε, Ισραηλ, τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας εγω λαλω εις τα ωτα υμων σημερον, δια να μαθητε αυτας, και να προσεχητε να εκτελητε αυτας.
<scripture passage="Deut 5:2" parsed="|Deut|5|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.2" />
<sup>2</sup>Κυριος ο Θεος ημων εκαμε διαθηκην προς ημας εν Χωρηβ.
<scripture passage="Deut 5:3" parsed="|Deut|5|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.3" />
<sup>3</sup>Δεν εκαμε την διαθηκην ταυτην ο Κυριος προς τους πατερας ημων, αλλα προς ημας, ημας οιτινες παντες ειμεθα ενταυθα σημερον ζωντες.
<scripture passage="Deut 5:4" parsed="|Deut|5|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.4" />
<sup>4</sup>Προσωπον προς προσωπον ελαλησε Κυριος με σας εις το ορος εκ μεσου του πυρος,
<scripture passage="Deut 5:5" parsed="|Deut|5|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.5" />
<sup>5</sup>εγω δε εστεκομην μεταξυ του Κυριου και υμων κατ' εκεινον τον καιρον, δια να σας φανερωσω τον λογον του Κυριου· διοτι ησθε πεφοβισμενοι εξ αιτιας του πυρος και δεν ανεβητε εις το ορος, λεγων.
<scripture passage="Deut 5:6" parsed="|Deut|5|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.6" />
<sup>6</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, οστις σε εξηγαγον εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας.
<scripture passage="Deut 5:7" parsed="|Deut|5|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.7" />
<sup>7</sup>Μη εχης αλλους θεους, πλην εμου.
<scripture passage="Deut 5:8" parsed="|Deut|5|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.8" />
<sup>8</sup>Μη καμης εις σεαυτον ειδωλον, μηδε ομοιωμα τινος, οσα ειναι εν τω ουρανω ανω, η οσα ειναι εν τη γη κατω, η οσα ειναι εν τοις υδασιν υποκατω της γης
<scripture passage="Deut 5:9" parsed="|Deut|5|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.9" />
<sup>9</sup>μη προσκυνησης αυτα μηδε λατρευσης αυτα· διοτι εγω Κυριος ο Θεος σου ειμαι Θεος ζηλοτυπος, ανταποδιδων τας αμαρτιας των πατερων επι τα τεκνα, εως τριτης και τεταρτης γενεας των μισουντων με·
<scripture passage="Deut 5:10" parsed="|Deut|5|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.10" />
<sup>10</sup>και καμνων ελεος εις χιλιαδας γενεων των αγαπωντων με και φυλαττοντων τα προσταγματα μου.
<scripture passage="Deut 5:11" parsed="|Deut|5|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.11" />
<sup>11</sup>Μη λαβης το ονομα Κυριου του Θεου σου επι ματαιω διοτι ο Κυριος δεν θελει αθωωσει τον λαμβανοντα το ονομα αυτου επι ματαιω.
<scripture passage="Deut 5:12" parsed="|Deut|5|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.12" />
<sup>12</sup>Φυλαττε την ημεραν του σαββατου, δια να αγιαζης αυτην· καθως προσεταξεν εις σε Κυριος ο Θεος σου·
<scripture passage="Deut 5:13" parsed="|Deut|5|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.13" />
<sup>13</sup>εξ ημερας εργαζου και καμνε παντα τα εργα σου·
<scripture passage="Deut 5:14" parsed="|Deut|5|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.14" />
<sup>14</sup>η ημερα ομως η εβδομη ειναι σαββατον Κυριου του Θεου σου· μη καμης εν ταυτη ουδεν εργον, μητε συ μητε ο υιος σου μητε η θυγατηρ σου μητε ο δουλος σου μητε η δουλη σου μητε ο βους σου μητε ο ονος σου μητε κανεν εκ των κτηνων σου μητε ο ξενος σου ο εντος των πυλων σου δια να αναπαυθη ο δουλος σου και η δουλη σου καθως συ.
<scripture passage="Deut 5:15" parsed="|Deut|5|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.15" />
<sup>15</sup>Και ενθυμου, οτι ησο δουλος εν τη γη της Αιγυπτου· και Κυριος ο Θεος σου σε εξηγαγεν εκειθεν εν χειρι κραταια και εν βραχιονι εξηπλωμενω· δια τουτο Κυριος ο Θεος σου προσεταξεν εις σε να φυλαττης την ημεραν του σαββατου.
<scripture passage="Deut 5:16" parsed="|Deut|5|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.16" />
<sup>16</sup>Τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου, καθως προσεταξεν εις σε Κυριος ο Θεος σου· δια να γεινης μακροχρονιος και δια να ευημερης επι της γης, την οποιαν διδει εις σε Κυριος ο Θεος σου.
<scripture passage="Deut 5:17" parsed="|Deut|5|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.17" />
<sup>17</sup>Μη φονευσης.
<scripture passage="Deut 5:18" parsed="|Deut|5|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.18" />
<sup>18</sup>Και μη μοιχευσης.
<scripture passage="Deut 5:19" parsed="|Deut|5|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.19" />
<sup>19</sup>Και μη κλεψης.
<scripture passage="Deut 5:20" parsed="|Deut|5|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.20" />
<sup>20</sup>Και μη ψευδομαρτυρησης κατα του πλησιον σου μαρτυριαν ψευδη.
<scripture passage="Deut 5:21" parsed="|Deut|5|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.21" />
<sup>21</sup>Και μη επιθυμησης την γυναικα του πλησιον σου· μηδε επιθυμησης την οικιαν του πλησιον σου μητε τον αγρον αυτου μητε τον δουλον αυτου μητε την δουλην αυτου μητε τον βουν αυτου μητε τον ονον αυτου μηδε παν ο, τι ειναι του πλησιον σου.
<scripture passage="Deut 5:22" parsed="|Deut|5|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.22" />
<sup>22</sup>Ταυτα τα λογια ελαλησε Κυριος προς πασαν την συναγωγην σας εν τω ορει εκ μεσου του πυρος, της νεφελης και του γνοφου, εν φωνη μεγαλη· και αλλο τι δεν επροσθεσε· και εγραψεν αυτα επι δυο πλακας λιθινας και παρεδωκεν αυτας εις εμε.
<scripture passage="Deut 5:23" parsed="|Deut|5|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.23" />
<sup>23</sup>Και αφου ηκουσατε την φωνην εκ μεσου του σκοτους, και το ορος εκαιετο με πυρ, τοτε προσηλθετε προς εμε, παντες οι αρχηγοι των φυλων σας και οι πρεσβυτεροι σας,
<scripture passage="Deut 5:24" parsed="|Deut|5|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.24" />
<sup>24</sup>και ελεγετε, Ιδου, Κυριος ο Θεος ημων εδειξεν εις ημας την δοξαν αυτου και την μεγαλωσυνην αυτου, και ηκουσαμεν την φωνην αυτου εκ μεσου του πυρος· την ημεραν ταυτην ειδομεν οτι ο Θεος λαλει μετα του ανθρωπου και ο ανθρωπος ζη·
<scripture passage="Deut 5:25" parsed="|Deut|5|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.25" />
<sup>25</sup>τωρα λοιπον δια τι να αποθανωμεν; επειδη το μεγα τουτο πυρ θελει μας καταφαγει εαν ημεις ακουσωμεν ετι την φωνην Κυριου του Θεου ημων, θελομεν αποθανει·
<scripture passage="Deut 5:26" parsed="|Deut|5|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.26" />
<sup>26</sup>διοτι τις ειναι εκ παντων των θνητων, οστις ηκουσε την φωνην του ζωντος Θεου λαλουντος εκ μεσου του πυρος, καθως ημεις, και εζησε;
<scripture passage="Deut 5:27" parsed="|Deut|5|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.27" />
<sup>27</sup>προσελθε συ και ακουσον παντα οσα ειπη Κυριος ο Θεος ημων· και συ ειπε προς ημας οσα ειπη προς σε Κυριος ο Θεος ημων· και ημεις θελομεν ακουσει και καμει αυτα.
<scripture passage="Deut 5:28" parsed="|Deut|5|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.28" />
<sup>28</sup>Και ηκουσε Κυριος την φωνην των λογων σας, οτε ελαλειτε προς εμε· και ειπε Κυριος προς εμε, Ηκουσα την φωνην των λογων του λαου τουτου, τους οποιους ελαλησαν προς σε· καλως ειπον παντα οσα ελαλησαν.
<scripture passage="Deut 5:29" parsed="|Deut|5|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.29" />
<sup>29</sup>Ειθε να ητο εις αυτους τοιαυτη καρδια, ωστε να με φοβωνται και να φυλαττωσι παντοτε παντα τα προσταγματα μου, δια να ευημερωσιν αιωνιως, αυτοι και τα τεκνα αυτων.
<scripture passage="Deut 5:30" parsed="|Deut|5|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.30" />
<sup>30</sup>Υπαγε, ειπε προς αυτους, Επιστρεψατε εις τας σκηνας σας.
<scripture passage="Deut 5:31" parsed="|Deut|5|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.31" />
<sup>31</sup>Συ δε στηθι αυτου μετ' εμου και θελω σοι ειπει πασας τας εντολας και τα διαταγματα, και τας κρισεις, τας οποιας θελεις διδαξει αυτους, δια να καμνωσιν αυτας εν τη γη, την οποιαν εγω διδω εις αυτους εις κληρονομιαν.
<scripture passage="Deut 5:32" parsed="|Deut|5|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.32" />
<sup>32</sup>Θελετε λοιπον προσεχει να καμνητε καθως προσεταξεν εις εσας Κυριος ο Θεος σας· δεν θελετε εκκλινει δεξια η αριστερα.
<scripture passage="Deut 5:33" parsed="|Deut|5|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.5.33" />
<sup>33</sup>Θελετε περιπατει εις πασας τας οδους, τας οποιας Κυριος ο Θεος σας προσεταξεν εις εσας· δια να ζητε και να ευημερητε και να μακροημερευητε εν τη γη, την οποιαν θελετε κληρονομησει.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 6" progress="16.94%" prev="Deut.5" next="Deut.7" id="Deut.6">
<h3 id="Deut.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Deut.6-p1">
<scripture passage="Deut 6:1" parsed="|Deut|6|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.1" />
<sup>1</sup>Και αυται ειναι αι εντολαι, τα διαταγματα και αι κρισεις, οσας προσεταξε Κυριος ο Θεος σας να σας διδαξω, δια να καμνητε αυτας εν τη γη, εις την οποιαν εισερχεσθε δια να κληρονομησητε αυτην·
<scripture passage="Deut 6:2" parsed="|Deut|6|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.2" />
<sup>2</sup>δια να φοβησαι Κυριον τον Θεον σου, ωστε να φυλαττης παντα τα διαταγματα αυτου και τας εντολας αυτου, τας οποιας εγω σε προσταζω, συ και ο υιος σου και ο υιος του υιου σου, πασας τας ημερας της ζωης σου· και δια να μακροημερευσης.
<scripture passage="Deut 6:3" parsed="|Deut|6|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.3" />
<sup>3</sup>Ακουσον λοιπον, Ισραηλ, και προσεχε να καμνης αυτα, δια να ευημερης και δια να πληθυνθητε σφοδρα, καθως Κυριος ο Θεος των πατερων σου υπεσχεθη εις σε, εν τη γη ητις ρεει γαλα και μελι.
<scripture passage="Deut 6:4" parsed="|Deut|6|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.4" />
<sup>4</sup>Ακουε, Ισραηλ· Κυριος ο Θεος ημων ειναι εις Κυριος.
<scripture passage="Deut 6:5" parsed="|Deut|6|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις αγαπα Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου και εξ ολης της δυναμεως σου.
<scripture passage="Deut 6:6" parsed="|Deut|6|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.6" />
<sup>6</sup>Και ουτοι οι λογοι, τους οποιους εγω σε προσταζω σημερον, θελουσι εισθαι εν τη καρδια σου·
<scripture passage="Deut 6:7" parsed="|Deut|6|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.7" />
<sup>7</sup>και θελεις διδασκει αυτους επιμελως εις τα τεκνα σου, και περι αυτων θελεις ομιλει καθημενος εν τη οικια σου και περιπατων εν τη οδω και πλαγιαζων και εγειρομενος.
<scripture passage="Deut 6:8" parsed="|Deut|6|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις δεσει αυτους δια σημειον επι της χειρος σου και θελουσιν εισθαι ως προμετωπιδια μεταξυ των οφθαλμων σου.
<scripture passage="Deut 6:9" parsed="|Deut|6|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις γραψει αυτους επι τους παραστατας της οικιας σου και επι τας πυλας σου.
<scripture passage="Deut 6:10" parsed="|Deut|6|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.10" />
<sup>10</sup>Και οταν Κυριος ο Θεος σου σε φερη εις την γην, την οποιαν ωμοσε προς τους πατερας σου, προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ, δια να δωση εις σε πολεις μεγαλας και καλας, τας οποιας δεν εκτισας,
<scripture passage="Deut 6:11" parsed="|Deut|6|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.11" />
<sup>11</sup>και οικιας πληρεις παντων των αγαθων, τας οποιας δεν εγεμισας, και φρεατα ηνοιγμενα, τα οποια δεν ηνοιξας, αμπελωνας και ελαιωνας, τους οποιους δεν εφυτευσας· αφου φαγης και χορτασης,
<scripture passage="Deut 6:12" parsed="|Deut|6|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.12" />
<sup>12</sup>προσεχε εις σεαυτον, μηποτε λησμονησης τον Κυριον, οστις σε εξηγαγεν εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας.
<scripture passage="Deut 6:13" parsed="|Deut|6|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.13" />
<sup>13</sup>Κυριον τον Θεον σου θελεις φοβεισθαι και αυτον θελεις λατρευει και εις το ονομα αυτου θελεις ομνυει.
<scripture passage="Deut 6:14" parsed="|Deut|6|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελετε υπαγει κατοπιν αλλων θεων, εκ των θεων των εθνων των περικυκλουντων υμας,
<scripture passage="Deut 6:15" parsed="|Deut|6|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.15" />
<sup>15</sup>διοτι Κυριος ο Θεος σου ειναι Θεος ζηλοτυπος εν μεσω σου, δια να μη εξαφη ο θυμος Κυριου του Θεου σου εναντιον σου και σε εξολοθρευση απο προσωπου της γης.
<scripture passage="Deut 6:16" parsed="|Deut|6|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.16" />
<sup>16</sup>Δεν θελετε πειρασει Κυριον τον Θεον σας, καθως επειρασατε εν Μασσα.
<scripture passage="Deut 6:17" parsed="|Deut|6|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.17" />
<sup>17</sup>Θελετε φυλαττει επιμελως τας εντολας Κυριου του Θεου υμων και τα μαρτυρια αυτου και τα διαταγματα αυτου, τα οποια προσεταξεν εις σε.
<scripture passage="Deut 6:18" parsed="|Deut|6|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.18" />
<sup>18</sup>Και θελεις καμνει το ευθες και το αγαθον ενωπιον του Κυριου· δια να ευημερης και δια να εισελθης και κληρονομησης την γην την αγαθην, την οποιαν ο Κυριος ωμοσε προς τους πατερας σου·
<scripture passage="Deut 6:19" parsed="|Deut|6|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.19" />
<sup>19</sup>δια να εκδιωξη παντας τους εχθρους σου απ' εμπροσθεν σου, καθως ελαλησε Κυριος.
<scripture passage="Deut 6:20" parsed="|Deut|6|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.20" />
<sup>20</sup>Οταν ο υιος σου σε ερωτηση εις το μετα ταυτα, λεγων, Τι δηλουσι τα μαρτυρια και τα διαταγματα και αι κρισεις, τας οποιας Κυριος ο Θεος ημων σας προσεταξε;
<scripture passage="Deut 6:21" parsed="|Deut|6|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.21" />
<sup>21</sup>Τοτε θελεις ειπει προς τον υιον σου, Δουλοι ημεθα του Φαραω εν Αιγυπτω, και ο Κυριος εξηγαγεν ημας εξ Αιγυπτου εν χειρι κραταια·
<scripture passage="Deut 6:22" parsed="|Deut|6|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.22" />
<sup>22</sup>και εδειξεν ο Κυριος σημεια και τερατα, μεγαλα και δεινα, επι την Αιγυπτον, επι τον Φαραω και επι παντα τον οικον αυτου, ενωπιον των οφθαλμων ημων·
<scripture passage="Deut 6:23" parsed="|Deut|6|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.23" />
<sup>23</sup>και εξηγαγεν ημας εκειθεν, δια να εισαγαγη ημας και να δωση εις ημας την γην, την οποιαν ωμοσε προς τους πατερας ημων·
<scripture passage="Deut 6:24" parsed="|Deut|6|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.24" />
<sup>24</sup>και προσεταξεν εις ημας ο Κυριος να καμνωμεν παντα τα διαταγματα ταυτα, να φοβωμεθα Κυριον τον Θεον ημων, δια να ευημερωμεν παντοτε, δια να φυλαττη ημας ζωντας, καθως την σημερον ημεραν·
<scripture passage="Deut 6:25" parsed="|Deut|6|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.6.25" />
<sup>25</sup>και θελει εισθαι δικαιοσυνη εις ημας, εαν προσεχωμεν να πραττωμεν πασας τας εντολας ταυτας ενωπιον Κυριου του Θεου ημων, καθως προσεταξεν εις ημας.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 7" progress="17.02%" prev="Deut.6" next="Deut.8" id="Deut.7">
<h3 id="Deut.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Deut.7-p1">
<scripture passage="Deut 7:1" parsed="|Deut|7|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.1" />
<sup>1</sup>Οταν Κυριος ο Θεος σου σε φερη εις την γην, εις την οποιαν υπαγεις δια να κληρονομησης αυτην, και εκδιωξη εθνη πολλα απ' εμπροσθεν σου, τους Χετταιους και τους Γεργεσαιους και τους Αμορραιους και τους Χαναναιους και τους Φερεζαιους και τους Ευαιους και τους Ιεβουσαιους, επτα εθνη μεγαλητερα και δυνατωτερα σου·
<scripture passage="Deut 7:2" parsed="|Deut|7|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.2" />
<sup>2</sup>και οταν Κυριος ο Θεος σου παραδωση αυτους εμπροσθεν σου, θελεις παταξει αυτους· κατα κρατος θελεις εξολοθρευσει αυτους· δεν θελεις καμει συνθηκην μετ' αυτων ουδε θελεις δειξει ελεος προς αυτους·
<scripture passage="Deut 7:3" parsed="|Deut|7|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.3" />
<sup>3</sup>ουδε θελεις συμπενθερευσει μετ' αυτων· την θυγατερα σου δεν θελεις δωσει εις τον υιον αυτου ουδε την θυγατερα αυτου θελεις λαβει εις τον υιον σου·
<scripture passage="Deut 7:4" parsed="|Deut|7|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.4" />
<sup>4</sup>διοτι θελουσιν αποπλανησει τους υιους σου απ' εμου και θελουσι λατρευει αλλους θεους· και θελει εξαφθη η οργη του Κυριου εναντιον σας και παραυτα θελει σε εξολοθρευσει.
<scripture passage="Deut 7:5" parsed="|Deut|7|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' ουτω θελετε καμει προς αυτους· τους βωμους αυτων θελετε καταστρεψει και τα αγαλματα αυτων θελετε συντριψει και τα αλση αυτων θελετε κατακοψει και τα γλυπτα αυτων θελετε καυσει εν πυρι·
<scripture passage="Deut 7:6" parsed="|Deut|7|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.6" />
<sup>6</sup>επειδη συ εισαι λαος αγιος εις Κυριον τον Θεον σου· σε εξελεξε Κυριος ο Θεος σου δια να ησαι εις αυτον λαος εκλεκτος, παρα παντας τους λαους τους επι του προσωπου της γης.
<scripture passage="Deut 7:7" parsed="|Deut|7|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.7" />
<sup>7</sup>Δεν προετιμησεν εσας Κυριος ουδε εξελεξεν εσας, διοτι εισθε πολυπληθεστεροι παρα παντα τα εθνη· επειδη σεις εισθε οι πλεον ολιγαριθμοι παρα παντα τα εθνη·
<scripture passage="Deut 7:8" parsed="|Deut|7|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.8" />
<sup>8</sup>αλλ' επειδη ο Κυριος σας ηγαπησε και δια να φυλαξη τον ορκον, τον οποιον ωμοσε προς τους πατερας σας, σας εξηγαγεν ο Κυριος εν χειρι κραταια και σας ελυτρωσεν εκ του οικου της δουλειας, εκ χειρος Φαραω, βασιλεως Αιγυπτου.
<scripture passage="Deut 7:9" parsed="|Deut|7|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.9" />
<sup>9</sup>Γνωρισον λοιπον, οτι Κυριος ο Θεος σου αυτος ειναι ο Θεος, ο Θεος ο πιστος, ο φυλαττων την διαθηκην και το ελεος προς τους αγαπωντας αυτον και φυλαττοντας τας εντολας αυτου, εις χιλιας γενεας·
<scripture passage="Deut 7:10" parsed="|Deut|7|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.10" />
<sup>10</sup>και ανταποδιδων κατα προσωπον αυτων εις τους μισουντας αυτον, δια να εξολοθρευση αυτους· δεν θελει βραδυνει εις τον μισουντα αυτον· θελει καμει εις αυτον την ανταποδοσιν κατα προσωπον αυτου.
<scripture passage="Deut 7:11" parsed="|Deut|7|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.11" />
<sup>11</sup>Φυλαττε λοιπον τας εντολας και τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας εγω σε προσταζω σημερον δια να καμνης αυτας.
<scripture passage="Deut 7:12" parsed="|Deut|7|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.12" />
<sup>12</sup>Και εαν ακουητε τας κρισεις ταυτας και φυλαττητε και εκτελητε αυτας, θελει φυλαξει Κυριος ο Θεος σου εις σε την διαθηκην και το ελεος, τα οποια ωμοσε προς τους πατερας σου·
<scripture passage="Deut 7:13" parsed="|Deut|7|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.13" />
<sup>13</sup>και θελει σε αγαπησει και σε ευλογησει και σε πληθυνει, και θελει ευλογησει τον καρπον της κοιλιας σου και τον καρπον της γης σου, τον σιτον σου και τον οινον σου και το ελαιον σου, τας αγελας των βοων σου και τα ποιμνια των προβατων σου, εν τη γη την οποιαν ωμοσε προς τους πατερας σου να δωση εις σε.
<scripture passage="Deut 7:14" parsed="|Deut|7|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.14" />
<sup>14</sup>Θελεις εισθαι ευλογημενος υπερ παντα τα εθνη· αγονος η στειρα δεν θελει εισθαι εις σε η εις τα κτηνη σου.
<scripture passage="Deut 7:15" parsed="|Deut|7|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.15" />
<sup>15</sup>Και θελει αφαιρεσει ο Κυριος απο σου πασαν ασθενειαν και δεν θελει βαλει επι σε ουδεμιαν των κακων νοσων της Αιγυπτου, τας οποιας γνωριζεις· αλλα θελει βαλει αυτας επι παντας τους μισουντας σε.
<scripture passage="Deut 7:16" parsed="|Deut|7|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.16" />
<sup>16</sup>Και θελεις εξολοθρευσει παντα τα εθνη, τα οποια Κυριος ο Θεος σου θελει παραδωσει εις σε· ο οφθαλμος σου δεν θελει σπλαγχνισθη δι' αυτους· ουδε θελεις λατρευσει τους θεους αυτων· διοτι τουτο θελει εισθαι παγις εις σε.
<scripture passage="Deut 7:17" parsed="|Deut|7|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.17" />
<sup>17</sup>Εαν δε ειπης εν τη καρδια σου, Τα εθνη ταυτα ειναι πλεον πολυαριθμα παρ' εμε· πως δυναμαι να εκδιωξω αυτα;
<scripture passage="Deut 7:18" parsed="|Deut|7|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.18" />
<sup>18</sup>Μη φοβηθης αυτους· ενθυμου καλως τι εκαμε Κυριος ο Θεος σου εις τον Φαραω και εις πασαν την Αιγυπτον·
<scripture passage="Deut 7:19" parsed="|Deut|7|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.19" />
<sup>19</sup>τους πειρασμους τους μεγαλους τους οποιους ειδον οι οφθαλμοι σου, και τα σημεια και τα τερατα και την κραταιαν χειρα και τον εξηπλωμενον βραχιονα, με τα οποια Κυριος ο Θεος σου σε εξηγαγεν· ουτω θελει καμει Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εθνη, το οποια συ φοβεισαι.
<scripture passage="Deut 7:20" parsed="|Deut|7|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.20" />
<sup>20</sup>Και προσετι τας σφηκας Κυριος ο Θεος σου θελει αποστειλει εις αυτους, εωσου εξολοθρευθωσιν οσοι εναπελειφθησαν και εκρυπτοντο απο προσωπου σου.
<scripture passage="Deut 7:21" parsed="|Deut|7|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.21" />
<sup>21</sup>Δεν θελεις τρομαξει απο προσωπου αυτων· διοτι Κυριος ο Θεος σου ειναι εν μεσω σου, Θεος μεγας και φοβερος.
<scripture passage="Deut 7:22" parsed="|Deut|7|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.22" />
<sup>22</sup>Και θελει εξαλειψει Κυριος ο Θεος σου τα εθνη εκεινα απ' εμπροσθεν σου ολιγον κατ' ολιγον· δεν δυναται να αφανισης αυτους παραυτα, δια να μη πληθυνθωσιν εναντιον σου τα θηρια του αγρου.
<scripture passage="Deut 7:23" parsed="|Deut|7|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.23" />
<sup>23</sup>Αλλα Κυριος ο Θεος σου θελει παραδωσει αυτους εμπροσθεν σου και θελει φθειρει αυτους εν φθορα μεγαλη, εωσου εξολοθρευθωσι.
<scripture passage="Deut 7:24" parsed="|Deut|7|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.24" />
<sup>24</sup>Και θελει παραδωσει εις την χειρα σου τους βασιλεις αυτων, και θελεις εξαλειψει το ονομα αυτων υποκατωθεν του ουρανου· ουδεις θελει δυνηθη να σταθη εμπροσθεν σου, εωσου εξολοθρευσης αυτους.
<scripture passage="Deut 7:25" parsed="|Deut|7|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.25" />
<sup>25</sup>Τα γλυπτα των θεων αυτων θελετε καυσει εν πυρι· δεν θελεις επιθυμησει το αργυριον η το χρυσιον το επ' αυτων, ουδε θελεις λαβει αυτο εις σεαυτον δια να μη παγιδευθης εις αυτο· διοτι ειναι βδελυγμα εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 7:26" parsed="|Deut|7|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.7.26" />
<sup>26</sup>Και δεν θελεις φερει βδελυγμα εις τον οικον σου, δια να μη γεινης αναθεμα ως αυτο· θελεις αποστραφει αυτο διολου και θελεις βδελυχθη αυτο διολου· διοτι ειναι αναθεμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 8" progress="17.13%" prev="Deut.7" next="Deut.9" id="Deut.8">
<h3 id="Deut.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Deut.8-p1">
<scripture passage="Deut 8:1" parsed="|Deut|8|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.1" />
<sup>1</sup>Πασας τας εντολας, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον, θελετε προσεχει να εκτελητε, δια να ζητε και να πληθυνθητε και δια να εισελθητε και κληρονομησητε την γην, την οποιαν ωμοσεν ο Κυριος προς τους πατερας σας.
<scripture passage="Deut 8:2" parsed="|Deut|8|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.2" />
<sup>2</sup>Και θελεις ενθυμεισθαι πασαν την οδον, εις την οποιαν σε ωδηγησε Κυριος ο Θεος σου τα τεσσαρακοντα ταυτα ετη εν τη ερημω, δια να σε ταπεινωση, να σε δοκιμαση, δια να γνωριση τα εν τη καρδια σου, εαν θελης φυλαξει τας εντολας αυτου, η ουχι.
<scripture passage="Deut 8:3" parsed="|Deut|8|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.3" />
<sup>3</sup>Και σε εταπεινωσε και σε εκαμε να πεινασης και σε εθρεψε με μαννα, το οποιον δεν εγνωριζες, ουδε οι πατερες σου εγνωριζον, δια να σε καμη να μαθης οτι ο ανθρωπος δεν ζη με μονον αρτον, αλλ' ο ανθρωπος ζη με παντα λογον εξερχομενον εκ του στοματος του Κυριου.
<scripture passage="Deut 8:4" parsed="|Deut|8|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.4" />
<sup>4</sup>Τα ιματια σου δεν επαλαιωθησαν επανω σου ουδε ο πους σου επρησθη τα τεσσαρακοντα ταυτα ετη.
<scripture passage="Deut 8:5" parsed="|Deut|8|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.5" />
<sup>5</sup>Θελεις λοιπον γνωρισει εν τη καρδια σου οτι καθως ο ανθρωπος παιδευει τον υιον αυτου, ουτω Κυριος ο Θεος σου σε επαιδευσε.
<scripture passage="Deut 8:6" parsed="|Deut|8|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο θελεις φυλαττει τας εντολας Κυριου του Θεου σου, δια να περιπατης εις τας οδους αυτου και να φοβησαι αυτον.
<scripture passage="Deut 8:7" parsed="|Deut|8|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.7" />
<sup>7</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος σου σε φερει εις γην αγαθην, γην ποταμων υδατων, πηγων και αβυσσων, αιτινες αναβλυζουσιν απο κοιλαδων και ορεων·
<scripture passage="Deut 8:8" parsed="|Deut|8|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.8" />
<sup>8</sup>γην σιτου και κριθης και αμπελων και συκων και ροδιων· γην ελαιων και μελιτος·
<scripture passage="Deut 8:9" parsed="|Deut|8|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.9" />
<sup>9</sup>γην, επι της οποιας θελεις τρωγει αρτον ουχι μετ' ενδειας, δεν θελεις στερεισθαι ουδενος επ' αυτης· γην, της οποιας οι λιθοι ειναι σιδηρος, και εκ των ορεων αυτης θελεις μεταλλευει χαλκον.
<scripture passage="Deut 8:10" parsed="|Deut|8|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις φαγει και θελεις χορτασθη, και θελεις ευλογησει Κυριον τον θεον σου επι της γης της αγαθης, την οποιαν σοι εδωκε.
<scripture passage="Deut 8:11" parsed="|Deut|8|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.11" />
<sup>11</sup>Προσεχε εις σεαυτον μηποτε λησμονησης Κυριον τον Θεον σου, αθετων τας εντολας αυτου και τας κρισεις αυτου και τα διαταγματα αυτου, τα οποια εγω προσταζω εις σε σημερον·
<scripture passage="Deut 8:12" parsed="|Deut|8|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.12" />
<sup>12</sup>μηπως, αφου φαγης και χορτασθης και οικοδομησης οικιας καλας και κατοικησης,
<scripture passage="Deut 8:13" parsed="|Deut|8|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.13" />
<sup>13</sup>και οι βοες σου και τα προβατα σου αυξησωσι, και πολλαπλασιασθη το αργυριον σου και το χρυσιον σου και παντα οσα εχεις αυξησωσι,
<scripture passage="Deut 8:14" parsed="|Deut|8|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.14" />
<sup>14</sup>μηπως τοτε υψωθη η καρδια σου και λησμονησης Κυριον τον Θεον σου, οστις σε εξηγαγεν εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας·
<scripture passage="Deut 8:15" parsed="|Deut|8|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.15" />
<sup>15</sup>οστις σε ωδηγησε δια της μεγαλης ταυτης και τρομερας ερημου, οπου ησαν οφεις φλογεροι και σκορπιοι και ξηρασια, οπου δεν ητο υδωρ· οστις ανεδωκεν εις σε υδωρ εκ της σκληρας πετρας·
<scripture passage="Deut 8:16" parsed="|Deut|8|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.16" />
<sup>16</sup>οστις σε εθρεψεν εν τη ερημω με το μαννα, το οποιον δεν εγνωριζον οι πατερες σου, δια να σε ταπεινωση και δια να σε δοκιμαση, δια να σε αγαθοποιηση εις τα εσχατα σου·
<scripture passage="Deut 8:17" parsed="|Deut|8|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.17" />
<sup>17</sup>και ειπης εν τη καρδια σου, Η δυναμις μου και το κρατος της χειρος μου απεκτησαν εις εμε τον πλουτον τουτον.
<scripture passage="Deut 8:18" parsed="|Deut|8|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.18" />
<sup>18</sup>Αλλα θελεις ενθυμεισθαι Κυριον τον Θεον σου· διοτι αυτος ειναι, οστις σε διδει δυναμιν να αποκτας πλουτη, δια να στερεωση την διαθηκην αυτου, την οποιαν ωμοσε προς τους πατερας σου, ως ειναι την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Deut 8:19" parsed="|Deut|8|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.19" />
<sup>19</sup>Εαν ομως λησμονησης Κυριον τον Θεον σου και υπαγης κατοπιν αλλων θεων και λατρευσης αυτους και προσκυνησης αυτους, διαμαρτυρομαι προς εσας σημερον οτι εξαπαντος θελετε αφανισθη·
<scripture passage="Deut 8:20" parsed="|Deut|8|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.8.20" />
<sup>20</sup>καθως τα εθνη, τα οποια ο Κυριος εξολοθρευει απ' εμπροσθεν σας, ουτω θελετε αφανισθη· διοτι δεν υπηκουσατε εις την φωνην Κυριου του Θεου σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 9" progress="17.21%" prev="Deut.8" next="Deut.10" id="Deut.9">
<h3 id="Deut.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Deut.9-p1">
<scripture passage="Deut 9:1" parsed="|Deut|9|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.1" />
<sup>1</sup>Ακουε, Ισραηλ· συ διαβαινεις σημερον τον Ιορδανην, δια να εισελθης να κληρονομησης εθνη μεγαλητερα και ισχυροτερα σου, πολεις μεγαλας και τετειχισμενας εως του ουρανου,
<scripture passage="Deut 9:2" parsed="|Deut|9|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.2" />
<sup>2</sup>λαον μεγαν και υψηλον το αναστημα, υιους των Ανακειμ, τους οποιους γνωριζεις και ηκουσας, Τις δυναται να σταθη εμπροσθεν των υιων του Ανακ;
<scripture passage="Deut 9:3" parsed="|Deut|9|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.3" />
<sup>3</sup>Γνωρισον λοιπον σημερον, οτι Κυριος ο Θεος σου ειναι ο προπορευομενος εμπροσθεν σου· ειναι πυρ καταναλισκον· αυτος θελει εξολοθρευσει αυτους και αυτος θελει καταστρεψει αυτους απ' εμπροσθεν σου· και θελεις εκδιωξει αυτους και ταχεως εξολοθρευσει αυτους, καθως σοι ειπεν ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 9:4" parsed="|Deut|9|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.4" />
<sup>4</sup>Αφου Κυριος ο Θεος σου εκδιωξη αυτους απ' εμπροσθεν σου, μη ειπης εν τη καρδια σου λεγων, Δια την δικαιοσυνην μου με εισηγαγεν ο Κυριος να κληρονομησω την γην ταυτην· αλλα δια την ασεβειαν των εθνων τουτων εκδιωκει αυτους ο Κυριος απ' εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Deut 9:5" parsed="|Deut|9|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.5" />
<sup>5</sup>Ουχι δια την δικαιοσυνην σου ουδε δια την ευθυτητα της καρδιας σου εισερχεσαι να κληρονομησης την γην αυτων· αλλα δια την ασεβειαν των εθνων τουτων Κυριος ο Θεος σου εκδιωκει αυτα απ' εμπροσθεν σου, και δια να στερεωση τον λογον, τον οποιον ο Κυριος ωμοσε προς τους πατερας σου, προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ.
<scripture passage="Deut 9:6" parsed="|Deut|9|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.6" />
<sup>6</sup>Γνωρισον λοιπον, οτι Κυριος ο Θεος σου δεν σοι διδει την γην ταυτην την αγαθην να κληρονομησης αυτην δια την δικαιοσυνην σου· διοτι εισαι λαος σκληροτραχηλος.
<scripture passage="Deut 9:7" parsed="|Deut|9|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.7" />
<sup>7</sup>Ενθυμου, μη λησμονησης ποσον παρωργισας Κυριον τον Θεον σου εν τη ερημω αφ' ης ημερας εξηλθετε εκ γης Αιγυπτου, εωσου εφθασατε εις τον τοπον τουτον, παντοτε εστασιασατε κατα του Κυριου.
<scripture passage="Deut 9:8" parsed="|Deut|9|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.8" />
<sup>8</sup>Και εν Χωρηβ παρωργισατε τον Κυριον και εθυμωθη ο Κυριος εναντιον σας δια να σας εξολοθρευση,
<scripture passage="Deut 9:9" parsed="|Deut|9|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.9" />
<sup>9</sup>οτε ανεβην εις το ορος δια να λαβω τας πλακας τας λιθινας, τας πλακας της διαθηκης την οποιαν ο Κυριος εκαμε προς εσας. Τοτε εμεινα εν τω ορει τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας· αρτον δεν εφαγον και υδωρ δεν επιον·
<scripture passage="Deut 9:10" parsed="|Deut|9|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.10" />
<sup>10</sup>και εδωκεν εις εμε ο Κυριος τας δυο λιθινας πλακας, γεγραμμενας δια του δακτυλου του Θεου· και επ' αυτας ησαν γεγραμμενοι παντες οι λογοι, τους οποιους ελαλησεν ο Κυριος προς εσας επι του ορους εκ μεσου του πυρος εν τη ημερα της συναξεως.
<scripture passage="Deut 9:11" parsed="|Deut|9|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.11" />
<sup>11</sup>Και εις το τελος των τεσσαρακοντα ημερων και τεσσαρακοντα νυκτων εδωκεν εις εμε ο Κυριος τας δυο λιθινας πλακας, τας πλακας της διαθηκης.
<scripture passage="Deut 9:12" parsed="|Deut|9|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Σηκωθητι, καταβα ταχεως εντευθεν· διοτι ο λαος σου, τον οποιον εξηγαγες εξ Αιγυπτου, ηνομησεν· ταχεως εξεκλιναν απο της οδου, την οποιαν προσεταξα εις αυτους· εκαμον εις εαυτους ειδωλον χυτον.
<scripture passage="Deut 9:13" parsed="|Deut|9|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.13" />
<sup>13</sup>Ειπεν οτι ο Κυριος προς εμε, λεγων, Ειδον τον λαον τουτον και ιδου, ειναι λαος σκληροτραχηλος·
<scripture passage="Deut 9:14" parsed="|Deut|9|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.14" />
<sup>14</sup>αφες με να εξολοθρευσω αυτους και να εξαλειψω το ονομα αυτων υποκατωθεν του ουρανου· και θελω σε καμει εις εθνος δυνατωτερον και μεγαλητερον παρα τουτους.
<scripture passage="Deut 9:15" parsed="|Deut|9|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.15" />
<sup>15</sup>Και επεστρεψα και κατεβην απο του ορους, και το ορος εκαιετο με πυρ, και αι δυο πλακες της διαθηκης ησαν εις τας δυο χειρας μου.
<scripture passage="Deut 9:16" parsed="|Deut|9|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.16" />
<sup>16</sup>Και ειδον και ιδου, ειχετε αμαρτησει εναντιον Κυριου του Θεου σας, καμνοντες εις εαυτους μοσχον χυτον· ειχετε εκκλινει ταχεως εκ της οδου, την οποιαν προσεταξεν εις εσας ο Κυριος·
<scripture passage="Deut 9:17" parsed="|Deut|9|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.17" />
<sup>17</sup>και πιασας τας δυο πλακας, ερριψα αυτας απο των δυο χειρων μου και συνετριψα αυτας εμπροσθεν των οφθαλμων σας·
<scripture passage="Deut 9:18" parsed="|Deut|9|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.18" />
<sup>18</sup>και προσεπεσον ενωπιον του Κυριου, καθως προτερον, τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας· αρτον δεν εφαγον και υδωρ δεν επιον εξ αιτιας πασων των αμαρτιων σας, τας οποιας ημαρτησατε, πραττοντες πονηρα ενωπιον του Κυριου, ωστε να παροργισητε αυτον·
<scripture passage="Deut 9:19" parsed="|Deut|9|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.19" />
<sup>19</sup>διοτι κατεφοβηθην δια τον θυμον και την οργην, με την οποιαν ο Κυριος ητο θυμωμενος εναντιον σας δια να σας εξολοθρευση. Αλλ' ο Κυριος εισηκουσε μου και ταυτην την φοραν.
<scripture passage="Deut 9:20" parsed="|Deut|9|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.20" />
<sup>20</sup>Και ητο ο Κυριος θυμωμενος σφοδρα κατα του Ααρων, δια να εξολοθρευση αυτον· και εδεηθην και υπερ του Ααρων εν τω καιρω εκεινω.
<scripture passage="Deut 9:21" parsed="|Deut|9|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.21" />
<sup>21</sup>Και ελαβον την αμαρτιαν σας, τον μοσχον τον οποιον εκαμετε, και κατεκαυσα αυτον εν πυρι και συνετριψα αυτον και κατελεπτυνα αυτον εωσου εγεινε λεπτον ως σκονη· και ερριψα την σκονην τουτου εις τον χειμαρρον τον καταβαινοντα απο του ορους.
<scripture passage="Deut 9:22" parsed="|Deut|9|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.22" />
<sup>22</sup>Και εν Ταβερα και εν Μασσα και εν Κιβρωθ-αττααβα παρωργισατε τον Κυριον.
<scripture passage="Deut 9:23" parsed="|Deut|9|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.23" />
<sup>23</sup>Και οτε ο Κυριος σας απεστειλεν απο Καδης-βαρνη, λεγων, Αναβητε και κληρονομησατε την γην, την οποιαν εδωκα εις εσας, τοτε σεις εστασιασατε εναντιον της προσταγης Κυριου του Θεου σας, και δεν επιστευσατε εις αυτον ουδε εισηκουσατε της φωνης αυτου.
<scripture passage="Deut 9:24" parsed="|Deut|9|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.24" />
<sup>24</sup>Παντοτε εστασιασατε εναντιον του Κυριου, αφ' ης ημερας σας εγνωρισα.
<scripture passage="Deut 9:25" parsed="|Deut|9|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.25" />
<sup>25</sup>Και προσεπεσον ενωπιον του Κυριου τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας, καθως προσεπεσον προτερον· διοτι ο Κυριος ειπε να σας εξολοθρευση.
<scripture passage="Deut 9:26" parsed="|Deut|9|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.26" />
<sup>26</sup>Και εδεηθην του Κυριου λεγων, Κυριε Θεε, μη εξολοθρευσης τον λαον σου και την κληρονομιαν σου, τον οποιον ελυτρωσας δια της μεγαλωσυνης σου, τον οποιον εξηγαγες εξ Αιγυπτου εν χειρι κραταια·
<scripture passage="Deut 9:27" parsed="|Deut|9|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.27" />
<sup>27</sup>ενθυμηθητι τους δουλους σου, τον Αβρααμ, τον Ισαακ και τον Ιακωβ· μη επιβλεψης εις την σκληροτητα του λαου τουτου, μητε εις τας ασεβειας αυτων, μητε εις τας αμαρτιας αυτων·
<scripture passage="Deut 9:28" parsed="|Deut|9|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.28" />
<sup>28</sup>μηπως ειπωσιν οι κατοικοι της γης, εκ της οποιας εξηγαγες ημας, Επειδη ο Κυριος δεν ηδυνατο να εισαγαγη αυτους εις την γην, την οποιαν υπεσχεθη προς αυτους, και επειδη εμισει αυτους, εξηγαγεν αυτους δια να φονευση αυτους εν τη ερημω·
<scripture passage="Deut 9:29" parsed="|Deut|9|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.9.29" />
<sup>29</sup>αλλ' ουτοι ειναι λαος σου και κληρονομια σου, τους οποιους εξηγαγες με την δυναμιν σου την μεγαλην και με τον βραχιονα σου τον εξηπλωμενον.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 10" progress="17.33%" prev="Deut.9" next="Deut.11" id="Deut.10">
<h3 id="Deut.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Deut.10-p1">
<scripture passage="Deut 10:1" parsed="|Deut|10|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον ειπε Κυριος προς εμε, Λατομησον εις σεαυτον δυο πλακας λιθινας ως τας πρωτας, και αναβα προς εμε εις το ορος, και καμε εις σεαυτον κιβωτον ξυλινην.
<scripture passage="Deut 10:2" parsed="|Deut|10|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.2" />
<sup>2</sup>Και εγω θελω γραψει επι τας πλακας τα λογια τα οποια ησαν εις τας πρωτας πλακας, τας οποιας συνετριψας, και θελεις εναποθεσει αυτας εν τη κιβωτω.
<scripture passage="Deut 10:3" parsed="|Deut|10|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.3" />
<sup>3</sup>Και εκαμα κιβωτον εκ ξυλου σιττιμ, και ελατομησα δυο πλακας λιθινας ως τας πρωτας, και ανεβην εις το ορος, εχων τας δυο πλακας εις τας χειρας μου.
<scripture passage="Deut 10:4" parsed="|Deut|10|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.4" />
<sup>4</sup>Και εγραψεν επι τας πλακας, κατα την γραφην την πρωτην, τας δεκα εντολας, τας οποιας ελαλησε Κυριος προς εσας εν τω ορει εκ μεσου του πυρος, εν τη ημερα της συναξεως· και εδωκεν αυτας ο Κυριος εις εμε.
<scripture passage="Deut 10:5" parsed="|Deut|10|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.5" />
<sup>5</sup>Και επιστρεψας κατεβην απο του ορους και ενεθεσα τας πλακας εν τη κιβωτω την οποιαν εκαμον· και ειναι εκει, καθως προσεταξεν εις εμε ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 10:6" parsed="|Deut|10|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.6" />
<sup>6</sup>Και οι υιοι Ισραηλ εσηκωθησαν απο Βηρωθ-βενε-ιακαν εις Μοσερα. Εκει απεθανεν ο Ααρων και εκει εταφη· και ιερατευσεν Ελεαζαρ ο υιος αυτου αντ' αυτου.
<scripture passage="Deut 10:7" parsed="|Deut|10|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.7" />
<sup>7</sup>Εκειθεν εσηκωθησαν εις Γαδγαδ και απο Γαδγαδ εις Ιοτβαθα, γην ποταμων υδατων.
<scripture passage="Deut 10:8" parsed="|Deut|10|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.8" />
<sup>8</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον εξεχωρισεν ο Κυριος την φυλην του Λευι, δια να βασταζη την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, να παρισταται ενωπιον του Κυριου δια να υπηρετη αυτον, και να ευλογη εν τω ονοματι αυτου, εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Deut 10:9" parsed="|Deut|10|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο δεν εχουσιν οι Λευιται μεριδιον η κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων αυτων· ο Κυριος ειναι η κληρονομια αυτων, καθως Κυριος ο Θεος σου υπεσχεθη εις αυτους.
<scripture passage="Deut 10:10" parsed="|Deut|10|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.10" />
<sup>10</sup>Και εγω εσταθην επι του ορους, ως το προτερον, τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας· και εισηκουσε μου ο Κυριος και ταυτην την φοραν, και δεν ηθελησεν ο Κυριος να σε εξολοθρευση.
<scripture passage="Deut 10:11" parsed="|Deut|10|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Σηκωθητι, προπορευου του λαου, δια να εισελθωσι και κληρονομησωσι την γην, την οποιαν ωμοσα προς τους πατερας αυτων να δωσω εις αυτους.
<scripture passage="Deut 10:12" parsed="|Deut|10|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.12" />
<sup>12</sup>Και τωρα, Ισραηλ, τι ζητει Κυριος ο Θεος σου παρα σου, ειμη να φοβησαι Κυριον τον Θεον σου, να περιπατης εις πασας τας οδους αυτου και να αγαπας αυτον, και να λατρευης Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου,
<scripture passage="Deut 10:13" parsed="|Deut|10|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.13" />
<sup>13</sup>να φυλαττης τας εντολας του Κυριου και τα διαταγματα αυτου, τα οποια εγω προσταζω εις σε σημερον δια το καλον σου;
<scripture passage="Deut 10:14" parsed="|Deut|10|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, Κυριου του Θεου σου ειναι ο ουρανος και ο ουρανος των ουρανων· η γη και παντα τα εν αυτη.
<scripture passage="Deut 10:15" parsed="|Deut|10|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.15" />
<sup>15</sup>Και ομως τους πατερας σου προετιμησεν ο Κυριος, να αγαπα αυτους, και εξελεξε το σπερμα αυτων μετ' αυτους, εσας παρα παντας τους λαους, καθως ειναι την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Deut 10:16" parsed="|Deut|10|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.16" />
<sup>16</sup>Περιτεμετε λοιπον την ακροβυστιαν της καρδιας σας και μη σκληρυνητε πλεον τον τραχηλον σας.
<scripture passage="Deut 10:17" parsed="|Deut|10|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.17" />
<sup>17</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος σας ειναι Θεος των θεων και Κυριος των κυριων, Θεος μεγας, ισχυρος και φοβερος, μη αποβλεπων εις προσωπον μηδε λαμβανων δωρον·
<scripture passage="Deut 10:18" parsed="|Deut|10|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.18" />
<sup>18</sup>ποιων κρισιν εις τον ορφανον και εις την χηραν, και αγαπων τον ξενον, διδων εις αυτον τροφην και ενδυματα.
<scripture passage="Deut 10:19" parsed="|Deut|10|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.19" />
<sup>19</sup>Αγαπατε λοιπον τον ξενον· διοτι σεις ξενοι εσταθητε εν τη γη της Αιγυπτου.
<scripture passage="Deut 10:20" parsed="|Deut|10|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.20" />
<sup>20</sup>Κυριον τον Θεον σου θελεις φοβεισθαι αυτον θελεις λατρευει, και εις αυτον θελεις εισθαι προσηλωμενος, και εις το ονομα αυτου θελεις ομνυει.
<scripture passage="Deut 10:21" parsed="|Deut|10|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.21" />
<sup>21</sup>Αυτος ειναι καυχημα σου, και αυτος ειναι Θεος σου, οστις εκαμε δια σε τα μεγαλα ταυτα και τρομερα, τα οποια ειδον οι οφθαλμοι σου.
<scripture passage="Deut 10:22" parsed="|Deut|10|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.10.22" />
<sup>22</sup>Μετα εβδομηκοντα ψυχων κατεβησαν οι πατερες σου εις την Αιγυπτον, και τωρα Κυριος ο Θεος σου σε κατεστησεν ως τα αστρα του ουρανου κατα το πληθος.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 11" progress="17.40%" prev="Deut.10" next="Deut.12" id="Deut.11">
<h3 id="Deut.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Deut.11-p1">
<scripture passage="Deut 11:1" parsed="|Deut|11|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.1" />
<sup>1</sup>Αγαπα λοιπον Κυριον τον Θεον σου και φυλαττε τα φυλαγματα αυτου και τα διαταγματα αυτου, και τας κρισεις αυτου, και τας εντολας αυτου, πασας τας ημερας.
<scripture passage="Deut 11:2" parsed="|Deut|11|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.2" />
<sup>2</sup>Και γνωρισατε σημερον· διοτι ουχι τα παιδια σας, τα οποια δεν εγνωρισαν, και τα οποια δεν ειδον την παιδειαν Κυριου του Θεου σας, τα μεγαλεια αυτου, την χειρα αυτου την κραταιαν και τον βραχιονα αυτου τον εξηπλωμενον,
<scripture passage="Deut 11:3" parsed="|Deut|11|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.3" />
<sup>3</sup>και τα σημεια αυτου, και τα εργα αυτου, οσα εκαμεν εν μεσω της Αιγυπτου, κατα του Φαραω βασιλεως της Αιγυπτου και κατα πασης της γης αυτου,
<scripture passage="Deut 11:4" parsed="|Deut|11|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.4" />
<sup>4</sup>και οσα εκαμεν εις το στρατευμα των Αιγυπτιων, εις τους ιππους αυτων και εις τας αμαξας αυτων, τινι τροπω εκαμε τα υδατα της Ερυθρας θαλασσης να καταποντισωσιν αυτους οτε σας κατεδιωκον οπισθεν, και ο Κυριος εξωλοθρευσεν αυτους εως της ημερας ταυτης,
<scripture passage="Deut 11:5" parsed="|Deut|11|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.5" />
<sup>5</sup>και τι εκαμεν εις εσας εν τη ερημω, εως να ελθητε εις τον τοπον τουτον,
<scripture passage="Deut 11:6" parsed="|Deut|11|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.6" />
<sup>6</sup>και τι εκαμεν εις τον Δαθαν και Αβειρων τους υιους Ελιαβ υιου του Ρουβην, πως η γη ηνοιξε το στομα αυτης και κατεπιεν αυτους και τας οικογενειας αυτων και τας σκηνας αυτων και πασαν την περιουσιαν αυτων, εν μεσω παντος του Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 11:7" parsed="|Deut|11|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.7" />
<sup>7</sup>αλλ' οι οφθαλμοι σας ειδον παντα τα εργα του Κυριου τα μεγαλα, οσα εκαμε.
<scripture passage="Deut 11:8" parsed="|Deut|11|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο θελετε φυλαττει πασας τας εντολας, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον· δια να κραταιωθητε και να εισελθητε και να κληρονομησητε την γην, εις την οποιαν υπαγετε δια να κληρονομησητε αυτην·
<scripture passage="Deut 11:9" parsed="|Deut|11|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.9" />
<sup>9</sup>και δια να μακροημερευσητε επι της γης, την οποιαν ωμοσε Κυριος προς τους πατερας σας να δωση εις αυτους και εις το σπερμα αυτων, γην ρεουσαν γαλα και μελι.
<scripture passage="Deut 11:10" parsed="|Deut|11|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.10" />
<sup>10</sup>Διοτι η γη, εις την οποιαν εισερχεσαι δια να κληρονομησης αυτην, δεν ειναι ως η γη της Αιγυπτου εκ της οποιας εξηλθετε, οπου εσπειρες τον σπορον σου, και εποτιζες δια του ποδος σου, ως κηπον λαχανων·
<scripture passage="Deut 11:11" parsed="|Deut|11|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.11" />
<sup>11</sup>αλλ' η γη, εις την οποιαν διαβαινετε δια να κληρονομησητε αυτην, γη ορεων και κοιλαδων, απο της βροχης του ουρανου πινει υδωρ·
<scripture passage="Deut 11:12" parsed="|Deut|11|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.12" />
<sup>12</sup>γη, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου επιβλεπει παντοτε· οι οφθαλμοι Κυριου του Θεου σου ειναι επ' αυτην, απο της αρχης του ετους εως τελους του ετους.
<scripture passage="Deut 11:13" parsed="|Deut|11|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.13" />
<sup>13</sup>Και εαν επιμελως ακουσητε τας εντολας μου, τας οποιας εγω προσταζω εις εσας σημερον, να αγαπατε Κυριον τον Θεον σας, και να λατρευητε αυτον εξ ολης της καρδιας σας και εξ ολης της ψυχης σας,
<scripture passage="Deut 11:14" parsed="|Deut|11|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.14" />
<sup>14</sup>τοτε θελω δωσει την βροχην της γης σας εν τω καιρω αυτης, την πρωιμον και την οψιμον, δια να συναξης τον σιτον σου και τον οινον σου και το ελαιον σου·
<scripture passage="Deut 11:15" parsed="|Deut|11|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.15" />
<sup>15</sup>και θελω δωσει χορτον εις τους αγρους σου δια τα κτηνη σου, δια να τρωγης και να χορταινης.
<scripture passage="Deut 11:16" parsed="|Deut|11|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.16" />
<sup>16</sup>Προσεχετε εις εαυτους, μηποτε πλανηθη η καρδια σας και παραδρομησητε και λατρευσητε αλλους θεους και προσκυνησητε αυτους·
<scripture passage="Deut 11:17" parsed="|Deut|11|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.17" />
<sup>17</sup>και εξαφθη η οργη του Κυριου εναντιον σας, και κλειση τον ουρανον, δια να μη βρεξη, και η γη να μη δωση τους καρπους αυτης· και εξολοθρευθητε παραυτα εκ της γης της αγαθης, την οποιαν διδει εις εσας ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 11:18" parsed="|Deut|11|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.18" />
<sup>18</sup>Θελετε λοιπον βαλει τους λογους μου τουτους εις την καρδιαν σας και εις την ψυχην σας· και θελετε δεσει αυτους δια σημειον επι της χειρος σας και θελουσιν εισθαι ως προμετωπιδια μεταξυ των οφθαλμων σας·
<scripture passage="Deut 11:19" parsed="|Deut|11|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.19" />
<sup>19</sup>και θελετε διδασκει αυτους εις τα τεκνα σας, ομιλουντες περι αυτων καθημενος εν τη οικια σου και περιπατων εν τη οδω και πλαγιαζων και εγειρομενος·
<scripture passage="Deut 11:20" parsed="|Deut|11|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.20" />
<sup>20</sup>και θελεις γραψει αυτους επι τους παραστατας της οικιας σου και επι τας πυλας σου·
<scripture passage="Deut 11:21" parsed="|Deut|11|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.21" />
<sup>21</sup>δια να πολλαπλασιασθωσιν αι ημεραι σας και αι ημεραι των τεκνων σας επι της γης, την οποιαν ο Κυριος ωμοσε προς τους πατερας σας να δωση εις αυτους, ως αι ημεραι του ουρανου επι της γης.
<scripture passage="Deut 11:22" parsed="|Deut|11|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.22" />
<sup>22</sup>Επειδη, εαν φυλαξητε επιμελως πασας τας εντολας ταυτας, τας οποιας εγω προσταζω εις εσας, ωστε να εκτελητε αυτας, να αγαπατε Κυριον τον Θεον σας, να περιπατητε εις πασας τας οδους αυτου, και να ησθε προσκεκολλημενοι εις αυτον,
<scripture passage="Deut 11:23" parsed="|Deut|11|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.23" />
<sup>23</sup>τοτε θελει εκδιωξει ο Κυριος παντα ταυτα τα εθνη απ' εμπροσθεν σας, και θελετε κληρονομησει εθνη μεγαλητερα και δυνατωτερα σας.
<scripture passage="Deut 11:24" parsed="|Deut|11|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.24" />
<sup>24</sup>Πας ο τοπος, οπου πατηση το ιχνος των ποδων σας, ιδικος σας θελει εισθαι απο της ερημου και του Λιβανου, απο του ποταμου, του ποταμου Ευφρατου, και εως της θαλασσης της προς δυσμας, θελει εισθαι το οριον σας.
<scripture passage="Deut 11:25" parsed="|Deut|11|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.25" />
<sup>25</sup>Ουδεις θελει δυνηθη να σταθη εμπροσθεν σας· τον φοβον σας και τον τρομον σας θελει εμβαλλει Κυριος ο Θεος σας επι προσωπου πασης της γης, την οποιαν πατησητε, καθως ειπεν εις εσας.
<scripture passage="Deut 11:26" parsed="|Deut|11|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.26" />
<sup>26</sup>Ιδου, εγω βαλλω σημερον εμπροσθεν σας ευλογιαν και καταραν·
<scripture passage="Deut 11:27" parsed="|Deut|11|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.27" />
<sup>27</sup>την ευλογιαν, εαν υπακουητε εις τας εντολας Κυριου του Θεου σας, τας οποιας εγω προσταζω εις εσας σημερον,
<scripture passage="Deut 11:28" parsed="|Deut|11|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.28" />
<sup>28</sup>και την καταραν, εαν δεν υπακουητε εις τας εντολας Κυριου του Θεου σας, αλλα εκκλινητε απο της οδου, την οποιαν εγω προσταζω εις εσας σημερον, ωστε να ακολουθησητε αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισατε.
<scripture passage="Deut 11:29" parsed="|Deut|11|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.29" />
<sup>29</sup>Και οταν Κυριος ο Θεος σου σε εισαγαγη εις την γην, εις την οποιαν υπαγεις δια να κληρονομησης αυτην, θελεις θεσει την ευλογιαν επι το ορος Γαριζιν και την καταραν επι το ορος Εβαλ.
<scripture passage="Deut 11:30" parsed="|Deut|11|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.30" />
<sup>30</sup>Δεν ειναι ταυτα περαν του Ιορδανου, κατα την οδον την προς δυσμας ηλιου, εν τη γη των Χαναναιων, των κατοικουντων εν τη πεδιαδι, κατεναντι Γαλγαλων, πλησιον της δρυος Μορεχ;
<scripture passage="Deut 11:31" parsed="|Deut|11|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.31" />
<sup>31</sup>Διοτι σεις διαβαινετε τον Ιορδανην, δια να εισελθητε να κληρονομησητε την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας διδει εις εσας, και θελετε κληρονομησει αυτην και κατοικησει εν αυτη.
<scripture passage="Deut 11:32" parsed="|Deut|11|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.11.32" />
<sup>32</sup>Και θελετε προσεχει να εκτελητε παντα τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας εγω βαλλω ενωπιον σας σημερον.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 12" progress="17.53%" prev="Deut.11" next="Deut.13" id="Deut.12">
<h3 id="Deut.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Deut.12-p1">
<scripture passage="Deut 12:1" parsed="|Deut|12|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.1" />
<sup>1</sup>Ταυτα ειναι τα διαταγματα και αι κρισεις, τα οποια θελετε προσεχει να εκτελητε, εν τη γη την οποιαν Κυριος ο Θεος των πατερων σου διδει εις σε δια να κληρονομησης αυτην, πασας τας ημερας τας οποιας ζητε επι της γης.
<scripture passage="Deut 12:2" parsed="|Deut|12|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.2" />
<sup>2</sup>Θελετε καταστρεψει παντας τους τοπους, οπου τα εθνη, τα οποια θελετε κυριευσει, ελατρευον τους θεους αυτων, επι τα υψηλα ορη και επι τους λοφους και υποκατω παντος δενδρου δασεος.
<scripture passage="Deut 12:3" parsed="|Deut|12|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.3" />
<sup>3</sup>Και θελετε κατεδαφισει τους βωμους αυτων και συντριψει τας στηλας αυτων, και κατακαυσει εν πυρι τα αλση αυτων, και κατακοψει τα ειδωλα των θεων αυτων, και εξαλειψει τα ονοματα αυτων εκ του τοπου εκεινου.
<scripture passage="Deut 12:4" parsed="|Deut|12|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελετε καμει ουτως εις Κυριον τον Θεον σας·
<scripture passage="Deut 12:5" parsed="|Deut|12|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.5" />
<sup>5</sup>αλλ' εν τω τοπω, οντινα Κυριος ο Θεος σας εκλεξη εκ πασων των φυλων σας, δια να θεση το ονομα αυτου εκει, προς την κατοικιαν αυτου θελετε ζητησει αυτον και εκει θελετε ελθει·
<scripture passage="Deut 12:6" parsed="|Deut|12|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.6" />
<sup>6</sup>και εκει θελετε φερει τα ολοκαυτωματα σας και τας θυσιας σας, και τα δεκατα σας και τας υψουμενας προσφορας των χειρων σας και τας ευχας σας και τας αυτοπροαιρετους προσφορας σας, και τα πρωτοτοκα των βοων σας και των προβατων σας·
<scripture passage="Deut 12:7" parsed="|Deut|12|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.7" />
<sup>7</sup>και εκει θελετε τρωγει ενωπιον Κυριου του Θεου σας, και θελετε ευφραινεσθαι, σεις και οι οικοι σας, εις οσα επιβαλετε τας χειρας σας, εις ο, τι Κυριος ο Θεος σου σε ηυλογησε.
<scripture passage="Deut 12:8" parsed="|Deut|12|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.8" />
<sup>8</sup>Δεν θελετε καμνει κατα παντα οσα ημεις καμνομεν ενταυθα σημερον, εκαστος ο, τι φανη αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Deut 12:9" parsed="|Deut|12|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.9" />
<sup>9</sup>Διοτι δεν ηλθετε ετι εις την αναπαυσιν και εις την κληρονομιαν, την οποιαν διδει εις εσας Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Deut 12:10" parsed="|Deut|12|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' οταν διαβητε τον Ιορδανην, και κατοικησητε επι της γης, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας διδει εις εσας να κληρονομησητε, και δωση εις εσας αναπαυσιν απο παντων των εχθρων σας κυκλω, ωστε να κατοικησητε μετα ασφαλειας,
<scripture passage="Deut 12:11" parsed="|Deut|12|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.11" />
<sup>11</sup>τοτε εις τον τοπον, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σας, δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου, εκει θελετε φερει παντα οσα εγω προσταζω εις εσας· τα ολοκαυτωματα σας, και τας θυσιας σας, τα δεκατα σας, και τας υψουμενας προσφορας των χειρων σας, και πασας τας εκλεκτας ευχας σας, οσας ευχηθητε εις τον Κυριον·
<scripture passage="Deut 12:12" parsed="|Deut|12|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.12" />
<sup>12</sup>και θελετε ευφραινεσθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σας, σεις και οι υιοι σας και αι θυγατερες σας και οι δουλοι σας και αι δουλαι σας, και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σας· διοτι αυτος δεν εχει μεριδα ουτε κληρονομιαν με σας.
<scripture passage="Deut 12:13" parsed="|Deut|12|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.13" />
<sup>13</sup>Προσεχε εις σεαυτον, μηποτε προσφερης το ολοκαυτωμα σου εις παντα τοπον, οντινα ιδης·
<scripture passage="Deut 12:14" parsed="|Deut|12|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.14" />
<sup>14</sup>αλλ' εις τον τοπον, οντινα εκλεξη ο Κυριος εν μια των φυλων σου, εκει θελεις προσφερει τα ολοκαυτωματα σου και εκει θελεις καμνει παντα οσα εγω σε προσταζω.
<scripture passage="Deut 12:15" parsed="|Deut|12|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.15" />
<sup>15</sup>Δυνασαι ομως να σφαζης και να τρωγης κρεας εντος πασων των πυλων σου, κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου, κατα την ευλογιαν Κυριου του Θεου σου την οποιαν σοι εδωκεν· ο ακαθαρτος και ο καθαρος δυνανται να τρωγωσιν εξ αυτου, καθως την δορκαδα και καθως την ελαφον.
<scripture passage="Deut 12:16" parsed="|Deut|12|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.16" />
<sup>16</sup>Πλην το αιμα δεν θελετε τρωγει· επι την γην θελετε χυνει αυτο ως υδωρ.
<scripture passage="Deut 12:17" parsed="|Deut|12|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.17" />
<sup>17</sup>Δεν δυνασαι να τρωγης εντος των πυλων σου το δεκατον του σιτου σου η του οινου σου η του ελαιου σου, η τα πρωτοτοκα των βοων σου η των προβατων σου, ουδε καμμιαν των ευχων σου οσας ευχηθης, ουδε τας αυτοπροαιρετους προσφορας σου, η τας υψουμενας προσφορας των χειρων σου.
<scripture passage="Deut 12:18" parsed="|Deut|12|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.18" />
<sup>18</sup>Αλλα πρεπει να τρωγης ταυτα ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου, συ, και ο υιος σου και η θυγατηρ σου και ο δουλος σου και η δουλη σου και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σου· και θελεις ευφραινεσθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εις οσα επιβαλης την χειρα σου.
<scripture passage="Deut 12:19" parsed="|Deut|12|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.19" />
<sup>19</sup>Προσεχε εις σεαυτον, μηποτε εγκαταλιπης τον Λευιτην, οσον χρονον ζης επι της γης σου.
<scripture passage="Deut 12:20" parsed="|Deut|12|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.20" />
<sup>20</sup>Οταν Κυριος ο Θεος σου πλατυνη τα ορια σου, καθως υπεσχεθη προς σε, και ειπης, Θελω φαγει κρεας, διοτι επιθυμει η ψυχη σου να φαγη κρεας, δυνασαι να τρωγης κρεας, κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου.
<scripture passage="Deut 12:21" parsed="|Deut|12|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.21" />
<sup>21</sup>Εαν ο τοπος, τον οποιον Κυριος ο Θεος σου εξελεξε δια να θεση εκει το ονομα αυτου, απεχη πολυ απο σου, τοτε θελεις σφαζει εκ των βοων σου και εκ των προβατων σου, τα οποια σοι εδωκεν ο Κυριος, καθως εγω προσεταξα εις εσας, και θελεις τρωγει εντος των πυλων σου κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου.
<scripture passage="Deut 12:22" parsed="|Deut|12|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.22" />
<sup>22</sup>Καθως τρωγεται η δορκας και η ελαφος, ουτω θελεις τρωγει αυτα· ο ακαθαρτος και ο καθαρος θελουσι τρωγει απ' αυτων εξ ισου.
<scripture passage="Deut 12:23" parsed="|Deut|12|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.23" />
<sup>23</sup>Μονον απεχε ισχυρως απο του να φαγης το αιμα· διοτι το αιμα ειναι η ζωη· και δεν δυνασαι να φαγης την ζωην μετα του κρεατος.
<scripture passage="Deut 12:24" parsed="|Deut|12|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.24" />
<sup>24</sup>Δεν θελεις τρωγει αυτο· επι την γην θελεις χυνει αυτο ως υδωρ.
<scripture passage="Deut 12:25" parsed="|Deut|12|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.25" />
<sup>25</sup>Δεν θελεις τρωγει αυτο· δια να ευημερης, συ και τα τεκνα σου μετα σε, οταν πραττης το αρεστον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Deut 12:26" parsed="|Deut|12|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.26" />
<sup>26</sup>Πλην τα αφιερωματα σου, οσα αν εχης, και τας ευχας σου θελεις λαβει και θελεις υπαγει εις τον τοπον, οντινα εκλεξη ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 12:27" parsed="|Deut|12|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.27" />
<sup>27</sup>Και θελεις προσφερει τα ολοκαυτωματα σου, το κρεας και το αιμα, επι του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου σου· και το αιμα των θυσιων σου θελει χυθη εις το θυσιαστηριον Κυριου του Θεου σου, το δε κρεας θελεις φαγει.
<scripture passage="Deut 12:28" parsed="|Deut|12|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.28" />
<sup>28</sup>Προσεχε και ακουε παντας τους λογους τουτους, τους οποιους εγω προσταζω εις σε· δια να ευημερης, συ και τα τεκνα σου μετα σε εις τον αιωνα, οταν πραττης το καλον και το αρεστον ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 12:29" parsed="|Deut|12|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.29" />
<sup>29</sup>Οταν Κυριος ο Θεος σου εξολοθρευση τα εθνη απ' εμπροσθεν σου, οπου υπαγεις δια να κληρονομησης αυτα, και κληρονομησης αυτα και κατοικησης εν τη γη αυτων,
<scripture passage="Deut 12:30" parsed="|Deut|12|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.30" />
<sup>30</sup>προσεχε εις σεαυτον, μηποτε παγιδευθης και ακολουθησης αυτους, αφου εξολοθρευθωσιν απ' εμπροσθεν σου· και μηποτε εξετασης περι των θεων αυτων, λεγων, Πως ελατρευον τα εθνη ταυτα τους θεους αυτων; ουτω θελω καμει και εγω.
<scripture passage="Deut 12:31" parsed="|Deut|12|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.31" />
<sup>31</sup>Δεν θελεις καμει ουτως εις Κυριον τον Θεον σου· διοτι παν βδελυγμα, το οποιον ο Κυριος μισει, εκαμον εις τους θεους αυτων· επειδη και τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων καιουσιν εν πυρι προς τους θεους αυτων.
<scripture passage="Deut 12:32" parsed="|Deut|12|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.12.32" />
<sup>32</sup>Παν ο, τι προσταζω εγω εις εσας, τουτο προσεχετε να καμνητε· δεν θελεις προσθεσει εις αυτο ουδε θελεις αφαιρεσει απ' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 13" progress="17.66%" prev="Deut.12" next="Deut.14" id="Deut.13">
<h3 id="Deut.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Deut.13-p1">
<scripture passage="Deut 13:1" parsed="|Deut|13|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.1" />
<sup>1</sup>Εαν εγερθη εν μεσω σου προφητης η ενυπνιαζομενος ενυπνια και δωση εις σε σημειον η τεραστιον,
<scripture passage="Deut 13:2" parsed="|Deut|13|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.2" />
<sup>2</sup>και αληθευση το σημειον η το τεραστιον, περι του οποιου ελαλησε προς σε, λεγων, Ας υπαγωμεν κατοπιν αλλων θεων τους οποιους δεν εγνωρισας, και ας λατρευσωμεν αυτους,
<scripture passage="Deut 13:3" parsed="|Deut|13|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.3" />
<sup>3</sup>δεν θελεις δωσει ακροασιν εις τους λογους του προφητου εκεινου η εκεινου του ενυπνιαζομενου ενυπνια· διοτι δοκιμαζει εσας Κυριος ο Θεος σας, δια να γνωριση εαν αγαπατε Κυριον τον Θεον σας εξ ολης της καρδιας σας και εξ ολης της ψυχης σας.
<scripture passage="Deut 13:4" parsed="|Deut|13|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.4" />
<sup>4</sup>Κυριον τον Θεον σας θελετε ακολουθει και αυτον θελετε φοβεισθαι, και τας εντολας αυτου θελετε φυλαττει, και εις την φωνην αυτου θελετε υπακουει, και αυτον θελετε λατρευει, και εις αυτον θελετε εισθαι προσκεκολλημενοι.
<scripture passage="Deut 13:5" parsed="|Deut|13|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.5" />
<sup>5</sup>Εκεινος δε ο προφητης η εκεινος ο ενυπνιαζομενος ενυπνια θελει θανατωθη· διοτι ελαλησεν αποστασιαν κατα Κυριου του Θεου σας, οστις σας εξηγαγεν εκ γης Αιγυπτου και σας ελυτρωσεν εξ οικου δουλειας, δια να σε αποπλανηση εκ της οδου, εις την οποιαν προσεταξεν εις σε Κυριος ο Θεος σου να περιπατης· και θελεις εξαφανισει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 13:6" parsed="|Deut|13|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.6" />
<sup>6</sup>Εαν ο αδελφος σου, ο υιος της μητρος σου, η ο υιος σου η η θυγατηρ σου η η γυνη του κολπου σου, η ο φιλος σου οστις ειναι ως η ψυχη σου, σε παρακινηση κρυφιως, λεγων, Ας υπαγωμεν και ας λατρευσωμεν αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισας συ ουτε οι πατερες σου,
<scripture passage="Deut 13:7" parsed="|Deut|13|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.7" />
<sup>7</sup>εκ των θεων των εθνων, των περιξ υμων, των πλησιον σου η των μακραν απο σου, απ' ακρου της γης εως ακρου της γης,
<scripture passage="Deut 13:8" parsed="|Deut|13|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.8" />
<sup>8</sup>δεν θελεις συγκατανευσει εις αυτον, ουδε θελεις δωσει ακροασιν εις αυτον, ουδε θελει φεισθη αυτον ο οφθαλμος σου, ουδε θελεις σπλαγχνισθη ουδε θελεις κρυψει αυτον·
<scripture passage="Deut 13:9" parsed="|Deut|13|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.9" />
<sup>9</sup>αλλα εξαπαντος θελεις θανατωσει αυτον· η χειρ σου θελει εισθαι πρωτη επ' αυτον δια να θανατωσης αυτον, και η χειρ παντος του λαου επειτα.
<scripture passage="Deut 13:10" parsed="|Deut|13|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις λιθοβολησει αυτον με λιθους, ωστε να αποθανη· διοτι εζητησε να σε αποπλανηση απο Κυριου του Θεου σου, οστις σε εξηγαγεν εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας.
<scripture passage="Deut 13:11" parsed="|Deut|13|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.11" />
<sup>11</sup>Και πας ο Ισραηλ ακουσας θελει φοβηθη και δεν θελει καμει πλεον εν μεσω σου τοιουτον κακον.
<scripture passage="Deut 13:12" parsed="|Deut|13|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.12" />
<sup>12</sup>Εαν ακουσης εις τινα των πολεων σου, τας οποιας Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, δια να κατοικης εκει, να λεγωσιν,
<scripture passage="Deut 13:13" parsed="|Deut|13|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.13" />
<sup>13</sup>ανθρωποι παρανομοι εξηλθον εκ μεσου σου και επλανησαν τους κατοικους της πολεως αυτων, λεγοντες, Ας υπαγωμεν και ας λατρευσωμεν αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισατε,
<scripture passage="Deut 13:14" parsed="|Deut|13|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.14" />
<sup>14</sup>τοτε θελεις εξετασει και ερωτησει και ερευνησει επιμελως· και εαν ηναι αληθες και βεβαιον το πραγμα, οτι τοιουτον βδελυγμα ενηργηθη εν μεσω σου,
<scripture passage="Deut 13:15" parsed="|Deut|13|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.15" />
<sup>15</sup>εξαπαντος θελεις παταξει τους κατοικους της πολεως εκεινης εν στοματι μαχαιρας, εξολοθρευων αυτην και παντας τους εν αυτη, και τα κτηνη αυτης, εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="Deut 13:16" parsed="|Deut|13|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.16" />
<sup>16</sup>Και θελεις συναξει παντα τα λαφυρα αυτης εν μεσω της πλατειας αυτης, και θελεις καυσει εν πυρι την πολιν και παντα τα λαφυρα αυτης ολοκληρως, εις Κυριον τον Θεον σου· και θελει εισθαι εις τον αιωνα ερειπια· δεν θελει οικοδομηθη πλεον.
<scripture passage="Deut 13:17" parsed="|Deut|13|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.17" />
<sup>17</sup>Και δεν θελει προσκολληθη εις την χειρα σου ουδεν εκ του αναθεματος· δια να επιστρεψη ο Κυριος απο της εξαψεως του θυμου αυτου, και να δειξη προς σε ελεος, και να σε σπλαγχνισθη και να σε πολυπλασιαση, καθως ωμοσε προς τους πατερας σου,
<scripture passage="Deut 13:18" parsed="|Deut|13|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.13.18" />
<sup>18</sup>οταν υπακουσης εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, ωστε να φυλαττης πασας τας εντολας αυτου, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον, να πραττης το αρεστον ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 14" progress="17.74%" prev="Deut.13" next="Deut.15" id="Deut.14">
<h3 id="Deut.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Deut.14-p1">
<scripture passage="Deut 14:1" parsed="|Deut|14|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.1" />
<sup>1</sup>Σεις εισθε υιοι Κυριου του Θεου σας· δεν θελετε καμει εις το σωμα σας εντομας, ουδε θελετε καμει φαλακρωμα αναμεσον των οφθαλμων σας, δια νεκρον.
<scripture passage="Deut 14:2" parsed="|Deut|14|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.2" />
<sup>2</sup>Διοτι λαος αγιος εισαι εις Κυριον τον Θεον σου· και σε εξελεξεν ο Κυριος δια να ησαι εις αυτον λαος εκλεκτος, παρα παντα τα εθνη τα επι της γης.
<scripture passage="Deut 14:3" parsed="|Deut|14|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελεις τρωγει ουδεν βδελυκτον.
<scripture passage="Deut 14:4" parsed="|Deut|14|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.4" />
<sup>4</sup>Ταυτα ειναι τα κτηνη, τα οποια θελετε τρωγει· ο βους, το προβατον και η αιξ,
<scripture passage="Deut 14:5" parsed="|Deut|14|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.5" />
<sup>5</sup>η ελαφος και η δορκας και ο βουβαλος και ο αγριοτραγος και ο πυγαργος και ο αγριος βους και η καμηλοπαρδαλις.
<scripture passage="Deut 14:6" parsed="|Deut|14|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.6" />
<sup>6</sup>Και παν τετραποδον εχον τον ποδα διχηλον και το ονυχιον διηρημενον εις δυο χηλας, και αναμασσων μεταξυ των τετραποδων, ταυτα θελετε τρωγει.
<scripture passage="Deut 14:7" parsed="|Deut|14|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.7" />
<sup>7</sup>Ταυτα ομως δεν θελετε τρωγει εκ των οσα αναμασσωσιν, η εκ των οσα εχουσι το ονυχιον διχηλον· την καμηλον και τον λαγωον και τον δασυποδα· διοτι αναμασσωσι μεν, πλην δεν εχουσι διηρημενον το ονυχιον· ταυτα ειναι ακαθαρτα εις εσας·
<scripture passage="Deut 14:8" parsed="|Deut|14|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.8" />
<sup>8</sup>και τον χοιρον, διοτι εχει μεν το ονυχιον διχηλον, πλην δεν αναμασσα· ειναι ακαθαρτος εις εσας· απο του κρεατος αυτων δεν θελετε τρωγει ουδε το θνησιμαιον αυτων θελετε εγγιζει.
<scripture passage="Deut 14:9" parsed="|Deut|14|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.9" />
<sup>9</sup>Εκ παντων των εν τοις υδασι ταυτα θελετε τρωγει παντα, οσα εχουσι πτερυγια και λεπη, θελετε τρωγει·
<scripture passage="Deut 14:10" parsed="|Deut|14|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.10" />
<sup>10</sup>παντα δε, οσα δεν εχουσι πτερυγια και λεπη, δεν θελετε τρωγει· ειναι ακαθαρτα εις εσας.
<scripture passage="Deut 14:11" parsed="|Deut|14|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.11" />
<sup>11</sup>Παν πτηνον καθαρον θελετε τρωγει.
<scripture passage="Deut 14:12" parsed="|Deut|14|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.12" />
<sup>12</sup>Ταυτα ομως ειναι εκεινα, εκ των οποιων δεν θελετε τρωγει· ο αετος και ο γρυπαετος και ο μελαναετος
<scripture passage="Deut 14:13" parsed="|Deut|14|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.13" />
<sup>13</sup>και ο γυπαετος και ο ικτινος και ο γυψ κατα το ειδος αυτου,
<scripture passage="Deut 14:14" parsed="|Deut|14|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.14" />
<sup>14</sup>και πας κοραξ κατα το ειδος αυτου,
<scripture passage="Deut 14:15" parsed="|Deut|14|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.15" />
<sup>15</sup>και η στρουθοκαμηλος και η γλαυξ και ο ιβις και ο ιεραξ κατα το ειδος αυτου,
<scripture passage="Deut 14:16" parsed="|Deut|14|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.16" />
<sup>16</sup>ο νυκτικοραξ και η μεγαλη γλαυξ και ο κυκνος,
<scripture passage="Deut 14:17" parsed="|Deut|14|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.17" />
<sup>17</sup>και ο πελεκαν και η κισσα και η αιθυια,
<scripture passage="Deut 14:18" parsed="|Deut|14|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.18" />
<sup>18</sup>και ο πελαργος και ο ερωδιος κατα το ειδος αυτου και ο επωψ και η νυκτερις.
<scripture passage="Deut 14:19" parsed="|Deut|14|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.19" />
<sup>19</sup>Και παντα τα ερπετα τα πτερωτα ειναι ακαθαρτα εις εσας· δεν θελουσι τρωγεσθαι.
<scripture passage="Deut 14:20" parsed="|Deut|14|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.20" />
<sup>20</sup>Παν πτηνον καθαρον θελετε τρωγει.
<scripture passage="Deut 14:21" parsed="|Deut|14|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.21" />
<sup>21</sup>Ουδεν θνησιμαιον θελετε τρωγει· εις τον ξενον τον εντος των πυλων σου θελεις διδει αυτα, δια να τρωγη αυτο· η θελεις πωλει αυτο εις αλλογενη· διοτι λαος αγιος εισαι εις Κυριον τον Θεον σου. Δεν θελεις εψησει εριφιον εν τω γαλακτι της μητρος αυτου.
<scripture passage="Deut 14:22" parsed="|Deut|14|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.22" />
<sup>22</sup>Θελεις εξαπαντος δεκατιζει παντα τα γεννηματα του σπορου σου, τα οποια φερει ο αγρος κατ' ετος.
<scripture passage="Deut 14:23" parsed="|Deut|14|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.23" />
<sup>23</sup>Και θελεις τρωγει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη δια να θεση το ονομα αυτου εκει, το δεκατον του σιτου σου, του οινου σου και του ελαιου σου, και τα πρωτοτοκα των βοων σου και των προβατων σου· δια να μαθης να φοβησαι παντοτε Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 14:24" parsed="|Deut|14|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.24" />
<sup>24</sup>Και εαν η οδος ηναι πολυ μακραν δια σε, ωστε να μη δυνασαι να φερης αυτα, η εαν ο τοπος απεχη πολυ απο σου, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου δια να θεση εκει το ονομα αυτου, οτε σε ηυλογησε Κυριος ο Θεος σου,
<scripture passage="Deut 14:25" parsed="|Deut|14|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.25" />
<sup>25</sup>τοτε θελεις εξαργυρωσει αυτα, και θελεις κομποδεσει το αργυριον εις την χειρα σου και υπαγει εις τον τοπον οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου·
<scripture passage="Deut 14:26" parsed="|Deut|14|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.26" />
<sup>26</sup>και θελεις δωσει το αργυριον αντι οποιουδηποτε πραγματος επιθυμει η ψυχη σου, αντι βοων η αντι προβατων η αντι οινου η αντι σικερα η αντι οποιουδηποτε πραγματος ορεγεται η ψυχη σου· και θελεις τρωγει εκει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, και θελεις ευφρανθη, συ και ο οικος σου
<scripture passage="Deut 14:27" parsed="|Deut|14|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.27" />
<sup>27</sup>και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σου· δεν θελεις εγκαταλειψει αυτον· διοτι δεν εχει μεριδα ουδε κληρονομιαν μετα σου.
<scripture passage="Deut 14:28" parsed="|Deut|14|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.28" />
<sup>28</sup>Εις το τελος του τριτου ετους, θελεις εκφερει παν το δεκατον των γεννηματων σου του ετους εκεινου, και θελεις εναποθετει εντος των πυλων σου·
<scripture passage="Deut 14:29" parsed="|Deut|14|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.14.29" />
<sup>29</sup>και ο Λευιτης, διοτι δεν εχει μεριδα ουδε κληρονομιαν μετα σου, και ο ξενος και ο ορφανος και η χηρα, οιτινες ειναι εντος των πυλων σου, θελουσιν ερχεσθαι και θελουσι τρωγει και χορταινει δια να σε ευλογηση Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εργα της χειρος σου οσα εργαζεσαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 15" progress="17.82%" prev="Deut.14" next="Deut.16" id="Deut.15">
<h3 id="Deut.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Deut.15-p1">
<scripture passage="Deut 15:1" parsed="|Deut|15|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τελει του εβδομου ετους θελεις καμνει αφεσιν.
<scripture passage="Deut 15:2" parsed="|Deut|15|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.2" />
<sup>2</sup>Και ουτος ειναι ο νομος της αφεσεως· πας δανειστης, οστις εδανεισε τι εις τον πλησιον αυτου, θελει αφησει αυτο· δεν θελει απαιτει αυτο απο τον πλησιον αυτου η απο τον αδελφον αυτου· διοτι τουτο ονομαζεται αφεσις του Κυριου.
<scripture passage="Deut 15:3" parsed="|Deut|15|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.3" />
<sup>3</sup>Απο του ξενου δυνασαι να απαιτησης αυτο· ο, τι ομως ο αδελφος σου εχει εκ των ιδικων σου, η χειρ σου θελει αφινει αυτο·
<scripture passage="Deut 15:4" parsed="|Deut|15|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.4" />
<sup>4</sup>δια να μη υπαρχη πτωχος μεταξυ σας· διοτι ο Κυριος θελει σε ευλογησει μεγαλως εν τη γη, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν, δια να εξουσιασης αυτην·
<scripture passage="Deut 15:5" parsed="|Deut|15|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.5" />
<sup>5</sup>αν μονον επιμελως ακουης την φωνην Κυριου του Θεου σου, δια να προσεχης να καμνης πασας τας εντολας ταυτας, τας οποιας εγω σε προσταζω σημερον.
<scripture passage="Deut 15:6" parsed="|Deut|15|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.6" />
<sup>6</sup>διοτι Κυριος ο Θεος σου θελει σε ευλογησει, καθως υπεσχεθη εις σε· και θελεις δανειζει εις πολλα εθνη, συ ομως δεν θελεις δανειζεσθαι και θελεις βασιλευει επι πολλα εθνη, επι σε ομως δεν θελουσι βασιλευσει.
<scripture passage="Deut 15:7" parsed="|Deut|15|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.7" />
<sup>7</sup>Εαν ηναι εν μεσω σου πτωχος εκ των αδελφων σου εντος τινος των πυλων σου, εν τη γη σου την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, δεν θελεις σκληρυνει την καρδιαν σου ουδε θελεις κλεισει την χειρα σου απο του πτωχου αδελφου σου·
<scripture passage="Deut 15:8" parsed="|Deut|15|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.8" />
<sup>8</sup>αλλ' εξαπαντος θελεις ανοιξει την χειρα σου προς αυτον, και εξαπαντος θελεις δανεισει εις αυτον ικανα δια την χρειαν αυτου, εις ο, τι χρειαζεται.
<scripture passage="Deut 15:9" parsed="|Deut|15|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.9" />
<sup>9</sup>προσεχε εις σεαυτον, μηποτε επελθη κακος στοχασμος επι την καρδιαν σου και ειπης, Πλησιαζει το εβδομον ετος, το ετος της αφεσεως· και πονηρευθη ο οφθαλμος σου κατα του πτωχου αδελφου σου και δεν δωσης εις αυτον, και βοηση προς τον Κυριον κατα σου, και γεινη εις σε αμαρτια.
<scripture passage="Deut 15:10" parsed="|Deut|15|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.10" />
<sup>10</sup>Θελεις δωσει εξαπαντος εις αυτον, και η καρδια σου δεν θελει πονηρευθη οταν διδης εις αυτον· επειδη δια τουτο θελει σε ευλογει Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εργα σου και εις πασας τας επιχειρησεις σου.
<scripture passage="Deut 15:11" parsed="|Deut|15|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.11" />
<sup>11</sup>Διοτι δεν θελει λειψει πτωχος εκ μεσου της γης σου· δια τουτο εγω προσταζω εις σε, λεγων, Θελεις εξαπαντος ανοιγει την χειρα σου προς τον αδελφον σου, προς τον πτωχον σου και προς τον ενδεη σου επι της γης σου.
<scripture passage="Deut 15:12" parsed="|Deut|15|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.12" />
<sup>12</sup>Εαν ο αδελφος σου, Εβραιος η Εβραια, πωληθη εις σε, θελει σε δουλευσει εξ ετη, και εις το εβδομον ετος θελεις εξαποστειλει αυτον ελευθερον απο σου.
<scripture passage="Deut 15:13" parsed="|Deut|15|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.13" />
<sup>13</sup>Και οταν εξαποστειλης αυτον ελευθερον απο σου, δεν θελεις εξαποστειλει αυτον κενον·
<scripture passage="Deut 15:14" parsed="|Deut|15|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.14" />
<sup>14</sup>θελεις εξαπαντος εφοδιασει αυτον απο των προβατων σου και απο του αλωνιου σου και απο του ληνου σου· απο ο, τι Κυριος ο Θεος σου σε ηυλογησε, θελεις δωσει εις αυτον.
<scripture passage="Deut 15:15" parsed="|Deut|15|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις ενθυμηθη οτι δουλος εσταθης εν γη Αιγυπτου, και Κυριος ο Θεος σου σε ελυτρωσεν· οθεν εγω προσταζω εις σε το πραγμα τουτο σημερον.
<scripture passage="Deut 15:16" parsed="|Deut|15|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' εαν σοι ειπη, Δεν εξερχομαι απο σου· επειδη ηγαπησε σε και τον οικον σου, διοτι ευτυχει μετα σου·
<scripture passage="Deut 15:17" parsed="|Deut|15|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.17" />
<sup>17</sup>τοτε θελεις λαβει τρυπητηριον και θελεις τρυπησει το ωτιον αυτου προς την θυραν, και θελει εισθαι δουλος σου παντοτεινος· και εις την δουλην σου θελεις καμει ομοιως.
<scripture passage="Deut 15:18" parsed="|Deut|15|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελει φανη εις σε σκληρον οταν εξαποστειλης αυτον ελευθερον απο σου· διοτι σε εδουλευσε το διπλουν μισθωτου δουλου, εξ ετη· και Κυριος ο Θεος σου θελει σε ευλογει εις παν ο, τι καμνεις.
<scripture passage="Deut 15:19" parsed="|Deut|15|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.19" />
<sup>19</sup>Παντα τα πρωτοτοκα, οσα γεννωνται μεταξυ των βοων σου και των προβατων σου τα αρσενικα, θελεις αφιερονει εις Κυριον τον Θεον σου· δεν θελεις μεταχειρισθη εις εργασιαν τον πρωτοτοκον μοσχον σου, ουδε κουρευσει το πρωτοτοκον των προβατων σου.
<scripture passage="Deut 15:20" parsed="|Deut|15|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.20" />
<sup>20</sup>Ενωπιον Κυριου του Θεου σου θελεις τρωγει αυτο κατ' ετος, εν τω τοπω οντινα εκλεξη ο Κυριος, συ και ο οικος σου.
<scripture passage="Deut 15:21" parsed="|Deut|15|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.21" />
<sup>21</sup>Και εαν εχη τινα μωμον, εαν ηναι χωλον η τυφλον η εχη τινα μωμον κακον, δεν θελεις θυσιασει αυτο εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 15:22" parsed="|Deut|15|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.22" />
<sup>22</sup>Εντος των πυλων σου θελεις τρωγει αυτο· ο ακαθαρτος και ο καθαρος εξισου, ως την δορκαδα και ως την ελαφον.
<scripture passage="Deut 15:23" parsed="|Deut|15|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.15.23" />
<sup>23</sup>Πλην το αιμα αυτου δεν θελεις φαγει επι την γην θελεις χυσει αυτο ως υδωρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 16" progress="17.91%" prev="Deut.15" next="Deut.17" id="Deut.16">
<h3 id="Deut.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Deut.16-p1">
<scripture passage="Deut 16:1" parsed="|Deut|16|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.1" />
<sup>1</sup>Φυλαττε τον μηνα Αβιβ και καμνε το πασχα εις Κυριον τον Θεον σου· επειδη εις τον μηνα Αβιβ σε εξηγαγε Κυριος ο Θεος σου εξ Αιγυπτου δια νυκτος.
<scripture passage="Deut 16:2" parsed="|Deut|16|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.2" />
<sup>2</sup>Θελεις λοιπον θυσιαζει το πασχα εις Κυριον τον Θεον σου, προβατον και βουν, εν τω τοπω οντινα εκλεξη ο Κυριος δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου.
<scripture passage="Deut 16:3" parsed="|Deut|16|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελεις τρωγει με αυτο ενζυμα· επτα ημερας θελεις τρωγει αζυμα με αυτο, αρτον θλιψεως, διοτι μετα σπουδης εξηλθες εκ γης Αιγυπτου· δια να ενθυμησαι την ημεραν της εξοδου σου εκ γης Αιγυπτου, πασας τας ημερας της ζωης σου.
<scripture passage="Deut 16:4" parsed="|Deut|16|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.4" />
<sup>4</sup>Και δεν θελει φανη προζυμιον εις σε, κατα παντα τα ορια σου, επτα ημερας· και απο του κρεατος, το οποιον εθυσιασας την πρωτην ημεραν προς το εσπερας, δεν θελει μεινει ουδεν εως πρωι.
<scripture passage="Deut 16:5" parsed="|Deut|16|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.5" />
<sup>5</sup>Δεν δυνασαι να θυσιασης το πασχα εν ουδεμια των πολεων σου, τας οποιας Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε·
<scripture passage="Deut 16:6" parsed="|Deut|16|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.6" />
<sup>6</sup>αλλ' εν τω τοπω, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου, θελεις θυσιαζει το πασχα την εσπεραν, προς την δυσιν του ηλιου, εν τω καιρω καθ' ον εξηλθες εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Deut 16:7" parsed="|Deut|16|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις εψησει αυτο και φαγει εν τω τοπω οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου· και το πρωι θελεις επιστρεφει και υπαγει εις τας κατοικιας σου.
<scripture passage="Deut 16:8" parsed="|Deut|16|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.8" />
<sup>8</sup>Εξ ημερας θελεις τρωγει αζυμα· και την ημεραν την εβδομην θελει εισθαι συναξις επισημος εις Κυριον τον Θεον σου· δεν θελεις καμει εργασιαν.
<scripture passage="Deut 16:9" parsed="|Deut|16|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.9" />
<sup>9</sup>Επτα εβδομαδας θελεις αριθμησει εις σεαυτον· αρχισον να αριθμης τας επτα εβδομαδας, αφου αρχισης να βαλης το δρεπανον εις τα σπαρτα.
<scripture passage="Deut 16:10" parsed="|Deut|16|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.10" />
<sup>10</sup>Και θελεις καμει την εορτην των εβδομαδων εις Κυριον τον Θεον σου, μετα της ανηκουσης αυτοπροαιρετου προσφορας της χειρος σου, την οποιαν προσφερης, οπως σε ευλογησε Κυριος ο Θεος σου.
<scripture passage="Deut 16:11" parsed="|Deut|16|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.11" />
<sup>11</sup>Και θελεις ευφρανθη ενωπιον Κυριου του Θεου σου, συ και ο υιος σου και η θυγατηρ σου και ο δουλος σου και η δουλη σου και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σου και ο ξενος και ο ορφανος και η χηρα, οιτινες ειναι εν μεσω σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου, δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου.
<scripture passage="Deut 16:12" parsed="|Deut|16|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις ενθυμεισθαι οτι δουλος εσταθης εν Αιγυπτω· και θελεις φυλαττει και εκτελει ταυτα τα διαταγματα.
<scripture passage="Deut 16:13" parsed="|Deut|16|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.13" />
<sup>13</sup>Θελεις καμνει την εορτην της σκηνοπηγιας επτα ημερας, αφου συναξης τον σιτον σου και τον οινον σου·
<scripture passage="Deut 16:14" parsed="|Deut|16|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.14" />
<sup>14</sup>και θελεις ευφρανθη εν τη εορτη σου, συ και ο υιος σου και η θυγατηρ σου και ο δουλος σου και η δουλη σου και ο Λευιτης και ο ξενος και ο ορφανος και η χηρα, οιτινες ειναι εντος των πυλων σου.
<scripture passage="Deut 16:15" parsed="|Deut|16|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.15" />
<sup>15</sup>Επτα ημερας θελεις εορταζει εις Κυριον τον Θεον σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη ο Κυριος· διοτι Κυριος ο Θεος σου θελει σε ευλογει εις παντα τα γεννηματα σου και εις παντα τα εργα των χειρων σου· και θελεις εξαπαντος ευφρανθη.
<scripture passage="Deut 16:16" parsed="|Deut|16|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.16" />
<sup>16</sup>Τρις του ενιαυτου θελει εμφανιζεσθαι παν αρσενικον σου ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη· εν τη εορτη των αζυμων, και εν τη εορτη των εβδομαδων, και εν τη εορτη της σκηνοπηγιας· και δεν θελουσιν εμφανιζεσθαι ενωπιον του Κυριου κενοι.
<scripture passage="Deut 16:17" parsed="|Deut|16|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.17" />
<sup>17</sup>Εκαστος θελει διδει κατα την δυναμιν αυτου, κατα την ευλογιαν Κυριου του Θεου σου, την οποιαν σοι εδωκε.
<scripture passage="Deut 16:18" parsed="|Deut|16|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.18" />
<sup>18</sup>Κριτας και αρχοντας θελεις καταστησει εις σεαυτον κατα πασας τας πολεις σου, τας οποιας Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κατα τας φυλας σου· και θελουσι κρινει τον λαον εν κρισει δικαια.
<scripture passage="Deut 16:19" parsed="|Deut|16|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.19" />
<sup>19</sup>Δεν θελεις διαστρεψει κρισιν· δεν θελεις αποβλεπει εις προσωπον ουδε θελεις λαμβανει δωρον· διοτι το δωρον τυφλονει τους οφθαλμους των σοφων και διαφθειρει τους λογους των δικαιων.
<scripture passage="Deut 16:20" parsed="|Deut|16|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.20" />
<sup>20</sup>Το δικαιον, το δικαιον θελεις ακολουθει· δια να ζησης και να κληρονομησης την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε.
<scripture passage="Deut 16:21" parsed="|Deut|16|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.21" />
<sup>21</sup>Δεν θελεις φυτευσει εις σεαυτον αλσος οποιωνδηποτε δενδρων πλησιον του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου σου, το οποιον θελεις καμει εις σεαυτον·
<scripture passage="Deut 16:22" parsed="|Deut|16|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.16.22" />
<sup>22</sup>ουδε θελεις στησει εις σεαυτον αγαλμα· τα οποια μισει Κυριος ο Θεος σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 17" progress="17.99%" prev="Deut.16" next="Deut.18" id="Deut.17">
<h3 id="Deut.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Deut.17-p1">
<scripture passage="Deut 17:1" parsed="|Deut|17|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.1" />
<sup>1</sup>Δεν θελεις θυσιασει εις Κυριον τον Θεον σου βουν η προβατον εχον μωμον η οιονδηποτε ελαττωμα· διοτι ειναι βδελυγμα εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 17:2" parsed="|Deut|17|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.2" />
<sup>2</sup>Εαν ευρεθη εν μεσω σου, εν τινι των πολεων σου τας οποιας Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, ανηρ η γυνη οστις επραξε κακον ενωπιον Κυριου του Θεου σου, παραβαινων την διαθηκην αυτου,
<scripture passage="Deut 17:3" parsed="|Deut|17|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.3" />
<sup>3</sup>και απελθων ελατρευσεν αλλους θεους και προσεκυνησεν αυτους, τον ηλιον η την σεληνην η οποιονδηποτε εκ της στρατιας του ουρανου, το οποιον δεν προσεταξα·
<scripture passage="Deut 17:4" parsed="|Deut|17|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.4" />
<sup>4</sup>και αναγγελθη προς σε, και ακουσης και επιμελως εξετασης και ιδου, ειναι αληθεια και βεβαιον το πραγμα, οτι επραχθη τοιουτον βδελυγμα εν τω Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 17:5" parsed="|Deut|17|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.5" />
<sup>5</sup>τοτε θελεις φερει εξω εις τας πυλας σου τον ανδρα εκεινον η την γυναικα εκεινην, οιτινες επραξαν το κακον τουτο πραγμα, τον ανδρα η την γυναικα· και θελεις λιθοβολησει αυτους με λιθους, και θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Deut 17:6" parsed="|Deut|17|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.6" />
<sup>6</sup>Επι στοματος δυο μαρτυρων η τριων μαρτυρων θελει θανατονεσθαι ο αξιος θανατου· επι στοματος ενος μαρτυρος δεν θελει θανατονεσθαι.
<scripture passage="Deut 17:7" parsed="|Deut|17|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.7" />
<sup>7</sup>Αι χειρες των μαρτυρων θελουσιν εισθαι αι πρωται επ' αυτον, εις το να θανατωσωσιν αυτον, και επειτα αι χειρες παντος του λαου. Ουτω θελεις εκβαλει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 17:8" parsed="|Deut|17|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.8" />
<sup>8</sup>Εαν τυχη εις σε υποθεσις τις πολυ δυσκολος να κρινης αυτην, αναμεσον αιματος και αιματος, αναμεσον δικης και δικης, και αναμεσον πληγης και πληγης, υποθεσεις αμφισβητησιμοι εντος των πολεων σου, τοτε θελεις σηκωθη και θελεις αναβη εις τον τοπον οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου·
<scripture passage="Deut 17:9" parsed="|Deut|17|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.9" />
<sup>9</sup>και θελεις υπαγει προς τους ιερεις τους Λευιτας και προς τον κριτην τον οντα κατ' εκεινας τας ημερας, και θελεις ερωτησει και θελουσιν αναγγειλει προς σε την αποφασιν της κρισεως·
<scripture passage="Deut 17:10" parsed="|Deut|17|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.10" />
<sup>10</sup>και θελεις καμει κατα την αποφασιν, την οποιαν σε αναγγειλωσιν εκ του τοπου εκεινου οντινα εκλεξη ο Κυριος· και θελεις προσεξει να πραξης κατα παντα οσα παραγγειλωσιν εις σε.
<scripture passage="Deut 17:11" parsed="|Deut|17|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.11" />
<sup>11</sup>Κατα την αποφασιν του νομου την οποιαν σε αναγγειλωσι, και κατα την κρισιν την οποιαν σε ειπωσι, θελεις καμει· δεν θελεις εκκλινει απο του λογου τον οποιον σε αναγγειλωσι, δεξια η αριστερα.
<scripture passage="Deut 17:12" parsed="|Deut|17|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.12" />
<sup>12</sup>Ο ανθρωπος δε οστις φερθη υπερηφανως, ωστε να μη υπακουση εις τον ιερεα τον παρισταμενον να λειτουργη εκει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, η εις τον κριτην, ο ανθρωπος εκεινος θελει αποθανει· και θελεις εκβαλει το κακον εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 17:13" parsed="|Deut|17|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.13" />
<sup>13</sup>Και πας ο λαος θελει ακουσει και φοβηθη, και δεν θελουσιν υπερηφανευεσθαι πλεον.
<scripture passage="Deut 17:14" parsed="|Deut|17|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.14" />
<sup>14</sup>Αφου εισελθης εις την γην, την οποιαν διδει εις σε Κυριος ο Θεος σου, και κληρονομησης αυτην και κατοικησης εν αυτη και ειπης, Θελω καταστησει βασιλεα επ' εμε, καθως παντα τα εθνη τα περιξ εμου,
<scripture passage="Deut 17:15" parsed="|Deut|17|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.15" />
<sup>15</sup>θελεις βεβαια καταστησει βασιλεα επι σε, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου· εκ των αδελφων σου θελεις καταστησει βασιλεα επι σε· δεν δυνασαι να καταστησης ανθρωπον ξενον επι σε, οστις δεν ειναι αδελφος σου.
<scripture passage="Deut 17:16" parsed="|Deut|17|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.16" />
<sup>16</sup>Πλην δεν θελει πληθυνει ιππους εις εαυτον, ουδε θελει επαναφερει τον λαον εις την Αιγυπτον, δια να αυξηση ιππους· διοτι ο Κυριος ειπε προς εσας, Δεν θελετε επιστρεψει πλεον δι' εκεινης της οδου.
<scripture passage="Deut 17:17" parsed="|Deut|17|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.17" />
<sup>17</sup>Ουδε θελει πληθυνει εις εαυτον γυναικας, δια να μη αποπλανηθη η καρδια αυτου· ουδε θελει πληθυνει σφοδρα εις εαυτον αργυριον και χρυσιον.
<scripture passage="Deut 17:18" parsed="|Deut|17|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.18" />
<sup>18</sup>Και οταν καθηση επι του θρονου της βασιλειας αυτου, θελει γραψει δι' εαυτον αντιγραφον του νομου τουτου εις βιβλιον, εξ εκεινου το οποιον ειναι ενωπιον των ιερεων των Λευιτων·
<scripture passage="Deut 17:19" parsed="|Deut|17|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.19" />
<sup>19</sup>και τουτο θελει εισθαι πλησιον αυτου, και θελει αναγινωσκει εν αυτω πασας τας ημερας της ζωης αυτου· δια να μαθη να φοβηται Κυριον τον Θεον αυτου, να φυλαττη παντας τους λογους του νομου τουτου και τα διαταγματα ταυτα, ωστε να εκτελη αυτα·
<scripture passage="Deut 17:20" parsed="|Deut|17|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.17.20" />
<sup>20</sup>δια να μη υψωθη η καρδια αυτου υπερανω των αδελφων αυτου, και δια να μη εκκλινη απο των εντολων δεξια η αριστερα· οπως μακροημερευση εν τη βασιλεια αυτου, αυτος και τα τεκνα αυτου, εν τω μεσω του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 18" progress="18.08%" prev="Deut.17" next="Deut.19" id="Deut.18">
<h3 id="Deut.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Deut.18-p1">
<scripture passage="Deut 18:1" parsed="|Deut|18|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.1" />
<sup>1</sup>Οι ιερεις οι Λευιται, πασα η φυλη του Λευι, δεν θελουσιν εχει μεριδα ουτε κληρονομιαν μετα του Ισραηλ· τας δια πυρος γινομενας προσφορας του Κυριου και την κληρονομιαν αυτου θελουσι τρωγει.
<scripture passage="Deut 18:2" parsed="|Deut|18|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.2" />
<sup>2</sup>Δια τουτο κληρονομιαν δεν θελουσιν εχει μεταξυ των αδελφων αυτων· ο Κυριος ειναι η κληρονομια αυτων, καθως ειπε προς αυτους.
<scripture passage="Deut 18:3" parsed="|Deut|18|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.3" />
<sup>3</sup>Και τουτο θελει εισθαι το δικαιωμα των ιερεων παρα του λαου, παρα των θυσιαζοντων τας θυσιας, ειτε βουν ειτε προβατον· θελουσι διδει εις τον ιερεα τον ωμον και τας σιαγονας και την κοιλιαν.
<scripture passage="Deut 18:4" parsed="|Deut|18|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.4" />
<sup>4</sup>Τας απαρχας του σιτου σου, του οινου σου και του ελαιου σου, και το πρωτον του μαλλιου των προβατων σου, θελεις διδει εις αυτον.
<scripture passage="Deut 18:5" parsed="|Deut|18|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.5" />
<sup>5</sup>διοτι αυτον εξελεξε Κυριος ο Θεος σου εκ πασων των φυλων σου, δια να παρισταται να λειτουργη εις το ονομα του Κυριου, αυτος και οι υιοι αυτου διαπαντος.
<scripture passage="Deut 18:6" parsed="|Deut|18|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.6" />
<sup>6</sup>Και εαν ελθη Λευιτης εκ τινος των πολεων σου απο παντος του Ισραηλ, οπου παροικει, και ελθη μεθ' ολου του ποθου της ψυχης αυτου, εις τον τοπον οντινα εκλεξη ο Κυριος,
<scripture passage="Deut 18:7" parsed="|Deut|18|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.7" />
<sup>7</sup>τοτε θελει λειτουργει εις το ονομα Κυριου του Θεου αυτου, καθως παντες οι αδελφοι αυτου οι Λευιται, οι παρισταμενοι εκει ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Deut 18:8" parsed="|Deut|18|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.8" />
<sup>8</sup>Ισας μεριδας θελουσι τρωγει εκτος του προερχομενου εκ της πωλησεως της πατρικης αυτου περιουσιας.
<scripture passage="Deut 18:9" parsed="|Deut|18|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.9" />
<sup>9</sup>Αφου εισελθης εις την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, δεν θελεις μαθει να πραττης κατα τα βδελυγματα των εθνων εκεινων.
<scripture passage="Deut 18:10" parsed="|Deut|18|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.10" />
<sup>10</sup>Δεν θελει ευρεθη εις σε ουδεις διαπερνων τον υιον αυτου η την θυγατερα αυτου δια του πυρος, η μαντευομενος μαντειαν η προγνωστης των καιρων η οιωνοσκοπος η μαγος,
<scripture passage="Deut 18:11" parsed="|Deut|18|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.11" />
<sup>11</sup>η γοης η ανταποκριτης δαιμονιων η τερατοσκοπος η νεκρομαντις.
<scripture passage="Deut 18:12" parsed="|Deut|18|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.12" />
<sup>12</sup>Διοτι πας ο πραττων ταυτα ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον· και εξ αιτιας των βδελυγματων τουτων Κυριος ο Θεος σου εκδιωκει αυτους απ' εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Deut 18:13" parsed="|Deut|18|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.13" />
<sup>13</sup>Τελειος θελεις εισθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 18:14" parsed="|Deut|18|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.14" />
<sup>14</sup>Διοτι τα εθνη ταυτα, τα οποια θελεις κατακληρονομησει, εδωκαν ακροασιν εις προγνωστας των καιρων και εις μαντεις· σε ομως Κυριος ο Θεος σου δεν αφηκε να πραττης ουτω.
<scripture passage="Deut 18:15" parsed="|Deut|18|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.15" />
<sup>15</sup>Προφητην εκ μεσου σου θελει αναστησει εις σε Κυριος ο Θεος σου εκ των αδελφων σου, ως εμε· αυτου θελετε ακουει·
<scripture passage="Deut 18:16" parsed="|Deut|18|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.16" />
<sup>16</sup>κατα παντα οσα εζητησας παρα Κυριου του Θεου σου εν Χωρηβ εν τη ημερα της συναξεως, λεγων, Ας μη ακουσω πλεον την φωνην Κυριου του Θεου μου, μηδε να ιδω πλεον το μεγα τουτο πυρ, δια να μη αποθανω.
<scripture passage="Deut 18:17" parsed="|Deut|18|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Καλως εχουσιν οσα ελαλησαν.
<scripture passage="Deut 18:18" parsed="|Deut|18|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.18" />
<sup>18</sup>Προφητην εκ μεσου των αδελφων αυτων θελω αναστησει εις αυτους, ως σε, και θελω βαλει τους λογους μου εις το στομα αυτου, και θελει λαλει προς αυτους παντα οσα εγω προσταζω εις αυτον·
<scripture passage="Deut 18:19" parsed="|Deut|18|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.19" />
<sup>19</sup>Και ο ανθρωπος οστις δεν υπακουση εις τους λογους μου, τους οποιους αυτος θελει λαλησει εν τω ονοματι μου, εγω θελω εκζητησει τουτο παρ' αυτου.
<scripture passage="Deut 18:20" parsed="|Deut|18|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.20" />
<sup>20</sup>Ο προφητης ομως οστις ασεβηση και λαληση εν τω ονοματι μου λογον τον οποιον εγω δεν προσεταξα εις αυτον να λαληση, η οστις λαληση εν τω ονοματι αλλων θεων, ο προφητης εκεινος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Deut 18:21" parsed="|Deut|18|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.21" />
<sup>21</sup>Και εαν ειπης εν τη καρδια σου, Πως θελομεν γνωρισει τον λογον, τον οποιον ο Κυριος δεν ελαλησεν;
<scripture passage="Deut 18:22" parsed="|Deut|18|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.18.22" />
<sup>22</sup>Οταν τις προφητης λαληση εν τω ονοματι του Κυριου και ο λογος δεν γεινη ουδε συμβη, ουτος ειναι ο λογος τον οποιον ο Κυριος δεν ελαλησεν· ελαλησεν αυτον ο προφητης εν υπερηφανια· δεν θελετε φοβηθη απ' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 19" progress="18.15%" prev="Deut.18" next="Deut.20" id="Deut.19">
<h3 id="Deut.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Deut.19-p1">
<scripture passage="Deut 19:1" parsed="|Deut|19|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.1" />
<sup>1</sup>Αφου Κυριος ο Θεος σου αφανιση τα εθνη, των οποιων την γην διδει εις σε Κυριος ο Θεος σου, και κατακληρονομησης αυτα και κατοικησης εις τας πολεις αυτων και εις τας οικιας αυτων,
<scripture passage="Deut 19:2" parsed="|Deut|19|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.2" />
<sup>2</sup>θελεις χωρισει τρεις πολεις εις σεαυτον εν τω μεσω της γης σου, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε να κληρονομησης αυτην.
<scripture passage="Deut 19:3" parsed="|Deut|19|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.3" />
<sup>3</sup>Θελεις ετοιμασει εις σεαυτον την οδον· και θελεις διαιρεσει εις τρια τα ορια της γης σου, την οποιαν διδει εις σε Κυριος ο Θεος σου να κληρονομησης, δια να φευγη εκει πας φονευς.
<scripture passage="Deut 19:4" parsed="|Deut|19|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.4" />
<sup>4</sup>Και αυτη ειναι η διαταξις περι του φονεως, οστις φυγη εκει, δια να ζηση· Οστις κτυπηση τον πλησιον αυτου εξ αγνοιας, τον οποιον προτερον δεν εμισει,
<scripture passage="Deut 19:5" parsed="|Deut|19|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.5" />
<sup>5</sup>καθως οταν υπαγη τις μετα του πλησιον αυτου εις το δασος δια να κοψη ξυλα, και ενω η χειρ αυτου καταβιβαζη κτυπημα με τον πελεκυν δια να κοψη το δενδρον, εκβη το σιδηριον απο του ξυλου και τυχη τον πλησιον αυτου και αυτος αποθανη, ουτος θελει φυγει εις μιαν εκ των πολεων εκεινων και θελει ζησει·
<scripture passage="Deut 19:6" parsed="|Deut|19|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.6" />
<sup>6</sup>μηποτε καταδιωξη τον φονεα ο εκδικητης του αιματος, ενω ειναι εις εξαψιν η καρδια αυτου, και προφθαση αυτον, εαν η οδος ηναι μακρα, και φονευση αυτον, καιτοι μη οντα αξιον θανατου, επειδη δεν εμισει αυτον προτερον.
<scripture passage="Deut 19:7" parsed="|Deut|19|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο εγω προσταζω εις σε λεγων, Τρεις πολεις θελεις χωρισει εις σεαυτον.
<scripture passage="Deut 19:8" parsed="|Deut|19|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.8" />
<sup>8</sup>Και εαν Κυριος ο Θεος σου πλατυνη τα ορια σου, καθως ωμοσε προς τους πατερας σου, και δωση εις σε πασαν την γην, την οποιαν υπεσχεθη να δωση εις τους πατερας σου,
<scripture passage="Deut 19:9" parsed="|Deut|19|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.9" />
<sup>9</sup>εαν φυλαττης πασας τας εντολας ταυτας, ωστε να εκτελης αυτας, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον, να αγαπας Κυριον τον Θεον σου και να περιπατης παντοτε εις τας οδους αυτου, τοτε θελεις προσθεσει εις σεαυτον ετι τρεις πολεις προς τας τρεις εκεινας·
<scripture passage="Deut 19:10" parsed="|Deut|19|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.10" />
<sup>10</sup>δια να μη χυθη αιμα αθωον εν μεσω της γης σου, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν, και να ηναι αιμα επανω σου.
<scripture passage="Deut 19:11" parsed="|Deut|19|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.11" />
<sup>11</sup>Εαν δε τις εχη μισος κατα του πλησιον αυτου, και παραμονευσας αυτον εφορμηση επ' αυτον και παταξη αυτον, και αποθανη, και φυγη εις μιαν των πολεων τουτων,
<scripture passage="Deut 19:12" parsed="|Deut|19|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.12" />
<sup>12</sup>τοτε θελουσιν αποστειλει οι πρεσβυτεροι της πολεως αυτου και θελουσι λαβει αυτον εκειθεν, και θελουσι παραδωσει αυτον εις την χειρα του εκδικητου του αιματος, δια να αποθανη.
<scripture passage="Deut 19:13" parsed="|Deut|19|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.13" />
<sup>13</sup>Ο οφθαλμος σου δεν θελει φεισθη αυτον, αλλα θελεις εξαλειψει απο του Ισραηλ το αθωον αιμα, δια να ευημερης.
<scripture passage="Deut 19:14" parsed="|Deut|19|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελεις μετακινησει τα ορια του πλησιον σου, οσα οι πατερες σου εστησαν εις την κληρονομιαν σου, την οποιαν θελεις κατακληρονομησει, εν τη γη την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε δια να κατακληρονομησης αυτην.
<scripture passage="Deut 19:15" parsed="|Deut|19|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.15" />
<sup>15</sup>Εις μαρτυς δεν θελει σηκωθη εναντιον τινος ανθρωπου, δι' οποιανδηποτε ανομιαν η δι' οποιονδηποτε αμαρτημα, ο, τι αμαρτημα αμαρτηση· επι στοματος δυο μαρτυρων η επι στοματος τριων μαρτυρων θελει βεβαιουσθαι πας λογος.
<scripture passage="Deut 19:16" parsed="|Deut|19|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.16" />
<sup>16</sup>Εαν ψευδης μαρτυς σηκωθη εναντιον ανθρωπου, δια να μαρτυρηση κατ' αυτου αδικως,
<scripture passage="Deut 19:17" parsed="|Deut|19|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.17" />
<sup>17</sup>τοτε και οι δυο ανθρωποι, μεταξυ των οποιων ειναι η διαφορα, θελουσι σταθη ενωπιον του Κυριου, ενωπιον των ιερεων και των κριτων των οντων κατ' εκεινας τας ημερας·
<scripture passage="Deut 19:18" parsed="|Deut|19|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.18" />
<sup>18</sup>και οι κριται θελουσιν εξετασει ακριβως, και ιδου, εαν ο μαρτυς ηναι ψευδομαρτυς και εμαρτυρησε ψευδως κατα του αδελφου αυτου,
<scripture passage="Deut 19:19" parsed="|Deut|19|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.19" />
<sup>19</sup>τοτε θελετε καμει εις αυτον, καθως αυτος εστοχασθη να καμη εις τον αδελφον αυτου· και θελεις εκβαλει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 19:20" parsed="|Deut|19|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.20" />
<sup>20</sup>Και οι λοιποι θελουσιν ακουσει και φοβηθη, και δεν θελουσιν εις το εξης πραξει τοιουτον κακον εν μεσω σου.
<scripture passage="Deut 19:21" parsed="|Deut|19|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.19.21" />
<sup>21</sup>Και ο οφθαλμος σου δεν θελει φεισθη· θελει δοθη ζωη αντι ζωης, οφθαλμος αντι οφθαλμου, οδους αντι οδοντος, χειρ αντι χειρος, πους αντι ποδος.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 20" progress="18.23%" prev="Deut.19" next="Deut.21" id="Deut.20">
<h3 id="Deut.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Deut.20-p1">
<scripture passage="Deut 20:1" parsed="|Deut|20|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.1" />
<sup>1</sup>Οταν εξελθης εις μαχην εναντιον των εχθρων σου, και ιδης ιππους και αμαξας, λαον περισσοτερον παρα σε, μη φοβηθης αυτους· διοτι Κυριος ο Θεος σου ειναι μετα σου, οστις σε ανεβιβασεν εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Deut 20:2" parsed="|Deut|20|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.2" />
<sup>2</sup>Και οταν πλησιασητε εις την μαχην, ο ιερευς θελει προσελθει και λαλησει προς τον λαον,
<scripture passage="Deut 20:3" parsed="|Deut|20|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.3" />
<sup>3</sup>και θελει ειπει προς αυτους, Ακουε, Ισραηλ· σεις πλησιαζετε σημερον εις την μαχην κατα των εχθρων σας· ας μη δειλιαση η καρδια σας, μη φοβηθητε μηδε τρομαξητε μηδε εκπλαγητε απο προσωπου αυτων·
<scripture passage="Deut 20:4" parsed="|Deut|20|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.4" />
<sup>4</sup>διοτι Κυριος ο Θεος σας ειναι ο προπορευομενος μεθ' υμων, δια να πολεμηση υπερ υμων εναντιον των εχθρων σας, δια να σωση υμας.
<scripture passage="Deut 20:5" parsed="|Deut|20|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.5" />
<sup>5</sup>Και οι αρχοντες θελουσι λαλησει προς τον λαον, λεγοντες, Τις ανθρωπος ωκοδομησεν οικιαν νεαν και δεν εκαμεν εγκαινιασμον αυτης; ας αναχωρηση και ας επιστρεψη εις την οικιαν αυτου, μηποτε αποθανη εν τη μαχη και εγκαινιαση αυτην αλλος ανθρωπος.
<scripture passage="Deut 20:6" parsed="|Deut|20|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.6" />
<sup>6</sup>Και τις ανθρωπος εφυτευσεν αμπελωνα και δεν ευφρανθη εξ αυτου; ας αναχωρηση και ας επιστρεψη εις την οικιαν αυτου, μηποτε αποθανη εν τη μαχη, και ευφρανθη εξ αυτου αλλος ανθρωπος.
<scripture passage="Deut 20:7" parsed="|Deut|20|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.7" />
<sup>7</sup>Και τις ανθρωπος ηρραβωνισθη γυναικα και δεν ελαβεν αυτην; ας αναχωρηση και ας επιστρεψη εις την οικιαν αυτου, μηποτε αποθανη εν τη μαχη, και λαβη αυτην αλλος ανθρωπος.
<scripture passage="Deut 20:8" parsed="|Deut|20|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.8" />
<sup>8</sup>Και οι αρχοντες θελουσι λαλησει ετι προς τον λαον και θελουσιν ειπει, Τις ανθρωπος ειναι δειλος και ακαρδος; ας αναχωρηση και ας επιστρεψη εις την οικιαν αυτου, δια να μη δειλιαση η καρδια των αδελφων αυτου, ως η καρδια αυτου.
<scripture passage="Deut 20:9" parsed="|Deut|20|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.9" />
<sup>9</sup>Και αφου τελειωσωσιν οι αρχοντες λαλουντες προς τον λαον, θελουσι καταστησει αρχηγους των στρατευματων, δια να προιστανται του λαου.
<scripture passage="Deut 20:10" parsed="|Deut|20|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.10" />
<sup>10</sup>Οταν πλησιασης εις πολιν δια να εκπολεμησης αυτην, τοτε καλεσον αυτην εις ειρηνην·
<scripture passage="Deut 20:11" parsed="|Deut|20|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.11" />
<sup>11</sup>και εαν σοι αποκριθη ειρηνικα και ανοιξη εις σε, τοτε πας ο λαος ο ευρισκομενος εν αυτη θελει γεινει υποτελης εις σε και θελει σε δουλευει·
<scripture passage="Deut 20:12" parsed="|Deut|20|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.12" />
<sup>12</sup>εαν ομως δεν καμη ειρηνην μετα σου, αλλα σε πολεμηση τοτε θελεις πολιορκησει αυτην·
<scripture passage="Deut 20:13" parsed="|Deut|20|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.13" />
<sup>13</sup>και αφου Κυριος ο Θεος σου παραδωση αυτην εις τας χειρας σου, θελεις παταξει παντα τα αρσενικα αυτης εν στοματι μαχαιρας·
<scripture passage="Deut 20:14" parsed="|Deut|20|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.14" />
<sup>14</sup>τας δε γυναικας και τα βρεφη και τα κτηνη και παντα οσα ευρισκονται εν τη πολει, παντα τα λαφυρα αυτης, θελεις λαβει εις σεαυτον· και θελεις τρωγει τα λαφυρα των εχθρων σου, οσα Κυριος ο Θεος σου εδωκεν εις σε.
<scripture passage="Deut 20:15" parsed="|Deut|20|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.15" />
<sup>15</sup>Ουτω θελεις καμει εις πασας τας πολεις τας πολυ μακραν απο σου, αιτινες δεν ειναι εκ των πολεων των εθνων τουτων·
<scripture passage="Deut 20:16" parsed="|Deut|20|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.16" />
<sup>16</sup>εκ των πολεων ομως των λαων τουτων, τας οποιας Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν, δεν θελεις αφησει ζων ουδεν εχον πνοην·
<scripture passage="Deut 20:17" parsed="|Deut|20|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.17" />
<sup>17</sup>αλλα θελεις εξολοθρευσει αυτους κατα κρατος, τους Χετταιους και τους Αμορραιους τους Χαναναιους και τους Φερεζαιους τους Ευαιους και τους Ιεβουσαιους, καθως προσεταξεν εις σε Κυριος ο Θεος σου·
<scripture passage="Deut 20:18" parsed="|Deut|20|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.18" />
<sup>18</sup>δια να μη σας διδαξωσι να πραττητε κατα παντα τα βδελυγματα αυτων, τα οποια εκαμον εις τους θεους αυτων, και αμαρτησητε εναντιον Κυριου του Θεου σας.
<scripture passage="Deut 20:19" parsed="|Deut|20|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.19" />
<sup>19</sup>Οταν πολιορκης πολιν τινα ημερας πολλας, πολεμων αυτην δια να εξουσιασης αυτην, δεν θελεις εξολοθρευσει τα δενδρα αυτης, καταφερων επ' αυτα πελεκυν· διοτι εξ αυτων δυνασαι να τρεφησαι και δεν θελεις κοψει αυτα. Μηπως ειναι ανθρωπος το δενδρον του αγρου, ωστε να ελθη εναντιον σου εν τη πολιορκια;
<scripture passage="Deut 20:20" parsed="|Deut|20|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.20.20" />
<sup>20</sup>Μονον τα δενδρα, οσα γνωριζεις οτι δεν ειναι δενδρα τροφης, ταυτα θελεις εξολοθρευσει και εκκοψει και θελεις οικοδομησει περιχαρακωματα εναντιον της πολεως, ητις πολεμει προς σε, εωσου παραδοθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 21" progress="18.31%" prev="Deut.20" next="Deut.22" id="Deut.21">
<h3 id="Deut.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Deut.21-p1">
<scripture passage="Deut 21:1" parsed="|Deut|21|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.1" />
<sup>1</sup>Εαν τις ευρεθη πεφονευμενος εν τη γη, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε δια να κληρονομησης αυτην, πεσμενος εις την πεδιαδα, και ηναι αγνωστον τις εφονευσεν αυτον,
<scripture passage="Deut 21:2" parsed="|Deut|21|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.2" />
<sup>2</sup>τοτε θελουσιν εξελθει οι πρεσβυτεροι σου και οι κριται σου, και θελουσι μετρησει προς τας πολεις τας περιξ του πεφονευμενου·
<scripture passage="Deut 21:3" parsed="|Deut|21|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.3" />
<sup>3</sup>και της πολεως, ητις ειναι η πλησιεστερα εις τον πεφονευμενον, οι πρεσβυτεροι της πολεως εκεινης θελουσι λαβει δαμαλιν, ητις δεν υπεβληθη εις εργασιαν ουδε εσυρεν υπο τον ζυγον·
<scripture passage="Deut 21:4" parsed="|Deut|21|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.4" />
<sup>4</sup>και θελουσι καταβιβασει οι πρεσβυτεροι της πολεως εκεινης την δαμαλιν εις τραχειαν φαραγγα, ητις ουτε γεωργειται ουτε σπειρεται και εκει εν τη φαραγγι θελουσι κοψει τον τραχηλον της δαμαλεως.
<scripture passage="Deut 21:5" parsed="|Deut|21|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσι πλησιασει οι ιερεις οι υιοι του Λευι· επειδη αυτους εξελεξε Κυριος ο Θεος σου να λειτουργωσιν εις αυτον, και να ευλογωσιν εν τω ονοματι του Κυριου· και κατα τον λογον αυτων θελει κρινεσθαι πασα διαφορα και πασα πληγη·
<scripture passage="Deut 21:6" parsed="|Deut|21|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.6" />
<sup>6</sup>και παντες οι πρεσβυτεροι της πολεως εκεινης, της πλησιεστερας εις τον πεφονευμενον, θελουσι νιψει τας χειρας αυτων επι της δαμαλεως της εσφαγμενης εν τη φαραγγι·
<scripture passage="Deut 21:7" parsed="|Deut|21|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.7" />
<sup>7</sup>και αποκριθεντες θελουσιν ειπει, Αι χειρες ημων δεν εχυσαν το αιμα τουτο, ουδε ειδον οι οφθαλμοι ημων·
<scripture passage="Deut 21:8" parsed="|Deut|21|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.8" />
<sup>8</sup>γενου ιλεως, Κυριε, εις τον λαον σου τον Ισραηλ, τον οποιον ελυτρωσας, και μη βαλης επι τον λαον σου Ισραηλ αιμα αθωον· και θελει συγχωρηθη εις αυτους το αιμα.
<scripture passage="Deut 21:9" parsed="|Deut|21|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.9" />
<sup>9</sup>Ουτω θελεις εξαλειψει εκ μεσου σου το αθωον αιμα, οταν καμης το αρεστον εις τους οφθαλμους του Κυριου.
<scripture passage="Deut 21:10" parsed="|Deut|21|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.10" />
<sup>10</sup>Οταν εξελθης να πολεμησης τους εχθρους σου, και Κυριος ο Θεος σου παραδωση αυτους εις τας χειρας σου, και λαβης εξ αυτων αιχμαλωτους,
<scripture passage="Deut 21:11" parsed="|Deut|21|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.11" />
<sup>11</sup>και ιδης μεταξυ των αιχμαλωτων γυναικα ευειδη και επιθυμησης αυτην, δια να λαβης αυτην εις σεαυτον γυναικα,
<scripture passage="Deut 21:12" parsed="|Deut|21|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.12" />
<sup>12</sup>τοτε θελεις φερει αυτην εις την οικιαν σου, και θελει ξυρισει την κεφαλην αυτης και περιονυχισει τους ονυχας αυτης·
<scripture passage="Deut 21:13" parsed="|Deut|21|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.13" />
<sup>13</sup>και θελει εκδυθη τα ενδυματα της αιχμαλωσιας αυτης επανωθεν αυτης και θελει καθησει εν τη οικια σου και κλαυσει τον πατερα αυτης και την μητερα αυτης ολοκληρον μηνα· και μετα ταυτα θελεις εισελθει προς αυτην, και θελεις εισθαι ανηρ αυτης και εκεινη θελει εισθαι γυνη σου.
<scripture passage="Deut 21:14" parsed="|Deut|21|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.14" />
<sup>14</sup>Και εαν συμβη να μη ευχαριστησαι εις αυτην, τοτε θελεις εξαποστειλει αυτην ελευθεραν· και δεν θελεις πωλησει αυτην δι' αργυριον, δεν θελεις εμπορευθη αυτην, διοτι εταπεινωσας αυτην.
<scripture passage="Deut 21:15" parsed="|Deut|21|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.15" />
<sup>15</sup>Εαν τις εχη δυο γυναικας, την μιαν αγαπωμενην και την αλλην μισουμενην, και γεννησωσιν εις αυτον τεκνα η αγαπωμενη και η μισουμενη, και ο πρωτοτοκος υιος ηναι της μισουμενης,
<scripture passage="Deut 21:16" parsed="|Deut|21|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.16" />
<sup>16</sup>τοτε, καθ' ην ημεραν μοιραζει εις τους υιους αυτου την περιουσιαν αυτου, δεν δυναται να καμη πρωτοτοκον τον υιον της αγαπωμενης, παριδων τον υιον της μισουμενης, τον αληθως πρωτοτοκον·
<scripture passage="Deut 21:17" parsed="|Deut|21|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.17" />
<sup>17</sup>αλλα θελει αναγνωρισει τον υιον της μισουμενης δια πρωτοτοκον, διδων εις αυτον διπλουν μεριδιον εκ παντων των υπαρχοντων αυτου· διοτι ειναι η αρχη της δυναμεως αυτου· εις τουτον ανηκουσι τα πρωτοτοκια.
<scripture passage="Deut 21:18" parsed="|Deut|21|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.18" />
<sup>18</sup>Εαν τις εχη υιον πεισματωδη και απειθη, οστις δεν υπακουει εις την φωνην του πατρος αυτου η εις την φωνην της μητρος αυτου, και, αφου παιδευσωσιν αυτον, δεν υπακουη εις αυτους,
<scripture passage="Deut 21:19" parsed="|Deut|21|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.19" />
<sup>19</sup>τοτε ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου θελουσι πιασει αυτον, και θελουσιν εκφερει αυτον προς τους πρεσβυτερους της πολεως αυτου και εις την πυλην του τοπου αυτου·
<scripture passage="Deut 21:20" parsed="|Deut|21|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.20" />
<sup>20</sup>και θελουσιν ειπει προς τους πρεσβυτερους της πολεως αυτου, Ουτος ο υιος ημων ειναι πεισματωδης και απειθης· δεν υπακουει εις την φωνην ημων· ειναι λαιμαργος και μεθυσος·
<scripture passage="Deut 21:21" parsed="|Deut|21|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.21" />
<sup>21</sup>και παντες οι ανθρωποι της πολεως αυτου θελουσι λιθοβολησει αυτον με λιθους, και θελει αποθανει. Και θελεις εξαφανισει το κακον εκ μεσου σου· και πας ο Ισραηλ θελει ακουσει και φοβηθη.
<scripture passage="Deut 21:22" parsed="|Deut|21|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.22" />
<sup>22</sup>Και εαν τις επραξεν αμαρτημα αξιον θανατου και καταδικασθη εις θανατον, και κρεμασης αυτον εις ξυλον,
<scripture passage="Deut 21:23" parsed="|Deut|21|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.21.23" />
<sup>23</sup>δεν θελει μενει το σωμα αυτου ολην την νυκτα επι του ξυλου, αλλα θελεις εξαπαντος θαψει αυτον την αυτην ημεραν, διοτι ειναι κατηραμενος υπο του Θεου ο κρεμαμενος· δια να μη μολυνης την γην σου, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 22" progress="18.40%" prev="Deut.21" next="Deut.23" id="Deut.22">
<h3 id="Deut.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Deut.22-p1">
<scripture passage="Deut 22:1" parsed="|Deut|22|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.1" />
<sup>1</sup>Ιδων τον βουν του αδελφου σου η το προβατον αυτου πλανωμενον, μη παραβλεψης αυτα· θελεις εξαπαντος επιστρεψει αυτα εις τον αδελφον σου.
<scripture passage="Deut 22:2" parsed="|Deut|22|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.2" />
<sup>2</sup>Και εαν ο αδελφος σου δεν κατοικη πλησιον σου, η εαν δεν γνωριζης αυτον, τοτε θελεις φερει αυτα εντος της οικιας σου, και θελουσιν εισθαι μετα σου εωσου ζητηση αυτα ο αδελφος σου· και θελεις αποδωσει αυτα εις αυτον.
<scripture passage="Deut 22:3" parsed="|Deut|22|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.3" />
<sup>3</sup>Ουτω θελεις καμει και δια τον ονον αυτου· ουτω θελεις καμει και δια το ιματιον αυτου· ουτω θελεις καμει και δια παντα τα χαμενα πραγματα του αδελφου σου· οσα εχασε, και συ ευρες αυτα· δεν δυνασαι να παραβλεψης αυτα.
<scripture passage="Deut 22:4" parsed="|Deut|22|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.4" />
<sup>4</sup>Ιδων τον ονον του αδελφου σου η τον βουν αυτου πεσμενον εν τη οδω, μη παραβλεψης αυτα· θελεις εξαπαντος σηκωσει αυτα μετ' αυτου.
<scripture passage="Deut 22:5" parsed="|Deut|22|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.5" />
<sup>5</sup>Η γυνη δεν θελει φορεσει το ανηκον εις ανδρα, ουδε ο ανηρ θελει ενδυθη στολην γυναικος· επειδη παντες οι πραττοντες ουτως ειναι βδελυγμα εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 22:6" parsed="|Deut|22|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.6" />
<sup>6</sup>Εαν απαντησης καθ' οδον εμπροσθεν σου φωλεαν πτηνου επι τινος δενδρου η κατα γης, εχουσαν νεοσσους η ωα, και την μητερα καθημενην επι τους νεοσσους η επι τα ωα, δεν θελεις λαβει την μητερα μετα των τεκνων·
<scripture passage="Deut 22:7" parsed="|Deut|22|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.7" />
<sup>7</sup>θελεις εξαπαντος απολυσει την μητερα, τα δε τεκνα θελεις λαβει εις σεαυτον· δια να ευημερησης και να μακροημερευσης.
<scripture passage="Deut 22:8" parsed="|Deut|22|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.8" />
<sup>8</sup>Οταν οικοδομης νεαν οικιαν, θελεις καμει περιτειχισμα περιξ του δωματος σου, δια να μη καμης ενοχον αιματος την οικιαν σου, εαν πεση τις ανθρωπος απ' αυτης.
<scripture passage="Deut 22:9" parsed="|Deut|22|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελεις σπειρει εις τον αμπελωνα σου ετεροειδη σπερματα· δια να μη μιανθη το γεννημα του σπορου τον οποιον εσπειρας, και ο καρπος του αμπελωνος.
<scripture passage="Deut 22:10" parsed="|Deut|22|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.10" />
<sup>10</sup>Δεν θελεις αροτριασει με βουν και ονον ομου.
<scripture passage="Deut 22:11" parsed="|Deut|22|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.11" />
<sup>11</sup>Δεν θελεις φορει ενδυμα συμμικτον απο μαλλινον ομου και λιναριον.
<scripture passage="Deut 22:12" parsed="|Deut|22|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.12" />
<sup>12</sup>Θελεις καμει εις σεαυτον κροσσια εις τας τεσσαρας ακρας του ενδυματος σου, με το οποιον σκεπαζεσαι.
<scripture passage="Deut 22:13" parsed="|Deut|22|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.13" />
<sup>13</sup>Εαν τις λαβη γυναικα και εισελθη προς αυτην και μισηση αυτην,
<scripture passage="Deut 22:14" parsed="|Deut|22|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.14" />
<sup>14</sup>και δωση αφορμην να κακολογησωσιν αυτην, και φερη δυσφημιαν επ' αυτην, και ειπη, Ελαβον ταυτην την γυναικα, και οτε προσηλθον προς αυτην, δεν ευρηκα αυτην παρθενον,
<scripture passage="Deut 22:15" parsed="|Deut|22|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.15" />
<sup>15</sup>τοτε ο πατηρ της νεας και η μητηρ αυτης θελουσι λαβει και εκφερει προς τους πρεσβυτερους της πολεως, εις την πυλην, τα παρθενια της νεας·
<scripture passage="Deut 22:16" parsed="|Deut|22|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.16" />
<sup>16</sup>και ο πατηρ της νεας θελει ειπει προς τους πρεσβυτερους, Την θυγατερα μου εδωκα εις τον ανθρωπον τουτον δια γυναικα, και αυτος μισει αυτην·
<scripture passage="Deut 22:17" parsed="|Deut|22|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.17" />
<sup>17</sup>και ιδου, εδωκεν αφορμην να κακολογωσιν αυτην, λεγων, Δεν ευρηκα την θυγατερα σου παρθενον· πλην ιδου, τα παρθενια της θυγατρος μου. Και θελουσιν εκδιπλωσει το ιματιον εμπροσθεν των πρεσβυτερων της πολεως.
<scripture passage="Deut 22:18" parsed="|Deut|22|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.18" />
<sup>18</sup>Και θελουσι λαβει οι πρεσβυτεροι της πολεως εκεινης τον ανθρωπον και θελουσι τιμωρησει αυτον·
<scripture passage="Deut 22:19" parsed="|Deut|22|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.19" />
<sup>19</sup>και θελουσι ζημιωσει αυτον εκατον σικλους αργυριου, και δωσει αυτους εις τον πατερα της νεας, διοτι εφερε δυσφημιαν επι παρθενον Ισραηλιτιν· και θελει εισθαι γυνη αυτου· δεν δυναται να αποβαλη αυτην πασας τας ημερας αυτου.
<scripture passage="Deut 22:20" parsed="|Deut|22|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.20" />
<sup>20</sup>Εαν ομως το πραγμα τουτο ηναι αληθινον, και δεν ευρεθη παρθενος η κορη,
<scripture passage="Deut 22:21" parsed="|Deut|22|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.21" />
<sup>21</sup>τοτε θελουσιν εκφερει την νεαν εις την θυραν του οικου του πατρος αυτης, και οι ανθρωποι της πολεως αυτης θελουσι λιθοβολισει αυτην με λιθους, και θελει αποθανει διοτι επραξεν αφροσυνην εν τω Ισραηλ, πορνευουσα τον οικον του πατρος αυτης· και θελεις εξαφανισει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 22:22" parsed="|Deut|22|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.22" />
<sup>22</sup>Εαν τις ευρεθη κοιμωμενος μετα γυναικος υπανδρου, τοτε αμφοτεροι θελουσι θανατονεσθαι, ο ανηρ ο κοιμωμενος μετα της γυναικος, και η γυνη· και θελεις εξαφανισει το κακον εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 22:23" parsed="|Deut|22|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.23" />
<sup>23</sup>Εαν νεα τις παρθενος ηναι ηρραβωνισμενη μετα ανδρος, και ευρη τις αυτην εν τη πολει και κοιμηθη μετ' αυτης,
<scripture passage="Deut 22:24" parsed="|Deut|22|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.24" />
<sup>24</sup>τοτε θελετε εκφερει αυτους αμφοτερους εις την πυλην της πολεως εκεινης, και θελετε λιθοβολησει αυτους με λιθους, και θελουσιν αποθανει· την νεαν, διοτι δεν εφωναξεν, ουσα εν τη πολει και τον ανθρωπον, διοτι εταπεινωσε την γυναικα του πλησιον αυτου· και θελεις εξαφανισει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 22:25" parsed="|Deut|22|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.25" />
<sup>25</sup>Αλλ' εαν τις ευρη εν αγρω την νεαν την ηρραβωνισμενην, και ο ανθρωπος βιαση αυτην και κοιμηθη μετ' αυτης, τοτε μονος ο ανθρωπος, ο κοιμηθεις μετ' αυτης, θελει θανατονεσθαι·
<scripture passage="Deut 22:26" parsed="|Deut|22|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.26" />
<sup>26</sup>εις δε την νεαν δεν θελεις καμει ουδεν· δεν ειναι εις την νεαν αμαρτημα θανατου· διοτι καθως οταν τις εφορμηση επι τον πλησιον αυτου και φονευση αυτον, ουτως ειναι το πραγμα τουτο·
<scripture passage="Deut 22:27" parsed="|Deut|22|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.27" />
<sup>27</sup>διοτι εν τω αγρω ευρηκεν αυτην, εφωναξεν η ηρραβωνισμενη νεα, αλλα δεν υπηρχεν ο σωζων αυτην.
<scripture passage="Deut 22:28" parsed="|Deut|22|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.28" />
<sup>28</sup>Εαν τις ευρη νεαν παρθενον μη ηρραβωνισμενην και πιαση αυτην και κοιμηθη μετ' αυτης, και ευρεθωσι·
<scripture passage="Deut 22:29" parsed="|Deut|22|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.29" />
<sup>29</sup>τοτε ο ανθρωπος ο κοιμηθεις μετ' αυτης θελει δωσει εις τον πατερα της νεας πεντηκοντα σικλους αργυριου, και αυτη θελει εισθαι γυνη αυτου· επειδη εταπεινωσεν αυτην, δεν δυναται να αποβαλη αυτην πασας τας ημερας αυτου.
<scripture passage="Deut 22:30" parsed="|Deut|22|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.22.30" />
<sup>30</sup>Δεν θελει λαβει τις την γυναικα του πατρος αυτου, ουδε θελει εκκαλυψει το συγκαλυμμα του πατρος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 23" progress="18.51%" prev="Deut.22" next="Deut.24" id="Deut.23">
<h3 id="Deut.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Deut.23-p1">
<scripture passage="Deut 23:1" parsed="|Deut|23|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.1" />
<sup>1</sup>Ο εχων τα κρυφια αυτου τεθλασμενα η αποκεκομμενα δεν θελει εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου.
<scripture passage="Deut 23:2" parsed="|Deut|23|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.2" />
<sup>2</sup>Ο νοθος δεν θελει εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου· εως δεκατης γενεας αυτου δεν θελει εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου.
<scripture passage="Deut 23:3" parsed="|Deut|23|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.3" />
<sup>3</sup>Αμμωνιτης και Μωαβιτης δεν θελει εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου· εως δεκατης γενεας αυτων ουδεποτε θελουσιν εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου.
<scripture passage="Deut 23:4" parsed="|Deut|23|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.4" />
<sup>4</sup>Διοτι δεν σας προυπηντησαν με αρτον και υδωρ εν τη οδω, οτε εξηρχεσθε εξ Αιγυπτου· και διοτι εμισθωσαν κατα σου τον Βαλααμ τον υιον του Βεωρ εκ Φεθορα της Μεσοποταμιας, δια να σε καταρασθη.
<scripture passage="Deut 23:5" parsed="|Deut|23|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.5" />
<sup>5</sup>Αλλα Κυριος ο Θεος σου δεν ηθελησε να εισακουση του Βαλααμ· αλλα Κυριος ο Θεος σου μετεβαλε την καταραν εις ευλογιαν προς σε, διοτι Κυριος ο Θεος σου σε ηγαπησε.
<scripture passage="Deut 23:6" parsed="|Deut|23|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελεις ζητησει την ειρηνην αυτων ουδε την ευτυχιαν αυτων πασας τας ημερας σου εις τον αιωνα.
<scripture passage="Deut 23:7" parsed="|Deut|23|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.7" />
<sup>7</sup>Δεν θελεις βδελυττεσθαι τον Ιδουμαιον, διοτι ειναι αδελφος σου· δεν θελεις βδελυττεσθαι τον Αιγυπτιον, διοτι εσταθης ξενος εν τη γη αυτου.
<scripture passage="Deut 23:8" parsed="|Deut|23|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.8" />
<sup>8</sup>Τα παιδια, οσα γεννηθωσιν εξ αυτων, θελουσιν εισελθει εις την συναγωγην του Κυριου εν τη τριτη γενεα αυτων.
<scripture passage="Deut 23:9" parsed="|Deut|23|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.9" />
<sup>9</sup>Οταν εκστρατευης επι τους εχθρους σου, φυλαττου απο παντος κακου πραγματος.
<scripture passage="Deut 23:10" parsed="|Deut|23|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.10" />
<sup>10</sup>Εαν ηναι εν μεσω σου ανθρωπος, οστις δεν ειναι καθαρος, εκ τινος συμβαντος εις αυτον την νυκτα, θελει εξελθει εξω του στρατοπεδου, δεν θελει εισελθει εντος του στρατοπεδου·
<scripture passage="Deut 23:11" parsed="|Deut|23|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.11" />
<sup>11</sup>και προς την εσπεραν θελει λουσθη εν υδατι και δυνοντος του ηλιου θελει εισελθει εντος του στρατοπεδου.
<scripture passage="Deut 23:12" parsed="|Deut|23|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις εχει τοπον εξω του στρατοπεδου και θελεις εξελθει εκει εξω·
<scripture passage="Deut 23:13" parsed="|Deut|23|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.13" />
<sup>13</sup>και θελεις εχει πτυαριον μικρον μεταξυ των οπλων σου· και οταν καθησαι εξω, θελεις σκαπτει δι' αυτου, και θελεις στρεψει και σκεπασει το εξερχομενον απο σου.
<scripture passage="Deut 23:14" parsed="|Deut|23|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.14" />
<sup>14</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος σου περιπατει εν μεσω του στρατοπεδου σου, δια να σε ελευθερωση και δια να παραδωση τους εχθρους σου εμπροσθεν σου· δια τουτο θελει εισθαι αγιον το στρατοπεδον σου· δια να μη βλεπη ακαθαρσιαν τινα εν σοι, και αποστρεψη απο σου.
<scripture passage="Deut 23:15" parsed="|Deut|23|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.15" />
<sup>15</sup>Δεν θελεις παραδωσει δουλον εις τον κυριον αυτου, οστις κατεφυγεν απο του κυριου αυτου προς σε·
<scripture passage="Deut 23:16" parsed="|Deut|23|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.16" />
<sup>16</sup>μετα σου θελει κατοικει, εν μεσω σου, εις οντινα τοπον εκλεξη, εν μια των πυλων σου οπου αρεσκη εις αυτον· δεν θελεις καταδυναστευσει αυτον.
<scripture passage="Deut 23:17" parsed="|Deut|23|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.17" />
<sup>17</sup>Πορνη δεν θελει υπαρχει εκ των θυγατερων Ισραηλ, ουδε θελει εισθαι κιναιδος εκ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 23:18" parsed="|Deut|23|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελεις φερει πληρωμην πορνης ουδε μισθωμα κυνος, εις τον οικον Κυριου του Θεου σου, δι' ουδεμιαν ευχην· διοτι αμφοτερα ταυτα ειναι βδελυγμα εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 23:19" parsed="|Deut|23|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.19" />
<sup>19</sup>Δεν θελεις δανειζει εις τον αδελφον σου χρηματα επι τοκω, τροφας επι τοκω, ουδεν πραγμα δανειζομενον επι τοκω.
<scripture passage="Deut 23:20" parsed="|Deut|23|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.20" />
<sup>20</sup>Εις τον ξενον δυνασαι να τοκιζης· εις τον αδελφον σου ομως δεν θελεις τοκισει δια να σε ευλογη Κυριος ο Θεος σου εις πασας τας επιχειρησεις σου, επι της γης, εις την οποιαν υπαγεις δια να κληρονομησης αυτην.
<scripture passage="Deut 23:21" parsed="|Deut|23|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.21" />
<sup>21</sup>Οταν ευχηθης ευχην προς Κυριον τον Θεον σου, δεν θελεις βραδυνει να αποδωσης αυτην· διοτι Κυριος ο Θεος σου θελει εξαπαντος εκζητησει αυτην παρα σου, και θελει εισθαι αμαρτια εις σε.
<scripture passage="Deut 23:22" parsed="|Deut|23|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.22" />
<sup>22</sup>Εαν ομως δεν θελης να ευχηθης, δεν θελει εισθαι αμαρτια εις σε.
<scripture passage="Deut 23:23" parsed="|Deut|23|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.23" />
<sup>23</sup>Ο, τι εξελθη εκ των χειλεων σου θελεις φυλαξει, και θελεις εκτελεσει καθ' ον τροπον ευχηθης εις Κυριον τον Θεον σου την αυτοπροαιρετον προσφοραν, την οποιαν υπεσχεθης δια στοματος σου.
<scripture passage="Deut 23:24" parsed="|Deut|23|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.24" />
<sup>24</sup>Οταν εισερχησαι εις τον αμπελωνα του πλησιον σου, δυνασαι να τρωγης σταφυλια κατα την ορεξιν σου, εωσου χορτασθης· εις το αγγειον σου ομως δεν θελεις βαλει.
<scripture passage="Deut 23:25" parsed="|Deut|23|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.23.25" />
<sup>25</sup>Οταν εισερχησαι εις τα σπαρτα του πλησιον σου, δυνασαι να αποσπας δια της χειρος σου ασταχυα· δρεπανον ομως δεν δυνασαι να βαλης εις τα σπαρτα του πλησιον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 24" progress="18.59%" prev="Deut.23" next="Deut.25" id="Deut.24">
<h3 id="Deut.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Deut.24-p1">
<scripture passage="Deut 24:1" parsed="|Deut|24|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.1" />
<sup>1</sup>Οταν τις λαβη γυναικα και νυμφευθη μετ' αυτης, και συμβη να μη ευρη χαριν εις τους οφθαλμους αυτου, διοτι ευρηκεν εν αυτη ασχημον πραγμα, τοτε ας γραψη εις αυτην γραμμα διαζυγιου, και ας δωση αυτο εις την χειρα αυτης, και ας αποπεμψη αυτην εκ της οικιας αυτου.
<scripture passage="Deut 24:2" parsed="|Deut|24|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.2" />
<sup>2</sup>Και αφου αναχωρηση απο της οικιας αυτου, δυναται να υπαγη και να συζευχθη μετα αλλου ανδρος.
<scripture passage="Deut 24:3" parsed="|Deut|24|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.3" />
<sup>3</sup>Και εαν ο δευτερος ανηρ αυτης μισηση αυτην και γραψη εις αυτην γραμμα διαζυγιου και δωση αυτο εις την χειρα αυτης, και αποπεμψη αυτην απο της οικιας αυτου, η εαν αποθανη ο δευτερος ανηρ, ο λαβων αυτην εις γυναικα αυτου,
<scripture passage="Deut 24:4" parsed="|Deut|24|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.4" />
<sup>4</sup>ο πρωτος αυτης ανηρ, ο αποπεμψας αυτην, δεν δυναται να λαβη αυτην παλιν εις εαυτον γυναικα, αφου εμολυνθη· διοτι ειναι βδελυγμα ενωπιον του Κυριου· και δεν θελεις επιφερει αμαρτιαν εις την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν.
<scripture passage="Deut 24:5" parsed="|Deut|24|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.5" />
<sup>5</sup>Εαν τις νεωστι λαβη γυναικα, δεν θελει εξελθει εις πολεμον, και δεν θελει επιφορτισθη επ' αυτον ουδεν αλλα ελευθερος θελει εισθαι εν τη οικια αυτου εν ετος, και θελει ευφρανει την γυναικα αυτου την οποιαν ελαβε.
<scripture passage="Deut 24:6" parsed="|Deut|24|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελει λαβει ουδεις εις ενεχυρον την ανω ουδε την κατω πετραν του μυλου· διοτι ζωην λαμβανει εις ενεχυρον.
<scripture passage="Deut 24:7" parsed="|Deut|24|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.7" />
<sup>7</sup>Εαν τις φωραθη κλεπτων τινα εκ των αδελφων αυτου εκ των υιων Ισραηλ, και καταδουλωσας αυτον επωλησε, τοτε ο κλεπτης ουτος θελει θανατονεσθαι και θελεις εξαφανισει το κακον εκ μεσου σου.
<scripture passage="Deut 24:8" parsed="|Deut|24|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.8" />
<sup>8</sup>Προσεχε εις την πληγην της λεπρας, να φυλαττης επιμελως και να καμνης κατα παντα οσα οι ιερεις οι Λευιται σας διδαξωσι καθως προσεταξα εις αυτους, θελετε προσεχει να καμνητε.
<scripture passage="Deut 24:9" parsed="|Deut|24|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.9" />
<sup>9</sup>Ενθυμου τι εκαμεν εις την Μαριαμ Κυριος ο Θεος σου καθ' οδον, αφου εξηλθετε εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Deut 24:10" parsed="|Deut|24|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.10" />
<sup>10</sup>Οταν δανεισης τι εις τον πλησιον σου, δεν θελεις εισελθει εις την οικιαν αυτου δια να λαβης το ενεχυρον αυτου·
<scripture passage="Deut 24:11" parsed="|Deut|24|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.11" />
<sup>11</sup>εξω θελεις σταθη, και ο ανθρωπος εις τον οποιον δανειζεις θελει εκφερει εις σε το ενεχυρον.
<scripture passage="Deut 24:12" parsed="|Deut|24|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.12" />
<sup>12</sup>Και εαν ο ανθρωπος ηναι πτωχος, δεν θελεις κοιμηθη μετα του ενεχυρου αυτου·
<scripture passage="Deut 24:13" parsed="|Deut|24|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.13" />
<sup>13</sup>εξαπαντος θελεις αποδωσει εις αυτον το ενεχυρον περι την δυσιν του ηλιου, και θελει κοιμηθη εν τω ιματιω αυτου και θελει σε ευλογησει και θελει εισθαι εις σε δικαιοσυνη ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 24:14" parsed="|Deut|24|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελεις αδικησει μισθωτον πτωχον και ενδεη, εκ των αδελφων σου η εκ των ξενων σου των εν τη γη σου, εντος των πυλων σου.
<scripture passage="Deut 24:15" parsed="|Deut|24|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.15" />
<sup>15</sup>Αυθημερον θελεις δωσει τον μισθον αυτου, πριν δυση ο ηλιος επ' αυτον· διοτι ειναι πτωχος και εχει την ελπιδα αυτου εις αυτον· δια να μη βοηση κατα σου προς Κυριον, και γεινη εις σε αμαρτια.
<scripture passage="Deut 24:16" parsed="|Deut|24|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.16" />
<sup>16</sup>Οι πατερες δεν θελουσι θανατονεσθαι δια τα τεκνα, ουτε τα τεκνα θελουσι θανατονεσθαι δια τους πατερας· εκαστος θελει θανατονεσθαι δια το ιδιον εαυτου αμαρτημα.
<scripture passage="Deut 24:17" parsed="|Deut|24|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελεις διαστρεφει την κρισιν του ξενου, του ορφανου, ουδε θελεις λαμβανει το ιματιον της χηρας ενεχυρον·
<scripture passage="Deut 24:18" parsed="|Deut|24|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.18" />
<sup>18</sup>αλλα θελεις ενθυμεισθαι οτι δουλος εσταθης εν Αιγυπτω, και σε ελυτρωσε Κυριος ο Θεος σου εκειθεν· δια τουτο εγω προσταζω εις σε να καμνης το πραγμα τουτο.
<scripture passage="Deut 24:19" parsed="|Deut|24|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.19" />
<sup>19</sup>Οταν θεριζης το θερος σου εν τω αγρω σου, και λησμονησης χειροβολον τι εν τω αγρω, δεν θελεις επιστρεψει δια να λαβης αυτο· δια τον ξενον θελει εισθαι, δια τον ορφανον και δια την χηραν· δια να σε ευλογη Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εργα των χειρων σου.
<scripture passage="Deut 24:20" parsed="|Deut|24|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.20" />
<sup>20</sup>Αφου τιναξης τας ελαιας σου, δεν θελεις παλιν ελαιολογησει τους κλαδους· θελει εισθαι δια τον ξενον, δια τον ορφανον και δια την χηραν.
<scripture passage="Deut 24:21" parsed="|Deut|24|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.21" />
<sup>21</sup>Αφου τρυγησης τον αμπελωνα σου, δεν θελεις σταφυλολογησει παλιν· θελει εισθαι δια τον ξενον, δια τον ορφανον και δια την χηραν.
<scripture passage="Deut 24:22" parsed="|Deut|24|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.24.22" />
<sup>22</sup>Και θελεις ενθυμεισθαι οτι δουλος εσταθης εν γη Αιγυπτου· δια τουτο εγω προσταζω εις σε να καμνης το πραγμα τουτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 25" progress="18.68%" prev="Deut.24" next="Deut.26" id="Deut.25">
<h3 id="Deut.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Deut.25-p1">
<scripture passage="Deut 25:1" parsed="|Deut|25|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.1" />
<sup>1</sup>Εαν συμβη διαφορα μεταξυ ανθρωπων, και ελθωσιν εις την κρισιν, και κρινωσιν αυτους, τοτε θελουσι δικαιωσει τον δικαιον και καταδικασει τον ενοχον.
<scripture passage="Deut 25:2" parsed="|Deut|25|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.2" />
<sup>2</sup>Και εαν ο ενοχος ηναι αξιος μαστιγωσεως, ο κριτης θελει προσταξει να ριψωσιν αυτον κατω, και κατα το πταισμα αυτου να μαστιγωσωσιν αυτον ενωπιον αυτου αριθμον τινα.
<scripture passage="Deut 25:3" parsed="|Deut|25|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.3" />
<sup>3</sup>Τεσσαρακοντα δυναται να μαστιγωση αυτον, ουχι περισσοτερον· μηποτε, εαν προσθεση να μαστιγωση αυτον επεκεινα τουτων με πολλας μαστιγωσεις, φανη ο αδελφος σου βδελυκτος εις τους οφθαλμους σου.
<scripture passage="Deut 25:4" parsed="|Deut|25|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελεις εμφραξει το στομα βοος αλωνιζοντος.
<scripture passage="Deut 25:5" parsed="|Deut|25|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.5" />
<sup>5</sup>Εαν συγκατοικωσιν αδελφοι, και αποθανη εις εξ αυτων και δεν εχη τεκνα, η γυνη του αποθανοντος δεν θελει υπανδρευθη με ξενον· ο αδελφος του ανδρος αυτης θελει εισελθει προς αυτην, και θελει λαβει αυτην εις εαυτον γυναικα και εκπληρωσει το χρεος του ανδραδελφου εις αυτην.
<scripture passage="Deut 25:6" parsed="|Deut|25|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.6" />
<sup>6</sup>Και ο πρωτοτοκος, τον οποιον γεννηση, θελει ονομασθη με το ονομα του αποθανοντος αδελφου αυτου, και δεν θελει εξαλειφθη το ονομα αυτου εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 25:7" parsed="|Deut|25|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.7" />
<sup>7</sup>Εαν δε ο ανθρωπος δεν ευαρεστηται να λαβη την γυναικα του αδελφου αυτου, τοτε η γυνη του αδελφου αυτου ας αναβη εις την πυλην προς τους πρεσβυτερους και ας ειπη, Ο αδελφος του ανδρος μου αρνειται να αναστηση το ονομα του αδελφου αυτου εν τω Ισραηλ· δεν θελει να εκπληρωση εις εμε το χρεος του ανδραδελφου.
<scripture passage="Deut 25:8" parsed="|Deut|25|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.8" />
<sup>8</sup>Τοτε οι πρεσβυτεροι της πολεως αυτου θελουσι καλεσει αυτον και λαλησει προς αυτον· και εαν αυτος επιμενη, λεγων, Δεν ευαρεστουμαι να λαβω αυτην,
<scripture passage="Deut 25:9" parsed="|Deut|25|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.9" />
<sup>9</sup>τοτε η γυνη του αδελφου αυτου θελει ελθει προς αυτον ενωπιον των πρεσβυτερων, και θελει λυσει το υποδημα αυτου απο του ποδος αυτου και εμπτυσει εις το προσωπον αυτου, και αποκριθεισα θελει ειπει, Ουτω θελει γινεσθαι εις τον ανθρωπον, οστις δεν θελει να οικοδομηση τον οικον του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Deut 25:10" parsed="|Deut|25|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.10" />
<sup>10</sup>Και θελει ονομαζεσθαι το ονομα αυτου εν τω Ισραηλ, Ο οικος του εχοντος λελυμενου το υποδημα.
<scripture passage="Deut 25:11" parsed="|Deut|25|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.11" />
<sup>11</sup>Εαν ανθρωποι μαχωνται προς αλληλους, και η γυνη του ενος πλησιαση δια να ελευθερωση τον ανδρα αυτης εκ της χειρος του τυπτοντος αυτον, και εκτεινασα την χειρα αυτης πιαση αυτον απο των κρυφιων αυτου,
<scripture passage="Deut 25:12" parsed="|Deut|25|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.12" />
<sup>12</sup>τοτε θελεις αποκοψει την χειρα αυτης· ο οφθαλμος σου δεν θελει φεισθη.
<scripture passage="Deut 25:13" parsed="|Deut|25|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.13" />
<sup>13</sup>Δεν θελεις εχει εν τω σακκιω σου διαφορα ζυγια, μεγαλον και μικρον.
<scripture passage="Deut 25:14" parsed="|Deut|25|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελεις εχει εν τη οικια σου διαφορα μετρα, μεγαλον και μικρον.
<scripture passage="Deut 25:15" parsed="|Deut|25|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.15" />
<sup>15</sup>Αληθινον και δικαιον ζυγιον θελεις εχει αληθινον και δικαιον μετρον θελεις εχει δια να πληθυνωνται αι ημεραι σου επι της γης την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε·
<scripture passage="Deut 25:16" parsed="|Deut|25|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.16" />
<sup>16</sup>διοτι παντες οι πραττοντες ταυτα, παντες οι πραττοντες αδικιαν, ειναι βδελυγμα εις Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Deut 25:17" parsed="|Deut|25|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.17" />
<sup>17</sup>Ενθυμου τι εκαμεν εις σε ο Αμαληκ εν τη οδω, αφου εξηλθετε εξ Αιγυπτου·
<scripture passage="Deut 25:18" parsed="|Deut|25|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.18" />
<sup>18</sup>τινι τροπω αντεσταθη εις σε εν τη οδω και απεκοψε τους οπισθιους σου, παντας τους αδυνατους τους οπισθεν σου, ενω ησο αποκαμωμενος και κεκοπιασμενος· και δεν εφοβηθη τον Θεον.
<scripture passage="Deut 25:19" parsed="|Deut|25|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.25.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο, αφου Κυριος ο Θεος σου σοι εδωκεν αναπαυσιν απο παντων των εχθρων σου κυκλω, εν τη γη την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν δια να κατακληρονομησης αυτην, τοτε θελεις εξαλειψει το μνημοσυνον του Αμαληκ υποκατωθεν του ουρανου· δεν θελεις λησμονησει.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 26" progress="18.75%" prev="Deut.25" next="Deut.27" id="Deut.26">
<h3 id="Deut.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Deut.26-p1">
<scripture passage="Deut 26:1" parsed="|Deut|26|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.1" />
<sup>1</sup>Και οταν εισελθης εις την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε κληρονομιαν, και κατακληρονομησης αυτην και κατοικησης εν αυτη,
<scripture passage="Deut 26:2" parsed="|Deut|26|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.2" />
<sup>2</sup>τοτε θελεις λαβει απο της απαρχης παντων των καρπων της γης, τους οποιους συναξης εκ της γης σου, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, και θελεις βαλει αυτην εις καλαθιον, και θελεις υπαγει εις τον τοπον, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου.
<scripture passage="Deut 26:3" parsed="|Deut|26|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις υπαγει προς τον ιερεα, τον οντα κατ' εκεινας τας ημερας, και θελεις ειπει προς αυτον, Αναγγελλω σημερον προς Κυριον τον Θεον σου, οτι εισηλθον εις την γην, την οποιαν ο Κυριος ωμοσε προς τους πατερας ημων να δωση εις ημας.
<scripture passage="Deut 26:4" parsed="|Deut|26|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.4" />
<sup>4</sup>Και ο ιερευς θελει λαβει το καλαθιον εκ της χειρος σου, και θελει καταθεσει αυτο ενωπιον του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 26:5" parsed="|Deut|26|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις λαλησει και ειπει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, Συριος περιπλανωμενος ητο ο πατηρ μου, και κατεβη εις Αιγυπτον, και παροικησας εκει μετα ολιγων ανθρωπων κατεσταθη εκει εθνος μεγα, δυνατον και πολυαριθμον·
<scripture passage="Deut 26:6" parsed="|Deut|26|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.6" />
<sup>6</sup>και οι Αιγυπτιοι εταλαιπωρησαν ημας και κατεθλιψαν ημας και επεβαλον εφ' ημας σκληραν δουλειαν·
<scripture passage="Deut 26:7" parsed="|Deut|26|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.7" />
<sup>7</sup>και ανεβοησαμεν προς Κυριον τον Θεον των πατερων ημων, και εισηκουσεν ο Κυριος της φωνης ημων, και επεβλεψεν επι την θλιψιν ημων και επι τον μοχθον ημων και επι την καταδυναστευσιν ημων·
<scripture passage="Deut 26:8" parsed="|Deut|26|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.8" />
<sup>8</sup>και εξηγαγεν ημας ο Κυριος εξ Αιγυπτου εν χειρι κραταια και εν βραχιονι εξηπλωμενω, και με τερατα μεγαλα και με σημεια και με θαυματα·
<scripture passage="Deut 26:9" parsed="|Deut|26|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.9" />
<sup>9</sup>και εισηγαγεν ημας εις τον τοπον τουτον, και εδωκεν εις ημας την γην ταυτην, γην ρεουσαν γαλα και μελι·
<scripture passage="Deut 26:10" parsed="|Deut|26|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.10" />
<sup>10</sup>και τωρα, ιδου, εφερα τας απαρχας των καρπων της γης, την οποιαν συ, Κυριε εδωκας εις εμε. Και θελεις καταθεσει αυτας ενωπιον Κυριου του Θεου σου, και θελεις προσκυνησει ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 26:11" parsed="|Deut|26|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.11" />
<sup>11</sup>Και θελεις ευφρανθη εις παντα τα αγαθα, τα οποια Κυριος ο Θεος σου εδωκεν εις σε και εις τον οικον σου, συ και ο Λευιτης και ο ξενος ο εν μεσω σου.
<scripture passage="Deut 26:12" parsed="|Deut|26|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.12" />
<sup>12</sup>Αφου τελειωσης να δεκατιζης παντα τα δεκατα των γεννηματων σου εις το τριτον ετος, το ετος της δεκατειας, και δωσης αυτα εις τον Λευιτην, εις τον ξενον, εις τον ορφανον και εις την χηραν, και φαγωσιν εντος των πυλων σου και χορτασθωσι,
<scripture passage="Deut 26:13" parsed="|Deut|26|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.13" />
<sup>13</sup>τοτε θελεις ειπει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, Εξεκαθαρισα εκ της οικιας μου τα αφιερωματα, και προσετι εδωκα αυτα εις τον Λευιτην και εις τον ξενον, εις τον ορφανον και εις την χηραν, κατα παντα τα προσταγματα σου, τα οποια προσεταξας εις εμε· δεν παρεβην τας εντολας σου ουδε ελησμονησα αυτας·
<scripture passage="Deut 26:14" parsed="|Deut|26|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.14" />
<sup>14</sup>δεν εφαγον εξ αυτων εις το πενθος μου, ουτε ελαβον εκ τουτων δια ακαθαρτον χρησιν, ουτε εδωκα εξ αυτων δια νεκρον· υπηκουσα εις την φωνην Κυριου του Θεου μου, εκαμον κατα παντα οσα προσεταξας εις εμε·
<scripture passage="Deut 26:15" parsed="|Deut|26|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.15" />
<sup>15</sup>επιβλεψον εκ του οικου σου του αγιου, εκ του ουρανου, και ευλογησον τον λαον σου τον Ισραηλ, και την γην την οποιαν εδωκας εις ημας, καθως ωμοσας προς τους πατερας ημων, γην ρεουσαν γαλα και μελι.
<scripture passage="Deut 26:16" parsed="|Deut|26|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.16" />
<sup>16</sup>Σημερον προσεταξεν εις σε Κυριος ο Θεος σου να εκτελης τα διαταγματα ταυτα και τας κρισεις· δια τουτο θελεις φυλαττει και θελεις εκτελει αυτα εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου.
<scripture passage="Deut 26:17" parsed="|Deut|26|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.17" />
<sup>17</sup>Εξελεξας τον Κυριον σημερον να ηναι Θεος σου, και να περιπατης εις τας οδους αυτου και να φυλαττης τα διαταγματα αυτου και τας εντολας αυτου και τας κρισεις αυτου, και να υπακουης εις την φωνην αυτου·
<scripture passage="Deut 26:18" parsed="|Deut|26|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.18" />
<sup>18</sup>και ο Κυριος σοι ειπε σημερον να ησαι εις αυτον λαος εκλεκτος, καθως ελαλησε προς σε, και να φυλαττης πασας τας εντολας αυτου·
<scripture passage="Deut 26:19" parsed="|Deut|26|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.26.19" />
<sup>19</sup>και να σε καταστηση υψηλον υπερανω παντων των εθνων τα οποια εκαμεν, εις καυχημα και εις ονομα και εις δοξαν· και να ησαι λαος αγιος εις Κυριον τον Θεον σου, καθως ελαλησε.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 27" progress="18.83%" prev="Deut.26" next="Deut.28" id="Deut.27">
<h3 id="Deut.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Deut.27-p1">
<scripture passage="Deut 27:1" parsed="|Deut|27|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.1" />
<sup>1</sup>Και προσεταξεν ο Μωυσης και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ τον λαον, λεγων, Φυλαττετε πασας τας εντολας, τας οποιας εγω προσταζω εις εσας σημερον.
<scripture passage="Deut 27:2" parsed="|Deut|27|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.2" />
<sup>2</sup>Και την ημεραν καθ' ην διαβητε τον Ιορδανην, προς την γην την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, θελεις στησει εις σεαυτον λιθους μεγαλους, και θελεις χρισει αυτους με ασβεστην·
<scripture passage="Deut 27:3" parsed="|Deut|27|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.3" />
<sup>3</sup>και θελεις γραψει επ' αυτους παντας τους λογους του νομου τουτου, αφου διαβης τον Ιορδανην, δια να εισελθης εις την γην την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε, γην ρεουσαν γαλα και μελι, καθως Κυριος ο Θεος των πατερων σου υπεσχεθη εις σε.
<scripture passage="Deut 27:4" parsed="|Deut|27|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο αφου διαβητε τον Ιορδανην, θελετε στησει τους λιθους τουτους, τους οποιους εγω προσταζω εις εσας σημερον, εν τω ορει Εβαλ, και θελεις χρισει αυτους με ασβεστην.
<scripture passage="Deut 27:5" parsed="|Deut|27|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.5" />
<sup>5</sup>Και θελεις οικοδομησει εκει θυσιαστηριον εις Κυριον τον Θεον σου, θυσιαστηριον εκ λιθων· σιδηρον δεν θελεις επιβαλει επ' αυτους.
<scripture passage="Deut 27:6" parsed="|Deut|27|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.6" />
<sup>6</sup>Θελεις οικοδομησει το θυσιαστηριον Κυριου του Θεου σου εκ λιθων ολοκληρων· και θελεις προσφερει επ' αυτου ολοκαυτωματα προς Κυριον τον Θεον σου·
<scripture passage="Deut 27:7" parsed="|Deut|27|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.7" />
<sup>7</sup>και θελεις προσφερει θυσιας ειρηνικας, και θελεις τρωγει εκει, και θελεις ευφραινεσθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σου·
<scripture passage="Deut 27:8" parsed="|Deut|27|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.8" />
<sup>8</sup>και θελεις γραψει επι τους λιθους παντας τους λογους του νομου τουτου ευκρινεστατα.
<scripture passage="Deut 27:9" parsed="|Deut|27|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησαν ο Μωυσης και οι ιερεις οι Λευιται προς παντα τον Ισραηλ λεγοντες, Προσεχε και ακουε, Ισραηλ· ταυτην την ημεραν κατεσταθης λαος Κυριου του Θεου σου·
<scripture passage="Deut 27:10" parsed="|Deut|27|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.10" />
<sup>10</sup>θελεις λοιπον υπακουει εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, και εκτελει τας εντολας αυτου, και τα διαταγματα αυτου τα οποια εγω προσταζω εις σε σημερον.
<scripture passage="Deut 27:11" parsed="|Deut|27|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.11" />
<sup>11</sup>Και προσεταξεν ο Μωυσης τον λαον την ημεραν εκεινην, λεγων,
<scripture passage="Deut 27:12" parsed="|Deut|27|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.12" />
<sup>12</sup>Ουτοι θελουσι σταθη επι το ορος Γαριζιν δια να ευλογησωσι τον λαον, αφου διαβητε τον Ιορδανην· Συμεων και Λευι και Ιουδα και Ισσαχαρ και Ιωσηφ και Βενιαμιν.
<scripture passage="Deut 27:13" parsed="|Deut|27|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.13" />
<sup>13</sup>Και ουτοι θελουσι σταθη επι το ορος Εβαλ δια να καταρασθωσι· Ρουβην, Γαδ και Ασηρ και Ζαβουλων, Δαν και Νεφθαλι.
<scripture passage="Deut 27:14" parsed="|Deut|27|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.14" />
<sup>14</sup>Και θελουσι λαλησει οι Λευιται και ειπει προς παντας τους ανθρωπους του Ισραηλ μετα φωνης μεγαλης,
<scripture passage="Deut 27:15" parsed="|Deut|27|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.15" />
<sup>15</sup>Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις καμη γλυπτον η χωνευτον, βδελυγμα εις τον Κυριον, εργον χειρων τεχνιτου, και θεση εν αποκρυφω. Και πας ο λαος θελει αποκριθη και ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:16" parsed="|Deut|27|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.16" />
<sup>16</sup>Επικαταρατος οστις κακολογηση τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:17" parsed="|Deut|27|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.17" />
<sup>17</sup>Επικαταρατος οστις μετακινηση το οροθεσιον του πλησιον αυτου. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:18" parsed="|Deut|27|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.18" />
<sup>18</sup>Επικαταρατος οστις αποπλανηση τον τυφλον εν τη οδω. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:19" parsed="|Deut|27|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.19" />
<sup>19</sup>Επικαταρατος οστις διαστρεψη την κρισιν του ξενου, του ορφανου και της χηρας. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:20" parsed="|Deut|27|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.20" />
<sup>20</sup>Επικαταρατος οστις κοιμηθη μετα της γυναικος του πατρος αυτου· διοτι εκκαλυπτει το συγκαλυμμα του πατρος αυτου. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:21" parsed="|Deut|27|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.21" />
<sup>21</sup>Επικαταρατος οστις κοιμηθη μεθ' οποιουδηποτε κτηνους. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:22" parsed="|Deut|27|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.22" />
<sup>22</sup>Επικαταρατος οστις κοιμηθη μετα της αδελφης αυτου της θυγατρος του πατρος αυτου, η της θυγατρος της μητρος αυτου. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:23" parsed="|Deut|27|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.23" />
<sup>23</sup>Επικαταρατος οστις κοιμηθη μετα της πενθερας αυτου. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:24" parsed="|Deut|27|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.24" />
<sup>24</sup>Επικαταρατος οστις κτυπηση τον πλησιον αυτου κρυφιως. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:25" parsed="|Deut|27|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.25" />
<sup>25</sup>Επικαταρατος οστις λαβη δωρα δια να φονευση ανθρωπον αθωον. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
<scripture passage="Deut 27:26" parsed="|Deut|27|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.27.26" />
<sup>26</sup>Επικαταρατος οστις δεν εμμενει εις τους λογους του νομου τουτου, δια να εκτελη αυτους. Και πας ο λαος θελει ειπει, Αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 28" progress="18.91%" prev="Deut.27" next="Deut.29" id="Deut.28">
<h3 id="Deut.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Deut.28-p1">
<scripture passage="Deut 28:1" parsed="|Deut|28|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.1" />
<sup>1</sup>Και εαν υπακουης επιμελως εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, δια να προσεχης να καμνης πασας τας εντολας αυτου, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον, θελει σε υψωσει Κυριος ο Θεος σου υπερανω παντων των εθνων της γης·
<scripture passage="Deut 28:2" parsed="|Deut|28|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.2" />
<sup>2</sup>και θελουσιν ελθει επι σε πασαι αι ευλογιαι αυται και θελουσι σε ευρει, εαν υπακουσης εις την φωνην Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 28:3" parsed="|Deut|28|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.3" />
<sup>3</sup>Ευλογημενος θελεις εισθαι εν τη πολει και ευλογημενος θελεις εισθαι εν τω αγρω.
<scripture passage="Deut 28:4" parsed="|Deut|28|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.4" />
<sup>4</sup>Ευλογημενος ο καρπος της κοιλιας σου και ο καρπος της γης σου και ο καρπος των κτηνων σου, αι αγελαι των βοων σου και τα ποιμνια των προβατων σου.
<scripture passage="Deut 28:5" parsed="|Deut|28|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.5" />
<sup>5</sup>Ευλογημενον το καλαθιον σου και η σκαφη σου.
<scripture passage="Deut 28:6" parsed="|Deut|28|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.6" />
<sup>6</sup>Ευλογημενος θελεις εισθαι οταν εισερχησαι, και ευλογημενος θελεις εισθαι οταν εξερχησαι.
<scripture passage="Deut 28:7" parsed="|Deut|28|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.7" />
<sup>7</sup>Τους εχθρους σου, τους επανισταμενους επι σε, ο Κυριος θελει καμει αυτους να συντριφθωσιν εμπροσθεν σου· απο μιας οδου θελουσιν εξελθει επι σε, και απο επτα οδων θελουσι φυγει απο προσωπου σου.
<scripture passage="Deut 28:8" parsed="|Deut|28|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος θελει εξαποστελλει επι σε την ευλογιαν εις τας αποθηκας σου και εις παντα οσα επιβαλης την χειρα σου· και θελει σε ευλογησει επι της γης την οποιαν Κυριος ο Θεος σου διδει εις σε.
<scripture passage="Deut 28:9" parsed="|Deut|28|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.9" />
<sup>9</sup>Ο Κυριος θελει σε καταστησει εις εαυτον λαον αγιον, καθως ωμοσε προς σε, εαν φυλαττης τας εντολας Κυριου του Θεου σου, και περιπατης εις τας οδους αυτου.
<scripture passage="Deut 28:10" parsed="|Deut|28|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.10" />
<sup>10</sup>Και παντες οι λαοι της γης θελουσιν ιδει, οτι το ονομα του Κυριου επικεκληται επι σε, και θελουσι τρομαζει απο σου.
<scripture passage="Deut 28:11" parsed="|Deut|28|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.11" />
<sup>11</sup>Και ο Κυριος θελει σε πληθυνει εις αγαθα, εις τον καρπον της κοιλιας σου και εις τον καρπον των κτηνων σου και εις τα γεννηματα της γης σου, επι της γης την οποιαν ωμοσε Κυριος προς τους πατερας σου να δωση εις σε.
<scripture passage="Deut 28:12" parsed="|Deut|28|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.12" />
<sup>12</sup>Ο Κυριος θελει ανοιξει εις σε τον αγαθον θησαυρον αυτου, τον ουρανον, δια να διδη βροχην εις την γην σου κατα τον καιρον αυτης, και δια να ευλογη παντα τα εργα των χειρων σου· και θελεις δανειζει εις πολλα εθνη, συ δε δεν θελεις δανειζεσθαι.
<scripture passage="Deut 28:13" parsed="|Deut|28|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.13" />
<sup>13</sup>Και θελει σε καταστησει ο Κυριος κεφαλην και ουχι ουραν· και θελεις εισθαι μονον υπερανω και δεν θελεις εισθαι υποκατω· εαν υπακουσης εις τας εντολας Κυριου του Θεου σου, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον, να φυλαττης και να εκτελης·
<scripture passage="Deut 28:14" parsed="|Deut|28|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.14" />
<sup>14</sup>και δεν θελεις εκκλινει απο παντων των λογων, τους οποιους εγω προσταζω εις εσας σημερον, δεξια η αριστερα, δια να υπαγης κατοπιν αλλων θεων δια να λατρευσης αυτους.
<scripture passage="Deut 28:15" parsed="|Deut|28|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' εαν δεν υπακουσης εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, δια να προσεχης να εκτελης πασας τας εντολας αυτου και τα διαταγματα αυτου, τα οποια εγω προσταζω εις σε σημερον, πασαι αι καταραι αυται θελουσιν ελθει επι σε και θελουσι σε ευρει.
<scripture passage="Deut 28:16" parsed="|Deut|28|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.16" />
<sup>16</sup>Κατηραμενος θελεις εισθαι εν τη πολει, και κατηραμενος θελεις εισθαι εν τω αγρω.
<scripture passage="Deut 28:17" parsed="|Deut|28|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.17" />
<sup>17</sup>Κατηραμενον το καλαθιον σου και η σκαφη σου.
<scripture passage="Deut 28:18" parsed="|Deut|28|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.18" />
<sup>18</sup>Κατηραμενος ο καρπος της κοιλιας σου και τα γεννηματα της γης σου, αι αγελαι των βοων σου και τα ποιμνια των προβατων σου.
<scripture passage="Deut 28:19" parsed="|Deut|28|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.19" />
<sup>19</sup>Κατηραμενος θελεις εισθαι οταν εισερχησαι, και κατηραμενος θελεις εισθαι οταν εξερχησαι.
<scripture passage="Deut 28:20" parsed="|Deut|28|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.20" />
<sup>20</sup>Ο Κυριος θελει εξαποστειλει επι σε την καταραν, την θλιψιν και την φθοραν, εις παντα οσα επιβαλης την χειρα σου δια να πραξης, εωσου εξολοθρευθης και εωσου αφανισθης ταχεως, δια την πονηριαν των εργων σου, διοτι εγκατελιπες εμε.
<scripture passage="Deut 28:21" parsed="|Deut|28|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.21" />
<sup>21</sup>Ο Κυριος θελει προσκολλησει εις σε το θανατικον, εωσου σε εξολοθρευση απο της γης, οπου υπαγεις να κληρονομησης αυτην.
<scripture passage="Deut 28:22" parsed="|Deut|28|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.22" />
<sup>22</sup>Ο Κυριος θελει σε παταξει με μαρασμον και με πυρετον και με ριγος και με φλογωσιν και με μαχαιραν και με ανεμοφθοριαν και με ερυσιβην· και θελουσι σε καταδιωκει εωσου αφανισθης.
<scripture passage="Deut 28:23" parsed="|Deut|28|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.23" />
<sup>23</sup>Και ο ουρανος σου ο υπερανω της κεφαλης σου θελει εισθαι χαλκος, και η γη η υποκατω σου σιδηρος.
<scripture passage="Deut 28:24" parsed="|Deut|28|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.24" />
<sup>24</sup>Ο Κυριος θελει δωσει την βροχην της γης σου κονιορτον και χωμα· εκ του ουρανου θελει καταβαινει επι σε, εωσου εξολοθρευθης.
<scripture passage="Deut 28:25" parsed="|Deut|28|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.25" />
<sup>25</sup>Ο Κυριος θελει σε καμει να συντριφθης εμπροσθεν των εχθρων σου· απο μιας οδου θελεις εξελθει επ' αυτους, και απο επτα οδων θελεις φυγει απο προσωπου αυτων· και θελεις διασκορπισθη εις παντα τα βασιλεια της γης.
<scripture passage="Deut 28:26" parsed="|Deut|28|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.26" />
<sup>26</sup>Και το πτωμα σου θελει εισθαι τροφη εις παντα τα ορνεα του ουρανου και εις τα θηρια της γης, και δεν θελει εισθαι ο αποδιωκων.
<scripture passage="Deut 28:27" parsed="|Deut|28|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.27" />
<sup>27</sup>Ο Κυριος θελει σε παταξει με την Αιγυπτιακην πληγην και με αιμορροιδας και με ψωραν και με ξυσμον, ωστε να μη δυνασαι να ιατρευθης.
<scripture passage="Deut 28:28" parsed="|Deut|28|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.28" />
<sup>28</sup>Ο Κυριος θελει σε παταξει με αφροσυνην και με τυφλωσιν και με εκστασιν καρδιας·
<scripture passage="Deut 28:29" parsed="|Deut|28|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.29" />
<sup>29</sup>και θελεις ψηλαφα εν τω μεσω της ημερας, ως ο τυφλος ψηλαφα εν τω σκοτει, και δεν θελεις ευοδουσθαι εις τας οδους σου· και θελεις εισθαι μονον καταδυναστευομενος και διαρπαζομενος πασας τας ημερας, και δεν θελει εισθαι ο σωζων.
<scripture passage="Deut 28:30" parsed="|Deut|28|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.30" />
<sup>30</sup>Θελεις αρραβωνισθη γυναικα, και αλλος ανηρ θελει κοιμηθη μετ' αυτης· οικιαν θελεις οικοδομησει, και δεν θελεις κατοικησει εν αυτη· αμπελωνα θελεις φυτευσει, και δεν θελεις τρυγησει αυτον.
<scripture passage="Deut 28:31" parsed="|Deut|28|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.31" />
<sup>31</sup>Ο βους σου θελει εισθαι εσφαγμενος ενωπιον σου, και δεν θελεις φαγει εξ αυτου· ο ονος σου θελει αρπαχθη απ' εμπροσθεν σου και δεν θελει αποδοθη εις σε· τα προβατα σου θελουσι παραδοθη εις τους εχθρους σου, και δεν θελει εισθαι εις σε ο σωζων.
<scripture passage="Deut 28:32" parsed="|Deut|28|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.32" />
<sup>32</sup>Οι υιοι σου και αι θυγατερες σου θελουσι παραδοθη εις αλλον λαον, και οι οφθαλμοι σου θελουσι βλεπει και μαραινεσθαι δι' αυτους ολην την ημεραν· και δεν θελει εισθαι δυναμις εν τη χειρι σου.
<scripture passage="Deut 28:33" parsed="|Deut|28|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.33" />
<sup>33</sup>Τον καρπον της γης σου και παντας τους κοπους σου θελει φαγει εθνος το οποιον δεν γνωριζεις· και θελεις εισθαι μονον καταδυναστευομενος και καταπατουμενος πασας τας ημερας.
<scripture passage="Deut 28:34" parsed="|Deut|28|34|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.34" />
<sup>34</sup>Και θελεις γεινει παραφρων δια τα θεαματα των οφθαλμων σου, τα οποια θελεις ιδει.
<scripture passage="Deut 28:35" parsed="|Deut|28|35|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.35" />
<sup>35</sup>Ο Κυριος θελει σε παταξει εις τα γονατα και εις τα σκελη με πληγην κακην, ωστε να μη δυνασαι να ιατρευθης απο του ιχνους των ποδων σου εως της κορυφης σου.
<scripture passage="Deut 28:36" parsed="|Deut|28|36|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.36" />
<sup>36</sup>Ο Κυριος θελει φερει σε και τον βασιλεα σου οντινα καταστησης επι σε, εις εθνος το οποιον δεν εγνωρισας, συ, ουδε οι πατερες σου· και εκει θελεις λατρευσει αλλους θεους, ξυλα και λιθους.
<scripture passage="Deut 28:37" parsed="|Deut|28|37|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.37" />
<sup>37</sup>Και θελεις εισθαι εις εκπληξιν, εις παροιμιαν και εις διηγημα μεταξυ παντων των εθνων, οπου εν σε φερη ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 28:38" parsed="|Deut|28|38|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.38" />
<sup>38</sup>Σπορον πολυν θελεις φερει εις τον αγρον, και ολιγον θελεις συναξει διοτι θελει καταφαγει αυτον η ακρις.
<scripture passage="Deut 28:39" parsed="|Deut|28|39|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.39" />
<sup>39</sup>Αμπελωνας θελεις φυτευσει και καλλιεργησει, και οινον δεν θελεις πιει ουδε θελεις τρυγησει διοτι ο σκωληξ θελει καταφαγει αυτους.
<scripture passage="Deut 28:40" parsed="|Deut|28|40|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.40" />
<sup>40</sup>Ελαιας θελεις εχει εις παντα τα ορια σου, και με ελαιον δεν θελεις χρισθη· διοτι αι ελαιαι σου θελουσιν αποβαλει τον καρπον.
<scripture passage="Deut 28:41" parsed="|Deut|28|41|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.41" />
<sup>41</sup>Υιους και θυγατερας θελεις γεννησει, και δεν θελουσιν εισθαι σου· διοτι θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Deut 28:42" parsed="|Deut|28|42|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.42" />
<sup>42</sup>Παντα τα δενδρα σου και τον καρπον της γης σου θελει καταφθειρει ο βρουχος.
<scripture passage="Deut 28:43" parsed="|Deut|28|43|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.43" />
<sup>43</sup>Ο ξενος, ο εν τω μεσω σου, θελει αναβαινει υπερανω σου, ανω ανω, συ δε θελεις καταβαινει κατω κατω.
<scripture passage="Deut 28:44" parsed="|Deut|28|44|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.44" />
<sup>44</sup>Εκεινος θελει δανειζει εις σε, συ δε δεν θελεις δανειζει εις αυτον· αυτος θελει εισθαι κεφαλη, και συ θελεις εισθαι ουρα.
<scripture passage="Deut 28:45" parsed="|Deut|28|45|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.45" />
<sup>45</sup>Και θελουσιν ελθει επι σε πασαι αι καταραι αυται, και θελουσι σε καταδιωξει και σε ευρει, εωσου εξολοθρευθης· διοτι δεν υπηκουσας εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, δια να φυλαττης τας εντολας αυτου και τα διαταγματα αυτου, τα οποια προσεταξεν εις σε.
<scripture passage="Deut 28:46" parsed="|Deut|28|46|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.46" />
<sup>46</sup>Και ταυτα θελουσιν εισθαι επι σε και επι το σπερμα σου, εις σημειον και τερας διαπαντος.
<scripture passage="Deut 28:47" parsed="|Deut|28|47|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.47" />
<sup>47</sup>Επειδη δεν ελατρευσας Κυριον τον Θεον σου εν ευφροσυνη και εν αγαθοτητι καρδιας, δια την αφθονιαν παντων·
<scripture passage="Deut 28:48" parsed="|Deut|28|48|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.48" />
<sup>48</sup>δια τουτο θελεις δουλευσει τους εχθρους σου, τους οποιους ο Κυριος θελει εξαποστειλει επι σε, με πειναν και με διψαν και με γυμνοτητα και με ελλειψιν παντων· και θελει βαλει επι τον τραχηλον σου ζυγον σιδηρουν, εωσου σε εξολοθρευση.
<scripture passage="Deut 28:49" parsed="|Deut|28|49|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.49" />
<sup>49</sup>Ο Κυριος θελει φερει εθνος επι σε μακροθεν, απο ακρου της γης, ως με ορμην αετου· εθνος, του οποιου την γλωσσαν δεν θελεις εννοει·
<scripture passage="Deut 28:50" parsed="|Deut|28|50|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.50" />
<sup>50</sup>εθνος αγριοπροσωπον, το οποιον δεν θελει σεβασθη το προσωπον του γεροντος ουδε θελει ελεησει τον νεον·
<scripture passage="Deut 28:51" parsed="|Deut|28|51|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.51" />
<sup>51</sup>και θελει τρωγει τον καρπον των κτηνων σου και τα γεννηματα της γης σου, εωσου εξολοθρευθης· το οποιον δεν θελει αφησει εις σε σιτον, οινον η ελαιον, τας αγελας των βοων σου η τα ποιμνια των προβατων σου, εωσου σε εξολοθρευση.
<scripture passage="Deut 28:52" parsed="|Deut|28|52|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.52" />
<sup>52</sup>Και θελει σε πολιορκησει εις πασας τας πολεις σου, εωσου πεσωσι τα υψηλα και οχυρα τειχη σου, εις τα οποια συ ηλπιζες, καθ' ολην την γην σου· και θελει σε πολιορκησει εις πασας τας πολεις σου, καθ' ολην την γην σου την οποιαν εδωκεν εις σε Κυριος ο Θεος σου.
<scripture passage="Deut 28:53" parsed="|Deut|28|53|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.53" />
<sup>53</sup>Και θελεις φαγει τον καρπον της κοιλιας σου, τας σαρκας των υιων σου και των θυγατερων σου, τους οποιους εδωκεν εις σε Κυριος ο Θεος σου, εν τη πολιορκια και εν τη καταθλιψει, με την οποιαν θελει σε καταθλιψει ο εχθρος σου·
<scripture passage="Deut 28:54" parsed="|Deut|28|54|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.54" />
<sup>54</sup>ο ανηρ ο απαλος μεταξυ σου και ο σφοδρα τρυφερος θελει εμβλεψει με βλεμμα πονηρον εις τον αδελφον αυτου και εις την γυναικα του κολπου αυτου και εις τα εναπολειφθεντα τεκνα αυτου οσα εναπολειφθωσιν·
<scripture passage="Deut 28:55" parsed="|Deut|28|55|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.55" />
<sup>55</sup>ωστε να μη δωση εις ουδενα εξ αυτων απο των σαρκων των τεκνων αυτου, τα οποια ηθελε τρωγει διοτι δεν εμεινεν εις αυτον ουδεν εν τη πολιορκια και εν τη καταθλιψει, με την οποιαν ο εχθρος σου θελει σε καταθλιψει εις πασας τας πολεις σου.
<scripture passage="Deut 28:56" parsed="|Deut|28|56|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.56" />
<sup>56</sup>Η απαλη και τρυφερα γυνη μεταξυ σου, της οποιας ο πους δεν εδοκιμασε να πατηση επι της γης δια την τρυφεροτητα και απαλοτητα, θελει εμβλεψει με βλεμμα πονηρον εις τον ανδρα του κολπου αυτης και εις τον υιον αυτης και εις την θυγατερα αυτης,
<scripture passage="Deut 28:57" parsed="|Deut|28|57|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.57" />
<sup>57</sup>και εις το βρεφος αυτης το εξελθον εκ μεσου των ποδων αυτης και εις τα τεκνα, τα οποια εγεννησε· διοτι θελει φαγει αυτα κρυφιως, δια την ελλειψιν παντων, εν τη πολιορκια και εν τη καταθλιψει, με την οποιαν ο εχθρος σου θελει σε καταθλιψει εις τας πολεις σου.
<scripture passage="Deut 28:58" parsed="|Deut|28|58|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.58" />
<sup>58</sup>Εαν δεν προσεχης να καμνης παντας τους λογους του νομου τουτου, τους γεγραμμενους εν τω βιβλιω τουτω, ωστε να φοβησαι το ενδοξον και φοβερον τουτο ονομα, ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΣΟΥ,
<scripture passage="Deut 28:59" parsed="|Deut|28|59|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.59" />
<sup>59</sup>τοτε ο Κυριος θελει καμει τρομερας τας πληγας σου και τας πληγας του σπερματος σου, πληγας μεγαλας και απαυστους και νοσους κακας και απαυστους.
<scripture passage="Deut 28:60" parsed="|Deut|28|60|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.60" />
<sup>60</sup>Και θελει επιφερει επι σε πασας τας οδυνας της Αιγυπτου, δια τας οποιας ετρομαξας· και θελουσι προσκολληθη εις σε·
<scripture passage="Deut 28:61" parsed="|Deut|28|61|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.61" />
<sup>61</sup>και πασαν ασθενειαν και πασαν πληγην, ητις δεν ειναι γεγραμμενη εν τω βιβλιω του νομου τουτου, ταυτας ο Κυριος θελει φερει επι σε, εωσου εξολοθρευθης.
<scripture passage="Deut 28:62" parsed="|Deut|28|62|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.62" />
<sup>62</sup>Και θελετε εναπολειφθη ολιγοστοι τον αριθμον, ενω ησθε ως τα αστρα του ουρανου κατα το πληθος· διοτι δεν υπηκουσας εις την φωνην Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="Deut 28:63" parsed="|Deut|28|63|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.63" />
<sup>63</sup>Και καθως ο Κυριος ευφρανθη εις εσας εις το να σας αγαθοποιη και να σας πληθυνη, ουτω θελει ευφρανθη ο Κυριος εις εσας εις το να σας εξαλειψη και να σας μηδενωση· και θελετε αρπαχθη απο της γης, οπου υπαγετε να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 28:64" parsed="|Deut|28|64|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.64" />
<sup>64</sup>Και θελει σε διασπειρει ο Κυριος εις παντα τα εθνη, απ' ακρου της γης εως ακρου της γης· και θελετε λατρευσει εκει αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισας, συ ουδε οι πατερες σου, ξυλα και λιθους.
<scripture passage="Deut 28:65" parsed="|Deut|28|65|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.65" />
<sup>65</sup>Αλλα και εν τω μεσω των εθνων τουτων δεν θελεις ευρει αναπαυσιν, ουδε θελει εχει στασιν το ιχνος του ποδος σου· αλλα θελει σοι δωσει ο Κυριος εκει καρδιαν τρεμουσαν και μαραινομενους οφθαλμους και τηκομενην ψυχην.
<scripture passage="Deut 28:66" parsed="|Deut|28|66|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.66" />
<sup>66</sup>Και η ζωη σου θελει εισθαι κρεμαμενη ενωπιον σου· και θελεις φοβεισθαι νυκτα και ημεραν, και δεν θελεις πιστευει εις την ζωην σου.
<scripture passage="Deut 28:67" parsed="|Deut|28|67|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.67" />
<sup>67</sup>Το πρωι θελεις ειπει, Ειθε να ητο εσπερα και την εσπεραν θελεις ειπει, Ειθε να ητο πρωι δια τον φοβον της καρδιας σου, τον οποιον θελεις φοβεισθαι, και δια τα θεαματα των οφθαλμων σου, τα οποια θελεις βλεπει.
<scripture passage="Deut 28:68" parsed="|Deut|28|68|0|0" osisRef="Bible:Deut.28.68" />
<sup>68</sup>Και θελει σε επαναφερει ο Κυριος εις την Αιγυπτον με πλοια, απο της οδου περι της οποιας σοι ειπα, Δεν θελεις πλεον ιδει αυτην αλλην φοραν· και θελετε πωλεισθαι εκει εις τους εχθρους σας ως δουλοι και δουλαι και δεν θελει εισθαι ο αγοραζων.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 29" progress="19.17%" prev="Deut.28" next="Deut.30" id="Deut.29">
<h3 id="Deut.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Deut.29-p1">
<scripture passage="Deut 29:1" parsed="|Deut|29|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι ειναι οι λογοι της διαθηκης, την οποιαν προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην να καμη προς τους υιους Ισραηλ εν τη γη Μωαβ· εκτος της διαθηκης, την οποιαν εκαμε προς αυτους εν Χωρηβ.
<scripture passage="Deut 29:2" parsed="|Deut|29|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.2" />
<sup>2</sup>Και εκαλεσεν ο Μωυσης παντα τον Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Σεις ειδετε παντα οσα εκαμεν ο Κυριος ενωπιον των οφθαλμων σας εν τη γη της Αιγυπτου, εις τον Φαραω και εις παντας τους δουλους αυτου και εις πασαν την γην αυτου,
<scripture passage="Deut 29:3" parsed="|Deut|29|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.3" />
<sup>3</sup>τους πειρασμους τους μεγαλους τους οποιους ειδον οι οφθαλμοι σου, τα σημεια και τα τεραστια τα μεγαλα εκεινα·
<scripture passage="Deut 29:4" parsed="|Deut|29|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.4" />
<sup>4</sup>πλην ο Κυριος δεν εδωκεν εις εσας καρδιαν δια να καταλαμβανητε, και οφθαλμους δια να βλεπητε, και ωτα δια να ακουητε, μεχρι της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Deut 29:5" parsed="|Deut|29|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.5" />
<sup>5</sup>Και σας περιεφερα τεσσαρακοντα ετη εν τη ερημω· τα ιματια σας δεν επαλαιωθησαν επανω σας, και το υποδημα σου δεν επαλαιωθη εις τον ποδα σου.
<scripture passage="Deut 29:6" parsed="|Deut|29|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.6" />
<sup>6</sup>Αρτον δεν εφαγετε, και οινον και σικερα δεν επιετε· δια να γνωρισητε οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Deut 29:7" parsed="|Deut|29|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηλθετε εις τουτον τον τοπον, Σηων ο βασιλευς της Εσεβων και Ωγ ο βασιλευς της Βασαν εξηλθον εις συναντησιν ημων δια πολεμον, και ημεις επαταξαμεν αυτους·
<scripture passage="Deut 29:8" parsed="|Deut|29|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.8" />
<sup>8</sup>και εκυριευσαμεν την γην αυτων, και εδωκαμεν αυτην κληρονομιαν εις τους Ρουβηνιτας και εις τους Γαδιτας και εις το ημισυ της φυλης του Μανασση.
<scripture passage="Deut 29:9" parsed="|Deut|29|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.9" />
<sup>9</sup>Φυλαττετε λοιπον τους λογους της διαθηκης ταυτης και εκτελειτε αυτους, δια να ευημερητε εις παντα οσα πραττετε.
<scripture passage="Deut 29:10" parsed="|Deut|29|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.10" />
<sup>10</sup>Σεις ιστασθε σημερον παντες ενωπιον Κυριου του Θεου σας, οι αρχηγοι των φυλων σας, οι πρεσβυτεροι σας και οι αρχοντες σας, παντες οι ανδρες του Ισραηλ,
<scripture passage="Deut 29:11" parsed="|Deut|29|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.11" />
<sup>11</sup>τα τεκνα σας, αι γυναικες σας και ο ξενος σου ο εν μεσω του στρατοπεδου σου, απο του ξυλοκοπου σου εως του υδροφορου σου·
<scripture passage="Deut 29:12" parsed="|Deut|29|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.12" />
<sup>12</sup>δια να εισελθης εις την διαθηκην Κυριου του Θεου σου και εις τας καταρας αυτου, τα οποια Κυριος ο Θεος σου διατιθεται προς σε σημερον·
<scripture passage="Deut 29:13" parsed="|Deut|29|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.13" />
<sup>13</sup>δια να σε καταστηση σημερον λαον εις εαυτον, και αυτος να ηναι εις σε Θεος, καθως ειπε προς σε, και καθως ωμοσε προς τους πατερας σου, προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ.
<scripture passage="Deut 29:14" parsed="|Deut|29|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.14" />
<sup>14</sup>Και ουχι προς εσας μονον διατιθεμαι εγω την διαθηκην ταυτην και τας καταρας ταυτας·
<scripture passage="Deut 29:15" parsed="|Deut|29|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.15" />
<sup>15</sup>αλλα και προς τους παρισταμενους ενταυθα μεθ' ημων σημερον ενωπιον Κυριου του Θεου ημων, και προς τους μη παρισταμενους ενταυθα μεθ' ημων σημερον·
<scripture passage="Deut 29:16" parsed="|Deut|29|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.16" />
<sup>16</sup>διοτι σεις εξευρετε πως κατωκησαμεν εν τη γη της Αιγυπτου, και πως επερασαμεν εν μεσω των εθνων δια των οποιων διηλθετε·
<scripture passage="Deut 29:17" parsed="|Deut|29|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.17" />
<sup>17</sup>και ειδετε τα βδελυγματα αυτων και τα ειδωλα αυτων, ξυλα και λιθους, αργυριον και χρυσιον, τα μεταξυ αυτων·
<scripture passage="Deut 29:18" parsed="|Deut|29|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.18" />
<sup>18</sup>δια να μη ηναι μεταξυ σας ανηρ η γυνη η συγγενεια η φυλη, των οποιων η καρδια να εκκλινη σημερον απο Κυριου του Θεου ημων, δια να υπαγη να λατρευση τους θεους των εθνων εκεινων· δια να μη ηναι μεταξυ σας ριζα αναβρυουσα χολην και πικριαν·
<scripture passage="Deut 29:19" parsed="|Deut|29|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.19" />
<sup>19</sup>και οταν ακουη τους λογους της καταρας ταυτης, να μακαριζη εαυτον εν τη καρδια αυτου, λεγων, Εγω θελω εχει ειρηνην, καιτοι περιπατων εν τη αποπλανησει της καρδιας μου, προσθετων μεθην εις την διψαν·
<scripture passage="Deut 29:20" parsed="|Deut|29|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.20" />
<sup>20</sup>δεν θελει σπλαγχνισθη αυτον ο Κυριος, αλλα τοτε η οργη του Κυριου και ο ζηλος αυτου θελουσιν εξαφθη κατα του ανθρωπου εκεινου· και πασαι αι καταραι αι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω τουτω θελουσι πεσει επ' αυτον, και ο Κυριος θελει εξαλειψει το ονομα αυτου υποκατωθεν του ουρανου.
<scripture passage="Deut 29:21" parsed="|Deut|29|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.21" />
<sup>21</sup>Και θελει αποχωρισει αυτον ο Κυριος προς απωλειαν απο πασων των φυλων του Ισραηλ, κατα πασας τας καταρας της διαθηκης τας γεγραμμενας εν τουτω τω βιβλιω του νομου·
<scripture passage="Deut 29:22" parsed="|Deut|29|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.22" />
<sup>22</sup>και η επερχομενη γενεα των υιων σας, οιτινες θελουσιν αναστηθη υστερον απο σας, και ο ξενος οστις ελθη απο μακρας γης, θελουσιν ειπει, οταν ιδωσι τας πληγας της γης εκεινης, και τας αρρωστιας τας οποιας ο Κυριος επεφερεν επ' αυτην,
<scripture passage="Deut 29:23" parsed="|Deut|29|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.23" />
<sup>23</sup>πας ο τοπος αυτης ειναι με θειον και αλας κατακεκαυμενος, ουτε σπειρεται ουτε βλαστανει, ουτε χορτος αυξανει επ' αυτης, κατα την καταστροφην των Σοδομων και των Γομορρων, της Αδαμα και Σεβωειμ, τας οποιας κατεστρεψεν ο Κυριος εν τω θυμω αυτου και εν τη οργη αυτου,
<scripture passage="Deut 29:24" parsed="|Deut|29|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.24" />
<sup>24</sup>και θελουσιν ειπει παντα τα εθνη, Δια τι ο Κυριος εκαμεν ουτως εις την γην ταυτην; δια τι ο θυμος της μεγαλης ταυτης οργης;
<scripture passage="Deut 29:25" parsed="|Deut|29|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.25" />
<sup>25</sup>Τοτε θελουσιν ειπει, Διοτι εγκατελιπον την διαθηκην Κυριου του Θεου των πατερων αυτων, την οποιαν εκαμε προς αυτους, οτε εξηγαγεν αυτους εκ γης Αιγυπτου·
<scripture passage="Deut 29:26" parsed="|Deut|29|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.26" />
<sup>26</sup>και υπηγαν και ελατρευσαν αλλους θεους και προσεκυνησαν αυτους, θεους τους οποιους δεν ηξευρον, ουδε εδωκεν εις αυτους·
<scripture passage="Deut 29:27" parsed="|Deut|29|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.27" />
<sup>27</sup>δια τουτο εξηφθη ο θυμος του Κυριου εναντιον της γης εκεινης, δια να επιφερη επ' αυτην πασας τας καταρας τας γεγραμμενας εν τω βιβλιω τουτω,
<scripture passage="Deut 29:28" parsed="|Deut|29|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.28" />
<sup>28</sup>και εξερριζωσεν αυτους ο Κυριος απο της γης αυτων μετα θυμου και μετα οργης· και μετα μεγαλης αγανακτησεως· και ερριψεν αυτους εις αλλην γην, καθως ειναι την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Deut 29:29" parsed="|Deut|29|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.29.29" />
<sup>29</sup>Τα κρυπτα ανηκουσιν εις Κυριον τον Θεον ημων· τα δε αποκεκαλυμμενα εις ημας και εις τα τεκνα ημων διαπαντος, δια να εκτελεσωμεν παντας τους λογους του νομου τουτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 30" progress="19.28%" prev="Deut.29" next="Deut.31" id="Deut.30">
<h3 id="Deut.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Deut.30-p1">
<scripture passage="Deut 30:1" parsed="|Deut|30|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.1" />
<sup>1</sup>Και οταν ελθωσιν επι σε παντα τα πραγματα ταυτα, η ευλογια και η καταρα, την οποιαν εθεσα ενωπιον σου, και ανακαλεσης ταυτα εις την καρδιαν σου εν τω μεσω παντων των εθνων, οπου αν διασκορπιση σε Κυριος ο Θεος σου,
<scripture passage="Deut 30:2" parsed="|Deut|30|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.2" />
<sup>2</sup>και επιστραφης προς Κυριον τον Θεον σου και υπακουσης εις την φωνην αυτου, κατα παντα οσα εγω προσταζω εις σε σημερον, συ και τα τεκνα σου, εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου,
<scripture passage="Deut 30:3" parsed="|Deut|30|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.3" />
<sup>3</sup>τοτε Κυριος ο Θεος σου θελει σε επαναφερει εκ της αιχμαλωσιας, και θελει σε σπλαγχνισθη, και παλιν θελει σε συναξει εκ παντων των εθνων, οπου σε διεσκορπισε Κυριος ο Θεος σου·
<scripture passage="Deut 30:4" parsed="|Deut|30|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.4" />
<sup>4</sup>και εις τα εσχατα του ουρανου αν ηναι η διασπορα σου, εκειθεν θελει σε συναξει Κυριος ο Θεος σου και εκειθεν θελει σε λαβει,
<scripture passage="Deut 30:5" parsed="|Deut|30|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.5" />
<sup>5</sup>και θελει σε εισαγαγει Κυριος ο Θεος σου εις την γην, την οποιαν εκληρονομησαν οι πατερες σου, και θελεις κληρονομησει αυτην· και θελει σε αγαθοποιησει και σε πολλαπλασιασει υπερ τους πατερας σου.
<scripture passage="Deut 30:6" parsed="|Deut|30|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.6" />
<sup>6</sup>Και θελει περιτεμει Κυριος ο Θεος σου την καρδιαν σου και την καρδιαν του σπερματος σου, δια να αγαπας Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου, δια να ζης.
<scripture passage="Deut 30:7" parsed="|Deut|30|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.7" />
<sup>7</sup>Και θελει επιφερει Κυριος ο Θεος σου πασας τας καταρας ταυτας επι τους εχθρους σου και επι τους μισουντας σε, οιτινες σε κατεδιωξαν.
<scripture passage="Deut 30:8" parsed="|Deut|30|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.8" />
<sup>8</sup>Και συ θελεις επιστραφη και υπακουσει εις την φωνην του Κυριου, και θελεις εκτελει πασας τας εντολας αυτου, τας οποιας εγω προσταζω εις σε σημερον.
<scripture passage="Deut 30:9" parsed="|Deut|30|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.9" />
<sup>9</sup>Και θελει σε πληθυνει Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εργα των χειρων σου, εις τον καρπον της κοιλιας σου και εις τον καρπον των κτηνων σου και εις τα γεννηματα της γης σου, εις αγαθον· διοτι ο Κυριος θελει ευφρανθη παλιν επι σε εις αγαθον, καθως ευφρανθη επι τους πατερας σου,
<scripture passage="Deut 30:10" parsed="|Deut|30|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.10" />
<sup>10</sup>εαν υπακουσης εις την φωνην Κυριου του Θεου σου, ωστε να φυλαττης τας εντολας αυτου και τα διαταγματα αυτου, τα γεγραμμενα εν τω βιβλιω του νομου τουτου· εαν επιστραφης προς Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου.
<scripture passage="Deut 30:11" parsed="|Deut|30|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.11" />
<sup>11</sup>Επειδη η εντολη αυτη, την οποιαν εγω προσταζω εις σε σημερον, δεν ειναι πολλα βαρεια δια σε, ουδε μακραν.
<scripture passage="Deut 30:12" parsed="|Deut|30|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.12" />
<sup>12</sup>Δεν ειναι εν τω ουρανω, ωστε να ειπης, Τις θελει αναβη δι' ημας εις τον ουρανον και φερει αυτην προς ημας, δια να ακουσωμεν αυτην και να εκτελεσωμεν αυτην;
<scripture passage="Deut 30:13" parsed="|Deut|30|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.13" />
<sup>13</sup>ουδε περαν της θαλασσης ειναι, ωστε να ειπης, Τις θελει διαπερασει την θαλασσαν δι' ημας και φερει αυτην προς ημας, δια να ακουσωμεν αυτην και να εκτελεσωμεν αυτην;
<scripture passage="Deut 30:14" parsed="|Deut|30|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.14" />
<sup>14</sup>Αλλα πολυ πλησιον σου ειναι ο λογος, εν τω στοματι σου και εν τη καρδια σου, δια να εκτελης αυτον.
<scripture passage="Deut 30:15" parsed="|Deut|30|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, εγω εθεσα ενωπιον σου σημερον την ζωην και το αγαθον, και τον θανατον και το κακον·
<scripture passage="Deut 30:16" parsed="|Deut|30|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.16" />
<sup>16</sup>καθοτι εγω προσταζω εις σε σημερον να αγαπας Κυριον τον Θεον σου, να περιπατης εις τας οδους αυτου και να φυλαττης τας εντολας αυτου και τα διαταγματα αυτου και τας κρισεις αυτου, δια να ζης και να πληθυνησαι και δια να σε ευλογηση Κυριος ο Θεος σου εν τη γη, εις την οποιαν εισερχεσαι δια να κληρονομησης αυτην.
<scripture passage="Deut 30:17" parsed="|Deut|30|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.17" />
<sup>17</sup>Εαν ομως παρεκτραπη η καρδια σου και δεν υπακουσης, αλλα αποπλανηθης και προσκυνησης αλλους θεους και λατρευσης αυτους,
<scripture passage="Deut 30:18" parsed="|Deut|30|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.18" />
<sup>18</sup>εγω αναγγελλω προς εσας σημερον οτι εξαπαντος θελετε αφανισθη· δεν θελετε μακροημερευσει επι της γης, προς την οποιαν διαβαινεις τον Ιορδανην, δια να εισελθητε εκει να κατακληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 30:19" parsed="|Deut|30|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.19" />
<sup>19</sup>Διαμαρτυρομαι προς εσας σημερον τον ουρανον και την γην, οτι εθεσα ενωπιον σας την ζωην και τον θανατον, την ευλογιαν και την καταραν· δια τουτο εκλεξατε την ζωην, δια να ζητε συ και το σπερμα σου·
<scripture passage="Deut 30:20" parsed="|Deut|30|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.30.20" />
<sup>20</sup>δια να αγαπας Κυριον τον Θεον σου, δια να υπακουης εις την φωνην αυτου, και δια να ησαι προσηλωμενος εις αυτον· διοτι τουτο ειναι η ζωη σου και η μακροτης των ημερων σου· δια να κατοικης επι της γης, την οποιαν ωμοσεν ο Κυριος προς τους πατερας σου, προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ, να δωση εις αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 31" progress="19.37%" prev="Deut.30" next="Deut.32" id="Deut.31">
<h3 id="Deut.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Deut.31-p1">
<scripture passage="Deut 31:1" parsed="|Deut|31|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.1" />
<sup>1</sup>Και υπηγεν ο Μωυσης και ελαλησε τους λογους τουτους προς παντα τον Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 31:2" parsed="|Deut|31|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.2" />
<sup>2</sup>και ειπε προς αυτους, Εκατον εικοσι ετων ειμαι εγω σημερον· δεν δυναμαι πλεον να εισερχωμαι και να εξερχωμαι, και ο Κυριος μοι ειπε, Δεν θελεις διαβη τον Ιορδανην τουτον.
<scripture passage="Deut 31:3" parsed="|Deut|31|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.3" />
<sup>3</sup>Κυριος ο Θεος σου, αυτος θελει διαβη εμπροσθεν σου, αυτος θελει καταστρεψει τα εθνη ταυτα απ' εμπροσθεν σου, και συ θελεις κατακληρονομησει αυτα· ο Ιησους, αυτος θελει διαβη εμπροσθεν σου, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="Deut 31:4" parsed="|Deut|31|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.4" />
<sup>4</sup>Και θελει καμει εις αυτα ο Κυριος, ως εκαμεν εις τον Σηων και εις τον Ωγ, τους βασιλεις των Αμορραιων, και εις την γην αυτων, τους οποιους εξωλοθρευσε.
<scripture passage="Deut 31:5" parsed="|Deut|31|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.5" />
<sup>5</sup>Και θελει παραδωσει αυτους ο Κυριος εμπροσθεν σας, δια να καμητε εις αυτους κατα πασας τας προσταγας τας οποιας προσεταξα εις εσας.
<scripture passage="Deut 31:6" parsed="|Deut|31|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.6" />
<sup>6</sup>Ανδριζεσθε και θαρρειτε, μη φοβεισθε μηδε δειλιατε απο προσωπου αυτων· διοτι Κυριος ο Θεος σου, αυτος ειναι ο πορευομενος μετα σου· δεν θελει σε αφησει ουδε θελει σε εγκαταλειψει.
<scripture passage="Deut 31:7" parsed="|Deut|31|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.7" />
<sup>7</sup>Και εκαλεσεν ο Μωυσης τον Ιησουν και ειπε προς αυτον ενωπιον παντος του Ισραηλ, Ανδριζου και θαρρει· διοτι συ θελεις εισαγαγει τον λαον τουτον εις την γην, την οποιαν ωμοσε Κυριος προς τους πατερας αυτων να δωση εις αυτους, και συ θελεις κληροδοτησει αυτην εις αυτους·
<scripture passage="Deut 31:8" parsed="|Deut|31|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.8" />
<sup>8</sup>και ο Κυριος, αυτος ειναι ο προπορευομενος σου· αυτος θελει εισθαι μετα σου· δεν θελει σε αφησει ουδε θελει σε εγκαταλειψει· μη φοβου, μηδε δειλια.
<scripture passage="Deut 31:9" parsed="|Deut|31|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.9" />
<sup>9</sup>Και εγραψεν ο Μωυσης τον νομον τουτον και παρεδωκεν αυτον εις τους ιερεις τους υιους του Λευι, τους βασταζοντας την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, και εις παντας τους πρεσβυτερους του Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 31:10" parsed="|Deut|31|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.10" />
<sup>10</sup>Και προσεταξεν εις αυτους ο Μωυσης, λεγων, Εν τω τελει εκαστου εβδομου ετους, εν τω καιρω του ετους της αφεσεως, εν τη εορτη της σκηνοπηγιας,
<scripture passage="Deut 31:11" parsed="|Deut|31|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.11" />
<sup>11</sup>οταν πας ο Ισραηλ συναχθη δια να εμφανισθη ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη, θελεις αναγινωσκει τον νομον τουτον ενωπιον παντος του Ισραηλ εις επηκοον αυτων.
<scripture passage="Deut 31:12" parsed="|Deut|31|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.12" />
<sup>12</sup>Συναξον τον λαον, τους ανδρας και τας γυναικας και τα παιδια και τον ξενον σου τον εντος των πυλων σου, δια να ακουσωσι και δια να μαθωσι και να φοβωνται Κυριον τον Θεον σας, και δια να προσεχωσι να εκτελωσι παντας τους λογους του νομου τουτου·
<scripture passage="Deut 31:13" parsed="|Deut|31|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.13" />
<sup>13</sup>και δια να ακουσωσι τα τεκνα αυτων, τα οποια δεν εξευρουσι, και να μαθωσι να φοβωνται Κυριον τον Θεον σας πασας τας ημερας, οσας ζητε επι της γης, προς την οποιαν διαβαινετε τον Ιορδανην δια να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 31:14" parsed="|Deut|31|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Μωυσην, Ιδου, πλησιαζουσιν αι ημεραι του θανατου σου· καλεσον τον Ιησουν, και παρουσιασθητε εν τη σκηνη του μαρτυριου, δια να δωσω εις αυτον προσταγας. Και υπηγεν ο Μωυσης και ο Ιησους και παρουσιασθησαν εν τη σκηνη του μαρτυριου.
<scripture passage="Deut 31:15" parsed="|Deut|31|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.15" />
<sup>15</sup>Και εφανη ο Κυριος εν τη σκηνη εν στυλω νεφελης· και εσταθη ο στυλος της νεφελης επι της θυρας της σκηνης.
<scripture passage="Deut 31:16" parsed="|Deut|31|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Μωυσην, Ιδου, συ θελεις κοιμηθη μετα των πατερων σου· και σηκωθεις ο λαος ουτος θελει πορνευσει κατοπιν των ξενων θεων της γης, εις την οποιαν αυτος εισερχεται, και θελει με εγκαταλειψει και παραβη την διαθηκην μου, την οποιαν εκαμον προς αυτους·
<scripture passage="Deut 31:17" parsed="|Deut|31|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.17" />
<sup>17</sup>τοτε θελει εξαφθη ο θυμος μου εναντιον αυτων την ημεραν εκεινην, και θελω εγκαταλειψει αυτους και θελω κρυψει το προσωπον μου απ' αυτων, και θελουσιν εξαναλωθη· και θελουσιν ευρει αυτους πολλα κακα και θλιψεις· ωστε θελουσιν ειπει την ημεραν εκεινην, δεν ευρον ημας τα κακα ταυτα, επειδη ο Θεος ημων δεν ειναι εν μεσω ημων;
<scripture passage="Deut 31:18" parsed="|Deut|31|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.18" />
<sup>18</sup>Και εγω εξαπαντος θελω κρυψει απ' αυτων το προσωπον μου την ημεραν εκεινην, δια πασας τας κακιας τας οποιας επραξαν, διοτι εστραφησαν προς θεους ξενους.
<scripture passage="Deut 31:19" parsed="|Deut|31|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.19" />
<sup>19</sup>Τωρα λοιπον γραψατε εις εαυτους την ωδην ταυτην, και διδαξατε αυτην εις τους υιους Ισραηλ· βαλετε αυτην εις το στομα αυτων, δια να γεινη εις εμε ωδη αυτη εις μαρτυριον εναντιον των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 31:20" parsed="|Deut|31|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.20" />
<sup>20</sup>Διοτι αφου εισαγαγω αυτους εις την γην, την οποιαν ωμοσα προς τους πατερας αυτων, γην ρεουσαν γαλα και μελι, και αυτοι φαγωσι και χορτασθωσι και εμπλησθωσι, τοτε θελουσι στραφη προς θεους ξενους και θελουσι λατρευσει αυτους, και θελουσι με παροργισει και παραβη την διαθηκην μου.
<scripture passage="Deut 31:21" parsed="|Deut|31|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.21" />
<sup>21</sup>Και αφου ευρωσιν αυτους πολλα κακα και θλιψεις, η ωδη αυτη θελει μαρτυρησει εναντιον αυτων ως μαρτυς· διοτι δεν θελει λησμονηθη απο του στοματος του σπερματος αυτων· επειδη εγω γνωριζω την πονηριαν αυτων, την οποιαν εργαζονται ετι την σημερον, πριν εισαγαγω αυτους εις την γην την οποιαν ωμοσα.
<scripture passage="Deut 31:22" parsed="|Deut|31|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.22" />
<sup>22</sup>Και εγραψεν ο Μωυσης την ωδην ταυτην τη αυτη ημερα, και εδιδαξεν αυτην εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 31:23" parsed="|Deut|31|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.23" />
<sup>23</sup>Και προσεταξεν εις τον Ιησουν τον υιον του Ναυη και ειπεν, Ανδριζου και θαρρει διοτι συ θελεις εισαγαγει τους υιους Ισραηλ εις την γην την οποιαν ωμοσα προς αυτους, και εγω θελω εισθαι μετα σου.
<scripture passage="Deut 31:24" parsed="|Deut|31|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.24" />
<sup>24</sup>Και αφου ο Μωυσης ετελειωσε να γραφη τους λογους του νομου τουτου εις βιβλιον, εως τελους,
<scripture passage="Deut 31:25" parsed="|Deut|31|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.25" />
<sup>25</sup>τοτε ο Μωυσης προσεταξεν εις τους Λευιτας, τους βασταζοντας την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Deut 31:26" parsed="|Deut|31|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.26" />
<sup>26</sup>Λαβετε τουτο το βιβλιον του νομου, και θεσατε αυτο εις τα πλαγια της κιβωτου της διαθηκης Κυριου του Θεου σας, και θελει εισθαι εκει εις μαρτυριον κατα σου·
<scripture passage="Deut 31:27" parsed="|Deut|31|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.27" />
<sup>27</sup>διοτι εγω εξευρω την απειθειαν σου και τον τραχηλον σου τον σκληρον. Ιδου, ενω ειμαι ζων με σας σημερον, ηπειθησατε εις τον Κυριον· ποσω δε μαλλον μετα τον θανατον μου;
<scripture passage="Deut 31:28" parsed="|Deut|31|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.28" />
<sup>28</sup>συναξατε προς εμε παντας τους πρεσβυτερους των φυλων σας και τους αρχοντας σας, δια να λαλησω τους λογους τουτους εις επηκοον αυτων, και να επικαλεσθω τον ουρανον και την γην μαρτυρας εναντιον αυτων·
<scripture passage="Deut 31:29" parsed="|Deut|31|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.29" />
<sup>29</sup>επειδη εξευρω οτι μετα τον θανατον μου εξαπαντος θελετε διαφθαρη και εκκλινει απο της οδου, την οποιαν προσεταξα εις εσας· και θελουσι σας ευρει τα κακα εις τας εσχατας ημερας, επειδη θελετε πραξει κακα ενωπιον του Κυριου, ωστε να παροργισητε αυτον με τα εργα των χειρων σας.
<scripture passage="Deut 31:30" parsed="|Deut|31|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.31.30" />
<sup>30</sup>Και ελαλησεν ο Μωυσης, εις επηκοον πασης της συναγωγης του Ισραηλ, τους λογους της ωδης ταυτης εως τελους·
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 32" progress="19.50%" prev="Deut.31" next="Deut.33" id="Deut.32">
<h3 id="Deut.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Deut.32-p1">
<scripture passage="Deut 32:1" parsed="|Deut|32|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.1" />
<sup>1</sup>Προσεχε, ουρανε, και θελω λαλησει· και ας ακουη η γη τους λογους του στοματος μου.
<scripture passage="Deut 32:2" parsed="|Deut|32|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.2" />
<sup>2</sup>Η διδασκαλια μου θελει σταλαξει ως η βροχη, ο λογος μου θελει καταβη ως η δροσος, ως η ψεκας επι την χλοην και ως ο ομβρος επι τον χορτον·
<scripture passage="Deut 32:3" parsed="|Deut|32|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.3" />
<sup>3</sup>διοτι θελω εξυμνησει το ονομα του Κυριου· αποδοτε μεγαλωσυνην εις τον Θεον ημων.
<scripture passage="Deut 32:4" parsed="|Deut|32|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.4" />
<sup>4</sup>Αυτος ειναι ο Βραχος, τα εργα αυτου ειναι τελεια· διοτι πασαι αι οδοι αυτου ειναι κρισις· Θεος πιστος, και δεν υπαρχει αδικια εν αυτω· δικαιος και ευθυς ειναι αυτος.
<scripture passage="Deut 32:5" parsed="|Deut|32|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.5" />
<sup>5</sup>Ουτοι διεφθαρησαν· η κηλις αυτων δεν ειναι κηλις των υιων αυτου· ειναι γενεα σκολια και διεστραμμενη.
<scripture passage="Deut 32:6" parsed="|Deut|32|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.6" />
<sup>6</sup>Ταυτα ανταποδιδετε εις τον Κυριον, λαε μωρε και ασυνετε; δεν ειναι αυτος ο πατηρ σου, οστις σε εξηγορασεν; αυτος οστις σε επλασε και σε εμορφωσεν;
<scripture passage="Deut 32:7" parsed="|Deut|32|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.7" />
<sup>7</sup>Ενθυμηθητι τας αρχαιας ημερας, συλλογισθητι τα ετη πολλων γενεων· ερωτησον τον πατερα σου, και αυτος θελει σοι αναγγειλει, τους πρεσβυτερους σου, και αυτοι θελουσι σοι ειπει·
<scripture passage="Deut 32:8" parsed="|Deut|32|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.8" />
<sup>8</sup>οτε διεμεριζεν ο Υψιστος τα εθνη, οτε διεσπειρε τους υιους του Αδαμ, εστησε τα ορια των λαων κατα τον αριθμον των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 32:9" parsed="|Deut|32|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.9" />
<sup>9</sup>Διοτι η μερις του Κυριου ειναι ο λαος αυτου, ο Ιακωβ ειναι το μερος της κληρονομιας αυτου.
<scripture passage="Deut 32:10" parsed="|Deut|32|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.10" />
<sup>10</sup>Εν γη ερημω ευρηκεν αυτον, και εν ερημια φρικης και ολολυγμου· περιωδηγησεν αυτον, επαιδαγωγησεν αυτον, εφυλαξεν αυτον ως κορην οφθαλμου αυτου.
<scripture passage="Deut 32:11" parsed="|Deut|32|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.11" />
<sup>11</sup>Καθως ο αετος σκεπαζει την φωλεαν αυτου, περιθαλπει τους νεοσσους αυτου, εξαπλονων τας πτερυγας αυτου αναλαμβανει αυτους, και σηκονει αυτους επι των πτερυγων αυτου,
<scripture passage="Deut 32:12" parsed="|Deut|32|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.12" />
<sup>12</sup>ουτως ο Κυριος μονος ωδηγησεν αυτον, και δεν ητο μετ' αυτου ξενος Θεος.
<scripture passage="Deut 32:13" parsed="|Deut|32|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.13" />
<sup>13</sup>Ανεβιβασεν αυτους επι τα εξοχα μερη της γης, και εφαγον τα γεννηματα των αγρων· και εθηλασεν αυτους μελι εκ της πετρας, και ελαιον εκ της σκληρας πετρας,
<scripture passage="Deut 32:14" parsed="|Deut|32|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.14" />
<sup>14</sup>Βουτυρον βοων και γαλα προβατων, με παχος αρνιων, και κριων θρεμματων της Βασαν, και τραγων, μετα του εξαιρετου ανθους του σιτου· και επιες οινον, αιμα σταφυλης.
<scripture passage="Deut 32:15" parsed="|Deut|32|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.15" />
<sup>15</sup>Ο δε Ιεσουρουν επαχυνθη και απελακτισεν· επαχυνθης, επλατυνθης, υπερελιπανθης· τοτε ελησμονησε τον Θεον τον πλασαντα αυτον, και κατεφρονησε τον Βραχον της σωτηριας αυτου.
<scripture passage="Deut 32:16" parsed="|Deut|32|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.16" />
<sup>16</sup>Παρωξυναν αυτον εις ζηλοτυπιαν με ξενους θεους, με βδελυγματα παρωξυναν αυτον εις θυμον·
<scripture passage="Deut 32:17" parsed="|Deut|32|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.17" />
<sup>17</sup>εθυσιασαν εις δαιμονια, ουχι εις τον Θεον· εις θεους, τους οποιους δεν εγνωριζον, εις νεους θεους νεωστι εισαχθεντας, τους οποιους δεν ελατρευον οι πατερες σας·
<scripture passage="Deut 32:18" parsed="|Deut|32|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.18" />
<sup>18</sup>τον δε Βραχον τον γεννησαντα σε εγκατελιπες, και ελησμονησας τον Θεον τον πλασαντα σε.
<scripture passage="Deut 32:19" parsed="|Deut|32|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.19" />
<sup>19</sup>Και ειδεν ο Κυριος και απεστραφη αυτους, διοτι παρωργισαν αυτον οι υιοι αυτου και αι θυγατερες αυτου·
<scripture passage="Deut 32:20" parsed="|Deut|32|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.20" />
<sup>20</sup>και ειπε, Θελω αποστρεψει το προσωπον μου απ' αυτων, θελω ιδει οποιον θελει εισθαι το τελος αυτων· διοτι αυτοι ειναι γενεα διεστραμμενη, υιοι εις τους οποιους δεν υπαρχει πιστις.
<scripture passage="Deut 32:21" parsed="|Deut|32|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.21" />
<sup>21</sup>Αυτοι με παρωξυναν εις ζηλοτυπιαν με τα μη οντα θεον· με τα ειδωλα αυτων με παρωργισαν· και εγω θελω παροξυνει αυτους εις ζηλοτυπιαν με τους μη οντας λαον, με εθνος ασυνετον θελω παροργισει αυτους.
<scripture passage="Deut 32:22" parsed="|Deut|32|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.22" />
<sup>22</sup>Διοτι πυρ εξηφθη εν τω θυμω μου, και θελει εκκαυθη εως εις τα κατωτατα του αδου, και θελει καταφαγει την γην μετα των γεννηματων αυτης, και θελει καταφλογισει τα θεμελια των ορεων.
<scripture passage="Deut 32:23" parsed="|Deut|32|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.23" />
<sup>23</sup>Θελω επισωρευσει επ' αυτους κακα, παντα τα βελη μου θελω εκκενωσει επ' αυτους.
<scripture passage="Deut 32:24" parsed="|Deut|32|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.24" />
<sup>24</sup>Θελουσιν αναλωθη εκ της πεινης και καταφαγωθη με φλογωδεις νοσους, και με πικρον ολεθρον· και οδοντας θηριων θελω εξαποστειλει επ' αυτους, και φαρμακιον των ερποντων επι της γης.
<scripture passage="Deut 32:25" parsed="|Deut|32|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.25" />
<sup>25</sup>Εξωθεν μαχαιρα, και εσωθεν τρομος, θελει καταναλωσει τον τε νεον και την παρθενον, το θηλαζον νηπιον και τον πολιον γεροντα.
<scripture passage="Deut 32:26" parsed="|Deut|32|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.26" />
<sup>26</sup>Ειπα, Ηθελον διασκορπισει αυτους, ηθελον εξαλειψει το μνημοσυνον αυτων εκ μεσου των ανθρωπων,
<scripture passage="Deut 32:27" parsed="|Deut|32|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.27" />
<sup>27</sup>εαν δεν εφοβουμην την οργην του εχθρου, μη πως υψηλοφρονησωσιν οι εναντιοι αυτων, και ειπωσιν, Η χειρ ημων η υψηλη, και ουχι ο Κυριος, εκαμε παντα ταυτα.
<scripture passage="Deut 32:28" parsed="|Deut|32|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.28" />
<sup>28</sup>Διοτι ειναι εθνος ασυνετον, και δεν υπαρχει εν αυτοις φρονησις.
<scripture passage="Deut 32:29" parsed="|Deut|32|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.29" />
<sup>29</sup>Ειθε να ησαν σοφοι, να ενοουν τουτο, να εσυλλογιζοντο το τελος αυτων
<scripture passage="Deut 32:30" parsed="|Deut|32|30|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.30" />
<sup>30</sup>Πως ηθελε δυνηθη εις να διωξη χιλιους, και δυο να τρεψωσιν εις φυγην μυριαδας, εαν ο Βραχος αυτων δεν ηθελε πωλησει αυτους, και δεν ηθελε παραδωσει αυτους ο Κυριος;
<scripture passage="Deut 32:31" parsed="|Deut|32|31|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.31" />
<sup>31</sup>Διοτι ο βραχος αυτων δεν ειναι ως ο Βραχος ημων· και αυτοι οι εχθροι ημων ας κρινωσιν.
<scripture passage="Deut 32:32" parsed="|Deut|32|32|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.32" />
<sup>32</sup>Επειδη εκ της αμπελου των Σοδομων ειναι η αμπελος αυτων, και εκ των αγρων της Γομορρας· η σταφυλη αυτων ειναι σταφυλη χολης, οι βοτρεις αυτων πικροι·
<scripture passage="Deut 32:33" parsed="|Deut|32|33|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.33" />
<sup>33</sup>ο οινος αυτων φαρμακιον δρακοντων, και ανιατος ιος ασπιδος.
<scripture passage="Deut 32:34" parsed="|Deut|32|34|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.34" />
<sup>34</sup>Δεν ειναι τουτο αποτεταμιευμενον εις εμε, εσφραγισμενον εις τους θησαυρους μου;
<scripture passage="Deut 32:35" parsed="|Deut|32|35|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.35" />
<sup>35</sup>Εις εμε ανηκει η εκδικησις και η ανταποδοσις· ο πους αυτων εν καιρω θελει ολισθησει διοτι πλησιον ειναι η ημερα της απωλειας αυτων, και τα μελλοντα να ελθωσιν επ' αυτους σπευδουσι.
<scripture passage="Deut 32:36" parsed="|Deut|32|36|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.36" />
<sup>36</sup>Διοτι ο Κυριος θελει κρινει τον λαον αυτου, και θελει μεταμεληθη δια τους δουλους αυτου, οταν ιδη οτι απωλεσθη η δυναμις αυτων, και δεν εμεινεν ουδεν πεφυλαγμενον ουδε αφειμενον.
<scripture passage="Deut 32:37" parsed="|Deut|32|37|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.37" />
<sup>37</sup>Και θελει ειπει, Που ειναι οι θεοι αυτων, ο βραχος εις τον οποιον ειχον το θαρρος αυτων;
<scripture passage="Deut 32:38" parsed="|Deut|32|38|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.38" />
<sup>38</sup>οιτινες ετρωγον το παχος των θυσιων αυτων, και επινον τον οινον των σπονδων αυτων; ας σηκωθωσι και ας σας βοηθησωσιν, ας γεινωσιν εις εσας σκεπη.
<scripture passage="Deut 32:39" parsed="|Deut|32|39|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.39" />
<sup>39</sup>Ιδετε τωρα οτι εγω, εγω ειμαι, και δεν ειναι Θεος πλην εμου· εγω θανατονω και ζωοποιω· εγω πληγονω και ιατρευω· και δεν υπαρχει ο ελευθερων εκ της χειρος μου.
<scripture passage="Deut 32:40" parsed="|Deut|32|40|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.40" />
<sup>40</sup>Διοτι εγω υψονω εις τον ουρανον την χειρα μου, Και λεγω, Ζω εγω εις τον αιωνα·
<scripture passage="Deut 32:41" parsed="|Deut|32|41|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.41" />
<sup>41</sup>εαν ακονισω την αστραπηφορον μαχαιραν μου, και επιβαλω την χειρα μου εις κρισιν, θελω καμει εκδικησιν εις τους εχθρους μου, και θελω ανταποδωσει εις τους μισουντας με·
<scripture passage="Deut 32:42" parsed="|Deut|32|42|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.42" />
<sup>42</sup>θελω μεθυσει τα βελη μου απο αιματος, και η μαχαιρα μου θελει καταφαγει κρεατα, απο του αιματος των πεφονευμενων και των αιχμαλωτων, απο της κεφαλης των αρχοντων των εχθρων.
<scripture passage="Deut 32:43" parsed="|Deut|32|43|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.43" />
<sup>43</sup>Ευφρανθητε, εθνη, μετα του λαου αυτου· διοτι θελει εκδικησει το αιμα των δουλων αυτου, και αποδωσει εκδικησιν εις τους εναντιους αυτου, και καθαρισει την γην αυτου και τον λαον αυτου.
<scripture passage="Deut 32:44" parsed="|Deut|32|44|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.44" />
<sup>44</sup>Και ηλθεν ο Μωυσης, και ελαλησε παντας τους λογους της ωδης ταυτης εις επηκοον του λαου, αυτος και Ιησους ο υιος του Ναυη.
<scripture passage="Deut 32:45" parsed="|Deut|32|45|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.45" />
<sup>45</sup>Και ετελειωσεν ο Μωυσης λαλων παντας τους λογους τουτους προς παντα τον Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 32:46" parsed="|Deut|32|46|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.46" />
<sup>46</sup>Και ειπε προς αυτους, Θεσατε τας καρδιας σας εις παντας τους λογους, τους οποιους εγω σημερον διαμαρτυρομαι προς εσας· τους οποιους θελετε παραγγειλει εις τα τεκνα σας να προσεχωσιν εις το να εκτελωσι, παντας τους λογους του νομου τουτου.
<scripture passage="Deut 32:47" parsed="|Deut|32|47|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.47" />
<sup>47</sup>Διοτι ουτος δεν ειναι εις εσας λογος ματαιος· επειδη αυτη ειναι η ζωη σας· και δια του λογου τουτου θελετε μακροημερευσει επι της γης, προς την οποιαν διαβαινετε τον Ιορδανην δια να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Deut 32:48" parsed="|Deut|32|48|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.48" />
<sup>48</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μωυσην την αυτην εκεινην ημεραν, λεγων,
<scripture passage="Deut 32:49" parsed="|Deut|32|49|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.49" />
<sup>49</sup>Αναβα εις το ορος τουτο Αβαριμ, εις το ορος Νεβω, το εν τη γη Μωαβ κατεναντι της Ιεριχω· και θεωρησον την γην Χανααν, την οποιαν εγω διδω εις τους υιους Ισραηλ εις ιδιοκτησιαν·
<scripture passage="Deut 32:50" parsed="|Deut|32|50|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.50" />
<sup>50</sup>και τελευτησον εν τω ορει οπου αναβαινεις, και προστεθητι εις τον λαον σου, καθως ο αδελφος σου Ααρων ετελευτησεν εν τω ορει Ωρ και προσετεθη εις τον λαον αυτου·
<scripture passage="Deut 32:51" parsed="|Deut|32|51|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.51" />
<sup>51</sup>διοτι ηπειθησατε εις εμε μεταξυ των υιων Ισραηλ εις τα υδατα της Μεριβα-καδης, εν τη ερημω Σιν· επειδη δεν με ηγιασατε εν μεσω των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Deut 32:52" parsed="|Deut|32|52|0|0" osisRef="Bible:Deut.32.52" />
<sup>52</sup>οθεν απεναντι θελεις ιδει την γην, εκει ομως δεν θελεις εισελθει, εις την γην την οποιαν εγω διδω εις τους υιους Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 33" progress="19.66%" prev="Deut.32" next="Deut.34" id="Deut.33">
<h3 id="Deut.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Deut.33-p1">
<scripture passage="Deut 33:1" parsed="|Deut|33|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.1" />
<sup>1</sup>Και αυτη ειναι η ευλογια, την οποιαν ηυλογησε Μωυσης ο ανθρωπος του Θεου τους υιους Ισραηλ, προ της τελευτης αυτου·
<scripture passage="Deut 33:2" parsed="|Deut|33|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.2" />
<sup>2</sup>και ειπεν, Ο Κυριος ηλθεν εκ Σινα, και επεφανη εις αυτους εκ Σηειρ· επελαμψεν εκ του ορους Φαραν, και ηλθε μετα μυριαδων αγιων· εκ της δεξιας αυτου εξηλθε πυρ νομου δι' αυτους.
<scripture passage="Deut 33:3" parsed="|Deut|33|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.3" />
<sup>3</sup>Ναι, ηγαπησε τον λαον· υπο την χειρα σου ειναι παντες οι αγιοι αυτου· και εκαθηντο εις τους ποδας σου, δια να λαβωσι τους λογους σου.
<scripture passage="Deut 33:4" parsed="|Deut|33|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.4" />
<sup>4</sup>Νομον προσεταξεν εις ημας ο Μωυσης, την κληρονομιαν της συναγωγης Ιακωβ.
<scripture passage="Deut 33:5" parsed="|Deut|33|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.5" />
<sup>5</sup>Και ητο βασιλευς εν τω Ιεσουρουν, οτε οι αρχοντες του λαου συνηχθησαν μετα των φυλων Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 33:6" parsed="|Deut|33|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.6" />
<sup>6</sup>Ζητω ο Ρουβην και ας μη αποθανη, και ας ηναι ο λαος αυτου πολυαριθμος.
<scripture passage="Deut 33:7" parsed="|Deut|33|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.7" />
<sup>7</sup>Και αυτη ειναι η ευλογια του Ιουδα· και ειπεν, Εισακουσον, Κυριε, της φωνης του Ιουδα, και φερε αυτον εις τον λαον αυτου· αι χειρες αυτου ας ηναι αυταρκεις εις αυτον· και εσο βοηθεια εις αυτον κατα των εχθρων αυτου.
<scripture passage="Deut 33:8" parsed="|Deut|33|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.8" />
<sup>8</sup>Και περι του Λευι ειπε, Τα Θουμμιμ σου και τα Ουριμ σου ας ηναι μετα του ανθρωπου του οσιου σου, τον οποιον εδοκιμασας εν Μασσα, και μετα του οποιου ηντιλογησας εις τα υδατα της Μεριβα·
<scripture passage="Deut 33:9" parsed="|Deut|33|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.9" />
<sup>9</sup>οστις ειπε προς τον πατερα αυτου και προς την μητερα αυτου, Δεν ειδον αυτον, και οστις απηρνηθη τους αδελφους αυτου, ουδε εγνωρισε τους υιους αυτου· διοτι ετηρησαν τον λογον σου, και εφυλαξαν την διαθηκην σου.
<scripture passage="Deut 33:10" parsed="|Deut|33|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.10" />
<sup>10</sup>Θελουσι διδασκει τας κρισεις σου εις τον Ιακωβ, και τον νομον σου εις τον Ισραηλ· θελουσι βαλει θυμιαμα ενωπιον σου, και ολοκαυτωματα επι το θυσιαστηριον σου.
<scripture passage="Deut 33:11" parsed="|Deut|33|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.11" />
<sup>11</sup>Ευλογησον, Κυριε, τα ταγματα αυτου, και δεχθητι τα εργα των χειρων αυτου· συνθλασον την οσφυν των επανισταμενων επ' αυτον, και των μισουντων αυτον, ωστε να μη εγερθωσι πλεον.
<scripture passage="Deut 33:12" parsed="|Deut|33|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.12" />
<sup>12</sup>Περι του Βενιαμιν ειπεν, Ο ηγαπημενος του Κυριου θελει κατοικει εν ασφαλεια πλησιον αυτου· ο Κυριος θελει περισκεπει αυτον πασας τας ημερας, και μεταξυ των ωμων αυτου θελει αναπαυεσθαι.
<scripture passage="Deut 33:13" parsed="|Deut|33|13|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.13" />
<sup>13</sup>Και περι του Ιωσηφ ειπεν, Ευλογημενη ας ηναι παρα Κυριου η γη αυτου, απο των πολυτιμων δωρων του ουρανου, απο της δροσου, και απο της κατω κειμενης αβυσσου,
<scripture passage="Deut 33:14" parsed="|Deut|33|14|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.14" />
<sup>14</sup>και απο των εκ του ηλιου πολυτιμων καρπων, και απο των εκ της σεληνης πολυτιμων δωρων,
<scripture passage="Deut 33:15" parsed="|Deut|33|15|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.15" />
<sup>15</sup>και απο των εξαιρετων αγαθων των αρχαιων ορεων, και απο των πολυτιμων αγαθων των αιωνιων βουνων,
<scripture passage="Deut 33:16" parsed="|Deut|33|16|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.16" />
<sup>16</sup>και απο των πολυτιμων αγαθων της γης και του πληρωματος αυτης· και η ευδοκια του φανεντος εν τη βατω ας ελθη επι την κεφαλην του Ιωσηφ, και επι την κορυφην του εκλεκτου μεταξυ των αδελφων αυτου.
<scripture passage="Deut 33:17" parsed="|Deut|33|17|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.17" />
<sup>17</sup>Η δοξα αυτου ας ηναι ως του πρωτοτοκου του ταυρου αυτου, και τα κερατα αυτου ως τα κερατα του μονοκερωτος· δι' αυτων θελει κερατισει τα εθνη εως των ακρων της γης· και αυται ειναι αι μυριαδες του Εφραιμ, και αυται αι χιλιαδες του Μανασση.
<scripture passage="Deut 33:18" parsed="|Deut|33|18|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.18" />
<sup>18</sup>Και περι του Ζαβουλων ειπεν, Ευφραινου, Ζαβουλων, εν τη εξοδω σου· και Ισσαχαρ, εις τας σκηνας σου.
<scripture passage="Deut 33:19" parsed="|Deut|33|19|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.19" />
<sup>19</sup>Θελουσι καλεσει τους λαους εις το ορος· εκει θελουσι προσφερει θυσιας δικαιοσυνης· διοτι θελουσι θηλασει την αφθονιαν της θαλασσης, και τους κεκρυμμενους θησαυρους της αμμου.
<scripture passage="Deut 33:20" parsed="|Deut|33|20|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.20" />
<sup>20</sup>Και περι του Γαδ ειπεν, Ευλογημενος ο πλατυνων τον Γαδ· καθηται ως λεων, και διασπαραττει βραχιονα και κεφαλην.
<scripture passage="Deut 33:21" parsed="|Deut|33|21|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.21" />
<sup>21</sup>Και προεβλεψε δι' εαυτον την πρωτην μεριδα· διοτι εκει το μεριδιον του νομοθετου ητο διαπεφυλαγμενον· και ηλθε μετα των αρχοντων του λαου, εξεπληρωσε την δικαιοσυνην του Κυριου και τας κρισεις αυτου μετα του Ισραηλ.
<scripture passage="Deut 33:22" parsed="|Deut|33|22|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.22" />
<sup>22</sup>Και περι του Δαν ειπεν, Ο Δαν ειναι σκυμνος λεοντος· θελει πηδησει απο Βασαν.
<scripture passage="Deut 33:23" parsed="|Deut|33|23|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.23" />
<sup>23</sup>Και περι του Νεφθαλι ειπεν, Ω Νεφθαλι, κεχορτασμενε ευδοκιας, και πεπληρωμενε της ευλογιας του Κυριου, κληρονομησον την δυσιν και την μεσημβριαν.
<scripture passage="Deut 33:24" parsed="|Deut|33|24|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.24" />
<sup>24</sup>Και περι του Ασηρ ειπεν, Ας ηναι ευλογημενος απο τεκνων ο Ασηρ· ας ηναι δεκτος εις τους αδελφους αυτου, και εις ελαιον ας βαψη τον ποδα αυτου.
<scripture passage="Deut 33:25" parsed="|Deut|33|25|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.25" />
<sup>25</sup>Σιδηρος και χαλκος ας ηναι τα υποδηματα σου, και η δυναμις σου ως αι ημεραι σου.
<scripture passage="Deut 33:26" parsed="|Deut|33|26|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.26" />
<sup>26</sup>Δεν ειναι ουδεις ως ο Θεος του Ιεσουρουν, οστις επιβαινει επι τους ουρανους προς βοηθειαν σου, και εν τη μεγαλοπρεπεια αυτου επι το στερεωμα.
<scripture passage="Deut 33:27" parsed="|Deut|33|27|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.27" />
<sup>27</sup>Ο Θεος ο αιωνιος ειναι καταφυγη, και υποστηριγμα οι αιωνιοι βραχιονες· και θελει εκδιωξει τον εχθρον απ' εμπροσθεν σου, και θελει ειπει, Εξολοθρευσον.
<scripture passage="Deut 33:28" parsed="|Deut|33|28|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.28" />
<sup>28</sup>Τοτε ο Ισραηλ θελει κατοικησει μονος εν ασφαλεια· ο οφθαλμος του Ιακωβ θελει εισθαι επι γης σιτου και οινου· και οι ουρανοι αυτου θελουσι σταλαζει δροσον.
<scripture passage="Deut 33:29" parsed="|Deut|33|29|0|0" osisRef="Bible:Deut.33.29" />
<sup>29</sup>Μακαριος συ, Ισραηλ. Τις ομοιος σου, λαε σωζομενε υπο του Κυριου, οστις ειναι η ασπις της βοηθειας σου, και η μαχαιρα της υπεροχης σου Και θελουσιν υποταχθη οι εχθροι σου εις σε, και συ θελεις πατησει επι τον τραχηλον αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Deuteronomy 34" progress="19.77%" prev="Deut.33" next="Josh" id="Deut.34">
<h3 id="Deut.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Deut.34-p1">
<scripture passage="Deut 34:1" parsed="|Deut|34|1|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.1" />
<sup>1</sup>Και ανεβη ο Μωυσης απο των πεδιαδων Μωαβ εις το ορος Νεβω, εις την κορυφην Φασγα· την κατεναντι της Ιεριχω. Και εδειξεν εις αυτον ο Κυριος πασαν την γην Γαλααδ εως Δαν,
<scripture passage="Deut 34:2" parsed="|Deut|34|2|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.2" />
<sup>2</sup>και πασαν την γην Νεφθαλι, και την γην του Εφραιμ και του Μανασση, και πασαν την γην του Ιουδα, εως της θαλασσης της εσχατης,
<scripture passage="Deut 34:3" parsed="|Deut|34|3|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.3" />
<sup>3</sup>και την μεσημβριαν και την πεδιαδα της κοιλαδος της Ιεριχω, πολεως φοινικων, εως Σηγωρ.
<scripture passage="Deut 34:4" parsed="|Deut|34|4|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.4" />
<sup>4</sup>Και ο Κυριος ειπε προς αυτον, Αυτη ειναι η γη, την οποιαν εγω ωμοσα προς τον Αβρααμ, προς τον Ισαακ και προς τον Ιακωβ, λεγων, εις το σπερμα σου θελω δωσει αυτην· εγω σε εκαμα να ιδης αυτην με τους οφθαλμους σου, εκει ομως δεν θελεις διαπερασει.
<scripture passage="Deut 34:5" parsed="|Deut|34|5|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.5" />
<sup>5</sup>Και ετελευτησεν εκει ο Μωυσης, ο θεραπων του Κυριου, εν τη γη Μωαβ, κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="Deut 34:6" parsed="|Deut|34|6|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.6" />
<sup>6</sup>Και εθαψεν αυτον εν κοιλαδι εν τη γη Μωαβ, κατεναντι του Βαιθ-φεγωρ· και ουδεις γνωριζει την ταφην αυτου εως της σημερον.
<scripture passage="Deut 34:7" parsed="|Deut|34|7|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.7" />
<sup>7</sup>Και ητο ο Μωυσης εκατον εικοσι ετων, οτε απεθανε· δεν ημαυρωθησαν οι οφθαλμοι αυτου, ουδε ηλαττωθη η δυναμις αυτου.
<scripture passage="Deut 34:8" parsed="|Deut|34|8|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.8" />
<sup>8</sup>Και εκλαυσαν οι υιοι Ισραηλ τον Μωυσην εις τας πεδιαδας του Μωαβ τριακοντα ημερας· και ετελειωθησαν αι ημεραι του κλαυθμου του πενθους του Μωυσεως.
<scripture passage="Deut 34:9" parsed="|Deut|34|9|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.9" />
<sup>9</sup>Και Ιησους ο υιος του Ναυη ητο πληρης πνευματος σοφιας· διοτι ο Μωυσης ειχεν επιθεσει τας χειρας αυτου επ' αυτον· και υπηκουον εις αυτον οι υιοι Ισραηλ και εκαμνον καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Deut 34:10" parsed="|Deut|34|10|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.10" />
<sup>10</sup>Και δεν ηγερθη πλεον εν τω Ισραηλ προφητης ως ο Μωυσης, τον οποιον εγνωρισεν ο Κυριος προσωπον προς προσωπον,
<scripture passage="Deut 34:11" parsed="|Deut|34|11|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.11" />
<sup>11</sup>εις παντα τα σημεια και τεραστια, τα οποια ο Κυριος απεστειλεν αυτον να καμη εν τη γη της Αιγυπτου, εις τον Φαραω και εις παντας τους δουλους αυτου και εις πασαν την γην αυτου,
<scripture passage="Deut 34:12" parsed="|Deut|34|12|0|0" osisRef="Bible:Deut.34.12" />
<sup>12</sup>και εις πασαν την χειρα την κραταιαν, και εις παντα τα θαυμασια τα μεγαλα, τα οποια εκαμεν ο Μωυσης ενωπιον παντος του Ισραηλ.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Joshua" progress="19.81%" prev="Deut.34" next="Josh.1" id="Josh">
<h2 id="Josh-p0.1">Joshua</h2>

<div3 title="Joshua 1" progress="19.81%" prev="Josh" next="Josh.2" id="Josh.1">
<h3 id="Josh.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Josh.1-p1">
<scripture passage="Josh 1:1" parsed="|Josh|1|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.1" />
<sup>1</sup>Και μετα την τελευτην του Μωυσεως του δουλου του Κυριου, ειπε Κυριος προς Ιησουν τον υιον του Ναυη, τον υπηρετην του Μωυσεως, λεγων,
<scripture passage="Josh 1:2" parsed="|Josh|1|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.2" />
<sup>2</sup>Μωυσης ο θεραπων μου ετελευτησε· τωρα λοιπον σηκωθεις διαβηθι τον Ιορδανην τουτον, συ και πας ο λαος ουτος, προς την γην την οποιαν εγω διδω εις αυτους, εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 1:3" parsed="|Josh|1|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.3" />
<sup>3</sup>Παντα τον τοπον, επι του οποιου πατηση το ιχνος των ποδων σας, εις εσας εδωκα αυτον, καθως ειπα προς τον Μωυσην·
<scripture passage="Josh 1:4" parsed="|Josh|1|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.4" />
<sup>4</sup>απο της ερημου και του Λιβανου τουτου και εως του ποταμου του μεγαλου, του ποταμου του Ευφρατου, πασα η γη των Χετταιων, και εως της θαλασσης της μεγαλης προς δυσμας του ηλιου, θελει εισθαι το οριον σας.
<scripture passage="Josh 1:5" parsed="|Josh|1|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.5" />
<sup>5</sup>Δεν θελει δυνηθη ανθρωπος να σταθη εναντιον σου πασας τας ημερας της ζωης σου· καθως ημην μετα του Μωυσεως, θελω εισθαι μετα σου· δεν θελω σε αφησει ουδε σε εγκαταλειψει.
<scripture passage="Josh 1:6" parsed="|Josh|1|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.6" />
<sup>6</sup>Ισχυε και ανδριζου· διοτι συ θελεις κληροδοτησει εις τον λαον τουτον την γην, την οποιαν ωμοσα προς τους πατερας αυτων να δωσω εις αυτους.
<scripture passage="Josh 1:7" parsed="|Josh|1|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.7" />
<sup>7</sup>Μονον ισχυε και ανδριζου σφοδρα, δια να προσεχης να καμνης κατα παντα τον νομον, τον οποιον προσεταξεν εις σε Μωυσης ο θεραπων μου· μη εκκλινης απ' αυτου δεξια η αριστερα, δια να φερησαι μετα συνεσεως πανταχου οπου αν υπαγης.
<scripture passage="Josh 1:8" parsed="|Josh|1|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.8" />
<sup>8</sup>Δεν θελει απομακρυνθη τουτο το βιβλιον του νομου απο του στοματος σου, αλλ' εν αυτω θελεις μελετα ημεραν και νυκτα, δια να προσεχης να καμνης κατα παντα οσα ειναι γεγραμμενα εν αυτω· διοτι τοτε θελεις ευοδουσθαι εις την οδον σου, και τοτε θελεις φερεσθαι μετα συνεσεως.
<scripture passage="Josh 1:9" parsed="|Josh|1|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.9" />
<sup>9</sup>Δεν σε προσταζω εγω; ισχυε και ανδριζου· μη φοβηθης μηδε δειλιασης· διοτι ειναι μετα σου Κυριος ο Θεος σου οπου αν υπαγης.
<scripture passage="Josh 1:10" parsed="|Josh|1|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.10" />
<sup>10</sup>Και προσεταξεν ο Ιησους τους αρχοντας του λαου, λεγων,
<scripture passage="Josh 1:11" parsed="|Josh|1|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.11" />
<sup>11</sup>Περασατε δια μεσου του στρατοπεδου και προσταξατε τον λαον, λεγοντες, Ετοιμασατε εις εαυτους εφοδια· διοτι μετα τρεις ημερας θελετε διαβη τον Ιορδανην τουτον, δια να εισελθητε να κληρονομησητε την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας διδει εις εσας δια να κληρονομησητε αυτην.
<scripture passage="Josh 1:12" parsed="|Josh|1|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.12" />
<sup>12</sup>Και προς τους Ρουβηνιτας και προς τους Γαδιτας και προς το ημισυ της φυλης του Μανασση ειπεν ο Ιησους, λεγων,
<scripture passage="Josh 1:13" parsed="|Josh|1|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.13" />
<sup>13</sup>Ενθυμηθητε τον λογον τον οποιον προσεταξεν εις εσας Μωυσης ο δουλος του Κυριου, λεγων, Κυριος ο Θεος σας σας ανεπαυσε και σας εδωκε την γην ταυτην·
<scripture passage="Josh 1:14" parsed="|Josh|1|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.14" />
<sup>14</sup>αι γυναικες σας, τα τεκνα σας και τα κτηνη σας θελουσι μεινει εν τη γη, την οποιαν ο Μωυσης εδωκεν εις εσας εντευθεν του Ιορδανου· σεις δε θελετε διαβη εμπροσθεν των αδελφων σας ωπλισμενοι, παντες οι δυνατοι εν ισχυι, και θελετε βοηθησει αυτους·
<scripture passage="Josh 1:15" parsed="|Josh|1|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.15" />
<sup>15</sup>εωσου αναπαυση ο Κυριος τους αδελφους σας καθως και εσας, και να κληρονομησωσι και αυτοι την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας διδει εις αυτους· τοτε θελετε επιστρεψει εις την γην της κληρονομιας σας, και θελετε κληρονομησει αυτην, την οποιαν Μωυσης ο δουλος του Κυριου εδωκεν εις εσας εντευθεν του Ιορδανου, προς ανατολας ηλιου.
<scripture passage="Josh 1:16" parsed="|Josh|1|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.16" />
<sup>16</sup>Και απεκριθησαν προς τον Ιησουν, λεγοντες, Παντα οσα προσταζεις εις ημας θελομεν καμει· και πανταχου οπου αποστειλης ημας, θελομεν υπαγει·
<scripture passage="Josh 1:17" parsed="|Josh|1|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.17" />
<sup>17</sup>καθως υπηκουομεν κατα παντα εις τον Μωυσην, ουτω θελομεν υπακουει και εις σε· μονον Κυριος ο Θεος σου να ηναι μετα σου, καθως ητο μετα του Μωυσεως·
<scripture passage="Josh 1:18" parsed="|Josh|1|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.1.18" />
<sup>18</sup>πας ανθρωπος, οστις εναντιωθη εις τας προσταγας σου και δεν υπακουση εις τους λογους σου κατα παντα οσα προσταξης αυτον, ας θανατονηται· μονον ισχυε και ανδριζου.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 2" progress="19.88%" prev="Josh.1" next="Josh.3" id="Josh.2">
<h3 id="Josh.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Josh.2-p1">
<scripture passage="Josh 2:1" parsed="|Josh|2|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.1" />
<sup>1</sup>Και απεστειλεν Ιησους ο υιος του Ναυη εκ Σιττειμ δυο ανδρας να κατασκοπευσωσι κρυφιως, λεγων, Υπαγετε, ιδετε την γην και την Ιεριχω. Οι δε υπηγον και εισηλθον εις οικιαν γυναικος πορνης, ονομαζομενης Ρααβ, και κατελυσαν εκει.
<scripture passage="Josh 2:2" parsed="|Josh|2|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.2" />
<sup>2</sup>Απηγγειλαν δε προς τον βασιλεα της Ιεριχω, λεγοντες, Ιδου, ηλθον ενταυθα την νυκτα ανδρες εκ των υιων Ισραηλ, δια να κατασκοπευσωσι την γην.
<scripture passage="Josh 2:3" parsed="|Josh|2|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς της Ιεριχω προς την Ρααβ, λεγων, Εξαγαγε τους ανδρας τους εισελθοντας προς σε, οιτινες εισηλθον εις την οικιαν σου· διοτι ηλθον να κατασκοπευσωσι πασαν την γην.
<scripture passage="Josh 2:4" parsed="|Josh|2|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.4" />
<sup>4</sup>Και λαβουσα η γυνη τους δυο ανδρας εκρυψεν αυτους και ειπε, Ναι μεν εισηλθον προς εμε οι ανδρες και δεν εξευρω ποθεν ησαν·
<scripture passage="Josh 2:5" parsed="|Josh|2|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.5" />
<sup>5</sup>ενω δε εμελλε να κλεισθη η πυλη, οτε εσκοτασεν, οι ανδρες εξηλθον· δεν εξευρω που υπηγον οι ανδρες· τρεξατε ταχεως κατοπιν αυτων, διοτι θελετε προφθασει αυτους.
<scripture passage="Josh 2:6" parsed="|Josh|2|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.6" />
<sup>6</sup>Αυτη ομως ειχεν αναβιβασει αυτους επι το δωμα και σκεπασει αυτους με λινοκαλαμην, την οποιαν ειχεν εστοιβαγμενην επι του δωματος.
<scripture passage="Josh 2:7" parsed="|Josh|2|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.7" />
<sup>7</sup>Και οι ανδρες ετρεξαν κατοπιν αυτων δια της οδου της προς τον Ιορδανην, μεχρι των διαβασεων· και ευθυς αφου ανεχωρησαν οι τρεχοντες κατοπιν αυτων, εκλεισθη η πυλη.
<scripture passage="Josh 2:8" parsed="|Josh|2|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.8" />
<sup>8</sup>Και πριν εκεινοι πλαγιασωσιν, αυτη ανεβη προς αυτους επι το δωμα.
<scripture passage="Josh 2:9" parsed="|Josh|2|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς τους ανδρας, Γνωριζω οτι ο Κυριος εδωκεν εις εσας την γην· και οτι ο τρομος σας επεπεσεν εφ' ημας, και οτι παντες οι κατοικοι της γης ενεκρωθησαν εκ του φοβου σας·
<scripture passage="Josh 2:10" parsed="|Josh|2|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.10" />
<sup>10</sup>επειδη ηκουσαμεν πως ο Κυριος εξηρανε τα υδατα της Ερυθρας θαλασσης εμπροσθεν σας, οτε εξηλθετε εξ Αιγυπτου· και τι εκαμετε εις τους δυο βασιλεις των Αμορραιων, τους περαν του Ιορδανου, εις τον Σηων και εις τον Ωγ, τους οποιους εξωλοθρευσατε·
<scripture passage="Josh 2:11" parsed="|Josh|2|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.11" />
<sup>11</sup>και καθως ηκουσαμεν, διελυθη καρδια ημων, και δεν εμεινε πλεον πνοη εις ουδενα εκ του φοβου σας· διοτι Κυριος ο Θεος σας, αυτος ειναι Θεος εν τω ουρανω ανω και επι της γης κατω.
<scripture passage="Josh 2:12" parsed="|Josh|2|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.12" />
<sup>12</sup>Και τωρα, ομοσατε μοι, παρακαλω, εις τον Κυριον οτι, καθως εγω εκαμα ελεος εις εσας, θελετε καμει και σεις ελεος εις την οικογενειαν του πατρος μου· και δοτε εις εμε σημειον πιστεως,
<scripture passage="Josh 2:13" parsed="|Josh|2|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.13" />
<sup>13</sup>οτι θελετε φυλαξει την ζωην εις τον πατερα μου και εις την μητερα μου και εις τους αδελφους μου και εις τας αδελφας μου και παντα οσα εχουσι, και θελετε σωσει την ζωην ημων εκ του θανατου.
<scripture passage="Josh 2:14" parsed="|Josh|2|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθησαν προς αυτην οι ανδρες, Η ζωη ημων εις θανατον ας παραδοθη αντι της ιδικης σας, αν μονον δεν φανερωσητε ταυτην την υποθεσιν ημων, εαν ημεις, οταν ο Κυριος παραδωση εις ημας την γην, δεν δειξωμεν ελεος και πιστιν εις σε.
<scripture passage="Josh 2:15" parsed="|Josh|2|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.15" />
<sup>15</sup>Τοτε κατεβιβασεν αυτους με σχοινιον δια της θυριδος· διοτι η οικια αυτης ητο εν τω τειχει της πολεως και εν τω τειχει κατωκει.
<scripture passage="Josh 2:16" parsed="|Josh|2|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς αυτους, Απελθετε εις την ορεινην, δια να μη σας συναντησωσιν οι καταδιωκοντες· και κρυφθητε εκει τρεις ημερας, εωσου επιστρεψωσιν οι καταδιωκοντες· και επειτα θελετε υπαγει εις την οδον σας.
<scripture passage="Josh 2:17" parsed="|Josh|2|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.17" />
<sup>17</sup>Και ειπαν προς αυτην οι ανδρες, Ουτω θελομεν εισθαι καθαροι απο του ορκου σου τουτου, τον οποιον εκαμες ημας να ομοσωμεν·
<scripture passage="Josh 2:18" parsed="|Josh|2|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.18" />
<sup>18</sup>ιδου, οταν ημεις εισερχωμεθα εις την γην, θελεις δεσει το σχοινιον τουτου του κοκκινου νηματος εις την θυριδα, απο της οποιας κατεβιβασας ημας· και τον πατερα σου και την μητερα σου και τους αδελφους σου και πασαν την οικογενειαν του πατρος σου, θελεις συναξει προς σεαυτην εις την οικιαν·
<scripture passage="Josh 2:19" parsed="|Josh|2|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.19" />
<sup>19</sup>και πας οστις εξελθη εκ της θυρας της οικιας σου, το αιμα αυτου θελει εισθαι επι της κεφαλης αυτου, ημεις δε θελομεν εισθαι καθαροι· οστις δε μενη μετα σου εν τη οικια, το αιμα αυτου θελει εισθαι επι της κεφαλης ημων, εαν τις βαλη χειρα επ' αυτον·
<scripture passage="Josh 2:20" parsed="|Josh|2|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.20" />
<sup>20</sup>αλλ' εαν φανερωσης την υποθεσιν ημων ταυτην, τοτε θελομεν εισθαι λελυμενοι απο του ορκου σου, τον οποιον εκαμες ημας να ομοσωμεν.
<scripture passage="Josh 2:21" parsed="|Josh|2|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε, Κατα τους λογους σας, ουτως, ας γεινη. Και εξαπεστειλεν αυτους, και ανεχωρησαν· αυτη δε εδεσε το κοκκινον σχοινιον εις την θυριδα.
<scripture passage="Josh 2:22" parsed="|Josh|2|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.22" />
<sup>22</sup>Και ανεχωρησαν και ηλθον εις την ορεινην και εμειναν εκει τρεις ημερας, εωσου επεστρεψαν οι καταδιωκοντες· και εζητησαν αυτους οι καταδιωκοντες καθ' ολην την οδον, πλην δεν ευρηκαν.
<scripture passage="Josh 2:23" parsed="|Josh|2|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.23" />
<sup>23</sup>Και υπεστρεψαν οι δυο ανδρες και κατεβησαν εκ του ορους και διεβησαν και ηλθον προς Ιησουν τον υιον του Ναυη, και διηγηθησαν προς αυτον παντα οσα συνεβησαν εις αυτους.
<scripture passage="Josh 2:24" parsed="|Josh|2|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.2.24" />
<sup>24</sup>Και ειπον προς τον Ιησουν, Βεβαιως ο Κυριος παρεδωκεν εις τας χειρας ημων πασαν την γην· και μαλιστα παντες οι κατοικοι του τοπου ενεκρωθησαν εκ του φοβου ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 3" progress="19.98%" prev="Josh.2" next="Josh.4" id="Josh.3">
<h3 id="Josh.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Josh.3-p1">
<scripture passage="Josh 3:1" parsed="|Josh|3|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.1" />
<sup>1</sup>Και εξηγερθη ο Ιησους πρωι· και ανεχωρησαν εκ Σιττειμ και ηλθον εως του Ιορδανου, αυτος και παντες οι υιοι Ισραηλ, και διενυκτερευσαν εκει πριν διαβωσι.
<scripture passage="Josh 3:2" parsed="|Josh|3|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.2" />
<sup>2</sup>μετα δε τρεις ημερας επερασαν δια μεσον του στρατοπεδου οι αρχοντες,
<scripture passage="Josh 3:3" parsed="|Josh|3|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.3" />
<sup>3</sup>και προσεταξαν τον λαον, λεγοντες, Οταν ιδητε την κιβωτον της διαθηκης Κυριου του Θεου σας και τους ιερεις τους Λευιτας βασταζοντας αυτην, τοτε σεις θελετε κινηθη απο των τοπων σας και υπαγει οπισω αυτης·
<scripture passage="Josh 3:4" parsed="|Josh|3|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.4" />
<sup>4</sup>πλην ας ηναι διαστημα μεταξυ υμων και εκεινης, εως δυο χιλιαδων πηχων κατα το μετρον, μη πλησιασητε εις αυτην, δια να γνωριζητε την οδον την οποιαν πρεπει να βαδιζητε· διοτι δεν επερασατε την οδον ταυτην χθες και προχθες.
<scripture passage="Josh 3:5" parsed="|Josh|3|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον λαον, Καθαρισθητε, διοτι αυριον θελει καμει ο Κυριος εν μεσω υμων θαυμασια.
<scripture passage="Josh 3:6" parsed="|Josh|3|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τους ιερεις λεγων, Σηκωσατε την κιβωτον της διαθηκης και προπορευεσθε εμπροσθεν του λαου. Και εσηκωσαν την κιβωτον της διαθηκης και επορευοντο εμπροσθεν του λαου.
<scripture passage="Josh 3:7" parsed="|Josh|3|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Εν τη ημερα ταυτη αρχιζω να σε μεγαλυνω ενωπιον παντος του Ισραηλ· δια να γνωρισωσιν οτι, καθως ημην μετα του Μωυσεως, θελω εισθαι και μετα σου·
<scripture passage="Josh 3:8" parsed="|Josh|3|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.8" />
<sup>8</sup>συ λοιπον προσταξον τους ιερεις τους βασταζοντας την κιβωτον της διαθηκης, λεγων, Οταν φθασητε εις το χειλος του υδατος του Ιορδανου, θελετε σταθη εν τω Ιορδανη.
<scripture passage="Josh 3:9" parsed="|Josh|3|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τους υιους Ισραηλ, Προσελθετε ενταυθα και ακουσατε τους λογους Κυριου του Θεου σας.
<scripture passage="Josh 3:10" parsed="|Josh|3|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Ιησους, Εκ τουτου θελετε γνωρισει, οτι ο Θεος ο ζων ειναι εν τω μεσω υμων, και οτι κατα κρατος θελει εξολοθρευσει απ' εμπροσθεν σας τους Χαναναιους και τους Χετταιους και τους Ευαιους και τους Φερεζαιους και τους Γεργεσαιους και τους Αμορραιους και τους Ιεβουσαιους·
<scripture passage="Josh 3:11" parsed="|Josh|3|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.11" />
<sup>11</sup>ιδου, η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου πασης της γης προβαινει εμπροσθεν σας εις τον Ιορδανην·
<scripture passage="Josh 3:12" parsed="|Josh|3|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.12" />
<sup>12</sup>και τωρα εκλεξατε εις εαυτους δωδεκα ανδρας απο των φυλων του Ισραηλ, ανα ενα ανδρα κατα φυλην·
<scripture passage="Josh 3:13" parsed="|Josh|3|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.13" />
<sup>13</sup>και καθως τα ιχνη των ποδων των ιερεων, των βασταζοντων την κιβωτον του Κυριου, του Κυριου πασης της γης, πατησωσιν εν τοις υδασι του Ιορδανου, τα υδατα του Ιορδανου θελουσι διακοπη, τα υδατα τα καταβαινοντα ανωθεν, και θελουσι σταθη εις σωρον ενα.
<scripture passage="Josh 3:14" parsed="|Josh|3|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.14" />
<sup>14</sup>Και καθως εσηκωθη ο λαος εκ των σκηνων αυτων, δια να διαβωσι τον Ιορδανην, και οι ιερεις οι βασταζοντες την κιβωτον της διαθηκης εμπροσθεν του λαου,
<scripture passage="Josh 3:15" parsed="|Josh|3|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.15" />
<sup>15</sup>και καθως ηλθον οι βασταζοντες την κιβωτον εως του Ιορδανου, και οι ποδες των ιερεων των βασταζοντων την κιβωτον εβραχησαν κατα το χειλος του υδατος, διοτι ο Ιορδανης πλημμυρει καθ' ολας τας οχθας αυτου πασας τας ημερας του θερισμου,
<scripture passage="Josh 3:16" parsed="|Josh|3|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.16" />
<sup>16</sup>εσταθησαν τα υδατα τα καταβαινοντα ανωθεν και υψωθησαν εις ενα σωρον πολυ μακραν, απο της πολεως Αδαμ, ητις ειναι εις τα πλαγια της Ζαρεταν· τα δε καταβαινοντα κατω προς την θαλασσαν της πεδιαδος, την αλμυραν θαλασσαν, αποκοπεντα εξελιπον· και ο λαος επερασε κατεναντι της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 3:17" parsed="|Josh|3|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.3.17" />
<sup>17</sup>Και οι ιερεις, οι βασταζοντες την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, ισταντο στερεοι επι ξηρας εν μεσω του Ιορδανου· και παντες οι Ισραηλιται διεβαινον δια ξηρας, εωσου ετελειωσε πας ο λαος διαβαινων τον Ιορδανην.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 4" progress="20.05%" prev="Josh.3" next="Josh.5" id="Josh.4">
<h3 id="Josh.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Josh.4-p1">
<scripture passage="Josh 4:1" parsed="|Josh|4|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.1" />
<sup>1</sup>Και αφου πας ο λαος ετελειωσε διαβαινων τον Ιορδανην, ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, λεγων,
<scripture passage="Josh 4:2" parsed="|Josh|4|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.2" />
<sup>2</sup>Λαβετε εις εαυτους δωδεκα ανδρας εκ του λαου, ανα ενα ανδρα κατα φυλην,
<scripture passage="Josh 4:3" parsed="|Josh|4|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.3" />
<sup>3</sup>και προσταξον αυτους, λεγων, Λαβετε εντευθεν εκ μεσου του Ιορδανου, εκ του τοπου οπου των ιερεων οι ποδες εσταθησαν στερεοι, δωδεκα λιθους· και θελετε μετακομισει αυτους μεθ' εαυτων, και θελετε θεσει αυτους εν τω τοπω οπου στρατοπεδευσητε ταυτην την νυκτα.
<scripture passage="Josh 4:4" parsed="|Josh|4|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.4" />
<sup>4</sup>Τοτε ο Ιησους προσεκαλεσε τους δωδεκα ανδρας, τους οποιους ειχε διορισει εκ των υιων Ισραηλ, ανα ενα ανδρα κατα φυλην·
<scripture passage="Josh 4:5" parsed="|Josh|4|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.5" />
<sup>5</sup>και ειπε προς αυτους ο Ιησους, διαβητε εμπροσθεν της κιβωτου Κυριου του Θεου σας εν τω μεσω του Ιορδανου, και σηκωσατε εκαστος απο σας ενα λιθον επι τους ωμους αυτου, κατα τον αριθμον των φυλων των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Josh 4:6" parsed="|Josh|4|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.6" />
<sup>6</sup>δια να ηναι τουτο σημειον μεταξυ σας· ωστε οταν ερωτωσιν οι υιοι σας εις το μελλον λεγοντες, Τι δηλουσιν εις εσας οι λιθοι ουτοι;
<scripture passage="Josh 4:7" parsed="|Josh|4|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.7" />
<sup>7</sup>τοτε θελετε αποκριθη προς αυτους, Οτι εκοπησαν τα υδατα του Ιορδανου απ' εμπροσθεν της κιβωτου της διαθηκης του Κυριου· οτε διεβαινε τον Ιορδανην, τα υδατα του Ιορδανου εκοπησαν· και οι λιθοι ουτοι θελουσιν εισθαι προς τους υιους Ισραηλ εις μνημοσυνον εως αιωνος.
<scripture passage="Josh 4:8" parsed="|Josh|4|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι Ισραηλ καθως προσεταξεν ο Ιησους, και ελαβον δωδεκα λιθους εκ μεσου του Ιορδανου, καθως ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, κατα τον αριθμον των φυλων των υιων Ισραηλ, και μετεκομισαν αυτους μεθ' εαυτων εις τον τοπον οπου κατελυσαν και εθεσαν αυτους εκει.
<scripture passage="Josh 4:9" parsed="|Josh|4|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.9" />
<sup>9</sup>Και αλλους δωδεκα λιθους εστησεν ο Ιησους εν τω μεσω του Ιορδανου, εν τω τοπω οπου εσταθησαν οι ποδες των ιερεων, των βασταζοντων την κιβωτον της διαθηκης· και εκει ειναι μεχρι της σημερον.
<scripture passage="Josh 4:10" parsed="|Josh|4|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.10" />
<sup>10</sup>Οι δε ιερεις οι βασταζοντες την κιβωτον ισταντο εν τω μεσω του Ιορδανου, εωσου ετελεσθησαν παντα οσα ο Κυριος προσεταξεν εις τον Ιησουν να ειπη προς τον λαον, κατα παντα οσα ο Μωυσης προσεταξεν εις τον Ιησουν· και εσπευσεν ο λαος και διεβη.
<scripture passage="Josh 4:11" parsed="|Josh|4|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.11" />
<sup>11</sup>Και αφου πας ο λαος ετελειωσε διαβαινων, διεβη και η κιβωτος του Κυριου και οι ιερεις εμπροσθεν του λαου.
<scripture passage="Josh 4:12" parsed="|Josh|4|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.12" />
<sup>12</sup>Και οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και το ημισυ της φυλης Μανασση διεβησαν ωπλισμενοι εμπροσθεν των υιων Ισραηλ, καθως ειπε προς αυτους ο Μωυσης.
<scripture passage="Josh 4:13" parsed="|Josh|4|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.13" />
<sup>13</sup>Εως τεσσαρακοντα χιλιαδες ενοπλοι διεβησαν εμπροσθεν του Κυριου εις πολεμον, προς τας πεδιαδας της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 4:14" parsed="|Josh|4|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.14" />
<sup>14</sup>Εν εκεινη τη ημερα εμεγαλυνεν ο Κυριος τον Ιησουν ενωπιον παντος του Ισραηλ, και εφοβουντο αυτον, καθως εφοβουντο τον Μωυσην, πασας τας ημερας της ζωης αυτου.
<scripture passage="Josh 4:15" parsed="|Josh|4|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν λεγων,
<scripture passage="Josh 4:16" parsed="|Josh|4|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.16" />
<sup>16</sup>Προσταξον τους ιερεις τους βασταζοντας την κιβωτον του μαρτυριου, να αναβωσιν εκ του Ιορδανου.
<scripture passage="Josh 4:17" parsed="|Josh|4|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.17" />
<sup>17</sup>Και προσεταξεν ο Ιησους τους ιερεις λεγων, Αναβητε εκ του Ιορδανου.
<scripture passage="Josh 4:18" parsed="|Josh|4|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.18" />
<sup>18</sup>Και αφου οι ιερεις οι βασταζοντες την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου ανεβησαν εκ μεσου του Ιορδανου, και τα ιχνη των ποδων των ιερεων επατησαν επι της ξηρας, τα υδατα του Ιορδανου επιστρεψαντα εις τον τοπον αυτων επλημμυρησαν πασας τας οχθας αυτου, καθως προτερον.
<scripture passage="Josh 4:19" parsed="|Josh|4|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.19" />
<sup>19</sup>Και ανεβη ο λαος εκ του Ιορδανου την δεκατην του πρωτου μηνος και εστρατοπεδευσαν εν Γαλγαλοις προς το ανατολικον μερος της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 4:20" parsed="|Josh|4|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.20" />
<sup>20</sup>Και τους δωδεκα εκεινους λιθους, τους οποιους ελαβον εκ του Ιορδανου, εστησεν ο Ιησους εν Γαλγαλοις.
<scripture passage="Josh 4:21" parsed="|Josh|4|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς τους υιους Ισραηλ, λεγων, Οταν εις το μελλον ερωτωσιν οι υιοι σας τους πατερας αυτων, λεγοντες, Τι δηλουσιν οι λιθοι ουτοι;
<scripture passage="Josh 4:22" parsed="|Josh|4|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.22" />
<sup>22</sup>τοτε θελετε αναγγειλει προς τους υιους σας, λεγοντες, Δια ξηρας διεβη ο Ισραηλ τον Ιορδανην τουτον·
<scripture passage="Josh 4:23" parsed="|Josh|4|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.23" />
<sup>23</sup>διοτι απεξηρανε Κυριος ο Θεος σας τα υδατα του Ιορδανου εμπροσθεν σας, εωσου διεβητε, καθως εκαμε Κυριος ο Θεος σας εις την Ερυθραν θαλασσαν, την οποιαν απεξηρανεν εμπροσθεν ημων, εωσου διεβημεν·
<scripture passage="Josh 4:24" parsed="|Josh|4|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.4.24" />
<sup>24</sup>δια να γνωρισωσι παντες οι λαοι της γης την χειρα του Κυριου, οτι ειναι κραταια· δια να φοβησθε Κυριον τον Θεον σας παντοτε.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 5" progress="20.14%" prev="Josh.4" next="Josh.6" id="Josh.5">
<h3 id="Josh.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Josh.5-p1">
<scripture passage="Josh 5:1" parsed="|Josh|5|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηκουσαν παντες οι βασιλεις των Αμορραιων, οι περαν του Ιορδανου προς δυσμας, και παντες οι βασιλεις των Χαναναιων, οι παρα την θαλασσαν, οτι ο Κυριος απεξηρανε τα υδατα του Ιορδανου απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ εωσου διεβησαν, διελυθησαν αι καρδιαι αυτων· και δεν εμεινε πλεον εις αυτους πνοη, απο του φοβου των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 5:2" parsed="|Josh|5|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.2" />
<sup>2</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον ειπεν ο Κυριος προς τον Ιησουν, Καμε εις σεαυτον λιθινας μαχαιρας κοπτερας, και περιτεμε εκ δευτερου τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 5:3" parsed="|Josh|5|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.3" />
<sup>3</sup>Και εκαμεν ο Ιησους εις εαυτον λιθινας μαχαιρας κοπτερας, και περιετεμε τους υιους Ισραηλ επι του βουνου των ακροβυστιων.
<scripture passage="Josh 5:4" parsed="|Josh|5|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.4" />
<sup>4</sup>Και η αιτια, δια την οποιαν ο Ιησους εκαμε την περιτομην, ειναι οτι πας ο λαος ο εξελθων εξ Αιγυπτου, τα αρσενικα, παντες οι ανδρες του πολεμου, απεθανον εν τη ερημω καθ' οδον, αφου εξηλθον εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="Josh 5:5" parsed="|Josh|5|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.5" />
<sup>5</sup>Και πας ο λαος ο εξελθων ητο περιτετμημενος· πας δε ο λαος οστις εγεννηθη εν τη ερημω καθ' οδον, αφου εξηλθον εξ Αιγυπτου, δεν ειχε περιτμηθη.
<scripture passage="Josh 5:6" parsed="|Josh|5|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.6" />
<sup>6</sup>Διοτι τεσσαρακοντα ετη περιηρχοντο οι υιοι Ισραηλ εν τη ερημω, εωσου ετελευτησαν πας ο λαος, οι ανδρες του πολεμου, οι εξελθοντες εξ Αιγυπτου, επειδη δεν υπηκουσαν εις την φωνην του Κυριου· προς τους οποιους ο Κυριος ωμοσεν, οτι δεν θελει αφησει αυτους να ιδωσι την γην, την οποιαν ωμοσεν ο Κυριος προς τους πατερας αυτων οτι θελει δωσει εις ημας, γην ρεουσαν γαλα και μελι.
<scripture passage="Josh 5:7" parsed="|Josh|5|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.7" />
<sup>7</sup>Αντι δε τουτων αντικατεστησε τους υιους αυτων, τους οποιους ο Ιησους περιετεμε· διοτι ησαν απεριτμητοι, επειδη δεν ειχον περιτεμει αυτους καθ' οδον.
<scripture passage="Josh 5:8" parsed="|Josh|5|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.8" />
<sup>8</sup>Και αφου ετελειωσαν περιτεμνοντες παντα τον λαον, εκαθηντο εις τους τοπους αυτων εν τω στρατοπεδω, εωσου ιατρευθησαν.
<scripture passage="Josh 5:9" parsed="|Josh|5|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Ταυτην την ημεραν αφηρεσα αφ' υμων τον ονειδισμον της Αιγυπτου. Δια τουτο ωνομασθη ο τοπος εκεινος Γαλγαλα εως της σημερον.
<scripture passage="Josh 5:10" parsed="|Josh|5|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.10" />
<sup>10</sup>Και οι υιοι Ισραηλ εστρατοπεδευσαν εν Γαλγαλοις και εκαμον το πασχα τη δεκατη τεταρτη του μηνος προς το εσπερας, εις τας πεδιαδας της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 5:11" parsed="|Josh|5|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.11" />
<sup>11</sup>Και τη επαυριον του πασχα εφαγον αζυμα απο του σιτου της γης, και σιτον πεφρυγμενον την αυτην εκεινην ημεραν.
<scripture passage="Josh 5:12" parsed="|Josh|5|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.12" />
<sup>12</sup>Και τη επαυριον αφου εφαγον απο του σιτου της γης, εξελιπε το μαννα· και δεν ειχον πλεον μαννα οι υιοι Ισραηλ, αλλ' ετρωγον απο των γεννηματων της γης Χανααν τον ενιαυτον εκεινον.
<scripture passage="Josh 5:13" parsed="|Josh|5|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.13" />
<sup>13</sup>Και οτε ο Ιησους ητο πλησιον της Ιεριχω, υψωσε τους οφθαλμους αυτου και ειδε, και ιδου, ιστατο κατεναντι αυτου ανθρωπος και η ρομφαια αυτου ητο γεγυμνωμενη εν τη χειρι αυτου· και προσελθων ο Ιησους ειπε προς αυτον, Ημετερος εισαι η των υπεναντιων ημων;
<scripture passage="Josh 5:14" parsed="|Josh|5|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.14" />
<sup>14</sup>Ο δε ειπεν, Ουχι· αλλ' εγω Αρχιστρατηγος της δυναμεως του Κυριου τωρα ηλθον. Και επεσεν ο Ιησους επι την γην κατα προσωπον αυτου και προσεκυνησε, και ειπε προς αυτον, Τι προσταζει ο κυριος μου εις τον δουλον αυτου;
<scripture passage="Josh 5:15" parsed="|Josh|5|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.5.15" />
<sup>15</sup>Και ο Αρχιστρατηγος της δυναμεως του Κυριου ειπε προς τον Ιησουν, Λυσον το υποδημα σου εκ των ποδων σου· διοτι ο τοπος, επι του οποιου ιστασαι, ειναι αγιος. Και ο Ιησους εκαμεν ουτω.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 6" progress="20.21%" prev="Josh.5" next="Josh.7" id="Josh.6">
<h3 id="Josh.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Josh.6-p1">
<scripture passage="Josh 6:1" parsed="|Josh|6|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.1" />
<sup>1</sup>Η δε Ιεριχω ητο συγκεκλεισμενη και ωχυρωμενη εξ αιτιας των υιων Ισραηλ· ουδεις εξηρχετο και ουδεις εισηρχετο.
<scripture passage="Josh 6:2" parsed="|Josh|6|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Ιδου, παρεδωκα εις την χειρα σου την Ιεριχω και τον βασιλεα αυτης και τους δυνατους εν ισχυι.
<scripture passage="Josh 6:3" parsed="|Josh|6|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.3" />
<sup>3</sup>Και θελετε περιελθει την πολιν, παντες οι ανδρες του πολεμου, κυκλω της πολεως απαξ· ουτω θελεις καμνει εξ ημερας.
<scripture passage="Josh 6:4" parsed="|Josh|6|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.4" />
<sup>4</sup>Και επτα ιερεις θελουσι βασταζει εμπροσθεν της κιβωτου επτα σαλπιγγας κερατινας· και την εβδομην ημεραν θελετε περιελθει την πολιν επτακις· και οι ιερεις θελουσι σαλπιζει με τας σαλπιγγας.
<scripture passage="Josh 6:5" parsed="|Josh|6|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.5" />
<sup>5</sup>Και οταν σαλπισωσι με την κερατινην επεκτεινοντες, καθως ακουσητε τον ηχον της σαλπιγγος, πας ο λαος θελει αλαλαξει μεγαν αλαλαγμον, και θελει καταπεσει το τειχος της πολεως υφ' εαυτο, και ο λαος θελει αναβη, εκαστος κατ' ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Josh 6:6" parsed="|Josh|6|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.6" />
<sup>6</sup>Και εκαλεσεν Ιησους ο υιος του Ναυη τους ιερεις και ειπε προς αυτους, Λαβετε την κιβωτον της διαθηκης, και επτα ιερεις ας βασταζωσιν επτα σαλπιγγας κερατινας εμπροσθεν της κιβωτου του Κυριου.
<scripture passage="Josh 6:7" parsed="|Josh|6|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς τον λαον, Περασατε και περιελθετε την πολιν, και οι ωπλισμενοι ας περασωσιν εμπροσθεν της κιβωτου του Κυριου.
<scripture passage="Josh 6:8" parsed="|Josh|6|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.8" />
<sup>8</sup>Και αφου ο Ιησους ελαλησε προς τον λαον, οι επτα ιερεις βασταζοντες τας επτα κερατινας σαλπιγγας εμπροσθεν του Κυριου επερασαν και εσαλπιζον με τας σαλπιγγας, και η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου ηκολουθει αυτους.
<scripture passage="Josh 6:9" parsed="|Josh|6|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.9" />
<sup>9</sup>Και οι ωπλισμενοι προεπορευοντο των ιερεων, των σαλπιζοντων με τας σαλπιγγας, και η οπισθοφυλακη ηκολουθει οπισθεν της κιβωτου, ενω οι ιερεις προχωρουντες εσαλπιζον με τας σαλπιγγας.
<scripture passage="Josh 6:10" parsed="|Josh|6|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.10" />
<sup>10</sup>Και προσεταξεν ο Ιησους τον λαον, λεγων, Δεν θελετε αλαλαξει, ουδε θελει ακουσθη η φωνη σας, ουδε θελει εξελθει λογος εκ του στοματος σας, μεχρι της ημερας καθ' ην θελω σας ειπει να αλαλαξητε· τοτε θελετε αλαλαξει.
<scripture passage="Josh 6:11" parsed="|Josh|6|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.11" />
<sup>11</sup>Και η κιβωτος του Κυριου περιηλθε την πολιν κυκλω απαξ· και ηλθον εις το στρατοπεδον και διενυκτερευσαν εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="Josh 6:12" parsed="|Josh|6|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.12" />
<sup>12</sup>Και εξηγερθη ο Ιησους το πρωι, και οι ιερεις εσηκωσαν την κιβωτον του Κυριου·
<scripture passage="Josh 6:13" parsed="|Josh|6|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.13" />
<sup>13</sup>και οι επτα ιερεις, βασταζοντες τας επτα κερατινας σαλπιγγας, προεπορευοντο της κιβωτου του Κυριου, πορευομενοι και σαλπιζοντες με τας σαλπιγγας· και εμπροσθεν αυτων επορευοντο οι ωπλισμενοι· η δε οπισθοφυλακη ηκολουθει οπισθεν της κιβωτου του Κυριου, ενω οι ιερεις προχωρουντες εσαλπιζον με τας σαλπιγγας.
<scripture passage="Josh 6:14" parsed="|Josh|6|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.14" />
<sup>14</sup>Και την δευτεραν ημεραν περιηλθον την πολιν απαξ, και επεστρεψαν εις το στρατοπεδον· ουτως εκαμνον εξ ημερας.
<scripture passage="Josh 6:15" parsed="|Josh|6|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.15" />
<sup>15</sup>Και την εβδομην ημεραν εξηγερθησαν περι τα χαραγματα και περιηλθον την πολιν επτακις κατα τον αυτον τροπον· μονον εν ταυτη τη ημερα περιηλθον την πολιν επτακις.
<scripture passage="Josh 6:16" parsed="|Josh|6|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.16" />
<sup>16</sup>Και εις την εβδομην φοραν, ενω εσαλπιζον οι ιερεις με τας σαλπιγγας, ειπεν ο Ιησους προς τον λαον, Αλαλαξατε· διοτι ο Κυριος παρεδωκεν εις εσας την πολιν·
<scripture passage="Josh 6:17" parsed="|Josh|6|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.17" />
<sup>17</sup>και η πολις θελει εισθαι αναθεμα εις τον Κυριον, αυτη και παντα τα εν αυτη· εις μονην την Ρααβ την πορνην θελει φυλαχθη η ζωη, εις αυτην και εις παντας τους οντας εν τη οικια μετ' αυτης· διοτι εκρυψε τους κατασκοπους, τους οποιους απεστειλαμεν·
<scripture passage="Josh 6:18" parsed="|Josh|6|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.18" />
<sup>18</sup>σεις ομως φυλαχθητε απο του αναθεματος, δια να μη γεινητε αναθεμα, λαμβανοντες απο του αναθεματος, και καταστησητε το στρατοπεδον του Ισραηλ αναθεμα και ταραξητε αυτο·
<scripture passage="Josh 6:19" parsed="|Josh|6|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.19" />
<sup>19</sup>απαν δε το αργυριον και το χρυσιον και τα σκευη τα χαλκινα και τα σιδηρα ειναι αφιερωμενα εις τον Κυριον· εις το θησαυροφυλακιον του Κυριου θελουσιν εισαχθη.
<scripture passage="Josh 6:20" parsed="|Josh|6|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.20" />
<sup>20</sup>Και ηλαλαξεν ο λαος, οτε εσαλπισαν με τας σαλπιγγας· και ως ηκουσεν ο λαος την φωνην των σαλπιγγων, τοτε ηλαλαξεν ο λαος αλαλαγμον μεγαν, και κατεπεσε το τειχος υφ' εαυτο, και ανεβη ο λαος εις την πολιν, εκαστος κατ' ενωπιον αυτου, και εκυριευσαν την πολιν.
<scripture passage="Josh 6:21" parsed="|Josh|6|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.21" />
<sup>21</sup>Και εξωλοθρευσαν εν στοματι μαχαιρας παντας τους εν τη πολει, ανδρας και γυναικας, νεους και γεροντας, και βοας και προβατα και ονους.
<scripture passage="Josh 6:22" parsed="|Josh|6|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.22" />
<sup>22</sup>Ειπε δε ο Ιησους προς τους δυο ανδρας, τους κατασκοπευσαντας την γην, Εισελθετε εις την οικιαν της πορνης και εξαγαγετε εκειθεν την γυναικα, και παντα οσα εχει, καθως ωμοσατε προς αυτην.
<scripture passage="Josh 6:23" parsed="|Josh|6|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.23" />
<sup>23</sup>Και εισηλθον οι νεοι οι κατασκοποι και εξηγαγον την Ρααβ και τον πατερα αυτης και την μητερα αυτης και τους αδελφους αυτης, και παντα οσα ειχε· και εξηγαγον πασαν την συγγενειαν αυτης και εφυλαξαν αυτους εξω του στρατοπεδου του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 6:24" parsed="|Josh|6|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.24" />
<sup>24</sup>Και κατεκαυσαν την πολιν εν πυρι και παντα τα εν αυτη· μονον το αργυριον και το χρυσιον και τα σκευη τα χαλκινα και τα σιδηρα εδωκαν εις το θησαυροφυλακιον του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Josh 6:25" parsed="|Josh|6|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.25" />
<sup>25</sup>Και εις την Ρααβ την πορνην και εις την οικογενειαν του πατρος αυτης και εις παντα οσα ειχε, ο Ιησους εφυλαξε την ζωην· και κατοικει εν τω μεσω του Ισραηλ εως της σημερον· διοτι εκρυψε τους κατασκοπους, τους οποιους απεστειλεν ο Ιησους δια να κατασκοπευσωσι την Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 6:26" parsed="|Josh|6|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.26" />
<sup>26</sup>Και ωμοσεν ο Ιησους κατ' εκεινον τον καιρον, λεγων, Κατηραμενος ενωπιον του Κυριου ο ανθρωπος, οστις αναστηση και κτιση την πολιν ταυτην την Ιεριχω· με τον θανατον του πρωτοτοκου υιου αυτου θελει βαλει τα θεμελια αυτης, και με τον θανατον του νεωτατου υιου αυτου θελει στησει τας πυλας αυτης.
<scripture passage="Josh 6:27" parsed="|Josh|6|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.6.27" />
<sup>27</sup>Και ο Κυριος ητο μετα του Ιησου, και το ονομα αυτου διεφημισθη καθ' ολην την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 7" progress="20.32%" prev="Josh.6" next="Josh.8" id="Josh.7">
<h3 id="Josh.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Josh.7-p1">
<scripture passage="Josh 7:1" parsed="|Josh|7|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.1" />
<sup>1</sup>Οι δε υιοι Ισραηλ εκαμον παραβασιν εις το αναθεμα· διοτι Αχαν, ο υιος του Χαρμι, υιου του Ζαβδι, υιου του Ζερα, εκ της φυλης Ιουδα, ελαβεν απο του αναθεματος· και εξηφθη η οργη του Κυριου κατα των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 7:2" parsed="|Josh|7|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο Ιησους ανθρωπους εκ της Ιεριχω εις Γαι, την πλησιον της Βαιθ-αυεν, προς το ανατολικον μερος της Βαιθηλ· και ειπε προς αυτους λεγων, Αναβητε και κατασκοπευσατε την γην. Και οι ανθρωποι ανεβησαν και κατεσκοπευσαν την Γαι.
<scripture passage="Josh 7:3" parsed="|Josh|7|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.3" />
<sup>3</sup>Και επιστρεψαντες προς τον Ιησουν ειπαν προς αυτον, Ας μη αναβη πας ο λαος, αλλ' ως δυο η τρεις χιλιαδες ανδρες ας αναβωσι και ας παταξωσι την Γαι· μη βαλης παντα τον λαον εις κοπον φερων αυτον εως εκει· διοτι ειναι ολιγοι.
<scripture passage="Josh 7:4" parsed="|Josh|7|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.4" />
<sup>4</sup>Και ανεβησαν εκει εκ του λαου ως τρεις χιλιαδες ανδρες· και εφυγον απο προσωπου των ανδρων της Γαι.
<scripture passage="Josh 7:5" parsed="|Josh|7|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.5" />
<sup>5</sup>Και οι ανδρες της Γαι επαταξαν εξ αυτων εως τριακοντα εξ ανδρας· και κατεδιωξαν αυτους απ' εμπροσθεν της πυλης εως Σιβαρειμ, και επαταξαν αυτους εις το κατωφερες· δια το οποιον αι καρδιαι του λαου διελυθησαν, και εγειναν ως υδωρ.
<scripture passage="Josh 7:6" parsed="|Josh|7|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.6" />
<sup>6</sup>Και διερρηξεν ο Ιησους τα ιματια αυτου, και επεσε κατα γης επι προσωπον αυτου, εμπροσθεν της κιβωτου του Κυριου εως εσπερας, αυτος και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ, και επεθεσαν χωμα επι τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Josh 7:7" parsed="|Josh|7|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Ιησους, Α Δεσποτα Κυριε, δια τι διεβιβασας τον λαον τουτον δια του Ιορδανου, δια να μας παραδωσης εις τας χειρας των Αμορραιων, ωστε να αφανισωσιν ημας; ειθε να ευχαριστουμεθα καθημενοι περαν του Ιορδανου
<scripture passage="Josh 7:8" parsed="|Josh|7|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.8" />
<sup>8</sup>Ω Κυριε, τι να ειπω, αφου ο Ισραηλ εστρεψε τα νωτα εμπροσθεν των εχθρων αυτου;
<scripture passage="Josh 7:9" parsed="|Josh|7|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.9" />
<sup>9</sup>και ακουσαντες οι Χαναναιοι και παντες οι κατοικοι της γης, θελουσι περικυκλωσει ημας και εξαλειψει το ονομα ημων απο της γης· και τι θελεις καμει περι του ονοματος σου του μεγαλου;
<scripture passage="Josh 7:10" parsed="|Josh|7|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Σηκωθητι· δια τι επεσες ουτως επι το προσωπον σου;
<scripture passage="Josh 7:11" parsed="|Josh|7|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.11" />
<sup>11</sup>ημαρτησεν ο Ισραηλ, και μαλιστα παρεβησαν την διαθηκην μου, την οποιαν προσεταξα αυτους· και ετι ελαβον απο του αναθεματος και ετι εκλεψαν και ετι εψευσθησαν και ετι εβαλον αυτο εις τα σκευη αυτων·
<scripture passage="Josh 7:12" parsed="|Josh|7|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.12" />
<sup>12</sup>δια τουτο δεν θελουσι δυνηθη οι υιοι Ισραηλ να σταθωσιν εμπροσθεν των εχθρων αυτων, αλλα θελουσι στρεψει τα νωτα εμπροσθεν των εχθρων αυτων, διοτι εγειναν αναθεμα· ουδε θελω εισθαι πλεον με σας, εαν δεν εξαλειψητε το αναθεμα εκ μεσου σας·
<scripture passage="Josh 7:13" parsed="|Josh|7|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.13" />
<sup>13</sup>σηκωθεις αγιασον τον λαον και ειπε, Αγιασθητε δια την αυριον· διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Αναθεμα ειναι εν τω μεσω σου, Ισραηλ· δεν δυνασαι να σταθης εμπροσθεν των εχθρων σου, εωσου αφαιρεσητε το αναθεμα εκ μεσου σας·
<scripture passage="Josh 7:14" parsed="|Josh|7|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.14" />
<sup>14</sup>προσελθετε λοιπον το πρωι κατα τας φυλας σας· και η φυλη, την οποιαν πιαση ο Κυριος, θελει προσελθει κατα συγγενειας· και η συγγενεια, την οποιαν πιαση ο Κυριος, θελει προσελθει κατ' οικογενειας· και η οικογενεια, την οποιαν πιαση ο Κυριος, θελει προσελθει κατα ανδρας·
<scripture passage="Josh 7:15" parsed="|Josh|7|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.15" />
<sup>15</sup>και οστις πιασθη εχων το αναθεμα, θελει κατακαυθη εν πυρι, αυτος και παντα οσα εχει· διοτι παρεβη την διαθηκην του Κυριου και διοτι επραξεν ανομιαν εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 7:16" parsed="|Josh|7|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.16" />
<sup>16</sup>Και εξεγερθεις ο Ιησους το πρωι, προσηγαγε τον Ισραηλ κατα τας φυλας αυτων· και επιασθη η φυλη του Ιουδα·
<scripture passage="Josh 7:17" parsed="|Josh|7|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.17" />
<sup>17</sup>και προσηγαγε τας συγγενειας του Ιουδα, και επιασθη η συγγενεια των Ζαραιτων· και προσηγαγε την συγγενειαν των Ζαραιτων κατα ανδρας, και επιασθη ο Ζαβδι·
<scripture passage="Josh 7:18" parsed="|Josh|7|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.18" />
<sup>18</sup>και προσηγαγε την οικογενειαν αυτου κατα ανδρας, και επιασθη ο Αχαν, ο υιος του Χαρμι, υιου του Ζαβδι, υιου του Ζερα, εκ της φυλης Ιουδα.
<scripture passage="Josh 7:19" parsed="|Josh|7|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον Αχαν, Τεκνον μου, δος τωρα δοξαν εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, και εξομολογηθητι εις αυτον, και ειπε μοι τωρα τι επραξας· μη κρυψης αυτο απ' εμου.
<scripture passage="Josh 7:20" parsed="|Josh|7|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.20" />
<sup>20</sup>Και απεκριθη ο Αχαν προς τον Ιησουν και ειπε, Αληθως εγω ημαρτον εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ και επραξα ουτω και ουτω·
<scripture passage="Josh 7:21" parsed="|Josh|7|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.21" />
<sup>21</sup>ιδων μεταξυ των λαφυρων μιαν καλην Βαβυλωνικην στολην και διακοσιους σικλους αργυριου και ελασμα χρυσου βαρους πεντηκοντα σικλων, επεθυμησα αυτα και ελαβον αυτα· και ιδου, ειναι κεκρυμμενα εν τη γη, κατα το μεσον της σκηνης μου, και το αργυριον υποκατω αυτων.
<scripture passage="Josh 7:22" parsed="|Josh|7|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.22" />
<sup>22</sup>Και απεστειλεν ο Ιησους ανθρωπους· και ετρεξαν εις την σκηνην, και ιδου, ησαν κεκρυμμενα εν τη σκηνη αυτου, και το αργυριον υποκατω αυτων.
<scripture passage="Josh 7:23" parsed="|Josh|7|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.23" />
<sup>23</sup>Και ελαβον αυτα εκ μεσου της σκηνης, και εφεραν αυτα προς τον Ιησουν και προς παντας τους υιους Ισραηλ, και εθεσαν αυτα ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Josh 7:24" parsed="|Josh|7|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.24" />
<sup>24</sup>Τοτε ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, επιασαν τον Αχαν τον υιον του Ζερα, και το αργυριον και την στολην και το ελασμα του χρυσου και τους υιους αυτου και τας θυγατερας αυτου και τους βοας αυτου και τους ονους αυτου και τα προβατα αυτου και την σκηνην αυτου και παντα οσα ειχε, και εφεραν αυτους εις την κοιλαδα Αχωρ.
<scripture passage="Josh 7:25" parsed="|Josh|7|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Ιησους, Δια τι κατεταραξας ημας; ο Κυριος θελει σε καταταραξει την ημεραν ταυτην. Και πας ο Ισραηλ ελιθοβολησαν αυτον με λιθους και κατεκαυσαν αυτους εν πυρι και ελιθοβολησαν αυτους με λιθους.
<scripture passage="Josh 7:26" parsed="|Josh|7|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.7.26" />
<sup>26</sup>Και εστησαν επ' αυτον σωρον λιθων μεγαν, οστις μενει εως της σημερον· ουτως επαυσεν ο Κυριος απο της εξαψεως του θυμου αυτου· δια τουτο καλειται το ονομα του τοπου εκεινου Κοιλας Αχωρ εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 8" progress="20.44%" prev="Josh.7" next="Josh.9" id="Josh.8">
<h3 id="Josh.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Josh.8-p1">
<scripture passage="Josh 8:1" parsed="|Josh|8|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Μη φοβηθης μηδε δειλιασης· λαβε μετα σου παντας τους πολεμικους ανδρας, και σηκωθεις αναβα εις Γαι· ιδου, εγω παρεδωκα εις την χειρα σου; τον βασιλεα της Γαι και τον λαον αυτου και την πολιν αυτου και την γην αυτου·
<scripture passage="Josh 8:2" parsed="|Josh|8|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.2" />
<sup>2</sup>και θελεις καμει εις την Γαι και εις τον βασιλεα αυτης, καθως εκαμες εις την Ιεριχω και εις τον βασιλεα αυτης· μονον τα λαφυρα αυτης και τα κτηνη αυτης θελετε λαφυραγωγησει εις εαυτους· στησον ενεδραν κατα της πολεως οπισθεν αυτης.
<scripture passage="Josh 8:3" parsed="|Josh|8|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωθη ο Ιησους και πας ο λαος ο πολεμιστης, δια να αναβωσιν εις την Γαι· και εξελεξεν ο Ιησους τριακοντα χιλιαδας ανδρας δυνατους εν ισχυι και εξαπεστειλεν αυτους δια νυκτος,
<scripture passage="Josh 8:4" parsed="|Josh|8|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.4" />
<sup>4</sup>και προσεταξεν εις αυτους λεγων, Ιδου, σεις θελετε ενεδρευει κατα της πολεως οπισθεν αυτης· μη απομακρυνθητε πολυ απο της πολεως, και να ησθε παντες ετοιμοι·
<scripture passage="Josh 8:5" parsed="|Josh|8|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.5" />
<sup>5</sup>εγω δε και πας ο λαος ο μετ' εμου θελομεν πλησιασει εις την πολιν· και οταν εξελθωσιν εναντιον ημων, καθως προτερον, τοτε ημεις θελομεν φυγει απ' εμπροσθεν αυτων·
<scripture passage="Josh 8:6" parsed="|Josh|8|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.6" />
<sup>6</sup>και θελουσιν εξελθει κατοπιν ημων, εωσου απομακρυνωμεν αυτους απο της πολεως, διοτι θελουσιν ειπει, Αυτοι φευγουσιν απ' εμπροσθεν ημων, καθως προτερον· και ημεις θελομεν φυγει απ' εμπροσθεν αυτων·
<scripture passage="Josh 8:7" parsed="|Josh|8|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.7" />
<sup>7</sup>τοτε σεις σηκωθεντες εκ της ενεδρας, θελετε κυριευσει την πολιν· διοτι Κυριος ο Θεος σας θελει παραδωσει αυτην εις την χειρα σας·
<scripture passage="Josh 8:8" parsed="|Josh|8|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.8" />
<sup>8</sup>και αφου κυριευσητε την πολιν, θελετε καυσει την πολιν εν πυρι· κατα την προσταγην του Κυριου θελετε καμει· ιδου, προσεταξα εις εσας.
<scripture passage="Josh 8:9" parsed="|Josh|8|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.9" />
<sup>9</sup>Ο Ιησους λοιπον εξαπεστειλεν αυτους, και υπηγον εις ενεδραν και εκαθισαν μεταξυ Βαιθηλ και Γαι, προς το δυτικον μερος της Γαι· ο δε Ιησους εμεινε την νυκτα εκεινην εν τω μεσω του λαου.
<scripture passage="Josh 8:10" parsed="|Josh|8|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.10" />
<sup>10</sup>Και εξεγερθεις ο Ιησους το πρωι, επεσκεφθη τον λαον, και ανεβη αυτος και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ, εμπροσθεν του λαου προς Γαι.
<scripture passage="Josh 8:11" parsed="|Josh|8|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.11" />
<sup>11</sup>Και πας ο λαος ο πολεμιστης, ο μετ' αυτου, ανεβη και επλησιασε και ηλθε κατεναντι της πολεως και εστρατοπεδευσε κατα το βορειον μερος της Γαι· ητο δε κοιλας μεταξυ αυτων και της Γαι.
<scripture passage="Josh 8:12" parsed="|Josh|8|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.12" />
<sup>12</sup>Και λαβων εως πεντε χιλιαδας ανδρων, εκαθισεν αυτους εις ενεδραν μεταξυ Βαιθηλ και Γαι, προς το δυτικον μερος της πολεως.
<scripture passage="Josh 8:13" parsed="|Josh|8|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.13" />
<sup>13</sup>Και αφου διεταξαν τον λαον, απαν το στρατευμα το προς βορραν της πολεως και την ενεδραν αυτου προς δυσμας της πολεως, υπηγεν ο Ιησους εκεινην την νυκτα εις το μεσον της κοιλαδος.
<scripture passage="Josh 8:14" parsed="|Josh|8|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.14" />
<sup>14</sup>Και ως ειδεν ο βασιλευς της Γαι, αυτος και πας ο λαος αυτου, οι ανδρες της πολεως, εσπευσαν και εξηγερθησαν πρωι και εξηλθον εις συναντησιν του Ισραηλ προς μαχην, εις ωρισμενην ωραν, επι την πεδιαδα· πλην αυτος δεν ηξευρεν οτι ητο ενεδρα κατ' αυτου οπισθεν της πολεως.
<scripture passage="Josh 8:15" parsed="|Josh|8|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.15" />
<sup>15</sup>Και ο Ιησους και πας ο Ισραηλ προσεποιηθησαν οτι κατετροπωθησαν εμπροσθεν αυτων, και εφευγον δια της οδου της ερημου.
<scripture passage="Josh 8:16" parsed="|Josh|8|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.16" />
<sup>16</sup>Και συνεκαλεσθησαν πας ο λαος ο εν Γαι, δια να καταδιωξωσιν αυτους· και κατεδιωξαν τον Ιησουν και απεμακρυνθησαν απο της πολεως.
<scripture passage="Josh 8:17" parsed="|Josh|8|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.17" />
<sup>17</sup>Και δεν απεμεινεν ανθρωπος εν Γαι και εν Βαιθηλ, οστις δεν εξηλθε κατοπιν του Ισραηλ· και αφηκαν ανοικτην την πολιν, και κατεδιωκον τον Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 8:18" parsed="|Josh|8|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Εκτεινον την λογχην, την εν τη χειρι σου, προς την Γαι· διοτι θελω παραδωσει αυτην εις την χειρα σου. Και εξετεινεν ο Ιησους την λογχην, την εν τη χειρι αυτου, προς την πολιν.
<scripture passage="Josh 8:19" parsed="|Josh|8|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.19" />
<sup>19</sup>Και η ενεδρα εσηκωθη μετα σπουδης απο της θεσεως αυτης, και ωρμησαν ευθυς οτε εξετεινε την χειρα αυτου· και εισηλθον εις την πολιν και εκυριευσαν αυτην, και σπευσαντες εκαυσαν την πολιν εκ πυρι.
<scripture passage="Josh 8:20" parsed="|Josh|8|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.20" />
<sup>20</sup>Και οτε περιεβλεψαν εις τα οπισω αυτων οι ανδρες της Γαι, ειδον, και ιδου, ανεβαινεν ο καπνος της πολεως προς τον ουρανον, και δεν ηδυναντο να φυγωσιν εδω και εκει· επειδη ο λαος ο φευγων προς την ερημον εστραφησαν οπισω εναντιον των καταδιωκοντων.
<scripture passage="Josh 8:21" parsed="|Josh|8|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.21" />
<sup>21</sup>Ο δε Ιησους και πας ο Ισραηλ, ιδοντες οτι η ενεδρα ειχε κυριευσει την πολιν και οτι ανεβαινεν ο καπνος της πολεως, εστραφησαν οπισω και επαταξαν τους ανδρας της Γαι.
<scripture passage="Josh 8:22" parsed="|Josh|8|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.22" />
<sup>22</sup>Και οι αλλοι εξηλθον εκ της πολεως εναντιον αυτων, ωστε ησαν εν τω μεσω του Ισραηλ εντευθεν και εκειθεν· και επαταξαν αυτους, ωστε δεν αφηκαν ουδενα εξ αυτων μειναντα η διαφυγοντα.
<scripture passage="Josh 8:23" parsed="|Josh|8|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.23" />
<sup>23</sup>Τον δε βασιλεα της Γαι συνελαβον ζωντα και εφεραν αυτον προς τον Ιησουν.
<scripture passage="Josh 8:24" parsed="|Josh|8|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.24" />
<sup>24</sup>Και αφου ο Ισραηλ ετελειωσε φονευων παντας τους κατοικους της Γαι εν τη πεδιαδι εκ τη ερημω, οπου κατεδιωκον αυτους, και επεσον παντες εν στοματι μαχαιρας, εωσου εξωλοθρευθησαν, επεστρεψε πας ο Ισραηλ εις την Γαι και επαταξαν αυτην εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="Josh 8:25" parsed="|Josh|8|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.25" />
<sup>25</sup>Και παντες οι πεσοντες εν τη ημερα εκεινη, ανδρες τε και γυναικες, ησαν δωδεκα χιλιαδες, παντες οι ανθρωποι της Γαι.
<scripture passage="Josh 8:26" parsed="|Josh|8|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.26" />
<sup>26</sup>Και δεν εσυρεν ο Ιησους οπισω την χειρα αυτου, την οποιαν εξετεινε με την λογχην, εωσου εξωλοθρευσε παντας τους κατοικους της Γαι.
<scripture passage="Josh 8:27" parsed="|Josh|8|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.27" />
<sup>27</sup>Μονον τα κτηνη και τα λαφυρα της πολεως εκεινης ελαφυραγωγησεν ο Ισραηλ εις εαυτον, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον προσεταξεν εις τον Ιησουν.
<scripture passage="Josh 8:28" parsed="|Josh|8|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.28" />
<sup>28</sup>Και κατεκαυσεν ο Ιησους την Γαι, και κατεστησεν αυτην σωρον παντοτεινον αοικητον εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Josh 8:29" parsed="|Josh|8|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.29" />
<sup>29</sup>Τον δε βασιλεα της Γαι εκρεμασεν επι ξυλου εως εσπερας· και ως εδυσεν ο ηλιος, προσεταξεν ο Ιησους και κατεβιβασαν το πτωμα αυτου απο του ξυλου, και ερριψαν αυτο εις την εισοδον της πυλης της πολεως, και υψωσαν επ' αυτου σωρον λιθων μεγαν, οστις μενει εως της σημερον.
<scripture passage="Josh 8:30" parsed="|Josh|8|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.30" />
<sup>30</sup>Τοτε ωκοδομησεν ο Ιησους θυσιαστηριον εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ επι το ορος Εβαλ,
<scripture passage="Josh 8:31" parsed="|Josh|8|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.31" />
<sup>31</sup>καθως ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου προσεταξε τους υιους Ισραηλ, κατα το γεγραμμενον εν τω βιβλιω του νομου του Μωυσεως, θυσιαστηριον εκ λιθων ολοκληρων, επι των οποιων σιδηρος δεν επεβληθη· και προσεφεραν επ' αυτο ολοκαυτωματα προς τον Κυριον και εθυσιασαν ειρηνικας προσφορας.
<scripture passage="Josh 8:32" parsed="|Josh|8|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.32" />
<sup>32</sup>Και εγραψεν εκει επι τους λιθους το αντιγραφον του νομου του Μωυσεως, τον οποιον ειχε γραψει ενωπιον των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 8:33" parsed="|Josh|8|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.33" />
<sup>33</sup>Και πας ο Ισραηλ και οι πρεσβυτεροι αυτων και οι αρχοντες και οι κριται αυτων εσταθησαν εντευθεν και εντευθεν της κιβωτου απεναντι των ιερεων των Λευιτων, των βασταζοντων την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, και ο ξενος και ο αυτοχθων· το ημισυ αυτων προς το ορος Γαριζιν και το ημισυ αυτων προς το ορος Εβαλ· καθως προτερον προσεταξεν ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου, δια να ευλογησωσι τον λαον του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 8:34" parsed="|Josh|8|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.34" />
<sup>34</sup>Και μετα ταυτα ανεγνωσε παντας τους λογους του νομου, τας ευλογιας και τας καταρας, κατα παντα τα γεγραμμενα εν τω βιβλιω του νομου.
<scripture passage="Josh 8:35" parsed="|Josh|8|35|0|0" osisRef="Bible:Josh.8.35" />
<sup>35</sup>Δεν ητο λογος εκ παντων οσα προσεταξεν ο Μωυσης, τον οποιον ο Ιησους δεν ανεγνωσεν ενωπιον πασης της συναγωγης του Ισραηλ, μετα των γυναικων και των παιδιων και των ξενων των παρευρισκομενων μεταξυ αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 9" progress="20.58%" prev="Josh.8" next="Josh.10" id="Josh.9">
<h3 id="Josh.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Josh.9-p1">
<scripture passage="Josh 9:1" parsed="|Josh|9|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηκουσαν παντες οι βασιλεις, οι εντευθεν του Ιορδανου, οι εν τη ορεινη και οι εν τη πεδινη και οι εν πασι τοις παραλιοις της θαλασσης της μεγαλης, εως κατεναντι του Λιβανου, οι Χετταιοι και οι Αμορραιοι, οι Χαναναιοι, οι Φερεζαιοι, οι Ευαιοι και οι Ιεβουσαιοι,
<scripture passage="Josh 9:2" parsed="|Josh|9|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.2" />
<sup>2</sup>συνηχθησαν παντες ομου, δια να πολεμησωσι τον Ιησουν και τον Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 9:3" parsed="|Josh|9|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.3" />
<sup>3</sup>Οι δε κατοικοι της Γαβαων ηκουσαν ο, τι εκαμεν ο Ιησους εις την Ιεριχω και εις την Γαι,
<scripture passage="Josh 9:4" parsed="|Josh|9|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.4" />
<sup>4</sup>και επραξαν και ουτοι μετα πανουργιας, και υπηγον και ητοιμασθησαν με εφοδια, και ελαβον σακκους παλαιους επι των ονων αυτων και ασκους οινου παλαιους και κατεσχισμενους και δεδεμενους,
<scripture passage="Josh 9:5" parsed="|Josh|9|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.5" />
<sup>5</sup>και εις τους ποδας αυτων υποδηματα παλαια και εμβαλωμενα, και ιματια παλαια εφ' εαυτων· και ολος ο αρτος του εφοδιασμου αυτων ητο ξηρος και κατατεθρυμμενος.
<scripture passage="Josh 9:6" parsed="|Josh|9|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.6" />
<sup>6</sup>Και ηλθον προς τον Ιησουν εις το στρατοπεδον εις Γαλγαλα, και ειπον προς αυτον και προς τους ανδρας του Ισραηλ, Απο γης μακρας ηλθομεν· τωρα λοιπον καμετε συνθηκην προς ημας.
<scripture passage="Josh 9:7" parsed="|Josh|9|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπον οι ανδρες του Ισραηλ προς τους Ευαιους τουτους, Σεις κατοικειτε ισως εν τω μεσω ημων, και πως θελομεν καμει συνθηκην προς εσας;
<scripture passage="Josh 9:8" parsed="|Josh|9|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.8" />
<sup>8</sup>Οι δε ειπον προς τον Ιησουν, Δουλοι σου ειμεθα. Ειπε δε προς αυτους ο Ιησους, Ποιοι εισθε; και ποθεν ερχεσθε;
<scripture passage="Josh 9:9" parsed="|Josh|9|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.9" />
<sup>9</sup>Και ειπον προς αυτον, Απο πολυ μακρας γης ηλθον οι δουλοι σου δια το ονομα Κυριου του Θεου σου· διοτι ηκουσαμεν την φημην αυτου και παντα οσα εκαμεν εν Αιγυπτω,
<scripture passage="Josh 9:10" parsed="|Josh|9|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.10" />
<sup>10</sup>και παντα οσα εκαμεν εις τους δυο βασιλεις των Αμορραιων, τους περαν του Ιορδανου, εις τον Σηων βασιλεα της Εσεβων, και εις τον Ωγ βασιλεα της Βασαν, τον εν Ασταρωθ·
<scripture passage="Josh 9:11" parsed="|Josh|9|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.11" />
<sup>11</sup>δια τουτο ειπον προς ημας οι πρεσβυτεροι ημων και παντες οι κατοικοι της γης ημων, λεγοντες, Λαβετε εις εαυτους εφοδια δια την οδον, και υπαγετε εις συναντησιν αυτων και ειπατε προς αυτους, δουλοι σας ειμεθα· τωρα λοιπον καμετε συνθηκην προς ημας·
<scripture passage="Josh 9:12" parsed="|Josh|9|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.12" />
<sup>12</sup>τον αρτον ημων τουτον ζεστον ελαβομεν εκ των οικιων ημων, καθ' ην ημεραν εξηλθομεν δια να ελθωμεν προς εσας· και τωρα, ιδου, ειναι ξηρος και κατατεθρυμμενος·
<scripture passage="Josh 9:13" parsed="|Josh|9|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.13" />
<sup>13</sup>και ουτοι οι ασκοι του οινου, τους οποιους εγεμισαμεν νεους, και ιδου, ειναι κατεσχισμενοι· και τα ιματια ημων ταυτα και τα υποδηματα ημων επαλαιωθησαν δια την πολυ μακραν οδον.
<scripture passage="Josh 9:14" parsed="|Josh|9|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.14" />
<sup>14</sup>Και εδεχθησαν τους ανδρας εξ αιτιας των εφοδιων αυτων, και δεν ηρωτησαν τον Κυριον.
<scripture passage="Josh 9:15" parsed="|Josh|9|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.15" />
<sup>15</sup>Και εκαμεν ο Ιησους ειρηνην προς αυτους και εκαμε συνθηκην προς αυτους, να φυλαξη την ζωην αυτων· και οι αρχοντες της συναγωγης ωμοσαν προς αυτους.
<scripture passage="Josh 9:16" parsed="|Josh|9|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.16" />
<sup>16</sup>Και μετα τρεις ημερας, αφου εκαμον συνθηκην προς αυτους, ηκουσαν οτι ησαν γειτονες αυτων και κατωκουν μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Josh 9:17" parsed="|Josh|9|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.17" />
<sup>17</sup>Και σηκωθεντες οι υιοι Ισραηλ υπηγον εις τας πολεις αυτων την τριτην ημεραν· αι δε πολεις αυτων ησαν Γαβαων και Χεφειρα και Βηρωθ και Κιριαθ-ιαρειμ.
<scripture passage="Josh 9:18" parsed="|Josh|9|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.18" />
<sup>18</sup>Και δεν επαταξαν αυτους οι υιοι Ισραηλ, διοτι οι αρχοντες της συναγωγης ειχον ομοσει προς αυτους τον Κυριον τον Θεον του Ισραηλ. Και εγογγυζε πασα η συναγωγη κατα των αρχοντων.
<scripture passage="Josh 9:19" parsed="|Josh|9|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.19" />
<sup>19</sup>Παντες ομως οι αρχοντες ειπον προς πασαν την συναγωγην, Ημεις ωμοσαμεν προς αυτους τον Κυριον τον Θεον του Ισραηλ· τωρα λοιπον δεν δυναμεθα να εγγισωμεν αυτους·
<scripture passage="Josh 9:20" parsed="|Josh|9|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.20" />
<sup>20</sup>τουτο θελομεν καμει εις αυτους· θελομεν φυλαξει την ζωην αυτων, δια να μη ηναι οργη Θεου εφ' ημας, δια τον ορκον τον οποιον ωμοσαμεν προς αυτους.
<scripture passage="Josh 9:21" parsed="|Josh|9|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.21" />
<sup>21</sup>Και οι αρχοντες ειπον προς αυτους, Ας ζωσι· πλην ας ηναι ξυλοκοποι και υδροφοροι εις πασαν συναγωγην· καθως οι αρχοντες υπεσχεθησαν προς αυτους.
<scripture passage="Josh 9:22" parsed="|Josh|9|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.22" />
<sup>22</sup>Και συνεκαλεσεν αυτους ο Ιησους και ειπε προς αυτους, λεγων, Δια τι ηπατησατε ημας λεγοντες, πολυ μακραν ειμεθα απο σας, ενω σεις κατοικειτε μεταξυ ημων;
<scripture passage="Josh 9:23" parsed="|Josh|9|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.23" />
<sup>23</sup>τωρα λοιπον επικαταρατοι εισθε, και δεν θελει λειψει απο σας δουλος και ξυλοκοπος και υδροφορος εις τον οικον του Θεου μου.
<scripture passage="Josh 9:24" parsed="|Josh|9|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.24" />
<sup>24</sup>Και απεκριθησαν προς τον Ιησουν λεγοντες, Επειδη οι δουλοι σου εμαθον μετα πληροφοριας οσα Κυριος ο Θεος σου διεταξεν εις τον δουλον αυτου Μωυσην, να δωση εις εσας πασαν την γην και να εξολοθρευση εμπροσθεν σας παντας τους κατοικους της γης, δια τουτο εφοβηθημεν απο σας σφοδρα δια την ζωην ημων και εκαμομεν το πραγμα τουτο·
<scripture passage="Josh 9:25" parsed="|Josh|9|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.25" />
<sup>25</sup>και τωρα, ιδου, εις τας χειρας σου ειμεθα· ο, τι σοι φανη καλον και αρεστον να καμης εις ημας, καμε.
<scripture passage="Josh 9:26" parsed="|Josh|9|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.26" />
<sup>26</sup>Και εκαμεν ουτως εις αυτους, και ηλευθερωσεν αυτους εκ της χειρος των υιων Ισραηλ, και δεν εφονευσαν αυτους.
<scripture passage="Josh 9:27" parsed="|Josh|9|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.9.27" />
<sup>27</sup>Και την ημεραν εκεινην εκαμεν αυτους ο Ιησους ξυλοκοπους και υδροφορους μεχρι τουδε, εις την συναγωγην και εις το θυσιαστηριον του Κυριου, εις τον τοπον οντινα εκλεξη.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 10" progress="20.68%" prev="Josh.9" next="Josh.11" id="Josh.10">
<h3 id="Josh.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Josh.10-p1">
<scripture passage="Josh 10:1" parsed="|Josh|10|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.1" />
<sup>1</sup>Και ως ηκουσεν Αδωνισεδεκ ο βασιλευς της Ιερουσαλημ οτι ο Ιησους εκυριευσε την Γαι και εξωλοθρευσεν αυτην, οτι, καθως εκαμεν εις την Ιεριχω και εις τον βασιλεα αυτης, ουτως εκαμεν εις την Γαι και εις τον βασιλεα αυτης, και οτι οι κατοικοι της Γαβαων εκαμον ειρηνην μετα του Ισραηλ και εμενον μεταξυ αυτων,
<scripture passage="Josh 10:2" parsed="|Josh|10|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.2" />
<sup>2</sup>εφοβηθησαν σφοδρα· διοτι ητο πολις μεγαλη η Γαβαων, ως μια των βασιλικων πολεων, και διοτι ητο μεγαλητερα της Γαι, και παντες οι ανδρες αυτης δυνατοι.
<scripture passage="Josh 10:3" parsed="|Josh|10|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο απεστειλεν Αδωνισεδεκ ο βασιλευς της Ιερουσαλημ προς τον Ωαμ βασιλεα της Χεβρων, και προς τον Πιραμ βασιλεα της Ιαρμουθ, και προς τον Ιαφια βασιλεα της Λαχεις, και προς τον Δεβειρ βασιλεα της Εγλων, λεγων,
<scripture passage="Josh 10:4" parsed="|Josh|10|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.4" />
<sup>4</sup>Αναβητε προς εμε και βοηθησατε μοι, δια να παταξωμεν την Γαβαων· διοτι εκαμεν ειρηνην μετα του Ιησου και μετα των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 10:5" parsed="|Josh|10|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.5" />
<sup>5</sup>Και συναχθεντες οι πεντε βασιλεις των Αμορραιων, ο βασιλευς της Ιερουσαλημ, ο βασιλευς της Χεβρων, ο βασιλευς της Ιαρμουθ, ο βασιλευς της Λαχεις, ο βασιλευς της Εγλων, ανεβησαν, αυτοι και παντα τα στρατευματα αυτων, και εστρατοπεδευσαν εμπροσθεν της Γαβαων και επολεμουν εναντιον αυτης.
<scripture passage="Josh 10:6" parsed="|Josh|10|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.6" />
<sup>6</sup>Και οι Γαβαωνιται απεστειλαν προς τον Ιησουν εις το στρατοπεδον εις Γαλγαλα, λεγοντες, Μη αποσυρης την χειρα σου απο των δουλων σου· αναβα προς ημας ταχεως και σωσον ημας και βοηθησον ημας· διοτι συνηχθησαν εναντιον ημων παντες οι βασιλεις των Αμορραιων, οι κατοικουντες την ορεινην.
<scripture passage="Josh 10:7" parsed="|Josh|10|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.7" />
<sup>7</sup>Και ανεβη ο Ιησους απο Γαλγαλων, αυτος και πας ο λαος ο πολεμιστης μετ' αυτου και παντες οι δυνατοι εν ισχυι.
<scripture passage="Josh 10:8" parsed="|Josh|10|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Μη φοβηθης αυτους· διοτι παρεδωκα αυτους εις την χειρα σου· δεν θελει σταθη εμπροσθεν σου ουδεις εξ αυτων.
<scripture passage="Josh 10:9" parsed="|Josh|10|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.9" />
<sup>9</sup>Ηλθε λοιπον επ' αυτους ο Ιησους εξαιφνης, αναβας απο Γαλγαλων δι' ολης της νυκτος.
<scripture passage="Josh 10:10" parsed="|Josh|10|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.10" />
<sup>10</sup>Και κατετροπωσεν αυτους ο Κυριος εμπροσθεν του Ισραηλ, και επαταξαν αυτους εν σφαγη μεγαλη εν Γαβαων, και κατεδιωξαν αυτους εις την οδον την αναβαινουσαν προς Βαιθ-ωρων, και κατεκοπτον αυτους εως Αζηκα και εως Μακκηδα.
<scripture passage="Josh 10:11" parsed="|Josh|10|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.11" />
<sup>11</sup>Και ενω, φευγοντες απ' εμπροσθεν του Ισραηλ, ησαν εν τη καταβασει της Βαιθ-ωρων, ο Κυριος ερριψεν εκ του ουρανου κατ' αυτων λιθους μεγαλους εως Αζηκα, και απεθανον· περισσοτεροι ησαν οι αποθανοντες εκ των λιθων της χαλαζης, παρ' οσους οι υιοι Ισραηλ κατεκοψαν εν μαχαιρα.
<scripture passage="Josh 10:12" parsed="|Josh|10|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ελαλησεν ο Ιησους προς τον Κυριον, καθ' ην ημεραν ο Κυριος παρεδωκε τους Αμορραιους εμπροσθεν των υιων Ισραηλ, και ειπεν ενωπιον του Ισραηλ, Στηθι, ηλιε, επι την Γαβαων, και συ, σεληνη, επι την φαραγγα Αιαλων.
<scripture passage="Josh 10:13" parsed="|Josh|10|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.13" />
<sup>13</sup>Και ο ηλιος εσταθη και η σεληνη εμεινεν, εωσου ο λαος εξεδικηθη τους εχθρους αυτου. Δεν ειναι τουτο γεγραμμενον εν τω βιβλιω του Ιασηρ; Και εσταθη ο ηλιος εν τω μεσω του ουρανου, και δεν εσπευσε να δυση εως μιας ολοκληρου ημερας.
<scripture passage="Josh 10:14" parsed="|Josh|10|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.14" />
<sup>14</sup>Και τοιαυτη ημερα δεν υπηρξεν ουτε προτερον ουτε υστερον, ωστε ο Κυριος να ακουση φωνην ανθρωπου· διοτι ο Κυριος επολεμει υπερ του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 10:15" parsed="|Josh|10|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.15" />
<sup>15</sup>Και επεστρεψεν ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, εις το στρατοπεδον εις Γαλγαλα.
<scripture passage="Josh 10:16" parsed="|Josh|10|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.16" />
<sup>16</sup>Οι δε πεντε βασιλεις ουτοι εφυγον και εκρυφθησαν εις σπηλαιον εν Μακκηδα.
<scripture passage="Josh 10:17" parsed="|Josh|10|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.17" />
<sup>17</sup>Και ανηγγειλαν προς τον Ιησουν, λεγοντες, οι πεντε βασιλεις ευρεθησαν κεκρυμμενοι εις σπηλαιον εν Μακκηδα.
<scripture passage="Josh 10:18" parsed="|Josh|10|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Ιησους, Κυλισατε λιθους μεγαλους εις το στομα του σπηλαιου, και καταστησατε ανθρωπους πλησιον αυτου δια να φυλαττωσιν αυτους·
<scripture passage="Josh 10:19" parsed="|Josh|10|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.19" />
<sup>19</sup>και σεις μη στεκεσθε· καταδιωκετε τους εχθρους σας και παταξατε το οπισθεν αυτων· μη αφησητε αυτους να εισελθωσιν εις τας πολεις αυτων· διοτι Κυριος ο Θεος σας παρεδωκεν αυτους εις τας χειρας σας.
<scripture passage="Josh 10:20" parsed="|Josh|10|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.20" />
<sup>20</sup>Και αφου ο Ιησους και οι υιοι Ισραηλ ετελειωσαν φονευοντες αυτους εν σφαγη μεγαλη σφοδρα, εωσου εξωλοθρευθησαν, οι λοιποι εξ αυτων, οσοι διεσωθησαν, εισηλθον εις ωχυρωμενας πολεις.
<scripture passage="Josh 10:21" parsed="|Josh|10|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.21" />
<sup>21</sup>Και πας ο λαος επεστρεψεν εις το στρατοπεδον προς τον Ιησουν εις Μακκηδα εν ειρηνη· ουδεις εκινησε την γλωσσαν αυτου κατα τινος εκ των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 10:22" parsed="|Josh|10|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Ιησους, Ανοιξατε το στομα του σπηλαιου και εξαγαγετε προς εμε τους πεντε βασιλεις εκεινους εκ του σπηλαιου.
<scripture passage="Josh 10:23" parsed="|Josh|10|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.23" />
<sup>23</sup>Και εκαμον ουτω και εξηγαγον προς αυτον τους πεντε βασιλεις εκεινους εκ του σπηλαιου, τον βασιλεα της Ιερουσαλημ, τον βασιλεα της Χεβρων, τον βασιλεα της Ιαρμουθ, τον βασιλεα της Λαχεις, τον βασιλεα της Εγλων.
<scripture passage="Josh 10:24" parsed="|Josh|10|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.24" />
<sup>24</sup>Και αφου εξηγαγον προς τον Ιησουν τους βασιλεις εκεινους, εκαλεσεν ο Ιησους παντας τους ανδρας του Ισραηλ, και ειπε προς τους αρχηγους των πολεμιστων τους ελθοντας μετ' αυτου, Πλησιασατε, βαλετε τους ποδας σας επι τους τραχηλους των βασιλεων τουτων. Και αυτοι επλησιασαν και εβαλον τους ποδας αυτων επι τους τραχηλους αυτων.
<scripture passage="Josh 10:25" parsed="|Josh|10|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.25" />
<sup>25</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιησους, Μη φοβεισθε μηδε δειλιατε· ανδριζεσθε και ενδυναμουσθε· επειδη ουτω θελει καμει ο Κυριος εις παντας τους εχθρους σας, κατα των οποιων μαχεσθε.
<scripture passage="Josh 10:26" parsed="|Josh|10|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.26" />
<sup>26</sup>Και μετα ταυτα επαταξεν αυτους ο Ιησους και εθανατωσεν αυτους και εκρεμασεν αυτους εις πεντε ξυλα· και εκρεμοντο εις τα ξυλα εως εσπερας.
<scripture passage="Josh 10:27" parsed="|Josh|10|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.27" />
<sup>27</sup>Περι δε την δυσιν του ηλιου, προσεταξεν ο Ιησους, και κατεβιβασαν αυτους απο των ξυλων και ερριψαν αυτους εις το σπηλαιον, οπου ειχον κρυφθη, και εκυλισαν λιθους μεγαλους εις το στομα του σπηλαιου, οιτινες μενουσιν εως της σημερον ημερας.
<scripture passage="Josh 10:28" parsed="|Josh|10|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.28" />
<sup>28</sup>Και εν εκεινη τη ημερα εκυριευσεν ο Ιησους την Μακκηδα, και επαταξεν εν στοματι μαχαιρας αυτην και τον βασιλεα αυτης· εξωλοθρευσεν αυτους και πασας τας ψυχας τας εν αυτη· δεν αφηκεν υπολοιπον· και εκαμεν εις τον βασιλεα της Μακκηδα, καθως εκαμεν εις τον βασιλεα της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 10:29" parsed="|Josh|10|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.29" />
<sup>29</sup>Και διεβη ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, εκ Μακκηδα εις Λιβνα και επολεμει την Λιβνα.
<scripture passage="Josh 10:30" parsed="|Josh|10|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.30" />
<sup>30</sup>Και παρεδωκεν ο Κυριος και αυτην και τον βασιλεα αυτης εις την χειρα του Ισραηλ· και επαταξεν εν στοματι μαχαιρας αυτην και πασας τας ψυχας τας εν αυτη· δεν αφηκεν εν αυτη υπολοιπον· και εκαμεν εις τον βασιλεα αυτης, καθως εκαμεν εις τον βασιλεα της Ιεριχω.
<scripture passage="Josh 10:31" parsed="|Josh|10|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.31" />
<sup>31</sup>Και διεβη ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, εκ Λιβνα εις Λαχεις, και εστρατοπεδευσε κατεναντι αυτης και επολεμει αυτην.
<scripture passage="Josh 10:32" parsed="|Josh|10|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.32" />
<sup>32</sup>Και παρεδωκεν ο Κυριος την Λαχεις εις την χειρα του Ισραηλ, και εκυριευσεν αυτην την δευτεραν ημεραν, και επαταξεν εν στοματι μαχαιρας αυτην και πασας τας ψυχας τας εν αυτη, κατα παντα οσα εκαμεν εις την Λιβνα.
<scripture passage="Josh 10:33" parsed="|Josh|10|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.33" />
<sup>33</sup>Τοτε ανεβη Ωραμ ο βασιλευς της Γεζερ δια να βοηθηση την Λαχεις· και ο Ιησους επαταξεν αυτον και τον λαον αυτου, εωσου δεν αφηκεν εις αυτον υπολοιπον.
<scripture passage="Josh 10:34" parsed="|Josh|10|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.34" />
<sup>34</sup>Και διεβη ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, εκ Λαχεις εις Εγλων, και εστρατοπεδευσαν κατεναντι αυτης και επολεμουν αυτην·
<scripture passage="Josh 10:35" parsed="|Josh|10|35|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.35" />
<sup>35</sup>και εκυριευσαν αυτην εν τη ημερα εκεινη, και επαταξαν αυτην εν στοματι μαχαιρας· και εξωλοθρευσεν εν εκεινη τη ημερα πασας τας ψυχας τας εν αυτη, κατα παντα οσα εκαμεν εις την Λαχεις.
<scripture passage="Josh 10:36" parsed="|Josh|10|36|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.36" />
<sup>36</sup>Και ανεβη ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, εξ Εγλων εις Χεβρων, και επολεμουν αυτην·
<scripture passage="Josh 10:37" parsed="|Josh|10|37|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.37" />
<sup>37</sup>και εκυριευσαν αυτην και επαταξαν εν στοματι μαχαιρας αυτην και τον βασιλεα αυτης και πασας τας πολεις αυτης και πασας τας ψυχας τας εν αυτη· δεν αφηκεν υπολοιπον· κατα παντα οσα εκαμεν εις την Εγλων· και εξωλοθρευσεν αυτην και πασας τας ψυχας τας εν αυτη.
<scripture passage="Josh 10:38" parsed="|Josh|10|38|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.38" />
<sup>38</sup>Και εστρεψεν ο Ιησους, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου· εις Δεβειρ και επολεμουν αυτην·
<scripture passage="Josh 10:39" parsed="|Josh|10|39|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.39" />
<sup>39</sup>και εκυριευσεν αυτην και τον βασιλεα αυτης και πασας τας πολεις αυτης· και επαταξαν αυτους εν στοματι μαχαιρας και εξωλοθρευσαν πασας τας ψυχας τας εν αυτη, δεν αφηκεν υπολοιπον· καθως εκαμεν εις την Χεβρων, ουτως εκαμεν εις την Δεβειρ και εις τον βασιλεα αυτης· και καθως εκαμεν εις την Λιβνα και εις τον βασιλεα αυτης.
<scripture passage="Josh 10:40" parsed="|Josh|10|40|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.40" />
<sup>40</sup>Ουτως επαταξεν ο Ιησους πασαν την γην την ορεινην και την μεσημβρινην και την πεδινην και την Ασδωθ και παντας τους βασιλεις αυτων· δεν αφηκεν υπολοιπον, αλλ' εξωλοθρευσε παν το εχον πνοην, καθως προσεταξε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 10:41" parsed="|Josh|10|41|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.41" />
<sup>41</sup>Και επαταξεν αυτους ο Ιησους απο Καδης-βαρνη εως Γαζης, και πασαν την γην Γεσεν, εως Γαβαων.
<scripture passage="Josh 10:42" parsed="|Josh|10|42|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.42" />
<sup>42</sup>Και παντας τουτους τους βασιλεις και την γην αυτων ο Ιησους εκυριευσε δια μιας, διοτι Κυριος ο Θεος του Ισραηλ επολεμει υπερ του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 10:43" parsed="|Josh|10|43|0|0" osisRef="Bible:Josh.10.43" />
<sup>43</sup>Και επεστρεψεν ο Ιησους, και πας Ισραηλ μετ' αυτου, εις το στρατοπεδον εις Γαλγαλα.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 11" progress="20.86%" prev="Josh.10" next="Josh.12" id="Josh.11">
<h3 id="Josh.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Josh.11-p1">
<scripture passage="Josh 11:1" parsed="|Josh|11|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.1" />
<sup>1</sup>Και ως ηκουσεν Ιαβειν ο βασιλευς της Ασωρ, απεστειλε προς τον Ιωβαβ βασιλεα της Μαδων και προς τον βασιλεα της Σιμβρων και προς τον βασιλεα της Αχσαφ,
<scripture passage="Josh 11:2" parsed="|Josh|11|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.2" />
<sup>2</sup>και προς τους βασιλεις τους προς βορραν, εις την ορεινην και εις την πεδινην, κατεναντι της Χιννερωθ, και εις την κοιλαδα και εις Ναφαθ-δωρ προς δυσμας,
<scripture passage="Josh 11:3" parsed="|Josh|11|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.3" />
<sup>3</sup>και προς τους Χαναναιους τους προς ανατολας και δυσμας, και προς τους Αμορραιους και τους Χετταιους και τους Φερεζαιους και τους Ιεβουσαιους τους εν τη ορεινη, και προς τους Ευαιους τους υπο την Αερμων εν τη γη Μισπα.
<scripture passage="Josh 11:4" parsed="|Josh|11|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.4" />
<sup>4</sup>Και εξηλθον, αυτοι και παντα τα στρατευματα αυτων μετ' αυτων, λαος πολυς ως η αμμος η παρα το χειλος της θαλασσης κατα το πληθος, μεθ' ιππων και αμαξων πολλων σφοδρα.
<scripture passage="Josh 11:5" parsed="|Josh|11|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.5" />
<sup>5</sup>Και συναχθεντες παντες ουτοι οι βασιλεις, ηλθον και εστρατοπεδευσαν ομου πλησιον των υδατων Μερωμ, δια να πολεμησωσι τον Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 11:6" parsed="|Josh|11|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιησουν, Μη φοβηθης απο προσωπου αυτων· διοτι αυριον, περι την ωραν ταυτην, εγω θελω παραδωσει αυτους παντας πεφονευμενους εμπροσθεν του Ισραηλ· τους ιππους αυτων θελεις νευροκοπησει και τας αμαξας αυτων θελεις κατακαυσει εν πυρι.
<scripture passage="Josh 11:7" parsed="|Josh|11|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.7" />
<sup>7</sup>Και υπηγεν εξαιφνης ο Ιησους, και πας ο πολεμιστης λαος μετ' αυτου, εναντιον αυτων εις τα υδατα Μερωμ, και επεπεσον επ' αυτους.
<scripture passage="Josh 11:8" parsed="|Josh|11|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.8" />
<sup>8</sup>Και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Ισραηλ, και επαταξεν αυτους και κατεδιωξεν αυτους εως της μεγαλης Σιδωνος· και εως Μισρεφωθ-μαιμ και εως της κοιλαδος Μισπα προς ανατολας· και επαταξαν αυτους, εωσου δεν αφηκαν εις αυτους υπολοιπον.
<scripture passage="Josh 11:9" parsed="|Josh|11|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμεν ο Ιησους εις αυτους καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος· τους ιππους αυτων ενευροκοπησε και τας αμαξας αυτων κατεκαυσεν εν πυρι.
<scripture passage="Josh 11:10" parsed="|Josh|11|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.10" />
<sup>10</sup>Και εστρεψεν ο Ιησους κατα τον αυτον καιρον και εκυριευσε την Ασωρ και επαταξε τον βασιλεα αυτης εν μαχαιρα· διοτι η Ασωρ ητο προτερον η πρωτευουσα πασων των βασιλειων τουτων.
<scripture passage="Josh 11:11" parsed="|Josh|11|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.11" />
<sup>11</sup>Και πασας τας ψυχας τας εν αυτη επαταξαν εν στοματι μαχαιρας και εξωλοθρευσαν αυτους· δεν εμεινεν ουδεν εχον πνοην· και την Ασωρ κατεκαυσεν εν πυρι.
<scripture passage="Josh 11:12" parsed="|Josh|11|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.12" />
<sup>12</sup>Και πασας τας πολεις των βασιλεων εκεινων και παντας τους βασιλεις αυτων συνελαβεν ο Ιησους και επαταξεν αυτους εν στοματι μαχαιρας· εξωλοθρευσεν αυτους, καθως προσεταξε Μωυσης ο δουλος του Κυριου.
<scripture passage="Josh 11:13" parsed="|Josh|11|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.13" />
<sup>13</sup>Πασας δε τας πολεις, οσαι εμενον μετα των προχωματων αυτων, δεν εκαυσεν αυτας ο Ισραηλ, εκτος μονην την Ασωρ κατεκαυσεν ο Ιησους.
<scripture passage="Josh 11:14" parsed="|Josh|11|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.14" />
<sup>14</sup>Και παντα τα λαφυρα των πολεων τουτων και τα κτηνη ελαφυραγωγησαν εις εαυτους οι υιοι Ισραηλ· τους δε ανθρωπους παντας επαταξαν εν στοματι μαχαιρας, εωσου εξωλοθρευσαν αυτους· δεν αφηκαν ουδεν εχον πνοην.
<scripture passage="Josh 11:15" parsed="|Josh|11|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.15" />
<sup>15</sup>Καθως προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην τον δουλον αυτου, ουτω προσεταξεν ο Μωυσης τον Ιησουν, και ουτως εκαμεν ο Ιησους· δεν παρεβη ουδεν εκ παντων οσα προσεταξεν ο Κυριος εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Josh 11:16" parsed="|Josh|11|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.16" />
<sup>16</sup>Και εκυριευσεν ο Ιησους πασαν εκεινην την γην, την ορεινην, και πασαν την μεσημβρινην, και πασαν την γην Γεσεν, και την κοιλαδα και την πεδινην, και το ορος του Ισραηλ και την κοιλαδα αυτου,
<scripture passage="Josh 11:17" parsed="|Josh|11|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.17" />
<sup>17</sup>απο του ορους Αλακ, του αναβαινοντος προς την Σηειρ, εως Βααλ-γαδ εις την κοιλαδα του Λιβανου, υπο το ορος Αερμων· και συνελαβε παντας τους βασιλεις αυτων και επαταξεν αυτους και εθανατωσεν αυτους.
<scripture passage="Josh 11:18" parsed="|Josh|11|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.18" />
<sup>18</sup>Πολυν καιρον επολεμει ο Ιησους προς παντας τουτους τους βασιλεις.
<scripture passage="Josh 11:19" parsed="|Josh|11|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.19" />
<sup>19</sup>Δεν ητο πολις ητις εκαμεν ειρηνην μετα των υιων Ισραηλ, εκτος των Ευαιων των κατοικουντων εν Γαβαων· πασας εκυριευσαν εν πολεμω·
<scripture passage="Josh 11:20" parsed="|Josh|11|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.20" />
<sup>20</sup>διοτι παρα Κυριου εγεινε το να σκληρυνθωσιν αι καρδιαι αυτων, να ελθωσιν εις μαχην κατα του Ισραηλ, δια να εξολοθρευθωσι, να μη γεινη εις αυτους ελεος, αλλα να εξαφανισθωσι, καθως ο Κυριος προσεταξεν εις τον Μωυσην.
<scripture passage="Josh 11:21" parsed="|Josh|11|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.21" />
<sup>21</sup>Και ηλθεν ο Ιησους κατ' εκεινον τον καιρον, και ηφανισε τους Ανακειμ απο των ορεων, απο Χεβρων, απο Δεβειρ, απο Αναβ και απο παντων των ορεων του Ιουδα και απο παντων των ορεων του Ισραηλ· εξωλοθρευσεν αυτους ο Ιησους μετα των πολεων αυτων.
<scripture passage="Josh 11:22" parsed="|Josh|11|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.22" />
<sup>22</sup>Δεν εμεινον Ανακειμ εν τη γη των υιων Ισραηλ· μονον εν τη Γαζη, εν τη Γαθ και εν τη Αζωτω εμεινον.
<scripture passage="Josh 11:23" parsed="|Josh|11|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.11.23" />
<sup>23</sup>Και εκυριευσεν ο Ιησους πασαν την γην κατα παντα οσα ειπεν ο Κυριος προς τον Μωυσην· και εδωκεν αυτην ο Ιησους εις τον Ισραηλ κληρονομιαν, κατα τον διαμερισμον αυτων εις τας φυλας αυτων. Και η γη ησυχασεν απο του πολεμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 12" progress="20.96%" prev="Josh.11" next="Josh.13" id="Josh.12">
<h3 id="Josh.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Josh.12-p1">
<scripture passage="Josh 12:1" parsed="|Josh|12|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ειναι οι βασιλεις της γης, τους οποιους επαταξαν οι υιοι Ισραηλ και κατεκυριευσαν την γην αυτων, εις το περαν του Ιορδανου, προς ανατολας ηλιου, απο του ποταμου Αρνων εως του ορους Αερμων, και πασαν την πεδινην προς ανατολας·
<scripture passage="Josh 12:2" parsed="|Josh|12|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.2" />
<sup>2</sup>τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων, τον κατοικουντα εν Εσεβων, τον δεσποζοντα απο Αροηρ της παρα το χειλος του ποταμου Αρνων, και το μεσον του ποταμου, και το ημισυ της Γαλααδ εως του ποταμου Ιαβοκ, του οριου των υιων Αμμων·
<scripture passage="Josh 12:3" parsed="|Josh|12|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.3" />
<sup>3</sup>και απο της πεδινης εως της θαλασσης Χιννερωθ προς ανατολας, και εως της θαλασσης της πεδιαδος, της αλμυρας θαλασσης προς ανατολας, κατα την οδον την προς Βαιθ-ιεσιμωθ, και απο του μεσημβρινου μερους υπο την Ασδωθ-φασγα·
<scripture passage="Josh 12:4" parsed="|Josh|12|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.4" />
<sup>4</sup>και τα ορια του Ωγ, βασιλεως της Βασαν, του εναπολειφθεντος εκ των γιγαντων και κατοικουντος εν Ασταρωθ και εν Εδρει·
<scripture passage="Josh 12:5" parsed="|Josh|12|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.5" />
<sup>5</sup>οστις εξουσιαζεν εν τω ορει Αερμων και εν Σαλχα και εν παση τη Βασαν, εως των οριων των Γεσσουριτων και των Μααχαθιτων, και επι του ημισεως της Γαλααδ, οριου του Σηων βασιλεως της Εσεβων.
<scripture passage="Josh 12:6" parsed="|Josh|12|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.6" />
<sup>6</sup>Τουτους επαταξεν ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου, και οι υιοι Ισραηλ· και εδωκε την γην αυτων ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου κληρονομιαν εις τους Ρουβηνιτας και εις τους Γαδιτας και εις το ημισυ της φυλης Μανασση.
<scripture passage="Josh 12:7" parsed="|Josh|12|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.7" />
<sup>7</sup>Και ουτοι ειναι οι βασιλεις της γης, τους οποιους επαταξεν ο Ιησους και οι υιοι Ισραηλ, εντευθεν του Ιορδανου προς δυσμας, απο Βααλ-γαδ εν τη κοιλαδι του Λιβανου, και εως του ορους Αλακ, του αναβαινοντος εις Σηειρ· και εδωκεν αυτην ο Ιησους εις τας φυλας του Ισραηλ κληρονομιαν, κατα τον διαμερισμον αυτων·
<scripture passage="Josh 12:8" parsed="|Josh|12|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.8" />
<sup>8</sup>εις τα ορη και εις τας κοιλαδας και εις τας πεδιαδας και εις Ασδωθ και εις την ερημον και εις το μερος το μεσημβρινον· τους Χετταιους, τους Αμορραιους και τους Χαναναιους, τους Φερεζαιους, τους Ευαιους και τους Ιεβουσαιους·
<scripture passage="Josh 12:9" parsed="|Josh|12|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.9" />
<sup>9</sup>τον βασιλεα της Ιεριχω, ενα· τον βασιλεα της Γαι, της παρα την Βαιθηλ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:10" parsed="|Josh|12|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.10" />
<sup>10</sup>τον βασιλεα της Ιερουσαλημ, ενα· τον βασιλεα της Χεβρων, ενα·
<scripture passage="Josh 12:11" parsed="|Josh|12|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.11" />
<sup>11</sup>τον βασιλεα της Ιαρμουθ, ενα· τον βασιλεα της Λαχεις, ενα.
<scripture passage="Josh 12:12" parsed="|Josh|12|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.12" />
<sup>12</sup>τον βασιλεα της Εγλων, ενα· τον βασιλεα της Γεζερ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:13" parsed="|Josh|12|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.13" />
<sup>13</sup>τον βασιλεα της Δεβειρ, ενα· τον βασιλεα της Γεδερ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:14" parsed="|Josh|12|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.14" />
<sup>14</sup>τον βασιλεα της Ορμα, ενα· τον βασιλεα της Αραδ, ενα.
<scripture passage="Josh 12:15" parsed="|Josh|12|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.15" />
<sup>15</sup>τον βασιλεα της Λιβνα, ενα· τον βασιλεα της Οδολλαμ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:16" parsed="|Josh|12|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.16" />
<sup>16</sup>τον βασιλεα της Μακκηδα, ενα· τον βασιλεα της Βαιθηλ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:17" parsed="|Josh|12|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.17" />
<sup>17</sup>τον βασιλεα της Θαπφουα, ενα· τον βασιλεα της Εφερ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:18" parsed="|Josh|12|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.18" />
<sup>18</sup>τον βασιλεα της Αφεκ, ενα· τον βασιλεα της Λασαρων, ενα.
<scripture passage="Josh 12:19" parsed="|Josh|12|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.19" />
<sup>19</sup>τον βασιλεα της Μαδων, ενα· τον βασιλεα της Ασωρ, ενα.
<scripture passage="Josh 12:20" parsed="|Josh|12|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.20" />
<sup>20</sup>τον βασιλεα της Σιμβρων-μερων, ενα· τον βασιλεα της Αχσαφ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:21" parsed="|Josh|12|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.21" />
<sup>21</sup>τον βασιλεα της Θααναχ, ενα· τον βασιλεα της Μεγιδδω, ενα·
<scripture passage="Josh 12:22" parsed="|Josh|12|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.22" />
<sup>22</sup>τον βασιλεα της Κεδες, ενα· τον βασιλεα της Ιοκνεαμ εν Καρμελ, ενα·
<scripture passage="Josh 12:23" parsed="|Josh|12|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.23" />
<sup>23</sup>τον βασιλεα της Δωρ εν Ναφαθ-δωρ, ενα· τον βασιλεα των εθνων εν Γαλγαλοις, ενα·
<scripture passage="Josh 12:24" parsed="|Josh|12|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.12.24" />
<sup>24</sup>τον βασιλεα της Θερσα, ενα. Παντες οι βασιλεις, τριακοντα και εις.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 13" progress="21.02%" prev="Josh.12" next="Josh.14" id="Josh.13">
<h3 id="Josh.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Josh.13-p1">
<scripture passage="Josh 13:1" parsed="|Josh|13|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιησους ητο γερων, προβεβηκως εις την ηλικιαν· και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Συ εισαι γερων, προβεβηκως εις την ηλικιαν, μενει δε ετι πολλη γη να κυριευθη.
<scripture passage="Josh 13:2" parsed="|Josh|13|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.2" />
<sup>2</sup>Αυτη ειναι η γη, η μενουσα ετι· παντα τα ορια των Φιλισταιων και πασα η Γεσσουρι,
<scripture passage="Josh 13:3" parsed="|Josh|13|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.3" />
<sup>3</sup>απο Σιωρ, του κατεναντι της Αιγυπτου, εως των οριων της Ακκαρων προς βορραν, τα οποια αριθμουνται εις τους Χαναναιους. αι πεντε ηγεμονιαι των Φιλισταιων, των Γαζαιων, των Αζωτιων, των Ασκαλωνιτων, των Γετθαιων και των Ακκαρωνιτων, και η των Αυιτων·
<scripture passage="Josh 13:4" parsed="|Josh|13|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.4" />
<sup>4</sup>απο μεσημβριας, πασα η γη των Χαναναιων, και η Μεαρα η των Σιδωνιων εως Αφεκ, εως των οριων των Αμορραιων·
<scripture passage="Josh 13:5" parsed="|Josh|13|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.5" />
<sup>5</sup>και η γη των Γιβλιτων και πας ο Λιβανος, προς ανατολας ηλιου, απο Βααλ-γαδ υπο το ορος Αερμων, εως της εισοδου Αιμαθ·
<scripture passage="Josh 13:6" parsed="|Josh|13|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.6" />
<sup>6</sup>παντες οι κατοικοι της ορεινης, απο του Λιβανου εως Μισρεφωθ-μαιμ, παντες οι Σιδωνιοι· τουτους εγω θελω εξολοθρευσει απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ· συ δε διαμοιρασον αυτην δια κληρων εις τους Ισραηλιτας, καθως προσεταξα εις σε·
<scripture passage="Josh 13:7" parsed="|Josh|13|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον διαμοιρασον την γην ταυτην εις κληρονομιαν εις τας εννεα φυλας και εις το ημισυ της φυλης του Μανασση.
<scripture passage="Josh 13:8" parsed="|Josh|13|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.8" />
<sup>8</sup>Οι Ρουβηνιται και οι Γαδιται, μετα του αλλου ημισεως αυτης, ελαβον την κληρονομιαν αυτων, την οποιαν εδωκεν εις αυτους ο Μωυσης, περαν του Ιορδανου προς ανατολας, καθως ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου εδωκεν εις αυτους,
<scripture passage="Josh 13:9" parsed="|Josh|13|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.9" />
<sup>9</sup>απο της Αροηρ, της παρα το χειλος του ποταμου Αρνων, και την πολιν την εν τω μεσω του ποταμου· και πασαν την πεδινην Μεδεβα εως Δαιβων,
<scripture passage="Josh 13:10" parsed="|Josh|13|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.10" />
<sup>10</sup>και πασας τας πολεις του Σηων βασιλεως των Αμορραιων, του βασιλευοντος εν Εσεβων, εως των οριων των υιων Αμμων,
<scripture passage="Josh 13:11" parsed="|Josh|13|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.11" />
<sup>11</sup>και την Γαλααδ, και τα ορια των Γεσσουριτων και των Μααχαθιτων, και παν το ορος Αερμων, και πασαν την Βασαν εως Σαλχα,
<scripture passage="Josh 13:12" parsed="|Josh|13|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.12" />
<sup>12</sup>απαν το βσσιλειον του Ωγ εν Βασαν, του βασιλευοντος εν Ασταρωθ και εν Εδρει, οστις εναπελειφθη απο των υπολοιπων των γιγαντων· διοτι τουτους ο Μωυσης επαταξε και εξωλοθρευσεν αυτους.
<scripture passage="Josh 13:13" parsed="|Josh|13|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.13" />
<sup>13</sup>Τους Γεσσουριτας ομως και τους Μααχαθιτας οι υιοι Ισραηλ δεν εξωλοθρευσαν, αλλα κατοικουσιν οι Γεσσουριται και οι Μααχαθιται μεταξυ του Ισραηλ εως της σημερον.
<scripture passage="Josh 13:14" parsed="|Josh|13|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.14" />
<sup>14</sup>Μονον εις την φυλην του Λευι δεν εδωκε κληρονομιαν· αι δια πυρος γινομεναι θυσιαι Κυριου του Θεου του Ισραηλ ειναι η κληρονομια αυτων, καθως ειπε προς αυτους.
<scripture passage="Josh 13:15" parsed="|Josh|13|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.15" />
<sup>15</sup>Και εδωκεν ο Μωυσης εις την φυλην των υιων Ρουβην κληρονομιαν, κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 13:16" parsed="|Josh|13|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.16" />
<sup>16</sup>και τα ορια αυτων ησαν απο Αροηρ, της παρα το χειλος του ποταμου Αρνων, και η πολις εν τω μεσω του ποταμου, και πασα η πεδινη εως Μεδεβα,
<scripture passage="Josh 13:17" parsed="|Josh|13|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.17" />
<sup>17</sup>η Εσεβων και πασαι αι πολεις αυτης, αι εν τη πεδινη· Δαιβων, και η Βαμωθ-βααλ, και η Βαιθ-βααλ-μεων,
<scripture passage="Josh 13:18" parsed="|Josh|13|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.18" />
<sup>18</sup>και η Ιασσα, και η Κεδημωθ, και η Μηφααθ,
<scripture passage="Josh 13:19" parsed="|Josh|13|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.19" />
<sup>19</sup>και η Κιριαθαιμ, και η Σιβμα, και η Ζαρεθ-σααρ εν τω ορει της κοιλαδος,
<scripture passage="Josh 13:20" parsed="|Josh|13|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.20" />
<sup>20</sup>και η Βαιθ-φεγωρ, και η Ασδωθ-φασγα, και η Βαιθ-ιεσιμωθ,
<scripture passage="Josh 13:21" parsed="|Josh|13|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.21" />
<sup>21</sup>και πασαι αι πολεις της πεδινης, και απαν το βασιλειον του Σηων βασιλεως των Αμορραιων, του βασιλευοντος εν Εσεβων, τον οποιον επαταξεν ο Μωυσης, αυτον και τους ηγεμονας της Μαδιαμ, τον Ευι και τον Ρεκεμ και τον Σουρ και τον Ουρ και τον Ρεβα αρχοντας του Σηων, κατοικουντας την γην.
<scripture passage="Josh 13:22" parsed="|Josh|13|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.22" />
<sup>22</sup>Και τον Βαλααμ· τον υιον του Βεωρ, τον μαντιν, οι υιοι Ισραηλ εθανατωσαν εν μαχαιρα μεταξυ των φονευθεντων υπ' αυτων.
<scripture passage="Josh 13:23" parsed="|Josh|13|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.23" />
<sup>23</sup>Και των υιων Ρουβην, ο Ιορδανης ητο το οριον αυτων. Αυτη ειναι η κληρονομια των υιων Ρουβην κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 13:24" parsed="|Josh|13|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.24" />
<sup>24</sup>Και εδωκεν ο Μωυσης κληρονομιαν εις την φυλην Γαδ, εις τους υιους Γαδ, κατα τας συγγενειας αυτων·
<scripture passage="Josh 13:25" parsed="|Josh|13|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.25" />
<sup>25</sup>και το οριον αυτων ητο η Ιαζηρ, και πασαι αι πολεις της Γαλααδ και το ημισυ της γης των υιων Αμμων, εως της Αροηρ, της κατεναντι Ραββα,
<scripture passage="Josh 13:26" parsed="|Josh|13|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.26" />
<sup>26</sup>και απο Εσεβων μεχρι Ραμαθ-μισπα και Βετονιμ, και απο Μαχαναιμ εως των οριων της Δεβειρ,
<scripture passage="Josh 13:27" parsed="|Josh|13|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.27" />
<sup>27</sup>και εν τη κοιλαδι, Βαιθ-αραμ και Βαιθ-νιμρα και Σοκχωθ και Σαφων, το επιλοιπον του βασιλειου του Σηων βασιλεως της Εσεβων, και ο Ιορδανης το οριον εως του ακρου της θαλασσης Χιννερωθ περαν του Ιορδανου προς ανατολας.
<scripture passage="Josh 13:28" parsed="|Josh|13|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.28" />
<sup>28</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια των υιων Γαδ κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 13:29" parsed="|Josh|13|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.29" />
<sup>29</sup>Και εδωκεν ο Μωυσης κληρονομιαν εις το ημισυ της φυλης Μανασση· και εγεινε κτημα εις το ημισυ της φυλης των υιων Μανασση κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 13:30" parsed="|Josh|13|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.30" />
<sup>30</sup>Και το οριον αυτων ητο απο Μαχαναιμ, πασα η Βασαν, απαν το βασιλειον του Ωγ βασιλεως της Βασαν και πασαι αι κωμοπολεις του Ιαειρ, αι εν Βασαν, εξηκοντα πολεις·
<scripture passage="Josh 13:31" parsed="|Josh|13|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.31" />
<sup>31</sup>και το ημισυ της Γαλααδ και Ασταρωθ και Εδρει, πολεις του βασιλειου του Ωγ εκ Βασαν, εδοθησαν εις τους υιους Μαχειρ υιου Μανασση, εις το ημισυ των υιων Μαχειρ κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 13:32" parsed="|Josh|13|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.32" />
<sup>32</sup>Ουτοι ειναι οι τοποι, τους οποιους εκληροδοτησεν ο Μωυσης εις τας πεδιαδας Μωαβ, εις το περαν του Ιορδανου, πλησιον της Ιεριχω, προς ανατολας.
<scripture passage="Josh 13:33" parsed="|Josh|13|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.13.33" />
<sup>33</sup>Εις δε την φυλην του Λευι δεν εδωκε κληρονομιαν ο Μωυσης. Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, αυτος ητο η κληρονομια αυτων, καθως ειπε προς αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 14" progress="21.13%" prev="Josh.13" next="Josh.15" id="Josh.14">
<h3 id="Josh.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Josh.14-p1">
<scripture passage="Josh 14:1" parsed="|Josh|14|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.1" />
<sup>1</sup>Και ουτοι ειναι οι τοποι, τους οποιους οι υιοι Ισραηλ εκληρονομησαν εν τη γη Χανααν, τους οποιους εκληροδοτησαν εις αυτους Ελεαζαρ ο ιερευς και Ιησους ο υιος του Ναυη και οι αρχηγοι των πατριων των φυλων των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 14:2" parsed="|Josh|14|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.2" />
<sup>2</sup>Δια κληρου εγεινεν η κληρονομια των εννεα τουτων φυλων και της ημισειας φυλης, καθως προσεταξεν ο Κυριος δια του Μωυσεως.
<scripture passage="Josh 14:3" parsed="|Josh|14|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ο Μωυσης ειχε δωσει την κληρονομιαν των δυο φυλων και της ημισειας φυλης απο του περαν του Ιορδανου· εις τους Λευιτας ομως δεν εδωκε κληρονομιαν μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Josh 14:4" parsed="|Josh|14|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οι υιοι Ιωσηφ ησαν δυο φυλαι, του Μανασση και του Εφραιμ· και δεν εδωκαν εις τους Λευιτας μεριδιον εν τη γη ειμη πολεις δια να κατοικωσι, μετα των προαστειων αυτων, δια τα κτηνη αυτων και δια την περιουσιαν αυτων.
<scripture passage="Josh 14:5" parsed="|Josh|14|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.5" />
<sup>5</sup>Καθως προσεταξε Κυριος εις τον Μωυσην, ουτως εκαμον οι υιοι Ισραηλ, και διεμοιρασαν την γην.
<scripture passage="Josh 14:6" parsed="|Josh|14|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.6" />
<sup>6</sup>Και προσηλθον οι υιοι Ιουδα προς τον Ιησουν εις Γαλγαλα, και ειπε προς αυτον Χαλεβ ο υιος του Ιεφοννη ο Κενεζαιος, Συ εξευρεις τον λογον τον οποιον ελαλησεν ο Κυριος προς τον Μωυσην, τον ανθρωπον του Θεου, περι εμου και σου εν Καδης-βαρνη·
<scripture passage="Josh 14:7" parsed="|Josh|14|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.7" />
<sup>7</sup>ημην τεσσαρακοντα ετων ηλικιας, οτε με απεστειλεν ο Μωυσης ο δουλος του Κυριου απο Καδης-βαρνη δια να κατασκοπευσω την γην· και απηγγειλα προς αυτον λογον, οστις ητο εν τη καρδια μου·
<scripture passage="Josh 14:8" parsed="|Josh|14|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.8" />
<sup>8</sup>οι αδελφοι μου ομως, οι συναναβαντες μετ' εμου, ενεκρωσαν την καρδιαν του λαου· αλλ' εγω ηκολουθησα εντελως Κυριον τον Θεον μου·
<scripture passage="Josh 14:9" parsed="|Josh|14|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.9" />
<sup>9</sup>και ωμοσεν ο Μωυσης την ημεραν εκεινην λεγων, Εξαπαντος η γη, την οποιαν επατησαν οι ποδες σου, θελει εισθαι κληρονομια ιδικη σου και των υιων σου διαπαντος· διοτι εντελως ηκολουθησας Κυριον τον Θεον μου·
<scripture passage="Josh 14:10" parsed="|Josh|14|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.10" />
<sup>10</sup>και τωρα, ιδου, ο Κυριος με εφυλαξε ζωντα, καθως ειπε, τα τεσσαρακοντα πεντε ταυτα ετη, αφ' ης ημερας ελαλησεν ο Κυριος τον λογον τουτον προς τον Μωυσην, οτε ο Ισραηλ επορευετο εν τη ερημω· και τωρα, ιδου, εγω ειμαι σημερον ογδοηκοντα πεντε ετων ηλικιας·
<scripture passage="Josh 14:11" parsed="|Josh|14|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.11" />
<sup>11</sup>ετι και την σημερον ειμαι δυνατος, καθως την ημεραν οτε με απεστειλεν ο Μωυσης· ως ητο τοτε η δυναμις μου δια πολεμον και δια να εξερχωμαι και δια να εισερχωμαι·
<scripture passage="Josh 14:12" parsed="|Josh|14|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.12" />
<sup>12</sup>τωρα λοιπον δος μοι το ορος τουτο, περι του οποιου ελαλησεν ο Κυριος την ημεραν εκεινην· διοτι συ ηκουσας την ημεραν εκεινην, οτι ειναι εκει Ανακειμ και πολεις μεγαλαι ωχυρωμεναι· εαν ο Κυριος ηναι μετ' εμου, εγω θελω δυνηθη να εκδιωξω αυτους, καθως ειπεν ο Κυριος.
<scripture passage="Josh 14:13" parsed="|Josh|14|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.13" />
<sup>13</sup>Και ευλογησεν αυτον ο Ιησους και εδωκεν εις τον Χαλεβ τον υιον του Ιεφοννη την Χεβρων εις κληρονομιαν.
<scripture passage="Josh 14:14" parsed="|Josh|14|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο η Χεβρων αποκατεστη κληρονομια του Χαλεβ υιου του Ιεφοννη του Κενεζαιου εως της σημερον, διοτι εντελως ηκολουθησε Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 14:15" parsed="|Josh|14|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.14.15" />
<sup>15</sup>το δε ονομα της Χεβρων προτερον ητο Κιριαθ-αρβα· ητο δε ο Αρβα ανθρωπος μεγας μεταξυ των Ανακειμ. Και η γη ησυχασεν απο του πολεμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 15" progress="21.20%" prev="Josh.14" next="Josh.16" id="Josh.15">
<h3 id="Josh.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Josh.15-p1">
<scripture passage="Josh 15:1" parsed="|Josh|15|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.1" />
<sup>1</sup>Ο δε κληρος της φυλης των υιων Ιουδα κατα τας συγγενειας αυτων ητο εις τα ορια της Ιδουμαιας· η ερημος Σιν η προς νοτον ητο το ακρον το μεσημβρινον.
<scripture passage="Josh 15:2" parsed="|Josh|15|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.2" />
<sup>2</sup>Και τα μεσημβρινα αυτων ορια ησαν απο των παραλιων της αλμυρας θαλασσης, απο του κολπου του βλεποντος προς μεσημβριαν·
<scripture passage="Josh 15:3" parsed="|Josh|15|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.3" />
<sup>3</sup>και εξετεινοντο προς το μεσημβρινον μερος εις την αναβασιν Ακραββιμ, και διεβαινον εις Σιν και ανεβαινον απο μεσημβριας εις Καδης-βαρνη, και διεβαινον την Εσρων και ανεβαινον εις Αδδαρ και εστρεφον προς Καρκαα·
<scripture passage="Josh 15:4" parsed="|Josh|15|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.4" />
<sup>4</sup>και διεβαινον εις Ασμων και εξηρχοντο εως του χειμαρρου της Αιγυπτου, και ετελειονον τα ορια εις την θαλασσαν· ταυτα θελουσιν εισθαι τα μεσημβρινα ορια σας.
<scripture passage="Josh 15:5" parsed="|Josh|15|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.5" />
<sup>5</sup>Το δε ανατολικον οριον ητο η θαλασσα η αλμυρα, εως ακρου του Ιορδανου. Και το οριον κατα το βορειον μερος ηρχετο απο του κολπου της θαλασσης κατα το ακρον του Ιορδανου·
<scripture passage="Josh 15:6" parsed="|Josh|15|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.6" />
<sup>6</sup>και ανεβαινε το οριον εως Βαιθ-ογλα, και διεβαινεν απο βορρα της Βαιθ-αραβα· και ανεβαινε το οριον εως του λιθου του Βοαν υιου του Ρουβην·
<scripture passage="Josh 15:7" parsed="|Josh|15|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.7" />
<sup>7</sup>και ανεβαινε το οριον προς Δεβειρ απο της κοιλαδος Αχωρ, και εξετεινετο προς βορραν βλεπον εις Γαλγαλα, την κατεναντι της αναβασεως Αδουμμιμ, ητις ειναι προς το μεσημβρινον του ποταμου· επειτα διεβαινε το οριον επι τα υδατα του Εν-σεμες, και εξηρχετο εις Εν-ρωγηλ·
<scripture passage="Josh 15:8" parsed="|Josh|15|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.8" />
<sup>8</sup>και ανεβαινε το οριον δια της φαραγγος του υιου του Εννομ κατα το μεσημβρινον πλαγιον της Ιεβους· αυτη ειναι η Ιερουσαλημ· και ανεβαινε το οριον εις την κορυφην του ορους, του κατεναντι της φαραγγος Εννομ προς δυσμας, ητις ειναι εις το τελος της κοιλαδος των Ραφαειμ προς βορραν·
<scripture passage="Josh 15:9" parsed="|Josh|15|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.9" />
<sup>9</sup>και διεβαινε το οριον απο της κορυφης του ορους εως της πηγης των υδατων Νεφθωα, και εξηρχετο εις τας κωμοπολεις του ορους Εφρων· και διευθυνετο το οριον εις Βααλα, ητις ειναι η Κιριαθ-ιαρειμ·
<scripture passage="Josh 15:10" parsed="|Josh|15|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.10" />
<sup>10</sup>και εστρεφε το οριον απο Βααλα προς δυσμας εις το ορος Σηειρ, και διεβαινεν εις το πλαγιον του ορους Ιαρειμ, οπου ειναι η Χασαλων, προς βορραν· και κατεβαινεν εις την Βαιθ-σεμες και διεβαινεν εις Θαμνα·
<scripture passage="Josh 15:11" parsed="|Josh|15|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.11" />
<sup>11</sup>επειτα εξηρχετο το οριον εις το πλαγιον της Ακκαρων προς βορραν· και διευθυνετο το οριον εις Σικρων, και διεβαινεν εις το ορος της Βααλα, και εξηρχετο εις Ιαβνηλ, και εκαμνε το οριον διεξοδον εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Josh 15:12" parsed="|Josh|15|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.12" />
<sup>12</sup>Και το οριον το δυτικον ητο η θαλασσα η μεγαλη και τα παραλια. Ταυτα ειναι τα ορια των υιων Ιουδα κυκλω, κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 15:13" parsed="|Josh|15|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.13" />
<sup>13</sup>Και εις τον Χαλεβ τον υιον του Ιεφοννη εδωκε μεριδιον μεταξυ των υιων Ιουδα, κατα την προσταγην του Κυριου την προς τον Ιησουν, την πολιν του Αρβα πατρος του Ανακ, ητις ειναι η Χεβρων.
<scripture passage="Josh 15:14" parsed="|Josh|15|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.14" />
<sup>14</sup>Και εξεδιωξεν εκειθεν ο Χαλεβ τους τρεις υιους του Ανακ, τον Σεσαι και τον Αχιμαν και τον Θαλμαι, τους υιους του Ανακ.
<scripture passage="Josh 15:15" parsed="|Josh|15|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.15" />
<sup>15</sup>Και εκειθεν ανεβη επι τους κατοικους της Δεβειρ· το δε ονομα της Δεβειρ προτερον ητο Κιριαθ-σεφερ.
<scripture passage="Josh 15:16" parsed="|Josh|15|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Χαλεβ, Οστις παταξη την Κιριαθ-σεφερ και κυριευση αυτην, θελω δωσει εις τουτον Αχσαν την θυγατερα μου εις γυναικα.
<scripture passage="Josh 15:17" parsed="|Josh|15|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.17" />
<sup>17</sup>Και εκυριευσεν αυτην Γοθονιηλ ο υιος του Κενεζ αδελφος του Χαλεβ· και εδωκεν εις αυτον Αχσαν την θυγατερα αυτου εις γυναικα.
<scripture passage="Josh 15:18" parsed="|Josh|15|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.18" />
<sup>18</sup>Και αυτη, οτε απηρχετο, παρεκινησεν αυτον να ζητηση παρα του πατρος αυτης αγρον· και κατεβη απο του ονου, και ειπε προς αυτην ο Χαλεβ, Τι θελεις;
<scripture passage="Josh 15:19" parsed="|Josh|15|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.19" />
<sup>19</sup>Η δε ειπε, Δος μοι ευλογιαν· επειδη εδωκας εις εμε γην μεσημβρινην, δος μοι και πηγας υδατων. Και εδωκεν εις αυτην τας ανω πηγας και τας κατω πηγας.
<scripture passage="Josh 15:20" parsed="|Josh|15|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.20" />
<sup>20</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Ιουδα κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 15:21" parsed="|Josh|15|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.21" />
<sup>21</sup>Και ησαν αι εσχαται πολεις της φυλης των υιων Ιουδα προς τα ορια της Εδωμ προς μεσημβριαν, Καβσεηλ, και Εδερ, και Ιαγουρ,
<scripture passage="Josh 15:22" parsed="|Josh|15|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.22" />
<sup>22</sup>και Κινα, και Διμωνα, και Αδαδα,
<scripture passage="Josh 15:23" parsed="|Josh|15|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.23" />
<sup>23</sup>και Κεδες, και Ασωρ, και Ιθναν,
<scripture passage="Josh 15:24" parsed="|Josh|15|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.24" />
<sup>24</sup>Ζιφ, και Τελεμ, και Βαλωθ,
<scripture passage="Josh 15:25" parsed="|Josh|15|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.25" />
<sup>25</sup>και Ασωρ, Αδαττα, και Κιριωθ-εσρων, η και Ασωρ,
<scripture passage="Josh 15:26" parsed="|Josh|15|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.26" />
<sup>26</sup>Αμαμ, και Σεμα, και Μωλαδα,
<scripture passage="Josh 15:27" parsed="|Josh|15|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.27" />
<sup>27</sup>και Ασαρ-γαδδα, και Εσεμων, και Βαιθ-φαλεθ,
<scripture passage="Josh 15:28" parsed="|Josh|15|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.28" />
<sup>28</sup>και Ασαρ-σουαλ, και Βηρ-σαβεε, και Βιζιοθια,
<scripture passage="Josh 15:29" parsed="|Josh|15|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.29" />
<sup>29</sup>Βααλα, και Ιειμ, και Ασεμ,
<scripture passage="Josh 15:30" parsed="|Josh|15|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.30" />
<sup>30</sup>και Ελθωλαδ, και Χεσιλ, και Ορμα,
<scripture passage="Josh 15:31" parsed="|Josh|15|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.31" />
<sup>31</sup>και Σικλαγ, και Μαδμαννα, και Σανσαννα,
<scripture passage="Josh 15:32" parsed="|Josh|15|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.32" />
<sup>32</sup>και Λεβαωθ, και Σιλεειμ, και Αειν, και Ριμμων· πασαι αι πολεις εικοσι εννεα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:33" parsed="|Josh|15|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.33" />
<sup>33</sup>Εν τη πεδινη ησαν Εσθαολ, και Σαραα, και Ασνα,
<scripture passage="Josh 15:34" parsed="|Josh|15|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.34" />
<sup>34</sup>και Ζανωα, και Εν-γαννιμ, Θαπφουα, και Ηναμ,
<scripture passage="Josh 15:35" parsed="|Josh|15|35|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.35" />
<sup>35</sup>Ιαρμουθ, και Οδολλαμ, Σωχω, και Αζηκα,
<scripture passage="Josh 15:36" parsed="|Josh|15|36|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.36" />
<sup>36</sup>και Σαγαρειμ, και Αδιθαειμ, και Γεδηρα, και αι επαυλεις αυτων, πολεις δεκατεσσαρες, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:37" parsed="|Josh|15|37|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.37" />
<sup>37</sup>Σεναν, και Αδασα, και Μαγδαλ-γαδ,
<scripture passage="Josh 15:38" parsed="|Josh|15|38|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.38" />
<sup>38</sup>και Διλααν, και Μισπα, και Ιοκθεηλ,
<scripture passage="Josh 15:39" parsed="|Josh|15|39|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.39" />
<sup>39</sup>Λαχεις, και Βασκαθ, και Εγλων,
<scripture passage="Josh 15:40" parsed="|Josh|15|40|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.40" />
<sup>40</sup>και Χαββων, και Λαμας, και Χιθλεις,
<scripture passage="Josh 15:41" parsed="|Josh|15|41|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.41" />
<sup>41</sup>και Γεδηρωθ, Βαιθ-δαγων, και Νααμα, και Μακκηδα, πολεις δεκαεξ, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:42" parsed="|Josh|15|42|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.42" />
<sup>42</sup>Λιβνα, και Εθερ, και Ασαν,
<scripture passage="Josh 15:43" parsed="|Josh|15|43|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.43" />
<sup>43</sup>και Ιεφθα, και Ασνα, και Νεσιβ,
<scripture passage="Josh 15:44" parsed="|Josh|15|44|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.44" />
<sup>44</sup>και Κεειλα, και Αχζιβ, και Μαρησα, πολεις εννεα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:45" parsed="|Josh|15|45|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.45" />
<sup>45</sup>Ακκαρων, και αι κωμοπολεις αυτης, και αι κωμαι αυτης·
<scripture passage="Josh 15:46" parsed="|Josh|15|46|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.46" />
<sup>46</sup>απο της Ακκαρων εως της θαλασσης, πασαι αι πλησιον της Αζωτου, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:47" parsed="|Josh|15|47|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.47" />
<sup>47</sup>Αζωτος, αι κωμοπολεις αυτης και αι κωμαι αυτης, Γαζα, αι κωμοπολεις αυτης και αι κωμαι αυτης, εως του χειμαρρου της Αιγυπτου, και η θαλασσα η μεγαλη το οριον.
<scripture passage="Josh 15:48" parsed="|Josh|15|48|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.48" />
<sup>48</sup>Και εν τη ορεινη, Σαμειρ, και Ιαθειρ, και Σωχω,
<scripture passage="Josh 15:49" parsed="|Josh|15|49|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.49" />
<sup>49</sup>και Δαννα, και Κιριαθ-σαννα, ητις ειναι η Δεβειρ,
<scripture passage="Josh 15:50" parsed="|Josh|15|50|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.50" />
<sup>50</sup>και Αναβ, και Εσθεμω, και Ανειμ,
<scripture passage="Josh 15:51" parsed="|Josh|15|51|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.51" />
<sup>51</sup>και Γεσεν, και Ωλων, και Γιλω, πολεις ενδεκα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:52" parsed="|Josh|15|52|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.52" />
<sup>52</sup>Αραβ, και Δουμα, και Εσαν,
<scripture passage="Josh 15:53" parsed="|Josh|15|53|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.53" />
<sup>53</sup>και Ιανουμ, και Βαιθ-θαπφουα, και Αφεκα,
<scripture passage="Josh 15:54" parsed="|Josh|15|54|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.54" />
<sup>54</sup>και Χουματα, και Κιριαθ-αρβα, ητις ειναι η Χεβρων, και Σιωρ, πολεις εννεα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:55" parsed="|Josh|15|55|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.55" />
<sup>55</sup>Μαων, Καρμελ, και Ζιφ, και Ιουτα,
<scripture passage="Josh 15:56" parsed="|Josh|15|56|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.56" />
<sup>56</sup>και Ιεζραελ, και Ιοκδεαμ, και Ζανωα,
<scripture passage="Josh 15:57" parsed="|Josh|15|57|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.57" />
<sup>57</sup>Ακαιν, Γαβαα, και Θαμνα, πολεις δεκα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:58" parsed="|Josh|15|58|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.58" />
<sup>58</sup>Αλουλ, Βαιθ-σουρ, και Γεδωρ,
<scripture passage="Josh 15:59" parsed="|Josh|15|59|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.59" />
<sup>59</sup>και Μααραθ, και Βαιθ-ανωθ, και Ελτεκων, πολεις εξ, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:60" parsed="|Josh|15|60|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.60" />
<sup>60</sup>Κιριαθ-βααλ, ητις ειναι η Κιριαθ-ιαρειμ, και Ραββα, πολεις δυο, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:61" parsed="|Josh|15|61|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.61" />
<sup>61</sup>Εν τη ερημω, Βαιθ-αραβα, Μιδδιν, και Σεχαχα,
<scripture passage="Josh 15:62" parsed="|Josh|15|62|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.62" />
<sup>62</sup>και Νιβσαν, και η πολις του αλατος, και Εν-γαδδι, πολεις εξ, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 15:63" parsed="|Josh|15|63|0|0" osisRef="Bible:Josh.15.63" />
<sup>63</sup>τους δε Ιεβουσαιους, τους κατοικουντας την Ιερουσαλημ, οι υιοι Ιουδα δεν ηδυνηθησαν να εκδιωξωσιν αυτους· αλλα κατοικουσιν οι Ιεβουσαιοι μετα των υιων Ιουδα εν τη Ιερουσαλημ εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 16" progress="21.33%" prev="Josh.15" next="Josh.17" id="Josh.16">
<h3 id="Josh.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Josh.16-p1">
<scripture passage="Josh 16:1" parsed="|Josh|16|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.1" />
<sup>1</sup>Και επεσεν ο κληρος των υιων Ιωσηφ απο του Ιορδανου πλησιον της Ιεριχω, εως των υδατων της Ιεριχω κατα ανατολας, προς την ερημον την αναβαινουσαν απο της Ιεριχω δια του ορους Βαιθηλ,
<scripture passage="Josh 16:2" parsed="|Josh|16|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.2" />
<sup>2</sup>και εκτεινεται απο Βαιθηλ εως Λουζ, και διαβαινει δια των οριων του Αρχι-αταρωθ,
<scripture passage="Josh 16:3" parsed="|Josh|16|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.3" />
<sup>3</sup>και καταβαινει εκ δυσμων εις τα ορια του Ιαφλαιτι, εως των οριων της κατω Βαιθ-ωρων, και εως Γεζερ, και εξερχεται εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Josh 16:4" parsed="|Josh|16|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.4" />
<sup>4</sup>Και ελαβον την κληρονομιαν αυτων οι υιοι Ιωσηφ, ο Μανασσης και ο Εφραιμ.
<scripture passage="Josh 16:5" parsed="|Josh|16|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.5" />
<sup>5</sup>Και τα ορια των υιων Εφραιμ κατα τας συγγενειας αυτων ησαν ταυτα· τα ορια της κληρονομιας αυτων προς το ανατολικον μερος ησαν η Αταρωθ-αδαρ, εως της ανω Βαιθ-ωρων·
<scripture passage="Josh 16:6" parsed="|Josh|16|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.6" />
<sup>6</sup>και εξετεινοντο τα ορια προς την θαλασσαν εις Μιχμεθα κατα το βορειον· και τα ορια εστρεφον κατα το ανατολικον εως Τααναθ-σηλω, και εκειθεν διεβαινον κατα ανατολας εις Ιανωχα·
<scripture passage="Josh 16:7" parsed="|Josh|16|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.7" />
<sup>7</sup>και κατεβαινον απο Ιανωχα εις Αταρωθ, και εις Νααραθ, και ηρχοντο εις την Ιεριχω, και εξηρχοντο εις τον Ιορδανην·
<scripture passage="Josh 16:8" parsed="|Josh|16|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.8" />
<sup>8</sup>τα ορια εξηκολουθησαν απο Θαπφουα προς δυσμας εως του χειμαρρου Κανα, και ειχον την διεξοδον αυτων προς την θαλασσαν. Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Εφραιμ κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 16:9" parsed="|Josh|16|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.9" />
<sup>9</sup>Ησαν και πολεις κεχωρισμεναι δια τους υιους Εφραιμ μεταξυ της κληρονομιας των υιων Μανασση, πασαι αι πολεις και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 16:10" parsed="|Josh|16|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.16.10" />
<sup>10</sup>Και δεν εξεδιωξαν τους Χαναναιους τους κατοικουντας εις Γεζερ· αλλ' οι Χαναναιοι κατοικουσι μεταξυ των Εφραιμιτων εως της ημερας ταυτης, και εγειναν δουλοι υποτελεις.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 17" progress="21.37%" prev="Josh.16" next="Josh.18" id="Josh.17">
<h3 id="Josh.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Josh.17-p1">
<scripture passage="Josh 17:1" parsed="|Josh|17|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.1" />
<sup>1</sup>Ητο και κληρος δια την φυλην του Μανασση, διοτι αυτος ητο ο πρωτοτοκος του Ιωσηφ, δια τον Μαχειρ τον πρωτοτοκον του Μανασση, τον πατερα του Γαλααδ· επειδη αυτος ητο ανηρ πολεμιστης, δια τουτο ελαβε την Γαλααδ και την Βασαν.
<scripture passage="Josh 17:2" parsed="|Josh|17|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.2" />
<sup>2</sup>Ητο κληρος και δια τους λοιπους υιους Μανασση κατα τας συγγενειας αυτων, δια τους υιους του Αβι-εζερ, και δια τους υιους του Χελεκ, και δια τους υιους του Ασριηλ, και δια τους υιους του Συχεμ, και δια τους υιους του Εφερ, και δια τους υιους του Σεμιδα. Ταυτα ησαν τα αρσενικα τεκνα του Μανασση υιου του Ιωσηφ, κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 17:3" parsed="|Josh|17|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.3" />
<sup>3</sup>Ο Σαλπααδ ομως, ο υιος του Εφερ, υιου του Γαλααδ, υιου του Μαχειρ, υιου του Μανασση, δεν ειχεν υιους, αλλα θυγατερας· και ταυτα ειναι τα ονοματα των θυγατερων αυτου, Μααλα και Νουα, Αγλα, Μελχα και Περσα.
<scripture passage="Josh 17:4" parsed="|Josh|17|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.4" />
<sup>4</sup>Και προσελθουσαι ενωπιον Ελεαζαρ του ιερεως, και ενωπιον Ιησου υιου του Ναυη και ενωπιον των αρχοντων, ειπον, Ο Κυριος προσεταξεν εις τον Μωυσην να δωση εις ημας κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων ημων. Και εδοθη εις αυτας κατα την προσταγην του Κυριου κληρονομια μεταξυ των αδελφων του πατρος αυτων.
<scripture passage="Josh 17:5" parsed="|Josh|17|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.5" />
<sup>5</sup>Και επεσον εις τον Μανασση δεκα μεριδια, εκτος της γης Γαλααδ και Βασαν, των περαν του Ιορδανου·
<scripture passage="Josh 17:6" parsed="|Josh|17|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.6" />
<sup>6</sup>διοτι αι θυγατερες του Μανασση ελαβον κληρονομιαν μεταξυ των υιων αυτου· και οι επιλοιποι υιοι του Μανασση ελαβον την γην Γαλααδ.
<scripture passage="Josh 17:7" parsed="|Josh|17|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.7" />
<sup>7</sup>Και τα ορια του Μανασση ησαν απο Ασηρ εως της Μιχμεθα κειμενης απεναντι της Συχεμ· και εξετεινοντο τα ορια κατα τα δεξια, εως των κατοικων της Εν-θαπφουα.
<scripture passage="Josh 17:8" parsed="|Josh|17|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Μανασσης ειχε την γην Θαπφουα· η δε Θαπφουα επι των οριων του Μανασση ανηκεν εις τους υιους Εφραιμ.
<scripture passage="Josh 17:9" parsed="|Josh|17|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.9" />
<sup>9</sup>Και κατεβαινε το οριον εως του χειμαρρου Κανα, προς μεσημβριαν του χειμαρρου· αυται αι πολεις του Εφραιμ ησαν μεταξυ των πολεων του Μανασση· και το οριον του Μανασση ητο προς βορραν του χειμαρρου, και η διεξοδος αυτου προς την θαλασσαν.
<scripture passage="Josh 17:10" parsed="|Josh|17|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.10" />
<sup>10</sup>προς μεσημβριαν ητο του Εφραιμ, και προς βορραν του Μανασση· και η θαλασσα ητο το οριον αυτου· και ηνονοντο προς βορραν με το του Ασηρ, και προς ανατολας με το του Ισσαχαρ.
<scripture passage="Josh 17:11" parsed="|Josh|17|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.11" />
<sup>11</sup>Και ειχεν ο Μανασσης, εν τη γη Ισσαχαρ και Ασηρ, την Βαιθ-σαν και τας κωμοπολεις αυτης, και την Ιβλεαμ και τας κωμοπολεις αυτης, και τους κατοικους της Δωρ και τας κωμοπολεις αυτης, και τους κατοικους της Εν-δωρ και τας κωμοπολεις αυτης, και τους κατοικους της Θααναχ και τας κωμοπολεις αυτης, και τους κατοικους της Μεγιδδω και τας κωμοπολεις αυτης, τρεις επαρχιας.
<scripture passage="Josh 17:12" parsed="|Josh|17|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.12" />
<sup>12</sup>Οι δε υιοι Μανασση δεν ηδυνηθησαν να εκδιωξωσι τους κατοικους των πολεων τουτων, αλλ' οι Χαναναιοι επεμενον να κατοικωσιν εν τη γη εκεινη.
<scripture passage="Josh 17:13" parsed="|Josh|17|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.13" />
<sup>13</sup>Αφου ομως υπερισχυσαν οι υιοι Ισραηλ, καθυπεβαλον τους Χαναναιους εις φορον, πλην δεν εξεδιωξαν αυτους ολοκληρως.
<scripture passage="Josh 17:14" parsed="|Josh|17|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.14" />
<sup>14</sup>Και ειπον προς τον Ιησουν οι υιοι Ιωσηφ λεγοντες, Δια τι εδωκας εις ημας ενα μονον κληρον και μιαν μεριδα να κληρονομησωμεν, ενω ειμεθα λαος πολυς, καθως ο Κυριος ευλογησεν ημας εως του νυν;
<scripture passage="Josh 17:15" parsed="|Josh|17|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιησους, Εαν ησθε λαος πολυς, αναβητε εις τον δρυμον και κοψατε μερος αυτου δι' εαυτους εν τη γη των Φερεζαιων και των Ραφαειμ, εαν το ορος Εφραιμ ηναι παραπολυ στενοχωρον δια σας.
<scripture passage="Josh 17:16" parsed="|Josh|17|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.16" />
<sup>16</sup>Και ειπον οι υιοι Ιωσηφ, Δεν αρκει εις ημας το ορος· και παντες οι Χαναναιοι οι κατοικουντες την γην της κοιλαδος εχουσιν αμαξας σιδηρας, και οι της Βαιθ-σαν και των κωμοπολεων αυτης και οι της κοιλαδος Ιεζραελ.
<scripture passage="Josh 17:17" parsed="|Josh|17|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον οικον Ιωσηφ, προς τον Εφραιμ και προς τον Μανασση, λεγων, Συ εισαι λαος πολυς· και εις δυναμιν μεγαλην· συ δεν θελεις εχει ενα μονον κληρον·
<scripture passage="Josh 17:18" parsed="|Josh|17|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.17.18" />
<sup>18</sup>αλλα το ορος θελει εισθαι ιδικον σου· επειδη ειναι δρυμος, και θελεις κατακοψει αυτον· και εως των ακρων αυτου θελει εισθαι ιδικον σου· επειδη θελεις εκδιωξει τους Χαναναιους, αν και εχωσιν αμαξας σιδηρας και ηναι δυνατοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 18" progress="21.45%" prev="Josh.17" next="Josh.19" id="Josh.18">
<h3 id="Josh.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Josh.18-p1">
<scripture passage="Josh 18:1" parsed="|Josh|18|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.1" />
<sup>1</sup>Συνηθροισθη δε πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εν Σηλω, και εστησαν εκει την σκηνην του μαρτυριου· και υπεταχθη η γη εις αυτους.
<scripture passage="Josh 18:2" parsed="|Josh|18|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.2" />
<sup>2</sup>Και εμενον μεταξυ των υιων Ισραηλ επτα φυλαι, αιτινες δεν ειχον λαβει την κληρονομιαν αυτων.
<scripture passage="Josh 18:3" parsed="|Josh|18|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τους υιους Ισραηλ, Εως ποτε θελετε μενει νωθροι εις το να υπαγητε να κυριευσητε την γην, την οποιαν Κυριος ο Θεος των πατερων σας εδωκεν εις εσας;
<scripture passage="Josh 18:4" parsed="|Josh|18|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.4" />
<sup>4</sup>εκλεξατε εις εαυτους τρεις ανδρας κατα φυλην· και θελω αποστειλει αυτους, και σηκωθεντες θελουσι περιελθει την γην και διαγραψει αυτην κατα τας κληρονομιας αυτων, και θελουσιν επιστρεψει προς εμε·
<scripture passage="Josh 18:5" parsed="|Josh|18|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.5" />
<sup>5</sup>και θελουσι διαιρεσει αυτην εις επτα μεριδια· ο Ιουδας θελει κατοικει εν τοις οριοις αυτου προς μεσημβριαν, και ο οικος Ιωσηφ θελουσι κατοικει εν τοις οριοις αυτων προς βορραν·
<scripture passage="Josh 18:6" parsed="|Josh|18|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.6" />
<sup>6</sup>θελετε λοιπον διαγραψει την γην εις επτα μερη, και θελετε φερει εδω προς εμε την διαγραφην, και εγω θελω εκβαλει κληρους δια σας ενταυθα ενωπιον Κυριου του Θεου ημων·
<scripture passage="Josh 18:7" parsed="|Josh|18|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.7" />
<sup>7</sup>διοτι οι Λευιται δεν εχουσι μεριδιον μεταξυ σας· διοτι η ιερατεια του Κυριου ειναι η κληρονομια αυτων· και ο Γαδ και ο Ρουβην και το ημισυ της φυλης Μανασση ελαβον την κληρονομιαν αυτων περαν του Ιορδανου προς ανατολας, την οποιαν Μωυσης ο δουλος του Κυριου εδωκεν εις αυτους.
<scripture passage="Josh 18:8" parsed="|Josh|18|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.8" />
<sup>8</sup>Και σηκωθεντες οι ανδρες απηλθον· και προσεταξεν ο Ιησους τους απελθοντας δια να διαγραψωσι την γην, λεγων, Υπαγετε και περιελθετε την γην και διαγραψατε αυτην και επιστρεψατε προς εμε, και εγω θελω εκβαλει κληρους δια σας ενταυθα ενωπιον του Κυριου εν Σηλω.
<scripture passage="Josh 18:9" parsed="|Josh|18|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.9" />
<sup>9</sup>Και υπηγαν οι ανδρες και περιηλθον την γην και διεγραψαν αυτην εν βιβλιω κατα πολεις εις μεριδια επτα, και ηλθον προς τον Ιησουν εις το στρατοπεδον εις Σηλω.
<scripture passage="Josh 18:10" parsed="|Josh|18|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.10" />
<sup>10</sup>Και ερριψεν ο Ιησους κληρους δι' αυτους εν Σηλω ενωπιον του Κυριου· και διεμοιρασεν ο Ιησους εκει την γην εις τους υιους Ισραηλ κατα τους μερισμους αυτων.
<scripture passage="Josh 18:11" parsed="|Josh|18|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.11" />
<sup>11</sup>Και εξηλθεν ο κληρος της φυλης των υιων Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων, και επεσε το οριον της κληρονομιας αυτων μεταξυ των υιων Ιουδα και των υιων Ιωσηφ.
<scripture passage="Josh 18:12" parsed="|Josh|18|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.12" />
<sup>12</sup>Και ητο το οριον αυτων προς βορραν απο του Ιορδανου, και ανεβαινε το οριον προς το πλαγιον της Ιεριχω κατα βορραν, και ανεβαινε δια των ορεων προς δυσμας, και ετελειονεν εις την ερημον Βαιθ-αυεν.
<scripture passage="Josh 18:13" parsed="|Josh|18|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.13" />
<sup>13</sup>Και εκειθεν διεβαινε το οριον προς την Λουζ, κατα το μεσημβρινον πλαγιον της Λουζ, ητις ειναι η Βαιθηλ· και κατεβαινε το οριον εις την Αταρωθ-αδδαρ, εις το ορος το προς μεσημβριαν της κατω αιθ-ωρων.
<scripture passage="Josh 18:14" parsed="|Josh|18|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.14" />
<sup>14</sup>Και το οριον εξετεινετο εκειθεν, και περιηρχετο το δυτικον μερος προς μεσημβριαν, απο του ορους του απεναντι της Βαιθ-ωρων κατα μεσημβριαν· και ετελειονεν εις την Κιριαθ-βααλ, ητις ειναι η Κιριαθ-ιαρειμ, πολις των υιων Ιουδα· τουτο ητο το δυτικον μερος.
<scripture passage="Josh 18:15" parsed="|Josh|18|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.15" />
<sup>15</sup>Και το μεσημβρινον μερος ητο απο του ακρον της Κιριαθ-ιαρειμ, και διεβαινε το οριον προς δυσμας, και εξηρχετο εις το φρεαρ των υδατων του Νεφθωα·
<scripture passage="Josh 18:16" parsed="|Josh|18|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.16" />
<sup>16</sup>και κατεβαινε το οριον εις το τελος του ορους του κατεναντι της φαραγγος του υιου του Εννομ, ητις ειναι εν τη κοιλαδι των Ραφαειμ προς βορραν, και κατεβαινε δια της φαραγγος του Εννομ εις το μεσημβρινον πλαγιον της Ιεβους, και κατεβαινεν εις Εν-ρωγηλ·
<scripture passage="Josh 18:17" parsed="|Josh|18|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.17" />
<sup>17</sup>και εκτεινομενον απο βορραν διεβαινεν εις Εν-σεμες και εξηρχετο εις Γαλιλωθ, ητις ειναι κατεναντι της αναβασεως του Αδουμμιμ, και κατεβαινεν εις τον λιθον του Βοαν υιου του Ρουβην,
<scripture passage="Josh 18:18" parsed="|Josh|18|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.18" />
<sup>18</sup>και διεβαινε προς το βορειον πλαγιον το κατεναντι της Αραβα και κατεβαινεν εις Αραβα·
<scripture passage="Josh 18:19" parsed="|Josh|18|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.19" />
<sup>19</sup>και διεβαινε το οριον προς το βορειον πλαγιον της αιθ-ογλα· και ετελειονε το οριον εις τον βορειον κολπον της θαλασσης της αλμυρας, εις την εκβολην του Ιορδανου κατα μεσημβριαν· τουτο ητο το μεσημβρινον οριον.
<scripture passage="Josh 18:20" parsed="|Josh|18|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Ιορδανης ητο το προς ανατολας οριον αυτου. Αυτη ητο κατα το οριον αυτης κυκλω, η κληρονομια των υιων Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 18:21" parsed="|Josh|18|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.21" />
<sup>21</sup>Αι δε πολεις της φυλης των υιων Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων ησαν Ιεριχω, και Βαιθ-ογλα, και Εμεκ-κεσεις,
<scripture passage="Josh 18:22" parsed="|Josh|18|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.22" />
<sup>22</sup>και Βαιθ-αραβα, και Σεμαραιμ, και Βαιθηλ,
<scripture passage="Josh 18:23" parsed="|Josh|18|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.23" />
<sup>23</sup>και Αυειμ, και Φαρα, και Οφρα,
<scripture passage="Josh 18:24" parsed="|Josh|18|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.24" />
<sup>24</sup>και Χεφαρ-αμμωνα, και Οφνει, και Γαβαα, πολεις δωδεκα, και αι κωμαι αυτων·
<scripture passage="Josh 18:25" parsed="|Josh|18|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.25" />
<sup>25</sup>Γαβαων, και Ραμα, και Βηρωθ,
<scripture passage="Josh 18:26" parsed="|Josh|18|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.26" />
<sup>26</sup>και Μισπα, και Χεφειρα, και Μωσα,
<scripture passage="Josh 18:27" parsed="|Josh|18|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.27" />
<sup>27</sup>και Ρεκεμ, και Ιορφαηλ, και Θαραλα,
<scripture passage="Josh 18:28" parsed="|Josh|18|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.18.28" />
<sup>28</sup>και Σηλα, Ελεφ, και Ιεβους, ητις ειναι η Ιερουσαλημ, Γαβααθ, και Κιριαθ, πολεις δεκατεσσαρες, και αι κωμαι αυτων. Αυτη ειναι η κληρονομια των υιων Βενιαμιν κατα τας συγγενειας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 19" progress="21.55%" prev="Josh.18" next="Josh.20" id="Josh.19">
<h3 id="Josh.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Josh.19-p1">
<scripture passage="Josh 19:1" parsed="|Josh|19|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.1" />
<sup>1</sup>Και εξηλθεν ο δευτερος κληρος εις τον Συμεων, εις την φυλην των υιων Συμεων κατα τας συγγενειας αυτων· και ητο η κληρονομια αυτων εντος της κληρονομιας των υιων Ιουδα.
<scripture passage="Josh 19:2" parsed="|Josh|19|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.2" />
<sup>2</sup>Και ελαβον εις κληρονομιαν αυτων Βηρ-σαβεε, και Σαβεε, και Μωλαδα,
<scripture passage="Josh 19:3" parsed="|Josh|19|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.3" />
<sup>3</sup>και Ασαρ-σουαλ, και Βαλα, και Ασεμ,
<scripture passage="Josh 19:4" parsed="|Josh|19|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.4" />
<sup>4</sup>και Ελθωλαδ, και Βεθουλ, και Ορμα,
<scripture passage="Josh 19:5" parsed="|Josh|19|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.5" />
<sup>5</sup>και Σικλαγ, και Βαιθ-μαρκαβωθ, και Ασαρ-σουσα,
<scripture passage="Josh 19:6" parsed="|Josh|19|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.6" />
<sup>6</sup>και Βαιθ-λεβαωθ, και Σαρουεν, πολεις δεκατρεις, και τας κωμας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:7" parsed="|Josh|19|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.7" />
<sup>7</sup>Αειν, Ρεμμων, και Εθερ, και Ασαν, πολεις τεσσαρας, και τας κωμας αυτων·
<scripture passage="Josh 19:8" parsed="|Josh|19|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.8" />
<sup>8</sup>και πασας τας κωμας τας περιξ των πολεων τουτων εως Βαλαθ-βηρ, ητις ειναι η Ραμαθ κατα μεσημβριαν. Αυτη ειναι κληρονομια της φυλης των υιων Συμεων κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:9" parsed="|Josh|19|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.9" />
<sup>9</sup>Εκ του μεριδιου των υιων Ιουδα εδοθη η κληρονομια των υιων Συμεων, διοτι το μεριδιον των υιων Ιουδα ητο παραπολυ μεγαλον δι' αυτους· οθεν οι υιοι Συμεων ελαβον την κληρονομιαν αυτων εντος της κληρονομιας εκεινων.
<scripture passage="Josh 19:10" parsed="|Josh|19|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.10" />
<sup>10</sup>Και εξηλθεν ο τριτος κληρος εις τους υιους Ζαβουλων κατα τας συγγενειας αυτων· και το οριον της κληρονομιας αυτων ητο εως Σαρειδ·
<scripture passage="Josh 19:11" parsed="|Josh|19|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.11" />
<sup>11</sup>και ανεβαινε το οριον αυτων προς την θαλασσαν και την Μαραλα, και ηρχετο εις την Δαβασαιθ, και εφθανε προς τον χειμαρρον τον κατεναντι Ιοκνεαμ·
<scripture passage="Josh 19:12" parsed="|Josh|19|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.12" />
<sup>12</sup>και εστρεφεν απο της Σαρειδ, κατα ανατολας ηλιου προς το οριον της Κισλωθ-θαβωρ, και εξηρχετο εις Δαβραθ, και ανεβαινεν εις Ιαφια·
<scripture passage="Josh 19:13" parsed="|Josh|19|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.13" />
<sup>13</sup>και εκειθεν εξετεινετο προς ανατολας εις Γιθθα-εφερ, εις Ιττα-κασιν, και εξηρχετο εις Ρεμμων-μεθωαρ προς Νεα·
<scripture passage="Josh 19:14" parsed="|Josh|19|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.14" />
<sup>14</sup>και περιηρχετο το οριον κατα το βορειον εις Ανναθων, και ετελειονεν εις την κοιλαδα Ιεφθαηλ·
<scripture passage="Josh 19:15" parsed="|Josh|19|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.15" />
<sup>15</sup>και περιελαμβανε την Κατταθ, και Νααλαλ, και Σιμβρων, και Ιδαλα, και Βηθλεεμ· πολεις δωδεκα, και τας κωμας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:16" parsed="|Josh|19|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.16" />
<sup>16</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια των υιων Ζαβουλων κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις αυται και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:17" parsed="|Josh|19|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.17" />
<sup>17</sup>Εξηλθεν ο τεταρτος κληρος εις τον Ισσαχαρ, εις τους υιους Ισσαχαρ κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:18" parsed="|Josh|19|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.18" />
<sup>18</sup>Και ητο το οριον αυτων Ιεζραελ, και Κεσουλωθ, και Σουνημ,
<scripture passage="Josh 19:19" parsed="|Josh|19|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.19" />
<sup>19</sup>και Αφεραιμ, και Σαιων, και Αναχαραθ,
<scripture passage="Josh 19:20" parsed="|Josh|19|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.20" />
<sup>20</sup>και Ραββιθ, και Κισιων, και Αβες,
<scripture passage="Josh 19:21" parsed="|Josh|19|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.21" />
<sup>21</sup>και Ραιμεθ, και Εν-γαννιμ, και Εν-αδδα και Βαιθ-φασης·
<scripture passage="Josh 19:22" parsed="|Josh|19|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.22" />
<sup>22</sup>και εφθανε το οριον εις Θαβωρ, και Σαχασειμα, και Βαιθ-σεμες, και το οριον αυτων ετελειονεν εις τον Ιορδανην· πολεις δεκαεξ, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:23" parsed="|Josh|19|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.23" />
<sup>23</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Ισσαχαρ κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:24" parsed="|Josh|19|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.24" />
<sup>24</sup>Και εξηλθεν ο πεμπτος κληρος εις την φυλην των υιων Ασηρ κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:25" parsed="|Josh|19|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.25" />
<sup>25</sup>Και ητο το οριον αυτων Χελκαθ, και Αλει, και Βετεν, και Αχσαφ,
<scripture passage="Josh 19:26" parsed="|Josh|19|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.26" />
<sup>26</sup>και Αλαμμελεχ, και Αμαδ, και Μισαλ· και εφθανεν εις Καρμελ προς δυσμας και εις Σιχωρ-λιβναθ·
<scripture passage="Josh 19:27" parsed="|Josh|19|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.27" />
<sup>27</sup>και εστρεφε προς ανατολας ηλιου εις την Βαιθ-δαγων, και εφθανεν εις Ζαβουλων και εις την κοιλαδα Ιεφθαηλ προς το βορειον της Βαιθ-εμεκ, και Ναιηλ, και εξηρχετο εις την Χαβουλ κατα τα αριστερα,
<scripture passage="Josh 19:28" parsed="|Josh|19|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.28" />
<sup>28</sup>και Χεβρων, και Ρεωβ, και Αμμων, και Κανα, εως Σιδωνος της μεγαλης·
<scripture passage="Josh 19:29" parsed="|Josh|19|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.29" />
<sup>29</sup>και εστρεφε το οριον εις την Ραμα, και εως της οχυρας πολεως Τυρου, και εστρεφε το οριον εις την Οσα, και ετελειονεν εις την θαλασσαν κατα το μερος του Αχζιβ·
<scripture passage="Josh 19:30" parsed="|Josh|19|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.30" />
<sup>30</sup>και Αμμα, και Αφεκ, και Ρεωβ· πολεις εικοσιδυο, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:31" parsed="|Josh|19|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.31" />
<sup>31</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Ασηρ κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις αυται και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:32" parsed="|Josh|19|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.32" />
<sup>32</sup>Εξηλθεν ο εκτος κληρος εις τους υιους Νεφθαλι, εις τους υιους Νεφθαλι κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:33" parsed="|Josh|19|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.33" />
<sup>33</sup>Και ητο το οριον αυτων απο Ελεφ, απο Αλλον πλησιον Σαανανειμ, και Αδαμι, Νεκεβ, και Ιαβνηλ, εως Λακκουμ, και ετελειονεν εις τον Ιορδανην.
<scripture passage="Josh 19:34" parsed="|Josh|19|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.34" />
<sup>34</sup>και εστρεφε το οριον απο δυσμων εις Αζνωθ-θαβωρ, και εκειθεν εξηρχετο εις Ουκκωκ, και εφθανεν εις Ζαβουλων κατα μεσημβριαν, και εφθανεν εις Ασηρ κατα δυσμας και εις Ιουδα κατα ανατολας ηλιου επι του Ιορδανου.
<scripture passage="Josh 19:35" parsed="|Josh|19|35|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.35" />
<sup>35</sup>Και ησαν αι τετειχισμεναι πολεις Σηδδιμ, Σερ, και Αμμαθ, Ρακκαθ, και Χιννερωθ,
<scripture passage="Josh 19:36" parsed="|Josh|19|36|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.36" />
<sup>36</sup>και Αδαμα, και Ραμα, και Ασωρ,
<scripture passage="Josh 19:37" parsed="|Josh|19|37|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.37" />
<sup>37</sup>και Κεδες, και Εδρει, και Εν-ασωρ,
<scripture passage="Josh 19:38" parsed="|Josh|19|38|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.38" />
<sup>38</sup>και Ιρων, και Μιγδαληλ, Ωρεμ, και Βαιθ-αναθ, και Βαιθ-σεμες· πολεις δεκαεννεα, και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:39" parsed="|Josh|19|39|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.39" />
<sup>39</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Νεφθαλι κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:40" parsed="|Josh|19|40|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.40" />
<sup>40</sup>Εξηλθεν ο εβδομος κληρος εις την φυλην των υιων Δαν κατα τας συγγενειας αυτων.
<scripture passage="Josh 19:41" parsed="|Josh|19|41|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.41" />
<sup>41</sup>Και ητο το οριον της κληρονομιας αυτων Σαραα, και Εσθαολ, και Ιρ-σεμες,
<scripture passage="Josh 19:42" parsed="|Josh|19|42|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.42" />
<sup>42</sup>και Σαλαβειν, και Αιαλων, και Ιεθλα,
<scripture passage="Josh 19:43" parsed="|Josh|19|43|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.43" />
<sup>43</sup>και Αιλων, και Θαμναθα, και Ακκαρων,
<scripture passage="Josh 19:44" parsed="|Josh|19|44|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.44" />
<sup>44</sup>και Ελθεκω, και Γιββεθων, και Βααλαθ,
<scripture passage="Josh 19:45" parsed="|Josh|19|45|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.45" />
<sup>45</sup>και Ιουδ, και Βανη-βαρακ, και Γαθ-ριμμων,
<scripture passage="Josh 19:46" parsed="|Josh|19|46|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.46" />
<sup>46</sup>και Με-ιαρκων, και Ρακκων, μετα του οριου του κατεναντι της Ιοππης.
<scripture passage="Josh 19:47" parsed="|Josh|19|47|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.47" />
<sup>47</sup>Το δε οριον των υιων Δαν παρεταθη υπ' αυτων· δια τουτο οι υιοι Δαν ανεβησαν να πολεμησωσι την Λεσεμ και εκυριευσαν αυτην και επαταξαν αυτην εν στοματι μαχαιρας, και εξουσιασαν αυτην και κατωκησαν εν αυτη· και ωνομασαν αυτην Λεσεμ Δαν, κατα το ονομα Δαν του πατρος αυτων.
<scripture passage="Josh 19:48" parsed="|Josh|19|48|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.48" />
<sup>48</sup>Αυτη ειναι η κληρονομια της φυλης των υιων Δαν κατα τας συγγενειας αυτων, αι πολεις αυται και αι κωμαι αυτων.
<scripture passage="Josh 19:49" parsed="|Josh|19|49|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.49" />
<sup>49</sup>Αφου δε ετελειωσαν μεριζομενοι την γην κατα τα ορια αυτης, οι υιοι Ισραηλ εδωκαν μεταξυ αυτων κληρονομιαν εις τον Ιησουν τον υιον του Ναυη·
<scripture passage="Josh 19:50" parsed="|Josh|19|50|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.50" />
<sup>50</sup>κατα τον λογον του Κυριου εδωκαν εις αυτον την πολιν, την οποιαν εζητησε, την Θαμναθ-σαραχ εν τω ορει Εφραιμ· και εκτισε την πολιν και κατωκησεν εν αυτη.
<scripture passage="Josh 19:51" parsed="|Josh|19|51|0|0" osisRef="Bible:Josh.19.51" />
<sup>51</sup>Αυται ειναι αι κληρονομιαι, τας οποιας Ελεαζαρ ο ιερευς και Ιησους ο υιος του Ναυη και οι αρχηγοι των πατριων των φυλων των υιων Ισραηλ διεμοιρασαν δια κληρων εν Σηλω, ενωπιον του Κυριου παρα την θυραν της σκηνης του μαρτυριου. Και ετελειωσαν τον διαμερισμον της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 20" progress="21.68%" prev="Josh.19" next="Josh.21" id="Josh.20">
<h3 id="Josh.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Josh.20-p1">
<scripture passage="Josh 20:1" parsed="|Josh|20|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Ιησουν λεγων,
<scripture passage="Josh 20:2" parsed="|Josh|20|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.2" />
<sup>2</sup>Ειπε προς τους υιους Ισραηλ λεγων, Διορισατε εις εαυτους τας πολεις της καταφυγης, περι των οποιων ειπα προς εσας δια του Μωυσεως·
<scripture passage="Josh 20:3" parsed="|Josh|20|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.3" />
<sup>3</sup>δια να φευγη εκει ο φονευς, οστις φονευση ανθρωπον ακουσιως εξ αγνοιας· και αυται θελουσιν εισθαι εις εσας δια καταφυγιον απο του εκδικητου του αιματος.
<scripture passage="Josh 20:4" parsed="|Josh|20|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.4" />
<sup>4</sup>Και οταν ο φευγων εις μιαν εκ των πολεων τουτων σταθη εις την εισοδον της πυλης της πολεως, και λαληση την υποθεσιν αυτου εις επηκοον των πρεσβυτερων της πολεως εκεινης, ουτοι θελουσι δεχθη αυτον εις την πολιν προς εαυτους και δωσει τοπον εις αυτον, και θελει κατοικει μετ' αυτων.
<scripture passage="Josh 20:5" parsed="|Josh|20|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.5" />
<sup>5</sup>Και εαν ο εκδικητης του αιματος καταδιωξη αυτον, δεν θελουσι παραδωσει τον φονεα εις τας χειρας αυτου· διοτι εξ αγνοιας επαταξε τον πλησιον αυτου και δεν εμισει αυτον προτερον.
<scripture passage="Josh 20:6" parsed="|Josh|20|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.6" />
<sup>6</sup>Και θελει κατοικει εν εκεινη τη πολει, εωσου παρασταθη ενωπιον της συναγωγης εις κρισιν, εως του θανατου του ιερεως του μεγαλου, του οντος εν ταις ημεραις εκειναις· τοτε ο φονευς θελει επιστρεψει και υπαγει εις την πολιν αυτου και εις την οικιαν αυτου, εις την πολιν οθεν εφυγε.
<scripture passage="Josh 20:7" parsed="|Josh|20|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.7" />
<sup>7</sup>Και διωρισαν την Κεδες εν τη Γαλιλαια εν τω ορει Νεφθαλι, και την Συχεμ εν τω ορει Εφραιμ, και την Κιριαθ-αρβα, ητις ειναι η Χεβρων, εν τη ορεινη του Ιουδα.
<scripture passage="Josh 20:8" parsed="|Josh|20|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.8" />
<sup>8</sup>Εις δε το περαν του Ιορδανου, πλησιον της Ιεριχω, προς ανατολας, διωρισαν την Βοσορ εν τη ερημω επι της πεδιαδος εκ της φυλης Ρουβην, και την Ραμωθ εν τη Γαλααδ εκ της φυλης Γαδ, και την Γωλαν εν Βασαν εκ της φυλης Μανασση.
<scripture passage="Josh 20:9" parsed="|Josh|20|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.20.9" />
<sup>9</sup>Αυται ησαν αι πολεις αι διορισθεισαι δια παντας τους υιους Ισραηλ και δια τους ξενους τους παροικουντας μεταξυ αυτων, ωστε πας ο φονευσας τινα εξ αγνοιας να φευγη εκει, και να μη θανατωθη εκ της χειρος του εκδικητου του αιματος, εωσου παρασταθη ενωπιον της συναγωγης.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 21" progress="21.72%" prev="Josh.20" next="Josh.22" id="Josh.21">
<h3 id="Josh.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Josh.21-p1">
<scripture passage="Josh 21:1" parsed="|Josh|21|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.1" />
<sup>1</sup>Και προσηλθον οι αρχηγοι των πατριων των Λευιτων προς Ελεαζαρ τον ιερεα και προς Ιησουν τον υιον του Ναυη και προς τους αρχηγους των πατριων των φυλων των υιων Ισραηλ,
<scripture passage="Josh 21:2" parsed="|Josh|21|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.2" />
<sup>2</sup>και ειπον προς αυτους εν Σηλω εν τη γη Χανααν λεγοντες, Ο Κυριος προσεταξε δια του Μωυσεως να δοθωσιν εις ημας πολεις να κατοικωμεν, και τα περιχωρα αυτων δια τα κτηνη ημων.
<scripture passage="Josh 21:3" parsed="|Josh|21|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.3" />
<sup>3</sup>Και εδωκαν οι υιοι Ισραηλ εις τους Λευιτας εκ της κληρονομιας αυτων, κατα τον λογον του Κυριου, τας πολεις ταυτας και τα περιχωρα αυτων.
<scripture passage="Josh 21:4" parsed="|Josh|21|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.4" />
<sup>4</sup>Και εξηλθεν ο κληρος εις τας συγγενειας των Κααθιτων· και οι υιοι Ααρων του ιερεως, οι εκ των Λευιτων, ελαβον δια κληρον εκ της φυλης Ιουδα και εκ της φυλης Συμεων, και εκ της φυλης Βενιαμιν δεκατρεις πολεις.
<scripture passage="Josh 21:5" parsed="|Josh|21|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.5" />
<sup>5</sup>Οι δε υιοι Κααθ οι επιλοιποι ελαβον δια κληρον εκ των συγγενειων της φυλης Εφραιμ και εκ της φυλης Δαν και εκ του ημισεως της φυλης Μανασση, δεκα πολεις.
<scripture passage="Josh 21:6" parsed="|Josh|21|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.6" />
<sup>6</sup>Και οι υιοι Γηρσων ελαβον δια κληρου εκ των συγγενειων της φυλης Ισσαχαρ και εκ της φυλης Ασηρ και εκ της φυλης Νεφθαλι και εκ του ημισεως της φυλης Μανασση εν Βασαν, δεκατρεις πολεις.
<scripture passage="Josh 21:7" parsed="|Josh|21|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.7" />
<sup>7</sup>Οι υιοι Μεραρι κατα τας συγγενειας αυτων ελαβον εκ της φυλης Ρουβην και εκ της φυλης Γαδ και εκ της φυλης Ζαβουλων, δωδεκα πολεις.
<scripture passage="Josh 21:8" parsed="|Josh|21|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.8" />
<sup>8</sup>Και εδωκαν οι υιοι Ισραηλ δια κληρου εις τους Λευιτας τας πολεις ταυτας και τα περιχωρα αυτων, καθως ο Κυριος προσεταξε δια του Μωυσεως.
<scripture passage="Josh 21:9" parsed="|Josh|21|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.9" />
<sup>9</sup>Και εδωκαν εκ της φυλης των υιων Ιουδα και εκ της φυλης των υιων Συμεων τας πολεις ταυτας, αιτινες αναφερονται ενταυθα κατ' ονομα·
<scripture passage="Josh 21:10" parsed="|Josh|21|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.10" />
<sup>10</sup>και ελαβον αυτας οι υιοι του Ααρων, οι εκ των συγγενειων των Κααθιτων, οι εκ των υιων του Λευι· διοτι τουτων ητο ο πρωτος κληρος.
<scripture passage="Josh 21:11" parsed="|Josh|21|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.11" />
<sup>11</sup>Και εδωκαν εις αυτους την πολιν του Αρβα πατρος του Ανακ, ητις ειναι η Χεβρων, εν τη ορεινη του Ιουδα, και τα περιχωρα αυτης κυκλω.
<scripture passage="Josh 21:12" parsed="|Josh|21|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.12" />
<sup>12</sup>Τους δε αγρους της πολεως και τας κωμας αυτης εδωκαν εις Χαλεβ τον υιον του Ιεφοννη, εις ιδιοκτησιαν αυτου.
<scripture passage="Josh 21:13" parsed="|Josh|21|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.13" />
<sup>13</sup>Και εδωκαν εις τους υιους Ααρων του ιερεως την πολιν του καταφυγιου δια τον φονεα, την Χεβρων και τα περιχωρα αυτης, και την Λιβνα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:14" parsed="|Josh|21|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.14" />
<sup>14</sup>και την Ιαθειρ και τα περιχωρα αυτης, και την Εσθεμωα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:15" parsed="|Josh|21|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.15" />
<sup>15</sup>και την Ωλων και τα περιχωρα αυτης, και την Δεβειρ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:16" parsed="|Josh|21|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.16" />
<sup>16</sup>και την Αειν και τα περιχωρα αυτης, και την Ιουτα και τα περιχωρα αυτης, την Βαιθ-σεμες και τα περιχωρα αυτης· πολεις εννεα εκ των δυο τουτων φυλων·
<scripture passage="Josh 21:17" parsed="|Josh|21|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.17" />
<sup>17</sup>και εκ της φυλης Βενιαμιν, την Γαβαων και τα περιχωρα αυτης, την Γαβαα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:18" parsed="|Josh|21|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.18" />
<sup>18</sup>την Αναθωθ και τα περιχωρα αυτης, και την Αλμων και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας.
<scripture passage="Josh 21:19" parsed="|Josh|21|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.19" />
<sup>19</sup>Πασαι αι πολεις των υιων του Ααρων των ιερεων, πολεις δεκατρεις και τα περιχωρα αυτων.
<scripture passage="Josh 21:20" parsed="|Josh|21|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.20" />
<sup>20</sup>Και αι συγγενειαι των υιων του Κααθ των Λευιτων, των επιλοιπων εκ των υιων Κααθ, ελαβον τας πολεις του κληρου αυτων εκ της φυλης του Εφραιμ.
<scripture passage="Josh 21:21" parsed="|Josh|21|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.21" />
<sup>21</sup>Και εδωκαν εις αυτους την πολιν του καταφυγιου δια τον φονεα, την Συχεμ και τα περιχωρα αυτης εν τω ορει Εφραιμ, και την Γεζερ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:22" parsed="|Josh|21|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.22" />
<sup>22</sup>και την Κιβσαειμ και τα περιχωρα αυτης, και την Βαιθ-ωρων και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:23" parsed="|Josh|21|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.23" />
<sup>23</sup>και εκ της φυλης Δαν, την Ελθεκω και τα περιχωρα αυτης, την Γιββεθων και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:24" parsed="|Josh|21|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.24" />
<sup>24</sup>την Αιαλων και τα περιχωρα αυτης, την Γαθ-ριμμων και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:25" parsed="|Josh|21|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.25" />
<sup>25</sup>και εκ του ημισεως της φυλης του Μανασση, την Θααναχ και τα περιχωρα αυτης, και την Γαθ-ριμμων και τα περιχωρα αυτης· πολεις δυο.
<scripture passage="Josh 21:26" parsed="|Josh|21|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.26" />
<sup>26</sup>Πασαι αι πολεις ησαν δεκα, και τα περιχωρα αυτων, δια τας συγγενειας των επιλοιπων υιων του Κααθ.
<scripture passage="Josh 21:27" parsed="|Josh|21|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.27" />
<sup>27</sup>Εις δε τους υιους Γηρσων, εκ των συγγενειων των Λευιτων, εδωκαν εκ του αλλου ημισεως της φυλης Μανασση, την πολιν του καταφυγιου δια τον φονεα, την Γωλαν εν Βασαν και τα περιχωρα αυτης, και την Βεεσθερα και τα περιχωρα αυτης· πολεις δυο·
<scripture passage="Josh 21:28" parsed="|Josh|21|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.28" />
<sup>28</sup>και εκ της φυλης Ισσαχαρ, την Κισιων και τα περιχωρα αυτης, την Δαβραθ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:29" parsed="|Josh|21|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.29" />
<sup>29</sup>την Ιαρμουθ και τα περιχωρα αυτης, την Εν-γαννιμ και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:30" parsed="|Josh|21|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.30" />
<sup>30</sup>και εκ της φυλης Ασηρ, την Μισααλ και τα περιχωρα αυτης, την Αβδων και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:31" parsed="|Josh|21|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.31" />
<sup>31</sup>την Χελκαθ και τα περιχωρα αυτης, και την Ρεωβ και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:32" parsed="|Josh|21|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.32" />
<sup>32</sup>και εκ της φυλης Νεφθαλι, την πολιν του καταφυγιου δια τον φονεα, την Κεδες εν τη Γαλιλαια και τα περιχωρα αυτης, και την Αμμωθ-δωρ και τα περιχωρα αυτης, και την Καρθαν και τα περιχωρα αυτης· πολεις τρεις.
<scripture passage="Josh 21:33" parsed="|Josh|21|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.33" />
<sup>33</sup>Πασαι αι πολεις των Γηρσωνιτων, κατα τας συγγενειας αυτων, ησαν πολεις δεκατρεις και τα περιχωρα αυτων.
<scripture passage="Josh 21:34" parsed="|Josh|21|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.34" />
<sup>34</sup>Εις δε τας συγγενειας των υιων Μεραρι, των επιλοιπων εκ των Λευιτων, εδωκαν εκ της φυλης Ζαβουλων, την Ιοκνεαμ και τα περιχωρα αυτης, την Καρθα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:35" parsed="|Josh|21|35|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.35" />
<sup>35</sup>την Διμνα και τα περιχωρα αυτης, την Νααλωλ και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:36" parsed="|Josh|21|36|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.36" />
<sup>36</sup>και εκ της φυλης Ρουβην εδωκαν την Βοσορ και τα περιχωρα αυτης, και την Ιααζα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:37" parsed="|Josh|21|37|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.37" />
<sup>37</sup>την Κεδημωθ και τα περιχωρα αυτης, και την Μηφααθ και τα περιχωρα αυτης· πολεις τεσσαρας·
<scripture passage="Josh 21:38" parsed="|Josh|21|38|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.38" />
<sup>38</sup>και εκ της φυλης Γαδ εδωκαν την πολιν του καταφυγιου δια τον φονεα, την Ραμωθ εν Γαλααδ και τα περιχωρα αυτης, και την Μαχαναιμ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="Josh 21:39" parsed="|Josh|21|39|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.39" />
<sup>39</sup>την Εσεβων και τα περιχωρα αυτης, την Ιαζηρ και τα περιχωρα αυτης· πασαι αι πολεις τεσσαρες.
<scripture passage="Josh 21:40" parsed="|Josh|21|40|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.40" />
<sup>40</sup>πασαι αι πολεις αι δοθεισαι δια κληρων εις τους υιους Μεραρι, κατα τας συγγενειας αυτων, τους υπολοιπους εκ των συγγενειων των Λευιτων, ησαν πολεις δωδεκα.
<scripture passage="Josh 21:41" parsed="|Josh|21|41|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.41" />
<sup>41</sup>Πασαι αι πολεις των Λευιτων, αι μεταξυ της ιδιοκτησιας των υιων Ισραηλ, ησαν τεσσαρακοντα οκτω πολεις και τα περιχωρα αυτων.
<scripture passage="Josh 21:42" parsed="|Josh|21|42|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.42" />
<sup>42</sup>Αι πολεις αυται ησαν εκαστη μετα των περιχωρων αυτων κυκλω· ουτως ησαν πασαι αι πολεις αυται.
<scripture passage="Josh 21:43" parsed="|Josh|21|43|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.43" />
<sup>43</sup>Και εδωκεν ο Κυριος εις τον Ισραηλ πασαν την γην, την οποιαν ωμοσε να δωση προς τους πατερας αυτων· και εκυριευσαν αυτην και κατωκησαν εν αυτη.
<scripture passage="Josh 21:44" parsed="|Josh|21|44|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.44" />
<sup>44</sup>Και εδωκεν ο Κυριος εις αυτους αναπαυσιν πανταχοθεν, κατα παντα οσα ωμοσε προς τους πατερας αυτων· και ουδεις εκ παντων των εχθρων αυτων ηδυνηθη να σταθη κατα προσωπον αυτων· παντας τους εχθρους αυτων παρεδωκεν ο Κυριος εις την χειρα αυτων.
<scripture passage="Josh 21:45" parsed="|Josh|21|45|0|0" osisRef="Bible:Josh.21.45" />
<sup>45</sup>Δεν διεπεσεν ουδε εις εκ παντων των αγαθων λογων, τους οποιους ο Κυριος ελαλησε προς τον οικον Ισραηλ· παντες εξετελεσθησαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 22" progress="21.86%" prev="Josh.21" next="Josh.23" id="Josh.22">
<h3 id="Josh.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Josh.22-p1">
<scripture passage="Josh 22:1" parsed="|Josh|22|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.1" />
<sup>1</sup>Τοτε συνεκαλεσεν ο Ιησους τους Ρουβηνιτας και τους Γαδιτας και το ημισυ της φυλης του Μανασση,
<scripture passage="Josh 22:2" parsed="|Josh|22|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.2" />
<sup>2</sup>και ειπε προς αυτους, Σεις εφυλαξατε παντα οσα προσεταξεν εις εσας Μωυσης ο δουλος του Κυριου, και υπηκουσατε εις την φωνην μου κατα παντα οσα εγω προσεταξα εις εσας·
<scripture passage="Josh 22:3" parsed="|Josh|22|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.3" />
<sup>3</sup>δεν εγκατελιπετε τους αδελφους σας εις τας πολλας ταυτας ημερας εως της σημερον, αλλ' εφυλαξατε εντελως την εντολην Κυριου του Θεου σας·
<scripture passage="Josh 22:4" parsed="|Josh|22|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.4" />
<sup>4</sup>και τωρα Κυριος ο Θεος σας εδωκεν αναπαυσιν εις τους αδελφους σας, καθως υπεσχεθη προς αυτους· τωρα λοιπον επιστρεψατε και υπαγετε εις τας κατοικιας σας, εις την γην της ιδιοκτησιας σας, την οποιαν Μωυσης ο δουλος του Κυριου εδωκεν εις εσας εις το περαν του Ιορδανου·
<scripture passage="Josh 22:5" parsed="|Josh|22|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.5" />
<sup>5</sup>προσεχετε ομως σφοδρα να εκτελητε τας εντολας και τον νομον, τον οποιον Μωυσης ο δουλος του Κυριου προσεταξεν εις εσας, να αγαπατε Κυριον τον Θεον σας, και να περιπατητε εις πασας τας οδους αυτου, και να φυλαττητε τας εντολας αυτου, και να ησθε προσηλωμενοι εις αυτον, και να λατρευητε αυτον εξ ολης της καρδιας σας και εξ ολης της ψυχης σας.
<scripture passage="Josh 22:6" parsed="|Josh|22|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.6" />
<sup>6</sup>Και ευλογησεν αυτους ο Ιησους και απελυσεν αυτους· και απηλθον εις τας κατοικιας αυτων.
<scripture passage="Josh 22:7" parsed="|Josh|22|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.7" />
<sup>7</sup>Και εις μεν το ημισυ της φυλης του Μανασση εδωκεν ο Μωυσης κληρονομιαν εν Βασαν· εις δε το αλλο ημισυ αυτης εδωκεν ο Ιησους κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων αυτων εντευθεν του Ιορδανου προς δυσμας. Και οτε ο Ιησους απεστειλεν αυτους εις τας κατοικιας αυτων, ευλογησεν αυτους·
<scripture passage="Josh 22:8" parsed="|Josh|22|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.8" />
<sup>8</sup>και ελαλησε προς αυτους, λεγων, Επιστρεψατε με πολλα πλουτη εις τας κατοικιας σας, και με κτηνη πολλα σφοδρα, με αργυρον και με χρυσον και με χαλκον και με σιδηρον και με ιματια πολλα σφοδρα, μοιρασθητε τα λαφυρα των εχθρων σας μετα των αδελφων σας.
<scripture passage="Josh 22:9" parsed="|Josh|22|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.9" />
<sup>9</sup>Και οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και το ημισυ της φυλης Μανασση εστρεψαν και ανεχωρησαν απο των υιων Ισραηλ εκ της Σηλω, της εν τη γη Χανααν, δια να υπαγωσιν εις την γην Γαλααδ, εις την γην της ιδιοκτησιας αυτων, την οποιαν εκληρονομησαν κατα τον λογον του Κυριου δια του Μωυσεως.
<scripture passage="Josh 22:10" parsed="|Josh|22|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.10" />
<sup>10</sup>Και ελθοντες εις τα περιξ του Ιορδανου, τα εντος της γης Χανααν, οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και το ημισυ της φυλης Μανασση ωκοδομησαν εκει θυσιαστηριον παρα τον Ιορδανην, θυσιαστηριον μεγα εις την οψιν.
<scripture passage="Josh 22:11" parsed="|Josh|22|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.11" />
<sup>11</sup>Και ηκουσαν οι υιοι Ισραηλ να λεγηται, Ιδου, οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και το ημισυ της φυλης Μανασση ωκοδομησαν θυσιαστηριον κατεναντι της γης Χανααν, εις τα περιξ του Ιορδανου, κατα την διαβασιν των Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 22:12" parsed="|Josh|22|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.12" />
<sup>12</sup>Και οτε ηκουσαν οι υιοι Ισραηλ, συνηχθη πασα η συναγωγη των υιων Ισραηλ εις Σηλω, δια να αναβωσι να πολεμησωσι κατ' αυτων.
<scripture passage="Josh 22:13" parsed="|Josh|22|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.13" />
<sup>13</sup>Και απεστειλαν οι υιοι Ισραηλ προς τους υιους Ρουβην και προς τους υιους Γαδ και προς το ημισυ της φυλης Μανασση εις την γην Γαλααδ τον Φινεες υιον Ελεαζαρ τον ιερεα,
<scripture passage="Josh 22:14" parsed="|Josh|22|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.14" />
<sup>14</sup>και μετ' αυτου δεκα αρχοντας, ανα ενα αρχοντα αρχηγον πατριων κατα φυλην του Ισραηλ, και εκαστος ητο ο πρωτος του οικου των πατερων αυτων, επι τας χιλιαδας του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 22:15" parsed="|Josh|22|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.15" />
<sup>15</sup>Και υπηγον προς τους υιους Ρουβην και προς τους υιους Γαδ και προς το ημισυ της φυλης Μανασση εις την γην Γαλααδ, και ελαλησαν προς αυτους λεγοντες,
<scripture passage="Josh 22:16" parsed="|Josh|22|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.16" />
<sup>16</sup>Ταυτα λεγει πασα η συναγωγη Κυριου· Τις αυτη η ανομια, την οποιαν επραξατε εναντιον του Θεου του Ισραηλ, να απομακρυνθητε σημερον απο του Κυριου, οικοδομησαντες θυσιαστηριον εις εαυτους, ωστε να αποστατησητε σημερον απο Κυριου;
<scripture passage="Josh 22:17" parsed="|Josh|22|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.17" />
<sup>17</sup>Μικρον εσταθη το αμαρτημα ημων εις Φεγωρ, απο του οποιου εως της σημερον δεν εκαθαρισθημεν, και εγεινε πληγη εις την συναγωγην του Κυριου,
<scripture passage="Josh 22:18" parsed="|Josh|22|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.18" />
<sup>18</sup>και σεις θελετε σημερον αποστατησει απο του Κυριου; βεβαιως, εαν σεις αποστατησητε σημερον απο του Κυριου, αυριον θελει οργισθη εναντιον πασης της συναγωγης του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 22:19" parsed="|Josh|22|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.19" />
<sup>19</sup>Εαν η γη της ιδιοκτησιας σας ηναι ακαθαρτος, διαβητε εις την γην της ιδιοκτησιας του Κυριου, οπου η σκηνη του Κυριου κατοικει, και λαβετε ιδιοκτησιαν μεταξυ ημων· και μη αποστατησητε απο του Κυριου, μηδε αφ' ημων αποστατησητε, οικοδομουντες εις εαυτους θυσιαστηριον εκτος του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου ημων.
<scripture passage="Josh 22:20" parsed="|Josh|22|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.20" />
<sup>20</sup>Δεν επραξεν Αχαν ο υιος του Ζερα εν τω αναθεματι, και επεσεν οργη εφ' ολην την συναγωγην του Ισραηλ; και ο ανθρωπος εκεινος δεν ηφανισθη μονος εν τη ανομια αυτου.
<scripture passage="Josh 22:21" parsed="|Josh|22|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.21" />
<sup>21</sup>Τοτε απεκριθησαν οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και το ημισυ της φυλης Μανασση και ειπον προς τους αρχηγους των χιλιαδων του Ισραηλ·
<scripture passage="Josh 22:22" parsed="|Josh|22|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.22" />
<sup>22</sup>Ο ισχυρος Θεος ο Κυριος, ο ισχυρος Θεος ο Κυριος, αυτος εξευρει, και αυτος θελει γνωρισει· εαν επραξαμεν τουτο δια αποστασιαν η εαν δια ανομιαν εναντιον του Κυριου, μη λυτρωσης ημας την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Josh 22:23" parsed="|Josh|22|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.23" />
<sup>23</sup>Εαν ωκοδομησαμεν εις εαυτους θυσιαστηριον δια να αποχωρισθωμεν απο του Κυριου, η εαν δια να προσφερωμεν επ' αυτου ολοκαυτωμα η προσφορας, η εαν δια να προσφερωμεν επ' αυτου ειρηνικας θυσιας, αυτος ο Κυριος ας εκζητηση τουτο.
<scripture passage="Josh 22:24" parsed="|Josh|22|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.24" />
<sup>24</sup>Και εαν δεν επραξαμεν αυτο μαλλον εκ φοβου του πραγματος τουτου, λεγοντες, Αυριον δυνανται τα τεκνα σας να ειπωσι προς τα τεκνα ημων, λεγοντα, Τι εχετε σεις να καμητε μετα του Κυριου του Θεου του Ισραηλ;
<scripture passage="Josh 22:25" parsed="|Josh|22|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.25" />
<sup>25</sup>διοτι ο Κυριος εθεσε τον Ιορδανην οριον μεταξυ ημων και υμων, υιοι Ρουβην και υιοι Γαδ· δεν εχετε μερος μετα του Κυριου· και καμωσιν οι υιοι σας τους υιους ημων να παυσωσιν απο του να φοβωνται τον Κυριον.
<scripture passage="Josh 22:26" parsed="|Josh|22|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο ειπομεν, Ας επιχειρισθωμεν να οικοδομησωμεν εις εαυτους το θυσιαστηριον· ουχι δια ολοκαυτωμα ουδε δια θυσιαν,
<scripture passage="Josh 22:27" parsed="|Josh|22|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.27" />
<sup>27</sup>αλλα δια να ηναι μαρτυριον αναμεσον ημων και υμων, και αναμεσον των γενεων ημων μεθ' ημας, οτι ημεις καμνομεν την λατρειαν του Κυριου ενωπιον αυτου με τα ολοκαυτωματα ημων και με τας θυσιας ημων και με τας ειρηνικας προσφορας ημων· δια να μη ειπωσιν αυριον τα τεκνα σας προς τα τεκνα ημων, Σεις δεν εχετε μερος μετα του Κυριου.
<scripture passage="Josh 22:28" parsed="|Josh|22|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.28" />
<sup>28</sup>Δια τουτο ειπομεν, Εαν τυχη να λαλησωσιν ουτω προς ημας η προς τας γενεας ημων αυριον, τοτε θελομεν αποκριθη, Ιδου, το ομοιωμα του θυσιαστηριου του Κυριου, το οποιον ωκοδομησαν οι πατερες ημων, ουχι δια ολοκαυτωμα ουδε δια θυσιαν, αλλα δια να ηναι μαρτυριον αναμεσον ημων και υμων.
<scripture passage="Josh 22:29" parsed="|Josh|22|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.29" />
<sup>29</sup>Μη γενοιτο να αποστατησωμεν απο του Κυριου και να αποχωρισθωμεν σημερον απο του Κυριου, οικοδομουντες θυσιαστηριον δια ολοκαυτωμα, δια προσφορας και δια θυσιαν, εκτος του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου ημων, το οποιον ειναι εμπροσθεν της σκηνης αυτου.
<scripture passage="Josh 22:30" parsed="|Josh|22|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.30" />
<sup>30</sup>Και ακουσαντες Φινεες ο ιερευς και οι αρχοντες της συναγωγης και οι αρχηγοι των χιλιαδων του Ισραηλ, οι οντες μετ' αυτου, τους λογους τους οποιους ελαλησαν οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ και οι υιοι Μανασση, ευχαριστηθησαν.
<scripture passage="Josh 22:31" parsed="|Josh|22|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.31" />
<sup>31</sup>Και ειπε Φινεες ο υιος του Ελεαζαρ ο ιερευς προς τους υιους Ρουβην και προς τους υιους Γαδ και προς τους υιους Μανασση, Σημερον εγνωρισαμεν οτι ο Κυριος ειναι εν μεσω ημων, διοτι δεν επραξατε την ανομιαν ταυτην εναντιον του Κυριου· δια τουτου ελυτρωσατε τους υιους Ισραηλ απο της χειρος του Κυριου.
<scripture passage="Josh 22:32" parsed="|Josh|22|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.32" />
<sup>32</sup>Και επεστρεψεν ο Φινεες ο υιος του Ελεαζαρ ο ιερευς και οι αρχοντες απο των υιων Ρουβην και απο των υιων Γαδ εκ της γης Γαλααδ εις την γην Χανααν προς τους υιους Ισραηλ, και εφεραν αποκρισιν προς αυτους.
<scripture passage="Josh 22:33" parsed="|Josh|22|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.33" />
<sup>33</sup>Και το πραγμα ηρεσεν εις τους υιους Ισραηλ· και ευλογησαν τον Θεον οι υιοι Ισραηλ, και δεν ειπαν πλεον να αναβωσιν εναντιον αυτων εις μαχην, δια να αφανισωσι την γην οπου κατωκουν οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ.
<scripture passage="Josh 22:34" parsed="|Josh|22|34|0|0" osisRef="Bible:Josh.22.34" />
<sup>34</sup>Και ωνομασαν οι υιοι Ρουβην και οι υιοι Γαδ το θυσιαστηριον Εδ· Διοτι, ειπαν, τουτο θελει εισθαι μαρτυριον αναμεσον ημων, οτι ο Κυριος ειναι ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 23" progress="22.02%" prev="Josh.22" next="Josh.24" id="Josh.23">
<h3 id="Josh.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Josh.23-p1">
<scripture passage="Josh 23:1" parsed="|Josh|23|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.1" />
<sup>1</sup>Και μετα πολυν καιρον αφου ο Κυριος εδωκεν εις τον Ισραηλ αναπαυσιν απο παντων των εχθρων αυτου κυκλω, και ο Ιησους ητο γερων, προβεβηκως την ηλικιαν,
<scripture passage="Josh 23:2" parsed="|Josh|23|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.2" />
<sup>2</sup>συνεκαλεσεν ο Ιησους παντα τον Ισραηλ, τους πρεσβυτερους αυτων και τους αρχηγους αυτων και τους κριτας αυτων, και τους αρχοντας αυτων και ειπε προς αυτους, Εγω εγηρασα, ειμαι προβεβηκως την ηλικιαν.
<scripture passage="Josh 23:3" parsed="|Josh|23|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.3" />
<sup>3</sup>Και σεις ειδετε παντα οσα εκαμε Κυριος ο Θεος σας εις παντα τα εθνη ταυτα δια σας· διοτι Κυριος ο Θεος σας, αυτος ειναι ο πολεμησας υπερ υμων.
<scripture passage="Josh 23:4" parsed="|Josh|23|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, εγω εμοιρασα δια κληρου εις εσας ταυτα τα εναπολειφθεντα εθνη, δια κληρονομιαν εις τας φυλας σας, μετα παντων των εθνων τα οποια εξωλοθρευσα, απο του Ιορδανου εως της θαλασσης της μεγαλης, προς δυσμας ηλιου.
<scripture passage="Josh 23:5" parsed="|Josh|23|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.5" />
<sup>5</sup>Και Κυριος ο Θεος σας, αυτος θελει εξωσει αυτους απ' εμπροσθεν σας, και θελει εκδιωξει αυτους απο προσωπου σας· και θελετε κυριευσει την γην αυτων, καθως Κυριος ο Θεος σας υπεσχεθη προς εσας.
<scripture passage="Josh 23:6" parsed="|Josh|23|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.6" />
<sup>6</sup>Ανδριζεσθε λοιπον σφοδρα εις το να φυλαττητε και να εκτελητε παντα τα γεγραμμενα εν τω βιβλιω του νομου του Μωυσεως, δια να μη εκκλινητε απ' αυτου δεξια η αριστερα·
<scripture passage="Josh 23:7" parsed="|Josh|23|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.7" />
<sup>7</sup>δια να μη αναμιχθητε μετα των εθνων τουτων, των εναπολειφθεντων μεταξυ σας, μηδε να μνημονευητε τα ονοματα των θεων αυτων, μηδε να ομοσητε, μηδε να λατρευσητε αυτους, μηδε να προσκυνησητε αυτους·
<scripture passage="Josh 23:8" parsed="|Josh|23|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.8" />
<sup>8</sup>αλλ' εις Κυριον τον Θεον σας να ησθε προσκεκολλημενοι, καθως εκαμετε εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Josh 23:9" parsed="|Josh|23|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ο Κυριος εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν σας εθνη μεγαλα και δυνατα· και ουδεις ηδυνηθη εως της σημερον να σταθη εμπροσθεν σας·
<scripture passage="Josh 23:10" parsed="|Josh|23|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.10" />
<sup>10</sup>εις απο σας θελει διωξει χιλιους· διοτι Κυριος ο Θεος σας, αυτος ειναι ο πολεμησας υπερ υμων, καθως υπεσχεθη προς εσας.
<scripture passage="Josh 23:11" parsed="|Josh|23|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.11" />
<sup>11</sup>Προσεχετε λοιπον σφοδρα εις εαυτους, να αγαπατε Κυριον τον Θεον σας.
<scripture passage="Josh 23:12" parsed="|Josh|23|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.12" />
<sup>12</sup>Επειδη εαν ποτε στραφητε οπισω και προσκολληθητε μετα του υπολοιπου των εθνων τουτων, μετα τουτων των εναπολειφθεντων μεταξυ σας, και συμπενθερευσητε μετ' αυτων και αναμιχθητε μετ' αυτων και εκεινα μεθ' υμων,
<scripture passage="Josh 23:13" parsed="|Josh|23|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.13" />
<sup>13</sup>εξευρετε βεβαιως οτι Κυριος ο Θεος σας δεν θελει πλεον εκδιωξει απ' εμπροσθεν σας τα εθνη ταυτα· αλλα θελουσιν εισθαι παγιδες και ενεδραι εις εσας, και μαστιγες εις τας πλευρας σας και ακανθαι εις τους οφθαλμους σας, εωσου εξολοθρευθητε απο της γης ταυτης της αγαθης, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας εδωκεν εις εσας.
<scripture passage="Josh 23:14" parsed="|Josh|23|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.14" />
<sup>14</sup>Και ιδου, σημερον εγω πορευομαι την οδον πασης της γης, και σεις γνωριζετε εν ολη τη καρδια υμων και εν ολη τη ψυχη υμων, οτι δεν διεπεσεν ουδε εις εκ παντων των αγαθων λογων, τους οποιους Κυριος ο Θεος σας ελαλησε δια σας· παντες ετελεσθησαν εις εσας, ουδε εις εξ αυτων διεπεσε.
<scripture passage="Josh 23:15" parsed="|Josh|23|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο, καθως ηλθον εφ' υμας παντες οι αγαθοι λογοι, τους οποιους ελαλησε προς υμας Κυριος ο Θεος υμων, ουτως ο Κυριος θελει επιφερει εφ' υμας παντας τους λογους τους κακους, εωσου εξολοθρευση υμας απο της γης της αγαθης ταυτης, την οποιαν εδωκεν εις υμας Κυριος ο Θεος υμων.
<scripture passage="Josh 23:16" parsed="|Josh|23|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.23.16" />
<sup>16</sup>Οταν παραβητε την διαθηκην Κυριου του Θεου σας, την οποιαν προσεταξεν εις εσας, και υπαγητε και λατρευσητε αλλους θεους και προσκυνησητε αυτους, τοτε η οργη του Κυριου θελει εξαφθη εναντιον σας, και θελετε αφανισθη ταχεως απο της γης της αγαθης, την οποιαν εδωκεν εις εσας.
</p>
</div3>

<div3 title="Joshua 24" progress="22.09%" prev="Josh.23" next="Judg" id="Josh.24">
<h3 id="Josh.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Josh.24-p1">
<scripture passage="Josh 24:1" parsed="|Josh|24|1|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.1" />
<sup>1</sup>Και συνηθροισεν ο Ιησους πασας τας φυλας του Ισραηλ εν Συχεμ, και συνεκαλεσε τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και τους αρχηγους αυτων και τους κριτας αυτων και τους αρχοντας αυτων· και παρεσταθησαν ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Josh 24:2" parsed="|Josh|24|2|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς παντα τον λαον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· περαν του ποταμου κατωκησαν απ' αρχης οι πατερες σας, Θαρρα ο πατηρ του Αβρααμ και ο πατηρ του Ναχωρ, και ελατρευσαν αλλους θεους.
<scripture passage="Josh 24:3" parsed="|Josh|24|3|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.3" />
<sup>3</sup>Και ελαβον τον πατερα σας τον Αβρααμ εκ του περαν του ποταμου, και ωδηγησα αυτον δια πασης της γης Χανααν, και επληθυνα το σπερμα αυτου, και εδωκα τον Ισαακ εις αυτον.
<scripture passage="Josh 24:4" parsed="|Josh|24|4|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.4" />
<sup>4</sup>Και εις τον Ισαακ εδωκα τον Ιακωβ και τον Ησαυ· και εδωκα εις τον Ησαυ το ορος Σηειρ, δια να κληρονομηση αυτο· ο δε Ιακωβ και οι υιοι αυτου κατεβησαν εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Josh 24:5" parsed="|Josh|24|5|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλα τον Μωυσην και τον Ααρων, και επαταξα την Αιγυπτον δια πληγων, τας οποιας εκαμον εν μεσω αυτης, και μετα ταυτα εξηγαγον υμας.
<scripture passage="Josh 24:6" parsed="|Josh|24|6|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.6" />
<sup>6</sup>Και αφου εξηγαγον τους πατερας υμων εξ Αιγυπτου, ηλθετε εις την θαλασσαν· και κατεδιωξαν οι Αιγυπτιοι οπισω των πατερων υμων με αμαξας και ιππους εις την θαλασσαν την Ερυθραν·
<scripture passage="Josh 24:7" parsed="|Josh|24|7|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.7" />
<sup>7</sup>και εβοησαν προς Κυριον και αυτος εθεσε σκοτος αναμεσον υμων και των Αιγυπτιων, και επηγαγεν επ' αυτους την θαλασσαν και εκαλυψεν αυτους, και οι οφθαλμοι υμων ειδον τι εκαμον εν τη Αιγυπτω· και κατωκησατε εν τη ερημω ημερας πολλας.
<scripture passage="Josh 24:8" parsed="|Josh|24|8|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.8" />
<sup>8</sup>Και σας εφερα εις την γην των Αμορραιων, των κατοικουντων περαν του Ιορδανου, και σας επολεμησαν και παρεδωκα αυτους εις τας χειρας σας, και κατεκληρονομησατε την γην αυτων, και εξωλοθρευσα αυτους απ' εμπροσθεν σας.
<scripture passage="Josh 24:9" parsed="|Josh|24|9|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.9" />
<sup>9</sup>Και εσηκωθη Βαλακ ο υιος του Σεπφωρ, βασιλευς του Μωαβ, και επολεμησε προς τον Ισραηλ· και αποστειλας προσεκαλεσε τον Βαλααμ υιον του Βεωρ δια να σας καταρασθη·
<scripture passage="Josh 24:10" parsed="|Josh|24|10|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.10" />
<sup>10</sup>αλλ' εγω δεν ηθελησα να ακουσω τον Βαλααμ· μαλιστα δε και σας ευλογησε, και σας ηλευθερωσα εκ των χειρων αυτου.
<scripture passage="Josh 24:11" parsed="|Josh|24|11|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.11" />
<sup>11</sup>Και διεβητε τον Ιορδανην και ηλθετε εις Ιεριχω· και σας επολεμησαν οι ανδρες της Ιεριχω, οι Αμορραιοι και οι Φερεζαιοι και οι Χαναναιοι και οι Χετταιοι και οι Γεργεσαιοι, οι Ευαιοι και οι Ιεβουσαιοι· και παρεδωκα αυτους εις τας χειρας σας.
<scripture passage="Josh 24:12" parsed="|Josh|24|12|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.12" />
<sup>12</sup>Και εξαπεστειλα εμπροσθεν σας τας σφηκας, και εξεδιωξαν αυτους απ' εμπροσθεν σας, τους δυο βασιλεις των Αμορραιων· ουχι δια της μαχαιρας σου ουδε δια του τοξου σου.
<scripture passage="Josh 24:13" parsed="|Josh|24|13|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.13" />
<sup>13</sup>Και εδωκα εις εσας γην, εις την οποιαν δεν εκοπιασατε, και πολεις τας οποιας δεν εκτισατε, και κατωκησατε εν αυταις· και τρωγετε αμπελωνας και ελαιωνας, τους οποιους δεν εφυτευσατε.
<scripture passage="Josh 24:14" parsed="|Josh|24|14|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.14" />
<sup>14</sup>Τωρα λοιπον φοβηθητε τον Κυριον και λατρευσατε αυτον εν ακεραιοτητι και αληθεια· και αποβαλετε τους θεους, τους οποιους ελατρευσαν οι πατερες σας περαν του ποταμου και εν τη Αιγυπτω, και λατρευσατε τον Κυριον.
<scripture passage="Josh 24:15" parsed="|Josh|24|15|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' εαν δεν αρεσκη εις εσας να λατρευητε τον Κυριον, εκλεξατε σημερον ποιον θελετε να λατρευητε· η τους θεους, τους οποιους ελατρευσαν οι πατερες σας περαν του ποταμου, η τους θεους των Αμορραιων, εις των οποιων την γην κατοικειτε· εγω ομως και ο οικος μου θελομεν λατρευει τον Κυριον.
<scripture passage="Josh 24:16" parsed="|Josh|24|16|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.16" />
<sup>16</sup>Και απεκριθη ο λαος λεγων, Μη γενοιτο να αφησωμεν τον Κυριον, δια να λατρευσωμεν αλλους θεους·
<scripture passage="Josh 24:17" parsed="|Josh|24|17|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.17" />
<sup>17</sup>διοτι Κυριος ο Θεος ημων, αυτος ανεβιβασεν ημας και τους πατερας ημων εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας, και αυτος εκαμεν ενωπιον ημων εκεινα τα σημεια τα μεγαλα, και διεφυλαξεν ημας καθ' ολην την οδον την οποιαν διωδευσαμεν, και μεταξυ παντων των εθνων δια των οποιων διεβημεν·
<scripture passage="Josh 24:18" parsed="|Josh|24|18|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.18" />
<sup>18</sup>και εξεδιωξεν ο Κυριος απ' εμπροσθεν ημων παντας τους λαους και τους Αμορραιους τους κατοικουντας εν τη γη· και ημεις θελομεν λατρευει τον Κυριον· διοτι αυτος ειναι Θεος ημων.
<scripture passage="Josh 24:19" parsed="|Josh|24|19|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον λαον, Δεν θελετε δυνηθη να λατρευητε τον Κυριον· διοτι αυτος ειναι Θεος αγιος· ειναι Θεος ζηλωτης· δεν θελει συγχωρησει τας ανομιας σας και τας αμαρτιας σας·
<scripture passage="Josh 24:20" parsed="|Josh|24|20|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.20" />
<sup>20</sup>διοτι θελετε εγκαταλειψει τον Κυριον και λατρευσει ξενους Θεους· τοτε στραφεις θελει σας κακωσει και θελει σας εξολοθρευσει, αφου σας αγαθοποιησε.
<scripture passage="Josh 24:21" parsed="|Josh|24|21|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο λαος εις τον Ιησουν, Ουχι· αλλα τον Κυριον θελομεν λατρευει.
<scripture passage="Josh 24:22" parsed="|Josh|24|22|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον λαον, Σεις εισθε μαρτυρες εις εαυτους οτι σεις εξελεξατε εις εαυτους τον Κυριον, δια να λατρευητε αυτον. Και εκεινοι ειπον, Μαρτυρες.
<scripture passage="Josh 24:23" parsed="|Josh|24|23|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.23" />
<sup>23</sup>Τωρα λοιπον αποβαλετε τους ξενους θεους, τους εν τω μεσω υμων, και κλινατε την καρδιαν υμων προς Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 24:24" parsed="|Josh|24|24|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο λαος προς τον Ιησουν, Κυριον τον Θεον ημων θελομεν λατρευει και εις την φωνην αυτου θελομεν υπακουει.
<scripture passage="Josh 24:25" parsed="|Josh|24|25|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.25" />
<sup>25</sup>Και εκαμεν ο Ιησους διαθηκην προς τον λαον εν τη ημερα εκεινη, και εθεσεν εις αυτους νομον και κρισιν εν Συχεμ.
<scripture passage="Josh 24:26" parsed="|Josh|24|26|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.26" />
<sup>26</sup>Και εγραψεν ο Ιησους τους λογους τουτους εν τω βιβλιω του νομου του Θεου· και λαβων λιθον μεγαν, εστησεν αυτον εκει υπο την δρυν, την πλησιον του αγιαστηριου του Κυριου.
<scripture passage="Josh 24:27" parsed="|Josh|24|27|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς παντα τον λαον, Ιδου, ο λιθος ουτος θελει εισθαι εις υμας εις μαρτυριον, διοτι αυτος ηκουσε παντας τους λογους του Κυριου τους οποιους ελαλησε προς ημας· θελει εισθαι λοιπον εις μαρτυριον εις εσας, δια να μη αρνηθητε τον Θεον σας.
<scripture passage="Josh 24:28" parsed="|Josh|24|28|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.28" />
<sup>28</sup>Και απεστειλεν ο Ιησους τον λαον, εκαστον εις την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Josh 24:29" parsed="|Josh|24|29|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.29" />
<sup>29</sup>Και μετα τα πραγματα ταυτα, ετελευτησεν Ιησους ο υιος του Ναυη, ο δουλος του Κυριου, ηλικιας εκατον δεκα ετων.
<scripture passage="Josh 24:30" parsed="|Josh|24|30|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.30" />
<sup>30</sup>Και εθαψαν αυτον εν τοις οριοις της κληρονομιας αυτου εν Φαμναθ-σαραχ, ητις ειναι εν τω ορει Εφραιμ, προς βορραν του ορους Γαας.
<scripture passage="Josh 24:31" parsed="|Josh|24|31|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.31" />
<sup>31</sup>Και ελατρευσεν ο Ισραηλ τον Κυριον πασας τας ημερας του Ιησου και πασας τας ημερας των πρεσβυτερων, οιτινες επεζησαν μετα τον Ιησουν και οιτινες εγνωρισαν παντα τα εργα του Κυριου, οσα εκαμεν υπερ του Ισραηλ.
<scripture passage="Josh 24:32" parsed="|Josh|24|32|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.32" />
<sup>32</sup>Τα δε οστα του Ιωσηφ, τα οποια ανεβιβασαν οι υιοι Ισραηλ εξ Αιγυπτου, εθαψαν εν Συχεμ, εν τη μεριδι του αγρου την οποιαν ηγορασεν ο Ιακωβ παρα των υιων του Εμμωρ, πατρος του Συχεμ, δι' εκατον αργυρια, και εγεινε κληρονομια των υιων Ιωσηφ.
<scripture passage="Josh 24:33" parsed="|Josh|24|33|0|0" osisRef="Bible:Josh.24.33" />
<sup>33</sup>Και ετελευτησεν Ελεαζαρ ο υιος του Ααρων, και εθαψαν αυτον εν τω λοφω του Φινεες του υιου αυτου, οστις εδοθη εις αυτον εκ τω ορει Εφραιμ.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Judges" progress="22.23%" prev="Josh.24" next="Judg.1" id="Judg">
<h2 id="Judg-p0.1">Judges</h2>

<div3 title="Judges 1" progress="22.23%" prev="Judg" next="Judg.2" id="Judg.1">
<h3 id="Judg.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Judg.1-p1">
<scripture passage="Judg 1:1" parsed="|Judg|1|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.1" />
<sup>1</sup>Και μετα τον θανατον του Ιησου, ηρωτησαν οι υιοι Ισραηλ τον Κυριον, λεγοντες, Τις θελει αναβη υπερ ημων πρωτος κατα των Χαναναιων, δια να πολεμηση αυτους;
<scripture passage="Judg 1:2" parsed="|Judg|1|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Κυριος, Ο Ιουδας θελει αναβη· ιδου, παρεδωκα τον τοπον εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="Judg 1:3" parsed="|Judg|1|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ιουδας προς Συμεων τον αδελφον αυτου, Αναβα μετ' εμου εις τον κληρον μου, δια να πολεμησωμεν τους Χαναναιους, και εγω ομοιως θελω ελθει μετα σου εις τον κληρον σου. Και υπηγε μετ' αυτου ο Συμεων.
<scripture passage="Judg 1:4" parsed="|Judg|1|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.4" />
<sup>4</sup>Και ο Ιουδας ανεβη· και παρεδωκεν ο Κυριος τους Χαναναιους και τους Φερεζαιους εις την χειρα αυτων· και επαταξαν εξ αυτων εν Βεζεκ δεκα χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="Judg 1:5" parsed="|Judg|1|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.5" />
<sup>5</sup>Και ευρηκαν τον Αδωνι-Βεζεκ εν Βεζεκ, και επολεμησαν αυτον και επαταξαν τους Χαναναιους και τους Φερεζαιους.
<scripture passage="Judg 1:6" parsed="|Judg|1|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Αδωνι-Βεζεκ εφυγε· και εκεινοι κατεδιωξαν οπισω αυτου και συνελαβον αυτον και απεκοψαν τους μεγαλους δακτυλους των χειρων αυτου και των ποδων αυτου.
<scripture passage="Judg 1:7" parsed="|Judg|1|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Αδωνι-Βεζεκ, Εβδομηκοντα βασιλεις, αποκεκομμενοι τους μεγαλους δακτυλους των χειρων αυτων και των ποδων, εσυναζον τα πιπτοντα υποκατω της τραπεζης μου· ως εγω εκαμα, ουτως ανταπεδωκεν εις εμε ο Θεος. Και εφεραν αυτον εις Ιερουσαλημ, και απεθανεν εκει.
<scripture passage="Judg 1:8" parsed="|Judg|1|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.8" />
<sup>8</sup>Και οι υιοι Ιουδα επολεμησαν κατα της Ιερουσαλημ και εκυριευσαν αυτην· και επαταξαν αυτην εν στοματι μαχαιρας και την πολιν παρεδωκαν εις πυρ.
<scripture passage="Judg 1:9" parsed="|Judg|1|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.9" />
<sup>9</sup>Και μετα ταυτα κατεβησαν οι υιοι Ιουδα δια να πολεμησωσι τους Χαναναιους, τους κατοικουντας εν τη ορεινη και εν τη μεσημβρινη και εν τη πεδινη.
<scripture passage="Judg 1:10" parsed="|Judg|1|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.10" />
<sup>10</sup>Και υπηγεν ο Ιουδας εναντιον των Χαναναιων των κατοικουντων εν Χεβρων· το δε ονομα της Χεβρων ητο προτερον Κιριαθ-αρβα· και εθανατωσαν τον Σεσαι, και τον Αχιμαν και τον Θαλμαι.
<scripture passage="Judg 1:11" parsed="|Judg|1|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.11" />
<sup>11</sup>Και εκειθεν υπηγον εναντιον των κατοικων της Δεβειρ· το δε ονομα της Δεβειρ ητο προτερον Κιριαθ-σεφερ.
<scripture passage="Judg 1:12" parsed="|Judg|1|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Χαλεβ, Οστις παταξη την Κιριαθ-σεφερ και κυριευση αυτην, εις τουτον θελω δωσει Αχσαν την θυγατερα μου εις γυναικα.
<scripture passage="Judg 1:13" parsed="|Judg|1|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.13" />
<sup>13</sup>Και εκυριευσεν αυτην Γοθονιηλ ο υιος του Κενεζ, ο νεωτερος αδελφος του Χαλεβ· και εδωκεν εις αυτον Αχσαν την θυγατερα αυτου εις γυναικα.
<scripture passage="Judg 1:14" parsed="|Judg|1|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.14" />
<sup>14</sup>Και αυτη, οτε απηρχετο, παρεκινησεν αυτον να ζητηση παρα του πατρος αυτης τον αγρον· και κατεβη απο του ονου· και ειπε προς αυτην ο Χαλεβ, τι θελεις;
<scripture passage="Judg 1:15" parsed="|Judg|1|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.15" />
<sup>15</sup>Η δε ειπε προς αυτον, Δος μοι ευλογιαν· επειδη εδωκας εις εμε γην μεσημβρινην, δος μοι και πηγας υδατων. Και εδωκεν εις αυτην ο Χαλεβ τας ανω πηγας και τας κατω πηγας.
<scripture passage="Judg 1:16" parsed="|Judg|1|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.16" />
<sup>16</sup>Και ανεβησαν οι υιοι του Κεναιου, πενθερου του Μωυσεως, εκ της πολεως των φοινικων μετα των υιων Ιουδα εις την ερημον του Ιουδα, την προς μεσημβριαν της Αραδ· και υπηγον και κατωκησαν μετα του λαου.
<scripture passage="Judg 1:17" parsed="|Judg|1|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.17" />
<sup>17</sup>Και υπηγεν ο Ιουδας μετα του Συμεων αδελφου αυτου, και επαταξαν τους Χαναναιους τους κατοικουντας την Σεφαθ, και κατεστρεψαν αυτην· και ωνομασαν την πολιν Ορμα.
<scripture passage="Judg 1:18" parsed="|Judg|1|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.18" />
<sup>18</sup>Ο Ιουδας εκυριευσε και την Γαζαν και τα ορια αυτης, και την Ασκαλωνα και τα ορια αυτης, και την Ακκαρων και τα ορια αυτης.
<scripture passage="Judg 1:19" parsed="|Judg|1|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.19" />
<sup>19</sup>Και ητο Κυριος μετα του Ιουδα· και εκυριευσε το ορος· αλλα δεν ηδυνηθη να εκδιωξη τους κατοικους της κοιλαδος, διοτι ειχον αμαξας σιδηρας.
<scripture passage="Judg 1:20" parsed="|Judg|1|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.20" />
<sup>20</sup>Και εδοθη η Χεβρων εις τον Χαλεβ, καθως ειπεν ο Μωυσης· και εξεδιωξεν εκειθεν τους τρεις υιους του Ανακ.
<scripture passage="Judg 1:21" parsed="|Judg|1|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.21" />
<sup>21</sup>Τον δε Ιεβουσαιον, τον κατοικουντα εν Ιερουσαλημ, δεν εξεδιωξαν οι υιοι Βενιαμιν· δια τουτο ο Ιεβουσαιος κατωκησε μετα των υιων Βενιαμιν εν Ιερουσαλημ εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Judg 1:22" parsed="|Judg|1|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.22" />
<sup>22</sup>Και ο οικος Ιωσηφ ανεβησαν και αυτοι επι Βαιθηλ· και ο Κυριος ητο μετ' αυτων.
<scripture passage="Judg 1:23" parsed="|Judg|1|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.23" />
<sup>23</sup>Και απεστειλεν ο οικος Ιωσηφ να κατασκοπευσωσι την Βαιθηλ· το δε ονομα της πολεως ητο προτερον Λουζ.
<scripture passage="Judg 1:24" parsed="|Judg|1|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.24" />
<sup>24</sup>Και ειδον οι κατασκοποι ανθρωπον εξερχομενον εκ της πολεως, και ειπον προς αυτον, Δειξον εις ημας, παρακαλουμεν, την εισοδον της πολεως, και θελομεν καμει ελεος εις σε.
<scripture passage="Judg 1:25" parsed="|Judg|1|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.25" />
<sup>25</sup>Και εδειξεν εις αυτους την εισοδον της πολεως, και επαταξαν την πολιν εν στοματι μαχαιρας· τον δε ανθρωπον και πασαν την συγγενειαν αυτου απεπεμψαν.
<scripture passage="Judg 1:26" parsed="|Judg|1|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.26" />
<sup>26</sup>Και υπηγεν ο ανθρωπος εις την γην των Χετταιων και ωκοδομησε πολιν, και ωνομασεν αυτην Λουζ· τουτο ειναι το ονομα αυτης εως ημερας ταυτης.
<scripture passage="Judg 1:27" parsed="|Judg|1|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.27" />
<sup>27</sup>Ουδε ο Μανασσης εξεδιωξε τους κατοικους της Βαιθ-σαν και των κωμων αυτης, ουτε της Θααναχ και των κωμων αυτης, ουτε τους κατοικους της Δωρ και των κωμων αυτης, ουτε τους κατοικους της Ιβλεαμ και των κωμων αυτης, ουτε τους κατοικους της Μεγιδδω και των κωμων αυτης· αλλ' οι Χαναναιοι επεμενον να κατοικωσιν εν τω τοπω εκεινω.
<scripture passage="Judg 1:28" parsed="|Judg|1|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.28" />
<sup>28</sup>Και οτε κατεσταθη ο Ισραηλ δυνατος, υπεβαλε τους Χαναναιους εις φορον και δεν εξεδιωξεν αυτους ολοκληρως.
<scripture passage="Judg 1:29" parsed="|Judg|1|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.29" />
<sup>29</sup>Ουδε ο Εφραιμ εξεδιωξε τους Χαναναιους τους κατοικουντας εν Γεζερ· αλλ' οι Χαναναιοι κατωκουν εν Γεζερ μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Judg 1:30" parsed="|Judg|1|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.30" />
<sup>30</sup>Ουδε ο Ζαβουλων εξεδιωξε τους κατοικουντας την Κιτρων ουδε τους κατοικουντας την Νααλωλ· αλλ' οι Χαναναιοι κατωκουν μεταξυ αυτων και εγειναν υποτελεις.
<scripture passage="Judg 1:31" parsed="|Judg|1|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.31" />
<sup>31</sup>Ουδε ο Ασηρ εξεδιωξε τους κατοικους της Ακχω, ουτε τους κατοικους της Σιδωνος, ουτε της Ααλαβ, ουτε της Αχζιβ, ουτε της Χελβα, ουτε της Αφικ, ουτε της Ρεωβ·
<scripture passage="Judg 1:32" parsed="|Judg|1|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.32" />
<sup>32</sup>αλλ' ο Ασηρ κατωκει μεταξυ των Χαναναιων των κατοικων του τοπου· διοτι δεν εξεδιωξεν αυτους.
<scripture passage="Judg 1:33" parsed="|Judg|1|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.33" />
<sup>33</sup>Ουδε ο Νεφθαλι εξεδιωξε τους κατοικους της Βαιθ-σεμες, ουτε τους κατοικους της Βαιθ-αναθ, αλλα κατωκει μεταξυ των Χαναναιων των κατοικων του τοπου· οι δε κατοικοι της Βαιθ-σεμες και της Βαιθ-αναθ εγειναν υποτελεις εις αυτον.
<scripture passage="Judg 1:34" parsed="|Judg|1|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.34" />
<sup>34</sup>Και συνεκλεισαν οι Αμορραιοι τους υιους Δαν εις το ορος· διοτι δεν αφινον αυτους να καταβαινωσιν εις την κοιλαδα·
<scripture passage="Judg 1:35" parsed="|Judg|1|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.35" />
<sup>35</sup>οι δε Αμορραιοι επεμενον να κατοικωσιν εν τω ορει Ερες, εις Αιαλων και εις Σααλβιμ· η χειρ ομως του οικου Ιωσηφ υπερισχυσεν, ωστε εγειναν υποτελεις.
<scripture passage="Judg 1:36" parsed="|Judg|1|36|0|0" osisRef="Bible:Judg.1.36" />
<sup>36</sup>Το δε οριον την Αμορραιων ητο απο της αναβασεως της Ακραββιμ, απο της Πετρας και επανω.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 2" progress="22.35%" prev="Judg.1" next="Judg.3" id="Judg.2">
<h3 id="Judg.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Judg.2-p1">
<scripture passage="Judg 2:1" parsed="|Judg|2|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.1" />
<sup>1</sup>Και ανεβη αγγελος Κυριου απο Γαλγαλων εις Βοκιμ και ειπε, Σας ανεβιβασα εξ Αιγυπτου και σας εφερα εις την γην την οποιαν ωμοσα προς τους πατερας σας· και ειπα, Δεν θελω αθετησει την προς εσας διαθηκην μου εις τον αιωνα·
<scripture passage="Judg 2:2" parsed="|Judg|2|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.2" />
<sup>2</sup>και σεις δεν θελετε καμει συνθηκην προς τους κατοικους του τοπου τουτου· τα θυσιαστηρια αυτων θελετε καταστρεψει. Δεν υπηκουσατε ομως εις την φωνην μου· δια τι επραξατε τουτο;
<scripture passage="Judg 2:3" parsed="|Judg|2|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο και εγω ειπα, Δεν θελω εκδιωξει αυτους απ' εμπροσθεν σας· αλλα θελουσιν εισθαι εναντιοι σας, και οι θεοι αυτων θελουσιν εισθαι παγις εις εσας.
<scripture passage="Judg 2:4" parsed="|Judg|2|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.4" />
<sup>4</sup>Και καθως ελαλησεν ο αγγελος του Κυριου τους λογους τουτους προς παντας τους υιους Ισραηλ, ο λαος υψωσε την φωνην αυτου και εκλαυσε.
<scripture passage="Judg 2:5" parsed="|Judg|2|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.5" />
<sup>5</sup>Και εκαλεσαν το ονομα του τοπου εκεινου Βοκιμ· και εθυσιασαν εκει εις τον Κυριον.
<scripture passage="Judg 2:6" parsed="|Judg|2|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.6" />
<sup>6</sup>Και οτε απελυσε τον λαον ο Ιησους, οι υιοι Ισραηλ υπηγον εκαστος εις την κληρονομιαν αυτου, δια να κατακληρονομησωσι την γην.
<scripture passage="Judg 2:7" parsed="|Judg|2|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.7" />
<sup>7</sup>Και ελατρευσαν ο λαος τον Κυριον πασας τας ημερας του Ιησου και πασας τας ημερας των πρεσβυτερων, οιτινες επεζησαν μετα τον Ιησουν και ειδον παντα τα εργα τα μεγαλα του Κυριου, οσα εκαμεν υπερ του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 2:8" parsed="|Judg|2|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.8" />
<sup>8</sup>Και ετελευτησεν Ιησους, ο υιος του Ναυη, ο δουλος του Κυριου, ηλικιας εκατον δεκα ετων.
<scripture passage="Judg 2:9" parsed="|Judg|2|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.9" />
<sup>9</sup>Και εθαψαν αυτον εις το οριον της κληρονομιας αυτου εν Θαμναθ-αρες, εν τω ορει Εφραιμ, κατα το βορειον μερος του ορους Γαας.
<scripture passage="Judg 2:10" parsed="|Judg|2|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.10" />
<sup>10</sup>Και πασα ετι η γενεα εκεινη προσετεθησαν εις τους πατερας αυτων· και εσηκωθη αλλη γενεα μετ' αυτους, ητις δεν εγνωρισε τον Κυριον ουδε τα εργα, τα οποια εκαμεν υπερ του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 2:11" parsed="|Judg|2|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.11" />
<sup>11</sup>Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου και ελατρευσαν τους Βααλειμ·
<scripture passage="Judg 2:12" parsed="|Judg|2|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.12" />
<sup>12</sup>και εγκατελιπον Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων, τον εξαγαγοντα αυτους εκ γης Αιγυπτου, και υπηγον κατοπιν αλλων θεων, εκ των θεων των λαων των περιξ αυτων, και προσεκυνησαν αυτους και παρωργισαν τον Κυριον.
<scripture passage="Judg 2:13" parsed="|Judg|2|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.13" />
<sup>13</sup>Και εγκατελιπον τον Κυριον και ελατρευσαν τον Βααλ και τας Ασταρωθ.
<scripture passage="Judg 2:14" parsed="|Judg|2|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.14" />
<sup>14</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Ισραηλ, και παρεδωκεν αυτους εις την χειρα των λεηλατιστων, και ελεηλατησαν αυτους· και επωλησεν αυτους εις την χειρα των εχθρων αυτων κυκλω, ωστε δεν ηδυνηθησαν πλεον να σταθωσι κατα προσωπον των εχθρων αυτων.
<scripture passage="Judg 2:15" parsed="|Judg|2|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.15" />
<sup>15</sup>Πανταχου οπου εξηρχοντο, η χειρ του Κυριου ητο εναντιον αυτων προς κακον, καθως ελαλησεν ο Κυριος και καθως ωμοσεν ο Κυριος προς αυτους· και ηλθον εις μεγαλην αμηχανιαν.
<scripture passage="Judg 2:16" parsed="|Judg|2|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ανεστησεν ο Κυριος κριτας, οιτινες εσωσαν αυτους εκ της χειρος των λεηλατουντων αυτους.
<scripture passage="Judg 2:17" parsed="|Judg|2|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.17" />
<sup>17</sup>Πλην ουδε εις τους κριτας αυτων υπηκουσαν, αλλ' επορνευσαν κατοπιν αλλων θεων και προσεκυνησαν αυτους· εξεκλιναν ταχεως απο της οδου, εις την οποιαν περιεπατησαν οι πατερες αυτων υπακουοντες εις τας εντολας του Κυριου· δεν εκαμον ουτω.
<scripture passage="Judg 2:18" parsed="|Judg|2|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.18" />
<sup>18</sup>Και οτε ανεστησεν ο Κυριος εις αυτους κριτας, τοτε ο Κυριος ητο μετα του κριτου και εσωζεν αυτους εκ της χειρος των εχθρων αυτων καθ' ολας τας ημερας του κριτου· διοτι εσπλαγχνισθη ο Κυριος εις τους στεναγμους αυτων τους εξ αιτιας των καταθλιβοντων αυτους και καταπιεζοντων αυτους.
<scripture passage="Judg 2:19" parsed="|Judg|2|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.19" />
<sup>19</sup>Οτε δε απεθνησκεν ο κριτης, επεστρεφον και διεφθειροντο χειροτερα παρα τους πατερας αυτων, υπαγοντες κατοπιν αλλων θεων, δια να λατρευωσιν αυτους και να προσκυνωσιν αυτους· δεν επαυον απο των πραξεων αυτων ουδε απο της οδου αυτων της διεστραμμενης.
<scripture passage="Judg 2:20" parsed="|Judg|2|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.20" />
<sup>20</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Ισραηλ, και ειπεν, Επειδη ο λαος ουτος παρεβη την διαθηκην μου, την οποιαν προσεταξα εις τους πατερας αυτων, και δεν υπηκουσεν εις την φωνην μου·
<scripture passage="Judg 2:21" parsed="|Judg|2|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.21" />
<sup>21</sup>και εγω δεν θελω εκδιωξει πλεον απ' εμπροσθεν αυτων ουδεν εκ των εθνων, τα οποια αφηκεν ο Ιησους οτε ετελευτησε,
<scripture passage="Judg 2:22" parsed="|Judg|2|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.22" />
<sup>22</sup>δια να δοκιμασω τον Ισραηλ δια μεσου αυτων, εαν φυλαττωσι την οδον του Κυριου, περιπατουντες εν αυτη, καθως εφυλαξαν αυτην οι πατερες αυτων, η ουχι.
<scripture passage="Judg 2:23" parsed="|Judg|2|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.2.23" />
<sup>23</sup>Και αφηκε Κυριος τα εθνη ταυτα, χωρις να εκδιωξη ταχεως αυτα· ουδε παρεδωκεν αυτα εις την χειρα του Ιησου.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 3" progress="22.44%" prev="Judg.2" next="Judg.4" id="Judg.3">
<h3 id="Judg.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Judg.3-p1">
<scripture passage="Judg 3:1" parsed="|Judg|3|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.1" />
<sup>1</sup>Και ταυτα ειναι τα εθνη, τα οποια αφηκεν ο Κυριος, δια να δοκιμαση τον Ισραηλ δι' αυτων, παντας τους μη γνωρισαντας παντας τους πολεμους της Χανααν·
<scripture passage="Judg 3:2" parsed="|Judg|3|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.2" />
<sup>2</sup>τουλαχιστον δια να μαθωσιν αι γενεαι των υιων Ισραηλ να γυμνασθωσι τον πολεμον, τουλαχιστον οσοι προτερον δεν ειχον γνωρισει αυτους·
<scripture passage="Judg 3:3" parsed="|Judg|3|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.3" />
<sup>3</sup>αι πεντε σατραπειαι των Φιλισταιων και παντες οι Χαναναιοι και οι Σιδωνιοι και οι Ευαιοι οι κατοικουντες εν τω ορει του Λιβανου, απο του ορους Βααλ-ερμων εως της εισοδου Αιμαθ.
<scripture passage="Judg 3:4" parsed="|Judg|3|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.4" />
<sup>4</sup>Και ταυτα ησαν δια να δοκιμαση τον Ισραηλ δι' αυτων· δια να γνωριση εαν υπηκουον εις τας εντολας του Κυριου, τας οποιας προσεταξεν εις τους πατερας αυτων δια του Μωυσεως.
<scripture passage="Judg 3:5" parsed="|Judg|3|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.5" />
<sup>5</sup>Και κατωκησαν οι υιοι Ισραηλ μεταξυ των Χαναναιων, των Χετταιων και των Αμορραιων και των Φερεζαιων και των Ευαιων και των Ιεβουσαιων.
<scripture passage="Judg 3:6" parsed="|Judg|3|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.6" />
<sup>6</sup>Και ελαβον εις εαυτους τας θυγατερας αυτων εις γυναικας, και τας εαυτων θυγατερας εδωκαν εις τους υιους αυτων, και ελατρευσαν τους θεους αυτων.
<scripture passage="Judg 3:7" parsed="|Judg|3|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.7" />
<sup>7</sup>Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου και ελησμονησαν Κυριον τον Θεον αυτων και ελατρευσαν τους Βααλειμ και τα αλση.
<scripture passage="Judg 3:8" parsed="|Judg|3|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Ισραηλ, και επωλησεν αυτους εις την χειρα του Χουσαν-ρισαθαιμ βασιλεως της Μεσοποταμιας· και εδουλευσαν οι υιοι Ισραηλ εις τον Χουσαν-ρισαθαιμ οκτω ετη.
<scripture passage="Judg 3:9" parsed="|Judg|3|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.9" />
<sup>9</sup>Και οτε εβοησαν οι υιοι Ισραηλ προς τον Κυριον, ο Κυριος ανεστησε σωτηρα εις τους υιους Ισραηλ και εσωσεν αυτους, τον Γοθονιηλ υιον του Κενεζ, τον νεωτερον αδελφον του Χαλεβ.
<scripture passage="Judg 3:10" parsed="|Judg|3|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.10" />
<sup>10</sup>Και ητο επ' αυτον το Πνευμα του Κυριου, και εκρινε τον Ισραηλ· και εξηλθεν εις μαχην, και παρεδωκεν ο Κυριος εις την χειρα αυτου τον Χουσαν-ρισαθαιμ βασιλεα της Μεσοποταμιας· και η χειρ αυτου υπερισχυσεν εναντιον του Χουσαν-ρισαθαιμ.
<scripture passage="Judg 3:11" parsed="|Judg|3|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.11" />
<sup>11</sup>Και ανεπαυθη η γη τεσσαρακοντα ετη· και ετελευτησε Γοθονιηλ ο υιος του Κενεζ.
<scripture passage="Judg 3:12" parsed="|Judg|3|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.12" />
<sup>12</sup>Και ηρχισαν οι υιοι Ισραηλ παλιν να πραττωσι πονηρα ενωπιον του Κυριου· και ενισχυσεν ο Κυριος τον Εγλων βασιλεα του Μωαβ κατα του Ισραηλ, διοτι επραξαν πονηρα ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Judg 3:13" parsed="|Judg|3|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.13" />
<sup>13</sup>Και συνηθροισεν εις σεαυτον τους υιους Αμμων και Αμαληκ, ο και υπηγε και επαταξε τον Ισραηλ και εκυριευσαν την πολιν των φοινικων.
<scripture passage="Judg 3:14" parsed="|Judg|3|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.14" />
<sup>14</sup>Και εδουλευσαν οι υιοι Ισραηλ εις τον Εγλων βασιλεα του Μωαβ δεκαοκτω ετη.
<scripture passage="Judg 3:15" parsed="|Judg|3|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.15" />
<sup>15</sup>Και εβοησαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ· και ανεστησεν ο Κυριος εις αυτους σωτηρα, τον Αωδ υιον του Γηρα, του Βενιαμιτου, ανδρα αριστεροχειρα. Και απεστειλαν οι υιοι Ισραηλ δια χειρος αυτου δωρα προς τον Εγλων βασιλεα του Μωαβ.
<scripture passage="Judg 3:16" parsed="|Judg|3|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.16" />
<sup>16</sup>Και κατεσκευασεν εις εαυτον ο Αωδ μαχαιραν διστομον, μακραν μιαν πηχην· και περιεζωσθη αυτην υπο τον μανδυαν αυτου επι τον μηρον αυτου τον δεξιον.
<scripture passage="Judg 3:17" parsed="|Judg|3|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.17" />
<sup>17</sup>Και προσεφερε τα δωρα προς τον ο Εγλων βασιλεα του Μωαβ· ο δε Εγλων ητο ανθρωπος παχυς σφοδρα.
<scripture passage="Judg 3:18" parsed="|Judg|3|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.18" />
<sup>18</sup>Και αφου ετελειωσε προσφερων τα δωρα και απεπεμψε τους ανθρωπους τους βασταζοντας τα δωρα,
<scripture passage="Judg 3:19" parsed="|Judg|3|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.19" />
<sup>19</sup>τοτε ο αυτος υπεστρεψεν απο των γλυπτων των προς τα Γαλγαλα· και ειπε, Λογον κρυφον εχω προς σε, βασιλευ. Ο δε ειπε, Σιωπα. Και εξηλθον απ' αυτου παντες οι παρισταμενοι πλησιον αυτου.
<scripture passage="Judg 3:20" parsed="|Judg|3|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.20" />
<sup>20</sup>Και εισηλθε προς αυτον ο Αωδ· εκεινος δε εκαθητο εν τω υπερωω αυτου τω θερινω μονωτατος. Και ειπεν ο Αωδ, Εχω λογον παρα Θεου προς σε. Τοτε εσηκωθη απο του θρονου.
<scripture passage="Judg 3:21" parsed="|Judg|3|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.21" />
<sup>21</sup>Και απλωσας ο Αωδ την χειρα αυτου την αριστεραν, ελαβε την μαχαιραν απο του μηρου αυτου του δεξιου και ενεπηξεν αυτην εις την κοιλιαν αυτου,
<scripture passage="Judg 3:22" parsed="|Judg|3|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.22" />
<sup>22</sup>ωστε και η λαβη ετι εισηλθε κατοπιν του σιδηρου· και το παχος συνεκλεισεν επι τον σιδηρον, ωστε δεν ηδυνατο να συρη την μαχαιραν απο της κοιλιας αυτου· και εξηλθε κοπρος.
<scripture passage="Judg 3:23" parsed="|Judg|3|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.23" />
<sup>23</sup>Τοτε εξηλθεν ο Αωδ δια της στοας και εκλεισεν οπισω αυτου τας θυρας του υπερωου, και εκλειδωσε.
<scripture passage="Judg 3:24" parsed="|Judg|3|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.24" />
<sup>24</sup>Και αφου εκεινος εξηλθεν, ηλθον οι δουλοι του Εγλων· και οτε ειδον οτι, ιδου, αι θυραι του υπερωου ησαν κλειδωμεναι, ειπον, Βεβαιως τους ποδας αυτου σκεπαζει εν τω δωματιω τω θερινω.
<scripture passage="Judg 3:25" parsed="|Judg|3|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.25" />
<sup>25</sup>Και περιεμειναν εωσου εντραπησαν· και ιδου, δεν ηνοιγε τας θυρας του υπερωου· οθεν ελαβον το κλειδιον και ηνοιξαν· και ιδου, ο κυριος αυτων εκειτο κατα γης νεκρος.
<scripture passage="Judg 3:26" parsed="|Judg|3|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.26" />
<sup>26</sup>Ο δε Αωδ εξεφυγεν, εν οσω εκεινοι εβραδυνον· και επερασε τα γλυπτα και διεσωθη εις Σεειρωθα.
<scripture passage="Judg 3:27" parsed="|Judg|3|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.27" />
<sup>27</sup>Και οτε ηλθεν, εσαλπισε δια της σαλπιγγος εν τω ορει Εφραιμ, και κατεβησαν μετ' αυτου οι υιοι Ισραηλ απο του ορους και αυτος εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Judg 3:28" parsed="|Judg|3|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς αυτους, Ακολουθειτε μοι· διοτι ο Κυριος παρεδωκε τους εχθρους σας τους Μωαβιτας εις την χειρα σας. Και κατεβησαν οπισω αυτου και κατελαβον τας διαβασεις του Ιορδανου προς τον Μωαβ και δεν αφηκαν ανθρωπον να περαση.
<scripture passage="Judg 3:29" parsed="|Judg|3|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.29" />
<sup>29</sup>Και επαταξαν τους Μωαβιτας κατα τον καιρον εκεινον, περιπου δεκα χιλιαδας ανδρων, παντας ανδρειους και παντας δυνατους εν ισχυι· και δεν διεσωθη ουδεις.
<scripture passage="Judg 3:30" parsed="|Judg|3|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.30" />
<sup>30</sup>Ουτως εταπεινωθη ο Μωαβ εν τη ημερα εκεινη υπο την χειρα του Ισραηλ. Και η γη ανεπαυθη ογδοηκοντα ετη.
<scripture passage="Judg 3:31" parsed="|Judg|3|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.3.31" />
<sup>31</sup>Μετα δε τουτον εσταθη ο Σαμεγαρ ο υιος του Αναθ, οστις επαταξε τους Φιλισταιους εξακοσιους ανδρας δι' ενος βουκεντρου· και εσωσε και αυτος τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 4" progress="22.55%" prev="Judg.3" next="Judg.5" id="Judg.4">
<h3 id="Judg.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Judg.4-p1">
<scripture passage="Judg 4:1" parsed="|Judg|4|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.1" />
<sup>1</sup>Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ παλιν πονηρα ενωπιον του Κυριου, αφου ετελευτησεν ο Αωδ.
<scripture passage="Judg 4:2" parsed="|Judg|4|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.2" />
<sup>2</sup>Και επωλησεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Ιαβειν, βασιλεως Χανααν, οστις εβασιλευεν εν Ασωρ· και αρχηγος των στρατευματων αυτου ητο ο Σισαρα, οστις κατωκει εκ Αρωσεθ των εθνων.
<scripture passage="Judg 4:3" parsed="|Judg|4|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.3" />
<sup>3</sup>Και εβοησαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ· διοτι ειχεν εννεακοσιας αμαξας σιδηρας· και αυτος κατεθλιψε σφοδρα τους υιους Ισραηλ εικοσι ετη.
<scripture passage="Judg 4:4" parsed="|Judg|4|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.4" />
<sup>4</sup>Και η Δεβορρα, γυνη προφητις, γυνη του Λαφιδωθ, αυτη εκρινε τον Ισραηλ κατα τον καιρον εκεινον.
<scripture passage="Judg 4:5" parsed="|Judg|4|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.5" />
<sup>5</sup>Και αυτη κατωκει υπο τον φοινικα της Δεβορρας, μεταξυ Ραμα και Βαιθηλ, εν τω ορει Εφραιμ· και ανεβαινον προς αυτην οι υιοι Ισραηλ δια να κρινωνται.
<scripture passage="Judg 4:6" parsed="|Judg|4|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.6" />
<sup>6</sup>Και εστειλε και εκαλεσε τον Βαρακ τον υιον του Αβινεεμ απο Κεδες-νεφαλι, και ειπε προς αυτον, Δεν προσταξε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Υπαγε και συναξον δυναμιν εν τω ορει Θαβωρ και λαβε μετα σου δεκα χιλιαδας ανδρων εκ των υιων Νεφθαλι και εκ των υιων Ζαβουλων,
<scripture passage="Judg 4:7" parsed="|Judg|4|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.7" />
<sup>7</sup>και θελω επισυρει προς σε εις τον ποταμον Κισων τον Σισαρα, τον αρχηγον του στρατευματος Ιαβειν, και τας αμαξας αυτου και το πληθος αυτου, και θελω παραδωσει αυτον εις την χειρα σου;
<scripture passage="Judg 4:8" parsed="|Judg|4|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς αυτην ο Βαρακ, Εαν συ ελθης μετ' εμου, θελω υπαγει· αλλ' εαν δεν ελθης μετ' εμου, δεν θελω υπαγει.
<scripture passage="Judg 4:9" parsed="|Judg|4|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.9" />
<sup>9</sup>Η δε ειπε, Θελω ελθει εξαπαντος μετα σου· πλην δεν θελεις λαβει τιμην εν τη οδω εις την οποιαν υπαγεις· διοτι εις χειρα γυναικος θελει πωλησει ο Κυριος τον Σισαρα. Και η Δεβορρα εσηκωθη και υπηγε μετα του Βαρακ εις Κεδες.
<scripture passage="Judg 4:10" parsed="|Judg|4|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.10" />
<sup>10</sup>Και συνεκαλεσεν ο Βαρακ τον Ζαβουλων και τον Νεφθαλι εις Κεδες, και ανεβη μετα δεκα χιλιαδων ανδρων κατα ποδας αυτου· και η Δεβορρα ανεβη μετ' αυτου.
<scripture passage="Judg 4:11" parsed="|Judg|4|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Εβερ ο Κεναιος, εκ των υιων του Οβαβ πενθερου του Μωυσεως, ειχε χωρισθη απο των Κεναιων και ειχε στησει την σκηνην αυτου εως της δρυος Ζααναειμ, της πλησιον Κεδες.
<scripture passage="Judg 4:12" parsed="|Judg|4|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.12" />
<sup>12</sup>Και ανηγγειλαν προς τον Σισαρα, οτι Βαρακ ο υιος του Αβινεεμ ανεβη εις το ορος Θαβωρ.
<scripture passage="Judg 4:13" parsed="|Judg|4|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.13" />
<sup>13</sup>Και συνηθροισεν ο Σισαρα πασας τας αμαξας αυτου, εννεακοσιας αμαξας σιδηρας, και παντα τον λαον τον μετ' αυτου, απο Αρωσεθ των εθνων εις τον ποταμον Κισων.
<scripture passage="Judg 4:14" parsed="|Judg|4|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν η Δεβορρα προς τον Βαρακ, Σηκωθητι· διοτι αυτη ειναι η ημερα, καθ' ην ο Κυριος παρεδωκε τον Σισαρα εις την χειρα σου· δεν εξηλθεν ο Κυριος εμπροσθεν σου; Και κατεβη ο Βαρακ απο του ορους Θαβωρ και δεκα χιλιαδες ανδρες κατοπιν αυτου.
<scripture passage="Judg 4:15" parsed="|Judg|4|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.15" />
<sup>15</sup>Και κατετροπωσεν ο Κυριος τον Σισαρα και πασας τας αμαξας και παν το στρατευμα, εν στοματι μαχαιρας, εμπροσθεν του Βαρακ· και κατεβη ο Σισαρα απο της αμαξης και εφυγε πεζος.
<scripture passage="Judg 4:16" parsed="|Judg|4|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.16" />
<sup>16</sup>Κατεδιωξε δε ο Βαρακ κατοπιν των αμαξων και κατοπιν του στρατευματος εως της Αρωσεθ των εθνων· και επεσε παν το στρατευμα του Σισαρα εν στοματι μαχαιρας· δεν εμεινεν ουδε εις.
<scripture passage="Judg 4:17" parsed="|Judg|4|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.17" />
<sup>17</sup>Και εφυγεν ο Σισαρα πεζος εις την σκηνην της Ιαηλ, γυναικος του Εβερ του Κεναιου· διοτι ητο ειρηνη μεταξυ του Ιαβειν βασιλεως της Ασωρ και του οικου του Εβερ του Κεναιου.
<scripture passage="Judg 4:18" parsed="|Judg|4|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.18" />
<sup>18</sup>Και εξηλθεν η Ιαηλ εις συναντησιν του Σισαρα και ειπε προς αυτον, Εισελθε, κυριε μου, εισελθε προς εμε· μη φοβου. Και οτε εισηλθε προς αυτην εις την σκηνην, εσκεπασεν αυτον με καλυμμα.
<scripture passage="Judg 4:19" parsed="|Judg|4|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτην. Ποτισον με, παρακαλω, ολιγον υδωρ, διοτι εδιψησα. Και ηνοιξε τον ασκον του γαλακτος και εποτισεν αυτον και εσκεπασεν αυτον.
<scripture passage="Judg 4:20" parsed="|Judg|4|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς αυτην, Στηθι εις την θυραν της σκηνης, και εαν ελθη τις και σε ερωτηση, λεγων, Ειναι τις ενταυθα; ειπε, Ουχι.
<scripture passage="Judg 4:21" parsed="|Judg|4|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.21" />
<sup>21</sup>Και ελαβεν Ιαηλ η γυνη του Εβερ τον πασσαλον της σκηνης, και βαλουσα σφυραν εις την χειρα αυτης, υπηγεν ησυχως προς αυτον και ενεπηξε τον πασσαλον εις τον μηνιγγα αυτου, ωστε εκαρφωθη εις την γην· διοτι αυτος αποκαμωμενος ων εκοιματο βαθεως. Και απεθανε.
<scripture passage="Judg 4:22" parsed="|Judg|4|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, ο Βαρακ κατεδιωκε τον Σισαρα· η δε Ιαηλ εξηλθεν εις συναντησιν αυτου και ειπε προς αυτον, Ελθε, και θελω σοι δειξει τον ανδρα τον οποιον ζητεις. Και οτε εισηλθε προς αυτην, ιδου, ο Σισαρα εκειτο νεκρος, και ο πασσαλος εις τον μηνιγγα αυτου.
<scripture passage="Judg 4:23" parsed="|Judg|4|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.23" />
<sup>23</sup>Και εταπεινωσεν ο Θεος κατα την ημεραν εκεινην τον Ιαβειν βασιλεα Χανααν εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 4:24" parsed="|Judg|4|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.4.24" />
<sup>24</sup>Και εκραταιουτο η χειρ των υιων Ισραηλ και κατισχυεν επι Ιαβειν βασιλεα Χανααν, εωσου εξωλοθρευσαν τον Ιαβειν βασιλεα Χανααν.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 5" progress="22.65%" prev="Judg.4" next="Judg.6" id="Judg.5">
<h3 id="Judg.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Judg.5-p1">
<scripture passage="Judg 5:1" parsed="|Judg|5|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.1" />
<sup>1</sup>Και εψαλαν η Δεβορρα και ο Βαρακ ο υιος του Αβινεεμ εν τη ημερα εκεινη, λεγοντες,
<scripture passage="Judg 5:2" parsed="|Judg|5|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.2" />
<sup>2</sup>Επειδη προεπορευθησαν αρχηγοι εν τω Ισραηλ, Επειδη ο λαος προσεφερεν εαυτον εκουσιως, Ευλογειτε τον Κυριον.
<scripture passage="Judg 5:3" parsed="|Judg|5|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.3" />
<sup>3</sup>Ακουσατε, βασιλεις· δοτε ακροασιν, σατραπαι· εγω, εις τον Κυριον εγω θελω ψαλλει εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ θελω ψαλμωδει.
<scripture passage="Judg 5:4" parsed="|Judg|5|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.4" />
<sup>4</sup>Κυριε, οτε εξηλθες απο Σηειρ, οτε εκινησας απο της πεδιαδος του Εδωμ, η γη εσεισθη και οι ουρανοι εσταλαξαν, αι νεφελαι ετι εσταλαξαν υδωρ.
<scripture passage="Judg 5:5" parsed="|Judg|5|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.5" />
<sup>5</sup>Τα ορη ετακησαν υπο της παρουσιας του Κυριου· αυτο το Σινα απο της παρουσιας Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 5:6" parsed="|Judg|5|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.6" />
<sup>6</sup>Εν ταις ημεραις του Σαμεγαρ υιου του Αναθ, εν ταις ημεραις της Ιαηλ, εγκατελειφθησαν αι οδοι, και οι διαβαται περιεπατουν οδους πλαγιας.
<scripture passage="Judg 5:7" parsed="|Judg|5|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.7" />
<sup>7</sup>Εξελιπον οι ηγεμονες εν τω Ισραηλ, εξελιπον, εωσου εγω η Δεβορρα εσηκωθην, εσηκωθην μητηρ εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 5:8" parsed="|Judg|5|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.8" />
<sup>8</sup>Εξελεξαν θεους νεους· τοτε πολεμος εν ταις πυλαις· εφανη αρα ασπις η λογχη μεταξυ τεσσαρακοντα χιλιαδων εν τω Ισραηλ;
<scripture passage="Judg 5:9" parsed="|Judg|5|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.9" />
<sup>9</sup>Η καρδια μου ειναι προς τους αρχηγους του Ισραηλ, οσοι μεταξυ του λαου προσεφεραν εαυτους εκουσιως. Ευλογειτε τον Κυριον.
<scripture passage="Judg 5:10" parsed="|Judg|5|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.10" />
<sup>10</sup>Υμνολογειτε· οι επιβαινοντες επι λευκων ονων, οι καθημενοι εις το κρινειν, και οι περιπατουντες εν ταις οδοις.
<scripture passage="Judg 5:11" parsed="|Judg|5|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.11" />
<sup>11</sup>Ελευθερωθεντες απο του κροτου των τοξοτων, εν τοις τοποις οπου αντλουσιν υδωρ, εκει θελουσι διηγεισθαι τας δικαιοσυνας του Κυριου, τας δικαιοσυνας των ηγεμονων αυτου μεταξυ του Ισραηλ. Κατεβη τοτε εις τας πυλας ο λαος του Κυριου.
<scripture passage="Judg 5:12" parsed="|Judg|5|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.12" />
<sup>12</sup>Εγερθητι, εγερθητι, Δεβορρα· εγερθητι, εγερθητι, προφερε ωδην· σηκωθητι, Βαρακ, και αιχμαλωτισον τους αιχμαλωτους σου, υιε του Αβινεεμ.
<scripture passage="Judg 5:13" parsed="|Judg|5|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.13" />
<sup>13</sup>Τοτε κατεβη το εγκαταλελειμμενον του λαου εναντιον των ισχυρων· ο Κυριος κατεβη μετ' εμου εναντιον των δυνατων.
<scripture passage="Judg 5:14" parsed="|Judg|5|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.14" />
<sup>14</sup>Εκ του Εφραιμ οι κατοικουντες το ορος Αμαληκ κατεβησαν κατοπιν σου, Βενιαμιν, μεταξυ των λαων σου. Εκ του Μαχειρ κατεβησαν οι αρχηγοι, και εκ του Ζαβουλων οι κρατουντες ραβδον γραμματεως.
<scripture passage="Judg 5:15" parsed="|Judg|5|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.15" />
<sup>15</sup>Και οι αρχοντες του Ισσαχαρ μετα της Δεβορρας, ο Ισσαχαρ προσετι και ο Βαρακ· κατοπιν τουτου εδραμον εις την κοιλαδα. Εις τας διαιρεσεις του Ρουβην ηγερθησαν μεγαλοι στοχασμοι καρδιας.
<scripture passage="Judg 5:16" parsed="|Judg|5|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.16" />
<sup>16</sup>Δια τι εκαθησας μεταξυ εις τας μανδρας, δια να ακουης τα βελασματα των ποιμνιων; εις τας διαιρεσεις του Ρουβην ηγερθησαν μεγαλαι συζητησεις καρδιας.
<scripture passage="Judg 5:17" parsed="|Judg|5|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.17" />
<sup>17</sup>Ο Γαλααδ ησυχαζε περαν του Ιορδανου· και ο Δαν δια τι εμενεν εις τα πλοια; ο Ασηρ εκαθητο εις τα παραλια, και ησυχαζεν εις τους λιμενας αυτου.
<scripture passage="Judg 5:18" parsed="|Judg|5|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.18" />
<sup>18</sup>Ο Ζαβουλων ειναι λαος προσφερων την ζωην αυτου εις θανατον, και ο Νεφθαλι, επι τα υψη της πεδιαδος.
<scripture passage="Judg 5:19" parsed="|Judg|5|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.19" />
<sup>19</sup>Ηλθον οι βασιλεις, επολεμησαν· τοτε επολεμησαν οι βασιλεις Χανααν εν Θααναχ πλησιον των υδατων του Μεγιδδω· λαφυρον αργυριου δεν ελαβον.
<scripture passage="Judg 5:20" parsed="|Judg|5|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.20" />
<sup>20</sup>Εκ του ουρανου επολεμησαν, οι αστερες εκ της πορειας αυτων επολεμησαν εναντιον του Σισαρα.
<scripture passage="Judg 5:21" parsed="|Judg|5|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.21" />
<sup>21</sup>Ο ποταμος Κισων κατεσυρεν αυτους, ο παλαιος ποταμος, ο ποταμος Κισων. Κατεπατησας, ψυχη μου, δυναμιν.
<scripture passage="Judg 5:22" parsed="|Judg|5|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.22" />
<sup>22</sup>Τοτε κατετριβησαν οι ονυχες των ιππων απο του ορμητικου δρομου, του ορμητικου δρομου των επ' αυτους ισχυρων.
<scripture passage="Judg 5:23" parsed="|Judg|5|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.23" />
<sup>23</sup>Καταρασθε την Μηρωζ, ειπεν ο αγγελος του Κυριου, καταρασθε καταραν τους κατοικους αυτης διοτι δεν ηλθον εις βοηθειαν του Κυριου, εις βοηθειαν του Κυριου εναντιον των δυνατων.
<scripture passage="Judg 5:24" parsed="|Judg|5|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.24" />
<sup>24</sup>Ευλογημενη ας ηναι υπερ τας γυναικας η Ιαηλ, η γυνη του Εβερ του Κεναιου· υπερ τας γυναικας εν ταις σκηναις ευλογημενη ας ηναι.
<scripture passage="Judg 5:25" parsed="|Judg|5|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.25" />
<sup>25</sup>Υδωρ εζητησε, γαλα εδωκε· βουτυρον προσεφερεν εις μεγαλοπρεπη κρατηρα.
<scripture passage="Judg 5:26" parsed="|Judg|5|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.26" />
<sup>26</sup>Την αριστεραν αυτης ηπλωσεν εις τον πασσαλον, και την δεξιαν αυτης εις την σφυραν των εργατων· και σφυροκοπησασα τον Σισαρα εσχισε την κεφαλην αυτου, και συνεθλασε και διεπερασε τους μηνιγγας αυτου.
<scripture passage="Judg 5:27" parsed="|Judg|5|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.27" />
<sup>27</sup>Μεταξυ των ποδων αυτης συνεκαμφθη, επεσεν, εκειτο· μεταξυ των ποδων αυτης συνεκαμφθη, επεσεν· οπου συνεκαμφθη, εκει επεσε νεκρος.
<scripture passage="Judg 5:28" parsed="|Judg|5|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.28" />
<sup>28</sup>Η μητηρ του Σισαρα εκυπτε δια της θυριδος και εβοα δια του δικτυωτου, Δια τι η αμαξα αυτου βραδυνει να ελθη, δια τι εβραδυναν οι τροχοι των αμαξων αυτου;
<scripture passage="Judg 5:29" parsed="|Judg|5|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.29" />
<sup>29</sup>Αι σοφαι κυριαι αυτης απεκρινοντο προς αυτην· αυτη μαλιστα εδιδε την αποκρισιν προς εαυτην·
<scripture passage="Judg 5:30" parsed="|Judg|5|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.30" />
<sup>30</sup>Δεν επετυχον; δεν διεμοιρασαν τα λαφυρα; μιαν η δυο νεας εις εκαστον ανδρα, εις τον Σισαρα λαφυρα ποικιλοχροα, λαφυρα ποικιλοχροα κεντητα, ποικιλοχροα κεντητα και εκ των δυο μερων, περιλαιμια των λαφυραγωγουμενων;
<scripture passage="Judg 5:31" parsed="|Judg|5|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.5.31" />
<sup>31</sup>Ουτω να απολεσθωσι παντες οι εχθροι σου, Κυριε· οι δε αγαπωντες αυτον ας ηναι ως ο ηλιος ανατελλων εν τη δοξη αυτου. Και ανεπαυθη η γη τεσσαρακοντα ετη.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 6" progress="22.74%" prev="Judg.5" next="Judg.7" id="Judg.6">
<h3 id="Judg.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Judg.6-p1">
<scripture passage="Judg 6:1" parsed="|Judg|6|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.1" />
<sup>1</sup>Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου· και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Μαδιαμ επτα ετη.
<scripture passage="Judg 6:2" parsed="|Judg|6|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.2" />
<sup>2</sup>Και κατισχυσεν χειρ του Μαδιαμ επι τον Ισραηλ· εξ αιτιας των Μαδιανιτων εκαμον εις εαυτους οι υιοι Ισραηλ τας φωλεας εκεινας, τας επι των ορεων, και τα σπηλαια και τα οχυρωματα.
<scripture passage="Judg 6:3" parsed="|Judg|6|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.3" />
<sup>3</sup>Και οτε εσπερνεν ο Ισραηλ, ανεβαινον οι Μαδιανιται και οι Αμαληκιται και οι κατοικοι της ανατολης και ηρχοντο εναντιον αυτου·
<scripture passage="Judg 6:4" parsed="|Judg|6|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.4" />
<sup>4</sup>και στρατοπεδευοντες εναντιον αυτων διεφθειρον τα γεννηματα της γης, εως της εισοδου Γαζης, και δεν αφινον ζωοτροφιαν εις τον Ισραηλ, ουτε προβατον ουτε βουν ουτε ονον.
<scripture passage="Judg 6:5" parsed="|Judg|6|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ανεβαινον αυτοι και τα ποιμνια αυτων και ηρχοντο μετα των σκηνων αυτων, πολυαριθμοι ως ακριδες· αναριθμητοι ησαν και αυτοι και αι καμηλοι αυτων· και εισηρχοντο εις την γην δια να φθειρωσιν αυτην.
<scripture passage="Judg 6:6" parsed="|Judg|6|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.6" />
<sup>6</sup>Και επτωχευσε σφοδρα ο Ισραηλ εξ αιτιας των Μαδιανιτων· δια τουτο οι υιοι Ισραηλ εβοησαν προς τον Κυριον.
<scripture passage="Judg 6:7" parsed="|Judg|6|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.7" />
<sup>7</sup>Και οτε εβοησαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ δια τους Μαδιανιτας,
<scripture passage="Judg 6:8" parsed="|Judg|6|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.8" />
<sup>8</sup>τοτε απεστειλεν ο Κυριος ανδρα προφητην προς τους υιους Ισραηλ, και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Εγω ανεβιβασα υμας εξ Αιγυπτου και εξηγαγον υμας εξ οικου δουλειας,
<scripture passage="Judg 6:9" parsed="|Judg|6|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.9" />
<sup>9</sup>και ελυτρωσα υμας εκ χειρος των Αιγυπτιων και εκ χειρος παντων των καταθλιβοντων υμας, και εξεδιωξα αυτους απ' εμπροσθεν υμων και εδωκα εις εσας την γην αυτων·
<scripture passage="Judg 6:10" parsed="|Judg|6|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.10" />
<sup>10</sup>και ειπα προς εσας, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας· δεν θελετε σεβασθη τους θεους των Αμορραιων, εν τη γη των οποιων κατοικειτε· και δεν υπηκουσατε εις την φωνην μου.
<scripture passage="Judg 6:11" parsed="|Judg|6|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.11" />
<sup>11</sup>Και ηλθεν αγγελος Κυριου και εκαθισεν υπο την δρυν την εν Οφρα, την του Ιωας του Αβι-εζεριτου· και Γεδεων ο υιος αυτου εκοπανιζε σιτον εν τω ληνω, δια να κρυψη αυτον απο των Μαδιανιτων.
<scripture passage="Judg 6:12" parsed="|Judg|6|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.12" />
<sup>12</sup>Και εφανη εις αυτον αγγελος Κυριου και ειπε προς αυτον, Ο Κυριος μετα σου, δυνατε εν ισχυι.
<scripture passage="Judg 6:13" parsed="|Judg|6|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον ο Γεδεων, Ω κυριε μου, αν ο Κυριος ηναι μεθ' ημων, δια τι λοιπον ευρηκαν ημας παντα ταυτα; και που ειναι παντα τα θαυμασια αυτου, τα οποια διηγηθησαν εις ημας οι πατερες ημων, λεγοντες, Δεν ανεβιβασεν ημας ο Κυριος εξ Αιγυπτου; αλλα τωρα εγκατελιπεν ημας ο Κυριος και παρεδωκεν ημας εις τας χειρας των Μαδιανιτων.
<scripture passage="Judg 6:14" parsed="|Judg|6|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.14" />
<sup>14</sup>Και εμβλεψας προς αυτον ο Κυριος ειπεν, Υπαγε εν τη δυναμει σου ταυτη, και θελεις σωσει τον Ισραηλ εκ της χειρος του Μαδιαμ· δεν σε απεστειλα εγω;
<scripture passage="Judg 6:15" parsed="|Judg|6|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.15" />
<sup>15</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Ω κυριε μου, με τι θελω σωσει τον Ισραηλ; ιδου, η οικογενεια μου ειναι η ταπεινοτερα μεταξυ του Μανασση, και εγω ο μικροτερος εν τω οικω του πατρος μου.
<scripture passage="Judg 6:16" parsed="|Judg|6|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Αλλ' εγω θελω εισθαι μετα σου και θελεις παταξει τους Μαδιανιτας ως ανδρα ενα.
<scripture passage="Judg 6:17" parsed="|Judg|6|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.17" />
<sup>17</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Εαν λοιπον ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, δειξον μοι σημειον οτι συ εισαι ο λαλων μετ' εμου.
<scripture passage="Judg 6:18" parsed="|Judg|6|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.18" />
<sup>18</sup>Μη αναχωρησης εντευθεν, δεομαι, εωσου ελθω προς σε και εκφερω την προσφοραν μου και θεσω ενωπιον σου. Ο δε ειπε, Θελω περιμεινει εωσου επιστρεψης.
<scripture passage="Judg 6:19" parsed="|Judg|6|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.19" />
<sup>19</sup>Και εισηλθεν ο Γεδεων και ητοιμασεν εριφιον εξ αιγων και αζυμα ενος εφα αλευρου· το μεν κρεας εθεσεν εις κανιστρον, τον δε ζωμον εβαλεν εις χυτραν, και εφερεν εξω προς αυτον υπο την δρυν και προσεφερε.
<scripture passage="Judg 6:20" parsed="|Judg|6|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς αυτον ο αγγελος του Θεου, Λαβε το κρεας και τα αζυμα και θες επι ταυτην την πετραν, και τον ζωμον επιχεε. Και εκαμεν ουτω.
<scripture passage="Judg 6:21" parsed="|Judg|6|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.21" />
<sup>21</sup>Και εξετεινεν ο αγγελος του Κυριου το ακρον της ραβδου, την οποιαν ειχεν εν τη χειρι αυτου, και ηγγισε το κρεας και τα αζυμα· και ανεβη πυρ εκ της πετρας και κατεφαγε το κρεας και τα αζυμα. Τοτε απηλθεν ο αγγελος του Κυριου απο των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Judg 6:22" parsed="|Judg|6|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.22" />
<sup>22</sup>Και ιδων ο Γεδεων οτι ητο αγγελος Κυριου, ειπεν ο Γεδεων, Οιμοι, Κυριε Θεε· διοτι ειδον τον αγγελον του Κυριου προσωπον προς προσωπον.
<scripture passage="Judg 6:23" parsed="|Judg|6|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Ειρηνη σοι· μη φοβου· δεν θελεις αποθανει.
<scripture passage="Judg 6:24" parsed="|Judg|6|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.24" />
<sup>24</sup>Και ωκοδομησεν εκει ο Γεδεων θυσιαστηριον εις τον Κυριον και ωνομασεν αυτο Ιεοβα-σαλωμ· εως της ημερας ταυτης ειναι εν Οφρα των Αβι-εζεριτων.
<scripture passage="Judg 6:25" parsed="|Judg|6|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.25" />
<sup>25</sup>Και την αυτην νυκτα ειπεν ο Κυριος προς αυτον, Λαβε τον βουν του πατρος σου και τον δευτερον βουν τον επταετη, και κατεδαφισον τον βωμον του Βααλ, τον οποιον εχει ο πατηρ σου, και το αλσος το πλησιον αυτου κατακοψον·
<scripture passage="Judg 6:26" parsed="|Judg|6|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.26" />
<sup>26</sup>και οικοδομησον θυσιαστηριον εις Κυριον τον Θεον σου επι της κορυφης της πετρας ταυτης, κατα το διατεταγμενον· και λαβε τον δευτερον βουν και προσφερε ολοκαυτωμα με τα ξυλα του αλσους, το οποιον θελεις κατακοψει.
<scripture passage="Judg 6:27" parsed="|Judg|6|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.27" />
<sup>27</sup>Και ελαβεν ο Γεδεων δεκα ανδρας εκ των δουλων αυτου και εκαμε καθως ειπε προς αυτον ο Κυριος· και επειδη εφοβηθη τον οικον του πατρος αυτου και τους ανθρωπους της πολεως, να καμη τουτο την ημεραν, εκαμεν αυτο την νυκτα.
<scripture passage="Judg 6:28" parsed="|Judg|6|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.28" />
<sup>28</sup>Και οτε οι ανθρωποι της πολεως εξηγερθησαν το πρωι, ιδου, ητο κρημνισμενος ο βωμος του Βααλ, και το αλσος το πλησιον αυτου κατακεκομμενον, και ο δευτερος βους ωλοκαυτωμενος επι το θυσιαστηριον το ωκοδομημενον.
<scripture passage="Judg 6:29" parsed="|Judg|6|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο εις προς τον αλλον, Τις εκαμε το πραγμα τουτο; Και εξετασαντες και ανερευνησαντες ειπον, Ο Γεδεων ο υιος του Ιωας εκαμε το πραγμα τουτο.
<scripture passage="Judg 6:30" parsed="|Judg|6|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.30" />
<sup>30</sup>Τοτε οι ανθρωποι της πολεως ειπον προς τον Ιωας, Εκβαλε τον υιον σου δια να θανατωθη, επειδη εκρημνισε τον βωμον του Βααλ και επειδη κατεκοψε το αλσος το πλησιον αυτου.
<scripture passage="Judg 6:31" parsed="|Judg|6|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Ιωας προς παντας τους εξανισταμενους εναντιον αυτου, Μηπως σεις θελετε διεκδικησει υπερ του Βααλ; η σεις θελετε σωσει αυτον; οστις διεκδικηση υπερ αυτου θελει θανατωθη εως πρωιας· εαν ουτος ηναι Θεος, ας διεκδικηση υπερ εαυτου, διοτι εκρημνισαν τον βωμον αυτου.
<scripture passage="Judg 6:32" parsed="|Judg|6|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.32" />
<sup>32</sup>Δια τουτο ωνομασεν αυτον εν τη ημερα εκεινη Ιεροβααλ, λεγων, Ας εκδικηση κατ' αυτου ο Βααλ, διοτι εκρημνισε τον βωμον αυτου.
<scripture passage="Judg 6:33" parsed="|Judg|6|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.33" />
<sup>33</sup>Τοτε συνηχθησαν ομου παντες οι Μαδιανιται και οι Αμαληκιται και οι κατοικοι της ανατολης και διεβησαν και εστρατοπεδευσαν εν τη κοιλαδι Ιεζραελ.
<scripture passage="Judg 6:34" parsed="|Judg|6|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.34" />
<sup>34</sup>Και το Πνευμα του Κυριου περιεχυθη επι τον Γεδεων, και εσαλπισεν εν σαλπιγγι και συνηχθησαν οι Αβι-εζεριται οπισω αυτου.
<scripture passage="Judg 6:35" parsed="|Judg|6|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.35" />
<sup>35</sup>Και εξαπεστειλε μηνυτας προς παντα τον Μανασση, και συνηχθη και αυτος οπισω αυτου· εξαπεστειλεν ετι μηνυτας προς τον Ασηρ και προς τον Ζαβουλων και προς τον Νεφθαλι· και ανεβησαν εις συναντησιν αυτων.
<scripture passage="Judg 6:36" parsed="|Judg|6|36|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.36" />
<sup>36</sup>Και ειπεν ο Γεδεων προς τον Θεον, Εαν μελλης να σωσης δια χειρος μου τον Ισραηλ, καθως ελαλησας,
<scripture passage="Judg 6:37" parsed="|Judg|6|37|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.37" />
<sup>37</sup>ιδου, εγω θελω βαλει τον ποκον του μαλλιου εις το αλωνιον· εαν γεινη δροσος μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ξηρασια, τοτε θελω γνωρισει οτι θελεις σωσει δια χειρος μου τον Ισραηλ, καθως ελαλησας.
<scripture passage="Judg 6:38" parsed="|Judg|6|38|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.38" />
<sup>38</sup>Και εγεινεν ουτω· διοτι σηκωθεις την επαυριον το πρωι, επιεσε τον ποκον και εξεθλιψε δροσον εκ του ποκου, λεκανην πληρη υδατος.
<scripture passage="Judg 6:39" parsed="|Judg|6|39|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.39" />
<sup>39</sup>Και ειπεν ο Γεδεων προς τον Θεον, Ας μη εξαφθη ο θυμος σου εναντιον μου, και θελω λαλησει μονον ταυτην την φοραν· ας δοκιμασω, δεομαι, ταυτην μονην την φοραν εν τω ποκω· ας γεινη τωρα ξηρασια μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ας ηναι δροσος.
<scripture passage="Judg 6:40" parsed="|Judg|6|40|0|0" osisRef="Bible:Judg.6.40" />
<sup>40</sup>Και εκαμεν ο Θεος ουτω την νυκτα εκεινην· και εγεινε ξηρασια μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ητο δροσος.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 7" progress="22.90%" prev="Judg.6" next="Judg.8" id="Judg.7">
<h3 id="Judg.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Judg.7-p1">
<scripture passage="Judg 7:1" parsed="|Judg|7|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ο Ιεροβααλ, οστις ειναι ο Γεδεων, εξηγερθη πρωι, και πας ο λαος ο μετ' αυτου, και εστρατοπεδευσαν πλησιον της πηγης Αρωδ· το δε στρατοπεδον των Μαδιανιτων ητο κατα το βορειον αυτων, προς τον λοφον Μορεχ εν τη κοιλαδι.
<scripture passage="Judg 7:2" parsed="|Judg|7|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Γεδεων, Πολυς ειναι ο λαος ο μετα σου ωστε να παραδωσω τους Μαδιανιτας εις την χειρα αυτου, μηπως ο Ισραηλ καυχηθη εναντιον μου, λεγων, Η χειρ μου με εσωσε·
<scripture passage="Judg 7:3" parsed="|Judg|7|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.3" />
<sup>3</sup>τωρα λοιπον κηρυξον εις επηκοον του λαου, λεγων, Οστις ειναι δειλος και φοβουμενος, ας στρεψη και ας σπευση απο του ορους Γαλααδ. Και εστρεψαν εκ του λαου εικοσιδυο χιλιαδες· και εμειναν δεκα χιλιαδες.
<scripture passage="Judg 7:4" parsed="|Judg|7|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Γεδεων, Ο λαος ειναι ετι πολυς· καταβιβασον αυτους εις το υδωρ, και εκει θελω εκκαθαρισει αυτους εις σε· και περι ουτινος σοι ειπω, Ουτος θελει ελθει μετα σου, αυτος θελει ελθει μετα σου· και περι ουτινος σοι ειπω, Ουτος δεν θελει ελθει μετα σου, αυτος δεν θελει ελθει.
<scripture passage="Judg 7:5" parsed="|Judg|7|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.5" />
<sup>5</sup>Και κατεβιβασε τον λαον εις το υδωρ· και ειπεν ο Κυριος προς τον Γεδεων, Πας οστις λαψη με την γλωσσαν αυτου απο του υδατος, καθως λαπτει ο σκυλος, τουτον θελεις στησει χωριστα· και πας οστις καμψη τα γονατα αυτου δια να πιη.
<scripture passage="Judg 7:6" parsed="|Judg|7|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.6" />
<sup>6</sup>Και ο αριθμος των λαπτοντων με την χειρα αυτων προς το στομα αυτων ητο τριακοσιοι ανδρες· απαν δε το επιλοιπον του λαου εκαμψε τα γονατα αυτων δια να πιωσιν υδωρ.
<scripture passage="Judg 7:7" parsed="|Judg|7|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Γεδεων, Δια των τριακοσιων ανδρων, οιτινες ελαψαν, θελω σωσει υμας, και θελω παραδωσει τους Μαδιανιτας εις την χειρα σου· απαν δε το επιλοιπον του λαου ας υπαγωσιν εκαστος εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Judg 7:8" parsed="|Judg|7|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.8" />
<sup>8</sup>Ελαβε λοιπον ο λαος τας τροφας εις τας χειρας αυτων και τας σαλπιγγας αυτων· και απεπεμψεν απαν το επιλοιπον του Ισραηλ, εκαστον εις την σκηνην αυτου, και εκρατησε τους τριακοσιους ανδρας. Και το στρατοπεδον του Μαδιαμ ητο υποκατω αυτων εν τη κοιλαδι.
<scripture passage="Judg 7:9" parsed="|Judg|7|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.9" />
<sup>9</sup>Και την αυτην νυκτα ειπε προς αυτον ο Κυριος, Σηκωθητι, καταβα εις το στρατοπεδον· διοτι παρεδωκα αυτο εις την χειρα σου·
<scripture passage="Judg 7:10" parsed="|Judg|7|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.10" />
<sup>10</sup>αλλ' εαν φοβησαι να καταβης, καταβα συ και ο Φουρα ο δουλος σου εις το στρατοπεδον·
<scripture passage="Judg 7:11" parsed="|Judg|7|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.11" />
<sup>11</sup>και θελεις ακουσει τι λεγουσι· και μετα ταυτα αι χειρες σου θελουσιν ενδυναμωθη, και θελεις καταβη εις το στρατοπεδον. Και κατεβη αυτος μετα του Φουρα του δουλου αυτου εως της προφυλακης του στρατοπεδου.
<scripture passage="Judg 7:12" parsed="|Judg|7|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Μαδιαμ και ο Αμαληκ και παντες οι κατοικοι της ανατολης ησαν εξηπλωμενοι εν τη κοιλαδι ως ακριδες κατα το πληθος· και αι καμηλοι αυτων αναριθμητοι ως η αμμος παρα το χειλος της θαλασσης κατα το πληθος.
<scripture passage="Judg 7:13" parsed="|Judg|7|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.13" />
<sup>13</sup>Και οτε ηλθεν ο Γεδεων, ιδου, ανθρωπος τις διηγειτο προς τον πλησιον αυτου ονειρον και ελεγεν, Ιδου, ωνειρευθην ονειρον και ιδου, ψωμιον κριθινον κυλιομενον εν τω στρατοπεδω του Μαδιαμ ηλθεν εις τας σκηνας και εκτυπησεν αυτας, και επεσον· και ανετρεψεν αυτας, και επεσον αι σκηναι.
<scripture passage="Judg 7:14" parsed="|Judg|7|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθη ο πλησιον αυτου και ειπε, Τουτο δεν ειναι, ειμη η ρομφαια του Γεδεων, υιου του Ιωας, ανδρος Ισραηλιτου· ο Θεος παρεδωκεν εις την χειρα αυτου τον Μαδιαμ και απαν το στρατοπεδον.
<scripture passage="Judg 7:15" parsed="|Judg|7|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.15" />
<sup>15</sup>Και ως ηκουσεν ο Γεδεων την διηγησιν του ονειρου και την εξηγησιν αυτου, προσεκυνησε και επεστρεψεν εις το στρατοπεδον του Ισραηλ και ειπε, Σηκωθητε· διοτι ο Κυριος παρεδωκεν εις την χειρα σας το στρατοπεδον του Μαδιαμ.
<scripture passage="Judg 7:16" parsed="|Judg|7|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.16" />
<sup>16</sup>Και διηρεσε τους τριακοσιους ανδρας εις τρια σωματα, και εδωκε σαλπιγγας εις τας χειρας παντων τουτων και υδριας κενας και λαμπαδας εν ταις υδριαις.
<scripture passage="Judg 7:17" parsed="|Judg|7|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε προς αυτους, Βλεπετε προς εμε και καμετε παρομοιως· και ιδου, οταν εγω φθασω εις το ακρον του στρατοπεδου, καθως εγω καμω, ουτω θελετε καμει·
<scripture passage="Judg 7:18" parsed="|Judg|7|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.18" />
<sup>18</sup>οταν σαλπισω δια της σαλπιγγος, εγω και παντες οι μετ' εμου, τοτε θελετε σαλπισει και σεις δια των σαλπιγγων κυκλω παντος του στρατοπεδου και θελετε ειπει, Ρομφαια του Κυριου και του Γεδεων.
<scripture passage="Judg 7:19" parsed="|Judg|7|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.19" />
<sup>19</sup>Ο Γεδεων λοιπον και οι εκατον ανδρες οι μετ' αυτου ηλθον εις το ακρον του στρατοπεδου περι τας αρχας της μεσης φυλακης· μολις ειχον καταστησει τους φυλακας· και εσαλπισαν δια των σαλπιγγων και συνετριψαν τας υδριας τας εις τας χειρας αυτων.
<scripture passage="Judg 7:20" parsed="|Judg|7|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.20" />
<sup>20</sup>Και τα τρια σωματα εσαλπισαν δια των σαλπιγγων και συνετριψαν τας υδριας και εκρατουν τας λαμπαδας εις τας αριστερας αυτων χειρας και τας σαλπιγγας εις τας δεξιας αυτων χειρας δια να σαλπιζωσι· και ανεκραζον, Ρομφαια του Κυριου και του Γεδεων.
<scripture passage="Judg 7:21" parsed="|Judg|7|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.21" />
<sup>21</sup>Και εσταθη εκαστος εν τω τοπω αυτου κυκλω του στρατοπεδου· και απαν το στρατευμα διετρεχε και εφωναζε και εφευγε.
<scripture passage="Judg 7:22" parsed="|Judg|7|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.22" />
<sup>22</sup>Και οι τριακοσιοι εσαλπισαν δια των σαλπιγγων· και εστρεψεν ο Κυριος καθ' ολον το στρατοπεδον την ρομφαιαν εκαστου εναντιον του πλησιον αυτου· και το στρατευμα εφυγεν εις Βαιθ-ασεττα προς Ζερεραθ, εως του χειλους του Αβελ-μεολα προς Ταβαθ.
<scripture passage="Judg 7:23" parsed="|Judg|7|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.23" />
<sup>23</sup>Και συνηχθησαν οι ανδρες Ισραηλ απο Νεφθαλι και απο Ασηρ και απο παντος του Μανασση, και κατεδιωξαν οπισω του Μαδιαμ.
<scripture passage="Judg 7:24" parsed="|Judg|7|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.24" />
<sup>24</sup>Και απεστειλεν ο Γεδεων μηνυτας προς απαν το ορος Εφραιμ, λεγων, Καταβητε δια να συναντησητε τον Μαδιαμ, και προκαταλαβετε προ αυτων τα υδατα εως Βαιθ-βαρα και τον Ιορδανην. Τοτε συνηχθησαν παντες οι ανδρες Εφραιμ και προκατελαβον τα υδατα εως Βαιθ-βαρα και τον Ιορδανην.
<scripture passage="Judg 7:25" parsed="|Judg|7|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.7.25" />
<sup>25</sup>Και συνελαβον δυο αρχηγους του Μαδιαμ, τον Ωρηβ και τον Ζηβ· και εθανατωσαν τον Ωρηβ επι του βραχου Ωρηβ, τον δε Ζηβ εθανατωσαν επι του ληνου Ζηβ· και κατεδιωξαν τον Μαδιαμ και εφεραν την κεφαλην του Ωρηβ και του Ζηβ προς τον Γεδεων εκ του περαν του Ιορδανου.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 8" progress="23.02%" prev="Judg.7" next="Judg.9" id="Judg.8">
<h3 id="Judg.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Judg.8-p1">
<scripture passage="Judg 8:1" parsed="|Judg|8|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.1" />
<sup>1</sup>Και ειπον προς αυτον οι ανδρες Εφραιμ, Τι ειναι το πραγμα τουτο, το οποιον εκαμες εις ημας, οτι δεν εκαλεσας ημας οτε υπηγες να πολεμησης εναντιον του Μαδιαμ; και ελογομαχησαν σφοδρα μετ' αυτου.
<scripture passage="Judg 8:2" parsed="|Judg|8|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.2" />
<sup>2</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Τι εκαμα τωρα ως προς εσας; δεν ειναι καλητερον το αποτρυγημα του Εφραιμ παρα τον τρυγητον του Αβι-εζερ;
<scripture passage="Judg 8:3" parsed="|Judg|8|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.3" />
<sup>3</sup>παρεδωκεν ο Θεος εις τας χειρας σας τους αρχηγους του Μαδιαμ, τον Ωρηβ και τον Ζηβ· και τι ηδυναμην να καμω ως προς εσας; Τοτε το πνευμα αυτων ησυχασε προς αυτον, οτε ελαλησε τον λογον τουτον.
<scripture passage="Judg 8:4" parsed="|Judg|8|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.4" />
<sup>4</sup>Και ελθων ο Γεδεων εις τον Ιορδανην, διεβη, αυτος και οι τριακοσιοι ανδρες οι μετ' αυτου, αποκαμωμενοι, ομως καταδιωκοντες.
<scripture passage="Judg 8:5" parsed="|Judg|8|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς τους ανθρωπους της Σοκχωθ, Δοτε, παρακαλω, αρτους τινας εις τον λαον τον ακολουθουντα με· διοτι ειναι αποκαμωμενος, και εγω καταδιωκω οπισω του Ζεβεε και του Σαλμανα, των βασιλεων του Μαδιαμ.
<scripture passage="Judg 8:6" parsed="|Judg|8|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.6" />
<sup>6</sup>Και απεκριθησαν οι αρχηγοι της Σοκχωθ, Μηπως αι χειρες του Ζεβεε και του Σαλμανα ειναι τωρα εις την χειρα σου, ωστε να δωσωμεν αρτους εις το στρατευμα σου;
<scripture passage="Judg 8:7" parsed="|Judg|8|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Γεδεων, Δια τουτο, αφου παραδωση ο Κυριος τον Ζεβεε και τον Σαλμανα εις την χειρα μου, τοτε εγω θελω καταξανει τας σαρκας σας με τας ακανθας της ερημου και με τους τριβολους.
<scripture passage="Judg 8:8" parsed="|Judg|8|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.8" />
<sup>8</sup>Και ανεβη εκειθεν εις Φανουηλ και ελαλησεν ωσαυτως προς αυτους· και απεκριθησαν οι ανδρες της Φανουηλ προς αυτον καθως απεκριθησαν οι ανδρες της Σοκχωθ.
<scripture passage="Judg 8:9" parsed="|Judg|8|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.9" />
<sup>9</sup>Ο δε ειπε και προς τους ανδρας της Φανουηλ, λεγων, Οταν επιστρεψω εν ειρηνη, θελω κατασκαψει τον πυργον τουτον.
<scripture passage="Judg 8:10" parsed="|Judg|8|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.10" />
<sup>10</sup>Ο Ζεβεε δε και ο Σαλμανα ησαν εν Καρκορ και τα στρατευματα αυτων μετ' αυτων, ως δεκαπεντε χιλιαδες, παντες οι εναπολειφθεντες ολου του στρατευματος των κατοικων της ανατολης· διοτι επεσον εκατον εικοσι χιλιαδες ανδρων συροντων ρομφαιαν.
<scripture passage="Judg 8:11" parsed="|Judg|8|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.11" />
<sup>11</sup>Και ανεβη ο Γεδεων απο της οδου των κατοικουντων εν σκηναις, απο ανατολων της Νοβα και της Ιογβεα, και επαταξε το στρατοπεδον· ητο δε το στρατοπεδον εν αφοβια.
<scripture passage="Judg 8:12" parsed="|Judg|8|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Ζεβεε και ο Σαλμανα εφευγον, και αυτος κατεδιωκεν οπισω αυτων, και συνελαβε τους δυο βασιλεις του Μαδιαμ, τον Ζεβεε και τον Σαλμανα, και απαν το στρατοπεδον κατετροπωσε.
<scripture passage="Judg 8:13" parsed="|Judg|8|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.13" />
<sup>13</sup>Και επεστρεψεν ο Γεδεων ο υιος του Ιωας εκ της μαχης απο της αναβασεως της Αρες.
<scripture passage="Judg 8:14" parsed="|Judg|8|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.14" />
<sup>14</sup>Και συλλαβων νεον τινα εκ των ανδρων της Σοκχωθ, ηρωτησεν αυτον· ο δε περιεγραψε προς αυτον τους αρχηγους της Σοκχωθ και τους πρεσβυτερους αυτης, εβδομηκοντα επτα ανδρας.
<scripture passage="Judg 8:15" parsed="|Judg|8|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.15" />
<sup>15</sup>Και ηλθεν ο Γεδεων προς τους ανδρας της Σοκχωθ και ειπεν, Ιδου, ο Ζεβεε και ο Σαλμανα, δια τους οποιους με ωνειδισατε, λεγοντες, Μηπως αι χειρες του Ζεβεε και του Σαλμανα ηναι τωρα εις την χειρα σου, ωστε να δωσωμεν αρτους εις τους ανθρωπους σου, τους αποκαμωμενους;
<scripture passage="Judg 8:16" parsed="|Judg|8|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.16" />
<sup>16</sup>Και ελαβε τους πρεσβυτερους της πολεως και τας ακανθας της ερημου και τους τριβολους, και επαιδευσε με αυτα τους ανδρας της Σοκχωθ.
<scripture passage="Judg 8:17" parsed="|Judg|8|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.17" />
<sup>17</sup>Και τον πυργον της Φανουηλ κατεσκαψε και εθανατωσε τους ανδρας της πολεως.
<scripture passage="Judg 8:18" parsed="|Judg|8|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ειπε προς τον Ζεβεε και τον Σαλμανα, Οποιοι ησαν οι ανθρωποι τους οποιους εθανατωσατε εν Θαβωρ; Οι δε ειπον, Οποιος συ, τοιουτοι ησαν· εκαστος ωμοιαζεν υιον βασιλεως.
<scripture passage="Judg 8:19" parsed="|Judg|8|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.19" />
<sup>19</sup>Ο δε ειπεν, Αδελφοι μου, υιοι της μητρος μου ησαν· ζη Κυριος, εαν ηθελετε φυλαξει την ζωην αυτων, εγω δεν ηθελον σας θανατωσει.
<scripture passage="Judg 8:20" parsed="|Judg|8|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς τον Ιεθερ τον πρωτοτοκον αυτου, Σηκωθεις θανατωσον αυτους· αλλ' ο νεος δεν εσυρε την ρομφαιαν αυτου, διοτι εφοβειτο, επειδη ητο ετι παιδιον.
<scripture passage="Judg 8:21" parsed="|Judg|8|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.21" />
<sup>21</sup>Τοτε ειπεν ο Ζεβεε και ο Σαλμανα, Σηκωθητι συ και πεσον εφ' ημας· διοτι κατα τον ανθρωπον και η δυναμις αυτου. Και σηκωθεις ο Γεδεων εθανατωσε τον Ζεβεε και τον Σαλμανα, και ελαβε τους μηνισκους τους περι τον τραχηλον των καμηλων αυτων.
<scripture passage="Judg 8:22" parsed="|Judg|8|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.22" />
<sup>22</sup>Και ειπον οι ανδρες Ισραηλ προς τον Γεδεων, Γενου αρχων εφ' ημας, και συ και ο υιος σου και ο υιος του υιου σου, διοτι εσωσας ημας απο της χειρος του Μαδιαμ.
<scripture passage="Judg 8:23" parsed="|Judg|8|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Γεδεων ειπε προς αυτους, Δεν θελω γεινει αρχων εφ' υμας εγω, αλλ' ουδε ο υιος μου θελει γεινει αρχων εφ' υμας· ο Κυριος θελει εισθαι αρχων εφ' υμας.
<scripture passage="Judg 8:24" parsed="|Judg|8|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Γεδεων προς αυτους, θελω ζητησει απο σας ζητημα· να μοι δωσητε εκαστος τα ενωτια εκ των λαφυρων αυτου· διοτι οι εχθροι ειχον ενωτια χρυσα, οντες Ισμαηλιται.
<scripture passage="Judg 8:25" parsed="|Judg|8|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.25" />
<sup>25</sup>Και απεκριθησαν, Θελομεν δωσει αυτα μετα χαρας. Και ηπλωσαν φορεμα και ερριπτεν εκει εκαστος τα ενωτια εκ των λαφυρων αυτου.
<scripture passage="Judg 8:26" parsed="|Judg|8|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.26" />
<sup>26</sup>Και το βαρος των χρυσων ενωτιων, τα οποια εζητησεν, ητο χιλιοι και επτακοσιοι σικλοι χρυσοι· εκτος των μηνισκων και των περιδεραιων και των πορφυρων, τα οποια ησαν επι τους βασιλεις του Μαδιαμ, και εκτος των περιλαιμιων, τα οποια ησαν εις τους τραχηλους των καμηλων αυτων.
<scripture passage="Judg 8:27" parsed="|Judg|8|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.27" />
<sup>27</sup>Και εκαμεν ο Γεδεων εφοδ εξ αυτων και εθεσεν αυτο εν τη πολει αυτου, εν Οφρα· και επορνευσε πας ο Ισραηλ οπισω αυτου εκει· και εγεινε παγις εις τον Γεδεων και εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Judg 8:28" parsed="|Judg|8|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.28" />
<sup>28</sup>Και εταπεινωθη ο Μαδιαμ εμπροσθεν των υιων Ισραηλ, και δεν εσηκωσε πλεον την κεφαλην αυτου. Και ανεπαυθη η γη τεσσαρακοντα ετη εν ταις ημεραις του Γεδεων.
<scripture passage="Judg 8:29" parsed="|Judg|8|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.29" />
<sup>29</sup>Τοτε υπηγεν ο Ιεροβααλ υιος του Ιωας και κατωκησεν εν τω οικω αυτου.
<scripture passage="Judg 8:30" parsed="|Judg|8|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.30" />
<sup>30</sup>Ειχε δε Γεδεων εβδομηκοντα υιους εξελθοντας εκ των μηρων αυτου· διοτι ειχε γυναικας πολλας.
<scripture passage="Judg 8:31" parsed="|Judg|8|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.31" />
<sup>31</sup>Και η παλλακη αυτου, η εν Συχεμ, και αυτη εγεννησεν εις αυτον υιον, τον οποιον αυτος ωνομασεν Αβιμελεχ.
<scripture passage="Judg 8:32" parsed="|Judg|8|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.32" />
<sup>32</sup>Και απεθανεν ο Γεδεων ο υιος του Ιωας εν γηρατι καλω και εταφη εν τω ταφω Ιωας του πατρος αυτου, εν τη Οφρα των Αβι-εζεριτων.
<scripture passage="Judg 8:33" parsed="|Judg|8|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.33" />
<sup>33</sup>Αποθανοντος δε του Γεδεων, επεστρεψαν οι υιοι Ισραηλ και επορνευσαν κατοπιν των Βααλειμ και εστησαν εις εαυτους τον Βααλ-βεριθ δια Θεον.
<scripture passage="Judg 8:34" parsed="|Judg|8|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.34" />
<sup>34</sup>Και δεν ενεθυμηθησαν οι υιοι Ισραηλ Κυριον τον Θεον αυτων, τον σωσαντα αυτους εκ της χειρος παντων των εχθρων αυτων κυκλοθεν.
<scripture passage="Judg 8:35" parsed="|Judg|8|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.8.35" />
<sup>35</sup>Και δεν εκαμον ελεος εις τον οικον του Ιεροβααλ Γεδεων, αναλογως προς παντα τα αγαθα, τα οποια εκαμεν εις τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 9" progress="23.15%" prev="Judg.8" next="Judg.10" id="Judg.9">
<h3 id="Judg.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Judg.9-p1">
<scripture passage="Judg 9:1" parsed="|Judg|9|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.1" />
<sup>1</sup>Και υπηγεν Αβιμελεχ ο υιος του Ιεροβααλ εις Συχεμ προς τους αδελφους της μητρος αυτου και ειπε προς αυτους και προς πασαν την συγγενειαν του οικου του πατρος της μητρος αυτου, λεγων,
<scripture passage="Judg 9:2" parsed="|Judg|9|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.2" />
<sup>2</sup>Λαλησατε, παρακαλω, εις επηκοον παντων των ανδρων της Συχεμ, Τι ειναι καλητερον εις εσας, να αρχωσιν επανω σας παντες οι υιοι του Ιεροβααλ, εβδομηκοντα ανδρες, η να αρχη εις μονος επανω σας; και ενθυμηθητε οτι οστουν υμων και σαρξ υμων ειμαι.
<scripture passage="Judg 9:3" parsed="|Judg|9|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.3" />
<sup>3</sup>Και ελαλησαν περι αυτου οι αδελφοι της μητρος αυτου εις επηκοον παντων των ανδρων της Συχεμ παντας τους λογους τουτους· και εκλινεν η καρδια αυτων κατοπιν του Αβιμελεχ· διοτι ειπον, Αδελφος ημων ειναι.
<scripture passage="Judg 9:4" parsed="|Judg|9|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.4" />
<sup>4</sup>Και εδωκαν εις αυτον εβδομηκοντα αργυρια εκ του οικου του Βααλ-βεριθ, και δι' αυτων εμισθωσεν ο Αβιμελεχ ανδρας ποταπους και θρασεις, και ηκολουθησαν αυτον.
<scripture passage="Judg 9:5" parsed="|Judg|9|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.5" />
<sup>5</sup>Και εισηλθεν εις τον οικον του πατρος αυτου εις Οφρα και εθανατωσε τους αδελφους αυτου τους υιους του Ιεροβααλ, εβδομηκοντα ανδρας, επι λιθον ενα· εναπελειφθη ομως ο Ιωθαμ ο νεωτερος υιος του Ιεροβααλ, διοτι εκρυφθη.
<scripture passage="Judg 9:6" parsed="|Judg|9|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.6" />
<sup>6</sup>Και συνηχθησαν παντες οι ανδρες της Συχεμ και πας ο οικος του Μιλλω και ελθοντες εκαμον τον Αβιμελεχ βασιλεα, πλησιον της δρυος της ισταμενης εν Συχεμ.
<scripture passage="Judg 9:7" parsed="|Judg|9|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ανηγγελθη τουτο εις τον Ιωθαμ, υπηγε και εσταθη επι την κορυφην του ορους Γαριζιν, και υψωσε την φωνην αυτου και εβοησε και ειπε προς αυτους, Ακουσατε μου, ανδρες της Συχεμ, και θελει σας ακουσει ο Θεος.
<scripture passage="Judg 9:8" parsed="|Judg|9|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.8" />
<sup>8</sup>Υπηγον ποτε τα δενδρα να χρισωσι βασιλεα εφ' εαυτων· και ειπον προς την ελαιαν, Βασιλευσον εφ' ημων.
<scripture passage="Judg 9:9" parsed="|Judg|9|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' η ελαια ειπε προς αυτα, Να αφησω εγω το παχος μου, δια της οποιας τιμωνται Θεος και ανθρωποι, και να υπαγω να αρχω επι των δενδρων;
<scripture passage="Judg 9:10" parsed="|Judg|9|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.10" />
<sup>10</sup>Και ειπον τα δενδρα προς την συκην, Ελθε συ, βασιλευσον εφ' ημων.
<scripture passage="Judg 9:11" parsed="|Judg|9|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' η συκη ειπε προς αυτα, Να αφησω την γλυκυτητα μου και τον καρπον μου τον καλον, και να υπαγω να αρχω επι των δενδρων;
<scripture passage="Judg 9:12" parsed="|Judg|9|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.12" />
<sup>12</sup>Και ειπον τα δενδρα προς την αμπελον, Ελθε συ, βασιλευσον εφ' ημων.
<scripture passage="Judg 9:13" parsed="|Judg|9|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν η αμπελος προς αυτα, Να αφησω τον οινον μου, οστις ευφραινει Θεον και ανθρωπους, και να υπαγω να αρχω επι των δενδρων;
<scripture passage="Judg 9:14" parsed="|Judg|9|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ειπον παντα τα δενδρα προς την ακανθαν, Ελθε συ, βασιλευσον εφ' ημων.
<scripture passage="Judg 9:15" parsed="|Judg|9|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν η ακανθα προς τα δενδρα, Εαν αληθως σεις με χριητε βασιλεα υμων, ελθετε, καταφυγετε υπο την σκιαν μου· ει δε μη, πυρ να εξελθη εκ της ακανθης και να καταφαγη τας κεδρους του Λιβανου.
<scripture passage="Judg 9:16" parsed="|Judg|9|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.16" />
<sup>16</sup>Τωρα λοιπον, εαν επραξατε εν αληθεια και ακεραιοτητι καμνοντες τον Αβιμελεχ βασιλεα, και εαν εφερθητε καλως προς τον Ιεροβααλ και προς τον οικον αυτου, και εαν εκαμετε προς αυτον κατα την αξιαν των χειρων αυτου·
<scripture passage="Judg 9:17" parsed="|Judg|9|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.17" />
<sup>17</sup>διοτι ο πατηρ μου επολεμησε δια σας και ερριψοκινδυνευσε την ζωην αυτου και σας εσωσεν εκ της χειρος του Μαδιαμ·
<scripture passage="Judg 9:18" parsed="|Judg|9|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.18" />
<sup>18</sup>και σεις εσηκωθητε σημερον εναντιον του οικου του πατρος μου και εθανατωσατε τους υιους αυτου, εβδομηκοντα ανδρας, επι λιθον ενα, και εκαμετε τον Αβιμελεχ, τον υιον της δουλης αυτου, βασιλεα επι παντων των ανδρων της Συχεμ, διοτι ειναι αδελφος σας·
<scripture passage="Judg 9:19" parsed="|Judg|9|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.19" />
<sup>19</sup>εαν λοιπον επραξατε σημερον εν αληθεια και ακεραιοτητι προς τον Ιεροβααλ και προς τον οικον αυτου, χαιρετε εις τον Αβιμελεχ και ας χαιρη και αυτος εις εσας.
<scripture passage="Judg 9:20" parsed="|Judg|9|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.20" />
<sup>20</sup>ει δε μη, πυρ να εξελθη εκ του Αβιμελεχ και να καταφαγη τους ανδρας της Συχεμ και τον οικον του Μιλλω· και πυρ να εξελθη εκ των ανδρων της Συχεμ και εκ του οικου του Μιλλω, και να καταφαγη τον Αβιμελεχ.
<scripture passage="Judg 9:21" parsed="|Judg|9|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.21" />
<sup>21</sup>Τοτε εφυγεν ο Ιωθαμ μετα σπουδης και υπηγεν εις Βηρ και κατωκησεν εκει, δια τον φοβον Αβιμελεχ του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Judg 9:22" parsed="|Judg|9|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.22" />
<sup>22</sup>Και εβασιλευσεν ο Αβιμελεχ επι του Ισραηλ τρια ετη.
<scripture passage="Judg 9:23" parsed="|Judg|9|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.23" />
<sup>23</sup>Και εξαπεστειλεν ο Θεος πνευμα πονηρον μεταξυ του Αβιμελεχ και των ανδρων της Συχεμ· και εστασιασαν οι ανδρες της Συχεμ κατα του Αβιμελεχ·
<scripture passage="Judg 9:24" parsed="|Judg|9|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.24" />
<sup>24</sup>δια να ελθη η αδικια των εβδομηκοντα υιων του Ιεροβααλ, και να επελθη το αιμα αυτων επι τον Αβιμελεχ τον αδελφον αυτων τον θανατωσαντα αυτους, και επι τους ανδρας της Συχεμ, τους ενισχυσαντας τας χειρας αυτου, δια να θανατωση τους αδελφους αυτου.
<scripture passage="Judg 9:25" parsed="|Judg|9|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.25" />
<sup>25</sup>Και εθεσαν κατ' αυτου οι ανδρες της Συχεμ ενεδρας επι τας κορυφας των ορεων, και εγυμνονον παντας τους διαβαινοντας πλησιον αυτων δια της οδου· και ανηγγελθη προς τον Αβιμελεχ.
<scripture passage="Judg 9:26" parsed="|Judg|9|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.26" />
<sup>26</sup>Και ηλθε Γααλ ο υιος του Εβεδ και οι αδελφοι αυτου, και διεβησαν εις Συχεμ, και ενεπιστευθησαν εις αυτον οι ανδρες της Συχεμ.
<scripture passage="Judg 9:27" parsed="|Judg|9|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.27" />
<sup>27</sup>Και εξηλθον εις τους αγρους και ετρυγησαν τας αμπελους αυτων και επατησαν και ευθυμησαν, και υπηγαν εις τον οικον του Θεου αυτων και εφαγον και επιον, και κατηρασθησαν τον Αβιμελεχ.
<scripture passage="Judg 9:28" parsed="|Judg|9|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε Γααλ ο υιος του Εβεδ, Τις ειναι ο Αβιμελεχ, και τις η Συχεμ, ωστε να δουλευωμεν εις αυτον; δεν ειναι ουτος ο υιος του Ιεροβααλ; και Ζεβουλ ο επιστατης αυτου; δουλευσατε εις τους ανδρας του Εμμωρ πατρος του Συχεμ· και δια τι ημεις να δουλευωμεν εις εκεινον;
<scripture passage="Judg 9:29" parsed="|Judg|9|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.29" />
<sup>29</sup>ειθε να εδιδετο ο λαος ουτος υπο την χειρα μου. Τοτε ηθελον εκδιωξει τον Αβιμελεχ. Και ειπε προς τον Αβιμελεχ, Πληθυνον το στρατευμα σου και εξελθε.
<scripture passage="Judg 9:30" parsed="|Judg|9|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.30" />
<sup>30</sup>Και ηκουσε Ζεβουλ ο αρχων της πολεως τους λογους Γααλ του υιου του Εβεδ, και εξηφθη ο θυμος αυτου·
<scripture passage="Judg 9:31" parsed="|Judg|9|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.31" />
<sup>31</sup>και απεστειλε κρυφιως μηνυτας προς τον Αβιμελεχ, λεγων, Ιδου, Γααλ ο υιος του Εβεδ και οι αδελφοι αυτου ηλθον εις Συχεμ· και ιδου, αυτοι διεγειρουσι την πολιν εναντιον σου·
<scripture passage="Judg 9:32" parsed="|Judg|9|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.32" />
<sup>32</sup>δια τουτο λοιπον σηκωθητι την νυκτα, συ και ο λαος ο μετα σου, και βαλε ενεδρας εν τοις αγροις·
<scripture passage="Judg 9:33" parsed="|Judg|9|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.33" />
<sup>33</sup>και το πρωι, αμα ανατειλη ο ηλιος, θελεις σηκωθη ενωρις και θελεις εφορμησει επι την πολιν· και ιδου, αυτος και ο λαος ο μετ' αυτου θελουσιν εξελθει εναντιον σου, και συ θελεις καμει εις αυτον οπως δυνηθης.
<scripture passage="Judg 9:34" parsed="|Judg|9|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.34" />
<sup>34</sup>Και εσηκωθη ο Αβιμελεχ και πας ο λαος ο μετ' αυτου την νυκτα και εβαλον εις ενεδραν κατα της Συχεμ τεσσαρα σωματα.
<scripture passage="Judg 9:35" parsed="|Judg|9|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.35" />
<sup>35</sup>Και εξηλθε Γααλ ο υιος του Εβεδ και εσταθη εν τη εισοδω της πυλης της πολεως· και εσηκωθη ο Αβιμελεχ και ο λαος ο μετ' αυτου εκ της ενεδρας.
<scripture passage="Judg 9:36" parsed="|Judg|9|36|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.36" />
<sup>36</sup>Και οτε ειδεν ο Γααλ τον λαον, ειπε προς τον Ζεβουλ, Ιδου, λαος καταβαινει απο των κορυφων των ορεων· ειπε δε προς αυτον ο Ζεβουλ, την σκιαν των ορεων βλεπεις συ ως ανδρας.
<scripture passage="Judg 9:37" parsed="|Judg|9|37|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.37" />
<sup>37</sup>Και ελαλησε παλιν ο Γααλ και ειπεν, Ιδου, λαος καταβαινει απο των υψηλων του τοπου, και εν σωμα ερχεται δια της οδου της δρυος Μεωνενιμ.
<scripture passage="Judg 9:38" parsed="|Judg|9|38|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.38" />
<sup>38</sup>Τοτε ειπε προς αυτον ο Ζεβουλ, Που ειναι τωρα το στομα σου, με το οποιον ειπας, Τις ειναι ο Αβιμελεχ, ωστε να δουλευωμεν εις αυτον; Δεν ειναι ουτος ο λαος, τον οποιον εξουθενησας; εξελθε λοιπον τωρα και πολεμησον αυτους.
<scripture passage="Judg 9:39" parsed="|Judg|9|39|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.39" />
<sup>39</sup>Και εξηλθεν ο Γααλ εμπροσθεν των ανδρων της Συχεμ και επολεμησε με τον Αβιμελεχ·
<scripture passage="Judg 9:40" parsed="|Judg|9|40|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.40" />
<sup>40</sup>ο δε Αβιμελεχ κατεδιωξεν αυτον, και εφυγεν απ' εμπροσθεν αυτου, και επεσον τετραυματισμενοι πολλοι εως της εισοδου της πυλης.
<scripture passage="Judg 9:41" parsed="|Judg|9|41|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.41" />
<sup>41</sup>Και εκαθισεν Αβιμελεχ εν Αρουμα· και εξεβαλεν ο Ζεβουλ τον Γααλ και τους αδελφους αυτου, δια να μη κατοικωσιν εν Συχεμ.
<scripture passage="Judg 9:42" parsed="|Judg|9|42|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.42" />
<sup>42</sup>Και την επαυριον εξηλθεν ο λαος εις την πεδιαδα· και ανηγγελθη προς τον Αβιμελεχ.
<scripture passage="Judg 9:43" parsed="|Judg|9|43|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.43" />
<sup>43</sup>Τοτε ελαβε τον λαον και διηρεσεν αυτον εις τρια σωματα και εθεσεν ενεδρας εις την πεδιαδα· και ειδε, και ιδου, ο λαος εξηρχετο εκ της πολεως· και εσηκωθη εναντιον αυτων και επαταξεν αυτους.
<scripture passage="Judg 9:44" parsed="|Judg|9|44|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.44" />
<sup>44</sup>Και ο Αβιμελεχ και το σωμα το μετ' αυτον εφωρμησαν και εσταθησαν εν τη εισοδω της πυλης της πολεως· τα δε αλλα δυο σωματα εφωρμησαν επι παντας τους εν τοις αγροις και επαταξαν αυτους.
<scripture passage="Judg 9:45" parsed="|Judg|9|45|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.45" />
<sup>45</sup>Και επολεμει ο Αβιμελεχ εναντιον της πολεως ολην εκεινην την ημεραν· και εκυριευσε την πολιν και εφονευσε τον λαον τον εν αυτη και κατεσκαψε την πολιν και εσπειρεν αυτην αλας.
<scripture passage="Judg 9:46" parsed="|Judg|9|46|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.46" />
<sup>46</sup>Και οτε ηκουσαν παντες οι ανδρες του πυργου της Συχεμ, εισηλθον εις το οχυρωμα του οικου του Θεου Βεριθ.
<scripture passage="Judg 9:47" parsed="|Judg|9|47|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.47" />
<sup>47</sup>Και ανηγγελθη προς τον Αβιμελεχ, οτι συνηθροισθησαν παντες οι ανδρες του πυργου της Συχεμ.
<scripture passage="Judg 9:48" parsed="|Judg|9|48|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.48" />
<sup>48</sup>Και ανεβη ο Αβιμελεχ εις το ορος Σαλμων, αυτος και πας ο λαος ο μετ' αυτου· και ελαβεν ο Αβιμελεχ την αξινην εις την χειρα αυτου και εκοψε κλαδον δενδρου, και εσηκωσεν αυτον και επεθεσεν επι των ωμων αυτου· και ειπε προς τον λαον τον μετ' αυτου, Ο, τι βλεπετε εμε πραττοντα, σπευσατε και σεις να πραξητε ως εγω.
<scripture passage="Judg 9:49" parsed="|Judg|9|49|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.49" />
<sup>49</sup>Εκοψε λοιπον και πας ο λαος εκαστος τον κλαδον αυτου, και ακολουθησαντες τον Αβιμελεχ επεθεσαν αυτους εις το οχυρωμα και κατεκαυσαν εν πυρι το οχυρωμα επ' αυτους· και απεθανον ομου παντες οι ανδρες του πυργου της Συχεμ, εως χιλιοι ανδρες και γυναικες.
<scripture passage="Judg 9:50" parsed="|Judg|9|50|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.50" />
<sup>50</sup>Τοτε υπηγεν ο Αβιμελεχ εις Θαβαις· και εστρατοπεδευσεν εναντιον της Θαβαις και εκυριευσεν αυτην.
<scripture passage="Judg 9:51" parsed="|Judg|9|51|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.51" />
<sup>51</sup>Αλλ' ητο πυργος ισχυρος εν τω μεσω της πολεως, και κατεφυγον εκει παντες οι ανδρες και αι γυναικες και παντες οι κατοικοι της πολεως, και εκλεισαν οπισθεν αυτων και ανεβησαν εις το δωμα του πυργου.
<scripture passage="Judg 9:52" parsed="|Judg|9|52|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.52" />
<sup>52</sup>Και υπηγεν ο Αβιμελεχ μεχρι του πυργου και επολεμει αυτον, και επλησιασε μεχρι της θυρας του πυργου δια να καυση αυτον εν πυρι.
<scripture passage="Judg 9:53" parsed="|Judg|9|53|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.53" />
<sup>53</sup>Και γυνη τις ερριψε τμημα μυλοπετρας επι την κεφαλην του Αβιμελεχ και συνεθλασε το κρανιον αυτου.
<scripture passage="Judg 9:54" parsed="|Judg|9|54|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.54" />
<sup>54</sup>Και εφωναξε ταχεως προς τον νεον τον οπλοφορον αυτου και ειπε προς αυτον, Συρε την μαχαιραν σου και θανατωσον με, δια να μη ειπωσι περι εμου, Γυνη εφονευσεν αυτον. Και ο νεος αυτου διεπερασεν αυτον, και απεθανε.
<scripture passage="Judg 9:55" parsed="|Judg|9|55|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.55" />
<sup>55</sup>Και οτε ειδον οι ανδρες Ισραηλ οτι απεθανεν ο Αβιμελεχ, ανεχωρησαν εκαστος εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Judg 9:56" parsed="|Judg|9|56|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.56" />
<sup>56</sup>Ουτως ανταπεδωκεν ο Θεος την κακιαν του Αβιμελεχ, την οποιαν εκαμε προς τον πατερα αυτου, φονευσας τους εβδομηκοντα αδελφους αυτου.
<scripture passage="Judg 9:57" parsed="|Judg|9|57|0|0" osisRef="Bible:Judg.9.57" />
<sup>57</sup>Και πασαν την κακιαν των ανδρων της Συχεμ ο Θεος ανταπεδωκεν επι τας κεφαλας αυτων· και ηλθεν επ' αυτους η καταρα του Ιωθαμ υιου του Ιεροβααλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 10" progress="23.36%" prev="Judg.9" next="Judg.11" id="Judg.10">
<h3 id="Judg.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Judg.10-p1">
<scripture passage="Judg 10:1" parsed="|Judg|10|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.1" />
<sup>1</sup>Και εσηκωθη μετα τον Αβιμελεχ δια να σωση τον Ισραηλ Θωλα ο υιος του Φουα, υιου του Δωδω, ανηρ του Ισσαχαρ· και αυτος κατωκει εν Σαμιρ εν τω ορει Εφραιμ.
<scripture passage="Judg 10:2" parsed="|Judg|10|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.2" />
<sup>2</sup>Και εκρινε τον Ισραηλ εικοσιτρια ετη· και απεθανε, και εταφη εν Σαμιρ.
<scripture passage="Judg 10:3" parsed="|Judg|10|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.3" />
<sup>3</sup>Και μετ' αυτον εσηκωθη Ιαειρ ο Γαλααδιτης και εκρινε τον Ισραηλ εικοσιδυο ετη.
<scripture passage="Judg 10:4" parsed="|Judg|10|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.4" />
<sup>4</sup>Ειχε δε τριακοντα υιους, οιτινες επεβαινον εις τριακοντα πωλαρια και ειχον τριακοντα πολεις, καλουμενας Χωραι του Ιαειρ εως της σημερον, αιτινες ειναι εν γη Γαλααδ.
<scripture passage="Judg 10:5" parsed="|Judg|10|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.5" />
<sup>5</sup>Απεθανε δε ο Ιαειρ, και εταφη εν Καμων.
<scripture passage="Judg 10:6" parsed="|Judg|10|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.6" />
<sup>6</sup>Και επραξαν παλιν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου και ελατρευσαν τους Βααλειμ και τας Ασταρωθ και τους θεους της Αραμ και τους θεους της Σιδωνος και τους θεους του Μωαβ και τους θεους των υιων Αμμων και τους θεους των Φιλισταιων, και εγκατελιπον τον Κυριον και δεν ελατρευσαν αυτον.
<scripture passage="Judg 10:7" parsed="|Judg|10|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.7" />
<sup>7</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου εναντιον του Ισραηλ, και επωλησεν αυτους εις την χειρα των Φιλισταιων και εις την χειρα των υιων Αμμων.
<scripture passage="Judg 10:8" parsed="|Judg|10|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.8" />
<sup>8</sup>Και εξ εκεινου του ετους κατεθλιψαν και κατεδυναστευσαν τους υιους Ισραηλ δεκαοκτω ετη, παντας τους υιους Ισραηλ τους περαν του Ιορδανου, εν τη γη των Αμορραιων, ητις ειναι εν Γαλααδ.
<scripture passage="Judg 10:9" parsed="|Judg|10|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.9" />
<sup>9</sup>Και διεβησαν οι υιοι Αμμων τον Ιορδανην, δια να πολεμησωσι και εναντιον του Ιουδα και εναντιον του Βενιαμιν και εναντιον του οικου Εφραιμ· ωστε ο Ισραηλ ητο εν ακρα αμηχανια.
<scripture passage="Judg 10:10" parsed="|Judg|10|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.10" />
<sup>10</sup>Και εβοησαν οι υιοι Ισραηλ προς τον Κυριον, λεγοντες, Ημαρτησαμεν εις σε, διοτι εγκατελιπομεν τον Θεον ημων και ελατρευσαμεν τους Βααλειμ.
<scripture passage="Judg 10:11" parsed="|Judg|10|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς τους υιους Ισραηλ, Δεν σας ελυτρωσα απο των Αιγυπτιων και απο των Αμορραιων, απο των υιων Αμμων και απο των Φιλισταιων;
<scripture passage="Judg 10:12" parsed="|Judg|10|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.12" />
<sup>12</sup>οι Σιδωνιοι ετι και οι Αμαληκιται και οι Μαωνιται σας κατεθλιψαν· και εβοησατε προς εμε, και εγω σας ελυτρωσα εκ της χειρος αυτων·
<scripture passage="Judg 10:13" parsed="|Judg|10|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.13" />
<sup>13</sup>αλλα σεις με εγκατελιπετε και ελατρευσατε αλλους θεους· δια τουτο δεν θελω σας λυτρωσει πλεον·
<scripture passage="Judg 10:14" parsed="|Judg|10|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.14" />
<sup>14</sup>υπαγετε και βοησατε προς τους θεους τους οποιους εξελεξατε· αυτοι ας σας λυτρωσωσιν εν τω καιρω της αμηχανιας σας.
<scripture passage="Judg 10:15" parsed="|Judg|10|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.15" />
<sup>15</sup>Και ειπαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ, Ημαρτησαμεν· καμε συ εις ημας οπως ειναι αρεστον εις τους οφθαλμους σου· πλην λυτρωσον ημας, δεομεθα, την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Judg 10:16" parsed="|Judg|10|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.16" />
<sup>16</sup>Και απεβαλον τους θεους τους ξενους εκ μεσου αυτων και ελατρευσαν τον Κυριον, και εσπλαγχνισθη η ψυχη αυτου εις την δυστυχιαν του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 10:17" parsed="|Judg|10|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.17" />
<sup>17</sup>Τοτε συνηχθησαν οι υιοι Αμμων και εστρατοπεδευσαν εν Γαλααδ. Και συνηθροισθησαν οι υιοι Ισραηλ και εστρατοπεδευσαν εν Μισπα.
<scripture passage="Judg 10:18" parsed="|Judg|10|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.10.18" />
<sup>18</sup>Και ειπον ο λαος, οι αρχοντες της Γαλααδ, προς αλληλους, Τις θελει αρχισει να πολεμη εναντιον των υιων Αμμων; αυτος θελει εισθαι αρχηγος επι παντων των κατοικων της Γαλααδ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 11" progress="23.42%" prev="Judg.10" next="Judg.12" id="Judg.11">
<h3 id="Judg.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Judg.11-p1">
<scripture passage="Judg 11:1" parsed="|Judg|11|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.1" />
<sup>1</sup>Και ο Ιεφθαε ο Γαλααδιτης ητο δυνατος εν ισχυι· και ητο υιος γυναικος πορνης, και εγεννησεν ο Γαλααδ τον Ιεφθαε.
<scripture passage="Judg 11:2" parsed="|Judg|11|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.2" />
<sup>2</sup>Και εγεννησεν η γυνη του Γαλααδ εις αυτον υιους· και ηυξηθησαν οι υιοι της γυναικος και απεβαλον τον Ιεφθαε, λεγοντες προς αυτον, Δεν θελεις κληρονομησει εν τω οικω του πατρος ημων· διοτι εισαι υιος γυναικος ξενης.
<scripture passage="Judg 11:3" parsed="|Judg|11|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.3" />
<sup>3</sup>Και εφυγεν ο Ιεφθαε απο προσωπου των αδελφων αυτου και κατωκησεν εν τη γη Τωβ· και συνηχθησαν εις τον Ιεφθαε ανθρωποι ποταποι και εξηρχοντο μετ' αυτου.
<scripture passage="Judg 11:4" parsed="|Judg|11|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.4" />
<sup>4</sup>Και μετα καιρον οι υιοι Αμμων επολεμησαν εναντιον του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 11:5" parsed="|Judg|11|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.5" />
<sup>5</sup>Και οτε επολεμησαν οι υιοι Αμμων εναντιον του Ισραηλ, οι πρεσβυτεροι της Γαλααδ υπηγαν να παραλαβωσι τον Ιεφθαε εκ της γης Τωβ.
<scripture passage="Judg 11:6" parsed="|Judg|11|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.6" />
<sup>6</sup>Και ειπον προς τον Ιεφθαε, Ελθε και γινου αρχηγος ημων, δια να πολεμησωμεν τους υιους Αμμων.
<scripture passage="Judg 11:7" parsed="|Judg|11|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Ιεφθαε προς τους πρεσβυτερους της Γαλααδ, Σεις δεν με εμισησατε και με απεβαλετε εκ του οικου του πατρος μου; δια τι λοιπον ηλθετε τωρα προς εμε, οτε ευρισκεσθε εις αμηχανιαν;
<scripture passage="Judg 11:8" parsed="|Judg|11|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.8" />
<sup>8</sup>Και ειπαν οι πρεσβυτεροι της Γαλααδ προς τον Ιεφθαε, Δια τουτο επεστρεψαμεν τωρα προς σε· δια να ελθης μεθ' ημων και να πολεμησης τους υιους Αμμων και να ησαι αρχων εφ' ημων, επι παντων των κατοικων της Γαλααδ.
<scripture passage="Judg 11:9" parsed="|Judg|11|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ιεφθαε προς τους πρεσβυτερους της Γαλααδ, Εαν σεις με επαναφερητε δια να πολεμησω τους υιους Αμμων, και ο Κυριος παραδωση αυτους εις εμε, εγω θελω εισθαι αρχων εφ' υμων;
<scripture passage="Judg 11:10" parsed="|Judg|11|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.10" />
<sup>10</sup>Και ειπαν οι πρεσβυτεροι της Γαλααδ προς τον Ιεφθαε, Ο Κυριος ας ηναι μαρτυς μεταξυ ημων, εαν δεν καμωμεν κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Judg 11:11" parsed="|Judg|11|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.11" />
<sup>11</sup>Τοτε υπηγεν ο Ιεφθαε μετα των πρεσβυτερων της Γαλααδ, και κατεστησεν αυτον ο λαος εφ' εαυτου κεφαλην και αρχοντα· και ελαλησεν ο Ιεφθαε παντας τους λογους αυτου ενωπιον του Κυριου εν Μισπα.
<scripture passage="Judg 11:12" parsed="|Judg|11|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.12" />
<sup>12</sup>Και απεστειλεν ο Ιεφθαε πρεσβεις προς τον βασιλεα των υιων Αμμων, λεγων, Τι εχεις να καμης μετ' εμου και ηλθες εναντιον μου να πολεμησης εν τη γη μου;
<scripture passage="Judg 11:13" parsed="|Judg|11|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.13" />
<sup>13</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς των υιων Αμμων προς τους πρεσβεις του Ιεφθαε, Διοτι ο Ισραηλ ελαβε την γην μου, οτε ανεβαινεν εξ Αιγυπτου, απο Αρνων εως Ιαβοκ και εως του Ιορδανου· τωρα λοιπον επιστρεψον αυτα εν ειρηνη.
<scripture passage="Judg 11:14" parsed="|Judg|11|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλε παλιν ο Ιεφθαε πρεσβεις προς τον βασιλεα των υιων Αμμων·
<scripture passage="Judg 11:15" parsed="|Judg|11|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.15" />
<sup>15</sup>και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει ο Ιεφθαε· Ο Ισραηλ δεν ελαβε την γην του Μωαβ ουδε την γην των υιων Αμμων·
<scripture passage="Judg 11:16" parsed="|Judg|11|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.16" />
<sup>16</sup>αλλ' αφου ανεβη ο Ισραηλ εξ Αιγυπτου και επορευθη δια της ερημου εις την Ερυθραν θαλασσαν και ηλθεν εις Καδης,
<scripture passage="Judg 11:17" parsed="|Judg|11|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.17" />
<sup>17</sup>τοτε ο Ισραηλ απεστειλε πρεσβεις προς τον βασιλεα του Εδωμ, λεγων, Ας περασω, παρακαλω, δια της γης σου· πλην ο βασιλευς του Εδωμ δεν εισηκουσεν. Ετι δε και προς τον βασιλεα του Μωαβ απεστειλε· πλην και αυτος δεν συγκατενευσε· και εκαθισεν ο Ισραηλ εν Καδης.
<scripture passage="Judg 11:18" parsed="|Judg|11|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.18" />
<sup>18</sup>Τοτε υπηγε δια της ερημου και περιηλθε την γην του Εδωμ και την γην του Μωαβ και ηλθεν απο ανατολων της γης του Μωαβ και εστρατοπεδευσε περαν του Αρνων, και δεν εισηλθεν εις τα ορια του Μωαβ· διοτι ο Αρνων ητο οριον του Μωαβ.
<scripture passage="Judg 11:19" parsed="|Judg|11|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.19" />
<sup>19</sup>Και απεστειλεν ο Ισραηλ πρεσβεις προς τον Σηων βασιλεα των Αμορραιων, βασιλεα της Εσεβων· και ειπε προς αυτον ο Ισραηλ, Ας περασωμεν, παρακαλουμεν, δια της γης σου εως του τοπου μου.
<scripture passage="Judg 11:20" parsed="|Judg|11|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.20" />
<sup>20</sup>Αλλ' ο Σηων δεν ενεπιστευθη εις τον Ισραηλ να περαση δια του οριου αυτου· οθεν εσυναξεν ο Σηων παντα τον λαον αυτου, και εστρατοπεδευσεν εν Ιαασα και επολεμησε τον Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 11:21" parsed="|Judg|11|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.21" />
<sup>21</sup>Και παρεδωκε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ τον Σηων και παντα τον λαον αυτου εις την χειρα του Ισραηλ, και επαταξεν αυτους· και ο Ισραηλ εκληρονομησε πασαν την γην των Αμορραιων, των κατοικων της γης εκεινης.
<scripture passage="Judg 11:22" parsed="|Judg|11|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.22" />
<sup>22</sup>Και εκληρονομησαν παντα τα ορια των Αμορραιων, απο Αρνων εως Ιαβοκ και απο της ερημου εως του Ιορδανου.
<scripture passage="Judg 11:23" parsed="|Judg|11|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.23" />
<sup>23</sup>Και τωρα, αφου Κυριος ο Θεος του Ισραηλ εξεδιωξε τους Αμορραιους απ' εμπροσθεν του λαου αυτου Ισραηλ, συ θελεις κληρονομησει αυτους;
<scripture passage="Judg 11:24" parsed="|Judg|11|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.24" />
<sup>24</sup>συ δεν κληρονομεις ο, τι εκληροδοτησεν εις σε Χεμως ο Θεος σου; και ημεις, παντα οσα εκληροδοτησεν εις ημας Κυριος ο Θεος ημων, ταυτα θελομεν κληρονομησει.
<scripture passage="Judg 11:25" parsed="|Judg|11|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.25" />
<sup>25</sup>Και τωρα μηπως συ εισαι τι καλητερος του Βαλακ υιου του Σεπφωρ βασιλεως του Μωαβ; διεφιλονεικησεν εκεινος διολου προς τον Ισραηλ η επολεμησε ποτε εναντιον αυτου,
<scripture passage="Judg 11:26" parsed="|Judg|11|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.26" />
<sup>26</sup>αφου ο Ισραηλ κατωκησεν εις Εσεβων και εις τας κωμας αυτης, και εις Αροηρ και εις τας κωμας αυτης, και εις πασας τας πολεις τας πλησιον του Αρνων, τριακοσια ετη; δια τι λοιπον εν τω διαστηματι τουτω δεν ηλευθερωσατε αυτα;
<scripture passage="Judg 11:27" parsed="|Judg|11|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.27" />
<sup>27</sup>Εγω λοιπον δεν επταισα εις σε· αλλα συ πραττεις αδικα εις εμε, πολεμων εναντιον μου. Ο Κυριος ο Κριτης ας κρινη σημερον αναμεσον των υιων Ισραηλ και των υιων Αμμων.
<scripture passage="Judg 11:28" parsed="|Judg|11|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.28" />
<sup>28</sup>Αλλα δεν εισηκουσεν ο βασιλευς των υιων Αμμων εις τους λογους του Ιεφθαε, τους οποιους εστειλε προς αυτον.
<scripture passage="Judg 11:29" parsed="|Judg|11|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.29" />
<sup>29</sup>Τοτε επηλθεν επι τον Ιεφθαε πνευμα Κυριου, και αυτος επερασε δια της Γαλααδ και του Μανασση, και επερασε δια της Μισπα της Γαλααδ, και απο Μισπα της Γαλααδ επερασεν επι τους υιους Αμμων.
<scripture passage="Judg 11:30" parsed="|Judg|11|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.30" />
<sup>30</sup>Και ευχηθη ο Ιεφθαε ευχην προς τον Κυριον, και ειπεν, Εαν τωοντι παραδωσης τους υιους Αμμων εις την χειρα μου,
<scripture passage="Judg 11:31" parsed="|Judg|11|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.31" />
<sup>31</sup>τοτε ο, τι εξελθη εκ των θυρων του οικου μου εις συναντησιν μου, οταν επιστρεφω εν ειρηνη απο των υιων Αμμων, θελει εισθαι του Κυριου, και θελω προσφερει αυτο εις ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Judg 11:32" parsed="|Judg|11|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.32" />
<sup>32</sup>Τοτε διεβη ο Ιεφθαε προς τους υιους Αμμων δια να πολεμηση αυτους· και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="Judg 11:33" parsed="|Judg|11|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.33" />
<sup>33</sup>Και επαταξεν αυτους, απο Αροηρ εως της εισοδου Μινιθ, εικοσι πολεις, και εως της πεδιαδος των αμπελωνων, εν σφαγη μεγαλη σφοδρα. Και εταπεινωθησαν οι υιοι Αμμων εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 11:34" parsed="|Judg|11|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.34" />
<sup>34</sup>Και ηλθεν ο Ιεφθαε εις Μισπα προς τον οικον αυτου· και ιδου, η θυγατηρ αυτου εξηρχετο εις συναντησιν αυτου μετα τυμπανων και χορων· και αυτη ητο μονογενης· εκτος αυτης δεν ειχεν ουτε υιον ουτε θυγατερα.
<scripture passage="Judg 11:35" parsed="|Judg|11|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.35" />
<sup>35</sup>Και ως ειδεν αυτην, διεσχισε τα ιματια αυτου και ειπεν, Οιμοι θυγατηρ μου· ολως κατελυπησας με, και συ εισαι εκ των καταθλιβοντων με· διοτι εγω ηνοιξα το στομα μου προς τον Κυριον, και δεν δυναμαι να λαβω οπισω τον λογον μου.
<scripture passage="Judg 11:36" parsed="|Judg|11|36|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.36" />
<sup>36</sup>Εκεινη δε ειπε προς αυτον, Πατερ μου, εαν ηνοιξας το στομα σου προς τον Κυριον, καμε εις εμε κατ' εκεινο το οποιον εξηλθεν εκ του στοματος σου· αφου ο Κυριος εκαμεν εκδικησιν εις σε απο των εχθρων σου, απο των υιων Αμμων.
<scripture passage="Judg 11:37" parsed="|Judg|11|37|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.37" />
<sup>37</sup>Και ειπε προς τον πατερα αυτης, Ας γεινη εις εμε το πραγμα τουτο· αφες με δυο μηνας, δια να υπαγω να περιελθω τα ορη και να κλαυσω την παρθενιαν μου, εγω και αι συντροφοι μου.
<scripture passage="Judg 11:38" parsed="|Judg|11|38|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.38" />
<sup>38</sup>Ο δε ειπεν, Υπαγε· και απεστειλεν αυτην δια δυο μηνας, και υπηγεν αυτη μετα των συντροφων αυτης και εκλαυσε την παρθενιαν αυτης επι τα ορη.
<scripture passage="Judg 11:39" parsed="|Judg|11|39|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.39" />
<sup>39</sup>Και εις το τελος των δυο μηνων επεστρεψε προς τον πατερα αυτης· και εκαμεν εις αυτην κατα την ευχην αυτου την οποιαν ευχηθη· και αυτη δεν εγνωρισεν ανδρα. Και εγεινεν εθος εις τον Ισραηλ,
<scripture passage="Judg 11:40" parsed="|Judg|11|40|0|0" osisRef="Bible:Judg.11.40" />
<sup>40</sup>να υπαγωσιν αι θυγατερες του Ισραηλ απο χρονου εις χρονον, να θρηνωσι την θυγατερα του Ιεφθαε του Γαλααδιτου, τεσσαρας ημερας κατ' ετος.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 12" progress="23.57%" prev="Judg.11" next="Judg.13" id="Judg.12">
<h3 id="Judg.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Judg.12-p1">
<scripture passage="Judg 12:1" parsed="|Judg|12|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.1" />
<sup>1</sup>Και συνηχθησαν οι ανδρες Εφραιμ, και επερασαν προς βορραν και ειπαν προς τον Ιεφθαε, Δια τι επερασας να πολεμησης εναντιον των υιων Αμμων, και δεν εκαλεσας ημας να ελθωμεν μετα σου; τον οικον σου θελομεν καυσει επανω σου εν πυρι.
<scripture passage="Judg 12:2" parsed="|Judg|12|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ιεφθαε προς αυτους, Εγω και ο λαος μου ηλθομεν εις μεγαλην φιλονεικιαν μετα των υιων Αμμων· και σας εκραξα και δεν με εσωσατε εκ της χειρος αυτων·
<scripture passage="Judg 12:3" parsed="|Judg|12|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.3" />
<sup>3</sup>και ιδων οτι δεν με εσωσατε, ερριψοκινδυνευσα την ζωην μου και επερασα εναντιον των υιων Αμμων, και ο Κυριος παρεδωκεν αυτους εις την χειρα μου· δια τι λοιπον ανεβητε προς εμε σημερον δια να με πολεμησητε;
<scripture passage="Judg 12:4" parsed="|Judg|12|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.4" />
<sup>4</sup>Τοτε συνηθροισεν ο Ιεφθαε παντας τους ανδρας της Γαλααδ και επολεμησε τον Εφραιμ· και επαταξαν οι ανδρες της Γαλααδ τους Εφραιμιτας, διοτι ειπαν, Φυγαδες του Εφραιμ εισθε σεις οι Γαλααδιται, μεταξυ του Εφραιμ και μεταξυ του Μανασση.
<scripture passage="Judg 12:5" parsed="|Judg|12|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.5" />
<sup>5</sup>Και επιασαν αι Γαλααδιται διαβασεις του Ιορδανου προ των Εφραιμιτων· και οποτε τις εκ των Εφραιμιτων φυγαδων ελεγε, Θελω να περασω, τοτε οι ανδρες της Γαλααδ ελεγον προς αυτον, Μηπως εισαι Εφραιμιτης; Εαν εκεινος ελεγεν, Ουχι,
<scripture passage="Judg 12:6" parsed="|Judg|12|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.6" />
<sup>6</sup>τοτε ελεγον προς αυτον, Ειπε λοιπον Σχιββωλεθ· και εκεινος ελεγε Σιββωλεθ· διοτι δεν ηδυνατο να προφερη ουτω. Τοτε επιανον αυτον και εφονευον αυτον εις τας διαβασεις του Ιορδανου. Και επεσον κατ' εκεινον τον καιρον τεσσαρακοντα δυο χιλιαδες Εφραιμιται.
<scripture passage="Judg 12:7" parsed="|Judg|12|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.7" />
<sup>7</sup>Και εκρινεν ο Ιεφθαε τον Ισραηλ εξ ετη. Και απεθανεν ο Ιεφθαε ο Γαλααδιτης και εταφη εν πολει τινι της Γαλααδ.
<scripture passage="Judg 12:8" parsed="|Judg|12|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.8" />
<sup>8</sup>Και μετ' αυτον εκρινε τον Ισραηλ Αβαισαν ο εκ Βηθλεεμ.
<scripture passage="Judg 12:9" parsed="|Judg|12|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.9" />
<sup>9</sup>Και ειχε τριακοντα υιους και τριακοντα θυγατερας, τας οποιας υπανδρευσεν· ελαβε δε εξωθεν τριακοντα νεας δια τους υιους αυτου. Και εκρινε τον Ισραηλ επτα ετη.
<scripture passage="Judg 12:10" parsed="|Judg|12|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.10" />
<sup>10</sup>Και απεθανεν ο Αβαισαν και εταφη εν Βηθλεεμ.
<scripture passage="Judg 12:11" parsed="|Judg|12|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.11" />
<sup>11</sup>Και μετ' αυτον εκρινε τον Ισραηλ Αιλων ο Ζαβουλωνιτης· και εκρινε τον Ισραηλ δεκα ετη.
<scripture passage="Judg 12:12" parsed="|Judg|12|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.12" />
<sup>12</sup>Και απεθανεν Αιλων ο Ζαβουλωνιτης και εταφη εις Αιαλων εν τη γη Ζαβουλων.
<scripture passage="Judg 12:13" parsed="|Judg|12|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.13" />
<sup>13</sup>Και μετ' αυτον εκρινε τον Ισραηλ Αβδων, ο υιος του Ελληλ, ο Πιραθωνιτης.
<scripture passage="Judg 12:14" parsed="|Judg|12|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.14" />
<sup>14</sup>Και ειχε τεσσαρακοντα υιους και τριακοντα εγγονους, επιβαινοντας επι εβδομηκοντα πωλαρια· και εκρινε τον Ισραηλ οκτω ετη.
<scripture passage="Judg 12:15" parsed="|Judg|12|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.12.15" />
<sup>15</sup>Και απεθανεν Αβδων ο υιος του Ελληλ ο Πιραθωνιτης· και εταφη εν Πιραθων εν γη Εφραιμ, επι το ορος Αμαληκ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 13" progress="23.62%" prev="Judg.12" next="Judg.14" id="Judg.13">
<h3 id="Judg.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Judg.13-p1">
<scripture passage="Judg 13:1" parsed="|Judg|13|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.1" />
<sup>1</sup>Και επραξαν παλιν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου· και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα των Φιλισταιων τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="Judg 13:2" parsed="|Judg|13|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.2" />
<sup>2</sup>Ητο δε ανθρωπος τις απο Σαραα, εκ της συγγενειας Δαν, και το ονομα αυτου Μανωε· η δε γυνη αυτου ητο στειρα, και δεν εγεννα.
<scripture passage="Judg 13:3" parsed="|Judg|13|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.3" />
<sup>3</sup>Και εφανη αγγελος Κυριου εις την γυναικα και ειπε προς αυτην, Ιδου, τωρα εισαι στειρα και δεν γεννας· πλην θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον·
<scripture passage="Judg 13:4" parsed="|Judg|13|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.4" />
<sup>4</sup>και τωρα λοιπον προσεχε μη πιης οινον η σικερα και μη φαγης μηδεν ακαθαρτον·
<scripture passage="Judg 13:5" parsed="|Judg|13|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.5" />
<sup>5</sup>διοτι, ιδου, θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον· και ξυραφιον δεν θελει αναβη επι την κεφαλην αυτου, διοτι το παιδιον θελει εισθαι Ναζηραιος εις τον Θεον εκ κοιλιας μητρος αυτου· και αυτος θελει αρχισει να ελευθερονη τον Ισραηλ εκ της χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="Judg 13:6" parsed="|Judg|13|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.6" />
<sup>6</sup>Και υπηγεν η γυνη και ειπε προς τον ανδρα αυτης, λεγουσα, Ανθρωπος Θεου ηλθε προς εμε, και το ειδος αυτου ητο ως ειδος αγγελου Θεου, φοβερον σφοδρα· αλλα δεν ηρωτησα αυτον ποθεν ειναι, ουδε το ονομα αυτου εφανερωσεν εις εμε·
<scripture passage="Judg 13:7" parsed="|Judg|13|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.7" />
<sup>7</sup>και ειπε προς εμε, Ιδου, θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον· τωρα λοιπον μη πιης οινον μηδε σικερα και μη φαγης μηδεν ακαθαρτον· διοτι το παιδιον θελει εισθαι Ναζηραιος εις τον Θεον, εκ κοιλιας μητρος αυτου εως της ημερας του θανατου αυτου.
<scripture passage="Judg 13:8" parsed="|Judg|13|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.8" />
<sup>8</sup>Τοτε προσευχηθη ο Μανωε προς τον Κυριον, και ειπε, Δεομαι, Κυριε μου, ο ανθρωπος του Θεου, τον οποιον απεστειλας, ας ελθη παλιν προς ημας και ας διδαξη ημας τι να καμωμεν εις το παιδιον, το οποιον μελλει να γεννηθη.
<scripture passage="Judg 13:9" parsed="|Judg|13|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.9" />
<sup>9</sup>Και εισηκουσεν ο Θεος την φωνην του Μανωε· και ηλθε παλιν ο αγγελος του Θεου προς την γυναικα, ενω αυτη εκαθητο εν τω αγρω· ο δε Μανωε ο ανηρ αυτης δεν ητο μετ' αυτης.
<scripture passage="Judg 13:10" parsed="|Judg|13|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.10" />
<sup>10</sup>Και ετρεξεν η γυνη μετα σπουδης και ανηγγειλε προς τον ανδρα αυτης, λεγουσα προς αυτον, Ιδου, εφανη εις εμε ο ανθρωπος, οστις ηλθε προς εμε την ημεραν εκεινην.
<scripture passage="Judg 13:11" parsed="|Judg|13|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.11" />
<sup>11</sup>Και εσηκωθη ο Μανωε και ηκολουθησε την γυναικα αυτου και ηλθε προς τον ανθρωπον και ειπε προς αυτον, Συ εισαι ο ανθρωπος οστις ελαλησας προς την γυναικα; Ο δε ειπεν, Εγω.
<scripture passage="Judg 13:12" parsed="|Judg|13|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Μανωε, Τωρα γενηθητω ο λογος σου· τι πρεπει να καμωμεν εις το παιδιον και τι να γεινη εις αυτο;
<scripture passage="Judg 13:13" parsed="|Judg|13|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Μανωε, Απο παντων οσα ειπα προς την γυναικα, ας φυλαχθη·
<scripture passage="Judg 13:14" parsed="|Judg|13|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.14" />
<sup>14</sup>απο παντος ο, τι εξερχεται εξ αμπελου ας μη φαγη και οινον και σικερα ας μη πιη· και μηδεν ακαθαρτον ας μη φαγη· παντα οσα παρηγγειλα εις αυτην, ας φυλαξη.
<scripture passage="Judg 13:15" parsed="|Judg|13|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Μανωε προς τον αγγελον του Κυριου, να σε κρατησωμεν, παρακαλω, και να ετοιμασωμεν εις σε εριφιον εξ αιγων.
<scripture passage="Judg 13:16" parsed="|Judg|13|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Μανωε, Και αν με κρατησης, δεν θελω φαγει απο του αρτου σου· και εαν καμης ολοκαυτωμα, προς τον Κυριον προσφερε αυτο· διοτι δεν εγνωρισεν ο Μανωε οτι ητο αγγελος Κυριου.
<scripture passage="Judg 13:17" parsed="|Judg|13|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Μανωε προς τον αγγελον του Κυριου, Τι ειναι το ονομα σου, δια να σε δοξασωμεν, αφου εκπληρωθη ο λογος σου;
<scripture passage="Judg 13:18" parsed="|Judg|13|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.18" />
<sup>18</sup>Ο δε αγγελος του Κυριου ειπε προς αυτον, Δια τι ερωτας περι του ονοματος μου; διοτι ειναι θαυμαστον.
<scripture passage="Judg 13:19" parsed="|Judg|13|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ελαβεν ο Μανωε το εριφιον το εξ αιγων και την εξ αλφιτων προσφοραν και προσεφερεν εις τον Κυριον επι της πετρας· και εθαυματουργησεν· ο δε Μανωε και η γυνη αυτου εβλεπον.
<scripture passage="Judg 13:20" parsed="|Judg|13|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.20" />
<sup>20</sup>Διοτι, ενω η φλοξ ανεβαινεν επανωθεν του θυσιαστηριου προς τον ουρανον, ανεβη και ο αγγελος του Κυριου εν τη φλογι του θυσιαστηριου· ο δε Μανωε και η γυνη αυτου εβλεπον· και επεσαν κατα προσωπον επι την γην.
<scripture passage="Judg 13:21" parsed="|Judg|13|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.21" />
<sup>21</sup>Και δεν εφανη πλεον ο αγγελος του Κυριου εις τον Μανωε και εις την γυναικα αυτου. Τοτε εγνωρισεν ο Μανωε οτι ητο αγγελος Κυριου.
<scripture passage="Judg 13:22" parsed="|Judg|13|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Μανωε προς την γυναικα αυτου, Βεβαιως θελομεν αποθανει, διοτι ειδομεν τον Θεον.
<scripture passage="Judg 13:23" parsed="|Judg|13|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' η γυνη αυτου ειπε προς αυτον, Εαν ο Κυριος ηθελε να θανατωση ημας, δεν ηθελε δεχθη ολοκαυτωμα και προσφοραν εκ της χειρος ημων, ουδε ηθελε δειξει εις ημας παντα ταυτα, ουδε αναγγειλει προς ημας τοιαυτα εν τοιουτω καιρω.
<scripture passage="Judg 13:24" parsed="|Judg|13|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.24" />
<sup>24</sup>Και εγεννησεν η γυνη υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Σαμψων· και ηυξηνθη το παιδιον, και ευλογησεν αυτο ο Κυριος.
<scripture passage="Judg 13:25" parsed="|Judg|13|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.13.25" />
<sup>25</sup>Και πνευμα Κυριου ηρχισε να διεγειρη αυτο εν τω στρατοπεδω του Δαν, μεταξυ Σαραα και Εσθαολ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 14" progress="23.72%" prev="Judg.13" next="Judg.15" id="Judg.14">
<h3 id="Judg.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Judg.14-p1">
<scripture passage="Judg 14:1" parsed="|Judg|14|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.1" />
<sup>1</sup>Και κατεβη ο Σαμψων εις Θαμναθ, και ειδε γυναικα εν Θαμναθ εκ των θυγατερων των Φιλισταιων.
<scripture passage="Judg 14:2" parsed="|Judg|14|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.2" />
<sup>2</sup>Και ανεβη και ανηγγειλε προς τον πατερα αυτου και προς την μητερα αυτου, λεγων, Ειδον γυναικα εν Θαμναθ εκ των θυγατερων των Φιλισταιων· και τωρα λαβετε αυτην εις εμε δια γυναικα.
<scripture passage="Judg 14:3" parsed="|Judg|14|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.3" />
<sup>3</sup>Ειπον δε προς αυτον ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου, Μηπως δεν υπαρχει μεταξυ των θυγατερων των αδελφων σου και μεταξυ παντος του λαου μου γυνη, και υπαγεις συ να λαβης γυναικα εκ των Φιλισταιων των απεριτμητων; Ο δε Σαμψων ειπε προς τον πατερα αυτου, Ταυτην λαβε εις εμε· διοτι αυτη ειναι αρεστη εις τους οφθαλμους μου.
<scripture passage="Judg 14:4" parsed="|Judg|14|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου δεν εγνωρισαν οτι παρα Κυριου ητο τουτο, οτι αυτος εζητει αφορμην εναντιον των Φιλισταιων· διοτι κατ' εκεινον τον καιρον οι Φιλισταιοι εδεσποζον επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 14:5" parsed="|Judg|14|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.5" />
<sup>5</sup>Τοτε κατεβη ο Σαμψων μετα του πατρος αυτου και μετα της μητρος αυτου εις Θαμναθ, και ηλθον εως των αμπελωνων της Θαμναθ· και ιδου, σκυμνος λεοντος ωρυομενος συναπηντησεν αυτον.
<scripture passage="Judg 14:6" parsed="|Judg|14|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.6" />
<sup>6</sup>Και επηλθεν επ' αυτον το πνευμα του Κυριου, και διεσπαραξεν αυτον ως εαν ηθελε διασπαραξει εριφιον, μη εχων μηδεν εν ταις χερσιν αυτου· πλην δεν ανηγγειλε προς τον πατερα αυτου η προς την μητερα αυτου τι ειχε καμει.
<scripture passage="Judg 14:7" parsed="|Judg|14|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.7" />
<sup>7</sup>Και κατεβη και ελαλησε προς την γυναικα· και ηρεσεν εις τους οφθαλμους του Σαμψων.
<scripture passage="Judg 14:8" parsed="|Judg|14|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.8" />
<sup>8</sup>Και επεστρεψε μεθ' ημερας να λαβη αυτην· και εξεκλινεν εκ της οδου δια να ιδη το πτωμα του λεοντος· και ιδου, σμηνος μελισσων εν τω πτωματι του λεοντος, και μελι.
<scripture passage="Judg 14:9" parsed="|Judg|14|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.9" />
<sup>9</sup>Και ελαβεν εκ τουτου εις τας χειρας αυτου και επροχωρει τρωγων, και ηλθε προς τον πατερα αυτου και προς την μητερα αυτου και εδωκεν εις αυτους και εφαγον· πλην δεν ειπε προς αυτους οτι εκ του πτωματος του λεοντος ελαβε το μελι.
<scripture passage="Judg 14:10" parsed="|Judg|14|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.10" />
<sup>10</sup>Και κατεβη ο πατηρ αυτου προς την γυναικα· και εκαμεν εκει ο Σαμψων συμποσιον· διοτι ουτως εσυνειθιζον οι νεοι.
<scripture passage="Judg 14:11" parsed="|Judg|14|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.11" />
<sup>11</sup>Και οτε ειδον αυτον, ελαβον τριακοντα συντροφους δια να ηναι μετ' αυτου.
<scripture passage="Judg 14:12" parsed="|Judg|14|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Σαμψων προς αυτους, Τωρα θελω σας προβαλει αινιγμα· εαν δυνηθητε να λυσητε αυτο εις εμε εν ταις επτα ημεραις του συμποσιου και να ευρητε αυτο, τοτε εγω θελω δωσει εις εσας τριακοντα χιτωνας λινους και τριακοντα στολας φορεματων·
<scripture passage="Judg 14:13" parsed="|Judg|14|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.13" />
<sup>13</sup>αλλ' εαν δεν δυνηθητε να λυσητε αυτο εις εμε, τοτε σεις θελετε δωσει εις εμε τριακοντα χιτωνας λινους και τριακοντα στολας φορεματων. Και ειπον προς αυτον, Προβαλε το αινιγμα σου, δια να ακουσωμεν αυτο.
<scripture passage="Judg 14:14" parsed="|Judg|14|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτους, Εκ του τρωγοντος εξηλθε τροφη, και εκ του ισχυρου εξηλθε γλυκυτης. Και αυτοι δεν ηδυναντο να λυσωσι το αινιγμα δια τρεις ημερας.
<scripture passage="Judg 14:15" parsed="|Judg|14|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.15" />
<sup>15</sup>Και την εβδομην ημεραν ειπαν προς την γυναικα του Σαμψων, Κολακευσον τον ανδρα σου, και ας μας φανερωση το αινιγμα, δια να μη κατακαυσωμεν σε και τον οικον του πατρος σου εν πυρι· δια να γυμνωσητε ημας προσεκαλεσατε ημας; δεν ειναι ουτω;
<scripture passage="Judg 14:16" parsed="|Judg|14|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.16" />
<sup>16</sup>Και εκλαυσεν γυνη του Σαμψων εμπροσθεν αυτου και ειπε, Βεβαιως με μισεις και δεν με αγαπας· επροβαλες αινιγμα προς τους υιους του λαου μου, και εις εμε δεν εφανερωσας αυτο. Ο δε ειπε προς αυτην, Ιδου, προς τον πατερα μου και προς την μητερα μου δεν εφανερωσα αυτο· και εις σε θελω φανερωσει;
<scripture passage="Judg 14:17" parsed="|Judg|14|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' αυτη εκλαιεν εμπροσθεν αυτου τας επτα ημερας, καθ' ας ητο το συμποσιον αυτων· την δε εβδομην ημεραν εφανερωσεν αυτο προς αυτην, διοτι παρηνοχλησεν αυτον· η δε εφανερωσε το αινιγμα προς τους υιους του λαου αυτης.
<scripture passage="Judg 14:18" parsed="|Judg|14|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ειπον προς αυτον οι ανδρες της πολεως την εβδομην ημεραν, πριν δυση ο ηλιος, Τι γλυκυτερον του μελιτος; και τι ισχυροτερον του λεοντος; Ο δε ειπε προς αυτους, Εαν δεν ηθελετε αροτριασει με την δαμαλιν μου, δεν ηθελετε ευρει το αινιγμα μου.
<scripture passage="Judg 14:19" parsed="|Judg|14|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.19" />
<sup>19</sup>Και επηλθεν επ' αυτον πνευμα Κυριου· και κατεβη εις Ασκαλωνα και εφονευσε τριακοντα ανδρας εξ αυτων, και ελαβε τα ιματια αυτων, και εδωκε τας στολας εις τους εξηγησαντας το αινιγμα. Και εξηφθη ο θυμος αυτου, και ανεβη εις τον οικον του πατρος αυτου.
<scripture passage="Judg 14:20" parsed="|Judg|14|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.14.20" />
<sup>20</sup>Η δε γυνη του Σαμψων εδοθη εις τον συντροφον αυτου, τον οποιον ειχε φιλον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 15" progress="23.81%" prev="Judg.14" next="Judg.16" id="Judg.15">
<h3 id="Judg.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Judg.15-p1">
<scripture passage="Judg 15:1" parsed="|Judg|15|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.1" />
<sup>1</sup>Και μετα τινα καιρον, εν ταις ημεραις του θερισμου του σιτου επεσκεφθη ο Σαμψων την γυναικα αυτου, φερων εριφιον εξ αιγων· και ειπε, Θελω εισελθει προς την γυναικα μου εις τον κοιτωνα. Αλλ' ο πατηρ αυτης δεν αφηκεν αυτον να εισελθη.
<scripture passage="Judg 15:2" parsed="|Judg|15|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο πατηρ αυτης, Ειπα κατ' εμαυτον οτι διολου εμισησας αυτην· δια τουτο εδωκα αυτην εις τον συντροφον σου· η μικροτερα αδελφη αυτης δεν ειναι ωραιοτερα αυτης; λαβε λοιπον αυτην αντ' εκεινης.
<scripture passage="Judg 15:3" parsed="|Judg|15|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Σαμψων ειπε περι αυτων, Τωρα θελω εισθαι αθωος προς τους Φιλισταιους, αν εγω κακοποιω αυτους.
<scripture passage="Judg 15:4" parsed="|Judg|15|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγεν ο Σαμψων και επιασε τριακοσιας αλωπεκας, και ελαβε λαμπαδας, και εστρεψεν ουραν προς ουραν και εβαλε μιαν λαμπαδα μεταξυ των δυο ουρων εις το μεσον.
<scripture passage="Judg 15:5" parsed="|Judg|15|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.5" />
<sup>5</sup>Και αναψας τας λαμπαδας, απελυσεν εις τα σπαρτα των Φιλισταιων, και εκαυσε τας θημωνιας, εως και τα αθεριστα ασταχυα, εως και τας αμπελους και ελαιας.
<scripture passage="Judg 15:6" parsed="|Judg|15|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.6" />
<sup>6</sup>Τοτε οι Φιλισταιοι ειπον, Τις εκαμε τουτο; Και απεκριθησαν, Σαμψων ο γαμβρος του Θαμναθαιου· διοτι ελαβε την γυναικα αυτου και εδωκεν αυτην εις τον συντροφον αυτου. Και ανεβησαν οι Φιλισταιοι και εκαυσαν αυτην και τον πατερα αυτης εν πυρι.
<scripture passage="Judg 15:7" parsed="|Judg|15|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτους ο Σαμψων, Αν και σεις εκαμετε τουτο, εγω ομως θελω εκδικηθη εναντιον σας, και μετα ταυτα θελω παυσει.
<scripture passage="Judg 15:8" parsed="|Judg|15|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.8" />
<sup>8</sup>Και επαταξεν αυτους κνημην και μηρον εν σφαγη μεγαλη· και κατεβη και εκαθισεν εις το χασμα της πετρας Ηταμ.
<scripture passage="Judg 15:9" parsed="|Judg|15|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.9" />
<sup>9</sup>Ανεβησαν δε οι Φιλισταιοι και εστρατοπεδευσαν εν γη Ιουδα και διεχυθησαν εις Λεχι.
<scripture passage="Judg 15:10" parsed="|Judg|15|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.10" />
<sup>10</sup>Και ειπον οι ανδρες Ιουδα, Δια τι ανεβητε εναντιον ημων; Οι δε απεκριθησαν, Δια να δεσωμεν τον Σαμψων ανεβημεν, να καμωμεν εις αυτον ως εκαμεν εις ημας.
<scripture passage="Judg 15:11" parsed="|Judg|15|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.11" />
<sup>11</sup>Και κατεβησαν τρεις χιλιαδες ανδρων εκ του Ιουδα εις το χασμα της πετρας Ηταμ και ειπον προς τον Σαμψων, Δεν εξευρεις οτι οι Φιλισταιοι εξουσιαζουσιν εφ' ημων; τι τουτο λοιπον το οποιον εκαμες εις ημας; Ο δε ειπε προς αυτους, Ως εκαμαν εις εμε, ουτως εκαμον εις αυτους.
<scripture passage="Judg 15:12" parsed="|Judg|15|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.12" />
<sup>12</sup>Και ειπον προς αυτον, Κατεβημεν να σε δεσωμεν, δια να σε παραδωσωμεν εις την χειρα των Φιλισταιων. Και ειπε προς αυτους ο Σαμψων, Ορκισθητε προς εμε, οτι σεις δεν θελετε επιπεσει κατ' εμου.
<scripture passage="Judg 15:13" parsed="|Judg|15|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.13" />
<sup>13</sup>Και ειπαν προς αυτον, λεγοντες, Ουχι· αλλα θελομεν σε δεσει δυνατα και σε παραδωσει εις την χειρα αυτων· πλην βεβαιως δεν θελομεν σε θανατωσει. Εδεσαν λοιπον αυτον με δυο νεα σχοινια και ανεβιβασαν αυτον εκ της πετρας.
<scripture passage="Judg 15:14" parsed="|Judg|15|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ηλθεν εις Λεχι, οι Φιλισταιοι αλαλαζοντες εδραμον εις συναντησιν αυτου. Και επηλθεν επ' αυτον Πνευμα Κυριου· και τα σχοινια, τα εις τους βραχιονας αυτου, εγειναν ως λιναριον το οποιον εξαπτεται εν τω πυρι, και τα δεσμα αυτου επεσον εκ των χειρων αυτου, διεσπασμενα.
<scripture passage="Judg 15:15" parsed="|Judg|15|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.15" />
<sup>15</sup>Και ευρηκε σιαγονα ονου νωπην, και εκτεινας την χειρα αυτου ελαβεν αυτην και εφονευσε δι' αυτης χιλιους ανδρας.
<scripture passage="Judg 15:16" parsed="|Judg|15|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Σαμψων, Δια σιαγονος ονου εκαμα σωρους, σωρους, δια σιαγονος ονου εφονευσα χιλιους ανδρας.
<scripture passage="Judg 15:17" parsed="|Judg|15|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.17" />
<sup>17</sup>Και αφου επαυσε λαλων, ερριψε την σιαγονα απο της χειρος αυτου· και ωνομασε τον τοπον εκεινον, Ραμαθ-λεχι.
<scripture passage="Judg 15:18" parsed="|Judg|15|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.18" />
<sup>18</sup>Και διψησας σφοδρα, εβοησε προς τον Κυριον και ειπε, Συ εδωκας δια χειρος του δουλου σου την μεγαλην ταυτην σωτηριαν· και τωρα να αποθανω υπο διψης και να πεσω εις την χειρα των απεριτμητων;
<scripture passage="Judg 15:19" parsed="|Judg|15|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.19" />
<sup>19</sup>Και εσχισεν ο Θεος το κοιλωμα το εν Λεχι, και εξηλθεν υδωρ απ' αυτου· και αφου επιεν, ανελαβε το πνευμα αυτου, και ανεζωοποιηθη· δια τουτο εκαλεσε το ονομα αυτου, Εν-ακκορε, το οποιον ειναι εν Λεχι εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Judg 15:20" parsed="|Judg|15|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.15.20" />
<sup>20</sup>Και αυτος εκρινε τον Ισραηλ εν ταις ημεραις των Φιλισταιων εικοσι ετη.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 16" progress="23.88%" prev="Judg.15" next="Judg.17" id="Judg.16">
<h3 id="Judg.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Judg.16-p1">
<scripture passage="Judg 16:1" parsed="|Judg|16|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.1" />
<sup>1</sup>Και υπηγεν ο Σαμψων εις την Γαζαν, και ειδεν εκει γυναικα πορνην και εισηλθε προς αυτην.
<scripture passage="Judg 16:2" parsed="|Judg|16|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.2" />
<sup>2</sup>Ανηγγειλαν δε προς τους Γαζαιους, λεγοντες, Ο Σαμψων ηλθεν ενταυθα. Και αυτοι περικυκλωσαντες ενεδρευον αυτον ολην την νυκτα εν τη πυλη της πολεως· και ησυχαζον ολην την νυκτα, λεγοντες, Ας προσμενωμεν εως της αυγης της πρωιας και θελομεν φονευσει αυτον.
<scripture passage="Judg 16:3" parsed="|Judg|16|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Σαμψων εκοιμηθη εως μεσονυκτιου· και σηκωθεις περι το μεσονυκτιον επιασε τας θυρας της πυλης της πολεως, και τους δυο παραστατας, και αποσπασας αυτας μετα του μοχλου, επεθεσεν επι των ωμων αυτου και ανεβιβασεν αυτας επι την κορυφην του ορους του κατεναντι της Χεβρων.
<scripture passage="Judg 16:4" parsed="|Judg|16|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.4" />
<sup>4</sup>Και μετα ταυτα ηγαπησε γυναικα τινα εν τη κοιλαδι Σωρηκ, της οποιας το ονομα ητο Δαλιδα.
<scripture passage="Judg 16:5" parsed="|Judg|16|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.5" />
<sup>5</sup>Και ανεβησαν προς αυτην οι αρχοντες των Φιλισταιων και ειπον προς αυτην, Κολακευσον αυτον και ιδε εις τι ισταται η δυναμις αυτου η μεγαλη, και τινι τροπω δυναμεθα να υπερισχυσωμεν κατ' αυτου, ωστε να δεσωμεν αυτον, δια να δαμασωμεν αυτον· και ημεις θελομεν σοι δωσει εκαστος χιλια εκατον αργυρια.
<scripture passage="Judg 16:6" parsed="|Judg|16|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν η Δαλιδα προς τον Σαμψων, Φανερωσον μοι, παρακαλω, εις τι ισταται η δυναμις σου η μεγαλη, και με τι ηθελες δεθη δια να δαμασθης.
<scripture passage="Judg 16:7" parsed="|Judg|16|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτην ο Σαμψων, Εαν με δεσωσι με επτα χορδας υγρας, αιτινες δεν εξηρανθησαν, τοτε θελω αδυνατησει και θελω εισθαι ως εις των ανθρωπων.
<scripture passage="Judg 16:8" parsed="|Judg|16|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εφεραν προς αυτην οι αρχοντες των Φιλισταιων επτα χορδας υγρας, αιτινες δεν ειχον ξηρανθη, και εδεσεν αυτον με αυτας.
<scripture passage="Judg 16:9" parsed="|Judg|16|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.9" />
<sup>9</sup>Ενεδρευον δε ανθρωποι καθημενοι μετ' αυτης εν τω κοιτωνι. Και ειπε προς αυτον, Οι Φιλισταιοι επι σε, Σαμψων. Και εκεινος εκοψε τας χορδας, καθως ηθελε κοπη νημα στυπιου, οταν μυρισθη το πυρ. Και δεν εγνωρισθη η δυναμις αυτου.
<scripture passage="Judg 16:10" parsed="|Judg|16|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν η Δαλιδα προς τον Σαμψων, Ιδου, με εγελασας και ελαλησας προς εμε ψευδη· ειπε μοι λοιπον, παρακαλω, με τι ηθελες δεθη.
<scripture passage="Judg 16:11" parsed="|Judg|16|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς αυτην, Εαν με δεσωσι δυνατα με νεα σχοινια, με τα οποια δεν εγεινεν εργασια, τοτε θελω αδυνατησει και θελω εισθαι ως εις των ανθρωπων.
<scripture passage="Judg 16:12" parsed="|Judg|16|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.12" />
<sup>12</sup>Ελαβε λοιπον η Δαλιδα σχοινια νεα, και εδεσεν αυτον με αυτα και ειπε προς αυτον, Οι Φιλισταιοι επι σε, Σαμψων. Ενεδρευον δε ανθρωποι καθημενοι εν τω κοιτωνι. Και εκοψεν αυτα απο των βραχιονων αυτου ως νημα.
<scripture passage="Judg 16:13" parsed="|Judg|16|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν η Δαλιδα προς τον Σαμψων, Μεχρι τουδε με εγελασας και με ειπας ψευδη· ειπε μοι με τι ηθελες δεθη. Και ειπε προς αυτην, Εαν πλεξης τους επτα πλοκαμους της κεφαλης μου εις το διασμα.
<scripture passage="Judg 16:14" parsed="|Judg|16|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.14" />
<sup>14</sup>Και αυτη επερασεν αυτους, εμπηγουσα και τον πασσαλον· και ειπε προς αυτον, Οι Φιλισταιοι επι σε, Σαμψων. Και εξυπνησεν εκ του υπνου αυτου και ανεσπασε τον πασσαλον του υφασματος με το διασμα.
<scripture passage="Judg 16:15" parsed="|Judg|16|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ειπε προς αυτον, Πως λεγεις, σε αγαπω, ενω η καρδια σου δεν ειναι μετ' εμου; συ με εγελασας τριτην ταυτην την φοραν, και δεν με εφανερωσας εις τι ισταται η δυναμις σου η μεγαλη.
<scripture passage="Judg 16:16" parsed="|Judg|16|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.16" />
<sup>16</sup>Και επειδη εστενοχωρει αυτον καθ' ημεραν με τους λογους αυτης και εβιαζεν αυτον, ωστε η ψυχη αυτου απεκαμε μεχρι θανατου,
<scripture passage="Judg 16:17" parsed="|Judg|16|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.17" />
<sup>17</sup>εφανερωσε προς αυτην ολην την καρδιαν αυτου και ειπε προς αυτην, ξυραφιον δεν ανεβη επι την κεφαλην μου· διοτι εγω ειμαι Ναζηραιος εις τον Θεον εκ κοιλιας μητρος μου. Εαν ξυρισθω, τοτε η δυναμις μου θελει φυγει απ' εμου, και θελω αδυνατισει και κατασταθη ως παντες οι ανθρωποι.
<scripture passage="Judg 16:18" parsed="|Judg|16|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.18" />
<sup>18</sup>Και ιδουσα η Δαλιδα, οτι εφανερωσε προς αυτην ολην την καρδιαν αυτου, εστειλε και εκαλεσε τους αρχοντας των Φιλισταιων, λεγουσα, Αναβητε ταυτην την φοραν· διοτι μοι εφανερωσεν ολην την καρδιαν αυτου. Τοτε ανεβησαν προς αυτην οι αρχοντες των Φιλισταιων, φεροντες και το αργυριον εις τας χειρας αυτων.
<scripture passage="Judg 16:19" parsed="|Judg|16|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.19" />
<sup>19</sup>Και απεκοιμησεν αυτον επι των γονατων αυτης· και εκαλεσεν ανθρωπον και εξυρισε τους επτα πλοκαμους της κεφαλης αυτου· και ηρχισε να δαμαζη αυτον, και η δυναμις αυτου εφυγεν απ' αυτου.
<scripture passage="Judg 16:20" parsed="|Judg|16|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.20" />
<sup>20</sup>Και αυτη ειπεν, Οι Φιλισταιοι επι σε, Σαμψων. Και αυτος εξυπνησεν εκ του υπνου αυτου και ειπε, Θελω εξελθει καθως αλλοτε και θελω εκτιναχθη. Αλλ' αυτος δεν εγνωρισεν οτι ο Κυριος ειχεν απομακρυνθη απ' αυτου.
<scripture passage="Judg 16:21" parsed="|Judg|16|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.21" />
<sup>21</sup>Και επιασαν αυτον οι Φιλισταιοι και εξωρυξαν τους οφθαλμους αυτου και κατεβιβασαν αυτον εις Γαζαν και εδεσαν αυτον με δυο χαλκινας αλυσεις· και ηλεθεν εν τω οικω του δεσμωτηριου.
<scripture passage="Judg 16:22" parsed="|Judg|16|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.22" />
<sup>22</sup>Αι δε τριχες της κεφαλης αυτου ηρχισαν να εκφυωνται παλιν, αφου εξυρισθη.
<scripture passage="Judg 16:23" parsed="|Judg|16|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.23" />
<sup>23</sup>Συνηχθησαν δε οι αρχοντες των Φιλισταιων, δια να προσφερωσι θυσιαν μεγαλην εις Δαγων τον θεον αυτων και να ευφρανθωσι διοτι ειπον, Ο Θεος ημων παρεδωκεν εις την χειρα ημων τον Σαμψων τον εχθρον ημων.
<scripture passage="Judg 16:24" parsed="|Judg|16|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.24" />
<sup>24</sup>Και οτε ειδεν αυτον ο λαος, εδοξασαν τον θεον αυτων, λεγοντες, Ο θεος ημων παρεδωκεν εις την χειρα ημων τον εχθρον ημων και τον ολοθρευτην της γης ημων και τον φονευσαντα πληθος εξ ημων.
<scripture passage="Judg 16:25" parsed="|Judg|16|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.25" />
<sup>25</sup>Και οτε ευθυμησεν η καρδια αυτων, ειπαν, Καλεσατε τον Σαμψων, δια να παιξη εις ημας. Και εκαλεσαν τον Σαμψων εκ του οικου του δεσμωτηριου, και επαιξεν εμπροσθεν αυτων· και εστησαν αυτον αναμεσον των στυλων.
<scripture passage="Judg 16:26" parsed="|Judg|16|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Σαμψων προς το παιδιον, το οποιον εκρατει αυτον εκ της χειρος, Αφες με να ψηλαφησω τους στυλους, επι των οποιων ισταται ο οικος, δια να στηριχθω επ' αυτους.
<scripture passage="Judg 16:27" parsed="|Judg|16|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.27" />
<sup>27</sup>Ο δε οικος ητο πληρης ανδρων και γυναικων· και ησαν εκει παντες οι αρχοντες των Φιλισταιων· και επι του δωματος περιπου τρεις χιλιαδες ανδρων και γυναικων, οιτινες εθεωρουν τον Σαμψων παιζοντα.
<scripture passage="Judg 16:28" parsed="|Judg|16|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.28" />
<sup>28</sup>Και εβοησεν ο Σαμψων προς τον Κυριον και ειπε, Δεσποτα Κυριε, ενθυμηθητι με, δεομαι και ενισχυσον με, παρακαλω, μονον ταυτην την φοραν, Θεε, δια να εκδικηθω κατα των Φιλισταιων δια μιας υπερ των δυο οφθαλμων μου.
<scripture passage="Judg 16:29" parsed="|Judg|16|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.29" />
<sup>29</sup>Και ενηγκαλισθη ο Σαμψων τους δυο μεσους στυλους, επι των οποιων ιστατο ο οικος, και επεστηριχθη επ' αυτους, τον ενα με την δεξιαν αυτου και τον αλλον με την αριστεραν αυτου.
<scripture passage="Judg 16:30" parsed="|Judg|16|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Σαμψων, Αποθανετω η ψυχη μου μετα των Φιλισταιων. Και εκαμφθη με δυναμιν· και ο οικος επεσεν επι τους αρχοντας και επι παντα τον λαον τον εν αυτω. Οι δε αποθανοντες, τους οποιους εθανατωσεν εν τω θανατω αυτου, ησαν περισσοτεροι παρα οσους εθανατωσεν εν τη ζωη αυτου.
<scripture passage="Judg 16:31" parsed="|Judg|16|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.16.31" />
<sup>31</sup>Τοτε κατεβησαν οι αδελφοι αυτου και πας ο οικος του πατρος αυτου και εσηκωσαν αυτον· και ανεβιβασαν και εθαψαν αυτον μεταξυ Σαραα και Εσθαολ, εν τω ταφω Μανωε του πατρος αυτου. Εκρινε δε ουτος τον Ισραηλ εικοσι ετη.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 17" progress="24.02%" prev="Judg.16" next="Judg.18" id="Judg.17">
<h3 id="Judg.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Judg.17-p1">
<scripture passage="Judg 17:1" parsed="|Judg|17|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε ανθρωπος τις εκ του ορους Εφραιμ, και το ονομα αυτου Μιχαιας.
<scripture passage="Judg 17:2" parsed="|Judg|17|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς την μητερα αυτου, Τα χιλια εκατον αργυρια, τα οποια αφηρεθησαν απο σου, δια τα οποια και συ κατηρασθης, και ακομη ελαλησας εις τα ωτα μου, ιδου, το αργυριον ειναι εις εμε· εγω ελαβον αυτο. Η δε μητηρ αυτου ειπεν, Ευλογημενος να ησαι, υιε μου, παρα του Κυριου.
<scripture passage="Judg 17:3" parsed="|Judg|17|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.3" />
<sup>3</sup>Και επεστρεψε τα χιλια και εκατον αργυρια εις την μητερα αυτου, και ειπεν η μητηρ αυτου, Αφιερωμα αφιερωσα το αργυριον εις τον Κυριον εκ της χειρος μου, υπερ του υιου μου, δια να καμη γλυπτον και χωνευτον· και τωρα θελω επιστρεψει αυτο εις σε.
<scripture passage="Judg 17:4" parsed="|Judg|17|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.4" />
<sup>4</sup>Αυτος δε επεστρεψε το αργυριον εις την μητερα αυτου· η δε μητηρ αυτου λαβουσα διακοσια αργυρια, εδωκεν αυτα εις τον χωνευτην, οστις εκαμεν εξ αυτων γλυπτον και χωνευτον· και ησαν εν τω οικω του Μιχαια.
<scripture passage="Judg 17:5" parsed="|Judg|17|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.5" />
<sup>5</sup>Και ο ανθρωπος ο Μιχαιας ειχεν οικον Θεου και εκαμεν εφοδ και θεραφειμ· και καθιερωσεν ενα εκ των υιων αυτου, και εγεινεν εις αυτον ιερευς.
<scripture passage="Judg 17:6" parsed="|Judg|17|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.6" />
<sup>6</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας δεν ητο βασιλευς εν τω Ισραηλ· εκαστος επραττεν ο, τι εφαινετο εις αυτον ορθον.
<scripture passage="Judg 17:7" parsed="|Judg|17|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.7" />
<sup>7</sup>Και ητο νεος τις εκ Βηθλεεμ Ιουδα, εκ της φυλης Ιουδα, οστις ητο Λευιτης και παρωκει εκει.
<scripture passage="Judg 17:8" parsed="|Judg|17|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.8" />
<sup>8</sup>Και ανεχωρησεν ο ανθρωπος εκ της πολεως Βηθλεεμ Ιουδα, δια να παροικηση οπου ευρη· και ηλθεν εις το ορος Εφραιμ, εως του οικου του Μιχαια, ακολουθων την οδον αυτου.
<scripture passage="Judg 17:9" parsed="|Judg|17|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτον ο Μιχαιας, Ποθεν ερχεσαι; Ο δε ειπε προς αυτον, Εγω ειμαι Λευιτης εκ Βηθλεεμ Ιουδα και υπαγω να παροικησω οπου ευρω.
<scripture passage="Judg 17:10" parsed="|Judg|17|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς αυτον ο Μιχαιας, Καθου μετ' εμου και γινου εις εμε πατηρ και ιερευς, και εγω θελω σοι διδει δεκα αργυρια κατ' ετος και στολην και την τροφην σου. Και ο Λευιτης εισηλθε προς αυτον.
<scripture passage="Judg 17:11" parsed="|Judg|17|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.11" />
<sup>11</sup>Και ευχαριστειτο ο Λευιτης να κατοικη μετα του ανθρωπου· και ο νεος ητο εις αυτον ως εις εκ των υιων αυτου.
<scripture passage="Judg 17:12" parsed="|Judg|17|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.12" />
<sup>12</sup>Και καθιερωσεν ο Μιχαιας τον Λευιτην· και ο νεος εγεινεν εις αυτον ιερευς και εμενεν εν τω οικω του Μιχαια.
<scripture passage="Judg 17:13" parsed="|Judg|17|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.17.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ειπεν ο Μιχαιας, Τωρα γνωριζω οτι ο Κυριος θελει με αγαθοποιησει, διοτι εχω Λευιτην δια ιερεα.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 18" progress="24.07%" prev="Judg.17" next="Judg.19" id="Judg.18">
<h3 id="Judg.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Judg.18-p1">
<scripture passage="Judg 18:1" parsed="|Judg|18|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας δεν ητο βασιλευς εν τω Ισραηλ· και κατ' εκεινας τας ημερας η φυλη Δαν εζητει εις εαυτην κληρονομιαν δια να κατοικηση· διοτι εως εκεινης της ημερας δεν ειχε πεσει κληρονομια εις αυτους μεταξυ των φυλων του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 18:2" parsed="|Judg|18|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλαν οι υιοι Δαν εκ της συγγενειας αυτων πεντε ανδρας εκ των οριων αυτων, ανδρας ισχυρους, εκ Σαραα και εξ Εσθαολ, δια να κατασκοπευσωσι τον τοπον, και να εξιχνιασωσιν αυτον· και ειπον προς αυτους, Υπαγετε, εξιχνιασατε τον τοπον. Και ηλθον εις το ορος Εφραιμ, εως του οικου του Μιχαια, και διενυκτερευσαν εκει.
<scripture passage="Judg 18:3" parsed="|Judg|18|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.3" />
<sup>3</sup>Διοτι καθως επλησιασαν εις τον οικον του Μιχαια, εγνωρισαν την φωνην του νεου του Λευιτου· και εστραφησαν εκει και ειπον προς αυτον, Τις σε εφερεν ενταυθα; και συ τι καμνεις εν τω τοπω τουτω; και δια τι εισαι ενταυθα;
<scripture passage="Judg 18:4" parsed="|Judg|18|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.4" />
<sup>4</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Ουτω και ουτως εκαμεν εις εμε ο Μιχαιας, και με εμισθωσε, και ειμαι ιερευς αυτου.
<scripture passage="Judg 18:5" parsed="|Judg|18|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.5" />
<sup>5</sup>Και ειπαν προς αυτον, Ερωτησον, παρακαλουμεν, τον Θεον, δια να γνωρισωμεν εαν εχη να ευοδωθη η οδος ημων την οποιαν υπαγομεν.
<scripture passage="Judg 18:6" parsed="|Judg|18|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.6" />
<sup>6</sup>Ο δε ιερευς ειπε προς αυτους, Υπαγετε εν ειρηνη· αρεστη εις τον Κυριον ειναι η οδος σας, την οποιαν υπαγετε.
<scripture passage="Judg 18:7" parsed="|Judg|18|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ανεχωρησαν οι πεντε ανδρες και ηλθον εις Λαισα, και ειδον τον λαον τον κατοικουντα εν αυτη αμεριμνον, κατα τον τροπον των Σιδωνιων, ησυχαζοντα και ζωντα εν αφοβια· και δεν ητο ουδεις αρχων εν τω τοπω, οστις να περιστελλη αυτους εις ουδεν· και αυτοι ησαν μακραν των Σιδωνιων, και δεν ειχον συγκοινωνιαν με ουδενα.
<scripture passage="Judg 18:8" parsed="|Judg|18|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.8" />
<sup>8</sup>Και επανηλθον προς τους αδελφους αυτων εις Σαραα και Εσθαολ· και ειπαν προς αυτους οι αδελφοι αυτων, Τι λεγετε σεις;
<scripture passage="Judg 18:9" parsed="|Judg|18|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.9" />
<sup>9</sup>Οι δε ειπον, Σηκωθητε, και ας αναβωμεν εναντιον αυτων· διοτι ειδομεν τον τοπον, και ιδου, ειναι καλος σφοδρα· και σεις καθησθε; μη οκνησητε να υπαγωμεν, να εισελθωμεν δια να κληρονομησωμεν τον τοπον·
<scripture passage="Judg 18:10" parsed="|Judg|18|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.10" />
<sup>10</sup>αφου υπαγητε, θελετε ελθει εις λαον ζωντα εν αφοβια και εις τοπον ευρυχωρον· διοτι ο Θεος εδωκεν αυτον εις την χειρα σας· τοπον, εις τον οποιον δεν ειναι ελλειψις ουδενος πραγματος των εν τη γη.
<scripture passage="Judg 18:11" parsed="|Judg|18|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.11" />
<sup>11</sup>Και εκινησαν εκειθεν εκ της συγγενειας του Δαν, εκ Σαραα και εξ Εσθαολ, εξακοσιοι ανδρες περιεζωσμενοι οπλα πολεμικα.
<scripture passage="Judg 18:12" parsed="|Judg|18|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.12" />
<sup>12</sup>Και ανεβησαν και εστρατοπεδευσαν εν Κιριαθ-ιαρειμ, εν Ιουδα· δια τουτο ωνομασαν τον τοπον εκεινον Μαχανε-δαν, εως της ημερας ταυτης· κειται δε οπισθεν της Κιριαθ-ιαρειμ.
<scripture passage="Judg 18:13" parsed="|Judg|18|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.13" />
<sup>13</sup>Και εκειθεν επερασαν εις το ορος Εφραιμ και ηλθον εως του οικου του Μιχαια.
<scripture passage="Judg 18:14" parsed="|Judg|18|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.14" />
<sup>14</sup>Τοτε οι πεντε ανδρες, οιτινες ειχον υπαγει δια να κατασκοπευσωσι τον τοπον της Λαισα, ανηγγειλαν και ειπον προς τους αδελφους αυτων, Εξευρετε οτι ειναι εν τουτοις τοις οικοις εφοδ και θεραφειμ και γλυπτον και χωνευτον; τωρα λοιπον σκεφθητε τι εχετε να καμητε.
<scripture passage="Judg 18:15" parsed="|Judg|18|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.15" />
<sup>15</sup>Και εστραφησαν εκει και υπηγαν εις τον οικον του νεου του Λευιτου, εις τον οικον του Μιχαια, και εχαιρετησαν αυτον.
<scripture passage="Judg 18:16" parsed="|Judg|18|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.16" />
<sup>16</sup>Και οι εξακοσιοι ανδρες οι περιεζωσμενοι τα πολεμικα οπλα αυτων οιτινες ησαν εκ των υιων Δαν, εσταθησαν εις την θυραν του πυλωνος.
<scripture passage="Judg 18:17" parsed="|Judg|18|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.17" />
<sup>17</sup>Και ανεβησαν οι πεντε ανδρες, οιτινες ειχον υπαγει δια να κατασκοπευσωσι τον τοπον, και εισηλθον εκει και ελαβον το γλυπτον και το εφοδ και το θεραφειμ και το χωνευτον· ο δε ιερευς ιστατο εις την θυραν του πυλωνος μετα των εξακοσιων ανδρων των περιεζωσμενων τα πολεμικα οπλα.
<scripture passage="Judg 18:18" parsed="|Judg|18|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.18" />
<sup>18</sup>Και καθως ουτοι εισηλθον εις τον οικον του Μιχαια, και ελαβον το γλυπτον, το εφοδ και το θεραφειμ και το χωνευτον, ο ιερευς ειπε προς αυτους, Τι καμνετε σεις;
<scripture passage="Judg 18:19" parsed="|Judg|18|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.19" />
<sup>19</sup>Και ειπαν προς αυτον, Σιωπα, βαλε την χειρα σου εις το στομα σου, και ελθε μεθ' ημων και γινου εις ημας πατηρ και ιερευς· ειναι καλητερον εις σε να ησαι ιερευς εν τω οικω ενος ανθρωπου, η να ησαι ιερευς φυλης και οικογενειας εν τω Ισραηλ;
<scripture passage="Judg 18:20" parsed="|Judg|18|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.20" />
<sup>20</sup>Και εχαρη η καρδια του ιερεως· και ελαβε το εφοδ και το θεραφειμ και το γλυπτον και υπηγε μεταξυ του λαου.
<scripture passage="Judg 18:21" parsed="|Judg|18|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.21" />
<sup>21</sup>Και στραφεντες ανεχωρησαν και εβαλον τα παιδια και τα κτηνη και την αποσκευην εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Judg 18:22" parsed="|Judg|18|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.22" />
<sup>22</sup>Αφου απεμακρυνθησαν ουτοι απο του οικου του Μιχαια, οι ανθρωποι οι οντες εις τους οικους τους γειτονευοντας με την οικιαν του Μιχαια συνηχθησαν και επροφθασαν τους υιους Δαν.
<scripture passage="Judg 18:23" parsed="|Judg|18|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.23" />
<sup>23</sup>Και εβοησαν προς τους υιους Δαν. Και ουτοι εστρεψαν το προσωπον αυτων και ειπαν προς τον Μιχαιαν, Τι εχεις και εσυναξας τοσον πληθος;
<scripture passage="Judg 18:24" parsed="|Judg|18|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.24" />
<sup>24</sup>Ο δε ειπεν, Ελαβετε τους θεους μου τους οποιους εκαμα, και τον ιερεα, και ανεχωρησατε· και τι μενει εις εμε πλεον; και τι ειναι τουτο, το οποιον λεγετε προς εμε, τι εχεις;
<scripture passage="Judg 18:25" parsed="|Judg|18|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.25" />
<sup>25</sup>Και ειπαν προς αυτον οι υιοι Δαν, Ας μη ακουσθη η φωνη σου μεταξυ ημων, μηποτε ανδρες οξυθυμοι πεσωσι κατα σου, και χασης την ζωην σου και την ζωην της οικογενειας σου.
<scripture passage="Judg 18:26" parsed="|Judg|18|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.26" />
<sup>26</sup>Και υπηγαιναν οι υιοι Δαν εις την οδον αυτων· και οτε ειδεν ο Μιχαιας οτι εκεινοι ησαν δυνατωτεροι αυτου, εστρεψε και επανηλθεν εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Judg 18:27" parsed="|Judg|18|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.27" />
<sup>27</sup>Και αυτοι ελαβον τα οσα κατεσκευασεν ο Μιχαιας, και τον ιερεα τον οποιον ειχε, και ηλθον εις Λαισα, προς λαον ησυχαζοντα και ζωντα εν αφοβια· και επαταξαν αυτους εν στοματι μαχαιρας και την πολιν εκαυσαν εν πυρι.
<scripture passage="Judg 18:28" parsed="|Judg|18|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.28" />
<sup>28</sup>Και δεν ητο ουδεις ο σωζων αυτην, διοτι ευρισκετο μακραν απο της Σιδωνος, και δεν ειχον συγκοινωνιαν με ουδενα· εκειτο δε εν τη κοιλαδι της Βαιθ-ρεωβ. Και ωκοδομησαν πολιν και κατωκησαν εν αυτη.
<scripture passage="Judg 18:29" parsed="|Judg|18|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.29" />
<sup>29</sup>Και εκαλεσαν το ονομα της πολεως Δαν, κατα το ονομα Δαν του πατρος αυτων, οστις εγεννηθη εις τον Ισραηλ· το δε ονομα της πολεως ητο το παλαι εξ αρχης Λαισα.
<scripture passage="Judg 18:30" parsed="|Judg|18|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.30" />
<sup>30</sup>Και εστησαν εις εαυτους οι υιοι του Δαν το γλυπτον· και Ιωναθαν ο υιος του Γηρσων, υιου του Μανασση, αυτος και οι υιοι αυτου ησαν ιερεις εν τη φυλη Δαν, εως της ημερας της αιχμαλωσιας της γης.
<scripture passage="Judg 18:31" parsed="|Judg|18|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.18.31" />
<sup>31</sup>Και εστησαν εις εαυτους το γλυπτον, το οποιον εκαμεν ο Μιχαιας, ολον τον καιρον καθ' ον ο οικος του Θεου ητο εν Σηλω.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 19" progress="24.20%" prev="Judg.18" next="Judg.20" id="Judg.19">
<h3 id="Judg.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Judg.19-p1">
<scripture passage="Judg 19:1" parsed="|Judg|19|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινας δε τας ημερας βασιλευς δεν ητο εν τω Ισραηλ· και ητο Λευιτης τις παροικων εις τα πλευρα του ορους Εφραιμ, οστις ελαβεν εις εαυτον γυναικα παλλακην εκ Βηθλεεμ Ιουδα.
<scripture passage="Judg 19:2" parsed="|Judg|19|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.2" />
<sup>2</sup>Και επορνευσεν η παλλακη αυτου παρ' αυτω, και ανεχωρησεν απ' αυτου εις τον οικον του πατρος αυτης εις Βηθλεεμ Ιουδα, και ητο εκει τεσσαρας ολοκληρους μηνας.
<scripture passage="Judg 19:3" parsed="|Judg|19|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωθη ο ανηρ αυτης και υπηγε κατοπιν αυτης, δια να λαληση ευμενως προς αυτην, ωστε να καμη αυτην να επιστρεψη· ειχε δε μεθ' εαυτου τον δουλον αυτου και δυο ονους· και αυτη εισηγαγεν αυτον εις τον οικον του πατρος αυτης· και οτε ειδεν αυτον ο πατηρ της νεας, εχαρη εις την εντευξιν αυτου.
<scripture passage="Judg 19:4" parsed="|Judg|19|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.4" />
<sup>4</sup>Και εκρατησεν αυτον ο πενθερος αυτου, ο πατηρ της νεας· και εκαθισε μετ' αυτου τρεις ημερας· και εφαγον και επιον και διενυκτερευσαν εκει.
<scripture passage="Judg 19:5" parsed="|Judg|19|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.5" />
<sup>5</sup>Και την τεταρτην ημεραν, οτε ηγερθησαν το πρωι, εσηκωθη να αναχωρηση· και ειπεν ο πατηρ της νεας προς τον γαμβρον αυτου, Στηριξον την καρδιαν σου με ολιγον αρτον και μετα ταυτα θελετε υπαγει.
<scripture passage="Judg 19:6" parsed="|Judg|19|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.6" />
<sup>6</sup>Και εκαθισαν και εφαγον και επιον οι δυο ομου· και ειπεν ο πατηρ της νεας προς τον ανδρα, Ευαρεστηθητι, παρακαλω, και διανυκτερευσον, και ας ευφρανθη η καρδια σου.
<scripture passage="Judg 19:7" parsed="|Judg|19|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ο ανθρωπος εσηκωθη να αναχωρηση, ο πενθερος αυτου εβιασεν αυτον· οθεν εμεινε και διενυκτερευσεν εκει.
<scripture passage="Judg 19:8" parsed="|Judg|19|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.8" />
<sup>8</sup>Και ηγερθη το πρωι την πεμπτην ημεραν δια να αναχωρηση· και ειπεν ο πατηρ της νεας, Στηριξον, παρακαλω, την καρδιαν σου. Και εμειναν εωσου εκλινεν η ημερα, και συνεφαγον αμφοτεροι.
<scripture passage="Judg 19:9" parsed="|Judg|19|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.9" />
<sup>9</sup>Και οτε ο ανθρωπος εσηκωθη να αναχωρηση, αυτος και η παλλακη αυτου και ο δουλος αυτου, ειπε προς αυτον ο πενθερος αυτου, ο πατηρ της νεας, Ιδου, τωρα η ημερα κλινει προς εσπεραν· διανυκτερευσατε, παρακαλω· ιδου η ημερα υπαγει να τελειωση· διανυκτερευσον ενταυθα, και ας ευφρανθη η καρδια σου· και αυριον σηκονεσθε το πρωι δια την οδοιποριαν σας και υπαγε εις την κατοικιαν σου.
<scripture passage="Judg 19:10" parsed="|Judg|19|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.10" />
<sup>10</sup>Ο ανθρωπος ομως δεν ηθελησε να διανυκτερευση· αλλ' εσηκωθη και ανεχωρησε και ηλθεν εως απεναντι της Ιεβους, ητις ειναι η Ιερουσαλημ· και ειχε μεθ' εαυτου δυο ονους σαμαρωμενους, και η παλλακη αυτου ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="Judg 19:11" parsed="|Judg|19|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.11" />
<sup>11</sup>Και οτε επλησιασαν εις την Ιεβους, η ημερα ητο πολυ προχωρημενη· και ειπεν ο δουλος προς τον κυριον αυτου, Ελθε, παρακαλω, και ας στρεψωμεν προς την πολιν ταυτην των Ιεβουσαιων, και ας διανυκτερευσωμεν εν αυτη.
<scripture passage="Judg 19:12" parsed="|Judg|19|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο κυριος αυτου προς αυτον, Δεν θελομεν στρεψει προς πολιν αλλοτριων, ητις δεν ειναι εκ των υιων Ισραηλ· αλλα θελομεν περασει εως Γαβαα.
<scripture passage="Judg 19:13" parsed="|Judg|19|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς τον δουλον αυτου, Ελθε, και ας πλησιασωμεν εις ενα εκ των τοπων τουτων και ας διανυκτερευσωμεν εν Γαβαα η εν Ραμα.
<scripture passage="Judg 19:14" parsed="|Judg|19|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.14" />
<sup>14</sup>Και διεβησαν και υπηγαν· και εδυσεν επ' αυτους ο ηλιος πλησιον της Γαβαα, ητις ειναι του Βενιαμιν.
<scripture passage="Judg 19:15" parsed="|Judg|19|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.15" />
<sup>15</sup>Και εστραφησαν εκει, δια να εισελθωσι να καταλυσωσιν εν Γαβαα· και οτε εισηλθεν, εκαθισεν εν τη πλατεια της πολεως· και δεν ητο ανθρωπος να παραλαβη αυτους εις την οικιαν αυτου δια να διανυκτερευσωσι.
<scripture passage="Judg 19:16" parsed="|Judg|19|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.16" />
<sup>16</sup>Και ιδου, ανθρωπος γερων ηρχετο απο του εργου αυτου εκ του αγρου το εσπερας· και ο ανθρωπος ητο εκ του ορους Εφραιμ, παρωκει δε εν Γαβαα· οι δε ανθρωποι του τοπου ησαν Βενιαμιται.
<scripture passage="Judg 19:17" parsed="|Judg|19|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.17" />
<sup>17</sup>Και υψωσας τους οφθαλμους αυτου, ειδε τον ανθρωπον τον οδοιπορον εν τη πλατεια της πολεως· και ειπεν ο ανθρωπος ο γερων, Που υπαγεις; και ποθεν ερχεσαι;
<scripture passage="Judg 19:18" parsed="|Judg|19|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Ημεις διαβαινομεν εκ Βηθλεεμ Ιουδα εως των πλευρων του ορους Εφραιμ· εκειθεν ειμαι εγω· και υπηγα εως Βηθλεεμ Ιουδα, και τωρα υπαγω εις τον οικον του Κυριου· και δεν ειναι ουδεις να με παραλαβη εις την οικιαν αυτου·
<scripture passage="Judg 19:19" parsed="|Judg|19|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.19" />
<sup>19</sup>εχομεν δε αχυρα και τροφην δια τους ονους ημων, εχομεν και προσετι αρτον και οινον δι' εμε και δια την δουλην σου και δια τον νεον, οστις ειναι μετα των δουλων σου· δεν εχομεν ελλειψιν ουδενος πραγματος.
<scripture passage="Judg 19:20" parsed="|Judg|19|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο ανθρωπος ο γερων, Ειρηνη εις σε· και παν ο, τι χρειαζεσαι εγω φροντιζω· μονον εν τη πλατεια μη διανυκτερευσης.
<scripture passage="Judg 19:21" parsed="|Judg|19|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.21" />
<sup>21</sup>Και εισηγαγεν αυτον εις τον οικον αυτου και εδωκε τροφην εις τους ονους· και επλυναν τους ποδας αυτων, και εφαγον και επιον.
<scripture passage="Judg 19:22" parsed="|Judg|19|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.22" />
<sup>22</sup>Ενω ουτοι ευφραινον τας καρδιας αυτων, ιδου, οι ανδρες της πολεως, ανθρωποι παρανομοι περιεκυκλωσαν την οικιαν, κρουοντες εις την θυραν· και ειπον προς τον ανθρωπον τον κυριον της οικιας τον γεροντα, λεγοντες, Εκβαλε τον ανθρωπον, τον ελθοντα εις την οικιαν σου, δια να γνωρισωμεν αυτον.
<scripture passage="Judg 19:23" parsed="|Judg|19|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.23" />
<sup>23</sup>Και εξηλθε προς αυτους ο ανθρωπος, ο κυριος της οικιας, και ειπε προς αυτους, Μη, αδελφοι μου, παρακαλω, μη πραξητε τουτο το κακον· αφου ο ανθρωπος ουτος εισηλθεν εις την οικιαν μου, μη πραξητε τοιαυτην αφροσυνην·
<scripture passage="Judg 19:24" parsed="|Judg|19|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.24" />
<sup>24</sup>ιδου, η θυγατηρ μου η παρθενος και η παλλακη αυτου· τωρα θελω φερει αυτας εξω, και ταπεινωσατε αυτας και καμετε εις αυτας ο, τι φανη αρεστον εις τους οφθαλμους σας· αλλ' εις τον ανθρωπον τουτον μη πραξητε εργον τοιαυτης αφροσυνης.
<scripture passage="Judg 19:25" parsed="|Judg|19|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.25" />
<sup>25</sup>Οι ανδρες ομως δεν ηθελησαν να ακουσωσιν αυτον· και ελαβεν ο ανθρωπος την παλλακην αυτου και εφερεν αυτην εξω προς αυτους· και εγνωρισαν αυτην και υβρισαν εις αυτην ολην την νυκτα εως πρωι· και καθως εφανη η αυγη, απελυσαν αυτην.
<scripture passage="Judg 19:26" parsed="|Judg|19|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.26" />
<sup>26</sup>Και ηλθεν η γυνη προς το χαραγμα της ημερας και επεσε παρα την θυραν της οικιας του ανθρωπου, οπου ητο ο κυριος αυτης, εωσου εφεγξε.
<scripture passage="Judg 19:27" parsed="|Judg|19|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.27" />
<sup>27</sup>Και εσηκωθη ο κυριος αυτης το πρωι και ηνοιξε τας θυρας της οικιας και εξηλθε δια να υπαγη εις την οδον αυτου· και ιδου, η γυνη η παλλακη αυτου πεσμενη εις την θυραν της οικιας και αι χειρες αυτης επι του κατωφλιου.
<scripture passage="Judg 19:28" parsed="|Judg|19|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς αυτην, Σηκωθητι και ας υπαγωμεν. Αλλα δεν απεκριθη. Τοτε ανελαβεν αυτην επι τον ονον ο ανθρωπος, και εσηκωθη και υπηγεν εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Judg 19:29" parsed="|Judg|19|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.29" />
<sup>29</sup>Και αφου ηλθεν εις την οικιαν αυτου, ελαβε την μαχαιραν και πιασας την παλλακην αυτου, διεμελισεν αυτην μετα των οστεων αυτης εις δωδεκα μερη, και εστειλεν αυτα εις παντα τα ορια του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 19:30" parsed="|Judg|19|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.19.30" />
<sup>30</sup>Και παντες οσοι εβλεπον, ελεγον, Δεν εγεινεν ουδε εφανη τοιουτον πραγμα, αφ' ης ημερας οι υιοι Ισραηλ ανεβησαν εκ γης Αιγυπτου, εως της ημερας ταυτης· σκεφθητε περι τουτου, συμβουλευθητε και λαλησατε.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 20" progress="24.33%" prev="Judg.19" next="Judg.21" id="Judg.20">
<h3 id="Judg.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Judg.20-p1">
<scripture passage="Judg 20:1" parsed="|Judg|20|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εξηλθον παντες οι υιοι Ισραηλ, και συνηθροισθη πασα η συναγωγη ως εις ανθρωπος, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, μετα της γης Γαλααδ, προς τον Κυριον εις Μισπα.
<scripture passage="Judg 20:2" parsed="|Judg|20|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.2" />
<sup>2</sup>Και παρεσταθησαν εν τη συναξει του λαου του Θεου, οι αρχηγοι παντος του λαου, πασαι αι φυλαι του Ισραηλ, τετρακοσιαι χιλιαδες ανδρων πεζων, συροντων μαχαιραν.
<scripture passage="Judg 20:3" parsed="|Judg|20|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.3" />
<sup>3</sup>Και ηκουσαν οι υιοι Βενιαμιν, οτι ανεβησαν οι υιοι Ισραηλ εις Μισπα. Και ειπον οι υιοι Ισραηλ, Ειπατε, πως συνεβη η κακια αυτη;
<scripture passage="Judg 20:4" parsed="|Judg|20|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη ο ανθρωπος ο Λευιτης, ο ανηρ της φονευθεισης γυναικος, και ειπεν, Ηλθον εις Γαβαα, ητις ειναι του Βενιαμιν, εγω και η παλλακη μου, δια να διανυκτερευσωμεν·
<scripture passage="Judg 20:5" parsed="|Judg|20|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.5" />
<sup>5</sup>και εσηκωθησαν κατ' εμου οι ανδρες της Γαβαα, και περιεκυκλωσαν δια νυκτος την οικιαν κατ' εμου· εμε ηθελον να φονευσωσι και την παλλακην μου εταπεινωσαν, ωστε απεθανεν·
<scripture passage="Judg 20:6" parsed="|Judg|20|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.6" />
<sup>6</sup>οθεν, πιασας την παλλακην μου, διεμελισα αυτην και εστειλα αυτην εις παντα τα ορια της κληρονομιας του Ισραηλ· διοτι επραξαν ανοσιουργιαν και αφροσυνην εν τω Ισραηλ·
<scripture passage="Judg 20:7" parsed="|Judg|20|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.7" />
<sup>7</sup>ιδου, παντες σεις οι υιοι Ισραηλ συμβουλευθητε ενταυθα μεταξυ σας και δοτε την γνωμην σας.
<scripture passage="Judg 20:8" parsed="|Judg|20|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.8" />
<sup>8</sup>Και εσηκωθη πας ο λαος ως εις ανθρωπος, λεγοντες, Δεν θελομεν υπαγει ουδεις εις την σκηνην αυτου, ουδε θελομεν επιστρεψει ουδεις εις τον οικον αυτου·
<scripture passage="Judg 20:9" parsed="|Judg|20|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.9" />
<sup>9</sup>αλλα τωρα τουτο ειναι το πραγμα το οποιον θελομεν καμει εις την Γαβαα· θελομεν αναβη εναντιον αυτης κατα κληρους·
<scripture passage="Judg 20:10" parsed="|Judg|20|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.10" />
<sup>10</sup>και θελομεν λαβει δεκα ανδρας εις τους εκατον απο πασων των φυλων Ισραηλ, και εκατον εις τους χιλιους, και χιλιους εις τους μυριους, δια να φερωσι τροφας εις τον λαον, ωστε, αφου ελθωσιν εις Γαβαα του Βενιαμιν, να καμωσιν εις αυτην καθ' ολην την αφροσυνην την οποιαν αυτη εκαμεν εις τον Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 20:11" parsed="|Judg|20|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.11" />
<sup>11</sup>Και συνηχθησαν εναντιον της πολεως παντες οι ανδρες Ισραηλ, ηνωμενοι ομου ως εις ανθρωπος.
<scripture passage="Judg 20:12" parsed="|Judg|20|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.12" />
<sup>12</sup>Και απεστειλαν αι φυλαι του Ισραηλ ανδρας εις πασαν την φυλην Βενιαμιν, λεγοντες, Ποια κακια ειναι αυτη, ητις επραχθη μεταξυ σας;
<scripture passage="Judg 20:13" parsed="|Judg|20|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.13" />
<sup>13</sup>τωρα λοιπον παραδωσατε τους ανθρωπους, τους παρανομους εκεινους τους εν Γαβαα, δια να θανατωσωμεν αυτους και να εξαλειψωμεν την κακιαν απο του Ισραηλ. Αλλα δεν ηθελησαν να ακουσωσιν οι υιοι Βενιαμιν την φωνην των αδελφων αυτων, των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 20:14" parsed="|Judg|20|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.14" />
<sup>14</sup>Και συνηχθησαν οι υιοι Βενιαμιν απο των πολεων εις Γαβαα, δια να εξελθωσιν εις πολεμον εναντιον των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 20:15" parsed="|Judg|20|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.15" />
<sup>15</sup>Και απηριθμηθησαν οι υιοι Βενιαμιν εν τη ημερα εκεινη, εκ των πολεων, εικοσιεξ χιλιαδες ανδρων συροντων ρομφαιαν, εκτος των κατοικων της Γαβαα, οιτινες απηριθμηθησαν επτακοσιοι ανδρες εκλεκτοι.
<scripture passage="Judg 20:16" parsed="|Judg|20|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.16" />
<sup>16</sup>Μεταξυ παντος του λαου τουτου ησαν επτακοσιοι ανδρες εκλεκτοι αριστεροχειρες· παντες ουτοι σφενδονιζοντες λιθους προς την τριχα, χωρις να αποτυγχανωσι.
<scripture passage="Judg 20:17" parsed="|Judg|20|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.17" />
<sup>17</sup>Και οι ανδρες Ισραηλ απηριθμηθησαν, εκτος του Βενιαμιν, τετρακοσιαι χιλιαδες ανδρων συροντων ρομφαιαν· παντες ουτοι ανδρες πολεμου.
<scripture passage="Judg 20:18" parsed="|Judg|20|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.18" />
<sup>18</sup>Και σηκωθεντες οι υιοι Ισραηλ ανεβησαν εις Βαιθηλ και ηρωτησαν τον Θεον, λεγοντες, Τις θελει αναβη υπερ ημων πρωτος δια να πολεμηση εναντιον των υιων Βενιαμιν; Ο δε Κυριος ειπεν, Ο Ιουδας πρωτος.
<scripture passage="Judg 20:19" parsed="|Judg|20|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.19" />
<sup>19</sup>Και εσηκωθησαν οι υιοι Ισραηλ το πρωι και εστρατοπεδευσαν εναντιον της Γαβαα.
<scripture passage="Judg 20:20" parsed="|Judg|20|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.20" />
<sup>20</sup>Και εξηλθον οι ανδρες Ισραηλ εις μαχην εναντιον του Βενιαμιν· και παρεταχθησαν εις μαχην εναντιον αυτων οι ανδρες Ισραηλ, προς την Γαβαα.
<scripture passage="Judg 20:21" parsed="|Judg|20|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.21" />
<sup>21</sup>Και εξηλθον οι υιοι Βενιαμιν εκ της Γαβαα, και εστρωσαν κατα γης, την ημεραν εκεινην, εκ του Ισραηλ εικοσιδυο χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="Judg 20:22" parsed="|Judg|20|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.22" />
<sup>22</sup>Και αναψυχωθεις ο λαος, οι ανδρες του Ισραηλ, συνηψε παλιν μαχην, εν τω τοπω οπου ειχε παραταχθη την πρωτην ημεραν.
<scripture passage="Judg 20:23" parsed="|Judg|20|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.23" />
<sup>23</sup>Ανεβησαν δε οι υιοι Ισραηλ και εκλαυσαν ενωπιον του Κυριου εως εσπερας, και ηρωτησαν τον Κυριον, λεγοντες, Να αναβω παλιν εις μαχην εναντιον των υιων Βενιαμιν του αδελφου μου; Και ο Κυριος ειπεν, Αναβητε εναντιον αυτου.
<scripture passage="Judg 20:24" parsed="|Judg|20|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.24" />
<sup>24</sup>Και επλησιασαν οι υιοι Ισραηλ εις τους υιους του Βενιαμιν, την δευτεραν ημεραν.
<scripture passage="Judg 20:25" parsed="|Judg|20|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.25" />
<sup>25</sup>Και εξηλθεν ο Βενιαμιν εναντιον αυτων την δευτεραν ημεραν εκ της Γαβαα, και εστρωσε παλιν κατα γης, εκ των υιων Ισραηλ, δεκαοκτω χιλιαδας ανδρων· παντες ουτοι εσυρον ρομφαιαν.
<scripture passage="Judg 20:26" parsed="|Judg|20|26|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.26" />
<sup>26</sup>Τοτε παντες οι υιοι Ισραηλ και πας ο λαος ανεβησαν και ηλθον εις Βαιθηλ, και εκλαυσαν και εκαθισαν εκει ενωπιον του Κυριου και ενηστευσαν εκεινην την ημεραν εως εσπερας, και προσεφεραν ολοκαυτωματα και θυσιας ειρηνικας ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Judg 20:27" parsed="|Judg|20|27|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.27" />
<sup>27</sup>Και ηρωτησαν οι υιοι Ισραηλ τον Κυριον, διοτι η κιβωτος της διαθηκης του Θεου ητο εκει κατ' εκεινας τας ημερας,
<scripture passage="Judg 20:28" parsed="|Judg|20|28|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.28" />
<sup>28</sup>Φινεες δε ο υιος του Ελεαζαρ, υιου του Ααρων, ιστατο εμπροσθεν αυτης κατ' εκεινας τας ημερας, και ειπον, Να εξελθω παλιν εις μαχην εναντιον των υιων Βενιαμιν του αδελφου μου; η να παυσω; Και ο Κυριος ειπεν, Αναβα· διοτι αυριον θελω παραδωσει αυτους εις την χειρα σου.
<scripture passage="Judg 20:29" parsed="|Judg|20|29|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.29" />
<sup>29</sup>Και εθεσεν ο Ισραηλ ενεδραν κατα της Γαβαα κυκλω.
<scripture passage="Judg 20:30" parsed="|Judg|20|30|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.30" />
<sup>30</sup>Και ανεβησαν οι υιοι Ισραηλ την τριτην ημεραν εναντιον των υιων Βενιαμιν, και παρεταχθηααν εναντιον της Γαβαα, καθως την πρωτην και δευτεραν φοραν.
<scripture passage="Judg 20:31" parsed="|Judg|20|31|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.31" />
<sup>31</sup>Και εξελθοντες οι υιοι Βενιαμιν εναντιον του λαου, απεσπασθησαν απο της πολεως και ηρχισαν να κτυπωσι τινας εκ του λαου, φονευοντες, ως αλλοτε, εις τας οδους, εκ των οποιων η μια αναβαινει προς Βαιθηλ, η δε αλλη προς την Γαβαα εν τη πεδιαδι, περιπου τριακοντα ανδρας εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 20:32" parsed="|Judg|20|32|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.32" />
<sup>32</sup>Και ειπον οι υιοι Βενιαμιν, αυτοι πιπτουσιν εμπροσθεν ημων, καθως προτερον. Αλλ' οι υιοι Ισραηλ ειπαν, Ας φυγωμεν και ας αποσπασωμεν αυτους εκ της πολεως εις τας οδους.
<scripture passage="Judg 20:33" parsed="|Judg|20|33|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.33" />
<sup>33</sup>Και παντες οι ανδρες Ισραηλ εσηκωθησαν εκ της θεσεως αυτων και παρεταχθησαν εν Βααλ-θαμαρ· και η ενεδρα του Ισραηλ εξηλθεν εκ της θεσεως αυτης, απο του λιβαδιου της Γαβαα.
<scripture passage="Judg 20:34" parsed="|Judg|20|34|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.34" />
<sup>34</sup>Και ηλθον εναντιον της Γαβαα δεκα χιλιαδες ανδρων εκλεκτων εκ παντος του Ισραηλ, και η μαχη εσταθη βαρεια· αλλ' αυτοι δεν εγνωριζον οτι το κακον ητο πλησιον αυτων.
<scripture passage="Judg 20:35" parsed="|Judg|20|35|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.35" />
<sup>35</sup>Και επαταξεν ο Κυριος τον Βενιαμιν εμπροσθεν του Ισραηλ. και εξωλοθρευσαν οι υιοι Ισραηλ κατ' εκεινην την ημεραν εκ των Βενιαμιτων εικοσιπεντε χιλιαδας και εκατον ανδρας· παντες ουτοι εσυρον ρομφαιαν.
<scripture passage="Judg 20:36" parsed="|Judg|20|36|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.36" />
<sup>36</sup>Και ειδον οι υιοι Βενιαμιν οτι εκτυπηθησαν· διοτι οι ανδρες Ισραηλ υπεχωρησαν εις τους Βενιαμιτας, εχοντες το θαρρος αυτων εις την ενεδραν την οποιαν ειχον θεσει πλησιον της Γαβαα.
<scripture passage="Judg 20:37" parsed="|Judg|20|37|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.37" />
<sup>37</sup>Και οι ενεδρευοντες ωρμησαν και εχυθησαν επι την Γαβαα· και οι ενεδρευοντες εξηπλωθησαν και επαταξαν πασαν την πολιν εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="Judg 20:38" parsed="|Judg|20|38|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.38" />
<sup>38</sup>Οι δε ανδρες Ισραηλ ειχον διορισει σημειον εις τους ενεδρευοντας, να υψωσωσι πυρ καπνωδες απο της πολεως.
<scripture passage="Judg 20:39" parsed="|Judg|20|39|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.39" />
<sup>39</sup>Και οτε υπεχωρησαν οι υιοι Ισραηλ εν τη μαχη, ο Βενιαμιν ηρχισε να κτυπα, και εφονευσεν εκ των Ισραηλιτων περιπου τριακοντα ανδρας· διοτι ειπαν, Βεβαιως παλιν πιπτουσιν εμπροσθεν ημων, ως εν τη πρωτη μαχη.
<scripture passage="Judg 20:40" parsed="|Judg|20|40|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.40" />
<sup>40</sup>Αλλ' οτε το πυρ ηρχισε να υψουται απο της πολεως με στυλον καπνου, οι Βενιαμιται επεβλεψαν οπισω αυτων, και ιδου, η πυρκαια της πολεως ανεβαινεν εις τον ουρανον.
<scripture passage="Judg 20:41" parsed="|Judg|20|41|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.41" />
<sup>41</sup>Και οτε επεστρεψαν οι ανδρες Ισραηλ, ετρομαξαν οι ανδρες Βενιαμιν· διοτι ειδον οτι το κακον εφθασεν επ' αυτους.
<scripture passage="Judg 20:42" parsed="|Judg|20|42|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.42" />
<sup>42</sup>Και ετραπησαν εμπροσθεν των υιων Ισραηλ προς την οδον της ερημου· αλλ' η μαχη επροφθασεν αυτους· διοτι οι εκ των πολεων εξωλοθρευον αυτους εν μεσω αυτων.
<scripture passage="Judg 20:43" parsed="|Judg|20|43|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.43" />
<sup>43</sup>Περιεκυκλωσαν τους Βενιαμιτας, κατεδιωξαν αυτους, κατεπατησαν αυτους, απο Μενουα εως απεναντι της Γαβαα προς ανατολας ηλιου.
<scripture passage="Judg 20:44" parsed="|Judg|20|44|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.44" />
<sup>44</sup>Και επεσον εκ του Βενιαμιν δεκαοκτω χιλιαδες ανδρων. παντες ουτοι ανδρες δυνατοι.
<scripture passage="Judg 20:45" parsed="|Judg|20|45|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.45" />
<sup>45</sup>Τοτε ετραπησαν και εφυγον προς την ερημον εις την πετραν Ριμμων· και οι υιοι Ισραηλ εσταχυολογησαν εξ αυτων εις τας οδους πεντε χιλιαδας ανδρων· και κατεδιωξαν αυτους εως Γιδωμ, και εφονευσαν εξ αυτων δυο χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="Judg 20:46" parsed="|Judg|20|46|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.46" />
<sup>46</sup>Ουτω παντες οι πεσοντες κατ' εκεινην την ημεραν εκ του Βενιαμιν ησαν εικοσιπεντε χιλιαδες ανδρων συροντων ρομφαιαν· παντες ουτοι ανδρες δυνατοι.
<scripture passage="Judg 20:47" parsed="|Judg|20|47|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.47" />
<sup>47</sup>Εξακοσιοι ομως ανδρες ετραπησαν και εφυγον προς την ερημον εις την πετραν Ριμμων, και εκαθισαν εν τη πετρα Ριμμων τεσσαρας μηνας.
<scripture passage="Judg 20:48" parsed="|Judg|20|48|0|0" osisRef="Bible:Judg.20.48" />
<sup>48</sup>Και επεστρεψαν οι ανδρες Ισραηλ προς τους υιους Βενιαμιν, και επαταξαν αυτους εν στοματι μαχαιρας, απο ανθρωπων εκαστης πολεως, εως των κτηνων και παντος του παρευρισκομενου· και πασας τας ευρισκομενας πολεις παρεδωκαν εις πυρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Judges 21" progress="24.51%" prev="Judg.20" next="Ruth" id="Judg.21">
<h3 id="Judg.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Judg.21-p1">
<scripture passage="Judg 21:1" parsed="|Judg|21|1|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.1" />
<sup>1</sup>Και οι ανδρες Ισραηλ ειχον ομοσει εν Μισπα, λεγοντες, ουδεις εξ ημων θελει δωσει την θυγατερα αυτου εις τον Βενιαμιν δια γυναικα.
<scripture passage="Judg 21:2" parsed="|Judg|21|2|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.2" />
<sup>2</sup>Και ηλθεν ο λαος εις Βαιθηλ, και εκαθισαν εκει εως εσπερας ενωπιον του Θεου, και υψωσαν την φωνην αυτων και εκλαυσαν κλαυθμον μεγαν·
<scripture passage="Judg 21:3" parsed="|Judg|21|3|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.3" />
<sup>3</sup>και ειπον, Διατι, Κυριε Θεε του Ισραηλ, εγεινε τουτο εν τω Ισραηλ, να αποκοπη σημερον απο του Ισραηλ μια φυλη;
<scripture passage="Judg 21:4" parsed="|Judg|21|4|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.4" />
<sup>4</sup>Και την επαυριον εσηκωθη ο λαος το πρωι, και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον και προσεφερεν ολοκαυτωματα και θυσιας ειρηνικας.
<scripture passage="Judg 21:5" parsed="|Judg|21|5|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.5" />
<sup>5</sup>Και ειπον οι υιοι Ισραηλ, Τις ειναι μεταξυ πασων των φυλων του Ισραηλ, οστις δεν ανεβη εις την συναξιν προς τον Κυριον; Διοτι ειχον καμει μεγαν ορκον κατ' εκεινον οστις δεν ηθελεν αναβη προς τον Κυριον εις Μισπα, λεγοντες, Εξαπαντος θελει θανατωθη.
<scripture passage="Judg 21:6" parsed="|Judg|21|6|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.6" />
<sup>6</sup>Και μετενοησαν οι υιοι Ισραηλ περι Βενιαμιν του αδελφου αυτων και ειπον, Σημερον απεκοπη μια φυλη απο του Ισραηλ·
<scripture passage="Judg 21:7" parsed="|Judg|21|7|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.7" />
<sup>7</sup>τι θελομεν καμει δια γυναικας εις τους απομειναντας, αφου ωμοσαμεν προς τον Κυριον να μη δωσωμεν εις αυτους δια γυναικας εκ των θυγατερων ημων;
<scripture passage="Judg 21:8" parsed="|Judg|21|8|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.8" />
<sup>8</sup>Και ειπον, Ποιος τις ειναι εκ των φυλων Ισραηλ, οστις δεν ανεβη εις Μισπα προς τον Κυριον; Και ιδου, δεν ειχεν ελθει ουδεις εις το στρατοπεδον απο Ιαβεις-γαλααδ εις την συναξιν.
<scripture passage="Judg 21:9" parsed="|Judg|21|9|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.9" />
<sup>9</sup>Διοτι εγεινεν εξετασις του λαου, και ιδου, δεν ητο εκει ουδεις εκ των κατοικων της Ιαβεις-γαλααδ.
<scripture passage="Judg 21:10" parsed="|Judg|21|10|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.10" />
<sup>10</sup>Και απεστειλεν εκει η συναγωγη δωδεκα χιλιαδας ανδρων εκ των πλεον δυνατων και προσεταξεν αυτους, λεγουσα, Υπαγετε και παταξατε τους κατοικους της Ιαβεις-γαλααδ εν στοματι μαχαιρας, και τας γυναικας και τα παιδια·
<scripture passage="Judg 21:11" parsed="|Judg|21|11|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.11" />
<sup>11</sup>και τουτο ειναι το πραγμα, το οποιον θελετε καμει· παν αρσενικον και πασαν γυναικα γνωρισασαν κοιτην αρσενικου θελετε εξολοθρευσει.
<scripture passage="Judg 21:12" parsed="|Judg|21|12|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.12" />
<sup>12</sup>Και ευρηκαν μεταξυ των κατοικων της Ιαβεις-γαλααδ τετρακοσιας νεας παρθενους, αιτινες δεν ειχον γνωρισει ανδρα εν κοιτη αρσενικου· και εφεραν αυτας προς το στρατοπεδον εις Σηλω, ητις ειναι εν γη Χανααν.
<scripture passage="Judg 21:13" parsed="|Judg|21|13|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.13" />
<sup>13</sup>Και απεστειλε πασα η συναγωγη, και ελαλησαν προς τους υιους Βενιαμιν, τους εν τη πετρα Ριμμων, και εκαλεσαν αυτους εις ειρηνην.
<scripture passage="Judg 21:14" parsed="|Judg|21|14|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.14" />
<sup>14</sup>Και επεστρεψεν ο Βενιαμιν κατ' εκεινον τον καιρον· και εδωκαν εις αυτους τας γυναικας, τας οποιας ειχον αφησει ζωσας εκ των γυναικων της Ιαβεις-γαλααδ· πλην δεν εξηρκεσαν εις αυτους.
<scripture passage="Judg 21:15" parsed="|Judg|21|15|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.15" />
<sup>15</sup>Και μετενοησεν ο λαος περι Βενιαμιν, διοτι ο Κυριος εκαμε χαλασμον εν ταις φυλαις Ισραηλ.
<scripture passage="Judg 21:16" parsed="|Judg|21|16|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ειπον οι πρεσβυτεροι της συναγωγης, Τι θελομεν καμει δια γυναικας εις τους λοιπους; επειδη αι γυναικες ηφανισθησαν εκ του Βενιαμιν.
<scripture passage="Judg 21:17" parsed="|Judg|21|17|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.17" />
<sup>17</sup>Και ειπον, Πρεπει να μενη η κληρονομια εις τους σωθεντας εκ του Βενιαμιν, δια να μη εξαλειφθη μια φυλη εκ του Ισραηλ·
<scripture passage="Judg 21:18" parsed="|Judg|21|18|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.18" />
<sup>18</sup>πλην ημεις δεν δυναμεθα να δωσωμεν εις αυτους γυναικας εκ των θυγατερων ημων· διοτι οι υιοι Ισραηλ ωμοσαν, λεγοντες, Επικαταρατος, οστις δωση γυναικα εις τον Βενιαμιν.
<scripture passage="Judg 21:19" parsed="|Judg|21|19|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ειπον, Ιδου, κατ' ετος γινεται εορτη του Κυριου εν Σηλω, ητις ειναι προς βορραν της Βαιθηλ, προς ανατολας της οδου ητις αναβαινει απο Βαιθηλ εις Συχεμ και προς νοτον της Λεβωνα.
<scripture passage="Judg 21:20" parsed="|Judg|21|20|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.20" />
<sup>20</sup>Προσεταξαν λοιπον εις τους υιους του Βενιαμιν, λεγοντες, Υπαγετε και ενεδρευσατε εις τας αμπελους·
<scripture passage="Judg 21:21" parsed="|Judg|21|21|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.21" />
<sup>21</sup>και παρατηρησατε, και ιδου, εαν αι θυγατερες της Σηλω εξελθωσι να χορευσωσιν εις τους χορους, τοτε εξελθετε εκ των αμπελων και αρπασατε εις εαυτους εκαστος την γυναικα αυτου εκ των θυγατερων της Σηλω, και υπαγετε εις την γην του Βενιαμιν·
<scripture passage="Judg 21:22" parsed="|Judg|21|22|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.22" />
<sup>22</sup>και οταν οι πατερες αυτων η οι αδελφοι αυτων ελθωσιν προς ημας δια να παραπονεθωσιν, ημεις θελομεν ειπει προς αυτους, Καμετε εις αυτους ελεος δια ημας, επειδη δεν συνελαβομεν εν τω πολεμω γυναικα δι' εκαστον· σεις δε μη διδοντες εις αυτους κατα τον καιρον τουτον, ηθελετε εισθαι ενοχοι.
<scripture passage="Judg 21:23" parsed="|Judg|21|23|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.23" />
<sup>23</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι Βενιαμιν, και ελαβον γυναικας κατα τον αριθμον αυτων εξ εκεινων αιτινες εχορευον, αρπασαντες αυτας· και ανεχωρησαν και υπεστρεψαν εις την κληρονομιαν αυτων, και εκτισαν τας πολεις και κατωκησαν εν αυταις.
<scripture passage="Judg 21:24" parsed="|Judg|21|24|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.24" />
<sup>24</sup>Και ανεχωρησαν εκειθεν κατ' εκεινον τον καιρον οι υιοι Ισραηλ, εκαστος εις την φυλην αυτου και εις την συγγενειαν αυτου· και εξηλθον εκειθεν, εκαστος εις την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Judg 21:25" parsed="|Judg|21|25|0|0" osisRef="Bible:Judg.21.25" />
<sup>25</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας δεν ητο βασιλευς εν τω Ισραηλ· εκαστος επραττε το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Ruth" progress="24.61%" prev="Judg.21" next="Ruth.1" id="Ruth">
<h2 id="Ruth-p0.1">Ruth</h2>

<div3 title="Ruth 1" progress="24.61%" prev="Ruth" next="Ruth.2" id="Ruth.1">
<h3 id="Ruth.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Ruth.1-p1">
<scripture passage="Ruth 1:1" parsed="|Ruth|1|1|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.1" />
<sup>1</sup>Και εν ταις ημεραις καθ' ας οι κριται εκρινον, εγεινε πεινα εν τη γη. Και υπηγεν ανθρωπος τις απο Βηθλεεμ Ιουδα να παροικηση εν γη Μωαβ, αυτος και η γυνη αυτου και οι δυο υιοι αυτου.
<scripture passage="Ruth 1:2" parsed="|Ruth|1|2|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.2" />
<sup>2</sup>Το δε ονομα του ανθρωπου ητο Ελιμελεχ, και το ονομα της γυναικος αυτου Ναομι, και το ονομα των δυο υιων αυτου Μααλων και Χελαιων, Εφραθαιοι εκ Βηθλεεμ Ιουδα. Και ηλθον εις γην Μωαβ και ησαν εκει.
<scripture passage="Ruth 1:3" parsed="|Ruth|1|3|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.3" />
<sup>3</sup>Και απεθανεν Ελιμελεχ ο ανηρ της Ναομι· και εμεινεν αυτη και οι δυο υιοι αυτης.
<scripture passage="Ruth 1:4" parsed="|Ruth|1|4|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.4" />
<sup>4</sup>Και ουτοι ελαβον εις εαυτους γυναικας Μωαβιτιδας· το ονομα της μιας Ορφα και το ονομα της αλλης Ρουθ· και κατωκησαν εκει εως δεκα ετη.
<scripture passage="Ruth 1:5" parsed="|Ruth|1|5|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.5" />
<sup>5</sup>Απεθανον δε αμφοτεροι, ο Μααλων και ο Χελαιων· και εστερηθη η γυνη των δυο υιων αυτης και του ανδρος αυτης.
<scripture passage="Ruth 1:6" parsed="|Ruth|1|6|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.6" />
<sup>6</sup>Τοτε εσηκωθη αυτη και αι νυμφαι αυτης και επεστρεψαν εκ της γης Μωαβ· διοτι ηκουσεν εν γη Μωαβ, οτι επεσκεφθη ο Κυριος τον λαον αυτου διδων εις αυτους αρτον.
<scripture passage="Ruth 1:7" parsed="|Ruth|1|7|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.7" />
<sup>7</sup>Και εξηλθεν εκ του τοπου οπου ητο, και αι δυο νυμφαι αυτης μετ' αυτης και επορευοντο την οδον δια να επιστρεψωσιν εις γην Ιουδα.
<scripture passage="Ruth 1:8" parsed="|Ruth|1|8|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.8" />
<sup>8</sup>Ειπε δε η Ναομι προς τας δυο νυμφας αυτης, Υπαγετε, επιστρεψατε εκαστη εις τον οικον της μητρος αυτης. Ο Κυριος να καμη ελεος εις εσας, καθως σεις εκαμετε εις τους αποθανοντας και εις εμε·
<scripture passage="Ruth 1:9" parsed="|Ruth|1|9|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.9" />
<sup>9</sup>ο Κυριος να σας δωση να ευρητε αναπαυσιν, εκαστη εν τω οικω του ανδρος αυτης. Και εφιλησεν αυτας· και αυται υψωσαν την φωνην αυτων και εκλαυσαν.
<scripture passage="Ruth 1:10" parsed="|Ruth|1|10|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.10" />
<sup>10</sup>Και ειπον προς αυτην, Ουχι· αλλα μετα σου θελομεν επιστρεψει εις τον λαον σου.
<scripture passage="Ruth 1:11" parsed="|Ruth|1|11|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν η Ναομι, Επιστρεψατε, θυγατερες μου· δια τι να ελθητε μετ' εμου; μηπως εχω ετι υιους εν τη κοιλια μου, δια να γεινωσιν ανδρες σας;
<scripture passage="Ruth 1:12" parsed="|Ruth|1|12|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.12" />
<sup>12</sup>επιστρεψατε, θυγατερες μου, υπαγετε· διοτι εγηρασα και δεν ειμαι δια ανδρα· εαν ελεγον, Εχω ελπιδα, εαν μαλιστα υπανδρευομην ταυτην την νυκτα και εγεννων ετι υιους,
<scripture passage="Ruth 1:13" parsed="|Ruth|1|13|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.13" />
<sup>13</sup>σεις ηθελετε προσμενει αυτους εωσου μεγαλωσωσιν; ηθελετε δι' αυτους αναβαλει το να υπανδρευθητε; μη, θυγατερες μου· επειδη επικρανθην πολυ πλεον παρα σεις, οτι η χειρ του Κυριου εξηλθε κατ' εμου.
<scripture passage="Ruth 1:14" parsed="|Ruth|1|14|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.14" />
<sup>14</sup>Εκειναι δε υψωσαν την φωνην αυτων και εκλαυσαν παλιν· και κατεφιλησεν η Ορφα την πενθεραν αυτης· η δε Ρουθ επροσκολληθη εις αυτην.
<scripture passage="Ruth 1:15" parsed="|Ruth|1|15|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν η Ναομι, Ιδου, η συννυμφος σου επεστρεψε προς τον λαον αυτης και προς τους θεους αυτης· επιστρεψον και συ κατοπιν της συννυμφου σου.
<scripture passage="Ruth 1:16" parsed="|Ruth|1|16|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' η Ρουθ ειπε, Μη με αναγκαζε να σε αφησω, δια να αναχωρησω απ' οπισθεν σου· διοτι οπου αν συ υπαγης, και εγω θελω υπαγει· και οπου αν συ παραμεινης, και εγω θελω παραμεινει· ο λαος σου, λαος μου, και ο Θεος σου, Θεος μου·
<scripture passage="Ruth 1:17" parsed="|Ruth|1|17|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.17" />
<sup>17</sup>οπου αν αποθανης, θελω αποθανει και εκει θελω ταφη· ουτω να καμη ο Κυριος εις εμε και ουτω να προσθεση, εαν αλλο τι παρα τον θανατον χωριση εμε απο σου.
<scripture passage="Ruth 1:18" parsed="|Ruth|1|18|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.18" />
<sup>18</sup>Ιδουσα δε η Ναομι οτι αυτη διισχυριζετο να υπαγη μετ' αυτης, επαυσε να λαλη προς αυτην.
<scripture passage="Ruth 1:19" parsed="|Ruth|1|19|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.19" />
<sup>19</sup>Περιεπατησαν δε αμφοτεραι, εωσου εφθασαν εις Βηθλεεμ. Και οτε εφθασαν εις Βηθλεεμ, πασα η πολις συνεκινηθη δι' αυτας, και αι γυναικες ελεγον, Αυτη ειναι η Ναομι;
<scripture passage="Ruth 1:20" parsed="|Ruth|1|20|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.20" />
<sup>20</sup>Και αυτη ειπε προς αυτας, Μη με ονομαζετε Ναομι· ονομαζετε με Μαρα· διοτι ο Παντοδυναμος με επικρανε σφοδρα·
<scripture passage="Ruth 1:21" parsed="|Ruth|1|21|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.21" />
<sup>21</sup>εγω πληρης ανεχωρησα, και κενην επανηγαγε με ο Κυριος· δια τι με ονομαζετε Ναομι, αφου ο Κυριος εμαρτυρησε κατ' εμου και ο Παντοδυναμος με κατεθλιψεν;
<scripture passage="Ruth 1:22" parsed="|Ruth|1|22|0|0" osisRef="Bible:Ruth.1.22" />
<sup>22</sup>Επεστρεψε λοιπον η Ναομι, και μετ' αυτης Ρουθ η Μωαβιτις η νυμφη αυτης ελθουσα εκ γης Μωαβ· και αυται εφθασαν εις Βηθλεεμ εν τη αρχη του θερισμου των κριθων.
</p>
</div3>

<div3 title="Ruth 2" progress="24.68%" prev="Ruth.1" next="Ruth.3" id="Ruth.2">
<h3 id="Ruth.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Ruth.2-p1">
<scripture passage="Ruth 2:1" parsed="|Ruth|2|1|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.1" />
<sup>1</sup>Ειχε δε η Ναομι συγγενη τινα του ανδρος αυτης, ανθρωπον δυνατον εν ισχυι, εκ της συγγενειας του Ελιμελεχ· και το ονομα αυτου Βοοζ.
<scripture passage="Ruth 2:2" parsed="|Ruth|2|2|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν η Ρουθ η Μωαβιτις προς την Ναομι, Ας υπαγω, παρακαλω, εις τον αγρον δια να συναξω ασταχυα κατοπιν ουτινος ευρω χαριν εις τους οφθαλμους· και ειπε προς αυτην, Υπαγε, θυγατηρ μου.
<scripture passage="Ruth 2:3" parsed="|Ruth|2|3|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.3" />
<sup>3</sup>Και υπηγε και ελθουσα εσταχυολογει εν τω αγρω κατοπιν των θεριστων· και ετυχεν εν μερει του αγρου του Βοοζ, οστις ητο εκ της συγγενειας του Ελιμελεχ.
<scripture passage="Ruth 2:4" parsed="|Ruth|2|4|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.4" />
<sup>4</sup>Και ιδου, ο Βοοζ ηλθεν εκ Βηθλεεμ και ειπε προς τους θεριστας, Κυριος μεθ' υμων. Και απεκριθησαν προς αυτον, Κυριος να σε ευλογηση.
<scripture passage="Ruth 2:5" parsed="|Ruth|2|5|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ειπεν ο Βοοζ προς τον υπηρετην αυτου, τον επιστατην των θεριστων, Τινος ειναι η νεα αυτη;
<scripture passage="Ruth 2:6" parsed="|Ruth|2|6|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.6" />
<sup>6</sup>Και ο υπηρετης ο επιστατης των θεριστων απεκριθη και ειπεν, ειναι η νεα η Μωαβιτις, η επιστρεψασα μετα της Ναομι εκ γης Μωαβ·
<scripture passage="Ruth 2:7" parsed="|Ruth|2|7|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.7" />
<sup>7</sup>και ειπεν, Ας σταχυολογησω, παρακαλω, και ας συναξω τι μεταξυ των δεματιων κατοπιν των θεριστων· και ηλθε και εσταθη απο πρωιας εως ταυτης της ωρας· ολιγον μονον ανεπαυθη εν τη οικια.
<scripture passage="Ruth 2:8" parsed="|Ruth|2|8|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Βοοζ προς την Ρουθ, Δεν ακουεις, θυγατηρ μου; μη υπαγης να σταχυολογησης εν αλλω αγρω, μηδε να αναχωρησης εντευθεν, αλλα μενε ενταυθα μετα των κορασιων μου·
<scripture passage="Ruth 2:9" parsed="|Ruth|2|9|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.9" />
<sup>9</sup>ας ηναι οι οφθαλμοι σου επι τον αγρον οπου θεριζουσι, και υπαγε κατοπιν αυτων· δεν προσεταξα εγω εις τους νεους να μη σε εγγισωσι; και οταν διψησης υπαγε εις τα αγγεια και πινε απο ο, τι αντλησωσιν οι νεοι.
<scripture passage="Ruth 2:10" parsed="|Ruth|2|10|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.10" />
<sup>10</sup>Η δε επεσε κατα προσωπον και προσεκυνησεν εως εδαφους και ειπε προς αυτον, Πως εγω ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, ωστε να λαβης προνοιαν περι εμου, ενω ειμαι ξενη;
<scripture passage="Ruth 2:11" parsed="|Ruth|2|11|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.11" />
<sup>11</sup>Και ο Βοοζ απεκριθη και ειπε προς αυτην, Ανηγγελθησαν προς εμε ακριβως παντα οσα εκαμες εις την πενθεραν σου μετα τον θανατον του ανδρος σου· και οτι αφηκας τον πατερα σου και την μητερα σου και την γην της γεννησεως σου, και ηλθες προς λαον, τον οποιον δεν εγνωριζες προτερον·
<scripture passage="Ruth 2:12" parsed="|Ruth|2|12|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.12" />
<sup>12</sup>ο Κυριος να ανταμειψη το εργον σου, και ο μισθος σου να ηναι πληρης παρα Κυριου του Θεου του Ισραηλ, υπο τας πτερυγας του οποιου ηλθες να σκεπασθης.
<scripture passage="Ruth 2:13" parsed="|Ruth|2|13|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.13" />
<sup>13</sup>Η δε ειπεν, Ας ευρω χαριν εις τους οφθαλμους σου, κυριε μου· επειδη με παρηγορησας και επειδη ελαλησας ευμενως προς την δουλην σου, αν και εγω δεν ειμαι ουδε ως μια των θεραπαινιδων σου.
<scripture passage="Ruth 2:14" parsed="|Ruth|2|14|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτην ο Βοοζ την ωραν του φαγητου, Ελθε και φαγε εκ του αρτου και βρεξον το ψωμιον σου εις το οξος. Και αυτη εκαθισεν εις τα πλαγια των θεριστων· εκεινος δε εδωκεν εις αυτην σιτον πεφρυγανισμενον, και εφαγε και εχορτασθη και επερισσευσε.
<scripture passage="Ruth 2:15" parsed="|Ruth|2|15|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.15" />
<sup>15</sup>Και εσηκωθη να σταχυολογηση, και προσεταξεν ο Βοοζ εις τους νεους αυτου, λεγων, Και μεταξυ των δεματιων ας σταχυολογη, και μη επιπληττετε αυτην·
<scripture passage="Ruth 2:16" parsed="|Ruth|2|16|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.16" />
<sup>16</sup>και μαλιστα αφινετε να πιπτη τι απο των χειροβολων δια αυτην και αφινετε να συλλεγη και μη ελεγχετε αυτην.
<scripture passage="Ruth 2:17" parsed="|Ruth|2|17|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.17" />
<sup>17</sup>Και εσταχυολογησεν εν τω αγρω εως εσπερας και εκοπανισεν οσον εσταχυολογησε· και ητο εως εν εφα κριθης.
<scripture passage="Ruth 2:18" parsed="|Ruth|2|18|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.18" />
<sup>18</sup>Και εσηκωσεν αυτο και εισηλθεν εις την πολιν· και ειδεν η πενθερα αυτης οσον εσταχυολογησε· και εκβαλουσα η Ρουθ, εδωκεν εις αυτην ο, τι ειχε περισσευσει αφου εχορτασθη.
<scripture passage="Ruth 2:19" parsed="|Ruth|2|19|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτην η πενθερα αυτης, Που εσταχυολογησας σημερον; και που εδουλευσας; ευλογημενος να ηναι εκεινος οστις ελαβε προνοιαν περι σου. Και εκεινη εφανερωσε προς την πενθεραν αυτης εις τινος αγρον εδουλευσε και ειπε, το ονομα του ανθρωπου, εις τον οποιον εδουλευσα σημερον, ειναι Βοοζ.
<scripture passage="Ruth 2:20" parsed="|Ruth|2|20|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν η Ναομι προς την νυμφην αυτης, Ευλογημενος παρα Κυριου εκεινος οστις δεν αφηκε το ελεος αυτου προς τους ζωντας και προς τους τεθνεωτας. Και ειπε προς αυτην η Ναομι, Συγγενης ημων ειναι ο ανθρωπος ουτος εκ των πλησιον συγγενων ημων.
<scripture passage="Ruth 2:21" parsed="|Ruth|2|21|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν η Ρουθ η Μωαβιτις, Αυτος με ειπε προσετι, Συ θελεις μενει μετα των ανθρωπων μου, εωσου τελειωσωσιν ολον τον θερισμον μου.
<scripture passage="Ruth 2:22" parsed="|Ruth|2|22|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν η Ναομι προς την Ρουθ την νυμφην αυτης, Ειναι καλον, θυγατηρ μου, να εκβαινης μετα των κορασιων αυτου, και να μη σε απαντησωσιν εν αλλω αγρω.
<scripture passage="Ruth 2:23" parsed="|Ruth|2|23|0|0" osisRef="Bible:Ruth.2.23" />
<sup>23</sup>Και προσεκολληθη εις τα κορασια του Βοοζ δια να σταχυολογη, εωσου τελειωση ο θερισμος των κριθων και ο θερισμος του σιτου· και εκαθητο μετα της πενθερας αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Ruth 3" progress="24.78%" prev="Ruth.2" next="Ruth.4" id="Ruth.3">
<h3 id="Ruth.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Ruth.3-p1">
<scripture passage="Ruth 3:1" parsed="|Ruth|3|1|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε προς αυτην η Ναομι η πενθερα αυτης, Θυγατηρ μου, να μη ζητησω αναπαυσιν εις σε δια να ευημερησης;
<scripture passage="Ruth 3:2" parsed="|Ruth|3|2|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.2" />
<sup>2</sup>και τωρα, μηπως δεν ειναι Βοοζ εκ της συγγενειας ημων, μετα των κορασιων του οποιου ησο; ιδου, αυτος λικμιζει ταυτην την νυκτα το αλωνιον των κριθων·
<scripture passage="Ruth 3:3" parsed="|Ruth|3|3|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.3" />
<sup>3</sup>λουσθητι λοιπον και αλειφθητι και ενδυθητι την στολην σου και καταβα εις το αλωνιον· μη γνωρισθης εις τον ανθρωπον, εωσου τελειωση απο του να φαγη και να πιη·
<scripture passage="Ruth 3:4" parsed="|Ruth|3|4|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.4" />
<sup>4</sup>και ενω πλαγιαζει, παρατηρησον τον τοπον οπου πλαγιαζει, και ελθουσα σηκωσον το σκεπασμα απο των ποδων αυτου, και πλαγιασον· και εκεινος θελει σοι ειπει τι να καμης.
<scripture passage="Ruth 3:5" parsed="|Ruth|3|5|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.5" />
<sup>5</sup>Η δε ειπε προς αυτην, Παντα οσα λεγεις εις εμε, θελω καμει.
<scripture passage="Ruth 3:6" parsed="|Ruth|3|6|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.6" />
<sup>6</sup>Και κατεβη εις το αλωνιον και εκαμε παντα οσα προσεταξεν εις αυτην η πενθερα αυτης.
<scripture passage="Ruth 3:7" parsed="|Ruth|3|7|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.7" />
<sup>7</sup>Και αφου ο Βοοζ εφαγε και επιε, και ευφρανη η καρδια αυτου, υπηγε να πλαγιαση εις την ακραν του σωρου του σιτου· εκεινη δε ηλθε κρυφιως και εσηκωσε ο σκεπασμα απο των ποδων αυτου και επλαγιασε.
<scripture passage="Ruth 3:8" parsed="|Ruth|3|8|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.8" />
<sup>8</sup>Και προς το μεσονυκτιον εξεστη ο ανθρωπος και συνεταραχθη· και ιδου, γυνη εκοιματο παρα τους ποδας αυτου.
<scripture passage="Ruth 3:9" parsed="|Ruth|3|9|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε, Ποια εισαι συ; Εκεινη δε απεκριθη, Εγω η Ρουθ η δουλη σου· απλωσον λοιπον την πτερυγα σου επι την δουλην σου· διοτι εισαι ο πλησιεστερος συγγενης μου.
<scripture passage="Ruth 3:10" parsed="|Ruth|3|10|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπεν, Ευλογημενη να ησαι παρα Κυριου, θυγατερ· διοτι εδειξας περισσοτεραν αγαθωσυνην εσχατως παρα προτερον, μη υπαγουσα κατοπιν νεων, ειτε πτωχων ειτε πλουσιων·
<scripture passage="Ruth 3:11" parsed="|Ruth|3|11|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.11" />
<sup>11</sup>και τωρα, θυγατερ, μη φοβου· θελω καμει εις σε παν ο, τι ειπης· διοτι πασα η πολις του λαου μου εξευρει οτι εισαι γυνη εναρετος·
<scripture passage="Ruth 3:12" parsed="|Ruth|3|12|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.12" />
<sup>12</sup>και τωρα ειναι αληθες οτι εγω ειμαι στενος συγγενης· ειναι ομως αλλος συγγενης πλησιεστερος εμου·
<scripture passage="Ruth 3:13" parsed="|Ruth|3|13|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.13" />
<sup>13</sup>μεινον ταυτην την νυκτα· και το πρωι εαν αυτος θελη να εκπληρωση προς σε το χρεος το συγγενικον, καλον· ας το εκπληρωση· αλλ' εαν δεν θελη να εκπληρωση προς σε το χρεος το συγγενικον, τοτε εγω θελω εκπληρωσει τουτο προς σε, ζη Κυριος· κοιμηθητι εως πρωι.
<scripture passage="Ruth 3:14" parsed="|Ruth|3|14|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.14" />
<sup>14</sup>Και εκοιμηθη παρα τους ποδας αυτου εως πρωι· και εσηκωθη πριν διακρινη ανθρωπος ανθρωπον. Και εκεινος ειπεν, Ας μη γνωρισθη οτι ηλθεν η γυνη εις το αλωνιον.
<scripture passage="Ruth 3:15" parsed="|Ruth|3|15|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.15" />
<sup>15</sup>Ειπε προσετι, Φερε το περικαλυμμα το επανω σου και κρατει αυτο. Και εκεινη εκρατει αυτο, και αυτος εμετρησεν εξ μετρα κριθης και εβαλεν επ' αυτην· και υπηγεν εις την πολιν.
<scripture passage="Ruth 3:16" parsed="|Ruth|3|16|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ηλθε προς την πενθεραν αυτης, εκεινη ειπε, Τι εγεινεν εις σε, θυγατηρ μου; Και αυτη ανηγγειλε προς αυτην παντα οσα εκαμεν εις αυτην ο ανθρωπος·
<scripture passage="Ruth 3:17" parsed="|Ruth|3|17|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.17" />
<sup>17</sup>και ειπεν, Εδωκεν εις εμε ταυτα τα εξ μετρα της κριθης· διοτι, Δεν θελεις υπαγει, μοι ειπε, κενη προς την πενθεραν σου.
<scripture passage="Ruth 3:18" parsed="|Ruth|3|18|0|0" osisRef="Bible:Ruth.3.18" />
<sup>18</sup>Η δε ειπε, Καθου, θυγατηρ μου, εωσου ιδης πως θελει τελειωσει το πραγμα· διοτι ο ανθρωπος δεν θελει ησυχασει, εωσου τελειωση το πραγμα σημερον.
</p>
</div3>

<div3 title="Ruth 4" progress="24.84%" prev="Ruth.3" next="iSam" id="Ruth.4">
<h3 id="Ruth.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Ruth.4-p1">
<scripture passage="Ruth 4:1" parsed="|Ruth|4|1|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.1" />
<sup>1</sup>Και ανεβη ο Βοοζ εις την πυλην και εκαθισεν εκει· και ιδου, διεβαινεν ο συγγενης, περι του οποιου ωμιλησεν ο Βοοζ. Και ειπεν, Ω συ, στρεψον, καθισον ενταυθα. Και εστραφη και εκαθισε.
<scripture passage="Ruth 4:2" parsed="|Ruth|4|2|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.2" />
<sup>2</sup>Και ελαβεν ο Βοοζ δεκα ανδρας εκ των πρεσβυτερων της πολεως, και ειπε, Καθισατε ενταυθα. Και εκαθισαν.
<scripture passage="Ruth 4:3" parsed="|Ruth|4|3|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς τον συγγενη, Η Ναομι, η επιστρεψασα εκ γης Μωαβ, πωλει το μεριδιον του αγρου, το οποιον ητο του αδελφου ημων Ελιμελεχ·
<scripture passage="Ruth 4:4" parsed="|Ruth|4|4|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.4" />
<sup>4</sup>και εγω ειπα να σε ειδοποιησω, λεγων, Αγορασον αυτο εμπροσθεν των κατοικων και εμπροσθεν των πρεσβυτερων του λαου μου· εαν θελης να εξαγορασης αυτο ως συγγενης, εξαγορασον· αλλ' εαν δεν θελης να εξαγορασης αυτο, ειπε προς εμε, δια να εξευρω· διοτι δεν ειναι αλλος να εξαγοραση αυτο ως συγγενης παρα συ· και εγω ειμαι μετα σε. Ο δε ειπεν, Εγω θελω εξαγορασει αυτο.
<scripture passage="Ruth 4:5" parsed="|Ruth|4|5|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Βοοζ, Καθ' ην ημεραν αγορασης τον αγρον εκ της χειρος της Ναομι, πρεπει να λαβης και την Ρουθ την Μωαβιτιν, γυναικα του αποθανοντος, δια να αναστησης το ονομα του αποθανοντος επι της κληρονομιας αυτου.
<scripture passage="Ruth 4:6" parsed="|Ruth|4|6|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο συγγενης, Δεν δυναμαι να εκπληρωσω το χρεος το συγγενικον, μηποτε φθειρω την κληρονομιαν μου· εκπληρωσον συ το χρεος μου το συγγενικον, διοτι δεν δυναμαι εγω να εκπληρωσω αυτο.
<scripture passage="Ruth 4:7" parsed="|Ruth|4|7|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.7" />
<sup>7</sup>Ουτος δε ητο ο τροπος το παλαι εν τω Ισραηλ περι του δικαιωματος της συγγενειας και περι της απαλλοτριωσεως, δια να βεβαιουται πας λογος· ο ανθρωπος λυων το υποδημα αυτου, εδιδεν εις τον πλησιον αυτου· και τουτο ητο μαρτυρια εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Ruth 4:8" parsed="|Ruth|4|8|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ειπεν ο συγγενης προς τον Βοοζ, Αγορασον αυτο εις σεαυτον. Και ελυσε το υποδημα αυτου.
<scripture passage="Ruth 4:9" parsed="|Ruth|4|9|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ειπεν ο Βοοζ προς τους πρεσβυτερους και παντα τον λαον, Μαρτυρες εισθε σημερον, οτι ηγορασα παντα τα του Ελιμελεχ και παντα τα του Χελαιων και Μααλων, εκ της χειρος της Ναομι·
<scripture passage="Ruth 4:10" parsed="|Ruth|4|10|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.10" />
<sup>10</sup>και προσετι, την Ρουθ την Μωαβιτιν την γυναικα του Μααλων, ελαβον εις εμαυτον δια γυναικα, δια να αναστησω το ονομα του αποθανοντος επι της κληρονομιας αυτου, δια να μη εξαλειφθη το ονομα του αποθανοντος εκ των αδελφων αυτου και εκ της πολεως της κατοικιας αυτου· μαρτυρες εισθε σημερον.
<scripture passage="Ruth 4:11" parsed="|Ruth|4|11|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.11" />
<sup>11</sup>Και πας ο λαος ο εν τη πυλη και οι πρεσβυτεροι ειπαν, Μαρτυρες· ο Κυριος να καμη την γυναικα, ητις εισερχεται εις τον οικον σου, ως την Ραχηλ και ως την Λειαν, αιτινες ωκοδομησαν αμφοτεραι τον οικον Ισραηλ· και ισχυε εν Εφραθα και εσο περιφημος εν Βηθλεεμ·
<scripture passage="Ruth 4:12" parsed="|Ruth|4|12|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.12" />
<sup>12</sup>και ας γεινη ο οικος σου ως ο οικος του Φαρες, τον οποιον εγεννησεν η Θαμαρ εις τον Ιουδαν, εκ του σπερματος το οποιον ο Κυριος θελει δωσει εις σε εκ της νεας ταυτης.
<scripture passage="Ruth 4:13" parsed="|Ruth|4|13|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.13" />
<sup>13</sup>Και ελαβεν ο Βοοζ την Ρουθ, και εγεινε γυνη αυτου· και οτε εισηλθε προς αυτην, ο Κυριος εδωκεν εις αυτην συλληψιν, και εγεννησεν υιον.
<scripture passage="Ruth 4:14" parsed="|Ruth|4|14|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.14" />
<sup>14</sup>Και ειπαν αι γυναικες προς την Ναομι, Ευλογητος ο Κυριος, οστις σημερον δεν σε απεστερησε συγγενους, ωστε το ονομα αυτου να καληται εν τω Ισραηλ·
<scripture passage="Ruth 4:15" parsed="|Ruth|4|15|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.15" />
<sup>15</sup>και ουτος θελει εισθαι εις σε αναψυχωτης της ζωης και θελει θρεψει την πολιαν σου· διοτι εγεννησεν αυτον η νυμφη σου, ητις σε αγαπα, ητις ειναι εις σε καλητερα παρα επτα υιους.
<scripture passage="Ruth 4:16" parsed="|Ruth|4|16|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ελαβεν η Ναομι το παιδιον και εθεσεν αυτο εις τον κολπον αυτης και εγεινεν εις αυτο τροφος.
<scripture passage="Ruth 4:17" parsed="|Ruth|4|17|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.17" />
<sup>17</sup>Και αι γειτονες εδωκαν εις αυτο ονομα, λεγουσαι, Υιος εγεννηθη εις την Ναομι· και εκαλεσαν το ονομα αυτου Ωβηδ· ουτος ειναι ο πατηρ του Ιεσσαι πατρος του Δαβιδ.
<scripture passage="Ruth 4:18" parsed="|Ruth|4|18|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.18" />
<sup>18</sup>Και αυτη ειναι η γενεαλογια του Φαρες· ο Φαρες εγεννησε τον Εσρων,
<scripture passage="Ruth 4:19" parsed="|Ruth|4|19|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.19" />
<sup>19</sup>Εσρων δε εγεννησε τον Αραμ, Αραμ δε εγεννησε τον Αμιναδαβ,
<scripture passage="Ruth 4:20" parsed="|Ruth|4|20|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.20" />
<sup>20</sup>Αμιναδαβ δε εγεννησε τον Ναασσων, Ναασσων δε εγεννησε τον Σαλμων,
<scripture passage="Ruth 4:21" parsed="|Ruth|4|21|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.21" />
<sup>21</sup>Σαλμων δε εγεννησε τον Βοοζ, Βοοζ δε εγεννησε τον Ωβηδ,
<scripture passage="Ruth 4:22" parsed="|Ruth|4|22|0|0" osisRef="Bible:Ruth.4.22" />
<sup>22</sup>Ωβηδ δε εγεννησε τον Ιεσσαι, και ο Ιεσσαι εγεννησε τον Δαβιδ.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Samuel" progress="24.92%" prev="Ruth.4" next="iSam.1" id="iSam">
<h2 id="iSam-p0.1">1 Samuel</h2>

<div3 title="1 Samuel 1" progress="24.92%" prev="iSam" next="iSam.2" id="iSam.1">
<h3 id="iSam.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iSam.1-p1">
<scripture passage="1Sam 1:1" parsed="|1Sam|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε ανθρωπος τις εκ Ραμαθαιμ-σοφιμ, εκ του ορους Εφραιμ, και το ονομα αυτου Ελκανα, υιος του Ιεροαμ, υιου Ελιου, υιου Θοου, υιου Σουφ, Εφραθαιος.
<scripture passage="1Sam 1:2" parsed="|1Sam|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.2" />
<sup>2</sup>Και ειχεν ουτος δυο γυναικας· το ονομα της μιας Αννα, και το ονομα της δευτερας Φενιννα· η μεν Φενιννα ειχε τεκνα, η δε Αννα δεν ειχε τεκνα.
<scripture passage="1Sam 1:3" parsed="|1Sam|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.3" />
<sup>3</sup>Ανεβαινε δε ο ανθρωπος ουτος εκ της πολεως αυτου κατ' ετος, δια να προσκυνηση και να προσφερη θυσιαν προς τον Κυριον των δυναμεων εν Σηλω. Και ησαν εκει οι δυο υιοι του Ηλει, Οφνει και Φινεες, ιερεις του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 1:4" parsed="|1Sam|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.4" />
<sup>4</sup>Εφθασε δε η ημερα, καθ' ην εθυσιασεν ο Ελκανα και εδωκε μεριδας εις την Φενινναν την γυναικα αυτου και εις παντας τους υιους αυτης και τας θυγατερας αυτης.
<scripture passage="1Sam 1:5" parsed="|1Sam|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.5" />
<sup>5</sup>εις δε την Ανναν εδωκε διπλασιαν μεριδα· διοτι ηγαπα την Ανναν· αλλ' ο Κυριος ειχε κλεισει την μητραν αυτης.
<scripture passage="1Sam 1:6" parsed="|1Sam|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.6" />
<sup>6</sup>Και η αντιζηλος αυτης παρωξυνεν αυτην σφοδρα, ωστε να καμνη αυτην να αδημονη, οτι ο Κυριος ειχε κλεισει την μητραν αυτης.
<scripture passage="1Sam 1:7" parsed="|1Sam|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.7" />
<sup>7</sup>Και ουτως εκαμνε κατ' ετος· οσακις ανεβαινεν εις τον οικον του Κυριου, ουτω παρωξυνεν αυτην· και εκεινη εκλαιε και δεν ετρωγεν.
<scripture passage="1Sam 1:8" parsed="|1Sam|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.8" />
<sup>8</sup>Ειπε δε προς αυτην Ελκανα ο ανηρ αυτης, Αννα, δια τι κλαιεις; και δια τι δεν τρωγεις; και δια τι η καρδια σου ειναι τεθλιμμενη; δεν ειμαι εγω εις σε καλητερος παρα δεκα υιους;
<scripture passage="1Sam 1:9" parsed="|1Sam|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.9" />
<sup>9</sup>Και εσηκωθη η Αννα, αφου εφαγον εν Σηλω και αφου επιον· ο δε Ηλει ο ιερευς εκαθητο επι καθεδρας, πλησιον του παραστατου της πυλης του ναου του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 1:10" parsed="|1Sam|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.10" />
<sup>10</sup>Και αυτη ητο καταπικραμενη την ψυχην και προσηυχετο εις τον Κυριον, κλαιουσα καθ' υπερβολην.
<scripture passage="1Sam 1:11" parsed="|1Sam|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.11" />
<sup>11</sup>Και ηυχηθη ευχην, λεγουσα, Κυριε των δυναμεων, εαν επιβλεψης τωοντι εις την ταπεινωσιν της δουλης σου και με ενθυμηθης και δεν λησμονησης την δουλην σου, αλλα δωσης εις την δουλην σου τεκνον αρσενικον, τοτε θελω δωσει αυτο εις τον Κυριον πασας τας ημερας της ζωης αυτου, και ξυραφιον δεν θελει αναβη επι την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="1Sam 1:12" parsed="|1Sam|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.12" />
<sup>12</sup>Ενω δε αυτη εξηκολουθει προσευχομενη ενωπιον του Κυριου, ο Ηλει παρετηρει το στομα αυτης.
<scripture passage="1Sam 1:13" parsed="|1Sam|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.13" />
<sup>13</sup>Πλην η Αννα αυτη ελαλει εν τη καρδια αυτης· μονον τα χειλη αυτης εκινουντο, αλλ' η φωνη αυτης δεν ηκουετο· οθεν ο Ηλει ενομισεν οτι ητο μεθυσμενη.
<scripture passage="1Sam 1:14" parsed="|1Sam|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτην ο Ηλει, Εως ποτε θελεις εισθαι μεθυουσα; αποβαλε τον οινον σου απο σου.
<scripture passage="1Sam 1:15" parsed="|1Sam|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.15" />
<sup>15</sup>Και απεκριθη η Αννα και ειπεν, Ουχι, κυριε μου, εγω ειμαι γυνη κατατεθλιμμενη την ψυχην· ουτε οινον ουτε σικερα δεν επιον, αλλ' εξεχεα την ψυχην μου ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="1Sam 1:16" parsed="|1Sam|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.16" />
<sup>16</sup>μη υπολαβης την δουλην σου ως αχρειαν γυναικα· διοτι εκ του πληθους του πονου μου και της θλιψεως μου ελαλησα εως τωρα.
<scripture passage="1Sam 1:17" parsed="|1Sam|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.17" />
<sup>17</sup>Τοτε απεκριθη ο Ηλει και ειπεν, Υπαγε εις ειρηνην· και ο Θεος του Ισραηλ ας σοι δωση την αιτησιν σου, την οποιαν ητησας παρ' αυτου.
<scripture passage="1Sam 1:18" parsed="|1Sam|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.18" />
<sup>18</sup>Η δε ειπεν, Ειθε η δουλη σου να ευρη χαριν εις τους οφθαλμους σου. Τοτε απηλθεν η γυνη εις την οδον αυτης και εφαγε, και το προσωπον αυτης δεν ητο πλεον σκυθρωπον.
<scripture passage="1Sam 1:19" parsed="|1Sam|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.19" />
<sup>19</sup>Και το πρωι εσηκωθησαν ενωρις, και προσκυνησαντες ενωπιον του Κυριου, επεστρεψαν και ηλθον εις την οικιαν αυτων εις Ραμαθ. Και ο Ελκανα εγνωρισεν Ανναν την γυναικα αυτου· και ο Κυριος ενεθυμηθη αυτην.
<scripture passage="1Sam 1:20" parsed="|1Sam|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.20" />
<sup>20</sup>Και οτε επληρωθησαν αι ημεραι αφοτου η Αννα συνελαβεν, εγεννησεν υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Σαμουηλ, Διοτι παρα Κυριου ητησα αυτον, ειπε.
<scripture passage="1Sam 1:21" parsed="|1Sam|1|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.21" />
<sup>21</sup>Και ανεβη ο ανθρωπος Ελκανα και πας ο οικος αυτου, δια να προσφερη προς τον Κυριον την ετησιον θυσιαν και την ευχην αυτου.
<scripture passage="1Sam 1:22" parsed="|1Sam|1|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.22" />
<sup>22</sup>Αλλ' η Αννα δεν ανεβη· διοτι ειπε προς τον ανδρα αυτης, Δεν θελω αναβη εωσου το παιδιον απογαλακτισθη· και τοτε θελω φερει αυτο, δια να εμφανισθη ενωπιον του Κυριου και εκει να κατοικη διαπαντος.
<scripture passage="1Sam 1:23" parsed="|1Sam|1|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε προς αυτην Ελκανα ο ανηρ αυτης, Καμε ο, τι σοι φαινεται καλον· καθου εωσου απογαλακτισης αυτο· μονον ο Κυριος να εκπληρωση τον λογον αυτου. Και εκαθισεν η γυνη και εθηλαζε τον υιον αυτης, εωσου απεγαλακτισεν αυτον.
<scripture passage="1Sam 1:24" parsed="|1Sam|1|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.24" />
<sup>24</sup>Και αφου απεγαλακτισεν αυτον, ανεβιβασεν αυτον μεθ' εαυτης, μετα τριων μοσχων και ενος εφα αλευρου και ασκου οινου, και εφερεν αυτον εις τον οικον του Κυριου εν Σηλω· το δε παιδιον ητο μικρον.
<scripture passage="1Sam 1:25" parsed="|1Sam|1|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.25" />
<sup>25</sup>Και εσφαξαν τον μοσχον και εφεραν το παιδιον προς τον Ηλει.
<scripture passage="1Sam 1:26" parsed="|1Sam|1|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν η Αννα, Ω, κυριε μου ζη η ψυχη σου, κυριε μου, εγω ειμαι η γυνη, ητις εσταθη ενταυθα πλησιον σου, δεομενη του Κυριου·
<scripture passage="1Sam 1:27" parsed="|1Sam|1|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.27" />
<sup>27</sup>περι του παιδιου τουτου εδεομην· και ο Κυριος εδωκεν εις εμε την αιτησιν μου, την οποιαν ητησα παρ' αυτου·
<scripture passage="1Sam 1:28" parsed="|1Sam|1|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.1.28" />
<sup>28</sup>οθεν και εγω εδανεισα αυτο εις τον Κυριον· πασας τας ημερας της ζωης αυτου θελει εισθαι δανεισμενον εις τον Κυριον. Και προσεκυνησεν εκει τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 2" progress="25.02%" prev="iSam.1" next="iSam.3" id="iSam.2">
<h3 id="iSam.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iSam.2-p1">
<scripture passage="1Sam 2:1" parsed="|1Sam|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.1" />
<sup>1</sup>Και προσηυχηθη η Αννα, και ειπεν, Ευφρανθη η καρδια μου εις τον Κυριον· υψωθη το κερας μου δια του Κυριου· επλατυνθη το στομα μου εναντιον των εχθρων μου· διοτι ευφρανθην εις την σωτηριαν σου.
<scripture passage="1Sam 2:2" parsed="|1Sam|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.2" />
<sup>2</sup>Δεν υπαρχει αγιος καθως ο Κυριος· διοτι δεν ειναι αλλος πλην σου, ουδε βραχος καθως ο Θεος ημων.
<scripture passage="1Sam 2:3" parsed="|1Sam|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.3" />
<sup>3</sup>Μη καυχασθε, μη λαλειτε υπερηφανως· ας μη εξελθη μεγαλορρημοσυνη εκ του στοματος σας· διοτι ο Κυριος ειναι Θεος γνωσεων, και παρ' αυτου σταθμιζονται αι πραξεις.
<scripture passage="1Sam 2:4" parsed="|1Sam|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.4" />
<sup>4</sup>Τα τοξα των δυνατων συνετριβησαν, και οι αδυνατοι περιεζωσθησαν δυναμιν.
<scripture passage="1Sam 2:5" parsed="|1Sam|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.5" />
<sup>5</sup>Οι κεχορτασμενοι εμισθωσαν εαυτους δια αρτον· οι δε πεινωντες επαυσαν· εως και η στειρα εγεννησεν επτα, η δε πολυτεκνος εξησθενησεν.
<scripture passage="1Sam 2:6" parsed="|1Sam|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος θανατονει και ζωοποιει· καταβιβαζει εις τον αδην και αναβιβαζει.
<scripture passage="1Sam 2:7" parsed="|1Sam|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος πτωχιζει και πλουτιζει, ταπεινονει και υψονει.
<scripture passage="1Sam 2:8" parsed="|1Sam|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.8" />
<sup>8</sup>Ανεγειρει τον πενητα απο του χωματος, και ανυψονει τον πτωχον απο της κοπριας, δια να καθιση αυτους μεταξυ των αρχοντων, και να καμη αυτους να κληρονομησωσι θρονον δοξης· διοτι του Κυριου ειναι οι στυλοι της γης, και εστησε την οικουμενην επ' αυτους.
<scripture passage="1Sam 2:9" parsed="|1Sam|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.9" />
<sup>9</sup>Θελει φυλαττει τους ποδας των οσιων αυτου· οι δε ασεβεις θελουσιν απολεσθη εν τω σκοτει· επειδη δια δυναμεως δεν θελει υπερισχυσει ο ανθρωπος.
<scripture passage="1Sam 2:10" parsed="|1Sam|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος θελει συντριψει τους αντιδικους αυτου· εξ ουρανου θελει βροντησει επ' αυτους· ο Κυριος θελει κρινει τα περατα της γης· και θελει δωσει ισχυν εις τον βασιλεα αυτου, και υψωσει το κερας του χριστου αυτου.
<scripture passage="1Sam 2:11" parsed="|1Sam|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ανεχωρησεν ο Ελκανα εις Ραμαθ προς τον οικον αυτου. Το δε παιδιον υπηρετει τον Κυριον ενωπιον Ηλει του ιερεως.
<scripture passage="1Sam 2:12" parsed="|1Sam|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.12" />
<sup>12</sup>Του Ηλει ομως οι υιοι ησαν αχρειοι ανθρωποι δεν εγνωριζον τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 2:13" parsed="|1Sam|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.13" />
<sup>13</sup>Η συνηθεια δε των ιερεων προς τον λαον ητο τοιαυτη· οτε τις προσεφερε θυσιαν, ηρχετο ο υπηρετης του ιερεως, ενω εψηνετο το κρεας, εχων εις την χειρα αυτου κρεαγραν τριοδοντον·
<scripture passage="1Sam 2:14" parsed="|1Sam|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.14" />
<sup>14</sup>και εβυθιζεν αυτην εις το κακκαβιον, η εις τον λεβητα, η εις την χυτραν, η εις το χαλκειον· και ο, τι ανεβιβαζεν η κρεαγρα, ελαμβανεν ο ιερευς δι' εαυτον. Ουτως εκαμνον προς παντας τους Ισραηλιτας τους ερχομενους εκει εις Σηλω.
<scripture passage="1Sam 2:15" parsed="|1Sam|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.15" />
<sup>15</sup>Πριν ετι καυσωσι το παχος, ηρχετο ο υπηρετης του ιερεως, και ελεγε προς τον ανθρωπον τον προσφεροντα την θυσιαν, Δος κρεας δια ψητον εις τον ιερεα· διοτι δεν θελει να λαβη παρα σου κρεας βρασμενον, αλλα ωμον.
<scripture passage="1Sam 2:16" parsed="|1Sam|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.16" />
<sup>16</sup>Και εαν ο ανθρωπος ελεγε προς αυτον, Ας καυσωσι πρωτον το παχος, και επειτα λαβε οσον επιθυμει η ψυχη σου· τοτε απεκρινετο προς αυτον, Ουχι, αλλα τωρα θελεις δωσει ειδε μη, θελω λαβει μετα βιας.
<scripture passage="1Sam 2:17" parsed="|1Sam|2|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο η αμαρτια των νεων ητο μεγαλη σφοδρα ενωπιον του Κυριου· διοτι οι ανθρωποι απεστρεφοντο την θυσιαν του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 2:18" parsed="|1Sam|2|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.18" />
<sup>18</sup>Ο δε Σαμουηλ υπηρετει ενωπιον του Κυριου, παιδαριον περιεζωσμενον λινουν εφοδ.
<scripture passage="1Sam 2:19" parsed="|1Sam|2|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.19" />
<sup>19</sup>Και η μητηρ αυτου εκαμνεν εις αυτον επενδυμα μικρον, και εφερε προς αυτον κατ' ετος, οτε ανεβαινε μετα του ανδρος αυτης δια να προσφερη την ετησιον θυσιαν.
<scripture passage="1Sam 2:20" parsed="|1Sam|2|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.20" />
<sup>20</sup>Και ευλογησεν ο Ηλει τον Ελκανα και την γυναικα αυτου, λεγων, Ο Κυριος να αποδωση εις σε σπερμα εκ της γυναικος ταυτης, αντι του δανειου το οποιον εδανεισεν εις τον Κυριον. Και ανεχωρησαν εις τον τοπον αυτων.
<scripture passage="1Sam 2:21" parsed="|1Sam|2|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.21" />
<sup>21</sup>Επεσκεφθη δε ο Κυριος την Ανναν· και συνελαβε και εγεννησε τρεις υιους και δυο θυγατερας· το δε παιδιον ο Σαμουηλ εμεγαλονεν ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 2:22" parsed="|1Sam|2|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.22" />
<sup>22</sup>Ητο δε ο Ηλει πολυ γερων· και ηκουσε παντα οσα επραττον οι υιοι αυτου εις παντα τον Ισραηλ· και οτι εκοιμωντο μετα των γυναικων, των συνερχομενων εις την θυραν της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="1Sam 2:23" parsed="|1Sam|2|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε προς αυτους, Δια τι καμνετε τοιαυτα πραγματα; διοτι εγω ακουω κακα πραγματα δια σας παρα παντος τουτου του λαου·
<scripture passage="1Sam 2:24" parsed="|1Sam|2|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.24" />
<sup>24</sup>μη, τεκνα μου· διοτι δεν ειναι καλη η φημη, την οποιαν εγω ακουω· σεις καμνετε τον λαον του Κυριου να γινηται παραβατης·
<scripture passage="1Sam 2:25" parsed="|1Sam|2|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.25" />
<sup>25</sup>εαν αμαρτηση ανθρωπος εις ανθρωπον, θελει ικεσια γινεσθαι εις τον Θεον υπερ αυτου· αλλ' εαν τις αμαρτηση εις τον Κυριον, τις θελει ικετευσει υπερ αυτου; Εκεινοι ομως δεν υπηκουον εις την φωνην του πατρος αυτων· διοτι ο Κυριος ηθελε να θανατωση αυτους.
<scripture passage="1Sam 2:26" parsed="|1Sam|2|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.26" />
<sup>26</sup>Το δε παιδιον ο Σαμουηλ εμεγαλονε και ευηρεστει και εις τον Κυριον και εις τους ανθρωπους.
<scripture passage="1Sam 2:27" parsed="|1Sam|2|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.27" />
<sup>27</sup>Ηλθε δε ανθρωπος τις του Θεου προς τον Ηλει και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Δεν απεκαλυφθην φανερα εις τον οικον του πατρος σου, οτε αυτοι ησαν εν τη Αιγυπτω εν τω οικω του Φαραω;
<scripture passage="1Sam 2:28" parsed="|1Sam|2|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.28" />
<sup>28</sup>Και δεν εξελεξα αυτον εκ πασων των φυλων του Ισραηλ εις εμαυτον δια ιερεα, δια να καμνη προσφορας επι του θυσιαστηριου μου, να καιη θυμιαμα, να φορη εφοδ ενωπιον μου; και δεν εδωκα εις τον οικον του πατρος σου πασας τας δια πυρος γινομενας προσφορας των υιων Ισραηλ;
<scripture passage="1Sam 2:29" parsed="|1Sam|2|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.29" />
<sup>29</sup>Δια τι λακτιζετε εις την θυσιαν μου και εις την προσφοραν μου, την οποιαν προσεταξα να καμνωσιν εν τω κατοικητηριω μου, και δοξαζεις τους υιους σου υπερ εμε, ωστε να παχυνησθε με το καλητερον πασων των προσφορων του Ισραηλ του λαου μου;
<scripture passage="1Sam 2:30" parsed="|1Sam|2|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο Κυριος ο Θεος του Ισραηλ λεγει, Ειπα βεβαιως οτι ο οικος σου και ο οικος του πατρος σου ηθελον περιπατει ενωπιον μου εως αιωνος· αλλα τωρα ο Κυριος λεγει, Μακραν απ' εμου· διοτι τους δοξαζοντας με θελω δοξασει, οι δε καταφρονουντες με θελουσιν ατιμασθη.
<scripture passage="1Sam 2:31" parsed="|1Sam|2|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.31" />
<sup>31</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, οτε θελω κοψει τον βραχιονα σου και τον βραχιονα του οικου του πατρος σου, ωστε ανθρωπος γερων δεν θελει εισθαι εν τω οικω σου.
<scripture passage="1Sam 2:32" parsed="|1Sam|2|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.32" />
<sup>32</sup>Και θελεις ιδει εν τω κατοικητηριω μου αντιπαλον, μεταξυ παντων των διδομενων αγαθων εις τον Ισραηλ· και δεν θελει υπαρχει γερων εν τω οικω σου εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Sam 2:33" parsed="|1Sam|2|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.33" />
<sup>33</sup>Οντινα δε εκ των ιδικων σου δεν αποκοψω απο του θυσιαστηριου μου, θελει εισθαι δια να καταναλισκη τους οφθαλμους σου και να κατατηκη την ψυχην σου· παντες δε οι εκγονοι του οικου σου θελουσι τελευτα εις ανδρικην ηλικιαν.
<scripture passage="1Sam 2:34" parsed="|1Sam|2|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.34" />
<sup>34</sup>Και τουτο θελει εισθαι σημειον εις σε, το οποιον θελει ελθει επι τους δυο υιους σου, επι Οφνει και Φινεες· εν μια ημερα θελουσιν αποθανει αμφοτεροι.
<scripture passage="1Sam 2:35" parsed="|1Sam|2|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.35" />
<sup>35</sup>Και θελω ανεγειρει εις εμαυτον ιερεα πιστον, πραττοντα κατα την καρδιαν μου και κατα την ψυχην μου· και θελω οικοδομησει εις αυτον οικον ασφαλη· και θελει περιπατει ενωπιον του χριστου μου εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Sam 2:36" parsed="|1Sam|2|36|0|0" osisRef="Bible:1Sam.2.36" />
<sup>36</sup>Και πας ο εναπολειφθεις εν τω οικω σου θελει ερχεσθαι προσπιπτων εις αυτον δια ολιγον αργυριον και δια κομματιον ψωμιου, και θελει λεγει, Διορισον με, παρακαλω, εις τινα των ιερατικων υπηρεσιων, δια να τρωγω ολιγον αρτον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 3" progress="25.16%" prev="iSam.2" next="iSam.4" id="iSam.3">
<h3 id="iSam.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iSam.3-p1">
<scripture passage="1Sam 3:1" parsed="|1Sam|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.1" />
<sup>1</sup>Και το παιδιον ο Σαμουηλ υπηρετει τον Κυριον εμπροσθεν του Ηλει. Ο λογος δε του Κυριου ητο σπανιος κατ' εκεινας τας ημερας· ορασις δεν εφαινετο.
<scripture passage="1Sam 3:2" parsed="|1Sam|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.2" />
<sup>2</sup>Κατ' εκεινον δε τον καιρον, οτε ο Ηλει εκοιτετο εν τω τοπω αυτου, και οι οφθαλμοι αυτου ησαν ημαυρωμενοι, ωστε δεν ηδυνατο να βλεπη,
<scripture passage="1Sam 3:3" parsed="|1Sam|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.3" />
<sup>3</sup>ο δε Σαμουηλ εκοιτετο εν τω ναω του Κυριου, οπου ητο η κιβωτος του Θεου, πριν ο λυχνος του Θεου σβεσθη,
<scripture passage="1Sam 3:4" parsed="|1Sam|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.4" />
<sup>4</sup>εκαλεσεν ο Κυριος τον Σαμουηλ· ο δε απεκριθη, Ιδου, εγω.
<scripture passage="1Sam 3:5" parsed="|1Sam|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.5" />
<sup>5</sup>Και ετρεξε προς τον Ηλει και ειπεν, Ιδου, εγω· διοτι με εκαλεσας. Ο δε ειπε, Δεν σε εκαλεσα· επιστρεψον να κοιμηθης. Και υπηγε να κοιμηθη.
<scripture passage="1Sam 3:6" parsed="|1Sam|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Κυριος εκαλεσε παλιν εκ δευτερου, Σαμουηλ. Και εσηκωθη ο Σαμουηλ και υπηγε προς τον Ηλει και ειπεν, Ιδου, εγω· διοτι με εκαλεσας. Ο δε απεκριθη, Δεν σε εκαλεσα, τεκνον μου· επιστρεψον να κοιμηθης.
<scripture passage="1Sam 3:7" parsed="|1Sam|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.7" />
<sup>7</sup>Και Σαμουηλ δεν εγνωριζεν ετι τον Κυριον, και ο λογος του Κυριου δεν ειχεν ετι αποκαλυφθη εις αυτον.
<scripture passage="1Sam 3:8" parsed="|1Sam|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.8" />
<sup>8</sup>Και εκαλεσεν ο Κυριος τον Σαμουηλ παλιν εκ τριτου. Και εσηκωθη και υπηγε προς τον Ηλει και ειπεν, Ιδου, εγω· διοτι με εκαλεσας. Και ενοησεν ο Ηλει οτι ο Κυριος εκαλεσε το παιδιον.
<scripture passage="1Sam 3:9" parsed="|1Sam|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ηλει προς τον Σαμουηλ, Υπαγε να κοιμηθης· και εαν σε κραξη, θελεις ειπει, Λαλησον, Κυριε· διοτι ο δουλος σου ακουει. Και ο Σαμουηλ υπηγε και εκοιμηθη εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="1Sam 3:10" parsed="|1Sam|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.10" />
<sup>10</sup>Και ηλθεν ο Κυριος και σταθεις εκαλεσε καθως το προτερον, Σαμουηλ, Σαμουηλ. Τοτε ο Σαμουηλ απεκριθη, Λαλησον, διοτι ο δουλος σου ακουει.
<scripture passage="1Sam 3:11" parsed="|1Sam|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαμουηλ, Ιδου, εγω θελω καμει εις τον Ισραηλ πραγμα, ωστε παντος ακουοντος αυτο θελουσιν ηχησει αμφοτερα τα ωτα·
<scripture passage="1Sam 3:12" parsed="|1Sam|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.12" />
<sup>12</sup>εν εκεινη τη ημερα θελω εκτελεσει εναντιον του Ηλει παντα οσα ελαλησα περι του οικου αυτου· θελω αρχισει και θελω επιτελεσει,
<scripture passage="1Sam 3:13" parsed="|1Sam|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.13" />
<sup>13</sup>διοτι ανηγγειλα προς αυτον, οτι εγω θελω κρινει τον οικον αυτου εως αιωνος δια την ανομιαν· επειδη γνωρισας οτι οι υιοι αυτου εφερον καταραν εφ' εαυτους, δεν συνεστειλεν αυτους·
<scripture passage="1Sam 3:14" parsed="|1Sam|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.14" />
<sup>14</sup>και δια τουτο ωμοσα εναντιον του οικου του Ηλει, οτι η ανομια των υιων του Ηλει δεν θελει καθαρισθη εις τον αιωνα δια θυσιας ουδε δια προσφορας.
<scripture passage="1Sam 3:15" parsed="|1Sam|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.15" />
<sup>15</sup>Και εκοιμηθη ο Σαμουηλ εως πρωιας· επειτα ηνοιξε τας θυρας του οικου του Κυριου. Και εφοβειτο ο Σαμουηλ να αναγγειλη την ορασιν προς τον Ηλει.
<scripture passage="1Sam 3:16" parsed="|1Sam|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.16" />
<sup>16</sup>Εκαλεσε δε ο Ηλει τον Σαμουηλ και ειπε, Σαμουηλ, τεκνον μου. Ο δε απεκριθη, Ιδου, εγω.
<scripture passage="1Sam 3:17" parsed="|1Sam|3|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε, Ποιος ειναι ο λογος, ο λαληθεις προς σε; μη κρυψης αυτον, παρακαλω, απ' εμου· ουτω να καμη εις σε ο Θεος και ουτω να προσθεση, εαν κρυψης απ' εμου τινα εκ παντων των λογων των λαληθεντων προς σε.
<scripture passage="1Sam 3:18" parsed="|1Sam|3|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.18" />
<sup>18</sup>Και ανηγγειλε προς αυτον ο Σαμουηλ παντας τους λογους, και δεν εκρυψεν απ' αυτου ουδενα. Και ειπεν ο Ηλει, Αυτος ειναι Κυριος· ας καμη το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="1Sam 3:19" parsed="|1Sam|3|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.19" />
<sup>19</sup>Και εμεγαλονεν ο Σαμουηλ· και ο Κυριος ητο μετ' αυτου και δεν αφινε να πιπτη ουδεις εκ των λογων αυτου εις την γην.
<scripture passage="1Sam 3:20" parsed="|1Sam|3|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.20" />
<sup>20</sup>Και πας ο Ισραηλ, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, εγνωρισεν οτι ο Σαμουηλ ητο διωρισμενος εις το να ηναι προφητης του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 3:21" parsed="|1Sam|3|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.3.21" />
<sup>21</sup>Και εξηκολουθησεν ο Κυριος να φανερονηται εν Σηλω· διοτι απεκαλυπτετο ο Κυριος προς τον Σαμουηλ εν Σηλω δια του λογου του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 4" progress="25.23%" prev="iSam.3" next="iSam.5" id="iSam.4">
<h3 id="iSam.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iSam.4-p1">
<scripture passage="1Sam 4:1" parsed="|1Sam|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος του Σαμουηλ προς παντα τον Ισραηλ. Και εξηλθεν ο Ισραηλ εναντιον των Φιλισταιων εις μαχην, και εστρατοπεδευσαν πλησιον του Εβεν-εζερ· οι δε Φιλισταιοι εστρατοπεδευσαν εν Αφεκ.
<scripture passage="1Sam 4:2" parsed="|1Sam|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.2" />
<sup>2</sup>Και παρεταχθησαν οι Φιλισταιοι εναντιον του Ισραηλ· και οτε εξηπλωθη η μαχη, εκτυπηθη ο Ισραηλ εμπροσθεν των Φιλισταιων· και εφονευθησαν εν τω πεδιω κατα την συμπλοκην εως τεσσαρες χιλιαδες ανδρων.
<scripture passage="1Sam 4:3" parsed="|1Sam|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.3" />
<sup>3</sup>Οτε δε ηλθεν ο λαος εις το στρατοπεδον, ειπον οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ, Δια τι ο Κυριος επαταξεν ημας σημερον εμπροσθεν των Φιλισταιων; ας λαβωμεν προς εαυτους απο Σηλω την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, και ελθουσα εν μεσω ημων θελει σωσει ημας εκ της χειρος των εχθρων ημων.
<scripture passage="1Sam 4:4" parsed="|1Sam|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.4" />
<sup>4</sup>Και απεστειλεν ο λαος εις Σηλω, και εσηκωσαν εκειθεν την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου των δυναμεων, του καθημενου επι των χερουβειμ· και αμφοτεροι οι υιοι του Ηλει, Οφνει και Φινεες, ησαν εκει μετα της κιβωτου της διαθηκης του Θεου.
<scripture passage="1Sam 4:5" parsed="|1Sam|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηλθεν η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου εις το στρατοπεδον, πας ο Ισραηλ ηλαλαξε μετα φωνης μεγαλης, ωστε αντηχησεν η γη.
<scripture passage="1Sam 4:6" parsed="|1Sam|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.6" />
<sup>6</sup>Και ακουσαντες οι Φιλισταιοι την φωνην του αλαλαγμου, ειπον, Τι σημαινει η φωνη του μεγαλου τουτου αλαλαγμου εν τω στρατοπεδω των Εβραιων; Και εμαθον οτι η κιβωτος του Κυριου ηλθεν εις το στρατοπεδον.
<scripture passage="1Sam 4:7" parsed="|1Sam|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.7" />
<sup>7</sup>Και εφοβηθησαν οι Φιλισταιοι, λεγοντες, Ο Θεος ηλθεν εις το στρατοπεδον. Και ειπον, Ουαι εις ημας. Διοτι δεν εσταθη τοιουτον πραγμα χθες και προχθες·
<scripture passage="1Sam 4:8" parsed="|1Sam|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.8" />
<sup>8</sup>ουαι εις ημας. Τις θελει σωσει ημας εκ της χειρος των θεων τουτων των ισχυρων; ουτοι ειναι οι θεοι, οι παταξαντες τους Αιγυπτιους εν παση πληγη εν τη ερημω·
<scripture passage="1Sam 4:9" parsed="|1Sam|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.9" />
<sup>9</sup>ενδυναμωθητε, Φιλισταιοι, και σταθητε ως ανδρες, δια να μη γεινητε δουλοι εις τους Εβραιους, καθως αυτοι εσταθησαν δουλοι εις εσας· σταθητε ως ανδρες, και πολεμησατε αυτους.
<scripture passage="1Sam 4:10" parsed="|1Sam|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.10" />
<sup>10</sup>Τοτε οι Φιλισταιοι επολεμησαν· και εκτυπηθη ο Ισραηλ, και εφυγεν εκαστος εις την σκηνην αυτου· και εγεινε σφαγη μεγαλη σφοδρα· και επεσον εκ του Ισραηλ τριακοντα χιλιαδες πεζοι.
<scripture passage="1Sam 4:11" parsed="|1Sam|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.11" />
<sup>11</sup>Και η κιβωτος του Θεου επιασθη· και αμφοτεροι οι υιοι του Ηλει, Οφνει και Φινεες, εθανατωθησαν.
<scripture passage="1Sam 4:12" parsed="|1Sam|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.12" />
<sup>12</sup>Και εδραμεν εκ της μαχης ανθρωπος τις εκ του Βενιαμιν, και ηλθεν εις Σηλω την αυτην ημεραν, εχων τα ιματια αυτου διεσχισμενα και χωμα επι την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="1Sam 4:13" parsed="|1Sam|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.13" />
<sup>13</sup>Και οτε ηλθεν, ιδου, ο Ηλει εκαθητο επι της καθεδρας, κατα το πλαγιον της οδου, σκοπευων· διοτι η καρδια αυτου ετρεμε περι της κιβωτου του Θεου. Και οτε ο ανθρωπος ελθων εις την πολιν ανηγγειλε ταυτα, ανεβοησε πασα η πολις.
<scripture passage="1Sam 4:14" parsed="|1Sam|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.14" />
<sup>14</sup>Και ακουσας ο Ηλει την φωνην της βοης, ειπε, Τι σημαινει η φωνη της βοης ταυτης; Και ο ανθρωπος ηλθε σπευδων και ανηγγειλε προς τον Ηλει.
<scripture passage="1Sam 4:15" parsed="|1Sam|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.15" />
<sup>15</sup>Ητο δε ο Ηλει ενενηκοντα οκτω ετων· και οι οφθαλμοι αυτου ησαν ημαυρωμενοι, ωστε δεν ηδυνατο να βλεπη.
<scripture passage="1Sam 4:16" parsed="|1Sam|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο ανθρωπος προς τον Ηλει, Εγω ειμαι ο ελθων εκ της μαχης, και εφυγον εγω εκ της μαχης σημερον. Και ειπε, Τι εγεινε, τεκνον μου;
<scripture passage="1Sam 4:17" parsed="|1Sam|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.17" />
<sup>17</sup>Και απεκριθη ο μηνυτης και ειπεν, Εφυγεν ο Ισραηλ εμπροσθεν των Φιλισταιων, και ετι μεγαλη σφαγη εγεινεν εις τον λαον· και προσετι αμφοτεροι οι υιοι σου, Οφνει και Φινεες, απεθανον· και η κιβωτος του Θεου επιασθη.
<scripture passage="1Sam 4:18" parsed="|1Sam|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.18" />
<sup>18</sup>Και καθως ανεφερε περι της κιβωτου του Θεου, ο Ηλει επεσεν εκ της καθεδρας εις τα οπισθια προς το πλαγιον της πυλης, και συνετριβη ο τραχηλος αυτου, και απεθανε· διοτι ητο γερων ο ανθρωπος και βαρυς. Εκρινε δε αυτος τον Ισραηλ τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="1Sam 4:19" parsed="|1Sam|4|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.19" />
<sup>19</sup>Και η νυμφη αυτου, η γυνη του Φινεες, ουσα εγκυος, ετοιμη να γεννηση, ως ηκουσε την αγγελιαν, οτι η κιβωτος του Θεου επιασθη και οτι ο πενθερος αυτης και ο ανηρ αυτης απεθανον, εκυρτωθη και εγεννησε· διοτι ηλθον εις αυτην οι πονοι.
<scripture passage="1Sam 4:20" parsed="|1Sam|4|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.20" />
<sup>20</sup>Και καθ' ον καιρον απεθνησκεν, αι γυναικες αι παρισταμεναι ειπον προς αυτην, Μη φοβου· διοτι εγεννησας υιον. Εκεινη ομως δεν απεκριθη ουδε εβαλεν αυτο εις την καρδιαν αυτης.
<scripture passage="1Sam 4:21" parsed="|1Sam|4|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.21" />
<sup>21</sup>Και εκαλεσε το παιδιον Ιχαβωδ, λεγουσα, Η δοξα εφυγεν εκ του Ισραηλ· διοτι η κιβωτος του Θεου επιασθη, και διοτι ο πενθερος αυτης και ο ανηρ αυτης απεθανον.
<scripture passage="1Sam 4:22" parsed="|1Sam|4|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.4.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν, Η δοξα εφυγεν εκ του Ισραηλ· διοτι επιασθη η κιβωτος του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 5" progress="25.32%" prev="iSam.4" next="iSam.6" id="iSam.5">
<h3 id="iSam.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iSam.5-p1">
<scripture passage="1Sam 5:1" parsed="|1Sam|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.1" />
<sup>1</sup>Οι δε Φιλισταιοι ελαβον την κιβωτον του Θεου και εφεραν αυτην απο Εβεν-εζερ εις Αζωτον.
<scripture passage="1Sam 5:2" parsed="|1Sam|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.2" />
<sup>2</sup>Και ελαβον οι Φιλισταιοι την κιβωτον του Θεου και εφεραν αυτην εις τον οικον του Δαγων, και εθεσαν αυτην πλησιον του Δαγων.
<scripture passage="1Sam 5:3" parsed="|1Sam|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.3" />
<sup>3</sup>Και οτε οι Αζωτιοι εσηκωθησαν ενωρις την επαυριον, ιδου, ο Δαγων πεσμενος κατα προσωπον αυτου επι της γης ενωπιον της κιβωτου του Κυριου. Και λαβοντες τον Δαγων, κατεστησαν αυτον εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="1Sam 5:4" parsed="|1Sam|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.4" />
<sup>4</sup>Και την επαυριον οτε εσηκωθησαν ενωρις το πρωι, ιδου, ο Δαγων πεσμενος κατα προσωπον αυτου επι της γης ενωπιον της κιβωτου του Κυριου· και η κεφαλη του Δαγων και αι δυο παλαμαι των χειρων αυτου αποκεκομμεναι επι του κατωφλιου· μονον ο κορμος του Δαγων εναπεμεινεν εις αυτον.
<scripture passage="1Sam 5:5" parsed="|1Sam|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο εν τη Αζωτω οι ιερεις του Δαγων, και πας ο εισερχομενος εις τον οικον του Δαγων, δεν πατουσιν εις το κατωφλιον του Δαγων εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Sam 5:6" parsed="|1Sam|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.6" />
<sup>6</sup>Και επεβαρυνθη η χειρ του Κυριου επι τους Αζωτιους, και εξωλοθρευσεν αυτους και επαταξεν αυτους με αιμορροιδας, την Αζωτον και τα ορια αυτης.
<scripture passage="1Sam 5:7" parsed="|1Sam|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ειδον οι ανδρες της Αζωτου οτι εγεινεν ουτως, ειπον, Η κιβωτος του Θεου του Ισραηλ δεν θελει κατοικει μεθ' ημων· διοτι η χειρ αυτου εσκληρυνθη εφ' ημας και επι τον Δαγων τον θεον ημων.
<scripture passage="1Sam 5:8" parsed="|1Sam|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.8" />
<sup>8</sup>Οθεν αποστειλαντες εσυναξαν προς εαυτους παντας τους σατραπας των Φιλισταιων και ειπον, Τι θελομεν καμει εις την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ; οι δε ειπον, Η κιβωτος του Θεου του Ισραηλ ας μετακομισθη εις Γαθ. Και μετεκομισαν την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 5:9" parsed="|1Sam|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.9" />
<sup>9</sup>Αφου δε μετεκομισαν αυτην, η χειρ του Κυριου ητο εναντιον της πολεως με ολεθρον μεγαν σφοδρα· και επαταξε τους ανδρας της πολεως, απο μικρου εως μεγαλου, και εξεφυησαν εις αυτους αιμορροιδες.
<scripture passage="1Sam 5:10" parsed="|1Sam|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο απεστειλαν την κιβωτον του Θεου εις Ακκαρων. Και ως ηλθεν η κιβωτος του Θεου εις Ακκαρων, οι Ακκαρωνιται εβοησαν, λεγοντες, Εφεραν την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ εις ημας, δια να θανατωση ημας και τον λαον ημων.
<scripture passage="1Sam 5:11" parsed="|1Sam|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.11" />
<sup>11</sup>Και αποστειλαντες εσυναξαν παντας τους σατραπας των Φιλισταιων και ειπον, Αποπεμψατε την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ, και ας επιστρεψη εις τον τοπον αυτης, δια να μη θανατωση ημας και τον λαον ημων· διοτι ητο τρομος θανατου εφ' ολην την πολιν· η χειρ του Θεου ητο εκει βαρεια σφορα.
<scripture passage="1Sam 5:12" parsed="|1Sam|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.5.12" />
<sup>12</sup>Και οι ανδρες οσοι δεν απεθανον, εκτυπηθησαν απο αιμορροιδας· και η κραυγη της πολεως ανεβη εις τον ουρανον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 6" progress="25.37%" prev="iSam.5" next="iSam.7" id="iSam.6">
<h3 id="iSam.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iSam.6-p1">
<scripture passage="1Sam 6:1" parsed="|1Sam|6|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.1" />
<sup>1</sup>Και ητο η κιβωτος του Κυριου εν τη γη των Φιλισταιων επτα μηνας.
<scripture passage="1Sam 6:2" parsed="|1Sam|6|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.2" />
<sup>2</sup>Και εκραξαν οι Φιλισταιοι τους ιερεις και τους μαντεις, λεγοντες, Τι να καμωμεν εις την κιβωτον του Κυριου; φανερωσατε εις ημας τινι τροπω θελομεν αποστειλει αυτην εις τον τοπον αυτης.
<scripture passage="1Sam 6:3" parsed="|1Sam|6|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.3" />
<sup>3</sup>Οι δε ειπον, Εαν εξαποστειλητε την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ, μη αποστειλητε αυτην κενην· αλλα κατα παντα τροπον αποδοτε εις αυτον προσφοραν περι ανομιας· τοτε θελετε ιαθη και θελετε γνωρισει δια τι η χειρ αυτου δεν απεσυρθη απο σας.
<scripture passage="1Sam 6:4" parsed="|1Sam|6|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.4" />
<sup>4</sup>Και ειπον, Ποια ειναι η περι ανομιας προσφορα, την οποιαν θελομεν αποδωσει εις αυτον; Οι δε απεκριθησαν, Κατα τον αριθμον των σατραπων των Φιλισταιων, πεντε αιμορροιδες χρυσαι και πεντε χρυσοι ποντικοι· διοτι η αυτη πληγη ητο επι παντας υμας και επι τους σατραπας υμων·
<scripture passage="1Sam 6:5" parsed="|1Sam|6|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.5" />
<sup>5</sup>δια τουτο θελετε καμει ομοιωματα των αιμορροιδων σας και ομοιωματα των ποντικων σας των φθειροντων την γην· και θελετε δωσει δοξαν εις τον Θεον του Ισραηλ· ισως ελαφρυνη την χειρα αυτου αφ' υμων και απο των θεων υμων και απο της γης υμων·
<scripture passage="1Sam 6:6" parsed="|1Sam|6|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.6" />
<sup>6</sup>δια τι λοιπον σκληρυνετε τας καρδιας σας, καθως οι Αιγυπτιοι και ο Φαραω εσκληρυναν τας καρδιας αυτων; οτε εκαμε τεραστια εν τω μεσω αυτων, δεν αφηκαν αυτους να υπαγωσι, και αυτοι ανεχωρησαν;
<scripture passage="1Sam 6:7" parsed="|1Sam|6|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον λαβετε και ετοιμασατε μιαν αμαξαν νεαν και δυο βους θηλαζουσας, εις τας οποιας δεν επεβληθη ζυγος, και ζευξατε τας βους εις την αμαξαν, τους δε μοσχους αυτων επαναφερετε απ' οπισθεν αυτων εις τον οικον·
<scripture passage="1Sam 6:8" parsed="|1Sam|6|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.8" />
<sup>8</sup>και λαβετε την κιβωτον του Κυριου και θεσατε αυτην επι της αμαξης· και τα σκευη τα χρυσα, τα οποια αποδιδετε εις αυτον προσφοραν περι ανομιας, θεσατε εν κιβωτιω εις τα πλαγια αυτης· και εξαποστειλατε αυτην να υπαγη·
<scripture passage="1Sam 6:9" parsed="|1Sam|6|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.9" />
<sup>9</sup>και βλεπετε, εαν αναβαινη δια της οδου των οριων αυτης εις Βαιθ-σεμες, αυτος εκαμεν εις ημας το μεγα τουτο κακον· εαν δε μη, τοτε θελομεν γνωρισει οτι δεν επαταξεν ημας η χειρ αυτου, αλλ' οτι τουτο εσταθη τυχαιον εις ημας.
<scripture passage="1Sam 6:10" parsed="|1Sam|6|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.10" />
<sup>10</sup>Και εκαμον ουτως οι ανδρες, και λαβοντες δυο βους θηλαζουσας, εζευξαν αυτας εις την αμαξαν, τους δε μοσχους αυτων απεκλεισαν εν τω οικω.
<scripture passage="1Sam 6:11" parsed="|1Sam|6|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.11" />
<sup>11</sup>Και εθεσαν την κιβωτον του Κυριου επι της αμαξης και το κιβωτιον μετα των χρυσων ποντικων και των ομοιωματων των αιμορροιδων αυτων.
<scripture passage="1Sam 6:12" parsed="|1Sam|6|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.12" />
<sup>12</sup>Και διευθυνθησαν αι βους εις την οδον την εις Βαιθ-σεμες· την αυτην οδον εξηκολουθουν, μυκωμεναι ενω υπηγαινον, και δεν μετεστρεφοντο δεξια η αριστερα· οι δε σατραπαι των Φιλισταιων επορευοντο κατοπιν αυτων εως των οριων της Βαιθ-σεμες.
<scripture passage="1Sam 6:13" parsed="|1Sam|6|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.13" />
<sup>13</sup>Και οι Βαιθ-σεμιται εθεριζον τον σιτον αυτων εν τη κοιλαδι και υψωσαντες τους οφθαλμους αυτων, ειδον την κιβωτον και ιδοντες υπερεχαρησαν.
<scripture passage="1Sam 6:14" parsed="|1Sam|6|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.14" />
<sup>14</sup>Και εισηλθεν η αμαξα εις τον αγρον Ιησου του Βαιθ-σεμιτου και εσταθη εκει, οπου ητο λιθος μεγας· και εσχισαν τα ξυλα της αμαξης, και προσεφεραν τας βους ολοκαυτωμα εις τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 6:15" parsed="|1Sam|6|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.15" />
<sup>15</sup>Και οι Λευιται κατεβιβασαν την κιβωτον του Κυριου και το κιβωτιον το μετ' αυτης, το περιεχον τα χρυσα σκευη, και εθεσαν επι του λιθου του μεγαλου· και οι ανδρες της Βαιθ-σεμες προσεφεραν ολοκαυτωματα και εθυσαν θυσιας εις τον Κυριον την αυτην ημεραν.
<scripture passage="1Sam 6:16" parsed="|1Sam|6|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.16" />
<sup>16</sup>Και αφου οι πεντε σατραπαι των Φιλισταιων ειδον, επεστρεψαν εις Ακκαρων την αυτην ημεραν.
<scripture passage="1Sam 6:17" parsed="|1Sam|6|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.17" />
<sup>17</sup>Αυται δε ησαν αι αιμορροιδες αι χρυσαι, τας οποιας οι Φιλισταιοι απεδωκαν προσφοραν περι ανομιας εις τον Κυριον· της Αζωτου μια, της Γαζης μια, της Ασκαλωνος μια, της Γαθ μια, της Ακκαρων μια·
<scripture passage="1Sam 6:18" parsed="|1Sam|6|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.18" />
<sup>18</sup>και οι ποντικοι οι χρυσοι κατα τον αριθμον πασων των πολεων των Φιλισταιων, των πεντε σατραπων, απο πολεων περιτετειχισμενων και κωμων απεριτειχιστων, εως μαλιστα του λιθου του μεγαλου, Αβελ, επι του οποιου κατεθεσαν την κιβωτον του Κυριου· οστις σωζεται εως της ημερας ταυτης εν τω αγρω Ιησου του Βαιθ-σεμιτου.
<scripture passage="1Sam 6:19" parsed="|1Sam|6|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.19" />
<sup>19</sup>Και επαταξεν ο Κυριος τους ανδρας της Βαιθ-σεμες, διοτι ενεβλεψαν εις την κιβωτον του Κυριου· και επαταξεν εκ του λαου ανδρας πεντηκοντα χιλιαδας και εβδομηκοντα· και επενθησεν ο λαος, διοτι επαταξεν αυτον ο Κυριος εν πληγη μεγαλη.
<scripture passage="1Sam 6:20" parsed="|1Sam|6|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.20" />
<sup>20</sup>Και ειπαν οι ανδρες της Βαιθ-σεμες, Τις δυναται να σταθη ενωπιον του Κυριου, του αγιου τουτου Θεου; και προς τινα θελει αναβη αφ' ημων;
<scripture passage="1Sam 6:21" parsed="|1Sam|6|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.6.21" />
<sup>21</sup>Και απεστειλαν μηνυτας προς τους κατοικους της Κιριαθ ιαρειμ, λεγοντες, Οι Φιλισταιοι εφεραν οπισω την κιβωτον του Κυριου· καταβητε, αναβιβασατε αυτην προς εαυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 7" progress="25.47%" prev="iSam.6" next="iSam.8" id="iSam.7">
<h3 id="iSam.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iSam.7-p1">
<scripture passage="1Sam 7:1" parsed="|1Sam|7|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθον οι ανδρες της Κιριαθ-ιαρειμ, και ανεβιβασαν την κιβωτον του Κυριου και εφεραν αυτην εις τον οικον του Αβιναδαβ επι τον λοφον, και Ελεαζαρ τον υιον αυτου καθιερωσαν, δια να φυλαττη την κιβωτον του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 7:2" parsed="|1Sam|7|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.2" />
<sup>2</sup>Και αφ' ης ημερας ετεθη η κιβωτος εν Κιριαθ-ιαρειμ, παρηλθε καιρος πολυς· και εγειναν εικοσι ετη· και πας ο οικος Ισραηλ εστεναζεν, αναζητων τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 7:3" parsed="|1Sam|7|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε Σαμουηλ προς παντα τον οικον Ισραηλ, λεγων, Εαν σεις επιστρεφητε εξ ολης υμων της καρδιας προς τον Κυριον, αποβαλετε εκ μεσου υμων τους Θεους τους αλλοτριους και τας Ασταρωθ, και ετοιμασατε τας καρδιας υμων προς τον Κυριον και αυτον μονον λατρευετε· και θελει ελευθερωσει υμας εκ χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 7:4" parsed="|1Sam|7|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.4" />
<sup>4</sup>Τοτε απεβαλον οι υιοι Ισραηλ τους Βααλειμ και τας Ασταρωθ και ελατρευσαν τον Κυριον μονον.
<scripture passage="1Sam 7:5" parsed="|1Sam|7|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε Σαμουηλ, Συναξατε παντα τον Ισραηλ εις Μισπα, και θελω προσευχηθη υπερ υμων προς τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 7:6" parsed="|1Sam|7|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.6" />
<sup>6</sup>Και συνηχθησαν ομου εις Μισπα, και ηντλησαν υδωρ και εξεχεαν ενωπιον του Κυριου, και ενηστευσαν την ημεραν εκεινην και ειπον εκει, Ημαρτησαμεν εις τον Κυριον. Και εκρινεν ο Σαμουηλ τους υιους Ισραηλ εν Μισπα.
<scripture passage="1Sam 7:7" parsed="|1Sam|7|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.7" />
<sup>7</sup>Οτε δε ηκουσαν οι Φιλισταιοι οτι συνηθροισθησαν οι υιοι Ισραηλ εις Μισπα ανεβησαν οι σατραπαι των Φιλισταιων κατα του Ισραηλ. Και ακουσαντες οι υιοι Ισραηλ, εφοβηθησαν απο προσωπου των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 7:8" parsed="|1Sam|7|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.8" />
<sup>8</sup>Και ειπον οι υιοι Ισραηλ προς τον Σαμουηλ, Μη παυσης βοων υπερ ημων προς Κυριον τον Θεον ημων, δια να σωση ημας εκ χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 7:9" parsed="|1Sam|7|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.9" />
<sup>9</sup>Και ελαβεν ο Σαμουηλ εν αρνιον γαλαθηνον, και προσεφερεν ολοκληρον ολοκαυτωμα εις τον Κυριον· και εβοησεν ο Σαμουηλ προς τον Κυριον υπερ του Ισραηλ· και επηκουσεν αυτου ο Κυριος.
<scripture passage="1Sam 7:10" parsed="|1Sam|7|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.10" />
<sup>10</sup>Και ενω προσεφερεν ο Σαμουηλ το ολοκαυτωμα, επλησιασαν οι Φιλισταιοι δια να πολεμησωσι κατα του Ισραηλ· και εβροντησεν ο Κυριος εν φωνη μεγαλη την ημεραν εκεινην επι τους Φιλισταιους και κατετροπωσεν αυτους· και εκτυπηθησαν εμπροσθεν του Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 7:11" parsed="|1Sam|7|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.11" />
<sup>11</sup>Και εξηλθον οι ανδρες Ισραηλ εκ Μισπα, και κατεδιωξαν τους Φιλισταιους και επαταξαν αυτους, εως υποκατω της Βαιθ-χαρ.
<scripture passage="1Sam 7:12" parsed="|1Sam|7|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ελαβεν ο Σαμουηλ ενα λιθον και εστησε μεταξυ Μισπα και Σεν και εκαλεσε το ονομα αυτου Εβεν-εζερ, λεγων, Μεχρι τουδε εβοηθησεν ημας ο Κυριος.
<scripture passage="1Sam 7:13" parsed="|1Sam|7|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.13" />
<sup>13</sup>Και εταπεινωθησαν οι Φιλισταιοι και δεν ηλθον πλεον εις τα ορια του Ισραηλ· και ητο η χειρ του Κυριου κατα των Φιλισταιων πασας τας ημερας του Σαμουηλ.
<scripture passage="1Sam 7:14" parsed="|1Sam|7|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.14" />
<sup>14</sup>Και αι πολεις, τας οποιας οι Φιλισταιοι ειχον λαβει απο του Ισραηλ, απεδοθησαν εις τον Ισραηλ, απο Ακκαρων εως Γαθ· και ηλευθερωσεν ο Ισραηλ τα ορια αυτων εκ χειρος των Φιλισταιων. Και ητο ειρηνη μεταξυ Ισραηλ και Αμορραιων.
<scripture passage="1Sam 7:15" parsed="|1Sam|7|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.15" />
<sup>15</sup>Και εκρινεν ο Σαμουηλ τον Ισραηλ πασας τας ημερας της ζωης αυτου·
<scripture passage="1Sam 7:16" parsed="|1Sam|7|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.16" />
<sup>16</sup>και επορευετο κατ' ετος περιερχομενος εις Βαιθηλ και Γαλγαλα και Μισπα και εκρινε τον Ισραηλ εν πασι τοις τοποις τουτοις·
<scripture passage="1Sam 7:17" parsed="|1Sam|7|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.7.17" />
<sup>17</sup>η δε επιστροφη αυτου ητο εις Ραμα· διοτι εκει ητο ο οικος αυτου και εκει εκρινε τον Ισραηλ· εκει προσετι ωκοδομησε θυσιαστηριον εις τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 8" progress="25.54%" prev="iSam.7" next="iSam.9" id="iSam.8">
<h3 id="iSam.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iSam.8-p1">
<scripture passage="1Sam 8:1" parsed="|1Sam|8|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.1" />
<sup>1</sup>Και οτε εγηρασεν ο Σαμουηλ, κατεστησε τους υιους αυτου κριτας επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 8:2" parsed="|1Sam|8|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.2" />
<sup>2</sup>Ητο δε το ονομα του πρωτοτοκου υιου αυτου Ιωηλ και το ονομα του δευτερου αυτου Αβια· ουτοι ησαν κριται εν Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="1Sam 8:3" parsed="|1Sam|8|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.3" />
<sup>3</sup>Πλην δεν περιεπατησαν οι υιοι αυτου εις τας οδους αυτου, αλλ' εξεκλιναν οπισω του κερδους και εδωροδοκουντο και διεστρεφον την κρισιν.
<scripture passage="1Sam 8:4" parsed="|1Sam|8|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.4" />
<sup>4</sup>Οθεν συνηθροισθησαν παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ και ηλθον προς τον Σαμουηλ εις Ραμα,
<scripture passage="1Sam 8:5" parsed="|1Sam|8|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.5" />
<sup>5</sup>και ειπον προς αυτον, Ιδου, συ εγηρασας, και οι υιοι σου δεν περιπατουσιν εις τας οδους σου· καταστησον λοιπον εις ημας βασιλεα δια να κρινη ημας, καθως εχουσι παντα τα εθνη.
<scripture passage="1Sam 8:6" parsed="|1Sam|8|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.6" />
<sup>6</sup>Το πραγμα ομως δεν ηρεσεν εις τον Σαμουηλ, οτι ειπον, Δος εις ημας βασιλεα δια να κρινη ημας. Και εδεηθη ο Σαμουηλ προς τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 8:7" parsed="|1Sam|8|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαμουηλ, Ακουσον της φωνης του λαου, κατα παντα οσα λεγουσι προς σε· διοτι δεν απεβαλον σε, αλλ' εμε απεβαλον απο του να βασιλευω επ' αυτους·
<scripture passage="1Sam 8:8" parsed="|1Sam|8|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.8" />
<sup>8</sup>κατα παντα τα εργα τα οποια επραξαν, αφ' ης ημερας ανεβιβασα αυτους εξ Αιγυπτου εως της ημερας ταυτης, εγκαταλιποντες με και λατρευσαντες αλλους θεους, ουτω καμνουσι και προς σε·
<scripture passage="1Sam 8:9" parsed="|1Sam|8|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.9" />
<sup>9</sup>τωρα λοιπον ακουσον της φωνης αυτων· πλην διαμαρτυρηθητι παρρησια προς αυτους και δειξον εις αυτους τον τροπον του βασιλεως, οστις θελει βασιλευσει επ' αυτους.
<scripture passage="1Sam 8:10" parsed="|1Sam|8|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησεν ο Σαμουηλ παντας τους λογους του Κυριου προς τον λαον, τον ζητουντα παρ' αυτου βασιλεα·
<scripture passage="1Sam 8:11" parsed="|1Sam|8|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.11" />
<sup>11</sup>και ειπεν, Ουτος θελει εισθαι ο τροπος του βασιλεως, οστις θελει βασιλευσει εφ' υμας· τους υιους υμων θελει λαμβανει και διοριζει εις εαυτον, δια τας αμαξας αυτου και δια ιππεις αυτου και δια να προτρεχωσι των αμαξων αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:12" parsed="|1Sam|8|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.12" />
<sup>12</sup>Και θελει διοριζει εις εαυτον χιλιαρχους και πεντηκονταρχους· και εις το να εργαζωνται την γην αυτου και να θεριζωσι τον θερισμον αυτου, και να κατασκευαζωσι τα πολεμικα αυτου σκευη και την σκευην των αμαξων αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:13" parsed="|1Sam|8|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.13" />
<sup>13</sup>Και τας θυγατερας σας θελει λαμβανει δια μυρεψους και μαγειρισσας και αρτοποιους·
<scripture passage="1Sam 8:14" parsed="|1Sam|8|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.14" />
<sup>14</sup>και τους αγρους σας και τους αμπελωνας σας και τους ελαιωνας σας τους καλητερους θελει λαβει και δωσει εις τους δουλους αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:15" parsed="|1Sam|8|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.15" />
<sup>15</sup>Και το δεκατον των σπαρτων σας και των αμπελωνων σας θελει λαμβανει και διδει εις τους ευνουχους αυτου και εις τους δουλους αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:16" parsed="|1Sam|8|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.16" />
<sup>16</sup>Και τους δουλους σας και τας δουλας σας και τους καλητερους νεους σας και τους ονους σας θελει λαμβανει και διοριζει εις τας εργασιας αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:17" parsed="|1Sam|8|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.17" />
<sup>17</sup>Τα ποιμνια σας θελει δεκατιζει· και σεις θελετε εισθαι δουλοι αυτου.
<scripture passage="1Sam 8:18" parsed="|1Sam|8|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.18" />
<sup>18</sup>Και θελετε βοα εν εκεινη τη ημερα ενεκα του βασιλεως σας, τον οποιον σεις εκλεξατε εις εαυτους· αλλ' ο Κυριος δεν θελει σας επακουσει εν εκεινη τη ημερα.
<scripture passage="1Sam 8:19" parsed="|1Sam|8|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.19" />
<sup>19</sup>Ο λαος ομως δεν ηθελησε να υπακουση εις την φωνην του Σαμουηλ· και ειπον, Ουχι· αλλα βασιλευς θελει εισθαι εφ' ημας·
<scripture passage="1Sam 8:20" parsed="|1Sam|8|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.20" />
<sup>20</sup>δια να ημεθα και ημεις ως παντα τα εθνη· και να κρινη ημας ο βασιλευς ημων και να εξερχηται εμπροσθεν ημων και να μαχηται τας μαχας ημων.
<scripture passage="1Sam 8:21" parsed="|1Sam|8|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.21" />
<sup>21</sup>Και ηκουσεν ο Σαμουηλ παντας τους λογους του λαου και ανεφερεν αυτους εις τα ωτα του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 8:22" parsed="|1Sam|8|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.8.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαμουηλ, Ακουσον της φωνης αυτων και καταστησον επ' αυτους βασιλεα. Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τους ανδρας του Ισραηλ, Υπαγετε εκαστος εις την πολιν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 9" progress="25.61%" prev="iSam.8" next="iSam.10" id="iSam.9">
<h3 id="iSam.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iSam.9-p1">
<scripture passage="1Sam 9:1" parsed="|1Sam|9|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε ανηρ τις εκ του Βενιαμιν, ονομαζομενος Κεις, υιος του Αβιηλ, υιου του Σερωρ, υιου του Βεχωραθ, υιου του Αφια, ανδρος Βενιαμιτου, δυνατος εν ισχυι.
<scripture passage="1Sam 9:2" parsed="|1Sam|9|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.2" />
<sup>2</sup>Ειχε δε ουτος υιον, ονομαζομενον Σαουλ, εκλεκτον και ωραιον· και δεν υπηρχε μεταξυ των υιων Ισραηλ ανθρωπος ωραιοτερος αυτου· απο των ωμων αυτου και επανω εξειχεν υπερ παντος του λαου.
<scripture passage="1Sam 9:3" parsed="|1Sam|9|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.3" />
<sup>3</sup>Και αι ονοι του Κεις πατρος του Σαουλ εχαθησαν· και ειπεν ο Κεις προς τον Σαουλ τον υιον αυτου, Λαβε τωρα μετα σου ενα των υπηρετων, και σηκωθεις υπαγε να ζητησης τας ονους.
<scripture passage="1Sam 9:4" parsed="|1Sam|9|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.4" />
<sup>4</sup>Και επερασε δια του ορους Εφραιμ και επερασε δια της γης Σαλισα, αλλα δεν ευρηκαν αυτας· και επερασαν δια της γης Σααλειμ, πλην δεν ησαν εκει· και επερασε δια της γης Ιεμινι, αλλα δεν ευρηκαν αυτας.
<scripture passage="1Sam 9:5" parsed="|1Sam|9|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.5" />
<sup>5</sup>Οτε δε ηλθον εις την γην Σουφ, ειπεν ο Σαουλ προς τον υπηρετην αυτου τον μετ' αυτου, Ελθε, και ας επιστρεψωμεν, μηποτε ο πατηρ μου, αφησας την φροντιδα των ονων, συλλογιζηται περι ημων.
<scripture passage="1Sam 9:6" parsed="|1Sam|9|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.6" />
<sup>6</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Ιδου τωρα, εν τη πολει ταυτη ειναι ανθρωπος του Θεου, και ο ανθρωπος ειναι ενδοξος· παν ο, τι ειπη γινεται εξαπαντος· ας υπαγωμεν λοιπον εκει· ισως φανερωση εις ημας την οδον ημων, την οποιαν πρεπει να υπαγωμεν.
<scripture passage="1Sam 9:7" parsed="|1Sam|9|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον υπηρετην αυτου, Αλλ' ιδου, θελομεν υπαγει, πλην τι θελομεν φερει προς τον ανθρωπον; διοτι ο αρτος εξελιπεν εκ των αγγειων ημων· και δωρον δεν υπαρχει να προσφερωμεν εις τον ανθρωπον του Θεου· τι εχομεν;
<scripture passage="1Sam 9:8" parsed="|1Sam|9|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.8" />
<sup>8</sup>Και αποκριθεις παλιν ο υπηρετης προς τον Σαουλ, ειπεν, Ιδου, ευρισκεται εν τη χειρι μου εν τεταρτον σικλου αργυριου, το οποιον θελω δωσει εις τον ανθρωπον του Θεου, και θελει φανερωσει εις ημας την οδον ημων.
<scripture passage="1Sam 9:9" parsed="|1Sam|9|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.9" />
<sup>9</sup>Το παλαι εν τω Ισραηλ, οποτε τις υπηγαινε να ερωτηση τον Θεον, ελεγεν ουτως· Ελθετε, και ας υπαγωμεν εως εις τον βλεποντα· διοτι ο σημερον προφητης εκαλειτο το παλαι ο βλεπων.
<scripture passage="1Sam 9:10" parsed="|1Sam|9|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον υπηρετην αυτου, Καλος ο λογος σου· ελθε, ας υπαγωμεν. Υπηγαν λοιπον εις την πολιν, οπου ητο ο ανθρωπος του Θεου.
<scripture passage="1Sam 9:11" parsed="|1Sam|9|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.11" />
<sup>11</sup>Και ενω ανεβαινον το ανηφορον της πολεως, ευρηκαν κορασια εξερχομενα δια να αντλησωσιν υδωρ· και ειπον προς αυτα, Ειναι ενταυθα ο βλεπων;
<scripture passage="1Sam 9:12" parsed="|1Sam|9|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.12" />
<sup>12</sup>Και εκεινα απεκριθησαν προς αυτους και ειπον, Ειναι ιδου, εμπροσθεν σου· ταχυνον λοιπον· διοτι σημερον ηλθεν εις την πολιν, επειδη ειναι σημερον θυσια του λαου επι του υψηλου τοπου·
<scripture passage="1Sam 9:13" parsed="|1Sam|9|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.13" />
<sup>13</sup>ευθυς οταν εισελθητε εις την πολιν, θελετε ευρει αυτον, πριν αναβη εις τον υψηλον τοπον δια να φαγη· διοτι ο λαος δεν τρωγει εωσου ελθη αυτος, επειδη ουτος ευλογει την θυσιαν· μετα ταυτα τρωγουσιν οι κεκλημενοι τωρα λοιπον αναβητε· διοτι περι την ωραν ταυτην θελετε ευρει αυτον.
<scripture passage="1Sam 9:14" parsed="|1Sam|9|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.14" />
<sup>14</sup>Και ανεβησαν εις την πολιν· και ενω εισηρχοντο εις την πολιν, ιδου, ο Σαμουηλ εξηρχετο ενωπιον αυτων, δια να αναβη εις τον υψηλον τοπον.
<scripture passage="1Sam 9:15" parsed="|1Sam|9|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.15" />
<sup>15</sup>Ειχε δε αποκαλυψει ο Κυριος προς τον Σαμουηλ, μιαν ημεραν πριν ελθη ο Σαουλ, λεγων;
<scripture passage="1Sam 9:16" parsed="|1Sam|9|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.16" />
<sup>16</sup>Αυριον περι την ωραν ταυτην θελω αποστειλει προς σε ανθρωπον εκ γης Βενιαμιν, και θελεις χρισει αυτον αρχοντα επι τον λαον μου Ισραηλ, και θελει σωσει τον λαον μου εκ χειρος των Φιλισταιων· διοτι επεβλεψα επι τον λαον μου, επειδη η βοη αυτων ηλθεν εις εμε.
<scripture passage="1Sam 9:17" parsed="|1Sam|9|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.17" />
<sup>17</sup>Και οτε ο Σαμουηλ ειδε τον Σαουλ, ο Κυριος ειπε προς αυτον, Ιδου, ο ανθρωπος, περι του οποιου σοι ειπα· ουτος θελει αρχει επι τον λαον μου.
<scripture passage="1Sam 9:18" parsed="|1Sam|9|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.18" />
<sup>18</sup>Τοτε επλησιασεν ο Σαουλ προς τον Σαμουηλ εις την πυλην και ειπε, Δειξον μοι, παρακαλω, που ειναι η οικια του βλεποντος.
<scripture passage="1Sam 9:19" parsed="|1Sam|9|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.19" />
<sup>19</sup>Και απεκριθη ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ και ειπεν, Εγω ειμαι ο βλεπων· αναβα εμπροσθεν μου εις τον υψηλον τοπον· και θελετε φαγει σημερον μετ' εμου, και το πρωι θελω σε εξαποστειλει και παντα οσα ειναι εν τη καρδια σου θελω αναγγειλει προς σε·
<scripture passage="1Sam 9:20" parsed="|1Sam|9|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.20" />
<sup>20</sup>περι δε των ονων, τας οποιας εχασας ηδη τρεις ημερας, μη φροντιζε περι αυτων, διοτι ευρεθησαν· και προς τινα ειναι πασα η επιθυμια του Ισραηλ; δεν ειναι προς σε, και προς παντα τον οικον του πατρος σου;
<scripture passage="1Sam 9:21" parsed="|1Sam|9|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.21" />
<sup>21</sup>Αποκριθεις δε ο Σαουλ ειπε, Δεν ειμαι εγω Βενιαμιτης, εκ της μικροτερας των φυλων Ισραηλ; και η οικογενεια μου η ελαχιστη πασων των οικογενειων της φυλης Βενιαμιν; δια τι λοιπον λαλεις ουτω προς εμε;
<scripture passage="1Sam 9:22" parsed="|1Sam|9|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.22" />
<sup>22</sup>Και ελαβεν ο Σαμουηλ τον Σαουλ και τον υπηρετην αυτου και εφερεν αυτους εις το οικημα, και εδωκεν εις αυτους την πρωτην θεσιν μεταξυ των κεκλημενων, οιτινες ησαν περιπου τριακοντα ανδρες.
<scripture passage="1Sam 9:23" parsed="|1Sam|9|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον μαγειρον, Φερε το μεριδιον το οποιον σοι εδωκα, περι του οποιον σοι ειπα, Φυλαττε τουτο πλησιον σου.
<scripture passage="1Sam 9:24" parsed="|1Sam|9|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.24" />
<sup>24</sup>Και υψωσεν ο μαγειρος την πλατην και το επ' αυτην και εθεσεν εμπροσθεν του Σαουλ. Και ειπεν ο Σαμουηλ, Ιδου, το εναπολειφθεν· θες αυτο εμπροσθεν σου, φαγε· διοτι δια την ωραν ταυτην εφυλαχθη δια σε, οτε ειπα, Προσεκαλεσα τον λαον. Και εφαγεν ο Σαουλ μετα του Σαμουηλ εν τη ημερα εκεινη.
<scripture passage="1Sam 9:25" parsed="|1Sam|9|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.25" />
<sup>25</sup>Και αφου κατεβησαν εκ του υψηλου τοπου εις την πολιν, συνωμιλησεν ο Σαμουηλ μετα του Σαουλ επι του δωματος.
<scripture passage="1Sam 9:26" parsed="|1Sam|9|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.26" />
<sup>26</sup>Και εσηκωθησαν ενωρις· και περι τα χαραγματα της ημερας, εκαλεσεν ο Σαμουηλ τον Σαουλ οντα επι του δωματος, λεγων, Σηκωθητι, δια να σε εξαποστειλω. Και εσηκωθη ο Σαουλ, και εξηλθον αμφοτεροι, αυτος και ο Σαμουηλ, εως εξω.
<scripture passage="1Sam 9:27" parsed="|1Sam|9|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.9.27" />
<sup>27</sup>Καθως δε κατεβαινον εις το τελος της πολεως, ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Προσταξον τον υπηρετην να περαση εμπροσθεν ημων· και εκεινος επερασε· συ ομως σταθητι ολιγον, και θελω σοι αναγγειλει τον λογον του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 10" progress="25.73%" prev="iSam.9" next="iSam.11" id="iSam.10">
<h3 id="iSam.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iSam.10-p1">
<scripture passage="1Sam 10:1" parsed="|1Sam|10|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ελαβεν ο Σαμουηλ την φιαλην του ελαιου, και εχυσεν επι την κεφαλην αυτου, και εφιλησεν αυτον και ειπε, Δεν σε εχρισε Κυριος αρχοντα επι της κληρονομιας αυτου;
<scripture passage="1Sam 10:2" parsed="|1Sam|10|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.2" />
<sup>2</sup>Αφου αναχωρησης απ' εμου σημερον, θελεις ευρει δυο ανθρωπους πλησιον του ταφου της Ραχηλ, κατα το οριον του Βενιαμιν εν Σελσα· και θελουσιν ειπει προς σε, Ευρεθησαν αι ονοι, τας οποιας υπηγες να ζητησης· και ιδου, ο πατηρ σου, αφησας την φροντιδα των ονων, υπερλυπειται δια σας, λεγων, Τι να καμω περι του υιου μου;
<scripture passage="1Sam 10:3" parsed="|1Sam|10|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.3" />
<sup>3</sup>Και προχωρησας εκειθεν, θελεις ελθει εως της δρυος του Θαβωρ, και εκει θελουσι σε ευρει τρεις ανθρωποι αναβαινοντες προς τον Θεον εις Βαιθηλ, ο εις φερων τρια εριφια, και ο αλλος φερων τρεις αρτους, και ο αλλος φερων ασκον οινου·
<scripture passage="1Sam 10:4" parsed="|1Sam|10|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.4" />
<sup>4</sup>και θελουσι σε χαιρετησει και σοι δωσει δυο αρτους, τους οποιους θελεις δεχθη εκ των χειρων αυτων.
<scripture passage="1Sam 10:5" parsed="|1Sam|10|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.5" />
<sup>5</sup>Μετα ταυτα θελεις υπαγει εις το βουνον του Θεου, οπου ειναι η φρουρα των Φιλισταιων· και οταν υπαγης εκει εις την πολιν, θελεις απαντησει αθροισμα προφητων καταβαινοντων απο του υψηλου τοπου εν ψαλτηριω και τυμπανω και αυλω και κιθαρα εμπροσθεν αυτων, και προφητευοντων.
<scripture passage="1Sam 10:6" parsed="|1Sam|10|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.6" />
<sup>6</sup>Και θελει επελθει επι σε πνευμα Κυριου, και θελεις προφητευσει μετ' αυτων και θελεις μεταβληθη εις αλλον ανθρωπον.
<scripture passage="1Sam 10:7" parsed="|1Sam|10|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.7" />
<sup>7</sup>Και οταν τα σημεια ταυτα ελθωσιν επι σε, καμνε ο, τι δυνασαι διοτι ο Θεος ειναι μετα σου.
<scripture passage="1Sam 10:8" parsed="|1Sam|10|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.8" />
<sup>8</sup>Και θελεις καταβη προ εμου εις Γαλγαλα· και ιδου, εγω θελω καταβη προς σε, δια να προσφερω ολοκαυτωματα, να θυσιασω θυσιας ειρηνικας· προσμενε επτα ημερας, εωσου ελθω προς σε και σοι αναγγειλω τι εχεις να καμης.
<scripture passage="1Sam 10:9" parsed="|1Sam|10|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.9" />
<sup>9</sup>Και οτε εστρεψε τα νωτα αυτου δια να αναχωρηση απο του Σαμουηλ, ο Θεος εδωκεν εις αυτον αλλην καρδιαν· και ηλθον παντα εκεινα τα σημεια εν τη ημερα εκεινη.
<scripture passage="1Sam 10:10" parsed="|1Sam|10|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.10" />
<sup>10</sup>Και οτε ηλθον εκει εις το βουνον, ιδου, αθροισμα προφητων συνηντησεν αυτον· και επηλθεν επ' αυτον Πνευμα Θεου, και επροφητευσε μεταξυ αυτων.
<scripture passage="1Sam 10:11" parsed="|1Sam|10|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.11" />
<sup>11</sup>Και ως ειδον οι γνωριζοντες αυτον προτερον, και ιδου, προεφητευε μετα των προφητων, τοτε ελεγεν ο λαος, εκαστος προς τον πλησιον αυτου, Τι ειναι τουτο, το οποιον εγεινεν εις τον υιον του Κεις; και Σαουλ εν προφηταις;
<scripture passage="1Sam 10:12" parsed="|1Sam|10|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.12" />
<sup>12</sup>Εις δε εκ των εκει απεκριθη και ειπεν, Και τις ειναι ο πατηρ αυτων; Δια τουτο εγεινε παροιμια, Και Σαουλ εν προφηταις;
<scripture passage="1Sam 10:13" parsed="|1Sam|10|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.13" />
<sup>13</sup>Και αφου ετελειωσε προφητευων, ηλθεν εις τον υψηλον τοπον.
<scripture passage="1Sam 10:14" parsed="|1Sam|10|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο θειος του Σαουλ προς αυτον και προς τον υπηρετην αυτου, Που υπηγετε; Και ειπε, να ζητησωμεν τας ονους. και οτε ειδομεν οτι δεν ησαν, ηλθομεν προς τον Σαμουηλ.
<scripture passage="1Sam 10:15" parsed="|1Sam|10|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο θειος του Σαουλ, Αναγγειλον μοι, σε παρακαλω, τι σας ειπεν ο Σαμουηλ.
<scripture passage="1Sam 10:16" parsed="|1Sam|10|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον θειον αυτου, Μας ειπε μετα βεβαιοτητος οτι ευρεθησαν αι ονοι· τον λογον ομως περι της βασιλειας, τον οποιον ο Σαμουηλ ειπε, δεν εφανερωσεν εις αυτον.
<scripture passage="1Sam 10:17" parsed="|1Sam|10|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.17" />
<sup>17</sup>Και συνηγαγεν ο Σαμουηλ τον λαον προς τον Κυριον εις Μισπα·
<scripture passage="1Sam 10:18" parsed="|1Sam|10|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.18" />
<sup>18</sup>και ειπε προς τους υιους Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Εγω ανεβιβασα τον Ισραηλ εξ Αιγυπτου, και σας ηλευθερωσα εκ χειρος των Αιγυπτιων και εκ χειρος πασων των βασιλειων, αιτινες σας κατεθλιβον·
<scripture passage="1Sam 10:19" parsed="|1Sam|10|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.19" />
<sup>19</sup>και σεις την ημεραν ταυτην απεβαλετε τον Θεον σας, οστις σας εσωσεν απο παντων των κακων σας και των θλιψεων σας, και ειπετε προς αυτον, Ουχι, αλλα καταστησον βασιλεα εφ' ημας. Τωρα λοιπον παρουσιασθητε ενωπιον του Κυριου, κατα τας φυλας σας και κατα τας χιλιαδας σας.
<scripture passage="1Sam 10:20" parsed="|1Sam|10|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.20" />
<sup>20</sup>Και οτε εκαμεν ο Σαμουηλ πασας τας φυλας του Ισραηλ να πλησιασωσιν, επιασθη η φυλη του Βενιαμιν.
<scripture passage="1Sam 10:21" parsed="|1Sam|10|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.21" />
<sup>21</sup>Και αφου εκαμε την φυλην του Βενιαμιν να πλησιαση κατα τας οικογενειας αυτων, επιασθη η οικογενεια του Ματρει, και επιασθη ο Σαουλ ο υιος του Κεις· εζητησαν δε αυτον και δεν ευρεθη.
<scripture passage="1Sam 10:22" parsed="|1Sam|10|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.22" />
<sup>22</sup>Οθεν εζητησαν ετι παρα του Κυριου, αν ο ανθρωπος ερχηται ετι εκει. Και ειπε Κυριος, Ιδου, αυτος ειναι κεκρυμμενος μεταξυ της αποσκευης.
<scripture passage="1Sam 10:23" parsed="|1Sam|10|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.23" />
<sup>23</sup>Τοτε εδραμον και ελαβον αυτον εκειθεν· και οτε εσταθη μεταξυ του λαου, εξειχεν υπερ παντα τον λαον, απο τους ωμους αυτου και επανω.
<scripture passage="1Sam 10:24" parsed="|1Sam|10|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς παντα τον λαον, Βλεπετε εκεινον, τον οποιον εξελεξεν ο Κυριος, οτι δεν ειναι ομοιος αυτου μεταξυ παντος του λαου; Και πας ο λαος ηλαλαξε και ειπε, Ζητω ο βασιλευς.
<scripture passage="1Sam 10:25" parsed="|1Sam|10|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον λαον τον τροπον της βασιλειας, και εγραψεν αυτον εν βιβλιω και εθεσεν εμπροσθεν του Κυριου. Και απελυσεν ο Σαμουηλ παντα τον λαον, εκαστον εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="1Sam 10:26" parsed="|1Sam|10|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.26" />
<sup>26</sup>Και ο Σαουλ ομοιως ανεχωρησεν εις τον οικον αυτου εις Γαβαα· και υπηγε μετ' αυτου εκει ταγμα πολεμιστων, των οποιων τας καρδιας ειχε διαθεσει ο Θεος.
<scripture passage="1Sam 10:27" parsed="|1Sam|10|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.10.27" />
<sup>27</sup>Ανθρωποι ομως κακοι ειπον, Πως θελει σωσει ημας ουτος; Και κατεφρονησαν αυτον και δεν προσεφεραν προς αυτον δωρα· εκεινος ομως εκαμνε τον κωφον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 11" progress="25.83%" prev="iSam.10" next="iSam.12" id="iSam.11">
<h3 id="iSam.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iSam.11-p1">
<scripture passage="1Sam 11:1" parsed="|1Sam|11|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.1" />
<sup>1</sup>Ανεβη δε Ναας ο Αμμωνιτης και εστρατοπεδευσεν εναντιον της Ιαβεις-γαλααδ· και ειπον παντες οι ανδρες της Ιαβεις εις τον Ναας, Καμε συνθηκην προς ημας, και θελομεν σε δουλευει.
<scripture passage="1Sam 11:2" parsed="|1Sam|11|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς αυτους Ναας ο Αμμωνιτης, Με τουτο θελω καμει συνθηκην προς εσας, να εξορυξω παντας τους δεξιους οφθαλμους σας, και να βαλω τουτο ονειδος επι παντα τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 11:3" parsed="|1Sam|11|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον προς αυτον οι πρεσβυτεροι της Ιαβεις, Δος εις ημας επτα ημερων αναβολην, δια να αποστειλωμεν μηνυτας εις παντα τα ορια του Ισραηλ· και τοτε, εαν δεν ηναι τις να μας σωση, θελομεν εξελθει προς σε.
<scripture passage="1Sam 11:4" parsed="|1Sam|11|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.4" />
<sup>4</sup>Ηλθον λοιπον οι μηνυται εις Γαβαα του Σαουλ και ειπον τους λογους εις τα ωτα του λαου· και υψωσαν πας ο λαος την φωνην αυτων και εκλαυσαν.
<scripture passage="1Sam 11:5" parsed="|1Sam|11|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.5" />
<sup>5</sup>Και ιδου, ο Σαουλ ηρχετο κατοπιν της αγελης εκ του αγρου· και ειπεν ο Σαουλ, Τι εχει ο λαος και κλαιει; Και διηγηθησαν προς αυτον τους λογους των ανδρων της Ιαβεις.
<scripture passage="1Sam 11:6" parsed="|1Sam|11|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.6" />
<sup>6</sup>Και επηλθεν επι τον Σαουλ πνευμα Θεου, οτε ηκουσε τους λογους εκεινους· και εξηφθη η οργη αυτου σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 11:7" parsed="|1Sam|11|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.7" />
<sup>7</sup>Και ελαβε ζευγος βοων, και κατακοψας αυτους εις τμηματα, απεστειλεν αυτα κατα παντα τα ορια του Ισραηλ δια χειρος μηνυτων, λεγων, Οστις δεν εξελθη κατοπιν του Σαουλ και κατοπιν του Σαμουηλ, ουτω θελει γεινει εις τους βοας αυτου. Και επεπεσε φοβος Κυριου επι τον λαον, και εξηλθον ως εις ανθρωπος.
<scripture passage="1Sam 11:8" parsed="|1Sam|11|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.8" />
<sup>8</sup>Και οτε απηριθμησεν αυτους εν Βεζεκ, οι υιοι Ισραηλ ησαν τριακοσιαι χιλιαδες και οι ανδρες Ιουδα τριακοντα χιλιαδες.
<scripture passage="1Sam 11:9" parsed="|1Sam|11|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.9" />
<sup>9</sup>Και ειπον προς τους ελθοντας μηνυτας, Ουτω θελετε ειπει προς τους ανδρας της Ιαβεις-γαλααδ· Αυριον, καθως ο ηλιος θερμανη, θελει εισθαι εις εσας σωτηρια. Και ηλθον οι μηνυται και ανηγγειλαν προς τους ανδρας της Ιαβεις· και υπερεχαρησαν.
<scripture passage="1Sam 11:10" parsed="|1Sam|11|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.10" />
<sup>10</sup>Και ειπον οι ανδρες της Ιαβεις, Αυριον θελομεν εξελθει προς εσας, και θελετε καμει εις ημας παν ο, τι σας φαινεται καλον.
<scripture passage="1Sam 11:11" parsed="|1Sam|11|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.11" />
<sup>11</sup>Και την επαυριον διηρεσεν ο Σαουλ τον λαον εις τρια ταγματα· και εισηλθον εις το μεσον του στρατοπεδου, εν τη πρωινη φυλακη, και επαταξαν τους Αμμωνιτας εωσου θερμανη η ημερα· και οι εναπολειφθεντες διεσκορπισθησαν, ωστε ουδε δυο εξ αυτων δεν εμειναν ηνωμενοι.
<scripture passage="1Sam 11:12" parsed="|1Sam|11|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο λαος προς τον Σαμουηλ, Τις ειναι εκεινος οστις ειπεν, Ο Σαουλ θελει βασιλευσει εφ' ημας; παραδωσατε τους ανδρας, δια να θανατωσωμεν αυτους.
<scripture passage="1Sam 11:13" parsed="|1Sam|11|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Δεν θελει θανατωθη ουδεις την ημεραν ταυτην· διοτι σημερον εκαμεν ο Κυριος σωτηριαν εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 11:14" parsed="|1Sam|11|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ προς τον λαον, Ελθετε, και ας υπαγωμεν εις Γαλγαλα και ας εγκαινισωμεν εκει την βασιλειαν.
<scripture passage="1Sam 11:15" parsed="|1Sam|11|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.11.15" />
<sup>15</sup>Και υπηγε πας ο λαος εις Γαλγαλα· και εκει εκαμον τον Σαουλ βασιλεα ενωπιον του Κυριου εν Γαλγαλοις· και εκει εθυσιασαν θυσιας ειρηνικας ενωπιον του Κυριου· και εκει ευφρανθησαν ο Σαουλ και παντες οι ανδρες Ισραηλ σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 12" progress="25.89%" prev="iSam.11" next="iSam.13" id="iSam.12">
<h3 id="iSam.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iSam.12-p1">
<scripture passage="1Sam 12:1" parsed="|1Sam|12|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς παντα τον Ισραηλ, Ιδου, υπηκουσα εις την φωνην σας κατα παντα οσα ειπετε προς εμε, και κατεστησα βασιλεα εφ' υμας·
<scripture passage="1Sam 12:2" parsed="|1Sam|12|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.2" />
<sup>2</sup>και τωρα, ιδου, ο βασιλευς πορευεται εμπροσθεν σας· εγω δε ειμαι γερων και πολιος· και οι υιοι μου, ιδου, ειναι μεθ' υμων· και εγω περιεπατησα ενωπιον σας εκ νεοτητος μου εως της ημερας ταυτης·
<scripture passage="1Sam 12:3" parsed="|1Sam|12|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.3" />
<sup>3</sup>ιδου, εγω· μαρτυρησατε κατ' εμου ενωπιον του Κυριου και ενωπιον του κεχρισμενου αυτου· τινος τον βουν ελαβον; η τινος τον ονον ελαβον; η τινα ηδικησα; τινα κατεδυναστευσα; η εκ χειρος τινος ελαβον δωρα, δια να τυφλωσω τους οφθαλμους μου δια τουτων; και θελω αποδωσει εις εσας.
<scripture passage="1Sam 12:4" parsed="|1Sam|12|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.4" />
<sup>4</sup>Οι δε ειπον, Δεν ηδικησας ημας ουδε κατεδυναστευσας ημας ουδε ελαβες τι εκ της χειρος τινος.
<scripture passage="1Sam 12:5" parsed="|1Sam|12|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς αυτους, Μαρτυς ο Κυριος εις εσας, μαρτυς και ο κεχρισμενος αυτου την ημεραν ταυτην, οτι δεν ευρηκατε εις την χειρα μου ουδεν. Και απεκριβησαν, Μαρτυς.
<scripture passage="1Sam 12:6" parsed="|1Sam|12|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον λαον, Μαρτυς ο Κυριος ο καταστησας τον Μωυσην και τον Ααρων, και αναβιβασας τους πατερας σας εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="1Sam 12:7" parsed="|1Sam|12|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.7" />
<sup>7</sup>Τωρα λοιπον σταθητε, δια να διαλεχθω με σας ενωπιον του Κυριου, δια πασας τας δικαιοσυνας του Κυριου, τας οποιας εκαμεν εις εσας και εις τους πατερας σας.
<scripture passage="1Sam 12:8" parsed="|1Sam|12|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.8" />
<sup>8</sup>Αφου ο Ιακωβ ηλθεν εις την Αιγυπτον, και οι πατερες σας εβοησαν προς τον Κυριον, τοτε απεστειλεν ο Κυριος τον Μωυσην και τον Ααρων, και εξηγαγον τους πατερας σας εξ Αιγυπτου και κατωκισαν αυτους εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="1Sam 12:9" parsed="|1Sam|12|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.9" />
<sup>9</sup>Ελησμονησαν ομως Κυριον τον Θεον αυτων· οθεν παρεδωκεν αυτους εις την χειρα του Σισαρα, αρχηγου του στρατευματος του Ασωρ, και εις την χειρα των Φιλισταιων και εις την χειρα του βασιλεως Μωαβ, και επολεμησαν εναντιον αυτων.
<scripture passage="1Sam 12:10" parsed="|1Sam|12|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.10" />
<sup>10</sup>Και εβοησαν προς τον Κυριον και ειπον, Ημαρτησαμεν, επειδη εγκατελιπομεν τον Κυριον και ελατρευσαμεν τους Βααλειμ και τας Ασταρωθ· αλλα τωρα ελευθερωσον ημας εκ της χειρος των εχθρων ημων, και θελομεν λατρευσει σε.
<scripture passage="1Sam 12:11" parsed="|1Sam|12|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.11" />
<sup>11</sup>Και απεστειλεν ο Κυριος τον Ιεροβααλ και τον Βεδαν και τον Ιεφθαε και τον Σαμουηλ, και σας ηλευθερωσεν εκ της χειρος των εχθρων σας πανταχοθεν, και κατωκησατε εν ασφαλεια.
<scripture passage="1Sam 12:12" parsed="|1Sam|12|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' οτε ειδετε οτι Ναας ο βασιλευς των υιων Αμμων ηλθεν εναντιον σας, ειπετε προς εμε, Ουχι, αλλα βασιλευς θελει βασιλευει εφ' ημας· ενω Κυριος ο Θεος σας ητο ο βασιλευς σας.
<scripture passage="1Sam 12:13" parsed="|1Sam|12|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.13" />
<sup>13</sup>Τωρα λοιπον, ιδου, ο βασιλευς, τον οποιον εξελεξατε, τον οποιον εζητησατε· και ιδου, ο Κυριος κατεστησε βασιλεα εφ' υμας.
<scripture passage="1Sam 12:14" parsed="|1Sam|12|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.14" />
<sup>14</sup>Εαν φοβησθε τον Κυριον και λατρευητε αυτον και υπακουητε εις την φωνην αυτου και δεν στασιαζητε εναντιον της προσταγης του Κυριου, τοτε και σεις και ο βασιλευς ο βασιλευων εφ' υμας θελετε περιπατει κατοπιν Κυριου του Θεου σας·
<scripture passage="1Sam 12:15" parsed="|1Sam|12|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.15" />
<sup>15</sup>εαν ομως δεν υπακουητε εις την φωνην του Κυριου, αλλα στασιαζητε εναντιον της προσταγης του Κυριου, τοτε η χειρ του Κυριου θελει εισθαι εναντιον σας, καθως εσταθη εναντιον των πατερων σας.
<scripture passage="1Sam 12:16" parsed="|1Sam|12|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.16" />
<sup>16</sup>Τωρα λοιπον παρασταθητε και ιδετε το μεγα τουτο πραγμα, το οποιον ο Κυριος θελει καμει εμπροσθεν των οφθαλμων σας·
<scripture passage="1Sam 12:17" parsed="|1Sam|12|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.17" />
<sup>17</sup>δεν ειναι θερισμος των σιτων σημερον; θελω επικαλεσθη τον Κυριον, και θελει πεμψει βροντας και βροχην· δια να γνωρισητε και να ιδητε οτι το κακον σας ειναι μεγα, το οποιον επραξατε ενωπιον του Κυριου, ζητησαντες εις εαυτους βασιλεα.
<scripture passage="1Sam 12:18" parsed="|1Sam|12|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.18" />
<sup>18</sup>Τοτε επεκαλεσθη ο Σαμουηλ τον Κυριον· και επεμψεν ο Κυριος βροντας και βροχην την ημεραν εκεινην· και πας ο λαος εφοβηθη σφοδρα τον Κυριον και τον Σαμουηλ.
<scripture passage="1Sam 12:19" parsed="|1Sam|12|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε πας ο λαος προς τον Σαμουηλ, Δεηθητι υπερ των δουλων σου προς Κυριον τον Θεον σου, δια να μη αποθανωμεν· διοτι επροσθεσαμεν εις πασας τας αμαρτιας ημων το κακον, να ζητησωμεν εις εαυτους βασιλεα.
<scripture passage="1Sam 12:20" parsed="|1Sam|12|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον λαον, Μη φοβεισθε· σεις επραξατε ολον τουτο το κακον· πλην μη παραδρομησητε απο οπισθεν του Κυριου, αλλα λατρευετε τον Κυριον εξ ολης της καρδιας σας·
<scripture passage="1Sam 12:21" parsed="|1Sam|12|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.21" />
<sup>21</sup>και μη παραδρομησητε· διοτι τοτε ηθελετε υπαγει κατοπιν των ματαιων, τα οποια δεν δυνανται να ωφελησωσιν ουδε να ελευθερωσωσιν, επειδη ειναι ματαια·
<scripture passage="1Sam 12:22" parsed="|1Sam|12|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.22" />
<sup>22</sup>διοτι δεν θελει εγκαταλειψει ο Κυριος τον λαον αυτου, δια το ονομα αυτου το μεγα, επειδη ηυδοκησεν ο Κυριος να σας καμη λαον αυτου·
<scripture passage="1Sam 12:23" parsed="|1Sam|12|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.23" />
<sup>23</sup>εις εμε δε μη γενοιτο να αμαρτησω εις τον Κυριον, ωστε να παυσω απο του να δεωμαι υπερ υμων· αλλα θελω σας διδασκει την οδον την αγαθην και ευθειαν·
<scripture passage="1Sam 12:24" parsed="|1Sam|12|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.24" />
<sup>24</sup>μονον φοβεισθε τον Κυριον και λατρευετε αυτον εν αληθεια εξ ολης καρδιας σας· διοτι ειδετε ποσα μεγαλεια εκαμεν υπερ υμων·
<scripture passage="1Sam 12:25" parsed="|1Sam|12|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.12.25" />
<sup>25</sup>αλλ' εαν εξακολουθητε να πραττητε το κακον, και σεις και ο βασιλευς υμων θελετε απολεσθη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 13" progress="25.99%" prev="iSam.12" next="iSam.14" id="iSam.13">
<h3 id="iSam.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iSam.13-p1">
<scripture passage="1Sam 13:1" parsed="|1Sam|13|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.1" />
<sup>1</sup>Ο Σαουλ ητο βασιλευς ενος ετους· αφου δε εβασιλευσε δυο ετη επι τον Ισραηλ,
<scripture passage="1Sam 13:2" parsed="|1Sam|13|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.2" />
<sup>2</sup>εξελεξεν ο Σαουλ εις εαυτον τρεις χιλιαδας εκ του Ισραηλ· και ησαν μετα του Σαουλ δυο χιλιαδες εν Μιχμας και εν τω ορει Βαιθηλ, και χιλιοι ησαν μετα του Ιωναθαν εν Γαβαα του Βενιαμιν· το δε υπολοιπον του λαου εξαπεστειλεν εκαστον εις την σκηνην αυτου.
<scripture passage="1Sam 13:3" parsed="|1Sam|13|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.3" />
<sup>3</sup>Και επαταξεν ο Ιωναθαν την φρουραν των Φιλισταιων την εν τω βουνω· και ηκουσαν οι Φιλισταιοι. Και εσαλπισεν ο Σαουλ δια της σαλπιγγος εν παση τη γη, λεγων, Ας ακουσωσιν οι Εβραιοι.
<scripture passage="1Sam 13:4" parsed="|1Sam|13|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.4" />
<sup>4</sup>Και πας ο Ισραηλ ηκουσε να λεγωσιν, Επαταξεν ο Σαουλ την φρουραν των Φιλισταιων, και μαλιστα ο Ισραηλ μισειται υπο των Φιλισταιων. Και συνηχθη ο λαος κατοπιν του Σαουλ εν Γαλγαλοις.
<scripture passage="1Sam 13:5" parsed="|1Sam|13|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.5" />
<sup>5</sup>Οι δε Φιλισταιοι συνηθροισθησαν δια να πολεμησωσι μετα του Ισραηλ, τριακοντα χιλιαδες αμαξων και εξ χιλιαδες ιππεων και λαος ως η αμμος η επι του χειλους της θαλασσης κατα το πληθος· και ανεβησαν και εστρατοπεδευσαν εν Μιχμας, προς ανατολας της Βαιθ-αυεν.
<scripture passage="1Sam 13:6" parsed="|1Sam|13|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.6" />
<sup>6</sup>Οτε οι ανδρες του Ισραηλ ειδον οτι ησαν εν αμηχανια, διοτι ο λαος εμικροψυχει, τοτε εκρυπτετο ο λαος εις τα σπηλαια και εις τα πυκνοφυτα και εις τους βραχους και εις τα οχυρα μερη και εις τους λακκους.
<scripture passage="1Sam 13:7" parsed="|1Sam|13|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.7" />
<sup>7</sup>Και τινες εκ των Εβραιων διεβησαν τον Ιορδανην προς την γην Γαδ και Γαλααδ. Ο δε Σαουλ αυτος ητο ακομη εν Γαλγαλοις· και πας ο λαος τρεμων κατοπιν αυτου.
<scripture passage="1Sam 13:8" parsed="|1Sam|13|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.8" />
<sup>8</sup>Και περιεμεινεν επτα ημερας, κατα τον διωρισμενον καιρον υπο του Σαμουηλ· αλλ' ο Σαμουηλ δεν ηρχετο εις Γαλγαλα· και ο λαος διεσκορπιζετο απο πλησιον αυτου.
<scripture passage="1Sam 13:9" parsed="|1Sam|13|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Φερετε εδω προς εμε το ολοκαυτωμα, και τας ειρηνικας προσφορας. Και προσεφερε το ολοκαυτωμα.
<scripture passage="1Sam 13:10" parsed="|1Sam|13|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.10" />
<sup>10</sup>Και ως ετελειωσε προσφερων το ολοκαυτωμα, ιδου, ηλθεν ο Σαμουηλ· και εξηλθεν ο Σαουλ εις συναντησιν αυτου, δια να χαιρετηση αυτον.
<scripture passage="1Sam 13:11" parsed="|1Sam|13|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ, Τι εκαμες; Και απεκριθη ο Σαουλ, Επειδη ειδον οτι ο λαος διεσκορπιζετο απ' εμου, και συ δεν ηλθες την διωρισμενην ημεραν, οι δε Φιλισταιοι συνηθροιζοντο εις Μιχμας,
<scripture passage="1Sam 13:12" parsed="|1Sam|13|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.12" />
<sup>12</sup>δια τουτο ειπα, Τωρα θελουσι καταβη οι Φιλισταιοι εναντιον μου εις Γαλγαλα, και εγω δεν εκαμα δεησιν προς τον Κυριον· ετολμησα λοιπον, και προσεφερα το ολοκαυτωμα.
<scripture passage="1Sam 13:13" parsed="|1Sam|13|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Συ επραξας αφρονως· δεν εφυλαξας το προσταγμα Κυριου του Θεου σου, το οποιον προσεταξεν εις σε· διοτι τωρα ο Κυριος ηθελε στερεωσει την βασιλειαν σου επι τον Ισραηλ εως του αιωνος·
<scripture passage="1Sam 13:14" parsed="|1Sam|13|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.14" />
<sup>14</sup>αλλα τωρα η βασιλεια σου δεν θελει στηριχθη· ο Κυριος εζητησεν εις εαυτον ανθρωπον κατα την καρδιαν αυτου, και διωρισεν ο Κυριος αυτον να ηναι αρχων επι τον λαον αυτου, επειδη δεν εφυλαξας εκεινο το οποιον προσεταξεν εις σε ο Κυριος.
<scripture passage="1Sam 13:15" parsed="|1Sam|13|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.15" />
<sup>15</sup>Και εσηκωθη ο Σαμουηλ και ανεβη απο Γαλγαλων εις Γαβαα του Βενιαμιν. Ο δε Σαουλ ηριθμησε τον λαον τον ευρεθεντα μετ' αυτου, περιπου εξακοσιους ανδρας.
<scripture passage="1Sam 13:16" parsed="|1Sam|13|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.16" />
<sup>16</sup>Και ο Σαουλ και Ιωναθαν ο υιος αυτου και ο λαος ο ευρεθεις μετ' αυτων, εκαθηντο εν Γαβαα του Βενιαμιν· οι δε Φιλισταιοι ησαν εστρατοπεδευμενοι εν Μιχμας.
<scripture passage="1Sam 13:17" parsed="|1Sam|13|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθον λεηλαται εκ του στρατοπεδου των Φιλισταιων εις τρια σωματα· το εν σωμα εστραφη εις την οδον Οφρα, προς την γην Σωγαλ·
<scripture passage="1Sam 13:18" parsed="|1Sam|13|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.18" />
<sup>18</sup>και το αλλο σωμα εστραφη εις την οδον Βαιθ-ωρων· και το αλλο σωμα εστραφη εις την οδον του οριου, το οποιον βλεπει προς την κοιλαδα Σεβωειμ, κατα την ερημον.
<scripture passage="1Sam 13:19" parsed="|1Sam|13|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.19" />
<sup>19</sup>Και σιδηρουργος δεν ευρισκετο εν παση τη γη Ισραηλ· διοτι οι Φιλισταιοι ειπον, Μηποτε οι Εβραιοι κατασκευασωσι ρομφαιας η λογχας·
<scripture passage="1Sam 13:20" parsed="|1Sam|13|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.20" />
<sup>20</sup>αλλα κατεβαινον παντες οι Ισραηλιται προς τους Φιλισταιους, δια να ακονωσιν εκαστος το υνιον αυτου και την δικελλαν αυτου και την αξινην αυτου, και την σκαπανην αυτου,
<scripture passage="1Sam 13:21" parsed="|1Sam|13|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.21" />
<sup>21</sup>οσακις ηθελον αμβλυνθη αι σκαπαναι και αι δικελλαι και τα τρικρανα και αι αξιναι αυτων· και δια να οξυνωσι τα βουκεντρα αυτων.
<scripture passage="1Sam 13:22" parsed="|1Sam|13|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο εν τη ημερα της μαχης, δεν ευρισκετο ουτε μαχαιρα ουτε λογχη εις την χειρα τινος εκ του λαου του οντος μετα του Σαουλ και Ιωναθαν· εις τον Σαουλ ομως και εις τον Ιωναθαν τον υιον αυτου ευρεθησαν.
<scripture passage="1Sam 13:23" parsed="|1Sam|13|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.13.23" />
<sup>23</sup>Η δε φρουρα των Φιλισταιων εξηλθε προς το περασμα Μιχμας.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 14" progress="26.08%" prev="iSam.13" next="iSam.15" id="iSam.14">
<h3 id="iSam.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iSam.14-p1">
<scripture passage="1Sam 14:1" parsed="|1Sam|14|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.1" />
<sup>1</sup>Ημεραν δε τινα ειπεν Ιωναθαν, ο υιος του Σαουλ, προς τον νεον τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, Ελθε, και ας περασωμεν προς την φρουραν των Φιλισταιων, την εν τω περαν· προς τον πατερα αυτου ομως δεν εφανερωσε τουτο.
<scripture passage="1Sam 14:2" parsed="|1Sam|14|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.2" />
<sup>2</sup>Ο δε Σαουλ εκαθητο επι του ακρου του Γαβαα, υπο την ροδιαν την εν Μιγρων· και ο λαος ο μετ' αυτου ητο εως εξακοσιοι ανδρες·
<scripture passage="1Sam 14:3" parsed="|1Sam|14|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.3" />
<sup>3</sup>και Αχια, ο υιος του Αχιτωβ, αδελφου του Ιχαβωδ, υιου του Φινεες, υιου του Ηλει, ιερευς του Κυριου εν Σηλω, φορων εφοδ. Και ο λαος δεν ηξευρεν οτι υπηγεν ο Ιωναθαν.
<scripture passage="1Sam 14:4" parsed="|1Sam|14|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.4" />
<sup>4</sup>Μεταξυ δε των διαβασεων, δια των οποιων ο Ιωναθαν εζητει να περαση προς την φρουραν των Φιλισταιων, ητο αποτομος βραχος εξ ενος μερους και αποτομος βραχος εκ του αλλου μερους· και το ονομα του ενος Βοσες, το δε ονομα του αλλον Σενε.
<scripture passage="1Sam 14:5" parsed="|1Sam|14|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.5" />
<sup>5</sup>Το μετωπον του ενος βραχου ητο προς βορραν απεναντι Μιχμας, και το του αλλου προς νοτον απεναντι Γαβαα.
<scripture passage="1Sam 14:6" parsed="|1Sam|14|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον νεον τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, Ελθε, και ας περασωμεν προς την φρουραν των απεριτμητων τουτων· ισως ενεργηση ο Κυριος υπερ ημων· διοτι δεν ειναι εις τον Κυριον εμποδιον να σωση δια πολλων η δι' ολιγων.
<scripture passage="1Sam 14:7" parsed="|1Sam|14|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτον ο οπλοφορος αυτου, Καμε ο, τι ειναι εν τη καρδια σου· προχωρει· ιδου, εγω ειμαι μετα σου κατα την καρδιαν σου.
<scripture passage="1Sam 14:8" parsed="|1Sam|14|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπεν ο Ιωναθαν, Ιδου, ημεις θελομεν περασει προς τους ανδρας και θελομεν δειχθη εις αυτους·
<scripture passage="1Sam 14:9" parsed="|1Sam|14|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.9" />
<sup>9</sup>εαν ειπωσι προς ημας ουτω, Σταθητε εως να ελθωμεν προς εσας· τοτε θελομεν σταθη εν τω τοπω ημων και δεν θελομεν αναβη προς αυτους·
<scripture passage="1Sam 14:10" parsed="|1Sam|14|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.10" />
<sup>10</sup>αλλ' εαν ειπωσιν ουτως, Αναβητε προς ημας· τοτε θελομεν αναβη· διοτι ο Κυριος παρεδωκεν αυτους εις την χειρα ημων· και τουτο θελει εισθαι εις ημας το σημειον.
<scripture passage="1Sam 14:11" parsed="|1Sam|14|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.11" />
<sup>11</sup>Εδειχθησαν λοιπον αμφοτεροι εις την φρουραν των Φιλισταιων· και οι Φιλισταιοι ειπον, Ιδου, οι Εβραιοι εξερχονται εκ των τρυπων, οπου ειχον κρυφθη.
<scripture passage="1Sam 14:12" parsed="|1Sam|14|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.12" />
<sup>12</sup>Και ελαλησαν οι ανδρες της φρουρας προς τον Ιωναθαν και προς τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, και ειπον, Αναβητε προς ημας, και θελομεν σας φανερωσει τι. Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον οπλοφορον αυτου, Αναβα κατοπιν μου· διοτι παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 14:13" parsed="|1Sam|14|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.13" />
<sup>13</sup>Και ανερπυσεν ο Ιωναθαν με τας χειρας αυτου και με τους ποδας αυτου, και ο βασταζων τα οπλα αυτου κατοπιν αυτου· και επεσον εμπροσθεν του Ιωναθαν· και ο βασταζων τα οπλα αυτου εθανατονεν αυτους κατοπιν αυτου.
<scripture passage="1Sam 14:14" parsed="|1Sam|14|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.14" />
<sup>14</sup>Αυτη δε η πρωτη σφαγη, την οποιαν εκαμον ο Ιωναθαν και ο οπλοφορος αυτου, ητο περιπου εικοσι ανδρες, εις διαστημα γης ημισεως στρεμματος.
<scripture passage="1Sam 14:15" parsed="|1Sam|14|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.15" />
<sup>15</sup>Και εγεινε τρομος εν τω στρατοπεδω, εν τοις αγροις και εν παντι τω λαω· η φρουρα και οι λεηλατουντες, και αυτοι κατετρομαξαν, και η γη συνεταραχθη· ωστε ητο ως τρομος Θεου.
<scripture passage="1Sam 14:16" parsed="|1Sam|14|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.16" />
<sup>16</sup>Και ειδον οι φρουροι του Σαουλ εν Γαβαα του Βενιαμιν, και ιδου, το πληθος διελυετο και βαθμηδον διεσκορπιζετο.
<scripture passage="1Sam 14:17" parsed="|1Sam|14|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον λαον τον μετ' αυτου, Απαριθμησατε τωρα και ιδετε τις ανεχωρησεν εξ ημων. Και οτε απηριθμησαν, ιδου, ο Ιωναθαν και ο οπλοφορος αυτου δεν ησαν.
<scripture passage="1Sam 14:18" parsed="|1Sam|14|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Αχια, Φερε εδω την κιβωτον του Θεου. Διοτι η κιβωτος του Θεου ητο τοτε μετα των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 14:19" parsed="|1Sam|14|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.19" />
<sup>19</sup>Και ενω ελαλει ο Σαουλ προς τον ιερεα, ο θορυβος εν τω στρατοπεδω των Φιλισταιων επροχωρει επι το μαλλον και επληθυνετο· ο δε Σαουλ ειπε προς τον ιερεα, Συρε οπισω την χειρα σου.
<scripture passage="1Sam 14:20" parsed="|1Sam|14|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.20" />
<sup>20</sup>Και συνηθροισθησαν ο Σαουλ και πας ο λαος ο μετ' αυτου και ηλθον εως εις την μαχην· και ιδου, παντος ανδρος η ρομφαια ητο εναντιον του συντροφου αυτου, σφαγη μεγαλη σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 14:21" parsed="|1Sam|14|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.21" />
<sup>21</sup>οι δε Εβραιοι οι μετα των Φιλισταιων οντες ως αλλοτε, οιτινες ειχον αναβη μετ' αυτων εις το στρατοπεδον εκ των περιξ, και αυτοι ετι ηνωθησαν μετα των Ισραηλιτων, οιτινες ησαν μετα του Σαουλ και Ιωναθαν.
<scripture passage="1Sam 14:22" parsed="|1Sam|14|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.22" />
<sup>22</sup>Και παντες οι ανδρες του Ισραηλ οι κρυπτομενοι εν τω ορει Εφραιμ, ακουσαντες οτι οι Φιλισταιοι εφευγον, εδραμον και αυτοι κατοπιν αυτων εις πολεμον.
<scripture passage="1Sam 14:23" parsed="|1Sam|14|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.23" />
<sup>23</sup>Και εσωσεν ο Κυριος τον Ισραηλ εν τη ημερα εκεινη· και η μαχη επερασεν εις Βαιθ-αυεν.
<scripture passage="1Sam 14:24" parsed="|1Sam|14|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.24" />
<sup>24</sup>Οι δε ανδρες του Ισραηλ απεκαμον την ημεραν εκεινην· διοτι ο Σαουλ ειχεν ορκισει τον λαον, λεγων, Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις φαγη τροφην εως εσπερας, και εκδικηθω απο των εχθρων μου. Οθεν δεν εγευθη τροφην πας ο λαος.
<scripture passage="1Sam 14:25" parsed="|1Sam|14|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.25" />
<sup>25</sup>Και παν το πληθος ηλθεν εις δασος, οπου ητο μελι κατα γης.
<scripture passage="1Sam 14:26" parsed="|1Sam|14|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.26" />
<sup>26</sup>Και οτε εισηλθεν ο λαος εις το δασος, ιδου, το μελι εσταλαξεν· ουδεις ομως επλησιασε την χειρα αυτου εις το στομα αυτου· διοτι εφοβηθη ο λαος τον ορκον.
<scripture passage="1Sam 14:27" parsed="|1Sam|14|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.27" />
<sup>27</sup>Ο Ιωναθαν ομως δεν ειχεν ακουσει, οτε ο πατηρ αυτου ωρκισε τον λαον· οθεν ηπλωσε το ακρον της ραβδου της εν τη χειρι αυτου και εβυθισεν αυτο εις κηρηθραν και εβαλε την χειρα αυτου εις το στομα αυτου, και ανεβλεψαν οι οφθαλμοι αυτου.
<scripture passage="1Sam 14:28" parsed="|1Sam|14|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.28" />
<sup>28</sup>Απεκριθη δε εις εκ του λαου και ειπεν, Ο πατηρ σου ωρκισε δι' ορκου τον λαον, λεγων, Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις φαγη τροφην σημερον· δια τουτο ο λαος ειναι εκλελυμενος.
<scripture passage="1Sam 14:29" parsed="|1Sam|14|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.29" />
<sup>29</sup>Ο δε Ιωναθαν ειπεν, Εταραξεν ο πατηρ μου τον κοσμον· ιδετε, παρακαλω, ποσον ανεβλεψαν οι οφθαλμοι μου, διοτι εγευθην ολιγον εκ τουτου του μελιτος·
<scripture passage="1Sam 14:30" parsed="|1Sam|14|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.30" />
<sup>30</sup>ποσω μαλλον, εαν ο λαος ηθελε φαγει την σημερον ελευθερως εκ των λαφυρων των εχθρων αυτου, τα οποια ευρηκε; διοτι δεν ηθελε γεινει τωρα πολυ μεγαλητερα σφαγη μεταξυ των Φιλισταιων;
<scripture passage="1Sam 14:31" parsed="|1Sam|14|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.31" />
<sup>31</sup>Επαταξαν δε εν εκεινη τη ημερα τους Φιλισταιους απο Μιχμας εως Αιαλων· και ο λαος ητο εκλελυμενος σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 14:32" parsed="|1Sam|14|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.32" />
<sup>32</sup>Οθεν ερριφθη ο λαος εις τα λαφυρα, και ελαβε προβατα και βοας και μοσχους και εσφαξαν κατα γης· και ετρωγεν ο λαος μετα του αιματος.
<scripture passage="1Sam 14:33" parsed="|1Sam|14|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.33" />
<sup>33</sup>Ανηγγειλαν δε προς τον Σαουλ, λεγοντες, Ιδου, ο λαος αμαρτανει εις τον Κυριον, διοτι τρωγουσι μετα του αιματος. Και ειπε, Παραβαται εσταθητε· κυλισατε προς εμε σημερον λιθον μεγαν.
<scripture passage="1Sam 14:34" parsed="|1Sam|14|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.34" />
<sup>34</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Διασπαρθητε μεταξυ του λαου και ειπατε προς αυτους, Φερετε μοι ενταυθα εκαστος τον βουν αυτου και εκαστος το προβατον αυτου, και σφαξατε ενταυθα και φαγετε· και μη αμαρτανετε εις τον Κυριον, τρωγοντες μετα του αιματος. Και εφεραν πας ο λαος εκαστος τον βουν αυτου μεθ' εαυτου εκεινην την νυκτα και εσφαξαν εκει.
<scripture passage="1Sam 14:35" parsed="|1Sam|14|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.35" />
<sup>35</sup>Και ωκοδομησεν ο Σαουλ θυσιαστηριον εις τον Κυριον· τουτο ητο το πρωτον θυσιαστηριον, το οποιον ωκοδομησεν ο Σαουλ εις τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 14:36" parsed="|1Sam|14|36|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.36" />
<sup>36</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ας καταβωμεν εξοπισω των Φιλισταιων δια νυκτος, και ας διαρπασωμεν αυτους εως να φεγξη η ημερα, και ας μη αφησωμεν μηδε ενα εξ αυτων. Και ειπον, Καμε παν ο, τι σοι φαινεται καλον. Τοτε ειπεν ο ιερευς, Ας προσελθωμεν ενταυθα εις τον Θεον.
<scripture passage="1Sam 14:37" parsed="|1Sam|14|37|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.37" />
<sup>37</sup>Και ηρωτησεν ο Σαουλ τον Θεον, Να καταβω εξοπισω των Φιλισταιων; θελεις παραδωσει αυτους εις την χειρα του Ισραηλ; Αλλα δεν απεκριθη προς αυτον την ημεραν εκεινην.
<scripture passage="1Sam 14:38" parsed="|1Sam|14|38|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Πλησιασατε ενταυθα παντες οι αρχηγοι του λαου· και μαθετε και ιδετε, εις ποιον εσταθη η αμαρτια αυτη σημερον·
<scripture passage="1Sam 14:39" parsed="|1Sam|14|39|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.39" />
<sup>39</sup>διοτι ζη Κυριος, ο σωσας τον Ισραηλ, οτι και εις τον Ιωναθαν τον υιον μου αν εσταθη, θελει βεβαιως θανατωθη. Και δεν ευρεθη ουδεις μεταξυ παντος του λαου, οστις απεκριθη προς αυτον.
<scripture passage="1Sam 14:40" parsed="|1Sam|14|40|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.40" />
<sup>40</sup>Και ειπε προς παντα τον Ισραηλ, Σταθητε σεις εκ του ενος μερους, εγω δε και Ιωναθαν ο υιος μου θελομεν σταθη εκ του αλλου μερους. Και ειπεν ο λαος προς τον Σαουλ, Καμε παν ο, τι σοι φαινεται καλον.
<scripture passage="1Sam 14:41" parsed="|1Sam|14|41|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.41" />
<sup>41</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, Δειξον τον αθωον. Και επιασθη ο Ιωναθαν και ο Σαουλ· ο δε λαος απελυθη.
<scripture passage="1Sam 14:42" parsed="|1Sam|14|42|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.42" />
<sup>42</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ριψατε κληρους μεταξυ εμου και Ιωναθαν του υιου μου. Και επιασθη ο Ιωναθαν.
<scripture passage="1Sam 14:43" parsed="|1Sam|14|43|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.43" />
<sup>43</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον Ιωναθαν, Φανερωσον μοι τι επραξας. Και εφανερωσε προς αυτον ο Ιωναθαν, και ειπε, Τωοντι εγευθην ολιγον μελι δια του ακρου της ραβδου της εν τη χειρι μου· ιδου, εγω, αποθνησκω.
<scripture passage="1Sam 14:44" parsed="|1Sam|14|44|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.44" />
<sup>44</sup>Και απεκριθη ο Σαουλ, Ουτω να καμη ο Θεος και ουτω να προσθεση· βεβαιως θελεις αποθανει, Ιωναθαν.
<scripture passage="1Sam 14:45" parsed="|1Sam|14|45|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.45" />
<sup>45</sup>Ο δε λαος ειπε προς τον Σαουλ, Ο Ιωναθαν θελει αποθανει, οστις εκαμε την μεγαλην ταυτην σωτηριαν εις τον Ισραηλ; Μη γενοιτο· Ζη Κυριος, ουδε μια θριξ εκ της κεφαλης αυτου θελει πεσει εις την γην· διοτι ενηργησε μετα του Θεου την ημεραν ταυτην. Και ελυτρωσεν ο λαος τον Ιωναθαν, και δεν απεθανε.
<scripture passage="1Sam 14:46" parsed="|1Sam|14|46|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.46" />
<sup>46</sup>Τοτε ανεβη ο Σαουλ εκ της καταδιωξεως των Φιλισταιων· και οι Φιλισταιοι υπηγαν εις τον τοπον αυτων.
<scripture passage="1Sam 14:47" parsed="|1Sam|14|47|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.47" />
<sup>47</sup>Και ελαβεν ο Σαουλ την βασιλειαν επι τον Ισραηλ, και επολεμησεν εναντιον παντων των εχθρων αυτου κυκλω· εναντιον του Μωαβ και εναντιον των υιων του Αμμων και εναντιον του Εδωμ και εναντιον των βασιλεων της Σωβα και εναντιον των Φιλισταιων· και εναντιον παντων οπου και αν εστρεφετο, κατετροπονε.
<scripture passage="1Sam 14:48" parsed="|1Sam|14|48|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.48" />
<sup>48</sup>Συνεκροτησεν ετι δυναμιν και επαταξε τον Αμαληκ, και ηλευθερωσε τον Ισραηλ εκ χειρος των διαρπαζοντων αυτους.
<scripture passage="1Sam 14:49" parsed="|1Sam|14|49|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.49" />
<sup>49</sup>Οι δε υιοι του Σαουλ ησαν Ιωναθαν και Ισονει και Μελχι-σουε· και τα ονοματα των δυο θυγατερων αυτου, το ονομα της πρωτοτοκου Μεραβ, και το ονομα της νεωτερας Μιχαλ·
<scripture passage="1Sam 14:50" parsed="|1Sam|14|50|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.50" />
<sup>50</sup>το δε ονομα της γυναικος του Σαουλ ητο Αχινοαμ, θυγατηρ του Αχιμαας. Και το ονομα του αρχιστρατηγου αυτου Αβενηρ, υιος του Νηρ, θειου του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 14:51" parsed="|1Sam|14|51|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.51" />
<sup>51</sup>Ο δε Κεις ο πατηρ του Σαουλ, και ο Νηρ ο πατηρ του Αβενηρ, ησαν υιοι του Αβιηλ.
<scripture passage="1Sam 14:52" parsed="|1Sam|14|52|0|0" osisRef="Bible:1Sam.14.52" />
<sup>52</sup>Ητο δε πολεμος δυνατος εναντιον των Φιλισταιων κατα πασας τας ημερας του Σαουλ· και οποτε εβλεπεν ο Σαουλ ανδρα τινα δυνατον η ανδρειον, παρελαμβανεν αυτον πλησιον εαυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 15" progress="26.29%" prev="iSam.14" next="iSam.16" id="iSam.15">
<h3 id="iSam.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iSam.15-p1">
<scripture passage="1Sam 15:1" parsed="|1Sam|15|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Εμε απεστειλεν ο Κυριος να σε χρισω βασιλεα επι τον λαον αυτου, επι τον Ισραηλ· τωρα λοιπον ακουσον της φωνης των λογων του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 15:2" parsed="|1Sam|15|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Θελω εκδικησει οσα εκαμεν ο Αμαληκ εις τον Ισραηλ, οτι αντεσταθη εις αυτον εν τη οδω, οτε ανεβαινεν εξ Αιγυπτου·
<scripture passage="1Sam 15:3" parsed="|1Sam|15|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.3" />
<sup>3</sup>υπαγε τωρα και παταξον τον Αμαληκ, και εξολοθρευσον παν ο, τι εχει και μη φεισθης αυτους· αλλα θανατωσον και ανδρα και γυναικα και παιδιον και θηλαζον και βουν και προβατον και καμηλον και ονον.
<scripture passage="1Sam 15:4" parsed="|1Sam|15|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.4" />
<sup>4</sup>Και ο Σαουλ εκαλεσε τον λαον και απηριθμησεν αυτους εν Τελαιμ, διακοσιας χιλιαδας πεζων και δεκα χιλιαδας ανδρων Ιουδα.
<scripture passage="1Sam 15:5" parsed="|1Sam|15|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.5" />
<sup>5</sup>Και ηλθεν ο Σαουλ εως της πολεως του Αμαληκ και ενεδρευσεν εν τη φαραγγι.
<scripture passage="1Sam 15:6" parsed="|1Sam|15|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τους Κεναιους, Υπαγετε, αναχωρησατε, καταβητε εκ μεσου των Αμαληκιτων, δια να μη σας συμπεριλαβω μετ' αυτων· διοτι σεις εδειξατε ελεος εις παντας τους υιους Ισραηλ, οτε ανεβαινον εξ Αιγυπτου. Και ανεχωρησαν οι Κεναιοι εκ μεσου των Αμαληκιτων.
<scripture passage="1Sam 15:7" parsed="|1Sam|15|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.7" />
<sup>7</sup>Και επαταξεν ο Σαουλ τους Αμαληκιτας απο Αβιλα εως της εισοδου Σουρ, της κατα προσωπον Αιγυπτου.
<scripture passage="1Sam 15:8" parsed="|1Sam|15|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.8" />
<sup>8</sup>Και συνελαβεν Αγαγ τον βασιλεα των Αμαληκιτων ζωντα, παντα δε τον λαον εξωλοθρευσεν εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="1Sam 15:9" parsed="|1Sam|15|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.9" />
<sup>9</sup>Πλην εφεισθη ο Σαουλ και ο λαος τον Αγαγ και τα καλητερα των προβατων και των βοων και των δευτερευοντων και των αρνιων και παντος αγαθου, και δεν ηθελον να εξολοθρευσωσιν αυτα· αλλα παν το ευτελες και εξουδενωμενον, εκεινο εξωλοθρευσαν.
<scripture passage="1Sam 15:10" parsed="|1Sam|15|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.10" />
<sup>10</sup>Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς τον Σαμουηλ, λεγων,
<scripture passage="1Sam 15:11" parsed="|1Sam|15|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.11" />
<sup>11</sup>Μετεμεληθην οτι εκαμα τον Σαουλ βασιλεα· διοτι εστραφη απο οπισθεν μου και τους λογους μου δεν εξετελεσε. Και τουτο ελυπησε τον Σαμουηλ, και εβοησε προς τον Κυριον δι' ολης της νυκτος.
<scripture passage="1Sam 15:12" parsed="|1Sam|15|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.12" />
<sup>12</sup>Και οτε εξηγερθη ο Σαμουηλ ενωρις δια να υπαγη εις συναντησιν του Σαουλ το πρωι, ανηγγειλαν προς τον Σαμουηλ, λεγοντες, Ο Σαουλ ηλθεν εις τον Καρμηλον, και ιδου, ανηγειρεν εις εαυτον τροπαιον· επειτα εστραφη και διεπερασε και κατεβη εις Γαλγαλα.
<scripture passage="1Sam 15:13" parsed="|1Sam|15|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.13" />
<sup>13</sup>Και υπηγεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ· και ειπεν ο Σαουλ προς αυτον, Ευλογημενος να ησαι παρα του Κυριου· εξετελεσα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 15:14" parsed="|1Sam|15|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.14" />
<sup>14</sup>Ειπε δε ο Σαμουηλ, Και τις η φωνη αυτη των προβατων εις τα ωτα μου, και η φωνη των βοων, την οποιαν ακουω;
<scripture passage="1Sam 15:15" parsed="|1Sam|15|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Εκ των Αμαληκιτων εφεραν αυτα· διοτι ο λαος εφεισθη τα καλητερα των προβατων και των βοων, δια να θυσιαση εις Κυριον τον Θεον σου· τα δε λοιπα εξωλοθρευσαμεν.
<scripture passage="1Sam 15:16" parsed="|1Sam|15|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Αφες, και θελω απαγγειλει προς σε τι ελαλησεν ο Κυριος εις εμε την νυκτα. Ο δε ειπε προς αυτον, Λεγε.
<scripture passage="1Sam 15:17" parsed="|1Sam|15|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ, Ενω συ ησο μικρος εμπροσθεν των οφθαλμων σου, δεν εγεινες η κεφαλη των φυλων του Ισραηλ, και σε εχρισεν ο Κυριος βασιλεα επι τον Ισραηλ;
<scripture passage="1Sam 15:18" parsed="|1Sam|15|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.18" />
<sup>18</sup>και σε εστειλεν ο Κυριος εις την οδον και ειπεν, Υπαγε και εξολοθρευσον τους αμαρτανοντας εις εμε, τους Αμαληκιτας, και πολεμησον εναντιον αυτων εωσου εξαφανισης αυτους·
<scripture passage="1Sam 15:19" parsed="|1Sam|15|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.19" />
<sup>19</sup>δια τι λοιπον δεν υπηκουσας της φωνης του Κυριου, αλλ' ωρμησας επι τα λαφυρα και επραξας το κακον ενωπιον του Κυριου;
<scripture passage="1Sam 15:20" parsed="|1Sam|15|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Σαμουηλ, Ναι, υπηκουσα της φωνης του Κυριου και υπηγα εις την οδον εις την οποιαν ο Κυριος με απεστειλε και εφερα τον Αγαγ τον βασιλεα του Αμαληκ, τους δε Αμαληκιτας εξωλοθρευσα·
<scripture passage="1Sam 15:21" parsed="|1Sam|15|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.21" />
<sup>21</sup>ο λαος ομως ελαβεν εκ των λαφυρων προβατα και βοας, τα καλητερα απο των απηγορευμενων, δια να θυσιαση εις Κυριον τον Θεον σου εν Γαλγαλοις.
<scripture passage="1Sam 15:22" parsed="|1Sam|15|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ, Μηπως ο Κυριος αρεσκεται εις τα ολοκαυτωματα και εις τας θυσιας, καθως εις το να υπακουωμεν της φωνης του Κυριου; ιδου, η υποταγη ειναι καλητερα παρα την θυσιαν· η υπακοη, παρα το παχος των κριων·
<scripture passage="1Sam 15:23" parsed="|1Sam|15|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.23" />
<sup>23</sup>διοτι η απειθεια ειναι καθως το αμαρτημα της μαγειας· και το πεισμα, καθως η ασεβεια και ειδωλολατρεια· επειδη συ απερριψας τον λογον του Κυριου, δια τουτο και αυτος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς.
<scripture passage="1Sam 15:24" parsed="|1Sam|15|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Σαμουηλ, Ημαρτησα· διοτι παρεβην το προσταγμα του Κυριου και τους λογους σου, φοβηθεις τον λαον και υπακουσας εις την φωνην αυτων·
<scripture passage="1Sam 15:25" parsed="|1Sam|15|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.25" />
<sup>25</sup>τωρα λοιπον συγχωρησον, παρακαλω, το αμαρτημα μου και επιστρεψον μετ' εμου, δια να προσκυνησω τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 15:26" parsed="|1Sam|15|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.26" />
<sup>26</sup>Ο δε Σαμουηλ ειπε προς τον Σαουλ, Δεν θελω επιστρεψει μετα σου· διοτι απερριψας τον λογον του Κυριου, και ο Κυριος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 15:27" parsed="|1Sam|15|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.27" />
<sup>27</sup>Και καθως εστραφη ο Σαμουηλ δια να αναχωρηση, εκεινος επιασεν αυτον απο του κρασπεδου του ιματιου αυτου· και εξεσχισθη.
<scripture passage="1Sam 15:28" parsed="|1Sam|15|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς αυτον ο Σαμουηλ, Εξεσχισεν η Κυριος την βασιλειαν του Ισραηλ απο σου σημερον και εδωκεν αυτην εις τον πλησιον σου, τον καλητερον σου·
<scripture passage="1Sam 15:29" parsed="|1Sam|15|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.29" />
<sup>29</sup>ουδε θελει ψευσθη ο Ισχυρος του Ισραηλ ουδε μεταμεληθη· διοτι ουτος δεν ειναι ανθρωπος, ωστε να μεταμεληθη.
<scripture passage="1Sam 15:30" parsed="|1Sam|15|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.30" />
<sup>30</sup>Ο δε ειπεν, Ημαρτησα· αλλα τιμησον με τωρα, παρακαλω, εμπροσθεν των πρεσβυτερων του λαου μου και εμπροσθεν του Ισραηλ, και επιστρεψον μετ' εμου, δια να προσκυνησω Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="1Sam 15:31" parsed="|1Sam|15|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.31" />
<sup>31</sup>Και επεστρεψεν ο Σαμουηλ κατοπιν του Σαουλ και προσεκυνησεν ο Σαουλ τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 15:32" parsed="|1Sam|15|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.32" />
<sup>32</sup>Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ, Φερετε μοι ενταυθα Αγαγ τον βασιλεα των Αμαληκιτων. Και ηλθε προς αυτον ο Αγαγ χαριεντως· διοτι ελεγεν ο Αγαγ, Βεβαιως η πικρια του θανατου επερασεν.
<scripture passage="1Sam 15:33" parsed="|1Sam|15|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.33" />
<sup>33</sup>Ο δε Σαμουηλ ειπε, Καθως ητεκνωσε γυναικας η ρομφαια σου, ουτω θελει ατεκνωθη μεταξυ των γυναικων η μητηρ σου. Και κατεκοψεν ο Σαμουηλ τον Αγαγ ενωπιον του Κυριου εν Γαλγαλοις.
<scripture passage="1Sam 15:34" parsed="|1Sam|15|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.34" />
<sup>34</sup>Τοτε ανεχωρησεν ο Σαμουηλ εις Ραμα· ο δε Σαουλ ανεβη εις τον οικον αυτου, εις Γαβαα Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 15:35" parsed="|1Sam|15|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.15.35" />
<sup>35</sup>Ο δε Σαμουηλ δεν ειδε πλεον τον Σαουλ εως της ημερας του θανατου αυτου· επενθησεν ομως ο Σαμουηλ δια τον Σαουλ. Και ο Κυριος μετεμεληθη οτι εκαμε τον Σαουλ βασιλεα επι τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 16" progress="26.42%" prev="iSam.15" next="iSam.17" id="iSam.16">
<h3 id="iSam.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iSam.16-p1">
<scripture passage="1Sam 16:1" parsed="|1Sam|16|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Σαμουηλ, Εως ποτε συ πενθεις δια τον Σαουλ, επειδη εγω απεδοκιμασα αυτον απο του να βασιλευη επι τον Ισραηλ; γεμισον το κερας σου ελαιον και υπαγε· εγω σε αποστελλω προς τον Ιεσσαι τον Βηθλεεμιτην· διοτι προεβλεψα εις εμαυτον βασιλεα μεταξυ των υιων αυτου.
<scripture passage="1Sam 16:2" parsed="|1Sam|16|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ, Πως να υπαγω; διοτι θελει ακουσει τουτο ο Σαουλ και θελει με θανατωσει. Και ειπεν ο Κυριος, Λαβε μετα σου δαμαλιν και ειπε, Ηλθον να θυσιασω προς τον Κυριον.
<scripture passage="1Sam 16:3" parsed="|1Sam|16|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.3" />
<sup>3</sup>Και καλεσον τον Ιεσσαι εις την θυσιαν, και εγω θελω φανερωσει προς σε τι θελεις καμει και θελεις χρισει εις εμε οντινα σοι ειπω.
<scripture passage="1Sam 16:4" parsed="|1Sam|16|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμεν ο Σαμουηλ εκεινο το οποιον ειπεν ο Κυριος, και ηλθεν εις Βηθλεεμ. Ετρομαξαν δε οι πρεσβυτεροι της πολεως εις την συναντησιν αυτου και ειπον, Εν ειρηνη ερχεσαι;
<scripture passage="1Sam 16:5" parsed="|1Sam|16|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.5" />
<sup>5</sup>Ο δε ειπεν, Εν ειρηνη· ερχομαι δια να θυσιασω προς τον Κυριον· αγιασθητε και ελθετε μετ' εμου εις την θυσιαν. Και ηγιασε τον Ιεσσαι και τους υιους αυτου και εκαλεσεν αυτους εις την θυσιαν.
<scripture passage="1Sam 16:6" parsed="|1Sam|16|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.6" />
<sup>6</sup>Και ενω εισηρχοντο, ιδων τον Ελιαβ, ειπε, Βεβαιως εμπροσθεν του Κυριου ειναι ο κεχρισμενος αυτου.
<scripture passage="1Sam 16:7" parsed="|1Sam|16|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Σαμουηλ, Μη επιβλεψης εις την οψιν αυτου η εις το υψος του αναστηματος αυτου, επειδη απεδοκιμασα αυτον· διοτι δεν βλεπει ο Κυριος καθως βλεπει ο ανθρωπος· διοτι ο ανθρωπος βλεπει το φαινομενον, ο δε Κυριος βλεπει την καρδιαν.
<scripture passage="1Sam 16:8" parsed="|1Sam|16|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εκαλεσεν ο Ιεσσαι τον Αβιναδαβ και διεβιβασεν αυτον ενωπιον του Σαμουηλ. Και ειπεν, ουδε τουτον δεν εξελεξεν ο Κυριος.
<scripture passage="1Sam 16:9" parsed="|1Sam|16|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.9" />
<sup>9</sup>Τοτε διεβιβασεν ο Ιεσσαι τον Σαμμα. Ο δε ειπεν, Ουδε τουτον δεν εξελεξεν ο Κυριος.
<scripture passage="1Sam 16:10" parsed="|1Sam|16|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.10" />
<sup>10</sup>Και διεβιβασεν ο Ιεσσαι επτα εκ των υιων αυτου ενωπιον του Σαμουηλ. Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Ιεσσαι, Ο Κυριος δεν εξελεξε τουτους.
<scripture passage="1Sam 16:11" parsed="|1Sam|16|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Ιεσσαι, Ετελειωσαν τα παιδια; Και ειπε, Μενει ετι ο νεωτερος· και ιδου, ποιμαινει τα προβατα. Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Ιεσσαι, Πεμψον και φερε αυτον· διοτι δεν θελομεν καθισει εις την τραπεζαν, εωσου ελθη ενταυθα.
<scripture passage="1Sam 16:12" parsed="|1Sam|16|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.12" />
<sup>12</sup>Και εστειλε και εφερεν αυτον. Ητο δε ξανθος και ευοφθαλμος και ωραιος την οψιν. Και ειπεν ο Κυριος, Σηκωθητι, χρισον αυτον· διοτι ουτος ειναι.
<scripture passage="1Sam 16:13" parsed="|1Sam|16|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ελαβεν ο Σαμουηλ το κερας του ελαιου και εχρισεν αυτον εν μεσω των αδελφων αυτου· και επηλθε πνευμα Κυριου επι τον Δαβιδ απο της ημερας εκεινης και εφεξης. Σηκωθεις δε ο Σαμουηλ απηλθεν εις Ραμα.
<scripture passage="1Sam 16:14" parsed="|1Sam|16|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.14" />
<sup>14</sup>Και το Πνευμα του Κυριου απεσυρθη απο του Σαουλ, και πνευμα πονηρον παρα Κυριου εταραττεν αυτον.
<scripture passage="1Sam 16:15" parsed="|1Sam|16|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.15" />
<sup>15</sup>Και ειπον οι δουλοι του Σαουλ προς αυτον, Ιδου τωρα, πονηρον πνευμα παρα Θεου σε ταραττει·
<scripture passage="1Sam 16:16" parsed="|1Sam|16|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.16" />
<sup>16</sup>ας προσταξη τωρα ο κυριος ημων τους δουλους σου, τους εμπροσθεν σου, να ζητησωσιν ανθρωπον ειδημονα εις το να παιζη κιθαραν· και οποτε το πονηρον πνευμα παρα Θεου ειναι επι σε, να παιζη με την χειρα αυτου, και καλον θελει εισθαι εις σε.
<scripture passage="1Sam 16:17" parsed="|1Sam|16|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τους δουλους αυτου, Προβλεψατε μοι λοιπον ανθρωπον παιζοντα καλως και φερετε προς εμε.
<scripture passage="1Sam 16:18" parsed="|1Sam|16|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.18" />
<sup>18</sup>Τοτε απεκριθη εις εκ των δουλων και ειπεν, Ιδου, ειδον υιον του Ιεσσαι του Βηθλεεμιτου, ειδημονα εις το παιζειν και ανδρειοτατον και ανδρα πολεμικον και συνετον εις λογον και ανθρωπον ωραιον, και ο Κυριος ειναι μετ' αυτου.
<scripture passage="1Sam 16:19" parsed="|1Sam|16|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.19" />
<sup>19</sup>Και απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας προς τον Ιεσσαι, λεγων, Πεμψον μοι Δαβιδ τον υιον σου, οστις ειναι μετα των προβατων.
<scripture passage="1Sam 16:20" parsed="|1Sam|16|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.20" />
<sup>20</sup>Και ελαβεν ο Ιεσσαι ονον φορτωμενον με αρτους και ασκον οινου και εν εριφιον εξ αιγων, και επεμψεν αυτα δια του Δαβιδ του υιου αυτου προς τον Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 16:21" parsed="|1Sam|16|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.21" />
<sup>21</sup>Και ηλθεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ και εσταθη εμπροσθεν αυτου· και ηγαπησεν αυτον σφοδρα· και εγεινεν οπλοφορος αυτου.
<scripture passage="1Sam 16:22" parsed="|1Sam|16|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.22" />
<sup>22</sup>Και απεστειλεν ο Σαουλ προς τον Ιεσσαι, λεγων, Ο Δαβιδ ας στεκηται, παρακαλω, εμπροσθεν μου· διοτι ευρηκε χαριν εις τους οφθαλμους μου.
<scripture passage="1Sam 16:23" parsed="|1Sam|16|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.16.23" />
<sup>23</sup>Και οποτε το πονηρον πνευμα παρα Θεου ητο επι τον Σαουλ, ο Δαβιδ ελαμβανε την κιθαραν και επαιζε δια της χειρος αυτου· τοτε ανεκουφιζετο ο Σαουλ και ανεπαυετο και απεσυρετο απ' αυτου το πνευμα το πονηρον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 17" progress="26.50%" prev="iSam.16" next="iSam.18" id="iSam.17">
<h3 id="iSam.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iSam.17-p1">
<scripture passage="1Sam 17:1" parsed="|1Sam|17|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.1" />
<sup>1</sup>Συνηθροισαν δε οι Φιλισταιοι τα στρατευματα αυτων δια πολεμον και ησαν συνηθροισμενοι εν Σοκχω, ητις ειναι του Ιουδα, και εστρατοπεδευσαν μεταξυ Σοκχω και Αζηκα, εν Εφες-δαμμειμ.
<scripture passage="1Sam 17:2" parsed="|1Sam|17|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.2" />
<sup>2</sup>Ο δε Σαουλ και οι ανδρες Ισραηλ συνηθροισθησαν, και εστρατοπεδευσαν εν τη κοιλαδι Ηλα, και παρεταχθησαν εις μαχην εναντιον των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 17:3" parsed="|1Sam|17|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.3" />
<sup>3</sup>Και οι μεν Φιλισταιοι ισταντο επι του ορους εντευθεν, ο δε Ισραηλ ιστατο επι του ορους εκειθεν· η δε κοιλας ητο μεταξυ αυτων.
<scripture passage="1Sam 17:4" parsed="|1Sam|17|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.4" />
<sup>4</sup>Και εξηλθεν ανηρ προμαχητης εκ του στρατοπεδου των Φιλισταιων ονομαζομενος Γολιαθ, εκ της Γαθ, υψους εξ πηχων και σπιθαμης·
<scripture passage="1Sam 17:5" parsed="|1Sam|17|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.5" />
<sup>5</sup>ειχε δε περικεφαλαιαν χαλκινην επι της κεφαλης αυτου και ητο ενδεδυμενος θωρακα αλυσιδωτον· και το βαρος του θωρακος ητο πεντε χιλιαδες σικλων χαλκου·
<scripture passage="1Sam 17:6" parsed="|1Sam|17|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.6" />
<sup>6</sup>και κνημιδας χαλκινας επι των σκελων αυτου και ασπιδα χαλκινην μεταξυ των ωμων αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:7" parsed="|1Sam|17|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.7" />
<sup>7</sup>Και το κονταριον του δορατος αυτου ητο ως αντιον υφαντου· και η λογχη του δορατος αυτου εζυγιζεν εξακοσιους σικλους σιδηρου· εις δε κρατων τον θυρεον προεπορευετο αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:8" parsed="|1Sam|17|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.8" />
<sup>8</sup>Και σταθεις εβοησε προς τας παραταξεις του Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Δια τι εξερχεσθε να παραταχθητε εις μαχην; δεν ειμαι εγω ο Φιλισταιος, και σεις δουλοι του Σαουλ; εκλεξατε εις εαυτους ανδρα, και ας καταβη προς εμε·
<scripture passage="1Sam 17:9" parsed="|1Sam|17|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.9" />
<sup>9</sup>εαν μεν δυνηθη να πολεμηση μετ' εμου και με θανατωση, τοτε ημεις θελομεν εισθαι δουλοι σας· αλλ' εαν εγω υπερισχυσω κατ' αυτου και θανατωσω αυτον, τοτε σεις θελετε εισθαι δουλοι ημων και θελετε δουλευει ημας.
<scripture passage="1Sam 17:10" parsed="|1Sam|17|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Φιλισταιος, Εγω εξουθενησα τας παραταξεις του Ισραηλ την ημεραν ταυτην· δοτε εις εμε ανδρα, δια να μονομαχησωμεν.
<scripture passage="1Sam 17:11" parsed="|1Sam|17|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.11" />
<sup>11</sup>Οτε ηκουσεν ο Σαουλ και πας ο Ισραηλ εκεινους τους λογους του Φιλισταιου, εξεστησαν και εφοβηθησαν σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 17:12" parsed="|1Sam|17|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.12" />
<sup>12</sup>Ητο δε Δαβιδ ο υιος εκεινου του Εφραθαιου εκ Βηθλεεμ Ιουδα, ονομαζομενου Ιεσσαι· ειχε δε οκτω υιους· και ο ανθρωπος εις τας ημερας του Σαουλ ειχε ταξιν γεροντος μεταξυ των ανθρωπων.
<scripture passage="1Sam 17:13" parsed="|1Sam|17|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.13" />
<sup>13</sup>Και υπηγαν οι τρεις υιοι του Ιεσσαι οι μεγαλητεροι ακολουθουντες τον Σαουλ εις την μαχην· και τα ονοματα των τριων υιων αυτου οιτινες υπηγαν εις την μαχην ησαν Ελιαβ ο πρωτοτοκος, και ο δευτερος αυτου Αβιναδαβ, και ο τριτος Σαμμα.
<scripture passage="1Sam 17:14" parsed="|1Sam|17|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Δαβιδ ητο ο νεωτερος· και οι τρεις οι μεγαλητεροι ηκολουθουν τον Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 17:15" parsed="|1Sam|17|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.15" />
<sup>15</sup>Και ανεχωρει ο Δαβιδ και επεστρεφεν απο του Σαουλ, δια να ποιμαινη τα προβατα του πατρος αυτου εν Βηθλεεμ.
<scripture passage="1Sam 17:16" parsed="|1Sam|17|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Φιλισταιος επλησιαζε πρωι και εσπερας και εστηλονετο τεσσαρακοντα ημερας.
<scripture passage="1Sam 17:17" parsed="|1Sam|17|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν Ιεσσαι προς Δαβιδ τον υιον αυτου, Λαβε τωρα δια τους αδελφους σου εν εφα εκ τουτου του πεφρυγανισμενου σιτου και τους δεκα τουτους αρτους, και τρεξον εις το στρατοπεδον προς τους αδελφους σου·
<scripture passage="1Sam 17:18" parsed="|1Sam|17|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.18" />
<sup>18</sup>και τα δεκα ταυτα νωπα τυρια φερε προς τον χιλιαρχον, και ιδε αν υγιαινωσιν οι αδελφοι σου και λαβε σημειον παρ' αυτων.
<scripture passage="1Sam 17:19" parsed="|1Sam|17|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Σαουλ και αυτοι και παντες οι ανδρες Ισραηλ ησαν εν τη κοιλαδι Ηλα, μαχομενοι μετα των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 17:20" parsed="|1Sam|17|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.20" />
<sup>20</sup>Και εξηγερθη ο Δαβιδ ενωρις το πρωι· και αφησας τα προβατα εις φυλακα, ελαβε και υπηγε, καθως προσεταξεν αυτον ο Ιεσσαι· και ηλθεν εις το περιχαρακωμα, ενω το στρατευμα εξηρχετο εις παραταξιν· και ηλαλαξαν προς την μαχην·
<scripture passage="1Sam 17:21" parsed="|1Sam|17|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.21" />
<sup>21</sup>διοτι παρεταχθησαν ο Ισραηλ και οι Φιλισταιοι, στρατευμα κατα προσωπον στρατευματος.
<scripture passage="1Sam 17:22" parsed="|1Sam|17|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.22" />
<sup>22</sup>Και ο Δαβιδ, αφησας επανωθεν αυτου τα σκευη εις την χειρα του σκευοφυλακος, εδραμε προς το στρατευμα και ηλθε και ηρωτησε τους αδελφους αυτου πως εχουσι.
<scripture passage="1Sam 17:23" parsed="|1Sam|17|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.23" />
<sup>23</sup>Και ενω ωμιλει μετ' αυτων, ιδου, ανεβαινεν ο προμαχητης, ο Φιλισταιος ο εκ της Γαθ, Γολιαθ το ονομα, εκ των στρατευματων των Φιλισταιων, και ελαλησε κατα τους αυτους λογους· και ηκουσεν ο Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 17:24" parsed="|1Sam|17|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.24" />
<sup>24</sup>Παντες δε οι ανδρες Ισραηλ, ως ειδον τον ανδρα, εφυγον απο προσωπου αυτου και εφοβηθησαν σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 17:25" parsed="|1Sam|17|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.25" />
<sup>25</sup>Και ελεγον οι ανδρες Ισραηλ, Ειδετε τον ανδρα τουτον τον αναβαινοντα; βεβαιως ανεβη δια να εξουθενηση τον Ισραηλ· και οστις θανατωση αυτον, τουτον θελει πλουτισει ο βασιλευς με πλουτη μεγαλα, και την θυγατερα αυτου θελει δωσει εις αυτον, και τον οικον του πατρος αυτου θελει καμει ελευθερον μεταξυ του Ισραηλ.
<scripture passage="1Sam 17:26" parsed="|1Sam|17|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τους ανδρας τους ισταμενους πλησιον αυτου, λεγων, Τι θελει γεινει εις τον ανδρα, οστις παταξη τον Φιλισταιον τουτον και αφαιρεση το ονειδος απο του Ισραηλ; διοτι τις ειναι ο Φιλισταιος ουτος ο απεριτμητος, ωστε να εξουθενη τα στρατευματα του Θεου του ζωντος;
<scripture passage="1Sam 17:27" parsed="|1Sam|17|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.27" />
<sup>27</sup>Και απεκριθη προς αυτον ο λαος κατα τον λογον τουτον, λεγων, ουτω θελει γεινει εις τον ανδρα, οστις παταξη αυτον.
<scripture passage="1Sam 17:28" parsed="|1Sam|17|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.28" />
<sup>28</sup>Και ηκουσεν Ελιαβ ο αδελφος αυτου ο μεγαλητερος, ενω ελαλει προς τους ανδρας· και εξηφθη ο θυμος του Ελιαβ εναντιον του Δαβιδ, και ειπε, Δια τι κατεβης ενταυθα; και εις ποιον αφηκες τα ολιγα εκεινα προβατα εν τη ερημω; εγω εξευρω την υπερηφανιαν σου και την πονηριαν της καρδιας σου· βεβαιως δια να ιδης την μαχην κατεβης.
<scripture passage="1Sam 17:29" parsed="|1Sam|17|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Τι εκαμα τωρα; δεν ειναι αιτια;
<scripture passage="1Sam 17:30" parsed="|1Sam|17|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.30" />
<sup>30</sup>Και εστραφη απ' αυτου προς αλλον και ελαλησε κατα τον αυτον τροπον· και ο λαος απεκριθη παλιν προς αυτον κατα τον πρωτον λογον.
<scripture passage="1Sam 17:31" parsed="|1Sam|17|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.31" />
<sup>31</sup>Και οτε ηκουσθησαν οι λογοι, τους οποιους ελαλησεν ο Δαβιδ, ανηγγειλαν προς τον Σαουλ· και παρελαβεν αυτον.
<scripture passage="1Sam 17:32" parsed="|1Sam|17|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Μηδενος ανθρωπου η καρδια ας μη ταπεινονηται δια τουτον· ο δουλος σου θελει υπαγει και πολεμησει μετα του Φιλισταιου τουτου.
<scripture passage="1Sam 17:33" parsed="|1Sam|17|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.33" />
<sup>33</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Δεν δυνασαι να υπαγης εναντιον του Φιλισταιου τουτου δια να πολεμησης μετ' αυτου· διοτι συ εισαι παιδιον, αυτος δε ανηρ πολεμιστης εκ νεοτητος αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:34" parsed="|1Sam|17|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.34" />
<sup>34</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Ο δουλος σου εβοσκε τα προβατα του πατρος αυτου, και ηλθε λεων και αρκτος και ηρπασε προβατον εκ του ποιμνιου·
<scripture passage="1Sam 17:35" parsed="|1Sam|17|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.35" />
<sup>35</sup>και εξηλθον κατοπιν αυτου και επαταξα αυτον και ηλευθερωσα αυτο εκ του στοματος αυτου· και καθως εσηκωθη εναντιον μου, ηρπασα αυτον απο της σιαγονος και επαταξα αυτον και εθανατωσα αυτον·
<scripture passage="1Sam 17:36" parsed="|1Sam|17|36|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.36" />
<sup>36</sup>επαταξεν ο δουλος σου και τον λεοντα και την αρκτον· και ο Φιλισταιος ουτος ο απεριτμητος θελει εισθαι ως εν εκ τουτων, επειδη εξουθενησε τα στρατευματα του Θεου του ζωντος.
<scripture passage="1Sam 17:37" parsed="|1Sam|17|37|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.37" />
<sup>37</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Ο Κυριος ο ελευθερωσας με εκ χειρος του λεοντος και εκ χειρος της αρκτου, ουτος θελει με ελευθερωσει εκ χειρος του Φιλισταιου τουτου. Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Υπαγε, και ο Κυριος ας ηναι μετα σου.
<scripture passage="1Sam 17:38" parsed="|1Sam|17|38|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.38" />
<sup>38</sup>Και ωπλισεν ο Σαουλ τον Δαβιδ με την πανοπλιαν αυτου και εβαλε χαλκινην περικεφαλαιαν επι της κεφαλης αυτου· και ενεδυσεν αυτον θωρακα.
<scripture passage="1Sam 17:39" parsed="|1Sam|17|39|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.39" />
<sup>39</sup>Και εζωσθη ο Δαβιδ την ρομφαιαν αυτου επανωθεν της πανοπλιας αυτου και ηθελησε να περιπατηση· διοτι δεν ειχε δοκιμασει. Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Δεν δυναμαι να περιπατησω με ταυτα· διοτι δεν εδοκιμασα ποτε. Και εξεδυθη ο Δαβιδ αυτα επανωθεν αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:40" parsed="|1Sam|17|40|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.40" />
<sup>40</sup>Και ελαβε την ραβδον αυτου εν τη χειρι αυτου, και εξελεξεν εις εαυτον πεντε λιθους ομαλους εκ του χειμαρρου, και θεσας αυτους εις το ποιμενικον αυτου σακκιον και θυλακιον, την δε σφενδονην αυτου εις την χειρα αυτου, επλησιαζε προς τον Φιλισταιον.
<scripture passage="1Sam 17:41" parsed="|1Sam|17|41|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.41" />
<sup>41</sup>Ο δε Φιλισταιος ηρχετο προχωρων και επλησιαζε προς τον Δαβιδ· και ο ανηρ ο ασπιδοφορος εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:42" parsed="|1Sam|17|42|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.42" />
<sup>42</sup>Και οτε περιεβλεψεν ο Φιλισταιος και ειδε τον Δαβιδ, κατεφρονησεν αυτον· διοτι ητο παιδιον και ξανθος και ωραιος την οψιν.
<scripture passage="1Sam 17:43" parsed="|1Sam|17|43|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.43" />
<sup>43</sup>Και ειπεν ο Φιλισταιος προς τον Δαβιδ, Κυων ειμαι εγω, ωστε ερχεσαι προς εμε με ραβδους; Και κατηρασθη ο Φιλισταιος τον Δαβιδ εις τους θεους αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:44" parsed="|1Sam|17|44|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.44" />
<sup>44</sup>Και ειπεν ο Φιλισταιος προς τον Δαβιδ, Ελθε προς εμε, και θελω παραδωσει τας σαρκας σου εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια του αγρου.
<scripture passage="1Sam 17:45" parsed="|1Sam|17|45|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.45" />
<sup>45</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Φιλισταιον, Συ ερχεσαι εναντιον μου με ρομφαιαν και δορυ και ασπιδα· εγω δε ερχομαι εναντιον σου εν τω ονοματι του Κυριου των δυναμεων, του Θεου των στρατευματων του Ισραηλ, τα οποια συ εξουθενησας·
<scripture passage="1Sam 17:46" parsed="|1Sam|17|46|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.46" />
<sup>46</sup>την ημεραν ταυτην θελει σε παραδωσει ο Κυριος εις την χειρα μου· και θελω σε παταξει και αφαιρεσει απο σου την κεφαλην σου· και θελω παραδωσει τα πτωματα του στρατοπεδου των Φιλισταιων την ημεραν ταυτην εις τα πετεινα του ουρανου, και εις τα θηρια της γης· δια να γνωριση πασα η γη οτι ειναι Θεος εις τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Sam 17:47" parsed="|1Sam|17|47|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.47" />
<sup>47</sup>και θελει γνωρισει παν το πληθος τουτο οτι ο Κυριος δεν σωζει με ρομφαιαν και δορυ· διοτι του Κυριου ειναι η μαχη, και αυτος θελει σας παραδωσει εις την χειρα ημων.
<scripture passage="1Sam 17:48" parsed="|1Sam|17|48|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.48" />
<sup>48</sup>Και οτε εσηκωθη ο Φιλισταιος και ηρχετο και επλησιαζεν εις συναντησιν του Δαβιδ, ο Δαβιδ εσπευσε και εδραμε προς μαχην εναντιον του Φιλισταιου.
<scripture passage="1Sam 17:49" parsed="|1Sam|17|49|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.49" />
<sup>49</sup>Και εκτεινας ο Δαβιδ την χειρα αυτου εις το σακκιον, ελαβεν εκειθεν λιθον και εσφενδονησε και εκτυπησε τον Φιλισταιον κατα το μετωπον αυτου, ωστε ο λιθος ενεπηχθη εις το μετωπον αυτου· και επεσε κατα προσωπον εις την γην.
<scripture passage="1Sam 17:50" parsed="|1Sam|17|50|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.50" />
<sup>50</sup>και υπερισχυσεν ο Δαβιδ κατα του Φιλισταιου δια της σφενδονης και δια του λιθου, και εκτυπησε τον Φιλισταιον και εθανατωσεν αυτον. Αλλα δεν ητο ρομφαια εν τη χειρι του Δαβιδ·
<scripture passage="1Sam 17:51" parsed="|1Sam|17|51|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.51" />
<sup>51</sup>οθεν ο Δαβιδ εδραμε και σταθεις επι τον Φιλισταιον, ελαβε την ρομφαιαν αυτου και εσυρεν αυτην εκ της θηκης αυτης, και θανατωσας αυτον, απεκοψε την κεφαλην αυτου με αυτην. Ιδοντες δε οι Φιλισταιοι, οτι απεθανεν ο ισχυρος αυτων, εφυγον·
<scripture passage="1Sam 17:52" parsed="|1Sam|17|52|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.52" />
<sup>52</sup>Τοτε εσηκωθησαν οι ανδρες του Ισραηλ και του Ιουδα και ηλαλαξαν και κατεδιωξαν τους Φιλισταιους, εως της εισοδου της κοιλαδος, και εως των πυλων της Ακκαρων. Και επεσον οι τραυματισμενοι των Φιλισταιων εν τη οδω Σααραειμ, εως Γαθ και εως Ακκαρων.
<scripture passage="1Sam 17:53" parsed="|1Sam|17|53|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.53" />
<sup>53</sup>Και επεστρεψαν οι υιοι Ισραηλ εκ της καταδιωξεως των Φιλισταιων και διηρπασαν τα στρατοπεδα αυτων.
<scripture passage="1Sam 17:54" parsed="|1Sam|17|54|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.54" />
<sup>54</sup>Ο δε Δαβιδ ελαβε την κεφαλην του Φιλισταιου, και εφερεν αυτην εις Ιερουσαλημ· την δε πανοπλιαν αυτου εβαλεν εν τη σκηνη αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:55" parsed="|1Sam|17|55|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.55" />
<sup>55</sup>Οτε δε ειδεν ο Σαουλ τον Δαβιδ εξερχομενον εναντιον του Φιλισταιου, ειπε προς Αβενηρ, τον αρχηγον του στρατευματος, Αβενηρ, τινος υιος ειναι ο νεος ουτος; Και ο Αβενηρ ειπε, Ζη η ψυχη σου, βασιλευ, δεν εξευρω.
<scripture passage="1Sam 17:56" parsed="|1Sam|17|56|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.56" />
<sup>56</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Ερωτησον συ, τινος υιος ειναι ο νεανισκος ουτος.
<scripture passage="1Sam 17:57" parsed="|1Sam|17|57|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.57" />
<sup>57</sup>Και καθως επεστρεψεν ο Δαβιδ, παταξας τον Φιλισταιον, παρελαβεν αυτον ο Αβενηρ και εφερεν αυτον ενωπιον του Σαουλ· και η κεφαλη του Φιλισταιου ητο εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="1Sam 17:58" parsed="|1Sam|17|58|0|0" osisRef="Bible:1Sam.17.58" />
<sup>58</sup>Και ειπε προς αυτον ο Σαουλ, Τινος υιος εισαι, νεε; και απεκριθη ο Δαβιδ, Ο υιος του δουλου σου Ιεσσαι του Βηθλεεμιτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 18" progress="26.73%" prev="iSam.17" next="iSam.19" id="iSam.18">
<h3 id="iSam.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iSam.18-p1">
<scripture passage="1Sam 18:1" parsed="|1Sam|18|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.1" />
<sup>1</sup>Και ως ετελειωσε λαλων προς τον Σαουλ, η ψυχη του Ιωναθαν συνεδεθη μετα της ψυχης του Δαβιδ, και ηγαπησεν αυτον ο Ιωναθαν ως την ιδιαν αυτου ψυχην.
<scripture passage="1Sam 18:2" parsed="|1Sam|18|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.2" />
<sup>2</sup>Και παρελαβεν αυτον ο Σαουλ εκεινην την ημεραν και δεν αφηκεν αυτον να επιστρεψη πλεον εις τον οικον του πατρος αυτου.
<scripture passage="1Sam 18:3" parsed="|1Sam|18|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ο Ιωναθαν εκαμε συνθηκην μετα του Δαβιδ· διοτι ηγαπα αυτον ως την ιδιαν αυτου ψυχην.
<scripture passage="1Sam 18:4" parsed="|1Sam|18|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.4" />
<sup>4</sup>και εκδυθεις ο Ιωναθαν το επενδυμα το εφ' εαυτον, εδωκεν αυτο εις τον Δαβιδ, και την στολην αυτου, εως και αυτο το ξιφος αυτου και το τοξον αυτου και την ζωνην αυτου.
<scripture passage="1Sam 18:5" parsed="|1Sam|18|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.5" />
<sup>5</sup>και εξηρχετο ο Δαβιδ πανταχου οπου επεμπεν αυτον ο Σαουλ, και εφερετο μετα συνεσεως· και κατεστησεν αυτον ο Σαουλ επι τους ανδρας του πολεμου· και ητο αρεστος εις τους οφθαλμους παντος του λαου, ετι δε και εις τους οφθαλμους των δουλων του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 18:6" parsed="|1Sam|18|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.6" />
<sup>6</sup>Καθως δε ηρχοντο, ενω επεστρεφεν ο Δαβιδ εκ της σφαγης του Φιλισταιου, εξηρχοντο αι γυναικες εκ πασων των πολεων του Ισραηλ, ψαλλουσαι και χορευουσαι, εις συναντησιν του βασιλεως Σαουλ, μετα τυμπανων, μετα χαρας και μετα κυμβαλων.
<scripture passage="1Sam 18:7" parsed="|1Sam|18|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.7" />
<sup>7</sup>Και απεκρινοντο αι γυναικες αι παιζουσαι προς αλληλας, και ελεγον, Ο Σαουλ επαταξε τας χιλιαδας αυτου, και ο Δαβιδ τας μυριαδας αυτου.
<scripture passage="1Sam 18:8" parsed="|1Sam|18|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.8" />
<sup>8</sup>Παρωξυνθη δε σφοδρα ο Σαουλ, και εφανη δυσαρεστος εις τους οφθαλμους αυτου ο λογος ουτος, και ειπεν, Απεδωκαν εις τον Δαβιδ τας μυριαδας, εις εμε δε απεδωκαν τας χιλιαδας· και τι λειπεται πλεον εις αυτον παρα η βασιλεια;
<scripture passage="1Sam 18:9" parsed="|1Sam|18|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.9" />
<sup>9</sup>Και υπεβλεπεν ο Σαουλ τον Δαβιδ απ' εκεινης της ημερας και εις το εξης.
<scripture passage="1Sam 18:10" parsed="|1Sam|18|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.10" />
<sup>10</sup>Και την επαυριον επηλθε πνευμα πονηρον παρα Θεου επι τον Σαουλ, και επροφητευεν εν μεσω του οικου· και ο Δαβιδ επαιζε δια της χειρος αυτου, ως καθ' εκαστην ημεραν· ητο δε το δορατιον εν τη χειρι του Σαουλ·
<scripture passage="1Sam 18:11" parsed="|1Sam|18|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.11" />
<sup>11</sup>και ερριψεν ο Σαουλ το δορατιον, λεγων, Θελω κτυπησει τον Δαβιδ εως και εις τον τοιχον. Αλλ' ο Δαβιδ εξεκλινεν απ' εμπροσθεν αυτου δις.
<scripture passage="1Sam 18:12" parsed="|1Sam|18|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.12" />
<sup>12</sup>Εφοβηθη δε ο Σαουλ απο προσωπου Δαβιδ, επειδη ο Κυριος ητο μετ' αυτου, απο δε του Σαουλ ειχεν απομακρυνθη.
<scripture passage="1Sam 18:13" parsed="|1Sam|18|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.13" />
<sup>13</sup>Οθεν απεμακρυνεν αυτον ο Σαουλ απο πλησιον εαυτου και κατεστησεν αυτον χιλιαρχον· και εξηρχετο και εισηρχετο εμπροσθεν του λαου.
<scripture passage="1Sam 18:14" parsed="|1Sam|18|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.14" />
<sup>14</sup>Και εφερετο ο Δαβιδ μετα συνεσεως εν πασαις ταις οδοις αυτου· και ο Κυριος ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="1Sam 18:15" parsed="|1Sam|18|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο ο Σαουλ, βλεπων οτι εφερετο μετα μεγαλης συνεσεως, εφοβειτο απο προσωπου αυτου.
<scripture passage="1Sam 18:16" parsed="|1Sam|18|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.16" />
<sup>16</sup>Πας δε ο Ισραηλ και ο Ιουδας ηγαπα τον Δαβιδ, επειδη εξηρχετο και εισηρχετο εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="1Sam 18:17" parsed="|1Sam|18|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Ιδου, η μεγαλητερα θυγατηρ μου Μεραβ· ταυτην θελω σοι δωσει εις γυναικα· μονον εσο ανδρειος εις εμε και μαχου τας μαχας του Κυριου. Διοτι ειπεν ο Σαουλ, Ας μη ηναι η χειρ μου επ' αυτον, αλλ' η χειρ των Φιλισταιων ας ηναι επ' αυτον.
<scripture passage="1Sam 18:18" parsed="|1Sam|18|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Ποιος εγω; και ποια η ζωη μου και η οικογενεια του πατρος μου μεταξυ του Ισραηλ, ωστε να γεινω γαμβρος του βασιλεως;
<scripture passage="1Sam 18:19" parsed="|1Sam|18|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.19" />
<sup>19</sup>Αλλα καθ' ον καιρον η Μεραβ η θυγατηρ του Σαουλ επρεπε να δοθη εις τον Δαβιδ, αυτη εδοθη εις τον Αδριηλ τον Μεολαθιτην εις γυναικα.
<scripture passage="1Sam 18:20" parsed="|1Sam|18|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.20" />
<sup>20</sup>Ηγαπα δε τον Δαβιδ Μιχαλ η θυγατηρ του Σαουλ· και ανηγγειλαν τουτο προς τον Σαουλ· και το πραγμα ηρεσεν εις αυτον.
<scripture passage="1Sam 18:21" parsed="|1Sam|18|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Θελω δωσει αυτην εις αυτον, δια να γεινη παγις εις αυτον, και δια να ηναι επ' αυτον η χειρ των Φιλισταιων. Οθεν ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Σημερον θελεις εισθαι γαμβρος μου με την δευτεραν.
<scripture passage="1Sam 18:22" parsed="|1Sam|18|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.22" />
<sup>22</sup>Και προσεταξεν ο Σαουλ τους δουλους αυτου, λεγων, Λαλησατε προς τον Δαβιδ κρυφιως και ειπατε, Ιδου, ο βασιλευς ευαρεστειται εις σε, και παντες οι δουλοι αυτου σε αγαπωσι· τωρα λοιπον γενου γαμβρος του βασιλεως.
<scripture passage="1Sam 18:23" parsed="|1Sam|18|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.23" />
<sup>23</sup>Και ελαλησαν οι δουλοι του Σαουλ τους λογους τουτους εις τα ωτα του Δαβιδ. Και ειπεν ο Δαβιδ, Σας φαινεται μικρον να γεινη τις γαμβρος βασιλεως; αλλ' εγω ειμαι ανθρωπος πτωχος και ποταπος.
<scripture passage="1Sam 18:24" parsed="|1Sam|18|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.24" />
<sup>24</sup>Και ανηγγειλαν οι δουλοι του Σαουλ προς αυτον, λεγοντες, Κατα τους λογους τουτους ελαλησεν ο Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 18:25" parsed="|1Sam|18|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ουτω θελετε ειπει προς τον Δαβιδ, Ο βασιλευς δεν θελει δωρα νυμφικα, αλλ' εκατον ακροβυστιας Φιλισταιων, δια να εκδικηθη ο βασιλευς εναντιον των εχθρων αυτου. Ο Σαουλ ομως εστοχαζετο να καμη τον Δαβιδ να πεση δια χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 18:26" parsed="|1Sam|18|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.26" />
<sup>26</sup>Και οτε ανηγγειλαν οι δουλοι αυτου προς τον Δαβιδ τους λογους τουτους, ηρεσεν εις τον Δαβιδ να γεινη γαμβρος του βασιλεως· οθεν και πριν αι ημεραι πληρωθωσιν,
<scripture passage="1Sam 18:27" parsed="|1Sam|18|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.27" />
<sup>27</sup>εσηκωθη ο Δαβιδ και υπηγεν, αυτος και οι ανδρες αυτου, και εθανατωσεν εκ των Φιλισταιων διακοσιους ανδρας· και εφερεν ο Δαβιδ τας ακροβυστιας αυτων, και απεδωκαν αυτας πληρεις εις τον βασιλεα, δια να γεινη γαμβρος του βασιλεως. Και εδωκεν εις αυτον ο Σαουλ Μιχαλ την θυγατερα αυτου εις γυναικα.
<scripture passage="1Sam 18:28" parsed="|1Sam|18|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.28" />
<sup>28</sup>Και ειδεν ο Σαουλ και εγνωρισεν οτι ο Κυριος ητο μετα του Δαβιδ· και Μιχαλ η θυγατηρ του Σαουλ ηγαπα αυτον.
<scripture passage="1Sam 18:29" parsed="|1Sam|18|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.29" />
<sup>29</sup>Και ετι μαλλον εφοβειτο ο Σαουλ απο προσωπου του Δαβιδ· και εγεινεν ο Σαουλ παντοτεινος εχθρος του Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 18:30" parsed="|1Sam|18|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.18.30" />
<sup>30</sup>Εξηλθον δε οι αρχοντες των Φιλισταιων εις πολεμον· και αφ' ης ημερας εξηλθον, ο Δαβιδ εφερετο μετα συνεσεως μεγαλητερας παρα παντας τους δουλους του Σαουλ· οθεν το ονομα αυτου ετιμηθη σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 19" progress="26.84%" prev="iSam.18" next="iSam.20" id="iSam.19">
<h3 id="iSam.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iSam.19-p1">
<scripture passage="1Sam 19:1" parsed="|1Sam|19|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς Ιωναθαν τον υιον αυτου και προς παντας τους δουλους αυτου, να θανατωσωσι τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 19:2" parsed="|1Sam|19|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.2" />
<sup>2</sup>Ο Ιωναθαν ομως, ο υιος του Σαουλ, ηγαπα καθ' υπερβολην τον Δαβιδ· και απηγγειλεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, λεγων, Σαουλ ο πατηρ μου ζητει να σε θανατωση· τωρα λοιπον φυλαχθητι, παρακαλω, εως πρωι, και μενε εν αποκρυφω τοπω και κρυπτου·
<scripture passage="1Sam 19:3" parsed="|1Sam|19|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.3" />
<sup>3</sup>εγω δε θελω εξελθει και σταθη πλησιον του πατρος μου εν τω αγρω οπου θελεις εισθαι, και θελω ομιλησει περι σου προς τον πατερα μου· και θελω ιδει τι ειναι και θελω σοι απαγγειλει.
<scripture passage="1Sam 19:4" parsed="|1Sam|19|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.4" />
<sup>4</sup>Και ελαλησεν ο Ιωναθαν καλα περι του Δαβιδ προς τον Σαουλ τον πατερα αυτου και ειπε προς αυτον, Ας μη αμαρτηση ο βασιλευς εναντιον του δουλου αυτου, εναντιον του Δαβιδ· επειδη δεν ημαρτησεν εναντιον σου και επειδη τα εργα αυτου εσταθησαν εις σε πολυ καλα·
<scripture passage="1Sam 19:5" parsed="|1Sam|19|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.5" />
<sup>5</sup>διοτι ερριψοκινδυνευσε την ζωην αυτου και εθανατωσε τον Φιλισταιον, και ο Κυριος εκαμε σωτηριαν μεγαλην εις παντα τον Ισραηλ· ειδες και εχαρης· δια τι λοιπον θελεις να αμαρτησης εναντιον αθωου αιματος, θανατονων τον Δαβιδ χωρις αιτιας;
<scripture passage="1Sam 19:6" parsed="|1Sam|19|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.6" />
<sup>6</sup>Και υπηκουσεν ο Σαουλ εις την φωνην του Ιωναθαν· και ωμοσεν ο Σαουλ, λεγων, Ζη Κυριος, δεν θελει θανατωθη.
<scripture passage="1Sam 19:7" parsed="|1Sam|19|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.7" />
<sup>7</sup>Και εκραξεν ο Ιωναθαν τον Δαβιδ και απηγγειλε προς αυτον ο Ιωναθαν παντας τους λογους τουτους. Και εφερεν ο Ιωναθαν τον Δαβιδ προς τον Σαουλ, και ητο ενωπιον αυτου ως το προτερον.
<scripture passage="1Sam 19:8" parsed="|1Sam|19|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.8" />
<sup>8</sup>Εγεινε δε παλιν πολεμος· και εξηλθεν ο Δαβιδ και επολεμησε μετα των Φιλισταιων και επαταξεν αυτους εν σφαγη μεγαλη· και εφυγον απο προσωπου αυτου.
<scripture passage="1Sam 19:9" parsed="|1Sam|19|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.9" />
<sup>9</sup>Και το πονηρον πνευμα παρα Κυριου εσταθη επι τον Σαουλ, ενω εκαθητο εν τω οικω αυτου μετα του δορατιου εν τη χειρι αυτου· ο δε Δαβιδ επαιζε το οργανον δια της χειρος αυτου.
<scripture passage="1Sam 19:10" parsed="|1Sam|19|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.10" />
<sup>10</sup>Και εζητησεν ο Σαουλ να κτυπηση με το δορατιον τον Δαβιδ και εως εις τον τοιχον· εξεκλινεν ομως απο προσωπου του Σαουλ και εκτυπησε τον τοιχον με το δορατιον· ο δε Δαβιδ εφυγε και διεσωθη εκεινην την νυκτα.
<scripture passage="1Sam 19:11" parsed="|1Sam|19|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.11" />
<sup>11</sup>Και απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας προς τον οικον του Δαβιδ, δια να παραφυλαξωσιν αυτον και να θανατωσωσιν αυτον το πρωι· απηγγειλε δε προς τον Δαβιδ η Μιχαλ, η γυνη αυτου, λεγουσα, Εαν δεν σωσης την ζωην σου την νυκτα ταυτην, αυριον θελεις θανατωθη.
<scripture passage="1Sam 19:12" parsed="|1Sam|19|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.12" />
<sup>12</sup>Και κατεβιβασεν η Μιχαλ τον Δαβιδ δια της θυριδος· και ανεχωρησε και εφυγε και διεσωθη.
<scripture passage="1Sam 19:13" parsed="|1Sam|19|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.13" />
<sup>13</sup>Τοτε λαβουσα η Μιχαλ ομοιωμα, εθεσεν επι της κλινης και εβαλεν εις την κεφαλην αυτου προσκεφαλαιον εκ τριχων αιγων και εσκεπασεν αυτο με φορεμα.
<scripture passage="1Sam 19:14" parsed="|1Sam|19|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.14" />
<sup>14</sup>Και οτε απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας δια να συλλαβωσι τον Δαβιδ, εκεινη ειπεν, Αρρωστος ειναι.
<scripture passage="1Sam 19:15" parsed="|1Sam|19|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.15" />
<sup>15</sup>Παλιν απεστειλεν ο Σαουλ τους μηνυτας δια να ιδωσι τον Δαβιδ, λεγων, Φερετε μοι αυτον επι της κλινης, δια να θανατωσω αυτον.
<scripture passage="1Sam 19:16" parsed="|1Sam|19|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.16" />
<sup>16</sup>Και οτε εισηλθον οι μηνυται, ιδου, ητο το ομοιωμα επι της κλινης και προσκεφαλαιον εις την κεφαλην αυτου εκ τριχων αιγων.
<scripture passage="1Sam 19:17" parsed="|1Sam|19|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς την Μιχαλ, Δια τι με ηπατησας ουτω και απεπεμψας τον εχθρον μου και διεσωθη; Και απεκριθη Μιχαλ προς τον Σαουλ, Αυτος ειπε προς εμε, Αφες με να φυγω· δια τι να σε θανατωσω;
<scripture passage="1Sam 19:18" parsed="|1Sam|19|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.18" />
<sup>18</sup>Και εφυγεν ο Δαβιδ και διεσωθη και ηλθε προς τον Σαμουηλ εις Ραμα, και απηγγειλε προς αυτον παντα οσα ειχε καμει εις αυτον ο Σαουλ· και υπηγαν, αυτος και ο Σαμουηλ, και κατωκησαν εν Ναυιωθ.
<scripture passage="1Sam 19:19" parsed="|1Sam|19|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.19" />
<sup>19</sup>Απηγγειλαν δε προς τον Σαουλ και ειπον, Ιδου, ο Δαβιδ ειναι εν Ναυιωθ εν Ραμα.
<scripture passage="1Sam 19:20" parsed="|1Sam|19|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.20" />
<sup>20</sup>Και απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας να συλλαβωσι τον Δαβιδ· και οτε ειδον την συναξιν των προφητων προφητευοντων και τον Σαμουηλ προισταμενον επ' αυτους, επηλθε Πνευμα Θεου επι τους μηνυτας του Σαουλ, και προεφητευον και αυτοι.
<scripture passage="1Sam 19:21" parsed="|1Sam|19|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.21" />
<sup>21</sup>Και οτε απηγγελθη προς τον Σαουλ, απεστειλεν αλλους μηνυτας· και αυτοι ομοιως προεφητευον. Και απεστειλε παλιν ο Σαουλ τριτην φοραν μηνυτας, και αυτοι ετι προεφητευον.
<scripture passage="1Sam 19:22" parsed="|1Sam|19|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.22" />
<sup>22</sup>Τοτε υπηγε και αυτος εις Ραμα και ηλθεν εως του μεγαλου φρεατος του εν Σοκχω· και ηρωτησε, λεγων, Που ειναι ο Σαμουηλ και ο Δαβιδ; Και ειπον, Ιδου, εν Ναυιωθ εν Ραμα.
<scripture passage="1Sam 19:23" parsed="|1Sam|19|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.23" />
<sup>23</sup>Και υπηγεν εκει εις Ναυιωθ την εν Ραμα· και Πνευμα Θεου επηλθε και επ' αυτον· και εξηκολουθει την οδον αυτου προφητευων, εωσου ηλθεν εις Ναυιωθ εν Ραμα.
<scripture passage="1Sam 19:24" parsed="|1Sam|19|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.19.24" />
<sup>24</sup>Και εκδυθεις τα ιματια αυτου και αυτος, προεφητευεν ενωπιον του Σαμουηλ κατα τον αυτον τροπον, και κατεκειτο γυμνος ολην εκεινην την ημεραν και ολην την νυκτα. Δια τουτο λεγουσι, Και Σαουλ εν προφηταις;
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 20" progress="26.94%" prev="iSam.19" next="iSam.21" id="iSam.20">
<h3 id="iSam.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iSam.20-p1">
<scripture passage="1Sam 20:1" parsed="|1Sam|20|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.1" />
<sup>1</sup>Και εφυγεν ο Δαβιδ εκ Ναυιωθ της εν Ραμα, και ηλθε και ειπεν ενωπιον του Ιωναθαν, Τι επραξα; τι το αδικημα μου και τι το αμαρτημα μου εμπροσθεν του πατρος σου, δια το οποιον ζητει την ψυχην μου;
<scripture passage="1Sam 20:2" parsed="|1Sam|20|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.2" />
<sup>2</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Μη γενοιτο· συ δεν θελεις αποθανει ιδου, ο πατηρ μου δεν θελει καμει ουδεν, ειτε μεγα ειτε μικρον, το οποιον να μη φανερωση εις εμε· και δια τι ο πατηρ μου ηθελε κρυψει το πραγμα τουτο απ' εμου; δεν ειναι ουτω.
<scripture passage="1Sam 20:3" parsed="|1Sam|20|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.3" />
<sup>3</sup>Και ωμοσεν ο Δαβιδ ετι και ειπεν, Ο πατηρ σου εξευρει βεβαιως οτι εγω ευρηκα χαριν ενωπιον σου· οθεν λεγει, Ας μη εξευρη τουτο ο Ιωναθαν, μηποτε λυπηθη. Αλλα, ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν ειναι παρα εν βημα μεταξυ εμου και του θανατου.
<scripture passage="1Sam 20:4" parsed="|1Sam|20|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.4" />
<sup>4</sup>Τοτε ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Ο, τι επιθυμει η ψυχη σου θελω καμει εις σε.
<scripture passage="1Sam 20:5" parsed="|1Sam|20|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωναθαν, Ιδου, αυριον ειναι νεομηνια, καθ' ην εγω συνειθιζω να καθωμαι μετα του βασιλεως να συντρωγω· αφες με λοιπον να υπαγω, δια να κρυφθω εν τω αγρω μεχρι της εσπερας της τριτης ημερας.
<scripture passage="1Sam 20:6" parsed="|1Sam|20|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.6" />
<sup>6</sup>εαν ο πατηρ σου περιβλεπων με ζητηση, τοτε ειπε, Ο Δαβιδ εζητησεν ενθερμως παρ' εμου να τρεξη εις Βηθλεεμ την πολιν αυτου. διοτι γινεται εκει ετησιος θυσια υφ' ολης της συγγενειας αυτου·
<scripture passage="1Sam 20:7" parsed="|1Sam|20|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.7" />
<sup>7</sup>εαν ειπη ουτω, Καλως· θελει εισθαι ειρηνη εις τον δουλον σου· εαν ομως οργισθη πολυ, εξευρε οτι το κακον ειναι αποφασισμενον παρ' αυτου·
<scripture passage="1Sam 20:8" parsed="|1Sam|20|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.8" />
<sup>8</sup>θελεις λοιπον καμει ελεος προς τον δουλον σου· διοτι εις συνθηκην Κυριου εισηγαγες τον δουλον σου μετα σεαυτου· εαν ομως ηναι αδικια εν εμοι, θανατωσον με συ· και δια τι να με φερης εως του πατρος σου;
<scripture passage="1Sam 20:9" parsed="|1Sam|20|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ιωναθαν, Μη γενοιτο ποτε τουτο εις σε· διοτι, εαν τω οντι γνωρισω οτι το κακον ειναι αποφασισμενον παρα του πατρος μου να ελθη επι σε, βεβαιως θελω σοι απαγγειλει τουτο.
<scripture passage="1Sam 20:10" parsed="|1Sam|20|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωναθαν, Τις θελει μοι απαγγειλει εαν ο πατηρ σου αποκριθη εις σε σκληρα;
<scripture passage="1Sam 20:11" parsed="|1Sam|20|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Ελθε, και ας εξελθωμεν εις τον αγρον. Και εξηλθον αμφοτεροι εις τον αγρον.
<scripture passage="1Sam 20:12" parsed="|1Sam|20|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Κυριε Θεε του Ισραηλ· οταν ποτε περι την αυριον η την μετα την αυριον, εξιχνιασω τον πατερα μου, και ιδου, ειναι τι καλον περι του Δαβιδ, εαν δεν αποστειλω τοτε προς σε να σοι το απαγγειλω,
<scripture passage="1Sam 20:13" parsed="|1Sam|20|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.13" />
<sup>13</sup>ουτω να καμη ο Κυριος εις τον Ιωναθαν και ουτω να προσθεση· εαν δε ο πατηρ μου απεφασισε το κακον εναντιον σου, θελω σοι απαγγειλει τουτο και σε εξαποστειλει, και θελεις υπαγει εν ειρηνη· και ο Κυριος ας ηναι μετα σου, καθως εσταθη μετα του πατρος μου·
<scripture passage="1Sam 20:14" parsed="|1Sam|20|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.14" />
<sup>14</sup>και ουχι μονον ενοσω ζω, θελεις δειξει προς εμε το ελεος του Κυριου, δια να μη αποθανω·
<scripture passage="1Sam 20:15" parsed="|1Sam|20|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.15" />
<sup>15</sup>αλλα και δεν θελεις αποκοψει το ελεος σου απο του οικου μου εις τον αιωνα· ουχι, ουδε οταν ο Κυριος αφανιση τους εχθρους του Δαβιδ εκαστον απο προσωπου της γης.
<scripture passage="1Sam 20:16" parsed="|1Sam|20|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο Ιωναθαν συνθηκην μετα του οικου του Δαβιδ, επιλεγων, Και ο Κυριος να εκζητηση λογον παρα των εχθρων του Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 20:17" parsed="|1Sam|20|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμεν ετι ο Ιωναθαν τον Δαβιδ να ομοση εις την αγαπην αυτου την προς αυτον· διοτι ηγαπα αυτον καθως ηγαπα την ιδιαν αυτου ψυχην.
<scripture passage="1Sam 20:18" parsed="|1Sam|20|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιωναθαν, Αυριον ειναι νεομηνια· και θελεις ζητηθη, διοτι η καθεδρα σου θελει εισθαι κενη·
<scripture passage="1Sam 20:19" parsed="|1Sam|20|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.19" />
<sup>19</sup>και αφου σταθης τρεις ημερας, θελεις καταβη μετα σπουδης και ελθει εις τον τοπον, οπου εκρυφθης την ημεραν της πραξεως, και θελεις καθισει πλησιον της πετρας Εζηλ·
<scripture passage="1Sam 20:20" parsed="|1Sam|20|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.20" />
<sup>20</sup>και εγω θελω τοξευσει τρια βελη εις το πλαγιον αυτης, ως τοξευων εις σημειον·
<scripture passage="1Sam 20:21" parsed="|1Sam|20|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.21" />
<sup>21</sup>και ιδου, θελω αποστειλει τον υπηρετην, λεγων, Υπαγε, ευρε τα βελη· εαν ρητως ειπω εις τον υπηρετην, Ιδου, τα βελη ειναι εδωθεν απο σου, λαβε αυτα· τοτε ελθε, διοτι ειναι ειρηνη εις σε, και ουδεμια βλαβη, ζη Κυριος·
<scripture passage="1Sam 20:22" parsed="|1Sam|20|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.22" />
<sup>22</sup>εαν ομως ειπω ουτω προς τον νεον, Ιδου, τα βελη ειναι επεκεινα απο σου· υπαγε την οδον σου, διοτι σε εξαπεστειλεν ο Κυριος·
<scripture passage="1Sam 20:23" parsed="|1Sam|20|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.23" />
<sup>23</sup>περι δε του λογου, τον οποιον ωμιλησαμεν εγω και συ, ιδου, ο Κυριος ας ηναι μαρτυς μεταξυ εμου και σου εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Sam 20:24" parsed="|1Sam|20|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.24" />
<sup>24</sup>Εκρυφθη λοιπον ο Δαβιδ εν τω αγρω· και οτε ηλθεν η νεομηνια, ο βασιλευς εκαθισεν εις την τραπεζαν δια να φαγη.
<scripture passage="1Sam 20:25" parsed="|1Sam|20|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.25" />
<sup>25</sup>Και ο βασιλευς εκαθισεν επι της καθεδρας αυτου, ως αλλοτε, επι καθεδρας πλησιον του τοιχου· και ο Ιωναθαν εσηκωθη και εκαθισεν ο Αβενηρ πλησιον του Σαουλ, ο δε τοπος του Δαβιδ ητο κενος.
<scripture passage="1Sam 20:26" parsed="|1Sam|20|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.26" />
<sup>26</sup>Ο Σαουλ ομως δεν ελαλησεν ουδεν την ημεραν εκεινην· διοτι ειπε καθ' εαυτον, Τιποτε συνεβη εις αυτον ωστε να μη ηναι καθαρος· βεβαιως δεν ειναι καθαρος.
<scripture passage="1Sam 20:27" parsed="|1Sam|20|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.27" />
<sup>27</sup>Και το πρωι, την δευτεραν του μηνος, ο τοπος του Δαβιδ ητο κενος· και ειπεν ο Σαουλ προς Ιωναθαν τον υιον αυτου, Δια τι δεν ηλθεν ο υιος του Ιεσσαι εις την τραπεζαν, ουτε χθες ουτε σημερον;
<scripture passage="1Sam 20:28" parsed="|1Sam|20|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.28" />
<sup>28</sup>Και απεκριθη ο Ιωναθαν προς τον Σαουλ, Ο Δαβιδ εζητησεν ενθερμως παρ' εμου να υπαγη εως Βηθλεεμ,
<scripture passage="1Sam 20:29" parsed="|1Sam|20|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.29" />
<sup>29</sup>και ειπεν, Ας υπαγω, παρακαλω, διοτι η συγγενεια ημων καμνει θυσιαν εν τη πολει· και ο αδελφος μου αυτος παρηγγειλεν εις εμε να παρευρεθω· τωρα λοιπον, εαν ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, αφες με, παρακαλω, να υπαγω και να ιδω τους αδελφους μου· δια τουτο δεν ηλθεν εις την τραπεζαν του βασιλεως.
<scripture passage="1Sam 20:30" parsed="|1Sam|20|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.30" />
<sup>30</sup>Τοτε εξηφθη η οργη του Σαουλ κατα του Ιωναθαν, και ειπε προς αυτον, Υιε διεφθαρμενης και αποστατιδος, δεν εξευρω οτι συ εξελεξας τον υιον του Ιεσσαι δι' αισχυνην σου και δι' αισχυνην της γυμνωσεως της μητρος σου;
<scripture passage="1Sam 20:31" parsed="|1Sam|20|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.31" />
<sup>31</sup>διοτι ενοσω ο υιος του Ιεσσαι ζη επι της γης, συ δεν θελεις στερεωθη ουδε η βασιλεια σου· τωρα λοιπον πεμψον και φερε αυτον προς εμε· διοτι εξαπαντος θελει αποθανει.
<scripture passage="1Sam 20:32" parsed="|1Sam|20|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.32" />
<sup>32</sup>Και απεκριθη ο Ιωναθαν προς τον Σαουλ τον πατερα αυτου και ειπε προς αυτον, Δια τι να θανατωθη; τι επραξε;
<scripture passage="1Sam 20:33" parsed="|1Sam|20|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.33" />
<sup>33</sup>Και ερριψεν ο Σαουλ δορατιον κατ' αυτου, δια να κτυπηση αυτον· τοτε εγνωρισεν ο Ιωναθαν, οτι ητο αποφασισμενον παρα του πατρος αυτου να θανατωση τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 20:34" parsed="|1Sam|20|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.34" />
<sup>34</sup>Και εσηκωθη ο Ιωναθαν απο της τραπεζης με εξαψιν θυμου και δεν εφαγεν αρτον την δευτεραν ημεραν του μηνος· διοτι ητο λυπημενος δια τον Δαβιδ, επειδη ειχε καταισχυνει αυτον ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="1Sam 20:35" parsed="|1Sam|20|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.35" />
<sup>35</sup>Και το πρωι εξηλθεν ο Ιωναθαν εις τον αγρον, κατα τον καιρον τον προσδιορισθεντα μετα του Δαβιδ, εχων μεθ' εαυτου μικρον παιδαριον.
<scripture passage="1Sam 20:36" parsed="|1Sam|20|36|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.36" />
<sup>36</sup>Και ειπε προς το παιδαριον αυτου, Τρεξον, ευρε τωρα τα βελη, τα οποια εγω τοξευω. Και καθως ετρεχε το παιδαριον, ετοξευσε το βελος περαν αυτου.
<scripture passage="1Sam 20:37" parsed="|1Sam|20|37|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.37" />
<sup>37</sup>Και οτε το παιδαριον ηλθεν εις τον τοπον του βελους, το οποιον ο Ιωναθαν ειχε τοξευσει, εφωναξεν ο Ιωναθαν κατοπιν του παιδαριου και ειπε, Δεν ειναι το βελος περαν απο σου;
<scripture passage="1Sam 20:38" parsed="|1Sam|20|38|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.38" />
<sup>38</sup>Και εφωναξεν ο Ιωναθαν κατοπιν του παιδαριου, Ταχυνον, σπευσον, μη σταθης. Και εσυναξε το παιδαριον του Ιωναθαν τα βελη και ηλθε προς τον κυριον αυτου.
<scripture passage="1Sam 20:39" parsed="|1Sam|20|39|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.39" />
<sup>39</sup>Το παιδαριον ομως δεν ηξευρεν ουδεν· μονος ο Ιωναθαν και ο Δαβιδ ηξευρον την υποθεσιν.
<scripture passage="1Sam 20:40" parsed="|1Sam|20|40|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.40" />
<sup>40</sup>Και εδωκεν ο Ιωναθαν τα οπλα αυτου εις το παιδαριον το μεθ' αυτου και ειπε προς αυτο, Υπαγε, φερε αυτα εις την πολιν.
<scripture passage="1Sam 20:41" parsed="|1Sam|20|41|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.41" />
<sup>41</sup>Καθως δε ανεχωρησε το παιδαριον, εσηκωθη ο Δαβιδ εκ του μεσημβρινου μερους και επεσε κατα προσωπον αυτου εις την γην και προσεκυνησε τρις· και ησπασθησαν αλληλους και εκλαυσαν αμφοτεροι· ο δε Δαβιδ εκαμε κλαυθμον μεγαν.
<scripture passage="1Sam 20:42" parsed="|1Sam|20|42|0|0" osisRef="Bible:1Sam.20.42" />
<sup>42</sup>Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, Υπαγε εν ειρηνη, καθως ωμοσαμεν ημεις αμφοτεροι εις το ονομα του Κυριου, λεγοντες, Ο Κυριος ας ηναι μεταξυ εμου και σου, και μεταξυ του σπερματος μου και του σπερματος σου εις τον αιωνα. Και εσηκωθη και ανεχωρησεν· ο δε Ιωναθαν εισηλθεν εις την πολιν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 21" progress="27.10%" prev="iSam.20" next="iSam.22" id="iSam.21">
<h3 id="iSam.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iSam.21-p1">
<scripture passage="1Sam 21:1" parsed="|1Sam|21|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθεν ο Δαβιδ εις Νωβ, προς Αχιμελεχ τον ιερεα· εξεπλαγη δε ο Αχιμελεχ εις την συναντησιν του Δαβιδ και ειπε προς αυτον, Δια τι συ μονος, και δεν ειναι ουδεις μετα σου;
<scripture passage="1Sam 21:2" parsed="|1Sam|21|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αχιμελεχ τον ιερεα, Ο βασιλευς προσεταξεν εις εμε υποθεσιν τινα και μοι ειπεν, Ας μη εξευρη μηδεις μηδεν περι της υποθεσεως, δια την οποιαν εγω σε αποστελλω, μηδε τι προσεταξα εις εσε· και διωρισα εις τους δουλους τον δεινα και δεινα τοπον.
<scripture passage="1Sam 21:3" parsed="|1Sam|21|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.3" />
<sup>3</sup>Τωρα λοιπον τι σοι ειναι προχειρον; δος πεντε αρτους εις την χειρα μου, η ο, τι ευρισκεται.
<scripture passage="1Sam 21:4" parsed="|1Sam|21|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη ο ιερευς προς τον Δαβιδ, και ειπε, Δεν εχω προχειρον ουδενα κοινον αρτον, αλλ' ειναι αρτοι ηγιασμενοι· οι νεοι εφυλαχθησαν καθαροι τουλαχιστον απο γυναικων;
<scripture passage="1Sam 21:5" parsed="|1Sam|21|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.5" />
<sup>5</sup>Και απεκριθη ο Δαβιδ προς τον ιερεα και ειπε προς αυτον, Μαλιστα αι γυναικες ειναι μακραν αφ' ημων εις τας τρεις ταυτας ημερας, αφου εξηλθον, και τα σκευη των νεων ειναι καθαρα· και ουτος ο αρτος ειναι τροπον τινα κοινος, μαλιστα επειδη σημερον ειναι αλλος ηγιασμενος εις τα σκευη.
<scripture passage="1Sam 21:6" parsed="|1Sam|21|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.6" />
<sup>6</sup>Εδωκε λοιπον ο ιερευς εις αυτον τους αρτους τους αγιους· διοτι δεν ητο εκει αρτος παρα τους αρτους της προθεσεως, οιτινες ειχον σηκωθη απ' εμπροσθεν του Κυριου, δια να θεσωσιν αρτους ζεστους καθ' ην ημεραν εσηκωθησαν εκεινοι.
<scripture passage="1Sam 21:7" parsed="|1Sam|21|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.7" />
<sup>7</sup>Ητο δε εκει ανθρωπος τις εκ των δουλων του Σαουλ, την ημεραν εκεινην, κρατουμενος ενωπιον του Κυριου· και το ονομα αυτου Δωηκ, ο Ιδουμαιος, ο πρωτιστος των ποιμενων του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 21:8" parsed="|1Sam|21|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αχιμελεχ, Και δεν εχεις εδω προχειρον κανεν δορυ η ρομφαιαν; διοτι ουτε την ρομφαιαν μου ουτε τα οπλα μου ελαβον εν τη χειρι μου, επειδη του βασιλεως η υποθεσις ητο κατεπειγουσα.
<scripture passage="1Sam 21:9" parsed="|1Sam|21|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο ιερευς, Η ρομφαια Γολιαθ του Φιλισταιου, τον οποιον επαταξας εν τη κοιλαδι Ηλα, ιδου ειναι περιτετυλιγμενη εις φορεμα οπισθεν του εφοδ· εαν θελης να λαβης αυτην, λαβε· διοτι ενταυθα δεν ειναι αλλη παρα εκεινην. Και ειπεν ο Δαβιδ, Δεν ειναι ουδεμια ως αυτη· δος μοι αυτην.
<scripture passage="1Sam 21:10" parsed="|1Sam|21|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.10" />
<sup>10</sup>Και εσηκωθη ο Δαβιδ και εφυγε την ημεραν εκεινην απο προσωπου του Σαουλ, και υπηγε προς τον Αγχους, βασιλεα της Γαθ
<scripture passage="1Sam 21:11" parsed="|1Sam|21|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.11" />
<sup>11</sup>Και ειπον οι δουλοι του Αγχους προς αυτον, Δεν ειναι ουτος ο Δαβιδ ο βασιλευς του τοπου; δεν ειναι ουτος, εις τον οποιον αμοιβαιως εψαλλον εν τοις χοροις, λεγουσαι, Ο Σαουλ επαταξε τας χιλιαδας αυτου, και ο Δαβιδ τας μυριαδας αυτου;
<scripture passage="1Sam 21:12" parsed="|1Sam|21|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.12" />
<sup>12</sup>Και εβαλεν ο Δαβιδ τους λογους τουτους εν τη καρδια αυτου και εφοβηθη σφοδρα απο του Αγχους βασιλεως της Γαθ.
<scripture passage="1Sam 21:13" parsed="|1Sam|21|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.13" />
<sup>13</sup>Και ηλλαξε τον τροπον αυτου εμπροσθεν αυτων, και προσεποιηθη τον τρελλον μεταξυ των χειρων αυτων, και εξυεν επανω των θυρων της πυλης, και αφινε τον σιελον αυτου να καταπιπτη εις το γενειον αυτου.
<scripture passage="1Sam 21:14" parsed="|1Sam|21|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ειπεν ο Αγχους προς τους δουλους αυτου, Ιδου, σεις βλεπετε τον ανθρωπον οτι ειναι τρελλος· δια τι εφερετε αυτον προς εμε;
<scripture passage="1Sam 21:15" parsed="|1Sam|21|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.21.15" />
<sup>15</sup>μηπως εγω στερουμαι τρελλων, ωστε να φερητε τουτον δια να καμνη τον τρελλον εμπροσθεν μου; ουτος ηθελεν εισελθει εις την οικιαν μου;
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 22" progress="27.17%" prev="iSam.21" next="iSam.23" id="iSam.22">
<h3 id="iSam.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iSam.22-p1">
<scripture passage="1Sam 22:1" parsed="|1Sam|22|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.1" />
<sup>1</sup>Ανεχωρησε δε ο Δαβιδ εκειθεν και διεσωθη εις το σπηλαιον Οδολλαμ· και οτε ηκουσαν οι αδελφοι αυτου και πας ο οικος του πατρος αυτου, κατεβησαν εκει προς αυτον.
<scripture passage="1Sam 22:2" parsed="|1Sam|22|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.2" />
<sup>2</sup>Και συνηθροισθησαν προς αυτον, πας οστις ητο εν στενοχωρια και πας χρεωφειλετης και πας δυσηρεστημενος· και εγεινεν αρχηγος επ' αυτων· και ησαν μετ' αυτου εως τετρακοσιοι ανδρες.
<scripture passage="1Sam 22:3" parsed="|1Sam|22|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.3" />
<sup>3</sup>Και ανεχωρησεν ο Δαβιδ εκειθεν εις Μισπα της Μωαβ· και ειπε προς τον βασιλεα Μωαβ, Ας ελθωσι, παρακαλω, ο πατηρ μου και η μητηρ μου προς εσας, εωσου γνωρισω τι θελει καμει ο Θεος εις εμε.
<scripture passage="1Sam 22:4" parsed="|1Sam|22|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.4" />
<sup>4</sup>Και εφερεν αυτους ενωπιον του βασιλεως Μωαβ και κατωκησαν μετ' αυτου ολον τον καιρον καθ' ον ο Δαβιδ ητο εν τω οχυρωματι.
<scripture passage="1Sam 22:5" parsed="|1Sam|22|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.5" />
<sup>5</sup>Ειπε δε Γαδ ο προφητης προς τον Δαβιδ, Μη μενης εν τω οχυρωματι· αναχωρησον και εισελθε εις την γην Ιουδα. Τοτε ανεχωρησεν ο Δαβιδ και εισηλθεν εις το δασος Αρεθ.
<scripture passage="1Sam 22:6" parsed="|1Sam|22|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.6" />
<sup>6</sup>Ακουσας δε ο Σαουλ οτι εφανερωθη ο Δαβιδ και οι ανδρες οι μετ' αυτου εκαθητο δε ο Σαουλ εν Γαβαα υπο το δενδρον εν Ραμα, εχων το δορυ αυτου εν τη χειρι αυτου, και παντες οι δουλοι αυτου ισταντο ενωπιον αυτου,
<scripture passage="1Sam 22:7" parsed="|1Sam|22|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.7" />
<sup>7</sup>τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τους δουλους αυτου τους παρεστωτας ενωπιον αυτου, Ακουσατε τωρα, Βενιαμιται· μηπως εις ολους σας θελει δωσει ο υιος του Ιεσσαι αγρους και αμπελωνας, και ολους σας θελει καμει χιλιαρχους και εκατονταρχους,
<scripture passage="1Sam 22:8" parsed="|1Sam|22|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.8" />
<sup>8</sup>ωστε σεις να συνομοσητε παντες εναντιον μου και να μη ηναι μηδεις οστις να απαγγειλη εις εμε οτι ο υιος μου εκαμε συνθηκην μετα του υιου του Ιεσσαι, και μηδεις απο σας να μη ηναι οστις να πονη δι' εμε η να απαγγειλη εις εμε οτι ο υιος μου διηγειρε τον δουλον μου εναντιον μου, δια να ενεδρευη καθως την σημερον;
<scripture passage="1Sam 22:9" parsed="|1Sam|22|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.9" />
<sup>9</sup>Και απεκριθη Δωηκ ο Ιδουμαιος, οστις ητο διωρισμενος επι τους δουλους του Σαουλ, και ειπεν, Ειδον τον υιον του Ιεσσαι ελθοντα εις Νωβ, προς Αχιμελεχ τον υιον του Αχιτωβ·
<scripture passage="1Sam 22:10" parsed="|1Sam|22|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.10" />
<sup>10</sup>οστις ηρωτησε περι αυτου τον Κυριον, και τροφας εδωκεν εις αυτον, και την ρομφαιαν Γολιαθ του Φιλισταιου εδωκεν εις αυτον.
<scripture passage="1Sam 22:11" parsed="|1Sam|22|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.11" />
<sup>11</sup>Τοτε απεστειλεν ο βασιλευς να καλεσωσιν Αχιμελεχ τον υιον του Αχιτωβ, τον ιερεα, και παντα τον οικον του πατρος αυτου, τους ιερεις τους εν Νωβ· και ηλθον παντες προς τον βασιλεα.
<scripture passage="1Sam 22:12" parsed="|1Sam|22|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ακουσον τωρα, υιε του Αχιτωβ. Ο δε απεκριθη, Ιδου εγω, κυριε μου.
<scripture passage="1Sam 22:13" parsed="|1Sam|22|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον ο Σαουλ, Δια τι συνωμοσατε εναντιον μου, συ και ο υιος του Ιεσσαι, ωστε να δωσης εις αυτον αρτον και ρομφαιαν και να ερωτησης τον Θεον περι αυτου, ωστε να σηκωθη εναντιον μου, να ενεδρευη, καθως την σημερον;
<scripture passage="1Sam 22:14" parsed="|1Sam|22|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθη ο Αχιμελεχ προς τον βασιλεα και ειπε, Και τις μεταξυ παντων των δουλων σου ειναι καθως ο Δαβιδ πιστος, και γαμβρος του βασιλεως και πορευομενος εις το προσταγμα σου και τιμωμενος εν τω οικω σου;
<scripture passage="1Sam 22:15" parsed="|1Sam|22|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.15" />
<sup>15</sup>σημερον ηρχισα να ερωτω τον Θεον περι αυτου; μη γενοιτο· ας μη αναθεση ο βασιλευς μηδεν επι τον δουλον αυτου μηδε επι παντα τον οικον του πατρος μου· διοτι ο δουλος σου δεν εξευρει ουδεν περι παντων τουτων, ουτε μικρον ουτε μεγα.
<scripture passage="1Sam 22:16" parsed="|1Sam|22|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Εξαπαντος θελεις αποθανει, Αχιμελεχ, συ και πας ο οικος του πατρος σου.
<scripture passage="1Sam 22:17" parsed="|1Sam|22|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τους δορυφορους τους περιεστωτας εις αυτον, Στρεψατε και θανατωσατε τους ιερεις του Κυριου· επειδη εχουσι και αυτοι την χειρα αυτων μετα του Δαβιδ, και επειδη εγνωρισαν οτι αυτος εφευγε και δεν μοι απηγγειλαν τουτο. Δεν ηθελησαν ομως οι δουλοι του βασιλεως να εκτεινωσι τας χειρας αυτων δια να πεσωσιν επι τους ιερεις του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 22:18" parsed="|1Sam|22|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Δωηκ, Στρεψον συ και πεσον επι τους ιερεις. Και εστρεψε Δωηκ ο Ιδουμαιος και επεσεν επι τους ιερεις, και εθανατωσεν εκεινην την ημεραν ογδοηκοντα πεντε ανδρας φορουντας λινουν εφοδ.
<scripture passage="1Sam 22:19" parsed="|1Sam|22|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.19" />
<sup>19</sup>Και την Νωβ, την πολιν των ιερεων, επαταξεν εν στοματι μαχαιρας, ανδρας και γυναικας, παιδια και βρεφη θηλαζοντα, και βοας και ονους και προβατα, εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="1Sam 22:20" parsed="|1Sam|22|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.20" />
<sup>20</sup>Διεσωθη δε εις εκ των υιων του Αχιμελεχ υιου του Αχιτωβ, ονοματι Αβιαθαρ, και εφυγε κατοπιν του Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 22:21" parsed="|1Sam|22|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.21" />
<sup>21</sup>Και απηγγειλεν ο Αβιαθαρ προς τον Δαβιδ, οτι εθανατωσεν ο Σαουλ τους ιερεις του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 22:22" parsed="|1Sam|22|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αβιαθαρ, Ηξευρον εν εκεινη τη ημερα, καθ' ην Δωηκ ο Ιδουμαιος ητο εκει, οτι ηθελε βεβαιως απαγγειλει προς τον Σαουλ· εγω εσταθην αιτια του θανατου παντων των ανθρωπων του οικου του πατρος σου·
<scripture passage="1Sam 22:23" parsed="|1Sam|22|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.22.23" />
<sup>23</sup>καθου μετ' εμου, μη φοβου· διοτι ο ζητων την ζωην μου ζητει και την ζωην σου· πλην συ θελεις εισθαι μετ' εμου εν ασφαλεια.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 23" progress="27.27%" prev="iSam.22" next="iSam.24" id="iSam.23">
<h3 id="iSam.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="iSam.23-p1">
<scripture passage="1Sam 23:1" parsed="|1Sam|23|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.1" />
<sup>1</sup>Απηγγειλαν δε προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Ιδου, οι Φιλισταιοι πολεμουσιν εν Κεειλα και διαρπαζουσι τα αλωνια.
<scripture passage="1Sam 23:2" parsed="|1Sam|23|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.2" />
<sup>2</sup>Και ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, λεγων, Να υπαγω και να παταξω τους Φιλισταιους τουτους; Και ειπεν ο Κυριος προς τον Δαβιδ, Υπαγε και παταξον τους Φιλισταιους και σωσον την Κεειλα.
<scripture passage="1Sam 23:3" parsed="|1Sam|23|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον οι ανδρες του Δαβιδ προς αυτον, Ιδου, ημεις ενταυθα εν τη Ιουδαια φοβουμεθα· ποσω δε μαλλον, εαν υπαγωμεν εις Κεειλα εναντιον των στρατευματων των Φιλισταιων;
<scripture passage="1Sam 23:4" parsed="|1Sam|23|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.4" />
<sup>4</sup>Και ηρωτησε παλιν ο Δαβιδ εκ δευτερου τον Κυριον. Και απεκριθη προς αυτον ο Κυριος και ειπε, Σηκωθητι, καταβα εις Κεειλα· διοτι θελω παραδωσει τους Φιλισταιους εις την χειρα σου.
<scripture passage="1Sam 23:5" parsed="|1Sam|23|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ηλθεν ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου εις Κεειλα, και επολεμησε προς τους Φιλισταιους και ελαβε τα κτηνη αυτων και επαταξεν αυτους εν σφαγη μεγαλη. Και εσωσεν ο Δαβιδ τους κατοικους της Κεειλα.
<scripture passage="1Sam 23:6" parsed="|1Sam|23|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.6" />
<sup>6</sup>Οτε δε Αβιαθαρ ο υιος του Αχιμελεχ εφυγε προς τον Δαβιδ εις Κεειλα, αυτος ειχε καταβη με εφοδ εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="1Sam 23:7" parsed="|1Sam|23|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.7" />
<sup>7</sup>Και απηγγελθη προς τον Σαουλ οτι ηλθεν ο Δαβιδ εις Κεειλα. Και ειπεν ο Σαουλ, Ο Θεος παρεδωκεν αυτον εις την χειρα μου· διοτι απεκλεισθη, εισελθων εις πολιν εχουσαν πυλας και μοχλους.
<scripture passage="1Sam 23:8" parsed="|1Sam|23|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.8" />
<sup>8</sup>Και συνεκαλεσεν ο Σαουλ παντα τον λαον εις πολεμον, δια να καταβη εις Κεειλα, να πολιορκηση τον Δαβιδ και τους ανδρας αυτου.
<scripture passage="1Sam 23:9" parsed="|1Sam|23|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.9" />
<sup>9</sup>Και εμαθεν ο Δαβιδ οτι ο Σαουλ εμηχανευετο κακον εναντιον αυτου· και ειπε προς τον Αβιαθαρ τον ιερεα, Φερε ενταυθα το εφοδ.
<scripture passage="1Sam 23:10" parsed="|1Sam|23|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Κυριε Θεε του Ισραηλ, μετα βεβαιοτητος ηκουσεν ο δουλος σου οτι ο Σαουλ ζητει να ελθη εις Κεειλα, δια να εξολοθρευση την πολιν εξ αιτιας μου·
<scripture passage="1Sam 23:11" parsed="|1Sam|23|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.11" />
<sup>11</sup>θελουσι με παραδωσει εις αυτον οι ανδρες της Κεειλα; θελει καταβη ο Σαουλ, καθως ηκουσεν ο δουλος σου; Κυριε Θεε του Ισραηλ, φανερωσον, δεομαι, προς τον δουλον σου. Και ειπεν ο Κυριος, Θελει καταβη.
<scripture passage="1Sam 23:12" parsed="|1Sam|23|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.12" />
<sup>12</sup>Ειπε παλιν ο Δαβιδ, Θελουσι παραδωσει οι ανδρες της Κεειλα εμε και τους ανδρας μου εις την χειρα του Σαουλ; Και ειπεν ο Κυριος, Θελουσι παραδωσει.
<scripture passage="1Sam 23:13" parsed="|1Sam|23|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου, εως εξακοσιοι, εσηκωθησαν και εξηλθον απο Κεειλα και υπηγον οπου ηδυναντο. Και απηγγελθη προς τον Σαουλ, οτι διεσωθη ο Δαβιδ απο Κεειλα· οθεν απεσχε του να εξελθη.
<scripture passage="1Sam 23:14" parsed="|1Sam|23|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Δαβιδ εκαθησεν εν τη ερημω, εν τοποις οχυροις, και εμενεν επι τινος ορους εν τη ερημω Ζιφ. Και αυτον εζητει ο Σαουλ πασας τας ημερας· ο Θεος ομως δεν παρεδωκεν αυτον εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="1Sam 23:15" parsed="|1Sam|23|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.15" />
<sup>15</sup>Και ειδεν ο Δαβιδ οτι εξηλθεν ο Σαουλ δια να ζητη την ζωην αυτου και ητο ο Δαβιδ εν τη ερημω Ζιφ, εντος του δασους.
<scripture passage="1Sam 23:16" parsed="|1Sam|23|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.16" />
<sup>16</sup>Τοτε εσηκωθη Ιωναθαν, ο υιος του Σαουλ, και υπηγε προς τον Δαβιδ εις το δασος, και ενισχυσε την χειρα αυτου εν τω Θεω.
<scripture passage="1Sam 23:17" parsed="|1Sam|23|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε προς αυτον, Μη φοβου· διοτι δεν θελει σε ευρει η χειρ Σαουλ του πατρος μου· και συ θελεις βασιλευσει επι τον Ισραηλ, και εγω θελω εισθαι δευτερος σου· μαλιστα και Σαουλ ο πατηρ μου εξευρει τουτο.
<scripture passage="1Sam 23:18" parsed="|1Sam|23|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.18" />
<sup>18</sup>Και εκαμον αμφοτεροι συνθηκην ενωπιον του Κυριου· και εκαθητο ο Δαβιδ εντος του δασους, ο δε Ιωναθαν ανεχωρησεν εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="1Sam 23:19" parsed="|1Sam|23|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.19" />
<sup>19</sup>Ανεβησαν δε οι Ζιφαιοι προς τον Σαουλ εις Γαβαα, λεγοντες, Δεν ειναι κεκρυμμενος ο Δαβιδ εις ημας εν οχυρωμασι εντος του δασους, επι του βουνου Εχελα, του προς τα δεξια Γεσιμων;
<scripture passage="1Sam 23:20" parsed="|1Sam|23|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.20" />
<sup>20</sup>τωρα λοιπον, βασιλευ, καταβα, καθ' ολην την επιθυμιαν της ψυχης σου εις το να καταβης· και ημων εργον θελει εισθαι να παραδωσωμεν αυτον εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="1Sam 23:21" parsed="|1Sam|23|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ευλογημενοι σεις παρα Κυριου, διοτι ελαβετε συμπαθειαν προς εμε·
<scripture passage="1Sam 23:22" parsed="|1Sam|23|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.22" />
<sup>22</sup>υπαγετε λοιπον, βεβαιωθητε ακριβεστερα και μαθετε και ιδετε τον τοπον αυτου, που κρυπτεται, τις ειδεν αυτον εκει· διοτι μοι ειπον οτι μηχανευεται πανουργιας·
<scripture passage="1Sam 23:23" parsed="|1Sam|23|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.23" />
<sup>23</sup>ιδετε λοιπον και μαθετε εν τινι εκ παντων των αποκρυφων τοπων ειναι κεκρυμμενος, και επιστρεψατε προς εμε αφου βεβαιωθητε· και θελω υπαγει με σας· και εαν ηναι εν τη γη ταυτη, βεβαιως θελω εξιχνιασει αυτον μεταξυ πασων των χιλιαδων του Ιουδα.
<scripture passage="1Sam 23:24" parsed="|1Sam|23|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.24" />
<sup>24</sup>Και εσηκωθησαν και υπηγον εις Ζιφ προ του Σαουλ· ο Δαβιδ ομως και οι ανδρες αυτου ησαν εν τη ερημω Μαων, εν τη πεδιαδι κατα τα δεξια του Γεσιμων.
<scripture passage="1Sam 23:25" parsed="|1Sam|23|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.25" />
<sup>25</sup>Υπηγε δε ο Σαουλ και οι ανδρες αυτου να ζητησωσιν αυτον. Και απηγγελθη τουτο προς τον Δαβιδ· οθεν κατεβη εις την πετραν και εκαθητο εν τη ερημω Μαων. Και ακουσας ο Σαουλ, ετρεξε κατοπιν του Δαβιδ εις την ερημον Μαων.
<scripture passage="1Sam 23:26" parsed="|1Sam|23|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.26" />
<sup>26</sup>Και ο μεν Σαουλ επορευετο κατα τουτο το μερος του ορους, ο δε Δαβιδ και οι ανδρες αυτου κατ' εκεινο το μερος του ορους· και εσπευσεν ο Δαβιδ να φυγη απο προσωπου του Σαουλ· πλην ο Σαουλ και οι ανδρες αυτου περιεκυκλωσαν τον Δαβιδ και τους ανδρας αυτου, δια να συλλαβωσιν αυτους.
<scripture passage="1Sam 23:27" parsed="|1Sam|23|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.27" />
<sup>27</sup>Ηλθε δε μηνυτης προς τον Σαουλ, λεγων, Σπευσον και ελθε, διοτι οι Φιλισταιοι εφωρμησαν εις την γην.
<scripture passage="1Sam 23:28" parsed="|1Sam|23|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.28" />
<sup>28</sup>Οθεν επεστρεψεν ο Σαουλ απο του να διωκη κατοπιν του Δαβιδ, και υπηγεν εις συναντησιν των Φιλισταιων· δια τουτο ωνομασαν εκεινον τον τοπον, Σελα-αμμαλεκωθ.
<scripture passage="1Sam 23:29" parsed="|1Sam|23|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.23.29" />
<sup>29</sup>24-1 24-1 Ανεβη δε ο Δαβιδ εκειθεν και εκαθησεν εν οχυροις τοποις της Εν-γαδδι.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 24" progress="27.38%" prev="iSam.23" next="iSam.25" id="iSam.24">
<h3 id="iSam.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="iSam.24-p1">
<scripture passage="1Sam 24:1" parsed="|1Sam|24|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.1" />
<sup>1</sup>[]24-2 24-2 Και αφου επεστρεψεν ο Σαουλ απο οπισθεν των Φιλισταιων, ανηγγειλαν προς αυτον, λεγοντες, Ιδου, ο Δαβιδ ειναι εν τη ερημω Εν-γαδδι.
<scripture passage="1Sam 24:2" parsed="|1Sam|24|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.2" />
<sup>2</sup>24-3 24-3 Τοτε ελαβεν ο Σαουλ τρεις χιλιαδας ανδρων, εκλεκτων απο παντος του Ισραηλ, και υπηγε να ζητη τον Δαβιδ και τους ανδρας αυτου επι τους βραχους των αγριων αιγων.
<scripture passage="1Sam 24:3" parsed="|1Sam|24|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.3" />
<sup>3</sup>24-4 24-4 Και ηλθεν εις τας μανδρας των προβατων επι της οδου, οπου ητο σπηλαιον· και εισηλθεν ο Σαουλ δια να σκεπαση τους ποδας αυτου· ο δε Δαβιδ και οι ανδρες αυτου εκαθηντο εις το ενδοτερον του σπηλαιου.
<scripture passage="1Sam 24:4" parsed="|1Sam|24|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.4" />
<sup>4</sup>24-5 24-5 Και ειπον οι ανδρες του Δαβιδ προς αυτον, Ιδου, η ημερα περι της οποιας ο Κυριος ελαλησε προς σε, λεγων, Ιδου, εγω θελω παραδωσει τον εχθρον σου εις την χειρα σου, και θελεις καμει εις αυτον οπως σοι φανη καλον. Τοτε εσηκωθη ο Δαβιδ και απεκοψε κρυφιως το κρασπεδον του επενδυματος του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 24:5" parsed="|1Sam|24|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.5" />
<sup>5</sup>24-6 24-6 Και μετα ταυτα η καρδια του Δαβιδ εκτυπησεν αυτον, επειδη ειχεν αποκοψει το κρασπεδον του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 24:6" parsed="|1Sam|24|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.6" />
<sup>6</sup>24-7 24-7 Και ειπε προς τους ανδρας αυτου, Μη γενοιτο εις εμε παρα Κυριου να καμω το πραγμα τουτο εις τον κυριον μου, τον κεχρισμενον του Κυριου, να επιβαλω την χειρα μου επ' αυτον· διοτι ειναι κεχρισμενος του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 24:7" parsed="|1Sam|24|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.7" />
<sup>7</sup>24-8 24-8 Και εμποδισεν ο Δαβιδ τους ανδρας αυτου δια των λογων τουτων και δεν αφηκεν αυτους να σηκωθωσι κατα του Σαουλ. Σηκωθεις δε ο Σαουλ εκ του σπηλαιου, υπηγεν εις την οδον αυτου.
<scripture passage="1Sam 24:8" parsed="|1Sam|24|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.8" />
<sup>8</sup>24-9 24-9 Και μετα ταυτα σηκωθεις ο Δαβιδ εξηλθεν εκ του σπηλαιου και εβοησεν οπισθεν του Σαουλ, λεγων, Κυριε μου βασιλευ. Και οτε εβλεψεν ο Σαουλ οπισω αυτου, ο Δαβιδ εκυψε με το προσωπον εις την γην και προσεκυνησεν αυτον.
<scripture passage="1Sam 24:9" parsed="|1Sam|24|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.9" />
<sup>9</sup>[]24-10 24-10 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Δια τι ακουεις τους λογους ανθρωπων λεγοντων, Ιδου, ο Δαβιδ ζητει το κακον σου;
<scripture passage="1Sam 24:10" parsed="|1Sam|24|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.10" />
<sup>10</sup>24-11 24-11 Ιδου, εν τη ημερα ταυτη ειδον οι οφθαλμοι σου τινι τροπω σε παρεδωκεν ο Κυριος εις την χειρα μου σημερον, εν τω σπηλαιω· και ειπον τινες να σε θανατωσω· πλην ο οφθαλμος μου σε εφεισθη· και ειπα, Δεν θελω επιβαλει την χειρα μου κατα του κυριου μου· διοτι ειναι κεχρισμενος του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 24:11" parsed="|1Sam|24|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.11" />
<sup>11</sup>24-12 24-12 Ιδε προσετι, πατερ μου, ιδε μαλιστα το κρασπεδον του επενδυματος σου εν τη χειρι μου· επειδη, εκ του οτι απεκοψα το κρασπεδον του επενδυματος σου και δεν σε εθανατωσα, γνωρισον και ιδε οτι δεν ειναι κακια ουδε παραβασις εν τη χειρι μου και δεν ημαρτησα εναντιον σου· συ ομως θηρευεις την ζωην μου δια να αφαιρεσης αυτην.
<scripture passage="1Sam 24:12" parsed="|1Sam|24|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.12" />
<sup>12</sup>24-13 24-13 Ας κρινη ο Κυριος μεταξυ εμου και σου, και ας με εκδικηση ο Κυριος απο σου· η χειρ μου ομως δεν θελει εισθαι επι σε·
<scripture passage="1Sam 24:13" parsed="|1Sam|24|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.13" />
<sup>13</sup>24-14 24-14 καθως λεγει η παροιμια των αρχαιων, Εξ ανομων εξερχεται ανομια· οθεν η χειρ μου δεν θελει εισθαι επι σε.
<scripture passage="1Sam 24:14" parsed="|1Sam|24|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.14" />
<sup>14</sup>24-15 24-15 Οπισω τινος εξηλθεν ο βασιλευς του Ισραηλ; οπισω τινος τρεχεις συ; οπισω κυνος νενεκρωμενου, οπισω ενος ψυλλου.
<scripture passage="1Sam 24:15" parsed="|1Sam|24|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.15" />
<sup>15</sup>24-16 24-16 Ο Κυριος λοιπον ας ηναι δικαστης και ας κρινη μεταξυ εμου και σου· και ας ιδη, και ας δικαση την δικην μου και ας με ελευθερωση εκ της χειρος σου.
<scripture passage="1Sam 24:16" parsed="|1Sam|24|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.16" />
<sup>16</sup>[]24-17 24-17 Και αφου ετελειωσεν ο Δαβιδ λαλων τους λογους τουτους προς τον Σαουλ, ειπεν ο Σαουλ, Η φωνη σου ειναι αυτη, τεκνον μου Δαβιδ; Και υψωσεν ο Σαουλ την φωνην αυτου και εκλαυσε.
<scripture passage="1Sam 24:17" parsed="|1Sam|24|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.17" />
<sup>17</sup>24-18 24-18 Και ειπε προς τον Δαβιδ, Συ εισαι δικαιοτερος εμου· διοτι συ ανταπεδωκας εις εμε καλον, εγω δε ανταπεδωκα εις σε κακον.
<scripture passage="1Sam 24:18" parsed="|1Sam|24|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.18" />
<sup>18</sup>24-19 24-19 Και συ εδειξας σημερον με ποσην αγαθοτητα εφερθης προς εμε· διοτι ενω με απεκλεισεν ο Κυριος εις τας χειρας σου, συ δεν με εθανατωσας.
<scripture passage="1Sam 24:19" parsed="|1Sam|24|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.19" />
<sup>19</sup>24-20 24-20 Και τις, ευρων τον εχθρον αυτου, ηθελεν αφησει αυτον να υπαγη την οδον αυτου αβλαβως; ο Κυριος λοιπον να σοι ανταποδωση καλον, δι' εκεινο το οποιον εκαμες εις εμε σημερον.
<scripture passage="1Sam 24:20" parsed="|1Sam|24|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.20" />
<sup>20</sup>24-21 24-21 Και τωρα, ιδου, γνωριζω οτι βεβαιως θελεις βασιλευσει, και η βασιλεια του Ισραηλ θελει στερεωθη εν τη χειρι σου.
<scripture passage="1Sam 24:21" parsed="|1Sam|24|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.21" />
<sup>21</sup>24-22 24-22 Τωρα λοιπον ομοσον μοι εις τον Κυριον, οτι δεν θελεις εξολοθρευσει το σπερμα μου μετ' εμε, και ετι δεν θελεις αφανισει το ονομα μου εκ του οικου του πατρος μου.
<scripture passage="1Sam 24:22" parsed="|1Sam|24|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.24.22" />
<sup>22</sup>24-23 24-23 Και ωμοσεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ. Και ανεχωρησεν ο Σαουλ εις τον οικον αυτου· ο δε Δαβιδ και οι ανδρες αυτου ανεβησαν εις το οχυρωμα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 25" progress="27.47%" prev="iSam.24" next="iSam.26" id="iSam.25">
<h3 id="iSam.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="iSam.25-p1">
<scripture passage="1Sam 25:1" parsed="|1Sam|25|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.1" />
<sup>1</sup>Απεθανε δε ο Σαμουηλ· και συνηχθησαν πας ο Ισραηλ και εκλαυσαν αυτον, και ενεταφιασαν αυτον εν τω οικω αυτου εν Ραμα. Και εσηκωθη ο Δαβιδ και κατεβη εις την ερημον Φαραν.
<scripture passage="1Sam 25:2" parsed="|1Sam|25|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.2" />
<sup>2</sup>Ητο δε ανθρωπος τις εν Μαων, του οποιου τα κτηματα ησαν εν τω Καρμηλω, και ο ανθρωπος ητο μεγας σφοδρα και ειχε τρισχιλια προβατα και χιλιας αιγας· και εκουρευε τα προβατα αυτου εν τω Καρμηλω.
<scripture passage="1Sam 25:3" parsed="|1Sam|25|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.3" />
<sup>3</sup>Το δε ονομα του ανθρωπου ητο Ναβαλ· και το ονομα της γυναικος αυτου Αβιγαια· και η μεν γυνη ητο καλη εις την συνεσιν και ωραια την οψιν· ο ανθρωπος ομως σκληρος, και κακος εις τας πραξεις αυτου· ητο δε εκ της γενεας του Χαλεβ.
<scripture passage="1Sam 25:4" parsed="|1Sam|25|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.4" />
<sup>4</sup>Και ηκουσεν ο Δαβιδ εν τη ερημω, οτι ο Ναβαλ εκουρευε τα προβατα αυτου.
<scripture passage="1Sam 25:5" parsed="|1Sam|25|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ δεκα νεους, και ειπεν ο Δαβιδ προς τους νεους, Αναβητε εις τον Καρμηλον και υπαγετε προς τον Ναβαλ και χαιρετησατε αυτον εξ ονοματος μου.
<scripture passage="1Sam 25:6" parsed="|1Sam|25|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.6" />
<sup>6</sup>και θελετε ειπει, Να ησαι πολυχρονιος· ειρηνη και εις σε, ειρηνη και εις τον οικον σου, ειρηνη και εις παντα οσα εχεις·
<scripture passage="1Sam 25:7" parsed="|1Sam|25|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.7" />
<sup>7</sup>και τωρα ηκουσα οτι εχεις κουρευτας· ιδου, τους ποιμενας σου, οιτινες ησαν μεθ' ημων, δεν εβλαψαμεν αυτους, ουδε εχαθη τι εις αυτους, καθ' ολον τον καιρον καθ' ον ησαν εν τω Καρμηλω·
<scripture passage="1Sam 25:8" parsed="|1Sam|25|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.8" />
<sup>8</sup>ερωτησον τους νεους σου, και θελουσι σοι ειπει· ας ευρωσι λοιπον οι νεοι ουτοι χαριν εις τους οφθαλμους σου· διοτι εις ημεραν καλην ηλθομεν· δος, παρακαλουμεν, ο, τι ελθη εις την χειρα σου προς τους δουλους σου και προς τον υιον σου τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 25:9" parsed="|1Sam|25|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.9" />
<sup>9</sup>Και ελθοντες οι νεοι του Δαβιδ ελαλησαν προς τον Ναβαλ κατα παντας τους λογους τουτους εν ονοματι του Δαβιδ, και επαυσαν.
<scripture passage="1Sam 25:10" parsed="|1Sam|25|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ο Ναβαλ απεκριθη προς τους δουλους του Δαβιδ και ειπε, Τις ειναι ο Δαβιδ; και τις ο υιος του Ιεσσαι; πολλοι ειναι την σημερον οι δουλοι, οιτινες αποσκιρτωσιν εκαστος απο του κυριου αυτου·
<scripture passage="1Sam 25:11" parsed="|1Sam|25|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.11" />
<sup>11</sup>θελω λαβει λοιπον τον αρτον μου και το υδωρ μου και το σφακτον μου, το οποιον εσφαξα δια τους κουρευτας μου, και δωσει εις ανθρωπους τους οποιους δεν γνωριζω ποθεν ειναι;
<scripture passage="1Sam 25:12" parsed="|1Sam|25|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.12" />
<sup>12</sup>Και εστραφησαν οι νεοι του Δαβιδ εις την οδον αυτων και ανεχωρησαν και ελθοντες απηγγειλαν προς αυτον παντας τους λογους τουτους.
<scripture passage="1Sam 25:13" parsed="|1Sam|25|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τους ανδρας αυτου, Ζωσθητε εκαστος την ρομφαιαν αυτου. Και εζωσθησαν εκαστος την ρομφαιαν αυτου· και ο Δαβιδ ομοιως εζωσθη την ρομφαιαν αυτου· και ανεβησαν κατοπιν του Δαβιδ εως τετρακοσιοι ανδρες· διακοσιοι δε εμειναν πλησιον της αποσκευης.
<scripture passage="1Sam 25:14" parsed="|1Sam|25|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.14" />
<sup>14</sup>Εις δε εκ των νεων απηγγειλε προς την Αβιγαιαν, την γυναικα του Ναβαλ, λεγων, Ιδου, ο Δαβιδ απεστειλε μηνυτας εκ της ερημου δια να χαιρετηση τον κυριον ημων, και εκεινος απεδιωξεν αυτους·
<scripture passage="1Sam 25:15" parsed="|1Sam|25|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.15" />
<sup>15</sup>οι ανδρες ομως εσταθησαν πολυ καλοι προς ημας και δεν εβλαφθημεν ουδε εχασαμεν ουδεν, οσον καιρον συνανεστραφημεν μετ' αυτων, οτε ημεθα εν τοις αγροις·
<scripture passage="1Sam 25:16" parsed="|1Sam|25|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.16" />
<sup>16</sup>ησαν ως τειχος περιξ ημων και νυκτα και ημεραν, καθ' ολον τον καιρον καθ' ον ημεθα μετ' αυτων βοσκοντες τα προβατα·
<scripture passage="1Sam 25:17" parsed="|1Sam|25|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.17" />
<sup>17</sup>τωρα λοιπον, γνωρισον και ιδε τι θελεις καμει συ· διοτι κακον απεφασισθη κατα του κυριου ημων, και κατα παντος του οικου αυτου· επειδη ειναι ανθρωπος δυστροπος, ωστε ουδεις δυναται να ομιληση προς αυτον.
<scripture passage="1Sam 25:18" parsed="|1Sam|25|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.18" />
<sup>18</sup>Τοτε εσπευσεν η Αβιγαια, και ελαβε διακοσιους αρτους, και δυο αγγεια οινου, και πεντε προβατα ητοιμασμενα, και πεντε μετρα σιτου πεφρυγανισμενου, και εκατον δεσμας σταφιδος, και διακοσιας πηττας συκων, και εθεσεν αυτα επι ονων.
<scripture passage="1Sam 25:19" parsed="|1Sam|25|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς τους νεους αυτης, Προπορευεσθε εμπροσθεν μου· ιδου, εγω ερχομαι κατοπιν σας· προς τον Ναβαλ ομως τον ανδρα αυτης δεν εφανερωσε τουτο.
<scripture passage="1Sam 25:20" parsed="|1Sam|25|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.20" />
<sup>20</sup>Και καθως αυτη, καθημενη επι του ονου, κατεβαινεν υπο την σκεπην του ορους, ιδου, ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου κατεβαινον προς αυτην· και συνηντησεν αυτους.
<scripture passage="1Sam 25:21" parsed="|1Sam|25|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.21" />
<sup>21</sup>ειχε δε ειπει ο Δαβιδ, Ματαιως τωοντι εφυλαξα παντα οσα ειχεν ουτος εν τη ερημω, και δεν εχαθη ουδεν εκ παντων των κτηματων αυτου· και ανταπεδωκεν εις εμε κακον αντι καλου·
<scripture passage="1Sam 25:22" parsed="|1Sam|25|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.22" />
<sup>22</sup>ουτω να καμη ο Θεος εις τους εχθρους του Δαβιδ και ουτω να προσθεση, εαν εως το πρωι αφησω εκ παντων των πραγματων αυτου ουρουντα εις τοιχον.
<scripture passage="1Sam 25:23" parsed="|1Sam|25|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.23" />
<sup>23</sup>Και καθως ειδεν η Αβιγαια τον Δαβιδ, εσπευσε και κατεβη απο του ονου και επεσεν ενωπιον του Δαβιδ κατα προσωπον και προσεκυνησεν εως εδαφους.
<scripture passage="1Sam 25:24" parsed="|1Sam|25|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.24" />
<sup>24</sup>Και προσεπεσεν εις τους ποδας αυτου και ειπεν, Επ' εμε, επ' εμε, κυριε μου, ας ηναι αυτη η αδικια· και ας λαληση, παρακαλω, η δουλη σου εις τα ωτα σου, και ακουσον τους λογους της δουλης σου.
<scripture passage="1Sam 25:25" parsed="|1Sam|25|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.25" />
<sup>25</sup>Ας μη δωση ο κυριος μου, παρακαλω, ουδεμιαν προσοχην εις τουτον τον δυστροπον ανθρωπον, τον Ναβαλ· διοτι κατα το ονομα αυτου, τοιουτος ειναι· Ναβαλ το ονομα αυτου, και αφροσυνη μετ' αυτου· εγω δε η δουλη σου δεν ειδον τους νεους του κυριου μου, τους οποιους απεστειλας.
<scripture passage="1Sam 25:26" parsed="|1Sam|25|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.26" />
<sup>26</sup>Τωρα λοιπον, κυριε μου, ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, ο Κυριος βεβαιως σε εκρατησεν απο του να εμβης εις αιμα και να εκδικηθης δια της χειρος σου· τωρα δε οι εχθροι σου και οι ζητουντες κακον εις τον κυριον μου, ας ηναι ως ο Ναβαλ.
<scripture passage="1Sam 25:27" parsed="|1Sam|25|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.27" />
<sup>27</sup>Και τωρα αυτη η προσφορα, την οποιαν η δουλη σου εφερε προς τον κυριον μου, ας δοθη εις τους νεους τους ακολουθουντας τον κυριον μου.
<scripture passage="1Sam 25:28" parsed="|1Sam|25|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.28" />
<sup>28</sup>Συγχωρησον, παρακαλω, το αμαρτημα της δουλης σου· διοτι ο Κυριος θελει βεβαιως καμει εις τον κυριον μου οικον ασφαλη, επειδη μαχεται ο κυριος μου τας μαχας του Κυριου, και κακια δεν ευρεθη εν σοι πωποτε.
<scripture passage="1Sam 25:29" parsed="|1Sam|25|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.29" />
<sup>29</sup>Αν και εσηκωθη ανθρωπος καταδιωκων σε και ζητων την ψυχην σου, η ψυχη ομως του κυριου μου θελει εισθαι δεδεμενη εις τον δεσμον της ζωης πλησιον Κυριου του Θεου σου· τας δε ψυχας των εχθρων σου, ταυτας θελει εκσφενδονισει εκ μεσου της σφενδονης.
<scripture passage="1Sam 25:30" parsed="|1Sam|25|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.30" />
<sup>30</sup>Και οταν καμη ο Κυριος εις τον κυριον μου κατα παντα τα αγαθα τα οποια ελαλησε περι σου, και σε καταστηση κυβερνητην επι τον Ισραηλ,
<scripture passage="1Sam 25:31" parsed="|1Sam|25|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.31" />
<sup>31</sup>δεν θελει εισθαι τουτο σκανδαλον εις σε ουδε προσκομμα καρδιας εις τον κυριον μου, η οτι εχυσας αιμα αναιτιον, η οτι ο κυριος μου εξεδικησεν αυτος εαυτον· πλην οταν ο Κυριος αγαθοποιηση τον κυριον μου, τοτε ενθυμηθητι την δουλην σου.
<scripture passage="1Sam 25:32" parsed="|1Sam|25|32|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς την Αβιγαιαν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, οστις σε απεστειλε την ημεραν ταυτην εις συναντησιν μου·
<scripture passage="1Sam 25:33" parsed="|1Sam|25|33|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.33" />
<sup>33</sup>και ευλογημενη η βουλη σου και ευλογημενη συ, ητις με εφυλαξας την ημεραν ταυτην απο του να εμβω εις αιματα και να εκδικηθω δια της χειρος μου·
<scripture passage="1Sam 25:34" parsed="|1Sam|25|34|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.34" />
<sup>34</sup>διοτι αληθως, ζη Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, οστις με εμποδισεν απο του να σε κακοποιησω, εαν δεν ηθελες σπευσει να ελθης εις συναντησιν μου, δεν ηθελε μεινει εις τον Ναβαλ εως της αυγης ουρων εις τοιχον.
<scripture passage="1Sam 25:35" parsed="|1Sam|25|35|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.35" />
<sup>35</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ εκ της χειρος αυτης τα οσα εφερε προς αυτον· και ειπε προς αυτην, Αναβα προς τον οικον σου εν ειρηνη· βλεπε, εισηκουσα της φωνης σου και ετιμησα το προσωπον σου.
<scripture passage="1Sam 25:36" parsed="|1Sam|25|36|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.36" />
<sup>36</sup>Και ηλθεν η Αβιγαια προς τον Ναβαλ· και ιδου, ειχε συμποσιον εν τω οικω αυτου, ως συμποσιον βασιλεως· και η καρδια του Ναβαλ ητο ευθυμος εν αυτω, και ητο εις ακρον μεθυσμενος· οθεν δεν απηγγειλε προς αυτον ουδεν, μικρον μεγα, εως της αυγης.
<scripture passage="1Sam 25:37" parsed="|1Sam|25|37|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.37" />
<sup>37</sup>Το πρωι ομως, αφου ο Ναβαλ εξεμεθυσεν, εφανερωσε προς αυτον η γυνη αυτου τα πραγματα ταυτα· και ενεκρωθη η καρδια αυτου εντος αυτου και εγεινεν ως λιθος.
<scripture passage="1Sam 25:38" parsed="|1Sam|25|38|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.38" />
<sup>38</sup>Και μετα δεκα ημερας περιπου επαταξεν ο Κυριος τον Ναβαλ, και απεθανε.
<scripture passage="1Sam 25:39" parsed="|1Sam|25|39|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.39" />
<sup>39</sup>Και οτε ηκουσεν ο Δαβιδ οτι απεθανεν ο Ναβαλ, ειπεν, Ευλογητος Κυριος, οστις εκρινε την κρισιν μο περι του ονειδισμου μου του γενομενου παρα του Ναβαλ, και ημποδισε τον δουλον αυτου απο κακου· και την κακιαν του Ναβαλ εστρεψεν ο Κυριος κατα της κεφαλης αυτου. Και απεστειλεν ο Δαβιδ και ελαλησε προς την Αβιγαιαν, δια να λαβη αυτην γυναικα εις εαυτον.
<scripture passage="1Sam 25:40" parsed="|1Sam|25|40|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.40" />
<sup>40</sup>Και ελθοντες οι δουλοι του Δαβιδ προς την Αβιγαιαν εις τον Καρμηλον, ελαλησαν προς αυτην, λεγοντες, Ο Δαβιδ απεστειλεν ημας προς σε, δια να σε λαβη γυναικα εις εαυτον.
<scripture passage="1Sam 25:41" parsed="|1Sam|25|41|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.41" />
<sup>41</sup>Και εσηκωθη και προσεκυνησε κατα προσωπον εως εδαφους και ειπεν, Ιδου, ας ηναι η δουλη σου θεραπαινα δια να πλυνη τους ποδας των δουλων του κυριου μου.
<scripture passage="1Sam 25:42" parsed="|1Sam|25|42|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.42" />
<sup>42</sup>Και εσπευσεν η Αβιγαια και εσηκωθη και ανεβη επι του ονου, μετα πεντε κορασιων αυτης ακολουθουντων οπισω αυτης· και υπηγε κατοπιν των απεσταλμενων του Δαβιδ και εγεινε γυνη αυτου.
<scripture passage="1Sam 25:43" parsed="|1Sam|25|43|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.43" />
<sup>43</sup>Ελαβεν ο Δαβιδ και την Αχινοαμ απο Ιεζραελ· και ησαν αμφοτεραι γυναικες αυτου.
<scripture passage="1Sam 25:44" parsed="|1Sam|25|44|0|0" osisRef="Bible:1Sam.25.44" />
<sup>44</sup>Ο δε Σαουλ ειχε δωσει Μιχαλ, την θυγατερα αυτου, την γυναικα του Δαβιδ, εις τον Φαλτι τον υιον του Λαεις, τον απο Γαλλειμ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 26" progress="27.65%" prev="iSam.25" next="iSam.27" id="iSam.26">
<h3 id="iSam.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="iSam.26-p1">
<scripture passage="1Sam 26:1" parsed="|1Sam|26|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.1" />
<sup>1</sup>Ηλθον δε οι Ζιφαιοι προς τον Σαουλ εις Γαβαα, λεγοντες, Δεν κρυπτεται ο Δαβιδ εν τω βουνω Εχελα απεναντι Γεσιμων;
<scripture passage="1Sam 26:2" parsed="|1Sam|26|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθη ο Σαουλ και κατεβη εις την ερημον Ζιφ, εχων μεθ' εαυτου τρεις χιλιαδας ανδρων εκλεκτων εκ του Ισραηλ, δια να ζητη τον Δαβιδ εν τη ερημω Ζιφ.
<scripture passage="1Sam 26:3" parsed="|1Sam|26|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.3" />
<sup>3</sup>Και εστρατοπεδευσεν ο Σαουλ επι του βουνου Εχελα, του απεναντι Γεσιμων, πλησιον της οδου. Ο δε Δαβιδ εκαθητο εν τη ερημω και ειδεν οτι ο Σαουλ ηρχετο κατοπιν αυτου εις την ερημον.
<scripture passage="1Sam 26:4" parsed="|1Sam|26|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.4" />
<sup>4</sup>Οθεν απεστειλεν ο Δαβιδ κατασκοπους και εμαθεν οτι ο Σαουλ ηλθε τωοντι.
<scripture passage="1Sam 26:5" parsed="|1Sam|26|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.5" />
<sup>5</sup>Και σηκωθεις ο Δαβιδ ηλθεν εις τον τοπον οπου ο Σαουλ ειχε στρατοπεδευσει· και παρετηρησεν ο Δαβιδ τον τοπον οπου εκοιματο ο Σαουλ, και Αβενηρ ο υιος του Νηρ, ο αρχιστρατηγος αυτου· εκοιματο δε ο Σαουλ εντος του περιβολου, και ο λαος ητο εστρατοπεδευμενος κυκλω αυτου.
<scripture passage="1Sam 26:6" parsed="|1Sam|26|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.6" />
<sup>6</sup>Τοτε ελαλησεν ο Δαβιδ και ειπε προς τον Αχιμελεχ τον Χετταιον και προς τον Αβισαι τον υιον της Σερουιας, αδελφον του Ιωαβ, λεγων, Τις θελει καταβη μετ' εμου προς τον Σαουλ εις το στρατοπεδον; Και ειπεν ο Αβισαι, Εγω θελω καταβη μετα σου.
<scripture passage="1Sam 26:7" parsed="|1Sam|26|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.7" />
<sup>7</sup>Ηλθον λοιπον ο Δαβιδ και ο Αβισαι δια νυκτος προς τον λαον· και ιδου, ο Σαουλ εκειτο κοιμωμενος εντος του περιβολου, και το δορυ αυτου εμπεπηγμενον εις την γην προς την κεφαλην αυτου· ο δε Αβενηρ και ο λαος εκοιμωντο κυκλω αυτου.
<scripture passage="1Sam 26:8" parsed="|1Sam|26|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπεν ο Αβισαι προς τον Δαβιδ, Ο Θεος απεκλεισε σημερον εις την χειρα σου τον εχθρον σου· τωρα λοιπον ας παταξω αυτον δια του δορατος εως της γης δια μιας· και δεν θελω δευτερωσει επ' αυτον.
<scripture passage="1Sam 26:9" parsed="|1Sam|26|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' ο Δαβιδ ειπε προς τον Αβισαι, Μη θανατωσης αυτον· διοτι τις επιβαλων την χειρα αυτου επι τον κεχρισμενον του Κυριου θελει εισθαι αθωος;
<scripture passage="1Sam 26:10" parsed="|1Sam|26|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.10" />
<sup>10</sup>Ειπε μαλιστα ο Δαβιδ, Ζη Κυριος, ο Κυριος θελει παταξει αυτον· η η ημερα αυτου θελει ελθει, και θελει αποθανει· θελει καταβη εις πολεμον και θανατωθη·
<scripture passage="1Sam 26:11" parsed="|1Sam|26|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.11" />
<sup>11</sup>μη γενοιτο εις εμε παρα Κυριου, να επιβαλω την χειρα μου επι τον κεχρισμενον του Κυριου· λαβε ομως τωρα, παρακαλω, το δορυ το προς την κεφαλην αυτου και το αγγειον του υδατος, και ας αναχωρησωμεν.
<scripture passage="1Sam 26:12" parsed="|1Sam|26|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.12" />
<sup>12</sup>Ελαβε λοιπον ο Δαβιδ το δορυ και το αγγειον του υδατος απο πλησιον της κεφαλης του Σαουλ· και ανεχωρησαν, και ουδεις ειδε και ουδεις ενοησε και ουδεις εξυπνησε· διοτι παντες εκοιμωντο, επειδη βαθυς υπνος παρα Κυριου επεσεν επ' αυτους.
<scripture passage="1Sam 26:13" parsed="|1Sam|26|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.13" />
<sup>13</sup>Τοτε διεβη ο Δαβιδ εις το περαν και εσταθη επι της κορυφης του ορους μακροθεν· ητο δε πολυ αποστασις μεταξυ αυτων.
<scripture passage="1Sam 26:14" parsed="|1Sam|26|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.14" />
<sup>14</sup>Και εβοησεν ο Δαβιδ προς τον λαον και προς τον Αβενηρ τον υιον του Νηρ, λεγων, Δεν αποκρινεσαι, Αβενηρ; Και απεκριθη ο Αβενηρ και ειπε, Τις εισαι συ, οστις βοας προς τον βασιλεα;
<scripture passage="1Sam 26:15" parsed="|1Sam|26|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αβενηρ, Δεν εισαι ανηρ συ; και τις ομοιος σου μεταξυ του Ισραηλ; δια τι λοιπον δεν φυλαττεις τον κυριον σου τον βασιλεα; διοτι εισηλθε τις εκ του λαου δια να θανατωση τον βασιλεα τον κυριον σου·
<scripture passage="1Sam 26:16" parsed="|1Sam|26|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.16" />
<sup>16</sup>δεν ειναι καλον το πραγμα τουτο, το οποιον επραξας· ζη Κυριος, σεις εισθε αξιοι θανατου, επειδη δε εφυλαξατε τον κυριον σας, τον κεχρισμενον του Κυριου. Και τωρα, ιδετε που ειναι το δορυ του βασιλεως και το αγγειον του υδατος· το προς την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="1Sam 26:17" parsed="|1Sam|26|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.17" />
<sup>17</sup>Και εγνωρισεν ο Σαουλ την φωνην του Δαβιδ και ειπεν, Η φωνη σου ειναι, τεκνον μου Δαβιδ; Και ο Δαβιδ ειπεν, Η φωνη μου, κυριε μου βασιλευ.
<scripture passage="1Sam 26:18" parsed="|1Sam|26|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε, Δια τι ο κυριος μου καταδιωκει ουτως οπισω του δουλου αυτου; διοτι τι επραξα; η τι κακον ειναι εν τη χειρι μου;
<scripture passage="1Sam 26:19" parsed="|1Sam|26|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.19" />
<sup>19</sup>τωρα λοιπον ας ακουση, παρακαλω, ο κυριος μου ο βασιλευς τους λογους του δουλου αυτου· εαν ο Κυριος σε διηγειρεν εναντιον μου, ας δεχθη θυσιαν· αλλ' εαν υιοι ανθρωπων, ουτοι ας ηναι επικαταρατοι ενωπιον του Κυριου· διοτι με εξεβαλον την σημερον απο του να κατοικω εν τη κληρονομια του Κυριου, λεγοντες, Υπαγε, λατρευε αλλους Θεους·
<scripture passage="1Sam 26:20" parsed="|1Sam|26|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.20" />
<sup>20</sup>τωρα λοιπον, ας μη πεση το αιμα μου εις την γην ενωπιον του Κυριου· διοτι εξηλθεν ο βασιλευς του Ισραηλ να ζητηση ενα ψυλλον, ως οταν καταδιωκη τις περδικα εις τα ορη.
<scripture passage="1Sam 26:21" parsed="|1Sam|26|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Σαουλ, Ημαρτησα· επιστρεψον, τεκνον μου Δαβιδ· διοτι δεν θελω σε κακοποιησει πλεον, επειδη η ψυχη μου εσταθη σημερον πολυτιμος εις τους οφθαλμους σου· ιδου, επραξα αφρονως και επλανηθην σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 26:22" parsed="|1Sam|26|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.22" />
<sup>22</sup>Και απεκριθη ο Δαβιδ και ειπεν, Ιδου, το δορυ του βασιλεως· και ας καταβη εις εκ των νεων και ας λαβη αυτο.
<scripture passage="1Sam 26:23" parsed="|1Sam|26|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.23" />
<sup>23</sup>ο δε Κυριος ας αποδωση εις εκαστον κατα την δικαιοσυνην αυτου και κατα την πιστιν αυτου· διοτι σε παρεδωκεν ο Κυριος σημερον εις την χειρα μου, πλην εγω δεν ηθελησα να επιβαλω την χειρα μου επι τον κεχρισμενον του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 26:24" parsed="|1Sam|26|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.24" />
<sup>24</sup>ιδου λοιπον, καθως η ζωη σου εσταθη σημερον πολυτιμος εις τους οφθαλμους μου, ουτως η ζωη μου ας σταθη πολυτιμος εις τους οφθαλμους του Κυριου, και ας με ελευθερωση εκ πασων των θλιψεων.
<scripture passage="1Sam 26:25" parsed="|1Sam|26|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.26.25" />
<sup>25</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Ευλογημενος να ησαι, τεκνον μου Δαβιδ· βεβαιως θελεις κατορθωσει μεγαλα και θελεις βεβαιως υπερισχυσει. Και ο μεν Δαβιδ απηλθεν εις την οδον αυτου, ο δε Σαουλ επεστρεψεν εις τον τοπον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 27" progress="27.77%" prev="iSam.26" next="iSam.28" id="iSam.27">
<h3 id="iSam.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="iSam.27-p1">
<scripture passage="1Sam 27:1" parsed="|1Sam|27|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε ο Δαβιδ εν τη καρδια αυτου, Θελω βεβαιως απολεσθη μιαν ημεραν δια χειρος του Σαουλ· δεν ειναι τι καλητερον δι' εμε, παρα να διασωθω ταχεως εις την γην των Φιλισταιων· τοτε απ' εμου ο Σαουλ απελπισθεις, θελει παραιτηθη απο του να με ζητη πλεον εις παντα τα ορια του Ισραηλ· ουτω θελω σωθη εκ της χειρος αυτου.
<scripture passage="1Sam 27:2" parsed="|1Sam|27|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθη ο Δαβιδ και διεβη, αυτος και οι εξακοσιοι ανδρες οι μετ' αυτου, προς τον Αγχους υιον του Μαωχ, βασιλεα της Γαθ.
<scripture passage="1Sam 27:3" parsed="|1Sam|27|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.3" />
<sup>3</sup>Και εκαθησεν ο Δαβιδ μετα του Αγχους εν Γαθ, αυτος και οι ανδρες αυτου, εκαστος μετα της οικογενειας αυτου, και ο Δαβιδ μετα των δυο γυναικων αυτου, Αχινοαμ της Ιεζραηλιτιδος και Αβιγαιας της Καρμηλιτιδος γυναικος του Ναβαλ.
<scripture passage="1Sam 27:4" parsed="|1Sam|27|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.4" />
<sup>4</sup>Ανηγγελθη δε προς τον Σαουλ οτι εφυγεν ο Δαβιδ εις Γαθ. οθεν δεν εζητησε πλεον αυτον.
<scripture passage="1Sam 27:5" parsed="|1Sam|27|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Εαν ευρηκα τωρα χαριν εις τους οφθαλμους σου, ας μοι δοθη τοπος εις τινα των πολεων της εξοχης, δια να καθησω εκει· διοτι πως να καθηται ο δουλος σου μετα σου εν τη βασιλευουση πολει;
<scripture passage="1Sam 27:6" parsed="|1Sam|27|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.6" />
<sup>6</sup>Και εδωκεν εις αυτον ο Αγχους την Σικλαγ κατ' εκεινην την ημεραν· δια τουτο η Σικλαγ εμεινεν εις τους βασιλεις του Ιουδα μεχρι της σημερον.
<scripture passage="1Sam 27:7" parsed="|1Sam|27|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.7" />
<sup>7</sup>Ο δε αριθμος των ημερων, τας οποιας ο Δαβιδ εκαθησεν εν τη γη των Φιλισταιων, εγεινεν εν ετος και τεσσαρες μηνες.
<scripture passage="1Sam 27:8" parsed="|1Sam|27|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.8" />
<sup>8</sup>Ανεβαινε δε ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου και εκαμνον εισδρομας εις τους Γεσσουριτας και Γεζραιους και Αμαληκιτας· διοτι ουτοι ησαν εκ παλαιου οι κατοικοι της γης, κατα την εισοδον Σουρ και εως της γης Αιγυπτου.
<scripture passage="1Sam 27:9" parsed="|1Sam|27|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.9" />
<sup>9</sup>Και εκτυπα ο Δαβιδ την γην και δεν αφινε ζωντα ουτε ανδρα ουτε γυναικα· και ελαμβανε προβατα και βοας και ονους και καμηλους και ενδυματα· και επιστρεφων ηρχετο προς τον Αγχους.
<scripture passage="1Sam 27:10" parsed="|1Sam|27|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.10" />
<sup>10</sup>Και ελεγεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, που εκαμετε εισδρομην σημερον; Και απεκρινετο ο Δαβιδ, προς το μεσημβρινον του Ιουδα και προς το μεσημβρινον των Ιεραμεηλιτων και προς το μεσημβρινον των Κεναιων.
<scripture passage="1Sam 27:11" parsed="|1Sam|27|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.11" />
<sup>11</sup>Και ουτε ανδρα ουτε γυναικα δεν αφινε ζωντα ο Δαβιδ, δια να φερη ειδησιν εις Γαθ, λεγων, Μηποτε αναγγειλωσιν εναντιον ημων, λεγοντες, Ουτω καμνει ο Δαβιδ και τοιουτος ειναι ο τροπος αυτου, καθ' ολας τας ημερας οσας καθηται εν τη γη των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 27:12" parsed="|1Sam|27|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.27.12" />
<sup>12</sup>Και επιστευεν ο Αγχους τον Δαβιδ, λεγων, Αυτος εκαμεν εαυτον διολου μισητον εις τον λαον αυτου τον Ισραηλ· δια τουτο θελει εισθαι δουλος εις εμε παντοτε.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 28" progress="27.82%" prev="iSam.27" next="iSam.29" id="iSam.28">
<h3 id="iSam.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="iSam.28-p1">
<scripture passage="1Sam 28:1" parsed="|1Sam|28|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινας δε τας ημερας συνηθροισαν οι Φιλισταιοι τα στρατευματα αυτων προς εκστρατειαν, δια να πολεμησωσι μετα του Ισραηλ. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Εξευρε μετα βεβαιοτητος οτι θελεις εξελθει μετ' εμου εις τον πολεμον, συ και οι ανδρες σου.
<scripture passage="1Sam 28:2" parsed="|1Sam|28|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Θελεις βεβαιως γνωρισει τι θελει καμει ο δουλος σου. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Δια τουτο θελω σε καμει αρχισωματοφυλακα μου διαπαντος.
<scripture passage="1Sam 28:3" parsed="|1Sam|28|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.3" />
<sup>3</sup>Απεθανε δε ο Σαμουηλ, και πας ο Ισραηλ εθρηνησεν αυτον και ενεταφιασεν αυτον εν Ραμα τη πολει αυτου. Και εξεβαλεν ο Σαουλ εκ του τοπου τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους.
<scripture passage="1Sam 28:4" parsed="|1Sam|28|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.4" />
<sup>4</sup>Συνηθροισθησαν λοιπον οι Φιλισταιοι και ηλθον και εστρατοπεδευσαν εν Σουνημ· και συνηθροισεν ο Σαουλ παντα τον Ισραηλ, και εστρατοπεδευσαν εν Γελβουε.
<scripture passage="1Sam 28:5" parsed="|1Sam|28|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ειδεν ο Σαουλ το στρατοπεδον των Φιλισταιων, εφοβηθη, και ετρομαξεν η καρδια αυτου σφοδρα.
<scripture passage="1Sam 28:6" parsed="|1Sam|28|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.6" />
<sup>6</sup>Και ηρωτησεν ο Σαουλ τον Κυριον· αλλ' ο Κυριος δεν απεκριθη προς αυτον ουτε δι' ενυπνιων ουτε δια του Ουριμ ουτε δια προφητων.
<scripture passage="1Sam 28:7" parsed="|1Sam|28|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τους δουλους αυτου, Ζητησατε μοι γυναικα εχουσαν πνευμα μαντειας, δια να υπαγω προς αυτην και να ερωτησω αυτην. Και οι δουλοι αυτου ειπον προς αυτον, Ιδου, ειναι εν Εν-δωρ γυνη τις εχουσα πνευμα μαντειας.
<scripture passage="1Sam 28:8" parsed="|1Sam|28|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.8" />
<sup>8</sup>Και μετεσχηματισθη ο Σαουλ και ενεδυθη αλλα ιματια, και υπηγεν αυτος και δυο ανδρες μετ' αυτου και ηλθον προς την γυναικα δια νυκτος· και ειπε, Μαντευσον, παρακαλω, εις εμε δια του πνευματος της μαντειας και αναβιβασον μοι οντινα σοι ειπω.
<scripture passage="1Sam 28:9" parsed="|1Sam|28|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν η γυνη προς αυτον, Ιδου, συ εξευρεις οσα εκαμεν ο Σαουλ, τινι τροπω εξωλοθρευσε τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους εκ του τοπου· δια τι λοιπον συ παγιδευεις την ζωην μου, δια να με θανατωσωσι;
<scripture passage="1Sam 28:10" parsed="|1Sam|28|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.10" />
<sup>10</sup>Και ωμοσε προς αυτην ο Σαουλ εις τον Κυριον, λεγων, Ζη Κυριος, δεν θελει σε συμβη ουδεν κακον δια τουτο.
<scripture passage="1Sam 28:11" parsed="|1Sam|28|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ειπεν η γυνη, Τινα να σοι αναβιβασω; Και ειπε, τον Σαμουηλ αναβιβασον μοι.
<scripture passage="1Sam 28:12" parsed="|1Sam|28|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.12" />
<sup>12</sup>Και οτε ειδεν γυνη τον Σαμουηλ, εβοησε μετα φωνης μεγαλης· και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, λεγουσα, Δια τι με ηπατησας; και συ εισαι ο Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 28:13" parsed="|1Sam|28|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Μη φοβου· τι ειδες λοιπον; Και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, Θεους ειδον αναβαινοντας εκ της γης.
<scripture passage="1Sam 28:14" parsed="|1Sam|28|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτην, Τις ειναι η μορφη αυτου; Η δε ειπε, Γερων τις αναβαινει και ειναι περιτετυλιγμενος με επενδυμα. Και εγνωρισεν ο Σαουλ οτι ητο ο Σαμουηλ, και εκυψε κατα προσωπον εις την γην και προσεκυνησε.
<scripture passage="1Sam 28:15" parsed="|1Sam|28|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Δια τι με παρηνωχλησας, ωστε να με καμης να αναβω; Και απεκριθη ο Σαουλ, Ευρισκομαι εν μεγαλη αμηχανια· διοτι οι Φιλισταιοι πολεμουσιν εναντιον μου, και ο Θεος απεμακρυνθη απ' εμου και δεν μοι αποκρινεται πλεον ουτε δια προφητων ουτε δι' ενυπνιων· δια τουτο σε εκαλεσα δια να φανερωσης εις εμε τι να καμω.
<scripture passage="1Sam 28:16" parsed="|1Sam|28|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ, Δια τι λοιπον ερωτας εμε, αφου ο Κυριος απεμακρυνθη απο σου και εγεινεν εχθρος σου;
<scripture passage="1Sam 28:17" parsed="|1Sam|28|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.17" />
<sup>17</sup>ο Κυριος βεβαιως εκαμεν εις εαυτον ως ελαλησε δι' εμου· διοτι εξεσχισεν ο Κυριος την βασιλειαν εκ της χειρος σου και εδωκεν αυτην εις τον πλησιον σου, τον Δαβιδ·
<scripture passage="1Sam 28:18" parsed="|1Sam|28|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.18" />
<sup>18</sup>επειδη δεν υπηκουσας εις την φωνην του Κυριου, ουδε εξετελεσας τον μεγαν θυμον αυτου κατα του Αμαληκ, δια τουτο ο Κυριος εκαμεν εις σε το πραγμα τουτο την ημεραν ταυτην·
<scripture passage="1Sam 28:19" parsed="|1Sam|28|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.19" />
<sup>19</sup>και θελει παραδωσει ο Κυριος και τον Ισραηλ μετα σου εις την χειρα των Φιλισταιων· και αυριον συ και οι υιοι σου θελετε εισθαι μετ' εμου· και το στρατοπεδον του Ισραηλ θελει παραδωσει ο Κυριος εις την χειρα των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 28:20" parsed="|1Sam|28|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.20" />
<sup>20</sup>Τοτε επεσεν ο Σαουλ ευθυς ολος εξηπλωμενος κατα γης· διοτι κατετρομαξεν εκ των λογων του Σαμουηλ· και δυναμις δεν ητο εν αυτω, επειδη δεν ειχε φαγει αρτον ολην την ημεραν και ολην την νυκτα.
<scripture passage="1Sam 28:21" parsed="|1Sam|28|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.21" />
<sup>21</sup>Και ηλθεν η γυνη προς τον Σαουλ και ειδεν οτι ητο σφοδρα τεταραγμενος, και ειπε προς αυτον, Ιδου, η δουλη σου υπηκουσεν εις την φωνην σου, και εβαλον την ζωην μου εις την χειρα μου και υπεταχθην εις τους λογους σου, τους οποιους ελαλησας προς εμε·
<scripture passage="1Sam 28:22" parsed="|1Sam|28|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.22" />
<sup>22</sup>τωρα λοιπον, ακουσον και συ, παρακαλω, την φωνην της δουλης σου, και ας βαλω ολιγον αρτον εμπροσθεν σου· και φαγε, δια να λαβης δυναμιν, επειδη υπαγεις εις οδοιποριαν.
<scripture passage="1Sam 28:23" parsed="|1Sam|28|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.23" />
<sup>23</sup>Πλην δεν ηθελε, λεγων, Δεν θελω φαγει· οι δουλοι ομως αυτου μετα της γυναικος εβιαζον αυτον, και εισηκουσεν εις την φωνην αυτων· και σηκωθεις απο της γης, εκαθησεν επι της κλινης.
<scripture passage="1Sam 28:24" parsed="|1Sam|28|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.24" />
<sup>24</sup>ειχε δε η γυνη παχυ δαμαλιον εν τη οικια· και εσπευσε και εσφαξεν αυτο· και λαβουσα αλευρον, εζυμωσε και εψησεν αζυμα εξ αυτου.
<scripture passage="1Sam 28:25" parsed="|1Sam|28|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.28.25" />
<sup>25</sup>Και εφερεν εμπροσθεν του Σαουλ και εμπροσθεν των δουλων αυτου· και εφαγον. Και εσηκωθησαν και ανεχωρησαν την νυκτα εκεινην.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 29" progress="27.92%" prev="iSam.28" next="iSam.30" id="iSam.29">
<h3 id="iSam.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="iSam.29-p1">
<scripture passage="1Sam 29:1" parsed="|1Sam|29|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.1" />
<sup>1</sup>Συνηθροισαν δε οι Φιλισταιοι παντα τα στρατευματα αυτων εις Αφεκ· και οι Ισραηλιται εστρατοπεδευσαν παρα την πηγην την εν Ιεζραελ.
<scripture passage="1Sam 29:2" parsed="|1Sam|29|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.2" />
<sup>2</sup>Και οι σατραπαι των Φιλισταιων διεβαινον κατα εκατονταδας και χιλιαδας· ο Δαβιδ δε και οι ανδρες αυτου διεβαινον κατοπισθεν μετα του Αγχους.
<scripture passage="1Sam 29:3" parsed="|1Sam|29|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον οι στρατηγοι των Φιλισταιων, Τι θελουσιν ουτοι οι Εβραιοι; Και ειπεν ο Αγχους προς τους στρατηγους των Φιλισταιων, Δεν ειναι ουτος ο Δαβιδ, ο δουλος του Σαουλ βασιλεως του Ισραηλ, οστις εσταθη μετ' εμου ταυτας τας ημερας η τουτους τους χρονους; και δεν ευρηκα εν αυτω ουδεν σφαλμα, αφου ενεπεσεν εις εμε εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Sam 29:4" parsed="|1Sam|29|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.4" />
<sup>4</sup>Και ηγανακτησαν κατ' αυτου οι στρατηγοι των Φιλισταιων· και ειπον προς αυτον οι στρατηγοι των Φιλισταιων, Αποπεμψον τον ανθρωπον τουτον, και ας επιστρεψη εις τον τοπον αυτου, τον οποιον διωρισας εις αυτον, και ας μη καταβη μεθ' ημων εις την μαχην, μηποτε γεινη εν τη μαχη πολεμιος ημων· διοτι πως ηθελε διαλλαγη ουτος μετα του κυριου αυτου; ουχι με τας κεφαλας των ανδρων τουτων;
<scripture passage="1Sam 29:5" parsed="|1Sam|29|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.5" />
<sup>5</sup>δεν ειναι ουτος ο Δαβιδ, περι του οποιον εψαλλον αμοιβαιως εν τοις χοροις, λεγοντες, Ο Σαουλ επαταξε τας χιλιαδας αυτου, Και ο Δαβιδ τας μυριαδας αυτου;
<scripture passage="1Sam 29:6" parsed="|1Sam|29|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.6" />
<sup>6</sup>Τοτε εκαλεσεν ο Αγχους τον Δαβιδ και ειπε προς αυτον, Ζη Κυριος, βεβαιως εσταθης ευθυς, και η εξοδος σου και η εισοδος σου μετ' εμου εν τω στρατοπεδω ειναι αρεστη εμπροσθεν των οφθαλμων μου· διοτι κακον δεν ευρηκα εν σοι, αφ' ης ημερας ηλθες προς εμε εως της ημερας ταυτης· αλλ' ομως εις τους οφθαλμους των σατραπων δεν εισαι αρεστος·
<scripture passage="1Sam 29:7" parsed="|1Sam|29|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον επιστρεψον και υπαγε εν ειρηνη, δια να μη φερης δυσαρεσκειαν εις τους σατραπας των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Sam 29:8" parsed="|1Sam|29|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Αλλα τι εκαμα; και τι ευρηκας εν τω δουλω σου αφ' ης ημερας ειμαι ενωπιον σου, εως της ημερας ταυτης, ωστε να μη υπαγω να πολεμησω εναντιον των εχθρων του κυριου μου του βασιλεως;
<scripture passage="1Sam 29:9" parsed="|1Sam|29|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.9" />
<sup>9</sup>Και απεκριθη ο Αγχους και ειπε προς τον Δαβιδ, Εξευρω οτι εισαι αρεστος εις τους οφθαλμους μου, ως αγγελος Θεου· πλην οι σατραπαι των Φιλισταιων ειπον, Δεν θελει αναβη μεθ' ημων εις την μαχην·
<scripture passage="1Sam 29:10" parsed="|1Sam|29|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.10" />
<sup>10</sup>τωρα λοιπον σηκωθητι ενωρις το πρωι, μετα των δουλων του κυριου σου, των ελθοντων μετα σου· και καθως σηκωθητε ενωρις το πρωι, ευθυς οταν φεγξη, αναχωρησατε.
<scripture passage="1Sam 29:11" parsed="|1Sam|29|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.29.11" />
<sup>11</sup>Και εσηκωθη ενωρις το πρωι ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου, δια να αναχωρησωσι, να επιστρεψωσιν εις την γην των Φιλισταιων. Οι δε Φιλισταιοι ανεβησαν εις Ιεζραελ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 30" progress="27.98%" prev="iSam.29" next="iSam.31" id="iSam.30">
<h3 id="iSam.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="iSam.30-p1">
<scripture passage="1Sam 30:1" parsed="|1Sam|30|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου εισηλθον εις Σικλαγ την τριτην ημεραν, οι Αμαληκιται ειχον καμει εισδρομην εις το μεσημβρινον και εις Σικλαγ, και ειχον παταξει την Σικλαγ και κατακαυσει αυτην εν πυρι·
<scripture passage="1Sam 30:2" parsed="|1Sam|30|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.2" />
<sup>2</sup>και ειχον αιχμαλωτισει τας γυναικας τας εν αυτη, απο μικρου εως μεγαλου· δεν εθανατωσαν ουδενα, αλλα ελαβον αυτους και υπηγαν εις την οδον αυτων.
<scripture passage="1Sam 30:3" parsed="|1Sam|30|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Δαβιδ και οι ανδρες αυτου ηλθον εις την πολιν, και ιδου, ητο πυρπολημενη· και αι γυναικες αυτων και οι υιοι αυτων και αι θυγατερες αυτων ηχμαλωτισμενοι.
<scripture passage="1Sam 30:4" parsed="|1Sam|30|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.4" />
<sup>4</sup>Τοτε υψωσεν ο Δαβιδ και ο λαος ο μετ' αυτου την φωνην αυτων και εκλαυσαν, εωσου δεν εμεινε πλεον εν αυτοις δυναμις να κλαιωσι.
<scripture passage="1Sam 30:5" parsed="|1Sam|30|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.5" />
<sup>5</sup>Και αμφοτεραι αι γυναικες του Δαβιδ ηχμαλωτισθησαν, Αχινοαμ η Ιεζραηλιτις, και Αβιγαια η γυνη Ναβαλ του Καρμηλιτου.
<scripture passage="1Sam 30:6" parsed="|1Sam|30|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.6" />
<sup>6</sup>Και εθλιβη ο Δαβιδ σφοδρα· διοτι ο λαος ελεγε να λιθοβολησωσιν αυτον, επειδη η ψυχη παντος του λαου ητο καταπικρος, εκαστος δια τους υιους αυτου και δια τας θυγατερας αυτου· ο Δαβιδ ομως εκραταιωθη εν Κυριω τω Θεω αυτου.
<scripture passage="1Sam 30:7" parsed="|1Sam|30|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς Αβιαθαρ τον ιερεα, υιον του Αχιμελεχ, Φερε μοι ενταυθα, παρακαλω, το εφοδ. Και εφερεν ο Αβιαθαρ το εφοδ προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 30:8" parsed="|1Sam|30|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.8" />
<sup>8</sup>Και ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, λεγων, Να καταδιωξω οπισθεν τουτων των ληστων; θελω προφθασει αυτους; Ο δε ειπε προς αυτον, Καταδιωξον· διοτι θελεις βεβαιως προφθασει και αφευκτως θελεις ελευθερωσει παντα.
<scripture passage="1Sam 30:9" parsed="|1Sam|30|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.9" />
<sup>9</sup>Τοτε υπηγεν ο Δαβιδ, αυτος και οι εξακοσιοι ανδρες οι μετ' αυτου, και ηλθον εως του χειμαρρου Βοσορ, οπου οι απομενοντες εσταθησαν.
<scripture passage="1Sam 30:10" parsed="|1Sam|30|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.10" />
<sup>10</sup>Ο δε Δαβιδ, αυτος και τετρακοσιοι ανδρες, κατεδιωκον, επειδη εμειναν οπισω διακοσιοι, οιτινες αποκαμοντες δεν ηδυναντο να διαβωσι τον χειμαρρον Βοσορ.
<scripture passage="1Sam 30:11" parsed="|1Sam|30|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.11" />
<sup>11</sup>Και ευρηκαν ανθρωπον Αιγυπτιον εν αγρω και εφεραν αυτον προς τον Δαβιδ· και εδωκαν εις αυτον αρτον, και εφαγε, και εποτισαν αυτον υδωρ·
<scripture passage="1Sam 30:12" parsed="|1Sam|30|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.12" />
<sup>12</sup>και εδωκαν εις αυτον τμημα πηττας συκων και δυο βοτρυς σταφιδων· και εφαγε, και επανηλθε το πνευμα αυτου εις αυτον· διοτι δεν ειχε φαγει αρτον ουδε ειχε πιει υδωρ, τρεις ημερας και τρεις νυκτας.
<scripture passage="1Sam 30:13" parsed="|1Sam|30|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Τινος εισαι; και ποθεν εισαι; Και ειπεν, Ειμαι νεος Αιγυπτιος, δουλος τινος Αμαληκιτου· και με αφηκεν ο κυριος μου, επειδη ηρρωστησα τρεις ημερας τωρα·
<scripture passage="1Sam 30:14" parsed="|1Sam|30|14|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.14" />
<sup>14</sup>ημεις εκαμαμεν εισδρομην εις το μεσημβρινον των Χερεθαιων και εις τα μερη της Ιουδαιας και εις το μεσημβρινον του Χαλεβ· και επυρπολησαμεν την Σικλαγ.
<scripture passage="1Sam 30:15" parsed="|1Sam|30|15|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Δυνασαι να με οδηγησης κατω προς τους ληστας τουτους; Ο δε ειπεν, Ομοσον μοι εις τον Θεον, οτι δεν θελεις με θανατωσει ουτε θελεις με παραδωσει εις την χειρα του κυριου μου, και θελω σε οδηγησει κατω προς τουτους τους ληστας.
<scripture passage="1Sam 30:16" parsed="|1Sam|30|16|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ωδηγησεν αυτον κατω, ιδου, ησαν διεσκορπισμενοι επι το προσωπον παντος του τοπου, τρωγοντες και πινοντες και χορευοντες, δια παντα τα λαφυρα τα μεγαλα, τα οποια ελαβον εκ της γης των Φιλισταιων και εκ της γης του Ιουδα.
<scripture passage="1Sam 30:17" parsed="|1Sam|30|17|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.17" />
<sup>17</sup>Και επαταξεν αυτους ο Δαβιδ απο της αυγης μεχρι της εσπερας της επιουσης· και δεν διεσωθη ουδε εις εξ αυτων, πλην τετρακοσιων νεων, οιτινες εκαθηντο επι καμηλων και εφυγον.
<scripture passage="1Sam 30:18" parsed="|1Sam|30|18|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.18" />
<sup>18</sup>Και ηλευθερωσεν ο Δαβιδ οσα ηρπασαν οι Αμαληκιται· και τας δυο γυναικας αυτου ηλευθερωσεν ο Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 30:19" parsed="|1Sam|30|19|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.19" />
<sup>19</sup>Και δεν ελειψεν εις αυτους ουτε μικρον ουτε μεγα, ουτε υιοι ουτε θυγατερες ουτε λαφυρον ουτε ουδεν εκ των οσα ηρπασαν απ' αυτων· τα παντα επανελαβεν ο Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 30:20" parsed="|1Sam|30|20|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.20" />
<sup>20</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ παντα τα προβατα και τους βοας, και φεροντες αυτα εμπροσθεν των αλλων κτηνων, ελεγον, Ταυτα ειναι τα λαφυρα του Δαβιδ.
<scripture passage="1Sam 30:21" parsed="|1Sam|30|21|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.21" />
<sup>21</sup>Και ηλθεν ο Δαβιδ προς τους διακοσιους ανδρας, οιτινες ειχον αποκαμει ωστε δεν ηδυνηθησαν να ακολουθησωσι τον Δαβιδ, οθεν εκαθισεν αυτους εις τον χειμαρρον Βοσορ· και εξηλθον εις συναντησιν του Δαβιδ και εις συναντησιν του λαου του μετ' αυτου· και οτε επλησιασεν ο Δαβιδ εις τον λαον, εχαιρετησεν αυτους.
<scripture passage="1Sam 30:22" parsed="|1Sam|30|22|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.22" />
<sup>22</sup>Και απεκριθηααν παντες οι πονηροι και διεστραμμενοι εκ των ανδρων, οιτινες υπηγαν μετα του Δαβιδ, και ειπον, Επειδη ουτοι δεν ηλθον μεθ' ημων, δεν θελομεν δωσει εις αυτους εκ των λαφυρων, τα οποια ανελαβομεν, παρα εις εκαστον την γυναικα αυτου και τα τεκνα αυτου· και ας λαβωσιν αυτα και ας φυγωσιν.
<scripture passage="1Sam 30:23" parsed="|1Sam|30|23|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' ο Δαβιδ ειπε, Δεν θελετε καμει ουτως, αδελφοι μου, εις εκεινα τα οποια ο Κυριος εδωκεν εις ημας, οστις εφυλαξεν ημας και παρεδωκεν εις την χειρα ημων τους ληστας τους ελθοντας εναντιον ημων·
<scripture passage="1Sam 30:24" parsed="|1Sam|30|24|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.24" />
<sup>24</sup>και τις θελει σας εισακουσει εις ταυτην την υποθεσιν; αλλα κατα την μεριδα του καταβαινοντος εις τον πολεμον, ουτω θελει εισθαι η μερις του καθημενου πλησιον της αποσκευης· ισα θελουσι μοιραζεσθαι.
<scripture passage="1Sam 30:25" parsed="|1Sam|30|25|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.25" />
<sup>25</sup>Και εγεινεν ουτως απ' εκεινης της ημερας και εις το εξης· και εκαμε τουτο νομον και διαταγμα εν τω Ισραηλ εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Sam 30:26" parsed="|1Sam|30|26|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.26" />
<sup>26</sup>Οτε δε ηλθεν ο Δαβιδ εις Σικλαγ, επεμψεν εκ των λαφυρων προς τους πρεσβυτερους Ιουδα τους φιλους αυτου, λεγων, Ιδου εις εσας ευλογια, εκ των λαφυρων των εχθρων του Κυριου.
<scripture passage="1Sam 30:27" parsed="|1Sam|30|27|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.27" />
<sup>27</sup>προς τους εν Βαιθηλ, και προς τους εν Ραμωθ τη μεσημβρινη, και προς τους εν Ιαθειρ,
<scripture passage="1Sam 30:28" parsed="|1Sam|30|28|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.28" />
<sup>28</sup>και προς τους εν Αροηρ, και προς τους εν Σιφμωθ, και προς τους εν Εσθεμωα,
<scripture passage="1Sam 30:29" parsed="|1Sam|30|29|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.29" />
<sup>29</sup>και προς τους εν Ραχαλ, και προς τους εν ταις πολεσι των Ιεραμεηλιτων, και προς τους εν ταις πολεσι των Κεναιων,
<scripture passage="1Sam 30:30" parsed="|1Sam|30|30|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.30" />
<sup>30</sup>και προς τους εν Ορμα, και προς τους εν Χωρ-ασαν, και προς τους εν Αθαχ,
<scripture passage="1Sam 30:31" parsed="|1Sam|30|31|0|0" osisRef="Bible:1Sam.30.31" />
<sup>31</sup>και προς τους εν Χεβρων, και προς παντας τους τοπους, εις τους οποιους ο Δαβιδ περιηρχετο, αυτος και οι ανδρες αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Samuel 31" progress="28.10%" prev="iSam.30" next="iiSam" id="iSam.31">
<h3 id="iSam.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="iSam.31-p1">
<scripture passage="1Sam 31:1" parsed="|1Sam|31|1|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.1" />
<sup>1</sup>Οι δε Φιλισταιοι επολεμουν κατα του Ισραηλ· και εφυγον οι ανδρες του Ισραηλ απο προσωπου των Φιλισταιων και επεσον πεφονευμενοι εν τω ορει Γελβουε.
<scripture passage="1Sam 31:2" parsed="|1Sam|31|2|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.2" />
<sup>2</sup>Και κατεφθασαν οι Φιλισταιοι τον Σαουλ και τους υιους αυτου· και επαταξαν οι Φιλισταιοι τον Ιωναθαν και τον Αβιναδαβ και τον Μελχι-σουε, τους υιους του Σαουλ.
<scripture passage="1Sam 31:3" parsed="|1Sam|31|3|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.3" />
<sup>3</sup>Εβαρυνε δε η μαχη επι τον Σαουλ, και επετυχον αυτον οι ανδρες οι τοξοται και επληγωθη βαρεως υπο των τοξοτων.
<scripture passage="1Sam 31:4" parsed="|1Sam|31|4|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον οπλοφορον αυτου, Συρε την ρομφαιαν σου και διαπερασον με δι' αυτης, δια να μη ελθωσιν ουτοι οι απεριτμητοι και με διαπερασωσι και με εμπαιξωσι· πλην ο οπλοφορος αυτου δεν ηθελε, διοτι εφοβειτο σφοδρα. Οθεν ελαβεν ο Σαουλ την ρομφαιαν και επεσεν επ' αυτην.
<scripture passage="1Sam 31:5" parsed="|1Sam|31|5|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.5" />
<sup>5</sup>Και ως ειδεν ο οπλοφορος αυτου οτι απεθανεν ο Σαουλ, επεσε και αυτος επι την ρομφαιαν αυτου και απεθανε μετ' αυτου.
<scripture passage="1Sam 31:6" parsed="|1Sam|31|6|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.6" />
<sup>6</sup>ουτως απεθανεν ο Σαουλ και οι τρεις υιοι αυτου, και ο οπλοφορος αυτου και παντες οι ανδρες αυτου, την αυτην εκεινην ημεραν ομου.
<scripture passage="1Sam 31:7" parsed="|1Sam|31|7|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.7" />
<sup>7</sup>Και οι ανδρες Ισραηλ, οι περαν της κοιλαδος, και οι περαν του Ιορδανου, ιδοντες οτι εφυγον οι ανδρες Ισραηλ και οτι ο Σαουλ και οι υιοι αυτου απεθανον, κατελιπον τας πολεις και εφυγον. και ελθοντες οι Φιλισταιοι κατωκησαν εν αυταις.
<scripture passage="1Sam 31:8" parsed="|1Sam|31|8|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.8" />
<sup>8</sup>Και την επαυριον, οτε ηλθον οι Φιλισταιοι δια να εκδυσωσι τους πεφονευμενους, ευρηκαν τον Σαουλ και τους τρεις υιους αυτου πεπτωκοτας επι το ορος Γελβουε.
<scripture passage="1Sam 31:9" parsed="|1Sam|31|9|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.9" />
<sup>9</sup>Και απεκοψαν την κεφαλην αυτου και εξεδυσαν τα οπλα αυτου και απεστειλαν εις την γην των Φιλισταιων κυκλω, δια να διαδωσωσι την αγγελιαν εις τον οικον των ειδωλων αυτων και μεταξυ του λαου.
<scripture passage="1Sam 31:10" parsed="|1Sam|31|10|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.10" />
<sup>10</sup>Και ανεθεσαν τα οπλα αυτου εις τον οικον της Ασταρωθ, και εκρεμασαν το σωμα αυτου εις το τειχος Βαιθ-σαν.
<scripture passage="1Sam 31:11" parsed="|1Sam|31|11|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.11" />
<sup>11</sup>Ακουσαντες δε περι τουτου οι κατοικοι της Ιαβεις-γαλααδ, τι εκαμον οι Φιλισταιοι εις τον Σαουλ,
<scripture passage="1Sam 31:12" parsed="|1Sam|31|12|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.12" />
<sup>12</sup>ηγερθησαν παντες οι δυνατοι ανδρες και ωδοιπορησαν ολην την νυκτα και ελαβον το σωμα του Σαουλ και τα σωματα των υιων αυτου απο του τειχους Βαιθ-σαν, και ηλθον εις Ιαβεις και εκαυσαν αυτα εκει·
<scripture passage="1Sam 31:13" parsed="|1Sam|31|13|0|0" osisRef="Bible:1Sam.31.13" />
<sup>13</sup>και ελαβον τα οστα αυτων και εθαψαν υπο το δενδρον εν Ιαβεις και ενηστευσαν επτα ημερας.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Samuel" progress="28.14%" prev="iSam.31" next="iiSam.1" id="iiSam">
<h2 id="iiSam-p0.1">2 Samuel</h2>

<div3 title="2 Samuel 1" progress="28.15%" prev="iiSam" next="iiSam.2" id="iiSam.1">
<h3 id="iiSam.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.1-p1">
<scripture passage="2Sam 1:1" parsed="|2Sam|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε τον θανατον του Σαουλ, αφου επεστρεψεν ο Δαβιδ απο της σφαγης των Αμαληκιτων, εκαθησεν ο Δαβιδ εν Σικλαγ δυο ημερας·
<scripture passage="2Sam 1:2" parsed="|2Sam|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.2" />
<sup>2</sup>την δε τριτην ημεραν, ιδου, ηλθεν ανθρωπος εκ του στρατοπεδου απο πλησιον του Σαουλ, εχων διεσχισμενα τα ιματια αυτου και χωμα επι της κεφαλης αυτου· και καθως εισηλθε προς τον Δαβιδ, επεσεν εις την γην και προσεκυνησε.
<scripture passage="2Sam 1:3" parsed="|2Sam|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Ποθεν ερχεσαι; Ο δε ειπε προς αυτον, Εγω εκ του στρατοπεδου του Ισραηλ διεσωθην.
<scripture passage="2Sam 1:4" parsed="|2Sam|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Τι συνεβη; ειπε μοι, παρακαλω. Και απεκριθη, Οτι εφυγεν ο λαος εκ της μαχης, και πολλοι μαλιστα εκ του λαου επεσον και απεθανον· απεθανον δε και Σαουλ και Ιωναθαν ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Sam 1:5" parsed="|2Sam|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον νεον τον απαγγελλοντα προς αυτον, Πως εξευρεις οτι απεθανεν ο Σαουλ, και Ιωναθαν ο υιος αυτου;
<scripture passage="2Sam 1:6" parsed="|2Sam|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο νεος ο απαγγελλων προς αυτον, Ευρεθην κατα τυχην εν τω ορει Γελβουε, και ιδου, ο Σαουλ ητο κεκλιμενος επι του δορατος αυτου, και ιδου, αι αμαξαι και οι ιππεις κατεφθανον αυτον.
<scripture passage="2Sam 1:7" parsed="|2Sam|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.7" />
<sup>7</sup>και οτε εβλεψεν εις τα οπισω αυτου, με ειδε και με εκαλεσε· και απεκριθην, Ιδου, εγω.
<scripture passage="2Sam 1:8" parsed="|2Sam|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς εμε, Ποιος εισαι; Και απεκριθην προς αυτον, Ειμαι Αμαληκιτης.
<scripture passage="2Sam 1:9" parsed="|2Sam|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.9" />
<sup>9</sup>Παλιν ειπε προς εμε, Στηθι επανω μου, παρακαλω, και θανατωσον με· διοτι σκοτοδινιασις με κατελαβεν, επειδη η ζωη μου ειναι ετι ολη εν εμοι.
<scripture passage="2Sam 1:10" parsed="|2Sam|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.10" />
<sup>10</sup>Εσταθην λοιπον επ' αυτον και εθανατωσα αυτον· επειδη ημην βεβαιος οτι δεν ηδυνατο να ζηση αφου επεσε· και ελαβον το διαδημα το επι της κεφαλης αυτου και το βραχιολιον το εν τω βραχιονι αυτου, και εφερα αυτα ενταυθα προς τον κυριον μου.
<scripture passage="2Sam 1:11" parsed="|2Sam|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.11" />
<sup>11</sup>Τοτε πιασας ο Δαβιδ τα ιματια αυτου, διεσχισεν αυτα· και παντες ομοιως οι ανδρες οι μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 1:12" parsed="|2Sam|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.12" />
<sup>12</sup>Και επενθησαν και εκλαυσαν και ενηστευσαν εως εσπερας δια τον Σαουλ και δια Ιωναθαν τον υιον αυτου και δια τον λαον του Κυριου και δια τον οικον του Ισραηλ, διοτι επεσον δια ρομφαιας.
<scripture passage="2Sam 1:13" parsed="|2Sam|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.13" />
<sup>13</sup>Ειπε δε ο Δαβιδ προς τον νεον, τον απαγγελλοντα προς αυτον, Ποθεν εισαι; Και απεκριθη, Ειμαι υιος παροικου τινος Αμαληκιτου.
<scripture passage="2Sam 1:14" parsed="|2Sam|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Πως δεν εφοβηθης να επιβαλης την χειρα σου δια να θανατωσης τον κεχρισμενον του Κυριου;
<scripture passage="2Sam 1:15" parsed="|2Sam|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.15" />
<sup>15</sup>Και εκαλεσεν ο Δαβιδ ενα εκ των νεων και ειπε, Πλησιασον, πεσον επ' αυτον. Και επαταξεν αυτον, και απεθανε.
<scripture passage="2Sam 1:16" parsed="|2Sam|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Το αιμα σου επι της κεφαλης σου· διοτι το στομα σου εμαρτυρησεν εναντιον σου, λεγων, Εγω εθανατωσα τον κεχρισμενον του Κυριου.
<scripture passage="2Sam 1:17" parsed="|2Sam|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.17" />
<sup>17</sup>Και εθρηνησεν ο Δαβιδ τον θρηνον τουτον επι τον Σαουλ και επι Ιωναθαν τον υιον αυτου·
<scripture passage="2Sam 1:18" parsed="|2Sam|1|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.18" />
<sup>18</sup>και παρηγγειλε να διδαξωσι τους υιους Ιουδα τουτο το ασμα του τοξου· ιδου, ειναι γεγραμμενον εν τω βιβλιω του Ιασηρ.
<scripture passage="2Sam 1:19" parsed="|2Sam|1|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.19" />
<sup>19</sup>Ω δοξα του Ισραηλ, επι τους υψηλους τοπους σου κατηκοντισμενη. Πως επεσον οι δυνατοι.
<scripture passage="2Sam 1:20" parsed="|2Sam|1|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.20" />
<sup>20</sup>Μη αναγγειλητε εις την Γαθ, μη διακηρυξητε εις τας πλατειας της Ασκαλωνος, μηποτε χαρωσιν αι θυγατερες των Φιλισταιων, μηποτε αγαλλιασωνται αι θυγατερες των απεριτμητων·
<scripture passage="2Sam 1:21" parsed="|2Sam|1|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.21" />
<sup>21</sup>Ορη τα εν Γελβουε, Ας μη ηναι δροσος μηδε βροχη εφ' υμας, μηδε αγροι διδοντες απαρχας· διοτι εκει απερριφθη η ασπις των ισχυρων, Η ασπις του Σαουλ, ως να μη εχρισθη δι' ελαιου.
<scripture passage="2Sam 1:22" parsed="|2Sam|1|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.22" />
<sup>22</sup>Απο του αιματος των πεφονευμενων, απο του στεατος των ισχυρων, το τοξον του Ιωναθαν δεν εστρεφετο οπισω, και η ρομφαια του Σαουλ δεν επεστρεφε κενη.
<scripture passage="2Sam 1:23" parsed="|2Sam|1|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.23" />
<sup>23</sup>Σαουλ και Ιωναθαν ησαν οι ηγαπημενοι και ερασμιοι εν τη ζωη αυτων, και εν τω θανατω αυτων δεν εχωρισθησαν· ησαν ελαφροτεροι αετων, δυνατωτεροι λεοντων.
<scripture passage="2Sam 1:24" parsed="|2Sam|1|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.24" />
<sup>24</sup>Θυγατερες Ισραηλ, κλαυσατε επι τον Σαουλ τον ενδυοντα υμας κοκκινα μετα καλλωπισμων, τον επιβαλλοντα στολισμους χρυσους επι τα ενδυματα υμων.
<scripture passage="2Sam 1:25" parsed="|2Sam|1|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.25" />
<sup>25</sup>Πως επεσον οι δυνατοι εν μεσω της μαχης· Ιωναθαν, επι τους υψηλους τοπους σου τετραυματισμενε.
<scripture passage="2Sam 1:26" parsed="|2Sam|1|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.26" />
<sup>26</sup>Περιλυπος ειμαι δια σε, αδελφε μου Ιωναθαν· προσφιλεστατος εσταθης εις εμε· η προς εμε αγαπη σου ητο εξαισιος. Υπερεβαινε την αγαπην των γυναικων.
<scripture passage="2Sam 1:27" parsed="|2Sam|1|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.1.27" />
<sup>27</sup>Πως επεσον οι δυνατοι, και απωλεσθησαν τα οπλα του πολεμου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 2" progress="28.23%" prev="iiSam.1" next="iiSam.3" id="iiSam.2">
<h3 id="iiSam.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.2-p1">
<scripture passage="2Sam 2:1" parsed="|2Sam|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, λεγων, να αναβω εις τινα των πολεων Ιουδα; Ο δε Κυριος ειπε προς αυτον, Αναβα. Και ειπεν ο Δαβιδ, που να αναβω; Ο δε ειπεν, εις Χεβρων.
<scripture passage="2Sam 2:2" parsed="|2Sam|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.2" />
<sup>2</sup>Ανεβη λοιπον εκει ο Δαβιδ και αι δυο γυναικες αυτου, Αχινοαμ η Ιεζραηλιτις και Αβιγαια η γυνη Ναβαλ του Καρμηλιτου.
<scripture passage="2Sam 2:3" parsed="|2Sam|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.3" />
<sup>3</sup>Και τους ανδρας τους μετ' αυτου ανεβιβασεν ο Δαβιδ, εκαστον μετα της οικογενειας αυτου· και κατωκησαν εν ταις πολεσι Χεβρων.
<scripture passage="2Sam 2:4" parsed="|2Sam|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.4" />
<sup>4</sup>Και ηλθον οι ανδρες Ιουδα και εχρισαν εκει τον Δαβιδ βασιλεα επι τον οικον Ιουδα. Και απηγγειλαν προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Οι ανδρες της Ιαβεις-γαλααδ ησαν οι θαψαντες τον Σαουλ.
<scripture passage="2Sam 2:5" parsed="|2Sam|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ μηνυτας προς τους ανδρας της Ιαβεις-γαλααδ και ειπε προς αυτους, Ευλογημενοι να ησθε παρα του Κυριου, διοτι εκαμετε το ελεος τουτο εις τον κυριον σας, εις τον Σαουλ, και εθαψατε αυτον
<scripture passage="2Sam 2:6" parsed="|2Sam|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.6" />
<sup>6</sup>ειθε λοιπον τωρα να καμη ο Κυριος προς εσας ελεος και αληθειαν και εγω προσετι θελω ανταποδωσει εις εσας το καλον τουτο, επειδη εκαμετε τουτο το πραγμα·
<scripture passage="2Sam 2:7" parsed="|2Sam|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον, ας κραταιωθωσιν αι χειρες σας, και γινεσθε ανδρειοι διοτι ο κυριος σας ο Σαουλ απεθανε, και προσετι ο οικος Ιουδα εχρισαν εμε βασιλεα εφ' εαυτων.
<scripture passage="2Sam 2:8" parsed="|2Sam|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.8" />
<sup>8</sup>Ο Αβενηρ ομως, ο υιος του Νηρ, ο αρχιστρατηγος του Σαουλ, ελαβε τον Ις-βοσθε, υιον του Σαουλ, και διεβιβασεν αυτον εις Μαχαναιμ,
<scripture passage="2Sam 2:9" parsed="|2Sam|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.9" />
<sup>9</sup>και εκαμεν αυτον βασιλεα επι της Γαλααδ, και επι των Ασσουριτων, και επι της Ιεζραελ, και επι του Εφραιμ, και επι του Βενιαμιν, και επι παντος του Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 2:10" parsed="|2Sam|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.10" />
<sup>10</sup>Τεσσαρακοντα ετων ητο Ις-βοσθε ο υιος του Σαουλ, οτε εγεινε βασιλευς επι τον Ισραηλ· και εβασιλευσε δυο ετη· ο οικος ομως Ιουδα ηκολουθησε τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 2:11" parsed="|2Sam|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.11" />
<sup>11</sup>Και ο αριθμος των ημερων, καθ' ας εβασιλευσεν ο Δαβιδ εν Χεβρων επι του οικου Ιουδα, ησαν επτα ετη και εξ μηνες.
<scripture passage="2Sam 2:12" parsed="|2Sam|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.12" />
<sup>12</sup>Εξηλθε δε Αβενηρ ο υιος του Νηρ και οι δουλοι του Ις-βοσθε, υιου του Σαουλ, εκ Μαχαναιμ εις Γαβαων.
<scripture passage="2Sam 2:13" parsed="|2Sam|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.13" />
<sup>13</sup>Και Ιωαβ, ο υιος της Σερουιας, και οι δουλοι του Δαβιδ εξηλθον και συναπηντηθησαν πλησιον του υδροστασιου της Γαβαων· και εκαθησαν οι μεν εντευθεν του υδροστασιου, οι δε εκειθεν του υδροστασιου.
<scripture passage="2Sam 2:14" parsed="|2Sam|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Αβενηρ προς τον Ιωαβ, Ας σηκωθωσι τωρα οι νεοι και ας παιξωσιν εμπροσθεν ημων. Και ειπεν ο Ιωαβ, Ας σηκωθωσιν.
<scripture passage="2Sam 2:15" parsed="|2Sam|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.15" />
<sup>15</sup>Εσηκωθησαν λοιπον και επερασαν κατα αριθμον, δωδεκα εκ του Βενιαμιν, απο μερους του Ις-βοσθε, υιου του Σαουλ, και δωδεκα εκ των δουλων του Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 2:16" parsed="|2Sam|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.16" />
<sup>16</sup>Και επιασαν εκαστος τον πλησιον αυτου απο της κεφαλης, και διεπερασε την μαχαιραν αυτου εις την πλευραν του πλησιον αυτου, και επεσον ομου· οθεν ο τοπος εκεινος ωνομασθη Χελκαθ-ασουρειμ, οστις ειναι εν Γαβαων.
<scripture passage="2Sam 2:17" parsed="|2Sam|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.17" />
<sup>17</sup>Και εγεινεν μαχη σκληροτατη κατ' εκεινην την ημεραν· και ο Αβενηρ και οι ανδρες Ισραηλ ενικηθησαν υπο των δουλων του Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 2:18" parsed="|2Sam|2|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.18" />
<sup>18</sup>Ησαν δε εκει οι τρεις υιοι της Σερουιας, Ιωαβ και Αβισαι και Ασαηλ· ο δε Ασαηλ ητο ελαφρος τους ποδας, ως μια των δορκαδων των εν αγρω.
<scripture passage="2Sam 2:19" parsed="|2Sam|2|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.19" />
<sup>19</sup>Και κατεδιωξεν ο Ασαηλ οπισω του Αβενηρ· και τρεχων, δεν εξεκλινεν εις τα δεξια ουδε εις τα αριστερα, εξοπισθεν του Αβενηρ.
<scripture passage="2Sam 2:20" parsed="|2Sam|2|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.20" />
<sup>20</sup>Και εβλεψεν ο Αβενηρ εις τα οπισω αυτου και ειπε, Συ εισαι ο Ασαηλ; Ο δε απεκριθη, Εγω.
<scripture passage="2Sam 2:21" parsed="|2Sam|2|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς αυτον ο Αβενηρ, Στρεψον συ εις τα δεξια η εις τα αριστερα, και πιασον τινα εκ των νεων και λαβε εις σεαυτον την πανοπλιαν αυτου· πλην δεν ηθελησεν ο Ασαηλ να εκκλινη απο οπισθεν αυτου.
<scripture passage="2Sam 2:22" parsed="|2Sam|2|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.22" />
<sup>22</sup>Και παλιν ειπεν ο Αβενηρ προς τον Ασαηλ, Στρεψον απο οπισθεν μου· δια τι να σε κτυπησω εως εδαφους; πως θελω σηκωσει τοτε το προσωπον μου προς Ιωαβ τον αδελφον σου;
<scripture passage="2Sam 2:23" parsed="|2Sam|2|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.23" />
<sup>23</sup>Αλλα δεν ηθελε να στρεψη· οθεν επαταξεν αυτον ο Αβενηρ με το οπισθεν του δορατος αυτου εις την πεμπτην πλευραν, και εξηλθε το δορυ απο των οπισθιων αυτου, και επεσεν εκει και απεθανεν εν τω αυτω τοπω· και οσοι ηρχοντο εις τον τοπον, οπου ο Ασαηλ επεσε και απεθανεν, ισταντο.
<scripture passage="2Sam 2:24" parsed="|2Sam|2|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.24" />
<sup>24</sup>Ο δε Ιωαβ και ο Αβισαι κατεδιωκον οπισω του Αβενηρ· και ο ηλιος εδυεν οτε αυτοι ηλθον εως του βουνου Αμμα, το οποιον ειναι απεναντι Για, κατα την οδον της ερημου Γαβαων.
<scripture passage="2Sam 2:25" parsed="|2Sam|2|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.25" />
<sup>25</sup>Και συνηθροισθησαν οι υιοι Βενιαμιν οπισω του Αβενηρ, και εγειναν εν σωμα και εσταθησαν επι της κορυφης τινος βουνου.
<scripture passage="2Sam 2:26" parsed="|2Sam|2|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.26" />
<sup>26</sup>Τοτε ο Αβενηρ εφωνησε προς τον Ιωαβ και ειπε, Θελει κατατρωγει ακαταπαυστως ρομφαια; δεν εξευρεις οτι πικρια θελει εισθαι εις το τελος; εως ποτε λοιπον δεν θελεις προσταξει τον λαον να επιστρεψη απο του να καταδιωκωσι τους αδελφους αυτων;
<scripture passage="2Sam 2:27" parsed="|2Sam|2|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο Ιωαβ, Ζη ο Θεος, εαν δεν ηθελες λαλησει, βεβαιως τοτε ο λαος ηθελεν αναβη το πρωι, εκαστος απο της καταδιωξεως του αδελφου αυτου.
<scripture passage="2Sam 2:28" parsed="|2Sam|2|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.28" />
<sup>28</sup>Και εσαλπισεν ο Ιωαβ εν τη σαλπιγγι· και εσταθη πας ο λαος, και δεν κατεδιωκον πλεον κατοπιν του Ισραηλ ουδε εμαχοντο πλεον.
<scripture passage="2Sam 2:29" parsed="|2Sam|2|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.29" />
<sup>29</sup>Και ωδοιπορησαν ο Αβενηρ και οι ανδρες αυτου δια της πεδιαδος ολην την νυκτα εκεινην, και διεβησαν τον Ιορδανην και επερασαν δι' ολης της Βιθρων και ηλθον εις Μαχαναιμ.
<scripture passage="2Sam 2:30" parsed="|2Sam|2|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.30" />
<sup>30</sup>Ο δε Ιωαβ επεστρεψεν απο της καταδιωξεως του Αβενηρ· και οτε συνηθροισε παντα τον λαον, ελειπον εκ των δουλων του Δαβιδ δεκαεννεα ανδρες και ο Ασαηλ.
<scripture passage="2Sam 2:31" parsed="|2Sam|2|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.31" />
<sup>31</sup>Οι δουλοι δε του Δαβιδ επαταξαν εκ του Βενιαμιν και εκ των ανδρων του Αβενηρ τριακοσιους εξηκοντα ανδρας, οιτινες απεθανον.
<scripture passage="2Sam 2:32" parsed="|2Sam|2|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.2.32" />
<sup>32</sup>Και εσηκωσαν τον Ασαηλ και εθαψαν αυτον εν τω ταφω του πατρος αυτου, τω εν Βηθλεεμ. Ο δε Ιωαβ και οι ανδρες αυτου ωδοιπορησαν ολην την νυκτα και εφθασαν εις Χεβρων περι τα χαραγματα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 3" progress="28.35%" prev="iiSam.2" next="iiSam.4" id="iiSam.3">
<h3 id="iiSam.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.3-p1">
<scripture passage="2Sam 3:1" parsed="|2Sam|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.1" />
<sup>1</sup>Διηρκεσε δε πολυ ο πολεμος μεταξυ του οικου του Σαουλ και του οικου του Δαβιδ. Και ο μεν Δαβιδ προεβαινε κραταιουμενος· ο δε οικος του Σαουλ προεβαινεν εξασθενουμενος.
<scripture passage="2Sam 3:2" parsed="|2Sam|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.2" />
<sup>2</sup>Εγεννηθησαν δε εις τον Δαβιδ υιοι εν Χεβρων· και ο μεν πρωτοτοκος αυτου ητο Αμνων, εκ της Αχινοαμ της Ιεζραηλιτιδος·
<scripture passage="2Sam 3:3" parsed="|2Sam|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.3" />
<sup>3</sup>ο δε δευτερος αυτου, Χιλεαβ, εκ της Αβιγαιας, γυναικος του Ναβαλ του Καρμηλιτου· ο δε τριτος, Αβεσσαλωμ, υιος της Μααχα, θυγατρος του Θαλμαι, βασιλεως της Γεσσουρ·
<scripture passage="2Sam 3:4" parsed="|2Sam|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.4" />
<sup>4</sup>ο δε τεταρτος, Αδωνιας, υιος της Αγγειθ· και ο πεμπτος, Σεφατιας, υιος της Αβιταλ·
<scripture passage="2Sam 3:5" parsed="|2Sam|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.5" />
<sup>5</sup>και ο εκτος, Ιθρααμ, εκ της Αιγλα, της γυναικος του Δαβιδ. Ουτοι εγεννηθησαν εις τον Δαβιδ εν Χεβρων.
<scripture passage="2Sam 3:6" parsed="|2Sam|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.6" />
<sup>6</sup>Ενω δε εξηκολουθει ο πολεμος μεταξυ του οικου του Σαουλ και του οικου του Δαβιδ, ο Αβενηρ υπεστηριζε τον οικον του Σαουλ.
<scripture passage="2Sam 3:7" parsed="|2Sam|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.7" />
<sup>7</sup>Ειχε δε ο Σαουλ παλλακην, ονομαζομενην Ρεσφα, θυγατερα του Αια· και ειπεν ο Ις-βοσθε προς τον Αβενηρ, Δια τι εισερχεσαι προς την παλλακην του πατρος μου;
<scripture passage="2Sam 3:8" parsed="|2Sam|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.8" />
<sup>8</sup>Και εθυμωθη σφοδρα ο Αβενηρ δια τους λογους του Ις-βοσθε και ειπε, Κεφαλη κυνος ειμαι εγω, οστις καμνω σημερον ελεος προς τον οικον Σαουλ του πατρος σου, προς τους αδελφους αυτου και προς τους φιλους αυτου, εναντιον του Ιουδα, και δεν σε παρεδωκα εις την χειρα του Δαβιδ, ωστε να ελεγχης σημερον αδικιαν εις εμε περι της γυναικος ταυτης;
<scripture passage="2Sam 3:9" parsed="|2Sam|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.9" />
<sup>9</sup>ουτω να καμη ο Θεος εις τον Αβενηρ και ουτω να προσθεση εις αυτον, εαν, καθως ωμοσεν ο Κυριος εις τον Δαβιδ, δεν καμω ουτως εις αυτον,
<scripture passage="2Sam 3:10" parsed="|2Sam|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.10" />
<sup>10</sup>να μεταβιβασω την βασιλειαν εκ του οικου του Σαουλ, και να στησω τον θρονον του Δαβιδ επι τον Ισραηλ και επι τον Ιουδαν, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="2Sam 3:11" parsed="|2Sam|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.11" />
<sup>11</sup>Και δεν ηδυνατο πλεον να αποκριθη λογον προς τον Αβενηρ, επειδη εφοβειτο αυτον.
<scripture passage="2Sam 3:12" parsed="|2Sam|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.12" />
<sup>12</sup>Τοτε απεστειλεν ο Αβενηρ μηνυτας προς τον Δαβιδ απο μερους αυτου, λεγων, Τινος ειναι η γη; λεγων προσετι, Καμε συνθηκην μετ' εμου, και ιδου, η χειρ μου θελει εισθαι μετα σου, ωστε να φερω υπο την εξουσιαν σου παντα τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 3:13" parsed="|2Sam|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.13" />
<sup>13</sup>Ο δε ειπε, Καλως· εγω θελω καμει συνθηκην μετα σου· πλην εν πραγμα ζητω εγω παρα σου· και ειπε, Δεν θελεις ιδει το προσωπον μου, εαν δεν φερης εμπροσθεν μου Μιχαλ την θυγατερα του Σαουλ, οταν ελθης να ιδης το προσωπον μου.
<scripture passage="2Sam 3:14" parsed="|2Sam|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ μηνυτας προς τον Ις-βοσθε, υιον του Σαουλ λεγων, Αποδος την γυναικα μου την Μιχαλ, την οποιαν ενυμφευθην εις εμαυτον δια εκατον ακροβυστιας Φιλισταιων.
<scripture passage="2Sam 3:15" parsed="|2Sam|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.15" />
<sup>15</sup>Και εστειλεν ο Ις-βοσθε και ελαβεν αυτην παρα του ανδρος αυτης, παρα του Φαλτιηλ υιου του Λαεις.
<scripture passage="2Sam 3:16" parsed="|2Sam|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.16" />
<sup>16</sup>Και υπηγε μετ' αυτης ο ανηρ αυτης, πορευομενος και κλαιων κατοπιν αυτης εως Βαουρειμ. Τοτε ειπε προς αυτον ο Αβενηρ, Υπαγε, επιστρεψον· και επεστρεψεν.
<scripture passage="2Sam 3:17" parsed="|2Sam|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Αβενηρ συνωμιλησε μετα των πρεσβυτερων του Ισραηλ, λεγων, Και χθες και προχθες εζητειτε τον Δαβιδ να βασιλευση εφ' υμας·
<scripture passage="2Sam 3:18" parsed="|2Sam|3|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.18" />
<sup>18</sup>τωρα λοιπον καμετε τουτο· διοτι ο Κυριος ελαλησε περι του Δαβιδ, λεγων, Δια χειρος Δαβιδ του δουλου μου θελω σωσει τον λαον μου Ισραηλ εκ χειρος των Φιλισταιων και εκ χειρος παντων των εχθρων αυτων.
<scripture passage="2Sam 3:19" parsed="|2Sam|3|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.19" />
<sup>19</sup>Και ελαλησε προσετι ο Αβενηρ εις τα ωτα του Βενιαμιν· και υπηγεν ο Αβενηρ να λαληση και εις τα ωτα του Δαβιδ εις Χεβρων, παντα οσα ησαν αρεστα εις τον Ισραηλ και εις παντα τον οικον του Βενιαμιν.
<scripture passage="2Sam 3:20" parsed="|2Sam|3|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.20" />
<sup>20</sup>Ηλθε λοιπον ο Αβενηρ προς τον Δαβιδ εις Χεβρων, και μετ' αυτου εικοσι ανδρες. Και εκαμεν ο Δαβιδ εις τον Αβενηρ και εις τους ανδρας τους μετ' αυτου συμποσιον.
<scripture passage="2Sam 3:21" parsed="|2Sam|3|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Αβενηρ προς τον Δαβιδ, Θελω σηκωθη και υπαγει, και θελω συναξει παντα τον Ισραηλ προς τον κυριον μου τον βασιλεα, δια να καμωσι συνθηκην μετα σου, και να βασιλευης καθ' ολην την επιθυμιαν της ψυχης σου. Και απεστειλεν ο Δαβιδ τον Αβενηρ· και ανεχωρησεν εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 3:22" parsed="|2Sam|3|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, οι δουλοι του Δαβιδ και ο Ιωαβ ηρχοντο απο εκδρομης, και εφερον μεθ' εαυτων πολλα λαφυρα· αλλ' ο Αβενηρ δεν ητο μετα του Δαβιδ εν Χεβρων, διοτι ειχεν αποστειλει αυτον, και ειχεν αναχωρησει εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 3:23" parsed="|2Sam|3|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.23" />
<sup>23</sup>Οτε δε ηλθεν ο Ιωαβ και απαν το στρατευμα το μετ' αυτου, απηγγειλαν προς τον Ιωαβ, λεγοντες, Αβενηρ ο υιος του Νηρ ηλθε προς τον βασιλεα, και εξαπεστειλεν αυτον και ανεχωρησεν εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 3:24" parsed="|2Sam|3|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.24" />
<sup>24</sup>Τοτε, εισηλθεν ο Ιωαβ προς τον βασιλεα και ειπε, Τι εκαμες; ιδου, ο Αβενηρ ηλθε προς σε· δια τι εξαπεστειλας αυτον, και απηλθεν;
<scripture passage="2Sam 3:25" parsed="|2Sam|3|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.25" />
<sup>25</sup>εξευρεις τον Αβενηρ τον υιον του Νηρ, οτι ηλθε δια να σε απατηση και να μαθη την εξοδον σου και την εισοδον σου και να μαθη παντα οσα συ πραττεις.
<scripture passage="2Sam 3:26" parsed="|2Sam|3|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.26" />
<sup>26</sup>Και καθως εξηλθεν ο Ιωαβ απο του Δαβιδ, εστειλε μηνυτας κατοπιν του Αβενηρ, και επεστρεψαν αυτον απο του φρεατος Σιρα· ο Δαβιδ ομως δεν ηξευρε.
<scripture passage="2Sam 3:27" parsed="|2Sam|3|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.27" />
<sup>27</sup>Και οτε επεστρεψεν ο Αβενηρ εις Χεβρων, ο Ιωαβ παρεμερισεν αυτον εις τα πλαγια της πυλης, δια να λαληση προς αυτον μυστικα· και εκει επαταξεν αυτον υπο την πεμπτην πλευραν, και απεθανε, δια το αιμα Ασαηλ του αδελφου αυτου.
<scripture passage="2Sam 3:28" parsed="|2Sam|3|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.28" />
<sup>28</sup>Μετα δε ταυτα ακουσας ο Δαβιδ, ειπεν, Αθωος ειμαι εγω και η βασιλεια μου, ενωπιον του Κυριου εις τον αιωνα, απο του αιματος του Αβενηρ, υιου του Νηρ·
<scripture passage="2Sam 3:29" parsed="|2Sam|3|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.29" />
<sup>29</sup>ας μενη επι την κεφαλην του Ιωαβ και επι παντα τον οικον του πατρος αυτου· και ας μη εκλειψη απο του οικου του Ιωαβ γονορροιος η λεπρος η επιστηριζομενος επι βακτηριαν η πιπτων εν ρομφαια η στερουμενος αρτου.
<scripture passage="2Sam 3:30" parsed="|2Sam|3|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.30" />
<sup>30</sup>Ουτως ο Ιωαβ και Αβισαι ο αδελφος αυτου εθανατωσαν τον Αβενηρ, διοτι ειχε θανατωσει Ασαηλ τον αδελφον αυτων εν Γαβαων εν τη μαχη.
<scripture passage="2Sam 3:31" parsed="|2Sam|3|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωαβ και προς παντα τον λαον τον μετ' αυτου, Διασχισατε τα ιματια σας και περιζωσθητε σακκον και κλαυσατε εμπροσθεν του Αβενηρ. Και ο βασιλευς Δαβιδ ηκολουθει το νεκροκραββατον.
<scripture passage="2Sam 3:32" parsed="|2Sam|3|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.32" />
<sup>32</sup>Και εθαψαν τον Αβενηρ εν Χεβρων· και υψωσεν ο βασιλευς την φωνην αυτου και εκλαυσεν επι του ταφου του Αβενηρ· και πας ο λαος εκλαυσε.
<scripture passage="2Sam 3:33" parsed="|2Sam|3|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.33" />
<sup>33</sup>Και εθρηνησεν ο βασιλευς επι τον Αβενηρ και ειπεν, Απεθανεν ο Αβενηρ ως αποθνησκει αφρων;
<scripture passage="2Sam 3:34" parsed="|2Sam|3|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.34" />
<sup>34</sup>αι χειρες σου δεν εδεθησαν, ουδε οι ποδες σου ετεθησαν εν δεσμοις· επεσες, καθως πιπτει τις εμπροσθεν των υιων της αδικιας. Και πας ο λαος εκλαυσε παλιν επ' αυτον.
<scripture passage="2Sam 3:35" parsed="|2Sam|3|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.35" />
<sup>35</sup>Ηλθεν επειτα πας ο λαος δια να καμωσι τον Δαβιδ να φαγη αρτον, ενω ητο ετι ημερα· αλλ' ο Δαβιδ ωμοσε λεγων, Ουτω να καμη ο Θεος εις εμε και ουτω να προσθεση, εαν γευθω αρτον η αλλο τι, πριν δυση ο ηλιος.
<scripture passage="2Sam 3:36" parsed="|2Sam|3|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.36" />
<sup>36</sup>Και εμαθε τουτο πας ο λαος, και ηρεσεν εις αυτους· καθως ηρεσκεν εις παντα τον λαον ο, τι εκαμεν ο βασιλευς.
<scripture passage="2Sam 3:37" parsed="|2Sam|3|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.37" />
<sup>37</sup>Διοτι πας ο λαος και πας ο Ισραηλ εγνωρισαν την ημεραν εκεινην, οτι δεν ητο απο του βασιλεως το να θανατωθη Αβενηρ ο υιος του Νηρ.
<scripture passage="2Sam 3:38" parsed="|2Sam|3|38|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τους δουλους αυτου, Δεν εξευρετε οτι στρατηγος, και μεγας, επεσε την ημεραν ταυτην εν τω Ισραηλ;
<scripture passage="2Sam 3:39" parsed="|2Sam|3|39|0|0" osisRef="Bible:2Sam.3.39" />
<sup>39</sup>εγω δε ειμαι την σημερον αδυνατος, αν και εχρισθην βασιλευς· και ουτοι οι ανδρες οι υιοι της Σερουιας παραπολυ δυνατοι ως προς εμε· ο Κυριος θελει καμει ανταποδοσιν εις τον εργατην της κακιας κατα την κακιαν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 4" progress="28.50%" prev="iiSam.3" next="iiSam.5" id="iiSam.4">
<h3 id="iiSam.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.4-p1">
<scripture passage="2Sam 4:1" parsed="|2Sam|4|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηκουσεν ο υιος του Σαουλ οτι ο Αβενηρ απεθανεν εν Χεβρων, αι χειρες αυτου ενεκρωθησαν, και παντες οι Ισραηλιται συνεταραχθησαν.
<scripture passage="2Sam 4:2" parsed="|2Sam|4|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.2" />
<sup>2</sup>Ειχε δε ο υιος του Σαουλ δυο ανδρας, οιτινες ησαν οπλαργηγοι, το ονομα του ενος Βαανα, και το ονομα του αλλου Ρηχαβ, υιοι Ριμμων του Βηρωθαιου, εκ των υιων Βενιαμιν· διοτι και η Βηρωθ ελογιζετο του Βενιαμιν·
<scripture passage="2Sam 4:3" parsed="|2Sam|4|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.3" />
<sup>3</sup>οι δε Βηρωθαιοι ειχον φυγει εις Γιτθαιμ και ησαν εκει παροικουντες εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Sam 4:4" parsed="|2Sam|4|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.4" />
<sup>4</sup>Ιωναθαν δε, ο υιος του Σαουλ, ειχεν υιον βεβλαμμενον τους ποδας. Ητο ηλικιας πεντε ετων οτε ηλθον αι αγγελιαι εξ Ιεζραηλ περι του Σαουλ και Ιωναθαν, και εσηκωσεν αυτον τροφος αυτου και εφυγεν· ενω δε εσπευδε να φυγη, επεσεν αυτος και εχωλωθη· το δε ονομα αυτου Μεμφιβοσθε.
<scripture passage="2Sam 4:5" parsed="|2Sam|4|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.5" />
<sup>5</sup>Και υπηγαν οι υιοι Ριμμων του Βηρωθαιου, Ρηχαβ και Βαανα, και εις το καυμα της ημερας εισηλθον εις την οικιαν του Ις-βοσθε οστις εκοιτετο επι κλινης το μεσημεριον·
<scripture passage="2Sam 4:6" parsed="|2Sam|4|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.6" />
<sup>6</sup>και εισηλθον εκει εως του μεσου της οικιας, ως δια να λαβωσι σιτον· και εκτυπησαν αυτον υπο την πεμπτην πλευραν· και ο Ρηχαβ και Βαανα ο αδελφος αυτου διεσωθησαν.
<scripture passage="2Sam 4:7" parsed="|2Sam|4|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.7" />
<sup>7</sup>Διοτι οτε εισηλθον εις την οικιαν, εκεινος εκοιτετο επι της κλινης αυτου εντος του κοιτωνος αυτου· και εκτυπησαν αυτον και εθανατωσαν αυτον και απεκοψαν την κεφαλην αυτου, και λαβοντες την κεφαλην αυτου, ανεχωρησαν οδοιπορουντες δια της πεδιαδος ολην την νυκτα.
<scripture passage="2Sam 4:8" parsed="|2Sam|4|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.8" />
<sup>8</sup>Και εφερον την κεφαλην του Ις-βοσθε προς τον Δαβιδ εις Χεβρων και ειπον προς τον βασιλεα, Ιδου, η κεφαλη του Ις-βοσθε, υιου του Σαουλ του εχθρου σου, οστις εζητει την ζωην σου· και ο Κυριος εδωκεν εκδικησιν εις τον κυριον μου τον βασιλεα την ημεραν ταυτην, απο του Σαουλ και απο του σπερματος αυτου.
<scripture passage="2Sam 4:9" parsed="|2Sam|4|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.9" />
<sup>9</sup>Απεκριθη δε ο Δαβιδ προς τον Ρηχαβ και προς Βαανα τον αδελφον αυτου, τους υιους Ριμμων του Βηρωθαιου, και ειπε προς αυτους, Ζη Κυριος, οστις ελυτρωσε την ψυχην μου απο πασης στενοχωριας·
<scripture passage="2Sam 4:10" parsed="|2Sam|4|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.10" />
<sup>10</sup>εκεινον, οστις απηγγειλε προς εμε, λεγων, Ιδου, απεθανεν ο Σαουλ, και εστοχαζετο εαυτον μηνυτην αγαθης αγγελιας, επιασα αυτον και εθανατωσα αυτον εν Σικλαγ, αντι να βραβευσω αυτον δια την αγγελιαν αυτου·
<scripture passage="2Sam 4:11" parsed="|2Sam|4|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.11" />
<sup>11</sup>και ποσω μαλλον ανθρωπους πονηρους, φονευσαντας ανδρα δικαιον εν τη οικια αυτου επι της κλινης αυτου; τωρα λοιπον δεν θελω εκζητησει το αιμα αυτου εκ των χειρων σας και δεν θελω σας εξολοθρευσει απο της γης;
<scripture passage="2Sam 4:12" parsed="|2Sam|4|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.4.12" />
<sup>12</sup>Και προσεταξεν ο Δαβιδ τους νεους, και εθανατωσαν αυτους και εκοψαν τας χειρας αυτων και τους ποδας αυτων και εκρεμασαν αυτα επι το υδροστασιον εν Χεβρων· την δε κεφαλην του Ις-βοσθε ελαβον, και εθαψαν εν τω ταφω του Αβενηρ εν Χεβρων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 5" progress="28.56%" prev="iiSam.4" next="iiSam.6" id="iiSam.5">
<h3 id="iiSam.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.5-p1">
<scripture passage="2Sam 5:1" parsed="|2Sam|5|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθον πασαι αι φυλαι του Ισραηλ προς τον Δαβιδ εις Χεβρων και ειπον, λεγοντες, Ιδου, οστουν σου και σαρξ σου ειμεθα ημεις·
<scripture passage="2Sam 5:2" parsed="|2Sam|5|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.2" />
<sup>2</sup>και προτερον ετι, οτε ο Σαουλ εβασιλευεν εφ' ημας, συ ησο ο εξαγων και εισαγων τον Ισραηλ· και προς σε ειπεν ο Κυριος, Συ θελεις ποιμανει τον λαον μου τον Ισραηλ, και συ θελεις εισθαι ηγεμων επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 5:3" parsed="|2Sam|5|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθον παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ προς τον βασιλεα εις Χεβρων· και εκαμεν ο βασιλευς Δαβιδ συνθηκην μετ' αυτων εις Χεβρων ενωπιον του Κυριου· και εχρισαν τον Δαβιδ βασιλεα επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 5:4" parsed="|2Sam|5|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.4" />
<sup>4</sup>Τριακοντα ετων ητο ο Δαβιδ οτε εγεινε βασιλευς, και εβασιλευσε τεσσαρακοντα ετη·
<scripture passage="2Sam 5:5" parsed="|2Sam|5|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.5" />
<sup>5</sup>εν μεν Χεβρων εβασιλευσεν επι τον Ιουδαν επτα ετη και εξ μηνας· εν δε Ιερουσαλημ εβασιλευσε τριακοντα τρια ετη επι παντα τον Ισραηλ και Ιουδαν.
<scripture passage="2Sam 5:6" parsed="|2Sam|5|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.6" />
<sup>6</sup>Και υπηγεν ο βασιλευς και οι ανδρες αυτου εις Ιερουσαλημ, προς τους Ιεβουσαιους, τους κατοικουντας την γην· οιτινες ελαλησαν προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Δεν θελεις εισελθει ενταυθα, εαν δεν εκβαλης τους τυφλους και χωλους· λεγοντες οτι ο Δαβιδ δεν ηθελε δυνηθη να εισελθη εκει.
<scripture passage="2Sam 5:7" parsed="|2Sam|5|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.7" />
<sup>7</sup>Ο Δαβιδ ομως εκυριευσε το φρουριον Σιων· αυτη ειναι η πολις Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 5:8" parsed="|2Sam|5|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ την ημεραν εκεινην, Οστις φθαση εις τον οχετον και παταξη τους Ιεβουσαιους, και τους χωλους και τους τυφλους, τους μισουμενους υπο της ψυχης του Δαβιδ, θελει εισθαι αρχηγος. Δια τουτο λεγουσι, Τυφλος και χωλος δεν θελουσιν εισελθει εις τον οικον.
<scripture passage="2Sam 5:9" parsed="|2Sam|5|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.9" />
<sup>9</sup>Και κατωκησεν ο Δαβιδ εν τινι φρουριω και ωνομασεν αυτο, Η πολις Δαβιδ. Και εκαμεν ο Δαβιδ οικοδομας κυκλω απο Μιλλω και εσω.
<scripture passage="2Sam 5:10" parsed="|2Sam|5|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.10" />
<sup>10</sup>Και προεχωρει ο Δαβιδ και εμεγαλυνετο, και Κυριος ο Θεος των δυναμεων ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 5:11" parsed="|2Sam|5|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.11" />
<sup>11</sup>Και απεστειλεν ο Χειραμ, βασιλευς της Τυρου, πρεσβεις προς τον Δαβιδ, και ξυλα κεδρινα και ξυλουργους και κτιστας, και ωκοδομησαν οικον εις τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 5:12" parsed="|2Sam|5|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.12" />
<sup>12</sup>Και εγνωρισεν ο Δαβιδ, οτι ο Κυριος κατεστησεν αυτον βασιλεα επι τον Ισραηλ, και οτι υψωσε την βασιλειαν αυτου δια τον λαον αυτου Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 5:13" parsed="|2Sam|5|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.13" />
<sup>13</sup>Και ελαβε προσετι ο Δαβιδ παλλακας και γυναικας εκ της Ιερουσαλημ, αφου ηλθεν εκ Χεβρων· και εγεννηθησαν ετι εις τον Δαβιδ υιοι και θυγατερες.
<scripture passage="2Sam 5:14" parsed="|2Sam|5|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.14" />
<sup>14</sup>ταυτα δε ειναι τα ονοματα των εις αυτον γεννηθεντων εν Ιερουσαλημ· Σαμμουα και Σωβαβ και Ναθαν και Σολομων,
<scripture passage="2Sam 5:15" parsed="|2Sam|5|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.15" />
<sup>15</sup>και Ιεβαρ και Ελισουα και Νεφεγ και Ιαφια,
<scripture passage="2Sam 5:16" parsed="|2Sam|5|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.16" />
<sup>16</sup>και Ελισαμα και Ελιαδα και Ελιφαλετ.
<scripture passage="2Sam 5:17" parsed="|2Sam|5|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.17" />
<sup>17</sup>Οτε δε ηκουσαν οι Φιλισταιοι οτι εχρισαν τον Δαβιδ βασιλεα επι τον Ισραηλ, ανεβησαν παντες οι Φιλισταιοι να ζητησωσι τον Δαβιδ· και ο Δαβιδ ηκουσε περι τουτου και κατεβη εις το φρουριον.
<scripture passage="2Sam 5:18" parsed="|2Sam|5|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.18" />
<sup>18</sup>Και ηλθον οι Φιλισταιοι και διεχυθησαν εις την κοιλαδα Ραφαειμ.
<scripture passage="2Sam 5:19" parsed="|2Sam|5|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.19" />
<sup>19</sup>Και ερωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, λεγων, Να αναβω προς τους Φιλισταιους; θελεις παραδωσει αυτους εις την χειρα μου; Και ειπεν ο Κυριος προς τον Δαβιδ, Αναβα· διοτι βεβαιως θελω παραδωσει τους Φιλισταιους εις την χειρα σου.
<scripture passage="2Sam 5:20" parsed="|2Sam|5|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.20" />
<sup>20</sup>Και ηλθεν ο Δαβιδ εις Βααλ-φερασειμ, και εκει επαταξεν αυτους ο Δαβιδ και ειπεν, Ο Κυριος διεκοψε τους εχθρους μου εμπροσθεν μου, καθως διακοπτονται τα υδατα. Δια τουτο εκαλεσθη το ονομα του τοπου εκεινου Βααλ-φερασειμ.
<scripture passage="2Sam 5:21" parsed="|2Sam|5|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.21" />
<sup>21</sup>Και εκει κατελιπον τα ειδωλα αυτων, και εσηκωσαν αυτα ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου.
<scripture passage="2Sam 5:22" parsed="|2Sam|5|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.22" />
<sup>22</sup>Και ανεβησαν παλιν οι Φιλισταιοι και διεχυθησαν εις την κοιλαδα Ραφαειμ.
<scripture passage="2Sam 5:23" parsed="|2Sam|5|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.23" />
<sup>23</sup>Και οτε ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, ειπε, Μη αναβης· στρεψον οπισω αυτων και επιπεσον επ' αυτους απεναντι των συκαμινων.
<scripture passage="2Sam 5:24" parsed="|2Sam|5|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.24" />
<sup>24</sup>και οταν ακουσης θορυβον διαβασεως επι των κορυφων των συκαμινων, τοτε θελεις σπευσει διοτι τοτε ο Κυριος θελει εξελθει εμπροσθεν σου, δια να παταξη το στρατοπεδον των Φιλισταιων.
<scripture passage="2Sam 5:25" parsed="|2Sam|5|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.5.25" />
<sup>25</sup>Και εκαμεν ο Δαβιδ, καθως προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος· και επαταξε τους Φιλισταιους απο Γαβαα εως της εισοδου Γεζερ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 6" progress="28.64%" prev="iiSam.5" next="iiSam.7" id="iiSam.6">
<h3 id="iiSam.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.6-p1">
<scripture passage="2Sam 6:1" parsed="|2Sam|6|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.1" />
<sup>1</sup>Και παλιν συνηθροισεν ο Δαβιδ παντας τους εκλεκτους εκ του Ισραηλ, τριακοντα χιλιαδας.
<scripture passage="2Sam 6:2" parsed="|2Sam|6|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθη ο Δαβιδ και υπηγε, και πας ο λαος ο μετ' αυτου, απο Βααλ του Ιουδα, δια να αναγαγη εκειθεν την κιβωτον του Θεου, εις την οποιαν επικαλειται το Ονομα, το ονομα του Κυριου των δυναμεων, του καθημενου υπερανω αυτης επι των χερουβειμ.
<scripture passage="2Sam 6:3" parsed="|2Sam|6|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.3" />
<sup>3</sup>Και επεβιβασαν την κιβωτον του Θεου επι νεας αμαξης και εσηκωσαν αυτην εκ του οικου του Αβιναδαβ, του εν τω βουνω· ωδηγησαν δε την αμαξαν την νεαν ο Ουζα και Αχιω, υιοι του Αβιναδαβ.
<scripture passage="2Sam 6:4" parsed="|2Sam|6|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.4" />
<sup>4</sup>Και εσηκωσαν αυτην απο του οικου του Αβιναδαβ, του εν τω βουνω, μετα της κιβωτου του Θεου· και ο Αχιω προεπορευετο της κιβωτου.
<scripture passage="2Sam 6:5" parsed="|2Sam|6|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Δαβιδ και πας ο οικος του Ισραηλ επαιζον εμπροσθεν του Κυριου παν ειδος οργανων απο ξυλου ελατης και κιθαρας και ψαλτηρια και τυμπανα και σειστρα και κυμβαλα.
<scripture passage="2Sam 6:6" parsed="|2Sam|6|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.6" />
<sup>6</sup>Και οτε ηλθον εως του αλωνιου του Ναχων, εξηπλωσεν ο Ουζα την χειρα αυτου εις την κιβωτον του Θεου και εκρατησεν αυτην· διοτι εσεισαν αυτην οι βοες.
<scripture passage="2Sam 6:7" parsed="|2Sam|6|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.7" />
<sup>7</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Ουζα· και επαταξεν αυτον ο Θεος εκει δια την προπετειαν αυτου· και απεθανεν εκει παρα την κιβωτον του Θεου.
<scripture passage="2Sam 6:8" parsed="|2Sam|6|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.8" />
<sup>8</sup>Και ελυπηθη ο Δαβιδ, οτι ο Κυριος εκαμε χαλασμον εις τον Ουζα· και εκαλεσε το ονομα του τοπου Φαρες-ουζα, εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Sam 6:9" parsed="|2Sam|6|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.9" />
<sup>9</sup>Και εφοβηθη ο Δαβιδ τον Κυριον την ημεραν εκεινην και ειπε, πως θελει εισελθει προς εμε η κιβωτος του Κυριου;
<scripture passage="2Sam 6:10" parsed="|2Sam|6|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.10" />
<sup>10</sup>Και δεν ηθελησεν ο Δαβιδ να μετακινηση την κιβωτον του Κυριου προς εαυτον εις την πολιν Δαβιδ, αλλ' εστρεψεν αυτην ο Δαβιδ εις τον οικον Ωβηδ-εδωμ του Γετθαιου.
<scripture passage="2Sam 6:11" parsed="|2Sam|6|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.11" />
<sup>11</sup>Και εκαθησεν η κιβωτος του Κυριου εν τω οικω Ωβηδ-εδωμ του Γετθαιου τρεις μηνας· και ευλογησεν ο Κυριος τον Ωβηδ-εδωμ και παντα τον οικον αυτου.
<scripture passage="2Sam 6:12" parsed="|2Sam|6|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.12" />
<sup>12</sup>Και απηγγειλαν προς τον βασιλεα Δαβιδ, λεγοντες, Ο Κυριος ευλογησε τον οικον του Ωβηδ-εδωμ και παντα τα υπαρχοντα αυτου ενεκα της κιβωτου του Θεου. Τοτε υπηγεν ο Δαβιδ και ανεβιβασε την κιβωτον του Θεου εκ του οικου του Ωβηδ-εδωμ εις την πολιν Δαβιδ εν ευφροσυνη.
<scripture passage="2Sam 6:13" parsed="|2Sam|6|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.13" />
<sup>13</sup>Και οτε εβαδιζον οι βασταζοντες την κιβωτον του Κυριου εξ βηματα, εθυσιαζον βουν και σιτευτον.
<scripture passage="2Sam 6:14" parsed="|2Sam|6|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.14" />
<sup>14</sup>Και εχορευεν ο Δαβιδ ενωπιον του Κυριου εξ ολης δυναμεως· και ητο ο Δαβιδ περιεζωσμενος λινουν εφοδ.
<scripture passage="2Sam 6:15" parsed="|2Sam|6|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.15" />
<sup>15</sup>Και ο Δαβιδ και πας ο οικος Ισραηλ ανεβιβασαν την κιβωτον του Κυριου εν αλαλαγμω και εν φωνη σαλπιγγος.
<scripture passage="2Sam 6:16" parsed="|2Sam|6|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.16" />
<sup>16</sup>Ενω δε η κιβωτος του Κυριου εισηρχετο εις την πολιν Δαβιδ, Μιχαλ, η θυγατηρ του Σαουλ, εκυψε δια της θυριδος, και ιδουσα τον βασιλεα Δαβιδ ορχουμενον και χορευοντα ενωπιον του Κυριου, εξουδενωσεν αυτον εν τη καρδια αυτης.
<scripture passage="2Sam 6:17" parsed="|2Sam|6|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.17" />
<sup>17</sup>Και εφεραν την κιβωτον του Κυριου και εθεσαν αυτην εις τον τοπον αυτης, εις το μεσον της σκηνης την οποιαν εστησε δι' αυτην ο Δαβιδ· και προσεφερεν ο Δαβιδ ολοκαυτωματα και ειρηνικας προσφορας ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Sam 6:18" parsed="|2Sam|6|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.18" />
<sup>18</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Δαβιδ προσφερων τα ολοκαυτωματα και τας ειρηνικας προσφορας, ευλογησε τον λαον εν ονοματι του Κυριου των δυναμεων.
<scripture passage="2Sam 6:19" parsed="|2Sam|6|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.19" />
<sup>19</sup>Και διεμοιρασεν εις παντα τον λαον, εις απαν το πληθος του Ισραηλ, απο ανδρος εως γυναικος, εις εκαστον ανθρωπον εν ψωμιον και εν τμημα κρεατος και μιαν φιαλην οινου. Τοτε πας ο λαος ανεχωρησεν, εκαστος εις την οικιαν αυτου.
<scripture passage="2Sam 6:20" parsed="|2Sam|6|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.20" />
<sup>20</sup>Και επεστρεψεν ο Δαβιδ δια να ευλογηση τον οικον αυτου. Και εξελθουσα Μιχαλ, η θυγατηρ του Σαουλ, εις συναντησιν του Δαβιδ, ειπε, Ποσον ενδοξος ητο σημερον ο βασιλευς του Ισραηλ, οστις εγυμνωθη σημερον εις τους οφθαλμους των θεραπαινιδων των δουλων αυτου, καθως γυμνονεται αναισχυντως εις των μηδαμινων ανθρωπων.
<scripture passage="2Sam 6:21" parsed="|2Sam|6|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς την Μιχαλ, Ενωπιον του Κυριου, οστις με εξελεξεν υπερ τον πατερα σου και υπερ παντα τον οικον αυτου, ωστε να με καταστηση ηγεμονα επι τον λαον του Κυριου, επι τον Ισραηλ, ναι, ενωπιον του Κυριου επαιξα·
<scripture passage="2Sam 6:22" parsed="|2Sam|6|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.22" />
<sup>22</sup>και θελω εξευτελισθη ετι περισσοτερον και θελω ταπεινωθη εις τους οφθαλμους μου· και μετα των θεραπαινιδων, περι των οποιων συ ελαλησας, μετ' αυτων θελω δοξασθη.
<scripture passage="2Sam 6:23" parsed="|2Sam|6|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.6.23" />
<sup>23</sup>Δια τουτο η Μιχαλ, η θυγατηρ του Σαουλ, δεν εγεννησε τεκνον εως της ημερας του θανατου αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 7" progress="28.73%" prev="iiSam.6" next="iiSam.8" id="iiSam.7">
<h3 id="iiSam.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.7-p1">
<scripture passage="2Sam 7:1" parsed="|2Sam|7|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε εκαθησεν ο βασιλευς εν τω οικω αυτου και ανεπαυσεν αυτον ο Κυριος πανταχοθεν απο παντων των εχθρων αυτου·
<scripture passage="2Sam 7:2" parsed="|2Sam|7|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.2" />
<sup>2</sup>ειπεν ο βασιλευς προς Ναθαν τον προφητην, Ιδε τωρα, εγω κατοικω εν οικω κεδρινω· η δε κιβωτος του Θεου καθηται εν μεσω παραπετασματων.
<scripture passage="2Sam 7:3" parsed="|2Sam|7|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ναθαν προς τον βασιλεα, Υπαγε, καμε παν το εν καρδια σου· διοτι ο Κυριος ειναι μετα σου.
<scripture passage="2Sam 7:4" parsed="|2Sam|7|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.4" />
<sup>4</sup>Και την νυκτα εκεινην εγεινε λογος του Κυριου προς τον Ναθαν, λεγων,
<scripture passage="2Sam 7:5" parsed="|2Sam|7|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.5" />
<sup>5</sup>Υπαγε και ειπε προς τον δουλον μου τον Δαβιδ, Ουτω λεγει Κυριος· συ θελεις οικοδομησει εις εμε οικον, δια να κατοικω;
<scripture passage="2Sam 7:6" parsed="|2Sam|7|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.6" />
<sup>6</sup>Διοτι δεν κατωκησα εν οικω, αφ' ης ημερας ανεβιβασα τους υιους Ισραηλ εξ Αιγυπτου μεχρι της ημερας ταυτης, αλλα περιηρχομην εντος σκηνης και παραπετασματων.
<scripture passage="2Sam 7:7" parsed="|2Sam|7|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.7" />
<sup>7</sup>Πανταχου οπου περιεπατησα μετα παντων των υιων Ισραηλ, ελαλησα ποτε προς τινα εκ των φυλων του Ισραηλ, εις τον οποιον προσεταξα να ποιμαινη τον λαον μου τον Ισραηλ, λεγων, Δια τι δεν ωκοδομησατε εις εμε οικον κεδρινον;
<scripture passage="2Sam 7:8" parsed="|2Sam|7|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον, ουτω θελεις ειπει προς τον δουλον μου τον Δαβιδ· Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εγω σε ελαβον εκ της μανδρας, απο οπισθεν των προβατων, δια να ησαι ηγεμων επι τον λαον μου, επι τον Ισραηλ·
<scripture passage="2Sam 7:9" parsed="|2Sam|7|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.9" />
<sup>9</sup>και ημην μετα σου πανταχου οπου περιεπατησας, και εξωλοθρευσα παντας τους εχθρους σου απ' εμπροσθεν σου, και σε εκαμον ονομαστον, κατα το ονομα των μεγαλων των επι της γης·
<scripture passage="2Sam 7:10" parsed="|2Sam|7|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.10" />
<sup>10</sup>και θελω διορισει τοπον δια τον λαον μου τον Ισραηλ και θελω φυτευσει αυτους, και θελουσι κατοικει εν τοπω ιδιω εαυτων και δεν θελουσι μεταφερεσθαι πλεον· και οι υιοι της αδικιας δεν θελουσι καταθλιβει αυτους πλεον ως το προτερον,
<scripture passage="2Sam 7:11" parsed="|2Sam|7|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.11" />
<sup>11</sup>και ως απο των ημερων καθ' ας κατεστησα κριτας επι τον λαον μου Ισραηλ· και θελω σε αναπαυσει απο παντων των εχθρων σου. Ο Κυριος προσετι αναγγελλει προς σε οτι ο Κυριος θελει οικοδομησει οικον εις σε.
<scripture passage="2Sam 7:12" parsed="|2Sam|7|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.12" />
<sup>12</sup>Αφου πληρωθωσιν αι ημεραι σου και κοιμηθης μετα των πατερων σου, θελω αναστησει μετα σε το σπερμα σου, το οποιον θελει εξελθει εκ των σπλαγχνων σου, και θελω στερεωσει την βασιλειαν αυτου.
<scripture passage="2Sam 7:13" parsed="|2Sam|7|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.13" />
<sup>13</sup>αυτος θελει οικοδομησει οικον εις το ονομα μου· και θελω στερεωσει τον θρονον της βασιλειας αυτου εως αιωνος·
<scripture passage="2Sam 7:14" parsed="|2Sam|7|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.14" />
<sup>14</sup>εγω θελω εισθαι εις αυτον πατηρ και αυτος θελει εισθαι εις εμε υιος· εαν πραξη ανομιαν, θελω σωφρονισει αυτον εν ραβδω ανδρων και δια μαστιγωσεων υιων ανθρωπων·
<scripture passage="2Sam 7:15" parsed="|2Sam|7|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.15" />
<sup>15</sup>το ελεος μου ομως δεν θελει αφαιρεθη απ' αυτου, ως αφηρεσα αυτο απο του Σαουλ, τον οποιον εξεβαλον απ' εμπροσθεν σου·
<scripture passage="2Sam 7:16" parsed="|2Sam|7|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.16" />
<sup>16</sup>και θελει στερεωθη ο οικος σου και η βασιλεια σου εμπροσθεν σου εως αιωνος· ο θρονος σου θελει εισθαι εστερεωμενος εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Sam 7:17" parsed="|2Sam|7|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.17" />
<sup>17</sup>Κατα παντας τους λογους τουτους και καθ' ολην ταυτην την ορασιν, ουτως ελαλησεν ο Ναθαν προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 7:18" parsed="|2Sam|7|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.18" />
<sup>18</sup>Τοτε εισηλθεν ο βασιλευς Δαβιδ και εκαθησεν ενωπιον του Κυριου και ειπε, Τις ειμαι εγω, Κυριε Θεε; και τις ο οικος μου, ωστε με εφερες μεχρι τουτου.
<scripture passage="2Sam 7:19" parsed="|2Sam|7|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.19" />
<sup>19</sup>Αλλα και τουτο ετι εσταθη μικρον εις τους οφθαλμους σου, Κυριε Θεε· και ελαλησας ετι περι του οικου του δουλου σου δια μελλον μακρον. Και ειναι ουτος ο τροπος των ανθρωπων, Δεσποτα Κυριε;
<scripture passage="2Sam 7:20" parsed="|2Sam|7|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.20" />
<sup>20</sup>Και τι δυναται να ειπη πλεον ο Δαβιδ προς σε; διοτι συ γνωριζεις τον δουλον σου, Δεσποτα Κυριε.
<scripture passage="2Sam 7:21" parsed="|2Sam|7|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.21" />
<sup>21</sup>Δια τον λογον σου και κατα την καρδιαν σου επραξας παντα ταυτα τα μεγαλεια, δια να γνωστοποιησης αυτα εις τον δουλον σου.
<scripture passage="2Sam 7:22" parsed="|2Sam|7|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο μεγας εισαι, Κυριε Θεε· διοτι δεν ειναι ομοιος σου· ουδε ειναι Θεος εκτος σου, κατα παντα οσα ηκουσαμεν με τα ωτα ημων.
<scripture passage="2Sam 7:23" parsed="|2Sam|7|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.23" />
<sup>23</sup>Και τι αλλο εθνος επι της γης ειναι ως ο λαος σου, ως ο Ισραηλ, τον οποιον ο Θεος ηλθε να εξαγοραση δια λαον εαυτου και δια να καμη αυτον ονομαστον, και να ενεργηση υπερ υμων πραγματα μεγαλα και θαυμαστα, υπερ της γης σου, εμπροσθεν του λαου σου, τον οποιον ελυτρωσας δια σεαυτον εξ Αιγυπτου, εκ των εθνων και εκ των θεων αυτων;
<scripture passage="2Sam 7:24" parsed="|2Sam|7|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.24" />
<sup>24</sup>Διοτι εστερεωσας εις σεαυτον τον λαον σου Ισραηλ, δια να ηναι λαος σου εις τον αιωνα· και συ, Κυριε, εγεινες Θεος αυτων.
<scripture passage="2Sam 7:25" parsed="|2Sam|7|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.25" />
<sup>25</sup>και τωρα, Κυριε Θεε, τον λογον τον οποιον ελαλησας περι του δουλου σου και περι του οικου αυτου ας στερεωθη ας τον αιωνα, και καμε ως ελαλησας.
<scripture passage="2Sam 7:26" parsed="|2Sam|7|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.26" />
<sup>26</sup>Και ας μεγαλυνθη το ονομα σου εως αιωνος, ωστε να λεγωσιν, Ο Κυριος των δυναμεων ειναι ο Θεος επι τον Ισραηλ· και ο οικος του δουλου σου Δαβιδ ας ηναι εστερεωμενος ενωπιον σου.
<scripture passage="2Sam 7:27" parsed="|2Sam|7|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.27" />
<sup>27</sup>Διοτι συ, Κυριε των δυναμεων, Θεε του Ισραηλ, απεκαλυψας εις τον δουλον σου, λεγων, Οικον θελω οικοδομησει εις σε· δια τουτο ο δουλος σου ευρηκε την καρδιαν αυτου ετοιμην να προσευχηθη προς σε την προσευχην ταυτην.
<scripture passage="2Sam 7:28" parsed="|2Sam|7|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.28" />
<sup>28</sup>Και τωρα, Δεσποτα Κυριε, συ εισαι ο Θεος, και οι λογοι σου θελουσιν εισθαι αληθινοι, και συ υπεσχεθης τα αγαθα ταυτα προς τον δουλον σου·
<scripture passage="2Sam 7:29" parsed="|2Sam|7|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.7.29" />
<sup>29</sup>τωρα λοιπον ευδοκησον να ευλογησης τον οικον του δουλου σου, δια να ηναι ενωπιον σου εις τον αιωνα· διοτι συ, Δεσποτα Κυριε, ελαλησας· και υπο της ευλογιας σου ας ηναι ο οικος του δουλου σου ευλογημενος εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 8" progress="28.84%" prev="iiSam.7" next="iiSam.9" id="iiSam.8">
<h3 id="iiSam.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.8-p1">
<scripture passage="2Sam 8:1" parsed="|2Sam|8|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα επαταξεν ο Δαβιδ τους Φιλισταιους και κατετροπωσεν αυτους· και ελαβεν ο Δαβιδ την Μεθεγ-αμμα εκ χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="2Sam 8:2" parsed="|2Sam|8|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.2" />
<sup>2</sup>Και επαταξε τους Μωαβιτας και διεμετρησεν αυτους δια σχοινιων, απλωσας αυτους κατα γης· και διεμετρησε δια δυο σχοινιων δια να θανατωση, και δι' ενος πληρους σχοινιου δια να αφηση ζωντας. Ουτως οι Μωαβιται εγειναν δουλοι του Δαβιδ υποτελεις.
<scripture passage="2Sam 8:3" parsed="|2Sam|8|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.3" />
<sup>3</sup>Επαταξεν ετι ο Δαβιδ τον Αδαδεζερ, υιον του Ρεωβ, βασιλεα της Σωβα, ενω υπηγαινε να στηση την εξουσιαν αυτου επι τον ποταμον Ευφρατην.
<scripture passage="2Sam 8:4" parsed="|2Sam|8|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.4" />
<sup>4</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ εξ αυτου χιλιους επτακοσιους ιππεις και εικοσι χιλιαδας πεζων· και ενευροκοπησεν ο Δαβιδ παντας τους ιππους των αμαξων, και εφυλαξεν εξ αυτων εκατον αμαξας.
<scripture passage="2Sam 8:5" parsed="|2Sam|8|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηλθον οι Συριοι της Δαμασκου δια να βοηθησωσι τον Αδαδεζερ, βασιλεα της Σωβα, ο Δαβιδ επαταξεν εκ των Συριων εικοσιδυο χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="2Sam 8:6" parsed="|2Sam|8|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.6" />
<sup>6</sup>Και εβαλεν ο Δαβιδ φρουρας εν τη Συρια της Δαμασκου· και οι Συριοι εγειναν δουλοι υποτελεις του Δαβιδ. Και εσωζεν ο Κυριος τον Δαβιδ πανταχου, οπου επορευετο.
<scripture passage="2Sam 8:7" parsed="|2Sam|8|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.7" />
<sup>7</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ τας ασπιδας τας χρυσας, αιτινες ησαν επι τους δουλους του Αδαδεζερ, και εφερεν αυτας εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 8:8" parsed="|2Sam|8|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.8" />
<sup>8</sup>Και εκ της Βεταχ και εκ Βηρωθαι, πολεων του Αδαδεζερ, ο βασιλευς Δαβιδ ελαβε χαλκον πολυν σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 8:9" parsed="|2Sam|8|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.9" />
<sup>9</sup>Ακουσας δε ο Θοει, βασιλευς της Αιμαθ, οτι ο Δαβιδ επαταξε πασαν την δυναμιν του Αδαδεζερ,
<scripture passage="2Sam 8:10" parsed="|2Sam|8|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.10" />
<sup>10</sup>απεστειλεν ο Θοει Ιωραμ, τον υιον αυτου, προς τον βασιλεα Δαβιδ, δια να χαιρετηση αυτον και να ευλογηση αυτον, οτι κατεπολεμησε τον Αδαδεζερ και επαταξεν αυτον· διοτι ο Αδαδεζερ ητο πολεμιος του Θοει. Και εφερεν ο Ιωραμ μεθ' εαυτου σκευη αργυρα και σκευη χρυσα και σκευη χαλκινα·
<scripture passage="2Sam 8:11" parsed="|2Sam|8|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.11" />
<sup>11</sup>και ταυτα αφιερωσεν ο βασιλευς Δαβιδ εις τον Κυριον μετα του αργυριου και του χρυσιου, τα οποια ειχεν αφιερωσει εκ παντων των εθνων, οσα υπεταξεν·
<scripture passage="2Sam 8:12" parsed="|2Sam|8|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.12" />
<sup>12</sup>εκ της Συριας και εκ του Μωαβ και εκ των υιων Αμμων και εκ των Φιλισταιων και εκ του Αμαληκ και εκ των λαφυρων του Αδαδεζερ, υιου του Ρεωβ, βασιλεως της Σωβα.
<scripture passage="2Sam 8:13" parsed="|2Sam|8|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.13" />
<sup>13</sup>Και απεκτησεν ο Δαβιδ ονομα, οτε επεστρεφε, κατατροπωσας τους Συριους εν τη κοιλαδι του αλατος, δεκαοκτω χιλιαδας.
<scripture passage="2Sam 8:14" parsed="|2Sam|8|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.14" />
<sup>14</sup>Και εβαλε φρουρας εν τη Ιδουμαια· καθ' ολην την Ιδουμαιαν εβαλε φρουρας· και παντες οι Ιδουμαιοι εγειναν δουλοι του Δαβιδ. Και εσωζεν ο Κυριος τον Δαβιδ πανταχου οπου επορευετο.
<scripture passage="2Sam 8:15" parsed="|2Sam|8|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.15" />
<sup>15</sup>Και εβασιλευσεν ο Δαβιδ επι παντα τον Ισραηλ· και εκαμεν ο Δαβιδ κρισιν και δικαιοσυνην εις παντα τον λαον αυτου.
<scripture passage="2Sam 8:16" parsed="|2Sam|8|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.16" />
<sup>16</sup>Και Ιωαβ, ο υιος της Σερουιας, ητο επι του στρατευματος· Ιωσαφατ δε, ο υιος του Αχιλουδ, υπομνηματογραφος·
<scripture passage="2Sam 8:17" parsed="|2Sam|8|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.17" />
<sup>17</sup>και Σαδωκ, ο υιος του Αχιτωβ, και Αχιμελεχ, ο υιος του Αβιαθαρ, ιερεις· ο δε Σεραιας, γραμματευς.
<scripture passage="2Sam 8:18" parsed="|2Sam|8|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.8.18" />
<sup>18</sup>Και Βεναιας, ο υιος του Ιωδαε, ητο επι των Χερεθαιων και επι των Φελεθαιων· οι δε υιοι του Δαβιδ ησαν αυλαρχαι.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 9" progress="28.90%" prev="iiSam.8" next="iiSam.10" id="iiSam.9">
<h3 id="iiSam.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.9-p1">
<scripture passage="2Sam 9:1" parsed="|2Sam|9|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Μενει τις ετι εκ του οικου του Σαουλ, δια να καμω ελεος προς αυτον χαριν του Ιωναθαν;
<scripture passage="2Sam 9:2" parsed="|2Sam|9|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.2" />
<sup>2</sup>Ητο δε δουλος τις εκ του οικου του Σαουλ, ονομαζομενος Σιβα. Και εκαλεσαν αυτον προς τον Δαβιδ, και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Συ εισαι ο Σιβα; Ο δε ειπεν, Ο δουλος σου.
<scripture passage="2Sam 9:3" parsed="|2Sam|9|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Δεν μενει τις ετι εκ του οικου του Σαουλ, δια να καμω προς αυτον ελεος Θεου; Και ειπεν ο Σιβα προς τον βασιλεα, Ετι υπαρχει υιος του Ιωναθαν, βεβλαμμενος τους ποδας.
<scripture passage="2Sam 9:4" parsed="|2Sam|9|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Που ειναι ουτος; Ο δε Σιβα ειπε προς τον βασιλεα, Ιδου, ειναι εν τω οικω του Μαχειρ, υιου του Αμμιηλ, εν Λο-δεβαρ.
<scripture passage="2Sam 9:5" parsed="|2Sam|9|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εστειλεν ο βασιλευς Δαβιδ και ελαβεν αυτον εκ του οικου του Μαχειρ, υιου του Αμμιηλ, εκ Λο-δεβαρ.
<scripture passage="2Sam 9:6" parsed="|2Sam|9|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.6" />
<sup>6</sup>Και οτε ηλθε προς τον Δαβιδ ο Μεμφιβοσθε, υιος του Ιωναθαν, υιου του Σαουλ, επεσε κατα προσωπον αυτου και προσεκυνησε. Και ειπεν ο Δαβιδ, Μεμφιβοσθε· Ο δε ειπεν, Ιδου, ο δουλος σου.
<scripture passage="2Sam 9:7" parsed="|2Sam|9|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς αυτον, Μη φοβου· διοτι βεβαιως θελω καμει προς σε ελεος, χαριν Ιωναθαν του πατρος σου, και θελω αποδωσει εις σε παντα τα κτηματα Σαουλ του πατρος σου· και συ θελεις τρωγει αρτον επι της τραπεζης μου δια παντος.
<scripture passage="2Sam 9:8" parsed="|2Sam|9|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.8" />
<sup>8</sup>Ο δε προσεκυνησεν αυτον και ειπε, Τις ειναι ο δουλος σου, ωστε να επιβλεψης εις τοιουτον κυνα τεθνηκοτα οποιος εγω;
<scripture passage="2Sam 9:9" parsed="|2Sam|9|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.9" />
<sup>9</sup>Και εκαλεσεν ο βασιλευς τον Σιβα, τον δουλον του Σαουλ, και ειπε προς αυτον, Παντα οσα ειχεν ο Σαουλ και πας ο οικος αυτου εδωκα εις τον υιον του κυριου σου·
<scripture passage="2Sam 9:10" parsed="|2Sam|9|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.10" />
<sup>10</sup>θελεις λοιπον γεωργει την γην δι' αυτον, συ και οι υιοι σου, και οι δουλοι σου, και θελεις φερει τα εισοδηματα, δια να εχη ο υιος του κυριου σου τροφην να τρωγη· πλην ο Μεμφιβοσθε, ο υιος του κυριου σου, θελει τρωγει δια παντος αρτον επι της τραπεζης μου. Ειχε δε ο Σιβα δεκαπεντε υιους και εικοσι δουλους.
<scripture passage="2Sam 9:11" parsed="|2Sam|9|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Σιβα ειπε προς τον βασιλεα, Κατα παντα οσα προσεταξεν ο κυριος μου ο βασιλευς τον δουλον αυτου, ουτω θελει καμει ο δουλος σου. Ο δε Μεμφιβοσθε, ειπεν ο βασιλευς, θελει τρωγει επι της τραπεζης μου, ως εις των υιων του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 9:12" parsed="|2Sam|9|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.12" />
<sup>12</sup>Ειχε δε ο Μεμφιβοσθε υιον μικρον, ονομαζομενον Μιχα. Παντες δε οι κατοικουντες εν τω οικω του Σιβα ησαν δουλοι του Μεμφιβοσθε.
<scripture passage="2Sam 9:13" parsed="|2Sam|9|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.9.13" />
<sup>13</sup>Και ο Μεμφιβοσθε κατωκει εν Ιερουσαλημ· διοτι ετρωγε δια παντος επι της τραπεζης του βασιλεως· ητο δε χωλος αμφοτερους τους ποδας.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 10" progress="28.96%" prev="iiSam.9" next="iiSam.11" id="iiSam.10">
<h3 id="iiSam.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.10-p1">
<scripture passage="2Sam 10:1" parsed="|2Sam|10|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα απεθανεν ο βασιλευς των υιων Αμμων, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ανουν ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Sam 10:2" parsed="|2Sam|10|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Θελω καμει ελεος προς Ανουν, τον υιον του Ναας, επειδη ο πατηρ αυτου εκαμεν ελεος προς εμε. Και απεστειλεν ο Δαβιδ να παρηγορηση αυτον περι του πατρος αυτου δια χειρος των δουλων αυτου. Και ηλθον οι δουλοι του Δαβιδ εις την γην των υιων Αμμων.
<scripture passage="2Sam 10:3" parsed="|2Sam|10|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον οι αρχοντες των υιων Αμμων προς Ανουν τον κυριον αυτων, Νομιζεις οτι ο Δαβιδ τιμων τον πατερα σου απεστειλε προς σε παρηγορητας; δεν απεστειλεν ο Δαβιδ τους δουλους αυτου προς σε, δια να ερευνηση την πολιν και να κατασκοπευση αυτην και να καταστρεψη αυτην;
<scripture passage="2Sam 10:4" parsed="|2Sam|10|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.4" />
<sup>4</sup>Και επιασεν ο Ανουν τους δουλους του Δαβιδ, και εξυρισε το ημισυ του πωγωνος αυτων και απεκοψε το ημισυ των ιματιων αυτων μεχρι των γλουτων αυτων, και απεπεμψεν αυτους.
<scripture passage="2Sam 10:5" parsed="|2Sam|10|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.5" />
<sup>5</sup>Οτε απηγγειλαν τουτο προς τον Δαβιδ, απεστειλεν εις συναντησιν αυτων, επειδη οι ανδρες ησαν ητιμασμενοι σφοδρα· και ειπεν ο βασιλευς, Καθησατε εν Ιεριχω εωσου αυξηνθωσιν οι πωγωνες σας, και επιστρεψατε.
<scripture passage="2Sam 10:6" parsed="|2Sam|10|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.6" />
<sup>6</sup>Βλεποντες δε οι υιοι Αμμων οτι ησαν βδελυκτοι εις τον Δαβιδ, απεστειλαν οι υιοι Αμμων και εμισθωσαν εκ των Συριων Βαιθ-ρεωβ και των Συριων Σωβα εικοσι χιλιαδας πεζων, και παρα του βασιλεως Μααχα χιλιους ανδρας, και παρα του Ις-τωβ δωδεκα χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="2Sam 10:7" parsed="|2Sam|10|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηκουσε ταυτα ο Δαβιδ, απεστειλε τον Ιωαβ και απαν το στρατευμα των δυνατων.
<scripture passage="2Sam 10:8" parsed="|2Sam|10|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.8" />
<sup>8</sup>Και εξηλθον οι υιοι Αμμων και παρεταχθησαν εις πολεμον κατα την εισοδον της πυλης· και οι Συριοι Σωβα και Ρεωβ και Ις-τωβ και Μααχα ησαν καθ' εαυτους εν τη πεδιαδι.
<scripture passage="2Sam 10:9" parsed="|2Sam|10|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.9" />
<sup>9</sup>Βλεπων δε ο Ιωαβ οτι η μαχη παρεταχθη εναντιον αυτου εμπροσθεν και οπισθεν, εξελεξεν εκ παντων των εκλεκτων του Ισραηλ και παρεταξεν αυτους εναντιον των Συριων·
<scripture passage="2Sam 10:10" parsed="|2Sam|10|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.10" />
<sup>10</sup>το δε υπολοιπον του λαου εδωκεν εις την χειρα του Αβισαι, αδελφου αυτου, και παρεταξεν αυτους εναντιον των υιων Αμμων.
<scripture passage="2Sam 10:11" parsed="|2Sam|10|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν, Εαν οι Συριοι υπερισχυσωσι κατ' εμου, τοτε συ θελεις με σωσει εαν δε οι υιοι Αμμων υπερισχυσωσι κατα σου, τοτε εγω θελω ελθει δια να σε σωσω·
<scripture passage="2Sam 10:12" parsed="|2Sam|10|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.12" />
<sup>12</sup>ανδριζου, και ας κραταιωθωμεν υπερ του λαου ημων και υπερ των πολεων του Θεου ημων· ο δε Κυριος ας καμη το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="2Sam 10:13" parsed="|2Sam|10|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.13" />
<sup>13</sup>Και προσηλθεν ο Ιωαβ και ο λαος ο μετ' αυτου εις μαχην εναντιον των Συριων· οι δε εφυγον απ' εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="2Sam 10:14" parsed="|2Sam|10|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ειδον οι υιοι Αμμων οτι οι Συριοι εφυγον, τοτε εφυγον και αυτοι απ' εμπροσθεν του Αβισαι και εισηλθον εις την πολιν. Και ο Ιωαβ επεστρεψεν απο των υιων Αμμων και ηλθεν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 10:15" parsed="|2Sam|10|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.15" />
<sup>15</sup>Ιδοντες δε οι Συριοι οτι κατετροπωθησαν εμπροσθεν του Ισραηλ, συνηθροισθησαν ομου.
<scripture passage="2Sam 10:16" parsed="|2Sam|10|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.16" />
<sup>16</sup>Και απεστειλεν ο Αδαρεζερ και εξηγαγε τους Συριους τους περαν του ποταμου· και ηλθον εις Αιλαμ· και Σωβακ, ο αρχιστρατηγος του Αδαρεζερ, προεπορευετο εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="2Sam 10:17" parsed="|2Sam|10|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.17" />
<sup>17</sup>Και οτε απηγγελθη προς τον Δαβιδ, συνηθροισε παντα τον Ισραηλ και διεβη τον Ιορδανην και ηλθεν εις Αιλαμ. Οι δε Συριοι παρεταχθησαν εναντιον του Δαβιδ και επολεμησαν με αυτον.
<scripture passage="2Sam 10:18" parsed="|2Sam|10|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.18" />
<sup>18</sup>Και εφυγον οι Συριοι απ' εμπροσθεν του Ισραηλ· και εξωλοθρευσεν ο Δαβιδ εκ των Συριων επτακοσιας αμαξας και τεσσαρακοντα χιλιαδας ιππεων, και Σωβακ τον αρχιστρατηγον αυτων επαταξε, και απεθανεν εκει.
<scripture passage="2Sam 10:19" parsed="|2Sam|10|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.10.19" />
<sup>19</sup>Και ιδοντες παντες οι βασιλεις, οι δουλοι του Αδαρεζερ, οτι κατετροπωθησαν εμπροσθεν του Ισραηλ, εκαμον ειρηνην μετα του Ισραηλ και εγειναν δουλοι αυτων. Και οι Συριοι εφοβουντο να βοηθησωσι πλεον τους υιους Αμμων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 11" progress="29.03%" prev="iiSam.10" next="iiSam.12" id="iiSam.11">
<h3 id="iiSam.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.11-p1">
<scripture passage="2Sam 11:1" parsed="|2Sam|11|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω ακολουθω ετει, καθ' ον καιρον εκστρατευουσιν οι βασιλεις, απεστειλεν ο Δαβιδ τον Ιωαβ και τους δουλους αυτου μετ' αυτου και παντα τον Ισραηλ· και κατεστρεψαν τους υιους Αμμων και επολιορκησαν την Ραββα. Ο δε Δαβιδ εμεινεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 11:2" parsed="|2Sam|11|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.2" />
<sup>2</sup>Και προς το εσπερας, οτε ο Δαβιδ εσηκωθη απο της κλινης αυτου, περιεπατει επι του δωματος του βασιλικου οικου· και ειδεν απο του δωματος γυναικα λουομενην· και η γυνη ητο ωραια την οψιν σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 11:3" parsed="|2Sam|11|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ και ηρευνησε περι της γυναικος. Και ειπε τις, Δεν ειναι αυτη Βηθ-σαβεε, η θυγατηρ του Ελιαμ, η γυνη Ουριου του Χετταιου;
<scripture passage="2Sam 11:4" parsed="|2Sam|11|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.4" />
<sup>4</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ μηνυτας και ελαβεν αυτην· και οτε ηλθε προς αυτον, εκοιμηθη μετ' αυτης, διοτι ειχε καθαρισθη απο της ακαθαρσιας αυτης· και επεστρεψεν εις τον οικον αυτης.
<scripture passage="2Sam 11:5" parsed="|2Sam|11|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.5" />
<sup>5</sup>Και συνελαβεν η γυνη· και αποστειλασα απηγγειλε προς τον Δαβιδ και ειπεν, Εγκυος ειμαι.
<scripture passage="2Sam 11:6" parsed="|2Sam|11|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.6" />
<sup>6</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ προς τον Ιωαβ, λεγων, Αποστειλον μοι Ουριαν τον Χετταιον. Και απεστειλεν ο Ιωαβ τον Ουριαν προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 11:7" parsed="|2Sam|11|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηλθε προς αυτον ο Ουριας, ηρωτησεν ο Δαβιδ πως εχει ο Ιωαβ και πως εχει ο λαος και πως εχουσι τα του πολεμου.
<scripture passage="2Sam 11:8" parsed="|2Sam|11|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ουριαν, Καταβα εις τον οικον σου και νιψον τους ποδας σου· και εξηλθεν ο Ουριας εκ του οικου του βασιλεως· και κατοπιν αυτου ηλθε μεριδιον απο της τραπεζης του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 11:9" parsed="|2Sam|11|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' ο Ουριας εκοιμηθη παρα την θυραν του οικου του βασιλεως, μετα παντων των δουλων του κυριου αυτου και δεν κατεβη εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="2Sam 11:10" parsed="|2Sam|11|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.10" />
<sup>10</sup>Και οτε απηγγειλαν προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Δεν κατεβη ο Ουριας εις τον οικον αυτου, ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ουριαν, Συ δεν ερχεσαι εξ οδοιποριας; δια τι δεν κατεβης εις τον οικον σου;
<scripture passage="2Sam 11:11" parsed="|2Sam|11|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ουριας προς τον Δαβιδ, Η κιβωτος και ο Ισραηλ και ο Ιουδας κατοικουσιν εν σκηναις, και ο κυριος μου Ιωαβ και οι δουλοι του κυριου μου, ειναι εστρατοπεδευμενοι επι το προσωπον της πεδιαδος· και εγω θελω υπαγει εις τον οικον μου, δια να φαγω και να πιω και να κοιμηθω μετα της γυναικος μου; ζης και ζη η ψυχη σου, δεν θελω καμει το πραγμα τουτο.
<scripture passage="2Sam 11:12" parsed="|2Sam|11|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ουριαν, Μεινε ενταυθα και σημερον, και αυριον θελω σε εξαποστειλει. Και εμεινεν ο Ουριας εν Ιερουσαλημ την ημεραν εκεινην και την επαυριον.
<scripture passage="2Sam 11:13" parsed="|2Sam|11|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.13" />
<sup>13</sup>Και εκαλεσεν αυτον ο Δαβιδ, και εφαγεν ενωπιον αυτου και επιεν· και εμεθυσεν αυτον· και το εσπερας εξηλθε να κοιμηθη επι της κλινης αυτου μετα των δουλων του κυριου αυτου, πλην εις τον οικον αυτου δεν κατεβη.
<scripture passage="2Sam 11:14" parsed="|2Sam|11|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.14" />
<sup>14</sup>Και το πρωι εγραψεν ο Δαβιδ επιστολην προς τον Ιωαβ, και εστειλεν αυτην δια χειρος του Ουριου.
<scripture passage="2Sam 11:15" parsed="|2Sam|11|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.15" />
<sup>15</sup>Και εγραψεν εν τη επιστολη, λεγων, Θεσατε τον Ουριαν απεναντι της σκληροτερας μαχης· επειτα συρθητε απ' αυτου, δια να κτυπηθη και να αποθανη.
<scripture passage="2Sam 11:16" parsed="|2Sam|11|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.16" />
<sup>16</sup>Και αφου παρετηρησε την πολιν ο Ιωαβ, διωρισε τον Ουριαν εις θεσιν, οπου ηξευρεν οτι ησαν ανδρες δυναμεως.
<scripture passage="2Sam 11:17" parsed="|2Sam|11|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθον οι ανδρες της πολεως, και επολεμησαν μετα του Ιωαβ· και επεσον εκ του λαου τινες των δουλων του Δαβιδ· εθανατωθη δε και Ουριας ο Χετταιος.
<scripture passage="2Sam 11:18" parsed="|2Sam|11|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.18" />
<sup>18</sup>Και απεστειλεν ο Ιωαβ και ανηγγειλε προς τον Δαβιδ παντα τα περι του πολεμου.
<scripture passage="2Sam 11:19" parsed="|2Sam|11|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.19" />
<sup>19</sup>Και προσεταξε τον μηνυτην, λεγων, Αφου τελειωσης λαλων προς τον βασιλεα παντα τα περι του πολεμου,
<scripture passage="2Sam 11:20" parsed="|2Sam|11|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.20" />
<sup>20</sup>εξαφθη ο θυμος του βασιλεως, και ειπη προς σε, Δια τι επλησιασατε εις την πολιν μαχομενοι; δεν ηξευρετε οτι ηθελον τοξευσει απο του τειχους;
<scripture passage="2Sam 11:21" parsed="|2Sam|11|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.21" />
<sup>21</sup>τις επαταξεν Αβιμελεχ τον υιον του Ιερουβεσεθ; γυνη τις δεν ερριψεν επ' αυτον τμημα μυλοπετρας απο του τειχους, και απεθανεν εν Θαιβαις; δια τι επλησιασατε εις το τειχος; τοτε ειπε, Απεθανε και ο δουλος σου Ουριας ο Χετταιος.
<scripture passage="2Sam 11:22" parsed="|2Sam|11|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.22" />
<sup>22</sup>Υπηγε λοιπον ο μηνυτης και ελθων, απηγγειλε προς τον Δαβιδ παντα εκεινα, δια τα οποια απεστειλεν αυτον ο Ιωαβ.
<scripture passage="2Sam 11:23" parsed="|2Sam|11|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο μηνυτης προς τον Δαβιδ, οτι υπερισχυσαν καθ' ημων οι ανδρες και εξηλθον προς ημας εις την πεδιαδα, και κατεδιωξαμεν αυτους μεχρι της εισοδου της πυλης·
<scripture passage="2Sam 11:24" parsed="|2Sam|11|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.24" />
<sup>24</sup>αλλ' οι τοξοται ετοξευσαν απο του τειχους επι τους δουλους σου· και τινες των δουλων του βασιλεως απεθανον, και ο δουλος σου ετι Ουριας ο Χετταιος απεθανε.
<scripture passage="2Sam 11:25" parsed="|2Sam|11|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.25" />
<sup>25</sup>Τοτε ειπεν ο Δαβιδ προς τον μηνυτην, Ουτω θελεις ειπει προς τον Ιωαβ· Μη σε ανησυχη τουτο το πραγμα· διοτι η ρομφαια κατατρωγει ποτε μεν ενα, ποτε δε αλλον· ενισχυσον την μαχην σου εναντιον της πολεως και καταστρεψον αυτην· και συ ενθαρρυνε αυτον.
<scripture passage="2Sam 11:26" parsed="|2Sam|11|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.26" />
<sup>26</sup>Οτε δε ηκουσεν η γυνη του Ουριου, οτι Ουριας ο ανηρ αυτης απεθανεν, επενθησε δια τον ανδρα αυτης.
<scripture passage="2Sam 11:27" parsed="|2Sam|11|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.11.27" />
<sup>27</sup>Και αφου επερασε το πενθος, απεστειλεν ο Δαβιδ και παρελαβεν αυτην εις τον οικον αυτου· και εγεινε γυνη αυτου και εγεννησεν εις αυτον υιον· το πραγμα ομως το οποιον επραξεν ο Δαβιδ, εφανη κακον εις τους οφθαλμους του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 12" progress="29.14%" prev="iiSam.11" next="iiSam.13" id="iiSam.12">
<h3 id="iiSam.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.12-p1">
<scripture passage="2Sam 12:1" parsed="|2Sam|12|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.1" />
<sup>1</sup>Και απεστειλεν ο Κυριος τον Ναθαν προς τον Δαβιδ. Και ηλθε προς αυτον και ειπε προς αυτον, Ησαν δυο ανδρες εν πολει τινι, ο εις πλουσιος, ο δε αλλος πτωχος.
<scripture passage="2Sam 12:2" parsed="|2Sam|12|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.2" />
<sup>2</sup>Ο πλουσιος ειχε ποιμνια και βουκολια πολλα σφοδρα·
<scripture passage="2Sam 12:3" parsed="|2Sam|12|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.3" />
<sup>3</sup>ο δε πτωχος δεν ειχεν αλλο, ειμη μιαν μικραν αμναδα, την οποιαν ηγορασε και εθρεψε· και εμεγαλωσε μετ' αυτου και μετα των τεκνων αυτου ομου· απο του αρτου αυτου ετρωγε, και απο του ποτηριου αυτου επινε, και εν τω κολπω αυτου εκοιματο, και ητο εις αυτον ως θυγατηρ.
<scripture passage="2Sam 12:4" parsed="|2Sam|12|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.4" />
<sup>4</sup>Ηλθε δε τις διαβατης προς τον πλουσιον και εφειδωλευθη να λαβη εκ των ποιμνιων αυτου και εκ των αγελων αυτου, δια να ετοιμαση εις τον οδοιπορον τον ελθοντα προς αυτον, και ελαβε την αμναδα του πτωχου και ητοιμασεν αυτην δια τον ανθρωπον τον ελθοντα προς αυτον.
<scripture passage="2Sam 12:5" parsed="|2Sam|12|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.5" />
<sup>5</sup>Και εξηφθη η οργη του Δαβιδ κατα του ανθρωπου σφοδρα· και ειπε προς τον Ναθαν, Ζη Κυριος, αξιος θανατου ειναι ο ανθρωπος, οστις επραξε τουτο·
<scripture passage="2Sam 12:6" parsed="|2Sam|12|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.6" />
<sup>6</sup>και θελει πληρωσει την αμναδα τετραπλασιον, επειδη επραξε το πραγμα τουτο και επειδη δεν εσπλαγχνισθη.
<scripture passage="2Sam 12:7" parsed="|2Sam|12|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Ναθαν προς τον Δαβιδ, Συ εισαι ο ανθρωπος· ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Εγω σε εχρισα βασιλεα επι τον Ισραηλ, και εγω σε ηλευθερωσα εκ χειρος του Σαουλ·
<scripture passage="2Sam 12:8" parsed="|2Sam|12|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.8" />
<sup>8</sup>και εδωκα εις σε τον οικον του κυριου σου και τας γυναικας του κυριου σου εις τον κολπον σου, και εδωκα εις σε τον οικον του Ισραηλ και του Ιουδα· και εαν τουτο ητο ολιγον, ηθελον προσθεσει εις σε τοιαυτα και τοιαυτα·
<scripture passage="2Sam 12:9" parsed="|2Sam|12|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.9" />
<sup>9</sup>δια τι κατεφρονησας τον λογον του Κυριου, ωστε να πραξης το κακον εις τους οφθαλμους αυτου; Ουριαν τον Χετταιον επαταξας εν ρομφαια, και την γυναικα αυτου ελαβες εις σεαυτον γυναικα, και αυτον εθανατωσας εν τη ρομφαια των υιων Αμμων·
<scripture passage="2Sam 12:10" parsed="|2Sam|12|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.10" />
<sup>10</sup>τωρα λοιπον δεν θελει αποσυρθη ποτε ρομφαια εκ του οικου σου· επειδη με κατεφρονησας και ελαβες την γυναικα Ουριου του Χετταιου, δια να ηναι γυνη σου.
<scripture passage="2Sam 12:11" parsed="|2Sam|12|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.11" />
<sup>11</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω επεγειρει εναντιον σου κακα εκ του οικου σου, και θελω λαβει τας γυναικας σου εμπροσθεν των οφθαλμων σου και δωσει αυτας εις τον πλησιον σου, και θελει κοιμηθη μετα των γυναικων σου ενωπιον του ηλιου τουτου·
<scripture passage="2Sam 12:12" parsed="|2Sam|12|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.12" />
<sup>12</sup>διοτι συ επραξας κρυφιως· αλλ' εγω θελω καμει τουτο το πραγμα εμπροσθεν παντος του Ισραηλ και κατεναντι του ηλιου.
<scripture passage="2Sam 12:13" parsed="|2Sam|12|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ναθαν, Ημαρτησα εις τον Κυριον. Ο δε Ναθαν ειπε προς τον Δαβιδ, Και ο Κυριος παρεβλεψε το αμαρτημα σου· δεν θελεις αποθανει·
<scripture passage="2Sam 12:14" parsed="|2Sam|12|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.14" />
<sup>14</sup>επειδη ομως δια ταυτης της πραξεως εδωκας μεγαλην αφορμην εις τους εχθρους του Κυριου να βλασφημωσι, δια τουτο το παιδιον το γεννηθεν εις σε εξαπαντος θελει αποθανει.
<scripture passage="2Sam 12:15" parsed="|2Sam|12|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.15" />
<sup>15</sup>Και απηλθεν ο Ναθαν εις τον οικον αυτου. Ο δε Κυριος επαταξε το παιδιον, το οποιον εγεννησεν η γυνη του Ουριου εις τον Δαβιδ, και ηρρωστησε.
<scripture passage="2Sam 12:16" parsed="|2Sam|12|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.16" />
<sup>16</sup>Και ικετευσεν ο Δαβιδ τον Θεον υπερ του παιδιου· και ενηστευσεν ο Δαβιδ και εισελθων διενυκτερευσε, κοιτομενος κατα γης.
<scripture passage="2Sam 12:17" parsed="|2Sam|12|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.17" />
<sup>17</sup>Και εσηκωθησαν οι πρεσβυτεροι του οικου αυτου, και ηλθον προς αυτον δια να σηκωσωσιν αυτον απο της γης· πλην δεν ηθελησεν ουδε εφαγεν αρτον μετ' αυτων.
<scripture passage="2Sam 12:18" parsed="|2Sam|12|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.18" />
<sup>18</sup>Και την ημεραν την εβδομην απεθανε το παιδιον. Και εφοβηθησαν οι δουλοι του Δαβιδ να αναγγειλωσι προς αυτον οτι το παιδιον απεθανε· διοτι ελεγον, Ιδου, ενω εζη ετι το παιδιον, ελαλουμεν προς αυτον, και δεν εισηκουε της φωνης ημων· ποσον λοιπον κακον θελει καμει, εαν ειπωμεν προς αυτον οτι το παιδιον απεθανεν;
<scripture passage="2Sam 12:19" parsed="|2Sam|12|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' ιδων ο Δαβιδ οτι οι δουλοι αυτου εψιθυριζον μετ' αλληλων, ενοησεν ο Δαβιδ οτι το παιδιον απεθανεν· οθεν ειπεν ο Δαβιδ προς τους δουλους αυτου, Απεθανε το παιδιον; οι δε ειπον, Απεθανε.
<scripture passage="2Sam 12:20" parsed="|2Sam|12|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.20" />
<sup>20</sup>Τοτε εσηκωθη ο Δαβιδ απο της γης και ελουσθη και ηλειφθη και ηλλαξε τα ιματια αυτου, και εισηλθεν εις τον οικον του Κυριου, και προσεκυνησεν· επειτα εισηλθεν εις τον οικον αυτου· και εζητησε να φαγη και εβαλον εμπροσθεν αυτου αρτον, και εφαγεν.
<scripture passage="2Sam 12:21" parsed="|2Sam|12|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.21" />
<sup>21</sup>Οι δε δουλοι αυτου ειπον προς αυτον, Τι ειναι τουτο, το οποιον εκαμες; ενηστευες και εκλαιες περι του παιδιου, ενω εζη· αφου δε απεθανε το παιδιον, εσηκωθης και εφαγες αρτον.
<scripture passage="2Sam 12:22" parsed="|2Sam|12|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν, Ενω ετι εζη το παιδιον, ενηστευσα και εκλαυσα, διοτι ειπα, Τις εξευρει; ισως ο Θεος με ελεηση, και ζηση το παιδιον·
<scripture passage="2Sam 12:23" parsed="|2Sam|12|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.23" />
<sup>23</sup>αλλα τωρα απεθανε· δια τι να νηστευω; μηπως δυναμαι να επιστρεψω αυτο παλιν; εγω θελω υπαγει προς αυτο, αυτο ομως δεν θελει αναστρεψει προς εμε.
<scripture passage="2Sam 12:24" parsed="|2Sam|12|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.24" />
<sup>24</sup>Και παρηγορησεν ο Δαβιδ την Βηθ-σαβεε την γυναικα αυτου, και εισηλθε προς αυτην και εκοιμηθη μετ' αυτης, και εγεννησεν υιον, και εκαλεσε το ονομα αυτου Σολομων· και ο Κυριος ηγαπησεν αυτον.
<scripture passage="2Sam 12:25" parsed="|2Sam|12|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.25" />
<sup>25</sup>Και εστειλε δια χειρος Ναθαν του προφητου, και εκαλεσε το ονομα αυτου Ιεδιδια, δια τον Κυριον.
<scripture passage="2Sam 12:26" parsed="|2Sam|12|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.26" />
<sup>26</sup>Ο δε Ιωαβ επολεμησεν εναντιον της Ραββα των υιων Αμμων, και εκυριευσε την βασιλικην πολιν.
<scripture passage="2Sam 12:27" parsed="|2Sam|12|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.27" />
<sup>27</sup>Και απεστειλεν ο Ιωαβ μηνυτας προς τον Δαβιδ και ειπεν, Επολεμησα εναντιον της Ραββα, μαλιστα εκυριευσα την πολιν των υδατων·
<scripture passage="2Sam 12:28" parsed="|2Sam|12|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.28" />
<sup>28</sup>τωρα λοιπον συναξον το επιλοιπον του λαου, και στρατοπεδευσον εναντιον της πολεως και κυριευσον αυτην, δια να μη κυριευσω εγω την πολιν, και ονομασθη το ονομα μου επ' αυτην.
<scripture passage="2Sam 12:29" parsed="|2Sam|12|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.29" />
<sup>29</sup>Και συνηθροισεν ο Δαβιδ παντα τον λαον, και υπηγεν εις Ραββα και επολεμησεν εναντιον αυτης και εκυριευσεν αυτην·
<scripture passage="2Sam 12:30" parsed="|2Sam|12|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.30" />
<sup>30</sup>και ελαβε τον στεφανον του βασιλεως αυτων απο της κεφαλης αυτου, το βαρος του οποιου ητο εν ταλαντον χρυσιου με λιθους πολυτιμους· και ετεθη επι της κεφαλης του Δαβιδ· και λαφυρα της πολεως εξεφερε πολλα σφοδρα·
<scripture passage="2Sam 12:31" parsed="|2Sam|12|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.12.31" />
<sup>31</sup>και τον λαον τον εν αυτη εξηγαγε και εβαλεν υπο πριονας και υπο τριβολους σιδηρους και υπο πελεκεις σιδηρους, και επερασεν αυτους δια της καμινου των πλινθων. Και ουτως εκαμεν εις πασας τας πολεις των υιων Αμμων. Τοτε επεστρεψεν ο Δαβιδ και πας ο λαος εις Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 13" progress="29.26%" prev="iiSam.12" next="iiSam.14" id="iiSam.13">
<h3 id="iiSam.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.13-p1">
<scripture passage="2Sam 13:1" parsed="|2Sam|13|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα Αβεσσαλωμ ο υιος του Δαβιδ ειχεν αδελφην ωραιαν, ονοματι Θαμαρ, και ηγαπησεν αυτην Αμνων ο υιος του Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 13:2" parsed="|2Sam|13|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.2" />
<sup>2</sup>Και επασχε τοσον ο Αμνων, ωστε ηρρωστησε δια την αδελφην αυτου Θαμαρ· διοτι ητο παρθενος, και εφαινετο εις τον Αμνων δυσκολωτατον να πραξη τι εις αυτην.
<scripture passage="2Sam 13:3" parsed="|2Sam|13|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.3" />
<sup>3</sup>ειχε δε ο Αμνων φιλον, ονομαζομενον Ιωναδαβ, υιον του Σαμαα, αδελφου του Δαβιδ· ητο δε ο Ιωναδαβ ανθρωπος πανουργος σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 13:4" parsed="|2Sam|13|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτον, Δια τι συ, υιε του βασιλεως, αδυνατεις τοσον απο ημερας εις ημεραν; δεν θελεις φανερωσει τουτο προς εμε; Και ειπε προς αυτον ο Αμνων, Αγαπω Θαμαρ, την αδελφην Αβεσσαλωμ του αδελφου μου.
<scripture passage="2Sam 13:5" parsed="|2Sam|13|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.5" />
<sup>5</sup>Και ο Ιωναδαβ ειπε προς αυτον, Πλαγιασον επι της κλινης σου και προσποιηθητι τον αρρωστον· και οταν ο πατηρ σου ελθη να σε ιδη, ειπε προς αυτον, Ας ελθη, παρακαλω, Θαμαρ η αδελφη μου, και ας μοι δωση να φαγω, και ας ετοιμαση εμπροσθεν μου το φαγητον, δια να ιδω και να φαγω εκ της χειρος αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:6" parsed="|2Sam|13|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.6" />
<sup>6</sup>Και επλαγιασεν ο Αμνων και προσεποιηθη τον αρρωστον· και οτε ηλθεν ο βασιλευς να ιδη αυτον, ειπεν ο Αμνων προς τον βασιλεα, Ας ελθη, παρακαλω, Θαμαρ η αδελφη μου, και ας καμη εμπροσθεν μου δυο κολλυρια, δια να φαγω εκ της χειρος αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:7" parsed="|2Sam|13|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.7" />
<sup>7</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ εις τον οικον προς την Θαμαρ, λεγων, Υπαγε τωρα εις τον οικον του αδελφου σου Αμνων, και ετοιμασον εις αυτον φαγητον.
<scripture passage="2Sam 13:8" parsed="|2Sam|13|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.8" />
<sup>8</sup>Και υπηγεν η Θαμαρ εις τον οικον του αδελφου αυτης Αμνων, οστις ητο πλαγιασμενος· και ελαβε το αλευρον και εζυμωσε και εκαμε κολλυρια εμπροσθεν αυτου και εψησε τα κολλυρια.
<scripture passage="2Sam 13:9" parsed="|2Sam|13|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.9" />
<sup>9</sup>Επειτα ελαβε το τηγανιον και εκενωσεν αυτα εμπροσθεν αυτου· πλην δεν ηθελησε να φαγη. Και ειπεν ο Αμνων, Εκβαλετε παντα ανθρωπον απ' εμπροσθεν μου. Και εξηλθον απ' αυτου παντες.
<scripture passage="2Sam 13:10" parsed="|2Sam|13|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Αμνων προς την Θαμαρ, Φερε το φαγητον εις τον κοιτωνα, δια να φαγω εκ της χειρος σου. Και η Θαμαρ ελαβε τα κολλυρια, τα οποια εκαμε, και εφερεν εις τον κοιτωνα προς Αμνων τον αδελφον αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:11" parsed="|2Sam|13|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.11" />
<sup>11</sup>Και οτε προσεφερε προς αυτον δια να φαγη, επιασεν αυτην και ειπε προς αυτην, Ελθε, κοιμηθητι μετ' εμου, αδελφη μου.
<scripture passage="2Sam 13:12" parsed="|2Sam|13|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.12" />
<sup>12</sup>Η δε ειπε προς αυτον, Μη, αδελφε μου, μη με ταπεινωσης· διοτι δεν πρεπει τοιουτον πραγμα να γεινη εν τω Ισραηλ· μη καμης την αφροσυνην ταυτην·
<scripture passage="2Sam 13:13" parsed="|2Sam|13|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.13" />
<sup>13</sup>και εγω πως θελω απαλειψει το ονειδος μου; αλλα και συ θελεις εισθαι ως εις εκ των αφρονων εν τω Ισραηλ· τωρα λοιπον, παρακαλω, λαλησον προς τον βασιλεα· διοτι δεν θελει με αρνηθη εις σε.
<scripture passage="2Sam 13:14" parsed="|2Sam|13|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.14" />
<sup>14</sup>Δεν ηθελησεν ομως να εισακουση της φωνης αυτης· αλλ' υπερισχυσας εκεινης, εβιασεν αυτην και εκοιμηθη μετ' αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:15" parsed="|2Sam|13|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ο Αμνων εμισησεν αυτην μισος μεγα σφοδρα· ωστε το μισος, με το οποιον εμισησεν αυτην, ητο μεγαλητερον παρα την αγαπην, με την οποιαν ηγαπησεν αυτην. Και ειπε προς αυτην ο Αμνων, Σηκωθητι, υπαγε.
<scripture passage="2Sam 13:16" parsed="|2Sam|13|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.16" />
<sup>16</sup>Η δε ειπε προς αυτον, Δεν ειναι αιτια· το κακον τουτο, το να μη αποβαλης, ειναι μεγαλητερον του αλλου, το οποιον επραξας εις εμε. Δεν ηθελησεν ομως να εισακουση αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:17" parsed="|2Sam|13|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.17" />
<sup>17</sup>Και εκραξε τον νεον αυτου τον υπηρετουντα αυτον και ειπεν, Εκβαλε τωρα ταυτην απ' εμου εξω, και μοχλωσον την θυραν κατοπιν αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:18" parsed="|2Sam|13|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.18" />
<sup>18</sup>Ητο δε ενδεδυμενη χιτωνα ποικιλοχρουν· διοτι αι θυγατερες του βασιλεως, αι παρθενοι, τοιαυτα επενδυματα ενεδυοντο. Και εξεβαλεν αυτην εξω ο υπηρετης αυτου και εμοχλωσε την θυραν κατοπιν αυτης.
<scripture passage="2Sam 13:19" parsed="|2Sam|13|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.19" />
<sup>19</sup>Λαβουσα δε η Θαμαρ στακτην επι της κεφαλης αυτης, και διασχισασα τον εφ' αυτης χιτωνα τον ποικιλοχρουν, και βαλουσα τας χειρας αυτης επι της κεφαλης αυτης, απηρχετο, πορευομενη και κραζουσα.
<scripture passage="2Sam 13:20" parsed="|2Sam|13|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς αυτην Αβεσσαλωμ ο αδελφος αυτης, Μηπως Αμνων ο αδελφος σου ευρεθη μετα σου; πλην τωρα σιωπησον, αδελφη μου· αδελφος σου ειναι μη καταθλιβε την καρδιαν σου δια το πραγμα τουτο. Η Θαμαρ λοιπον εκαθητο χηρευουσα εν τω οικω του αδελφου αυτης Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 13:21" parsed="|2Sam|13|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.21" />
<sup>21</sup>Ακουσας δε ο βασιλευς Δαβιδ παντα ταυτα τα πραγματα, εθυμωθη σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 13:22" parsed="|2Sam|13|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ δεν ελαλησε μετα του Αμνων ουτε καλον ουτε κακον· διοτι εμισει ο Αβεσσαλωμ τον Αμνων, επειδη εταπεινωσε την αδελφην αυτου Θαμαρ.
<scripture passage="2Sam 13:23" parsed="|2Sam|13|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.23" />
<sup>23</sup>Και μετα δυο ολοκληρα ετη, ο Αβεσσαλωμ ειχε κουρευτας εν Βααλ-ασωρ, ητις ειναι πλησιον του Εφραιμ, και προσεκαλεσεν ο Αβεσσαλωμ παντας τους υιους του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 13:24" parsed="|2Sam|13|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.24" />
<sup>24</sup>Και ηλθεν ο Αβεσσαλωμ προς τον βασιλεα και ειπεν, Ιδου, τωρα, ο δουλος σου εχει κουρευτας· ας ελθη, παρακαλω, ο βασιλευς και οι δουλοι αυτου μετα του δουλου σου.
<scripture passage="2Sam 13:25" parsed="|2Sam|13|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Αβεσσαλωμ, Ουχι, υιε μου, ας μη ελθωμεν τωρα παντες, δια να μη ημεθα βαρος εις σε. Και εβιασεν αυτον, πλην δεν ηθελησε να υπαγη, αλλ' ευλογησεν αυτον.
<scripture passage="2Sam 13:26" parsed="|2Sam|13|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.26" />
<sup>26</sup>Τοτε ειπεν ο Αβεσσαλωμ, Αν οχι, ας ελθη καν μεθ' ημων Αμνων, ο αδελφος μου. Και ειπεν ο βασιλευς προς αυτον, Δια τι να ελθη μετα σου;
<scripture passage="2Sam 13:27" parsed="|2Sam|13|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.27" />
<sup>27</sup>πλην ο Αβεσσαλωμ εβιασεν αυτον, ωστε απεστειλε μετ' αυτου τον Αμνων και παντας τους υιους του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 13:28" parsed="|2Sam|13|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.28" />
<sup>28</sup>Τοτε προσεταξεν ο Αβεσσαλωμ τους υπηρετας αυτου λεγων. Ιδετε τωρα οταν ευφρανθη η καρδια του Αμνων εκ του οινου, και ειπω προς εσας, Παταξατε τον Αμνων, τοτε θανατωσατε αυτον· μη φοβεισθε· δεν ειμαι εγω οστις σας προσταζω; ανδριζεσθε και γινεσθε υιοι δυναμεως.
<scripture passage="2Sam 13:29" parsed="|2Sam|13|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.29" />
<sup>29</sup>Και εκαμον οι υπηρεται του Αβεσσαλωμ προς τον Αμνων, ως προσεταξεν ο Αβεσσαλωμ. Τοτε σηκωθεντες παντες οι υιοι του βασιλεως, εκαθησαν εκαστος επι της ημιονου αυτου και εφυγον.
<scripture passage="2Sam 13:30" parsed="|2Sam|13|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.30" />
<sup>30</sup>Ενω δε ουτοι ησαν καθ' οδον, η φημη εφθασε προς τον Δαβιδ, λεγουσα, Ο Αβεσσαλωμ επαταξε παντας τους υιους του βασιλεως, και δεν εναπελειφθη εξ αυτων ουδε εις.
<scripture passage="2Sam 13:31" parsed="|2Sam|13|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.31" />
<sup>31</sup>Τοτε σηκωθεις ο βασιλευς διεσχισε τα ιματια αυτου και επλαγιασε κατα γης· και παντες οι δουλοι αυτου οι περιεστωτες διεσχισαν τα ιματια αυτων.
<scripture passage="2Sam 13:32" parsed="|2Sam|13|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.32" />
<sup>32</sup>Και απεκριθη Ιωναδαβ, ο υιος του Σαμαα, αδελφου του Δαβιδ, και ειπεν, Ας μη λεγη ο κυριος μου οτι εθανατωθησαν παντες οι νεοι, οι υιοι του βασιλεως· διοτι ο Αμνων μονος απεθανεν· επειδη ο Αβεσσαλωμ ειχεν αποφασισει τουτο, αφ' ης ημερας εταπεινωσε Θαμαρ την αδελφην αυτου·
<scripture passage="2Sam 13:33" parsed="|2Sam|13|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.33" />
<sup>33</sup>τωρα λοιπον ας μη βαλη ο κυριος μου ο βασιλευς το πραγμα εν τη καρδια αυτου, λεγων οτι παντες οι υιοι του βασιλεως απεθανον· διοτι ο Αμνων μονος απεθανεν.
<scripture passage="2Sam 13:34" parsed="|2Sam|13|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.34" />
<sup>34</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ εφυγε. Και υψωσας ο νεος, ο σκοπος, τους οφθαλμους αυτου, ειδε, και ιδου, λαος πολυς επορευετο δια της οδου οπισθεν αυτου κατα το πλευρον του ορους.
<scripture passage="2Sam 13:35" parsed="|2Sam|13|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.35" />
<sup>35</sup>Και ειπεν ο Ιωναδαβ προς τον βασιλεα, Ιδου, οι υιοι του βασιλεως ερχονται κατα τον λογον του δουλου σου, ουτως εγεινε.
<scripture passage="2Sam 13:36" parsed="|2Sam|13|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.36" />
<sup>36</sup>Και ως ετελειωσε λαλων, ιδου, οι υιοι του βασιλεως ηλθον και υψωσαν την φωνην αυτων και εκλαυσαν· και ο βασιλευς ετι, και παντες οι δουλοι αυτου εκλαυσαν κλαυθμον μεγαν σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 13:37" parsed="|2Sam|13|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.37" />
<sup>37</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ εφυγε και υπηγε προς τον Θαλμαι, υιον του Αμμιουδ, βασιλεα της Γεσσουρ· και επενθησεν ο Δαβιδ δια τον υιον αυτου πασας τας ημερας.
<scripture passage="2Sam 13:38" parsed="|2Sam|13|38|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.38" />
<sup>38</sup>Ο Αβεσσαλωμ λοιπον εφυγε και υπηγεν εις Γεσσουρ, και ητο εκει τρια ετη.
<scripture passage="2Sam 13:39" parsed="|2Sam|13|39|0|0" osisRef="Bible:2Sam.13.39" />
<sup>39</sup>Επεποθησε δε ο βασιλευς Δαβιδ να υπαγη προς τον Αβεσσαλωμ, διοτι ειχε παρηγορηθη δια τον θανατον του Αμνων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 14" progress="29.41%" prev="iiSam.13" next="iiSam.15" id="iiSam.14">
<h3 id="iiSam.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.14-p1">
<scripture passage="2Sam 14:1" parsed="|2Sam|14|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.1" />
<sup>1</sup>Και εγνωρισεν ο Ιωαβ ο υιος της Σερουιας, οτι η καρδια του βασιλεως ητο εις τον Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 14:2" parsed="|2Sam|14|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο Ιωαβ εις Θεκουε και εφερεν εκειθεν γυναικα σοφην, και ειπε προς αυτην, Προσποιηθητι, παρακαλω, οτι εισαι εν πενθει και ενδυθητι ιματια πενθικα, και μη αλειφθης ελαιον, αλλ' εσο ως γυνη πενθουσα ηδη ημερας πολλας δια αποθανοντα·
<scripture passage="2Sam 14:3" parsed="|2Sam|14|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.3" />
<sup>3</sup>και υπαγε προς τον βασιλεα και λαλησον προς αυτον κατα τουτους τους λογους. Και εβαλεν ο Ιωαβ τους λογους εις το στομα αυτης.
<scripture passage="2Sam 14:4" parsed="|2Sam|14|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.4" />
<sup>4</sup>Λαλουσα δε η γυνη η Θεκωιτις προς τον βασιλεα, επεσε κατα προσωπον αυτης επι της γης και προσεκυνησε και ειπε, Σωσον, βασιλευ.
<scripture passage="2Sam 14:5" parsed="|2Sam|14|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Τι εχεις; Η δε ειπε, Γυνη χηρα, φευ ειμαι εγω, και απεθανεν ο ανηρ μου·
<scripture passage="2Sam 14:6" parsed="|2Sam|14|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.6" />
<sup>6</sup>και η δουλη σου ειχε δυο υιους, οιτινες ελογομαχησαν αμφοτεροι εν τω αγρω, και δεν ητο ο χωριζων αυτους, αλλ' επαταξεν ο εις τον αλλον και εθανατωσεν αυτον·
<scripture passage="2Sam 14:7" parsed="|2Sam|14|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.7" />
<sup>7</sup>και ιδου, εσηκωθη πασα η συγγενεια εναντιον της δουλης σου και ειπον, Παραδος τον παταξαντα τον αδελφον αυτου, δια να θανατωσωμεν αυτον, αντι της ζωης του αδελφου αυτου τον οποιον εφονευσε, και να εξολοθρευσωμεν ενταυτω τον κληρονομον· και ουτω θελουσι σβεσει τον ανθρακα μου τον εναπολειφθεντα, ωστε να μη αφησωσιν εις τον ανδρα μου ονομα μηδε απομειναριον επι το προσωπον της γης.
<scripture passage="2Sam 14:8" parsed="|2Sam|14|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς την γυναικα, Υπαγε εις τον οικον σου, και εγω θελω προσταξει υπερ σου.
<scripture passage="2Sam 14:9" parsed="|2Sam|14|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν η γυνη η Θεκωιτις προς τον βασιλεα, Κυριε μου βασιλευ, επ' εμε ας ηναι η ανομια και επι τον οικον του πατρος μου· ο δε βασιλευς και ο θρονος αυτου αθωοι.
<scripture passage="2Sam 14:10" parsed="|2Sam|14|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Οστις λαληση εναντιον σου, φερε αυτον προς εμε, και δεν θελει πλεον σε εγγισει.
<scripture passage="2Sam 14:11" parsed="|2Sam|14|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.11" />
<sup>11</sup>Η δε ειπεν, Ας ενθυμηθη, παρακαλω, ο βασιλευς Κυριον τον Θεον σου, και ας μη αφηση τους εκδικητας του αιματος να πληθυνωσι την φθοραν και να απολεσωσι τον υιον μου. Ο δε ειπε, Ζη Κυριος, ουδε μια θριξ του υιου σου δεν θελει πεσει εις την γην.
<scripture passage="2Sam 14:12" parsed="|2Sam|14|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ειπεν η γυνη, Ας λαληση, παρακαλω, η δουλη σου λογον προς τον κυριον μου τον βασιλεα. Και ειπε, Λαλησον.
<scripture passage="2Sam 14:13" parsed="|2Sam|14|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν η γυνη, Και δια τι εστοχασθης τοιουτον πραγμα κατα του λαου του Θεου; διοτι ο βασιλευς λαλει τουτο ως ανθρωπος ενοχος, επειδη ο βασιλευς δεν στελλει να επαναφερη τον εξοριστον αυτου.
<scripture passage="2Sam 14:14" parsed="|2Sam|14|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.14" />
<sup>14</sup>Διοτι αφευκτως θελομεν αποθανει, και ειμεθα ως υδωρ διακεχυμενον επι της γης, το οποιον δεν επισυναγεται παλιν· και ο Θεος δεν θελει να απολεσθη ψυχη, αλλ' εφευρισκει μεσα, ωστε ο εξοριστος να μη μενη εξωσμενος απ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 14:15" parsed="|2Sam|14|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.15" />
<sup>15</sup>Τωρα δια τουτο ηλθον να λαλησω τον λογον τουτον προς τον κυριον μου τον βασιλεα, διοτι ο λαος με εφοβισε· και η δουλη σου ειπε, θελω τωρα λαλησει προς τον βασιλεα· ισως καμη ο βασιλευς την αιτησιν της δουλης αυτου.
<scripture passage="2Sam 14:16" parsed="|2Sam|14|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ο βασιλευς θελει εισακουσει, δια να ελευθερωση την δουλην αυτου εκ χειρος του ανθρωπου του ζητουντος να εξαλειψη εμε και τον υιον μου ενταυτω απο της κληρονομιας του Θεου.
<scripture passage="2Sam 14:17" parsed="|2Sam|14|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.17" />
<sup>17</sup>Ειπε μαλιστα η δουλη σου, Ο λογος του κυριου μου του βασιλεως θελει εισθαι τωρα παρηγορητικος· διοτι ως αγγελος Θεου, ουτως ειναι ο κυριος μου ο βασιλευς, εις το να διακρινη το καλον και το κακον· και Κυριος ο Θεος σου θελει εισθαι μετα σου.
<scripture passage="2Sam 14:18" parsed="|2Sam|14|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.18" />
<sup>18</sup>Τοτε απεκριθη ο βασιλευς και ειπε προς την γυναικα, Μη κρυψης απ' εμου τωρα το πραγμα, το οποιον θελω σε ερωτησει εγω. Και ειπεν η γυνη, Ας λαληση, παρακαλω, ο κυριος μου ο βασιλευς.
<scripture passage="2Sam 14:19" parsed="|2Sam|14|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Δεν ειναι εις ολον τουτο η χειρ του Ιωαβ μετα σου; Και η γυνη απεκριθη και ειπε, Ζη η ψυχη σου, κυριε μου βασιλευ, ουδεν εκ των οσα ειπεν ο κυριος μου ο βασιλευς δεν εκλινεν ουτε δεξια ουτε αριστερα· διοτι ο δουλος σου Ιωαβ, αυτος προσεταξεν εις εμε, και αυτος εβαλε παντας τους λογους τουτους εις το στομα της δουλης σου·
<scripture passage="2Sam 14:20" parsed="|2Sam|14|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.20" />
<sup>20</sup>ο δουλος σου Ιωαβ εκαμε τουτο, να μεταστρεψω την μορφην του πραγματος τουτου· και ο κυριος μου ειναι σοφος, κατα την σοφιαν αγγελου του Θεου, εις το να γνωριζη παντα τα εν τη γη.
<scripture passage="2Sam 14:21" parsed="|2Sam|14|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ιωαβ, Ιδου, τωρα, εκαμα το πραγμα τουτο· υπαγε λοιπον, επαναφερε τον νεον, τον Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 14:22" parsed="|2Sam|14|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.22" />
<sup>22</sup>Και επεσεν ο Ιωαβ κατα προσωπον αυτου εις την γην και προσεκυνησε και ευλογησε τον βασιλεα· και ειπεν ο Ιωαβ, Σημερον ο δουλος σου γνωριζει οτι ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, κυριε μου βασιλευ, καθοτι ο βασιλευς εκαμε τον λογον του δουλου αυτου.
<scripture passage="2Sam 14:23" parsed="|2Sam|14|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.23" />
<sup>23</sup>Τοτε εσηκωθη ο Ιωαβ και υπηγεν εις Γεσσουρ και εφερε τον Αβεσσαλωμ εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 14:24" parsed="|2Sam|14|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Ας επιστρεψη εις τον οικον αυτου και ας μη ιδη το προσωπον μου. Ουτως επεστρεψεν ο Αβεσσαλωμ εις τον οικον αυτου, και δεν ειδε το προσωπον του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 14:25" parsed="|2Sam|14|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.25" />
<sup>25</sup>Εις παντα δε τον Ισραηλ δεν υπηρχεν ανθρωπος ουτω θαυμαζομενος δια την ωραιοτητα αυτου ως ο Αβεσσαλωμ· απο του ιχνους του ποδος αυτου εως της κορυφης αυτου δεν υπηρχεν εν αυτω ελαττωμα·
<scripture passage="2Sam 14:26" parsed="|2Sam|14|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.26" />
<sup>26</sup>και οποτε εκουρευε την κεφαλην αυτου, διοτι εις το τελος εκαστου ετους εκουρευεν αυτην· επειδη τα μαλλια εβαρυνον αυτον δια τουτο εκοπτεν αυτα· εζυγιζε τας τριχας της κεφαλης αυτου, και ησαν διακοσιων σικλων κατα το βασιλικον ζυγιον.
<scripture passage="2Sam 14:27" parsed="|2Sam|14|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.27" />
<sup>27</sup>Εγεννηθησαν δε εις τον Αβεσσαλωμ τρεις υιοι και μια θυγατηρ, ονοματι Θαμαρ· αυτη ητο γυνη ωραιοτατη.
<scripture passage="2Sam 14:28" parsed="|2Sam|14|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.28" />
<sup>28</sup>Και κατωκησεν ο Αβεσσαλωμ εν Ιερουσαλημ δυο ολοκληρα ετη, και το προσωπον του βασιλεως δεν ειδεν.
<scripture passage="2Sam 14:29" parsed="|2Sam|14|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.29" />
<sup>29</sup>Οθεν απεστειλεν ο Αβεσσαλωμ προς τον Ιωαβ, δια να πεμψη αυτον προς τον βασιλεα· πλην δεν ηθελησε να ελθη προς αυτον· απεστειλε παλιν εκ δευτερου, αλλα δεν ηθελησε να ελθη.
<scripture passage="2Sam 14:30" parsed="|2Sam|14|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.30" />
<sup>30</sup>Τοτε ειπε προς τους δουλους αυτου, Ιδετε, ο αγρος του Ιωαβ ειναι πλησιον του ιδικου μου, και εχει κριθην εκει· υπαγετε και κατακαυσατε αυτην εν πυρι· και κατεκαυσαν οι δουλοι του Αβεσσαλωμ τον αγρον εν πυρι.
<scripture passage="2Sam 14:31" parsed="|2Sam|14|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.31" />
<sup>31</sup>Και εσηκωθη ο Ιωαβ και ηλθε προς τον Αβεσσαλωμ εις την οικιαν και ειπε προς αυτον, Δια τι κατεκαυσαν οι δουλοι σου τον αγρον μου εν πυρι;
<scripture passage="2Sam 14:32" parsed="|2Sam|14|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ απεκριθη προς τον Ιωαβ, Ιδου, απεστειλα προς σε, λεγων, Ελθε ενταυθα, δια να σε πεμψω προς τον βασιλεα να ειπης, Δια τι ηλθον απο Γεσσουρ; ηθελεν εισθαι καλητερον δι' εμε να ημην ετι εκει· τωρα λοιπον ας ιδω το προσωπον του βασιλεως· και αν ηναι αδικια εν εμοι, ας με θανατωση.
<scripture passage="2Sam 14:33" parsed="|2Sam|14|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.14.33" />
<sup>33</sup>Τοτε ο Ιωαβ ηλθε προς τον βασιλεα και ανηγγειλε ταυτα προς αυτον· και εκαλεσε τον Αβεσσαλωμ, και ηλθε προς τον βασιλεα, και πεσων επι προσωπον αυτου εις την γην, προσεκυνησεν ενωπιον του βασιλεως· και ο βασιλευς εφιλησε τον Αβεσσαλωμ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 15" progress="29.56%" prev="iiSam.14" next="iiSam.16" id="iiSam.15">
<h3 id="iiSam.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.15-p1">
<scripture passage="2Sam 15:1" parsed="|2Sam|15|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα ητοιμασεν εις εαυτον ο Αβεσσαλωμ αμαξας και ιππους και πεντηκοντα ανδρας, δια να τρεχωσιν εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="2Sam 15:2" parsed="|2Sam|15|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκονετο ο Αβεσσαλωμ πρωι, και ιστατο εις τα πλαγια της οδου της πυλης· και οποτε τις εχων διαφοραν τινα ηρχετο προς τον βασιλεα δια κρισιν, τοτε ο Αβεσσαλωμ εκαλει αυτον προς εαυτον και ελεγεν, Εκ ποιας πολεως εισαι; Ο δε απεκρινετο, Ο δουλος σου ειναι εκ της δεινος φυλης του Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 15:3" parsed="|2Sam|15|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.3" />
<sup>3</sup>Και ελεγε προς αυτον ο Αβεσσαλωμ, Ιδε, η υποθεσις σου ειναι καλη και ορθη· πλην δεν ειναι ουδεις ο ακουων σε απο μερους του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 15:4" parsed="|2Sam|15|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.4" />
<sup>4</sup>Ελεγε προσετι ο Αβεσσαλωμ, Τις να με εδιωριζε κριτην του τοπου, δια να ερχηται προς εμε πας οστις εχει διαφοραν η κρισιν, και να δικαιονω αυτον.
<scripture passage="2Sam 15:5" parsed="|2Sam|15|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.5" />
<sup>5</sup>Και οποτε τις επλησιαζε δια να προσκυνηση αυτον, ηπλονε την χειρα αυτου και επιανεν αυτον και εφιλει αυτον.
<scripture passage="2Sam 15:6" parsed="|2Sam|15|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμνεν ο Αβεσσαλωμ κατα τουτον τον τροπον εις παντα Ισραηλιτην ερχομενον προς τον βασιλεα δια κρισιν· και υπεκλεπτεν ο Αβεσσαλωμ τας καρδιας των ανδρων Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 15:7" parsed="|2Sam|15|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.7" />
<sup>7</sup>Και εις το τελος τεσσαρακοντα ετων ειπεν ο Αβεσσαλωμ προς τον βασιλεα, Ας υπαγω, παρακαλω, δια να εκπληρωσω την ευχην μου, την οποιαν ηυχηθην εις τον Κυριον, εν Χεβρων·
<scripture passage="2Sam 15:8" parsed="|2Sam|15|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.8" />
<sup>8</sup>διοτι ο δουλος σου ηυχηθη ευχην, οτε κατωκει εν Γεσσουρ εν Συρια, λεγων· Εαν ο Κυριος με επιστρεψη τωοντι εις Ιερουσαλημ, τοτε θελω προσφερει θυσιαν εις τον Κυριον.
<scripture passage="2Sam 15:9" parsed="|2Sam|15|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Υπαγε εν ειρηνη. Και σηκωθεις, υπηγεν εις Χεβρων.
<scripture passage="2Sam 15:10" parsed="|2Sam|15|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.10" />
<sup>10</sup>Απεστειλε δε ο Αβεσσαλωμ κατασκοπους εις πασας τας φυλας του Ισραηλ, λεγων, Καθως ακουσητε την φωνην της σαλπιγγος, θελετε ειπει Ο Αβεσσαλωμ εβασιλευσεν εν Χεβρων.
<scripture passage="2Sam 15:11" parsed="|2Sam|15|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.11" />
<sup>11</sup>Και υπηγαν μετα του Αβεσσαλωμ διακοσιοι ανδρες εξ Ιερουσαλημ, κεκλημενοι και υπηγαν εν τη απλοτητι αυτων και δεν ηξευραν ουδεν.
<scripture passage="2Sam 15:12" parsed="|2Sam|15|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.12" />
<sup>12</sup>Και προσεκαλεσεν ο Αβεσσαλωμ Αχιτοφελ τον Γιλωναιον, τον συμβουλον του Δαβιδ, εκ της πολεως αυτου, εκ Γιλω, ενω προσεφερε τας θυσιας. Και η συνωμοσια ητο δυνατη και ο λαος επληθυνετο αδιακοπως πλησιον του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 15:13" parsed="|2Sam|15|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.13" />
<sup>13</sup>Ηλθε δε μηνυτης προς τον Δαβιδ λεγων, Αι καρδιαι των ανδρων Ισραηλ εστραφησαν κατοπιν του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 15:14" parsed="|2Sam|15|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς παντας τους δουλους αυτου τους μεθ' αυτου εν Ιερουσαλημ, Σηκωθητε, και ας φυγωμεν· διοτι δεν θελομεν δυνηθη να διασωθωμεν απο προσωπου του Αβεσσαλωμ· σπευσατε να αναχωρησωμεν, δια να μη επιταχυνη και καταφθαση ημας και σπρωξη το κακον εφ' ημας και παταξη την πολιν εν στοματι μαχαιρας.
<scripture passage="2Sam 15:15" parsed="|2Sam|15|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.15" />
<sup>15</sup>Και οι δουλοι του βασιλεως ειπαν προς τον βασιλεα, Εις παν, ο, τι εκλεξη ο κυριος μου ο βασιλευς, ιδου, οι δουλοι σου.
<scripture passage="2Sam 15:16" parsed="|2Sam|15|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.16" />
<sup>16</sup>Και εξηλθεν ο βασιλευς και πας ο οικος αυτου κατοπιν αυτου. Και αφηκεν ο βασιλευς τας δεκα γυναικας τας παλλακας δια να φυλαττωσι τον οικον.
<scripture passage="2Sam 15:17" parsed="|2Sam|15|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθεν ο βασιλευς και πας ο λαος κατοπιν αυτου, και εσταθησαν εις τοπον μακραν απεχοντα.
<scripture passage="2Sam 15:18" parsed="|2Sam|15|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.18" />
<sup>18</sup>Και παντες οι δουλοι αυτου επορευοντο πλησιον αυτου· και παντες οι Χερεθαιοι και παντες οι Φελεθαιοι και παντες οι Γετθαιοι, εξακοσιοι ανδρες, οι ελθοντες οπισω αυτου απο Γαθ, προεπορευοντο εμπροσθεν του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 15:19" parsed="|2Sam|15|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς προς Ιτται τον Γετθαιον, Δια τι ερχεσαι και συ μεθ' ημων; επιστρεψον και κατοικει μετα του βασιλεως, διοτι εισαι ξενος, και μαλιστα εισαι μετωκισμενος εκ του τοπου σου·
<scripture passage="2Sam 15:20" parsed="|2Sam|15|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.20" />
<sup>20</sup>χθες ηλθες, και σημερον θελω σε καμει να περιπλανασαι μεθ' ημων; εγω δε υπαγω οπου δυνηθω· επιστρεψον και λαβε και τους αδελφους σου· ελεος και αληθεια μετα σου.
<scripture passage="2Sam 15:21" parsed="|2Sam|15|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.21" />
<sup>21</sup>Ο δε Ιτται απεκριθη προς τον βασιλεα και ειπε, Ζη Κυριος, και ζη ο κυριος μου ο βασιλευς, οπου και αν ηναι ο κυριος μου ο βασιλευς, ειτε εις θανατον, ειτε εις ζωην, βεβαιως εκει θελει εισθαι και ο δουλος σου.
<scripture passage="2Sam 15:22" parsed="|2Sam|15|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιτται, Ελθε λοιπον, και διαβαινε. Και διεβη ο Ιτται ο Γετθαιος και παντες οι ανδρες αυτου και παντα τα παιδια τα μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 15:23" parsed="|2Sam|15|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.23" />
<sup>23</sup>Ολος δε ο τοπος εκλαιε μετα φωνης μεγαλης, και διεβαινε πας ο λαος· διεβη και ο βασιλευς τον χειμαρρον Κεδρων· και πας ο λαος διεβη κατα την οδον της ερημου.
<scripture passage="2Sam 15:24" parsed="|2Sam|15|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.24" />
<sup>24</sup>Και ιδου, προσετι ο Σαδωκ και παντες οι Λευιται μετ' αυτου, φεροντες την κιβωτον της διαθηκης του Θεου· και εστησαν την κιβωτον του Θεου· ανεβη δε ο Αβιαθαρ, αφου ετελειωσε πας ο λαος διαβαινων απο της πολεως.
<scripture passage="2Sam 15:25" parsed="|2Sam|15|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Σαδωκ, Αποστρεψον την κιβωτον του Θεου εις την πολιν· εαν ευρω χαριν εις τους οφθαλμους του Κυριου, θελει με καμει να επιστρεψω και να ιδω αυτην και το κατοικητηριον αυτου·
<scripture passage="2Sam 15:26" parsed="|2Sam|15|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.26" />
<sup>26</sup>αλλ' εαν ειπη ουτω, Δεν εχω ευαρεσκειαν εις σε, ιδου, εγω, ας καμη εις εμε ο, τι φανη αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="2Sam 15:27" parsed="|2Sam|15|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.27" />
<sup>27</sup>Ο βασιλευς ειπεν ετι προς Σαδωκ τον ιερεα, Δεν εισαι συ ο βλεπων; επιστρεψον εις την πολιν εν ειρηνη, και Αχιμαας ο υιος σου και Ιωναθαν ο υιος του Αβιαθαρ, οι δυο υιοι σας μεθ' υμων·
<scripture passage="2Sam 15:28" parsed="|2Sam|15|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.28" />
<sup>28</sup>ιδετε, εγω θελω μενει εις τας πεδιαδας της ερημου, εωσου ελθη λογος παρ' υμων δια να μοι αναγγειλη.
<scripture passage="2Sam 15:29" parsed="|2Sam|15|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.29" />
<sup>29</sup>Ο Σαδωκ λοιπον και ο Αβιαθαρ επανεφεραν την κιβωτον του Θεου εις Ιερουσαλημ και εμειναν εκει.
<scripture passage="2Sam 15:30" parsed="|2Sam|15|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.30" />
<sup>30</sup>Ο δε Δαβιδ ανεβαινε δια της αναβασεως των Ελαιων, αναβαινων και κλαιων και εχων την κεφαλην αυτου κεκαλυμμενην και περιπατων ανυποδητος· και πας ο λαος ο μετ' αυτου ειχεν εκαστος κεκαλυμμενην την κεφαλην αυτου, και ανεβαινον πορευομενοι και κλαιοντες.
<scripture passage="2Sam 15:31" parsed="|2Sam|15|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.31" />
<sup>31</sup>Και απηγγειλαν προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Ο Αχιτοφελ ειναι μεταξυ των συνωμοτων μετα του Αβεσσαλωμ. Και ειπεν ο Δαβιδ, Κυριε, δεομαι σου, διασκεδασον την βουλην του Αχιτοφελ.
<scripture passage="2Sam 15:32" parsed="|2Sam|15|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.32" />
<sup>32</sup>Και οτε ηλθεν ο Δαβιδ εις την κορυφην του ορους, οπου προσεκυνησε τον Θεον, ιδου, ηλθεν εις συναντησιν αυτου Χουσαι ο Αρχιτης, εχων διεσχισμενον τον χιτωνα αυτου και χωμα επι της ο κεφαλης αυτου.
<scripture passage="2Sam 15:33" parsed="|2Sam|15|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.33" />
<sup>33</sup>Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Εαν διαβης μετ' εμου, θελεις βεβαιως εισθαι φορτιον επ' εμε·
<scripture passage="2Sam 15:34" parsed="|2Sam|15|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.34" />
<sup>34</sup>εαν ομως επιστρεψης εις την πολιν και ειπης προς τον Αβεσσαλωμ, Θελω εισθαι δουλος σου, βασιλευ· καθως εσταθην δουλος του πατρος σου μεχρι τουδε, ουτω θελω εισθαι τωρα δουλος σου· τοτε δυνασαι υπερ εμου να ανατρεψης την βουλην του Αχιτοφελ·
<scripture passage="2Sam 15:35" parsed="|2Sam|15|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.35" />
<sup>35</sup>και δεν ειναι εκει μετα σου ο Σαδωκ και ο Αβιαθαρ, οι ιερεις; παν ο, τι λοιπον ηθελες ακουσει εκ του οικου του βασιλεως, θελεις αναγγειλει προς τον Σαδωκ και Αβιαθαρ, τους ιερεις·
<scripture passage="2Sam 15:36" parsed="|2Sam|15|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.36" />
<sup>36</sup>ιδου, εκει μετ' αυτων οι δυο υιοι αυτων, Αχιμαας ο του Σαδωκ και Ιωναθαν ο του Αβιαθαρ· και δι' αυτων θελετε αποστελλει προς εμε παν ο, τι ακουσητε.
<scripture passage="2Sam 15:37" parsed="|2Sam|15|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.15.37" />
<sup>37</sup>Και καθως εισηλθεν εις την πολιν ο Χουσαι ο φιλος του Δαβιδ, ο Αβεσσαλωμ ηλθεν εις Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 16" progress="29.70%" prev="iiSam.15" next="iiSam.17" id="iiSam.16">
<h3 id="iiSam.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.16-p1">
<scripture passage="2Sam 16:1" parsed="|2Sam|16|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ο Δαβιδ επερασεν ολιγον κορυφην, ιδου, Σιβα, ο υπηρετης του Μεμφιβοσθε, συνηντησεν αυτον, μετα δυο ονων σαμαρωμενων, εχων επ' αυτους διακοσιους αρτους και εκατον βοτρυς σταφιδων και εκατον αρμαθιας θερινων καρπων και ασκον οινου.
<scripture passage="2Sam 16:2" parsed="|2Sam|16|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Σιβα, Δια τι φερεις ταυτα; Ο δε Σιβα ειπεν, Οι ονοι ειναι δια την οικογενειαν του βασιλεως δια να επικαθηται, και οι αρτοι και οι θερινοι καρποι δια να τρωγωσιν οι νεοι· ο δε οινος, δια να πινωσιν οσοι ατονισωσιν εν τη ερημω.
<scripture passage="2Sam 16:3" parsed="|2Sam|16|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς, Και που ειναι ο υιος του κυριου σου; Και ειπεν ο Σιβα προς τον βασιλεα, Ιδου, καθηται εν Ιερουσαλημ· διοτι ειπε, Σημερον ο οικος Ισραηλ θελει επιστρεψει προς εμε την βασιλειαν του πατρος μου.
<scripture passage="2Sam 16:4" parsed="|2Sam|16|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Σιβα, Ιδου, ιδικα σου ειναι παντα τα υπαρχοντα του Μεμφιβοσθε. Και ειπεν ο Σιβα, Δεομαι υποκλινως να ευρω χαριν εις τους οφθαλμους σου, κυριε μου βασιλευ.
<scripture passage="2Sam 16:5" parsed="|2Sam|16|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηλθεν ο βασιλευς Δαβιδ εως Βαουρειμ, ιδου, εξηρχετο εκειθεν ανθρωπος εκ της συγγενειας του οικου του Σαουλ, ονομαζομενος Σιμει, υιος του Γηρα· και εξελθων, ηρχετο καταρωμενος.
<scripture passage="2Sam 16:6" parsed="|2Sam|16|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.6" />
<sup>6</sup>Και ερριπτε λιθους επι τον Δαβιδ και επι παντας τους δουλους του βασιλεως Δαβιδ· πας δε ο λαος και παντες οι δυνατοι ησαν εκ δεξιων αυτου και εξ αριστερων αυτου.
<scripture passage="2Sam 16:7" parsed="|2Sam|16|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.7" />
<sup>7</sup>Και ουτως ελεγεν ο Σιμει καταρωμενος, Εξελθε, εξελθε, ανηρ αιματων και ανηρ κακοποιε·
<scripture passage="2Sam 16:8" parsed="|2Sam|16|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.8" />
<sup>8</sup>επεστρεψεν ο Κυριος κατα σου παντα τα αιματα του οικου του Σαουλ, αντι του οποιου εβασιλευσας· και παρεδωκεν ο Κυριος την βασιλειαν εις την χειρα Αβεσσαλωμ του υιου σου· και ιδου, συ επιασθης εν τη κακια σου, διοτι εισαι ανηρ αιματων.
<scripture passage="2Sam 16:9" parsed="|2Sam|16|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ειπε προς τον βασιλεα Αβισαι ο υιος της Σερουιας, Δια τι ουτος ο νεκρος κυων καταραται τον κυριον μου τον βασιλεα; αφες, παρακαλω, να περασω και να κοψω την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="2Sam 16:10" parsed="|2Sam|16|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.10" />
<sup>10</sup>Ο δε βασιλευς ειπε, Τι μεταξυ εμου και ημων, υιοι της Σερουιας; ας καταραται, διοτι ο Κυριος ειπε προς αυτον, Καταρασθητι τον Δαβιδ. Τις λοιπον θελει ειπει, Δια τι εκαμες ουτω;
<scripture passage="2Sam 16:11" parsed="|2Sam|16|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αβισαι και προς παντας τους δουλους αυτου, Ιδου, ο υιος μου, ο εξελθων εκ των σπλαγχνων μου ζητει την ζωην μου· ποσω μαλλον τωρα ο Βενιαμιτης; αφησατε αυτον, και ας καταραται, διοτι ο Κυριος προσεταξεν αυτον·
<scripture passage="2Sam 16:12" parsed="|2Sam|16|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.12" />
<sup>12</sup>ισως επιβλεψη ο Κυριος επι την θλιψιν μου, και ανταποδωση ο Κυριος εις εμε αγαθον αντι της καταρας τουτου την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="2Sam 16:13" parsed="|2Sam|16|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.13" />
<sup>13</sup>Και επορευοντο ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου εις την οδον, ο δε Σιμει επορευετο κατα τα πλευρα του ορους απεναντι αυτου, και κατηρατο πορευομενος και ερριπτε λιθους κατ' αυτου και εσκονιζε με χωμα.
<scripture passage="2Sam 16:14" parsed="|2Sam|16|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.14" />
<sup>14</sup>Και ηλθεν ο βασιλευς, και πας ο λαος ο μετ' αυτου, εκλελυμενοι και ανεπαυθησαν εκει.
<scripture passage="2Sam 16:15" parsed="|2Sam|16|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.15" />
<sup>15</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ και πας ο λαος, οι ανδρες Ισραηλ, ηλθον εις Ιερουσαλημ, και ο Αχιτοφελ μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 16:16" parsed="|2Sam|16|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ηλθε προς τον Αβεσσαλωμ Χουσαι ο Αρχιτης, ο φιλος του Δαβιδ, ειπεν ο Χουσαι προς τον Αβεσσαλωμ, Ζητω ο βασιλευς· ζητω ο βασιλευς.
<scripture passage="2Sam 16:17" parsed="|2Sam|16|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Αβεσσαλωμ ειπε προς τον Χουσαι, τουτο ειναι το ελεος σου προς τον φιλον σου; δια τι δεν υπηγες μετα του φιλου σου;
<scripture passage="2Sam 16:18" parsed="|2Sam|16|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Χουσαι προς τον Αβεσσαλωμ, Ουχι· αλλ' εκεινου, τον οποιον εξελεξεν ο Κυριος και ουτος ο λαος και παντες οι ανδρες Ισραηλ, τουτου θελω εισθαι και μετα τουτου θελω κατοικει·
<scripture passage="2Sam 16:19" parsed="|2Sam|16|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.19" />
<sup>19</sup>και επειτα, ποιον θελω δουλευει εγω; ουχι εμπροσθεν του υιου αυτου; καθως εδουλευσα εμπροσθεν του πατρος σου, ουτω θελω εισθαι εμπροσθεν σου.
<scripture passage="2Sam 16:20" parsed="|2Sam|16|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.20" />
<sup>20</sup>Τοτε ειπεν ο Αβεσσαλωμ προς τον Αχιτοφελ, Συμβουλευθητε μεταξυ σας τι θελομεν καμει.
<scripture passage="2Sam 16:21" parsed="|2Sam|16|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Αχιτοφελ προς τον Αβεσσαλωμ, Εισελθε εις τας παλλακας του πατρος σου, τας οποιας αφηκε δια να φυλαττωσι τον οικον· και θελει ακουσει πας ο Ισραηλ, οτι εγεινες μισητος εις τον πατερα σου· και θελουσιν ενδυναμωθη αι χειρες παντων των μετα σου.
<scripture passage="2Sam 16:22" parsed="|2Sam|16|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.22" />
<sup>22</sup>Εστησαν λοιπον εις τον Αβεσσαλωμ σκηνην επι του δωματος, και εισηλθεν ο Αβεσσαλωμ εις τας παλλακας του πατρος αυτου, ενωπιον παντος του Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 16:23" parsed="|2Sam|16|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.16.23" />
<sup>23</sup>Και η συμβουλη του Αχιτοφελ, την οποιαν εδιδε κατ' εκεινας τας ημερας, ητο ως εαν τις ηθελε συμβουλευθη τον Θεον· ουτως ενομιζετο πασα συμβουλη του Αχιτοφελ και εις τον Δαβιδ και εις τον Αβεσσαλωμ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 17" progress="29.79%" prev="iiSam.16" next="iiSam.18" id="iiSam.17">
<h3 id="iiSam.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.17-p1">
<scripture passage="2Sam 17:1" parsed="|2Sam|17|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.1" />
<sup>1</sup>Και ο Αχιτοφελ ειπε προς τον Αβεσσαλωμ, Ας εκλεξω τωρα δωδεκα χιλιαδας ανδρων και σηκωθεις, ας καταδιωξω οπισω του Δαβιδ την νυκτα·
<scripture passage="2Sam 17:2" parsed="|2Sam|17|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.2" />
<sup>2</sup>και θελω επελθει κατ' αυτου, ενω ειναι αποκαμωμενος και εκλελυμενος τας χειρας, και θελω κατατρομαξει αυτον· και πας ο λαος ο μετ' αυτου θελει φυγει, και θελω παταξει τον βασιλεα μεμονωμενον·
<scripture passage="2Sam 17:3" parsed="|2Sam|17|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.3" />
<sup>3</sup>και θελω επιστρεψει παντα τον λαον προς σε· διοτι ο ανηρ, τον οποιον συ ζητεις, ειναι ως εαν παντες επεστρεφον· πας δε ο λαος θελει εισθαι εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 17:4" parsed="|2Sam|17|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.4" />
<sup>4</sup>Και ηρεσεν ο λογος εις τον Αβεσσαλωμ και εις παντας τους πρεσβυτερους του Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 17:5" parsed="|2Sam|17|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ειπεν ο Αβεσσαλωμ, Καλεσον τωρα και Χουσαι τον Αρχιτην, και ας ακουσωμεν τι λεγει και αυτος.
<scripture passage="2Sam 17:6" parsed="|2Sam|17|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.6" />
<sup>6</sup>Και οτε εισηλθεν ο Χουσαι προς τον Αβεσσαλωμ, ειπε προς αυτον ο Αβεσσαλωμ, λεγων, Ο Αχιτοφελ ελαλησε κατα τουτον τον τροπον· πρεπει να καμωμεν κατα τον λογον αυτου η ουχι; λαλησον συ.
<scripture passage="2Sam 17:7" parsed="|2Sam|17|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Χουσαι προς τον Αβεσσαλωμ, Δεν ειναι καλη η συμβουλη, την οποιαν εδωκεν ο Αχιτοφελ ταυτην την φοραν.
<scripture passage="2Sam 17:8" parsed="|2Sam|17|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Χουσαι, συ εξευρεις τον πατερα σου και τους ανδρας αυτου, οτι ειναι δυνατοι και καταπικροι την ψυχην, ως αρκτος στερηθεισα των τεκνων αυτης εν τη πεδιαδι και ο πατηρ σου ειναι ανηρ πολεμιστης και δεν θελει μεινει την νυκτα μετα του λαου·
<scripture passage="2Sam 17:9" parsed="|2Sam|17|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.9" />
<sup>9</sup>ιδου, τωρα ειναι κεκρυμμενος εν λακκω τινι η εν αλλω τινι τοπω· και εαν πεσωσι τινες εξ αυτων εις την αρχην, πας οστις ακουση θελει ειπει, θραυσις εγεινεν εις τον λαον, τον ακολουθουντα τον Αβεσσαλωμ·
<scripture passage="2Sam 17:10" parsed="|2Sam|17|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.10" />
<sup>10</sup>τοτε και ο ανδρειος, του οποιου η καρδια ειναι ως η καρδια του λεοντος, θελει πανταπασι νεκρωθη· διοτι πας ο Ισραηλ εξευρει, οτι ο πατηρ σου ειναι δυνατος· και οι μετ' αυτου, ανδρες δυναμεως·
<scripture passage="2Sam 17:11" parsed="|2Sam|17|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.11" />
<sup>11</sup>δια ταυτα εγω συμβουλευω να συναχθη προς σε πας ο Ισραηλ, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, ως η αμμος η παρα την θαλασσαν κατα το πληθος, και να υπαγης προσωπικως να πολεμησης·
<scripture passage="2Sam 17:12" parsed="|2Sam|17|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.12" />
<sup>12</sup>ουτω θελομεν επελθει κατ' αυτου εις οντινα τοπον ευρεθη, και θελομεν πεσει επ' αυτον ως πιπτει η δροσος επι την γην· ωστε εξ αυτου και εκ παντων των ανθρωπων των μετ' αυτου δεν θελει μεινει ουδε εις·
<scripture passage="2Sam 17:13" parsed="|2Sam|17|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.13" />
<sup>13</sup>εαν δε καταφυγη εις πολιν τινα, τοτε πας ο Ισραηλ θελει φερει κατα της πολεως εκεινης σχοινια, και θελομεν συρει αυτην εως του χειμαρρου, ωστε να μη μεινη εκει ουδε λιθαριον.
<scripture passage="2Sam 17:14" parsed="|2Sam|17|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Αβεσσαλωμ και παντες οι ανδρες Ισραηλ, Καλητερα ειναι η συμβουλη του Χουσαι του Αρχιτου παρα την συμβουλην του Αχιτοφελ. Διοτι ο Κυριος διεταξε να διασκεδαση την καλην συμβουλην του Αχιτοφελ, δια να επιφερη ο Κυριος το κακον επι τον Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 17:15" parsed="|2Sam|17|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Χουσαι προς τον Σαδωκ και προς τον Αβιαθαρ, τους ιερεις, Ουτω και ουτω συνεβουλευσεν ο Αχιτοφελ τον Αβεσσαλωμ και τους πρεσβυτερους του Ισραηλ, και ουτω και ουτω συνεβουλευσα εγω·
<scripture passage="2Sam 17:16" parsed="|2Sam|17|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.16" />
<sup>16</sup>τωρα λοιπον αποστειλατε ταχεως και αναγγειλατε προς τον Δαβιδ, λεγοντες, Μη μεινης την νυκτα ταυτην εν ταις πεδιασι της ερημου, αλλα σπευσον να διαπερασης, δια να μη καταποθη ο βασιλευς και πας ο λαος ο μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 17:17" parsed="|2Sam|17|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Ιωναθαν και ο Αχιμαας ισταντο πλησιον της Εν-ρωγηλ, διοτι δεν ετολμων να φανωσιν οτι εισηρχοντο εις την πολιν· και υπηγε παιδισκη τις και απηγγειλε προς αυτους το πραγμα· οι δε υπηγαν και απηγγειλαν προς τον βασιλεα Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 17:18" parsed="|2Sam|17|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.18" />
<sup>18</sup>Νεος τις δε ιδων αυτους, απηγγειλε προς τον Αβεσσαλωμ· πλην και οι δυο υπηγαν ταχεως και εισηλθον εις την οικιαν τινος εν Βαουρειμ, οστις ειχε φρεαρ εν τη αυλη αυτου, και κατεβησαν εκει.
<scripture passage="2Sam 17:19" parsed="|2Sam|17|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.19" />
<sup>19</sup>Και η γυνη λαβουσα καλυμμα εξηπλωσεν επι το στομιον του φρεατος, και εχυσεν επ' αυτο κοπανισμενον σιτον· ωστε δεν εγνωσθη το πραγμα.
<scripture passage="2Sam 17:20" parsed="|2Sam|17|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.20" />
<sup>20</sup>Και ελθοντες οι δουλοι του Αβεσσαλωμ εις την οικιαν προς την γυναικα, ειπον, Που ειναι ο Αχιμαας και ο Ιωναθαν; Η δε γυνη ειπε προς αυτους, Διεβησαν το ρυακιον του υδατος. Και αφου εζητησαν και δεν ευρηκαν αυτους, επεστρεψαν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 17:21" parsed="|2Sam|17|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.21" />
<sup>21</sup>Αφου δε εκεινοι ανεχωρησαν, ανεβησαν εκ του φρεατος και υπηγαν και απηγγειλαν προς τον βασιλεα Δαβιδ και ειπον προς τον Δαβιδ, Σηκωθητε και περασατε ταχεως το υδωρ· διοτι ουτω συνεβουλευσεν εναντιον σας ο Αχιτοφελ.
<scripture passage="2Sam 17:22" parsed="|2Sam|17|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.22" />
<sup>22</sup>Τοτε εσηκωθη ο Δαβιδ και πας ο λαος ο μετ' αυτου και διεβησαν τον Ιορδανην· μεχρι του χαραγματος της ημερας δεν ελειψεν ουδε εις εξ αυτων, οστις δεν διεβη τον Ιορδανην.
<scripture passage="2Sam 17:23" parsed="|2Sam|17|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Αχιτοφελ, ιδων οτι η συμβουλη αυτου δεν εξετελεσθη, εσαμαρωσε τον ονον αυτου και σηκωθεις, ανεχωρησε προς τον οικον αυτου, εις την πολιν αυτου· και αφου διεταξε τα του οικου αυτου, εκρεμασθη και απεθανε και εταφη εν τω ταφω του πατρος αυτου.
<scripture passage="2Sam 17:24" parsed="|2Sam|17|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.24" />
<sup>24</sup>Και ο Δαβιδ ηλθεν εις Μαχαναιμ· ο δε Αβεσσαλωμ διεβη τον Ιορδανην, αυτος και παντες οι ανδρες Ισραηλ μετ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 17:25" parsed="|2Sam|17|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.25" />
<sup>25</sup>Και κατεστησεν ο Αβεσσαλωμ αρχιστρατηγον τον Αμασα αντι του Ιωαβ. Ητο δε ο Αμασα υιος ανδρος ονομαζομενου Ιθρα, Ισραηλιτου, οστις εισηλθε προς την Αβιγαιαν, θυγατερα του Ναας, αδελφην Σερουιας, της μητρος του Ιωαβ.
<scripture passage="2Sam 17:26" parsed="|2Sam|17|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.26" />
<sup>26</sup>Και εστρατοπεδευσαν ο Ισραηλ και ο Αβεσσαλωμ εν γη Γαλααδ.
<scripture passage="2Sam 17:27" parsed="|2Sam|17|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.27" />
<sup>27</sup>Οτε δε ηλθεν ο Δαβιδ εις Μαχαναιμ, Σωβει, ο υιος του Ναας απο Ραββα εκ των υιων Αμμων, και Μαχειρ, ο υιος του Αμμηλ απο Λο-δεβαρ, και Βαρζελλαι ο Γαλααδιτης απο Ρωγελλιμ,
<scripture passage="2Sam 17:28" parsed="|2Sam|17|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.28" />
<sup>28</sup>εφεραν κλινας και λεκανας και σκευη πηλινα και σιτον και κριθην και αλευρον και σιτον πεφρυγανισμενον και κυαμους και φακην και οσπρια πεφρυγανισμενα,
<scripture passage="2Sam 17:29" parsed="|2Sam|17|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.17.29" />
<sup>29</sup>και μελι και βουτυρον και προβατα και τυρους βοος προς τον Δαβιδ και προς τον λαον τον μετ' αυτου, δια να φαγωσι διοτι ειπον, Ο λαος ειναι πεινασμενος και εκλελυμενος και διψασμενος εν τη ερημω.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 18" progress="29.91%" prev="iiSam.17" next="iiSam.19" id="iiSam.18">
<h3 id="iiSam.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.18-p1">
<scripture passage="2Sam 18:1" parsed="|2Sam|18|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.1" />
<sup>1</sup>Και απηριθμησεν ο Δαβιδ τον λαον τον μετ' αυτου, και κατεστησεν επ' αυτους χιλιαρχους και εκατονταρχους.
<scripture passage="2Sam 18:2" parsed="|2Sam|18|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο Δαβιδ τον λαον, εν τριτον υπο την χειρα του Ιωαβ, και εν τριτον υπο την χειρα του Αβισαι, υιου της Σερουιας, αδελφου του Ιωαβ, και εν τριτον υπο την χειρα Ιτται του Γετθαιου. Και ειπεν ο βασιλευς προς τον λαον, Θελω βεβαιως εξελθει και εγω μεθ' υμων.
<scripture passage="2Sam 18:3" parsed="|2Sam|18|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.3" />
<sup>3</sup>Ο λαος ομως απεκριθη, Δεν θελεις εξελθει διοτι, εαν τραπωμεν εις φυγην, δεν μελει αυτους περι ημων· ουδε εαν το ημισυ εξ ημων αποθανη, δεν μελει αυτους περι ημων· επειδη τωρα συ εισαι ως ημεις δεκα χιλιαδες· οθεν τωρα ειναι καλητερον να ησαι βοηθος ημων εκ της πολεως.
<scripture passage="2Sam 18:4" parsed="|2Sam|18|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτους ο βασιλευς, Ο, τι σας φαινεται καλον, θελω καμει. Και εσταθη ο βασιλευς εις το πλαγιον της πυλης· και πας ο λαος εξηρχετο κατα εκατονταδας και κατα χιλιαδας.
<scripture passage="2Sam 18:5" parsed="|2Sam|18|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.5" />
<sup>5</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς εις τον Ιωαβ και εις τον Αβισαι και εις τον Ιτται, λεγων, Σωσατε μοι τον νεον, τον Αβεσσαλωμ. Και πας ο λαος ηκουσεν, ενω ο βασιλευς προσεταττεν εις παντας τους αρχοντας υπερ του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 18:6" parsed="|2Sam|18|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.6" />
<sup>6</sup>Εξηλθε λοιπον ο λαος εις το πεδιον εναντιον του Ισραηλ· και η μαχη εγεινεν εν τω δασει Εφραιμ.
<scripture passage="2Sam 18:7" parsed="|2Sam|18|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.7" />
<sup>7</sup>Και κατετροπωθη εκει ο λαος Ισραηλ υπο των δουλων του Δαβιδ· και εγεινεν εκει την ημεραν εκεινην θραυσις μεγαλη, εικοσι χιλιαδων.
<scripture passage="2Sam 18:8" parsed="|2Sam|18|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.8" />
<sup>8</sup>διοτι η μαχη εγεινεν εκει διεσπαρμενη επι το προσωπον ολου του τοπου· και το δασος κατεφαγε πλειοτερον λαον, παρ' οσον κατεφαγεν η μαχαιρα, την ημεραν εκεινην.
<scripture passage="2Sam 18:9" parsed="|2Sam|18|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.9" />
<sup>9</sup>Και συνηντησεν ο Αβεσσαλωμ τους δουλους του Δαβιδ. Και εκαθητο ο Αβεσσαλωμ επι ημιονου, και εισηλθεν ο ημιονος υπο τους πυκνους κλαδους μεγαλης δρυος, και επιασθη η κεφαλη αυτου εις την δρυν, και εκρεμασθη αναμεσον του ουρανου και της γης· ο δε ημιονος ο υποκατω αυτου διεπερασεν.
<scripture passage="2Sam 18:10" parsed="|2Sam|18|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.10" />
<sup>10</sup>Ιδων δε ανηρ τις, απηγγειλε προς τον Ιωαβ, και ειπεν, Ιδου, ειδον τον Αβεσσαλωμ κρεμαμενον εις δρυν.
<scripture passage="2Sam 18:11" parsed="|2Sam|18|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ιωαβ προς τον ανδρα, τον απαγγειλαντα προς αυτον, Και ιδου, ειδες, και δια τι παταξας δεν κατεβαλες αυτον εκει εις την γην; βεβαιως ηθελον σοι δωσει δεκα σικλους αργυριου και μιαν ζωνην.
<scripture passage="2Sam 18:12" parsed="|2Sam|18|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.12" />
<sup>12</sup>Ο δε ανηρ ειπε προς τον Ιωαβ, Και χιλιοι σικλοι αργυριου αν ηθελον μετρηθη εις την παλαμην μου, δεν ηθελον βαλει την χειρα μου επι τον υιον του βασιλεως· διοτι εις επηκοον ημων προσεταξεν ο βασιλευς εις σε και εις τον Αβισαι και εις τον Ιτται, λεγων, Φυλαχθητε μη εγγιση μηδεις τον νεον, τον Αβεσσαλωμ·
<scripture passage="2Sam 18:13" parsed="|2Sam|18|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.13" />
<sup>13</sup>αλλα και εαν ηθελον πραξει δολιως εναντιον της ζωης μου, δεν κρυπτεται ουδεν απο του βασιλεως· και συ ηθελες σταθη εναντιος.
<scripture passage="2Sam 18:14" parsed="|2Sam|18|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ειπεν ο Ιωαβ, Δεν πρεπει να χρονοτριβω ουτω μετα σου. Και λαβων εις την χειρα αυτου τρια βελη, διεπερασεν αυτα δια της καρδιας του Αβεσσαλωμ, ενω ετι εζη εν τω μεσω της δρυος.
<scripture passage="2Sam 18:15" parsed="|2Sam|18|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.15" />
<sup>15</sup>Και περικυκλωσαντες δεκα νεοι, οι βασταζοντες τα οπλα του Ιωαβ, επαταξαν τον Αβεσσαλωμ και εθανατωσαν αυτον.
<scripture passage="2Sam 18:16" parsed="|2Sam|18|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.16" />
<sup>16</sup>Και εσαλπισεν ο Ιωαβ δια της σαλπιγγος, και επεστρεψεν ο λαος απο του να καταδιωκη οπισω του Ισραηλ· διοτι ανεχαιτισεν ο Ιωαβ τον λαον.
<scripture passage="2Sam 18:17" parsed="|2Sam|18|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.17" />
<sup>17</sup>Και λαβοντες τον Αβεσσαλωμ, ερριψαν αυτον εις λακκον μεγαν εντος του δασους· και εστησαν επ' αυτον σωρον λιθων μεγαν σφοδρα· και πας ο Ισραηλ εφυγεν εκαστος εις την σκηνην αυτου.
<scripture passage="2Sam 18:18" parsed="|2Sam|18|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.18" />
<sup>18</sup>Ετι δε ζων ο Αβεσσαλωμ ειχε λαβει και στησει δι' εαυτον στηλην, την εν τη κοιλαδι του βασιλεως· διοτι ειπεν, Δεν εχω υιον δια να διατηρη την μνημην του ονοματος μου· και εκαλεσε την στηλην με το ονομα αυτου· και καλειται εως της ημερας ταυτης Στηλη του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 18:19" parsed="|2Sam|18|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ειπεν Αχιμαας ο υιος του Σαδωκ, Ας τρεξω τωρα και ας φερω προς τον βασιλεα αγγελιας, οτι ο Κυριος εξεδικησεν αυτον εκ χειρος των εχθρων αυτου.
<scripture passage="2Sam 18:20" parsed="|2Sam|18|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιωαβ, Δεν θελεις εισθαι την ημεραν ταυτην αγγελιαφορος, αλλ' εις αλλην ημεραν θελεις φερει αγγελιας· εις ταυτην δε την ημεραν δεν θελεις φερει αγγελιας, επειδη ο υιος του βασιλεως απεθανε.
<scripture passage="2Sam 18:21" parsed="|2Sam|18|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.21" />
<sup>21</sup>Τοτε ειπεν ο Ιωαβ προς τον Χουσει, Υπαγε, απαγγειλον προς τον βασιλεα οσα ειδες. Και ο Χουσει προσεκυνησε τον Ιωαβ και ετρεξε.
<scripture passage="2Sam 18:22" parsed="|2Sam|18|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.22" />
<sup>22</sup>Τοτε Αχιμαας ο υιος του Σαδωκ ειπε παλιν προς τον Ιωαβ, Αλλ' ο, τι και αν ηναι, ας τρεξω και εγω, παρακαλω, κατοπιν του Χουσει. Ο δε Ιωαβ ειπε, Δια τι θελεις να τρεξης, τεκνον μου, ενω δεν εχεις αρμοδιους αγγελιας;
<scripture passage="2Sam 18:23" parsed="|2Sam|18|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' ο, τι και αν ηναι, ειπεν, ας τρεξω. Τοτε ειπε προς αυτον, Τρεχε. Και ετρεξεν ο Αχιμαας δια της οδου της πεδιαδος και επερασε τον Χουσει.
<scripture passage="2Sam 18:24" parsed="|2Sam|18|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.24" />
<sup>24</sup>Εκαθητο δε ο Δαβιδ μεταξυ των δυο πυλων· και ανεβη ο σκοπος εις το δωμα της πυλης, επι το τειχος, και υψωσας τους οφθαλμους αυτου, ειδε, και ιδου, ανθρωπος τρεχων μονος.
<scripture passage="2Sam 18:25" parsed="|2Sam|18|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.25" />
<sup>25</sup>Και ανεβοησεν ο σκοπος και απηγγειλε προς τον βασιλεα. Και ο βασιλευς ειπεν, Εαν ηναι μονος, εχει αγγελιας εις το στομα αυτου. Και ηρχετο προχωρων και επλησιαζε.
<scripture passage="2Sam 18:26" parsed="|2Sam|18|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.26" />
<sup>26</sup>Και ειδεν ο σκοπος αλλον ανθρωπον τρεχοντα· και ανεβοησεν ο σκοπος προς τον θυρωρον, και ειπεν, Ιδου, αλλος ανθρωπος τρεχων μονος. Και ειπεν ο βασιλευς, Και ουτος ειναι αγγελιαφορος.
<scripture passage="2Sam 18:27" parsed="|2Sam|18|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο σκοπος, Το τρεξιμον του πρωτου μοι φαινεται ως το τρεξιμον του Αχιμαας, υιου του Σαδωκ. Και ειπεν ο βασιλευς, Καλος ανθρωπος ειναι ουτος και ερχεται με αγαθας αγγελιας.
<scripture passage="2Sam 18:28" parsed="|2Sam|18|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.28" />
<sup>28</sup>Και εβοησεν ο Αχιμαας και ειπε προς τον βασιλεα, Χαιρε. και προσεκυνησε τον βασιλεα κατα προσωπον αυτου εως εδαφους· και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος σου, οστις παρεδωκε τους ανθρωπους, τους σηκωσαντας την χειρα αυτων κατα του κυριου μου του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 18:29" parsed="|2Sam|18|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Υγιαινει ο νεος, ο Αβεσσαλωμ; Και απεκριθη ο Αχιμαας, Οτε ο Ιωαβ απεστελλε τον δουλον του βασιλεως, και εμε τον δουλον σου, ειδον τον μεγαν θορυβον, πλην δεν ηξευρον τι ητο.
<scripture passage="2Sam 18:30" parsed="|2Sam|18|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Στρεψον, σταθητι εκει. Και εστραφη και εσταθη.
<scripture passage="2Sam 18:31" parsed="|2Sam|18|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.31" />
<sup>31</sup>Και ιδου, ηλθεν ο Χουσει· και ειπεν ο Χουσει, Αγγελιας, κυριε μου βασιλευ· διοτι ο Κυριος σε εξεδικησε την ημεραν ταυτην εκ χειρος παντων των επανισταμενων επι σε.
<scripture passage="2Sam 18:32" parsed="|2Sam|18|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Χουσει, Υγιαινει ο νεος, ο Αβεσσαλωμ; Και απεκριθη ο Χουσει, ειθε να γεινωσιν ως ο νεος εκεινος οι εχθροι του κυριου μου του βασιλεως, και παντες οι επανισταμενοι επι σε δια κακον.
<scripture passage="2Sam 18:33" parsed="|2Sam|18|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.18.33" />
<sup>33</sup>Και εταραχθη ο βασιλευς και ανεβη εις το υπερωον της πυλης, και εκλαυσε· και ενω επορευετο, ελεγεν ουτως· Υιε μου Αβεσσαλωμ, υιε μου, υιε μου Αβεσσαλωμ· ειθε να απεθνησκον εγω αντι σου, Αβεσσαλωμ, υιε μου, υιε μου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 19" progress="30.06%" prev="iiSam.18" next="iiSam.20" id="iiSam.19">
<h3 id="iiSam.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.19-p1">
<scripture passage="2Sam 19:1" parsed="|2Sam|19|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.1" />
<sup>1</sup>Και ανηγγελθη προς τον Ιωαβ, Ιδου, ο βασιλευς κλαιει και πενθει δια τον Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="2Sam 19:2" parsed="|2Sam|19|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.2" />
<sup>2</sup>Και εν τη ημερα εκεινη η σωτηρια μετεβληθη εις πενθος εν παντι τω λαω· διοτι ηκουσεν ο λαος να λεγωσιν εν τη ημερα εκεινη, Ο βασιλευς ειναι περιλυπος δια τον υιον αυτου.
<scripture passage="2Sam 19:3" parsed="|2Sam|19|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.3" />
<sup>3</sup>Και εισηρχετο ο λαος εν τη ημερα εκεινη κρυφιως εις την πολιν, ως λαος οστις κρυπτεται αισχυνομενος, οταν εν τη μαχη τραπη εις φυγην.
<scripture passage="2Sam 19:4" parsed="|2Sam|19|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.4" />
<sup>4</sup>Ο δε βασιλευς εκαλυψε το προσωπον αυτου, και εβοα ο βασιλευς εν φωνη μεγαλη, Υιε μου Αβεσσαλωμ, Αβεσσαλωμ, υιε μου, υιε μου.
<scripture passage="2Sam 19:5" parsed="|2Sam|19|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.5" />
<sup>5</sup>Και εισελθων ο Ιωαβ εις τον οικον προς τον βασιλεα, ειπε, Κατησχυνας σημερον τα προσωπα παντων των δουλων σου, οιτινες εσωσαν σημερον την ζωην σου και την ζωην των υιων σου και των θυγατερων σου και την ζωην των γυναικων σου και την ζωην των παλλακων σου·
<scripture passage="2Sam 19:6" parsed="|2Sam|19|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.6" />
<sup>6</sup>επειδη αγαπας τους μισουντας σε και μισεις τους αγαπωντας σε· διοτι εδειξας σημερον, οτι δεν ειναι παρα σοι ουδεν οι αρχοντες σου και οι δουλοι σου· διοτι σημερον εγνωρισα, οτι εαν ο Αβεσσαλωμ εζη και ημεις παντες απεθνησκομεν σημερον, τοτε ηθελεν εισθαι αρεστον εις σε·
<scripture passage="2Sam 19:7" parsed="|2Sam|19|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον σηκωθητι, εξελθε και λαλησον κατα την καρδιαν των δουλων σου· διοτι ομνυω εις τον Κυριον, εαν δεν εξελθης, δεν θελει μεινει μετα σου την νυκτα ταυτην ουδε εις· και τουτο θελει εισθαι εις σε χειροτεραν υπερ παντα τα κακα, οσα ηλθον επι σε εκ νεοτητος σου μεχρι του νυν.
<scripture passage="2Sam 19:8" parsed="|2Sam|19|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εσηκωθη ο βασιλευς και εκαθησεν εν τη πυλη. Και ανηγγειλαν προς παντα τον λαον, λεγοντες, Ιδου, ο βασιλευς καθηται εν τη πυλη. Και ηλθε πας ο λαος εμπροσθεν του βασιλεως. Ο δε Ισραηλ εφυγεν εκαστος εις την σκηνην αυτου.
<scripture passage="2Sam 19:9" parsed="|2Sam|19|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.9" />
<sup>9</sup>Και ητο πας ο λαος εις εριδα κατα πασας τας φυλας του Ισραηλ, λεγοντες, Ο βασιλευς εσωσεν ημας εκ χειρος των εχθρων ημων· και αυτος ηλευθερωσεν ημας εκ χειρος των Φιλισταιων· και τωρα εφυγεν εκ του τοπου εξ αιτιας του Αβεσσαλωμ·
<scripture passage="2Sam 19:10" parsed="|2Sam|19|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.10" />
<sup>10</sup>ο δε Αβεσσαλωμ, τον οποιον εχρισαμεν βασιλεα εφ' ημας, απεθανεν εν τη μαχη· τωρα λοιπον δια τι δεν λαλειτε να επιστρεψωμεν τον βασιλεα;
<scripture passage="2Sam 19:11" parsed="|2Sam|19|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.11" />
<sup>11</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς Δαβιδ προς τον Σαδωκ και προς τον Αβιαθαρ, τους ιερεις, λεγων, Λαλησατε προς τους πρεσβυτερους του Ιουδα, λεγοντες, Δια τι εισθε οι εσχατοι εις το να επιστρεψητε τον βασιλεα εις τον οικον αυτου; διοτι οι λογοι παντος του Ισραηλ εφθασαν προς τον βασιλεα εις τον οικον αυτου·
<scripture passage="2Sam 19:12" parsed="|2Sam|19|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.12" />
<sup>12</sup>σεις εισθε αδελφοι μου, σεις οστα μου και σαρξ μου· δια τι λοιπον εισθε οι εσχατοι εις το να επιστρεψητε τον βασιλεα;
<scripture passage="2Sam 19:13" parsed="|2Sam|19|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.13" />
<sup>13</sup>προς τον Αμασα μαλιστα ειπατε, Δεν εισαι συ οστουν μου και σαρξ μου; ουτω να καμη ο Θεος εις εμε και ουτω να προσθεση, εαν δεν γεινης αρχιστρατηγος παντοτε εμπροσθεν μου αντι του Ιωαβ.
<scripture passage="2Sam 19:14" parsed="|2Sam|19|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.14" />
<sup>14</sup>Και εκλινε την καρδιαν παντων των ανδρων Ιουδα ως ενος ανθρωπου· και απεστειλαν προς τον βασιλεα, λεγοντες, Επιστρεψον συ και παντες οι δουλοι σου.
<scripture passage="2Sam 19:15" parsed="|2Sam|19|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.15" />
<sup>15</sup>Επεστρεψε λοιπον ο βασιλευς και ηλθεν εως του Ιορδανου. Και ο Ιουδας ηλθεν εις Γαλγαλα, δια να υπαγη εις συναντησιν του βασιλεως, να διαβιβαση τον βασιλεα δια του Ιορδανου.
<scripture passage="2Sam 19:16" parsed="|2Sam|19|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.16" />
<sup>16</sup>Εσπευσε δε Σιμει ο υιος του Γηρα, ο Βενιαμιτης, εκ Βαουρειμ, και κατεβη μετα των ανδρων Ιουδα εις συναντησιν του βασιλεως Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 19:17" parsed="|2Sam|19|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.17" />
<sup>17</sup>Και ησαν μετ' αυτου χιλιοι ανδρες εκ του Βενιαμιν, και Σιβα ο δουλος του οικου του Σαουλ, και οι δεκαπεντε υιοι αυτου και εικοσι δουλοι αυτου μετ' αυτου· και διεβησαν τον Ιορδανην ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 19:18" parsed="|2Sam|19|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.18" />
<sup>18</sup>Επειτα επερασεν η λεμβος δια να διαβιβαση την οικογενειαν του βασιλεως, και να καμη ο, τι ηθελε φανη εις αυτον αρεστον. Και Σιμει ο υιος του Γηρα επεσεν ενωπιον του βασιλεως, ενω διεβαινε τον Ιορδανην·
<scripture passage="2Sam 19:19" parsed="|2Sam|19|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.19" />
<sup>19</sup>και ειπε προς τον βασιλεα, Ας μη λογαριαση ο κυριος μου ανομιαν εις εμε, και μη ενθυμηθης την ανομιαν, την οποιαν επραξεν ο δουλος σου, καθ' ην ημεραν εξηρχετο ο κυριος μου ο βασιλευς εξ Ιερουσαλημ, ωστε να βαλη τουτο ο βασιλευς εν τη καρδια αυτου·
<scripture passage="2Sam 19:20" parsed="|2Sam|19|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.20" />
<sup>20</sup>διοτι ο δουλος σου εγνωρισεν οτι εγω ημαρτον· και ιδου εγω ηλθον σημερον προτερος παντος του οικου Ιωσηφ, δια να καταβω εις συναντησιν του κυριου μου του βασιλεως.
<scripture passage="2Sam 19:21" parsed="|2Sam|19|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.21" />
<sup>21</sup>Και απεκριθη ο Αβισαι ο υιος της Σερουιας, λεγων, Δεν πρεπει ο Σιμει να θανατωθη δια τουτο, διοτι κατηρασθη τον κεχρισμενον του Κυριου;
<scripture passage="2Sam 19:22" parsed="|2Sam|19|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.22" />
<sup>22</sup>Αλλ' ο Δαβιδ ειπε, Τι μεταξυ εμου και υμων, υιοι της Σερουιας, ωστε γινεσθε σημερον επιβουλοι εις εμε; πρεπει την ημεραν ταυτην να θανατωθη ανθρωπος εν Ισραηλ; διοτι δεν γνωριζω εγω οτι σημερον ειμαι βασιλευς επι τον Ισραηλ;
<scripture passage="2Sam 19:23" parsed="|2Sam|19|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Σιμει, Δεν θελεις αποθανει. Και ωμοσε προς αυτον ο βασιλευς.
<scripture passage="2Sam 19:24" parsed="|2Sam|19|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.24" />
<sup>24</sup>Και Μεμφιβοσθε, ο υιος του Σαουλ, κατεβη εις συναντησιν του βασιλεως· και ουτε τους ποδας αυτου ειχε νιψει ουτε τον πωγωνα αυτου ευπρεπισει ουτε τα ιματια αυτου ειχε πλυνει, αφ' ης ημερας ο βασιλευς ανεχωρησε μεχρι της ημερας καθ' ην επεστρεψεν εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 19:25" parsed="|2Sam|19|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.25" />
<sup>25</sup>Και οτε ηλθεν εις Ιερουσαλημ προς συναντησιν του βασιλεως, ο βασιλευς ειπε προς αυτον, Δια τι δεν ηλθες μετ' εμου, Μεμφιβοσθε;
<scripture passage="2Sam 19:26" parsed="|2Sam|19|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.26" />
<sup>26</sup>Ο δε απεκριθη, Κυριε μου βασιλευ, ο δουλος μου με ηπατησε· διοτι ο δουλος σου ειπε, Θελω στρωσει δι' εμαυτον τον ονον, και θελω αναβη επ' αυτον και υπαγει προς τον βασιλεα· διοτι ο δουλος σου ειναι χωλος·
<scripture passage="2Sam 19:27" parsed="|2Sam|19|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.27" />
<sup>27</sup>και εσυκοφαντησε τον δουλον σου προς τον κυριον μου τον βασιλεα· πλην ο κυριος μου ο βασιλευς ειναι ως αγγελος Θεου· καμε λοιπον το αρεστον εις τους οφθαλμους σου·
<scripture passage="2Sam 19:28" parsed="|2Sam|19|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.28" />
<sup>28</sup>διοτι πας ο οικος του πατρος μου δεν ητο παρα αξιος θανατου ενωπιον του κυριου μου του βασιλεως· συ ομως κατεταξας τον δουλον σου μεταξυ εκεινων οιτινες ετρωγον επι της τραπεζης σου· και τι δικαιον εχω εγω πλεον, και δια τι να παραπονωμαι ετι προς τον βασιλεα;
<scripture passage="2Sam 19:29" parsed="|2Sam|19|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.29" />
<sup>29</sup>Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Δια τι λαλεις ετι περι των πραγματων σου; εγω ειπα, Συ και ο Σιβα διαμοιρασθητε τους αγρους.
<scripture passage="2Sam 19:30" parsed="|2Sam|19|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο Μεμφιβοσθε προς τον βασιλεα, Και τα παντα ας λαβη, αφου ο κυριος μου ο βασιλευς επεστρεψεν εις τον οικον αυτου εν ειρηνη.
<scripture passage="2Sam 19:31" parsed="|2Sam|19|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.31" />
<sup>31</sup>Και ο Βαρζελλαι ο Γαλααδιτης κατεβη απο Ρωγελλιμ και διεβη τον Ιορδανην μετα του βασιλεως, δια να συμπροπεμψη αυτον εως περαν του Ιορδανου.
<scripture passage="2Sam 19:32" parsed="|2Sam|19|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.32" />
<sup>32</sup>Ητο δε ο Βαρζελλαι ανθρωπος γερων σφοδρα, ογδοηκοντα ετων ηλικιας· και διετρεφε τον βασιλεα, οτε εκαθητο εν Μαχαναιμ· διοτι ητο ανθρωπος μεγας σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 19:33" parsed="|2Sam|19|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.33" />
<sup>33</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Βαρζελλαι, Διαβα συ μετ' εμου, και θελω σε τρεφει μετ' εμου εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 19:34" parsed="|2Sam|19|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.34" />
<sup>34</sup>Ο δε Βαρζελλαι ειπε προς τον βασιλεα, Ποσαι ειναι αι ημεραι των ετων της ζωης μου, ωστε να αναβω μετα του βασιλεως εις Ιερουσαλημ;
<scripture passage="2Sam 19:35" parsed="|2Sam|19|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.35" />
<sup>35</sup>ειμαι σημερον ογδοηκοντα ετων ηλικιας· δυναμαι να καμω διακρισιν μεταξυ καλου και κακου; δυναται ο δουλος σου να αισθανθη τι τρωγω, η τι πινω; δυναμαι να ακουσω πλεον την φωνην των αδοντων η των αδουσων; δια τι λοιπον ο δουλος σου να ηναι ετι και φορτιον εις τον κυριον μου τον βασιλεα;
<scripture passage="2Sam 19:36" parsed="|2Sam|19|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.36" />
<sup>36</sup>ο δουλος σου θελει διαβη τον Ιορδανην μετα του βασιλεως μεχρις ολιγου διαστηματος· και δια τι ο βασιλευς ηθελε καμει εις εμε την ανταποδοσιν ταυτην;
<scripture passage="2Sam 19:37" parsed="|2Sam|19|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.37" />
<sup>37</sup>ας επιστρεψη ο δουλος σου, παρακαλω, δια να αποθανω εν τη πολει μου και να ενταφιασθω πλησιον του ταφου του πατρος μου και της μητρος μου· πλην ιδου, ο δουλος σου Χιμαμ· ας διαβη μετα του κυριου μου του βασιλεως· και καμε εις αυτον ο, τι φανη αρεστον εις τους οφθαλμους σου.
<scripture passage="2Sam 19:38" parsed="|2Sam|19|38|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Μετ' εμου θελει διαβη ο Χιμαμ, και εγω θελω καμει εις αυτον ο, τι φαινεται αρεστον εις τους οφθαλμους σου· και εις σε θελω καμει παν ο, τι ζητησης παρ' εμου.
<scripture passage="2Sam 19:39" parsed="|2Sam|19|39|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.39" />
<sup>39</sup>Και διεβη πας ο λαος τον Ιορδανην. Και οτε διεβη ο βασιλευς, κατεφιλησεν ο βασιλευς τον Βαρζελλαι και ευλογησεν αυτον· ο δε επεστρεψεν εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="2Sam 19:40" parsed="|2Sam|19|40|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.40" />
<sup>40</sup>Τοτε διεβη ο βασιλευς εις Γαλγαλα, και ο Χιμαμ διεβη μετ' αυτου· και πας ο λαος του Ιουδα και ετι το ημισυ του λαου Ισραηλ διεβιβασαν τον βασιλεα.
<scripture passage="2Sam 19:41" parsed="|2Sam|19|41|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.41" />
<sup>41</sup>Και ιδου, παντες οι ανδρες Ισραηλ ηλθον προς τον βασιλεα και ειπον προς τον βασιλεα, Δια τι σε εκλεψαν οι αδελφοι ημων, οι ανδρες Ιουδα, και διεβιβασαν τον βασιλεα και την οικογενειαν αυτου, δια του Ιορδανου, και παντας τους ανδρας του Δαβιδ μετ' αυτου;
<scripture passage="2Sam 19:42" parsed="|2Sam|19|42|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.42" />
<sup>42</sup>Και απεκριθησαν παντες οι ανδρες Ιουδα προς τους ανδρας Ισραηλ, Διοτι ο βασιλευς ειναι συγγενης ημων· και τι θυμονετε δια το πραγμα τουτο; μηπως εφαγομεν τι εκ του βασιλεως; η εδωκεν εις ημας δωρον;
<scripture passage="2Sam 19:43" parsed="|2Sam|19|43|0|0" osisRef="Bible:2Sam.19.43" />
<sup>43</sup>Και απεκριθησαν οι ανδρες Ισραηλ προς τους ανδρας Ιουδα και ειπον, Ημεις εχομεν δεκα μερη εις τον βασιλεα, και μαλιστα εχομεν εις τον Δαβιδ πλειοτερον παρα σεις· δια τι λοιπον περιφρονειτε ημας; και δεν ελαλησαμεν ημεις πρωτοι μεταξυ ημων περι της επιστροφης του βασιλεως ημων; Και οι λογοι των ανδρων Ιουδα ησαν σκληροτεροι παρα τους λογους των ανδρων Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 20" progress="30.25%" prev="iiSam.19" next="iiSam.21" id="iiSam.20">
<h3 id="iiSam.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.20-p1">
<scripture passage="2Sam 20:1" parsed="|2Sam|20|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.1" />
<sup>1</sup>Συνεπεσε δε να ηναι εκει ανθρωπος τις διεστραμμενος, ονομαζομενος Σεβα, υιος του Βιχρει, Βενιαμιτης· και εσαλπισε δια της σαλπιγγος και ειπε, Δεν εχομεν ημεις μερος εις τον Δαβιδ, ουδε εχομεν κληρονομιαν εις τον υιον του Ιεσσαι· Ισραηλ, εις τας σκηνας αυτου εκαστος.
<scripture passage="2Sam 20:2" parsed="|2Sam|20|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.2" />
<sup>2</sup>Και ανεβη πας ανηρ Ισραηλ απο οπισθεν του Δαβιδ, και ηκολουθησε Σεβα τον υιον του Βιχρει· οι δε ανδρες Ιουδα εμειναν προσκεκολλημενοι εις τον βασιλεα αυτων, απο του Ιορδανου εως Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Sam 20:3" parsed="|2Sam|20|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθεν ο Δαβιδ εις τον οικον αυτου εις Ιερουσαλημ· και ελαβεν ο βασιλευς τας δεκα γυναικας τας παλλακας, τας οποιας ειχεν αφησει δια να φυλαττωσι τον οικον, και εβαλεν αυτας εις οικον φυλαξεως και ετρεφεν αυτας· πλην δεν εισηλθε προς αυτας· και εμειναν αποκεκλεισμεναι μεχρι της ημερας του θανατου αυτων, ζωσαι εν χηρεια.
<scripture passage="2Sam 20:4" parsed="|2Sam|20|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.4" />
<sup>4</sup>Ειπε δε ο βασιλευς προς τον Αμασα, Συναξον εις εμε τους ανδρας Ιουδα εντος τριων ημερων, και συ να παρευρεθης ενταυθα.
<scripture passage="2Sam 20:5" parsed="|2Sam|20|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.5" />
<sup>5</sup>Και υπηγεν ο Αμασα να συναξη τον Ιουδαν· εβραδυνεν ομως υπερ τον ωρισμενον καιρον, τον οποιον ειχε διορισει εις αυτον.
<scripture passage="2Sam 20:6" parsed="|2Sam|20|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αβισαι, Τωρα ο Σεβα ο υιος του Βιχρει θελει καμει εις ημας μεγαλητερον κακον παρα τον Αβεσσαλωμ· λαβε συ τους δουλους του κυριου σου και καταδιωξον οπισω αυτου, δια να μη ευρη εις εαυτον πολεις οχυρας και διασωθη απ' εμπροσθεν ημων.
<scripture passage="2Sam 20:7" parsed="|2Sam|20|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.7" />
<sup>7</sup>Και εξηλθον οπισω αυτου οι ανδρες του Ιωαβ και οι Χερεθαιοι και οι Φελεθαιοι και παντες οι δυνατοι· και εξηλθον απο Ιερουσαλημ, δια να καταδιωξωσιν οπισω του Σεβα, υιου του Βιχρει.
<scripture passage="2Sam 20:8" parsed="|2Sam|20|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.8" />
<sup>8</sup>Οτε εφθασαν πλησιον της μεγαλης πετρας, της εν Γαβαων, ο Αμασα ηλθεν εις συναντησιν αυτων. Ο δε Ιωαβ ειχε περιεζωσμενον το ιματιον, το οποιον ητο ενδεδυμενος, και επ' αυτο περιεζωσμενην την μαχαιραν, κρεμαμενην εις την οσφυν αυτου εν τη θηκη αυτης· και καθως εξηλθεν αυτος, επεσε.
<scripture passage="2Sam 20:9" parsed="|2Sam|20|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ιωαβ προς τον Αμασα, Υγιαινεις, αδελφε μου; Και επιασεν ο Ιωαβ τον Αμασα με την δεξιαν αυτου χειρα απο του πωγωνος, δια να φιληση αυτον.
<scripture passage="2Sam 20:10" parsed="|2Sam|20|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.10" />
<sup>10</sup>Ο δε Αμασα δεν εφυλαχθη την μαχαιραν, ητις ητο εν τη χειρι του Ιωαβ· και ο Ιωαβ επαταξεν αυτον δι' αυτης εις την πεμπτην πλευραν, και εχυσε τα εντοσθια αυτου κατα γης και δεν εδευτερωσεν εις αυτον· και απεθανε. Τοτε ο Ιωαβ και Αβισαι ο αδελφος αυτου κατεδιωξαν οπισω του Σεβα, υιου του εν Βιχρει.
<scripture passage="2Sam 20:11" parsed="|2Sam|20|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.11" />
<sup>11</sup>Εις δε εκ των ανθρωπων του Ιωαβ εσταθη πλησιον του Αμασα και ειπεν, Οστις αγαπα τον Ιωαβ, και οστις ειναι του Δαβιδ, ας ακολουθη τον Ιωαβ.
<scripture passage="2Sam 20:12" parsed="|2Sam|20|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Αμασα εκειτο αιματοκυλισμενος εκ μεσω της οδου. Και οτε ειδεν ουτος ο ανηρ οτι πας ο λαος ιστατο, εσυρε τον Αμασα εκ της οδου εις τον αγρον, και ερριψεν επ' αυτον ιματιον, καθως ειδεν οτι πας ο ερχομενος προς αυτον ιστατο.
<scripture passage="2Sam 20:13" parsed="|2Sam|20|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.13" />
<sup>13</sup>Αφου μετετοπισθη εκ της οδου, ο πας ο λαος επερασεν οπισω του Ιωαβ, δια να καταδιωξωσι τον Σεβα, υιον του Βιχρει.
<scripture passage="2Sam 20:14" parsed="|2Sam|20|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.14" />
<sup>14</sup>Εκεινος δε διηλθε δια πασων των φυλων του Ισραηλ εις Αβελ και εις Βαιθ-μααχα, μετα παντων των Βηριτων, οιτινες συνηχθησαν ομου και ηκολουθησαν αυτον και αυτοι.
<scripture passage="2Sam 20:15" parsed="|2Sam|20|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ηλθον και επολιορκησαν αυτον εν Αβελ-βαιθ-μααχα, και υψωσαν προχωμα εναντιον της πολεως, στησαντες αυτο πλησιον του προτειχισματος, και πας ο λαος, ο μετα του Ιωαβ, διωρυσσον το τειχος δια να κρημνισωσιν αυτο.
<scripture passage="2Sam 20:16" parsed="|2Sam|20|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.16" />
<sup>16</sup>Τοτε γυνη τις σοφη εβοησεν εκ της πολεως, Ακουσατε, ακουσατε· ειπατε, παρακαλω, προς τον Ιωαβ, Πλησιασον εως ενταυθα, και θελω λαλησει προς σε.
<scripture passage="2Sam 20:17" parsed="|2Sam|20|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.17" />
<sup>17</sup>Και οτε επλησιασεν εις αυτην, η γυνη ειπε, Συ εισαι ο Ιωαβ; Ο δε απεκριθη, Εγω. Τοτε ειπε προς αυτον, Ακουσον τους λογους της δουλης σου. Και απεκριθη, Ακουω.
<scripture passage="2Sam 20:18" parsed="|2Sam|20|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε, λεγουσα, Εσυνειθιζον να λεγωσι τον παλαιον καιρον, λεγοντες, Ας υπαγωσι να ζητησωσι συμβουλην εις Αβελ· και ουτως ετελειοναν την υποθεσιν·
<scripture passage="2Sam 20:19" parsed="|2Sam|20|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.19" />
<sup>19</sup>εγω ειμαι εκ των ειρηνικων και πιστων του Ισραηλ· συ ζητεις να καταστρεψης πολιν, μαλιστα μητροπολιν μεταξυ του Ισραηλ· δια τι θελεις να αφανισης την κληρονομιαν του Κυριου;
<scripture passage="2Sam 20:20" parsed="|2Sam|20|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.20" />
<sup>20</sup>Και αποκριθεις ο Ιωαβ, ειπε, Μη γενοιτο, μη γενοιτο εις εμε να αφανισω η να καταστρεψω
<scripture passage="2Sam 20:21" parsed="|2Sam|20|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.21" />
<sup>21</sup>το πραγμα δεν ειναι ουτως· αλλα ανηρ τις εκ του ορους Εφραιμ, ονομαζομενος Σεβα, υιος Βιχρει, εσηκωσε την χειρα αυτου κατα του βασιλεως, κατα του Δαβιδ· παραδος αυτον μονον, και θελω αναχωρησει απο της πολεως. Και ειπεν η γυνη προς τον Ιωαβ, Ιδου, η κεφαλη αυτου θελει ριφθη προς σε απο του τειχους.
<scripture passage="2Sam 20:22" parsed="|2Sam|20|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.22" />
<sup>22</sup>Και ηλθεν η γυνη προς παντα τον λαον λαλουσα εν τη σοφια αυτης. Και εκοψαν την κεφαλην του Σεβα, υιου του Βιχρει, και ερριψαν προς τον Ιωαβ. Τοτε εσαλπισε δια της σαλπιγγος και διεκορπισθησαν απο της πολεως, εκαστος εις την σκηνην αυτου. Και ο Ιωαβ εστρεψεν εις Ιερουσαλημ προς τον βασιλεα.
<scripture passage="2Sam 20:23" parsed="|2Sam|20|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.23" />
<sup>23</sup>Ητο δε ο Ιωαβ επι παντος του στρατευματος του Ισραηλ· ο δε Βεναιας, ο υιος του Ιωδαε, επι των Χερεθαιων και επι των Φελεθαιων·
<scripture passage="2Sam 20:24" parsed="|2Sam|20|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.24" />
<sup>24</sup>και Αδωραμ ητο επι των φορων· και Ιωσαφατ, ο υιος του Αχιλουδ, υπομνηματογραφος·
<scripture passage="2Sam 20:25" parsed="|2Sam|20|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.25" />
<sup>25</sup>και ο Σεβα, Γραμματευς· ο δε Σαδωκ και Αβιαθαρ, ιερεις·
<scripture passage="2Sam 20:26" parsed="|2Sam|20|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.20.26" />
<sup>26</sup>και ετι Ιρας, ο Ιαειριτης, ητο αυλαρχης πλησιον του Δαβιδ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 21" progress="30.36%" prev="iiSam.20" next="iiSam.22" id="iiSam.21">
<h3 id="iiSam.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.21-p1">
<scripture passage="2Sam 21:1" parsed="|2Sam|21|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.1" />
<sup>1</sup>Εγεινε δε πεινα εν ταις ημεραις του Δαβιδ τρια ετη κατα συνεχειαν· και ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον· και ο Κυριος απεκριθη, Τουτο εγεινεν εξ αιτιας του Σαουλ και του φονικου οικου αυτου, διοτι εθανατωσε τους Γαβαωνιτας.
<scripture passage="2Sam 21:2" parsed="|2Sam|21|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.2" />
<sup>2</sup>Και εκαλεσεν ο βασιλευς τους Γαβαωνιτας και ειπε προς αυτους· οι δε Γαβαωνιται δεν ησαν των υιων Ισραηλ, αλλ' εκ των εναπολειφθεντων Αμορραιων· και οι υιοι Ισραηλ ειχον ομοσει προς αυτους· ο δε Σαουλ εζητησε να θανατωση αυτους απο του ζηλου αυτου προς τους υιους Ισραηλ και Ιουδα.
<scripture passage="2Sam 21:3" parsed="|2Sam|21|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.3" />
<sup>3</sup>Ο Δαβιδ λοιπον ειπε προς τους Γαβαωνιτας, Τι θελω καμει εις εσας; και με τι θελω καμει εξιλεωσιν, δια να ευλογησητε την κληρονομιαν του Κυριου;
<scripture passage="2Sam 21:4" parsed="|2Sam|21|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.4" />
<sup>4</sup>Οι δε Γαβαωνιται ειπον προς αυτον, Ημεις ουτε περι αργυριου ουτε περι χρυσιου εχομεν να καμωμεν μετα του Σαουλ η μετα του οικου αυτου· ουδε ζητουμεν να θανατωσης δια ημας ανθρωπον εκ του Ισραηλ. Και ειπεν, Ο, τι ειπητε, θελω καμει εις εσας.
<scripture passage="2Sam 21:5" parsed="|2Sam|21|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.5" />
<sup>5</sup>Και απεκριθησαν προς τον βασιλεα, Του ανθρωπου, οστις ηφανισεν ημας και οστις εμηχανευθη να εξολοθρευση ημας, ωστε να μη υπαρχωμεν εις ουδεν εκ των οριων του Ισραηλ,
<scripture passage="2Sam 21:6" parsed="|2Sam|21|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.6" />
<sup>6</sup>ας παραδοθωσιν εις ημας επτα ανθρωποι εκ των υιων αυτου, και θελομεν κρεμασει αυτους προς τον Κυριον εν Γαβαα του Σαουλ, του εκλεκτου του Κυριου. Και ειπεν ο βασιλευς, Εγω θελω παραδωσει αυτους.
<scripture passage="2Sam 21:7" parsed="|2Sam|21|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.7" />
<sup>7</sup>Τον Μεμφιβοσθε ομως, τον υιον του Ιωναθαν, υιου του Σαουλ, εφεισθη ο βασιλευς, δια τον ορκον του Κυριου τον μεταξυ αυτων, μεταξυ του Δαβιδ και Ιωναθαν υιου του Σαουλ.
<scripture passage="2Sam 21:8" parsed="|2Sam|21|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.8" />
<sup>8</sup>Ελαβε δε ο βασιλευς τους δυο υιους της Ρεσφα, θυγατρος του Αια, τους οποιους εγεννησεν εις τον Σαουλ, τον Αρμονει και Μεμφιβοσθε· και τους πεντε υιους της Μιχαλ, θυγατρος του Σαουλ, τους οποιους εγεννησεν εις τον Αδριηλ, υιον του Βαρζελλαι του Μεωλαθιτου·
<scripture passage="2Sam 21:9" parsed="|2Sam|21|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.9" />
<sup>9</sup>και παρεδωκεν αυτους εις τας χειρας των Γαβαωνιτων, και εκρεμασαν αυτους εις τον λοφον ενωπιον του Κυριου· και επεσον ομου και οι επτα και εθανατωθησαν εν ταις ημεραις του θερισμου, εν ταις πρωταις, κατα την αρχην του θερισμου των κριθων.
<scripture passage="2Sam 21:10" parsed="|2Sam|21|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.10" />
<sup>10</sup>Η δε Ρεσφα, η θυγατηρ του Αια, ελαβε σακκον και εστρωσεν αυτον εις εαυτην επι τον βραχον, απο της αρχης του θερισμου εωσου εσταξεν επ' αυτων υδωρ εκ του ουρανου, και δεν αφινεν ουτε τα πετεινα του ουρανου να καθισωσιν επ' αυτων την ημεραν ουτε τα θηρια του αγρου την νυκτα.
<scripture passage="2Sam 21:11" parsed="|2Sam|21|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.11" />
<sup>11</sup>Και ανηγγελθη προς τον Δαβιδ τι εκαμεν η Ρεσφα, η θυγατηρ του Αια, παλλακη του Σαουλ.
<scripture passage="2Sam 21:12" parsed="|2Sam|21|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.12" />
<sup>12</sup>Και υπηγεν ο Δαβιδ και ελαβε τα οστα του Σαουλ και τα οστα του Ιωναθαν του υιου αυτου, παρα των ανδρων της Ιαβεις-γαλααδ, οιτινες ειχον κλεψει αυτα εκ της πλατειας Βαιθ-σαν, οπου οι Φιλισταιοι εκρεμασαν αυτους, καθ' ην ημεραν οι Φιλισταιοι εθανατωσαν τον Σαουλ εν Γελβουε·
<scripture passage="2Sam 21:13" parsed="|2Sam|21|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.13" />
<sup>13</sup>και ανεβιβασεν εκειθεν τα οστα του Σαουλ και τα οστα Ιωναθαν του υιου αυτου· και εσυναξαν τα οστα των κρεμασθεντων.
<scripture passage="2Sam 21:14" parsed="|2Sam|21|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.14" />
<sup>14</sup>Και εθαψαν τα οστα του Σαουλ και Ιωναθαν του υιου αυτου εν γη Βενιαμιν εν Σηλα, εν τω ταφω του Κεις, του πατρος αυτου· και εκαμον παντα οσα προσεταξεν ο βασιλευς. Και μετα ταυτα εξιλεωθη ο Θεος προς την γην.
<scripture passage="2Sam 21:15" parsed="|2Sam|21|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.15" />
<sup>15</sup>Εγεινε δε παλιν πολεμος των Φιλισταιων μετα του Ισραηλ· και κατεβη ο Δαβιδ και οι δουλοι αυτου μετ' αυτου και επολεμησαν εναντιον των Φιλισταιων, και απεκαμεν ο Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 21:16" parsed="|2Sam|21|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Ισβι-βενωβ, ο εκ των τεκνων του Ραφα, του οποιου της λογχης το βαρος ητο τριακοσιοι σικλοι χαλκου, οστις ητο περιεζωσμενος ρομφαιαν νεαν, εσκοπευε να θανατωση τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Sam 21:17" parsed="|2Sam|21|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.17" />
<sup>17</sup>Εβοηθησεν ομως αυτον Αβισαι, ο υιος της Σερουιας, και επαταξε τον Φιλισταιον και εθανατωσεν αυτον. Τοτε οι ανδρες του Δαβιδ ωμοσαν προς αυτον, λεγοντες, Δεν θελεις εξελθει πλεον μεθ' ημων εις πολεμον, δια να μη σβεσης τον λυχνον του Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 21:18" parsed="|2Sam|21|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.18" />
<sup>18</sup>Μετα δε ταυτα εγεινε παλιν πολεμος μετα των Φιλισταιων εν Γωβ, εν τω οποιω Σιββεχαι ο Χουσαθιτης εθανατωσε τον Σαφ, οστις ητο εκ των τεκνων του Ραφα·
<scripture passage="2Sam 21:19" parsed="|2Sam|21|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.19" />
<sup>19</sup>Και παλιν εγεινε πολεμος εν Γωβ μετα των Φιλισταιων, και ο Ελχαναν ο υιος του Ιαρε-ορεγειμ, Βηθλεεμιτης, εθανατωσε τον αδελφον του Γολιαθ του Γετθαιου, και το ξυλον της λογχης αυτου ητο ως αντιον υφαντου.
<scripture passage="2Sam 21:20" parsed="|2Sam|21|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.20" />
<sup>20</sup>Εγεινεν ετι πολεμος εν Γαθ, και ητο ανηρ υπερμεγεθης, και οι δακτυλοι των χειρων αυτου και οι δακτυλοι των ποδων αυτου ησαν εξ και εξ, εικοσιτεσσαρες τον αριθμον· και ουτος ετι ητο εκ της γενεας του Ραφα.
<scripture passage="2Sam 21:21" parsed="|2Sam|21|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.21" />
<sup>21</sup>Και ωνειδισε τον Ισραηλ· και Ιωναθαν ο υιος του Σαμαα, αδελφου του Δαβιδ, επαταξεν αυτον.
<scripture passage="2Sam 21:22" parsed="|2Sam|21|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.21.22" />
<sup>22</sup>Οι τεσσαρες ουτοι εγεννηθησαν εις τον Ραφα εν Γαθ, και επεσον δια χειρος του Δαβιδ και δια χειρος των δουλων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 22" progress="30.46%" prev="iiSam.21" next="iiSam.23" id="iiSam.22">
<h3 id="iiSam.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.22-p1">
<scripture passage="2Sam 22:1" parsed="|2Sam|22|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησεν ο Δαβιδ προς τον Κυριον τους λογους της ωδης ταυτης, καθ' ην ημεραν ο Κυριος ηλευθερωσεν αυτον εκ χειρος παντων των εχθρων αυτου και εκ χειρος του Σαουλ·
<scripture passage="2Sam 22:2" parsed="|2Sam|22|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.2" />
<sup>2</sup>και ειπεν, Ο Κυριος ειναι πετρα μου και φρουριον μου και ελευθερωτης μου·
<scripture passage="2Sam 22:3" parsed="|2Sam|22|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.3" />
<sup>3</sup>ο Θεος ειναι ο βραχος μου· επ' αυτον θελω ελπιζει· η ασπις μου και το κερας της σωτηριας μου, ο υψηλος πυργος μου και η καταφυγη μου, ο σωτηρ μου· συ εσωσας με εκ της αδικιας.
<scripture passage="2Sam 22:4" parsed="|2Sam|22|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.4" />
<sup>4</sup>Θελω επικαλεσθη τον αξιυμνητον Κυριον, και εκ των εχθρων μου θελω σωθη.
<scripture passage="2Sam 22:5" parsed="|2Sam|22|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.5" />
<sup>5</sup>Οτε του θανατου τα κυματα με περιεκυκλωσαν, χειμαρροι ανομιας με κατετρομαξαν,
<scripture passage="2Sam 22:6" parsed="|2Sam|22|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.6" />
<sup>6</sup>οι πονοι του αδου με περιεκυκλωσαν, αι παγιδες του θανατου με εφθασαν,
<scripture passage="2Sam 22:7" parsed="|2Sam|22|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.7" />
<sup>7</sup>εν τη στενοχωρια μου επεκαλεσθην τον Κυριον, και προς τον Θεον μου εβοησα· και ηκουσε της φωνης μου εκ του ναου αυτου, και η κραυγη μου ηλθεν εις τα ωτα αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:8" parsed="|2Sam|22|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εσαλευθη και εντρομος εγεινεν η γη· τα θεμελια του ουρανου εταραχθησαν και εσαλευθησαν, διοτι ωργισθη.
<scripture passage="2Sam 22:9" parsed="|2Sam|22|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.9" />
<sup>9</sup>Καπνος ανεβαινεν εκ των μυκτηρων αυτου, και πυρ κατατρωγον εκ του στοματος αυτου· ανθρακες ανηφθησαν απ' αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:10" parsed="|2Sam|22|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.10" />
<sup>10</sup>Και εκλινε τους ουρανους και κατεβη, και γνοφος υπο τους ποδας αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:11" parsed="|2Sam|22|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.11" />
<sup>11</sup>Και επεβη επι χερουβειμ και επεταξε, και εφανη επι πτερυγων ανεμων.
<scripture passage="2Sam 22:12" parsed="|2Sam|22|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.12" />
<sup>12</sup>Και εθεσε σκηνην περιξ αυτου το σκοτος, υδατα ζοφερα, νεφη πυκνα των αερων.
<scripture passage="2Sam 22:13" parsed="|2Sam|22|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.13" />
<sup>13</sup>Ανθρακες πυρος εξεκαυθησαν εκ της λαμψεως της εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:14" parsed="|2Sam|22|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.14" />
<sup>14</sup>Εβροντησεν ο Κυριος εξ ουρανου, και ο Υψιστος εδωκε την φωνην αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:15" parsed="|2Sam|22|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.15" />
<sup>15</sup>Και απεστειλε βελη και εσκορπισεν αυτους· αστραπας, και συνεταραξεν αυτους.
<scripture passage="2Sam 22:16" parsed="|2Sam|22|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.16" />
<sup>16</sup>Και εφανησαν οι πυθμενες της θαλασσης, ανεκαλυφθησαν τα θεμελια της οικουμενης, εις την επιτιμησιν του Κυριου, απο του φυσηματος της πνοης των μυκτηρων αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:17" parsed="|2Sam|22|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.17" />
<sup>17</sup>Εξαπεστειλεν εξ υψους· ελαβε με· ειλκυσε με εξ υδατων πολλων.
<scripture passage="2Sam 22:18" parsed="|2Sam|22|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.18" />
<sup>18</sup>Ηλευθερωσε με εκ του δυνατου εχθρου μου, και εκ των μισουντων με, διοτι ησαν δυνατωτεροι μου.
<scripture passage="2Sam 22:19" parsed="|2Sam|22|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.19" />
<sup>19</sup>Προεφθασαν με εν τη ημερα της θλιψεως μου· αλλ' ο Κυριος εσταθη το αντιστηριγμα μου·
<scripture passage="2Sam 22:20" parsed="|2Sam|22|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.20" />
<sup>20</sup>Και εξηγαγε με εις ευρυχωριαν· ηλευθερωσε με, διοτι ηυδοκησεν εις εμε.
<scripture passage="2Sam 22:21" parsed="|2Sam|22|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.21" />
<sup>21</sup>Αντημειψε με ο Κυριος κατα την δικαιοσυνην μου· κατα την καθαροτητα των χειρων μου ανταπεδωκεν εις εμε.
<scripture passage="2Sam 22:22" parsed="|2Sam|22|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.22" />
<sup>22</sup>Διοτι εφυλαξα τας οδους του Κυριου και δεν ησεβησα εκκλινας απο του Θεου μου.
<scripture passage="2Sam 22:23" parsed="|2Sam|22|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.23" />
<sup>23</sup>Διοτι πασαι αι κρισεις αυτου ησαν εμπροσθεν μου· και απο των διαταγματων αυτου δεν απεμακρυνθην.
<scripture passage="2Sam 22:24" parsed="|2Sam|22|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.24" />
<sup>24</sup>Και εσταθην αμεμπτος προς αυτον, και εφυλαχθην απο της ανομιας μου.
<scripture passage="2Sam 22:25" parsed="|2Sam|22|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.25" />
<sup>25</sup>Και ανταπεδωκεν εις εμε ο Κυριος κατα την δικαιοσυνην μου, Κατα την καθαροτητα μου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="2Sam 22:26" parsed="|2Sam|22|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.26" />
<sup>26</sup>Μετα οσιου, οσιος θελεις εισθαι, μετα ανδρος τελειου, τελειος θελεις εισθαι·
<scripture passage="2Sam 22:27" parsed="|2Sam|22|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.27" />
<sup>27</sup>μετα καθαρου, καθαρος θελεις εισθαι· και μετα διεστραμμενου διεστραμμενα θελεις φερθη.
<scripture passage="2Sam 22:28" parsed="|2Sam|22|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.28" />
<sup>28</sup>Και θελεις σωσει λαον τεθλιμμενον· επι δε τους υπερηφανους οι οφθαλμοι σου ειναι, δια να ταπεινωσης αυτους,
<scripture passage="2Sam 22:29" parsed="|2Sam|22|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.29" />
<sup>29</sup>διοτι συ εισαι ο λυχνος μου, Κυριε· και ο Κυριος θελει φωτισει το σκοτος μου.
<scripture passage="2Sam 22:30" parsed="|2Sam|22|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.30" />
<sup>30</sup>Διοτι δια σου θελω διασπασει στρατευμα· δια του Θεου μου θελω υπερπηδησει τειχος.
<scripture passage="2Sam 22:31" parsed="|2Sam|22|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.31" />
<sup>31</sup>Του Θεου, η οδος αυτου ειναι αμωμος, ο λογος του Κυριου ειναι δεδοκιμασμενος· ειναι ασπις παντων των ελπιζοντων επ' αυτον.
<scripture passage="2Sam 22:32" parsed="|2Sam|22|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.32" />
<sup>32</sup>Διοτι τις Θεος, πλην του Κυριου; και τις φρουριον, πλην του Θεου ημων·
<scripture passage="2Sam 22:33" parsed="|2Sam|22|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.33" />
<sup>33</sup>ο Θεος ειναι το κραταιον οχυρωμα μου· και καθιστων αμωμον την οδον μου.
<scripture passage="2Sam 22:34" parsed="|2Sam|22|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.34" />
<sup>34</sup>Καμνει τους ποδας μου ως των ελαφων και με στηνει επι τους υψηλους τοπους μου.
<scripture passage="2Sam 22:35" parsed="|2Sam|22|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.35" />
<sup>35</sup>Διδασκει τας χειρας μου εις πολεμον, και εκαμε τοξον χαλκουν τους βραχιονας μου.
<scripture passage="2Sam 22:36" parsed="|2Sam|22|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.36" />
<sup>36</sup>Και εδωκας εις εμε την ασπιδα της σωτηριας σου· και η αγαθοτης σου με εμεγαλυνεν.
<scripture passage="2Sam 22:37" parsed="|2Sam|22|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.37" />
<sup>37</sup>Συ επλατυνας τα βηματα μου υποκατω μου, και οι ποδες μου δεν εκλονισθησαν.
<scripture passage="2Sam 22:38" parsed="|2Sam|22|38|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.38" />
<sup>38</sup>Κατεδιωξα τους εχθρους μου και ηφανισα αυτους· και δεν επεστρεψα εωσου συνετελεσα αυτους.
<scripture passage="2Sam 22:39" parsed="|2Sam|22|39|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.39" />
<sup>39</sup>Και συνετελεσα αυτους, και δεν ηδυνηθησαν να ανεγερθωσιν· και επεσον υπο τους ποδας μου.
<scripture passage="2Sam 22:40" parsed="|2Sam|22|40|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.40" />
<sup>40</sup>Και περιεζωσας με δυναμιν εις πολεμον· συνεκαμψας υποκατω μου τους επανισταμενους επ' εμε.
<scripture passage="2Sam 22:41" parsed="|2Sam|22|41|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.41" />
<sup>41</sup>Και εκαμες τους εχθρους μου να στρεψωσιν εις εμε τα νωτα, και εξωλοθρευσα τους μισουντας με.
<scripture passage="2Sam 22:42" parsed="|2Sam|22|42|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.42" />
<sup>42</sup>Περιεβλεψαν, αλλ' ουδεις ο σωζων· εβοησαν προς τον Κυριον, και δεν εισηκουσεν αυτων.
<scripture passage="2Sam 22:43" parsed="|2Sam|22|43|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.43" />
<sup>43</sup>Και κατελεπτυνα αυτους ως την σκονην της γης· συνετριψα αυτους ως τον πηλον της οδου και κατεπατησα αυτους.
<scripture passage="2Sam 22:44" parsed="|2Sam|22|44|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.44" />
<sup>44</sup>Και ηλευθερωσας με εκ των αντιλογιων του λαου μου· κατεστησας με κεφαλην εθνων· λαος, τον οποιον δεν εγνωρισα, εδουλευσεν εις εμε.
<scripture passage="2Sam 22:45" parsed="|2Sam|22|45|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.45" />
<sup>45</sup>Ξενοι υπεταχθησαν εις εμε· μολις ηκουσαν, και υπηκουσαν εις εμε.
<scripture passage="2Sam 22:46" parsed="|2Sam|22|46|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.46" />
<sup>46</sup>Ξενοι παρελυθησαν και κατετρομαξαν εκ των αποκρυφων τοπων αυτων.
<scripture passage="2Sam 22:47" parsed="|2Sam|22|47|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.47" />
<sup>47</sup>Ζη Κυριος· και ευλογημενον το φρουριον μου· και ας υψωθη ο Θεος, το φρουριον της σωτηριας μου.
<scripture passage="2Sam 22:48" parsed="|2Sam|22|48|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.48" />
<sup>48</sup>Ο Θεος, ο εκδικων με και υποταττων τους λαους υποκατω μου·
<scripture passage="2Sam 22:49" parsed="|2Sam|22|49|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.49" />
<sup>49</sup>Και ο εξαγαγων με εκ των εχθρων μου· συ, ναι, με υψονεις υπερανω των επανισταμενων επ' εμε· ηλευθερωσας με απο ανδρος αδικου.
<scripture passage="2Sam 22:50" parsed="|2Sam|22|50|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.50" />
<sup>50</sup>Δια τουτο θελω σε υμνει, Κυριε, μεταξυ των εθνων και εις το ονομα σου θελω ψαλλει.
<scripture passage="2Sam 22:51" parsed="|2Sam|22|51|0|0" osisRef="Bible:2Sam.22.51" />
<sup>51</sup>Αυτος μεγαλυνει τας σωτηριας του βασιλεως αυτου· και καμνει ελεος εις τον κεχρισμενον αυτου, εις τον Δαβιδ και εις το σπερμα αυτου εως αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 23" progress="30.57%" prev="iiSam.22" next="iiSam.24" id="iiSam.23">
<h3 id="iiSam.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.23-p1">
<scripture passage="2Sam 23:1" parsed="|2Sam|23|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ειναι οι λογοι του Δαβιδ, οι τελευταιοι· ο Δαβιδ, ο υιος του Ιεσσαι, ειπε, και ο ανηρ οστις ανεβιβασθη εις υψος, ο κεχρισμενος του Θεου του Ιακωβ και ο γλυκυς ψαλμωδος του Ισραηλ ειπε,
<scripture passage="2Sam 23:2" parsed="|2Sam|23|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.2" />
<sup>2</sup>Πνευμα Κυριου ελαλησε δι' εμου, και ο λογος αυτου ηλθεν επι της γλωσσης μου.
<scripture passage="2Sam 23:3" parsed="|2Sam|23|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.3" />
<sup>3</sup>Ο Θεος του Ισραηλ ειπε προς εμε, ο Βραχος του Ισραηλ ελαλησεν, Ο εξουσιαζων επι ανθρωπους ας ηναι δικαιος, εξουσιαζων μετα φοβου Θεου·
<scripture passage="2Sam 23:4" parsed="|2Sam|23|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.4" />
<sup>4</sup>Και θελει εισθαι ως το φως της πρωιας, οταν ανατελλη ο ηλιος πρωιας ανεφελου, ως η εκ της γης χλοη απο της λαμψεως της εκ της βροχης.
<scripture passage="2Sam 23:5" parsed="|2Sam|23|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.5" />
<sup>5</sup>Αν και ο οικος μου δεν ειναι τοιουτος ενωπιον του Θεου, διαθηκην ομως αιωνιον εκαμε μετ' εμου, διατεταγμενην κατα παντα και ασφαλη· οθεν τουτο ειναι πασα η σωτηρια μου και πασα η επιθυμια· αν και δεν εκαμε να βλαστηση.
<scripture passage="2Sam 23:6" parsed="|2Sam|23|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.6" />
<sup>6</sup>Οι δε παρανομοι, παντες ουτοι θελουσιν εισθαι ως ακανθαι εξωσμεναι, διοτι με χειρας δεν πιανονται·
<scripture passage="2Sam 23:7" parsed="|2Sam|23|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.7" />
<sup>7</sup>Και οστις εγγιση αυτας, πρεπει να ηναι ωπλισμενος με σιδηρον και με ξυλον λογχης· και θελουσι κατακαυθη εν πυρι εν τω αυτω τοπω.
<scripture passage="2Sam 23:8" parsed="|2Sam|23|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.8" />
<sup>8</sup>Ταυτα ειναι τα ονοματα των ισχυρων, τους οποιους ειχεν ο Δαβιδ· Ιοσεβ-βασεβεθ ο Ταχμονιτης, πρωτος των τριων· ουτος ητο Αδινω ο Ασωναιος, οστις εθανατωσεν οκτακοσιους εν μια μαχη.
<scripture passage="2Sam 23:9" parsed="|2Sam|23|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.9" />
<sup>9</sup>Και μετ' αυτον, Ελεαζαρ ο υιος του Δωδω, υιου του Αχωχι, εις εκ των τριων ισχυρων μετα του Δαβιδ, οτε ωνειδισαν τους Φιλισταιους τους εκει συνηθροισμενους εις μαχην, και οι ανδρες Ισραηλ εσυρθησαν·
<scripture passage="2Sam 23:10" parsed="|2Sam|23|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.10" />
<sup>10</sup>ουτος σηκωθεις, επαταξε τους Φιλισταιους, εωσου απεκαμεν η χειρ αυτου και εκολληθη η χειρ αυτου εις την μαχαιραν· και εκαμεν ο Κυριος σωτηριαν μεγαλην εν τη ημερα εκεινη, και ο λαος επεστρεψεν οπισω αυτου μονον δια να λαφυραγωγηση.
<scripture passage="2Sam 23:11" parsed="|2Sam|23|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.11" />
<sup>11</sup>μετα δε τουτον Σαμμα, ο υιος του Αγαι, ο Αραριτης· και οι μεν Φιλισταιοι ειχον συναχθη εις σωμα, οπου ητο μεριδιον αγρου πληρες φακης, ο δε λαος εφυγεν απο προσωπου των Φιλισταιων·
<scripture passage="2Sam 23:12" parsed="|2Sam|23|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.12" />
<sup>12</sup>ουτος δε εστηλωθη εν τω μεσω του αγρου και υπερησπισθη αυτον, και επαταξε τους Φιλισταιους· και ο Κυριος εκαμε σωτηριαν μεγαλην.
<scripture passage="2Sam 23:13" parsed="|2Sam|23|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.13" />
<sup>13</sup>Κατεβησαν ετι τρεις εκ των τριακοντα αρχηγων και ηλθον προς τον Δαβιδ εν καιρω θερους εις το σπηλαιον Οδολλαμ· το δε στρατοπεδον των Φιλισταιων εστρατοπεδευσεν εν τη κοιλαδι Ραφαειμ.
<scripture passage="2Sam 23:14" parsed="|2Sam|23|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.14" />
<sup>14</sup>Και ο Δαβιδ ητο τοτε εν οχυρωματι, και η φρουρα των Φιλισταιων τοτε εν Βηθλεεμ.
<scripture passage="2Sam 23:15" parsed="|2Sam|23|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.15" />
<sup>15</sup>Και επεποθησεν ο Δαβιδ υδωρ και ειπε, Τις ηθελε μοι δωσει να πιω υδωρ εκ του φρεατος της Βηθλεεμ, του πλησιον της πυλης;
<scripture passage="2Sam 23:16" parsed="|2Sam|23|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.16" />
<sup>16</sup>Και διεσχισαν οι τρεις ισχυροι το στρατοπεδον των Φιλισταιων και ηντλησαν υδωρ εκ του φρεατος της Βηθλεεμ, του εν τη πυλη, και λαβοντες εφεραν προς τον Δαβιδ· δεν ηθελησεν ομως να πιη, αλλ' εκαμεν αυτο σπονδην εις τον Κυριον·
<scripture passage="2Sam 23:17" parsed="|2Sam|23|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.17" />
<sup>17</sup>και ειπε, Μη γενοιτο εις εμε, Κυριε, να πραξω τουτο· το αιμα των ανδρων, των πορευθεντων μετα κινδυνου της ζωης αυτων, να πιω εγω; Και δεν ηθελησε να πιη. Ταυτα εκαμον οι τρεις ισχυροι.
<scripture passage="2Sam 23:18" parsed="|2Sam|23|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.18" />
<sup>18</sup>Και Αβισαι, ο αδελφος του Ιωαβ, υιος της Σερουιας, ητο πρωτος των τριων· και ουτος σειων την λογχην αυτου εναντιον τριακοσιων, εθανατωσεν αυτους και απεκτησεν ονομα μεταξυ των τριων.
<scripture passage="2Sam 23:19" parsed="|2Sam|23|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.19" />
<sup>19</sup>Δεν εσταθη ουτος ο ενδοξοτερος εκ των τριων; δια τουτο εγεινεν αρχηγος αυτων· δεν εφθασεν ομως μεχρι των τριων πρωτων.
<scripture passage="2Sam 23:20" parsed="|2Sam|23|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.20" />
<sup>20</sup>Και Βεναιας, ο υιος του Ιωδαε, υιος ανδρος δυνατου απο Καβσεηλ, οστις εκαμε πολλα ανδραγαθηματα, ουτος επαταξε τους δυο λεοντωδεις ανδρας του Μωαβ· ουτος ετι κατεβη και επαταξε λεοντα εν μεσω του λακκου εν ημερα χιονος.
<scripture passage="2Sam 23:21" parsed="|2Sam|23|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.21" />
<sup>21</sup>Ουτος ετι επαταξε τον ανδρα τον Αιγυπτιον, ανδρα ωραιον· και εν τη χειρι του Αιγυπτιου ητο λογχη· εκεινος δε κατεβη προς αυτον με ραβδον, και αρπασας την λογχην εκ της χειρος του Αιγυπτιου, εθανατωσεν αυτον δια της ιδιας αυτου λογχης.
<scripture passage="2Sam 23:22" parsed="|2Sam|23|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.22" />
<sup>22</sup>Ταυτα εκαμε Βεναιας, ο υιος του Ιωδαε, και απεκτησεν ονομα μεταξυ των τριων ισχυρων.
<scripture passage="2Sam 23:23" parsed="|2Sam|23|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.23" />
<sup>23</sup>Ητο ενδοξοτερος των τριακοντα· δεν εφθασεν ομως μεχρι των τριων πρωτων· και κατεστησεν αυτον ο Δαβιδ επι των δορυφορων αυτου.
<scripture passage="2Sam 23:24" parsed="|2Sam|23|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.24" />
<sup>24</sup>Ασαηλ, ο αδελφος του Ιωαβ, ητο μεταξυ των τριακοντα· οιτινες ησαν Ελχαναν, ο υιος του Δωδω, εκ της Βηθλεεμ·
<scripture passage="2Sam 23:25" parsed="|2Sam|23|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.25" />
<sup>25</sup>Σαμμα ο Αρωδιτης· Ελικα ο Αρωδιτης·
<scripture passage="2Sam 23:26" parsed="|2Sam|23|26|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.26" />
<sup>26</sup>Χελης ο Φαλτιτης· Ιρας, ο υιος του Ικκης, ο Θεκωιτης·
<scripture passage="2Sam 23:27" parsed="|2Sam|23|27|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.27" />
<sup>27</sup>Αβιεζερ ο Αναθωθιτης· Μεβουναι ο Χουσαθιτης·
<scripture passage="2Sam 23:28" parsed="|2Sam|23|28|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.28" />
<sup>28</sup>Σαλμων ο Αχωχιτης· Μααραι ο Νετωφαθιτης·
<scripture passage="2Sam 23:29" parsed="|2Sam|23|29|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.29" />
<sup>29</sup>Χελεβ, ο υιος του Βαανα, ο Νετωφαθιτης· Ιτται, ο υιος του Ριβαι, απο Γαβαα, των υιων Βενιαμιν·
<scripture passage="2Sam 23:30" parsed="|2Sam|23|30|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.30" />
<sup>30</sup>Βεναιας ο Πιραθωνιτης· Ιδδαι, εκ των κοιλαδων Γαας·
<scripture passage="2Sam 23:31" parsed="|2Sam|23|31|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.31" />
<sup>31</sup>Αβι-αλβων ο Αρβαθιτης· Αζμαβεθ ο Βαρουμιτης·
<scripture passage="2Sam 23:32" parsed="|2Sam|23|32|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.32" />
<sup>32</sup>Ελιαβα ο Σααλβωνιτης· Ιωναθαν, εκ των υιων Ιαασην·
<scripture passage="2Sam 23:33" parsed="|2Sam|23|33|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.33" />
<sup>33</sup>Σαμμα ο Αραριτης· Αχιαμ, ο υιος του Σαραρ, ο Αραριτης·
<scripture passage="2Sam 23:34" parsed="|2Sam|23|34|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.34" />
<sup>34</sup>Ελιφελετ, ο υιος του Αασβαι, υιος του Μααχαθιτου· Ελιαμ, ο υιος του Αχιτοφελ του Γιλωναιου.
<scripture passage="2Sam 23:35" parsed="|2Sam|23|35|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.35" />
<sup>35</sup>Εσραι ο Καρμηλιτης· Φααραι ο Αρβιτης·
<scripture passage="2Sam 23:36" parsed="|2Sam|23|36|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.36" />
<sup>36</sup>Ιγαλ, ο υιος του Ναθαν, απο Σωβα· ανι ο Γαδιτης·
<scripture passage="2Sam 23:37" parsed="|2Sam|23|37|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.37" />
<sup>37</sup>Σελεκ ο Αμμωνιτης· Νααραι ο Βηρωθαιος, ο οπλοφορος του Ιωαβ, υιου της Σερουιας·
<scripture passage="2Sam 23:38" parsed="|2Sam|23|38|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.38" />
<sup>38</sup>Ιρας ο Ιεθριτης· Γαρηβ ο Ιεθριτης·
<scripture passage="2Sam 23:39" parsed="|2Sam|23|39|0|0" osisRef="Bible:2Sam.23.39" />
<sup>39</sup>Ουριας ο Χετταιος· παντες τριακοντα επτα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Samuel 24" progress="30.68%" prev="iiSam.23" next="iKgs" id="iiSam.24">
<h3 id="iiSam.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="iiSam.24-p1">
<scripture passage="2Sam 24:1" parsed="|2Sam|24|1|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.1" />
<sup>1</sup>Και εξηφθη παλιν η οργη του Κυριου εναντιον του Ισραηλ, και διηγειρε τον Δαβιδ εναντιον αυτων να ειπη, Υπαγε, αριθμησον τον Ισραηλ και τον Ιουδαν.
<scripture passage="2Sam 24:2" parsed="|2Sam|24|2|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ιωαβ, τον αρχηγον του στρατευματος, οστις ητο μετ' αυτου· Διελθε τωρα πασας τας φυλας του Ισραηλ, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, και απαριθμησον τον λαον, δια να μαθω τον αριθμον του λαου.
<scripture passage="2Sam 24:3" parsed="|2Sam|24|3|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Ιωαβ προς τον βασιλεα, Ειθε Κυριος ο Θεος σου να προσθεση εις τον λαον εκατονταπλασιον αφ' ο, τι ειναι, και να ιδωσιν οι οφθαλμοι του κυριου μου του βασιλεως· πλην δια τι ο κυριος μου ο βασιλευς επιθυμει το πραγμα τουτο;
<scripture passage="2Sam 24:4" parsed="|2Sam|24|4|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.4" />
<sup>4</sup>Ο λογος ομως του βασιλεως υπερισχυσεν επι τον Ιωαβ και επι τους αρχηγους του στρατευματος· και ηλθεν ο Ιωαβ και οι αρχηγοι του στρατευματος απ' εμπροσθεν του βασιλεως, δια να απαριθμησωσι τον λαον τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Sam 24:5" parsed="|2Sam|24|5|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.5" />
<sup>5</sup>Και διεβησαν τον Ιορδανην και εστρατοπεδευσαν εν Αροηρ, εκ των δεξιων της πολεως, της εν μεσω της φαραγγος Γαδ, και προς Ιαζηρ.
<scripture passage="2Sam 24:6" parsed="|2Sam|24|6|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.6" />
<sup>6</sup>Επειτα ηλθον εις Γαλααδ και εις την γην Ταχτιμ-οδσει· και ηλθον εις Δαν-ιααν και περιξ, εως της Σιδωνος·
<scripture passage="2Sam 24:7" parsed="|2Sam|24|7|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.7" />
<sup>7</sup>και ηλθον εις το φρουριον της Τυρου και εις πασας τας πολεις των Ευαιων και των Χαναναιων· και εξηλθον κατα το νοτιον του Ιουδα εις Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="2Sam 24:8" parsed="|2Sam|24|8|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.8" />
<sup>8</sup>Αφου δε περιωδευσαν πασαν την γην, ηλθον εις Ιερουσαλημ, εις το τελος εννεα μηνων και εικοσι ημερων.
<scripture passage="2Sam 24:9" parsed="|2Sam|24|9|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.9" />
<sup>9</sup>Και εδωκεν ο Ιωαβ εις τον βασιλεα το κεφαλαιον της απαριθμησεως του λαου· και ησαν ο Ισραηλ οκτακοσιαι χιλιαδες ανδρες δυναμεως συροντες ρομφαιαν· και οι ανδρες του Ιουδα πεντακοσιαι χιλιαδες.
<scripture passage="2Sam 24:10" parsed="|2Sam|24|10|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.10" />
<sup>10</sup>Και η καρδια του Δαβιδ εκτυπησεν αυτον, αφου απηριθμησε τον λαον. Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Κυριον, Ημαρτησα σφοδρα, πραξας τουτο· και τωρα, δεομαι σου, Κυριε, αφαιρεσον την ανομιαν του δουλου σου, οτι εμωρανθην σφοδρα.
<scripture passage="2Sam 24:11" parsed="|2Sam|24|11|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.11" />
<sup>11</sup>Και οτε εσηκωθη ο Δαβιδ το πρωι, ο λογος του Κυριου ηλθε προς τον Γαδ τον προφητην, τον βλεποντα του Δαβιδ, λεγων,
<scripture passage="2Sam 24:12" parsed="|2Sam|24|12|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.12" />
<sup>12</sup>Υπαγε και ειπε προς τον Δαβιδ, ουτω λεγει Κυριος· Τρια πραγματα εγω προβαλλω εις σε· εκλεξον εις σεαυτον εν εκ τουτων, και θελω σοι καμει αυτο.
<scripture passage="2Sam 24:13" parsed="|2Sam|24|13|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.13" />
<sup>13</sup>Ηλθε λοιπον ο Γαδ προς τον Δαβιδ και ανηγγειλε προς αυτον και ειπε προς αυτον, Θελεις να επελθωσιν εις σε επτα ετη πεινης επι την γην σου; η τρεις μηνας να φευγης απ' εμπροσθεν των εχθρων σου και να σε διωκωσιν; η τρεις ημερας να ηναι θανατικον εν τη γη σου; τωρα συλλογισθητι, και ιδε ποιαν αποκρισιν θελω φερει προς τον αποστειλαντα με.
<scripture passage="2Sam 24:14" parsed="|2Sam|24|14|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Γαδ, Στενα μοι πανταχοθεν σφοδρα· ας πεσω λοιπον εις την χειρα του Κυριου, διοτι ειναι πολλοι οι οικτιρμοι αυτου· εις χειρα δε ανθρωπου ας μη πεσω.
<scripture passage="2Sam 24:15" parsed="|2Sam|24|15|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.15" />
<sup>15</sup>Απεστειλε λοιπον ο Κυριος θανατικον επι τον Ισραηλ, απο πρωιας μεχρι του διωρισμενου καιρου· και απεθανον εκ του λαου, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, εβδομηκοντα χιλιαδες ανδρων.
<scripture passage="2Sam 24:16" parsed="|2Sam|24|16|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ο αγγελος εξετεινε την χειρα αυτου κατα της Ιερουσαλημ, δια να απολεση αυτην, μετεμεληθη ο Κυριος περι του κακου, και ειπε προς τον αγγελον, οστις εκαμεν εν τω λαω την φθοραν, Αρκει ηδη· συρε την χειρα σου. Ητο δε ο αγγελος του Κυριου πλησιον του αλωνιου του Ορνα του Ιεβουσαιου.
<scripture passage="2Sam 24:17" parsed="|2Sam|24|17|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.17" />
<sup>17</sup>Και ελαλησεν ο Δαβιδ προς τον Κυριον, οτε ειδε τον αγγελον τον θανατονοντα τον λαον, και ειπεν, Ιδου, εγω ημαρτον και εγω ηνομησα· ταυτα δε τα προβατα τι επραξαν; κατ' εμου λοιπον εστω η χειρ σου και κατα του οικου του πατρος μου.
<scripture passage="2Sam 24:18" parsed="|2Sam|24|18|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.18" />
<sup>18</sup>Και ηλθεν ο Γαδ την ημεραν εκεινην προς τον Δαβιδ και ειπε προς αυτον, Αναβα, στησον θυσιαστηριον εις τον Κυριον εν τω αλωνιω Ορνα του Ιεβουσαιου.
<scripture passage="2Sam 24:19" parsed="|2Sam|24|19|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.19" />
<sup>19</sup>Και ανεβη ο Δαβιδ κατα τον λογον του Γαδ, ως προσεταξεν ο Κυριος.
<scripture passage="2Sam 24:20" parsed="|2Sam|24|20|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.20" />
<sup>20</sup>Και ανεβλεψεν ο Ορνα και ειδε τον βασιλεα και τους δουλους αυτου ερχομενους προς αυτον· και εξηλθεν ο Ορνα και προσεκυνησε τον βασιλεα κατα προσωπον αυτου εως εδαφους.
<scripture passage="2Sam 24:21" parsed="|2Sam|24|21|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Ορνα, Δια τι ηλθεν ο κυριος μου ο βασιλευς προς τον δουλον αυτου; Και ειπεν ο Δαβιδ, Δια να αγορασω το αλωνιον παρα σου, δια να οικοδομησω θυσιαστηριον εις τον Κυριον, και να σταθη η πληγη απο του λαου.
<scripture passage="2Sam 24:22" parsed="|2Sam|24|22|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Ορνα προς τον Δαβιδ, Ας λαβη ο κυριος μου ο βασιλευς και ας προσφερη εις θυσιαν ο, τι φαινεται αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου· ιδου, οι βοες εις ολοκαυτωμα και τα αλωνικα εργαλεια και τα εργαλεια των βοων δια ξυλα.
<scripture passage="2Sam 24:23" parsed="|2Sam|24|23|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.23" />
<sup>23</sup>Τα παντα εδωκεν ο Ορνα, ως βασιλευς, εις τον βασιλεα. Και ειπεν ο Ορνα προς τον βασιλεα, Κυριος ο Θεος σου να ευαρεστηθη εις σε.
<scripture passage="2Sam 24:24" parsed="|2Sam|24|24|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ορνα, Ουχι, αλλα θελω εξαπαντος αγορασει αυτο παρα σου δια αντιπληρωμης· διοτι δεν θελω προσφερει ολοκαυτωματα εις Κυριον τον Θεον μου δωρεαν. Και ηγορασεν ο Δαβιδ το αλωνιον και τους βοας δια πεντηκοντα σικλων αργυριου.
<scripture passage="2Sam 24:25" parsed="|2Sam|24|25|0|0" osisRef="Bible:2Sam.24.25" />
<sup>25</sup>Και ωκοδομησεν ο Δαβιδ εκει θυσιαστηριον εις τον Κυριον, και προσεφερεν ολοκαυτωματα και ειρηνικας προσφορας. Και εξιλεωθη ο Κυριος προς την γην, και εσταθη η πληγη απο του Ισραηλ.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Kings" progress="30.79%" prev="iiSam.24" next="iKgs.1" id="iKgs">
<h2 id="iKgs-p0.1">1 Kings</h2>

<div3 title="1 Kings 1" progress="30.79%" prev="iKgs" next="iKgs.2" id="iKgs.1">
<h3 id="iKgs.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.1-p1">
<scripture passage="1Kgs 1:1" parsed="|1Kgs|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.1" />
<sup>1</sup>Και ο βασιλευς Δαβιδ ητο γερων, προβεβηκως την ηλικιαν· και εσκεπαζον αυτον με ιματια, πλην δεν εθερμαινετο.
<scripture passage="1Kgs 1:2" parsed="|1Kgs|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.2" />
<sup>2</sup>Και ειπον οι δουλοι αυτου προς αυτον, Ας ζητησωσι δια τον κυριον μου τον βασιλεα νεανιδα παρθενον, δια να ισταται εμπροσθεν του βασιλεως και να περιθαλπη αυτον, και να κοιμαται εις τον κολπον σου, δια να θερμαινηται ο κυριος μου ο βασιλευς.
<scripture passage="1Kgs 1:3" parsed="|1Kgs|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.3" />
<sup>3</sup>Και εζητησαν εν πασι τοις οριοις του Ισραηλ νεανιδα ωραιαν· και ευρηκαν την Αβισαγ την Σουναμιτιν, και εφεραν αυτην προς τον βασιλεα.
<scripture passage="1Kgs 1:4" parsed="|1Kgs|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.4" />
<sup>4</sup>Ητο δε η νεανις ωραια σφοδρα, και περιεθαλπε τον βασιλεα, και υπηρετει αυτον· πλην ο βασιλευς δεν εγνωρισεν αυτην.
<scripture passage="1Kgs 1:5" parsed="|1Kgs|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.5" />
<sup>5</sup>Τοτε Αδωνιας ο υιος της Αγγειθ επηρθη εις εαυτον, λεγων, Εγω θελω βασιλευσει και ητοιμασεν εις εαυτον αμαξας και ιππεις και πεντηκοντα ανδρας προτρεχοντας εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="1Kgs 1:6" parsed="|1Kgs|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.6" />
<sup>6</sup>Ο δε πατηρ αυτου δεν επικραινε ποτε αυτον, λεγων, Δια τι συ πραττεις ουτω; ητο δε και ωραιος την οψιν σφοδρα· και η μητηρ αυτου εγεννησεν αυτον μετα τον Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="1Kgs 1:7" parsed="|1Kgs|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.7" />
<sup>7</sup>Και συνελαλησε μετα του Ιωαβ υιου της Σερουιας, και μετα Αβιαθαρ του ιερεως· και ουτοι, ακολουθησαντες τον Αδωνιαν, εβοηθουν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 1:8" parsed="|1Kgs|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.8" />
<sup>8</sup>Σαδωκ ομως ο ιερευς και Βεναιας ο υιος του Ιωδαε και Ναθαν ο προφητης και Σιμει και Ρει και οι δυνατοι του Δαβιδ δεν ησαν μετα του Αδωνια.
<scripture passage="1Kgs 1:9" parsed="|1Kgs|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.9" />
<sup>9</sup>Και εσφαξεν ο Αδωνιας προβατα και βοας και σιτευτα πλησιον της πετρας του Ζωελεθ, ητις ειναι πλησιον της Εν-ρωγηλ, και εκαλεσε παντας τους αδελφους αυτου τους υιους του βασιλεως και παντας τους ανδρας του Ιουδα τους δουλους του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 1:10" parsed="|1Kgs|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.10" />
<sup>10</sup>Τον Ναθαν ομως τον προφητην και τον Βεναιαν και τους δυνατους και Σολομωντα τον αδελφον αυτου δεν εκαλεσε.
<scripture passage="1Kgs 1:11" parsed="|1Kgs|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Ναθαν προς την Βηθ-σαβεε την μητερα του Σολομωντος, λεγων, Δεν ηκουσας οτι εβασιλευσεν Αδωνιας ο υιος της Αγγειθ, και ο κυριος ημων Δαβιδ δεν εξευρει τουτο;
<scripture passage="1Kgs 1:12" parsed="|1Kgs|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.12" />
<sup>12</sup>τωρα λοιπον ελθε να σοι δωσω, παρακαλω, συμβουλην, δια να σωσης την ζωην σου και την ζωην του υιου σου Σολομωντος·
<scripture passage="1Kgs 1:13" parsed="|1Kgs|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.13" />
<sup>13</sup>υπαγε και εισελθε προς τον βασιλεα Δαβιδ και ειπε προς αυτον, Κυριε μου βασιλευ, συ δεν ωμοσας εις την δουλην σου, λεγων, Βεβαιως Σολομων ο υιος σου θελει βασιλευσει μετ' εμε, και αυτος θελει καθισει επι του θρονου μου; δια τι λοιπον εβασιλευσεν ο Αδωνιας;
<scripture passage="1Kgs 1:14" parsed="|1Kgs|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.14" />
<sup>14</sup>ιδου, ενω ετι συ λαλεις εκει μετα του βασιλεως, θελω ελθει και εγω κατοπιν σου και θελω αναπληρωσει τους λογους σου.
<scripture passage="1Kgs 1:15" parsed="|1Kgs|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.15" />
<sup>15</sup>Και εισηλθεν η Βηθ-σαβεε προς τον βασιλεα εις τον κοιτωνα· ητο δε ο βασιλευς γερων σφοδρα και Αβισαγ η Σουναμιτις υπηρετει τον βασιλεα.
<scripture passage="1Kgs 1:16" parsed="|1Kgs|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.16" />
<sup>16</sup>Και κυψασα η Βηθ-σαβεε, προσεκυνησε τον βασιλεα. Και ο βασιλευς ειπε, Τι εχεις;
<scripture passage="1Kgs 1:17" parsed="|1Kgs|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.17" />
<sup>17</sup>Η δε ειπε προς αυτον, Κυριε μου, συ ωμοσας εις Κυριον τον Θεον σου προς την δουλην σου, λεγων, Βεβαιως ο Σολομων, ο υιος σου, θελει βασιλευσει μετ' εμε, και αυτος θελει καθισει επι του θρονου μου·
<scripture passage="1Kgs 1:18" parsed="|1Kgs|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.18" />
<sup>18</sup>αλλα τωρα, ιδου, ο Αδωνιας εβασιλευσε· και συ τωρα, κυριε μου βασιλευ, δεν εξευρεις τουτο·
<scripture passage="1Kgs 1:19" parsed="|1Kgs|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.19" />
<sup>19</sup>και εσφαξε βοας και σιτευτα και προβατα εν αφθονια, και εκαλεσε παντας τους υιους του βασιλεως και Αβιαθαρ τον ιερεα και Ιωαβ τον αρχιστρατηγον· τον δουλον σου ομως Σολομωντα δεν εκαλεσεν·
<scripture passage="1Kgs 1:20" parsed="|1Kgs|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.20" />
<sup>20</sup>αλλ' εις σε, κυριε μου βασιλευ, εις σε αποβλεπουσιν οι οφθαλμοι παντος του Ισραηλ, δια να απαγγειλης προς αυτους τις θελει καθισει επι του θρονου του κυριου μου του βασιλεως μετ' αυτον·
<scripture passage="1Kgs 1:21" parsed="|1Kgs|1|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.21" />
<sup>21</sup>ειδεμη, αφου ο κυριος μου ο βασιλευς κοιμηθη μετα των πατερων αυτου, εγω και ο υιος μου ο Σολομων θελομεν θεωρεισθαι πταισται.
<scripture passage="1Kgs 1:22" parsed="|1Kgs|1|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, ενω αυτη ελαλει ετι μετα του βασιλεως, ηλθε και Ναθαν ο προφητης.
<scripture passage="1Kgs 1:23" parsed="|1Kgs|1|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.23" />
<sup>23</sup>Και ανηγγειλαν προς τον βασιλεα, λεγοντες, Ιδου, Ναθαν ο προφητης. Και εισελθων ενωπιον του βασιλεως, προσεκυνησε τον βασιλεα κατα προσωπον αυτου εως εδαφους.
<scripture passage="1Kgs 1:24" parsed="|1Kgs|1|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Ναθαν, Κυριε μου βασιλευ, συ ειπας, Ο Αδωνιας θελει βασιλευσει μετ' εμε και αυτος θελει καθισει επι του θρονου μου;
<scripture passage="1Kgs 1:25" parsed="|1Kgs|1|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.25" />
<sup>25</sup>διοτι κατεβη σημερον και εσφαξε βοας και σιτευτα και προβατα εν αφθονια, και εκαλεσε παντας τους υιους του βασιλεως και τους στρατηγους και Αβιαθαρ τον ιερεα· και ιδου, τρωγουσι και πινουσιν ενωπιον αυτου και λεγουσι, Ζητω ο βασιλευς Αδωνιας·
<scripture passage="1Kgs 1:26" parsed="|1Kgs|1|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.26" />
<sup>26</sup>εμε δε, εμε τον δουλον σου, και Σαδωκ τον ιερεα και Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε και Σολομωντα τον δουλον σου δεν εκαλεσε·
<scripture passage="1Kgs 1:27" parsed="|1Kgs|1|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.27" />
<sup>27</sup>παρα του κυριου μου του βασιλεως εγεινε το πραγμα τουτο, και δεν εφανερωσας εις τον δουλον σου τις θελει καθισει επι του θρονου του κυριου μου του βασιλεως μετ' αυτον;
<scripture passage="1Kgs 1:28" parsed="|1Kgs|1|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.28" />
<sup>28</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς Δαβιδ και ειπε, Καλεσατε μοι την Βηθ-σαβεε. Και εισηλθεν ενωπιον του βασιλεως και εσταθη εμπροσθεν του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 1:29" parsed="|1Kgs|1|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.29" />
<sup>29</sup>Και ωμοσεν ο βασιλευς και ειπε, Ζη Κυριος, οστις ελυτρωσε την ψυχην μου εκ πασης στενοχωριας,
<scripture passage="1Kgs 1:30" parsed="|1Kgs|1|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.30" />
<sup>30</sup>βεβαιως, καθως ωμοσα προς σε εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, λεγων, οτι Σολομων ο υιος σου θελει βασιλευσει μετ' εμε, και αυτος θελει καθισει αντ' εμου επι του θρονου μου, ουτω θελω καμει την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="1Kgs 1:31" parsed="|1Kgs|1|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.31" />
<sup>31</sup>Τοτε η Βηθ-σαβεε, κυψασα κατα προσωπον εως εδαφους, προσεκυνησε τον βασιλεα και ειπε, Ζητω ο κυριος μου ο βασιλευς Δαβιδ εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Kgs 1:32" parsed="|1Kgs|1|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.32" />
<sup>32</sup>Και ειπεν ο βασιλευς Δαβιδ, Καλεσατε μοι Σαδωκ τον ιερεα και Ναθαν τον προφητην και Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε. Και ηλθον ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 1:33" parsed="|1Kgs|1|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.33" />
<sup>33</sup>Και ειπε προς αυτους ο βασιλευς, Λαβετε μεθ' εαυτων τους δουλους του κυριου σας και καθισατε Σολομωντα τον υιον μου επι την ημιονον μου και καταβιβασατε αυτον εις Γιων·
<scripture passage="1Kgs 1:34" parsed="|1Kgs|1|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.34" />
<sup>34</sup>και ας χρισωσιν αυτον εκει Σαδωκ ο ιερευς και Ναθαν ο προφητης βασιλεα επι τον Ισραηλ· και σαλπισατε δια της σαλπιγγος και ειπατε, Ζητω ο βασιλευς Σολομων·
<scripture passage="1Kgs 1:35" parsed="|1Kgs|1|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.35" />
<sup>35</sup>τοτε θελετε αναβη κατοπιν αυτου, δια να ελθη και να καθιση επι τον θρονον μου· και αυτος θελει βασιλευσει αντ' εμου· και αυτον προσεταξα να ηναι ηγεμων επι τον Ισραηλ και επι τον Ιουδαν.
<scripture passage="1Kgs 1:36" parsed="|1Kgs|1|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.36" />
<sup>36</sup>Και απεκριθη Βεναιας ο υιος του Ιωδαε προς τον βασιλεα, και ειπεν, Αμην· ουτως ας επικυρωση Κυριος ο Θεος του κυριου μου του βασιλεως·
<scripture passage="1Kgs 1:37" parsed="|1Kgs|1|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.37" />
<sup>37</sup>καθως εσταθη ο Κυριος μετα του κυριου μου του βασιλεως, ουτω να ηναι και μετα του Σολομωντος, και να μεγαλυνη τον θρονον αυτου υπερ τον θρονον του κυριου μου του βασιλεως Δαβιδ.
<scripture passage="1Kgs 1:38" parsed="|1Kgs|1|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.38" />
<sup>38</sup>Τοτε κατεβη Σαδωκ ο ιερευς και Ναθαν ο προφητης και Βεναιας ο υιος του Ιωδαε και οι Χερεθαιοι και οι Φελεθαιοι, και εκαθισαν τον Σολομωντα επι την ημιονον του βασιλεως Δαβιδ και εφεραν αυτον εις Γιων.
<scripture passage="1Kgs 1:39" parsed="|1Kgs|1|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.39" />
<sup>39</sup>Και ελαβε Σαδωκ ο ιερευς το κερας του ελαιου εκ της σκηνης και εχρισε τον Σολομωντα. Και εσαλπισαν δια της σαλπιγγος· και ειπε πας ο λαος, Ζητω ο βασιλευς Σολομων.
<scripture passage="1Kgs 1:40" parsed="|1Kgs|1|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.40" />
<sup>40</sup>Και ανεβη πας ο λαος κατοπιν αυτου· και επαιζεν ο λαος αυλους και ευφραινετο ευφροσυνην μεγαλην, και η γη εσχιζετο εκ των φωνων αυτων.
<scripture passage="1Kgs 1:41" parsed="|1Kgs|1|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.41" />
<sup>41</sup>Και ηκουσεν Αδωνιας και παντες οι κεκλημενοι αυτου, καθως ετελειωσαν να τρωγωσι. Και οτε ηκουσεν ο Ιωαβ την φωνην της σαλπιγγος, ειπε, Τις η φωνη αυτη της πολεως θορυβουσης;
<scripture passage="1Kgs 1:42" parsed="|1Kgs|1|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.42" />
<sup>42</sup>Ενω ετι ελαλει, ιδου, Ιωναθαν, ο υιος Αβιαθαρ του ιερεως, ηλθε· και ειπεν ο Αδωνιας προς αυτον, Εισελθε· διοτι συ εισαι ανηρ γενναιος και φερεις αγαθας αγγελιας.
<scripture passage="1Kgs 1:43" parsed="|1Kgs|1|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.43" />
<sup>43</sup>Και αποκριθεις ο Ιωναθαν ειπε προς τον Αδωνιαν, Βεβαιως κυριος ημων ο βασιλευς Δαβιδ εκαμε βασιλεα τον Σολομωντα·
<scripture passage="1Kgs 1:44" parsed="|1Kgs|1|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.44" />
<sup>44</sup>και απεστειλε μετ' αυτου ο βασιλευς Σαδωκ τον ιερεα και Ναθαν τον προφητη και Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε και τους Χερεθαιους και τους Φελεθαιους, και εκαθισαν αυτον επι την ημιονον του βασιλεως·
<scripture passage="1Kgs 1:45" parsed="|1Kgs|1|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.45" />
<sup>45</sup>και εχρισαν αυτον Σαδωκ ο ιερευς και Ναθαν ο προφητης βασιλεα εν Γιων· και ανεβησαν εκειθεν ευφραινομενοι, και η πολις αντηχησεν· αυτη ειναι η φωνη, την οποιαν ηκουσατε·
<scripture passage="1Kgs 1:46" parsed="|1Kgs|1|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.46" />
<sup>46</sup>και μαλιστα εκαθησεν ο Σολομων επι του θρονου της βασιλειας·
<scripture passage="1Kgs 1:47" parsed="|1Kgs|1|47|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.47" />
<sup>47</sup>και εισηλθον ετι οι δουλοι του βασιλεως να ευχηθωσι τον κυριον ημων τον βασιλεα Δαβιδ, λεγοντες, Ο Θεος να λαμπρυνη το ονομα του Σολομωντος υπερ το ονομα σου, και να μεγαλυνη τον θρονον σου και να μεγαλυνη τον θρονον αυτου υπερ τον θρονον σου. και προσεκυνησεν ο βασιλευς επι της κλινης·
<scripture passage="1Kgs 1:48" parsed="|1Kgs|1|48|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.48" />
<sup>48</sup>και ειπε προσετι ο βασιλευς ουτως· Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, οστις εδωκεν εις εμε σημερον διαδοχον καθημενον επι του θρονου μου, και οι οφθαλμοι μου βλεπουσι τουτο.
<scripture passage="1Kgs 1:49" parsed="|1Kgs|1|49|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.49" />
<sup>49</sup>Τοτε παντες οι κεκλημενοι, οι μετα του Αδωνια, εξεπλαγησαν και σηκωθεντες, υπηγαν εκαστος την οδον αυτου.
<scripture passage="1Kgs 1:50" parsed="|1Kgs|1|50|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.50" />
<sup>50</sup>Ο δε Αδωνιας εφοβηθη απο προσωπου του Σολομωντος και σηκωθεις υπηγε και επιασθη απο των κερατων του θυσιαστηριου.
<scripture passage="1Kgs 1:51" parsed="|1Kgs|1|51|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.51" />
<sup>51</sup>Και ανηγγειλαν προς τον Σολομωντα, λεγοντες, Ιδου, ο Αδωνιας φοβειται τον βασιλεα Σολομωντα· και ιδου, επιασθη απο των κερατων του θυσιαστηριου, λεγων, Ας ομοση προς εμε σημερον ο βασιλευς Σολομων, οτι δεν θελει θανατωσει τον δουλον αυτου δια ρομφαιας.
<scripture passage="1Kgs 1:52" parsed="|1Kgs|1|52|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.52" />
<sup>52</sup>Και ειπεν ο Σολομων, Εαν σταθη ανηρ αγαθος, ουδε μια εκ των τριχων αυτου θελει πεσει επι την γην· εαν ομως ευρεθη κακια εν αυτω θελει θανατωθη.
<scripture passage="1Kgs 1:53" parsed="|1Kgs|1|53|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.1.53" />
<sup>53</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς Σολομων, και κατεβιβασαν αυτον απο του θυσιαστηριου· και ηλθε και προσεκυνησε τον βασιλεα Σολομωντα· και ειπε προς αυτον ο Σολομων, Υπαγε εις τον οικον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 2" progress="30.98%" prev="iKgs.1" next="iKgs.3" id="iKgs.2">
<h3 id="iKgs.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.2-p1">
<scripture passage="1Kgs 2:1" parsed="|1Kgs|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.1" />
<sup>1</sup>Επλησιασαν δε αι ημεραι του Δαβιδ να αποθανη· και παρηγγειλε προς τον Σολομωντα τον υιον αυτου, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 2:2" parsed="|1Kgs|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.2" />
<sup>2</sup>Εγω υπαγω την οδον πασης της γης· συ δε ισχυε και εσο ανηρ·
<scripture passage="1Kgs 2:3" parsed="|1Kgs|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.3" />
<sup>3</sup>και φυλαττε τας εντολας Κυριου του Θεου σου, περιπατων εις τας οδους αυτου, φυλαττων τα διαταγματα αυτου, τα προσταγματα αυτου και τας κρισεις αυτου και τα μαρτυρια αυτου, ως ειναι γεγραμμενον εν τω νομω του Μωυσεως, δια να ευημερης εις παντα οσα πραττεις και πανταχου οπου αν στραφης·
<scripture passage="1Kgs 2:4" parsed="|1Kgs|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.4" />
<sup>4</sup>δια να στηριξη ο Κυριος τον λογον αυτου, τον οποιον ελαλησε περι εμου, λεγων, Εαν οι υιοι σου προσεχωσιν εις την οδον αυτων ωστε να περιπατωσιν ενωπιον μου εν αληθεια, εξ ολης της καρδιας αυτων και εξ ολης της ψυχης αυτων, βεβαιως δεν θελει εκλειψει εις σε ανηρ επανωθεν του θρονου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 2:5" parsed="|1Kgs|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.5" />
<sup>5</sup>Και ετι συ εξευρεις οσα εκαμεν εις εμε Ιωαβ ο υιος της Σερουιας, τι εκαμεν εις τους δυο αρχηγους των στρατευματων του Ισραηλ, εις τον Αβενηρ τον υιον του Νηρ, και εις τον Αμασα τον υιον του Ιεθερ, τους οποιους εφονευσε, και εχυσε το αιμα του πολεμου εν ειρηνη και εβαλε το αιμα του πολεμου εις την ζωνην αυτου, την περι την οσφυν αυτου, και εις τα υποδηματα αυτου τα εις τους ποδας αυτου.
<scripture passage="1Kgs 2:6" parsed="|1Kgs|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.6" />
<sup>6</sup>Καμε λοιπον κατα την σοφιαν σου, και η πολια αυτου ας μη καταβη εις τον αδην εν ειρηνη.
<scripture passage="1Kgs 2:7" parsed="|1Kgs|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.7" />
<sup>7</sup>προς τους υιους ομως του Βαρζελλαι του Γαλααδιτου καμε ελεος, και ας ηναι εκ των εσθιοντων επι της τραπεζης σου· διοτι ουτως επλησιασαν προς εμε, οτε εφευγον απο προσωπου του Αβεσσαλωμ του αδελφου σου.
<scripture passage="1Kgs 2:8" parsed="|1Kgs|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.8" />
<sup>8</sup>Και ιδου, μετα σου Σιμει ο υιος του Γηρα, ο Βενιαμιτης, απο Βαουρειμ, οστις με κατηρασθη καταραν οδυνηραν καθ' ην ημεραν επορευομην εις Μαχαναιμ· κατεβη ομως προς απαντησιν μου εις τον Ιορδανην, και ωμοσα προς αυτον εις τον Κυριον, λεγων, Δεν θελω σε θανατωσει δια ρομφαιας.
<scripture passage="1Kgs 2:9" parsed="|1Kgs|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.9" />
<sup>9</sup>Τωρα λοιπον μη αθωωσης αυτον· διοτι εισαι ανηρ σοφος και εξευρεις τι πρεπει να καμης εις αυτον, και να καταβιβασης την πολιαν αυτου με αιμα εις τον αδην.
<scripture passage="1Kgs 2:10" parsed="|1Kgs|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.10" />
<sup>10</sup>Και εκοιμηθη ο Δαβιδ μετα των πατερων αυτου και εταφη εν τη πολει Δαβιδ.
<scripture passage="1Kgs 2:11" parsed="|1Kgs|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.11" />
<sup>11</sup>Αι ημεραι δε, τας οποιας εβασιλευσεν ο Δαβιδ επι τον Ισραηλ, εγειναν τεσσαρακοντα ετη· επτα ετη εβασιλευσεν εν Χεβρων και τριακοντα τρια εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Kgs 2:12" parsed="|1Kgs|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.12" />
<sup>12</sup>Και εκαθησεν ο Σολομων επι του θρονου Δαβιδ του πατρος αυτου· και εστερεωθη η βασιλεια αυτου σφοδρα.
<scripture passage="1Kgs 2:13" parsed="|1Kgs|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.13" />
<sup>13</sup>Αδωνιας δε ο υιος της Αγγειθ ηλθε προς την Βηθ-σαβεε, την μητερα του Σολομωντος. Η δε ειπεν, Ερχεσαι εν ειρηνη; Και ειπεν, Εν ειρηνη.
<scripture passage="1Kgs 2:14" parsed="|1Kgs|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.14" />
<sup>14</sup>Επειτα ειπεν, Εχω λογον τινα να ειπω προς σε. Η δε ειπε, Λαλησον.
<scripture passage="1Kgs 2:15" parsed="|1Kgs|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε, Συ εξευρεις οτι εις εμε ανηκεν η βασιλεια και εις εμε ειχε στησει πας ο Ισραηλ το προσωπον αυτου, δια να βασιλευσω· η βασιλεια ομως εστραφη και εγεινε του αδελφου μου· διοτι παρα Κυριου εγεινεν εις αυτον·
<scripture passage="1Kgs 2:16" parsed="|1Kgs|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.16" />
<sup>16</sup>τωρα λοιπον ζητω μιαν αιτησιν παρα σου· μη αρνηθης ταυτην εις εμε. Η δε ειπε προς αυτον, Λαλει.
<scripture passage="1Kgs 2:17" parsed="|1Kgs|2|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν, Ειπε, παρακαλω, προς τον Σολομωντα τον βασιλεα, διοτι δεν θελει σοι αρνηθη τουτο, να δωση εις εμε την Αβισαγ την Σουναμιτιν δια γυναικα.
<scripture passage="1Kgs 2:18" parsed="|1Kgs|2|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν η Βηθ-σαβεε, Καλως· εγω θελω λαλησει περι σου προς τον βασιλεα.
<scripture passage="1Kgs 2:19" parsed="|1Kgs|2|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.19" />
<sup>19</sup>Και εισηλθεν η Βηθ-σαβεε προς τον βασιλεα Σολομωντα, δια να λαληση προς αυτον περι του Αδωνιου. Και εσηκωθη ο βασιλευς εις απαντησιν αυτης και προσεκυνησεν αυτην· επειτα εκαθησεν επι τον θρονον αυτου, και ετεθη θρονος εις την μητερα του βασιλεως· και εκαθησεν εις τα δεξια αυτου.
<scripture passage="1Kgs 2:20" parsed="|1Kgs|2|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε, Μιαν μικραν αιτησιν ζητω παρα σου· μη αρνηθης ταυτην εις εμε. Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Ζητησον, μητηρ μου· διοτι δεν θελω σοι αρνηθη.
<scripture passage="1Kgs 2:21" parsed="|1Kgs|2|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.21" />
<sup>21</sup>Η δε ειπεν, Ας δοθη η Αβισαγ η Σουναμιτις εις τον Αδωνιαν τον αδελφον σου δια γυναικα.
<scripture passage="1Kgs 2:22" parsed="|1Kgs|2|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.22" />
<sup>22</sup>Και αποκριθεις ο βασιλευς Σολομων ειπε προς την μητερα αυτου, Και δια τι συ ζητεις την Αβισαγ την Σουναμιτιν δια τον Αδωνιαν; ζητησον δι' αυτον και την βασιλειαν, διοτι ειναι μεγαλητερος μου αδελφος· και δι' αυτον και δια τον Αβιαθαρ τον ιερεα και δια τον Ιωαβ τον υιον της Σερουιας.
<scripture passage="1Kgs 2:23" parsed="|1Kgs|2|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.23" />
<sup>23</sup>Και ωμοσεν ο βασιλευς Σολομων προς τον Κυριον, λεγων, Ουτω να καμη ο Θεος εις εμε και ουτω να προσθεση, εαν ο Αδωνιας δεν ελαλησε τον λογον τουτον κατα της ζωης αυτου·
<scripture passage="1Kgs 2:24" parsed="|1Kgs|2|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.24" />
<sup>24</sup>και τωρα, ζη Κυριος, οστις με εστερεωσε και με εκαθισεν επι του θρονου Δαβιδ του πατρος μου, και οστις εκαμεν εις εμε οικον, καθως υπεσχεθη, σημερον θελει θανατωθη ο Αδωνιας.
<scripture passage="1Kgs 2:25" parsed="|1Kgs|2|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.25" />
<sup>25</sup>Και εξαπεστειλεν ο βασιλευς Σολομων δια χειρος του Βεναια, υιου του Ιωδαε, και επεσεν επ' αυτον και απεθανε.
<scripture passage="1Kgs 2:26" parsed="|1Kgs|2|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.26" />
<sup>26</sup>προς δε τον Αβιαθαρ τον ιερεα ειπεν ο βασιλευς, Εις Αναθωθ υπαγε, εις τους αγρους σου· διοτι εισαι αξιος θανατου· αλλα την ημεραν ταυτην δεν θελω σε θανατωσει, επειδη εσηκωσας την κιβωτον Κυριου του Θεου εμπροσθεν Δαβιδ του πατρος μου και επειδη εκακοπαθησας εις παντα οσα εκακοπαθησεν ο πατηρ μου.
<scripture passage="1Kgs 2:27" parsed="|1Kgs|2|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.27" />
<sup>27</sup>Και απεβαλεν ο Σολομων τον Αβιαθαρ απο του να ηναι ιερευς του Κυριου· δια να πληρωθη ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησε περι του οικου του Ηλει εν Σηλω.
<scripture passage="1Kgs 2:28" parsed="|1Kgs|2|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.28" />
<sup>28</sup>Και η φημη ηλθε μεχρι του Ιωαβ· διοτι ο Ιωαβ εκλινεν οπισω του Αδωνιου, αν και δεν εκλινεν οπισω του Αβεσσαλωμ. Και εφυγεν ο Ιωαβ εις την σκηνην του Κυριου και επιασθη απο των κερατων του θυσιαστηριου.
<scripture passage="1Kgs 2:29" parsed="|1Kgs|2|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.29" />
<sup>29</sup>Και απηγγελθη προς τον βασιλεα Σολομωντα, Οτι ο Ιωαβ εφυγεν εις την σκηνην του Κυριου· και ιδου, ειναι πλησιον του θυσιαστηριου. Τοτε απεστειλεν ο Σολομων Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε, λεγων, Υπαγε, πεσον επ' αυτον.
<scripture passage="1Kgs 2:30" parsed="|1Kgs|2|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.30" />
<sup>30</sup>Και ηλθεν ο Βεναιας εις την σκηνην του Κυριου και ειπε προς αυτον, ουτω λεγει ο βασιλευς· Εξελθε. Ο δε ειπεν, Ουχι, αλλ' ενταυθα θελω αποθανει. Και ανεφερεν ο Βεναιας αποκρισιν προς τον βασιλεα, λεγων, Ουτως ειπεν ο Ιωαβ και ουτω μοι απεκριθη.
<scripture passage="1Kgs 2:31" parsed="|1Kgs|2|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.31" />
<sup>31</sup>Ο δε βασιλευς ειπε προς αυτον, Καμε ως ειπε, και πεσον επ' αυτον και θαψον αυτον· δια να εξαλειψης το αθωον αιμα, το οποιον εχυσεν ο Ιωαβ, απ' εμου και απο του οικου του πατρος μου·
<scripture passage="1Kgs 2:32" parsed="|1Kgs|2|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.32" />
<sup>32</sup>και ο Κυριος θελει στρεψει το αιμα αυτου κατα της κεφαλης αυτου, οστις επεσεν επι δυο ανδρας δικαιοτερους και καλητερους παρ' αυτον, και εθανατωσεν αυτους δια ρομφαιας, μη ειδοτος του πατρος μου Δαβιδ, τον Αβενηρ τον υιον του Νηρ, τον αρχιστρατηγον του Ισραηλ, και τον Αμασα τον υιον του Ιεθερ, τον αρχιστρατηγον του Ιουδα·
<scripture passage="1Kgs 2:33" parsed="|1Kgs|2|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.33" />
<sup>33</sup>και θελουσιν επιστρεψει τα αιματα αυτων κατα της κεφαλης του Ιωαβ και κατα της κεφαλης του σπερματος αυτου, εις τον αιωνα· επι δε τον Δαβιδ και επι το σπερμα αυτου και επι τον οικον αυτου και επι τον θρονον αυτου θελει εισθαι ειρηνη παρα Κυριου εως αιωνος.
<scripture passage="1Kgs 2:34" parsed="|1Kgs|2|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.34" />
<sup>34</sup>Τοτε ανεβη Βεναιας ο υιος του Ιωδαε, και επεσεν επ' αυτον και εθανατωσεν αυτον· και εταφη εν τω οικω αυτου εν τη ερημω.
<scripture passage="1Kgs 2:35" parsed="|1Kgs|2|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.35" />
<sup>35</sup>Και κατεστησεν ο βασιλευς αντ' αυτου Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε επι του στρατευματος· και Σαδωκ τον ιερεα κατεστησεν ο βασιλευς αντι του Αβιαθαρ.
<scripture passage="1Kgs 2:36" parsed="|1Kgs|2|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.36" />
<sup>36</sup>Και αποστειλας ο βασιλευς εκαλεσε τον Σιμει και ειπε προς αυτον, Οικοδομησον εις σεαυτον οικον εν Ιερουσαλημ και κατοικει εκει, και μη εξελθης εκειθεν εις ουδεν μερος·
<scripture passage="1Kgs 2:37" parsed="|1Kgs|2|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.37" />
<sup>37</sup>διοτι καθ' ην ημεραν εξελθης και περασης τον χειμαρρον Κεδρων, εξευρε βεβαιως οτι εξαπαντος θελεις θανατωθη· το αιμα σου θελει εισθαι επι την κεφαλην σου.
<scripture passage="1Kgs 2:38" parsed="|1Kgs|2|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.38" />
<sup>38</sup>Και ειπεν ο Σιμει προς τον βασιλεα, Καλος ο λογος· καθως ειπεν ο κυριος μου ο βασιλευς, ουτω θελει καμει ο δουλος σου. Και εκαθησεν ο Σιμει εν Ιερουσαλημ ημερας πολλας.
<scripture passage="1Kgs 2:39" parsed="|1Kgs|2|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.39" />
<sup>39</sup>Και μετα τρια ετη, δυο εκ των δουλων του Σιμει εδραπετευσαν προς τον Αγχους, υιον του Μααχα, τον βασιλεα της Γαθ· και ανηγγειλαν προς τον Σιμει, λεγοντες, Ιδου, οι δουλοι σου ειναι εν Γαθ.
<scripture passage="1Kgs 2:40" parsed="|1Kgs|2|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.40" />
<sup>40</sup>Και ο Σιμει εσηκωθη και εστρωσε την ονον αυτου και υπηγεν εις Γαθ προς τον Αγχους, δια να ζητηση τους δουλους αυτου· και υπηγεν ο Σιμει και εφερε τους δουλους αυτου απο Γαθ.
<scripture passage="1Kgs 2:41" parsed="|1Kgs|2|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.41" />
<sup>41</sup>Και απηγγελθη προς τον Σολομωντα, οτι ο Σιμει υπηγεν απο Ιερουσαλημ εις Γαθ και επεστρεψε.
<scripture passage="1Kgs 2:42" parsed="|1Kgs|2|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.42" />
<sup>42</sup>Και αποστειλας ο βασιλευς εκαλεσε τον Σιμει και ειπε προς αυτον, Δεν σε ωρκισα εις τον Κυριον και διεμαρτυρηθην προς σε, λεγων, Εξευρε βεβαιως, οτι καθ' ην ημεραν εξελθης και περιπατησης εξω οπουδηποτε, εξαπαντος θελεις αποθανει; και συ μοι ειπας, Καλος ο λογος, τον οποιον ηκουσα·
<scripture passage="1Kgs 2:43" parsed="|1Kgs|2|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.43" />
<sup>43</sup>δια τι λοιπον δεν εφυλαξας τον ορκον του Κυριου και την προσταγην, την οποιαν προσεταξα εις σε;
<scripture passage="1Kgs 2:44" parsed="|1Kgs|2|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.44" />
<sup>44</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Σιμει, Συ εξευρεις ολην την κακιαν, την οποιαν γνωριζει η καρδια σου, τι επραξας εις τον Δαβιδ τον πατερα μου· δια τουτο ο Κυριος εστρεψε την κακιαν σου κατα της κεφαλης σου·
<scripture passage="1Kgs 2:45" parsed="|1Kgs|2|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.45" />
<sup>45</sup>ο δε βασιλευς Σολομων θελει εισθαι ευλογημενος, και ο θρονος του Δαβιδ εστερεωμενος ενωπιον του Κυριου εως αιωνος.
<scripture passage="1Kgs 2:46" parsed="|1Kgs|2|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.2.46" />
<sup>46</sup>Τοτε ο βασιλευς προσεταξε Βεναιαν τον υιον του Ιωδαε, οστις εξελθων επεσεν επ' αυτον, και απεθανε. Και η βασιλεια εστερεωθη εν τη χειρι του Σολομωντος.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 3" progress="31.18%" prev="iKgs.2" next="iKgs.4" id="iKgs.3">
<h3 id="iKgs.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.3-p1">
<scripture passage="1Kgs 3:1" parsed="|1Kgs|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.1" />
<sup>1</sup>Εκαμε δε ο Σολομων επιγαμιαν μετα του Φαραω, βασιλεως της Αιγυπτου, και ελαβε την θυγατερα του Φαραω· και εφερεν αυτην εις την πολιν Δαβιδ, εωσου ετελειωσε να οικοδομη τον οικον αυτου και τον οικον του Κυριου και το τειχος της Ιερουσαλημ κυκλω.
<scripture passage="1Kgs 3:2" parsed="|1Kgs|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.2" />
<sup>2</sup>Πλην ο λαος εθυσιαζεν επι τους υψηλους τοπους, επειδη δεν ητο ωκοδομημενος οικος εις το ονομα του Κυριου, εως των ημερων εκεινων.
<scripture passage="1Kgs 3:3" parsed="|1Kgs|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.3" />
<sup>3</sup>Και ηγαπησεν ο Σολομων τον Κυριον, περιπατων εις τα προσταγματα Δαβιδ του πατρος αυτου· μονον εθυσιαζε και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους.
<scripture passage="1Kgs 3:4" parsed="|1Kgs|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγεν ο βασιλευς εις Γαβαων, δια να θυσιαση εκει· διοτι εκεινος ητο ο υψηλος τοπος ο μεγας· χιλια ολοκαυτωματα προσεφερεν ο Σολομων επι το θυσιαστηριον εκεινο.
<scripture passage="1Kgs 3:5" parsed="|1Kgs|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.5" />
<sup>5</sup>Εφανη δε ο Κυριος εν Γαβαων εις τον Σολομωντα καθ' υπνον δια νυκτος· και ειπεν ο Θεος, Ζητησον τι να σοι δωσω.
<scripture passage="1Kgs 3:6" parsed="|1Kgs|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Σολομων ειπε, Συ εκαμες μεγα ελεος προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου, επειδη περιεπατησεν ενωπιον σου εν αληθεια και εν δικαιοσυνη και εν ευθυτητι καρδιας μετα σου· και εφυλαξας εις αυτον το μεγα τουτο ελεος και εδωκας εις αυτον υιον καθημενον επι του θρονου αυτου, καθως την ημεραν ταυτην·
<scripture passage="1Kgs 3:7" parsed="|1Kgs|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.7" />
<sup>7</sup>και τωρα, Κυριε Θεε μου, συ εκαμες τον δουλον σου βασιλεα αντι Δαβιδ του πατρος μου· και εγω ειμαι παιδαριον μικρον· δεν εξευρω πως να εξερχωμαι και να εισερχωμαι·
<scripture passage="1Kgs 3:8" parsed="|1Kgs|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.8" />
<sup>8</sup>και ο δουλος σου ειναι εν μεσω του λαου σου, τον οποιον εξελεξας, λαου μεγαλου, οστις εκ του πληθους δεν δυναται να αριθμηθη ουδε να λογαριασθη·
<scripture passage="1Kgs 3:9" parsed="|1Kgs|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.9" />
<sup>9</sup>δος λοιπον εις τον δουλον σου καρδιαν νοημονα εις το να κρινη τον λαον σου, δια να διακρινω μεταξυ καλου και κακου· διοτι τις δυναται να κρινη τον λαον σου τουτον τον μεγαν;
<scripture passage="1Kgs 3:10" parsed="|1Kgs|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.10" />
<sup>10</sup>Και ηρεσεν ο λογος εις τον Κυριον, οτι ο Σολομων εζητησε το πραγμα τουτο.
<scripture passage="1Kgs 3:11" parsed="|1Kgs|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Θεος προς αυτον, Επειδη εζητησας το πραγμα τουτο, και δεν εζητησας εις σεαυτον πολυζωιαν, και δεν εζητησας εις σεαυτον πλουτη, και δεν εζητησας την ζωην των εχθρων σου, αλλ' εζητησας εις σεαυτον συνεσιν δια να εννοης κρισιν,
<scripture passage="1Kgs 3:12" parsed="|1Kgs|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.12" />
<sup>12</sup>ιδου, εκαμα κατα τους λογους σου· ιδου, εδωκα εις σε καρδιαν σοφην και συνετην, ωστε δεν εσταθη προτερον σου ομοιος σου, ουδε μετα σε θελει αναστηθη ομοιος σου·
<scripture passage="1Kgs 3:13" parsed="|1Kgs|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.13" />
<sup>13</sup>ετι δε εδωκα εις σε και ο, τι δεν εζητησας, και πλουτον και δοξαν, ωστε μεταξυ των βασιλεων δεν θελει εισθαι ουδεις ομοιος σου καθ' ολας τας ημερας σου·
<scripture passage="1Kgs 3:14" parsed="|1Kgs|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.14" />
<sup>14</sup>και εαν περιπατης εις τας οδους μου, φυλαττων τα διαταγματα μου και τας εντολας μου, καθως περιεπατησε Δαβιδ ο πατηρ σου, τοτε θελω μακρυνει τας ημερας σου.
<scripture passage="1Kgs 3:15" parsed="|1Kgs|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.15" />
<sup>15</sup>Και εξυπνησεν ο Σολομων· και ιδου, ητο ενυπνιον. Και ηλθεν εις Ιερουσαλημ και εσταθη ενωπιον της κιβωτου της διαθηκης του Κυριου, και προσεφερεν ολοκαυτωματα και εκαμεν ειρηνικας προσφορας και εκαμε συμποσιον εις παντας τους δουλους αυτου.
<scripture passage="1Kgs 3:16" parsed="|1Kgs|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ηλθον δυο γυναικες πορναι προς τον βασιλεα και εσταθησαν εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="1Kgs 3:17" parsed="|1Kgs|3|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν η μια γυνη, Ω, κυριε μου εγω και η γυνη αυτη κατοικουμεν εν τη αυτη οικια, και εγεννησα συγκατοικουσα μετ' αυτης·
<scripture passage="1Kgs 3:18" parsed="|1Kgs|3|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.18" />
<sup>18</sup>την δε τριτην ημεραν αφου εγω εγεννησα, εγεννησε και η γυνη αυτη· και ημεθα ομου· δεν ητο ξενος μεθ' ημων εν τη οικια· μονον ημεις αι δυο ημεθα εν τη οικια·
<scripture passage="1Kgs 3:19" parsed="|1Kgs|3|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.19" />
<sup>19</sup>και την νυκτα απεθανεν ο υιος της γυναικος ταυτης, επειδη εκοιμηθη επ' αυτον·
<scripture passage="1Kgs 3:20" parsed="|1Kgs|3|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.20" />
<sup>20</sup>και αυτη σηκωθεισα το μεσονυκτιον, ελαβε τον υιον μου εκ του πλαγιου μου, ενω η δουλη σου εκοιματο, και εβαλεν αυτον εις τον κολπον αυτης· τον δε υιον αυτης τον νεκρον εβαλεν εις τον κολπον μου·
<scripture passage="1Kgs 3:21" parsed="|1Kgs|3|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.21" />
<sup>21</sup>και οτε εσηκωθην το πρωι, δια να θηλασω τον υιον μου, ιδου, ητο νεκρος· πλην αφου το πρωι παρετηρησα αυτο, ιδου, δεν ητο ο υιος μου τον οποιον εγεννησα.
<scripture passage="1Kgs 3:22" parsed="|1Kgs|3|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.22" />
<sup>22</sup>Η δε αλλη γυνη ειπεν, Ουχι, αλλ' ο ζων ειναι ο υιος μου, ο δε νεκρος ειναι ο υιος σου. Η δε ειπεν, Ουχι, αλλ' ο νεκρος ειναι ο υιος σου, ο δε ζων ειναι ο υιος μου. Ουτως ελαλησαν ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 3:23" parsed="|1Kgs|3|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Η μεν λεγει, Ουτος ο ζων ειναι ο υιος μου, ο δε νεκρος ειναι ο υιος σου· η δε λεγει, Ουχι, αλλ' ο νεκρος ειναι ο υιος σου, ο δε ζων ειναι ο υιος μου.
<scripture passage="1Kgs 3:24" parsed="|1Kgs|3|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, φερετε μοι μαχαιραν. Και εφεραν την μαχαιραν εμπροσθεν του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 3:25" parsed="|1Kgs|3|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Διαιρεσατε εις δυο το παιδιον το ζων, και δοτε το ημισυ εις την μιαν και το ημισυ εις την αλλην.
<scripture passage="1Kgs 3:26" parsed="|1Kgs|3|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.26" />
<sup>26</sup>Τοτε η γυνη, της οποιας ητο ο υιος ο ζων, ελαλησε προς τον βασιλεα, διοτι τα σπλαγχνα αυτης επονεσαν δια τον υιον αυτης, και ειπεν, Ω, κυριε μου, δος εις αυτην το παιδιον το ζων, και κατ' ουδενα τροπον μη θανατωσης αυτο. Η δε αλλη ειπε, Μητε ιδικον μου ας ηναι, μητε ιδικον σου· διαιρεσατε αυτο.
<scripture passage="1Kgs 3:27" parsed="|1Kgs|3|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.27" />
<sup>27</sup>Τοτε αποκριθεις ο βασιλευς, ειπε, Δοτε εις αυτην το παιδιον το ζων, και κατ' ουδενα τροπον μη θανατωσητε αυτο· αυτη ειναι μητηρ αυτου.
<scripture passage="1Kgs 3:28" parsed="|1Kgs|3|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.3.28" />
<sup>28</sup>Και ηκουσε πας ο Ισραηλ περι της κρισεως, την οποιαν ο βασιλευς εκρινε, και εφοβηθησαν τον βασιλεα· διοτι ειδον οτι σοφια Θεου ητο εν αυτω δια να καμνη κρισιν·
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 4" progress="31.28%" prev="iKgs.3" next="iKgs.5" id="iKgs.4">
<h3 id="iKgs.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.4-p1">
<scripture passage="1Kgs 4:1" parsed="|1Kgs|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.1" />
<sup>1</sup>Ο δε βασιλευς Σολομων εβασιλευεν επι παντα τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 4:2" parsed="|1Kgs|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.2" />
<sup>2</sup>Και ουτοι ησαν οι αρχοντες, τους οποιους ειχεν· Αζαριας, ο υιος του Σαδωκ, αυλαρχης·
<scripture passage="1Kgs 4:3" parsed="|1Kgs|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.3" />
<sup>3</sup>Ελιορεφ και Αχια, οι υιοι του Σεισα, γραμματεις· Ιωσαφατ, ο υιος του Αχιουδ, υπομνηματογραφος·
<scripture passage="1Kgs 4:4" parsed="|1Kgs|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.4" />
<sup>4</sup>και Βεναιας, ο υιος του Ιωδαε, επι του στρατευματος· και Σαδωκ και Αβιαθαρ, ιερεις·
<scripture passage="1Kgs 4:5" parsed="|1Kgs|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.5" />
<sup>5</sup>και Αζαριας, ο υιος του Ναθαν, επι τους σιταρχας· και Ζαβουδ, υιος του Ναθαν, πρωτος αξιωματικος, φιλος του βασιλεως·
<scripture passage="1Kgs 4:6" parsed="|1Kgs|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.6" />
<sup>6</sup>και Αχισαρ, οικονομος· και Αδωνιραμ, ο υιος του Αβδα, επι των φορων.
<scripture passage="1Kgs 4:7" parsed="|1Kgs|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.7" />
<sup>7</sup>ειχε δε ο Σολομων δωδεκα σιταρχας επι παντα τον Ισραηλ, και προεβλεπον τας τροφας εις τον βασιλεα και εις τον οικον αυτου· ενος μηνος προβλεψιν εκαμνεν εκαστος τον χρονον.
<scripture passage="1Kgs 4:8" parsed="|1Kgs|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.8" />
<sup>8</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα αυτων· ο υιος του Ουρ σιταρχης εν τω ορει Εφραιμ·
<scripture passage="1Kgs 4:9" parsed="|1Kgs|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.9" />
<sup>9</sup>ο υιος του Δεκερ, εν Μακας και εν Σααλβιμ και Βαιθ-σεμες και Αιλων της Βαιθ-αναν·
<scripture passage="1Kgs 4:10" parsed="|1Kgs|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.10" />
<sup>10</sup>ο υιος του Εσεδ, εν Αρουβωθ· υπο τουτον ητο Σωχω και πασα γη Εφερ·
<scripture passage="1Kgs 4:11" parsed="|1Kgs|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.11" />
<sup>11</sup>ο υιος του Αβινααβ, εν παση τη Ναφαθ-δωρ· ουτος ειχε γυναικα Ταφαθ, την θυγατερα του Σολομωντος·
<scripture passage="1Kgs 4:12" parsed="|1Kgs|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.12" />
<sup>12</sup>Βαανα, ο υιος του Αχιλουδ, εν Θααναχ και Μεγιδδω και παση τη αιθ-σαν, ητις ειναι πλησιον της Σαρθανα υπο την Ιεζραελ, απο Βαιθ-σαν εως Αβελ-μεολα, εως επεκεινα Ιοκμεαμ·
<scripture passage="1Kgs 4:13" parsed="|1Kgs|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.13" />
<sup>13</sup>ο υιος του Γεβερ, εν Ραμωθ-γαλααδ· ουτος ειχε τας κωμας του Ιαειρ, υιου Μανασση, τας εν Γαλααδ· ουτος ειχε και την επαρχιαν Αργοβ, την εν Βασαν, εξηκοντα πολεις μεγαλας με τειχη και χαλκινους μοχλους·
<scripture passage="1Kgs 4:14" parsed="|1Kgs|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.14" />
<sup>14</sup>Αχιναδαβ, ο υιος του Ιδδω, εν Μαχαναιμ·
<scripture passage="1Kgs 4:15" parsed="|1Kgs|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.15" />
<sup>15</sup>Αχιμαας, εν Νεφθαλι· και ουτος ελαβε δια γυναικα Βασεμαθ, την θυγατερα του Σολομωντος·
<scripture passage="1Kgs 4:16" parsed="|1Kgs|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.16" />
<sup>16</sup>Βαανα, ο υιος του Χουσαι, εν Ασιηρ και εν Αλωθ·
<scripture passage="1Kgs 4:17" parsed="|1Kgs|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.17" />
<sup>17</sup>Ιωσαφατ, ο υιος του Φαρουα, εν Ισσαχαρ·
<scripture passage="1Kgs 4:18" parsed="|1Kgs|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.18" />
<sup>18</sup>Σιμει, ο υιος του Ηλα, εν Βενιαμιν·
<scripture passage="1Kgs 4:19" parsed="|1Kgs|4|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.19" />
<sup>19</sup>Γεβερ, ο υιος του Ουρει, εν γη Γαλααδ, τη γη του Σηων βασιλεως των Αμορραιων και του Ωγ βασιλεως της Βασαν· και ητο ο μονος σιταρχης εν ταυτη τη γη.
<scripture passage="1Kgs 4:20" parsed="|1Kgs|4|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.20" />
<sup>20</sup>Ο Ιουδας και ο Ισραηλ ησαν πολυαριθμοι ως η αμμος η παρα την θαλασσαν κατα το πληθος, τρωγοντες και πινοντες και ευθυμουντες.
<scripture passage="1Kgs 4:21" parsed="|1Kgs|4|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.21" />
<sup>21</sup>Και εξουσιαζεν ο Σολομων επι παντα τα βασιλεια, απο του ποταμου εως της γης των Φιλισταιων, και εως των οριων της Αιγυπτου· και εφερον δωρα και ησαν δουλοι εις τον Σολομωντα καθ' ολας τας ημερας της ζωης αυτου.
<scripture passage="1Kgs 4:22" parsed="|1Kgs|4|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.22" />
<sup>22</sup>Η δε τροφη του Σολομωντος δια μιαν ημεραν ητο τριακοντα κοροι σεμιδαλεως και εξηκοντα κοροι αλευρου,
<scripture passage="1Kgs 4:23" parsed="|1Kgs|4|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.23" />
<sup>23</sup>δεκα βοες σιτευτοι και εικοσι βοες νομαδικοι και εκατον προβατα, εκτος ελαφων και αγριων αιγων και δορκαδων και πτηνων θρεπτων.
<scripture passage="1Kgs 4:24" parsed="|1Kgs|4|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.24" />
<sup>24</sup>Διοτι εξουσιαζεν επι πασαν την γην εντευθεν του ποταμου, απο Θαψα εως Γαζης, επι παντας τους βασιλεις εντευθεν του ποταμου· και ειχεν ειρηνην πανταχοθεν κυκλω αυτου.
<scripture passage="1Kgs 4:25" parsed="|1Kgs|4|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.25" />
<sup>25</sup>Κατωκει δε ο Ιουδας και ο Ισραηλ εν ασφαλεια, εκαστος υπο την αμπελον αυτου και υπο την συκην αυτου, απο Δαν εως Βηρ-σαβεε, πασας τας ημερας του Σολομωντος.
<scripture passage="1Kgs 4:26" parsed="|1Kgs|4|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.26" />
<sup>26</sup>Και ειχεν ο Σολομων τεσσαρακοντα χιλιαδας σταυλους ιππων δια τας αμαξας αυτου και δωδεκα χιλιαδας ιππεις.
<scripture passage="1Kgs 4:27" parsed="|1Kgs|4|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.27" />
<sup>27</sup>Και οι σιταρχαι εκεινοι προεμηθευον τροφας δια τον βασιλεα Σολομωντα και δια παντας τους προσερχομενους εις την τραπεζαν του βασιλεως Σολομωντος, εκαστος εις τον μηνα αυτου· δεν αφινον να γινηται ουδεμια ελλειψις.
<scripture passage="1Kgs 4:28" parsed="|1Kgs|4|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.28" />
<sup>28</sup>Εφερον ετι κριθας και αχυρον δια τους ιππους και τας ημιονους, εις τον τοπον οπου ησαν, εκαστος κατα το διωρισμενον εις αυτον.
<scripture passage="1Kgs 4:29" parsed="|1Kgs|4|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.29" />
<sup>29</sup>Και εδωκεν ο Θεος εις τον Σολομωντα σοφιαν και φρονησιν πολλην σφοδρα και εκτασιν πνευματος, ως η αμμος η παρα το χειλος της θαλασσης.
<scripture passage="1Kgs 4:30" parsed="|1Kgs|4|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.30" />
<sup>30</sup>Και υπερεβη η σοφια του Σολομωντος την σοφιαν παντων των κατοικων της ανατολης και πασαν την σοφιαν της Αιγυπτου·
<scripture passage="1Kgs 4:31" parsed="|1Kgs|4|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.31" />
<sup>31</sup>διοτι ητο σοφωτερος παρα παντας τους ανθρωπους, παρα τον Εθαν τον Εζραιτην και τον Αιμαν και τον Χαλκολ και τον Δαρδα, τους υιους του Μαωλ· και η φημη αυτου ητο εις παντα τα εθνη κυκλω.
<scripture passage="1Kgs 4:32" parsed="|1Kgs|4|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.32" />
<sup>32</sup>Και ελαλησε τρισχιλιας παροιμιας· και αι ωδαι αυτου ησαν χιλιαι και πεντε.
<scripture passage="1Kgs 4:33" parsed="|1Kgs|4|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.33" />
<sup>33</sup>Και ελαλησε περι δενδρων, απο της κεδρου της εν τω Λιβανω, μεχρι της υσσωπου της εκφυομενης επι του τοιχου· ελαλησεν ετι περι τετραποδων και περι πτηνων και περι ερπετων και περι ιχθυων.
<scripture passage="1Kgs 4:34" parsed="|1Kgs|4|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.4.34" />
<sup>34</sup>Και ηρχοντο εκ παντων των λαων δια να ακουσωσι την σοφιαν του Σολομωντος, παρα παντων των βασιλεων της γης, οσοι ηκουον την σοφιαν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 5" progress="31.38%" prev="iKgs.4" next="iKgs.6" id="iKgs.5">
<h3 id="iKgs.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.5-p1">
<scripture passage="1Kgs 5:1" parsed="|1Kgs|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.1" />
<sup>1</sup>Και απεστειλεν ο Χειραμ βασιλευς της Τυρου τους δουλους αυτου προς τον Σολομωντα, ακουσας οτι εχρισαν αυτον βασιλεα αντι του πατρος αυτου· διοτι ο Χειραμ ηγαπα παντοτε τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Kgs 5:2" parsed="|1Kgs|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο Σολομων προς τον Χειραμ, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 5:3" parsed="|1Kgs|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.3" />
<sup>3</sup>Συ εξευρεις οτι Δαβιδ ο πατηρ μου δεν ηδυνηθη να οικοδομηση οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου αυτου, εξ αιτιας των πολεμων των περικυκλουντων αυτον πανταχοθεν, εωσου ο Κυριος εβαλε τους εχθρους αυτου υπο τα ιχνη των ποδων αυτου·
<scripture passage="1Kgs 5:4" parsed="|1Kgs|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.4" />
<sup>4</sup>αλλα τωρα Κυριος ο Θεος μου εδωκεν εις εμε αναπαυσιν πανταχοθεν· δεν υπαρχει ουτε επιβουλος ουτε απαντημα κακον·
<scripture passage="1Kgs 5:5" parsed="|1Kgs|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.5" />
<sup>5</sup>και ιδου, εγω λεγω να οικοδομησω οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου μου, καθως ο Κυριος ελαλησε προς τον Δαβιδ τον πατερα μου, λεγων, Ο υιος σου, τον οποιον θελω βαλει αντι σου επι τον θρονον σου, ουτος θελει οικοδομησει τον οικον εις το ονομα μου·
<scripture passage="1Kgs 5:6" parsed="|1Kgs|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.6" />
<sup>6</sup>τωρα λοιπον προσταξον να κοψωσιν εις εμε κεδρους εκ του Λιβανου· και οι δουλοι μου θελουσιν εισθαι μετα των δουλων σου· και θελω δωσει εις σε μισθον δια τους δουλους σου, κατα παντα οσα ειπας· διοτι συ εξευρεις οτι μεταξυ ημων δεν ειναι ουδεις ουτως εμπειρος να κοπτη ξυλα, ως οι Σιδωνιοι.
<scripture passage="1Kgs 5:7" parsed="|1Kgs|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.7" />
<sup>7</sup>Και ως ηκουσεν ο Χειραμ τους λογους του Σολομωντος, εχαρη σφοδρα και ειπεν, Ευλογητος Κυριος σημερον, οστις εδωκεν εις τον Δαβιδ υιον σοφον επι τον λαον τον πολυν τουτον.
<scripture passage="1Kgs 5:8" parsed="|1Kgs|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.8" />
<sup>8</sup>Και απεστειλεν ο Χειραμ προς τον Σολομωντα, λεγων, Ηκουσα περι οσων εμηνυσας προς εμε· εγω θελω καμει παν το θελημα σου δια ξυλα κεδρινα και δια ξυλα πευκινα·
<scripture passage="1Kgs 5:9" parsed="|1Kgs|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.9" />
<sup>9</sup>οι δουλοι μου θελουσι καταβιβαζει αυτα εκ του Λιβανου εις την θαλασσαν· και εγω θελω καμει να φερωσιν αυτα εις σχεδιας δια της θαλασσης μεχρι του τοπου οντινα μηνυσης προς εμε, και να λυσωσιν αυτα εκει· συ δε θελεις παραλαβει αυτα· θελεις δε εκπληρωσει και συ το θελημα μου, διδων τροφας δια τον οικον μου.
<scripture passage="1Kgs 5:10" parsed="|1Kgs|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.10" />
<sup>10</sup>Εδιδε λοιπον ο Χειραμ εις τον Σολομωντα ξυλα κεδρινα και ξυλα πευκινα, οσα ηθελεν.
<scripture passage="1Kgs 5:11" parsed="|1Kgs|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Σολομων εδωκεν εις τον Χειραμ εικοσι χιλιαδας κορων σιτου δια τροφην του οικου αυτου και εικοσι κορους ελαιου κοπανισμενου· ουτως εδιδεν ο Σολομων εις τον Χειραμ κατ' ετος.
<scripture passage="1Kgs 5:12" parsed="|1Kgs|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.12" />
<sup>12</sup>Και εδωκεν ο Κυριος εις τον Σολομωντα σοφιαν, καθως ειπε προς αυτον· και ητο ειρηνη μεταξυ Χειραμ και Σολομωντος· και εκαμον συνθηκην αμφοτεροι.
<scripture passage="1Kgs 5:13" parsed="|1Kgs|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.13" />
<sup>13</sup>Εκαμε δε ο βασιλευς Σολομων ανδρολογιαν εκ παντος του Ισραηλ, και ητο η ανδρολογια τριακοντα χιλιαδες ανδρων.
<scripture passage="1Kgs 5:14" parsed="|1Kgs|5|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.14" />
<sup>14</sup>Και απεστελλεν αυτους εις τον Λιβανον, δεκα χιλιαδας τον μηνα κατα αλλαγην· ενα μηνα ησαν εν τω Λιβανω και δυο μηνας εν τοις οικοις αυτων· επι δε της ανδρολογιας ητο ο Αδωνιραμ.
<scripture passage="1Kgs 5:15" parsed="|1Kgs|5|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.15" />
<sup>15</sup>Και ειχεν ο Σολομων εβδομηκοντα χιλιαδας αχθοφορων και ογδοηκοντα χιλιαδας λιθοτομων εν τω ορει·
<scripture passage="1Kgs 5:16" parsed="|1Kgs|5|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.16" />
<sup>16</sup>εκτος των επιστατων των διωρισμενων παρα του Σολομωντος, οιτινες ησαν επι των εργων, τρεις χιλιαδες και τριακοσιοι, επιστατουντες επι τον λαον τον δουλευοντα εις τα εργα.
<scripture passage="1Kgs 5:17" parsed="|1Kgs|5|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.17" />
<sup>17</sup>Προσεταξε δε ο βασιλευς, και μετεφεραν λιθους μεγαλους, λιθους εκλεκτους, λιθους πελεκητους, δια τα θεμελια του οικου.
<scripture passage="1Kgs 5:18" parsed="|1Kgs|5|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.5.18" />
<sup>18</sup>Και επελεκησαν οι οικοδομοι του Σολομωντος και οι οικοδομοι του Χειραμ και οι Γιβλιοι, και ητοιμασαν τα ξυλα και τους λιθους, δια να οικοδομησωσι τον οικον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 6" progress="31.45%" prev="iKgs.5" next="iKgs.7" id="iKgs.6">
<h3 id="iKgs.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.6-p1">
<scripture passage="1Kgs 6:1" parsed="|1Kgs|6|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω τετρακοσιοστω και ογδοηκοστω ετει απο της εξοδου των υιων Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου, το τεταρτον ετος της βασιλειας του Σολομωντος επι τον Ισραηλ, κατα τον μηνα Ζιφ, οστις ειναι ο δευτερος μην, ηρχισε να οικοδομη τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 6:2" parsed="|1Kgs|6|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.2" />
<sup>2</sup>Και του οικου, τον οποιον ο βασιλευς Σολομων ωκοδομησεν εις τον Κυριον, το μηκος αυτου ητο εξηκοντα πηχων, και το πλατος αυτου εικοσι, και το υψος αυτου τριακοντα πηχων.
<scripture passage="1Kgs 6:3" parsed="|1Kgs|6|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.3" />
<sup>3</sup>Το δε προναον, το κατα προσωπον του ναου του οικου, ειχε μηκος εικοσι πηχων, κατα το πλατος του οικου· και πλατος δεκα πηχων εμπροσθεν του οικου.
<scripture passage="1Kgs 6:4" parsed="|1Kgs|6|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμεν εις τον οικον παραθυρα πλαγια αδιορατα.
<scripture passage="1Kgs 6:5" parsed="|1Kgs|6|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.5" />
<sup>5</sup>Και ωκοδομησε κολλητα με τον τοιχον του οικου οικηματα κυκλω, κολλητα με τους τοιχους του οικου κυκλω, και του ναου και του χρηστηριου· ουτως εκαμεν οικηματα κυκλω.
<scripture passage="1Kgs 6:6" parsed="|1Kgs|6|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.6" />
<sup>6</sup>Του κατωτερου οικηματος το πλατος ητο πεντε πηχων, και του μεσου εξ πηχων το πλατος, και του τριτου επτα πηχων το πλατος· διοτι εξωθεν του οικου εκαμε στενα υποστηριγματα κυκλω, δια να μη εισερχωνται αι δοκοι εις τους τοιχους του οικου.
<scripture passage="1Kgs 6:7" parsed="|1Kgs|6|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.7" />
<sup>7</sup>Και ο οικος, ενω ωκοδομειτο, ωκοδομηθη με λιθους προητοιμασμενους πριν μετακομισθωσιν εκει· ωστε ουτε σφυρα ουτε πελεκυς ουδεν σιδηρουν εργαλειον δεν ηκουσθη εν τω οικω ενω ωκοδομειτο.
<scripture passage="1Kgs 6:8" parsed="|1Kgs|6|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.8" />
<sup>8</sup>Η θυρα των μεσων οικηματων ητο εις την δεξιαν πλευραν του οικου· και ανεβαινον εις τα οικηματα του μεσου δια κλιμακος ελικοειδους, και εκ του μεσου εις τα τριωροφα.
<scripture passage="1Kgs 6:9" parsed="|1Kgs|6|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.9" />
<sup>9</sup>Ουτως ωκοδομησε τον οικον και ετελειωσεν αυτον· και εστεγασε τον οικον με οροφας κοιλωτας και κοσμηματα εκ κεδρου.
<scripture passage="1Kgs 6:10" parsed="|1Kgs|6|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.10" />
<sup>10</sup>Και ωκοδομησε τα οικηματα κολλητα εφ' ολον τον οικον, πεντε πηχων το υψος· και συνειχοντο μετα του οικου δια ξυλων κεδρινων.
<scripture passage="1Kgs 6:11" parsed="|1Kgs|6|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.11" />
<sup>11</sup>Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς τον Σολομωντα, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 6:12" parsed="|1Kgs|6|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.12" />
<sup>12</sup>Περι του οικου τουτου, τον οποιον συ οικοδομεις, εαν περιπατης εις τα διαταγματα μου και εκτελης τας κρισεις μου και φυλαττης πασας τας εντολας μου περιπατων εις αυτας, τοτε θελω βεβαιωσει τον λογον μου μετα σου, τον οποιον ελαλησα προς Δαβιδ τον πατερα σου·
<scripture passage="1Kgs 6:13" parsed="|1Kgs|6|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.13" />
<sup>13</sup>και θελω κατοικει εκ μεσω των υιων Ισραηλ, και δεν θελω εγκαταλιπει τον λαον μου Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 6:14" parsed="|1Kgs|6|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.14" />
<sup>14</sup>Ουτως ωκοδομησεν ο Σολομων τον οικον και συνετελεσεν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 6:15" parsed="|1Kgs|6|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.15" />
<sup>15</sup>Και εσανιδωσε τους τοιχους του οικου εσωθεν με σανιδας κεδρινας, απο του εδαφους του οικου εως των τοιχων της στεγης· με ξυλον εσκεπασεν αυτα εσωθεν· και εσκεπασε το εδαφος του οικου με σανιδας πευκινας.
<scripture passage="1Kgs 6:16" parsed="|1Kgs|6|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.16" />
<sup>16</sup>Εσανιδωσεν ετι με σανιδας κεδρινας εικοσι πηχας εις το ενδοτερον του οικου, απο του εδαφους εως των τοιχων· και εσανιδωσεν αυτο εσωθεν δια να ηναι το χρηστηριον, το αγιον των αγιων.
<scripture passage="1Kgs 6:17" parsed="|1Kgs|6|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.17" />
<sup>17</sup>Ο δε οικος, τουτεστι ο ναος ο κατεμπροσθεν, ητο τεσσαρακοντα πηχων μηκους.
<scripture passage="1Kgs 6:18" parsed="|1Kgs|6|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.18" />
<sup>18</sup>Και τα κεδρινα ξυλα του οικου εσωθεν ησαν γεγλυμμενα με καλυκας και ανοικτα ανθη· τα παντα κεδρινα· δεν εφαινετο λιθος.
<scripture passage="1Kgs 6:19" parsed="|1Kgs|6|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.19" />
<sup>19</sup>Και ητοιμασε το χρηστηριον εις το ενδοτερον του οικου, δια να θεση εκει την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 6:20" parsed="|1Kgs|6|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.20" />
<sup>20</sup>Και το χρηστηριον ειχε κατα προσωπον εικοσι πηχων μηκος και εικοσι πηχων πλατος και εικοσι πηχων υψος· και εσκεπασεν αυτο με καθαρον χρυσιον· ουτως εσκεπασε και το θυσιαστηριον με κεδρον.
<scripture passage="1Kgs 6:21" parsed="|1Kgs|6|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.21" />
<sup>21</sup>Και εσκεπασεν ο Σολομων τον οικον εσωθεν με καθαρον χρυσιον· και εκαμε χωρισμα με αλυσεις χρυσας εμπροσθεν του χρηστηριου και εσκεπασεν αυτο με χρυσιον.
<scripture passage="1Kgs 6:22" parsed="|1Kgs|6|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.22" />
<sup>22</sup>Και ολον τον οικον εσκεπασε με χρυσιον, εωσου συνετελεσεν ολον τον οικον· εσκεπασεν ετι με χρυσιον ολον το θυσιαστηριον, το πλησιον του χρηστηριου.
<scripture passage="1Kgs 6:23" parsed="|1Kgs|6|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.23" />
<sup>23</sup>Εσωθεν δε του χρηστηριου εκαμε δυο χερουβειμ εκ ξυλου ελαιας, δεκα πηχων το υψος.
<scripture passage="1Kgs 6:24" parsed="|1Kgs|6|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.24" />
<sup>24</sup>Και ητο πεντε πηχαι η μια πτερυξ του χερουβ και πεντε πηχαι η αλλη πτερυξ του χερουβ· απο του ακρου της μιας πτερυγος αυτου εως του ακρου της αλλης πτερυγος αυτου, δεκα πηχαι.
<scripture passage="1Kgs 6:25" parsed="|1Kgs|6|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.25" />
<sup>25</sup>Και το αλλο χερουβ ητο δεκα πηχων· του αυτου μετρου και της αυτης κατασκευης ησαν αμφοτερα τα χερουβειμ.
<scripture passage="1Kgs 6:26" parsed="|1Kgs|6|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.26" />
<sup>26</sup>Το υψος του ενος χερουβ δεκα πηχων, και ουτω του αλλου χερουβ.
<scripture passage="1Kgs 6:27" parsed="|1Kgs|6|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.27" />
<sup>27</sup>Και εθεσε τα χερουβειμ εν μεσω του ενδοτατου οικου· και ειχον τα χερουβειμ τας πτερυγας αυτων εξηπλωμενας, ωστε η πτερυξ του ενος ηγγιζε τον ενα τοιχον· και η πτερυξ του αλλου χερουβ ηγγιζε τον αλλον τοιχον· και αι πτερυγες αυτων ηγγιζον, η μια την αλλην, εν τω μεσω του οικου.
<scripture passage="1Kgs 6:28" parsed="|1Kgs|6|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.28" />
<sup>28</sup>Και εσκεπασε τα χερουβειμ με χρυσιον.
<scripture passage="1Kgs 6:29" parsed="|1Kgs|6|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.29" />
<sup>29</sup>Και παντας τους τοιχους του οικου κυκλω ενεγλυψε με γλυπτα σχηματα χερουβειμ και φοινικων και ανοικτων ανθεων, εσωθεν και εξωθεν.
<scripture passage="1Kgs 6:30" parsed="|1Kgs|6|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.30" />
<sup>30</sup>Και το εδαφος του οικου εσκεπασε με χρυσιον, εσωθεν και εξωθεν.
<scripture passage="1Kgs 6:31" parsed="|1Kgs|6|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.31" />
<sup>31</sup>Και δια την εισοδον του χρηστηριου εκαμε θυρας εκ ξυλου ελαιας· το ανωφλιον και οι παρασταται ησαν εν πενταγωνον.
<scripture passage="1Kgs 6:32" parsed="|1Kgs|6|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.32" />
<sup>32</sup>Και αι δυο θυραι ησαν εκ ξυλου ελαιας· και ενεγλυψεν επ' αυταις γλυπτα χερουβειμ και φοινικας και ανοικτα ανθη, και εσκεπασεν αυτα με χρυσιον, εφαπλωσας το χρυσιον επι τα χερουβειμ και επι τους φοινικας.
<scripture passage="1Kgs 6:33" parsed="|1Kgs|6|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.33" />
<sup>33</sup>Ουτως εκαμε και εις την πυλην του ναου παραστατας εκ ξυλου ελαιας, εν τετραγωνον.
<scripture passage="1Kgs 6:34" parsed="|1Kgs|6|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.34" />
<sup>34</sup>Και αι δυο θυραι ησαν εκ ξυλου πευκινου· τα δυο φυλλα της μιας θυρας εδιπλονοντο, και τα δυο φυλλα της αλλης θυρας εδιπλονοντο.
<scripture passage="1Kgs 6:35" parsed="|1Kgs|6|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.35" />
<sup>35</sup>Και ενεγλυψεν επ' αυτας χερουβειμ και φοινικας και ανοικτα ανθη· και εσκεπασεν αυτα με χρυσιον εφηρμοσμενον επι την αναγλυφον εργασιαν.
<scripture passage="1Kgs 6:36" parsed="|1Kgs|6|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.36" />
<sup>36</sup>Και ωκοδομησε την εσωτεραν αυλην με τρεις σειρας πελεκητων λιθων και με μιαν σειραν δοκων κεδρινων.
<scripture passage="1Kgs 6:37" parsed="|1Kgs|6|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.37" />
<sup>37</sup>Εν τω τεταρτω ετει, τον μηνα Ζιφ, ετεθησαν τα θεμελια του οικου του Κυριου·
<scripture passage="1Kgs 6:38" parsed="|1Kgs|6|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.6.38" />
<sup>38</sup>και εν τω ενδεκατω ετει, τον μηνα Βουλ, οστις ειναι ο ογδοος μην, ετελειωθη ο οικος κατα παντα τα μερη αυτου και κατα πασαν την κατασκευην αυτου· ουτως εις επτα ετη ωκοδομησεν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 7" progress="31.57%" prev="iKgs.6" next="iKgs.8" id="iKgs.7">
<h3 id="iKgs.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.7-p1">
<scripture passage="1Kgs 7:1" parsed="|1Kgs|7|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.1" />
<sup>1</sup>Και τον οικον αυτου ωκοδομησεν ο Σολομων εις δεκατρια ετη, και ετελειωσεν ολον τον οικον αυτου.
<scripture passage="1Kgs 7:2" parsed="|1Kgs|7|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.2" />
<sup>2</sup>Και ωκοδομησε τον οικον του δασους του Λιβανου· το μηκος αυτου ητο εκατον πηχων, και το πλατος αυτου πεντηκοντα πηχων, και το υψος αυτου τριακοντα πηχων, επι τεσσαρων σειρων στυλων κεδρινων, με δοκους κεδρινους επι των στυλων.
<scripture passage="1Kgs 7:3" parsed="|1Kgs|7|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.3" />
<sup>3</sup>Και εστεγασθη με κεδρον ανωθεν των δοκων, αιτινες επεστηριζοντο επι τεσσαρακοντα πεντε στυλων, δεκαπεντε εις την σειραν.
<scripture passage="1Kgs 7:4" parsed="|1Kgs|7|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.4" />
<sup>4</sup>Και ησαν παραθυρα εις τρεις σειρας, και ανταπεκρινετο παραθυρον εις παραθυρον κατα τρεις σειρας.
<scripture passage="1Kgs 7:5" parsed="|1Kgs|7|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.5" />
<sup>5</sup>Και πασαι αι θυραι και οι παρασταται ησαν τετραγωνοι, με τα παραθυρα· και ανταπεκρινετο παραθυρον εις παραθυρον κατα τρεις σειρας.
<scripture passage="1Kgs 7:6" parsed="|1Kgs|7|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμε την στοαν εκ στυλων· το μηκος αυτης πεντηκοντα πηχων, και το πλατος αυτης τριακοντα πηχων· και ητο η στοα κατεμπροσθεν των στυλων του οικου, ωστε οι στυλοι και αι δοκοι ησαν κατα προσωπον αυτων.
<scripture passage="1Kgs 7:7" parsed="|1Kgs|7|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.7" />
<sup>7</sup>Εκαμεν ετι στοαν δια τον θρονον, οπου εμελλε να κρινη, την στοαν της κρισεως· και ητο εστρωμενη με κεδρον εκ του ενος μερους του εδαφους εως του αλλου.
<scripture passage="1Kgs 7:8" parsed="|1Kgs|7|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.8" />
<sup>8</sup>Και ο οικος αυτου, εις τον οποιον εκαθητο, ειχε μιαν αλλην αυλην εσωθεν της στοας, ουσαν της αυτης κατασκευης. Ο Σολομων εκαμεν ετι οικον δια την θυγατερα του Φαραω, την οποιαν ειχε λαβει, ομοιον με την στοαν ταυτην.
<scripture passage="1Kgs 7:9" parsed="|1Kgs|7|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.9" />
<sup>9</sup>Παντα ταυτα ησαν εκ λιθων πολυτελων, κατα τα μετρα των πριονισμενων λιθων, πριονισμενων δια πριονιου, εσωθεν και εξωθεν, εκ θεμελιου μεχρι του γεισου, και εξωθεν εως της μεγαλης αυλης.
<scripture passage="1Kgs 7:10" parsed="|1Kgs|7|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.10" />
<sup>10</sup>Και το θεμελιον ητο εκ λιθων πολυτελων, λιθων μεγαλων, λιθων δεκα πηχων και λιθων οκτω πηχων.
<scripture passage="1Kgs 7:11" parsed="|1Kgs|7|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.11" />
<sup>11</sup>Και επανωθεν ησαν λιθοι πολυτελεις, κατα το μετρον των πριονισμενων λιθων, και κεδροι.
<scripture passage="1Kgs 7:12" parsed="|1Kgs|7|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.12" />
<sup>12</sup>Και η μεγαλη αυλη κυκλοθεν ητο εκ τριων σειρων λιθων πριονισμενων και εκ μιας σειρας κεδρινων δοκων, καθως η εσωτερα αυλη του οικου του Κυριου και καθως η στοα του οικου.
<scripture passage="1Kgs 7:13" parsed="|1Kgs|7|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.13" />
<sup>13</sup>Και εστειλεν ο βασιλευς Σολομων και ελαβε τον Χειραμ εκ της Τυρου.
<scripture passage="1Kgs 7:14" parsed="|1Kgs|7|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.14" />
<sup>14</sup>Ουτος ητο υιος γυναικος χηρας εκ φυλης Νεφθαλι, και ο πατηρ αυτου ανηρ Τυριος, χαλκουργος· και ητο πληρης τεχνης και συνεσεως και επιστημης εις το να εργαζηται παν εργον εν χαλκω. Και ηλθε προς τον βασιλεα Σολομωντα και εκαμε παντα τα εργα αυτου.
<scripture passage="1Kgs 7:15" parsed="|1Kgs|7|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εχυσε τους δυο χαλκινους στυλους, δεκαοκτω πηχων υψους εκαστον στυλον· γραμμη δε δωδεκα πηχων περιεκυκλονεν εκαστον αυτων.
<scripture passage="1Kgs 7:16" parsed="|1Kgs|7|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν εκ χυτου χαλκου δυο επιθεματα, δια να θεση αυτα επι τας κεφαλας των στυλων· το υψος του ενος επιθεματος πεντε πηχων, και το υψος του αλλου επιθεματος πεντε πηχων·
<scripture passage="1Kgs 7:17" parsed="|1Kgs|7|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.17" />
<sup>17</sup>και δικτυα πλεκτα ειργασμενα αλυσιδωτα εκ συρματων, δια τα επιθεματα τα επι της κεφαλης των στυλων· επτα δια το εν επιθεμα, και επτα δια το αλλο επιθεμα.
<scripture passage="1Kgs 7:18" parsed="|1Kgs|7|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.18" />
<sup>18</sup>Και εκαμε τους στυλους, και δυο σειρας ροδιων κυκλοθεν επι το εν δικτυον, δια να σκεπαση με ροδια τα επιθεματα τα επι της κεφαλης των στυλων· και εκαμε το αυτο εις το αλλο επιθεμα.
<scripture passage="1Kgs 7:19" parsed="|1Kgs|7|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.19" />
<sup>19</sup>Και τα επιθεματα, τα επι της κεφαλης των στυλων εν τη στοα, ησαν εργασιας κρινων τεσσαρων πηχων.
<scripture passage="1Kgs 7:20" parsed="|1Kgs|7|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.20" />
<sup>20</sup>Και τα επιθεματα τα επι των δυο στυλων ειχον ροδια και επανωθεν, πλησιον της κοιλιας, της παρα το δικτυωτον· και τα ροδια ησαν διακοσια κατα σειραν κυκλοθεν εφ' εκαστου επιθεματος.
<scripture passage="1Kgs 7:21" parsed="|1Kgs|7|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.21" />
<sup>21</sup>Και εστησε τους στυλους εις την στοαν του ναου· και εστησε τον στυλον τον δεξιον, και εκαλεσε το ονομα αυτου Ιαχειν· και εστησε τον στυλον τον αριστερον, και εκαλεσε το ονομα αυτου Βοας.
<scripture passage="1Kgs 7:22" parsed="|1Kgs|7|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.22" />
<sup>22</sup>Και επι την κεφαλην των στυλων ητο εργασια κρινων· ουτως ετελειωθη η κατασκευη των στυλων.
<scripture passage="1Kgs 7:23" parsed="|1Kgs|7|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.23" />
<sup>23</sup>Εκαμεν ετι την χυτην θαλασσαν, δεκα πηχων απο χειλους εις χειλος, στρογγυλην κυκλω· και το υψος αυτης πεντε πηχων· και γραμμη τριακοντα πηχων περιεζωννυεν αυτην κυκλω.
<scripture passage="1Kgs 7:24" parsed="|1Kgs|7|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.24" />
<sup>24</sup>Και υπο το χειλος αυτης κυκλω ησαν αναγλυφα εις σχημα κολοκυνθης περικυκλουντα αυτην, δεκα κατα πηχην, περικυκλουντα την θαλασσαν κυκλω· αι δυο σειραι των αναγλυφων ησαν χυμεναι ομου με αυτην.
<scripture passage="1Kgs 7:25" parsed="|1Kgs|7|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.25" />
<sup>25</sup>Ιστατο δε επι δωδεκα βοων· τρεις εβλεπον προς βορραν, και τρεις εβλεπον προς δυσμας, και τρεις εβλεπον προς νοτον, και τρεις εβλεπον προς ανατολας· και η θαλασσα εκειτο επ' αυτων· και ολα τα οπισθια αυτων ησαν προς τα εσω.
<scripture passage="1Kgs 7:26" parsed="|1Kgs|7|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.26" />
<sup>26</sup>Και το παχος αυτης ητο μιας παλαμης, και το χειλος αυτης κατεσκευασμενον ως χειλος ποτηριου, ως ανθος κρινου· εχωρει δε δυο χιλιαδας βαθ.
<scripture passage="1Kgs 7:27" parsed="|1Kgs|7|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.27" />
<sup>27</sup>Εκαμεν ετι δεκα βασεις χαλκινας· τεσσαρων πηχων το μηκος της μιας βασεως, και τεσσαρων πηχων το πλατος αυτης, και τριων πηχων το υψος αυτης.
<scripture passage="1Kgs 7:28" parsed="|1Kgs|7|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.28" />
<sup>28</sup>Η δε εργασια των βασεων ητο τοιαυτη· ειχον συγκλεισματα, και τα συγκλεισματα ησαν εντος των κιονισκων.
<scripture passage="1Kgs 7:29" parsed="|1Kgs|7|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.29" />
<sup>29</sup>Και επι των συγκλεισματων των εντος των κιονισκων ησαν λεοντες, βοες και χερουβειμ· και επι των κιονισκων ητο ανωθεν το υποβασταγμα· υποκατωθεν δε των λεοντων και βοων ησαν κροσσοι αναγλυφοι κρεμαμενοι.
<scripture passage="1Kgs 7:30" parsed="|1Kgs|7|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.30" />
<sup>30</sup>Και εκαστη βασις ειχε τεσσαρας χαλκινους τροχους και αξονας χαλκινους· και αι τεσσαρες γωνιαι αυτης ειχον ωμους· υπο τον λουτηρα ησαν οι ωμοι χυτοι, εκαστος απεναντι των κροσσων.
<scripture passage="1Kgs 7:31" parsed="|1Kgs|7|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.31" />
<sup>31</sup>Και το στομα αυτης, εσωθεν της κεφαλιδος και ανωθεν, ητο μια πηχη· ητο δε το στομα αυτης στρογγυλον, κατεσκευασμενον εις το υποβασταγμα, μια πηχη και ημισεια· και ετι επανω τουτου του στοματος αυτης ησαν εγχαραγματα μετα των συγκλεισματων αυτων, τετραγωνα οντα, ουχι στρογγυλα.
<scripture passage="1Kgs 7:32" parsed="|1Kgs|7|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.32" />
<sup>32</sup>Και υπο τα συγκλεισματα ησαν τεσσαρες τροχοι· και οι αξονες των τροχων ηνονοντο με την βασιν· και το υψος εκαστου τροχου ητο μιας πηχης και ημισειας.
<scripture passage="1Kgs 7:33" parsed="|1Kgs|7|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.33" />
<sup>33</sup>Και η εργασια των τροχων ητο ως η εργασια του τροχου της αμαξης· οι αξονες αυτων και αι πλημναι αυτων και επισωτρα αυτων και αι ακτινες αυτων ησαν ολα χυτα.
<scripture passage="1Kgs 7:34" parsed="|1Kgs|7|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.34" />
<sup>34</sup>Και ησαν τεσσαρες ωμοι εις τας τεσσαρας γωνιας εκαστης βασεως· και οι ωμοι ησαν συνεχεια της βασεως.
<scripture passage="1Kgs 7:35" parsed="|1Kgs|7|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.35" />
<sup>35</sup>Και εν τη κορυφη της βασεως ητο στρογγυλον περιζωμα ημισειας πηχης το υψος· και εν τη κορυφη της βασεως τα χειλη αυτης και τα συγκλεισματα αυτης ησαν εκ της αυτης.
<scripture passage="1Kgs 7:36" parsed="|1Kgs|7|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.36" />
<sup>36</sup>Επι δε τας πλακας των χειλεων αυτης και επι τα συγκλεισματα αυτης, ενεχαραξε χερουβειμ, λεοντας και φοινικας, κατα αναλογιαν εκαστης, και κροσσους κυκλω.
<scripture passage="1Kgs 7:37" parsed="|1Kgs|7|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.37" />
<sup>37</sup>Κατα τουτον τον τροπον εκαμε τας δεκα βασεις· πασαι ειχον το αυτο χυσιμον, το αυτο μετρον, το αυτο εγχαραγμα.
<scripture passage="1Kgs 7:38" parsed="|1Kgs|7|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.38" />
<sup>38</sup>Εκαμεν ετι δεκα λουτηρας χαλκινους· εκαστος λουτηρ εχωρει τεσσαρακοντα βαθ· εκαστος λουτηρ ητο τεσσαρων πηχων· και εφ' εκαστην των δεκα βασεων ητο εις λουτηρ.
<scripture passage="1Kgs 7:39" parsed="|1Kgs|7|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.39" />
<sup>39</sup>Και εθεσε τας βασεις, πεντε επι το δεξιον πλαγιον του οικου και πεντε επι το αριστερον πλαγιον του οικου· και εθεσε την θαλασσαν κατα το δεξιον πλαγιον του οικου προς ανατολας απεναντι του νοτιου μερους.
<scripture passage="1Kgs 7:40" parsed="|1Kgs|7|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.40" />
<sup>40</sup>Και εκαμεν ο Χειραμ τους λουτηρας και τα πτυαρια και τας λεκανας. Ουτως ετελειωσεν ο Χειραμ καμνων παντα τα εργα, τα οποια εκαμεν εις τον βασιλεα Σολομωντα δια τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="1Kgs 7:41" parsed="|1Kgs|7|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.41" />
<sup>41</sup>τους δυο στυλους και τας σφαιρας των επιθεματων, των επι της κεφαλης των δυο στυλων· και τα δυο δικτυωτα, δια να σκεπαζωσι τας δυο σφαιρας των επιθεματων των επι της κεφαλης των στυλων·
<scripture passage="1Kgs 7:42" parsed="|1Kgs|7|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.42" />
<sup>42</sup>και τετρακοσια ροδια δια τα δυο δικτυωτα, δυο σειρας ροδιων δι' εκαστον δικτυωτον, δια να σκεπαζωσι τας δυο σφαιρας των επιθεματων των επι των στυλων·
<scripture passage="1Kgs 7:43" parsed="|1Kgs|7|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.43" />
<sup>43</sup>και τας δεκα βασεις και τους δεκα λουτηρας επι των βασεων·
<scripture passage="1Kgs 7:44" parsed="|1Kgs|7|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.44" />
<sup>44</sup>και την μιαν θαλασσαν, και τους δωδεκα βοας υποκατω της θαλασσης·
<scripture passage="1Kgs 7:45" parsed="|1Kgs|7|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.45" />
<sup>45</sup>και τους λεβητας και τα πτυαρια και τας λεκανας· παντα ταυτα τα σκευη, τα οποια ο Χειραμ εκαμεν εις τον βασιλεα Σολομωντα δια τον οικον του Κυριου, ησαν εκ χαλκου λαμπρου.
<scripture passage="1Kgs 7:46" parsed="|1Kgs|7|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.46" />
<sup>46</sup>Εν τη πεδιαδι του Ιορδανου εχυσεν αυτα ο βασιλευς, εν γη αργιλλωδει, μεταξυ Σοκχωθ και Σαρθαν.
<scripture passage="1Kgs 7:47" parsed="|1Kgs|7|47|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.47" />
<sup>47</sup>Και ο Σολομων αφηκε παντα τα σκευη αζυγιστα, διοτι ησαν πολλα σφοδρα· το βαρος του χαλκου δεν ηδυνατο λογαριασθη.
<scripture passage="1Kgs 7:48" parsed="|1Kgs|7|48|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.48" />
<sup>48</sup>Και εκαμεν ο Σολομων παντα τα σκευη τα του οικου του Κυριου, το θυσιαστηριον το χρυσουν, και την τραπεζαν την χρυσην, επι της οποιας ετιθεντο οι αρτοι της προθεσεως,
<scripture passage="1Kgs 7:49" parsed="|1Kgs|7|49|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.49" />
<sup>49</sup>και τας λυχνιας, πεντε εκ δεξιων και πεντε εξ αριστερων, εμπροσθεν του χρηστηριου, εκ χρυσιου καθαρου, και τα ανθη και τους λυχνους και τας λαβιδας εκ χρυσου,
<scripture passage="1Kgs 7:50" parsed="|1Kgs|7|50|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.50" />
<sup>50</sup>και τας φιαλας και τα λυχνοψαλιδα και τας λεκανας και τους κρατηρας και τα θυμιατηρια εκ χρυσιου καθαρου, και τους στροφιγγας εκ χρυσιου, δια τας θυρας του οικου του εσωτατου, του αγιου των αγιων, και δια τας θυρας του οικου του ναου.
<scripture passage="1Kgs 7:51" parsed="|1Kgs|7|51|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.7.51" />
<sup>51</sup>Και συνετελεσθη απαν το εργον, το οποιον εκαμεν ο βασιλευς Σολομων δια τον οικον του Κυριου. Και εισεφερεν ο Σολομων τα αφιερωματα Δαβιδ του πατρος αυτου· το αργυριον και το χρυσιον, και τα σκευη εθεσεν εν τοις θησαυροις του οικου του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 8" progress="31.76%" prev="iKgs.7" next="iKgs.9" id="iKgs.8">
<h3 id="iKgs.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.8-p1">
<scripture passage="1Kgs 8:1" parsed="|1Kgs|8|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.1" />
<sup>1</sup>Τοτε συνηθροισεν ο βασιλευς Σολομων προς εαυτον εν Ιερουσαλημ τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και παντας τους αρχηγους των φυλων, τους οικογεναρχας των υιων Ισραηλ, δια να αναβιβασωσι την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου εκ της πολεως Δαβιδ, ητις ειναι η Σιων.
<scripture passage="1Kgs 8:2" parsed="|1Kgs|8|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.2" />
<sup>2</sup>Και συνηθροισθησαν παντες οι ανδρες Ισραηλ προς τον βασιλεα Σολομωντα εν τη εορτη κατα τον μηνα Εθανειμ, οστις ειναι ο εβδομος μην.
<scripture passage="1Kgs 8:3" parsed="|1Kgs|8|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθον παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ και εσηκωσαν οι ιερεις την κιβωτον.
<scripture passage="1Kgs 8:4" parsed="|1Kgs|8|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.4" />
<sup>4</sup>Και ανεβιβασαν την κιβωτον του Κυριου και την σκηνην του μαρτυριου και παντα τα σκευη τα αγια τα εν τη σκηνη· οι ιερεις και οι Λευιται ανεβιβασαν αυτα.
<scripture passage="1Kgs 8:5" parsed="|1Kgs|8|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.5" />
<sup>5</sup>Και ο βασιλευς Σολομων και πασα η συναγωγη του Ισραηλ, οι συναχθεντες προς αυτον, ησαν μετ' αυτου εμπροσθεν της κιβωτου, θυσιαζοντες προβατα και βοας, οσα δεν ητο δυνατον να λογαριασθωσι και να αριθμηθωσι δια το πληθος.
<scripture passage="1Kgs 8:6" parsed="|1Kgs|8|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.6" />
<sup>6</sup>Και εισηγαγον οι ιερεις την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου εις τον τοπον αυτης, εις το χρηστηριον του οικου, εις τα αγια των αγιων, υποκατω των πτερυγων των χερουβειμ.
<scripture passage="1Kgs 8:7" parsed="|1Kgs|8|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.7" />
<sup>7</sup>Διοτι τα χερουβειμ ειχον εξηπλωμενας τας πτερυγας επι τον τοπον της κιβωτου, και τα χερουβειμ εκαλυπτον την κιβωτον και τους μοχλους αυτης ανωθεν.
<scripture passage="1Kgs 8:8" parsed="|1Kgs|8|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.8" />
<sup>8</sup>Και εξειχον οι μοχλοι, και εφαινοντο τα ακρα των μοχλων εκ του αγιου τοπου εμπροσθεν του χρηστηριου, εξωθεν ομως δεν εφαινοντο· και ειναι εκει εως της σημερον.
<scripture passage="1Kgs 8:9" parsed="|1Kgs|8|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.9" />
<sup>9</sup>Δεν ησαν εν τη κιβωτω ειμη αι δυο λιθιναι πλακες, τας οποιας ο Μωυσης εθεσεν εκει εν Χωρηβ, οπου ο Κυριος εκαμε διαθηκην προς τους υιους Ισραηλ, οτε εξηλθον εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="1Kgs 8:10" parsed="|1Kgs|8|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.10" />
<sup>10</sup>Και ως εξηλθον οι ιερεις εκ του αγιαστηριου, η νεφελη ενεπλησε τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="1Kgs 8:11" parsed="|1Kgs|8|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.11" />
<sup>11</sup>και δεν ηδυναντο οι ιερεις να σταθωσι δια να λειτουργησωσιν, εξ αιτιας της νεφελης· διοτι η δοξα του Κυριου ενεπλησε τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 8:12" parsed="|1Kgs|8|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ελαλησεν ο Σολομων, Ο Κυριος ειπεν οτι θελει κατοικει εν γνοφω·
<scripture passage="1Kgs 8:13" parsed="|1Kgs|8|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.13" />
<sup>13</sup>ωκοδομησα εις σε οικον κατοικησεως, τοπον δια να κατοικης αιωνιως.
<scripture passage="1Kgs 8:14" parsed="|1Kgs|8|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.14" />
<sup>14</sup>Και στρεψας ο βασιλευς το προσωπον αυτου, ευλογησε πασαν την συναγωγην του Ισραηλ· πασα δε η συναγωγη του Ισραηλ ιστατο.
<scripture passage="1Kgs 8:15" parsed="|1Kgs|8|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, οστις εξετελεσε δια της χειρος αυτου εκεινο το οποιον ελαλησε δια του στοματος αυτου προς Δαβιδ τον πατερα μου, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 8:16" parsed="|1Kgs|8|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.16" />
<sup>16</sup>Αφ' ης ημερας εξηγαγον τον λαον μου τον Ισραηλ εξ Αιγυπτου, δεν εξελεξα απο πασων των φυλων του Ισραηλ ουδεμιαν πολιν δια να οικοδομηθη οικος, ωστε να ηναι το ονομα μου εκει· αλλ' εξελεξα τον Δαβιδ, δια να ηναι επι τον λαον μου Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 8:17" parsed="|1Kgs|8|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.17" />
<sup>17</sup>Και ηλθεν εις την καρδιαν Δαβιδ του πατρος μου να οικοδομηση οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 8:18" parsed="|1Kgs|8|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ο Κυριος ειπε προς Δαβιδ τον πατερα μου, Επειδη ηλθεν εις την καρδιαν σου να οικοδομησης οικον εις το ονομα μου, καλως μεν εκαμες οτι συνελαβες τουτο εν τη καρδια σου·
<scripture passage="1Kgs 8:19" parsed="|1Kgs|8|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.19" />
<sup>19</sup>πλην συ δεν θελεις οικοδομησει τον οικον· αλλ' ο υιος σου, οστις θελει εξελθει εκ της οσφυος σου, ουτος θελει οικοδομησει τον οικον εις το ονομα μου.
<scripture passage="1Kgs 8:20" parsed="|1Kgs|8|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.20" />
<sup>20</sup>Ο Κυριος λοιπον εξεπληρωσε τον λογον αυτου, τον οποιον ελαλησε· και εγω ανεστην αντι Δαβιδ του πατρος μου, και εκαθησα επι του θρονου του Ισραηλ, καθως ελαλησεν ο Κυριος, και ωκοδομησα τον οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 8:21" parsed="|1Kgs|8|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.21" />
<sup>21</sup>Και διωρισα εκει τοπον δια την κιβωτον, εν η κειται η διαθηκη του Κυριου, την οποιαν εκαμε προς τους πατερας ημων, οτε εξηγαγεν αυτους εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="1Kgs 8:22" parsed="|1Kgs|8|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.22" />
<sup>22</sup>Και σταθεις ο Σολομων εμπροσθεν του θυσιαστηριου του Κυριου, ενωπιον πασης της συναγωγης του Ισραηλ, εξετεινε τας χειρας αυτου προς τον ουρανον,
<scripture passage="1Kgs 8:23" parsed="|1Kgs|8|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.23" />
<sup>23</sup>και ειπε, Κυριε Θεε του Ισραηλ, δεν ειναι Θεος ομοιος σου εκ τω ουρανω ανω και επι της γης κατω, οστις φυλαττεις την διαθηκην και το ελεος προς τους δουλους σου τους περιπατουντας ενωπιον σου εν ολη τη καρδια αυτων·
<scripture passage="1Kgs 8:24" parsed="|1Kgs|8|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.24" />
<sup>24</sup>οστις εφυλαξας προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου οσα ελαλησας προς αυτον· και ελαλησας δια του στοματος σου και εξετελεσας δια της χειρος σου, καθως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="1Kgs 8:25" parsed="|1Kgs|8|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.25" />
<sup>25</sup>Και τωρα, Κυριε Θεε του Ισραηλ, φυλαξον προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου εκεινο το οποιον υπεσχεθης προς αυτον, λεγων, Δεν θελει εκλειψει εις σε ανηρ απ' εμπροσθεν μου καθημενος επι του θρονου του Ισραηλ, μονον εαν προσεχωσιν οι υιοι σου εις την οδον αυτων, δια να περιπατωσιν ενωπιον μου, καθως συ περιεπατησας ενωπιον μου.
<scripture passage="1Kgs 8:26" parsed="|1Kgs|8|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.26" />
<sup>26</sup>Τωρα λοιπον, Θεε του Ισραηλ, ας αληθευση, δεομαι, ο λογος σου, τον οποιον ελαλησας προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου.
<scripture passage="1Kgs 8:27" parsed="|1Kgs|8|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.27" />
<sup>27</sup>Αλλα θελει αληθως κατοικησει Θεος επι της γης; ιδου, ο ουρανος και ο ουρανος των ουρανων δεν ειναι ικανοι να σε χωρεσωσι· ποσον ολιγωτερον ο οικος ουτος, τον οποιον ωκοδομησα.
<scripture passage="1Kgs 8:28" parsed="|1Kgs|8|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.28" />
<sup>28</sup>Πλην επιβλεψον επι την προσευχην του δουλου σου και επι την δεησιν αυτου, Κυριε Θεε μου, ωστε να εισακουσης της κραυγης και της δεησεως, την οποιαν ο δουλος σου δεεται ενωπιον σου την σημερον.
<scripture passage="1Kgs 8:29" parsed="|1Kgs|8|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.29" />
<sup>29</sup>δια να ηναι οι οφθαλμοι σου ανεωγμενοι προς τον οικον τουτον νυκτα και ημεραν, προς τον τοπον περι του οποιου ειπας, Το ονομα μου θελει εισθαι εκει· δια να εισακουης της δεησεως, την οποιαν ο δουλος σου θελει δεεσθαι εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="1Kgs 8:30" parsed="|1Kgs|8|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.30" />
<sup>30</sup>Και επακουε της δεησεως του δουλου σου και του λαου σου Ισραηλ, οταν προσευχωνται εν τω τοπω τουτω· και ακουε συ εκ του τοπου της κατοικησεως σου, εκ του ουρανου· και ακουων, γινου ιλεως.
<scripture passage="1Kgs 8:31" parsed="|1Kgs|8|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.31" />
<sup>31</sup>Εαν αμαρτηση τις ανθρωπος εις τον πλησιον αυτου και ζητηση ορκον παρ' αυτου δια να καμη αυτον να ορκισθη, και ο ορκος ελθη εμπροσθεν του θυσιαστηριου σου εν τω οικω τουτω,
<scripture passage="1Kgs 8:32" parsed="|1Kgs|8|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.32" />
<sup>32</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και ενεργησον και κρινον τους δουλους σου, καταδικαζων μεν τον ανομον, ωστε να στρεψης κατα της κεφαλης αυτου την πραξιν αυτου, δικαιονων δε τον δικαιον, ωστε να αποδωσης εις αυτον κατα την δικαιοσυνην αυτου.
<scripture passage="1Kgs 8:33" parsed="|1Kgs|8|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.33" />
<sup>33</sup>Οταν κτυπηθη ο λαος σου Ισραηλ εμπροσθεν του εχθρου, διοτι ημαρτησαν εις σε, και επιστρεψωσι προς σε και δοξασωσι το ονομα σου και προσευχηθωσι και δεηθωσιν ενωπιον σου εν τω οικω τουτω,
<scripture passage="1Kgs 8:34" parsed="|1Kgs|8|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.34" />
<sup>34</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και συγχωρησον την αμαρτιαν του λαου σου Ισραηλ, και επαναγαγε αυτους εις την γην, την οποιαν εδωκας εις τους πατερας αυτων.
<scripture passage="1Kgs 8:35" parsed="|1Kgs|8|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.35" />
<sup>35</sup>Οταν ο ουρανος κλεισθη, και δεν γινηται βροχη, διοτι ημαρτησαν εις σε, εαν προσευχηθωσι προς τον τοπον τουτον και δοξασωσι το ονομα σου και επιστρεψωσιν απο των αμαρτιων αυτων, αφου ταπεινωσης αυτους,
<scripture passage="1Kgs 8:36" parsed="|1Kgs|8|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.36" />
<sup>36</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και συγχωρησον την αμαρτιαν των δουλων σου και του λαου σου Ισραηλ, διδαξας αυτους την οδον την αγαθην, εις την οποιαν πρεπει να περιπατωσι, και δος βροχην επι την γην σου, την οποιαν εδωκας εις τον λαον σου δια κληρονομιαν.
<scripture passage="1Kgs 8:37" parsed="|1Kgs|8|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.37" />
<sup>37</sup>Πεινα εαν γεινη εν τη γη, θανατικον εαν γεινη, ανεμοφθορια, ερυσιβη, ακρις, βρουχος εαν γεινη, ο εχθρος αυτων εαν πολιορκηση αυτους εν τω τοπω της κατοικιας αυτων, οποιαδηποτε πληγη, οποιαδηποτε νοσος γεινη,
<scripture passage="1Kgs 8:38" parsed="|1Kgs|8|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.38" />
<sup>38</sup>πασαν προσευχην, πασαν δεησιν γινομενην υπο παντος ανθρωπου, υπο παντος του λαου σου Ισραηλ, οταν γνωριση εκαστος την πληγην της καρδιας αυτου και εκτεινη τας χειρας αυτου προς τον οικον τουτον,
<scripture passage="1Kgs 8:39" parsed="|1Kgs|8|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.39" />
<sup>39</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου, του τοπου της κατοικησεως σου, και συγχωρησον και ενεργησον και δος εις εκαστον κατα πασας τας οδους αυτου, οπως γνωριζεις την καρδιαν αυτου, διοτι συ, μονος συ, γνωριζεις τας καρδιας παντων των υιων ανθρωπων.
<scripture passage="1Kgs 8:40" parsed="|1Kgs|8|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.40" />
<sup>40</sup>δια να σε φοβωνται πασας τας ημερας οσας ζωσιν επι προσωπου της γης, την οποιαν εδωκας εις τους πατερας ημων.
<scripture passage="1Kgs 8:41" parsed="|1Kgs|8|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.41" />
<sup>41</sup>Και τον ξενον ετι, οστις δεν ειναι εκ του λαου σου Ισραηλ, αλλ' ερχεται απο γης μακρας δια το ονομα σου,
<scripture passage="1Kgs 8:42" parsed="|1Kgs|8|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.42" />
<sup>42</sup>διοτι θελουσιν ακουσει το ονομα σου το μεγα και την χειρα σου την κραταιαν και τον βραχιονα σου τον εξηπλωμενον, οταν ελθη και προσευχηθη προς τον οικον τουτον,
<scripture passage="1Kgs 8:43" parsed="|1Kgs|8|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.43" />
<sup>43</sup>συ επακουσον εκ του ουρανου, του τοπου της κατοικησεως σου, και ενεργησον κατα παντα περι οσων ο ξενος σε επικαλεσθη· δια να γνωρισωσι παντες οι λαοι της γης το ονομα σου, να σε φοβωνται, καθως ο λαος σου Ισραηλ· και δια να γνωρισωσιν οτι το ονομα σου εκληθη επι τον οικον τουτον, τον οποιον ωκοδομησα.
<scripture passage="1Kgs 8:44" parsed="|1Kgs|8|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.44" />
<sup>44</sup>Οταν ο λαος σου εξελθη εις πολεμον εναντιον των εχθρων αυτων, οπου αποστειλης αυτους, και προσευχηθωσιν εις τον Κυριον, προς την πολιν, την οποιαν εξελεξας, και τον οικον, τον οποιον ωκοδομησα εις το ονομα σου,
<scripture passage="1Kgs 8:45" parsed="|1Kgs|8|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.45" />
<sup>45</sup>τοτε επακουσον εκ του ουρανου της προσευχης αυτων και της δεησεως αυτων, και καμε το δικαιον αυτων.
<scripture passage="1Kgs 8:46" parsed="|1Kgs|8|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.46" />
<sup>46</sup>Οταν αμαρτησωσιν εις σε, διοτι ουδεις ανθρωπος ειναι αναμαρτητος, και οργισθης εις αυτους και παραδωσης αυτους εις τον εχθρον, ωστε οι αιχμαλωτισται να φερωσιν αυτους αιχμαλωτους εις την γην του εχθρου, μακραν η πλησιον,
<scripture passage="1Kgs 8:47" parsed="|1Kgs|8|47|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.47" />
<sup>47</sup>και ελθωσιν εις εαυτους εν τη γη, οπου εφερθησαν αιχμαλωτοι, και επιστρεψωσι και δεηθωσι προς σε εν τη γη των αιχμαλωτισαντων αυτους, λεγοντες, Ημαρτομεν, ηνομησαμεν, ηδικησαμεν,
<scripture passage="1Kgs 8:48" parsed="|1Kgs|8|48|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.48" />
<sup>48</sup>και επιστρεψωσι προς σε εξ ολης της καρδιας αυτων και εξ ολης της ψυχης αυτων, εν τη γη των εχθρων των αιχμαλωτισαντων αυτους, και προσευχηθωσι προς σε προς την γην αυτων την οποιαν εδωκας εις τους πατερας αυτων, την πολιν την οποιαν εξελεξας, και τον οικον τον οποιον ωκοδομησα εις το ονομα σου,
<scripture passage="1Kgs 8:49" parsed="|1Kgs|8|49|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.49" />
<sup>49</sup>τοτε επακουσον εκ του ουρανου, του τοπου της κατοικησεως σου, της προσευχης αυτων και της δεησεως αυτων και καμε το δικαιον αυτων,
<scripture passage="1Kgs 8:50" parsed="|1Kgs|8|50|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.50" />
<sup>50</sup>και συγχωρησον εις τον λαον σου, τον αμαρτησαντα εις σε, και αφες πασας τας παραβασεις αυτων, δια των οποιων εγειναν παραβαται εναντιον σου, και κινησον εις οικτιρμον αυτων τους αιχμαλωτισαντας αυτους ωστε να οικτειρωσιν αυτους·
<scripture passage="1Kgs 8:51" parsed="|1Kgs|8|51|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.51" />
<sup>51</sup>διοτι λαος σου και κληρονομια σου ειναι, τον οποιον εξηγαγες εξ Αιγυπτου, εκ μεσου του σιδηρου χωνευτηριου.
<scripture passage="1Kgs 8:52" parsed="|1Kgs|8|52|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.52" />
<sup>52</sup>Ας ηναι λοιπον οι οφθαλμοι σου ανεωγμενοι εις την δεησιν του δουλου σου και εις την δεησιν του λαου σου Ισραηλ, δια να εισακουης αυτους περι οσων σε επικαλεσθωσι,
<scripture passage="1Kgs 8:53" parsed="|1Kgs|8|53|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.53" />
<sup>53</sup>διοτι συ εξεχωρισας αυτους απο παντων των λαων της γης, δια να ηναι κληρονομια σου, καθως ελαλησας δια χειρος Μωυσεως του δουλου σου, οτε εξηγαγες τους πατερας ημων εξ Αιγυπτου, Δεσποτα Κυριε.
<scripture passage="1Kgs 8:54" parsed="|1Kgs|8|54|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.54" />
<sup>54</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Σολομων να καμνη ολην την προσευχην και την δεησιν ταυτην προς τον Κυριον, εσηκωθη απ' εμπροσθεν του θυσιαστηριου του Κυριου, οπου ητο γονυπετης με τας χειρας αυτου εξηπλωμενας προς τον ουρανον.
<scripture passage="1Kgs 8:55" parsed="|1Kgs|8|55|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.55" />
<sup>55</sup>Και εσταθη και ευλογησε πασαν την συναξιν του Ισραηλ μετα φωνης μεγαλης, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 8:56" parsed="|1Kgs|8|56|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.56" />
<sup>56</sup>Ευλογητος Κυριος, οστις εδωκεν αναπαυσιν εις τον λαον αυτου Ισραηλ, κατα παντα οσα υπεσχεθη· δεν επεσεν ουδε εις εκ παντων των λογων των αγαθων, τους οποιους ελαλησε δια χειρος Μωυσεως του δουλου αυτου.
<scripture passage="1Kgs 8:57" parsed="|1Kgs|8|57|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.57" />
<sup>57</sup>Γενοιτο Κυριος ο Θεος ημων μεθ' ημων, καθως ητο μετα των πατερων ημων να μη αφηση ημας, μηδε να εγκαταλειψη ημας·
<scripture passage="1Kgs 8:58" parsed="|1Kgs|8|58|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.58" />
<sup>58</sup>δια να επικλινη τας καρδιας ημων εις εαυτον ωστε να περιπατωμεν εις πασας τας οδους αυτου και να φυλαττωμεν τας εντολας αυτου και τα διαταγματα αυτου και τας κρισεις αυτου, τα οποια προσεταξεν εις τους πατερας ημων.
<scripture passage="1Kgs 8:59" parsed="|1Kgs|8|59|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.59" />
<sup>59</sup>Και ουτοι οι λογοι μου, τους οποιους εδεηθην ενωπιον του Κυριου, να ηναι ημεραν και νυκτα πλησιον Κυριου του Θεου ημων, δια να καμνη το δικαιον του δουλου αυτου και το δικαιον του λαου αυτου Ισραηλ, κατα την αναγκην εκαστης ημερας·
<scripture passage="1Kgs 8:60" parsed="|1Kgs|8|60|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.60" />
<sup>60</sup>δια να γνωρισωσι παντες οι λαοι της γης, οτι ο Κυριος, αυτος ειναι ο Θεος, ουδεις αλλος.
<scripture passage="1Kgs 8:61" parsed="|1Kgs|8|61|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.61" />
<sup>61</sup>Ας ηναι λοιπον η καρδια σας τελεια προς Κυριον τον Θεον ημων, δια να περιπατητε εις τα διαταγματα αυτου και να φυλαττητε τας εντολας αυτου, καθως εν τη ημερα ταυτη.
<scripture passage="1Kgs 8:62" parsed="|1Kgs|8|62|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.62" />
<sup>62</sup>Και ο βασιλευς και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, προσεφεραν θυσιαν ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 8:63" parsed="|1Kgs|8|63|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.63" />
<sup>63</sup>Και εθυσιασεν Σολομων τας θυσιας τας ειρηνικας, τας οποιας προσεφερεν εις τον Κυριον, εικοσιδυο χιλιαδας βοων και εκατον εικοσι χιλιαδας προβατων· ουτως εγκαινιασαν τον οικον του Κυριου ο βασιλευς και παντες οι υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 8:64" parsed="|1Kgs|8|64|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.64" />
<sup>64</sup>Την αυτην ημεραν καθιερωσεν ο βασιλευς το μεσον της αυλης της κατα προσωπον του οικου του Κυριου· διοτι εκει προσεφερε τα ολοκαυτωματα και την εξ αλφιτων προσφοραν και το στεαρ των ειρηνικων προσφορων· επειδη το θυσιαστηριον το χαλκινον, το κατ' εμπροσθεν του Κυριου, ητο μικρον ωστε να χωρεση τα ολοκαυτωματα και την εξ αλφιτων προσφοραν και το στεαρ των ειρηνικων προσφορων.
<scripture passage="1Kgs 8:65" parsed="|1Kgs|8|65|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.65" />
<sup>65</sup>Και κατ' εκεινον τον καιρον εκαμεν Σολομων την εορτην, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, συναξις μεγαλη, απο της εισοδου Αιμαθ μεχρι του ποταμου Αιγυπτου, ενωπιον Κυριου του Θεου ημων, επτα ημερας και επτα ημερας, δεκατεσσαρας ημερας.
<scripture passage="1Kgs 8:66" parsed="|1Kgs|8|66|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.8.66" />
<sup>66</sup>την ογδοην ημεραν απελυσε τον λαον· και ευλογησαν τον βασιλεα και ανεχωρησαν εις τας σκηνας αυτων, χαιροντες και ευφραινομενοι εκ καρδιας, δια παντα τα αγαθα οσα ο Κυριος εκαμε προς Δαβιδ τον δουλον αυτου και προς Ισραηλ τον λαον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 9" progress="32.04%" prev="iKgs.8" next="iKgs.10" id="iKgs.9">
<h3 id="iKgs.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.9-p1">
<scripture passage="1Kgs 9:1" parsed="|1Kgs|9|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.1" />
<sup>1</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Σολομων, να οικοδομη τον οικον του Κυριου και τον οικον του βασιλεως και παντα οσα επεθυμει ο Σολομων και ηθελε να καμη,
<scripture passage="1Kgs 9:2" parsed="|1Kgs|9|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.2" />
<sup>2</sup>εφανη ο Κυριος εις τον Σολομωντα δευτεραν φοραν, καθως εφανη εις αυτον εν Γαβαων.
<scripture passage="1Kgs 9:3" parsed="|1Kgs|9|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς αυτον, Ηκουσα της προσευχης σου και της δεησεως σου, την οποιαν εδεηθης ενωπιον μου. Ηγιασα τον οικον τουτον, τον οποιον ωκοδομησας, δια να θεσω εκει το ονομα μου εις τον αιωνα· και θελουσιν εισθαι οι οφθαλμοι μου και η καρδια μου εκει δια παντος.
<scripture passage="1Kgs 9:4" parsed="|1Kgs|9|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.4" />
<sup>4</sup>Και συ εαν περιπατησης ενωπιον μου, καθως περιεπατησε Δαβιδ ο πατηρ σου, εν ακεραιοτητι καρδιας και εν ευθυτητι, ωστε να καμνης κατα παντα οσα προσεταξα εις σε, να φυλαττης τα διαταγματα μου και τας κρισεις μου,
<scripture passage="1Kgs 9:5" parsed="|1Kgs|9|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.5" />
<sup>5</sup>τοτε θελω στερεωσει τον θρονον της βασιλειας σου επι τον Ισραηλ εις τον αιωνα, καθως υπεσχεθην προς Δαβιδ τον πατερα σου, λεγων, Δεν θελει εκλειψει εις σε ανηρ επανωθεν του θρονου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 9:6" parsed="|1Kgs|9|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.6" />
<sup>6</sup>Εαν ποτε στραφητε απ' εμου, σεις η τα τεκνα σας, και δεν φυλαξητε τας εντολας μου, τα διαταγματα μου, τα οποια εθεσα εμπροσθεν σας, αλλα υπαγητε και λατρευσητε αλλους θεους και προσκυνησητε αυτους,
<scripture passage="1Kgs 9:7" parsed="|1Kgs|9|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.7" />
<sup>7</sup>τοτε θελω εκριζωσει τον Ισραηλ απο προσωπου της γης, την οποιαν εδωκα εις αυτους· και τον οικον τουτον, τον οποιον ηγιασα δια το ονομα μου, θελω απορριψει απο προσωπου μου· και ο Ισραηλ θελει εισθαι εις παροιμιαν και εμπαιγμον μεταξυ παντων των λαων.
<scripture passage="1Kgs 9:8" parsed="|1Kgs|9|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.8" />
<sup>8</sup>Περι δε του οικου τουτου, οστις εγεινε τοσον υψηλος, πας ο διαβαινων πλησιον αυτου θελει μενει εκθαμβος και θελει καμνει συριγμον· και θελουσι λεγει, Δια τι ο Κυριος εκαμεν ουτως εις την γην ταυτην και εις τον οικον τουτον;
<scripture passage="1Kgs 9:9" parsed="|1Kgs|9|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.9" />
<sup>9</sup>Και θελουσιν αποκρινεσθαι, Επειδη εγκατελιπον Κυριον τον Θεον αυτων, οστις εξηγαγε τους πατερας αυτων εκ γης Αιγυπτου, και προσεκολληθησαν εις αλλους θεους και προσεκυνησαν αυτους και ελατρευσαν αυτους, δια τουτο ο Κυριος επεφερεν επ' αυτους απαν τουτο το κακον.
<scripture passage="1Kgs 9:10" parsed="|1Kgs|9|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.10" />
<sup>10</sup>Εν δε τω τελει των εικοσι ετων καθ' α ο Σολομων ωκοδομησε τους δυο οικους, τον οικον του Κυριου και τον οικον του βασιλεως,
<scripture passage="1Kgs 9:11" parsed="|1Kgs|9|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.11" />
<sup>11</sup>ο δε Χειραμ ο βασιλευς της Τυρου ειχε βοηθησει τον Σολομωντα με ξυλα κεδρου και με ξυλα πευκης και με χρυσιον, καθ' ολην την επιθυμιαν αυτου, τοτε ο βασιλευς Σολομων εδωκεν εις τον Χειραμ εικοσι πολεις εν τη γη της Γαλιλαιας.
<scripture passage="1Kgs 9:12" parsed="|1Kgs|9|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.12" />
<sup>12</sup>Και εξηλθεν ο Χειραμ απο της Τυρου δια να ιδη τας πολεις, τας οποιας εδωκεν ο Σολομων εις αυτον· και δεν ηρεσαν εις αυτον.
<scripture passage="1Kgs 9:13" parsed="|1Kgs|9|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε, Τι ειναι αι πολεις αυται, τας οποιας μοι εδωκας, αδελφε μου; και εκαλεσεν αυτας γην Καβουλ, εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Kgs 9:14" parsed="|1Kgs|9|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλεν ο Χειραμ εις τον βασιλεα εκατον εικοσι ταλαντα χρυσιου.
<scripture passage="1Kgs 9:15" parsed="|1Kgs|9|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.15" />
<sup>15</sup>Ουτος δε ειναι ο τροπος του φορου, τον οποιον επεβαλεν ο βασιλευς Σολομων, δια να οικοδομηση τον οικον του Κυριου και τον οικον εαυτου και την Μιλλω και το περιτειχισμα της Ιερουσαλημ και την Ασωρ και την Μεγιδδω και την Γεζερ.
<scripture passage="1Kgs 9:16" parsed="|1Kgs|9|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.16" />
<sup>16</sup>Διοτι Φαραω ο βασιλευς Αιγυπτου ειχεν αναβη και κυριευσει την Γεζερ και κατακαυσει αυτην εν πυρι, και τους Χαναναιους τους κατοικουντας εν τη πολει ειχε φονευσει και ειχε δωσει αυτην δωρον εις την θυγατερα αυτου, την γυναικα του Σολομωντος.
<scripture passage="1Kgs 9:17" parsed="|1Kgs|9|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.17" />
<sup>17</sup>Και ωκοδομησεν ο Σολομων την Γεζερ και την Βαιθ-ωρων την κατωτεραν,
<scripture passage="1Kgs 9:18" parsed="|1Kgs|9|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.18" />
<sup>18</sup>και την Βααλαθ, και την Θαδμωρ εν τη ερημω της γης,
<scripture passage="1Kgs 9:19" parsed="|1Kgs|9|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.19" />
<sup>19</sup>και πασας τας πολεις των αποθηκων, τας οποιας ειχεν ο Σολομων, και τας πολεις των αμαξων και τας πολεις των ιππεων και ο, τι επεθυμησεν ο Σολομων να οικοδομηση εν Ιερουσαλημ και εν τω Λιβανω και εν παση τη γη της επικρατειας αυτου.
<scripture passage="1Kgs 9:20" parsed="|1Kgs|9|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.20" />
<sup>20</sup>Παντα δε τον λαον τον εναπολειφθεντα εκ των Αμορραιων, των Χετταιων, των Φερεζαιων, των Ευαιων και των Ιεβουσαιων, οιτινες δεν ησαν εκ των υιων Ισραηλ,
<scripture passage="1Kgs 9:21" parsed="|1Kgs|9|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.21" />
<sup>21</sup>αλλ' εκ των τεκνων εκεινων των εναπολειφθεντων εν τη γη, τους οποιους οι υιοι Ισραηλ δεν ηδυνηθησαν να εξολοθρευσωσιν, επι τουτους ο Σολομων επεβαλε φορον εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Kgs 9:22" parsed="|1Kgs|9|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.22" />
<sup>22</sup>Εκ δε των υιων Ισραηλ ο Σολομων δεν εκαμεν ουδενα δουλον· διοτι ησαν ανδρες πολεμισται και θεραποντες αυτου και μεγιστανες αυτου και ταξιαρχοι αυτου και αρχοντες των αμαξων αυτου και των ιππεων αυτου.
<scripture passage="1Kgs 9:23" parsed="|1Kgs|9|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.23" />
<sup>23</sup>Οι δε αρχηγοι των επιστατουντων επι τα εργα του Σολομωντος, ησαν πεντακοσιοι πεντηκοντα, εξουσιαζοντες επι τον λαον τον δουλευοντα εις τα εργα.
<scripture passage="1Kgs 9:24" parsed="|1Kgs|9|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.24" />
<sup>24</sup>Ανεβη δε η θυγατηρ του Φαραω εκ της πολεως Δαβιδ εις τον οικον αυτης, τον οποιον ο Σολομων ωκοδομησε δι' αυτην· τοτε ωκοδομησε την Μιλλω.
<scripture passage="1Kgs 9:25" parsed="|1Kgs|9|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.25" />
<sup>25</sup>Και προσεφερεν ο Σολομων τρις του ενιαυτου ολοκαυτωματα και ειρηνικας προσφορας επι του θυσιαστηριου, το οποιον ωκοδομησεν εις τον Κυριον, και εθυμιαζεν επι του οντος εμπροσθεν του Κυριου· ουτως ετελειωσε τον οικον.
<scripture passage="1Kgs 9:26" parsed="|1Kgs|9|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.26" />
<sup>26</sup>Εκαμε δε στολον ο βασιλευς Σολομων εν Εσιων-γαβερ, ητις ειναι πλησιον της Αιλωθ, επι το χειλος της Ερυθρας θαλασσης, εν τη γη Εδωμ.
<scripture passage="1Kgs 9:27" parsed="|1Kgs|9|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.27" />
<sup>27</sup>Και απεστειλεν ο Χειραμ εις τον στολον εκ των δουλων αυτου ναυτας εμπειρους της θαλασσης, μετα των δουλων του Σολομωντος.
<scripture passage="1Kgs 9:28" parsed="|1Kgs|9|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.9.28" />
<sup>28</sup>Και ηλθον εις Οφειρ και ελαβον εκειθεν τετρακοσια και εικοσι ταλαντα χρυσιου και εφεραν προς τον βασιλεα Σολομωντα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 10" progress="32.15%" prev="iKgs.9" next="iKgs.11" id="iKgs.10">
<h3 id="iKgs.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.10-p1">
<scripture passage="1Kgs 10:1" parsed="|1Kgs|10|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.1" />
<sup>1</sup>Ακουσασα δε η βασιλισσα της Σεβα την περι του ονοματος του Κυριου φημην του Σολομωντος, ηλθε δια να δοκιμαση αυτον δι' αινιγματων.
<scripture passage="1Kgs 10:2" parsed="|1Kgs|10|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.2" />
<sup>2</sup>Και ηλθεν εις Ιερουσαλημ μετα συνοδιας μεγαλης σφοδρα, μετα καμηλων πεφορτωμενων αρωματα και χρυσον πολυν σφοδρα και λιθους πολυτιμους· και οτε ηλθε προς τον Σολομωντα, ελαλησε μετ' αυτου περι παντων οσα ειχεν εν τη καρδια αυτης.
<scripture passage="1Kgs 10:3" parsed="|1Kgs|10|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.3" />
<sup>3</sup>Και εξηγησεν εις αυτην ο Σολομων παντα τα ερωτηματα αυτης· δεν εσταθη ουδεν κεκρυμμενον απο του βασιλεως, το οποιον δεν εξηγησεν εις αυτην.
<scripture passage="1Kgs 10:4" parsed="|1Kgs|10|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.4" />
<sup>4</sup>Και ιδουσα η βασιλισσα της Σεβα πασαν την σοφιαν του Σολομωντος και τον οικον τον οποιον ωκοδομησε,
<scripture passage="1Kgs 10:5" parsed="|1Kgs|10|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.5" />
<sup>5</sup>και τα φαγητα της τραπεζης αυτου και την καθεδριασιν των δουλων αυτου και την στασιν των υπουργων αυτου και τον ιματισμον αυτων και τους οινοχοους αυτου και την αναβασιν αυτου, δι' ης ανεβαινεν εις τον οικον του Κυριου, εγεινεν εκθαμβος.
<scripture passage="1Kgs 10:6" parsed="|1Kgs|10|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς τον βασιλεα, Αληθης ητο ο λογος, τον οποιον ηκουσα εν τη γη μου, περι των εργων σου και περι της σοφιας σου.
<scripture passage="1Kgs 10:7" parsed="|1Kgs|10|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.7" />
<sup>7</sup>Αλλα δεν επιστευον εις τους λογους, εωσου ηλθον, και ειδον οι οφθαλμοι μου· και ιδου, το ημισυ δεν απηγγελθη εις εμε· η σοφια σου και η ευημερια σου υπερβαινουσι την φημην την οποιαν ηκουσα·
<scripture passage="1Kgs 10:8" parsed="|1Kgs|10|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.8" />
<sup>8</sup>μακαριοι οι ανδρες σου, μακαριοι οι δουλοι σου ουτοι, οι ισταμενοι παντοτε ενωπιον σου, οι ακουοντες την σοφιαν σου·
<scripture passage="1Kgs 10:9" parsed="|1Kgs|10|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.9" />
<sup>9</sup>εστω Κυριος ο Θεος σου ευλογημενος, οστις ευηρεστηθη εις σε, δια να σε θεση επι τον θρονον του Ισραηλ· επειδη ο Κυριος ηγαπησεν εις τον αιωνα τον Ισραηλ, δια τουτο σε κατεστησε βασιλεα, δια να καμνης κρισιν και δικαιοσυνην.
<scripture passage="1Kgs 10:10" parsed="|1Kgs|10|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.10" />
<sup>10</sup>Και εδωκεν εις τον βασιλεα εκατον εικοσι ταλαντα χρυσιου και αρωματα πολλα σφοδρα και λιθους πολυτιμους· δεν ηλθε πλεον τοση αφθονια αρωματων, ως εκεινα τα οποια η βασιλισσα της Σεβα εδωκεν εις τον βασιλεα Σολομωντα.
<scripture passage="1Kgs 10:11" parsed="|1Kgs|10|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.11" />
<sup>11</sup>Και ο στολος ετι του Χειραμ, οστις εφερε το χρυσιον απο Οφειρ, εφερεν απο Οφειρ και μεγα πληθος ξυλων αλμουγειμ και λιθους τιμιους.
<scripture passage="1Kgs 10:12" parsed="|1Kgs|10|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.12" />
<sup>12</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς εκ των ξυλων αλμουγειμ αναβασεις εις τον οικον του Κυριου και εις τον οικον του βασιλεως, και κιθαρας και ψαλτηρια δια τους μουσικους· τοιαυτα ξυλα αλμουγειμ δεν ειχον ελθει ουδε φανη εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Kgs 10:13" parsed="|1Kgs|10|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.13" />
<sup>13</sup>Και εδωκεν ο βασιλευς Σολομων εις την βασιλισσαν της Σεβα παντα οσα ηθελησεν, οσα εζητησεν, εκτος των οσα εδωκεν εις αυτην οικοθεν ο βασιλευς Σολομων. Και επεστρεψε και ηλθεν εις την γην αυτης, αυτη και οι δουλοι αυτης.
<scripture passage="1Kgs 10:14" parsed="|1Kgs|10|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.14" />
<sup>14</sup>Το βαρος δε του χρυσιου, το οποιον ηρχετο εις τον Σολομωντα κατ' ετος, ητο εξακοσια εξηκοντα εξ ταλαντα χρυσιου,
<scripture passage="1Kgs 10:15" parsed="|1Kgs|10|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.15" />
<sup>15</sup>εκτος του συναγομενου εκ των τελωνων και εκ των πραγματειων των εμπορων και εκ παντων των βασιλεων της Αραβιας και εκ των σατραπων της γης.
<scripture passage="1Kgs 10:16" parsed="|1Kgs|10|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς Σολομων διακοσιους θυρεους εκ χρυσιου σφυρηλατου· εξακοσιοι σικλοι χρυσιου εξωδευοντο εις εκαστον θυρεον·
<scripture passage="1Kgs 10:17" parsed="|1Kgs|10|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.17" />
<sup>17</sup>και τριακοσιας ασπιδας εκ χρυσιου σφυρηλατου· τρεις μναι χρυσιου εξωδευοντο εις εκαστην ασπιδα· και εθεσεν αυτας ο βασιλευς εν τω οικω του δασους του Λιβανου.
<scripture passage="1Kgs 10:18" parsed="|1Kgs|10|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.18" />
<sup>18</sup>Εκαμεν ετι ο βασιλευς θρονον μεγαν ελεφαντινον και εσκεπασεν αυτον με καθαρον χρυσιον.
<scripture passage="1Kgs 10:19" parsed="|1Kgs|10|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.19" />
<sup>19</sup>ειχε δε ο θρονος εξ βαθμιδας, και η κορυφη του θρονου ητο στρογγυλη οπισθεν αυτου, και αγκωνας εντευθεν και εντευθεν της καθεδρας και δυο λεοντας ισταμενους εις τα πλαγια των αγκωνων.
<scripture passage="1Kgs 10:20" parsed="|1Kgs|10|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.20" />
<sup>20</sup>Επι δε των εξ βαθμιδων, εκει ισταντο δωδεκα λεοντες εκατερωθεν· παρομοιον δεν κατεσκευασθη εις ουδεν βασιλειον.
<scripture passage="1Kgs 10:21" parsed="|1Kgs|10|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.21" />
<sup>21</sup>Και παντα τα σκευη του ποτου του βασιλεως Σολομωντος ησαν εκ χρυσιου, και παντα τα σκευη του οικου του δασους του Λιβανου εκ χρυσιου καθαρου· ουδεν εξ αργυριου· το αργυριον ελογιζετο εις ουδεν εν ταις ημεραις του Σολομωντος.
<scripture passage="1Kgs 10:22" parsed="|1Kgs|10|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ειχεν ο βασιλευς εν τη θαλασση στολον της Θαρσεις μετα του στολου του Χειραμ· απαξ κατα τριετιαν ηρχετο ο στολος απο Θαρσεις, φερων χρυσον και αργυρον, οδοντας ελεφαντος και πιθηκους και παγωνια.
<scripture passage="1Kgs 10:23" parsed="|1Kgs|10|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.23" />
<sup>23</sup>Και εμεγαλυνθη ο βασιλευς Σολομων υπερ παντας τους βασιλεις της γης εις πλουτον και εις σοφιαν.
<scripture passage="1Kgs 10:24" parsed="|1Kgs|10|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.24" />
<sup>24</sup>Και πασα η γη εζητει το προσωπον του Σολομωντος, δια να ακουσωσι την σοφιαν αυτου, την οποιαν ο Θεος εδωκεν εις την καρδιαν αυτου.
<scripture passage="1Kgs 10:25" parsed="|1Kgs|10|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.25" />
<sup>25</sup>Και εφερον εκαστος αυτων το δωρον αυτου, σκευη αργυρα και σκευη χρυσα και στολας και πανοπλιας και αρωματα, ιππους και ημιονους, κατ' ετος.
<scripture passage="1Kgs 10:26" parsed="|1Kgs|10|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.26" />
<sup>26</sup>Και συνηθροισεν ο Σολομων αμαξας και ιππεις· και ειχε χιλιας τετρακοσιας αμαξας και δωδεκα χιλιαδας ιππεων, τους οποιους εθεσεν εις τας πολεις των αμαξων και πλησιον του βασιλεως εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Kgs 10:27" parsed="|1Kgs|10|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.27" />
<sup>27</sup>Και κατεστησεν ο βασιλευς εν Ιερουσαλημ τον αργυρον ως λιθους, και τας κεδρους κατεστησεν ως τας εν τη πεδιαδι συκαμινους, δια την αφθονιαν.
<scripture passage="1Kgs 10:28" parsed="|1Kgs|10|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.28" />
<sup>28</sup>Εγινετο δε εις τον Σολομωντα εξαγωγη ιππων και λινου νηματος εξ Αιγυπτου· το μεν νημα ελαμβανον οι εμποροι του βασιλεως εις ωρισμενην τιμην.
<scripture passage="1Kgs 10:29" parsed="|1Kgs|10|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.10.29" />
<sup>29</sup>Εκαστη δε αμαξα ανεβαινε και εξηρχετο εξ Αιγυπτου δια εξακοσιους σικλους αργυρους, και εκαστος ιππος δια εκατον πεντηκοντα· και ουτω δια παντας τους βασιλεις των Χετταιων και δια τους βασιλεις της Συριας η εξαγωγη εγινετο δια χειρος αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 11" progress="32.27%" prev="iKgs.10" next="iKgs.12" id="iKgs.11">
<h3 id="iKgs.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.11-p1">
<scripture passage="1Kgs 11:1" parsed="|1Kgs|11|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.1" />
<sup>1</sup>Ηγαπησε δε ο βασιλευς Σολομων πολλας ξενας γυναικας, εκτος της θυγατρος του Φαραω, Μωαβιτιδας, Αμμωνιτιδας, Ιδουμαιας, Σιδωνιας, Χετταιας·
<scripture passage="1Kgs 11:2" parsed="|1Kgs|11|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.2" />
<sup>2</sup>εκ των εθνων περι των οποιων ο Κυριος ειπε προς τους υιους Ισραηλ, Δεν θελετε εισελθει προς αυτα, ουδε αυτα θελουσιν εισελθει προς εσας, μηποτε εκκλινωσι τας καρδιας σας κατοπιν των θεων αυτων· εις αυτα ο Σολομων προσεκολληθη με ερωτα.
<scripture passage="1Kgs 11:3" parsed="|1Kgs|11|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.3" />
<sup>3</sup>Και ειχε γυναικας βασιλιδας επτακοσιας και παλλακας τριακοσιας· και αι γυναικες αυτου εξεκλιναν την καρδιαν αυτου.
<scripture passage="1Kgs 11:4" parsed="|1Kgs|11|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οτε εγηρασεν ο Σολομων, αι γυναικες αυτου εξεκλιναν την καρδιαν αυτου κατοπιν αλλων θεων· και η καρδια αυτου δεν ητο τελεια μετα του Κυριου του Θεου αυτου, ως η καρδια Δαβιδ του πατρος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 11:5" parsed="|1Kgs|11|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.5" />
<sup>5</sup>Και επορευθη ο Σολομων κατοπιν της Ασταρτης, της θεας των Σιδωνιων, και κατοπιν του Μελχωμ, του βδελυγματος των Αμμωνιτων.
<scripture passage="1Kgs 11:6" parsed="|1Kgs|11|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.6" />
<sup>6</sup>Και επραξεν ο Σολομων πονηρα ενωπιον του Κυριου και δεν επορευθη εντελως κατοπιν του Κυριου, ως Δαβιδ ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="1Kgs 11:7" parsed="|1Kgs|11|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ωκοδομησεν ο Σολομων υψηλον τοπον εις τον Χεμως, το βδελυγμα του Μωαβ, εν τω ορει τω απεναντι της Ιερουσαλημ, και εις τον Μολοχ, το βδελυγμα των υιων Αμμων.
<scripture passage="1Kgs 11:8" parsed="|1Kgs|11|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.8" />
<sup>8</sup>Και ουτως εκαμε δι' ολας τας γυναικας αυτου τας ξενας, αιτινες εθυμιαζον και εθυσιαζον εις τους θεους αυτων.
<scripture passage="1Kgs 11:9" parsed="|1Kgs|11|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.9" />
<sup>9</sup>Και ωργισθη ο Κυριος κατα του Σολομωντος επειδη η καρδια αυτου εξεκλινεν απο του Κυριου του Θεου του Ισραηλ, οστις εφανερωθη δις εις αυτον,
<scripture passage="1Kgs 11:10" parsed="|1Kgs|11|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.10" />
<sup>10</sup>και προσεταξεν εις αυτον περι του πραγματος τουτου, να μη υπαγη κατοπιν αλλων θεων· δεν εφυλαξεν ομως εκεινο, το οποιον ο Κυριος προσεταξε.
<scripture passage="1Kgs 11:11" parsed="|1Kgs|11|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ειπεν ο Κυριος εις τον Σολομωντα, Επειδη τουτο ευρεθη εν σοι, και δεν εφυλαξας την διαθηκην μου και τα διαταγματα μου, τα οποια προσεταξα εις σε, θελω εξαπαντος διαρρηξει την βασιλειαν απο σου και δωσει αυτην εις τον δουλον σου·
<scripture passage="1Kgs 11:12" parsed="|1Kgs|11|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.12" />
<sup>12</sup>πλην εν ταις ημεραις σου δεν θελω καμει τουτο, χαριν Δαβιδ του πατρος σου· εκ της χειρος του υιου σου θελω διαρρηξει αυτην·
<scripture passage="1Kgs 11:13" parsed="|1Kgs|11|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.13" />
<sup>13</sup>δεν θελω ομως διαρρηξει πασαν την βασιλειαν· μιαν φυλην θελω δωσει εις τον υιον σου, χαριν Δαβιδ του δουλου μου, και χαριν της Ιερουσαλημ, την οποιαν εξελεξα.
<scripture passage="1Kgs 11:14" parsed="|1Kgs|11|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.14" />
<sup>14</sup>Και εσηκωσεν ο Κυριος αντιπαλον εις τον Σολομωντα, τον Αδαδ τον Ιδουμαιον· ουτος ητο εκ του σπερματος των βασιλεων της Ιδουμαιας.
<scripture passage="1Kgs 11:15" parsed="|1Kgs|11|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.15" />
<sup>15</sup>Διοτι, οτε ητο ο Δαβιδ εν τη Ιδουμαια και Ιωαβ ο αρχιστρατηγος ανεβη να θαψη τους θανατωθεντας και επαταξε παν αρσενικον εν τη Ιδουμαια,
<scripture passage="1Kgs 11:16" parsed="|1Kgs|11|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.16" />
<sup>16</sup>επειδη εξ μηνας εκαθησεν εκει ο Ιωαβ μετα παντος του Ισραηλ, εωσου εξωλοθρευσε παν αρσενικον εκ της Ιδουμαιας,
<scripture passage="1Kgs 11:17" parsed="|1Kgs|11|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.17" />
<sup>17</sup>τοτε ο Αδαδ εφυγεν, αυτος και μετ' αυτου τινες Ιδουμαιοι εκ των δουλων του πατρος αυτου, δια να υπαγωσιν εις την Αιγυπτον· ητο δε ο Αδαδ μικρον παιδιον.
<scripture passage="1Kgs 11:18" parsed="|1Kgs|11|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.18" />
<sup>18</sup>Και εσηκωθησαν εκ της Μαδιαμ και ηλθον εις Φαραν· και ελαβον μεθ' εαυτων ανδρας εκ Φαραν και ηλθον εις Αιγυπτον προς τον Φαραω βασιλεα της Αιγυπτου· οστις εδωκεν εις αυτον οικιαν και διεταξεν εις αυτον τροφας και γην εδωκεν εις αυτον.
<scripture passage="1Kgs 11:19" parsed="|1Kgs|11|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.19" />
<sup>19</sup>Και ευρηκεν ο Αδαδ μεγαλην χαριν ενωπιον του Φαραω, ωστε εδωκεν εις αυτον γυναικα την αδελφην της γυναικος αυτου, την αδελφην της Ταχπενες της βασιλισσης.
<scripture passage="1Kgs 11:20" parsed="|1Kgs|11|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.20" />
<sup>20</sup>Και εγεννησεν εις αυτον η αδελφη της Ταχπενες τον Γενουβαθ τον υιον αυτου, τον οποιον η Ταχπενες απεγαλακτισεν εντος του οικου του Φαραω· και ητο ο Γενουβαθ εν τω οικω του Φαραω, μεταξυ των υιων του Φαραω.
<scripture passage="1Kgs 11:21" parsed="|1Kgs|11|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.21" />
<sup>21</sup>Και οτε ηκουσεν ο Αδαδ εν Αιγυπτω οτι εκοιμηθη ο Δαβιδ μετα των πατερων αυτου και οτι απεθανεν Ιωαβ ο αρχιστρατηγος, ειπεν ο Αδαδ προς τον Φαραω, Εξαποστειλον με, δια να απελθω εις την γην μου.
<scripture passage="1Kgs 11:22" parsed="|1Kgs|11|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε προς αυτον ο Φαραω, Αλλα τι σοι λειπει πλησιον μου, και ιδου, συ ζητεις να απελθης εις την γην σου; Και απεκριθη, Ουδεν· αλλ' εξαποστειλον με, παρακαλω.
<scripture passage="1Kgs 11:23" parsed="|1Kgs|11|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.23" />
<sup>23</sup>Και εσηκωσεν ο Θεος εις αυτον και αλλον αντιπαλον, τον Ρεζων, υιον του Ελιαδα, οστις ειχε φυγει απο του κυριου αυτου Αδαδεζερ, βασιλεως της Σωβα·
<scripture passage="1Kgs 11:24" parsed="|1Kgs|11|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.24" />
<sup>24</sup>και συναθροισας εις εαυτον ανδρας, εγεινεν αρχηγος συμμοριας, οτε επαταξεν ο Δαβιδ τους απο Σωβα· και υπηγαν εις Δαμασκον και κατωκησαν εκει και εβασιλευσαν εν Δαμασκω·
<scripture passage="1Kgs 11:25" parsed="|1Kgs|11|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.25" />
<sup>25</sup>και ητο αντιπαλος του Ισραηλ πασας τας ημερας του Σολομωντος, εκτος των κακων, τα οποια εκαμεν ο Αδαδ· και επηρεαζε τον Ισραηλ, βασιλευων επι της Συριας.
<scripture passage="1Kgs 11:26" parsed="|1Kgs|11|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.26" />
<sup>26</sup>Και ο Ιεροβοαμ, υιος του Ναβατ, Εφραθαιος απο Σαρηδα, δουλος του Σολομωντος, του οποιου η μητηρ ωνομαζετο Σερουα, γυνη χηρα, και ουτος εσηκωσε χειρα κατα του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 11:27" parsed="|1Kgs|11|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.27" />
<sup>27</sup>Αυτη δε ητο η αιτια, δια την οποιαν εσηκωσε χειρα κατα του βασιλεως· ο Σολομων ωκοδομει την Μιλλω και εκλεισε το χαλασμα της πολεως Δαβιδ του πατρος αυτου·
<scripture passage="1Kgs 11:28" parsed="|1Kgs|11|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.28" />
<sup>28</sup>και ητο ο ανθρωπος Ιεροβοαμ δυνατος εν ισχυι· και ειδεν ο Σολομων τον νεον οτι ητο φιλεργος και κατεστησεν αυτον επιστατην επι παντα τα φορτια του οικου Ιωσηφ.
<scripture passage="1Kgs 11:29" parsed="|1Kgs|11|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.29" />
<sup>29</sup>Και κατ' εκεινον τον καιρον, οτε ο Ιεροβοαμ εξηλθεν εξ Ιερουσαλημ, ευρηκεν αυτον καθ' οδον ο προφητης Αχια ο Σηλωνιτης, ενδεδυμενος ιματιον νεον· και ησαν οι δυο μονοι εν τη πεδιαδι.
<scripture passage="1Kgs 11:30" parsed="|1Kgs|11|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.30" />
<sup>30</sup>Και επιασεν ο Αχια το νεον ιματιον, το οποιον εφορει, και εσχισεν αυτο εις δωδεκα τμηματα·
<scripture passage="1Kgs 11:31" parsed="|1Kgs|11|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.31" />
<sup>31</sup>και ειπε προς τον Ιεροβοαμ, Λαβε εις σεαυτον δεκα τμηματα· διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, θελω διαρρηξει την βασιλειαν εκ της χειρος του Σολομωντος και δωσει τας δεκα φυλας εις σε·
<scripture passage="1Kgs 11:32" parsed="|1Kgs|11|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.32" />
<sup>32</sup>θελει μενει ομως εις αυτον μια φυλη, χαριν του δουλου μου Δαβιδ και χαριν της Ιερουσαλημ, της πολεως, την οποιαν εξελεξα εκ πασων των φυλων του Ισραηλ·
<scripture passage="1Kgs 11:33" parsed="|1Kgs|11|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.33" />
<sup>33</sup>διοτι με εγκατελιπον και ελατρευσαν Ασταρτην την θεαν των Σιδωνιων, Χεμως τον θεον των Μωαβιτων και Μελχωμ τον θεον των υιων Αμμων· και δεν περιεπατησαν εις τας οδους μου δια να πραττωσι το ευθες ενωπιον μου, και να φυλαττωσι τα διαταγματα μου και τας κρισεις μου, ως Δαβιδ ο πατηρ αυτου·
<scripture passage="1Kgs 11:34" parsed="|1Kgs|11|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.34" />
<sup>34</sup>δεν θελω ομως λαβει πασαν την βασιλειαν εκ της χειρος αυτου, αλλα θελω διατηρησει αυτον ηγεμονα πασας τας ημερας της ζωης αυτου, χαριν Δαβιδ του δουλου μου, τον οποιον εξελεξα, διοτι εφυλαττε τας εντολας μου και τα διαταγματα μου·
<scripture passage="1Kgs 11:35" parsed="|1Kgs|11|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.35" />
<sup>35</sup>θελω ομως λαβει την βασιλειαν εκ της χειρος του υιου αυτου και δωσει αυτην εις σε, τας δεκα φυλας·
<scripture passage="1Kgs 11:36" parsed="|1Kgs|11|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.36" />
<sup>36</sup>εις δε τον υιον αυτου θελω δωσει μιαν φυλην, δια να εχη Δαβιδ ο δουλος μου λυχνον παντοτε εμπροσθεν μου εν Ιερουσαλημ, τη πολει την οποιαν εξελεξα εις εμαυτον δια να θεσω το ονομα μου εκει.
<scripture passage="1Kgs 11:37" parsed="|1Kgs|11|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.37" />
<sup>37</sup>και σε θελω λαβει, και θελεις βασιλευσει κατα παντα οσα η ψυχη σου επιθυμει και θελεις εισθαι βασιλευς επι τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Kgs 11:38" parsed="|1Kgs|11|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.38" />
<sup>38</sup>και εαν εισακουσης εις παντα οσα σε προσταζω και περιπατης εις τας οδους μου και πραττης το ευθες ενωπιον μου, φυλαττων τα διαταγματα μου και τας εντολας μου, καθως εκαμνε Δαβιδ ο δουλος μου, τοτε θελω εισθαι μετα σου και θελω οικοδομησει εις σε οικον ασφαλη, καθως ωκοδομησα εις τον Δαβιδ, και θελω δωσει τον Ισραηλ εις σε·
<scripture passage="1Kgs 11:39" parsed="|1Kgs|11|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.39" />
<sup>39</sup>και θελω κακουχησει το σπερμα του Δαβιδ δια τουτο, πλην ουχι δια παντος.
<scripture passage="1Kgs 11:40" parsed="|1Kgs|11|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.40" />
<sup>40</sup>Οθεν εζητησεν ο Σολομων να θανατωση τον Ιεροβοαμ. Και σηκωθεις ο Ιεροβοαμ, εφυγεν εις Αιγυπτον προς Σισακ τον βασιλεα της Αιγυπτου, και ητο εν Αιγυπτω εωσου απεθανεν ο Σολομων.
<scripture passage="1Kgs 11:41" parsed="|1Kgs|11|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.41" />
<sup>41</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Σολομωντος και παντα οσα εκαμε, και η σοφια αυτου, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των πραξεων του Σολομωντος;
<scripture passage="1Kgs 11:42" parsed="|1Kgs|11|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.42" />
<sup>42</sup>Αι δε ημεραι, οσας εβασιλευσεν ο Σολομων εν Ιερουσαλημ επι παντα τον Ισραηλ, ησαν τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="1Kgs 11:43" parsed="|1Kgs|11|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.11.43" />
<sup>43</sup>Και εκοιμηθη ο Σολομων μετα των πατερων αυτου και εταφη εν τη πολει Δαβιδ του πατρος αυτου· και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ροβοαμ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 12" progress="32.43%" prev="iKgs.11" next="iKgs.13" id="iKgs.12">
<h3 id="iKgs.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.12-p1">
<scripture passage="1Kgs 12:1" parsed="|1Kgs|12|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.1" />
<sup>1</sup>Και υπηγεν ο Ροβοαμ εις Συχεμ· διοτι εις Συχεμ ηρχετο πας ο Ισραηλ δια να καμη αυτον βασιλεα.
<scripture passage="1Kgs 12:2" parsed="|1Kgs|12|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.2" />
<sup>2</sup>Και ως ηκουσε τουτο Ιεροβοαμ ο υιος του Ναβατ, οστις ητο ετι εν Αιγυπτω, οπου ειχε φυγει απο προσωπου του βασιλεως Σολομωντος, εμεινεν ετι ο Ιεροβοαμ εν Αιγυπτω·
<scripture passage="1Kgs 12:3" parsed="|1Kgs|12|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.3" />
<sup>3</sup>απεστειλαν ομως και εκαλεσαν αυτον. Τοτε ηλθον ο Ιεροβοαμ και πασα η συναγωγη του Ισραηλ και ελαλησαν προς τον Ροβοαμ, λεγοντες,
<scripture passage="1Kgs 12:4" parsed="|1Kgs|12|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.4" />
<sup>4</sup>Ο πατηρ σου εσκληρυνε τον ζυγον ημων· τωρα λοιπον την δουλειαν την σκληραν του πατρος σου και τον ζυγον αυτου τον βαρυν, τον οποιον επεβαλεν εφ' ημας, ελαφρωσον συ, και θελομεν σε δουλευει.
<scripture passage="1Kgs 12:5" parsed="|1Kgs|12|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.5" />
<sup>5</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Αναχωρησατε εως τρεις ημερας· επειτα επιστρεψατε προς εμε. Και ανεχωρησεν ο λαος.
<scripture passage="1Kgs 12:6" parsed="|1Kgs|12|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.6" />
<sup>6</sup>Και συνεβουλευθη ο βασιλευς Ροβοαμ τους πρεσβυτερους, οιτινες παρισταντο ενωπιον Σολομωντος του πατρος αυτου ετι ζωντος, λεγων, Τι με συμβουλευετε σεις να αποκριθω προς τον λαον τουτον;
<scripture passage="1Kgs 12:7" parsed="|1Kgs|12|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.7" />
<sup>7</sup>Και ελαλησαν προς αυτον, λεγοντες, Εαν σημερον γεινης δουλος εις τον λαον τουτον και δουλευσης αυτους και αποκριθης προς αυτους και λαλησης αγαθους λογους προς αυτους, τοτε θελουσιν εισθαι δουλοι σου δια παντος.
<scripture passage="1Kgs 12:8" parsed="|1Kgs|12|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.8" />
<sup>8</sup>Απερριψεν ομως την συμβουλην των πρεσβυτερων, την οποιαν εδωκαν εις αυτον, και συνεβουλευθη τους νεους, τους συνανατραφεντας μετ' αυτου τους παρισταμενους ενωπιον αυτου.
<scripture passage="1Kgs 12:9" parsed="|1Kgs|12|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτους, Τι με συμβουλευετε σεις να αποκριθωμεν προς τον λαον τουτον, οστις ελαλησε προς εμε, λεγων, Ελαφρωσον τον ζυγον, τον οποιον ο πατηρ σου επεβαλεν εφ' ημας;
<scripture passage="1Kgs 12:10" parsed="|1Kgs|12|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησαν προς αυτον οι νεοι, οι συνανατραφεντες μετ' αυτου, λεγοντες, ουτω θελεις λαλησει προς τον λαον τουτον, οστις ελαλησε προς σε, λεγων, Ο πατηρ σου εβαρυνε τον ζυγον ημων, αλλα συ ελαφρωσον αυτον εις ημας· ουτω θελεις λαλησει προς αυτους· Ο μικρος μου δακτυλος θελει εισθαι παχυτερος της οσφυος του πατρος μου·
<scripture passage="1Kgs 12:11" parsed="|1Kgs|12|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.11" />
<sup>11</sup>τωρα λοιπον, ο μεν πατηρ μου επεφορτισεν εις εσας ζυγον βαρυν, εγω δε θελω καμει βαρυτερον τον ζυγον σας· ο πατηρ μου σας επαιδευσε με μαστιγας, αλλ' εγω θελω σας παιδευσει με σκορπιους.
<scripture passage="1Kgs 12:12" parsed="|1Kgs|12|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.12" />
<sup>12</sup>Και ηλθεν ο Ιεροβοαμ και πας ο λαος προς τον Ροβοαμ την τριτην ημεραν, ως ειχε λαλησει ο βασιλευς, λεγων, Επανελθετε προς εμε την τριτην ημεραν.
<scripture passage="1Kgs 12:13" parsed="|1Kgs|12|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.13" />
<sup>13</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς προς τον λαον σκληρως και εγκατελιπε την συμβουλην των πρεσβυτερων, την οποιαν εδωκαν εις αυτον·
<scripture passage="1Kgs 12:14" parsed="|1Kgs|12|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.14" />
<sup>14</sup>και ελαλησε προς αυτους κατα την συμβουλην των νεων, λεγων, Ο πατηρ μου εβαρυνε τον ζυγον σας, αλλ' εγω θελω καμει βαρυτερον τον ζυγον σας· ο πατηρ μου σας επαιδευσε με μαστιγας, αλλ' εγω θελω σας παιδευσει με σκορπιους.
<scripture passage="1Kgs 12:15" parsed="|1Kgs|12|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.15" />
<sup>15</sup>Και δεν εισηκουσεν ο βασιλευς εις τον λαον· διοτι το πραγμα εγεινε παρα Κυριου, δια να εκτελεση τον λογον αυτου, τον οποιον ο Κυριος ελαλησε δια του Αχια του Σηλωνιτου προς Ιεροβοαμ τον υιον του Ναβατ.
<scripture passage="1Kgs 12:16" parsed="|1Kgs|12|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.16" />
<sup>16</sup>Και ιδων πας ο Ισραηλ οτι ο βασιλευς δεν εισηκουσεν εις αυτους, απεκριθη ο λαος προς τον βασιλεα, λεγων, Τι μερος εχομεν ημεις εν τω Δαβιδ; ουδεμιαν κληρονομιαν εχομεν εν τω υιω του Ιεσσαι· εις τας σκηνας σου, Ισραηλ· προβλεψον τωρα, Δαβιδ, περι του οικου σου. Και ανεχωρησεν ο Ισραηλ εις τας σκηνας αυτου.
<scripture passage="1Kgs 12:17" parsed="|1Kgs|12|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.17" />
<sup>17</sup>Περι δε των υιων Ισραηλ των κατοικουντων εν ταις πολεσιν Ιουδα, ο Ροβοαμ εβασιλευσεν επ' αυτους.
<scripture passage="1Kgs 12:18" parsed="|1Kgs|12|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.18" />
<sup>18</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς Ροβοαμ τον Αδωραμ, τον επι των φορων· και ελιθοβολησεν αυτον πας ο Ισραηλ με λιθους, και απεθανεν. Οθεν εσπευσεν ο βασιλευς Ροβοαμ να αναβη εις την αμαξαν, δια να φυγη εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Kgs 12:19" parsed="|1Kgs|12|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.19" />
<sup>19</sup>Ουτως απεστατησεν ο Ισραηλ απο του οικου του Δαβιδ εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Kgs 12:20" parsed="|1Kgs|12|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.20" />
<sup>20</sup>Οτε δε ηκουσε πας ο Ισραηλ οτι ο Ιεροβοαμ επεστρεψεν, απεστειλαν και εκαλεσαν αυτον εις την συναγωγην και εκαμον αυτον βασιλεα επι παντα τον Ισραηλ· δεν ηκολουθησε τον οικον του Δαβιδ, ειμη η φυλη του Ιουδα μονη.
<scripture passage="1Kgs 12:21" parsed="|1Kgs|12|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.21" />
<sup>21</sup>Και ελθων ο Ροβοαμ εις Ιερουσαλημ, συνηθροισε παντα τον οικον Ιουδα και την φυλην Βενιαμιν, εκατον ογδοηκοντα χιλιαδας εκλεκτων πολεμιστων, δια να πολεμησωσι κατα του οικου του Ισραηλ, οπως επαναφερωσι την βασιλειαν εις τον Ροβοαμ τον υιον του Σολομωντος.
<scripture passage="1Kgs 12:22" parsed="|1Kgs|12|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.22" />
<sup>22</sup>Εγεινεν ομως λογος Θεου προς τον Σεμαιαν, ανθρωπον του Θεου, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 12:23" parsed="|1Kgs|12|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.23" />
<sup>23</sup>Λαλησον προς Ροβοαμ, τον υιον του Σολομωντος, τον βασιλεα του Ιουδα, και προς παντα τον οικον Ιουδα και Βενιαμιν και προς το επιλοιπον του λαου, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 12:24" parsed="|1Kgs|12|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.24" />
<sup>24</sup>ουτω λεγει Κυριος· Δεν θελετε αναβη ουδε πολεμησει εναντιον των αδελφων σας των υιων Ισραηλ· επιστρεψατε εκαστος εις τον οικον αυτου· διοτι παρ' εμου εγεινε το πραγμα τουτο. Και υπηκουσαν εις τον λογον του Κυριου και επεστρεψαν να υπαγωσι, κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 12:25" parsed="|1Kgs|12|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.25" />
<sup>25</sup>Τοτε ωκοδομησεν ο Ιεροβοαμ την Συχεμ επι του ορους Εφραιμ, και κατωκησεν εν αυτη· επειτα εξηλθεν εκειθεν και ωκοδομησε την Φανουηλ.
<scripture passage="1Kgs 12:26" parsed="|1Kgs|12|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο Ιεροβοαμ εν τη καρδια αυτου. Τωρα θελει επιστρεψει η βασιλεια εις τον οικον του Δαβιδ·
<scripture passage="1Kgs 12:27" parsed="|1Kgs|12|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.27" />
<sup>27</sup>εαν ο λαος ουτος αναβη δια να προσφερη θυσιας εν τω οικω του Κυριου εν Ιερουσαλημ, τοτε η καρδια του λαου τουτου θελει επιστρεψει προς τον κυριον αυτου, τον Ροβοαμ βασιλεα του Ιουδα, και θελουσι θανατωσει εμε και επιστρεψει προς Ροβοαμ τον βασιλεα του Ιουδα.
<scripture passage="1Kgs 12:28" parsed="|1Kgs|12|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.28" />
<sup>28</sup>Ελαβε λοιπον ο βασιλευς βουλην και εκαμε δυο μοσχους χρυσους, και ειπε προς αυτους, Φθανει εις εσας να αναβαινητε εις Ιερουσαλημ· ιδου, οι θεοι σου, Ισραηλ, οιτινες σε ανηγαγον εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="1Kgs 12:29" parsed="|1Kgs|12|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.29" />
<sup>29</sup>Και εθεσε τον ενα εν Βαιβηλ και τον αλλον εθεσεν εν Δαν.
<scripture passage="1Kgs 12:30" parsed="|1Kgs|12|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.30" />
<sup>30</sup>Και εγεινε το πραγμα τουτο αιτια αμαρτιας· διοτι επορευετο ο λαος εως εις Δαν, δια να προσκυνη ενωπιον του ενος.
<scripture passage="1Kgs 12:31" parsed="|1Kgs|12|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.31" />
<sup>31</sup>Και εκαμεν οικους επι των υψηλων τοπων και εκαμεν ιερεις εκ των εσχατων του λαου, οιτινες δεν ησαν εκ των υιων Λευι.
<scripture passage="1Kgs 12:32" parsed="|1Kgs|12|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.32" />
<sup>32</sup>Και εκαμεν ο Ιεροβοαμ εορτην εν τω μηνι τω ογδοω, εν τη δεκατη πεμπτη ημερα του μηνος, ως την εορτην την εν Ιουδα, και ανεβη επι το θυσιαστηριον. Ουτως εκαμεν εν Βαιθηλ, θυσιαζων εις τους μοσχους τους οποιους εκαμε· και κατεστησεν εν Βαιθηλ τους ιερεις των υψηλων τοπων, τους οποιους εκαμε.
<scripture passage="1Kgs 12:33" parsed="|1Kgs|12|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.12.33" />
<sup>33</sup>Και ανεβη επι το θυσιαστηριον το οποιον εκαμεν εν Βαιθηλ, την δεκατην πεμπτην ημεραν του ογδοου μηνος, εν τω μηνι τον οποιον εφευρεν απο της καρδιας αυτου· και εκαμεν εορτην εις τους υιους Ισραηλ, και ανεβη επι το θυσιαστηριον, δια να θυμιαση.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 13" progress="32.57%" prev="iKgs.12" next="iKgs.14" id="iKgs.13">
<h3 id="iKgs.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.13-p1">
<scripture passage="1Kgs 13:1" parsed="|1Kgs|13|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.1" />
<sup>1</sup>Και ιδου, ηλθεν ανθρωπος του Θεου εξ Ιουδα εις Βαιθηλ με λογον του Κυριου· ο δε Ιεροβοαμ ιστατο επι του θυσιαστηριου, δια να θυμιαση.
<scripture passage="1Kgs 13:2" parsed="|1Kgs|13|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.2" />
<sup>2</sup>Και εφωνησε προς το θυσιαστηριον με λογον του Κυριου, και ειπε, Θυσιαστηριον, θυσιαστηριον, ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, υιος θελει γεννηθη εις τον οικον του Δαβιδ, Ιωσιας το ονομα αυτου, και θελει θυσιασει επι σε τους ιερεις των υψηλων τοπων, τους θυμιαζοντας επι σε, και οστα ανθρωπων θελουσι καυθη επι σε.
<scripture passage="1Kgs 13:3" parsed="|1Kgs|13|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.3" />
<sup>3</sup>Και εδωκε σημειον την αυτην ημεραν, λεγων, Τουτο ειναι το σημειον, το οποιον ελαλησεν ο Κυριος· Ιδου, το θυσιαστηριον θελει διασχισθη, και η στακτη η επ' αυτου θελει εκχυθη.
<scripture passage="1Kgs 13:4" parsed="|1Kgs|13|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.4" />
<sup>4</sup>Και οτε ηκουσεν ο βασιλευς Ιεροβοαμ τον λογον του ανθρωπου του Θεου, τον οποιον εφωνησε προς το θυσιαστηριον εν Βαιθηλ, εξετεινε την χειρα αυτου απο του θυσιαστηριου, λεγων, Συλλαβετε αυτον. Και εξηρανθη η χειρ αυτου, την οποιαν εξετεινεν επ' αυτον, ωστε δεν ηδυνηθη να επιστρεψη αυτην προς εαυτον.
<scripture passage="1Kgs 13:5" parsed="|1Kgs|13|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.5" />
<sup>5</sup>Και διεσχισθη το θυσιαστηριον και εξεχυθη η στακτη απο του θυσιαστηριου, κατα το σημειον το οποιον εδωκεν ο ανθρωπος του Θεου δια του λογου του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 13:6" parsed="|1Kgs|13|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.6" />
<sup>6</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς και ειπε προς τον ανθρωπον του Θεου, Δεηθητι, παρακαλω, Κυριου του Θεου σου και προσευχηθητι υπερ εμου, δια να επιστρεψη η χειρ μου προς εμε. Και εδεηθη ο ανθρωπος του Θεου προς τον Κυριον, και επεστρεψεν η χειρ του βασιλεως προς αυτον και αποκατεσταθη ως το προτερον.
<scripture passage="1Kgs 13:7" parsed="|1Kgs|13|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον ανθρωπον του Θεου, Εισελθε μετ' εμου εις τον οικον και λαβε τροφην, και θελω σοι δωσει δωρα.
<scripture passage="1Kgs 13:8" parsed="|1Kgs|13|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' ο ανθρωπος του Θεου ειπε προς τον βασιλεα, Το ημισυ του οικου σου αν μοι δωσης, δεν θελω εισελθει μετα σου· ουδε θελω φαγει αρτον ουδε θελω πιει υδωρ εν τω τοπω τουτω·
<scripture passage="1Kgs 13:9" parsed="|1Kgs|13|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.9" />
<sup>9</sup>διοτι ουτως ειναι προστεταγμενον εις εμε δια του λογου του Κυριου, λεγοντος, Μη φαγης αρτον και μη πιης υδωρ και μη επιστρεψης δια της οδου, δια της οποιας ηλθες.
<scripture passage="1Kgs 13:10" parsed="|1Kgs|13|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.10" />
<sup>10</sup>Και ανεχωρησε δι' αλλης οδου και δεν επεστρεψε δια της οδου, δια της οποιας ηλθεν εις Βαιθηλ.
<scripture passage="1Kgs 13:11" parsed="|1Kgs|13|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.11" />
<sup>11</sup>Κατωκει δε εν Βαιθηλ γερων τις προφητης· και ηλθον οι υιοι αυτου και διηγηθησαν προς αυτον παντα τα εργα, τα οποια εκαμεν ο ανθρωπος του Θεου την ημεραν εκεινην εν Βαιθηλ· διηγηθησαν δε προς τον πατερα αυτων και τους λογους, τους οποιους ελαλησε προς τον βασιλεα.
<scripture passage="1Kgs 13:12" parsed="|1Kgs|13|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς αυτους ο πατηρ αυτων, Δια τινος οδου ανεχωρησεν; ειχον δε ιδει οι υιοι αυτου δια τινος οδου ανεχωρησεν ο ανθρωπος του Θεου ο ελθων εξ Ιουδα.
<scripture passage="1Kgs 13:13" parsed="|1Kgs|13|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς τους υιους αυτου, Ετοιμασατε μοι την ονον. Και ητοιμασαν εις αυτον την ονον· και εκαθησεν επ' αυτην,
<scripture passage="1Kgs 13:14" parsed="|1Kgs|13|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.14" />
<sup>14</sup>και υπηγε κατοπιν του ανθρωπου του Θεου και ευρηκεν αυτον καθημενον υπο δρυν· και ειπε προς αυτον, συ εισαι ο ανθρωπος του Θεου ο ελθων εξ Ιουδα; Ο δε ειπεν, Εγω.
<scripture passage="1Kgs 13:15" parsed="|1Kgs|13|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτον, Ελθε μετ' εμου εις την οικιαν και φαγε αρτον.
<scripture passage="1Kgs 13:16" parsed="|1Kgs|13|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπε, Δεν δυναμαι να επιστρεψω μετα σου ουδε να ελθω μετα σου· ουδε θελω φαγει αρτον ουδε θελω πιει υδωρ μετα σου εν τω τοπω τουτω·
<scripture passage="1Kgs 13:17" parsed="|1Kgs|13|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.17" />
<sup>17</sup>διοτι ελαληθη προς εμε δια του λογου του Κυριου, Μη φαγης αρτον μηδε πιης υδωρ εκει, μηδε επιστρεψης υπαγων δια της οδου δια της οποιας ηλθες.
<scripture passage="1Kgs 13:18" parsed="|1Kgs|13|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.18" />
<sup>18</sup>Ειπε δε προς αυτον, Και εγω προφητης ειμαι, καθως συ· και αγγελος ελαλησε προς εμε δια του λογου του Κυριου, λεγων, Επιστρεψον αυτον μετα σου εις την οικιαν σου, δια να φαγη αρτον και να πιη υδωρ. Εψευσθη δε προς αυτον.
<scripture passage="1Kgs 13:19" parsed="|1Kgs|13|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.19" />
<sup>19</sup>Και επεστρεψε μετ' αυτου και εφαγεν αρτον εν τω οικω αυτου και επιεν υδωρ.
<scripture passage="1Kgs 13:20" parsed="|1Kgs|13|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.20" />
<sup>20</sup>Και ενω εκαθηντο εις την τραπεζαν, ηλθεν ο λογος του Κυριου προς τον προφητην τον επιστρεψαντα αυτον·
<scripture passage="1Kgs 13:21" parsed="|1Kgs|13|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.21" />
<sup>21</sup>και εφωνησε προς τον ανθρωπον του Θεου τον ελθοντα εξ Ιουδα, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος. Επειδη παρηκουσας της φωνης του Κυριου και δεν εφυλαξας την εντολην, την οποιαν Κυριος ο Θεος σου προσεταξεν εις σε,
<scripture passage="1Kgs 13:22" parsed="|1Kgs|13|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.22" />
<sup>22</sup>αλλ' επεστρεψας και εφαγες αρτον και επιες υδωρ εν τω τοπω, περι του οποιου ειπε προς σε, Μη φαγης αρτον μηδε πιης υδωρ· το σωμα σου δεν θελει εισελθει εις τον ταφον των πατερων σου.
<scripture passage="1Kgs 13:23" parsed="|1Kgs|13|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.23" />
<sup>23</sup>Και αφου εφαγεν αρτον και αφου επιεν, ητοιμασεν εκεινος την ονον εις αυτον, εις τον προφητην τον οποιον επεστρεψε.
<scripture passage="1Kgs 13:24" parsed="|1Kgs|13|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.24" />
<sup>24</sup>Και ανεχωρησεν· ευρε δε αυτον λεων καθ' οδον και εθανατωσεν αυτον· και το σωμα αυτου ητο ερριμμενον εν τη οδω· η δε ονος ιστατο πλησιον αυτου και ο λεων ιστατο πλησιον του σωματος.
<scripture passage="1Kgs 13:25" parsed="|1Kgs|13|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.25" />
<sup>25</sup>Και ιδου, ανδρες διαβαινοντες ειδον το σωμα ερριμμενον εν τη οδω και τον λεοντα ισταμενον πλησιον του σωματος· και ελθοντες απηγγειλαν τουτο εν τη πολει, οπου κατωκει ο προφητης ο γερων.
<scripture passage="1Kgs 13:26" parsed="|1Kgs|13|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.26" />
<sup>26</sup>Και οτε ηκουσεν ο προφητης ο επιστρεψας αυτον εκ της οδου, ειπεν, Ουτος ειναι ο ανθρωπος του Θεου, οστις παρηκουσε της φωνης του Κυριου· δια τουτο παρεδωκεν αυτον ο Κυριος εις τον λεοντα, και διεσπαραξεν αυτον και εθανατωσεν αυτον, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε προς αυτον.
<scripture passage="1Kgs 13:27" parsed="|1Kgs|13|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.27" />
<sup>27</sup>Και ελαλησε προς τους υιους αυτου, λεγων, Στρωσατε εις εμε την ονον. Και εστρωσαν.
<scripture passage="1Kgs 13:28" parsed="|1Kgs|13|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.28" />
<sup>28</sup>Και υπηγε και ευρηκε το σωμα αυτου ερριμμενον εν τη οδω, και την ονον και τον λεοντα ισταμενους πλησιον του σωματος· ο λεων δεν εφαγε το σωμα ουδε διεσπαραξε την ονον.
<scripture passage="1Kgs 13:29" parsed="|1Kgs|13|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.29" />
<sup>29</sup>Και εσηκωσεν ο προφητης το σωμα του ανθρωπου του Θεου, και επεθεσεν αυτο επι την ονον, και ανεφερεν αυτον· και ηλθεν εις την πολιν ο προφητης ο γερων, δια να πενθηση και να θαψη αυτον.
<scripture passage="1Kgs 13:30" parsed="|1Kgs|13|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.30" />
<sup>30</sup>Και εθεσε το σωμα αυτου εν τω ταφω αυτου· και επενθησαν επ' αυτον, λεγοντες, Φευ αδελφε μου
<scripture passage="1Kgs 13:31" parsed="|1Kgs|13|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.31" />
<sup>31</sup>Και αφου εθαψεν αυτον, ελαλησε προς τους υιους αυτου, λεγων, Αφου αποθανω, θαψατε και εμε εν τω ταφω, οπου εταφη ο ανθρωπος του Θεου· θεσατε τα οστα μου πλησιον των οστεων αυτου·
<scripture passage="1Kgs 13:32" parsed="|1Kgs|13|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.32" />
<sup>32</sup>διοτι θελει εξαπαντος εκτελεσθη το πραγμα, το οποιον εφωνησε δια του λογου του Κυριου κατα του θυσιαστηριου εν Βαιθηλ και κατα παντων των οικων των υψηλων τοπων, οιτινες ειναι εις τας πολεις της Σαμαρειας.
<scripture passage="1Kgs 13:33" parsed="|1Kgs|13|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.33" />
<sup>33</sup>Μετα το πραγμα τουτο δεν επεστρεψεν ο Ιεροβοαμ εκ της οδου αυτου της κακης, αλλ' εκαμε παλιν εκ των εσχατων του λαου ιερεις των υψηλων τοπων· οστις ηθελε, καθιερονεν αυτον, και εγινετο ιερευς των υψηλων τοπων.
<scripture passage="1Kgs 13:34" parsed="|1Kgs|13|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.13.34" />
<sup>34</sup>Και εγεινε το πραγμα τουτο αιτια αμαρτιας εις τον οικον του Ιεροβοαμ, ωστε να εξολοθρευση και να αφανιση αυτον απο προσωπου της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 14" progress="32.70%" prev="iKgs.13" next="iKgs.15" id="iKgs.14">
<h3 id="iKgs.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.14-p1">
<scripture passage="1Kgs 14:1" parsed="|1Kgs|14|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον ηρρωστησεν Αβια ο υιος του Ιεροβοαμ.
<scripture passage="1Kgs 14:2" parsed="|1Kgs|14|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ιεροβοαμ προς την γυναικα αυτου, Σηκωθητι, παρακαλω, και μετασχηματισθητι, ωστε να μη γνωρισωσιν οτι εισαι γυνη του Ιεροβοαμ, και υπαγε εις Σηλω· ιδου, εκει ειναι Αχια ο προφητης, οστις ειπε προς εμε οτι θελω βασιλευσει επι τον λαον τουτον·
<scripture passage="1Kgs 14:3" parsed="|1Kgs|14|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.3" />
<sup>3</sup>και λαβε εις την χειρα σου δεκα αρτους και κολλυρια και σταμνιον μελιτος και υπαγε προς αυτον· αυτος θελει σοι αναγγειλει τι θελει γεινει εις το παιδιον.
<scripture passage="1Kgs 14:4" parsed="|1Kgs|14|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμεν ουτως η γυνη του Ιεροβοαμ· και σηκωθεισα, υπηγεν εις Σηλω και ηλθεν εις τον οικον του Αχια. Ο δε Αχια δεν ηδυνατο να βλεπη· διοτι οι οφθαλμοι αυτου ημβλυωπουν εκ του γηρατος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 14:5" parsed="|1Kgs|14|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.5" />
<sup>5</sup>Ειχε δε ειπει ο Κυριος προς τον Αχια, Ιδου, η γυνη του Ιεροβοαμ ερχεται να ζητηση παρα σου λογον περι του υιου αυτης, διοτι ειναι αρρωστος· ουτω και ουτω θελεις λαλησει προς αυτην· διοτι, οταν εισελθη, θελει προσποιηθη οτι ειναι αλλη.
<scripture passage="1Kgs 14:6" parsed="|1Kgs|14|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.6" />
<sup>6</sup>Και ως ηκουσεν ο Αχια τον ηχον των ποδων αυτης, ενω εισηρχετο εις την θυραν, ειπεν, Εισελθε, γυνη του Ιεροβοαμ· δια τι προσποιεισαι οτι εισαι αλλη; αλλ' εγω ειμαι αποστολος προς σε σκληρων αγγελιων·
<scripture passage="1Kgs 14:7" parsed="|1Kgs|14|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.7" />
<sup>7</sup>υπαγε, ειπε προς τον Ιεροβοαμ, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Επειδη εγω σε υψωσα εκ μεσου του λαου και σε κατεστησα ηγεμονα επι τον λαον μου Ισραηλ,
<scripture passage="1Kgs 14:8" parsed="|1Kgs|14|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.8" />
<sup>8</sup>και διαρρηξας την βασιλειαν απο του οικου του Δαβιδ, εδωκα αυτην εις σε, και συ δεν εσταθης καθως ο δουλος μου Δαβιδ, οστις εφυλαξε τας εντολας μου και οστις με ηκολουθησεν εξ ολης αυτου της καρδιας, εις το να καμνη μονον το ευθες ενωπιον μου,
<scripture passage="1Kgs 14:9" parsed="|1Kgs|14|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.9" />
<sup>9</sup>αλλ' υπερεβης εις το κακον παντας οσοι εσταθησαν προτεροι σου, διοτι υπηγες και εκαμες εις σεαυτον αλλους θεους και χωνευτα ειδωλα, δια να με παροργισης, και με απερριψας οπισω της ραχης σου.
<scripture passage="1Kgs 14:10" parsed="|1Kgs|14|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.10" />
<sup>10</sup>δια τουτο, ιδου, θελω φερει κακον επι τον οικον του Ιεροβοαμ, και θελω εξολοθρευσει του Ιεροβοαμ τον ουρουντα εις τον τοιχον, τον πεφυλαγμενον και τον αφειμενον εν τω Ισραηλ, και θελω σαρωσει κατοπιν του οικου του Ιεροβοαμ, καθως σαρονει τις την κοπρον εωσου εκλειψη·
<scripture passage="1Kgs 14:11" parsed="|1Kgs|14|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.11" />
<sup>11</sup>οστις εκ του Ιεροβοαμ αποθανη εν τη πολει, οι κυνες θελουσι καταφαγει αυτον· και οστις αποθανη εν τω αγρω, τα πετεινα του ουρανου θελουσι καταφαγει αυτον· διοτι ο Κυριος ελαλησε.
<scripture passage="1Kgs 14:12" parsed="|1Kgs|14|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.12" />
<sup>12</sup>Συ λοιπον σηκωθεισα υπαγε εις την οικιαν σου· ενω οι ποδες σου εμβαινουσιν εις την πολιν, το παιδιον θελει αποθανει
<scripture passage="1Kgs 14:13" parsed="|1Kgs|14|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.13" />
<sup>13</sup>και θελει πενθησει αυτο πας ο Ισραηλ, και θελουσιν ενταφιασει αυτο· διοτι αυτο μονον εκ του Ιεροβοαμ θελει ελθει εις τον ταφον, επειδη εν αυτω ευρεθη τι καλον ενωπιον Κυριου, του Θεου του Ισραηλ, εν τω οικω του Ιεροβοαμ.
<scripture passage="1Kgs 14:14" parsed="|1Kgs|14|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.14" />
<sup>14</sup>Και θελει αναστησει ο Κυριος εις εαυτον βασιλεα επι τον Ισραηλ, οστις θελει εξολοθρευσει τον οικον του Ιεροβοαμ την ημεραν εκεινην· αλλα τι; τωρα μαλιστα.
<scripture passage="1Kgs 14:15" parsed="|1Kgs|14|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.15" />
<sup>15</sup>Και θελει παταξει ο Κυριος τον Ισραηλ, ωστε να κινηται ως καλαμος εν τω υδατι, και θελει εκριζωσει τον Ισραηλ εκ της γης ταυτης της αγαθης, την οποιαν εδωκεν εις τους πατερας αυτων, και διασκορπισει αυτους περαν του ποταμου· επειδη εκαμον τα αλση αυτων, δια να παροργισωσι τον Κυριον·
<scripture passage="1Kgs 14:16" parsed="|1Kgs|14|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.16" />
<sup>16</sup>και θελει παραδωσει τον Ισραηλ εξ αιτιας των αμαρτιων του Ιεροβοαμ, οστις ημαρτησε και οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="1Kgs 14:17" parsed="|1Kgs|14|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.17" />
<sup>17</sup>Και εσηκωθη η γυνη του Ιεροβοαμ και ανεχωρησε και ηλθεν εις Θερσα· καθως αυτη επατησε το κατωφλιον της θυρας του οικου, απεθανε το παιδιον·
<scripture passage="1Kgs 14:18" parsed="|1Kgs|14|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.18" />
<sup>18</sup>και εθαψαν αυτο· και επενθησεν αυτο πας ο Ισραηλ, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του δουλου αυτου Αχια του προφητου.
<scripture passage="1Kgs 14:19" parsed="|1Kgs|14|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.19" />
<sup>19</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ιεροβοαμ, πως επολεμησε και τινι τροπω εβασιλευσεν, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 14:20" parsed="|1Kgs|14|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.20" />
<sup>20</sup>Και αι ημεραι, τας οποιας εβασιλευσεν ο Ιεροβοαμ, ησαν εικοσιδυο ετη· και εκοιμηθη μετα των πατερων αυτου, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ναδαβ ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 14:21" parsed="|1Kgs|14|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.21" />
<sup>21</sup>Ο δε Ροβοαμ ο υιος του Σολομωντος εβασιλευσεν επι τον Ιουδαν. Τεσσαρακοντα και ενος ετους ητο ο Ροβοαμ οτε εγεινε βασιλευς, και εβασιλευσε δεκαεπτα ετη εν Ιερουσαλημ, τη πολει την οποιαν ο Κυριος εξελεξεν εκ πασων των φυλων του Ισραηλ δια να θεση το ονομα αυτου εκει. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Νααμα η Αμμωνιτις.
<scripture passage="1Kgs 14:22" parsed="|1Kgs|14|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.22" />
<sup>22</sup>Επραξε δε ο Ιουδας πονηρα ενωπιον του Κυριου και παρωξυναν αυτον εις ζηλοτυπιαν με τας αμαρτιας αυτων, τας οποιας ημαρτησαν υπερ παντα οσα επραξαν οι πατερες αυτων.
<scripture passage="1Kgs 14:23" parsed="|1Kgs|14|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.23" />
<sup>23</sup>Διοτι και αυτοι ωκοδομησαν εις εαυτους τοπους υψηλους, και εκαμον αγαλματα και αλση επι παντος υψηλου λοφου και υποκατω παντος δενδρου πρασινου.
<scripture passage="1Kgs 14:24" parsed="|1Kgs|14|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.24" />
<sup>24</sup>Ησαν δε ετι εν τη γη και σοδομιται και επραττον κατα παντα τα βδελυγματα των εθνων, τα οποια ο Κυριος εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 14:25" parsed="|1Kgs|14|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.25" />
<sup>25</sup>Και εν τω πεμπτω ετει της βασιλειας του Ροβοαμ, ανεβη Σισακ ο βασιλευς της Αιγυπτου εναντιον της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Kgs 14:26" parsed="|1Kgs|14|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.26" />
<sup>26</sup>Και ελαβε τους θησαυρους του οικου του Κυριου και τους θησαυρους του οικου του βασιλεως· τα παντα ελαβεν· ελαβεν ετι πασας τας χρυσας ασπιδας, τας οποιας εκαμεν ο Σολομων.
<scripture passage="1Kgs 14:27" parsed="|1Kgs|14|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.27" />
<sup>27</sup>Και αντι τουτων ο βασιλευς Ροβοαμ εκαμε χαλκινας ασπιδας και παρεδωκεν αυτας εις τας χειρας των αρχοντων των δορυφορων, οιτινες εφυλαττον την θυραν του οικου του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 14:28" parsed="|1Kgs|14|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.28" />
<sup>28</sup>Και οτε εισηρχετο ο βασιλευς εις τον οικον του Κυριου, εβασταζον αυτας οι δορυφοροι επειτα επανεφερον αυτας εις το οικημα των δορυφορων.
<scripture passage="1Kgs 14:29" parsed="|1Kgs|14|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.29" />
<sup>29</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ροβοαμ και παντα οσα εκαμε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="1Kgs 14:30" parsed="|1Kgs|14|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.30" />
<sup>30</sup>Ητο δε πολεμος αναμεσον Ροβοαμ και Ιεροβοαμ πασας τας ημερας.
<scripture passage="1Kgs 14:31" parsed="|1Kgs|14|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.14.31" />
<sup>31</sup>Και εκοιμηθη ο Ροβοαμ μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν τη πολει Δαβιδ. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Νααμα η Αμμωνιτις. Εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αβιαμ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 15" progress="32.83%" prev="iKgs.14" next="iKgs.16" id="iKgs.15">
<h3 id="iKgs.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.15-p1">
<scripture passage="1Kgs 15:1" parsed="|1Kgs|15|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.1" />
<sup>1</sup>Και εβασιλευσεν ο Αβιαμ επι τον Ιουδαν, κατα το δεκατον ογδοον ετος της βασιλειας του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ.
<scripture passage="1Kgs 15:2" parsed="|1Kgs|15|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.2" />
<sup>2</sup>Τρια ετη εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Μααχα, θυγατηρ του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="1Kgs 15:3" parsed="|1Kgs|15|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.3" />
<sup>3</sup>Και περιεπατησεν εις πασας τας αμαρτιας του πατρος αυτου, τας οποιας επραξε προ αυτου· και δεν ητο η καρδια αυτου τελεια μετα Κυριου του Θεου αυτου, καθως η καρδια Δαβιδ του πατρος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:4" parsed="|1Kgs|15|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' ομως, χαριν του Δαβιδ, εδωκεν εις αυτον Κυριος ο Θεος αυτου λυχνον εν Ιερουσαλημ, αναστησας τον υιον αυτου μετ' αυτον, και στερεωσας την Ιερουσαλημ·
<scripture passage="1Kgs 15:5" parsed="|1Kgs|15|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.5" />
<sup>5</sup>διοτι ο Δαβιδ εκαμνε το ευθες ενωπιον Κυριου και δεν εξεκλινε πασας τας ημερας της ζωης αυτου απο παντων οσα προσεταξεν εις αυτον, εκτος της υποθεσεως Ουριου του Χετταιου.
<scripture passage="1Kgs 15:6" parsed="|1Kgs|15|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.6" />
<sup>6</sup>Ητο δε πολεμος αναμεσον Ροβοαμ και Ιεροβοαμ πασας τας ημερας της ζωης αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:7" parsed="|1Kgs|15|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.7" />
<sup>7</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Αβιαμ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα; Και ητο πολεμος αναμεσον Αβιαμ και Ιεροβοαμ.
<scripture passage="1Kgs 15:8" parsed="|1Kgs|15|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.8" />
<sup>8</sup>Και εκοιμηθη ο Αβιαμ μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν τη πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ασα ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:9" parsed="|1Kgs|15|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.9" />
<sup>9</sup>Και εβασιλευσεν ο Ασα επι τον Ιουδαν, κατα το εικοστον ετος του Ιεροβοαμ βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 15:10" parsed="|1Kgs|15|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.10" />
<sup>10</sup>Και εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ ετη τεσσαρακοντα και εν. Το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Μααχα, θυγατηρ του Αβεσσαλωμ.
<scripture passage="1Kgs 15:11" parsed="|1Kgs|15|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμνεν ο Ασα το ευθες ενωπιον Κυριου, καθως Δαβιδ ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:12" parsed="|1Kgs|15|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.12" />
<sup>12</sup>Και αφηρεσεν εκ της γης τους σοδομιτας και εσηκωσε παντα τα ειδωλα, τα οποια εκαμον οι πατερες αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:13" parsed="|1Kgs|15|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.13" />
<sup>13</sup>Ετι δε και την μητερα αυτου την Μααχα, και αυτην απεβαλε του να ηναι βασιλισσα, επειδη εκαμεν ειδωλον εις αλσος· και κατεκοψεν ο Ασα το ειδωλον αυτης και εκαυσεν αυτο πλησιον του χειμαρρου Κεδρων.
<scripture passage="1Kgs 15:14" parsed="|1Kgs|15|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.14" />
<sup>14</sup>Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν· πλην η καρδια του Ασα ητο τελεια μετα του Κυριου πασας τας ημερας αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:15" parsed="|1Kgs|15|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.15" />
<sup>15</sup>Και εφερεν εις τον οικον του Κυριου τα αφιερωματα του πατρος αυτου και τα εαυτου αφιερωματα, αργυρον και χρυσιον και σκευη.
<scripture passage="1Kgs 15:16" parsed="|1Kgs|15|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.16" />
<sup>16</sup>Ητο δε πολεμος αναμεσον Ασα και Βαασα βασιλεως του Ισραηλ πασας τας ημερας αυτων.
<scripture passage="1Kgs 15:17" parsed="|1Kgs|15|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.17" />
<sup>17</sup>Και ανεβη Βαασα ο βασιλευς του Ισραηλ εναντιον του Ιουδα και ωκοδομησε την Ραμα, δια να μη αφινη μηδενα να εξερχηται μηδε να εισερχηται προς Ασα τον βασιλεα του Ιουδα.
<scripture passage="1Kgs 15:18" parsed="|1Kgs|15|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ελαβεν ο Ασα απαν το αργυριον και το χρυσιον το εναπολειφθεν εν τοις θησαυροις του οικου του Κυριου και εν τοις θησαυροις του οικου του βασιλεως, και παρεδωκεν αυτα εις τας χειρας των δουλων αυτου· και απεστειλεν αυτους ο βασιλευς Ασα προς τον Βεν-αδαδ, υιον του Ταβριμων, υιου του Εσιων, βασιλεα της Συριας, τον κατοικουντα εν Δαμασκω, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 15:19" parsed="|1Kgs|15|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.19" />
<sup>19</sup>Ας γεινη συνθηκη αναμεσον εμου και σου, ως ητο αναμεσον του πατρος μου και του πατρος σου· ιδου, απεστειλα προς σε δωρον αργυριου και χρυσιου· υπαγε, διαλυσον την συνθηκην σου την προς τον Βαασα, βασιλεα του Ισραηλ, δια να αναχωρηση απ' εμου.
<scripture passage="1Kgs 15:20" parsed="|1Kgs|15|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.20" />
<sup>20</sup>Και εισηκουσεν ο Βεν-αδαδ εις τον βασιλεα Ασα, και απεστειλε τους αρχηγους των δυναμεων αυτου εναντιον των πολεων του Ισραηλ, και επαταξε την Ιιων και την Δαν και την Αβελ-βαιθ-μααχα, και πασαν την Χιννερωθ, μετα πασης της γης Νεφθαλι.
<scripture passage="1Kgs 15:21" parsed="|1Kgs|15|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.21" />
<sup>21</sup>Και ως ηκουσεν ο Βαασα, επαυσε να οικοδομη την Ραμα και εκαθησεν εν Θερσα.
<scripture passage="1Kgs 15:22" parsed="|1Kgs|15|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.22" />
<sup>22</sup>Τοτε συνεκαλεσεν ο βασιλευς Ασα παντα τον Ιουδαν, χωρις τινος εξαιρεσεως· και εσηκωσαν τους λιθους της Ραμα και τα ξυλα αυτης, με τα οποια ο Βαασα εκαμε την οικοδομην· και ωκοδομησεν ο βασιλευς Ασα με ταυτα την Γεβα του Βενιαμιν και την Μισπα.
<scripture passage="1Kgs 15:23" parsed="|1Kgs|15|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.23" />
<sup>23</sup>Αι δε λοιπαι πασων των πραξεων του Ασα και παντα τα κατορθωματα αυτου και παντα οσα επραξε, και αι πολεις τας οποιας ωκοδομησε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα; Εν τω καιρω δε του γηρατος αυτου ηρρωστησε τους ποδας αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:24" parsed="|1Kgs|15|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.24" />
<sup>24</sup>Και εκοιμηθη ο Ασα μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν τη πολει Δαβιδ του πατρος αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωσαφατ ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:25" parsed="|1Kgs|15|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.25" />
<sup>25</sup>Και εβασιλευσε Ναδαβ ο υιος του Ιεροβοαμ επι τον Ισραηλ, το δευτερον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, και εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ δυο ετη.
<scripture passage="1Kgs 15:26" parsed="|1Kgs|15|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.26" />
<sup>26</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου και περιεπατησεν εις την οδον του πατρος αυτου και εις την αμαρτιαν αυτου, δια της οποιας εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="1Kgs 15:27" parsed="|1Kgs|15|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.27" />
<sup>27</sup>Συνωμοσε δε κατ' αυτου Βαασα ο υιος του Αχια, εκ του οικου Ισσαχαρ· και επαταξεν αυτον ο Βαασα εν Γιββεθων, ητις ητο των Φιλισταιων· διοτι ο Ναδαβ και πας ο Ισραηλ επολιορκουν την Γιββεθων.
<scripture passage="1Kgs 15:28" parsed="|1Kgs|15|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.28" />
<sup>28</sup>Ο Βαασα λοιπον εθανατωσεν αυτον κατα το τριτον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, και εβασιλευσεν αντ' αυτου.
<scripture passage="1Kgs 15:29" parsed="|1Kgs|15|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.29" />
<sup>29</sup>Και καθως εβασιλευσεν, επαταξεν ολον τον οικον του Ιεροβοαμ· δεν αφηκεν εις τον Ιεροβοαμ ουδεν ζων, εωσου εξωλοθρευσεν αυτον, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του δουλου αυτου Αχια του Σηλωνιτου,
<scripture passage="1Kgs 15:30" parsed="|1Kgs|15|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.30" />
<sup>30</sup>δια τας αμαρτιας του Ιεροβοαμ, τας οποιας ημαρτησε, και δια των οποιων εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση, και δια τον παροργισμον με τον οποιον παρωργισε Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 15:31" parsed="|1Kgs|15|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.31" />
<sup>31</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ναδαβ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 15:32" parsed="|1Kgs|15|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.32" />
<sup>32</sup>Ητο δε πολεμος αναμεσον Ασα και Βαασα βασιλεως του Ισραηλ πασας τας ημερας αυτων.
<scripture passage="1Kgs 15:33" parsed="|1Kgs|15|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.33" />
<sup>33</sup>Κατα το τριτον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσε Βαασα ο υιος του Αχια επι παντα τον Ισραηλ εν Θερσα· και εβασιλευσεν εικοσιτεσσαρα ετη.
<scripture passage="1Kgs 15:34" parsed="|1Kgs|15|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.15.34" />
<sup>34</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, και περιεπατησεν εις την οδον του Ιεροβοαμ και εις την αμαρτιαν αυτου, δια της οποιας εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 16" progress="32.96%" prev="iKgs.15" next="iKgs.17" id="iKgs.16">
<h3 id="iKgs.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.16-p1">
<scripture passage="1Kgs 16:1" parsed="|1Kgs|16|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθε λογος Κυριου προς τον Ιηου, τον υιον του Ανανι, εναντιον του Βαασα, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 16:2" parsed="|1Kgs|16|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.2" />
<sup>2</sup>Επειδη, ενω σε υψωσα εκ του χωματος, και σε κατεστησα ηγεμονα επι τον λαον μου Ισραηλ, συ περιεπατησας εις την οδον του Ιεροβοαμ, και εκαμες τον λαον μου Ισραηλ να αμαρτηση, δια να με παροργισης δια των αμαρτιων αυτων,
<scripture passage="1Kgs 16:3" parsed="|1Kgs|16|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.3" />
<sup>3</sup>ιδου, εγω εξολοθρευω κατα κρατος τον Βαασα και τον οικον αυτου· και θελω καταστησει τον οικον σου ως τον οικον του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ·
<scripture passage="1Kgs 16:4" parsed="|1Kgs|16|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.4" />
<sup>4</sup>οστις εκ του Βαασα αποθανη εν τη πολει, οι κυνες θελουσι φαγει αυτον· και οστις εξ αυτου αποθανη εν τοις αγροις, τα πετεινα του ουρανου θελουσι φαγει αυτον.
<scripture passage="1Kgs 16:5" parsed="|1Kgs|16|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.5" />
<sup>5</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Βαασα και οσα επραξε και τα κατορθωματα αυτου δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 16:6" parsed="|1Kgs|16|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.6" />
<sup>6</sup>Και εκοιμηθη ο Βαασα μετα των πατερων αυτου και εταφη εν Περσα· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ηλα ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:7" parsed="|1Kgs|16|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.7" />
<sup>7</sup>Και ετι δια Ιηου του προφητου, υιου του Ανανι, ηλθεν ο λογος του Κυριου κατα του Βαασα και κατα του οικου αυτου και κατα πασων των κακιων οσας επραξεν ενωπιον του Κυριου, παροργισας αυτον δια των εργων των χειρων αυτου, ωστε να γεινη καθως ο οικος του Ιεροβοαμ· και διοτι εθανατωσεν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 16:8" parsed="|1Kgs|16|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.8" />
<sup>8</sup>Κατα το εικοστον εκτον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν ο Ηλα υιος του Βαασα επι τον Ισραηλ εν Φερσα και εβασιλευσε δυο ετη.
<scripture passage="1Kgs 16:9" parsed="|1Kgs|16|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.9" />
<sup>9</sup>Συνωμοσε δε κατ' αυτου ο δουλος αυτου Ζιμβρι, ο αρχηγος του ημισεως των πολεμικων αμαξων, ενω ητο εν Θερσα πινων και μεθυων εν τω οικω του Αρσα, οικονομου του οικου αυτου εν Θερσα.
<scripture passage="1Kgs 16:10" parsed="|1Kgs|16|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.10" />
<sup>10</sup>Και εισηλθεν ο Ζιμβρι και επαταξεν αυτον και εθανατωσεν αυτον, εις το εικοστον εβδομον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, και εβασιλευσεν αντ' αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:11" parsed="|1Kgs|16|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.11" />
<sup>11</sup>Και ως εβασιλευσεν, αμα εκαθησεν επι του θρονου αυτου, επαταξε παντα τον οικον του Βαασα· δεν αφηκεν εις αυτον ουρουντα προς τοιχον ουδε συγγενεις αυτου ουδε φιλους αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:12" parsed="|1Kgs|16|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.12" />
<sup>12</sup>Και εξωλοθρευσεν ο Ζιμβρι παντα τον οικον του Βαασα, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησεν εναντιον του Βαασα δια Ιηου του προφητου,
<scripture passage="1Kgs 16:13" parsed="|1Kgs|16|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.13" />
<sup>13</sup>δια πασας τας αμαρτιας του Βαασα και τας αμαρτιας Ηλα του υιου αυτου, τας οποιας ημαρτησαν, και δια των οποιων εκαμον τον Ισραηλ να αμαρτηση, παροργισαντες, Κυριον τον Θεον του Ισραηλ δια των ματαιοτητων αυτων.
<scripture passage="1Kgs 16:14" parsed="|1Kgs|16|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.14" />
<sup>14</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ηλα και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 16:15" parsed="|1Kgs|16|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.15" />
<sup>15</sup>Κατα το εικοστον εβδομον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν ο Ζιμβρι επτα ημερας εν Θερσα. Ο δε λαος ητο εστρατοπεδευμενος κατα της Γιββεθων, ητις ητο των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Kgs 16:16" parsed="|1Kgs|16|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.16" />
<sup>16</sup>Και ακουσας ο λαος ο εστρατοπεδευμενος οτι ελεγον, Ο Ζιμβρι συνωμοσε και μαλιστα επαταξε τον βασιλεα, απας ο Ισραηλ εκαμε τον Αμρι, τον αρχηγον του στρατευματος, βασιλεα επι τον Ισραηλ την ημεραν εκεινην εν τω στρατοπεδω.
<scripture passage="1Kgs 16:17" parsed="|1Kgs|16|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.17" />
<sup>17</sup>Και ανεβη ο Αμρι και απας ο Ισραηλ μετ' αυτου απο Γιββεθων, και επολιορκησαν την Θερσα.
<scripture passage="1Kgs 16:18" parsed="|1Kgs|16|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.18" />
<sup>18</sup>Και ως ειδεν ο Ζιμβρι οτι εκυριευθη η πολις, εισηλθεν εις το παλατιον του οικου του βασιλεως και εκαυσεν εφ' εαυτον τον οικον του βασιλεως εν πυρι και απεθανε,
<scripture passage="1Kgs 16:19" parsed="|1Kgs|16|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.19" />
<sup>19</sup>δια τας αμαρτιας αυτου, τας οποιας ημαρτησε, πραξας πονηρα ενωπιον του Κυριου, επειδη περιεπατησεν εις την οδον του Ιεροβοαμ και εις τας αμαρτιας αυτου, τας οποιας επραξε, καμνων τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="1Kgs 16:20" parsed="|1Kgs|16|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.20" />
<sup>20</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ζιμβρι και η συνωμοσια αυτου, την οποιαν εκαμε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 16:21" parsed="|1Kgs|16|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.21" />
<sup>21</sup>Τοτε διηρεθη ο λαος του Ισραηλ εις δυο μερη· το ημισυ του λαου ηκολουθησε τον Θιβνι υιον του Γιναθ, δια να καμη αυτον βασιλεα· και το ημισυ ηκολουθησε τον Αμρι.
<scripture passage="1Kgs 16:22" parsed="|1Kgs|16|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.22" />
<sup>22</sup>Ο λαος ομως ο ακολουθησας τον Αμρι υπερισχυσε κατα του λαου του ακολουθησαντος τον Θιβνι υιον του Γιναθ· και απεθανεν ο Θιβνι, και εβασιλευσεν ο Αμρι.
<scripture passage="1Kgs 16:23" parsed="|1Kgs|16|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.23" />
<sup>23</sup>Κατα το τριακοστον πρωτον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν Αμρι επι τον Ισραηλ, και εβασιλευσε δωδεκα ετη· εξ ετη εβασιλευσεν εν Θερσα.
<scripture passage="1Kgs 16:24" parsed="|1Kgs|16|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.24" />
<sup>24</sup>Και ηγορασε το ορος της Σαμαρειας παρα του Σεμερ δια δυο ταλαντα αργυριου, και εκτισε πολιν επι του ορους και εκαλεσε το ονομα της πολεως, την οποιαν εκτισε, κατα το ονομα του Σεμερ, κυριου του ορους, Σαμαρειαν.
<scripture passage="1Kgs 16:25" parsed="|1Kgs|16|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.25" />
<sup>25</sup>Επραξε δε ο Αμρι πονηρα ενωπιον του Κυριου και επραξε χειροτερα παρα παντας τους προ αυτου·
<scripture passage="1Kgs 16:26" parsed="|1Kgs|16|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.26" />
<sup>26</sup>και περιεπατησεν εις πασας τας οδους του Ιεροβοαμ, υιου του Ναβατ, και εις τας αμαρτιας εκεινου, δια των οποιων εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση, παροργισας Κυριον τον Θεον του Ισραηλ δια των ματαιοτητων αυτων.
<scripture passage="1Kgs 16:27" parsed="|1Kgs|16|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.27" />
<sup>27</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Αμρι τας οποιας επραξε και τα κατορθωματα αυτου οσα εκαμε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 16:28" parsed="|1Kgs|16|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.28" />
<sup>28</sup>Και εκοιμηθη ο Αμρι μετα των πατερων αυτου και εταφη εν Σαμαρεια· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αχααβ ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:29" parsed="|1Kgs|16|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.29" />
<sup>29</sup>Ο δε Αχααβ ο υιος του Αμρι εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ κατα το τριακοστον ογδοον ετος του Ασα βασιλεως του Ιουδα· και εβασιλευσεν Αχααβ ο υιος του Αμρι επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια εικοσιδυο ετη.
<scripture passage="1Kgs 16:30" parsed="|1Kgs|16|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.30" />
<sup>30</sup>Και επραξεν ο Αχααβ ο υιος του Αμρι πονηρα ενωπιον του Κυριου, υπερ παντας τους προ αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:31" parsed="|1Kgs|16|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.31" />
<sup>31</sup>Και ως αν ητο μικρον το να περιπατη εις τας αμαρτιας του Ιεροβοαμ, υιου του Ναβατ, ελαβεν ετι δια γυναικα Ιεζαβελ, την θυγατερα του Εθβααλ, βασιλεως των Σιδωνιων, και υπηγε και ελατρευσε τον Βααλ και προσεκυνησεν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 16:32" parsed="|1Kgs|16|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.32" />
<sup>32</sup>Και ανηγειρε βωμον εις τον Βααλ εντος του οικου του Βααλ, τον οποιον ωκοδομησεν εν Σαμαρεια.
<scripture passage="1Kgs 16:33" parsed="|1Kgs|16|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.33" />
<sup>33</sup>Και εκαμεν ο Αχααβ αλσος· και δια να παροργιση Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, επραξεν ο Αχααβ περισσοτερον παρα παντας τους βασιλεις του Ισραηλ, οσοι εσταθησαν προ αυτου.
<scripture passage="1Kgs 16:34" parsed="|1Kgs|16|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.16.34" />
<sup>34</sup>Εν ταις ημεραις αυτου ωκοδομησε Χιηλ ο Βαιθηλιτης την Ιεριχω· εβαλε τα θεμελια αυτης επι Αβειρων του πρωτοτοκου αυτου, και εστησε τας πυλας αυτης επι Σεγουβ του νεωτερου υιου αυτου, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια Ιησου υιου του Ναυη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 17" progress="33.09%" prev="iKgs.16" next="iKgs.18" id="iKgs.17">
<h3 id="iKgs.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.17-p1">
<scripture passage="1Kgs 17:1" parsed="|1Kgs|17|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.1" />
<sup>1</sup>Και ειπεν Ηλιας ο Θεσβιτης, ο εκ των κατοικων της Γαλααδ, προς τον Αχααβ, Ζη Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, εμπροσθεν του οποιου παρισταμαι, δεν θελει εισθαι τα ετη ταυτα δροσος και βροχη, ειμη δια του λογου του στοματος μου.
<scripture passage="1Kgs 17:2" parsed="|1Kgs|17|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.2" />
<sup>2</sup>Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς αυτον, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 17:3" parsed="|1Kgs|17|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.3" />
<sup>3</sup>Αναχωρησον εντευθεν και στρεψον προς ανατολας και κρυφθητι πλησιον του χειμαρρου Χεριθ, του απεναντι του Ιορδανου·
<scripture passage="1Kgs 17:4" parsed="|1Kgs|17|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.4" />
<sup>4</sup>και θελεις πινει εκ του χειμαρρου· προσεταξα δε τους κορακας να σε τρεφωσιν εκει.
<scripture passage="1Kgs 17:5" parsed="|1Kgs|17|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.5" />
<sup>5</sup>Και υπηγε και εκαμε κατα τον λογον του Κυριου· διοτι υπηγε και εκαθησε πλησιον του χειμαρρου Χεριθ, του απεναντι του Ιορδανου.
<scripture passage="1Kgs 17:6" parsed="|1Kgs|17|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.6" />
<sup>6</sup>Και οι κορακες εφερον προς αυτον αρτον και κρεας το πρωι, και αρτον και κρεας το εσπερας· και επινεν εκ του χειμαρρου.
<scripture passage="1Kgs 17:7" parsed="|1Kgs|17|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.7" />
<sup>7</sup>Μετα δε τινας ημερας εξηρανθη ο χειμαρρος, επειδη δεν εγεινε βροχη επι της γης.
<scripture passage="1Kgs 17:8" parsed="|1Kgs|17|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.8" />
<sup>8</sup>Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς αυτον, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 17:9" parsed="|1Kgs|17|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.9" />
<sup>9</sup>Σηκωθεις υπαγε εις Σαρεπτα της Σιδωνος και καθισον εκει· ιδου, προσεταξα εκει γυναικα χηραν να σε τρεφη.
<scripture passage="1Kgs 17:10" parsed="|1Kgs|17|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.10" />
<sup>10</sup>Και σηκωθεις υπηγεν εις Σαρεπτα. Και ως ηλθεν εις την πυλην της πολεως, ιδου, εκει γυνη χηρα συναγουσα ξυλαρια· και εφωνησε προς αυτην και ειπε, Φερε μοι, παρακαλω, ολιγον υδωρ εν αγγειω, δια να πιω.
<scripture passage="1Kgs 17:11" parsed="|1Kgs|17|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.11" />
<sup>11</sup>Και ενω υπηγε να φερη αυτο, εφωνησε προς αυτην και ειπε, Φερε μοι παρακαλω, κομματιον αρτου εν τη χειρι σου.
<scripture passage="1Kgs 17:12" parsed="|1Kgs|17|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.12" />
<sup>12</sup>Η δε ειπε, Ζη Κυριος ο Θεος σου, δεν εχω ψωμιον, αλλα μονον μιαν χεριαν αλευρου εις το πιθαριον και ολιγον ελαιον εις το ρωγιον· και ιδου, συναγω δυο ξυλαρια, δια να υπαγω και να καμω αυτο δι' εμαυτην και δια τον υιον μου, και να φαγωμεν αυτο και να αποθανωμεν.
<scripture passage="1Kgs 17:13" parsed="|1Kgs|17|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Ηλιας ειπε προς αυτην, Μη φοβου· υπαγε, καμε ως ειπας· πλην εξ αυτου καμε εις εμε πρωτον μιαν μικραν πητταν και φερε εις εμε, και επειτα καμε δια σεαυτην και δια τον υιον σου·
<scripture passage="1Kgs 17:14" parsed="|1Kgs|17|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.14" />
<sup>14</sup>διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· το πιθαριον του αλευρου δεν θελει κενωθη, ουδε το ρωγιον του ελαιου θελει ελαττωθη, εως της ημερας καθ' ην ο Κυριος θελει δωσει βροχην επι προσωπου της γης.
<scripture passage="1Kgs 17:15" parsed="|1Kgs|17|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.15" />
<sup>15</sup>Η δε υπηγε και εκαμε κατα τον λογον του Ηλια· και ετρωγεν αυτη και αυτος και ο οικος αυτης ημερας πολλας·
<scripture passage="1Kgs 17:16" parsed="|1Kgs|17|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.16" />
<sup>16</sup>το πιθαριον του αλευρου δεν εκενωθη, ουδε το ρωγιον του ελαιου ηλαττωθη, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του Ηλια.
<scripture passage="1Kgs 17:17" parsed="|1Kgs|17|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.17" />
<sup>17</sup>Μετα δε τα πραγματα ταυτα, ηρρωστησεν ο υιος της γυναικος, της κυριας του οικου· και η αρρωστια αυτου ητο δυνατη σφοδρα, εωσου δεν εμεινε πνοη εν αυτω.
<scripture passage="1Kgs 17:18" parsed="|1Kgs|17|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς τον Ηλιαν, Τι εχεις μετ' εμου, ανθρωπε του Θεου; ηλθες προς εμε δια να φερης εις ενθυμησιν τας ανομιας μου και να θανατωσης τον υιον μου;
<scripture passage="1Kgs 17:19" parsed="|1Kgs|17|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.19" />
<sup>19</sup>Ο δε ειπε προς αυτην, Δος μοι τον υιον σου. Και ελαβεν αυτον εκ του κολπου αυτης και ανεβιβασεν αυτον εις το υπερωον, οπου αυτος εκαθητο, και επλαγιασεν αυτον επι την κλινην αυτου.
<scripture passage="1Kgs 17:20" parsed="|1Kgs|17|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.20" />
<sup>20</sup>Και ανεβοησε προς τον Κυριον και ειπε, Κυριε Θεε μου· επεφερες κακον και εις την χηραν, παρα τη οποια εγω παροικω, ωστε να θανατωσης τον υιον αυτης;
<scripture passage="1Kgs 17:21" parsed="|1Kgs|17|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.21" />
<sup>21</sup>Και εξηπλωθη τρις επι το παιδαριον και ανεβοησε προς τον Κυριον και ειπε, Κυριε Θεε μου, ας επανελθη, δεομαι, η ψυχη του παιδαριου τουτου εντος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 17:22" parsed="|1Kgs|17|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.22" />
<sup>22</sup>Και εισηκουσεν ο Κυριος της φωνης του Ηλια· και επανηλθεν η ψυχη του παιδαριου εντος αυτου και ανεζησε.
<scripture passage="1Kgs 17:23" parsed="|1Kgs|17|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.23" />
<sup>23</sup>Και ελαβεν ο Ηλιας το παιδαριον, και κατεβιβασεν αυτο απο του υπερωου εις τον οικον και εδωκεν αυτο εις την μητερα αυτου. Και ειπεν ο Ηλιας, Βλεπε, ζη ο υιος σου.
<scripture passage="1Kgs 17:24" parsed="|1Kgs|17|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.17.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν η γυνη προς τον Ηλιαν, Τωρα γνωριζω εκ τουτου οτι εισαι ανθρωπος του Θεου, και ο λογος του Κυριου εν τω στοματι σου ειναι αληθεια.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 18" progress="33.17%" prev="iKgs.17" next="iKgs.19" id="iKgs.18">
<h3 id="iKgs.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.18-p1">
<scripture passage="1Kgs 18:1" parsed="|1Kgs|18|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.1" />
<sup>1</sup>Και μετα πολλας ημερας ηλθεν ο λογος του Κυριου προς τον Ηλιαν κατα το τριτον ετος, λεγων, Υπαγε, φανερωθητι εις τον Αχααβ· και θελω δωσει βροχην επι το προσωπον της γης.
<scripture passage="1Kgs 18:2" parsed="|1Kgs|18|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.2" />
<sup>2</sup>Και υπηγεν ο Ηλιας να φανερωθη εις τον Αχααβ. Η δε πεινα επεβαρυνεν εις την Σαμαρειαν.
<scripture passage="1Kgs 18:3" parsed="|1Kgs|18|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.3" />
<sup>3</sup>Και εκαλεσεν ο Αχααβ τον Οβαδια τον οικονομον. Ο δε Οβαδια εφοβειτο τον Κυριον σφοδρα·
<scripture passage="1Kgs 18:4" parsed="|1Kgs|18|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.4" />
<sup>4</sup>διοτι, οτε η Ιεζαβελ εξωλοθρευε τους προφητας του Κυριου, ο Οβαδια ελαβεν εκατον προφητας και εκρυψεν αυτους ανα πεντηκοντα εις σπηλαιον, και διετρεφεν αυτους εν αρτω και υδατι.
<scripture passage="1Kgs 18:5" parsed="|1Kgs|18|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Αχααβ προς τον Οβαδια, Περιελθε εις την γην, εις πασας τας πηγας των υδατων και εις παντας τους χειμαρρους· ισως ευρωμεν χορτον, δια να σωσωμεν την ζωην των ιππων και των ημιονων και να μη στερηθωμεν τα κτηνη.
<scripture passage="1Kgs 18:6" parsed="|1Kgs|18|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.6" />
<sup>6</sup>Εμερισαν λοιπον την γην εις εαυτους, δια να διελθωσιν αυτην· ο μεν Αχααβ απηλθε δια μιας οδου κατα μονας, ο δε Οβαδια απηλθε δι' αλλης οδου κατα μονας.
<scripture passage="1Kgs 18:7" parsed="|1Kgs|18|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.7" />
<sup>7</sup>Και ενω ητο ο Οβαδια καθ' οδον ιδου, ο Ηλιας συνηντησεν αυτον· και εκεινος εγνωρισεν αυτον και επεσε κατα προσωπον αυτου και ειπε, Συ εισαι, κυριε μου Ηλια;
<scripture passage="1Kgs 18:8" parsed="|1Kgs|18|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ειπε προς αυτον, Εγω· υπαγε, ειπε προς τον κυριον σου, Ιδου, ο Ηλιας.
<scripture passage="1Kgs 18:9" parsed="|1Kgs|18|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.9" />
<sup>9</sup>Και εκεινος ειπε, Τι ημαρτησα, ωστε θελεις να παραδωσης τον δουλον σου εις την χειρα του Αχααβ, δια να με θανατωση;
<scripture passage="1Kgs 18:10" parsed="|1Kgs|18|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.10" />
<sup>10</sup>Ζη Κυριος ο Θεος σου, δεν ειναι εθνος η βασιλειον, οπου δεν εστειλεν ο κυριος μου να σε ζητωσι και οτε ελεγον, Δεν ειναι, αυτος ωρκιζε το βασιλειον και το εθνος, οτι δεν σε ευρηκαν.
<scripture passage="1Kgs 18:11" parsed="|1Kgs|18|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.11" />
<sup>11</sup>Και τωρα συ λεγεις, Υπαγε, ειπε προς τον κυριον σου, Ιδου, ο Ηλιας.
<scripture passage="1Kgs 18:12" parsed="|1Kgs|18|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.12" />
<sup>12</sup>Και καθως εγω αναχωρησω απο σου, το πνευμα του Κυριου θελει σε φερει οπου δεν εξευρω· και οταν υπαγω και αναγγειλω τουτο προς τον Αχααβ, και δεν σε ευρη, θελει με θανατωσει. Αλλ' ο δουλος σου φοβουμαι τον Κυριον εκ νεοτητος μου.
<scripture passage="1Kgs 18:13" parsed="|1Kgs|18|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.13" />
<sup>13</sup>Δεν απηγγελθη προς τον κυριον μου τι εκαμα, οτε η Ιεζαβελ εθανατονε τους προφητας του Κυριου, τινι τροπω εκρυψα εκατον ανδρας εκ των προφητων του Κυριου ανα πεντηκοντα εις σπηλαιον, και διεθρεψα αυτους εν αρτω και υδατι;
<scripture passage="1Kgs 18:14" parsed="|1Kgs|18|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.14" />
<sup>14</sup>Και τωρα συ λεγεις, Υπαγε, ειπε προς τον κυριον σου, Ιδου, ο Ηλιας· αλλ' αυτος θελει με θανατωσει.
<scripture passage="1Kgs 18:15" parsed="|1Kgs|18|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν Ηλιας, Ζη ο Κυριος των δυναμεων, εμπροσθεν του οποιου παρισταμαι, οτι σημερον θελω εμφανισθη εις αυτον.
<scripture passage="1Kgs 18:16" parsed="|1Kgs|18|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.16" />
<sup>16</sup>Υπηγε λοιπον ο Οβαδια εις συναντησιν του Αχααβ και απηγγειλε προς αυτον. Και ο Αχααβ υπηγεν εις συναντησιν του Ηλια.
<scripture passage="1Kgs 18:17" parsed="|1Kgs|18|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.17" />
<sup>17</sup>Και ως ειδεν ο Αχααβ τον Ηλιαν, ειπε προς αυτον ο Αχααβ, Συ εισαι ο διαταραττων τον Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 18:18" parsed="|1Kgs|18|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπε, Δεν διαταραττω εγω τον Ισραηλ, αλλα συ και ο οικος του πατρος σου· διοτι σεις εγκατελιπετε τας εντολας του Κυριου και υπηγες κατοπιν των Βααλειμ·
<scripture passage="1Kgs 18:19" parsed="|1Kgs|18|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.19" />
<sup>19</sup>τωρα λοιπον αποστειλον, συναθροισον προς εμε παντα τον Ισραηλ εις το ορος τον Καρμηλον, και τους προφητας του Βααλ τους τετρακοσιους πεντηκοντα, και τους τετρακοσιους προφητας των αλσων, οιτινες τρωγουσιν εις την τραπεζαν της Ιεζαβελ.
<scripture passage="1Kgs 18:20" parsed="|1Kgs|18|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.20" />
<sup>20</sup>Και απεστειλεν ο Αχααβ προς παντας τους υιους Ισραηλ και συνηθροισε τους προφητας εις το ορος τον Καρμηλον.
<scripture passage="1Kgs 18:21" parsed="|1Kgs|18|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.21" />
<sup>21</sup>Και προσηλθεν ο Ηλιας προς παντα τον λαον και ειπεν, Εως ποτε χωλαινετε μεταξυ δυο φρονηματων; εαν ο Κυριος ηναι Θεος, ακολουθειτε αυτον· αλλ' εαν ο Βααλ, ακολουθειτε τουτον. Και ο λαος δεν απεκριθη προς αυτον λογον.
<scripture passage="1Kgs 18:22" parsed="|1Kgs|18|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.22" />
<sup>22</sup>Τοτε ειπεν ο Ηλιας προς τον λαον, Εγω μονος εμεινα προφητης του Κυριου· οι δε προφηται του Βααλ ειναι τετρακοσιοι πεντηκοντα ανδρες·
<scripture passage="1Kgs 18:23" parsed="|1Kgs|18|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.23" />
<sup>23</sup>ας δωσωσι λοιπον εις ημας δυο μοσχους· και ας εκλεξωσι τον ενα μοσχον δι' εαυτους, και ας διαμελισωσιν αυτον και ας επιθεσωσιν αυτον επι των ξυλων και πυρ ας μη βαλωσι και εγω θελω ετοιμασει τον αλλον μοσχον και επιθεσει επι των ξυλων και πυρ δεν θελω βαλει,
<scripture passage="1Kgs 18:24" parsed="|1Kgs|18|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.24" />
<sup>24</sup>και επικαλεσθητε το ονομα των θεων σας, και εγω θελω επικαλεσθη το ονομα του Κυριου· και ο Θεος, οστις εισακουση δια πυρος, ουτος ας ηναι ο Θεος. Και αποκριθεις πας ο λαος, ειπε, Καλος ο λογος.
<scripture passage="1Kgs 18:25" parsed="|1Kgs|18|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Ηλιας προς τους προφητας του Βααλ, Εκλεξατε εις εαυτους τον ενα μοσχον και ετοιμασατε αυτον πρωτοι διοτι εισθε πολλοι· και επικαλεσθητε το ονομα των θεων σας, πυρ ομως μη βαλητε.
<scripture passage="1Kgs 18:26" parsed="|1Kgs|18|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.26" />
<sup>26</sup>Και ελαβον τον μοσχον τον δοθεντα εις αυτους και ητοιμασαν αυτον, και επεκαλουντο το ονομα του Βααλ απο πρωιας μεχρι μεσημβριας, λεγοντες, Επακουσον ημων, Βααλ· και ουκ ην φωνη και ουκ ην ακροασις· και επηδων περι το θυσιαστηριον, το οποιον ωκοδομησαν.
<scripture passage="1Kgs 18:27" parsed="|1Kgs|18|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.27" />
<sup>27</sup>Και περι την μεσημβριαν ο Ηλιας μυκτηριζων αυτους ελεγεν, Επικαλεισθε μετα φωνης μεγαλης· διοτι θεος ειναι η συνομιλει η ασχολειται η ειναι εις οδοιποριαν η ισως κοιμαται και θελει εξυπνησει.
<scripture passage="1Kgs 18:28" parsed="|1Kgs|18|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.28" />
<sup>28</sup>Και επεκαλουντο μετα φωνης μεγαλης και κατετεμνοντο κατα την συνηθειαν αυτων με μαχαιρας και με λογχας, εωσου αιμα εξεχυθη επ' αυτους.
<scripture passage="1Kgs 18:29" parsed="|1Kgs|18|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.29" />
<sup>29</sup>Και αφου παρηλθεν η μεσημβρια, και αυτοι προεφητευον μεχρι της ωρας της προσφορας, και ουκ ην φωνη και ουκ ην ακροασις και ουκ ην προσοχη,
<scripture passage="1Kgs 18:30" parsed="|1Kgs|18|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.30" />
<sup>30</sup>τοτε ειπεν ο Ηλιας προς παντα τον λαον, Πλησιασατε προς εμε. Και πας ο λαος επλησιασε προς αυτον. Και επιδιωρθωσε το θυσιαστηριον του Κυριου, το κεκρημνισμενον.
<scripture passage="1Kgs 18:31" parsed="|1Kgs|18|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.31" />
<sup>31</sup>Και ελαβεν ο Ηλιας δωδεκα λιθους, κατα τον αριθμον των φυλων των υιων Ιακωβ, προς τον οποιον ηλθεν ο λογος του Κυριου, λεγων, Ισραηλ θελει εισθαι το ονομα σου·
<scripture passage="1Kgs 18:32" parsed="|1Kgs|18|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.32" />
<sup>32</sup>και ωκοδομησε τους λιθους θυσιαστηριον εις το ονομα του Κυριου· και εκαμεν αυλακα περι το θυσιαστηριον, χωρουσαν δυο μετρα σπορου.
<scripture passage="1Kgs 18:33" parsed="|1Kgs|18|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.33" />
<sup>33</sup>Και εστοιβασε τα ξυλα και διεμελισε τον μοσχον και επεθεσεν αυτον επι των ξυλων.
<scripture passage="1Kgs 18:34" parsed="|1Kgs|18|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.34" />
<sup>34</sup>Και ειπε, Γεμισατε υδατος τεσσαρας υδριας και χυσατε επι το ολοκαυτωμα και επι τα ξυλα. Και ειπε, Δευτερωσατε· και εδευτερωσαν. Και ειπε, Τριττωσατε· και ετριττωσαν.
<scripture passage="1Kgs 18:35" parsed="|1Kgs|18|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.35" />
<sup>35</sup>Και περιετρεχε το υδωρ περιξ του θυσιαστηριου· και η αυλαξ ετι εγεμισεν υδατος.
<scripture passage="1Kgs 18:36" parsed="|1Kgs|18|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.36" />
<sup>36</sup>Και την ωραν της προσφορας επλησιασεν Ηλιας ο προφητης και ειπε, Κυριε, Θεε του Αβρααμ, του Ισαακ και του Ισραηλ, ας γεινη γνωστον σημερον, οτι συ εισαι Θεος εν τω Ισραηλ και εγω δουλος σου, και κατα τον λογον σου εκαμα παντα ταυτα τα πραγματα·
<scripture passage="1Kgs 18:37" parsed="|1Kgs|18|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.37" />
<sup>37</sup>επακουσον μου, Κυριε, επακουσον μου, δια να γνωριση ο λαος ουτος οτι συ Κυριος εισαι ο Θεος, και συ επεστρεψας την καρδιαν αυτων οπισω.
<scripture passage="1Kgs 18:38" parsed="|1Kgs|18|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.38" />
<sup>38</sup>Τοτε επεσε πυρ παρα Κυριου και κατεφαγε το ολοκαυτωμα και τα ξυλα και τους λιθους και το χωμα, και εγλειψε το υδωρ το εν τη αυλακι.
<scripture passage="1Kgs 18:39" parsed="|1Kgs|18|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.39" />
<sup>39</sup>Και οτε ειδε πας ο λαος, επεσον κατα προσωπον αυτων και ειπον, Ο Κυριος, αυτος ειναι ο Θεος· ο Κυριος, αυτος ειναι ο Θεος.
<scripture passage="1Kgs 18:40" parsed="|1Kgs|18|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.40" />
<sup>40</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ηλιας, Πιασατε τους προφητας του Βααλ· μηδεις εξ αυτων ας μη διασωθη. Και επιασαν αυτους· και κατεβιβασεν αυτους ο Ηλιας εις τον χειμαρρον Κεισων και εσφαξεν αυτους εκει.
<scripture passage="1Kgs 18:41" parsed="|1Kgs|18|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.41" />
<sup>41</sup>Και ειπεν ο Ηλιας προς τον Αχααβ, Αναβα, φαγε και πιε. διοτι ειναι φωνη πληθους βροχης.
<scripture passage="1Kgs 18:42" parsed="|1Kgs|18|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.42" />
<sup>42</sup>Και ανεβη ο Αχααβ δια να φαγη και να πιη. Ο δε Ηλιας ανεβη εις την κορυφην του Καρμηλου και εκυψεν εις την γην και εβαλε το προσωπον αυτου αναμεσον των γονατων αυτου,
<scripture passage="1Kgs 18:43" parsed="|1Kgs|18|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.43" />
<sup>43</sup>και ειπε προς τον υπηρετην αυτου, Αναβα τωρα, βλεψον προς την θαλασσαν. Και ανεβη και εβλεψε και ειπε, Δεν ειναι ουδεν. Ο δε ειπεν, Υπαγε παλιν, εως επτακις.
<scripture passage="1Kgs 18:44" parsed="|1Kgs|18|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.44" />
<sup>44</sup>Και την εβδομην φοραν ειπεν, Ιδου, νεφος μικρον, ως παλαμη ανθρωπου, αναβαινει εκ της θαλασσης. Και ειπεν, Αναβα, ειπε προς τον Αχααβ, Ζευξον την αμαξαν σου, και καταβα, δια να μη σε εμποδιση η βροχη.
<scripture passage="1Kgs 18:45" parsed="|1Kgs|18|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.45" />
<sup>45</sup>Και εν τω μεταξυ ο ουρανος συνεσκοτασεν εκ νεφων και ανεμου, και εγεινε βροχη μεγαλη. Και ανεβη ο Αχααβ εις την αμαξαν αυτου και υπηγεν εις Ιεζραελ.
<scripture passage="1Kgs 18:46" parsed="|1Kgs|18|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.18.46" />
<sup>46</sup>Και χειρ Κυριου εσταθη επι τον Ηλιαν· και συνεσφιγξε την οσφυν αυτου και ετρεχεν εμπροσθεν του Αχααβ εως της εισοδου της Ιεζραελ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 19" progress="33.34%" prev="iKgs.18" next="iKgs.20" id="iKgs.19">
<h3 id="iKgs.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.19-p1">
<scripture passage="1Kgs 19:1" parsed="|1Kgs|19|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.1" />
<sup>1</sup>Και απηγγειλεν ο Αχααβ προς την Ιεζαβελ παντα οσα εκαμεν ο Ηλιας, και τινι τροπω εθανατωσεν εν ρομφαια παντας τους προφητας.
<scripture passage="1Kgs 19:2" parsed="|1Kgs|19|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλε μηνυτην η Ιεζαβελ προς τον Ηλιαν, λεγουσα, Ουτω να καμωσιν οι θεοι και ουτω να προσθεσωσιν, εαν αυριον περι την ωραν ταυτην δεν καταστησω την ζωην σου ως την ζωην ενος εξ εκεινων.
<scripture passage="1Kgs 19:3" parsed="|1Kgs|19|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.3" />
<sup>3</sup>Και φοβηθεις, εσηκωθη και ανεχωρησε δια την ζωην αυτου, και ηλθεν εις Βηρ-σαβεε την του Ιουδα και αφηκεν εκει τον υπηρετην αυτου.
<scripture passage="1Kgs 19:4" parsed="|1Kgs|19|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.4" />
<sup>4</sup>Αυτος δε υπηγεν εις την ερημον μιας ημερας οδον, και ηλθε και εκαθησεν υπο τινα αρκευθον· και επεθυμησε καθ' εαυτον να αποθανη και ειπεν, Αρκει· τωρα, Κυριε, λαβε την ψυχην μου· διοτι δεν ειμαι εγω καλητερος των πατερων μου.
<scripture passage="1Kgs 19:5" parsed="|1Kgs|19|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.5" />
<sup>5</sup>Και πλαγιασας απεκοιμηθη υποκατω μιας αρκευθου, και ιδου, αγγελος ηγγισεν αυτον και ειπε προς αυτον, Σηκωθητι, φαγε.
<scripture passage="1Kgs 19:6" parsed="|1Kgs|19|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.6" />
<sup>6</sup>Και ανεβλεψε, και ιδου, πλησιον της κεφαλης αυτου αρτος εγκρυφιας και αγγειου υδατος. Και εφαγε και επιε και παλιν επλαγιασε.
<scripture passage="1Kgs 19:7" parsed="|1Kgs|19|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.7" />
<sup>7</sup>Και επεστρεψεν ο αγγελος του Κυριου εκ δευτερου και ηγγισεν αυτον και ειπε, Σηκωθητι, φαγε· διοτι πολλη ειναι η οδος απο σου.
<scripture passage="1Kgs 19:8" parsed="|1Kgs|19|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.8" />
<sup>8</sup>Και σηκωθεις, εφαγε και επιε, και με την δυναμιν της τροφης εκεινης ωδοιπορησε τεσσαρακοντα ημερας και τεσσαρακοντα νυκτας, εως Χωρηβ του ορους του Θεου.
<scripture passage="1Kgs 19:9" parsed="|1Kgs|19|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.9" />
<sup>9</sup>Και εισηλθεν εκει εις σπηλαιον και εκαμεν εκει καταλυμα· και ιδου, ηλθε λογος Κυριου προς αυτον και ειπε προς αυτον, Τι καμνεις ενταυθα, Ηλια;
<scripture passage="1Kgs 19:10" parsed="|1Kgs|19|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπεν, Εσταθην εις ακρον ζηλωτης υπερ Κυριου του Θεου των δυναμεων· διοτι οι υιοι Ισραηλ εγκατελιπον την διαθηκην σου, τα θυσιαστηρια σου κατεστρεψαν και τους προφητας σου εθανατωσαν εν ρομφαια· και εναπελειφθην εγω μονος· και ζητουσι την ζωην μου, δια να αφαιρεσωσιν αυτην.
<scripture passage="1Kgs 19:11" parsed="|1Kgs|19|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν, Εξελθε και σταθητι επι το ορος ενωπιον Κυριου. Και ιδου, ο Κυριος διεβαινε, και ανεμος μεγας και δυνατος εσχιζε τα ορη και συνετριβε τους βραχους εμπροσθεν του Κυριου· ο Κυριος δεν ητο εν τω ανεμω· και μετα τον ανεμον σεισμος· ο Κυριος δεν ητο εν τω σεισμω·
<scripture passage="1Kgs 19:12" parsed="|1Kgs|19|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.12" />
<sup>12</sup>και μετα τον σεισμον, πυρ· ο Κυριος δεν ητο εν τω πυρι· και μετα το πυρ, ηχος λεπτου αερος.
<scripture passage="1Kgs 19:13" parsed="|1Kgs|19|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.13" />
<sup>13</sup>Και ως ηκουσεν ο Ηλιας, εσκεπασε το προσωπον αυτου με την μηλωτην αυτου και εξηλθε και εσταθη εις την εισοδον του σπηλαιου. Και ιδου, φωνη προς αυτον, λεγουσα, Τι καμνεις ενταυθα, Ηλια;
<scripture passage="1Kgs 19:14" parsed="|1Kgs|19|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν, Εσταθην εις ακρον ζηλωτης υπερ Κυριου του Θεου των δυναμεων· διοτι οι υιοι του Ισραηλ εγκατελιπον την διαθηκην σου, τα θυσιαστηρια σου κατεστρεψαν και τους προφητας σου εθανατωσαν εν ρομφαια· και εναπελειφθην εγω μονος· και ζητουσι την ζωην μου, δια να αφαιρεσωσιν αυτην.
<scripture passage="1Kgs 19:15" parsed="|1Kgs|19|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε Κυριος προς αυτον, Υπαγε, επιστρεψον εις την οδον σου προς την ερημον της Δαμασκου· και οταν ελθης, χρισον τον Αζαηλ βασιλεα επι την Συριαν·
<scripture passage="1Kgs 19:16" parsed="|1Kgs|19|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.16" />
<sup>16</sup>τον δε Ιηου τον υιον του Νιμσι θελεις χρισει βασιλεα επι τον Ισραηλ· και τον Ελισσαιε τον υιον του Σαφατ, απο Αβελ-μεολα, θελεις χρισει προφητην αντι σου·
<scripture passage="1Kgs 19:17" parsed="|1Kgs|19|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.17" />
<sup>17</sup>και θελει συμβη, ωστε τον διασωθεντα εκ της ρομφαιας του Αζαηλ, θελει θανατωσει ο Ιηου· και τον διασωθεντα εκ της ρομφαιας του Ιηου, θελει θανατωσει ο Ελισσαιε·
<scripture passage="1Kgs 19:18" parsed="|1Kgs|19|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.18" />
<sup>18</sup>αφηκα ομως εις τον Ισραηλ επτα χιλιαδας, παντα τα γονατα, οσα δεν εκλιναν εις τον Βααλ, και παν στομα το οποιον δεν ησπασθη αυτον.
<scripture passage="1Kgs 19:19" parsed="|1Kgs|19|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.19" />
<sup>19</sup>Και αναχωρησας εκειθεν, ευρηκε τον Ελισσαιε τον υιον του Σαφατ, ενω ωργονε με δωδεκα ζευγη βοων εμπροσθεν αυτου, αυτος ων εις το δωδεκατον· και επερασεν ο Ηλιας απο πλησιον αυτου και ερριψεν επ' αυτον την μηλωτην αυτου.
<scripture passage="1Kgs 19:20" parsed="|1Kgs|19|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.20" />
<sup>20</sup>Ο δε αφηκε τους βοας και ετρεξε κατοπιν του Ηλια και ειπεν, Ας ασπασθω, παρακαλω, τον πατερα μου και την μητερα μου, και τοτε θελω σε ακολουθησει. Και ειπε προς αυτον, Υπαγε, επιστρεψον· διοτι τι εκαμα εις σε;
<scripture passage="1Kgs 19:21" parsed="|1Kgs|19|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.19.21" />
<sup>21</sup>Και εστρεψεν εξοπισθεν αυτου και ελαβεν εν ζευγος βοων και εσφαξεν αυτους, και εψησε το κρεας αυτων με τα εργαλεια των βοων και εδωκεν εις τον λαον, και εφαγον. Τοτε σηκωθεις, υπηγε κατοπιν του Ηλια και υπηρετει αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 20" progress="33.42%" prev="iKgs.19" next="iKgs.21" id="iKgs.20">
<h3 id="iKgs.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.20-p1">
<scripture passage="1Kgs 20:1" parsed="|1Kgs|20|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Βεν-αδαδ βασιλευς της Συριας συνηθροισε πασαν την δυναμιν αυτου· ησαν δε μετ' αυτου τριακοντα δυο βασιλεις και ιπποι και αμαξαι και ανεβη και επολιορκησε την Σαμαρειαν και επολεμει αυτην.
<scripture passage="1Kgs 20:2" parsed="|1Kgs|20|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλε μηνυτας προς Αχααβ τον βασιλεα του Ισραηλ εις την πολιν και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει ο Βεν-αδαδ·
<scripture passage="1Kgs 20:3" parsed="|1Kgs|20|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.3" />
<sup>3</sup>το αργυριον σου και το χρυσιον σου ειναι εμου· και αι γυναικες σου και τα τεκνα σου τα ωραια ειναι εμου.
<scripture passage="1Kgs 20:4" parsed="|1Kgs|20|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς του Ισραηλ και ειπε, Κατα τον λογον σου, κυριε μου βασιλευ, σου ειμαι εγω και παντα οσα εχω.
<scripture passage="1Kgs 20:5" parsed="|1Kgs|20|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.5" />
<sup>5</sup>Και επανηλθον οι μηνυται και ειπον, Ουτως αποκρινεται ο Βεν-αδαδ, λεγων· Επειδη απεστειλα προς σε, λεγων, Το αργυριον σου και το χρυσιον σου και τας γυναικας σου και τα τεκνα σου θελεις παραδωσει εις εμε,
<scripture passage="1Kgs 20:6" parsed="|1Kgs|20|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.6" />
<sup>6</sup>αυριον βεβαιως περι την ωραν ταυτην θελω αποστειλει τους δουλους μου προς σε, και θελουσιν ερευνησει τον οικον σου και τους οικους των δουλων σου· και ο, τι ειναι επιθυμητον εις τους οφθαλμους σου, θελουσι βαλει εις τας χειρας αυτων και θελουσι λαβει αυτο.
<scripture passage="1Kgs 20:7" parsed="|1Kgs|20|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.7" />
<sup>7</sup>Τοτε εκαλεσεν ο βασιλευς του Ισραηλ παντας τους πρεσβυτερους του τοπου και ειπε, Στοχασθητε, παρακαλω, και ιδετε οτι ουτος κακιαν ζητει· διοτι απεστειλε προς εμε δια τας γυναικας μου και δια τα τεκνα μου και δια το αργυριον μου και δια το χρυσιον μου, και δεν ηρνηθην ουδεν εις αυτον.
<scripture passage="1Kgs 20:8" parsed="|1Kgs|20|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.8" />
<sup>8</sup>Και ειπον προς αυτον παντες οι πρεσβυτεροι και πας ο λαος, Μη υπακουσης μηδε συγκατανευσης.
<scripture passage="1Kgs 20:9" parsed="|1Kgs|20|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.9" />
<sup>9</sup>Ειπε λοιπον προς τους μηνυτας του Βεν-αδαδ, Ειπατε προς τον κυριον μου τον βασιλεα, Παντα οσα εμηνυσας προς τον δουλον σου κατ' αρχας, θελω καμει τουτο ομως το πραγμα δεν δυναμαι να καμω. Και οι μηνυται ανεχωρησαν και εφεραν προς αυτον την αποκρισιν.
<scripture passage="1Kgs 20:10" parsed="|1Kgs|20|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.10" />
<sup>10</sup>Και αναπεστειλεν ο Βεν-αδαδ προς αυτον, λεγων, Ουτω να καμωσιν εις εμε οι θεοι και ουτω να προσθεσωσιν, εαν το χωμα της Σαμαρειας αρκεση δια μιαν χεριαν εις παντα τον λαον, τον ακολουθουντα με.
<scripture passage="1Kgs 20:11" parsed="|1Kgs|20|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.11" />
<sup>11</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς του Ισραηλ και ειπεν, Ειπατε προς αυτον, Οστις περιζωννυται τα οπλα, ας μη μεγαλαυχη ως ο εκδυομενος αυτα.
<scripture passage="1Kgs 20:12" parsed="|1Kgs|20|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.12" />
<sup>12</sup>Οτε δε ο Βεν-αδαδ ηκουσε τον λογον τουτον, ετυχε πινων, αυτος και οι βασιλεις οι μετ' αυτου εις τας σκηνας, και ειπε προς τους δουλους αυτου, Παραταχθητε. Και παρεταχθησαν κατα της πολεως.
<scripture passage="1Kgs 20:13" parsed="|1Kgs|20|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.13" />
<sup>13</sup>Και ιδου, προσηλθε προς τον Αχααβ τον βασιλεα του Ισραηλ προφητης τις, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Βλεπεις απαν το πληθος τουτο το μεγα; ιδου, εγω παραδιδω αυτο εις την χειρα σου σημερον· και θελεις γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="1Kgs 20:14" parsed="|1Kgs|20|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Αχααβ, Δια τινος; Ο δε απεκριθη, Ουτω λεγει Κυριος· Δια των θεραποντων των αρχοντων των επαρχιων. Τοτε ειπε, Τις θελει συγκροτησει την μαχην; Και απεκριθη, Συ.
<scripture passage="1Kgs 20:15" parsed="|1Kgs|20|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ηριθμησε τους θεραποντας των αρχοντων των επαρχιων· και ησαν διακοσιοι τριακοντα δυο· και μετ' αυτους, ηριθμησεν απαντα τον λαον, παντας τους υιους Ισραηλ, επτα χιλιαδας.
<scripture passage="1Kgs 20:16" parsed="|1Kgs|20|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.16" />
<sup>16</sup>Και εξηλθον περι την μεσημβριαν. Ο δε Βεν-αδαδ επινε και εμεθυεν εις τας σκηνας, αυτος και οι βασιλεις, οι τριακοντα δυο βασιλεις οι συμμαχοι αυτου.
<scripture passage="1Kgs 20:17" parsed="|1Kgs|20|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθον πρωτοι οι θεραποντες των αρχοντων των επαρχιων· και απεστειλεν ο Βεν-αδαδ να μαθη· και απηγγειλαν προς αυτον, λεγοντες, Ανδρες εξηλθον εκ της Σαμαρειας.
<scripture passage="1Kgs 20:18" parsed="|1Kgs|20|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπεν, Εαν εξηλθον ειρηνικως, συλλαβετε αυτους ζωντας· και εαν εξηλθον δια πολεμον, παλιν ζωντας συλλαβετε αυτους.
<scripture passage="1Kgs 20:19" parsed="|1Kgs|20|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.19" />
<sup>19</sup>Εξηλθον λοιπον εκ της πολεως ουτοι οι θεραποντες των αρχοντων των επαρχιων, και το στρατευμα το οποιον ηκολουθει αυτους.
<scripture passage="1Kgs 20:20" parsed="|1Kgs|20|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.20" />
<sup>20</sup>Και επαταξεν εκαστος τον ανθρωπον αυτου· και οι Συριοι εφυγον· και κατεδιωξεν αυτους ο Ισραηλ· ο δε Βεν-αδαδ ο βασιλευς της Συριας διεσωθη εφιππος μετα των ιππεων.
<scripture passage="1Kgs 20:21" parsed="|1Kgs|20|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.21" />
<sup>21</sup>Και εξηλθεν ο βασιλευς του Ισραηλ και επαταξε τους ιππεις και τας αμαξας, και εκαμεν εις τους Συριους σφαγην μεγαλην.
<scripture passage="1Kgs 20:22" parsed="|1Kgs|20|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.22" />
<sup>22</sup>Και προσηλθεν ο προφητης προς τον βασιλεα του Ισραηλ και ειπε προς αυτον, Υπαγε, ενδυναμωθητι και σκεφθητι, και ιδε τι θελεις καμει διοτι εν τη επιστροφη του ετους ο βασιλευς της Συριας θελει αναβη εναντιον σου.
<scripture passage="1Kgs 20:23" parsed="|1Kgs|20|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.23" />
<sup>23</sup>Ειπον δε προς αυτον οι δουλοι του βασιλεως της Συριας, Ο θεος αυτων ειναι θεος των βουνων· δια τουτο υπερισχυσαν καθ' ημων· εαν δε πολεμησωμεν αυτους εν τη πεδιαδι, βεβαιως θελομεν υπερισχυσει κατ' αυτων.
<scripture passage="1Kgs 20:24" parsed="|1Kgs|20|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.24" />
<sup>24</sup>Καμε λοιπον το πραγμα τουτο· εκβαλε τους βασιλεις, εκαστον εκ του τοπου αυτου· και βαλε αντ' αυτων στρατηγους·
<scripture passage="1Kgs 20:25" parsed="|1Kgs|20|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.25" />
<sup>25</sup>συ δε συναθροισον εις σεαυτον στρατευμα, οσον στρατευμα εκ των μετα σου επεσε, και ιππον αντι ιππου και αμαξαν αντι αμαξης· και ας πολεμησωμεν αυτους εν τη πεδιαδι, και βεβαιως θελομεν υπερισχυσει κατ' αυτων. Και εισηκουσε της φωνης αυτων και εκαμεν ουτω.
<scripture passage="1Kgs 20:26" parsed="|1Kgs|20|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.26" />
<sup>26</sup>Και εν τη επιστροφη του ετους ηριθμησεν ο Βεν-αδαδ τους Συριους και ανεβη εις Αφεκ, δια να πολεμηση κατα του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 20:27" parsed="|1Kgs|20|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.27" />
<sup>27</sup>Και οι υιοι Ισραηλ ηριθμηθησαν, και προπαρασκευασθεντες υπηγον εις συναντησιν αυτων· και εστρατοπεδευσαν οι υιοι Ισραηλ απεναντι αυτων, ως δυο μικρα ποιμνια αιγων· οι δε Συριοι εγεμισαν την γην.
<scripture passage="1Kgs 20:28" parsed="|1Kgs|20|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.28" />
<sup>28</sup>Και προσηλθεν ο ανθρωπος του Θεου και ελαλησε προς τον βασιλεα του Ισραηλ, και ειπεν, Ουτω λεγει Κυριος· Επειδη οι Συριοι ειπον, Ο Κυριος ειναι Θεος των βουνων, αλλ' ουχι Θεος των κοιλαδων, δια τουτο θελω παραδωσει εις την χειρα σου απαν το μεγα τουτο πληθος, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="1Kgs 20:29" parsed="|1Kgs|20|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.29" />
<sup>29</sup>Και ησαν εστρατοπεδευμενοι αντικρυ αλληλων επτα ημερας. Και την εβδομην ημεραν συνεκροτηθη η μαχη· και επαταξαν οι υιοι Ισραηλ τους Συριους εκατον χιλιαδας πεζων εν ημερα μια.
<scripture passage="1Kgs 20:30" parsed="|1Kgs|20|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.30" />
<sup>30</sup>Οι δε εναπολειφθεντες εφυγον εις Αφεκ, προς την πολιν· και επεσε το τειχος επι εικοσιεπτα χιλιαδας εκ των ανδρων των εναπολειφθεντων. Και εφυγεν ο Βεν-αδαδ και εισηλθεν εις την πολιν και εκρυφθη απο κοιτωνος εις κοιτωνα.
<scripture passage="1Kgs 20:31" parsed="|1Kgs|20|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.31" />
<sup>31</sup>Και ειπον προς αυτον οι δουλοι αυτου, Ιδου τωρα, ηκουσαμεν οτι οι βασιλεις του οικου Ισραηλ ειναι βασιλεις ελεημονες· ας βαλωμεν λοιπον σακκους επι τας οσφυας ημων και σχοινια επι τας κεφαλας ημων, και ας εξελθωμεν προς τον βασιλεα του Ισραηλ· ισως θελει σοι χαρισει την ζωην.
<scripture passage="1Kgs 20:32" parsed="|1Kgs|20|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.32" />
<sup>32</sup>Περιεζωσθησαν λοιπον σακκους εις τας οσφυας αυτων και σχοινια εις τας κεφαλας αυτων, και ηλθον προς τον βασιλεα του Ισραηλ και ειπον, Ο δουλος σου Βεν-αδαδ λεγει, Ας ζηση η ψυχη μου, παρακαλω. Και ειπε, Ζη ακομη; αδελφος μου ειναι.
<scripture passage="1Kgs 20:33" parsed="|1Kgs|20|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.33" />
<sup>33</sup>Και οι ανδρες ελαβον τουτο δια καλον οιωνον, και εσπευσαν να στερεωσωσι το εξελθον εκ του στοματος αυτου· και ειπον, Ο αδελφος σου Βεν-αδαδ. Και ειπεν, Υπαγετε, φερετε αυτον. Οτε δε ηλθε προς αυτον ο Βεν-αδαδ, εκεινος ανεβιβασεν αυτον εις την αμαξαν αυτου.
<scripture passage="1Kgs 20:34" parsed="|1Kgs|20|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.34" />
<sup>34</sup>Και ειπε προς αυτον ο Βεν-αδαδ, τας πολεις, τας οποιας ελαβεν ο πατηρ μου παρα του πατρος σου, θελω αποδωσει και θελεις στησει εις σεαυτον οχυρωματα εν Δαμασκω, καθως εστησεν ο πατηρ μου εν Σαμαρεια. Και εγω, ειπεν ο Αχααβ, θελω σε εξαποστειλει επι ταυτη τη συνθηκη. Ουτως εκαμε συνθηκην μετ' αυτου και εξαπεστειλεν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 20:35" parsed="|1Kgs|20|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.35" />
<sup>35</sup>Ανθρωπος δε τις εκ των υιων των προφητων ειπε προς τον πλησιον αυτου εν λογω Κυριου, Κτυπησον με, παρακαλω. Αλλα δεν ηθελησεν ο ανθρωπος να κτυπηση αυτον.
<scripture passage="1Kgs 20:36" parsed="|1Kgs|20|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.36" />
<sup>36</sup>Και ειπε προς αυτον, Επειδη δεν υπηκουσας της φωνης του Κυριου, ιδου, καθως αναχωρησης απ' εμου, λεων θελει σε θανατωσει. Και ως ανεχωρησεν απ' αυτου, ευρηκεν αυτον λεων και εθανατωσεν αυτον.
<scripture passage="1Kgs 20:37" parsed="|1Kgs|20|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.37" />
<sup>37</sup>Ευρων επειτα αλλον ανθρωπον, ειπε, Κτυπησον με, παρακαλω. Και ο ανθρωπος εκτυπησεν αυτον, και κτυπησας επληγωσε.
<scripture passage="1Kgs 20:38" parsed="|1Kgs|20|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.38" />
<sup>38</sup>Τοτε ανεχωρησεν ο προφητης και εσταθη επι της οδου δια τον βασιλεα, μεταμεμορφωμενος με καλυμμα επι τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="1Kgs 20:39" parsed="|1Kgs|20|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.39" />
<sup>39</sup>Και ως διεβαινεν ο βασιλευς αυτος εβοησε προς τον βασιλεα, και ειπεν, Ο δουλος σου εξηλθεν εις το μεσον της μαχης· και ιδου, ανθρωπος στραφεις κατα μερος εφερε τινα προς εμε, και ειπε, Φυλαττε τον ανθρωπον τουτον· εαν ποτε φυγη, τοτε η ζωη σου θελει εισθαι αντι της ζωης αυτου, η θελεις πληρωσει εν ταλαντον αργυριου·
<scripture passage="1Kgs 20:40" parsed="|1Kgs|20|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.40" />
<sup>40</sup>και ενω ο δουλος σου ησχολειτο εδω και εκει, αυτος εφυγε. Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ, αυτη ειναι η κρισις σου· αυτος συ απεφασισας αυτην.
<scripture passage="1Kgs 20:41" parsed="|1Kgs|20|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.41" />
<sup>41</sup>Τοτε εσπευσε και αφηρεσε το καλυμμα απο των οφθαλμων αυτου· και εγνωρισεν αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ οτι ητο εκ των προφητων.
<scripture passage="1Kgs 20:42" parsed="|1Kgs|20|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.42" />
<sup>42</sup>Και ειπε προς αυτον, ουτω λεγει Κυριος· Επειδη συ εξαπεστειλας απο της χειρος σου ανθρωπον, τον οποιον εγω ειχον αποφασισει εις ολεθρον, δια τουτο η ζωη σου θελει εισθαι αντι της ζωης αυτου, και ο λαος σου αντι του λαου αυτου.
<scripture passage="1Kgs 20:43" parsed="|1Kgs|20|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.20.43" />
<sup>43</sup>Και απηλθεν ο βασιλευς του Ισραηλ εις τον οικον αυτου σκυθρωπος και δυσηρεστημενος και ηλθεν εις την Σαμαρειαν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 21" progress="33.61%" prev="iKgs.20" next="iKgs.22" id="iKgs.21">
<h3 id="iKgs.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.21-p1">
<scripture passage="1Kgs 21:1" parsed="|1Kgs|21|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα τα πραγματα Ναβουθαι ο Ιεζραηλιτης ειχεν αμπελωνα εν Ιεζραελ, πλησιον του παλατιου του Αχααβ βασιλεως της Σαμαρειας.
<scripture passage="1Kgs 21:2" parsed="|1Kgs|21|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.2" />
<sup>2</sup>Και ελαλησεν ο Αχααβ προς τον Ναβουθαι, λεγων, Δος μοι τον αμπελωνα σου, δια να εχω αυτον κηπον λαχανων, επειδη ειναι πλησιον του οικου μου· και θελω σοι δωσει αντ' αυτου αμπελωνα καλητερον παρ' αυτου· η, αν ηναι αρεστον εις σε, θελω σοι δωσει το αντιτιμον αυτου εις αργυριον.
<scripture passage="1Kgs 21:3" parsed="|1Kgs|21|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Ναβουθαι ειπε προς τον Αχααβ, Μη γενοιτο εις εμε παρα Θεου, να δωσω την κληρονομιαν των πατερων μου εις σε.
<scripture passage="1Kgs 21:4" parsed="|1Kgs|21|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.4" />
<sup>4</sup>Και ηλθεν ο Αχααβ εις τον οικον αυτου σκυθρωπος και δυσηρεστημενος δια τον λογον, τον οποιον ελαλησε προς αυτον Ναβουβαι ο Ιεζραηλιτης, ειπων, Δεν θελω σοι δωσει την κληρονομιαν των πατερων μου. Και επλαγιασεν επι της κλινης αυτου και απεστρεψε το προσωπον αυτου και δεν εφαγεν αρτον.
<scripture passage="1Kgs 21:5" parsed="|1Kgs|21|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.5" />
<sup>5</sup>Και ηλθε προς αυτον Ιεζαβελ η γυνη αυτου και ειπε προς αυτον, Δια τι το πνευμα σου ειναι περιλυπον, ωστε δεν τρωγεις αρτον;
<scripture passage="1Kgs 21:6" parsed="|1Kgs|21|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.6" />
<sup>6</sup>Ο δε ειπε προς αυτην, Επειδη ελαλησα προς Ναβουθαι τον Ιεζραηλιτην, και ειπα προς αυτον, Δος μοι τον αμπελωνα σου δι' αργυριου· η, αν αγαπας, θελω σοι δωσει αλλον αμπελωνα αντ' αυτου. και εκεινος απεκριθη, Δεν θελω σοι δωσει τον αμπελωνα μου.
<scripture passage="1Kgs 21:7" parsed="|1Kgs|21|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτον Ιεζαβελ η γυνη αυτου, Συ τωρα βασιλευεις επι τον Ισραηλ; σηκωθητι, φαγε αρτον, και ας ηναι ευθυμος η καρδια σου· εγω θελω σοι δωσει τον αμπελωνα Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου.
<scripture passage="1Kgs 21:8" parsed="|1Kgs|21|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εγραψεν επιστολας εν ονοματι του Αχααβ και εσφραγισε δια της σφραγιδος αυτου, και απεστειλε τας επιστολας προς τους πρεσβυτερους και προς τους αρχοντας, τους οντας εν τη πολει αυτου, τους κατοικουντας μετα του Ναβουβαι.
<scripture passage="1Kgs 21:9" parsed="|1Kgs|21|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.9" />
<sup>9</sup>Και εγραφεν εν ταις επιστολαις, λεγουσα, Κηρυξατε νηστειαν και καθισατε τον Ναβουθαι επι κεφαλης του λαου·
<scripture passage="1Kgs 21:10" parsed="|1Kgs|21|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.10" />
<sup>10</sup>και παρακαθισατε δυο ανδρας κακους αντικρυ αυτου, και ας μαρτυρησωσι κατ' αυτου, λεγοντες, Συ εβλασφημησας τον Θεον και τον βασιλεα· και εκβαλετε αυτον και λιθοβολησατε αυτον, και ας αποθανη.
<scripture passage="1Kgs 21:11" parsed="|1Kgs|21|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμον οι ανδρες της πολεως αυτου, οι πρεσβυτεροι και οι αρχοντες οι κατοικουντες εν τη πολει αυτου, καθως εμηνυσε προς αυτους η Ιεζαβελ, κατα το γεγραμμενον εν ταις επιστολαις τας οποιας εστειλε προς αυτους.
<scripture passage="1Kgs 21:12" parsed="|1Kgs|21|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.12" />
<sup>12</sup>Εκηρυξαν νηστειαν και εκαθησαν τον Ναβουθαι επι κεφαλης του λαου·
<scripture passage="1Kgs 21:13" parsed="|1Kgs|21|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.13" />
<sup>13</sup>και εισηλθον δυο ανδρες κακοι και εκαθισαν αντικρυ αυτου· και εμαρτυρησαν οι ανδρες οι κακοι κατ' αυτου, κατα του Ναβουθαι, ενωπιον του λαου, λεγοντες, Ο Ναβουθαι εβλασφημησε τον Θεον και τον βασιλεα. Τοτε εξεβαλον αυτον εξω της πολεως και ελιθοβολησαν αυτον με λιθους, και απεθανε.
<scripture passage="1Kgs 21:14" parsed="|1Kgs|21|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλαν προς την Ιεζαβελ, λεγοντες, Ο Ναβουβαι ελιθοβοληθη και απεθανε.
<scripture passage="1Kgs 21:15" parsed="|1Kgs|21|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.15" />
<sup>15</sup>Και ως ηκουσεν η Ιεζαβελ οτι ο Ναβουβαι ελιθοβοληθη και απεθανεν, ειπεν η Ιεζαβελ προς τον Αχααβ, Σηκωθητι, κληρονομησον τον αμπελωνα Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου, τον οποιον δεν ηθελε να σοι δωση δι' αργυριου· διοτι ο Ναβουθαι δεν ζη αλλ' απεθανε.
<scripture passage="1Kgs 21:16" parsed="|1Kgs|21|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.16" />
<sup>16</sup>Και ως ηκουσεν ο Αχααβ οτι ο Ναβουθαι απεθανεν, εσηκωθη ο Αχααβ να καταβη εις τον αμπελωνα του Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου, δια να κληρονομηση αυτον.
<scripture passage="1Kgs 21:17" parsed="|1Kgs|21|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.17" />
<sup>17</sup>Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς Ηλιαν τον Θεσβιτην, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 21:18" parsed="|1Kgs|21|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.18" />
<sup>18</sup>Σηκωθητι, καταβα εις συναντησιν του Αχααβ, βασιλεως του Ισραηλ, οστις κατοικει εν Σαμαρεια· ιδου, εν τω αμπελωνι του Ναβουθαι ειναι, οπου κατεβη δια να κληρονομηση αυτον·
<scripture passage="1Kgs 21:19" parsed="|1Kgs|21|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.19" />
<sup>19</sup>και θελεις λαλησει προς αυτον, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Εφονευσας και ετι εκληρονομησας; Και θελεις λαλησει προς αυτον, λεγων, ουτω λεγει Κυριος· Εν τω τοπω, οπου οι κυνες εγλειψαν το αιμα του Ναβουθαι, θελουσι γλειψει οι κυνες το αιμα σου, ναι, σου.
<scripture passage="1Kgs 21:20" parsed="|1Kgs|21|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Αχααβ προς τον Ηλιαν, Με ευρηκας, εχθρε μου; Και απεκριθη, Σε ευρηκα· διοτι επωλησας σεαυτον εις το να πραττης το πονηρον ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="1Kgs 21:21" parsed="|1Kgs|21|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.21" />
<sup>21</sup>Ιδου, λεγει Κυριος, Εγω θελω φερει κακον επι σε, και θελω σαρωσει κατοπιν σου και εξολοθρευσει του Αχααβ τον ουρουντα προς τον τοιχον και τον πεφυλαγμενον και τον αφειμενον μεταξυ του Ισραηλ·
<scripture passage="1Kgs 21:22" parsed="|1Kgs|21|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.22" />
<sup>22</sup>και θελω καταστησει τον οικον σου ως τον οικον του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, και ως τον οικον του Βαασα υιου του Αχια, δια τον παροργισμον τον οποιον με παρωργιαας, και εκαμες τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="1Kgs 21:23" parsed="|1Kgs|21|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.23" />
<sup>23</sup>Και περι της Ιεζαβελ ετι ελαλησεν ο Κυριος, λεγων, Οι κυνες θελουσι καταφαγει την Ιεζαβελ πλησιον του προτειχισματος της Ιεζραελ·
<scripture passage="1Kgs 21:24" parsed="|1Kgs|21|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.24" />
<sup>24</sup>οστις εκ του Αχααβ αποθανη εν τη πολει, οι κυνες θελουσι καταφαγει αυτον· και οστις αποθανη εν τω αγρω, τα πετεινα του ουρανου θελουσι καταφαγει αυτον.
<scripture passage="1Kgs 21:25" parsed="|1Kgs|21|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.25" />
<sup>25</sup>Ουδεις τωοντι δεν εσταθη ομοιος του Αχααβ, οστις επωλησεν εαυτον εις το να πραττη πονηρα ενωπιον του Κυριου, οπως εκινει αυτον Ιεζαβελ η γυνη αυτου.
<scripture passage="1Kgs 21:26" parsed="|1Kgs|21|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.26" />
<sup>26</sup>Και επραξε βδελυρα σφοδρα ακολουθων τα ειδωλα, κατα παντα οσα επραττον οι Αμορραιοι, τους οποιους ο Κυριος εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 21:27" parsed="|1Kgs|21|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.27" />
<sup>27</sup>Ως δε ηκουσεν ο Αχααβ τους λογους τουτους, διερρηξε τα ιματια αυτου και εβαλε σακκον επι την σαρκα αυτου και ενηστευσε, και εκοιτετο περιτετυλιγμενος σακκον και εβαδιζε κεκυφως.
<scripture passage="1Kgs 21:28" parsed="|1Kgs|21|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.28" />
<sup>28</sup>Ηλθε δε ο λογος του Κυριου προς Ηλιαν τον Θεσβιτην, λεγων,
<scripture passage="1Kgs 21:29" parsed="|1Kgs|21|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.21.29" />
<sup>29</sup>Ειδες πως εταπεινωθη ο Αχααβ ενωπιον μου; επειδη εταπεινωθη ενωπιον μου, δεν θελω φερει το κακον εν ταις ημεραις αυτου· εν ταις ημεραις του υιου αυτου θελω φερει το κακον επι τον οικον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Kings 22" progress="33.73%" prev="iKgs.21" next="iiKgs" id="iKgs.22">
<h3 id="iKgs.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iKgs.22-p1">
<scripture passage="1Kgs 22:1" parsed="|1Kgs|22|1|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.1" />
<sup>1</sup>Παρηλθον δε τρια ετη ανευ πολεμου αναμεσον της Συριας και του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:2" parsed="|1Kgs|22|2|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.2" />
<sup>2</sup>Κατα δε το τριτον ετος κατεβη Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα προς τον βασιλεα του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:3" parsed="|1Kgs|22|3|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τους δουλους αυτου, Εξευρετε οτι η Ραμωθ-γαλααδ ειναι ημων, και ημεις σιωπωμεν εις το να λαβωμεν αυτην εκ της χειρος του βασιλεως της Συριας;
<scripture passage="1Kgs 22:4" parsed="|1Kgs|22|4|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς τον Ιωσαφατ, Ερχεσαι μετ' εμου δια να πολεμησωμεν την Ραμωθ-γαλααδ; Και ειπεν ο Ιωσαφατ προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Εγω ειμαι καθως συ, ο λαος μου καθως ο λαος σου, οι ιπποι μου καθως οι ιπποι σου.
<scripture passage="1Kgs 22:5" parsed="|1Kgs|22|5|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Ιωσαφατ προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Ερωτησον, παρακαλω, τον λογον του Κυριου σημερον.
<scripture passage="1Kgs 22:6" parsed="|1Kgs|22|6|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.6" />
<sup>6</sup>Και συνηθροισεν ο βασιλευς του Ισραηλ τους προφητας, περιπου τετρακοσιους ανδρας, και ειπε προς αυτους, να υπαγω εναντιον της Ραμωθ-γαλααδ να πολεμησω, η να απεχω; οι δε ειπον, Αναβα, και ο Κυριος θελει παραδωσει αυτην εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 22:7" parsed="|1Kgs|22|7|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Δεν ειναι ενταυθα ετι προφητης του Κυριου, δια να ερωτησωμεν δι' αυτου;
<scripture passage="1Kgs 22:8" parsed="|1Kgs|22|8|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, Ειναι ετι ανθρωπος τις, Μιχαιας, ο υιος του Ιεμλα, δια του οποιου δυναμεθα να ερωτησωμεν τον Κυριον· πλην μισω αυτον· διοτι δεν προφητευει καλον περι εμου, αλλα κακον. Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Ας μη λαλη ο βασιλευς ουτως.
<scripture passage="1Kgs 22:9" parsed="|1Kgs|22|9|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.9" />
<sup>9</sup>Και εκαλεσεν ο βασιλευς του Ισραηλ ενα ευνουχον και ειπε, Σπευσον να φερης Μιχαιαν τον υιον του Ιεμλα.
<scripture passage="1Kgs 22:10" parsed="|1Kgs|22|10|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.10" />
<sup>10</sup>Ο δε βασιλευς του Ισραηλ και Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα εκαθηντο, εκαστος επι του θρονου αυτου, ενδεδυμενοι στολας, εν τοπω ανοικτω κατα την εισοδον της πυλης της Σαμαρειας· και παντες οι προφηται προεφητευον εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="1Kgs 22:11" parsed="|1Kgs|22|11|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.11" />
<sup>11</sup>Και Σεδεκιας ο υιος του Χαναανα ειχε καμει εις εαυτον σιδηρα κερατα· και ειπεν, Ουτω λεγει Κυριος· Δια τουτων θελεις κερατισει τους Συριους, εωσου συντελεσης αυτους.
<scripture passage="1Kgs 22:12" parsed="|1Kgs|22|12|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.12" />
<sup>12</sup>Και παντες οι προφηται προεφητευον ουτω, λεγοντες, Αναβα εις Ραμωθ-γαλααδ και ευοδου· διοτι ο Κυριος θελει παραδωσει αυτην εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 22:13" parsed="|1Kgs|22|13|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.13" />
<sup>13</sup>Και ο μηνυτης, οστις υπηγε να καλεση τον Μιχαιαν, ειπε προς αυτον, λεγων, Ιδου τωρα, οι λογοι των προφητων φανερονουσιν εξ ενος στοματος καλον περι του βασιλεως· ο λογος σου λοιπον ας ηναι ως ο λογος ενος εξ εκεινων, και λαλησον το καλον.
<scripture passage="1Kgs 22:14" parsed="|1Kgs|22|14|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Μιχαιας ειπε, Ζη Κυριος, ο, τι μοι ειπη ο Κυριος, τουτο θελω λαλησει.
<scripture passage="1Kgs 22:15" parsed="|1Kgs|22|15|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.15" />
<sup>15</sup>Ηλθε λοιπον προς τον βασιλεα. Και ειπεν ο βασιλευς προς αυτον, Μιχαια, να υπαγωμεν εις Ραμωθ-γαλααδ δια να πολεμησωμεν, η να απεχωμεν; Ο δε απεκριθη προς αυτον, Αναβα και ευοδου· διοτι ο Κυριος θελει παραδωσει αυτην εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="1Kgs 22:16" parsed="|1Kgs|22|16|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Εως ποσακις θελω σε ορκιζει, να μη λεγης προς εμε παρα την αληθειαν εν ονοματι Κυριου;
<scripture passage="1Kgs 22:17" parsed="|1Kgs|22|17|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.17" />
<sup>17</sup>Ο δε ειπεν, ειδον παντα τον Ισραηλ διεσπαρμενον επι τα ορη, ως προβατα μη εχοντα ποιμενα. Και ειπε Κυριος, Ουτοι δεν εχουσι κυριον· ας επιστρεψωσιν εκαστος εις τον οικον αυτου εν ειρηνη.
<scripture passage="1Kgs 22:18" parsed="|1Kgs|22|18|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, Δεν σοι ειπα ετι δεν θελει προφητευσει καλον περι εμου, αλλα κακον;
<scripture passage="1Kgs 22:19" parsed="|1Kgs|22|19|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.19" />
<sup>19</sup>Και ο Μιχαιας ειπεν, Ακουσον λοιπον τον λογον του Κυριου. Ειδον τον Κυριον καθημενον επι του θρονου αυτου, και πασαν την στρατιαν του ουρανου παρισταμενην περι αυτον, εκ δεξιων αυτου και εξ αριστερων αυτου.
<scripture passage="1Kgs 22:20" parsed="|1Kgs|22|20|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε Κυριος, Τις θελει απατησει τον Αχααβ, ωστε να αναβη και να πεση εν Ραμωθ-γαλααδ; Και ο μεν ειπεν ουτως, ο δε ειπεν ουτως.
<scripture passage="1Kgs 22:21" parsed="|1Kgs|22|21|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.21" />
<sup>21</sup>Και εξηλθε το πνευμα και εσταθη ενωπιον Κυριου και ειπεν, Εγω θελω απατησει αυτον.
<scripture passage="1Kgs 22:22" parsed="|1Kgs|22|22|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε Κυριος προς αυτο, Τινι τροπω; Και ειπε, Θελω εξελθει και θελω εισθαι πνευμα ψευδους εν τω στοματι παντων των προφητων αυτου. Και ειπε Κυριος, Θελεις απατησει και ετι θελεις κατορθωσει· εξελθε και καμε ουτω.
<scripture passage="1Kgs 22:23" parsed="|1Kgs|22|23|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.23" />
<sup>23</sup>Τωρα λοιπον, ιδου, ο Κυριος εβαλε πνευμα ψευδους εν τω στοματι παντων τουτων των προφητων σου, και ο Κυριος ελαλησε κακον επι σε.
<scripture passage="1Kgs 22:24" parsed="|1Kgs|22|24|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.24" />
<sup>24</sup>Τοτε πλησιασας Σεδεκιας ο υιος του Χαναανα, ερραπισε τον Μιχαιαν επι την σιαγονα και ειπε, Δια ποιας οδου επερασε το Πνευμα του Κυριου απ' εμου, δια να λαληση προς σε;
<scripture passage="1Kgs 22:25" parsed="|1Kgs|22|25|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Μιχαιας, Ιδου, θελεις ιδει, καθ' ην ημεραν θελεις εισερχεσθαι απο ταμειου εις ταμειον δια να κρυφθης.
<scripture passage="1Kgs 22:26" parsed="|1Kgs|22|26|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.26" />
<sup>26</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ, Πιασατε τον Μιχαιαν και επαναφερετε αυτον προς Αμων τον αρχοντα της πολεως και προς Ιωας τον υιον του βασιλεως·
<scripture passage="1Kgs 22:27" parsed="|1Kgs|22|27|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.27" />
<sup>27</sup>και ειπατε, Ουτω λεγει ο βασιλευς· Βαλετε τουτον εις την φυλακην και τρεφετε αυτον με αρτον θλιψεως και με υδωρ θλιψεως, εωσου επιστρεψω εν ειρηνη.
<scripture passage="1Kgs 22:28" parsed="|1Kgs|22|28|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.28" />
<sup>28</sup>Και ειπεν ο Μιχαιας, Εαν τωοντι επιστρεψης εν ειρηνη, ο Θεος δεν ελαλησε δι' εμου. Και ειπεν, Ακουσατε σεις, παντες οι λαοι.
<scripture passage="1Kgs 22:29" parsed="|1Kgs|22|29|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.29" />
<sup>29</sup>Και ανεβη ο βασιλευς του Ισραηλ και Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα εις Ραμωθ-γαλααδ.
<scripture passage="1Kgs 22:30" parsed="|1Kgs|22|30|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, Εγω θελω μετασχηματισθη και εισελθει εις την μαχην· συ δε ενδυθητι την στολην σου. Και μετεσχηματισθη ο βασιλευς του Ισραηλ και εισηλθεν εις την μαχην.
<scripture passage="1Kgs 22:31" parsed="|1Kgs|22|31|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.31" />
<sup>31</sup>Ο δε βασιλευς της Συριας ειχε προσταξει τους τριακοντα δυο αμαξαρχας αυτου, λεγων, Μη πολεμειτε μητε μικρον μητε μεγαν, αλλα μονον τον βασιλεα του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:32" parsed="|1Kgs|22|32|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.32" />
<sup>32</sup>Και ως ειδον οι αμαξαρχαι τον Ιωσαφατ, τοτε αυτοι ειπον, Βεβαιως ουτος ειναι ο βασιλευς του Ισραηλ. Και περιεστραφησαν δια να πολεμησωσιν αυτον· αλλ' ο Ιωσαφατ ανεβοησεν.
<scripture passage="1Kgs 22:33" parsed="|1Kgs|22|33|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.33" />
<sup>33</sup>Ιδοντες δε οι αμαξαρχαι οτι δεν ητο ο βασιλευς του Ισραηλ, επεστρεψαν απο της καταδιωξεως αυτου.
<scripture passage="1Kgs 22:34" parsed="|1Kgs|22|34|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.34" />
<sup>34</sup>Ανθρωπος δε τις, τοξευσας ασκοπως, εκτυπησε τον βασιλεα του Ισραηλ μεταξυ των αρθρωσεων του θωρακος· ο δε ειπε προς τον ηνιοχον αυτου, Στρεψον την χειρα σου και εκβαλε με εκ του στρατευματος· διοτι επληγωθην.
<scripture passage="1Kgs 22:35" parsed="|1Kgs|22|35|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.35" />
<sup>35</sup>Και η μαχη εμεγαλυνθη εν τη ημερα εκεινη· ο δε βασιλευς ιστατο επι της αμαξης αντικρυ των Συριων, και προς το εσπερας απεθανε· και το αιμα ερρεεν εκ της πληγης εις τον κολπον της αμαξης.
<scripture passage="1Kgs 22:36" parsed="|1Kgs|22|36|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.36" />
<sup>36</sup>Και περι την δυσιν του ηλιου εγεινε διακηρυξις εν τω στρατοπεδω, λεγουσα, Εκαστος εις την πολιν αυτου και εκαστος εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="1Kgs 22:37" parsed="|1Kgs|22|37|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.37" />
<sup>37</sup>Και απεθανεν ο βασιλευς και εκομισθη εις Σαμαρειαν· και ενεταφιασαν τον βασιλεα εν Σαμαρεια.
<scripture passage="1Kgs 22:38" parsed="|1Kgs|22|38|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.38" />
<sup>38</sup>Και επλυναν την αμαξαν εις το υδροστασιον της Σαμαρειας· επλυναν ετι και τα οπλα αυτου· και εγλειψαν οι κυνες το αιμα αυτου, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησεν.
<scripture passage="1Kgs 22:39" parsed="|1Kgs|22|39|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.39" />
<sup>39</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Αχααβ και παντα οσα εκαμε, και ο ελεφαντινος οικος τον οποιον ωκοδομησε και πασαι αι πολεις, τας οποιας εκτισε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="1Kgs 22:40" parsed="|1Kgs|22|40|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.40" />
<sup>40</sup>Και εκοιμηθη ο Αχααβ μετα των πατερων αυτου, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Οχοζιας ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 22:41" parsed="|1Kgs|22|41|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.41" />
<sup>41</sup>Ο δε Ιωσαφατ ο υιος του Ασα εβασιλευσεν επι τον Ιουδα, το τεταρτον ετος του Αχααβ βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:42" parsed="|1Kgs|22|42|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.42" />
<sup>42</sup>Ο Ιωσαφατ ητο τριακοντα πεντε ετων ηλικιας οτε εβασιλευσε· και εβασιλευσεν εικοσιπεντε ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αζουβα, θυγατηρ του Σιλει.
<scripture passage="1Kgs 22:43" parsed="|1Kgs|22|43|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.43" />
<sup>43</sup>Και περιεπατησεν εις πασας τας οδους Ασα του πατρος αυτου· δεν εξεκλινεν απ' αυτων, πραττων το ευθες ενωπιον του Κυριου. Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν· ο λαος εθυσιαζεν ετι και εθυμιαζεν εν τοις υψηλοις τοποις.
<scripture passage="1Kgs 22:44" parsed="|1Kgs|22|44|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.44" />
<sup>44</sup>Και ειχεν ειρηνην ο Ιωσαφατ μετα του βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:45" parsed="|1Kgs|22|45|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.45" />
<sup>45</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Ιωσαφατ, και τα κατορθωματα αυτου οσα εκαμε, και οι πολεμοι αυτου, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="1Kgs 22:46" parsed="|1Kgs|22|46|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.46" />
<sup>46</sup>Και το υπολοιπον των σοδομιτων, το εναπολειφθεν εν ταις ημεραις Ασα του πατρος αυτου, αυτος εξηλειψεν απο της γης.
<scripture passage="1Kgs 22:47" parsed="|1Kgs|22|47|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.47" />
<sup>47</sup>Τοτε δεν υπηρχε βασιλευς εν Εδωμ· διοικητης ητο βασιλευς.
<scripture passage="1Kgs 22:48" parsed="|1Kgs|22|48|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.48" />
<sup>48</sup>Ο Ιωσαφατ εκαμε πλοια εν Θαρσεις, δια να πλευσωσιν εις Οφειρ δια χρυσιον· πλην δεν υπηγον, διοτι τα πλοια συνετριφθησαν εν Εσιων-γαβερ.
<scripture passage="1Kgs 22:49" parsed="|1Kgs|22|49|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.49" />
<sup>49</sup>Τοτε ειπεν Οχοζιας ο υιος του Αχααβ προς τον Ιωσαφατ, Ας υπαγωσιν οι δουλοι μου μετα των δουλων σου εις τα πλοια· ο Ιωσαφατ ομως δεν ηθελησε.
<scripture passage="1Kgs 22:50" parsed="|1Kgs|22|50|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.50" />
<sup>50</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωσαφατ μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν τη πολει Δαβιδ του πατρος αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωραμ ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Kgs 22:51" parsed="|1Kgs|22|51|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.51" />
<sup>51</sup>Οχοζιας ο υιος του Αχααβ εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, το δεκατον εβδομον ετος του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα· και εβασιλευσε δυο ετη επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Kgs 22:52" parsed="|1Kgs|22|52|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.52" />
<sup>52</sup>Και επραξε τα πονηρα ενωπιον του Κυριου, και περιεπατησεν εις την οδον του πατρος αυτου και εις την οδον της μητρος αυτου και εις την οδον του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση·
<scripture passage="1Kgs 22:53" parsed="|1Kgs|22|53|0|0" osisRef="Bible:1Kgs.22.53" />
<sup>53</sup>διοτι ελατρευσε τον Βααλ και προσεκυνησεν αυτον, και παρωργισε Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, κατα παντα οσα επραξεν ο πατηρ αυτου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Kings" progress="33.92%" prev="iKgs.22" next="iiKgs.1" id="iiKgs">
<h2 id="iiKgs-p0.1">2 Kings</h2>

<div3 title="2 Kings 1" progress="33.92%" prev="iiKgs" next="iiKgs.2" id="iiKgs.1">
<h3 id="iiKgs.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.1-p1">
<scripture passage="2Kgs 1:1" parsed="|2Kgs|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε τον θανατον του Αχααβ, επανεστατησεν ο Μωαβ εναντιον του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 1:2" parsed="|2Kgs|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.2" />
<sup>2</sup>Και επεσεν ο Οχοζιας δια του δρυφρακτου του υπερωου αυτου, το οποιον ητο εν Σαμαρεια, και ηρρωστησε· και απεστειλε μηνυτας, ειπων προς αυτους, Υπαγετε, ερωτησατε τον Βεελ-ζεβουλ, τον θεον της Ακκαρων, αν εχω να αναλαβω απο της αρρωστιας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 1:3" parsed="|2Kgs|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.3" />
<sup>3</sup>Αλλ' ο αγγελος Κυριου ειπε προς Ηλιαν τον Θεσβιτην, Σηκωθητι, αναβα εις συναντησιν των μηνυτων του βασιλεως της Σαμαρειας και ειπε προς αυτους, Επειδη δεν ειναι Θεος εν τω Ισραηλ, δια τουτο υπαγετε να ερωτησητε τον Βεελ-ζεβουλ, τον θεον της Ακκαρων;
<scripture passage="2Kgs 1:4" parsed="|2Kgs|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.4" />
<sup>4</sup>Τωρα λοιπον ουτω λεγει ο Κυριος· Δεν θελεις καταβη απο της κλινης, εις την οποιαν ανεβης, αλλ' εξαπαντος θελεις αποθανει. Και ανεχωρησεν ο Ηλιας.
<scripture passage="2Kgs 1:5" parsed="|2Kgs|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.5" />
<sup>5</sup>Και επεστρεψαν οι μηνυται προς αυτον· ο δε ειπε προς αυτους, Δια τι επεστρεψατε;
<scripture passage="2Kgs 1:6" parsed="|2Kgs|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.6" />
<sup>6</sup>Και ειπον προς αυτον, Ανθρωπος τις ανεβη εις συναντησιν ημων και ειπε προς ημας, Υπαγετε, επιστρεψατε προς τον βασιλεα, οστις σας απεστειλε, και ειπατε προς αυτον, ουτω λεγει Κυριος· Επειδη δεν ειναι Θεος εν τω Ισραηλ, δια τουτο στελλεις να ερωτησης τον Βεελ-ζεβουλ, τον θεον της Ακκαρων; δεν θελεις λοιπον καταβη απο της κλινης, εις την οποιαν ανεβης, αλλ' εξαπαντος θελεις αποθανει.
<scripture passage="2Kgs 1:7" parsed="|2Kgs|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτους, Οποια ητο η μορφη του ανθρωπου, οστις ανεβη εις συναντησιν σας και ελαλησε προς εσας τους λογους τουτους;
<scripture passage="2Kgs 1:8" parsed="|2Kgs|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.8" />
<sup>8</sup>Και απεκριθησαν προς αυτον, Ανθρωπος δασυτριχος και περιεζωσμενος την οσφυν αυτου με ζωνην δερματινην. Και ειπεν, Ηλιας ο Θεσβιτης ειναι.
<scripture passage="2Kgs 1:9" parsed="|2Kgs|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.9" />
<sup>9</sup>Τοτε απεστειλεν ο βασιλευς προς αυτον πεντηκονταρχον μετα των πεντηκοντα αυτου. Και ανεβη προς αυτον· και ιδου, εκαθητο επι της κορυφης του ορους. Και ειπε προς αυτον, Ανθρωπε του Θεου, ο βασιλευς ειπε, Καταβα.
<scripture passage="2Kgs 1:10" parsed="|2Kgs|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.10" />
<sup>10</sup>Και αποκριθεις ο Ηλιας ειπε προς τον πεντηκονταρχον, Εαν εγω ημαι ανθρωπος του Θεου, ας καταβη πυρ εξ ουρανου και ας καταφαγη σε και τους πεντηκοντα σου. Και κατεβη πυρ εκ του ουρανου και κατεφαγεν αυτον και τους πεντηκοντα αυτου.
<scripture passage="2Kgs 1:11" parsed="|2Kgs|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.11" />
<sup>11</sup>Και απεστειλε προς αυτον παλιν αλλον πεντηκονταρχον μετα των πεντηκοντα αυτου. Και ελαλησε και ειπε προς αυτον, Ανθρωπε του Θεου, ουτω λεγει ο βασιλευς· Ταχεως καταβα.
<scripture passage="2Kgs 1:12" parsed="|2Kgs|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.12" />
<sup>12</sup>Και αποκριθεις ο Ηλιας ειπε προς αυτους, Εαν εγω ημαι ανθρωπος του Θεου, ας καταβη πυρ εξ ουρανου και ας καταφαγη σε και τους πεντηκοντα σου. Και κατεβη πυρ Θεου εξ ουρανου και κατεφαγεν αυτον και τους πεντηκοντα αυτου.
<scripture passage="2Kgs 1:13" parsed="|2Kgs|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.13" />
<sup>13</sup>Και παλιν απεστειλε τριτον πεντηκονταρχον μετα των πεντηκοντα αυτου. Και αναβας ο τριτος πεντηκονταρχος ηλθε και εγονατισεν εμπροσθεν του Ηλια και παρεκαλεσεν αυτον και ειπε προς αυτον; Ανθρωπε του Θεου, ας σταθη, δεομαι, αξιοτιμητος εις τους οφθαλμους σου ζωη μου και η ζωη των δουλων σου τουτων των πεντηκοντα·
<scripture passage="2Kgs 1:14" parsed="|2Kgs|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.14" />
<sup>14</sup>ιδου, κατεβη πυρ εξ ουρανου και κατεκαυσε τους δυο πρωτους πεντηκονταρχους μετα των πεντηκοντα αυτων· ας σταθη λοιπον η ζωη μου αξιοτιμητος εις τους οφθαλμους σου.
<scripture passage="2Kgs 1:15" parsed="|2Kgs|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Ηλιαν, Καταβα μετ' αυτου· μη φοβηθης απ' αυτου. Και εσηκωθη και κατεβη μετ' αυτου προς τον βασιλεα.
<scripture passage="2Kgs 1:16" parsed="|2Kgs|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Επειδη απεστειλας μηνυτας να ερωτησωσι τον Βεελ-ζεβουλ, τον θεον της Ακκαρων, ως εαν δεν ητο Θεος εν τω Ισραηλ δια να ζητησης τον λογον αυτου, δια τουτο δεν θελεις καταβη απο της κλινης, εις την οποιαν ανεβης, αλλ' εξαπαντος θελεις αποθανει.
<scripture passage="2Kgs 1:17" parsed="|2Kgs|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.17" />
<sup>17</sup>Και απεθανε κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησεν ο Ηλιας· εβασιλευσε δε αντ' αυτου ο Ιωραμ, εν τω δευτερω ετει του Ιωραμ, υιου του Ιωσαφατ, βασιλεως του Ιουδα· επειδη δεν ειχεν υιον.
<scripture passage="2Kgs 1:18" parsed="|2Kgs|1|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.1.18" />
<sup>18</sup>Αι δε λοιπαι των πραξεων του Οχοζιου, οσας εκαμε, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 2" progress="34.00%" prev="iiKgs.1" next="iiKgs.3" id="iiKgs.2">
<h3 id="iiKgs.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.2-p1">
<scripture passage="2Kgs 2:1" parsed="|2Kgs|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.1" />
<sup>1</sup>Οτε δε εμελλεν ο Κυριος να αναβιβαση τον Ηλιαν εις τον ουρανον με ανεμοστροβιλον, ανεχωρησεν ο Ηλιας μετα του Ελισσαιε απο Γαλγαλων.
<scripture passage="2Kgs 2:2" parsed="|2Kgs|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ηλιας προς τον Ελισσαιε, Καθου ενταυθα, παρακαλω· διοτι ο Κυριος με απεστειλεν εως Βαιθηλ. Και ειπεν ο Ελισσαιε, Ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν θελω σε αφησει. Και κατεβησαν εις Βαιθηλ.
<scripture passage="2Kgs 2:3" parsed="|2Kgs|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.3" />
<sup>3</sup>Και εξηλθον οι υιοι των προφητων οι εν Βαιθηλ προς τον Ελισσαιε και ειπον προς αυτον, Εξευρεις οτι ο Κυριος σημερον λαμβανει τον κυριον σου επανωθεν της κεφαλης σου; Και ειπε, Και εγω εξευρω τουτο· σιωπατε.
<scripture passage="2Kgs 2:4" parsed="|2Kgs|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Ηλιας προς αυτον, Ελισσαιε, καθου ενταυθα, παρακαλω· διοτι ο Κυριος με απεστειλεν εις Ιεριχω. Ο δε ειπε, Ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν θελω σε αφησει. Και ηλθον εις Ιεριχω.
<scripture passage="2Kgs 2:5" parsed="|2Kgs|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.5" />
<sup>5</sup>Και προσηλθον οι υιοι των προφητων οι εν Ιεριχω προς τον Ελισσαιε και ειπον προς αυτον, Εξευρεις οτι ο Κυριος σημερον λαμβανει τον κυριον σου επανωθεν της κεφαλης σου; Και ειπε, Και εγω εξευρω τουτο· σιωπατε.
<scripture passage="2Kgs 2:6" parsed="|2Kgs|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Ηλιας προς αυτον, Καθου ενταυθα, παρακαλω· διοτι ο Κυριος με απεστειλεν εις τον Ιορδανην. Ο δε ειπε, Ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν θελω σε αφησει. Και υπηγαν αμφοτεροι.
<scripture passage="2Kgs 2:7" parsed="|2Kgs|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.7" />
<sup>7</sup>Και υπηγαν πεντηκοντα ανδρες εκ των υιων των προφητων, και εσταθησαν απεναντι μακροθεν· εκεινοι δε οι δυο εσταθησαν επι του Ιορδανου.
<scripture passage="2Kgs 2:8" parsed="|2Kgs|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.8" />
<sup>8</sup>Και ελαβεν ο Ηλιας την μηλωτην αυτου και εδιπλωσεν αυτην και εκτυπησε τα υδατα, και διηρεθησαν ενθεν και ενθεν, και διεβησαν αμφοτεροι δια ξηρας.
<scripture passage="2Kgs 2:9" parsed="|2Kgs|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.9" />
<sup>9</sup>Και οτε διεβησαν, ειπεν ο Ηλιας προς τον Ελισσαιε, Ζητησον τι να σοι καμω, πριν αναληφθω απο σου. Και ειπεν ο Ελισσαιε, Διπλασια μερις του πνευματος σου ας ηναι, παρακαλω, επ' εμε.
<scripture passage="2Kgs 2:10" parsed="|2Kgs|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε, Σκληρον πραγμα εζητησας· πλην εαν με ιδης αναλαμβανομενον απο σου, θελει γεινει εις σε ουτως· ει δε μη, δεν θελει γεινει.
<scripture passage="2Kgs 2:11" parsed="|2Kgs|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.11" />
<sup>11</sup>Και ενω αυτοι περιεπατουν ετι λαλουντες, ιδου, αμαξα πυρος και ιπποι πυρος, και διεχωρισαν αυτους αμφοτερους· και ανεβη ο Ηλιας με ανεμοστροβιλον εις τον ουρανον.
<scripture passage="2Kgs 2:12" parsed="|2Kgs|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Ελισσαιε εβλεπε και εβοα, Πατερ μου, πατερ μου, αμαξα του Ισραηλ και ιππικον αυτου. Και δεν ειδεν αυτον πλεον· και επιασε τα ιματια αυτου και διεσχισεν αυτα εις δυο τμηματα.
<scripture passage="2Kgs 2:13" parsed="|2Kgs|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.13" />
<sup>13</sup>Και σηκωσας την μηλωτην του Ηλια, ητις επεσεν επανωθεν εκεινου, επεστρεφε και εσταθη επι του χειλους του Ιορδανου.
<scripture passage="2Kgs 2:14" parsed="|2Kgs|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.14" />
<sup>14</sup>Και λαβων την μηλωτην του Ηλια, ητις επεσεν επανωθεν εκεινου, εκτυπησε τα υδατα και ειπε, Που ειναι Κυριος ο Θεος του Ηλια; Και ως εκτυπησε και αυτος τα υδατα, διηρεθησαν ενθεν και ενθεν· και διεβη ο Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 2:15" parsed="|2Kgs|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.15" />
<sup>15</sup>Και ιδοντες αυτον οι υιοι των προφητων, οι εν Ιεριχω εκ του απεναντι, ειπον, Το πνευμα του Ηλια επανεπαυθη επι τον Ελισσαιε. Και ηλθον εις συναντησιν αυτου και προσεκυνησαν αυτον εως εδαφους.
<scripture passage="2Kgs 2:16" parsed="|2Kgs|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.16" />
<sup>16</sup>Και ειπον προς αυτον, Ιδου τωρα, πεντηκοντα δυνατοι ανδρες ειναι μετα των δουλων σου· ας υπαγωσι, παρακαλουμεν, και ας ζητησωσι τον κυριον σου, μηποτε εσηκωσεν αυτον το πνευμα του Κυριου και ερριψεν αυτον επι τινος ορους η επι τινος κοιλαδος. Και ειπε, Μη αποστειλητε.
<scripture passage="2Kgs 2:17" parsed="|2Kgs|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' αφου εβιασαν αυτον τοσον ωστε ησχυνετο, ειπεν, Αποστειλατε. Απεστειλαν λοιπον πεντηκοντα ανδρας και εζητησαν τρεις ημερας, πλην δεν ευρηκαν αυτον.
<scripture passage="2Kgs 2:18" parsed="|2Kgs|2|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.18" />
<sup>18</sup>Και οτε επεστρεψαν προς αυτον, διοτι εμεινεν εν Ιεριχω, ειπε προς αυτους, Δεν σας ειπα, Μη υπαγητε;
<scripture passage="2Kgs 2:19" parsed="|2Kgs|2|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.19" />
<sup>19</sup>Και ειπον οι ανδρες της πολεως προς τον Ελισσαιε, Ιδου τωρα, η θεσις της πολεως ταυτης ειναι καλη, καθως ο κυριος μου βλεπει τα υδατα ομως ειναι κακα και η γη αγονος.
<scripture passage="2Kgs 2:20" parsed="|2Kgs|2|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε, Φερετε μοι φιαλην καινην και βαλετε αλας εις αυτην. Και εφεραν προς αυτον.
<scripture passage="2Kgs 2:21" parsed="|2Kgs|2|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.21" />
<sup>21</sup>Και εξηλθεν εις την πηγην των υδατων και ερριψε το αλας εκει και ειπεν, Ουτω λεγει Κυριος· Υγιανα τα υδατα ταυτα· δεν θελει εισθαι πλεον εκ τουτων θανατος η ακαρπια.
<scripture passage="2Kgs 2:22" parsed="|2Kgs|2|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.22" />
<sup>22</sup>Και ιαθησαν τα υδατα εως της ημερας ταυτης, κατα τον λογον του Ελισσαιε, τον οποιον ελαλησε.
<scripture passage="2Kgs 2:23" parsed="|2Kgs|2|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.23" />
<sup>23</sup>Και ανεβη εκειθεν εις Βαιθηλ· και ενω αυτος ανεβαινεν εν τη οδω, εξηλθον εκ της πολεως παιδια μικρα και ενεπαιζον αυτον και ελεγον προς αυτον, Αναβαινε, φαλακρε· αναβαινε, φαλακρε·
<scripture passage="2Kgs 2:24" parsed="|2Kgs|2|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.24" />
<sup>24</sup>ο δε εστραφη οπισω και ιδων αυτα, κατηρασθη αυτα εις το ονομα του Κυριου. Και εξηλθον εκ του δασους δυο αρκτοι και διεσπαραξαν εξ αυτων τεσσαρακοντα δυο παιδια.
<scripture passage="2Kgs 2:25" parsed="|2Kgs|2|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.2.25" />
<sup>25</sup>Και υπηγεν εκειθεν εις το ορος τον Καρμηλον· και εκειθεν επεστρεψεν εις Σαμαρειαν.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 3" progress="34.10%" prev="iiKgs.2" next="iiKgs.4" id="iiKgs.3">
<h3 id="iiKgs.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.3-p1">
<scripture passage="2Kgs 3:1" parsed="|2Kgs|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιωραμ υιος του Αχααβ εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, το δεκατον ογδοον ετος του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα· και εβασιλευσεν ετη δωδεκα.
<scripture passage="2Kgs 3:2" parsed="|2Kgs|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, ουχι ομως καθως ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου· διοτι εσηκωσε το αγαλμα του Βααλ, το οποιον ειχε καμει ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 3:3" parsed="|2Kgs|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.3" />
<sup>3</sup>Πλην ητο προσκεκολλημενος εις τας αμαρτιας του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση· δεν απεμακρυνθη απ' αυτων.
<scripture passage="2Kgs 3:4" parsed="|2Kgs|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.4" />
<sup>4</sup>Μησα δε ο βασιλευς του Μωαβ ειχε ποιμνια, και εδιδεν εις τον βασιλεα του Ισραηλ εκατον χιλιαδας αρνιων και εκατον χιλιαδας κριων με τα μαλλια αυτων.
<scripture passage="2Kgs 3:5" parsed="|2Kgs|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' αφου απεθανεν ο Αχααβ, απεστατησεν ο βασιλευς του Μωαβ κατα του βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 3:6" parsed="|2Kgs|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.6" />
<sup>6</sup>Και εξηλθεν ο βασιλευς Ιωραμ εκ της Σαμαρειας κατ' εκεινον τον καιρον και απηριθμησε παντα τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 3:7" parsed="|2Kgs|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.7" />
<sup>7</sup>Και υπηγε και απεστειλε προς Ιωσαφατ τον βασιλεα του Ιουδα, λεγων, Ο βασιλευς του Μωαβ απεστατησε κατ' εμου· ερχεσαι μετ' εμου εναντιον του Μωαβ εις πολεμον; Ο δε ειπε, Θελω αναβη· εγω ειμαι ως συ, ο λαος μου ως ο λαος σου, οι ιπποι μου ως οι ιπποι σου.
<scripture passage="2Kgs 3:8" parsed="|2Kgs|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε, Δια ποιας οδου θελομεν αναβη; Ο δε απεκριθη, Δια της οδου της ερημου Εδωμ.
<scripture passage="2Kgs 3:9" parsed="|2Kgs|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.9" />
<sup>9</sup>Και υπηγεν ο βασιλευς του Ισραηλ και ο βασιλευς του Ιουδα και ο βασιλευς του Εδωμ· και περιηλθον οδον επτα ημερων· και δεν ητο υδωρ δια το στρατοπεδον και δια τα κτηνη τα ακολουθουντα αυτους.
<scripture passage="2Kgs 3:10" parsed="|2Kgs|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ, Ω βεβαιως συνεκαλεσεν ο Κυριος τους τρεις τουτους βασιλεις, δια να παραδωση αυτους εις την χειρα του Μωαβ.
<scripture passage="2Kgs 3:11" parsed="|2Kgs|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Ιωσαφατ ειπε, Δεν ειναι εδω προφητης του Κυριου, δια να ερωτησωμεν τον Κυριον δι' αυτου; Και απεκριθη εις εκ των δουλων του βασιλεως του Ισραηλ, και ειπεν, Ειναι εδω Ελισσαιε ο υιος του Σαφατ, οστις επεχεεν υδωρ εις τας χειρας του Ηλια.
<scripture passage="2Kgs 3:12" parsed="|2Kgs|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Λογος Κυριου ειναι μετ' αυτου. Και κατεβησαν προς αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ και ο Ιωσαφατ και ο βασιλευς του Εδωμ.
<scripture passage="2Kgs 3:13" parsed="|2Kgs|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Ελισσαιε προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Τι ειναι μεταξυ εμου και σου; υπαγε προς τους προφητας του πατρος σου και προς τους προφητας της μητρος σου. Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ, Μη· διοτι ο Κυριος συνεκαλεσε τους τρεις τουτους βασιλεις, δια να παραδωση αυτους εις την χειρα του Μωαβ.
<scripture passage="2Kgs 3:14" parsed="|2Kgs|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Ελισσαιε, Ζη ο Κυριος των δυναμεων, ενωπιον του οποιου παρισταμαι, βεβαιως εαν δεν εσεβομην το προσωπον του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα, δεν ηθελον επιβλεψει προς σε, ουδε ηθελον σε ιδει,
<scripture passage="2Kgs 3:15" parsed="|2Kgs|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.15" />
<sup>15</sup>αλλα τωρα φερετε μοι ψαλτωδον. Και ενω εψαλλεν ο ψαλτωδος, ηλθεν επ' αυτον η χειρ του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 3:16" parsed="|2Kgs|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν, ουτω λεγει Κυριος· Καμε την κοιλαδα ταυτην λακκους·
<scripture passage="2Kgs 3:17" parsed="|2Kgs|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.17" />
<sup>17</sup>διοτι ουτω λεγει Κυριος, Δεν θελετε ιδει ανεμον και δεν θελετε ιδει βροχην· και αυτη η κοιλας θελει πλησθη υδατος, και θελει πιει, σεις και τα ποιμνια σας και τα κτηνη σας·
<scripture passage="2Kgs 3:18" parsed="|2Kgs|3|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.18" />
<sup>18</sup>αλλα τουτο ειναι μικρον πραγμα εις τους οφθαλμους του Κυριου· εις την χειρα σας θελει παραδωσει και τον Μωαβ·
<scripture passage="2Kgs 3:19" parsed="|2Kgs|3|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.19" />
<sup>19</sup>και θελετε παταξει πασαν οχυραν πολιν και πασαν εκλεκτην πολιν, και θελετε καταβαλει παν δενδρον καλον, και εμφραξει πασας τας πηγας των υδατων, και αχρειωσει με λιθους πασαν αγαθην μεριδα γης.
<scripture passage="2Kgs 3:20" parsed="|2Kgs|3|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.20" />
<sup>20</sup>Και το πρωι, ενω ετελειτο η προσφορα, ιδου, ηλθον υδατα απο της οδου Εδωμ, και επλησθη η γη υδατων.
<scripture passage="2Kgs 3:21" parsed="|2Kgs|3|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.21" />
<sup>21</sup>Και οτε ηκουσαν παντες οι Μωαβιται οτι ανεβησαν οι βασιλεις δια να πολεμησωσιν αυτους, συνηθροισθησαν παντες οι μαχαιραν περιζωννυμενοι και επανω, και εσταθησαν επι των συνορων.
<scripture passage="2Kgs 3:22" parsed="|2Kgs|3|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.22" />
<sup>22</sup>Και εξηγερθησαν το πρωι, και καθως ανετειλεν ο ηλιος επι τα υδατα, ειδον οι Μωαβιται εκ του απεναντι τα υδατα κοκκινα ως αιμα·
<scripture passage="2Kgs 3:23" parsed="|2Kgs|3|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.23" />
<sup>23</sup>και ειπον, Τουτο ειναι αιμα· βεβαιως οι βασιλεις επολεμησαν και εκτυπηθησαν μετ' αλληλων· τωρα λοιπον εις τα λαφυρα, Μωαβ.
<scripture passage="2Kgs 3:24" parsed="|2Kgs|3|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.24" />
<sup>24</sup>Και οτε ηλθον εις το στρατοπεδον του Ισραηλ, εσηκωθησαν οι Ισραηλιται και επαταξαν τους Μωαβιτας, ωστε εφυγον απο προσωπου αυτων· και κτυπωντες τους Μωαβιτας εισηλθον εις την γην αυτων.
<scripture passage="2Kgs 3:25" parsed="|2Kgs|3|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.25" />
<sup>25</sup>Και κατεστρεψαν τας πολεις· και εις πασαν αγαθην μεριδα γης ερριψαν εκαστος την πετραν αυτου, και εγεμισαν αυτην· και πασας τας πηγας των υδατων ενεφραξαν, και παν δενδρον καλον κατεβαλον· ωστε εν Κιρ-αρασεθ εμειναν οι λιθοι αυτης, και κυκλωσαντες οι σφενδονισται επαταξαν αυτην.
<scripture passage="2Kgs 3:26" parsed="|2Kgs|3|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.26" />
<sup>26</sup>Και οτε βασιλευς του Μωαβ ειδεν οτι η μαχη υπερισχυεν εναντιον αυτου, ελαβε μεθ' αυτου επτακοσιους ανδρας ξιφηρεις, δια να διακοψωσι το στρατευμα, μεχρι του βασιλεως Εδωμ· πλην δεν ηδυνηθησαν.
<scripture passage="2Kgs 3:27" parsed="|2Kgs|3|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.3.27" />
<sup>27</sup>Τοτε ελαβε τον πρωτοτοκον αυτου υιον, οστις εμελλε να βασιλευση αντ' αυτου, και προσεφερεν αυτον ολοκαυτωμα επι του τειχους· και εγεινεν αγανακτησις μεγαλη εν τω Ισραηλ· και αναχωρησαντες απ' αυτου, επεστρεψαν εις την γην αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 4" progress="34.20%" prev="iiKgs.3" next="iiKgs.5" id="iiKgs.4">
<h3 id="iiKgs.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.4-p1">
<scripture passage="2Kgs 4:1" parsed="|2Kgs|4|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.1" />
<sup>1</sup>Γυνη δε τις εκ των γυναικων των υιων των προφητων εβοα προς τον Ελισσαιε, λεγουσα, Ο δουλος σου ο ανηρ μου απεθανε· και συ εξευρεις οτι ο δουλος σου εφοβειτο τον Κυριον· και ο δανειστης ηλθε να λαβη τους δυο υιους μου εις εαυτον δια δουλους.
<scripture passage="2Kgs 4:2" parsed="|2Kgs|4|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς αυτην ο Ελισσαιε, Τι να σοι καμω; φανερωσον μοι τι εχεις εν τω οικω σου; Η δε ειπεν, Η δουλη σου δεν εχει ουδεν εν τω οικω, ειμη εν αγγειον ελαιου.
<scripture passage="2Kgs 4:3" parsed="|2Kgs|4|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν, Υπαγε, δανεισθητι εξωθεν αγγεια παρα παντων των γειτονων σου, αγγεια κενα· δανεισθητι ουχι ολιγα·
<scripture passage="2Kgs 4:4" parsed="|2Kgs|4|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.4" />
<sup>4</sup>εισελθε επειτα και κλεισον την θυραν οπισθεν σου και οπισθεν των υιων σου, και χυσον εκ του ελαιου εις παντα τα σκευη εκεινα, και τα γεμιζομενα θες κατα μερος.
<scripture passage="2Kgs 4:5" parsed="|2Kgs|4|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.5" />
<sup>5</sup>Ανεχωρησε λοιπον απ' αυτου και εκλεισε θυραν οπισθεν αυτης και οπισθεν των υιων αυτης· και εκεινοι μεν επλησιαζον εις αυτην τα αγγεια, αυτη δε ενεχεε.
<scripture passage="2Kgs 4:6" parsed="|2Kgs|4|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.6" />
<sup>6</sup>Και αφου εγεμισαν τα αγγεια, ειπε προς τον υιον αυτης, Φερε μοι και αλλο αγγειον. Ο δε ειπε προς αυτην, Δεν ειναι αλλο αγγειον. Και εσταθη το ελαιον.
<scripture passage="2Kgs 4:7" parsed="|2Kgs|4|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ηλθε και απηγγειλε προς τον ανθρωπον του Θεου. Και εκεινος ειπεν, Υπαγε, πωλησον το ελαιον και πληρωσον το χρεος σου και ζησον με το υπολοιπον, συ και τα τεκνα σου.
<scripture passage="2Kgs 4:8" parsed="|2Kgs|4|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.8" />
<sup>8</sup>Και εν ημερα τινι διεβαινεν ο Ελισσαιε εις Σουναμ, οπου ητο γυνη τις μεγαλη, και αυτη εκρατησεν αυτον δια να φαγη αρτον. Και οσακις διεβαινεν, εστρεφεν εκει δια να φαγη αρτον.
<scripture passage="2Kgs 4:9" parsed="|2Kgs|4|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν η γυνη προς τον ανδρα αυτης, Ιδου τωρα, γνωριζω οτι ειναι αγιος ανθρωπος του Θεου ουτος, οστις παντοτε διαβαινει προς ημας·
<scripture passage="2Kgs 4:10" parsed="|2Kgs|4|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.10" />
<sup>10</sup>ας καμωμεν, παρακαλω, μικρον υπερωον επι του τοιχου· και ας βαλωμεν εκει δι' αυτον κλινην και τραπεζαν και καθεδραν και λυχνον, δια να στρεφη εκει, οταν ερχηται προς ημας.
<scripture passage="2Kgs 4:11" parsed="|2Kgs|4|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.11" />
<sup>11</sup>Και εν ημερα τινι ηλθεν εκει και εστρεψεν εις το υπερωον και εκοιμηθη εκει.
<scripture passage="2Kgs 4:12" parsed="|2Kgs|4|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς Γιεζει τον υπηρετην αυτου, Καλεσον την Σουναμιτιν ταυτην. Και οτε εκαλεσεν αυτην, εσταθη εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 4:13" parsed="|2Kgs|4|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτον, Ειπε τωρα προς αυτην, Ιδου, συ ελαβες πασας ταυτας τας φροντιδας υπερ ημων· τι να καμω προς σε; εχεις τι να ειπης προς τον βασιλεα η προς τον αρχιστρατηγον; Η δε απεκριθη, Εγω κατοικω μεταξυ του λαου μου.
<scripture passage="2Kgs 4:14" parsed="|2Kgs|4|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε, Τι λοιπον να καμω δι' αυτην; Και ο Γιεζει απεκριθη, Αληθως, αυτη δεν εχει τεκνον, και ο ανηρ αυτης ειναι γερων.
<scripture passage="2Kgs 4:15" parsed="|2Kgs|4|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε, Καλεσον αυτην. Και οτε εκαλεσεν αυτην, εσταθη εις την θυραν.
<scripture passage="2Kgs 4:16" parsed="|2Kgs|4|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε, Το ερχομενον ετος, κατα τουτον τον καιρον, θελεις εχει υιον εις τας αγκαλας σου. Η δε ειπε, Μη, κυριε μου, ανθρωπε του Θεου, μη ψευσθης προς την δουλην σου.
<scripture passage="2Kgs 4:17" parsed="|2Kgs|4|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.17" />
<sup>17</sup>Και η γυνη συνελαβε και εγεννησεν υιον το ερχομενον ετος, κατα τον καιρον εκεινον τον οποιον ειπε προς αυτην ο Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 4:18" parsed="|2Kgs|4|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.18" />
<sup>18</sup>Και οτε εμεγαλωσε το παιδιον, εξηλθεν ημεραν τινα προς τον πατερα αυτου εις τους θεριστας.
<scripture passage="2Kgs 4:19" parsed="|2Kgs|4|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς τον πατερα αυτου, Την κεφαλην μου, την κεφαλην μου. Ο δε ειπε προς τον δουλον, Λαβε αυτο προς την μητερα αυτου.
<scripture passage="2Kgs 4:20" parsed="|2Kgs|4|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.20" />
<sup>20</sup>Και λαβων αυτο, εφερεν αυτο προς την μητερα αυτου, και εκαθησεν επι των γονατων αυτης μεχρι μεσημβριας και απεθανε.
<scripture passage="2Kgs 4:21" parsed="|2Kgs|4|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.21" />
<sup>21</sup>Και ανεβη και επλαγιασεν αυτο επι της κλινης του ανθρωπου του Θεου, και εκλεισε την θυραν επανωθεν αυτου και εξηλθε.
<scripture passage="2Kgs 4:22" parsed="|2Kgs|4|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.22" />
<sup>22</sup>Και εκαλεσε τον ανδρα αυτης, λεγουσα, Αποστειλον προς εμε, παρακαλω, ενα εκ των δουλων και μιαν εκ των ονων, δια να τρεξω προς τον ανθρωπον του Θεου και να επιστρεψω.
<scripture passage="2Kgs 4:23" parsed="|2Kgs|4|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.23" />
<sup>23</sup>Ο δε ειπε, Δια τι συ υπαγεις σημερον προς αυτον; δεν ειναι νεομηνια ουδε σαββατον. Η δε ειπεν, Ειρηνη.
<scripture passage="2Kgs 4:24" parsed="|2Kgs|4|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.24" />
<sup>24</sup>Τοτε εστρωσε την ονον και ειπε προς τον δουλον αυτης, Συρε και προχωρει μη παυσης εις εμε την πορειαν, εκτος εαν σε προσταξω.
<scripture passage="2Kgs 4:25" parsed="|2Kgs|4|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.25" />
<sup>25</sup>Και υπηγε και ηλθε προς τον ανθρωπον του Θεου εις το ορος τον Καρμηλον. Και ως ειδεν ο ανθρωπος του Θεου αυτην μακροθεν, ειπε προς τον Γιεζει τον υπηρετην αυτου, Ιδου, η Σουναμιτις εκεινη·
<scripture passage="2Kgs 4:26" parsed="|2Kgs|4|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.26" />
<sup>26</sup>τωρα λοιπον, τρεξον εις συναντησιν αυτης· και ειπε προς αυτην, Καλως εχεις; καλως εχει ο ανηρ σου; καλως εχει το παιδιον; Η δε ειπε, Καλως.
<scripture passage="2Kgs 4:27" parsed="|2Kgs|4|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.27" />
<sup>27</sup>Και οτε ηλθε προς τον ανθρωπον του Θεου εις το ορος, επιασε τους ποδας αυτου· ο δε Γιεζει επλησιασε δια να αποσυρη αυτην. Ο ανθρωπος ομως του Θεου ειπεν, Αφες αυτην· διοτι η ψυχη αυτης ειναι καταπικρος εν αυτη· και ο Κυριος εκρυψεν αυτο απ' εμου και δεν μοι εφανερωσε.
<scripture passage="2Kgs 4:28" parsed="|2Kgs|4|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.28" />
<sup>28</sup>Και εκεινη ειπε, Μηπως εζητησα υιον παρα του κυριου μου; δεν ειπα, Μη με απατας;
<scripture passage="2Kgs 4:29" parsed="|2Kgs|4|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.29" />
<sup>29</sup>Τοτε ειπε προς τον Γιεζει, Ζωσθητι την οσφυν σου και λαβε την βακτηριαν μου εις την χειρα σου και υπαγε· εαν απαντησης ανθρωπον, μη χαιρετησης αυτον· και εαν τις σε χαιρετηση, μη αποκριθης εις αυτον· και επιθες την βακτηριαν μου επι το προσωπον του παιδιου.
<scripture passage="2Kgs 4:30" parsed="|2Kgs|4|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.30" />
<sup>30</sup>Και η μητηρ του παιδιου ειπε, Ζη Κυριος και ζη η ψυχη σου, δεν θελω σε αφησει. Και εσηκωθη και ηκολουθησεν αυτην.
<scripture passage="2Kgs 4:31" parsed="|2Kgs|4|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.31" />
<sup>31</sup>Ο δε Γιεζει επερασεν εμπροσθεν αυτων, και επεθεσε την βακτηριαν επι το προσωπον του παιδιου· πλην ουδεμια φωνη και ουδεμια ακροασις. Οθεν επεστρεψεν εις συναντησιν αυτου και απηγγειλε προς αυτον, λεγων, Δεν εξυπνησε το παιδιον.
<scripture passage="2Kgs 4:32" parsed="|2Kgs|4|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.32" />
<sup>32</sup>Και οτε εισηλθεν ο Ελισσαιε εις την οικιαν, ιδου, το παιδιον νεκρον, πλαγιασμενον επι της κλινης αυτου.
<scripture passage="2Kgs 4:33" parsed="|2Kgs|4|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.33" />
<sup>33</sup>Εισηλθε λοιπον και εκλεισε την θυραν οπισθεν των δυο αυτων και προσηυχηθη εις τον Κυριον.
<scripture passage="2Kgs 4:34" parsed="|2Kgs|4|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.34" />
<sup>34</sup>Και ανεβη και επλαγιασεν επι το παιδιον, και επεθεσε το στομα αυτου επι το στομα εκεινου, και τους οφθαλμους αυτου επι τους οφθαλμους εκεινου, και τας χειρας αυτου επι τας χειρας εκεινου· και εξηπλωθη επ' αυτο· και εθερμανθη η σαρξ του παιδιου.
<scripture passage="2Kgs 4:35" parsed="|2Kgs|4|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.35" />
<sup>35</sup>Επειτα εσυρθη, και περιεπατει εν τω οικηματι ποτε εδω και ποτε εκει· και ανεβη παλιν και εξηπλωθη επ' αυτο· και το παιδιον επταρνισθη εως επτακις και ηνοιξε το παιδιον τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="2Kgs 4:36" parsed="|2Kgs|4|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.36" />
<sup>36</sup>Τοτε εφωνησε τον Γιεζει και ειπε, Καλεσον ταυτην την Σουναμιτιν. Και εκαλεσεν αυτην· και οτε εισηλθε προς αυτον, ειπε, Λαβε τον υιον σου.
<scripture passage="2Kgs 4:37" parsed="|2Kgs|4|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.37" />
<sup>37</sup>Και εκεινη εισηλθε και επεσεν εις τους ποδας αυτου και προσεκυνησεν εως εδαφους, και εσηκωσε τον υιον αυτης και εξηλθεν.
<scripture passage="2Kgs 4:38" parsed="|2Kgs|4|38|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Ελισσαιε επεστρεψεν εις Γαλγαλα· και ητο πεινα εν τη γη· και οι υιοι των προφητων εκαθηντο εμπροσθεν αυτου· και ειπε προς τον υπηρετην αυτου, Στησον τον λεβητα τον μεγαν και ψησον μαγειρευμα δια τους υιους των προφητων.
<scripture passage="2Kgs 4:39" parsed="|2Kgs|4|39|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.39" />
<sup>39</sup>Και εξελθων τις εις τον αγρον δια να συναξη χορτα, ευρηκεν αγριοκολοκυνθην, και εσυναξεν απ' αυτης αγρια κολοκυνθια εωσου εγεμισε το ιματιον αυτου, και επιστρεψας, εκοψεν αυτα εις τον λεβητα του μαγειρευματος, επειδη δεν εγνωριζον αυτα.
<scripture passage="2Kgs 4:40" parsed="|2Kgs|4|40|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.40" />
<sup>40</sup>Επειτα εκενωσαν εις τους ανθρωπους δια να φαγωσι και καθως εφαγον εκ του μαγειρευματος, εξεφωνησαν και ειπον, Ανθρωπε του Θεου, θανατος ειναι εν τω λεβητι. Και δεν ηδυναντο να φαγωσιν.
<scripture passage="2Kgs 4:41" parsed="|2Kgs|4|41|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.41" />
<sup>41</sup>Ο δε ειπε, Φερετε αλευρον. Και ερριψεν αυτο εις τον λεβητα. Επειτα ειπε, Κενωσον εις τον λαον, δια να φαγωσι. Και δεν ητο ουδεν κακον εν τω λεβητι.
<scripture passage="2Kgs 4:42" parsed="|2Kgs|4|42|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.42" />
<sup>42</sup>Και ηλθεν ανθρωπος τις απο Βααλ-σαλισα, και εφερεν εις τον ανθρωπον του Θεου αρτον απο των πρωτογεννηματων, εικοσι κριθινα ψωμια και νωπα ασταχυα σιτου, εν τω σακκω αυτου. Και ειπε, Δος εις τον λαον, δια να φαγωσι.
<scripture passage="2Kgs 4:43" parsed="|2Kgs|4|43|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.43" />
<sup>43</sup>Και ο θεραπων αυτου ειπε, Τι να βαλω τουτο εμπροσθεν εκατον ανθρωπων; Ο δε ειπε, Δος εις τον λαον, δια να φαγωσι διοτι ουτω λεγει Κυριος· Θελουσι φαγει και αφησει υπολοιπον.
<scripture passage="2Kgs 4:44" parsed="|2Kgs|4|44|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.4.44" />
<sup>44</sup>Τοτε εβαλεν εμπροσθεν αυτων, και εφαγον και αφηκαν υπολοιπον, κατα τον λογον του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 5" progress="34.36%" prev="iiKgs.4" next="iiKgs.6" id="iiKgs.5">
<h3 id="iiKgs.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.5-p1">
<scripture passage="2Kgs 5:1" parsed="|2Kgs|5|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Νεεμαν, ο στρατηγος του βασιλεως της Συριας, ητο ανηρ μεγας ενωπιον του κυριου αυτου και τιμωμενος, επειδη ο Κυριος δι' αυτου εδωκε σωτηριαν εις την Συριαν· και ο ανθρωπος ητο δυνατος εν ισχυι, λεπρος ομως.
<scripture passage="2Kgs 5:2" parsed="|2Kgs|5|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.2" />
<sup>2</sup>Εξηλθον δε οι Συριοι κατα ταγματα και εφερον αιχμαλωτον εκ της γης του Ισραηλ μικραν τινα κορην· και υπηρετει την γυναικα του Νεεμαν.
<scripture passage="2Kgs 5:3" parsed="|2Kgs|5|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς την κυριαν αυτης, Ειθε να ητο ο κυριος μου εμπροσθεν του προφητου του εν Σαμαρεια, διοτι ηθελεν ιατρευσει αυτον απο της λεπρας αυτου.
<scripture passage="2Kgs 5:4" parsed="|2Kgs|5|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.4" />
<sup>4</sup>Και εισελθων ο Νεεμαν απηγγειλε προς τον κυριον αυτου, λεγων, Ουτω και ουτως ελαλησεν η κορη η εκ της γης του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 5:5" parsed="|2Kgs|5|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο βασιλευς της Συριας, Ελθε, υπαγε, και θελω στειλει επιστολην προς τον βασιλεα του Ισραηλ. Και ανεχωρησε και ελαβεν εν τη χειρι αυτου δεκα ταλαντα αργυριου και εξ χιλιαδας χρυσους και δεκα αλλαγας ενδυματων·
<scripture passage="2Kgs 5:6" parsed="|2Kgs|5|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.6" />
<sup>6</sup>Και εφερε την επιστολην προς τον βασιλεα του Ισραηλ, λεγουσαν, Και τωρα καθως ελθη επιστολη αυτη προς σε, ιδου, εστειλα προς σε Νεεμαν τον δουλον μου, δια να ιατρευσης αυτον απο της λεπρας αυτου.
<scripture passage="2Kgs 5:7" parsed="|2Kgs|5|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.7" />
<sup>7</sup>Και καθως ανεγνωσεν ο βασιλευς του Ισραηλ την επιστολην, διεσχισε τα ιματια αυτου, και ειπε, Θεος ειμαι εγω, δια να θανατονω και να ζωοποιω, ωστε ουτος στελλει προς εμε να ιατρευσω ανθρωπον απο της λεπρας αυτου; γνωρισατε λοιπον, παρακαλω, και ιδετε οτι ουτος ζητει προφασιν εναντιον μου.
<scripture passage="2Kgs 5:8" parsed="|2Kgs|5|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.8" />
<sup>8</sup>Ως δε ηκουσεν ο Ελισσαιε, ο ανθρωπος του Θεου, οτι ο βασιλευς του Ισραηλ διεσχισε τα ιματια αυτου, απεστειλε προς τον βασιλεα, λεγων, Δια τι διεσχισας τα ιματια σου; ας ελθη τωρα προς εμε, και θελει γνωρισει οτι ειναι προφητης εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 5:9" parsed="|2Kgs|5|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ηλθεν ο Νεεμαν μετα των ιππων αυτου και μετα της αμαξης αυτου, και εσταθη εις την θυραν της οικιας του Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 5:10" parsed="|2Kgs|5|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.10" />
<sup>10</sup>Και απεστειλε προς αυτον ο Ελισσαιε μηνυτην, λεγων, Υπαγε και λουσθητι επτακις εν τω Ιορδανη, και θελει επανελθει η σαρξ σου εις σε, και θελεις καθαρισθη.
<scripture passage="2Kgs 5:11" parsed="|2Kgs|5|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Νεεμαν εθυμωθη και ανεχωρησε και ειπεν, Ιδου, εγω ελεγον, Θελει βεβαιως εξελθει προς εμε και θελει σταθη και επικαλεσθη το ονομα Κυριου του Θεου αυτου, και διακινησει την χειρα αυτου επι τον τοπον και ιατρευσει τον λεπρον·
<scripture passage="2Kgs 5:12" parsed="|2Kgs|5|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.12" />
<sup>12</sup>ο Αβανα και ο Φαρφαρ, ποταμοι της Δαμασκου, δεν ειναι καλητεροι υπερ παντα τα υδατα του Ισραηλ; δεν ηδυναμην να λουσθω εν αυτοις και να καθαρισθω; Και στραφεις, ανεχωρησε μετα θυμου.
<scripture passage="2Kgs 5:13" parsed="|2Kgs|5|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.13" />
<sup>13</sup>Επλησιασαν δε οι δουλοι αυτου και ελαλησαν προς αυτον και ειπον· Πατερ μου, εαν ο προφητης ηθελε σοι ειπει μεγα πραγμα, δεν ηθελες καμει αυτο; ποσω μαλλον τωρα, οταν σοι λεγη, Λουσθητι και καθαρισθητι;
<scripture passage="2Kgs 5:14" parsed="|2Kgs|5|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.14" />
<sup>14</sup>Τοτε κατεβη και εβυθισθη επτακις εις τον Ιορδανην, κατα τον λογον του ανθρωπου του Θεου· και η σαρξ αυτου αποκατεστη ως σαρξ παιδιου μικρου, και εκαθαρισθη.
<scripture passage="2Kgs 5:15" parsed="|2Kgs|5|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.15" />
<sup>15</sup>Και επεστρεψε προς τον ανθρωπον του Θεου, αυτος και πασα η συνοδια αυτου, και ηλθε και εσταθη εμπροσθεν αυτου· και ειπεν, Ιδου, τωρα εγνωρισα οτι δεν ειναι Θεος εν παση τη γη, ειμη εν τω Ισραηλ· οθεν τωρα δεχθητι, παρακαλω, δωρον παρα του δουλου σου.
<scripture passage="2Kgs 5:16" parsed="|2Kgs|5|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπε, Ζη Κυριος, ενωπιον του οποιον παρισταμαι, δεν θελω δεχθη. Ο δε εβιαζεν αυτον να δεχθη, αλλα δεν εστερξε.
<scripture passage="2Kgs 5:17" parsed="|2Kgs|5|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Νεεμαν, Και αν μη, ας δοθη, παρακαλω, εις τον δουλον σου δυο ημιονων φορτιον εκ του χωματος τουτου, διοτι ο δουλος σου δεν θελει προσφερει εις το εξης ολοκαυτωμα ουδε θυσιαν εις αλλους θεους, παρα μονον εις τον Κυριον·
<scripture passage="2Kgs 5:18" parsed="|2Kgs|5|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.18" />
<sup>18</sup>περι τουτου του πραγματος ας συγχωρηση ο Κυριος τον δουλον σου, οτι, οταν εισερχηται ο κυριος μου εις τον οικον του Ριμμων δια να προσκυνηση εκει, και στηριζηται επι την χειρα μου, και εγω κλινω εμαυτον εν τω οικω του Ριμμων, ενω κλινω εμαυτον εν τω οικω του Ριμμων, ο Κυριος ας συγχωρηση τον δουλον σου περι του πραγματος τουτου
<scripture passage="2Kgs 5:19" parsed="|2Kgs|5|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτον, Υπαγε εν ειρηνη. Και ανεχωρησεν απ' αυτου μικρον τι διαστημα.
<scripture passage="2Kgs 5:20" parsed="|2Kgs|5|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.20" />
<sup>20</sup>Ειπε δε ο Γιεζει, ο υπηρετης του Ελισσαιε του ανθρωπου του Θεου, Ιδου, εφεισθη ο κυριος μου του Νεεμαν τουτου του Συριου, ωστε να μη λαβη εκ της χειρος αυτου εκεινο το οποιον εφερε· πλην, ζη Κυριος, εγω θελω τρεξει κατοπιν αυτου και θελω λαβει τι παρ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 5:21" parsed="|2Kgs|5|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.21" />
<sup>21</sup>Και ετρεξεν ο Γιεζει κατοπιν του Νεεμαν. Και οτε ειδεν αυτον ο Νεεμαν τρεχοντα κατοπιν αυτου, επηδησεν εκ της αμαξης εις συναντησιν αυτου και ειπε, Καλως εχετε;
<scripture passage="2Kgs 5:22" parsed="|2Kgs|5|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.22" />
<sup>22</sup>Ο δε ειπε, Καλως· ο κυριος μου με απεστειλε, λεγων, Ιδου, ταυτην την ωραν ηλθον προς εμε, εκ του ορους Εφραιμ, δυο νεοι εκ των υιων των προφητων· δος εις αυτους, παρακαλω, εν ταλαντον αργυριου και δυο αλλαγας ενδυματων.
<scripture passage="2Kgs 5:23" parsed="|2Kgs|5|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Νεεμαν, Λαβε ευχαριστως δυο ταλαντα. Και εβιασεν αυτον, και εδωσε τα δυο ταλαντα του αργυριου εις δυο θυλακια, μετα δυο αλλαγων ενδυματων· και επεθεσεν αυτα εις δυο εκ των δουλων αυτου, και εβασταζον αυτα εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 5:24" parsed="|2Kgs|5|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.24" />
<sup>24</sup>Και οτε ηλθεν εις Οφηλ, ελαβεν αυτα εκ των χειρων αυτων και εφυλαξεν εν τω οικω· και απελυσε τους ανδρας, και ανεχωρησαν.
<scripture passage="2Kgs 5:25" parsed="|2Kgs|5|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.25" />
<sup>25</sup>Αυτος δε εισηλθε και εσταθη εμπροσθεν του κυριου αυτου. Και ειπε προς αυτον ο Ελισσαιε, Ποθεν, Γιεζει; Ο δε ειπεν, Ο δουλος σου δεν υπηγε πουποτε.
<scripture passage="2Kgs 5:26" parsed="|2Kgs|5|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.26" />
<sup>26</sup>Και ειπε προς αυτον, Δεν υπηγεν η καρδια μου μετα σου, οτε ο ανθρωπος επεστρεψεν απο της αμαξης αυτου εις συναντησιν σου; ειναι καιρος να λαβης αργυριον και να λαβης ιματια και ελαιωνας και αμπελωνας και προβατα και βοας και δουλους και δουλας;
<scripture passage="2Kgs 5:27" parsed="|2Kgs|5|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.5.27" />
<sup>27</sup>δια τουτο η λεπρα του Νεεμαν θελει κολληθη εις σε και εις το σπερμα σου εις τον αιωνα. Και εξηλθεν απ' εμπροσθεν αυτου λελεπρωμενος ως χιων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 6" progress="34.48%" prev="iiKgs.5" next="iiKgs.7" id="iiKgs.6">
<h3 id="iiKgs.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.6-p1">
<scripture passage="2Kgs 6:1" parsed="|2Kgs|6|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.1" />
<sup>1</sup>Και ειπον οι υιοι των προφητων προς τον Ελισσαιε, Ιδου τωρα, ο τοπος, εις τον οποιον ημεις κατοικουμεν ενωπιον σου, ειναι στενος δι' ημας·
<scripture passage="2Kgs 6:2" parsed="|2Kgs|6|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.2" />
<sup>2</sup>ας υπαγωμεν, παρακαλουμεν, εως του Ιορδανου, και εκειθεν ας λαβωμεν εκαστος μιαν δοκον, και ας καμωμεν εις εαυτους εκει τοπον, δια να κατοικωμεν εκει. Ο δε ειπεν, Υπαγετε.
<scripture passage="2Kgs 6:3" parsed="|2Kgs|6|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο εις, Ευαρεστηθητι, παρακαλω, να ελθης μετα των δουλων σου. Και ειπε, Θελω ελθει.
<scripture passage="2Kgs 6:4" parsed="|2Kgs|6|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγε μετ' αυτων. Και ελθοντες εις τον Ιορδανην, εκοπτον τα ξυλα.
<scripture passage="2Kgs 6:5" parsed="|2Kgs|6|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.5" />
<sup>5</sup>Ενω δε ο εις κατεβαλλε την δοκον, επεσε το σιδηριον εις το υδωρ· και εβοησε και ειπεν, Ω, κυριε· και τουτο ητο δανειον·
<scripture passage="2Kgs 6:6" parsed="|2Kgs|6|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.6" />
<sup>6</sup>ειπε δε ο ανθρωπος του Θεου, Που επεσε; Και εδειξε τον τοπον εις αυτον. Τοτε εκοψε σχιζαν ξυλου, και ερριψεν εκει· και το σιδηριον επεπλευσε.
<scripture passage="2Kgs 6:7" parsed="|2Kgs|6|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν, Αναλαβε προς σεαυτον. Και εκτεινας την χειρα αυτου, ελαβεν αυτο.
<scripture passage="2Kgs 6:8" parsed="|2Kgs|6|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.8" />
<sup>8</sup>Ο δε βασιλευς της Συριας επολεμει εναντιον του Ισραηλ, και συνεβουλευθη μετα των δουλων αυτου, λεγων, Εις τον δεινα και δεινα τοπον θελω στρατοπεδευσει.
<scripture passage="2Kgs 6:9" parsed="|2Kgs|6|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.9" />
<sup>9</sup>Και απεστειλεν ο ανθρωπος του Θεου προς τον βασιλεα του Ισραηλ, λεγων, Φυλαχθητι να μη περασης τον τοπον εκεινον, διοτι οι Συριοι στρατοπεδευουσιν εκει.
<scripture passage="2Kgs 6:10" parsed="|2Kgs|6|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.10" />
<sup>10</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς του Ισραηλ εις τον τοπον, τον οποιον ειπε προς αυτον ο ανθρωπος του Θεου και παρηγγειλε περι αυτου· και προεφυλαχθη εκειθεν ουχι απαξ ουδε δις.
<scripture passage="2Kgs 6:11" parsed="|2Kgs|6|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.11" />
<sup>11</sup>Και εταραχθη η καρδια του βασιλεως της Συριας δια το πραγμα τουτο· και συγκαλεσας τους δουλους αυτου, ειπε προς αυτους, Δεν θελετε με αναγγειλει, τις εξ ημων ειναι υπερ του βασιλεως του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 6:12" parsed="|2Kgs|6|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν εις εκ των δουλων αυτου, Ουδεις, κυριε μου βασιλευ· αλλ' ο Ελισσαιε ο προφητης, ο εν τω Ισραηλ, αναγγελλει προς τον βασιλεα του Ισραηλ τους λογους, τους οποιους λαλεις εν τω ταμειω του κοιτωνος σου.
<scripture passage="2Kgs 6:13" parsed="|2Kgs|6|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν, Υπαγετε και ιδετε που ειναι, δια να στειλω να συλλαβω αυτον. Και ανηγγειλαν προς αυτον, λεγοντες, Ιδου, ειναι εν Δωθαν.
<scripture passage="2Kgs 6:14" parsed="|2Kgs|6|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλεν εκει ιππους και αμαξας και στρατευμα μεγα, οιτινες, ελθοντες δια νυκτος, περιεκυκλωσαν την πολιν.
<scripture passage="2Kgs 6:15" parsed="|2Kgs|6|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.15" />
<sup>15</sup>Και οτε εξηγερθη το πρωι ο υπηρετης του ανθρωπου του Θεου και εξηλθεν, ιδου, στρατευμα ειχε περικυκλωμενην την πολιν με ιππους και αμαξας. Και ειπεν ο υπηρετης αυτου προς αυτον, Ω, κυριε, τι θελομεν καμει;
<scripture passage="2Kgs 6:16" parsed="|2Kgs|6|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπε, Μη φοβου· διοτι πλειοτεροι ειναι οι μεθ' ημων παρα τους μετ' αυτων.
<scripture passage="2Kgs 6:17" parsed="|2Kgs|6|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.17" />
<sup>17</sup>Και προσηυχηθη ο Ελισσαιε και ειπε, Κυριε, Ανοιξον, δεομαι, τους οφθαλμους αυτου, δια να ιδη. Και ηνοιξεν ο Κυριος τους οφθαλμους του υπηρετου, και ειδε· και ιδου, το ορος ητο πληρες ιππων και αμαξων πυρος περι τον Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 6:18" parsed="|2Kgs|6|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.18" />
<sup>18</sup>Και οτε κατεβησαν προς αυτον οι Συριοι, προσηυχηθη ο Ελισσαιε προς τον Κυριον και ειπε, Παταξον, δεομαι, τον λαον τουτον με αορασιαν. Και επαταξεν αυτους με αορασιαν, κατα τον λογον του Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 6:19" parsed="|2Kgs|6|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ελισσαιε, Δεν ειναι αυτη η οδος ουδε αυτη η πολις· ελθετε κατοπιν μου, και θελω σας φερει προς τον ανθρωπον, τον οποιον ζητειτε. Και εφερεν αυτους εις την Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Kgs 6:20" parsed="|2Kgs|6|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.20" />
<sup>20</sup>Και οτε ηλθον εις την Σαμαρειαν, ειπεν ο Ελισσαιε, Ανοιξον, Κυριε, τους οφθαλμους τουτων, δια να βλεπωσι. Και ηνοιξεν ο Κυριος τους οφθαλμους αυτων, και ειδον· και ιδου, ησαν εκ τω μεσω της Σαμαρειας.
<scripture passage="2Kgs 6:21" parsed="|2Kgs|6|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.21" />
<sup>21</sup>Και ως ειδεν αυτους ο βασιλευς του Ισραηλ, ειπε προς τον Ελισσαιε, Να παταξω, να παταξω, πατερ μου;
<scripture passage="2Kgs 6:22" parsed="|2Kgs|6|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.22" />
<sup>22</sup>Ο δε ειπε, Μη παταξης· ηθελες παταξει εκεινους, τους οποιους ηχμαλωτευσας δια της ρομφαιας σου και δια του τοξου σου; θες αρτον και υδωρ εμπροσθεν αυτων, και ας φαγωσι και ας πιωσι και ας απελθωσι προς τον κυριον αυτων.
<scripture passage="2Kgs 6:23" parsed="|2Kgs|6|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.23" />
<sup>23</sup>Και εθεσεν εμπροσθεν αυτων αφθονον τροφην· και αφου εφαγον και επιον, απεστειλεν αυτους, και ανεχωρησαν προς τον κυριον αυτων. Και δεν ηλθον πλεον τα ταγματα της Συριας εις την γην του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 6:24" parsed="|2Kgs|6|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.24" />
<sup>24</sup>Μετα δε ταυτα ο Βεν-αδαδ βασιλευς της Συριας συνηθροισεν απαν το στρατευμα αυτου, και ανεβη και επολιορκησε την Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Kgs 6:25" parsed="|2Kgs|6|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.25" />
<sup>25</sup>Εγεινε δε πεινα μεγαλη εν Σαμαρεια· και ιδου, επολιορκουν αυτην, εωσου κεφαλη ονου επωληθη δι' ογδοηκοντα αργυρια και το τεταρτον ενος καβου κοπρου περιστερων δια πεντε αργυρια.
<scripture passage="2Kgs 6:26" parsed="|2Kgs|6|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.26" />
<sup>26</sup>Και ενω διεβαινεν ο βασιλευς του Ισραηλ επι του τειχους, γυνη τις εβοησε προς αυτον, λεγουσα, Σωσον, κυριε μου βασιλευ.
<scripture passage="2Kgs 6:27" parsed="|2Kgs|6|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.27" />
<sup>27</sup>Ο δε ειπεν, Εαν ο Κυριος δεν σε σωση, ποθεν θελω σε σωσει εγω; μη εκ του αλωνιου η εκ του ληνου;
<scripture passage="2Kgs 6:28" parsed="|2Kgs|6|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Τι εχεις; Η δε ειπε, Η γυνη αυτη μοι ειπε, Δος τον υιον σου, δια να φαγωμεν αυτον σημερον, και αυριον θελομεν φαγει τον υιον μου·
<scripture passage="2Kgs 6:29" parsed="|2Kgs|6|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.29" />
<sup>29</sup>και εβρασαμεν τον υιον μου και εφαγομεν αυτον· ειπον δε προς αυτην την ακολουθον ημεραν, Δος τον υιον σου, δια να φαγωμεν αυτον· η δε εκρυψε τον υιον αυτης.
<scripture passage="2Kgs 6:30" parsed="|2Kgs|6|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.30" />
<sup>30</sup>Και ως ηκουσεν ο βασιλευς τους λογους της γυναικος, διερρηξε τα ιματια αυτου· και ενω διεβαινεν επι του τειχους, ο λαος ειδε, και ιδου, σακκος εσωθεν επι της σαρκος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 6:31" parsed="|2Kgs|6|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν, Ουτω να καμη εις εμε ο Θεος και ουτω να προσθεση, εαν η κεφαλη του Ελισσαιε υιου του Σαφατ σταθη επανω αυτου σημερον.
<scripture passage="2Kgs 6:32" parsed="|2Kgs|6|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Ελισσαιε εκαθητο εν τω οικω αυτου, και οι πρεσβυτεροι εκαθηντο μετ' αυτου· και απεστειλεν ο βασιλευς ανδρα απ' εμπροσθεν αυτου· πριν δε ελθη προς αυτον ο μηνυτης, αυτος ειπε προς τους πρεσβυτερους, Δεν βλεπετε οτι ουτος ο υιος του φονευτου εστειλε να αφαιρεση την κεφαλην μου; βλεπετε, καθως ελθη ο μηνυτης, κλεισατε την θυραν και εμποδισατε αυτον προς την θυραν· η φωνη των ποδων του κυριου αυτου δεν ειναι εξοπισθεν αυτου;
<scripture passage="2Kgs 6:33" parsed="|2Kgs|6|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.6.33" />
<sup>33</sup>Και ενω ετι ελαλει μετ' αυτων, ιδου, κατεβη προς αυτον ο μηνυτης· και ειπεν, Ιδου, παρα Κυριου ειναι το κακον τουτο· τι πλεον να ελπισω εις τον Κυριον;
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 7" progress="34.61%" prev="iiKgs.6" next="iiKgs.8" id="iiKgs.7">
<h3 id="iiKgs.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.7-p1">
<scripture passage="2Kgs 7:1" parsed="|2Kgs|7|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε ο Ελισσαιε, Ακουσατε τον λογον του Κυριου· Ουτω λεγει Κυριος· Αυριον, περι την ωραν ταυτην, εν μετρον σεμιδαλεως θελει πωληθη δι' ενα σικλον και δυο μετρα κριθης δι' ενα σικλον, εν τη πυλη της Σαμαρειας.
<scripture passage="2Kgs 7:2" parsed="|2Kgs|7|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.2" />
<sup>2</sup>Και απεκριθη προς τον ανθρωπον του Θεου ο αρχων, επι του οποιου την χειρα εστηριζετο ο βασιλευς, και ειπε, Και εαν ο Κυριος ηθελε καμει παραθυρα εις τον ουρανον, ηδυνατο το πραγμα τουτο να γεινη; Ο δε ειπεν, Ιδου, θελεις ιδει με τους οφθαλμους σου, δεν θελεις ομως φαγει εξ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 7:3" parsed="|2Kgs|7|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.3" />
<sup>3</sup>Ησαν δε τεσσαρες ανδρες λεπροι εν τη εισοδω της πυλης· και ειπον ο εις προς τον αλλον, Δια τι ημεις καθημεθα εδω εωσου αποθανωμεν;
<scripture passage="2Kgs 7:4" parsed="|2Kgs|7|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.4" />
<sup>4</sup>εαν ειπωμεν, να εισελθωμεν εις την πολιν, η πεινα ειναι εν τη πολει, και θελομεν αποθανει εκει· εαν δε καθημεθα εδω, παλιν θελομεν αποθανει· τωρα λοιπον ελθετε, και ας πεσωμεν εις το στρατοπεδον των Συριων· εαν αφησωσιν ημας ζωντας, θελομεν ζησει. και εαν θανατωσωσιν ημας, θελομεν αποθανει.
<scripture passage="2Kgs 7:5" parsed="|2Kgs|7|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.5" />
<sup>5</sup>Και εσηκωθησαν οτε εσκοταζε, δια να εισελθωσιν εις το στρατοπεδον των Συριων· και οτε ηλθον εως του ακρου του στρατοπεδου της Συριας, ιδου, δεν ητο ανθρωπος εκει.
<scripture passage="2Kgs 7:6" parsed="|2Kgs|7|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο Κυριος ειχε καμει να ακουσθη εν τω στρατοπεδω των Συριων κροτος αμαξων και κροτος ιππων, κροτος μεγαλου στρατευματος· και ειπον προς αλληλους, Ιδου, ο βασιλευς του Ισραηλ εμισθωσεν εναντιον ημων τους βασιλεις των Χετταιων και τους βασιλεις των Αιγυπτιων, δια να ελθωσιν εφ' ημας.
<scripture passage="2Kgs 7:7" parsed="|2Kgs|7|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.7" />
<sup>7</sup>Οθεν σηκωθεντες εφυγον εν τω σκοτει, και εγκατελιπον τας σκηνας αυτων και τους ιππους αυτων και τους ονους αυτων, το στρατοπεδον οπως ητο, και εφυγον δια την ζωην αυτων.
<scripture passage="2Kgs 7:8" parsed="|2Kgs|7|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.8" />
<sup>8</sup>Και οτε οι λεπροι ουτοι ηλθον εως του ακρου του στρατοπεδου, εισηλθον εις μιαν σκηνην και εφαγον και επιον, και λαβοντες εκειθεν αργυριον και χρυσιον και ιματια, υπηγαν και εκρυψαν αυτα· επιστρεψαντες δε εισηλθον εις αλλην σκηνην, και ελαβον αλλα εκειθεν και υπηγαν και εκρυψαν και ταυτα.
<scripture passage="2Kgs 7:9" parsed="|2Kgs|7|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ειπον προς αλληλους, Ημεις δεν καμνομεν καλα· η ημερα αυτη ειναι ημερα αγαθων αγγελιων, και αν ημεις σιωπωμεν και περιμενωμεν μεχρι του φωτος της αυγης, συμφορα τις θελει επελθει εφ' ημας· ελθετε λοιπον, και ας υπαγωμεν να αναγγειλωμεν ταυτα εις τον οικον του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 7:10" parsed="|2Kgs|7|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.10" />
<sup>10</sup>Ηλθον λοιπον και εβοησαν προς τους θυρωρους της πολεως· και ανηγγειλαν προς αυτους, λεγοντες, Ηλθομεν εις το στρατοπεδον των Συριων, και ιδου, δεν ητο εκει ανθρωπος ουδε φωνη ανθρωπου, ειμη ιπποι δεδεμενοι και ονοι δεδεμενοι και σκηναι καθως ευρισκοντο.
<scripture passage="2Kgs 7:11" parsed="|2Kgs|7|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.11" />
<sup>11</sup>Και εβοησαν οι θυρωροι και ανηγγειλαν τουτο ενδον εις τον οικον του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 7:12" parsed="|2Kgs|7|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.12" />
<sup>12</sup>Και σηκωθεις ο βασιλευς την νυκτα, ειπε προς τους δουλους αυτου, Τωρα θελω φανερωσει προς εσας τι εκαμον οι Συριοι εις ημας· εγνωρισαν οτι ειμεθα πεινασμενοι και εξηλθον εκ του στρατοπεδου, δια να κρυφθωσιν εν τοις αγροις, λεγοντες, Οταν εξελθωσιν εκ της πολεως, θελομεν συλλαβει αυτους ζωντας, και εις την πολιν θελομεν εισελθει.
<scripture passage="2Kgs 7:13" parsed="|2Kgs|7|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.13" />
<sup>13</sup>Αποκριθεις δε εις εκ των δουλων αυτου ειπεν, Ας λαβωσι, παρακαλω, πεντε εκ των υπολειπομενων ιππων, οιτινες απεμειναν εν τη πολει, ιδου, αυτοι ειναι καθως ειπαν το πληθος του Ισραηλ το εναπολειφθεν εν αυτη· ιδου, ειναι καθως απαν το πληθος των Ισραηλιτων οιτινες κατηναλωθησαν· και ας αποστειλωμεν δια να ιδωμεν.
<scripture passage="2Kgs 7:14" parsed="|2Kgs|7|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.14" />
<sup>14</sup>Ελαβον λοιπον δυο ζευγη ιππων και απεστειλεν ο βασιλευς οπισω του στρατοπεδου των Συριων, λεγων, Υπαγετε και ιδετε.
<scripture passage="2Kgs 7:15" parsed="|2Kgs|7|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.15" />
<sup>15</sup>Και υπηγαν οπισω αυτων εως του Ιορδανου· και ιδου, πασα η οδος πληρης ιματιων και σκευων, τα οποια οι Συριοι ειχον ριψει εκ της βιας αυτων. Και επιστρεψαντες οι μηνυται ανηγγειλαν τουτο προς τον βασιλεα.
<scripture passage="2Kgs 7:16" parsed="|2Kgs|7|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.16" />
<sup>16</sup>Και εξηλθεν ο λαος, και ηρπασαν το στρατοπεδον των Συριων. Και επωληθη εν μετρον σεμιδαλεως δι' ενα σικλον και δυο μετρα κριθης δι' ενα σικλον, κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 7:17" parsed="|2Kgs|7|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.17" />
<sup>17</sup>Και κατεστησεν ο βασιλευς επι της πυλης τον αρχοντα, επι του οποιου την χειρα εστηριζετο· και κατεπατησεν ο λαος αυτον εν τη πυλη, και απεθανε· καθως ελαλησεν ο ανθρωπος του Θεου, οστις ελαλησεν οτε ο βασιλευς κατεβη προς αυτον.
<scripture passage="2Kgs 7:18" parsed="|2Kgs|7|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.18" />
<sup>18</sup>Και, καθως ελαλησεν ο ανθρωπος του Θεου προς τον βασιλεα, λεγων, Δυο μετρα κριθης δι' ενα σικλον και εν μετρον σεμιδαλεως δι' ενα σικλον θελουσιν εισθαι αυριον, περι την ωραν ταυτην, εν τη πυλη της Σαμαρειας,
<scripture passage="2Kgs 7:19" parsed="|2Kgs|7|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.19" />
<sup>19</sup>ο δε αρχων απεκριθη προς τον ανθρωπον του Θεου και ειπε, Και αν τωρα ο Κυριος ηθελε καμει παραθυρα εις τον ουρανον, ηδυνατο τοιουτον πραγμα να γεινη; και εκεινος ειπεν, Ιδου, θελεις ιδει τουτο με τους οφθαλμους σου· αλλα δεν θελεις φαγει εξ αυτου,
<scripture passage="2Kgs 7:20" parsed="|2Kgs|7|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.7.20" />
<sup>20</sup>ουτω και εγεινεν εις αυτον· διοτι ο λαος κατεπατησεν αυτον εν τη πυλη, και απεθανε.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 8" progress="34.71%" prev="iiKgs.7" next="iiKgs.9" id="iiKgs.8">
<h3 id="iiKgs.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.8-p1">
<scripture passage="2Kgs 8:1" parsed="|2Kgs|8|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.1" />
<sup>1</sup>Και ελαλησεν ο Ελισσαιε προς την γυναικα, της οποιας ανεζωοποιησε τον υιον, λεγων, Σηκωθητι και υπαγε, συ και ο οικος σου, και παροικησον οπου αν δυνηθης να παροικησης· διοτι ο Κυριος εκαλεσε την πειναν, και θελει μαλιστα επελθει επι την γην επτα ετη.
<scripture passage="2Kgs 8:2" parsed="|2Kgs|8|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.2" />
<sup>2</sup>Και σηκωθεισα η γυνη, εκαμε κατα τον λογον του ανθρωπου του Θεου· και υπηγεν αυτη και ο οικος αυτης, και παρωκησεν εν τη γη των Φιλισταιων επτα ετη.
<scripture passage="2Kgs 8:3" parsed="|2Kgs|8|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.3" />
<sup>3</sup>Μετα δε το τελος των επτα ετων, επεστρεψεν η γυνη εκ της γης των Φιλισταιων· και εξηλθε να βοηση προς τον βασιλεα περι της οικιας αυτης και περι των αγρων αυτης.
<scripture passage="2Kgs 8:4" parsed="|2Kgs|8|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.4" />
<sup>4</sup>Και ελαλησεν ο βασιλευς προς τον Γιεζει, τον υπηρετην του ανθρωπου του Θεου, λεγων, Διηγηθητι μοι, παρακαλω, παντα τα μεγαλεια τα οποια εκαμεν ο Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 8:5" parsed="|2Kgs|8|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.5" />
<sup>5</sup>Και ενω διηγειτο προς τον βασιλεα πως ανεζωοποιησε τον νεκρον, ιδου, η γυνη, της οποιας τον υιον ειχεν αναζωοποιησει, εβοησε προς τον βασιλεα περι της οικιας αυτης και περι των αγρων αυτης. Και ειπεν ο Γιεζει, Κυριε μου βασιλευ, αυτη ειναι η γυνη και ουτος ο υιος αυτης, τον οποιον ανεζωοποιησεν ο Ελισσαιε.
<scripture passage="2Kgs 8:6" parsed="|2Kgs|8|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.6" />
<sup>6</sup>Και ηρωτησεν ο βασιλευς την γυναικα, και αυτη διηγηθη το πραγμα προς αυτον. Τοτε εδωκεν εις αυτην ο βασιλευς ευνουχον, λεγων, Επιστρεψον παντα τα πραγματα αυτης και παντα τα προιοντα των αγρων αυτης, αφ' ης ημερας αφηκε την γην μεχρι του νυν.
<scripture passage="2Kgs 8:7" parsed="|2Kgs|8|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.7" />
<sup>7</sup>Ο δε Ελισσαιε ηλθεν εις Δαμασκον. Και Βεν-αδαδ ο βασιλευς της Συριας ητο αρρωστος· και απηγγειλαν προς αυτον, λεγοντες, Ο ανθρωπος του Θεου ηλθεν εως εδω.
<scripture passage="2Kgs 8:8" parsed="|2Kgs|8|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Αζαηλ, Λαβε εις την χειρα σου δωρον και υπαγε εις συναντησιν του ανθρωπου του Θεου και ερωτησον δι' αυτου τον Κυριον, λεγων, Θελω αναλαβει εκ της αρρωστιας ταυτης;
<scripture passage="2Kgs 8:9" parsed="|2Kgs|8|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.9" />
<sup>9</sup>Και υπηγεν ο Αζαηλ εις συναντησιν αυτου, λαβων δωρον εις την χειρα αυτου και απο παντος αγαθου της Δαμασκου, τεσσαρακοντα καμηλων φορτιον· και ελθων εσταθη εμπροσθεν αυτου και ειπεν, Ο υιος σου Βεν-αδαδ, ο βασιλευς της Συριας, με απεστειλε προς σε, λεγων, Θελω αναλαβει εκ της αρρωστιας ταυτης;
<scripture passage="2Kgs 8:10" parsed="|2Kgs|8|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ελισσαιε, Υπαγε, ειπε προς αυτον, Ναι, θελεις αναλαβει πλην ο Κυριος εδειξεν εις εμε οτι εξαπαντος θελει αποθανει.
<scripture passage="2Kgs 8:11" parsed="|2Kgs|8|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.11" />
<sup>11</sup>Και εστησε το προσωπον αυτου ακινητον, εωσου ερυθριασε· και εκλαυσεν ο ανθρωπος του Θεου.
<scripture passage="2Kgs 8:12" parsed="|2Kgs|8|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Αζαηλ, Δια τι κλαιεις, κυριε μου; Ο δε απεκριθη, Διοτι εξευρω οσα κακα θελεις καμει εις τους υιους Ισραηλ· τα οχυρωματα αυτων θελεις παραδωσει εις πυρ, και τους νεους αυτων θελεις αποκτεινει εν ρομφαια, και τα νηπια αυτων θελεις συντριψει, και τας εγκυμονουσας αυτων θελεις διασχισει.
<scripture passage="2Kgs 8:13" parsed="|2Kgs|8|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Αζαηλ, Αλλα τι ειναι ο δουλος σου, ο κυων, ωστε να καμη το μεγα τουτο πραγμα; Και ειπεν ο Ελισσαιε, Ο Κυριος εδειξεν εις εμε, οτι συ θελεις βασιλευσει επι της Συριας.
<scripture passage="2Kgs 8:14" parsed="|2Kgs|8|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ανεχωρησεν απο του Ελισσαιε και ηλθε προς τον κυριον αυτου· ο δε ειπε προς αυτον, Τι σοι ειπεν ο Ελισσαιε; Και απεκριθη, Μοι ειπε, Ναι, θελεις αναλαβει.
<scripture passage="2Kgs 8:15" parsed="|2Kgs|8|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.15" />
<sup>15</sup>Την δε ακολουθον ημεραν ελαβε το σκεπασμα και εμβαψας εις υδωρ, εξηπλωσεν επι του προσωπου αυτου· και απεθανε· και αντ' αυτου εβασιλευσεν ο Αζαηλ.
<scripture passage="2Kgs 8:16" parsed="|2Kgs|8|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.16" />
<sup>16</sup>Εν δε τω πεμπτω ετει του Ιωραμ, υιου του Αχααβ βασιλεως του Ισραηλ, βασιλευοντος Ιωσαφατ επι του Ιουδα, εβασιλευσεν Ιωραμ, ο υιος του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 8:17" parsed="|2Kgs|8|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.17" />
<sup>17</sup>Τριακοντα δυο ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε οκτω ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 8:18" parsed="|2Kgs|8|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.18" />
<sup>18</sup>Και περιεπατησεν εν τη οδω των βασιλεων του Ισραηλ, καθως επραξεν ο οικος του Αχααβ· διοτι η θυγατηρ του Αχααβ ητο γυνη αυτου· και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 8:19" parsed="|2Kgs|8|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' ο Κυριος δεν ηθελησε να εξολοθρευση τον Ιουδαν, χαριν Δαβιδ του δουλου αυτου, καθως ειπε προς αυτον οτι θελει δωσει εις αυτον λυχνον και εις τους υιους αυτου εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Kgs 8:20" parsed="|2Kgs|8|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.20" />
<sup>20</sup>Εν ταις ημεραις αυτου απεστατησεν ο Εδωμ απο της υποταγης του Ιουδα, και κατεστησαν βασιλεα εφ' εαυτων.
<scripture passage="2Kgs 8:21" parsed="|2Kgs|8|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.21" />
<sup>21</sup>Οθεν διεβη ο Ιωραμ εις Σαειρ, και πασαι αι αμαξαι μετ' αυτου· και σηκωθεις δια νυκτος, επαταξε τους Ιδουμαιους τους κυκλω αυτου και τους αμαξαρχας· ο δε λαος εφυγον εις τας σκηνας αυτων.
<scripture passage="2Kgs 8:22" parsed="|2Kgs|8|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.22" />
<sup>22</sup>Πλην ο Εδωμ απεστατησεν απο της υποταγης του Ιουδα, εως της ημερας ταυτης. Τοτε κατα τον αυτον καιρον απεστατησεν η Λιβνα.
<scripture passage="2Kgs 8:23" parsed="|2Kgs|8|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.23" />
<sup>23</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωραμ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 8:24" parsed="|2Kgs|8|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.24" />
<sup>24</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωραμ μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν τη πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Οχοζιας ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 8:25" parsed="|2Kgs|8|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.25" />
<sup>25</sup>Εν τω δωδεκατω ετει του Ιωραμ, υιου του Αχααβ βασιλεως του Ισραηλ, εβασιλευσεν Οχοζιας, ο υιος του Ιωραμ βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 8:26" parsed="|2Kgs|8|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.26" />
<sup>26</sup>Εικοσιδυο ετων ηλικιας ητο ο Οχοζιας οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε εν ετος εν Ιερουσαλημ. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Γοθολια, θυγατηρ του Αμρι, βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 8:27" parsed="|2Kgs|8|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.27" />
<sup>27</sup>Και περιεπατησεν εν τη οδω του οικου του Αχααβ, και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, καθως ο οικος του Αχααβ· διοτι ητο γαμβρος του οικου του Αχααβ.
<scripture passage="2Kgs 8:28" parsed="|2Kgs|8|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.28" />
<sup>28</sup>Και υπηγε μετα του Ιωραμ υιου του Αχααβ εις πολεμον εναντιον του Αζαηλ βασιλεως της Συριας εις Ραμωθ-γαλααδ· και ετραυματισαν οι Συριοι τον Ιωραμ.
<scripture passage="2Kgs 8:29" parsed="|2Kgs|8|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.8.29" />
<sup>29</sup>Και επεστρεψεν ο βασιλευς Ιωραμ δια να ιατρευθη εν Ιεζραελ απο των τραυματων, τα οποια οι Συριοι εκαμον εις αυτον εν Ραμα, οτε επολεμει εναντιον του Αζαηλ βασιλεως της Συριας. Οχοζιας δε ο υιος του Ιωραμ, βασιλευς του Ιουδα, κατεβη δια να ιδη τον Ιωραμ υιον του Αχααβ εν Ιεζραελ, διοτι ητο αρρωστος.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 9" progress="34.83%" prev="iiKgs.8" next="iiKgs.10" id="iiKgs.9">
<h3 id="iiKgs.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.9-p1">
<scripture passage="2Kgs 9:1" parsed="|2Kgs|9|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.1" />
<sup>1</sup>Ελισσαιε δε ο προφητης εκαλεσεν ενα εκ των υιων των προφητων και ειπε προς αυτον, Περιζωσον την οσφυν σου και λαβε εις την χειρα σου την φιαλην ταυτην του ελαιου και υπαγε εις Ραμωθ-γαλααδ·
<scripture passage="2Kgs 9:2" parsed="|2Kgs|9|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.2" />
<sup>2</sup>και οταν εισελθης εκει, θελεις ιδει εκει τον Ιηου, υιον του Ιωσαφατ, υιου του Νιμσι· και θελεις εισελθει και σηκωσει αυτον εκ μεσου των αδελφων αυτου και θελεις εισαγαγει αυτον εις το ενδοτερον δωματιον·
<scripture passage="2Kgs 9:3" parsed="|2Kgs|9|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.3" />
<sup>3</sup>και λαβων την φιαλην του ελαιου, θελεις επιχεει επι την κεφαλην αυτου και ειπει, Ουτω λεγει Κυριος· Σε εχρισα βασιλεα επι τον Ισραηλ· τοτε ανοιξας την θυραν, φυγε και μη μεινης.
<scripture passage="2Kgs 9:4" parsed="|2Kgs|9|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγεν ο νεος, ο νεος ο προφητης, εις Ραμωθ-γαλααδ.
<scripture passage="2Kgs 9:5" parsed="|2Kgs|9|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηλθεν, ιδου, οι αρχοντες του στρατευματος εκαθηντο· και ειπεν, Εχω λογον προς σε, ω αρχων. Και ο Ιηου ειπε, προς τινα εκ παντων ημων; Ο δε ειπε, προς σε, ω αρχων.
<scripture passage="2Kgs 9:6" parsed="|2Kgs|9|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.6" />
<sup>6</sup>Και σηκωθεις εισηλθεν εις τον οικον· και επεχεε το ελαιον επι την κεφαλην αυτου και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Σε εχρισα βασιλεα επι τον λαον του Κυριου, επι τον Ισραηλ·
<scripture passage="2Kgs 9:7" parsed="|2Kgs|9|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.7" />
<sup>7</sup>και θελεις παταξει τον οικον του Αχααβ του κυριου σου, δια να εκδικησω τα αιματα των δουλων μου των προφητων και τα αιματα παντων των δουλων του Κυριου, εκ χειρος της Ιεζαβελ·
<scripture passage="2Kgs 9:8" parsed="|2Kgs|9|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.8" />
<sup>8</sup>διοτι πας ο οικος του Αχααβ θελει εξολοθρευθη· και θελω αφανισει εκ του Αχααβ τον ουρουντα εις τον τοιχον και τον κεκλεισμενον και τον αφειμενον εν τω Ισραηλ·
<scripture passage="2Kgs 9:9" parsed="|2Kgs|9|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.9" />
<sup>9</sup>και θελω καταστησει τον οικον του Αχααβ ως τον οικον του Ιεροβοαμ, υιου του Ναβατ, και ως τον οικον του Βαασα, υιου του Αχια·
<scripture passage="2Kgs 9:10" parsed="|2Kgs|9|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.10" />
<sup>10</sup>και την Ιεζαβελ οι κυνες θελουσι καταφαγει εν τω αγρω της Ιεζραελ, και δεν θελει εισθαι ο θαπτων αυτην. Και ανοιξας την θυραν, εφυγε.
<scripture passage="2Kgs 9:11" parsed="|2Kgs|9|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.11" />
<sup>11</sup>Και εξηλθεν ο Ιηου προς τους δουλους του κυριου αυτου· και ειπε τις προς αυτον, Ειρηνη; δια τι ηλθε προς σε ο παραφρων ουτος; Ο δε ειπε προς αυτους, Σεις γνωριζετε τον ανθρωπον και το λεγειν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 9:12" parsed="|2Kgs|9|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.12" />
<sup>12</sup>Και ειπον, Ψευδες ειναι· ειπε εις ημας, παρακαλουμεν. Ο δε ειπεν, Ουτω και ουτως ελαλησε προς εμε, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· σε εχρισα βασιλεα επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 9:13" parsed="|2Kgs|9|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.13" />
<sup>13</sup>Τοτε εσπευσαν, και λαβοντες εκαστος το ιματιον αυτου, εβαλον υπ' αυτον επι του υψηλοτερου αναβαθμου· και εσαλπισαν εν σαλπιγγι, λεγοντες, Εβασιλευσεν ο Ιηου.
<scripture passage="2Kgs 9:14" parsed="|2Kgs|9|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.14" />
<sup>14</sup>Και ο Ιηου, ο υιος του Ιωσαφατ, υιου του Νιμσι, εκαμε συνωμοσιαν κατα του Ιωραμ. Ο δε Ιωραμ εφυλαττετο εν Ραμωθ-γαλααδ, αυτος και απας ο Ισραηλ, απο προσωπου του Αζαηλ, βασιλεως της Συριας.
<scripture passage="2Kgs 9:15" parsed="|2Kgs|9|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.15" />
<sup>15</sup>Ειχε δε επιστρεψει ο βασιλευς Ιωραμ δια να ιατρευθη εν Ιεζραελ απο των τραυματων, τα οποια οι Συριοι εκαμον εις αυτον, οτε επολεμει εναντιον του Αζαηλ βασιλεως της Συριας. Και ειπεν ο Ιηου· Εαν ηναι η γνωμη σας, ας μη εξελθη μηδεις φευγων εκ της πολεως, δια να υπαγη να απαγγειλη τουτο εν Ιεζραελ.
<scripture passage="2Kgs 9:16" parsed="|2Kgs|9|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.16" />
<sup>16</sup>Και ιππευσας ο Ιηου, υπηγεν εις Ιεζραελ· διοτι ο Ιωραμ εκοιτετο εκει. Και Οχοζιας ο βασιλευς του Ιουδα ειχε καταβη να ιδη τον Ιωραμ.
<scripture passage="2Kgs 9:17" parsed="|2Kgs|9|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.17" />
<sup>17</sup>Ιστατο δε ο σκοπος επι του πυργου εν Ιεζραηλ και, ιδων την συνοδιαν του Ιηου ερχομενου, ειπε, Συνοδιαν βλεπω. Και ειπεν ο Ιωραμ· Λαβε επιβατην και πεμψον εις συναντησιν αυτων· και ας ερωτηση, Ειρηνη;
<scripture passage="2Kgs 9:18" parsed="|2Kgs|9|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.18" />
<sup>18</sup>Υπηγε λοιπον επιβατης ιππου εις συναντησιν αυτου και ειπεν, Ουτω λεγει ο βασιλευς· Ειρηνη; Και ειπεν ο Ιηου, Τι σε μελει περι ειρηνης; στρεψον οπισω μου. Και ο σκοπος απηγγειλε, λεγων, Ο μηνυτης ηλθε μεχρις αυτων και δεν επεστρεψε.
<scripture passage="2Kgs 9:19" parsed="|2Kgs|9|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.19" />
<sup>19</sup>Και απεστειλε δευτερον επιβατην ιππου· οστις, ελθων προς αυτους, ειπεν, Ουτω λεγει ο βασιλευς· Ειρηνη; Και απεκριθη ο Ιηου, Τι σε μελει περι ειρηνης; στρεψον οπισω μου.
<scripture passage="2Kgs 9:20" parsed="|2Kgs|9|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.20" />
<sup>20</sup>Και απηγγειλεν ο σκοπος, λεγων, Ηλθε μεχρις αυτων και δεν επεστρεψεν· η δε πορεια ειναι ως η πορεια του Ιηου υιου του Νιμσι· διοτι οδευει μανιωδως.
<scripture passage="2Kgs 9:21" parsed="|2Kgs|9|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.21" />
<sup>21</sup>Και ειπεν ο Ιωραμ, Ζευξατε. Και εζευξαν την αμαξαν αυτου. Και εξηλθον Ιωραμ ο βασιλευς του Ισραηλ και Οχοζιας ο βασιλευς του Ιουδα, εκαστος εν τη αμαξη αυτου, και υπηγαν εις συναντησιν του Ιηου, και ευρον αυτον εν τω αγρω Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου.
<scripture passage="2Kgs 9:22" parsed="|2Kgs|9|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.22" />
<sup>22</sup>Και ως ειδεν ο Ιωραμ τον Ιηου, ειπεν, Ειρηνη, Ιηου; Ο δε απεκριθη, Τι ειρηνη, ενοσω πληθυνονται αι πορνειαι της Ιεζαβελ της μητρος σου και αι μαγειαι αυτης;
<scripture passage="2Kgs 9:23" parsed="|2Kgs|9|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.23" />
<sup>23</sup>Και εστρεψεν ο Ιωραμ τας χειρας αυτου και εφυγε, λεγων προς τον Οχοζιαν, Δολος, Οχοζια.
<scripture passage="2Kgs 9:24" parsed="|2Kgs|9|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.24" />
<sup>24</sup>Και δραξας ο Ιηου το τοξον αυτου, επαταξε τον Ιωραμ μεταξυ των βραχιονων αυτου· και το βελος εξηλθε δια της καρδιας αυτου. Ο δε εκαμφθη εν τη αμαξη αυτου.
<scripture passage="2Kgs 9:25" parsed="|2Kgs|9|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο Ιηου προς τον Βιδκαρ, τον στρατηγον αυτου· Λαβε και ριψον αυτον εις την μεριδα του αγρου του Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου· διοτι ενθυμηθητι, οτε εγω και συ επορευομεθα εφιπποι οπισω Αχααβ του πατρος αυτου, οτι ο Κυριος επροφερε κατ' αυτου την αποφασιν ταυτην·
<scripture passage="2Kgs 9:26" parsed="|2Kgs|9|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.26" />
<sup>26</sup>Ναι, ειδον χθες τα αιματα του Ναβουθαι και τα αιματα των υιων αυτου, λεγει Κυριος· και θελω καμει εις σε ανταποδοσιν εν τη μεριδι ταυτη, λεγει Κυριος·-τωρα λοιπον σηκωσον και ριψον αυτον εις την μεριδα ταυτην κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 9:27" parsed="|2Kgs|9|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.27" />
<sup>27</sup>Ο δε Οχοζιας βασιλευς του Ιουδα, ως ειδε τουτο, εφυγε δια της οδου της οικιας του κηπου. Και κατεδιωξεν οπισω αυτου ο Ιηου και ειπε, Παταξατε και τουτον εν τη αμαξη αυτου. Και εκαμον ουτω, κατα την αναβασιν Γουρ, πλησιον του Ιβλεαμ. Και εφυγεν εις Μεγιδδω και εκει απεθανε.
<scripture passage="2Kgs 9:28" parsed="|2Kgs|9|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.28" />
<sup>28</sup>Και εφεραν αυτον οι δουλοι αυτου επι αμαξης εις Ιερουσαλημ, και εθαψαν αυτον εν τω ταφω αυτου, μετα των πατερων αυτου, εν τη πολει Δαβιδ.
<scripture passage="2Kgs 9:29" parsed="|2Kgs|9|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.29" />
<sup>29</sup>Εβασιλευσε δε ο Οχοζιας επι Ιουδα κατα το ενδεκατον ετος του Ιωραμ υιου του Αχααβ.
<scripture passage="2Kgs 9:30" parsed="|2Kgs|9|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.30" />
<sup>30</sup>Και ηλθεν ο Ιηου εις Ιεζραελ, και ακουσασα η Ιεζαβελ, εβαψε τους οφθαλμους αυτης και εκαλλωπισε την κεφαλην αυτης και διεκυψε δια του παραθυρου.
<scripture passage="2Kgs 9:31" parsed="|2Kgs|9|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.31" />
<sup>31</sup>Και, ενω εισηρχετο εις την πυλην ο Ιηου, ειπεν, Ευτυχησεν ο Ζιμβρι, ο φονευσας τον κυριον αυτου;
<scripture passage="2Kgs 9:32" parsed="|2Kgs|9|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.32" />
<sup>32</sup>Ο δε, υψωσας το προσωπον αυτου προς το παραθυρον, ειπε, Τις ειναι μετ' εμου; τις; Και εκυψαν προς αυτον δυο τρεις ευνουχοι.
<scripture passage="2Kgs 9:33" parsed="|2Kgs|9|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.33" />
<sup>33</sup>Και ειπε, Ριψατε αυτην κατω. Και ερριψαν αυτην κατω, και ερραντισθη εκ του αιματος αυτης προς τον τοιχον και προς τους ιππους· και κατεπατησεν αυτην.
<scripture passage="2Kgs 9:34" parsed="|2Kgs|9|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.34" />
<sup>34</sup>Και αφου εισηλθε και εφαγε και επιεν, ειπεν, Υπαγετε να ιδητε τωρα την κατηραμενην ταυτην, και θαψατε αυτην· διοτι ειναι θυγατηρ βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 9:35" parsed="|2Kgs|9|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.35" />
<sup>35</sup>Και υπηγαν δια να θαψωσιν αυτην· πλην δεν ευρηκαν εις αυτην παρα το κρανιον και τους ποδας και τας παλαμας των χειρων.
<scripture passage="2Kgs 9:36" parsed="|2Kgs|9|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.36" />
<sup>36</sup>Και επιστρεψαντες απηγγειλαν προς αυτον. Ο δε ειπεν, Ουτος ειναι ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του δουλου αυτου Ηλια του Θεσβιτου, λεγων, Εν τη μεριδι της Ιεζραελ θελουσι καταφαγει οι κυνες τας σαρκας της Ιεζαβελ·
<scripture passage="2Kgs 9:37" parsed="|2Kgs|9|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.9.37" />
<sup>37</sup>και το πτωμα της Ιεζαβελ θελει εισθαι ως κοπρια επι προσωπου του αγρου εν τη μεριδι Ιεζραελ, ωστε να μη ειπωσιν, Αυτη ειναι η Ιεζαβελ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 10" progress="34.98%" prev="iiKgs.9" next="iiKgs.11" id="iiKgs.10">
<h3 id="iiKgs.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.10-p1">
<scripture passage="2Kgs 10:1" parsed="|2Kgs|10|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.1" />
<sup>1</sup>Ειχε δε ο Αχααβ εβδομηκοντα υιους εν Σαμαρεια. Και εγραψεν ο Ιηου επιστολας, και απεστειλεν εις την Σαμαρειαν προς τους αρχοντας της Ιεζραελ, προς τους πρεσβυτερους και προς τους παιδοτροφους του Αχααβ, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 10:2" parsed="|2Kgs|10|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.2" />
<sup>2</sup>Τωρα, καθως φθαση προς εσας η επιστολη αυτη, επειδη εχετε τους υιους του κυριου σας και εχετε τας αμαξας και τους ιππους και πολιν οχυραν και οπλα,
<scripture passage="2Kgs 10:3" parsed="|2Kgs|10|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.3" />
<sup>3</sup>ιδετε ποιος ειναι ο καλητερος και αρεστοτερος μεταξυ των υιων του κυριου σας, και καταστησατε αυτον επι του θρονου του πατρος αυτου και πολεμειτε υπερ του οικου του κυριου σας.
<scripture passage="2Kgs 10:4" parsed="|2Kgs|10|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.4" />
<sup>4</sup>Εκεινοι ομως εφοβηθησαν σφοδρα και ειπον, Ιδου, δυο βασιλεις δεν εσταθησαν κατα προσωπον αυτου· και πως ημεις θελομεν σταθη;
<scripture passage="2Kgs 10:5" parsed="|2Kgs|10|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.5" />
<sup>5</sup>Και απεστειλαν προς τον Ιηου ο επιστατης του οικου και ο επιστατης της πολεως και οι πρεσβυτεροι και οι παιδοτροφοι, λεγοντες, Ημεις ειμεθα δουλοι σου και θελομεν καμει παν ο, τι μας ειπης· δεν θελομεν καμει ουδενα βασιλεα· καμε ο, τι ειναι αρεστον εις τους οφθαλμους σου.
<scripture passage="2Kgs 10:6" parsed="|2Kgs|10|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.6" />
<sup>6</sup>Τοτε εγραψε προς αυτους επιστολην δευτεραν, λεγων, Εαν ησθε εμου και εισακουητε της φωνης μου, λαβετε τας κεφαλας των ανθρωπων, των υιων του κυριου σας, και ελθετε προς εμε εις Ιεζραελ αυριον την ωραν ταυτην· οι δε υιοι του βασιλεως, εβδομηκοντα ανθρωποι, ησαν μετα των μεγαλων της πολεως, οιτινες ανετρεφον αυτους.
<scripture passage="2Kgs 10:7" parsed="|2Kgs|10|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.7" />
<sup>7</sup>Και καθως εφθασεν η επιστολη προς αυτους, λαβοντες τους υιους του βασιλεως, εσφαξαν εβδομηκοντα ανθρωπους και εβαλον τας κεφαλας αυτων εις καλαθια και εστειλαν προς αυτον εις Ιεζραελ.
<scripture passage="2Kgs 10:8" parsed="|2Kgs|10|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.8" />
<sup>8</sup>Και ηλθεν ο μηνυτης και ανηγγειλε προς αυτον, λεγων, Εφεραν τας κεφαλας των υιων του βασιλεως. Και ειπε, Βαλετε αυτας κατα δυο σωρους, εν τη εισοδω της πυλης, εως πρωι.
<scripture passage="2Kgs 10:9" parsed="|2Kgs|10|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.9" />
<sup>9</sup>Και το πρωι εξηλθε και σταθεις ειπε προς παντα τον λαον, Σεις εισθε δικαιοι· ιδου, εγω συνωμοσα εναντιον του κυριου μου και εθανατωσα αυτον· αλλα παντας τουτους τις επαταξε;
<scripture passage="2Kgs 10:10" parsed="|2Kgs|10|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.10" />
<sup>10</sup>γνωρισατε τωρα, οτι δεν θελει πεσει εις την γην ουδεν εκ του λογου του Κυριου, τον οποιον ελαλησεν ο Κυριος κατα του οικου του Αχααβ· διοτι εξετελεσεν ο Κυριος οσα ελαλησε δια του δουλου αυτου Ηλια.
<scripture passage="2Kgs 10:11" parsed="|2Kgs|10|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.11" />
<sup>11</sup>Και επαταξεν ο Ιηου παντας τους εναπολειφθεντας εκ του οικου του Αχααβ εν Ιεζραελ, και παντας τους μεγαλους αυτου και τους οικειους αυτου και τους ιερεις αυτου, ωστε δεν αφηκεν εις αυτον υπολοιπον.
<scripture passage="2Kgs 10:12" parsed="|2Kgs|10|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.12" />
<sup>12</sup>Επειτα σηκωθεις ανεχωρησε και ηλθεν εις Σαμαρειαν. Και εν τη οδω, ενω ητο πλησιον τινος μανδρας ποιμενων,
<scripture passage="2Kgs 10:13" parsed="|2Kgs|10|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.13" />
<sup>13</sup>ευρηκεν ο Ιηου τους αδελφους του Οχοζιου βασιλεως του Ιουδα και ειπε, Τινες εισθε; Οι δε ειπον, Ειμεθα οι αδελφοι του Οχοζιου, και καταβαινομεν να χαιρετησωμεν τους υιους του βασιλεως και τους υιους της βασιλισσης.
<scripture passage="2Kgs 10:14" parsed="|2Kgs|10|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε, Συλλαβετε αυτους ζωντας. Και συνελαβον αυτους ζωντας και εσφαξαν αυτους πλησιον του φρεατος της μανδρας, τεσσαρακοντα δυο ανθρωπους· δεν αφηκαν ουδε ενα εξ αυτων.
<scripture passage="2Kgs 10:15" parsed="|2Kgs|10|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.15" />
<sup>15</sup>Και αναχωρησας εκειθεν, ευρηκε τον Ιωναδαβ υιον του Ρηχαβ, ερχομενον εις συναντησιν αυτου· και εχαιρετησεν αυτον και ειπε προς αυτον, Η καρδια σου ειναι ευθεια, καθως η καρδια μου μετα της καρδιας σου; Και απεκριθη ο Ιωναδαβ, Ειναι. Εαν ναι, δος την χειρα σου. Και εδωκε την χειρα αυτου· και ανεβιβασεν αυτον προς εαυτον επι την αμαξαν.
<scripture passage="2Kgs 10:16" parsed="|2Kgs|10|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν, Ελθε μετ' εμου και ιδε τον ζηλον μου υπερ του Κυριου. Και επεβιβασαν αυτον εις την αμαξαν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 10:17" parsed="|2Kgs|10|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.17" />
<sup>17</sup>Και οτε ηλθεν εις Σαμαρειαν, επαταξε παντας τους εναπολειφθεντας εκ του Αχααβ εν Σαμαρεια, εωσου ηφανισεν αυτον, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε προς τον Ηλιαν.
<scripture passage="2Kgs 10:18" parsed="|2Kgs|10|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.18" />
<sup>18</sup>Τοτε συνηθροισεν ο Ιηου παντα τον λαον και ειπε προς αυτους, Ο Αχααβ εδουλευσε τον Βααλ ολιγον· ο Ιηου θελει δουλευσει αυτον πολυ·
<scripture passage="2Kgs 10:19" parsed="|2Kgs|10|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.19" />
<sup>19</sup>τωρα λοιπον καλεσατε προς εμε παντας τους προφητας του Βααλ, παντας τους λατρευτας αυτου και παντας τους ιερεις αυτου· ας μη λειψη μηδεις· διοτι εχω θυσιαν μεγαλην εις τον Βααλ· πας οστις λειψη, δεν θελει ζησει. Πλην ο Ιηου επραξε τουτο δολιως, επι σκοπω να εξολοθρευση τους λατρευτας του Βααλ.
<scripture passage="2Kgs 10:20" parsed="|2Kgs|10|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Ιηου, Κηρυξατε πανηγυριν δια τον Βααλ. Και εκηρυξαν.
<scripture passage="2Kgs 10:21" parsed="|2Kgs|10|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.21" />
<sup>21</sup>Και επεμψεν ο Ιηου προς παντα τον Ισραηλ· και ηλθον παντες οι λατρευται του Βααλ· και δεν εμεινεν ουδεις, οστις δεν ηλθε. Και ηλθον εις τον οικον του Βααλ· και επλησθη ο οικος του Βααλ, στομα εις στομα.
<scripture passage="2Kgs 10:22" parsed="|2Kgs|10|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.22" />
<sup>22</sup>Και ειπε προς τον ιματιοφυλακα, Εξαγαγε ιματια δια παντας τους λατρευτας του Βααλ. Και εξηγαγεν εις αυτους τα ιματια.
<scripture passage="2Kgs 10:23" parsed="|2Kgs|10|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.23" />
<sup>23</sup>Και εισηλθεν ο Ιηου και ο Ιωναδαβ ο υιος του Ρηχαβ εις τον οικον του Βααλ· και ειπε προς τους λατρευτας του Βααλ, Ερευνησατε και ιδετε να μη ηναι εδω με σας μηδεις εκ των δουλων του Κυριου, αλλα μονον οι λατρευται του Βααλ.
<scripture passage="2Kgs 10:24" parsed="|2Kgs|10|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.24" />
<sup>24</sup>Και οτε εισηλθον δια να προσφερωσι θυσιας και ολοκαυτωματα, ο Ιηου διεταξεν εξω ογδοηκοντα ανδρας και ειπεν, Οστις αφηση να διασωθη τις εκ των ανθρωπων, τους οποιους εγω εφερα εις τας χειρας σας, η ζωη αυτου θελει εισθαι αντι της ζωης εκεινου.
<scripture passage="2Kgs 10:25" parsed="|2Kgs|10|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.25" />
<sup>25</sup>Και ως ετελειωσε προσφερων το ολοκαυτωμα, ειπεν ο Ιηου προς τους δορυφορους και προς τους ταγματαρχας, Εισελθετε, παταξατε αυτους· μηδεις ας μη εξελθη. Και επαταξαν αυτους οι δορυφοροι και οι ταγματαρχαι εν στοματι μαχαιρας και ερριψαν εξω· και υπηγαν εως της πολεως του οικου του Βααλ.
<scripture passage="2Kgs 10:26" parsed="|2Kgs|10|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.26" />
<sup>26</sup>Και εξεβαλον τα ειδωλα του οικου του Βααλ και κατεκαυσαν αυτα.
<scripture passage="2Kgs 10:27" parsed="|2Kgs|10|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.27" />
<sup>27</sup>Και κατεσυντριψαν το ειδωλον του Βααλ και κατεκρημνισαν τον οικον του Βααλ, και εκαμον αυτον κοπρωνα εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 10:28" parsed="|2Kgs|10|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.28" />
<sup>28</sup>Ουτως ηφανισεν ο Ιηου τον Βααλ εκ του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 10:29" parsed="|2Kgs|10|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.29" />
<sup>29</sup>Πλην δεν απεμακρυνθη ο Ιηου απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση, απο των χρυσων μοσχων των εν Βαιθηλ και των εν Δαν.
<scripture passage="2Kgs 10:30" parsed="|2Kgs|10|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.30" />
<sup>30</sup>Και ειπε Κυριος προς τον Ιηου, Επειδη επραξας καλως εκτελεσας το αρεστον εις τους οφθαλμους μου, και εκαμες εις τον οικον του Αχααβ κατα παντα οσα ησαν εν τη καρδια μου, οι υιοι σου μεχρι της τεταρτης γενεας θελουσι καθισει επι του θρονου του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 10:31" parsed="|2Kgs|10|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.31" />
<sup>31</sup>Και δεν επροσεξεν ο Ιηου να περιπατη εξ ολης της καρδιας αυτου εν τω νομω Κυριου του Θεου του Ισραηλ· δεν απεμακρυνθη απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 10:32" parsed="|2Kgs|10|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.32" />
<sup>32</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις ηρχισεν ο Κυριος να κολοβονη τον Ισραηλ· και επαταξεν αυτους ο Αζαηλ εις παντα τα ορια του Ισραηλ·
<scripture passage="2Kgs 10:33" parsed="|2Kgs|10|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.33" />
<sup>33</sup>απο Ιορδανου, προς ανατολας ηλιου, πασαν την γην Γαλααδ, τους Γαδιτας και τους Ρουβηνιτας και τους Μανασσιτας απο Αροηρ, της επι του χειμαρρου Αρνων, την τε Γαλααδ και την Βασαν.
<scripture passage="2Kgs 10:34" parsed="|2Kgs|10|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.34" />
<sup>34</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιηου και παντα οσα επραξε και παντα τα κατορθωματα αυτου, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 10:35" parsed="|2Kgs|10|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.35" />
<sup>35</sup>Και εκοιμηθη ο Ιηου μετα των πατερων αυτου· και εθαψαν αυτον εν Σαμαρεια. Εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωαχαζ ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 10:36" parsed="|2Kgs|10|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.10.36" />
<sup>36</sup>Και ο καιρος, καθ' ον ο Ιηου εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, ητο εικοσιοκτω ετη.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 11" progress="35.13%" prev="iiKgs.10" next="iiKgs.12" id="iiKgs.11">
<h3 id="iiKgs.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.11-p1">
<scripture passage="2Kgs 11:1" parsed="|2Kgs|11|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.1" />
<sup>1</sup>Γοθολια δε, η μητηρ του Οχοζιου, ιδουσα οτι απεθανεν ο υιος αυτης, εσηκωθη και ηφανισε παν το βασιλικον σπερμα.
<scripture passage="2Kgs 11:2" parsed="|2Kgs|11|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.2" />
<sup>2</sup>Ιωσαβεε ομως, η θυγατηρ του βασιλεως Ιωραμ, αδελφη του Οχοζιου, λαβουσα τον Ιωας υιον του Οχοζιου, εκλεψεν αυτον εκ μεσου των υιων του βασιλεως των θανατουμενων, αυτον και την τροφον αυτου, και εβαλεν εν τω ταμειω του κοιτωνος, και εκρυψαν αυτον απο προσωπου της Γοθολιας, και δεν εθανατωθη.
<scripture passage="2Kgs 11:3" parsed="|2Kgs|11|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.3" />
<sup>3</sup>Και ητο μετ' αυτης εν τω οικω του Κυριου κρυπτομενος εξ ετη. Η δε Γοθολια εβασιλευεν επι της γης.
<scripture passage="2Kgs 11:4" parsed="|2Kgs|11|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.4" />
<sup>4</sup>Εν δε τω εβδομω ετει ο Ιωδαε απεστειλε και λαβων τους εκατονταρχους μετα των ταξιαρχων και των δορυφορων, εφερεν αυτους προς εαυτον εις τον οικον του Κυριου, και εκαμε συνθηκην μετ' αυτων και ωρκισεν αυτους εν τω οικω του Κυριου· και εδειξεν εις αυτους τον υιον του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 11:5" parsed="|2Kgs|11|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.5" />
<sup>5</sup>Και προσεταξεν εις αυτους, λεγων, Τουτο ειναι το πραγμα το οποιον θελετε καμει το τριτον απο σας, οι εισερχομενοι το σαββατον, θελετε φυλαττει την φυλακην του βασιλικου οικου·
<scripture passage="2Kgs 11:6" parsed="|2Kgs|11|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.6" />
<sup>6</sup>και το τριτον θελει εισθαι εν τη πυλη Σουρ· και το τριτον εν τη πυλη τη οπισθεν των δορυφορων· ουτω θελετε φυλαττει την φυλακην του οικου, δια να μη παραβιασθη·
<scripture passage="2Kgs 11:7" parsed="|2Kgs|11|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.7" />
<sup>7</sup>και δυο ταγματα απο σας, παντες οι εξερχομενοι το σαββατον, θελουσι φυλαττει την φυλακην του οικου του Κυριου περι τον βασιλεα.
<scripture passage="2Kgs 11:8" parsed="|2Kgs|11|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.8" />
<sup>8</sup>και θελετε περικυκλονει τον βασιλεα κυκλω, εκαστος εχων τα οπλα αυτου εν τη χειρι αυτου· και οστις εισελθη εις τας ταξεις, ας θανατονεται· και θελετε εισθαι μετα του βασιλεως, οταν εξερχηται και οταν εισερχηται.
<scripture passage="2Kgs 11:9" parsed="|2Kgs|11|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμον οι εκατονταρχοι κατα παντα οσα προσεταξεν Ιωδαε ο ιερευς· και ελαβον εκαστος τους ανδρας αυτου, τους εισερχομενους το σαββατον, μετα των εξερχομενων το σαββατον, και ηλθον προς Ιωδαε τον ιερεα.
<scripture passage="2Kgs 11:10" parsed="|2Kgs|11|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.10" />
<sup>10</sup>Και εδωκεν ο ιερευς εις τους εκατονταρχους τας λογχας και τας ασπιδας του βασιλεως Δαβιδ, τας εν τω οικω Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 11:11" parsed="|2Kgs|11|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.11" />
<sup>11</sup>Και οι δορυφοροι, εχοντες εκαστος τα οπλα αυτου εν τη χειρι αυτου, παρεσταθησαν περιξ του βασιλεως, απο της δεξιας πλευρας του οικου εως της αριστερας, πλησιον του θυσιαστηριου και του ναου.
<scripture passage="2Kgs 11:12" parsed="|2Kgs|11|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.12" />
<sup>12</sup>Τοτε εξηγαγε τον υιον του βασιλεως και επεθεσεν επ' αυτον το διαδημα και το μαρτυριον· και εκαμον αυτον βασιλεα και εχρισαν αυτον· και κροτησαντες τας χειρας, ειπον, Ζητω ο βασιλευς
<scripture passage="2Kgs 11:13" parsed="|2Kgs|11|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.13" />
<sup>13</sup>Και ακουσασα η Γοθολια την φωνην του λαου συντρεχοντος, ηλθε προς τον λαον εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 11:14" parsed="|2Kgs|11|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.14" />
<sup>14</sup>Και ειδε, και ιδου, ο βασιλευς ιστατο πλησιον του στυλου κατα το εθος, και οι αρχοντες και οι σαλπιγκται πλησιον του βασιλεως· και πας ο λαος της γης εχαιρε και εσαλπιζε με σαλπιγγας. Και διερρηξεν η Γοθολια τα ιματια αυτης και εβοησε, Προδοσια, προδοσια
<scripture passage="2Kgs 11:15" parsed="|2Kgs|11|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.15" />
<sup>15</sup>Και προσεταξεν Ιωδαε ο ιερευς τους εκατονταρχους, τους αρχηγους του στρατευματος, και ειπε προς αυτους, Εκβαλετε αυτην εξω των ταξεων· και οστις ακολουθηση αυτην, θανατωσατε αυτον εν ρομφαια. Διοτι ο ιερευς ειχεν ειπει, Ας μη θανατωθη εντος του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 11:16" parsed="|2Kgs|11|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.16" />
<sup>16</sup>Ουτως εβαλον χειρας επ' αυτην· και οτε ηλθεν εις την οδον, δια της οποιας οι ιπποι ερχονται εις τον οικον του βασιλεως, εθανατωθη εκει.
<scripture passage="2Kgs 11:17" parsed="|2Kgs|11|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμεν ο Ιωδαε διαθηκην αναμεσον του Κυριου και του βασιλεως και του λαου, οτι θελουσιν εισθαι λαος του Κυριου· και αναμεσον του βασιλεως και του λαου.
<scripture passage="2Kgs 11:18" parsed="|2Kgs|11|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.18" />
<sup>18</sup>Και εισηλθον πας ο λαος της γης εις τον οικον του Βααλ και εκρημνισαν αυτον· τα θυσιαστηρια αυτου και τα ειδωλα αυτου κατεσυντριψαν ολοτελως και Ματθαν τον ιερεα του Βααλ εθανατωσαν εμπροσθεν των θυσιαστηριων. Και ο ιερευς κατεστησεν επιτηρητας επι τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 11:19" parsed="|2Kgs|11|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.19" />
<sup>19</sup>Και ελαβε τους εκατονταρχους και τους ταξιαρχους και τους δορυφορους και παντα τον λαον της γης· και κατεβιβασαν τον βασιλεα εκ του οικου του Κυριου, και ηλθον εις τον οικον του βασιλεως δια της οδου της πυλης των δορυφορων. Και εκαθισεν επι του θρονου των βασιλεων.
<scripture passage="2Kgs 11:20" parsed="|2Kgs|11|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.20" />
<sup>20</sup>Και ευφρανθη πας ο λαος της γης και η πολις ησυχασε· την δε Γοθολιαν εθανατωσαν εν μαχαιρα εν τω οικω του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 11:21" parsed="|2Kgs|11|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.11.21" />
<sup>21</sup>Επτα ετων ητο ο Ιωας οτε εβασιλευσε.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 12" progress="35.22%" prev="iiKgs.11" next="iiKgs.13" id="iiKgs.12">
<h3 id="iiKgs.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.12-p1">
<scripture passage="2Kgs 12:1" parsed="|2Kgs|12|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εβδομω ετει του Ιηου εβασιλευσεν ο Ιωας· και εβασιλευσε τεσσαρακοντα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Σιβια εκ Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="2Kgs 12:2" parsed="|2Kgs|12|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.2" />
<sup>2</sup>Και επραττεν ο Ιωας το ευθες ενωπιον του Κυριου, κατα πασας τας ημερας αυτου καθ' ας ωδηγει αυτον Ιωδαε ο ιερευς.
<scripture passage="2Kgs 12:3" parsed="|2Kgs|12|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.3" />
<sup>3</sup>Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν· ο λαος εθυσιαζεν ετι και εθυμιαζεν εν τοις υψηλοις τοποις.
<scripture passage="2Kgs 12:4" parsed="|2Kgs|12|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Ιωας προς τους ιερεις, Παν το αργυριον των αφιερωματων το εισφερομενον εις τον οικον του Κυριου, το αργυριον εκαστου διερχομενου εις τους απαριθμουμενους, το αργυριον εκαστου κατα την εκτιμησιν αυτου, παν το αργυριον το οποιον ηθελεν ελθει εις την καρδιαν τινος να προσφερη εις τον οικον του Κυριου,
<scripture passage="2Kgs 12:5" parsed="|2Kgs|12|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.5" />
<sup>5</sup>οι ιερεις ας λαμβανωσιν αυτο εις εαυτους, εκαστος παρα του γνωστου αυτου· και ας επισκευαζωσι τα χαλασματα του οικου, πανταχου οπου ευρεθη χαλασμα.
<scripture passage="2Kgs 12:6" parsed="|2Kgs|12|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.6" />
<sup>6</sup>Πλην εν τω εικοστω τριτω ετει του βασιλεως Ιωας οι ιερεις δεν ειχον επισκευασει τα χαλασματα του οικου.
<scripture passage="2Kgs 12:7" parsed="|2Kgs|12|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.7" />
<sup>7</sup>Οθεν εκαλεσεν ο βασιλευς Ιωας τον Ιωδαε τον ιερεα και τους ιερεις και ειπε προς αυτους, Δια τι δεν επεσκευασατε τα χαλασματα του οικου; τωρα λοιπον μη λαμβανετε πλεον αργυριον παρα των γνωστων σας, αλλα διδετε αυτο δια τα χαλασματα του οικου.
<scripture passage="2Kgs 12:8" parsed="|2Kgs|12|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.8" />
<sup>8</sup>Και εστερξαν οι ιερεις να μη λαμβανωσι πλεον αργυριον παρα του λαου και να μη επισκευαζωσι τα χαλασματα του οικου.
<scripture passage="2Kgs 12:9" parsed="|2Kgs|12|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.9" />
<sup>9</sup>Και ελαβεν Ιωδαε ο ιερευς εν κιβωτιον και ηνοιξε τρυπαν επι του σκεπασματος αυτου, και εθεσεν αυτο πλησιον του θυσιαστηριου, εις τα δεξια της εισοδου του οικου του Κυριου· και οι ιερεις, οι φυλαττοντες την θυραν, εβαλλον εις αυτο παν το αργυριον, το εισφερομενον εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 12:10" parsed="|2Kgs|12|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.10" />
<sup>10</sup>Και οτε εβλεπον οτι ητο πολυ το αργυριον το εν τω κιβωτιω, ο γραμματευς του βασιλεως και ο ιερευς ο μεγας ανεβαινον και εδενον εις σακκια και εμετρουν το αργυριον το ευρεθεν εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 12:11" parsed="|2Kgs|12|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.11" />
<sup>11</sup>Και εδιδον το αργυριον το μετρηθεν εις τας χειρας εκεινων οιτινες εκαμνον το εργον, οιτινες ειχον την επιστασιαν του οικου του Κυριου· οι δε εξωδευον αυτο εις τους ξυλουργους και οικοδομους, τους δουλευοντας εν τω οικω του Κυριου,
<scripture passage="2Kgs 12:12" parsed="|2Kgs|12|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.12" />
<sup>12</sup>και εις τους κτιστας και εις τους λιθοτομους, δια να αγοραζωσι ξυλα και λιθους λατομητους, ωστε να επισκευαζωσι τα χαλασματα του οικου του Κυριου, και δια παντα οσα εχρειαζοντο δια την επισκευην του οικου.
<scripture passage="2Kgs 12:13" parsed="|2Kgs|12|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.13" />
<sup>13</sup>Πλην εκ του αργυριου του εισφερομενου εις τον οικον του Κυριου δεν κατεσκευασθησαν δια τον οικον του Κυριου φιαλαι αργυραι, λυχνοψαλιδα, λεκαναι, σαλπιγγες, ουδεν σκευος χρυσουν η σκευος αργυρουν·
<scripture passage="2Kgs 12:14" parsed="|2Kgs|12|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.14" />
<sup>14</sup>αλλ' εδιδον αυτο εις τους εργατας, και επεσκευαζον με αυτο τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 12:15" parsed="|2Kgs|12|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.15" />
<sup>15</sup>Και δεν εζητουν λογαριασμον παρα των ανθρωπων, εις τους οποιους εδιδον το αργυριον δια να μοιρασθη εις τους εργατας· διοτι ειργαζοντο εν πιστει.
<scripture passage="2Kgs 12:16" parsed="|2Kgs|12|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.16" />
<sup>16</sup>Το αργυριον το περι ανομιας και το αργυριον το περι αμαρτιας δεν εφεροντο εις τον οικον του Κυριου· ταυτα ησαν των ιερεων.
<scripture passage="2Kgs 12:17" parsed="|2Kgs|12|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ανεβη Αζαηλ ο βασιλευς της Συριας και επολεμησεν εναντιον της Γαθ, και εκυριευσεν αυτην· επειτα εστησεν ο Αζαηλ το προσωπον αυτου δια να αναβη εναντιον της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 12:18" parsed="|2Kgs|12|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.18" />
<sup>18</sup>Και ελαβεν ο Ιωας βασιλευς του Ιουδα παντα τα αφιερωματα οσα Ιωσαφατ και Ιωραμ και Οχοζιας, οι πατερες αυτου, βασιλεις του Ιουδα, ειχον αφιερωσει, και τα ιδια αυτου αφιερωματα και παν το χρυσιον το ευρεθεν εν τοις θησαυροις του οικου του Κυριου και του οικου του βασιλεως, και εστειλεν αυτα προς τον Αζαηλ βασιλεα της Συριας· και ανεχωρησεν απο της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 12:19" parsed="|2Kgs|12|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.19" />
<sup>19</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωας και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 12:20" parsed="|2Kgs|12|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.20" />
<sup>20</sup>Και σηκωθεντες οι δουλοι αυτου, εκαμον συνωμοσιαν και επαταξαν τον Ιωας εν τω οικω Μιλλω, εν τη καταβασει Σιλλα.
<scripture passage="2Kgs 12:21" parsed="|2Kgs|12|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.12.21" />
<sup>21</sup>Διοτι Ιωζαχαρ ο υιος του Σιμεαθ και Ιωζαβαδ ο υιος του Σωμηρ, οι δουλοι αυτου, επαταξαν αυτον, και απεθανε· και εθαψαν αυτον μετα των πατερων αυτου εν τη πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αμασιας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 13" progress="35.31%" prev="iiKgs.12" next="iiKgs.14" id="iiKgs.13">
<h3 id="iiKgs.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.13-p1">
<scripture passage="2Kgs 13:1" parsed="|2Kgs|13|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εικοστω τριτω ετει του Ιωας, υιου του Οχοζιου, βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν Ιωαχαζ, ο υιος του Ιηου, επι Ισραηλ εν Σαμαρεια, δεκαεπτα ετη.
<scripture passage="2Kgs 13:2" parsed="|2Kgs|13|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου και ηκολουθησε τας αμαρτιας του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση· δεν απεμακρυνθη απ' αυτων.
<scripture passage="2Kgs 13:3" parsed="|2Kgs|13|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.3" />
<sup>3</sup>Και εξηφθη η οργη του Κυριου κατα του Ισραηλ, και παρεδωκεν αυτους εις την χειρα του Αζαηλ βασιλεως της Συριας και εις την χειρα του Βεν-αδαδ υιου του Αζαηλ, κατα πασας τας ημερας.
<scripture passage="2Kgs 13:4" parsed="|2Kgs|13|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.4" />
<sup>4</sup>Και εδεηθη του Κυριου ο Ιωαχαζ, και επηκουσεν αυτου ο Κυριος· διοτι ειδε την θλιψιν του Ισραηλ, οτι ο βασιλευς της Συριας κατεθλιβεν αυτους.
<scripture passage="2Kgs 13:5" parsed="|2Kgs|13|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.5" />
<sup>5</sup>Και εδωκεν ο Κυριος εις τον Ισραηλ σωτηρα, και εξηλθον υποκατωθεν της χειρος των Συριων· και κατωκησαν οι υιοι Ισραηλ εν τοις σκηνωμασιν αυτων, ως το προτερον.
<scripture passage="2Kgs 13:6" parsed="|2Kgs|13|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.6" />
<sup>6</sup>Πλην δεν απεμακρυνθησαν απο των αμαρτιων του οικου του Ιεροβοαμ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση· εις αυτας περιεπατησαν· και ετι διεμενε το αλσος εν Σαμαρεια.
<scripture passage="2Kgs 13:7" parsed="|2Kgs|13|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.7" />
<sup>7</sup>Διοτι δεν εμεινεν εις τον Ιωαχαζ λαος, ειμη πεντηκοντα ιππεις και δεκα αμαξαι και δεκα χιλιαδες πεζων· διοτι κατεστρεψεν αυτους ο βασιλευς της Συριας και κατεστησεν αυτους ως το χωμα το καταπατουμενον.
<scripture passage="2Kgs 13:8" parsed="|2Kgs|13|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.8" />
<sup>8</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωαχαζ και παντα οσα επραξε και τα κατορθωματα αυτου, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 13:9" parsed="|2Kgs|13|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.9" />
<sup>9</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωαχαζ μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν Σαμαρεια· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωας ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 13:10" parsed="|2Kgs|13|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.10" />
<sup>10</sup>Εν τω τριακοστω εβδομω ετει του Ιωας βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν Ιωας ο υιος του Ιωαχαζ επι Ισραηλ εν Σαμαρεια, δεκαεξ ετη.
<scripture passage="2Kgs 13:11" parsed="|2Kgs|13|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.11" />
<sup>11</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου· δεν απεμακρυνθη απο πασων των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση· εις αυτας περιεπατησεν.
<scripture passage="2Kgs 13:12" parsed="|2Kgs|13|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.12" />
<sup>12</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωας και παντα οσα επραξε, τα κατορθωματα αυτου, πως επολεμησε κατα του Αμασιου βασιλεως του Ιουδα, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 13:13" parsed="|2Kgs|13|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.13" />
<sup>13</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωας μετα των πατερων αυτου· εκαθησε δε επι του θρονου αυτου ο Ιεροβοαμ· και εταφη ο Ιωας εν Σαμαρεια μετα των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 13:14" parsed="|2Kgs|13|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Ελισσαιε ηρρωστησε την αρρωστιαν αυτου υπο της οποιας απεθανε. Και κατεβη προς αυτον Ιωας ο βασιλευς του Ισραηλ και εκλαυσεν επι τω προσωπω αυτου και ειπε, Πατερ μου, πατερ μου, αμαξα του Ισραηλ και ιππικον αυτου.
<scripture passage="2Kgs 13:15" parsed="|2Kgs|13|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ελισσαιε, Λαβε τοξον και βελη. Και ελαβεν εις εαυτον τοξον και βελη.
<scripture passage="2Kgs 13:16" parsed="|2Kgs|13|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Επιθες την χειρα σου επι το τοξον. Και επεθηκε την χειρα αυτου· και επεθηκεν ο Ελισσαιε τας χειρας αυτου επι τας χειρας του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 13:17" parsed="|2Kgs|13|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν, Ανοιξον το παραθυρον κατα ανατολας. Και ηνοιξε. Και ειπεν ο Ελισσαιε, Τοξευσον. Και ετοξευσε. Και ειπε, το βελος της σωτηριας του Κυριου και το βελος της σωτηριας εκ των Συριων. Και θελεις παταξει τους Συριους εν Αφεκ, εωσου συντελεσης αυτους.
<scripture passage="2Kgs 13:18" parsed="|2Kgs|13|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε, Λαβε τα βελη. Και ελαβε. Και ειπε προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Παταξον επι την γην. Και επαταξε τρις και εσταθη.
<scripture passage="2Kgs 13:19" parsed="|2Kgs|13|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.19" />
<sup>19</sup>Και ωργισθη εις αυτον ο ανθρωπος του Θεου και ειπεν, Επρεπε να παταξης πεντακις η εξακις· τοτε ηθελες παταξει τους Συριους εωσου συντελεσης αυτους· τωρα ομως τρις θελεις παταξει τους Συριους.
<scripture passage="2Kgs 13:20" parsed="|2Kgs|13|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.20" />
<sup>20</sup>Και απεθανεν ο Ελισσαιε, και εθαψαν αυτον· το δε ακολουθον ετος ταγματα Μωαβιτων εκαμον εισβολην εις την γην.
<scripture passage="2Kgs 13:21" parsed="|2Kgs|13|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.21" />
<sup>21</sup>Και ενω εθαπτον ανθρωπον τινα, ιδου, ειδον ταγμα· και ερριψαν τον ανθρωπον εις τον ταφον του Ελισσαιε· και καθως ο ανθρωπος υπηγε και ηγγισε τα οστα του Ελισσαιε, ανεζησε και εσταθη επι τους ποδας αυτου.
<scripture passage="2Kgs 13:22" parsed="|2Kgs|13|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Αζαηλ ο βασιλευς της Συριας, κατεθλιψε τον Ισραηλ πασας τας ημερας του Ιωαχαζ.
<scripture passage="2Kgs 13:23" parsed="|2Kgs|13|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.23" />
<sup>23</sup>Και ηλεησεν ο Κυριος αυτους και ωκτειρησεν αυτους και επεβλεψεν επ' αυτους, δια την διαθηκην αυτου την μετα του Αβρααμ, Ισαακ, και Ιακωβ· και δεν ηθελησε να εξολοθρευση αυτους και δεν απερριψεν αυτους απο προσωπου αυτου, μεχρι του νυν.
<scripture passage="2Kgs 13:24" parsed="|2Kgs|13|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.24" />
<sup>24</sup>Απεθανε δε ο Αζαηλ βασιλευς της Συριας, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Βεν-αδαδ ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 13:25" parsed="|2Kgs|13|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.13.25" />
<sup>25</sup>Και ελαβε παλιν Ιωας ο υιος του Ιωαχαζ εκ της χειρος του Βεν-αδαδ υιου του Αζαηλ τας πολεις, τας οποιας ο Αζαηλ ειχε λαβει εκ της χειρος Ιωαχαζ του πατρος αυτου εν τω πολεμω. Τρις επαταξεν αυτον ο Ιωας και επανελαβε τας πολεις του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 14" progress="35.41%" prev="iiKgs.13" next="iiKgs.15" id="iiKgs.14">
<h3 id="iiKgs.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.14-p1">
<scripture passage="2Kgs 14:1" parsed="|2Kgs|14|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δευτερω ετει του Ιωας, υιου του Ιωαχαζ βασιλεως του Ισραηλ, εβασιλευσεν Αμασιας, ο υιος του Ιωας βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 14:2" parsed="|2Kgs|14|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.2" />
<sup>2</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν εικοσιεννεα ετη εν Ιερουσαλημ. Το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιωαδαν εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 14:3" parsed="|2Kgs|14|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.3" />
<sup>3</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου, πλην ουχι ως ο Δαβιδ ο πατηρ αυτου· επραξε κατα παντα οσα ειχε πραξει Ιωας ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 14:4" parsed="|2Kgs|14|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.4" />
<sup>4</sup>Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν· ο λαος εθυσιαζεν ετι και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους.
<scripture passage="2Kgs 14:5" parsed="|2Kgs|14|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.5" />
<sup>5</sup>Ως δε η βασιλεια εκραταιωθη εν τη χειρι αυτου, εθανατωσε τους δουλους αυτου τους θανατωσαντας τον βασιλεα τον πατερα αυτου.
<scripture passage="2Kgs 14:6" parsed="|2Kgs|14|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.6" />
<sup>6</sup>Ομως τα τεκνα των φονευτων δεν εθανατωσε· κατα το γεγραμμενον εν τω βιβλιω του νομου του Μωυσεως, οπου προσεταξεν ο Κυριος, λεγων, Οι πατερες δεν θελουσι θανατονεσθαι δια τα τεκνα, ουδε τα τεκνα θελουσι θανατονεσθαι δια τους πατερας, αλλ' εκαστος θελει θανατονεσθαι δια το εαυτου αμαρτημα.
<scripture passage="2Kgs 14:7" parsed="|2Kgs|14|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.7" />
<sup>7</sup>Ουτος εθανατωσεν εκ του Εδωμ δεκα χιλιαδας εν τη κοιλαδι του αλατος, και εκυριευσε την Σελα δια πολεμου και εκαλεσε το ονομα αυτης Ιοχθεηλ μεχρι της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 14:8" parsed="|2Kgs|14|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.8" />
<sup>8</sup>Τοτε απεστειλεν ο Αμασιας μηνυτας προς τον Ιωας, υιον του Ιωαχαζ, υιου του Ιηου βασιλεως του Ισραηλ, λεγων, Ελθε, να ιδωμεν αλληλους προσωπικως.
<scripture passage="2Kgs 14:9" parsed="|2Kgs|14|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.9" />
<sup>9</sup>Και απεστειλεν ο Ιωας βασιλευς του Ισραηλ προς τον Αμασιαν βασιλεα του Ιουδα, λεγων, Η ακανθα η εν τω Λιβανω απεστειλε προς την κεδρον την εν τω Λιβανω, λεγουσα, Δος την θυγατερα σου εις τον υιον μου δια γυναικα· πλην διεβη θηριον του αγρου το εν τω Λιβανω, και κατεπατησε την ακανθαν·
<scripture passage="2Kgs 14:10" parsed="|2Kgs|14|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.10" />
<sup>10</sup>επαταξας τωοντι τον Εδωμ, και η καρδια σου σε υψωσε· χαιρου την δοξαν σου καθημενος εν τω οικω σου· δια τι εμπλεκεσαι εις κακον, δια το οποιον ηθελες πεσει, συ και ο Ιουδας μετα σου;
<scripture passage="2Kgs 14:11" parsed="|2Kgs|14|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ο Αμασιας δεν υπηκουσεν. Ανεβη λοιπον ο Ιωας βασιλευς του Ισραηλ, και ειδον αλληλους προσωπικως, αυτος και Αμασιας ο βασιλευς του Ιουδα, εν Βαιθ-σεμες, ητις ειναι του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 14:12" parsed="|2Kgs|14|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.12" />
<sup>12</sup>Και εκτυπηθη ο Ιουδας εμπροσθεν του Ισραηλ· και εφυγον εκαστος εις τας σκηνας αυτου.
<scripture passage="2Kgs 14:13" parsed="|2Kgs|14|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.13" />
<sup>13</sup>Και συνελαβεν ο Ιωας ο βασιλευς του Ισραηλ τον Αμασιαν βασιλεα του Ιουδα, υιον του Ιωας υιου του Οχοζιου, εν Βαιθ-σεμες· και ελθων εις Ιερουσαλημ, κατηδαφισε το τειχος της Ιερουσαλημ απο της πυλης Εφραιμ εως της πυλης της γωνιας, τετρακοσιας πηχας.
<scripture passage="2Kgs 14:14" parsed="|2Kgs|14|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.14" />
<sup>14</sup>Και λαβων παν το χρυσιον και το αργυριον και παντα τα σκευη τα ευρεθεντα εν τω οικω του Κυριου και εν τοις θησαυροις του οικου του βασιλεως, και ανθρωπους ενεχυρα, επεστρεψεν εις Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Kgs 14:15" parsed="|2Kgs|14|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.15" />
<sup>15</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωας, οσας επραξε, και τα κατορθωματα αυτου, και πως επολεμησε μετα του Αμασιου βασιλεως του Ιουδα, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 14:16" parsed="|2Kgs|14|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.16" />
<sup>16</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωας μετα των πατερων αυτου και εταφη εν Σαμαρεια μετα των βασιλεων του Ισραηλ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιεροβοαμ ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 14:17" parsed="|2Kgs|14|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Αμασιας, ο υιος του Ιωας, ο βασιλευς του Ιουδα, εζησε μετα τον θανατον του Ιωας υιου του Ιωαχαζ, βασιλεως του Ισραηλ, δεκαπεντε ετη.
<scripture passage="2Kgs 14:18" parsed="|2Kgs|14|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.18" />
<sup>18</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αμασιου δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 14:19" parsed="|2Kgs|14|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.19" />
<sup>19</sup>Εκαμον δε κατ' αυτου συνωμοσιαν εν Ιερουσαλημ, και εφυγεν εις Λαχεις· απεστειλαν ομως κατοπιν αυτου εις Λαχεις και εθανατωσαν αυτον εκει.
<scripture passage="2Kgs 14:20" parsed="|2Kgs|14|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.20" />
<sup>20</sup>Και εφεραν αυτον επι ιππων, και εταφη εν Ιερουσαλημ μετα των πατερων αυτου, εν τη πολει Δαβιδ.
<scripture passage="2Kgs 14:21" parsed="|2Kgs|14|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.21" />
<sup>21</sup>Ελαβε δε πας ο λαος του Ιουδα τον Αζαριαν, οντα ηλικιας δεκαεξ ετων, και εκαμον αυτον βασιλεα αντι του πατρος αυτου Αμασιου.
<scripture passage="2Kgs 14:22" parsed="|2Kgs|14|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.22" />
<sup>22</sup>Και ωκοδομησε την Ελαθ και επεστρεψεν αυτην εις τον Ιουδα, αφου ο βασιλευς εκοιμηθη μετα των πατερων αυτου.
<scripture passage="2Kgs 14:23" parsed="|2Kgs|14|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.23" />
<sup>23</sup>Εν τω δεκατω πεμπτω ετει του Αμασιου, υιου του Ιωας, βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν εν Σαμαρεια ο Ιεροβοαμ υιος του Ιωας, βασιλεως του Ισραηλ, ετη τεσσαρακοντα και εν.
<scripture passage="2Kgs 14:24" parsed="|2Kgs|14|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.24" />
<sup>24</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου· δεν απεμακρυνθη απο πασων των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 14:25" parsed="|2Kgs|14|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.25" />
<sup>25</sup>Ουτος αποκατεστησε το οριον του Ισραηλ, απο της εισοδου της Αιμαθ εως της θαλασσης της πεδιαδος, κατα τον λογον Κυριου του Θεου του Ισραηλ, τον οποιον ελαλησε δια του δουλου αυτου Ιωνα, υιου του Αμαθι, του προφητου, του απο Γαθ-εφερ.
<scripture passage="2Kgs 14:26" parsed="|2Kgs|14|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.26" />
<sup>26</sup>Διοτι ειδεν ο Κυριος την θλιψιν του Ισραηλ πικραν σφοδρα, οτι δεν ητο ουδεν κεκλεισμενον και ουδεν αφειμενον, ουδε ο βοηθησων τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 14:27" parsed="|2Kgs|14|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.27" />
<sup>27</sup>Και δεν ειπεν ο Κυριος να εξαλειψη υποκατωθεν του ουρανου το ονομα του Ισραηλ, αλλ' εσωσεν αυτους δια χειρος του Ιεροβοαμ υιου του Ιωας.
<scripture passage="2Kgs 14:28" parsed="|2Kgs|14|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.28" />
<sup>28</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιεροβοαμ και παντα οσα επραξε και τα κατορθωματα αυτου, πως επολεμησε και πως επανελαβε την Δαμασκον και την Αιμαθ του Ιουδα εις τον Ισραηλ, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 14:29" parsed="|2Kgs|14|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.14.29" />
<sup>29</sup>Και εκοιμηθη ο Ιεροβοαμ μετα των πατερων αυτου, μετα των βασιλεων του Ισραηλ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ζαχαριας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 15" progress="35.52%" prev="iiKgs.14" next="iiKgs.16" id="iiKgs.15">
<h3 id="iiKgs.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.15-p1">
<scripture passage="2Kgs 15:1" parsed="|2Kgs|15|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εικοστω εβδομω ετει του Ιεροβοαμ βασιλεως του Ισραηλ εβασιλευσεν ο Αζαριας, υιος του Αμασιου, βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 15:2" parsed="|2Kgs|15|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.2" />
<sup>2</sup>Δεκαεξ ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε πεντηκοντα δυο ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιεχολια, εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 15:3" parsed="|2Kgs|15|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.3" />
<sup>3</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα ειχε πραξει Αμασιας ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:4" parsed="|2Kgs|15|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.4" />
<sup>4</sup>Πλην οι υψηλοι τοποι δεν αφηρεθησαν· ο λαος ετι εθυσιαζε και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους.
<scripture passage="2Kgs 15:5" parsed="|2Kgs|15|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.5" />
<sup>5</sup>Και επαταξεν ο Κυριος τον βασιλεα, και ητο λεπρος εως της ημερας του θανατου αυτου και κατωκει εν οικια αποκεχωρισμενη. Ητο δε επι του οικου Ιωθαμ ο υιος του βασιλεως, κρινων τον λαον της γης.
<scripture passage="2Kgs 15:6" parsed="|2Kgs|15|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.6" />
<sup>6</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αζαριου και παντα οσα επραξε δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 15:7" parsed="|2Kgs|15|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.7" />
<sup>7</sup>Και εκοιμηθη ο Αζαριας μετα των πατερων αυτου· και εθαψαν αυτον μετα των πατερων αυτου εν πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωθαμ ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:8" parsed="|2Kgs|15|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.8" />
<sup>8</sup>Εν τω τριακοστω ογδοω ετει του Αζαριου βασιλεως του Ιουδα, Ζαχαριας ο υιος του Ιεροβοαμ εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, εξ μηνας.
<scripture passage="2Kgs 15:9" parsed="|2Kgs|15|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.9" />
<sup>9</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, ως ειχον πραξει οι πατερες αυτου· δεν απεμακρυνθη απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 15:10" parsed="|2Kgs|15|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.10" />
<sup>10</sup>Και συνωμοσε κατ' αυτου Σαλλουμ ο υιος του Ιαβεις, και επαταξεν αυτον κατεμπροσθεν του λαου και εθανατωσεν αυτον και εβασιλευσεν αντ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:11" parsed="|2Kgs|15|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.11" />
<sup>11</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ζαχαριου, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 15:12" parsed="|2Kgs|15|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.12" />
<sup>12</sup>Ουτος ητο ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησε προς τον Ιηου, λεγων, Οι υιοι σου θελουσι καθισει επι του θρονου του Ισραηλ εως τεταρτης γενεας. Και εγεινεν ουτως.
<scripture passage="2Kgs 15:13" parsed="|2Kgs|15|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.13" />
<sup>13</sup>Εβασιλευσε δε Σαλλουμ ο υιος του Ιαβεις εν τω τριακοστω εννατω ετει του Οζιου βασιλεως του Ιουδα, και εβασιλευσεν ενα μηνα εν Σαμαρεια.
<scripture passage="2Kgs 15:14" parsed="|2Kgs|15|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.14" />
<sup>14</sup>Και ανεβη Μεναημ ο υιος του Γαδει απο Θερσα, και ηλθεν εις Σαμαρειαν και εκτυπησε τον Σαλλουμ τον υιον του Ιαβεις εν Σαμαρεια, και εθανατωσεν αυτον και εβασιλευσεν αντ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:15" parsed="|2Kgs|15|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.15" />
<sup>15</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Σαλλουμ, και η συνωμοσια αυτου την οποιαν εκαμεν, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 15:16" parsed="|2Kgs|15|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.16" />
<sup>16</sup>Τοτε επαταξεν ο Μεναημ την Θαψα και παντας τους εν αυτη και τα ορια αυτης απο Θερσα· επειδη δεν ηνοιξαν εις αυτον, δια τουτο επαταξεν αυτην· και πασας τας εν αυτη εγκυμονουσας διεσχισεν.
<scripture passage="2Kgs 15:17" parsed="|2Kgs|15|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.17" />
<sup>17</sup>Εν τω τριακοστω εννατω ετει του Αζαριου βασιλεως του Ιουδα, Μεναημ ο υιος του Γαδει εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ, δεκα ετη εν Σαμαρεια.
<scripture passage="2Kgs 15:18" parsed="|2Kgs|15|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.18" />
<sup>18</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου· δεν απεμακρυνθη κατα πασας τας ημερας αυτου απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 15:19" parsed="|2Kgs|15|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ηλθεν ο Φουλ βασιλευς της Ασσυριας εναντιον της γης. και εδωκεν ο Μεναημ εις τον Φουλ χιλια ταλαντα αργυριου, δια να ηναι μετ' αυτου η χειρ αυτου εις το να ενισχυση την βασιλειαν εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:20" parsed="|2Kgs|15|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.20" />
<sup>20</sup>Και απεσπασεν ο Μεναημ το αργυριον απο του Ισραηλ, απο παντων των δυνατων εις πλουτη, πεντηκοντα σικλους αργυριου αφ' εκαστου, δια να δωση εις τον βασιλεα της Ασσυριας. Και επεστρεψεν ο βασιλευς της Ασσυριας και δεν εσταθη εκει εν τη γη.
<scripture passage="2Kgs 15:21" parsed="|2Kgs|15|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.21" />
<sup>21</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Μεναημ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ;
<scripture passage="2Kgs 15:22" parsed="|2Kgs|15|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.22" />
<sup>22</sup>Και εκοιμηθη ο Μεναημ μετα των πατερων αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Φακειας ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:23" parsed="|2Kgs|15|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.23" />
<sup>23</sup>Εν τω πεντηκοστω ετει του Αζαριου βασιλεως του Ιουδα, Φακειας ο υιος του Μεναημ εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, δυο ετη.
<scripture passage="2Kgs 15:24" parsed="|2Kgs|15|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.24" />
<sup>24</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου· δεν απεμακρυνθη απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 15:25" parsed="|2Kgs|15|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.25" />
<sup>25</sup>Και συνωμοσε κατ' αυτου ο Φεκα υιος του Ρεμαλια, ο στρατηγος αυτου, και επαταξεν αυτον εν Σαμαρεια, εν τω παλατιω του οικου του βασιλεως, μετα του Αργοβ και Αριε, εχων μεθ' εαυτου και πεντηκοντα ανδρας εκ των Γαλααδιτων· και εθανατωσεν αυτον και εβασιλευσεν αντ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:26" parsed="|2Kgs|15|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.26" />
<sup>26</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Φακειου και παντα οσα επραξεν, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 15:27" parsed="|2Kgs|15|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.27" />
<sup>27</sup>Εν τω πεντηκοστω δευτερω ετει του Αζαριου βασιλεως του Ιουδα, Φεκα ο υιος του Ρεμαλια εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, εικοσι ετη.
<scripture passage="2Kgs 15:28" parsed="|2Kgs|15|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.28" />
<sup>28</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου· δεν απεμακρυνθη απο των αμαρτιων του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση.
<scripture passage="2Kgs 15:29" parsed="|2Kgs|15|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.29" />
<sup>29</sup>Εν ταις ημεραις του Φεκα βασιλεως του Ισραηλ, ηλθεν ο Θεγλαθ-φελασαρ βασιλευς της Ασσυριας, και εκυριευσε την Ιιων και την Αβελ-βαιθ-μααχα και την Ιανωχ, και την Κεδες και την Ασωρ και την Γαλααδ και την Γαλιλαιαν, πασαν την γην Νεφθαλι, και μετωκισεν αυτους εις Ασσυριαν.
<scripture passage="2Kgs 15:30" parsed="|2Kgs|15|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.30" />
<sup>30</sup>Και εκαμεν Ωσηε ο υιος του Ηλα συνωμοσιαν κατα του Φεκα υιου του Ρεμαλια, και επαταξεν αυτον και εθανατωσεν αυτον και εβασιλευσεν αντ' αυτου, εν τω εικοστω ετει του Ιωθαμ υιου του Οζιου.
<scripture passage="2Kgs 15:31" parsed="|2Kgs|15|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.31" />
<sup>31</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Φεκα, και παντα οσα επραξεν, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 15:32" parsed="|2Kgs|15|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.32" />
<sup>32</sup>Εν τω δευτερω ετει του Φεκα υιου του Ρεμαλια βασιλεως του Ισραηλ, εβασιλευσεν ο Ιωθαμ υιος του Οζιου βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 15:33" parsed="|2Kgs|15|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.33" />
<sup>33</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δεκαεξ ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιερουσα θυγατηρ του Σαδωκ.
<scripture passage="2Kgs 15:34" parsed="|2Kgs|15|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.34" />
<sup>34</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου· επραξε κατα παντα οσα επραξεν Οζιας ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 15:35" parsed="|2Kgs|15|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.35" />
<sup>35</sup>Πλην οι υψηλοι τοποι δεν αφηρεθησαν· ο λαος ετι εθυσιαζε και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους. Ουτος ωκοδομησε την υψηλην πυλην του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 15:36" parsed="|2Kgs|15|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.36" />
<sup>36</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωθαμ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 15:37" parsed="|2Kgs|15|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.37" />
<sup>37</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις ηρχισεν ο Κυριος να εξαποστελλη κατα του Ιουδα τον Ρεσιν βασιλεα της Συριας και τον Φεκα υιον του Ρεμαλια.
<scripture passage="2Kgs 15:38" parsed="|2Kgs|15|38|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.15.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Ιωθαμ εκοιμηθη μετα των πατερων αυτου, και εταφη μετα των πατερων αυτου εν πολει Δαβιδ του πατρος αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αχαζ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 16" progress="35.65%" prev="iiKgs.15" next="iiKgs.17" id="iiKgs.16">
<h3 id="iiKgs.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.16-p1">
<scripture passage="2Kgs 16:1" parsed="|2Kgs|16|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δεκατω εβδομω ετει του Φεκα υιου του Ρεμαλια, εβασιλευσεν ο Αχαζ υιος του Ιωθαμ, βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 16:2" parsed="|2Kgs|16|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.2" />
<sup>2</sup>Εικοσι ετων ηλικιας ητο ο Αχαζ οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δεκαεξ ετη εν Ιερουσαλημ. Δεν επραξεν ομως το ευθες ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου, ως ο Δαβιδ ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 16:3" parsed="|2Kgs|16|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.3" />
<sup>3</sup>Αλλα περιεπατησεν εν τη οδω των βασιλεων του Ισραηλ, και μαλιστα διεβιβασε τον υιον αυτου δια του πυρος, κατα τα βδελυγματα των εθνων, τα οποια ο Κυριος εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 16:4" parsed="|2Kgs|16|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.4" />
<sup>4</sup>Και εθυσιαζε και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους και επι τους λοφους και υποκατω παντος πρασινου δενδρου.
<scripture passage="2Kgs 16:5" parsed="|2Kgs|16|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ανεβησαν εις Ιερουσαλημ δια πολεμον Ρεσιν, ο βασιλευς της Συριας, και Φεκα, ο υιος του Ρεμαλια, βασιλευς του Ισραηλ· και επολιορκησαν τον Αχαζ, πλην δεν ηδυνηθησαν να νικησωσι.
<scripture passage="2Kgs 16:6" parsed="|2Kgs|16|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.6" />
<sup>6</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον Ρεσιν ο βασιλευς της Συριας αποκατεστησε την Ελαθ υπο την εξουσιαν της Συριας, και εδιωξε τους Ιουδαιους απο της Ελαθ· και ελθοντες Συριοι εις την Ελαθ, κατωκησαν εκει εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 16:7" parsed="|2Kgs|16|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.7" />
<sup>7</sup>Ο δε Αχαζ απεστειλε μηνυτας προς τον Θεγλαθ-φελασαρ, βασιλεα της Ασσυριας, λεγων, Εγω ειμαι δουλος σου και υιος σου· αναβα και σωσον με εκ χειρος του βασιλεως της Συριας και εκ χειρος του βασιλεως του Ισραηλ, οιτινες εσηκωθησαν εναντιον μου.
<scripture passage="2Kgs 16:8" parsed="|2Kgs|16|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.8" />
<sup>8</sup>Και ελαβεν ο Αχαζ το αργυριον και το χρυσιον το ευρεθεν εν τω οικω του Κυριου και εν τοις θησαυροις του οικου του βασιλεως, και απεστειλε δωρον εις τον βασιλεα της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 16:9" parsed="|2Kgs|16|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.9" />
<sup>9</sup>Και εισηκουσεν αυτου ο βασιλευς της Ασσυριας· και ανεβη ο βασιλευς της Ασσυριας επι την Δαμασκον και εκυριευσεν αυτην, και μετωκισε τον λαον αυτης εις Κιρ, τον δε Ρεσιν εθανατωσε.
<scripture passage="2Kgs 16:10" parsed="|2Kgs|16|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.10" />
<sup>10</sup>Και υπηγεν ο βασιλευς Αχαζ εις την Δαμασκον, προς συναντησιν του Θεγλαθ-φελασαρ, βασιλεως της Ασσυριας, και ειδε το θυσιαστηριον το εν Δαμασκω· και εστειλεν ο βασιλευς Αχαζ προς τον Ουριαν τον ιερεα το ομοιωμα του θυσιαστηριου και τον τυπον αυτου, καθ' ολην την εργασιαν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 16:11" parsed="|2Kgs|16|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.11" />
<sup>11</sup>Και ωκοδομησεν Ουριας ο ιερευς το θυσιαστηριον, κατα η παντα οσα ο βασιλευς Αχαζ απεστειλεν εκ Δαμασκου. Ουτως εκαμεν Ουριας ο ιερευς, εωσου ελθη ο βασιλευς Αχαζ εκ της Δαμασκου.
<scripture passage="2Kgs 16:12" parsed="|2Kgs|16|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.12" />
<sup>12</sup>Και οτε ηλθεν ο βασιλευς εκ της Δαμασκου, ειδεν ο βασιλευς το θυσιαστηριον· και επλησιασεν ο βασιλευς προς το θυσιαστηριον και εκαμε προσφοραν επ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 16:13" parsed="|2Kgs|16|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.13" />
<sup>13</sup>Και εκαυσε το ολοκαυτωμα αυτου και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτου, και επεχεε την σπονδην αυτου, και ερραντισε το αιμα των ειρηνικων αυτου προσφορων, επι το θυσιαστηριον.
<scripture passage="2Kgs 16:14" parsed="|2Kgs|16|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.14" />
<sup>14</sup>Και μετεφερε το χαλκινον θυσιαστηριον, το εμπροσθεν του Κυριου, απο του προσωπου του οικου, απο του μεταξυ του θυσιαστηριου και του οικου του Κυριου, και εθεσεν αυτο κατα το βορειον πλευρον του θυσιαστηριου.
<scripture passage="2Kgs 16:15" parsed="|2Kgs|16|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.15" />
<sup>15</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς Αχαζ τον Ουριαν τον ιερεα, λεγων, Επι το θυσιαστηριον το μεγα προσφερε το ολοκαυτωμα το πρωινον και την εσπερινην εξ αλφιτων προσφοραν και το ολοκαυτωμα του βασιλεως και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτου, μετα του ολοκαυτωματος παντος του λαου της γης, και την εξ αλφιτων προσφοραν αυτων και τας σπονδας αυτων· και ραντισον επ' αυτο απαν το αιμα του ολοκαυτωματος και απαν το αιμα της θυσιας· το δε χαλκινον θυσιαστηριον θελει εισθαι εις εμε δια να ερωτω τον Κυριον.
<scripture passage="2Kgs 16:16" parsed="|2Kgs|16|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν Ουριας ο ιερευς κατα παντα οσα προσεταξεν ο βασιλευς Αχαζ.
<scripture passage="2Kgs 16:17" parsed="|2Kgs|16|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.17" />
<sup>17</sup>Και απεκοψεν ο βασιλευς Αχαζ τα συγκλεισματα των βασεων, και εσηκωσεν επανωθεν αυτων τον λουτηρα· και κατεβιβασε την θαλασσαν επανωθεν των χαλκινων βοων των υποκατω αυτης, και εθεσεν αυτην επι βασιν λιθινην.
<scripture passage="2Kgs 16:18" parsed="|2Kgs|16|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.18" />
<sup>18</sup>Και το στεγασμα του σαββατου, το οποιον ειχον οικοδομησει εν τω οικω, και την εισοδον του βασιλεως την εξω μετετοπισεν απο του οικου του Κυριου, εξ αιτιας του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 16:19" parsed="|2Kgs|16|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.19" />
<sup>19</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αχαζ, οσας επραξε, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 16:20" parsed="|2Kgs|16|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.16.20" />
<sup>20</sup>Και εκοιμηθη ο Αχαζ μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Εζεκιας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 17" progress="35.74%" prev="iiKgs.16" next="iiKgs.18" id="iiKgs.17">
<h3 id="iiKgs.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.17-p1">
<scripture passage="2Kgs 17:1" parsed="|2Kgs|17|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δωδεκατω ετει του Αχαζ βασιλεως του Ιουδα, εβασιλευσεν Ωσηε ο υιος του Ηλα εν Σαμαρεια επι τον Ισραηλ, εννεα ετη.
<scripture passage="2Kgs 17:2" parsed="|2Kgs|17|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, πλην ουχι ως οι βασιλεις του Ισραηλ οιτινες ησαν προ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 17:3" parsed="|2Kgs|17|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.3" />
<sup>3</sup>Επ' αυτον ανεβη Σαλμανασαρ ο βασιλευς της Ασσυριας· και εγεινεν Ωσηε δουλος αυτου και εδιδεν εις αυτον φορον.
<scripture passage="2Kgs 17:4" parsed="|2Kgs|17|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.4" />
<sup>4</sup>Ευρηκε δε ο βασιλευς της Ασσυριας συνωμοσιαν εν τω Ωσηε· διοτι απεστειλε μηνυτας προς τον Σω, βασιλεα της Αιγυπτου, και δεν εδωκε φορον εις τον βασιλεα της Ασσυριας, ως εκαμνε κατ' ετος· οθεν συνεκλεισεν αυτον ο βασιλευς της Ασσυριας και εδεσεν αυτον εν φυλακη.
<scripture passage="2Kgs 17:5" parsed="|2Kgs|17|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.5" />
<sup>5</sup>Και ανεβη ο βασιλευς της Ασσυριας δια πασης της γης· και ανεβη εις την Σαμαρειαν και επολιορκησεν αυτην τρια ετη.
<scripture passage="2Kgs 17:6" parsed="|2Kgs|17|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.6" />
<sup>6</sup>Εν τω εννατω ετει του Ωσηε, ο βασιλευς της Ασσυριας εκυριευσε την Σαμαρειαν και μετωκισε τον Ισραηλ εις την Ασσυριαν, και κατωκισεν αυτους εν Αλα και εν Αβωρ, παρα τον ποταμον Γωζαν, και εν ταις πολεσι των Μηδων.
<scripture passage="2Kgs 17:7" parsed="|2Kgs|17|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.7" />
<sup>7</sup>Εγεινε δε τουτο, διοτι οι υιοι του Ισραηλ ημαρτησαν εις Κυριον τον Θεον αυτων, οστις ανηγαγεν αυτους εκ γης Αιγυπτου, υποκατωθεν της χειρος του Φαραω βασιλεως της Αιγυπτου, και εσεβασβησαν αλλους θεους,
<scripture passage="2Kgs 17:8" parsed="|2Kgs|17|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.8" />
<sup>8</sup>και περιεπατησαν εις τα νομιμα των εθνων, τα οποια εξεδιωξεν ο Κυριος απεμπροσθεν των υιων Ισραηλ, και τα των βασιλεων του Ισραηλ, τα οποια εθεσπισαν.
<scripture passage="2Kgs 17:9" parsed="|2Kgs|17|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.9" />
<sup>9</sup>Και επραττον οι υιοι του Ισραηλ κρυφιως πραγματα, τα οποια δεν ησαν ευθεα ενωπιον Κυριου του Θεου αυτων, και ωκοδομησαν εις εαυτους υψηλους τοπους εν πασαις ταις πολεσιν αυτων, απο πυργου φυλακων εως οχυρας πολεως.
<scripture passage="2Kgs 17:10" parsed="|2Kgs|17|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.10" />
<sup>10</sup>Και ανηγειραν εις εαυτους αγαλματα και αλση επι παντα υψηλον λοφον και υποκατω παντος δενδρου πρασινου.
<scripture passage="2Kgs 17:11" parsed="|2Kgs|17|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.11" />
<sup>11</sup>Και εκει εθυμιαζον επι παντας τους υψηλους τοπους, καθως τα εθνη τα οποια ο Κυριος εξεδιωξεν απεμπροσθεν αυτων· και επραττον πονηρα πραγματα δια να παροργιζωσι τον Κυριον·
<scripture passage="2Kgs 17:12" parsed="|2Kgs|17|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.12" />
<sup>12</sup>και ελατρευσαν τα ειδωλα, περι των οποιων ο Κυριος ειπε προς αυτους, Δεν θελετε καμει το πραγμα τουτο.
<scripture passage="2Kgs 17:13" parsed="|2Kgs|17|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.13" />
<sup>13</sup>Και διεμαρτυρηθη ο Κυριος κατα του Ισραηλ και κατα του Ιουδα, δια χειρος παντων των προφητων, παντων των βλεποντων, λεγων, Επιστρεψατε απο των οδων υμων των πονηρων και φυλαττετε τας εντολας μου, τα διαταγματα μου, κατα παντα τον νομον τον οποιον προσεταξα εις τους πατερας σας και τον οποιον απεστειλα εις εσας δια μεσου των δουλων μου των προφητων.
<scripture passage="2Kgs 17:14" parsed="|2Kgs|17|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.14" />
<sup>14</sup>Πλην αυτοι δεν υπηκουσαν, αλλ' εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων, ως τον τραχηλον των πατερων αυτων, οιτινες δεν επιστευσαν εις Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="2Kgs 17:15" parsed="|2Kgs|17|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.15" />
<sup>15</sup>Και απερριψαν τα διαταγματα αυτου και την διαθηκην αυτου, την οποιαν εκαμε μετα των πατερων αυτων, και τας διαμαρτυρησεις αυτου, τας οποιας διεμαρτυρηθη εναντιον αυτων· και υπηγαν οπισω της ματαιοτητος, και εματαιωθησαν, και οπισω των εθνων των περιξ αυτων, περι των οποιων ο Κυριος προσεταξεν αυτους, να μη πραξωσιν ως εκεινα.
<scripture passage="2Kgs 17:16" parsed="|2Kgs|17|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.16" />
<sup>16</sup>Και εγκατελιπον πασας ταις εντολας Κυριου του Θεου αυτων, και εκαμον εις εαυτους χωνευτα, δυο μοσχους, και εκαμον αλση και προσεκυνησαν πασαν την στρατιαν του ουρανου και ελατρευσαν τον Βααλ.
<scripture passage="2Kgs 17:17" parsed="|2Kgs|17|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.17" />
<sup>17</sup>Και διεβιβαζον τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων δια του πυρος, και μετεχειριζοντο μαντειας και οιωνισμους, και επωλησαν εαυτους εις το να πραττωσι πονηρα ενωπιον του Κυριου, δια να παροργιζωσιν αυτον.
<scripture passage="2Kgs 17:18" parsed="|2Kgs|17|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.18" />
<sup>18</sup>Δια ταυτα ο Κυριος ωργισθη σφοδρα κατα του Ισραηλ και απεβαλεν αυτους απο προσωπου αυτου· δεν εναπελειφθη, παρα μονη η φυλη του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 17:19" parsed="|2Kgs|17|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.19" />
<sup>19</sup>Και ο Ιουδας ετι δεν εφυλαξε τας εντολας Κυριου του Θεου αυτου, αλλα περιεπατησαν εις τα διαταγματα του Ισραηλ, τα οποια εκαμον.
<scripture passage="2Kgs 17:20" parsed="|2Kgs|17|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.20" />
<sup>20</sup>Και απεβαλεν ο Κυριος παν το σπερμα του Ισραηλ και κατεθλιψεν αυτους, και παρεδωκεν αυτους εις την χειρα των διαρπαζοντων, εωσου απερριψεν αυτους απο προσωπου αυτου.
<scripture passage="2Kgs 17:21" parsed="|2Kgs|17|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.21" />
<sup>21</sup>Διοτι απεσχισθη ο Ισραηλ απο του οικου Δαβιδ, και εκαμον βασιλεα τον Ιεροβοαμ υιον του Ναβατ· και ο Ιεροβοαμ απεσπασε τον Ισραηλ εξοπισθεν του Κυριου, και εκαμεν αυτους να αμαρτησωσιν αμαρτιαν μεγαλην.
<scripture passage="2Kgs 17:22" parsed="|2Kgs|17|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.22" />
<sup>22</sup>Διοτι οι υιοι Ισραηλ περιεπατησαν εν πασαις ταις αμαρτιαις του Ιεροβοαμ, τας οποιας επραξε· δεν απεμακρυνθησαν απ' αυτων,
<scripture passage="2Kgs 17:23" parsed="|2Kgs|17|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.23" />
<sup>23</sup>εωσου ο Κυριος απεβαλε τον Ισραηλ απο προσωπου αυτου, καθως ελαλησε δια χειρος παντων των δουλων αυτου των προφητων. Και μετωκισθη ο Ισραηλ απο της γης αυτου εις την Ασσυριαν, εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 17:24" parsed="|2Kgs|17|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.24" />
<sup>24</sup>Και εφερεν ο βασιλευς της Ασσυριας ανθρωπους εκ Βαβυλωνος και απο Χουθα και απο Αυα και απο Αιμαθ και απο Σεφαρουιμ, και κατωκισεν εν ταις πολεσι της Σαμαρειας αντι των υιων Ισραηλ, και εκληρονομησαν την Σαμαρειαν και κατωκησαν εν ταις πολεσιν αυτης.
<scripture passage="2Kgs 17:25" parsed="|2Kgs|17|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.25" />
<sup>25</sup>Και εν τη αρχη της εκει κατοικησεως αυτων, δεν εφοβηθησαν τον Κυριον· και απεστειλεν ο Κυριος τους λεοντας μεταξυ αυτων, και εθανατονον εξ αυτων.
<scripture passage="2Kgs 17:26" parsed="|2Kgs|17|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.26" />
<sup>26</sup>Και ειπον προς τον βασιλεα της Ασσυριας, λεγοντες, Τα εθνη, τα οποια μετωκισας και εκαθισας εν ταις πολεσι της Σαμαρειας, δεν γνωριζουσι τον νομον του Θεου της γης· δια τουτο απεστειλε τους λεοντας μεταξυ αυτων, και ιδου, θανατονουσιν αυτους, επειδη δεν γνωριζουσι τον νομον του Θεου της γης.
<scripture passage="2Kgs 17:27" parsed="|2Kgs|17|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.27" />
<sup>27</sup>Τοτε ο βασιλευς της Ασσυριας προσεταξε, λεγων, Φερετε εκει ενα των ιερεων, τους οποιους μετωκισατε εκειθεν· και ας υπαγωσι και ας κατοικησωσιν εκει· και ας διδαξη αυτους τον νομον του Θεου της γης.
<scripture passage="2Kgs 17:28" parsed="|2Kgs|17|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.28" />
<sup>28</sup>Και εις των ιερεων, τους οποιους μετωκισαν εκ της Σαμαρειας, ηλθε και κατωκησεν εν Βαιθηλ, και εδιδασκεν αυτους πως να φοβωνται τον Κυριον.
<scripture passage="2Kgs 17:29" parsed="|2Kgs|17|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.29" />
<sup>29</sup>Εκαστον ομως εθνος εκαμον θεους εις εαυτους και εθεσαν εις τους οικους των υψηλων τοπων, τους οποιους οι Σαμαρειται εκαμον, εκαστον εθνος εν ταις πολεσιν αυτων, οπου κατωκουν.
<scripture passage="2Kgs 17:30" parsed="|2Kgs|17|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.30" />
<sup>30</sup>Και οι ανδρες της Βαβυλωνος εκαμον την Σοκχωθ-βενωθ, οι δε ανδρες της Χουθα εκαμον την Νεργαλ, και οι ανδρες της Αιμαθ εκαμον την Ασιμα,
<scripture passage="2Kgs 17:31" parsed="|2Kgs|17|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.31" />
<sup>31</sup>και οι Αυιται εκαμον την Νιβαζ και τον Ταρτακ, και οι Σεφαρουιται εκαιον τους υιους αυτων δια του πυρος εις τον Αδραμμελεχ και Αναμμελεχ, θεους των Σεφαρουιτων.
<scripture passage="2Kgs 17:32" parsed="|2Kgs|17|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.32" />
<sup>32</sup>Ουτως εφοβουντο τον Κυριον· εκαμον δε εις εαυτους εκ των εσχατων μεταξυ αυτων ιερεις των υψηλων τοπων, οιτινες εθυσιαζον υπερ αυτων εν τοις οικοις των υψηλων τοπων.
<scripture passage="2Kgs 17:33" parsed="|2Kgs|17|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.33" />
<sup>33</sup>Εφοβουντο μεν τον Κυριον, ελατρευον ομως τους ιδιους αυτων θεους, κατα τον τροπον των εθνων, οθεν μετωκισθησαν.
<scripture passage="2Kgs 17:34" parsed="|2Kgs|17|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.34" />
<sup>34</sup>Εως της ημερας ταυτης καμνουσι κατα τους προτερους τροπους· δεν φοβουνται τον Κυριον και δεν πραττουσι κατα τα διαταγματα αυτων και κατα τας κρισεις αυτων και κατα τον νομον και την εντολην, την οποιαν προσεταξεν ο Κυριος εις τους υιους Ιακωβ, τον οποιον ωνομασεν Ισραηλ·
<scripture passage="2Kgs 17:35" parsed="|2Kgs|17|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.35" />
<sup>35</sup>και εκαμε προς αυτους ο Κυριος διαθηκην και προσεταξεν αυτους, λεγων, Δεν θελετε φοβηθη αλλους θεους, και δεν θελετε προσκυνησει αυτους ουδε λατρευσει αυτους ουδε θυσιασει εις αυτους·
<scripture passage="2Kgs 17:36" parsed="|2Kgs|17|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.36" />
<sup>36</sup>αλλα τον Κυριον, οστις σας ανηγαγεν εκ γης Αιγυπτου μετα δυναμεως μεγαλης και εν βραχιονι εξηπλωμενω, αυτον θελετε φοβεισθαι και αυτον θελετε προσκυνει και εις αυτον θελετε θυσιαζει,
<scripture passage="2Kgs 17:37" parsed="|2Kgs|17|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.37" />
<sup>37</sup>και τα διαταγματα και τας κρισεις και τον νομον και την εντολην, την οποιαν εγραψε δια σας, θελετε προσεχει να εκτελητε παντοτε· αλλους δε θεους δεν θελετε φοβηθη·
<scripture passage="2Kgs 17:38" parsed="|2Kgs|17|38|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.38" />
<sup>38</sup>και την διαθηκην, την οποιαν εκαμα προς εσας, δεν θελετε λησμονησει και δεν θελετε φοβηθη αλλους θεους·
<scripture passage="2Kgs 17:39" parsed="|2Kgs|17|39|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.39" />
<sup>39</sup>αλλα Κυριον τον Θεον σας θελετε φοβεισθαι και αυτος θελει σας ελευθερωσει εκ χειρος παντων των εχθρων σας.
<scripture passage="2Kgs 17:40" parsed="|2Kgs|17|40|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.40" />
<sup>40</sup>Πλην δεν υπηκουσαν, αλλ' εκαμνον κατα τους προτερους τροπους αυτων.
<scripture passage="2Kgs 17:41" parsed="|2Kgs|17|41|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.17.41" />
<sup>41</sup>Και τα εθνη ταυτα εφοβουντο μεν τον Κυριον, ελατρευον ομως τα γλυπτα αυτων· και οι υιοι αυτων και των υιων αυτων οι υιοι, καθως οι πατερες αυτων εκαμνον, ουτω καμνουσιν εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 18" progress="35.91%" prev="iiKgs.17" next="iiKgs.19" id="iiKgs.18">
<h3 id="iiKgs.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.18-p1">
<scripture passage="2Kgs 18:1" parsed="|2Kgs|18|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω τριτω ετει του Ωσηε υιου του Ηλα, βασιλεως του Ισραηλ, εβασιλευσεν Εζεκιας ο υιος του Αχαζ βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Kgs 18:2" parsed="|2Kgs|18|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.2" />
<sup>2</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο, οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε εικοσιεννεα ετη εν Ιερουσαλημ. Και το ονομα της μητρος αυτου ητο Αβι, θυγατηρ του Ζαχαριου.
<scripture passage="2Kgs 18:3" parsed="|2Kgs|18|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.3" />
<sup>3</sup>Και εκαμε το ευθες ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα εκαμε Δαβιδ ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 18:4" parsed="|2Kgs|18|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.4" />
<sup>4</sup>Αυτος αφηρεσε τους υψηλους τοπους και κατεθραυσε τα αγαλματα και κατεκοψε τα αλση και κατεσυντριψε τον χαλκινον οφιν, τον οποιον εκαμεν ο Μωυσης· διοτι εως των ημερων εκεινων οι υιοι του Ισραηλ εθυμιαζον εις αυτον· και εκαλεσεν αυτον Νεουσθαν.
<scripture passage="2Kgs 18:5" parsed="|2Kgs|18|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.5" />
<sup>5</sup>Επι Κυριον τον Θεον του Ισραηλ ηλπισε· και δεν εσταθη μετ' αυτον ομοιος αυτου μεταξυ παντων των βασιλεων του Ιουδα, αλλ' ουδε των προ αυτου·
<scripture passage="2Kgs 18:6" parsed="|2Kgs|18|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.6" />
<sup>6</sup>διοτι προσεκολληθη εις τον Κυριον· δεν απεμακρυνθη απο οπισθεν αυτου, αλλ' εφυλαξε τας εντολας αυτου, τας οποιας ο Κυριος προσεταξεν εις τον Μωυσην.
<scripture passage="2Kgs 18:7" parsed="|2Kgs|18|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.7" />
<sup>7</sup>Και ητο ο Κυριος μετ' αυτου· κατευοδουτο οπου εξηρχετο· και απεστατησε κατα του βασιλεως της Ασσυριας και δεν εδουλευσεν εις αυτον.
<scripture passage="2Kgs 18:8" parsed="|2Kgs|18|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.8" />
<sup>8</sup>Αυτος επαταξε τους Φιλισταιους, εως Γαζης και των οριων αυτης, απο πυργου φυλακων εως οχυρας πολεως.
<scripture passage="2Kgs 18:9" parsed="|2Kgs|18|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.9" />
<sup>9</sup>Εν δε τω τεταρτω ετει του βασιλεως Εζεκιου, το οποιον ητο το εβδομον ετος του Ωσηε, υιου του Ηλα βασιλεως του Ισραηλ, Σαλμανασαρ ο βασιλευς της Ασσυριας ανεβη επι την Σαμαρειαν και επολιορκει αυτην.
<scripture passage="2Kgs 18:10" parsed="|2Kgs|18|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.10" />
<sup>10</sup>Και εν τω τελει τριων ετων εκυριευσαν αυτην· εν τω εκτω ετει του Εζεκιου, το οποιον ειναι το εννατον του Ωσηε βασιλεως του Ισραηλ, εκυριευθη η Σαμαρεια.
<scripture passage="2Kgs 18:11" parsed="|2Kgs|18|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.11" />
<sup>11</sup>Και μετωκισεν ο βασιλευς της Ασσυριας τον Ισραηλ εις την Ασσυριαν, και εθεσεν αυτους εν Αλα και εν Αβωρ παρα τον ποταμον Γωζαν και εν ταις πολεσι των Μηδων·
<scripture passage="2Kgs 18:12" parsed="|2Kgs|18|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.12" />
<sup>12</sup>διοτι δεν υπηκουσαν της φωνης Κυριου του Θεου αυτων, αλλα παρεβησαν την διαθηκην αυτου, παντα οσα προσεταξε Μωυσης ο δουλος του Κυριου, και δεν υπηκουσαν ουδε εκαμον αυτα.
<scripture passage="2Kgs 18:13" parsed="|2Kgs|18|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.13" />
<sup>13</sup>Εν δε τω δεκατω τεταρτω ετει του βασιλεως Εζεκιου, ανεβη Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας επι πασας τας οχυρας πολεις του Ιουδα και εκυριευσεν αυτας.
<scripture passage="2Kgs 18:14" parsed="|2Kgs|18|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλεν ο Εζεκιας βασιλευς του Ιουδα προς τον βασιλεα της Ασσυριας εις Λαχεις, λεγων, Ημαρτησα· αποστρεψον απ' εμου· ο, τι επιβαλης επ' εμε, θελω βαστασει αυτο. Και επεβαλεν ο βασιλευς της Ασσυριας επι τον Εζεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα, τριακοσια ταλαντα αργυριου και τριακοντα ταλαντα χρυσιου.
<scripture passage="2Kgs 18:15" parsed="|2Kgs|18|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.15" />
<sup>15</sup>Και εδωκεν εις αυτον ο Εζεκιας απαν το αργυριον το ευρεθεν εν τω οικω του Κυριου και εν τοις θησαυροις του οικου του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 18:16" parsed="|2Kgs|18|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.16" />
<sup>16</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον απεκοψεν ο Εζεκιας τας θυρας του ναου του Κυριου και τους στυλους, τους οποιους Εζεκιας ο βασιλευς του Ιουδα ειχε περισκεπασει με χρυσιον, και εδωκεν αυτο εις τον βασιλεα της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 18:17" parsed="|2Kgs|18|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.17" />
<sup>17</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς της Ασσυριας τον Ταρταν και τον Ραβ-σαρεις, και τον Ραβ-σακην, απο Λαχεις, προς τον βασιλεα Εζεκιαν, μετα δυναμεως μεγαλης εις Ιερουσαλημ· οι δε ανεβησαν και ηλθον εις την Ιερουσαλημ. Και οτε ανεβησαν, ηλθον και εσταθησαν εν τω υδραγωγω της ανω κολυμβηθρας, ητις ειναι εν τη μεγαλη οδω του αγρου του γναφεως.
<scripture passage="2Kgs 18:18" parsed="|2Kgs|18|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.18" />
<sup>18</sup>Και εβοησαν προς τον βασιλεα, και εξηλθον προς αυτους Ελιακειμ, ο υιος του Χελκιου, ο οικονομος, και Σομνας ο γραμματευς και Ιωαχ, ο υιος του Ασαφ, ο υπομνηματογραφος.
<scripture passage="2Kgs 18:19" parsed="|2Kgs|18|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ραβ-σακης, Ειπατε τωρα προς τον Εζεκιαν, Ουτω λεγει ο βασιλευς ο μεγας, ο βασιλευς της Ασσυριας· Ποιον ειναι το θαρρος τουτο επι το οποιον θαρρεις;
<scripture passage="2Kgs 18:20" parsed="|2Kgs|18|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.20" />
<sup>20</sup>συ λεγεις, πλην ειναι λογοι χειλεων, Εχω βουλην και δυναμιν δια πολεμον· αλλ' επι τινα θαρρεις, ωστε απεστατησας εναντιον μου;
<scripture passage="2Kgs 18:21" parsed="|2Kgs|18|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.21" />
<sup>21</sup>τωρα ιδου, συ θαρρεις επι την ραβδον του συντετριμμενου εκεινου καλαμου, επι την Αιγυπτον, επι τον οποιον εαν τις επιστηριχθη, θελει εμπηχθη εις την χειρα αυτου και τρυπησει αυτην· τοιουτος ειναι Φαραω ο βασιλευς της Αιγυπτου προς παντας τους θαρρουντας επ' αυτον.
<scripture passage="2Kgs 18:22" parsed="|2Kgs|18|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.22" />
<sup>22</sup>Αλλ' εαν ειπητε προς εμε, Επι Κυριον τον Θεον ημων θαρρουμεν· δεν ειναι αυτος, του οποιου τους υψηλους τοπους και τα θυσιαστηρια αφηρεσεν ο Εζεκιας, και ειπε προς τον Ιουδαν και προς την Ιερουσαλημ, Εμπροσθεν τουτου του θυσιαστηριου θελετε προσκυνησει εν Ιερουσαλημ;
<scripture passage="2Kgs 18:23" parsed="|2Kgs|18|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.23" />
<sup>23</sup>Τωρα λοιπον, δος ενεχυρα εις τον κυριον μου τον βασιλεα της Ασσυριας, και εγω θελω σοι δωσει δισχιλιους ιππους, αν δυνασαι απο μερους σου να δωσης επιβατας επ' αυτους.
<scripture passage="2Kgs 18:24" parsed="|2Kgs|18|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.24" />
<sup>24</sup>Πως λοιπον θελεις στρεψει οπισω το προσωπον ενος τοπαρχου εκ των ελαχιστων δουλων του κυριου μου, και ηλπισας επι την Αιγυπτον δια αμαξας και δια ιππεας;
<scripture passage="2Kgs 18:25" parsed="|2Kgs|18|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.25" />
<sup>25</sup>Και τωρα ανευ του Κυριου ανεβην εγω επι τον τοπον τουτον, δια να καταστρεψω αυτον; Ο Κυριος ειπε προς εμε, Αναβα επι την γην ταυτην και καταστρεψον αυτην.
<scripture passage="2Kgs 18:26" parsed="|2Kgs|18|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.26" />
<sup>26</sup>Τοτε ειπεν Ελιακειμ ο υιος του Χελκιου, και ο Σομνας και ο Ιωαχ, προς τον Ραβ-σακην, Λαλησον, παρακαλω, προς τους δουλους σου εις την Συριακην γλωσσαν· διοτι καταλαμβανομεν αυτην· και μη λαλει προς ημας Ιουδαιστι, εις επηκοον του λαου επι του τειχους.
<scripture passage="2Kgs 18:27" parsed="|2Kgs|18|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.27" />
<sup>27</sup>Αλλ' ο Ραβ-σακης ειπε προς αυτους, Μηπως ο κυριος μου απεστειλεν εμε προς τον κυριον σου η και προς σε, δια να λαλησω τους λογους τουτους; δεν με απεστειλε προς τους ανδρας τους καθημενους επι του τειχους, δια να φαγωσι την κοπρον αυτων και να πιωσι το ουρον αυτων με σας;
<scripture passage="2Kgs 18:28" parsed="|2Kgs|18|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.28" />
<sup>28</sup>Τοτε ο Ραβ-σακης εσταθη και εφωνησεν Ιουδαιστι μετα φωνης μεγαλης και ελαλησε, λεγων, Ακουσατε τον λογον του βασιλεως του μεγαλου, του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 18:29" parsed="|2Kgs|18|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.29" />
<sup>29</sup>ουτω λεγει ο βασιλευς· Μη σας απατα ο Εζεκιας· διοτι δεν θελει δυνηθη να σας λυτρωση εκ της χειρος αυτου·
<scripture passage="2Kgs 18:30" parsed="|2Kgs|18|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.30" />
<sup>30</sup>και μη σας καμνη ο Εζεκιας να θαρρητε επι τον Κυριον, λεγων, Ο Κυριος βεβαιως θελει μας λυτρωσει, και η πολις αυτη δεν θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 18:31" parsed="|2Kgs|18|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.31" />
<sup>31</sup>Μη ακουετε του Εζεκιου· διοτι ουτω λεγει ο βασιλευς της Ασσυριας. Καμετε συμβιβασμον μετ' εμου και εξελθετε προς εμε· και φαγετε εκαστος απο της αμπελου αυτου και εκαστος απο της συκης αυτου, και πιετε εκαστος απο των υδατων της δεξαμενης αυτου·
<scripture passage="2Kgs 18:32" parsed="|2Kgs|18|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.32" />
<sup>32</sup>εωσου ελθω και σας λαβω εις γην ομοιαν με την γην σας, γην σιτου και οινου, γην αρτου και αμπελωνων, γην ελαιου και μελιτος, δια να ζησητε και να μη αποθανητε· και μη ακουετε του Εζεκιου, οταν σας απατα, λεγων, Ο Κυριος θελει μας λυτρωσει.
<scripture passage="2Kgs 18:33" parsed="|2Kgs|18|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.33" />
<sup>33</sup>Μηπως ελυτρωσε τις τωοντι εκ των θεων των εθνων την γην αυτου εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας;
<scripture passage="2Kgs 18:34" parsed="|2Kgs|18|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.34" />
<sup>34</sup>που οι θεοι της Αιμαθ και Αρφαδ; που οι θεοι της Σεφαρουιμ, της Ενα και της Αυα; μηπως ελυτρωσαν εκ της χειρος μου την Σαμαρειαν;
<scripture passage="2Kgs 18:35" parsed="|2Kgs|18|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.35" />
<sup>35</sup>τινες μεταξυ παντων των θεων των τοπων ελυτρωσαν την γην αυτων εκ της χειρος μου, ωστε και ο Κυριος να λυτρωση την Ιερουσαλημ εκ της χειρος μου;
<scripture passage="2Kgs 18:36" parsed="|2Kgs|18|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.36" />
<sup>36</sup>Ο δε λαος εσιωπα και δεν απεκριθη λογον προς αυτον· διοτι ο βασιλευς ειχε προσταξει, λεγων, Μη αποκριθητε προς αυτον.
<scripture passage="2Kgs 18:37" parsed="|2Kgs|18|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.18.37" />
<sup>37</sup>Τοτε Ελιακειμ, ο υιος του Χελκιου, ο οικονομος, και Σομνας ο γραμματευς και Ιωαχ, ο υιος του Ασαφ, ο υπομνηματογραφος, ηλθον προς τον Εζεκιαν με διεσχισμενα ιματια και απηγγειλαν προς αυτον τους λογους του Ραβ-σακη.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 19" progress="36.06%" prev="iiKgs.18" next="iiKgs.20" id="iiKgs.19">
<h3 id="iiKgs.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.19-p1">
<scripture passage="2Kgs 19:1" parsed="|2Kgs|19|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηκουσεν ο βασιλευς Εζεκιας, διεσχισε τα ιματια αυτου και εσκεπασθη με σακκον και εισηλθεν εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 19:2" parsed="|2Kgs|19|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν Ελιακειμ τον οικονομον και Σομναν τον γραμματεα και τους πρεσβυτερους των ιερεων, εσκεπασμενους με σακκους, προς τον προφητην Ησαιαν, τον υιον του Αμως.
<scripture passage="2Kgs 19:3" parsed="|2Kgs|19|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον προς αυτον, Ουτω λεγει ο Εζεκιας· Ημερα θλιψεως και ονειδισμου και βλασφημιας η ημερα αυτη· διοτι τα τεκνα ηλθον εις την ακμην της γεννας, πλην δυναμις δεν ειναι εις την τικτουσαν·
<scripture passage="2Kgs 19:4" parsed="|2Kgs|19|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.4" />
<sup>4</sup>ειθε να ηκουσε Κυριος ο Θεος σου παντας τους λογους του Ραβ-σακη, τον οποιον ο βασιλευς της Ασσυριας ο κυριος αυτου απεστειλε δια να ονειδιση τον ζωντα θεον, και να υβριση δια των λογων, τους οποιους ηκουσε Κυριος ο Θεος σου· δια τουτο υψωσον δεησιν υπερ του υπολοιπου του σωζομενου.
<scripture passage="2Kgs 19:5" parsed="|2Kgs|19|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.5" />
<sup>5</sup>Και ηλθον προς τον Ησαιαν οι δουλοι του βασιλεως Εζεκιου.
<scripture passage="2Kgs 19:6" parsed="|2Kgs|19|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ησαιας, Ουτω θελετε ειπει προς τον κυριον σας· Ουτω λεγει Κυριος· Μη φοβου απο των λογων τους οποιους ηκουσας, δια των οποιων οι δουλοι του βασιλεως της Ασσυριας με ωνειδισαν·
<scripture passage="2Kgs 19:7" parsed="|2Kgs|19|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.7" />
<sup>7</sup>ιδου, εγω θελω βαλει εις αυτον τοιουτον πνευμα, ωστε, ακουσας θορυβον, θελει επιστρεψει εις την γην αυτου· και θελω καμει αυτον να πεση δια μαχαιρας εν τη γη αυτου.
<scripture passage="2Kgs 19:8" parsed="|2Kgs|19|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.8" />
<sup>8</sup>Ο Ραβ-σακης λοιπον επεστρεψε και ευρηκε τον βασιλεα της Ασσυριας πολεμουντα εναντιον της Λιβνα· διοτι ηκουσεν οτι εφυγεν απο Λαχεις.
<scripture passage="2Kgs 19:9" parsed="|2Kgs|19|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.9" />
<sup>9</sup>Και ο βασιλευς, οτε ηκουσε να λεγωσι περι Θιρακα του βασιλεως της Αιθιοπιας, Ιδου, εξηλθε να σε πολεμηση, απεστειλε παλιν πρεσβεις προς τον Εζεκιαν, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 19:10" parsed="|2Kgs|19|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.10" />
<sup>10</sup>Ουτω θελετε ειπει προς Εζεκιαν, τον βασιλεα του Ιουδα, λεγοντες, Ο Θεος σου, επι τον οποιον θαρρεις, ας μη σε απατα, λεγων, Η Ιερουσαλημ δεν θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Ασσυριας·
<scripture passage="2Kgs 19:11" parsed="|2Kgs|19|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.11" />
<sup>11</sup>ιδου, συ ηκουσας τι εκαμον οι βασιλεις της Ασσυριας εις παντας τους τοπους, καταστρεφοντες αυτους· και συ θελεις λυτρωθη;
<scripture passage="2Kgs 19:12" parsed="|2Kgs|19|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.12" />
<sup>12</sup>μηπως οι θεοι των εθνων ελυτρωσαν εκεινους, τους οποιους οι πατερες μου κατεστρεψαν, την Γωζαν και την Χαρραν και Ρεσεφ και τους υιους του Εδεν τους εν Τελασσαρ;
<scripture passage="2Kgs 19:13" parsed="|2Kgs|19|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.13" />
<sup>13</sup>που ο βασιλευς της Αιμαθ, και ο βασιλευς της Αρφαδ, και ο βασιλευς της πολεως Σεφαρουιμ, Ενα και Αυα;
<scripture passage="2Kgs 19:14" parsed="|2Kgs|19|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.14" />
<sup>14</sup>Και λαβων ο Εζεκιας την επιστολην εκ της χειρος των πρεσβεων, ανεγνωσεν αυτην· και ανεβη ο Εζεκιας εις τον οικον του Κυριου και εξετυλιξεν αυτην ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 19:15" parsed="|2Kgs|19|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.15" />
<sup>15</sup>Και προσηυχηθη ενωπιον του Κυριου ο Εζεκιας, λεγων, Κυριε Θεε του Ισραηλ, ο καθημενος επι των χερουβειμ, συ αυτος εισαι ο Θεος, ο μονος, παντων των βασιλειων της γης· συ εκαμες τον ουρανον και την γην·
<scripture passage="2Kgs 19:16" parsed="|2Kgs|19|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.16" />
<sup>16</sup>κλινον, Κυριε, το ους σου και ακουσον· ανοιξον, Κυριε, τους οφθαλμους σου και ιδε· και ακουσον τους λογους του Σενναχειρειμ, οστις απεστειλε τουτον δια να ονειδιση τον ζωντα Θεον·
<scripture passage="2Kgs 19:17" parsed="|2Kgs|19|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.17" />
<sup>17</sup>αληθως, Κυριε, οι βασιλεις της Ασσυριας ηρημωσαν τα εθνη και τους τοπους αυτων,
<scripture passage="2Kgs 19:18" parsed="|2Kgs|19|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.18" />
<sup>18</sup>και ερριψαν εις το πυρ, τους θεους αυτων· διοτι δεν ησαν θεοι, αλλ' εργον χειρων ανθρωπων, ξυλα και λιθοι· δια τουτο κατεστρεψαν αυτους·
<scripture passage="2Kgs 19:19" parsed="|2Kgs|19|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.19" />
<sup>19</sup>τωρα λοιπον, Κυριε Θεε ημων, σωσον ημας, δεομαι, εκ της χειρος αυτου· δια να γνωρισωσι παντα τα βασιλεια της γης, οτι συ εισαι Κυριος ο Θεος, ο μονος.
<scripture passage="2Kgs 19:20" parsed="|2Kgs|19|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.20" />
<sup>20</sup>Τοτε απεστειλεν Ησαιας ο υιος του Αμως προς τον Εζεκιαν, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ηκουσα οσα προσηυχηθης εις εμε κατα του Σενναχειρειμ βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="2Kgs 19:21" parsed="|2Kgs|19|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.21" />
<sup>21</sup>Ουτος ειναι ο λογος τον οποιον ο Κυριος ελαλησε περι αυτου· Σε κατεφρονησε, σε ενεπαιξεν παρθενος, η θυγατηρ της Σιων· οπισω σου εσεισε κεφαλην η θυγατηρ της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 19:22" parsed="|2Kgs|19|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.22" />
<sup>22</sup>Τινα ωνειδισας και εβλασφημησας; και κατα τινος υψωσας φωνην και εσηκωσας υψηλα τους οφθαλμους σου; Κατα του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 19:23" parsed="|2Kgs|19|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.23" />
<sup>23</sup>Τον Κυριον ωνειδισας δια των πρεσβεων σου και ειπας, Με το πληθος των αμαξων μου ανεβην εγω εις το υψος των ορεων, εις τα πλευρα του Λιβανου· και θελω κοψει τας υψηλας κεδρους αυτου, τας εκλεκτας ελατους αυτου· και θελω εισελθει εις τα εσχατα οικηματα αυτου, εις το δασος του Καρμηλου αυτου·
<scripture passage="2Kgs 19:24" parsed="|2Kgs|19|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.24" />
<sup>24</sup>εγω ανεσκαψα και επιον υδατα ξενα· και με το ιχνος των ποδων μου εξηρανα παντας τους ποταμους των πολιορκουμενων.
<scripture passage="2Kgs 19:25" parsed="|2Kgs|19|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.25" />
<sup>25</sup>Μη δεν ηκουσας οτι εγω εκαμον τουτο παλαιοθεν, και απο ημερων αρχαιων εβουλευθην αυτο; τωρα δε εξετελεσα τουτο, ωστε συ να ησαι δια να καταστρεφης πολεις ωχυρωμενας εις ερειπιων σωρους.
<scripture passage="2Kgs 19:26" parsed="|2Kgs|19|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο οι κατοικοι αυτων ησαν μικρας δυναμεως, ετρομαξαν και κατησχυνθησαν· ησαν ως ο χορτος του αγρου και ως η χλοη, ως ο χορτος των δωματων και ως ο σιτος ο καιομενος πριν καλαμωση.
<scripture passage="2Kgs 19:27" parsed="|2Kgs|19|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.27" />
<sup>27</sup>Πλην εγω εξευρω την κατοικιαν σου και την εξοδον σου και την εισοδον σου και την κατ' εμου λυσσαν σου.
<scripture passage="2Kgs 19:28" parsed="|2Kgs|19|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.28" />
<sup>28</sup>Επειδη η κατ' εμου λυσσα σου και η αλαζονεια σου ανεβησαν εις τα ωτα μου, δια τουτο θελω βαλει τον κρικον μου εις τους μυκτηρας σου και τον χαλινον μου εις τα χειλη σου, και θελω σε επιστρεψει δια της οδου δι' ης ηλθες.
<scripture passage="2Kgs 19:29" parsed="|2Kgs|19|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.29" />
<sup>29</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις σε το σημειον· Το ετος τουτο θελετε φαγει ο, τι ειναι αυτοφυες· και το δευτερον ετος, ο, τι εκφυεται απο του αυτου· το δε τριτον ετος, σπειρατε και θερισατε και φυτευσατε αμπελωνας και φαγετε τον καρπον αυτων.
<scripture passage="2Kgs 19:30" parsed="|2Kgs|19|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.30" />
<sup>30</sup>Και το υπολοιπον εκ του οικου Ιουδα, το διασωθεν, θελει ριζωσει παλιν υποκατωθεν και θελει δωσει επανω καρπους.
<scripture passage="2Kgs 19:31" parsed="|2Kgs|19|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.31" />
<sup>31</sup>Διοτι εξ Ιερουσαλημ θελει εξελθει το υπολοιπον και εκ του ορους Σιων το διασωθεν· ο ζηλος του Κυριου των δυναμεων θελει εκτελεσει τουτο.
<scripture passage="2Kgs 19:32" parsed="|2Kgs|19|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.32" />
<sup>32</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος περι του βασιλεως της Ασσυριας· Δεν θελει εισελθει εις την πολιν ταυτην ουδε θελει τοξευσει εκει βελος ουδε θελει προβαλει κατ' αυτης ασπιδα ουδε θελει υψωσει εναντιον αυτης προχωμα.
<scripture passage="2Kgs 19:33" parsed="|2Kgs|19|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.33" />
<sup>33</sup>Δια της οδου δι' ης ηλθε, δι' αυτης θελει επιστρεψει, και εις την πολιν ταυτην δεν θελει εισελθει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="2Kgs 19:34" parsed="|2Kgs|19|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.34" />
<sup>34</sup>Διοτι θελω υπερασπισθη την πολιν ταυτην, ωστε να σωσω αυτην, ενεκεν εμου και ενεκεν του δουλου μου Δαβιδ.
<scripture passage="2Kgs 19:35" parsed="|2Kgs|19|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.35" />
<sup>35</sup>Και την νυκτα εκεινην εξηλθεν ο αγγελος του Κυριου και επαταξεν εν τω στρατοπεδω των Ασσυριων εκατον ογδοηκοντα πεντε χιλιαδας· και οτε εξηγερθησαν το πρωι, ιδου, ησαν παντες σωματα νεκρα.
<scripture passage="2Kgs 19:36" parsed="|2Kgs|19|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.36" />
<sup>36</sup>Και εσηκωθη Σενναχειρειμ, ο βασιλευς της Ασσυριας, και εφυγε και επεστρεψε και κατωκησεν εν Νινευη.
<scripture passage="2Kgs 19:37" parsed="|2Kgs|19|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.19.37" />
<sup>37</sup>Και ενω προσεκυνει εν τω οικω Νισρωκ του θεου αυτου, Αδραμμελεχ και Σαρασαρ οι υιοι αυτου επαταξαν αυτον εν μαχαιρα. αυτοι δε εφυγον εις γην Αραρατ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Εσαραδδων ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 20" progress="36.21%" prev="iiKgs.19" next="iiKgs.21" id="iiKgs.20">
<h3 id="iiKgs.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.20-p1">
<scripture passage="2Kgs 20:1" parsed="|2Kgs|20|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας ηρρωστησεν ο Εζεκιας εις θανατον· και ηλθε προς αυτον Ησαιας ο προφητης, ο υιος του Αμως, και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Διαταξον περι του οικου σου, επειδη αποθνησκεις και δεν θελεις ζησει.
<scripture passage="2Kgs 20:2" parsed="|2Kgs|20|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.2" />
<sup>2</sup>Τοτε εστρεψε το προσωπον αυτου προς τον τοιχον και προσηυχηθη εις τον Κυριον, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 20:3" parsed="|2Kgs|20|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.3" />
<sup>3</sup>Δεομαι, Κυριε, ενθυμηθητι τωρα, πως περιεπατησα ενωπιον σου εν αληθεια και εν καρδια τελεια και επραξα το αρεστον ενωπιον σου. Και εκλαυσεν ο Εζεκιας κλαυθμον μεγαν.
<scripture passage="2Kgs 20:4" parsed="|2Kgs|20|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.4" />
<sup>4</sup>Και πριν εξελθη ο Ησαιας εις την αυλην την μεσαιαν, εγεινε λογος Κυριου προς αυτον, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 20:5" parsed="|2Kgs|20|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.5" />
<sup>5</sup>Επιστρεψον και ειπε προς τον Εζεκιαν τον ηγεμονα του λαου μου, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Δαβιδ του πατρος σου· Ηκουσα την προσευχην σου, ειδον τα δακρυα σου· ιδου, εγω θελω σε ιατρευσει την τριτην ημεραν θελεις αναβη εις τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="2Kgs 20:6" parsed="|2Kgs|20|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.6" />
<sup>6</sup>και θελω προσθεσει εις τας ημερας σου δεκαπεντε ετη· και θελω ελευθερωσει σε και την πολιν ταυτην εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας· και θελω υπερασπισθη την πολιν ταυτην, ενεκεν εμου και ενεκεν του δουλου μου Δαβιδ.
<scripture passage="2Kgs 20:7" parsed="|2Kgs|20|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Ησαιας, Λαβετε παλαθην συκων. Και ελαβον και επεθεσαν αυτην επι το ελκος, και ανελαβε την υγειαν αυτου.
<scripture passage="2Kgs 20:8" parsed="|2Kgs|20|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Εζεκιας προς τον Ησαιαν, Τι ειναι το σημειον οτι ο Κυριος θελει με ιατρευσει, και οτι θελω αναβη εις τον οικον του Κυριου την τριτην ημεραν;
<scripture passage="2Kgs 20:9" parsed="|2Kgs|20|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ησαιας, Τουτο θελει εισθαι εις σε το σημειον παρα Κυριου, οτι θελει καμει ο Κυριος το πραγμα το οποιον ελαλησε· να προχωρηση η σκια δεκα βαθμους, η να στραφη δεκα βαθμους;
<scripture passage="2Kgs 20:10" parsed="|2Kgs|20|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.10" />
<sup>10</sup>Και απεκριθη ο Εζεκιας, Ελαφρον πραγμα ειναι να καταβη η σκια δεκα βαθμους· ουχι, αλλ' ας στραφη οπισω δεκα βαθμους η σκια.
<scripture passage="2Kgs 20:11" parsed="|2Kgs|20|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.11" />
<sup>11</sup>Και εβοησεν ο Ησαιας ο προφητης προς τον Κυριον, και εστρεψεν οπισω την σκιαν δεκα βαθμους, δια των βαθμων τους οποιους κατεβη δια των βαθμων του Αχαζ.
<scripture passage="2Kgs 20:12" parsed="|2Kgs|20|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.12" />
<sup>12</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον Βερωδαχ-βαλαδαν, ο υιος του Βαλαδαν, βασιλευς της Βαβυλωνος, εστειλεν επιστολας και δωρον προς τον Εζεκιαν· διοτι ηκουσεν οτι ηρρωστησεν ο Εζεκιας.
<scripture passage="2Kgs 20:13" parsed="|2Kgs|20|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.13" />
<sup>13</sup>Και ηκροασθη αυτους ο Εζεκιας και εδειξεν εις αυτους παντα τον οικον των πολυτιμων αυτου πραγματων, τον αργυρον και τον χρυσον και τα αρωματα και τα πολυτιμα μυρα και ολην την οπλοθηκην αυτου και παν ο, τι ευρισκετο εν τοις θησαυροις αυτου· δεν ητο ουδεν εν τω οικω αυτου ουδε υπο πασαν την εξουσιαν αυτου, το οποιον ο Εζεκιας δεν εδειξεν εις αυτους.
<scripture passage="2Kgs 20:14" parsed="|2Kgs|20|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ηλθεν Ησαιας ο προφητης προς τον βασιλεα Εζεκιαν και ειπε προς αυτον, Τι λεγουσιν ουτοι οι ανθρωποι; και ποθεν ηλθον προς σε; Και ειπεν ο Εζεκιας, Απο γης μακρας ερχονται, απο Βαβυλωνος.
<scripture passage="2Kgs 20:15" parsed="|2Kgs|20|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.15" />
<sup>15</sup>Ο δε ειπε, Τι ειδον εν τω οικω σου; Και απεκριθη ο Εζεκιας, Ειδον παν ο, τι ειναι εν τω οικω μου· δεν ειναι ουδεν εν τοις θησαυροις μου, το οποιον δεν εδειξα εις αυτους.
<scripture passage="2Kgs 20:16" parsed="|2Kgs|20|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ειπεν ο Ησαιας προς τον Εζεκιαν, Ακουσον τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="2Kgs 20:17" parsed="|2Kgs|20|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, καθ' ας παν ο, τι ειναι εν τω οικω σου και ο, τι οι πατερες σου εναπεταμιευσαν μεχρι της ημερας ταυτης, θελει μετακομισθη εις την Βαβυλωνα· δεν θελει μεινει ουδεν, λεγει Κυριος·
<scripture passage="2Kgs 20:18" parsed="|2Kgs|20|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.18" />
<sup>18</sup>και εκ των υιων σου οιτινες θελουσιν εξελθει απο σου, τους οποιους θελεις γεννησει, θελουσι λαβει και θελουσι γεινει ευνουχοι εν τω παλατιω του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="2Kgs 20:19" parsed="|2Kgs|20|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ειπεν ο Εζεκιας προς τον Ησαιαν, Καλος ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησας. Ειπεν ετι, Δεν θελει εισθαι ειρηνη και ασφαλεια εν ταις ημεραις μου;
<scripture passage="2Kgs 20:20" parsed="|2Kgs|20|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.20" />
<sup>20</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Εζεκιου και παντα τα κατορθωματα αυτου, και τινι τροπω εκαμε το υδροστασιον και το υδραγωγειον και εφερε το υδωρ εις την πολιν, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 20:21" parsed="|2Kgs|20|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.20.21" />
<sup>21</sup>Και εκοιμηθη ο Εζεκιας μετα των πατερων αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Μανασσης ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 21" progress="36.29%" prev="iiKgs.20" next="iiKgs.22" id="iiKgs.21">
<h3 id="iiKgs.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.21-p1">
<scripture passage="2Kgs 21:1" parsed="|2Kgs|21|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.1" />
<sup>1</sup>Δωδεκα ετων ηλικιας ητο ο Μανασσης, οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε πεντηκοντα πεντε ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Εφσιβα.
<scripture passage="2Kgs 21:2" parsed="|2Kgs|21|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα τα βδελυγματα των εθνων, τα οποια εξεδιωξεν ο Κυριος απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 21:3" parsed="|2Kgs|21|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.3" />
<sup>3</sup>Και ανωκοδομησε τους υψηλους τοπους, τους οποιους Εζεκιας ο πατηρ αυτου κατεστρεψε· και ανηγειρε θυσιαστηρια εις τον Βααλ και εκαμεν αλσος, καθως εκαμεν Αχααβ ο βασιλευς του Ισραηλ· και προσεκυνησε πασαν την στρατιαν του ουρανου και ελατρευσεν αυτα.
<scripture passage="2Kgs 21:4" parsed="|2Kgs|21|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.4" />
<sup>4</sup>Και ωκοδομησε θυσιαστηρια εν τω οικω του Κυριου, περι του οποιου ο Κυριος ειπεν, Εν Ιερουσαλημ θελω θεσει το ονομα μου.
<scripture passage="2Kgs 21:5" parsed="|2Kgs|21|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.5" />
<sup>5</sup>Και ωκοδομησε θυσιαστηρια εις πασαν την στρατιαν του ουρανου, εντος των δυο αυλων του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 21:6" parsed="|2Kgs|21|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.6" />
<sup>6</sup>Και διεβιβασε τον υιον αυτου δια του πυρος, και προεμαντευε καιρους, και εκαμνεν οιωνισμους, και εσυστησεν ανταποκριτας δαιμονιων και επαοιδους· επραξε πολλα πονηρα ενωπιον του Κυριου, δια να παροργιση αυτον.
<scripture passage="2Kgs 21:7" parsed="|2Kgs|21|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.7" />
<sup>7</sup>Και εστησε το γλυπτον του αλσους, το οποιον εκαμεν, εν τω οικω, περι του οποιου ο Κυριος ειπε προς τον Δαβιδ και προς τον Σολομωντα τον υιον αυτου, Εν τω οικω τουτω και εν Ιερουσαλημ, την οποιαν εξελεξα απο πασων των φυλων του Ισραηλ, θελω θεσει το ονομα μου εις τον αιωνα·
<scripture passage="2Kgs 21:8" parsed="|2Kgs|21|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.8" />
<sup>8</sup>και δεν θελω μετασαλευσει τον ποδα του Ισραηλ απο της γης, την οποιαν εδωκα εις τους πατερας αυτων· εαν μονον προσεξωσι να καμνωσι κατα παντα οσα προσεταξα εις αυτους, και κατα παντα τον νομον τον οποιον ο δουλος μου Μωυσης προσεταξεν εις αυτους.
<scripture passage="2Kgs 21:9" parsed="|2Kgs|21|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.9" />
<sup>9</sup>Πλην δεν υπηκουσαν· και επλανησεν αυτους ο Μανασσης, ωστε να πραττωσι πονηροτερα παρα τα εθνη, τα οποια ο Κυριος ηφανισεν απ' εμπροσθεν των υιων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Kgs 21:10" parsed="|2Kgs|21|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησε Κυριος δια χειρος των δουλων αυτου των προφητων, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 21:11" parsed="|2Kgs|21|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.11" />
<sup>11</sup>Επειδη Μανασσης ο βασιλευς του Ιουδα επραξε τα βδελυγματα ταυτα, πονηροτερα υπερ παντα οσα επραξαν οι Αμορραιοι οι προ αυτου, και εκαμεν ετι τον Ιουδαν να αμαρτηση δια των ειδωλων αυτου,
<scripture passage="2Kgs 21:12" parsed="|2Kgs|21|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.12" />
<sup>12</sup>δια ταυτα ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω επιφερω κακον επι την Ιερουσαλημ και επι τον Ιουδαν, ωστε παντος ακουοντος περι αυτου θελουσιν ηχησει αμφοτερα τα ωτα αυτου·
<scripture passage="2Kgs 21:13" parsed="|2Kgs|21|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.13" />
<sup>13</sup>και θελω εκτεινει επι την Ιερουσαλημ το σχοινιον της Σαμαρειας και την σταθμην του οικου του Αχααβ· και θελω σπογγισει την Ιερουσαλημ, καθως σπογγιζει τις τρυβλιον και σπογγισας στρεφει ανω κατω·
<scripture passage="2Kgs 21:14" parsed="|2Kgs|21|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.14" />
<sup>14</sup>και θελω εγκαταλειψει το υπολοιπον της κληρονομιας μου και παραδωσει αυτους εις την χειρα των εχθρων αυτων· και θελουσιν εισθαι εις διαρπαγην και λεηλασιαν εις παντας τους εχθρους αυτων·
<scripture passage="2Kgs 21:15" parsed="|2Kgs|21|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.15" />
<sup>15</sup>διοτι επραξαν πονηρα ενωπιον μου και με παρωργισαν, αφ' ης ημερας οι πατερες αυτων εξηλθον εξ Αιγυπτου, εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Kgs 21:16" parsed="|2Kgs|21|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.16" />
<sup>16</sup>Και αιμα ετι αθωον εχυσεν ο Μανασσης πολυ σφοδρα, εωσου ενεπλησε την Ιερουσαλημ απ' ακρου εως ακρου· εκτος της αμαρτιας αυτου, δια της οποιας εκαμε τον Ιουδαν να αμαρτηση, πραξας πονηρα ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 21:17" parsed="|2Kgs|21|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.17" />
<sup>17</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Μανασση και παντα οσα εκαμε και η αμαρτια αυτου, την οποιαν ημαρτησε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 21:18" parsed="|2Kgs|21|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.18" />
<sup>18</sup>Εκοιμηθη δε ο Μανασσης μετα των πατερων αυτου, και εταφη εν τω κηπω του οικου αυτου εν τω κηπω Ουζα· και εβασιλευσεν αντ' αυτου Αμων ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 21:19" parsed="|2Kgs|21|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.19" />
<sup>19</sup>Εικοσιδυο ετων ηλικιας ητο ο Αμων οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δυο ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Μεσουλλεμεθ, θυγατηρ του Αρους απο Ιοτεβα.
<scripture passage="2Kgs 21:20" parsed="|2Kgs|21|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.20" />
<sup>20</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, καθως επραξε Μανασσης ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 21:21" parsed="|2Kgs|21|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.21" />
<sup>21</sup>Και περιεπατησεν εις πασας τας οδους, εις τας οποιας περιεπατησεν ο πατηρ αυτου· και ελατρευσε τα ειδωλα, τα οποια ελατρευσεν ο πατηρ αυτου, και προσεκυνησεν αυτα.
<scripture passage="2Kgs 21:22" parsed="|2Kgs|21|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.22" />
<sup>22</sup>Και εγκατελιπε Κυριον τον Θεον των πατερων αυτου και δεν περιεπατησεν εις την οδον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 21:23" parsed="|2Kgs|21|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.23" />
<sup>23</sup>Και συνωμοσαν οι δουλοι του Αμων εναντιον αυτου· και εθανατωσαν τον βασιλεα εν τω οικω αυτου.
<scripture passage="2Kgs 21:24" parsed="|2Kgs|21|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.24" />
<sup>24</sup>Ο δε λαος της γης εθανατωσε παντας τους συνωμοσαντας κατα του βασιλεως Αμων· και εκαμεν ο λαος της γης Ιωσιαν τον υιον αυτου βασιλεα αντ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 21:25" parsed="|2Kgs|21|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.25" />
<sup>25</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αμων, οσας επραξε, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 21:26" parsed="|2Kgs|21|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.21.26" />
<sup>26</sup>Και εθαψαν αυτον εν τω ταφω αυτου, εν τω κηπω Ουζα· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωσιας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 22" progress="36.39%" prev="iiKgs.21" next="iiKgs.23" id="iiKgs.22">
<h3 id="iiKgs.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.22-p1">
<scripture passage="2Kgs 22:1" parsed="|2Kgs|22|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.1" />
<sup>1</sup>Οκτω ετων ηλικιας ητο ο Ιωσιας οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ ετη τριακοντα και εν· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιεδιδα, θυγατηρ του Αδαιου, απο Βοσκαθ.
<scripture passage="2Kgs 22:2" parsed="|2Kgs|22|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον του Κυριου και περιεπατησεν εις πασας τας οδους Δαβιδ του πατρος αυτου, και δεν εξεκλινε δεξια η αριστερα.
<scripture passage="2Kgs 22:3" parsed="|2Kgs|22|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.3" />
<sup>3</sup>Και εν τω δεκατω ογδοω ετει του βασιλεως Ιωσια, εξαπεστειλεν ο βασιλευς τον Σαφαν, υιον του Αζαλιου υιου του Μεσουλλαμ, τον γραμματεα, εις τον οικον του Κυριου, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 22:4" parsed="|2Kgs|22|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.4" />
<sup>4</sup>Αναβα προς Χελκιαν τον ιερεα τον μεγαν, και ειπε να απαριθμηση το αργυριον το εισαχθεν εις τον οικον του Κυριου, το οποιον οι φυλαττοντες την θυραν εσυναξαν παρα του λαου·
<scripture passage="2Kgs 22:5" parsed="|2Kgs|22|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.5" />
<sup>5</sup>και ας παραδωσωσιν αυτο εις την χειρα των ποιουντων τα εργα, των επιστατουντων εν τω οικω του Κυριου· οι δε ας δωσωσιν αυτο εις τους εργαζομενους τα εργα τα εν τω οικω του Κυριου, δια να επισκευασωσι τα χαλασματα του οικου,
<scripture passage="2Kgs 22:6" parsed="|2Kgs|22|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.6" />
<sup>6</sup>εις τους ξυλουργους και οικοδομους και τοιχοποιους, και δια να αγορασωσι ξυλα και λιθους λατομητους, δια να επισκευασωσι τον οικον.
<scripture passage="2Kgs 22:7" parsed="|2Kgs|22|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.7" />
<sup>7</sup>πλην δεν εγινετο μετ' αυτων ουδεις λογαριασμος περι του διδομενου εις τας χειρας αυτων αργυριου, διοτι ειργαζοντο εν πιστει.
<scripture passage="2Kgs 22:8" parsed="|2Kgs|22|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.8" />
<sup>8</sup>Ειπε δε Χελκιας ο ιερευς ο μεγας προς Σαφαν τον γραμματεα, Ευρηκα το βιβλιον του νομου εν τω οικω του Κυριου. Και εδωκεν ο Χελκιας το βιβλιον εις τον Σαφαν, και ανεγνωσεν αυτο.
<scripture passage="2Kgs 22:9" parsed="|2Kgs|22|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.9" />
<sup>9</sup>Και ηλθε Σαφαν ο γραμματευς προς τον βασιλεα και ανεφερε λογον προς τον βασιλεα και ειπεν, Οι δουλοι σου εσυναξαν το αργυριον το ευρεθεν εν τω οικω, και παρεδωκαν αυτο εις την χειρα των ποιουντων τα εργα, των επιστατουντων εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 22:10" parsed="|2Kgs|22|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.10" />
<sup>10</sup>Και απηγγειλε Σαφαν ο γραμματευς προς τον βασιλεα, λεγων, Χελκιας ο ιερευς εδωκεν εις εμε βιβλιον. Και ανεγνωσεν αυτο ο Σαφαν ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="2Kgs 22:11" parsed="|2Kgs|22|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.11" />
<sup>11</sup>Και ως ηκουσεν ο βασιλευς τους λογους του βιβλιου του νομου, διεσχισε τα ιματια αυτου.
<scripture passage="2Kgs 22:12" parsed="|2Kgs|22|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.12" />
<sup>12</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς Χελκιαν τον ιερεα και Αχικαμ τον υιον του Σαφαν και Αχβωρ τον υιον του Μιχαιου και Σαφαν τον γραμματεα και Ασαιαν τον δουλον του βασιλεως, λεγων,
<scripture passage="2Kgs 22:13" parsed="|2Kgs|22|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.13" />
<sup>13</sup>Υπαγετε, ερωτησατε τον Κυριον περι εμου και περι του λαου και περι παντος του Ιουδα, περι των λογων του βιβλιου τουτου, το οποιον ευρεθη· διοτι μεγαλη ειναι η οργη του Κυριου η εξαφθεισα εναντιον ημων, επειδη οι πατερες ημων δεν υπηκουσαν εις τους λογους του βιβλιου τουτου, ωστε να πραττωσι κατα παντα τα γεγραμμενα περι ημων.
<scripture passage="2Kgs 22:14" parsed="|2Kgs|22|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.14" />
<sup>14</sup>Τοτε Χελκιας ο ιερευς, και Αχικαμ και Αχβωρ και Σαφαν και Ασαιας, υπηγαν εις την Ολδαν την προφητιν, την γυναικα του Σαλλουμ υιου του Τικβα, υιου του Αρας, του ιματιοφυλακος· κατωκει δε αυτη εν Ιερουσαλημ, κατα το Μισνε· και ωμιλησαν μετ' αυτης.
<scripture passage="2Kgs 22:15" parsed="|2Kgs|22|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ειπατε προς τον ανθρωπον, οστις σας απεστειλε προς εμε,
<scripture passage="2Kgs 22:16" parsed="|2Kgs|22|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου εγω επιφερω κακα επι τον τοπον τουτον και επι τους κατοικους αυτου, παντας τους λογους του βιβλιου, το οποιον ο βασιλευς του Ιουδα ανεγνωσε·
<scripture passage="2Kgs 22:17" parsed="|2Kgs|22|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.17" />
<sup>17</sup>διοτι με εγκατελιπον και εθυμιασαν εις αλλους θεους, δια να με παροργισωσι δια παντων των εργων των χειρων αυτων· δια τουτο θελει εκχυθη ο θυμος μου επι τον τοπον τουτον και δεν θελει σβεσθη.
<scripture passage="2Kgs 22:18" parsed="|2Kgs|22|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.18" />
<sup>18</sup>προς τον βασιλεα ομως του Ιουδα, οστις σας απεστειλε να ερωτησητε τον Κυριον, ουτω θελετε ειπει προς αυτον· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Περι των λογων τους οποιους ηκουσας,
<scripture passage="2Kgs 22:19" parsed="|2Kgs|22|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.19" />
<sup>19</sup>επειδη η καρδια σου ηπαλυνθη, και εταπεινωθης ενωπιον του Κυριου, οτε ηκουσας οσα ελαλησα εναντιον του τοπου τουτου και εναντιον των κατοικων αυτου, οτι θελουσι κατασταθη ερημωσις και καταρα, και διεσχισας τα ιματια σου και εκλαυσας ενωπιον μου· δια τουτο και εγω επηκουσα, λεγει Κυριος·
<scripture passage="2Kgs 22:20" parsed="|2Kgs|22|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.22.20" />
<sup>20</sup>ιδου λοιπον, εγω θελω σε συναξει εις τους πατερας σου, και θελεις συναχθη εις τον ταφον σου εν ειρηνη· και δεν θελουσιν ιδει οι οφθαλμοι σου παντα τα κακα, τα οποια εγω επιφερω επι τον τοπον τουτον. Και εφεραν αποκρισιν προς τον βασιλεα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 23" progress="36.48%" prev="iiKgs.22" next="iiKgs.24" id="iiKgs.23">
<h3 id="iiKgs.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.23-p1">
<scripture passage="2Kgs 23:1" parsed="|2Kgs|23|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.1" />
<sup>1</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς, και συνηγαγον προς αυτον παντας τους πρεσβυτερους του Ιουδα και της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 23:2" parsed="|2Kgs|23|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.2" />
<sup>2</sup>Και ανεβη ο βασιλευς εις τον οικον του Κυριου, και παντες οι ανδρες Ιουδα και παντες οι κατοικοι της Ιερουσαλημ μετ' αυτου, και οι ιερεις και οι προφηται και πας ο λαος, απο μικρου εως μεγαλου· και ανεγνωσεν εις επηκοον αυτων παντας τους λογους του βιβλιου της διαθηκης, το οποιον ευρεθη εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 23:3" parsed="|2Kgs|23|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.3" />
<sup>3</sup>Και σταθεις ο βασιλευς πλησιον του στυλου, εκαμε την διαθηκην ενωπιον του Κυριου, να περιπατη κατοπιν του Κυριου και να φυλαττη τας εντολας αυτου και τα μαρτυρια αυτου και τα διαταγματα αυτου εξ ολης καρδιας και εξ ολης ψυχης, ωστε να εκτελωσι τους λογους της διαθηκης ταυτης, τους γεγραμμενους εν τω βιβλιω τουτω. Και πας ο λαος εσταθη εις την διαθηκην.
<scripture passage="2Kgs 23:4" parsed="|2Kgs|23|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.4" />
<sup>4</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς Χελκιαν τον ιερεα τον μεγαν και τους ιερεις της δευτερας ταξεως και τους φυλακας της πυλης, να εκβαλωσιν εκ του ναου του Κυριου παντα τα σκευη, τα κατεσκευασμενα δια τον Βααλ και δια το αλσος και δια πασαν την στρατιαν του ουρανου· και κατεκαυσεν αυτα εξω της Ιερουσαλημ εν τοις αγροις Κεδρων, και μετεκομισαν την στακτην αυτων εις Βαιθηλ.
<scripture passage="2Kgs 23:5" parsed="|2Kgs|23|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.5" />
<sup>5</sup>Και κατηργησε τους ειδωλολατρας ιερεις, τους οποιους οι βασιλεις του Ιουδα διωρισαν να θυμιαζωσιν εν τοις υψηλοις τοποις, εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν τοις περιξ της Ιερουσαλημ· και τους θυμιαζοντας εις τον Βααλ, εις τον ηλιον και εις την σεληνην και εις τα ζωδια και εις πασαν την στρατιαν του ουρανου.
<scripture passage="2Kgs 23:6" parsed="|2Kgs|23|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.6" />
<sup>6</sup>Και εξεβαλε το αλσος εκ του οικου του Κυριου, εξω της Ιερουσαλημ, εις τον χειμαρρον Κεδρων, και κατεκαυσεν αυτο εν τω χειμαρρω Κεδρων και κατελεπτυνεν αυτο εις σκονην, και ερριψε την σκονην αυτου επι των μνηματων των υιων του οχλου.
<scripture passage="2Kgs 23:7" parsed="|2Kgs|23|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.7" />
<sup>7</sup>Και κατεκρημνισε τους οικους των σοδομιτων, τους εν τω οικω του Κυριου, οπου αι γυναικες υφαινον παραπετασματα δια το αλσος.
<scripture passage="2Kgs 23:8" parsed="|2Kgs|23|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.8" />
<sup>8</sup>Και εφερε παντας τους ιερεις εκ των πολεων του Ιουδα, και εβεβηλωσε τους υψηλους τοπους, εις τους οποιους οι ιερεις εθυμιαζον, απο Γεβα εως Βηρ-σαβεε, και κατεκρημνισε τους υψηλους τοπους των πυλων, των εν τη εισοδω της πυλης Ιησου του αρχοντος της πολεως, τη εξ αριστερων της πυλης της πολεως.
<scripture passage="2Kgs 23:9" parsed="|2Kgs|23|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.9" />
<sup>9</sup>Πλην οι ιερεις των υψηλων τοπων δεν ανεβησαν προς το θυσιαστηριον του Κυριου εν Ιερουσαλημ, αλλ' ετρωγον αζυμα μεταξυ των αδελφων αυτων.
<scripture passage="2Kgs 23:10" parsed="|2Kgs|23|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.10" />
<sup>10</sup>Και εβεβηλωσε τον Τοφεθ, τον εν τη φαραγγι των υιων του Εννομ· ωστε να μη δυναται μηδεις να διαβιβαση τον υιον αυτου η την θυγατερα αυτου δια του πυρος εις τον Μολοχ.
<scripture passage="2Kgs 23:11" parsed="|2Kgs|23|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.11" />
<sup>11</sup>Και αφηρεσε τους ιππους, τους οποιους οι βασιλεις του Ιουδα εστησαν εις τον ηλιον, κατα την εισοδον του οικου του Κυριου, πλησιον του οικηματος του Ναθαν-μελεχ του ευνουχου, το οποιον ητο εν Φαρουρειμ, και κατεκαυσεν εν πυρι τας αμαξας του ηλιου.
<scripture passage="2Kgs 23:12" parsed="|2Kgs|23|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.12" />
<sup>12</sup>Και τα θυσιαστηρια τα επι του δωματος του υπερωου του Αχαζ, τα οποια εκαμον οι βασιλεις του Ιουδα, και τα θυσιαστηρια, τα οποια εκαμεν ο Μανασσης εν ταις δυο αυλαις του οικου του Κυριου, κατεστρεψεν αυτα ο βασιλευς και κατεκρημνισεν εκειθεν και ερριψε την σκονην αυτων εις τον χειμαρρον Κεδρων.
<scripture passage="2Kgs 23:13" parsed="|2Kgs|23|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.13" />
<sup>13</sup>Και τους υψηλους τοπους τους κατα προσωπον της Ιερουσαλημ, τους εν δεξια του ορους της διαφθορας, τους οποιους ωκοδομησε Σολομων ο βασιλευς του Ισραηλ δια την Ασταρτην το βδελυγμα των Σιδωνιων, και δια τον Χεμως το βδελυγμα των Μωαβιτων, και δια τον Μελχωμ το βδελυγμα των υιων Αμμων, εβεβηλωσεν ο βασιλευς.
<scripture passage="2Kgs 23:14" parsed="|2Kgs|23|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.14" />
<sup>14</sup>Και συνετριψε τα αγαλματα και κατεκοψε τα αλση και εγεμισε τους τοπους αυτων απο οστα ανθρωπων.
<scripture passage="2Kgs 23:15" parsed="|2Kgs|23|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.15" />
<sup>15</sup>Και το θυσιαστηριον το εν Βαιθηλ και τον υψηλον τοπον, τον οποιον εκαμεν Ιεροβοαμ ο υιος του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση, και εκεινο το θυσιαστηριον και τον υψηλον τοπον κατεχαλασε και κατεκαυσε τον υψηλον τοπον και ελεπτυνεν αυτα εις σκονην και το αλσος κατεκαυσεν.
<scripture passage="2Kgs 23:16" parsed="|2Kgs|23|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.16" />
<sup>16</sup>Οτε δε ο Ιωσιας εστραφη και ειδε τους ταφους τους εκει εν τω ορει, εστειλε και ελαβε τα οστα εκ των ταφων και κατεκαυσεν αυτα επι του θυσιαστηριου, και εβεβηλωσεν αυτο· κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον εκηρυξεν ο ανθρωπος του Θεου, ο λαλησας τους λογους τουτους.
<scripture passage="2Kgs 23:17" parsed="|2Kgs|23|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ειπε, Τι μνημειον ειναι εκεινο το οποιον εγω βλεπω; Και οι ανδρες της πολεως ειπον προς αυτον, Ο ταφος του ανθρωπου του Θεου, οστις ηλθεν εξ Ιουδα και εκηρυξε τα πραγματα ταυτα, τα οποια συ εκαμες κατα του θυσιαστηριου της Βαιθηλ.
<scripture passage="2Kgs 23:18" parsed="|2Kgs|23|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν, Αφησατε αυτον· ας μη κινηση μηδεις τα οστα αυτου. Και διεσωσαν τα οστα αυτου, μετα των οστεων του προφητου του ελθοντος εκ Σαμαρειας.
<scripture passage="2Kgs 23:19" parsed="|2Kgs|23|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.19" />
<sup>19</sup>Και παντας ετι τους οικους των υψηλων τοπων τους εν ταις πολεσι της Σαμαρειας, τους οποιους εκαμον οι βασιλεις του Ισραηλ δια να παροργισωσι τον Κυριον, ο Ιωσιας αφηρεσε, και εκαμεν εις αυτους κατα παντα τα εργα οσα εκαμεν εις Βαιθηλ.
<scripture passage="2Kgs 23:20" parsed="|2Kgs|23|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.20" />
<sup>20</sup>Και εθυσιασεν επι των θυσιαστηριων παντας τους ιερεις των υψηλων τοπων τους εκει, και κατεκαυσεν επ' αυτων τα οστα των ανθρωπων και επεστρεψεν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 23:21" parsed="|2Kgs|23|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.21" />
<sup>21</sup>Τοτε προσεταξεν ο βασιλευς εις παντα τον λαον, λεγων, Καμετε το πασχα εις Κυριον τον Θεον σας, κατα το γεγραμμενον εν τω βιβλιω τουτω της διαθηκης.
<scripture passage="2Kgs 23:22" parsed="|2Kgs|23|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.22" />
<sup>22</sup>Βεβαιως δεν εγεινε τοιουτον πασχα απο των ημερων των κριτων οιτινες εκρινον τον Ισραηλ, ουδε εν πασαις ταις ημεραις των βασιλεων του Ισραηλ και των βασιλεων του Ιουδα,
<scripture passage="2Kgs 23:23" parsed="|2Kgs|23|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.23" />
<sup>23</sup>οποιον εγεινε προς τον Κυριον εν Ιερουσαλημ το πασχα τουτο, κατα το δεκατον ογδοον ετος του βασιλεως Ιωσιου.
<scripture passage="2Kgs 23:24" parsed="|2Kgs|23|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.24" />
<sup>24</sup>Αφηρεσεν ετι ο Ιωσιας και τους ανταποκριτας των δαιμονιων και τους μαντεις και τα ξοανα και τα ειδωλα και παντα τα βδελυγματα τα οποια εφαινοντο εν τη γη του Ιουδα και εν Ιερουσαλημ, δια να εκτελεση τους λογους του νομου τους γεγραμμενους εν τω βιβλιω, το οποιον ευρηκε Χελκιας ο ιερευς εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="2Kgs 23:25" parsed="|2Kgs|23|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.25" />
<sup>25</sup>Και ομοιος αυτου δεν υπηρξε προ αυτου βασιλευς, οστις επεστρεψεν εις τον Κυριον εξ ολης αυτου της καρδιας και εξ ολης αυτου της ψυχης και εξ ολης αυτου της δυναμεως, κατα παντα τον νομον του Μωυσεως· ουδε ηγερθη μετ' αυτον ομοιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 23:26" parsed="|2Kgs|23|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.26" />
<sup>26</sup>Πλην ο Κυριος δεν εστραφη απο του θυμου της οργης αυτου της μεγαλης, καθ' ον εξηφθη η οργη αυτου κατα του Ιουδα, εξ αιτιας παντων των παροργισμων, δια των οποιων παρωργισεν αυτον ο Μανασσης.
<scripture passage="2Kgs 23:27" parsed="|2Kgs|23|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.27" />
<sup>27</sup>Και ειπε Κυριος, Και τον Ιουδαν θελω εκβαλει απ' εμπροσθεν μου, καθως εξεβαλον τον Ισραηλ, και θελω απορριψει την πολιν ταυτην, την Ιερουσαλημ, την οποιαν εξελεξα, και τον οικον περι του οποιου ειπα, ο ονομα μου θελει εισθαι εκει.
<scripture passage="2Kgs 23:28" parsed="|2Kgs|23|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.28" />
<sup>28</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωσιου και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 23:29" parsed="|2Kgs|23|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.29" />
<sup>29</sup>Εν ταις ημεραις αυτου ανεβη ο Φαραω-νεχαω, βασιλευς της Αιγυπτου, κατα του βασιλεως της Ασσυριας επι τον ποταμον Ευφρατην. Και υπηγεν ο βασιλευς Ιωσιας εις απαντησιν αυτου· και εκεινος, ως ειδεν αυτον, εθανατωσεν αυτον εν Μεγιδδω.
<scripture passage="2Kgs 23:30" parsed="|2Kgs|23|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.30" />
<sup>30</sup>Και οι δουλοι αυτου επεβιβασαν αυτον νεκρον εις αμαξαν απο Μεγιδδω, και εφεραν αυτον εις Ιερουσαλημ, και εθαψαν αυτον εν τω ταφω αυτου. Ο δε λαος της γης ελαβε τον Ιωαχαζ υιον του Ιωσιου, και εχρισαν αυτον και εκαμον αυτον βασιλεα αντι του πατρος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 23:31" parsed="|2Kgs|23|31|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.31" />
<sup>31</sup>Εικοσιτριων ετων ηλικιας ητο ο Ιωαχαζ, οτε εβασιλευσε· και εβασιλευσε τρεις μηνας εν Ιερουσαλημ. Το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αμουταλ, θυγατηρ του Ιερεμιου απο Λιβνα.
<scripture passage="2Kgs 23:32" parsed="|2Kgs|23|32|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.32" />
<sup>32</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα επραξαν οι πατερες αυτου.
<scripture passage="2Kgs 23:33" parsed="|2Kgs|23|33|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.33" />
<sup>33</sup>Και εφυλακισεν αυτον ο Φαραω-νεχαω εν Ριβλα εν τη γη Αιμαθ, δια να μη βασιλευη εν Ιερουσαλημ· και κατεδικασε την γην εις προστιμον εκατον ταλαντων αργυριου και ενος ταλαντου χρυσιου.
<scripture passage="2Kgs 23:34" parsed="|2Kgs|23|34|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.34" />
<sup>34</sup>Και εκαμεν ο Φαραω-νεχαω τον Ελιακειμ τον υιον του Ιωσιου βασιλεα αντι Ιωσιου του πατρος αυτου, και μετηλλαξε το ονομα αυτου εις Ιωακειμ· τον δε Ιωαχαζ ελαβε και εφερεν εις Αιγυπτον, και απεθανεν εκει.
<scripture passage="2Kgs 23:35" parsed="|2Kgs|23|35|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.35" />
<sup>35</sup>Ο δε Ιωακειμ εδωκεν εις τον Φαραω το αργυριον και το χρυσιον· εφορολογησεν ομως την γην, δια να δωση το αργυριον κατα την προσταγην του Φαραω· ο λαος της γης συνεισεφερε το αργυριον και το χρυσιον, εκαστος κατα την εκτιμησιν αυτου, δια να δωση εις τον Φαραω-νεχαω.
<scripture passage="2Kgs 23:36" parsed="|2Kgs|23|36|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.36" />
<sup>36</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο ο Ιωακειμ, οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε ενδεκα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ζεβουδα, θυγατηρ του Φεδαιου απο Ρουμα.
<scripture passage="2Kgs 23:37" parsed="|2Kgs|23|37|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.23.37" />
<sup>37</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα επραξαν οι πατερες αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 24" progress="36.66%" prev="iiKgs.23" next="iiKgs.25" id="iiKgs.24">
<h3 id="iiKgs.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.24-p1">
<scripture passage="2Kgs 24:1" parsed="|2Kgs|24|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.1" />
<sup>1</sup>Εν ταις ημεραις αυτου ανεβη Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, και ο Ιωακειμ εγεινε δουλος αυτου τρια ετη· επειτα εστραφη και απεστατησε κατ' αυτου.
<scripture passage="2Kgs 24:2" parsed="|2Kgs|24|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο Κυριος εναντιον αυτου τα ταγματα των Χαλδαιων και τα ταγματα των Συριων και τα ταγματα των Μωαβιτων και τα ταγματα των υιων Αμμων, και απεστειλεν αυτους εναντιον του Ιουδα, δια να καταστρεψωσιν αυτον· κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια χειρος των δουλων αυτου των προφητων.
<scripture passage="2Kgs 24:3" parsed="|2Kgs|24|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.3" />
<sup>3</sup>Τω οντι κατα προσταγην του Κυριου εγεινε τουτο εις τον Ιουδαν, δια να αποβαλη αυτον απο προσωπου αυτου, δια τας αμαρτιας του Μανασση, κατα παντα οσα επραξε·
<scripture passage="2Kgs 24:4" parsed="|2Kgs|24|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.4" />
<sup>4</sup>και ετι δια το αθωον αιμα το οποιον εχυσε, διοτι εγεμισε την Ιερουσαλημ αιμα αθωον· και δεν ηθελησεν ο Κυριος να συγχωρηση αυτον.
<scripture passage="2Kgs 24:5" parsed="|2Kgs|24|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.5" />
<sup>5</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωακειμ και παντα οσα επραξε, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων του Ιουδα;
<scripture passage="2Kgs 24:6" parsed="|2Kgs|24|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.6" />
<sup>6</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωακειμ μετα των πατερων αυτου, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ιωαχειν ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Kgs 24:7" parsed="|2Kgs|24|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.7" />
<sup>7</sup>Ο δε βασιλευς της Αιγυπτου δεν εξηλθε πλεον εκ της γης αυτου· διοτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος ελαβεν, απο του ποταμου της Αιγυπτου μεχρι του ποταμου Ευφρατου, παντα οσα ησαν του βασιλεως της Αιγυπτου.
<scripture passage="2Kgs 24:8" parsed="|2Kgs|24|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.8" />
<sup>8</sup>Δεκαοκτω ετων ηλικιας ητο ο Ιωαχειν, οτε εβασιλευσε· και εβασιλευσε τρεις μηνας εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Νεουσθα, θυγατηρ του Ελναθαν εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Kgs 24:9" parsed="|2Kgs|24|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.9" />
<sup>9</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα επραξεν ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Kgs 24:10" parsed="|2Kgs|24|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.10" />
<sup>10</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον ανεβησαν οι δουλοι του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος επι την Ιερουσαλημ και επολιορκησαν την πολιν.
<scripture passage="2Kgs 24:11" parsed="|2Kgs|24|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.11" />
<sup>11</sup>Και ηλθε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατα της πολεως, και οι δουλοι αυτου επολιορκουν αυτην.
<scripture passage="2Kgs 24:12" parsed="|2Kgs|24|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.12" />
<sup>12</sup>Και εξηλθεν ο Ιωαχειν βασιλευς του Ιουδα προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος, αυτος και η μητηρ αυτου και οι δουλοι αυτου και οι αρχοντες αυτου και οι ευνουχοι αυτου· και συνελαβεν αυτον ο βασιλευς της Βαβυλωνος, εν τω ογδοω ετει της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="2Kgs 24:13" parsed="|2Kgs|24|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.13" />
<sup>13</sup>Και εξηγαγεν εκειθεν παντας τους θησαυρους του οικου του Κυριου και τους θησαυρους του οικου του βασιλεως, και κατεκοψε παντα τα σκευη τα χρυσα, τα οποια εκαμε Σολομων ο βασιλευς του Ισραηλ εν τω ναω, του Κυριου, καθως ελαλησεν ο Κυριος.
<scripture passage="2Kgs 24:14" parsed="|2Kgs|24|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.14" />
<sup>14</sup>Και μετωκισε πασαν την Ιερουσαλημ και παντας τους αρχοντας και παντας τους δυνατους πολεμιστας, δεκα χιλιαδας αιχμαλωτων, και παντας τους ξυλουργους και σιδηρουργους· δεν εμεινεν ειμη το πτωχοτερον μερος του λαου της γης.
<scripture passage="2Kgs 24:15" parsed="|2Kgs|24|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.15" />
<sup>15</sup>Και μετωκισε τον Ιωαχειν εις την Βαβυλωνα· και την μητερα του βασιλεως και τας γυναικας του βασιλεως και τους ευνουχους αυτου και τους δυνατους της γης εφερεν αιχμαλωτους εξ Ιερουσαλημ εις την Βαβυλωνα·
<scripture passage="2Kgs 24:16" parsed="|2Kgs|24|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.16" />
<sup>16</sup>και παντας τους πολεμιστας, επτα χιλιαδας, και τους ξυλουργους και τους σιδηρουργους, χιλιους, παντας δυνατους και επιτηδειους εις πολεμον· και μετωκισεν αυτους εις Βαβυλωνα ο βασιλευς της Βαβυλωνος.
<scripture passage="2Kgs 24:17" parsed="|2Kgs|24|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς της Βαβυλωνος βασιλεα, αντ' αυτου, Ματθανιαν τον αδελφον του πατρος αυτου, και μετηλλαξε το ονομα αυτου εις Σεδεκιαν.
<scripture passage="2Kgs 24:18" parsed="|2Kgs|24|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.18" />
<sup>18</sup>Ενος και εικοσι ετων ηλικιας ητο ο Σεδεκιας, οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε ενδεκα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αμουταλ, θυγατηρ του Ιερεμιου απο Λιβνα.
<scripture passage="2Kgs 24:19" parsed="|2Kgs|24|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.19" />
<sup>19</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα επραξεν ο Ιωακειμ·
<scripture passage="2Kgs 24:20" parsed="|2Kgs|24|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.24.20" />
<sup>20</sup>διοτι εξ οργης του Κυριου κατα της Ιερουσαλημ και του Ιουδα, εωσου απερριψεν αυτους απο προσωπου αυτου, εγεινε να αποστατηση ο Σεδεκιας κατα του βασιλεως της Βαβυλωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Kings 25" progress="36.74%" prev="iiKgs.24" next="iChr" id="iiKgs.25">
<h3 id="iiKgs.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="iiKgs.25-p1">
<scripture passage="2Kgs 25:1" parsed="|2Kgs|25|1|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω ενατω ετει της βασιλειας αυτου, τον δεκατον μηνα, την δεκατην του μηνος, ηλθε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, αυτος και παν το στρατευμα αυτου, κατα της Ιερουσαλημ, και εστρατοπεδευσεν εναντιον αυτης· και ωκοδομησαν περιτειχισματα εναντιον αυτης κυκλω.
<scripture passage="2Kgs 25:2" parsed="|2Kgs|25|2|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.2" />
<sup>2</sup>Και η πολις επολιορκειτο μεχρι του ενδεκατου ετους του βασιλεως Σεδεκιου.
<scripture passage="2Kgs 25:3" parsed="|2Kgs|25|3|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.3" />
<sup>3</sup>Και την ενατην του τεταρτου μηνος η πεινα υπερισχυσεν εν τη πολει, και δεν ητο αρτος δια τον λαον του τοπου.
<scripture passage="2Kgs 25:4" parsed="|2Kgs|25|4|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.4" />
<sup>4</sup>Και εξεπορθηθη η πολις, και παντες οι ανδρες του πολεμου εφυγον την νυκτα, δια της οδου της πυλης της μεταξυ των δυο τειχων, της πλησιον του βασιλικου κηπου· οι δε Χαλδαιοι ησαν πλησιον της πολεως κυκλω· και ο βασιλευς υπηγε κατα την οδον της πεδιαδος.
<scripture passage="2Kgs 25:5" parsed="|2Kgs|25|5|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.5" />
<sup>5</sup>Το δε στρατευμα των Χαλδαιων κατεδιωξεν οπισω του βασιλεως, και εφθασαν αυτον εις τας πεδιαδας της Ιεριχω· και παν το στρατευμα αυτου διεσκορπισθη απο πλησιον αυτου.
<scripture passage="2Kgs 25:6" parsed="|2Kgs|25|6|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.6" />
<sup>6</sup>Και συνελαβον τον βασιλεα και ανηγαγον αυτον προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος εις Ριβλα· και επροφεραν καταδικην επ' αυτον.
<scripture passage="2Kgs 25:7" parsed="|2Kgs|25|7|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.7" />
<sup>7</sup>Και εσφαξαν τους υιους του Σεδεκιου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτου, και εξετυφλωσαν τους οφθαλμους του Σεδεκιου, και δεσαντες αυτον με δυο χαλκινας αλυσεις, εφεραν αυτον εις Βαβυλωνα.
<scripture passage="2Kgs 25:8" parsed="|2Kgs|25|8|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.8" />
<sup>8</sup>Εν δε τω πεμπτω μηνι, την εβδομην του μηνος, του δεκατου ενατου ετους του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, ηλθεν επι Ιερουσαλημ Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ, ο δουλος του βασιλεως της Βαβυλωνος·
<scripture passage="2Kgs 25:9" parsed="|2Kgs|25|9|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.9" />
<sup>9</sup>και κατεκαυσε τον οικον του Κυριου και τον οικον του βασιλεως και παντας τους οικους της Ιερουσαλημ, και παντα μεγαν οικον κατεκαυσεν εν πυρι.
<scripture passage="2Kgs 25:10" parsed="|2Kgs|25|10|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.10" />
<sup>10</sup>Και παν το στρατευμα των Χαλδαιων, το μετα του αρχισωματοφυλακος, κατεκρημνισε τα τειχη της Ιερουσαλημ κυκλω.
<scripture passage="2Kgs 25:11" parsed="|2Kgs|25|11|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.11" />
<sup>11</sup>Το δε υπολοιπον του λαου, το εναπολειφθεν εν τη πολει, και τους φυγοντας, οιτινες προσεφυγον προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος, και το εναπολειφθεν του πληθους μετωκισεν ο Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ.
<scripture passage="2Kgs 25:12" parsed="|2Kgs|25|12|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.12" />
<sup>12</sup>Εκ των πτωχων ομως της γης αφηκεν ο αρχισωματοφυλαξ, δια αμπελουργους και γεωργους.
<scripture passage="2Kgs 25:13" parsed="|2Kgs|25|13|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.13" />
<sup>13</sup>Και τους στυλους τους χαλκινους, τους εν τω οικω του Κυριου, και τας βασεις και την χαλκινην θαλασσαν την εν τω οικω του Κυριου, οι Χαλδαιοι κατεκοψαν και μετεκομισαν τον χαλκον αυτων εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="2Kgs 25:14" parsed="|2Kgs|25|14|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.14" />
<sup>14</sup>Ελαβον δε και τους λεβητας και τα πτυαρια και τα λυχνοψαλιδα και τα θυμιατηρια και παντα τα σκευη τα χαλκινα, δια των οποιων εγινετο η υπηρεσια.
<scripture passage="2Kgs 25:15" parsed="|2Kgs|25|15|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.15" />
<sup>15</sup>Ελαβε προσετι ο αρχισωματοφυλαξ και τα πυροδοχεια και τας φιαλας, ο, τι ητο χρυσουν και ο, τι αργυρουν·
<scripture passage="2Kgs 25:16" parsed="|2Kgs|25|16|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.16" />
<sup>16</sup>τους δυο στυλους, την μιαν θαλασσαν και τας βασεις, τας οποιας ο Σολομων εκαμε δια τον οικον του Κυριου· ο χαλκος παντων τουτων των σκευων ητο αζυγιστος.
<scripture passage="2Kgs 25:17" parsed="|2Kgs|25|17|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.17" />
<sup>17</sup>Το υψος του ενος στυλου ητο δεκαοκτω πηχων, και το κιονοκρανον το επ' αυτου χαλκινον. Το δε υψος του κιονοκρανου τριων πηχων· και το δικτυωτον και τα ροδια επι του κιονοκρανου κυκλω ησαν παντα χαλκινα· τα αυτα ειχε και ο δευτερος στυλος μετα του δικτυωτου.
<scripture passage="2Kgs 25:18" parsed="|2Kgs|25|18|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.18" />
<sup>18</sup>Και ελαβεν ο αρχισωματοφυλαξ Σεραιαν τον πρωτον ιερεα και Σοφονιαν τον δευτερον ιερεα και τους τρεις θυρωρους·
<scripture passage="2Kgs 25:19" parsed="|2Kgs|25|19|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.19" />
<sup>19</sup>και εκ της πολεως ελαβεν ενα ευνουχον, οστις ητο επιστατης επι των ανδρων των πολεμιστων, και πεντε ανδρας εκ των παρισταμενων εμπροσθεν του βασιλεως, τους ευρεθεντας εν τη πολει, και τον γραμματεα τον αρχοντα των στρατευματων, οστις εκαμνε την στρατολογιαν του λαου της γης, και εξηκοντα ανδρας εκ του λαου της γης, τους ευρεθεντας εν τη πολει.
<scripture passage="2Kgs 25:20" parsed="|2Kgs|25|20|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.20" />
<sup>20</sup>Και λαβων αυτους Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ, εφερεν αυτους προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος εις Ριβλα.
<scripture passage="2Kgs 25:21" parsed="|2Kgs|25|21|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.21" />
<sup>21</sup>Και επαταξεν αυτους ο βασιλευς της Βαβυλωνος και εθανατωσεν αυτους εν Ριβλα, εν τη γη Αιμαθ. Ουτω μετωκισθη ο Ιουδας απο της γης αυτου.
<scripture passage="2Kgs 25:22" parsed="|2Kgs|25|22|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.22" />
<sup>22</sup>Περι δε του λαου του εναπολειφθεντος εν τη γη Ιουδα, τους οποιους Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος αφηκεν, επι τουτους κατεστησε Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ, υιου του Σαφαν.
<scripture passage="2Kgs 25:23" parsed="|2Kgs|25|23|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.23" />
<sup>23</sup>Ακουσαντες δε παντες οι αρχοντες των στρατευματων, αυτοι και οι ανδρες αυτων, οτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατεστησε τον Γεδαλιαν, ηλθον προς τον Γεδαλιαν εις Μισπα, και Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου και Ιωαναν ο υιος του Καρηα και Σεραιας ο υιος του Τανουμεθ ο Νετωφαθιτης και Ιααζανιας, υιος Μααχαθιτου τινος, αυτοι και οι ανδρες αυτων.
<scripture passage="2Kgs 25:24" parsed="|2Kgs|25|24|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.24" />
<sup>24</sup>Και ωμοσεν ο Γεδαλιας προς αυτους και προς τους ανδρας αυτων και ειπε προς αυτους, Μη φοβεισθε να ησθε δουλοι των Χαλδαιων. Κατοικησατε εν τη γη και δουλευετε τον βασιλεα της Βαβυλωνος· και θελει εισθαι καλον εις εσας.
<scripture passage="2Kgs 25:25" parsed="|2Kgs|25|25|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.25" />
<sup>25</sup>Εν δε τω εβδομω μηνι, Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου, υιου του Ελισαμα, εκ του βασιλικου σπερματος, ηλθεν, εχων μεθ' εαυτου δεκα ανδρας, και επαταξαν τον Γεδαλιαν, ωστε απεθανε, και τους Ιουδαιους και Χαλδαιους, τους οντας μετ' αυτου εν Μισπα.
<scripture passage="2Kgs 25:26" parsed="|2Kgs|25|26|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.26" />
<sup>26</sup>Και εσηκωθη πας ο λαος, απο μικρου εως μεγαλου, και οι αρχοντες των στρατευματων, και ηλθον εις την Αιγυπτον· διοτι εφοβηθησαν απο προσωπου των Χαλδαιων.
<scripture passage="2Kgs 25:27" parsed="|2Kgs|25|27|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.27" />
<sup>27</sup>Εν δε τω τριακοστω εβδομω ετει της μετοικεσιας του Ιωαχειν βασιλεως του Ιουδα, τον δωδεκατον μηνα, την εικοστην εβδομην του μηνος, ο Ευειλ-μερωδαχ βασιλευς της Βαβυλωνος, κατα το ετος καθ' ο εβασιλευσεν, υψωσεν εκ της φυλακης την κεφαλην του Ιωαχειν βασιλεως του Ιουδα·
<scripture passage="2Kgs 25:28" parsed="|2Kgs|25|28|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.28" />
<sup>28</sup>και ελαλησεν ευμενως μετ' αυτου, και εθεσε τον θρονον αυτου επανωθεν του θρονου των βασιλεων, των μετ' αυτου εν Βαβυλωνι.
<scripture passage="2Kgs 25:29" parsed="|2Kgs|25|29|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.29" />
<sup>29</sup>και ηλλαξε τα ιματια της φυλακης αυτου· και ετρωγεν αρτον παντοτε μετ' αυτου πασας τας ημερας της ζωης αυτου·
<scripture passage="2Kgs 25:30" parsed="|2Kgs|25|30|0|0" osisRef="Bible:2Kgs.25.30" />
<sup>30</sup>και το σιτηρεσιον αυτου ητο παντοτεινον σιτηρεσιον, διδομενον εις αυτον παρα του βασιλεως, ημερησιος χορηγια πασας τας ημερας της ζωης αυτου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Chronicles" progress="36.86%" prev="iiKgs.25" next="iChr.1" id="iChr">
<h2 id="iChr-p0.1">1 Chronicles</h2>

<div3 title="1 Chronicles 1" progress="36.86%" prev="iChr" next="iChr.2" id="iChr.1">
<h3 id="iChr.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iChr.1-p1">
<scripture passage="1Chr 1:1" parsed="|1Chr|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.1" />
<sup>1</sup>Αδαμ, Σηθ, Ενως,
<scripture passage="1Chr 1:2" parsed="|1Chr|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.2" />
<sup>2</sup>Καιναν, Μααλαλεηλ, Ιαρεδ,
<scripture passage="1Chr 1:3" parsed="|1Chr|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.3" />
<sup>3</sup>Ενωχ, Μαθουσαλα, Λαμεχ,
<scripture passage="1Chr 1:4" parsed="|1Chr|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.4" />
<sup>4</sup>Νωε, Σημ, Χαμ και Ιαφεθ.
<scripture passage="1Chr 1:5" parsed="|1Chr|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.5" />
<sup>5</sup>υιοι του Ιαφεθ, Γομερ και Μαγωγ και Μαδαι και Ιαυαν και Θουβαλ και Μεσεχ και Θειρας·
<scripture passage="1Chr 1:6" parsed="|1Chr|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.6" />
<sup>6</sup>και υιοι του Γομερ, Ασχεναζ και Ριφαθ και Θωγαρμα·
<scripture passage="1Chr 1:7" parsed="|1Chr|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.7" />
<sup>7</sup>και υιοι του Ιαυαν, Ελεισα και Θαρσεις, Κιττειμ και Δωδανειμ.
<scripture passage="1Chr 1:8" parsed="|1Chr|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.8" />
<sup>8</sup>Υιοι του Χαμ, Χους και Μισραιμ, Φουθ και Χανααν·
<scripture passage="1Chr 1:9" parsed="|1Chr|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.9" />
<sup>9</sup>και υιοι του Χους, Σεβα και Αβιλα και Σαβθα και Ρααμα και Σαβθεκα· και υιοι του Ρααμα, Σεβα και Δαιδαν.
<scripture passage="1Chr 1:10" parsed="|1Chr|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.10" />
<sup>10</sup>Και ο Χους εγεννησε τον Νεβρωδ· ουτος ηρχισε να ηναι ισχυρος επι της γης.
<scripture passage="1Chr 1:11" parsed="|1Chr|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.11" />
<sup>11</sup>Και ο Μισραιμ εγεννησε τους Λουδειμ και τους Αναμειμ και τους Λεαβειμ και τους Ναφθουχειμ,
<scripture passage="1Chr 1:12" parsed="|1Chr|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.12" />
<sup>12</sup>και τους Πατρουσειμ και τους Χασλουχειμ, εκ των οποιων εξηλθον οι Φιλισταιοι, και τους Καφθορειμ.
<scripture passage="1Chr 1:13" parsed="|1Chr|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.13" />
<sup>13</sup>Και ο Χανααν εγεννησε τον Σιδωνα πρωτοτοκον αυτου, και τον Χετταιον,
<scripture passage="1Chr 1:14" parsed="|1Chr|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.14" />
<sup>14</sup>και τον Ιεβουσαιον και τον Αμορραιον και τον Γεργεσαιον,
<scripture passage="1Chr 1:15" parsed="|1Chr|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.15" />
<sup>15</sup>και τον Ευαιον και τον Αρουκαιον και τον Ασενναιον,
<scripture passage="1Chr 1:16" parsed="|1Chr|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.16" />
<sup>16</sup>και τον Αρβαδιον και τον Σαμαραιον και τον Αμαθαιον.
<scripture passage="1Chr 1:17" parsed="|1Chr|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.17" />
<sup>17</sup>υιοι του Σημ, Ελαμ και Ασσουρ και Αρφαξαδ και Λουδ και Αραμ· και υιοι Αραμ, Ουζ και Ουλ και Γεθερ και Μεσεχ.
<scripture passage="1Chr 1:18" parsed="|1Chr|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.18" />
<sup>18</sup>Και ο Αρφαξαδ εγεννησε τον Σαλα, και ο Σαλα εγεννησε τον Εβερ.
<scripture passage="1Chr 1:19" parsed="|1Chr|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.19" />
<sup>19</sup>Και εις τον Εβερ εγεννηθησαν δυο υιοι· το ονομα του ενος, Φαλεγ· διοτι εν ταις ημεραις αυτου διεμερισθη η γη· το δε ονομα του αδελφου αυτου, Ιοκταν.
<scripture passage="1Chr 1:20" parsed="|1Chr|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.20" />
<sup>20</sup>Και ο Ιοκταν εγεννησε τον Αλμωδαδ και τον Σαλεφ και τον Ασαρ-μαβεθ και τον Ιαραχ,
<scripture passage="1Chr 1:21" parsed="|1Chr|1|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.21" />
<sup>21</sup>και τον Αδωραμ και τον Ουζαλ και τον Δικλα,
<scripture passage="1Chr 1:22" parsed="|1Chr|1|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.22" />
<sup>22</sup>και τον Εβαλ και τον Αβιμαηλ και τον Σεβα
<scripture passage="1Chr 1:23" parsed="|1Chr|1|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.23" />
<sup>23</sup>και τον Οφειρ, και τον Αβιλα, και τον Ιωβαβ· παντες ουτοι ησαν οι υιοι του Ιοκταν.
<scripture passage="1Chr 1:24" parsed="|1Chr|1|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.24" />
<sup>24</sup>Σημ, Αρφαξαδ, Σαλα,
<scripture passage="1Chr 1:25" parsed="|1Chr|1|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.25" />
<sup>25</sup>Εβερ, Φαλεγ, Ραγαυ,
<scripture passage="1Chr 1:26" parsed="|1Chr|1|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.26" />
<sup>26</sup>Σερουχ, Ναχωρ, Θαρα,
<scripture passage="1Chr 1:27" parsed="|1Chr|1|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.27" />
<sup>27</sup>Αβραμ, οστις ειναι ο Αβρααμ.
<scripture passage="1Chr 1:28" parsed="|1Chr|1|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.28" />
<sup>28</sup>Υιοι δε του Αβρααμ, Ισαακ και Ισμαηλ.
<scripture passage="1Chr 1:29" parsed="|1Chr|1|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.29" />
<sup>29</sup>Αυται ειναι αι γενεαι αυτων· Ο πρωτοτοκος του Ισμαηλ, Ναβαιωθ· επειτα Κηδαρ και Αδβεηλ και Μιβσαμ,
<scripture passage="1Chr 1:30" parsed="|1Chr|1|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.30" />
<sup>30</sup>Μισμα και Δουμα, Μασσα, Αδαδ και Θαιμα,
<scripture passage="1Chr 1:31" parsed="|1Chr|1|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.31" />
<sup>31</sup>Ιετουρ, Ναφις και Κεδμα· ουτοι ησαν οι υιοι του Ισμαηλ.
<scripture passage="1Chr 1:32" parsed="|1Chr|1|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.32" />
<sup>32</sup>Οι δε υιοι της Χεττουρας, θεραπαινης του Αβρααμ, ουτοι· αυτη εγεννησε τον Ζεμβραν και Ιοξαν και Μαδαν και Μαδιαμ και Ιεσβωκ και Σουα· και υιοι του Ιοξαν, Σεβα και Δαιδαν·
<scripture passage="1Chr 1:33" parsed="|1Chr|1|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.33" />
<sup>33</sup>και υιοι του Μαδιαμ, Γεφα και Εφερ και Ανωχ και Αβειδα και Ελδαγα· παντες ουτοι ησαν υιοι της Χεττουρας.
<scripture passage="1Chr 1:34" parsed="|1Chr|1|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.34" />
<sup>34</sup>Και εγεννησεν ο Αβρααμ τον Ισαακ· υιοι δε του Ισαακ, ο Ησαυ και ο Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 1:35" parsed="|1Chr|1|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.35" />
<sup>35</sup>Υιοι του Ησαυ, Ελιφας, Ραγουηλ και Ιεους και Ιεγλομ και Κορε·
<scripture passage="1Chr 1:36" parsed="|1Chr|1|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.36" />
<sup>36</sup>υιοι του Ελιφας, Θαιμαν και Ωμαρ, Σωφαρ και Γοθωμ, Κενεζ και Θαμνα και Αμαληκ.
<scripture passage="1Chr 1:37" parsed="|1Chr|1|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.37" />
<sup>37</sup>Υιοι του Ραγουηλ, Ναχαθ, Ζερα, Σομε και Μοζε.
<scripture passage="1Chr 1:38" parsed="|1Chr|1|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.38" />
<sup>38</sup>Και υιοι του Σηειρ, Λωταν και Σωβαλ και Σεβεγων και Ανα και Δησων και Εσερ και Δισαν.
<scripture passage="1Chr 1:39" parsed="|1Chr|1|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.39" />
<sup>39</sup>Και υιοι του Λωταν, Χορρι και Αιμαμ· αδελφη δε του Λωταν, Θαμνα·
<scripture passage="1Chr 1:40" parsed="|1Chr|1|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.40" />
<sup>40</sup>Υιοι του Σωβαλ, Αιλαν και Μαναχαθ και Εβαλ, Σεφω και Ωναμ· και υιοι του Σεβεγων, Αιε και Ανα·
<scripture passage="1Chr 1:41" parsed="|1Chr|1|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.41" />
<sup>41</sup>υιοι του Ανα, Δησων· και υιοι του Δησων, Αμραν και Ασβαν και Ιθραν και Χαρραν.
<scripture passage="1Chr 1:42" parsed="|1Chr|1|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.42" />
<sup>42</sup>Υιοι του Εσερ, Βαλααν και Ζααβαν και Ιακαν· υιοι του Δισαν, Ουζ και Αραν.
<scripture passage="1Chr 1:43" parsed="|1Chr|1|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.43" />
<sup>43</sup>Ουτοι δε ησαν οι βασιλεις, οι βασιλευσαντες εν τη γη Εδωμ, πριν βασιλευση βασιλευς επι τους υιους Ισραηλ· Βελα, ο υιος του Βεωρ· και το ονομα της πολεως αυτου Δεγναβα.
<scripture passage="1Chr 1:44" parsed="|1Chr|1|44|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.44" />
<sup>44</sup>Και απεθανεν ο Βελα, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ιωβαβ, ο υιος του Ζερα, εκ της Βοσορρας.
<scripture passage="1Chr 1:45" parsed="|1Chr|1|45|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.45" />
<sup>45</sup>Και απεθανεν ο Ιωβαβ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Χουσαμ, εκ της γης των Θαιμανιτων.
<scripture passage="1Chr 1:46" parsed="|1Chr|1|46|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.46" />
<sup>46</sup>Και απεθανεν ο Χουσαμ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Αδαδ, ο υιος του Βεδαδ, οστις επαταξε τους Μαδιανιτας εν τη πεδιαδι του Μωαβ· το δε ονομα της πολεως αυτου Αβιθ.
<scripture passage="1Chr 1:47" parsed="|1Chr|1|47|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.47" />
<sup>47</sup>Και απεθανεν ο Αδαδ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Σαμλα, ο εκ Μασρεκας.
<scripture passage="1Chr 1:48" parsed="|1Chr|1|48|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.48" />
<sup>48</sup>Και απεθανεν ο Σαμλα, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Σαουλ, ο απο Ρεχωβωθ, της παρα τον ποταμον.
<scripture passage="1Chr 1:49" parsed="|1Chr|1|49|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.49" />
<sup>49</sup>Και απεθανεν ο Σαουλ, και εβασιλευσεν αντ' αυτου Βααλ-χαναν, ο υιος του Αχβωρ.
<scripture passage="1Chr 1:50" parsed="|1Chr|1|50|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.50" />
<sup>50</sup>Και απεθανεν ο Βααλ-χαναν, και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο Αδαδ· και το ονομα της πολεως αυτου ητο Παι· το δε ονομα της γυναικος αυτου Μεεταβεηλ, θυγατηρ Ματραιδ, θυγατρος Μαιζααβ.
<scripture passage="1Chr 1:51" parsed="|1Chr|1|51|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.51" />
<sup>51</sup>Αποθανοντος δε του Αδαδ, εσταθησαν ηγεμονες Εδωμ, ηγεμων Θαμνα, ηγεμων Αλβα, ηγεμων Ιεθεθ,
<scripture passage="1Chr 1:52" parsed="|1Chr|1|52|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.52" />
<sup>52</sup>ηγεμων Ολιβαμα, ηγεμων Ηλα, ηγεμων Φινων,
<scripture passage="1Chr 1:53" parsed="|1Chr|1|53|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.53" />
<sup>53</sup>ηγεμων Κενεζ, ηγεμων Θαιμαν, ηγεμων Μιβσαρ,
<scripture passage="1Chr 1:54" parsed="|1Chr|1|54|0|0" osisRef="Bible:1Chr.1.54" />
<sup>54</sup>ηγεμων Μαγεδηλ, ηγεμων Ιραμ· ουτοι εσταθησαν οι ηγεμονες Εδωμ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 2" progress="36.96%" prev="iChr.1" next="iChr.3" id="iChr.2">
<h3 id="iChr.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iChr.2-p1">
<scripture passage="1Chr 2:1" parsed="|1Chr|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι ειναι οι υιοι του Ισραηλ· Ρουβην, Συμεων, Λευι και Ιουδας, Ισσαχαρ και Ζαβουλων,
<scripture passage="1Chr 2:2" parsed="|1Chr|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.2" />
<sup>2</sup>Δαν, Ιωσηφ και Βενιαμιν, Νεφθαλι, Γαδ, και Ασηρ.
<scripture passage="1Chr 2:3" parsed="|1Chr|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.3" />
<sup>3</sup>Υιοι του Ιουδα, Ηρ και Αυναν και Σηλα· τρεις εγεννηθησαν εις αυτον εκ της θυγατρος του Σουα της Χαναανιτιδος. Ητο δε ο Ηρ, ο πρωτοτοκος του Ιουδα, πονηρος ενωπιον του Κυριου· και εθανατωσεν αυτον.
<scripture passage="1Chr 2:4" parsed="|1Chr|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.4" />
<sup>4</sup>Και Θαμαρ, η νυμφη αυτου, εγεννησεν εις αυτον τον Φαρες και τον Ζαρα. Παντες οι υιοι του Ιουδα ησαν πεντε.
<scripture passage="1Chr 2:5" parsed="|1Chr|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.5" />
<sup>5</sup>Υιοι του Φαρες, Εσρων και Αμουλ.
<scripture passage="1Chr 2:6" parsed="|1Chr|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.6" />
<sup>6</sup>Και υιοι του Ζαρα, Ζιμβρι και Εθαν και Αιμαν και Χαλχολ και Δαρα· παντες πεντε.
<scripture passage="1Chr 2:7" parsed="|1Chr|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.7" />
<sup>7</sup>Και υιοι του Χαρμι, Αχαρ, ο ταραξας τον Ισραηλ, οστις εκαμε παραβασιν εις το αναθεμα.
<scripture passage="1Chr 2:8" parsed="|1Chr|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.8" />
<sup>8</sup>Και υιοι του Εθαν, Αζαριας.
<scripture passage="1Chr 2:9" parsed="|1Chr|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.9" />
<sup>9</sup>Υιοι δε του Εσρων, οι γεννηθεντες εις αυτον, Ιεραμεηλ και Αραμ και Χαλεβ.
<scripture passage="1Chr 2:10" parsed="|1Chr|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.10" />
<sup>10</sup>Και Αραμ εγεννησε τον Αμμιναδαβ, και Αμμιναδαβ εγεννησε τον Ναασσων, τον αρχοντα των υιων Ιουδα.
<scripture passage="1Chr 2:11" parsed="|1Chr|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.11" />
<sup>11</sup>Και Ναασσων εγεννησε τον Σαλμα, και Σαλμα εγεννησε τον Βοοζ,
<scripture passage="1Chr 2:12" parsed="|1Chr|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.12" />
<sup>12</sup>και Βοοζ εγεννησε τον Ωβηδ, και Ωβηδ εγεννησε τον Ιεσσαι·
<scripture passage="1Chr 2:13" parsed="|1Chr|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.13" />
<sup>13</sup>και Ιεσσαι εγεννησεν Ελιαβ τον πρωτοτοκον αυτου και Αβιναδαβ τον δευτερον και Σαμμα τον τριτον,
<scripture passage="1Chr 2:14" parsed="|1Chr|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.14" />
<sup>14</sup>Ναθαναηλ τον τεταρτον, Ραδδαι τον πεμπτον,
<scripture passage="1Chr 2:15" parsed="|1Chr|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.15" />
<sup>15</sup>Οσεμ τον εκτον, Δαβιδ τον εβδομον.
<scripture passage="1Chr 2:16" parsed="|1Chr|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.16" />
<sup>16</sup>Και αδελφαι αυτων ησαν Σερουια και Αβιγαια. Και υιοι της Σερουιας, Αβισαι και Ιωαβ και Ασαηλ, τρεις.
<scripture passage="1Chr 2:17" parsed="|1Chr|2|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.17" />
<sup>17</sup>Η δε Αβιγαια εγεννησε τον Αμασα· και πατηρ του Αμασα ητο Ιεθερ ο Ισμαηλιτης.
<scripture passage="1Chr 2:18" parsed="|1Chr|2|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.18" />
<sup>18</sup>Και Χαλεβ ο υιος του Εσρων εγεννησεν υιους εκ της Αζουβα της γυναικος αυτου και εκ της Ιεριωθ· και οι υιοι αυτης ησαν Ιεσερ και Σωβαβ και Αρδων.
<scripture passage="1Chr 2:19" parsed="|1Chr|2|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.19" />
<sup>19</sup>Αποθανουσης δε της Αζουβα, ο Χαλεβ ελαβεν εις εαυτον την Εφραθ, ητις εγεννησεν εις αυτον τον Ωρ.
<scripture passage="1Chr 2:20" parsed="|1Chr|2|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.20" />
<sup>20</sup>Και Ωρ εγεννησε τον Ουρι, και ο Ουρι εγεννησε τον Βεζελεηλ.
<scripture passage="1Chr 2:21" parsed="|1Chr|2|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.21" />
<sup>21</sup>Και μετα ταυτα εισηλθεν ο Εσρων προς την θυγατερα του Μαχειρ πατρος του Γαλααδ· και ουτος ελαβεν αυτην ηλικιας ων εξηκοντα ετων· και εγεννησεν εις αυτον τον Σεγουβ.
<scripture passage="1Chr 2:22" parsed="|1Chr|2|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.22" />
<sup>22</sup>Και Σεγουβ εγεννησε τον Ιαειρ, οστις ειχεν εικοσιτρεις πολεις εν τη γη Γαλααδ.
<scripture passage="1Chr 2:23" parsed="|1Chr|2|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.23" />
<sup>23</sup>Και ελαβεν εξ αυτων Γεσσουρ και Αραμ τας κωμας Ιαειρ, την Καιναθ και τας κωμας αυτης, εξηκοντα πολεις. Πασαι αυται ησαν των υιων του Μαχειρ, πατρος του Γαλααδ.
<scripture passage="1Chr 2:24" parsed="|1Chr|2|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.24" />
<sup>24</sup>Και αφου απεθανεν ο Εσρων Χαλεβ-εφραθα, Αβια η γυνη του Εσρων εγεννησεν εις αυτον Ασχωρ τον πατερα του Θεκουε.
<scripture passage="1Chr 2:25" parsed="|1Chr|2|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.25" />
<sup>25</sup>Και οι υιοι του Ιεραμεηλ, πρωτοτοκου του Εσρων, ησαν Αραμ ο πρωτοτοκος, και Βουνα και Ορεν και Οσεμ και Αχια.
<scripture passage="1Chr 2:26" parsed="|1Chr|2|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.26" />
<sup>26</sup>Ο Ιεραμεηλ ελαβε και αλλην γυναικα, της οποιας το ονομα ητο Αταρα· αυτη ητο μητηρ του Ωναμ.
<scripture passage="1Chr 2:27" parsed="|1Chr|2|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.27" />
<sup>27</sup>Και οι υιοι του Αραμ, πρωτοτοκου του Ιεραμεηλ, ησαν Μαας και Ιαμειν και Εκερ.
<scripture passage="1Chr 2:28" parsed="|1Chr|2|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.28" />
<sup>28</sup>Και οι υιοι του Ωναμ ησαν Σαμμαι και Ιαδαε. Και οι υιοι του Σαμμαι, Ναδαβ και Αβισουρ.
<scripture passage="1Chr 2:29" parsed="|1Chr|2|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.29" />
<sup>29</sup>Και το ονομα της γυναικος του Αβισουρ ητο Αβιχαιλ, και εγεννησεν εις αυτον τον Ααβαν και τον Μωληδ.
<scripture passage="1Chr 2:30" parsed="|1Chr|2|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.30" />
<sup>30</sup>Και οι υιοι του Ναδαβ ησαν Σελεδ και Απφαιμ· απεθανε δε ο Σελεδ ατεκνος.
<scripture passage="1Chr 2:31" parsed="|1Chr|2|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.31" />
<sup>31</sup>Και οι υιοι του Απφαιμ, Ιεσει. Και οι υιοι του Ιεσει, Σησαν. Και οι υιοι του Σησαν, Ααλαι.
<scripture passage="1Chr 2:32" parsed="|1Chr|2|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.32" />
<sup>32</sup>Και οι υιοι του Ιαδαε, αδελφου του Σαμμαι, Ιεθερ και Ιωναθαν· απεθανε δε ο Ιεθερ ατεκνος.
<scripture passage="1Chr 2:33" parsed="|1Chr|2|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.33" />
<sup>33</sup>Και οι υιοι του Ιωναθαν, Φαλεθ και Ζαζα· ουτοι ησαν οι υιοι του Ιεραμεηλ.
<scripture passage="1Chr 2:34" parsed="|1Chr|2|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.34" />
<sup>34</sup>Ο δε Σησαν δεν ειχεν υιους, αλλα θυγατερας. Και ειχεν ο Σησαν δουλον Αιγυπτιον, ονομαζομενον Ιαραα·
<scripture passage="1Chr 2:35" parsed="|1Chr|2|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.35" />
<sup>35</sup>και εδωκεν ο Σησαν την θυγατερα αυτου εις τον Ιαραα, τον δουλον αυτου, εις γυναικα· και εγεννησεν εις αυτον τον Ατθαι.
<scripture passage="1Chr 2:36" parsed="|1Chr|2|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.36" />
<sup>36</sup>Και Ατθαι εγεννησε τον Ναθαν, και Ναθαν εγεννησε τον Ζαβαδ,
<scripture passage="1Chr 2:37" parsed="|1Chr|2|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.37" />
<sup>37</sup>και Ζαβαδ εγεννησε τον Εφλαλ, και Εφλαλ εγεννησε τον Ωβηδ,
<scripture passage="1Chr 2:38" parsed="|1Chr|2|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.38" />
<sup>38</sup>και Ωβηδ εγεννησε τον Ιηου, και Ιηου εγεννησε τον Αζαριαν,
<scripture passage="1Chr 2:39" parsed="|1Chr|2|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.39" />
<sup>39</sup>και Αζαριας εγεννησε τον Χελης, και Χελης εγεννησε τον Ελεασα,
<scripture passage="1Chr 2:40" parsed="|1Chr|2|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.40" />
<sup>40</sup>και Ελεασα εγεννησε τον Σισαμαι, και Σισαμαι εγεννησε τον Σαλλουμ,
<scripture passage="1Chr 2:41" parsed="|1Chr|2|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.41" />
<sup>41</sup>και Σαλλουμ εγεννησε τον Ιεκαμιαν, και Ιεκαμιας εγεννησε τον Ελισαμα.
<scripture passage="1Chr 2:42" parsed="|1Chr|2|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.42" />
<sup>42</sup>Οι δε υιοι του Χαλεβ, αδελφου του Ιεραμεηλ, ησαν Μησα ο πρωτοτοκος αυτου, οστις ητο ο πατηρ του Ζιφ· και οι υιοι του Μαρησα, πατρος του Χεβρων.
<scripture passage="1Chr 2:43" parsed="|1Chr|2|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.43" />
<sup>43</sup>Και οι υιοι του Χεβρων, Κορε και Θαπφουα και Ρεκεμ και Σεμα.
<scripture passage="1Chr 2:44" parsed="|1Chr|2|44|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.44" />
<sup>44</sup>Και ο Σεμα εγεννησε τον Ρααμ, πατερα του Ιορκοαμ· και ο Ρεκεμ εγεννησε τον Σαμμαι.
<scripture passage="1Chr 2:45" parsed="|1Chr|2|45|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.45" />
<sup>45</sup>Και ο υιος του Σαμμαι ητο Μαων· ο δε Μαων ητο πατηρ Βαιθ-σουρ.
<scripture passage="1Chr 2:46" parsed="|1Chr|2|46|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.46" />
<sup>46</sup>Και η Γεφα, παλλακη του Χαλεβ, εγεννησε τον Χαρραν, και τον Μοσα, και τον Γαζεζ. Και Χαρραν εγεννησε τον Γαζεζ.
<scripture passage="1Chr 2:47" parsed="|1Chr|2|47|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.47" />
<sup>47</sup>Και οι υιοι του Ιαδαι, Ρεγεμ και Ιωθαμ και Γησαν και Φελετ και Γεφα και Σαγαφ.
<scripture passage="1Chr 2:48" parsed="|1Chr|2|48|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.48" />
<sup>48</sup>Η Μααχα, παλλακη του Χαλεβ, εγεννησε τον Σεβερ και τον Θιρχανα.
<scripture passage="1Chr 2:49" parsed="|1Chr|2|49|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.49" />
<sup>49</sup>Εγεννησεν ετι τον Σαγαφ πατερα Μαδμαννα, τον Σεβα πατερα Μαχβηνα και πατερα Γαβαα· η θυγατηρ δε του Χαλεβ ητο η Αχσα.
<scripture passage="1Chr 2:50" parsed="|1Chr|2|50|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.50" />
<sup>50</sup>Ουτοι ησαν οι υιοι του Χαλεβ, υιου του Ωρ, πρωτοτοκου της Εφραθα· Σωβαλ ο πατηρ Κιριαθ-ιαρειμ,
<scripture passage="1Chr 2:51" parsed="|1Chr|2|51|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.51" />
<sup>51</sup>Σαλμα ο πατηρ Βηθλεεμ, Αρεφ ο πατηρ Βαιθ-γαδερ.
<scripture passage="1Chr 2:52" parsed="|1Chr|2|52|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.52" />
<sup>52</sup>Και εις τον Σωβαλ τον πατερα Κιριαθ-ιαρειμ εγειναν υιοι, ο Αροε και Ασει-αμενουχωθ.
<scripture passage="1Chr 2:53" parsed="|1Chr|2|53|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.53" />
<sup>53</sup>Και αι συγγενειαι Κιριαθ-ιαρειμ ησαν οι Ιεθριται και οι Φουθιται και οι Σουμαθιται και οι Μισραιται. Εκ τουτων εξηλθον οι Σαραθαιοι και οι Εσθαωλαιοι.
<scripture passage="1Chr 2:54" parsed="|1Chr|2|54|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.54" />
<sup>54</sup>Οι υιοι του Σαλμα, Βηθλεεμ και οι Νετωφαθιται, Αταρωθ του οικου Ιωαβ και οι Ζωριται, το ημισυ των Μαναχαθιτων,
<scripture passage="1Chr 2:55" parsed="|1Chr|2|55|0|0" osisRef="Bible:1Chr.2.55" />
<sup>55</sup>και αι συγγενειαι των γραμματεων, των κατοικουντων εν Ιαβης, οι Θιραθιται, οι Σιμεαθιται και οι Σουχαθιται. Ουτοι ειναι οι Κεναιοι, οι εξελθοντες εκ του Αιμαθ, πατρος του οικου Ρηχαβ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 3" progress="37.08%" prev="iChr.2" next="iChr.4" id="iChr.3">
<h3 id="iChr.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iChr.3-p1">
<scripture passage="1Chr 3:1" parsed="|1Chr|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ησαν οι υιοι του Δαβιδ, οι γεννηθεντες εις αυτον εν Χεβρων· ο πρωτοτοκος, Αμνων, εκ της Αχινοαμ της Ιεζραηλιτιδος· ο δευτερος, Δανιηλ, εκ της Αβιγαιας της Καρμηλιτιδος·
<scripture passage="1Chr 3:2" parsed="|1Chr|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.2" />
<sup>2</sup>ο τριτος, Αβεσσαλωμ, ο υιος της Μααχα, θυγατρος του Θαλμαι βασιλεως της Γεσσουρ· ο τεταρτος, Αδωνιας, ο υιος της Αγγειθ·
<scripture passage="1Chr 3:3" parsed="|1Chr|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.3" />
<sup>3</sup>ο πεμπτος, Σεφατιας, εκ της Αβιταλ· ο εκτος, Ιθρααμ, εκ της Αιγλα γυναικος αυτου.
<scripture passage="1Chr 3:4" parsed="|1Chr|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.4" />
<sup>4</sup>Εξ εγεννηθησαν εις αυτον εν Χεβρων· και εβασιλευσεν εκει επτα ετη και εξ μηνας· εν δε Ιερουσαλημ εβασιλευσε τριακοντα τρια ετη.
<scripture passage="1Chr 3:5" parsed="|1Chr|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.5" />
<sup>5</sup>ουτοι δε εγεννηθησαν εις αυτον εν Ιερουσαλημ· Σαμαα και Σωβαβ και Ναθαν και Σολομων, τεσσαρες, εκ της Βηθ-σαβεε θυγατρος του Αμμιηλ·
<scripture passage="1Chr 3:6" parsed="|1Chr|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.6" />
<sup>6</sup>και Ιεβαρ, και Ελισαμα και Ελιφαλετ
<scripture passage="1Chr 3:7" parsed="|1Chr|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.7" />
<sup>7</sup>και Νωγα και Νεφεγ και Ιαφια
<scripture passage="1Chr 3:8" parsed="|1Chr|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.8" />
<sup>8</sup>και Ελισαμα και Ελιαδα και Ελιφελετ, εννεα·
<scripture passage="1Chr 3:9" parsed="|1Chr|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.9" />
<sup>9</sup>παντες υιοι του Δαβιδ, πλην των υιων των παλλακων, και Θαμαρ η αδελφη αυτων.
<scripture passage="1Chr 3:10" parsed="|1Chr|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.10" />
<sup>10</sup>Υιος δε του Σολομωντος ητο ο Ροβοαμ, υιος τουτου ο Αβια, υιος τουτου ο Ασα, υιος τουτου ο Ιωσαφατ,
<scripture passage="1Chr 3:11" parsed="|1Chr|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.11" />
<sup>11</sup>υιος τουτου ο Ιωραμ, υιος τουτου ο Οχοζιας, υιος τουτου ο Ιωας,
<scripture passage="1Chr 3:12" parsed="|1Chr|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.12" />
<sup>12</sup>υιος τουτου ο Αμασιας, υιος τουτου ο Αζαριας, υιος τουτου ο Ιωθαμ,
<scripture passage="1Chr 3:13" parsed="|1Chr|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.13" />
<sup>13</sup>υιος τουτου ο Αχαζ, υιος τουτου ο Εζεκιας, υιος τουτου ο Μανασσης,
<scripture passage="1Chr 3:14" parsed="|1Chr|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.14" />
<sup>14</sup>υιος τουτου ο Αμων, υιος τουτου ο Ιωσιας.
<scripture passage="1Chr 3:15" parsed="|1Chr|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.15" />
<sup>15</sup>Οι υιοι δε του Ιωσιου ησαν, ο πρωτοτοκος αυτου Ιωαναν· ο δευτερος, Ιωακειμ· ο τριτος, Σεδεκιας· ο τεταρτος, Σαλλουμ.
<scripture passage="1Chr 3:16" parsed="|1Chr|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.16" />
<sup>16</sup>Και υιοι του Ιωακειμ, Ιεχονιας ο υιος αυτου, Σεδεκιας ο υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 3:17" parsed="|1Chr|3|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.17" />
<sup>17</sup>Και υιοι του Ιεχονιου, Ασειρ, Σαλαθιηλ ο υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 3:18" parsed="|1Chr|3|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.18" />
<sup>18</sup>και Μαλχιραμ και Φεδαιας και Σενασαρ, Ιεκαμιας, Ωσαμα και Νεδαβιας.
<scripture passage="1Chr 3:19" parsed="|1Chr|3|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.19" />
<sup>19</sup>Και υιοι του Φεδαια, Ζοροβαβελ και Σιμει· και υιοι του Ζοροβαβελ, Μεσουλλαμ και Ανανιας και Σελωμειθ η αδελφη αυτων·
<scripture passage="1Chr 3:20" parsed="|1Chr|3|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.20" />
<sup>20</sup>και Ασσουβα και Οηλ και Βαραχιας και Ασαδιας και Ιουσαβ-εσεδ, πεντε.
<scripture passage="1Chr 3:21" parsed="|1Chr|3|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.21" />
<sup>21</sup>Και υιοι του Ανανια, Φελατιας και Ιεσαιας· οι υιοι του Ρεφαια, οι υιοι του Αρναν, οι υιοι του Οβαδια, οι υιοι του Σεχανια.
<scripture passage="1Chr 3:22" parsed="|1Chr|3|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.22" />
<sup>22</sup>Και υιοι του Σεχανια, Σεμαιας· και υιοι του Σεμαια, Χαττους και Ιγεαλ και Βαριας και Νεαριας και Σαφατ, εξ.
<scripture passage="1Chr 3:23" parsed="|1Chr|3|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.23" />
<sup>23</sup>Και υιοι του Νεαρια, Ελιωηναι και Εζεκιας και Αζρικαμ· τρεις.
<scripture passage="1Chr 3:24" parsed="|1Chr|3|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.3.24" />
<sup>24</sup>Και υιοι του Ελιωηναι, Ωδαιας και Ελιασειβ και Φελαιας και Ακκουβ και Ιωαναν και Δαλαιας και Ανανι, επτα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 4" progress="37.13%" prev="iChr.3" next="iChr.5" id="iChr.4">
<h3 id="iChr.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iChr.4-p1">
<scripture passage="1Chr 4:1" parsed="|1Chr|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.1" />
<sup>1</sup>Υιοι του Ιουδα, Φαρες, Εσρων και Χαρμι και Ωρ και Σωβαλ.
<scripture passage="1Chr 4:2" parsed="|1Chr|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.2" />
<sup>2</sup>Και Ρεαια, ο υιος του Σωβαλ, εγεννησε τον Ιααθ· και Ιααθ εγεννησε τον Αχουμαι και τον Λααδ. Αυται ειναι αι συγγενειαι των Σαραθιτων.
<scripture passage="1Chr 4:3" parsed="|1Chr|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.3" />
<sup>3</sup>Και ουτοι ησαν οι υιοι του πατρος Ηταμ· Ιεζραελ και Ιεσμα και Ιεδβας· και το ονομα της αδελφης αυτων Ασελ-ελφονι·
<scripture passage="1Chr 4:4" parsed="|1Chr|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.4" />
<sup>4</sup>και Φανουηλ ο πατηρ Γεδωρ, και Εσερ ο πατηρ Χουσα. Ουτοι ειναι οι υιοι του Ωρ, πρωτοτοκου Εφραθα, πατρος Βηθλεεμ.
<scripture passage="1Chr 4:5" parsed="|1Chr|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.5" />
<sup>5</sup>Και Ασχωρ ο πατηρ Θεκουε ειχε δυο γυναικας, Ελα και Νααρα.
<scripture passage="1Chr 4:6" parsed="|1Chr|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.6" />
<sup>6</sup>Και η μεν Νααρα εγεννησεν εις αυτον τον Αχουζαμ και τον Εφερ και τον Θαιμανι και τον Αχασταρι. Ουτοι ησαν οι υιοι της Νααρα.
<scripture passage="1Chr 4:7" parsed="|1Chr|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.7" />
<sup>7</sup>Οι δε υιοι της Ελα, Σερεθ και Ιεσοαρ και Εθναν.
<scripture passage="1Chr 4:8" parsed="|1Chr|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.8" />
<sup>8</sup>Και ο Κως εγεννησε τον Ανουβ και τον Σωβηβα, και τας συγγενειας του Αχαρηλ, υιου του Αρουμ.
<scripture passage="1Chr 4:9" parsed="|1Chr|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.9" />
<sup>9</sup>Και ο Ιαβης ητο ενδοξοτερος παρα τους αδελφους αυτου· και η μητηρ αυτου εκαλεσε το ονομα αυτου Ιαβης, λεγουσα, Επειδη εγεννησα αυτον εν λυπη.
<scripture passage="1Chr 4:10" parsed="|1Chr|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.10" />
<sup>10</sup>Και επεκαλεσθη ο Ιαβης τον Θεον του Ισραηλ, λεγων, Ειθε μετ' ευλογιας να με ευλογησης και να εκτεινης τα ορια μου, και η χειρ σου να ηναι μετ' εμου και να με φυλαττης απο κακου, ωστε να μη εχω λυπην. Και εχαρισεν ο Θεος εις αυτον οσα εζητησε.
<scripture passage="1Chr 4:11" parsed="|1Chr|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.11" />
<sup>11</sup>Και ο Χελουβ, αδελφος του Σουα, εγεννησε τον Μεχειρ· ουτος ητο πατηρ του Εσθων.
<scripture passage="1Chr 4:12" parsed="|1Chr|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.12" />
<sup>12</sup>Και ο Εσθων εγεννησε τον Βαιθ-ραφα και τον Φασεα και τον Θεχιννα, τον πατερα της πολεως Ναας· ουτοι ειναι οι ανδρες Ρηχα.
<scripture passage="1Chr 4:13" parsed="|1Chr|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.13" />
<sup>13</sup>Και οι υιοι του Κενεζ, Γοθονιηλ και Σεραιας· και οι υιοι του Γοθονιηλ, Αθαθ.
<scripture passage="1Chr 4:14" parsed="|1Chr|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.14" />
<sup>14</sup>Και ο Μεονοθαι εγεννησε τον Οφρα· και ο Σεραιας εγεννησε τον Ιωαβ, πατερα της κοιλαδος των τεκτονων· διοτι ησαν τεκτονες.
<scripture passage="1Chr 4:15" parsed="|1Chr|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.15" />
<sup>15</sup>Και οι υιοι του Χαλεβ, υιου του Ιεφοννη, Ιρου, Ηλα και Νααμ· και οι υιοι του Ηλα, Κενεζ.
<scripture passage="1Chr 4:16" parsed="|1Chr|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.16" />
<sup>16</sup>Και οι υιοι του Ιαλελεηλ, Ζιφ και Ζιφα, Θηρια και Ασαρεηλ.
<scripture passage="1Chr 4:17" parsed="|1Chr|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.17" />
<sup>17</sup>Και οι υιοι του Εζρα, Ιεθερ και Μερεδ και Εφερ και Ιαλων· και η γυνη του Μερεδ εγεννησε τον Μαριαμ και τον Σαμμαι και τον Ιεσβα τον πατερα Εσθεμωα.
<scripture passage="1Chr 4:18" parsed="|1Chr|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.18" />
<sup>18</sup>Και η αλλη γυνη αυτου, η Ιουδαια, εγεννησε τον Ιερεδ τον πατερα Γεδωρ, και τον Εβερ τον πατερα Σωχω, και τον Ιεκουθιηλ τον πατερα Ζανωα. Και ουτοι ειναι οι υιοι της Βιθιας θυγατρος του Φαραω, την οποιαν ελαβεν ο Μερεδ.
<scripture passage="1Chr 4:19" parsed="|1Chr|4|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.19" />
<sup>19</sup>Και οι υιοι της γυναικος αυτου της Οδιας, αδελφης του Ναχαμ, πατρος Κεειλα του Γαρμιτου και Εσθεμωα του Μααχαθιτου.
<scripture passage="1Chr 4:20" parsed="|1Chr|4|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.20" />
<sup>20</sup>Και οι υιοι του Σιμων ησαν Αμνων και Ριννα, Βεν-αναν και Θιλων. Και οι υιοι του Ιεσει, Ζωχεθ και Βεν-ζωχεθ.
<scripture passage="1Chr 4:21" parsed="|1Chr|4|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.21" />
<sup>21</sup>Οι υιοι του Σηλα, υιου του Ιουδα, ησαν Ηρ ο πατηρ Ληχα και Λααδα ο πατηρ Μαρησα, και αι συγγενειαι του οικου των εργαζομενων την βυσσον, του οικου του Ασβεα,
<scripture passage="1Chr 4:22" parsed="|1Chr|4|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.22" />
<sup>22</sup>και ο Ιωκειμ και οι ανδρες Χαζηβα και ο Ιωας και ο Σαραφ, οιτινες εδεσποζον εν Μωαβ, και ο Ιασουβι-λεχεμ. Πλην ταυτα ειναι αρχαια πραγματα.
<scripture passage="1Chr 4:23" parsed="|1Chr|4|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.23" />
<sup>23</sup>Ουτοι ησαν οι κεραμεις και οι κατοικουντες εν Νεταιμ και Γεδιρα· εκει κατωκουν μετα του βασιλεως δια τας εργασιας αυτου.
<scripture passage="1Chr 4:24" parsed="|1Chr|4|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.24" />
<sup>24</sup>Οι υιοι του Συμεων ησαν Νεμουηλ και Ιαμειν, Ιαρειβ, Ζερα και Σαουλ·
<scripture passage="1Chr 4:25" parsed="|1Chr|4|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.25" />
<sup>25</sup>Σαλλουμ υιος τουτου, Μιβσαμ υιος τουτου, Μισμα υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 4:26" parsed="|1Chr|4|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.26" />
<sup>26</sup>Και οι υιοι του Μισμα, Αμουηλ ο υιος αυτου, Ζακχουρ υιος τουτου, Σιμει υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 4:27" parsed="|1Chr|4|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.27" />
<sup>27</sup>Και ο Σιμει εγεννησε δεκαεξ υιους και εξ θυγατερας· οι αδελφοι αυτου ομως δεν ειχον υιους πολλους, ουδε επληθυνθησαν πασαι αι συγγενειαι αυτων, καθως των υιων του Ιουδα.
<scripture passage="1Chr 4:28" parsed="|1Chr|4|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.28" />
<sup>28</sup>Και κατωκησαν εν Βηρ-σαβεε και Μωλαδα και Ασαρ-σουαλ,
<scripture passage="1Chr 4:29" parsed="|1Chr|4|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.29" />
<sup>29</sup>και εν Βαλλα και εν Ασεμ και εν Θωλαδ
<scripture passage="1Chr 4:30" parsed="|1Chr|4|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.30" />
<sup>30</sup>και εν Βαιθουηλ και εν Ορμα και εν Σικλαγ
<scripture passage="1Chr 4:31" parsed="|1Chr|4|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.31" />
<sup>31</sup>και εν Βαιθ-μαρχαβωθ και εν Ασαρ-σουσιμ και εν Βαιθ-βηρει και εν Σααραειμ· Αυται ησαν αι πολεις αυτων εως της βασιλειας του Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 4:32" parsed="|1Chr|4|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.32" />
<sup>32</sup>Και αι κωμαι αυτων ησαν, Ηταμ και Αειν, Ριμμων και Θοχεν και Ασαν, πεντε πολεις·
<scripture passage="1Chr 4:33" parsed="|1Chr|4|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.33" />
<sup>33</sup>και πασαι αι κωμαι αυτων αι περιξ τουτων των πολεων, μεχρι Βααλ. Αυται ησαν αι κατοικησεις αυτων και η κατα γενεας διαιρεσις αυτων.
<scripture passage="1Chr 4:34" parsed="|1Chr|4|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.34" />
<sup>34</sup>Και Μεσωβαβ και Ιαμληχ και Ιωσα ο υιος του Αμασια,
<scripture passage="1Chr 4:35" parsed="|1Chr|4|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.35" />
<sup>35</sup>και Ιωηλ και Ιηου ο υιος του Ιωσιβια, υιου του Σεραια, υιου του Ασιηλ,
<scripture passage="1Chr 4:36" parsed="|1Chr|4|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.36" />
<sup>36</sup>και Ελιωηναι και Ιαακωβα και Ιεσοχαιας και Ασαιας και Αδιηλ και Ιεσιμιηλ και Βεναιας
<scripture passage="1Chr 4:37" parsed="|1Chr|4|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.37" />
<sup>37</sup>και Ζιζα ο υιος του Σιφει, υιου του Αλλον, υιου του Ιεδαια, υιου του Σιμρι, υιου του Σεμαια·
<scripture passage="1Chr 4:38" parsed="|1Chr|4|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.38" />
<sup>38</sup>ουτοι οι κατ' ονομα μνημονευθεντες ησαν αρχοντες εις τας συγγενειας αυτων· και ο οικος των πατερων αυτων ηυξηθη εις πληθος.
<scripture passage="1Chr 4:39" parsed="|1Chr|4|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.39" />
<sup>39</sup>Και υπηγαν εως της εισοδου Γεδωρ, προς ανατολας της κοιλαδος, δια να ζητησωσι βοσκην εις τα ποιμνια αυτων·
<scripture passage="1Chr 4:40" parsed="|1Chr|4|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.40" />
<sup>40</sup>και ευρηκαν βοσκην παχειαν και καλην, και η γη ητο ευρυχωρος και ησυχος και ειρηνικη· διοτι οι προτερον κατοικουντες εκει ησαν εκ του Χαμ.
<scripture passage="1Chr 4:41" parsed="|1Chr|4|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.41" />
<sup>41</sup>Και ουτοι οι γεγραμμενοι κατ' ονομα ηλθον εν ταις ημεραις Εζεκιου του βασιλεως Ιουδα, και επαταξαν τας σκηνας αυτων και τους εκει ευρεθεντας Μιναιους, και ηφανισαν αυτους εως της ημερας ταυτης, και κατωκησαν αντ' αυτων· διοτι ητο εκει βοσκη δια τα ποιμνια αυτων.
<scripture passage="1Chr 4:42" parsed="|1Chr|4|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.42" />
<sup>42</sup>Και εξ αυτων, εκ των υιων του Συμεων, πεντακοσιοι ανδρες υπηγαν εις το ορος Σηειρ, εχοντες επι κεφαλης αυτων τον Φελατιαν και Νεαριαν και Ρεφαιαν και Οζιηλ, υιους του Ιεσει·
<scripture passage="1Chr 4:43" parsed="|1Chr|4|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.4.43" />
<sup>43</sup>και επαταξαν το υπολοιπον των Αμαληκιτων το διασωθεν, και κατωκησαν εκει εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 5" progress="37.24%" prev="iChr.4" next="iChr.6" id="iChr.5">
<h3 id="iChr.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iChr.5-p1">
<scripture passage="1Chr 5:1" parsed="|1Chr|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.1" />
<sup>1</sup>Οι δε υιοι του Ρουβην πρωτοτοκου του Ισραηλ, διοτι ουτος ητο ο πρωτοτοκος· επειδη ομως εμιανε την κοιτην του πατρος αυτου, τα πρωτοτοκια αυτου εδοθησαν εις τους υιους του Ιωσηφ, υιου του Ισραηλ· πλην ουχι δια να εχη τα πρωτοτοκια ως προς την γενεαλογιαν·
<scripture passage="1Chr 5:2" parsed="|1Chr|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.2" />
<sup>2</sup>διοτι ο Ιουδας υπερισχυσεν υπερ τους αδελφους αυτου, ωστε εξ αυτου να εξελθη ο ηγουμενος· τα πρωτοτοκια ομως ησαν του Ιωσηφ·
<scripture passage="1Chr 5:3" parsed="|1Chr|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.3" />
<sup>3</sup>οι υιοι του Ρουβην πρωτοτοκου του Ισραηλ ησαν Ανωχ και Φαλλου, Εσρων και Χαρμι.
<scripture passage="1Chr 5:4" parsed="|1Chr|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.4" />
<sup>4</sup>υιοι του Ιωηλ, Σεμαιας υιος τουτου, Γωγ υιος τουτου, Σιμει υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 5:5" parsed="|1Chr|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.5" />
<sup>5</sup>Μιχα υιος τουτου, Ρεαια υιος τουτου, Βααλ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 5:6" parsed="|1Chr|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.6" />
<sup>6</sup>Βεηρα υιος τουτου, τον οποιον μετωκισεν ο Θελγαθ-φελνασαρ βασιλευς της Ασσυριας· ουτος ητο ο αρχηγος των Ρουβηνιτων.
<scripture passage="1Chr 5:7" parsed="|1Chr|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.7" />
<sup>7</sup>Και των αδελφων αυτου κατα τας συγγενειας αυτων, οτε η γενεαλογια των γενεων αυτων απηριθμηθη, οι αρχηγοι ησαν Ιειηλ και Ζαχαριας,
<scripture passage="1Chr 5:8" parsed="|1Chr|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.8" />
<sup>8</sup>και Βελα ο υιος του Αζαζ, υιου του Σεμα, υιου του Ιωηλ· ουτος κατωκησεν εν Αροηρ και εως Νεβω και Βααλ-μεων·
<scripture passage="1Chr 5:9" parsed="|1Chr|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.9" />
<sup>9</sup>και προς ανατολας κατωκησεν εως της εισοδου της ερημου απο του Ευφρατου ποταμου· διοτι τα κτηνη αυτων ειχον πληθυνθη εν τη γη Γαλααδ.
<scripture passage="1Chr 5:10" parsed="|1Chr|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.10" />
<sup>10</sup>Και εν ταις ημεραις του Σαουλ εκαμον πολεμον προς τους Αγαρηνους, οιτινες επεσον δια της χειρος αυτων· και κατωκησαν εν ταις σκηναις αυτων καθ' ολον το ανατολικον της Γαλααδ.
<scripture passage="1Chr 5:11" parsed="|1Chr|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.11" />
<sup>11</sup>Και οι υιοι του Γαδ κατωκησαν κατεναντι αυτων, εν τη γη Βασαν εως Σαλχα·
<scripture passage="1Chr 5:12" parsed="|1Chr|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.12" />
<sup>12</sup>Ιωηλ ο αρχηγος και Σαφαμ ο δευτερος, και Ιαναι και Σαφατ, εν Βασαν.
<scripture passage="1Chr 5:13" parsed="|1Chr|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.13" />
<sup>13</sup>Και οι αδελφοι αυτων εκ του οικου των πατερων αυτων ησαν, Μιχαηλ και Μεσουλλαμ και Σεβα και Ιωραμ και Ιαχαν και Ζιε και Εβερ, επτα.
<scripture passage="1Chr 5:14" parsed="|1Chr|5|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.14" />
<sup>14</sup>ουτοι ειναι οι υιοι του Αβιχαιλ υιου του Ουρι, υιου του Ιαροα, υιου του Γαλααδ, υιου του Μιχαηλ, υιου του Ιεσισαι, υιου του Ιαδω, υιου του Βουζ.
<scripture passage="1Chr 5:15" parsed="|1Chr|5|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.15" />
<sup>15</sup>Αχι ο υιος του Αβδιηλ, υιου του Γουνι, ητο ο αρχηγος του οικου των πατερων αυτων.
<scripture passage="1Chr 5:16" parsed="|1Chr|5|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.16" />
<sup>16</sup>Και κατωκησαν εν Γαλααδ, εν Βασαν και εν ταις κωμαις αυτης, και εν πασι τοις περιχωροις Σαρων, εως των οριων αυτων.
<scripture passage="1Chr 5:17" parsed="|1Chr|5|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.17" />
<sup>17</sup>Παντες ουτοι απηριθμηθησαν κατα την γενεαλογιαν αυτων εν ταις ημεραις του Ιωθαμ βασιλεως του Ιουδα, και εν ταις ημεραις του Ιεροβοαμ βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 5:18" parsed="|1Chr|5|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.18" />
<sup>18</sup>Οι υιοι του Ρουβην και οι Γαδιται και το ημισυ της φυλης του Μανασση, εκ των δυνατων, ανδρες φεροντες ασπιδα και μαχαιραν και εντεινοντες τοξον και γεγυμνασμενοι εις πολεμον, ησαν τεσσαρακοντα τεσσαρες χιλιαδες και επτακοσιοι εξηκοντα, εξερχομενοι εις πολεμον.
<scripture passage="1Chr 5:19" parsed="|1Chr|5|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμνον πολεμον προς τους Αγαρηνους και Ιετουραιους και Ναφισαιους και Νοδαβαιους.
<scripture passage="1Chr 5:20" parsed="|1Chr|5|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.20" />
<sup>20</sup>Και εβοηθηθησαν εναντιον αυτων, και οι Αγαρηνοι παρεδοθησαν εις τας χειρας αυτων και παντες οι μετ' αυτων· διοτι προς τον Θεον εβοησαν εν τη μαχη, και επηκουσεν αυτων, επειδη ηλπισαν επ' αυτον.
<scripture passage="1Chr 5:21" parsed="|1Chr|5|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.21" />
<sup>21</sup>Και ηχμαλωτισαν τα κτηνη αυτων, τας καμηλους αυτων πεντηκοντα χιλιαδας, και προβατα διακοσιας πεντηκοντα χιλιαδας, και ονους δυο χιλιαδας, και ψυχας ανθρωπων εκατον χιλιαδας.
<scripture passage="1Chr 5:22" parsed="|1Chr|5|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.22" />
<sup>22</sup>Διοτι πολλοι επεσον τεθανατωμενοι, επειδη ο πολεμος ητο εκ Θεου. Και κατωκησαν αντ' αυτων εως της μετοικεσιας.
<scripture passage="1Chr 5:23" parsed="|1Chr|5|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.23" />
<sup>23</sup>Και οι υιοι του ημισεος της φυλης Μανασση κατωκησαν εν τη γη· ουτοι ηυξησαν απο Βασαν εως Βααλ-ερμων και Σενειρ και εως του ορους Αερμων·
<scripture passage="1Chr 5:24" parsed="|1Chr|5|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.24" />
<sup>24</sup>Ουτοι δε ησαν οι αρχηγοι του οικου των πατερων αυτων· Εφερ και Ιεσει και Ελιηλ και Αζριηλ και Ιερεμιας και Ωδουιας και Ιαδιηλ, ανδρες δυνατοι εν ισχυι, ανδρες ονομαστοι, αρχηγοι του οικου των πατερων αυτων.
<scripture passage="1Chr 5:25" parsed="|1Chr|5|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.25" />
<sup>25</sup>Και εσταθησαν παραβαται κατα του Θεου των πατερων αυτων και επορνευσαν κατοπιν των θεων των λαων της γης, τους οποιους ο Θεος ηφανισεν απ' εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="1Chr 5:26" parsed="|1Chr|5|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.5.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο ο Θεος του Ισραηλ διηγειρε το πνευμα του Φουλ βασιλεως της Ασσυριας και το πνευμα του Θελγαθ-φελνασαρ βασιλεως της Ασσυριας, και μετωκισεν αυτους, τους Ρουβηνιτας και τους Γαδιτας και το ημισυ της φυλης του Μανασση, και εφερεν αυτους εις Αλα και εις Αβωρ και εις Αρα και εις τον ποταμον Γωζαν, εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 6" progress="37.33%" prev="iChr.5" next="iChr.7" id="iChr.6">
<h3 id="iChr.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iChr.6-p1">
<scripture passage="1Chr 6:1" parsed="|1Chr|6|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.1" />
<sup>1</sup>Οι υιοι του Λευι ησαν Γηρσων, Κααθ και Μεραρι.
<scripture passage="1Chr 6:2" parsed="|1Chr|6|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.2" />
<sup>2</sup>Και οι υιος του Κααθ, Αμραμ, Ισααρ και Χεβρων και Οζιηλ.
<scripture passage="1Chr 6:3" parsed="|1Chr|6|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.3" />
<sup>3</sup>Και οι υιοι του Αμραμ, Ααρων και Μωυσης και η Μαριαμ. Οι δε υιοι του Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ, Ελεαζαρ και Ιθαμαρ.
<scripture passage="1Chr 6:4" parsed="|1Chr|6|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.4" />
<sup>4</sup>Ο Ελεαζαρ εγεννησε τον Φινεες, ο Φινεες εγεννησε τον Αβισσουα,
<scripture passage="1Chr 6:5" parsed="|1Chr|6|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.5" />
<sup>5</sup>και Αβισσουα εγεννησε τον Βουκκι, και Βουκκι εγεννησε τον Οζι,
<scripture passage="1Chr 6:6" parsed="|1Chr|6|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.6" />
<sup>6</sup>και Οζι εγεννησε τον Ζεραιαν, και Ζεραιας εγεννησε τον Μεραιωθ,
<scripture passage="1Chr 6:7" parsed="|1Chr|6|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.7" />
<sup>7</sup>Μεραιωθ εγεννησε τον Αμαριαν, και Αμαριας εγεννησε τον Αχιτωβ,
<scripture passage="1Chr 6:8" parsed="|1Chr|6|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.8" />
<sup>8</sup>και Αχιτωβ εγεννησε τον Σαδωκ, και Σαδωκ εγεννησε τον Αχιμαας,
<scripture passage="1Chr 6:9" parsed="|1Chr|6|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.9" />
<sup>9</sup>και Αχιμαας εγεννησε τον Αζαριαν, και Αζαριας εγεννησε τον Ιωαναν,
<scripture passage="1Chr 6:10" parsed="|1Chr|6|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.10" />
<sup>10</sup>και Ιωαναν εγεννησε τον Αζαριαν, ουτος ειναι ο ιερατευσας εν τω ναω, τον οποιον ωκοδομησεν ο Σολομων εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="1Chr 6:11" parsed="|1Chr|6|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.11" />
<sup>11</sup>και Αζαριας εγεννησε τον Αμαριαν, και Αμαριας εγεννησε τον Αχιτωβ,
<scripture passage="1Chr 6:12" parsed="|1Chr|6|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.12" />
<sup>12</sup>και Αχιτωβ εγεννησε τον Σαδωκ, και Σαδωκ εγεννησε τον Σαλλουμ,
<scripture passage="1Chr 6:13" parsed="|1Chr|6|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.13" />
<sup>13</sup>και Σαλλουμ εγεννησε τον Χελκιαν, και Χελκιας εγεννησε τον Αζαριαν,
<scripture passage="1Chr 6:14" parsed="|1Chr|6|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.14" />
<sup>14</sup>και Αζαριας εγεννησε τον Σεραιαν, και Σεραιας εγεννησε τον Ιωσεδεκ,
<scripture passage="1Chr 6:15" parsed="|1Chr|6|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.15" />
<sup>15</sup>και Ιωσεδεκ υπηγεν εις την μετοικεσιαν, οτε ο Κυριος εκαμε να μετοικισθη ο Ιουδας και η Ιερουσαλημ δια χειρος του Ναβουχοδονοσορ.
<scripture passage="1Chr 6:16" parsed="|1Chr|6|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.16" />
<sup>16</sup>Οι υιοι του Λευι, Γηρσωμ, Κααθ και Μεραρι.
<scripture passage="1Chr 6:17" parsed="|1Chr|6|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.17" />
<sup>17</sup>Και ταυτα ειναι τα ονοματα των υιων του Γηρσωμ· Λιβνι και Σιμει.
<scripture passage="1Chr 6:18" parsed="|1Chr|6|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.18" />
<sup>18</sup>Και οι υιοι του Κααθ, Αμραμ και Ισααρ και Χεβρων και Οζιηλ.
<scripture passage="1Chr 6:19" parsed="|1Chr|6|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.19" />
<sup>19</sup>Οι υιοι του Μεραρι, Μααλι και Μουσι. Και αυται ειναι αι συγγενειαι των Λευιτων κατα τας πατριας αυτων.
<scripture passage="1Chr 6:20" parsed="|1Chr|6|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.20" />
<sup>20</sup>του Γηρσωμ, Λιβνι υιος τουτου, Ιααθ υιος τουτου, Ζιμμα υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:21" parsed="|1Chr|6|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.21" />
<sup>21</sup>Ιωαχ υιος τουτου, Ιδδω υιος τουτου, Ζερα υιος τουτου, Ιεθραι υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 6:22" parsed="|1Chr|6|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.22" />
<sup>22</sup>Οι υιοι του Κααθ, Αμμιναδαβ υιος αυτου, Κορε υιος τουτου, Ασειρ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:23" parsed="|1Chr|6|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.23" />
<sup>23</sup>Ελκανα υιος τουτου, και Εβιασαφ υιος τουτου, και Ασειρ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:24" parsed="|1Chr|6|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.24" />
<sup>24</sup>Ταχαθ υιος τουτου, Ουριηλ υιος τουτου, Οζιας υιος τουτου, και Σαουλ υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 6:25" parsed="|1Chr|6|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.25" />
<sup>25</sup>Και οι υιοι του Ελκανα, Αμασαι και Αχιμωθ.
<scripture passage="1Chr 6:26" parsed="|1Chr|6|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.26" />
<sup>26</sup>Και Ελκανα· οι υιοι του Ελκανα, Σουφι υιος τουτου, και Ναχαθ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:27" parsed="|1Chr|6|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.27" />
<sup>27</sup>Ελιαβ υιος τουτου, Ιεροαμ υιος τουτου, Ελκανα υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 6:28" parsed="|1Chr|6|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.28" />
<sup>28</sup>Και οι υιοι του Σαμουηλ, Βασνι ο πρωτοτοκος και Αβια.
<scripture passage="1Chr 6:29" parsed="|1Chr|6|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.29" />
<sup>29</sup>Οι υιοι του Μεραρι, Μααλι, Λιβνι υιος τουτου, Σιμει υιος τουτου, Ουζα υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:30" parsed="|1Chr|6|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.30" />
<sup>30</sup>Σιμαα υιος τουτου, Αγγια υιος τουτου, Ασαιας υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 6:31" parsed="|1Chr|6|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.31" />
<sup>31</sup>Και ουτοι ειναι τους οποιους κατεστησεν ο Δαβιδ επι το εργον της μουσικης του οικου του Κυριου, αφου η κιβωτος ευρηκεν αναπαυσιν.
<scripture passage="1Chr 6:32" parsed="|1Chr|6|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.32" />
<sup>32</sup>Και υπηρετουν εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου με ψαλτωδιας, εωσου ο Σολομων ωκοδομησε τον οικον του Κυριου εν Ιερουσαλημ· και τοτε κατεσταθησαν εις το υπουργημα αυτων, κατα την ταξιν αυτων.
<scripture passage="1Chr 6:33" parsed="|1Chr|6|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.33" />
<sup>33</sup>Και ουτοι ειναι οι κατασταθεντες, μετα των τεκνων αυτων. Εκ των υιων των Κααθιτων, Αιμαν ο ψαλτωδος, υιος του Ιωηλ, υιου του Σαμουηλ,
<scripture passage="1Chr 6:34" parsed="|1Chr|6|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.34" />
<sup>34</sup>υιου του Ελκανα, υιου του Ιεροαμ, υιου του Ελιηλ, υιου του Θωα,
<scripture passage="1Chr 6:35" parsed="|1Chr|6|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.35" />
<sup>35</sup>υιου του Σουφ, υιου του Ελκανα, υιου του Μααθ υιου του Αμασαι,
<scripture passage="1Chr 6:36" parsed="|1Chr|6|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.36" />
<sup>36</sup>υιου του Ελκανα υιου του Ιωηλ, υιου του Αζαριου, υιου του Σοφονιου,
<scripture passage="1Chr 6:37" parsed="|1Chr|6|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.37" />
<sup>37</sup>υιου του Ταχαθ, υιου του Ασειρ, υιου του Εβιασαφ, υιου του Κορε,
<scripture passage="1Chr 6:38" parsed="|1Chr|6|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.38" />
<sup>38</sup>υιου του Ισααρ, υιου του Κααθ, υιου του Λευι υιου του Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 6:39" parsed="|1Chr|6|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.39" />
<sup>39</sup>και ο αδελφος αυτου Ασαφ, ο ισταμενος εν δεξια αυτου· Ασαφ ο υιος του Βαραχιου, υιου του Σιμεα,
<scripture passage="1Chr 6:40" parsed="|1Chr|6|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.40" />
<sup>40</sup>υιου του Μιχαηλ, υιου του Βαασιου, υιου του Μαλχιου,
<scripture passage="1Chr 6:41" parsed="|1Chr|6|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.41" />
<sup>41</sup>υιου του Εθνει υιου του Ζερα, υιου του Αδαια,
<scripture passage="1Chr 6:42" parsed="|1Chr|6|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.42" />
<sup>42</sup>υιου του Εθαν, υιου του Ζιμμα, υιου του Σιμει,
<scripture passage="1Chr 6:43" parsed="|1Chr|6|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.43" />
<sup>43</sup>υιου του Ιααθ, υιου του Γηρσωμ, υιου του Λευι·
<scripture passage="1Chr 6:44" parsed="|1Chr|6|44|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.44" />
<sup>44</sup>και οι αδελφοι αυτων, οι υιοι του Μεραρι, οι εξ αριστερων· Εθαν ο υιος του Κεισι, υιου του Αβδι, υιου του Μαλλουχ,
<scripture passage="1Chr 6:45" parsed="|1Chr|6|45|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.45" />
<sup>45</sup>υιου του Ασαβια, υιου του Αμασια, υιου του Χελκιου,
<scripture passage="1Chr 6:46" parsed="|1Chr|6|46|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.46" />
<sup>46</sup>υιου του Αμσι, υιου του Βανι, υιου του Σαμειρ,
<scripture passage="1Chr 6:47" parsed="|1Chr|6|47|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.47" />
<sup>47</sup>υιου του Μααλι, υιου του Μουσι, υιου του Μεραρι, υιου του Λευι·
<scripture passage="1Chr 6:48" parsed="|1Chr|6|48|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.48" />
<sup>48</sup>και οι αδελφοι αυτων οι Λευιται, διωρισμενοι εις πασας τας υπηρεσιας της σκηνης του οικου του Θεου.
<scripture passage="1Chr 6:49" parsed="|1Chr|6|49|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.49" />
<sup>49</sup>Ο δε Ααρων και οι υιοι αυτου εθυμιαζον επι το θυσιαστηριον των ολοκαυτωματων, και επι το θυσιαστηριον του θυμιαματος, διωρισμενοι εις πασας τας εργασιας του αγιου των αγιων, και εις το να καμνωσιν εξιλεωσιν υπερ του Ισραηλ, κατα παντα οσα προσεταξε Μωυσης ο δουλος του Θεου.
<scripture passage="1Chr 6:50" parsed="|1Chr|6|50|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.50" />
<sup>50</sup>Και ουτοι ειναι οι υιοι του Ααρων· Ελεαζαρ υιος τουτου, Φινεες υιος τουτου, Αβισσουα υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:51" parsed="|1Chr|6|51|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.51" />
<sup>51</sup>Βουκκι υιος τουτου, Οζι υιος τουτου, Ζεραιας υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:52" parsed="|1Chr|6|52|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.52" />
<sup>52</sup>Μεραιωθ υιος τουτου, Αμαριας υιος τουτου, Αχιτωβ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 6:53" parsed="|1Chr|6|53|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.53" />
<sup>53</sup>Σαδωκ υιος τουτου, Αχιμαας υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 6:54" parsed="|1Chr|6|54|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.54" />
<sup>54</sup>Και αυται ειναι αι κατοικιαι αυτων κατα τας κωμας αυτων εν τοις οριοις αυτων, των υιων του Ααρων, εκ της συγγενειας των Κααθιτων· διοτι εις αυτους επεσεν ο κληρος·
<scripture passage="1Chr 6:55" parsed="|1Chr|6|55|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.55" />
<sup>55</sup>και εδωκαν εις αυτους την Χεβρων εν γη Ιουδα και τα περιχωρα αυτης κυκλω αυτης.
<scripture passage="1Chr 6:56" parsed="|1Chr|6|56|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.56" />
<sup>56</sup>Τους αγρους ομως της πολεως και τας κωμας αυτης εδωκαν εις τον Χαλεβ τον υιον του Ιεφοννη.
<scripture passage="1Chr 6:57" parsed="|1Chr|6|57|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.57" />
<sup>57</sup>Εις δε τους υιους του Ααρων εδωκαν τας πολεις του Ιουδα, την Χεβρων, την πολιν του καταφυγιου και την Λιβνα και τα περιχωρα αυτης και την Ιαθειρ και την Εσθεμωα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:58" parsed="|1Chr|6|58|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.58" />
<sup>58</sup>και την Ηλων και τα περιχωρα αυτης, την Δεβειρ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:59" parsed="|1Chr|6|59|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.59" />
<sup>59</sup>και την Ασαν και τα περιχωρα αυτης και την Βαιθ-σεμες και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:60" parsed="|1Chr|6|60|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.60" />
<sup>60</sup>και εκ της φυλης Βενιαμιν την Γαβαα και τα περιχωρα αυτης και την Αλεμεθ και τα περιχωρα αυτης και την Αναθωθ και τα περιχωρα αυτης· πασαι αι πολεις αυτων, κατα τας συγγενειας αυτων, δεκατρεις.
<scripture passage="1Chr 6:61" parsed="|1Chr|6|61|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.61" />
<sup>61</sup>Και εις τους υιους του Κααθ, τους εναπολειφθεντας, εδοθησαν κατα κληρον εκ της συγγενειας εκατερας φυλης και εκ της ημισειας φυλης, της ημισειας του Μανασση, δεκα πολεις.
<scripture passage="1Chr 6:62" parsed="|1Chr|6|62|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.62" />
<sup>62</sup>Και εις τους υιους του Γηρσωμ κατα τας συγγενειας αυτων, εκ της φυλης Ισσαχαρ, και εκ της φυλης Ασηρ και εκ της φυλης Νεφθαλι και εκ της φυλης του Μανασση εν Βασαν, δεκατρεις πολεις.
<scripture passage="1Chr 6:63" parsed="|1Chr|6|63|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.63" />
<sup>63</sup>εις τους υιους του Μεραρι, κατα τας συγγενειας αυτων, εδοθησαν δια κληρου εκ της φυλης Ρουβην και εκ της φυλης Γαδ και εκ της φυλης Ζαβουλων δωδεκα πολεις.
<scripture passage="1Chr 6:64" parsed="|1Chr|6|64|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.64" />
<sup>64</sup>Και οι υιοι Ισραηλ εδωκαν εις τους Λευιτας τας πολεις ταυτας και τα περιχωρα αυτων.
<scripture passage="1Chr 6:65" parsed="|1Chr|6|65|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.65" />
<sup>65</sup>Και εδωκαν κατα κληρον, εκ της φυλης των υιων Ιουδα και εκ της φυλης των υιων Συμεων και εκ της φυλης των υιων Βενιαμιν, τας πολεις ταυτας, ονομασθεισας κατα τα ονοματα αυτων.
<scripture passage="1Chr 6:66" parsed="|1Chr|6|66|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.66" />
<sup>66</sup>Οι δε εκ των συγγενειων των υιων Κααθ ελαβον πολεις των οριων αυτων εκ της φυλης Εφραιμ.
<scripture passage="1Chr 6:67" parsed="|1Chr|6|67|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.67" />
<sup>67</sup>Και εδωκαν εις αυτους τας πολεις του καταφυγιου, την Συχεμ και τα περιχωρα αυτης, εν τω ορει Εφραιμ, και την Γεζερ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:68" parsed="|1Chr|6|68|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.68" />
<sup>68</sup>και την Ιοκμεαμ και τα περιχωρα αυτης, και την Βαιθ-ωρων και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:69" parsed="|1Chr|6|69|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.69" />
<sup>69</sup>και την Αιαλων και τα περιχωρα αυτης, και την Γαθ-ριμμων και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:70" parsed="|1Chr|6|70|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.70" />
<sup>70</sup>και εκ της ημισειας φυλης Μανασση την Ανηρ και τα περιχωρα αυτης, και την Βιλεαμ και τα περιχωρα αυτης· ταυτας εδωκαν εις τας συγγενειας των εναπολειφθεντων των υιων Κααθ.
<scripture passage="1Chr 6:71" parsed="|1Chr|6|71|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.71" />
<sup>71</sup>εις τους υιους Γηρσωμ εδωκαν, εκ της συγγενειας της ημισειας φυλης Μανασση, την Γωλαν εν Βασαν και τα περιχωρα αυτης, και την Ασταρωθ και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:72" parsed="|1Chr|6|72|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.72" />
<sup>72</sup>και εκ της φυλης Ισσαχαρ την Κεδες και τα περιχωρα αυτης, την Δαβραθ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:73" parsed="|1Chr|6|73|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.73" />
<sup>73</sup>και την Ραμωθ και τα περιχωρα αυτης, και την Ανειμ και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:74" parsed="|1Chr|6|74|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.74" />
<sup>74</sup>και εκ της φυλης Ασηρ την Μασαλ και τα περιχωρα αυτης, και την Αβδων και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:75" parsed="|1Chr|6|75|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.75" />
<sup>75</sup>και την Χουκωκ και τα περιχωρα αυτης, και την Ρεωβ και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:76" parsed="|1Chr|6|76|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.76" />
<sup>76</sup>και εκ της φυλης Νεφθαλι την Κεδες εν Γαλιλαια και τα περιχωρα αυτης, και την Αμμων και τα περιχωρα αυτης, και την Κιριαθαιμ και τα περιχωρα αυτης.
<scripture passage="1Chr 6:77" parsed="|1Chr|6|77|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.77" />
<sup>77</sup>Εις τους υιους του Μεραρι τους εναπολειφθεντας εδωκαν, εκ της φυλης του Ζαβουλων, την Ριμμων και τα περιχωρα αυτης, την Θαβωρ και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:78" parsed="|1Chr|6|78|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.78" />
<sup>78</sup>εις δε το περαν του Ιορδανου πλησιον της Ιεριχω, προς ανατολας του Ιορδανου, εδωκαν, εκ της φυλης Ρουβην την Βοσορ εν τη ερημω και τα περιχωρα αυτης, και την Ιασα και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:79" parsed="|1Chr|6|79|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.79" />
<sup>79</sup>και την Κεδημωθ και τα περιχωρα αυτης, και την Μηφααθ και τα περιχωρα αυτης·
<scripture passage="1Chr 6:80" parsed="|1Chr|6|80|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.80" />
<sup>80</sup>και εκ της φυλης Γαδ την Ραμωθ εν Γαλααδ και τα περιχωρα αυτης, και την Μαχαναιμ και τα περιχωρα αυτης,
<scripture passage="1Chr 6:81" parsed="|1Chr|6|81|0|0" osisRef="Bible:1Chr.6.81" />
<sup>81</sup>και την Εσεβων και τα περιχωρα αυτης, και την Ιαζηρ και τα περιχωρα αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 7" progress="37.51%" prev="iChr.6" next="iChr.8" id="iChr.7">
<h3 id="iChr.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iChr.7-p1">
<scripture passage="1Chr 7:1" parsed="|1Chr|7|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.1" />
<sup>1</sup>Οι δε υιοι του Ισσαχαρ ησαν Θωλα και Φουα, Ιασουβ και Σιμβρων, τεσσαρες.
<scripture passage="1Chr 7:2" parsed="|1Chr|7|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.2" />
<sup>2</sup>Και οι υιοι του Θωλα, Οζι και Ρεφαια και Ιεριηλ και Ιαμαι και Ιεβσαμ και Σεμουηλ, αρχηγοι του οικου των πατερων αυτων εις τον Θωλα, δυνατοι εν ισχυι εις τας γενεας αυτων· ο αριθμος αυτων ητο εν ταις ημεραις του Δαβιδ, εικοσιδυο χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="1Chr 7:3" parsed="|1Chr|7|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.3" />
<sup>3</sup>Και οι υιοι του Οζι, Ιζραιας· και οι υιοι του Ιζραια, Μιχαηλ και Οβαδια και Ιωηλ και Ιεσια, πεντε, αρχηγοι παντες.
<scripture passage="1Chr 7:4" parsed="|1Chr|7|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.4" />
<sup>4</sup>Και μετ' αυτων, κατα τας γενεας αυτων, κατα τους πατρικους αυτων οικους, ησαν ταγματα παραταττομενα εις πολεμον, τριακοντα εξ χιλιαδες ανδρες· διοτι απεκτησαν πολλας γυναικας και υιους.
<scripture passage="1Chr 7:5" parsed="|1Chr|7|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.5" />
<sup>5</sup>Και οι αδελφοι αυτων, μεταξυ πασων των οικογενειων του Ισσαχαρ, δυνατοι εν ισχυι, παντες απαριθμηθεντες κατα τας γενεαλογιας αυτων, ογδοηκοντα επτα χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 7:6" parsed="|1Chr|7|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.6" />
<sup>6</sup>Οι υιοι του Βενιαμιν, Βελα και Βεχερ και Ιεδιαηλ, τρεις.
<scripture passage="1Chr 7:7" parsed="|1Chr|7|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.7" />
<sup>7</sup>Και οι υιοι του Βελα, Εσβων και Οζι και Οζιηλ και Ιεριμωθ και Ιρι, πεντε, αρχηγοι πατρικων οικων, δυνατοι εν ισχυι, απαριθμηθεντες κατα τας γενεαλογιας αυτων, ησαν εικοσιδυο χιλιαδες και τριακοντα τεσσαρες.
<scripture passage="1Chr 7:8" parsed="|1Chr|7|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.8" />
<sup>8</sup>Και οι υιοι του Βεχερ, Ζεμιρα και Ιωας και Ελιεζερ και Ελιωηναι και Αμρι και Ιεριμωθ και Αβια και Αναθωθ, και Αλαμεθ· παντες ουτοι ησαν οι υιοι του Βεχερ.
<scripture passage="1Chr 7:9" parsed="|1Chr|7|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.9" />
<sup>9</sup>Και η γενεαλογικη αυτων απαριθμησις, κατα τας γενεας αυτων, ητο εικοσι χιλιαδες και διακοσιοι, αρχηγοι των πατρικων αυτων οικων, δυνατοι εν ισχυι.
<scripture passage="1Chr 7:10" parsed="|1Chr|7|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.10" />
<sup>10</sup>Και οι υιοι του Ιεδιαηλ, Βαλααν· και οι υιοι του Βαλααν, Ιεους και Βενιαμιν και Εχουδ και Χαναανα και Ζηθαν και Θαρσεις και Αχισσαρ·
<scripture passage="1Chr 7:11" parsed="|1Chr|7|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.11" />
<sup>11</sup>παντες ουτοι οι υιοι του Ιεδιαηλ, αρχηγοι πατριων, δυνατοι εν ισχυι, ησαν δεκαεπτα χιλιαδες και διακοσιοι, δυναμενοι να εκστρατευωσιν εις πολεμον.
<scripture passage="1Chr 7:12" parsed="|1Chr|7|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.12" />
<sup>12</sup>Και Σουφιμ και Ουπιμ, υιοι του Ιρ· και υιοι του Αχηρ, Ουσιμ.
<scripture passage="1Chr 7:13" parsed="|1Chr|7|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.13" />
<sup>13</sup>Οι υιοι του Νεφθαλι, Ιασιηλ και Γουνι και Ιεσερ και Σαλλουμ, υιοι της Βαλλας.
<scripture passage="1Chr 7:14" parsed="|1Chr|7|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.14" />
<sup>14</sup>Οι υιοι του Μανασση, Ασριηλ, τον οποιον η γυνη αυτου εγεννησεν· η δε παλλακη αυτου η Συριος εγεννησε τον Μαχειρ πατερα του Γαλααδ·
<scripture passage="1Chr 7:15" parsed="|1Chr|7|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.15" />
<sup>15</sup>και ο Μαχειρ ελαβεν εις γυναικα την αδελφην του Ουπιμ και Σουφιμ· και το ονομα της αδελφης αυτων ητο Μααχα· του δευτερου δε το ονομα ητο Σαλπααδ· και ο Σαλπααδ εγεννησε θυγατερας.
<scripture passage="1Chr 7:16" parsed="|1Chr|7|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.16" />
<sup>16</sup>Και η Μααχα η γυνη του Μαχειρ εγεννησεν υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Φαρες· και το ονομα του αδελφου αυτου ητο Σαρες· και οι υιοι αυτου, Ουλαμ και Ρακεμ.
<scripture passage="1Chr 7:17" parsed="|1Chr|7|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.17" />
<sup>17</sup>Και οι υιοι του Ουλαμ, Βεδαν. Ουτοι ησαν οι υιοι του Γαλααδ, υιου του Μαχειρ, υιου του Μανασση.
<scripture passage="1Chr 7:18" parsed="|1Chr|7|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.18" />
<sup>18</sup>Και η αδελφη αυτου Αμμολεκεθ εγεννησε τον Ισουδ και τον Αβιεζερ και τον Μααλα.
<scripture passage="1Chr 7:19" parsed="|1Chr|7|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.19" />
<sup>19</sup>Και οι υιοι του Σεμιδα ησαν Αχιαν και Συχεμ και Λικχι και Ανιαμ.
<scripture passage="1Chr 7:20" parsed="|1Chr|7|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.20" />
<sup>20</sup>Και οι υιοι του Εφραιμ, Σουθαλα και Βερεδ υιος τουτου, και Ταχαθ υιος τουτου, και Ελεαδα υιος τουτου, και Ταχαθ υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 7:21" parsed="|1Chr|7|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.21" />
<sup>21</sup>και Ζαβαδ υιος τουτου, και Σουθαλα υιος τουτου, και Εσερ και Ελεαδ· εθανατωσαν δε αυτους οι ανδρες της Γαθ, οι γεννηθεντες εν τω τοπω, διοτι κατεβησαν να λαβωσι τα κτηνη αυτων.
<scripture passage="1Chr 7:22" parsed="|1Chr|7|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.22" />
<sup>22</sup>Και Εφραιμ ο πατηρ αυτων επενθησεν ημερας πολλας, και ηλθον οι αδελφοι αυτου δια να παρηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="1Chr 7:23" parsed="|1Chr|7|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.23" />
<sup>23</sup>Υστερον εισηλθε προς την γυναικα αυτου, ητις συνελαβε και εγεννησεν υιον· και εκαλεσε το ονομα αυτου Βερια, επειδη εγεννηθη εν συμφορα συμβαση εν τω οικω αυτου.
<scripture passage="1Chr 7:24" parsed="|1Chr|7|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.24" />
<sup>24</sup>Η δε θυγατηρ αυτου ητο Σεερα, ητις ωκοδομησε την Βαιθ-ωρων, την κατω και την ανω, και την Ουζεν-σεερα.
<scripture passage="1Chr 7:25" parsed="|1Chr|7|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.25" />
<sup>25</sup>Και Ρεφα ητο υιος τουτου, και Ρεσεφ και Θελα υιοι τουτου, και Ταχαν υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 7:26" parsed="|1Chr|7|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.26" />
<sup>26</sup>Λααδαν υιος τουτου, Αμμιουδ υιος τουτου, Ελισαμα υιος τουτου,
<scripture passage="1Chr 7:27" parsed="|1Chr|7|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.27" />
<sup>27</sup>Ναυη υιος τουτου, Ιησους υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 7:28" parsed="|1Chr|7|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.28" />
<sup>28</sup>Αι δε ιδιοκτησιαι αυτων και αι κατοικιαι αυτων ησαν Βαιθηλ και αι κωμαι αυτης, και κατα ανατολας Νααραν, και κατα δυσμας Γεζερ και αι κωμαι αυτης, και Συχεμ και αι κωμαι αυτης, εως Γαζης και των κωμων αυτης·
<scripture passage="1Chr 7:29" parsed="|1Chr|7|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.29" />
<sup>29</sup>και εις τα ορια των υιων Μανασση Βαιθ-σαν και αι κωμαι αυτης, Θααναχ και αι κωμαι αυτης, Μεγιδδω και αι κωμαι αυτης, Δωρ και αι κωμαι αυτης. Εν ταυταις κατωκησαν οι υιοι Ιωσηφ υιου Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 7:30" parsed="|1Chr|7|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.30" />
<sup>30</sup>Οι υιοι του Ασηρ, Ιεμνα και Ιεσσουα και Ιεσσουαι και Βερια και Σερα η αδελφη αυτων.
<scripture passage="1Chr 7:31" parsed="|1Chr|7|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.31" />
<sup>31</sup>Και οι υιοι του Βερια, Εβερ και Μαλχηλ, οστις ειναι ο πατηρ Βιρζαβιθ.
<scripture passage="1Chr 7:32" parsed="|1Chr|7|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.32" />
<sup>32</sup>Και ο Εβερ εγεννησε τον Ιαφλητ και τον Σωμηρ και τον Χωθαμ και την Σουα την αδελφην αυτων.
<scripture passage="1Chr 7:33" parsed="|1Chr|7|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.33" />
<sup>33</sup>Και οι υιοι του Ιαφλητ, Φασαχ και Βιμαλ και Ασουαθ· ουτοι ειναι οι υιοι του Ιαφλητ.
<scripture passage="1Chr 7:34" parsed="|1Chr|7|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.34" />
<sup>34</sup>Και οι υιοι του Σωμηρ, Αχι και Ρωγα, Ιεχουβα και Αραμ.
<scripture passage="1Chr 7:35" parsed="|1Chr|7|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.35" />
<sup>35</sup>Και οι υιοι Ελεμ του αδελφου αυτου, Σωφα και Ιεμνα και Σελλης και Αμαλ.
<scripture passage="1Chr 7:36" parsed="|1Chr|7|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.36" />
<sup>36</sup>Οι υιοι του Σωφα, Σουα και Αρνεφερ και Σωγαλ και Βερι και Ιεμρα,
<scripture passage="1Chr 7:37" parsed="|1Chr|7|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.37" />
<sup>37</sup>Βοσορ και Ωδ και Σαμμα και Σιλισα και Ιθραν και Βεηρα.
<scripture passage="1Chr 7:38" parsed="|1Chr|7|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.38" />
<sup>38</sup>Και οι υιοι του Ιεθερ, Ιεφοννη και Φισπα και Αρα.
<scripture passage="1Chr 7:39" parsed="|1Chr|7|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.39" />
<sup>39</sup>Και οι υιοι του Ουλλα, Αραχ και Ανιηλ και Ρισια.
<scripture passage="1Chr 7:40" parsed="|1Chr|7|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.7.40" />
<sup>40</sup>Παντες ουτοι ησαν οι υιοι του Ασηρ, αρχηγοι πατρικων οικων, εκλεκτοι, δυνατοι εν ισχυι, πρωτοι αρχηγοι. Και ο αριθμος αυτων, κατα την γενεαλογιαν αυτων, οσοι ησαν αξιοι να παραταχθωσιν εις μαχην, ητο εικοσιεξ χιλιαδες ανδρες.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 8" progress="37.62%" prev="iChr.7" next="iChr.9" id="iChr.8">
<h3 id="iChr.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iChr.8-p1">
<scripture passage="1Chr 8:1" parsed="|1Chr|8|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Βενιαμιν εγεννησε Βελα τον πρωτοτοκον αυτου, Ασβηλ τον δευτερον και Ααρα τον τριτον,
<scripture passage="1Chr 8:2" parsed="|1Chr|8|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.2" />
<sup>2</sup>Νωα τον τεταρτον και Ραφα τον πεμπτον.
<scripture passage="1Chr 8:3" parsed="|1Chr|8|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.3" />
<sup>3</sup>Και οι υιοι του Βελα ησαν, Αδδαρ και Γηρα και Αβιουδ
<scripture passage="1Chr 8:4" parsed="|1Chr|8|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.4" />
<sup>4</sup>και Αβισσουα και Νααμαν και Αχωα
<scripture passage="1Chr 8:5" parsed="|1Chr|8|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.5" />
<sup>5</sup>και Γηρα και Σεφουφαν και Ουραμ.
<scripture passage="1Chr 8:6" parsed="|1Chr|8|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.6" />
<sup>6</sup>Και ουτοι ειναι οι υιοι του Εχουδ, οιτινες ησαν αρχηγοι πατριων εις τους κατοικουντας την Γαβαα και μετοικισθεντας εις Μαναχαθ·
<scripture passage="1Chr 8:7" parsed="|1Chr|8|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.7" />
<sup>7</sup>και Νααμαν και Αχια και Γηρα, οστις μετωκισεν αυτους, και εγεννησε τον Ουζα και τον Αχιουδ.
<scripture passage="1Chr 8:8" parsed="|1Chr|8|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.8" />
<sup>8</sup>Και ο Σααραιμ εγεννησεν υιους εν τη γη Μωαβ, αφου απεβαλε την Ουσιμ και την Βααρα, τας γυναικας αυτου·
<scripture passage="1Chr 8:9" parsed="|1Chr|8|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.9" />
<sup>9</sup>και εγεννησεν, εκ της Οδες της γυναικος αυτου, τον Ιωβαβ και τον Σιβια και τον Μησα και τον Μαλχαμ
<scripture passage="1Chr 8:10" parsed="|1Chr|8|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.10" />
<sup>10</sup>και τον Ιεους και τον Σαχια και τον Μιρμα· ουτοι ησαν οι υιοι αυτου, αρχηγοι πατριων.
<scripture passage="1Chr 8:11" parsed="|1Chr|8|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.11" />
<sup>11</sup>Εκ δε της Ουσιμ ειχε γεννησει τον Αβιτωβ και τον Ελφααλ.
<scripture passage="1Chr 8:12" parsed="|1Chr|8|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.12" />
<sup>12</sup>Και οι υιοι του Ελφααλ ησαν Εβερ και Μισααμ και Σαμερ, οστις ωκοδομησε την Ωνω και την Λωδ και τας κωμας αυτης·
<scripture passage="1Chr 8:13" parsed="|1Chr|8|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.13" />
<sup>13</sup>και ο Βερια και ο Σεμα ουτοι ησαν αρχηγοι πατριων εις τους κατοικουντας την Αιαλων· ουτοι εξεδιωξαν τους κατοικους της Γαθ·
<scripture passage="1Chr 8:14" parsed="|1Chr|8|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.14" />
<sup>14</sup>και Αχιω, Σασακ και Ιερεμωθ
<scripture passage="1Chr 8:15" parsed="|1Chr|8|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.15" />
<sup>15</sup>και Ζεβαδιας και Αραδ και Αδερ,
<scripture passage="1Chr 8:16" parsed="|1Chr|8|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.16" />
<sup>16</sup>και Μιχαηλ και Ιεσπα και Ιωχα υιοι του Βερια·
<scripture passage="1Chr 8:17" parsed="|1Chr|8|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.17" />
<sup>17</sup>και Ζεβαδιας και Μεσουλλαμ και Εζεκι και Εβερ
<scripture passage="1Chr 8:18" parsed="|1Chr|8|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.18" />
<sup>18</sup>και Ισμεραι και Ιεζλια και Ιωβαβ, υιοι του Ελφααλ·
<scripture passage="1Chr 8:19" parsed="|1Chr|8|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.19" />
<sup>19</sup>και Ιακειμ και Ζιχρι και Ζαβδι
<scripture passage="1Chr 8:20" parsed="|1Chr|8|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.20" />
<sup>20</sup>και Ελιηναι και Ζιλθαι και Ελιηλ
<scripture passage="1Chr 8:21" parsed="|1Chr|8|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.21" />
<sup>21</sup>και Αδαιας και Βεραια και Σιμραθ, υιοι του Σεμα·
<scripture passage="1Chr 8:22" parsed="|1Chr|8|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.22" />
<sup>22</sup>και Ιεσφαν και Εβερ και Ελιηλ
<scripture passage="1Chr 8:23" parsed="|1Chr|8|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.23" />
<sup>23</sup>και Αβδων και Ζιχρι και Αναν
<scripture passage="1Chr 8:24" parsed="|1Chr|8|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.24" />
<sup>24</sup>και Ανανιας και Ελαμ και Ανθωθια
<scripture passage="1Chr 8:25" parsed="|1Chr|8|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.25" />
<sup>25</sup>και Ιεφεδια και Φανουηλ υιοι του Σασακ·
<scripture passage="1Chr 8:26" parsed="|1Chr|8|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.26" />
<sup>26</sup>και Σαμσεραι και Σεαρια και Γοθολια
<scripture passage="1Chr 8:27" parsed="|1Chr|8|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.27" />
<sup>27</sup>και Ιαρεσια και Ηλια και Ζιχρι, υιοι του Ιεροαμ.
<scripture passage="1Chr 8:28" parsed="|1Chr|8|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.28" />
<sup>28</sup>ουτοι ησαν αρχηγοι πατριων, αρχηγοι κατα τας γενεας αυτων. ουτοι κατωκησαν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 8:29" parsed="|1Chr|8|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.29" />
<sup>29</sup>Εν δε Γαβαων κατωκησεν ο πατηρ Γαβαων, το δε ονομα της γυναικος αυτου ητο Μααχα·
<scripture passage="1Chr 8:30" parsed="|1Chr|8|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.30" />
<sup>30</sup>και ο πρωτοτοκος υιος αυτου ητο Αβδων, επειτα Σουρ και Κεις και Βααλ και Ναδαβ
<scripture passage="1Chr 8:31" parsed="|1Chr|8|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.31" />
<sup>31</sup>και Γεδωρ και Αχιω και Ζαχερ
<scripture passage="1Chr 8:32" parsed="|1Chr|8|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.32" />
<sup>32</sup>και Μικλωθ ο γεννησας τον Σιμεα. Και ουτοι ετι κατωκησαν μετα των αδελφων αυτων εν Ιερουσαλημ, κατεναντι των αδελφων αυτων.
<scripture passage="1Chr 8:33" parsed="|1Chr|8|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.33" />
<sup>33</sup>Και ο Νηρ εγεννησε τον Κεις, και Κεις εγεννησε τον Σαουλ, και Σαουλ εγεννησε τον Ιωναθαν και τον Μαλχι-σουε και τον Αβιναδαβ και τον Εσ-βααλ.
<scripture passage="1Chr 8:34" parsed="|1Chr|8|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.34" />
<sup>34</sup>Και ο υιος του Ιωναθαν ητο ο Μεριβ-βααλ· και ο Μεριβ-βααλ εγεννησε τον Μιχα.
<scripture passage="1Chr 8:35" parsed="|1Chr|8|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.35" />
<sup>35</sup>Και οι υιοι του Μιχα ησαν Φιθων και Μελεχ και Θαρεα και Αχαζ.
<scripture passage="1Chr 8:36" parsed="|1Chr|8|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.36" />
<sup>36</sup>Και ο Αχαζ εγεννησε τον Ιωαδα· και ο Ιωαδα εγεννησε τον Αλεμεθ και τον Αζμαβεθ και τον Ζιμβρι· και Ζιμβρι εγεννησε τον Μοσα.
<scripture passage="1Chr 8:37" parsed="|1Chr|8|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.37" />
<sup>37</sup>και Μοσα εγεννησε τον Βινεα· Ραφα, υιος τουτου· Ελεασα, υιος τουτου· Ασηλ, υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 8:38" parsed="|1Chr|8|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.38" />
<sup>38</sup>Και ο Ασηλ ειχεν εξ υιους, των οποιων τα ονοματα ειναι ταυτα· Αζρικαμ, Βοχερου και Ισμαηλ και Σεαρια και Οβαδια και Αναν· παντες ουτοι ησαν οι υιοι του Ασηλ.
<scripture passage="1Chr 8:39" parsed="|1Chr|8|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.39" />
<sup>39</sup>Και οι υιοι του Ησεκ του αδελφου αυτου ησαν Ουλαμ ο πρωτοτοκος αυτου, Ιεους ο δευτερος και Ελιφελετ ο τριτος.
<scripture passage="1Chr 8:40" parsed="|1Chr|8|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.8.40" />
<sup>40</sup>Και οι υιοι του Ουλαμ ησαν ανδρες δυνατοι εν ισχυι, εντεινοντες τοξον και εχοντες πολλους υιους και υιους υιων, εκατον πεντηκοντα. Παντες ουτοι ησαν εκ των υιων Βενιαμιν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 9" progress="37.69%" prev="iChr.8" next="iChr.10" id="iChr.9">
<h3 id="iChr.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iChr.9-p1">
<scripture passage="1Chr 9:1" parsed="|1Chr|9|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.1" />
<sup>1</sup>Ουτω πας ο Ισραηλ απηριθμηθη κατα γενεαλογιας· και ιδου, ειναι καταγεγραμμενοι εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ισραηλ και Ιουδα. Μετωκισθησαν δε εις την Βαβυλωνα δια τας ανομιας αυτων.
<scripture passage="1Chr 9:2" parsed="|1Chr|9|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.2" />
<sup>2</sup>Και οι πρωτοι κατοικοι οι εν ταις ιδιοκτησιαις αυτων, εν ταις πολεσιν αυτων, ησαν οι Ισραηλιται, οι ιερεις, οι Λευιται και οι Νεθινειμ.
<scripture passage="1Chr 9:3" parsed="|1Chr|9|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.3" />
<sup>3</sup>Και εν Ιερουσαλημ κατωκησαν εκ των υιων Ιουδα και εκ των υιων Βενιαμιν και εκ των υιων Εφραιμ και Μανασση,
<scripture passage="1Chr 9:4" parsed="|1Chr|9|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.4" />
<sup>4</sup>Γουθαι ο υιος του Αμμιουδ, υιου του Αμρι, υιου του Ιμρι, υιου του Βανι, εκ των υιων του Φαρες υιου του Ιουδα.
<scripture passage="1Chr 9:5" parsed="|1Chr|9|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.5" />
<sup>5</sup>Και εκ των Σηλωνιτων, Ασαιας ο πρωτοτοκος και οι υιοι αυτου.
<scripture passage="1Chr 9:6" parsed="|1Chr|9|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.6" />
<sup>6</sup>Και εκ των υιων του Ζερα, Ιεουηλ και οι αδελφοι αυτων, εξακοσιοι ενενηκοντα.
<scripture passage="1Chr 9:7" parsed="|1Chr|9|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.7" />
<sup>7</sup>Και εκ των υιων Βενιαμιν, Σαλλου ο υιος του Μεσουλλαμ, υιου του Ωδουια, υιου του Ασενουα,
<scripture passage="1Chr 9:8" parsed="|1Chr|9|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.8" />
<sup>8</sup>και ο Ιεβνια υιος του Ιεροαμ, και ο Ηλα υιος του Οζι, υιου του Μιχρι, και ο Μεσουλλαμ υιος του Σεφατια, υιου του Ραγουηλ, υιου του Ιβνια·
<scripture passage="1Chr 9:9" parsed="|1Chr|9|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.9" />
<sup>9</sup>και οι αδελφοι αυτων, κατα τας γενεας αυτων, εννεακοσιοι πεντηκοντα εξ. Παντες ουτοι οι ανδρες ησαν αρχηγοι πατριων, κατα τους πατρικους οικους αυτων.
<scripture passage="1Chr 9:10" parsed="|1Chr|9|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.10" />
<sup>10</sup>Και εκ των ιερεων, Ιεδαιας και Ιωιαρειβ και Ιαχειν
<scripture passage="1Chr 9:11" parsed="|1Chr|9|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.11" />
<sup>11</sup>και Αζαριας ο υιος του Χελκια, υιου του Μεσουλλαμ, υιου του Σαδωκ, υιου του Μεραιωθ, υιου του Αχιτωβ, αρχων του οικου του Θεου·
<scripture passage="1Chr 9:12" parsed="|1Chr|9|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.12" />
<sup>12</sup>και Αδαιας ο υιος του Ιεροαμ, υιου του Πασχωρ, υιου του Μαλχιου, και Μαασαι ο υιος του Αδιηλ, υιου του Ιαζηρα, υιου του Μεσουλλαμ, υιου του Μεσιλλεμιθ, υιου του Ιμμηρ·
<scripture passage="1Chr 9:13" parsed="|1Chr|9|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.13" />
<sup>13</sup>και οι αδελφοι αυτων, αρχηγοι των πατρικων οικων αυτων, χιλιοι επτακοσιοι εξηκοντα, δυνατοι εν ισχυι, αξιοι δια το εργον της υπηρεσιας του οικου του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 9:14" parsed="|1Chr|9|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.14" />
<sup>14</sup>και εκ των Λευιτων, Σεμαιας ο υιος του Ασσουβ, υιου του Αζρικαμ, υιου του Ασαβια, εκ των υιων Μεραρι·
<scripture passage="1Chr 9:15" parsed="|1Chr|9|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.15" />
<sup>15</sup>και Βακβακαρ, Ερες και Γαλαλ και Ματθανιας ο υιος του Μιχα, υιου του Ζιχρι, υιου του Ασαφ·
<scripture passage="1Chr 9:16" parsed="|1Chr|9|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.16" />
<sup>16</sup>και Οβαδια ο υιος του Σεμαια, υιου του Γαλαλ, υιου του Ιεδουθουν, και Βαραχιας ο υιος του Ασα, υιου του Ελκανα, ο κατοικησας εν ταις κωμαις των Νετωφαθιτων.
<scripture passage="1Chr 9:17" parsed="|1Chr|9|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.17" />
<sup>17</sup>οι δε θυρωροι ησαν Σαλλουμ και Ακχουβ και Ταλμων και Αχιμαν και οι αδελφοι αυτων· ο Σαλλουμ ητο ο αρχων·
<scripture passage="1Chr 9:18" parsed="|1Chr|9|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.18" />
<sup>18</sup>ουτοι μεχρι του νυν ησαν εν τη πυλη του βασιλεως κατα ανατολας θυρωροι κατα τα ταγματα των υιων του Λευι.
<scripture passage="1Chr 9:19" parsed="|1Chr|9|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.19" />
<sup>19</sup>Και Σαλλουμ ο υιος του Κωρη, υιου του Εβιασαφ, υιου του Κορε, και οι αδελφοι αυτου, εκ του οικου του πατρος αυτου, οι Κοριται, ησαν επι το εργον της υπηρεσιας, φυλακες των πυλων της σκηνης· και οι πατερες αυτων, εν τω στρατοπεδω του Κυριου, ησαν φυλακες της εισοδου.
<scripture passage="1Chr 9:20" parsed="|1Chr|9|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.20" />
<sup>20</sup>Και Φινεες ο υιος του Ελεαζαρ, μετα του οποιου ητο ο Κυριος, ητο αρχων επ' αυτους το προτερον.
<scripture passage="1Chr 9:21" parsed="|1Chr|9|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.21" />
<sup>21</sup>Ζαχαριας ο υιος του Μεσελεμια ητο πυλωρος της θυρας της σκηνης του μαρτυριου.
<scripture passage="1Chr 9:22" parsed="|1Chr|9|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.22" />
<sup>22</sup>Παντες ουτοι, οι εκλελεγμενοι δια να ηναι πυλωροι των θυρων, ησαν διακοσιοι δωδεκα. Ουτοι ησαν απηριθμημενοι κατα γενεαλογιας εν ταις κωμαις αυτων, τους οποιους ο Δαβιδ και ο Σαμουηλ ο βλεπων ειχον καταστησει εις το υπουργημα αυτων.
<scripture passage="1Chr 9:23" parsed="|1Chr|9|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.23" />
<sup>23</sup>Και αυτοι και οι υιοι αυτων ειχον την επιστασιαν των πυλων του οικου του Κυριου, του οικου της σκηνης, δια να φυλαττωσι.
<scripture passage="1Chr 9:24" parsed="|1Chr|9|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.24" />
<sup>24</sup>προς τους τεσσαρας ανεμους ησαν οι πυλωροι, προς ανατολας, προς δυσμας, προς βορραν και προς νοτον.
<scripture passage="1Chr 9:25" parsed="|1Chr|9|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.25" />
<sup>25</sup>Και οι αδελφοι αυτων, οι εν ταις κωμαις αυτων, επρεπε να ερχωνται κατα επτα ημερας εις τους διωρισμενους καιρους μετα τουτων.
<scripture passage="1Chr 9:26" parsed="|1Chr|9|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.26" />
<sup>26</sup>Διοτι οι Λευιται ουτοι, οι τεσσαρες αρχιπυλωροι, εμενον εις το υπουργημα αυτων και ειχον την επιστασιαν των οικηματων και των θησαυρων του οικου του Θεου.
<scripture passage="1Chr 9:27" parsed="|1Chr|9|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.27" />
<sup>27</sup>Και διενυκτερευον περιξ του οικου του Θεου, διοτι η φυλακη ητο επ' αυτους, και αυτοι επρεπε να ανοιγωσιν αυτον καθ' εκαστην πρωιαν.
<scripture passage="1Chr 9:28" parsed="|1Chr|9|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.28" />
<sup>28</sup>Και τινες εξ αυτων ειχον την επιστασιαν των λειτουργικων σκευων, διοτι κατα αριθμον εισεφερον αυτα και κατα αριθμον εξεφερον αυτα.
<scripture passage="1Chr 9:29" parsed="|1Chr|9|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.29" />
<sup>29</sup>Εξ αυτων ετι ησαν διωρισμενοι επι των αλλων σκευων και επι παντων των σκευων των ιερων και επι της σεμιδαλεως και του οινου και του ελαιου και του θυμιαματος και των αρωματων.
<scripture passage="1Chr 9:30" parsed="|1Chr|9|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.30" />
<sup>30</sup>Και τινες εκ των υιων των ιερεων κατεσκευαζον το μυρον το αρωματικον.
<scripture passage="1Chr 9:31" parsed="|1Chr|9|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.31" />
<sup>31</sup>Και Ματταθιας, ο εκ των Λευιτων, ο πρωτοτοκος Σαλλουμ του Κοριτου, ειχε την επιστασιαν των τηγανιζομενων πραγματων.
<scripture passage="1Chr 9:32" parsed="|1Chr|9|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.32" />
<sup>32</sup>Και αλλοι εκ των αδελφων αυτων, εκ των υιων των Κααθιτων, ησαν επι των αρτων της προθεσεως, δια να ετοιμαζωσιν αυτους κατα σαββατον.
<scripture passage="1Chr 9:33" parsed="|1Chr|9|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.33" />
<sup>33</sup>Και εκ τουτων ησαν οι ψαλτωδοι, αρχηγοι πατριων των Λευιτων, οιτινες εμενον εν τοις οικημασιν ελευθεροι· διοτι ενησχολουντο εις το εργον τουτο ημεραν και νυκτα.
<scripture passage="1Chr 9:34" parsed="|1Chr|9|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.34" />
<sup>34</sup>ουτοι ησαν οι αρχηγοι των πατριων των Λευιτων, κατα τας γενεας αυτων· ουτοι οι αρχηγοι κατωκουν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 9:35" parsed="|1Chr|9|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.35" />
<sup>35</sup>Και εν Γαβαων κατωκησεν ο πατηρ Γαβαων, ο Ιεχιηλ, το δε ονομα της γυναικος αυτου ητο Μααχα·
<scripture passage="1Chr 9:36" parsed="|1Chr|9|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.36" />
<sup>36</sup>και ο πρωτοτοκος αυτου υιος ητο Αβδων, επειτα Σουρ και Κεις και Βααλ και Νηρ και Ναδαβ
<scripture passage="1Chr 9:37" parsed="|1Chr|9|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.37" />
<sup>37</sup>και Γεδωρ και Αχιω και Ζαχαριας και Μικλωθ·
<scripture passage="1Chr 9:38" parsed="|1Chr|9|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.38" />
<sup>38</sup>και ο Μικλωθ εγεννησε τον Σιμεαμ. Και ουτοι ετι κατωκησαν μετα των αδελφων αυτων εν Ιερουσαλημ, αντικρυ των αδελφων αυτων.
<scripture passage="1Chr 9:39" parsed="|1Chr|9|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.39" />
<sup>39</sup>Και ο Νηρ εγεννησε τον Κεις, και ο Κεις εγεννησε τον Σαουλ, και ο Σαουλ εγεννησε τον Ιωναθαν και τον Μαλχι-σουε και τον Αβιναδαβ και τον Εσ-βααλ.
<scripture passage="1Chr 9:40" parsed="|1Chr|9|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.40" />
<sup>40</sup>Και ο υιος του Ιωναθαν ητο ο Μεριβ-βααλ· και ο Μεριβ-βααλ εγεννησε τον Μιχα.
<scripture passage="1Chr 9:41" parsed="|1Chr|9|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.41" />
<sup>41</sup>Και οι υιοι του Μιχα ησαν Φιθων και Μελεχ και Θαρεα,
<scripture passage="1Chr 9:42" parsed="|1Chr|9|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.42" />
<sup>42</sup>και Αχαζ ο γεννησας τον Ιαρα· και Ιαρα εγεννησε τον Αλεμεθ, και τον Αζμαβεθ και τον Ζιμβρι· και Ζιμβρι εγεννησε τον Μοσα.
<scripture passage="1Chr 9:43" parsed="|1Chr|9|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.43" />
<sup>43</sup>και Μοσα εγεννησε τον Βινεα· και Ρεφαια ητο υιος τουτου. ο Ελεασα υιος τουτου· Ασηλ υιος τουτου.
<scripture passage="1Chr 9:44" parsed="|1Chr|9|44|0|0" osisRef="Bible:1Chr.9.44" />
<sup>44</sup>Ο δε Ασηλ ειχεν εξ υιους, των οποιων τα ονοματα ειναι ταυτα· Αζρικαμ, Βοχερου και Ισμαηλ και Σεαρια και Οβαδια και Αναν· ουτοι ησαν οι υιοι του Ασηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 10" progress="37.82%" prev="iChr.9" next="iChr.11" id="iChr.10">
<h3 id="iChr.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iChr.10-p1">
<scripture passage="1Chr 10:1" parsed="|1Chr|10|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.1" />
<sup>1</sup>Οι δε Φιλισταιοι επολεμουν κατα του Ισραηλ· και εφυγον οι ανδρες του Ισραηλ απο προσωπου των Φιλισταιων και επεσον πεφονευμενοι εν τω ορει Γελβουε.
<scripture passage="1Chr 10:2" parsed="|1Chr|10|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.2" />
<sup>2</sup>Και καταφθασαντες οι Φιλισταιοι οπισω του Σαουλ και οπισω των υιων αυτου, επαταξαν οι Φιλισταιοι τον Ιωναθαν και τον Αβιναδαβ και τον Μαλχι-σουε, τους υιους του Σαουλ.
<scripture passage="1Chr 10:3" parsed="|1Chr|10|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.3" />
<sup>3</sup>Εβαρυνε δε η μαχη επι τον Σαουλ, και επετυχον αυτου οι τοξοται, και επληγωθη υπο των τοξοτων.
<scripture passage="1Chr 10:4" parsed="|1Chr|10|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Σαουλ προς τον οπλοφορον αυτου, Συρε την ρομφαιαν σου και διαπερασον με δι' αυτης, δια να μη ελθωσιν ουτοι οι απεριτμητοι και με εμπαιξωσι· πλην ο οπλοφορος αυτου δεν ηθελε· διοτι εφοβειτο σφοδρα. Οθεν ελαβεν ο Σαουλ την ρομφαιαν και επεσεν επ' αυτην.
<scripture passage="1Chr 10:5" parsed="|1Chr|10|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.5" />
<sup>5</sup>Και ως ειδεν ο οπλοφορος αυτου οτι απεθανεν ο Σαουλ, επεσε και αυτος επι την ρομφαιαν και απεθανεν·
<scripture passage="1Chr 10:6" parsed="|1Chr|10|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.6" />
<sup>6</sup>ουτως απεθανεν ο Σαουλ και οι τρεις υιοι αυτου· και πας ο οικος αυτου απεθανεν ομου.
<scripture passage="1Chr 10:7" parsed="|1Chr|10|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.7" />
<sup>7</sup>Και παντες οι ανδρες Ισραηλ, οι εν τη κοιλαδι, ιδοντες οτι εφευγον και οτι ο Σαουλ και οι υιοι αυτου απεθανον, τοτε κατελιπον τας πολεις αυτων και εφυγον· και ελθοντες οι Φιλισταιοι κατωκησαν εν αυταις.
<scripture passage="1Chr 10:8" parsed="|1Chr|10|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.8" />
<sup>8</sup>Και την επαυριον, οτε ηλθον οι Φιλισταιοι δια να εκδυσωσι τους πεφονευμενους, ευρηκαν τον Σαουλ και τους υιους αυτου πεπτωκοτας εν τω ορει Γελβουε.
<scripture passage="1Chr 10:9" parsed="|1Chr|10|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.9" />
<sup>9</sup>Και εξεδυσαν αυτον και ελαβον την κεφαλην αυτου και τα οπλα αυτου και απεστειλαν εις την γην των Φιλισταιων κυκλω, δια να διαδωσωσι την αγγελιαν εις τα ειδωλα αυτων και εις τον λαον.
<scripture passage="1Chr 10:10" parsed="|1Chr|10|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.10" />
<sup>10</sup>Και ανεθεσαν τα οπλα αυτου εις τον οικον των θεων αυτων· και εις τον ναον του Δαγων προσηλωσαν την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="1Chr 10:11" parsed="|1Chr|10|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.11" />
<sup>11</sup>Ακουσαντες δε παντες οι κατοικοι της Ιαβεις-γαλααδ παντα οσα εκαμον οι Φιλισταιοι εις τον Σαουλ,
<scripture passage="1Chr 10:12" parsed="|1Chr|10|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.12" />
<sup>12</sup>ηγερθησαν παντες οι δυνατοι ανδρες και εσηκωσαν το σωμα του Σαουλ και τα σωματα των υιων αυτου και εφεραν αυτα εις Ιαβεις, και εθαψαν τα οστα αυτων υπο την δρυν εν Ιαβεις και ενηστευσαν επτα ημερας.
<scripture passage="1Chr 10:13" parsed="|1Chr|10|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.13" />
<sup>13</sup>Ουτως απεθανεν ο Σαουλ, δια την ανομιαν αυτου την οποιαν ηνομησεν εις τον Κυριον, εναντιον του λογου του Κυριου, τον οποιον δεν εφυλαξε· και ετι διοτι εζητησεν ανθρωπον εχοντα πνευμα μαντειας, δια να ερωτηση,
<scripture passage="1Chr 10:14" parsed="|1Chr|10|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.10.14" />
<sup>14</sup>και δεν ηρωτησε τον Κυριον· δια τουτο εθανατωσεν αυτον και εστρεψε την βασιλειαν εις τον Δαβιδ τον υιον του Ιεσσαι.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 11" progress="37.87%" prev="iChr.10" next="iChr.12" id="iChr.11">
<h3 id="iChr.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iChr.11-p1">
<scripture passage="1Chr 11:1" parsed="|1Chr|11|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.1" />
<sup>1</sup>Τοτε συνηχθη πας ο Ισραηλ προς τον Δαβιδ εις Χεβρων, λεγοντες, Ιδου, οστουν σου και σαρξ σου ειμεθα.
<scripture passage="1Chr 11:2" parsed="|1Chr|11|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.2" />
<sup>2</sup>Και προτερον ετι και οτε εβασιλευεν ο Σαουλ, συ ησο ο εξαγων και εισαγων τον Ισραηλ· και προς σε ειπε Κυριος ο Θεος σου, συ θελεις ποιμανει τον λαον μου τον Ισραηλ, και συ θελεις εισθαι ηγεμων επι τον λαον μου τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 11:3" parsed="|1Chr|11|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθον παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ προς τον βασιλεα εις Χεβρων· και εκαμεν ο Δαβιδ συνθηκην μετ' αυτων εν Χεβρων ενωπιον του Κυριου· και εχρισαν τον Δαβιδ βασιλεα επι τον Ισραηλ, κατα τον λογον του Κυριου τον λαληθεντα δια του Σαμουηλ.
<scripture passage="1Chr 11:4" parsed="|1Chr|11|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγον ο Δαβιδ και πας ο Ισραηλ εις Ιερουσαλημ, ητις ειναι η Ιεβους, οπου ησαν οι Ιεβουσαιοι, οι κατοικουντες την γην.
<scripture passage="1Chr 11:5" parsed="|1Chr|11|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.5" />
<sup>5</sup>Και οι κατοικοι της Ιεβους ειπον προς τον Δαβιδ, Δεν θελεις εισελθει ενταυθα. Αλλ' ο Δαβιδ εκυριευσε το φρουριον Σιων, ητις ειναι η πολις Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 11:6" parsed="|1Chr|11|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Οστις πρωτος παταξη τους Ιεβουσαιους, θελει εισθαι αρχηγος και στρατηγος. Πρωτος δε ανεβη ο Ιωαβ, ο υιος της Σερουιας, και εγεινεν αρχηγος.
<scripture passage="1Chr 11:7" parsed="|1Chr|11|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.7" />
<sup>7</sup>Και κατωκησεν ο Δαβιδ εν τω φρουριω· οθεν ωνομασαν αυτην πολιν Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 11:8" parsed="|1Chr|11|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.8" />
<sup>8</sup>Και ωκοδομησε την πολιν κυκλοθεν απο Μιλλω και κυκλω· και επεσκευασεν ο Ιωαβ το επιλοιπον της πολεως.
<scripture passage="1Chr 11:9" parsed="|1Chr|11|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.9" />
<sup>9</sup>Και προεχωρει ο Δαβιδ μεγαλυνομενος· και ο Κυριος των δυναμεων ητο μετ αυτου.
<scripture passage="1Chr 11:10" parsed="|1Chr|11|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.10" />
<sup>10</sup>Ουτοι δε ησαν οι αρχηγοι των ισχυρων, τους οποιους ειχεν ο Δαβιδ, οιτινες ηγωνισθησαν μετ' αυτου δια την βασιλειαν αυτου, μετα παντος του Ισραηλ, δια να καμωσιν αυτον βασιλεα, κατα τον λογον του Κυριου τον περι του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 11:11" parsed="|1Chr|11|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.11" />
<sup>11</sup>Και ουτος ειναι ο αριθμος των ισχυρων τους οποιους ειχεν ο Δαβιδ· Ιασωβεαμ ο υιος του Αχμονι, πρωτος των οπλαρχηγων· ουτος σειων την λογχην αυτου εναντιον τριακοσιων, εθανατωσεν αυτους εν μια μαχη.
<scripture passage="1Chr 11:12" parsed="|1Chr|11|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.12" />
<sup>12</sup>Και μετ' αυτον Ελεαζαρ ο υιος του Δωδω· ο Αχωχιτης, οστις ητο εις εκ των τριων ισχυρων.
<scripture passage="1Chr 11:13" parsed="|1Chr|11|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.13" />
<sup>13</sup>Ουτος ητο μετα του Δαβιδ εν Φασ-δαμμειμ, και οι Φιλισταιοι συνηθροισθησαν εκει δια πολεμον, οπου ητο μεριδιον αγρου πληρες κριθης· ο δε λαος εφυγεν απο προσωπου των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Chr 11:14" parsed="|1Chr|11|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.14" />
<sup>14</sup>Και ουτοι εστηλωθησαν εν τω μεσω του μεριδιου και ηλευθερωσαν αυτο και επαταξαν τους Φιλισταιους· και ο Κυριος εκαμε σωτηριαν μεγαλην.
<scripture passage="1Chr 11:15" parsed="|1Chr|11|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.15" />
<sup>15</sup>Κατεβησαν ετι τρεις εκ των τριακοντα αρχηγων εις την πετραν προς τον Δαβιδ, εις το σπηλαιον Οδολλαμ· το δε στρατοπεδον των Φιλισταιων εστρατοπεδευεν εν τη κοιλαδι Ραφαειμ.
<scripture passage="1Chr 11:16" parsed="|1Chr|11|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.16" />
<sup>16</sup>Και ο Δαβιδ ητο τοτε εν τω οχυρωματι και η φρουρα των Φιλισταιων τοτε ο εν Βηθλεεμ.
<scripture passage="1Chr 11:17" parsed="|1Chr|11|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.17" />
<sup>17</sup>Και επεποθησεν ο Δαβιδ υδωρ και ειπε, Τις ηθελε μοι δωσει να πιω υδωρ εκ του φρεατος της Βηθλεεμ, του εν τη πυλη;
<scripture passage="1Chr 11:18" parsed="|1Chr|11|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.18" />
<sup>18</sup>Και οι τρεις διασχισαντες το στρατοπεδον των Φιλισταιων, ηντλησαν υδωρ εκ του φρεατος της Βηθλεεμ του εν τη πυλη, και λαβοντες εφεραν προς τον Δαβιδ· πλην ο Δαβιδ δεν ηθελησε να πιη αυτο, αλλ' εκαμεν αυτο σπονδην εις τον Κυριον,
<scripture passage="1Chr 11:19" parsed="|1Chr|11|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.19" />
<sup>19</sup>λεγων, Μη γενοιτο εις εμε παρα του Θεου μου να καμω τουτο· θελω πιει το αιμα των ανδρων τουτων, οιτινες εξεθεσαν την ζωην αυτων εις κινδυνον; διοτι μετα κινδυνου της ζωης αυτων εφεραν αυτο. Δια τουτο δεν ηθελησε να πιη αυτο· ταυτα εκαμον οι τρεις ισχυροι.
<scripture passage="1Chr 11:20" parsed="|1Chr|11|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.20" />
<sup>20</sup>Και Αβισαι ο αδελφος του Ιωαβ, ουτος ητο πρωτος των τριων· και ουτος σειων την λογχην αυτου εναντιον τριακοσιων, εθανατωσεν αυτους και απεκτησεν ονομα μεταξυ των τριων.
<scripture passage="1Chr 11:21" parsed="|1Chr|11|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.21" />
<sup>21</sup>Εκ των τριων, ητο ενδοξοτερος υπερ τους δυο και εγεινεν αρχηγος αυτων· δεν εφθασεν ομως μεχρι των τριων πρωτων.
<scripture passage="1Chr 11:22" parsed="|1Chr|11|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.22" />
<sup>22</sup>Βεναιας ο υιος του Ιωδαε, ο υιος ανδρος δυνατου απο Καβσεηλ, οστις εκαμε πολλα ανδραγαθηματα, ουτος επαταξε τους δυο λεοντωδεις ανδρας του Μωαβ· ουτος ετι κατεβη και επαταξε λεοντα εν μεσω του λακκου εν ημερα χιονος·
<scripture passage="1Chr 11:23" parsed="|1Chr|11|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.23" />
<sup>23</sup>ουτος ετι επαταξε τον ανδρα τον Αιγυπτιον, ανδρα μεγαλου αναστηματος, πενταπηχον· και εν τη χειρι του Αιγυπτιου ητο λογχη ως αντιον υφαντου· κατεβη δε προς αυτον με ραβδον, και αρπασας την λογχην εκ της χειρος του Αιγυπτιου εθανατωσεν αυτον δια της ιδιας αυτου λογχης·
<scripture passage="1Chr 11:24" parsed="|1Chr|11|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.24" />
<sup>24</sup>ταυτα εκαμε Βεναιας ο υιος του Ιωδαε, και απεκτησεν ονομα μεταξυ των τριων ισχυρων·
<scripture passage="1Chr 11:25" parsed="|1Chr|11|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.25" />
<sup>25</sup>ιδου, αυτος εσταθη ενδοξοτερος των τριακοντα, δεν εφθασεν ομως μεχρι των τριων πρωτων· και κατεστησεν αυτον ο Δαβιδ επι των δορυφορων αυτου.
<scripture passage="1Chr 11:26" parsed="|1Chr|11|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.26" />
<sup>26</sup>Και οι ισχυροι των στρατευματων ησαν Ασαηλ ο αδελφος του Ιωαβ, Ελχαναν ο υιος του Δωδω εκ της Βηθλεεμ,
<scripture passage="1Chr 11:27" parsed="|1Chr|11|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.27" />
<sup>27</sup>Σαμμωθ ο Αρουριτης, Χελης ο Φελωνιτης,
<scripture passage="1Chr 11:28" parsed="|1Chr|11|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.28" />
<sup>28</sup>Ιρας ο υιος του Ικκης ο Θεκωιτης, Αβιεζερ ο Αναθωθιτης,
<scripture passage="1Chr 11:29" parsed="|1Chr|11|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.29" />
<sup>29</sup>Σιββεχαι ο Χουσαθιτης, Ιλαι ο Αχωχιτης,
<scripture passage="1Chr 11:30" parsed="|1Chr|11|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.30" />
<sup>30</sup>Μααραι ο Νετωφαθιτης, Χελεδ ο υιος του Βαανα Νετωφαθιτης,
<scripture passage="1Chr 11:31" parsed="|1Chr|11|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.31" />
<sup>31</sup>Ιτθαι ο υιος του Ριβαι εκ της Γαβαα των υιων Βενιαμιν, Βεναιας ο Πιραθωνιτης,
<scripture passage="1Chr 11:32" parsed="|1Chr|11|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.32" />
<sup>32</sup>Ουραι εκ των κοιλαδων Γαας, Αβιηλ ο Αρβαθιτης,
<scripture passage="1Chr 11:33" parsed="|1Chr|11|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.33" />
<sup>33</sup>Αζμαβεθ ο Βααρουμιτης, Ελιαβα ο Σααλβωνιτης,
<scripture passage="1Chr 11:34" parsed="|1Chr|11|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.34" />
<sup>34</sup>οι υιοι του Ασημ του Γιζονιτου, Ιωναθαν ο υιος του Σαγη ο Αραριτης,
<scripture passage="1Chr 11:35" parsed="|1Chr|11|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.35" />
<sup>35</sup>Αχιαμ υιος του Σαχαρ ο Αραριτης, Ελιφαλ υιος του Ουρ,
<scripture passage="1Chr 11:36" parsed="|1Chr|11|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.36" />
<sup>36</sup>Εφερ ο Μεχηραθιτης, Αχια ο Φελωνιτης,
<scripture passage="1Chr 11:37" parsed="|1Chr|11|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.37" />
<sup>37</sup>Εσρω ο Καρμηλιτης, Νααραι ο υιος του Εσβαι,
<scripture passage="1Chr 11:38" parsed="|1Chr|11|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.38" />
<sup>38</sup>Ιωηλ ο αδελφος του Ναθαν, Μιβαρ ο υιος του Αγηρι,
<scripture passage="1Chr 11:39" parsed="|1Chr|11|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.39" />
<sup>39</sup>Σελεκ ο Αμμωνιτης, Νααραι ο Βηρωθαιος, ο οπλοφορος του Ιωαβ υιου της Σερουιας,
<scripture passage="1Chr 11:40" parsed="|1Chr|11|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.40" />
<sup>40</sup>Ιρας ο Ιεθριτης, Γαρηβ Ιεθριτης,
<scripture passage="1Chr 11:41" parsed="|1Chr|11|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.41" />
<sup>41</sup>Ουριας ο Χετταιος, Ζαβαδ ο υιος του Ααλαι,
<scripture passage="1Chr 11:42" parsed="|1Chr|11|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.42" />
<sup>42</sup>Αδινα ο υιος του Σιζα του Ρουβηνιτου, αρχων των Ρουβηνιτων, και τριακοντα μετ' αυτου,
<scripture passage="1Chr 11:43" parsed="|1Chr|11|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.43" />
<sup>43</sup>Αναν ο υιος του Μααχα και Ιωσαφατ ο Μιθνιτης,
<scripture passage="1Chr 11:44" parsed="|1Chr|11|44|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.44" />
<sup>44</sup>Οζιας ο Αστερωθιτης, Σαμα και Ιεχιηλ οι υιοι του Χωθαν του Αροηριτου,
<scripture passage="1Chr 11:45" parsed="|1Chr|11|45|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.45" />
<sup>45</sup>Ιεδιαηλ ο υιος του Σιμρι και Ιωχα αδελφος αυτου ο Θισιτης,
<scripture passage="1Chr 11:46" parsed="|1Chr|11|46|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.46" />
<sup>46</sup>Ελιηλ ο Μααβιτης και Ιεριβαι και Ιωσαυια, οι υιοι του Ελνααμ, και Ιεθεμα ο Μωαβιτης,
<scripture passage="1Chr 11:47" parsed="|1Chr|11|47|0|0" osisRef="Bible:1Chr.11.47" />
<sup>47</sup>Ελιηλ και Ωβηδ και Ιασιηλ ο Μεσωβαιτης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 12" progress="37.99%" prev="iChr.11" next="iChr.13" id="iChr.12">
<h3 id="iChr.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iChr.12-p1">
<scripture passage="1Chr 12:1" parsed="|1Chr|12|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ειναι οι ελθοντες προς τον Δαβιδ εις Σικλαγ, ενω ητο ετι κεκλεισμενος απο προσωπου του Σαουλ υιου του Κεις, και ουτοι ησαν εκ των ισχυρων, βοηθουντες εν πολεμω,
<scripture passage="1Chr 12:2" parsed="|1Chr|12|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.2" />
<sup>2</sup>ωπλισμενοι τοξα, μεταχειριζομενοι και την δεξιαν και την αριστεραν εις το να τοξευωσι λιθους και βελη δια του τοξου, οντες εκ των αδελφων του Σαουλ, εκ του Βενιαμιν·
<scripture passage="1Chr 12:3" parsed="|1Chr|12|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.3" />
<sup>3</sup>ο αρχηγος Αχιεζερ, επειτα Ιωας, υιοι του Σεμαα του Γαβααθιτου· και Ιεζιηλ και Φελετ, υιοι του Αζμαβεθ· και Βεραχα και Ιηου ο Αναθωθιτης·
<scripture passage="1Chr 12:4" parsed="|1Chr|12|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.4" />
<sup>4</sup>και Ισμαια ο Γαβαωνιτης, ισχυρος μεταξυ των τριακοντα και επι των τριακοντα· και Ιερεμιας και Ιααζιηλ και Ιωαναν και Ιωζαβαδ ο Γεδηρωθιτης,
<scripture passage="1Chr 12:5" parsed="|1Chr|12|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.5" />
<sup>5</sup>Ελουζαι και Ιεριμωθ και Βααλια και Σεμαριας και Σεφατιας ο Αρουφιτης
<scripture passage="1Chr 12:6" parsed="|1Chr|12|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.6" />
<sup>6</sup>Ελκανα και Ιεσια και Αζαρεηλ και Ιωεζερ και Ιασωβεαμ, οι Κοριται,
<scripture passage="1Chr 12:7" parsed="|1Chr|12|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.7" />
<sup>7</sup>και Ιωηλα και Ζεβαδιας, οι υιοι του Ιεροαμ απο Γεδωρ.
<scripture passage="1Chr 12:8" parsed="|1Chr|12|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.8" />
<sup>8</sup>Και εκ των Γαδιτων εχωρισθησαν τινες και ηλθον προς τον Δαβιδ εις το οχυρωμα εν τη ερημω, δυνατοι εν ισχυι, ανδρες παραταξεως πολεμου, θυρεοφοροι και λογχοφοροι, και τα προσωπα αυτων προσωπα λεοντος, εις δε την ταχυτητα ως αι δορκαδες επι των ορεων·
<scripture passage="1Chr 12:9" parsed="|1Chr|12|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.9" />
<sup>9</sup>Εσερ ο αρχων, Οβαδια ο δευτερος, Ελιαβ ο τριτος,
<scripture passage="1Chr 12:10" parsed="|1Chr|12|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.10" />
<sup>10</sup>Μισμανα ο τεταρτος, Ιερεμιας ο πεμπτος,
<scripture passage="1Chr 12:11" parsed="|1Chr|12|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.11" />
<sup>11</sup>Ατθαι ο εκτος, Ελιηλ ο εβδομος,
<scripture passage="1Chr 12:12" parsed="|1Chr|12|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.12" />
<sup>12</sup>Ιωαναν ο ογδοος, Ελζαβαδ ο εννατος,
<scripture passage="1Chr 12:13" parsed="|1Chr|12|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.13" />
<sup>13</sup>Ιερεμιας ο δεκατος, Μαχβαναι ο ενδεκατος.
<scripture passage="1Chr 12:14" parsed="|1Chr|12|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι ησαν εκ των υιων του Γαδ, αρχηγοι του στρατευματος, εις ο μικροτερος επι εκατον, και ο μεγαλητερος επι χιλιους.
<scripture passage="1Chr 12:15" parsed="|1Chr|12|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.15" />
<sup>15</sup>Ουτοι ησαν οι διαβαντες τον Ιορδανην εν τω πρωτω μηνι, οτε πλημμυρει επι πασας τας οχθας αυτου· και διεσκορπισαν παντας τους κατοικους των κοιλαδων προς ανατολας και προς δυσμας.
<scripture passage="1Chr 12:16" parsed="|1Chr|12|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.16" />
<sup>16</sup>Ηλθον ετι εκ των υιων Βενιαμιν και Ιουδα εις το οχυρωμα προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 12:17" parsed="|1Chr|12|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθεν ο Δαβιδ εις συναντησιν αυτων και αποκριθεις ειπε προς αυτους, Εαν ερχησθε προς εμε εν ειρηνη δια να μοι βοηθησητε, η καρδια μου θελει εισθαι ηνωμενη με σας· αλλ' εαν δια να με προδοσητε εις τους εχθρους μου, ενω δεν ειναι αδικια εις τας χειρας μου, ο Θεος των πατερων ημων ας ιδη και ας ελεγξη τουτο.
<scripture passage="1Chr 12:18" parsed="|1Chr|12|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.18" />
<sup>18</sup>Και το Πνευμα περιεχυθη εις τον Αμασαι, τον αρχοντα των τριακοντα, και ειπε, Σου ειμεθα, Δαβιδ, και μετα σου, υιε του Ιεσσαι. Ειρηνη, ειρηνη εις σε, και ειρηνη εις τους βοηθους σου· διοτι ο Θεος σου σε βοηθει. Τοτε εδεχθη αυτους ο Δαβιδ και κατεστησεν αυτους αρχηγους των δυναμεων αυτου.
<scripture passage="1Chr 12:19" parsed="|1Chr|12|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.19" />
<sup>19</sup>Και εκ του Μανασση προσεχωρησαν εις τον Δαβιδ, οτε ηλθε μετα των Φιλισταιων εναντιον του Σαουλ δια να πολεμηση, πλην δεν εβοηθησαν αυτους· διοτι οι ηγεμονες των Φιλισταιων συμβουλευθεντες απεπεμψαν αυτον, λεγοντες, Θελει προσχωρησει προς τον Σαουλ τον κυριον αυτου με κινδυνον των κεφαλων ημων.
<scripture passage="1Chr 12:20" parsed="|1Chr|12|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.20" />
<sup>20</sup>Ενω επορευετο εις Σικλαγ, προσεχωρησαν εις αυτον εκ του Μανασση, Αδνα και Ιωζαβαδ και Ιεδιαηλ και Μιχαηλ και Ιωζαβαδ και Ελιου και Σιλθαι, αρχηγοι των χιλιαδων του Μανασση·
<scripture passage="1Chr 12:21" parsed="|1Chr|12|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.21" />
<sup>21</sup>και ουτοι εβοηθησαν τον Δαβιδ εναντιον των ληστων· διοτι ησαν παντες δυνατοι εν ισχυι και εγειναν αρχηγοι του στρατευματος.
<scripture passage="1Chr 12:22" parsed="|1Chr|12|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.22" />
<sup>22</sup>Διοτι τοτε απο ημερας εις ημεραν ηρχοντο προς τον Δαβιδ δια να βοηθησωσιν αυτον, εωσου εγεινε στρατοπεδον μεγα, ως στρατοπεδον Θεου.
<scripture passage="1Chr 12:23" parsed="|1Chr|12|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.23" />
<sup>23</sup>Ουτοι δε ειναι οι αριθμοι των αρχηγων των ωπλισμενων δια πολεμον, των ελθοντων προς τον Δαβιδ εις Χεβρων, δια να στρεψωσιν εις αυτον την βασιλειαν του Σαουλ, κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 12:24" parsed="|1Chr|12|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.24" />
<sup>24</sup>Οι υιοι του Ιουδα, θυρεοφοροι και λογχοφοροι, εξ χιλιαδες και οκτακοσιοι, ωπλισμενοι δια πολεμον.
<scripture passage="1Chr 12:25" parsed="|1Chr|12|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.25" />
<sup>25</sup>Εκ των υιων Συμεων, δυνατοι εν ισχυι, δια πολεμον, επτα χιλιαδες και εκατον.
<scripture passage="1Chr 12:26" parsed="|1Chr|12|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.26" />
<sup>26</sup>Εκ των υιων Λευι, τεσσαρες χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="1Chr 12:27" parsed="|1Chr|12|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.27" />
<sup>27</sup>Και ο Ιωδαε ητο αρχηγος των Ααρωνιτων, και μετ' αυτου ησαν τρεις χιλιαδες και επτακοσιοι·
<scripture passage="1Chr 12:28" parsed="|1Chr|12|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.28" />
<sup>28</sup>και Σαδωκ, νεος δυνατος εν ισχυι, και εκ του οικου του πατρος αυτου εικοσιδυο αρχηγοι.
<scripture passage="1Chr 12:29" parsed="|1Chr|12|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.29" />
<sup>29</sup>Και εκ των υιων Βενιαμιν, αδελφων του Σαουλ, τρεις χιλιαδες· διοτι εως τοτε το μεγαλητερον μερος αυτων υπερησπιζετο τον οικον του Σαουλ.
<scripture passage="1Chr 12:30" parsed="|1Chr|12|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.30" />
<sup>30</sup>Και εκ των υιων Εφραιμ, εικοσι χιλιαδες και οκτακοσιοι, δυνατοι εν ισχυι, ανδρες ονομαστοι του οικου των πατερων αυτων.
<scripture passage="1Chr 12:31" parsed="|1Chr|12|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.31" />
<sup>31</sup>Και εκ της ημισειας φυλης του Μανασση, δεκαοκτω χιλιαδες· οιτινες ωνομασθησαν κατ' ονομα, δια να ελθωσι να καμωσι βασιλεα τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 12:32" parsed="|1Chr|12|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.32" />
<sup>32</sup>Και εκ των υιων Ισσαχαρ, ανδρες συνετοι εις την γνωσιν των καιρων, ωστε να γνωριζωσι τι επρεπε να καμνη ο Ισραηλ· οι αρχηγοι αυτων ησαν διακοσιοι· και παντες οι αδελφοι αυτων υπο την διαταγην αυτων.
<scripture passage="1Chr 12:33" parsed="|1Chr|12|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.33" />
<sup>33</sup>Εκ του Ζαβουλων, οσοι εξηρχοντο εις πολεμον, παραταττομενοι εις μαχην με παντα τα οπλα του πολεμου, πεντηκοντα χιλιαδες, μαχιμοι εκ παραταξεως, ουχι με διπλην καρδιαν.
<scripture passage="1Chr 12:34" parsed="|1Chr|12|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.34" />
<sup>34</sup>Και εκ του Νεφθαλι, χιλιοι αρχηγοι, και μετ' αυτων θυρεοφοροι και λογχοφοροι τριακοντα επτα χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 12:35" parsed="|1Chr|12|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.35" />
<sup>35</sup>Και εκ των Δανιτων, ανδρες παραταττομενοι εις πολεμον, εικοσιοκτω χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="1Chr 12:36" parsed="|1Chr|12|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.36" />
<sup>36</sup>Και εκ του Ασηρ, οσοι εξηρχοντο εις πολεμον, μαχιμοι εκ παραταξεως, τεσσαρακοντα χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 12:37" parsed="|1Chr|12|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.37" />
<sup>37</sup>Και εκ του περαν του Ιορδανου, εκ των Ρουβηνιτων και εκ των Γαδιτων και εκ της ημισειας φυλης του Μανασση, με παντα τα οπλα του πολεμου δια μαχην, εκατον εικοσι χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 12:38" parsed="|1Chr|12|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.38" />
<sup>38</sup>Παντες ουτοι οι ανδρες οι πολεμισται, μαχιμοι εκ παραταξεως, ηλθον με πληρη καρδιαν εις Χεβρων, δια να καμωσι τον Δαβιδ βασιλεα επι παντα τον Ισραηλ· και παν ετι το επιλοιπον του Ισραηλ ησαν μια καρδια, δια να καμωσι τον Δαβιδ βασιλεα.
<scripture passage="1Chr 12:39" parsed="|1Chr|12|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.39" />
<sup>39</sup>Και ησαν εκει μετα του Δαβιδ τρεις ημερας, τρωγοντες και πινοντες· διοτι οι αδελφοι αυτων ειχον καμει ετοιμασιαν δι' αυτους.
<scripture passage="1Chr 12:40" parsed="|1Chr|12|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.12.40" />
<sup>40</sup>Προσετι, οι γειτονευοντες μετ' αυτων, εως του Ισσαχαρ, και Ζαβουλων και Νεφθαλι, εφεραν τροφας επι ονων και επι καμηλων και επι ημιονων και επι βοων, τροφας αλευρου, παλαθας συκων και σταφιδας και οινον και ελαιον και βοας και προβατα, αφθονως· διοτι ητο ευφροσυνη εν τω Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 13" progress="38.12%" prev="iChr.12" next="iChr.14" id="iChr.13">
<h3 id="iChr.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iChr.13-p1">
<scripture passage="1Chr 13:1" parsed="|1Chr|13|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.1" />
<sup>1</sup>Και συνεβουλευθη ο Δαβιδ μετα των χιλιαρχων και εκατονταρχων, μετα παντων των αρχηγων.
<scripture passage="1Chr 13:2" parsed="|1Chr|13|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς πασαν την συναξιν του Ισραηλ, Εαν σας φαινηται καλον και ηναι παρα Κυριου του Θεου ημων, ας αποστειλωμεν πανταχου προς τους αδελφους ημων, τους εναπολειφθεντας εν παση τη γη του Ισραηλ, και μετ' αυτων προς τους ιερεις και Λευιτας εις τας πολεις αυτων και τα περιχωρα, δια να συναχθωσι προς ημας·
<scripture passage="1Chr 13:3" parsed="|1Chr|13|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.3" />
<sup>3</sup>και ας μεταφερωμεν προς ημας την κιβωτον του Θεου ημων· διοτι δεν εζητησαμεν αυτην επι των ημερων του Σαουλ.
<scripture passage="1Chr 13:4" parsed="|1Chr|13|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.4" />
<sup>4</sup>Και πασα η συναξις ειπον να καμωσιν ουτω· διοτι το πραγμα ητο αρεστον εις τους οφθαλμους παντος του λαου.
<scripture passage="1Chr 13:5" parsed="|1Chr|13|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ο Δαβιδ συνηθροισε παντα τον Ισραηλ, απο Σιχωρ της Αιγυπτου εως της εισοδου Αιμαθ, δια να φερωσι την κιβωτον του Θεου απο Κιριαθ-ιαρειμ.
<scripture passage="1Chr 13:6" parsed="|1Chr|13|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.6" />
<sup>6</sup>Και ανεβη ο Δαβιδ και πας ο Ισραηλ εις Βααλα, εις Κιριαθ-ιαρειμ του Ιουδα, δια να αναγαγη εκειθεν την κιβωτον Κυριου του Θεου, του καθημενου επι των χερουβειμ, οπου το ονομα αυτου επεκληθη.
<scripture passage="1Chr 13:7" parsed="|1Chr|13|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.7" />
<sup>7</sup>Και επεβιβασαν την κιβωτον του Θεου επι νεας αμαξης εκ του οικου Αβιναδαβ· ωδηγησαν δε την αμαξαν ο Ουζα και Αχιω.
<scripture passage="1Chr 13:8" parsed="|1Chr|13|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Δαβιδ και πας ο Ισραηλ επαιζον εμπροσθεν του Θεου εν παση δυναμει και με ασματα και με κιθαρας και με ψαλτηρια και με τυμπανα και με κυμβαλα και με σαλπιγγας.
<scripture passage="1Chr 13:9" parsed="|1Chr|13|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.9" />
<sup>9</sup>Και οτε εφθασαν εως του αλωνιου Χειδων, ο Ουζα εξηπλωσε την χειρα αυτου, δια να κρατηση την κιβωτον· διοτι οι βοες εσεισαν αυτην.
<scripture passage="1Chr 13:10" parsed="|1Chr|13|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.10" />
<sup>10</sup>Και εξηφθη ο θυμος του Κυριου κατα του Ουζα και επαταξεν αυτον, διοτι εξηπλωσε την χειρα αυτου επι την κιβωτον· και απεθανεν εκει ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="1Chr 13:11" parsed="|1Chr|13|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.11" />
<sup>11</sup>Και ελυπηθη ο Δαβιδ, οτι ο Κυριος εκαμε χαλασμον επι τον Ουζα· και εκαλεσε τον τοπον τουτον Φαρες-ουζα εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="1Chr 13:12" parsed="|1Chr|13|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.12" />
<sup>12</sup>Και εφοβηθη ο Δαβιδ τον Θεον την ημεραν εκεινην, λεγων, Πως θελω φερει προς εμαυτον την κιβωτον του Θεου;
<scripture passage="1Chr 13:13" parsed="|1Chr|13|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.13" />
<sup>13</sup>Και δεν μετεκινησεν ο Δαβιδ την κιβωτον προς εαυτον εις την πολιν Δαβιδ, αλλ' εστρεψεν αυτην εις τον οικον του Ωβηδ-εδωμ του Γετθαιου.
<scripture passage="1Chr 13:14" parsed="|1Chr|13|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.13.14" />
<sup>14</sup>Και εκαθησεν η κιβωτος του Θεου τρεις μηνας μετα της οικογενειας του Ωβηδ-εδωμ εν τω οικω αυτου. Και ευλογησεν ο Κυριος τον οικον του Ωβηδ-εδωμ και παντα οσα ειχεν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 14" progress="38.17%" prev="iChr.13" next="iChr.15" id="iChr.14">
<h3 id="iChr.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iChr.14-p1">
<scripture passage="1Chr 14:1" parsed="|1Chr|14|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Χειραμ βασιλευς της Τυρου απεστειλε πρεσβεις προς τον Δαβιδ, και ξυλα κεδρινα και κτιστας και ξυλουργους, δια να οικοδομησωσιν οικον εις αυτον.
<scripture passage="1Chr 14:2" parsed="|1Chr|14|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.2" />
<sup>2</sup>Και εγνωρισεν ο Δαβιδ, οτι ο Κυριος κατεστησεν αυτον βασιλεα επι τον Ισραηλ, διοτι η βασιλεια αυτου υψωθη εις υψος, δια τον λαον αυτου Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 14:3" parsed="|1Chr|14|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.3" />
<sup>3</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ ετι γυναικας εν Ιερουσαλημ· και εγεννησεν ετι ο Δαβιδ υιους και θυγατερας.
<scripture passage="1Chr 14:4" parsed="|1Chr|14|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.4" />
<sup>4</sup>Ταυτα δε ειναι τα ονοματα των τεκνων, τα οποια εγεννηθησαν εις αυτον εν Ιερουσαλημ· Σαμμουα και Σωβαβ, Ναθαν και Σολομων
<scripture passage="1Chr 14:5" parsed="|1Chr|14|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.5" />
<sup>5</sup>και Ιεβαρ και Ελισουα και Ελφαλετ
<scripture passage="1Chr 14:6" parsed="|1Chr|14|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.6" />
<sup>6</sup>και Νωγα και Νεφεγ και Ιαφια
<scripture passage="1Chr 14:7" parsed="|1Chr|14|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.7" />
<sup>7</sup>και Ελισαμα και Βεελιαδα και Ελιφαλετ.
<scripture passage="1Chr 14:8" parsed="|1Chr|14|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.8" />
<sup>8</sup>Ακουσαντες δε οι Φιλισταιοι οτι ο Δαβιδ εχρισθη βασιλευς επι παντα τον Ισραηλ, ανεβησαν παντες οι Φιλισταιοι να ζητησωσι τον Δαβιδ. Και ο Δαβιδ ακουσας, εξηλθεν εναντιον αυτων.
<scripture passage="1Chr 14:9" parsed="|1Chr|14|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.9" />
<sup>9</sup>Και ηλθον οι Φιλισταιοι και διεχυθησαν εις την κοιλαδα Ραφαειμ.
<scripture passage="1Chr 14:10" parsed="|1Chr|14|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.10" />
<sup>10</sup>Και ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Θεον, λεγων, να αναβω εναντιον των Φιλισταιων; και θελεις παραδωσει συ αυτους εις την χειρα μου; Και ο Κυριος απεκριθη προς αυτον, Αναβα· διοτι θελω παραδωσει αυτους εις την χειρα σου.
<scripture passage="1Chr 14:11" parsed="|1Chr|14|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.11" />
<sup>11</sup>Και ανεβησαν εις Βααλ-φερασειμ· και εκει επαταξεν αυτους ο Δαβιδ. Τοτε ειπεν ο Δαβιδ, Ο Θεος διεκοψε τους εχθρους μου δια χειρος μου, καθως διακοπτονται τα υδατα· δια τουτο εκαλεσαν το ονομα του τοπου εκεινου Βααλ-φερασειμ.
<scripture passage="1Chr 14:12" parsed="|1Chr|14|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.12" />
<sup>12</sup>Και εκει κατελιπον τους θεους αυτων· και ο Δαβιδ προσεταξε και κατεκαυθησαν εν πυρι.
<scripture passage="1Chr 14:13" parsed="|1Chr|14|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.13" />
<sup>13</sup>Οι δε Φιλισταιοι και παλιν διεχυθησαν εις την κοιλαδα·
<scripture passage="1Chr 14:14" parsed="|1Chr|14|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.14" />
<sup>14</sup>οθεν παλιν ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Θεον· και ο Θεος ειπε προς αυτον, Μη αναβης οπισω αυτων· αλλα στρεψον απ' αυτων και υπαγε επ' αυτους απεναντι των συκαμινων.
<scripture passage="1Chr 14:15" parsed="|1Chr|14|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.15" />
<sup>15</sup>Και οταν ακουσης θορυβον διαβασεως επι των κορυφων των συκαμινων, τοτε θελεις εξελθει εις την μαχην· διοτι ο Θεος θελει εξελθει εμπροσθεν σου, δια να παταξη το στρατοπεδον των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Chr 14:16" parsed="|1Chr|14|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο Δαβιδ καθως προσεταξεν εις αυτον ο Θεος· και επαταξαν το στρατοπεδον των Φιλισταιων απο Γαβαων εως Γεζερ.
<scripture passage="1Chr 14:17" parsed="|1Chr|14|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.14.17" />
<sup>17</sup>Και το ονομα του Δαβιδ εξηλθεν εις παντας τους τοπους· και ο Κυριος επεφερε τον φοβον αυτου επι παντα τα εθνη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 15" progress="38.22%" prev="iChr.14" next="iChr.16" id="iChr.15">
<h3 id="iChr.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iChr.15-p1">
<scripture passage="1Chr 15:1" parsed="|1Chr|15|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.1" />
<sup>1</sup>Και ο Δαβιδ εκαμεν εις εαυτον οικιας εν τη πολει Δαβιδ, και ητοιμασε τοπον δια την κιβωτον του Θεου και εστησε σκηνην δι' αυτην.
<scripture passage="1Chr 15:2" parsed="|1Chr|15|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.2" />
<sup>2</sup>Τοτε ειπεν ο Δαβιδ, Δεν πρεπει να σηκωσωσι την κιβωτον του Θεου ειμη οι Λευιται διοτι αυτους εξελεξεν ο Κυριος δια να σηκονωσι την κιβωτον του Θεου και να λειτουργωσιν εν αυτη διαπαντος.
<scripture passage="1Chr 15:3" parsed="|1Chr|15|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.3" />
<sup>3</sup>Και συνηθροισεν ο Δαβιδ παντα τον Ισραηλ εις την Ιερουσαλημ, δια να αναβιβασωσι την κιβωτον του Κυριου εις τον τοπον αυτης, τον οποιον ητοιμασε δι' αυτην.
<scripture passage="1Chr 15:4" parsed="|1Chr|15|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.4" />
<sup>4</sup>Και συνηθροισεν ο Δαβιδ τους υιους του Ααρων και τους Λευιτας·
<scripture passage="1Chr 15:5" parsed="|1Chr|15|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.5" />
<sup>5</sup>εκ των υιων Κααθ, Ουριηλ τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, εκατον εικοσι·
<scripture passage="1Chr 15:6" parsed="|1Chr|15|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.6" />
<sup>6</sup>εκ των υιων Μεραρι, Ασαιαν τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, διακοσιους εικοσι·
<scripture passage="1Chr 15:7" parsed="|1Chr|15|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.7" />
<sup>7</sup>εκ των υιων Γηρσωμ, Ιωηλ τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, εκατον τριακοντα·
<scripture passage="1Chr 15:8" parsed="|1Chr|15|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.8" />
<sup>8</sup>εκ των υιων Ελισαφαν, Σεμαιαν τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, διακοσιους·
<scripture passage="1Chr 15:9" parsed="|1Chr|15|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.9" />
<sup>9</sup>εκ των υιων Χεβρων, Ελιηλ τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, ογδοηκοντα·
<scripture passage="1Chr 15:10" parsed="|1Chr|15|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.10" />
<sup>10</sup>εκ των υιων Οζιηλ, Αμμιναδαβ τον αρχηγον και τους αδελφους αυτου, εκατον δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 15:11" parsed="|1Chr|15|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.11" />
<sup>11</sup>Και εκαλεσεν ο Δαβιδ τον Σαδωκ και τον Αβιαθαρ, τους ιερεις, και τους Λευιτας Ουριηλ, Ασαιαν, και Ιωηλ, Σεμαιαν και Ελιηλ και Αμμιναδαβ,
<scripture passage="1Chr 15:12" parsed="|1Chr|15|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.12" />
<sup>12</sup>και ειπε προς αυτους, σεις οι αρχοντες των πατριων των Λευιτων, αγιασθητε σεις και οι αδελφοι σας, και αναβιβασατε την κιβωτον Κυριου του Θεου του Ισραηλ εις τον τοπον τον οποιον ητοιμασα δι' αυτην·
<scripture passage="1Chr 15:13" parsed="|1Chr|15|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.13" />
<sup>13</sup>διοτι, επειδη σεις δεν εκαμετε τουτο την αρχην, Κυριος ο Θεος ημων εκαμε χαλασμον εν ημιν, καθοτι δεν εζητησαμεν αυτον κατα το διατεταγμενον.
<scripture passage="1Chr 15:14" parsed="|1Chr|15|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.14" />
<sup>14</sup>Οι ιερεις λοιπον και οι Λευιται ηγιασθησαν, δια να αναβιβασωσι την κιβωτον Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 15:15" parsed="|1Chr|15|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.15" />
<sup>15</sup>Και εσηκωσαν οι υιοι των Λευιτων την κιβωτον του Θεου επι ωμων με τους μοχλους εφ' εαυτων, καθως προσεταξεν ο Μωυσης κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 15:16" parsed="|1Chr|15|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.16" />
<sup>16</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τους αρχηγους των Λευιτων να στησωσι τους αδελφους αυτων τους ψαλτωδους με οργανα μουσικα, ψαλτηρια και κιθαρας και κυμβαλα, δια να ηχωσιν υψονοντες φωνην εν ευφροσυνη.
<scripture passage="1Chr 15:17" parsed="|1Chr|15|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.17" />
<sup>17</sup>Και εστησαν οι Λευιται τον Αιμαν υιον του Ιωηλ· και εκ των αδελφων αυτου, τον Ασαφ υιον του Βαραχιου· και εκ των υιων Μεραρι των αδελφων αυτων, τον Εθαν υιον του Κεισαια·
<scripture passage="1Chr 15:18" parsed="|1Chr|15|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.18" />
<sup>18</sup>και μετ' αυτων, τους δευτερευοντας αδελφους αυτων, Ζαχαριαν, Βεν και Ιααζιηλ και Σεμιραμωθ και Ιεχιηλ και Ουννι, Ελιαβ και Βεναιαν και Μαασιαν και Ματταθιαν και Ελιφελεου και Μικνειαν και Ωβηδ-εδωμ και Ιειηλ, τους πυλωρους.
<scripture passage="1Chr 15:19" parsed="|1Chr|15|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.19" />
<sup>19</sup>Ουτως οι ψαλτωδοι, Αιμαν, Ασαφ και Εθαν, διωρισθησαν δια να ηχωσι με κυμβαλα χαλκινα·
<scripture passage="1Chr 15:20" parsed="|1Chr|15|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.20" />
<sup>20</sup>ο δε Ζαχαριας και Αζιηλ και Σεμιραμωθ και Ιεχιηλ και Ουννι και Ελιαβ και Μαασιας και Βεναιας, με ψαλτηρια επι Αλαμωθ·
<scripture passage="1Chr 15:21" parsed="|1Chr|15|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.21" />
<sup>21</sup>και ο Ματταθιας και Ελιφελεου και Μικνειας και Ωβηδ-εδωμ και Ιειηλ και Αζαζιας, με κιθαρας επι Σεμινιθ, δια να ενισχυσωσι τον τονον.
<scripture passage="1Chr 15:22" parsed="|1Chr|15|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.22" />
<sup>22</sup>Και ο Χενανιας ητο πρωταοιδος των Λευιτων, προεδρευων εις το αδειν, επειδη ητο συνετος.
<scripture passage="1Chr 15:23" parsed="|1Chr|15|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Βαραχιας και Ελκανα ησαν πυλωροι της κιβωτου.
<scripture passage="1Chr 15:24" parsed="|1Chr|15|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.24" />
<sup>24</sup>Και ο Σεβανιας και Ιωσαφατ και Ναθαναηλ και Αμασαι και Ζαχαριας και Βεναιας και Ελιεζερ, οι ιερεις, εσαλπιζον με τας σαλπιγγας εμπροσθεν της κιβωτου του Θεου· ο δε Ωβηδ-εδωμ και Ιεχια ησαν πυλωροι της κιβωτου.
<scripture passage="1Chr 15:25" parsed="|1Chr|15|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.25" />
<sup>25</sup>Και υπηγαν ο Δαβιδ και οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ και οι χιλιαρχοι να αναβιβασωσι την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου εκ του οικου του Ωβηδ-εδωμ εν ευφροσυνη.
<scripture passage="1Chr 15:26" parsed="|1Chr|15|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.26" />
<sup>26</sup>Και οτε ο Θεος ενισχυε τους Λευιτας τους βασταζοντας την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου, εθυσιαζον επτα μοσχους και επτα κριους.
<scripture passage="1Chr 15:27" parsed="|1Chr|15|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.27" />
<sup>27</sup>Και ο Δαβιδ ητο ενδεδυμενος στολην βυσσινην, και παντες οι Λευιται οι βασταζοντες την κιβωτον και οι ψαλτωδοι και ο Χενανιας ο πρωταοιδος των ψαλτωδων· και εφορει ο Δαβιδ εφοδ λινουν.
<scripture passage="1Chr 15:28" parsed="|1Chr|15|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.28" />
<sup>28</sup>Ουτω πας ο Ισραηλ ανεβιβαζε την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου εν αλαλαγμω και εν φωνη κερατινης και εν σαλπιγξι και εν κυμβαλοις, ηχουντες εν ψαλτηριοις και εν κιθαραις.
<scripture passage="1Chr 15:29" parsed="|1Chr|15|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.15.29" />
<sup>29</sup>Και ενω η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου εισηρχετο εις την πολιν Δαβιδ, Μιχαλ, η θυγατηρ του Σαουλ, εκυψε δια της θυριδος και ιδουσα τον βασιλεα Δαβιδ χορευοντα και παιζοντα, εξουδενωσεν αυτον εν τη καρδια αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 16" progress="38.31%" prev="iChr.15" next="iChr.17" id="iChr.16">
<h3 id="iChr.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iChr.16-p1">
<scripture passage="1Chr 16:1" parsed="|1Chr|16|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.1" />
<sup>1</sup>Και εφεραν την κιβωτον του Θεου και εθεσαν αυτην εν τω μεσω της σκηνης, την οποιαν εστησε δι' αυτην ο Δαβιδ· και προσεφεραν ολοκαυτωματα και ειρηνικας προσφορας ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="1Chr 16:2" parsed="|1Chr|16|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.2" />
<sup>2</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Δαβιδ προσφερων τα ολοκαυτωματα και τας ειρηνικας προσφορας, ευλογησε τον λαον εν ονοματι Κυριου.
<scripture passage="1Chr 16:3" parsed="|1Chr|16|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.3" />
<sup>3</sup>Και διεμοιρασεν εις παντα ανθρωπον εκ του Ισραηλ, απο ανδρος εως γυναικος, εις εκαστον εν ψωμιον και εν τμημα κρεατος και μιαν φιαλην οινου.
<scripture passage="1Chr 16:4" parsed="|1Chr|16|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.4" />
<sup>4</sup>Και διωρισεν εκ των Λευιτων δια να λειτουργωσιν εμπροσθεν της κιβωτου του Κυριου, και να μνημονευωσι και να ευχαριστωσι και να υμνωσι Κυριον τον Θεον του Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 16:5" parsed="|1Chr|16|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.5" />
<sup>5</sup>τον Ασαφ πρωτον, και δευτερον αυτου τον Ζαχαριαν, επειτα τον Ιειηλ και Σεμιραμωθ και Ιεχιηλ και Ματταθιαν και Ελιαβ και Βεναιαν και Ωβηδ-εδωμ· και ο μεν Ιειηλ ηχει εν ψαλτηριοις και κιθαραις, ο δε Ασαφ εν κυμβαλοις·
<scripture passage="1Chr 16:6" parsed="|1Chr|16|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.6" />
<sup>6</sup>ο Βεναιας δε και ο Ιααζιηλ, οι ιερεις, εν σαλπιγξι παντοτε εμπροσθεν της κιβωτου της διαθηκης του Θεου.
<scripture passage="1Chr 16:7" parsed="|1Chr|16|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.7" />
<sup>7</sup>Τοτε πρωτον την ημεραν εκεινην παρεδωκεν ο Δαβιδ εις την χειρα του Ασαφ και των αδελφων αυτου τον ψαλμον τουτον, δια να δοξολογηση τον Κυριον·
<scripture passage="1Chr 16:8" parsed="|1Chr|16|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.8" />
<sup>8</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον· επικαλεισθε το ονομα αυτου· καμετε γνωστα εις τα εθνη τα εργα αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:9" parsed="|1Chr|16|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.9" />
<sup>9</sup>Ψαλλετε εις αυτον· ψαλμωδειτε εις αυτον· λαλειτε περι παντων των θαυμασιων αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:10" parsed="|1Chr|16|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.10" />
<sup>10</sup>Καυχασθε εις το αγιον αυτου ονομα· ας ευφραινηται η καρδια των εκζητουντων τον Κυριον.
<scripture passage="1Chr 16:11" parsed="|1Chr|16|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.11" />
<sup>11</sup>Ζητειτε τον Κυριον και την δυναμιν αυτου· εκζητειτε το προσωπον αυτου διαπαντος.
<scripture passage="1Chr 16:12" parsed="|1Chr|16|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.12" />
<sup>12</sup>Μνημονευετε των θαυμασιων αυτου τα οποια εκαμε, των τεραστιων αυτου και των κρισεων του στοματος αυτου,
<scripture passage="1Chr 16:13" parsed="|1Chr|16|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.13" />
<sup>13</sup>Σπερμα Ισραηλ του δουλου αυτου, υιοι Ιακωβ, οι εκλεκτοι αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:14" parsed="|1Chr|16|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.14" />
<sup>14</sup>Αυτος ειναι Κυριος ο Θεος ημων· εν παση τη γη ειναι αι κρισεις αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:15" parsed="|1Chr|16|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.15" />
<sup>15</sup>Μνημονευετε παντοτε της διαθηκης αυτου, του λογου τον οποιον προσεταξεν εις χιλιας γενεας·
<scripture passage="1Chr 16:16" parsed="|1Chr|16|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.16" />
<sup>16</sup>της διαθηκης την οποιαν εκαμε προς τον Αβρααμ, και τον ορκον αυτου προς τον Ισαακ·
<scripture passage="1Chr 16:17" parsed="|1Chr|16|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.17" />
<sup>17</sup>Και εβεβαιωσεν αυτον προς τον Ιακωβ δια νομον, προς τον Ισραηλ δια διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="1Chr 16:18" parsed="|1Chr|16|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.18" />
<sup>18</sup>Λεγων, εις σε θελω δωσει την γην Χανααν, μεριδα της κληρονομιας σας.
<scripture passage="1Chr 16:19" parsed="|1Chr|16|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.19" />
<sup>19</sup>Ενω σεις ησθε ολιγοστοι τον αριθμον, ολιγοι και παροικοι εν αυτη,
<scripture passage="1Chr 16:20" parsed="|1Chr|16|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.20" />
<sup>20</sup>και διηρχοντο απο εθνους εις εθνος και απο βασιλειου εις αλλον λαον,
<scripture passage="1Chr 16:21" parsed="|1Chr|16|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.21" />
<sup>21</sup>δεν αφηκεν ανθρωπον να αδικηση αυτους· μαλιστα υπερ αυτων ηλεγξε βασιλεις,
<scripture passage="1Chr 16:22" parsed="|1Chr|16|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.22" />
<sup>22</sup>λεγων, Μη εγγισητε τους κεχρισμενους μου, και μη κακοποιησητε τους προφητας μου.
<scripture passage="1Chr 16:23" parsed="|1Chr|16|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.23" />
<sup>23</sup>Ψαλλετε εις τον Κυριον, πασα η γη· κηρυττετε απο ημερας εις ημεραν την σωτηριαν αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:24" parsed="|1Chr|16|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.24" />
<sup>24</sup>Αναγγειλατε εις τα εθνη την δοξαν αυτου, εις παντας τους λαους τα θαυμασια αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:25" parsed="|1Chr|16|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.25" />
<sup>25</sup>Διοτι μεγας ειναι ο Κυριος και αξιυμνητος σφοδρα, και ειναι φοβερος υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="1Chr 16:26" parsed="|1Chr|16|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.26" />
<sup>26</sup>Διοτι παντες οι θεοι των εθνων ειναι ειδωλα· ο δε Κυριος τους ουρανους εποιησε.
<scripture passage="1Chr 16:27" parsed="|1Chr|16|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.27" />
<sup>27</sup>Δοξα και μεγαλοπρεπεια ειναι ενωπιον αυτου· ισχυς και αγαλλιασις εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:28" parsed="|1Chr|16|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.28" />
<sup>28</sup>Αποδοτε εις τον Κυριον, πατριαι των λαων, αποδοτε εις τον Κυριον δοξαν και κρατος.
<scripture passage="1Chr 16:29" parsed="|1Chr|16|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.29" />
<sup>29</sup>Αποδοτε εις τον Κυριον την δοξαν του ονοματος αυτου· λαβετε προσφορας και ελθετε ενωπιον αυτου· προσκυνησατε τον Κυριον εν τω μεγαλοπρεπει αγιαστηριω αυτου.
<scripture passage="1Chr 16:30" parsed="|1Chr|16|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.30" />
<sup>30</sup>Φοβεισθε απο προσωπου αυτου, πασα η γη· η οικουμενη θελει βεβαιως εισθαι εστερεωμενη, δεν θελει σαλευθη.
<scripture passage="1Chr 16:31" parsed="|1Chr|16|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.31" />
<sup>31</sup>Ας ευφραινωνται οι ουρανοι, και ας αγαλλεται η γη· και ας λεγωσι μεταξυ των εθνων, Ο Κυριος βασιλευει.
<scripture passage="1Chr 16:32" parsed="|1Chr|16|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.32" />
<sup>32</sup>Ας ηχη η θαλασσα και το πληρωμα αυτης· ας χαιρωσιν αι πεδιαδες και παντα τα εν αυταις.
<scripture passage="1Chr 16:33" parsed="|1Chr|16|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.33" />
<sup>33</sup>Τοτε θελουσιν αγαλλεσθαι τα δενδρα του δασους εν τη παρουσια του Κυριου· διοτι ερχεται δια να κρινη την γην.
<scripture passage="1Chr 16:34" parsed="|1Chr|16|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.34" />
<sup>34</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον· διοτι ειναι αγαθος· διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Chr 16:35" parsed="|1Chr|16|35|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.35" />
<sup>35</sup>Και ειπατε, Σωσον ημας, Θεε της σωτηριας ημων, και συναγαγε ημας και ελευθερωσον ημας εκ των εθνων, δια να δοξολογωμεν το ονομα σου το αγιον, και να καυχωμεθα εις την αινεσιν σου.
<scripture passage="1Chr 16:36" parsed="|1Chr|16|36|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.36" />
<sup>36</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ απ' αιωνος και εως αιωνος. Και πας ο λαος ειπεν, Αμην, και ηνεσε τον Κυριον.
<scripture passage="1Chr 16:37" parsed="|1Chr|16|37|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.37" />
<sup>37</sup>Τοτε αφηκεν εκει εμπροσθεν της κιβωτου της διαθηκης του Κυριου τον Ασαφ και τους αδελφους αυτου, δια να λειτουργωσιν εμπροσθεν της κιβωτου παντοτε, κατα το απαιτουμενον εκαστης ημερας·
<scripture passage="1Chr 16:38" parsed="|1Chr|16|38|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.38" />
<sup>38</sup>και τον Ωβηβ-εδωμ και τους αδελφους αυτου, εξηκοντα οκτω· και τον Ωβηδ-εδωμ τον υιον του Ιεδουθουν, και τον Ωσα, δια πυλωρους·
<scripture passage="1Chr 16:39" parsed="|1Chr|16|39|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.39" />
<sup>39</sup>και τον Σαδωκ τον ιερεα και τους αδελφους αυτου τους ιερεις, εμπροσθεν της σκηνης του Κυριου εν τω υψηλω τοπω τω εν Γαβαων,
<scripture passage="1Chr 16:40" parsed="|1Chr|16|40|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.40" />
<sup>40</sup>δια να προσφερωσιν ολοκαυτωματα προς τον Κυριον επι του θυσιαστηριου των ολοκαυτωματων παντοτε πρωι και εσπερας, και να καμνωσι κατα παντα τα γεγραμμενα εν τω νομω του Κυριου, τον οποιον προσεταξεν εις τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 16:41" parsed="|1Chr|16|41|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.41" />
<sup>41</sup>και μετ' αυτων τον Αιμαν και Ιεδουθουν και τους λοιπους τους εκλελεγμενους, οιτινες διωρισθησαν κατ' ονομα, δια να δοξολογωσι τον Κυριον, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα·
<scripture passage="1Chr 16:42" parsed="|1Chr|16|42|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.42" />
<sup>42</sup>και μετ' αυτων τον Αιμαν και Ιεδουθουν, με σαλπιγγας και κυμβαλα, δια εκεινους οιτινες επρεπε να ηχωσι, και με οργανα μουσικα του Θεου. Οι δε υιοι του Ιεδουθουν ησαν πυλωροι.
<scripture passage="1Chr 16:43" parsed="|1Chr|16|43|0|0" osisRef="Bible:1Chr.16.43" />
<sup>43</sup>Και απηλθε πας ο λαος, εκαστος εις την οικιαν αυτου· και επεστρεψεν ο Δαβιδ, δια να ευλογηση τον οικον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 17" progress="38.42%" prev="iChr.16" next="iChr.18" id="iChr.17">
<h3 id="iChr.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iChr.17-p1">
<scripture passage="1Chr 17:1" parsed="|1Chr|17|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε εκαθησεν ο Δαβιδ εν τω οικω αυτου, ειπεν ο Δαβιδ προς Ναθαν τον προφητην, Ιδου, εγω κατοικω εν οικω κεδρινω, η δε κιβωτος της διαθηκης του Κυριου υπο παραπετασματα.
<scripture passage="1Chr 17:2" parsed="|1Chr|17|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Ναθαν προς τον Δαβιδ, Καμε παν το εν τη καρδια σου· διοτι ο Θεος ειναι μετα σου.
<scripture passage="1Chr 17:3" parsed="|1Chr|17|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.3" />
<sup>3</sup>Και την νυκτα εκεινην εγεινε λογος του Θεου προς τον Ναθαν, λεγων,
<scripture passage="1Chr 17:4" parsed="|1Chr|17|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.4" />
<sup>4</sup>Υπαγε και ειπε προς τον Δαβιδ τον δουλον μου, ουτω λεγει Κυριος· Συ δεν θελεις οικοδομησει εις εμε τον οικον δια να κατοικω·
<scripture passage="1Chr 17:5" parsed="|1Chr|17|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.5" />
<sup>5</sup>διοτι δεν κατωκησα εν οικω, αφ' ης ημερας ανεβιβασα τον Ισραηλ εξ Αιγυπτου, μεχρι της ημερας ταυτης· αλλ' ημην απο σκηνης εις σκηνην και απο κατασκηνωματος εις κατασκηνωμα.
<scripture passage="1Chr 17:6" parsed="|1Chr|17|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.6" />
<sup>6</sup>Πανταχου οπου περιεπατησα μετα παντος του Ισραηλ, ελαλησα ποτε προς τινα εκ των κριτων του Ισραηλ, τους οποιους προσεταξα να ποιμανωσι τον λαον μου, λεγων, Δια τι δεν ωκοδομησατε εις εμε οικον κεδρινον;
<scripture passage="1Chr 17:7" parsed="|1Chr|17|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.7" />
<sup>7</sup>Τωρα λοιπον ουτω θελεις ειπει προς τον Δαβιδ τον δουλον μου· Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εγω σε ελαβον εκ της μανδρας, απο οπισθεν των προβατων, δια να ησαι ηγεμων επι τον λαον μου τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 17:8" parsed="|1Chr|17|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.8" />
<sup>8</sup>και ημην μετα σου πανταχου οπου περιεπατησας, και εξωλοθρευσα παντας τους εχθρους σου απ' εμπροσθεν σου, και εκαμα εις σε ονομα, κατα το ονομα των μεγαλων των επι της γης.
<scripture passage="1Chr 17:9" parsed="|1Chr|17|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.9" />
<sup>9</sup>Και θελω διορισει τοπον δια τον λαον μου τον Ισραηλ, και θελω φυτευσει αυτους, και θελουσι κατοικει εν τοπω ιδιω εαυτων και δεν θελουσι μεταφερεσθαι πλεον· και οι υιοι της αδικιας δεν θελουσι καταθλιβει αυτους πλεον ως το προτερον
<scripture passage="1Chr 17:10" parsed="|1Chr|17|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.10" />
<sup>10</sup>και ως απο των ημερων καθ' ας κατεστησα κριτας επι τον λαον μου Ισραηλ. Και θελω ταπεινωσει παντας τους εχθρους σου. Αναγγελλω σοι ετι, οτι ο Κυριος θελει οικοδομησει οικον εις σε.
<scripture passage="1Chr 17:11" parsed="|1Chr|17|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.11" />
<sup>11</sup>Και αφου πληρωθωσιν αι ημεραι σου, δια να υπαγης μετα των πατερων σου, θελω αναστησει μετα σε το σπερμα σου, το οποιον θελει εισθαι εκ των υιων σου, και θελω στερεωσει την βασιλειαν αυτου.
<scripture passage="1Chr 17:12" parsed="|1Chr|17|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.12" />
<sup>12</sup>Αυτος θελει οικοδομησει εις εμε οικον, και θελω στερεωσει το θρονον αυτου εως αιωνος.
<scripture passage="1Chr 17:13" parsed="|1Chr|17|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.13" />
<sup>13</sup>Εγω θελω εισθαι εις αυτον πατηρ, και αυτος θελει εισθαι εις εμε υιος· και δεν θελω αφαιρεσει το ελεος μου απ' αυτου, ως αφηρεσα αυτο απ' εκεινον οστις ητο προ σου·
<scripture passage="1Chr 17:14" parsed="|1Chr|17|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.14" />
<sup>14</sup>αλλα θελω στησει αυτον εν τω οικω μου και εν τη βασιλεια μου εως του αιωνος· και ο θρονος αυτου θελει εισθαι εστερεωμενος εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Chr 17:15" parsed="|1Chr|17|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.15" />
<sup>15</sup>Κατα παντας τουτους τους λογους και καθ' ολην ταυτην την ορασιν, ουτως ελαλησεν ο Ναθαν προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 17:16" parsed="|1Chr|17|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.16" />
<sup>16</sup>Τοτε εισηλθεν ο βασιλευς Δαβιδ και εκαθησεν ενωπιον του Κυριου και ειπε, Τις ειμαι εγω, Κυριε Θεε, και τις ο οικος μου, ωστε με εφερες μεχρι τουτου;
<scripture passage="1Chr 17:17" parsed="|1Chr|17|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.17" />
<sup>17</sup>Αλλα και τουτο εσταθη μικρον εις τους οφθαλμους σου, Θεε· και ελαλησας περι του οικου του δουλου σου δια μελλον μακρον, και επεβλεψας εις εμε ως εις ανθρωπον υψηλου βαθμου κατα την καταστασιν, Κυριε Θεε.
<scripture passage="1Chr 17:18" parsed="|1Chr|17|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.18" />
<sup>18</sup>Τι δυναται να ειπη πλεον ο Δαβιδ προς σε περι της εις τον δουλον σου τιμης; διοτι συ γνωριζεις τον δουλον σου.
<scripture passage="1Chr 17:19" parsed="|1Chr|17|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.19" />
<sup>19</sup>Κυριε, χαριν του δουλου σου και κατα την καρδιαν σου εκαμες πασαν ταυτην την μεγαλωσυνην, δια να καμης γνωστα παντα ταυτα τα μεγαλεια.
<scripture passage="1Chr 17:20" parsed="|1Chr|17|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.20" />
<sup>20</sup>Κυριε, δεν ειναι ομοιος σου, ουδε ειναι Θεος εκτος σου κατα παντα οσα ηκουσαμεν με τα ωτα ημων.
<scripture passage="1Chr 17:21" parsed="|1Chr|17|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.21" />
<sup>21</sup>Και τι αλλο εθνος επι της γης ειναι ως ο λαος σου ο Ισραηλ, τον οποιον ο Θεος ηλθε να εξαγοραση δια λαον εαυτου, δια να καμης εις σεαυτον ονομα μεγαλωσυνης και τρομου, εκβαλλων τα εθνη απ' εμπροσθεν του λαου σου, τον οποιον ελυτρωσας εξ Αιγυπτου;
<scripture passage="1Chr 17:22" parsed="|1Chr|17|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.22" />
<sup>22</sup>διοτι τον λαον σου τον Ισραηλ εκαμες λαον σεαυτου εις τον αιωνα· και συ, Κυριε, εγεινες Θεος αυτων.
<scripture passage="1Chr 17:23" parsed="|1Chr|17|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.23" />
<sup>23</sup>Και τωρα, Κυριε, ο λογος, τον οποιον ελαλησας περι του δουλου σου και περι του οικου αυτου, ας στερεωθη εις τον αιωνα, και καμε ως ελαλησας·
<scripture passage="1Chr 17:24" parsed="|1Chr|17|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.24" />
<sup>24</sup>και ας στερεωθη, και ας μεγαλυνθη το ονομα σου εως αιωνος, ωστε να λεγωσιν, Ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, ειναι Θεος εις τον Ισραηλ· και ο οικος Δαβιδ του δουλου σου ας ηναι εστερεωμενος ενωπιον σου.
<scripture passage="1Chr 17:25" parsed="|1Chr|17|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.25" />
<sup>25</sup>Διοτι συ, Θεε μου, απεκαλυψας εις τον δουλον σου οτι θελεις οικοδομησει οικον εις αυτον· δια τουτο ο δουλος σου ενεθαρρυνθη να προσευχηθη ενωπιον σου.
<scripture passage="1Chr 17:26" parsed="|1Chr|17|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.26" />
<sup>26</sup>Και τωρα, Κυριε, συ εισαι ο Θεος, και υπεσχεθης τα αγαθα ταυτα προς τον δουλον σου.
<scripture passage="1Chr 17:27" parsed="|1Chr|17|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.17.27" />
<sup>27</sup>Τωρα λοιπον, ευδοκησον να ευλογησης τον οικον του δουλου σου, δια να ηναι ενωπιον σου εις τον αιωνα· διοτι συ, Κυριε, ευλογησας, και θελει εισθαι ευλογημενος εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 18" progress="38.52%" prev="iChr.17" next="iChr.19" id="iChr.18">
<h3 id="iChr.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iChr.18-p1">
<scripture passage="1Chr 18:1" parsed="|1Chr|18|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα επαταξεν ο Δαβιδ τους Φιλισταιους και κατετροπωσεν αυτους, και ελαβε την Γαθ και τας κωμας αυτης εκ χειρος των Φιλισταιων.
<scripture passage="1Chr 18:2" parsed="|1Chr|18|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.2" />
<sup>2</sup>Και επαταξε τους Μωαβιτας, και εγειναν οι Μωαβιται δουλοι του Δαβιδ υποτελεις.
<scripture passage="1Chr 18:3" parsed="|1Chr|18|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.3" />
<sup>3</sup>Επαταξεν ετι ο Δαβιδ τον Αδαρεζερ βασιλεα της Σωβα, εν Αιμαθ, οτε επορευετο να στηση την εξουσιαν αυτου επι τον ποταμον Ευφρατην.
<scripture passage="1Chr 18:4" parsed="|1Chr|18|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.4" />
<sup>4</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ εξ αυτου χιλιας αμαξας και επτα χιλιαδας ιππεων και εικοσι χιλιαδας πεζων· και ενευροκοπησεν ο Δαβιδ παντας τους ιππους των αμαξων και εφυλαξεν εξ αυτων εκατον αμαξας.
<scripture passage="1Chr 18:5" parsed="|1Chr|18|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηλθον οι Συριοι της Δαμασκου δια να βοηθησωσι τον Αδαρεζερ βασιλεα της Σωβα, ο Δαβιδ επαταξεν εκ των Συριων εικοσιδυο χιλιαδας ανδρων.
<scripture passage="1Chr 18:6" parsed="|1Chr|18|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.6" />
<sup>6</sup>Και εβαλεν ο Δαβιδ φρουρας εν τη Συρια της Δαμασκου· και οι Συριοι εγειναν δουλοι του Δαβιδ υποτελεις. Και εσωσεν ο Κυριος τον Δαβιδ πανταχου οπου επορευετο.
<scripture passage="1Chr 18:7" parsed="|1Chr|18|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.7" />
<sup>7</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ τας ασπιδας τας χρυσας, αιτινες ησαν επι τους δουλους του Αδαρεζερ, και εφερεν αυτας εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 18:8" parsed="|1Chr|18|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.8" />
<sup>8</sup>Και εκ της Τιβαθ και εκ της Χουν, πολεων του Αδαρεζερ, ελαβεν ο Δαβιδ χαλκον πολυν σφοδρα, εκ του οποιου ο Σολομων εκαμε την χαλκινην θαλασσαν και τους στυλους και τα σκευη τα χαλκινα.
<scripture passage="1Chr 18:9" parsed="|1Chr|18|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.9" />
<sup>9</sup>Ακουσας δε ο Θοου βασιλευς της Αιμαθ οτι επαταξεν ο Δαβιδ πασαν την δυναμιν του Αδαρεζερ βασιλεως της Σωβα,
<scripture passage="1Chr 18:10" parsed="|1Chr|18|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.10" />
<sup>10</sup>απεστειλεν Αδωραμ τον υιον αυτου προς τον βασιλεα Δαβιδ, δια να χαιρετηση αυτον και να ευλογηση αυτον, οτι κατεπολεμησε τον Αδαρεζερ και επαταξεν αυτον· διοτι ο Αδαρεζερ ητο πολεμιος του Θοου· εφερε δε και παν ειδος σκευων χρυσων, αργυρων και χαλκινων.
<scripture passage="1Chr 18:11" parsed="|1Chr|18|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.11" />
<sup>11</sup>Και ταυτα αφιερωσεν ο βασιλευς Δαβιδ εις τον Κυριον, μετα του αργυριου και του χρυσιου τα οποια εφερεν εκ παντων των εθνων, εκ του Εδωμ και εκ του Μωαβ και εκ των υιων του Αμμων και εκ των Φιλισταιων και εκ του Αμαληκ.
<scripture passage="1Chr 18:12" parsed="|1Chr|18|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.12" />
<sup>12</sup>Και ο Αβισαι ο υιος της Σερουιας επαταξε τους Ιδουμαιους εν τη κοιλαδι του αλατος, δεκαοκτω χιλιαδας.
<scripture passage="1Chr 18:13" parsed="|1Chr|18|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.13" />
<sup>13</sup>Και εβαλε φρουρας εν τη Ιδουμαια· και παντες οι Ιδουμαιοι εγειναν δουλοι του Δαβιδ. Και εσωσεν ο Κυριος τον Δαβιδ πανταχου οπου επορευετο.
<scripture passage="1Chr 18:14" parsed="|1Chr|18|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.14" />
<sup>14</sup>Και εβασιλευσεν ο Δαβιδ επι παντα τον Ισραηλ, και εκαμνε κρισιν και δικαιοσυνην εις παντα τον λαον αυτου.
<scripture passage="1Chr 18:15" parsed="|1Chr|18|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.15" />
<sup>15</sup>Και Ιωαβ ο υιος της Σερουιας ητο επι του στρατευματος· Ιωσαφατ δε ο υιος του Αχιλουδ, υπομνηματογραφος.
<scripture passage="1Chr 18:16" parsed="|1Chr|18|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.16" />
<sup>16</sup>Και Σαδωκ ο υιος του Αχιτωβ και Αβιμελεχ ο υιος του Αβιαθαρ, ιερεις· ο δε Σουσα, γραμματευς.
<scripture passage="1Chr 18:17" parsed="|1Chr|18|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.18.17" />
<sup>17</sup>Και Βεναιας ο υιος του Ιωδαε ητο επι των Χερεθαιων και Φελεθαιων· οι δε υιοι του Δαβιδ, πρωτοι περι τον βασιλεα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 19" progress="38.58%" prev="iChr.18" next="iChr.20" id="iChr.19">
<h3 id="iChr.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iChr.19-p1">
<scripture passage="1Chr 19:1" parsed="|1Chr|19|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα απεθανεν ο Ναας βασιλευς των υιων Αμμων, και εβασιλευσεν αντ' αυτου ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Chr 19:2" parsed="|1Chr|19|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Θελω καμει ελεος προς Ανουν τον υιον του Ναας, επειδη ο πατηρ αυτου εκαμεν ελεος προς εμε. Και απεστειλεν ο Δαβιδ πρεσβεις, δια να παρηγορηση αυτον περι του πατρος αυτου. Και ηλθον οι δουλοι του Δαβιδ εις την γην των υιων Αμμων προς τον Ανουν, δια να παρηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="1Chr 19:3" parsed="|1Chr|19|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον οι αρχοντες των υιων Αμμων προς τον Ανουν, Νομιζεις οτι ο Δαβιδ τιμων τον πατερα σου απεστειλε παρηγορητας προς σε; δεν ηλθον οι δουλοι αυτου προς σε δια να ερευνησωσι και να κατασκοπευσωσι και να καταστρεψωσι τον τοπον;
<scripture passage="1Chr 19:4" parsed="|1Chr|19|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.4" />
<sup>4</sup>Και επιασεν ο Ανουν τους δουλους του Δαβιδ και εξυρισεν αυτους και απεκοψε το ημισυ των ιματιων αυτων μεχρι των γλουτων, και απεπεμψεν αυτους.
<scripture passage="1Chr 19:5" parsed="|1Chr|19|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.5" />
<sup>5</sup>Υπηγαν δε και απηγγειλαν προς τον Δαβιδ περι των ανδρων. Και απεστειλεν εις συναντησιν αυτων· επειδη οι ανδρες ησαν ητιμασμενοι σφοδρα. Και ειπεν ο βασιλευς, Καθησατε εν Ιεριχω εωσου αυξηθωσιν οι πωγωνες σας, και επιστρεψατε.
<scripture passage="1Chr 19:6" parsed="|1Chr|19|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.6" />
<sup>6</sup>Βλεποντες δε οι υιοι Αμμων οτι ησαν βδελυκτοι εις τον Δαβιδ, επεμψαν ο Ανουν και οι υιοι Αμμων χιλια ταλαντα αργυριου, δια να μισθωσωσιν εις εαυτους αμαξας και ιππεας εκ της Μεσοποταμιας και εκ της Συριας-μααχα και εκ της Σωβα.
<scripture passage="1Chr 19:7" parsed="|1Chr|19|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.7" />
<sup>7</sup>Και εμισθωσαν εις εαυτους τριακοντα δυο χιλιαδας αμαξας και τον βασιλεα της Μααχα μετα του λαου αυτου, οιτινες ηλθον και εστρατοπεδευσαν κατεναντι της Μεδεβα. Και συναχθεντες οι υιοι Αμμων εκ των πολεων αυτων, ηλθον να πολεμησωσι.
<scripture passage="1Chr 19:8" parsed="|1Chr|19|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.8" />
<sup>8</sup>Και οτε ηκουσε ταυτα ο Δαβιδ, απεστειλε τον Ιωαβ και απαν το στρατευμα των δυνατων.
<scripture passage="1Chr 19:9" parsed="|1Chr|19|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.9" />
<sup>9</sup>Και εξηλθον οι υιοι Αμμων και παρεταχθησαν εις πολεμον κατα την πυλην της πολεως· οι δε βασιλεις οι ελθοντες ησαν καθ' εαυτους εν τη πεδιαδι.
<scripture passage="1Chr 19:10" parsed="|1Chr|19|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.10" />
<sup>10</sup>Βλεπων δε ο Ιωαβ οτι η μαχη παρεταχθη εναντιον αυτου εμπροσθεν και οπισθεν, εξελεξεν εκ παντων των εκλεκτων του Ισραηλ και παρεταξεν αυτους εναντιον των Συριων.
<scripture passage="1Chr 19:11" parsed="|1Chr|19|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.11" />
<sup>11</sup>Το δε υπολοιπον του λαου εδωκεν εις την χειρα του Αβισαι αδελφου αυτου, και παρεταχθησαν εναντιον των υιων Αμμων.
<scripture passage="1Chr 19:12" parsed="|1Chr|19|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν, Εαν οι Συριοι υπερισχυσωσι κατ' εμου, τοτε συ θελεις με σωσει· εαν δε οι υιοι Αμμων υπερισχυσωσι κατα σου, τοτε εγω θελω σε σωσει·
<scripture passage="1Chr 19:13" parsed="|1Chr|19|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.13" />
<sup>13</sup>ανδριζου, και ας κραταιωθωμεν υπερ του λαου ημων και υπερ των πολεων του Θεου ημων· ο δε Κυριος ας καμη το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="1Chr 19:14" parsed="|1Chr|19|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.14" />
<sup>14</sup>Και προσηλθεν ο Ιωαβ και ο λαος ο μετ' αυτου εναντιον των Συριων εις μαχην· οι δε εφυγον απ' εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="1Chr 19:15" parsed="|1Chr|19|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.15" />
<sup>15</sup>Και οτε ειδον οι υιοι Αμμων οτι οι Συριοι εφυγον, εφυγον και αυτοι απ' εμπροσθεν του Αβισαι του αδελφου αυτου και εισηλθον εις την πολιν. Και ο Ιωαβ ηλθεν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 19:16" parsed="|1Chr|19|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.16" />
<sup>16</sup>Ιδοντες δε οι Συριοι οτι κατετροπωθησαν εμπροσθεν του Ισραηλ, απεστειλαν μηνυτας και εξηγαγον τους Συριους τους περαν του ποταμου· και Σωφακ, ο αρχιστρατηγος του Αδαρεζερ, επορευετο εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="1Chr 19:17" parsed="|1Chr|19|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.17" />
<sup>17</sup>Και οτε απηγγελθη προς τον Δαβιδ, συνηθροισε παντα τον Ισραηλ, και διεβη τον Ιορδανην και ηλθεν επ' αυτους και παρεταχθη εναντιον αυτων. Και οτε παρεταχθη ο Δαβιδ εις πολεμον εναντιον των Συριων, επολεμησαν με αυτον.
<scripture passage="1Chr 19:18" parsed="|1Chr|19|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.18" />
<sup>18</sup>Και εφυγον οι Συριοι απ' εμπροσθεν του Ισραηλ· και εξωλοθρευσεν ο Δαβιδ εκ των Συριων επτα χιλιαδας αμαξων και τεσσαρακοντα χιλιαδας πεζων· και Σωφαχ, τον αρχιστρατηγον, εθανατωσε.
<scripture passage="1Chr 19:19" parsed="|1Chr|19|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.19.19" />
<sup>19</sup>Και ιδοντες οι δουλοι του Αδαρεζερ οτι κατετροπωθησαν εμπροσθεν του Ισραηλ, εκαμον ειρηνην μετα του Δαβιδ και εγειναν δουλοι αυτου· και δεν ηθελον πλεον οι Συριοι να βοηθησωσι τους υιους Αμμων.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 20" progress="38.66%" prev="iChr.19" next="iChr.21" id="iChr.20">
<h3 id="iChr.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iChr.20-p1">
<scripture passage="1Chr 20:1" parsed="|1Chr|20|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω ακολουθω ετει, καθ' ον καιρον εκστρατευουσιν οι βασιλεις, ο Ιωαβ εξεκινησε πασαν την δυναμιν του στρατευματος και εφθειρε την γην των υιων Αμμων, και ελθων επολιορκησε την Ραββα· ο δε Δαβιδ εμεινεν εν Ιερουσαλημ. Και επαταξεν ο Ιωαβ την Ραββα και κατεστρεψεν αυτην.
<scripture passage="1Chr 20:2" parsed="|1Chr|20|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.2" />
<sup>2</sup>Και ελαβεν ο Δαβιδ τον στεφανον του βασιλεως αυτων απο της κεφαλης αυτου· και ευρεθη το βαρος αυτου εν ταλαντον χρυσιου· και ησαν επ' αυτου λιθοι πολυτιμοι και ετεθη επι την κεφαλης του Δαβιδ· και λαφυρα της πολεως εξεφερε πολλα σφοδρα.
<scripture passage="1Chr 20:3" parsed="|1Chr|20|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.3" />
<sup>3</sup>Και τον λαον τον εν αυτη εξηγαγε, και εκοψεν αυτους με πριονας και με τριβολους σιδηρους και με πελεκεις. Και ουτως εκαμεν ο Δαβιδ εις πασας τας πολεις των υιων Αμμων. Τοτε επεστρεψεν ο Δαβιδ και πας ο λαος εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 20:4" parsed="|1Chr|20|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.4" />
<sup>4</sup>Μετα δε ταυτα συνεκροτηθη πολεμος εν Γεζερ μετα των Φιλισταιων· τοτε επαταξεν ο Σιββεχαι ο Χουσαθιτης τον Σιφφαι, εκ των τεκνων του Ραφα· και κατετροπωθησαν.
<scripture passage="1Chr 20:5" parsed="|1Chr|20|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.5" />
<sup>5</sup>Και παλιν εγεινε πολεμος μετα των Φιλισταιων· και επαταξεν ο Ελχαναν ο υιος του Ιαειρ τον Λααμει, αδελφον του Γολιαθ του Γετθαιου, και το ξυλον της λογχης αυτου ητο ως αντιον υφαντου.
<scripture passage="1Chr 20:6" parsed="|1Chr|20|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.6" />
<sup>6</sup>Και παλιν εγεινε πολεμος εν Γαθ, οπου ητο ανηρ υπερμεγεθης, και οι δακτυλοι αυτου ησαν εξ και εξ, εικοσιτεσσαρες, και ουτος ετι ητο εκ της γενεας του Ραφα.
<scripture passage="1Chr 20:7" parsed="|1Chr|20|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.7" />
<sup>7</sup>Και ωνειδισε τον Ισραηλ, και Ιωναθαν ο υιος του Σαμαα, αδελφου του Δαβιδ, επαταξεν αυτον.
<scripture passage="1Chr 20:8" parsed="|1Chr|20|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.20.8" />
<sup>8</sup>Ουτοι εγεννηθησαν εις τον Ραφα εν Γαθ· και επεσον δια χειρος του Δαβιδ και δια χειρος των δουλων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 21" progress="38.69%" prev="iChr.20" next="iChr.22" id="iChr.21">
<h3 id="iChr.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iChr.21-p1">
<scripture passage="1Chr 21:1" parsed="|1Chr|21|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.1" />
<sup>1</sup>Αλλ' ο Σατανας ηγερθη κατα του Ισραηλ, και παρεκινησε τον Δαβιδ να απαριθμηση τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 21:2" parsed="|1Chr|21|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ιωαβ και προς τους αρχοντας του λαου, Υπαγετε, απαριθμησατε τον Ισραηλ, απο Βηρ-σαβεε εως Δαν, και φερετε προς εμε, δια να μαθω, τον αριθμον αυτων.
<scripture passage="1Chr 21:3" parsed="|1Chr|21|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Ιωαβ απεκριθη, Ο Κυριος να προσθεση επι τον λαον αυτου εκατονταπλασιον αφ' ο, τι ειναι αλλα, κυριε μου βασιλευ, δεν ειναι παντες δουλοι του κυριου μου; δια τι ο κυριος μου επιθυμει τουτο; δια τι να γεινη τουτο αμαρτημα εις τον Ισραηλ;
<scripture passage="1Chr 21:4" parsed="|1Chr|21|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.4" />
<sup>4</sup>Ο λογος ομως του βασιλεως υπερισχυσεν επι τον Ιωαβ. Και ανεχωρησεν ο Ιωαβ, και περιελθων απαντα τον Ισραηλ επεστρεψεν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 21:5" parsed="|1Chr|21|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.5" />
<sup>5</sup>Και εδωκεν ο Ιωαβ το κεφαλαιον της απαριθμησεως του λαου εις τον Δαβιδ. Και πας ο Ισραηλ ησαν χιλιαι χιλιαδες και εκατον χιλιαδες ανδρων συροντων μαχαιραν· ο δε Ιουδας, τετρακοσιαι εβδομηκοντα χιλιαδες ανδρων συροντων μαχαιραν.
<scripture passage="1Chr 21:6" parsed="|1Chr|21|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.6" />
<sup>6</sup>τους Λευιτας δε και Βενιαμιτας δεν ηριθμησε μεταξυ αυτων· διοτι ο λογος του βασιλεως ητο βδελυκτος εις τον Ιωαβ.
<scripture passage="1Chr 21:7" parsed="|1Chr|21|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.7" />
<sup>7</sup>Και εφανη κακον εις τους οφθαλμους του Θεου το πραγμα τουτο· οθεν επαταξε τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 21:8" parsed="|1Chr|21|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπεν ο Δαβιδ προς τον Θεον, Ημαρτησα σφοδρα, πραξας το πραγμα τουτο· αλλα τωρα, δεομαι, αφαιρεσον την ανομιαν του δουλου σου· διοτι εμωρανθην σφοδρα.
<scripture passage="1Chr 21:9" parsed="|1Chr|21|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.9" />
<sup>9</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Γαδ τον βλεποντα του Δαβιδ, λεγων,
<scripture passage="1Chr 21:10" parsed="|1Chr|21|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.10" />
<sup>10</sup>Υπαγε και λαλησον προς τον Δαβιδ, λεγων, ουτω λεγει Κυριος· Τρια πραγματα εγω προβαλλω εις σε· εκλεξον εις σεαυτον εν εκ τουτων, και θελω σοι καμει αυτο.
<scripture passage="1Chr 21:11" parsed="|1Chr|21|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.11" />
<sup>11</sup>Ηλθε λοιπον ο Γαδ προς τον Δαβιδ και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Εκλεξον εις σεαυτον,
<scripture passage="1Chr 21:12" parsed="|1Chr|21|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.12" />
<sup>12</sup>η τρια ετη πεινης, η τρεις μηνας να φθειρησαι εμπροσθεν των πολεμιων σου και να σε προφθανη η μαχαιρα των εχθρων σου, η τρεις ημερας την ρομφαιαν του Κυριου και το θανατικον εν τη γη, και τον αγγελον του Κυριου εξολοθρευοντα εις παντα τα ορια του Ισραηλ. Τωρα λοιπον ιδε ποιον λογον θελω αναφερει προς τον αποστειλαντα με.
<scripture passage="1Chr 21:13" parsed="|1Chr|21|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Γαδ, Στενα μοι πανταχοθεν σφοδρα· ας πεσω λοιπον εις την χειρα του Κυριου, διοτι οι οικτιρμοι αυτου ειναι πολλοι σφοδρα· εις χειρα δε ανθρωπου ας μη πεσω.
<scripture passage="1Chr 21:14" parsed="|1Chr|21|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.14" />
<sup>14</sup>Εδωκε λοιπον ο Κυριος θανατικον επι τον Ισραηλ· και επεσον εκ του Ισραηλ εβδομηκοντα χιλιαδες ανδρων.
<scripture passage="1Chr 21:15" parsed="|1Chr|21|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.15" />
<sup>15</sup>Και απεστειλεν ο Θεος αγγελον εις Ιερουσαλημ, δια να εξολοθρευση αυτην· και ενω εξωλοθρευεν, ειδεν ο Κυριος και μετεμεληθη περι του κακου, και ειπε προς τον αγγελον τον εξολοθρευοντα, Αρκει ηδη· συρε την χειρα σου. Ιστατο δε ο αγγελος του Κυριου πλησιον του αλωνιου του Ορναν του Ιεβουσαιου.
<scripture passage="1Chr 21:16" parsed="|1Chr|21|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.16" />
<sup>16</sup>Και υψωσας ο Δαβιδ τους οφθαλμους αυτου, ειδε τον αγγελον του Κυριου ισταμενον αναμεσον της γης και του ουρανου, εχοντα εν τη χειρι αυτου την ρομφαιαν αυτου γεγυμνωμενην, εκτεταμενην επι Ιερουσαλημ· και επεσεν ο Δαβιδ και οι πρεσβυτεροι, ενδεδυμενοι σακκους, κατα προσωπον αυτων.
<scripture passage="1Chr 21:17" parsed="|1Chr|21|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Θεον, Δεν ειμαι εγω ο προσταξας να απαριθμησωσι τον λαον; εγω βεβαιως ειμαι ο αμαρτησας και πραξας την κακιαν· ταυτα δε τα προβατα τι επραξαν; επ' εμε λοιπον, Κυριε Θεε μου, και επι τον οικον του πατρος μου εστω η χειρ σου, και μη επι τον λαον σου προς απωλειαν.
<scripture passage="1Chr 21:18" parsed="|1Chr|21|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ο αγγελος του Κυριου προσεταξε τον Γαδ να ειπη προς τον Δαβιδ, να αναβη ο Δαβιδ και να στηση θυσιαστηριον εις τον Κυριον εν τω αλωνιω του Ορναν του Ιεβουσαιου.
<scripture passage="1Chr 21:19" parsed="|1Chr|21|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.19" />
<sup>19</sup>Και ανεβη ο Δαβιδ, κατα τον λογον του Γαδ, τον οποιον ελαλησεν εν ονοματι Κυριου.
<scripture passage="1Chr 21:20" parsed="|1Chr|21|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.20" />
<sup>20</sup>Και στραφεις ο Ορναν ειδε τον αγγελον· και εκρυφθησαν οι τεσσαρες υιοι αυτου μετ' αυτου. Ο δε Ορναν ηλωνιζε σιτον.
<scripture passage="1Chr 21:21" parsed="|1Chr|21|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.21" />
<sup>21</sup>Και καθως ηλθεν ο Δαβιδ προς τον Ορναν, αναβλεψας ο Ορναν και ιδων τον Δαβιδ, εξηλθεν εκ του αλωνιου και προσεκυνησε τον Δαβιδ κατα προσωπον εως εδαφους.
<scripture passage="1Chr 21:22" parsed="|1Chr|21|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Ορναν, Δος μοι τον τοπον του αλωνιου, δια να οικοδομησω εν αυτω θυσιαστηριον εις τον Κυριον· δος μοι αυτον εις την αξιαν τιμην· δια να σταθη η πληγη απο του λαου.
<scripture passage="1Chr 21:23" parsed="|1Chr|21|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο Ορναν προς τον Δαβιδ, Λαβε αυτο εις σεαυτον, και ας καμη ο κυριος μου ο βασιλευς το αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου· Ιδου, διδω τους βοας δια ολοκαυτωμα και τα αλωνικα εργαλεια δια ξυλα και τον σιτον δια προσφοραν εξ αλφιτων· τα παντα διδω.
<scripture passage="1Chr 21:24" parsed="|1Chr|21|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.24" />
<sup>24</sup>Ο δε βασιλευς Δαβιδ ειπε προς τον Ορναν, Ουχι· αλλ' εξαπαντος θελω αγορασει αυτο εις την αξιαν τιμην· διοτι δεν θελω λαβει το σον δια τον Κυριον, ουδε θελω προσφερει ολοκαυτωμα δωρεαν.
<scripture passage="1Chr 21:25" parsed="|1Chr|21|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.25" />
<sup>25</sup>Και εδωκεν ο Δαβιδ εις τον Ορναν, δια τον τοπον, εξακοσιους σικλους χρυσιου κατα βαρος.
<scripture passage="1Chr 21:26" parsed="|1Chr|21|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.26" />
<sup>26</sup>Και ωκοδομησεν εκει ο Δαβιδ θυσιαστηριον εις τον Κυριον, και προσεφερεν ολοκαυτωματα και ειρηνικας προσφορας και επεκαλεσθη τον Κυριον· και επηκουσεν αυτου, αποστειλας εξ ουρανου πυρ επι το θυσιαστηριον της ολοκαυτωσεως.
<scripture passage="1Chr 21:27" parsed="|1Chr|21|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.27" />
<sup>27</sup>Και προσεταξε Κυριος τον αγγελον, και εστρεψε την ρομφαιαν αυτου εις την θηκην αυτης.
<scripture passage="1Chr 21:28" parsed="|1Chr|21|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.28" />
<sup>28</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον, οτε ο Δαβιδ ειδεν οτι ο Κυριος επηκουσεν αυτου εν τω αλωνιω του Ορναν του Ιεβουσαιου, εθυσιασεν εκει.
<scripture passage="1Chr 21:29" parsed="|1Chr|21|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.29" />
<sup>29</sup>Διοτι η σκηνη του Κυριου, την οποιαν εκαμεν ο Μωυσης εν τη ερημω, και το θυσιαστηριον της ολοκαυτωσεως ησαν κατα τον καιρον εκεινον εν τω υψηλω τοπω εν Γαβαων.
<scripture passage="1Chr 21:30" parsed="|1Chr|21|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.21.30" />
<sup>30</sup>Και δεν ηδυνατο ο Δαβιδ να υπαγη ενωπιον αυτης δια να ερωτηση τον Θεον, επειδη εφοβειτο εξ αιτιας της ρομφαιας του αγγελου του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 22" progress="38.81%" prev="iChr.21" next="iChr.23" id="iChr.22">
<h3 id="iChr.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iChr.22-p1">
<scripture passage="1Chr 22:1" parsed="|1Chr|22|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ειπεν ο Δαβιδ, Ουτος ειναι ο οικος Κυριου του Θεου, και τουτο το θυσιαστηριον της ολοκαυτωσεως εις τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 22:2" parsed="|1Chr|22|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.2" />
<sup>2</sup>Και προσεταξεν ο Δαβιδ να συναξωσι τους ξενους τους εν γη Ισραηλ· και κατεστησε λιθοτομους δια να λατομησωσι λιθους ξυστους, προς οικοδομησιν του οικου του Θεου.
<scripture passage="1Chr 22:3" parsed="|1Chr|22|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.3" />
<sup>3</sup>Ο Δαβιδ ητοιμασε και σιδηρον πολυν, δια καρφια των θυρωματων των πυλων και δια τας συναρθρωσεις· και χαλκον αφθονον αζυγιστον·
<scripture passage="1Chr 22:4" parsed="|1Chr|22|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.4" />
<sup>4</sup>και ξυλα κεδρινα αναριθμητα· διοτι οι Σιδωνιοι και οι Τυριοι εφερον προς τον Δαβιδ αφθονα κεδρινα ξυλα.
<scripture passage="1Chr 22:5" parsed="|1Chr|22|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ, Σολομων ο υιος μου ειναι νεος και απαλος· ο δε οικος οστις μελλει να οικοδομηθη εις τον Κυριον πρεπει να ηναι εις ακρον μεγαλοπρεπης, ονομαστος και ενδοξος καθ' ολην την οικουμενην· θελω λοιπον καμει ετοιμασιαν δι' αυτον. Και εκαμεν ο Δαβιδ αφθονον ετοιμασιαν προ του θανατου αυτου.
<scripture passage="1Chr 22:6" parsed="|1Chr|22|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.6" />
<sup>6</sup>Τοτε εκαλεσε Σολομωντα τον υιον αυτου και προσεταξεν εις αυτον να οικοδομηση οικον εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 22:7" parsed="|1Chr|22|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σολομωντα, Υιε μου, εγω μεν επεθυμησα εν τη καρδια μου να οικοδομησω οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου μου·
<scripture passage="1Chr 22:8" parsed="|1Chr|22|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.8" />
<sup>8</sup>πλην εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων, Αιμα πολυ εχυσας και πολεμους μεγαλους εκαμες· δεν θελεις οικοδομησει οικον εις το ονομα μου, διοτι αιματα πολλα εχυσας επι της γης ενωπιον μου·
<scripture passage="1Chr 22:9" parsed="|1Chr|22|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.9" />
<sup>9</sup>ιδου, θελει γεννηθη εις σε υιος, οστις θελει εισθαι ανηρ αναπαυσεως· και θελω αναπαυσει αυτον απο παντων των εχθρων αυτου κυκλω· διοτι Σολομων θελει εισθαι το ονομα αυτου, και εν ταις ημεραις αυτου θελω δωσει ειρηνην και ησυχιαν εις τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 22:10" parsed="|1Chr|22|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.10" />
<sup>10</sup>ουτος θελει οικοδομησει οικον εις το ονομα μου· και ουτος θελει εισθαι εις εμε υιος, και εγω πατηρ εις αυτον· και θελω στερεωσει τον θρονον της βασιλειας αυτου επι τον Ισραηλ εως αιωνος.
<scripture passage="1Chr 22:11" parsed="|1Chr|22|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.11" />
<sup>11</sup>Τωρα, υιε μου, ο Κυριος εστω μετα σου· και ευοδου και οικοδομησον τον οικον Κυριου του Θεου σου, καθως ελαλησε περι σου.
<scripture passage="1Chr 22:12" parsed="|1Chr|22|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.12" />
<sup>12</sup>Μονον ο Κυριος να σοι δωση σοφιαν και συνεσιν και να σε καταστηση επι τον Ισραηλ, δια να φυλαττης τον νομον Κυριου του Θεου σου.
<scripture passage="1Chr 22:13" parsed="|1Chr|22|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.13" />
<sup>13</sup>Τοτε θελεις ευοδωθη, εαν προσεχης να εκπληροις τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας ο Κυριος προσεταξεν εις τον Μωυσην περι του Ισραηλ· ενδυναμου και ανδριζου· μη φοβου και μη πτοηθης.
<scripture passage="1Chr 22:14" parsed="|1Chr|22|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.14" />
<sup>14</sup>Και ιδου, εγω κατα την πτωχειαν μου ητοιμασα δια τον οικον του Κυριου εκατον χιλιαδας ταλαντων χρυσιου και χιλιας χιλιαδας ταλαντων αργυριου· χαλκον δε και σιδηρον αζυγιστον, διοτι ειναι αφθονος· ητοιμασα δε και ξυλα και λιθους· και συ προσθες εις ταυτα.
<scripture passage="1Chr 22:15" parsed="|1Chr|22|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.15" />
<sup>15</sup>Εχεις δε εργατας εις πληθος, λιθοτομους και κτιστας και ξυλουργους, και παντος ειδους σοφους εις παν εργον.
<scripture passage="1Chr 22:16" parsed="|1Chr|22|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.16" />
<sup>16</sup>Του χρυσου, του αργυρου και του χαλκου και του σιδηρου αριθμος δεν ειναι. Σηκωθητι και καμνε· και ο Κυριος εστω μετα σου.
<scripture passage="1Chr 22:17" parsed="|1Chr|22|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.17" />
<sup>17</sup>Ο Δαβιδ προσεταξεν ετι εις παντας τους αρχοντας του Ισραηλ να βοηθησωσι τον Σολομωντα τον υιον αυτου, λεγων,
<scripture passage="1Chr 22:18" parsed="|1Chr|22|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.18" />
<sup>18</sup>Δεν ειναι με σας Κυριος ο Θεος σας και εδωκεν εις εσας αναπαυσιν πανταχοθεν; διοτι παρεδωκεν εις την χειρα μου τους κατοικουντας την γην· και η γη υπεταχθη εμπροσθεν του Κυριου και εμπροσθεν του λαου αυτου.
<scripture passage="1Chr 22:19" parsed="|1Chr|22|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.22.19" />
<sup>19</sup>Δοτε λοιπον την καρδιαν σας και την ψυχην σας εις το να ζητητε Κυριον τον Θεον σας· και σηκωθητε και οικοδομησατε το αγιαστηριον Κυριου του Θεου, δια να φερητε την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου και τα αγια σκευη του Θεου εις τον οικον, οστις μελλει να οικοδομηθη επι τω ονοματι του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 23" progress="38.89%" prev="iChr.22" next="iChr.24" id="iChr.23">
<h3 id="iChr.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="iChr.23-p1">
<scripture passage="1Chr 23:1" parsed="|1Chr|23|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.1" />
<sup>1</sup>Και αφου εγηρασεν ο Δαβιδ και ητο πληρης ημερων, εκαμε Σολομωντα τον υιον αυτου βασιλεα επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 23:2" parsed="|1Chr|23|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.2" />
<sup>2</sup>Και συνηγαγε παντας τους αρχοντας του Ισραηλ και τους ιερεις και τους Λευιτας.
<scripture passage="1Chr 23:3" parsed="|1Chr|23|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.3" />
<sup>3</sup>Οι δε Λευιται ησαν απηριθμημενοι απο ηλικιας τριακοντα ετων και επανω· και ο αριθμος αυτων κατα κεφαλην αυτων, κατα ανδρα, ητο τριακοντα οκτω χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 23:4" parsed="|1Chr|23|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.4" />
<sup>4</sup>Εκ τουτων εικοσιτεσσαρες χιλιαδες ησαν εργοδιωκται εις το εργον του οικου του Κυριου· και εξ χιλιαδες επισταται και κριται·
<scripture passage="1Chr 23:5" parsed="|1Chr|23|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.5" />
<sup>5</sup>και τεσσαρες χιλιαδες πυλωροι· και τεσσαρες χιλιαδες υμνουντες τον Κυριον, με τα οργανα, τα οποια εκαμα, ειπεν ο Δαβιδ, δια να υμνωσι τον Κυριον.
<scripture passage="1Chr 23:6" parsed="|1Chr|23|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.6" />
<sup>6</sup>Και διηρεσεν αυτους ο Δαβιδ εις ταξεις κατα τους υιους του Λευι, Γηρσων, Κααθ και Μεραρι.
<scripture passage="1Chr 23:7" parsed="|1Chr|23|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.7" />
<sup>7</sup>Εκ των Γηρσωνιτων ησαν Λααδαν και Σιμει.
<scripture passage="1Chr 23:8" parsed="|1Chr|23|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.8" />
<sup>8</sup>Οι υιοι του Λααδαν ησαν Ιεχιηλ ο αρχων και Ζαιθαμ και Ιωηλ, τρεις.
<scripture passage="1Chr 23:9" parsed="|1Chr|23|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.9" />
<sup>9</sup>Οι υιοι του Σιμει, Σελωμειθ και Αζιηλ και Χαρραν, τρεις. Ουτοι ησαν οι αρχηγοι των πατριων του Λααδαν.
<scripture passage="1Chr 23:10" parsed="|1Chr|23|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.10" />
<sup>10</sup>Υιοι δε του Σιμει, Ιααθ, Ζινα και Ιεους και Βερια. Ουτοι ησαν οι υιοι του Σιμει, τεσσαρες.
<scripture passage="1Chr 23:11" parsed="|1Chr|23|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.11" />
<sup>11</sup>Και ο Ιααθ ητο ο αρχηγος, και Ζιζα ο δευτερος· ο δε Ιεους και Βερια δεν ειχον πολλους υιους· δια τουτο ηριθμηθησαν ομου, ως μια πατρια.
<scripture passage="1Chr 23:12" parsed="|1Chr|23|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.12" />
<sup>12</sup>Οι υιοι του Κααθ, Αμραμ, Ισααρ, Χεβρων και Οζιηλ, τεσσαρες.
<scripture passage="1Chr 23:13" parsed="|1Chr|23|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.13" />
<sup>13</sup>Οι υιοι του Αμραμ, Ααρων και Μωυσης· και ο Ααρων ητο κεχωρισμενος, αυτος και οι υιοι αυτου, δια να αγιαζωσι τα αγιωτατα πραγματα παντοτε, δια να θυμιαζωσιν ενωπιον του Κυριου, να λειτουργωσιν εις αυτον και να ευλογωσιν εν τω ονοματι αυτου δια παντος.
<scripture passage="1Chr 23:14" parsed="|1Chr|23|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.14" />
<sup>14</sup>Του δε Μωυσεως του ανθρωπου του Θεου, οι υιοι αυτου συνηριθμηθησαν μετα της φυλης του Λευι.
<scripture passage="1Chr 23:15" parsed="|1Chr|23|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.15" />
<sup>15</sup>Οι υιοι του Μωυσεως ησαν Γηρσωμ και Ελιεζερ.
<scripture passage="1Chr 23:16" parsed="|1Chr|23|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.16" />
<sup>16</sup>Εκ των υιων του Γηρσωμ ο Σεβουηλ ητο ο αρχηγος.
<scripture passage="1Chr 23:17" parsed="|1Chr|23|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.17" />
<sup>17</sup>Και οι υιοι του Ελιεζερ ησαν Ρεαβιας ο αρχηγος· και δεν ειχεν ο Ελιεζερ αλλους υιους· του Ρεαβια δε οι υιοι ησαν παμπολλοι.
<scripture passage="1Chr 23:18" parsed="|1Chr|23|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.18" />
<sup>18</sup>Εκ των υιων του Ισααρ ο Σελωμειθ ητο ο αρχηγος.
<scripture passage="1Chr 23:19" parsed="|1Chr|23|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.19" />
<sup>19</sup>Οι υιοι του Χεβρων ησαν Ιεριας ο πρωτος, Αμαριας ο δευτερος, Ιααζιηλ ο τριτος και Ιεκαμεαμ ο τεταρτος.
<scripture passage="1Chr 23:20" parsed="|1Chr|23|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.20" />
<sup>20</sup>Οι υιοι του Οζιηλ, Μιχα ο πρωτος και Ιεσια ο δευτερος.
<scripture passage="1Chr 23:21" parsed="|1Chr|23|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.21" />
<sup>21</sup>Οι υιοι του Μεραρι, Μααλι και Μουσι· οι υιοι του Μααλι, Ελεαζαρ και Κεις.
<scripture passage="1Chr 23:22" parsed="|1Chr|23|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.22" />
<sup>22</sup>Απεθανε δε ο Ελεαζαρ, μη εχων υιους, αλλα θυγατερας· και ελαβον αυτας οι αδελφοι αυτων οι υιοι του Κεις.
<scripture passage="1Chr 23:23" parsed="|1Chr|23|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.23" />
<sup>23</sup>Οι υιοι του Μουσι, Μααλι και Εδερ και Ιερεμωθ, τρεις.
<scripture passage="1Chr 23:24" parsed="|1Chr|23|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.24" />
<sup>24</sup>Ουτοι ησαν οι υιοι του Λευι, κατα τους οικους των πατερων αυτων, αρχηγοι των πατριων, κατα την απαριθμησιν αυτων, απαριθμηθεντες κατ' ονομα, κατα κεφαλην, οιτινες εκαμνον τα εργα της υπηρεσιας του οικου του Κυριου, απο ηλικιας εικοσι ετων και επανω.
<scripture passage="1Chr 23:25" parsed="|1Chr|23|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.25" />
<sup>25</sup>Διοτι ο Δαβιδ ειπε, Κυριος ο Θεος του Ισραηλ εδωκεν αναπαυσιν εις τον λαον αυτου, και θελει κατοικει εν Ιερουσαλημ δια παντος·
<scripture passage="1Chr 23:26" parsed="|1Chr|23|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.26" />
<sup>26</sup>οι δε Λευιται δεν θελουσι πλεον βασταζει την σκηνην και παντα τα σκευη αυτης δια την υπηρεσιαν αυτης.
<scripture passage="1Chr 23:27" parsed="|1Chr|23|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.27" />
<sup>27</sup>Οθεν κατα τους τελευταιους λογους του Δαβιδ, οι υιοι Λευι ησαν απηριθμημενοι απο εικοσι ετων και επανω·
<scripture passage="1Chr 23:28" parsed="|1Chr|23|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.28" />
<sup>28</sup>επειδη το εργον αυτων ητο να παριστανται εις τους υιους του Ααρων, εν τη υπηρεσια του οικου του Κυριου, επι τας αυλας και επι τα οικηματα και επι τον καθαρισμον παντων των αγιων πραγματων και εις το να καμνωσι την υπηρεσιαν του οικου του Θεου·
<scripture passage="1Chr 23:29" parsed="|1Chr|23|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.29" />
<sup>29</sup>και δια τους αρτους της προθεσεως και δια την σεμιδαλιν εις τας εξ αλφιτων προσφορας και δια τα αζυμα λαγανα και δια τας τηγανιτας και δια τα φρυγανωτα και δια παν ειδος μετρου·
<scripture passage="1Chr 23:30" parsed="|1Chr|23|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.30" />
<sup>30</sup>και δια να ιστανται καθ' εκαστην πρωιαν και εσπεραν, δια να υμνωσι και να δοξολογωσι τον Κυριον·
<scripture passage="1Chr 23:31" parsed="|1Chr|23|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.31" />
<sup>31</sup>και δια να προσφερωσιν εις τον Κυριον παντα τα ολοκαυτωματα εν τοις σαββασιν, εν ταις νεομηνιαις και εν ταις επισημοις εορταις, κατα τον αριθμον, κατα το διατεταγμενον εις αυτους, παντοτε ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="1Chr 23:32" parsed="|1Chr|23|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.23.32" />
<sup>32</sup>και δια να φυλαττωσι την φυλακην της σκηνης του μαρτυριου και την φυλακην του αγιαστηριου και την φυλακην των υιων του Ααρων των αδελφων αυτων εν τη υπηρεσια του οικου του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 24" progress="38.97%" prev="iChr.23" next="iChr.25" id="iChr.24">
<h3 id="iChr.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="iChr.24-p1">
<scripture passage="1Chr 24:1" parsed="|1Chr|24|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.1" />
<sup>1</sup>Και αυται ησαν αι διαιρεσεις των υιων του Ααρων· οι υιοι του Ααρων, Ναδαβ και Αβιουδ, Ελεαζαρ και Ιθαμαρ.
<scripture passage="1Chr 24:2" parsed="|1Chr|24|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.2" />
<sup>2</sup>Και απεθανον ο Ναδαβ και ο Αβιουδ εμπροσθεν του πατρος αυτων, και δεν ειχον υιους· οθεν ιερατευσαν ο Ελεαζαρ και ο Ιθαμαρ.
<scripture passage="1Chr 24:3" parsed="|1Chr|24|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.3" />
<sup>3</sup>Και διηρεσεν αυτους ο Δαβιδ, τον τε Σαδωκ εκ των υιων Ελεαζαρ, και τον Αχιμελεχ εκ των υιων του Ιθαμαρ, κατα τα χρεη αυτων εις την υπηρεσιαν αυτων.
<scripture passage="1Chr 24:4" parsed="|1Chr|24|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.4" />
<sup>4</sup>Ευρεθησαν δε πλειοτεροι αρχηγοι εκ των υιων Ελεαζαρ, παρα εκ των υιων Ιθαμαρ· και διηρεθησαν ουτω· εκ των υιων Ελεαζαρ ησαν δεκαεξ αρχηγοι οικου πατερων· και εκ των υιων Ιθαμαρ οκτω αρχηγοι του οικου των πατερων αυτων.
<scripture passage="1Chr 24:5" parsed="|1Chr|24|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.5" />
<sup>5</sup>Διηρεσαν δε αυτους δια κληρων, τουτους προς εκεινους· διοτι διευθυνται του αγιαστηριου και διευθυνται του οικου του Θεου ησαν εκ των υιων Ελεαζαρ και εκ των υιων Ιθαμαρ.
<scripture passage="1Chr 24:6" parsed="|1Chr|24|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.6" />
<sup>6</sup>Και κατεγραψεν αυτους Σεμαιας ο υιος του Ναθαναηλ ο γραμματευς, ο εκ των Λευιτων, εμπροσθεν του βασιλεως και των αρχοντων και Σαδωκ του ιερεως και Αχιμελεχ υιου του Αβιαθαρ και εμπροσθεν των αρχηγων των πατριων των ιερεων και Λευιτων, λαμβανομενης μιας πατριας εκ του Ελεαζαρ και μιας εκ του Ιθαμαρ.
<scripture passage="1Chr 24:7" parsed="|1Chr|24|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.7" />
<sup>7</sup>Ο πρωτος δε κληρος εξηλθεν εις τον Ιωιαρειβ, ο δευτερος εις τον Ιεδαιαν,
<scripture passage="1Chr 24:8" parsed="|1Chr|24|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.8" />
<sup>8</sup>ο τριτος εις τον Χαρημ, ο τεταρτος εις τον Σεωρημ,
<scripture passage="1Chr 24:9" parsed="|1Chr|24|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.9" />
<sup>9</sup>ο πεμπτος εις τον Μαλχιαν, ο εκτος εις τον Μειαμειν,
<scripture passage="1Chr 24:10" parsed="|1Chr|24|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.10" />
<sup>10</sup>ο εβδομος εις τον Ακκως, ο ογδοος εις τον Αβια,
<scripture passage="1Chr 24:11" parsed="|1Chr|24|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.11" />
<sup>11</sup>ο ενατος εις τον Ιησουν, ο δεκατος εις τον Σεχανιαν,
<scripture passage="1Chr 24:12" parsed="|1Chr|24|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.12" />
<sup>12</sup>ο ενδεκατος εις τον Ελιασειβ, ο δωδεκατος εις τον Ιακειμ,
<scripture passage="1Chr 24:13" parsed="|1Chr|24|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.13" />
<sup>13</sup>ο δεκατος τριτος εις τον Ουφφα, ο δεκατος τεταρτος εις τον Ιεσεβαβ,
<scripture passage="1Chr 24:14" parsed="|1Chr|24|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.14" />
<sup>14</sup>ο δεκατος πεμπτος εις τον Βιλγα, ο δεκατος εκτος εις τον Ιμμηρ,
<scripture passage="1Chr 24:15" parsed="|1Chr|24|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.15" />
<sup>15</sup>ο δεκατος εβδομος εις τον Εζειρ, ο δεκατος ογδοος εις τον Αφισης,
<scripture passage="1Chr 24:16" parsed="|1Chr|24|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.16" />
<sup>16</sup>ο δεκατος ενατος εις τον Πεθαια, ο εικοστος εις τον Ιεζεκιηλ,
<scripture passage="1Chr 24:17" parsed="|1Chr|24|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.17" />
<sup>17</sup>ο εικοστος πρωτος εις τον Ιαχειν, ο εικοστος δευτερος εις τον Γαμουλ,
<scripture passage="1Chr 24:18" parsed="|1Chr|24|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.18" />
<sup>18</sup>ο εικοστος τριτος εις τον Δελαιαν, ο εικοστος τεταρτος εις τον Μααζιαν.
<scripture passage="1Chr 24:19" parsed="|1Chr|24|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.19" />
<sup>19</sup>Αυται ησαν αι διαταξεις αυτων εις την υπηρεσιαν αυτων, δια να εισερχωνται εις τον οικον του Κυριου κατα το διατεταγμενον εις αυτους δια χειρος Ααρων του πατρος αυτων, ως προσεταξεν εις αυτον Κυριος ο Θεος του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 24:20" parsed="|1Chr|24|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.20" />
<sup>20</sup>Περι δε των επιλοιπων υιων Λευι· εκ των υιων Αμραμ ητο ο Σουβαηλ, εκ των υιων Σουβαηλ ο Ιεδαιας.
<scripture passage="1Chr 24:21" parsed="|1Chr|24|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.21" />
<sup>21</sup>Περι του Ρεαβια· εκ των υιων Ρεαβια ο πρωτος ητο ο Ιεσια.
<scripture passage="1Chr 24:22" parsed="|1Chr|24|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.22" />
<sup>22</sup>Εκ των Ισααριτων ο Σελωμωθ· εκ των υιων Σελωμωθ ο Ιααθ.
<scripture passage="1Chr 24:23" parsed="|1Chr|24|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.23" />
<sup>23</sup>Οι δε υιοι Χεβρων ησαν Ιεριας ο πρωτος, Αμαριας ο δευτερος, Ιααζιηλ ο τριτος, Ιεκαμεαμ ο τεταρτος.
<scripture passage="1Chr 24:24" parsed="|1Chr|24|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.24" />
<sup>24</sup>Εκ των υιων Οζιηλ Μιχα· εκ των υιων του Μιχα Σαμιρ.
<scripture passage="1Chr 24:25" parsed="|1Chr|24|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.25" />
<sup>25</sup>Ο αδελφος του Μιχα ητο ο Ιεσια· εκ των υιων Ιεσια ο Ζαχαριας.
<scripture passage="1Chr 24:26" parsed="|1Chr|24|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.26" />
<sup>26</sup>Οι υιοι του Μεραρι ησαν Μααλι και Μουσι· οι υιοι του Ιααζια, Βενω.
<scripture passage="1Chr 24:27" parsed="|1Chr|24|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.27" />
<sup>27</sup>Οι υιοι του Μεραρι δια του Ιααζια, Βενω και Σωαμ και Ζακχουρ και Ιβρι.
<scripture passage="1Chr 24:28" parsed="|1Chr|24|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.28" />
<sup>28</sup>Εκ του Μααλι ητο ο Ελεαζαρ, οστις δεν ειχεν υιους.
<scripture passage="1Chr 24:29" parsed="|1Chr|24|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.29" />
<sup>29</sup>Περι δε του Κεις· οι υιοι του Κεις, ο Ιεραμεηλ.
<scripture passage="1Chr 24:30" parsed="|1Chr|24|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.30" />
<sup>30</sup>Και οι υιοι του Μουσι, Μααλι και Εδερ και Ιεριμωθ. Ουτοι ησαν οι υιοι των Λευιτων, κατα τους οικους των πατριων αυτων.
<scripture passage="1Chr 24:31" parsed="|1Chr|24|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.24.31" />
<sup>31</sup>Ερριψαν και ουτοι κληρους, καθως οι αδελφοι αυτων οι υιοι του Ααρων, εμπροσθεν του βασιλεως Δαβιδ και του Σαδωκ και του Αχιμελεχ και των αρχηγων των πατριων των ιερεων και Λευιτων, εξισουμενων των πρωτων πατριων μετα των αδελφων αυτων των νεωτερων.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 25" progress="39.05%" prev="iChr.24" next="iChr.26" id="iChr.25">
<h3 id="iChr.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="iChr.25-p1">
<scripture passage="1Chr 25:1" parsed="|1Chr|25|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.1" />
<sup>1</sup>Ο Δαβιδ λοιπον και οι αρχοντες του στρατευματος διηρεσαν εις την υπηρεσιαν τους υιους του Ασαφ και του Αιμαν και του Ιεδουθουν, δια να υμνωδωσιν εν κιθαραις, εν ψαλτηριοις και εν κυμβαλοις· και ο αριθμος των εργαζομενων κατα την υπηρεσιαν αυτων, ητο,
<scripture passage="1Chr 25:2" parsed="|1Chr|25|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.2" />
<sup>2</sup>εκ των υιων Ασαφ, Ζακχουρ και Ιωσηφ και Νεθανιας και Ασαρηλα, υιοι Ασαφ, υπο την οδηγιαν του Ασαφ, του υμνωδουντος, κατα την διαταξιν του βασιλεως·
<scripture passage="1Chr 25:3" parsed="|1Chr|25|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.3" />
<sup>3</sup>του Ιεδουθουν· οι υιοι του Ιεδουθουν, Γεδαλιας και Σερι και Ιεσαιας, Σιμει, Ασαβιας και Ματταθιας, εξ, υπο την οδηγιαν του πατρος αυτων Ιεδουθουν, οστις υμνωδει εν κιθαρα, υμνων και δοξολογων τον Κυριον·
<scripture passage="1Chr 25:4" parsed="|1Chr|25|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.4" />
<sup>4</sup>του Αιμαν· οι υιοι του Αιμαν, Βουκκιας, Ματθανιας, Οζιηλ, Σεβουηλ και Ιεριμωθ, Ανανιας, Ανανι, Ελιαθα, Γιδδαλθι και Ρομαμθι-εζερ, Ιωσβεκασα, Μαλλωθι, Ωθιρ και Μααζιωθ·
<scripture passage="1Chr 25:5" parsed="|1Chr|25|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.5" />
<sup>5</sup>παντες ουτοι ησαν οι υιοι του Αιμαν του βλεποντος του βασιλεως εις τους λογους του Θεου, διωρισμενοι εις το να υψονωσι το κερας. Εδωκε δε ο Θεος εις τον Αιμαν δεκατεσσαρας υιους και τρεις θυγατερας.
<scripture passage="1Chr 25:6" parsed="|1Chr|25|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.6" />
<sup>6</sup>Παντες ουτοι υπο την οδηγιαν του πατρος αυτων ησαν υμνωδουντες εν τω οικω του Κυριου, εν κυμβαλοις, ψαλτηριοις και κιθαραις, δια την υπηρεσιαν του οικου του Θεου, κατα την διαταξιν του βασιλεως προς τον Ασαφ και Ιεδουθουν και Αιμαν.
<scripture passage="1Chr 25:7" parsed="|1Chr|25|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.7" />
<sup>7</sup>Και εγεινεν ο αριθμος αυτων, μετα των αδελφων αυτων, των δεδιδαγμενων τα ασματα του Κυριου, διακοσιοι ογδοηκοντα οκτω, παντες συνετοι.
<scripture passage="1Chr 25:8" parsed="|1Chr|25|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.8" />
<sup>8</sup>Και ερριψαν κληρους περι της υπηρεσιας, εξ ισου ο μικρος καθως ο μεγαλος, ο διδασκαλος καθως ο μαθητης.
<scripture passage="1Chr 25:9" parsed="|1Chr|25|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.9" />
<sup>9</sup>Ο πρωτος δε κληρος εξηλθε δια τον Ασαφ εις τον Ιωσηφ· ο δευτερος εις τον Γεδαλιαν· ουτος και οι αδελφοι αυτου και οι υιοι αυτου ησαν δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:10" parsed="|1Chr|25|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.10" />
<sup>10</sup>Ο τριτος εις τον Ζακχουρ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:11" parsed="|1Chr|25|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.11" />
<sup>11</sup>Ο τεταρτος εις τον Ισερι· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:12" parsed="|1Chr|25|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.12" />
<sup>12</sup>Ο πεμπτος εις τον Νεβανιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:13" parsed="|1Chr|25|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.13" />
<sup>13</sup>Ο εκτος εις τον Βουκκιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:14" parsed="|1Chr|25|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.14" />
<sup>14</sup>Ο εβδομος εις τον Ιεσαρηλα· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:15" parsed="|1Chr|25|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.15" />
<sup>15</sup>Ο ογδοος εις τον Ιεσαιαν· ουτος, οι υιοι αυτου, και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:16" parsed="|1Chr|25|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.16" />
<sup>16</sup>Ο εννατος εις τον Ματθανιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:17" parsed="|1Chr|25|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.17" />
<sup>17</sup>Ο δεκατος εις τον Σιμει· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:18" parsed="|1Chr|25|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.18" />
<sup>18</sup>Ο ενδεκατος εις τον Αζαρεηλ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:19" parsed="|1Chr|25|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.19" />
<sup>19</sup>Ο δωδεκατος εις τον Ασαβιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:20" parsed="|1Chr|25|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.20" />
<sup>20</sup>Ο δεκατος τριτος εις τον Σουβαηλ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:21" parsed="|1Chr|25|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.21" />
<sup>21</sup>Ο δεκατος τεταρτος εις τον Ματταθιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:22" parsed="|1Chr|25|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.22" />
<sup>22</sup>Ο δεκατος πεμπτος εις τον Ιερεμωθ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:23" parsed="|1Chr|25|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.23" />
<sup>23</sup>Ο δεκατος εκτος εις τον Ανανιαν· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:24" parsed="|1Chr|25|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.24" />
<sup>24</sup>Ο δεκατος εβδομος εις τον Ιωσβεκασα· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:25" parsed="|1Chr|25|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.25" />
<sup>25</sup>Ο δεκατος ογδοος εις τον Ανανι· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:26" parsed="|1Chr|25|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.26" />
<sup>26</sup>Ο δεκατος εννατος εις τον Μαλλωθι· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:27" parsed="|1Chr|25|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.27" />
<sup>27</sup>Ο εικοστος εις τον Ελιαθα· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:28" parsed="|1Chr|25|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.28" />
<sup>28</sup>Ο εικοστος πρωτος εις τον Ωθιρ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:29" parsed="|1Chr|25|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.29" />
<sup>29</sup>Ο εικοστος δευτερος εις τον Γιδδαλθι· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:30" parsed="|1Chr|25|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.30" />
<sup>30</sup>Ο εικοστος τριτος εις τον Μααζιωθ· ουτος, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
<scripture passage="1Chr 25:31" parsed="|1Chr|25|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.25.31" />
<sup>31</sup>Ο εικοστος τεταρτος εις τον Ρωμαμθι-εζερ· ουτος οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, δωδεκα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 26" progress="39.13%" prev="iChr.25" next="iChr.27" id="iChr.26">
<h3 id="iChr.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="iChr.26-p1">
<scripture passage="1Chr 26:1" parsed="|1Chr|26|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.1" />
<sup>1</sup>Περι δε των διαιρεσεων των πυλωρων· εκ των Κοριτων ητο Μεσελεμιας ο υιος του Κορε, εκ των υιων Ασαφ.
<scripture passage="1Chr 26:2" parsed="|1Chr|26|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.2" />
<sup>2</sup>Και οι υιοι του Μεσελεμια ησαν Ζαχαριας ο πρωτοτοκος, Ιεδιαηλ ο δευτερος, Ζεβαδιας ο τριτος, Ιαθνιηλ ο τεταρτος,
<scripture passage="1Chr 26:3" parsed="|1Chr|26|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.3" />
<sup>3</sup>Ελαμ ο πεμπτος, Ιωαναν ο εκτος, Ελιωηναι ο εβδομος.
<scripture passage="1Chr 26:4" parsed="|1Chr|26|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.4" />
<sup>4</sup>οι δε υιοι του Ωβηδ-εδωμ, Σεμαιας ο πρωτοτοκος, Ιωζαβαδ ο δευτερος, Ιωαχ ο τριτος και Σαχαρ ο τεταρτος και Ναθαναηλ ο πεμπτος,
<scripture passage="1Chr 26:5" parsed="|1Chr|26|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.5" />
<sup>5</sup>Αμμιηλ ο εκτος, Ισσαχαρ ο εβδομος, Φεουλθαι ο ογδοος· διοτι ο Θεος ευλογησεν αυτον.
<scripture passage="1Chr 26:6" parsed="|1Chr|26|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.6" />
<sup>6</sup>Και εις Σεμαιαν τον υιον αυτου εγεννηθησαν υιοι, οιτινες εξουσιαζον επι του πατρικου οικου αυτων· διοτι ησαν δυνατοι εν ισχυι.
<scripture passage="1Chr 26:7" parsed="|1Chr|26|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.7" />
<sup>7</sup>Οι υιοι του Σεμαια, Γοθνι και Ραφαηλ και Ωβηδ και Ελζαβαδ, των οποιων οι αδελφοι ησαν ισχυροι, ο Ελιου, και ο Σεμαχιας.
<scripture passage="1Chr 26:8" parsed="|1Chr|26|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.8" />
<sup>8</sup>Παντες ουτοι εκ των υιων του Ωβηδ-εδωμ, αυτοι και οι υιοι αυτων και οι αδελφοι αυτων, ισχυροι και αξιοι δια την υπηρεσιαν, εξηκοντα δυο ησαν του Ωβηδ-εδωμ.
<scripture passage="1Chr 26:9" parsed="|1Chr|26|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.9" />
<sup>9</sup>Και ο Μεσελεμιας ειχεν υιους και αδελφους, ισχυρους, δεκαοκτω.
<scripture passage="1Chr 26:10" parsed="|1Chr|26|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.10" />
<sup>10</sup>Και ο Ωσα, εκ των υιων του Μεραρι, ειχεν υιους· Σιμρι τον πρωτον, διοτι πρωτοτοκος δεν ητο, ο πατηρ ομως αυτου εκαμεν αυτον πρωτον·
<scripture passage="1Chr 26:11" parsed="|1Chr|26|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.11" />
<sup>11</sup>Χελκιαν τον δευτερον, Τεβαλιαν τον τριτον, Ζαχαριαν τον τεταρτον· παντες οι υιοι και οι αδελφοι του Ωσα ησαν δεκατρεις.
<scripture passage="1Chr 26:12" parsed="|1Chr|26|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.12" />
<sup>12</sup>Μεταξυ αυτων εγειναν αι διαιρεσεις των πυλωρων· οι αρχηγοι των δυνατων ειχον τας φυλακας εξ ισου με τους αδελφους αυτων, δια να υπηρετωσιν εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 26:13" parsed="|1Chr|26|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.13" />
<sup>13</sup>Και ερριψαν κληρους εξ ισου ο μικρος καθως και ο μεγαλος, κατ' οικον των πατερων αυτων, περι εκαστης πυλης.
<scripture passage="1Chr 26:14" parsed="|1Chr|26|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.14" />
<sup>14</sup>Και επεσεν ο κληρος της προς ανατολας εις τον Σελεμιαν. Τοτε ερριψαν κληρους δια τον Ζαχαριαν τον υιον αυτου, συμβουλον σοφον· και ο κληρος αυτου εξηλθε δια την προς βορραν.
<scripture passage="1Chr 26:15" parsed="|1Chr|26|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.15" />
<sup>15</sup>Εις τον Ωβηδ-εδωμ, δια την προς νοτον· και εις τους υιους αυτου, δια τον οικον της συναξεως.
<scripture passage="1Chr 26:16" parsed="|1Chr|26|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.16" />
<sup>16</sup>Εις τον Σουφιμ και Ωσα, δια την προς δυσμας, μετα της πυλης Σαλεχεθ, πλησιον της οδου της αναβασεως, φυλακη απεναντι φυλακης.
<scripture passage="1Chr 26:17" parsed="|1Chr|26|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.17" />
<sup>17</sup>Κατα ανατολας ησαν εξ Λευιται, προς βορραν τεσσαρες την ημεραν, προς νοτον τεσσαρες την ημεραν και προς τον οικον της συναξεως ανα δυο.
<scripture passage="1Chr 26:18" parsed="|1Chr|26|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.18" />
<sup>18</sup>Εις Παρβαρ προς δυσμας τεσσαρες κατα την οδον της αναβασεως, και δυο εις Παρβαρ.
<scripture passage="1Chr 26:19" parsed="|1Chr|26|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.19" />
<sup>19</sup>Αυται ειναι αι διαιρεσεις των πυλωρων μεταξυ των υιων Κορε και μεταξυ των υιων Μεραρι.
<scripture passage="1Chr 26:20" parsed="|1Chr|26|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.20" />
<sup>20</sup>Και εκ των Λευιτων ο Αχια ητο επι τους θησαυρους του οικου του Θεου και επι τους θησαυρους των αφιερωματων.
<scripture passage="1Chr 26:21" parsed="|1Chr|26|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.21" />
<sup>21</sup>Περι δε των υιων του Λααδαν· οι υιοι του Γηρσωνιτου Λααδαν, αρχηγοι των πατριων του Λααδαν του Γηρσωνιτου ησαν Ιεχιηλ.
<scripture passage="1Chr 26:22" parsed="|1Chr|26|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.22" />
<sup>22</sup>οι υιοι του Ιεχηλ, Ζαιθαμ και Ιωηλ ο αδελφος αυτου, οιτινες ησαν επι τους θησαυρους του οικου του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 26:23" parsed="|1Chr|26|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.23" />
<sup>23</sup>Περι δε των Αμραμιτων, Ισααριτων, Χεβρωνιτων και Οζιηλιτων·
<scripture passage="1Chr 26:24" parsed="|1Chr|26|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.24" />
<sup>24</sup>ο μεν Σεβουηλ ο υιος του Γηρσωμ, υιου του Μωυσεως· ητο επιστατης επι τους θησαυρους.
<scripture passage="1Chr 26:25" parsed="|1Chr|26|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.25" />
<sup>25</sup>Οι δε αδελφοι αυτου εκ του Ελιεζερ, του οποιου ο υιος ητο ο Ρεαβιας, και Ιεσαιας ο υιος τουτου, και Ιωραμ ο υιος τουτου, και Ζιχρι ο υιος τουτου, και Σελωμειθ ο υιος τουτου·
<scripture passage="1Chr 26:26" parsed="|1Chr|26|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.26" />
<sup>26</sup>ο Σελωμειθ ουτος και οι αδελφοι αυτου ησαν επι παντας τους θησαυρους των αφιερωματων, τα οποια Δαβιδ ο βασιλευς και οι αρχοντες των πατριων, οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι, και οι αρχηγοι του στρατευματος, αφιερωσαν.
<scripture passage="1Chr 26:27" parsed="|1Chr|26|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.27" />
<sup>27</sup>Εκ των πολεμων και εκ των λαφυρων εκαμον την αφιερωσιν, δια να επισκευαζωσι τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 26:28" parsed="|1Chr|26|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.28" />
<sup>28</sup>Και παν ο, τι Σαμουηλ ο βλεπων, και Σαουλ ο υιος του Κεις, και Αβενηρ ο υιος του Νηρ, και Ιωαβ ο υιος της Σερουιας, αφιερωσαν, παν αφιερωμα ητο υπο την χειρα του Σελωμειθ και των αδελφων αυτου.
<scripture passage="1Chr 26:29" parsed="|1Chr|26|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.29" />
<sup>29</sup>Περι των Ισααριτων· ο Χενανιας και οι υιοι αυτου ησαν δια τας εξω υποθεσεις επι του Ισραηλ, επισταται και κριται.
<scripture passage="1Chr 26:30" parsed="|1Chr|26|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.30" />
<sup>30</sup>Περι δε των Χεβρωνιτων· ο Ασαβιας και οι αδελφοι αυτου, ισχυροι, χιλιοι επτακοσιοι ησαν εφοροι του Ισραηλ εντευθεν του Ιορδανου προς δυσμας, δια πασας τας υποθεσεις του Κυριου και δια την υπηρεσιαν του βασιλεως.
<scripture passage="1Chr 26:31" parsed="|1Chr|26|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.31" />
<sup>31</sup>Μεταξυ των Χεβρωνιτων ητο Ιεριας ο αρχηγος, μεταξυ των Χεβρωνιτων κατα τας γενεας αυτων, κατα τας πατριας. Εν τω τεσσαρακοστω ετει της βασιλειας του Δαβιδ εξητασθησαν και ευρεθησαν μεταξυ αυτων δυνατοι εν ισχυι, εν Ιαζηρ Γαλααδ.
<scripture passage="1Chr 26:32" parsed="|1Chr|26|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.26.32" />
<sup>32</sup>Και οι αδελφοι αυτου, ισχυροι, ησαν δυο χιλιαδες και επτακοσιοι αρχηγοι πατριων, τους οποιους κατεστησε Δαβιδ ο βασιλευς επι τους Ρουβηνιτας και τους Γαδιτας και το ημισυ της φυλης Μανασση, δια παν πραγμα του Θεου και δια τας υποθεσεις του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 27" progress="39.23%" prev="iChr.26" next="iChr.28" id="iChr.27">
<h3 id="iChr.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="iChr.27-p1">
<scripture passage="1Chr 27:1" parsed="|1Chr|27|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.1" />
<sup>1</sup>Οι δε υιοι Ισραηλ κατα την απαριθμησιν αυτων, οι αρχηγοι των πατριων και οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι και οι αξιωματικοι αυτων οι υπηρετουντες τον βασιλεα, καθ' υλην την ταξιν των διαιρεσεων, αιτινες εισηρχοντο και εξηρχοντο κατα μηνα εις παντας τους μηνας του ενιαυτου, ησαν εικοσιτεσσαρες χιλιαδες εις εκαστην διαιρεσιν.
<scripture passage="1Chr 27:2" parsed="|1Chr|27|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.2" />
<sup>2</sup>Επι της διαιρεσεως της πρωτης, δια τον πρωτον μηνα, ητο Ιασωβεαμ ο υιος του Ζαβδιηλ· και εν τη διαιρεσει αυτου ησαν εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:3" parsed="|1Chr|27|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.3" />
<sup>3</sup>Ουτος ητο εκ των υιων του Φαρες, αρχων παντων των αρχοντων των στρατευματων δια τον πρωτον μηνα.
<scripture passage="1Chr 27:4" parsed="|1Chr|27|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.4" />
<sup>4</sup>Και επι της διαιρεσεως του δευτερου μηνος ητο Δωδαι ο Αχωχιτης· και της διαιρεσεως αυτου αρχων ο Μικλωθ· εν τη διαιρεσει αυτου ησαν ομοιως εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:5" parsed="|1Chr|27|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.5" />
<sup>5</sup>Ο τριτος αρχηγος του στρατευματος δια τον τριτον μηνα ητο Βεναιας ο υιος του Ιωδαε, πρωτος αξιωματικος· και εν τη διαιρεσει αυτου ησαν εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:6" parsed="|1Chr|27|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.6" />
<sup>6</sup>Ουτος ειναι ο Βεναιας ο δυνατος μεταξυ των τριακοντα και επι των τριακοντα· και επι της διαιρεσεως αυτου ητο Αμμιζαβαδ ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Chr 27:7" parsed="|1Chr|27|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.7" />
<sup>7</sup>Ο τεταρτος δια τον τεταρτον μηνα Ασαηλ ο αδελφος του Ιωαβ, και μετ' αυτον Ζεβαδιας ο υιος αυτου· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:8" parsed="|1Chr|27|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.8" />
<sup>8</sup>Ο πεμπτος αρχηγος δια τον πεμπτον μηνα Σαμουθ ο Ιεζραιτης· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:9" parsed="|1Chr|27|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.9" />
<sup>9</sup>Ο εκτος δια τον εκτον μηνα Ιρας ο υιος του Ικκης ο Θεκωιτης· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:10" parsed="|1Chr|27|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.10" />
<sup>10</sup>Ο εβδομος δια τον εβδομον μηνα Χελης ο Φελωνιτης, εκ των υιων Εφραιμ· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:11" parsed="|1Chr|27|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.11" />
<sup>11</sup>Ο ογδοος δια τον ογδοον μηνα Σιββεχαι ο Χουσαθιτης, εκ των Ζαραιτων· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:12" parsed="|1Chr|27|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.12" />
<sup>12</sup>Ο εννατος δια τον εννατον μηνα Αβιεζερ ο Αναθωθιτης, εκ των Βενιαμιτων· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:13" parsed="|1Chr|27|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.13" />
<sup>13</sup>Ο δεκατος δια τον δεκατον μηνα Μααραι ο Νετωφαθιτης, εκ των Ζαραιτων· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:14" parsed="|1Chr|27|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.14" />
<sup>14</sup>Ο ενδεκατος δια τον ενδεκατον μηνα Βεναιας ο Πιραθωνιτης, εκ των υιων Εφραιμ· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:15" parsed="|1Chr|27|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.15" />
<sup>15</sup>Ο δωδεκατος δια τον δωδεκατον μηνα Χελδαι ο Νετωφαθιτης, εκ του Γοθονιηλ· και εν τη διαιρεσει αυτου εικοσιτεσσαρες χιλιαδες.
<scripture passage="1Chr 27:16" parsed="|1Chr|27|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.16" />
<sup>16</sup>Επι δε των φυλων του Ισραηλ, ο αρχων των Ρουβηνιτων ητο Ελιεζερ ο υιος του Ζιχρι· των Συμεωνιτων, Σεφατιας ο υιος του Μααχα·
<scripture passage="1Chr 27:17" parsed="|1Chr|27|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.17" />
<sup>17</sup>των Λευιτων, Ασαβιας ο υιος του Κεμουηλ· των Ααρωνιτων, ο Σαδωκ·
<scripture passage="1Chr 27:18" parsed="|1Chr|27|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.18" />
<sup>18</sup>του Ιουδα, ο Ελιου, εκ των αδελφων του Δαβιδ· του Ισσαχαρ, Αμρι ο υιος του Μιχαηλ·
<scripture passage="1Chr 27:19" parsed="|1Chr|27|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.19" />
<sup>19</sup>του Ζαβουλων, Ισμαιας ο υιος του Οβαδια· του Νεφθαλι, Ιεριμωθ ο υιος του Αζριηλ·
<scripture passage="1Chr 27:20" parsed="|1Chr|27|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.20" />
<sup>20</sup>των υιων Εφραιμ, Ιησους ο υιος του Αζαζιου· της ημισειας φυλης Μανασση, Ιωηλ ο υιος του Φεδαια·
<scripture passage="1Chr 27:21" parsed="|1Chr|27|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.21" />
<sup>21</sup>της ημισειας φυλης Μανασση εν Γαλααδ, Ιδδω ο υιος του Ζαχαρια· του Βενιαμιν, Ιασιηλ ο υιος του Αβενηρ·
<scripture passage="1Chr 27:22" parsed="|1Chr|27|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.22" />
<sup>22</sup>του Δαν, Αζαρεηλ ο υιος του Ιεροαμ. Ουτοι ησαν οι αρχοντες των φυλων του Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 27:23" parsed="|1Chr|27|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.23" />
<sup>23</sup>Πλην ο Δαβιδ δεν ελαβε τον αριθμον αυτων απο εικοσι ετων ηλικιας και κατω· διοτι ο Κυριος ειπεν, οτι θελει πληθυνει τον Ισραηλ ως τα αστρα του ουρανου.
<scripture passage="1Chr 27:24" parsed="|1Chr|27|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.24" />
<sup>24</sup>Ο Ιωαβ ο υιος της Σερουιας ηρχισε να αριθμη, πλην δεν ετελειωσε, διοτι επεσε δια τουτο οργη κατα του Ισραηλ· οθεν δεν κατεχωρισθη ο αριθμος μεταξυ των απαριθμησεων εν τοις χρονικοις του βασιλεως Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 27:25" parsed="|1Chr|27|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.25" />
<sup>25</sup>Επι δε των θησαυρων του βασιλεως ητο Αζμαβεθ ο υιος του Αδηλ· και επι των θησαυρων των αγρων, των πολεων και των κωμων και των φρουριων, Ιωναθαν ο υιος του Οζιου·
<scripture passage="1Chr 27:26" parsed="|1Chr|27|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.26" />
<sup>26</sup>και επι των εργαζομενων το εργον των αγρων δια την γεωργιαν της γης, Εζρι ο υιος του Χελουβ·
<scripture passage="1Chr 27:27" parsed="|1Chr|27|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.27" />
<sup>27</sup>και επι των αμπελωνων, Σιμει ο Ραμαθαιος· και επι του εισοδηματος των αμπελωνων δια τας οινοθηκας, Ζαβδι ο Σιφμιτης·
<scripture passage="1Chr 27:28" parsed="|1Chr|27|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.28" />
<sup>28</sup>και επι των ελαιων και συκαμινων των εν τη πεδινη, Βααλ-αναν ο Γεδεριτης· και επι των ελαιοθηκων, ο Ιωας·
<scripture passage="1Chr 27:29" parsed="|1Chr|27|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.29" />
<sup>29</sup>και επι των βοων των βοσκομενων εν Σαρων, Σιτραι ο Σαρωνιτης· και επι των βοων των εν ταις κοιλασι, Σαφατ ο υιος του Αδλαι·
<scripture passage="1Chr 27:30" parsed="|1Chr|27|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.30" />
<sup>30</sup>και επι των καμηλων, Οβιλ ο Ισμαηλιτης· και επι των ονων, Ιεδαιας ο Μερωνοθιτης·
<scripture passage="1Chr 27:31" parsed="|1Chr|27|31|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.31" />
<sup>31</sup>και επι των προβατων, Ιαζιζ ο Αγαριτης. Παντες ουτοι ησαν επισταται των υπαρχοντων του βασιλεως Δαβιδ.
<scripture passage="1Chr 27:32" parsed="|1Chr|27|32|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Ιωναθαν, ο πατραδελφος του Δαβιδ, ητο συμβουλος, ανηρ συνετος και γραμματευς· και Ιεχιηλ, ο υιος του Αχμονι, ητο μετα των υιων του βασιλεως·
<scripture passage="1Chr 27:33" parsed="|1Chr|27|33|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.33" />
<sup>33</sup>και ο Αχιτοφελ, συμβουλος του βασιλεως· και Χουσαι ο Αρχιτης, οικειος του βασιλεως·
<scripture passage="1Chr 27:34" parsed="|1Chr|27|34|0|0" osisRef="Bible:1Chr.27.34" />
<sup>34</sup>και μετα τον Αχιτοφελ, Ιωδαε ο υιος του Βεναια και ο Αβιαθαρ· αρχιστρατηγος δε του βασιλεως ο Ιωαβ.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 28" progress="39.33%" prev="iChr.27" next="iChr.29" id="iChr.28">
<h3 id="iChr.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="iChr.28-p1">
<scripture passage="1Chr 28:1" parsed="|1Chr|28|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.1" />
<sup>1</sup>Και συνεκαλεσεν ο Δαβιδ παντας τους αρχοντας του Ισραηλ, τους αρχοντας των φυλων και τους αρχοντας των διαιρεσεων αιτινες υπηρετουν τον βασιλεα, και τους χιλιαρχους και τους εκατονταρχους και τους επιστατας παντων των υπαρχοντων και κτηματων του βασιλεως και των υιων αυτου, μετα των ευνουχων και των ανδρειων, και παντων των δυνατων εν ισχυι, εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 28:2" parsed="|1Chr|28|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.2" />
<sup>2</sup>Και σταθεις ο βασιλευς Δαβιδ επι των ποδων αυτου, ειπεν, Ακουσατε μου, αδελφοι μου και λαε μου· Εγω συνελαβον εν τη καρδια μου να οικοδομησω οικον αναπαυσεως δια την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου και δια το υποποδιον των ποδων του Θεου ημων· και εκαμον ετοιμασιαν δια την οικοδομην.
<scripture passage="1Chr 28:3" parsed="|1Chr|28|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.3" />
<sup>3</sup>Ο Θεος ομως ειπε προς εμε, Συ δεν θελεις οικοδομησει οικον εις το ονομα μου, διοτι εισαι ανηρ πολεμων και αιματα εχυσας.
<scripture passage="1Chr 28:4" parsed="|1Chr|28|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.4" />
<sup>4</sup>Εξελεξε δε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ εμε εκ παντος του οικου του πατρος μου, δια να ημαι βασιλευς επι τον Ισραηλ εις τον αιωνα· διοτι εξελεξε τον Ιουδαν αρχοντα· εκ δε του οικου του Ιουδα εξελεξε τον οικον του πατρος μου· μεταξυ δε των υιων του πατρος μου εμε ηυδοκησε να καμη βασιλεα επι παντα τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 28:5" parsed="|1Chr|28|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.5" />
<sup>5</sup>και εκ παντων των υιων μου, διοτι ο Κυριος πολλους υιους εδωκεν εις εμε, εξελεξε Σολομωντα τον υιον μου, δια να καθιση επι τον θρονον της βασιλειας του Κυριου, επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 28:6" parsed="|1Chr|28|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς εμε, Σολομων ο υιος σου, αυτος θελει οικοδομησει τον οικον μου και τας αυλας μου· διοτι αυτον εξελεξα υιον εις εμε, και εγω θελω εισθαι πατηρ εις αυτον·
<scripture passage="1Chr 28:7" parsed="|1Chr|28|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.7" />
<sup>7</sup>και θελω στερεωσει την βασιλειαν αυτου εως αιωνος, εαν μενη σταθερος εις το να εκτελη τας εντολας μου και τας κρισεις μου, καθως εν τη ημερα ταυτη.
<scripture passage="1Chr 28:8" parsed="|1Chr|28|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον, ενωπιον παντος του Ισραηλ της συναγωγης του Κυριου και εις επηκοον του Θεου ημων, προς εσας λεγω, Φυλαττετε και ζητειτε πασας τας εντολας Κυριου του Θεου σας· δια να κυριευητε την γην ταυτην την αγαθην, και να αφησητε αυτην υστερον απο σας κληρονομιαν εις τους υιους σας δια παντος.
<scripture passage="1Chr 28:9" parsed="|1Chr|28|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.9" />
<sup>9</sup>Και συ, Σολομων υιε μου, γνωρισον τον Θεον του πατρος σου και δουλευε αυτον εν καρδια τελεια και εν ψυχη θελουση· διοτι ο Κυριος εξεταζει πασας τας καρδιας και εξευρει παντας τους λογισμους των διανοιων· εαν εκζητης αυτον, θελει ευρισκεσθαι υπο σου· εαν ομως εγκαταλιπης αυτον, θελει σε απορριψει δια παντος.
<scripture passage="1Chr 28:10" parsed="|1Chr|28|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.10" />
<sup>10</sup>Ιδε τωρα οτι ο Κυριος σε εξελεξε, δια να οικοδομησης οικον εις αγιαστηριον· ενδυναμου και εκτελει.
<scripture passage="1Chr 28:11" parsed="|1Chr|28|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.11" />
<sup>11</sup>Και εδωκεν ο Δαβιδ εις τον Σολομωντα τον υιον αυτου το σχεδιον του προναου και των οικων αυτου, και των θησαυροφυλακιων αυτου, και των υπερωων αυτου και των εσω δωματιων αυτου και του οικου του ιλαστηριου,
<scripture passage="1Chr 28:12" parsed="|1Chr|28|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.12" />
<sup>12</sup>και το σχεδιον παντων οσα συνελαβεν εν τω πνευματι αυτου, των αυλων του οικου του Κυριου και παντων των περιξ οικηματων, των αποθηκων του οικου του Θεου και των αποθηκων των αφιερωματων·
<scripture passage="1Chr 28:13" parsed="|1Chr|28|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.13" />
<sup>13</sup>και των διαιρεσεων των ιερεων και Λευιτων και παντος του εργου της υπηρεσιας του οικου του Κυριου, και παντων των σκευων της υπηρεσιας του οικου του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 28:14" parsed="|1Chr|28|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.14" />
<sup>14</sup>Εδωκε χρυσον κατα βαρος δια τα χρυσα, δια παντα τα σκευη παντος ειδους υπηρεσιας· και αργυρον κατα βαρος δια παντα τα σκευη τα αργυρα, δια παντα τα σκευη παντος ειδους υπηρεσιας·
<scripture passage="1Chr 28:15" parsed="|1Chr|28|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.15" />
<sup>15</sup>και το βαρος δια τας χρυσας λυχνιας και δια τους χρυσους λυχνους αυτων, κατα βαρος δι' εκαστην λυχνιαν και δια τους λυχνους αυτης· και δια τας αργυρας λυχνιας κατα βαρος, δια την λυχνιαν και δια τους λυχνους αυτης, κατα την χρησιν εκαστης λυχνιας·
<scripture passage="1Chr 28:16" parsed="|1Chr|28|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.16" />
<sup>16</sup>και χρυσον κατα βαρος δια τας τραπεζας των αρτων της προθεσεως, δι' εκαστην τραπεζαν· και αργυρον δια τας τραπεζας τας αργυρας·
<scripture passage="1Chr 28:17" parsed="|1Chr|28|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.17" />
<sup>17</sup>και χρυσον καθαρον δια τας κρεαγρας και δια τας λεκανας και δια τας φιαλας· και δια τους χρυσους κρατηρας, κατα βαρος δι' εκαστον κρατηρα· κατα βαρος ομοιως δι' εκαστον αργυρουν κρατηρα·
<scripture passage="1Chr 28:18" parsed="|1Chr|28|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.18" />
<sup>18</sup>και δια το θυσιαστηριον του θυμιαματος, κεκαθαρισμενον χρυσιον κατα βαρος· και χρυσιον δια το σχεδιον της αμαξης των χερουβειμ, τα οποια εξαπλονουσι τας πτερυγας και σκεπαζουσι την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 28:19" parsed="|1Chr|28|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.19" />
<sup>19</sup>Τα παντα, ειπεν, ο Κυριος εφανερωσε, γραψας δια της χειρος αυτου προς εμε παντα τα εργα του σχεδιου.
<scripture passage="1Chr 28:20" parsed="|1Chr|28|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς Σολομωντα τον υιον αυτου, Ενδυναμου και ανδριζου και εκτελει μη φοβου μηδε πτοηθης· διοτι Κυριος ο Θεος, ο Θεος μου, θελει εισθαι μετα σου· δεν θελει σε αφησει ουδε σε εγκαταλειψει, εωσου τελειωσης απαν το εργον της υπηρεσιας του οικου του Κυριου.
<scripture passage="1Chr 28:21" parsed="|1Chr|28|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.28.21" />
<sup>21</sup>Και ιδου, αι διαιρεσεις των ιερεων και Λευιτων δια πασαν υπηρεσιαν του οικου του Θεου· και θελουσιν εισθαι μετα σου, δια παν εργον, πας επιστημων, προθυμος εις παν ειδος υπηρεσιας, και οι αρχοντες και πας ο λαος, ετοιμοι εις παντα τα προσταγματα σου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Chronicles 29" progress="39.43%" prev="iChr.28" next="iiChr" id="iChr.29">
<h3 id="iChr.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="iChr.29-p1">
<scripture passage="1Chr 29:1" parsed="|1Chr|29|1|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς Δαβιδ προς πασαν την συναξιν, Σολομων ο υιος μου, τον οποιον μονον εξελεξεν ο Θεος, ειναι ετι νεος και απαλος· το δε εργον μεγα· διοτι δεν ειναι δια ανθρωπον η οικοδομη, αλλα δια Κυριον τον Θεον.
<scripture passage="1Chr 29:2" parsed="|1Chr|29|2|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.2" />
<sup>2</sup>Εγω λοιπον ητοιμασα καθ' ολην την δυναμιν μου δια τον οικον του Θεου μου, τον χρυσον δια τα χρυσα και τον αργυρον δια τα αργυρα και τον χαλκον δια τα χαλκινα, τον σιδηρον δια τα σιδηρα και ξυλα δια τα ξυλινα, ονυχιτας λιθους και λιθους ενθεσεως, λιθους λαμπρους και ποικιλους και παντος ειδους πολυτιμους λιθους και μαρμαρα αφθονα.
<scripture passage="1Chr 29:3" parsed="|1Chr|29|3|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.3" />
<sup>3</sup>Και ετι δια τον ποθον μου εις τον οικον του Θεου μου, και εκ των ιδιων μου υπαρχοντων εδωκα περιπλεον χρυσιον και αργυριον δια τον οικον του Θεου μου, εκτος παντος εκεινου το οποιον ητοιμασα δια τον οικον τον αγιον·
<scripture passage="1Chr 29:4" parsed="|1Chr|29|4|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.4" />
<sup>4</sup>τρεις χιλιαδας ταλαντα χρυσιου, εκ του χρυσιου Οφειρ, και επτα χιλιαδας ταλαντα κεκαθαρισμενου αργυριου, δια να περισκεπασωσι τους τοιχους των οικων·
<scripture passage="1Chr 29:5" parsed="|1Chr|29|5|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.5" />
<sup>5</sup>το χρυσιον δια τα χρυσα, και το αργυριον δια τα αργυρα, και δια πασαν εργασιαν γινομενην δια των χειρων των τεχνιτων. Τις λοιπον προθυμειται να καμη σημερον προσφοραν εις τον Κυριον;
<scripture passage="1Chr 29:6" parsed="|1Chr|29|6|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.6" />
<sup>6</sup>Τοτε οι αρχοντες των πατριων και οι αρχοντες των φυλων του Ισραηλ και οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι και οι επισταται των εργων του βασιλεως, επροθυμηθησαν·
<scripture passage="1Chr 29:7" parsed="|1Chr|29|7|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.7" />
<sup>7</sup>και εδωκαν δια το εργον του οικου του Θεου, χρυσιου πεντακισχιλια ταλαντα και δεκα χιλιαδας χρυσων, και αργυριου δεκα χιλιαδας ταλαντων, και χαλκου δεκαοκτω χιλιαδας ταλαντων, και εκατον χιλιαδας ταλαντων σιδηρου.
<scripture passage="1Chr 29:8" parsed="|1Chr|29|8|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.8" />
<sup>8</sup>Και εις οσους ευρεθησαν λιθοι τιμιοι, εδωκαν αυτους εις το θησαυροφυλακιον του οικου του Κυριου δια χειρος Ιεχιηλ του Γηρσωνιτου.
<scripture passage="1Chr 29:9" parsed="|1Chr|29|9|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.9" />
<sup>9</sup>Εχαρη δε ο λαος, διοτι επροθυμηθησαν, επειδη με πληρη καρδιαν προσεφεραν αυτοπροαιρετως εις τον Κυριον· και ο βασιλευς Δαβιδ ετι εχαρη χαραν μεγαλην.
<scripture passage="1Chr 29:10" parsed="|1Chr|29|10|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.10" />
<sup>10</sup>Και ευλογησεν ο Δαβιδ τον Κυριον ενωπιον πασης της συναξεως· και ειπεν ο Δαβιδ, Ευλογητος συ, Κυριε ο Θεος του Ισραηλ, ο πατηρ ημων, απο του αιωνος και εως του αιωνος.
<scripture passage="1Chr 29:11" parsed="|1Chr|29|11|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.11" />
<sup>11</sup>Σου, Κυριε, ειναι η μεγαλωσυνη και η δυναμις και η τιμη και η νικη και η δοξα· διοτι σου ειναι παντα τα εν ουρανω και τα επι γης· σου η βασιλεια, Κυριε, και συ εισαι ο υψουμενος ως κεφαλη υπερανω παντων·
<scripture passage="1Chr 29:12" parsed="|1Chr|29|12|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.12" />
<sup>12</sup>και ο πλουτος και η δοξα παρα σου ερχονται, και συ δεσποζεις των απαντων· και εις την χειρα σου ειναι η ισχυς και η δυναμις· και εις την χειρα σου το να μεγαλυνης και να ισχυροποιης τα παντα.
<scripture passage="1Chr 29:13" parsed="|1Chr|29|13|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.13" />
<sup>13</sup>Τωρα λοιπον, Θεε ημων, ημεις ευχαριστουμεν σε και υμνουμεν το ενδοξον ονομα σου.
<scripture passage="1Chr 29:14" parsed="|1Chr|29|14|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.14" />
<sup>14</sup>Αλλα τις ειμαι εγω, και τις ο λαος μου, ωστε να δυνηθωμεν να προσφερωμεν προθυμως εις σε κατα ταυτα; διοτι τα παντα ερχονται εκ σου και εκ των σων διδομεν εις σε.
<scripture passage="1Chr 29:15" parsed="|1Chr|29|15|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ειμεθα ξενοι ενωπιον σου και παροικοι, καθως παντες οι πατερες ημων· αι ημεραι ημων επι της γης ειναι ως σκια, και μονιμοτης δεν υπαρχει.
<scripture passage="1Chr 29:16" parsed="|1Chr|29|16|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.16" />
<sup>16</sup>Κυριε Θεε ημων, απαν τουτο το πληθος, το οποιον ητοιμασαμεν δια να οικοδομησωμεν οικον εις σε δια το ονομα σου το αγιον, εκ της χειρος σου ερχεται, και σου ειναι τα παντα.
<scripture passage="1Chr 29:17" parsed="|1Chr|29|17|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.17" />
<sup>17</sup>Και γνωριζω, Θεε μου, οτι συ εισαι ο δοκιμαζων την καρδιαν και αρεσκεσαι εις την ευθυτητα. Εγω εν ευθυτητι της καρδιας μου προσεφερα παντα ταυτα· και τωρα ειδον μετ' ευφροσυνης τον λαον σου, τον ενταυθα παροντα, οτι αυτοπροαιρετως προσφερει εις σε.
<scripture passage="1Chr 29:18" parsed="|1Chr|29|18|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.18" />
<sup>18</sup>Κυριε Θεε του Αβρααμ, του Ισαακ και του Ισραηλ, των πατερων ημων, φυλαττε τουτο δια παντος εις τους διαλογισμους της καρδιας του λαου σου, και κατευθυνε την καρδιαν αυτων προς σε·
<scripture passage="1Chr 29:19" parsed="|1Chr|29|19|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.19" />
<sup>19</sup>και δος εις τον Σολομωντα τον υιον μου καρδιαν τελειαν, δια να φυλαττη τας εντολας σου, τα μαρτυρια σου και τα προσταγματα σου, και να εκτελη τα παντα και να κατασκευαση την οικοδομην, την οποιαν προητοιμασα.
<scripture passage="1Chr 29:20" parsed="|1Chr|29|20|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Δαβιδ προς πασαν την συναξιν, Ευλογησατε τωρα Κυριον τον Θεον σας. Και πασα η συναξις ευλογησε Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων και κυψαντες, προσεκυνησαν τον Κυριον και τον βασιλεα.
<scripture passage="1Chr 29:21" parsed="|1Chr|29|21|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.21" />
<sup>21</sup>Και την ακολουθον ημεραν εθυσιασαν θυσιας εις τον Κυριον και προσεφεραν ολοκαυτωματα προς τον Κυριον, χιλιους μοσχους, χιλιους κριους, χιλια αρνια, και τας σπονδας αυτων και θυσιας αφθονους δια παντα τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 29:22" parsed="|1Chr|29|22|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.22" />
<sup>22</sup>και εφαγον και επιον ενωπιον του Κυριου την ημεραν εκεινην, εν χαρα μεγαλη. Και εκηρυξαν εκ δευτερου Σολομωντα τον υιον του Δαβιδ βασιλεα, και εχρισαν αυτον εις τον Κυριον, δια να ηναι αρχων, και τον Σαδωκ δια ιερεα.
<scripture passage="1Chr 29:23" parsed="|1Chr|29|23|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.23" />
<sup>23</sup>Τοτε ο Σολομων εκαθησεν επι του θρονου του Κυριου βασιλευς αντι Δαβιδ του πατρος αυτου, και ευημερησε· και πας ο Ισραηλ υπηκουσεν εις αυτον.
<scripture passage="1Chr 29:24" parsed="|1Chr|29|24|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.24" />
<sup>24</sup>Και παντες οι αρχοντες και οι δυνατοι και παντες ετι οι υιοι του βασιλεως Δαβιδ υπεταχθησαν εις Σολομωντα τον βασιλεα.
<scripture passage="1Chr 29:25" parsed="|1Chr|29|25|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.25" />
<sup>25</sup>Και εμεγαλυνεν ο Κυριος εις ακρον τον Σολομωντα εμπροσθεν παντος του Ισραηλ, και εθεσεν επ' αυτον μεγαλειοτητα βασιλικην, οποια δεν εσταθη εις ουδενα βασιλεα προ αυτου εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="1Chr 29:26" parsed="|1Chr|29|26|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.26" />
<sup>26</sup>Ουτω Δαβιδ ο υιος του Ιεσσαι εβασιλευσεν επι παντα τον Ισραηλ·
<scripture passage="1Chr 29:27" parsed="|1Chr|29|27|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.27" />
<sup>27</sup>και ο καιρος τον οποιον εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ ητο τεσσαρακοντα ετη· επτα ετη εβασιλευσεν εν Χεβρων και τριακοντα τρια εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="1Chr 29:28" parsed="|1Chr|29|28|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.28" />
<sup>28</sup>Και ετελευτησεν εις γηρας καλον, πληρης ημερων, πλουτου και δοξης· και εβασιλευσεν αντ' αυτου Σολομων ο υιος αυτου.
<scripture passage="1Chr 29:29" parsed="|1Chr|29|29|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.29" />
<sup>29</sup>Αι δε πραξεις του βασιλεως Δαβιδ, αι πρωται και αι τελευταιαι ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω Σαμουηλ του βλεποντος, και εν τω βιβλιω Ναθαν του προφητου, και εν τω βιβλιω Γαδ του βλεποντος,
<scripture passage="1Chr 29:30" parsed="|1Chr|29|30|0|0" osisRef="Bible:1Chr.29.30" />
<sup>30</sup>μετα πασης αυτου της βασιλειας και της δυναμεως αυτου και των καιρων, οιτινες παρηλθον επ' αυτον και επι τον Ισραηλ και επι πασας τας βασιλειας της γης.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Chronicles" progress="39.56%" prev="iChr.29" next="iiChr.1" id="iiChr">
<h2 id="iiChr-p0.1">2 Chronicles</h2>

<div3 title="2 Chronicles 1" progress="39.56%" prev="iiChr" next="iiChr.2" id="iiChr.1">
<h3 id="iiChr.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.1-p1">
<scripture passage="2Chr 1:1" parsed="|2Chr|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.1" />
<sup>1</sup>Και εκραταιωθη ο Σολομων ο υιος του Δαβιδ εις την βασιλειαν αυτου· και Κυριος ο Θεος αυτου ητο μετ' αυτου, και εμεγαλυνεν αυτον εις ακρον.
<scripture passage="2Chr 1:2" parsed="|2Chr|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.2" />
<sup>2</sup>Και ελαλησεν ο Σολομων προς παντα τον Ισραηλ, προς τους χιλιαρχους και εκατονταρχους και προς τους κριτας και προς παντας τους αρχοντας παντος του Ισραηλ, τους αρχηγους των πατριων·
<scripture passage="2Chr 1:3" parsed="|2Chr|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.3" />
<sup>3</sup>και υπηγαν ο Σολομων και πασα η συναξις μετ' αυτου εις τον υψηλον τοπον τον εν Γαβαων· διοτι εκει ητο η σκηνη του μαρτυριου του Θεου, την οποιαν Μωυσης, ο δουλος του Κυριου, εκαμεν εν τη ερημω.
<scripture passage="2Chr 1:4" parsed="|2Chr|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Δαβιδ ειχεν αναβιβασει την κιβωτον του Θεου απο Κιριαθ-ιαρειμ εις τον τοπον τον οποιον προητοιμασεν ο Δαβιδ δι' αυτην· διοτι ειχε στησει σκηνην δι' αυτην εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 1:5" parsed="|2Chr|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.5" />
<sup>5</sup>Και το χαλκουν θυσιαστηριον, το οποιον εκαμε Βεσελεηλ ο υιος του Ουρι, υιου του Ωρ, ητο εκει εμπροσθεν της σκηνης του Κυριου· και εξεζητησαν αυτο ο Σολομων και η συναξις.
<scripture passage="2Chr 1:6" parsed="|2Chr|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.6" />
<sup>6</sup>Και ανεβη ο Σολομων εκει επι το χαλκουν θυσιαστηριον ενωπιον του Κυριου, το εν τη σκηνη του μαρτυριου, και προσεφερεν επ' αυτο χιλια ολοκαυτωματα.
<scripture passage="2Chr 1:7" parsed="|2Chr|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.7" />
<sup>7</sup>Κατ' εκεινην την νυκτα εφανη ο Θεος εις τον Σολομωντα και ειπε προς αυτον, Ζητησον τι να σοι δωσω.
<scripture passage="2Chr 1:8" parsed="|2Chr|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Σολομων ειπε προς τον Θεον, Συ εκαμες μεγα ελεος προς Δαβιδ τον πατερα μου, και με κατεστησας βασιλεα αντ' αυτου·
<scripture passage="2Chr 1:9" parsed="|2Chr|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.9" />
<sup>9</sup>τωρα, Κυριε Θεε, ας βεβαιωθη ο λογος σου ο προς τον Δαβιδ τον πατερα μου· διοτι συ με εκαμες βασιλεα επι λαον πολυν ως το χωμα της γης·
<scripture passage="2Chr 1:10" parsed="|2Chr|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.10" />
<sup>10</sup>δος τωρα εις εμε σοφιαν και συνεσιν, δια να εξερχωμαι και να εισερχωμαι εμπροσθεν του λαου τουτου· διοτι τις δυναται να κρινη τον λαον σου τουτον τον μεγαν;
<scripture passage="2Chr 1:11" parsed="|2Chr|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Σολομωντα, Επειδη συνελαβες τουτο εν τη καρδια σου, και δεν εζητησας πλουτη, αγαθα και δοξαν ουδε την ζωην των μισουντων σε, ουδε πολυζωιαν εζητησας, αλλ' εζητησας εις σεαυτον σοφιαν και συνεσιν, δια να κρινης τον λαον μου, επι τον οποιον σε εκαμα βασιλεα·
<scripture passage="2Chr 1:12" parsed="|2Chr|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.12" />
<sup>12</sup>η σοφια και η συνεσις διδεται εις σε· και πλουτον και αγαθα και δοξαν θελω δωσει εις σε, ως δεν εγεινεν εις τους βασιλεις τους προ σου, ουδε εις τους μετα σε θελουσι γεινει τοιαυτα.
<scripture passage="2Chr 1:13" parsed="|2Chr|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.13" />
<sup>13</sup>Τοτε επεστρεψεν ο Σολομων εις Ιερουσαλημ, απο του υψηλου τοπου του εν Γαβαων, απ' εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου, και εβασιλευεν επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 1:14" parsed="|2Chr|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.14" />
<sup>14</sup>Και συνηθροισεν ο Σολομων αμαξας και ιππεις· και ειχε χιλιας τετρακοσιας αμαξας και δωδεκα χιλιαδας ιππεων, τους οποιους εθεσεν εις τας πολεις των αμαξων και πλησιον του βασιλεως εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 1:15" parsed="|2Chr|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.15" />
<sup>15</sup>Και κατεστησεν εν Ιερουσαλημ ο βασιλευς τον αργυρον και τον χρυσον ως λιθους, και τας κεδρους κατεστησεν ως τας εν τη πεδιαδι συκαμινους, δια την αφθονιαν.
<scripture passage="2Chr 1:16" parsed="|2Chr|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.16" />
<sup>16</sup>Εγινετο δε εις τον Σολομωντα εξαγωγη ιππων και λινου νηματος εξ Αιγυπτου· το μεν λινουν νημα ελαμβανον οι εμποροι του βασιλεως εις ωρισμενην τιμην.
<scripture passage="2Chr 1:17" parsed="|2Chr|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.1.17" />
<sup>17</sup>Ανεβιβαζον δε και εφερον εξ Αιγυπτου μιαν αμαξαν δια εξακοσιους σικλους αργυρους, και εκαστον ιππον δια εκατον πεντηκοντα· και ουτω δια παντας τους βασιλεις των Χετταιων και δια τους βασιλεις της Συριας η εξαγωγη εγινετο δια χειρος αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 2" progress="39.63%" prev="iiChr.1" next="iiChr.3" id="iiChr.2">
<h3 id="iiChr.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.2-p1">
<scripture passage="2Chr 2:1" parsed="|2Chr|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.1" />
<sup>1</sup>Και απεφασισεν ο Σολομων να οικοδομηση οικον εις το ονομα του Κυριου και οικον βασιλικον εις εαυτον,
<scripture passage="2Chr 2:2" parsed="|2Chr|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.2" />
<sup>2</sup>Και ηριθμησεν ο Σολομων εβδομηκοντα χιλιαδας ανδρων αχθοφορων, και ογδοηκοντα χιλιαδας λιθοτομων εν τω ορει, και τρεις χιλιαδας εξακοσιους επιστατας επ' αυτων.
<scripture passage="2Chr 2:3" parsed="|2Chr|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν ο Σολομων προς Χουραμ τον βασιλεα της Τυρου, λεγων, Καθως εκαμες εις τον Δαβιδ τον πατερα μου, και επεμψας προς αυτον κεδρους δια να οικοδομηση εις εαυτον οικον να κατοικηση εν αυτω, ουτω καμε και εις εμε.
<scripture passage="2Chr 2:4" parsed="|2Chr|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, εγω οικοδομω οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου μου, δια να καθιερωσω τουτον εις αυτον, δια να προσφερηται ενωπιον αυτου θυμιαμα ευωδιας και οι παντοτεινοι αρτοι της προθεσεως και τα ολοκαυτωματα τα πρωινα και εσπερινα, εν τοις σαββασι και εν ταις νεομηνιαις και εν ταις επισημοις εορταις Κυριου του Θεου ημων· τουτο ειναι χρεος του Ισραηλ εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Chr 2:5" parsed="|2Chr|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.5" />
<sup>5</sup>Και ο οικος τον οποιον οικοδομω ειναι μεγας· διοτι μεγας ο Θεος ημων υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="2Chr 2:6" parsed="|2Chr|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.6" />
<sup>6</sup>Αλλα τις δυναται να οικοδομηση εις αυτον οικον, ενω ο ουρανος και ο ουρανος των ουρανων δεν ειναι ικανοι να χωρεσωσιν αυτον; Τις δε ειμαι εγω, ωστε να οικοδομησω οικον εις αυτον; ειμη μονον δια να θυσιαζω ενωπιον αυτου;
<scripture passage="2Chr 2:7" parsed="|2Chr|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.7" />
<sup>7</sup>Τωρα λοιπον αποστειλον προς εμε ανδρα σοφον εις το να εργαζηται εις χρυσον και εις αργυρον και εις χαλκον και εις σιδηρον και εις πορφυραν και εις κοκκινον και εις κυανουν, και επιστημονα εις το εγγλυφειν γλυφας μετα των σοφων των μετ' εμου εν τη Ιουδαια και εν τη Ιερουσαλημ, τους οποιους Δαβιδ ο πατηρ μου ητοιμασεν.
<scripture passage="2Chr 2:8" parsed="|2Chr|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.8" />
<sup>8</sup>Αποστειλον μοι και ξυλα κεδρινα, πευκινα και ξυλα αλγουμειμ εκ του Λιβανου· διοτι εγω γνωριζω οτι οι δουλοι σου εξευρουσι να κοπτωσι ξυλα εν τω Λιβανω· και ιδου, οι δουλοι μου θελουσιν εισθαι μετα των δουλων σου,
<scripture passage="2Chr 2:9" parsed="|2Chr|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.9" />
<sup>9</sup>δια να ετοιμασωσιν εις εμε ξυλα εν αφθονια· διοτι ο οικος τον οποιον εγω οικοδομω θελει εισθαι μεγας και θαυμαστος.
<scripture passage="2Chr 2:10" parsed="|2Chr|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.10" />
<sup>10</sup>Και ιδου, θελω δωσει εις τους δουλους σου τους ξυλοτομους εικοσι χιλιαδας κορους σιτου κοπανισμενου, και εικοσι χιλιαδας κορους κριθης, και εικοσι χιλιαδας βαθ οινου, και εικοσι χιλιαδας βαθ ελαιου.
<scripture passage="2Chr 2:11" parsed="|2Chr|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.11" />
<sup>11</sup>Και απεκριθη ο Χουραμ ο βασιλευς της Τυρου δι' επιστολης, την οποιαν εστειλε προς τον Σολομωντα, Επειδη ο Κυριος ηγαπησε τον λαον αυτου, σε κατεστησε βασιλεα επ' αυτους·
<scripture passage="2Chr 2:12" parsed="|2Chr|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.12" />
<sup>12</sup>ειπεν ετι ο Χουραμ, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, ο ποιητης του ουρανου και της γης, οστις εδωκεν εις τον Δαβιδ τον βασιλεα υιον σοφον, εχοντα φρονησιν και συνεσιν, οστις θελει οικοδομησει οικον εις τον Κυριον και οικον βασιλικον εις εαυτον·
<scripture passage="2Chr 2:13" parsed="|2Chr|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.13" />
<sup>13</sup>αποστελλω λοιπον τωρα ανθρωπον σοφον, εχοντα συνεσιν, του Χουραμ του πατρος μου,
<scripture passage="2Chr 2:14" parsed="|2Chr|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.14" />
<sup>14</sup>υιον γυναικος εκ των θυγατερων Δαν και πατρος Τυριου, επιστημονα εις το να εργαζηται εις χρυσον και εις αργυρον, εις χαλκον, εις σιδηρον, εις λιθους και εις ξυλα, εις πορφυραν, εις κυανουν και εις βυσσον και εις κοκκινον· και εις το εγγλυφειν παν ειδος γλυφης, και εφευρισκειν πασαν εφευρεσιν εις ο, τι προβληθη εις αυτον, μετα των σοφων σου και μετα των σοφων του κυριου μου Δαβιδ του πατρος σου·
<scripture passage="2Chr 2:15" parsed="|2Chr|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.15" />
<sup>15</sup>τωρα λοιπον τον σιτον και την κριθην, το ελαιον και τον οινον, τα οποια ο κυριος μου ειπεν, ας στειλη προς τους δουλους αυτου·
<scripture passage="2Chr 2:16" parsed="|2Chr|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.16" />
<sup>16</sup>και ημεις θελομεν κοψει ξυλα εκ του Λιβανου, κατα πασαν την χρειαν σου, και θελομεν φερει αυτα προς σε με σχεδιας δια θαλασσης εις Ιοππην· και συ θελεις αναβιβασει αυτα εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 2:17" parsed="|2Chr|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.17" />
<sup>17</sup>Και ηριθμησεν ο Σολομων παντας τους ανδρας τους ξενους τους εν γη Ισραηλ, μετα τον αριθμον καθ' ον Δαβιδ ο πατηρ αυτου ηριθμησεν αυτους· και ευρεθησαν εκατον πεντηκοντα τρεις χιλιαδες και εξακοσιοι.
<scripture passage="2Chr 2:18" parsed="|2Chr|2|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.2.18" />
<sup>18</sup>Και εξ αυτων εκαμεν εβδομηκοντα χιλιαδας αχθοφορων, και ογδοηκοντα χιλιαδας λιθοτομων εν τω ορει, και τρεις χιλιαδας εξακοσιους εργοδιωκτας επι τον λαον.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 3" progress="39.71%" prev="iiChr.2" next="iiChr.4" id="iiChr.3">
<h3 id="iiChr.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.3-p1">
<scripture passage="2Chr 3:1" parsed="|2Chr|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.1" />
<sup>1</sup>Και ηρχισεν ο Σολομων να οικοδομη τον οικον του Κυριου εν Ιερουσαλημ εν τω ορει Μορια, οπου εφανη ο Κυριος εις τον Δαβιδ τον πατερα αυτου, εν τω τοπω τον οποιον ητοιμασεν ο Δαβιδ εν τω αλωνιω Ορναν του Ιεβουσαιου.
<scripture passage="2Chr 3:2" parsed="|2Chr|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.2" />
<sup>2</sup>Και ηρχισε να οικοδομη τη δευτερα του δευτερου μηνος, εν τω τεταρτω ετει της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="2Chr 3:3" parsed="|2Chr|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.3" />
<sup>3</sup>Τουτο δε ητο το σχεδιον του Σολομωντος δια να οικοδομηση τον οικον του Θεου· το μηκος εις πηχας, κατα το πρωτον μετρον, ητο εξηκοντα πηχων, και το πλατος εικοσι πηχων,
<scripture passage="2Chr 3:4" parsed="|2Chr|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.4" />
<sup>4</sup>Και το προναον, το κατα προσωπον του οικου, ειχε μηκος κατα το πλατος του οικου εικοσι πηχων, και υψος εκατον εικοσι· και εσκεπασεν αυτο εσωθεν με χρυσιον καθαρον.
<scripture passage="2Chr 3:5" parsed="|2Chr|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.5" />
<sup>5</sup>Και εστεγασε τον οικον τον μεγαν με ξυλα πευκινα, τα οποια και εσκεπασε με χρυσον καθαρον, και ενεγλυψεν επ' αυτον φοινικας και αλυσεις.
<scripture passage="2Chr 3:6" parsed="|2Chr|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.6" />
<sup>6</sup>Και εκοσμησε τον οικον με λιθους τιμιους δια ωραιοτητα· το δε χρυσιον ητο χρυσιον Φαρουιμ.
<scripture passage="2Chr 3:7" parsed="|2Chr|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.7" />
<sup>7</sup>Εσκεπασεν ετι με χρυσιον τον οικον, τας δοκους, τους παραστατας και τους τοιχους αυτου και τας θυρας αυτου· και ενεγλυψε χερουβειμ επι των τοιχων.
<scripture passage="2Chr 3:8" parsed="|2Chr|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμε τον οικον του αγιου των αγιων, το μηκος αυτου κατα το πλατος του οικου, εικοσι πηχων, και το πλατος αυτου εικοσι πηχων· και εσκεπασεν αυτον με χρυσιον καθαρον εξακοσιων ταλαντων.
<scripture passage="2Chr 3:9" parsed="|2Chr|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.9" />
<sup>9</sup>το βαρος δε των καρφιων ητο πεντηκοντα σικλοι χρυσιου. Και εσκεπασε τα υπερωα με χρυσιον.
<scripture passage="2Chr 3:10" parsed="|2Chr|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.10" />
<sup>10</sup>Και εν τω οικω του αγιου των αγιων εκαμε δυο χερουβειμ εργασιας γλυπτης και εσκεπασεν αυτα με χρυσιον.
<scripture passage="2Chr 3:11" parsed="|2Chr|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.11" />
<sup>11</sup>Και αι πτερυγες των χερουβειμ ειχον μηκος εικοσι πηχων· η μια πτερυξ πεντε πηχων, εγγιζουσα τον τοιχον του οικου· και η αλλη πτερυξ πεντε πηχων, εγγιζουσα την πτερυγα του αλλου χερουβ.
<scripture passage="2Chr 3:12" parsed="|2Chr|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.12" />
<sup>12</sup>Και η μια πτερυξ του αλλου χερουβ πεντε πηχων, εγγιζουσα τον τοιχον του οικου· και η αλλη πτερυξ πεντε πηχων, απτομενη της πτερυγος του αλλου χερουβ.
<scripture passage="2Chr 3:13" parsed="|2Chr|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.13" />
<sup>13</sup>Αι πτερυγες των χερουβειμ τουτων εξηπλουντο εικοσι πηχας· και αυτα ισταντο επι τους ποδας αυτων, τα δε προσωπα αυτων εβλεπον προς τον οικον.
<scripture passage="2Chr 3:14" parsed="|2Chr|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.14" />
<sup>14</sup>Και εκαμε το καταπετασμα εκ κυανου και πορφυρας και κοκκινου και βυσσου, και υφανεν επ' αυτου χερουβειμ.
<scripture passage="2Chr 3:15" parsed="|2Chr|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.15" />
<sup>15</sup>Εκαμεν ετι εμπροσθεν του οικου δυο στυλους τριακοντα πεντε πηχων το μηκος, και το επιθεμα το επι της κεφαλης εκαστου, πεντε πηχων.
<scripture passage="2Chr 3:16" parsed="|2Chr|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν αλυσεις εν τω χρηστηριω, και εβαλεν αυτας επι των κεφαλων των στυλων· και εκαμεν εκατον ροδια και εβαλεν αυτα επι των αλυσεων.
<scripture passage="2Chr 3:17" parsed="|2Chr|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.3.17" />
<sup>17</sup>Και εστησε τους στυλους κατα προσωπον του ναου, ενα εκ δεξιων και ενα εξ αριστερων· και εκαλεσε το ονομα του εκ δεξιων Ιαχειν και το ονομα του εξ αριστερων Βοας.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 4" progress="39.77%" prev="iiChr.3" next="iiChr.5" id="iiChr.4">
<h3 id="iiChr.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.4-p1">
<scripture passage="2Chr 4:1" parsed="|2Chr|4|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.1" />
<sup>1</sup>Και εκαμε θυσιαστηριον χαλκουν, εικοσι πηχων το μηκος αυτου, και εικοσι πηχων το πλατος αυτου, και δεκα πηχων το υψος αυτου.
<scripture passage="2Chr 4:2" parsed="|2Chr|4|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.2" />
<sup>2</sup>Εκαμεν ετι την χυτην θαλασσαν δεκα πηχων απο χειλους εις χειλος, στρογγυλην κυκλω, και το υψος αυτης πεντε πηχων· και γραμμη τριακοντα πηχων περιεζωννυεν αυτην κυκλω.
<scripture passage="2Chr 4:3" parsed="|2Chr|4|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.3" />
<sup>3</sup>Και υπο το χειλος αυτης ητο ομοιωμα βοων, περικυκλουντων αυτην κυκλω, δεκα κατα πηχην, περικυκλουντες την θαλασσαν κυκλω. Αι δυο σειραι των βοων ησαν χυμεναι ομου με αυτην.
<scripture passage="2Chr 4:4" parsed="|2Chr|4|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.4" />
<sup>4</sup>Ιστατο δε επι δωδεκα βοων· τρεις εβλεπον προς βορραν, και τρεις εβλεπον προς δυσμας, και τρεις εβλεπον προς νοτον, και τρεις εβλεπον προς ανατολας· και η θαλασσα εκειτο επ' αυτων· και ολα τα οπισθια αυτων ησαν προς τα εσω.
<scripture passage="2Chr 4:5" parsed="|2Chr|4|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.5" />
<sup>5</sup>Και το παχος αυτης ητο μιας παλαμης και το χειλος αυτης κατεσκευασμενον ως χειλος ποτηριου, ως ανθος κρινου· εχωρει δε πληρης ουσα τρεις χιλιαδας βαθ.
<scripture passage="2Chr 4:6" parsed="|2Chr|4|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.6" />
<sup>6</sup>Εκαμεν ετι δεκα λουτηρας, και εθεσε πεντε εκ δεξιων και πεντε εξ αριστερων, δια να πλυνωσιν εν αυτοις· εκει επλυνον οσα ησαν δια ολοκαυτωσιν· η θαλασσα ομως ητο δια να νιπτωνται εν αυτη οι ιερεις.
<scripture passage="2Chr 4:7" parsed="|2Chr|4|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.7" />
<sup>7</sup>Και εκαμε τας χρυσας λυχνιας δεκα, κατα το διατεταγμενον περι αυτων, και εθεσεν αυτας εν τω ναω, πεντε εκ δεξιων και πεντε εξ αριστερων.
<scripture passage="2Chr 4:8" parsed="|2Chr|4|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμε δεκα τραπεζας, και εθεσεν αυτας εν τω ναω, πεντε εκ δεξιων και πεντε εξ αριστερων. Και εκαμεν εκατον χρυσας λεκανας.
<scripture passage="2Chr 4:9" parsed="|2Chr|4|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμε την αυλην των ιερεων και την μεγαλην αυλην, και θυρας δια την αυλην, και εσκεπασε τας θυρας αυτων με χαλκον.
<scripture passage="2Chr 4:10" parsed="|2Chr|4|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.10" />
<sup>10</sup>Και εθεσε την θαλασσαν κατα το δεξιον πλευρον προς ανατολας, απεναντι του μεσημβρινου μερους.
<scripture passage="2Chr 4:11" parsed="|2Chr|4|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμεν ο Χουραμ τους λεβητας και τα πτυαρια και τας λεκανας· και ετελειωσεν ο Χουραμ καμνων το εργον, το οποιον εκαμνεν εις τον βασιλεα Σολομωντα δια τον οικον του Θεου·
<scripture passage="2Chr 4:12" parsed="|2Chr|4|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.12" />
<sup>12</sup>τους δυο στυλους, και τας σφαιρας και τα δυο επιθεματα τα επι της κεφαλης των στυλων και τα δυο δικτυωτα δια να σκεπαζωσι τας δυο σφαιρας των επιθεματων των επι της κεφαλης των στυλων·
<scripture passage="2Chr 4:13" parsed="|2Chr|4|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.13" />
<sup>13</sup>και τετρακοσια ροδια δια τα δυο δικτυωτα, δυο σειρας ροδιων δι' εκαστον δικτυωτον, δια να σκεπαζωσι τας δυο σφαιρας των επιθεματων των επι των στυλων.
<scripture passage="2Chr 4:14" parsed="|2Chr|4|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.14" />
<sup>14</sup>Εκαμεν ετι τας βασεις και εκαμε τους λουτηρας επι των βασεων·
<scripture passage="2Chr 4:15" parsed="|2Chr|4|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.15" />
<sup>15</sup>την μιαν θαλασσαν και τους δωδεκα βοας υποκατω αυτης.
<scripture passage="2Chr 4:16" parsed="|2Chr|4|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.16" />
<sup>16</sup>Και τους λεβητας και τα πτυαρια και τας κρεαγρας και παντα τα σκευη αυτων εκαμε Χουραμ ο πατηρ αυτου εις τον βασιλεα Σολομωντα δια τον οικον του Κυριου, εκ λαμπρου χαλκου.
<scripture passage="2Chr 4:17" parsed="|2Chr|4|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.17" />
<sup>17</sup>Εν τη πεδιαδι του Ιορδανου εχυσεν αυτα ο βασιλευς, εν γη αργιλλωδει μεταξυ Σοκχωθ και Σαρηδαθα.
<scripture passage="2Chr 4:18" parsed="|2Chr|4|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.18" />
<sup>18</sup>Ουτως εκαμεν ο Σολομων παντα ταυτα τα σκευη εν αφθονια μεγαλη· διοτι δεν ηδυνατο να λογαριασθη το βαρος του χαλκου.
<scripture passage="2Chr 4:19" parsed="|2Chr|4|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμεν ο Σολομων παντα τα σκευη τα του οικου του Θεου και το θυσιαστηριον το χρυσουν και τας τραπεζας, και επ' αυτων ετιθεντο οι αρτοι της προθεσεως·
<scripture passage="2Chr 4:20" parsed="|2Chr|4|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.20" />
<sup>20</sup>και τας λυχνιας και τους λυχνους αυτων, δια να καιωσι κατα το διατεταγμενον ενωπιον του χρηστηριου, εκ χρυσιου καθαρου·
<scripture passage="2Chr 4:21" parsed="|2Chr|4|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.21" />
<sup>21</sup>και τα ανθη και τους λυχνους και τας λαβιδας εκ χρυσιου, και τουτο χρυσιον καθαρον·
<scripture passage="2Chr 4:22" parsed="|2Chr|4|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.4.22" />
<sup>22</sup>και τα λυχνοψαλιδα και τας λεκανας και τους κρατηρας και τα θυμιατηρια εκ χρυσιου καθαρου, και η εισοδος του οικου, αι εσωτεραι θυραι αυτου δια το αγιον των αγιων και αι θυραι του οικου του ναου ησαν εκ χρυσιου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 5" progress="39.84%" prev="iiChr.4" next="iiChr.6" id="iiChr.5">
<h3 id="iiChr.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.5-p1">
<scripture passage="2Chr 5:1" parsed="|2Chr|5|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.1" />
<sup>1</sup>Και συνετελεσθη απαν το εργον το οποιον εκαμεν ο Σολομων δια τον οικον του Κυριου· και εισεφερεν ο Σολομων τα αφιερωματα Δαβιδ του πατρος αυτου· και το αργυριον και το χρυσιον και παντα τα σκευη εθεσεν εν τοις θησαυροις του οικου του Θεου.
<scripture passage="2Chr 5:2" parsed="|2Chr|5|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.2" />
<sup>2</sup>Τοτε συνηθροισεν ο Σολομων εις Ιερουσαλημ τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και παντας τους αρχηγους των φυλων, τους οικογεναρχας των υιων Ισραηλ, δια να αναβιβασωσι την κιβωτον της διαθηκης. του Κυριου εκ της πολεως Δαβιδ, ητις ειναι η Σιων.
<scripture passage="2Chr 5:3" parsed="|2Chr|5|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.3" />
<sup>3</sup>Και συνηθροισθησαν παντες οι ανδρες Ισραηλ προς τον βασιλεα εν τη εορτη του εβδομου μηνος.
<scripture passage="2Chr 5:4" parsed="|2Chr|5|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.4" />
<sup>4</sup>Και ηλθον παντες οι πρεσβυτεροι του Ισραηλ· και εσηκωσαν οι Λευιται την κιβωτον.
<scripture passage="2Chr 5:5" parsed="|2Chr|5|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.5" />
<sup>5</sup>Και ανεβιβασαν την κιβωτον και την σκηνην του μαρτυριου και παντα τα σκευη τα αγια τα εν τη σκηνη· οι ιερεις και οι Λευιται ανεβιβασαν αυτα.
<scripture passage="2Chr 5:6" parsed="|2Chr|5|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.6" />
<sup>6</sup>Και ο βασιλευς Σολομων και πασα η συναγωγη του Ισραηλ, οι συναχθεντες προς αυτον, ησαν εμπροσθεν της κιβωτου, θυσιαζοντες προβατα και βοας, οσα δεν ητο δυνατον να λογαριασθωσιν ουδε να αριθμηθωσι δια το πληθος.
<scripture passage="2Chr 5:7" parsed="|2Chr|5|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.7" />
<sup>7</sup>Και εισηγαγον οι ιερεις την κιβωτον της διαθηκης του Κυριου εις τον τοπον αυτης, εις το χρηστηριον του οικου, εις τα αγια των αγιων, υποκατω των πτερυγων των χερουβειμ·
<scripture passage="2Chr 5:8" parsed="|2Chr|5|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.8" />
<sup>8</sup>διοτι τα χερουβειμ ειχον εξηπλωμενας τας πτερυγας επι τον τοπον της κιβωτου, και τα χερουβειμ εκαλυπτον την κιβωτον και τους μοχλους αυτης ανωθεν·
<scripture passage="2Chr 5:9" parsed="|2Chr|5|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.9" />
<sup>9</sup>και εξειχον οι μοχλοι, και εφαινοντο τα ακρα των μοχλων εξω της κιβωτου εμπροσθεν του χρηστηριου· εξωθεν ομως δεν εφαινοντο. Και ειναι εκει εως της σημερον.
<scripture passage="2Chr 5:10" parsed="|2Chr|5|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.10" />
<sup>10</sup>Δεν ητο εν τη κιβωτω ειμη αι δυο πλακες, τας οποιας εθεσεν ο Μωυσης εκει εν Χωρηβ, οπου ο Κυριος εκαμε διαθηκην προς τους υιους Ισραηλ, οτε εξηλθον εξ Αιγυπτου.
<scripture passage="2Chr 5:11" parsed="|2Chr|5|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.11" />
<sup>11</sup>Και ως εξηλθον οι ιερεις εκ του αγιαστηριου, διοτι παντες οι ιερεις οι ευρεθεντες ηγιασθησαν, χωρις να ηναι διατεταγμενοι κατα διαιρεσεις·
<scripture passage="2Chr 5:12" parsed="|2Chr|5|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.12" />
<sup>12</sup>και οι Λευιται οι ψαλτωδοι, παντες οι του Ασαφ, του Αιμαν, του Ιεδουθουν, και οι υιοι αυτων και οι αδελφοι αυτων, ενδεδυμενοι βυσσον, εν κυμβαλοις και ψαλτηριοις και κιθαραις, ισταντο κατα ανατολας του θυσιαστηριου, και μετ' αυτων εκατον εικοσι ιερεις σαλπιζοντες δια σαλπιγγων·
<scripture passage="2Chr 5:13" parsed="|2Chr|5|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.13" />
<sup>13</sup>τοτε, ως ηχησαν οι σαλπιγκται και οι ψαλτωδοι ομου μια φωνη, υμνουντες και δοξολογουντες τον Κυριον, και καθως υψωσαν την φωνην δια σαλπιγγων και κυμβαλων και οργανων μουσικων, και υμνουν τον Κυριον, λεγοντες, Οτι ειναι αγαθος, οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου, τοτε ο οικος ενεπλησθη νεφελης, ο οικος του Κυριου,
<scripture passage="2Chr 5:14" parsed="|2Chr|5|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.5.14" />
<sup>14</sup>και δεν ηδυναντο οι ιερεις να σταθωσι δια να λειτουργησωσιν, εξ αιτιας της νεφελης· διοτι η δοξα του Κυριου ενεπλησε τον οικον του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 6" progress="39.90%" prev="iiChr.5" next="iiChr.7" id="iiChr.6">
<h3 id="iiChr.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.6-p1">
<scripture passage="2Chr 6:1" parsed="|2Chr|6|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ελαλησεν ο Σολομων, Ο Κυριος ειπεν οτι θελει κατοικει εν γνοφω·
<scripture passage="2Chr 6:2" parsed="|2Chr|6|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.2" />
<sup>2</sup>αλλ' εγω ωκοδομησα εις σε οικον κατοικησεως και τοπον δια να κατοικης αιωνιως.
<scripture passage="2Chr 6:3" parsed="|2Chr|6|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.3" />
<sup>3</sup>Και στρεψας ο βασιλευς το προσωπον αυτου, ευλογησε πασαν την συναγωγην του Ισραηλ· πασα δε η συναγωγη του Ισραηλ ιστατο.
<scripture passage="2Chr 6:4" parsed="|2Chr|6|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν, Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, οστις εξετελεσε δια των χειρων αυτου εκεινο το οποιον ελαλησε δια του στοματος αυτου προς Δαβιδ τον πατερα μου, λεγων,
<scripture passage="2Chr 6:5" parsed="|2Chr|6|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.5" />
<sup>5</sup>Αφ' ης ημερας εξηγαγον τον λαον μου εκ γης Αιγυπτου, δεν εξελεξα απο πασων των φυλων του Ισραηλ ουδεμιαν πολιν, δια να οικοδομηθη οικος, ωστε να ηναι το ονομα μου εκει· ουδε εξελεξα ανδρα, δια να ηναι κυβερνητης επι τον λαον μου Ισραηλ·
<scripture passage="2Chr 6:6" parsed="|2Chr|6|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.6" />
<sup>6</sup>αλλ' εξελεξα την Ιερουσαλημ, δια να ηναι το ονομα μου εκει· και εξελεξα τον Δαβιδ, δια να ηναι επι τον λαον μου Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 6:7" parsed="|2Chr|6|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.7" />
<sup>7</sup>Και ηλθεν εις την καρδιαν Δαβιδ του πατρος μου να οικοδομηση οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 6:8" parsed="|2Chr|6|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' ο Κυριος ειπε προς Δαβιδ τον πατερα μου, Επειδη ηλθεν εις την καρδιαν σου να οικοδομησης οικον εις το ονομα μου, καλως μεν εκαμες οτι συνελαβες τουτο εν τη καρδια σου·
<scripture passage="2Chr 6:9" parsed="|2Chr|6|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.9" />
<sup>9</sup>πλην συ δεν θελεις οικοδομησει τον οικον· αλλ' ο υιος σου, οστις θελει εξελθει εκ της οσφυος σου, ουτος θελει οικοδομησει τον οικον εις το ονομα μου.
<scripture passage="2Chr 6:10" parsed="|2Chr|6|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος λοιπον επληρωσε τον λογον αυτου τον οποιον ελαλησε· και εγω ανεστην αντι Δαβιδ του πατρος μου και εκαθησα επι του θρονου του Ισραηλ, καθως ελαλησε Κυριος, και ωκοδομησα τον οικον εις το ονομα Κυριου του Θεου του Ισραηλ·
<scripture passage="2Chr 6:11" parsed="|2Chr|6|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.11" />
<sup>11</sup>και εθεσα εκει την κιβωτον, εν η κειται η διαθηκη του Κυριου, την οποιαν εκαμε προς τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 6:12" parsed="|2Chr|6|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.12" />
<sup>12</sup>Και σταθεις ο Σολομων εμπροσθεν του θυσιαστηριου του Κυριου, ενωπιον πασης της συναγωγης του Ισραηλ, εξετεινε τας χειρας αυτου·
<scripture passage="2Chr 6:13" parsed="|2Chr|6|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.13" />
<sup>13</sup>διοτι ο Σολομων εκαμε βασιν χαλκινην, εχουσαν πεντε πηχων μηκος, και πεντε πηχων πλατος, και τριων πηχων υψος· και εθεσεν αυτην εν τω μεσω της αυλης· και σταθεις επ' αυτης επεσεν επι τα γονατα αυτου ενωπιον πασης της συναγωγης του Ισραηλ και εξετεινε τας χειρας αυτου προς τον ουρανον,
<scripture passage="2Chr 6:14" parsed="|2Chr|6|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.14" />
<sup>14</sup>και ειπε, Κυριε Θεε του Ισραηλ, δεν ειναι Θεος ομοιος σου εν τω ουρανω και επι της γης· οστις φυλαττεις την διαθηκην και το ελεος προς τους δουλους σου, τους περιπατουντας ενωπιον σου εν ολη τη καρδια αυτων·
<scripture passage="2Chr 6:15" parsed="|2Chr|6|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.15" />
<sup>15</sup>οστις εφυλαξας προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου οσα ελαλησας προς αυτον, και ελαλησας δια του στοματος σου και εξετελεσας δια της χειρος σου, καθως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="2Chr 6:16" parsed="|2Chr|6|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.16" />
<sup>16</sup>Και τωρα, Κυριε Θεε του Ισραηλ, φυλαξον προς τον δουλον σου Δαβιδ τον πατερα μου εκεινο το οποιον υπεσχεθης προς αυτον, λεγων, Δεν θελει εκλειψει εις σε ανηρ απ' εμπροσθεν μου καθημενος επι του θρονου του Ισραηλ, μονον εαν προσεχωσιν οι υιοι σου εις την οδον αυτων, δια να περιπατωσιν εις τον νομον μου, καθως συ περιεπατησας ενωπιον μου.
<scripture passage="2Chr 6:17" parsed="|2Chr|6|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.17" />
<sup>17</sup>Τωρα λοιπον, Κυριε Θεε του Ισραηλ, ας αληθευση ο λογος σου, τον οποιον ελαλησας προς τον δουλον σου τον Δαβιδ.
<scripture passage="2Chr 6:18" parsed="|2Chr|6|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.18" />
<sup>18</sup>Αλλα θελει αληθως κατοικησει Θεος μετα ανθρωπου επι της γης; Ιδου, ο ουρανος, και ο ουρανος των ουρανων, δεν ειναι ικανοι να σε χωρεσωσι ποσον ολιγωτερον ο οικος ουτος, τον οποιον ωκοδομησα;
<scripture passage="2Chr 6:19" parsed="|2Chr|6|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.19" />
<sup>19</sup>Πλην επιβλεψον επι την προσευχην του δουλου σου και επι την δεησιν αυτου, Κυριε Θεε μου, ωστε να επακουσης της κραυγης και της δεησεως, την οποιαν ο δουλος σου δεεται ενωπιον σου·
<scripture passage="2Chr 6:20" parsed="|2Chr|6|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.20" />
<sup>20</sup>δια να ηναι οι οφθαλμοι σου ανεωγμενοι προς τον οικον τουτον ημεραν και νυκτα, προς τον τοπον περι του οποιου ειπας οτι θελεις θεσει το ονομα σου εκει, δια να επακουης της δεησεως την οποιαν ο δουλος σου θελει δεεσθαι εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="2Chr 6:21" parsed="|2Chr|6|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.21" />
<sup>21</sup>Και επακουε των δεησεων του δουλου σου και του λαου σου Ισραηλ, οταν προσευχωνται εν τω τοπω τουτω· και ακουε συ εκ του τοπου της κατοικησεως σου, εκ του ουρανου· και ακουων, γινου ιλεως.
<scripture passage="2Chr 6:22" parsed="|2Chr|6|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.22" />
<sup>22</sup>Εαν αμαρτηση ανθρωπος εις τον πλησιον αυτου και ζητηση ορκον παρ' αυτου δια να καμη αυτον να ορκισθη, και ο ορκος ελθη εμπροσθεν του θυσιαστηριου σου εν τω οικω τουτω,
<scripture passage="2Chr 6:23" parsed="|2Chr|6|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.23" />
<sup>23</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και ενεργησον και κρινον τους δουλους σου, ανταποδιδων μεν εις τον ανομον, ωστε να στρεψης κατα της κεφαλης αυτου την πραξιν αυτου, δικαιονων δε τον δικαιον, ωστε να αποδωσης εις αυτον κατα την δικαιοσυνην αυτου.
<scripture passage="2Chr 6:24" parsed="|2Chr|6|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.24" />
<sup>24</sup>Και εαν κτυπηθη ο λαος σου Ισραηλ εμπροσθεν του εχθρου, διοτι ημαρτησαν εις σε, και επιστρεψωσι και δοξασωσι το ονομα σου και προσευχηθωσι και δεηθωσι προς σε εν τω οικω τουτω,
<scripture passage="2Chr 6:25" parsed="|2Chr|6|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.25" />
<sup>25</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και συγχωρησον την αμαρτιαν του λαου σου Ισραηλ, και επαναγαγε αυτους εις την γην την οποιαν εδωκας εις αυτους και εις τους πατερας αυτων.
<scripture passage="2Chr 6:26" parsed="|2Chr|6|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.26" />
<sup>26</sup>Οταν ο ουρανος κλεισθη και δεν γινηται βροχη, διοτι ημαρτησαν εις σε, εαν προσευχηθωσι προς τον τοπον τουτον και δοξασωσι το ονομα σου και επιστρεψωσιν απο των αμαρτιων αυτων, αφου ταπεινωσης αυτους,
<scripture passage="2Chr 6:27" parsed="|2Chr|6|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.27" />
<sup>27</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου και συγχωρησον την αμαρτιαν των δουλων σου και του λαου σου Ισραηλ, διδαξας αυτους την οδον την αγαθην εις την οποιαν πρεπει να περιπατωσι και δος βροχην επι την γην σου, την οποιαν εδωκας εις τον λαον σου δια κληρονομιαν.
<scripture passage="2Chr 6:28" parsed="|2Chr|6|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.28" />
<sup>28</sup>Πεινα εαν γεινη εκ τη γη, θανατικον εαν γεινη, ανεμοφθορια και ερυσιβη, ακρις και βρουχος εαν γεινη, οι εχθροι αυτων εαν πολιορκησωσιν αυτους εν τω τοπω της κατοικιας αυτων, οποιαδηποτε πληγη και οποιαδηποτε νοσος γεινη,
<scripture passage="2Chr 6:29" parsed="|2Chr|6|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.29" />
<sup>29</sup>πασαν προσευχην, πασαν δεησιν γινομενην υπο παντος ανθρωπου και υπο παντος του λαου σου Ισραηλ, οταν γνωριση εκαστος την πληγην αυτου και τον πονον αυτου και εκτεινη τας χειρας αυτου προς τον οικον τουτον,
<scripture passage="2Chr 6:30" parsed="|2Chr|6|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.30" />
<sup>30</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου, του τοπου της κατοικησεως σου, και συγχωρησον και δος εις εκαστον κατα πασας τας οδους αυτου, οπως γνωριζεις την καρδιαν αυτου, διοτι συ, μονος συ, γνωριζεις τας καρδιας των υιων των ανθρωπων·
<scripture passage="2Chr 6:31" parsed="|2Chr|6|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.31" />
<sup>31</sup>δια να σε φοβωνται, ωστε να περιπατωσιν εν ταις οδοις σου πασας τας ημερας οσας ζωσιν επι προσωπου της γης, την οποιαν εδωκας εις τους πατερας ημων.
<scripture passage="2Chr 6:32" parsed="|2Chr|6|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.32" />
<sup>32</sup>Και τον ξενον ετι, οστις δεν ειναι εκ του λαου σου Ισραηλ, αλλ' ερχεται απο γης μακρας δια το ονομα σου το μεγα, και δια την χειρα σου την κραταιαν, και δια τον βραχιονα σου τον εξηπλωμενον, εαν ελθωσι και προσευχηθωσι προς τον οικον τουτον,
<scripture passage="2Chr 6:33" parsed="|2Chr|6|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.33" />
<sup>33</sup>τοτε συ επακουσον εκ του ουρανου, εκ του τοπου της κατοικησεως σου, και καμε κατα παντα περι οσων ο ξενος σε επικαλεσθη, δια να γνωρισωσι παντες οι λαοι της γης το ονομα σου και να σε φοβωνται, καθως ο λαος σου ο Ισραηλ, και δια να γνωρισωσιν οτι το ονομα σου εκληθη επι τον οικον τουτον, τον οποιον ωκοδομησα.
<scripture passage="2Chr 6:34" parsed="|2Chr|6|34|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.34" />
<sup>34</sup>Οταν ο λαος σου εξελθη εις πολεμον εναντιον των εχθρων αυτων, δια της οδου δι' ης αποστειλης αυτους, και προσευχηθωσιν εις σε προς την πολιν ταυτην την οποιαν εξελεξας, και τον οικον τον οποιον ωκοδομησα εις το ονομα σου,
<scripture passage="2Chr 6:35" parsed="|2Chr|6|35|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.35" />
<sup>35</sup>τοτε επακουσον εκ του ουρανου της προσευχης αυτων και της δεησεως αυτων, και καμε το δικαιον αυτων.
<scripture passage="2Chr 6:36" parsed="|2Chr|6|36|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.36" />
<sup>36</sup>Οταν αμαρτησωσιν εις σε, διοτι ουδεις ανθρωπος ειναι αναμαρτητος, και οργισθης εις αυτους, και παραδωσης αυτους εμπροσθεν του εχθρου, και οι αιχμαλωτισται φερωσιν αυτους αιχμαλωτους εις γην μακραν η πλησιον,
<scripture passage="2Chr 6:37" parsed="|2Chr|6|37|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.37" />
<sup>37</sup>και ελθωσιν εις εαυτους εν τη γη οπου εφερθησαν αιχμαλωτοι, και επιστρεψωσι και δεηθωσι προς σε εν τη γη της αιχμαλωσιας αυτων, λεγοντες, Ημαρτομεν, ηνομησαμεν και ηδικησαμεν·
<scripture passage="2Chr 6:38" parsed="|2Chr|6|38|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.38" />
<sup>38</sup>και επιστρεψωσι προς σε εξ ολης της καρδιας αυτων και εξ ολης της ψυχης αυτων, εν τη γη της αιχμαλωσιας αυτων οπου εφερθησαν αιχμαλωτοι, και προσευχηθωσι προς την γην αυτων την οποιαν εδωκας εις τους πατερας αυτων, και την πολιν την οποιαν εξελεξας, και προς τον οικον τον οποιον ωκοδομησα εις το ονομα σου,
<scripture passage="2Chr 6:39" parsed="|2Chr|6|39|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.39" />
<sup>39</sup>τοτε επακουσον εκ του ουρανου, εκ του τοπου της κατοικησεως σου, της προσευχης αυτων και των δεησεων αυτων, και καμε το δικαιον αυτων και συγχωρησον εις τον λαον σου τον αμαρτησαντα εις σε.
<scripture passage="2Chr 6:40" parsed="|2Chr|6|40|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.40" />
<sup>40</sup>Τωρα, Θεε μου, ας ηναι, δεομαι, ανεωγμενοι οι οφθαλμοι σου και προσεκτικα τα ωτα σου εις την προσευχην την γινομενην εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="2Chr 6:41" parsed="|2Chr|6|41|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.41" />
<sup>41</sup>Και τωρα, αναστηθι, Κυριε Θεε, εις την αναπαυσιν σου, συ και η κιβωτος της δυναμεως σου· οι ιερεις σου, Κυριε Θεε, ας ενδυθωσι σωτηριαν, και οι οσιοι σου ας ευφρανθωσιν εν αγαθοις.
<scripture passage="2Chr 6:42" parsed="|2Chr|6|42|0|0" osisRef="Bible:2Chr.6.42" />
<sup>42</sup>Κυριε Θεε, μη απορριψης το προσωπον του κεχρισμενου σου. ενθυμηθητι τα ελεη Δαβιδ του δουλου σου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 7" progress="40.08%" prev="iiChr.6" next="iiChr.8" id="iiChr.7">
<h3 id="iiChr.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.7-p1">
<scripture passage="2Chr 7:1" parsed="|2Chr|7|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.1" />
<sup>1</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Σολομων προσευχομενος, κατεβη το πυρ εκ του ουρανου και κατεφαγε τα ολοκαυτωματα και τας θυσιας· και δοξα Κυριου ενεπλησε τον οικον.
<scripture passage="2Chr 7:2" parsed="|2Chr|7|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.2" />
<sup>2</sup>Και δεν ηδυναντο οι ιερεις να εισελθωσιν εις τον οικον του Κυριου, διοτι δοξα Κυριου ενεπλησε τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 7:3" parsed="|2Chr|7|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.3" />
<sup>3</sup>Παντες δε οι υιοι Ισραηλ, βλεποντες το πυρ καταβαινον και την δοξαν του Κυριου επι τον οικον, επεσον κατα προσωπον επι την γην, επι το λιθοστρωτον, και προσεκυνησαν και εδοξασαν τον Κυριον, λεγοντες, Οτι ειναι αγαθος· οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="2Chr 7:4" parsed="|2Chr|7|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.4" />
<sup>4</sup>Τοτε ο βασιλευς και πας ο λαος προσεφεραν θυσιας ενωπιον του Κυριου·
<scripture passage="2Chr 7:5" parsed="|2Chr|7|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.5" />
<sup>5</sup>και εθυσιασεν ο βασιλευς Σολομων την θυσιαν, εικοσιδυο χιλιαδας βοων και εκατον εικοσι χιλιαδας προβατων. Ουτως εγκαινιασαν ο βασιλευς και πας ο λαος τον οικον του Θεου.
<scripture passage="2Chr 7:6" parsed="|2Chr|7|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.6" />
<sup>6</sup>Και ισταντο οι ιερεις εις τας υπηρεσιας αυτων, και οι Λευιται μετα των μουσικων οργανων του Κυριου, τα οποια Δαβιδ ο βασιλευς εκαμε δια να δοξαζωσι τον Κυριον, Οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου, εχοντες εν ταις χερσιν αυτων τους υμνους του Δαβιδ· και εσαλπιζον οι ιερεις κατεναντι αυτων, και πας ο Ισραηλ ιστατο.
<scripture passage="2Chr 7:7" parsed="|2Chr|7|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.7" />
<sup>7</sup>Καθιερωσεν ετι ο Σολομων το μεσον της αυλης, της κατα προσωπον του οικου του Κυριου· διοτι εκει προσεφερε τα ολοκαυτωματα και το στεαρ των ειρηνικων προσφορων· επειδη το θυσιαστηριον το χαλκινον, το οποιον ο Σολομων εκαμε, δεν ηδυνατο να χωρεση τα ολοκαυτωματα και την εξ αλφιτων προσφοραν και το στεαρ.
<scripture passage="2Chr 7:8" parsed="|2Chr|7|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.8" />
<sup>8</sup>Και κατ' εκεινον τον καιρον εκαμεν ο Σολομων την εορτην επτα ημερας, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου, συναξις μεγαλη σφοδρα, απο της εισοδου Αιμαθ μεχρι του ποταμου της Αιγυπτου.
<scripture passage="2Chr 7:9" parsed="|2Chr|7|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.9" />
<sup>9</sup>Και εν τη ογδοη ημερα εκαμον συναξιν πανδημον· διοτι εκαμον τον εγκαινιασμον του θυσιαστηριου επτα ημερας, και την εορτην επτα ημερας.
<scripture passage="2Chr 7:10" parsed="|2Chr|7|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.10" />
<sup>10</sup>Και εν τη εικοστη τριτη ημερα του εβδομου μηνος απελυσε τον λαον εις τας σκηνας αυτων, ευφραινομενους και αγαλλομενους την καρδιαν δια τα αγαθα οσα εκαμεν ο Κυριος προς τον Δαβιδ και προς τον Σολομωντα και προς τον Ισραηλ τον λαον αυτου.
<scripture passage="2Chr 7:11" parsed="|2Chr|7|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.11" />
<sup>11</sup>Και ετελειωσεν ο Σολομων τον οικον του Κυριου και τον οικον του βασιλεως· και παν ο, τι ηλθεν εις την καρδιαν του Σολομωντος να καμη εν τω οικω του Κυριου και εν τω οικω αυτου ευωδωθη.
<scripture passage="2Chr 7:12" parsed="|2Chr|7|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.12" />
<sup>12</sup>Και εφανη ο Κυριος εις τον Σολομωντα δια νυκτος, και ειπε προς αυτον, Ηκουσα της προσευχης σου και εξελεξα τον τοπον τουτον εις εμαυτον δια οικον θυσιας.
<scripture passage="2Chr 7:13" parsed="|2Chr|7|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.13" />
<sup>13</sup>Εαν κλεισω τον ουρανον και δεν γινηται βροχη, και εαν προσταξω την ακριδα να καταφαγη την γην, και εαν αποστειλω θανατικον μεταξυ του λαου μου,
<scripture passage="2Chr 7:14" parsed="|2Chr|7|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.14" />
<sup>14</sup>και ο λαος μου, επι τον οποιον εκληθη το ονομα μου, ταπεινωσωσιν εαυτους και προσευχηθωσι και εκζητησωσι το προσωπον μου και επιστρεψωσιν απο των οδων αυτων των πονηρων, τοτε εγω θελω επακουσει εκ του ουρανου και θελω συγχωρησει την αμαρτιαν αυτων και θεραπευσει την γην αυτων.
<scripture passage="2Chr 7:15" parsed="|2Chr|7|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.15" />
<sup>15</sup>Τωρα οι οφθαλμοι μου θελουσιν εισθαι ανεωγμενοι και τα ωτα μου προσεκτικα εις την προσευχην την γινομενην εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="2Chr 7:16" parsed="|2Chr|7|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τωρα εξελεξα και ηγιασα τον οικον τουτον, δια να ηναι το ονομα μου εκει εως αιωνος· και οι οφθαλμοι μου και η καρδια μου θελουσιν εισθαι εκει πασας τας ημερας.
<scripture passage="2Chr 7:17" parsed="|2Chr|7|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.17" />
<sup>17</sup>Και συ, εαν περιπατης ενωπιον μου, καθως περιεπατησε Δαβιδ ο πατηρ σου, και καμνης κατα παντα οσα προσεταξα εις σε, και φυλαττης τα διαταγματα μου και τας κρισεις μου,
<scripture passage="2Chr 7:18" parsed="|2Chr|7|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.18" />
<sup>18</sup>τοτε θελω στερεωσει τον θρονον της βασιλειας σου, καθως υπεσχεθην προς Δαβιδ τον πατερα σου, λεγων, Δεν θελει εκλειψει εις σε ανηρ ηγεμονευων επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 7:19" parsed="|2Chr|7|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' εαν σεις αποστρεψητε και εγκαταλειψητε τα διαταγματα μου και τας εντολας μου, τας οποιας εθεσα εμπροσθεν σας, και υπαγητε και λατρευσητε αλλους θεους και προσκυνησητε αυτους,
<scripture passage="2Chr 7:20" parsed="|2Chr|7|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.20" />
<sup>20</sup>τοτε θελω εκριζωσει αυτους απο της γης μου, την οποιαν εδωκα εις αυτους· και τον οικον τουτον, τον οποιον ηγιασα δια το ονομα μου, θελω απορριψει απο προσωπου μου και θελω καμει αυτον παροιμιαν και εμπαιγμον μεταξυ παντων των λαων.
<scripture passage="2Chr 7:21" parsed="|2Chr|7|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.21" />
<sup>21</sup>Και ο οικος ουτος, οστις εγεινε τοσον υψηλος, θελει εισθαι εκστασις εις παντας τους διαβαινοντας παρ' αυτον· και θελουσι λεγει, Δια τι ο Κυριος εκαμεν ουτως εις την γην ταυτην και εις τον οικον τουτον;
<scripture passage="2Chr 7:22" parsed="|2Chr|7|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.7.22" />
<sup>22</sup>Και θελουσιν αποκρινεσθαι, Επειδη εγκατελιπον Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων, οστις εξηγαγεν αυτους εξ Αιγυπτου, και προσεκολληθησαν εις αλλους θεους και προσεκυνησαν αυτους και ελατρευσαν αυτους· δια τουτο επεφερεν επ' αυτους απαν τουτο το κακον.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 8" progress="40.18%" prev="iiChr.7" next="iiChr.9" id="iiChr.8">
<h3 id="iiChr.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.8-p1">
<scripture passage="2Chr 8:1" parsed="|2Chr|8|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω τελει των εικοσι ετων, καθ' α ο Σολομων ωκοδομησε τον οικον του Κυριου και τον οικον εαυτου,
<scripture passage="2Chr 8:2" parsed="|2Chr|8|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.2" />
<sup>2</sup>τας πολεις τας οποιας ο Χουραμ ειχε δωσει εις τον Σολομωντα, ο Σολομων ωκοδομησεν αυτας και κατωκισεν εκει τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 8:3" parsed="|2Chr|8|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.3" />
<sup>3</sup>Και υπηγεν ο Σολομων εις Αιμαθ-σωβα και υπερισχυσεν εναντιον αυτης.
<scripture passage="2Chr 8:4" parsed="|2Chr|8|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.4" />
<sup>4</sup>Και ωκοδομησε την Θαδμωρ εν τη ερημω και πασας τας πολεις των αποθηκων, τας οποιας ωκοδομησεν εν Αιμαθ.
<scripture passage="2Chr 8:5" parsed="|2Chr|8|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.5" />
<sup>5</sup>Ωικοδομησεν ετι την Βαιθ-ωρων την ανω και την Βαιθ-ωρων την κατω, πολεις ωχυρωμενας με τειχη, πυλας και μοχλους·
<scripture passage="2Chr 8:6" parsed="|2Chr|8|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.6" />
<sup>6</sup>και την Βααλαθ και πασας τας πολεις των αποθηκων, τας οποιας ειχεν ο Σολομων, και πασας τας πολεις των αμαξων και τας πολεις των ιππεων και παν ο, τι επεθυμησεν ο Σολομων να οικοδομηση εν Ιερουσαλημ και εν τω Λιβανω και εν παση τη γη της επικρατειας αυτου.
<scripture passage="2Chr 8:7" parsed="|2Chr|8|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.7" />
<sup>7</sup>Παντα δε τον λαον τον εναπολειφθεντα εκ των Χετταιων και των Αμορραιων και των Φερεζαιων και των Ευαιων και των Ιεβουσαιων, οιτινες δεν ησαν εκ του Ισραηλ,
<scripture passage="2Chr 8:8" parsed="|2Chr|8|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.8" />
<sup>8</sup>αλλ' εκ των τεκνων εκεινων, των εναπολειφθεντων εν τη γη μετ' αυτους, τους οποιους οι υιοι Ισραηλ δεν εξωλοθρευσαν, επι τουτους ο Σολομων επεβαλε φορον εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Chr 8:9" parsed="|2Chr|8|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.9" />
<sup>9</sup>Εκ δε των υιων Ισραηλ ο Σολομων δεν εκαμε δουλους δια το εργον αυτου, διοτι ησαν ανδρες πολεμισται, και πρωταρχοι και αρχοντες των αμαξων αυτου και των ιππεων αυτου.
<scripture passage="2Chr 8:10" parsed="|2Chr|8|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.10" />
<sup>10</sup>Εκ τουτων ησαν οι αρχηγοι των επιστατων, τους οποιους ειχεν ο βασιλευς Σολομων, διακοσιοι πεντηκοντα, εξουσιαζοντες επι τον λαον.
<scripture passage="2Chr 8:11" parsed="|2Chr|8|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.11" />
<sup>11</sup>Και ανεβιβασεν ο Σολομων την θυγατερα του Φαραω εκ της πολεως Δαβιδ, εις τον οικον τον οποιον ωκοδομησε δι' αυτην· διοτι ειπεν, Η γυνη μου δεν θελει κατοικει εν τω οικω Δαβιδ του βασιλεως του Ισραηλ, επειδη το μερος, οπου η κιβωτος του Κυριου εισηλθεν, ειναι αγιον.
<scripture passage="2Chr 8:12" parsed="|2Chr|8|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.12" />
<sup>12</sup>Τοτε προσεφερεν ο Σολομων ολοκαυτωματα εις τον Κυριον επι του θυσιαστηριου του Κυριου, το οποιον ωκοδομησε κατ' εμπροσθεν του προναου,
<scripture passage="2Chr 8:13" parsed="|2Chr|8|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.13" />
<sup>13</sup>κατα το απαιτουμενον εκαστης ημερας του να προσφερωσι κατα τας εντολας του Μωυσεως, εν τοις σαββασι και εν ταις νεομηνιαις και εν ταις επισημοις εορταις ταις γινομεναις τρις του ενιαυτου, εν τη εορτη των αζυμων και εν τη εορτη των εβδομαδων και εν τη εορτη των σκηνων.
<scripture passage="2Chr 8:14" parsed="|2Chr|8|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.14" />
<sup>14</sup>Και κατεστησε, κατα την διαταξιν Δαβιδ του πατρος αυτου, τας διαιρεσεις των ιερεων εις την υπηρεσιαν αυτων, και τους Λευιτας εις τας φυλακας αυτων δια να υμνωσι και να λειτουργωσι κατεναντι των ιερεων, κατα το απαιτουμενον εκαστης ημερας· και τους πυλωρους κατα τας διαιρεσεις αυτων εις εκαστην πυλην· διοτι τοιαυτη ητο η εντολη Δαβιδ του ανθρωπου του Θεου.
<scripture passage="2Chr 8:15" parsed="|2Chr|8|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.15" />
<sup>15</sup>Και δεν παρεδρομησαν απο της εντολης του βασιλεως περι των ιερεων και Λευιτων εις ουδεν πραγμα ουδε εις τα περι των θησαυρων.
<scripture passage="2Chr 8:16" parsed="|2Chr|8|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.16" />
<sup>16</sup>Ητο δε ετοιμασια δι' απαν το εργον του Σολομωντος, αφ' ης ημερας εθεμελιωθη ο οικος του Κυριου, εωσου εξετελεσθη. Ουτως ετελειωθη ο οικος του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 8:17" parsed="|2Chr|8|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.17" />
<sup>17</sup>Τοτε υπηγεν ο Σολομων εις Εσιων-γαβερ και εις Αιλωθ, επι το χειλος της θαλασσης εν τη γη Εδωμ.
<scripture passage="2Chr 8:18" parsed="|2Chr|8|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.8.18" />
<sup>18</sup>Και απεστειλεν ο Χουραμ προς αυτον, δια χειρος των δουλων αυτου πλοια και δουλους ειδημονας της θαλασσης· και υπηγαν μετα των δουλων του Σολομωντος εις Οφειρ, και ελαβον εκειθεν τετρακοσια πεντηκοντα ταλαντα χρυσιου και εφεραν αυτα προς τον βασιλεα Σολομωντα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 9" progress="40.26%" prev="iiChr.8" next="iiChr.10" id="iiChr.9">
<h3 id="iiChr.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.9-p1">
<scripture passage="2Chr 9:1" parsed="|2Chr|9|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.1" />
<sup>1</sup>Ακουσασα δε η βασιλισσα της Σεβα την φημην του Σολομωντος, ηλθεν εις Ιερουσαλημ, δια να δοκιμαση τον Σολομωντα δι' αινιγματων, εχουσα συνοδιαν μεγαλην σφοδρα και καμηλους φορτωμενας αρωματα και χρυσον αφθονον και λιθους πολυτιμους· και, οτε ηλθε προς τον Σολομωντα, ελαλησε μετ' αυτου περι παντων οσα ειχεν εν τη καρδια αυτης.
<scripture passage="2Chr 9:2" parsed="|2Chr|9|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.2" />
<sup>2</sup>Και εξηγησεν εις αυτην ο Σολομων παντα τα ερωτηματα αυτης· και δεν εσταθη ουδεν κεκρυμμενον απο του Σολομωντος, το οποιον δεν εξηγησεν εις αυτην.
<scripture passage="2Chr 9:3" parsed="|2Chr|9|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.3" />
<sup>3</sup>Και ιδουσα η βασιλισσα της Σεβα την σοφιαν του Σολομωντος και τον οικον, τον οποιον ωκοδομησε,
<scripture passage="2Chr 9:4" parsed="|2Chr|9|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.4" />
<sup>4</sup>και τα φαγητα της τραπεζης αυτου, και την καθεδριασιν των δουλων αυτου, και την στασιν των υπουργων αυτου και τον ιματισμον αυτων, και τους οινοχοους αυτου και τον ιματισμον αυτων, και την αναβασιν αυτου δι' ης ανεβαινεν εις τον οικον του Κυριου, εγεινεν εκθαμβος·
<scripture passage="2Chr 9:5" parsed="|2Chr|9|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.5" />
<sup>5</sup>και ειπε προς τον βασιλεα, Αληθης ο λογος, τον οποιον ηκουσα εν τη γη μου, περι των εργων σου και περι της σοφιας σου·
<scripture passage="2Chr 9:6" parsed="|2Chr|9|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.6" />
<sup>6</sup>αλλα δεν επιστευον εις τους λογους αυτων, εωσου ηλθον και ειδον οι οφθαλμοι μου· και ιδου, το ημισυ του πληθους της σοφιας σου δεν απηγγελθη προς εμε· συ υπερβαινεις την φημην την οποιαν ηκουσα·
<scripture passage="2Chr 9:7" parsed="|2Chr|9|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.7" />
<sup>7</sup>μακαριοι οι ανδρες σου και μακαριοι οι δουλοι σου ουτοι, οι ισταμενοι παντοτε ενωπιον σου και ακουοντες την σοφιαν σου·
<scripture passage="2Chr 9:8" parsed="|2Chr|9|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.8" />
<sup>8</sup>εστω Κυριος ο Θεος σου ευλογημενος, οστις ευηρεστηθη εις σε, δια να σε θεση επι του θρονου αυτου, να ησαι βασιλευς εις Κυριον τον Θεον σου· επειδη ο Θεος σου ηγαπησε τον Ισραηλ, ωστε να στερεωση αυτους εις τον αιωνα, δια τουτο σε κατεστησε βασιλεα επ' αυτους, δια να καμνης κρισιν και δικαιοσυνην.
<scripture passage="2Chr 9:9" parsed="|2Chr|9|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.9" />
<sup>9</sup>Και εδωκεν εις τον βασιλεα εκατον εικοσι ταλαντα χρυσιου και αρωματα πολλα σφοδρα και λιθους πολυτιμους· και δεν εσταθησαν ποτε τοιαυτα αρωματα, οποια η βασιλισσα της Σεβα εδωκεν εις τον βασιλεα Σολομωντα.
<scripture passage="2Chr 9:10" parsed="|2Chr|9|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.10" />
<sup>10</sup>Και οι δουλοι δε του Χουραμ και οι δουλοι του Σολομωντος, οιτινες εφερον χρυσιον απο Οφειρ, εφερον και ξυλον αλγουμειμ και λιθους πολυτιμους.
<scripture passage="2Chr 9:11" parsed="|2Chr|9|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς εκ των ξυλων αλγουμειμ αναβασεις εις τον οικον του Κυριου και εις τον οικον του βασιλεως, και κιθαρας και ψαλτηρια δια τους μουσικους· και τοιαυτα δεν εφανησαν προτερον εν τη γη Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 9:12" parsed="|2Chr|9|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.12" />
<sup>12</sup>Και εδωκεν ο βασιλευς Σολομων εις την βασιλισσαν της Σεβα παντα οσα ηθελησεν, οσα εζητησε, πλειοτερα των οσα εφερε προς τον βασιλεα. Και επεστρεψε και ανεχωρησεν εις την γην αυτης, αυτη και οι δουλοι αυτης.
<scripture passage="2Chr 9:13" parsed="|2Chr|9|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.13" />
<sup>13</sup>Το βαρος δε του χρυσιου, το οποιον ηρχετο εις τον Σολομωντα κατ' ετος, ητο εξακοσια εξηκοντα εξ ταλαντα χρυσιου,
<scripture passage="2Chr 9:14" parsed="|2Chr|9|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.14" />
<sup>14</sup>εκτος του συναγομενου εκ των τελωνων και των εμπορων και παντων των βασιλεων της Αραβιας και των σατραπων της γης, οιτινες εφερον χρυσιον και αργυριον προς τον Σολομωντα.
<scripture passage="2Chr 9:15" parsed="|2Chr|9|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.15" />
<sup>15</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς Σολομων διακοσιους θυρεους εκ χρυσιου σφυρηλατου· εξακοσιοι σικλοι χρυσιου σφυρηλατου εξωδευθησαν εις εκαστον θυρεον·
<scripture passage="2Chr 9:16" parsed="|2Chr|9|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.16" />
<sup>16</sup>και τριακοσιας ασπιδας εκ χρυσιου σφυρηλατου· τριακοσιοι σικλοι χρυσιου εξωδευθησαν εις εκαστην ασπιδα. Και εθεσεν αυτας ο βασιλευς εν τω οικω του δασους του Λιβανου.
<scripture passage="2Chr 9:17" parsed="|2Chr|9|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.17" />
<sup>17</sup>Εκαμεν ετι ο βασιλευς, θρονον μεγαν ελεφαντινον και εσκεπασεν αυτον με καθαρον χρυσιον.
<scripture passage="2Chr 9:18" parsed="|2Chr|9|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.18" />
<sup>18</sup>ειχε δε ο θρονος εξ βαθμιδας και υποποδιον χρυσουν, συνδεδεμενα με τον θρονον, και αγκωνας εντευθεν και εντευθεν της καθεδρας, και δυο λεοντας ισταμενους εις τα πλαγια των αγκωνων·
<scripture passage="2Chr 9:19" parsed="|2Chr|9|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.19" />
<sup>19</sup>και δωδεκα λεοντες ισταντο εκει, εκατερωθεν επι των εξ βαθμιδων. Παρομοιον δεν κατεσκευασθη εις ουδεν βασιλειον.
<scripture passage="2Chr 9:20" parsed="|2Chr|9|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.20" />
<sup>20</sup>Και παντα τα σκευη του ποτου του βασιλεως Σολομωντος ησαν εκ χρυσιου, και παντα τα σκευη του οικου του δασους του Λιβανου εκ χρυσιου καθαρου· ουδεν εξ αργυριου· το αργυριον ελογιζετο εις ουδεν εν ταις ημεραις του Σολομωντος.
<scripture passage="2Chr 9:21" parsed="|2Chr|9|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ειχε πλοια ο βασιλευς πορευομενα εις Θαρσεις μετα των δουλων του Χουραμ· απαξ κατα τριετιαν ηρχοντο τα πλοια απο Θαρσεις, φεροντα χρυσον και αργυρον, οδοντας ελεφαντος και πιθηκους και παγωνια.
<scripture passage="2Chr 9:22" parsed="|2Chr|9|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.22" />
<sup>22</sup>Και εμεγαλυνθη ο βασιλευς Σολομων υπερ παντας τους βασιλεις της γης εις πλουτον και εις σοφιαν.
<scripture passage="2Chr 9:23" parsed="|2Chr|9|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.23" />
<sup>23</sup>Και παντες οι βασιλεις της γης εζητουν το προσωπον του Σολομωντος, δια να ακουσωσι την σοφιαν αυτου, την οποιαν ο Θεος εθεσεν εις την καρδιαν αυτου.
<scripture passage="2Chr 9:24" parsed="|2Chr|9|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.24" />
<sup>24</sup>Και εφερον εκαστος αυτων το δωρον αυτου, σκευη αργυρα και σκευη χρυσα και στολας, πανοπλιας και αρωματα, ιππους και ημιονους, κατ' ετος.
<scripture passage="2Chr 9:25" parsed="|2Chr|9|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.25" />
<sup>25</sup>Και ειχεν ο Σολομων τεσσαρας χιλιαδας σταυλους ιππων και αμαξων και δωδεκα χιλιαδας ιππεων, τους οποιους εθεσεν ο βασιλευς εις τας πολεις των αμαξων και πλησιον εαυτου εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 9:26" parsed="|2Chr|9|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.26" />
<sup>26</sup>Και εβασιλευεν επι παντας τους βασιλεις απο του ποταμου εως της γης των Φιλισταιων και των οριων της Αιγυπτου.
<scripture passage="2Chr 9:27" parsed="|2Chr|9|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.27" />
<sup>27</sup>Και κατεστησεν ο βασιλευς τον αργυρον εν Ιερουσαλημ ως λιθους, και τας κεδρους κατεστησεν ως τας εν τη πεδιαδι συκαμινους, δια την αφθονιαν.
<scripture passage="2Chr 9:28" parsed="|2Chr|9|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.28" />
<sup>28</sup>Και εφερον προς τον Σολομωντα ιππους εξ Αιγυπτου και εκ παντων των τοπων.
<scripture passage="2Chr 9:29" parsed="|2Chr|9|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.29" />
<sup>29</sup>αι δε λοιπαι πραξεις του Σολομωντος, αι πρωται και αι εσχαται, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω Ναθαν του προφητου και εν τη προφητεια Αχια του Σηλωνιτου και εν τοις οραμασιν Ιδδω του βλεποντος, τοις γενομενοις εναντιον Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ;
<scripture passage="2Chr 9:30" parsed="|2Chr|9|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.30" />
<sup>30</sup>Εβασιλευσε δε ο Σολομων εν Ιερουσαλημ, επι παντα τον Ισραηλ, τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="2Chr 9:31" parsed="|2Chr|9|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.9.31" />
<sup>31</sup>Και εκοιμηθη ο Σολομων μετα των πατερων αυτου· και εθαψαν αυτον εν τη πολει Δαβιδ του πατρος αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ροβοαμ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 10" progress="40.38%" prev="iiChr.9" next="iiChr.11" id="iiChr.10">
<h3 id="iiChr.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.10-p1">
<scripture passage="2Chr 10:1" parsed="|2Chr|10|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.1" />
<sup>1</sup>Και υπηγεν ο Ροβοαμ εις Συχεμ· διοτι ηρχετο πας ο Ισραηλ εις Συχεμ δια να καμη αυτον βασιλεα.
<scripture passage="2Chr 10:2" parsed="|2Chr|10|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.2" />
<sup>2</sup>Και ως ηκουσε τουτο Ιεροβοαμ ο υιος του Ναβατ, οστις ητο εν Αιγυπτω, οπου ειχε φυγει απο προσωπου Σολομωντος του βασιλεως, επεστρεψεν ο Ιεροβοαμ εξ Αιγυπτου,
<scripture passage="2Chr 10:3" parsed="|2Chr|10|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.3" />
<sup>3</sup>διοτι απεστειλαν και εκαλεσαν αυτον. Τοτε ηλθον ο Ιεροβοαμ και πας ο Ισραηλ, και ελαλησαν προς τον Ροβοαμ, λεγοντες,
<scripture passage="2Chr 10:4" parsed="|2Chr|10|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.4" />
<sup>4</sup>Ο πατηρ σου εσκληρυνε τον ζυγον ημων· τωρα λοιπον την δουλειαν την σκληραν του πατρος σου και τον ζυγον αυτου τον βαρυν, τον οποιον επεβαλεν εφ' ημας, ελαφρωσον συ, και θελομεν σοι δουλευει.
<scripture passage="2Chr 10:5" parsed="|2Chr|10|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.5" />
<sup>5</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Επανελθετε προς εμε μετα τρεις ημερας. Και ανεχωρησεν ο λαος.
<scripture passage="2Chr 10:6" parsed="|2Chr|10|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.6" />
<sup>6</sup>Και συνεβουλευθη ο βασιλευς Ροβοαμ τους πρεσβυτερους, οιτινες παρισταντο ενωπιον Σολομωντος του πατρος αυτου ετι ζωντος, λεγων, Τι με συμβουλευετε σεις να αποκριθω προς τον λαον τουτον;
<scripture passage="2Chr 10:7" parsed="|2Chr|10|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.7" />
<sup>7</sup>Και ελαλησαν προς αυτον, λεγοντες, Εαν φερθης ευμενως προς τον λαον τουτον και ευαρεστησης εις αυτους, και λαλησης προς αυτους αγαθους λογους, τοτε θελουσιν εισθαι δουλοι σου δια παντος.
<scripture passage="2Chr 10:8" parsed="|2Chr|10|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.8" />
<sup>8</sup>Απερριψεν ομως την συμβουλην των πρεσβυτερων, την οποιαν εδωκαν εις αυτον, και συνεβουλευθη τους νεους τους συνανατραφεντας μετ' αυτου, τους παρισταμενους ενωπιον αυτου.
<scripture passage="2Chr 10:9" parsed="|2Chr|10|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς αυτους, Τι με συμβουλευετε σεις να αποκριθωμεν προς τον λαον τουτον, οστις ελαλησε προς εμε, λεγων, Ελαφρωσον τον ζυγον τον οποιον ο πατηρ σου επεβαλεν εφ' ημας;
<scripture passage="2Chr 10:10" parsed="|2Chr|10|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησαν προς αυτον οι νεοι οι συνανατραφεντες μετ' αυτου, λεγοντες, Ουτω θελεις λαλησει προς τον λαον, οστις ελαλησε προς σε, λεγων, Ο πατηρ σου εβαρυνε τον ζυγον ημων, αλλα συ ελαφρωσον αυτον εις ημας· ουτω θελεις λαλησει προς αυτους· Ο μικρος μου δακτυλος θελει εισθαι παχυτερος της οσφυος του πατρος μου·
<scripture passage="2Chr 10:11" parsed="|2Chr|10|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.11" />
<sup>11</sup>τωρα λοιπον ο μεν πατηρ μου επεφορτισεν εις εσας ζυγον βαρυν, εγω δε θελω καμει βαρυτερον τον ζυγον σας· ο πατηρ μου σας επαιδευσε με μαστιγας, εγω δε θελω σας παιδευσει με σκορπιους.
<scripture passage="2Chr 10:12" parsed="|2Chr|10|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.12" />
<sup>12</sup>Και ηλθεν ο Ιεροβοαμ και πας ο λαος προς τον Ροβοαμ την τριτην ημεραν, ως ειχε λαλησει ο βασιλευς, λεγων, Επανελθετε προς εμε την τριτην ημεραν.
<scripture passage="2Chr 10:13" parsed="|2Chr|10|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.13" />
<sup>13</sup>Και απεκριθη ο βασιλευς προς αυτους σκληρως· και εγκατελιπεν ο βασιλευς Ροβοαμ την συμβουλην των πρεσβυτερων,
<scripture passage="2Chr 10:14" parsed="|2Chr|10|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.14" />
<sup>14</sup>και ελαλησε προς αυτους κατα την συμβουλην των νεων, λεγων, Ο πατηρ μου εβαρυνε τον ζυγον σας, αλλ' εγω θελω καμει αυτον βαρυτερον· ο πατηρ μου σας επαιδευσε με μαστιγας, αλλ' εγω θελω σας παιδευσει με σκορπιους.
<scripture passage="2Chr 10:15" parsed="|2Chr|10|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.15" />
<sup>15</sup>Και δεν εισηκουσεν ο βασιλευς εις τον λαον· διοτι το πραγμα εγεινε παρα του Θεου, δια να εκτελεση ο Κυριος τον λογον αυτου, τον οποιον ελαλησε δια του Αχια του Σηλωνιτου προς Ιεροβοαμ τον υιον του Ναβατ.
<scripture passage="2Chr 10:16" parsed="|2Chr|10|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.16" />
<sup>16</sup>Και ιδων πας ο Ισραηλ οτι ο βασιλευς δεν εισηκουσεν εις αυτους, απεκριθη ο λαος προς τον βασιλεα, λεγων, Τι μερος εχομεν ημεις εις τον Δαβιδ; ουδεμιαν κληρονομιαν εχομεν εις τον υιον του Ιεσσαι· εις τας σκηνας σου εκαστος, Ισραηλ· προβλεψον τωρα, Δαβιδ, περι του οικου σου. Και ανεχωρησε πας ο Ισραηλ εις τας σκηνας αυτου.
<scripture passage="2Chr 10:17" parsed="|2Chr|10|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.17" />
<sup>17</sup>Περι δε των υιων Ισραηλ των κατοικουντων εν ταις πολεσιν Ιουδα, ο Ροβοαμ εβασιλευσεν επ' αυτους.
<scripture passage="2Chr 10:18" parsed="|2Chr|10|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.18" />
<sup>18</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς Ροβοαμ τον Αδωραμ, τον επι των φορων· και ελιθοβολησαν αυτον οι υιοι Ισραηλ με λιθους, και απεθανεν. Οθεν εσπευσεν ο βασιλευς Ροβοαμ να αναβη εις την αμαξαν, δια να φυγη εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 10:19" parsed="|2Chr|10|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.10.19" />
<sup>19</sup>Ουτως απεστατησεν ο Ισραηλ απο του οικου του Δαβιδ, εως της ημερας ταυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 11" progress="40.45%" prev="iiChr.10" next="iiChr.12" id="iiChr.11">
<h3 id="iiChr.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.11-p1">
<scripture passage="2Chr 11:1" parsed="|2Chr|11|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.1" />
<sup>1</sup>Και ελθων ο Ροβοαμ εις Ιερουσαλημ, συνηθροισε τον οικον Ιουδα και Βενιαμιν, εκατον ογδοηκοντα χιλιαδας εκλεκτων πολεμιστων, δια να πολεμησωσι κατα του Ισραηλ, οπως επαναφερωσι την βασιλειαν εις τον Ροβοαμ.
<scripture passage="2Chr 11:2" parsed="|2Chr|11|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.2" />
<sup>2</sup>Εγεινεν ομως λογος Κυριου προς τον Σεμαιαν, ανθρωπον του Θεου, λεγων,
<scripture passage="2Chr 11:3" parsed="|2Chr|11|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.3" />
<sup>3</sup>Λαλησον προς Ροβοαμ τον υιον του Σολομωντος, τον βασιλεα του Ιουδα, και προς παντα τον Ισραηλ εν Ιουδα και Βενιαμιν, λεγων,
<scripture passage="2Chr 11:4" parsed="|2Chr|11|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δεν θελετε αναβη ουδε πολεμησει εναντιον των αδελφων σας· επιστρεψατε εκαστος εις τον οικον αυτου, διοτι παρ' εμου εγεινε το πραγμα τουτο. Και υπηκουσαν εις τους λογους του Κυριου και απεστραφησαν απο του να υπαγωσι κατα του Ιεροβοαμ.
<scripture passage="2Chr 11:5" parsed="|2Chr|11|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.5" />
<sup>5</sup>Και κατωκησεν ο Ροβοαμ εν Ιερουσαλημ και ωκοδομησε πολεις οχυρας εν Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 11:6" parsed="|2Chr|11|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.6" />
<sup>6</sup>Και ωκοδομησε την Βηθλεεμ και την Ηταμ και την Θεκουε
<scripture passage="2Chr 11:7" parsed="|2Chr|11|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.7" />
<sup>7</sup>και την Βαιθ-σουρ και την Σοκχω και την Οδολλαμ
<scripture passage="2Chr 11:8" parsed="|2Chr|11|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.8" />
<sup>8</sup>και την Γαθ και την Μαρησα και την Ζιφ
<scripture passage="2Chr 11:9" parsed="|2Chr|11|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.9" />
<sup>9</sup>και την Αδωραιμ και την Λαχεις και την Αζηκα
<scripture passage="2Chr 11:10" parsed="|2Chr|11|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.10" />
<sup>10</sup>και την Σαραα και την Αιαλων και την Χεβρων, αιτινες ειναι εν Ιουδα και εν Βενιαμιν, πολεις ωχυρωμεναι.
<scripture passage="2Chr 11:11" parsed="|2Chr|11|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.11" />
<sup>11</sup>Και ωχυρωσε τα φρουρια, και εβαλεν εις αυτα φρουραρχους και αποθηκας τροφων και ελαιου και οινου.
<scripture passage="2Chr 11:12" parsed="|2Chr|11|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.12" />
<sup>12</sup>Και εις πασαν πολιν εβαλεν ασπιδας και λογχας, και ωχυρωσεν αυτας πολυ σφοδρα. Και ησαν υπ' αυτον ο Ιουδας και ο Βενιαμιν.
<scripture passage="2Chr 11:13" parsed="|2Chr|11|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.13" />
<sup>13</sup>Και οι ιερεις και οι Λευιται οι εν παντι τω Ισραηλ συνηχθησαν προς αυτον, εκ παντων των οριων αυτων.
<scripture passage="2Chr 11:14" parsed="|2Chr|11|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.14" />
<sup>14</sup>Διοτι οι Λευιται εγκατελιπον τα προαστεια αυτων και τας ιδιοκτησιας αυτων, και ηλθον εις τον Ιουδαν και εις την Ιερουσαλημ· επειδη ο Ιεροβοαμ και οι υιοι αυτου ειχον αποβαλει αυτους απο του να ιερατευωσιν εις τον Κυριον·
<scripture passage="2Chr 11:15" parsed="|2Chr|11|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.15" />
<sup>15</sup>και κατεστησεν εις εαυτον ιερεις δια τους υψηλους τοπους και δια τους δαιμονας και δια τους μοσχους, τους οποιους εκαμε·
<scripture passage="2Chr 11:16" parsed="|2Chr|11|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.16" />
<sup>16</sup>και μετ' αυτους, οσοι εκ πασων των φυλων του Ισραηλ εδωκαν τας καρδιας αυτων εις το να ζητωσι Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, ηλθον εις Ιερουσαλημ, δια να θυσιασωσιν εις Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 11:17" parsed="|2Chr|11|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.17" />
<sup>17</sup>Και κατισχυσαν την βασιλειαν του Ιουδα και ισχυροποιησαν τον Ροβοαμ τον υιον του Σολομωντος, τρια ετη· διοτι τρια ετη περιεπατησαν εν τη οδω του Δαβιδ και του Σολομωντος.
<scripture passage="2Chr 11:18" parsed="|2Chr|11|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.18" />
<sup>18</sup>Ελαβε δε ο Ροβοαμ εις εαυτον γυναικα την Μαελεθ, θυγατερα του Ιεριμωθ υιου του Δαβιδ, και την Αβιχαιλ, θυγατερα του Ελιαβ υιου του Ιεσσαι·
<scripture passage="2Chr 11:19" parsed="|2Chr|11|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.19" />
<sup>19</sup>ητις εγεννησεν εις αυτον υιους, τον Ιεους και τον Σαμαριαν και τον Ζααμ.
<scripture passage="2Chr 11:20" parsed="|2Chr|11|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.20" />
<sup>20</sup>Και μετ' αυτην ελαβε την Μααχα θυγατερα του Αβεσσαλωμ, ητις εγεννησεν εις αυτον τον Αβια και τον Ατθαι και τον Ζιζα και τον Σελωμειθ.
<scripture passage="2Chr 11:21" parsed="|2Chr|11|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.21" />
<sup>21</sup>Και ηγαπησεν ο Ροβοαμ την Μααχα θυγατερα του Αβεσσαλωμ υπερ πασας τας γυναικας αυτου και τας παλλακας αυτου· διοτι ελαβε δεκαοκτω γυναικας και εξηκοντα παλλακας· και εγεννησεν εικοσιοκτω υιους και εξηκοντα θυγατερας·
<scripture passage="2Chr 11:22" parsed="|2Chr|11|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.22" />
<sup>22</sup>και κατεστησεν ο Ροβοαμ αρχοντα τον Αβια τον υιον της Μααχα, δια να αρχη επι τους αδελφους αυτου· διοτι εστοχαζετο να καμη αυτον βασιλεα·
<scripture passage="2Chr 11:23" parsed="|2Chr|11|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.11.23" />
<sup>23</sup>και ποιων φρονιμως διεσπειρε παντας τους υιους αυτου εις παντας τους τοπους Ιουδα και Βενιαμιν, εις πασαν οχυραν πολιν· και εδωκεν εις αυτους τροφας εν αφθονια και εζητησε πολλας γυναικας.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 12" progress="40.52%" prev="iiChr.11" next="iiChr.13" id="iiChr.12">
<h3 id="iiChr.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.12-p1">
<scripture passage="2Chr 12:1" parsed="|2Chr|12|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.1" />
<sup>1</sup>Και καθως εστερεωθη η βασιλεια του Ροβοαμ και ενεδυναμωθη, εγκατελιπε τον νομον του Κυριου, και πας ο Ισραηλ μετ' αυτου.
<scripture passage="2Chr 12:2" parsed="|2Chr|12|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.2" />
<sup>2</sup>Και εν τω πεμπτω ετει της βασιλειας του Ροβοαμ, Σισακ ο βασιλευς της Αιγυπτου ανεβη εναντιον της Ιερουσαλημ, επειδη παρηνομησαν εις τον Κυριον,
<scripture passage="2Chr 12:3" parsed="|2Chr|12|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.3" />
<sup>3</sup>μετα χιλιων διακοσιων αμαξων και εξηκοντα χιλιαδων ιππεων· ο δε λαος οστις ηλθε μετ' αυτου εξ Αιγυπτου ητο αναριθμητος, Λιβυες, Τρωγλοδυται και Αιθιοπες.
<scripture passage="2Chr 12:4" parsed="|2Chr|12|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.4" />
<sup>4</sup>Και κυριευσας τας οχυρας πολεις τας εν Ιουδα, ηλθεν εως της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 12:5" parsed="|2Chr|12|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.5" />
<sup>5</sup>Τοτε Σεμαιας ο προφητης ηλθε προς τον Ροβοαμ και τους αρχοντας του Ιουδα, τους συναχθεντας εν Ιερουσαλημ δια τον φοβον του Σισακ, και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Σεις με εγκατελιπετε· δια τουτο σας εγκατελιπον και εγω εις την χειρα του Σισακ.
<scripture passage="2Chr 12:6" parsed="|2Chr|12|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.6" />
<sup>6</sup>Και εταπεινωθησαν οι αρχοντες του Ισραηλ και ο βασιλευς, και ελεγον, Δικαιος ο Κυριος.
<scripture passage="2Chr 12:7" parsed="|2Chr|12|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ειδεν ο Κυριος οτι εταπεινωθησαν, εγεινε λογος Κυριου προς τον Σεμαιαν, λεγων, Ουτοι εταπεινωθησαν· δεν θελω εξολοθρευσει αυτους, αλλα θελω χαρισει εις αυτους σωτηριαν τινα· και ο θυμος μου δεν θελει εκχυθη επι την Ιερουσαλημ δια χειρος του Σισακ·
<scripture passage="2Chr 12:8" parsed="|2Chr|12|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.8" />
<sup>8</sup>αλλ' ομως θελουσι γεινει δουλοι αυτου, δια να γνωρισωσι την δουλειαν την εμην και την δουλειαν των βασιλειων της γης.
<scripture passage="2Chr 12:9" parsed="|2Chr|12|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.9" />
<sup>9</sup>Και ανεβη Σισακ ο βασιλευς της Αιγυπτου επι την Ιερουσαλημ, και ελαβε τους θησαυρους του οικου του Κυριου και τους θησαυρους του οικου του βασιλεως· τα παντα ελαβεν· ελαβεν ετι τους θυρεους τους χρυσους, τους οποιους εκαμεν ο Σολομων.
<scripture passage="2Chr 12:10" parsed="|2Chr|12|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.10" />
<sup>10</sup>Και αντ' εκεινων εκαμεν ο βασιλευς Ροβοαμ θυρεους χαλκινους, και παρεδωκεν αυτους εις τας χειρας των αρχοντων των σωματοφυλακων, οιτινες εφυλαττον την εισοδον του οικου του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 12:11" parsed="|2Chr|12|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.11" />
<sup>11</sup>Και οποτε εισηρχετο ο βασιλευς εις τον οικον του Κυριου, οι σωματοφυλακες ηρχοντο και ελαμβανον αυτους, και παλιν εφερον αυτους εις το οικημα των σωματοφυλακων.
<scripture passage="2Chr 12:12" parsed="|2Chr|12|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.12" />
<sup>12</sup>Επειδη λοιπον εταπεινωθη, απεστραφη απ' αυτου ο θυμος του Κυριου, δια να μη αφανιση αυτους ολοκληρως· διοτι ησαν ετι αγαθα πραγματα εν τω Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 12:13" parsed="|2Chr|12|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.13" />
<sup>13</sup>Και ενεδυναμωθη ο βασιλευς Ροβοαμ εν Ιερουσαλημ και εβασιλευσε· διοτι ο Ροβοαμ ητο ηλικιας τεσσαρακοντα και ενος ετους οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δεκαεπτα ετη εν Ιερουσαλημ, τη πολει την οποιαν ο Κυριος εξελεξεν εκ πασων των φυλων του Ισραηλ, δια να θεση το ονομα αυτου εκει. Της δε μητρος αυτου το ονομα ητο Νααμα η Αμμωνιτις.
<scripture passage="2Chr 12:14" parsed="|2Chr|12|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.14" />
<sup>14</sup>Και επραξε πονηρα, επειδη δεν προσηλωσε την καρδιαν αυτου εις το να εκζητη τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 12:15" parsed="|2Chr|12|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.15" />
<sup>15</sup>Αι δε πραξεις του Ροβοαμ, αι πρωται και αι εσχαται, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω Σεμαιου του προφητου και Ιδδω του βλεποντος, εν ταις γενεαλογιαις; Ησαν δε παντοτε πολεμοι μεταξυ Ροβοαμ και Ιεροβοαμ.
<scripture passage="2Chr 12:16" parsed="|2Chr|12|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.12.16" />
<sup>16</sup>Και εκοιμηθη ο Ροβοαμ μετα των πατερων αυτου και εταφη εν πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αβια ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 13" progress="40.59%" prev="iiChr.12" next="iiChr.14" id="iiChr.13">
<h3 id="iiChr.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.13-p1">
<scripture passage="2Chr 13:1" parsed="|2Chr|13|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.1" />
<sup>1</sup>Και εβασιλευσεν ο Αβια επι τον Ιουδαν εν τω δεκατω ογδοω ετει του βασιλεως Ιεροβοαμ.
<scripture passage="2Chr 13:2" parsed="|2Chr|13|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.2" />
<sup>2</sup>Τρια ετη εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ. Το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Μιχαια, θυγατηρ του Ουριηλ απο Γαβαα. Και ητο πολεμος μεταξυ Αβια και Ιεροβοαμ.
<scripture passage="2Chr 13:3" parsed="|2Chr|13|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.3" />
<sup>3</sup>Και παρεταχθη ο Αβια εις μαχην με στρατευμα δυνατων πολεμιστων, τετρακοσιων χιλιαδων ανδρων εκλεκτων· και ο Ιεροβοαμ παρεταχθη εις μαχην εναντιον αυτου με οκτακοσιας χιλιαδας ανδρων εκλεκτων, δυνατων εν ισχυι.
<scripture passage="2Chr 13:4" parsed="|2Chr|13|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.4" />
<sup>4</sup>Και σηκωθεις ο Αβια επι το ορος Σεμαραιμ, το εν τω ορει Εφραιμ, ειπεν, Ακουσατε μου, Ιεροβοαμ και πας ο Ισραηλ·
<scripture passage="2Chr 13:5" parsed="|2Chr|13|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.5" />
<sup>5</sup>δεν πρεπει να γνωρισητε, οτι Κυριος ο Θεος του Ισραηλ εδωκε την βασιλειαν επι τον Ισραηλ διαπαντος εις τον Δαβιδ, εις αυτον και εις τους υιους αυτου, με συνθηκην αλατος;
<scripture passage="2Chr 13:6" parsed="|2Chr|13|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.6" />
<sup>6</sup>αλλ' ο Ιεροβοαμ ο υιος του Ναβατ, ο δουλος του Σολομωντος υιου του Δαβιδ, εσηκωθη και επανεστατησεν εναντιον του κυριου αυτου·
<scripture passage="2Chr 13:7" parsed="|2Chr|13|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.7" />
<sup>7</sup>και συνηχθησαν προς αυτον ανθρωποι μηδαμινοι, αχρειοι, και ενεδυναμωθησαν εναντιον του Ροβοαμ υιου του Σολομωντος, οτε ητο ο Ροβοαμ νεος και απαλος την καρδιαν και δεν ηδυνατο να αντισταθη εις αυτους·
<scripture passage="2Chr 13:8" parsed="|2Chr|13|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.8" />
<sup>8</sup>και τωρα σεις λεγετε να αντισταθητε εις την βασιλειαν του Κυριου, την εις τας χειρας των υιων του Δαβιδ, διοτι εισθε πληθος πολυ και εχετε μεθ' εαυτων χρυσους μοσχους, τους οποιους ο Ιεροβοαμ εκαμεν εις εσας δια θεους·
<scripture passage="2Chr 13:9" parsed="|2Chr|13|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.9" />
<sup>9</sup>δεν απεβαλετε τους ιερεις του Κυριου, τους υιους του Ααρων, και τους Λευιτας, και εκαμετε εις εαυτους ιερεις κατα τα εθνη της γης; πας οστις προσερχεται να ιερωθη με μοσχον βοος και επτα κριους, γινεται ιερευς εις τους μη θεους·
<scripture passage="2Chr 13:10" parsed="|2Chr|13|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.10" />
<sup>10</sup>αλλ' ημεις τον Κυριον εχομεν θεον ημων, και δεν εγκατελιπομεν αυτον· και οι ιερεις, οι λειτουργουντες εις τον Κυριον, ειναι οι υιοι του Ααρων· και οι Λευιται, επι την εργασιαν·
<scripture passage="2Chr 13:11" parsed="|2Chr|13|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.11" />
<sup>11</sup>και καιουσι προς τον Κυριον καθ' εκαστην πρωιαν και καθ' εκαστην εσπεραν ολοκαυτωματα και θυμιαμα ευωδες· και διατεθουσι τους αρτους της προθεσεως επι της τραπεζης της καθαρας και την λυχνιαν την χρυσην και τους λυχνους αυτης, δια να καιη πασαν εσπεραν· διοτι ημεις φυλαττομεν την φυλακην Κυριου του Θεου ημων· σεις ομως εγκατελιπετε αυτον·
<scripture passage="2Chr 13:12" parsed="|2Chr|13|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.12" />
<sup>12</sup>και ιδου, ο Θεος αυτος ειναι μεθ' ημων επι κεφαλης, και οι ιερεις αυτου με ηχητικας σαλπιγγας, δια να ηχωσιν εναντιον σας. Υιοι Ισραηλ, μη πολεμειτε εναντιον Κυριου του Θεου των πατερων σας· διοτι δεν θελετε ευοδωθη.
<scripture passage="2Chr 13:13" parsed="|2Chr|13|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Ιεροβοαμ εστρεψε την ενεδραν δια να περιελθη εκ των οπισθεν αυτων· και ησαν κατα προσωπον του Ιουδα, και η ενεδρα οπισθεν αυτων.
<scripture passage="2Chr 13:14" parsed="|2Chr|13|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.14" />
<sup>14</sup>Και οτε περιεβλεψεν ο Ιουδας, ιδου, η μαχη ητο εμπροσθεν και οπισθεν αυτων· και εβοησαν προς τον Κυριον, και οι ιερεις εσαλπισαν με τας σαλπιγγας.
<scripture passage="2Chr 13:15" parsed="|2Chr|13|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.15" />
<sup>15</sup>Τοτε οι ανδρες Ιουδα ηλαλαξαν· και καθως ηλαλαξαν οι ανδρες Ιουδα, ο Θεος επαταξε τον Ιεροβοαμ και παντα τον Ισραηλ, εμπροσθεν του Αβια και του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 13:16" parsed="|2Chr|13|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.16" />
<sup>16</sup>Και εφυγον οι υιοι Ισραηλ απ' εμπροσθεν του Ιουδα· και παρεδωκεν αυτους ο Θεος εις την χειρα αυτων.
<scripture passage="2Chr 13:17" parsed="|2Chr|13|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.17" />
<sup>17</sup>Και εκαμον ο Αβια και ο λαος αυτου εις αυτους σφαγην μεγαλην· και επεσαν τραυματιαι εκ του Ισραηλ πεντακοσιαι χιλιαδες ανδρων εκλεκτων.
<scripture passage="2Chr 13:18" parsed="|2Chr|13|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.18" />
<sup>18</sup>Και εταπεινωθησαν οι υιοι Ισραηλ εν τω καιρω εκεινω, οι δε υιοι Ιουδα υπερισχυσαν, επειδη ηλπισαν επι Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 13:19" parsed="|2Chr|13|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.19" />
<sup>19</sup>Και κατεδιωξεν ο Αβια εξ οπισω του Ιεροβοαμ, και ελαβε παρ' αυτου πολεις, την Βαιθηλ και τας κωμας αυτης, και την Ιεσανα και τας κωμας αυτης, και την Εφραιν και τας κωμας αυτης.
<scripture passage="2Chr 13:20" parsed="|2Chr|13|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.20" />
<sup>20</sup>Και δεν ανελαβε πλεον δυναμιν ο Ιεροβοαμ εν ταις ημεραις του Αβια· αλλ' επαταξεν αυτον ο Κυριος, και απεθανε.
<scripture passage="2Chr 13:21" parsed="|2Chr|13|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.21" />
<sup>21</sup>Και ενεδυναμωθη ο Αβια· και ελαβεν εις εαυτον δεκατεσσαρας γυναικας, και εγεννησεν εικοσιδυο υιους και δεκαεξ θυγατερας.
<scripture passage="2Chr 13:22" parsed="|2Chr|13|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.13.22" />
<sup>22</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αβια και αι οδοι αυτου και οι λογοι αυτου ειναι γεγραμμενοι εν τη ιστορια του προφητου Ιδδω.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 14" progress="40.67%" prev="iiChr.13" next="iiChr.15" id="iiChr.14">
<h3 id="iiChr.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.14-p1">
<scripture passage="2Chr 14:1" parsed="|2Chr|14|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.1" />
<sup>1</sup>Και εκοιμηθη ο Αβια μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ασα ο υιος αυτου. Εν ταις ημεραις αυτου η γη ησυχασε δεκα ετη.
<scripture passage="2Chr 14:2" parsed="|2Chr|14|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.2" />
<sup>2</sup>Και εκαμεν ο Ασα το καλον και το ευθες ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου·
<scripture passage="2Chr 14:3" parsed="|2Chr|14|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.3" />
<sup>3</sup>διοτι αφηρεσε τα θυσιαστηρια των αλλοτριων θεων και τους υψηλους τοπους, και κατεσυντριψε τα αγαλματα και κατεκοψε τα αλση·
<scripture passage="2Chr 14:4" parsed="|2Chr|14|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.4" />
<sup>4</sup>και ειπε προς τον Ιουδαν να εκζητωσι Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων και να καμνωσι τον νομον και τας εντολας.
<scripture passage="2Chr 14:5" parsed="|2Chr|14|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.5" />
<sup>5</sup>Αφηρεσεν ετι απο πασων των πολεων του Ιουδα τους υψηλους τοπους και τα ειδωλα· και ησυχασε το βασιλειον ενωπιον αυτου.
<scripture passage="2Chr 14:6" parsed="|2Chr|14|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.6" />
<sup>6</sup>Και ωκοδομησε πολεις οχυρας εν τω Ιουδα· διοτι ησυχασεν η γη, και δεν ητο εις αυτον πολεμος εν εκεινοις τοις χρονοις, επειδη ο Κυριος εδωκεν εις αυτον αναπαυσιν.
<scripture passage="2Chr 14:7" parsed="|2Chr|14|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο ειπε προς τον Ιουδαν, Ας οικοδομησωμεν τας πολεις ταυτας, και ας καμωμεν περι αυτας τειχη και πυργους, πυλας και μοχλους, ενω ειμεθα κυριοι της γης, επειδη εξεζητησαμεν Κυριον τον Θεον ημων· εξεζητησαμεν αυτον, και εδωκεν εις ημας αναπαυσιν κυκλοθεν. Και ωκοδομησαν και ευωδωθησαν.
<scripture passage="2Chr 14:8" parsed="|2Chr|14|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.8" />
<sup>8</sup>Ειχε δε ο Ασα στρατευμα εκ του Ιουδα τριακοσιας χιλιαδας, φεροντας θυρεους και λογχας· εκ δε του Βενιαμιν, διακοσιας ογδοηκοντα χιλιαδας, ασπιδοφορους και τοξοτας· παντες ουτοι ησαν δυνατοι εν ισχυι.
<scripture passage="2Chr 14:9" parsed="|2Chr|14|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.9" />
<sup>9</sup>Εξηλθε δε εναντιον αυτων Ζερα ο Αιθιοψ, με στρατευμα εκατον μυριαδων και με τριακοσιας αμαξας, και ηλθεν εως Μαρησα.
<scripture passage="2Chr 14:10" parsed="|2Chr|14|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.10" />
<sup>10</sup>Και εξηλθεν ο Ασα εναντιον αυτου, και παρεταχθησαν εις μαχην εν τη φαραγγι Σεφαθα, πλησιον της Μαρησα.
<scripture passage="2Chr 14:11" parsed="|2Chr|14|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.11" />
<sup>11</sup>Και εβοησεν ο Ασα προς Κυριον τον Θεον αυτου και ειπε, Κυριε, δεν ειναι ουδεν παρα σοι να βοηθης τους εχοντας πολλην η μηδεμιαν δυναμιν· βοηθησον ημας, Κυριε Θεε ημων· διοτι επι σε πεποιθαμεν, και εν τω ονοματι σου ερχομεθα εναντιον του πληθους τουτου. Κυριε, συ εισαι ο Θεος ημων· ας μη υπερισχυση ανθρωπος εναντιον σου.
<scripture passage="2Chr 14:12" parsed="|2Chr|14|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.12" />
<sup>12</sup>Και επαταξεν ο Κυριος τους Αιθιοπας εμπροσθεν του Ασα και εμπροσθεν του Ιουδα· και οι Αιθιοπες εφυγον.
<scripture passage="2Chr 14:13" parsed="|2Chr|14|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Ασα και ο λαος ο μετ' αυτου κατεδιωξαν αυτους εως Γεραρων· και επεσον εκ των Αιθιοπων τοσουτοι, ωστε δεν ηδυναντο να αναλαβωσι πλεον· διοτι συνετριβησαν εμπροσθεν του Κυριου και εμπροσθεν του στρατευματος αυτου· και ελαβον λαφυρα πολλα σφοδρα.
<scripture passage="2Chr 14:14" parsed="|2Chr|14|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.14" />
<sup>14</sup>Και επαταξαν πασας τας πολεις κυκλω των Γεραρων· διοτι ο φοβος του Κυριου επεπεσεν επ' αυτους· και ελαφυραγωγησαν πασας τας πολεις· διοτι ησαν εν αυταις λαφυρα πολλα.
<scripture passage="2Chr 14:15" parsed="|2Chr|14|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.14.15" />
<sup>15</sup>Επαταξαν δε και τας επαυλεις των ποιμνιων και ελαβον προβατα πολλα και καμηλους, και επεστρεψαν εις Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 15" progress="40.73%" prev="iiChr.14" next="iiChr.16" id="iiChr.15">
<h3 id="iiChr.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.15-p1">
<scripture passage="2Chr 15:1" parsed="|2Chr|15|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ηλθε το πνευμα του Θεου επι Αζαριαν τον υιον του Ωδηδ·
<scripture passage="2Chr 15:2" parsed="|2Chr|15|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.2" />
<sup>2</sup>και εξηλθεν εις συναντησιν του Ασα και ειπε προς αυτον, Ακουσατε μου, Ασα και πας ο Ιουδας και ο Βενιαμιν· Ο Κυριος ειναι με σας, οταν σεις εισθε μετ' αυτου· και εαν εκζητητε αυτον, θελει ευρεθη εις εσας· εαν ομως εγκαταλειψητε αυτον, θελει σας εγκαταλειψει·
<scripture passage="2Chr 15:3" parsed="|2Chr|15|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.3" />
<sup>3</sup>πολυν μεν καιρον εσταθη ο Ισραηλ χωρις του αληθινου Θεου και χωρις ιερεως διδασκοντος και χωρις νομου·
<scripture passage="2Chr 15:4" parsed="|2Chr|15|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.4" />
<sup>4</sup>οτε ομως εν τη στενοχωρια αυτων επεστρεψαν εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ και εξεζητησαν αυτον, ευρεθη εις αυτους·
<scripture passage="2Chr 15:5" parsed="|2Chr|15|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.5" />
<sup>5</sup>και κατ' εκεινους τους καιρους δεν ητο ειρηνη εις τον εξερχομενον και εις τον εισερχομενον, αλλ' ησαν μεγαλαι ταραχαι επι παντας τους κατοικους των τοπων·
<scripture passage="2Chr 15:6" parsed="|2Chr|15|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.6" />
<sup>6</sup>και εφθειρετο εθνος υπο εθνους και πολις υπο πολεως· διοτι ο Θεος κατεθλιβεν αυτους εν παση στενοχωρια·
<scripture passage="2Chr 15:7" parsed="|2Chr|15|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.7" />
<sup>7</sup>σεις δε ενδυναμουσθε, και ας μη ηναι εκλελυμεναι αι χειρες σας· διοτι θελει εισθαι μισθος εις το εργον σας.
<scripture passage="2Chr 15:8" parsed="|2Chr|15|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.8" />
<sup>8</sup>Και οτε ηκουσεν ο Ασα τους λογους τουτους και την προφητειαν Ωδηδ του προφητου, ενεδυναμωθη και απεβαλε τα βδελυγματα εκ πασης της γης Ιουδα και Βενιαμιν και εκ των πολεων, τας οποιας ελαβεν εκ του ορους Εφραιμ, και ανενεωσε το θυσιαστηριον του Κυριου, το κατ' εμπροσθεν του προναου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 15:9" parsed="|2Chr|15|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.9" />
<sup>9</sup>Και συνηγαγε παντα τον Ιουδαν και τον Βενιαμιν, και τους παροικουντας μετ' αυτων εκ του Εφραιμ και Μανασση και εκ του Συμεων· διοτι πολλοι εκ του Ισραηλ προσεχωρησαν εις αυτον, ιδοντες οτι Κυριος ο Θεος αυτου ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="2Chr 15:10" parsed="|2Chr|15|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.10" />
<sup>10</sup>Και συνηχθησαν εις Ιερουσαλημ κατα τον τριτον μηνα του δεκατου πεμπτου ετους της βασιλειας του Ασα.
<scripture passage="2Chr 15:11" parsed="|2Chr|15|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.11" />
<sup>11</sup>Και προσεφεραν θυσιας εις τον Κυριον, κατα την ημεραν εκεινην, εκ των λαφυρων τα οποια εφεραν, επτακοσιους βοας και επτα χιλιαδας προβατων.
<scripture passage="2Chr 15:12" parsed="|2Chr|15|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.12" />
<sup>12</sup>Και εισηλθον εις συνθηκην να εκζητησωσι Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων, εξ ολης της καρδιας αυτων και εξ ολης της ψυχης αυτων·
<scripture passage="2Chr 15:13" parsed="|2Chr|15|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.13" />
<sup>13</sup>και πας οστις δεν εκζητηση Κυριον τον Θεον του Ισραηλ να θανατονηται, απο μικρου εως μεγαλου, απο ανδρος εως γυναικος.
<scripture passage="2Chr 15:14" parsed="|2Chr|15|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.14" />
<sup>14</sup>Και ωμοσαν προς τον Κυριον εν φωνη μεγαλη και εν αλαλαγμω και εν σαλπιγξι και εν κερατιναις.
<scripture passage="2Chr 15:15" parsed="|2Chr|15|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.15" />
<sup>15</sup>Και πας ο Ιουδας ευφρανθη εις τον ορκον· διοτι ωμοσαν εξ ολης της καρδιας αυτων και εξεζητησαν αυτον μεθ' ολης της θελησεως αυτων· και ευρεθη εις αυτους· και εδωκεν εις αυτους ο Κυριος αναπαυσιν κυκλοθεν.
<scripture passage="2Chr 15:16" parsed="|2Chr|15|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.16" />
<sup>16</sup>Ετι δε Μααχα, την μητερα του βασιλεως Ασα, απεβαλεν αυτην του να ηναι βασιλισσα, επειδη εκαμεν ειδωλον εις αλσος· και κατεκοψεν ο Ασα το ειδωλον αυτης και συνετριψε και εκαυσεν αυτο εις τον χειμαρρον Κεδρων.
<scripture passage="2Chr 15:17" parsed="|2Chr|15|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.17" />
<sup>17</sup>Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν απο του Ισραηλ· πλην η καρδια του Ασα ητο τελεια πασας τας ημερας αυτου.
<scripture passage="2Chr 15:18" parsed="|2Chr|15|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.18" />
<sup>18</sup>Και εφερεν εις τον οικον του Θεου τα αφιερωματα του πατρος αυτου και τα εαυτου αφιερωματα, αργυρον και χρυσον και σκευη.
<scripture passage="2Chr 15:19" parsed="|2Chr|15|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.15.19" />
<sup>19</sup>Και δεν εγεινε πολεμος εως του τριακοστου πεμπτου ετους της βασιλειας του Ασα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 16" progress="40.79%" prev="iiChr.15" next="iiChr.17" id="iiChr.16">
<h3 id="iiChr.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.16-p1">
<scripture passage="2Chr 16:1" parsed="|2Chr|16|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τριακοστω εκτω ετει της βασιλειας του Ασα, ο Βαασα βασιλευς του Ισραηλ ανεβη εναντιον του Ιουδα και ωκοδομησε την Ραμα, δια να μη αφινη μηδενα να εξερχηται μηδε να εισερχηται προς τον Ασα βασιλεα του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 16:2" parsed="|2Chr|16|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.2" />
<sup>2</sup>Τοτε ο Ασα εξεφερεν αργυριον και χρυσιον εκ των θησαυρων του οικου του Κυριου και του οικου του βασιλεως, και απεστειλε προς τον Βεν-αδαδ βασιλεα της Συριας, κατοικουντα εν Δαμασκω, λεγων,
<scripture passage="2Chr 16:3" parsed="|2Chr|16|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.3" />
<sup>3</sup>Ας γεινη συνθηκη αναμεσον εμου και σου, ως ητο και αναμεσον του πατρος μου και του πατρος σου· ιδου, απεστειλα προς σε αργυριον και χρυσιον· υπαγε, διαλυσον την συνθηκην σου την προς Βαασα βασιλεα του Ισραηλ, δια να αναχωρηση απ' εμου.
<scripture passage="2Chr 16:4" parsed="|2Chr|16|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.4" />
<sup>4</sup>Και εισηκουσεν ο Βεν-αδαδ εις τον βασιλεα Ασα, και απεστειλε τους αρχηγους των δυναμεων αυτου εναντιον των πολεων του Ισραηλ· και επαταξαν την Ιιων και την Δαν και την Αβελ-μαιμ και πασας τας αποθηκας των πολεων Νεφθαλι.
<scripture passage="2Chr 16:5" parsed="|2Chr|16|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.5" />
<sup>5</sup>Και ως ηκουσεν ο Βαασα, επαυσε να οικοδομη την Ραμα και κατελιπε το εργον αυτου.
<scripture passage="2Chr 16:6" parsed="|2Chr|16|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.6" />
<sup>6</sup>Και παρελαβεν ο βασιλευς Ασα παντα τον Ιουδαν, και εσηκωσαν τους λιθους της Ραμα και τα ξυλα αυτης, με τα οποια ωκοδομει ο Βαασα· και με ταυτα ωκοδομησε την Γαβαα και την Μισπα.
<scripture passage="2Chr 16:7" parsed="|2Chr|16|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.7" />
<sup>7</sup>Κατ' εκεινον δε τον καιρον Ανανι ο βλεπων ηλθε προς Ασα τον βασιλεα του Ιουδα και ειπε προς αυτον, Επειδη επεστηριχθης επι τον βασιλεα της Συριας και δεν επεστηριχθης επι Κυριον τον Θεον σου, δια τουτο εξεφυγε το στρατευμα του βασιλεως της Συριας απο της χειρος σου·
<scripture passage="2Chr 16:8" parsed="|2Chr|16|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.8" />
<sup>8</sup>οι Αιθιοπες και οι Λιβυες δεν ησαν στρατευμα μεγα, μετα πολυαριθμων αμαξων και ιππεων; επειδη ομως επεστηριχθης εις τον Κυριον, παρεδωκεν αυτους εις την χειρα σου·
<scripture passage="2Chr 16:9" parsed="|2Chr|16|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.9" />
<sup>9</sup>διοτι οι οφθαλμοι του Κυριου περιτρεχουσι δια πασης της γης, δια να δειχθη δυνατος υπερ των εχοντων την καρδιαν αυτων τελειαν προς αυτον· εις τουτο επραξας αφρονως· δια τουτο θελεις εχει πολεμους εις το εξης.
<scripture passage="2Chr 16:10" parsed="|2Chr|16|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.10" />
<sup>10</sup>Και ωργισθη ο Ασα κατα του βλεποντος και εβαλεν αυτον εις φυλακην· διοτι ηγανακτησεν εναντιον αυτου δια τουτο. Και κατεθλιψεν ο Ασα τινας εκ του λαου εν εκεινω τω καιρω.
<scripture passage="2Chr 16:11" parsed="|2Chr|16|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.11" />
<sup>11</sup>Και ιδου, αι πραξεις του Ασα, αι πρωται και αι εσχαται, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ιουδα και του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 16:12" parsed="|2Chr|16|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.12" />
<sup>12</sup>Ηρρωστησε δε ο Ασα τους ποδας αυτου εν τω τριακοστω εννατω ετει της βασιλειας αυτου, εωσου η αρρωστια αυτου εγεινε μεγιστη· αλλ' ουδε εν τη αρρωστια αυτου εξεζητησε τον Κυριον, αλλα τους ιατρους.
<scripture passage="2Chr 16:13" parsed="|2Chr|16|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.13" />
<sup>13</sup>Και εκοιμηθη ο Ασα μετα των πατερων αυτου· και απεθανεν εν τω τεσσαρακοστω πρωτω ετει της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="2Chr 16:14" parsed="|2Chr|16|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.16.14" />
<sup>14</sup>Και εθαψαν αυτον εις τον ταφον αυτου, τον οποιον εσκαψε δι' εαυτον εν πολει Δαβιδ, και εθεσαν αυτον επι κλινης πληρους ευωδιας και διαφορων αρωματων μυρεψικων· και εκαμον εις αυτον καυσιν μεγαλην σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 17" progress="40.86%" prev="iiChr.16" next="iiChr.18" id="iiChr.17">
<h3 id="iiChr.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.17-p1">
<scripture passage="2Chr 17:1" parsed="|2Chr|17|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.1" />
<sup>1</sup>Εβασιλευσε δε αντ' αυτου Ιωσαφατ ο υιος αυτου και ενεδυναμωθη κατα του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 17:2" parsed="|2Chr|17|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.2" />
<sup>2</sup>Και εβαλε δυναμεις εις πασας τας οχυρας πολεις του Ιουδα και κατεστησε φρουρας εν τη γη Ιουδα και εν ταις πολεσι του Εφραιμ, τας οποιας ειχε κυριευσει Ασα ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Chr 17:3" parsed="|2Chr|17|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.3" />
<sup>3</sup>Και ητο Κυριος μετα του Ιωσαφατ, επειδη περιεπατησεν εν ταις οδοις Δαβιδ του πατρος αυτου ταις πρωταις, και δεν εξεζητησε τους Βααλειμ·
<scripture passage="2Chr 17:4" parsed="|2Chr|17|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.4" />
<sup>4</sup>αλλα τον Θεον του πατρος αυτου εξεζητησε και εις τας εντολας αυτου περιεπατησε και ουχι κατα τα εργα του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 17:5" parsed="|2Chr|17|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο εστερεωσεν ο Κυριος την βασιλειαν εν τη χειρι αυτου· και πας ο Ιουδας εδωκε δωρα εις τον Ιωσαφατ· και απεκτησε πλουτον και δοξαν πολλην.
<scripture passage="2Chr 17:6" parsed="|2Chr|17|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.6" />
<sup>6</sup>Και υψωθη η καρδια αυτου εις τας οδους του Κυριου· και ετι αφηρεσε τους υψηλους τοπους και τα αλση απο του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 17:7" parsed="|2Chr|17|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.7" />
<sup>7</sup>Και εν τω τριτω ετει της βασιλειας αυτου απεστειλε τους αρχοντας αυτου, τον Βεν-αιλ και τον Οβαδιαν και τον Ζαχαριαν και τον Ναθαναηλ και τον Μιχαιαν, δια να διδασκωσιν εν ταις πολεσι του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 17:8" parsed="|2Chr|17|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.8" />
<sup>8</sup>και μετ' αυτων τους Λευιτας, τον Σεμαιαν και Ναθανιαν και Ζεβαδιαν και Ασαηλ και Σεμιραμωθ και Ιωναθαν και Αδωνιαν και Τωβιαν και Τωβ-αδωνιαν, τους Λευιτας· και μετ' αυτων Ελισαμα και Ιωραμ, τους ιερεις·
<scripture passage="2Chr 17:9" parsed="|2Chr|17|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.9" />
<sup>9</sup>και εδιδασκον εν τω Ιουδα, εχοντες μεθ' εαυτων το βιβλιον του νομου του Κυριου, και περιηρχοντο εις πασας τας πολεις του Ιουδα και εδιδασκον τον λαον.
<scripture passage="2Chr 17:10" parsed="|2Chr|17|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.10" />
<sup>10</sup>Και επεπεσε φοβος Κυριου επι πασας τας βασιλειας των περιξ του Ιουδα τοπων· και δεν επολεμουν εναντιον του Ιωσαφατ.
<scripture passage="2Chr 17:11" parsed="|2Chr|17|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.11" />
<sup>11</sup>Και απο των Φιλισταιων εφερον δωρα προς τον Ιωσαφατ και φορον αργυριου· οι Αραβες προσετι εφερον προς αυτον ποιμνια κριων επτα χιλιαδας επτακοσιους και τραγων επτα χιλιαδας επτακοσιους.
<scripture passage="2Chr 17:12" parsed="|2Chr|17|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.12" />
<sup>12</sup>Και προεχωρει ο Ιωσαφατ μεγαλυνομενος σφοδρα· και ωκοδομησεν εν Ιουδα φρουρια και πολεις αποθηκων.
<scripture passage="2Chr 17:13" parsed="|2Chr|17|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.13" />
<sup>13</sup>Και ειχε πολλα εργα εν ταις πολεσιν Ιουδα· και ανδρας πολεμιστας, δυνατους εν ισχυι, εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 17:14" parsed="|2Chr|17|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι δε ειναι οι αριθμοι αυτων, κατα τους οικους των πατριων αυτων· εκ του Ιουδα, χιλιαρχοι, Αδνα ο αρχηγος, και μετ' αυτου δυνατοι εν ισχυι τριακοσιαι χιλιαδες.
<scripture passage="2Chr 17:15" parsed="|2Chr|17|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.15" />
<sup>15</sup>Και μετα τουτον Ιωαναν ο αρχηγος, και μετ' αυτου διακοσιαι ογδοηκοντα χιλιαδες.
<scripture passage="2Chr 17:16" parsed="|2Chr|17|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.16" />
<sup>16</sup>Και μετα τουτον Αμασιας ο υιος του Ζιχρι, οστις προθυμως προσεφερεν εαυτον εις τον Κυριον· και μετ' αυτου διακοσιαι χιλιαδες δυνατοι εν ισχυι.
<scripture passage="2Chr 17:17" parsed="|2Chr|17|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.17" />
<sup>17</sup>Εκ δε του Βενιαμιν, δυνατος εν ισχυι, Ελιαδα και μετ' αυτου τοξοται και ασπιδοφοροι διακοσιαι χιλιαδες.
<scripture passage="2Chr 17:18" parsed="|2Chr|17|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.18" />
<sup>18</sup>Και μετα τουτον Ιωζαβαδ, και μετ' αυτου εκατον ογδοηκοντα χιλιαδες ωπλισμενοι εις πολεμον.
<scripture passage="2Chr 17:19" parsed="|2Chr|17|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.17.19" />
<sup>19</sup>Ουτοι ησαν οι υπηρετουντες τον βασιλεα, εκτος των οσους εβαλεν ο βασιλευς εις τας οχυρας πολεις εν παντι τω Ιουδα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 18" progress="40.92%" prev="iiChr.17" next="iiChr.19" id="iiChr.18">
<h3 id="iiChr.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.18-p1">
<scripture passage="2Chr 18:1" parsed="|2Chr|18|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.1" />
<sup>1</sup>Και ειχεν ο Ιωσαφατ πλουτον και δοξαν πολλην· και εσυμπενθερευσε μετα του Αχααβ.
<scripture passage="2Chr 18:2" parsed="|2Chr|18|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.2" />
<sup>2</sup>Μετα δε χρονους κατεβη προς τον Αχααβ εις την Σαμαρειαν Και εσφαξεν ο Αχααβ προβατα και βοας εν αφθονια δι' αυτον και δια τον λαον τον μετ' αυτου, και κατεπεισεν αυτον να συναναβη εις Ραμωθ-γαλααδ.
<scripture passage="2Chr 18:3" parsed="|2Chr|18|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν Αχααβ ο βασιλευς του Ισραηλ προς Ιωσαφατ τον βασιλεα του Ιουδα, Ερχεσαι μετ' εμου εις Ραμωθ-γαλααδ; Ο δε απεκριθη προς αυτον, Εγω ειμαι καθως συ, και ο λαος μου καθως ο λαος σου· και θελομεν εισθαι μετα σου εν τω πολεμω.
<scripture passage="2Chr 18:4" parsed="|2Chr|18|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Ιωσαφατ προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Ερωτησον σημερον, παρακαλω, τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 18:5" parsed="|2Chr|18|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.5" />
<sup>5</sup>Και συνηθροισεν ο βασιλευς του Ισραηλ τους προφητας, τετρακοσιους ανδρας, και ειπε προς αυτους, να υπαγωμεν εις Ραμωθ-γαλααδ, δια να πολεμησωμεν; η να απεχω; Οι δε ειπον, Αναβα, και θελει παραδωσει ο Θεος αυτην εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 18:6" parsed="|2Chr|18|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Δεν ειναι ενταυθα ετι προφητης του Κυριου, δια να ερωτησωμεν δι' αυτου;
<scripture passage="2Chr 18:7" parsed="|2Chr|18|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, ειναι ετι ανθρωπος τις, δια του οποιου δυναμεθα να ερωτησωμεν τον Κυριον· πλην εγω μισω αυτον· διοτι δεν προφητευει καλον περι εμου αλλα παντοτε κακον· ειναι ο Μιχαιας ο υιος του Ιεμλα. Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Ας μη λαλη ο βασιλευς ουτως.
<scripture passage="2Chr 18:8" parsed="|2Chr|18|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.8" />
<sup>8</sup>Και εκαλεσεν ο βασιλευς του Ισραηλ ενα ευνουχον και ειπε, Σπευσον να φερης Μιχαιαν τον υιον του Ιεμλα.
<scripture passage="2Chr 18:9" parsed="|2Chr|18|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.9" />
<sup>9</sup>Ο δε βασιλευς του Ισραηλ και Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα εκαθηντο, εκαστος επι του θρονου αυτου, ενδεδυμενοι στολαις, και εκαθηντο εν τοπω ανοικτω, κατα την εισοδον της πυλης της Σαμαρειας· και παντες οι προφηται προεφητευον εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="2Chr 18:10" parsed="|2Chr|18|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.10" />
<sup>10</sup>Και Σεδεκιας ο υιος του Χαναανα ειχε καμει εις εαυτον κερατα σιδηρα και ειπεν, ουτω λεγει Κυριος· Δια τουτων θελεις κερατισει τους Συριους, εωσου συντελεσης αυτους.
<scripture passage="2Chr 18:11" parsed="|2Chr|18|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.11" />
<sup>11</sup>Και παντες οι προφηται προεφητευον ουτω, λεγοντες, Αναβα εις Ραμωθ-γαλααδ και ευοδου· διοτι ο Κυριος θελει παραδωσει αυτην εις την χειρα του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 18:12" parsed="|2Chr|18|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.12" />
<sup>12</sup>Και ο μηνυτης, οστις υπηγε να καλεση τον Μιχαιαν, ειπε προς αυτον, λεγων, Ιδου, οι λογοι των προφητων φανερονουσιν εξ ενος στοματος καλον περι του βασιλεως· ο λογος σου λοιπον ας ηναι, παρακαλω, ως ενος εξ εκεινων, και λαλησον το καλον.
<scripture passage="2Chr 18:13" parsed="|2Chr|18|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Μιχαιας ειπε, Ζη Κυριος, ο, τι μοι ειπη ο Θεος μου, τουτο θελω λαλησει.
<scripture passage="2Chr 18:14" parsed="|2Chr|18|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.14" />
<sup>14</sup>Ηλθε λοιπον προς τον βασιλεα, και ειπεν ο βασιλευς προς αυτον, Μιχαια, να υπαγωμεν εις Ραμωθ-γαλααδ δια να πολεμησωμεν; η να απεχω; Ο δε ειπεν, Αναβητε και ευοδουσθε, διοτι θελουσι παραδοθη εις την χειρα σας.
<scripture passage="2Chr 18:15" parsed="|2Chr|18|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Εως ποσακις θελω σε ορκιζει να μη λεγης προς εμε παρα την αληθειαν εν ονοματι Κυριου;
<scripture passage="2Chr 18:16" parsed="|2Chr|18|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπεν· ειδον παντα τον Ισραηλ διεσπαρμενον επι τα ορη, ως προβατα μη εχοντα ποιμενα· και ειπε Κυριος, Ουτοι δεν εχουσι κυριον· ας επιστρεψωσιν εκαστος εις τον οικον αυτου εν ειρηνη.
<scripture passage="2Chr 18:17" parsed="|2Chr|18|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, Δεν σοι ειπα οτι δεν θελει προφητευσει καλον περι εμου, αλλα κακον;
<scripture passage="2Chr 18:18" parsed="|2Chr|18|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.18" />
<sup>18</sup>Και ο Μιχαιας ειπεν, Ακουσατε λοιπον τον λογον του Κυριου· ειδον τον Κυριον καθημενον επι του θρονου αυτου και πασαν την στρατιαν του ουρανου παρισταμενην εκ δεξιων αυτου και εξ αριστερων αυτου.
<scripture passage="2Chr 18:19" parsed="|2Chr|18|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε ο Κυριος, Τις θελει απατησει Αχααβ τον βασιλεα του Ισραηλ, ωστε να αναβη και να πεση εν Ραμωθ-γαλααδ; Και ο μεν ελαλησε λεγων ουτως, ο δε λεγων ουτως.
<scripture passage="2Chr 18:20" parsed="|2Chr|18|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.20" />
<sup>20</sup>Τοτε εξηλθε το πνευμα και εσταθη ενωπιον Κυριου και ειπεν, Εγω θελω απατησει αυτον. Και ειπε Κυριος προς αυτο, Τινι τροπω;
<scripture passage="2Chr 18:21" parsed="|2Chr|18|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε, Θελω εξελθει και θελω εισθαι πνευμα ψευδους εν τω στοματι παντων των προφητων αυτου. Και ειπε Κυριος, Θελεις απατησει και μαλιστα θελεις κατορθωσει· εξελθε και καμε ουτω.
<scripture passage="2Chr 18:22" parsed="|2Chr|18|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.22" />
<sup>22</sup>Τωρα λοιπον, ιδου, ο Κυριος εβαλε πνευμα ψευδους εν τω στοματι τουτων των προφητων σου, και ελαλησε Κυριος κακον επι σε.
<scripture passage="2Chr 18:23" parsed="|2Chr|18|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.23" />
<sup>23</sup>Τοτε πλησιασας Σεδεκιας ο υιος του Χαναανα, ερραπισε τον Μιχαιαν επι την σιαγονα και ειπε, Δια ποιας οδου επερασε το πνευμα του Κυριου απ' εμου, δια να λαληση προς σε;
<scripture passage="2Chr 18:24" parsed="|2Chr|18|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Μιχαιας, Ιδου, θελεις ιδει καθ' ην ημεραν θελεις εισερχεσθαι απο ταμειου εις ταμειον, δια να κρυφθης.
<scripture passage="2Chr 18:25" parsed="|2Chr|18|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.25" />
<sup>25</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ, Πιασατε τον Μιχαιαν και επαναφερετε αυτον προς Αμων τον αρχοντα της πολεως, και προς Ιωας τον υιον του βασιλεως,
<scripture passage="2Chr 18:26" parsed="|2Chr|18|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.26" />
<sup>26</sup>και ειπατε, Ουτω λεγει ο βασιλευς· Βαλετε τουτον εις την φυλακην και τρεφετε αυτον με αρτον θλιψεως και με υδωρ θλιψεως, εωσου επιστρεψω εν ειρηνη.
<scripture passage="2Chr 18:27" parsed="|2Chr|18|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο Μιχαιας, Εαν τωοντι επιστρεψης εν ειρηνη, ο Κυριος δεν ελαλησε δι' εμου. Και ειπεν, Ακουσατε σεις, παντες οι λαοι.
<scripture passage="2Chr 18:28" parsed="|2Chr|18|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.28" />
<sup>28</sup>Και ανεβη ο βασιλευς του Ισραηλ και Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα εις Ραμωθ-γαλααδ.
<scripture passage="2Chr 18:29" parsed="|2Chr|18|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.29" />
<sup>29</sup>Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Ιωσαφατ, Εγω θελω μετασχηματισθη και εισελθει εις την μαχην· συ δε ενδυθητι την στολην σου. Και μετεσχηματισθη ο βασιλευς του Ισραηλ και εισηλθον εις την μαχην.
<scripture passage="2Chr 18:30" parsed="|2Chr|18|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.30" />
<sup>30</sup>Ο δε βασιλευς της Συριας ειχε προσταξει τους αρχοντας των αμαξων αυτου, λεγων, Μη πολεμειτε μητε μικρον μητε μεγαν, αλλα μονον τον βασιλεα του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 18:31" parsed="|2Chr|18|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.31" />
<sup>31</sup>Και ως ειδον οι αρχοντες των αμαξων τον Ιωσαφατ, τοτε αυτοι ειπον, Ουτος ειναι ο βασιλευς του Ισραηλ· και περιεκυκλωσαν αυτον δια να πολεμησωσιν αυτον· αλλ' ο Ιωσαφατ ανεβοησε, και εβοηθησεν αυτον ο Κυριος· και απεστρεψεν αυτους ο Θεος απ' αυτου.
<scripture passage="2Chr 18:32" parsed="|2Chr|18|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.32" />
<sup>32</sup>Ιδοντες δε οι αρχοντες των αμαξων οτι δεν ητο ο βασιλευς του Ισραηλ, επεστρεψαν απο της καταδιωξεως αυτου.
<scripture passage="2Chr 18:33" parsed="|2Chr|18|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.33" />
<sup>33</sup>Ανθρωπος δε τις, τοξευσας ασκοπως, εκτυπησε τον βασιλεα του Ισραηλ μεταξυ των αρθρωσεων του θωρακος· ο δε ειπεν προς τον ηνιοχον, Στρεψον την χειρα σου και εκβαλε με εκ του στρατευματος, διοτι επληγωθην.
<scripture passage="2Chr 18:34" parsed="|2Chr|18|34|0|0" osisRef="Bible:2Chr.18.34" />
<sup>34</sup>Και εμεγαλυνθη η μαχη εν τη ημερα εκεινη· ο δε βασιλευς του Ισραηλ ιστατο επι της αμαξης αντικρυ των Συριων εως εσπερας· και περι την δυσιν του ηλιου απεθανε.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 19" progress="41.05%" prev="iiChr.18" next="iiChr.20" id="iiChr.19">
<h3 id="iiChr.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.19-p1">
<scripture passage="2Chr 19:1" parsed="|2Chr|19|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.1" />
<sup>1</sup>Και επεστρεψεν Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα εις τον οικον αυτου εν ειρηνη, εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 19:2" parsed="|2Chr|19|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.2" />
<sup>2</sup>Και εξηλθεν Ιηου ο υιος του Ανανι, ο βλεπων, εις απαντησιν αυτου, και ειπε προς τον βασιλεα Ιωσαφατ, Τον ασεβη βοηθεις και τους μισουντας τον Κυριον αγαπας; δια τουτο οργη παρα του Κυριου ειναι επι σε·
<scripture passage="2Chr 19:3" parsed="|2Chr|19|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.3" />
<sup>3</sup>πλην ευρεθησαν εν σοι καλα πραγματα, καθοτι αφηρεσας τα αλση απο της γης και κατευθυνας την καρδιαν σου εις το να εκζητης τον Θεον.
<scripture passage="2Chr 19:4" parsed="|2Chr|19|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.4" />
<sup>4</sup>Και κατωκησεν ο Ιωσαφατ εν Ιερουσαλημ· επειτα εξηλθε παλιν δια του λαου απο Βηρ-σαβεε εως του ορους Εφραιμ, και επεστρεψεν αυτους προς Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 19:5" parsed="|2Chr|19|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.5" />
<sup>5</sup>Και κατεστησε κριτας εν τη γη, εν πασαις ταις οχυραις πολεσι του Ιουδα, εν εκαστη πολει.
<scripture passage="2Chr 19:6" parsed="|2Chr|19|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς τους κριτας, Ιδετε τι καμνετε σεις· διοτι δεν κρινετε κρισιν ανθρωπου, αλλα του Κυριου, οστις ειναι μεθ' υμων εν τη κρισολογια·
<scripture passage="2Chr 19:7" parsed="|2Chr|19|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.7" />
<sup>7</sup>τωρα λοιπον ας ηναι εφ' υμας ο φοβος του Κυριου· προσεχετε εις τας πραξεις σας· διοτι δεν ειναι αδικια παρα Κυριω τω Θεω ημων ουδε προσωποληψια ουδε δωροδοκια.
<scripture passage="2Chr 19:8" parsed="|2Chr|19|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.8" />
<sup>8</sup>Και εν Ιερουσαλημ ετι κατεστησεν ο Ιωσαφατ κριτας εκ των Λευιτων και των ιερεων και εκ των αρχηγων των πατριων του Ισραηλ, δια την κρισιν του Κυριου και δια τας διαφορας, και προσετρεχον εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 19:9" parsed="|2Chr|19|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.9" />
<sup>9</sup>Και προσεταξεν αυτους, λεγων, Ουτω θελετε καμνει εν φοβω Κυριου, εν πιστει και εν καρδια τελεια·
<scripture passage="2Chr 19:10" parsed="|2Chr|19|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.10" />
<sup>10</sup>και οποιαδηποτε διαφορα ελθη προς εσας εκ των αδελφων σας, των κατοικουντων εν ταις πολεσιν αυτων, αναμεσον αιματος και αιματος, αναμεσον νομου και εντολης, διαταγματων και νομιμων, θελετε νουθετει αυτους, δια να μη γινωνται ενοχοι εις τον Κυριον, και ελθη οργη εφ' υμας και επι τους αδελφους υμων· ουτω καμνετε, και δεν θελετε γινεσθαι ενοχοι·
<scripture passage="2Chr 19:11" parsed="|2Chr|19|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.19.11" />
<sup>11</sup>και ιδου, Αμαριας ο ιερευς θελει εισθαι ο αρχηγος υμων εν παση υποθεσει του Κυριου, και Ζεβαδιας ο υιος του Ισραηλ, ο αρχων του οικου Ιουδα, εν παση υποθεσει του βασιλεως· οι δε Λευιται θελουσιν εισθαι επισταται εμπροσθεν σας· ανδριζεσθε και πραττετε, και ο Κυριος θελει εισθαι μετα του αγαθου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 20" progress="41.09%" prev="iiChr.19" next="iiChr.21" id="iiChr.20">
<h3 id="iiChr.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.20-p1">
<scripture passage="2Chr 20:1" parsed="|2Chr|20|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.1" />
<sup>1</sup>Και μετα ταυτα ηλθον κατα του Ιωσαφατ οι υιοι Μωαβ και οι υιοι Αμμων και μετ' αυτων αλλοι εκτος των Αμμωνιτων, δια να πολεμησωσι.
<scripture passage="2Chr 20:2" parsed="|2Chr|20|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.2" />
<sup>2</sup>Και ηλθον και απηγγειλαν προς τον Ιωσαφατ, λεγοντες, Μεγα πληθος ερχεται εναντιον σου εκ του περαν της θαλασσης, εκ της Συριας· και ιδου, ειναι εν Ασασων-θαμαρ, ητις ειναι Εν-γαδδι.
<scripture passage="2Chr 20:3" parsed="|2Chr|20|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.3" />
<sup>3</sup>Και εφοβηθη ο Ιωσαφατ και εδοθη εις το να εκζητη τον Κυριον, και εκηρυξε νηστειαν δια παντος του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 20:4" parsed="|2Chr|20|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.4" />
<sup>4</sup>Και συνηχθησαν οι ανδρες Ιουδα, δια να ζητησωσι βοηθειαν παρα Κυριου· εκ πασων ετι των πολεων Ιουδα ηλθον δια να ζητησωσι τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 20:5" parsed="|2Chr|20|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.5" />
<sup>5</sup>Και εσταθη ο Ιωσαφατ εν τη συναξει του Ιουδα και της Ιερουσαλημ, εν τω οικω του Κυριου, κατα προσωπον της νεας αυλης,
<scripture passage="2Chr 20:6" parsed="|2Chr|20|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.6" />
<sup>6</sup>και ειπε, Κυριε Θεε των πατερων ημων, δεν εισαι συ ο Θεος ο εν τω ουρανω; και δεν εισαι συ ο κυριευων επι παντα τα βασιλεια των εθνων, και δεν ειναι εν τη χειρι σου η δυναμις και η ισχυς, και ουδεις δυναται να αντισταθη εις σε;
<scripture passage="2Chr 20:7" parsed="|2Chr|20|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.7" />
<sup>7</sup>Δεν εισαι συ ο Θεος ημων, ο εκδιωξας τους κατοικους της γης ταυτης εμπροσθεν του λαου σου Ισραηλ, και δους αυτην εις το σπερμα του Αβρααμ του αγαπητου σου εις τον αιωνα;
<scripture passage="2Chr 20:8" parsed="|2Chr|20|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.8" />
<sup>8</sup>Και κατωκησαν εν αυτη και ωκοδομησαν εις σε αγιαστηριον εν αυτη δια το ονομα σου, λεγοντες,
<scripture passage="2Chr 20:9" parsed="|2Chr|20|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.9" />
<sup>9</sup>Εαν, οταν επελθη εφ' ημας κακον, ρομφαια, κρισις η θανατικον η πεινα, σταθωμεν εμπροσθεν του οικου τουτου και ενωπιον σου, διοτι το ονομα σου ειναι εν τω οικω τουτω, και βοησωμεν προς σε εν τη θλιψει ημων, τοτε θελεις ακουσει και σωσει.
<scripture passage="2Chr 20:10" parsed="|2Chr|20|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.10" />
<sup>10</sup>Και τωρα, ιδου, οι υιοι Αμμων και Μωαβ και οι απο του ορους Σηειρ, προς τους οποιους δεν αφηκας τον Ισραηλ να υπαγη, οτε ηρχοντο εκ γης Αιγυπτου, αλλ' εξεκλιναν απ' αυτων και δεν εξωλοθρευσαν αυτους,
<scripture passage="2Chr 20:11" parsed="|2Chr|20|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.11" />
<sup>11</sup>και ιδου, πως ανταμειβουσιν ημας, ερχομενοι να εκβαλωσιν ημας απο της κληρονομιας σου, την οποιαν εδωκας εις ημας να κληρονομησωμεν.
<scripture passage="2Chr 20:12" parsed="|2Chr|20|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.12" />
<sup>12</sup>Θεε ημων, δεν θελεις κρινει αυτους; διοτι δεν υπαρχει εις ημας δυναμις δια να αντισταθωμεν εις τουτο το μεγα πληθος, το οποιον ερχεται εφ' ημας, και δεν εξευρομεν τι να καμωμεν· αλλ' επι σε ειναι οι οφθαλμοι ημων.
<scripture passage="2Chr 20:13" parsed="|2Chr|20|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.13" />
<sup>13</sup>Και ιστατο πας ο Ιουδας ενωπιον του Κυριου με τα βρεφη αυτων, τας γυναικας αυτων και τους υιους αυτων.
<scripture passage="2Chr 20:14" parsed="|2Chr|20|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ηλθε Πνευμα Κυριου επι Ιααζιηλ τον υιον του Ζαχαριου, υιου του Βεναια, υιου του Ιειηλ, υιου του Ματθανιου του Λευιτου, εκ των υιων του Ασαφ, εν τω μεσω της συναξεως.
<scripture passage="2Chr 20:15" parsed="|2Chr|20|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.15" />
<sup>15</sup>και ειπε, Ακουσατε, πας ο Ιουδας και οι κατοικουντες Ιερουσαλημ, και συ βασιλευ Ιωσαφατ· ουτω λεγει Κυριος προς υμας· Μη φοβεισθε σεις μηδε πτοηθητε απο προσωπου τουτου του μεγαλου πληθους· διοτι η μαχη δεν ειναι υμων, αλλα του Θεου·
<scripture passage="2Chr 20:16" parsed="|2Chr|20|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.16" />
<sup>16</sup>καταβητε αυριον εναντιον αυτων· ιδου, αναβαινουσι δια της αναβασεως Σις· και θελετε ευρει αυτους εν τω ακρω του χειμαρρου, εμπροσθεν της ερημου Ιερουηλ·
<scripture passage="2Chr 20:17" parsed="|2Chr|20|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.17" />
<sup>17</sup>δεν θελετε πολεμησει σεις εν ταυτη τη μαχη· παρουσιασθητε, στητε και ιδετε την μεθ' υμων σωτηριαν του Κυριου, Ιουδα και Ιερουσαλημ· μη φοβεισθε μηδε πτοηθητε· αυριον εξελθετε εναντιον αυτων· και ο Κυριος μεθ' υμων.
<scripture passage="2Chr 20:18" parsed="|2Chr|20|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.18" />
<sup>18</sup>Και εκυψεν ο Ιωσαφατ επι προσωπον εις την γην· και πας ο Ιουδας και οι κατοικουντες την Ιερουσαλημ επεσον ενωπιον του Κυριου, προσκυνουντες τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 20:19" parsed="|2Chr|20|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.19" />
<sup>19</sup>Και εσηκωθησαν οι Λευιται, εκ των υιων των Κααθιτων και εκ των υιων των Κοριτων, δια να υμνησωσι Κυριον τον Θεον του Ισραηλ εν φωνη υψωμενη σφοδρα.
<scripture passage="2Chr 20:20" parsed="|2Chr|20|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.20" />
<sup>20</sup>Και εξεγερθεντες το πρωι· εξηλθον προς την ερημον Θεκουε· και οτε εξηλθον, εσταθη ο Ιωσαφατ και ειπεν, Ακουσατε μου, Ιουδα και οι κατοικουντες την Ιερουσαλημ· πιστευσατε εις Κυριον τον Θεον υμων, και θελετε στερεωθη· πιστευσατε τους προφητας αυτου και θελετε ευοδωθη.
<scripture passage="2Chr 20:21" parsed="|2Chr|20|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.21" />
<sup>21</sup>Και συμβουλευθεις μετα του λαου, διεταξε ψαλτωδους δια να ψαλλωσιν εις τον Κυριον και να υμνωσι την μεγαλοπρεπειαν της αγιοτητος αυτου, εξελθοντες εμπροσθεν του στρατευματος, και να λεγωσι, Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Chr 20:22" parsed="|2Chr|20|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.22" />
<sup>22</sup>Και οτε ηρχισαν να ψαλλωσι και να υμνωσιν, ο Κυριος εστησεν ενεδρας εναντιον των υιων Αμμων, Μωαβ και των εκ του ορους Σηειρ, των ελθοντων κατα του Ιουδα· και εκτυπηθησαν.
<scripture passage="2Chr 20:23" parsed="|2Chr|20|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.23" />
<sup>23</sup>Διοτι εσηκωθησαν οι υιοι Αμμων και Μωαβ κατα των κατοικων του ορους Σηειρ, δια να εξολοθρευσωσι και να εξαλειψωσιν αυτους· και αφου συνετελεσαν τους κατοικους του Σηειρ εβοηθησαν αλληλους δια να εξολοθρευθωσιν.
<scripture passage="2Chr 20:24" parsed="|2Chr|20|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.24" />
<sup>24</sup>Ελθων δε ο Ιουδας εις την σκοπιαν της ερημου, ανεβλεψε προς το πληθος, και ιδου, ησαν νεκρα σωματα πεπτωκοτα κατα γης, και ουδεις διεσωθη.
<scripture passage="2Chr 20:25" parsed="|2Chr|20|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.25" />
<sup>25</sup>Και οτε ηλθον ο Ιωσαφατ και ο λαος αυτου δια να λαφυραγωγησωσιν αυτους, ευρηκαν μεταξυ των νεκρων σωματων αυτων και πλουτη εν αφθονια και πολυτιμον αποσκευην, και ελαβον εις εαυτους τοσαυτα, ωστε δεν ηδυναντο να μεταφερωσιν αυτα· και εσταθησαν τρεις ημερας λαφυραγωγουντες, διοτι τα λαφυρα ησαν πολλα.
<scripture passage="2Chr 20:26" parsed="|2Chr|20|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.26" />
<sup>26</sup>Και την τεταρτην ημεραν συνηχθησαν εν τη κοιλαδι της Ευλογιας· διοτι εκει ευλογησαν τον Κυριον· δια τουτο ωνομασθη το ονομα του τοπου εκεινου Κοιλας Ευλογιας εως της ημερας ταυτης.
<scripture passage="2Chr 20:27" parsed="|2Chr|20|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.27" />
<sup>27</sup>Τοτε παντες οι ανδρες Ιουδα και της Ιερουσαλημ και ο Ιωσαφατ επι κεφαλης αυτων, εκινησαν δια να επιστρεψωσιν εις Ιερουσαλημ εν ευφροσυνη· διοτι ευφρανεν αυτους ο Κυριος απο των εχθρων αυτων.
<scripture passage="2Chr 20:28" parsed="|2Chr|20|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.28" />
<sup>28</sup>Και ηλθον εις Ιερουσαλημ εν ψαλτηριοις και κιθαραις και σαλπιγξι, προς τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 20:29" parsed="|2Chr|20|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.29" />
<sup>29</sup>Και επεπεσε φοβος Θεου επι παντα τα βασιλεια των τοπων εκεινων; οτε ηκουσαν ετι ο Κυριος επολεμησεν εναντιον των εχθρων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 20:30" parsed="|2Chr|20|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.30" />
<sup>30</sup>Και ησυχασεν η βασιλεια του Ιωσαφατ· διοτι ο Θεος αυτου εδωκεν εις αυτον αναπαυσιν κυκλοθεν.
<scripture passage="2Chr 20:31" parsed="|2Chr|20|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.31" />
<sup>31</sup>Και εβασιλευσεν ο Ιωσαφατ επι τον Ιουδαν· τριακοντα πεντε ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν εικοσιπεντε ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αζουβα θυγατηρ του Σιλει.
<scripture passage="2Chr 20:32" parsed="|2Chr|20|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.32" />
<sup>32</sup>Και περιεπατησεν εν τη οδω Ασα του πατρος αυτου και δεν εξεκλινεν απ' αυτης, πραττων το ευθες ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 20:33" parsed="|2Chr|20|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.33" />
<sup>33</sup>Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν· διοτι ο λαος δεν ειχον ετι κατευθυνει τας καρδιας αυτων προς τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 20:34" parsed="|2Chr|20|34|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.34" />
<sup>34</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωσαφατ, αι πρωται και αι εσχαται, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τοις λογοις του Ιηου υιου του Ανανι, οιτινες κατεγραφησαν εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 20:35" parsed="|2Chr|20|35|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.35" />
<sup>35</sup>Μετα δε ταυτα ηνωθη ο Ιωσαφατ ο βασιλευς του Ιουδα μετα του Οχοζιου βασιλεως του Ισραηλ, οστις επραξε λιαν ασεβως.
<scripture passage="2Chr 20:36" parsed="|2Chr|20|36|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.36" />
<sup>36</sup>Ηνωθη δε μετ' αυτου, δια να καμωσι πλοια, τα οποια να πλευσωσιν εις Θαρσεις· και εκαμον τα πλοια εν Εσιων-γαβερ.
<scripture passage="2Chr 20:37" parsed="|2Chr|20|37|0|0" osisRef="Bible:2Chr.20.37" />
<sup>37</sup>Τοτε Ελιεζερ ο υιος του Δωδανα απο Μαρησα προεφητευσεν εναντιον του Ιωσαφατ, λεγων, Επειδη ηνωθης μετα του Οχοζιου, ο Κυριος εθραυσε τα εργα σου. Και συνετριβησαν τα πλοια και δεν ηδυνηθησαν να υπαγωσιν εις Θαρσεις.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 21" progress="41.24%" prev="iiChr.20" next="iiChr.22" id="iiChr.21">
<h3 id="iiChr.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.21-p1">
<scripture passage="2Chr 21:1" parsed="|2Chr|21|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.1" />
<sup>1</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωσαφατ μετα των πατερων αυτου και εταφη μετα των πατερων αυτου εν πολει Δαβιδ· και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ιωραμ ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Chr 21:2" parsed="|2Chr|21|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.2" />
<sup>2</sup>Και ειχεν αδελφους, υιους του Ιωσαφατ, τον Αζαριαν, και Ιεχιηλ και Ζαχαριαν και Αζαριαν και Μιχαηλ και Σεφατιαν· παντες ουτοι ησαν υιοι του Ιωσαφατ βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 21:3" parsed="|2Chr|21|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.3" />
<sup>3</sup>Και ο πατηρ αυτων εδωκεν εις αυτους δωρα πολλα αργυριου και χρυσιου και πολυτιμων πραγματων, μετα πολεων οχυρων εν Ιουδα· την βασιλειαν ομως εδωκεν εις τον Ιωραμ, επειδη ητο ο πρωτοτοκος.
<scripture passage="2Chr 21:4" parsed="|2Chr|21|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.4" />
<sup>4</sup>Οτε δε ο Ιωραμ υψωθη εις την βασιλειαν του πατρος αυτου και εκραταιωθη, εθανατωσε παντας τους αδελφους αυτου εν ρομφαια και τινας ετι εκ των αρχοντων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 21:5" parsed="|2Chr|21|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.5" />
<sup>5</sup>Τριακοντα δυο ετων ηλικιας ητο ο Ιωραμ οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν οκτω ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 21:6" parsed="|2Chr|21|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.6" />
<sup>6</sup>Και περιεπατησεν εν τη οδω των βασιλεων του Ισραηλ, καθως εκαμεν ο οικος του Αχααβ· διοτι θυγατηρ του Αχααβ ητο η γυνη αυτου· και επραξε πονηρα ενωπιον Κυριου.
<scripture passage="2Chr 21:7" parsed="|2Chr|21|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ο Κυριος δεν ηθελησε να εξολοθρευση τον οικον του Δαβιδ, δια την διαθηκην την οποιαν εκαμε προς τον Δαβιδ, και διοτι ειπε να δωση λυχνον εις αυτον και εις τους υιους αυτου παντοτε.
<scripture passage="2Chr 21:8" parsed="|2Chr|21|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.8" />
<sup>8</sup>Εν ταις ημεραις αυτου απεστατησεν ο Εδωμ απο της υποταγης του Ιουδα, και κατεστησαν βασιλεα εφ' εαυτους.
<scripture passage="2Chr 21:9" parsed="|2Chr|21|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.9" />
<sup>9</sup>Και διηλθεν ο Ιωραμ μετα των αρχοντων αυτου και πασαι αι αμαξαι μετ' αυτου· και σηκωθεις δια νυκτος, επαταξε τους Ιδουμαιους τους περικυκλουντας αυτον και τους αρχοντας των αμαξων.
<scripture passage="2Chr 21:10" parsed="|2Chr|21|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.10" />
<sup>10</sup>Ουτως απεστατησεν ο Εδωμ απο της υποταγης του Ιουδα εως της ημερας ταυτης. Τοτε κατα τον αυτον καιρον απεστατησε και η Λιβνα απο της υποταγης αυτου, επειδη εγκατελιπε Κυριον τον Θεον των πατερων αυτου.
<scripture passage="2Chr 21:11" parsed="|2Chr|21|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.11" />
<sup>11</sup>Αυτος ωκοδομησεν ετι υψηλους τοπους επι τα ορη του Ιουδα, και εκαμε τους κατοικους της Ιερουσαλημ να πορνευωσι και απεπλανησε τον Ιουδαν.
<scripture passage="2Chr 21:12" parsed="|2Chr|21|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.12" />
<sup>12</sup>Και ηλθε προς αυτον εγγραφον παρα του Ηλια του προφητου, λεγον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Δαβιδ του πατρος σου· Επειδη δεν περιεπατησας εν ταις οδοις Ιωσαφατ του πατρος σου και εν ταις οδοις του Ασα βασιλεως του Ιουδα,
<scripture passage="2Chr 21:13" parsed="|2Chr|21|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.13" />
<sup>13</sup>αλλα περιεπατησας εν τη οδω των βασιλεων του Ισραηλ, και εκαμες τον Ιουδαν και τους κατοικους της Ιερουσαλημ να πορνευσωσι κατα τας πορνειας του οικου του Αχααβ, ετι δε εθανατωσας τους αδελφους σου, τον οικον του πατρος σου, τους καλητερους σου,
<scripture passage="2Chr 21:14" parsed="|2Chr|21|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, ο Κυριος θελει παταξει με πληγην μεγαλην τον λαον σου και τα τεκνα σου και τας γυναικας σου και παντα τα υπαρχοντα σου·
<scripture passage="2Chr 21:15" parsed="|2Chr|21|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.15" />
<sup>15</sup>και συ θελεις κτυπηθη με πολλας αρρωστιας, με αρρωστιαν των εντοσθιων σου, εωσου εξελθωσι τα εντοσθια σου εκ της αρρωστιας απο ημερας εις ημεραν.
<scripture passage="2Chr 21:16" parsed="|2Chr|21|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.16" />
<sup>16</sup>Ο Κυριος ετι διηγειρεν εναντιον του Ιωραμ το πνευμα των Φιλισταιων και των Αραβων, των πλησιοχωρων των Αιθιοπων·
<scripture passage="2Chr 21:17" parsed="|2Chr|21|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.17" />
<sup>17</sup>και ανεβησαν κατα του Ιουδα και εφωρμησαν επ' αυτον και διηρπασαν παντα τα υπαρχοντα τα ευρεθεντα εν τω οικω του βασιλεως, και τους υιους αυτου ετι και τας γυναικας αυτου· ωστε δεν εμεινεν εις αυτον αλλος υιος, ειμη Ιωαχαζ, ο νεωτερος των υιων αυτου.
<scripture passage="2Chr 21:18" parsed="|2Chr|21|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.18" />
<sup>18</sup>Μετα δε παντα ταυτα επαταξεν αυτον ο Κυριος εις τα εντοσθια αυτου με αρρωστιαν ανιατον·
<scripture passage="2Chr 21:19" parsed="|2Chr|21|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.19" />
<sup>19</sup>και προιοντος του καιρου, μετα παρελευσιν δυο ετων, εξηλθον τα εντοσθια αυτου, εκ της αρρωστιας αυτου, και απεθανε με πονους σκληρους. Ο δε λαος αυτου δεν εκαμεν εις αυτον καυσιν, κατα την καυσιν των πατερων αυτου.
<scripture passage="2Chr 21:20" parsed="|2Chr|21|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.21.20" />
<sup>20</sup>Τριακοντα δυο ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε εν Ιερουσαλημ οκτω ετη, και απηλθε χωρις να ηναι ποθητος· και εθαψαν αυτον εν πολει Δαβιδ, πλην ουχι εν τοις ταφοις των βασιλεων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 22" progress="41.32%" prev="iiChr.21" next="iiChr.23" id="iiChr.22">
<h3 id="iiChr.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.22-p1">
<scripture passage="2Chr 22:1" parsed="|2Chr|22|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.1" />
<sup>1</sup>Και εκαμον οι κατοικοι της Ιερουσαλημ αντ' αυτου βασιλεα Οχοζιαν τον νεωτερον αυτου υιον· διοτι παντας τους πρεσβυτερους εθανατωσαν τα ταγματα τα επελθοντα μετα των Αραβων εις το στρατοπεδον. Και εβασιλευσεν Οχοζιας ο υιος του Ιωραμ βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 22:2" parsed="|2Chr|22|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.2" />
<sup>2</sup>Τεσσαρακοντα δυο ετων ηλικιας ητο ο Οχοζιας οτε εβασιλευσεν, εβασιλευσε δε εν ετος εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Γοθολια, θυγατηρ του Αμρι.
<scripture passage="2Chr 22:3" parsed="|2Chr|22|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.3" />
<sup>3</sup>Και αυτος περιεπατησεν εν ταις οδοις του οικου Αχααβ· διοτι η μητηρ αυτου ητο συμβουλος αυτου εις το αμαρτανειν.
<scripture passage="2Chr 22:4" parsed="|2Chr|22|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.4" />
<sup>4</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, καθως ο οικος Αχααβ· διοτι μετα τον θανατον του πατρος αυτου, αυτοι ησαν οι συμβουλοι αυτου δια τον αφανισμον αυτου.
<scripture passage="2Chr 22:5" parsed="|2Chr|22|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.5" />
<sup>5</sup>Και δια των συμβουλων αυτων υπηγε μετα του Ιωραμ υιου του Αχααβ βασιλεως του Ισραηλ, εις πολεμον εναντιον του Αζαηλ βασιλεως της Συριας εις Ραμωθ-γαλααδ· και επαταξαν οι Συριοι τον Ιωραμ.
<scripture passage="2Chr 22:6" parsed="|2Chr|22|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.6" />
<sup>6</sup>Και επεστρεψε δια να ιατρευθη εις Ιεζραελ, εξ αιτιας των πληγων τας οποιας ελαβεν εν Ραμα, οτε επολεμει κατα του Αζαηλ βασιλεως της Συριας. Και κατεβη Αζαριας ο υιος του Ιωραμ, ο βασιλευς του Ιουδα, δια να ιδη Ιωραμ τον υιον του Αχααβ εις Ιεζραελ, επειδη ητο αρρωστος.
<scripture passage="2Chr 22:7" parsed="|2Chr|22|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.7" />
<sup>7</sup>Και εσταθη παρα Θεου ολεθρος του Οχοζιου το να ελθη προς τον Ιωραμ· διοτι, οτε ηλθεν, εξηλθε μετα του Ιωραμ εναντιον Ιηου του υιου του Νιμσι, τον οποιον εχρισεν ο Κυριος δια να εξολοθρευση τον οικον Αχααβ.
<scripture passage="2Chr 22:8" parsed="|2Chr|22|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.8" />
<sup>8</sup>Και οτε εκαμνεν ο Ιηου την εκδικησιν κατα του οικου Αχααβ, ευρων τους αρχοντας του Ιουδα και τους υιους των αδελφων του Οχοζιου, τους υπηρετουντας τον Οχοζιαν, εθανατωσεν αυτους.
<scripture passage="2Chr 22:9" parsed="|2Chr|22|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.9" />
<sup>9</sup>Και εζητησε τον Οχοζιαν· και συνελαβον αυτον κρυπτομενον εν Σαμαρεια και εφεραν αυτον προς τον Ιηου· και εθανατωσαν αυτον και εθαψαν αυτον· διοτι ειπον, Υιος του Ιωσαφατ ειναι, οστις εξεζητησε τον Κυριον εξ ολης της καρδιας αυτου. Και ο οικος Οχοζιου δεν ειχε δυναμιν να κρατηση πλεον την βασιλειαν.
<scripture passage="2Chr 22:10" parsed="|2Chr|22|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.10" />
<sup>10</sup>Η δε Γοθολια, η μητηρ του Οχοζιου, ιδουσα οτι ο υιος αυτης απεθανεν, εσηκωθη και εξωλοθρευσεν απαν το βασιλικον σπερμα του οικου Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 22:11" parsed="|2Chr|22|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.11" />
<sup>11</sup>Ιωσαβεεθ ομως, η θυγατηρ του βασιλεως, λαβουσα τον Ιωας υιον του Οχοζιου, εκλεψεν αυτον εκ του μεσου των υιων του βασιλεως των θανατουμενων, και εβαλεν αυτον και την τροφην αυτου εν τω ταμειω του κοιτωνος. Ουτως η Ιωσαβεεθ, η θυγατηρ του βασιλεως Ιωραμ, η γυνη Ιωδαε του ιερεως, διοτι ητο αδελφη του Οχοζιου, εκρυψεν αυτον απο προσωπου της Γοθολιας, και δεν εθανατωσεν αυτον.
<scripture passage="2Chr 22:12" parsed="|2Chr|22|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.22.12" />
<sup>12</sup>Και ητο μετ' αυτων κρυπτομενος εν τω οικω του Θεου εξ ετη· η δε Γοθολια εβασιλευεν επι της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 23" progress="41.38%" prev="iiChr.22" next="iiChr.24" id="iiChr.23">
<h3 id="iiChr.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.23-p1">
<scripture passage="2Chr 23:1" parsed="|2Chr|23|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω εβδομω ετει εκραταιωθη ο Ιωδαε, και λαβων τους εκατονταρχους, Αζαριαν τον υιον του Ιεροαμ και Ισμαηλ τον υιον του Ιωαναν και Αζαριαν τον υιον του Ωβηδ και Μαασιαν τον υιον του Αδαιου και Ελισαφατ τον υιον του Ζιχρι, εκαμε συνθηκην μετ' αυτων.
<scripture passage="2Chr 23:2" parsed="|2Chr|23|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.2" />
<sup>2</sup>Και περιηλθον τον Ιουδαν και συνηγαγον τους Λευιτας εκ πασων των πολεων του Ιουδα και τους αρχηγους των πατριων του Ισραηλ, και ηλθον εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 23:3" parsed="|2Chr|23|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.3" />
<sup>3</sup>Και πασα η συναξις εκαμε συνθηκην μετα του βασιλεως εν τω οικω του Θεου. Και ειπε προς αυτους, Ιδου, ο υιος του βασιλεως θελει βασιλευσει, καθως ελαλησε Κυριος περι των υιων του Δαβιδ.
<scripture passage="2Chr 23:4" parsed="|2Chr|23|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.4" />
<sup>4</sup>Τουτο ειναι το πραγμα, το οποιον θελετε καμει· το τριτον απο σας οι εισερχομενοι το σαββατον, εκ των ιερεων και εκ των Λευιτων, θελουσι φυλαττει εν ταις πυλαις·
<scripture passage="2Chr 23:5" parsed="|2Chr|23|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.5" />
<sup>5</sup>και το τριτον εν τω οικω του βασιλεως· και το τριτον εν τη πυλη του θεμελιου· απας δε ο λαος εν ταις αυλαις του οικου του Κυριου·
<scripture passage="2Chr 23:6" parsed="|2Chr|23|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.6" />
<sup>6</sup>και ουδεις θελει εισερχεσθαι εις τον ναον του Κυριου, ειμη οι ιερεις και οσοι εκ των Λευιτων λειτουργουσιν· αυτοι θελουσιν εισερχεσθαι, διοτι ειναι αγιοι απας δε ο λαος θελει φυλαττει την φυλακην του Κυριου·
<scripture passage="2Chr 23:7" parsed="|2Chr|23|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.7" />
<sup>7</sup>και οι Λευιται θελουσι περικυκλονει τον βασιλεα κυκλω, εκαστος εχων τα οπλα αυτου εν τη χειρι αυτου· και οστις εισελθη εις τον οικον, ας θανατονεται και θελετε εισθαι μετα του βασιλεως, οταν εισερχηται και οταν εξερχηται.
<scripture passage="2Chr 23:8" parsed="|2Chr|23|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμον οι Λευιται και πας ο Ιουδας κατα παντα οσα προσεταξεν Ιωδαε ο ιερευς, και ελαβον εκαστος τους ανδρας αυτου, τους εισερχομενους το σαββατον, μετα των εξερχομενων το σαββατον· διοτι Ιωδαε ο ιερευς δεν απελυε τας ταξεις.
<scripture passage="2Chr 23:9" parsed="|2Chr|23|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.9" />
<sup>9</sup>Και εδωκεν Ιωδαε ο ιερευς εις τους εκατονταρχους τας λογχας και τους θυρεους και τας ασπιδας του βασιλεως Δαβιδ, τας εν τω οικω του Θεου.
<scripture passage="2Chr 23:10" parsed="|2Chr|23|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.10" />
<sup>10</sup>Και εστησε παντα τον λαον, εκαστον ανδρα εχοντα τα οπλα αυτου εν τη χειρι αυτου, τα απο της δεξιας πλευρας του οικου εως της αριστερας πλευρας του οικου, πλησιον του θυσιαστηριου και του ναου, κυκλω του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 23:11" parsed="|2Chr|23|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.11" />
<sup>11</sup>Τοτε εξηγαγον τον υιον του βασιλεως, και επεθεσαν επ' αυτον το διαδημα και το μαρτυριον, και εκαμον αυτον βασιλεα. Και εχρισαν αυτον ο Ιωδαε και οι υιοι αυτου και ειπον, Ζητω ο βασιλευς.
<scripture passage="2Chr 23:12" parsed="|2Chr|23|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.12" />
<sup>12</sup>Και ακουσασα η Γοθολια την φωνην του λαου τρεχοντος και ευφημουντος τον βασιλεα, ηλθε προς τον λαον εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 23:13" parsed="|2Chr|23|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.13" />
<sup>13</sup>Και ειδε, και ιδου, ο βασιλευς ιστατο πλησιον του στυλου αυτου εν τη εισοδω, και οι αρχοντες και αι σαλπιγγες πλησιον του βασιλεως· και πας ο λαος της γης εχαιρε και εσαλπιζον εν ταις σαλπιγξι, και οι ψαλτωδοι εψαλλον εν τοις μουσικοις οργανοις και οσοι ησαν επιστημονες εις το υμνωδειν· τοτε διερρηξεν η Γοθολια τα ιματια αυτης και ειπε, Προδοσια. Προδοσια.
<scripture passage="2Chr 23:14" parsed="|2Chr|23|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.14" />
<sup>14</sup>Και εξηγαγεν Ιωδαε ο ιερευς τους εκατονταρχους, τους αρχηγους του στρατευματος, και ειπε προς αυτους, Εκβαλετε αυτην εξω των ταξεων· και οστις ακολουθηση αυτην, ας θανατονεται εν μαχαιρα. Διοτι ο ιερευς ειχεν ειπει, Μη θανατωσητε αυτην εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 23:15" parsed="|2Chr|23|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.15" />
<sup>15</sup>Και εβαλον χειρας επ' αυτην· και οτε ηλθεν εις την εισοδον της πυλης των ιππων, την εις τον οικον του βασιλεως, εθανατωσαν αυτην εκει.
<scripture passage="2Chr 23:16" parsed="|2Chr|23|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμεν ο Ιωδαε διαθηκην αναμεσον εαυτου και παντος του λαου και του βασιλεως, οτι θελουσιν εισθαι λαος του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 23:17" parsed="|2Chr|23|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.17" />
<sup>17</sup>Και εισηλθον ο πας ο λαος εις τον οικον του Βααλ, και εκρημνισαν αυτον και τα θυσιαστηρια αυτου και τα ειδωλα αυτου κατεσυντριψαν· και Ματθαν τον ιερεα του Βααλ εθανατωσαν εμπροσθεν των θυσιαστηριων.
<scripture passage="2Chr 23:18" parsed="|2Chr|23|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.18" />
<sup>18</sup>Και εδωκεν ο Ιωδαε την επιτηρησιν του οικου του Κυριου εις τας χειρας των ιερεων των Λευιτων, τους οποιους ο Δαβιδ διηρεσεν επι του οικου του Κυριου, δια να προσφερωσι ολοκαυτωματα του Κυριου, ως ειναι γραμμενον εν τω νομω του Μωυσεως, ευφροσυνη και εν ωδαις, κατα την διαταξιν του Δαβιδ.
<scripture passage="2Chr 23:19" parsed="|2Chr|23|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.19" />
<sup>19</sup>Και εστησε τους πυλωρους εν ταις πυλαις του οικου του Κυριου, δια να μη εισερχηται μηδεις ακαθαρτος δι' οποιονδηποτε πραγμα.
<scripture passage="2Chr 23:20" parsed="|2Chr|23|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.20" />
<sup>20</sup>Και ελαβε τους εκατονταρχους και τους δυνατους και τους αρχοντας του λαου και παντα τον λαον της γης, και κατεβιβασε τον βασιλεα εκ του οικου του Κυριου· και ηλθον δια της υψηλης πυλης εις τον οικον του βασιλεως και εκαθισαν τον βασιλεα επι του θρονου της βασιλειας.
<scripture passage="2Chr 23:21" parsed="|2Chr|23|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.23.21" />
<sup>21</sup>Και ευφρανθη πας ο λαος της γης· και η πολις ησυχασε· την δε Γοθολιαν εθανατωσαν εν μαχαιρα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 24" progress="41.47%" prev="iiChr.23" next="iiChr.25" id="iiChr.24">
<h3 id="iiChr.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.24-p1">
<scripture passage="2Chr 24:1" parsed="|2Chr|24|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.1" />
<sup>1</sup>Επτα ετων ηλικιας ητο ο Ιωας οτε εβασιλευσεν· εβασιλευσε δε τεσσαρακοντα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Σιβια, εκ Βηρ-σαβεε.
<scripture passage="2Chr 24:2" parsed="|2Chr|24|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.2" />
<sup>2</sup>Και επραττεν ο Ιωας το ευθες ενωπιον Κυριου, πασας τας ημερας Ιωδαε του ιερεως.
<scripture passage="2Chr 24:3" parsed="|2Chr|24|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.3" />
<sup>3</sup>Και ελαβεν εις αυτον ο Ιωδαε δυο γυναικας, και εγεννησεν υιους και θυγατερας.
<scripture passage="2Chr 24:4" parsed="|2Chr|24|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.4" />
<sup>4</sup>Και μετα ταυτα ηλθεν εις την καρδιαν του Ιωας να ανακαινιση τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 24:5" parsed="|2Chr|24|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.5" />
<sup>5</sup>Και συναγαγων τους ιερεις και τους Λευιτας, ειπε προς αυτους, Εξελθετε εις τας πολεις του Ιουδα, και συναγετε απο παντος του Ισραηλ αργυριον προς επισκευην του οικου του Θεου σας κατ' ετος, και επισπευσατε το πραγμα· οι Λευιται ομως δεν επεσπευσαν.
<scripture passage="2Chr 24:6" parsed="|2Chr|24|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.6" />
<sup>6</sup>Και εκαλεσεν ο βασιλευς τον Ιωδαε τον αρχηγον και ειπε προς αυτον, Δια τι δεν εζητησας παρα των Λευιτων να εισπραξωσιν εκ του Ιουδα και εκ της Ιερουσαλημ τον φορον του Μωυσεως, του δουλου του Κυριου, και της συναγωγης του Ισραηλ, δια την σκηνην του μαρτυριου;
<scripture passage="2Chr 24:7" parsed="|2Chr|24|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.7" />
<sup>7</sup>Διοτι η Γοθολια, η ασεβης, και οι υιοι αυτης κατεφθειραν τον οικον του Θεου· και παντα ετι τα αφιερωματα του οικου του Κυριου ανεθηκαν εις τους Βααλειμ.
<scripture passage="2Chr 24:8" parsed="|2Chr|24|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.8" />
<sup>8</sup>Εκαμον λοιπον κατα προσταγην του βασιλεως εν κιβωτιον, και εθεσαν αυτο εν τη πυλη του οικου του Κυριου εξω.
<scripture passage="2Chr 24:9" parsed="|2Chr|24|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.9" />
<sup>9</sup>Και διεκηρυξαν εις τον Ιουδαν και εις την Ιερουσαλημ να εισφερωσι προς τον Κυριον τον φορον του Μωυσεως του δουλου του Θεου, τον επιβληθεντα επι τον Ισραηλ εν τη ερημω.
<scripture passage="2Chr 24:10" parsed="|2Chr|24|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.10" />
<sup>10</sup>Και ηυφρανθησαν παντες οι αρχοντες και πας ο λαος, και εισεφερον και ερριπτον εις το κιβωτιον, εωσου γεμισθη.
<scripture passage="2Chr 24:11" parsed="|2Chr|24|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.11" />
<sup>11</sup>Οτε δε εφερετο το κιβωτιον προς τους επιστατας του βασιλεως δια χειρος των Λευιτων, και οτε αυτοι εβλεπον οτι ητο πολυ το αργυριον, ηρχετο ο γραμματευς του βασιλεως και ο επιστατης του ιερεως του πρωτου, και εξεκενονον το κιβωτιον και φεροντες εθετον αυτο παλιν εις τον τοπον αυτου. Ουτως εκαμνον καθ' ημεραν και συνηγαγον αργυριον πολυ.
<scripture passage="2Chr 24:12" parsed="|2Chr|24|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.12" />
<sup>12</sup>Και εδιδεν αυτο ο βασιλευς και ο Ιωδαε εις τους ποιουντας το εργον της υπηρεσιας του οικου του Κυριου, και εμισθονον κτιστας και ξυλουργους δια να ανακαινισωσι τον οικον του Κυριου· και σιδηρουργους ετι και χαλκουργους, δια να επισκευασωσι τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 24:13" parsed="|2Chr|24|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.13" />
<sup>13</sup>Και οι εργαζομενοι το εργον ειργαζοντο, και δια χειρος αυτων προεβη το εργον της επισκευης· και αποκατεστησαν τον οικον του Θεου εις την προτεραν αυτου καταστασιν και εστερεωσαν αυτον.
<scripture passage="2Chr 24:14" parsed="|2Chr|24|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.14" />
<sup>14</sup>Και αφου ετελειωσαν, εφεραν το εναπολειφθεν αργυριον εμπροσθεν του βασιλεως και του Ιωδαε, και εκ τουτου κατεσκευασαν σκευη δια τον οικον του Κυριου, σκευη λειτουργιας και ολοκαυτωσεως και φιαλας και σκευη χρυσα και αργυρα. Και προσεφερον ολοκαυτωματα εν τω οικω του Κυριου δια παντος, πασας τας ημερας του Ιωδαε.
<scripture passage="2Chr 24:15" parsed="|2Chr|24|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.15" />
<sup>15</sup>Εγηρασε δε ο Ιωδαε και ητο πληρης ημερων, και απεθανεν· εκατον τριακοντα ετων ηλικιας ητο οτε απεθανε.
<scripture passage="2Chr 24:16" parsed="|2Chr|24|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.16" />
<sup>16</sup>Και εθαψαν αυτον εν πολει Δαβιδ, μετα των βασιλεων· επειδη επραξε καλον εν τω Ισραηλ και προς τον Θεον και τον οικον αυτου.
<scripture passage="2Chr 24:17" parsed="|2Chr|24|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.17" />
<sup>17</sup>Μετα δε τον θανατον του Ιωδαε ηλθον οι αρχοντες του Ιουδα και προσεκυνησαν τον βασιλεα· τοτε ο βασιλευς επηκουσεν αυτων·
<scripture passage="2Chr 24:18" parsed="|2Chr|24|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.18" />
<sup>18</sup>και εγκατελιπον τον οικον Κυριου του Θεου των πατερων αυτων, και ελατρευον τα αλση και τα ειδωλα· και ηλθεν οργη κατα του Ιουδα και της Ιερουσαλημ, δια ταυτην την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="2Chr 24:19" parsed="|2Chr|24|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.19" />
<sup>19</sup>Απεστειλε μεν προς αυτους προφητας, δια να επαναφερωσιν αυτους εις τον Κυριον, και διεμαρτυρηθησαν εναντιον αυτων· αλλα δεν εδωκαν ακροασιν.
<scripture passage="2Chr 24:20" parsed="|2Chr|24|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.20" />
<sup>20</sup>Και περιεχυθη το Πνευμα του Θεου επι Ζαχαριαν τον υιον του Ιωδαε του ιερεως, και σταθεις επανωθεν του λαου, ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει ο Θεος· Δια τι παραβαινετε σεις τας εντολας του Κυριου; δεν θελετε βεβαιως ευοδωθη· επειδη σεις εγκατελιπετε τον Κυριον, και αυτος εγκατελιπεν εσας.
<scripture passage="2Chr 24:21" parsed="|2Chr|24|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.21" />
<sup>21</sup>Και συνωμοσαν κατ' αυτου· και ελιθοβολησαν αυτον με λιθους δια προσταγης του βασιλεως εν τη αυλη του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 24:22" parsed="|2Chr|24|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.22" />
<sup>22</sup>Και δεν ενεθυμηθη Ιωας ο βασιλευς το ελεος, το οποιον εκαμεν εις αυτον Ιωδαε ο πατηρ αυτου, αλλ' εθανατωσε τον υιον αυτου· ενω δε απεθνησκεν, ειπεν, Ο Κυριος ας ιδη και ας εκζητηση.
<scripture passage="2Chr 24:23" parsed="|2Chr|24|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.23" />
<sup>23</sup>Και εν τω τελει του ετους ανεβη το στρατευμα της Συριας εναντιον αυτου· και ηλθον επι τον Ιουδαν και επι την Ιερουσαλημ, και εξωλοθρευσαν παντας τους αρχοντας του λαου εκ μεσου του λαου, και εστειλαν παντα τα λαφυρα αυτων προς τον βασιλεα της Δαμασκου.
<scripture passage="2Chr 24:24" parsed="|2Chr|24|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.24" />
<sup>24</sup>Αν και το στρατευμα της Συριας ηλθε μετ' ολιγων ανδρων, ο Κυριος ομως παρεδωκε στρατευμα μεγα σφοδρα εις την χειρα αυτων, επειδη εγκατελιπον Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων· και εξετελεσαν κρισιν κατα του Ιωας.
<scripture passage="2Chr 24:25" parsed="|2Chr|24|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.25" />
<sup>25</sup>Αφου δε ανεχωρησαν απ' αυτου, αφησαντες αυτον εν αρρωστιαις μεγαλαις, συνωμοσαν εναντιον αυτου οι δουλοι αυτου δια το αιμα των υιων Ιωδαε του ιερεως, και εθανατωσαν αυτον επι της κλινης αυτου, και απεθανε· και εθαψαν αυτον εν πολει Δαβιδ, δεν εθαψαν ομως αυτον εν τοις ταφοις των βασιλεων.
<scripture passage="2Chr 24:26" parsed="|2Chr|24|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.26" />
<sup>26</sup>Οι δε συνομοσαντες εναντιον αυτου ησαν ουτοι Ζαβαδ ο υιος της Σιμεαθ της Αμμωνιτιδος και Ιωζαβαδ ο υιος της Σιμριθ της Μωαβιτιδος.
<scripture passage="2Chr 24:27" parsed="|2Chr|24|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.24.27" />
<sup>27</sup>Περι δε των υιων αυτου και του πληθους των υπ' αυτου φορτιων, και της επισκευης του οικου του Θεου, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τοις υπομνημασι του βιβλιου των βασιλεων. Εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αμασιας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 25" progress="41.59%" prev="iiChr.24" next="iiChr.26" id="iiChr.25">
<h3 id="iiChr.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.25-p1">
<scripture passage="2Chr 25:1" parsed="|2Chr|25|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.1" />
<sup>1</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας εβασιλευσεν ο Αμασιας, και εβασιλευσεν εικοσιεννεα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιωαδαν, εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 25:2" parsed="|2Chr|25|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου, πλην ουχι εν καρδια τελεια.
<scripture passage="2Chr 25:3" parsed="|2Chr|25|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.3" />
<sup>3</sup>Ως δε η βασιλεια εκραταιωθη εις αυτον, εθανατωσε τους δουλους αυτου τους φονευσαντας τον βασιλεα τον πατερα αυτου·
<scripture passage="2Chr 25:4" parsed="|2Chr|25|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.4" />
<sup>4</sup>τα τεκνα ομως αυτων δεν εθανατωσεν, ως ειναι γεγραμμενον εν τω νομω, εν τω βιβλιω του Μωυσεως, οπου ο Κυριος προσεταξε, λεγων, οι πατερες δεν θελουσι θανατονεσθαι δια τα τεκνα, ουδε τα τεκνα θελουσι θανατονεσθαι δια τους πατερας· αλλ' εκαστος θελει θανατονεσθαι δια το εαυτου αμαρτημα.
<scripture passage="2Chr 25:5" parsed="|2Chr|25|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.5" />
<sup>5</sup>Και συνηγαγεν ο Αμασιας τον Ιουδαν, και κατεστησεν εξ αυτων χιλιαρχους και εκατονταρχους, κατ' οικους πατριων, δια παντος του Ιουδα και Βενιαμιν· και ηριθμησεν αυτους απο εικοσι ετων και επανω, και ευρηκεν αυτους τριακοσιας χιλιαδας, εκλεκτους, εξερχομενους εις πολεμον, κρατουντας λογχην και ασπιδα.
<scripture passage="2Chr 25:6" parsed="|2Chr|25|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.6" />
<sup>6</sup>Εμισθωσεν ετι εκ του Ισραηλ εκατον χιλιαδας δυνατων εν ισχυι, δι' εκατον ταλαντα αργυριου.
<scripture passage="2Chr 25:7" parsed="|2Chr|25|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.7" />
<sup>7</sup>Ηλθε δε προς αυτον ανθρωπος του Θεου, λεγων, Βασιλευ, ας μη ελθη μετα σου το στρατευμα του Ισραηλ· διοτι ο Κυριος δεν ειναι μετα του Ισραηλ, μετα παντων των υιων Εφραιμ·
<scripture passage="2Chr 25:8" parsed="|2Chr|25|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.8" />
<sup>8</sup>αλλ' εαν θελης να υπαγης, καμε τουτο· ενδυναμωθητι δια τον πολεμον· ο Θεος ομως θελει σε κατατροπωσει εμπροσθεν του εχθρου· διοτι ο Θεος εχει δυναμιν να βοηθηση και να κατατροπωση.
<scripture passage="2Chr 25:9" parsed="|2Chr|25|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.9" />
<sup>9</sup>Ο δε Αμασιας ειπε προς τον ανθρωπον του Θεου, Αλλα τι θελομεν καμει δια τα εκατον ταλαντα, τα οποια εδωκα εις το στρατευμα του Ισραηλ; Και ο ανθρωπος του Θεου απεκριθη, Ο Κυριος ειναι δυνατος να δωση εις σε πλειοτερα τουτων.
<scripture passage="2Chr 25:10" parsed="|2Chr|25|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.10" />
<sup>10</sup>Τοτε διεχωρισεν αυτους ο Αμασιας, το στρατευμα το ελθον προς αυτον εκ του Εφραιμ, δια να επιστρεψωσιν εις τον τοπον αυτων· και εξηφθη σφοδρα ο θυμος αυτων κατα του Ιουδα, και επεστρεψαν εις τον τοπον αυτων με εξαψιν θυμου.
<scripture passage="2Chr 25:11" parsed="|2Chr|25|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.11" />
<sup>11</sup>Ενεδυναμωθη δε ο Αμασιας και εξηγαγε τον λαον αυτου και υπηγεν εις την κοιλαδα του αλατος και επαταξε τους υιους Σηειρ δεκα χιλιαδας.
<scripture passage="2Chr 25:12" parsed="|2Chr|25|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.12" />
<sup>12</sup>Και δεκα χιλιαδας ζωντας ηχμαλωτισαν οι υιοι Ιουδα, και εφεραν αυτους εις το ακρον του κρημνου και κατεκρημνιζον αυτους απο του ακρου του κρημνου, ωστε παντες διερραγησαν.
<scripture passage="2Chr 25:13" parsed="|2Chr|25|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.13" />
<sup>13</sup>Οι ανδρες ομως του στρατευματος, το οποιον απεπεμψεν ο Αμασιας, δια να μη υπαγωσι μετ' αυτου εις πολεμον, επεπεσον επι τας πολεις του Ιουδα, απο Σαμαρειας εως Βαιθ-ωρων, και επαταξαν τρεις χιλιαδας εξ αυτων και ελαβον λαφυρα πολλα.
<scripture passage="2Chr 25:14" parsed="|2Chr|25|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.14" />
<sup>14</sup>Αφου δε ο Αμασιας επεστρεψεν απο της σφαγης των Ιδουμαιων, εφερε τους θεους των υιων Σηειρ και εστησεν αυτους εις εαυτον θεους και προσεκυνησεν εμπροσθεν αυτων και εθυμιασεν εις αυτους.
<scripture passage="2Chr 25:15" parsed="|2Chr|25|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο εξηφθη η οργη του Κυριου κατα του Αμασιου· και απεστειλε προς αυτον προφητην και ειπε προς αυτον, Δια τι εξεζητησας τους θεους του λαου, οιτινες δεν ηδυνηθησαν να ελευθερωσωσι τον λαον αυτων εκ της χειρος σου;
<scripture passage="2Chr 25:16" parsed="|2Chr|25|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.16" />
<sup>16</sup>Και ενω ελαλει προς αυτον, ο βασιλευς ειπε προς αυτον, Συμβουλον σε εκαμον του βασιλεως; παυσον· δια τι να θανατωθης; Και επαυσεν ο προφητης, ειπων, Εξευρω οτι ο Θεος εβουλευθη να σε εξολοθρευση, επειδη εκαμες τουτο και δεν υπηκουσας εις την συμβουλην μου.
<scripture passage="2Chr 25:17" parsed="|2Chr|25|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.17" />
<sup>17</sup>Τοτε συνεβουλευθη Αμασιας ο βασιλευς του Ιουδα και απεστειλε προς τον Ιωας υιον του Ιωαχαζ, υιου του Ιηου, τον βασιλεα του Ισραηλ, λεγων, Ελθε, να ιδωμεν αλληλους προσωπικως.
<scripture passage="2Chr 25:18" parsed="|2Chr|25|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.18" />
<sup>18</sup>Και απεστειλεν Ιωας ο βασιλευς του Ισραηλ προς τον Αμασιαν βασιλεα του Ιουδα, λεγων, Η ακανθα η εν τω Λιβανω απεστειλε προς την κεδρον την εν τω Λιβανω, λεγουσα, Δος την θυγατερα σου εις τον υιον μου δια γυναικα· πλην διεβη θηριον του αγρου το εν τω Λιβανω, και κατεπατησε την ακανθαν.
<scripture passage="2Chr 25:19" parsed="|2Chr|25|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.19" />
<sup>19</sup>Συ λεγεις, ιδου, επαταξας τον Εδωμ· και η καρδια σου επηρθη εις καυχησιν· καθου τωρα εν τω οικω σου· δια τι εμπλεκεσαι εις κακον, δια το οποιον ηθελες πεσει, συ και ο Ιουδας μετα σου;
<scripture passage="2Chr 25:20" parsed="|2Chr|25|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.20" />
<sup>20</sup>Αλλ' ο Αμασιας δεν υπηκουσε· διοτι εκ Θεου ητο τουτο, δια να παραδωση αυτους εις την χειρα των εχθρων, επειδη εξεζητησαν τους θεους του Εδωμ.
<scripture passage="2Chr 25:21" parsed="|2Chr|25|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.21" />
<sup>21</sup>Ανεβη λοιπον Ιωας ο βασιλευς του Ισραηλ· και ειδον αλληλους προσωπικως, αυτος και Αμασιας ο βασιλευς του Ιουδα, εν Βαιθ-σεμες, ητις ειναι του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 25:22" parsed="|2Chr|25|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.22" />
<sup>22</sup>Και εκτυπηθη ο Ιουδας εμπροσθεν του Ισραηλ, και εφυγον εκαστος εις τας σκηνας αυτου.
<scripture passage="2Chr 25:23" parsed="|2Chr|25|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.23" />
<sup>23</sup>Και συνελαβεν Ιωας ο βασιλευς του Ισραηλ Αμασιαν τον βασιλεα του Ιουδα, υιον του Ιωας υιου του Ιωαχαζ, εν Βαιθ-σεμες, και εφερεν αυτον εις Ιερουσαλημ και κατεδαφισε το τειχος της Ιερουσαλημ απο της πυλης Εφραιμ εως της πυλης της γωνιας, τετρακοσιας πηχας.
<scripture passage="2Chr 25:24" parsed="|2Chr|25|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.24" />
<sup>24</sup>Και λαβων παν το χρυσιον και το αργυριον και παντα τα σκευη τα ευρεθεντα εν τω οικω του Θεου μετα του Ωβηδ-εδωμ, και τους θησαυρους του οικου του βασιλεως, και ανθρωπους ενεχυρα, επεστρεψεν εις Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Chr 25:25" parsed="|2Chr|25|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.25" />
<sup>25</sup>Εζησε δε Αμασιας ο υιος του Ιωας ο βασιλευς του Ιουδα, μετα τον θανατον του Ιωας υιου του Ιωαχαζ βασιλεως του Ισραηλ, δεκαπεντε ετη.
<scripture passage="2Chr 25:26" parsed="|2Chr|25|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.26" />
<sup>26</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Αμασιου, αι πρωται και αι εσχαται, ιδου, δεν ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ιουδα και του Ισραηλ;
<scripture passage="2Chr 25:27" parsed="|2Chr|25|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.27" />
<sup>27</sup>Και υστερον αφου εστραφη ο Αμασιας απο οπισθεν του Κυριου, εκαμον συνωμοσιαν κατ' αυτου εν Ιερουσαλημ· και εφυγεν εις Λαχεις· απεστειλαν ομως κατοπιν αυτου εις Λαχεις και εθανατωσαν αυτον εκει.
<scripture passage="2Chr 25:28" parsed="|2Chr|25|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.25.28" />
<sup>28</sup>Και εφεραν αυτον επι ιππων, και εθαψαν αυτον μετα των πατερων αυτου εν πολει Ιουδα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 26" progress="41.71%" prev="iiChr.25" next="iiChr.27" id="iiChr.26">
<h3 id="iiChr.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.26-p1">
<scripture passage="2Chr 26:1" parsed="|2Chr|26|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.1" />
<sup>1</sup>Ελαβε δε πας ο λαος του Ιουδα τον Οζιαν, οντα ηλικιας δεκαεξ ετων, και εκαμον αυτον βασιλεα αντι του πατρος αυτου Αμασιου.
<scripture passage="2Chr 26:2" parsed="|2Chr|26|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.2" />
<sup>2</sup>Ουτος ωκοδομησε την Αιλωθ και επεστρεψεν αυτην εις τον Ιουδαν, αφου ο βασιλευς εκοιμηθη μετα των πατερων αυτου.
<scripture passage="2Chr 26:3" parsed="|2Chr|26|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.3" />
<sup>3</sup>Δεκαεξ ετων ηλικιας ητο ο Οζιας οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε πεντηκοντα δυο ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιεχολια εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 26:4" parsed="|2Chr|26|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.4" />
<sup>4</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου, κατα παντα οσα επραξεν Αμασιας ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Chr 26:5" parsed="|2Chr|26|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.5" />
<sup>5</sup>Και εξεζητει τον Θεον εν ταις ημεραις του Ζαχαριου, του νοημονος εις τας ορασεις του Θεου· και οσον καιρον εξεζητει τον Κυριον, ευωδονεν αυτον ο Θεος.
<scripture passage="2Chr 26:6" parsed="|2Chr|26|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.6" />
<sup>6</sup>Και εξηλθε και επολεμησεν εναντιον των Φιλισταιων, και εκρημνισε το τειχος της Γαθ και το τειχος της Ιαβνη και το τειχος της Αζωτου και ωκοδομησε πολεις εν Αζωτω και εν Φιλισταιοις.
<scripture passage="2Chr 26:7" parsed="|2Chr|26|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.7" />
<sup>7</sup>Και εβοηθησεν αυτον ο Θεος εναντιον των Φιλισταιων και εναντιον των Αραβων των κατοικουντων εν Γουρ-βααλ, και των Μεουνειμ.
<scripture passage="2Chr 26:8" parsed="|2Chr|26|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.8" />
<sup>8</sup>Και εδωκαν οι Αμμωνιται δωρα εις τον Οζιαν· και διεδοθη το ονομα αυτου εως της εισοδου της Αιγυπτου· διοτι εκραταιωθη εις ακρον.
<scripture passage="2Chr 26:9" parsed="|2Chr|26|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.9" />
<sup>9</sup>Και ωκοδομησεν ο Οζιας πυργους εν Ιερουσαλημ, επι της πυλης της γωνιας και επι της πυλης της φαραγγος και επι των γωνιων, και ωχυρωσεν αυτους.
<scripture passage="2Chr 26:10" parsed="|2Chr|26|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.10" />
<sup>10</sup>Ωικοδομησεν ετι πυργους εν τη ερημω και ηνοιξε πολλα φρεατα· διοτι ειχε κτηνη πολλα και εν τοις χαμηλοις τοποις και εν ταις πεδιασι και γεωργους και αμπελουργους εν τη ορεινη και εν τω Καρμηλω· διοτι ηγαπα την γεωργιαν.
<scripture passage="2Chr 26:11" parsed="|2Chr|26|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.11" />
<sup>11</sup>Και ειχεν ο Οζιας στρατευμα πολεμιστων, εξερχομενων εις πολεμον κατα ταγματα, κατα τον αριθμον της απαριθμησεως αυτων γενομενης υπο Ιειηλ του γραμματεως και Μαασια του επιστατου, υπο την οδηγιαν του Ανανιου, ενος των στρατηγων του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 26:12" parsed="|2Chr|26|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.12" />
<sup>12</sup>Πας ο αριθμος των αρχηγων των πατριων των δυνατων εν ισχυι ητο δυο χιλιαδες εξακοσιοι.
<scripture passage="2Chr 26:13" parsed="|2Chr|26|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.13" />
<sup>13</sup>Και υπο την οδηγιαν αυτων ητο δυναμις πολεμικη, τριακοσιαι επτα χιλιαδες και πεντακοσιοι, δυνατοι και ανδρειοι εις τον πολεμον, δια να βοηθωσι τον βασιλεα εναντιον των εχθρων.
<scripture passage="2Chr 26:14" parsed="|2Chr|26|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.14" />
<sup>14</sup>Και ητοιμασεν εις αυτους ο Οζιας, εις απαν το στρατευμα, θυρεους και λογχας και περικεφαλαιας και θωρακας και τοξα και σφενδονας δια λιθους.
<scripture passage="2Chr 26:15" parsed="|2Chr|26|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.15" />
<sup>15</sup>Και εκαμεν εν Ιερουσαλημ μηχανας, εφευρημενας υπο μηχανικων, δια να ηναι επι των πυργων και επι των γωνιων, ωστε να ριπτωσι δι' αυτων βελη και λιθους μεγαλους· και εξηλθε το ονομα αυτου μακραν· διοτι εβοηθειτο θαυμασιως, εωσου εκραταιωθη.
<scripture passage="2Chr 26:16" parsed="|2Chr|26|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' αφου εκραταιωθη, επηρθη η καρδια αυτου εις διαφθοραν· και ησεβησεν εις Κυριον τον Θεον αυτου και εισηλθεν εις τον ναον του Κυριου δια να θυμιαση επι το θυσιαστηριον του θυμιαματος.
<scripture passage="2Chr 26:17" parsed="|2Chr|26|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.17" />
<sup>17</sup>Και Αζαριας ο ιερευς εισηλθε κατοπιν αυτου, και μετ' αυτου ογδοηκοντα ιερεις του Κυριου, ανδρες δυνατοι·
<scripture passage="2Chr 26:18" parsed="|2Chr|26|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.18" />
<sup>18</sup>και αντεστησαν εις τον Οζιαν τον βασιλεα και ειπον προς αυτον, Δεν ανηκει εις σε, Οζια, να θυμιασης εις τον Κυριον, αλλ' εις τους ιερεις τους υιους του Ααρων, τους καθιερωμενους να θυμιαζωσιν· εξελθε εκ του αγιαστηριου· διοτι ησεβησας· και τουτο δεν θελει εισθαι προς δοξαν εις σε παρα Κυριου του Θεου.
<scripture passage="2Chr 26:19" parsed="|2Chr|26|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Οζιας, εχων εν τη χειρι αυτου θυμιατηριον δια να θυμιαση, εθυμωθη· και ενω εθυμωθη προς τους ιερεις, ανετειλεν η λεπρα εν τω μετωπω αυτου εμπροσθεν των ιερεων εν τω οικω του Κυριου, πλησιον του θυσιαστηριου του θυμιαματος.
<scripture passage="2Chr 26:20" parsed="|2Chr|26|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.20" />
<sup>20</sup>Και ανεβλεψεν εις αυτον Αζαριας ο ιερευς ο πρωτος και παντες οι ιερεις, και ιδου, ητο λεπρος κατα το μετωπον αυτου· και εσπευσαν να εκβαλωσιν αυτον εκειθεν· και αυτος μαλιστα εσπευσε να εξελθη, διοτι επαταξεν αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="2Chr 26:21" parsed="|2Chr|26|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.21" />
<sup>21</sup>Και ητο ο Οζιας ο βασιλευς λεπρος εως της ημερας του θανατου αυτου· και κατωκει εν οικω κεχωρισμενω λεπρος· διοτι απεκοπη απο του οικου του Κυριου· ητο δε επι του οικου του βασιλεως Ιωθαμ ο υιος αυτου, κρινων τον λαον της γης.
<scripture passage="2Chr 26:22" parsed="|2Chr|26|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.22" />
<sup>22</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Οζιου, αι πρωται και αι εσχαται, εγραφησαν υπο Ησαιου του προφητου υιου του Αμως.
<scripture passage="2Chr 26:23" parsed="|2Chr|26|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.26.23" />
<sup>23</sup>Και εκοιμηθη ο Οζιας μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον μετα των πατερων αυτου εν τω πεδιω της ταφης των βασιλεων· διοτι ειπον, Ειναι λεπρος. Και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ιωθαμ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 27" progress="41.80%" prev="iiChr.26" next="iiChr.28" id="iiChr.27">
<h3 id="iiChr.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.27-p1">
<scripture passage="2Chr 27:1" parsed="|2Chr|27|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.1" />
<sup>1</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο ο Ιωθαμ οτε εβασιλευσε· και εβασιλευσε δεκαεξ ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Ιερουσα, θυγατηρ του Σαδωκ.
<scripture passage="2Chr 27:2" parsed="|2Chr|27|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου, κατα παντα οσα επραξεν Οζιας ο πατηρ αυτου· δεν εισηλθεν ομως εις τον ναον του Κυριου. Και ο λαος ητο ετι διεφθαρμενος.
<scripture passage="2Chr 27:3" parsed="|2Chr|27|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.3" />
<sup>3</sup>Ουτος ωκοδομησε την υψηλην πυλην του οικου του Κυριου· και επι του τειχους του Οφηλ ωκοδομησε πολλα.
<scripture passage="2Chr 27:4" parsed="|2Chr|27|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.4" />
<sup>4</sup>Ωικοδομησεν ετι πολεις εν τη ορεινη του Ιουδα, και εν τοις δρυμοις ωκοδομησε φρουρια και πυργους.
<scripture passage="2Chr 27:5" parsed="|2Chr|27|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.5" />
<sup>5</sup>Και πολεμησας με τον βασιλεα των υιων Αμμων, υπερισχυσεν εναντιον αυτων. Και κατ' εκεινον τον ενιαυτον οι υιοι Αμμων εδωκαν εις αυτον εκατον ταλαντα αργυριου και δεκα χιλιαδας κορων σιτου και δεκα χιλιαδας κριθης. Τοσα επληρωσαν εις αυτον οι υιοι Αμμων και το δευτερον ετος και το τριτον.
<scripture passage="2Chr 27:6" parsed="|2Chr|27|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.6" />
<sup>6</sup>Και εκραταιωθη ο Ιωθαμ, επειδη κατευθυνε τας οδους αυτου ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου.
<scripture passage="2Chr 27:7" parsed="|2Chr|27|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.7" />
<sup>7</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωθαμ και παντες οι πολεμοι αυτου, και αι οδοι αυτου, ιδου, ειναι γεγραμμενοι εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ισραηλ και Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 27:8" parsed="|2Chr|27|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.8" />
<sup>8</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δεκαεξ ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 27:9" parsed="|2Chr|27|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.27.9" />
<sup>9</sup>Και εκοιμηθη ο Ιωθαμ μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν πολει Δαβιδ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αχαζ ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 28" progress="41.83%" prev="iiChr.27" next="iiChr.29" id="iiChr.28">
<h3 id="iiChr.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.28-p1">
<scripture passage="2Chr 28:1" parsed="|2Chr|28|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.1" />
<sup>1</sup>Εικοσι ετων ηλικιας ητο ο Αχαζ οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δεκαεξ ετη εν Ιερουσαλημ· δεν επραξεν ομως το ευθες ενωπιον Κυριου, ως ο Δαβιδ ο πατηρ αυτου·
<scripture passage="2Chr 28:2" parsed="|2Chr|28|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.2" />
<sup>2</sup>αλλα περιεπατησεν εν ταις οδοις των βασιλεων του Ισραηλ και εκαμεν ετι ειδωλα χωνευτα εις τους Βααλειμ.
<scripture passage="2Chr 28:3" parsed="|2Chr|28|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.3" />
<sup>3</sup>Και αυτος εθυμιασεν εν τη κοιλαδι του υιου Εννομ και διεβιβασε τα τεκνα αυτου δια του πυρος, κατα τα βδελυγματα των εθνων τα οποια εξεδιωξεν ο Κυριος απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 28:4" parsed="|2Chr|28|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.4" />
<sup>4</sup>Και εθυσιαζε και εθυμιαζεν επι τους υψηλους τοπους και επι τους λοφους και υποκατω παντος δενδρου πρασινου.
<scripture passage="2Chr 28:5" parsed="|2Chr|28|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο παρεδωκεν αυτον Κυριος ο Θεος αυτου εις την χειρα του βασιλεως της Συριας· και επαταξαν αυτον, και ελαβον αιχμαλωτους μεγα πληθος εξ αυτων και εφεραν αυτους εις Δαμασκον. Και παρεδοθη ετι εις την χειρα του βασιλεως του Ισραηλ, οστις επαταξεν αυτον εν σφαγη μεγαλη.
<scripture passage="2Chr 28:6" parsed="|2Chr|28|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.6" />
<sup>6</sup>Διοτι Φεκα ο υιος του Ρεμαλια εθανατωσεν εκ του Ιουδα εκατον εικοσι χιλιαδας εν μια ημερα, παντας δυνατους εν ισχυι, επειδη εγκατελιπον Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 28:7" parsed="|2Chr|28|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.7" />
<sup>7</sup>Και Ζιχρι, ανηρ δυνατος εκ του Εφραιμ, εθανατωσε Μαασιαν τον υιον του βασιλεως και Αζρικαμ τον επιστατην του παλατιου και Ελκανα τον δευτερον μετα τον βασιλεα.
<scripture passage="2Chr 28:8" parsed="|2Chr|28|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.8" />
<sup>8</sup>Και ηχμαλωτισαν οι υιοι Ισραηλ εκ των αδελφων αυτων διακοσιας χιλιαδας, γυναικας, υιους και θυγατερας, και ελαβον ετι λαφυρα πολλα εξ αυτων και εφεραν τα λαφυρα εις Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Chr 28:9" parsed="|2Chr|28|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.9" />
<sup>9</sup>Ητο δε εκει προφητης του Κυριου, ονομαζομενος Ωδηδ· και εξηλθεν εις απαντησιν του στρατευματος του ερχομενου εις Σαμαρειαν και ειπε προς αυτους, Ιδου, επειδη Κυριος ο Θεος των πατερων σας εθυμωθη κατα του Ιουδα, παρεδωκεν αυτους εις την χειρα σας· και σεις εθανατωσατε αυτους εν μανια, ητις εφθασεν εως του ουρανου·
<scripture passage="2Chr 28:10" parsed="|2Chr|28|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.10" />
<sup>10</sup>και τωρα λεγετε να υποταξητε εις εαυτους τους υιους Ιουδα και της Ιερουσαλημ δια δουλους και δουλας· δεν ειναι με σας, με σας μαλιστα, αμαρτιαι εναντιον Κυριου του Θεου σας;
<scripture passage="2Chr 28:11" parsed="|2Chr|28|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.11" />
<sup>11</sup>τωρα λοιπον ακουσατε μου και επιστρεψατε τους αιχμαλωτους, τους οποιους ηχμαλωτισατε εκ των αδελφων σας· διοτι οργη θυμου Κυριου επικειται εις εσας.
<scripture passage="2Chr 28:12" parsed="|2Chr|28|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.12" />
<sup>12</sup>Και εσηκωθησαν τινες εκ των αρχοντων των υιων Εφραιμ, Αζαριας ο υιος του Ιωαναν, Βαραχιας ο υιος του Μεσιλλεμωθ και Εζεκιας ο υιος του Σαλλουμ και Αμασα ο υιος του Αδλαι εναντιον των ερχομενων απο του πολεμου,
<scripture passage="2Chr 28:13" parsed="|2Chr|28|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.13" />
<sup>13</sup>και ειπον προς αυτους, Δεν θελετε εισαξει εδω τους αιχμαλωτους· διοτι ενω ηνομησαμεν εις Κυριον, θελετε να προσθεσητε εις τας αμαρτιας ημων και εις τας ανομιας ημων· διοτι μεγαλη ειναι ανομια ημων, και οργη θυμου επικειται επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 28:14" parsed="|2Chr|28|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.14" />
<sup>14</sup>Και αφηκαν οι πολεμισται τους αιχμαλωτους και τα λαφυρα ενωπιον των αρχοντων και πασης της συναξεως.
<scripture passage="2Chr 28:15" parsed="|2Chr|28|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.15" />
<sup>15</sup>Και σηκωθεντες οι ανδρες, οι ονομασθεντες κατ' ονομα, ελαβον τους αιχμαλωτους και παντας τους γυμνους αυτων ενεδυσαν εκ των λαφυρων· και αφου ενεδυσαν αυτους και υπεδηματωσαν αυτους και εδωκαν εις αυτους να φαγωσι και να πιωσι και ηλειψαν αυτους, και παντας τους αδυνατους εξ αυτων μετεκομισαν επι ονους και εφεραν αυτους εις Ιεριχω, την πολιν των φοινικων, προς τους αδελφους αυτων· και επεστρεψαν εις Σαμαρειαν.
<scripture passage="2Chr 28:16" parsed="|2Chr|28|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.16" />
<sup>16</sup>Κατα τον καιρον εκεινον ο βασιλευς Αχαζ απεστειλε προς τους βασιλεις της Ασσυριας, δια να βοηθησωσιν αυτον.
<scripture passage="2Chr 28:17" parsed="|2Chr|28|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ελθοντες παλιν οι Ιδουμαιοι επαταξαν τον Ιουδαν και ελαβον αιχμαλωτους.
<scripture passage="2Chr 28:18" parsed="|2Chr|28|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.18" />
<sup>18</sup>Και εφορμησαντες οι Φιλισταιοι εις τας πολεις της πεδινης και της μεσημβρινης του Ιουδα· εκυριευσαν την Βαιθ-σεμες και την Αιαλων και την Γεδηρωθ, και την Σοκχω και τας κωμας αυτης, και την Θαμνα και τας κωμας αυτης, και την Γιμζω και ταις κωμας αυτης· και κατωκησαν εκει.
<scripture passage="2Chr 28:19" parsed="|2Chr|28|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ο Κυριος εταπεινωσε τον Ιουδαν δια τον Αχαζ βασιλεα του Ισραηλ· επειδη διεφθειρε τον Ιουδαν και ησεβησε σφοδρα εις τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 28:20" parsed="|2Chr|28|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.20" />
<sup>20</sup>Και ηλθε προς αυτον ο Θελγαθ-φελνασαρ, βασιλευς της Ασσυριας, και κατεθλιψεν αυτον αντι να ενδυναμωση αυτον.
<scripture passage="2Chr 28:21" parsed="|2Chr|28|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο Αχαζ, λαβων τους θησαυρους του οικου του Κυριου και του οικου του βασιλεως και των αρχοντων, εδωκεν εις τον βασιλεα της Ασσυριας· πλην ουχι εις βοηθειαν αυτου.
<scripture passage="2Chr 28:22" parsed="|2Chr|28|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.22" />
<sup>22</sup>Και εν τω καιρω της στενοχωριας αυτου ετι μαλλον παρηνομησεν εις τον Κυριον αυτος ο βασιλευς Αχαζ.
<scripture passage="2Chr 28:23" parsed="|2Chr|28|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.23" />
<sup>23</sup>Και εθυσιαζεν εις τους θεους της Δαμασκου, τους παταξαντας αυτον· και ελεγεν, Επειδη οι θεοι του βασιλεως της Συριας βοηθουσιν αυτους, εις τουτους θελω θυσιασει, δια να βοηθησωσι και εμε. Εκεινοι ομως εσταθησαν η φθορα αυτου και παντος του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 28:24" parsed="|2Chr|28|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.24" />
<sup>24</sup>Και συνηθροισεν ο Αχαζ τα σκευη του οικου του Θεου, και κατεκοψε τα σκευη του οικου του Θεου και εκλεισε τας θυρας του οικου του Κυριου, και εκαμεν εις εαυτον θυσιαστηρια εν παση γωνια εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 28:25" parsed="|2Chr|28|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.25" />
<sup>25</sup>Και εν παση πολει του Ιουδα εκαμεν υψηλους τοπους, δια να θυμιαζη εις αλλους θεους, και παρωργισε Κυριον τον Θεον των πατερων αυτου.
<scripture passage="2Chr 28:26" parsed="|2Chr|28|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.26" />
<sup>26</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις αυτου και πασαι αι οδοι αυτου, αι πρωται και αι εσχαται, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ιουδα και Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 28:27" parsed="|2Chr|28|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.28.27" />
<sup>27</sup>Και εκοιμηθη ο Αχαζ μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν τη πολει, εν Ιερουσαλημ· δεν εφεραν ομως αυτον εις τους ταφους των βασιλεων του Ισραηλ· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Εζεκιας ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 29" progress="41.94%" prev="iiChr.28" next="iiChr.30" id="iiChr.29">
<h3 id="iiChr.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.29-p1">
<scripture passage="2Chr 29:1" parsed="|2Chr|29|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.1" />
<sup>1</sup>Ο Εζεκιας εβασιλευσεν ηλικιας εικοσιπεντε ετων, και εβασιλευσεν εικοσιεννεα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αβια, θυγατηρ του Ζαχαριου.
<scripture passage="2Chr 29:2" parsed="|2Chr|29|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον Κυριου, κατα παντα οσα επραξε Δαβιδ ο πατηρ αυτου.
<scripture passage="2Chr 29:3" parsed="|2Chr|29|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.3" />
<sup>3</sup>Ουτος εν τω πρωτω ετει της βασιλειας αυτου, τον πρωτον μηνα, ηνοιξε τας θυρας του οικου του Κυριου και επεσκευασεν αυτας.
<scripture passage="2Chr 29:4" parsed="|2Chr|29|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.4" />
<sup>4</sup>Και εισηγαγε τους ιερεις και τους Λευιτας, και συνηγαγεν αυτους εις την ανατολικην πλατειαν,
<scripture passage="2Chr 29:5" parsed="|2Chr|29|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.5" />
<sup>5</sup>και ειπε προς αυτους, Ακουσατε μου, Λευιται· Αγιασθητε τωρα, και αγιασατε τον ναον Κυριου του Θεου των πατερων σας και εκβαλετε την ακαθαρσιαν εκ του αγιου τοπου.
<scripture passage="2Chr 29:6" parsed="|2Chr|29|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.6" />
<sup>6</sup>Διοτι οι πατερες ημων παρηνομησαν και επραξαν πονηρα ενωπιον Κυριου του Θεου ημων και εγκατελιπον αυτον, και απεστρεψαν τα προσωπα αυτων απο του κατοικητηριου του Κυριου και εστρεψαν τα νωτα·
<scripture passage="2Chr 29:7" parsed="|2Chr|29|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.7" />
<sup>7</sup>και εκλεισαν τας θυρας του προναου και εσβεσαν τους λυχνους και θυμιαμα δεν εθυμιαζον και ολοκαυτωματα δεν προσεφερον εις τον Θεον του Ισραηλ εν τω αγιω τοπω.
<scripture passage="2Chr 29:8" parsed="|2Chr|29|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο η οργη του Κυριου ηλθεν επι τον Ιουδαν και την Ιερουσαλημ, και παρεδωκεν αυτους εις διασποραν, εις εκστασιν και εις συριγμον, καθως βλεπετε με τους οφθαλμους σας.
<scripture passage="2Chr 29:9" parsed="|2Chr|29|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ιδου, οι πατερες ημων επεσον δια μαχαιρας· και οι υιοι ημων και αι θυγατερες ημων και αι γυναικες ημων ειναι δια τουτο εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="2Chr 29:10" parsed="|2Chr|29|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.10" />
<sup>10</sup>Τωρα λοιπον εχω εν τη καρδια μου να καμω διαθηκην προς τον Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, δια να αποστρεψη την οργην του θυμου αυτου αφ' ημων.
<scripture passage="2Chr 29:11" parsed="|2Chr|29|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.11" />
<sup>11</sup>Τεκνα μου, μη πλανασθε τωρα· διοτι ο Κυριος σας εξελεξε δια να παριστασθε ενωπιον αυτου, να υπηρετητε αυτον και να ησθε λειτουργοι αυτου και να θυμιαζητε.
<scripture passage="2Chr 29:12" parsed="|2Chr|29|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.12" />
<sup>12</sup>Τοτε εσηκωθησαν οι Λευιται, Μααθ ο υιος του Αμασαι και Ιωηλ ο υιος του Αζαριου, εκ των υιων των Κααθιτων· εκ δε των υιων του Μεραρι, Κεις ο υιος του Αβδι και Αζαριας ο υιος του Ιαλελεηλ· και εκ των Γηρσωνιτων, Ιωαχ ο υιος του Ζιμμα και Εδεν ο υιος του Ιωαχ·
<scripture passage="2Chr 29:13" parsed="|2Chr|29|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.13" />
<sup>13</sup>και εκ των υιων του Ελισαφαν, Σιμρι και Ιειηλ· και εκ των υιων του Ασαφ, Ζαχαριας και Ματθανιας·
<scripture passage="2Chr 29:14" parsed="|2Chr|29|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.14" />
<sup>14</sup>και εκ των υιων του Αιμαν, Ιεχιηλ και Σιμει· και εκ των υιων του Ιεδουθουν, Σεμαιας και Οζιηλ.
<scripture passage="2Chr 29:15" parsed="|2Chr|29|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.15" />
<sup>15</sup>Και συνηγαγον τους αδελφους αυτων και ηγιασθησαν και ηλθον, ως προσεταξεν ο βασιλευς δια του λογου του Κυριου, να καθαρισωσι τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 29:16" parsed="|2Chr|29|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.16" />
<sup>16</sup>Και εισηλθον οι ιερεις εις το ενδοτερον του οικου του Κυριου, δια να καθαρισωσιν αυτον· και εξεβαλον πασαν την ακαθαρσιαν την ευρεθεισαν εν τω ναω του Κυριου, εν τη αυλη του οικου του Κυριου· οι δε Λευιται λαβοντες, εφεραν εξω εις τον χειμαρρον Κεδρων.
<scripture passage="2Chr 29:17" parsed="|2Chr|29|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.17" />
<sup>17</sup>Και ηρχισαν να αγιαζωσι τη πρωτη του μηνος του πρωτου, και τη ογδοη ημερα του μηνος εισηλθον εις τον προναον του Κυριου. Και ηγιασαν τον οικον του Κυριου εν οκτω ημεραις, και τη δεκατη εκτη του μηνος του πρωτου ετελειωσαν.
<scripture passage="2Chr 29:18" parsed="|2Chr|29|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.18" />
<sup>18</sup>Τοτε εισηλθον προς Εζεκιαν τον βασιλεα και ειπον, Εκαθαρισαμεν ολον τον οικον του Κυριου και το θυσιαστηριον της ολοκαυτωσεως και παντα τα σκευη αυτου και την τραπεζαν της προθεσεως και παντα τα σκευη αυτης·
<scripture passage="2Chr 29:19" parsed="|2Chr|29|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.19" />
<sup>19</sup>και παντα τα σκευη, τα οποια εμιανεν ο βασιλευς Αχαζ επι της βασιλειας αυτου, οτε απεστατησεν, ητοιμασαμεν και ηγιασαμεν· και ιδου, ειναι εμπροσθεν του θυσιαστηριου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 29:20" parsed="|2Chr|29|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.20" />
<sup>20</sup>Τοτε εξηγερθη Εζεκιας ο βασιλευς, και συναγαγων τους αρχοντας της πολεως, ανεβη προς τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 29:21" parsed="|2Chr|29|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.21" />
<sup>21</sup>Και εφεραν επτα μοσχους και επτα κριους και επτα αρνια και επτα τραγους δια προσφοραν περι αμαρτιας υπερ της βασιλειας και υπερ του αγιαστηριου και υπερ του Ιουδα. Και ειπε προς τους ιερεις, τους υιους Ααρων, να προσφερωσιν αυτα επι του θυσιαστηριου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 29:22" parsed="|2Chr|29|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.22" />
<sup>22</sup>Και εσφαξαν τους μοσχους· και παραλαβοντες οι ιερεις το αιμα, ερραντισαν επι το θυσιαστηριον· ομοιως εσφαξαν τους κριους και ερραντισαν το αιμα επι το θυσιαστηριον· και εσφαξαν τα αρνια και ερραντισαν το αιμα επι το θυσιαστηριον.
<scripture passage="2Chr 29:23" parsed="|2Chr|29|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.23" />
<sup>23</sup>Επειτα προσηγαγον τους τραγους, δια την περι αμαρτιας προσφοραν, εμπροσθεν του βασιλεως και της συναξεως, οι δε επεθεσαν τας χειρας αυτων επ' αυτους·
<scripture passage="2Chr 29:24" parsed="|2Chr|29|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.24" />
<sup>24</sup>και εσφαξαν αυτους οι ιερεις και ερραντισαν το αιμα αυτων περι αμαρτιας επι το θυσιαστηριον, δια να καμωσιν εξιλεωσιν υπερ παντος του Ισραηλ· διοτι ο βασιλευς προσεταξε το ολοκαυτωμα και την περι αμαρτιας προσφοραν υπερ παντος του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 29:25" parsed="|2Chr|29|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.25" />
<sup>25</sup>Και εστησε τους Λευιτας εν τω οικω του Κυριου εν κυμβαλοις, εν ψαλτηριοις και εν κιθαραις, κατα το προσταγμα του Δαβιδ και Γαδ του βλεποντος του βασιλεως και Ναθαν του προφητου· διοτι το προσταγμα ητο παρα Κυριου δια των προφητων αυτου.
<scripture passage="2Chr 29:26" parsed="|2Chr|29|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.26" />
<sup>26</sup>Και εσταθησαν οι Λευιται με τα οργανα του Δαβιδ και οι ιερεις με τας σαλπιγγας.
<scripture passage="2Chr 29:27" parsed="|2Chr|29|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.27" />
<sup>27</sup>Και ειπεν ο Εζεκιας να προσφερωσι την ολοκαυτωσιν επι του θυσιαστηριου. Και οτε ηρχισεν η ολοκαυτωσις, ηρχισεν ο υμνος του Κυριου, με τας σαλπιγγας και με τα οργανα τα διωρισμενα παρα του Δαβιδ βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 29:28" parsed="|2Chr|29|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.28" />
<sup>28</sup>Και προσεκυνει πασα η συναξις και εψαλλον οι ψαλτωδοι και οι σαλπιγκται εσαλπιζον· ολον τουτο εξηκολουθει εωσου ετελειωσεν η ολοκαυτωσις.
<scripture passage="2Chr 29:29" parsed="|2Chr|29|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.29" />
<sup>29</sup>Και ως ετελειωσαν προσφεροντες, εκλιναν ο βασιλευς και παντες οι ευρεθεντες μετ' αυτου και προσεκυνησαν.
<scripture passage="2Chr 29:30" parsed="|2Chr|29|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.30" />
<sup>30</sup>Και ειπε προς τους Λευιτας Εζεκιας ο βασιλευς και οι αρχοντες να υμνωσι τον Κυριον με τους λογους του Δαβιδ και Ασαφ του βλεποντος. Και υμνησαν εν ευφροσυνη και κυψαντες προσεκυνησαν.
<scripture passage="2Chr 29:31" parsed="|2Chr|29|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.31" />
<sup>31</sup>Τοτε αποκριθεις ο Εζεκιας ειπε, Τωρα εισθε καθιερωμενοι εις τον Κυριον· προσελθετε και προσφερετε θυσιας και ευχαριστηριους προσφορας εν τω οικω του Κυριου. Και προσεφερεν η συναξις θυσιας και ευχαριστηριους προσφορας, και πας προθυμος την καρδιαν, ολοκαυτωματα.
<scripture passage="2Chr 29:32" parsed="|2Chr|29|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.32" />
<sup>32</sup>Και εγεινεν ο αριθμος των ολοκαυτωματων, τα οποια προσεφερεν η συναξις, εβδομηκοντα μοσχοι, εκατον κριοι, διακοσια αρνια· παντα ταυτα ησαν δια ολοκαυτωσιν προς τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 29:33" parsed="|2Chr|29|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.33" />
<sup>33</sup>Τα δε αφιερωματα ησαν εξακοσιοι βοες και τρισχιλια προβατα.
<scripture passage="2Chr 29:34" parsed="|2Chr|29|34|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.34" />
<sup>34</sup>Οι ιερεις ομως ησαν ολιγοι και δεν ηδυναντο να εκδερωσι παντα τα ολοκαυτωματα· οθεν οι αδελφοι αυτων οι Λευιται εβοηθησαν αυτους, εωσου η εργασια συνετελεσθη και εωσου ηγιασθησαν οι ιερεις· διοτι οι Λευιται εσταθησαν ευθυτεροι την καρδιαν εις το να αγιασθωσι, παρα οι ιερεις.
<scripture passage="2Chr 29:35" parsed="|2Chr|29|35|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.35" />
<sup>35</sup>Ετι δε τα ολοκαυτωματα ησαν πολλα, μετα των στεατων των ειρηνικων προσφορων, και μετα των σπονδων δι' εκαστον ολοκαυτωμα. Ουτως αποκατεσταθη η υπηρεσια του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 29:36" parsed="|2Chr|29|36|0|0" osisRef="Bible:2Chr.29.36" />
<sup>36</sup>Και ευφρανθη ο Εζεκιας και πας ο λαος, οτι ο Θεος προδιεθεσε τον λαον· επειδη το πραγμα εγεινεν αιφνιδιως.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 30" progress="42.09%" prev="iiChr.29" next="iiChr.31" id="iiChr.30">
<h3 id="iiChr.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.30-p1">
<scripture passage="2Chr 30:1" parsed="|2Chr|30|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.1" />
<sup>1</sup>Και απεστειλεν ο Εζεκιας προς παντα τον Ισραηλ και Ιουδαν· εγραψεν ετι επιστολας προς Εφραιμ και Μανασση, δια να ελθωσιν εις τον οικον του Κυριου εν Ιερουσαλημ, να καμωσι πασχα εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 30:2" parsed="|2Chr|30|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.2" />
<sup>2</sup>Διοτι συνεβουλευθη ο βασιλευς και οι αρχοντες αυτου και πασα η συναξις εν Ιερουσαλημ να καμωσι το πασχα εν τω δευτερω μηνι.
<scripture passage="2Chr 30:3" parsed="|2Chr|30|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.3" />
<sup>3</sup>Επειδη δεν ηδυνηθησαν να καμωσιν αυτο εν τω καιρω εκεινω, διοτι οι ιερεις δεν ησαν αρκετα ηγιασμενοι και ο λαος δεν ητο συνηγμενος εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 30:4" parsed="|2Chr|30|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.4" />
<sup>4</sup>Και ηρεσε το πραγμα εις τον βασιλεα και εις πασαν την συναξιν.
<scripture passage="2Chr 30:5" parsed="|2Chr|30|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.5" />
<sup>5</sup>Οθεν απεφασισαν να διακηρυξωσι δια παντος του Ισραηλ, απο Βηρ-σαβεε εως Δαν, να ελθωσι δια να καμωσι πασχα εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ εν Ιερουσαλημ· διοτι απο πολλου χρονου δεν ειχον καμει κατα το γεγραμμενον.
<scripture passage="2Chr 30:6" parsed="|2Chr|30|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.6" />
<sup>6</sup>Και υπηγαν οι ταχυδρομοι μετα των επιστολων παρα του βασιλεως και των αρχοντων αυτου, δια παντος του Ισραηλ και Ιουδα, και κατα την προσταγην του βασιλεως, λεγοντες, υιοι Ισραηλ, επιστρεψατε προς Κυριον τον Θεον του Αβρααμ, Ισαακ και Ισραηλ· και αυτος θελει επιστρεψει εις τους εναπολειφθεντας απο σας, οσοι διεσωθητε εκ χειρος των βασιλεων της Ασσυριας·
<scripture passage="2Chr 30:7" parsed="|2Chr|30|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.7" />
<sup>7</sup>και μη γινεσθε καθως οι πατερες σας και καθως οι αδελφοι σας, οιτινες ησεβησαν εις Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων· και παρεδωκεν αυτους εις ερημωσιν, ως βλεπετε·
<scripture passage="2Chr 30:8" parsed="|2Chr|30|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.8" />
<sup>8</sup>τωρα μη σκληρυνητε τον τραχηλον σας, καθως οι πατερες σας· υποταχθητε εις τον Κυριον και εισελθετε εις το αγιαστηριον αυτου, το οποιον ηγιασεν εις τον αιωνα· και δουλευσατε Κυριον τον Θεον σας, δια να αποστρεψη την εξαψιν του θυμου αυτου αφ' υμων·
<scripture passage="2Chr 30:9" parsed="|2Chr|30|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.9" />
<sup>9</sup>διοτι εαν επιστρεψητε προς τον Κυριον, οι αδελφοι σας και τα τεκνα σας θελουσιν ευρει ελεος εμπροσθεν των αιχμαλωτισαντων αυτους, και θελουσιν επανελθει εις την γην ταυτην· διοτι οικτιρμων και ελεημων ειναι Κυριος ο Θεος σας και δεν θελει αποστρεψει το προσωπον αυτου απο σας, εαν επιστρεψητε προς αυτον.
<scripture passage="2Chr 30:10" parsed="|2Chr|30|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.10" />
<sup>10</sup>Και διηλθον οι ταχυδρομοι απο πολεως εις πολιν δια της γης του Εφραιμ και Μανασση και εως Ζαβουλων· πλην εκεινοι κατεγελασαν αυτους και εμυκτηρισαν αυτους.
<scripture passage="2Chr 30:11" parsed="|2Chr|30|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.11" />
<sup>11</sup>Τινες ομως εκ του Ασηρ και Μανασση και Ζαβουλων υπεκλιναν και ηλθον εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 30:12" parsed="|2Chr|30|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.12" />
<sup>12</sup>Και επι Ιουδαν ητο χειρ Θεου, ωστε να δωση εις αυτους καρδιαν μιαν, δια να καμωσι την προσταγην του βασιλεως και των αρχοντων, κατα τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 30:13" parsed="|2Chr|30|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.13" />
<sup>13</sup>Και συνηχθησαν εις Ιερουσαλημ λαος πολυς, δια να καμωσι την εορτην των αζυμων εν τω μηνι τω δευτερω, συναξις μεγαλη σφοδρα.
<scripture passage="2Chr 30:14" parsed="|2Chr|30|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.14" />
<sup>14</sup>Και σηκωθεντες, αφηρεσαν τα θυσιαστηρια τα εν Ιερουσαλημ· και παντα τα θυσιαστηρια του θυμιαματος αφηρεσαν και ερριψαν αυτα εις τον χειμαρρον Κεδρων.
<scripture passage="2Chr 30:15" parsed="|2Chr|30|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.15" />
<sup>15</sup>Και εθυσιασαν το πασχα τη δεκατη τεταρτη του δευτερου μηνος· και εντραπησαν οι ιερεις και οι Λευιται, και αγιασθεντες εισεφεραν ολοκαυτωματα εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 30:16" parsed="|2Chr|30|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.16" />
<sup>16</sup>Και εσταθησαν εν τω τοπω αυτων, κατα την ταξιν αυτων, κατα τον νομον Μωυσεως του ανθρωπου του Θεου· και ερραντιζον οι ιερεις το αιμα, λαμβανοντες εκ της χειρος των Λευιτων.
<scripture passage="2Chr 30:17" parsed="|2Chr|30|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ησαν πολλοι εν τη συναξει, οι μη αγιασθεντες· δια τουτο ελαβον οι Λευιται το φορτιον να σφαξωσι τα αρνια του πασχα δια παντα τον μη καθαρον, δια να αγιασωσιν αυτους εις τον Κυριον.
<scripture passage="2Chr 30:18" parsed="|2Chr|30|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.18" />
<sup>18</sup>Επειδη μεγα μερος εκ του λαου, πολλοι εκ του Εφραιμ και Μανασση, Ισσαχαρ και Ζαβουλων δεν ειχον καθαρισθη, αλλ' ετρωγον το πασχα ουχι κατα το γεγραμμενον· ο Εζεκιας ομως εδεηθη υπερ αυτων, λεγων, Ο αγαθος Κυριος ας γεινη ιλεως εις παντα,
<scripture passage="2Chr 30:19" parsed="|2Chr|30|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.19" />
<sup>19</sup>οστις κατευθυνει την καρδιαν αυτου εις το να εκζητη τον Θεον, Κυριον τον Θεον των πατερων αυτου, και αν δεν εκαθαρισθη κατα τον καθαρισμον του αγιαστηριου.
<scripture passage="2Chr 30:20" parsed="|2Chr|30|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.20" />
<sup>20</sup>Και επηκουσεν ο Κυριος του Εζεκιου και συνεχωρησε τον λαον.
<scripture passage="2Chr 30:21" parsed="|2Chr|30|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.21" />
<sup>21</sup>Και εκαμον οι υιοι Ισραηλ οι ευρεθεντες εν Ιερουσαλημ την εορτην των αζυμων επτα ημερας εν ευφροσυνη μεγαλη· και υμνουν οι Λευιται και οι ιερεις τον Κυριον καθ' εκαστην ημεραν, τον Κυριον, με οργανα δυνατα.
<scripture passage="2Chr 30:22" parsed="|2Chr|30|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.22" />
<sup>22</sup>Και ελαλησεν ο Εζεκιας κατα την καρδιαν παντων των Λευιτων των εχοντων συνεσιν αγαθην περι του Κυριου· και ετρωγον εν τη εορτη επτα ημερας, θυσιαζοντες θυσιας ειρηνικας και δοξολογουντες Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 30:23" parsed="|2Chr|30|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.23" />
<sup>23</sup>Και συνεβουλευθη πασα η συναξις να καμωσιν αλλας επτα ημερας· και εκαμον αλλας επτα ημερας ευφροσυνην.
<scripture passage="2Chr 30:24" parsed="|2Chr|30|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.24" />
<sup>24</sup>Διοτι προσεφερεν Εζεκιας, ο βασιλευς του Ιουδα, εις την συναξιν χιλιους βοας και επτα χιλιαδας προβατων· και οι αρχοντες προσεφεραν εις την συναξιν χιλιους βοας και δεκα χιλιαδας προβατων· και ηγιασθησαν πολλοι ιερεις.
<scripture passage="2Chr 30:25" parsed="|2Chr|30|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.25" />
<sup>25</sup>Και ευφρανθησαν πασα η συναξις του Ιουδα και οι ιερεις και οι Λευιται και πασα η συναξις η συνελθουσα εκ του Ισραηλ και οι ξενοι οι ελθοντες εκ της γης του Ισραηλ και οι κατοικουντες εν Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 30:26" parsed="|2Chr|30|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.26" />
<sup>26</sup>Και εγεινεν ευφροσυνη μεγαλη εν Ιερουσαλημ· διοτι απο των ημερων του Σολομωντος υιου του Δαβιδ βασιλεως του Ισραηλ, δεν εγεινε τοιουτον πραγμα εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 30:27" parsed="|2Chr|30|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.30.27" />
<sup>27</sup>Μετα ταυτα σηκωθεντες οι ιερεις οι Λευιται ηυλογησαν τον λαον· και επηκουσθη η φωνη αυτων, και ηλθεν η προσευχη αυτων εις τον ουρανον, το αγιον κατοικητηριον του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 31" progress="42.20%" prev="iiChr.30" next="iiChr.32" id="iiChr.31">
<h3 id="iiChr.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.31-p1">
<scripture passage="2Chr 31:1" parsed="|2Chr|31|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε συνετελεσθησαν παντα ταυτα, πας ο Ισραηλ οι ευρεθεντες εξηλθον εις τας πολεις του Ιουδα και συνετριψαν τα αγαλματα και κατεκοψαν τα αλση και εκρημνισαν τους υψηλους τοπους και τα θυσιαστηρια απο παντος του Ιουδα και Βενιαμιν· το αυτο εκαμον και εις τον Εφραιμ και Μανασση, εωσου συνετελεσαν. Τοτε επεστρεψαν παντες οι υιοι Ισραηλ, εκαστος εις την ιδιοκτησιαν αυτου, εις τας εαυτων πολεις.
<scripture passage="2Chr 31:2" parsed="|2Chr|31|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.2" />
<sup>2</sup>Και διεταξεν ο Εζεκιας τας διαιρεσεις των ιερεων και των Λευιτων, κατα τας διαιρεσεις αυτων, εκαστον κατα την υπηρεσιαν αυτου, τους ιερεις και τους Λευιτας, δια τα ολοκαυτωματα και τας ειρηνικας προσφορας, δια να λειτουργωσι και να δοξολογωσι και να υμνωσιν εν ταις πυλαις των σκηνωματων του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 31:3" parsed="|2Chr|31|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.3" />
<sup>3</sup>Διεταξε και το μεριδιον του βασιλεως εκ των υπαρχοντων αυτου, δια τας ολοκαυτωσεις, δια τας πρωινας και εσπερινας ολοκαυτωσεις και δια τας ολοκαυτωσεις των σαββατων και των νεομηνιων και των επισημων εορτων, κατα το γεγραμμενον εν τω νομω του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 31:4" parsed="|2Chr|31|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.4" />
<sup>4</sup>Ειπεν ετι προς τον λαον τον κατοικουντα εν Ιερουσαλημ, να διδη την μεριδα των ιερεων και Λευιτων, δια να ενισχυωνται εν τω νομω του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 31:5" parsed="|2Chr|31|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.5" />
<sup>5</sup>Και καθως εξεδοθη ο λογος, οι υιοι Ισραηλ εφεραν εν αφθονια απαρχας σιτου, οινου και ελαιου και μελιτος και παντων των γεννηματων του αγρου· εφεραν ετι εν αφθονια τα δεκατα παντος πραγματος.
<scripture passage="2Chr 31:6" parsed="|2Chr|31|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.6" />
<sup>6</sup>Και οι υιοι Ισραηλ και Ιουδα, οι κατοικουντες εν τους πολεσιν Ιουδα, και αυτοι εφεραν τα δεκατα βοων και προβατων και τα δεκατα των αγιων πραγματων των αφιερουμενων εις Κυριον τον Θεον αυτων, και εθεσαν κατα σωρους.
<scripture passage="2Chr 31:7" parsed="|2Chr|31|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.7" />
<sup>7</sup>Εν τω τριτω μηνι ηρχισαν να καμνωσι τους σωρους και εν τω εβδομω μηνι ετελειωσαν.
<scripture passage="2Chr 31:8" parsed="|2Chr|31|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.8" />
<sup>8</sup>και οτε ηλθον ο Εζεκιας και οι αρχοντες και ειδον τους σωρους, ηυλογησαν τον Κυριον και τον λαον αυτου τον Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 31:9" parsed="|2Chr|31|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.9" />
<sup>9</sup>Επειτα ηρωτησεν ο Εζεκιας τους ιερεις και τους Λευιτας περι των σωρων.
<scripture passage="2Chr 31:10" parsed="|2Chr|31|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.10" />
<sup>10</sup>Και απεκριθη προς αυτον Αζαριας, ο πρωτος ιερευς, εκ του οικου Σαδωκ, και ειπεν, Αφου ηρχισαν να φερωσι τας προσφορας εις τον οικον του Κυριου, εφαγομεν εις χορτασμον, και επερισσευσε πληθος· διοτι ο Κυριος ηυλογησε τον λαον αυτου· και το εναπολειφθεν ειναι η μεγαλη αυτη αφθονια.
<scripture passage="2Chr 31:11" parsed="|2Chr|31|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ειπεν ο Εζεκιας να ετοιμασωσι ταμεια εκ τω οικω του Κυριου· και ητοιμασαν,
<scripture passage="2Chr 31:12" parsed="|2Chr|31|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.12" />
<sup>12</sup>και εισεφεραν εν πιστει τας προσφορας και τα δεκατα και τα αφιερωματα· επ' αυτων δε ητο επιστατης Χωνανιας ο Λευιτης και μετ' αυτον Σιμει ο αδελφος αυτου.
<scripture passage="2Chr 31:13" parsed="|2Chr|31|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Ιεχιηλ και Αζαζιας και Ναχαθ και Ασαηλ και Ιεριμωθ και Ιωζαβαδ και Ελιηλ και Ισμαχιας και Μααθ και Βεναιας ησαν επιτηρηται, υπο την οδηγιαν του Χωνανιου και Σιμει του αδελφου αυτου, δια προσταγης Εζεκιου του βασιλεως και Αζαριου του επιστατου του οικου του Θεου.
<scripture passage="2Chr 31:14" parsed="|2Chr|31|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.14" />
<sup>14</sup>Και Κωρη ο υιος του Ιεμνα του Λευιτου, ο πυλωρος κατα ανατολας, ητο επι των προαιρετικων προσφορων του Θεου, δια να διανεμη τας προσφορας του Κυριου και τα αγιωτατα πραγματα.
<scripture passage="2Chr 31:15" parsed="|2Chr|31|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.15" />
<sup>15</sup>Και μετ' αυτον Εδεν και Μινιαμειν και Ιησοης και Σεμαιας, Αμαριας και Σεχανιας, εν ταις πολεσι των ιερεων εμπεπιστευμενοι να διανεμωσιν εις τους αδελφους αυτων κατα τας διαιρεσεις αυτων, εξ ισου εις τον μεγαλον και εις τον μικρον,
<scripture passage="2Chr 31:16" parsed="|2Chr|31|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.16" />
<sup>16</sup>εις παντα τον εισερχομενον εις τον οικον του Κυριου, το καθημερινον αυτου μεριδιον, δια την εις τα υπουργηματα αυτων υπηρεσιαν αυτων, κατα τας διαιρεσεις αυτων, εκτος των αρσενικων αυτων, τα οποια απηριθμηθησαν κατα γενεαλογιαν, απο τριων ετων ηλικιας και επανω·
<scripture passage="2Chr 31:17" parsed="|2Chr|31|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.17" />
<sup>17</sup>η απαριθμησις δε των ιερεων και των Λευιτων εγεινε κατα τον οικον των πατριων αυτων, απο εικοσι ετων ηλικιας και επανω, κατα τα υπουργηματα αυτων, κατα τας διαιρεσεις αυτων·
<scripture passage="2Chr 31:18" parsed="|2Chr|31|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.18" />
<sup>18</sup>και εις παντα τα τεκνα αυτων, τας γυναικας αυτων και τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων, εις πασαν την συναξιν, οιτινες απηριθμηθησαν κατα γενεαλογιαν· διοτι εν πιστει ηγιασθησαν εις τα αγια.
<scripture passage="2Chr 31:19" parsed="|2Chr|31|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.19" />
<sup>19</sup>Περι δε των υιων Ααρων των ιερεων εν τοις αγροις των προαστειων των πολεων αυτων, ησαν εν εκαστη πολει ανθρωποι διωρισμενοι κατ' ονομα δια να διδωσι μεριδια εις παντα τα αρσενικα μεταξυ των ιερεων και εις παντα τα απαριθμηθεντα μεταξυ των Λευιτων.
<scripture passage="2Chr 31:20" parsed="|2Chr|31|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.20" />
<sup>20</sup>Και ουτως εκαμεν ο Εζεκιας καθ' ολον τον Ιουδαν· και επραξε το καλον και ευθες και αληθινον ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου.
<scripture passage="2Chr 31:21" parsed="|2Chr|31|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.31.21" />
<sup>21</sup>Και εις παν εργον, το οποιον ηρχισεν εις την υπηρεσιαν του οικου του Θεου, και εις τον νομον και εις τα προσταγματα, εκζητων τον Θεον αυτου, εκαμνεν αυτο εξ ολης της καρδιας αυτου και ευωδουτο.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 32" progress="42.30%" prev="iiChr.31" next="iiChr.33" id="iiChr.32">
<h3 id="iiChr.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.32-p1">
<scripture passage="2Chr 32:1" parsed="|2Chr|32|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.1" />
<sup>1</sup>Μετα τα πραγματα ταυτα και την αληθειαν ταυτην, ηλθε Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας, και εισηλθεν εις τον Ιουδαν και εστρατοπεδευσεν εναντιον των οχυρων πολεων και ειπε να υποταξη αυτας εις εαυτον.
<scripture passage="2Chr 32:2" parsed="|2Chr|32|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.2" />
<sup>2</sup>Και ιδων ο Εζεκιας, οτι ο Σενναχειρειμ ηλθε και ο σκοπος αυτου ητο να πολεμηση εναντιον της Ιερουσαλημ,
<scripture passage="2Chr 32:3" parsed="|2Chr|32|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.3" />
<sup>3</sup>συνεβουλευθη μετα των αρχοντων αυτου και μετα των δυνατων αυτου, να εμφραξη τα υδατα των πηγων των εξω της πολεως· και συνηργησαν μετ' αυτου.
<scripture passage="2Chr 32:4" parsed="|2Chr|32|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.4" />
<sup>4</sup>Και συνηχθη λαος πολυς, και ενεφραξαν πασας τας πηγας και τον ποταμον τον ρεοντα δια μεσου της γης, λεγων, Δια τι ελθοντες οι βασιλεις της Ασσυριας να ευρωσιν υδωρ πολυ;
<scripture passage="2Chr 32:5" parsed="|2Chr|32|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.5" />
<sup>5</sup>Ενδυναμωθεις ετι ανωκοδομησεν ολον το τειχος το κεχαλασμενον και υψωσεν εως των πυργων, και αλλο τειχος εξω και επεσκευασε την Μιλλω της πολεως Δαβιδ, και εκαμεν οπλα πολλα και θυρεους.
<scripture passage="2Chr 32:6" parsed="|2Chr|32|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.6" />
<sup>6</sup>Και εβαλε πολεμαρχους επι τον λαον, και συνηθροισεν αυτους προς εαυτον εις την πλατειαν της πυλης της πολεως και ελαλησε κατα την καρδιαν αυτων, λεγων,
<scripture passage="2Chr 32:7" parsed="|2Chr|32|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.7" />
<sup>7</sup>Ενδυναμουσθε και ανδριζεσθε, μη φοβηθητε μηδε πτοηθητε απο προσωπου του βασιλεως της Ασσυριας, και απο προσωπου παντος του πληθους του μετ' αυτου· διοτι πλειοτεροι ειναι μεθ' ημων παρα μετ' αυτου·
<scripture passage="2Chr 32:8" parsed="|2Chr|32|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.8" />
<sup>8</sup>μετ' αυτου ειναι βραχιονες σαρκινοι μεθ' ημων δε ειναι Κυριος ο Θεος ημων, δια να βοηθη ημας και να μαχηται τας μαχας ημων. Και ενεθαρρυνθη ο λαος εις τους λογους Εζεκιου του βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 32:9" parsed="|2Chr|32|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.9" />
<sup>9</sup>Μετα ταυτα απεστειλεν ο Σενναχειρειμ βασιλευς της Ασσυριας τους δουλους αυτου εις Ιερουσαλημ, αυτος δε, εχων μεθ' εαυτου πασαν την δυναμιν αυτου, επολιορκει την Λαχεις, προς Εζεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα, και προς παντα τον Ιουδαν τον εν Ιερουσαλημ, λεγων,
<scripture passage="2Chr 32:10" parsed="|2Chr|32|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας· Εις τι πεποιθοτες καθησθε, πολιορκουμενοι εν Ιερουσαλημ;
<scripture passage="2Chr 32:11" parsed="|2Chr|32|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.11" />
<sup>11</sup>Δεν σας απατα ο Εζεκιας δια να σας παραδωση εις θανατον απο πεινης και απο διψης, λεγων, Κυριος ο Θεος ημων θελει ελευθερωσει ημας εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας;
<scripture passage="2Chr 32:12" parsed="|2Chr|32|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.12" />
<sup>12</sup>Αυτος ουτος ο Εζεκιας δεν εσηκωσε τους υψηλους αυτου τοπους και τα θυσιαστηρια αυτου και ειπε προς τον Ιουδαν και προς τον Ιερουσαλημ, λεγων, Εμπροσθεν ενος μονον θυσιαστηριου θελετε προσκυνει και επ' αυτο θελετε θυμιαζει;
<scripture passage="2Chr 32:13" parsed="|2Chr|32|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.13" />
<sup>13</sup>Δεν εξευρετε τι επραξα εγω και οι πατερες μου εις παντας τους λαους της γης; ηδυνηθησαν οι θεοι των εθνων της γης να λυτρωσωσι τους τοπους αυτων εκ της χειρος μου;
<scripture passage="2Chr 32:14" parsed="|2Chr|32|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.14" />
<sup>14</sup>Τις εκ παντων των θεων των εθνων εκεινων, τα οποια οι πατερες μου εξωλοθρευσαν, ηδυνηθη να λυτρωση τον λαον αυτου εκ της χειρος μου, ωστε να δυνηθη ο Θεος υμων να λυτρωση υμας εκ της χειρος μου;
<scripture passage="2Chr 32:15" parsed="|2Chr|32|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.15" />
<sup>15</sup>Τωρα λοιπον ας μη σας πλανα ο Εζεκιας, και ας μη σας απατα ουτως, και μη πιστευετε αυτον· διοτι ουδεις θεος ουδενος εθνους η βασιλειας ηδυνηθη να λυτρωση τον λαον αυτου εκ της χειρος μου και εκ της χειρος των πατερων μου· πολυ ολιγωτερον ο Θεος σας θελει σας λυτρωσει εκ της χειρος μου.
<scripture passage="2Chr 32:16" parsed="|2Chr|32|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.16" />
<sup>16</sup>Και περισσοτερα ετι ελαλησαν οι δουλοι αυτου εναντιον Κυριου του Θεου και εναντιον του δουλου αυτου Εζεκιου.
<scripture passage="2Chr 32:17" parsed="|2Chr|32|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.17" />
<sup>17</sup>Και επιστολας εγραψε δια να ονειδιση Κυριον τον Θεον του Ισραηλ και να λαληση κατ' αυτου, λεγων, Καθως οι θεοι των εθνων της γης δεν ελυτρωσαν τον λαον αυτων εκ της χειρος μου, ουτω και ο Θεος του Εζεκιου δεν θελει λυτρωσει τον λαον αυτου εκ της χειρος μου.
<scripture passage="2Chr 32:18" parsed="|2Chr|32|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.18" />
<sup>18</sup>Τοτε εβοησαν Ιουδαιστι, μετα φωνης μεγαλης, προς τον λαον της Ιερουσαλημ τον επι του τειχους, δια να φοβισωσιν αυτους και να ταραξωσιν αυτους, οπως κυριευσωσι την πολιν·
<scripture passage="2Chr 32:19" parsed="|2Chr|32|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.19" />
<sup>19</sup>και ελαλησαν κατα του Θεου της Ιερουσαλημ, καθως κατα των θεων των λαων της γης, οιτινες ειναι εργα χειρων ανθρωπων.
<scripture passage="2Chr 32:20" parsed="|2Chr|32|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.20" />
<sup>20</sup>Και προσευχηθη περι τουτων Εζεκιας ο βασιλευς και Ησαιας ο προφητης, ο υιος του Αμως, και εβοησαν προς τον ουρανον.
<scripture passage="2Chr 32:21" parsed="|2Chr|32|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.21" />
<sup>21</sup>Και απεστειλε Κυριος αγγελον, οστις ηφανισε παντας τους δυνατους εν ισχυι και τους αρχοντας και τους στρατηγους εν τω στρατοπεδω του βασιλεως της Ασσυριας. Και επεστρεψε με κατησχυμμενον προσωπον εις την γην αυτου. Και οτε εισηλθεν εις τον οικον του θεου αυτου, οι εξελθοντες εκ των σπλαγχνων αυτου εθανατωσαν αυτον εκει εν μαχαιρα.
<scripture passage="2Chr 32:22" parsed="|2Chr|32|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.22" />
<sup>22</sup>Και εσωσεν ο Κυριος τον Εζεκιαν και τους κατοικους της Ιερουσαλημ εκ της χειρος Σενναχειρειμ του βασιλεως της Ασσυριας και εκ της χειρος παντων, και ησφαλισεν αυτους κυκλοθεν.
<scripture passage="2Chr 32:23" parsed="|2Chr|32|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.23" />
<sup>23</sup>Και εφεραν πολλοι δωρα προς τον Κυριον εις Ιερουσαλημ και πολυτιμα πραγματα προς Εζεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα· και εμεγαλυνθη εκτοτε ενωπιον παντων των εθνων.
<scripture passage="2Chr 32:24" parsed="|2Chr|32|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.24" />
<sup>24</sup>Κατ' εκεινας τας ημερας ηρρωστησεν ο Εζεκιας εως θανατου· και προσευχηθη εις τον Κυριον· και επηκουσεν αυτου και εδωκεν εις αυτον σημειον.
<scripture passage="2Chr 32:25" parsed="|2Chr|32|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.25" />
<sup>25</sup>Πλην δεν ανταπεδωκεν ο Εζεκιας κατα την εις αυτον ευεργεσιαν· διοτι επηρθη η καρδια αυτου· οθεν επηλθεν οργη επ' αυτον και επι τον Ιουδαν και την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 32:26" parsed="|2Chr|32|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.26" />
<sup>26</sup>Και εταπεινωθη ο Εζεκιας δια την επαρσιν της καρδιας αυτου, αυτος και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ, και δεν ηλθεν επ' αυτους η οργη του Κυριου εν ταις ημεραις του Εζεκιου.
<scripture passage="2Chr 32:27" parsed="|2Chr|32|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.27" />
<sup>27</sup>Απεκτησε δε ο Εζεκιας πλουτον και δοξαν πολλην σφοδρα· και εκαμεν εις εαυτον θησαυρους αργυριου και χρυσιου και λιθων πολυτιμων και αρωματων και ασπιδων και παντος ειδους σκευων επιθυμητων·
<scripture passage="2Chr 32:28" parsed="|2Chr|32|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.28" />
<sup>28</sup>και αποθηκας δια το εισοδημα του σιτου και του οινου και του ελαιου· και σταυλους δια παν ειδος κτηνων και μανδρας δια ποιμνια.
<scripture passage="2Chr 32:29" parsed="|2Chr|32|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.29" />
<sup>29</sup>Και εκαμεν εις εαυτον πολεις και απεκτησε προβατα και βοας εις πληθος· διοτι ο Θεος εδωκεν εις αυτον περιουσιαν πολλην σφοδρα.
<scripture passage="2Chr 32:30" parsed="|2Chr|32|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.30" />
<sup>30</sup>Εφραξεν ετι αυτος ο Εζεκιας την ανω εξοδον των υδατων του Γιων, και διηυθυνεν αυτα κατω προς δυσμας της πολεως Δαβιδ. Και ευωδωθη ο Εζεκιας εις παντα τα εργα αυτου.
<scripture passage="2Chr 32:31" parsed="|2Chr|32|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.31" />
<sup>31</sup>Επι των πρεσβεων ομως των αρχοντων της Βαβυλωνος, οιτινες εστειλαν προς αυτον δια να ερευνησωσι περι του θαυματος του γενομενου εν τη γη, ο Θεος εγκατελιπεν αυτον, δια να δοκιμαση αυτον, ωστε να γνωριση παντα τα εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="2Chr 32:32" parsed="|2Chr|32|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.32" />
<sup>32</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Εζεκιου και τα ελεη αυτου, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τη ορασει Ησαιου του προφητου, υιου του Αμως, εν τω βιβλιω των βασιλεων Ιουδα και Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 32:33" parsed="|2Chr|32|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.32.33" />
<sup>33</sup>Και εκοιμηθη ο Εζεκιας μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν τω υψηλοτερω των ταφων των υιων Δαβιδ· και πας ο Ιουδας και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ εκαμον εις αυτον τιμας εν τω θανατω αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Μανασσης ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 33" progress="42.44%" prev="iiChr.32" next="iiChr.34" id="iiChr.33">
<h3 id="iiChr.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.33-p1">
<scripture passage="2Chr 33:1" parsed="|2Chr|33|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.1" />
<sup>1</sup>Δωδεκα ετων ηλικιας ητο ο Μανασσης οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε πεντηκοντα πεντε ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 33:2" parsed="|2Chr|33|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα τα βδελυγματα των εθνων, τα οποια εξεδιωξεν ο Κυριος απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="2Chr 33:3" parsed="|2Chr|33|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.3" />
<sup>3</sup>και ανωκοδομησε τους υψηλους τοπους, τους οποιους Εζεκιας ο πατηρ αυτου κατεστρεψε, και ανηγειρε θυσιαστηρια εις τους Βααλειμ, και εκαμεν αλση και προσεκυνησε πασαν την στρατιαν του ουρανου και ελατρευσεν αυτα.
<scripture passage="2Chr 33:4" parsed="|2Chr|33|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.4" />
<sup>4</sup>Και ωκοδομησε θυσιαστηρια εν τω οικω του Κυριου, περι του οποιου ο Κυριος ειπεν, Εν Ιερουσαλημ θελει εισθαι το ονομα μου εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Chr 33:5" parsed="|2Chr|33|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.5" />
<sup>5</sup>Και ωκοδομησε θυσιαστηρια εις πασαν την στρατιαν του ουρανου εντος των δυο αυλων του οικου του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 33:6" parsed="|2Chr|33|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.6" />
<sup>6</sup>Και αυτος διεβιβασε τους υιους αυτου δια του πυρος εν τη κοιλαδι του υιου του Εννομ· και προεμαντευε καιρους και εκαμνεν οιωνισμους και μαγειας και εσυστησεν ανταποκριτας δαιμονιων και επαοιδους· πολλα πονηρα επραξεν ενωπιον του Κυριου, δια να παροργιση αυτον.
<scripture passage="2Chr 33:7" parsed="|2Chr|33|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.7" />
<sup>7</sup>Και εστησε το γλυπτον, την εικονα την οποιαν εκαμεν, εν τω οικω του Θεου, περι του οποιου ο Θεος ειπε προς τον Δαβιδ και προς τον Σολομωντα τον υιον αυτου, Εν τω οικω τουτω και εν Ιερουσαλημ, την οποιαν εξελεξα απο πασων των φυλων του Ισραηλ, θελω θεσει το ονομα μου εις τον αιωνα·
<scripture passage="2Chr 33:8" parsed="|2Chr|33|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.8" />
<sup>8</sup>και δεν θελω μετασαλευσει τον ποδα του Ισραηλ απο της γης, την οποιαν παρεδωκα εις τους πατερας σας· εαν μονον προσεξωσι να καμνωσι παντα οσα προσεταξα εις αυτους, κατα παντα τον νομον και τα διαταγματα και τας κρισεις τας δοθεισας δια του Μωυσεως.
<scripture passage="2Chr 33:9" parsed="|2Chr|33|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.9" />
<sup>9</sup>Και επλανησεν ο Μανασσης τον Ιουδαν και τους κατοικους της Ιερουσαλημ, ωστε να πραττωσι πονηροτερα παρα τα εθνη, τα οποια ο Κυριος ηφανισεν απ' εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 33:10" parsed="|2Chr|33|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησε Κυριος προς τον Μανασσην και προς τον λαον αυτου· πλην δεν εδωκαν ακροασιν.
<scripture passage="2Chr 33:11" parsed="|2Chr|33|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο εφερε κατ' αυτων ο Κυριος τους αρχοντας του στρατευματος του βασιλεως της Ασσυριας, και επιασαν τον Μανασσην μεταξυ των θαμνων και δεσαντες αυτον με αλυσεις, εφεραν αυτον εις Βαβυλωνα.
<scripture passage="2Chr 33:12" parsed="|2Chr|33|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.12" />
<sup>12</sup>Και ενω ητο εν θλιψει, ικετευσε Κυριον τον Θεον αυτου και εταπεινωθη σφοδρα ενωπιον του Θεου των πατερων αυτου,
<scripture passage="2Chr 33:13" parsed="|2Chr|33|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.13" />
<sup>13</sup>και προσηυχηθη εις αυτον· τοτε ηλεησεν αυτον και επηκουσε της δεησεως αυτου και επανεφερεν αυτον εις Ιερουσαλημ, εις το βασιλειον αυτου. Τοτε εγνωρισεν ο Μανασσης ετι ο Κυριος αυτος ειναι ο Θεος.
<scripture passage="2Chr 33:14" parsed="|2Chr|33|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.14" />
<sup>14</sup>Μετα δε ταυτα ωκοδομησε τειχος εξω της πολεως Δαβιδ, προς δυσμας του Γιων, εν τη κοιλαδι, εως της εισοδου της πυλης της ιχθυικης, και περιεκυκλωσε το Οφηλ και υψωσεν αυτο εις μεγα υψος, και εβαλε πολεμαρχους εν πασαις ταις ωχυρωμεναις πολεσι του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 33:15" parsed="|2Chr|33|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.15" />
<sup>15</sup>Και αφηρεσε τους ξενους θεους και την εικονα απο του οικου του Κυριου και παντα τα θυσιαστηρια, τα οποια ωκοδομησεν εν τω ορει του οικου του Κυριου και εν Ιερουσαλημ· και ερριψεν αυτα εξω της πολεως.
<scripture passage="2Chr 33:16" parsed="|2Chr|33|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.16" />
<sup>16</sup>Και ανωρθωσε το θυσιαστηριον του Κυριου και εθυσιασεν επ' αυτου θυσιας ειρηνικας και ευχαριστηριους, και προσεταξε τον Ιουδαν να λατρευη Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 33:17" parsed="|2Chr|33|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.17" />
<sup>17</sup>Ο λαος ομως εθυσιαζεν ετι επι τους υψηλους τοπους, πλην μονον εις Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="2Chr 33:18" parsed="|2Chr|33|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.18" />
<sup>18</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Μανασση και η προσευχη αυτου η προς τον Θεον αυτου και οι λογοι των βλεποντων, οιτινες ελαλησαν προς αυτον εν ονοματι Κυριου του Θεου Ισραηλ, ιδου, ειναι γεγραμμεναι εν τοις χρονικοις των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 33:19" parsed="|2Chr|33|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.19" />
<sup>19</sup>Και η προσευχη αυτου, και πως εισηκουσθη, και πασαι αι αμαρτιαι αυτου και η αποστασια αυτου και τα μερη, οπου ωκοδομησεν υψηλους τοπους και εστησε τα αλση και τα γλυπτα, πριν ταπεινωθη, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τοις λογοις των βλεποντων.
<scripture passage="2Chr 33:20" parsed="|2Chr|33|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.20" />
<sup>20</sup>Και εκοιμηθη ο Μανασσης μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν τω οικω αυτου· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Αμων ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Chr 33:21" parsed="|2Chr|33|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.21" />
<sup>21</sup>Εικοσιδυο ετων ηλικιας ητο ο Αμων οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε δυο ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 33:22" parsed="|2Chr|33|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.22" />
<sup>22</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, καθως επραξε Μανασσης ο πατηρ αυτου· και εθυσιαζεν ο Αμων εις παντα τα γλυπτα, τα οποια Μανασσης ο πατηρ αυτου εκαμε, και ελατρευεν αυτα·
<scripture passage="2Chr 33:23" parsed="|2Chr|33|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.23" />
<sup>23</sup>και δεν εταπεινωθη ενωπιον του Κυριου, καθως εταπεινωθη Μανασσης ο πατηρ αυτου· αλλ' αυτος ο Αμων ηνομησε μαλλον και μαλλον.
<scripture passage="2Chr 33:24" parsed="|2Chr|33|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.24" />
<sup>24</sup>Και συνωμοσαν οι δουλοι αυτου κατ' αυτου και εθανατωσαν αυτον εν τω οικω αυτου.
<scripture passage="2Chr 33:25" parsed="|2Chr|33|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.33.25" />
<sup>25</sup>Ο δε λαος της γης εθανατωσε παντας τους συνομοσαντας κατα του βασιλεως Αμων· και εκαμεν ο λαος της γης βασιλεα αντ' αυτου Ιωσιαν τον υιον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 34" progress="42.54%" prev="iiChr.33" next="iiChr.35" id="iiChr.34">
<h3 id="iiChr.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.34-p1">
<scripture passage="2Chr 34:1" parsed="|2Chr|34|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.1" />
<sup>1</sup>Οκτω ετων ηλικιας ητο ο Ιωσιας οτε εβασιλευσε· και εβασιλευσεν εν Ιερουσαλημ ετη τριακοντα και εν.
<scripture passage="2Chr 34:2" parsed="|2Chr|34|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε το ευθες ενωπιον του Κυριου, και περιεπατησεν εν ταις οδοις Δαβιδ του πατρος αυτου, και δεν εξεκλινε δεξια η αριστερα.
<scripture passage="2Chr 34:3" parsed="|2Chr|34|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.3" />
<sup>3</sup>Και εν τω ογδοω ετει της βασιλειας αυτου, νεος ων ετι, ηρχισε να εκζητη τον Θεον του Δαβιδ του πατρος αυτου· και εν τω δωδεκατω ετει ηρχισε να καθαριζη τον Ιουδαν και την Ιερουσαλημ απο των υψηλων τοπων και απο των αλσεων και των γλυπτων και των χωνευτων.
<scripture passage="2Chr 34:4" parsed="|2Chr|34|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.4" />
<sup>4</sup>Και κατεστρεψαν εμπροσθεν αυτου τα θυσιαστηρια των Βααλειμ· και τα ειδωλα τα υπερανω αυτων κατεκρημνισε· και τα αλση και τα γλυπτα και τα χωνευτα κατεσυντριψε και ελεπτυνεν εις σκονην και ερριψεν αυτην επι τα μνηματα των θυσιαζοντων εις αυτα.
<scripture passage="2Chr 34:5" parsed="|2Chr|34|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.5" />
<sup>5</sup>Και τα οστα των ιερεων εκαυσεν επι των θυσιαστηριων αυτων και εκαθαρισε τον Ιουδαν και την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 34:6" parsed="|2Chr|34|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.6" />
<sup>6</sup>Και εκαμε το αυτο εις τας πολεις του Μανασση και Εφραιμ και Συμεων και μεχρι του Νεφθαλι, κυκλω των ηρημωμενων τοπων αυτων.
<scripture passage="2Chr 34:7" parsed="|2Chr|34|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.7" />
<sup>7</sup>Και αφου κατεστρεψε τα θυσιαστηρια και τα αλση και κατελεπτυνεν εις σκονην τα γλυπτα και κατεκοψε παντα τα ειδωλα δια πασης της γης του Ισραηλ, επεστρεψεν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 34:8" parsed="|2Chr|34|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.8" />
<sup>8</sup>Εν δε τω δεκατω ογδοω ετει της βασιλειας αυτου, αφου εκαθαρισε την γην και τον ναον, εξαπεστειλε τον Σαφαν υιον του Αζαλιου, και τον Μαασιαν τον αρχοντα της πολεως, και τον Ιωαχ υιον του Ιωαχαζ τον υπομνηματογραφον, δια να επισκευασωσι τον οικον Κυριου του Θεου αυτου.
<scripture passage="2Chr 34:9" parsed="|2Chr|34|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.9" />
<sup>9</sup>Και ελθοντες προς Χελκιαν τον ιερεα τον μεγαν, παρεδωκαν το αργυριον το εισαχθεν εις τον οικον του Θεου, το οποιον οι Λευιται οι φυλαττοντες τας θυρας εσυναξαν εκ της χειρος του Μανασση και Εφραιμ και εκ παντος του επιλοιπου του Ισραηλ και εκ παντος του Ιουδα και Βενιαμιν· και επεστρεψαν εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 34:10" parsed="|2Chr|34|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.10" />
<sup>10</sup>Και εδωκαν αυτα εις την χειρα των ποιουντων τα εργα, των επιστατουντων εν τω οικω του Κυριου· οι δε ποιουντες τα εργα, τα οποια ειργαζοντο εν τω οικω του Κυριου, παρεδωκαν αυτο δια να επισκευασωσι και να επιδιορθωσωσι τον οικον·
<scripture passage="2Chr 34:11" parsed="|2Chr|34|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.11" />
<sup>11</sup>εις τους τεκτονας και οικοδομους εδωκαν αυτο, δια ν' αγορασωσι λιθους πελεκητους και ξυλα δια δοκους, και δια να στεγασωσι τους οικους τους οποιους κατεστρεψαν οι βασιλεις του Ιουδα.
<scripture passage="2Chr 34:12" parsed="|2Chr|34|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.12" />
<sup>12</sup>Και ειργαζοντο οι ανδρες το εργον εν πιστει· επιτηρηται δε επ' αυτων ησαν Ιααθ και Οβαδιας, οι Λευιται, εκ των υιων Μεραρι· και Ζαχαριας και Μεσουλλαμ, εκ των υιων των Κααθιτων, δια να κατεπειγωσι το εργον· και εκ των Λευιτων παντες οι επιστημονες μουσικων οργανων.
<scripture passage="2Chr 34:13" parsed="|2Chr|34|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.13" />
<sup>13</sup>Ησαν ετι επι των αχθοφορων και εργοδιωκται παντων των εργαζομενων, καθ' οποιανδηποτε υπηρεσιαν· και εκ των Λευιτων ησαν γραμματεις και επισταται και θυρωροι.
<scripture passage="2Chr 34:14" parsed="|2Chr|34|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.14" />
<sup>14</sup>Και ενω εξεφερον το αργυριον το εισαχθεν εις τον οικον του Κυριου, ευρηκε Χελκιας ο ιερευς το βιβλιον του νομου του Κυριου, του δοθεντος δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="2Chr 34:15" parsed="|2Chr|34|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.15" />
<sup>15</sup>Και απεκριθη ο Χελκιας και ειπε προς Σαφαν τον γραμματεα, ευρηκα βιβλιον του νομου εν τω οικω του Κυριου. Και εδωκεν ο Χελκιας το βιβλιον εις τον Σαφαν.
<scripture passage="2Chr 34:16" parsed="|2Chr|34|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.16" />
<sup>16</sup>Και ο Σαφαν εφερε το βιβλιον προς τον βασιλεα και επειτα εδωκε λογον εις τον βασιλεα, λεγων, Οι δουλοι σου καμνουσι παν το διορισθεν εις αυτους·
<scripture passage="2Chr 34:17" parsed="|2Chr|34|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.17" />
<sup>17</sup>και ηριθμησαν το αργυριον το ευρεθεν εν τω οικω του Κυριου, και παρεδωκαν αυτο εις την χειρα των επιστατων και εις την χειρα των ποιουντων τα εργα.
<scripture passage="2Chr 34:18" parsed="|2Chr|34|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.18" />
<sup>18</sup>Και απηγγειλε Σαφαν ο γραμματευς προς τον βασιλεα, λεγων, Χελκιας ιερευς εδωκεν εις εμε βιβλιον. Και ανεγνωσεν αυτο ο Σαφαν ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 34:19" parsed="|2Chr|34|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.19" />
<sup>19</sup>Και ως ηκουσεν ο βασιλευς τους λογους του νομου, διεσχισε τα ιματια αυτου.
<scripture passage="2Chr 34:20" parsed="|2Chr|34|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.20" />
<sup>20</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς Χελκιαν και Αχικαμ τον υιον του Σαφαν και Αβδων τον υιον του Μιχαια και Σαφαν τον γραμματεα και Ασαιαν τον δουλον του βασιλεως, λεγων,
<scripture passage="2Chr 34:21" parsed="|2Chr|34|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.21" />
<sup>21</sup>Υπαγετε, ερωτησατε τον Κυριον περι εμου και περι των εναπολειφθεντων εν τω Ισραηλ και εν τω Ιουδα, περι των λογων του βιβλιου του ευρεθεντος· διοτι μεγαλη ειναι η οργη του Κυριου ητις εξεχυθη εφ' ημας, επειδη οι πατερες ημων δεν εφυλαξαν τον λογον του Κυριου, ωστε να πραξωσι κατα παντα τα γεγραμμενα εν τω βιβλιω τουτω.
<scripture passage="2Chr 34:22" parsed="|2Chr|34|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.22" />
<sup>22</sup>Τοτε υπηγεν ο Χελκιας και οι παρα του βασιλεως προς Ολδαν την προφητισσαν, την γυναικα του Σαλλουμ υιου του Τικβα, υιου του Ασρα, του ιματιοφυλακος, κατωκει δε αυτη εν Ιερουσαλημ, κατα το Μισνε· και ελαλησαν προς αυτην κατα ταυτα.
<scripture passage="2Chr 34:23" parsed="|2Chr|34|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.23" />
<sup>23</sup>Η δε ειπε προς αυτους· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ειπατε προς τον ανθρωπον οστις σας απεστειλε προς εμε,
<scripture passage="2Chr 34:24" parsed="|2Chr|34|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.24" />
<sup>24</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω επιφερω κακα επι τον τοπον τουτον και επι τους κατοικους αυτου, πασας τας καταρας τας γεγραμμενας εν τω βιβλιω, το οποιον ανεγνωσαν ενωπιον του βασιλεως του Ιουδα·
<scripture passage="2Chr 34:25" parsed="|2Chr|34|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.25" />
<sup>25</sup>επειδη με εγκατελιπον και εθυμιασαν εις αλλους θεους, δια να με παροργισωσι δια παντα τα εργα των χειρων αυτων· δια τουτο θελει εκχυθη ο θυμος μου επι τον τοπον τουτον και δεν θελει σβεσθη.
<scripture passage="2Chr 34:26" parsed="|2Chr|34|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.26" />
<sup>26</sup>Προς δε τον βασιλεα του Ιουδα, οστις σας απεστειλε δια να ερωτησητε τον Κυριον, ουτω θελετε ειπει προς αυτον· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, περι των λογων τους οποιους ηκουσας·
<scripture passage="2Chr 34:27" parsed="|2Chr|34|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.27" />
<sup>27</sup>επειδη η καρδια σου ηπαλυνθη, και εταπεινωθης ενωπιον του Θεου, οτε ηκουσας τους λογους αυτου εναντιον του τοπου τουτου και εναντιον των κατοικων αυτου, και εταπεινωθης ενωπιον μου και διεσχισας τα ιματια σου και εκλαυσας ενωπιον μου, δια τουτο και εγω επηκουσα, λεγει Κυριος·
<scripture passage="2Chr 34:28" parsed="|2Chr|34|28|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.28" />
<sup>28</sup>ιδου, εγω θελω σε συναξει εις τους πατερας σου, και θελεις συναχθη εις τον ταφον σου εν ειρηνη, και δεν θελουσιν ιδει οι οφθαλμοι σου παντα τα κακα, τα οποια εγω επιφερω επι τον τοπον τουτον και επι τους κατοικους αυτου. Και εφεραν αποκρισιν προς τον βασιλεα.
<scripture passage="2Chr 34:29" parsed="|2Chr|34|29|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.29" />
<sup>29</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς και συνηγαγε παντας τους πρεσβυτερους του Ιουδα και της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 34:30" parsed="|2Chr|34|30|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.30" />
<sup>30</sup>Και ανεβη ο βασιλευς εις τον οικον του Κυριου, και παντες οι ανδρες Ιουδα και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ και οι ιερεις και οι Λευιται και πας ο λαος, απο μεγαλου εως μικρου· και ανεγνωσεν εις επηκοον αυτων παντας τους λογους του βιβλιου της διαθηκης, του ευρεθεντος εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 34:31" parsed="|2Chr|34|31|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.31" />
<sup>31</sup>Και σταθεις ο βασιλευς επι του τοπου αυτου, εκαμε την διαθηκην ενωπιον του Κυριου, να περιπατη κατοπιν του Κυριου και να φυλαττη τας εντολας αυτου και τα μαρτυρια αυτου και τα διαταγματα αυτου εξ ολης αυτου της καρδιας και εξ ολης αυτου της ψυχης, ωστε να εκτελη τους λογους της διαθηκης τους γεγραμμενους εν τω βιβλιω τουτω.
<scripture passage="2Chr 34:32" parsed="|2Chr|34|32|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.32" />
<sup>32</sup>Και εκαμε παντας τους ευρεθεντας εν Ιερουσαλημ και τον Βενιαμιν να σταθωσιν εν τουτω. Και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ εκαμον κατα την διαθηκην του Θεου, του Θεου των πατερων αυτων.
<scripture passage="2Chr 34:33" parsed="|2Chr|34|33|0|0" osisRef="Bible:2Chr.34.33" />
<sup>33</sup>Και αφηρεσεν ο Ιωσιας παντα τα βδελυγματα εκ παντων των τοπων των υιων Ισραηλ, και εκαμε παντας τους ευρεθεντας εν τω Ισραηλ να λατρευωσι Κυριον τον Θεον αυτων· κατα πασας τας ημερας αυτου δεν απεμακρυνθησαν απο οπισθεν Κυριου του Θεου των πατερων αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 35" progress="42.69%" prev="iiChr.34" next="iiChr.36" id="iiChr.35">
<h3 id="iiChr.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.35-p1">
<scripture passage="2Chr 35:1" parsed="|2Chr|35|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.1" />
<sup>1</sup>Ο Ιωσιας εκαμεν ετι πασχα προς τον Κυριον εν Ιερουσαλημ· και εθυσιασαν το πασχα την δεκατην τεταρτην του πρωτου μηνος.
<scripture passage="2Chr 35:2" parsed="|2Chr|35|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.2" />
<sup>2</sup>Και εστησε τους ιερεις εις τας φυλακας αυτων και ενισχυσεν αυτους εις την υπηρεσιαν του οικου του Κυριου·
<scripture passage="2Chr 35:3" parsed="|2Chr|35|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς τους Λευιτας τους διδασκοντας παντα τον Ισραηλ, τους καθιερωμενους εις τον Κυριον, Θεσατε την κιβωτον την αγιαν εν τω οικω, τον οποιον ωκοδομησε Σολομων ο υιος Δαβιδ του βασιλεως του Ισραηλ· δεν θελετε βασταζει πλεον αυτην επ' ωμων· δουλευετε τωρα Κυριον τον Θεον σας και τον λαον αυτου τον Ισραηλ·
<scripture passage="2Chr 35:4" parsed="|2Chr|35|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.4" />
<sup>4</sup>και ετοιμασθητε κατα τους οικους των πατριων σας, κατα τας διαιρεσεις σας, κατα το γεγραμμενον Δαβιδ του βασιλεως του Ισραηλ, και κατα το γεγραμμενον Σολομωντος του υιου αυτου.
<scripture passage="2Chr 35:5" parsed="|2Chr|35|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.5" />
<sup>5</sup>Και στητε εν τω αγιαστηριω κατα τας διαιρεσεις των οικων των πατριων υπερ των αδελφων σας των υιων του λαου, και κατα την διαιρεσιν των οικων των πατριων των Λευιτων.
<scripture passage="2Chr 35:6" parsed="|2Chr|35|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.6" />
<sup>6</sup>Και θυσιασατε το πασχα και αγιασθητε και ετοιμασατε αυτο εις τους αδελφους σας, δια να καμωσι κατα τον λογον του Κυριου, τον δοθεντα δια χειρος του Μωυσεως.
<scripture passage="2Chr 35:7" parsed="|2Chr|35|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.7" />
<sup>7</sup>Και προσεφερεν ο Ιωσιας εις τον λαον προβατα, αρνια και εριφια αιγων, τα παντα δια θυσιας του πασχα, δια παντας τους παρευρεθεντας, τριακοντα χιλιαδας τον αριθμον, και τρισχιλιους βοας· ταυτα ησαν εκ των υπαρχοντων του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 35:8" parsed="|2Chr|35|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.8" />
<sup>8</sup>Και οι αρχοντες αυτου προσεφεραν αυτοπροαιρετως εις τον λαον, εις τους ιερεις, και εις τους Λευιτας. Ο Χελκιας και ο Ζαχαριας και ο Ιεχιηλ, οι αρχοντες του οικου του Θεου εδωκαν εις τους ιερεις, δια τας θυσιας του πασχα, δισχιλια και εξακοσια αρνια και εριφια, και τριακοσιους βοας.
<scripture passage="2Chr 35:9" parsed="|2Chr|35|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.9" />
<sup>9</sup>Και ο Χωνανιας και Σεμαιας και Ναθανιηλ, οι αδελφοι αυτου, και Ασαβιας και Ιειηλ και Ιωζαβαδ, αρχοντες των Λευιτων, προσεφεραν εις τους Λευιτας, δια θυσιας του πασχα, πεντακισχιλια αρνια και εριφια και πεντακοσιους βοας.
<scripture passage="2Chr 35:10" parsed="|2Chr|35|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.10" />
<sup>10</sup>Και ητοιμασθη η υπηρεσια, και οι ιερεις εσταθησαν εν τω τοπω αυτων και οι Λευιται εις τας διαιρεσεις αυτων, κατα την προσταγην του βασιλεως.
<scripture passage="2Chr 35:11" parsed="|2Chr|35|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.11" />
<sup>11</sup>Και εθυσιασαν το πασχα και ερραντισαν οι ιερεις το αιμα εκ της χειρος αυτων, και οι Λευιται εξεδειραν τα θυματα.
<scripture passage="2Chr 35:12" parsed="|2Chr|35|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.12" />
<sup>12</sup>Και διηρεσαν τα ολοκαυτωματα, δια να δωσωσιν αυτα κατα τας διαιρεσεις των οικων των πατριων του λαου, δια να προσφερωσιν εις τον Κυριον, κατα το γεγραμμενον εν τω βιβλιω του Μωυσεως· και ωσαυτως περι των βοων.
<scripture passage="2Chr 35:13" parsed="|2Chr|35|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.13" />
<sup>13</sup>Και εψησαν το πασχα εν πυρι, κατα το διατεταγμενον· τα δε αγια εψησαν εις χυτρας και εις λεβητας και εις κακαβια, και διεμοιρασαν ταχεως μεταξυ παντος του λαου.
<scripture passage="2Chr 35:14" parsed="|2Chr|35|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.14" />
<sup>14</sup>Και επειτα ητοιμασαν εις εαυτους και εις τους ιερεις· διοτι οι ιερεις οι υιοι Ααρων κατεγινοντο εις το να προσφερωσι τα ολοκαυτωματα και τα στεατα μεχρι νυκτος· δια τουτο οι Λευιται ητοιμασαν εις εαυτους και εις τους ιερεις τους υιους Ααρων.
<scripture passage="2Chr 35:15" parsed="|2Chr|35|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.15" />
<sup>15</sup>Και οι ψαλτωδοι οι υιοι του Ασαφ ησαν εν τω τοπω αυτων, κατα την διαταγην του Δαβιδ και του Ασαφ και του Αιμαν και του Ιεδουθουν, του βλεποντος του βασιλεως, και οι πυλωροι εφυλαττον εν εκαστη πυλη· δεν ητο χρεια να απομακρυνθωσιν απο της υπηρεσιας αυτων· διοτι οι αδελφοι αυτων οι Λευιται ητοιμασαν δι' αυτους.
<scripture passage="2Chr 35:16" parsed="|2Chr|35|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.16" />
<sup>16</sup>Και ητοιμασθη πασα η υπηρεσια του Κυριου την αυτην ημεραν, δια να καμωσι το πασχα και να προσφερωσιν ολοκαυτωματα επι του θυσιαστηριου του Κυριου, κατα την προσταγην του βασιλεως Ιωσια.
<scripture passage="2Chr 35:17" parsed="|2Chr|35|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.17" />
<sup>17</sup>Και οι υιοι Ισραηλ οι παρευρεθεντες εκαμον το πασχα εν τω καιρω εκεινω και την εορτην των αζυμων επτα ημερας.
<scripture passage="2Chr 35:18" parsed="|2Chr|35|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.18" />
<sup>18</sup>Και δεν εγεινε πασχα ως εκεινο εν τω Ισραηλ, απο των ημερων Σαμουηλ του προφητου· ουδε εκαμον παντες οι βασιλεις του Ισραηλ ως το πασχα, το οποιον εκαμεν ο Ιωσιας και οι ιερεις και οι Λευιται και πας ο Ιουδας και ο Ισραηλ οι παρευρεθεντες, και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 35:19" parsed="|2Chr|35|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.19" />
<sup>19</sup>Εν τω δεκατω ογδοω ετει της βασιλειας του Ιωσια εγεινε το πασχα τουτο.
<scripture passage="2Chr 35:20" parsed="|2Chr|35|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.20" />
<sup>20</sup>Μετα δε ταυτα παντα, αφου ο Ιωσιας ητοιμασε τον οικον, ανεβη Νεχαω ο βασιλευς της Αιγυπτου δια να πολεμηση εν Χαρκεμις επι τον Ευφρατην· και εξηλθεν ο Ιωσιας εναντιον αυτου.
<scripture passage="2Chr 35:21" parsed="|2Chr|35|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.21" />
<sup>21</sup>Απεστειλε δε μηνυτας προς αυτον, λεγων, Τι ειναι μεταξυ εμου και σου, βασιλευ του Ιουδα; δεν ερχομαι σημερον εναντιον σου, αλλ' εναντιον του οικου, με τον οποιον εχω πολεμον· και ο Θεος προσεταξεν εις εμε να σπευσω· απεχε απο του Θεου, οστις ειναι μετ' εμου, και να μη σε εξολοθρευση.
<scripture passage="2Chr 35:22" parsed="|2Chr|35|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.22" />
<sup>22</sup>Πλην ο Ιωσιας δεν απεστρεψε το προσωπον αυτου απ' αυτου· αλλα μετεσχηματισθη, δια να πολεμηση εναντιον αυτου, και δεν εισηκουσεν εις τους λογους του Νεχαω, τους εκ στοματος του Θεου, και ηλθε να πολεμηση εν τη κοιλαδι Μεγιδδω.
<scripture passage="2Chr 35:23" parsed="|2Chr|35|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.23" />
<sup>23</sup>Και ετοξευσαν οι τοξοται επι τον βασιλεα Ιωσιαν· και ειπεν ο βασιλευς προς τους δουλους αυτου, Εκβαλετε με εξω, διοτι επληγωθην βαρεως.
<scripture passage="2Chr 35:24" parsed="|2Chr|35|24|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.24" />
<sup>24</sup>Και εξεβαλον αυτον οι δουλοι αυτου εκ της αμαξης, και επεβιβασαν αυτον εις την δευτεραν αυτου αμαξαν· και εφεραν αυτον εις Ιερουσαλημ, και απεθανε· και εταφη εν τοις ταφοις των πατερων αυτου. Και πας ο Ιουδας και η Ιερουσαλημ επενθησαν επι τον Ιωσιαν.
<scripture passage="2Chr 35:25" parsed="|2Chr|35|25|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.25" />
<sup>25</sup>Και εθρηνησεν ο Ιερεμιας δια τον Ιωσιαν· και παντες οι ψαλται και αι ψαλτριαι αναφερουσιν εως της σημερον εις τους θρηνους αυτων τον Ιωσιαν, και εκαμον αυτους νομιμον εν τω Ισραηλ· και ιδου, ειναι γεγραμμενοι εν τοις Θρηνοις.
<scripture passage="2Chr 35:26" parsed="|2Chr|35|26|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.26" />
<sup>26</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωσια και τα ελεη αυτου, κατα το γεγραμμενον εν τω νομω του Κυριου,
<scripture passage="2Chr 35:27" parsed="|2Chr|35|27|0|0" osisRef="Bible:2Chr.35.27" />
<sup>27</sup>και τα εργα αυτου, τα πρωτα και τα εσχατα, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ισραηλ και του Ιουδα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Chronicles 36" progress="42.81%" prev="iiChr.35" next="Ezra" id="iiChr.36">
<h3 id="iiChr.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="iiChr.36-p1">
<scripture passage="2Chr 36:1" parsed="|2Chr|36|1|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.1" />
<sup>1</sup>Και ελαβεν ο λαος της γης τον Ιωαχαζ, υιον του Ιωσια, και εκαμον αυτον βασιλεα εν Ιερουσαλημ, αντι του πατρος αυτου.
<scripture passage="2Chr 36:2" parsed="|2Chr|36|2|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.2" />
<sup>2</sup>Εικοσιτριων ετων ηλικιας ητο ο Ιωαχαζ οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε τρεις μηνας εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 36:3" parsed="|2Chr|36|3|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.3" />
<sup>3</sup>Καθηρεσε δε αυτον ο βασιλευς της Αιγυπτου εν Ιερουσαλημ, και κατεδικασε την γην εις προστιμον εκατον ταλαντων αργυριου και ενος ταλαντου χρυσιου.
<scripture passage="2Chr 36:4" parsed="|2Chr|36|4|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμεν ο βασιλευς της Αιγυπτου τον Ελιακειμ τον αδελφον αυτου βασιλεα επι Ιουδαν και Ιερουσαλημ, και μετηλλαξε το ονομα αυτου εις Ιωακειμ· τον δε Ιωαχαζ, τον αδελφον αυτου, ελαβεν ο Νεχαω και εφερεν αυτον εις Αιγυπτον.
<scripture passage="2Chr 36:5" parsed="|2Chr|36|5|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.5" />
<sup>5</sup>Εικοσιπεντε ετων ηλικιας ητο ο Ιωακειμ οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν ενδεκα ετη εν Ιερουσαλημ· και επραξε πονηρα ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου.
<scripture passage="2Chr 36:6" parsed="|2Chr|36|6|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.6" />
<sup>6</sup>Ανεβη εναντιον αυτου Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, και εδεσεν αυτον με αλυσεις, δια να φερη αυτον εις Βαβυλωνα.
<scripture passage="2Chr 36:7" parsed="|2Chr|36|7|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.7" />
<sup>7</sup>Και εκ των σκευων του οικου του Κυριου εφερεν ο Ναβουχοδονοσορ εις Βαβυλωνα και εθεσεν αυτα εν τω ναω αυτου εν Βαβυλωνι.
<scripture passage="2Chr 36:8" parsed="|2Chr|36|8|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.8" />
<sup>8</sup>Αι δε λοιπαι πραξεις του Ιωακειμ και τα βδελυγματα αυτου οσα εκαμε, και οσα ευρεθησαν εν αυτω, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των βασιλεων του Ισραηλ και του Ιουδα· και εβασιλευσεν αντ' αυτου Ιωαχειν ο υιος αυτου.
<scripture passage="2Chr 36:9" parsed="|2Chr|36|9|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.9" />
<sup>9</sup>Δεκα οκτω ετων ηλικιας ητο ο Ιωαχειν οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσε τρεις μηνας και δεκα ημερας εν Ιερουσαλημ· και επραξε πονηρα ενωπιον Κυριου.
<scripture passage="2Chr 36:10" parsed="|2Chr|36|10|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.10" />
<sup>10</sup>Εν τω τελει δε του ενιαυτου αποστειλας ο βασιλευς Ναβουχοδονοσορ, εφερεν αυτον εις Βαβυλωνα, μετα των εκλεκτων σκευων του οικου του Κυριου· και εκαμε Σεδεκιαν τον αδελφον αυτου βασιλεα επι τον Ιουδαν και Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 36:11" parsed="|2Chr|36|11|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.11" />
<sup>11</sup>Ενος και εικοσι ετων ηλικιας ητο ο Σεδεκιας οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν ενδεκα ετη εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 36:12" parsed="|2Chr|36|12|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.12" />
<sup>12</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον Κυριου του Θεου αυτου· δεν εταπεινωθη ενωπιον Ιερεμιου του προφητου, λαλουντος εκ στοματος του Κυριου.
<scripture passage="2Chr 36:13" parsed="|2Chr|36|13|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.13" />
<sup>13</sup>Και ετι απεστατησεν εναντιον του βασιλεως Ναβουχοδονοσορ, οστις ωρκισεν αυτον εις τον Θεον· και εσκληρυνε τον τραχηλον αυτου και επεισματωσε την καρδιαν αυτου, ωστε να μη επιστρεψη εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="2Chr 36:14" parsed="|2Chr|36|14|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.14" />
<sup>14</sup>Παντες προσετι οι πρωτοι των ιερεων και ο λαος ηθετησαν καθ' υπερβολην κατα παντα τα βδελυγματα των εθνων και εμιαναν τον οικον του Κυριου, τον οποιον ηγιασεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="2Chr 36:15" parsed="|2Chr|36|15|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.15" />
<sup>15</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους Κυριος ο Θεος των πατερων αυτων δια χειρος των απεσταλμενων αυτου, εγειρομενος πρωι και εξαποστελλων· διοτι εφειδετο του λαου αυτου και του κατοικητηριου αυτου.
<scripture passage="2Chr 36:16" parsed="|2Chr|36|16|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' αυτοι εχλευαζον τους απεσταλμενους του Θεου και κατεφρονουν τους λογους αυτου και εσκωπτον τους προφητας αυτου, εωσου η οργη του Κυριου ανεβη κατα του λαου αυτου, ωστε δεν ητο θεραπεια·
<scripture passage="2Chr 36:17" parsed="|2Chr|36|17|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.17" />
<sup>17</sup>δια τουτο εφερεν επ' αυτους τον βασιλεα των Χαλδαιων, και εθανατωσε τους νεανισκους αυτων εν μαχαιρα εντος του οικου του αγιαστηριου αυτων, και δεν εφεισθη νεου η παρθενου, γεροντος η κεκυφοτος· παντας παρεδωκεν εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="2Chr 36:18" parsed="|2Chr|36|18|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.18" />
<sup>18</sup>Και παντα τα σκευη του οικου του Θεου, μεγαλα και μικρα, και τους θησαυρους του οικου του Κυριου και τους θησαυρους του βασιλεως και των αρχοντων αυτου, τα παντα εφερεν εις Βαβυλωνα.
<scripture passage="2Chr 36:19" parsed="|2Chr|36|19|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.19" />
<sup>19</sup>Και κατεκαυσαν τον οικον του Θεου και κατεσκαψαν το τειχος της Ιερουσαλημ, και παντα τα παλατια αυτης κατεκαυσαν εν πυρι, και παντα τα πολυτιμα σκευη αυτης ηφανισαν·
<scripture passage="2Chr 36:20" parsed="|2Chr|36|20|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.20" />
<sup>20</sup>Και τους εκφυγοντας την μαχαιραν μετωκισεν εις Βαβυλωνα, οπου ησαν δουλοι εις αυτον και εις τους υιους αυτου, μεχρι του καιρου της βασιλειας των Περσων·
<scripture passage="2Chr 36:21" parsed="|2Chr|36|21|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.21" />
<sup>21</sup>δια να πληρωθη ο λογος του Κυριου ο δια στοματος Ιερεμιου, εωσου η γη χαρη τα σαββατα αυτης· διοτι παντα τον καιρον της ερημωσεως αυτης εφυλαττε σαββατον, εωσου συμπληρωθωσιν εβδομηκοντα ετη.
<scripture passage="2Chr 36:22" parsed="|2Chr|36|22|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.22" />
<sup>22</sup>Εν δε τω πρωτω ετει Κυρου του βασιλεως της Περσιας, δια να πληρωθη ο λογος του Κυριου ο δια στοματος Ιερεμιου, διηγειρεν ο Κυριος το πνευμα του Κυρου βασιλεως της Περσιας, και διεκηρυξε δια παντος του βασιλειου αυτου, και μαλιστα εγγραφως, λεγων,
<scripture passage="2Chr 36:23" parsed="|2Chr|36|23|0|0" osisRef="Bible:2Chr.36.23" />
<sup>23</sup>Ουτω λεγει Κυρος ο βασιλευς της Περσιας· παντα τα βασιλεια της γης εδωκεν εις εμε Κυριος ο Θεος του ουρανου· και αυτος προσεταξεν εις εμε να οικοδομησω εις αυτον οικον εν Ιερουσαλημ, ητις ειναι εν τη Ιουδαια· τις εξ υμων ειναι εκ παντος του λαου αυτου; Κυριος ο Θεος αυτου εστω μετ' αυτου, και ας αναβη.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Ezra" progress="42.90%" prev="iiChr.36" next="Ezra.1" id="Ezra">
<h2 id="Ezra-p0.1">Ezra</h2>

<div3 title="Ezra 1" progress="42.90%" prev="Ezra" next="Ezra.2" id="Ezra.1">
<h3 id="Ezra.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.1-p1">
<scripture passage="Ezra 1:1" parsed="|Ezra|1|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω πρωτω ετει Κυρου του βασιλεως της Περσιας, δια να πληρωθη ο λογος του Κυριου ο δια στοματος του Ιερεμιου, διηγειρεν ο Κυριος το πνευμα του Κυρου βασιλεως της Περσιας, και διεκηρυξε δι' ολου του βασιλειου αυτου, και μαλιστα εγγραφως, λεγων,
<scripture passage="Ezra 1:2" parsed="|Ezra|1|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυρος η βασιλευς της Περσιας· παντα τα βασιλεια της γης εδωκεν εις εμε Κυριος ο Θεος του ουρανου· και αυτος προσεταξεν εις εμε να οικοδομησω εις αυτον οικον εν Ιερουσαλημ, ητις ειναι εν τη Ιουδαια·
<scripture passage="Ezra 1:3" parsed="|Ezra|1|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.3" />
<sup>3</sup>τις εξ υμων ειναι εκ παντος του λαου αυτου; ο Θεος αυτου εστω μετ' αυτου, και ας αναβη εις Ιερουσαλημ, ητις ειναι εν τη Ιουδαια, και ας οικοδομηση τον οικον Κυριου του Θεου του Ισραηλ· αυτος ειναι ο Θεος ο εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezra 1:4" parsed="|Ezra|1|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.4" />
<sup>4</sup>παντα δε απολειπομενον, εκ παντων των τοπων, οπου παροικει, ας βοηθησωσιν αυτον οι ανδρες του τοπου αυτου με αργυριον και με χρυσιον και με αγαθα και με κτηνη, εκτος της προαιρετικης προσφορας δια τον οικον του Θεου, τον εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 1:5" parsed="|Ezra|1|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εσηκωθησαν οι αρχηγοι των πατριων του Ιουδα και του Βενιαμιν και οι ιερεις και οι Λευιται, μετα παντων οσων το πνευμα διηγειρεν ο Θεος εις το να αναβωσι δια να οικοδομησωσι τον οικον του Κυριου, τον εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezra 1:6" parsed="|Ezra|1|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.6" />
<sup>6</sup>και παντες οι περιξ αυτων εβοηθησαν αυτους με σκευη αργυρα, με χρυσιον, με αγαθα και με κτηνη και με πολυτιμα πραγματα, εκτος πασων των προαιρετικων προσφορων.
<scripture passage="Ezra 1:7" parsed="|Ezra|1|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.7" />
<sup>7</sup>Και εξηγαγεν ο βασιλευς Κυρος τα σκευη του οικου του Κυριου, τα οποια ο Ναβουχοδονοσορ ειχε φερει απο Ιερουσαλημ και θεσει αυτα εν τω οικω του Θεου αυτου·
<scripture passage="Ezra 1:8" parsed="|Ezra|1|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.8" />
<sup>8</sup>και εξηγαγε ταυτα Κυρος ο βασιλευς της Περσιας δια χειρος του Μιθρεδαθ του θησαυροφυλακος, και ηριθμησεν αυτα εις τον Σασαβασσαρ τον αρχοντα της Ιουδαιας.
<scripture passage="Ezra 1:9" parsed="|Ezra|1|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.9" />
<sup>9</sup>Και ουτος ειναι ο αριθμος αυτων· τριακοντα δισκοι χρυσοι, χιλιοι δισκοι αργυροι, εικοσιεννεα μαχαιραι,
<scripture passage="Ezra 1:10" parsed="|Ezra|1|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.10" />
<sup>10</sup>τριακοντα φιαλαι χρυσαι, τετρακοσιαι δεκα φιαλαι αργυραι δευτεραι, αλλα σκευη χιλια.
<scripture passage="Ezra 1:11" parsed="|Ezra|1|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.1.11" />
<sup>11</sup>Παντα τα σκευη τα χρυσα και αργυρα ησαν πεντακισχιλια και τετρακοσια· τα παντα ανεβιβασεν ο Σασαβασσαρ μετα των αιχμαλωτων των αναβιβασθεντων απο Βαβυλωνος εις Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 2" progress="42.95%" prev="Ezra.1" next="Ezra.3" id="Ezra.2">
<h3 id="Ezra.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.2-p1">
<scripture passage="Ezra 2:1" parsed="|Ezra|2|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ειναι οι ανθρωποι της επαρχιας οι αναβαντες εκ της αιχμαλωσιας, εκ των μετοικισθεντων, τους οποιους Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος μετωκισεν εις Βαβυλωνα, και επιστρεψαντες εις Ιερουσαλημ και εις την Ιουδαιαν, εκαστος εις την πολιν αυτου·
<scripture passage="Ezra 2:2" parsed="|Ezra|2|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.2" />
<sup>2</sup>οιτινες ηλθον μετα Ζοροβαβελ, Ιησου, Νεεμια, Σεραια, Ρεελαια, Μαροδοχαιου, Βιλσαν, Μισπαρ, Βιγουαι, Ρεουμ, Βαανα. Αριθμος των ανδρων του λαου του Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 2:3" parsed="|Ezra|2|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.3" />
<sup>3</sup>Υιοι Φαρως, δισχιλιοι εκατον εβδομηκοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:4" parsed="|Ezra|2|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.4" />
<sup>4</sup>Υιοι Σεφατια, τριακοσιοι εβδομηκοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:5" parsed="|Ezra|2|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.5" />
<sup>5</sup>Υιοι Αραχ, επτακοσιοι εβδομηκοντα πεντε.
<scripture passage="Ezra 2:6" parsed="|Ezra|2|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.6" />
<sup>6</sup>Υιοι Φααθ-μωαβ, εκ των υιων Ιησου και Ιωαβ, δισχιλιοι οκτακοσιοι δωδεκα.
<scripture passage="Ezra 2:7" parsed="|Ezra|2|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.7" />
<sup>7</sup>Υιοι Ελαμ, χιλιοι διακοσιοι πεντηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Ezra 2:8" parsed="|Ezra|2|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.8" />
<sup>8</sup>Υιοι Ζατθου, εννεακοσιοι τεσσαρακοντα πεντε.
<scripture passage="Ezra 2:9" parsed="|Ezra|2|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.9" />
<sup>9</sup>Υιοι Ζακχαι, επτακοσιοι εξηκοντα.
<scripture passage="Ezra 2:10" parsed="|Ezra|2|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.10" />
<sup>10</sup>Υιοι Βανι, εξακοσιοι τεσσαρακοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:11" parsed="|Ezra|2|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.11" />
<sup>11</sup>Υιοι Βηβαι, εξακοσιοι εικοσιτρεις.
<scripture passage="Ezra 2:12" parsed="|Ezra|2|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.12" />
<sup>12</sup>Υιοι Αζγαδ, χιλιοι διακοσιοι εικοσιδυο.
<scripture passage="Ezra 2:13" parsed="|Ezra|2|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.13" />
<sup>13</sup>Υιοι Αδωνικαμ, εξακοσιοι εξηκοντα εξ.
<scripture passage="Ezra 2:14" parsed="|Ezra|2|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.14" />
<sup>14</sup>Υιοι Βιγουαι, δισχιλιοι πεντηκοντα εξ.
<scripture passage="Ezra 2:15" parsed="|Ezra|2|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.15" />
<sup>15</sup>Υιοι Αδιν, τετρακοσιοι πεντηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Ezra 2:16" parsed="|Ezra|2|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.16" />
<sup>16</sup>Υιοι Ατηρ εκ του Εζεκιου, ενενηκοντα οκτω.
<scripture passage="Ezra 2:17" parsed="|Ezra|2|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.17" />
<sup>17</sup>Υιοι Βησαι, τριακοσιοι εικοσιτρεις.
<scripture passage="Ezra 2:18" parsed="|Ezra|2|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.18" />
<sup>18</sup>Υιοι Ιωρα, εκατον δωδεκα.
<scripture passage="Ezra 2:19" parsed="|Ezra|2|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.19" />
<sup>19</sup>Υιοι Ασουμ, διακοσιοι εικοσιτρεις.
<scripture passage="Ezra 2:20" parsed="|Ezra|2|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.20" />
<sup>20</sup>Υιοι Γιββαρ, ενενηκοντα πεντε.
<scripture passage="Ezra 2:21" parsed="|Ezra|2|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.21" />
<sup>21</sup>Υιοι Βηθλεεμ, εκατον εικοσιτρεις.
<scripture passage="Ezra 2:22" parsed="|Ezra|2|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.22" />
<sup>22</sup>Ανδρες Νετωφα, πεντηκοντα εξ.
<scripture passage="Ezra 2:23" parsed="|Ezra|2|23|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.23" />
<sup>23</sup>Ανδρες Αναθωθ, εκατον εικοσιοκτω.
<scripture passage="Ezra 2:24" parsed="|Ezra|2|24|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.24" />
<sup>24</sup>Υιοι Αζμαβεθ, τεσσαρακοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:25" parsed="|Ezra|2|25|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.25" />
<sup>25</sup>Υιοι Κιριαθ-αρειμ, Χεφειρα και Βηρωθ, επτακοσιοι τεσσαρακοντα τρεις.
<scripture passage="Ezra 2:26" parsed="|Ezra|2|26|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.26" />
<sup>26</sup>Υιοι Ραμα και Γαβαα, εξακοσιοι εικοσι και εις.
<scripture passage="Ezra 2:27" parsed="|Ezra|2|27|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.27" />
<sup>27</sup>Ανδρες Μιχμας, εκατον εικοσιδυο.
<scripture passage="Ezra 2:28" parsed="|Ezra|2|28|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.28" />
<sup>28</sup>Ανδρες Βαιθηλ και Γαι, διακοσιοι εικοσιτρεις.
<scripture passage="Ezra 2:29" parsed="|Ezra|2|29|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.29" />
<sup>29</sup>Υιοι Νεβω, πεντηκοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:30" parsed="|Ezra|2|30|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.30" />
<sup>30</sup>Υιοι Μαγβις, εκατον πεντηκοντα εξ.
<scripture passage="Ezra 2:31" parsed="|Ezra|2|31|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.31" />
<sup>31</sup>Υιοι του αλλου Ελαμ, χιλιοι διακοσιοι πεντηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Ezra 2:32" parsed="|Ezra|2|32|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.32" />
<sup>32</sup>Υιοι Χαρημ, τριακοσιοι εικοσι.
<scripture passage="Ezra 2:33" parsed="|Ezra|2|33|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.33" />
<sup>33</sup>Υιοι Λωδ, Αδιδ, και Ωνω, επτακοσιοι εικοσιπεντε.
<scripture passage="Ezra 2:34" parsed="|Ezra|2|34|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.34" />
<sup>34</sup>Υιοι Ιεριχω, τριακοσιοι τεσσαρακοντα πεντε.
<scripture passage="Ezra 2:35" parsed="|Ezra|2|35|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.35" />
<sup>35</sup>Υιοι Σεναα, τρισχιλιοι και εξακοσιοι τριακοντα.
<scripture passage="Ezra 2:36" parsed="|Ezra|2|36|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.36" />
<sup>36</sup>Οι ιερεις· υιοι Ιεδαια, εκ του οικου Ιησου, εννεακοσιοι εβδομηκοντα τρεις.
<scripture passage="Ezra 2:37" parsed="|Ezra|2|37|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.37" />
<sup>37</sup>Υιοι Ιμμηρ, χιλιοι πεντηκοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:38" parsed="|Ezra|2|38|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.38" />
<sup>38</sup>Υιοι Πασχωρ, χιλιοι διακοσιοι τεσσαρακοντα επτα.
<scripture passage="Ezra 2:39" parsed="|Ezra|2|39|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.39" />
<sup>39</sup>Υιοι Χαρημ, χιλιοι δεκαεπτα.
<scripture passage="Ezra 2:40" parsed="|Ezra|2|40|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.40" />
<sup>40</sup>Οι Λευιται· υιοι Ιησου, και Καδμιηλ, εκ των υιων Ωδουια, εβδομηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Ezra 2:41" parsed="|Ezra|2|41|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.41" />
<sup>41</sup>Οι ψαλτωδοι· υιοι Ασαφ, εκατον εικοσιοκτω.
<scripture passage="Ezra 2:42" parsed="|Ezra|2|42|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.42" />
<sup>42</sup>Οι υιοι των πυλωρων· υιοι Σαλλουμ, υιοι Ατηρ, υιοι Ταλμων, υιοι Ακκουβ, υιοι Ατιτα, υιοι Σωβαι· παντες εκατον τριακοντα εννεα.
<scripture passage="Ezra 2:43" parsed="|Ezra|2|43|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.43" />
<sup>43</sup>Οι Νεθινειμ· υιοι Σιχα, υιοι Ασουφα, υιοι Ταββαωθ,
<scripture passage="Ezra 2:44" parsed="|Ezra|2|44|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.44" />
<sup>44</sup>υιοι Κηρως, υιοι Σιαα, υιοι Φαδων,
<scripture passage="Ezra 2:45" parsed="|Ezra|2|45|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.45" />
<sup>45</sup>υιοι Λεβανα, υιοι Αγαβα, υιοι Ακκουβ,
<scripture passage="Ezra 2:46" parsed="|Ezra|2|46|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.46" />
<sup>46</sup>υιοι Αγαβ, υιοι Σαλμαι, υιοι Αναν,
<scripture passage="Ezra 2:47" parsed="|Ezra|2|47|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.47" />
<sup>47</sup>υιοι Γιδδηλ, υιοι Γααρ, υιοι Ρεαια,
<scripture passage="Ezra 2:48" parsed="|Ezra|2|48|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.48" />
<sup>48</sup>υιοι Ρεσιν, υιοι Νεκωδα, υιοι Γαζαμ,
<scripture passage="Ezra 2:49" parsed="|Ezra|2|49|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.49" />
<sup>49</sup>υιοι Ουζα, υιοι Φασεα, υιοι Βησαι,
<scripture passage="Ezra 2:50" parsed="|Ezra|2|50|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.50" />
<sup>50</sup>υιοι Ασενα, υιοι Μεουνειμ, υιοι Νεφουσειμ,
<scripture passage="Ezra 2:51" parsed="|Ezra|2|51|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.51" />
<sup>51</sup>υιοι Βακβουκ, υιοι Ακουφα, υιοι Αρουρ,
<scripture passage="Ezra 2:52" parsed="|Ezra|2|52|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.52" />
<sup>52</sup>υιοι Βασλουθ, υιοι Μειδα, υιοι Αρσα,
<scripture passage="Ezra 2:53" parsed="|Ezra|2|53|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.53" />
<sup>53</sup>υιοι Βαρκως, υιοι Σισαρα, υιοι Θαμα,
<scripture passage="Ezra 2:54" parsed="|Ezra|2|54|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.54" />
<sup>54</sup>υιοι Νεσια, υιοι Ατιφα.
<scripture passage="Ezra 2:55" parsed="|Ezra|2|55|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.55" />
<sup>55</sup>Οι υιοι των δουλων του Σολομωντος· υιοι Σωται, υιοι Σωφερεθ, υιοι Φερουδα,
<scripture passage="Ezra 2:56" parsed="|Ezra|2|56|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.56" />
<sup>56</sup>υιοι Ιααλα, υιοι Δαρκων, υιοι Γιδδηλ,
<scripture passage="Ezra 2:57" parsed="|Ezra|2|57|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.57" />
<sup>57</sup>υιοι Σεφατια, υιοι Αττιλ, υιοι Φοχερεθ απο Σεβαιμ, υιοι Αμι.
<scripture passage="Ezra 2:58" parsed="|Ezra|2|58|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.58" />
<sup>58</sup>Παντες οι Νεθινειμ, και οι υιοι των δουλων του Σολομωντος, ησαν τριακοσιοι ενενηκοντα δυο.
<scripture passage="Ezra 2:59" parsed="|Ezra|2|59|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.59" />
<sup>59</sup>Ουτοι δε ησαν οι αναβαντες απο Θελ-μελαχ, Θελ-αρησα, Χερουβ, Αδδαν και Ιμμηρ· δεν ηδυναντο ομως να δειξωσι τον οικον της πατριας αυτων και το σπερμα αυτων, αν ησαν εκ του Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 2:60" parsed="|Ezra|2|60|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.60" />
<sup>60</sup>Υιοι Δαλαια, υιοι Τωβια, υιοι Νεκωδα, εξακοσιοι πεντηκοντα δυο·
<scripture passage="Ezra 2:61" parsed="|Ezra|2|61|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.61" />
<sup>61</sup>και εκ των υιων των ιερεων· υιοι Αβαια, υιοι Ακκως, υιοι Βαρζελλαι, οστις ελαβε γυναικα εκ των θυγατερων Βαρζελλαι του Γαλααδιτου και ωνομασθη κατα το ονομα αυτων.
<scripture passage="Ezra 2:62" parsed="|Ezra|2|62|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.62" />
<sup>62</sup>Ουτοι εζητησαν την καταγραφην αυτων μεταξυ των απαριθμηθεντων κατα γενεαλογιαν, και δεν ευρεθησαν· οθεν εξεβληθησαν απο της ιερατειας.
<scripture passage="Ezra 2:63" parsed="|Ezra|2|63|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.63" />
<sup>63</sup>Και ειπε προς αυτους ο Θιρσαθα να μη φαγωσιν απο των αγιωτατων πραγματων, εωσου αναστηθη ιερευς μετα Ουριμ και Θουμμιμ.
<scripture passage="Ezra 2:64" parsed="|Ezra|2|64|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.64" />
<sup>64</sup>Πασα η συναξις ομου ησαν τεσσαρακοντα δυο χιλιαδες τριακοσιοι εξηκοντα,
<scripture passage="Ezra 2:65" parsed="|Ezra|2|65|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.65" />
<sup>65</sup>εκτος των δουλων αυτων και των θεραπαινιδων αυτων, οιτινες ησαν επτακισχιλιοι τριακοσιοι τριακοντα επτα· και πλην τουτων, διακοσιοι ψαλτωδοι και ψαλτριαι.
<scripture passage="Ezra 2:66" parsed="|Ezra|2|66|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.66" />
<sup>66</sup>Οι ιπποι αυτων επτακοσιοι τριακοντα εξ· αι ημιονοι αυτων, διακοσιαι τεσσαρακοντα πεντε·
<scripture passage="Ezra 2:67" parsed="|Ezra|2|67|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.67" />
<sup>67</sup>αι καμηλοι αυτων, τετρακοσιαι τριακοντα πεντε· αι ονοι, εξακισχιλιαι επτακοσιαι εικοσι.
<scripture passage="Ezra 2:68" parsed="|Ezra|2|68|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.68" />
<sup>68</sup>Και τινες εκ των αρχηγων των πατριων, οτε ηλθον εις τον οικον του Κυριου τον εν Ιερουσαλημ, προσεφεραν αυτοπροαιρετως δια τον οικον του Θεου, να ανεγειρωσιν αυτον εν τω τοπω αυτου·
<scripture passage="Ezra 2:69" parsed="|Ezra|2|69|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.69" />
<sup>69</sup>εδωκαν κατα την δυναμιν αυτων εις το θησαυροφυλακιον του εργου εξ μυριαδας και χιλιας δραχμας χρυσιου και πεντε χιλιαδας μνας αργυριου και εκατον ιερατικους χιτωνας.
<scripture passage="Ezra 2:70" parsed="|Ezra|2|70|0|0" osisRef="Bible:Ezra.2.70" />
<sup>70</sup>Ουτως οι ιερεις και οι Λευιται και μερος εκ του λαου και οι ψαλτωδοι και οι πυλωροι και οι Νεθινειμ κατωκησαν εν ταις πολεσιν αυτων, και πας ο Ισραηλ εν ταις πολεσιν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 3" progress="43.06%" prev="Ezra.2" next="Ezra.4" id="Ezra.3">
<h3 id="Ezra.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.3-p1">
<scripture passage="Ezra 3:1" parsed="|Ezra|3|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.1" />
<sup>1</sup>Και οτε εφθασεν ο εβδομος μην και οι υιοι Ισραηλ ησαν εν ταις πολεσι, συνηθροισθη ο λαος ως εις ανθρωπος εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 3:2" parsed="|Ezra|3|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθη Ιησους, ο υιος του Ιωσεδεκ, και οι αδελφοι αυτου οι ιερεις, και Ζοροβαβελ ο υιος του Σαλαθιηλ και οι αδελφοι αυτου, και ωκοδομησαν το θυσιαστηριον του Θεου του Ισραηλ, δια να προσφερωσιν ολοκαυτωματα επ' αυτου, κατα το γεγραμμενον εν τω νομω Μωυσεως του ανθρωπου του Θεου·
<scripture passage="Ezra 3:3" parsed="|Ezra|3|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.3" />
<sup>3</sup>και εστησαν το θυσιαστηριον εν τω τοπω αυτου, καιτοι επαπειλουμενοι υπο του λαου των τοπων εκεινων· και προσεφεραν επ' αυτου ολοκαυτωματα προς τον Κυριον, ολοκαυτωματα πρωι και εσπερας.
<scripture passage="Ezra 3:4" parsed="|Ezra|3|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.4" />
<sup>4</sup>Και εκαμον την εορτην των σκηνων, κατα το γεγραμμενον, και τας καθημερινας ολοκαυτωσεις κατα αριθμον, ως ητο διατεταγμενον κατα το καθηκον εκαστης ημερας.
<scripture passage="Ezra 3:5" parsed="|Ezra|3|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.5" />
<sup>5</sup>Και μετα ταυτα προσεφεραν τα παντοτεινα ολοκαυτωματα, και των νεομηνιων και πασων των καθηγιασμενων εορτων του Κυριου και παντος προσφεροντος αυτοπροαιρετον προσφοραν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ezra 3:6" parsed="|Ezra|3|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.6" />
<sup>6</sup>Απο της πρωτης ημερας του εβδομου μηνος ηρχισαν να προσφερωσιν ολοκαυτωματα προς τον Κυριον· πλην τα θεμελια του ναου του Κυριου δεν ειχον τεθη ετι.
<scripture passage="Ezra 3:7" parsed="|Ezra|3|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.7" />
<sup>7</sup>Και εδωκαν αργυριον εις τους λιθοτομους και εις τους τεκτονας· και τροφας και ποτα και ελαιον, εις τους Σιδωνιους και εις τους Τυριους, δια να φερωσι ξυλα κεδρινα απο του Λιβανου εις την θαλασσαν της Ιοππης, κατα την εις αυτους δοθεισαν αδειαν Κυρου του βασιλεως της Περσιας.
<scripture passage="Ezra 3:8" parsed="|Ezra|3|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.8" />
<sup>8</sup>Και εν τω δευτερω ετει της επιστροφης αυτων προς τον οικον του Θεου εν Ιερουσαλημ, εν μηνι τω δευτερω, ηρχισαν Ζοροβαβελ ο υιος του Σαλαθιηλ και Ιησους ο υιος του Ιωσεδεκ και οι λοιποι των αδελφων αυτων, ιερεις και Λευιται, και παντες οι ελθοντες απο της αιχμαλωσιας εις Ιερουσαλημ· και κατεστησαν τους Λευιτας, απο εικοσι ετων ηλικιας και επανω, δια να επισπευδωσι το εργον του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Ezra 3:9" parsed="|Ezra|3|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.9" />
<sup>9</sup>Και παρεσταθη ο Ιησους, οι υιοι αυτου και οι αδελφοι αυτου, ο Καδμιηλ και οι υιοι αυτου, υιοι Ιουδα, ως εις ανθρωπος, δια να κατεπειγωσι τους εργαζομενους εν τω οικω του Θεου· οι υιοι του Ηναδαδ, οι υιοι αυτων και οι αδελφοι αυτων οι Λευιται.
<scripture passage="Ezra 3:10" parsed="|Ezra|3|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.10" />
<sup>10</sup>Και οτε εθεσαν οι οικοδομοι τα θεμελια του ναου του Κυριου, εσταθησαν οι ιερεις ενδεδυμενοι, μετα σαλπιγγων, και οι Λευιται οι υιοι του Ασαφ μετα κυμβαλων, δια να υμνωσι τον Κυριον, κατα την διαταγην Δαβιδ του βασιλεως του Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 3:11" parsed="|Ezra|3|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.11" />
<sup>11</sup>και εψαλλον αμοιβαιως υμνουντες και ευχαριστουντες τον Κυριον, Οτι αγαθος, οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου επι τον Ισραηλ. Και πας ο λαος ηλαλαξαν αλαλαγμον μεγαν, υμνουντες τον Κυριον δια την θεμελιωσιν του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Ezra 3:12" parsed="|Ezra|3|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.12" />
<sup>12</sup>Και πολλοι εκ των ιερεων και Λευιτων και των αρχηγων των πατριων, γεροντες, οιτινες ειχον ιδει τον προτερον οικον, ενω ο οικος ουτος εθεμελιουτο ενωπιον των οφθαλμων αυτων, εκλαιον μετα φωνης μεγαλης· πολλοι δε ηλαλαξαν εν φωνη μεγαλη μετ' ευφροσυνης.
<scripture passage="Ezra 3:13" parsed="|Ezra|3|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.3.13" />
<sup>13</sup>Και δεν διεκρινεν ο λαος την φωνην του αλαλαγμου της ευφροσυνης απο της φωνης του κλαυθμου του λαου· διοτι ο λαος ηλαλαζεν αλαλαγμον μεγαν, και η βοη ηκουετο εως απο μακροθεν.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 4" progress="43.13%" prev="Ezra.3" next="Ezra.5" id="Ezra.4">
<h3 id="Ezra.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.4-p1">
<scripture passage="Ezra 4:1" parsed="|Ezra|4|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.1" />
<sup>1</sup>Οι δε εχθροι του Ιουδα και Βενιαμιν, ακουσαντες οτι οι υιοι της αιχμαλωσιας οικοδομουσι τον ναον εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ,
<scripture passage="Ezra 4:2" parsed="|Ezra|4|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.2" />
<sup>2</sup>ηλθον προς τον Ζοροβαβελ και προς τους αρχηγους των πατριων και ειπον προς αυτους, Ας οικοδομησωμεν με σας· διοτι και ημεις εκζητουμεν τον Θεον σας, καθως σεις, και εις αυτον θυσιαζομεν απο των ημερων του Εσαραδδων βασιλεως της Ασσουρ, οστις ανεβιβασεν ημας εδω.
<scripture passage="Ezra 4:3" parsed="|Ezra|4|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.3" />
<sup>3</sup>Ο Ζοροβαβελ ομως και ο Ιησους και οι λοιποι των αρχηγων των πατριων του Ισραηλ, ειπον προς αυτους, Ουδεν κοινον εις εσας και εις ημας, ωστε να οικοδομησητε οικον εις τον Θεον ημων· αλλ' ημεις αυτοι ηνωμενοι θελομεν οικοδομησει εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, καθως προσεταξεν εις ημας ο βασιλευς Κυρος, ο βασιλευς της Περσιας.
<scripture passage="Ezra 4:4" parsed="|Ezra|4|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.4" />
<sup>4</sup>Τοτε ο λαος της γης παρελυε τας χειρας του λαου του Ιουδα και εταραττεν αυτους εν τη οικοδομη,
<scripture passage="Ezra 4:5" parsed="|Ezra|4|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.5" />
<sup>5</sup>και εμισθονον συμβουλους εναντιον αυτων, δια να ματαιονωσι την βουλην αυτων, πασας τας ημερας Κυρου του βασιλεως της Περσιας και εως της βασιλειας Δαρειου του βασιλεως της Περσιας.
<scripture passage="Ezra 4:6" parsed="|Ezra|4|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.6" />
<sup>6</sup>Και επι της βασιλειας Ασσουηρου, εν αρχη της βασιλειας αυτου, εγραψαν κατηγοριαν κατα των κατοικων της Ιουδαιας και Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 4:7" parsed="|Ezra|4|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.7" />
<sup>7</sup>Και εν ταις ημεραις του Αρταξερξου εγραψεν ο Βισλαμ, ο Μιθρεδαθ, ο Ταβεηλ και οι λοιποι συνεταιροι αυτων προς Αρταξερξην τον βασιλεα της Περσιας· και η επιστολη ητο γεγραμμενη Συριστι και εξηγημενη Συριστι.
<scripture passage="Ezra 4:8" parsed="|Ezra|4|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.8" />
<sup>8</sup>Ρεουμ ο επαρχος και Σαμψαι ο γραμματευς, εγραψαν επιστολην κατα της Ιερουσαλημ προς Αρταξερξην τον βασιλεα, κατα τουτον τον τροπον·
<scripture passage="Ezra 4:9" parsed="|Ezra|4|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.9" />
<sup>9</sup>Ρεουμ ο επαρχος και Σαμψαι ο γραμματευς και οι λοιποι συνεταιροι αυτων, οι Δειναιοι, οι Αφαρσαχαιοι, οι Ταρφαλαιοι, οι Αφαρσαιοι, οι Αρχεναιοι, οι Βαβυλωνιοι, οι Σουσαναχαιοι, οι Δεαυαιοι, οι Ελαμιται
<scripture passage="Ezra 4:10" parsed="|Ezra|4|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.10" />
<sup>10</sup>και οι λοιποι εκ των εθνων, τα οποια ο μεγας και ενδοξος Ασεναφαρ μετεκομισε και κατωκισεν εις τας πολεις της Σαμαρειας, και οι λοιποι οι περαν του ποταμου, και τα λοιπα.
<scripture passage="Ezra 4:11" parsed="|Ezra|4|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.11" />
<sup>11</sup>Τουτο ειναι το αντιγραφον της επιστολης, την οποιαν εστειλαν προς αυτον, προς Αρταξερξην τον βασιλεα· Οι δουλοι σου, οι ανδρες οι περαν του ποταμου, και τα λοιπα.
<scripture passage="Ezra 4:12" parsed="|Ezra|4|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.12" />
<sup>12</sup>Γνωστον εστω εις τον βασιλεα, οτι οι Ιουδαιοι οι αναβαντες απο σου προς ημας, ελθοντες εις Ιερουσαλημ, οικοδομουσι την πολιν, την αποστατιδα και πονηραν, και εγειρουσι τον τοιχον και συναπτουσι τα θεμελια.
<scripture passage="Ezra 4:13" parsed="|Ezra|4|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.13" />
<sup>13</sup>Γνωστον εστω ηδη εις τον βασιλεα, οτι εαν η πολις αυτη οικοδομηθη και οι τοιχοι εγερθωσι, δεν θελουσι πληρωσει φορον, τελωνιον η διαγωγιον· και θελει ζημιωθη το εισοδημα των βασιλεων.
<scripture passage="Ezra 4:14" parsed="|Ezra|4|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.14" />
<sup>14</sup>Επειδη δε τρεφομεθα απο του παλατιου, και ητο απρεπες δια ημας να βλεπωμεν την ατιμιαν του βασιλεως, δια τουτο εστειλαμεν και εγνωστοποιησαμεν προς τον βασιλεα,
<scripture passage="Ezra 4:15" parsed="|Ezra|4|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.15" />
<sup>15</sup>δια να γεινη ερευνα εν τω βιβλιω των υπομνηματων των πατερων σου· και θελεις ευρει εν τω βιβλιω των υπομνηματων και γνωρισει, οτι η πολις αυτη ειναι πολις αποστατις και ολεθριος εις τους βασιλεις και εις τας επαρχιας, και οτι εκ παλαιου χρονου εκινουν επαναστασιν εν τω μεσω αυτης, δια την οποιαν αιτιαν η πολις αυτη κατηρημωθη.
<scripture passage="Ezra 4:16" parsed="|Ezra|4|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.16" />
<sup>16</sup>Γνωστοποιουμεν προς τον βασιλεα, ετι εαν η πολις αυτη ανοικοδομηθη και οι τοιχοι αυτης ανεγερθωσι, δεν θελεις εχει ουδεν μερος εις το περαν του ποταμου.
<scripture passage="Ezra 4:17" parsed="|Ezra|4|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.17" />
<sup>17</sup>Ο βασιλευς απεκριθη προς τον Ρεουμ τον επαρχον και Σαμψαι τον γραμματεα και τους λοιπους συνεταιρους αυτων τους κατοικουντας εν Σαμαρεια, και τους αλλους τους περαν του ποταμου, Ειρηνη, και τα λοιπα.
<scripture passage="Ezra 4:18" parsed="|Ezra|4|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.18" />
<sup>18</sup>Η επιστολη, την οποιαν εστειλατε προς ημας, ανεγνωσθη ακριβως ενωπιον μου.
<scripture passage="Ezra 4:19" parsed="|Ezra|4|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.19" />
<sup>19</sup>Και εξεδοθη διαταγη παρ' εμου, και ηρευνησαν και ευρηκαν οτι η πολις αυτη εκ παλαιου χρονου επαναστατει εναντιον των βασιλεων, και γινονται εν αυτη στασεις και συνωμοσιαι·
<scripture passage="Ezra 4:20" parsed="|Ezra|4|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.20" />
<sup>20</sup>Υπηρξαν ετι ισχυροι βασιλεις επι Ιερουσαλημ, δεσποζοντες επι παντας τους περαν του ποταμου· και επληρονετο εις αυτους φορος, τελωνιον και διαγωγιον.
<scripture passage="Ezra 4:21" parsed="|Ezra|4|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.21" />
<sup>21</sup>Τωρα λοιπον προσταξατε να παυσωσι τους ανθρωπους εκεινους, και η πολις αυτη να μη οικοδομηθη, εωσου εκδοθη διαταγη παρ' εμου.
<scripture passage="Ezra 4:22" parsed="|Ezra|4|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.22" />
<sup>22</sup>Και προσεξατε να μη αμελησητε να καμητε τουτο· δια να μη αυξηθη το κακον επι ζημια των βασιλεων.
<scripture passage="Ezra 4:23" parsed="|Ezra|4|23|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.23" />
<sup>23</sup>Οτε δε το αντιγραφον της επιστολης του βασιλεως Αρταξερξου ανεγνωσθη ενωπιον του Ρεουμ και Σαμψαι του γραμματεως και των συνεταιρων αυτων, ανεβησαν μετα σπουδης εις Ιερουσαλημ προς τους Ιουδαιους, και επαυσαν αυτους εν βια και μετα δυναμεως.
<scripture passage="Ezra 4:24" parsed="|Ezra|4|24|0|0" osisRef="Bible:Ezra.4.24" />
<sup>24</sup>Και επαυσε το εργον του οικου του Θεου του εν Ιερουσαλημ, και εμεινε πεπαυμενον μεχρι του δευτερου ετους της βασιλειας Δαρειου του βασιλεως της Περσιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 5" progress="43.23%" prev="Ezra.4" next="Ezra.6" id="Ezra.5">
<h3 id="Ezra.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.5-p1">
<scripture passage="Ezra 5:1" parsed="|Ezra|5|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.1" />
<sup>1</sup>Τοτε προεφητευσαν ο προφητης Αγγαιος και Ζαχαριας ο υιος του Ιδδω, προς τους Ιουδαιους τους εν Ιουδαια και Ιερουσαλημ, προφητευοντες προς αυτους εν ονοματι του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezra 5:2" parsed="|Ezra|5|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθησαν Ζοροβαβελ ο υιος του Σαλαθιηλ και Ιησους ο υιος του Ιωσεδεκ και ηρχισαν να οικοδομωσι τον οικον του Θεου τον εν Ιερουσαλημ· και μετ' αυτων οι προφηται του Θεου βοηθουντες αυτους.
<scripture passage="Ezra 5:3" parsed="|Ezra|5|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.3" />
<sup>3</sup>Εν τουτω τω καιρω ελθοντες προς αυτους Ταθναι, ο επαρχος των εντευθεν του ποταμου, και ο Σεθαρ-βοσναι και οι συνεταιροι αυτων, ειπον προς αυτους ουτω· Τις προσεταξεν εις εσας να οικοδομητε τον οικον τουτον και να εγειρητε τουτον τον τοιχον;
<scripture passage="Ezra 5:4" parsed="|Ezra|5|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.4" />
<sup>4</sup>Και τοτε ειπομεν προς αυτους ποια ειναι τα ονοματα των ανδρων, οιτινες οικοδομουσι την οικοδομην ταυτην.
<scripture passage="Ezra 5:5" parsed="|Ezra|5|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' επι τους πρεσβυτερους των Ιουδαιων ητο ο οφθαλμος του Θεου αυτων, και δεν ηδυναντο να παυσωσιν αυτους, εωσου ελθη η υποθεσις προς τον Δαρειον· και τοτε εδωκαν αποκρισιν δι' επιστολης περι τουτου.
<scripture passage="Ezra 5:6" parsed="|Ezra|5|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.6" />
<sup>6</sup>Αντιγραφον της επιστολης, την οποιαν Ταθναι, ο επαρχος των εντευθεν του ποταμου, και ο Σεθαρ-βοσναι και οι συνεταιροι αυτου οι Αφαρσαχαιοι οι εντευθεν του ποταμου, απεστειλαν προς Δαρειον τον βασιλεα.
<scripture passage="Ezra 5:7" parsed="|Ezra|5|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.7" />
<sup>7</sup>Απεστειλαν επιστολην προς αυτον, εν η ητο γεγραμμενον ουτως· Εις τον Δαρειον τον βασιλεα, πασα ειρηνη.
<scripture passage="Ezra 5:8" parsed="|Ezra|5|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.8" />
<sup>8</sup>Γνωστον εστω εις τον βασιλεα, οτι υπηγαμεν εις την επαρχιαν της Ιουδαιας προς τον οικον του μεγαλου Θεου, και αυτος οικοδομειται με λιθους μεγαλους και εντιθενται ξυλα εις τους τοιχους, και το εργον τουτο προχωρει ταχεως και ευοδουται εις τας χειρας αυτων.
<scripture passage="Ezra 5:9" parsed="|Ezra|5|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.9" />
<sup>9</sup>Και ερωτησαντες εκεινους τους πρεσβυτερους, ελαλησαμεν προς αυτους ουτω· Τις προσεταξεν εις εσας να οικοδομητε τον οικον τουτον και να εγειρητε τουτον τον τοιχον;
<scripture passage="Ezra 5:10" parsed="|Ezra|5|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.10" />
<sup>10</sup>Ετι και τα ονοματα αυτων ηρωτησαμεν, δια να σοι φανερωσωμεν και γραψωμεν προς σε τα ονοματα των ανδρων των επι κεφαλης αυτων.
<scripture passage="Ezra 5:11" parsed="|Ezra|5|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.11" />
<sup>11</sup>Και απεκριθησαν προς ημας ουτω, λεγοντες, Ημεις ειμεθα οι δουλοι του Θεου του ουρανου και της γης, και οικοδομουμεν τον οικον τον προ πολλων ηδη ετων οικοδομηθεντα, τον οποιον βασιλευς μεγας του Ισραηλ ωκοδομησε και ανηγειρεν·
<scripture passage="Ezra 5:12" parsed="|Ezra|5|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.12" />
<sup>12</sup>αφου ομως οι πατερες ημων παρωργισαν τον Θεον του ουρανου, παρεδωκεν αυτους εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, του Χαλδαιου, και κατεστρεψε τον οικον τουτον και μετωκισε τον λαον εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Ezra 5:13" parsed="|Ezra|5|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.13" />
<sup>13</sup>Πλην εν τω πρωτω ετει Κυρου του βασιλεως της Βαβυλωνος, ο βασιλευς Κυρος εδωκε προσταγην να οικοδομηθη ουτος ο οικος του Θεου.
<scripture passage="Ezra 5:14" parsed="|Ezra|5|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.14" />
<sup>14</sup>Και τα σκευη ετι τα χρυσα και αργυρα του οικου του Θεου, τα οποια ο Ναβουχοδονοσορ ελαβεν εκ του ναου του εν Ιερουσαλημ και εφερεν αυτα εις τον ναον της Βαβυλωνος, ταυτα ο Κυρος ο βασιλευς εσηκωσεν εκ του ναου της Βαβυλωνος, και παρεδοθησαν εις τον ονομαζομενον Σασαβασσαρ, τον οποιον ειχε καμει επαρχον·
<scripture passage="Ezra 5:15" parsed="|Ezra|5|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.15" />
<sup>15</sup>και ειπε προς αυτον, Λαβε τα σκευη ταυτα, υπαγε, φερε αυτα εις τον ναον τον εν Ιερουσαλημ, και ο οικος του Θεου ας οικοδομηθη εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="Ezra 5:16" parsed="|Ezra|5|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ελθων ουτος ο Σασαβασσαρ εθεσε τα θεμελια του οικου του Θεου, του εν Ιερουσαλημ· και απ' εκεινου του χρονου εως της σημερον οικοδομειται και δεν ετελειωσε.
<scripture passage="Ezra 5:17" parsed="|Ezra|5|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.5.17" />
<sup>17</sup>Τωρα λοιπον, εαν φαινηται αρεστον εις τον βασιλεα, ας γεινη ερευνα εν τω θησαυροφυλακιω του βασιλεως τω εν Βαβυλωνι, εαν ηναι αληθινον οτι εξεδοθη διαταγη παρα Κυρου του βασιλεως να οικοδομηθη ο οικος ουτος του Θεου εν Ιερουσαλημ· και ας αποστειλη ο βασιλευς προς ημας την θελησιν αυτου περι τουτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 6" progress="43.31%" prev="Ezra.5" next="Ezra.7" id="Ezra.6">
<h3 id="Ezra.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.6-p1">
<scripture passage="Ezra 6:1" parsed="|Ezra|6|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.1" />
<sup>1</sup>Τοτε Δαρειος ο βασιλευς εξεδωκε διαταγην, και ηρευνησαν εν τοις αρχειοις, οπου κεινται οι θησαυροι εν Βαβυλωνι.
<scripture passage="Ezra 6:2" parsed="|Ezra|6|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.2" />
<sup>2</sup>Και ευρεθη εν Αχμεθα, εν τω παλατιω τω εν τη επαρχια των Μηδων, εις τομος, και ητο εν αυτω υπομνημα γεγραμμενον ουτως·
<scripture passage="Ezra 6:3" parsed="|Ezra|6|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.3" />
<sup>3</sup>Εν τω πρωτω ετει Κυρου του βασιλεως, Κυρος ο βασιλευς εξεδωκε διαταγην περι του οικου του Θεου του εν Ιερουσαλημ, Ας οικοδομηθη ο οικος, ο τοπος εις τον οποιον προσφερονται αι θυσιαι, και ας τεθωσι τα θεμελια αυτου δυνατα· το υψος αυτου εξηκοντα πηχαι, το πλατος αυτου εξηκοντα πηχαι·
<scripture passage="Ezra 6:4" parsed="|Ezra|6|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.4" />
<sup>4</sup>τρεις σειραι μεγαλων λιθων, και μια σειρα ξυλων νεων· και τα αναλωματα ας δοθωσιν εκ του οικου του βασιλεως·
<scripture passage="Ezra 6:5" parsed="|Ezra|6|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.5" />
<sup>5</sup>τα χρυσα ετι και τα αργυρα σκευη του οικου του Θεου, τα οποια ο Ναβουχοδονοσορ ελαβεν εκ του ναου του εν Ιερουσαλημ και εφερεν εις Βαβυλωνα, ας αποδοθωσι και ας επανελθωσιν εις τον ναον τον εν Ιερουσαλημ, εκαστον εις τον τοπον αυτου, και ας τεθωσιν εις τον οικον του Θεου.
<scripture passage="Ezra 6:6" parsed="|Ezra|6|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.6" />
<sup>6</sup>Τωρα λοιπον, Ταθναι, επαρχε των περαν του ποταμου, Σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι σας οι Αφαρσαχαιοι, οι περαν του ποταμου, απομακρυνθητε εκειθεν·
<scripture passage="Ezra 6:7" parsed="|Ezra|6|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.7" />
<sup>7</sup>αφησατε το εργον τουτου του οικου του Θεου· ο επαρχος των Ιουδαιων και οι πρεσβυτεροι των Ιουδαιων ας οικοδομησωσι τον οικον τουτον του Θεου εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="Ezra 6:8" parsed="|Ezra|6|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.8" />
<sup>8</sup>Εξεδοθη ετι απ' εμου διαταγη, τι θελετε καμει εις τους πρεσβυτερους των Ιουδαιων τουτων, δια την οικοδομην τουτου του οικου του Θεου· εκ των υπαρχοντων του βασιλεως, εκ του φορου των περαν του ποταμου, θελουσι δοθη αμεσως αναλωματα εις τους ανθρωπους τουτους, δια να μη εμποδισθωσι.
<scripture passage="Ezra 6:9" parsed="|Ezra|6|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.9" />
<sup>9</sup>Και ουτινος πραγματος εχουσι χρειαν, και μοσχοι και κριοι και προβατα, δια τας ολοκαυτωσεις του Θεου του ουρανου, σιτος, αλας, οινος και ελαιον, κατα την αιτησιν των ιερεων των εν Ιερουσαλημ, ας διδωνται εις αυτους καθ' ημεραν ανευ ελλειψεως,
<scripture passage="Ezra 6:10" parsed="|Ezra|6|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.10" />
<sup>10</sup>δια να προσφερωσι θυσιας εις οσμην ευωδιας προς τον Θεον του ουρανου, και να προσευχωνται υπερ της ζωης του βασιλεως και των υιων αυτου.
<scripture passage="Ezra 6:11" parsed="|Ezra|6|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.11" />
<sup>11</sup>Εξεδοθη ετι παρ' εμου διαταγη περι παντος ανθρωπου, οστις παραλλαξη τον λογον τουτον, να αποσπασθη ξυλον εκ της οικιας αυτου και να στηθη και να κρεμασθη επ' αυτο· η δε οικια αυτου ας γεινη δια τουτο κοπρων.
<scripture passage="Ezra 6:12" parsed="|Ezra|6|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.12" />
<sup>12</sup>Και ο Θεος, οστις κατωκισε το ονομα αυτου εκει, ας εξολοθρευση παντα βασιλεα και λαον, οστις εκτεινη την χειρα αυτου δια να παραλλαξη τι, ωστε να καταστρεψη τουτον τον οικον του Θεου τον εν Ιερουσαλημ. Εγω ο Δαρειος εξεδωκα την διαταγην· ας εκτελεσθη ταχεως.
<scripture passage="Ezra 6:13" parsed="|Ezra|6|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ο Ταθναι, ο επαρχος των εντευθεν του ποταμου, ο Σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι αυτων, κατα τα προσταχθεντα υπο του Δαρειου του βασιλεως, ουτως εκαμον ταχεως.
<scripture passage="Ezra 6:14" parsed="|Ezra|6|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.14" />
<sup>14</sup>Και οι πρεσβυτεροι των Ιουδαιων ωκοδομουν και ευωδουντο, κατα την προφητειαν Αγγαιου του προφητου και Ζαχαριου υιου του Ιδδω. Και ωκοδομησαν και ετελειωσαν, κατα την προσταγην του Θεου του Ισραηλ, και κατα την προσταγην του Κυρου και Δαρειου και Αρταξερξου βασιλεως της Περσιας.
<scripture passage="Ezra 6:15" parsed="|Ezra|6|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.15" />
<sup>15</sup>Και συνετελεσθη ο οικος ουτος την τριτην ημεραν του μηνος Αδαρ, εν τω εκτω ετει της βασιλειας Δαρειου του βασιλεως.
<scripture passage="Ezra 6:16" parsed="|Ezra|6|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.16" />
<sup>16</sup>Και εγκαινιασαν εν ευφροσυνη οι υιοι του Ισραηλ, οι ιερεις και οι Λευιται, και οι λοιποι εκ των υιων της αιχμαλωσιας, τον οικον τουτον του Θεου·
<scripture passage="Ezra 6:17" parsed="|Ezra|6|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.17" />
<sup>17</sup>και προσεφεραν εις τον εγκαινιασμον του οικου τουτου του Θεου εκατον μοσχους, διακοσιους κριους, τετρακοσια αρνια· και δια προσφοραν περι αμαρτιας υπερ παντος του Ισραηλ δωδεκα τραγους, κατα τον αριθμον των φυλων του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezra 6:18" parsed="|Ezra|6|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.18" />
<sup>18</sup>Και εστησαν τους ιερεις εις τας διαιρεσεις αυτων, και τους Λευιτας εις τα υπουργηματα αυτων, δια την υπηρεσιαν του Θεου την εν Ιερουσαλημ, κατα το γεγραμμενον εν τω βιβλιω του Μωυσεως.
<scripture passage="Ezra 6:19" parsed="|Ezra|6|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμον το πασχα οι υιοι της αιχμαλωσιας τη δεκατη τεταρτη του πρωτου μηνος·
<scripture passage="Ezra 6:20" parsed="|Ezra|6|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.20" />
<sup>20</sup>διοτι οι ιερεις και οι Λευιται εκαθαρισθησαν ομου· παντες ησαν κεκαθαρισμενοι, και εσφαξαν το πασχα εις παντας τους υιους της αιχμαλωσιας, και εις τους αδελφους αυτων τους ιερεις, και εις εαυτους.
<scripture passage="Ezra 6:21" parsed="|Ezra|6|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.21" />
<sup>21</sup>Και εφαγον οι υιοι Ισραηλ, οι επιστρεψαντες απο της αιχμαλωσιας, και παντες οι χωρισθεντες προς αυτους απο της ακαθαρσιας των εθνων της γης, δια να εκζητησωσι Κυριον τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezra 6:22" parsed="|Ezra|6|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.6.22" />
<sup>22</sup>Και εκαμον την εορτην των αζυμων επτα ημερας μετ' ευφροσυνης· διοτι ευφρανεν αυτους ο Κυριος, και εστρεψε προς αυτους την καρδιαν του βασιλεως της Ασσυριας, δια να ενισχυση τας χειρας αυτων εις το εργον του οικου του Θεου, του Θεου του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 7" progress="43.41%" prev="Ezra.6" next="Ezra.8" id="Ezra.7">
<h3 id="Ezra.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.7-p1">
<scripture passage="Ezra 7:1" parsed="|Ezra|7|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε τα πραγματα ταυτα, επι της βασιλειας Αρταξερξου βασιλεως της Περσιας, Εσδρας ο υιος του Σεραιου, υιου του Αζαρια, υιου του Χελκια,
<scripture passage="Ezra 7:2" parsed="|Ezra|7|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.2" />
<sup>2</sup>υιου του Σαλλουμ, υιου του Σαδωκ, υιου του Αχιτωβ,
<scripture passage="Ezra 7:3" parsed="|Ezra|7|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.3" />
<sup>3</sup>υιου του Αμαρια, υιου του Αζαρια, υιου του Μεραιωθ,
<scripture passage="Ezra 7:4" parsed="|Ezra|7|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.4" />
<sup>4</sup>υιου του Ζεραια, υιου του Οζι, υιου του Βουκκι,
<scripture passage="Ezra 7:5" parsed="|Ezra|7|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.5" />
<sup>5</sup>υιου του Αβισσουα, υιου του Φινεες, υιου του Ελεαζαρ, υιου του Ααρων του ιερεως του πρωτου,
<scripture passage="Ezra 7:6" parsed="|Ezra|7|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.6" />
<sup>6</sup>ουτος ο Εσδρας ανεβη απο της Βαβυλωνος, ων γραμματευς εμπειρος εις τον νομον του Μωυσεως, τον οποιον εδωκε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· και ο βασιλευς εχαρισεν εις αυτον παντα τα αιτηματα αυτου, κατα την επ' αυτον χειρα Κυριου του Θεου αυτου.
<scripture passage="Ezra 7:7" parsed="|Ezra|7|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.7" />
<sup>7</sup>Ανεβησαν και τινες εκ των υιων Ισραηλ και εκ των ιερεων, και οι Λευιται, και οι ψαλτωδοι και οι πυλωροι και οι Νεθινειμ, εις Ιερουσαλημ, εν τω εβδομω ετει Αρταξερξου του βασιλεως.
<scripture passage="Ezra 7:8" parsed="|Ezra|7|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.8" />
<sup>8</sup>Και ηλθον εις Ιερουσαλημ τον πεμπτον μηνα του εβδομου ετους του βασιλεως.
<scripture passage="Ezra 7:9" parsed="|Ezra|7|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.9" />
<sup>9</sup>Διοτι την πρωτην του πρωτον μηνος ηρχισεν ουτος να αναβαινη απο της Βαβυλωνος, και την πρωτην του πεμπτου μηνος ηλθεν εις Ιερουσαλημ, κατα την επ' αυτον αγαθην χειρα του Θεου αυτου.
<scripture passage="Ezra 7:10" parsed="|Ezra|7|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.10" />
<sup>10</sup>Επειδη ο Εσδρας ειχεν ετοιμασει την καρδιαν αυτου εις το να εκζητη τον νομον του Κυριου, και να εκτελη και να διδασκη εις τον Ισραηλ διαταγματα και κρισεις.
<scripture passage="Ezra 7:11" parsed="|Ezra|7|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.11" />
<sup>11</sup>Τουτο δε ειναι το αντιγραφον της επιστολης, την οποιαν ο βασιλευς Αρταξερξης εδωκεν εις τον Εσδραν τον ιερεα, τον γραμματεα, γραμματεα των λογων των εντολων του Κυριου και των διαταγματων αυτου προς τον Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 7:12" parsed="|Ezra|7|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.12" />
<sup>12</sup>Αρταξερξης, βασιλευς των βασιλεων, προς Εσδραν τον ιερεα, τον γραμματεα του νομου του Θεου του ουρανου, τον τελειον, και τα λοιπα.
<scripture passage="Ezra 7:13" parsed="|Ezra|7|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.13" />
<sup>13</sup>Εξεδοθη παρ' εμου διαταγη, ωστε παντες οι εκ του λαου του Ισραηλ και των ιερεων αυτου και των Λευιτων, οι εν τω βασιλειω μου, οσοι θελουσιν αυτοπροαιρετως να αναβωσιν εις Ιερουσαλημ, να ελθωσι μετα σου.
<scripture passage="Ezra 7:14" parsed="|Ezra|7|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.14" />
<sup>14</sup>Διοτι πεμπεσαι παρα του βασιλεως και των επτα συμβουλων αυτου, δια να επισκεφθης την Ιουδαιαν και Ιερουσαλημ, κατα τον εν τη χειρι σου νομον του Θεου σου·
<scripture passage="Ezra 7:15" parsed="|Ezra|7|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.15" />
<sup>15</sup>και να φερης το αργυριον και το χρυσιον, το οποιον ο βασιλευς και οι συμβουλοι αυτου προσεφεραν αυτοπροαιρετως εις τον Θεον του Ισραηλ, του οποιου το κατοικητηριον ειναι εν Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Ezra 7:16" parsed="|Ezra|7|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.16" />
<sup>16</sup>και απαν το αργυριον και χρυσιον οσον συναξης καθ' ολην την επαρχιαν της Βαβυλωνος, μετα των προαιρετικων προσφορων του λαου και των ιερεων, των προσφεροντων αυτοπροαιρετως δια τον εν Ιερουσαλημ οικον του Θεου αυτων·
<scripture passage="Ezra 7:17" parsed="|Ezra|7|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.17" />
<sup>17</sup>δια ν' αγορασης ταχεως δια του αργυριου τουτου μοσχους, κριους, αρνια, τας εξ αλφιτων προσφορας αυτων και τας σπονδας αυτων, και να προσφερης αυτα επι το θυσιαστηριον του οικου του Θεου σας, το εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 7:18" parsed="|Ezra|7|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.18" />
<sup>18</sup>Και παν ο, τι φανη αρεστον εις σε και εις τους αδελφους σου να καμητε δια του υπολοιπου αργυριου και χρυσιου, τουτο καμετε, κατα το θελημα του Θεου σας.
<scripture passage="Ezra 7:19" parsed="|Ezra|7|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.19" />
<sup>19</sup>Και τα σκευη, τα δοθεντα εις σε δια την υπηρεσιαν του οικου του Θεου σου, παραδος ενωπιον του Θεου της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 7:20" parsed="|Ezra|7|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.20" />
<sup>20</sup>Και ο, τι περιπλεον χρειασθη δια τον οικον του Θεου σου, ο, τι συμβη να εξοδευσης, εξοδευε εκ του βασιλικου θησαυροφυλακιου.
<scripture passage="Ezra 7:21" parsed="|Ezra|7|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.21" />
<sup>21</sup>Και παρ' εμου, εμου του Αρταξερξου βασιλεως, εξεδοθη διαταγη εις παντας τους θησαυροφυλακας τους περαν του ποταμου, παν ο, τι ζητηση παρ' υμων ο Εσδρας ο ιερευς, ο γραμματευς του νομου του Θεου του ουρανου, να γινηται παραυτα,
<scripture passage="Ezra 7:22" parsed="|Ezra|7|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.22" />
<sup>22</sup>εως εκατον ταλαντων αργυριου, και εως εκατον κορων σιτου, και εως εκατον βαθ οινου, και εως εκατον βαθ ελαιου, και αλας απροσδιοριστον,
<scripture passage="Ezra 7:23" parsed="|Ezra|7|23|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.23" />
<sup>23</sup>Παν ο, τι ειναι προστεταγμενον παρα του Θεου του ουρανου, ας γεινη μετα σπουδης δια τον οικον του Θεου του ουρανου· δια να μη ελθη οργη επι την βασιλειαν του βασιλεως και των υιων αυτου.
<scripture passage="Ezra 7:24" parsed="|Ezra|7|24|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.24" />
<sup>24</sup>Ετι γνωστοποιειται εις εσας, οτι εις ουδενα εκ των ιερεων και Λευιτων, ψαλτωδων, θυρωρων, Νεθινειμ και υπηρετων τουτου του οικου του Θεου, δεν θελει εισθαι νομιμον να επιβληθη φορος, τελωνιον η διαγωγιον επ' αυτους.
<scripture passage="Ezra 7:25" parsed="|Ezra|7|25|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.25" />
<sup>25</sup>Και συ, Εσδρα, κατα την εν σοι του Θεου σου σοφιαν, καταστησον κριτας και δικαστας, δια να κρινωσι παντα τον λαον τον περαν του ποταμου, παντας τους ειδοτας τους νομους του Θεου σου· και διδασκετε τους μη ειδοτας.
<scripture passage="Ezra 7:26" parsed="|Ezra|7|26|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.26" />
<sup>26</sup>Και πας οστις δεν καμνει τον νομον του Θεου σου και τον νομον του βασιλεως, ας εκτεληται ταχεως κρισις επ' αυτον, ειτε εις θανατον, ειτε εις εξοριαν, η εις δημευσιν υπαρχοντων, η εις φυλακην.
<scripture passage="Ezra 7:27" parsed="|Ezra|7|27|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.27" />
<sup>27</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος των πατερων ημων, οστις εδωκε τοιαυτα εις την καρδιαν του βασιλεως, δια να δοξαση τον οικον του Κυριου, τον εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezra 7:28" parsed="|Ezra|7|28|0|0" osisRef="Bible:Ezra.7.28" />
<sup>28</sup>και εκαμε να ευρω ελεος ενωπιον του βασιλεως και των συμβουλων αυτου και παντων των αρχοντων του βασιλεως των δυνατων. Και εγω ενισχυθην κατα την επ' εμε χειρα Κυριου του Θεου μου, και συνηγαγον εκ του Ισραηλ αρχοντας δια να συναναβωσι μετ' εμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 8" progress="43.51%" prev="Ezra.7" next="Ezra.9" id="Ezra.8">
<h3 id="Ezra.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.8-p1">
<scripture passage="Ezra 8:1" parsed="|Ezra|8|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ειναι οι αρχηγοι των πατριων αυτων, και η γενεαλογια των συναναβαντων μετ' εμου απο της Βαβυλωνος, επι της βασιλειας Αρταξερξου του βασιλεως.
<scripture passage="Ezra 8:2" parsed="|Ezra|8|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.2" />
<sup>2</sup>Εκ των υιων Φινεες, Γηρσωμ· εκ των υιων Ιθαμαρ, Δανιηλ· εκ των υιων Δαβιδ, Χαττους.
<scripture passage="Ezra 8:3" parsed="|Ezra|8|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.3" />
<sup>3</sup>Εκ των υιων Σεχανια, του εκ των υιων Φαρως, Ζαχαριας· και μετ' αυτου ηριθμηθησαν κατα γενεαλογιαν τα αρσενικα εκατον πεντηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:4" parsed="|Ezra|8|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.4" />
<sup>4</sup>Εκ των υιων του Φααθ-μωαβ, Ελιωηναι ο υιος του Ζεραια, και μετ' αυτου τα αρσενικα διακοσιοι.
<scripture passage="Ezra 8:5" parsed="|Ezra|8|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.5" />
<sup>5</sup>Εκ των υιων Σεχανια, ο υιος του Ιααζιηλ, και μετ' αυτου τα αρσενικα τριακοσιοι.
<scripture passage="Ezra 8:6" parsed="|Ezra|8|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.6" />
<sup>6</sup>Και εκ των υιων Αδιν, Εβεδ ο υιος του Ιωναθαν, και μετ' αυτου τα αρσενικα πεντηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:7" parsed="|Ezra|8|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.7" />
<sup>7</sup>Και εκ των υιων Ελαμ, Ιεσαιας ο υιος του Γοθολια, και μετ' αυτου εβδομηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:8" parsed="|Ezra|8|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.8" />
<sup>8</sup>Και εκ των υιων Σεφατια, Ζεβαδιας ο υιος του Μιχαηλ, και μετ' αυτου τα αρσενικα ογδοηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:9" parsed="|Ezra|8|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.9" />
<sup>9</sup>Εκ των υιων Ιωαβ, Οβαδια ο υιος του Ιεχιηλ, και μετ' αυτου τα αρσενικα διακοσιοι δεκαοκτω.
<scripture passage="Ezra 8:10" parsed="|Ezra|8|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.10" />
<sup>10</sup>Και εκ των υιων του Σελωμειθ, ο υιος του Ιωσιφια, και μετ' αυτου τα αρσενικα εκατον εξηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:11" parsed="|Ezra|8|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.11" />
<sup>11</sup>Και εκ των υιων Βηβαι, Ζαχαριας ο υιος του Βηβαι, και μετ' αυτου τα αρσενικα εικοσιοκτω.
<scripture passage="Ezra 8:12" parsed="|Ezra|8|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.12" />
<sup>12</sup>Και εκ των υιων Αζγαδ, Ιωαναν ο υιος του Ακκαταν, και μετ' αυτου τα αρσενικα εκατον δεκα.
<scripture passage="Ezra 8:13" parsed="|Ezra|8|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.13" />
<sup>13</sup>Και εκ των υιων Αδωνικαμ οι τελευταιοι, και ταυτα τα ονοματα αυτων, Ελιφελετ, Ιειηλ και Σεμαιας, και μετ' αυτων τα αρσενικα εξηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:14" parsed="|Ezra|8|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.14" />
<sup>14</sup>Εκ δε των υιων Βιγουαι, Γουθαι και Ζαββουδ, και μετ' αυτων τα αρσενικα εβδομηκοντα.
<scripture passage="Ezra 8:15" parsed="|Ezra|8|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.15" />
<sup>15</sup>Και συνηθροισα αυτους παρα τον ποταμον, τον ρεοντα προς Ααβα, και εκει κατεσκηνωσαμεν τρεις ημερας· και παρετηρησα μεταξυ του λαου και των ιερεων και δεν ευρηκα εκει ουδενα εκ των υιων του Λευι.
<scripture passage="Ezra 8:16" parsed="|Ezra|8|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.16" />
<sup>16</sup>Τοτε απεστειλα προς τον Ελιεζερ, τον Αριηλ, τον Σεμαιαν και τον Ελναθαν και τον Ιαρειβ και τον Ελναθαν και τον Ναθαν και τον Ζαχαριαν και τον Μεσουλλαμ, τους αρχοντας· και τον Ιωιαριβ, και τον Ελναθαν, συνετους.
<scripture passage="Ezra 8:17" parsed="|Ezra|8|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.17" />
<sup>17</sup>Και εδωκα εις αυτους παραγγελιαν προς τον Ιδδω τον αρχοντα, εν τω τοπω Κασιφια, και εβαλον εις το στομα αυτων λογους δια να λαλησωσι προς τον Ιδδω και τους αδελφους αυτου τους Νεθινειμ, εν τω τοπω Κασιφια, δια να πεμψωσι προς ημας λειτουργους δια τον οικον του Θεου ημων.
<scripture passage="Ezra 8:18" parsed="|Ezra|8|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.18" />
<sup>18</sup>Και κατα την εφ' ημας αγαθην χειρα του Θεου ημων εφεραν προς ημας ανδρα συνετον, εκ των υιων Μααλι, υιου του Λευι, υιου Ισραηλ· και τον Σερεβιαν μετα των υιων αυτου και των αδελφων αυτου, δεκαοκτω·
<scripture passage="Ezra 8:19" parsed="|Ezra|8|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.19" />
<sup>19</sup>και τον Ασαβιαν, και μετ' αυτου τον Ιεσαιαν εκ των υιων Μεραρι, τους αδελφους αυτου και τους υιους αυτων, εικοσι·
<scripture passage="Ezra 8:20" parsed="|Ezra|8|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.20" />
<sup>20</sup>και εκ των Νεθινειμ, τους οποιους ο Δαβιδ και οι αρχοντες διωρισαν δια την υπηρεσιαν των Λευιτων, διακοσιους εικοσι Νεθινειμ· παντες ουτοι ησαν σεσημειωμενοι κατ' ονομα.
<scripture passage="Ezra 8:21" parsed="|Ezra|8|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.21" />
<sup>21</sup>Τοτε εκηρυξα εκει νηστειαν παρα τον ποταμον Ααβα, οπως ταπεινωθεντες ενωπιον του Θεου ημων, ζητησωμεν παρ' αυτου ευθειαν οδον δια ημας και δια τα τεκνα ημων και δια παντα τα υπαρχοντα ημων.
<scripture passage="Ezra 8:22" parsed="|Ezra|8|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ησχυνθην να ζητησω παρα του βασιλεως δυναμιν και ιππεις δια να βοηθησωσιν ημας εναντιον του εχθρου καθ' οδον· επειδη ειχομεν ειπει προς τον βασιλεα, λεγοντες, Η χειρ του Θεου ημων ειναι προς αγαθον επι παντας τους ζητουντας αυτον· το δε κρατος αυτου και η οργη αυτου επι παντας τους εγκαταλειποντας αυτον.
<scripture passage="Ezra 8:23" parsed="|Ezra|8|23|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.23" />
<sup>23</sup>Ενηστευσαμεν λοιπον και ικετευσαμεν τον Θεον ημων περι τουτου· και εγεινεν ιλεως προς ημας.
<scripture passage="Ezra 8:24" parsed="|Ezra|8|24|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.24" />
<sup>24</sup>Τοτε εχωρισα δωδεκα εκ των αρχοντων των ιερεων, τον Σερεβιαν, τον Ασαβιαν και μετ' αυτων δεκα εκ των αδελφων αυτων.
<scripture passage="Ezra 8:25" parsed="|Ezra|8|25|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.25" />
<sup>25</sup>Και εζυγισα εις αυτους το αργυριον και το χρυσιον και τα σκευη, την προσφοραν του οικου του Θεου ημων, την οποιαν προσεφεραν ο βασιλευς και οι συμβουλοι αυτου και οι αρχοντες αυτου και πας ο παρευρεθεις Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 8:26" parsed="|Ezra|8|26|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.26" />
<sup>26</sup>εζυγισα λοιπον και παρεδωκα εις την χειρα αυτων εξακοσια πεντηκοντα ταλαντα αργυριου, και σκευη αργυρα εκατον ταλαντων, και εκατον ταλαντα χρυσιου·
<scripture passage="Ezra 8:27" parsed="|Ezra|8|27|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.27" />
<sup>27</sup>και εικοσι φιαλας χρυσας, χιλιων δραχμων, και δυο σκευη εκ χαλκου στιλβοντος καλου, πολυτιμα ως χρυσιον.
<scripture passage="Ezra 8:28" parsed="|Ezra|8|28|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.28" />
<sup>28</sup>Και ειπον προς αυτους, Σεις εισθε αγιοι εις τον Κυριον, και τα σκευη αγια· και το αργυριον και το χρυσιον αυτοπροαιρετος προσφορα εις Κυριον τον Θεον των πατερων σας.
<scripture passage="Ezra 8:29" parsed="|Ezra|8|29|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.29" />
<sup>29</sup>Προσεχετε και φυλαττετε αυτα, εωσου ζυγισητε εμπροσθεν των αρχοντων των ιερεων και των Λευιτων και των αρχοντων των πατριων του Ισραηλ, εν Ιερουσαλημ, εντος των οικηματων του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Ezra 8:30" parsed="|Ezra|8|30|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.30" />
<sup>30</sup>Και παρελαβον οι ιερεις και οι Λευιται το βαρος του αργυριου και του χρυσιου και τα σκευη, δια να φερωσιν αυτα εις Ιερουσαλημ, προς τον οικον του Θεου ημων.
<scripture passage="Ezra 8:31" parsed="|Ezra|8|31|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.31" />
<sup>31</sup>Και εσηκωθημεν απο του ποταμου Ααβα την δωδεκατην του πρωτου μηνος, δια να υπαγωμεν εις Ιερουσαλημ· και η χειρ του Θεου ημων ητο εφ' ημας, και ηλευθερωσεν ημας εκ χειρος εχθρου και ενεδρευοντος εν τη οδω.
<scripture passage="Ezra 8:32" parsed="|Ezra|8|32|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.32" />
<sup>32</sup>Και ηλθομεν εις Ιερουσαλημ· και εκαθησαμεν εκει τρεις ημερας.
<scripture passage="Ezra 8:33" parsed="|Ezra|8|33|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.33" />
<sup>33</sup>Την τεταρτην δε ημεραν εζυγισθη το αργυριον και το χρυσιον και τα σκευη, εν τω οικω του Θεου ημων, και παρεδοθη δια χειρος του Μερημωθ υιου του Ουρια του ιερεως· και μετ' αυτου ητο Ελεαζαρ ο υιος του Φινεες· και μετ' αυτων Ιωζαβαδ, ο υιος του Ιησου, και Νωαδιας ο υιος του Βιννουι, οι Λευιται·
<scripture passage="Ezra 8:34" parsed="|Ezra|8|34|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.34" />
<sup>34</sup>κατα αριθμον και κατα βαρος τα παντα· και απαν το βαρος εγραφη εν τη ωρα εκεινη.
<scripture passage="Ezra 8:35" parsed="|Ezra|8|35|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.35" />
<sup>35</sup>Οι υιοι της μετοικεσιας, οι ελθοντες απο της αιχμαλωσιας, προσεφεραν ολοκαυτωματα προς τον θεον του Ισραηλ, δωδεκα μοσχους υπερ παντος του Ισραηλ, ενενηκοντα εξ κριους, εβδομηκοντα επτα αρνια, δωδεκα τραγους περι αμαρτιας, τα παντα ολοκαυτωμα εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ezra 8:36" parsed="|Ezra|8|36|0|0" osisRef="Bible:Ezra.8.36" />
<sup>36</sup>Και παρεδωκαν τα προσταγματα του βασιλεως εις τους σατραπας του βασιλεως και εις τους επαρχους τους περαν του ποταμου· και ουτοι εβοηθησαν τον λαον και τον οικον του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 9" progress="43.64%" prev="Ezra.8" next="Ezra.10" id="Ezra.9">
<h3 id="Ezra.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.9-p1">
<scripture passage="Ezra 9:1" parsed="|Ezra|9|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.1" />
<sup>1</sup>Και αφου ετελεσθησαν ταυτα, προσηλθον προς εμε οι αρχοντες, λεγοντες, Ο λαος του Ισραηλ και οι ιερεις και οι Λευιται, δεν εχωρισθησαν απο του λαου των τοπων τουτων, και πραττουσι κατα τα βδελυγματα αυτων, των Χαναναιων, των Χετταιων, των Φερεζαιων, των Ιεβουσαιων, των Αμμωνιτων, των Μωαβιτων, των Αιγυπτιων και των Αμορραιων·
<scripture passage="Ezra 9:2" parsed="|Ezra|9|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.2" />
<sup>2</sup>διοτι ελαβον εκ των θυγατερων αυτων εις εαυτους και εις τους υιους αυτων· ωστε το σπερμα το αγιον συνεμιχθη μετα του λαου των τοπων· και η χειρ των αρχοντων και των προεστωτων ητο πρωτη εις την παραβασιν ταυτην.
<scripture passage="Ezra 9:3" parsed="|Ezra|9|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.3" />
<sup>3</sup>Και ως ηκουσα το πραγμα τουτο, διεσχισα το ιματιον μου και το επενδυμα μου, και ανεσπασα τας τριχας της κεφαλης μου και του πωγωνος μου, και εκαθημην εκστατικος.
<scripture passage="Ezra 9:4" parsed="|Ezra|9|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.4" />
<sup>4</sup>Τοτε συνηχθησαν προς εμε παντες οι τρεμοντες εις τους λογους του Θεου του Ισραηλ, δια την παραβασιν των μετοικισθεντων· και εκαθημην εκστατικος εως της εσπερινης προσφορας.
<scripture passage="Ezra 9:5" parsed="|Ezra|9|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.5" />
<sup>5</sup>Και εν τη εσπερινη προσφορα εσηκωθην απο της ταπεινωσεως μου, και διασχισας το ιματιον μου και το επενδυμα μου, εκλινα επι τα γονατα μου και εξετεινα τας χειρας μου προς Κυριον τον Θεον μου,
<scripture passage="Ezra 9:6" parsed="|Ezra|9|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.6" />
<sup>6</sup>και ειπον, Θεε μου, αισχυνομαι και ερυθριω να υψωσω το προσωπον μου προς σε, Θεε μου· διοτι αι ανομιαι ημων ηυξηνθησαν υπερανω της κεφαλης, και αι παραβασεις ημων εμεγαλυνθησαν εως των ουρανων.
<scripture passage="Ezra 9:7" parsed="|Ezra|9|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.7" />
<sup>7</sup>Απο των ημερων των πατερων ημων ημεθα εν παραβασει μεγαλη μεχρι της ημερας ταυτης· και δια τας ανομιας ημων παρεδοθημεν, ημεις, οι βασιλεις ημων, οι ιερεις ημων, εις την χειρα των βασιλεων των τοπων, εις μαχαιραν, εις αιχμαλωσιαν και εις διαρπαγην και εις αισχυνην προσωπου, ως ειναι την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Ezra 9:8" parsed="|Ezra|9|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.8" />
<sup>8</sup>Και τωρα ως εν μια στιγμη εγεινεν ελεος παρα Κυριου του Θεου ημων, ωστε να διασωθη εις ημας υπολοιπον, και να δοθη εις ημας στερεωσις εν τω αγιω αυτου τοπω, δια να φωτιζη ο Θεος ημων τους οφθαλμους ημων, και να δωση εις ημας μικραν αναψυχην εν τη δουλεια ημων.
<scripture passage="Ezra 9:9" parsed="|Ezra|9|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.9" />
<sup>9</sup>Διοτι δουλοι ημεθα· και εν τη δουλεια ημων δεν εγκατελιπεν ημας ο Θεος ημων, αλλ' ηυδοκησε να ευρωμεν ελεος ενωπιον των βασιλεων της Περσιας, ωστε να δωση εις ημας αναψυχην, δια να ανεγειρωμεν τον οικον του Θεου ημων και να ανορθωσωμεν τας ερημωσεις αυτου, και να δωση εις ημας περιτειχισμα εν Ιουδα και εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezra 9:10" parsed="|Ezra|9|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.10" />
<sup>10</sup>Αλλα τωρα, Θεε ημων, τι θελομεν ειπει μετα ταυτα; διοτι εγκατελιπομεν τα προσταγματα σου,
<scripture passage="Ezra 9:11" parsed="|Ezra|9|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.11" />
<sup>11</sup>τα οποια προσεταξας δια χειρος των δουλων σου των προφητων, λεγων, Η γη, εις την οποιαν εισερχεσθε δια να κληρονομησητε αυτην, ειναι γη μεμολυσμενη με τον μολυσμον των λαων των τοπων, με τα βδελυγματα αυτων, οιτινες εγεμισαν αυτην, απ' ακρου εως ακρου, απο των ακαθαρσιων αυτων.
<scripture passage="Ezra 9:12" parsed="|Ezra|9|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.12" />
<sup>12</sup>Τωρα λοιπον τας θυγατερας σας μη διδετε εις τους υιους αυτων, και τας θυγατερας αυτων μη λαμβανετε εις τους υιους σας, και μη ζητειτε ποτε την ειρηνην αυτων η την ευτυχιαν αυτων, δια να κραταιωθητε και να τρωγητε τα αγαθα της γης, και να αφησητε αυτην κληρονομιαν εις τους υιους σας δια παντος.
<scripture passage="Ezra 9:13" parsed="|Ezra|9|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.13" />
<sup>13</sup>Και μετα παντα τα επελθοντα εφ' ημας ενεκα των πραξεων των πονηρων ημων, και της παραβασεως ημων της μεγαλης, αφου συ, Θεε ημων, εκρατηθης κατω της αξιας των ανομιων ημων, και εδωκας εις ημας ελευθερωσιν τοιαυτην,
<scripture passage="Ezra 9:14" parsed="|Ezra|9|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.14" />
<sup>14</sup>πρεπει ημεις να αθετησωμεν παλιν τα προσταγματα σου, και να συμπενθερευσωμεν με τον λαον των βδελυγματων τουτων; δεν ηθελες οργισθη καθ' ημων, εωσου συντελεσης ημας, ωστε να μη μεινη υπολοιπον η σεσωσμενον;
<scripture passage="Ezra 9:15" parsed="|Ezra|9|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.9.15" />
<sup>15</sup>Κυριε Θεε του Ισραηλ, δικαιος εισαι διοτι εμειναμεν σεσωσμενοι, ως την ημεραν ταυτην· ιδου, ενωπιον σου ειμεθα με τας παραβασεις ημων διοτι δεν ητο δυνατον ενεκα τουτων να σταθωμεν ενωπιον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezra 10" progress="43.72%" prev="Ezra.9" next="Neh" id="Ezra.10">
<h3 id="Ezra.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Ezra.10-p1">
<scripture passage="Ezra 10:1" parsed="|Ezra|10|1|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.1" />
<sup>1</sup>Ενω δε ο Εσδρας προσηυχετο και εξωμολογειτο, κλαιων και πεπτωκως εμπροσθεν του οικου του Θεου, συνηχθη προς αυτον εκ του Ισραηλ συναξις μεγαλη σφοδρα, ανδρες και γυναικες και παιδια· διοτι εκλαιεν ο λαος κλαυθμον μεγαν.
<scripture passage="Ezra 10:2" parsed="|Ezra|10|2|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.2" />
<sup>2</sup>Και απεκριθη Σεχανιας ο υιος του Ιεχιηλ, εκ των υιων Ελαμ, και ειπε προς τον Εσδραν, Ημεις ηνομησαμεν εις τον Θεον ημων και ελαβομεν ξενας γυναικας εκ των λαων της γης· πλην τωρα ειναι ελπις εις τον Ισραηλ περι τουτου·
<scripture passage="Ezra 10:3" parsed="|Ezra|10|3|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.3" />
<sup>3</sup>οθεν ας καμωμεν τωρα διαθηκην προς τον Θεον ημων, να αποβαλωμεν πασας τας γυναικας και τα γεννηθεντα εξ αυτων, κατα την συμβουλην του κυριου μου και των οσοι τρεμουσιν εις την εντολην του Θεου ημων· και ας γεινη κατα τον νομον·
<scripture passage="Ezra 10:4" parsed="|Ezra|10|4|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.4" />
<sup>4</sup>εγερθητι διοτι το πραγμα ανηκει εις σε· και ημεις ειμεθα μετα σου· ανδριζου και πραττε.
<scripture passage="Ezra 10:5" parsed="|Ezra|10|5|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εγερθεις ο Εσδρας, ωρκισε τους αρχοντας των ιερεων, των Λευιτων και παντος του Ισραηλ, οτι θελουσι καμει κατα τον λογον τουτον. Και ωρκισθησαν.
<scripture passage="Ezra 10:6" parsed="|Ezra|10|6|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.6" />
<sup>6</sup>Και σηκωθεις ο Εσδρας απ' εμπροσθεν του οικου του Θεου, υπηγεν εις το οικημα του Ιωαναν υιου του Ελιασειβ· και οτε ηλθεν εκει, αρτον δεν εφαγεν και υδωρ δεν επιε· διοτι ητο εις πενθος δια την παραβασιν των μετοικισθεντων.
<scripture passage="Ezra 10:7" parsed="|Ezra|10|7|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.7" />
<sup>7</sup>Και διεκηρυξαν κατα την Ιουδαιαν και Ιερουσαλημ προς παντας τους υιους της μετοικεσιας, να συναχθωσιν εις Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezra 10:8" parsed="|Ezra|10|8|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.8" />
<sup>8</sup>και πας οστις δεν ελθη εντος τριων ημερων, κατα την βουλην των αρχοντων και πρεσβυτερων, θελει γεινει αναθεμα πασα η περιουσια αυτου, και αυτος θελει χωρισθη απο της συναξεως των μετοικισθεντων.
<scripture passage="Ezra 10:9" parsed="|Ezra|10|9|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.9" />
<sup>9</sup>Και συνηχθησαν παντες οι ανδρες Ιουδα και Βενιαμιν εις Ιερουσαλημ εντος τριων ημερων. Ητο ο ενατος μην και η εικοστη του μηνος· και πας ο λαος εκαθησεν εν τη πλατεια του οικου του Θεου, τρεμων δια το πραγμα και δια την μεγαλην βροχην.
<scripture passage="Ezra 10:10" parsed="|Ezra|10|10|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.10" />
<sup>10</sup>Και εγερθεις ο Εσδρας ο ιερευς, ειπε προς αυτους, Σεις ηνομησατε και ελαβετε γυναικας ξενας, δια να επιπροσθεσητε εις την παραβασιν του Ισραηλ·
<scripture passage="Ezra 10:11" parsed="|Ezra|10|11|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.11" />
<sup>11</sup>τωρα λοιπον εξομολογηθητε προς Κυριον τον Θεον των πατερων σας και καμετε το θελημα αυτου· και χωρισθητε απο των λαων της γης και απο των ξενων γυναικων.
<scripture passage="Ezra 10:12" parsed="|Ezra|10|12|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.12" />
<sup>12</sup>Και απεκριθη πασα η συναξις και ειπον μετα φωνης μεγαλης, Καθως ελαλησας προς ημας, ουτω να καμωμεν·
<scripture passage="Ezra 10:13" parsed="|Ezra|10|13|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.13" />
<sup>13</sup>ο λαος ομως ειναι πολυς και ο καιρος πολυ βροχερος, και δεν δυναμεθα να στεκωμεθα εξω, και το εργον δεν ειναι μιας ημερας ουδε δυο· διοτι ειμεθα πολλοι οι αμαρτησαντες εις τουτο το πραγμα·
<scripture passage="Ezra 10:14" parsed="|Ezra|10|14|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.14" />
<sup>14</sup>ας διορισθωσι τωρα αρχοντες ημων εν ολη τη συναξει, και ας ελθωσι καθ' ωρισμενους καιρους παντες οι λαβοντες ξενας γυναικας εις τας πολεις ημων, και μετ' αυτων οι πρεσβυτεροι εκαστης πολεως και οι κριται αυτης, εωσου η φλογερα οργη του Θεου ημων δια το πραγμα τουτο αποστραφη αφ' ημων.
<scripture passage="Ezra 10:15" parsed="|Ezra|10|15|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.15" />
<sup>15</sup>Διωρισθησαν λοιπον εις τουτο Ιωναθαν ο υιος του Ασαηλ, και Ιααζιας ο υιος του Τικβα· ο δε Μεσουλλαμ και ο Σαββεθαι, οι Λευιται, ησαν βοηθοι αυτων.
<scripture passage="Ezra 10:16" parsed="|Ezra|10|16|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμον ουτως οι υιοι της μετοικεσιας. Και ο Εσδρας ο ιερευς και αρχοντες τινες των πατριων, κατα τους πατρικους οικους αυτων, και ουτοι παντες κατ' ονομα, εχωρισθησαν και εκαθησαν την πρωτην ημεραν του δεκατου μηνος δια να εξετασωσι την υποθεσιν.
<scripture passage="Ezra 10:17" parsed="|Ezra|10|17|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.17" />
<sup>17</sup>Και ετελειωσαν με παντας τους ανδρας, τους λαβοντας ξενας γυναικας, εως της πρωτης ημερας του πρωτου μηνος.
<scripture passage="Ezra 10:18" parsed="|Ezra|10|18|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.18" />
<sup>18</sup>Και μεταξυ των υιων των ιερεων ευρεθησαν οι λαβοντες ξενας γυναικας, εκ των υιων του Ιησου υιου του Ιωσεδεκ και των αδελφων αυτου, ο Μαασιας και ο Ελιεζερ, και ο Ιαρειβ και ο Γεδαλιας.
<scripture passage="Ezra 10:19" parsed="|Ezra|10|19|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.19" />
<sup>19</sup>Και εδωκαν τας χειρας αυτων, οτι θελουσιν αποβαλει τας γυναικας αυτων· και ως ενοχοι, προσεφεραν κριον εκ του ποιμνιου δια την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Ezra 10:20" parsed="|Ezra|10|20|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.20" />
<sup>20</sup>Και εκ των υιων του Ιμμηρ, Ανανι και Ζεβαδιας.
<scripture passage="Ezra 10:21" parsed="|Ezra|10|21|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.21" />
<sup>21</sup>Και εκ των υιων του Χαρημ, Μαασιας και Ηλιας και Σεμαιας και Ιεχιηλ και Οζιας.
<scripture passage="Ezra 10:22" parsed="|Ezra|10|22|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.22" />
<sup>22</sup>Και εκ των υιων του Πασχωρ, Ελιωηναι, Μαασιας, Ισμαηλ, Ναθαναηλ, Ιωζαβαδ και Ελασα.
<scripture passage="Ezra 10:23" parsed="|Ezra|10|23|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.23" />
<sup>23</sup>Εκ δε των Λευιτων, Ιωζαβαδ και Σιμει και Κελαιας, ουτος ειναι ο Κελιτα, Πεθαια, Ιουδας και Ελιεζερ.
<scripture passage="Ezra 10:24" parsed="|Ezra|10|24|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.24" />
<sup>24</sup>Και εκ των ψαλτωδων, Ελιασειβ· και εκ των θυρωρων, Σαλλουμ και Τελεμ και Ουρει.
<scripture passage="Ezra 10:25" parsed="|Ezra|10|25|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.25" />
<sup>25</sup>Εκ δε του Ισραηλ, εκ των υιων Φαρως, Ραμιας και Ιεζιας και Μαλχιας και Μιαμειν και Ελεαζαρ και Μαλχιας και Βεναιας.
<scripture passage="Ezra 10:26" parsed="|Ezra|10|26|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.26" />
<sup>26</sup>Και εκ των υιων Ελαμ, Ματθανιας, Ζαχαριας και Ιεχιηλ και Αβδι και Ιερεμωθ και Ηλια.
<scripture passage="Ezra 10:27" parsed="|Ezra|10|27|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.27" />
<sup>27</sup>Και εκ των υιων Ζατθου, Ελιωηναι, Ελιασειβ, Ματθανιας και Ιερεμωθ και Ζαβαδ και Αζιζα.
<scripture passage="Ezra 10:28" parsed="|Ezra|10|28|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.28" />
<sup>28</sup>Εκ δε των υιων Βηβαι, Ιωαναν, Ανανιας, Ζαββαι και Αθλαι.
<scripture passage="Ezra 10:29" parsed="|Ezra|10|29|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.29" />
<sup>29</sup>Και εκ των υιων Βανι, Μεσουλλαμ, Μαλλουχ και Αδαιας, Ιασουβ και Σεαλ και Ραμωθ.
<scripture passage="Ezra 10:30" parsed="|Ezra|10|30|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.30" />
<sup>30</sup>Και εκ των υιων Φααθ-μωαβ, Αδνα και Χελαλ, Βεναιας, Μαασιας, Ματθανιας, Βεζελεηλ και Βιννουι και Μανασσης.
<scripture passage="Ezra 10:31" parsed="|Ezra|10|31|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.31" />
<sup>31</sup>Και εκ των υιων Χαρημ, Ελιεζερ, Ιεσιας, Μαλχιας, Σεμαιας και Συμεων,
<scripture passage="Ezra 10:32" parsed="|Ezra|10|32|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.32" />
<sup>32</sup>Βενιαμιν, Μαλλουχ και Σεμαριας.
<scripture passage="Ezra 10:33" parsed="|Ezra|10|33|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.33" />
<sup>33</sup>Εκ των υιων Ασουμ, Ματθεναι, Ματταθα, Ζαβαδ, Ελιφελετ, Ιερεμαι, Μανασσης και Σιμει.
<scripture passage="Ezra 10:34" parsed="|Ezra|10|34|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.34" />
<sup>34</sup>Εκ των υιων Βανι, Μααδαιας, Αμραμ και Ουηλ,
<scripture passage="Ezra 10:35" parsed="|Ezra|10|35|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.35" />
<sup>35</sup>Βεναιας, Βεδειας, Χελλου,
<scripture passage="Ezra 10:36" parsed="|Ezra|10|36|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.36" />
<sup>36</sup>Βανιας, Μερημωθ, Ελιασειβ,
<scripture passage="Ezra 10:37" parsed="|Ezra|10|37|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.37" />
<sup>37</sup>Ματθανιας, Ματθεναι και Ιαασω
<scripture passage="Ezra 10:38" parsed="|Ezra|10|38|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.38" />
<sup>38</sup>και Βανι και Βιννουι, Σιμει,
<scripture passage="Ezra 10:39" parsed="|Ezra|10|39|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.39" />
<sup>39</sup>και Σελεμιας και Ναθαν και Αδαιας,
<scripture passage="Ezra 10:40" parsed="|Ezra|10|40|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.40" />
<sup>40</sup>Μαχναδεβαι, Σασαι, Σαραι,
<scripture passage="Ezra 10:41" parsed="|Ezra|10|41|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.41" />
<sup>41</sup>Αζαρεηλ και Σελεμιας, Σεμαριας,
<scripture passage="Ezra 10:42" parsed="|Ezra|10|42|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.42" />
<sup>42</sup>Σαλλουμ, Αμαριας και Ιωσηφ.
<scripture passage="Ezra 10:43" parsed="|Ezra|10|43|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.43" />
<sup>43</sup>Εκ των υιων Νεβω, Ιειηλ, Ματταθιας, Ζαβαδ, Ζεβινα, Ιαδαυ και Ιωηλ και Βεναιας.
<scripture passage="Ezra 10:44" parsed="|Ezra|10|44|0|0" osisRef="Bible:Ezra.10.44" />
<sup>44</sup>Παντες ουτοι ειχον λαβει ξενας γυναικας· και τινες εξ αυτων γυναικας, εξ ων ετεκνοποιησαν.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Nehemiah" progress="43.84%" prev="Ezra.10" next="Neh.1" id="Neh">
<h2 id="Neh-p0.1">Nehemiah</h2>

<div3 title="Nehemiah 1" progress="43.84%" prev="Neh" next="Neh.2" id="Neh.1">
<h3 id="Neh.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Neh.1-p1">
<scripture passage="Neh 1:1" parsed="|Neh|1|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.1" />
<sup>1</sup>Λογοι Νεεμια υιου του Αχαλια. Και εν τω μηνι Χισλευ, εν τω εικοστω ετει, οτε ημην εν Σουσοις τη βασιλευουση,
<scripture passage="Neh 1:2" parsed="|Neh|1|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.2" />
<sup>2</sup>ο Ανανι, εις εκ των αδελφων μου, ηλθεν, αυτος και τινες εκ του Ιουδα, και ηρωτησα αυτους περι των διασωθεντων Ιουδαιων, οιτινες εναπελειφθησαν εκ της αιχμαλωσιας, και περι Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Neh 1:3" parsed="|Neh|1|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον προς εμε, Οι υπολοιποι, οι εναπολειφθεντες εκ της αιχμαλωσιας εκει εν τη επαρχια, ειναι εν θλιψει μεγαλη, και ονειδισμω· και το τειχος της Ιερουσαλημ καθηρεθη, και αι πυλαι αυτης κατεκαυθησαν εν πυρι.
<scripture passage="Neh 1:4" parsed="|Neh|1|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.4" />
<sup>4</sup>Και οτε ηκουσα τους λογους τουτους, εκαθησα και εκλαυσα και επενθησα ημερας και ενηστευον, και προσηυχομην ενωπιον του Θεου του ουρανου,
<scripture passage="Neh 1:5" parsed="|Neh|1|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.5" />
<sup>5</sup>και ειπα, Δεομαι, Κυριε, Θεε του ουρανου, ο μεγας και φοβερος Θεος, ο φυλαττων την διαθηκην και το ελεος προς τους αγαπωντας αυτον και τηρουντας τας εντολας αυτου,
<scripture passage="Neh 1:6" parsed="|Neh|1|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.6" />
<sup>6</sup>ας ηναι τωρα το ους σου προσεκτικον και οι οφθαλμοι σου ανεωγμενοι, δια να ακουσης την προσευχην του δουλου σου, την οποιαν ηδη προσευχομαι ενωπιον σου ημεραν και νυκτα υπερ των υιων Ισραηλ των δουλων σου, και εξομολογουμαι τα αμαρτηματα των υιων Ισραηλ, τα οποια ημαρτησαμεν εις σε· και εγω και ο οικος του πατρος μου ημαρτησαμεν.
<scripture passage="Neh 1:7" parsed="|Neh|1|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.7" />
<sup>7</sup>Ολως διεφθαρημεν ενωπιον σου, και δεν εφυλαξαμεν τας εντολας και τα διαταγματα και τας κρισεις, τας οποιας προσεταξας εις τον δουλον σου τον Μωυσην.
<scripture passage="Neh 1:8" parsed="|Neh|1|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.8" />
<sup>8</sup>Ενθυμηθητι, δεομαι, τον λογον, τον οποιον προσεταξας εις τον δουλον σου τον Μωυσην, λεγων, Εαν γεινητε παραβαται, εγω θελω σας διασκορπισει μεταξυ των εθνων·
<scripture passage="Neh 1:9" parsed="|Neh|1|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.9" />
<sup>9</sup>αλλ' εαν επιστρεψητε προς εμε και φυλαξητε τας εντολας μου και εκτελητε αυτας, και αν ηναι απο σας απερριμμενοι εως των εσχατων του ουρανου, και εκειθεν θελω συναξει αυτους και θελω φερει αυτους εις τον τοπον, τον οποιον εξελεξα δια να κατοικισω το ονομα μου εκει.
<scripture passage="Neh 1:10" parsed="|Neh|1|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.10" />
<sup>10</sup>Ουτοι δε ειναι δουλοι σου και λαος σου, τους οποιους ελυτρωσας δια της δυναμεως σου της μεγαλης και δια της χειρος σου της κραταιας.
<scripture passage="Neh 1:11" parsed="|Neh|1|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.1.11" />
<sup>11</sup>Δεομαι, Κυριε, ας ηναι ηδη το ους σου προσεκτικον εις την προσευχην του δουλου σου και εις την προσευχην των δουλων σου, των θελοντων να φοβωνται το ονομα σου· και ευοδωσον, δεομαι, τον δουλον σου την ημεραν ταυτην, και χαρισον εις αυτον ελεος ενωπιον του ανδρος τουτου. Διοτι εγω ημην οινοχοος του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 2" progress="43.89%" prev="Neh.1" next="Neh.3" id="Neh.2">
<h3 id="Neh.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Neh.2-p1">
<scripture passage="Neh 2:1" parsed="|Neh|2|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω μηνι Νισαν, εν τω εικοστω ετει Αρταξερξου του βασιλεως, ητο οινος εμπροσθεν αυτου· και λαβων τον οινον, εδωκα εις τον βασιλεα. Ποτε δε δεν ειχον σκυθρωπασει ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Neh 2:2" parsed="|Neh|2|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.2" />
<sup>2</sup>Οθεν ο βασιλευς ειπε προς εμε, Δια τι το προσωπον σου ειναι σκυθρωπον, ενω συ αρρωστος δεν εισαι; τουτο δεν ειναι ειμη λυπη καρδιας. Τοτε εφοβηθην πολυ σφοδρα.
<scripture passage="Neh 2:3" parsed="|Neh|2|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.3" />
<sup>3</sup>Και ειπα προς τον βασιλεα, Ζητω ο βασιλευς εις τον αιωνα· δια τι το προσωπον μου να μη ηναι σκυθρωπον, ενω η πολις, ο τοπος των ταφων των πατερων μου, κειται ηρημωμενος, και αι πυλαι αυτης κατηναλωμεναι υπο του πυρος;
<scripture passage="Neh 2:4" parsed="|Neh|2|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.4" />
<sup>4</sup>Τοτε ο βασιλευς ειπε προς εμε, Περι τινος καμνεις συ αιτησιν; Και προσηυχηθην εις τον Θεον του ουρανου.
<scripture passage="Neh 2:5" parsed="|Neh|2|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.5" />
<sup>5</sup>Και ειπα προς τον βασιλεα, Εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, και εαν ο δουλος σου ευρηκε χαριν ενωπιον σου, να με πεμψης εις τον Ιουδαν, εις την πολιν των ταφων των πατερων μου, και να ανοικοδομησω αυτην.
<scripture passage="Neh 2:6" parsed="|Neh|2|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς εμε, καθημενης πλησιον αυτου της βασιλισσης, Ποσον μακρα θελει εισθαι η πορεια σου; και ποτε θελεις επιστρεψει; Και ευηρεστηθη ο βασιλευς και με επεμψε· και εδωκα εις αυτον προθεσμιαν.
<scripture passage="Neh 2:7" parsed="|Neh|2|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.7" />
<sup>7</sup>Και ειπα προς τον βασιλεα, Εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας μοι δοθωσιν επιστολαι προς τους περαν του ποταμου επαρχους, δια να με συμπαραπεμψωσιν, εωσου ελθω εις τον Ιουδαν·
<scripture passage="Neh 2:8" parsed="|Neh|2|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.8" />
<sup>8</sup>και επιστολη προς τον Ασαφ τον φυλακα του βασιλικου δασους, δια να μοι δωση ξυλα να κατασκευασω τας πυλας του φρουριου του ναου και το τειχος της πολεως και τον οικον, εις τον οποιον θελω εισελθει. Και εχαρισεν ο βασιλευς εις εμε παντα, κατα την επ' εμε αγαθην χειρα του Θεου μου.
<scripture passage="Neh 2:9" parsed="|Neh|2|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.9" />
<sup>9</sup>Ηλθον λοιπον προς τους περαν του ποταμου επαρχους και εδωκα εις αυτους τας επιστολας του βασιλεως. Ειχε δε αποστειλει ο βασιλευς αρχηγους δυναμεως και ιππεις μετ' εμου.
<scripture passage="Neh 2:10" parsed="|Neh|2|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.10" />
<sup>10</sup>Οτε δε Σαναβαλλατ ο Ορωνιτης και Τωβιας ο δουλος, ο Αμμωνιτης, ηκουσαν, ελυπηθησαν καθ' υπερβολην οτι ηλθεν ανθρωπος να ζητηση το καλον των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Neh 2:11" parsed="|Neh|2|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.11" />
<sup>11</sup>Και ηλθον εις Ιερουσαλημ και ημην εκει τρεις ημερας.
<scripture passage="Neh 2:12" parsed="|Neh|2|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.12" />
<sup>12</sup>Και εσηκωθην την νυκτα, εγω και ολιγοι τινες μετ' εμου· και δεν εφανερωσα εις ουδενα τι ειχε βαλει ο Θεος μου εν τη καρδια μου να καμω εις την Ιερουσαλημ· και αλλο κτηνος δεν ητο μετ' εμου, ειμη το κτηνος επι του οποιου εκαθημην.
<scripture passage="Neh 2:13" parsed="|Neh|2|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.13" />
<sup>13</sup>Και εξηλθον την νυκτα δια της πυλης της φαραγγος, και ηλθον απεναντι της πηγης του δρακοντος και προς την θυραν της κοπριας, και παρετηρουν τα τειχη της Ιερουσαλημ, τα οποια ησαν κατακεκρημνισμενα, και τας πυλας αυτης κατηναλωμενας υπο του πυρος.
<scripture passage="Neh 2:14" parsed="|Neh|2|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.14" />
<sup>14</sup>Επειτα διεβην εις την πυλην της πηγης και εις την βασιλικην κολυμβηθραν· και δεν ητο τοπος δια να περαση το κτηνος το υποκατω μου.
<scripture passage="Neh 2:15" parsed="|Neh|2|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.15" />
<sup>15</sup>Και ανεβην την νυκτα δια του χειμαρρου· και αφου παρετηρησα το τειχος, εστραφην και εισηλθον δια της πυλης της φαραγγος και επεστρεψα.
<scripture passage="Neh 2:16" parsed="|Neh|2|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.16" />
<sup>16</sup>Οι δε προεστωτες δεν ηξευρον που υπηγα και τι εκαμον· ουδε ειχον φανερωσει ετι τουτο ουτε εις τους Ιουδαιους, ουτε εις τους ιερεις, ουτε εις τους προκριτους, ουτε εις τους προεστωτας, ουτε εις τους λοιπους τους εργαζομενους το εργον.
<scripture passage="Neh 2:17" parsed="|Neh|2|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.17" />
<sup>17</sup>Και ειπα προς αυτους, Σεις βλεπετε την δυστυχιαν εις την οποιαν ειμεθα, πως η Ιερουσαλημ κειται ηρημωμενη και αι πυλαι αυτης ειναι κατηναλωμεναι υπο του πυρος· ελθετε και ας ανοικοδομησωμεν το τειχος της Ιερουσαλημ, δια να μη ημεθα πλεον ονειδος.
<scripture passage="Neh 2:18" parsed="|Neh|2|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.18" />
<sup>18</sup>Και απηγγειλα προς αυτους περι της επ' εμε αγαθης χειρος του Θεου μου, και ετι τους λογους του βασιλεως, τους οποιους ειπε προς εμε. Οι δε ειπον, Ας σηκωθωμεν και ας οικοδομησωμεν. Ουτως ενισχυσαν τας χειρας αυτων προς το αγαθον.
<scripture passage="Neh 2:19" parsed="|Neh|2|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' οτε ηκουσαν ο Σαναβαλλατ ο Ορωνιτης και Τωβιας ο δουλος, ο Αμμωνιτης, και ο Γησεμ ο Αραψ, περιεγελασαν ημας και περιεφρονησαν ημας, λεγοντες, Τι ειναι το πραγμα τουτο το οποιον καμνετε; θελετε να επαναστατησητε κατα του βασιλεως;
<scripture passage="Neh 2:20" parsed="|Neh|2|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.2.20" />
<sup>20</sup>Και εγω απεκριθην προς αυτους και ειπα προς αυτους, Ο Θεος του ουρανου, αυτος θελει ευοδωσει ημας· δια τουτο ημεις οι δουλοι αυτου θελομεν σηκωθη και οικοδομησει· σεις ομως δεν εχετε μεριδα ουδε δικαιωμα ουδε μνημοσυνον εν Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 3" progress="43.98%" prev="Neh.2" next="Neh.4" id="Neh.3">
<h3 id="Neh.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Neh.3-p1">
<scripture passage="Neh 3:1" parsed="|Neh|3|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εσηκωθη Ελιασειβ ο ιερευς ο μεγας, και οι αδελφοι αυτου οι ιερεις, και ωκοδομησαν την πυλην την προβατικην· ουτοι ηγιασαν αυτην και εστησαν τας θυρας αυτης· και ηγιασαν αυτην εως του πυργου Μεα, εως του πυργου Ανανεηλ.
<scripture passage="Neh 3:2" parsed="|Neh|3|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.2" />
<sup>2</sup>Και εις τα πλαγια αυτου ωκοδομησαν οι ανδρες της Ιεριχω. Και εις τα πλαγια αυτων ωκοδομησε Ζακχουρ ο υιος του Ιμρι.
<scripture passage="Neh 3:3" parsed="|Neh|3|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.3" />
<sup>3</sup>Την θυραν δε την ιχθυικην ωκοδομησαν οι υιοι του Ασσεναα, οιτινες εσανιδωσαν αυτην και εστησαν τας θυρας αυτης, τα κλειθρα αυτης και τους μοχλους αυτης.
<scripture passage="Neh 3:4" parsed="|Neh|3|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.4" />
<sup>4</sup>Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασε Μερημωθ ο υιος του Ουρια, υιου του Ακκως. Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασε Μεσουλλαμ ο υιος του Βαραχιου, υιου του Μεσηζαβεηλ. Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασε Σαδωκ ο υιος του Βαανα.
<scripture passage="Neh 3:5" parsed="|Neh|3|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.5" />
<sup>5</sup>Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασαν οι Θεκωιται πλην οι προκριτοι αυτων δεν υπεβαλον τον τραχηλον αυτων εις το εργον του Κυριου αυτων.
<scripture passage="Neh 3:6" parsed="|Neh|3|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.6" />
<sup>6</sup>Και την πυλην την παλαιαν επεσκευασεν Ιωδαε ο υιος του Φασεα, και Μεσουλλαμ ο υιος του Βεσωδια· ουτοι εσανιδωσαν αυτην και εστησαν τας θυρας αυτης και τα κλειθρα αυτης και τους μοχλους αυτης.
<scripture passage="Neh 3:7" parsed="|Neh|3|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.7" />
<sup>7</sup>Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασε Μελαθιας ο Γαβαωνιτης και Ιαδων ο Μερωνοθιτης, ανδρες της Γαβαων και της Μισπα, υπο τον θρονον του επαρχου των εντευθεν του ποταμου.
<scripture passage="Neh 3:8" parsed="|Neh|3|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.8" />
<sup>8</sup>Εις τα πλαγια αυτου επεσκευασεν Οχιηλ ο υιος του Αραχιου, εκ των χρυσοχοων. Και εις τα πλαγια αυτου επεσκευασεν Ανανιας, ο εκ των μυρεψων· και αφηκαν την Ιερουσαλημ εως του τειχους του πλατεος.
<scripture passage="Neh 3:9" parsed="|Neh|3|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.9" />
<sup>9</sup>Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασε Ρεφαια ο υιος του Ωρ, ο αρχων του ημισεος της περιχωρου της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Neh 3:10" parsed="|Neh|3|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.10" />
<sup>10</sup>Και εις τα πλαγια αυτων επεσκευασεν Ιεδαιας ο υιος του Αρουμαφ, και απεναντι της οικιας αυτου. Και εις τα πλαγια αυτου επεσκευασε Χαττους ο υιος του Ασαβνια.
<scripture passage="Neh 3:11" parsed="|Neh|3|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.11" />
<sup>11</sup>Μαλχιας ο υιος του Χαρημ, και Ασσουβ ο υιος του Φααθ-μωαβ, επεσκευασαν το αλλο τμημα και τον πυργον των φουρνων.
<scripture passage="Neh 3:12" parsed="|Neh|3|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.12" />
<sup>12</sup>Και εις τα πλαγια αυτου επεσκευασε Σαλλουμ ο υιος του Αλλωης, ο αρχων του ημισεος της περιχωρου της Ιερουσαλημ, αυτος και αι θυγατερες αυτου.
<scripture passage="Neh 3:13" parsed="|Neh|3|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.13" />
<sup>13</sup>την πυλην της φαραγγος επεσκευασεν ο Ανουν και οι κατοικοι της Ζανωα· ουτοι ωκοδομησαν αυτην και εστησαν τας θυρας αυτης, τα κλειθρα αυτης και τους μοχλους αυτης και χιλιας πηχας εις το τειχος εως της πυλης της κοπριας.
<scripture passage="Neh 3:14" parsed="|Neh|3|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.14" />
<sup>14</sup>Την πυλην δε της κοπριας επεσκευασε Μαλχιας ο υιος του Ρηχαβ, ο αρχων της περιχωρου της Βαιθ-ακκερεμ· ουτος ωκοδομησεν αυτην και εστησε τας θυρας αυτης, τα κλειθρα αυτης και τους μοχλους αυτης.
<scripture passage="Neh 3:15" parsed="|Neh|3|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.15" />
<sup>15</sup>Την πυλην δε της πηγης επεσκευασε Σαλλουν ο υιος του Χολ-οζε, ο αρχων της περιχωρου της Μισπα· ουτος ωκοδομησεν αυτην και εσανιδωσεν αυτην και εστησε τας θυρας αυτης, τα κλειθρα αυτης και τους μοχλους αυτης, και το τειχος της κολυμβηθρας του Σιλωαμ πλησιον του κηπου του βασιλεως, και εως των βαθμιδων των καταβαινουσων, απο της πολεως Δαβιδ.
<scripture passage="Neh 3:16" parsed="|Neh|3|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.16" />
<sup>16</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασε Νεεμιας ο υιος του Αζβουκ, ο αρχων του ημισεος της περιχωρου της Βαιθ-σουρ, εως απεναντι των ταφων του Δαβιδ και εως της κατασκευασθεισης κολυμβηθρας και εως του οικου των ισχυρων.
<scripture passage="Neh 3:17" parsed="|Neh|3|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.17" />
<sup>17</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασαν οι Λευιται, Ρεουμ ο υιος του Βανι. Εις τα πλαγια αυτου επεσκευασεν Ασαβιας, ο αρχων του ημισεος της περιχωρου της Κεειλα, δια το μερος αυτου.
<scripture passage="Neh 3:18" parsed="|Neh|3|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.18" />
<sup>18</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασαν οι αδελφοι αυτων, Βαβαι ο υιος του Ηναδαδ, ο αρχων του αλλου ημισεος της περιχωρου της Κεειλα.
<scripture passage="Neh 3:19" parsed="|Neh|3|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.19" />
<sup>19</sup>Και εις τα πλαγια αυτου επεσκευασεν Εσερ ο υιος του Ιησου, ο αρχων της Μισπα, αλλο τμημα απεναντι της αναβασεως προς την οπλοθηκην της γωνιας.
<scripture passage="Neh 3:20" parsed="|Neh|3|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.20" />
<sup>20</sup>Κατοπιν αυτου Βαρουχ ο υιος του Ζαββαι επεσκευασε μετα ζηλου το αλλο τμημα, απο της γωνιας εως της θυρας του οικου Ελιασειβ του ιερεως του μεγαλου.
<scripture passage="Neh 3:21" parsed="|Neh|3|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.21" />
<sup>21</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασε Μερημωθ ο υιος του Ουριου, υιου του Ακκως, αλλο τμημα, απο της θυρας του οικου του Ελιασειβ εως του τελους του οικου του Ελιασειβ.
<scripture passage="Neh 3:22" parsed="|Neh|3|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.22" />
<sup>22</sup>Και κατοπιν αυτου επεσκευασαν οι ιερεις, οι κατοικοι της περιχωρου.
<scripture passage="Neh 3:23" parsed="|Neh|3|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.23" />
<sup>23</sup>Κατοπιν αυτων επεσκευασαν ο Βενιαμιν και ο Ασαουβ απεναντι του οικου αυτων. Κατοπιν αυτων επεσκευασεν Αζαριας ο υιος του Μαασιου, υιου του Ανανιου, πλησιον του οικου αυτου.
<scripture passage="Neh 3:24" parsed="|Neh|3|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.24" />
<sup>24</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασε Βιννουι ο υιος του Ηναδαδ αλλο τμημα, απο του οικου του Αζαριου εως της καμπης, εως μαλιστα της γωνιας.
<scripture passage="Neh 3:25" parsed="|Neh|3|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.25" />
<sup>25</sup>Φαλαλ ο υιος του Ουζαι επεσκευασεν απεναντι της καμπης και του πυργου του εξεχοντος απο του υψηλου οικου του βασιλεως, του πλησιον της αυλης της φυλακης. Κατοπιν αυτου Φεδαιας ο υιος του Φαρως.
<scripture passage="Neh 3:26" parsed="|Neh|3|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.26" />
<sup>26</sup>Οι δε Νεθινειμ κατωκουν εν Οφηλ, και επεσκευασαν εως απεναντι της πυλης των υδατων προς ανατολας και του πυργου του εξεχοντος.
<scripture passage="Neh 3:27" parsed="|Neh|3|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.27" />
<sup>27</sup>Κατοπιν αυτων οι Θεκωιται επεσκευασαν αλλο τμημα, απεναντι του μεγαλου πυργου του εξεχοντος και εως του τειχους του Οφηλ.
<scripture passage="Neh 3:28" parsed="|Neh|3|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.28" />
<sup>28</sup>Επανωθεν της πυλης των ιππων επεσκευασαν οι ιερεις, εκαστος απεναντι της οικιας αυτου.
<scripture passage="Neh 3:29" parsed="|Neh|3|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.29" />
<sup>29</sup>Κατοπιν αυτων επεσκευασε Σαδωκ ο υιος του Ιμμηρ, απεναντι της οικιας αυτου. Και κατοπιν αυτου επεσκευασε Σεμαιας ο υιος του Σεχανιου, ο φυλαξ της ανατολικης πυλης.
<scripture passage="Neh 3:30" parsed="|Neh|3|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.30" />
<sup>30</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασεν Ανανιας ο υιος του Σελεμια, και Ανουν ο εκτος υιος του Σαλαφ, αλλο τμημα. Κατοπιν αυτου επεσκευασε Μεσουλλαμ ο υιος του Βαραχιου απεναντι του οικηματος αυτου.
<scripture passage="Neh 3:31" parsed="|Neh|3|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.31" />
<sup>31</sup>Κατοπιν αυτου επεσκευασε Μαλχιας, υιος χρυσοχοου, εως της οικιας των Νεθινειμ και των μεταπρατων, απεναντι της πυλης Μιφκαδ, και εως της αναβασεως της γωνιας.
<scripture passage="Neh 3:32" parsed="|Neh|3|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.3.32" />
<sup>32</sup>Και μεταξυ της αναβασεως της γωνιας εως της προβατικης πυλης, επεσκευασαν οι χρυσοχοοι και οι μεταπραται.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 4" progress="44.10%" prev="Neh.3" next="Neh.5" id="Neh.4">
<h3 id="Neh.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Neh.4-p1">
<scripture passage="Neh 4:1" parsed="|Neh|4|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.1" />
<sup>1</sup>Οτε δε ηκουσεν ο Σαναβαλλατ οτι ημεις οικοδομουμεν το τειχος, ωργισθη και ηγανακτησε πολυ και περιεγελασε τους Ιουδαιους.
<scripture passage="Neh 4:2" parsed="|Neh|4|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.2" />
<sup>2</sup>Και ελαλησεν ενωπιον των αδελφων αυτου και του στρατευματος της Σαμαρειας και ειπε, Τι καμνουσιν οι αθλιοι ουτοι Ιουδαιοι; θελουσιν αφησει αυτους; θελουσι θυσιασει; θελουσι τελειωσει εν μια ημερα; θελουσιν αναζωοποιησει εκ των σωρων του χωματος τους λιθους, και τουτους κεκαυμενους;
<scripture passage="Neh 4:3" parsed="|Neh|4|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.3" />
<sup>3</sup>Πλησιον δε αυτου ητο Τωβιας ο Αμμωνιτης· και ειπε, Και αν κτισωσιν, αλωπηξ αναβαινουσα θελει καθαιρεσει το λιθινον αυτων τειχος.
<scripture passage="Neh 4:4" parsed="|Neh|4|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.4" />
<sup>4</sup>Ακουσον, Θεε ημων· διοτι μυκτηριζομεθα· και στρεψον τον ονειδισμον αυτων κατα της κεφαλης αυτων και καμε αυτους να γεινωσι λαφυρον εν γη αιχμαλωσιας·
<scripture passage="Neh 4:5" parsed="|Neh|4|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.5" />
<sup>5</sup>και μη καλυψης την ανομιαν αυτων, και η αμαρτια αυτων ας μη εξαλειφθη απ' εμπροσθεν σου· διοτι προεφεραν ονειδισμους κατα των οικοδομουντων.
<scripture passage="Neh 4:6" parsed="|Neh|4|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.6" />
<sup>6</sup>Ουτως ανωκοδομησαμεν το τειχος· και απαν το τειχος συνεδεθη, εως του ημισεος αυτου· διοτι ο λαος ειχε καρδιαν εις το εργαζεσθαι.
<scripture passage="Neh 4:7" parsed="|Neh|4|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' οτε Σαναβαλλατ και Τωβιας και οι Αραβες και οι Αμμωνιται και οι Αζωτιοι ηκουσαν οτι τα τειχη της Ιερουσαλημ επισκευαζονται, και οτι τα χαλασματα ηρχισαν να φραττωνται, ωργισθησαν σφοδρα·
<scripture passage="Neh 4:8" parsed="|Neh|4|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.8" />
<sup>8</sup>και συνωμοσαν παντες ομου να ελθωσι να πολεμησωσιν εναντιον της Ιερουσαλημ, και να καμωσιν εις αυτην βλαβην.
<scripture passage="Neh 4:9" parsed="|Neh|4|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.9" />
<sup>9</sup>Και ημεις προσηυχηθημεν εις τον Θεον ημων και εστησαμεν φυλακας εναντιον αυτων ημεραν και νυκτα, φοβουμενοι απ' αυτων.
<scripture passage="Neh 4:10" parsed="|Neh|4|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο Ιουδας, Η δυναμις των εργατων ητονησε, και το χωμα ειναι πολυ, και ημεις δεν δυναμεθα να οικοδομωμεν το τειχος.
<scripture passage="Neh 4:11" parsed="|Neh|4|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.11" />
<sup>11</sup>Οι δε εχθροι ημων ειπον, Δεν θελουσι μαθει ουδε θελουσιν ιδει, εωσου ελθωμεν εις το μεσον αυτων και φονευσωμεν αυτους, και καταπαυσωμεν το εργον.
<scripture passage="Neh 4:12" parsed="|Neh|4|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.12" />
<sup>12</sup>Και ελθοντες οι Ιουδαιοι, οι κατοικουντες πλησιον αυτων, ειπον προς ημας δεκακις, Προσεχετε απο παντων των τοπων, δια των οποιων επιστρεφετε προς ημας.
<scripture passage="Neh 4:13" parsed="|Neh|4|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.13" />
<sup>13</sup>Οθεν εστησα εις τους χαμηλοτερους τοπους οπισθεν του τειχους και εις τους υψηλοτερους τοπους, εστησα τον λαον κατα συγγενειας, με τας ρομφαιας αυτων, με τας λογχας αυτων και με τα τοξα αυτων.
<scripture passage="Neh 4:14" parsed="|Neh|4|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.14" />
<sup>14</sup>Και ειδον και εσηκωθην και ειπα προς τους προκριτους και προς τους προεστωτας και προς το επιλοιπον του λαου, Μη φοβηθητε απ' αυτων· ενθυμεισθε τον Κυριον, τον μεγαν και φοβερον, και πολεμησατε υπερ των αδελφων σας, των υιων σας και των θυγατερων σας, των γυναικων σας και των οικων σας.
<scripture passage="Neh 4:15" parsed="|Neh|4|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.15" />
<sup>15</sup>Και οτε οι εχθροι ημων ηκουσαν οτι το πραγμα εγνωσθη εις ημας, και διεσκεδασεν ο Θεος την βουλην αυτων, επεστρεψαμεν παντες ημεις εις το τειχος, εκαστος εις το εργον αυτου.
<scripture passage="Neh 4:16" parsed="|Neh|4|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.16" />
<sup>16</sup>Και απ' εκεινης της ημερας το ημισυ των δουλων μου ειργαζοντο το εργον, και το ημισυ αυτων εκρατουν τας λογχας, τους θυρεους και τα τοξα, τεθωρακισμενοι και οι αρχοντες ησαν οπισω παντος του οικου Ιουδα.
<scripture passage="Neh 4:17" parsed="|Neh|4|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.17" />
<sup>17</sup>Οι οικοδομουντες το τειχος και οι αχθοφορουντες και οι φορτιζοντες, εκαστος δια της μιας χειρος αυτου εδουλευεν εις το εργον και δια της αλλης εκρατει το οπλον.
<scripture passage="Neh 4:18" parsed="|Neh|4|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.18" />
<sup>18</sup>Οι δε οικοδομοι, εκαστος ειχε την ρομφαιαν αυτου περιεζωσμενην εις την οσφυν αυτου και ωκοδομει ο δε σαλπιζων εν τη σαλπιγγι ητο πλησιον μου.
<scripture passage="Neh 4:19" parsed="|Neh|4|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.19" />
<sup>19</sup>Και ειπα προς τους προκριτους και προς τους προεστωτας και προς το επιλοιπον του λαου, το εργον ειναι μεγα και πλατυ· ημεις δε ειμεθα διακεχωρισμενοι επι το τειχος, ο εις μακραν του αλλου·
<scripture passage="Neh 4:20" parsed="|Neh|4|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.20" />
<sup>20</sup>εις οντινα λοιπον τοπον ακουσητε την φωνην της σαλπιγγος, εκει δραμετε προς ημας· ο Θεος ημων θελει πολεμησει υπερ ημων.
<scripture passage="Neh 4:21" parsed="|Neh|4|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.21" />
<sup>21</sup>Ουτως ειργαζομεθα το εργον· και το ημισυ αυτων εκρατει τας λογχας, απ' αρχης της αυγης εως της ανατολης των αστρων.
<scripture passage="Neh 4:22" parsed="|Neh|4|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.22" />
<sup>22</sup>Και κατα τον αυτον καιρον ειπα προς τον λαον, Εκαστος μετα του δουλου αυτου ας διανυκτερευη εν τω μεσω της Ιερουσαλημ, και ας ηναι την νυκτα φυλακες εις ημας, και ας εργαζωνται την ημεραν.
<scripture passage="Neh 4:23" parsed="|Neh|4|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.4.23" />
<sup>23</sup>Και ουτε εγω, ουτε οι αδελφοι μου, ουτε οι δουλοι μου, ουτε οι ανδρες της προφυλαξεως οι ακολουθουντες με, ουδεις εξ ημων εξεδυετο τα ιματια αυτου· μονον δια να λουηται εξεδυετο εκαστος.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 5" progress="44.19%" prev="Neh.4" next="Neh.6" id="Neh.5">
<h3 id="Neh.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Neh.5-p1">
<scripture passage="Neh 5:1" parsed="|Neh|5|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε μεγαλη κραυγη του λαου και των γυναικων αυτων κατα των αδελφων αυτων των Ιουδαιων.
<scripture passage="Neh 5:2" parsed="|Neh|5|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ησαν τινες λεγοντες, Ημεις, οι υιοι ημων και αι θυγατερες ημων, ειμεθα πολλοι· οθεν ας λαβωμεν σιτον, δια να φαγωμεν και να ζησωμεν.
<scripture passage="Neh 5:3" parsed="|Neh|5|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.3" />
<sup>3</sup>Και ησαν τινες λεγοντες, Ημεις βαλλομεν ενεχυρον τους αγρους ημων, τους αμπελωνας ημων και τας οικιας ημων, δια να λαβωμεν σιτον εξ αιτιας της πεινης.
<scripture passage="Neh 5:4" parsed="|Neh|5|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.4" />
<sup>4</sup>Ησαν ετι τινες λεγοντες, Ημεις εδανεισθημεν αργυρια δια τους φορους του βασιλεως επι τους αγρους και επι τους αμπελωνας ημων·
<scripture passage="Neh 5:5" parsed="|Neh|5|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.5" />
<sup>5</sup>τωρα δε η σαρξ ημων ειναι ως η σαρξ των αδελφων ημων, τα τεκνα ημων ως τα τεκνα αυτων· και ιδου, ημεις καθυποβαλλομεν εις δουλειαν τους υιους ημων και τας θυγατερας ημων δια να ηναι δουλοι, και τινες εκ των θυγατερων ημων εφερθησαν ηδη εις δουλειαν· και δεν ειναι ουδεν εις την εξουσιαν ημων, διοτι αλλοι εχουσι τους αγρους και τους αμπελωνας ημων.
<scripture passage="Neh 5:6" parsed="|Neh|5|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.6" />
<sup>6</sup>Και ηγανακτησα σφοδρα, ακουσας την κραυγην αυτων και τους λογους τουτους.
<scripture passage="Neh 5:7" parsed="|Neh|5|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.7" />
<sup>7</sup>Και εσκεφθην κατ' εμαυτον, και επεπληξα τους προκριτους και τους προεστωτας και ειπα προς αυτους, Σεις φορολογειτε εκαστος τον αδελφον αυτου. Και συνεκαλεσα κατ' αυτων συναξιν μεγαλην.
<scripture passage="Neh 5:8" parsed="|Neh|5|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.8" />
<sup>8</sup>Και ειπα προς αυτους, Ημεις κατα την δυναμιν ημων εξηγορασαμεν τους αδελφους ημων Ιουδαιους, τους πωληθεντας εις τα εθνη· και σεις αυτοι θελετε πωλησει τους αδελφους σας; η θελουσι πωληθη εις ημας; Εκεινοι δε εσιωπων και δεν ευρηκαν αποκρισιν.
<scripture passage="Neh 5:9" parsed="|Neh|5|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.9" />
<sup>9</sup>Και ειπα, Δεν ειναι καλον το πραγμα το οποιον σεις καμνετε· δεν πρεπει να περιπατητε εν τω φοβω του Θεου ημων, δια να μη ονειδιζωσιν ημας τα εθνη, οι εχθροι ημων;
<scripture passage="Neh 5:10" parsed="|Neh|5|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.10" />
<sup>10</sup>και εγω ετι και οι αδελφοι μου και οι δουλοι μου εδανεισαμεν εις αυτους χρηματα και σιτον· ας αφησωμεν, παρακαλω, την απαιτησιν ταυτην·
<scripture passage="Neh 5:11" parsed="|Neh|5|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.11" />
<sup>11</sup>επιστρεψατε λοιπον εις αυτους, ταυτην την ημεραν, τους αγρους αυτων, τους αμπελωνας αυτων, τους ελαιωνας αυτων και τους οικους αυτων και το εκατοστον του αργυριου και του σιτου, του οινου και του ελαιου, το οποιον απαιτειτε παρ' αυτων.
<scripture passage="Neh 5:12" parsed="|Neh|5|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ειπον, Θελομεν αποδωσει ταυτα και δεν θελομεν ζητησει ουδεν παρ' αυτων· ουτω θελομεν καμει, καθως συ λεγεις. Τοτε εκαλεσα τους ιερεις και ωρκισα αυτους, οτι θελουσι καμει κατα τον λογον τουτον.
<scripture passage="Neh 5:13" parsed="|Neh|5|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.13" />
<sup>13</sup>Εξετιναξα ετι τον κολπον μου, λεγων, Ουτω να εκτιναξη ο Θεος παντα ανθρωπον απο του οικου αυτου και απο του κοπου αυτου, οστις δεν εκτελεση τον λογον τουτον, και ουτω να ηναι εκτετιναγμενος και κενος. Και ειπον πασα η συναξις, Αμην, και εδοξασαν τον Κυριον. Και εκαμεν ο λαος κατα τον λογον τουτον.
<scripture passage="Neh 5:14" parsed="|Neh|5|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.14" />
<sup>14</sup>Αφ' ης δε ημερας προσεταχθην να ημαι κυβερνητης αυτων εν τη γη Ιουδα, απο του εικοστου ετους εως του τριακοστου δευτερου ετους Αρταξερξου του βασιλεως, δωδεκα ετη, εγω και οι αδελφοι μου δεν εφαγομεν τον αρτον του κυβερνητου.
<scripture passage="Neh 5:15" parsed="|Neh|5|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.15" />
<sup>15</sup>Οι προτεροι ομως κυβερνηται, οι προ εμου, κατεβαρυνον τον λαον, και ελαμβανον παρ' αυτων αρτον και οινον, εκτος τεσσαρακοντα σικλων αργυριου· ετι και οι δουλοι αυτων εξουσιαζον τον λαον· αλλ' εγω δεν εκαμνον ουτω, φοβουμενος τον Θεον.
<scripture passage="Neh 5:16" parsed="|Neh|5|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.16" />
<sup>16</sup>Και μαλιστα ενισχυθην εις το εργον τουτου του τειχους, και αγρον δεν ηγορασαμεν· και παντες οι δουλοι μου ησαν συνηγμενοι εκει εις το εργον.
<scripture passage="Neh 5:17" parsed="|Neh|5|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.17" />
<sup>17</sup>Ησαν ετι εις την τραπεζαν μου εκατον πεντηκοντα ανδρες εκ των Ιουδαιων και των προεστωτων, και οι ερχομενοι προς ημας εκ των εθνων των περιξ ημων.
<scripture passage="Neh 5:18" parsed="|Neh|5|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.18" />
<sup>18</sup>Το δε καθ' ημεραν ετοιμαζομενον δι' εμε ητο εις βους και εξ εκλεκτα προβατα· και πτηνα ητοιμαζοντο δι' εμε, και απαξ εις δεκα ημερας αφθονια απο παντος ειδους οινου· και ομως δεν εζητησα τον αρτον του κυβερνητου· διοτι η δουλεια ητο βαρεια επι τουτον τον λαον.
<scripture passage="Neh 5:19" parsed="|Neh|5|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.5.19" />
<sup>19</sup>Μνησθητι μου, Θεε μου, επ' αγαθω, κατα παντα οσα εγω εκαμον υπερ του λαου τουτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 6" progress="44.27%" prev="Neh.5" next="Neh.7" id="Neh.6">
<h3 id="Neh.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Neh.6-p1">
<scripture passage="Neh 6:1" parsed="|Neh|6|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.1" />
<sup>1</sup>Καθως δε ηκουσαν ο Σαναβαλλατ και ο Τωβιας και ο Γησεμ ο Αραψ και οι λοιποι εκ των εχθρων ημων, οτι εγω ωκοδομησα το τειχος και δεν εμεινε πλεον χαλασμα εις αυτο, αν και μεχρις εκεινου του καιρου θυρας δεν εστησα επι των πυλων,
<scripture passage="Neh 6:2" parsed="|Neh|6|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.2" />
<sup>2</sup>ο Σαναβαλλατ και ο Γησεμ απεστειλαν προς εμε, λεγοντες, Ελθετε, και ας συναχθωμεν ομου εις τινα εκ των κωμων εν τη πεδιαδι Ωνω. Εβουλευοντο δε να καμωσιν εις εμε κακον.
<scripture passage="Neh 6:3" parsed="|Neh|6|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλα μηνυτας προς αυτους, λεγων, Εργον μεγα καμνω και δεν δυναμαι να καταβω· δια τι να παυση το εργον, οταν εγω αφησας αυτο καταβω προς εσας;
<scripture passage="Neh 6:4" parsed="|Neh|6|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.4" />
<sup>4</sup>Και απεστειλαν προς εμε τετρακις κατα τον τροπον τουτον· και εγω απεκριθην προς αυτους κατα τον αυτον τροπον.
<scripture passage="Neh 6:5" parsed="|Neh|6|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ο Σαναβαλλατ απεστειλε προς εμε τον δουλον αυτου κατα τον αυτον τροπον, πεμπτην φοραν, με ανοικτην επιστολην εις την χειρα αυτου·
<scripture passage="Neh 6:6" parsed="|Neh|6|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.6" />
<sup>6</sup>εν η ητο γεγραμμενον, Ηκουσθη μεταξυ των εθνων, και ο Γασμου λεγει, οτι συ και οι Ιουδαιοι βουλευεσθε να επαναστατησητε· δια τουτο συ οικοδομεις το τειχος, δια να γεινης βασιλευς αυτων, κατα τους λογους τουτους·
<scripture passage="Neh 6:7" parsed="|Neh|6|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.7" />
<sup>7</sup>ετι διωρισας προφητας, να κηρυττωσι περι σου εν Ιερουσαλημ, λεγοντες, Ειναι βασιλευς εν Ιουδα· και τωρα θελει απαγγελθη προς τον βασιλεα κατα τους λογους τουτους· ελθε λοιπον τωρα, και ας συμβουλευθωμεν ομου.
<scripture passage="Neh 6:8" parsed="|Neh|6|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.8" />
<sup>8</sup>Τοτε απεστειλα προς αυτον, λεγων, Δεν ειναι τοιαυτα πραγματα καθως συ λεγεις, αλλα συ πλαττεις αυτα εκ της καρδιας σου.
<scripture passage="Neh 6:9" parsed="|Neh|6|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.9" />
<sup>9</sup>Διοτι παντες ουτοι εφοβεριζον ημας, λεγοντες, Θελουσιν εξασθενησει αι χειρες αυτων απο του εργου, και δεν θελει εκτελεσθη. Τωρα λοιπον, Θεε, κραταιωσον τας χειρας μου.
<scripture passage="Neh 6:10" parsed="|Neh|6|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.10" />
<sup>10</sup>Και εγω υπηγα εις την οικιαν του Σεμαια, υιου του Δαλαια, υιου του Μεεταβεηλ, οστις ητο κεκλεισμενος· και ειπεν, Ας συνελθωμεν ομου εις τον οικον του Θεου, εντος του ναου, και ας κλεισωμεν τας θυρας του ναου· διοτι αυτοι ερχονται να σε φονευσωσι· ναι, την νυκτα ερχονται να σε φονευσωσιν.
<scripture passage="Neh 6:11" parsed="|Neh|6|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' εγω απεκριθην, Ανθρωπος οποιος εγω ηθελον φυγει; και τις, οποιος εγω, ηθελεν εισελθει εις τον ναον δια να σωση την ζωην αυτου; δεν θελω εισελθει.
<scripture passage="Neh 6:12" parsed="|Neh|6|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.12" />
<sup>12</sup>Και ιδου, εγνωρισα οτι ο Θεος δεν απεστειλεν αυτον να προφερη την προφητειαν ταυτην εναντιον μου· αλλ' οτι ο Τωβιας και ο Σαναβαλλατ εμισθωσαν αυτον.
<scripture passage="Neh 6:13" parsed="|Neh|6|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ητο μεμισθωμενος, δια να φοβηθω και να καμω ουτω και να αμαρτησω, και να εχωσιν αφορμην να κακολογησωσι, δια να με ονειδισωσι.
<scripture passage="Neh 6:14" parsed="|Neh|6|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.14" />
<sup>14</sup>Μνησθητι, Θεε μου, του Τωβια και του Σαναβαλλατ κατα τα εργα αυτων ταυτα, και ετι της προφητισσης Νωαδιας και των λοιπων προφητων, οιτινες με εφοβεριζον.
<scripture passage="Neh 6:15" parsed="|Neh|6|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.15" />
<sup>15</sup>Ουτω συνετελεσθη το τειχος κατα την εικοστην πεμπτην του μηνος Ελουλ, εν πεντηκοντα δυο ημεραις.
<scripture passage="Neh 6:16" parsed="|Neh|6|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.16" />
<sup>16</sup>Και οτε ηκουσαν παντες οι εχθροι ημων, τοτε εφοβηθησαν παντα τα εθνη τα περιξ ημων, και εταπεινωθησαν σφοδρα εις τους οφθαλμους εαυτων· διοτι εγνωρισαν οτι παρα του Θεου ημων εγεινε το εργον τουτο.
<scripture passage="Neh 6:17" parsed="|Neh|6|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.17" />
<sup>17</sup>Προσετι εν ταις ημεραις εκειναις οι προκριτοι του Ιουδα επεμπον συνεχως τας επιστολας αυτων προς τον Τωβιαν, και αι του Τωβια ηρχοντο προς αυτους.
<scripture passage="Neh 6:18" parsed="|Neh|6|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ησαν εν τω Ιουδα πολλοι ωρκισμενοι εις αυτον, επειδη ητο γαμβρος του Σεχανια, υιου του Αραχ· και Ιωαναν ο υιος αυτου ειχε λαβει την θυγατερα του Μεσουλλαμ, υιου του Βαραχιου.
<scripture passage="Neh 6:19" parsed="|Neh|6|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.6.19" />
<sup>19</sup>Μαλιστα διηγουντο ενωπιον μου τας αγαθοεργιας αυτου, και ανεφερον προς αυτον τους λογους μου. Και ο Τωβιας εστελλεν επιστολας δια να με φοβεριζη.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 7" progress="44.35%" prev="Neh.6" next="Neh.8" id="Neh.7">
<h3 id="Neh.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Neh.7-p1">
<scripture passage="Neh 7:1" parsed="|Neh|7|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε το τειχος εκτισθη, και εστησα τας θυρας, και διωρισθησαν οι πυλωροι και οι ψαλτωδοι και οι Λευιται,
<scripture passage="Neh 7:2" parsed="|Neh|7|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.2" />
<sup>2</sup>προσεταξα περι της Ιερουσαλημ τον αδελφον μου Ανανι και τον Ανανιαν τον αρχοντα του φρουριου· διοτι ητο ως ανθρωπος πιστος και φοβουμενος τον Θεον, υπερ πολλους.
<scripture passage="Neh 7:3" parsed="|Neh|7|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.3" />
<sup>3</sup>Και ειπα προς αυτους, Ας μη ανοιγωνται αι πυλαι της Ιερουσαλημ εωσου θερμανη ο ηλιος· και εκεινων ετι παροντων, να κλειωνται αι θυραι και να ασφαλιζωνται και φυλακαι να διοριζωνται εκ των κατοικων της Ιερουσαλημ, εκαστος εν τη φυλακη αυτου και εκαστος απεναντι της οικιας αυτου.
<scripture passage="Neh 7:4" parsed="|Neh|7|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.4" />
<sup>4</sup>Και η πολις ητο ευρυχωρος και μεγαλη, ο δε λαος ολιγος εν αυτη, και οικιαι δεν ησαν ωκοδομημεναι.
<scripture passage="Neh 7:5" parsed="|Neh|7|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.5" />
<sup>5</sup>Και εβαλεν ο Θεος μου εν τη καρδια μου να συναξω τους προκριτους και τους προεστωτας και τον λαον, δια να αριθμηθωσι κατα γενεαλογιαν. Και ευρηκα βιβλιον της γενεαλογιας εκεινων, οιτινες ανεβησαν κατ' αρχας και ευρηκα γεγραμμενον εν αυτω.
<scripture passage="Neh 7:6" parsed="|Neh|7|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.6" />
<sup>6</sup>Ουτοι ειναι οι ανθρωποι της επαρχιας, οι αναβαντες εκ της αιχμαλωσιας, εκ των μετοικισθεντων, τους οποιους μετωκισε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, και επιστρεψαντες εις Ιερουσαλημ και εις την Ιουδαιαν, εκαστος εις την πολιν αυτου·
<scripture passage="Neh 7:7" parsed="|Neh|7|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.7" />
<sup>7</sup>οι ελθοντες μετα Ζοροβαβελ, Ιησου, Νεεμια, Αζαρια, Ρααμια, Νααμανι, Μαροδοχαιου, Βιλσαν, Μισπερεθ, Βιγουαι, Νεουμ, Βαανα. Αριθμος των ανδρων του λαου Ισραηλ·
<scripture passage="Neh 7:8" parsed="|Neh|7|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.8" />
<sup>8</sup>υιοι Φαρως, δισχιλιοι εκατον εβδομηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:9" parsed="|Neh|7|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.9" />
<sup>9</sup>Υιοι Σεφατια, τριακοσιοι εβδομηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:10" parsed="|Neh|7|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.10" />
<sup>10</sup>Υιοι Αραχ, εξακοσιοι πεντηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:11" parsed="|Neh|7|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.11" />
<sup>11</sup>Υιοι Φααθ-μωαβ, εκ των υιων Ιησου και Ιωαβ, δισχιλιοι και οκτακοσιοι δεκαοκτω.
<scripture passage="Neh 7:12" parsed="|Neh|7|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.12" />
<sup>12</sup>Υιοι Ελαμ, χιλιοι διακοσιοι πεντηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Neh 7:13" parsed="|Neh|7|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.13" />
<sup>13</sup>Υιοι Ζατθου, οκτακοσιοι τεσσαρακοντα πεντε.
<scripture passage="Neh 7:14" parsed="|Neh|7|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.14" />
<sup>14</sup>Υιοι Ζακχαι, επτακοσιοι εξηκοντα.
<scripture passage="Neh 7:15" parsed="|Neh|7|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.15" />
<sup>15</sup>Υιοι Βιννουι, εξακοσιοι τεσσαρακοντα οκτω.
<scripture passage="Neh 7:16" parsed="|Neh|7|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.16" />
<sup>16</sup>Υιοι Βηβαι, εξακοσιοι εικοσιοκτω.
<scripture passage="Neh 7:17" parsed="|Neh|7|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.17" />
<sup>17</sup>Υιοι Αζγαδ, δισχιλιοι τριακοσιοι εικοσιδυο.
<scripture passage="Neh 7:18" parsed="|Neh|7|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.18" />
<sup>18</sup>Υιοι Αδωνικαμ, εξακοσιοι εξηκοντα επτα.
<scripture passage="Neh 7:19" parsed="|Neh|7|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.19" />
<sup>19</sup>Υιοι Βιγουαι, δισχιλιοι εξηκοντα επτα.
<scripture passage="Neh 7:20" parsed="|Neh|7|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.20" />
<sup>20</sup>Υιοι Αδιν, εξακοσιοι πεντηκοντα πεντε.
<scripture passage="Neh 7:21" parsed="|Neh|7|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.21" />
<sup>21</sup>Υιοι Ατηρ εκ του Εζεκιου, ενενηκοντα οκτω.
<scripture passage="Neh 7:22" parsed="|Neh|7|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.22" />
<sup>22</sup>Υιοι Ασουμ, τριακοσιοι εικοσιοκτω.
<scripture passage="Neh 7:23" parsed="|Neh|7|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.23" />
<sup>23</sup>Υιοι Βησαι, τριακοσιοι εικοσιτεσσαρες.
<scripture passage="Neh 7:24" parsed="|Neh|7|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.24" />
<sup>24</sup>Υιοι Αριφ, εκατον δωδεκα.
<scripture passage="Neh 7:25" parsed="|Neh|7|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.25" />
<sup>25</sup>Υιοι Γαβαων, ενενηκοντα πεντε.
<scripture passage="Neh 7:26" parsed="|Neh|7|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.26" />
<sup>26</sup>Ανδρες Βηθλεεμ και Νετωφα, εκατον ογδοηκοντα οκτω.
<scripture passage="Neh 7:27" parsed="|Neh|7|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.27" />
<sup>27</sup>Ανδρες Αναθωθ, εκατον εικοσιοκτω.
<scripture passage="Neh 7:28" parsed="|Neh|7|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.28" />
<sup>28</sup>Ανδρες Βαιθ-ασμαβεθ, τεσσαρακοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:29" parsed="|Neh|7|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.29" />
<sup>29</sup>Ανδρες Κιριαθ-ιαρειμ, Χεφειρα, και Βηρωθ, επτακοσιοι τεσσαρακοντα τρεις.
<scripture passage="Neh 7:30" parsed="|Neh|7|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.30" />
<sup>30</sup>Ανδρες Ραμα και Γαβαα, εξακοσιοι εικοσι και εις.
<scripture passage="Neh 7:31" parsed="|Neh|7|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.31" />
<sup>31</sup>Ανδρες Μιχμας, εκατον εικοσιδυο.
<scripture passage="Neh 7:32" parsed="|Neh|7|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.32" />
<sup>32</sup>Ανδρες Βαιθηλ, και Γαι, εκατον εικοσιτρεις.
<scripture passage="Neh 7:33" parsed="|Neh|7|33|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.33" />
<sup>33</sup>Ανδρες της αλλης Νεβω, πεντηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:34" parsed="|Neh|7|34|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.34" />
<sup>34</sup>Υιοι του αλλου Ελαμ, χιλιοι διακοσιοι πεντηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Neh 7:35" parsed="|Neh|7|35|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.35" />
<sup>35</sup>Υιοι Χαρημ, τριακοσιοι εικοσι.
<scripture passage="Neh 7:36" parsed="|Neh|7|36|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.36" />
<sup>36</sup>Υιοι Ιεριχω, τριακοσιοι τεσσαρακοντα πεντε.
<scripture passage="Neh 7:37" parsed="|Neh|7|37|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.37" />
<sup>37</sup>Υιοι Λωδ, Αδιδ, και Ωνω, επτακοσιοι εικοσι και εις.
<scripture passage="Neh 7:38" parsed="|Neh|7|38|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.38" />
<sup>38</sup>Υιοι Σεναα, τρισχιλιοι εννεακοσιοι τριακοντα.
<scripture passage="Neh 7:39" parsed="|Neh|7|39|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.39" />
<sup>39</sup>Οι ιερεις· υιοι Ιεδαια, εκ του οικου Ιησου, εννεακοσιοι εβδομηκοντα τρεις.
<scripture passage="Neh 7:40" parsed="|Neh|7|40|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.40" />
<sup>40</sup>Υιοι Ιμμηρ, χιλιοι πεντηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:41" parsed="|Neh|7|41|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.41" />
<sup>41</sup>Υιοι Πασχωρ, χιλιοι διακοσιοι τεσσαρακοντα επτα.
<scripture passage="Neh 7:42" parsed="|Neh|7|42|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.42" />
<sup>42</sup>Υιοι Χαρημ, χιλιοι δεκαεπτα.
<scripture passage="Neh 7:43" parsed="|Neh|7|43|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.43" />
<sup>43</sup>Οι Λευιται· υιοι Ιησου εκ του Καδμιηλ, εκ των υιων Ωδαυια, εβδομηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Neh 7:44" parsed="|Neh|7|44|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.44" />
<sup>44</sup>Οι ψαλτωδοι· υιοι Ασαφ, εκατον τεσσαρακοντα οκτω.
<scripture passage="Neh 7:45" parsed="|Neh|7|45|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.45" />
<sup>45</sup>Οι πυλωροι· υιοι Σαλλουμ, υιοι Ατηρ, υιοι Ταλμων, υιοι Ακκουβ, υιοι Ατιτα, υιοι Σωβαι, εκατον τριακοντα οκτω.
<scripture passage="Neh 7:46" parsed="|Neh|7|46|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.46" />
<sup>46</sup>Οι Νεθινειμ· υιοι Σιχα, υιοι Ασουφα, υιοι Ταββαωθ,
<scripture passage="Neh 7:47" parsed="|Neh|7|47|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.47" />
<sup>47</sup>υιοι Κηρως, υιοι Σιαα, υιοι Φαδων,
<scripture passage="Neh 7:48" parsed="|Neh|7|48|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.48" />
<sup>48</sup>υιοι Λεβανα, υιοι Αγαβα, υιοι Σαλμαι,
<scripture passage="Neh 7:49" parsed="|Neh|7|49|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.49" />
<sup>49</sup>υιοι Αναν, υιοι Γιδδηλ, υιοι Γααρ,
<scripture passage="Neh 7:50" parsed="|Neh|7|50|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.50" />
<sup>50</sup>υιοι Ρεαια, υιοι Ρεσιν, υιοι Νεκωδα,
<scripture passage="Neh 7:51" parsed="|Neh|7|51|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.51" />
<sup>51</sup>υιοι Γαζαμ, υιοι Ουζα, υιοι Φασεα,
<scripture passage="Neh 7:52" parsed="|Neh|7|52|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.52" />
<sup>52</sup>υιοι Βησαι, υιοι Μεουνειμ, υιοι Ναφουσεσειμ,
<scripture passage="Neh 7:53" parsed="|Neh|7|53|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.53" />
<sup>53</sup>υιοι Βακβουκ, υιοι Ακουφα, υιοι Αρουρ,
<scripture passage="Neh 7:54" parsed="|Neh|7|54|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.54" />
<sup>54</sup>υιοι Βασλιθ, υιοι Μειδα, υιοι Αρσα,
<scripture passage="Neh 7:55" parsed="|Neh|7|55|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.55" />
<sup>55</sup>υιοι Βαρκως, υιοι Σισαρα, υιοι Θαμα,
<scripture passage="Neh 7:56" parsed="|Neh|7|56|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.56" />
<sup>56</sup>υιοι Νεσια, υιοι Ατιφα.
<scripture passage="Neh 7:57" parsed="|Neh|7|57|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.57" />
<sup>57</sup>Οι υιοι των δουλων του Σολομωντος· υιοι Σωται, υιοι Σωφερεθ, υιοι Φερειδα,
<scripture passage="Neh 7:58" parsed="|Neh|7|58|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.58" />
<sup>58</sup>υιοι Ιααλα, υιοι Δαρκων, υιοι Γιδδηλ,
<scripture passage="Neh 7:59" parsed="|Neh|7|59|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.59" />
<sup>59</sup>υιοι Σεφατια, υιοι Αττιλ, υιοι Φοχερεθ απο Σεβαιμ, υιοι Αμων.
<scripture passage="Neh 7:60" parsed="|Neh|7|60|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.60" />
<sup>60</sup>Παντες οι Νεθινειμ, και οι υιοι των δουλων του Σολομωντος, ησαν τριακοσιοι ενενηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:61" parsed="|Neh|7|61|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.61" />
<sup>61</sup>Ουτοι δε ησαν οι αναβαντες απο Θελ-μελαχ, Θελ-αρησα, Χερουβ, Αδδων, και Ιμμηρ· δεν ηδυναντο ομως να δειξωσι τον οικον της πατριας αυτων και το σπερμα αυτων, αν ησαν εκ του Ισραηλ·
<scripture passage="Neh 7:62" parsed="|Neh|7|62|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.62" />
<sup>62</sup>Υιοι Δαλαια, υιοι Τωβια, υιοι Νεκωδα, εξακοσιοι τεσσαρακοντα δυο.
<scripture passage="Neh 7:63" parsed="|Neh|7|63|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.63" />
<sup>63</sup>Και εκ των ιερεων· υιοι Αβαια, υιοι Ακκως, υιοι Βαρζελλαι, οστις ελαβε γυναικα εκ των θυγατερων Βαρζελλαι του Γαλααδιτου και ωνομασθη κατα το ονομα αυτων.
<scripture passage="Neh 7:64" parsed="|Neh|7|64|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.64" />
<sup>64</sup>Ουτοι εζητησαν την καταγραφην αυτων μεταξυ των απαριθμηθεντων κατα γενεαλογιαν, και δεν ευρεθη· οθεν εξεβληθησαν απο της ιερατειας.
<scripture passage="Neh 7:65" parsed="|Neh|7|65|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.65" />
<sup>65</sup>Και ειπε προς αυτους ο Θιρσαθα, να μη φαγωσιν απο των αγιωτατων πραγματων, εωσου αναστηθη ιερευς μετα Ουριμ και Θουμμιμ.
<scripture passage="Neh 7:66" parsed="|Neh|7|66|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.66" />
<sup>66</sup>Πασα η συναξις ομου ησαν τεσσαρακοντα δυο χιλιαδες τριακοσιοι εξηκοντα,
<scripture passage="Neh 7:67" parsed="|Neh|7|67|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.67" />
<sup>67</sup>εκτος των δουλων αυτων και των θεραπαινιδων αυτων, οιτινες ησαν επτακισχιλιοι τριακοσιοι τριακοντα επτα· και πλην τουτων διακοσιοι τεσσαρακοντα πεντε ψαλτωδοι και ψαλτριαι.
<scripture passage="Neh 7:68" parsed="|Neh|7|68|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.68" />
<sup>68</sup>Οι ιπποι αυτων, επτακοσιοι τριακοντα εξ· αι ημιονοι αυτων, διακοσιαι τεσσαρακοντα πεντε·
<scripture passage="Neh 7:69" parsed="|Neh|7|69|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.69" />
<sup>69</sup>αι καμηλοι, τετρακοσιαι τριακοντα πεντε· αι ονοι, εξακισχιλιαι επτακοσιαι εικοσι.
<scripture passage="Neh 7:70" parsed="|Neh|7|70|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.70" />
<sup>70</sup>Και τινες εκ των αρχηγων των πατριων εδωκαν δια το εργον. Ο Θιρσαθα εδωκεν εις το θησαυροφυλακιον χιλιας δραχμας χρυσιου, πεντηκοντα φιαλας, πεντακοσιους τριακοντα ιερατικους χιτωνας.
<scripture passage="Neh 7:71" parsed="|Neh|7|71|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.71" />
<sup>71</sup>Και τινες εκ των αρχηγων των πατριων εδωκαν εις το θησαυροφυλακιον του εργου εικοσι χιλιαδας δραχμας χρυσιου και δυο χιλιαδας διακοσιας μνας αργυριου.
<scripture passage="Neh 7:72" parsed="|Neh|7|72|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.72" />
<sup>72</sup>Και το δοθεν απο του επιλοιπου λαου ητο εικοσι χιλιαδες δραχμαι χρυσιου, και δισχιλιαι μναι αργυριου, και εξηκοντα επτα ιερατικοι χιτωνες.
<scripture passage="Neh 7:73" parsed="|Neh|7|73|0|0" osisRef="Bible:Neh.7.73" />
<sup>73</sup>Ουτως οι ιερεις και οι Λευιται και οι πυλωροι και οι ψαλτωδοι και μερος εκ του λαου και οι Νεθινειμ και πας ο Ισραηλ, κατωκησαν εν ταις πολεσιν αυτων. Και οτε εφθασεν ο εβδομος μην, οι υιοι Ισραηλ ησαν εν ταις πολεσιν αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 8" progress="44.48%" prev="Neh.7" next="Neh.9" id="Neh.8">
<h3 id="Neh.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Neh.8-p1">
<scripture passage="Neh 8:1" parsed="|Neh|8|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.1" />
<sup>1</sup>Συνηχθη δε πας ο λαος, ως εις ανθρωπος, εις την πλατειαν την εμπροσθεν της πυλης των υδατων· και ειπον προς Εσδραν τον γραμματεα, να φερη το βιβλιον του νομου του Μωυσεως, τον οποιον ο Κυριος προσεταξεν εις τον Ισραηλ.
<scripture passage="Neh 8:2" parsed="|Neh|8|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.2" />
<sup>2</sup>Και την πρωτην ημεραν του εβδομου μηνος εφερεν Εσδρας ο ιερευς τον νομον εμπροσθεν της συναξεως ανδρων τε και γυναικων και παντων των δυναμενων να εννοωσιν ακουοντες.
<scripture passage="Neh 8:3" parsed="|Neh|8|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.3" />
<sup>3</sup>Και ανεγνωσεν εν αυτω, εν τη πλατεια τη εμπροσθεν της πυλης των υδατων, απο της αυγης μεχρι της μεσημβριας, ενωπιον των ανδρων και των γυναικων και των δυναμενων να εννοωσι· και τα ωτα παντος του λαου προσειχον εις το βιβλιον του νομου.
<scripture passage="Neh 8:4" parsed="|Neh|8|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.4" />
<sup>4</sup>Ιστατο δε Εσδρας ο γραμματευς επι βηματος ξυλινου, το οποιον εκαμον επιτηδες· και πλησιον αυτου ιστατο Ματταθιας και Σεμα και Αναιας και Ουριας και Χελκιας και Μαασιας, εκ δεξιων αυτου· εξ αριστερων δε αυτου Φεδαιας και Μισαηλ και Μαλχιας και Ασουμ και Ασβαδανα, Ζαχαριας και Μεσουλλαμ.
<scripture passage="Neh 8:5" parsed="|Neh|8|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.5" />
<sup>5</sup>Και ηνοιξεν ο Εσδρας το βιβλιον ενωπιον παντος του λαου· διοτι ητο υπερανω παντος του λαου· και οτε ηνοιξεν αυτο, πας ο λαος ηγερθη.
<scripture passage="Neh 8:6" parsed="|Neh|8|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.6" />
<sup>6</sup>Και ηυλογησεν ο Εσδρας τον Κυριον, τον Θεον τον μεγαν. Και πας ο λαος απεκριθη, Αμην, Αμην, υψονοντες τας χειρας αυτων· και κυψαντες, προσεκυνησαν τον Κυριον με τα προσωπα επι την γην.
<scripture passage="Neh 8:7" parsed="|Neh|8|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.7" />
<sup>7</sup>Ιησους δε και Βανι και Σερεβιας, Ιαμειν, Ακκουβ, Σαββεθαι, Ωδιας, Μαασιας, Κελιτα, Αζαριας, Ιωζαβαδ, Αναν, Φελαιας και οι Λευιται εξηγουν τον νομον εις τον λαον· και ο λαος ιστατο εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="Neh 8:8" parsed="|Neh|8|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.8" />
<sup>8</sup>Και ανεγνωσαν εν τω βιβλιω του νομου του Θεου ευκρινως, και εδωκαν την εννοιαν και εξηγησαν τα αναγινωσκομενα.
<scripture passage="Neh 8:9" parsed="|Neh|8|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.9" />
<sup>9</sup>Και ο Νεεμιας, ουτος ειναι ο Θιρσαθα, και Εσδρας ο ιερευς ο γραμματευς, και οι Λευιται οι εξηγουντες εις τον λαον, ειπον προς παντα τον λαον, Η ημερα αυτη ειναι αγια εις Κυριον τον Θεον σας· μη πενθειτε μηδε κλαιετε. Διοτι πας ο λαος εκλαιεν, ως ηκουσαν τους λογους του νομου.
<scripture passage="Neh 8:10" parsed="|Neh|8|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς αυτους, Υπαγετε, φαγετε παχεα και πιετε γλυκασματα, και αποστειλατε μεριδας προς τους μη εχοντας μηδεν ητοιμασμενον· διοτι η ημερα ειναι αγια εις τον Κυριον ημων· και μη λυπεισθε· διοτι η χαρα του Κυριου ειναι η ισχυς σας.
<scripture passage="Neh 8:11" parsed="|Neh|8|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.11" />
<sup>11</sup>Και κατεσιγασαν οι Λευιται παντα τον λαον, λεγοντες, Ησυχαζετε· διοτι η ημερα ειναι αγια· και μη λυπεισθε.
<scripture passage="Neh 8:12" parsed="|Neh|8|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.12" />
<sup>12</sup>Και απηλθε πας ο λαος, δια να φαγωσι και να πιωσι και να αποστειλωσι μεριδας και να καμωσιν ευφροσυνην μεγαλην, διοτι ενοησαν τους λογους τους οποιους εφανερωσαν εις αυτους.
<scripture passage="Neh 8:13" parsed="|Neh|8|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.13" />
<sup>13</sup>Και την δευτεραν ημεραν συνηχθησαν οι αρχοντες των πατριων παντος του λαου, οι ιερεις και οι Λευιται, προς Εσδραν τον γραμματεα, δια να διδαχθωσι τους λογους του νομου.
<scripture passage="Neh 8:14" parsed="|Neh|8|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.14" />
<sup>14</sup>Και ευρηκαν γεγραμμενον εν τω νομω, τον οποιον προσεταξεν ο Κυριος δια του Μωυσεως, να κατοικησωσιν οι υιοι Ισραηλ εν σκηναις εν τη εορτη του εβδομου μηνος·
<scripture passage="Neh 8:15" parsed="|Neh|8|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.15" />
<sup>15</sup>και να δημοσιευσωσι και να διακηρυξωσιν εις πασας τας πολεις αυτων και εις την Ιερουσαλημ, λεγοντες, Εξελθετε εις το ορος και φερετε κλαδους ελαιας και κλαδους αγριελαιας και κλαδους μυρσινης και κλαδους φοινικων και κλαδους δασυφυλλων δενδρων, δια να καμητε σκηνας, κατα το γεγραμμενον.
<scripture passage="Neh 8:16" parsed="|Neh|8|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.16" />
<sup>16</sup>Και εξελθων ο λαος εφερε, και εκαμον εις εαυτους σκηνας, εκαστος επι του δωματος αυτου, και εν ταις αυλαις αυτων και εν ταις αυλαις του οικου του Θεου και εν τη πλατεια της πυλης των υδατων και εν τη πλατεια της πυλης του Εφραιμ.
<scripture passage="Neh 8:17" parsed="|Neh|8|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.17" />
<sup>17</sup>Και πασα η συναξις των επιστρεψαντων απο της αιχμαλωσιας εκαμον σκηνας, και εκαθησαν εν ταις σκηναις· διοτι απο των ημερων Ιησου υιου του Ναυη μεχρι εκεινης της ημερας, οι υιοι Ισραηλ δεν ειχον καμει ουτω. Και εγεινεν ευφροσυνη μεγαλη σφοδρα.
<scripture passage="Neh 8:18" parsed="|Neh|8|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.8.18" />
<sup>18</sup>Και καθ' εκαστην ημεραν, απο της πρωτης ημερας μεχρι της τελευταιας ημερας, ανεγινωσκεν εν τω βιβλιω του νομου του Θεου. Και εκαμον εορτην επτα ημερας· την δε ογδοην ημεραν πανδημον συναξιν, κατα το διατεταγμενον.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 9" progress="44.57%" prev="Neh.8" next="Neh.10" id="Neh.9">
<h3 id="Neh.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Neh.9-p1">
<scripture passage="Neh 9:1" parsed="|Neh|9|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.1" />
<sup>1</sup>Και εν τη εικοστη τεταρτη ημερα τουτου του μηνος συνηχθησαν οι υιοι Ισραηλ με νηστειαν και με σακκους και με χωμα εφ' εαυτους.
<scripture passage="Neh 9:2" parsed="|Neh|9|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.2" />
<sup>2</sup>Και εχωρισθη το σπερμα του Ισραηλ απο παντων των ξενων· και σταθεντες εξωμολογηθησαν τας αμαρτιας αυτων και τας ανομιας των πατερων αυτων.
<scripture passage="Neh 9:3" parsed="|Neh|9|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.3" />
<sup>3</sup>Και σταθεντες εν τω τοπω αυτων, ανεγνωσαν εν τω βιβλιω του νομου Κυριου του Θεου αυτων, εν τεταρτον της ημερας· και εν τεταρτον, εξωμολογουντο και προσεκυνουν Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="Neh 9:4" parsed="|Neh|9|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.4" />
<sup>4</sup>Τοτε εσηκωθη επι το βημα των Λευιτων Ιησους και Βανι, Καδμιηλ, Σεβανιας, Βουννι, Σερεβιας, Βανι και Χανανι, και ανεβοησαν μετα φωνης μεγαλης προς Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="Neh 9:5" parsed="|Neh|9|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.5" />
<sup>5</sup>Και οι Λευιται, Ιησους και Καδμιηλ, Βανι, Ασαβνιας, Σερεβιας, Ωδιας, Σεβανιας και Πεθαια, ειπον, Σηκωθητε, ευλογησατε Κυριον τον Θεον υμων απο του αιωνος εως του αιωνος· και ας ηναι, Θεε, ευλογημενον το ενδοξον σου ονομα, το υπερτερον πασης ευλογιας και αινεσεως.
<scripture passage="Neh 9:6" parsed="|Neh|9|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.6" />
<sup>6</sup>Συ αυτος εισαι Κυριος μονος· συ εποιησας τον ουρανον, τους ουρανους των ουρανων, και πασαν την στρατιαν αυτων, την γην και παντα τα επ' αυτης, τας θαλασσας και παντα τα εν αυταις, και συ ζωοποιεις παντα ταυτα· και σε προσκυνουσιν αι στρατιαι των ουρανων.
<scripture passage="Neh 9:7" parsed="|Neh|9|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.7" />
<sup>7</sup>Συ εισαι Κυριος ο Θεος, οστις εξελεξας τον Αβραμ και εξηγαγες αυτον απο της Ουρ των Χαλδαιων, και εδωκας εις αυτον το ονομα Αβρααμ·
<scripture passage="Neh 9:8" parsed="|Neh|9|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.8" />
<sup>8</sup>και ευρηκας την καρδιαν αυτου πιστην ενωπιον σου, και εκαμες προς αυτον διαθηκην, οτι θελεις δωσει την γην των Χαναναιων, των Χετταιων, των Αμορραιων και των Φερεζαιων και των Ιεβουσαιων και των Γεργεσαιων, οτι θελεις δωσει αυτην εις το σπερμα αυτου· και εξετελεσας τους λογους σου· διοτι δικαιος εισαι συ.
<scripture passage="Neh 9:9" parsed="|Neh|9|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.9" />
<sup>9</sup>Και ειδες την θλιψιν των πατερων ημων εν Αιγυπτω, και ηκουσας την κραυγην αυτων επι την Ερυθραν θαλασσαν·
<scripture passage="Neh 9:10" parsed="|Neh|9|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.10" />
<sup>10</sup>και εδειξας σημεια και τερατα επι τον Φαραω και επι παντας τους δουλους αυτου και επι παντα τον λαον της γης αυτου· επειδη εγνωρισας οτι υπερηφανευθησαν εναντιον αυτων. Και εκαμες εις σεαυτον ονομα, ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Neh 9:11" parsed="|Neh|9|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.11" />
<sup>11</sup>Και διεσχισας την θαλασσαν ενωπιον αυτων, και διεβησαν δια ξηρας εν μεσω της θαλασσης· τους δε καταδιωκοντας αυτους ερριψας εις τα βαθη, ως λιθον εις υδατα ισχυρα·
<scripture passage="Neh 9:12" parsed="|Neh|9|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.12" />
<sup>12</sup>και ωδηγησας αυτους την ημεραν δια στυλου νεφελης, την δε νυκτα δια στυλου πυρος, δια να φωτιζης εις αυτους την οδον δι' ης εμελλον να διελθωσι.
<scripture passage="Neh 9:13" parsed="|Neh|9|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.13" />
<sup>13</sup>Και κατεβης επι το ορος Σινα, και ελαλησας μετ' αυτων εξ ουρανου, και εδωκας εις αυτους ευθειας κρισεις και αληθινους νομους, διαταγματα και εντολας αγαθας·
<scripture passage="Neh 9:14" parsed="|Neh|9|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.14" />
<sup>14</sup>και το αγιον σου σαββατον εκαμες γνωστον εις αυτους, και προσεταξας εις αυτους εντολας και διαταγματα και νομους, δια χειρος Μωυσεως του δουλου σου.
<scripture passage="Neh 9:15" parsed="|Neh|9|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.15" />
<sup>15</sup>Και αρτον εξ ουρανου εδωκας εις αυτους εις την πειναν αυτων, και υδωρ εκ πετρας εξηγαγες εις αυτους εις την διψαν αυτων· και ειπας προς αυτους να εισελθωσι δια να κληρονομησωσι την γην, περι ης υψωσας την χειρα σου οτι θελεις δωσει αυτην εις αυτους.
<scripture passage="Neh 9:16" parsed="|Neh|9|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.16" />
<sup>16</sup>Εκεινοι δε και οι πατερες ημων υπερηφανευθησαν και εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων και δεν υπηκουσαν εις τας εντολας σου·
<scripture passage="Neh 9:17" parsed="|Neh|9|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.17" />
<sup>17</sup>και ηρνηθησαν να υπακουσωσι και δεν ενεθυμηθησαν τα θαυμασια σου τα οποια εκαμες εις αυτους· αλλ' εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων, και εν τη αποστασια αυτων διωρισαν αρχηγον δια να επιστρεψωσιν εις την δουλειαν αυτων. Αλλα συ εισαι Θεος συγχωρητικος, ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος, και δεν εγκατελιπες αυτους.
<scripture passage="Neh 9:18" parsed="|Neh|9|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.18" />
<sup>18</sup>Μαλιστα, οτε εκαμον εις εαυτους χωνευτον μοσχον και ειπον, Ουτος ειναι ο Θεος σου οστις σε ανηγαγεν εξ Αιγυπτου, και επραξαν μεγαλους παροργισμους·
<scripture passage="Neh 9:19" parsed="|Neh|9|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.19" />
<sup>19</sup>συ ομως, εν τοις οικτιρμοις σου τοις μεγαλοις, δεν εγκατελιπες αυτους εν τη ερημω· ο στυλος της νεφελης δεν εξεκλινεν απ' αυτων την ημεραν, δια να οδηγη αυτους εν τη οδω, ουδε ο στυλος του πυρος την νυκτα, δια να φωτιζη εις αυτους και την οδον δι' ης εμελλον να διελθωσι.
<scripture passage="Neh 9:20" parsed="|Neh|9|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.20" />
<sup>20</sup>Και εδωκας εις αυτους το αγαθον σου πνευμα, δια να συνετιζη αυτους· και δεν εστερησας το μαννα σου απο του στοματος αυτων, και υδωρ εδωκας εις αυτους εις την διψαν αυτων.
<scripture passage="Neh 9:21" parsed="|Neh|9|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.21" />
<sup>21</sup>Και τεσσαρακοντα ετη εθρεψας αυτους εν τη ερημω· δεν ελειψεν εις αυτους ουδεν· τα ιματια αυτων δεν επαλαιωθησαν και οι ποδες αυτων δεν επρησθησαν.
<scripture passage="Neh 9:22" parsed="|Neh|9|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.22" />
<sup>22</sup>Και εδωκας εις αυτους βασιλεια και λαους, και διεμερισας εις αυτους δια μεριδας· και εκληρονομησαν την γην του Σηων και την γην του βασιλεως της Εσεβων και την γην του Ωγ βασιλεως της Βασαν.
<scripture passage="Neh 9:23" parsed="|Neh|9|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.23" />
<sup>23</sup>Και τους υιους αυτων επληθυνας ως τα αστρα του ουρανου· και εφερες αυτους εις την γην, εις την οποιαν ειπας προς τους πατερας αυτων να εισελθωσι, δια να κληρονομησωσιν αυτην.
<scripture passage="Neh 9:24" parsed="|Neh|9|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.24" />
<sup>24</sup>Και εισηλθον οι υιοι αυτων και εκληρονομησαν την γην· και υπεταξας εμπροσθεν αυτων τους κατοικους της γης, τους Χαναναιους, και παρεδωκας αυτους εις τας χειρας αυτων, και τους βασιλεις αυτων και τους λαους της γης, δια να καμωσιν εις αυτους κατα την θελησιν αυτων.
<scripture passage="Neh 9:25" parsed="|Neh|9|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.25" />
<sup>25</sup>Και εκυριευσαν πολεις ισχυρας και γην παχειαν, και εκληρονομησαν οικους πληρεις παντων των αγαθων, φρεατα ωρυγμενα, αμπελωνας και ελαιωνας και δενδρα καρπιμα εν αφθονια· και εφαγον και εχορτασθησαν και επαχυνθησαν και ενετρυφησαν, εν τη μεγαλη σου αγαθοτητι.
<scripture passage="Neh 9:26" parsed="|Neh|9|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.26" />
<sup>26</sup>Και ηπειθησαν και επανεστατησαν εναντιον σου, και ερριψαν τον νομον σου οπισω των νωτων αυτων, και τους προφητας σου εφονευσαν, οιτινες διεμαρτυροντο εναντιον αυτων δια να επιστρεψωσιν αυτους προς σε, και επραξαν μεγαλους παροργισμους.
<scripture passage="Neh 9:27" parsed="|Neh|9|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο παρεδωκας αυτους εις την χειρα των θλιβοντων αυτους, και κατεθλιψαν αυτους· και εν τω καιρω της θλιψεως αυτων ανεβοησαν προς σε, και συ εισηκουσας εξ ουρανου· και κατα τους πολλους οικτιρμους σου εδωκας σωτηρας εις αυτους, και εσωσαν αυτους εκ της χειρος των θλιβοντων αυτους.
<scripture passage="Neh 9:28" parsed="|Neh|9|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.28" />
<sup>28</sup>Αλλ' αφου ανεπαυθησαν, εστραφησαν εις το να πραττωσι πονηρα ενωπιον σου· οθεν εγκατελιπες αυτους εις την χειρα των εχθρων αυτων, και εξουσιασαν αυτους· οτε ομως επεστρεψαν και ανεβοησαν προς σε, συ εισηκουσας εξ ουρανου· και πολλακις ηλευθερωσας αυτους κατα τους οικτιρμους σου.
<scripture passage="Neh 9:29" parsed="|Neh|9|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.29" />
<sup>29</sup>Και διεμαρτυρηθης εναντιον αυτων, δια να επιστρεψης αυτους εις τον νομον σου· πλην αυτοι υπερηφανευθησαν και δεν υπηκουσαν εις τας εντολας σου, αλλ' ημαρτησαν εις τας κρισεις σου, τας οποιας εαν τις εκτελη, θελει ζησει δι' αυτων· και εδωκαν νωτον απειθη και εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων και δεν ηκουσαν.
<scripture passage="Neh 9:30" parsed="|Neh|9|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.30" />
<sup>30</sup>Και ομως ετη πολλα παρεκτεινας επ' αυτους, και διεμαρτυρηθης εναντιον αυτων δια του πνευματος σου δια των προφητων σου· αλλα δεν εδωκαν ακροασιν· δια τουτο παρεδωκας αυτους εις την χειρα των λαων των τοπων.
<scripture passage="Neh 9:31" parsed="|Neh|9|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.31" />
<sup>31</sup>Πλην δια τους πολλους οικτιρμους σου δεν συνετελεσας αυτους, ουδε εγκατελιπες αυτους· διοτι Θεος οικτιρμων και ελεημων εισαι.
<scripture passage="Neh 9:32" parsed="|Neh|9|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.32" />
<sup>32</sup>Τωρα λοιπον, Θεε ημων, ο μεγας, ο ισχυρος και φοβερος Θεος, ο φυλαττων την διαθηκην και το ελεος, ας μη λογισθη μικρα ενωπιον σου πασα η θλιψις ητις ευρηκεν ημας, τους βασιλεις ημων, τους αρχοντας ημων και τους ιερεις ημων και τους προφητας ημων και τους πατερας ημων και παντα τον λαον σου, απο των ημερων των βασιλεων της Ασσυριας μεχρι της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Neh 9:33" parsed="|Neh|9|33|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.33" />
<sup>33</sup>Δικαιος βεβαιως εισαι εις παντα τα επελθοντα εφ' ημας· διοτι συ μεν αληθειαν εκαμες, ημεις δε ησεβησαμεν.
<scripture passage="Neh 9:34" parsed="|Neh|9|34|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.34" />
<sup>34</sup>Και οι βασιλεις ημων, οι αρχοντες ημων, οι ιερεις ημων και οι πατερες ημων, δεν εφυλαξαν τον νομον σου και δεν εδωκαν προσοχην εις τας εντολας σου και εις τα μαρτυρια σου, με τα οποια διεμαρτυρηθης εναντιον αυτων.
<scripture passage="Neh 9:35" parsed="|Neh|9|35|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.35" />
<sup>35</sup>Διοτι αυτοι, εν τη βασιλεια αυτων και εν τη μεγαλη σου αγαθωσυνη την οποιαν εδωκας εις αυτους, και εν τη γη τη πλατεια και παχεια, την οποιαν εδωκας ενωπιον αυτων, δεν σε εδουλευσαν ουδε εστραφησαν απο των πονηρων εργων αυτων.
<scripture passage="Neh 9:36" parsed="|Neh|9|36|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.36" />
<sup>36</sup>Ιδου, δουλοι ειμεθα την ημεραν ταυτην· και εν τη γη, την οποιαν εδωκας εις τους πατερας ημων, δια να τρωγωσι τον καρπον αυτης και τα αγαθα αυτης, ιδου, δουλοι ειμεθα επ' αυτης·
<scripture passage="Neh 9:37" parsed="|Neh|9|37|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.37" />
<sup>37</sup>και αυτη διδει πολλην αφθονιαν εις τους βασιλεις, τους οποιους επεβαλες εφ' ημας δια τας αμαρτιας ημων· και κατεξουσιαζουσιν επι των σωματων ημων και επι των κτηνων ημων κατα την αρεσκειαν αυτων· και ειμεθα εν θλιψει μεγαλη.
<scripture passage="Neh 9:38" parsed="|Neh|9|38|0|0" osisRef="Bible:Neh.9.38" />
<sup>38</sup>Οθεν δια παντα ταυτα ημεις καμνομεν διαθηκην πιστην και γραφομεν αυτην· και επισφραγιζουσιν αυτην οι αρχοντες ημων, οι Λευιται ημων και οι ιερεις ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 10" progress="44.75%" prev="Neh.9" next="Neh.11" id="Neh.10">
<h3 id="Neh.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Neh.10-p1">
<scripture passage="Neh 10:1" parsed="|Neh|10|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.1" />
<sup>1</sup>Οι δε επισφραγισαντες ησαν Νεεμιας ο Θιρσαθα ο υιος του Αχαλια, και Σεδεκιας,
<scripture passage="Neh 10:2" parsed="|Neh|10|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.2" />
<sup>2</sup>Σεραιας, Αζαριας, Ιερεμιας,
<scripture passage="Neh 10:3" parsed="|Neh|10|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.3" />
<sup>3</sup>Πασχωρ, Αμαριας, Μαλχιας,
<scripture passage="Neh 10:4" parsed="|Neh|10|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.4" />
<sup>4</sup>Χαττους, Σεβανιας, Μαλλουχ,
<scripture passage="Neh 10:5" parsed="|Neh|10|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.5" />
<sup>5</sup>Χαρημ, Μερημωθ, Οβαδιας,
<scripture passage="Neh 10:6" parsed="|Neh|10|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.6" />
<sup>6</sup>Δανιηλ, Γιννεθων, Βαρουχ,
<scripture passage="Neh 10:7" parsed="|Neh|10|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.7" />
<sup>7</sup>Μεσσουλλαμ, Αβια, Μειαμειν,
<scripture passage="Neh 10:8" parsed="|Neh|10|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.8" />
<sup>8</sup>Μααζιας, Βιλγαι, Σεμαιας· ουτοι ησαν οι ιερεις.
<scripture passage="Neh 10:9" parsed="|Neh|10|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.9" />
<sup>9</sup>Και οι Λευιται Ιησους ο υιος του Αζανια, Βιννουι εκ των υιων Ηναδαδ, Καδμιηλ·
<scripture passage="Neh 10:10" parsed="|Neh|10|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.10" />
<sup>10</sup>και οι αδελφοι αυτων, Σεβανιας, Ωδιας, Κελιτα, Φελαιας, Αναν,
<scripture passage="Neh 10:11" parsed="|Neh|10|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.11" />
<sup>11</sup>Μιχα, Ρεωβ, Ασαβιας,
<scripture passage="Neh 10:12" parsed="|Neh|10|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.12" />
<sup>12</sup>Ζακχουρ, Σερεβιας, Σεβανιας,
<scripture passage="Neh 10:13" parsed="|Neh|10|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.13" />
<sup>13</sup>Ωδιας, Βανι, Βενινου.
<scripture passage="Neh 10:14" parsed="|Neh|10|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.14" />
<sup>14</sup>Οι αρχοντες του λαου· Φαρως, Φααθ-μωαβ, Ελαμ, Ζατθου, Βανι,
<scripture passage="Neh 10:15" parsed="|Neh|10|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.15" />
<sup>15</sup>Βουννι, Αζγαδ, Βηβαι,
<scripture passage="Neh 10:16" parsed="|Neh|10|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.16" />
<sup>16</sup>Αδωνιας, Βιγουαι, Αδιν,
<scripture passage="Neh 10:17" parsed="|Neh|10|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.17" />
<sup>17</sup>Ατηρ, Εζεκιας, Αζουρ,
<scripture passage="Neh 10:18" parsed="|Neh|10|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.18" />
<sup>18</sup>Ωδιας, Ασουμ, Βησαι,
<scripture passage="Neh 10:19" parsed="|Neh|10|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.19" />
<sup>19</sup>Αριφ, Αναθωθ, Νεβαι,
<scripture passage="Neh 10:20" parsed="|Neh|10|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.20" />
<sup>20</sup>Μαγφιας, Μεσουλλαμ, Εζειρ,
<scripture passage="Neh 10:21" parsed="|Neh|10|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.21" />
<sup>21</sup>Μεσηζαβεηλ, Σαδωκ, Ιαδδουα,
<scripture passage="Neh 10:22" parsed="|Neh|10|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.22" />
<sup>22</sup>Φελατιας, Αναν, Αναιας,
<scripture passage="Neh 10:23" parsed="|Neh|10|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.23" />
<sup>23</sup>Ωσηε, Ανανιας, Ασσουβ,
<scripture passage="Neh 10:24" parsed="|Neh|10|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.24" />
<sup>24</sup>Αλλωης, Φιλεα, Σωβηκ,
<scripture passage="Neh 10:25" parsed="|Neh|10|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.25" />
<sup>25</sup>Ρεουμ, Ασαβνα, Μαασιας,
<scripture passage="Neh 10:26" parsed="|Neh|10|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.26" />
<sup>26</sup>και Αχια, Αναν, Γαναν,
<scripture passage="Neh 10:27" parsed="|Neh|10|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.27" />
<sup>27</sup>Μαλλουχ, Χαρημ, Βαανα.
<scripture passage="Neh 10:28" parsed="|Neh|10|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.28" />
<sup>28</sup>Και το υπολοιπον του λαου, οι ιερεις, οι Λευιται, οι πυλωροι, οι ψαλτωδοι, οι Νεθινειμ, και παντες οι αποχωρισθεντες απο των λαων των τοπων προς τον νομον του Θεου, αι γυναικες αυτων, οι υιοι αυτων και αι θυγατερες αυτων, πας εννοων και εχων συνεσιν,
<scripture passage="Neh 10:29" parsed="|Neh|10|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.29" />
<sup>29</sup>ηνωθησαν μετα των αδελφων αυτων, των προκριτων αυτων, και εισηλθον εις καταραν και εις ορκον, να περιπατωσιν εις τον νομον του Θεου, τον δοθεντα δια χειρος Μωυσεως του δουλου του Θεου, και να φυλαττωσι και να εκτελωσι πασας τας εντολας του Κυριου, του Κυριου ημων, και τας κρισεις αυτου και τα διαταγματα αυτου·
<scripture passage="Neh 10:30" parsed="|Neh|10|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.30" />
<sup>30</sup>και οτι δεν θελομεν δωσει τας θυγατερας ημων εις τους λαους της γης, και τας θυγατερας αυτων δεν θελομεν λαβει εις τους υιους ημων·
<scripture passage="Neh 10:31" parsed="|Neh|10|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.31" />
<sup>31</sup>και, εαν οι λαοι της γης φερωσιν αγορασιμα η οποιασδηποτε τροφας να πωλησωσιν εν τη ημερα του σαββατου, οτι δεν θελομεν λαβει ταυτα παρ' αυτων εν σαββατω και εν ημερα αγια· και οτι θελομεν αφησει το εβδομον ετος και την απαιτησιν παντος χρεους.
<scripture passage="Neh 10:32" parsed="|Neh|10|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.32" />
<sup>32</sup>Διεταξαμεν ετι εις εαυτους να επιφορτισθωμεν να διδωμεν κατ' ετος εν τριτον του σικλου δια την υπηρεσιαν του οικου του Θεου ημων,
<scripture passage="Neh 10:33" parsed="|Neh|10|33|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.33" />
<sup>33</sup>δια τους αρτους της προθεσεως και δια την παντοτεινην εξ αλφιτων προσφοραν, και δια την παντοτεινην ολοκαυτωσιν των σαββατων, των νεομηνιων, δια τας επισημους εορτας και δια τα αγια πραγματα και δια τας περι αμαρτιας προσφορας, δια να καμνωμεν εξιλεωσιν υπερ του Ισραηλ, και δια παν το εργον του οικου του Θεου ημων.
<scripture passage="Neh 10:34" parsed="|Neh|10|34|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.34" />
<sup>34</sup>Και ερριψαμεν κληρους μεταξυ των ιερεων των Λευιτων και του λαου περι της προσφορας των ξυλων, δια να φερωσιν αυτα εις τον οικον του Θεου ημων, κατα τους οικους των πατριων ημων, εν ωρισμενοις καιροις κατ' ετος, δια να καιωσιν επι του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου ημων, κατα το γεγραμμενον εν τω νομω·
<scripture passage="Neh 10:35" parsed="|Neh|10|35|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.35" />
<sup>35</sup>και δια να φερωμεν τα πρωτογεννηματα της γης ημων και τα πρωτογεννηματα των καρπων παντος δενδρου, κατ' ετος, προς τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="Neh 10:36" parsed="|Neh|10|36|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.36" />
<sup>36</sup>και τα πρωτοτοκα των υιων ημων και των κτηνων ημων, κατα το γεγραμμενον εν τω νομω, και τα πρωτοτοκα των βοων ημων και των ποιμνιων ημων, να φερωμεν αυτα εις τον οικον του Θεου ημων, προς τους ιερεις τους λειτουργουντας εν τω οικω του Θεου ημων·
<scripture passage="Neh 10:37" parsed="|Neh|10|37|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.37" />
<sup>37</sup>και να φερωμεν τας απαρχας του φυραματος ημων και τας προσφορας ημων και τους καρπους παντος δενδρου, οινου και ελαιου, προς τους ιερεις, εις τα οικηματα του οικου του Θεου ημων· και τα δεκατα της γης ημων προς τους Λευιτας, και αυτοι οι Λευιται να λαμβανωσι τα δεκατα εν πασαις ταις πολεσι της γεωργιας ημων.
<scripture passage="Neh 10:38" parsed="|Neh|10|38|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.38" />
<sup>38</sup>Και ο ιερευς ο υιος του Ααρων θελει εισθαι μετα των Λευιτων, οταν οι Λευιται λαμβανωσι τα δεκατα· και οι Λευιται θελουσιν αναφερει το δεκατον των δεκατων εις τον οικον του Θεου ημων, εις τα οικηματα του οικου του θησαυρου.
<scripture passage="Neh 10:39" parsed="|Neh|10|39|0|0" osisRef="Bible:Neh.10.39" />
<sup>39</sup>Διοτι οι υιοι Ισραηλ και οι υιοι Λευι θελουσι φερει τας προσφορας του σιτου, του οινου και του ελαιου εις τα οικηματα, οπου ειναι τα σκευη του αγιαστηριου, και οι ιερεις οι λειτουργουντες και οι πυλωροι και οι ψαλτωδοι· και δεν θελομεν εγκαταλειψει τον οικον του Θεου ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 11" progress="44.84%" prev="Neh.10" next="Neh.12" id="Neh.11">
<h3 id="Neh.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Neh.11-p1">
<scripture passage="Neh 11:1" parsed="|Neh|11|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.1" />
<sup>1</sup>Και κατωκησαν οι αρχοντες του λαου εν Ιερουσαλημ· και το υπολοιπον του λαου ερριψαν κληρους, δια να φερωσιν ενα εκ των δεκα να κατοικηση εν Ιερουσαλημ τη αγια πολει, τα δε εννεα μερη εν ταις αλλαις πολεσι.
<scripture passage="Neh 11:2" parsed="|Neh|11|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.2" />
<sup>2</sup>Και ηυλογησεν ο λαος παντας τους ανθρωπους, οσοι προσεφεραν αυτοπροαιρετως εαυτους να κατοικησωσιν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Neh 11:3" parsed="|Neh|11|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.3" />
<sup>3</sup>Ουτοι δε ειναι οι αρχοντες της επαρχιας οι κατοικησαντες εν Ιερουσαλημ· εν δε ταις πολεσι του Ιουδα κατωκησαν εκαστος εν τη ιδιοκτησια αυτου, εν ταις πολεσιν αυτων, ο Ισραηλ, οι ιερεις και οι Λευιται και οι Νεθινειμ και οι υιοι των δουλων του Σολομωντος.
<scripture passage="Neh 11:4" parsed="|Neh|11|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.4" />
<sup>4</sup>Και εν Ιερουσαλημ κατωκησαν τινες εκ των υιων Ιουδα και εκ των υιων Βενιαμιν· εκ των υιων Ιουδα, Αθαιας ο υιος του Οζια, υιου Ζαχαρια, υιου Αμαρια, υιου Σεφατια, υιου Μααλελεηλ, εκ των υιων Φαρες·
<scripture passage="Neh 11:5" parsed="|Neh|11|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.5" />
<sup>5</sup>και Μαασιας ο υιος του Βαρουχ, υιου Χολ-οζε, υιου Αζαια, υιου Αδαια, υιου Ιωιαριβ, υιου Ζαχαρια, υιου του Σηλωνι·
<scripture passage="Neh 11:6" parsed="|Neh|11|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.6" />
<sup>6</sup>παντες οι υιοι Φαρες οι κατοικησαντες εν Ιερουσαλημ ησαν τετρακοσιοι εξηκοντα οκτω ανδρες δυναμεως.
<scripture passage="Neh 11:7" parsed="|Neh|11|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.7" />
<sup>7</sup>Οι δε υιοι Βενιαμιν ειναι ουτοι· Σαλλου ο υιος του Μεσουλλαμ, υιου Ιωαδ, υιου Φεδαια, υιου Κωλαια, υιου Μαασια, υιου Ιθιηλ, υιου Ιεσαια·
<scripture passage="Neh 11:8" parsed="|Neh|11|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.8" />
<sup>8</sup>και μετ' αυτων, Γαββαει, Σαλλαι, εννεακοσιοι εικοσιοκτω·
<scripture passage="Neh 11:9" parsed="|Neh|11|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.9" />
<sup>9</sup>και Ιωηλ ο υιος του Ζιχρι ητο εφορος αυτων· ο δε Ιουδας, ο υιος του Σενουα, δευτερος επι την πολιν·
<scripture passage="Neh 11:10" parsed="|Neh|11|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.10" />
<sup>10</sup>Εκ των ιερεων, Ιεδαιας ο υιος του Ιωιαριβ, Ιαχειν,
<scripture passage="Neh 11:11" parsed="|Neh|11|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.11" />
<sup>11</sup>Σεραιας ο υιος του Χελκια, υιου Μεσσουλλαμ, υιου Σαδωκ, υιου Μεραιωθ, υιου Αχιτωβ, ο αρχων του οικου του Θεου.
<scripture passage="Neh 11:12" parsed="|Neh|11|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.12" />
<sup>12</sup>Και οι αδελφοι αυτων οι ποιουντες το εργον του οικου ησαν οκτακοσιοι εικοσιδυο· και Αδαιας ο υιος του Ιεροαμ, υιου Φελαλια, υιου Αμσι, υιου Ζαχαρια, υιου Πασχωρ, υιου Μαλχια,
<scripture passage="Neh 11:13" parsed="|Neh|11|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.13" />
<sup>13</sup>και οι αδελφοι αυτου, αρχοντες πατριων, διακοσιοι τεσσαρακοντα δυο· και Αμασσαι ο υιος του Αζαρεηλ, υιου Ααζαι, υιου Μεσιλλεμωθ, υιου Ιμμηρ,
<scripture passage="Neh 11:14" parsed="|Neh|11|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.14" />
<sup>14</sup>και οι αδελφοι αυτων, ανδρες δυνατοι εν ισχυι, εκατον εικοσιοκτω· εφορος δε αυτων ητο Ζαβδιηλ, υιος του Γεδωλειμ.
<scripture passage="Neh 11:15" parsed="|Neh|11|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.15" />
<sup>15</sup>Και εκ των Λευιτων, Σεμαιας ο υιος του Ασσουβ, υιου Αζρικαμ, υιου Ασαβια, υιου Βουννι·
<scripture passage="Neh 11:16" parsed="|Neh|11|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.16" />
<sup>16</sup>και Σαββεθαι και Ιωζαβαδ, εκ των αρχοντων των Λευιτων, ησαν επι των εξωτερικων εργων του οικου του Θεου.
<scripture passage="Neh 11:17" parsed="|Neh|11|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.17" />
<sup>17</sup>Και Ματθανιας ο υιος του Μιχα, υιου Ζαβδι, υιου Ασαφ, ητο ο εξαρχων της υμνωδιας εν τη προσευχη· και Βακβουκιας ο δευτερος μεταξυ των αδελφων αυτου, και Αβδα ο υιος του Σαμμουα, υιου Ταλαλ, υιου Ιεδουθουν.
<scripture passage="Neh 11:18" parsed="|Neh|11|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.18" />
<sup>18</sup>Παντες οι Λευιται εν τη αγια πολει ησαν διακοσιοι ογδοηκοντα τεσσαρες.
<scripture passage="Neh 11:19" parsed="|Neh|11|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.19" />
<sup>19</sup>Οι δε πυλωροι, Ακκουβ, Ταλμων, και οι αδελφοι αυτων οι φυλαττοντες εν ταις πυλαις, ησαν εκατον εβδομηκοντα δυο.
<scripture passage="Neh 11:20" parsed="|Neh|11|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.20" />
<sup>20</sup>Και το υπολοιπον του Ισραηλ, οι ιερεις και Λευιται, ησαν εν πασαις ταις πολεσιν Ιουδα, εκαστος εν τη κληρονομια αυτου.
<scripture passage="Neh 11:21" parsed="|Neh|11|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.21" />
<sup>21</sup>Οι δε Νεθινειμ κατωκησαν εν Οφηλ· και ο Σιχα και ο Γισπα ησαν επι των Νεθινειμ.
<scripture passage="Neh 11:22" parsed="|Neh|11|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.22" />
<sup>22</sup>Και ο εφορος των Λευιτων εν Ιερουσαλημ ητο Οζι, ο υιος του Βανι, υιου Ασαβια, υιου Ματθανια, υιου Μιχα. Εκ των υιων του Ασαφ, οι ψαλτωδοι ησαν επι του εργου του οικου του Θεου.
<scripture passage="Neh 11:23" parsed="|Neh|11|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.23" />
<sup>23</sup>Διοτι ητο προσταγη του βασιλεως περι αυτων, και διατεταγμενον μεριδιον δια τους ψαλτωδους κατα πασαν ημεραν.
<scripture passage="Neh 11:24" parsed="|Neh|11|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.24" />
<sup>24</sup>Και Πεθαια ο υιος του Μεσηζαβεηλ, εκ των υιων του Ζερα υιου του Ιουδα, ητο επιτροπος του βασιλεως εν παση υποθεσει περι του λαου.
<scripture passage="Neh 11:25" parsed="|Neh|11|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.25" />
<sup>25</sup>Περι δε των χωριων, μετα των αγρων αυτων, τινες εκ των υιων Ιουδα κατωκησαν εν Κιριαθ-αρβα και ταις κωμαις αυτης, και εν Δαιβων και ταις κωμαις αυτης, και εν Ιεκαβσεηλ και τοις χωριοις αυτης,
<scripture passage="Neh 11:26" parsed="|Neh|11|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.26" />
<sup>26</sup>και εν Ιησουα και εν Μωλαδα και εν Βαιθ-φελετ,
<scripture passage="Neh 11:27" parsed="|Neh|11|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.27" />
<sup>27</sup>και εν Ασαρ-σουαλ και εν Βηρ-σαβεε και ταις κωμαις αυτης,
<scripture passage="Neh 11:28" parsed="|Neh|11|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.28" />
<sup>28</sup>και εν Σικλαγ και εν Μεκονα και εν ταις κωμαις αυτης,
<scripture passage="Neh 11:29" parsed="|Neh|11|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.29" />
<sup>29</sup>και εν Εν-ριμμων και εν Σαρεα και εν Ιαρμουθ,
<scripture passage="Neh 11:30" parsed="|Neh|11|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.30" />
<sup>30</sup>Ζανωα, Οδολλαμ και τοις χωριοις αυτων, Λαχεις και τοις αγροις αυτης, Αζηκα και ταις κωμαις αυτης. Και κατωκησαν απο Βηρ-σαβεε εως της φαραγγος Εννομ.
<scripture passage="Neh 11:31" parsed="|Neh|11|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.31" />
<sup>31</sup>Και οι υιοι Βενιαμιν κατωκησαν απο Γεβα εν Μιχμας και Αιια και Βαιθηλ και ταις κωμαις αυτης,
<scripture passage="Neh 11:32" parsed="|Neh|11|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.32" />
<sup>32</sup>εν Αναθωθ, Νωβ, Ανανια,
<scripture passage="Neh 11:33" parsed="|Neh|11|33|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.33" />
<sup>33</sup>Ασωρ, Ραμα, Γιτθαιμ,
<scripture passage="Neh 11:34" parsed="|Neh|11|34|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.34" />
<sup>34</sup>Αδιδ, Σεβωειμ, Νεβαλλατ,
<scripture passage="Neh 11:35" parsed="|Neh|11|35|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.35" />
<sup>35</sup>Λωδ, και Ωνω, τη φαραγγι των τεκτονων.
<scripture passage="Neh 11:36" parsed="|Neh|11|36|0|0" osisRef="Bible:Neh.11.36" />
<sup>36</sup>Και εκ των Λευιτων κατωκησαν διαιρεσεις εν Ιουδα και Βενιαμιν.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 12" progress="44.93%" prev="Neh.11" next="Neh.13" id="Neh.12">
<h3 id="Neh.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Neh.12-p1">
<scripture passage="Neh 12:1" parsed="|Neh|12|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.1" />
<sup>1</sup>Ουτοι δε ησαν οι ιερεις και οι Λευιται, οι αναβαντες μετα του Ζοροβαβελ υιου του Σαλαθιηλ, και του Ιησου· Σεραιας, Ιερεμιας, Εσδρας,
<scripture passage="Neh 12:2" parsed="|Neh|12|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.2" />
<sup>2</sup>Αμαριας, Μαλλουχ, Χαττους,
<scripture passage="Neh 12:3" parsed="|Neh|12|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.3" />
<sup>3</sup>Σεχανιας, Ρεουμ, Μερημωθ,
<scripture passage="Neh 12:4" parsed="|Neh|12|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.4" />
<sup>4</sup>Ιδδω, Γιννεθω, Αβια,
<scripture passage="Neh 12:5" parsed="|Neh|12|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.5" />
<sup>5</sup>Μιαμειν, Μααδιας, Βιλγα,
<scripture passage="Neh 12:6" parsed="|Neh|12|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.6" />
<sup>6</sup>Σεμαιας και Ιωιαριβ, Ιεδαιας,
<scripture passage="Neh 12:7" parsed="|Neh|12|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.7" />
<sup>7</sup>Σαλλου, Αμωκ, Χελχιας, Ιεδαιας. Ουτοι ησαν οι αρχηγοι των ιερεων και των αδελφων αυτων εν ταις ημεραις Ιησου.
<scripture passage="Neh 12:8" parsed="|Neh|12|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.8" />
<sup>8</sup>Οι δε Λευιται, Ιησους, Βιννουι, Καδμιηλ, Σερεβιας, Ιουδας και Ματθανιας, ο επι των υμνων, αυτος και οι αδελφοι αυτου.
<scripture passage="Neh 12:9" parsed="|Neh|12|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.9" />
<sup>9</sup>Ο δε Βακβουκιας και ο Ουννι, οι αδελφοι αυτων, ησαν απεναντι αυτων δια τας φυλακας.
<scripture passage="Neh 12:10" parsed="|Neh|12|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.10" />
<sup>10</sup>Και ο Ιησους εγεννησε τον Ιωακειμ, Ιωακειμ δε εγεννησε τον Ελιασειβ, Ελιασειβ δε εγεννησε τον Ιωαδα,
<scripture passage="Neh 12:11" parsed="|Neh|12|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.11" />
<sup>11</sup>Ιωαδα δε εγεννησε τον Ιωναθαν· Ιωναθαν δε εγεννησε τον Ιαδδουα.
<scripture passage="Neh 12:12" parsed="|Neh|12|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.12" />
<sup>12</sup>Και εν ταις ημεραις του Ιωακειμ, ιερεις, αρχοντες πατριων, ησαν του Σεραια, ο Μεραιας· του Ιερεμια, ο Ανανιας·
<scripture passage="Neh 12:13" parsed="|Neh|12|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.13" />
<sup>13</sup>του Εσδρα, ο Μεσουλλαμ· του Αμαρια, ο Ιωαναν·
<scripture passage="Neh 12:14" parsed="|Neh|12|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.14" />
<sup>14</sup>του Μελιχου, ο Ιωναθαν· του Σεβανια, ο Ιωσηφ·
<scripture passage="Neh 12:15" parsed="|Neh|12|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.15" />
<sup>15</sup>του Χαρημ, ο Αδνα· του Μεραιωθ, ο Ελκαι·
<scripture passage="Neh 12:16" parsed="|Neh|12|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.16" />
<sup>16</sup>του Ιδδω, ο Ζαχαριας· του Γιννεθων, ο Μεσουλλαμ·
<scripture passage="Neh 12:17" parsed="|Neh|12|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.17" />
<sup>17</sup>του Αβια, ο Ζιχρι· του Μινιαμειν, και του Μωαδια, ο Φιλται·
<scripture passage="Neh 12:18" parsed="|Neh|12|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.18" />
<sup>18</sup>του Βιλγα, ο Σαμμουα· του Σεμαια, ο Ιωναθαν·
<scripture passage="Neh 12:19" parsed="|Neh|12|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.19" />
<sup>19</sup>και του Ιωιαριβ, ο Ματθεναι· του Ιεδαια, ο Οζι·
<scripture passage="Neh 12:20" parsed="|Neh|12|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.20" />
<sup>20</sup>του Σαλλαι, ο Καλλαι· του Αμωκ, ο Εβερ·
<scripture passage="Neh 12:21" parsed="|Neh|12|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.21" />
<sup>21</sup>του Χελκια, ο Ασαβιας· του Ιεδαια, ο Ναθαναηλ.
<scripture passage="Neh 12:22" parsed="|Neh|12|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.22" />
<sup>22</sup>Οι Λευιται εν ταις ημεραις του Ελιασειβ, Ιωαδα και Ιωαναν και Ιαδδουα, ησαν καταγεγραμμενοι αρχοντες πατριων· και οι ιερεις, επι της βασιλειας Δαρειου του Περσου.
<scripture passage="Neh 12:23" parsed="|Neh|12|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.23" />
<sup>23</sup>Οι υιοι του Λευι, αρχοντες των πατριων, ησαν καταγεγραμμενοι εν τω βιβλιω των Χρονικων, μαλιστα εως των ημερων του Ιωαναν υιου του Ελιασειβ.
<scripture passage="Neh 12:24" parsed="|Neh|12|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.24" />
<sup>24</sup>Και οι αρχοντες των Λευιτων, Ασαβιας, Σερεβιας, και Ιησους ο υιος του Καδμιηλ, και οι αδελφοι αυτων απεναντι αυτων, δια να αινωσι και να υμνωσι κατα την προσταγην Δαβιδ του ανθρωπου του Θεου, φυλακη απεναντι φυλακης.
<scripture passage="Neh 12:25" parsed="|Neh|12|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.25" />
<sup>25</sup>Ο Ματθανιας και Βακβουκιας, Οβαδια, Μεσουλλαμ, Ταλμων, Ακκουβ, ησαν πυλωροι φυλαττοντες την φυλακην εν τοις ταμειοις των πυλων.
<scripture passage="Neh 12:26" parsed="|Neh|12|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.26" />
<sup>26</sup>Ουτοι ησαν εν ταις ημεραις του Ιωακειμ, υιου Ιησου, υιου Ιωσεδεχ, και εν ταις ημεραις Νεεμια του κυβερνητου και του ιερεως Εσδρα του γραμματεως.
<scripture passage="Neh 12:27" parsed="|Neh|12|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.27" />
<sup>27</sup>Και εν τοις εγκαινιοις του τειχους της Ιερουσαλημ, εζητησαν τους Λευιτας απο παντων των τοπων αυτων δια να φερωσιν αυτους εις Ιερουσαλημ, να καμωσι τα εγκαινια μετ' ευφροσυνης, υμνουντες και ψαλλοντες εν κυμβαλοις, ψαλτηριοις και εν κιθαραις.
<scripture passage="Neh 12:28" parsed="|Neh|12|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.28" />
<sup>28</sup>Και συνηχθησαν οι υιοι των ψαλτωδων και απο της περιχωρου κυκλοθεν της Ιερουσαλημ και απο των χωριων Νετωφαθι·
<scripture passage="Neh 12:29" parsed="|Neh|12|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.29" />
<sup>29</sup>και απο του οικου Γιλγαλ και απο των αγρων Γεβα και Αζμαβεθ· διοτι οι ψαλτωδοι ωκοδομησαν χωρια εις εαυτους κυκλω της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Neh 12:30" parsed="|Neh|12|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.30" />
<sup>30</sup>Και εκαθαρισθησαν οι ιερεις και οι Λευιται, και εκαθαρισαν τον λαον και τας πυλας και το τειχος.
<scripture passage="Neh 12:31" parsed="|Neh|12|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.31" />
<sup>31</sup>Τοτε ανεβιβασα τους αρχοντας του Ιουδα επι το τειχος και εστησα δυο μεγαλους χορους αινουντων· ο μεν επορευετο επι τα δεξια, επι του τειχους προς την πυλην της κοπριας·
<scripture passage="Neh 12:32" parsed="|Neh|12|32|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.32" />
<sup>32</sup>και κατοπιν αυτων επορευοντο ο Ωσαιας και το ημισυ των αρχοντων του Ιουδα,
<scripture passage="Neh 12:33" parsed="|Neh|12|33|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.33" />
<sup>33</sup>και ο Αζαριας, ο Εσδρας και ο Μεσουλλαμ,
<scripture passage="Neh 12:34" parsed="|Neh|12|34|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.34" />
<sup>34</sup>ο Ιουδας και ο Βενιαμιν και ο Σεμαιας και ο Ιερεμιας·
<scripture passage="Neh 12:35" parsed="|Neh|12|35|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.35" />
<sup>35</sup>και εκ των υιων των ιερεων μετα σαλπιγγων, ο Ζαχαριας ο υιος του Ιωναθαν, υιου του Σεμαια, υιου του Ματθανια, υιου του Μιχαια, υιου του Ζακχουρ, υιου του Ασαφ·
<scripture passage="Neh 12:36" parsed="|Neh|12|36|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.36" />
<sup>36</sup>και οι αδελφοι αυτου, Σεμαιας, και Αζαρεηλ, Μιλαλαι, Γιλαλαι, Μααι, Ναθαναηλ, και Ιουδας, Ανανι, μετα μουσικων οργανων Δαβιδ του ανθρωπου του Θεου, και Εσδρας ο γραμματευς εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Neh 12:37" parsed="|Neh|12|37|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.37" />
<sup>37</sup>Και επι την πυλην της πηγης και απεναντι αυτων, ανεβησαν δια των βαθμιδων της πολεως Δαβιδ εις την αναβασιν του τειχους, επανωθεν του οικου του Δαβιδ, και εως της πυλης των υδατων προς ανατολας.
<scripture passage="Neh 12:38" parsed="|Neh|12|38|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.38" />
<sup>38</sup>Ο δε αλλος χορος των αινουντων επορευετο εις το απεναντι, και εγω κατοπιν αυτων, και το ημισυ του λαου επι του τειχους, επανωθεν του πυργου των φουρνων και εως του τειχους του πλατεος.
<scripture passage="Neh 12:39" parsed="|Neh|12|39|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.39" />
<sup>39</sup>Και επανωθεν της πυλης Εφραιμ και επανωθεν της παλαιας πυλης, και επανωθεν της ιχθυικης πυλης και του πυργου Ανανεηλ και του πυργου του Μεα και εως της πυλης της προβατικης· και εσταθησαν εν τη πυλη της φυλακης.
<scripture passage="Neh 12:40" parsed="|Neh|12|40|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.40" />
<sup>40</sup>Και εσταθησαν οι δυο χοροι των αινουντων εν τω οικω του Θεου, και εγω και το ημισυ των προεστωτων μετ' εμου·
<scripture passage="Neh 12:41" parsed="|Neh|12|41|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.41" />
<sup>41</sup>και οι ιερεις, Ελιακειμ, Μαασιας, Μινιαμειν, Μιχαιας, Ελιωηναι, Ζαχαριας και Ανανιας, μετα σαλπιγγων·
<scripture passage="Neh 12:42" parsed="|Neh|12|42|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.42" />
<sup>42</sup>και Μαασιας και Σεμαιας και Ελεαζαρ και Οζι και Ιωαναν και Μαλχιας και Ελαμ και Εσερ. Και οι ψαλτωδοι υψωσαν την φωνην αυτων, μετα του Ιεζραια του επιστατου.
<scripture passage="Neh 12:43" parsed="|Neh|12|43|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.43" />
<sup>43</sup>Και προσεφεραν εν εκεινη τη ημερα θυσιας μεγαλας και ευφρανθησαν· διοτι ο Θεος ευφρανεν αυτους ευφροσυνην μεγαλην. Και αι γυναικες ετι και τα παιδια ευφρανθησαν· και η ευφροσυνη της Ιερουσαλημ ηκουσθη εως μακροθεν.
<scripture passage="Neh 12:44" parsed="|Neh|12|44|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.44" />
<sup>44</sup>Και εν τη ημερα εκεινη διωρισθησαν ανδρες επι των οικηματων δια τους θησαυρους, δια τας προσφορας, δια τας απαρχας και δια τα δεκατα, δια να συναγωσιν εν αυτοις απο των αγρων των πολεων τα νενομισμενα μεριδια δια τους ιερεις και Λευιτας· διοτι ο Ιουδας ευφρανθη εξ αιτιας των ιερεων και εξ αιτιας των Λευιτων των παρεστωτων.
<scripture passage="Neh 12:45" parsed="|Neh|12|45|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.45" />
<sup>45</sup>Και οι ψαλτωδοι και οι πυλωροι εφυλαξαν την φυλακην του Θεου αυτων και την φυλακην του καθαρισμου, κατα την προσταγην του Δαβιδ και Σολομωντος του υιου αυτου.
<scripture passage="Neh 12:46" parsed="|Neh|12|46|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.46" />
<sup>46</sup>Διοτι εν ταις ημεραις του Δαβιδ και του Ασαφ ησαν εξ αρχης πρωτοψαλται και ασματα αινεσεως και υμνοι προς τον Θεον.
<scripture passage="Neh 12:47" parsed="|Neh|12|47|0|0" osisRef="Bible:Neh.12.47" />
<sup>47</sup>Και πας ο Ισραηλ εν ταις ημεραις του Ζοροβαβελ και εν ταις ημεραις του Νεεμια εδιδον τα τεταγμενα μεριδια των ψαλτωδων και των πυλωρων, κατα πασαν ημεραν· και ηγιαζον αυτα εις τους Λευιτας, και οι Λευιται ηγιαζον εις τους υιους Ααρων.
</p>
</div3>

<div3 title="Nehemiah 13" progress="45.06%" prev="Neh.12" next="Esth" id="Neh.13">
<h3 id="Neh.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Neh.13-p1">
<scripture passage="Neh 13:1" parsed="|Neh|13|1|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.1" />
<sup>1</sup>Εν τη ημερα εκεινη ανεγνωσθη εν τω βιβλιω του Μωυσεως εις τα ωτα του λαου· και ευρεθη γεγραμμενον εν αυτω, οτι οι Αμμωνιται και οι Μωαβιται δεν επρεπε να εισελθωσιν εις την συναγωγην του Θεου εως αιωνος·
<scripture passage="Neh 13:2" parsed="|Neh|13|2|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.2" />
<sup>2</sup>διοτι δεν προυπηντησαν τους υιους Ισραηλ μετα αρτου και μετα υδατος, αλλ' εμισθωσαν τον Βαλααμ εναντιον αυτων, δια να καταρασθη αυτους· πλην ο Θεος ημων ετρεψε την καταραν εις ευλογιαν.
<scripture passage="Neh 13:3" parsed="|Neh|13|3|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.3" />
<sup>3</sup>Και ως ηκουσαν τον νομον, εχωρισαν απο του Ισραηλ παντα αλλογενη.
<scripture passage="Neh 13:4" parsed="|Neh|13|4|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.4" />
<sup>4</sup>Προ τουτου δε Ελιασειβ ο ιερευς, οστις ειχε την επιστασιαν των οικηματων του οικου του Θεου ημων, ειχε συγγενευσει μετα του Τωβια·
<scripture passage="Neh 13:5" parsed="|Neh|13|5|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.5" />
<sup>5</sup>και ειχεν ετοιμασει δι' αυτον μεγα οικημα, οπου προτερον εθετον τας εξ αλφιτων προσφορας, το λιβανιον και τα σκευη και τα δεκατα του σιτου, του οινου και του ελαιου, το διατεταγμενον των Λευιτων και των ψαλτωδων και των πυλωρων και τας προσφορας των ιερεων.
<scripture passage="Neh 13:6" parsed="|Neh|13|6|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.6" />
<sup>6</sup>Πλην εν πασι τουτοις εγω δεν ημην εν Ιερουσαλημ· διοτι εν τω τριακοστω δευτερω ετει Αρταξερξου του βασιλεως της Βαβυλωνος ηλθον προς τον βασιλεα και μεθ' ημερας τινας εζητησα παρα του βασιλεως,
<scripture passage="Neh 13:7" parsed="|Neh|13|7|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.7" />
<sup>7</sup>και ηλθον εις Ιερουσαλημ και εμαθον το κακον, το οποιον ο Ελιασειβ εκαμε χαριν του Τωβια, ετοιμασας εις αυτον οικημα εν ταις αυλαις του οικου του Θεου.
<scripture passage="Neh 13:8" parsed="|Neh|13|8|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.8" />
<sup>8</sup>Και δυσηρεστηθην πολυ· και ερριψα εξω του οικηματος παντα τα σκευη του οικου του Τωβια.
<scripture passage="Neh 13:9" parsed="|Neh|13|9|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.9" />
<sup>9</sup>Και προσεταξα, και εκαθαρισαν τα οικηματα· και επανεφερα εκει τα σκευη του οικου του Θεου, τας εξ αλφιτων προσφορας και το λιβανιον.
<scripture passage="Neh 13:10" parsed="|Neh|13|10|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.10" />
<sup>10</sup>Και εμαθον οτι τα μεριδια των Λευιτων δεν εδοθησαν εις αυτους· διοτι οι Λευιται και οι ψαλτωδοι, οι ποιουντες το εργον, εφυγον εκαστος εις τον αγρον αυτου.
<scripture passage="Neh 13:11" parsed="|Neh|13|11|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.11" />
<sup>11</sup>Και επεπληξα τους προεστωτας και ειπα, Δια τι εγκατελειφθη ο οικος του Θεου; Και εσυναξα αυτους και αποκατεστησα αυτους εις την θεσιν αυτων.
<scripture passage="Neh 13:12" parsed="|Neh|13|12|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.12" />
<sup>12</sup>Τοτε εφερε πας ο Ιουδας εις τας αποθηκας το δεκατον του σιτου και του οινου και του ελαιου.
<scripture passage="Neh 13:13" parsed="|Neh|13|13|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.13" />
<sup>13</sup>Και κατεστησα φυλακας επι των αποθηκων, Σελεμιαν τον ιερεα και Σαδωκ τον γραμματεα και εκ των Λευιτων· τον Φεδαιαν· και πλησιον αυτων, Αναν τον υιον του Ζακχουρ, υιου του Ματθανια· διοτι ελογιζοντο πιστοι· το εργον δε αυτων ητο να διανεμωσιν εις τους αδελφους αυτων.
<scripture passage="Neh 13:14" parsed="|Neh|13|14|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.14" />
<sup>14</sup>Μνησθητι μου, Θεε μου, περι τουτου, και μη εξαλειψης τα ελεη μου, τα οποια εκαμα εις τον οικον του Θεου μου και εις τας τελετας αυτου.
<scripture passage="Neh 13:15" parsed="|Neh|13|15|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.15" />
<sup>15</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις ειδον τινας εν Ιουδα ληνοπατουντας εν σαββατω και εισφεροντας δραγματα και επιφορτιζοντας επι ονους, και οινον, σταφυλια και συκα και παν ειδος φορτιων, τα οποια εφερον εις Ιερουσαλημ την ημεραν του σαββατου· και διεμαρτυρηθην εν τη ημερα, καθ' ην επωλουν τροφιμα.
<scripture passage="Neh 13:16" parsed="|Neh|13|16|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.16" />
<sup>16</sup>Και οι Τυριοι, οι κατοικουντες εν αυτη, εφερον ιχθυας και παν ειδος ωνιων και επωλουν εν σαββατω εις τους υιους Ιουδα και εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Neh 13:17" parsed="|Neh|13|17|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.17" />
<sup>17</sup>Και επεπληξα τους προκριτους του Ιουδα και ειπα προς αυτους, Τι ειναι το πραγμα τουτο το κακον, το οποιον σεις καμνετε, βεβηλουντες την ημεραν του σαββατου;
<scripture passage="Neh 13:18" parsed="|Neh|13|18|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.18" />
<sup>18</sup>δεν εκαμνον ουτως οι πατερες σας, και εφερεν ο Θεος ημων παντα ταυτα τα κακα εφ' ημας και επι την πολιν ταυτην; αλλα σεις επαναφερετε οργην επι τον Ισραηλ, βεβηλουντες το σαββατον.
<scripture passage="Neh 13:19" parsed="|Neh|13|19|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο, οτε ηρχιζε να συσκοταζη εις τας πυλας της Ιερουσαλημ προ του σαββατου, ειπα, και εκλεισαν τας πυλας, και προσεταξα να μη ανοιχθωσιν εως μετα το σαββατον· και κατεστησα επι τας πυλας τινας εκ των υπηρετων μου, δια να μη εισελθη φορτιον την ημεραν του σαββατου.
<scripture passage="Neh 13:20" parsed="|Neh|13|20|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.20" />
<sup>20</sup>Και διενυκτερευσαν οι εμποροι και οι πωληται παντος ειδους ωνιων εξω της Ιερουσαλημ απαξ και δις.
<scripture passage="Neh 13:21" parsed="|Neh|13|21|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.21" />
<sup>21</sup>Τοτε διεμαρτυρηθην εναντιον αυτων και ειπα προς αυτους, Δια τι διανυκτερευετε εμπροσθεν του τειχους; εαν δευτερωσητε, θελω βαλει χειρα επανω σας. Εκτοτε δεν ηλθον εν σαββατω.
<scripture passage="Neh 13:22" parsed="|Neh|13|22|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.22" />
<sup>22</sup>Και ειπα προς τους Λευιτας να καθαριζωνται και να ερχωνται να φυλαττωσι τας πυλας, δια να αγιαζωσι την ημεραν του σαββατου. Μνησθητι μου, Θεε μου, και περι τουτου, και ελεησον με κατα το πληθος του ελεους σου.
<scripture passage="Neh 13:23" parsed="|Neh|13|23|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.23" />
<sup>23</sup>Προσετι εν ταις ημεραις εκειναις ειδον τους Ιουδαιους τους λαβοντας γυναικας Αζωτιας, Αμμωνιτιδας και Μωαβιτιδας·
<scripture passage="Neh 13:24" parsed="|Neh|13|24|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.24" />
<sup>24</sup>και τα τεκνα αυτων λαλουντα ημισυ Αζωτιστι, και μη εξευροντα να λαλησωσιν Ιουδαιστι αλλα κατα την γλωσσαν διαφορων λαων.
<scripture passage="Neh 13:25" parsed="|Neh|13|25|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.25" />
<sup>25</sup>Και επεπληξα αυτους και κατηρασθην αυτους, και ερραβδισα τινας εξ αυτων και ετριχομαδησα αυτους, και ωρκισα αυτους εις τον Θεον, λεγων, Δεν θελετε δωσει τας θυγατερας σας εις τους υιους αυτων, και δεν θελετε λαβει εκ των θυγατερων αυτων εις τους υιους σας η εις εαυτους·
<scripture passage="Neh 13:26" parsed="|Neh|13|26|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.26" />
<sup>26</sup>δεν ημαρτησεν ουτω Σολομων ο βασιλευς του Ισραηλ; καιτοι μεταξυ πολλων εθνων δεν υπηρξε βασιλευς ομοιος αυτου, οστις ητο αγαπωμενος υπο του Θεου αυτου, και εκαμεν αυτον ο Θεος βασιλεα επι παντα τον Ισραηλ· αλλ' ομως και αυτον αι ξεναι γυναικες εκαμον να αμαρτηση·
<scripture passage="Neh 13:27" parsed="|Neh|13|27|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.27" />
<sup>27</sup>θελομεν λοιπον συγκατανευσει εις εσας να καμνητε απαν τουτο το μεγα κακον, να γινησθε παραβαται εναντιον εις τον Θεον ημων λαμβανοντες ξενας γυναικας;
<scripture passage="Neh 13:28" parsed="|Neh|13|28|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.28" />
<sup>28</sup>Και εις εκ των υιων του Ιωαδα, υιου του Ελιασειβ του ιερεως του μεγαλου, ητο γαμβρος Σαναβαλλατ του Ορωνιτου· οθεν απεδιωξα αυτον απ' εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Neh 13:29" parsed="|Neh|13|29|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.29" />
<sup>29</sup>Μνησθητι αυτων, Θεε μου, διοτι εβεβηλωσαν την ιερατειαν και την διαθηκην της ιερατειας και των Λευιτων.
<scripture passage="Neh 13:30" parsed="|Neh|13|30|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.30" />
<sup>30</sup>Και εκαθαρισα αυτους απο παντων των ξενων, και διωρισα φυλακας εκ των ιερεων και των Λευιτων, εκαστον εις τα εργα αυτου·
<scripture passage="Neh 13:31" parsed="|Neh|13|31|0|0" osisRef="Bible:Neh.13.31" />
<sup>31</sup>και δια την προσφοραν των ξυλων εν καιροις ωρισμενοις, και δια τας απαρχας. Μνησθητι μου, Θεε μου, επ' αγαθω.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Esther" progress="45.18%" prev="Neh.13" next="Esth.1" id="Esth">
<h2 id="Esth-p0.1">Esther</h2>

<div3 title="Esther 1" progress="45.18%" prev="Esth" next="Esth.2" id="Esth.1">
<h3 id="Esth.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Esth.1-p1">
<scripture passage="Esth 1:1" parsed="|Esth|1|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.1" />
<sup>1</sup>Και εν ταις ημεραις του Ασσουηρου, ουτος ειναι ο Ασσουηρης, ο βασιλευων απο της Ινδιας εως της Αιθιοπιας, επι εκατον εικοσιεπτα επαρχιων·
<scripture passage="Esth 1:2" parsed="|Esth|1|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.2" />
<sup>2</sup>εν εκειναις ταις ημεραις, οτε ο βασιλευς Ασσουηρης εκαθησεν επι τον θρονον της βασιλειας αυτου, εν Σουσοις τη βασιλευουση,
<scripture passage="Esth 1:3" parsed="|Esth|1|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.3" />
<sup>3</sup>εν τω τριτω ετει της βασιλειας αυτου, εκαμε συμποσιον εις παντας τους αρχοντας αυτου και τους δουλους αυτου· και ητο ενωπιον αυτου η δυναμις της Περσιας και της Μηδιας, οι ευγενεις και οι αρχοντες των επαρχιων,
<scripture passage="Esth 1:4" parsed="|Esth|1|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.4" />
<sup>4</sup>οτε εδεικνυε τα πλουτη της ενδοξου βασιλειας αυτου, και την λαμπροτητα της εξοχου μεγαλειοτητος αυτου, ημερας πολλας, εκατον ογδοηκοντα ημερας.
<scripture passage="Esth 1:5" parsed="|Esth|1|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.5" />
<sup>5</sup>Και αφου επληρωθησαν αι ημεραι αυται, εκαμεν ο βασιλευς συμποσιον εις παντα τον λαον τον ευρεθεντα εν Σουσοις τη βασιλευουση, απο μεγαλου εως μικρου, επτα ημερας, εν τη αυλη του κηπου του βασιλικου παλατιου·
<scripture passage="Esth 1:6" parsed="|Esth|1|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.6" />
<sup>6</sup>οπου ησαν παραπετασματα λευκα, πρασινα και κυανα, κρεμαμενα δια σχοινιων βυσσινων και πορφυρων δια κρικων αργυρων εις στυλους εκ μαρμαρου· κλιναι χρυσαι και αργυραι ησαν επι λιθοστρωτον εκ πορφυριτου και κυανου και λευκου και μελανος μαρμαρου.
<scripture passage="Esth 1:7" parsed="|Esth|1|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.7" />
<sup>7</sup>Εκερνων δε εις σκευη χρυσα, ηλλασσοντο δε τα σκευη διαδοχικως, και ητο οινος βασιλικος εν αφθονια, κατα την μεγαλοπρεπειαν του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 1:8" parsed="|Esth|1|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.8" />
<sup>8</sup>Η δε ποσις ητο κεκανονισμενη· ουδεις εβιαζε· διοτι ο βασιλευς προσεταξεν ουτως εις παντας τους οικονομους του παλατιου αυτου, να καμνωσι κατα την ευχαριστησιν εκαστου.
<scripture passage="Esth 1:9" parsed="|Esth|1|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.9" />
<sup>9</sup>Και Αστιν ετι η βασιλισσα εκαμεν εις τας γυναικας συμποσιον εν τω οικω τω βασιλικω του βασιλεως Ασσουηρου.
<scripture passage="Esth 1:10" parsed="|Esth|1|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.10" />
<sup>10</sup>Εν τη εβδομη δε ημερα, οτε η καρδια του βασιλεως ητο ευθυμος εκ του οινου, προσεταξε τον Μεουμαν, τον Βηζαθα, τον Αρβωνα, τον Βηγθα και Αβαγθα, τον Ζεθαρ και τον Χαρκας, τους επτα ευνουχους τους υπηρετουντας ενωπιον του βασιλεως Ασσουηρου,
<scripture passage="Esth 1:11" parsed="|Esth|1|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.11" />
<sup>11</sup>να φερωσι την Αστιν την βασιλισσαν ενωπιον του βασιλεως, μετα του βασιλικου διαδηματος, δια να δειξη το καλλος αυτης εις τους λαους και εις τους αρχοντας· διοτι ητο ωραια την οψιν.
<scripture passage="Esth 1:12" parsed="|Esth|1|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.12" />
<sup>12</sup>Η βασιλισσα ομως Αστιν ηρνηθη να ελθη κατα την προσταγην του βασιλεως, την δια των ευνουχων. Οθεν ο βασιλευς εθυμωθη σφοδρα, και η οργη αυτου εξηφθη εν εαυτω.
<scripture passage="Esth 1:13" parsed="|Esth|1|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς προς τους σοφους, τους γνωριζοντας τους καιρους· διοτι τοιαυτη ητο η συνηθεια του βασιλεως προς παντας τους γνωριζοντας τον νομον και την κρισιν·
<scripture passage="Esth 1:14" parsed="|Esth|1|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.14" />
<sup>14</sup>πλησιον δε αυτου ητο ο Καρσενα, ο Σεθαρ, ο Αδμαθα, ο Θαρσεις, ο Μερες, ο Μαρσενα και ο Μεμουκαν, οι επτα αρχοντες της Περσιας και της Μηδιας, οιτινες εβλεπον το προσωπον του βασιλεως και ειχον την προεδριαν εν τω βασιλειω·
<scripture passage="Esth 1:15" parsed="|Esth|1|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.15" />
<sup>15</sup>Τι αρμοζει να καμωμεν προς την βασιλισσαν Αστιν κατα τον νομον, διοτι δεν εξετελεσε την δια των ευνουχων προσταγην του βασιλεως Ασσουηρου;
<scripture passage="Esth 1:16" parsed="|Esth|1|16|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.16" />
<sup>16</sup>Και απεκριθη ο Μεμουκαν ενωπιον του βασιλεως και των αρχοντων, Η βασιλισσα Αστιν δεν ημαρτησε μονον εις τον βασιλεα, αλλα και εις παντας τους αρχοντας και εις παντας τους λαους τους εν πασαις ταις επαρχιαις του βασιλεως Ασσουηρου·
<scripture passage="Esth 1:17" parsed="|Esth|1|17|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.17" />
<sup>17</sup>διοτι η πραξις της βασιλισσης θελει διαδοθη εις πασας τας γυναικας, ωστε θελουσι καταφρονει τους ανδρας αυτων εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων, οταν διαφημισθη οτι ο βασιλευς Ασσουηρης προσεταξε την βασιλισσαν Αστιν να φερθη ενωπιον αυτου, και δεν ηλθε·
<scripture passage="Esth 1:18" parsed="|Esth|1|18|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.18" />
<sup>18</sup>και την σημερον αι δεσποιναι της Περσιας και της Μηδιας, οσαι ηκουσαν περι της πραξεως της βασιλισσης, θελουσι λαλησει ουτω προς παντας τους αρχοντας του βασιλεως· εντευθεν μεγαλη περιφρονησις και οργη·
<scripture passage="Esth 1:19" parsed="|Esth|1|19|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.19" />
<sup>19</sup>εαν λοιπον ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας εξελθη παρ' αυτου βασιλικη διαταγη, και ας γραφη μεταξυ των νομων των Περσων και των Μηδων, δια να ηναι αμεταθετος, να μη ελθη πλεον η Αστιν ενωπιον του βασιλεως Ασσουηρου· και ας δωση ο βασιλευς την βασιλικην αυτης αξιαν εις αλλην καλητεραν αυτης·
<scripture passage="Esth 1:20" parsed="|Esth|1|20|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.20" />
<sup>20</sup>και οταν το προσταγμα του βασιλεως, το οποιον θελει καμει, δημοσιευθη δια παντος του βασιλειου αυτου, διοτι ειναι μεγα, πασαι αι γυναικες θελουσιν αποδιδει τιμην εις τους ανδρας αυτων, απο μεγαλου εως μικρου.
<scripture passage="Esth 1:21" parsed="|Esth|1|21|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.21" />
<sup>21</sup>Και ο λογος ηρεσεν εις τον βασιλεα και εις τους αρχοντας· και εκαμεν ο βασιλευς κατα τον λογον του Μεμουκαν·
<scripture passage="Esth 1:22" parsed="|Esth|1|22|0|0" osisRef="Bible:Esth.1.22" />
<sup>22</sup>και εστειλε γραμματα εις πασας τας επαρχιας του βασιλεως, εις εκαστην επαρχιαν κατα το γραφειν αυτης, και προς εκαστον λαον κατα την γλωσσαν αυτου, να ηναι πας ανηρ κυριος εν τη οικια αυτου, και να λαλη κατα την γλωσσαν του λαου αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 2" progress="45.28%" prev="Esth.1" next="Esth.3" id="Esth.2">
<h3 id="Esth.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Esth.2-p1">
<scripture passage="Esth 2:1" parsed="|Esth|2|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.1" />
<sup>1</sup>Μετα τα πραγματα ταυτα, αφου κατεπραυνθη ο θυμος του βασιλεως Ασσουηρου, ενεθυμηθη την Αστιν, και τι ειχε καμει αυτη και τι ειχεν αποφασισθη εναντιον αυτης.
<scripture passage="Esth 2:2" parsed="|Esth|2|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπον οι δουλοι του βασιλεως, οι υπηρετουντες αυτον, Ας ζητηθωσι δια τον βασιλεα νεαι παρθενοι, ωραιαι την οψιν·
<scripture passage="Esth 2:3" parsed="|Esth|2|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.3" />
<sup>3</sup>και ας διοριση ο βασιλευς εφορους εν πασαις ταις επαρχιαις του βασιλειου αυτου, και να συναξωσιν εις τα Σουσα την βασιλευουσαν πασας τας νεας παρθενους τας ωραιας την οψιν εις τον γυναικωνα, υπο την τηρησιν του Ηγαι ευνουχου του βασιλεως, του φυλακος των γυναικων· και ας δοθωσιν εις αυτας τα προς καθαρισμον αυτων·
<scripture passage="Esth 2:4" parsed="|Esth|2|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.4" />
<sup>4</sup>και η νεα, ητις αρεση εις τον βασιλεα, ας ηναι βασιλισσα αντι της Αστιν. Και το πραγμα ηρεσεν εις τον βασιλεα, και εκαμεν ουτω.
<scripture passage="Esth 2:5" parsed="|Esth|2|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.5" />
<sup>5</sup>Ητο δε εν Σουσοις τη βασιλευουση ανθρωπος τις Ιουδαιος, ονομαζομενος Μαροδοχαιος, υιος του Ιαειρ, υιου του Σιμει, υιου του Κεις, Βενιαμιτης·
<scripture passage="Esth 2:6" parsed="|Esth|2|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.6" />
<sup>6</sup>οστις ειχε μετοικισθη απο Ιερουσαλημ μετα των αιχμαλωτων, οιτινες μετωκισθησαν μετα του Ιεχονια βασιλεως του Ιουδα, τους οποιους μετωκισε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Esth 2:7" parsed="|Esth|2|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.7" />
<sup>7</sup>Και ουτος ανετρεφε την Αδασσα, ητις ειναι η Εσθηρ, την θυγατερα του θειου αυτου· διοτι δεν ειχεν ουτε πατερα ουτε μητερα· και το κορασιον ητο ευειδες και ωραιον· το οποιον ο Μαροδοχαιος, οτε ο πατηρ αυτης και η μητηρ απεθανον, ανελαβε δια θυγατερα αυτου.
<scripture passage="Esth 2:8" parsed="|Esth|2|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.8" />
<sup>8</sup>Οτε δε ηκουσθη το προσταγμα του βασιλεως και η διαταγη αυτου, και οτε πολλα κορασια συνηχθησαν εις τα Σουσα την βασιλευουσαν υπο την τηρησιν του Ηγαι, εφερθη και η Εσθηρ εις τον οικον του βασιλεως υπο την τηρησιν του Ηγαι, του φυλακος των γυναικων.
<scripture passage="Esth 2:9" parsed="|Esth|2|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.9" />
<sup>9</sup>Και το κορασιον ηρεσεν εις αυτον και ευρηκε χαριν ενωπιον αυτου, ωστε εσπευσε να δωση εις αυτην τα προς καθαρισμον αυτης και την μεριδα αυτης· εδωκε δε εις αυτην και τα επτα κορασια τα διωρισμενα εκ του οικου του βασιλεως· και μετεφερεν αυτην και τα κορασια αυτης εις το καλητερον μερος του γυναικωνος.
<scripture passage="Esth 2:10" parsed="|Esth|2|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.10" />
<sup>10</sup>Η Εσθηρ δεν εφανερωσε τον λαον αυτης ουδε την συγγενειαν αυτης· διοτι ο Μαροδοχαιος ειχε προσταξει εις αυτην να μη φανερωση.
<scripture passage="Esth 2:11" parsed="|Esth|2|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.11" />
<sup>11</sup>Και καθ' εκαστην ημεραν περιεπατει ο Μαροδοχαιος εμπροσθεν της αυλης του γυναικωνος, δια να μανθανη πως ειχεν η Εσθηρ και τι εγεινεν εις αυτην.
<scripture passage="Esth 2:12" parsed="|Esth|2|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.12" />
<sup>12</sup>Οτε δε εφθανεν η σειρα εκαστου κορασιου δια να εισελθη προς τον βασιλεα Ασσουηρην, αφου ηθελε σταθη δωδεκα μηνας κατα το ηθος των γυναικων, διοτι ουτω συνεπληρουντο αι ημεραι του καθαρισμου αυτων, εξ μηνας περιηλειφοντο με ελαιον σμυρνινον, και εξ μηνας με αρωματα και με αλλα καθαριστικα των γυναικων·
<scripture passage="Esth 2:13" parsed="|Esth|2|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.13" />
<sup>13</sup>και ουτως εισηρχετο το κορασιον προς τον βασιλεα· παν ο, τι ελεγεν, εδιδετο εις αυτην, δια να λαβη μεθ' εαυτης εκ του γυναικωνος εις τον οικον του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 2:14" parsed="|Esth|2|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.14" />
<sup>14</sup>Το εσπερας εισηρχετο και το πρωι επεστρεφεν εις τον δευτερον γυναικωνα, υπο την τηρησιν του Σαασγαζ, ευνουχου του βασιλεως, οστις εφυλαττε τας παλλακιδας· δεν εισηρχετο πλεον εις τον βασιλεα, ειμη εαν ηθελεν αυτην ο βασιλευς, και εκαλειτο ονομαστι.
<scripture passage="Esth 2:15" parsed="|Esth|2|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.15" />
<sup>15</sup>Οτε λοιπον εφθασεν η σειρα δια να εισελθη προς τον βασιλεα η Εσθηρ, η θυγατηρ του Αβιχαιλ, θειου του Μαροδοχαιου, την οποιαν ελαβε δια θυγατερα αυτου, δεν εζητησεν αλλο παρ' ο, τι διωρισεν ο Ηγαι ο ευνουχος του βασιλεως, ο φυλαξ των γυναικων. Και η Εσθηρ ευρισκε χαριν ενωπιον παντων των βλεποντων αυτην.
<scripture passage="Esth 2:16" parsed="|Esth|2|16|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.16" />
<sup>16</sup>Η Εσθηρ λοιπον εφερθη προς τον βασιλεα Ασσουηρην εις τον βασιλικον αυτου οικον, τον δεκατον μηνα, ουτος ειναι ο μην Τεβεθ, εν τω εβδομω ετει της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="Esth 2:17" parsed="|Esth|2|17|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.17" />
<sup>17</sup>Και ηγαπησεν ο βασιλευς την Εσθηρ υπερ πασας τας γυναικας, και ευρηκε χαριν και ελεος ενωπιον αυτου υπερ πασας τας παρθενους· και επεθηκε το βασιλικον διαδημα επι την κεφαλην αυτης και εκαμεν αυτην βασιλισσαν αντι της Αστιν.
<scripture passage="Esth 2:18" parsed="|Esth|2|18|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.18" />
<sup>18</sup>Τοτε εκαμεν ο βασιλευς συμποσιον μεγα εις παντας τους αρχοντας αυτου και τους δουλους αυτου, το συμποσιον της Εσθηρ· και εκαμεν αφεσιν εις τας επαρχιας και εδωκε δωρα κατα την βασιλικην μεγαλοπρεπειαν.
<scripture passage="Esth 2:19" parsed="|Esth|2|19|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.19" />
<sup>19</sup>Και οτε αι παρθενοι συνηχθησαν την δευτεραν φοραν, τοτε εκαθησεν ο Μαροδοχαιος εν τη βασιλικη πυλη.
<scripture passage="Esth 2:20" parsed="|Esth|2|20|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.20" />
<sup>20</sup>Η Εσθηρ δεν εφανερωσε την συγγενειαν αυτης ουτε τον λαον αυτης, καθως προσεταξεν εις αυτην ο Μαροδοχαιος· διοτι η Εσθηρ εκαμνε την προσταγην του Μαροδοχαιου, καθως οτε ανετρεφετο πλησιον αυτου.
<scripture passage="Esth 2:21" parsed="|Esth|2|21|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.21" />
<sup>21</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις, ενω ο Μαροδοχαιος εκαθητο εν τη βασιλικη πυλη, δυο εκ των ευνουχων του βασιλεως, Βιχθαν και Θερες, εκ των φυλαττοντων την εισοδον, ωργισθησαν και εζητουν να επιβαλωσι χειρα επι τον βασιλεα Ασσουηρην.
<scripture passage="Esth 2:22" parsed="|Esth|2|22|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.22" />
<sup>22</sup>Και το πραγμα εγεινε γνωστον εις τον Μαροδοχαιον, και ανηγγειλεν αυτο προς Εσθηρ την βασιλισσαν· η δε Εσθηρ ειπεν αυτο προς τον βασιλεα εξ ονοματος του Μαροδοχαιου.
<scripture passage="Esth 2:23" parsed="|Esth|2|23|0|0" osisRef="Bible:Esth.2.23" />
<sup>23</sup>Και γενομενης εξετασεως περι του πραγματος, ευρεθη ουτως· οθεν εκρεμασθησαν αμφοτεροι εις ξυλον· και εγραφη εν τω βιβλιω των χρονικων ενωπιον του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 3" progress="45.39%" prev="Esth.2" next="Esth.4" id="Esth.3">
<h3 id="Esth.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Esth.3-p1">
<scripture passage="Esth 3:1" parsed="|Esth|3|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.1" />
<sup>1</sup>Μετα τα πραγματα ταυτα εμεγαλυνεν ο βασιλευς Ασσουηρης τον Αμαν, τον υιον του Αμμεδαθα του Αγαγιτου, και υψωσεν αυτον και εθεσε τον θρονον αυτου υπερανω παντων των αρχοντων των περι αυτον.
<scripture passage="Esth 3:2" parsed="|Esth|3|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.2" />
<sup>2</sup>Και παντες οι δουλοι του βασιλεως, οι εν τη βασιλικη πυλη, εκλινον και προσεκυνουν τον Αμαν· διοτι ουτω προσεταξεν ο βασιλευς περι αυτου. Ο Μαροδοχαιος ομως δεν εκλινε και δεν προσεκυνει αυτον.
<scripture passage="Esth 3:3" parsed="|Esth|3|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.3" />
<sup>3</sup>Και ειπον οι δουλοι του βασιλεως, οι εν τη βασιλικη πυλη, προς τον Μαροδοχαιον, Δια τι συ παραβαινεις την προσταγην του βασιλεως;
<scripture passage="Esth 3:4" parsed="|Esth|3|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.4" />
<sup>4</sup>Αφου δε καθ' ημεραν ελεγον προς αυτον, και εκεινος δεν υπηκουεν εις αυτους, απηγγειλαν τουτο προς τον Αμαν, δια να ιδωσιν αν οι λογοι του Μαροδοχαιου ησαν στερεοι· διοτι ειχε φανερωσει προς αυτους οτι ητο Ιουδαιος.
<scripture passage="Esth 3:5" parsed="|Esth|3|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ο Αμαν ειδεν οτι ο Μαροδοχαιος δεν εκλινε και δεν προσεκυνει αυτον, ενεπλησθη θυμου ο Αμαν.
<scripture passage="Esth 3:6" parsed="|Esth|3|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.6" />
<sup>6</sup>Και εστοχασθη ταπεινον να βαλη χειρα επι μονον τον Μαροδοχαιον· διοτι ειχον φανερωσει προς αυτον τον λαον του Μαροδοχαιου· οθεν εζητει ο Αμαν να αφανιση παντας τους Ιουδαιους τους εν παντι τω βασιλειω του Ασσουηρου, τον λαον του Μαροδοχαιου.
<scripture passage="Esth 3:7" parsed="|Esth|3|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.7" />
<sup>7</sup>Και εν τω πρωτω μηνι, ουτος ειναι ο μην Νισαν, εν τω δωδεκατω ετει του βασιλεως Ασσουηρου, ερριψαν φουρ, ηγουν κληρον, ενωπιον του Αμαν, απο ημερας εις ημεραν και απο μηνος εις μηνα, μεχρι του δωδεκατου μηνος, ουτος ειναι ο μην Αδαρ.
<scripture passage="Esth 3:8" parsed="|Esth|3|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Αμαν προς τον βασιλεα Ασσουηρην, Υπαρχει τις λαος διεσπαρμενος και διακεχωρισμενος μεταξυ των λαων κατα πασας τας επαρχιας του βασιλειου σου· και οι νομοι αυτων διαφοροι των νομων παντων των λαων, και δεν φυλαττουσι τους νομους του βασιλεως· οθεν δεν αρμοζει εις τον βασιλεα να υποφερη αυτους·
<scripture passage="Esth 3:9" parsed="|Esth|3|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.9" />
<sup>9</sup>εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας γραφη να εξολοθρευθωσι και εγω θελω μετρησει δεκα χιλιαδας ταλαντων αργυριου εις τας χειρας των οικονομων δια να φερωσιν εις τα θησαυροφυλακια του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 3:10" parsed="|Esth|3|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.10" />
<sup>10</sup>Και εκβαλων ο βασιλευς το δακτυλιδιον αυτου απο της χειρος αυτου, εδωκεν αυτο εις τον Αμαν τον υιον του Αμμεδαθα του Αγαγιτου, τον εχθρον των Ιουδαιων,
<scripture passage="Esth 3:11" parsed="|Esth|3|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Αμαν· το αργυριον διδεται εις σε, και ο λαος, δια να καμης εις αυτον οπως σοι αρεσκει.
<scripture passage="Esth 3:12" parsed="|Esth|3|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.12" />
<sup>12</sup>Και προσεκληθησαν οι γραμματεις του βασιλεως την δεκατην τριτην ημεραν του πρωτου μηνος, και εγραφη κατα παντα οσα προσεταξεν ο Αμαν, προς τους σατραπας του βασιλεως και προς τους διοικητας τους κατα πασαν επαρχιαν και προς τους αρχοντας εκαστου λαου πασης επαρχιας κατα το γραφειν αυτων, και προς εκαστον λαον κατα την γλωσσαν αυτων· εν ονοματι του βασιλεως Ασσουηρου εγραφη και εσφραγισθη με το δακτυλιδιον του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 3:13" parsed="|Esth|3|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.13" />
<sup>13</sup>Και εσταλησαν γραμματα δια ταχυδρομων εις πασας τας επαρχιας του βασιλεως, δια να αφανισωσι, να φονευσωσι και να εξολοθρευσωσι παντας τους Ιουδαιους, νεους και γεροντας, νηπια και γυναικας, εν μια ημερα, την δεκατην τριτην του δωδεκατου μηνος, ουτος ειναι ο μην Αδαρ, και να διαρπασωσι τα υπαρχοντα αυτων.
<scripture passage="Esth 3:14" parsed="|Esth|3|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.14" />
<sup>14</sup>Το αντιγραφον της επιστολης, το προς διαδοσιν του προσταγματος κατα πασαν επαρχιαν, εδημοσιευθη προς παντας τους λαους, δια να ηναι ετοιμοι εν εκεινη τη ημερα.
<scripture passage="Esth 3:15" parsed="|Esth|3|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.3.15" />
<sup>15</sup>Οι ταχυδρομοι εξηλθον, σπευδοντες δια την προσταγην του βασιλεως, και η διαταγη εξεδοθη εν Σουσοις τη βασιλευουση. Ο δε βασιλευς και ο Αμαν εκαθησαν να συμποσιασωσιν· η δε πολις Σουσα ητο εν αμηχανια.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 4" progress="45.46%" prev="Esth.3" next="Esth.5" id="Esth.4">
<h3 id="Esth.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Esth.4-p1">
<scripture passage="Esth 4:1" parsed="|Esth|4|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.1" />
<sup>1</sup>Και μαθων Μαροδοχαιος απαν το γινομενον, διεσχισε τα ιματια αυτου και ενεδυθη σακκον εν σποδω και εξηλθεν εις το μεσον της πολεως και εβοα μετα βοης μεγαλης και πικρας·
<scripture passage="Esth 4:2" parsed="|Esth|4|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.2" />
<sup>2</sup>και ηλθεν εως εμπροσθεν της βασιλικης πυλης· διοτι ουδεις ηδυνατο να εισελθη εις την βασιλικην πυλην ενδεδυμενος σακκον.
<scripture passage="Esth 4:3" parsed="|Esth|4|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.3" />
<sup>3</sup>Και κατα πασαν επαρχιαν, οπου εφθασεν η προσταγη του βασιλεως και το διαταγμα αυτου, ητο μεγα πενθος μεταξυ των Ιουδαιων, και νηστεια και θρηνος και ολολυγμος· πολλοι εκοιτοντο με σακκον και σποδον.
<scripture passage="Esth 4:4" parsed="|Esth|4|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.4" />
<sup>4</sup>Εισηλθον δε αι θεραπαιναι της Εσθηρ και οι ευνουχοι αυτης, και απηγγειλαν τουτο προς αυτην. Και εταραχθη σφοδρα η βασιλισσα· και επεμψεν ιματια δια να ενδυσωσι τον Μαροδοχαιον και να εκβαλωσι τον σακκον αυτου απ' αυτου· και δεν εδεχθη.
<scripture passage="Esth 4:5" parsed="|Esth|4|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εκαλεσεν η Εσθηρ τον Αθαχ, εκ των ευνουχων του βασιλεως, τον οποιον ειχε διορισει εις την υπηρεσιαν αυτης, και προσεταξεν εις αυτον περι του Μαροδοχαιου, δια να μαθη τι τουτο, και δια τι τουτο.
<scripture passage="Esth 4:6" parsed="|Esth|4|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.6" />
<sup>6</sup>Και εξηλθεν ο Αθαχ προς τον Μαροδοχαιον εις την πλατειαν της πολεως, την απεναντι της βασιλικης πυλης.
<scripture passage="Esth 4:7" parsed="|Esth|4|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.7" />
<sup>7</sup>Και εφανερωσε προς αυτον ο Μαροδοχαιος απαν το γεγονος εις αυτον, και το ποσον του αργυριου το οποιον ο Αμαν υπεσχεθη να μετρηση εις τα θησαυροφυλακια του βασιλεως δια τους Ιουδαιους· δια να απολεση αυτους.
<scripture passage="Esth 4:8" parsed="|Esth|4|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.8" />
<sup>8</sup>Και εδωκεν εις αυτον το αντιγραφον του γραμματος της διαταγης, της εκδοθεισης εν Σουσοις δια να αφανισωσιν αυτους, δια να δειξη αυτο εις την Εσθηρ, και να απαγγειλη προς αυτην και να παραγγειλη εις αυτην να εισελθη προς τον βασιλεα, να παρακαλεση αυτον και να καμη αιτησιν προς αυτον υπερ του λαου αυτης.
<scripture passage="Esth 4:9" parsed="|Esth|4|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.9" />
<sup>9</sup>Και ηλθεν ο Αθαχ και απηγγειλε προς την Εσθηρ τους λογους του Μαροδοχαιου.
<scripture passage="Esth 4:10" parsed="|Esth|4|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.10" />
<sup>10</sup>Η δε Εσθηρ ελαλησε προς τον Αθαχ και εδωκεν εις αυτον προσταγην προς τον Μαροδοχαιον,
<scripture passage="Esth 4:11" parsed="|Esth|4|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.11" />
<sup>11</sup>Παντες οι δουλοι του βασιλεως, και ο λαος των επαρχιων του βασιλεως, εξευρουσιν, οτι οστις, ανηρ η γυνη, εισελθη προς τον βασιλεα εις την ενδοτεραν αυλην ακλητος, εις νομος αυτου ειναι να θανατονηται, εκτος εκεινου προς τον οποιον ο βασιλευς εκτεινει το χρυσουν σκηπτρον δια να ζηση· αλλ' εγω δεν προσεκληθην να εισελθω προς τον βασιλεα ηδη τριακοντα ημερας.
<scripture passage="Esth 4:12" parsed="|Esth|4|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.12" />
<sup>12</sup>Και απηγγειλαν προς τον Μαροδοχαιον τους λογους της Εσθηρ.
<scripture passage="Esth 4:13" parsed="|Esth|4|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ο Μαροδοχαιος παρηγγειλε ν' αποκριθωσι προς την Εσθηρ, Μη στοχαζεσαι εν σεαυτη οτι συ εκ παντων των Ιουδαιων θελεις σωθη εν τω οικω του βασιλεως·
<scripture passage="Esth 4:14" parsed="|Esth|4|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.14" />
<sup>14</sup>διοτι εαν σιωπησης διολου εν τω καιρω τουτω, θελει ελθει αλλοθεν αναψυχη και σωτηρια εις τους Ιουδαιους, συ δε και ο οικος του πατρος σου θελετε απολεσθη· και τις εξευρει εαν συ ηλθες εις την βασιλειαν δια τοιουτον καιρον οποιος ουτος;
<scripture passage="Esth 4:15" parsed="|Esth|4|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.15" />
<sup>15</sup>Τοτε προσεταξεν η Εσθηρ να αποκριθωσι προς τον Μαροδοχαιον·
<scripture passage="Esth 4:16" parsed="|Esth|4|16|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.16" />
<sup>16</sup>Υπαγε, συναξον παντας τους Ιουδαιους τους ευρισκομενους εν Σουσοις, και νηστευσατε υπερ εμου και μη φαγητε και μη πιητε τρεις ημερας, νυκτα και ημεραν· και εγω και αι θεραπαιναι μου θελομεν νηστευσει ομοιως· και ουτω θελω εισελθει προς τον βασιλεα, το οποιον δεν ειναι κατα τον νομον· και αν απολεσθω, ας απολεσθω.
<scripture passage="Esth 4:17" parsed="|Esth|4|17|0|0" osisRef="Bible:Esth.4.17" />
<sup>17</sup>Και απελθων ο Μαροδοχαιος εκαμε κατα παντα οσα προσεταξεν εις αυτον η Εσθηρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 5" progress="45.53%" prev="Esth.4" next="Esth.6" id="Esth.5">
<h3 id="Esth.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Esth.5-p1">
<scripture passage="Esth 5:1" parsed="|Esth|5|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.1" />
<sup>1</sup>Την τριτην δε ημεραν ενδυθεισα η Εσθηρ την βασιλικην στολην εσταθη εν τη εσωτερα αυλη του βασιλικου οικου, απεναντι του οικου του βασιλεως· και ο βασιλευς εκαθητο επι του βασιλικου θρονου αυτου εν τω βασιλικω οικω, απεναντι της πυλης του οικου.
<scripture passage="Esth 5:2" parsed="|Esth|5|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.2" />
<sup>2</sup>Και ως ειδεν ο βασιλευς την Εσθηρ την βασιλισσαν ισταμενην εν τη αυλη, ευρηκε χαριν ενωπιον αυτου· και εξετεινεν ο βασιλευς προς την Εσθηρ το χρυσουν σκηπτρον το εν τη χειρι αυτου· και επλησιασεν η Εσθηρ και ηγγισε το ακρον του σκηπτρου.
<scripture passage="Esth 5:3" parsed="|Esth|5|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Τι θελεις, βασιλισσα Εσθηρ; και τις η αιτησις σου; και εως του ημισεος της βασιλειας θελει δοθη εις σε.
<scripture passage="Esth 5:4" parsed="|Esth|5|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη η Εσθηρ, Εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας ελθη ο βασιλευς και ο Αμαν την ημεραν ταυτην εις το συμποσιον, το οποιον ητοιμασα δι' αυτον.
<scripture passage="Esth 5:5" parsed="|Esth|5|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Επισπευσατε τον Αμαν, δια να καμη τον λογον της Εσθηρ. Και ηλθον ο βασιλευς και ο Αμαν εις το συμποσιον, το οποιον εκαμεν η Εσθηρ.
<scripture passage="Esth 5:6" parsed="|Esth|5|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς την Εσθηρ επι του συμποσιου του οινου, Τι το ζητημα σου; και θελει δοθη εις σε· και τις η αιτησις σου; και εως του ημισεος της βασιλειας εαν ζητησης, θελει γεινει.
<scripture passage="Esth 5:7" parsed="|Esth|5|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.7" />
<sup>7</sup>Τοτε αποκριθεισα η Εσθηρ ειπε, το ζητημα μου και η αιτησις μου ειναι·
<scripture passage="Esth 5:8" parsed="|Esth|5|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.8" />
<sup>8</sup>Εαν ευρηκα χαριν ενωπιον του βασιλεως, και εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα να εκτελεση το ζητημα μου και να καμη την αιτησιν μου, ας ελθη ο βασιλευς και ο Αμαν εις το συμποσιον το οποιον θελω ετοιμασει δι' αυτους· και αυριον θελω καμει κατα τον λογον του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 5:9" parsed="|Esth|5|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.9" />
<sup>9</sup>Τοτε εξηλθεν ο Αμαν την ημεραν εκεινην περιχαρης και ευθυμος την καρδιαν· αλλ' οτε ο Αμαν ειδε τον Μαροδοχαιον εν τη πυλη του βασιλεως, οτι δεν εσηκωθη ουδε εκινηθη δι' αυτον, ενεπλησθη ο Αμαν θυμου κατα του Μαροδοχαιου.
<scripture passage="Esth 5:10" parsed="|Esth|5|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ο Αμαν εκρατησεν εαυτον· και εισελθων εις τον οικον αυτου εστειλε και εκαλεσε τους φιλους αυτου και Ζερες την γυναικα αυτου,
<scripture passage="Esth 5:11" parsed="|Esth|5|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.11" />
<sup>11</sup>και διηγηθη προς αυτους ο Αμαν περι της δοξης του πλουτου αυτου και του πληθους των τεκνων αυτου, και ποσον ο βασιλευς εμεγαλυνεν αυτον, και τινι τροπω υψωσεν αυτον υπερανω των αρχοντων και των δουλων του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 5:12" parsed="|Esth|5|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Αμαν, Μαλιστα η βασιλισσα Εσθηρ δεν προσεκαλεσεν εις το συμποσιον το οποιον εκαμεν, ειμη εμε, μετα του βασιλεως· και αυριον ετι ειμαι προσκεκλημενος προς αυτην μετα του βασιλεως·
<scripture passage="Esth 5:13" parsed="|Esth|5|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.13" />
<sup>13</sup>πλην παντα ταυτα δεν με ωφελουσιν, ενοσω βλεπω τον Μαροδοχαιον τον Ιουδαιον καθημενον εν τη πυλη του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 5:14" parsed="|Esth|5|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.5.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς αυτον Ζερες η γυνη αυτου και παντες οι φιλοι αυτου, Ας κατασκευασθη ξυλον πεντηκοντα πηχων το υψος, και το πρωι ειπε προς τον βασιλεα να κρεμασθη ο Μαροδοχαιος επ' αυτο· τοτε υπαγε περιχαρης μετα του βασιλεως εις το συμποσιον. Και το πραγμα ηρεσεν εις τον Αμαν, και προσεταξε να ετοιμασθη το ξυλον.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 6" progress="45.60%" prev="Esth.5" next="Esth.7" id="Esth.6">
<h3 id="Esth.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Esth.6-p1">
<scripture passage="Esth 6:1" parsed="|Esth|6|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινη τη νυκτι ο υπνος εφυγεν απο του βασιλεως· και προσεταξε να φερωσι το βιβλιον των υπομνηματων των χρονικων· και ανεγινωσκοντο ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 6:2" parsed="|Esth|6|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.2" />
<sup>2</sup>Και ευρεθη γεγραμμενον οτι ο Μαροδοχαιος απηγγειλε περι του Βιχθαν και Θερες, δυο εκ των ευνουχων του βασιλεως, θυρωρων, οιτινες εζητησαν να επιβαλωσι χειρα επι τον βασιλεα Ασσουηρην.
<scripture passage="Esth 6:3" parsed="|Esth|6|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Ποια τιμη και αξιοπρεπεια εγεινεν εις τον Μαροδοχαιον δια τουτο; Και ειπον οι δουλοι του βασιλεως οι υπηρετουντες αυτον, Δεν εγεινεν ουδεν εις αυτον.
<scripture passage="Esth 6:4" parsed="|Esth|6|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο βασιλευς, Τις ειναι εν τη αυλη; ειχε δε ελθει ο Αμαν εις την εξωτεραν αυλην του βασιλικου οικου, δια να ειπη προς τον βασιλεα να κρεμαση τον Μαροδοχαιον εις το ξυλον το οποιον ητοιμασε δι' αυτον.
<scripture passage="Esth 6:5" parsed="|Esth|6|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.5" />
<sup>5</sup>Και ειπον προς αυτον οι δουλοι του βασιλεως, Ιδου, ο Αμαν ισταται εν τη αυλη. Και ειπεν ο βασιλευς, Ας εισελθη.
<scripture passage="Esth 6:6" parsed="|Esth|6|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.6" />
<sup>6</sup>Και οτε εισηλθεν ο Αμαν, ειπε προς αυτον ο βασιλευς, Τι πρεπει να γεινη εις τον ανθρωπον, τον οποιον ευαρεστειται ο βασιλευς να τιμηση; Ο δε Αμαν εστοχασθη εν τη καρδια αυτου, εις ποιον αλλον ο βασιλευς ηθελεν ευαρεστηθη να καμη τιμην, παρα εις εμε;
<scripture passage="Esth 6:7" parsed="|Esth|6|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθη λοιπον ο Αμαν προς τον βασιλεα, Περι του ανθρωπου, τον οποιον ο βασιλευς ευαρεστειται να τιμηση,
<scripture passage="Esth 6:8" parsed="|Esth|6|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.8" />
<sup>8</sup>ας φερωσι την βασιλικην στολην, την οποιαν ο βασιλευς ενδυεται, και τον ιππον επι του οποιου ο βασιλευς ιππευει, και να τεθη το βασιλικον διαδημα επι της κεφαλης αυτου·
<scripture passage="Esth 6:9" parsed="|Esth|6|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.9" />
<sup>9</sup>και η στολη αυτη και ο ιππος ας δοθωσιν εις την χειρα τινος εκ των μεγαλητερων αρχοντων του βασιλεως, δια να στολιση τον ανθρωπον τον οποιον ο βασιλευς ευαρεστειται να τιμηση· και φερων αυτον εφιππον δια των οδων της πολεως ας κηρυττη εμπροσθεν αυτου, ουτω θελει γινεσθαι εις τον ανθρωπον, τον οποιον ο βασιλευς ευαρεστειται να τιμηση.
<scripture passage="Esth 6:10" parsed="|Esth|6|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Αμαν, Σπευσον, λαβε την στολην και τον ιππον, ως ειπας, και καμε ουτως εις τον Μαροδοχαιον τον Ιουδαιον τον καθημενον εν τη βασιλικη πυλη· ας μη λειψη μηδεν εκ παντων οσα ειπας.
<scripture passage="Esth 6:11" parsed="|Esth|6|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβεν ο Αμαν την στολην και τον ιππον, και εστολισε τον Μαροδοχαιον και εφερεν αυτον εφιππον δια των οδων της πολεως, κηρυττων εμπροσθεν αυτου, ουτω θελει γινεσθαι εις τον ανθρωπον, τον οποιον ο βασιλευς ευαρεστειται να τιμηση.
<scripture passage="Esth 6:12" parsed="|Esth|6|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.12" />
<sup>12</sup>Και επανηλθεν ο Μαροδοχαιος εις την πυλην του βασιλεως· ο δε Αμαν εσπευσε προς τον οικον αυτου περιλυπος και εχων την κεφαλην αυτου κεκαλυμμενην.
<scripture passage="Esth 6:13" parsed="|Esth|6|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.13" />
<sup>13</sup>Και διηγηθη ο Αμαν προς Ζερες την γυναικα αυτου και προς παντας τους φιλους αυτου παν ο, τι συνεβη εις αυτον. Και ειπον προς αυτον οι σοφοι αυτου και Ζερες η γυνη αυτου, Εαν ο Μαροδοχαιος, εμπροσθεν του οποιου ηρχισας να εκπιπτης, ηναι εκ του σπερματος των Ιουδαιων, δεν θελεις κατισχυσει εναντιον αυτου, αλλ' εξαπαντος θελεις πεσει εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Esth 6:14" parsed="|Esth|6|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.6.14" />
<sup>14</sup>Ενω ελαλουν ετι μετ' αυτου, εφθασαν οι ευνουχοι του βασιλεως και εσπευσαν να φερωσι τον Αμαν εις το συμποσιον, το οποιον ητοιμασεν η Εσθηρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 7" progress="45.66%" prev="Esth.6" next="Esth.8" id="Esth.7">
<h3 id="Esth.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Esth.7-p1">
<scripture passage="Esth 7:1" parsed="|Esth|7|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.1" />
<sup>1</sup>Ηλθον λοιπον ο βασιλευς και ο Αμαν να συμποσιασωσι μετα της Εσθηρ της βασιλισσης.
<scripture passage="Esth 7:2" parsed="|Esth|7|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε παλιν ο βασιλευς προς την Εσθηρ την δευτεραν ημεραν επι του συμποσιου του οινου, Τι το ζητημα σου, βασιλισσα Εσθηρ; και θελει δοθη εις σε· και τις η αιτησις σου; και εως του ημισεος της βασιλειας εαν ζητησης, θελει γεινει.
<scripture passage="Esth 7:3" parsed="|Esth|7|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.3" />
<sup>3</sup>Τοτε απεκριθη η Εσθηρ η βασιλισσα και ειπεν, Εαν ευρηκα χαριν ενωπιον σου, βασιλευ, και εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, η ζωη μου ας μοι δοθη εις το ζητημα μου και ο λαος μου εις την αιτησιν μου·
<scripture passage="Esth 7:4" parsed="|Esth|7|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.4" />
<sup>4</sup>διοτι επωληθημεν, εγω και ο λαος μου, εις απωλειαν, εις σφαγην και εις ολεθρον· και εαν ηθελομεν πωληθη ως δουλοι και δουλαι ηθελον σιωπησει, αν και ο εχθρος δεν ηδυνατο να αναπληρωση την ζημιαν του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 7:5" parsed="|Esth|7|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.5" />
<sup>5</sup>Τοτε απεκριθη ο βασιλευς Ασσουηρης και ειπε προς την Εσθηρ την βασιλισσαν, Τις ειναι αυτος και που ειναι εκεινος, οστις ετολμησε να καμη ουτω;
<scripture passage="Esth 7:6" parsed="|Esth|7|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν η Εσθηρ, Ο εναντιος και εχθρος ειναι ουτος ο αχρειος Αμαν. Τοτε εταραχθη ο Αμαν ενωπιον του βασιλεως και της βασιλισσης.
<scripture passage="Esth 7:7" parsed="|Esth|7|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.7" />
<sup>7</sup>Και σηκωθεις ο βασιλευς απο του συμποσιου του οινου ωργισμενος υπηγεν εις τον κηπον του παλατιου· ο δε Αμαν εσταθη, δια να ζητηση την ζωην αυτου παρα της Εσθηρ της βασιλισσης· διοτι ειδεν οτι κακον ητο αποφασισμενον εναντιον αυτου παρα του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 7:8" parsed="|Esth|7|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.8" />
<sup>8</sup>Και επεστρεψεν ο βασιλευς απο του κηπου του παλατιου εις τον οικον του συμποσιου του οινου· ο δε Αμαν ητο πεπτωκως επι της κλινης εφ' ης ητο η Εσθηρ. Και ειπεν ο βασιλευς, Θελει ετι και την βασιλισσαν να βιαση εμπροσθεν μου εν τω οικω; Ο λογος εξηλθεν εκ του στοματος του βασιλεως και εσκεπασαν το προσωπον του Αμαν.
<scripture passage="Esth 7:9" parsed="|Esth|7|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Αρβονα, εις εκ των ευνουχων, ενωπιον του βασιλεως, Ιδου, και το ξυλον πεντηκοντα πηχων το υψος, το οποιον ο Αμαν εκαμε δια τον Μαροδοχαιον, τον λαλησαντα αγαθα υπερ του βασιλεως, ισταται εν τη οικια του Αμαν. Και ειπεν ο βασιλευς, Κρεμασατε αυτον επ' αυτου.
<scripture passage="Esth 7:10" parsed="|Esth|7|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.7.10" />
<sup>10</sup>Και εκρεμασαν τον Αμαν επι του ξυλου, το οποιον ητοιμασε δια τον Μαροδοχαιον. Και κατεπαυσεν ο θυμος του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 8" progress="45.71%" prev="Esth.7" next="Esth.9" id="Esth.8">
<h3 id="Esth.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Esth.8-p1">
<scripture passage="Esth 8:1" parsed="|Esth|8|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.1" />
<sup>1</sup>Εν τη ημερα εκεινη ο βασιλευς Ασσουηρης εδωκεν εις την Εσθηρ την βασιλισσαν τον οικον του Αμαν, του εχθρου των Ιουδαιων. Και ηλθεν ο Μαροδοχαιος ενωπιον του βασιλεως· διοτι η Εσθηρ εφανερωσε τι ητο αυτης.
<scripture passage="Esth 8:2" parsed="|Esth|8|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.2" />
<sup>2</sup>Και εκβαλων ο βασιλευς το δακτυλιδιον αυτου, το οποιον αφηρεσεν απο του Αμαν, εδωκεν αυτο εις τον Μαροδοχαιον. Και κατεστησεν η Εσθηρ τον Μαροδοχαιον επι τον οικον του Αμαν.
<scripture passage="Esth 8:3" parsed="|Esth|8|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.3" />
<sup>3</sup>Και ελαλησε παλιν η Εσθηρ ενωπιον του βασιλεως, και προσεπεσεν εις τους ποδας αυτου και ικετευσεν αυτον μετα δακρυων να ακυρωση την κακιαν του Αμαν του Αγαγιτου, και την σκευωριαν αυτου την οποιαν εσκευωρησε κατα των Ιουδαιων.
<scripture passage="Esth 8:4" parsed="|Esth|8|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.4" />
<sup>4</sup>Και εξετεινεν ο βασιλευς το χρυσουν σκηπτρον προς την Εσθηρ. Τοτε σηκωθεισα η Εσθηρ εσταθη ενωπιον του βασιλεως,
<scripture passage="Esth 8:5" parsed="|Esth|8|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.5" />
<sup>5</sup>και ειπεν, Εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, και εαν ευρηκα χαριν ενωπιον αυτου, και το πραγμα φαινηται ορθον εις τον βασιλεα και αρεσκηται εις εμε, ας γραφη να ανακαλεσθωσι τα γραμματα τα σκευωρηθεντα υπο του Αμαν του υιου Αμμεδαθα του Αγαγιτου, τα οποια εγραψε δια να απολεσθωσιν οι Ιουδαιοι οι εν πασαις ταις επαρχιαις του βασιλεως·
<scripture passage="Esth 8:6" parsed="|Esth|8|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.6" />
<sup>6</sup>διοτι πως δυναμαι να υποφερω να ιδω το κακον, το οποιον θελει ευρει τον λαον μου; η πως δυναμαι να υποφερω να ιδω τον αφανισμον της συγγενειας μου;
<scripture passage="Esth 8:7" parsed="|Esth|8|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς Ασσουηρης προς Εσθηρ την βασιλισσαν και προς τον Μαροδοχαιον τον Ιουδαιον, Ιδου, εδωκα εις την Εσθηρ τον οικον του Αμαν και αυτον εκρεμασαν επι του ξυλου, διοτι εξηπλωσε την χειρα αυτου κατα των Ιουδαιων·
<scripture passage="Esth 8:8" parsed="|Esth|8|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.8" />
<sup>8</sup>σεις λοιπον γραψατε υπερ των Ιουδαιων, οπως φαινεται εις εσας καλον, εν ονοματι του βασιλεως, και σφραγισατε με το βασιλικον δακτυλιδιον· διοτι το γραμμα το γεγραμμενον εν ονοματι του βασιλεως και εσφραγισμενον με το βασιλικον δακτυλιδιον, ειναι αμετατρεπτον.
<scripture passage="Esth 8:9" parsed="|Esth|8|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.9" />
<sup>9</sup>Και προσεκληθησαν οι γραμματεις του βασιλεως εν τω καιρω εκεινω εν τω τριτω μηνι, ουτος ειναι ο μην Σιβαν, την εικοστην τριτην αυτου· και εγραφη κατα παντα οσα ο Μαροδοχαιος προσεταξε, προς τους Ιουδαιους και προς τους σατραπας και διοικητας και αρχοντας των επαρχιων των απο Ινδιας εως Αιθιοπιας, εκατον εικοσιεπτα επαρχιων, εις πασαν επαρχιαν κατα το γραφειν αυτης και προς παντα λαον κατα την γλωσσαν αυτου και προς τους Ιουδαιους κατα το γραφειν αυτων και κατα την γλωσσαν αυτων.
<scripture passage="Esth 8:10" parsed="|Esth|8|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.10" />
<sup>10</sup>Και εγραψεν εν ονοματι του βασιλεως Ασσουηρου και εσφραγισεν αυτο με το βασιλικον δακτυλιδιον και εξαπεστειλε τα γραμματα δια ταχυδρομων εφιππων, ιππαζοντων επι ταχυποδων και γενναιων ημιονων·
<scripture passage="Esth 8:11" parsed="|Esth|8|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.11" />
<sup>11</sup>δι' ων επετρεπεν ο βασιλευς εις τους Ιουδαιους τους κατα πασαν πολιν, να συναχθωσι και να σταθωσιν υπερ της ζωης αυτων, να απολεσωσι, να φονευσωσι και να αφανισωσι πασαν την δυναμιν του λαου και της επαρχιας των καταθλιβοντων αυτους, παιδια και γυναικας, και τα λαφυρα αυτων να διαρπασωσιν,
<scripture passage="Esth 8:12" parsed="|Esth|8|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.12" />
<sup>12</sup>εν μια ημερα, κατα πασας τας επαρχιας του βασιλεως Ασσουηρου, τη δεκατη τριτη του δωδεκατου μηνος, ουτος ειναι ο μην Αδαρ.
<scripture passage="Esth 8:13" parsed="|Esth|8|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.13" />
<sup>13</sup>Το αντιγραφον της επιστολης, το προς διαδοσιν του προσταγματος κατα πασαν επαρχιαν, εδημοσιευθη προς παντας τους λαους, δια να ηναι οι Ιουδαιοι ετοιμοι κατ' εκεινην την ημεραν να εκδικηθωσιν εναντιον των εχθρων αυτων.
<scripture passage="Esth 8:14" parsed="|Esth|8|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.14" />
<sup>14</sup>Και εξηλθον οι ταχυδρομοι, ιππαζοντες επι ταχυποδων ημιονων, σπευδοντες και κατεπειγομενοι υπο της προσταγης του βασιλεως. Και η διαταγη εξεδοθη εν Σουσοις τη βασιλευουση.
<scripture passage="Esth 8:15" parsed="|Esth|8|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.15" />
<sup>15</sup>Ο δε Μαροδοχαιος εξηλθεν απ' εμπροσθεν του βασιλεως εν στολη βασιλικη κυανη και λευκη και φορων μεγαν στεφανον χρυσουν και επενδυμα βυσσινον και πορφυρουν· και η πολις Σουσα εχαιρε και ευφραινετο.
<scripture passage="Esth 8:16" parsed="|Esth|8|16|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.16" />
<sup>16</sup>Εις τους Ιουδαιους ητο φως και αγαλλιασις και χαρα και δοξα.
<scripture passage="Esth 8:17" parsed="|Esth|8|17|0|0" osisRef="Bible:Esth.8.17" />
<sup>17</sup>Και εν παση επαρχια και εν παση πολει, οπου ηλθε του βασιλεως το προσταγμα και η διαταγη, εγεινεν εις τους Ιουδαιους χαρα και αγαλλιασις, ευωχια και ημερα αγαθη. Και πολλοι εκ των λαων της γης εγειναν Ιουδαιοι διοτι ο φοβος των Ιουδαιων επεπεσεν επ' αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 9" progress="45.79%" prev="Esth.8" next="Esth.10" id="Esth.9">
<h3 id="Esth.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Esth.9-p1">
<scripture passage="Esth 9:1" parsed="|Esth|9|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω δωδεκατω μηνι, ουτος ειναι ο μην Αδαρ, τη δεκατη τριτη ημερα του αυτου, οτε το προσταγμα του βασιλεως και η διαταγη αυτου ητο πλησιον να εκτελεσθη, εν τη ημερα καθ' ην οι εχθροι των Ιουδαιων ηλπιζον να κατακρατησωσιν αυτων, αν και ετραπη εις το εναντιον, διοτι οι Ιουδαιοι κατεκρατησαν των μισουντων αυτους,
<scripture passage="Esth 9:2" parsed="|Esth|9|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.2" />
<sup>2</sup>συνηχθησαν οι Ιουδαιοι εν ταις πολεσιν αυτων κατα πασας τας επαρχιας του βασιλεως Ασσουηρου, δια να επιβαλωσι χειρα επι τους ζητουντας το κακον αυτων· και ουδεις ηδυνηθη να αντισταθη εις αυτους, διοτι ο φοβος αυτων επεπεσεν επι παντας τους λαους.
<scripture passage="Esth 9:3" parsed="|Esth|9|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.3" />
<sup>3</sup>Και παντες οι αρχοντες των επαρχιων και οι σατραπαι και οι διοικηται και οι οικονομοι του βασιλεως εβοηθουν τους Ιουδαιους· διοτι ο φοβος του Μαροδοχαιου επεπεσεν επ' αυτους·
<scripture passage="Esth 9:4" parsed="|Esth|9|4|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.4" />
<sup>4</sup>επειδη ο Μαροδοχαιος ητο μεγας εν τω οικω του βασιλεως και η φημη αυτου διεδοθη εις πασας τας επαρχιας· διοτι ο ανθρωπος ο Μαροδοχαιος προεβαινε μεγαλυνομενος.
<scripture passage="Esth 9:5" parsed="|Esth|9|5|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.5" />
<sup>5</sup>Και επαταξαν οι Ιουδαιοι παντας τους εχθρους αυτων με παταγμα ρομφαιας και σφαγην και ολεθρον, και εκαμον εις τους μισουντας αυτους οπως ηθελον.
<scripture passage="Esth 9:6" parsed="|Esth|9|6|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.6" />
<sup>6</sup>Και εν Σουσοις τη βασιλευουση εφονευσαν οι Ιουδαιοι και απωλεσαν πεντακοσιους ανδρας.
<scripture passage="Esth 9:7" parsed="|Esth|9|7|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.7" />
<sup>7</sup>Και τον Φαρσανδαθα και τον Δαλφων και τον Ασπαθα
<scripture passage="Esth 9:8" parsed="|Esth|9|8|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.8" />
<sup>8</sup>και τον Ποραθα και τον Αδαλια και τον Αριδαθα
<scripture passage="Esth 9:9" parsed="|Esth|9|9|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.9" />
<sup>9</sup>και τον Φαρμαστα και τον Αρισαι και τον Αριδαι και τον Βαιεζαθα,
<scripture passage="Esth 9:10" parsed="|Esth|9|10|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.10" />
<sup>10</sup>τους δεκα υιους του Αμαν υιου του Αμμεδαθα, του εχθρου των Ιουδαιων, εφονευσαν· επι λαφυρα ομως δεν εβαλον την χειρα αυτων.
<scripture passage="Esth 9:11" parsed="|Esth|9|11|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.11" />
<sup>11</sup>Εν τη ημερα εκεινη ο αριθμος των φονευθεντων εν Σουσοις τη βασιλευουση εφερθη ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Esth 9:12" parsed="|Esth|9|12|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς Εσθηρ την βασιλισσαν, Εν Σουσοις τη βασιλευουση εφονευσαν οι Ιουδαιοι και απωλεσαν πεντακοσιους ανδρας και τους δεκα υιους του Αμαν· εν ταις λοιπαις επαρχιαις του βασιλεως τι εκαμον; τωρα τι το ζητημα σου; και θελει δοθη εις σε· και τις ετι η αιτησις σου; και θελει γεινει.
<scripture passage="Esth 9:13" parsed="|Esth|9|13|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν η Εσθηρ, Εαν ηναι αρεστον εις τον βασιλεα, ας δοθη εις τους Ιουδαιους τους εν Σουσοις, να καμωσι και αυριον κατα την διαταγην της ημερας ταυτης· και τους δεκα υιους του Αμαν να κρεμασωσιν επι ξυλων.
<scripture passage="Esth 9:14" parsed="|Esth|9|14|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.14" />
<sup>14</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς να γεινη ουτω· και εξεδοθη διαταγη εν Σουσοις· και εκρεμασαν τους δεκα υιους του Αμαν.
<scripture passage="Esth 9:15" parsed="|Esth|9|15|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.15" />
<sup>15</sup>Και συνηχθησαν οι Ιουδαιοι οι εν Σουσοις και την δεκατην τεταρτην του μηνος Αδαρ και εφονευσαν τριακοσιους ανδρας εν Σουσοις· επι λαφυρα ομως δεν εβαλον την χειρα αυτων.
<scripture passage="Esth 9:16" parsed="|Esth|9|16|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.16" />
<sup>16</sup>Οι δε αλλοι Ιουδαιοι, οι εν ταις επαρχιαις του βασιλεως, συνηχθησαν και εσταθησαν υπερ της ζωης αυτων, και ελαβον αναπαυσιν απο των εχθρων αυτων και εφονευσαν εκ των μισουντων αυτους εβδομηκοντα πεντε χιλιαδας· επι τα λαφυρα ομως δεν εβαλον την χειρα αυτων·
<scripture passage="Esth 9:17" parsed="|Esth|9|17|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.17" />
<sup>17</sup>την δεκατην τριτην ημεραν του μηνος Αδαρ· και την δεκατην τεταρτην ημεραν του αυτου ανεπαυθησαν και εκαμον ταυτην ημεραν συμποσιου και ευφροσυνης.
<scripture passage="Esth 9:18" parsed="|Esth|9|18|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.18" />
<sup>18</sup>Οι δε Ιουδαιοι οι εν Σουσοις συνηχθησαν την δεκατην τριτην αυτου και την δεκατην τεταρτην αυτου· την δε δεκατην πεμπτην του αυτου ανεπαυθησαν και εκαμον ταυτην ημεραν συμποσιου και ευφροσυνης.
<scripture passage="Esth 9:19" parsed="|Esth|9|19|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο οι Ιουδαιοι οι χωρικοι οι κατοικουντες εν ταις ατειχιστοις πολεσιν εκαμνον την δεκατην τεταρτην ημεραν του μηνος Αδαρ ημεραν ευφροσυνης και συμποσιου και ημεραν αγαθην, και απεστελλον μεριδας προς αλληλους.
<scripture passage="Esth 9:20" parsed="|Esth|9|20|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.20" />
<sup>20</sup>Και εγραψεν ο Μαροδοχαιος τα πραγματα ταυτα και απεστειλεν επιστολας προς παντας τους Ιουδαιους τους εν πασαις ταις επαρχιαις τον βασιλεως Ασσουηρου, τους πλησιον και τους μακραν,
<scripture passage="Esth 9:21" parsed="|Esth|9|21|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.21" />
<sup>21</sup>προσδιοριζων εις αυτους να φυλαττωσι την δεκατην τεταρτην ημεραν του μηνος Αδαρ και την δεκατην πεμπτην του αυτου καθ' εκαστον ετος,
<scripture passage="Esth 9:22" parsed="|Esth|9|22|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.22" />
<sup>22</sup>ως τας ημερας καθ' ας οι Ιουδαιοι ανεπαυθησαν απο των εχθρων αυτων, και τον μηνα καθ' ον η λυπη αυτων ετραπη εις αυτους εις χαραν και το πενθος εις ημεραν αγαθην· ωστε να καμνωσιν αυτας ημερας συμποσιου και ευφροσυνης και να αποστελλωσι μεριδας προς αλληλους και δωρα προς τους πτωχους.
<scripture passage="Esth 9:23" parsed="|Esth|9|23|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.23" />
<sup>23</sup>Και εδεχθησαν οι Ιουδαιοι εκεινο το οποιον ηρχισαν να καμνωσι και εκεινο το οποιον εγραψεν ο Μαροδοχαιος προς αυτους·
<scripture passage="Esth 9:24" parsed="|Esth|9|24|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.24" />
<sup>24</sup>διοτι ο Αμαν ο υιος του Αμμεδαθα, ο Αγαγιτης, ο εχθρος παντων των Ιουδαιων, εσκευωρησε κατα των Ιουδαιων να απολεση αυτους, και ερριψε Φουρ, ηγουν κληρον, δια να αναλωση αυτους και να αφανιση αυτους·
<scripture passage="Esth 9:25" parsed="|Esth|9|25|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.25" />
<sup>25</sup>Οτε ομως ηλθεν αυτη η Εσθηρ ενωπιον του βασιλεως, προσεταξε δι' επιστολων να τραπη κατα της κεφαλης αυτου η κακη αυτου σκευωρια, την οποιαν εσκευωρησε κατα των Ιουδαιων, και εκρεμασαν επι του ξυλου αυτον και τους υιους αυτου.
<scripture passage="Esth 9:26" parsed="|Esth|9|26|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο ωνομασαν τας ημερας ταυτας Φουρειμ εκ του ονοματος Φουρ. Οθεν δια παντας τους λογους της επιστολης ταυτης, και δι' εκεινο το οποιον ειδον περι του πραγματος τουτου και το οποιον συνεβη εις αυτους,
<scripture passage="Esth 9:27" parsed="|Esth|9|27|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.27" />
<sup>27</sup>διεταξαν οι Ιουδαιοι, και εδεχθησαν εφ' εαυτους και επι το σπερμα αυτων και επι παντας τους προστιθεμενους εις αυτους, να μη λειψωσι ποτε απο του να φυλαττωσι τας δυο ταυτας ημερας, κατα το γεγραμμενον περι αυτων και κατα τον καιρον αυτων εκαστου ετους·
<scripture passage="Esth 9:28" parsed="|Esth|9|28|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.28" />
<sup>28</sup>και αι ημεραι αυται να μνημονευωνται και να φυλαττωνται εν παση γενεα, εκαστη συγγενεια, εκαστη επαρχια, και εκαστη πολει και αι ημεραι αυται Φουρειμ να μη εκλειψωσιν εκ μεσου των Ιουδαιων, και να μη παυση το μνημοσυνον αυτων απο του σπερματος αυτων.
<scripture passage="Esth 9:29" parsed="|Esth|9|29|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.29" />
<sup>29</sup>Τοτε η Εσθηρ η βασιλισσα, η θυγατηρ του Αβιχαιλ, και ο Μαροδοχαιος ο Ιουδαιος, εγραψαν εκ δευτερου μεθ' ολου του κυρους, δια να στερεωσωσι ταυτα τα περι Φουρειμ γεγραμμενα.
<scripture passage="Esth 9:30" parsed="|Esth|9|30|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.30" />
<sup>30</sup>Και επεμψεν επιστολας προς παντας τους Ιουδαιους, εις τας εκατον εικοσιεπτα επαρχιας του βασιλειου του Ασσουηρου, με λογους ειρηνης και αληθειας,
<scripture passage="Esth 9:31" parsed="|Esth|9|31|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.31" />
<sup>31</sup>δια να στερεωση τας ημερας ταυτας Φουρειμ εν τοις καιροις αυτων, καθως προσδιωρισαν εις αυτους ο Μαροδοχαιος ο Ιουδαιος και Εσθηρ η βασιλισσα, και καθως διωρισαν, εφ' εαυτους και επι το σπερμα αυτων, την υποθεσιν των νηστειων και της κραυγης αυτων.
<scripture passage="Esth 9:32" parsed="|Esth|9|32|0|0" osisRef="Bible:Esth.9.32" />
<sup>32</sup>Και δια διαταγης της Εσθηρ εκυρωθη η υποθεσις αυτη των Φουρειμ, και εγραφη εν βιβλιω.
</p>
</div3>

<div3 title="Esther 10" progress="45.93%" prev="Esth.9" next="Job" id="Esth.10">
<h3 id="Esth.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Esth.10-p1">
<scripture passage="Esth 10:1" parsed="|Esth|10|1|0|0" osisRef="Bible:Esth.10.1" />
<sup>1</sup>Και επεβαλεν ο βασιλευς Ασσουηρης φορον επι την γην και τας νησους της θαλασσης.
<scripture passage="Esth 10:2" parsed="|Esth|10|2|0|0" osisRef="Bible:Esth.10.2" />
<sup>2</sup>Πασαι δε αι πραξεις της δυναμεως αυτου και της ισχυος αυτου, και η περιγραφη μεγαλειοτητος του Μαροδοχαιου, εις ην ο βασιλευς προεβιβασεν αυτον, δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω των χρονικων των βασιλεων της Μηδιας και Περσιας;
<scripture passage="Esth 10:3" parsed="|Esth|10|3|0|0" osisRef="Bible:Esth.10.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ο Μαροδοχαιος ο Ιουδαιος εσταθη δευτερος μετα τον βασιλεα Ασσουηρην και μεγας μεταξυ των Ιουδαιων και αγαπωμενος υπο του πληθους των αδελφων αυτου, ζητων το καλον του λαου αυτου και λαλων ειρηνην περι παντος του σπερματος αυτου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Job" progress="45.94%" prev="Esth.10" next="Job.1" id="Job">
<h2 id="Job-p0.1">Job</h2>

<div3 title="Job 1" progress="45.94%" prev="Job" next="Job.2" id="Job.1">
<h3 id="Job.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Job.1-p1">
<scripture passage="Job 1:1" parsed="|Job|1|1|0|0" osisRef="Bible:Job.1.1" />
<sup>1</sup>Ανθρωπος τις ητο εν τη γη της Αυσιτιδος ονομαζομενος Ιωβ· και ο ανθρωπος ουτος ητο αμεμπτος και ευθυς και φοβουμενος τον Θεον και απεχομενος απο κακου.
<scripture passage="Job 1:2" parsed="|Job|1|2|0|0" osisRef="Bible:Job.1.2" />
<sup>2</sup>Και εγεννηθησαν εις αυτον επτα υιοι και τρεις θυγατερες.
<scripture passage="Job 1:3" parsed="|Job|1|3|0|0" osisRef="Bible:Job.1.3" />
<sup>3</sup>Και ησαν τα κτηνη αυτου επτακισχιλια προβατα και τρισχιλιαι καμηλοι και πεντακοσια ζευγη βοων και πεντακοσιαι ονοι και πληθος πολυ υπηρετων· και ητο ο ανθρωπος εκεινος ο μεγαλητερος παντων των κατοικων της Ανατολης.
<scripture passage="Job 1:4" parsed="|Job|1|4|0|0" osisRef="Bible:Job.1.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγαινον οι υιοι αυτου και εκαμνον συμποσια εν ταις οικιαις αυτων, εκαστος κατα την ημεραν αυτου, και εστελλον και προσεκαλουν τας τρεις αδελφας αυτων δια να τρωγωσι και να πινωσι μετ' αυτων.
<scripture passage="Job 1:5" parsed="|Job|1|5|0|0" osisRef="Bible:Job.1.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ετελειονον αι ημεραι του συμποσιου, εστελλεν ο Ιωβ και ηγιαζεν αυτους, και εξεγειρομενος πρωι προσεφερεν ολοκαυτωματα κατα τον αριθμον παντων αυτων· διοτι ελεγεν ο Ιωβ, Μηπως οι υιοι μου ημαρτησαν και εβλασφημησαν τον Θεον εν τη καρδια αυτων. Ουτως εκαμνεν ο Ιωβ, παντοτε.
<scripture passage="Job 1:6" parsed="|Job|1|6|0|0" osisRef="Bible:Job.1.6" />
<sup>6</sup>Ημεραν δε τινα ηλθον οι υιοι του Θεου δια να παρασταθωσιν ενωπιον του Κυριου, και μεταξυ αυτων ηλθε και ο Σατανας.
<scripture passage="Job 1:7" parsed="|Job|1|7|0|0" osisRef="Bible:Job.1.7" />
<sup>7</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Ποθεν ερχεσαι; Και ο Σατανας απεκριθη προς τον Κυριον και ειπε, Περιελθων την γην και εμπεριπατησας εν αυτη παρειμι.
<scripture passage="Job 1:8" parsed="|Job|1|8|0|0" osisRef="Bible:Job.1.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Εβαλες τον νουν σου επι τον δουλον μου Ιωβ, οτι δεν υπαρχει ομοιος αυτου εν τη γη, ανθρωπος αμεμπτος και ευθυς, φοβουμενος τον Θεον και απεχομενος απο κακου;
<scripture passage="Job 1:9" parsed="|Job|1|9|0|0" osisRef="Bible:Job.1.9" />
<sup>9</sup>Και απεκριθη ο Σατανας προς τον Κυριον και ειπε, Μηπως δωρεαν φοβειται ο Ιωβ τον Θεον;
<scripture passage="Job 1:10" parsed="|Job|1|10|0|0" osisRef="Bible:Job.1.10" />
<sup>10</sup>δεν περιεφραξας κυκλοθεν αυτον και την οικιαν αυτου και παντα οσα εχει; τα εργα των χειρων αυτου ευλογησας, και τα κτηνη αυτου επληθυνθησαν επι της γης·
<scripture passage="Job 1:11" parsed="|Job|1|11|0|0" osisRef="Bible:Job.1.11" />
<sup>11</sup>πλην τωρα εκτεινον την χειρα σου και εγγισον παντα οσα εχει, δια να ιδης εαν δεν σε βλασφημηση κατα προσωπον.
<scripture passage="Job 1:12" parsed="|Job|1|12|0|0" osisRef="Bible:Job.1.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Ιδου, εις την χειρα σου παντα οσα εχει· μονον επ' αυτον μη επιβαλης την χειρα σου. Και εξηλθεν ο Σατανας απ' εμπροσθεν του Κυριου.
<scripture passage="Job 1:13" parsed="|Job|1|13|0|0" osisRef="Bible:Job.1.13" />
<sup>13</sup>Ημεραν δε τινα οι υιοι αυτου και αι θυγατερες αυτου ετρωγον και επινον οινον εν τη οικια του αδελφου αυτων του πρωτοτοκου.
<scripture passage="Job 1:14" parsed="|Job|1|14|0|0" osisRef="Bible:Job.1.14" />
<sup>14</sup>Και ηλθε μηνυτης προς τον Ιωβ και ειπεν, Οι βοες ηροτριαζον και αι ονοι εβοσκον πλησιον αυτων·
<scripture passage="Job 1:15" parsed="|Job|1|15|0|0" osisRef="Bible:Job.1.15" />
<sup>15</sup>και επεπεσαν οι Σαβαιοι και ηρπασαν αυτα· και τους δουλους επαταξαν εν στοματι μαχαιρας· και εγω μονος διεσωθην δια να σοι απαγγειλω.
<scripture passage="Job 1:16" parsed="|Job|1|16|0|0" osisRef="Bible:Job.1.16" />
<sup>16</sup>Ενω ουτος ετι ελαλει, ηλθε και αλλος και ειπε, Πυρ Θεου επεσεν εξ ουρανου και εκαυσε τα προβατα και τους δουλους και κατεφαγεν αυτους· και εγω μονος διεσωθην δια να σοι απαγγειλω.
<scripture passage="Job 1:17" parsed="|Job|1|17|0|0" osisRef="Bible:Job.1.17" />
<sup>17</sup>Ενω ουτος ετι ελαλει, ηλθε και αλλος και ειπεν, Οι Χαλδαιοι εκαμον τρεις λοχους και εφωρμησαν εις τας καμηλους και ηρπασαν αυτας· και τους δουλους επαταξαν εν στοματι μαχαιρας· και εγω μονος διεσωθην δια να σοι απαγγειλω.
<scripture passage="Job 1:18" parsed="|Job|1|18|0|0" osisRef="Bible:Job.1.18" />
<sup>18</sup>Ενω ουτος ετι ελαλει, ηλθε και αλλος και ειπεν, Οι υιοι σου και αι θυγατερες σου ετρωγον και επινον οινον εν τη οικια του αδελφου αυτων του πρωτοτοκου·
<scripture passage="Job 1:19" parsed="|Job|1|19|0|0" osisRef="Bible:Job.1.19" />
<sup>19</sup>και ιδου, ηλθε μεγας ανεμος εκ του περαν της ερημου και προσεβαλε τας τεσσαρας γωνιας του οικου και επεσεν επι τα παιδια, και απεθανον· και εγω μονος διεσωθην δια να σοι απαγγειλω.
<scripture passage="Job 1:20" parsed="|Job|1|20|0|0" osisRef="Bible:Job.1.20" />
<sup>20</sup>Τοτε σηκωθεις ο Ιωβ διεσχισε το επενδυμα αυτου και εξυρισε την κεφαλην αυτου και επεσεν επι την γην και προσεκυνησε,
<scripture passage="Job 1:21" parsed="|Job|1|21|0|0" osisRef="Bible:Job.1.21" />
<sup>21</sup>και ειπε, Γυμνος εξηλθον εκ κοιλιας μητρος μου και γυμνος θελω επιστρεψει εκει· ο Κυριος εδωκε και ο Κυριος αφηρεσεν· ειη το ονομα Κυριου ευλογημενον.
<scripture passage="Job 1:22" parsed="|Job|1|22|0|0" osisRef="Bible:Job.1.22" />
<sup>22</sup>Εν πασι τουτοις δεν ημαρτησεν ο Ιωβ και δεν εδωκεν αφροσυνην εις τον Θεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 2" progress="46.02%" prev="Job.1" next="Job.3" id="Job.2">
<h3 id="Job.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Job.2-p1">
<scripture passage="Job 2:1" parsed="|Job|2|1|0|0" osisRef="Bible:Job.2.1" />
<sup>1</sup>Ημεραν δε τινα ηλθον οι υιοι του Θεου δια να παρασταθωσιν ενωπιον του Κυριου· και μεταξυ αυτων ηλθε και ο Σατανας, δια να παρασταθη ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Job 2:2" parsed="|Job|2|2|0|0" osisRef="Bible:Job.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Ποθεν ερχεσαι; Και ο Σατανας απεκριθη προς τον Κυριον και ειπε, Περιελθων την γην και εμπεριπατησας εν αυτη παρειμι.
<scripture passage="Job 2:3" parsed="|Job|2|3|0|0" osisRef="Bible:Job.2.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Εβαλες τον νουν σου επι τον δουλον μου Ιωβ, οτι δεν υπαρχει ομοιος αυτου εν τη γη, ανθρωπος αμεμπτος και ευθυς, φοβουμενος τον Θεον και απεχομενος απο κακου; και ετι κρατει την ακεραιοτητα αυτου, αν και με παρωξυνας κατ' αυτου, δια να εξολοθρευσω αυτον ανευ αιτιας.
<scripture passage="Job 2:4" parsed="|Job|2|4|0|0" osisRef="Bible:Job.2.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη ο Σατανας προς τον Κυριον και ειπε, Δερμα υπερ δερματος, και παντα οσα εχει ο ανθρωπος θελει δωσει υπερ της ζωης αυτου·
<scripture passage="Job 2:5" parsed="|Job|2|5|0|0" osisRef="Bible:Job.2.5" />
<sup>5</sup>πλην τωρα εκτεινον την χειρα σου και εγγισον τα οστα αυτου και την σαρκα αυτου, δια να ιδης εαν δεν σε βλασφημηση κατα προσωπον.
<scripture passage="Job 2:6" parsed="|Job|2|6|0|0" osisRef="Bible:Job.2.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαταναν, Ιδου, αυτος εις την χειρα σου· μονον την ζωην αυτου φυλαξον.
<scripture passage="Job 2:7" parsed="|Job|2|7|0|0" osisRef="Bible:Job.2.7" />
<sup>7</sup>Τοτε εξηλθεν ο Σατανας απ' εμπροσθεν του Κυριου και επαταξε τον Ιωβ με ελκος κακον απο του ιχνους των ποδων αυτου εως της κορυφης αυτου.
<scripture passage="Job 2:8" parsed="|Job|2|8|0|0" osisRef="Bible:Job.2.8" />
<sup>8</sup>Και ελαβεν εις εαυτον οστρακον, δια να ξυηται με αυτο· και εκαθητο εν μεσω της σποδου.
<scripture passage="Job 2:9" parsed="|Job|2|9|0|0" osisRef="Bible:Job.2.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ειπε προς αυτον γυνη αυτου, Ετι κρατεις την ακεραιοτητα σου; Βλασφημησον τον Θεον και αποθανε.
<scripture passage="Job 2:10" parsed="|Job|2|10|0|0" osisRef="Bible:Job.2.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε προς αυτην, Ελαλησας ως λαλει μια εκ των αφρονων γυναικων· τα αγαθα μονον θελομεν δεχθη εκ του Θεου, και τα κακα δεν θελομεν δεχθη; Εν πασι τουτοις δεν ημαρτησεν ο Ιωβ με τα χειλη αυτου.
<scripture passage="Job 2:11" parsed="|Job|2|11|0|0" osisRef="Bible:Job.2.11" />
<sup>11</sup>Ακουσαντες δε οι τρεις φιλοι του Ιωβ παντα ταυτα τα κακα τα επελθοντα επ' αυτον, ηλθον εκαστος εκ του τοπου αυτου· Ελιφας ο Θαιμανιτης και Βιλδαδ ο Σαυχιτης και Σωφαρ ο Νααμαθιτης· διοτι ειχον συμφωνησει να ελθωσιν ομου, δια να συλλυπηθωσιν αυτον και να παρηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="Job 2:12" parsed="|Job|2|12|0|0" osisRef="Bible:Job.2.12" />
<sup>12</sup>Και οτε εσηκωσαν τους οφθαλμους αυτων μακροθεν και δεν εγνωρισαν αυτον, υψωσαν την φωνην αυτων και εκλαυσαν· και διεσχισαν εκαστος το ιματιον αυτου και ερριψαν χωμα επι τας κεφαλας αυτων προς τον ουρανον.
<scripture passage="Job 2:13" parsed="|Job|2|13|0|0" osisRef="Bible:Job.2.13" />
<sup>13</sup>Και εκαθησαν μετ' αυτου κατα γης επτα ημερας και επτα νυκτας, και ουδεις ελαλησε λογον προς αυτον, διοτι εβλεπον οτι ο πονος αυτου ητο μεγας σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 3" progress="46.07%" prev="Job.2" next="Job.4" id="Job.3">
<h3 id="Job.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Job.3-p1">
<scripture passage="Job 3:1" parsed="|Job|3|1|0|0" osisRef="Bible:Job.3.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα ηνοιξεν ο Ιωβ το στομα αυτου, και κατηρασθη την ημεραν αυτου.
<scripture passage="Job 3:2" parsed="|Job|3|2|0|0" osisRef="Bible:Job.3.2" />
<sup>2</sup>Και ελαλησεν ο Ιωβ και ειπεν·
<scripture passage="Job 3:3" parsed="|Job|3|3|0|0" osisRef="Bible:Job.3.3" />
<sup>3</sup>Ειθε να χαθη η ημερα καθ' ην εγεννηθην, και η νυξ καθ' ην ειπον, Εγεννηθη αρσενικον.
<scripture passage="Job 3:4" parsed="|Job|3|4|0|0" osisRef="Bible:Job.3.4" />
<sup>4</sup>Η ημερα εκεινη να ηναι σκοτος· ο Θεος να μη αναζητηση αυτην ανωθεν, και να μη φεγξη επ' αυτην φως.
<scripture passage="Job 3:5" parsed="|Job|3|5|0|0" osisRef="Bible:Job.3.5" />
<sup>5</sup>Σκοτος και σκια θανατου να αμαυρωσωσιν αυτην· γνοφος να επικαθηται επ' αυτην. Να επελθωσιν επ' αυτην ως πικροτατην ημεραν.
<scripture passage="Job 3:6" parsed="|Job|3|6|0|0" osisRef="Bible:Job.3.6" />
<sup>6</sup>Την νυκτα εκεινην να κατακρατηση σκοτος· να μη συναφθη με τας ημερας του ετους· να μη εισελθη εις τον αριθμον των μηνων.
<scripture passage="Job 3:7" parsed="|Job|3|7|0|0" osisRef="Bible:Job.3.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ερημος να ηναι η νυξ εκεινη· φωνη χαρμοσυνος να μη επελθη επ' αυτην.
<scripture passage="Job 3:8" parsed="|Job|3|8|0|0" osisRef="Bible:Job.3.8" />
<sup>8</sup>Να καταρασθωσιν αυτην οι καταρωμενοι τας ημερας, οι ετοιμοι να ανεγειρωσι το πενθος αυτων.
<scripture passage="Job 3:9" parsed="|Job|3|9|0|0" osisRef="Bible:Job.3.9" />
<sup>9</sup>Να σκοτισθωσι τα αστρα της εσπερας αυτης· να προσμενη το φως, και να μη ερχηται· και να μη ιδη τα βλεφαρα της αυγης·
<scripture passage="Job 3:10" parsed="|Job|3|10|0|0" osisRef="Bible:Job.3.10" />
<sup>10</sup>διοτι δεν εκλεισε τας θυρας της κοιλιας της μητρος μου, και δεν εκρυψε την θλιψιν απο των οφθαλμων μου.
<scripture passage="Job 3:11" parsed="|Job|3|11|0|0" osisRef="Bible:Job.3.11" />
<sup>11</sup>Δια τι δεν απεθανον απο μητρας; και δεν εξεπνευσα αμα εξηλθον εκ της κοιλιας;
<scripture passage="Job 3:12" parsed="|Job|3|12|0|0" osisRef="Bible:Job.3.12" />
<sup>12</sup>Δια τι με υπεδεχθησαν τα γονατα; η δια τι οι μαστοι δια να θηλασω;
<scripture passage="Job 3:13" parsed="|Job|3|13|0|0" osisRef="Bible:Job.3.13" />
<sup>13</sup>Διοτι τωρα ηθελον κοιμασθαι και ησυχαζει· ηθελον υπνωττει· τοτε ηθελον εισθαι εις αναπαυσιν,
<scripture passage="Job 3:14" parsed="|Job|3|14|0|0" osisRef="Bible:Job.3.14" />
<sup>14</sup>μετα βασιλεων και βουλευτων της γης, οικοδομουντων εις εαυτους ερημωσεις·
<scripture passage="Job 3:15" parsed="|Job|3|15|0|0" osisRef="Bible:Job.3.15" />
<sup>15</sup>η μετα αρχοντων, οιτινες εχουσι χρυσιον, οιτινες εγεμισαν τους οικους αυτων αργυριου·
<scripture passage="Job 3:16" parsed="|Job|3|16|0|0" osisRef="Bible:Job.3.16" />
<sup>16</sup>η ως εξαμβλωμα κεκρυμμενον δεν ηθελον υπαρχει, ως βρεφη μη ιδοντα φως.
<scripture passage="Job 3:17" parsed="|Job|3|17|0|0" osisRef="Bible:Job.3.17" />
<sup>17</sup>Εκει οι ασεβεις παυουσιν απο του να ταραττωσι, και εκει αναπαυονται οι κεκοπιασμενοι·
<scripture passage="Job 3:18" parsed="|Job|3|18|0|0" osisRef="Bible:Job.3.18" />
<sup>18</sup>εκει αναπαυονται ομου οι αιχμαλωτοι· δεν ακουουσι φωνην καταδυναστου·
<scripture passage="Job 3:19" parsed="|Job|3|19|0|0" osisRef="Bible:Job.3.19" />
<sup>19</sup>εκει ειναι ο μικρος και ο μεγας· και ο δουλος, ελευθερος του κυριου αυτου.
<scripture passage="Job 3:20" parsed="|Job|3|20|0|0" osisRef="Bible:Job.3.20" />
<sup>20</sup>Δια τι εδοθη φως εις τον δυστυχη, και ζωη εις τον πεπικραμενον την ευχην,
<scripture passage="Job 3:21" parsed="|Job|3|21|0|0" osisRef="Bible:Job.3.21" />
<sup>21</sup>οιτινες ποθουσι τον θανατον και δεν επιτυγχανουσιν, αν και ανορυττωσιν αυτον μαλλον παρα κεκρυμμενους θησαυρους,
<scripture passage="Job 3:22" parsed="|Job|3|22|0|0" osisRef="Bible:Job.3.22" />
<sup>22</sup>οιτινες υπερχαιρουσιν, υπερευφραινονται, οταν ευρωσι τον ταφον;
<scripture passage="Job 3:23" parsed="|Job|3|23|0|0" osisRef="Bible:Job.3.23" />
<sup>23</sup>Δια τι εδοθη φως εις ανθρωπον, του οποιου η οδος ειναι κεκρυμμενη, και τον οποιον ο Θεος περιεκλεισε;
<scripture passage="Job 3:24" parsed="|Job|3|24|0|0" osisRef="Bible:Job.3.24" />
<sup>24</sup>Διοτι προ του φαγητου μου ερχεται ο στεναγμος μου, και οι βρυγμοι μου εκχεονται ως υδατα.
<scripture passage="Job 3:25" parsed="|Job|3|25|0|0" osisRef="Bible:Job.3.25" />
<sup>25</sup>Επειδη εκεινο, το οποιον εφοβουμην, συνεβη εις εμε, και εκεινο, το οποιον ετρομαζον, ηλθεν επ' εμε.
<scripture passage="Job 3:26" parsed="|Job|3|26|0|0" osisRef="Bible:Job.3.26" />
<sup>26</sup>Δεν ειχον ειρηνην ουδε αναπαυσιν ουδε ησυχιαν· οργη επηλθεν επ' εμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 4" progress="46.12%" prev="Job.3" next="Job.5" id="Job.4">
<h3 id="Job.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Job.4-p1">
<scripture passage="Job 4:1" parsed="|Job|4|1|0|0" osisRef="Bible:Job.4.1" />
<sup>1</sup>Τοτε Ελιφας ο Θαιμανιτης απεκριθη και ειπεν·
<scripture passage="Job 4:2" parsed="|Job|4|2|0|0" osisRef="Bible:Job.4.2" />
<sup>2</sup>Εαν επιχειρισθωμεν να λαλησωμεν προς σε, θελεις δυσαρεστηθη; αλλα τις δυναται να κρατηθη απο του να ομιληση;
<scripture passage="Job 4:3" parsed="|Job|4|3|0|0" osisRef="Bible:Job.4.3" />
<sup>3</sup>Ιδου, συ ενουθετησας πολλους· και χειρας αδυνατους ενισχυσας.
<scripture passage="Job 4:4" parsed="|Job|4|4|0|0" osisRef="Bible:Job.4.4" />
<sup>4</sup>Οι λογοι σου υπεστηριξαν τους κλονιζομενους, και γονατα καμπτοντα ενεδυναμωσας.
<scripture passage="Job 4:5" parsed="|Job|4|5|0|0" osisRef="Bible:Job.4.5" />
<sup>5</sup>Τωρα δε ηλθεν επι σε τουτο, και βαρυθυμεις· σε εγγιζει, και ταραττεσαι.
<scripture passage="Job 4:6" parsed="|Job|4|6|0|0" osisRef="Bible:Job.4.6" />
<sup>6</sup>Ο φοβος σου δεν ειναι το θαρρος σου, και η ευθυτης των οδων σου η ελπις σου;
<scripture passage="Job 4:7" parsed="|Job|4|7|0|0" osisRef="Bible:Job.4.7" />
<sup>7</sup>Ενθυμηθητι, παρακαλω· τις αθωος ων απωλεσθη; και που εξωλοθρευθησαν οι ευθεις;
<scripture passage="Job 4:8" parsed="|Job|4|8|0|0" osisRef="Bible:Job.4.8" />
<sup>8</sup>Καθως εγω ειδον, οσοι ηροτριασαν ανομιαν και εσπειραν ασεβειαν, θεριζουσιν αυτας·
<scripture passage="Job 4:9" parsed="|Job|4|9|0|0" osisRef="Bible:Job.4.9" />
<sup>9</sup>εξολοθρευονται υπο του φυσηματος του Θεου, και απο της πνοης των μυκτηρων αυτου αφανιζονται·
<scripture passage="Job 4:10" parsed="|Job|4|10|0|0" osisRef="Bible:Job.4.10" />
<sup>10</sup>ο βρυγμος του λεοντος και η φωνη του αγριου λεοντος και το γαυριαμα των σκυμνων, εσβεσθησαν·
<scripture passage="Job 4:11" parsed="|Job|4|11|0|0" osisRef="Bible:Job.4.11" />
<sup>11</sup>ο λεων απολλυται δι' ελλειψιν θηραματος, και οι σκυμνοι της λεαινας διασκορπιζονται.
<scripture passage="Job 4:12" parsed="|Job|4|12|0|0" osisRef="Bible:Job.4.12" />
<sup>12</sup>Και λογος ηλθεν επ' εμε κρυφιως, και το ωτιον μου ελαβε τι παρ' αυτου.
<scripture passage="Job 4:13" parsed="|Job|4|13|0|0" osisRef="Bible:Job.4.13" />
<sup>13</sup>Εν μεσω των στοχασμων δια τα οραματα της νυκτος, οτε βαθυς υπνος πιπτει επι τους ανθρωπους,
<scripture passage="Job 4:14" parsed="|Job|4|14|0|0" osisRef="Bible:Job.4.14" />
<sup>14</sup>Φρικη συνελαβε με και τρομος, και μεγαλως τα οστα μου συνεσεισε.
<scripture passage="Job 4:15" parsed="|Job|4|15|0|0" osisRef="Bible:Job.4.15" />
<sup>15</sup>Και πνευμα διηλθεν απ' εμπροσθεν μου, αι τριχες του σωματος μου ανεσηκωθησαν·
<scripture passage="Job 4:16" parsed="|Job|4|16|0|0" osisRef="Bible:Job.4.16" />
<sup>16</sup>εσταθη, αλλ' εγω δεν διεκρινα την μορφην αυτου· σχημα εφανη εμπροσθεν των οφθαλμων μου· ηκουσα λεπτον φυσημα και φωνην λεγουσαν,
<scripture passage="Job 4:17" parsed="|Job|4|17|0|0" osisRef="Bible:Job.4.17" />
<sup>17</sup>Ο ανθρωπος θελει εισθαι δικαιοτερος του Θεου; θελει εισθαι ο ανθρωπος καθαρωτερος του Ποιητου αυτου;
<scripture passage="Job 4:18" parsed="|Job|4|18|0|0" osisRef="Bible:Job.4.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, αυτος δεν εμπιστευεται εις τους δουλους αυτου, και εν τοις αγγελοις αυτου βλεπει ελαττωμα·
<scripture passage="Job 4:19" parsed="|Job|4|19|0|0" osisRef="Bible:Job.4.19" />
<sup>19</sup>ποσω μαλλον εις τους κατοικουντας οικιας πηλινας, αιτινες εχουσι το θεμελιον αυτων εν τω χωματι και αφανιζονται εμπροσθεν του σαρακιου;
<scripture passage="Job 4:20" parsed="|Job|4|20|0|0" osisRef="Bible:Job.4.20" />
<sup>20</sup>Απο πρωι εως εσπερας φθειρονται· χωρις να νοηση τις, αφανιζονται δια παντος.
<scripture passage="Job 4:21" parsed="|Job|4|21|0|0" osisRef="Bible:Job.4.21" />
<sup>21</sup>Το μεγαλειον αυτων το εν αυτοις δεν παρερχεται; Αποθνησκουσιν, αλλ' ουχι εν σοφια.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 5" progress="46.17%" prev="Job.4" next="Job.6" id="Job.5">
<h3 id="Job.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Job.5-p1">
<scripture passage="Job 5:1" parsed="|Job|5|1|0|0" osisRef="Bible:Job.5.1" />
<sup>1</sup>Καλεσον τωρα, εαν τις σοι αποκριθη; και προς τινα των αγιων θελεις αποβλεψει;
<scripture passage="Job 5:2" parsed="|Job|5|2|0|0" osisRef="Bible:Job.5.2" />
<sup>2</sup>Διοτι η οργη φονευει τον αφρονα, και η αγανακτησις θανατονει τον μωρον.
<scripture passage="Job 5:3" parsed="|Job|5|3|0|0" osisRef="Bible:Job.5.3" />
<sup>3</sup>Εγω ειδον τον αφρονα ριζουμενον· αλλ' ευθυς προειπα κατηραμενην την κατοικιαν αυτου.
<scripture passage="Job 5:4" parsed="|Job|5|4|0|0" osisRef="Bible:Job.5.4" />
<sup>4</sup>Οι υιοι αυτου ειναι μακραν απο της σωτηριας, και καταπιεζονται εμπροσθεν της πυλης, και ουδεις ο ελευθερων·
<scripture passage="Job 5:5" parsed="|Job|5|5|0|0" osisRef="Bible:Job.5.5" />
<sup>5</sup>των οποιων τον θερισμον κατατρωγει ο πεινων, και αρπαζει αυτον εκ των ακανθων και την περιουσιαν αυτων καταπινει ο διψων.
<scripture passage="Job 5:6" parsed="|Job|5|6|0|0" osisRef="Bible:Job.5.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εκ του χωματος δεν εξερχεται η θλιψις, ουδε η λυπη βλαστανει εκ της γης·
<scripture passage="Job 5:7" parsed="|Job|5|7|0|0" osisRef="Bible:Job.5.7" />
<sup>7</sup>αλλ' ο ανθρωπος γενναται δια την λυπην, και οι νεοσσοι των αετων δια να πετωσιν υψηλα.
<scripture passage="Job 5:8" parsed="|Job|5|8|0|0" osisRef="Bible:Job.5.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' εγω τον Θεον θελω επικαλεσθη, και εν τω Θεω θελω εναποθεσει την υποθεσιν μου·
<scripture passage="Job 5:9" parsed="|Job|5|9|0|0" osisRef="Bible:Job.5.9" />
<sup>9</sup>οστις καμνει μεγαλεια ανεξιχνιαστα, θαυμασια αναριθμητα·
<scripture passage="Job 5:10" parsed="|Job|5|10|0|0" osisRef="Bible:Job.5.10" />
<sup>10</sup>οστις διδει βροχην επι το προσωπον της γης, και πεμπει υδατα επι το προσωπον των αγρων·
<scripture passage="Job 5:11" parsed="|Job|5|11|0|0" osisRef="Bible:Job.5.11" />
<sup>11</sup>οστις υψονει τους ταπεινους, και ανεγειρει εις σωτηριαν τους τεθλιμμενους·
<scripture passage="Job 5:12" parsed="|Job|5|12|0|0" osisRef="Bible:Job.5.12" />
<sup>12</sup>οστις διασκεδαζει τας βουλας των πανουργων, και δεν δυνανται αι χειρες αυτων να εκτελεσωσι την επιχειρησιν αυτων·
<scripture passage="Job 5:13" parsed="|Job|5|13|0|0" osisRef="Bible:Job.5.13" />
<sup>13</sup>οστις συλλαμβανει τους σοφους εν τη πανουργια αυτων· και η βουλη των δολιων ανατρεπεται·
<scripture passage="Job 5:14" parsed="|Job|5|14|0|0" osisRef="Bible:Job.5.14" />
<sup>14</sup>την ημεραν απαντωσι σκοτος, και εν μεσημβρια ψηλαφωσι καθως εν νυκτι.
<scripture passage="Job 5:15" parsed="|Job|5|15|0|0" osisRef="Bible:Job.5.15" />
<sup>15</sup>Τον πτωχον ομως λυτρονει εκ της ρομφαιας, εκ του στοματος αυτων και εκ της χειρος του ισχυρου.
<scripture passage="Job 5:16" parsed="|Job|5|16|0|0" osisRef="Bible:Job.5.16" />
<sup>16</sup>Και ο πτωχος εχει ελπιδα, της δε ανομιας το στομα εμφραττεται.
<scripture passage="Job 5:17" parsed="|Job|5|17|0|0" osisRef="Bible:Job.5.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, μακαριος ο ανθρωπος, τον οποιον ελεγχει ο Θεος· δια τουτο μη καταφρονει την παιδειαν του Παντοδυναμου·
<scripture passage="Job 5:18" parsed="|Job|5|18|0|0" osisRef="Bible:Job.5.18" />
<sup>18</sup>διοτι αυτος πληγονει και επιδενει· κτυπα, και αι χειρες αυτου ιατρευουσιν.
<scripture passage="Job 5:19" parsed="|Job|5|19|0|0" osisRef="Bible:Job.5.19" />
<sup>19</sup>Εν εξ θλιψεσι θελει σε ελευθερωσει· και εν τη εβδομη δεν θελει σε εγγισει κακον.
<scripture passage="Job 5:20" parsed="|Job|5|20|0|0" osisRef="Bible:Job.5.20" />
<sup>20</sup>Εν τη πεινη θελει σε λυτρωσει εκ θανατου· και εν πολεμω εκ χειρος ρομφαιας.
<scripture passage="Job 5:21" parsed="|Job|5|21|0|0" osisRef="Bible:Job.5.21" />
<sup>21</sup>Απο μαστιγος γλωσσης θελεις εισθαι πεφυλαγμενος· και δεν θελεις φοβηθη απο του επερχομενου ολεθρου.
<scripture passage="Job 5:22" parsed="|Job|5|22|0|0" osisRef="Bible:Job.5.22" />
<sup>22</sup>Τον ολεθρον και την πειναν θελεις καταγελα· και δεν θελεις φοβηθη απο των θηριων της γης.
<scripture passage="Job 5:23" parsed="|Job|5|23|0|0" osisRef="Bible:Job.5.23" />
<sup>23</sup>Διοτι θελεις εχει συμμαχιαν μετα των λιθων της πεδιαδος· και τα θηρια του αγρου θελουσιν ειρηνευει μετα σου.
<scripture passage="Job 5:24" parsed="|Job|5|24|0|0" osisRef="Bible:Job.5.24" />
<sup>24</sup>Και θελεις γνωρισει οτι ειρηνη ειναι εν τη σκηνη σου, και θελεις επισκεφθη την κατοικιαν σου, και δεν θελει σοι λειπει ουδεν.
<scripture passage="Job 5:25" parsed="|Job|5|25|0|0" osisRef="Bible:Job.5.25" />
<sup>25</sup>Και θελεις γνωρισει οτι ειναι πολυ το σπερμα σου, και οι εκγονοι σου ως η βοτανη της γης.
<scripture passage="Job 5:26" parsed="|Job|5|26|0|0" osisRef="Bible:Job.5.26" />
<sup>26</sup>Θελεις ελθει εις τον ταφον εν βαθει γηρατι, καθως συσσωρευεται η θημωνια του σιτου εν τω καιρω αυτης.
<scripture passage="Job 5:27" parsed="|Job|5|27|0|0" osisRef="Bible:Job.5.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, τουτο εξιχνιασαμεν, ουτως εχει· ακουσον αυτο και γνωρισον εν σεαυτω.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 6" progress="46.23%" prev="Job.5" next="Job.7" id="Job.6">
<h3 id="Job.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Job.6-p1">
<scripture passage="Job 6:1" parsed="|Job|6|1|0|0" osisRef="Bible:Job.6.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιωβ απεκριθη και ειπεν·
<scripture passage="Job 6:2" parsed="|Job|6|2|0|0" osisRef="Bible:Job.6.2" />
<sup>2</sup>Ειθε να εζυγιζετο τωοντι η λυπη μου, και η συμφορα μου να ετιθετο ολη ομου εν τη πλαστιγγι.
<scripture passage="Job 6:3" parsed="|Job|6|3|0|0" osisRef="Bible:Job.6.3" />
<sup>3</sup>Επειδη τωρα ηθελεν εισθαι βαρυτερα υπερ την αμμον της θαλασσης· δια τουτο οι λογοι μου καταπινονται.
<scripture passage="Job 6:4" parsed="|Job|6|4|0|0" osisRef="Bible:Job.6.4" />
<sup>4</sup>Διοτι τα βελη του Παντοδυναμου ειναι εντος μου, των οποιων το φαρμακιον εκπινει το πνευμα μου· οι τρομοι του Θεου παραταττονται εναντιον μου.
<scripture passage="Job 6:5" parsed="|Job|6|5|0|0" osisRef="Bible:Job.6.5" />
<sup>5</sup>Ογκαται ο αγριος ονος παρα τη χλοη; η μυκαται ο βους παρα τη φατνη αυτου;
<scripture passage="Job 6:6" parsed="|Job|6|6|0|0" osisRef="Bible:Job.6.6" />
<sup>6</sup>Τρωγεται το ανοστον χωρις αλατος; η υπαρχει γευσις εν τω λευκωματι του ωου;
<scripture passage="Job 6:7" parsed="|Job|6|7|0|0" osisRef="Bible:Job.6.7" />
<sup>7</sup>Τα πραγματα, τα οποια η ψυχη μου απεστρεφετο να εγγιση, εγειναν ως το αηδες φαγητον μου.
<scripture passage="Job 6:8" parsed="|Job|6|8|0|0" osisRef="Bible:Job.6.8" />
<sup>8</sup>Ειθε να απελαμβανον την αιτησιν μου, και να μοι εδιδεν ο Θεος την Επιθυμιαν μου.
<scripture passage="Job 6:9" parsed="|Job|6|9|0|0" osisRef="Bible:Job.6.9" />
<sup>9</sup>Και να ηθελεν ευδοκησει ο Θεος να με αφανιση· να απολυση την χειρα αυτου και να με κοψη.
<scripture passage="Job 6:10" parsed="|Job|6|10|0|0" osisRef="Bible:Job.6.10" />
<sup>10</sup>Και θελει εισθαι ετι η παρηγορια μου, οτι, και αν καταναλωθω εν τη θλιψει και αυτος δεν με λυπηθη, εγω δεν εκρυψα τους λογους του Αγιου.
<scripture passage="Job 6:11" parsed="|Job|6|11|0|0" osisRef="Bible:Job.6.11" />
<sup>11</sup>Ποια η δυναμις μου, ωστε να εγκαρτερω; και ποιον το τελος μου, ωστε να υποφερη η ψυχη μου;
<scripture passage="Job 6:12" parsed="|Job|6|12|0|0" osisRef="Bible:Job.6.12" />
<sup>12</sup>Μηπως η δυναμις μου ειναι δυναμις λιθων; η η σαρξ μου χαλκος;
<scripture passage="Job 6:13" parsed="|Job|6|13|0|0" osisRef="Bible:Job.6.13" />
<sup>13</sup>Μηπως δεν εξελιπεν εν εμοι η βοηθεια μου και απεμακρυνθη απ' εμου η σωτηρια;
<scripture passage="Job 6:14" parsed="|Job|6|14|0|0" osisRef="Bible:Job.6.14" />
<sup>14</sup>Εις τον τεθλιμμενον ελεος πρεπει παρα του φιλου αυτου· αλλ' αυτος εγκατελιπε τον φοβον του Παντοδυναμου.
<scripture passage="Job 6:15" parsed="|Job|6|15|0|0" osisRef="Bible:Job.6.15" />
<sup>15</sup>Οι αδελφοι μου εφερθησαν απατηλως ως χειμαρρος, ως ρευμα χειμαρρων παρηλθον·
<scripture passage="Job 6:16" parsed="|Job|6|16|0|0" osisRef="Bible:Job.6.16" />
<sup>16</sup>οιτινες θολονονται εκ του παγου, εις τους οποιους διαλυεται η χιων·
<scripture passage="Job 6:17" parsed="|Job|6|17|0|0" osisRef="Bible:Job.6.17" />
<sup>17</sup>οταν θερμανθωσιν, εκλειπουσιν· οταν γεινη θερμοτης, εξαλειφονται απο του τοπου αυτων.
<scripture passage="Job 6:18" parsed="|Job|6|18|0|0" osisRef="Bible:Job.6.18" />
<sup>18</sup>Τα ιχνη της πορειας αυτων συστρεφονται· καταντωσιν εις το μηδεν και χανονται·
<scripture passage="Job 6:19" parsed="|Job|6|19|0|0" osisRef="Bible:Job.6.19" />
<sup>19</sup>τα πληθη της Θαιμα εθεωρουν, οι συνοδοιποροι της Σεβα περιεμενον αυτους·
<scripture passage="Job 6:20" parsed="|Job|6|20|0|0" osisRef="Bible:Job.6.20" />
<sup>20</sup>Εψευσθησαν της ελπιδος αυτων· ηλθον εκει και ενετραπησαν.
<scripture passage="Job 6:21" parsed="|Job|6|21|0|0" osisRef="Bible:Job.6.21" />
<sup>21</sup>Τωρα και σεις εισθε ως αυτοι· ειδετε την πληγην μου και ετρομαξατε.
<scripture passage="Job 6:22" parsed="|Job|6|22|0|0" osisRef="Bible:Job.6.22" />
<sup>22</sup>Μηπως εγω ειπα, Φερετε προς εμε; η, Δοτε δωρον εις εμε απο της περιουσιας υμων;
<scripture passage="Job 6:23" parsed="|Job|6|23|0|0" osisRef="Bible:Job.6.23" />
<sup>23</sup>η, Ελευθερωσατε με εκ της χειρος του εχθρου; η, Λυτρωσατε με εκ της χειρος των ισχυρων;
<scripture passage="Job 6:24" parsed="|Job|6|24|0|0" osisRef="Bible:Job.6.24" />
<sup>24</sup>Διδαξατε με, και εγω θελω σιωπησει· και δειξατε μοι κατα τι εσφαλα.
<scripture passage="Job 6:25" parsed="|Job|6|25|0|0" osisRef="Bible:Job.6.25" />
<sup>25</sup>Ποσον ισχυροι ειναι οι ορθοι λογοι· αλλ' ο ελεγχος σας, τι αποδεικνυει;
<scripture passage="Job 6:26" parsed="|Job|6|26|0|0" osisRef="Bible:Job.6.26" />
<sup>26</sup>Φανταζεσθε να ελεγξητε λογους, ενω αι ομιλιαι του απηλπισμενου ειναι ως ανεμος;
<scripture passage="Job 6:27" parsed="|Job|6|27|0|0" osisRef="Bible:Job.6.27" />
<sup>27</sup>Τωοντι, σεις επιπιπτετε επι τον ορφανον, και σκαπτετε λακκον εις τον φιλον σας.
<scripture passage="Job 6:28" parsed="|Job|6|28|0|0" osisRef="Bible:Job.6.28" />
<sup>28</sup>Τωρα λοιπον ευαρεστηθητε να εμβλεψητε εις εμε, διοτι εμπροσθεν υμων κειται αν εγω ψευδωμαι.
<scripture passage="Job 6:29" parsed="|Job|6|29|0|0" osisRef="Bible:Job.6.29" />
<sup>29</sup>Επιστρεψατε, παρακαλω· ας μη γεινη αδικια· ναι, επιστρεψατε παλιν· η δικαιοσυνη μου ειναι εν τουτω.
<scripture passage="Job 6:30" parsed="|Job|6|30|0|0" osisRef="Bible:Job.6.30" />
<sup>30</sup>Υπαρχει αδικια εν τη γλωσση μου; δεν δυναται ο ουρανισκος μου να διακρινη τα διεφθαρμενα;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 7" progress="46.29%" prev="Job.6" next="Job.8" id="Job.7">
<h3 id="Job.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Job.7-p1">
<scripture passage="Job 7:1" parsed="|Job|7|1|0|0" osisRef="Bible:Job.7.1" />
<sup>1</sup>Δεν ειναι εκστρατεια ο βιος του ανθρωπου επι της γης; αι ημεραι αυτου ως ημεραι μισθωτου;
<scripture passage="Job 7:2" parsed="|Job|7|2|0|0" osisRef="Bible:Job.7.2" />
<sup>2</sup>Καθως ο δουλος επιποθει την σκιαν, και καθως ο μισθωτος αναμενει τον μισθον αυτου,
<scripture passage="Job 7:3" parsed="|Job|7|3|0|0" osisRef="Bible:Job.7.3" />
<sup>3</sup>ουτως εγω ελαβον δια κληρονομιαν μηνας ματαιοτητος, και οδυνηραι νυκτες διωρισθησαν εις εμε.
<scripture passage="Job 7:4" parsed="|Job|7|4|0|0" osisRef="Bible:Job.7.4" />
<sup>4</sup>Οταν πλαγιαζω, λεγω, Ποτε θελω εγερθη, και θελει περασει η νυξ; και ειμαι πληρης ανησυχιας εως της αυγης·
<scripture passage="Job 7:5" parsed="|Job|7|5|0|0" osisRef="Bible:Job.7.5" />
<sup>5</sup>Η σαρξ μου ειναι περιενδεδυμενη σκωληκας και βωλους χωματος· το δερμα μου διασχιζεται και ρεει.
<scripture passage="Job 7:6" parsed="|Job|7|6|0|0" osisRef="Bible:Job.7.6" />
<sup>6</sup>Αι ημεραι μου ειναι ταχυτεραι της κερκιδος του υφαντου, και χανονται ανευ ελπιδος.
<scripture passage="Job 7:7" parsed="|Job|7|7|0|0" osisRef="Bible:Job.7.7" />
<sup>7</sup>Ενθυμηθητι οτι η ζωη μου ειναι ανεμος· ο οφθαλμος μου δεν θελει επιστρεψει δια να ιδη αγαθον.
<scripture passage="Job 7:8" parsed="|Job|7|8|0|0" osisRef="Bible:Job.7.8" />
<sup>8</sup>Ο οφθαλμος του βλεποντος με δεν θελει με ιδει πλεον· οι οφθαλμοι σου ειναι επ' εμε, και εγω δεν υπαρχω.
<scripture passage="Job 7:9" parsed="|Job|7|9|0|0" osisRef="Bible:Job.7.9" />
<sup>9</sup>Καθως το νεφος διαλυεται και χανεται ουτως ο καταβαινων εις τον ταφον δεν θελει επαναβη·
<scripture passage="Job 7:10" parsed="|Job|7|10|0|0" osisRef="Bible:Job.7.10" />
<sup>10</sup>δεν θελει επιστρεψει πλεον εις τον οικον αυτου, και ο τοπος αυτου δεν θελει γνωρισει αυτον πλεον.
<scripture passage="Job 7:11" parsed="|Job|7|11|0|0" osisRef="Bible:Job.7.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο εγω δεν θελω κρατησει το στομα μου· θελω λαλησει εν τη αγωνια του πνευματος μου· θελω θρηνολογησει εν τη πικρια της ψυχης μου.
<scripture passage="Job 7:12" parsed="|Job|7|12|0|0" osisRef="Bible:Job.7.12" />
<sup>12</sup>Θαλασσα ειμαι η κητος, ωστε εθεσας επ' εμε φυλακην;
<scripture passage="Job 7:13" parsed="|Job|7|13|0|0" osisRef="Bible:Job.7.13" />
<sup>13</sup>Οταν λεγω, Η κλινη μου θελει με παρηγορησει, η κοιτη μου θελει ελαφρωσει το παραπονον μου,
<scripture passage="Job 7:14" parsed="|Job|7|14|0|0" osisRef="Bible:Job.7.14" />
<sup>14</sup>τοτε με φοβιζεις με ονειρα και με καταπληττεις με ορασεις·
<scripture passage="Job 7:15" parsed="|Job|7|15|0|0" osisRef="Bible:Job.7.15" />
<sup>15</sup>και η ψυχη μου εκλεγει αγχονην και θανατον, παρα τα οστα μου.
<scripture passage="Job 7:16" parsed="|Job|7|16|0|0" osisRef="Bible:Job.7.16" />
<sup>16</sup>Αηδιασα· δεν θελω ζησει εις τον αιωνα· λειψον απ' εμου· διοτι αι ημεραι μου ειναι ματαιοτης.
<scripture passage="Job 7:17" parsed="|Job|7|17|0|0" osisRef="Bible:Job.7.17" />
<sup>17</sup>Τι ειναι ο ανθρωπος, ωστε μεγαλυνεις αυτον, και βαλλεις τον νουν σου επ' αυτον;
<scripture passage="Job 7:18" parsed="|Job|7|18|0|0" osisRef="Bible:Job.7.18" />
<sup>18</sup>Και επισκεπτεσαι αυτον κατα πασαν πρωιαν και δοκιμαζεις αυτον κατα πασαν στιγμην;
<scripture passage="Job 7:19" parsed="|Job|7|19|0|0" osisRef="Bible:Job.7.19" />
<sup>19</sup>Εως ποτε δεν θελεις συρθη απ' εμου και δεν θελεις με αφησει, εως να καταπιω τον σιελον μου;
<scripture passage="Job 7:20" parsed="|Job|7|20|0|0" osisRef="Bible:Job.7.20" />
<sup>20</sup>Ημαρτησα· τι δυναμαι να καμω εις σε, διατηρητα του ανθρωπου; δια τι με εθεσας σημαδιον σου, και ειμαι βαρος εις εμαυτον;
<scripture passage="Job 7:21" parsed="|Job|7|21|0|0" osisRef="Bible:Job.7.21" />
<sup>21</sup>Και δια τι δεν συγχωρεις την παραβασιν μου και αφαιρεις την ανομιαν μου; διοτι μετ' ολιγον θελω κοιμασθαι εν τω χωματι· και το πρωι θελεις με ζητησει, και δεν θελω υπαρχει.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 8" progress="46.33%" prev="Job.7" next="Job.9" id="Job.8">
<h3 id="Job.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Job.8-p1">
<scripture passage="Job 8:1" parsed="|Job|8|1|0|0" osisRef="Bible:Job.8.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη Βιλδαδ ο Σαυχιτης και ειπεν·
<scripture passage="Job 8:2" parsed="|Job|8|2|0|0" osisRef="Bible:Job.8.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε θελεις λαλει ταυτα; και οι λογοι του στοματος σου θελουσιν εισθαι ως ανεμος σφοδρος;
<scripture passage="Job 8:3" parsed="|Job|8|3|0|0" osisRef="Bible:Job.8.3" />
<sup>3</sup>Μηπως ο Θεος ανατρεπει την κρισιν; η ο Παντοδυναμος ανατρεπει το δικαιον;
<scripture passage="Job 8:4" parsed="|Job|8|4|0|0" osisRef="Bible:Job.8.4" />
<sup>4</sup>Εαν οι υιοι σου ημαρτησαν εις αυτον, παρεδωκεν αυτους εις την χειρα της ανομιας αυτων.
<scripture passage="Job 8:5" parsed="|Job|8|5|0|0" osisRef="Bible:Job.8.5" />
<sup>5</sup>Εαν συ ηθελες ζητησει τον Θεον πρωι, και ηθελες δεηθη του Παντοδυναμου·
<scripture passage="Job 8:6" parsed="|Job|8|6|0|0" osisRef="Bible:Job.8.6" />
<sup>6</sup>εαν ησο καθαρος και ευθυς, βεβαιως τωρα ηθελεν εγερθη δια σε, και ηθελεν ευτυχει η κατοικια της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Job 8:7" parsed="|Job|8|7|0|0" osisRef="Bible:Job.8.7" />
<sup>7</sup>Και αν η αρχη σου ητο μικρα, τα υστερα σου ομως ηθελον μεγαλυνθη σφοδρα.
<scripture passage="Job 8:8" parsed="|Job|8|8|0|0" osisRef="Bible:Job.8.8" />
<sup>8</sup>Επειδη ερωτησον, παρακαλω, περι των προτερων γενεων, και ερευνησον ακριβως περι των πατερων αυτων·
<scripture passage="Job 8:9" parsed="|Job|8|9|0|0" osisRef="Bible:Job.8.9" />
<sup>9</sup>διοτι ημεις ειμεθα χθεσινοι, και δεν εξευρομεν ουδεν, επειδη αι ημεραι ημων επι της γης ειναι σκια·
<scripture passage="Job 8:10" parsed="|Job|8|10|0|0" osisRef="Bible:Job.8.10" />
<sup>10</sup>δεν θελουσι σε διδαξει αυτοι, και σοι ειπει και προφερει λογους εκ της καρδιας αυτων;
<scripture passage="Job 8:11" parsed="|Job|8|11|0|0" osisRef="Bible:Job.8.11" />
<sup>11</sup>Θαλλει ο παπυρος ανευ πηλου; αυξανει ο σχοινος ανευ υδατος;
<scripture passage="Job 8:12" parsed="|Job|8|12|0|0" osisRef="Bible:Job.8.12" />
<sup>12</sup>Ενω ειναι ετι πρασινος και αθεριστος, ξηραινεται προ παντος χορτου.
<scripture passage="Job 8:13" parsed="|Job|8|13|0|0" osisRef="Bible:Job.8.13" />
<sup>13</sup>Ουτως ειναι αι οδοι παντων των λησμονουντων τον Θεον· και η ελπις του υποκριτου θελει χαθη·
<scripture passage="Job 8:14" parsed="|Job|8|14|0|0" osisRef="Bible:Job.8.14" />
<sup>14</sup>η ελπις αυτου θελει κοπη, και το θαρρος αυτου θελει εισθαι ιστος αραχνης.
<scripture passage="Job 8:15" parsed="|Job|8|15|0|0" osisRef="Bible:Job.8.15" />
<sup>15</sup>Θελει επιστηριχθη επι την οικιαν αυτου, πλην αυτη δεν θελει σταθη· θελει κρατησει αυτην, πλην δεν θελει ανορθωθη.
<scripture passage="Job 8:16" parsed="|Job|8|16|0|0" osisRef="Bible:Job.8.16" />
<sup>16</sup>Ειναι χλωρος εμπροσθεν του ηλιου, και ο κλαδος αυτου απλονεται εις τον κηπον αυτου.
<scripture passage="Job 8:17" parsed="|Job|8|17|0|0" osisRef="Bible:Job.8.17" />
<sup>17</sup>Αι ριζαι αυτου περιπλεκονται εις τον σωρον των λιθων, και εκλεγει τον πετρωδη τοπον.
<scripture passage="Job 8:18" parsed="|Job|8|18|0|0" osisRef="Bible:Job.8.18" />
<sup>18</sup>Εαν εξαλειφθη απο του τοπου αυτου, τοτε θελει αρνηθη αυτον, λεγων, Δεν σε ειδον.
<scripture passage="Job 8:19" parsed="|Job|8|19|0|0" osisRef="Bible:Job.8.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, αυτη ειναι η χαρα της οδου αυτου, και εκ του χωματος αλλοι θελουσι αναβλαστησει.
<scripture passage="Job 8:20" parsed="|Job|8|20|0|0" osisRef="Bible:Job.8.20" />
<sup>20</sup>Ιδου, ο Θεος δεν θελει απορριψει τον αμεμπτον, ουδε θελει πιασει την χειρα των κακοποιων·
<scripture passage="Job 8:21" parsed="|Job|8|21|0|0" osisRef="Bible:Job.8.21" />
<sup>21</sup>εωσου γεμιση το στομα σου απο γελωτος, και τα χειλη σου αλαλαγμου.
<scripture passage="Job 8:22" parsed="|Job|8|22|0|0" osisRef="Bible:Job.8.22" />
<sup>22</sup>Οι μισουντες σε θελουσιν ενδυθη αισχυνην· και η κατοικια των ασεβων δεν θελει υπαρχει.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 9" progress="46.38%" prev="Job.8" next="Job.10" id="Job.9">
<h3 id="Job.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Job.9-p1">
<scripture passage="Job 9:1" parsed="|Job|9|1|0|0" osisRef="Bible:Job.9.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπεν·
<scripture passage="Job 9:2" parsed="|Job|9|2|0|0" osisRef="Bible:Job.9.2" />
<sup>2</sup>Αληθως εξευρω οτι ουτως εχει· αλλα πως ο ανθρωπος θελει δικαιωθη ενωπιον του Θεου;
<scripture passage="Job 9:3" parsed="|Job|9|3|0|0" osisRef="Bible:Job.9.3" />
<sup>3</sup>Εαν θεληση να διαδικασθη μετ' αυτου δεν δυναται να αποκριθη προς αυτον εν εκ χιλιων.
<scripture passage="Job 9:4" parsed="|Job|9|4|0|0" osisRef="Bible:Job.9.4" />
<sup>4</sup>Ειναι σοφος την καρδιαν και κραταιος την δυναμιν· τις εσκληρυνθη εναντιον αυτου και ευτυχησεν;
<scripture passage="Job 9:5" parsed="|Job|9|5|0|0" osisRef="Bible:Job.9.5" />
<sup>5</sup>Αυτος μετακινει τα ορη, και δεν γνωριζουσι τις εστρεψεν αυτα εν τη οργη αυτου.
<scripture passage="Job 9:6" parsed="|Job|9|6|0|0" osisRef="Bible:Job.9.6" />
<sup>6</sup>Αυτος σειει την γην απο του τοπου αυτης, και οι στυλοι αυτης σαλευονται.
<scripture passage="Job 9:7" parsed="|Job|9|7|0|0" osisRef="Bible:Job.9.7" />
<sup>7</sup>Αυτος προσταζει τον ηλιον, και δεν ανατελλει· και κρυπτει υπο σφραγιδα τα αστρα.
<scripture passage="Job 9:8" parsed="|Job|9|8|0|0" osisRef="Bible:Job.9.8" />
<sup>8</sup>Αυτος μονος εκτεινει τους ουρανους και πατει επι τα υψη της θαλασσης.
<scripture passage="Job 9:9" parsed="|Job|9|9|0|0" osisRef="Bible:Job.9.9" />
<sup>9</sup>Αυτος καμνει τον Αρκτουρον, τον Ωριωνα και την Πλειαδα και τα ταμεια του νοτου.
<scripture passage="Job 9:10" parsed="|Job|9|10|0|0" osisRef="Bible:Job.9.10" />
<sup>10</sup>Αυτος καμνει μεγαλεια ανεξιχνιαστα και θαυμασια αναριθμητα.
<scripture passage="Job 9:11" parsed="|Job|9|11|0|0" osisRef="Bible:Job.9.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, διαβαινει πλησιον μου, και δεν βλεπω αυτον· διερχεται, και δεν εννοω αυτον.
<scripture passage="Job 9:12" parsed="|Job|9|12|0|0" osisRef="Bible:Job.9.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, αφαιρει· τις θελει εμποδισει αυτον; τις θελει ειπει προς αυτον, Τι καμνεις;
<scripture passage="Job 9:13" parsed="|Job|9|13|0|0" osisRef="Bible:Job.9.13" />
<sup>13</sup>Εαν ο Θεος δεν συρη την οργην αυτου, οι επηρμενοι βοηθοι καταβαλλονται υποκατω αυτου.
<scripture passage="Job 9:14" parsed="|Job|9|14|0|0" osisRef="Bible:Job.9.14" />
<sup>14</sup>Ποσον ολιγωτερον εγω ηθελον αποκριθη προς αυτον, εκλεγων τους προς αυτον λογους μου;
<scripture passage="Job 9:15" parsed="|Job|9|15|0|0" osisRef="Bible:Job.9.15" />
<sup>15</sup>προς τον οποιον, και αν ημην δικαιος, δεν ηθελον αποκριθη, αλλ' ηθελον ζητησει ελεος παρα του Κριτου μου.
<scripture passage="Job 9:16" parsed="|Job|9|16|0|0" osisRef="Bible:Job.9.16" />
<sup>16</sup>Εαν κραξω, και μοι αποκριθη, δεν ηθελον πιστευσει οτι εισηκουσε της φωνης μου.
<scripture passage="Job 9:17" parsed="|Job|9|17|0|0" osisRef="Bible:Job.9.17" />
<sup>17</sup>Διοτι με κατασυντριβει με ανεμοστροβιλον και πληθυνει τας πληγας μου αναιτιως.
<scripture passage="Job 9:18" parsed="|Job|9|18|0|0" osisRef="Bible:Job.9.18" />
<sup>18</sup>Δεν με αφινει να αναπνευσω, αλλα με χορταζει απο πικριας.
<scripture passage="Job 9:19" parsed="|Job|9|19|0|0" osisRef="Bible:Job.9.19" />
<sup>19</sup>Εαν προκηται περι δυναμεως, ιδου, ειναι δυνατος· και εαν περι κρισεως, τις θελει μαρτυρησει υπερ εμου;
<scripture passage="Job 9:20" parsed="|Job|9|20|0|0" osisRef="Bible:Job.9.20" />
<sup>20</sup>Εαν ηθελον να δικαιωσω εμαυτον, το στομα μου ηθελε με καταδικασει· εαν ηθελον ειπει, ειμαι αμεμπτος, ηθελε με αποδειξει διεφθαρμενον.
<scripture passage="Job 9:21" parsed="|Job|9|21|0|0" osisRef="Bible:Job.9.21" />
<sup>21</sup>Και αν ημην αμεμπτος, δεν ηθελον φροντισει περι εμαυτου· ηθελον καταφρονησει την ζωην μου.
<scripture passage="Job 9:22" parsed="|Job|9|22|0|0" osisRef="Bible:Job.9.22" />
<sup>22</sup>Εν τουτο ειναι, δια τουτο ειπα, αυτος αφανιζει τον αμεμπτον και τον ασεβη.
<scripture passage="Job 9:23" parsed="|Job|9|23|0|0" osisRef="Bible:Job.9.23" />
<sup>23</sup>Και αν η μαστιξ αυτου θανατονη ευθυς, γελα ομως εις την δοκιμασιαν των αθωων.
<scripture passage="Job 9:24" parsed="|Job|9|24|0|0" osisRef="Bible:Job.9.24" />
<sup>24</sup>Η γη παρεδοθη εις τας χειρας του ασεβους· αυτος σκεπαζει τα προσωπα των κριτων αυτης· αν ουχι αυτος, που και τις ειναι;
<scripture passage="Job 9:25" parsed="|Job|9|25|0|0" osisRef="Bible:Job.9.25" />
<sup>25</sup>Αι δε ημεραι μου ειναι ταχυδρομου ταχυτεραι· φευγουσι και δεν βλεπουσι καλον.
<scripture passage="Job 9:26" parsed="|Job|9|26|0|0" osisRef="Bible:Job.9.26" />
<sup>26</sup>Παρηλθον ως πλοια σπευδοντα· ως αετος πετωμενος επι το θηραμα.
<scripture passage="Job 9:27" parsed="|Job|9|27|0|0" osisRef="Bible:Job.9.27" />
<sup>27</sup>Εαν ειπω, Θελω λησμονησει το παραπονον μου, θελω παραιτησει το πενθος μου και παρηγορηθη·
<scripture passage="Job 9:28" parsed="|Job|9|28|0|0" osisRef="Bible:Job.9.28" />
<sup>28</sup>τρομαζω δια πασας τας θλιψεις μου, γνωριζων οτι δεν θελεις με αθωωσει.
<scripture passage="Job 9:29" parsed="|Job|9|29|0|0" osisRef="Bible:Job.9.29" />
<sup>29</sup>Ειμαι ασεβης· δια τι λοιπον να κοπιαζω εις ματην;
<scripture passage="Job 9:30" parsed="|Job|9|30|0|0" osisRef="Bible:Job.9.30" />
<sup>30</sup>Εαν λουσθω εν υδατι χιονος και επιμελως αποκαθαρισω τας χειρας μου·
<scripture passage="Job 9:31" parsed="|Job|9|31|0|0" osisRef="Bible:Job.9.31" />
<sup>31</sup>συ ομως θελεις με βυθισει εις τον βορβορον, ωστε και αυτα μου τα ιματια θελουσι με βδελυττεσθαι.
<scripture passage="Job 9:32" parsed="|Job|9|32|0|0" osisRef="Bible:Job.9.32" />
<sup>32</sup>Διοτι δεν ειναι ανθρωπος ως εγω, δια να αποκριθω προς αυτον, και να ελθωμεν εις κρισιν ομου.
<scripture passage="Job 9:33" parsed="|Job|9|33|0|0" osisRef="Bible:Job.9.33" />
<sup>33</sup>Δεν υπαρχει μεσιτης μεταξυ ημων, δια να βαλη την χειρα αυτου επ' αμφοτερους ημας.
<scripture passage="Job 9:34" parsed="|Job|9|34|0|0" osisRef="Bible:Job.9.34" />
<sup>34</sup>Ας απομακρυνη απ' εμου την ραβδον αυτου, και ο φοβος αυτου ας μη με εκπληττη·
<scripture passage="Job 9:35" parsed="|Job|9|35|0|0" osisRef="Bible:Job.9.35" />
<sup>35</sup>τοτε θελω λαλησει και δεν θελω φοβηθη αυτον· διοτι ουτω δεν ειμαι εν εμαυτω.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 10" progress="46.45%" prev="Job.9" next="Job.11" id="Job.10">
<h3 id="Job.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Job.10-p1">
<scripture passage="Job 10:1" parsed="|Job|10|1|0|0" osisRef="Bible:Job.10.1" />
<sup>1</sup>Η ψυχη μου εβαρυνθη την ζωην μου· θελω παραδοθη εις το παραπονον μου· θελω λαλησει εν τη πικρια της ψυχης μου.
<scripture passage="Job 10:2" parsed="|Job|10|2|0|0" osisRef="Bible:Job.10.2" />
<sup>2</sup>Θελω ειπει προς τον Θεον, μη με καταδικασης· δειξον μοι δια τι με δικαζεις.
<scripture passage="Job 10:3" parsed="|Job|10|3|0|0" osisRef="Bible:Job.10.3" />
<sup>3</sup>Ειναι καλον εις σε να καταθλιβης, να καταφρονης το εργον των χειρων σου και να ευοδονης την βουλην των ασεβων;
<scripture passage="Job 10:4" parsed="|Job|10|4|0|0" osisRef="Bible:Job.10.4" />
<sup>4</sup>Σαρκος οφθαλμους εχεις; η βλεπεις καθως βλεπει ανθρωπος;
<scripture passage="Job 10:5" parsed="|Job|10|5|0|0" osisRef="Bible:Job.10.5" />
<sup>5</sup>Ανθρωπινος ειναι ο βιος σου; η τα ετη σου ως ημεραι ανθρωπου,
<scripture passage="Job 10:6" parsed="|Job|10|6|0|0" osisRef="Bible:Job.10.6" />
<sup>6</sup>ωστε αναζητεις την ανομιαν μου και ανερευνας την αμαρτιαν μου;
<scripture passage="Job 10:7" parsed="|Job|10|7|0|0" osisRef="Bible:Job.10.7" />
<sup>7</sup>Ενω εξευρεις οτι δεν ησεβησα· και δεν υπαρχει ο ελευθερων εκ των χειρων σου.
<scripture passage="Job 10:8" parsed="|Job|10|8|0|0" osisRef="Bible:Job.10.8" />
<sup>8</sup>Αι χειρες σου με εμορφωσαν και με επλασαν ολον κυκλω· και με καταστρεφεις.
<scripture passage="Job 10:9" parsed="|Job|10|9|0|0" osisRef="Bible:Job.10.9" />
<sup>9</sup>Ενθυμηθητι, δεομαι, οτι ως πηλον με εκαμες· και εις χωμα θελεις με επιστρεψει.
<scripture passage="Job 10:10" parsed="|Job|10|10|0|0" osisRef="Bible:Job.10.10" />
<sup>10</sup>Δεν με ημελξας ως γαλα και με επηξας ως τυρον;
<scripture passage="Job 10:11" parsed="|Job|10|11|0|0" osisRef="Bible:Job.10.11" />
<sup>11</sup>Δερμα και σαρκα με ενεδυσας και με οστα και νευρα με περιεφραξας.
<scripture passage="Job 10:12" parsed="|Job|10|12|0|0" osisRef="Bible:Job.10.12" />
<sup>12</sup>Ζωην και ελεος εχαρισας εις εμε, και η επισκεψις σου εφυλαξε το πνευμα μου·
<scripture passage="Job 10:13" parsed="|Job|10|13|0|0" osisRef="Bible:Job.10.13" />
<sup>13</sup>ταυτα ομως εκρυπτες εν τη καρδια σου· εξευρω οτι τουτο ητο μετα σου.
<scripture passage="Job 10:14" parsed="|Job|10|14|0|0" osisRef="Bible:Job.10.14" />
<sup>14</sup>Εαν αμαρτησω, με παραφυλαττεις, και απο της ανομιας μου δεν θελεις με αθωωσει.
<scripture passage="Job 10:15" parsed="|Job|10|15|0|0" osisRef="Bible:Job.10.15" />
<sup>15</sup>Εαν ασεβησω, ουαι εις εμε· και εαν ημαι δικαιος, δεν δυναμαι να σηκωσω την κεφαλην μου· ειμαι πληρης ατιμιας· ιδε λοιπον την θλιψιν μου,
<scripture passage="Job 10:16" parsed="|Job|10|16|0|0" osisRef="Bible:Job.10.16" />
<sup>16</sup>διοτι αυξανει. Με κυνηγεις ως αγριος λεων· και επιστρεφων δεικνυεσαι θαυμαστος κατ' εμου.
<scripture passage="Job 10:17" parsed="|Job|10|17|0|0" osisRef="Bible:Job.10.17" />
<sup>17</sup>Ανανεονεις τους μαρτυρας σου εναντιον μου, και πληθυνεις την οργην σου κατ' εμου· αλλαγαι στρατευματος γινονται επ' εμε.
<scripture passage="Job 10:18" parsed="|Job|10|18|0|0" osisRef="Bible:Job.10.18" />
<sup>18</sup>Δια τι λοιπον με εξηγαγες εκ της μητρας; ειθε να εξεπνεον, και οφθαλμος να μη με εβλεπεν.
<scripture passage="Job 10:19" parsed="|Job|10|19|0|0" osisRef="Bible:Job.10.19" />
<sup>19</sup>Ηθελον εισθαι ως μη υπαρξας· ηθελον φερθη εκ της μητρας εις τον ταφον.
<scripture passage="Job 10:20" parsed="|Job|10|20|0|0" osisRef="Bible:Job.10.20" />
<sup>20</sup>Αι ημεραι μου δεν ειναι ολιγαι; παυσον λοιπον, και αφες με, δια να αναλαβω ολιγον,
<scripture passage="Job 10:21" parsed="|Job|10|21|0|0" osisRef="Bible:Job.10.21" />
<sup>21</sup>πριν υπαγω οθεν δεν θελω επιστρεψει, εις γην σκοτους και σκιας θανατου·
<scripture passage="Job 10:22" parsed="|Job|10|22|0|0" osisRef="Bible:Job.10.22" />
<sup>22</sup>γην γνοφεραν, ως το σκοτος της σκιας του θανατου, οπου ταξις δεν ειναι, και το φως ειναι ως το σκοτος.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 11" progress="46.49%" prev="Job.10" next="Job.12" id="Job.11">
<h3 id="Job.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Job.11-p1">
<scripture passage="Job 11:1" parsed="|Job|11|1|0|0" osisRef="Bible:Job.11.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Σωφαρ ο Νααμαθιτης και ειπε·
<scripture passage="Job 11:2" parsed="|Job|11|2|0|0" osisRef="Bible:Job.11.2" />
<sup>2</sup>Δεν διδεται αποκρισις εις το πληθος των λογων; και ο πολυλογος θελει δικαιωθη;
<scripture passage="Job 11:3" parsed="|Job|11|3|0|0" osisRef="Bible:Job.11.3" />
<sup>3</sup>Αι φλυαριαι σου θελουσιν αποστομωσει τους ανθρωπους; και οταν περιγελας, δεν θελει σε καταισχυνει τις;
<scripture passage="Job 11:4" parsed="|Job|11|4|0|0" osisRef="Bible:Job.11.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ειπες, Η ομιλια μου ειναι καθαρα, και ειμαι καθαρος ενωπιον σου.
<scripture passage="Job 11:5" parsed="|Job|11|5|0|0" osisRef="Bible:Job.11.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' ειθε να ελαλει ο Θεος και να ηνοιγε τα χειλη αυτου εναντιον σου.
<scripture passage="Job 11:6" parsed="|Job|11|6|0|0" osisRef="Bible:Job.11.6" />
<sup>6</sup>Και να σοι εφανερονε τα κρυφια της σοφιας, οτι ειναι διπλασια των οσα γνωριζονται. Εξευρε λοιπον, οτι ο Θεος απαιτει απο σου ολιγωτερον της ανομιας σου.
<scripture passage="Job 11:7" parsed="|Job|11|7|0|0" osisRef="Bible:Job.11.7" />
<sup>7</sup>Δυνασαι να εξιχνιασης τα βαθη του Θεου; δυνασαι να εξιχνιασης τον Παντοδυναμον με εντελειαν;
<scripture passage="Job 11:8" parsed="|Job|11|8|0|0" osisRef="Bible:Job.11.8" />
<sup>8</sup>Ταυτα ειναι ως τα υψη του ουρανου· τι δυνασαι να καμης; ειναι βαθυτερα του αδου· τι δυνασαι να γνωρισης;
<scripture passage="Job 11:9" parsed="|Job|11|9|0|0" osisRef="Bible:Job.11.9" />
<sup>9</sup>Το μετρον αυτων ειναι μακροτερον της γης, και πλατυτερον της θαλασσης.
<scripture passage="Job 11:10" parsed="|Job|11|10|0|0" osisRef="Bible:Job.11.10" />
<sup>10</sup>Εαν θεληση να χαλαση και να κλειση, η να συναξη, τοτε τις δυναται να εμποδιση αυτον;
<scripture passage="Job 11:11" parsed="|Job|11|11|0|0" osisRef="Bible:Job.11.11" />
<sup>11</sup>Διοτι αυτος γνωριζει την ματαιοτητα των ανθρωπων, και βλεπει την ασεβειαν· και δεν θελει εξετασει;
<scripture passage="Job 11:12" parsed="|Job|11|12|0|0" osisRef="Bible:Job.11.12" />
<sup>12</sup>Ο δε ματαιος ανθρωπος υπερηφανευεται, και γενναται ο ανθρωπος αγριον οναριον.
<scripture passage="Job 11:13" parsed="|Job|11|13|0|0" osisRef="Bible:Job.11.13" />
<sup>13</sup>Εαν συ ετοιμασης την καρδιαν σου και εκτεινης τας χειρας σου προς αυτον·
<scripture passage="Job 11:14" parsed="|Job|11|14|0|0" osisRef="Bible:Job.11.14" />
<sup>14</sup>εαν την ανομιαν, την εν χερσι σου, απομακρυνης και δεν αφινης να κατοικηση ασεβεια εν ταις σκηναις σου·
<scripture passage="Job 11:15" parsed="|Job|11|15|0|0" osisRef="Bible:Job.11.15" />
<sup>15</sup>τοτε βεβαιως θελεις υψωσει το προσωπον σου ακηλιδωτον· μαλιστα θελεις εισθαι σταθερος και δεν θελεις φοβεισθαι.
<scripture passage="Job 11:16" parsed="|Job|11|16|0|0" osisRef="Bible:Job.11.16" />
<sup>16</sup>Διοτι συ θελεις λησμονησει την θλιψιν· θελεις ενθυμηθη αυτην ως υδατα διαρρευσαντα·
<scripture passage="Job 11:17" parsed="|Job|11|17|0|0" osisRef="Bible:Job.11.17" />
<sup>17</sup>και ο καιρος σου θελει ανατειλει λαμπροτερος της μεσημβριας· και εαν επελθη σκοτος επι σε, παλιν θελεις γεινει ως η αυγη·
<scripture passage="Job 11:18" parsed="|Job|11|18|0|0" osisRef="Bible:Job.11.18" />
<sup>18</sup>και θελεις εισθαι ασφαλης, διοτι υπαρχει ελπις εις σε· ναι, θελεις σκαπτει δια την σκηνην σου και θελεις κοιμασθαι εν ασφαλεια·
<scripture passage="Job 11:19" parsed="|Job|11|19|0|0" osisRef="Bible:Job.11.19" />
<sup>19</sup>θελεις πλαγιαζει, και ουδεις θελει σε τρομαζει· και πολλοι θελουσιν ικετευει το προσωπον σου.
<scripture passage="Job 11:20" parsed="|Job|11|20|0|0" osisRef="Bible:Job.11.20" />
<sup>20</sup>Των δε ασεβων οι οφθαλμοι θελουσι μαρανθη, και καταφυγιον θελει λειψει απ' αυτων, και η ελπις αυτων θελει εισθαι να εκπνευσωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 12" progress="46.54%" prev="Job.11" next="Job.13" id="Job.12">
<h3 id="Job.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Job.12-p1">
<scripture passage="Job 12:1" parsed="|Job|12|1|0|0" osisRef="Bible:Job.12.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιωβ απεκριθη και ειπε·
<scripture passage="Job 12:2" parsed="|Job|12|2|0|0" osisRef="Bible:Job.12.2" />
<sup>2</sup>σεις εισθε αληθως οι ανθρωποι, και με σας θελει τελευτησει η σοφια.
<scripture passage="Job 12:3" parsed="|Job|12|3|0|0" osisRef="Bible:Job.12.3" />
<sup>3</sup>Και εγω εχω συνεσιν ως και υμεις· δεν ειμαι κατωτερος υμων· και τις δεν γνωριζει τοιαυτα πραγματα;
<scripture passage="Job 12:4" parsed="|Job|12|4|0|0" osisRef="Bible:Job.12.4" />
<sup>4</sup>Εγεινα χλευη εις τον πλησιον μου, οστις επικαλουμαι τον Θεον, και μοι αποκρινεται. Ο δικαιος και αμεμπτος περιγελαται.
<scripture passage="Job 12:5" parsed="|Job|12|5|0|0" osisRef="Bible:Job.12.5" />
<sup>5</sup>Ο κινδυνευων να ολισθηση με τους ποδας ειναι εις τον στοχασμον του ευτυχουντος ως λυχνος καταπεφρονημενος.
<scripture passage="Job 12:6" parsed="|Job|12|6|0|0" osisRef="Bible:Job.12.6" />
<sup>6</sup>Αι σκηναι των ληστων ευτυχουσι, και οι παροργιζοντες τον Θεον ειναι εν ασφαλεια, εις τας χειρας των οποιων ο Θεος φερει αφθονιαν.
<scripture passage="Job 12:7" parsed="|Job|12|7|0|0" osisRef="Bible:Job.12.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ερωτησον τωρα τα ζωα, και θελουσι σε διδαξει· και τα πετεινα του ουρανου, και θελουσι σοι απαγγειλει·
<scripture passage="Job 12:8" parsed="|Job|12|8|0|0" osisRef="Bible:Job.12.8" />
<sup>8</sup>η λαλησον προς την γην, και θελει σε διδαξει· και οι ιχθυες της θαλασσης θελουσι σοι διηγηθη.
<scripture passage="Job 12:9" parsed="|Job|12|9|0|0" osisRef="Bible:Job.12.9" />
<sup>9</sup>Τις εκ παντων τουτων δεν γνωριζει, οτι η χειρ του Κυριου εκαμε ταυτα;
<scripture passage="Job 12:10" parsed="|Job|12|10|0|0" osisRef="Bible:Job.12.10" />
<sup>10</sup>Εν τη χειρι του οποιου ειναι ψυχη παντων των ζωντων και η πνοη πασης ανθρωπινης σαρκος.
<scripture passage="Job 12:11" parsed="|Job|12|11|0|0" osisRef="Bible:Job.12.11" />
<sup>11</sup>Το ωτιον δεν διακρινει τους λογους; και ο ουρανισκος λαμβανει γευσιν του φαγητου αυτου;
<scripture passage="Job 12:12" parsed="|Job|12|12|0|0" osisRef="Bible:Job.12.12" />
<sup>12</sup>Η σοφια ειναι μετα των γεροντων, και η συνεσις εν τη μακροτητι των ημερων.
<scripture passage="Job 12:13" parsed="|Job|12|13|0|0" osisRef="Bible:Job.12.13" />
<sup>13</sup>Εν αυτω ειναι η σοφια και η δυναμις· αυτος εχει βουλην και συνεσιν.
<scripture passage="Job 12:14" parsed="|Job|12|14|0|0" osisRef="Bible:Job.12.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, καταστρεφει, και δεν ανοικοδομειται· κλειει κατα του ανθρωπου, και ουδεις ο ανοιγων.
<scripture passage="Job 12:15" parsed="|Job|12|15|0|0" osisRef="Bible:Job.12.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, κρατει τα υδατα, και ξηραινονται· παλιν εξαποστελλει αυτα, και καταστρεφουσι την γην.
<scripture passage="Job 12:16" parsed="|Job|12|16|0|0" osisRef="Bible:Job.12.16" />
<sup>16</sup>Μετ' αυτου ειναι η δυναμις και η σοφια· αυτου ειναι ο απατωμενος και ο απατων.
<scripture passage="Job 12:17" parsed="|Job|12|17|0|0" osisRef="Bible:Job.12.17" />
<sup>17</sup>Παραδιδει λαφυρον τους βουλευτας και μωραινει τους κριτας.
<scripture passage="Job 12:18" parsed="|Job|12|18|0|0" osisRef="Bible:Job.12.18" />
<sup>18</sup>Λυει την ζωνην των βασιλεων και περιζωνει την οσφυν αυτων με σχοινιον.
<scripture passage="Job 12:19" parsed="|Job|12|19|0|0" osisRef="Bible:Job.12.19" />
<sup>19</sup>Παραδιδει λαφυρον τους αρχοντας και καταστρεφει τους ισχυρους.
<scripture passage="Job 12:20" parsed="|Job|12|20|0|0" osisRef="Bible:Job.12.20" />
<sup>20</sup>Αφαιρει τον λογον των δεινων ρητορων, και σηκονει την συνεσιν απο των πρεσβυτερων.
<scripture passage="Job 12:21" parsed="|Job|12|21|0|0" osisRef="Bible:Job.12.21" />
<sup>21</sup>Εκχεει καταφρονησιν επι τους αρχοντας, και λυει την ζωνην των ισχυρων.
<scripture passage="Job 12:22" parsed="|Job|12|22|0|0" osisRef="Bible:Job.12.22" />
<sup>22</sup>Αποκαλυπτει εκ του σκοτους βαθεα πραγματα, και εξαγει εις φως την σκιαν του θανατου.
<scripture passage="Job 12:23" parsed="|Job|12|23|0|0" osisRef="Bible:Job.12.23" />
<sup>23</sup>Μεγαλυνει τα εθνη και αφανιζει αυτα· πλατυνει τα εθνη και συστελλει αυτα.
<scripture passage="Job 12:24" parsed="|Job|12|24|0|0" osisRef="Bible:Job.12.24" />
<sup>24</sup>Αφαιρει την καρδιαν απο των αρχηγων των λαων της γης, και καμνει αυτους να περιπλανωνται εν ερημω αβατω·
<scripture passage="Job 12:25" parsed="|Job|12|25|0|0" osisRef="Bible:Job.12.25" />
<sup>25</sup>ψηλαφωσιν εν σκοτει χωρις φωτος, και καμνει αυτους να παραφερωνται ως ο μεθυων.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 13" progress="46.59%" prev="Job.12" next="Job.14" id="Job.13">
<h3 id="Job.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Job.13-p1">
<scripture passage="Job 13:1" parsed="|Job|13|1|0|0" osisRef="Bible:Job.13.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, ταυτα παντα ειδεν ο οφθαλμος μου· το ωτιον μου ηκουσε και ενοησε ταυτα.
<scripture passage="Job 13:2" parsed="|Job|13|2|0|0" osisRef="Bible:Job.13.2" />
<sup>2</sup>Καθως γνωριζετε σεις, γνωριζω και εγω· δεν ειμαι κατωτερος υμων.
<scripture passage="Job 13:3" parsed="|Job|13|3|0|0" osisRef="Bible:Job.13.3" />
<sup>3</sup>Αλλ' ομως θελω λαλησει προς τον Παντοδυναμον, και επιθυμω να διαλεχθω μετα του Θεου.
<scripture passage="Job 13:4" parsed="|Job|13|4|0|0" osisRef="Bible:Job.13.4" />
<sup>4</sup>Σεις δε εισθε εφευρεται ψευδους· εισθε παντες ιατροι ανωφελεις.
<scripture passage="Job 13:5" parsed="|Job|13|5|0|0" osisRef="Bible:Job.13.5" />
<sup>5</sup>Ειθε να εσιωπατε πανταπασι και τουτο ηθελεν εισθαι εις εσας σοφια.
<scripture passage="Job 13:6" parsed="|Job|13|6|0|0" osisRef="Bible:Job.13.6" />
<sup>6</sup>Ακουσατε τωρα τους λογους μου, και προσεξατε εις τας δικαιολογιας των χειλεων μου.
<scripture passage="Job 13:7" parsed="|Job|13|7|0|0" osisRef="Bible:Job.13.7" />
<sup>7</sup>Θελετε λαλει αδικα υπερ του Θεου; και θελετε προφερει δολια υπερ αυτου;
<scripture passage="Job 13:8" parsed="|Job|13|8|0|0" osisRef="Bible:Job.13.8" />
<sup>8</sup>Θελετε καμει προσωποληψιαν υπερ αυτου; θελετε δικολογησει υπερ του Θεου;
<scripture passage="Job 13:9" parsed="|Job|13|9|0|0" osisRef="Bible:Job.13.9" />
<sup>9</sup>Ειναι καλον να σας εξιχνιαση; η καθως ανθρωπος περιγελα ανθρωπον, θελετε περιγελα αυτον;
<scripture passage="Job 13:10" parsed="|Job|13|10|0|0" osisRef="Bible:Job.13.10" />
<sup>10</sup>Εξαπαντος θελει σας εξελεγξει, εαν κρυφιως προσωποληπτητε.
<scripture passage="Job 13:11" parsed="|Job|13|11|0|0" osisRef="Bible:Job.13.11" />
<sup>11</sup>Το μεγαλειον αυτου δεν θελει σας τρομαξει, και ο φοβος αυτου πεσει εφ' υμας;
<scripture passage="Job 13:12" parsed="|Job|13|12|0|0" osisRef="Bible:Job.13.12" />
<sup>12</sup>τα απομνημονευματα σας ισοδυναμουσι με κονιορτον, τα προπυργια σας με προπυργια χωματος.
<scripture passage="Job 13:13" parsed="|Job|13|13|0|0" osisRef="Bible:Job.13.13" />
<sup>13</sup>Σιωπησατε, αφησατε με, δια να λαλησω εγω, και ας ελθη επ' εμε ο, τι δηποτε.
<scripture passage="Job 13:14" parsed="|Job|13|14|0|0" osisRef="Bible:Job.13.14" />
<sup>14</sup>δια τι πιανω τας σαρκας μου με τους οδοντας μου και βαλλω την ζωην μου εις την χειρα μου;
<scripture passage="Job 13:15" parsed="|Job|13|15|0|0" osisRef="Bible:Job.13.15" />
<sup>15</sup>Και αν με θανατονη, εγω θελω ελπιζει εις αυτον· πλην θελω υπερασπισθη τας οδους μου ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Job 13:16" parsed="|Job|13|16|0|0" osisRef="Bible:Job.13.16" />
<sup>16</sup>Αυτος μαλιστα θελει εισθαι η σωτηρια μου· διοτι δεν θελει ελθει ενωπιον αυτου υποκριτης.
<scripture passage="Job 13:17" parsed="|Job|13|17|0|0" osisRef="Bible:Job.13.17" />
<sup>17</sup>Ακροασθητε προσεκτικως τον λογον μου, και την παραστασιν μου με τα ωτα σας.
<scripture passage="Job 13:18" parsed="|Job|13|18|0|0" osisRef="Bible:Job.13.18" />
<sup>18</sup>Ιδου τωρα, διεταξα την κρισιν μου· εξευρω οτι εγω θελω δικαιωθη.
<scripture passage="Job 13:19" parsed="|Job|13|19|0|0" osisRef="Bible:Job.13.19" />
<sup>19</sup>Τις ειναι εκεινος οστις θελει αντιδιαλεχθη μετ' εμου, δια να σιωπησω τωρα και να εκπνευσω;
<scripture passage="Job 13:20" parsed="|Job|13|20|0|0" osisRef="Bible:Job.13.20" />
<sup>20</sup>Μονον δυο μη καμης εις εμε· τοτε δεν θελω κρυφθη απο του προσωπου σου·
<scripture passage="Job 13:21" parsed="|Job|13|21|0|0" osisRef="Bible:Job.13.21" />
<sup>21</sup>την χειρα σου απομακρυνον απ' εμου· και ο φοβος σου ας μη με τρομαξη.
<scripture passage="Job 13:22" parsed="|Job|13|22|0|0" osisRef="Bible:Job.13.22" />
<sup>22</sup>Επειτα καλεσον, και εγω θελω αποκριθη· η ας λαλησω, και αποκριθητι μοι.
<scripture passage="Job 13:23" parsed="|Job|13|23|0|0" osisRef="Bible:Job.13.23" />
<sup>23</sup>Ποσαι ειναι αι ανομιαι μου και αι αμαρτιαι μου; φανερωσον μοι το εγκλημα μου και την αμαρτιαν μου.
<scripture passage="Job 13:24" parsed="|Job|13|24|0|0" osisRef="Bible:Job.13.24" />
<sup>24</sup>Δια τι κρυπτεις το προσωπον σου και με θεωρεις ως εχθρον σου;
<scripture passage="Job 13:25" parsed="|Job|13|25|0|0" osisRef="Bible:Job.13.25" />
<sup>25</sup>Θελεις κατατριψει φυλλον φερομενον υπο του ανεμου; και θελεις κατατρεξει αχυρον ξηρον;
<scripture passage="Job 13:26" parsed="|Job|13|26|0|0" osisRef="Bible:Job.13.26" />
<sup>26</sup>Διοτι γραφεις πικριας εναντιον μου, και αποδιδεις εις εμε τας ανομιας της νεοτητος μου·
<scripture passage="Job 13:27" parsed="|Job|13|27|0|0" osisRef="Bible:Job.13.27" />
<sup>27</sup>και βαλλεις τους ποδας μου εις δεσμα, και παραφυλαττεις πασας τας οδους μου· σημειονεις τα ιχνη των ποδων εμου·
<scripture passage="Job 13:28" parsed="|Job|13|28|0|0" osisRef="Bible:Job.13.28" />
<sup>28</sup>οστις φθειρεται ως πραγμα σεσηπος, ως ενδυμα σκωληκοβρωτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 14" progress="46.64%" prev="Job.13" next="Job.15" id="Job.14">
<h3 id="Job.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Job.14-p1">
<scripture passage="Job 14:1" parsed="|Job|14|1|0|0" osisRef="Bible:Job.14.1" />
<sup>1</sup>Ανθρωπος γεγεννημενος εκ γυναικος ειναι ολιγοβιος και πληρης ταραχης·
<scripture passage="Job 14:2" parsed="|Job|14|2|0|0" osisRef="Bible:Job.14.2" />
<sup>2</sup>αναβλαστανει ως ανθος και κοπτεται· φευγει ως σκια και δεν διαμενει.
<scripture passage="Job 14:3" parsed="|Job|14|3|0|0" osisRef="Bible:Job.14.3" />
<sup>3</sup>Και επι τοιουτον ανοιγεις τους οφθαλμους σου, και με φερεις εις κρισιν μετα σου;
<scripture passage="Job 14:4" parsed="|Job|14|4|0|0" osisRef="Bible:Job.14.4" />
<sup>4</sup>Τις δυναται να εξαγαγη καθαρον απο ακαθαρτου; ουδεις.
<scripture passage="Job 14:5" parsed="|Job|14|5|0|0" osisRef="Bible:Job.14.5" />
<sup>5</sup>Επειδη αι ημεραι αυτου ειναι προσδιωρισμεναι, ο αριθμος των μηνων αυτου ευρισκεται παρα σοι, και συ εθεσας τα ορια αυτου, και δεν δυναται να υπερβη αυτα,
<scripture passage="Job 14:6" parsed="|Job|14|6|0|0" osisRef="Bible:Job.14.6" />
<sup>6</sup>αποστρεψον απ' αυτου, δια να ησυχαση, εωσου χαιρων εκπληρωση ως μισθωτος την ημεραν αυτου.
<scripture passage="Job 14:7" parsed="|Job|14|7|0|0" osisRef="Bible:Job.14.7" />
<sup>7</sup>Διοτι περι του δενδρου, εαν κοπη, ειναι ελπις οτι θελει αναβλαστησει, και οτι ο τρυφερος αυτου βλαστος δεν θελει εκλειψει.
<scripture passage="Job 14:8" parsed="|Job|14|8|0|0" osisRef="Bible:Job.14.8" />
<sup>8</sup>Και αν η ριζα αυτου παλαιωθη εν τη γη και ο κορμος αυτου αποθανη εν τω χωματι,
<scripture passage="Job 14:9" parsed="|Job|14|9|0|0" osisRef="Bible:Job.14.9" />
<sup>9</sup>ομως δια της οσμης του υδατος θελει αναβλαστησει και θελει εκβαλει κλαδους ως νεοφυτον.
<scripture passage="Job 14:10" parsed="|Job|14|10|0|0" osisRef="Bible:Job.14.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ο ανθρωπος αποθνησκει και παρερχεται· και ο ανθρωπος εκπνεει, και που ειναι;
<scripture passage="Job 14:11" parsed="|Job|14|11|0|0" osisRef="Bible:Job.14.11" />
<sup>11</sup>Καθως τα υδατα εκλειπουσιν εκ της θαλασσης και ο ποταμος στειρευει και ξηραινεται,
<scripture passage="Job 14:12" parsed="|Job|14|12|0|0" osisRef="Bible:Job.14.12" />
<sup>12</sup>ουτως ο ανθρωπος, αφου κοιμηθη, δεν ανισταται· εωσου οι ουρανοι μη υπαρξωσι, δεν θελουσιν εξυπνησει, και δεν θελουσιν εγερθη εκ του υπνου αυτων.
<scripture passage="Job 14:13" parsed="|Job|14|13|0|0" osisRef="Bible:Job.14.13" />
<sup>13</sup>Ειθε να με εκρυπτες εν τω ταφω, να με εσκεπαζες εωσου παρελθη η οργη σου, να προσδιωριζες εις εμε προθεσμιαν, και τοτε να με ενθυμηθης
<scripture passage="Job 14:14" parsed="|Job|14|14|0|0" osisRef="Bible:Job.14.14" />
<sup>14</sup>Εαν αποθανη ο ανθρωπος, θελει αναζησει; πασας τας ημερας της εκστρατειας μου θελω περιμενει, εωσου ελθη η απαλλαγη μου.
<scripture passage="Job 14:15" parsed="|Job|14|15|0|0" osisRef="Bible:Job.14.15" />
<sup>15</sup>Θελεις καλεσει, και εγω θελω σοι αποκριθη· θελεις επιβλεψει εις το εργον των χειρων σου.
<scripture passage="Job 14:16" parsed="|Job|14|16|0|0" osisRef="Bible:Job.14.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τωρα αριθμεις τα διαβηματα μου· δεν παραφυλαττεις τας αμαρτιας μου;
<scripture passage="Job 14:17" parsed="|Job|14|17|0|0" osisRef="Bible:Job.14.17" />
<sup>17</sup>Η παραβασις μου ειναι επεσφραγισμενη εν βαλαντιω, και επισημειονεις την ανομιαν μου.
<scripture passage="Job 14:18" parsed="|Job|14|18|0|0" osisRef="Bible:Job.14.18" />
<sup>18</sup>Βεβαιως το μεν ορος πιπτον εξουδενουται, ο δε βραχος μετακινειται απο του τοπου αυτου.
<scripture passage="Job 14:19" parsed="|Job|14|19|0|0" osisRef="Bible:Job.14.19" />
<sup>19</sup>Τα υδατα τρωγουσι τας πετρας· αι πλημμυραι αυτων παρασυρουσι το χωμα της γης· ουτω συ καταστρεφεις την ελπιδα του ανθρωπου,
<scripture passage="Job 14:20" parsed="|Job|14|20|0|0" osisRef="Bible:Job.14.20" />
<sup>20</sup>υπερισχυεις παντοτε εναντιον αυτου, και αυτος παρερχεται· μεταβαλλεις την οψιν αυτου και αποπεμπεις αυτον.
<scripture passage="Job 14:21" parsed="|Job|14|21|0|0" osisRef="Bible:Job.14.21" />
<sup>21</sup>Οι υιοι αυτου υψουνται, και αυτος δεν εξευρει· και ταπεινουνται, και αυτος δεν εννοει ουδεν περι αυτων.
<scripture passage="Job 14:22" parsed="|Job|14|22|0|0" osisRef="Bible:Job.14.22" />
<sup>22</sup>Μονον η σαρξ αυτου επ' αυτου θελει πονει, και η ψυχη αυτου εν αυτω θελει πενθει.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 15" progress="46.69%" prev="Job.14" next="Job.16" id="Job.15">
<h3 id="Job.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Job.15-p1">
<scripture passage="Job 15:1" parsed="|Job|15|1|0|0" osisRef="Bible:Job.15.1" />
<sup>1</sup>Τοτε απεκριθη Ελιφας ο Θαιμανιτης και ειπεν·
<scripture passage="Job 15:2" parsed="|Job|15|2|0|0" osisRef="Bible:Job.15.2" />
<sup>2</sup>Επρεπε σοφος να προφερη στοχασμους ματαιους και να γεμιζη την κοιλιαν αυτου απο ανατολικου ανεμου;
<scripture passage="Job 15:3" parsed="|Job|15|3|0|0" osisRef="Bible:Job.15.3" />
<sup>3</sup>Επρεπε να φιλονεικη δια λογων ματαιων και ομιλιων ανωφελων;
<scripture passage="Job 15:4" parsed="|Job|15|4|0|0" osisRef="Bible:Job.15.4" />
<sup>4</sup>Βεβαιως συ απορριπτεις τον φοβον και αποκλειεις την δεησιν ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Job 15:5" parsed="|Job|15|5|0|0" osisRef="Bible:Job.15.5" />
<sup>5</sup>Διοτι το στομα σου αποδεικνυει την ανομιαν σου, και εξελεξας την γλωσσαν των πανουργων.
<scripture passage="Job 15:6" parsed="|Job|15|6|0|0" osisRef="Bible:Job.15.6" />
<sup>6</sup>Το στομα σου σε καταδικαζει, και ουχι εγω· και τα χειλη σου καταμαρτυρουσιν εναντιον σου.
<scripture passage="Job 15:7" parsed="|Job|15|7|0|0" osisRef="Bible:Job.15.7" />
<sup>7</sup>Μη πρωτος ανθρωπος εγεννηθης; η προ των βουνων επλασθης;
<scripture passage="Job 15:8" parsed="|Job|15|8|0|0" osisRef="Bible:Job.15.8" />
<sup>8</sup>Μηπως ηκουσας τας βουλας του Θεου; και εξηντλησας εις σεαυτον την σοφιαν;
<scripture passage="Job 15:9" parsed="|Job|15|9|0|0" osisRef="Bible:Job.15.9" />
<sup>9</sup>Τι εξευρεις, και δεν εξευρομεν; τι εννοεις, και δεν εννοουμεν;
<scripture passage="Job 15:10" parsed="|Job|15|10|0|0" osisRef="Bible:Job.15.10" />
<sup>10</sup>Υπαρχουσι και μεταξυ ημων πολιοι και γεροντες, γεροντοτεροι του πατρος σου.
<scripture passage="Job 15:11" parsed="|Job|15|11|0|0" osisRef="Bible:Job.15.11" />
<sup>11</sup>Αι παρηγοριαι του Θεου φαινονται μικρον πραγμα εις σε; η εχεις τι αποκρυφον εν σεαυτω;
<scripture passage="Job 15:12" parsed="|Job|15|12|0|0" osisRef="Bible:Job.15.12" />
<sup>12</sup>Δια τι σε αποπλανα η καρδια σου; και δια τι παραφερονται οι οφθαλμοι σου,
<scripture passage="Job 15:13" parsed="|Job|15|13|0|0" osisRef="Bible:Job.15.13" />
<sup>13</sup>ωστε στρεφεις το πνευμα σου κατα του Θεου και αφινεις να εξερχωνται τοιουτοι λογοι εκ του στοματος σου;
<scripture passage="Job 15:14" parsed="|Job|15|14|0|0" osisRef="Bible:Job.15.14" />
<sup>14</sup>Τι ειναι ο ανθρωπος, ωστε να ηναι καθαρος; και ο γεγεννημενος εκ γυναικος, ωστε να ηναι δικαιος;
<scripture passage="Job 15:15" parsed="|Job|15|15|0|0" osisRef="Bible:Job.15.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, εις τους αγιους αυτου δεν εμπιστευεται· και οι ουρανοι δεν ειναι καθαροι εις τους οφθαλμους αυτου·
<scripture passage="Job 15:16" parsed="|Job|15|16|0|0" osisRef="Bible:Job.15.16" />
<sup>16</sup>ποσω μαλλον βδελυρος και ακαθαρτος ειναι ο ανθρωπος, ο πινων ανομιαν ως υδωρ;
<scripture passage="Job 15:17" parsed="|Job|15|17|0|0" osisRef="Bible:Job.15.17" />
<sup>17</sup>Εγω θελω σε διδαξει· ακουσον μου· τουτο βεβαιως ειδον και θελω φανερωσει,
<scripture passage="Job 15:18" parsed="|Job|15|18|0|0" osisRef="Bible:Job.15.18" />
<sup>18</sup>το οποιον οι σοφοι ανηγγειλαν παρα των πατερων αυτων, και δεν εκρυψαν·
<scripture passage="Job 15:19" parsed="|Job|15|19|0|0" osisRef="Bible:Job.15.19" />
<sup>19</sup>εις τους οποιους μονους εδοθη η γη, και ξενος δεν επερασε δια μεσου αυτων.
<scripture passage="Job 15:20" parsed="|Job|15|20|0|0" osisRef="Bible:Job.15.20" />
<sup>20</sup>Ο ασεβης βασανιζεται πασας τας ημερας, και αριθμητα ετη ειναι πεφυλαγμενα δια τον τυραννον.
<scripture passage="Job 15:21" parsed="|Job|15|21|0|0" osisRef="Bible:Job.15.21" />
<sup>21</sup>Ηχος φοβου ειναι εις τα ωτα αυτου· εν μεσω ειρηνης θελει επελθει επ' αυτον ο εξολοθρευτης.
<scripture passage="Job 15:22" parsed="|Job|15|22|0|0" osisRef="Bible:Job.15.22" />
<sup>22</sup>Δεν πιστευει οτι θελει επιστρεψει εκ του σκοτους, και περιμενει την μαχαιραν.
<scripture passage="Job 15:23" parsed="|Job|15|23|0|0" osisRef="Bible:Job.15.23" />
<sup>23</sup>Περιπλαναται δια αρτον, και που; εξευρει οτι η ημερα του σκοτους ειναι ετοιμη πλησιον αυτου.
<scripture passage="Job 15:24" parsed="|Job|15|24|0|0" osisRef="Bible:Job.15.24" />
<sup>24</sup>Θλιψις και στενοχωρια θελουσι καταπληττει αυτον· θελουσιν υπερισχυσει κατ' αυτου, ως βασιλευς εις μαχην παρεσκευασμενος·
<scripture passage="Job 15:25" parsed="|Job|15|25|0|0" osisRef="Bible:Job.15.25" />
<sup>25</sup>διοτι εξηπλωσε την χειρα αυτου κατα του Θεου και ηλαζονευθη κατα του Παντοδυναμου·
<scripture passage="Job 15:26" parsed="|Job|15|26|0|0" osisRef="Bible:Job.15.26" />
<sup>26</sup>ωρμησε κατ' αυτου με τραχηλον επηρμενον, με την πεπυκνωμενην ραχιν των ασπιδων αυτου·
<scripture passage="Job 15:27" parsed="|Job|15|27|0|0" osisRef="Bible:Job.15.27" />
<sup>27</sup>διοτι εσκεπασε το προσωπον αυτου με το παχος αυτου και υπερεπαχυνε τα πλευρα αυτου·
<scripture passage="Job 15:28" parsed="|Job|15|28|0|0" osisRef="Bible:Job.15.28" />
<sup>28</sup>και κατωκησεν εις πολεις ερημους, εις οικους ακατοικητους, ετοιμους δια σωρους.
<scripture passage="Job 15:29" parsed="|Job|15|29|0|0" osisRef="Bible:Job.15.29" />
<sup>29</sup>δεν θελει πλουτισθη, ουδε θελουσι διαμενει τα υπαρχοντα αυτου, ουδε θελει εκτανθη η αφθονια αυτων επι την γην.
<scripture passage="Job 15:30" parsed="|Job|15|30|0|0" osisRef="Bible:Job.15.30" />
<sup>30</sup>Δεν θελει χωρισθη εκ του σκοτους· φλοξ θελει ξηρανει τους βλαστους αυτου, και με την πνοην του στοματος αυτου θελει απελθει.
<scripture passage="Job 15:31" parsed="|Job|15|31|0|0" osisRef="Bible:Job.15.31" />
<sup>31</sup>Ας μη πιστευση εις την ματαιοτητα ο ηπατημενος, διοτι ματαιοτης θελει εισθαι η αμοιβη αυτου.
<scripture passage="Job 15:32" parsed="|Job|15|32|0|0" osisRef="Bible:Job.15.32" />
<sup>32</sup>Προ του καιρου αυτου θελει φθαρη, και ο κλαδος αυτου δεν θελει πρασινισει.
<scripture passage="Job 15:33" parsed="|Job|15|33|0|0" osisRef="Bible:Job.15.33" />
<sup>33</sup>Θελει αποβαλει την αωρον σταφυλην αυτου ως η αμπελος, και θελει ριψει το ανθος αυτου ως η ελαια.
<scripture passage="Job 15:34" parsed="|Job|15|34|0|0" osisRef="Bible:Job.15.34" />
<sup>34</sup>Διοτι η συναξις των υποκριτων θελει ερημωθη, και πυρ θελει καταφαγει τας σκηνας της δωροληψιας.
<scripture passage="Job 15:35" parsed="|Job|15|35|0|0" osisRef="Bible:Job.15.35" />
<sup>35</sup>Συλλαμβανουσι πονηριαν και γεννωσι ματαιοτητα, και η καρδια αυτων μηχαναται δολον.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 16" progress="46.77%" prev="Job.15" next="Job.17" id="Job.16">
<h3 id="Job.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Job.16-p1">
<scripture passage="Job 16:1" parsed="|Job|16|1|0|0" osisRef="Bible:Job.16.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ο Ιωβ απεκριθη και ειπε·
<scripture passage="Job 16:2" parsed="|Job|16|2|0|0" osisRef="Bible:Job.16.2" />
<sup>2</sup>Πολλα τοιαυτα ηκουσα· αθλιοι παρηγορηται εισθε παντες.
<scripture passage="Job 16:3" parsed="|Job|16|3|0|0" osisRef="Bible:Job.16.3" />
<sup>3</sup>Εχουσι τελος αι ματαιολογιαι; η τι σε ενθαρρυνει εις το να αποκρινησαι;
<scripture passage="Job 16:4" parsed="|Job|16|4|0|0" osisRef="Bible:Job.16.4" />
<sup>4</sup>Και εγω εδυναμην να λαλησω καθως σεις· εαν η ψυχη σας ητο εις τον τοπον της ψυχης μου, ηδυναμην να επισωρευσω λογους εναντιον σας, και να κινησω εναντιον σας την κεφαλην μου.
<scripture passage="Job 16:5" parsed="|Job|16|5|0|0" osisRef="Bible:Job.16.5" />
<sup>5</sup>Ηθελον σας ενισχυσει με το στομα μου, και η κινησις των χειλεων μου ηθελε σας ανακουφισει.
<scripture passage="Job 16:6" parsed="|Job|16|6|0|0" osisRef="Bible:Job.16.6" />
<sup>6</sup>Αν λαλω, ο πονος μου δεν ανακουφιζεται· και αν σιωπω, ποια ελαττωσις γινεται εις εμε;
<scripture passage="Job 16:7" parsed="|Job|16|7|0|0" osisRef="Bible:Job.16.7" />
<sup>7</sup>Αλλα τωρα με υπερεβαρυνεν· ηρημωσας πασαν την συνοδιαν μου.
<scripture passage="Job 16:8" parsed="|Job|16|8|0|0" osisRef="Bible:Job.16.8" />
<sup>8</sup>Και αι ρυτιδες με τας οποιας με εσημειωσας, ειναι μαρτυρια· και η ισχνοτης μου ανισταμενη εις εμε, μαρτυρει επι του προσωπου μου.
<scripture passage="Job 16:9" parsed="|Job|16|9|0|0" osisRef="Bible:Job.16.9" />
<sup>9</sup>Με διασπαραττει ο εχθρος μου εν τω θυμω αυτου και με μισει· τριζει τους οδοντας αυτου εναντιον μου· οξυνει τους οφθαλμους αυτου επ' εμε.
<scripture passage="Job 16:10" parsed="|Job|16|10|0|0" osisRef="Bible:Job.16.10" />
<sup>10</sup>Ανοιγουσι το στομα αυτων κατ' εμου· με τυπτουσι κατα της σιαγονος υβριστικως· συνηχθησαν ομου επ' εμε.
<scripture passage="Job 16:11" parsed="|Job|16|11|0|0" osisRef="Bible:Job.16.11" />
<sup>11</sup>Ο Θεος με παρεδωκεν εις τον αδικον, και με ερριψεν εις χειρας ασεβων.
<scripture passage="Job 16:12" parsed="|Job|16|12|0|0" osisRef="Bible:Job.16.12" />
<sup>12</sup>Ημην εν ησυχια, και με κατεσπαραξε· και πιασας με απο του τραχηλου, με κατεσυντριψε, και με εθεσε σκοπον αυτου.
<scripture passage="Job 16:13" parsed="|Job|16|13|0|0" osisRef="Bible:Job.16.13" />
<sup>13</sup>Οι τοξοται αυτου με περιεκυκλωσαν· διαπερα τα νεφρα μου, και δεν φειδεται· εκχεει την χολην μου επι την γην.
<scripture passage="Job 16:14" parsed="|Job|16|14|0|0" osisRef="Bible:Job.16.14" />
<sup>14</sup>Με συντριβει με πληγην επι πληγην· εδραμεν επ' εμε ως γιγας.
<scripture passage="Job 16:15" parsed="|Job|16|15|0|0" osisRef="Bible:Job.16.15" />
<sup>15</sup>Σακκον ερραψα επι το δερμα μου, και εμολυνα το κερας μου με χωμα.
<scripture passage="Job 16:16" parsed="|Job|16|16|0|0" osisRef="Bible:Job.16.16" />
<sup>16</sup>Το προσωπον μου κατεκαη υπο του κλαυθμου, και σκια θανατου ειναι επι των βλεφαρων μου·
<scripture passage="Job 16:17" parsed="|Job|16|17|0|0" osisRef="Bible:Job.16.17" />
<sup>17</sup>ενω αδικια δεν υπαρχει εν ταις χερσι μου, και η προσευχη μου ειναι καθαρα.
<scripture passage="Job 16:18" parsed="|Job|16|18|0|0" osisRef="Bible:Job.16.18" />
<sup>18</sup>Ω γη, μη σκεπασης το αιμα μου, και ας μη υπαρχη τοπος δια την κραυγην μου,
<scripture passage="Job 16:19" parsed="|Job|16|19|0|0" osisRef="Bible:Job.16.19" />
<sup>19</sup>και τωρα, ιδου, ο μαρτυς μου ειναι εν τω ουρανω, και η μαρτυρια μου εν τοις υψιστοις.
<scripture passage="Job 16:20" parsed="|Job|16|20|0|0" osisRef="Bible:Job.16.20" />
<sup>20</sup>Οι φιλοι μου ειναι οι εμπαιζοντες με· ο οφθαλμος μου σταλαζει δακρυα προς τον Θεον.
<scripture passage="Job 16:21" parsed="|Job|16|21|0|0" osisRef="Bible:Job.16.21" />
<sup>21</sup>Να ητο δυνατον να διαδικαζηται τις προς τον Θεον, ως ανθρωπος προς τον πλησιον αυτου.
<scripture passage="Job 16:22" parsed="|Job|16|22|0|0" osisRef="Bible:Job.16.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ηλθον τα ηριθμημενα ετη· και θελω υπαγει την οδον, οποθεν δεν θελω επιστρεψει.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 17" progress="46.81%" prev="Job.16" next="Job.18" id="Job.17">
<h3 id="Job.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Job.17-p1">
<scripture passage="Job 17:1" parsed="|Job|17|1|0|0" osisRef="Bible:Job.17.1" />
<sup>1</sup>Το πνευμα μου φθειρεται, αι ημεραι μου σβυνονται, οι ταφοι ειναι ετοιμοι δι' εμε.
<scripture passage="Job 17:2" parsed="|Job|17|2|0|0" osisRef="Bible:Job.17.2" />
<sup>2</sup>Δεν ειναι χλευασται πλησιον μου; και δεν διανυκτερευει ο οφθαλμος μου εν ταις πικριαις αυτων;
<scripture passage="Job 17:3" parsed="|Job|17|3|0|0" osisRef="Bible:Job.17.3" />
<sup>3</sup>Ασφαλισον με, δεομαι· γενου εις εμε εγγυητης πλησιον σου· τις ηθελεν εγγυηθη εις εμε;
<scripture passage="Job 17:4" parsed="|Job|17|4|0|0" osisRef="Bible:Job.17.4" />
<sup>4</sup>Διοτι συ εκρυψας την καρδιαν αυτων απο συνεσεως· δια τουτο δεν θελεις υψωσει αυτους.
<scripture passage="Job 17:5" parsed="|Job|17|5|0|0" osisRef="Bible:Job.17.5" />
<sup>5</sup>Του λαλουντος με απατην προς τους φιλους, και οι οφθαλμοι των τεκνων αυτου θελουσι τηκεσθαι.
<scripture passage="Job 17:6" parsed="|Job|17|6|0|0" osisRef="Bible:Job.17.6" />
<sup>6</sup>Και με κατεστησε παροιμιαν των λαων· και ενωπιον αυτων κατεσταθην ονειδος.
<scripture passage="Job 17:7" parsed="|Job|17|7|0|0" osisRef="Bible:Job.17.7" />
<sup>7</sup>Και ο οφθαλμος μου εμαρανθη υπο της θλιψεως, και παντα τα μελη μου εγειναν ως σκια.
<scripture passage="Job 17:8" parsed="|Job|17|8|0|0" osisRef="Bible:Job.17.8" />
<sup>8</sup>Οι ευθεις θελουσι θαυμασει εις τουτο, και ο αθωος θελει διεγερθη κατα του υποκριτου.
<scripture passage="Job 17:9" parsed="|Job|17|9|0|0" osisRef="Bible:Job.17.9" />
<sup>9</sup>Ο δε δικαιος θελει κρατει την οδον αυτου, και ο καθαρος τας χειρας θελει επαυξησει την δυναμιν αυτου.
<scripture passage="Job 17:10" parsed="|Job|17|10|0|0" osisRef="Bible:Job.17.10" />
<sup>10</sup>σεις δε παντες επιστραφητε, και ελθετε τωρα· διοτι ουδενα συνετον θελω ευρει μεταξυ σας.
<scripture passage="Job 17:11" parsed="|Job|17|11|0|0" osisRef="Bible:Job.17.11" />
<sup>11</sup>Αι ημεραι μου παρηλθον, εκοπησαν οι σκοποι μου, αι επιθυμιαι της καρδιας μου.
<scripture passage="Job 17:12" parsed="|Job|17|12|0|0" osisRef="Bible:Job.17.12" />
<sup>12</sup>Την νυκτα μετεβαλον εις ημεραν· το φως ειναι πλησιον του σκοτους.
<scripture passage="Job 17:13" parsed="|Job|17|13|0|0" osisRef="Bible:Job.17.13" />
<sup>13</sup>Εαν προσμενω, ο ταφος ειναι η κατοικια μου· εστρωσα την κλινην μου εν τω σκοτει.
<scripture passage="Job 17:14" parsed="|Job|17|14|0|0" osisRef="Bible:Job.17.14" />
<sup>14</sup>Εβοησα προς την φθοραν, Εισαι, πατηρ μου· προς τον σκωληκα, Μητηρ μου και αδελφη μου εισαι.
<scripture passage="Job 17:15" parsed="|Job|17|15|0|0" osisRef="Bible:Job.17.15" />
<sup>15</sup>Και που τωρα η ελπις μου; και την ελπιδα μου τις θελει ιδει;
<scripture passage="Job 17:16" parsed="|Job|17|16|0|0" osisRef="Bible:Job.17.16" />
<sup>16</sup>εις το βαθος του αδου θελει καταβη· βεβαιως θελει αναπαυθη μετ' εμου εν τω χωματι.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 18" progress="46.85%" prev="Job.17" next="Job.19" id="Job.18">
<h3 id="Job.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Job.18-p1">
<scripture passage="Job 18:1" parsed="|Job|18|1|0|0" osisRef="Bible:Job.18.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη Βιλδαδ ο Σαυχιτης και ειπεν·
<scripture passage="Job 18:2" parsed="|Job|18|2|0|0" osisRef="Bible:Job.18.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε δεν θελετε τελειωσει τους λογους; προσεξατε, και επειτα θελομεν λαλησει.
<scripture passage="Job 18:3" parsed="|Job|18|3|0|0" osisRef="Bible:Job.18.3" />
<sup>3</sup>Δια τι λογιζομεθα ως τετραποδα, και εξαχρειουμεθα εμπροσθεν σας;
<scripture passage="Job 18:4" parsed="|Job|18|4|0|0" osisRef="Bible:Job.18.4" />
<sup>4</sup>Ω διασπαραττων την ψυχην σου εν τω θυμω σου, δια σε η γη θελει εγκαταλειφθη; και ο βραχος θελει μετακινηθη απο του τοπου αυτου;
<scripture passage="Job 18:5" parsed="|Job|18|5|0|0" osisRef="Bible:Job.18.5" />
<sup>5</sup>Βεβαιως το φως των ασεβων θελει σβεσθη, και ο σπινθηρ του πυρος αυτων δεν θελει αναλαμψει·
<scripture passage="Job 18:6" parsed="|Job|18|6|0|0" osisRef="Bible:Job.18.6" />
<sup>6</sup>το φως θελει εισθαι σκοτος εν τη σκηνη αυτου, και ο λυχνος αυτου ανωθεν αυτου θελει σβεσθη·
<scripture passage="Job 18:7" parsed="|Job|18|7|0|0" osisRef="Bible:Job.18.7" />
<sup>7</sup>τα βηματα της δυναμεως αυτου θελουσι συσταλθη, και η βουλη αυτου θελει κατακρημνισει αυτον.
<scripture passage="Job 18:8" parsed="|Job|18|8|0|0" osisRef="Bible:Job.18.8" />
<sup>8</sup>Διοτι με τους εαυτου ποδας ερριφθη εις δικτυον, και περιπατει επι βροχων.
<scripture passage="Job 18:9" parsed="|Job|18|9|0|0" osisRef="Bible:Job.18.9" />
<sup>9</sup>Παγις θελει συλλαβει αυτον απο της πτερνας· ο κλεπτης θελει υπερισχυσει κατ' αυτου.
<scripture passage="Job 18:10" parsed="|Job|18|10|0|0" osisRef="Bible:Job.18.10" />
<sup>10</sup>Η παγις αυτου ειναι κεκρυμμενη εν τη γη, και η ενεδρα αυτου επι της οδου.
<scripture passage="Job 18:11" parsed="|Job|18|11|0|0" osisRef="Bible:Job.18.11" />
<sup>11</sup>Τρομοι θελουσι φοβιζει αυτον κυκλοθεν, και θελουσι καταδιωκει αυτον κατα ποδας.
<scripture passage="Job 18:12" parsed="|Job|18|12|0|0" osisRef="Bible:Job.18.12" />
<sup>12</sup>Η δυναμις αυτου θελει λιμοκτονησει, και ολεθρος θελει εισθαι ετοιμος εις την πλευραν αυτου.
<scripture passage="Job 18:13" parsed="|Job|18|13|0|0" osisRef="Bible:Job.18.13" />
<sup>13</sup>Πρωτοτοκος θανατος θελει καταφαγει το καλλος του δερματος αυτου· το καλλος αυτου θελει καταφαγει.
<scripture passage="Job 18:14" parsed="|Job|18|14|0|0" osisRef="Bible:Job.18.14" />
<sup>14</sup>Το θαρρος αυτου θελει εκριζωθη απο της σκηνης αυτου, και αυτος θελει συρθη προς τον βασιλεα των τρομων.
<scripture passage="Job 18:15" parsed="|Job|18|15|0|0" osisRef="Bible:Job.18.15" />
<sup>15</sup>Ουτοι θελουσι κατοικησει εν τη σκηνη αυτου, ητις δεν ειναι πλεον αυτου· θειον θελει διασπαρη επι την κατοικιαν αυτου.
<scripture passage="Job 18:16" parsed="|Job|18|16|0|0" osisRef="Bible:Job.18.16" />
<sup>16</sup>Υποκατωθεν αι ριζαι αυτου θελουσι ξηρανθη, και επανωθεν θελει κοπη ο κλαδος αυτου.
<scripture passage="Job 18:17" parsed="|Job|18|17|0|0" osisRef="Bible:Job.18.17" />
<sup>17</sup>Το μνημοσυνον αυτου θελει εξαλειφθη απο της γης, και δεν θελει υπαρχει πλεον το ονομα αυτου εν ταις πλατειαις.
<scripture passage="Job 18:18" parsed="|Job|18|18|0|0" osisRef="Bible:Job.18.18" />
<sup>18</sup>Θελει εξωσθη απο του φωτος εις το σκοτος, και θελει εκβληθη απο του κοσμου.
<scripture passage="Job 18:19" parsed="|Job|18|19|0|0" osisRef="Bible:Job.18.19" />
<sup>19</sup>Δεν θελει εχει ουτε υιον ουτε εγγονον μεταξυ του λαου αυτου, ουδε υπολοιπον εν ταις κατοικιαις αυτου.
<scripture passage="Job 18:20" parsed="|Job|18|20|0|0" osisRef="Bible:Job.18.20" />
<sup>20</sup>Οι μεταγενεστεροι θελουσιν εκπλαγη δια την ημεραν αυτου, καθως οι προγενεστεροι ελαβον φρικην.
<scripture passage="Job 18:21" parsed="|Job|18|21|0|0" osisRef="Bible:Job.18.21" />
<sup>21</sup>Βεβαιως τοιαυται ειναι αι κατοικιαι του ασεβους, και ουτος ο τοπος του μη γνωριζοντος τον Θεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 19" progress="46.89%" prev="Job.18" next="Job.20" id="Job.19">
<h3 id="Job.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Job.19-p1">
<scripture passage="Job 19:1" parsed="|Job|19|1|0|0" osisRef="Bible:Job.19.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπεν·
<scripture passage="Job 19:2" parsed="|Job|19|2|0|0" osisRef="Bible:Job.19.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε θελετε θλιβει την ψυχην μου, και θελετε με κατασυντριβει με λογους;
<scripture passage="Job 19:3" parsed="|Job|19|3|0|0" osisRef="Bible:Job.19.3" />
<sup>3</sup>Δεκακις ηδη με ωνειδισατε· δεν αισχυνεσθε να σκληρυνησθε εναντιον μου;
<scripture passage="Job 19:4" parsed="|Job|19|4|0|0" osisRef="Bible:Job.19.4" />
<sup>4</sup>Και εαν τωοντι εσφαλα, το σφαλμα μου μενει εν εμοι.
<scripture passage="Job 19:5" parsed="|Job|19|5|0|0" osisRef="Bible:Job.19.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εαν θελητε εξαπαντος να μεγαλυνθητε εναντιον μου, και να ριπτητε κατ' εμου το ονειδος μου,
<scripture passage="Job 19:6" parsed="|Job|19|6|0|0" osisRef="Bible:Job.19.6" />
<sup>6</sup>μαθετε τωρα οτι ο Θεος με κατεστρεψε, και με περιεκυκλωσε με το δικτυον αυτου.
<scripture passage="Job 19:7" parsed="|Job|19|7|0|0" osisRef="Bible:Job.19.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, φωναζω, Αδικια· αλλα δεν εισακουομαι· επικαλουμαι, αλλ' ουδεμια κρισις.
<scripture passage="Job 19:8" parsed="|Job|19|8|0|0" osisRef="Bible:Job.19.8" />
<sup>8</sup>Εφραξε την οδον μου, και δεν δυναμαι να περασω, και εθεσε σκοτος εις τας τριβους μου.
<scripture passage="Job 19:9" parsed="|Job|19|9|0|0" osisRef="Bible:Job.19.9" />
<sup>9</sup>Με εξεδυσε την δοξαν μου, και αφηρεσε τον στεφανον της κεφαλης μου.
<scripture passage="Job 19:10" parsed="|Job|19|10|0|0" osisRef="Bible:Job.19.10" />
<sup>10</sup>Με ηφανισε πανταχοθεν, και χανομαι· και εξερριζωσε την ελπιδα μου ως δενδρον.
<scripture passage="Job 19:11" parsed="|Job|19|11|0|0" osisRef="Bible:Job.19.11" />
<sup>11</sup>Και εξηψε κατ' εμου τον θυμον αυτου, και με στοχαζεται ως εχθρον αυτου.
<scripture passage="Job 19:12" parsed="|Job|19|12|0|0" osisRef="Bible:Job.19.12" />
<sup>12</sup>Τα ταγματα αυτου ηλθον ομου και ητοιμασαν την οδον αυτων εναντιον μου, και εστρατοπεδευσαν περιξ της σκηνης μου.
<scripture passage="Job 19:13" parsed="|Job|19|13|0|0" osisRef="Bible:Job.19.13" />
<sup>13</sup>Απεμακρυνεν απ' εμου τους αδελφους μου, και ηλλοτριωθησαν ολως απ' εμου οι γνωριμοι μου.
<scripture passage="Job 19:14" parsed="|Job|19|14|0|0" osisRef="Bible:Job.19.14" />
<sup>14</sup>Οι πλησιον μου με αφηκαν, και οι γνωστοι μου με ελησμονησαν.
<scripture passage="Job 19:15" parsed="|Job|19|15|0|0" osisRef="Bible:Job.19.15" />
<sup>15</sup>Οι κατοικουντες εν τω οικω μου και αι θεραπαιναι μου με στοχαζονται ως ξενον· ξενος κατεσταθην εις τους οφθαλμους αυτων.
<scripture passage="Job 19:16" parsed="|Job|19|16|0|0" osisRef="Bible:Job.19.16" />
<sup>16</sup>Καλω τον υπηρετην μου, και δεν αποκρινεται· με το στομα μου ικετευσα αυτον.
<scripture passage="Job 19:17" parsed="|Job|19|17|0|0" osisRef="Bible:Job.19.17" />
<sup>17</sup>Η πνοη μου εγεινε ξενη εις την γυναικα μου, και αι παρακλησεις μου εις τα τεκνα της κοιλιας μου.
<scripture passage="Job 19:18" parsed="|Job|19|18|0|0" osisRef="Bible:Job.19.18" />
<sup>18</sup>Και αυτα τα παιδαρια με κατεφρονησαν· εσηκωθην, και ελαλησαν εναντιον μου.
<scripture passage="Job 19:19" parsed="|Job|19|19|0|0" osisRef="Bible:Job.19.19" />
<sup>19</sup>Παντες οι μυστικοι φιλοι μου με εβδελυχθησαν· και εκεινοι, τους οποιους ηγαπησα, εστραφησαν εναντιον μου.
<scripture passage="Job 19:20" parsed="|Job|19|20|0|0" osisRef="Bible:Job.19.20" />
<sup>20</sup>Τα οστα μου εκολληθησαν εις το δερμα μου και εις την σαρκα μου και διεσωθην με το δερμα των οδοντων μου.
<scripture passage="Job 19:21" parsed="|Job|19|21|0|0" osisRef="Bible:Job.19.21" />
<sup>21</sup>Ελεησατε με, ελεησατε με, σεις φιλοι μου· διοτι χειρ Θεου με επληγωσε.
<scripture passage="Job 19:22" parsed="|Job|19|22|0|0" osisRef="Bible:Job.19.22" />
<sup>22</sup>Δια τι με κατατρεχετε ως ο Θεος, και δεν εχορτασθητε απο των σαρκων μου;
<scripture passage="Job 19:23" parsed="|Job|19|23|0|0" osisRef="Bible:Job.19.23" />
<sup>23</sup>Ω και να εγραφοντο οι λογοι μου· να ενετυπουντο εν βιβλιω·
<scripture passage="Job 19:24" parsed="|Job|19|24|0|0" osisRef="Bible:Job.19.24" />
<sup>24</sup>να ενεχαραττοντο επι βραχον δια σιδηρας γραφιδος και μολυβδου διαπαντος
<scripture passage="Job 19:25" parsed="|Job|19|25|0|0" osisRef="Bible:Job.19.25" />
<sup>25</sup>Διοτι εξευρω οτι ζη ο Λυτρωτης μου, και θελει εγερθη εν τοις εσχατοις καιροις επι της γης·
<scripture passage="Job 19:26" parsed="|Job|19|26|0|0" osisRef="Bible:Job.19.26" />
<sup>26</sup>και αφου μετα το δερμα μου το σωμα τουτο φθαρη, παλιν με την σαρκα μου θελω ιδη τον Θεον·
<scripture passage="Job 19:27" parsed="|Job|19|27|0|0" osisRef="Bible:Job.19.27" />
<sup>27</sup>τον οποιον αυτος εγω θελω ιδει, και θελουσι θεωρησει οι οφθαλμοι μου, και ουχι αλλος· οι νεφροι μου κατατηκονται εν τω κολπω μου.
<scripture passage="Job 19:28" parsed="|Job|19|28|0|0" osisRef="Bible:Job.19.28" />
<sup>28</sup>Αλλα σεις επρεπε να ειπητε, Δια τι κατατρεχομεν αυτον; επειδη η ριζα του πραγματος ευρισκεται εν εμοι.
<scripture passage="Job 19:29" parsed="|Job|19|29|0|0" osisRef="Bible:Job.19.29" />
<sup>29</sup>Φοβηθητε την ρομφαιαν· διοτι η ρομφαια ειναι ο εκδικητης των ανομιων, δια να γνωρισητε οτι υπαρχει κρισις.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 20" progress="46.95%" prev="Job.19" next="Job.21" id="Job.20">
<h3 id="Job.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Job.20-p1">
<scripture passage="Job 20:1" parsed="|Job|20|1|0|0" osisRef="Bible:Job.20.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη Σωφαρ ο Νααμαθιτης και ειπε·
<scripture passage="Job 20:2" parsed="|Job|20|2|0|0" osisRef="Bible:Job.20.2" />
<sup>2</sup>Δια τουτο οι στοχασμοι μου με κινουσιν εις το να αποκριθω, και δια τουτο σπευδω.
<scripture passage="Job 20:3" parsed="|Job|20|3|0|0" osisRef="Bible:Job.20.3" />
<sup>3</sup>Ηκουσα την εις εμε ονειδιστικην επιπληξιν, και το πνευμα της συνεσεως μου με καμνει να αποκριθω.
<scripture passage="Job 20:4" parsed="|Job|20|4|0|0" osisRef="Bible:Job.20.4" />
<sup>4</sup>Δεν γνωριζεις τουτο παλαιοθεν αφ' οτου ο ανθρωπος ετεθη επι της γης,
<scripture passage="Job 20:5" parsed="|Job|20|5|0|0" osisRef="Bible:Job.20.5" />
<sup>5</sup>οτι ο θριαμβος των ασεβων ειναι ολιγοχρονιος, και η χαρα του υποκριτου στιγμαια.
<scripture passage="Job 20:6" parsed="|Job|20|6|0|0" osisRef="Bible:Job.20.6" />
<sup>6</sup>Και αν το μεγαλειον αυτου αναβη εις τους ουρανους και η κεφαλη αυτου φθαση εως των νεφελων,
<scripture passage="Job 20:7" parsed="|Job|20|7|0|0" osisRef="Bible:Job.20.7" />
<sup>7</sup>θελει αφανισθη διαπαντος ως κοπρος αυτου· οσοι εβλεπον αυτον θελουσι λεγει, Που εκεινος;
<scripture passage="Job 20:8" parsed="|Job|20|8|0|0" osisRef="Bible:Job.20.8" />
<sup>8</sup>θελει πεταξει ως ονειρον και δεν θελει ευρεθη· και, ως ορασις της νυκτος θελει εξαφανισθη.
<scripture passage="Job 20:9" parsed="|Job|20|9|0|0" osisRef="Bible:Job.20.9" />
<sup>9</sup>Και ο οφθαλμος οστις εβλεπεν αυτον δεν θελει ιδει αυτον πλεον· και ο τοπος αυτου δεν θελει πλεον γνωρισει αυτον.
<scripture passage="Job 20:10" parsed="|Job|20|10|0|0" osisRef="Bible:Job.20.10" />
<sup>10</sup>Οι υιοι αυτου θελουσι ζητησει την ευνοιαν των πτωχων, και αι χειρες αυτου θελουσιν επιστρεψει τα αγαθα αυτων.
<scripture passage="Job 20:11" parsed="|Job|20|11|0|0" osisRef="Bible:Job.20.11" />
<sup>11</sup>Τα οστα αυτου γεμουσιν απο των αμαρτηματων της νεοτητος αυτου, και θελουσι κοιμηθη μετ' αυτου εν χωματι.
<scripture passage="Job 20:12" parsed="|Job|20|12|0|0" osisRef="Bible:Job.20.12" />
<sup>12</sup>Αν και η κακια ηναι γλυκεια εν τω στοματι αυτου, κρυπτη αυτην υπο την γλωσσαν αυτου·
<scripture passage="Job 20:13" parsed="|Job|20|13|0|0" osisRef="Bible:Job.20.13" />
<sup>13</sup>αν και περιθαλπη αυτην και δεν αφινη αυτην, αλλα κρατη αυτην εν τω μεσω του ουρανισκου αυτου·
<scripture passage="Job 20:14" parsed="|Job|20|14|0|0" osisRef="Bible:Job.20.14" />
<sup>14</sup>ομως η τροφη αυτου θελει αλλοιωθη εις τα εντοσθια αυτου· χολη ασπιδων θελει γεινει εν αυτω.
<scripture passage="Job 20:15" parsed="|Job|20|15|0|0" osisRef="Bible:Job.20.15" />
<sup>15</sup>Τα πλουτη οσα κατεπιε, θελει εξεμεσει· ο Θεος θελει εκσπασει αυτα απο της κοιλιας αυτου.
<scripture passage="Job 20:16" parsed="|Job|20|16|0|0" osisRef="Bible:Job.20.16" />
<sup>16</sup>Φαρμακιον ασπιδων θελει θηλασει· γλωσσα εχιδνης θελει θανατωσει αυτον.
<scripture passage="Job 20:17" parsed="|Job|20|17|0|0" osisRef="Bible:Job.20.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελει ιδει τους ποταμους, τους ρυακας τους ρεοντας μελι και βουτυρον.
<scripture passage="Job 20:18" parsed="|Job|20|18|0|0" osisRef="Bible:Job.20.18" />
<sup>18</sup>Εκεινο, δια το οποιον εκοπιασε, θελει αποδωσει και δεν θελει καταπιει αυτο· κατα την αποκτησιν θελει γεινει η αποδοσις αυτου, και δεν θελει χαρη.
<scripture passage="Job 20:19" parsed="|Job|20|19|0|0" osisRef="Bible:Job.20.19" />
<sup>19</sup>Διοτι κατεθλιψεν, εγκατελιπε τους πενητας· ηρπασεν οικιαν, την οποιαν δεν ωκοδομησε.
<scripture passage="Job 20:20" parsed="|Job|20|20|0|0" osisRef="Bible:Job.20.20" />
<sup>20</sup>Βεβαιως δεν θελει γνωρισει αναπαυσιν εν τη κοιλια αυτου· δεν θελει διασωσει ουδεν εκ των επιθυμητων αυτου.
<scripture passage="Job 20:21" parsed="|Job|20|21|0|0" osisRef="Bible:Job.20.21" />
<sup>21</sup>Δεν θελει μεινει εις αυτον ουδεν προς τροφην· οθεν δεν θελει ελπισει επι τα αγαθα αυτου.
<scripture passage="Job 20:22" parsed="|Job|20|22|0|0" osisRef="Bible:Job.20.22" />
<sup>22</sup>Εν τη πληρει αφθονια αυτου θελει επελθει επ' αυτον στενοχωρια· πασα η δυναμις της ταλαιπωριας θελει επιπεσει επ' αυτον.
<scripture passage="Job 20:23" parsed="|Job|20|23|0|0" osisRef="Bible:Job.20.23" />
<sup>23</sup>Ενω καταγινεται να εμπληση την κοιλιαν αυτου, ο Θεος θελει αποστειλει τον θυμον της οργης αυτου επ' αυτον, και θελει επιβρεξει αυτον κατ' αυτου ενω τρωγει.
<scripture passage="Job 20:24" parsed="|Job|20|24|0|0" osisRef="Bible:Job.20.24" />
<sup>24</sup>Ενω φευγει το οπλον το σιδηρουν, το χαλκινον τοξον θελει διαπερασει αυτον.
<scripture passage="Job 20:25" parsed="|Job|20|25|0|0" osisRef="Bible:Job.20.25" />
<sup>25</sup>Το βελος συρεται και διαπερα το σωμα, και η αστραπτουσα ακμη εξερχεται εκ της χολης αυτου. Τρομοι ειναι επ' αυτον,
<scripture passage="Job 20:26" parsed="|Job|20|26|0|0" osisRef="Bible:Job.20.26" />
<sup>26</sup>παν σκοτος κρυπτεται εν τοις ταμειοις αυτου· πυρ ασβεστον θελει κατατρωγει αυτον· οσοι εναπελειφθησαν εν τη σκηνη αυτου θελουσι δυστυχει.
<scripture passage="Job 20:27" parsed="|Job|20|27|0|0" osisRef="Bible:Job.20.27" />
<sup>27</sup>Ο ουρανος θελει ανακαλυψει την ανομιαν αυτου· και η γη θελει σηκωθη κατ' αυτου.
<scripture passage="Job 20:28" parsed="|Job|20|28|0|0" osisRef="Bible:Job.20.28" />
<sup>28</sup>Η περιουσια του οικου αυτου θελει αφανισθη· θελει διαρρευσει εν τη ημερα της κατ' αυτου οργης.
<scripture passage="Job 20:29" parsed="|Job|20|29|0|0" osisRef="Bible:Job.20.29" />
<sup>29</sup>Αυτη ειναι η παρα του Θεου μερις του ασεβους ανθρωπου, και η κληρονομια η διωρισμενη εις αυτον παρα του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 21" progress="47.02%" prev="Job.20" next="Job.22" id="Job.21">
<h3 id="Job.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Job.21-p1">
<scripture passage="Job 21:1" parsed="|Job|21|1|0|0" osisRef="Bible:Job.21.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπεν·
<scripture passage="Job 21:2" parsed="|Job|21|2|0|0" osisRef="Bible:Job.21.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε μετα προσοχης την ομιλιαν μου, και τουτο ας ηναι αντι των παρηγοριων σας.
<scripture passage="Job 21:3" parsed="|Job|21|3|0|0" osisRef="Bible:Job.21.3" />
<sup>3</sup>Υποφερετε με να λαλησω· και αφου λαλησω, εμπαιζετε.
<scripture passage="Job 21:4" parsed="|Job|21|4|0|0" osisRef="Bible:Job.21.4" />
<sup>4</sup>Μη εις ανθρωπον παραπονουμαι εγω; δια τι λοιπον να μη ταραχθη το πνευμα μου;
<scripture passage="Job 21:5" parsed="|Job|21|5|0|0" osisRef="Bible:Job.21.5" />
<sup>5</sup>Εμβλεψατε εις εμε και θαυμασατε, και βαλετε χειρα επι στοματος.
<scripture passage="Job 21:6" parsed="|Job|21|6|0|0" osisRef="Bible:Job.21.6" />
<sup>6</sup>Μονον να ενθυμηθω, ταραττομαι, και τρομος κυριευει την σαρκα μου.
<scripture passage="Job 21:7" parsed="|Job|21|7|0|0" osisRef="Bible:Job.21.7" />
<sup>7</sup>Δια τι οι ασεβεις ζωσι, γηρασκουσι, μαλιστα ακμαζουσιν εις πλουτη;
<scripture passage="Job 21:8" parsed="|Job|21|8|0|0" osisRef="Bible:Job.21.8" />
<sup>8</sup>Το σπερμα αυτων στερεουται εμπροσθεν αυτων μετ' αυτων, και τα εκγονα αυτων εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων.
<scripture passage="Job 21:9" parsed="|Job|21|9|0|0" osisRef="Bible:Job.21.9" />
<sup>9</sup>Αι οικιαι αυτων ειναι ασφαλεις απο φοβου· και ραβδος Θεου δεν ειναι επ' αυτους.
<scripture passage="Job 21:10" parsed="|Job|21|10|0|0" osisRef="Bible:Job.21.10" />
<sup>10</sup>Ο βους αυτων συλλαμβανει και δεν αποτυγχανει· η δαμαλις αυτων τικτει και δεν αποβαλλει.
<scripture passage="Job 21:11" parsed="|Job|21|11|0|0" osisRef="Bible:Job.21.11" />
<sup>11</sup>Απολυουσι τα τεκνα αυτων ως προβατα, και τα παιδια αυτων σκιρτωσι.
<scripture passage="Job 21:12" parsed="|Job|21|12|0|0" osisRef="Bible:Job.21.12" />
<sup>12</sup>Λαμβανουσι το τυμπανον και την κιθαραν και ευφραινονται εις τον ηχον του οργανου.
<scripture passage="Job 21:13" parsed="|Job|21|13|0|0" osisRef="Bible:Job.21.13" />
<sup>13</sup>Διαγουσι τας ημερας αυτων εν αγαθοις και εν μια στιγμη καταβαινουσιν εις τον αδην.
<scripture passage="Job 21:14" parsed="|Job|21|14|0|0" osisRef="Bible:Job.21.14" />
<sup>14</sup>Και λεγουσι προς τον Θεον, αποστηθι αφ' ημων, διοτι δεν θελομεν να γνωρισωμεν τας οδους σου·
<scripture passage="Job 21:15" parsed="|Job|21|15|0|0" osisRef="Bible:Job.21.15" />
<sup>15</sup>τι ειναι ο Παντοδυναμος δια να δουλευωμεν αυτον; και τι ωφελουμεθα επικαλουμενοι αυτον;
<scripture passage="Job 21:16" parsed="|Job|21|16|0|0" osisRef="Bible:Job.21.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, τα αγαθα αυτων δεν ειναι εν τη χειρι αυτων· μακραν απ' εμου η βουλη των ασεβων.
<scripture passage="Job 21:17" parsed="|Job|21|17|0|0" osisRef="Bible:Job.21.17" />
<sup>17</sup>Ποσακις σβυνεται ο λυχνος των ασεβων, και ερχεται η καταστροφη αυτων επ' αυτους Ο Θεος διαμοιραζει εις αυτους ωδινας εν τη οργη αυτου.
<scripture passage="Job 21:18" parsed="|Job|21|18|0|0" osisRef="Bible:Job.21.18" />
<sup>18</sup>Ειναι ως αχυρον εμπροσθεν του ανεμου· και ως κονιορτος, τον οποιον αρπαζει ο ανεμοστροβιλος.
<scripture passage="Job 21:19" parsed="|Job|21|19|0|0" osisRef="Bible:Job.21.19" />
<sup>19</sup>Ο Θεος φυλαττει την ποινην της ανομιας αυτων δια τους υιους αυτων· ανταποδιδει εις αυτους, και θελουσι γνωρισει τουτο.
<scripture passage="Job 21:20" parsed="|Job|21|20|0|0" osisRef="Bible:Job.21.20" />
<sup>20</sup>Οι οφθαλμοι αυτων θελουσιν ιδει την καταστροφην αυτων, και θελουσι πιει απο του θυμου του Παντοδυναμου.
<scripture passage="Job 21:21" parsed="|Job|21|21|0|0" osisRef="Bible:Job.21.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο ασεβης ποιαν ηδονην εχει μεθ' εαυτον εν τω οικω αυτου, αφου κοπη εις το μεσον ο αριθμος των μηνων αυτου;
<scripture passage="Job 21:22" parsed="|Job|21|22|0|0" osisRef="Bible:Job.21.22" />
<sup>22</sup>Θελει διδαξει τις τον Θεον γνωσιν; και αυτος κρινει τους υψηλους.
<scripture passage="Job 21:23" parsed="|Job|21|23|0|0" osisRef="Bible:Job.21.23" />
<sup>23</sup>Ο μεν αποθνησκει εν τω ακρω της ευδαιμονιας αυτου, ενω ειναι κατα παντα ευτυχης και ησυχος·
<scripture passage="Job 21:24" parsed="|Job|21|24|0|0" osisRef="Bible:Job.21.24" />
<sup>24</sup>τα πλευρα αυτου ειναι πληρη παχους, και τα οστα αυτου ποτιζονται μυελον.
<scripture passage="Job 21:25" parsed="|Job|21|25|0|0" osisRef="Bible:Job.21.25" />
<sup>25</sup>Ο δε αποθνησκει εν πικρια ψυχης, και ποτε δεν εφαγεν εν ευφροσυνη.
<scripture passage="Job 21:26" parsed="|Job|21|26|0|0" osisRef="Bible:Job.21.26" />
<sup>26</sup>Θελουσι κοιτεσθαι ομου εν τω χωματι, και σκωληκες θελουσι σκεπασει αυτους.
<scripture passage="Job 21:27" parsed="|Job|21|27|0|0" osisRef="Bible:Job.21.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, γνωριζω τους διαλογισμους σας, και τας πονηριας τας οποιας μηχανασθε κατ' εμου.
<scripture passage="Job 21:28" parsed="|Job|21|28|0|0" osisRef="Bible:Job.21.28" />
<sup>28</sup>Διοτι λεγετε, Που ο οικος του αρχοντος; και που η σκηνη της κατοικησεως των ασεβων;
<scripture passage="Job 21:29" parsed="|Job|21|29|0|0" osisRef="Bible:Job.21.29" />
<sup>29</sup>Δεν ηρωτησατε τους διαβαινοντας την οδον; και τα σημεια αυτων δεν καταλαμβανετε;
<scripture passage="Job 21:30" parsed="|Job|21|30|0|0" osisRef="Bible:Job.21.30" />
<sup>30</sup>Οτι ο ασεβης φυλαττεται εις ημεραν αφανισμου, εις ημεραν οργης φερεται.
<scripture passage="Job 21:31" parsed="|Job|21|31|0|0" osisRef="Bible:Job.21.31" />
<sup>31</sup>Τις θελει φανερωσει εμπροσθεν αυτου την οδον αυτου; και τις θελει ανταποδωσει εις αυτον ο, τι αυτος επραξε;
<scripture passage="Job 21:32" parsed="|Job|21|32|0|0" osisRef="Bible:Job.21.32" />
<sup>32</sup>και αυτος θελει φερθη εις τον ταφον, και θελει διαμενει εν τω μνηματι.
<scripture passage="Job 21:33" parsed="|Job|21|33|0|0" osisRef="Bible:Job.21.33" />
<sup>33</sup>Οι βωλοι της κοιλαδος θελουσιν εισθαι γλυκεις εις αυτον, και πας ανθρωπος θελει υπαγει κατοπιν αυτου, καθως αναριθμητοι προπορευονται αυτου.
<scripture passage="Job 21:34" parsed="|Job|21|34|0|0" osisRef="Bible:Job.21.34" />
<sup>34</sup>Πως λοιπον με παρηγορειτε ματαιως, αφου εις τας αποκρισεις σας μενει ψευδος;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 22" progress="47.09%" prev="Job.21" next="Job.23" id="Job.22">
<h3 id="Job.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Job.22-p1">
<scripture passage="Job 22:1" parsed="|Job|22|1|0|0" osisRef="Bible:Job.22.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη Ελιφας ο Θαιμανιτης και ειπε·
<scripture passage="Job 22:2" parsed="|Job|22|2|0|0" osisRef="Bible:Job.22.2" />
<sup>2</sup>Δυναται ανθρωπος να ωφεληση τον Θεον, διοτι φρονιμος ων δυναται να ωφελη εαυτον;
<scripture passage="Job 22:3" parsed="|Job|22|3|0|0" osisRef="Bible:Job.22.3" />
<sup>3</sup>Ειναι ευχαριστησις εις τον Παντοδυναμον, εαν ησαι δικαιος; η κερδος, εαν καθιστας αμεμπτους τας οδους σου;
<scripture passage="Job 22:4" parsed="|Job|22|4|0|0" osisRef="Bible:Job.22.4" />
<sup>4</sup>Μηπως φοβουμενος σε θελει σε ελεγξει και θελει ελθει εις κρισιν μετα σου;
<scripture passage="Job 22:5" parsed="|Job|22|5|0|0" osisRef="Bible:Job.22.5" />
<sup>5</sup>Η κακια σου δεν ειναι μεγαλη; και αι ανομιαι σου απειροι;
<scripture passage="Job 22:6" parsed="|Job|22|6|0|0" osisRef="Bible:Job.22.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ελαβες ενεχυρον παρα του αδελφου σου αναιτιως και εστερησας τους γυμνους απο του ενδυματος αυτων.
<scripture passage="Job 22:7" parsed="|Job|22|7|0|0" osisRef="Bible:Job.22.7" />
<sup>7</sup>Δεν εποτισας υδωρ τον διψωντα, και ηρνηθης αρτον εις τον πεινωντα.
<scripture passage="Job 22:8" parsed="|Job|22|8|0|0" osisRef="Bible:Job.22.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ισχυρος ανθρωπος απελαμβανε την γην· και ο περιβλεπτος κατωκει εν αυτη.
<scripture passage="Job 22:9" parsed="|Job|22|9|0|0" osisRef="Bible:Job.22.9" />
<sup>9</sup>Χηρας απεβαλες αβοηθητους, και οι βραχιονες των ορφανων συνετριβησαν υπο σου.
<scripture passage="Job 22:10" parsed="|Job|22|10|0|0" osisRef="Bible:Job.22.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο παγιδες σε περιεκυκλωσαν, και φοβος αιφνιδιος σε ταραττει·
<scripture passage="Job 22:11" parsed="|Job|22|11|0|0" osisRef="Bible:Job.22.11" />
<sup>11</sup>και σκοτος, ωστε δεν βλεπεις· και πλημμυρα υδατων σε σκεπαζει.
<scripture passage="Job 22:12" parsed="|Job|22|12|0|0" osisRef="Bible:Job.22.12" />
<sup>12</sup>Δεν ειναι ο Θεος εν τοις υψηλοις του ουρανου; και θεωρησον το υψος των αστρων, ποσον υψηλα ειναι
<scripture passage="Job 22:13" parsed="|Job|22|13|0|0" osisRef="Bible:Job.22.13" />
<sup>13</sup>Και συ λεγεις, Τι γνωριζει ο Θεος; δυναται να κρινη δια του γνοφου;
<scripture passage="Job 22:14" parsed="|Job|22|14|0|0" osisRef="Bible:Job.22.14" />
<sup>14</sup>Νεφη αποκρυπτουσιν αυτον, και δεν βλεπει, και τον γυρον του ουρανου διαπορευεται.
<scripture passage="Job 22:15" parsed="|Job|22|15|0|0" osisRef="Bible:Job.22.15" />
<sup>15</sup>Μηπως θελεις φυλαξει την παντοτεινην οδον, την οποιαν επατησαν οι ανομοι;
<scripture passage="Job 22:16" parsed="|Job|22|16|0|0" osisRef="Bible:Job.22.16" />
<sup>16</sup>Οιτινες αφηρπασθησαν αωρως, και το θεμελιον αυτων κατεποντισε χειμαρρος·
<scripture passage="Job 22:17" parsed="|Job|22|17|0|0" osisRef="Bible:Job.22.17" />
<sup>17</sup>οιτινες ειπον προς τον Θεον, αποστηθι αφ' ημων· και τι θελει καμει ο Παντοδυναμος εις αυτους;
<scripture passage="Job 22:18" parsed="|Job|22|18|0|0" osisRef="Bible:Job.22.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' αυτος ενεπλησεν αγαθων τους οικους αυτων· πλην μακραν απ' εμου η βουλη των ασεβων.
<scripture passage="Job 22:19" parsed="|Job|22|19|0|0" osisRef="Bible:Job.22.19" />
<sup>19</sup>Οι δικαιοι βλεπουσι και αγαλλονται· και οι αθωοι μυκτηριζουσιν αυτους.
<scripture passage="Job 22:20" parsed="|Job|22|20|0|0" osisRef="Bible:Job.22.20" />
<sup>20</sup>Η μεν περιουσια ημων δεν ηφανισθη, το υπολοιπον ομως αυτων κατατρωγει πυρ.
<scripture passage="Job 22:21" parsed="|Job|22|21|0|0" osisRef="Bible:Job.22.21" />
<sup>21</sup>Οικειωθητι λοιπον μετ' αυτου και εσο εν ειρηνη· ουτω θελει ελθει καλον εις σε.
<scripture passage="Job 22:22" parsed="|Job|22|22|0|0" osisRef="Bible:Job.22.22" />
<sup>22</sup>Δεχθητι λοιπον τον νομον εκ του στοματος αυτου, και βαλε τους λογους αυτου εν τη καρδια σου.
<scripture passage="Job 22:23" parsed="|Job|22|23|0|0" osisRef="Bible:Job.22.23" />
<sup>23</sup>Εαν επιστρεψης προς τον Παντοδυναμου, θελεις ανοικοδομηθη, εκδιωξας την ανομιαν μακραν απο των σκηνων σου.
<scripture passage="Job 22:24" parsed="|Job|22|24|0|0" osisRef="Bible:Job.22.24" />
<sup>24</sup>Και θελεις επισωρευσει το χρυσιον ως χωμα και το χρυσιον του Οφειρ ως τας πετρας των χειμαρρων.
<scripture passage="Job 22:25" parsed="|Job|22|25|0|0" osisRef="Bible:Job.22.25" />
<sup>25</sup>Και ο Παντοδυναμος θελει εισθαι ο υπερασπιστης σου, και θελεις εχει πληθος αργυριου.
<scripture passage="Job 22:26" parsed="|Job|22|26|0|0" osisRef="Bible:Job.22.26" />
<sup>26</sup>Διοτι τοτε θελεις ευφραινεσθε εις τον Παντοδυναμον, και θελεις υψωσει το προσωπον σου προς τον Θεον.
<scripture passage="Job 22:27" parsed="|Job|22|27|0|0" osisRef="Bible:Job.22.27" />
<sup>27</sup>Θελεις δεηθη αυτου, και θελει σου εισακουσει, και θελεις αποδωσει τας ευχας σου.
<scripture passage="Job 22:28" parsed="|Job|22|28|0|0" osisRef="Bible:Job.22.28" />
<sup>28</sup>Και ο, τι αποφασισης, θελει κατορθουσθαι εις σε· και το φως θελει φεγγει επι τας οδους σου.
<scripture passage="Job 22:29" parsed="|Job|22|29|0|0" osisRef="Bible:Job.22.29" />
<sup>29</sup>Οταν ταπεινωθη τις, τοτε θελεις ειπει, Ειναι υψωσις· διοτι θελει σωσει τον κεκυφοτα τους οφθαλμους.
<scripture passage="Job 22:30" parsed="|Job|22|30|0|0" osisRef="Bible:Job.22.30" />
<sup>30</sup>Θελει σωσει και τον μη αθωον· ναι, δια της καθαροτητος των χειρων σου θελει σωθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 23" progress="47.15%" prev="Job.22" next="Job.24" id="Job.23">
<h3 id="Job.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Job.23-p1">
<scripture passage="Job 23:1" parsed="|Job|23|1|0|0" osisRef="Bible:Job.23.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπε·
<scripture passage="Job 23:2" parsed="|Job|23|2|0|0" osisRef="Bible:Job.23.2" />
<sup>2</sup>Και την σημερον το παραπονον μου ειναι πικρον· η πληγη μου ειναι βαρυτερα του στεναγμου μου.
<scripture passage="Job 23:3" parsed="|Job|23|3|0|0" osisRef="Bible:Job.23.3" />
<sup>3</sup>Ειθε να ηξευρον που να ευρω αυτον· ηθελον υπαγει εως του θρονου αυτου·
<scripture passage="Job 23:4" parsed="|Job|23|4|0|0" osisRef="Bible:Job.23.4" />
<sup>4</sup>ηθελον εκθεσει κρισιν ενωπιον αυτου, και ηθελον εμπλησει το στομα μου αποδειξεων·
<scripture passage="Job 23:5" parsed="|Job|23|5|0|0" osisRef="Bible:Job.23.5" />
<sup>5</sup>ηθελον γνωρισει τους λογους τους οποιους ηθελε μοι αποκριθη, και ηθελον νοησει τι ηθελε μοι ειπει.
<scripture passage="Job 23:6" parsed="|Job|23|6|0|0" osisRef="Bible:Job.23.6" />
<sup>6</sup>Μη εν πληθει δυναμεως θελει διαμαχεσθαι μετ' εμου; ουχι· αλλ' ηθελε βαλει εις εμε προσοχην.
<scripture passage="Job 23:7" parsed="|Job|23|7|0|0" osisRef="Bible:Job.23.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ηδυνατο ο δικαιος να διαλεχθη μετ' αυτου· και ηθελον ελευθερωθη διαπαντος απο του κριτου μου.
<scripture passage="Job 23:8" parsed="|Job|23|8|0|0" osisRef="Bible:Job.23.8" />
<sup>8</sup>Ιδου, υπαγω εμπρος, αλλα δεν ειναι· και οπισω, αλλα δεν βλεπω αυτον·
<scripture passage="Job 23:9" parsed="|Job|23|9|0|0" osisRef="Bible:Job.23.9" />
<sup>9</sup>εις τα αριστερα, οταν εργαζηται, αλλα δεν δυναμαι να ιδω αυτον. Κρυπτεται εις τα δεξια, και δεν βλεπω αυτον.
<scripture passage="Job 23:10" parsed="|Job|23|10|0|0" osisRef="Bible:Job.23.10" />
<sup>10</sup>Γνωριζει ομως την οδον μου· με εδοκιμασε· θελω εξελθει ως χρυσιον.
<scripture passage="Job 23:11" parsed="|Job|23|11|0|0" osisRef="Bible:Job.23.11" />
<sup>11</sup>Ο πους μου ενεμεινεν εις τα βηματα αυτου· εφυλαξα την οδον αυτου και δεν εξεκλινα·
<scripture passage="Job 23:12" parsed="|Job|23|12|0|0" osisRef="Bible:Job.23.12" />
<sup>12</sup>την εντολην των χειλεων αυτου, και δεν ωπισθοδρομησα· διετηρησα τους λογους του στοματος αυτου, μαλλον παρα την αναγκαιαν μου τροφην.
<scripture passage="Job 23:13" parsed="|Job|23|13|0|0" osisRef="Bible:Job.23.13" />
<sup>13</sup>Διοτι αυτος ειναι εν μια βουλη· και τις δυναται να αποστρεψη αυτον; και ο, τι επιθυμει η ψυχη αυτου, καμνει.
<scripture passage="Job 23:14" parsed="|Job|23|14|0|0" osisRef="Bible:Job.23.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εκτελει το ορισθεν εις εμε· και πολλα τοιαυτα ειναι μετ' αυτου.
<scripture passage="Job 23:15" parsed="|Job|23|15|0|0" osisRef="Bible:Job.23.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο καταπληττομαι απο προσωπου αυτου· συλλογιζομαι και φριττω απ' αυτου·
<scripture passage="Job 23:16" parsed="|Job|23|16|0|0" osisRef="Bible:Job.23.16" />
<sup>16</sup>διοτι ο Θεος εμαλακωσε την καρδιαν μου, και ο Παντοδυναμος με κατεπληξεν·
<scripture passage="Job 23:17" parsed="|Job|23|17|0|0" osisRef="Bible:Job.23.17" />
<sup>17</sup>επειδη δεν απεκοπην προ του σκοτους, και δεν εκρυψε τον γνοφον απο του προσωπου μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 24" progress="47.18%" prev="Job.23" next="Job.25" id="Job.24">
<h3 id="Job.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Job.24-p1">
<scripture passage="Job 24:1" parsed="|Job|24|1|0|0" osisRef="Bible:Job.24.1" />
<sup>1</sup>Επειδη οι καιροι δεν ειναι κεκρυμμενοι απο του Παντοδυναμου, δια τι οι γνωριζοντες αυτον δεν βλεπουσι τας ημερας αυτου;
<scripture passage="Job 24:2" parsed="|Job|24|2|0|0" osisRef="Bible:Job.24.2" />
<sup>2</sup>Μετακινουσιν ορια· αρπαζουσι ποιμνια και ποιμαινουσιν·
<scripture passage="Job 24:3" parsed="|Job|24|3|0|0" osisRef="Bible:Job.24.3" />
<sup>3</sup>αφαιρουσι την ονον των ορφανων· λαμβανουσι τον βουν της χηρας εις ενεχυρον·
<scripture passage="Job 24:4" parsed="|Job|24|4|0|0" osisRef="Bible:Job.24.4" />
<sup>4</sup>εξωθουσι τους ενδεεις απο της οδου· οι πτωχοι της γης ομου κρυπτονται.
<scripture passage="Job 24:5" parsed="|Job|24|5|0|0" osisRef="Bible:Job.24.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, ως αγριοι ονοι εν τη ερημω, εξερχονται εις τα εργα αυτων εγειρομενοι πρωι δια αρπαγην· η ερημος διδει τροφην δι' αυτους και δια τα τεκνα αυτων.
<scripture passage="Job 24:6" parsed="|Job|24|6|0|0" osisRef="Bible:Job.24.6" />
<sup>6</sup>Θεριζουσιν αγρον μη οντα εαυτων, και τρυγωσιν αμπελον αδικιας.
<scripture passage="Job 24:7" parsed="|Job|24|7|0|0" osisRef="Bible:Job.24.7" />
<sup>7</sup>Καμνουσι τους γυμνους να νυκτερευωσιν ανευ ιματιου, και δεν εχουσι σκεπασμα εις το ψυχος.
<scripture passage="Job 24:8" parsed="|Job|24|8|0|0" osisRef="Bible:Job.24.8" />
<sup>8</sup>Υγραινονται εκ των βροχων των ορεων και εναγκαλιζονται τον βραχον, μη εχοντες καταφυγιον.
<scripture passage="Job 24:9" parsed="|Job|24|9|0|0" osisRef="Bible:Job.24.9" />
<sup>9</sup>Εκεινοι αρπαζουσι τον ορφανον απο του μαστου, και λαμβανουσιν ενεχυρον παρα του πτωχου·
<scripture passage="Job 24:10" parsed="|Job|24|10|0|0" osisRef="Bible:Job.24.10" />
<sup>10</sup>καμνουσιν αυτον να υπαγη γυμνος ανευ ιματιου, και οι βασταζοντες τα χειροβολα μενουσι πεινωντες.
<scripture passage="Job 24:11" parsed="|Job|24|11|0|0" osisRef="Bible:Job.24.11" />
<sup>11</sup>Οι εκπιεζοντες το ελαιον εντος των τοιχων αυτων και πατουντες τους ληνους αυτων, διψωσιν.
<scripture passage="Job 24:12" parsed="|Job|24|12|0|0" osisRef="Bible:Job.24.12" />
<sup>12</sup>Ανθρωποι στεναζουσιν εκ της πολεως, και η ψυχη των πεπληγωμενων βοα· αλλ' ο Θεος δεν επιθετει εις αυτους αφροσυνην.
<scripture passage="Job 24:13" parsed="|Job|24|13|0|0" osisRef="Bible:Job.24.13" />
<sup>13</sup>Ουτοι ειναι εκ των ανθισταμενων εις το φως· δεν γνωριζουσι τας οδους αυτου, και δεν μενουσιν εν ταις τριβοις αυτου.
<scripture passage="Job 24:14" parsed="|Job|24|14|0|0" osisRef="Bible:Job.24.14" />
<sup>14</sup>Ο φονευς εγειρομενος την αυγην φονευει τον πτωχον και τον ενδεη, την δε νυκτα γινεται ως κλεπτης.
<scripture passage="Job 24:15" parsed="|Job|24|15|0|0" osisRef="Bible:Job.24.15" />
<sup>15</sup>Ο οφθαλμος ομοιως του μοιχου παραφυλαττει το νυκτωμα, λεγων, Οφθαλμος δεν θελει με ιδει· και καλυπτει το προσωπον αυτου.
<scripture passage="Job 24:16" parsed="|Job|24|16|0|0" osisRef="Bible:Job.24.16" />
<sup>16</sup>Εν τω σκοτει διατρυπωσι τας οικιας, τας οποιας την ημεραν εσημειωσαν δι' εαυτους. Δεν γνωριζουσι φως·
<scripture passage="Job 24:17" parsed="|Job|24|17|0|0" osisRef="Bible:Job.24.17" />
<sup>17</sup>διοτι η αυγη ειναι εις παντας αυτους σκια θανατου· εαν τις γνωριση αυτους, ειναι τρομοι σκιας θανατου.
<scripture passage="Job 24:18" parsed="|Job|24|18|0|0" osisRef="Bible:Job.24.18" />
<sup>18</sup>Ειναι ελαφροι επι το προσωπον των υδατων· η μερις αυτων ειναι κατηραμενη επι της γης· δεν βλεπουσι την οδον των αμπελων.
<scripture passage="Job 24:19" parsed="|Job|24|19|0|0" osisRef="Bible:Job.24.19" />
<sup>19</sup>Η ξηρασια και η θερμοτης αρπαζουσι τα υδατα της χιονος, ο δε ταφος τους αμαρτωλους.
<scripture passage="Job 24:20" parsed="|Job|24|20|0|0" osisRef="Bible:Job.24.20" />
<sup>20</sup>Η μητρα θελει λησμονησει αυτους· ο σκωληξ θελει βοσκεσθαι επ' αυτους· δεν θελουσιν ελθει πλεον εις ενθυμησιν· και η αδικια θελει συντριφθη ως ξυλον.
<scripture passage="Job 24:21" parsed="|Job|24|21|0|0" osisRef="Bible:Job.24.21" />
<sup>21</sup>Κακοποιουσι την στειραν την ατεκνον· και δεν αγαθοποιουσι την χηραν·
<scripture passage="Job 24:22" parsed="|Job|24|22|0|0" osisRef="Bible:Job.24.22" />
<sup>22</sup>και κατακρατουσι τους δυνατους δια της δυναμεως αυτων· εγειρονται, και δεν ειναι ουδεις ασφαλης εν τη ζωη αυτου.
<scripture passage="Job 24:23" parsed="|Job|24|23|0|0" osisRef="Bible:Job.24.23" />
<sup>23</sup>Εδωκε μεν ο Θεος εις αυτους ασφαλειαν και αναπαυονται· ομως οι οφθαλμοι αυτου ειναι επι τας οδους αυτων.
<scripture passage="Job 24:24" parsed="|Job|24|24|0|0" osisRef="Bible:Job.24.24" />
<sup>24</sup>Υψονονται ολιγον καιρον και δεν υπαρχουσι, και καταβαλλονται ως παντες· σηκονονται εκ του μεσου και αποκοπτονται ως η κεφαλη των ασταχυων·
<scripture passage="Job 24:25" parsed="|Job|24|25|0|0" osisRef="Bible:Job.24.25" />
<sup>25</sup>και εαν τωρα δεν ηναι ουτω, τις θελει με διαψευσει και εξουθενισει τους λογους μου;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 25" progress="47.24%" prev="Job.24" next="Job.26" id="Job.25">
<h3 id="Job.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Job.25-p1">
<scripture passage="Job 25:1" parsed="|Job|25|1|0|0" osisRef="Bible:Job.25.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη Βιλδαδ ο Σαυχιτης και ειπεν·
<scripture passage="Job 25:2" parsed="|Job|25|2|0|0" osisRef="Bible:Job.25.2" />
<sup>2</sup>Εξουσια και φοβος ειναι μετ' αυτου· εκτελει ειρηνην εις τα υψη αυτου.
<scripture passage="Job 25:3" parsed="|Job|25|3|0|0" osisRef="Bible:Job.25.3" />
<sup>3</sup>Υπαρχει αριθμος των στρατευματων αυτου; και επι τινα δεν ανατελλει το φως αυτου;
<scripture passage="Job 25:4" parsed="|Job|25|4|0|0" osisRef="Bible:Job.25.4" />
<sup>4</sup>Πως λοιπον δυναται ανθρωπος να δικαιωθη ενωπιον του Θεου; η πως δυναται να ηναι καθαρος ο γεγεννημενος εκ γυναικος;
<scripture passage="Job 25:5" parsed="|Job|25|5|0|0" osisRef="Bible:Job.25.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, και αυτη η σεληνη δεν ειναι λαμπρα, και οι αστερες δεν ειναι καθαροι ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Job 25:6" parsed="|Job|25|6|0|0" osisRef="Bible:Job.25.6" />
<sup>6</sup>Ποσον ολιγωτερον ο ανθρωπος, σαπρια; και ο υιος του ανθρωπου, ο σκωληξ;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 26" progress="47.25%" prev="Job.25" next="Job.27" id="Job.26">
<h3 id="Job.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Job.26-p1">
<scripture passage="Job 26:1" parsed="|Job|26|1|0|0" osisRef="Bible:Job.26.1" />
<sup>1</sup>Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπε·
<scripture passage="Job 26:2" parsed="|Job|26|2|0|0" osisRef="Bible:Job.26.2" />
<sup>2</sup>Ποσον εβοηθησας τον αδυνατον· εσωσας βραχιονα ανισχυρον.
<scripture passage="Job 26:3" parsed="|Job|26|3|0|0" osisRef="Bible:Job.26.3" />
<sup>3</sup>Ποσον συνεβουλευσας τον ασοφον και εντελη συνεσιν εδειξας
<scripture passage="Job 26:4" parsed="|Job|26|4|0|0" osisRef="Bible:Job.26.4" />
<sup>4</sup>Προς τινα απηγγειλας τους λογους; και τινος πνοη εξηλθεν απο σου;
<scripture passage="Job 26:5" parsed="|Job|26|5|0|0" osisRef="Bible:Job.26.5" />
<sup>5</sup>Οι νεκροι τρεμουσιν αυτον υποκατωθεν των υδατων, και οι συγκατοικουντες μετ' αυτων.
<scripture passage="Job 26:6" parsed="|Job|26|6|0|0" osisRef="Bible:Job.26.6" />
<sup>6</sup>Γυμνος ο αδης εμπροσθεν αυτου, και η απωλεια δεν εχει σκεπασμα.
<scripture passage="Job 26:7" parsed="|Job|26|7|0|0" osisRef="Bible:Job.26.7" />
<sup>7</sup>Εκτεινει τον βορεαν επι το κενον· κρεμα την γην επι το μηδεν.
<scripture passage="Job 26:8" parsed="|Job|26|8|0|0" osisRef="Bible:Job.26.8" />
<sup>8</sup>Δεσμευει τα υδατα εις τας νεφελας αυτου· και η νεφελη δεν σχιζεται υποκατω αυτων.
<scripture passage="Job 26:9" parsed="|Job|26|9|0|0" osisRef="Bible:Job.26.9" />
<sup>9</sup>Σκεπαζει το προσωπον του θρονου αυτου· εκτεινει το νεφος αυτου επ' αυτον.
<scripture passage="Job 26:10" parsed="|Job|26|10|0|0" osisRef="Bible:Job.26.10" />
<sup>10</sup>Περιεκυκλωσε τα υδατα με ορια, εως της συντελειας του φωτος και του σκοτους.
<scripture passage="Job 26:11" parsed="|Job|26|11|0|0" osisRef="Bible:Job.26.11" />
<sup>11</sup>Οι στυλοι του ουρανου τρεμουσι και εξιστανται απο της επιτιμησεως αυτου.
<scripture passage="Job 26:12" parsed="|Job|26|12|0|0" osisRef="Bible:Job.26.12" />
<sup>12</sup>Ταραττει την θαλασσαν δια της δυναμεως αυτου, και δια της συνεσεως αυτου καταδαμαζει την υπερηφανιαν αυτης.
<scripture passage="Job 26:13" parsed="|Job|26|13|0|0" osisRef="Bible:Job.26.13" />
<sup>13</sup>Δια του πνευματος αυτου εκοσμησε τους ουρανους· η χειρ αυτου εσχηματισε τον συστρεφομενον οφιν.
<scripture passage="Job 26:14" parsed="|Job|26|14|0|0" osisRef="Bible:Job.26.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, ταυτα ειναι μερη των οδων αυτου· αλλα ποσον ελαχιστον πραγμα ακουομεν περι αυτου; την δε βροντην της δυναμεως αυτου τις δυναται να εννοηση;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 27" progress="47.28%" prev="Job.26" next="Job.28" id="Job.27">
<h3 id="Job.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Job.27-p1">
<scripture passage="Job 27:1" parsed="|Job|27|1|0|0" osisRef="Bible:Job.27.1" />
<sup>1</sup>Και εξηκολουθησεν ο Ιωβ την παραβολην αυτου και ειπε·
<scripture passage="Job 27:2" parsed="|Job|27|2|0|0" osisRef="Bible:Job.27.2" />
<sup>2</sup>Ζη ο Θεος, ο αποβαλων την κρισιν μου, και ο Παντοδυναμος, ο πικρανας την ψυχην μου,
<scripture passage="Job 27:3" parsed="|Job|27|3|0|0" osisRef="Bible:Job.27.3" />
<sup>3</sup>οτι παντα τον χρονον ενοσω η πνοη μου ειναι εν εμοι και το πνευμα του Θεου εις τους μυκτηρας μου,
<scripture passage="Job 27:4" parsed="|Job|27|4|0|0" osisRef="Bible:Job.27.4" />
<sup>4</sup>τα χειλη μου δεν θελουσι λαλησει αδικιαν και η γλωσσα μου δεν θελει μελετησει δολον.
<scripture passage="Job 27:5" parsed="|Job|27|5|0|0" osisRef="Bible:Job.27.5" />
<sup>5</sup>Μη γενοιτο εις εμε να σας δικαιωσω· εως να εκπνευσω, δεν θελω απομακρυνει την ακεραιοτητα μου απ' εμου.
<scripture passage="Job 27:6" parsed="|Job|27|6|0|0" osisRef="Bible:Job.27.6" />
<sup>6</sup>Θελω κρατει την δικαιοσυνην μου και δεν θελω αφησει αυτην· η καρδια μου δεν θελει με ελεγξει ενοσω ζω.
<scripture passage="Job 27:7" parsed="|Job|27|7|0|0" osisRef="Bible:Job.27.7" />
<sup>7</sup>Ο εχθρος μου να ηναι ως ο ασεβης και ο ανισταμενος κατ' εμου ως ο παρανομος.
<scripture passage="Job 27:8" parsed="|Job|27|8|0|0" osisRef="Bible:Job.27.8" />
<sup>8</sup>Διοτι τις η ελπις του υποκριτου, αν και επλεονεκτησεν, οταν ο Θεος αποσπα την ψυχην αυτου;
<scripture passage="Job 27:9" parsed="|Job|27|9|0|0" osisRef="Bible:Job.27.9" />
<sup>9</sup>Αρα γε θελει ακουσει ο Θεος την κραυγην αυτου, οταν επελθη επ' αυτον συμφορα;
<scripture passage="Job 27:10" parsed="|Job|27|10|0|0" osisRef="Bible:Job.27.10" />
<sup>10</sup>Θελει ευφραινεσθαι εις τον Παντοδυναμον; θελει επικαλεισθαι τον Θεον εν παντι καιρω;
<scripture passage="Job 27:11" parsed="|Job|27|11|0|0" osisRef="Bible:Job.27.11" />
<sup>11</sup>θελω σας διδαξει τι ειναι εν τη χειρι του Θεου· ο, τι ειναι παρα τω Παντοδυναμω, δεν θελω κρυψει αυτο.
<scripture passage="Job 27:12" parsed="|Job|27|12|0|0" osisRef="Bible:Job.27.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, σεις παντες ειδετε· δια τι λοιπον εισθε ολως τοσον ματαιοι;
<scripture passage="Job 27:13" parsed="|Job|27|13|0|0" osisRef="Bible:Job.27.13" />
<sup>13</sup>Τουτο ειναι παρα Θεου η μερις του ασεβους ανθρωπου, και η κληρονομια των δυναστων, την οποιαν θελουσι λαβει παρα του Παντοδυναμου.
<scripture passage="Job 27:14" parsed="|Job|27|14|0|0" osisRef="Bible:Job.27.14" />
<sup>14</sup>Εαν οι υιοι αυτου πολλαπλασιασθωσιν, ειναι δια την ρομφαιαν· και οι εκγονοι αυτου δεν θελουσι χορτασθη αρτον.
<scripture passage="Job 27:15" parsed="|Job|27|15|0|0" osisRef="Bible:Job.27.15" />
<sup>15</sup>Οι εναπολειφθεντες αυτου θελουσι ταφη εν θανατω· και αι χηραι αυτου δεν θελουσι κλαυσει.
<scripture passage="Job 27:16" parsed="|Job|27|16|0|0" osisRef="Bible:Job.27.16" />
<sup>16</sup>Και αν επισωρευση αργυριον ως το χωμα και ετοιμαση ιματια ως τον πηλον·
<scripture passage="Job 27:17" parsed="|Job|27|17|0|0" osisRef="Bible:Job.27.17" />
<sup>17</sup>δυναται μεν να ετοιμαση, πλην ο δικαιος θελει ενδυθη αυτα· και ο αθωος θελει διαμοιρασθη το αργυριον.
<scripture passage="Job 27:18" parsed="|Job|27|18|0|0" osisRef="Bible:Job.27.18" />
<sup>18</sup>Οικοδομει τον οικον αυτου ως το σαρακιον, και ως καλυβην, την οποιαν καμνει ο αγροφυλαξ.
<scripture passage="Job 27:19" parsed="|Job|27|19|0|0" osisRef="Bible:Job.27.19" />
<sup>19</sup>Πλαγιαζει πλουσιος, πλην δεν θελει συναχθη· ανοιγει τους οφθαλμους αυτου και δεν υπαρχει.
<scripture passage="Job 27:20" parsed="|Job|27|20|0|0" osisRef="Bible:Job.27.20" />
<sup>20</sup>Τρομοι συλλαμβανουσιν αυτον ως υδατα, ανεμοστροβιλος αρπαζει αυτον την νυκτα.
<scripture passage="Job 27:21" parsed="|Job|27|21|0|0" osisRef="Bible:Job.27.21" />
<sup>21</sup>Σηκονει αυτον ανατολικος ανεμος, και υπαγει· και αποσπα αυτον απο του τοπου αυτου.
<scripture passage="Job 27:22" parsed="|Job|27|22|0|0" osisRef="Bible:Job.27.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ο Θεος θελει ριψει κατ' αυτου συμφορας και δεν θελει φεισθη· απο της χειρος αυτου σπευδει να φυγη.
<scripture passage="Job 27:23" parsed="|Job|27|23|0|0" osisRef="Bible:Job.27.23" />
<sup>23</sup>Θελουσι κροτησει τας χειρας αυτων επ' αυτον, και θελουσι συριξει αυτον απο του τοπου αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 28" progress="47.33%" prev="Job.27" next="Job.29" id="Job.28">
<h3 id="Job.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Job.28-p1">
<scripture passage="Job 28:1" parsed="|Job|28|1|0|0" osisRef="Bible:Job.28.1" />
<sup>1</sup>Βεβαιως ειναι τοπος του αργυριου οθεν εξαγεται, και τοπος του χρυσιου οπου καθαριζεται·
<scripture passage="Job 28:2" parsed="|Job|28|2|0|0" osisRef="Bible:Job.28.2" />
<sup>2</sup>ο σιδηρος λαμβανεται εκ της γης και ο χαλκος χυνεται εκ της πετρας.
<scripture passage="Job 28:3" parsed="|Job|28|3|0|0" osisRef="Bible:Job.28.3" />
<sup>3</sup>Βαλλει μεν ο ανθρωπος ορια εις το σκοτος και ανιχνευει τα παντα μεχρι τελειοτητος· τους λιθους του σκοτους και της σκιας του θανατου.
<scripture passage="Job 28:4" parsed="|Job|28|4|0|0" osisRef="Bible:Job.28.4" />
<sup>4</sup>Χειμαρρος εξορμα εκ του τοπου οπου κατοικει· υδατα αδοκιμαστα υπο του ποδος· ταυτα ολιγοστευουσι και αναχωρουσιν απο των ανθρωπων.
<scripture passage="Job 28:5" parsed="|Job|28|5|0|0" osisRef="Bible:Job.28.5" />
<sup>5</sup>Περι δε της γης, εξ αυτης εξερχεται ο αρτος και υποκατωθεν αυτης ανασκαπτεται ως υπο πυρος·
<scripture passage="Job 28:6" parsed="|Job|28|6|0|0" osisRef="Bible:Job.28.6" />
<sup>6</sup>οι λιθοι αυτης ειναι τοπος σαπφειρων· και εν αυτη χωμα χρυσιου.
<scripture passage="Job 28:7" parsed="|Job|28|7|0|0" osisRef="Bible:Job.28.7" />
<sup>7</sup>Την οδον εκεινην δεν γνωριζει πτηνον και οφθαλμος γυπος δεν ειδεν αυτην·
<scripture passage="Job 28:8" parsed="|Job|28|8|0|0" osisRef="Bible:Job.28.8" />
<sup>8</sup>τα θηρια δεν επατησαν αυτην, ο αγριος λεων δεν επερασε δι' αυτης.
<scripture passage="Job 28:9" parsed="|Job|28|9|0|0" osisRef="Bible:Job.28.9" />
<sup>9</sup>Εκτεινει την χειρα αυτου επι τον σκληρον βραχον· ανατρεπει τα ορη απο της ριζης.
<scripture passage="Job 28:10" parsed="|Job|28|10|0|0" osisRef="Bible:Job.28.10" />
<sup>10</sup>Εγκοπτει ποταμους μεταξυ των βραχων· και ο οφθαλμος αυτου ανακαλυπτει παν πολυτιμον.
<scripture passage="Job 28:11" parsed="|Job|28|11|0|0" osisRef="Bible:Job.28.11" />
<sup>11</sup>Δεσμευει των ποταμων την πλημμυραν· και το κεκρυμμενον εκφερει εις φως.
<scripture passage="Job 28:12" parsed="|Job|28|12|0|0" osisRef="Bible:Job.28.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' η σοφια ποθεν θελει ευρεθη; και που ειναι ο τοπος της συνεσεως;
<scripture passage="Job 28:13" parsed="|Job|28|13|0|0" osisRef="Bible:Job.28.13" />
<sup>13</sup>Ο ανθρωπος δεν γνωριζει την τιμην αυτης· και δεν ευρισκεται εν τη γη των ζωντων.
<scripture passage="Job 28:14" parsed="|Job|28|14|0|0" osisRef="Bible:Job.28.14" />
<sup>14</sup>Η αβυσσος λεγει, δεν ειναι εν εμοι· και η θαλασσα λεγει, δεν ειναι μετ' εμου.
<scripture passage="Job 28:15" parsed="|Job|28|15|0|0" osisRef="Bible:Job.28.15" />
<sup>15</sup>Δεν δυναται να δοθη χρυσιον αντ' αυτης· και αργυριον δεν δυναται να ζυγισθη εις ανταλλαγμα αυτης.
<scripture passage="Job 28:16" parsed="|Job|28|16|0|0" osisRef="Bible:Job.28.16" />
<sup>16</sup>Δεν δυναται να εκτιμηθη με το χρυσιον του Οφειρ, με τον πολυτιμον ονυχα και σαπφειρον.
<scripture passage="Job 28:17" parsed="|Job|28|17|0|0" osisRef="Bible:Job.28.17" />
<sup>17</sup>Το χρυσιον και ο κρυσταλλος δεν δυναται να εξισωθωσι με αυτην· και ανταλλαγμα αυτης να γεινη με σκευη καθαρωτατου χρυσιου.
<scripture passage="Job 28:18" parsed="|Job|28|18|0|0" osisRef="Bible:Job.28.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελει μνημονευθη κοραλλιον, η μαργαριται· διοτι η τιμη της σοφιας ειναι υπερτερα των πολυτιμων λιθων.
<scripture passage="Job 28:19" parsed="|Job|28|19|0|0" osisRef="Bible:Job.28.19" />
<sup>19</sup>Το τοπαζιον της Αιθιοπιας δεν θελει εξισωθη με αυτην· δεν θελει εκτιμηθη με καθαρον χρυσιον.
<scripture passage="Job 28:20" parsed="|Job|28|20|0|0" osisRef="Bible:Job.28.20" />
<sup>20</sup>Ποθεν λοιπον ερχεται η σοφια; και που ειναι ο τοπος της συνεσεως;
<scripture passage="Job 28:21" parsed="|Job|28|21|0|0" osisRef="Bible:Job.28.21" />
<sup>21</sup>Ειναι βεβαιως κεκρυμμενη απο των οφθαλμων παντων των ζωντων, και εσκεπασμενη απο των πτηνων του ουρανου.
<scripture passage="Job 28:22" parsed="|Job|28|22|0|0" osisRef="Bible:Job.28.22" />
<sup>22</sup>Η απωλεια και ο θανατος λεγουσι, Δια των ωτων ημων ηκουσαμεν την φημην αυτης.
<scripture passage="Job 28:23" parsed="|Job|28|23|0|0" osisRef="Bible:Job.28.23" />
<sup>23</sup>Ο Θεος εννοει την οδον αυτης, και αυτος γνωριζει τον τοπον αυτης.
<scripture passage="Job 28:24" parsed="|Job|28|24|0|0" osisRef="Bible:Job.28.24" />
<sup>24</sup>Επειδη αυτος θεωρει εως των περατων της γης, βλεπει υποκατω παντος του ουρανου,
<scripture passage="Job 28:25" parsed="|Job|28|25|0|0" osisRef="Bible:Job.28.25" />
<sup>25</sup>δια να ζυγιζη το βαρος των ανεμων, και να σταθμιζη τα υδατα με μετρον.
<scripture passage="Job 28:26" parsed="|Job|28|26|0|0" osisRef="Bible:Job.28.26" />
<sup>26</sup>Οτε εκαμε νομον δια την βροχην και οδον δια την αστραπην της βροντης,
<scripture passage="Job 28:27" parsed="|Job|28|27|0|0" osisRef="Bible:Job.28.27" />
<sup>27</sup>τοτε ειδε και εφανερωσεν αυτην· ητοιμασεν αυτην και μαλιστα εξιχνιασεν αυτην.
<scripture passage="Job 28:28" parsed="|Job|28|28|0|0" osisRef="Bible:Job.28.28" />
<sup>28</sup>Και ειπε προς τον ανθρωπον, Ιδου, ο φοβος του Κυριου, ουτος ειναι η σοφια, και η αποχη απο του κακου συνεσις.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 29" progress="47.39%" prev="Job.28" next="Job.30" id="Job.29">
<h3 id="Job.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Job.29-p1">
<scripture passage="Job 29:1" parsed="|Job|29|1|0|0" osisRef="Bible:Job.29.1" />
<sup>1</sup>Και εξηκολουθησεν ο Ιωβ την παραβολην αυτου και ειπεν·
<scripture passage="Job 29:2" parsed="|Job|29|2|0|0" osisRef="Bible:Job.29.2" />
<sup>2</sup>Ω να ημην ως εις τους παρελθοντας μηνας, ως εν ταις ημεραις οτε ο Θεος με εφυλαττεν·
<scripture passage="Job 29:3" parsed="|Job|29|3|0|0" osisRef="Bible:Job.29.3" />
<sup>3</sup>οτε ο λυχνος αυτου εφεγγεν επι της κεφαλης μου, και δια του φωτος αυτου περιεπατουν εν τω σκοτει·
<scripture passage="Job 29:4" parsed="|Job|29|4|0|0" osisRef="Bible:Job.29.4" />
<sup>4</sup>καθως ημην εν ταις ημεραις της ακμης μου, οτε η ευνοια του Θεου ητο επι την σκηνην μου·
<scripture passage="Job 29:5" parsed="|Job|29|5|0|0" osisRef="Bible:Job.29.5" />
<sup>5</sup>οτε ο Παντοδυναμος ητο μετ' εμου, και τα παιδια μου κυκλω μου·
<scripture passage="Job 29:6" parsed="|Job|29|6|0|0" osisRef="Bible:Job.29.6" />
<sup>6</sup>οτε επλυνον τα βηματα μου με βουτυρον, και ο βραχος εξεχεε δι' εμε ποταμους ελαιου·
<scripture passage="Job 29:7" parsed="|Job|29|7|0|0" osisRef="Bible:Job.29.7" />
<sup>7</sup>οτε δια της πολεως εξηρχομην εις την πυλην, ητοιμαζον την καθεδραν μου εν τη πλατεια
<scripture passage="Job 29:8" parsed="|Job|29|8|0|0" osisRef="Bible:Job.29.8" />
<sup>8</sup>Οι νεοι με εβλεπον και εκρυπτοντο· και οι γεροντες εγειρομενοι ισταντο.
<scripture passage="Job 29:9" parsed="|Job|29|9|0|0" osisRef="Bible:Job.29.9" />
<sup>9</sup>Οι αρχοντες επαυον ομιλουντες και εβαλλον χειρα επι το στομα αυτων.
<scripture passage="Job 29:10" parsed="|Job|29|10|0|0" osisRef="Bible:Job.29.10" />
<sup>10</sup>Η φωνη των εγκριτων εκρατειτο, και η γλωσσα αυτων εκολλατο εις τον ουρανισκον αυτων.
<scripture passage="Job 29:11" parsed="|Job|29|11|0|0" osisRef="Bible:Job.29.11" />
<sup>11</sup>Οτε το ωτιον ηκουε και με εμακαριζε, και ο οφθαλμος εβλεπε και εμαρτυρει υπερ εμου·
<scripture passage="Job 29:12" parsed="|Job|29|12|0|0" osisRef="Bible:Job.29.12" />
<sup>12</sup>διοτι ηλευθερουν τον πτωχον βοωντα και τον ορφανον τον μη εχοντα βοηθον.
<scripture passage="Job 29:13" parsed="|Job|29|13|0|0" osisRef="Bible:Job.29.13" />
<sup>13</sup>Η ευλογια του απολλυμενου ηρχετο επ' εμε· και την καρδιαν της χηρας ευφραινον.
<scripture passage="Job 29:14" parsed="|Job|29|14|0|0" osisRef="Bible:Job.29.14" />
<sup>14</sup>Εφορουν δικαιοσυνην και ενεδυομην την ευθυτητα μου ως επενδυτην και διαδημα.
<scripture passage="Job 29:15" parsed="|Job|29|15|0|0" osisRef="Bible:Job.29.15" />
<sup>15</sup>Ημην οφθαλμος εις τον τυφλον και πους εις τον χωλον εγω.
<scripture passage="Job 29:16" parsed="|Job|29|16|0|0" osisRef="Bible:Job.29.16" />
<sup>16</sup>Ημην πατηρ εις τους πτωχους, και την δικην την οποιαν δεν εγνωριζον εξιχνιαζον.
<scripture passage="Job 29:17" parsed="|Job|29|17|0|0" osisRef="Bible:Job.29.17" />
<sup>17</sup>Και συνετριβον τους κυνοδοντας του αδικου και απεσπων το θηραμα απο των οδοντων αυτου.
<scripture passage="Job 29:18" parsed="|Job|29|18|0|0" osisRef="Bible:Job.29.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ελεγον, θελω αποθανει εν τη φωλεα μου και ως την αμμον θελω πολλαπλασιασει τας ημερας μου.
<scripture passage="Job 29:19" parsed="|Job|29|19|0|0" osisRef="Bible:Job.29.19" />
<sup>19</sup>Η ριζα μου ητο ανοικτη προς τα υδατα, και η δροσος διενυκτερευεν επι των κλαδων μου.
<scripture passage="Job 29:20" parsed="|Job|29|20|0|0" osisRef="Bible:Job.29.20" />
<sup>20</sup>Η δοξα μου ανενεουτο εν εμοι, και το τοξον μου εκρατυνετο εν τη χειρι μου.
<scripture passage="Job 29:21" parsed="|Job|29|21|0|0" osisRef="Bible:Job.29.21" />
<sup>21</sup>Με ηκροαζοντο προσεχοντες και εις την συμβουλην μου εσιωπων.
<scripture passage="Job 29:22" parsed="|Job|29|22|0|0" osisRef="Bible:Job.29.22" />
<sup>22</sup>Μετα τους λογους μου δεν προσεθετον ουδεν, και η ομιλια μου εσταλαζεν επ' αυτους.
<scripture passage="Job 29:23" parsed="|Job|29|23|0|0" osisRef="Bible:Job.29.23" />
<sup>23</sup>Και με περιεμενον ως την βροχην· και ησαν κεχηνοτες ως δια την οψιμον βροχην.
<scripture passage="Job 29:24" parsed="|Job|29|24|0|0" osisRef="Bible:Job.29.24" />
<sup>24</sup>Εγελων προς αυτους, και δεν επιστευον· και την φαιδροτητα του προσωπου μου δεν αφινον να πεση.
<scripture passage="Job 29:25" parsed="|Job|29|25|0|0" osisRef="Bible:Job.29.25" />
<sup>25</sup>Εαν ηρεσκομην εις την οδον αυτων, εκαθημην πρωτος, και κατεσκηνουν ως βασιλευς εν τω στρατευματι, ως ο παρηγορων τους τεθλιμμενους.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 30" progress="47.44%" prev="Job.29" next="Job.31" id="Job.30">
<h3 id="Job.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Job.30-p1">
<scripture passage="Job 30:1" parsed="|Job|30|1|0|0" osisRef="Bible:Job.30.1" />
<sup>1</sup>Αλλα τωρα οι νεωτεροι μου την ηλικιαν με περιγελωσι, των οποιων τους πατερας δεν ηθελον καταδεχθη να βαλω μετα των κυνων του ποιμνιου μου.
<scripture passage="Job 30:2" parsed="|Job|30|2|0|0" osisRef="Bible:Job.30.2" />
<sup>2</sup>Και εις τι τωοντι ηδυνατο να με ωφεληση η δυναμις των χειρων αυτων, εις τους οποιους η ισχυς εξελιπε;
<scripture passage="Job 30:3" parsed="|Job|30|3|0|0" osisRef="Bible:Job.30.3" />
<sup>3</sup>Δι' ενδειαν και πειναν ησαν απομεμονωμενοι· εφευγον εις γην ανυδρον, σκοτεινην, ηφανισμενην και ερημον·
<scripture passage="Job 30:4" parsed="|Job|30|4|0|0" osisRef="Bible:Job.30.4" />
<sup>4</sup>εκοπτον μολοχην πλησιον των θαμνων και την ριζαν των αρκευθων δια τροφην αυτων.
<scripture passage="Job 30:5" parsed="|Job|30|5|0|0" osisRef="Bible:Job.30.5" />
<sup>5</sup>Ησαν εκ μεσου δεδιωγμενοι· εφωναζον επ' αυτους ως κλεπτας.
<scripture passage="Job 30:6" parsed="|Job|30|6|0|0" osisRef="Bible:Job.30.6" />
<sup>6</sup>Κατωκουν εν τοις κρημνοις των χειμαρρων, ταις τρυπαις της γης και τοις βροχοις.
<scripture passage="Job 30:7" parsed="|Job|30|7|0|0" osisRef="Bible:Job.30.7" />
<sup>7</sup>Μεταξυ των θαμνων ωγκωντο· υποκατω των ακανθων συνηγοντο·
<scripture passage="Job 30:8" parsed="|Job|30|8|0|0" osisRef="Bible:Job.30.8" />
<sup>8</sup>αφρονες και δυσφημοι, εκδεδιωγμενοι εκ της γης.
<scripture passage="Job 30:9" parsed="|Job|30|9|0|0" osisRef="Bible:Job.30.9" />
<sup>9</sup>Και τωρα εγω ειμαι το τραγωδιον αυτων, ειμαι και η παροιμια αυτων.
<scripture passage="Job 30:10" parsed="|Job|30|10|0|0" osisRef="Bible:Job.30.10" />
<sup>10</sup>Με βδελυττονται, απομακρυνονται απ' εμου, και δεν συστελλονται να πτυωσιν εις το προσωπον μου.
<scripture passage="Job 30:11" parsed="|Job|30|11|0|0" osisRef="Bible:Job.30.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ο Θεος διελυσε την υπεροχην μου και με εθλιψεν, απερριψαν και αυτοι τον χαλινον εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Job 30:12" parsed="|Job|30|12|0|0" osisRef="Bible:Job.30.12" />
<sup>12</sup>Εκ δεξιων ανιστανται οι νεοι· απωθουσι τους ποδας μου, και ετοιμαζουσι κατ' εμου τας ολεθριους οδους αυτων.
<scripture passage="Job 30:13" parsed="|Job|30|13|0|0" osisRef="Bible:Job.30.13" />
<sup>13</sup>Ανατρεπουσι την οδον μου, επαυξανουσι την συμφοραν μου, χωρις να εχωσι βοηθον.
<scripture passage="Job 30:14" parsed="|Job|30|14|0|0" osisRef="Bible:Job.30.14" />
<sup>14</sup>Εφορμωσιν ως σφοδρα πλημμυρα, επι της ερημωσεως μου περικυλιονται.
<scripture passage="Job 30:15" parsed="|Job|30|15|0|0" osisRef="Bible:Job.30.15" />
<sup>15</sup>Τρομοι εστραφησαν επ' εμε· καταδιωκουσι την ψυχην μου ως ανεμος· και η σωτηρια μου παρερχεται ως νεφος.
<scripture passage="Job 30:16" parsed="|Job|30|16|0|0" osisRef="Bible:Job.30.16" />
<sup>16</sup>Και τωρα η ψυχη μου εξεχυθη εντος μου· ημεραι θλιψεως με κατελαβον.
<scripture passage="Job 30:17" parsed="|Job|30|17|0|0" osisRef="Bible:Job.30.17" />
<sup>17</sup>Την νυκτα τα οστα μου διεπερασθησαν εν εμοι, και τα νευρα μου δεν αναπαυονται.
<scripture passage="Job 30:18" parsed="|Job|30|18|0|0" osisRef="Bible:Job.30.18" />
<sup>18</sup>Υπο της σφοδρας δυναμεως ηλλοιωθη το ενδυμα μου· με περισφιγγει ως το περιλαιμιον του χιτωνος μου.
<scripture passage="Job 30:19" parsed="|Job|30|19|0|0" osisRef="Bible:Job.30.19" />
<sup>19</sup>Με ερριψεν εις τον πηλον, και ωμοιωθην με χωμα και κονιν.
<scripture passage="Job 30:20" parsed="|Job|30|20|0|0" osisRef="Bible:Job.30.20" />
<sup>20</sup>Κραζω προς σε, και δεν μοι αποκρινεσαι· ισταμαι, και με παραβλεπεις.
<scripture passage="Job 30:21" parsed="|Job|30|21|0|0" osisRef="Bible:Job.30.21" />
<sup>21</sup>Εγεινες ανελεημων προς εμε· δια της κραταιας χειρος σου με μαστιγονεις.
<scripture passage="Job 30:22" parsed="|Job|30|22|0|0" osisRef="Bible:Job.30.22" />
<sup>22</sup>Με εσηκωσας επι τον ανεμον· με επεβιβασας και διελυσας την ουσιαν μου.
<scripture passage="Job 30:23" parsed="|Job|30|23|0|0" osisRef="Bible:Job.30.23" />
<sup>23</sup>Εξευρω μεν οτι θελεις με φερει εις θανατον και τον οικον τον προσδιωρισμενον εις παντα ζωντα.
<scripture passage="Job 30:24" parsed="|Job|30|24|0|0" osisRef="Bible:Job.30.24" />
<sup>24</sup>Αλλα δεν θελει εκτεινει χειρα εις τον ταφον, εαν κραζωσι προς αυτον οταν αφανιζη.
<scripture passage="Job 30:25" parsed="|Job|30|25|0|0" osisRef="Bible:Job.30.25" />
<sup>25</sup>Δεν εκλαυσα εγω δια τον οντα εν ημεραις σκληραις, και ελυπηθη η ψυχη μου δια τον πτωχον;
<scripture passage="Job 30:26" parsed="|Job|30|26|0|0" osisRef="Bible:Job.30.26" />
<sup>26</sup>Ενω περιεμενον το καλον, τοτε ηλθε το κακον· και ενω ανεμενον το φως, τοτε ηλθε το σκοτος.
<scripture passage="Job 30:27" parsed="|Job|30|27|0|0" osisRef="Bible:Job.30.27" />
<sup>27</sup>Τα εντοσθια μου ανεβρασαν και δεν ανεπαυθησαν· ημεραι θλιψεως με προεφθασαν.
<scripture passage="Job 30:28" parsed="|Job|30|28|0|0" osisRef="Bible:Job.30.28" />
<sup>28</sup>Περιεπατησα μελαγχροινος ουχι υπο ηλιου· εσηκωθην, εβοησα εν συναξει.
<scripture passage="Job 30:29" parsed="|Job|30|29|0|0" osisRef="Bible:Job.30.29" />
<sup>29</sup>Εγεινα αδελφος των δρακοντων και συντροφος των στρουθοκαμηλων.
<scripture passage="Job 30:30" parsed="|Job|30|30|0|0" osisRef="Bible:Job.30.30" />
<sup>30</sup>Το δερμα μου εμαυρισεν επ' εμε, και τα οστα μου κατεκαυθησαν υπο της φλογωσεως.
<scripture passage="Job 30:31" parsed="|Job|30|31|0|0" osisRef="Bible:Job.30.31" />
<sup>31</sup>Η δε κιθαρα μου μετεβληθη εις πενθος και το οργανον μου εις φωνην κλαιοντων.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 31" progress="47.50%" prev="Job.30" next="Job.32" id="Job.31">
<h3 id="Job.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Job.31-p1">
<scripture passage="Job 31:1" parsed="|Job|31|1|0|0" osisRef="Bible:Job.31.1" />
<sup>1</sup>Εκαμον συνθηκην μετα των οφθαλμων μου· και πως να εχω τον στοχασμον μου επι παρθενον;
<scripture passage="Job 31:2" parsed="|Job|31|2|0|0" osisRef="Bible:Job.31.2" />
<sup>2</sup>και τι το μεριδιον παρα Θεου ανωθεν; και η κληρονομια του Παντοδυναμου εκ των υψηλων;
<scripture passage="Job 31:3" parsed="|Job|31|3|0|0" osisRef="Bible:Job.31.3" />
<sup>3</sup>Ουχι αφανισμος δια τον ασεβη; και ταλαιπωρια δια τους εργατας της ανομιας;
<scripture passage="Job 31:4" parsed="|Job|31|4|0|0" osisRef="Bible:Job.31.4" />
<sup>4</sup>δεν βλεπει αυτος τας οδους μου και απαριθμει παντα τα βηματα μου;
<scripture passage="Job 31:5" parsed="|Job|31|5|0|0" osisRef="Bible:Job.31.5" />
<sup>5</sup>Εαν περιεπατησα με ψευδος, η ο πους μου εσπευσεν εις δολον,
<scripture passage="Job 31:6" parsed="|Job|31|6|0|0" osisRef="Bible:Job.31.6" />
<sup>6</sup>ας με ζυγιση δια της σταθμης της δικαιοσυνης και ας γνωριση ο Θεος την ακεραιοτητα μου·
<scripture passage="Job 31:7" parsed="|Job|31|7|0|0" osisRef="Bible:Job.31.7" />
<sup>7</sup>αν το βημα μου εξετραπη απο της οδου και η καρδια μου επηκολουθησε τους οφθαλμους μου, και αν κηλις προσεκολληθη εις τας χειρας μου·
<scripture passage="Job 31:8" parsed="|Job|31|8|0|0" osisRef="Bible:Job.31.8" />
<sup>8</sup>να σπειρω, και αλλος να φαγη· και να εκριζωθωσιν οι εκγονοι μου.
<scripture passage="Job 31:9" parsed="|Job|31|9|0|0" osisRef="Bible:Job.31.9" />
<sup>9</sup>Αν η καρδια μου ηπατηθη υπο γυναικος, η παρεμονευσα εις την θυραν του πλησιον μου,
<scripture passage="Job 31:10" parsed="|Job|31|10|0|0" osisRef="Bible:Job.31.10" />
<sup>10</sup>η γυνη μου να αλεση δι' αλλον, και αλλοι να πεσωσιν επ' αυτην.
<scripture passage="Job 31:11" parsed="|Job|31|11|0|0" osisRef="Bible:Job.31.11" />
<sup>11</sup>Διοτι μιαρον ανομημα τουτο και αμαρτημα καταδικον·
<scripture passage="Job 31:12" parsed="|Job|31|12|0|0" osisRef="Bible:Job.31.12" />
<sup>12</sup>διοτι ειναι πυρ κατατρωγον μεχρις αφανισμου, και ηθελεν εκριζωσει παντα τα γεννηματα μου.
<scripture passage="Job 31:13" parsed="|Job|31|13|0|0" osisRef="Bible:Job.31.13" />
<sup>13</sup>Αν κατεφρονησα την κρισιν του δουλου μου η της δουλης μου, οτε διεφεροντο προς εμε,
<scripture passage="Job 31:14" parsed="|Job|31|14|0|0" osisRef="Bible:Job.31.14" />
<sup>14</sup>τι θελω καμει τοτε, οταν εγερθη ο Θεος; και οταν επισκεφθη, τι θελω αποκριθη προς αυτον;
<scripture passage="Job 31:15" parsed="|Job|31|15|0|0" osisRef="Bible:Job.31.15" />
<sup>15</sup>Ο ποιησας εμε εν τη κοιλια, δεν εποιησε και εκεινον; και δεν εμορφωσεν ημας ο αυτος εν τη μητρα;
<scripture passage="Job 31:16" parsed="|Job|31|16|0|0" osisRef="Bible:Job.31.16" />
<sup>16</sup>Αν ηρνηθην την επιθυμιαν των πτωχων, η εμαρανα τους οφθαλμους της χηρας,
<scripture passage="Job 31:17" parsed="|Job|31|17|0|0" osisRef="Bible:Job.31.17" />
<sup>17</sup>η εφαγον μονος τον αρτον μου, και ο ορφανος δεν εφαγεν εξ αυτου·
<scripture passage="Job 31:18" parsed="|Job|31|18|0|0" osisRef="Bible:Job.31.18" />
<sup>18</sup>διοτι ο μεν εκ νεοτητος μου ετρεφετο μετ' εμου, ως μετα πατρος, την δε εκ κοιλιας της μητρος μου ωδηγησα·
<scripture passage="Job 31:19" parsed="|Job|31|19|0|0" osisRef="Bible:Job.31.19" />
<sup>19</sup>αν ειδον τινα απολλυμενον δι' ελλειψιν ενδυματος η πτωχον χωρις σκεπασματος,
<scripture passage="Job 31:20" parsed="|Job|31|20|0|0" osisRef="Bible:Job.31.20" />
<sup>20</sup>αν οι νεφροι αυτου δεν με ευλογησαν και δεν εθερμανθη με το μαλλιον των προβατων μου,
<scripture passage="Job 31:21" parsed="|Job|31|21|0|0" osisRef="Bible:Job.31.21" />
<sup>21</sup>αν εσηκωσα την χειρα μου κατα του ορφανου, βλεπων οτι υπερισχυον εν τη πυλη,
<scripture passage="Job 31:22" parsed="|Job|31|22|0|0" osisRef="Bible:Job.31.22" />
<sup>22</sup>να πεση ο βραχιων μου εκ του ωμου, και η χειρ μου να συντριφθη εκ του αγκωνος.
<scripture passage="Job 31:23" parsed="|Job|31|23|0|0" osisRef="Bible:Job.31.23" />
<sup>23</sup>Διοτι ο παρα του Θεου ολεθρος ητο εις εμε φρικη και δια την μεγαλειοτητα αυτου δεν ηθελον δυνηθη να ανθεξω.
<scripture passage="Job 31:24" parsed="|Job|31|24|0|0" osisRef="Bible:Job.31.24" />
<sup>24</sup>Αν εθεσα εις το χρυσιον την ελπιδα μου, η ειπα προς το καθαρον χρυσιον, Συ εισαι το θαρρος μου,
<scripture passage="Job 31:25" parsed="|Job|31|25|0|0" osisRef="Bible:Job.31.25" />
<sup>25</sup>αν ευφρανθην διοτι ο πλουτος μου ητο μεγας και διοτι η χειρ μου ευρηκεν αφθονιαν,
<scripture passage="Job 31:26" parsed="|Job|31|26|0|0" osisRef="Bible:Job.31.26" />
<sup>26</sup>αν εθεωρουν τον ηλιον αναλαμποντα η την σεληνην περιπατουσαν εν τη λαμπροτητι αυτης,
<scripture passage="Job 31:27" parsed="|Job|31|27|0|0" osisRef="Bible:Job.31.27" />
<sup>27</sup>και η καρδια μου εθελχθη κρυφιως, η με το στομα μου εφιλησα την χειρα μου,
<scripture passage="Job 31:28" parsed="|Job|31|28|0|0" osisRef="Bible:Job.31.28" />
<sup>28</sup>και τουτο ηθελεν εισθαι ανομημα καταδικον· διοτι ηθελον αρνηθη τον Θεον τον Υψιστον.
<scripture passage="Job 31:29" parsed="|Job|31|29|0|0" osisRef="Bible:Job.31.29" />
<sup>29</sup>Αν εχαρην εις τον αφανισμον του μισουντος με, η επεχαρην οτε ευρηκεν αυτον κακον·
<scripture passage="Job 31:30" parsed="|Job|31|30|0|0" osisRef="Bible:Job.31.30" />
<sup>30</sup>διοτι ουδε αφηκα το στομα μου να αμαρτηση, ευχομενος καταραν εις την ψυχην αυτου·
<scripture passage="Job 31:31" parsed="|Job|31|31|0|0" osisRef="Bible:Job.31.31" />
<sup>31</sup>αν οι ανθρωποι της σκηνης μου δεν ειπον, τις θελει δειξει ανθρωπον μη χορτασθεντα απο των κρεατων αυτου;
<scripture passage="Job 31:32" parsed="|Job|31|32|0|0" osisRef="Bible:Job.31.32" />
<sup>32</sup>Ο ξενος δεν διενυκτερευεν εξω· ηνοιγον την θυραν μου εις τον οδοιπορον·
<scripture passage="Job 31:33" parsed="|Job|31|33|0|0" osisRef="Bible:Job.31.33" />
<sup>33</sup>αν εσκεπασα την παραβασιν μου ως ο Αδαμ, κρυπτων την ανομιαν μου εν τω κολπω μου·
<scripture passage="Job 31:34" parsed="|Job|31|34|0|0" osisRef="Bible:Job.31.34" />
<sup>34</sup>διοτι μηπως εφοβουμην μεγα πληθος, η με ετρομαζεν η καταφρονησις των οικογενειων, ωστε να σιωπησω και να μη εκβω εκ της θυρας;
<scripture passage="Job 31:35" parsed="|Job|31|35|0|0" osisRef="Bible:Job.31.35" />
<sup>35</sup>Ω να ητο τις να με ηκουεν. Ιδου, η επιθυμια μου ειναι να απεκρινετο ο Παντοδυναμος εις εμε, και ο αντιδικος μου να εγραφε βιβλιον.
<scripture passage="Job 31:36" parsed="|Job|31|36|0|0" osisRef="Bible:Job.31.36" />
<sup>36</sup>Βεβαιως ηθελον βαστασει αυτο επι του ωμου μου, ηθελον περιδεσει αυτο στεφανον επ' εμε·
<scripture passage="Job 31:37" parsed="|Job|31|37|0|0" osisRef="Bible:Job.31.37" />
<sup>37</sup>ηθελον φανερωσει προς αυτον τον αριθμον των βηματων μου· ως αρχων ηθελον πλησιασει εις αυτον.
<scripture passage="Job 31:38" parsed="|Job|31|38|0|0" osisRef="Bible:Job.31.38" />
<sup>38</sup>Αν ο αγρος μου καταβοα εναντιον μου και κλαιωσιν ομου οι αυλακες αυτου,
<scripture passage="Job 31:39" parsed="|Job|31|39|0|0" osisRef="Bible:Job.31.39" />
<sup>39</sup>αν εφαγον τον καρπον αυτον χωρις μισθον, η εκαμον να εκβη η ψυχη των γεωργων αυτου,
<scripture passage="Job 31:40" parsed="|Job|31|40|0|0" osisRef="Bible:Job.31.40" />
<sup>40</sup>Ας φυτρωσωσι τριβολοι αντι σιτου και ζιζανια αντι κριθης. Ετελειωσαν οι λογοι του Ιωβ.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 32" progress="47.58%" prev="Job.31" next="Job.33" id="Job.32">
<h3 id="Job.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Job.32-p1">
<scripture passage="Job 32:1" parsed="|Job|32|1|0|0" osisRef="Bible:Job.32.1" />
<sup>1</sup>Επαυσαν δε και οι τρεις ουτοι ανθρωποι αποκρινομενοι προς τον Ιωβ, διοτι ητο δικαιος εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Job 32:2" parsed="|Job|32|2|0|0" osisRef="Bible:Job.32.2" />
<sup>2</sup>Τοτε εξηφθη ο θυμος του Ελιου, υιου του Βαραχιηλ του Βουζιτου, εκ της συγγενειας του Αραμ· κατα του Ιωβ εξηφθη ο θυμος αυτου, διοτι εδικαιονεν εαυτον μαλλον παρα τον Θεον.
<scripture passage="Job 32:3" parsed="|Job|32|3|0|0" osisRef="Bible:Job.32.3" />
<sup>3</sup>Και κατα των τριων αυτου φιλων εξηφθη ο θυμος αυτου, διοτι δεν ευρηκαν αποκρισιν και κατεδικασαν τον Ιωβ.
<scripture passage="Job 32:4" parsed="|Job|32|4|0|0" osisRef="Bible:Job.32.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Ελιου περιεμενε να λαληση προς τον Ιωβ, διοτι εκεινοι ησαν γεροντοτεροι αυτου.
<scripture passage="Job 32:5" parsed="|Job|32|5|0|0" osisRef="Bible:Job.32.5" />
<sup>5</sup>Οτε δε ο Ελιου ειδεν, οτι δεν ητο αποκρισις εν τω στοματι των τριων ανδρων, εξηφθη ο θυμος αυτου.
<scripture passage="Job 32:6" parsed="|Job|32|6|0|0" osisRef="Bible:Job.32.6" />
<sup>6</sup>και απεκριθη ο Ελιου ο υιος του Βαραχιηλ του Βουζιτου και ειπεν· Εγω ειμαι νεος την ηλικιαν, και σεις γεροντες· δια τουτο εφοβηθην και συνεσταλην να σας φανερωσω την γνωμην μου.
<scripture passage="Job 32:7" parsed="|Job|32|7|0|0" osisRef="Bible:Job.32.7" />
<sup>7</sup>Εγω ειπα, Αι ημεραι ας λαλησωσι και το πληθος των ετων ας διδαξη, σοφιαν.
<scripture passage="Job 32:8" parsed="|Job|32|8|0|0" osisRef="Bible:Job.32.8" />
<sup>8</sup>Βεβαιως ειναι πνευμα εν τω ανθρωπω η εμπνευσις ομως του Παντοδυναμου συνετιζει αυτον.
<scripture passage="Job 32:9" parsed="|Job|32|9|0|0" osisRef="Bible:Job.32.9" />
<sup>9</sup>Οι μεγαλητεροι δεν ειναι παντοτε σοφοι· ουτε οι γεροντες νοουσι κρισιν.
<scripture passage="Job 32:10" parsed="|Job|32|10|0|0" osisRef="Bible:Job.32.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ειπα, Ακουσατε μου· θελω φανερωσει και εγω την γνωμην μου.
<scripture passage="Job 32:11" parsed="|Job|32|11|0|0" osisRef="Bible:Job.32.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, επροσμενα τους λογους σας· ηκροασθην τα επιχειρηματα σας, εωσου εξετασητε τους λογους.
<scripture passage="Job 32:12" parsed="|Job|32|12|0|0" osisRef="Bible:Job.32.12" />
<sup>12</sup>Και σας παρετηρουν, και ιδου, ουδεις εξ υμων ηδυνηθη να καταπειση τον Ιωβ, αποκρινομενος εις τους λογους αυτου·
<scripture passage="Job 32:13" parsed="|Job|32|13|0|0" osisRef="Bible:Job.32.13" />
<sup>13</sup>δια να μη ειπητε, Ημεις ευρηκαμεν σοφιαν. Ο Θεος θελει καταβαλει αυτον, ουχι ανθρωπος.
<scripture passage="Job 32:14" parsed="|Job|32|14|0|0" osisRef="Bible:Job.32.14" />
<sup>14</sup>Εκεινος δε δεν διηυθυνε λογους προς εμε· και δεν θελω αποκριθη προς αυτον κατα τας ομιλιας σας.
<scripture passage="Job 32:15" parsed="|Job|32|15|0|0" osisRef="Bible:Job.32.15" />
<sup>15</sup>Εκεινοι ετρομαξαν, δεν απεκριθησαν πλεον· εχασαν τους λογους αυτων.
<scripture passage="Job 32:16" parsed="|Job|32|16|0|0" osisRef="Bible:Job.32.16" />
<sup>16</sup>Και περιεμενον, επειδη δεν ελαλουν· αλλ' ισταντο· δεν απεκρινοντο πλεον.
<scripture passage="Job 32:17" parsed="|Job|32|17|0|0" osisRef="Bible:Job.32.17" />
<sup>17</sup>Ας αποκριθω και εγω το μερος μου· ας φανερωσω και εγω την γνωμην μου.
<scripture passage="Job 32:18" parsed="|Job|32|18|0|0" osisRef="Bible:Job.32.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ειμαι πληρης λογων· το πνευμα εντος μου με αναγκαζει.
<scripture passage="Job 32:19" parsed="|Job|32|19|0|0" osisRef="Bible:Job.32.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, η κοιλια μου ειναι ως οινος οστις δεν ηνοιχθη· ειναι ετοιμη να σπαση, ως ασκοι γλευκους.
<scripture passage="Job 32:20" parsed="|Job|32|20|0|0" osisRef="Bible:Job.32.20" />
<sup>20</sup>Θελω λαλησει δια να αναπνευσω· θελω ανοιξει τα χειλη μου και αποκριθη.
<scripture passage="Job 32:21" parsed="|Job|32|21|0|0" osisRef="Bible:Job.32.21" />
<sup>21</sup>Μη γενοιτο να γεινω προσωποληπτης, μηδε να κολακευσω ανθρωπον.
<scripture passage="Job 32:22" parsed="|Job|32|22|0|0" osisRef="Bible:Job.32.22" />
<sup>22</sup>Διοτι δεν εξευρω να κολακευω· ο Ποιητης μου ηθελε με αναρπασει ευθυς.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 33" progress="47.63%" prev="Job.32" next="Job.34" id="Job.33">
<h3 id="Job.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Job.33-p1">
<scripture passage="Job 33:1" parsed="|Job|33|1|0|0" osisRef="Bible:Job.33.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο, Ιωβ, ακουσον τωρα τας ομιλιας μου, και ακροασθητι παντας τους λογους μου.
<scripture passage="Job 33:2" parsed="|Job|33|2|0|0" osisRef="Bible:Job.33.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, τωρα ηνοιξα το στομα μου· η γλωσσα μου λαλει εν τω στοματι μου.
<scripture passage="Job 33:3" parsed="|Job|33|3|0|0" osisRef="Bible:Job.33.3" />
<sup>3</sup>Οι λογοι μου θελουσιν εισθαι κατα την ευθυτητα της καρδιας μου· και τα χειλη μου θελουσι προφερει γνωσιν καθαραν.
<scripture passage="Job 33:4" parsed="|Job|33|4|0|0" osisRef="Bible:Job.33.4" />
<sup>4</sup>Το Πνευμα του Θεου με εκαμε και η πνοη του Παντοδυναμου με εζωοποιησεν.
<scripture passage="Job 33:5" parsed="|Job|33|5|0|0" osisRef="Bible:Job.33.5" />
<sup>5</sup>Εαν δυνασαι, αποκριθητι μοι· παραταχθητι εμπροσθεν μου· στηθι.
<scripture passage="Job 33:6" parsed="|Job|33|6|0|0" osisRef="Bible:Job.33.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, εγω ειμαι κατα τον λογον σου απο μερους του Θεου· εκ πηλου ειμαι και εγω μεμορφωμενος.
<scripture passage="Job 33:7" parsed="|Job|33|7|0|0" osisRef="Bible:Job.33.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ο τρομος μου δεν θελει σε ταραξει, ουδε η χειρ μου θελει εισθαι βαρεια επι σε.
<scripture passage="Job 33:8" parsed="|Job|33|8|0|0" osisRef="Bible:Job.33.8" />
<sup>8</sup>Συ τωοντι ειπας εις τα ωτα μου, και ηκουσα την φωνην των λογων σου,
<scripture passage="Job 33:9" parsed="|Job|33|9|0|0" osisRef="Bible:Job.33.9" />
<sup>9</sup>Ειμαι καθαρος χωρις αμαρτιας· ειμαι αθωος· και ανομια δεν υπαρχει εν εμοι·
<scripture passage="Job 33:10" parsed="|Job|33|10|0|0" osisRef="Bible:Job.33.10" />
<sup>10</sup>ιδου, ευρισκει αφορμας εναντιον μου· με νομιζει εχθρον αυτου·
<scripture passage="Job 33:11" parsed="|Job|33|11|0|0" osisRef="Bible:Job.33.11" />
<sup>11</sup>βαλλει τους ποδας μου εν τω ξυλω· παραφυλαττει πασας τας οδους μου.
<scripture passage="Job 33:12" parsed="|Job|33|12|0|0" osisRef="Bible:Job.33.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, κατα τουτο δεν εισαι δικαιος· θελω αποκριθη προς σε, διοτι ο Θεος ειναι μεγαλητερος του ανθρωπου.
<scripture passage="Job 33:13" parsed="|Job|33|13|0|0" osisRef="Bible:Job.33.13" />
<sup>13</sup>Δια τι αντιμαχεσαι προς αυτον; διοτι δεν διδει λογον περι ουδεμιας των πραξεων αυτου.
<scripture passage="Job 33:14" parsed="|Job|33|14|0|0" osisRef="Bible:Job.33.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ο Θεος λαλει απαξ και δις, αλλ' ο ανθρωπος δεν προσεχει.
<scripture passage="Job 33:15" parsed="|Job|33|15|0|0" osisRef="Bible:Job.33.15" />
<sup>15</sup>Εν ενυπνιω, εν ορασει νυκτερινη, οτε βαθυς υπνος πιπτει επι τους ανθρωπους, οτε υπνωττουσιν επι της κλινης·
<scripture passage="Job 33:16" parsed="|Job|33|16|0|0" osisRef="Bible:Job.33.16" />
<sup>16</sup>τοτε ανοιγει τα ωτα των ανθρωπων, και επισφραγιζει την προς αυτους νουθεσιαν·
<scripture passage="Job 33:17" parsed="|Job|33|17|0|0" osisRef="Bible:Job.33.17" />
<sup>17</sup>δια να αποστρεψη τον ανθρωπον απο των πραξεων αυτου και να εκβαλη την υπερηφανιαν εκ του ανθρωπου.
<scripture passage="Job 33:18" parsed="|Job|33|18|0|0" osisRef="Bible:Job.33.18" />
<sup>18</sup>Προλαμβανει την ψυχην αυτου απο του λακκου και την ζωην αυτου απο του να διαπερασθη υπο ρομφαιας.
<scripture passage="Job 33:19" parsed="|Job|33|19|0|0" osisRef="Bible:Job.33.19" />
<sup>19</sup>Παλιν, τιμωρειται με πονους επι της κλινης αυτου, και το πληθος των οστεων αυτου με δυνατους πονους·
<scripture passage="Job 33:20" parsed="|Job|33|20|0|0" osisRef="Bible:Job.33.20" />
<sup>20</sup>ωστε η ζωη αυτου αποστρεφεται τον αρτον και η ψυχη αυτου το επιθυμητον φαγητον·
<scripture passage="Job 33:21" parsed="|Job|33|21|0|0" osisRef="Bible:Job.33.21" />
<sup>21</sup>η σαρξ αυτου αναλισκεται, ωστε δεν φαινεται, και τα οστα αυτου τα αφανη εξεχουσιν·
<scripture passage="Job 33:22" parsed="|Job|33|22|0|0" osisRef="Bible:Job.33.22" />
<sup>22</sup>η δε ψυχη αυτου πλησιαζει εις τον λακκον και η ζωη αυτου εις τους φονευτας.
<scripture passage="Job 33:23" parsed="|Job|33|23|0|0" osisRef="Bible:Job.33.23" />
<sup>23</sup>Εαν ηναι μηνυτης μετ' αυτου η ερμηνευτης, εις μεταξυ χιλιων, δια να αναγγειλη προς τον ανθρωπον την ευθυτητα αυτου·
<scripture passage="Job 33:24" parsed="|Job|33|24|0|0" osisRef="Bible:Job.33.24" />
<sup>24</sup>τοτε θελει εισθαι ιλεως εις αυτον και θελει ειπει, Λυτρωσον αυτον απο του να καταβη εις τον λακκον· εγω ευρηκα εξιλασμον.
<scripture passage="Job 33:25" parsed="|Job|33|25|0|0" osisRef="Bible:Job.33.25" />
<sup>25</sup>Η σαρξ αυτου θελει εισθαι ανθηροτερα νηπιου· θελει επιστρεψει εις τας ημερας της νεοτητος αυτου·
<scripture passage="Job 33:26" parsed="|Job|33|26|0|0" osisRef="Bible:Job.33.26" />
<sup>26</sup>θελει δεηθη του Θεου και θελει ευνοησει προς αυτον· και θελει βλεπει το προσωπον αυτου εν χαρα· και θελει αποδωσει εις τον ανθρωπον την δικαιοσυνην αυτου.
<scripture passage="Job 33:27" parsed="|Job|33|27|0|0" osisRef="Bible:Job.33.27" />
<sup>27</sup>Θελει βλεπει προς τους ανθρωπους και θελει λεγει, Ημαρτησα και διεστρεψα το ορθον, και δεν με ωφελησεν·
<scripture passage="Job 33:28" parsed="|Job|33|28|0|0" osisRef="Bible:Job.33.28" />
<sup>28</sup>αλλ' αυτος ελυτρωσε την ψυχην μου απο του να υπαγη εις τον λακκον· και η ζωη μου θελει ιδει το φως.
<scripture passage="Job 33:29" parsed="|Job|33|29|0|0" osisRef="Bible:Job.33.29" />
<sup>29</sup>Ιδου, παντα ταυτα εργαζεται ο Θεος δις και τρις μετα του ανθρωπου,
<scripture passage="Job 33:30" parsed="|Job|33|30|0|0" osisRef="Bible:Job.33.30" />
<sup>30</sup>δια να αποστρεψη την ψυχην αυτου απο του λακκου, ωστε να φωτισθη εν τω φωτι των ζωντων.
<scripture passage="Job 33:31" parsed="|Job|33|31|0|0" osisRef="Bible:Job.33.31" />
<sup>31</sup>Προσεχε, Ιωβ, ακουσον μου· σιωπα, και εγω θελω λαλησει.
<scripture passage="Job 33:32" parsed="|Job|33|32|0|0" osisRef="Bible:Job.33.32" />
<sup>32</sup>Εαν εχης τι να ειπης, αποκριθητι μοι· λαλησον, διοτι επιθυμω να δικαιωθης.
<scripture passage="Job 33:33" parsed="|Job|33|33|0|0" osisRef="Bible:Job.33.33" />
<sup>33</sup>Ει δε μη, συ ακουσον μου· σιωπα και θελω σε διδαξει σοφιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 34" progress="47.70%" prev="Job.33" next="Job.35" id="Job.34">
<h3 id="Job.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Job.34-p1">
<scripture passage="Job 34:1" parsed="|Job|34|1|0|0" osisRef="Bible:Job.34.1" />
<sup>1</sup>Επανελαβε δε ο Ελιου και ειπεν·
<scripture passage="Job 34:2" parsed="|Job|34|2|0|0" osisRef="Bible:Job.34.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε τους λογους μου, ω σοφοι· και δοτε ακροασιν εις εμε, οι νοημονες·
<scripture passage="Job 34:3" parsed="|Job|34|3|0|0" osisRef="Bible:Job.34.3" />
<sup>3</sup>Διοτι το ωτιον δοκιμαζει τους λογους, ο δε ουρανισκος γευεται το φαγητον.
<scripture passage="Job 34:4" parsed="|Job|34|4|0|0" osisRef="Bible:Job.34.4" />
<sup>4</sup>Ας εκλεξωμεν εις εαυτους κρισιν· ας γνωρισωμεν μεταξυ ημων τι το καλον.
<scripture passage="Job 34:5" parsed="|Job|34|5|0|0" osisRef="Bible:Job.34.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο Ιωβ ειπεν, Ειμαι δικαιος· και ο Θεος αφηρεσε την κρισιν μου·
<scripture passage="Job 34:6" parsed="|Job|34|6|0|0" osisRef="Bible:Job.34.6" />
<sup>6</sup>εψευσθην εις την κρισιν μου· η πληγη μου ειναι ανιατος, ανευ παραβασεως.
<scripture passage="Job 34:7" parsed="|Job|34|7|0|0" osisRef="Bible:Job.34.7" />
<sup>7</sup>Τις ανθρωπος ως ο Ιωβ, οστις καταπινει τον χλευασμον ως υδωρ·
<scripture passage="Job 34:8" parsed="|Job|34|8|0|0" osisRef="Bible:Job.34.8" />
<sup>8</sup>και υπαγει εν συνοδια μετα των εργατων της ανομιας, και περιπατει μετα ανθρωπων ασεβων;
<scripture passage="Job 34:9" parsed="|Job|34|9|0|0" osisRef="Bible:Job.34.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ειπεν, ουδεν ωφελει τον ανθρωπον το να ευαρεστη εις τον Θεον.
<scripture passage="Job 34:10" parsed="|Job|34|10|0|0" osisRef="Bible:Job.34.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ακουσατε μου, ανδρες συνετοι· μη γενοιτο να υπαρχη εις τον Θεον αδικια, και εις τον Παντοδυναμον ανομια.
<scripture passage="Job 34:11" parsed="|Job|34|11|0|0" osisRef="Bible:Job.34.11" />
<sup>11</sup>Επειδη κατα το εργον του ανθρωπου θελει αποδωσει εις αυτον, και θελει καμει εκαστον να ευρη κατα την οδον αυτου.
<scripture passage="Job 34:12" parsed="|Job|34|12|0|0" osisRef="Bible:Job.34.12" />
<sup>12</sup>Ναι, βεβαιως ο Θεος δεν θελει πραξει ασεβως, ουδε θελει διαστρεψει ο Παντοδυναμος την κρισιν.
<scripture passage="Job 34:13" parsed="|Job|34|13|0|0" osisRef="Bible:Job.34.13" />
<sup>13</sup>Τις κατεστησεν αυτον επιτηρητην της γης; η τις διεταξε πασαν την οικουμενην;
<scripture passage="Job 34:14" parsed="|Job|34|14|0|0" osisRef="Bible:Job.34.14" />
<sup>14</sup>Εαν βαλη την καρδιαν αυτου επι τον ανθρωπον, θελει συρει εις εαυτον το πνευμα αυτου και την πνοην αυτου·
<scripture passage="Job 34:15" parsed="|Job|34|15|0|0" osisRef="Bible:Job.34.15" />
<sup>15</sup>πασα σαρξ θελει εκπνευσει ομου, και ο ανθρωπος θελει επιστρεψει εις το χωμα.
<scripture passage="Job 34:16" parsed="|Job|34|16|0|0" osisRef="Bible:Job.34.16" />
<sup>16</sup>Εαν τωρα εχης συνεσιν· ακουσον τουτο· ακροαθητι της φωνης των λογων μου.
<scripture passage="Job 34:17" parsed="|Job|34|17|0|0" osisRef="Bible:Job.34.17" />
<sup>17</sup>Μηπως κυβερνα ο μισων την ευθυτητα; και θελεις καταδικασει τον κατ' εξοχην δικαιον;
<scripture passage="Job 34:18" parsed="|Job|34|18|0|0" osisRef="Bible:Job.34.18" />
<sup>18</sup>οστις λεγει προς βασιλεα, Εισαι ασεβης, προς αρχοντας, Εισθε κακοι;
<scripture passage="Job 34:19" parsed="|Job|34|19|0|0" osisRef="Bible:Job.34.19" />
<sup>19</sup>Οστις δεν προσωποληπτει εις αρχοντας ουδε αποβλεπει εις τον πλουσιον μαλλον παρα εις τον πτωχον; επειδη παντες ουτοι ειναι εργον των χειρων αυτου.
<scripture passage="Job 34:20" parsed="|Job|34|20|0|0" osisRef="Bible:Job.34.20" />
<sup>20</sup>Εν μια στιγμη θελουσιν αποθανει, και το μεσονυκτιον ο λαος θελει ταραχθη και θελει παρελθει· και ο ισχυρος θελει αναρπαχθη, ουχι υπο χειρος.
<scripture passage="Job 34:21" parsed="|Job|34|21|0|0" osisRef="Bible:Job.34.21" />
<sup>21</sup>Διοτι οι οφθαλμοι αυτου ειναι επι τας οδους του ανθρωπου, Και βλεπει παντα τα βηματα αυτου.
<scripture passage="Job 34:22" parsed="|Job|34|22|0|0" osisRef="Bible:Job.34.22" />
<sup>22</sup>Δεν ειναι σκοτος ουδε σκια θανατου, οπου οι εργαται της ανομιας να κρυφθωσιν.
<scripture passage="Job 34:23" parsed="|Job|34|23|0|0" osisRef="Bible:Job.34.23" />
<sup>23</sup>Επειδη δεν θελει αφησει πλεον τον ανθρωπον να ελθη εις κρισιν μετα του Θεου.
<scripture passage="Job 34:24" parsed="|Job|34|24|0|0" osisRef="Bible:Job.34.24" />
<sup>24</sup>Θελει συντριψει αναριθμητους ισχυρους και βαλει αλλους αντ' αυτων
<scripture passage="Job 34:25" parsed="|Job|34|25|0|0" osisRef="Bible:Job.34.25" />
<sup>25</sup>διοτι γνωριζει τα εργα αυτων, και ανατρεπει αυτους την νυκτα, και συντριβονται.
<scripture passage="Job 34:26" parsed="|Job|34|26|0|0" osisRef="Bible:Job.34.26" />
<sup>26</sup>Κτυπα αυτους ως ασεβεις εν τω τοπω των θεατων·
<scripture passage="Job 34:27" parsed="|Job|34|27|0|0" osisRef="Bible:Job.34.27" />
<sup>27</sup>επειδη εξεκλιναν απ' αυτου και δεν εθεωρησαν ουδεμιαν των οδων αυτου·
<scripture passage="Job 34:28" parsed="|Job|34|28|0|0" osisRef="Bible:Job.34.28" />
<sup>28</sup>και εκαμον να ελθη προς αυτον η κραυγη των πτωχων, και ηκουσε την φωνην των τεθλιμμενων.
<scripture passage="Job 34:29" parsed="|Job|34|29|0|0" osisRef="Bible:Job.34.29" />
<sup>29</sup>Και οταν αυτος διδη ησυχιαν, τις θελει διαταραξει αυτην; και οταν κρυπτη το προσωπον αυτου, τις δυναται να ιδη αυτον; ειτε επι εθνος ειτε επι ανθρωπον ομου·
<scripture passage="Job 34:30" parsed="|Job|34|30|0|0" osisRef="Bible:Job.34.30" />
<sup>30</sup>ωστε να μη βασιλευη υποκριτης, δια να μη παγιδευηται ο λαος.
<scripture passage="Job 34:31" parsed="|Job|34|31|0|0" osisRef="Bible:Job.34.31" />
<sup>31</sup>Βεβαιως πρεπει να λεγη τις προς τον Θεον, Επαθον, δεν θελω πλεον πραξει κακως·
<scripture passage="Job 34:32" parsed="|Job|34|32|0|0" osisRef="Bible:Job.34.32" />
<sup>32</sup>ο, τι δεν βλεπω, συ διδαξον με· εαν επραξα ανομιαν, δεν θελω πραξει πλεον.
<scripture passage="Job 34:33" parsed="|Job|34|33|0|0" osisRef="Bible:Job.34.33" />
<sup>33</sup>Αλλα μηπως θελει γεινει κατα τον στοχασμον σου; ειτε συ αποβαλης ειτε εκλεξης, αυτος θελει ανταποδωσει, και ουχι εγω· λεγε λοιπον ο, τι εξευρεις.
<scripture passage="Job 34:34" parsed="|Job|34|34|0|0" osisRef="Bible:Job.34.34" />
<sup>34</sup>Ανδρες συνετοι θελουσιν ειπει προς εμε, και ο σοφος ανθρωπος οστις με ακουει,
<scripture passage="Job 34:35" parsed="|Job|34|35|0|0" osisRef="Bible:Job.34.35" />
<sup>35</sup>Ο Ιωβ δεν ελαλησεν εν γνωσει, και οι λογοι αυτου δεν ησαν μετα συνεσεως.
<scripture passage="Job 34:36" parsed="|Job|34|36|0|0" osisRef="Bible:Job.34.36" />
<sup>36</sup>Η επιθυμια μου ειναι, ο Ιωβ να εξετασθη εως τελους· επειδη απεκριθη ως οι ανθρωποι οι ασεβεις.
<scripture passage="Job 34:37" parsed="|Job|34|37|0|0" osisRef="Bible:Job.34.37" />
<sup>37</sup>Διοτι εις την αμαρτιαν αυτου προσθετει ασεβειαν· καυχαται μεταξυ ημων, και πολλαπλασιαζει τους λογους αυτου εναντιον του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 35" progress="47.78%" prev="Job.34" next="Job.36" id="Job.35">
<h3 id="Job.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Job.35-p1">
<scripture passage="Job 35:1" parsed="|Job|35|1|0|0" osisRef="Bible:Job.35.1" />
<sup>1</sup>Και επανελαβεν ο Ελιου και ειπε·
<scripture passage="Job 35:2" parsed="|Job|35|2|0|0" osisRef="Bible:Job.35.2" />
<sup>2</sup>Στοχαζεσαι οτι ειναι ορθον τουτο, το οποιον ειπας, Ειμαι δικαιοτερος του Θεου;
<scripture passage="Job 35:3" parsed="|Job|35|3|0|0" osisRef="Bible:Job.35.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ειπας, Τις ωφελεια θελει εισθαι εις σε; Τι κερδος θελω λαβει εκ τουτου μαλλον παρα εκ της αμαρτιας μου;
<scripture passage="Job 35:4" parsed="|Job|35|4|0|0" osisRef="Bible:Job.35.4" />
<sup>4</sup>Εγω θελω αποκριθη προς σε και προς τους φιλους σου μετα σου.
<scripture passage="Job 35:5" parsed="|Job|35|5|0|0" osisRef="Bible:Job.35.5" />
<sup>5</sup>Αναβλεψον εις τους ουρανους και ιδε· και θεωρησον τα νεφη, ποσον υψηλοτερα σου ειναι.
<scripture passage="Job 35:6" parsed="|Job|35|6|0|0" osisRef="Bible:Job.35.6" />
<sup>6</sup>Εαν αμαρτανης, τι πραττεις κατ' αυτου; η αν αι παραβασεις σου πολλαπλασιασθωσι, τι κατορθονεις κατ' αυτου;
<scripture passage="Job 35:7" parsed="|Job|35|7|0|0" osisRef="Bible:Job.35.7" />
<sup>7</sup>Εαν ησαι δικαιος, τι θελεις δωσει εις αυτον; η τι θελει λαβει εκ της χειρος σου;
<scripture passage="Job 35:8" parsed="|Job|35|8|0|0" osisRef="Bible:Job.35.8" />
<sup>8</sup>Η ασεβεια σου δυναται να βλαψη ανθρωπον ως σε· και η δικαιοσυνη σου δυναται να ωφεληση υιον ανθρωπου.
<scripture passage="Job 35:9" parsed="|Job|35|9|0|0" osisRef="Bible:Job.35.9" />
<sup>9</sup>Εκ του πληθους των καταθλιβοντων καταβοωσι· κραυγαζουσιν ενεκεν του βραχιονος των ισχυρων·
<scripture passage="Job 35:10" parsed="|Job|35|10|0|0" osisRef="Bible:Job.35.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ουδεις λεγει, που ειναι ο Θεος ο Ποιητης μου, οστις διδει ασματα εις την νυκτα,
<scripture passage="Job 35:11" parsed="|Job|35|11|0|0" osisRef="Bible:Job.35.11" />
<sup>11</sup>Οστις συνετιζει ημας υπερ τα κτηνη της γης, και σοφιζει ημας υπερ τα πετεινα του ουρανου;
<scripture passage="Job 35:12" parsed="|Job|35|12|0|0" osisRef="Bible:Job.35.12" />
<sup>12</sup>Εκει βοωσι δια την υπερηφανιαν των πονηρων, δεν θελει ομως αποκριθη.
<scripture passage="Job 35:13" parsed="|Job|35|13|0|0" osisRef="Bible:Job.35.13" />
<sup>13</sup>Ο Θεος βεβαιως δεν θελει εισακουσει της ματαιολογιας, ουδε θελει επιβλεψει ο Παντοδυναμος εις αυτην·
<scripture passage="Job 35:14" parsed="|Job|35|14|0|0" osisRef="Bible:Job.35.14" />
<sup>14</sup>ποσον ολιγωτερον οταν συ λεγης, οτι δεν θελεις ιδει αυτον· η κρισις ομως ειναι ενωπιον αυτου· οθεν εχε το θαρρος σου επ' αυτον.
<scripture passage="Job 35:15" parsed="|Job|35|15|0|0" osisRef="Bible:Job.35.15" />
<sup>15</sup>Αλλα τωρα, επειδη δεν επεσκεφθη εν τω θυμω αυτου και δεν παρετηρησε μετα μεγαλης αυστηροτητος,
<scripture passage="Job 35:16" parsed="|Job|35|16|0|0" osisRef="Bible:Job.35.16" />
<sup>16</sup>δια τουτο ο Ιωβ ανοιγει το στομα αυτου ματαιως· επισωρευει λογους εν αγνωσια.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 36" progress="47.81%" prev="Job.35" next="Job.37" id="Job.36">
<h3 id="Job.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Job.36-p1">
<scripture passage="Job 36:1" parsed="|Job|36|1|0|0" osisRef="Bible:Job.36.1" />
<sup>1</sup>Και ο Ελιου εξηκολουθησε και ειπεν·
<scripture passage="Job 36:2" parsed="|Job|36|2|0|0" osisRef="Bible:Job.36.2" />
<sup>2</sup>Υπομεινον με ολιγον, και θελω σε διδαξει· διοτι εχω ετι λογους υπερ του Θεου.
<scripture passage="Job 36:3" parsed="|Job|36|3|0|0" osisRef="Bible:Job.36.3" />
<sup>3</sup>Θελω λαβει τα επιχειρηματα μου μακροθεν, και θελω αποδωσει δικαιοσυνην εις τον Ποιητην μου·
<scripture passage="Job 36:4" parsed="|Job|36|4|0|0" osisRef="Bible:Job.36.4" />
<sup>4</sup>διοτι οι λογοι μου επ' αληθειας δεν θελουσιν εισθαι ψευδεις· πλησιον σου ειναι ο τελειος κατα την γνωσιν.
<scripture passage="Job 36:5" parsed="|Job|36|5|0|0" osisRef="Bible:Job.36.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, ο Θεος ειναι ισχυρος, ομως δεν καταφρονει ουδενα· ισχυρος εις δυναμιν σοφιας.
<scripture passage="Job 36:6" parsed="|Job|36|6|0|0" osisRef="Bible:Job.36.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελει ζωοποιησει τον ασεβη· εις δε τους πτωχους διδει το δικαιον.
<scripture passage="Job 36:7" parsed="|Job|36|7|0|0" osisRef="Bible:Job.36.7" />
<sup>7</sup>Δεν αποσυρει τους οφθαλμους αυτου απο των δικαιων, αλλα και μετα βασιλεων βαλλει αυτους επι θρονου· μαλιστα καθιζει αυτους διαπαντος, και ειναι υψωμενοι.
<scripture passage="Job 36:8" parsed="|Job|36|8|0|0" osisRef="Bible:Job.36.8" />
<sup>8</sup>Και εαν ηθελον εισθαι δεδεμενοι με δεσμα και πιασθη με σχοινια θλιψεως,
<scripture passage="Job 36:9" parsed="|Job|36|9|0|0" osisRef="Bible:Job.36.9" />
<sup>9</sup>τοτε φανερονει εις αυτους τα εργα αυτων και τας παραβασεις αυτων, οτι υπερηυξησαν,
<scripture passage="Job 36:10" parsed="|Job|36|10|0|0" osisRef="Bible:Job.36.10" />
<sup>10</sup>και ανοιγει το ωτιον αυτων εις διδασκαλιαν, και απο της ανομιας προσταζει να επιστρεψωσιν.
<scripture passage="Job 36:11" parsed="|Job|36|11|0|0" osisRef="Bible:Job.36.11" />
<sup>11</sup>Εαν υπακουσωσι και δουλευσωσι, θελουσι τελειωσει τας ημερας αυτων εν αγαθοις και τα ετη αυτων εν ευφροσυναις.
<scripture passage="Job 36:12" parsed="|Job|36|12|0|0" osisRef="Bible:Job.36.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' εαν δεν υπακουσωσι, θελουσι διαπερασθη υπο ρομφαιας και θελουσι τελευτησει εν αγνωσια.
<scripture passage="Job 36:13" parsed="|Job|36|13|0|0" osisRef="Bible:Job.36.13" />
<sup>13</sup>Οι δε υποκριται την καρδιαν επισωρευουσιν οργην· δεν θελουσι βοησει οταν δεση αυτους·
<scripture passage="Job 36:14" parsed="|Job|36|14|0|0" osisRef="Bible:Job.36.14" />
<sup>14</sup>αυτοι αποθνησκουσιν εν τη νεοτητι, και η ζωη αυτων τελειονει μεταξυ των ασελγων.
<scripture passage="Job 36:15" parsed="|Job|36|15|0|0" osisRef="Bible:Job.36.15" />
<sup>15</sup>Λυτρονει τον τεθλιμμενον εν τη θλιψει αυτου και ανοιγει τα ωτα αυτων εν συμφορα·
<scripture passage="Job 36:16" parsed="|Job|36|16|0|0" osisRef="Bible:Job.36.16" />
<sup>16</sup>και ουτως ηθελε σε εκβαλει απο της στενοχωριας εις ευρυχωριαν, οπου δεν υπαρχει στενοχωρια· και το παρατιθεμενον επι της τραπεζης σου θελει εισθαι πληρες παχους.
<scripture passage="Job 36:17" parsed="|Job|36|17|0|0" osisRef="Bible:Job.36.17" />
<sup>17</sup>Αλλα συ εξεπληρωσας δικην ασεβους· δικη και κρισις θελουσι σε καταλαβει.
<scripture passage="Job 36:18" parsed="|Job|36|18|0|0" osisRef="Bible:Job.36.18" />
<sup>18</sup>Επειδη υπαρχει θυμος, προσεχε μη σε εξαφανιση δια της προσβολης αυτου· τοτε ουδε μεγα λυτρον ηθελε σε λυτρωσει.
<scripture passage="Job 36:19" parsed="|Job|36|19|0|0" osisRef="Bible:Job.36.19" />
<sup>19</sup>Θελει αποβλεψει εις τα πλουτη σου, ουτε εις χρυσιον ουτε εις πασαν την ισχυν της δυναμεως;
<scripture passage="Job 36:20" parsed="|Job|36|20|0|0" osisRef="Bible:Job.36.20" />
<sup>20</sup>Μη επιποθει την νυκτα, καθ' ην οι λαοι εκκοπτονται εν τω τοπω αυτων.
<scripture passage="Job 36:21" parsed="|Job|36|21|0|0" osisRef="Bible:Job.36.21" />
<sup>21</sup>Προσεχε, μη στραφης προς την ανομιαν· διοτι συ προεκρινας τουτο μαλλον παρα την θλιψιν.
<scripture passage="Job 36:22" parsed="|Job|36|22|0|0" osisRef="Bible:Job.36.22" />
<sup>22</sup>Ιδου, ο Θεος ειναι υψωμενος δια της δυναμεως αυτου· τις διδασκει ως αυτος;
<scripture passage="Job 36:23" parsed="|Job|36|23|0|0" osisRef="Bible:Job.36.23" />
<sup>23</sup>Τις διωρισεν εις αυτον την οδον αυτου; η τις δυναται να ειπη, Επραξας ανομιαν;
<scripture passage="Job 36:24" parsed="|Job|36|24|0|0" osisRef="Bible:Job.36.24" />
<sup>24</sup>Ενθυμου να μεγαλυνης το εργον αυτου, το οποιον θεωρουσιν οι ανθρωποι.
<scripture passage="Job 36:25" parsed="|Job|36|25|0|0" osisRef="Bible:Job.36.25" />
<sup>25</sup>Πας ανθρωπος βλεπει αυτο· ο ανθρωπος θεωρει αυτο μακροθεν.
<scripture passage="Job 36:26" parsed="|Job|36|26|0|0" osisRef="Bible:Job.36.26" />
<sup>26</sup>Ιδου, ο Θεος ειναι μεγας και ακατανοητος εις ημας, και ο αριθμος των ετων αυτου ανεξερευνητος.
<scripture passage="Job 36:27" parsed="|Job|36|27|0|0" osisRef="Bible:Job.36.27" />
<sup>27</sup>Οταν ανασυρη τας ρανιδας του υδατος, αυται καταχεουσιν εκ των ατμων αυτου βροχην,
<scripture passage="Job 36:28" parsed="|Job|36|28|0|0" osisRef="Bible:Job.36.28" />
<sup>28</sup>την οποιαν τα νεφη ραινουσιν· αφθονως σταλαζουσιν επι τον ανθρωπον.
<scripture passage="Job 36:29" parsed="|Job|36|29|0|0" osisRef="Bible:Job.36.29" />
<sup>29</sup>Δυναται τις ετι να εννοηση τας εφαπλωσεις των νεφελων, τον κροτον της σκηνης αυτου;
<scripture passage="Job 36:30" parsed="|Job|36|30|0|0" osisRef="Bible:Job.36.30" />
<sup>30</sup>Ιδου, εφαπλονει το φως αυτου επ' αυτην και σκεπαζει τους πυθμενας της θαλασσης·
<scripture passage="Job 36:31" parsed="|Job|36|31|0|0" osisRef="Bible:Job.36.31" />
<sup>31</sup>επειδη δι' αυτων δικαζει τους λαους και διδει τροφην αφθονως.
<scripture passage="Job 36:32" parsed="|Job|36|32|0|0" osisRef="Bible:Job.36.32" />
<sup>32</sup>Εν ταις παλαμαις αυτου κρυπτει την αστραπην· και προσταζει αυτην εις ο, τι εχει να απαντηση.
<scripture passage="Job 36:33" parsed="|Job|36|33|0|0" osisRef="Bible:Job.36.33" />
<sup>33</sup>Παραγγελλει εις αυτην υπερ του φιλου αυτου, κατα δε του ασεβους ετοιμαζει οργην.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 37" progress="47.88%" prev="Job.36" next="Job.38" id="Job.37">
<h3 id="Job.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Job.37-p1">
<scripture passage="Job 37:1" parsed="|Job|37|1|0|0" osisRef="Bible:Job.37.1" />
<sup>1</sup>Εις τουτο ετι η καρδια μου τρεμει και εκπηδα απο του τοπου αυτης.
<scripture passage="Job 37:2" parsed="|Job|37|2|0|0" osisRef="Bible:Job.37.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε προσεκτικως την τρομεραν φωνην αυτου και τον ηχον τον εξερχομενον εκ του στοματος αυτου.
<scripture passage="Job 37:3" parsed="|Job|37|3|0|0" osisRef="Bible:Job.37.3" />
<sup>3</sup>Αποστελλει αυτην υποκατω παντος του ουρανου και το φως αυτου επι τα εσχατα της γης.
<scripture passage="Job 37:4" parsed="|Job|37|4|0|0" osisRef="Bible:Job.37.4" />
<sup>4</sup>Κατοπιν αυτου βοα φωνη· βροντα με την φωνην της μεγαλωσυνης αυτου· και δεν θελει στησει αυτα, αφου η φωνη αυτου ακουσθη.
<scripture passage="Job 37:5" parsed="|Job|37|5|0|0" osisRef="Bible:Job.37.5" />
<sup>5</sup>Ο Θεος βροντα θαυμασιως με την φωνην αυτου· καμνει μεγαλεια, και δεν εννοουμεν.
<scripture passage="Job 37:6" parsed="|Job|37|6|0|0" osisRef="Bible:Job.37.6" />
<sup>6</sup>Διοτι λεγει προς την χιονα, γινου επι την γην· και προς την ψεκαδα και προς τον υετον της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="Job 37:7" parsed="|Job|37|7|0|0" osisRef="Bible:Job.37.7" />
<sup>7</sup>Κατασφραγιζει την χειρα παντος ανθρωπου· δια να γνωρισωσι παντες οι ανθρωποι το εργον αυτου.
<scripture passage="Job 37:8" parsed="|Job|37|8|0|0" osisRef="Bible:Job.37.8" />
<sup>8</sup>Τοτε τα θηρια εισερχονται εις τα σπηλαια και κατασκηνουσιν εν τοις τοποις αυτων.
<scripture passage="Job 37:9" parsed="|Job|37|9|0|0" osisRef="Bible:Job.37.9" />
<sup>9</sup>Εκ του νοτου ερχεται ο ανεμοστροβιλος, και το ψυχος εκ του βορρα.
<scripture passage="Job 37:10" parsed="|Job|37|10|0|0" osisRef="Bible:Job.37.10" />
<sup>10</sup>Εκ του φυσηματος του Θεου διδεται παγος· και το πλατος των υδατων στερεουται.
<scripture passage="Job 37:11" parsed="|Job|37|11|0|0" osisRef="Bible:Job.37.11" />
<sup>11</sup>Παλιν η γαληνη διασκεδαζει την νεφελην· το φως αυτου διασκορπιζει τα νεφη·
<scripture passage="Job 37:12" parsed="|Job|37|12|0|0" osisRef="Bible:Job.37.12" />
<sup>12</sup>και αυτα περιφερονται κυκλω υπο τας οδηγιας αυτου, δια να καμνωσι παν ο, τι προσταζει εις αυτα επι το προσωπον της οικουμενης·
<scripture passage="Job 37:13" parsed="|Job|37|13|0|0" osisRef="Bible:Job.37.13" />
<sup>13</sup>καμνει αυτα να ερχωνται, η δια παιδειαν, η δια την γην αυτου, η δια ελεος.
<scripture passage="Job 37:14" parsed="|Job|37|14|0|0" osisRef="Bible:Job.37.14" />
<sup>14</sup>Ακροασθητι τουτο, Ιωβ· σταθητι και συλλογισθητι τα θαυμασια του Θεου.
<scripture passage="Job 37:15" parsed="|Job|37|15|0|0" osisRef="Bible:Job.37.15" />
<sup>15</sup>Εννοεις πως ο Θεος διαταττει αυτα, και καμνει να λαμπη το φως της νεφελης αυτου;
<scripture passage="Job 37:16" parsed="|Job|37|16|0|0" osisRef="Bible:Job.37.16" />
<sup>16</sup>Εννοεις τα ζυγοσταθμισματα των νεφων, τα θαυμασια του τελειου κατα την γνωσιν;
<scripture passage="Job 37:17" parsed="|Job|37|17|0|0" osisRef="Bible:Job.37.17" />
<sup>17</sup>Δια τι τα ενδυματα σου ειναι θερμα, οταν αναπαυη την γην δια του νοτου;
<scripture passage="Job 37:18" parsed="|Job|37|18|0|0" osisRef="Bible:Job.37.18" />
<sup>18</sup>Εξηπλωσας μετ' αυτου το στερεωμα το δυνατον ως κατοπτρον χυτον;
<scripture passage="Job 37:19" parsed="|Job|37|19|0|0" osisRef="Bible:Job.37.19" />
<sup>19</sup>Διδαξον ημας τι να ειπωμεν προς αυτον· ημεις δεν δυναμεθα να διαταξωμεν τους λογους ημων εξ αιτιας του σκοτους.
<scripture passage="Job 37:20" parsed="|Job|37|20|0|0" osisRef="Bible:Job.37.20" />
<sup>20</sup>Θελει αναγγελθη προς αυτον, εαν εγω λαλω; εαν λαληση ανθρωπος, βεβαιως θελει καταποθη.
<scripture passage="Job 37:21" parsed="|Job|37|21|0|0" osisRef="Bible:Job.37.21" />
<sup>21</sup>Τωρα δε οι ανθρωποι δεν δυνανται να ατενισωσιν εις το λαμπρον φως, το εν τω στερεωματι, αφου ο ανεμος περαση και καθαριση αυτο,
<scripture passage="Job 37:22" parsed="|Job|37|22|0|0" osisRef="Bible:Job.37.22" />
<sup>22</sup>και χρυσαυγης καιρος ελθη απο βορρα. Φοβερα δοξα υπαρχει εν τω Θεω.
<scripture passage="Job 37:23" parsed="|Job|37|23|0|0" osisRef="Bible:Job.37.23" />
<sup>23</sup>Τον Παντοδυναμον, δεν δυναμεθα να εννοησωμεν αυτον· ειναι υπεροχος κατα την δυναμιν και κατα την κρισιν και κατα το πληθος της δικαιοσυνης, δεν καταθλιβει.
<scripture passage="Job 37:24" parsed="|Job|37|24|0|0" osisRef="Bible:Job.37.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο οι ανθρωποι φοβουνται αυτον· ουδεις σοφος την καρδιαν δυναται να εννοηση αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 38" progress="47.93%" prev="Job.37" next="Job.39" id="Job.38">
<h3 id="Job.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Job.38-p1">
<scripture passage="Job 38:1" parsed="|Job|38|1|0|0" osisRef="Bible:Job.38.1" />
<sup>1</sup>Τοτε απεκριθη ο Κυριος προς τον Ιωβ εκ του ανεμοστροβιλου και ειπε·
<scripture passage="Job 38:2" parsed="|Job|38|2|0|0" osisRef="Bible:Job.38.2" />
<sup>2</sup>Τις ουτος, οστις σκοτιζει την βουλην μου δια λογων ασυνετων;
<scripture passage="Job 38:3" parsed="|Job|38|3|0|0" osisRef="Bible:Job.38.3" />
<sup>3</sup>Ζωσον ηδη την οσφυν σου ως ανηρ· διοτι θελω σε ερωτησει, και φανερωσον μοι.
<scripture passage="Job 38:4" parsed="|Job|38|4|0|0" osisRef="Bible:Job.38.4" />
<sup>4</sup>Που ησο οτε εθεμελιονον την γην; απαγγειλον, εαν εχης συνεσιν.
<scripture passage="Job 38:5" parsed="|Job|38|5|0|0" osisRef="Bible:Job.38.5" />
<sup>5</sup>Τις εθεσε τα μετρα αυτης, εαν εξευρης; η τις ηπλωσε σταθμην επ' αυτην;
<scripture passage="Job 38:6" parsed="|Job|38|6|0|0" osisRef="Bible:Job.38.6" />
<sup>6</sup>Επι τινος ειναι εστηριγμενα τα θεμελια αυτης; η τις εθεσε τον ακρογωνιαιον λιθον αυτης,
<scripture passage="Job 38:7" parsed="|Job|38|7|0|0" osisRef="Bible:Job.38.7" />
<sup>7</sup>οτε τα αστρα της αυγης εψαλλον ομου και παντες οι υιοι του Θεου ηλαλαζον;
<scripture passage="Job 38:8" parsed="|Job|38|8|0|0" osisRef="Bible:Job.38.8" />
<sup>8</sup>η τις συνεκλεισε την θαλασσαν με θυρας, οτε εξορμωσα εξηλθεν εκ μητρας;
<scripture passage="Job 38:9" parsed="|Job|38|9|0|0" osisRef="Bible:Job.38.9" />
<sup>9</sup>οτε περιεβαλον αυτην με νεφελην και με ομιχλην εσπαργανωσα αυτην,
<scripture passage="Job 38:10" parsed="|Job|38|10|0|0" osisRef="Bible:Job.38.10" />
<sup>10</sup>και περιωρισα αυτην δια προσταγματος μου, και εβαλον μοχλους και πυλας,
<scripture passage="Job 38:11" parsed="|Job|38|11|0|0" osisRef="Bible:Job.38.11" />
<sup>11</sup>και ειπα, Εως αυτου θελεις ερχεσθαι και δεν θελεις υπερβη· και εδω θελει συντριβεσθαι η υπερηφανια των κυματων σου;
<scripture passage="Job 38:12" parsed="|Job|38|12|0|0" osisRef="Bible:Job.38.12" />
<sup>12</sup>Προσεταξας συ την πρωιαν επι των ημερων σου; εδειξας εις την αυγην τον τοπον αυτης,
<scripture passage="Job 38:13" parsed="|Job|38|13|0|0" osisRef="Bible:Job.38.13" />
<sup>13</sup>δια να πιαση τα εσχατα της γης, ωστε οι κακουργοι να εκτιναχθωσιν απ' αυτης;
<scripture passage="Job 38:14" parsed="|Job|38|14|0|0" osisRef="Bible:Job.38.14" />
<sup>14</sup>Αυτη μεταμορφουται ως πηλος σφραγιζομενος· και τα παντα παρουσιαζονται ως στολη.
<scripture passage="Job 38:15" parsed="|Job|38|15|0|0" osisRef="Bible:Job.38.15" />
<sup>15</sup>Και το φως των ασεβων αφαιρειται απ' αυτων, ο δε βραχιων των υπερηφανων συντριβεται.
<scripture passage="Job 38:16" parsed="|Job|38|16|0|0" osisRef="Bible:Job.38.16" />
<sup>16</sup>Εισηλθες εως των πηγων της θαλασσης; η περιεπατησας εις εξιχνιασιν της αβυσσου;
<scripture passage="Job 38:17" parsed="|Job|38|17|0|0" osisRef="Bible:Job.38.17" />
<sup>17</sup>Ηνοιχθησαν εις σε του θανατου αι πυλαι; η ειδες τας θυρας της σκιας του θανατου;
<scripture passage="Job 38:18" parsed="|Job|38|18|0|0" osisRef="Bible:Job.38.18" />
<sup>18</sup>Εγνωρισας το πλατος της γης; απαγγειλον, εαν ενοησας παντα ταυτα.
<scripture passage="Job 38:19" parsed="|Job|38|19|0|0" osisRef="Bible:Job.38.19" />
<sup>19</sup>Που ειναι η οδος της κατοικιας του φωτος; και του σκοτους, που ειναι ο τοπος αυτου,
<scripture passage="Job 38:20" parsed="|Job|38|20|0|0" osisRef="Bible:Job.38.20" />
<sup>20</sup>δια να συλλαβης αυτο εις το οριον αυτου και να γνωρισης τας τριβους της οικιας αυτου;
<scripture passage="Job 38:21" parsed="|Job|38|21|0|0" osisRef="Bible:Job.38.21" />
<sup>21</sup>Γνωριζεις αυτο, διοτι τοτε εγεννηθης; η διοτι ο αριθμος των ημερων σου ειναι πολυς;
<scripture passage="Job 38:22" parsed="|Job|38|22|0|0" osisRef="Bible:Job.38.22" />
<sup>22</sup>Εισηλθες εις τους θησαυρους της χιονος; η ειδες τους θησαυρους της χαλαζης,
<scripture passage="Job 38:23" parsed="|Job|38|23|0|0" osisRef="Bible:Job.38.23" />
<sup>23</sup>τους οποιους φυλαττω δια τον καιρον της θλιψεως δια την ημεραν της μαχης και του πολεμου;
<scripture passage="Job 38:24" parsed="|Job|38|24|0|0" osisRef="Bible:Job.38.24" />
<sup>24</sup>Δια τινος οδου διαδιδεται το φως, η ο ανατολικος ανεμος διαχεεται επι την γην;
<scripture passage="Job 38:25" parsed="|Job|38|25|0|0" osisRef="Bible:Job.38.25" />
<sup>25</sup>Τις ηνοιξε ρυακας δια τας ραγδαιας βροχας, η δρομον δια την αστραπην της βροντης,
<scripture passage="Job 38:26" parsed="|Job|38|26|0|0" osisRef="Bible:Job.38.26" />
<sup>26</sup>δια να φερη βροχην επι γην ακατοικητον, εις ερημον, οπου ανθρωπος δεν υπαρχει,
<scripture passage="Job 38:27" parsed="|Job|38|27|0|0" osisRef="Bible:Job.38.27" />
<sup>27</sup>δια να χορταση την αβατον και ακατοικητον, και να αναβλαστηση τον βλαστον της χλοης;
<scripture passage="Job 38:28" parsed="|Job|38|28|0|0" osisRef="Bible:Job.38.28" />
<sup>28</sup>Εχει πατερα η βροχη; η τις εγεννησε τας σταγονας της δροσου;
<scripture passage="Job 38:29" parsed="|Job|38|29|0|0" osisRef="Bible:Job.38.29" />
<sup>29</sup>Απο μητρας τινος εξερχεται ο παγος; και την παχνην του ουρανου, τις εγεννησε;
<scripture passage="Job 38:30" parsed="|Job|38|30|0|0" osisRef="Bible:Job.38.30" />
<sup>30</sup>Τα υδατα σκληρυνονται ως λιθος, και το προσωπον της αβυσσου πηγνυεται.
<scripture passage="Job 38:31" parsed="|Job|38|31|0|0" osisRef="Bible:Job.38.31" />
<sup>31</sup>Δυνασαι να δεσμευσης τας γλυκειας επιρροας της Πλειαδος η να λυσης τα δεσμα τον Ωριωνος;
<scripture passage="Job 38:32" parsed="|Job|38|32|0|0" osisRef="Bible:Job.38.32" />
<sup>32</sup>Δυνασαι να εκβαλης τα Ζωδια εις τον καιρον αυτων; η δυνασαι να οδηγησης τον Αρκτουρον μετα των υιων αυτου;
<scripture passage="Job 38:33" parsed="|Job|38|33|0|0" osisRef="Bible:Job.38.33" />
<sup>33</sup>Γνωριζεις τους νομους του ουρανου; δυνασαι να διαταξης τας επιρροας αυτου επι την γην;
<scripture passage="Job 38:34" parsed="|Job|38|34|0|0" osisRef="Bible:Job.38.34" />
<sup>34</sup>Δυνασαι να υψωσης την φωνην σου εις τα νεφη, δια να σε σκεπαση αφθονια υδατων;
<scripture passage="Job 38:35" parsed="|Job|38|35|0|0" osisRef="Bible:Job.38.35" />
<sup>35</sup>Δυνασαι να αποστειλης αστραπας, ωστε να εξελθωσι και να ειπωσι προς σε, Ιδου, ημεις;
<scripture passage="Job 38:36" parsed="|Job|38|36|0|0" osisRef="Bible:Job.38.36" />
<sup>36</sup>Τις εβαλε σοφιαν εντος του ανθρωπου; η τις εδωκε συνεσιν εις την καρδιαν αυτου;
<scripture passage="Job 38:37" parsed="|Job|38|37|0|0" osisRef="Bible:Job.38.37" />
<sup>37</sup>Τις δυναται να αριθμηση τα νεφη δια σοφιας; η τις δυναται να κενονη τα δοχεια του ουρανου,
<scripture passage="Job 38:38" parsed="|Job|38|38|0|0" osisRef="Bible:Job.38.38" />
<sup>38</sup>δια να χωνευθη το χωμα εις συμπηξιν και οι βωλοι να συγκολλωνται;
<scripture passage="Job 38:39" parsed="|Job|38|39|0|0" osisRef="Bible:Job.38.39" />
<sup>39</sup>Θελεις κυνηγησει θηραμα δια τον λεοντα; η χορτασει την ορεξιν των σκυμνων,
<scripture passage="Job 38:40" parsed="|Job|38|40|0|0" osisRef="Bible:Job.38.40" />
<sup>40</sup>οταν κοιτωνται εν τοις σπηλαιοις και καθηνται εις τους κρυπτηρας δια να ενεδρευωσι;
<scripture passage="Job 38:41" parsed="|Job|38|41|0|0" osisRef="Bible:Job.38.41" />
<sup>41</sup>Τις ετοιμαζει εις τον κορακα την τροφην αυτου, οταν οι νεοσσοι αυτου κραζωσι προς τον Θεον, περιπλανωμενοι δι' ελλειψιν τροφης;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 39" progress="48.01%" prev="Job.38" next="Job.40" id="Job.39">
<h3 id="Job.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Job.39-p1">
<scripture passage="Job 39:1" parsed="|Job|39|1|0|0" osisRef="Bible:Job.39.1" />
<sup>1</sup>Γνωριζεις τον καιρον του τοκετου των αγριων αιγων του βραχου; δυνασαι να σημειωσης ποτε γεννωσιν αι ελαφοι;
<scripture passage="Job 39:2" parsed="|Job|39|2|0|0" osisRef="Bible:Job.39.2" />
<sup>2</sup>Δυνασαι να αριθμησης τους μηνας τους οποιους πληρουσιν; η γνωριζεις τον καιρον του τοκετου αυτων;
<scripture passage="Job 39:3" parsed="|Job|39|3|0|0" osisRef="Bible:Job.39.3" />
<sup>3</sup>Αυται συγκαμπτονται, γεννωσι τα παιδια αυτων, ελευθερονονται απο των ωδινων αυτων.
<scripture passage="Job 39:4" parsed="|Job|39|4|0|0" osisRef="Bible:Job.39.4" />
<sup>4</sup>Τα τεκνα αυτων ενδυναμουνται, αυξανουσιν εν τη πεδιαδι· εξερχονται και δεν επιστρεφουσι πλεον εις αυτας.
<scripture passage="Job 39:5" parsed="|Job|39|5|0|0" osisRef="Bible:Job.39.5" />
<sup>5</sup>Τις εξαπεστειλεν ελευθερον τον αγριον ονον; η τις ελυσε τους δεσμους αυτου;
<scripture passage="Job 39:6" parsed="|Job|39|6|0|0" osisRef="Bible:Job.39.6" />
<sup>6</sup>του οποιου οικιαν εκαμον την ερημον, και την αλμυριδα κατοικιαν αυτου.
<scripture passage="Job 39:7" parsed="|Job|39|7|0|0" osisRef="Bible:Job.39.7" />
<sup>7</sup>Καταγελα του θορυβου της πολεως· δεν ακουει την κραυγην του εργοδιωκτου.
<scripture passage="Job 39:8" parsed="|Job|39|8|0|0" osisRef="Bible:Job.39.8" />
<sup>8</sup>Κατασκοπευει τα ορη δια βοσκην αυτου, και υπαγει ζητων κατοπιν παντος ειδους χλοης.
<scripture passage="Job 39:9" parsed="|Job|39|9|0|0" osisRef="Bible:Job.39.9" />
<sup>9</sup>Θελει ευχαριστηθη ο μονοκερως να σε δουλευη, η θελει διανυκτερευσει εν τη φατνη σου;
<scripture passage="Job 39:10" parsed="|Job|39|10|0|0" osisRef="Bible:Job.39.10" />
<sup>10</sup>Δυνασαι να δεσης τον μονοκερων με τον δεσμον αυτου προς αροτριασιν; η θελει ομαλιζει τας πεδιαδας οπισω σου;
<scripture passage="Job 39:11" parsed="|Job|39|11|0|0" osisRef="Bible:Job.39.11" />
<sup>11</sup>Θελεις βαλει το θαρρος σου εις αυτον, διοτι η δυναμις αυτου ειναι μεγαλη; η θελεις αφησει την εργασιαν σου επ' αυτον;
<scripture passage="Job 39:12" parsed="|Job|39|12|0|0" osisRef="Bible:Job.39.12" />
<sup>12</sup>Θελεις εμπιστευθη εις αυτον να σοι φερη τον σπορον σου και να συναξη αυτον εν τω αλωνιω σου;
<scripture passage="Job 39:13" parsed="|Job|39|13|0|0" osisRef="Bible:Job.39.13" />
<sup>13</sup>Εδωκας συ τας ωραιας πτερυγας εις τους ταωνας; η πτερυγας και πτερα εις την στρουθοκαμηλον;
<scripture passage="Job 39:14" parsed="|Job|39|14|0|0" osisRef="Bible:Job.39.14" />
<sup>14</sup>ητις αφινει τα ωα αυτης εις την γην και θαλπει αυτα επι του χωματος,
<scripture passage="Job 39:15" parsed="|Job|39|15|0|0" osisRef="Bible:Job.39.15" />
<sup>15</sup>και λησμονει οτι ο πους ενδεχεται να συντριψη αυτα, η το θηριον του αγρου να καταπατηση αυτα·
<scripture passage="Job 39:16" parsed="|Job|39|16|0|0" osisRef="Bible:Job.39.16" />
<sup>16</sup>σκληρυνεται κατα των τεκνων αυτης, ως να μη ησαν αυτης· ματαιως εκοπιασε, μη φοβουμενη·
<scripture passage="Job 39:17" parsed="|Job|39|17|0|0" osisRef="Bible:Job.39.17" />
<sup>17</sup>διοτι ο Θεος εστερησεν αυτην απο σοφιας και δεν εμοιρασεν εις αυτην συνεσιν·
<scripture passage="Job 39:18" parsed="|Job|39|18|0|0" osisRef="Bible:Job.39.18" />
<sup>18</sup>οσακις σηκονεται ορθιος, καταγελα του ιππου και του αναβατου αυτου.
<scripture passage="Job 39:19" parsed="|Job|39|19|0|0" osisRef="Bible:Job.39.19" />
<sup>19</sup>Συ εδωκας δυναμιν εις τον ιππον; περιενεδυσας τον τραχηλον αυτου με βροντην;
<scripture passage="Job 39:20" parsed="|Job|39|20|0|0" osisRef="Bible:Job.39.20" />
<sup>20</sup>συ καμνεις αυτον να πηδα ως ακρις; το γαυριαμα των μυκτηρων αυτου ειναι τρομερον·
<scripture passage="Job 39:21" parsed="|Job|39|21|0|0" osisRef="Bible:Job.39.21" />
<sup>21</sup>ανασκαπτει εν τη κοιλαδι και αγαλλεται εις την δυναμιν αυτου· εξερχεται εις απαντησιν των οπλων·
<scripture passage="Job 39:22" parsed="|Job|39|22|0|0" osisRef="Bible:Job.39.22" />
<sup>22</sup>καταγελα του φοβου και δεν τρομαζει· ουδε στρεφει απο προσωπου ρομφαιας·
<scripture passage="Job 39:23" parsed="|Job|39|23|0|0" osisRef="Bible:Job.39.23" />
<sup>23</sup>η φαρετρα κροταλιζει κατ' αυτου, η εξαστραπτουσα λογχη και το δορυ.
<scripture passage="Job 39:24" parsed="|Job|39|24|0|0" osisRef="Bible:Job.39.24" />
<sup>24</sup>Καταπινει την γην εν αγριοτητι και μανια· και δεν πιστευει οτι ηχει σαλπιγξ·
<scripture passage="Job 39:25" parsed="|Job|39|25|0|0" osisRef="Bible:Job.39.25" />
<sup>25</sup>αμα δε τη φωνη της σαλπιγγος, λεγει, Α, α και μακροθεν οσφραινεται την μαχην, την κραυγην των στρατηγων και τον αλαλαγμον.
<scripture passage="Job 39:26" parsed="|Job|39|26|0|0" osisRef="Bible:Job.39.26" />
<sup>26</sup>Δια της σοφιας σου πετα ο ιεραξ και απλονει τας πτερυγας αυτου προς νοτον;
<scripture passage="Job 39:27" parsed="|Job|39|27|0|0" osisRef="Bible:Job.39.27" />
<sup>27</sup>Εις την προσταγην σου ανυψουται ο αετος και καμνει την φωλεαν αυτου εν τοις υψηλοις;
<scripture passage="Job 39:28" parsed="|Job|39|28|0|0" osisRef="Bible:Job.39.28" />
<sup>28</sup>Κατοικει επι βραχου και διατριβει, επι αποτομου βραχου και επι αβατων τοπων·
<scripture passage="Job 39:29" parsed="|Job|39|29|0|0" osisRef="Bible:Job.39.29" />
<sup>29</sup>εκειθεν αναζητει τροφην· οι οφθαλμοι αυτου σκοπευουσι μακροθεν·
<scripture passage="Job 39:30" parsed="|Job|39|30|0|0" osisRef="Bible:Job.39.30" />
<sup>30</sup>και οι νεοσσοι αυτου αιμα πινουσι· και οπου πτωματα, εκει και αυτος.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 40" progress="48.07%" prev="Job.39" next="Job.41" id="Job.40">
<h3 id="Job.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Job.40-p1">
<scripture passage="Job 40:1" parsed="|Job|40|1|0|0" osisRef="Bible:Job.40.1" />
<sup>1</sup>Ο Κυριος απεκριθη ετι προς τον Ιωβ και ειπεν·
<scripture passage="Job 40:2" parsed="|Job|40|2|0|0" osisRef="Bible:Job.40.2" />
<sup>2</sup>Ο διαδικαζομενος προς τον Παντοδυναμον θελει διδαξει αυτον; ο ελεγχων τον Θεον ας αποκριθη προς τουτο.
<scripture passage="Job 40:3" parsed="|Job|40|3|0|0" osisRef="Bible:Job.40.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ο Ιωβ απεκριθη προς τον Κυριον και ειπεν·
<scripture passage="Job 40:4" parsed="|Job|40|4|0|0" osisRef="Bible:Job.40.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, εγω ειμαι ουτιδανος· τι δυναμαι να αποκριθω προς σε; θελω βαλει την χειρα μου επι το στομα μου·
<scripture passage="Job 40:5" parsed="|Job|40|5|0|0" osisRef="Bible:Job.40.5" />
<sup>5</sup>απαξ ελαλησα και δεν θελω αποκριθη πλεον· μαλιστα, δις· αλλα δεν θελω επιπροσθεσει.
<scripture passage="Job 40:6" parsed="|Job|40|6|0|0" osisRef="Bible:Job.40.6" />
<sup>6</sup>Τοτε απεκριθη ο Κυριος προς τον Ιωβ εκ του ανεμοστροβιλου και ειπε·
<scripture passage="Job 40:7" parsed="|Job|40|7|0|0" osisRef="Bible:Job.40.7" />
<sup>7</sup>Ζωσον ηδη ως ανηρ την οσφυν σου· εγω θελω σε ερωτησει, και απαγγειλον μοι.
<scripture passage="Job 40:8" parsed="|Job|40|8|0|0" osisRef="Bible:Job.40.8" />
<sup>8</sup>Θελεις αρα αναιρεσει την κρισιν μου; θελεις με καταδικασει, δια να δικαιωθης;
<scripture passage="Job 40:9" parsed="|Job|40|9|0|0" osisRef="Bible:Job.40.9" />
<sup>9</sup>Εχεις βραχιονα ως ο Θεος; η δυνασαι να βροντας με φωνην ως αυτος;
<scripture passage="Job 40:10" parsed="|Job|40|10|0|0" osisRef="Bible:Job.40.10" />
<sup>10</sup>Στολισθητι τωρα μεγαλοπρεπειαν και υπεροχην· και ενδυθητι δοξαν και ωραιοτητα.
<scripture passage="Job 40:11" parsed="|Job|40|11|0|0" osisRef="Bible:Job.40.11" />
<sup>11</sup>Εκχεε τας φλογας της οργης σου· και βλεπε παντα υπερηφανον και ταπεινονε αυτον.
<scripture passage="Job 40:12" parsed="|Job|40|12|0|0" osisRef="Bible:Job.40.12" />
<sup>12</sup>Βλεπε παντα υπερηφανον· κρημνιζε αυτον· και καταπατει τους ασεβεις εν τω τοπω αυτων.
<scripture passage="Job 40:13" parsed="|Job|40|13|0|0" osisRef="Bible:Job.40.13" />
<sup>13</sup>Κρυψον αυτους ομου εν τω χωματι· καλυψον τα προσωπα αυτων εν αφανεια.
<scripture passage="Job 40:14" parsed="|Job|40|14|0|0" osisRef="Bible:Job.40.14" />
<sup>14</sup>Τοτε και εγω θελω ομολογησει προς σε, οτι η δεξια σου δυναται να σε σωση.
<scripture passage="Job 40:15" parsed="|Job|40|15|0|0" osisRef="Bible:Job.40.15" />
<sup>15</sup>Ιδου τωρα, ο Βεεμωθ, τον οποιον εκαμα μετα σου, τρωγει χορτον ως βους.
<scripture passage="Job 40:16" parsed="|Job|40|16|0|0" osisRef="Bible:Job.40.16" />
<sup>16</sup>Ιδου τωρα, η δυναμις αυτου ειναι εν τοις νεφροις αυτου και η ισχυς αυτου εν τω ομφαλω της κοιλιας αυτου.
<scripture passage="Job 40:17" parsed="|Job|40|17|0|0" osisRef="Bible:Job.40.17" />
<sup>17</sup>Υψονει την ουραν αυτου ως κεδρον· τα νευρα των μηρων αυτου ειναι συμπεπλεγμενα.
<scripture passage="Job 40:18" parsed="|Job|40|18|0|0" osisRef="Bible:Job.40.18" />
<sup>18</sup>Τα οστα αυτου ειναι χαλκινοι σωληνες· τα οστα αυτου ως μοχλοι σιδηρου.
<scripture passage="Job 40:19" parsed="|Job|40|19|0|0" osisRef="Bible:Job.40.19" />
<sup>19</sup>Τουτο ειναι το αριστουργημα του Θεου· ο ποιησας αυτον δυναται να πλησιαση εις αυτον την ρομφαιαν αυτου.
<scripture passage="Job 40:20" parsed="|Job|40|20|0|0" osisRef="Bible:Job.40.20" />
<sup>20</sup>Διοτι τα ορη προμηθευουσιν εις αυτον την τροφην, οπου παιζουσι παντα τα θηρια του αγρου.
<scripture passage="Job 40:21" parsed="|Job|40|21|0|0" osisRef="Bible:Job.40.21" />
<sup>21</sup>Πλαγιαζει υποκατω των σκιερων δενδρων, υπο την σκεπην των καλαμων και εν τοις βαλτοις.
<scripture passage="Job 40:22" parsed="|Job|40|22|0|0" osisRef="Bible:Job.40.22" />
<sup>22</sup>Τα σκιερα δενδρα σκεπαζουσιν αυτον με την σκιαν αυτων· αι ιτεαι των ρυακων περικαλυπτουσιν αυτον.
<scripture passage="Job 40:23" parsed="|Job|40|23|0|0" osisRef="Bible:Job.40.23" />
<sup>23</sup>Ιδου, εαν πλημμυριση ποταμος, δεν σπευδει να φυγη· εχει θαρρος, και αν ο Ιορδανης προσβαλλη εις το στομα αυτου.
<scripture passage="Job 40:24" parsed="|Job|40|24|0|0" osisRef="Bible:Job.40.24" />
<sup>24</sup>Δυναται τις φανερα να συλλαβη αυτον; η δια παγιδων να διατρυπηση την ρινα αυτου;
</p>
</div3>

<div3 title="Job 41" progress="48.12%" prev="Job.40" next="Job.42" id="Job.41">
<h3 id="Job.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Job.41-p1">
<scripture passage="Job 41:1" parsed="|Job|41|1|0|0" osisRef="Bible:Job.41.1" />
<sup>1</sup>Δυνασαι να συρης εξω τον Λευιαθαν δια αγκιστρου; η να περιδεσης την γλωσσαν αυτου με φορβιαν;
<scripture passage="Job 41:2" parsed="|Job|41|2|0|0" osisRef="Bible:Job.41.2" />
<sup>2</sup>Δυνασαι να βαλης χαλινον εις την ρινα αυτου; η να τρυπησης την σιαγονα αυτου με ακανθαν;
<scripture passage="Job 41:3" parsed="|Job|41|3|0|0" osisRef="Bible:Job.41.3" />
<sup>3</sup>Θελει πληθυνει προς σε ικεσιας; θελει σοι λαλησει μετα γλυκυτητος;
<scripture passage="Job 41:4" parsed="|Job|41|4|0|0" osisRef="Bible:Job.41.4" />
<sup>4</sup>Θελει καμει συνθηκην μετα σου; θελεις παρει αυτον δια δουλον παντοτεινον;
<scripture passage="Job 41:5" parsed="|Job|41|5|0|0" osisRef="Bible:Job.41.5" />
<sup>5</sup>Θελεις παιζει μετ' αυτου ως μετα πτηνου; η θελεις δεσει αυτον δια τας θεραπαινας σου;
<scripture passage="Job 41:6" parsed="|Job|41|6|0|0" osisRef="Bible:Job.41.6" />
<sup>6</sup>Θελουσι καμει οι φιλοι συμποσιον εξ αυτου; θελουσι μοιρασει αυτον μεταξυ των εμπορων;
<scripture passage="Job 41:7" parsed="|Job|41|7|0|0" osisRef="Bible:Job.41.7" />
<sup>7</sup>Δυνασαι να γεμισης το δερμα αυτου με βελη; η την κεφαλην αυτου με αλιευτικα καμακια;
<scripture passage="Job 41:8" parsed="|Job|41|8|0|0" osisRef="Bible:Job.41.8" />
<sup>8</sup>Βαλε την χειρα σου επ' αυτον· ενθυμηθητι τον πολεμον· μη καμης πλεον τουτο.
<scripture passage="Job 41:9" parsed="|Job|41|9|0|0" osisRef="Bible:Job.41.9" />
<sup>9</sup>Ιδου, η ελπις να πιαση τις αυτον ειναι ματαια· δεν ηθελε μαλιστα εκπλαγη εις την θεωριαν αυτου;
<scripture passage="Job 41:10" parsed="|Job|41|10|0|0" osisRef="Bible:Job.41.10" />
<sup>10</sup>Ουδεις ειναι τοσον τολμηρος ωστε να εγειρη αυτον· και τις δυναται να σταθη εμπροσθεν εμου;
<scripture passage="Job 41:11" parsed="|Job|41|11|0|0" osisRef="Bible:Job.41.11" />
<sup>11</sup>Τις προτερον εδωκεν εις εμε και να ανταποδοσω; τα υποκατω παντος του ουρανου ειναι εμου.
<scripture passage="Job 41:12" parsed="|Job|41|12|0|0" osisRef="Bible:Job.41.12" />
<sup>12</sup>Δεν θελω σιωπησει τα μελη αυτου ουδε την δυναμιν ουδε την ευαρεστον αυτου συμμετριαν.
<scripture passage="Job 41:13" parsed="|Job|41|13|0|0" osisRef="Bible:Job.41.13" />
<sup>13</sup>Τις να εξιχνιαση την επιφανειαν του ενδυματος αυτου; τις να εισελθη εντος των διπλων σιαγονων αυτου;
<scripture passage="Job 41:14" parsed="|Job|41|14|0|0" osisRef="Bible:Job.41.14" />
<sup>14</sup>Τις δυναται να ανοιξη τας πυλας του προσωπου αυτου; οι οδοντες αυτου κυκλω ειναι τρομεροι.
<scripture passage="Job 41:15" parsed="|Job|41|15|0|0" osisRef="Bible:Job.41.15" />
<sup>15</sup>Αι ισχυραι ασπιδες αυτου ειναι το εγκαυχημα αυτου, συγκεκλεισμεναι ομου δια σφιγκτου σφραγισματος·
<scripture passage="Job 41:16" parsed="|Job|41|16|0|0" osisRef="Bible:Job.41.16" />
<sup>16</sup>η μια ενουται μετα της αλλης, ωστε ουδε αηρ δυναται να περαση δι' αυτων·
<scripture passage="Job 41:17" parsed="|Job|41|17|0|0" osisRef="Bible:Job.41.17" />
<sup>17</sup>ειναι προσκεκολλημεναι η μια μετα της αλλης· συνεχονται ουτως, ωστε δεν δυνανται να αποσπασθωσιν.
<scripture passage="Job 41:18" parsed="|Job|41|18|0|0" osisRef="Bible:Job.41.18" />
<sup>18</sup>Εις τον πταρνισμον αυτου λαμπει φως, και οι οφθαλμοι αυτου ειναι ως τα βλεφαρα της αυγης.
<scripture passage="Job 41:19" parsed="|Job|41|19|0|0" osisRef="Bible:Job.41.19" />
<sup>19</sup>Εκ του στοματος αυτου εξερχονται λαμπαδες καιομεναι και σπινθηρες πυρος εξακοντιζονται.
<scripture passage="Job 41:20" parsed="|Job|41|20|0|0" osisRef="Bible:Job.41.20" />
<sup>20</sup>Εκ των μυκτηρων αυτου εξερχεται καπνος, ως εξ αγγειου κοχλαζοντος η λεβητος.
<scripture passage="Job 41:21" parsed="|Job|41|21|0|0" osisRef="Bible:Job.41.21" />
<sup>21</sup>Η πνοη αυτου αναπτει ανθρακας, και φλοξ εξερχεται εκ του στοματος αυτου·
<scripture passage="Job 41:22" parsed="|Job|41|22|0|0" osisRef="Bible:Job.41.22" />
<sup>22</sup>Εν τω τραχηλω αυτου κατοικει δυναμις, και τρομος προπορευεται εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Job 41:23" parsed="|Job|41|23|0|0" osisRef="Bible:Job.41.23" />
<sup>23</sup>Τα στρωματα της σαρκος αυτου ειναι συγκεκολλημενα· ειναι στερεα επ' αυτον· δεν δυνανται να σαλευθωσιν.
<scripture passage="Job 41:24" parsed="|Job|41|24|0|0" osisRef="Bible:Job.41.24" />
<sup>24</sup>Η καρδια αυτου ειναι στερεα ως λιθος· σκληρα μαλιστα ως η κατω μυλοπετρα.
<scripture passage="Job 41:25" parsed="|Job|41|25|0|0" osisRef="Bible:Job.41.25" />
<sup>25</sup>Οτε ανεγειρεται, φριττουσιν οι δυνατοι, και εκ του φοβου παραφρονουσιν.
<scripture passage="Job 41:26" parsed="|Job|41|26|0|0" osisRef="Bible:Job.41.26" />
<sup>26</sup>Η ρομφαια του συναπαντωντος αυτον δεν δυναται να ανθεξη· η λογχη, το δορυ, ουδε ο θωραξ.
<scripture passage="Job 41:27" parsed="|Job|41|27|0|0" osisRef="Bible:Job.41.27" />
<sup>27</sup>Θεωρει τον σιδηρον ως αχυρον, τον χαλκον ως ξυλον σαθρον.
<scripture passage="Job 41:28" parsed="|Job|41|28|0|0" osisRef="Bible:Job.41.28" />
<sup>28</sup>Τα βελη δεν δυνανται να τρεψωσιν αυτον εις φυγην· αι πετραι της σφενδονης ειναι εις αυτον ως στυπιον.
<scripture passage="Job 41:29" parsed="|Job|41|29|0|0" osisRef="Bible:Job.41.29" />
<sup>29</sup>Τα ακοντια λογιζονται ως στυπιον· γελα εις το σεισμα της λογχης.
<scripture passage="Job 41:30" parsed="|Job|41|30|0|0" osisRef="Bible:Job.41.30" />
<sup>30</sup>Οξεις λιθοι κοιτονται υποκατω αυτου· υποστρονει τα αγκυλωτα σωματα επι πηλου.
<scripture passage="Job 41:31" parsed="|Job|41|31|0|0" osisRef="Bible:Job.41.31" />
<sup>31</sup>Καμνει την αβυσσον ως λεβητα να κοχλαζη· καθιστα την θαλασσαν ως σκευος μυρεψου.
<scripture passage="Job 41:32" parsed="|Job|41|32|0|0" osisRef="Bible:Job.41.32" />
<sup>32</sup>Αφινει οπισω την πορειαν φωτεινην· ηθελε τις υπολαβει την αβυσσον ως πολιαν.
<scripture passage="Job 41:33" parsed="|Job|41|33|0|0" osisRef="Bible:Job.41.33" />
<sup>33</sup>Επι της γης δεν υπαρχει ομοιον αυτου, δεδημιουργημενον ουτως αφοβον.
<scripture passage="Job 41:34" parsed="|Job|41|34|0|0" osisRef="Bible:Job.41.34" />
<sup>34</sup>Περιορα παντα τα υψηλα· ειναι βασιλευς επι παντας τους υιους της υπερηφανιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Job 42" progress="48.19%" prev="Job.41" next="Ps" id="Job.42">
<h3 id="Job.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Job.42-p1">
<scripture passage="Job 42:1" parsed="|Job|42|1|0|0" osisRef="Bible:Job.42.1" />
<sup>1</sup>Τοτε απεκριθη ο Ιωβ προς τον Κυριον και ειπεν·
<scripture passage="Job 42:2" parsed="|Job|42|2|0|0" osisRef="Bible:Job.42.2" />
<sup>2</sup>Εξευρω οτι δυνασαι τα παντα, και ουδεις στοχασμος σου δυναται να εμποδισθη.
<scripture passage="Job 42:3" parsed="|Job|42|3|0|0" osisRef="Bible:Job.42.3" />
<sup>3</sup>Τις ουτος ο κρυπτων την βουλην ασυνετως; Εγω λοιπον προεφερα εκεινο, το οποιον δεν ενοουν. Πραγματα υπερθαυμαστα δι' εμε, τα οποια δεν εγνωριζον.
<scripture passage="Job 42:4" parsed="|Job|42|4|0|0" osisRef="Bible:Job.42.4" />
<sup>4</sup>Ακουσον, δεομαι· και εγω θελω λαλησει· θελω σε ερωτησει, και συ διδαξον με.
<scripture passage="Job 42:5" parsed="|Job|42|5|0|0" osisRef="Bible:Job.42.5" />
<sup>5</sup>Ηκουον περι σου με την ακοην του ωτιου, αλλα τωρα ο οφθαλμος μου σε βλεπει·
<scripture passage="Job 42:6" parsed="|Job|42|6|0|0" osisRef="Bible:Job.42.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο βδελυττομαι εμαυτον, και μετανοω εν χωματι και σποδω.
<scripture passage="Job 42:7" parsed="|Job|42|7|0|0" osisRef="Bible:Job.42.7" />
<sup>7</sup>Αφου δε ο Κυριος ελαλησε τους λογους τουτους προς τον Ιωβ, ειπεν ο Κυριος προς Ελιφας τον Θαιμανιτην, Ο θυμος μου εξηφθη κατα σου και κατα των δυο φιλων σου· διοτι δεν ελαλησατε περι εμου το ορθον ως ο δουλος μου Ιωβ·
<scripture passage="Job 42:8" parsed="|Job|42|8|0|0" osisRef="Bible:Job.42.8" />
<sup>8</sup>δια τουτο λαβετε τωρα εις εαυτους επτα μοσχους και επτα κριους και υπαγετε προς τον δουλον μου Ιωβ, και προσφερετε ολοκαυτωμα υπερ εαυτων· ο δε Ιωβ ο δουλος μου θελει ικετευσει υπερ υμων· διοτι θελω δεχθη το προσωπον αυτου· δια να μη πραξω με σας κατα την αφροσυνην σας· διοτι δεν ελαλησατε περι εμου το ορθον ως ο δουλος μου Ιωβ.
<scripture passage="Job 42:9" parsed="|Job|42|9|0|0" osisRef="Bible:Job.42.9" />
<sup>9</sup>Και υπηγον Ελιφας ο Θαιμανιτης και Βιλδαδ ο Σαυχιτης και Σωφαρ ο Νααμαθιτης, και εκαμον ως προσεταξεν εις αυτους ο Κυριος· ο δε Κυριος εδεχθη το προσωπον του Ιωβ.
<scripture passage="Job 42:10" parsed="|Job|42|10|0|0" osisRef="Bible:Job.42.10" />
<sup>10</sup>Και εστρεψεν ο Κυριος την αιχμαλωσιαν του Ιωβ, αφου προσηυχηθη υπερ των φιλων αυτου· και εδωκεν ο Κυριος εις τον Ιωβ διπλασια παντων των οσα ειχε προτερον.
<scripture passage="Job 42:11" parsed="|Job|42|11|0|0" osisRef="Bible:Job.42.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ηλθον προς αυτον παντες οι αδελφοι αυτου και πασαι αι αδελφαι αυτου και παντες οι γνωριζοντες αυτον προτερον, και εφαγον αρτον μετ' αυτου εν τω οικω αυτου· και συνεκλαυσαν με αυτον και παρηγορησαν αυτον περι παντος του κακου, το οποιον ο Κυριος επεφερεν επ' αυτον· και εδωκαν εκαστος εις αυτον εν αργυριον και εκαστος εν χρυσουν ενωτιον.
<scripture passage="Job 42:12" parsed="|Job|42|12|0|0" osisRef="Bible:Job.42.12" />
<sup>12</sup>Και ευλογησεν ο Κυριος τα εσχατα του Ιωβ μαλλον παρα τα πρωτα· ωστε απεκτησε δεκατεσσαρας χιλιαδας προβατων και εξακισχιλιας καμηλους και χιλια ζευγη βοων και χιλιας ονους.
<scripture passage="Job 42:13" parsed="|Job|42|13|0|0" osisRef="Bible:Job.42.13" />
<sup>13</sup>Εγεννηθησαν ετι εις αυτον επτα υιοι και τρεις θυγατερες·
<scripture passage="Job 42:14" parsed="|Job|42|14|0|0" osisRef="Bible:Job.42.14" />
<sup>14</sup>και εκαλεσε το ονομα της πρωτης Ιεμιμα· και το ονομα της δευτερας Κεσια· και το ονομα της τριτης Κερεν-αππουχ·
<scripture passage="Job 42:15" parsed="|Job|42|15|0|0" osisRef="Bible:Job.42.15" />
<sup>15</sup>και δεν ευρισκοντο εφ' ολης της γης γυναικες ωραιαι ως αι θυγατερες του Ιωβ· και ο πατηρ αυτων εδωκεν εις αυτας κληρονομιαν μεταξυ των αδελφων αυτων.
<scripture passage="Job 42:16" parsed="|Job|42|16|0|0" osisRef="Bible:Job.42.16" />
<sup>16</sup>Μετα ταυτα εζησεν ο Ιωβ εκατον τεσσαρακοντα ετη, και ειδε τους υιους αυτου και τους υιους των υιων αυτου, τεταρτην γενεαν.
<scripture passage="Job 42:17" parsed="|Job|42|17|0|0" osisRef="Bible:Job.42.17" />
<sup>17</sup>και ετελευτησεν ο Ιωβ, γερων και πληρης ημερων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Psalms" progress="48.25%" prev="Job.42" next="Ps.1" id="Ps">
<h2 id="Ps-p0.1">Psalms</h2>

<div3 title="Psalm 1" progress="48.25%" prev="Ps" next="Ps.2" id="Ps.1">
<h3 id="Ps.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Ps.1-p1">
<scripture passage="Ps 1:1" parsed="|Ps|1|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.1" />
<sup>1</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις δεν περιεπατησεν εν βουλη ασεβων, και εν οδω αμαρτωλων δεν εσταθη, και επι καθεδρας χλευαστων δεν εκαθησεν·
<scripture passage="Ps 1:2" parsed="|Ps|1|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.2" />
<sup>2</sup>αλλ' εν τω νομω του Κυριου ειναι το θελημα αυτου, και εν τω νομω αυτου μελετα ημεραν και νυκτα.
<scripture passage="Ps 1:3" parsed="|Ps|1|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.3" />
<sup>3</sup>Και θελει εισθαι ως δενδρον πεφυτευμενον παρα τους ρυακας των υδατων, το οποιον διδει τον καρπον αυτου εν τω καιρω αυτου, και το φυλλον αυτου δεν μαραινεται· και παντα, οσα αν πραττη, θελουσιν ευοδωθη.
<scripture passage="Ps 1:4" parsed="|Ps|1|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελουσιν εισθαι ουτως οι ασεβεις· αλλ' ως το λεπτον αχυρον, το οποιον εκριπτει ο ανεμος.
<scripture passage="Ps 1:5" parsed="|Ps|1|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο δεν θελουσιν εγερθη οι ασεβεις εν τη κρισει, ουδε οι αμαρτωλοι εν τη συναξει των δικαιων.
<scripture passage="Ps 1:6" parsed="|Ps|1|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.1.6" />
<sup>6</sup>Διοτι γνωριζει ο Κυριος την οδον των δικαιων· η δε οδος των ασεβων θελει απολεσθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 2" progress="48.26%" prev="Ps.1" next="Ps.3" id="Ps.2">
<h3 id="Ps.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Ps.2-p1">
<scripture passage="Ps 2:1" parsed="|Ps|2|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.1" />
<sup>1</sup>Δια τι εφρυαξαν τα εθνη και οι λαοι εμελετησαν ματαια;
<scripture passage="Ps 2:2" parsed="|Ps|2|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.2" />
<sup>2</sup>Παρεσταθησαν οι βασιλεις της γης, και οι αρχοντες συνηχθησαν ομου, κατα του Κυριου, και κατα του χριστου αυτου, λεγοντες,
<scripture passage="Ps 2:3" parsed="|Ps|2|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.3" />
<sup>3</sup>Ας διασπασωμεν τους δεσμους αυτων, και ας απορριψωμεν αφ' ημων τας αλυσεις αυτων.
<scripture passage="Ps 2:4" parsed="|Ps|2|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.4" />
<sup>4</sup>Ο καθημενος εν ουρανοις θελει γελασει· ο Κυριος θελει εκμυκτηρισει αυτους.
<scripture passage="Ps 2:5" parsed="|Ps|2|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.5" />
<sup>5</sup>Τοτε θελει λαλησει προς αυτους εν τη οργη αυτου, και εν τω θυμω αυτου θελει συνταραξει αυτους.
<scripture passage="Ps 2:6" parsed="|Ps|2|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' εγω, θελει ειπει, εχρισα τον Βασιλεα μου επι Σιων, το ορος το αγιον μου.
<scripture passage="Ps 2:7" parsed="|Ps|2|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.7" />
<sup>7</sup>Εγω θελω αναγγειλει το προσταγμα· ο Κυριος ειπε προς εμε, Υιος μου εισαι συ· εγω σημερον σε εγεννησα·
<scripture passage="Ps 2:8" parsed="|Ps|2|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.8" />
<sup>8</sup>Ζητησον παρ' εμου, και θελω σοι δωσει τα εθνη κληρονομιαν σου, και ιδιοκτησιαν σου τα περατα της γης·
<scripture passage="Ps 2:9" parsed="|Ps|2|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.9" />
<sup>9</sup>θελεις ποιμανει αυτους εν ραβδω σιδηρα· ως σκευος κεραμεως θελεις συντριψει αυτους.
<scripture passage="Ps 2:10" parsed="|Ps|2|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.10" />
<sup>10</sup>Τωρα λοιπον, βασιλεις, συνετισθητε· διδαχθητε, κριται της γης.
<scripture passage="Ps 2:11" parsed="|Ps|2|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.11" />
<sup>11</sup>Δουλευετε τον Κυριον εν φοβω και αγαλλεσθε εν τρομω.
<scripture passage="Ps 2:12" parsed="|Ps|2|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.2.12" />
<sup>12</sup>Φιλειτε τον Υιον, μηποτε οργισθη, και απολεσθητε εκ της οδου, οταν εξαφθη ταχεως ο θυμος αυτου. Μακαριοι παντες οι πεποιθοτες επ' αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 3" progress="48.29%" prev="Ps.2" next="Ps.4" id="Ps.3">
<h3 id="Ps.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Ps.3-p1">
<scripture passage="Ps 3:1" parsed="|Ps|3|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ, οτε εφυγεν απ' εμπροσθεν του υιου αυτου Αβεσσαλωμ.» Κυριε, ποσον επληθυνθησαν οι εχθροι μου πολλοι επανιστανται επ' εμε·
<scripture passage="Ps 3:2" parsed="|Ps|3|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.2" />
<sup>2</sup>πολλοι λεγουσι περι της ψυχης μου, δεν ειναι δι' αυτον σωτηρια εν τω Θεω· Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 3:3" parsed="|Ps|3|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.3" />
<sup>3</sup>Αλλα συ, Κυριε, εισαι η ασπις μου, η δοξα μου και ο υψονων την κεφαλην μου.
<scripture passage="Ps 3:4" parsed="|Ps|3|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.4" />
<sup>4</sup>Εκραξα με την φωνην μου προς τον Κυριον, και εισηκουσε μου εκ του ορους του αγιου αυτου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 3:5" parsed="|Ps|3|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.5" />
<sup>5</sup>Εγω επλαγιασα και εκοιμηθην· εξηγερθην· διοτι ο Κυριος με υποστηριζει.
<scripture passage="Ps 3:6" parsed="|Ps|3|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελω φοβηθη απο μυριαδων λαου των αντιπαρατασσομενων κατ' εμου κυκλω.
<scripture passage="Ps 3:7" parsed="|Ps|3|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.7" />
<sup>7</sup>Αναστηθι, Κυριε· σωσον με, Θεε μου· διοτι συ επαταξας παντας τους εχθρους μου κατα της σιαγονος· συνετριψας τους οδοντας των ασεβων.
<scripture passage="Ps 3:8" parsed="|Ps|3|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.3.8" />
<sup>8</sup>Του Κυριου ειναι η σωτηρια· επι τον λαον σου ειναι η ευλογια σου. Διαψαλμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 4" progress="48.31%" prev="Ps.3" next="Ps.5" id="Ps.4">
<h3 id="Ps.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Ps.4-p1">
<scripture passage="Ps 4:1" parsed="|Ps|4|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Οταν επικαλωμαι, εισακουε μου Θεε της δικαιοσυνης μου· εν στενοχωρια με επλατυνας· ελεησον με και εισακουσον της προσευχης μου.
<scripture passage="Ps 4:2" parsed="|Ps|4|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.2" />
<sup>2</sup>Υιοι ανθρωπων, εως ποτε μετατρεπετε την δοξαν μου εις καταισχυνην, αγαπατε ματαιοτητα και ζητειτε ψευδος; Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 4:3" parsed="|Ps|4|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.3" />
<sup>3</sup>Αλλα μαθετε οτι εξελεξεν ο Κυριος τον οσιον αυτου· ο Κυριος θελει ακουσει, οταν κραζω προς αυτον.
<scripture passage="Ps 4:4" parsed="|Ps|4|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.4" />
<sup>4</sup>Οργιζεσθε και μη αμαρτανετε· λαλειτε εν ταις καρδιαις υμων επι της κλινης υμων και ησυχαζετε. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 4:5" parsed="|Ps|4|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.5" />
<sup>5</sup>Θυσιασατε θυσιας δικαιοσυνης και ελπισατε επι τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 4:6" parsed="|Ps|4|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.6" />
<sup>6</sup>Πολλοι λεγουσι, Τις θελει δειξει εις ημας το αγαθον; Υψωσον εφ' ημας το φως του προσωπου σου, Κυριε.
<scripture passage="Ps 4:7" parsed="|Ps|4|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.7" />
<sup>7</sup>Εδωκας μεγαλητεραν ευφροσυνην εις την καρδιαν μου, παρ' οσην απολαμβανουσιν αυτοι, οταν πληθυνηται ο σιτος αυτων και ο οινος αυτων.
<scripture passage="Ps 4:8" parsed="|Ps|4|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.4.8" />
<sup>8</sup>Εν ειρηνη θελω και πλαγιασει και κοιμηθη· διοτι συ μονος, Κυριε, με κατοικιζεις εν ασφαλεια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 5" progress="48.33%" prev="Ps.4" next="Ps.6" id="Ps.5">
<h3 id="Ps.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Ps.5-p1">
<scripture passage="Ps 5:1" parsed="|Ps|5|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγιλωθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ακροασθητι, Κυριε, τους λογους μου· νοησον τον στεναγμον μου.
<scripture passage="Ps 5:2" parsed="|Ps|5|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.2" />
<sup>2</sup>Προσεξον εις την φωνην της κραυγης μου, Βασιλευ μου και Θεε μου· Διοτι εις σε θελω προσευχηθη.
<scripture passage="Ps 5:3" parsed="|Ps|5|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.3" />
<sup>3</sup>Κυριε, το πρωι θελεις ακουσει την φωνην μου· το πρωι θελω παρασταθη εις σε και θελω προσδοκα.
<scripture passage="Ps 5:4" parsed="|Ps|5|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.4" />
<sup>4</sup>Διοτι δεν εισαι συ Θεος θελων την ασεβειαν· ο πονηρευομενος δεν θελει κατοικει πλησιον σου.
<scripture passage="Ps 5:5" parsed="|Ps|5|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.5" />
<sup>5</sup>Ουδε θελουσι σταθη οι αφρονες εμπροσθεν των οφθαλμων σου· μισεις παντας τους εργατας της ανομιας.
<scripture passage="Ps 5:6" parsed="|Ps|5|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.6" />
<sup>6</sup>Θελεις εξολοθρευσει τους λαλουντας το ψευδος· ο Κυριος βδελυττεται τον ανθρωπον τον αιμοβορον και τον δολιον.
<scripture passage="Ps 5:7" parsed="|Ps|5|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' εγω δια του πληθους του ελεους σου θελω εισελθει εις τον οικον σου· θελω προσκυνησει προς τον ναον της αγιοτητος σου μετα φοβου σου.
<scripture passage="Ps 5:8" parsed="|Ps|5|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.8" />
<sup>8</sup>Κυριε, οδηγησον με εν τη δικαιοσυνη σου, ενεκα των εχθρων μου· κατευθυνον την οδον σου εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Ps 5:9" parsed="|Ps|5|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.9" />
<sup>9</sup>Διοτι δεν ειναι εν τω στοματι αυτων αληθεια· η καρδια αυτων ειναι πονηρια· ταφος ανεωγμενος ο λαρυγξ αυτων· δια της γλωσσης αυτων κολακευουσι.
<scripture passage="Ps 5:10" parsed="|Ps|5|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.10" />
<sup>10</sup>Καταδικασον αυτους, Θεε· ας αποτυχωσι των διαβουλιων αυτων· εξωσον αυτους δια το πληθος των παραβασεων αυτων, διοτι απεστατησαν εναντιον σου.
<scripture passage="Ps 5:11" parsed="|Ps|5|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.11" />
<sup>11</sup>Ας ευφραινωνται δε παντες οι ελπιζοντες επι σε· ας χαιρωσι διαπαντος, διοτι συ περισκεπαζεις αυτους· ας καυχωνται ομοιως επι σε οι αγαπωντες το ονομα σου.
<scripture passage="Ps 5:12" parsed="|Ps|5|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.5.12" />
<sup>12</sup>Διοτι συ, Κυριε, θελεις ευλογησει τον δικαιον· θελεις περισκεπασει αυτον με ευμενειαν, ως με ασπιδα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 6" progress="48.36%" prev="Ps.5" next="Ps.7" id="Ps.6">
<h3 id="Ps.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Ps.6-p1">
<scripture passage="Ps 6:1" parsed="|Ps|6|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ, επι Σεμινιθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε, μη με ελεγξης εν τω θυμω σου, μηδε εν τη οργη σου παιδευσης με.
<scripture passage="Ps 6:2" parsed="|Ps|6|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.2" />
<sup>2</sup>Ελεησον με, Κυριε, διοτι ειμαι αδυνατος· ιατρευσον με, Κυριε, διοτι εταραχθησαν τα οστα μου.
<scripture passage="Ps 6:3" parsed="|Ps|6|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.3" />
<sup>3</sup>Και η ψυχη μου εταραχθη σφοδρα· αλλα συ, Κυριε, εως ποτε;
<scripture passage="Ps 6:4" parsed="|Ps|6|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.4" />
<sup>4</sup>Επιστρεψον, Κυριε· λυτρωσον την ψυχην μου· σωσον με δια το ελεος σου.
<scripture passage="Ps 6:5" parsed="|Ps|6|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εν τω θανατω δεν υπαρχει ενθυμησις περι σου· εν τω αδη τις θελει σε δοξολογησει;
<scripture passage="Ps 6:6" parsed="|Ps|6|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.6" />
<sup>6</sup>Απεκαμον εν τω στεναγμω μου· ολην την νυκτα λουω την κλινην μου· με τα δακρυα μου καταβρεχω την στρωμνην μου.
<scripture passage="Ps 6:7" parsed="|Ps|6|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.7" />
<sup>7</sup>Ο οφθαλμος μου εμαρανθη εκ της θλιψεως· εγηρασεν εξ αιτιας παντων των εχθρων μου.
<scripture passage="Ps 6:8" parsed="|Ps|6|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.8" />
<sup>8</sup>Απομακρυνθητε απ' εμου, παντες οι εργαται της ανομιας, διοτι ηκουσεν ο Κυριος την φωνην του κλαυθμου μου.
<scripture passage="Ps 6:9" parsed="|Ps|6|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.9" />
<sup>9</sup>Ηκουσεν ο Κυριος την δεησιν μου· ο Κυριος εδεχθη την προσευχην μου.
<scripture passage="Ps 6:10" parsed="|Ps|6|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.6.10" />
<sup>10</sup>Ας αισχυνθωσι και ας ταραχθωσι σφοδρα παντες οι εχθροι μου· ας στραφωσιν εις τα οπισω· ας καταισχυνθωσιν αιφνιδιως.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 7" progress="48.38%" prev="Ps.6" next="Ps.8" id="Ps.7">
<h3 id="Ps.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Ps.7-p1">
<scripture passage="Ps 7:1" parsed="|Ps|7|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.1" />
<sup>1</sup>«Σιγαιων του Δαβιδ, το οποιον εψαλλεν εις τον Κυριον, δια τους λογους Χους του Βενιαμιτου.» Κυριε ο Θεος μου, επι σε ελπιζω· σωσον με εκ παντων των διωκοντων με και ελευθερωσον με·
<scripture passage="Ps 7:2" parsed="|Ps|7|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.2" />
<sup>2</sup>μηποτε ο εχθρος αρπαση ως λεων εν ψυχην μου και διασπαραξη, χωρις να υπαρξη ελευθερωτης.
<scripture passage="Ps 7:3" parsed="|Ps|7|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.3" />
<sup>3</sup>Κυριε ο Θεος μου, εαν εγω επραξα τουτο, εαν εις τας χειρας μου ηναι ανομια·
<scripture passage="Ps 7:4" parsed="|Ps|7|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.4" />
<sup>4</sup>εαν ανταπεδωκα κακον εις τον ειρηνευοντα μετ' εμου, η κατεθλιψα τον αναιτιως διωκοντα με·
<scripture passage="Ps 7:5" parsed="|Ps|7|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.5" />
<sup>5</sup>ας καταδιωξη ο εχθρος την ψυχην μου και ας φθαση αυτην· και ας καταπατηση εις γην την ζωην μου, και ας καταβαλη την δοξαν μου εις το χωμα. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 7:6" parsed="|Ps|7|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.6" />
<sup>6</sup>Αναστηθι, Κυριε, εν τη οργη σου· υψωθητι ενεκα της λυσσης των εχθρων μου· και εγερθητι δι' εμε εις την κρισιν την οποιαν προσεταξας.
<scripture passage="Ps 7:7" parsed="|Ps|7|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.7" />
<sup>7</sup>Και η συναξις των λαων θελει σε κυκλωσει· και συ επιστρεψον, να καθησης υπερανωθεν αυτης εις υψος.
<scripture passage="Ps 7:8" parsed="|Ps|7|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος θελει κρινει τους λαους. Κρινον με, Κυριε, κατα την δικαιοσυνην μου, και κατα την ακεραιοτητα μου, την εν εμοι.
<scripture passage="Ps 7:9" parsed="|Ps|7|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.9" />
<sup>9</sup>Ας τελειωση πλεον η κακια των ασεβων· και στερεωσον τον δικαιον, συ ο Θεος ο δικαιος, ο εξεταζων καρδιας και νεφρους.
<scripture passage="Ps 7:10" parsed="|Ps|7|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.10" />
<sup>10</sup>Η ασπις μου ειναι εν τω Θεω, οστις σωζει τους ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 7:11" parsed="|Ps|7|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.11" />
<sup>11</sup>Ο Θεος ειναι κριτης δικαιος και Θεος οργιζομενος καθ' εκαστην ημεραν.
<scripture passage="Ps 7:12" parsed="|Ps|7|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.12" />
<sup>12</sup>Εαν ο ασεβης δεν επιστραφη, θελει ακονισει την ρομφαιαν αυτου· ενετεινε το τοξον αυτου και ητοιμασεν αυτο·
<scripture passage="Ps 7:13" parsed="|Ps|7|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.13" />
<sup>13</sup>και δι' αυτον ητοιμασεν οργανα θανατου· προσηρμοσε τα βελη αυτου εναντιον των διωκτων.
<scripture passage="Ps 7:14" parsed="|Ps|7|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, ο ασεβης κοιλοπονει ανομιαν· συνελαβε δε πονηριαν και εγεννησε ψευδος·
<scripture passage="Ps 7:15" parsed="|Ps|7|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.15" />
<sup>15</sup>Εσκαψε λακκον και εβαθυνεν αυτον· πλην αυτος θελει πεσει εις τον βοθρον, τον οποιον εκαμεν.
<scripture passage="Ps 7:16" parsed="|Ps|7|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.16" />
<sup>16</sup>Η πονηρια αυτου θελει επιστρεψει κατα της κεφαλης αυτου, και η καταδυναστεια αυτου θελει καταβη επι την κορυφην αυτου.
<scripture passage="Ps 7:17" parsed="|Ps|7|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.7.17" />
<sup>17</sup>Εγω θελω επαινει τον Κυριον κατα την δικαιοσυνην αυτου, και θελω ψαλμωδει εις το ονομα Κυριου του Υψιστου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 8" progress="48.43%" prev="Ps.7" next="Ps.9" id="Ps.8">
<h3 id="Ps.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Ps.8-p1">
<scripture passage="Ps 8:1" parsed="|Ps|8|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Γιττιθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε ο Κυριος ημων, ποσον ειναι θαυμαστον το ονομα σου εν παση τη γη· οστις εθεσας την δοξαν σου υπερανω των ουρανων.
<scripture passage="Ps 8:2" parsed="|Ps|8|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.2" />
<sup>2</sup>Εκ στοματος νηπιων και θηλαζοντων ητοιμασας αινεσιν ενεκα των εχθρων σου, δια να καταργησης τον εχθρον και τον εκδικητην.
<scripture passage="Ps 8:3" parsed="|Ps|8|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.3" />
<sup>3</sup>Οταν θεωρω τους ουρανους σου, το εργον των δακτυλων σου, την σεληνην και τους αστερας, τα οποια συ εθεμελιωσας,
<scripture passage="Ps 8:4" parsed="|Ps|8|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.4" />
<sup>4</sup>Τι ειναι ο ανθρωπος, ωστε να ενθυμησαι αυτον; η ο υιος του ανθρωπου, ωστε να επισκεπτησαι αυτον;
<scripture passage="Ps 8:5" parsed="|Ps|8|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.5" />
<sup>5</sup>Συ δε εκαμες αυτον ολιγον τι κατωτερον των αγγελων, και με δοξαν και τιμην εστεφανωσας αυτον.
<scripture passage="Ps 8:6" parsed="|Ps|8|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.6" />
<sup>6</sup>Κατεστησας αυτον κυριον επι τα εργα των χειρων σου· παντα υπεταξας υποκατω των ποδων αυτου·
<scripture passage="Ps 8:7" parsed="|Ps|8|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.7" />
<sup>7</sup>παντα τα προβατα και τους βοας, ετι δε και τα ζωα του αγρου·
<scripture passage="Ps 8:8" parsed="|Ps|8|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.8" />
<sup>8</sup>τα πετεινα του ουρανου, και τους ιχθυας της θαλασσης, παντα τα διαπορευομενα τας οδους των θαλασσων.
<scripture passage="Ps 8:9" parsed="|Ps|8|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.8.9" />
<sup>9</sup>Κυριε ο Κυριος ημων, ποσον ειναι θαυμαστον το ονομα σου εν παση τη γη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 9" progress="48.45%" prev="Ps.8" next="Ps.10" id="Ps.9">
<h3 id="Ps.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Ps.9-p1">
<scripture passage="Ps 9:1" parsed="|Ps|9|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Μουθ-λαββεν. Ψαλμος του Δαβιδ.» Θελω σε δοξολογησει, Κυριε, εν ολη καρδια μου· θελω διηγηθη παντα τα θαυμασια σου.
<scripture passage="Ps 9:2" parsed="|Ps|9|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.2" />
<sup>2</sup>Θελω ευφρανθη και χαρη εν σοι· θελω ψαλμωδησει εις το ονομα σου, Υψιστε.
<scripture passage="Ps 9:3" parsed="|Ps|9|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.3" />
<sup>3</sup>Οταν στραφωσιν οι εχθροι μου εις τα οπισω, πεσωσι και αφανισθωσιν απ' εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Ps 9:4" parsed="|Ps|9|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.4" />
<sup>4</sup>Διοτι συ εκαμες την κρισιν μου και την δικην μου· εκαθησας επι θρονου κρινων εν δικαιοσυνη·
<scripture passage="Ps 9:5" parsed="|Ps|9|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.5" />
<sup>5</sup>Επετιμησας τα εθνη· εξωλοθρευσας τον ασεβη· το ονομα αυτων εξηλειψας εις τον αιωνα του αιωνος·
<scripture passage="Ps 9:6" parsed="|Ps|9|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.6" />
<sup>6</sup>Εχθρε, αι ερημωσεις εξελιπον διαπαντος· και κατηδαφισας πολεις· το μνημοσυνον αυτων εχαθη μετ' αυτων.
<scripture passage="Ps 9:7" parsed="|Ps|9|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ο Κυριος διαμενει εις τον αιωνα· ητοιμασε τον θρονον αυτου δια κρισιν.
<scripture passage="Ps 9:8" parsed="|Ps|9|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.8" />
<sup>8</sup>Και αυτος θελει κρινει την οικουμενην εν δικαιοσυνη· θελει κρινει τους λαους εν ευθυτητι.
<scripture passage="Ps 9:9" parsed="|Ps|9|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.9" />
<sup>9</sup>Και ο Κυριος θελει εισθαι καταφυγιον εις τον πενητα, καταφυγιον εν καιρω θλιψεως.
<scripture passage="Ps 9:10" parsed="|Ps|9|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.10" />
<sup>10</sup>Και θελουσιν ελπισει επι σε οι γνωριζοντες το ονομα σου· διοτι δεν εγκατελιπες τους εκζητουντας σε, Κυριε.
<scripture passage="Ps 9:11" parsed="|Ps|9|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.11" />
<sup>11</sup>Ψαλμωδειτε εις τον Κυριον, τον κατοικουντα εν Σιων· αναγγειλατε μεταξυ των λαων τα κατορθωματα αυτου·
<scripture passage="Ps 9:12" parsed="|Ps|9|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.12" />
<sup>12</sup>διοτι οταν καμνη εκζητησιν αιματων, ενθυμειται αυτους· δεν λησμονει την κραυγην των ταλαιπωρουμενων.
<scripture passage="Ps 9:13" parsed="|Ps|9|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.13" />
<sup>13</sup>Ελεησον με, Κυριε· ιδε την θλιψιν μου την εκ των εχθρων μου, συ ο υψονων με εκ των πυλων του θανατου,
<scripture passage="Ps 9:14" parsed="|Ps|9|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.14" />
<sup>14</sup>δια να διηγηθω πασας τας αινεσεις σου εν ταις πυλαις της θυγατρος Σιων· εγω θελω αγαλλιασθαι δια την σωτηριαν σου.
<scripture passage="Ps 9:15" parsed="|Ps|9|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.15" />
<sup>15</sup>Τα εθνη κατεβυθισθησαν εις τον λακκον, τον οποιον εκαμον· εν τη παγιδι, την οποιαν εκρυψαν, επιασθη ο πους αυτων.
<scripture passage="Ps 9:16" parsed="|Ps|9|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.16" />
<sup>16</sup>Ο Κυριος γνωριζεται δια την κρισιν, την οποιαν καμνει· ο ασεβης παγιδευεται εν τω εργω των χειρων αυτου· Ιγαιων· Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 9:17" parsed="|Ps|9|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.17" />
<sup>17</sup>Οι ασεβεις θελουσιν επιστραφη εις τον αδην· παντα τα εθνη τα λησμονουντα τον Θεον.
<scripture passage="Ps 9:18" parsed="|Ps|9|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.18" />
<sup>18</sup>Διοτι δεν θελει λησμονηθη διαπαντος ο πτωχος· η προσδοκια των πενητων δεν θελει απολεσθη διαπαντος.
<scripture passage="Ps 9:19" parsed="|Ps|9|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.19" />
<sup>19</sup>Αναστηθι, Κυριε· ας μη υπερισχυη ανθρωπος· ας κριθωσι τα εθνη ενωπιον σου.
<scripture passage="Ps 9:20" parsed="|Ps|9|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.9.20" />
<sup>20</sup>Καταστησον, Κυριε, νομοθετην επ' αυτους· ας γνωρισωσι τα εθνη, οτι ειναι ανθρωποι. Διαψαλμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 10" progress="48.50%" prev="Ps.9" next="Ps.11" id="Ps.10">
<h3 id="Ps.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Ps.10-p1">
<scripture passage="Ps 10:1" parsed="|Ps|10|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.1" />
<sup>1</sup>Δια τι, Κυριε, ιστασαι μακροθεν; κρυπτεσαι εν καιρω θλιψεως;
<scripture passage="Ps 10:2" parsed="|Ps|10|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.2" />
<sup>2</sup>Εν τη υπερηφανια του ασεβους κατακαιεται ο πτωχος· ας πιασθωσιν εν ταις πανουργιαις, τας οποιας διαλογιζονται.
<scripture passage="Ps 10:3" parsed="|Ps|10|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ο ασεβης καυχαται εις τας επιθυμιας της ψυχης αυτου, και ο πλεονεκτης μακαριζει εαυτον· καταφρονει τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 10:4" parsed="|Ps|10|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.4" />
<sup>4</sup>Ο ασεβης δια την αλαζονειαν του προσωπου αυτου δεν θελει εκζητησει τον Κυριον· παντες οι διαλογισμοι αυτου ειναι οτι δεν υπαρχει Θεος.
<scripture passage="Ps 10:5" parsed="|Ps|10|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.5" />
<sup>5</sup>Αι οδοι αυτου μολυνονται εν παντι καιρω· αι κρισεις σου ειναι πολυ υψηλα απο προσωπου αυτου· φυσα εναντιον παντων των εχθρων αυτου.
<scripture passage="Ps 10:6" parsed="|Ps|10|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.6" />
<sup>6</sup>Ειπεν εν τη καρδια αυτου, δεν θελω σαλευθη απο γενεας εις γενεαν· διοτι δεν θελω πεσει εις δυστυχιαν.
<scripture passage="Ps 10:7" parsed="|Ps|10|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.7" />
<sup>7</sup>Το στομα αυτου γεμει καταρας και απατης και δολου· υπο την γλωσσαν αυτου ειναι κακια και ανομια.
<scripture passage="Ps 10:8" parsed="|Ps|10|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.8" />
<sup>8</sup>Καθηται εν ενεδρα των προαυλιων, εν αποκρυφοις, δια να φονευση τον αθωον· οι οφθαλμοι αυτου παραμονευουσι τον πενητα.
<scripture passage="Ps 10:9" parsed="|Ps|10|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.9" />
<sup>9</sup>Ενεδρευει εν αποκρυφω, ως λεων εν τω σπηλαιω αυτου· ενεδρευει δια να αρπαση τον πτωχον· αρπαζει τον πτωχον, οταν συρη αυτον εν τη παγιδι αυτου.
<scripture passage="Ps 10:10" parsed="|Ps|10|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.10" />
<sup>10</sup>Κυπτει, χαμηλονει, δια να πεσωσιν οι πτωχοι εις τους ονυχας αυτου.
<scripture passage="Ps 10:11" parsed="|Ps|10|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.11" />
<sup>11</sup>Ειπεν εν τη καρδια αυτου, ελησμονησεν ο Θεος· εκρυψε το προσωπον αυτου· δεν θελει ιδει ποτε.
<scripture passage="Ps 10:12" parsed="|Ps|10|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.12" />
<sup>12</sup>Αναστηθι, Κυριε· Θεε, υψωσον την χειρα σου· μη λησμονησης τους τεθλιμμενους.
<scripture passage="Ps 10:13" parsed="|Ps|10|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.13" />
<sup>13</sup>Δια τι παρωξυνεν ο ασεβης τον Θεον; ειπεν εν τη καρδια αυτου, Δεν θελεις εξετασει.
<scripture passage="Ps 10:14" parsed="|Ps|10|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.14" />
<sup>14</sup>Ειδες· διοτι συ παρατηρεις την αδικιαν και την υβριν, δια να ανταποδωσης με την χειρα σου· εις σε αφιερονεται ο πτωχος· εις τον ορφανον συ εισαι ο βοηθος.
<scripture passage="Ps 10:15" parsed="|Ps|10|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.15" />
<sup>15</sup>Συντριψον τον βραχιονα του ασεβους και πονηρου· εξερευνησον την ασεβειαν αυτου, εωσου μη ευρης αυτην πλεον.
<scripture passage="Ps 10:16" parsed="|Ps|10|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.16" />
<sup>16</sup>Ο Κυριος ειναι βασιλευς εις τον αιωνα του αιωνος· τα εθνη θελουσιν εξαλειφθη εκ της γης αυτου.
<scripture passage="Ps 10:17" parsed="|Ps|10|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.17" />
<sup>17</sup>Κυριε, εισηκουσας την επιθυμιαν των πενητων· θελεις στηριξει την καρδιαν αυτων, θελεις καμει προσεκτικον το ωτιον σου·
<scripture passage="Ps 10:18" parsed="|Ps|10|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.10.18" />
<sup>18</sup>δια να κρινης τον ορφανον και τον τεταπεινωμενον, ωστε ο ανθρωπος ο γηινος να μη καταδυναστευη πλεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 11" progress="48.54%" prev="Ps.10" next="Ps.12" id="Ps.11">
<h3 id="Ps.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Ps.11-p1">
<scripture passage="Ps 11:1" parsed="|Ps|11|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Επι τον Κυριον πεποιθα· πως λεγετε εις την ψυχην μου, Φευγε εις το ορος σας, ως πτηνον;
<scripture passage="Ps 11:2" parsed="|Ps|11|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.2" />
<sup>2</sup>Διοτι, ιδου, οι ασεβεις ενετειναν τοξον· ητοιμασαν τα βελη αυτων επι την χορδην, δια να τοξευσωσιν εν σκοτει τους ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 11:3" parsed="|Ps|11|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.3" />
<sup>3</sup>Εαν τα θεμελια καταστραφωσιν, ο δικαιος τι δυναται να καμη;
<scripture passage="Ps 11:4" parsed="|Ps|11|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.4" />
<sup>4</sup>Ο Κυριος ειναι εν τω ναω τω αγιω αυτου· ο Κυριος εν τω ουρανω εχει τον θρονον αυτου· οι οφθαλμοι αυτου βλεπουσι, τα βλεφαρα αυτου εξεταζουσι, τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 11:5" parsed="|Ps|11|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος εξεταζει τον δικαιον· τον δε ασεβη και τον αγαπωντα την αδικιαν μισει η ψυχη αυτου.
<scripture passage="Ps 11:6" parsed="|Ps|11|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.6" />
<sup>6</sup>Θελει βρεξει επι τους ασεβεις παγιδας· πυρ και θειον και ανεμοζαλη ειναι η μερις του ποτηριου αυτων.
<scripture passage="Ps 11:7" parsed="|Ps|11|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.11.7" />
<sup>7</sup>Διοτι δικαιος ων ο Κυριος, αγαπα δικαιοσυνην· το προσωπον αυτου βλεπει ευθυτητα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 12" progress="48.56%" prev="Ps.11" next="Ps.13" id="Ps.12">
<h3 id="Ps.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Ps.12-p1">
<scripture passage="Ps 12:1" parsed="|Ps|12|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Σεμινιθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Σωσον, Κυριε· διοτι εξελιπεν οσιος, διοτι εχαθησαν οι φιλαληθεις μεταξυ των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 12:2" parsed="|Ps|12|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.2" />
<sup>2</sup>Εκαστος λαλει ματαιοτητα προς τον πλησιον αυτου· με χειλη δολια λαλουσιν απο διπλης καρδιας.
<scripture passage="Ps 12:3" parsed="|Ps|12|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.3" />
<sup>3</sup>Ας εξολοθρευση ο Κυριος παντα τα χειλη τα δολια, την γλωσσαν την μεγαλορρημονα.
<scripture passage="Ps 12:4" parsed="|Ps|12|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ειπον, Θελομεν υπερισχυσει δια της γλωσσης ημων· τα χειλη ημων ειναι ημετερα· τις θελει εισθαι κυριος εφ' ημας;
<scripture passage="Ps 12:5" parsed="|Ps|12|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.5" />
<sup>5</sup>Δια την ταλαιπωριαν των πτωχων, δια τον στεναγμον των πενητων, τωρα θελω εγερθη, λεγει ο Κυριος· θελω θεσει εν ασφαλεια εκεινον, κατα του οποιου φυσα ο ασεβης.
<scripture passage="Ps 12:6" parsed="|Ps|12|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.6" />
<sup>6</sup>Τα λογια του Κυριου ειναι λογια καθαρα· αργυριον δεδοκιμασμενον εν πηλινω χωνευτηριω, κεκαθαρισμενον επταπλασιως.
<scripture passage="Ps 12:7" parsed="|Ps|12|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.7" />
<sup>7</sup>Συ, Κυριε, θελεις φυλαξει αυτους· θελεις διατηρησει αυτους απο της γενεας ταυτης εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 12:8" parsed="|Ps|12|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.12.8" />
<sup>8</sup>Οι ασεβεις περιπατουσι κυκλω, οταν οι αχρειοι υψωθωσι μεταξυ των υιων των ανθρωπων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 13" progress="48.58%" prev="Ps.12" next="Ps.14" id="Ps.13">
<h3 id="Ps.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Ps.13-p1">
<scripture passage="Ps 13:1" parsed="|Ps|13|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Εως ποτε, Κυριε, θελεις με λησμονει διαπαντος; εως ποτε θελεις κρυπτει το προσωπον σου απ' εμου;
<scripture passage="Ps 13:2" parsed="|Ps|13|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε θελω εχει βουλας εν τη ψυχη μου, οδυνας καθ' ημεραν εν τη καρδια μου· εως ποτε θελει υψονεσθαι ο εχθρος μου επ' εμε;
<scripture passage="Ps 13:3" parsed="|Ps|13|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.3" />
<sup>3</sup>Επιβλεψον· εισακουσον μου, Κυριε ο Θεος μου· φωτισον τους οφθαλμους μου, μηποτε υπνωσω τον υπνον του θανατου·
<scripture passage="Ps 13:4" parsed="|Ps|13|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.4" />
<sup>4</sup>Μηποτε ειπη ο εχθρος μου, Υπερισχυσα κατ' αυτου, και οι θλιβοντες με αγαλλιασθωσιν, εαν σαλευθω.
<scripture passage="Ps 13:5" parsed="|Ps|13|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εγω ηλπισα επι το ελεος σου· η καρδια μου θελει αγαλλεσθαι εις την σωτηριαν σου.
<scripture passage="Ps 13:6" parsed="|Ps|13|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.13.6" />
<sup>6</sup>Θελω ψαλλει εις τον Κυριον, διοτι με αντημειψε.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 14" progress="48.60%" prev="Ps.13" next="Ps.15" id="Ps.14">
<h3 id="Ps.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Ps.14-p1">
<scripture passage="Ps 14:1" parsed="|Ps|14|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ειπεν ο αφρων εν τη καρδια αυτου, δεν υπαρχει Θεος. Διεφθαρησαν· εγειναν βδελυροι εις τα εργα· δεν υπαρχει πραττων αγαθον.
<scripture passage="Ps 14:2" parsed="|Ps|14|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος διεκυψεν εξ ουρανου επι τους υιους των ανθρωπων δια να ιδη εαν ηναι τις εχων συνεσιν, εκζητων τον Θεον.
<scripture passage="Ps 14:3" parsed="|Ps|14|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.3" />
<sup>3</sup>Παντες εξεκλιναν, ομου εξηχρειωθησαν· δεν υπαρχει πραττων αγαθον· δεν υπαρχει ουδε εις.
<scripture passage="Ps 14:4" parsed="|Ps|14|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.4" />
<sup>4</sup>Δεν εχουσι γνωσιν παντες οι εργαζομενοι την ανομιαν, οι κατατρωγοντες τον λαον μου ως βρωσιν αρτου; τον Κυριον δεν επεκαλεσθησαν.
<scripture passage="Ps 14:5" parsed="|Ps|14|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.5" />
<sup>5</sup>Εκει εφοβηθησαν φοβον· διοτι ο Θεος ειναι εν τη γενεα των δικαιων.
<scripture passage="Ps 14:6" parsed="|Ps|14|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.6" />
<sup>6</sup>Κατησχυνατε την βουλην του πτωχου, διοτι ο Κυριος ειναι η καταφυγη αυτου.
<scripture passage="Ps 14:7" parsed="|Ps|14|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.14.7" />
<sup>7</sup>Τις θελει δωσει εκ Σιων την σωτηριαν του Ισραηλ; οταν ο Κυριος επιστρεψη τον λαον αυτου απο της αιχμαλωσιας, θελει αγαλλεσθαι ο Ιακωβ, θελει ευφραινεσθαι ο Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 15" progress="48.62%" prev="Ps.14" next="Ps.16" id="Ps.15">
<h3 id="Ps.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Ps.15-p1">
<scripture passage="Ps 15:1" parsed="|Ps|15|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.15.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε, τις θελει κατοικησει εν τη σκηνη σου; τις θελει κατοικησει εν τω ορει τω αγιω σου;
<scripture passage="Ps 15:2" parsed="|Ps|15|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.15.2" />
<sup>2</sup>Ο περιπατων εν ακεραιοτητι και εργαζομενος δικαιοσυνην, και λαλων αληθειαν εν τη καρδια αυτου·
<scripture passage="Ps 15:3" parsed="|Ps|15|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.15.3" />
<sup>3</sup>Ο μη καταλαλων δια της γλωσσης αυτου, μηδε πραττων κακον εις τον φιλον αυτου, μηδε δεχομενος ονειδισμον κατα του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Ps 15:4" parsed="|Ps|15|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.15.4" />
<sup>4</sup>Εις τους οφθαλμους αυτου καταφρονειται ο αχρειος· τιμα δε τους φοβουμενους τον Κυριον· ομνυει εις τον πλησιον αυτου και δεν αθετει·
<scripture passage="Ps 15:5" parsed="|Ps|15|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.15.5" />
<sup>5</sup>δεν διδει το αργυριον αυτου επι τοκω, ουδε λαμβανει δωρα κατα του αθωου. Ο πραττων ταυτα δεν θελει σαλευθη εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 16" progress="48.63%" prev="Ps.15" next="Ps.17" id="Ps.16">
<h3 id="Ps.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Ps.16-p1">
<scripture passage="Ps 16:1" parsed="|Ps|16|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.1" />
<sup>1</sup>«Μικταμ του Δαβιδ.» Φυλαξον με, Θεε, διοτι επι σε ηλπισα.
<scripture passage="Ps 16:2" parsed="|Ps|16|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.2" />
<sup>2</sup>Συ ψυχη μου, ειπας προς τον Κυριον, συ εισαι ο Κυριος μου· η αγαθοτης μου δεν εκτεινεται εις σε·
<scripture passage="Ps 16:3" parsed="|Ps|16|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.3" />
<sup>3</sup>Αλλ' εις τους αγιους τους οντας εν τη γη και εις τους εξαιρετους, εις τους οποιους ειναι ολη μου η ευχαριστησις.
<scripture passage="Ps 16:4" parsed="|Ps|16|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.4" />
<sup>4</sup>Οι πονοι των τρεχοντων κατοπιν αλλων θεων θελουσι πολλαπλασιασθη· εγω δεν θελω προσφερει τας εξ αιματος σπονδας αυτων, ουδε θελω λαβει εις τα χειλη μου τα ονοματα αυτων.
<scripture passage="Ps 16:5" parsed="|Ps|16|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος ειναι η μερις της κληρονομιας μου και του ποτηριου μου· συ διαφυλαττεις τον κληρον μου.
<scripture passage="Ps 16:6" parsed="|Ps|16|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.6" />
<sup>6</sup>Αι μεριδες μου επεσον εις τοπους τερπνους· ελαβον ωραιοτατην κληρονομιαν.
<scripture passage="Ps 16:7" parsed="|Ps|16|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.7" />
<sup>7</sup>Θελω ευλογει τον Κυριον τον νουθετησαντα με· ετι και εν καιρω νυκτος με διδασκουσιν οι νεφροι μου.
<scripture passage="Ps 16:8" parsed="|Ps|16|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.8" />
<sup>8</sup>Ενωπιον μου ειχον τον Κυριον διαπαντος· διοτι ειναι εκ δεξιων μου, δια να μη σαλευθω.
<scripture passage="Ps 16:9" parsed="|Ps|16|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο ευφρανθη η καρδια μου και ηγαλλιασεν η γλωσσα μου· ετι δε και η σαρξ μου θελει αναπαυθη επ' ελπιδι.
<scripture passage="Ps 16:10" parsed="|Ps|16|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.10" />
<sup>10</sup>Διοτι δεν θελεις εγκαταλειψει την ψυχην μου εν τω αδη, ουδε θελεις αφησει τον Οσιον σου να ιδη διαφθοραν.
<scripture passage="Ps 16:11" parsed="|Ps|16|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.16.11" />
<sup>11</sup>Εφανερωσας εις εμε την οδον της ζωης· χορτασμος ευφροσυνης ειναι το προσωπον σου· τερπνοτητες ειναι διαπαντος εν τη δεξια σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 17" progress="48.66%" prev="Ps.16" next="Ps.18" id="Ps.17">
<h3 id="Ps.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Ps.17-p1">
<scripture passage="Ps 17:1" parsed="|Ps|17|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.1" />
<sup>1</sup>«Προσευχη του Δαβιδ.» Ακουσον, Κυριε, το δικαιον· προσεξον εις την δεησιν μου· ακροασθητι την προσευχην μου, την γινομενην ουχι με χειλη δολια.
<scripture passage="Ps 17:2" parsed="|Ps|17|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.2" />
<sup>2</sup>Ας εξελθη η κρισις μου παρα του προσωπου σου· οι οφθαλμοι σου ας ιδωσι την ευθυτητα.
<scripture passage="Ps 17:3" parsed="|Ps|17|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.3" />
<sup>3</sup>Ηρευνησας την καρδιαν μου· επεσκεφθης αυτην εν καιρω νυκτος· εδοκιμασας με και δεν ηυρες ουδεν εν εμοι· ο στοχασμος μου δεν ειναι διαφορος των λογων μου.
<scripture passage="Ps 17:4" parsed="|Ps|17|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.4" />
<sup>4</sup>Ως προς τα εργα των ανθρωπων, εγω δια των λογων των χειλεων σου εφυλαχθην απο των οδων των παρανομων.
<scripture passage="Ps 17:5" parsed="|Ps|17|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.5" />
<sup>5</sup>Στηριξον τα διαβηματα μου εν ταις οδοις σου, δια να μη σαλευθωσιν οι ποδες μου.
<scripture passage="Ps 17:6" parsed="|Ps|17|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.6" />
<sup>6</sup>Εγω σε επεκαλεσθην, Θεε, διοτι θελεις μου εισακουσει· Κλινον εις εμε το ωτιον σου, ακουσον τους λογους μου.
<scripture passage="Ps 17:7" parsed="|Ps|17|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.7" />
<sup>7</sup>Θαυμαστωσον τα ελεη σου, συ ο σωζων τους ελπιζοντας επι σε εκ των επανισταμενων κατα της δεξιας σου.
<scripture passage="Ps 17:8" parsed="|Ps|17|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.8" />
<sup>8</sup>Φυλαξον με ως κορην οφθαλμου· κρυψον με υπο την σκιαν των πτερυγων σου
<scripture passage="Ps 17:9" parsed="|Ps|17|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.9" />
<sup>9</sup>απ' εμπροσθεν των ασεβων των ταλαιπωρουντων με· οι εχθροι της ψυχης μου με περιεκυκλωσαν.
<scripture passage="Ps 17:10" parsed="|Ps|17|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.10" />
<sup>10</sup>Υπερεπαχυναν· το στομα αυτων λαλει υπερηφανα.
<scripture passage="Ps 17:11" parsed="|Ps|17|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.11" />
<sup>11</sup>Τωρα περιεκυκλωσαν τα διαβηματα ημων· προσηλωσαν τους οφθαλμους αυτων δια να κρημνισωσιν ημας κατα γης·
<scripture passage="Ps 17:12" parsed="|Ps|17|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.12" />
<sup>12</sup>Ως λεων επιθυμων να κατασπαραξη· και ως σκυμνος, καθημενος εν αποκρυφοις.
<scripture passage="Ps 17:13" parsed="|Ps|17|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.13" />
<sup>13</sup>Αναστηθι, Κυριε· προφθασον αυτον, υποσκελισον αυτον· ελευθερωσον την ψυχην μου απο του ασεβους, οστις ειναι η ρομφαια σου·
<scripture passage="Ps 17:14" parsed="|Ps|17|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.14" />
<sup>14</sup>Απο ανθρωπων, Κυριε, της χειρος σου· απο ανθρωπων του κοσμου, οιτινες λαμβανουσι την μεριδα αυτων εν ταυτη τη ζωη, και των οποιων την κοιλιαν γεμιζεις απο των θησαυρων σου· εχορτασαν τους υιους, και αφινουσι τα υπολοιπα αυτων εις τους εγγονους αυτων.
<scripture passage="Ps 17:15" parsed="|Ps|17|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.17.15" />
<sup>15</sup>Εγω δε εν δικαιοσυνη θελω ιδει το προσωπον σου· θελω χορτασθη απο της θεωριας σου, οταν εξεγερθω.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 18" progress="48.70%" prev="Ps.17" next="Ps.19" id="Ps.18">
<h3 id="Ps.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Ps.18-p1">
<scripture passage="Ps 18:1" parsed="|Ps|18|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ δουλου του Κυριου, οστις ελαλησε προς τον Κυριον τους λογους της ωδης ταυτης, καθ' ην ημεραν ηλευθερωσεν αυτον ο Κυριος εκ της χειρος παντων των εχθρων αυτου και εκ της χειρος του Σαουλ· και ειπε,» Θελω σε αγαπα, Κυριε, η ισχυς μου.
<scripture passage="Ps 18:2" parsed="|Ps|18|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος ειναι πετρα μου και φρουριον μου και ελευθερωτης μου· Θεος μου, βραχος μου· επ' αυτον θελω ελπιζει· η ασπις μου και το κερας της σωτηριας μου· υψηλος πυργος μου.
<scripture passage="Ps 18:3" parsed="|Ps|18|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.3" />
<sup>3</sup>Θελω επικαλεσθη τον αξιυμνητον Κυριον, και εκ των εχθρων μου θελω σωθη.
<scripture passage="Ps 18:4" parsed="|Ps|18|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.4" />
<sup>4</sup>Πονοι θανατου με περιεκυκλωσαν, και χειμαρροι ανομιας με κατετρομαξαν·
<scripture passage="Ps 18:5" parsed="|Ps|18|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.5" />
<sup>5</sup>Πονοι του αδου με περιεκυκλωσαν, παγιδες θανατου με εφθασαν.
<scripture passage="Ps 18:6" parsed="|Ps|18|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.6" />
<sup>6</sup>Εν τη στενοχωρια μου επεκαλεσθην τον Κυριον, και προς τον Θεον μου εβοησα. Ηκουσεν εκ του ναου αυτου της φωνης μου, και η κραυγη μου ηλθεν ενωπιον αυτου εις τα ωτα αυτου.
<scripture passage="Ps 18:7" parsed="|Ps|18|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.7" />
<sup>7</sup>Τοτε εσαλευθη και εντρομος εγεινεν η γη, και τα θεμελια των ορεων εταραχθησαν και εσαλευθησαν, διοτι ωργισθη.
<scripture passage="Ps 18:8" parsed="|Ps|18|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.8" />
<sup>8</sup>Καπνος ανεβαινεν εκ των μυκτηρων αυτου, και πυρ κατατρωγον εκ του στοματος αυτου· ανθρακες ανηφθησαν απ' αυτου.
<scripture passage="Ps 18:9" parsed="|Ps|18|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.9" />
<sup>9</sup>Και εκλινε τους ουρανους και κατεβη, και γνοφος υπο τους ποδας αυτου.
<scripture passage="Ps 18:10" parsed="|Ps|18|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.10" />
<sup>10</sup>Και επεβη επι χερουβειμ και επετασθη· και επεταξεν επι πτερυγων ανεμων.
<scripture passage="Ps 18:11" parsed="|Ps|18|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.11" />
<sup>11</sup>Εθεσε το σκοτος αποκρυφον τοπον αυτου· η σκηνη αυτου, περιξ αυτου ησαν υδατα σκοτεινα, νεφη πυκνα των αερων.
<scripture passage="Ps 18:12" parsed="|Ps|18|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.12" />
<sup>12</sup>Εκ της λαμψεως της εμπροσθεν αυτου διηλθον τα νεφη αυτου, χαλαζα και ανθρακες πυρος.
<scripture passage="Ps 18:13" parsed="|Ps|18|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.13" />
<sup>13</sup>Και εβροντησεν εν ουρανοις ο Κυριος, και ο Υψιστος εδωκε την φωνην αυτου· χαλαζα και ανθρακες πυρος.
<scripture passage="Ps 18:14" parsed="|Ps|18|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλε τα βελη αυτου και εσκορπισεν αυτους· και αστραπας επληθυνε και συνεταραξεν αυτους.
<scripture passage="Ps 18:15" parsed="|Ps|18|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.15" />
<sup>15</sup>Και εφανησαν τα βαθη των υδατων και ανεκαλυφθησαν τα θεμελια της οικουμενης, απο της επιτιμησεως σου, Κυριε, απο του φυσηματος της πνοης των μυκτηρων σου.
<scripture passage="Ps 18:16" parsed="|Ps|18|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.16" />
<sup>16</sup>Εξαπεστειλεν εξ υψους· ελαβε με· ειλκυσε με εξ υδατων πολλων.
<scripture passage="Ps 18:17" parsed="|Ps|18|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.17" />
<sup>17</sup>Ηλευθερωσε με εκ του δυνατου εχθρου μου, και εκ των μισουντων με, διοτι ησαν δυνατωτεροι μου.
<scripture passage="Ps 18:18" parsed="|Ps|18|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.18" />
<sup>18</sup>Προεφθασαν με εν τη ημερα της θλιψεως μου· αλλ' ο Κυριος εσταθη το αντιστηριγμα μου·
<scripture passage="Ps 18:19" parsed="|Ps|18|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.19" />
<sup>19</sup>και εξηγαγε με εις ευρυχωριαν· ηλευθερωσε με διοτι ηυδοκησεν εις εμε.
<scripture passage="Ps 18:20" parsed="|Ps|18|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.20" />
<sup>20</sup>Αντημειψε με ο Κυριος κατα την δικαιοσυνην μου· κατα την καθαροτητα των χειρων μου ανταπεδωκεν εις εμε.
<scripture passage="Ps 18:21" parsed="|Ps|18|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.21" />
<sup>21</sup>Διοτι εφυλαξα τας οδους του Κυριου, και δεν ησεβησα εκκλινας απο του Θεου μου.
<scripture passage="Ps 18:22" parsed="|Ps|18|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.22" />
<sup>22</sup>Διοτι πασαι αι κρισεις αυτου ησαν εμπροσθεν μου, και τα διαταγματα αυτου δεν απεμακρυνα απ' εμου·
<scripture passage="Ps 18:23" parsed="|Ps|18|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.23" />
<sup>23</sup>και εσταθην αμεμπτος προς αυτον, και εφυλαχθην απο της ανομιας μου.
<scripture passage="Ps 18:24" parsed="|Ps|18|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.24" />
<sup>24</sup>Και ανταπεδωκεν εις εμε ο Κυριος κατα την δικαιοσυνην μου, κατα την καθαροτητα των χειρων μου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Ps 18:25" parsed="|Ps|18|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.25" />
<sup>25</sup>Μετα οσιου οσιος θελεις εισθαι· μετα ανδρος τελειου τελειος θελεις εισθαι·
<scripture passage="Ps 18:26" parsed="|Ps|18|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.26" />
<sup>26</sup>μετα καθαρου, καθαρος θελεις εισθαι· και μετα διεστραμμενου διεστραμμενως θελεις φερθη.
<scripture passage="Ps 18:27" parsed="|Ps|18|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.27" />
<sup>27</sup>Διοτι συ θελεις σωσει λαον τεθλιμμενον· οφθαλμους δε υπερηφανων θελεις ταπεινωσει.
<scripture passage="Ps 18:28" parsed="|Ps|18|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.28" />
<sup>28</sup>Διοτι συ θελεις φωτισει τον λυχνον μου· Κυριος ο Θεος μου θελει φωτισει το σκοτος μου.
<scripture passage="Ps 18:29" parsed="|Ps|18|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.29" />
<sup>29</sup>Διοτι δια σου θελω διασπασει στρατευμα, και δια του Θεου μου θελω υπερπηδησει τειχος.
<scripture passage="Ps 18:30" parsed="|Ps|18|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.30" />
<sup>30</sup>Του Θεου, η οδος αυτου ειναι αμωμος· ο λογος του Κυριου ειναι δεδοκιμασμενος· ειναι ασπις παντων των ελπιζοντων επ' αυτον.
<scripture passage="Ps 18:31" parsed="|Ps|18|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.31" />
<sup>31</sup>Διοτι τις Θεος πλην του Κυριου; και τις φρουριον πλην του Θεου ημων;
<scripture passage="Ps 18:32" parsed="|Ps|18|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.32" />
<sup>32</sup>Ο Θεος ειναι ο περιζωννυων με δυναμιν, και καθιστων αμωμον την οδον μου.
<scripture passage="Ps 18:33" parsed="|Ps|18|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.33" />
<sup>33</sup>Καμνει τους ποδας μου ως των ελαφων και με στηνει επι τους υψηλους τοπους μου.
<scripture passage="Ps 18:34" parsed="|Ps|18|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.34" />
<sup>34</sup>Διδασκει τας χειρας μου εις πολεμον, και εκαμε τοξον χαλκουν τους βραχιονας μου.
<scripture passage="Ps 18:35" parsed="|Ps|18|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.35" />
<sup>35</sup>Και εδωκας εις εμε την ασπιδα της σωτηριας σου· και η δεξια σου με υπεστηριξε και η αγαθοτης σου με εμεγαλυνεν.
<scripture passage="Ps 18:36" parsed="|Ps|18|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.36" />
<sup>36</sup>Επλατυνας τα βηματα μου υποκατω μου, και οι ποδες μου δεν εκλονισθησαν.
<scripture passage="Ps 18:37" parsed="|Ps|18|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.37" />
<sup>37</sup>Κατεδιωξα τους εχθρους μου και εφθασα αυτους· και δεν επεστρεψα εωσου συνετελεσα αυτους.
<scripture passage="Ps 18:38" parsed="|Ps|18|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.38" />
<sup>38</sup>Συνετριψα αυτους και δεν ηδυνηθησαν να ανεγερθωσιν· επεσον υπο τους ποδας μου.
<scripture passage="Ps 18:39" parsed="|Ps|18|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.39" />
<sup>39</sup>Και περιεζωσας με δυναμιν εις πολεμον· συνεκαμψας υποκατω μου τους επανισταμενους επ' εμε.
<scripture passage="Ps 18:40" parsed="|Ps|18|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.40" />
<sup>40</sup>Και εκαμες τους εχθρους μου να τρεψωσιν εις εμε τα νωτα, και εξωλοθρευσα τους μισουντας με.
<scripture passage="Ps 18:41" parsed="|Ps|18|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.41" />
<sup>41</sup>Εβοησαν, και ουδεις ο σωζων· προς τον Κυριον, και δεν εισηκουσεν αυτων.
<scripture passage="Ps 18:42" parsed="|Ps|18|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.42" />
<sup>42</sup>Και κατελεπτυνα αυτους ως κονιν κατα προσωπον ανεμου· απετιναξα αυτους ως τον πηλον των οδων.
<scripture passage="Ps 18:43" parsed="|Ps|18|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.43" />
<sup>43</sup>Ηλευθερωσας με εκ των αντιλογιων του λαου· κατεστησας με κεφαλην εθνων· λαος, τον οποιον δεν εγνωρισα, εδουλευσεν εις εμε.
<scripture passage="Ps 18:44" parsed="|Ps|18|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.44" />
<sup>44</sup>Μολις ηκουσαν, και υπηκουσαν εις εμε· ξενοι υπεταχθησαν εις εμε.
<scripture passage="Ps 18:45" parsed="|Ps|18|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.45" />
<sup>45</sup>Ξενοι παρελυθησαν και κατετρομαξαν εκ των αποκρυφων τοπων αυτων.
<scripture passage="Ps 18:46" parsed="|Ps|18|46|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.46" />
<sup>46</sup>Ζη Κυριος, και ευλογημενον το φρουριον μου· και ας υψωθη ο Θεος της σωτηριας μου·
<scripture passage="Ps 18:47" parsed="|Ps|18|47|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.47" />
<sup>47</sup>ο Θεος ο εκδικων με και υποτασσων λαους υποκατω μου·
<scripture passage="Ps 18:48" parsed="|Ps|18|48|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.48" />
<sup>48</sup>οστις με ελευθερονει εκ των εχθρων μου. Ναι, με υψονεις υπερανω των επανισταμενων επ' εμε· ηλευθερωσας με απο ανδρος αδικου.
<scripture passage="Ps 18:49" parsed="|Ps|18|49|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.49" />
<sup>49</sup>Δια τουτο θελω σε υμνει, Κυριε, μεταξυ των εθνων, και εις το ονομα σου θελω ψαλλει.
<scripture passage="Ps 18:50" parsed="|Ps|18|50|0|0" osisRef="Bible:Ps.18.50" />
<sup>50</sup>Αυτος μεγαλυνει τας σωτηριας του βασιλεως αυτου, και καμνει ελεος εις τον κεχρισμενον αυτου, εις τον Δαβιδ και εις το σπερμα αυτου εως αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 19" progress="48.81%" prev="Ps.18" next="Ps.20" id="Ps.19">
<h3 id="Ps.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Ps.19-p1">
<scripture passage="Ps 19:1" parsed="|Ps|19|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Οι ουρανοι διηγουνται την δοξαν του Θεου, και το στερεωμα αναγγελλει το εργον των χειρων αυτου.
<scripture passage="Ps 19:2" parsed="|Ps|19|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.2" />
<sup>2</sup>Η ημερα προς την ημεραν λαλει λογον, και η νυξ προς την νυκτα αναγγελλει γνωσιν.
<scripture passage="Ps 19:3" parsed="|Ps|19|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.3" />
<sup>3</sup>Δεν ειναι λαλια ουδε λογος, των οποιων η φωνη δεν ακουεται.
<scripture passage="Ps 19:4" parsed="|Ps|19|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.4" />
<sup>4</sup>Εις πασαν την γην εξηλθεν ο φθογγος αυτων και εως των περατων της οικουμενης οι λογοι αυτων. Εν αυτοις εθεσε σκηνην δια τον ηλιον·
<scripture passage="Ps 19:5" parsed="|Ps|19|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.5" />
<sup>5</sup>και ουτος εξερχεται ως νυμφιος εκ του θαλαμου αυτου· αγαλλεται ως ο ανδρειος εις το να τρεξη το σταδιον·
<scripture passage="Ps 19:6" parsed="|Ps|19|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.6" />
<sup>6</sup>απ' ακρου του ουρανου ειναι η εξοδος αυτου· και το καταντημα αυτου εως ακρου αυτου· και δεν κρυπτεται ουδεν απο της θερμοτητος αυτου.
<scripture passage="Ps 19:7" parsed="|Ps|19|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.7" />
<sup>7</sup>Ο νομος του Κυριου ειναι αμωμος, επιστρεφων ψυχην· η μαρτυρια του Κυριου πιστη, σοφιζουσα τον απλουν·
<scripture passage="Ps 19:8" parsed="|Ps|19|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.8" />
<sup>8</sup>τα διαταγματα του Κυριου ευθεα, ευφραινοντα καρδιαν· η εντολη του Κυριου λαμπρα, φωτιζουσα οφθαλμους·
<scripture passage="Ps 19:9" parsed="|Ps|19|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.9" />
<sup>9</sup>ο φοβος του Κυριου καθαρος, διαμενων εις τον αιωνα· αι κρισεις του Κυριου αληθιναι, δικαιαι εν ταυτω·
<scripture passage="Ps 19:10" parsed="|Ps|19|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.10" />
<sup>10</sup>πλεον επιθυμηται παρα το χρυσιον, μαλιστα παρα πληθος καθαρου χρυσιου, και γλυκυτεραι υπερ το μελι και τους σταλαγμους της κηρηθρας.
<scripture passage="Ps 19:11" parsed="|Ps|19|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.11" />
<sup>11</sup>Ο δουλος σου μαλιστα νουθετειται δι' αυτων· εις την τηρησιν αυτων η ανταμοιβη ειναι μεγαλη.
<scripture passage="Ps 19:12" parsed="|Ps|19|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.12" />
<sup>12</sup>Τις συναισθανεται τα εαυτου αμαρτηματα; καθαρισον με απο των κρυφιων αμαρτηματων.
<scripture passage="Ps 19:13" parsed="|Ps|19|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.13" />
<sup>13</sup>Και ετι προφυλαξον τον δουλον σου απο υπερηφανιων· ας μη με κυριευσωσι· τοτε θελω εισθαι τελειος, και θελω καθαρισθη απο μεγαλης παρανομιας.
<scripture passage="Ps 19:14" parsed="|Ps|19|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.19.14" />
<sup>14</sup>Ας ηναι ευαρεστα τα λογια του στοματος μου και η μελετη της καρδιας μου ενωπιον σου, Κυριε, φρουριον μου και λυτρωτα μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 20" progress="48.85%" prev="Ps.19" next="Ps.21" id="Ps.20">
<h3 id="Ps.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Ps.20-p1">
<scripture passage="Ps 20:1" parsed="|Ps|20|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ο Κυριος να σου υπακουση εν ημερα θλιψεως το ονομα του Θεου του Ιακωβ να σε υπερασπιση.
<scripture passage="Ps 20:2" parsed="|Ps|20|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.2" />
<sup>2</sup>Να σοι εξαποστειλη βοηθειαν εκ του αγιαστηριου και εκ της Σιων να σε υποστηριξη.
<scripture passage="Ps 20:3" parsed="|Ps|20|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.3" />
<sup>3</sup>Να ενθυμηθη πασας τας προσφορας σου και να προσδεχθη το ολοκαυτωμα σου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 20:4" parsed="|Ps|20|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.4" />
<sup>4</sup>Να σοι δωση κατα την καρδιαν σου και να εκπληρωση πασαν βουλην σου.
<scripture passage="Ps 20:5" parsed="|Ps|20|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.5" />
<sup>5</sup>Εις την σωτηριαν σου θελομεν χαρη· και εις το ονομα του Θεου ημων θελομεν υψωσει τας σημαιας· ο Κυριος να εκπληρωση παντα τα αιτηματα σου.
<scripture passage="Ps 20:6" parsed="|Ps|20|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.6" />
<sup>6</sup>Τωρα εγνωρισα οτι εσωσεν ο Κυριος τον χριστον αυτου· θελει εισακουσει αυτου εκ του ουρανου της αγιοτητος αυτου· η σωτηρια της δεξιας αυτου γινεται εν δυναμει.
<scripture passage="Ps 20:7" parsed="|Ps|20|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.7" />
<sup>7</sup>Οι μεν εις αμαξας, οι δε εις ιππους, αλλ' ημεις εις το ονομα Κυριου του Θεου ημων θελομεν καυχασθαι·
<scripture passage="Ps 20:8" parsed="|Ps|20|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.8" />
<sup>8</sup>ουτοι συνεκαμφθησαν και επεσον· ημεις δε ανεστημεν και ανωρθωθημεν.
<scripture passage="Ps 20:9" parsed="|Ps|20|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.20.9" />
<sup>9</sup>Κυριε, σωσον τον βασιλεα· και εισακουσον ημων, καθ' ην ημεραν σε επικαλεσθωμεν.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 21" progress="48.87%" prev="Ps.20" next="Ps.22" id="Ps.21">
<h3 id="Ps.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Ps.21-p1">
<scripture passage="Ps 21:1" parsed="|Ps|21|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε, εν τη δυναμει σου θελει ευφραινεσθαι ο βασιλευς· και ποσον θελει υπεραγαλλεσθαι εν τη σωτηρια σου.
<scripture passage="Ps 21:2" parsed="|Ps|21|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.2" />
<sup>2</sup>Την επιθυμιαν της καρδιας αυτου εδωκας εις αυτον, και της αιτησεως των χειλεων αυτου δεν εστερησας αυτον. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 21:3" parsed="|Ps|21|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.3" />
<sup>3</sup>Διοτι προεφθασας αυτον εν ευλογιαις αγαθοτητος· εθεσας επι την κεφαλην αυτου στεφανον εκ καθαρου χρυσιου.
<scripture passage="Ps 21:4" parsed="|Ps|21|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.4" />
<sup>4</sup>Ζωην σε εζητησε, και εδωκας εις αυτον μακροτητα ημερων εις αιωνα αιωνος.
<scripture passage="Ps 21:5" parsed="|Ps|21|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.5" />
<sup>5</sup>Μεγαλη η δοξα αυτου δια της σωτηριας σου· τιμην και μεγαλοπρεπειαν εθεσας επ' αυτον.
<scripture passage="Ps 21:6" parsed="|Ps|21|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εθεσας αυτον ευλογιαν εις τον αιωνα· υπερευφρανας αυτον δια του προσωπου σου.
<scripture passage="Ps 21:7" parsed="|Ps|21|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ο βασιλευς ελπιζει επι τον Κυριον, και δια του ελεους του Υψιστου δεν θελει σαλευθη.
<scripture passage="Ps 21:8" parsed="|Ps|21|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.8" />
<sup>8</sup>Η χειρ σου θελει ευρει παντας τους εχθρους σου· η δεξια σου θελει ευρει τους μισουντας σε.
<scripture passage="Ps 21:9" parsed="|Ps|21|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.9" />
<sup>9</sup>Θελεις καμει αυτους ως καμινον πυρος εν τω καιρω της οργης σου· ο Κυριος θελει καταπιει αυτους εν τω θυμω αυτου· και πυρ θελει καταφαγει αυτους.
<scripture passage="Ps 21:10" parsed="|Ps|21|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.10" />
<sup>10</sup>Θελεις αφανισει απο της γης τον καρπον αυτων, και το σπερμα αυτων απο των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 21:11" parsed="|Ps|21|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.11" />
<sup>11</sup>Διοτι εμηχανευθησαν κακα εναντιον σου· διελογισθησαν βουλην, αλλα δεν ισχυσαν.
<scripture passage="Ps 21:12" parsed="|Ps|21|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο θελεις καμει αυτους να τρεψωσι τα νωτα, οταν επι τας χορδας σου ετοιμασης τα βελη σου κατα του προσωπου αυτων.
<scripture passage="Ps 21:13" parsed="|Ps|21|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.21.13" />
<sup>13</sup>Υψωθητι, Κυριε, εν τη δυναμει σου· θελομεν υμνει και ψαλμωδει την δυναμιν σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 22" progress="48.91%" prev="Ps.21" next="Ps.23" id="Ps.22">
<h3 id="Ps.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Ps.22-p1">
<scripture passage="Ps 22:1" parsed="|Ps|22|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Αγελεθ Σαχαρ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Θεε μου, Θεε μου, δια τι με εγκατελιπες; δια τι ιστασαι μακραν απο της σωτηριας μου και απο των λογων των στεναγμων μου;
<scripture passage="Ps 22:2" parsed="|Ps|22|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.2" />
<sup>2</sup>Θεε μου, κραζω την ημεραν, και δεν αποκρινεσαι· και την νυκτα, και δεν σιωπω.
<scripture passage="Ps 22:3" parsed="|Ps|22|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.3" />
<sup>3</sup>Συ δε ο Αγιος κατοικεις μεταξυ των επαινων του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 22:4" parsed="|Ps|22|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.4" />
<sup>4</sup>Επι σε ηλπισαν οι πατερες ημων· ηλπισαν, και ηλευθερωσας αυτους.
<scripture passage="Ps 22:5" parsed="|Ps|22|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.5" />
<sup>5</sup>Προς σε εκραξαν και εσωθησαν· επι σε ηλπισαν και δεν κατησχυνθησαν.
<scripture passage="Ps 22:6" parsed="|Ps|22|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.6" />
<sup>6</sup>Εγω δε ειμαι σκωληξ και ουχι ανθρωπος· ονειδος ανθρωπων και εξουθενημα του λαου.
<scripture passage="Ps 22:7" parsed="|Ps|22|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.7" />
<sup>7</sup>Με εμυκτηρισαν παντες οι βλεποντες με· ανοιγουσι τα χειλη, κινουσι την κεφαλην, λεγοντες,
<scripture passage="Ps 22:8" parsed="|Ps|22|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.8" />
<sup>8</sup>Ηλπισεν επι τον Κυριον· ας ελευθερωση αυτον· ας σωση αυτον, επειδη θελει αυτον.
<scripture passage="Ps 22:9" parsed="|Ps|22|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.9" />
<sup>9</sup>Αλλα συ εισαι ο εκσπασας με εκ της κοιλιας· η ελπις μου απο των μαστων της μητρος μου.
<scripture passage="Ps 22:10" parsed="|Ps|22|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.10" />
<sup>10</sup>Επι σε ερριφθην εκ μητρας· εκ κοιλιας της μητρος μου συ εισαι ο Θεος μου.
<scripture passage="Ps 22:11" parsed="|Ps|22|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.11" />
<sup>11</sup>Μη απομακρυνθης απ' εμου· διοτι η θλιψις ειναι πλησιον· διοτι ουδεις ο βοηθων.
<scripture passage="Ps 22:12" parsed="|Ps|22|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.12" />
<sup>12</sup>Ταυροι πολλοι με περιεκυκλωσαν· ταυροι δυνατοι εκ Βασαν με περιεστοιχισαν.
<scripture passage="Ps 22:13" parsed="|Ps|22|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.13" />
<sup>13</sup>Ηνοιξαν επ' εμε το στομα αυτων, ως λεων αρπαζων και βρυχομενος.
<scripture passage="Ps 22:14" parsed="|Ps|22|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.14" />
<sup>14</sup>Εξεχυθην ως υδωρ, και εξηρθρωθησαν παντα τα οστα μου· η καρδια μου εγεινεν ως κηριον, κατατηκεται εν μεσω των εντοσθιων μου.
<scripture passage="Ps 22:15" parsed="|Ps|22|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.15" />
<sup>15</sup>Η δυναμις μου εξηρανθη ως οστρακον, και η γλωσσα μου εκολληθη εις τον λαρυγγα μου· και συ με κατεβιβασας εις το χωμα του θανατου.
<scripture passage="Ps 22:16" parsed="|Ps|22|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.16" />
<sup>16</sup>Διοτι κυνες με περιεκυκλωσαν· συναξις πονηρευομενων με περιεκλεισεν· ετρυπησαν τας χειρας μου και τους ποδας μου·
<scripture passage="Ps 22:17" parsed="|Ps|22|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.17" />
<sup>17</sup>Δυναμαι να αριθμησω παντα τα οστα μου· ουτοι με ενατενιζουσι και με παρατηρουσι.
<scripture passage="Ps 22:18" parsed="|Ps|22|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.18" />
<sup>18</sup>Διεμερισθησαν τα ιματια μου εις εαυτους· και επι τον ιματισμον μου εβαλον κληρον.
<scripture passage="Ps 22:19" parsed="|Ps|22|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.19" />
<sup>19</sup>Αλλα συ, Κυριε, μη απομακρυνθης· συ, η δυναμις μου, σπευσον εις βοηθειαν μου.
<scripture passage="Ps 22:20" parsed="|Ps|22|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.20" />
<sup>20</sup>Ελευθερωσον απο ρομφαιας την ψυχην μου την μεμονωμενην μου απο δυναμεως κυνος.
<scripture passage="Ps 22:21" parsed="|Ps|22|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.21" />
<sup>21</sup>Σωσον με εκ στοματος λεοντος και εισακουσον μου, ελευθερονων με απο κερατων μονοκερωτων.
<scripture passage="Ps 22:22" parsed="|Ps|22|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.22" />
<sup>22</sup>Θελω διηγεισθαι το ονομα σου προς τους αδελφους μου· εν μεσω συναξεως θελω σε επαινει.
<scripture passage="Ps 22:23" parsed="|Ps|22|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.23" />
<sup>23</sup>Οι φοβουμενοι τον Κυριον, αινειτε αυτον· απαν το σπερμα Ιακωβ, δοξασατε αυτον· και φοβηθητε αυτον, απαν το σπερμα Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 22:24" parsed="|Ps|22|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.24" />
<sup>24</sup>Διοτι δεν εξουθενωσε και δεν απεστραφη την θλιψιν του τεθλιμμενου, και δεν εκρυψε το προσωπον αυτου απ' αυτου· και οτε εβοησε προς αυτον, εισηκουσεν.
<scripture passage="Ps 22:25" parsed="|Ps|22|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.25" />
<sup>25</sup>Απο σου θελει αρχιζει η αινεσις μου εν εκκλησια μεγαλη· θελω αποδωσει τας ευχας μου ενωπιον των φοβουμενων αυτον.
<scripture passage="Ps 22:26" parsed="|Ps|22|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.26" />
<sup>26</sup>Οι τεθλιμμενοι θελουσι φαγει και θελουσι χορτασθη· θελουσιν αινεσει τον Κυριον οι εκζητουντες αυτον· η καρδια σας θελει ζη εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 22:27" parsed="|Ps|22|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.27" />
<sup>27</sup>Θελουσιν ενθυμηθη και επιστραφη προς τον Κυριον παντα τα περατα της γης· και θελουσι προσκυνησει ενωπιον σου πασαι αι φυλαι των εθνων.
<scripture passage="Ps 22:28" parsed="|Ps|22|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.28" />
<sup>28</sup>Διοτι του Κυριου ειναι η βασιλεια, και αυτος εξουσιαζει τα εθνη.
<scripture passage="Ps 22:29" parsed="|Ps|22|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.29" />
<sup>29</sup>Θελουσι φαγει και θελουσι προσκυνησει παντες οι παχεις της γης· ενωπιον αυτου θελουσι κλινει παντες οι καταβαινοντες εις το χωμα· και ουδεις την ζωην αυτου θελει δυνηθη να φυλαξη.
<scripture passage="Ps 22:30" parsed="|Ps|22|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.30" />
<sup>30</sup>Οι μεταγενεστεροι θελουσι δουλευσει αυτον· θελουσιν αναγραφη εις τον Κυριον ως γενεα αυτου.
<scripture passage="Ps 22:31" parsed="|Ps|22|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.22.31" />
<sup>31</sup>Θελουσιν ελθει και αναγγειλει την δικαιοσυνην αυτου, προς λαον, οστις μελλει να γεννηθη· διοτι αυτος εκαμε τουτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 23" progress="48.98%" prev="Ps.22" next="Ps.24" id="Ps.23">
<h3 id="Ps.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Ps.23-p1">
<scripture passage="Ps 23:1" parsed="|Ps|23|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ο Κυριος ειναι ο ποιμην μου· δεν θελω στερηθη ουδενος.
<scripture passage="Ps 23:2" parsed="|Ps|23|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.2" />
<sup>2</sup>Εις βοσκας χλοερας με ανεπαυσεν· εις υδατα αναπαυσεως με ωδηγησεν.
<scripture passage="Ps 23:3" parsed="|Ps|23|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.3" />
<sup>3</sup>Ηνωρθωσε την ψυχην μου· με ωδηγησε δια τριβων δικαιοσυνης ενεκεν του ονοματος αυτου.
<scripture passage="Ps 23:4" parsed="|Ps|23|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.4" />
<sup>4</sup>Και εν κοιλαδι σκιας θανατου εαν περιπατησω, δεν θελω φοβηθη κακον· διοτι συ εισαι μετ' εμου· η ραβδος σου και η βακτηρια σου, αυται με παρηγορουσιν.
<scripture passage="Ps 23:5" parsed="|Ps|23|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.5" />
<sup>5</sup>Ητοιμασας εμπροσθεν μου τραπεζαν απεναντι των εχθρων μου· ηλειψας εν ελαιω την κεφαλην μου· το ποτηριον μου υπερχειλιζει.
<scripture passage="Ps 23:6" parsed="|Ps|23|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.23.6" />
<sup>6</sup>Βεβαιως χαρις και ελεος θελουσι με ακολουθει πασας τας ημερας της ζωης μου· και θελω κατοικει εν τω οικω του Κυριου εις μακροτητα ημερων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 24" progress="48.99%" prev="Ps.23" next="Ps.25" id="Ps.24">
<h3 id="Ps.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Ps.24-p1">
<scripture passage="Ps 24:1" parsed="|Ps|24|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Του Κυριου ειναι η γη και το πληρωμα αυτης· η οικουμενη και οι κατοικουντες εν αυτη.
<scripture passage="Ps 24:2" parsed="|Ps|24|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.2" />
<sup>2</sup>Διοτι αυτος εθεμελιωσεν αυτην επι των θαλασσων, και εστερεωσεν αυτην επι των ποταμων.
<scripture passage="Ps 24:3" parsed="|Ps|24|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.3" />
<sup>3</sup>Τις θελει αναβη εις το ορος του Κυριου; και τις θελει σταθη εν τω τοπω τω αγιω αυτου;
<scripture passage="Ps 24:4" parsed="|Ps|24|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.4" />
<sup>4</sup>Ο αθωος τας χειρας και ο καθαρος την καρδιαν· οστις δεν εδωκεν εις ματαιοτητα την ψυχην αυτου και δεν ωμοσε μετα δολιοτητος.
<scripture passage="Ps 24:5" parsed="|Ps|24|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.5" />
<sup>5</sup>Ουτος θελει λαβει ευλογιαν παρα Κυριου και δικαιοσυνην παρα του Θεου της σωτηριας αυτου.
<scripture passage="Ps 24:6" parsed="|Ps|24|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.6" />
<sup>6</sup>Αυτη ειναι η γενεα των εκζητουντων αυτον, των ζητουντων το προσωπον σου, Θεε του Ιακωβ. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 24:7" parsed="|Ps|24|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.7" />
<sup>7</sup>Σηκωσατε, πυλαι, τας κεφαλας σας, και υψωθητε, θυραι αιωνιοι, και θελει εισελθει ο Βασιλευς της δοξης.
<scripture passage="Ps 24:8" parsed="|Ps|24|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.8" />
<sup>8</sup>Τις ουτος ο Βασιλευς της δοξης; ο Κυριος ο κραταιος και δυνατος, ο Κυριος ο δυνατος εν πολεμω.
<scripture passage="Ps 24:9" parsed="|Ps|24|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.9" />
<sup>9</sup>Σηκωσατε, πυλαι, τας κεφαλας σας, και υψωθητε, θυραι αιωνιοι, και θελει εισελθει ο Βασιλευς της δοξης.
<scripture passage="Ps 24:10" parsed="|Ps|24|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.24.10" />
<sup>10</sup>Τις ειναι ουτος ο Βασιλευς της δοξης; ο Κυριος των δυναμεων· αυτος ειναι ο Βασιλευς της δοξης. Διαψαλμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 25" progress="49.02%" prev="Ps.24" next="Ps.26" id="Ps.25">
<h3 id="Ps.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Ps.25-p1">
<scripture passage="Ps 25:1" parsed="|Ps|25|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Προς σε, Κυριε, υψωσα την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 25:2" parsed="|Ps|25|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.2" />
<sup>2</sup>Θεε μου, επι σε ηλπισα· ας μη καταισχυνθω, ας μη χαρωσιν επ' εμε οι εχθροι μου.
<scripture passage="Ps 25:3" parsed="|Ps|25|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.3" />
<sup>3</sup>Βεβαιως παντες οι προσμενοντες σε δεν θελουσι καταισχυνθη· ας καταισχυνθωσιν οι μωροι παραβαται.
<scripture passage="Ps 25:4" parsed="|Ps|25|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.4" />
<sup>4</sup>Δειξον μοι, Κυριε, τας οδους σου· διδαξον με τα βηματα σου.
<scripture passage="Ps 25:5" parsed="|Ps|25|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.5" />
<sup>5</sup>Οδηγησον με εν τη αληθεια σου και διδαξον με· διοτι συ εισαι ο Θεος της σωτηριας μου· σε προσμενω ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 25:6" parsed="|Ps|25|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.6" />
<sup>6</sup>Μνησθητι, Κυριε, τους οικτιρμους σου και τα ελεη σου, διοτι ειναι απ' αιωνος.
<scripture passage="Ps 25:7" parsed="|Ps|25|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.7" />
<sup>7</sup>Τας αμαρτιας της νεοτητος μου και τας παραβασεις μου μη μνησθης· κατα το ελεος σου μνησθητι μου συ, Κυριε, ενεκεν της αγαθοτητος σου.
<scripture passage="Ps 25:8" parsed="|Ps|25|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.8" />
<sup>8</sup>Αγαθος και ευθυς ο Κυριος· δια τουτο θελει διδαξει τους αμαρτωλους την οδον.
<scripture passage="Ps 25:9" parsed="|Ps|25|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.9" />
<sup>9</sup>Θελει οδηγησει τους πραους εν κρισει και θελει διδαξει τους πραους την οδον αυτου.
<scripture passage="Ps 25:10" parsed="|Ps|25|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.10" />
<sup>10</sup>Πασαι αι οδοι του Κυριου ειναι ελεος και αληθεια εις τους φυλαττοντας την διαθηκην αυτου και τα μαρτυρια αυτου.
<scripture passage="Ps 25:11" parsed="|Ps|25|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.11" />
<sup>11</sup>Ενεκεν του ονοματος σου, Κυριε, συγχωρησον την ανομιαν μου, διοτι ειναι μεγαλη.
<scripture passage="Ps 25:12" parsed="|Ps|25|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.12" />
<sup>12</sup>Τις ειναι ο ανθρωπος ο φοβουμενος τον Κυριον; αυτον θελει διδαξει την οδον, την οποιαν πρεπει να εκλεξη·
<scripture passage="Ps 25:13" parsed="|Ps|25|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.13" />
<sup>13</sup>Η ψυχη αυτου θελει κατοικει εν αγαθοις, και το σπερμα αυτου θελει κληρονομησει την γην.
<scripture passage="Ps 25:14" parsed="|Ps|25|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.14" />
<sup>14</sup>Το απορρητον του Κυριου ειναι μετα των φοβουμενων αυτον και την διαθηκην αυτου θελει φανερωσει εις αυτους.
<scripture passage="Ps 25:15" parsed="|Ps|25|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.15" />
<sup>15</sup>Οι οφθαλμοι μου ειναι διαπαντος προς τον Κυριον, διοτι αυτος θελει εξαγαγει εκ παγιδος τους ποδας μου.
<scripture passage="Ps 25:16" parsed="|Ps|25|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.16" />
<sup>16</sup>Επιβλεψον επ' εμε και ελεησον με, διοτι μεμονωμενος και τεθλιμμενος ειμαι.
<scripture passage="Ps 25:17" parsed="|Ps|25|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.17" />
<sup>17</sup>Αι θλιψεις της καρδιας μου ηυξησαν· εξαγαγε με εκ των στενοχωριων μου.
<scripture passage="Ps 25:18" parsed="|Ps|25|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.18" />
<sup>18</sup>Ιδε την θλιψιν μου και τον μοχθον μου, και αφες πασας τας αμαρτιας μου.
<scripture passage="Ps 25:19" parsed="|Ps|25|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.19" />
<sup>19</sup>Ιδε τους εχθρους μου, διοτι επληθυνθησαν και μισος αδικον με εμισησαν.
<scripture passage="Ps 25:20" parsed="|Ps|25|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.20" />
<sup>20</sup>Φυλαξον την ψυχην μου και σωσον με· ας μη καταισχυνθω, διοτι επι σε ηλπισα.
<scripture passage="Ps 25:21" parsed="|Ps|25|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.21" />
<sup>21</sup>Ακακια και ευθυτης ας με περιφυλαττωσι, διοτι σε προσεμεινα.
<scripture passage="Ps 25:22" parsed="|Ps|25|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.25.22" />
<sup>22</sup>Λυτρωσον, Θεε, τον Ισραηλ εκ πασων των θλιψεων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 26" progress="49.06%" prev="Ps.25" next="Ps.27" id="Ps.26">
<h3 id="Ps.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Ps.26-p1">
<scripture passage="Ps 26:1" parsed="|Ps|26|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Κρινον με, Κυριε· διοτι εγω περιεπατησα εν ακακια μου· και επι τον Κυριον ηλπισα, και δεν θελω σαλευθη.
<scripture passage="Ps 26:2" parsed="|Ps|26|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.2" />
<sup>2</sup>Εξετασον με, Κυριε, και δοκιμασον με· δοκιμασον τους νεφρους μου και την καρδιαν μου.
<scripture passage="Ps 26:3" parsed="|Ps|26|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.3" />
<sup>3</sup>Διοτι το ελεος σου ειναι εμπροσθεν των οφθαλμων μου· και περιεπατησα εν τη αληθεια σου.
<scripture passage="Ps 26:4" parsed="|Ps|26|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.4" />
<sup>4</sup>Δεν εκαθησα μετα ανθρωπων ματαιων· και μετα υποκριτων δεν θελω υπαγει.
<scripture passage="Ps 26:5" parsed="|Ps|26|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.5" />
<sup>5</sup>Εμισησα την συναξιν των πονηρευομενων, και μετα ασεβων δεν θελω καθησει.
<scripture passage="Ps 26:6" parsed="|Ps|26|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.6" />
<sup>6</sup>Θελω νιψει εν αθωοτητι τας χειρας μου και θελω περικυκλωσει το θυσιαστηριον σου, Κυριε·
<scripture passage="Ps 26:7" parsed="|Ps|26|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.7" />
<sup>7</sup>δια να καμω να αντηχηση φωνη αινεσεως, και δια να διηγηθω παντα τα θαυμασια σου.
<scripture passage="Ps 26:8" parsed="|Ps|26|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.8" />
<sup>8</sup>Κυριε, ηγαπησα την κατοικησιν του οικου σου και τον τοπον της σκηνης της δοξης σου.
<scripture passage="Ps 26:9" parsed="|Ps|26|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.9" />
<sup>9</sup>Μη συμπεριλαβης μετα αμαρτωλων την ψυχην μου και μετα ανδρων αιματων την ζωην μου·
<scripture passage="Ps 26:10" parsed="|Ps|26|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.10" />
<sup>10</sup>εις των οποιων τας χειρας ειναι ανομια, και η δεξια αυτων πληρης δωρων.
<scripture passage="Ps 26:11" parsed="|Ps|26|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' εγω θελω περιπατει εν ακακια μου· λυτρωσον με και ελεησον με.
<scripture passage="Ps 26:12" parsed="|Ps|26|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.26.12" />
<sup>12</sup>Ο πους μου ισταται εν τη ευθυτητι· εν εκκλησιαις θελω ευλογει τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 27" progress="49.09%" prev="Ps.26" next="Ps.28" id="Ps.27">
<h3 id="Ps.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Ps.27-p1">
<scripture passage="Ps 27:1" parsed="|Ps|27|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ο Κυριος ειναι φως μου και σωτηρια μου· τινα θελω φοβηθη; ο Κυριος ειναι δυναμις της ζωης μου· απο τινος θελω δειλιασει;
<scripture passage="Ps 27:2" parsed="|Ps|27|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.2" />
<sup>2</sup>Οτε επλησιασαν επ' εμε οι πονηρευομενοι, δια να καταφαγωσι την σαρκα μου, οι αντιδικοι και οι εχθροι μου, αυτοι προσεκρουσαν και επεσον.
<scripture passage="Ps 27:3" parsed="|Ps|27|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.3" />
<sup>3</sup>Και αν παραταχθη εναντιον μου στρατευμα, η καρδια μου δεν θελει φοβηθη· και αν πολεμος σηκωθη επ' εμε, και τοτε θελω ελπιζει.
<scripture passage="Ps 27:4" parsed="|Ps|27|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.4" />
<sup>4</sup>Εν εζητησα παρα του Κυριου, τουτο θελω εκζητει· το να κατοικω εν τω οικω του Κυριου πασας τας ημερας της ζωης μου, να θεωρω το καλλος του Κυριου και να επισκεπτωμαι τον ναον αυτου.
<scripture passage="Ps 27:5" parsed="|Ps|27|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εν ημερα συμφορας θελει με κρυψει εν τη σκηνη αυτου· Θελει με κρυψει εν τω αποκρυφω της σκηνης αυτου· θελει με υψωσει επι βραχον·
<scripture passage="Ps 27:6" parsed="|Ps|27|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.6" />
<sup>6</sup>και ηδη η κεφαλη μου θελει υψωθη υπερανω των εχθρων μου των περικυκλουντων με· και θελω θυσιασει εν τη σκηνη αυτου θυσιας αλαλαγμου· θελω υμνει και θελω ψαλμωδει εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 27:7" parsed="|Ps|27|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.7" />
<sup>7</sup>Ακουσον, Κυριε, της φωνης μου, οταν κραζω· και ελεησον με και εισακουσον μου.
<scripture passage="Ps 27:8" parsed="|Ps|27|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.8" />
<sup>8</sup>Ζητησατε το προσωπον μου, ειπε περι σου η καρδια μου. Το προσωπον σου, Κυριε, θελω ζητησει.
<scripture passage="Ps 27:9" parsed="|Ps|27|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.9" />
<sup>9</sup>Μη κρυψης απ' εμου το προσωπον σου· μη απορριψης εν οργη τον δουλον σου· συ εσταθης βοηθεια μου· μη με αφησης και μη με εγκαταλειψης, Θεε της σωτηριας μου.
<scripture passage="Ps 27:10" parsed="|Ps|27|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.10" />
<sup>10</sup>Και αν ο πατηρ μου και η μητηρ μου με εγκαταλειψωσιν, ο Κυριος ομως θελει με προσδεχθη.
<scripture passage="Ps 27:11" parsed="|Ps|27|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.11" />
<sup>11</sup>Διδαξον με, Κυριε, την οδον σου και οδηγησον με εν οδω ευθεια ενεκεν των εχθρων μου.
<scripture passage="Ps 27:12" parsed="|Ps|27|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.12" />
<sup>12</sup>Μη με παραδωσης εις την επιθυμιαν των εχθρων μου· διοτι ηγερθησαν κατ' εμου μαρτυρες ψευδεις και πνεοντες αδικιαν.
<scripture passage="Ps 27:13" parsed="|Ps|27|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.13" />
<sup>13</sup>Ουαι εαν δεν επιστευον να ιδω τα αγαθα του Κυριου εν γη ζωντων.
<scripture passage="Ps 27:14" parsed="|Ps|27|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.27.14" />
<sup>14</sup>Προσμενε τον Κυριον· ανδριζου, και ας κραταιωθη η καρδια σου· και προσμενε τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 28" progress="49.13%" prev="Ps.27" next="Ps.29" id="Ps.28">
<h3 id="Ps.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Ps.28-p1">
<scripture passage="Ps 28:1" parsed="|Ps|28|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Προς σε θελω κραξει, Κυριε· φρουριον μου, μη σιωπησης προς εμε· μηποτε σιωπησης προς εμε, και ομοιωθω με τους καταβαινοντας εις τον λακκον.
<scripture passage="Ps 28:2" parsed="|Ps|28|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.2" />
<sup>2</sup>Ακουσον της φωνης των δεησεων μου, οταν κραζω προς σε, οταν υψονω τας χειρας μου προς τον ναον τον αγιον σου.
<scripture passage="Ps 28:3" parsed="|Ps|28|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.3" />
<sup>3</sup>Μη με συρης μετα των ασεβων και μετα των εργαζομενων ανομιαν, οιτινες λαλουντες ειρηνην μετα των πλησιον αυτων, εχουσι κακιαν εν ταις καρδιαις αυτων.
<scripture passage="Ps 28:4" parsed="|Ps|28|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.4" />
<sup>4</sup>Δος εις αυτους κατα τα εργα αυτων και κατα την πονηριαν των επιχειρησεων αυτων· κατα τα εργα των χειρων αυτων δος εις αυτους· αποδος εις αυτους την ανταμοιβην αυτων.
<scripture passage="Ps 28:5" parsed="|Ps|28|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.5" />
<sup>5</sup>Επειδη δεν προσεχουσιν εις τας πραξεις του Κυριου και εις τα εργα των χειρων αυτου, θελει κατακρημνισει αυτους και δεν θελει ανοικοδομησει αυτους.
<scripture passage="Ps 28:6" parsed="|Ps|28|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.6" />
<sup>6</sup>Ευλογητος ο Κυριος, διοτι ηκουσε της φωνης των δεησεων μου.
<scripture passage="Ps 28:7" parsed="|Ps|28|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος ειναι δυναμις μου και ασπις μου· επ' αυτον ηλπισεν η καρδια μου, και εβοηθηθην· δια τουτο ηγαλλιασεν η καρδια μου, και με τας ωδας μου θελω υμνει αυτον.
<scripture passage="Ps 28:8" parsed="|Ps|28|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος ειναι δυναμις του λαου αυτου· αυτος ειναι και υπερασπισις της σωτηριας του κεχρισμενου αυτου.
<scripture passage="Ps 28:9" parsed="|Ps|28|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.28.9" />
<sup>9</sup>Σωσον τον λαον σου και ευλογησον την κληρονομιαν σου· και ποιμαινε αυτους και υψωσον αυτους εως αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 29" progress="49.16%" prev="Ps.28" next="Ps.30" id="Ps.29">
<h3 id="Ps.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Ps.29-p1">
<scripture passage="Ps 29:1" parsed="|Ps|29|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Αποδοτε εις τον Κυριον, υιοι των δυνατων, αποδοτε εις τον Κυριον δοξαν και κρατος.
<scripture passage="Ps 29:2" parsed="|Ps|29|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.2" />
<sup>2</sup>Αποδοτε εις τον Κυριον την δοξαν του ονοματος αυτου· προσκυνησατε τον Κυριον εν τω μεγαλοπρεπει αγιαστηριω αυτου.
<scripture passage="Ps 29:3" parsed="|Ps|29|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.3" />
<sup>3</sup>Η φωνη του Κυριου ειναι επι των υδατων· ο Θεος της δοξης βροντα· ο Κυριος ειναι επι υδατων πολλων.
<scripture passage="Ps 29:4" parsed="|Ps|29|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.4" />
<sup>4</sup>Η φωνη του Κυριου ειναι δυνατη· η φωνη του Κυριου ειναι μεγαλοπρεπης.
<scripture passage="Ps 29:5" parsed="|Ps|29|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.5" />
<sup>5</sup>Η φωνη του Κυριου συντριβει κεδρους· και συντριβει Κυριος τας κεδρους του Λιβανου·
<scripture passage="Ps 29:6" parsed="|Ps|29|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.6" />
<sup>6</sup>Και καμνει αυτας να σκιρτωσιν ως μοσχος τον Λιβανον και το Σιριων ως νεος μονοκερως.
<scripture passage="Ps 29:7" parsed="|Ps|29|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.7" />
<sup>7</sup>Η φωνη του Κυριου καταδιαιρει τας φλογας του πυρος.
<scripture passage="Ps 29:8" parsed="|Ps|29|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.8" />
<sup>8</sup>Η φωνη του Κυριου σειει την ερημον· ο Κυριος σειει την ερημον Καδης.
<scripture passage="Ps 29:9" parsed="|Ps|29|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.9" />
<sup>9</sup>Η φωνη του Κυριου καμνει να κοιλοπονωσιν αι ελαφοι και γυμνονει τα δαση· εν δε τω ναω αυτου πας τις κηρυττει την δοξαν αυτου.
<scripture passage="Ps 29:10" parsed="|Ps|29|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος καθηται επι τον κατακλυσμον· και καθηται ο Κυριος Βασιλευς εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 29:11" parsed="|Ps|29|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.29.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος θελει δωσει δυναμιν εις τον λαον αυτου· ο Κυριος θελει ευλογησει τον λαον αυτου εν ειρηνη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 30" progress="49.18%" prev="Ps.29" next="Ps.31" id="Ps.30">
<h3 id="Ps.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Ps.30-p1">
<scripture passage="Ps 30:1" parsed="|Ps|30|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος ωδης εις τον εγκαινιασμον του οικου του Δαβιδ.» Θελω σε μεγαλυνει, Κυριε· διοτι συ με ανυψωσας, και δεν ευφρανας τους εχθρους μου επ' εμε.
<scripture passage="Ps 30:2" parsed="|Ps|30|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.2" />
<sup>2</sup>Κυριε ο Θεος μου, εβοησα προς σε, και με εθεραπευσας.
<scripture passage="Ps 30:3" parsed="|Ps|30|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.3" />
<sup>3</sup>Κυριε, ανεβιβασας εξ αδου την ψυχην μου· μ' εφυλαξας την ζωην, δια να μη καταβω εις τον λακκον.
<scripture passage="Ps 30:4" parsed="|Ps|30|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.4" />
<sup>4</sup>Ψαλμωδησατε εις τον Κυριον, οι οσιοι αυτου, και υμνειτε την μνημην της αγιωσυνης αυτου.
<scripture passage="Ps 30:5" parsed="|Ps|30|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.5" />
<sup>5</sup>Διοτι η οργη αυτου διαρκει μιαν μονην στιγμην· ζωη ομως ειναι εν τη ευμενεια αυτου· το εσπερας δυναται να συγκατοικηση κλαυθμος, αλλα το πρωι ερχεται αγαλλιασις.
<scripture passage="Ps 30:6" parsed="|Ps|30|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.6" />
<sup>6</sup>Εγω δε ειπα εν τη ευτυχια μου, δεν θελω σαλευθη εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 30:7" parsed="|Ps|30|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.7" />
<sup>7</sup>Κυριε, δια της ευμενειας σου εστερεωσας το ορος μου. Απεκρυψας το προσωπον σου, και εταραχθην.
<scripture passage="Ps 30:8" parsed="|Ps|30|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.8" />
<sup>8</sup>Προς σε, Κυριε, εκραξα· και προς τον Κυριον εδεηθην.
<scripture passage="Ps 30:9" parsed="|Ps|30|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.9" />
<sup>9</sup>Τις ωφελεια εν τω αιματι μου, εαν καταβω εις τον λακκον; μηπως θελει σε υμνει ο κονιορτος; θελει αναγγελλει την αληθειαν σου;
<scripture passage="Ps 30:10" parsed="|Ps|30|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.10" />
<sup>10</sup>Ακουσον, Κυριε, και ελεησον με· Κυριε, γενου βοηθος μου.
<scripture passage="Ps 30:11" parsed="|Ps|30|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.11" />
<sup>11</sup>Μετεβαλες εις εμε τον θρηνον μου εις χαραν· ελυσας τον σακκον μου και με περιεζωσας ευφροσυνην·
<scripture passage="Ps 30:12" parsed="|Ps|30|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.30.12" />
<sup>12</sup>δια να ψαλμωδη εις σε η δοξα μου και να μη σιωπα. Κυριε ο Θεος μου, εις τον αιωνα θελω σε υμνει.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 31" progress="49.21%" prev="Ps.30" next="Ps.32" id="Ps.31">
<h3 id="Ps.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Ps.31-p1">
<scripture passage="Ps 31:1" parsed="|Ps|31|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Επι σε, Κυριε, ηλπισα ας μη καταισχυνθω εις τον αιωνα· εν τη δικαιοσυνη σου σωσον με.
<scripture passage="Ps 31:2" parsed="|Ps|31|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.2" />
<sup>2</sup>Κλινον εις εμε το ωτιον σου· ταχυνον να με ελευθερωσης· γενου εις εμε ισχυρος βραχος· οικος καταφυγης, δια να με σωσης.
<scripture passage="Ps 31:3" parsed="|Ps|31|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.3" />
<sup>3</sup>Διοτι πετρα μου και φρουριον μου εισαι· και ενεκεν του ονοματος σου οδηγησον με και διαθρεψον με.
<scripture passage="Ps 31:4" parsed="|Ps|31|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.4" />
<sup>4</sup>Εκβαλε με εκ της παγιδος, την οποιαν εκρυψαν δι' εμε· διοτι εισαι η δυναμις μου.
<scripture passage="Ps 31:5" parsed="|Ps|31|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.5" />
<sup>5</sup>Εις τας χειρας σου παραδιδω το πνευμα μου· συ με ελυτρωσας, Κυριε ο Θεος της αληθειας.
<scripture passage="Ps 31:6" parsed="|Ps|31|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.6" />
<sup>6</sup>Εμισησα τους προσεχοντας εις τας ματαιοτητας του ψευδους· εγω δε επι τον Κυριον ελπιζω.
<scripture passage="Ps 31:7" parsed="|Ps|31|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.7" />
<sup>7</sup>Θελω αγαλλεσθαι και ευφραινεσθαι εις το ελεος σου· διοτι ειδες την θλιψιν μου, εγνωρισας την ψυχην μου εν στενοχωριαις,
<scripture passage="Ps 31:8" parsed="|Ps|31|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.8" />
<sup>8</sup>και δεν με συνεκλεισας εις την χειρα του εχθρου· εστησας εν ευρυχωρια τους ποδας μου.
<scripture passage="Ps 31:9" parsed="|Ps|31|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.9" />
<sup>9</sup>Ελεησον με, Κυριε, διοτι ειμαι εν θλιψει· εμαρανθη απο της λυπης ο οφθαλμος μου, η ψυχη μου και η κοιλια μου.
<scripture passage="Ps 31:10" parsed="|Ps|31|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εξελιπεν εν οδυνη η ζωη μου και τα ετη μου εν στεναγμοις· ησθενησεν απο ταλαιπωριας μου η δυναμις μου, και τα οστα μου κατεφθαρησαν.
<scripture passage="Ps 31:11" parsed="|Ps|31|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.11" />
<sup>11</sup>Εις παντας τους εχθρους μου εγεινα ονειδος και εις τους γειτονας μου σφοδρα, και φοβος εις τους γνωστους μου· οι βλεποντες με εξω εφευγον απ' εμου.
<scripture passage="Ps 31:12" parsed="|Ps|31|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.12" />
<sup>12</sup>Ελησμονηθην απο της καρδιας ως νεκρος· εγεινα ως σκευος συντετριμμενον.
<scripture passage="Ps 31:13" parsed="|Ps|31|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ηκουσα τον ονειδισμον πολλων· φοβος ητο πανταχοθεν· οτε συνεβουλευθησαν κατ' εμου· εμηχανευθησαν να αφαιρεσωσι την ζωην μου.
<scripture passage="Ps 31:14" parsed="|Ps|31|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' εγω επι σε, Κυριε, ηλπισα· ειπα, συ εισαι ο Θεος μου.
<scripture passage="Ps 31:15" parsed="|Ps|31|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.15" />
<sup>15</sup>Εις τας χειρας σου ειναι οι καιροι μου· λυτρωσον με εκ χειρος των εχθρων μου και εκ των καταδιωκοντων με.
<scripture passage="Ps 31:16" parsed="|Ps|31|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.16" />
<sup>16</sup>Επιφανον το προσωπον σου επι τον δουλον σου· σωσον με εν τω ελεει σου.
<scripture passage="Ps 31:17" parsed="|Ps|31|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.17" />
<sup>17</sup>Κυριε, ας μη καταισχυνθω, διοτι σε επεκαλεσθην· ας καταισχυνθωσιν οι ασεβεις, ας σιωπησωσιν εν τω αδη.
<scripture passage="Ps 31:18" parsed="|Ps|31|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.18" />
<sup>18</sup>Αλαλα ας γεινωσι τα χειλη τα δολια, τα λαλουντα σκληρως κατα του δικαιου εν υπερηφανια και καταφρονησει.
<scripture passage="Ps 31:19" parsed="|Ps|31|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.19" />
<sup>19</sup>Ποσον μεγαλη ειναι η αγαθοτης σου, την οποιαν εφυλαξας εις τους φοβουμενους σε και ενηργησας εις τους ελπιζοντας επι σε εμπροσθεν των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 31:20" parsed="|Ps|31|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.20" />
<sup>20</sup>Θελεις κρυψει αυτους εν αποκρυφω του προσωπου σου απο της αλαζονειας των ανθρωπων· θελεις κρυψει αυτους εν σκηνη απο της αντιλογιας των γλωσσων.
<scripture passage="Ps 31:21" parsed="|Ps|31|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.21" />
<sup>21</sup>Ευλογητος ο Κυριος, διοτι εθαυμαστωσε το ελεος αυτου προς εμε εν πολει οχυρα.
<scripture passage="Ps 31:22" parsed="|Ps|31|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.22" />
<sup>22</sup>Εγω δε ειπα εν τη εκπληξει μου, Απερριφθην απ' εμπροσθεν των οφθαλμων σου· πλην συ ηκουσας της φωνης των δεησεων μου, οτε εβοησα προς σε.
<scripture passage="Ps 31:23" parsed="|Ps|31|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.23" />
<sup>23</sup>Αγαπησατε τον Κυριον, παντες οι οσιοι αυτου· ο Κυριος φυλαττει τους πιστους, και ανταποδιδει περισσως εις τους πραττοντας την υπερηφανιαν.
<scripture passage="Ps 31:24" parsed="|Ps|31|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.31.24" />
<sup>24</sup>Ανδριζεσθε, και ας κραταιωθη η καρδια σας, παντες οι ελπιζοντες επι Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 32" progress="49.27%" prev="Ps.31" next="Ps.33" id="Ps.32">
<h3 id="Ps.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Ps.32-p1">
<scripture passage="Ps 32:1" parsed="|Ps|32|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ. Μασχιλ.» Μακαριος εκεινος, του οποιου συνεχωρηθη η παραβασις, του οποιου εσκεπασθη η αμαρτια.
<scripture passage="Ps 32:2" parsed="|Ps|32|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.2" />
<sup>2</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, εις τον οποιον ο Κυριος δεν λογαριαζει ανομιαν και εις του οποιου το πνευμα δεν υπαρχει δολος.
<scripture passage="Ps 32:3" parsed="|Ps|32|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.3" />
<sup>3</sup>Οτε απεσιωπησα, επαλαιωθησαν τα οστα μου εκ του ολολυγμου μου ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 32:4" parsed="|Ps|32|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.4" />
<sup>4</sup>Επειδη ημεραν και νυκτα εβαρυνθη η χειρ σου επ' εμε· η υγροτης μου μετεβληθη εις θερινην ξηρασιαν. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 32:5" parsed="|Ps|32|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.5" />
<sup>5</sup>Την αμαρτιαν μου εφανερωσα προς σε, και την ανομιαν μου δεν εκρυψα· ειπα, Εις τον Κυριον θελω εξομολογηθη τας παραβασεις μου· και συ συνεχωρησας την ανομιαν της αμαρτιας μου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 32:6" parsed="|Ps|32|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο πας οσιος θελει προσευχεσθαι προς σε εν καιρω προσηκοντι· βεβαιως εν κατακλυσμω πολλων υδατων ταυτα δεν θελουσιν εγγιζει εις αυτον.
<scripture passage="Ps 32:7" parsed="|Ps|32|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.7" />
<sup>7</sup>Συ εισαι η σκεπη μου· θελεις με φυλαττει απο θλιψεως· αγαλλιασιν λυτρωσεως θελεις με περικυκλονει. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 32:8" parsed="|Ps|32|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.8" />
<sup>8</sup>Εγω θελω σε συνετισει και θελω σε διδαξει την οδον, εις την οποιαν πρεπει να περιπατης· θελω σε συμβουλευει· επι σε θελει εισθαι ο οφθαλμος μου.
<scripture passage="Ps 32:9" parsed="|Ps|32|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.9" />
<sup>9</sup>Μη γινεσθε ως ιππος, ως ημιονος, εις τα οποια δεν υπαρχει συνεσις· των οποιων το στομα πρεπει να κρατηται εν κημω και χαλινω, αλλως δεν ηθελον πλησιαζει εις σε.
<scripture passage="Ps 32:10" parsed="|Ps|32|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.10" />
<sup>10</sup>Πολλαι αι μαστιγες του ασεβους· τον δε ελπιζοντα επι Κυριον ελεος θελει περικυκλωσει.
<scripture passage="Ps 32:11" parsed="|Ps|32|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.32.11" />
<sup>11</sup>Ευφραινεσθε εις τον Κυριον και αγαλλεσθε, δικαιοι· και αλαλαξατε, παντες οι ευθεις την καρδιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 33" progress="49.30%" prev="Ps.32" next="Ps.34" id="Ps.33">
<h3 id="Ps.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Ps.33-p1">
<scripture passage="Ps 33:1" parsed="|Ps|33|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.1" />
<sup>1</sup>Αγαλλεσθε, δικαιοι, εν Κυριω· εις τους ευθεις αρμοζει η αινεσις.
<scripture passage="Ps 33:2" parsed="|Ps|33|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.2" />
<sup>2</sup>Υμνειτε τον Κυριον εν κιθαρα· εν ψαλτηριω δεκαχορδω ψαλμωδησατε εις αυτον.
<scripture passage="Ps 33:3" parsed="|Ps|33|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.3" />
<sup>3</sup>Ψαλλετε εις αυτον ασμα νεον· καλως σημαινετε τα οργανα σας εν αλαλαγμω.
<scripture passage="Ps 33:4" parsed="|Ps|33|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ευθυς ειναι ο λογος του Κυριου, και παντα τα εργα αυτου μετα αληθειας.
<scripture passage="Ps 33:5" parsed="|Ps|33|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.5" />
<sup>5</sup>Αγαπα δικαιοσυνην και κρισιν· απο του ελεους του Κυριου ειναι πληρης η γη.
<scripture passage="Ps 33:6" parsed="|Ps|33|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.6" />
<sup>6</sup>Με τον λογον του Κυριου εγειναν οι ουρανοι, και δια της πνοης του στοματος αυτου πασα η στρατια αυτων.
<scripture passage="Ps 33:7" parsed="|Ps|33|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.7" />
<sup>7</sup>Συνηγαγεν ως σωρον τα υδατα της θαλασσης· εβαλεν εις αποθηκας τας αβυσσους.
<scripture passage="Ps 33:8" parsed="|Ps|33|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.8" />
<sup>8</sup>Ας φοβηθη τον Κυριον πασα η γη· ας τρομαξωσιν απ' αυτου παντες οι κατοικοι της οικουμενης.
<scripture passage="Ps 33:9" parsed="|Ps|33|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.9" />
<sup>9</sup>Διοτι αυτος ειπε, και εγεινεν· αυτος προσεταξε, και εστερεωθη.
<scripture passage="Ps 33:10" parsed="|Ps|33|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος ματαιονει την βουλην των εθνων, ανατρεπει τους διαλογισμους των λαων.
<scripture passage="Ps 33:11" parsed="|Ps|33|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.11" />
<sup>11</sup>Η βουλη του Κυριου μενει εις τον αιωνα· οι λογισμοι της καρδιας αυτου εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 33:12" parsed="|Ps|33|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.12" />
<sup>12</sup>Μακαριον το εθνος, του οποιου ο Θεος ειναι ο Κυριος. Ο λαος, τον οποιον εξελεξε δια κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Ps 33:13" parsed="|Ps|33|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.13" />
<sup>13</sup>Ο Κυριος διεκυψεν εξ ουρανου· ειδε παντας τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 33:14" parsed="|Ps|33|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.14" />
<sup>14</sup>Εκ του τοπου της κατοικησεως αυτου θεωρει παντας τους κατοικους της γης.
<scripture passage="Ps 33:15" parsed="|Ps|33|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.15" />
<sup>15</sup>Εξ ισου επλασε τας καρδιας αυτων· γνωριζει παντα τα εργα αυτων.
<scripture passage="Ps 33:16" parsed="|Ps|33|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.16" />
<sup>16</sup>Δεν σωζεται βασιλευς δια πληθους στρατευματος· ο δυνατος δεν ελευθερουται δια της μεγαλης αυτου ανδρειας.
<scripture passage="Ps 33:17" parsed="|Ps|33|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.17" />
<sup>17</sup>Ματαιος ο ιππος προς σωτηριαν· και δια της πολλης αυτου δυναμεως δεν θελει σωσει.
<scripture passage="Ps 33:18" parsed="|Ps|33|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, ο οφθαλμος του Κυριου ειναι επι τους φοβουμενους αυτον· επι τους ελπιζοντας επι το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 33:19" parsed="|Ps|33|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.19" />
<sup>19</sup>δια να ελευθερωση εκ θανατου την ψυχην αυτων, και εν καιρω πεινης να διαφυλαξη αυτους εις ζωην.
<scripture passage="Ps 33:20" parsed="|Ps|33|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.20" />
<sup>20</sup>Η ψυχη ημων προσμενει τον Κυριον· αυτος ειναι βοηθος ημων και ασπις ημων.
<scripture passage="Ps 33:21" parsed="|Ps|33|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.21" />
<sup>21</sup>Διοτι εις αυτον θελει ευφρανθη η καρδια ημων, επειδη επι το ονομα αυτου το αγιον ηλπισαμεν.
<scripture passage="Ps 33:22" parsed="|Ps|33|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.33.22" />
<sup>22</sup>Γενοιτο, Κυριε, το ελεος σου εφ' ημας, καθως ηλπισαμεν επι σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 34" progress="49.34%" prev="Ps.33" next="Ps.35" id="Ps.34">
<h3 id="Ps.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Ps.34-p1">
<scripture passage="Ps 34:1" parsed="|Ps|34|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ, οτε μετεβαλε τον τροπον αυτου εμπροσθεν του Αβιμελεχ· ουτος δε απελυσεν αυτον, και απηλθε.» Θελω ευλογει τον Κυριον εν παντι καιρω· η αινεσις αυτου θελει εισθαι διαπαντος εν τω στοματι μου.
<scripture passage="Ps 34:2" parsed="|Ps|34|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.2" />
<sup>2</sup>Εις τον Κυριον θελει καυχασθαι η ψυχη μου· οι ταπεινοι θελουσιν ακουσει, και θελουσι χαρη.
<scripture passage="Ps 34:3" parsed="|Ps|34|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.3" />
<sup>3</sup>Μεγαλυνατε τον Κυριον μετ' εμου, και ας υψωσωμεν ομου το ονομα αυτου.
<scripture passage="Ps 34:4" parsed="|Ps|34|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.4" />
<sup>4</sup>Εξεζητησα τον Κυριον, και επηκουσε μου, και εκ παντων των φοβων μου με ηλευθερωσεν.
<scripture passage="Ps 34:5" parsed="|Ps|34|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.5" />
<sup>5</sup>Απεβλεψαν προς αυτον και εφωτισθησαν, και τα προσωπα αυτων δεν κατησχυνθησαν.
<scripture passage="Ps 34:6" parsed="|Ps|34|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.6" />
<sup>6</sup>Ουτος ο πτωχος εκραξε, και ο Κυριος εισηκουσε, και εκ πασων των θλιψεων αυτου εσωσεν αυτον.
<scripture passage="Ps 34:7" parsed="|Ps|34|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.7" />
<sup>7</sup>Αγγελος Κυριου στρατοπεδευει κυκλω των φοβουμενων αυτον και ελευθερονει αυτους.
<scripture passage="Ps 34:8" parsed="|Ps|34|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.8" />
<sup>8</sup>Γευθητε και ιδετε οτι αγαθος ο Κυριος· μακαριος ο ανθρωπος ο ελπιζων επ' αυτον.
<scripture passage="Ps 34:9" parsed="|Ps|34|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.9" />
<sup>9</sup>Φοβηθητε τον Κυριον, οι αγιοι αυτου· διοτι δεν υπαρχει στερησις εις τους φοβουμενους αυτον.
<scripture passage="Ps 34:10" parsed="|Ps|34|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.10" />
<sup>10</sup>Οι πλουσιοι πτωχευουσι και πεινωσιν· αλλ' οι εκζητουντες τον Κυριον δεν στερουνται ουδενος αγαθου.
<scripture passage="Ps 34:11" parsed="|Ps|34|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.11" />
<sup>11</sup>Ελθετε, τεκνα, ακουσατε μου· τον φοβον του Κυριου θελω σας διδαξει.
<scripture passage="Ps 34:12" parsed="|Ps|34|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.12" />
<sup>12</sup>Τις ειναι ο ανθρωπος οστις θελει ζωην, αγαπα ημερας, δια να ιδη καλον;
<scripture passage="Ps 34:13" parsed="|Ps|34|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.13" />
<sup>13</sup>Φυλαττε την γλωσσαν σου απο κακου, και τα χειλη σου απο του να λαλωσι δολον·
<scripture passage="Ps 34:14" parsed="|Ps|34|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.14" />
<sup>14</sup>Εκκλινον απο του κακου και πραττε το αγαθον· ζητει ειρηνην και κυνηγει αυτην.
<scripture passage="Ps 34:15" parsed="|Ps|34|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.15" />
<sup>15</sup>Οι οφθαλμοι του Κυριου ειναι επι τους δικαιους, και τα ωτα αυτου εις την κραυγην αυτων.
<scripture passage="Ps 34:16" parsed="|Ps|34|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.16" />
<sup>16</sup>Το προσωπον του Κυριου ειναι κατα των πραττοντων κακον, δια να αφανιση απο της γης το μνημοσυνον αυτων.
<scripture passage="Ps 34:17" parsed="|Ps|34|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.17" />
<sup>17</sup>Εκραξαν οι δικαιοι, και ο Κυριος εισηκουσε, και εκ πασων των θλιψεων αυτων ελευθερωσεν αυτους.
<scripture passage="Ps 34:18" parsed="|Ps|34|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.18" />
<sup>18</sup>Ο Κυριος ειναι πλησιον των συντετριμμενων την καρδιαν, και σωζει τους ταπεινους το πνευμα.
<scripture passage="Ps 34:19" parsed="|Ps|34|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.19" />
<sup>19</sup>Πολλαι αι θλιψεις του δικαιου, αλλ' εκ πασων τουτων θελει ελευθερωσει αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 34:20" parsed="|Ps|34|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.20" />
<sup>20</sup>Αυτος φυλαττει παντα τα οστα αυτου· ουδεν εκ τουτων θελει συντριφθη.
<scripture passage="Ps 34:21" parsed="|Ps|34|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.21" />
<sup>21</sup>Η κακια θελει θανατωσει τον αμαρτωλον· και οι μισουντες τον δικαιον θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Ps 34:22" parsed="|Ps|34|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.34.22" />
<sup>22</sup>Ο Κυριος λυτρονει την ψυχην των δουλων αυτου, και δεν θελουσιν απολεσθη παντες οι ελπιζοντες επ' αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 35" progress="49.39%" prev="Ps.34" next="Ps.36" id="Ps.35">
<h3 id="Ps.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Ps.35-p1">
<scripture passage="Ps 35:1" parsed="|Ps|35|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Δικασον, Κυριε, τους δικαζομενους μετ' εμου· πολεμησον τους πολεμουντας με.
<scripture passage="Ps 35:2" parsed="|Ps|35|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.2" />
<sup>2</sup>Αναλαβε οπλον και ασπιδα και αναστηθι εις βοηθειαν μου.
<scripture passage="Ps 35:3" parsed="|Ps|35|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.3" />
<sup>3</sup>Και δραξον το δορυ και συγκλεισον την οδον των καταδιωκοντων με· ειπε εις την ψυχην μου, Εγω ειμαι η σωτηρια σου.
<scripture passage="Ps 35:4" parsed="|Ps|35|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.4" />
<sup>4</sup>Ας αισχυνθωσι και ας εντραπωσιν οι ζητουντες την ψυχην μου· ας στραφωσιν εις τα οπισω και ας αισχυνθωσιν οι βουλευομενοι το κακον μου.
<scripture passage="Ps 35:5" parsed="|Ps|35|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.5" />
<sup>5</sup>Ας ηναι ως λεπτον αχυρον κατα προσωπον ανεμου, και αγγελος Κυριου ας διωκη αυτους.
<scripture passage="Ps 35:6" parsed="|Ps|35|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.6" />
<sup>6</sup>Ας ηναι η οδος αυτων σκοτος και ολισθημα, και αγγελος Κυριου ας καταδιωκη αυτους.
<scripture passage="Ps 35:7" parsed="|Ps|35|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.7" />
<sup>7</sup>Διοτι αναιτιως εκρυψαν δι' εμε την παγιδα αυτων εν λακκω· αναιτιως εσκαψαν αυτον δια την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 35:8" parsed="|Ps|35|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.8" />
<sup>8</sup>Ας ελθη επ' αυτον ολεθρος απροσδοκητος· και η παγις αυτου, την οποιαν εκρυψεν, ας συλλαβη αυτον· ας πεση εις αυτην εν ολεθρω.
<scripture passage="Ps 35:9" parsed="|Ps|35|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.9" />
<sup>9</sup>Η δε ψυχη μου θελει αγαλλεσθαι εις τον Κυριον, θελει χαιρει εις την σωτηριαν αυτου.
<scripture passage="Ps 35:10" parsed="|Ps|35|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.10" />
<sup>10</sup>Παντα τα οστα μου θελουσιν ειπει, Κυριε, τις ομοιος σου, οστις ελευθερονεις τον πτωχον απο του ισχυροτερου αυτου, και τον πτωχον και τον πενητα απο του διαρπαζοντος αυτον;
<scripture passage="Ps 35:11" parsed="|Ps|35|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.11" />
<sup>11</sup>Σηκωθεντες μαρτυρες αδικοι, με ηρωτων περι πραγματων, τα οποια εγω δεν ηξευρον·
<scripture passage="Ps 35:12" parsed="|Ps|35|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.12" />
<sup>12</sup>Ανταπεδωκαν εις εμε κακον αντι καλου· στερησιν εις την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 35:13" parsed="|Ps|35|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.13" />
<sup>13</sup>Εγω δε, οτε αυτοι ησαν εν θλιψει, ενεδυομην σακκον· εταπεινωσα εν νηστεια την ψυχην μου· και η προσευχη μου επεστρεφεν εις τον κολπον μου.
<scripture passage="Ps 35:14" parsed="|Ps|35|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.14" />
<sup>14</sup>Εφερομην ως προς φιλον, ως προς αδελφον μου· εκυπτον σκυθρωπαζων, ως ο πενθων δια την μητερα αυτου.
<scripture passage="Ps 35:15" parsed="|Ps|35|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' αυτοι εχαρησαν δια την συμφοραν μου και συνηχθησαν· συνηχθησαν εναντιον μου οι χαμερπεις, και εγω δεν ηξευρον· με εξεσχιζον και δεν επαυον·
<scripture passage="Ps 35:16" parsed="|Ps|35|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.16" />
<sup>16</sup>Μετα υποκριτικων χλευαστων εν συμποσιοις ετριζον κατ' εμου τους οδοντας αυτων.
<scripture passage="Ps 35:17" parsed="|Ps|35|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.17" />
<sup>17</sup>Κυριε, ποτε θελεις ιδει; ελευθερωσον την ψυχην μου απο του ολεθρου αυτων, την μεμονωμενην μου εκ των λεοντων.
<scripture passage="Ps 35:18" parsed="|Ps|35|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.18" />
<sup>18</sup>Εγω θελω σε υμνει εν μεγαλη συναξει· μεταξυ πολυαριθμου λαου θελω σε υμνει.
<scripture passage="Ps 35:19" parsed="|Ps|35|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.19" />
<sup>19</sup>Ας μη χαρωσιν επ' εμε οι εχθρευομενοι με αδικως· οι μισουντες με αναιτιως ας μη νευωσι με τους οφθαλμους.
<scripture passage="Ps 35:20" parsed="|Ps|35|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.20" />
<sup>20</sup>Διοτι δεν ελαλουν ειρηνην, αλλα εμελετων δολους κατα των ησυχαζοντων επι της γης·
<scripture passage="Ps 35:21" parsed="|Ps|35|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.21" />
<sup>21</sup>και επλατυναν κατ' εμου το στομα αυτων, Λεγοντες, Ευγε, ευγε· ειδεν ο οφθαλμος ημων.
<scripture passage="Ps 35:22" parsed="|Ps|35|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.22" />
<sup>22</sup>Ειδες, Κυριε· μη σιωπησης· Κυριε, μη απομακρυνθης απ' εμου.
<scripture passage="Ps 35:23" parsed="|Ps|35|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.23" />
<sup>23</sup>Εγερθητι και εξυπνησον δια την κρισιν μου, Θεε μου και Κυριε μου, δια την δικην μου.
<scripture passage="Ps 35:24" parsed="|Ps|35|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.24" />
<sup>24</sup>Κρινον με, Κυριε ο Θεος μου, κατα την δικαιοσυνην σου, και ας μη χαρωσιν επ' εμε.
<scripture passage="Ps 35:25" parsed="|Ps|35|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.25" />
<sup>25</sup>Ας μη ειπωσιν εν ταις καρδιαις αυτων, Ευγε, ψυχη ημων. μηδε ας ειπωσι, Κατεπιομεν αυτον.
<scripture passage="Ps 35:26" parsed="|Ps|35|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.26" />
<sup>26</sup>Ας αισχυνθωσι και ας εντραπωσιν ομου οι επιχαιροντες εις το κακον μου· ας ενδυθωσιν εντροπην και ονειδος οι μεγαλαυχουντες κατ' εμου.
<scripture passage="Ps 35:27" parsed="|Ps|35|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.27" />
<sup>27</sup>Ας ευφρανθωσι και ας χαρωσιν οι θελοντες την δικαιοσυνην μου· και διαπαντος ας λεγωσιν, Ας μεγαλυνθη ο Κυριος, οστις θελει την ειρηνην του δουλου αυτου.
<scripture passage="Ps 35:28" parsed="|Ps|35|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.35.28" />
<sup>28</sup>Και η γλωσσα μου θελει μελετα την δικαιοσυνην σου και τον επαινον σου ολην την ημεραν.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 36" progress="49.46%" prev="Ps.35" next="Ps.37" id="Ps.36">
<h3 id="Ps.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Ps.36-p1">
<scripture passage="Ps 36:1" parsed="|Ps|36|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ, δουλου του Κυριου.» Του ασεβους η παρανομια λεγει εν τη καρδια μου, δεν ειναι φοβος Θεου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Ps 36:2" parsed="|Ps|36|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.2" />
<sup>2</sup>Διοτι απατα εαυτον εις τους οφθαλμους αυτου περι του οτι θελει ευρεθη η ανομια αυτου δια να μισηθη.
<scripture passage="Ps 36:3" parsed="|Ps|36|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.3" />
<sup>3</sup>Τα λογια του στοματος αυτου ειναι ανομια και δολος· δεν ηθελησε να νοηση δια να πραττη το αγαθον.
<scripture passage="Ps 36:4" parsed="|Ps|36|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.4" />
<sup>4</sup>Ανομιαν διαλογιζεται επι της κλινης αυτου· ισταται εν οδω ουχι καλη· το κακον δεν μισει.
<scripture passage="Ps 36:5" parsed="|Ps|36|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.5" />
<sup>5</sup>Κυριε, εως του ουρανου φθανει το ελεος σου, η αληθεια σου εως των νεφελων.
<scripture passage="Ps 36:6" parsed="|Ps|36|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.6" />
<sup>6</sup>Η δικαιοσυνη σου ειναι ως τα υψηλα ορη· αι κρισεις σου αβυσσος μεγαλη· ανθρωπους και κτηνη σωζεις, Κυριε.
<scripture passage="Ps 36:7" parsed="|Ps|36|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.7" />
<sup>7</sup>Ποσον πολυτιμον ειναι το ελεος σου, Θεε. Δια τουτο οι υιοι των ανθρωπων ελπιζουσιν επι την σκιαν των πτερυγων σου.
<scripture passage="Ps 36:8" parsed="|Ps|36|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.8" />
<sup>8</sup>Θελουσι χορτασθη απο του παχους του οικου σου, και απο του χειμαρρου της τρυφης σου θελεις ποτισει αυτους.
<scripture passage="Ps 36:9" parsed="|Ps|36|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.9" />
<sup>9</sup>Διοτι μετα σου ειναι η πηγη της ζωης· εν τω φωτι σου θελομεν ιδει φως.
<scripture passage="Ps 36:10" parsed="|Ps|36|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.10" />
<sup>10</sup>Εκτεινον το ελεος σου προς τους γνωριζοντας σε, και την δικαιοσυνην σου προς τους ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 36:11" parsed="|Ps|36|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.11" />
<sup>11</sup>Ας μη ελθη επ' εμε πους υπερηφανιας· και χειρ ασεβων ας μη με σαλευση.
<scripture passage="Ps 36:12" parsed="|Ps|36|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.36.12" />
<sup>12</sup>Εκει επεσον οι εργαται της ανομιας· κατεσπρωχθησαν και δεν θελουσι δυνηθη να ανεγερθωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 37" progress="49.49%" prev="Ps.36" next="Ps.38" id="Ps.37">
<h3 id="Ps.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Ps.37-p1">
<scripture passage="Ps 37:1" parsed="|Ps|37|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Μη αγανακτει δια τους πονηρευομενους, μηδε ζηλευε τους εργατας της ανομιας.
<scripture passage="Ps 37:2" parsed="|Ps|37|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ως χορτος ταχεως θελουσι κοπη, και ως χλωρα βοτανη θελουσι καταμαρανθη.
<scripture passage="Ps 37:3" parsed="|Ps|37|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.3" />
<sup>3</sup>Ελπιζε επι Κυριον και πραττε το αγαθον· κατοικει την γην και νεμου την αληθειαν·
<scripture passage="Ps 37:4" parsed="|Ps|37|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.4" />
<sup>4</sup>και ευφραινου εν Κυριω, και θελει σοι δωσει τα ζητηματα της καρδιας σου.
<scripture passage="Ps 37:5" parsed="|Ps|37|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.5" />
<sup>5</sup>Αναθες εις τον Κυριον την οδον σου και ελπιζε επ' αυτον, και αυτος θελει ενεργησει·
<scripture passage="Ps 37:6" parsed="|Ps|37|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.6" />
<sup>6</sup>και θελει εξαξει ως φως την δικαιοσυνην σου και την κρισιν σου ως μεσημβριαν.
<scripture passage="Ps 37:7" parsed="|Ps|37|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.7" />
<sup>7</sup>Αναπαυου επι τον Κυριον και προσμενε αυτον· μη αγανακτει δια τον κατευοδουμενον εν τη οδω αυτου, δια ανθρωπον πραττοντα παρανομιας.
<scripture passage="Ps 37:8" parsed="|Ps|37|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.8" />
<sup>8</sup>Παυσον απο θυμου και αφες την οργην· μηδολως αγανακτει ωστε να πραττης πονηρα.
<scripture passage="Ps 37:9" parsed="|Ps|37|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.9" />
<sup>9</sup>Διοτι οι πονηρευομενοι θελουσιν εξολοθρευθη· οι δε προσμενοντες τον Κυριον, ουτοι θελουσι κληρονομησει την γην.
<scripture passage="Ps 37:10" parsed="|Ps|37|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ετι μικρον και ο ασεβης δεν θελει υπαρχει· και θελεις ζητησει τον τοπον αυτου, και δεν θελει ευρεθη·
<scripture passage="Ps 37:11" parsed="|Ps|37|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.11" />
<sup>11</sup>οι πραεις ομως θελουσι κληρονομησει την γην· και θελουσι κατατρυφα εν πολλη ειρηνη.
<scripture passage="Ps 37:12" parsed="|Ps|37|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.12" />
<sup>12</sup>Ο ασεβης μηχαναται κατα του δικαιου, και τριζει κατ' αυτου τους οδοντας αυτου.
<scripture passage="Ps 37:13" parsed="|Ps|37|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.13" />
<sup>13</sup>Ο Κυριος θελει γελασει επ' αυτω, επειδη βλεπει οτι ερχεται η ημερα αυτου.
<scripture passage="Ps 37:14" parsed="|Ps|37|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.14" />
<sup>14</sup>Οι ασεβεις εξεσπασαν ρομφαιαν και ενετειναν το τοξον αυτων, δια να καταβαλωσι τον πτωχον και τον πενητα, δια να σφαξωσι τους περιπατουντας εν ευθυτητι.
<scripture passage="Ps 37:15" parsed="|Ps|37|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.15" />
<sup>15</sup>Η ρομφαια αυτων θελει εμβη εις την καρδιαν αυτων, και τα τοξα αυτων θελουσι συντριφθη.
<scripture passage="Ps 37:16" parsed="|Ps|37|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.16" />
<sup>16</sup>Καλλιον το ολιγον του δικαιου παρα ο πλουτος πολλων ασεβων.
<scripture passage="Ps 37:17" parsed="|Ps|37|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.17" />
<sup>17</sup>Διοτι οι βραχιονες των ασεβων θελουσι συντριφθη· τους δε δικαιους υποστηριζει ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 37:18" parsed="|Ps|37|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.18" />
<sup>18</sup>Γινωσκει ο Κυριος τας ημερας των αμεμπτων· και η κληρονομια αυτων θελει εισθαι εις τον αιωνα·
<scripture passage="Ps 37:19" parsed="|Ps|37|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.19" />
<sup>19</sup>δεν θελουσι καταισχυνθη εν καιρω πονηρω· και εν ημεραις πεινης θελουσι χορτασθη.
<scripture passage="Ps 37:20" parsed="|Ps|37|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.20" />
<sup>20</sup>Οι δε ασεβεις θελουσιν εξολοθρευθη· και οι εχθροι του Κυριου, ως το παχος των αρνιων, θελουσιν αναλωθη· εις καπνον θελουσι διαλυθη.
<scripture passage="Ps 37:21" parsed="|Ps|37|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.21" />
<sup>21</sup>Δανειζεται ο ασεβης και δεν αποδιδει, ο δε δικαιος ελεει και διδει.
<scripture passage="Ps 37:22" parsed="|Ps|37|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.22" />
<sup>22</sup>Διοτι οι ευλογημενοι αυτου θελουσι κληρονομησει την γην· οι δε κατηραμενοι αυτου θελουσιν εξολοθρευθη.
<scripture passage="Ps 37:23" parsed="|Ps|37|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.23" />
<sup>23</sup>Οταν υπο Κυριου κατευθυνωνται τα διαβηματα του ανθρωπου, η οδος αυτου ειναι αρεστη εις αυτον.
<scripture passage="Ps 37:24" parsed="|Ps|37|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.24" />
<sup>24</sup>Εαν πεση, δεν θελει συντριφθη· διοτι ο Κυριος υποστηριζει την χειρα αυτου.
<scripture passage="Ps 37:25" parsed="|Ps|37|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.25" />
<sup>25</sup>Νεος ημην και ηδη εγηρασα, και δεν ειδον δικαιον εγκαταλελειμμενον ουδε το σπερμα αυτου ζητουν αρτον.
<scripture passage="Ps 37:26" parsed="|Ps|37|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.26" />
<sup>26</sup>Ολην την ημεραν ελεει και δανειζει, και το σπερμα αυτου ειναι εις ευλογιαν.
<scripture passage="Ps 37:27" parsed="|Ps|37|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.27" />
<sup>27</sup>Εκκλινον απο του κακου και πραττε το αγαθον, και θελεις διαμενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 37:28" parsed="|Ps|37|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.28" />
<sup>28</sup>Διοτι ο Κυριος αγαπα κρισιν, και δεν εγκαταλειπει τους οσιους αυτου· εις τον αιωνα θελουσι διαφυλαχθη· το δε σπερμα των ασεβων θελει εξολοθρευθη.
<scripture passage="Ps 37:29" parsed="|Ps|37|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.29" />
<sup>29</sup>Οι δικαιοι θελουσι κληρονομησει την γην, και επ' αυτης θελουσι κατοικει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 37:30" parsed="|Ps|37|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.30" />
<sup>30</sup>Το στομα του δικαιου μελετα σοφιαν, και η γλωσσα αυτου λαλει κρισιν.
<scripture passage="Ps 37:31" parsed="|Ps|37|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.31" />
<sup>31</sup>Ο νομος του Θεου αυτου ειναι εν τη καρδια αυτου· τα διαβηματα αυτου δεν θελουσιν ολισθησει.
<scripture passage="Ps 37:32" parsed="|Ps|37|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.32" />
<sup>32</sup>Κατασκοπευει ο αμαρτωλος τον δικαιον και ζητει να θανατωση αυτον.
<scripture passage="Ps 37:33" parsed="|Ps|37|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.33" />
<sup>33</sup>Ο Κυριος δεν θελει αφησει αυτον εις τας χειρας αυτου, ουδε θελει καταδικασει αυτον οταν κρινη αυτον.
<scripture passage="Ps 37:34" parsed="|Ps|37|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.34" />
<sup>34</sup>Προσμενε τον Κυριον και φυλαττε την οδον αυτου, και θελει σε υψωσει δια να κληρονομησης την γην· οταν εξολοθρευθωσιν οι ασεβεις, θελεις ιδει.
<scripture passage="Ps 37:35" parsed="|Ps|37|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.35" />
<sup>35</sup>Ειδον τον ασεβη υπερυψουμενον και εξηπλωμενον ως την χλωραν δαφνην·
<scripture passage="Ps 37:36" parsed="|Ps|37|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.36" />
<sup>36</sup>αλλ' ηφανισθη· και ιδου, δεν υπηρχε· και εζητησα αυτον, και δεν ευρεθη.
<scripture passage="Ps 37:37" parsed="|Ps|37|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.37" />
<sup>37</sup>Παρατηρει τον ακακον και βλεπε τον ευθυν, οτι εις τον ειρηνικον ανθρωπον θελει εισθαι εγκαταλειμμα·
<scripture passage="Ps 37:38" parsed="|Ps|37|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.38" />
<sup>38</sup>οι δε παραβαται θελουσιν ολως εξολοθρευθη· των ασεβων το εγκαταλειμμα θελει αποκοπη.
<scripture passage="Ps 37:39" parsed="|Ps|37|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.39" />
<sup>39</sup>Των δικαιων ομως η σωτηρια ειναι παρα Κυριου· αυτος ειναι η δυναμις αυτων εν καιρω θλιψεως.
<scripture passage="Ps 37:40" parsed="|Ps|37|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.37.40" />
<sup>40</sup>Και θελει βοηθησει αυτους ο Κυριος, και ελευθερωσει αυτους· θελει ελευθερωσει αυτους απο ασεβων και σωσει αυτους· διοτι ηλπισαν επ' αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 38" progress="49.58%" prev="Ps.37" next="Ps.39" id="Ps.38">
<h3 id="Ps.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Ps.38-p1">
<scripture passage="Ps 38:1" parsed="|Ps|38|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ εις αναμνησιν.» Κυριε, μη με ελεγξης εν τω θυμω σου, μηδε εν τη οργη σου παιδευσης με.
<scripture passage="Ps 38:2" parsed="|Ps|38|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.2" />
<sup>2</sup>Διοτι τα βελη σου ενεπηχθησαν εις εμε και η χειρ σου καταπιεζει με.
<scripture passage="Ps 38:3" parsed="|Ps|38|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.3" />
<sup>3</sup>Δεν υπαρχει υγεια εν τη σαρκι μου εξ αιτιας της οργης σου. δεν ειναι ειρηνη εις τα οστα μου εξ αιτιας της αμαρτιας μου.
<scripture passage="Ps 38:4" parsed="|Ps|38|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.4" />
<sup>4</sup>Διοτι αι ανομιαι μου υπερεβησαν την κεφαλην μου· ως φορτιον βαρυ υπερεβαρυναν επ' εμε.
<scripture passage="Ps 38:5" parsed="|Ps|38|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.5" />
<sup>5</sup>Εβρωμησαν και εσαπησαν αι πληγαι μου εξ αιτιας της ανοησιας μου.
<scripture passage="Ps 38:6" parsed="|Ps|38|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.6" />
<sup>6</sup>Εταλαιπωρηθην, εκυρτωθην εις ακρον· ολην την ημεραν περιπατω σκυθρωπος.
<scripture passage="Ps 38:7" parsed="|Ps|38|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.7" />
<sup>7</sup>Διοτι τα εντοσθια μου γεμουσι φλογωσεως, και δεν υπαρχει υγεια εν τη σαρκι μου.
<scripture passage="Ps 38:8" parsed="|Ps|38|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.8" />
<sup>8</sup>Ησθενησα και καθ' υπερβολην κατεκοπην· βρυχωμαι απο της αδημονιας της καρδιας μου.
<scripture passage="Ps 38:9" parsed="|Ps|38|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.9" />
<sup>9</sup>Κυριε, ενωπιον σου ειναι πασα η επιθυμια μου, και ο στεναγμος μου δεν κρυπτεται απο σου.
<scripture passage="Ps 38:10" parsed="|Ps|38|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.10" />
<sup>10</sup>Η καρδια μου ταραττεται, η δυναμις μου με εγκαταλειπει· και το φως των οφθαλμων μου, και αυτο δεν ειναι μετ' εμου.
<scripture passage="Ps 38:11" parsed="|Ps|38|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.11" />
<sup>11</sup>Οι φιλοι μου και οι πλησιον μου στεκουσιν απεναντι της πληγης μου, και οι πλησιεστεροι μου στεκουσιν απο μακροθεν.
<scripture passage="Ps 38:12" parsed="|Ps|38|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.12" />
<sup>12</sup>Και οι ζητουντες την ψυχην μου στηνουσιν εις εμε παγιδας· και οι εκζητουντες το κακον μου λαλουσι πονηρα, και μελετωσι δολους ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 38:13" parsed="|Ps|38|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' εγω ως κωφος δεν ηκουον και ημην ως αφωνος, μη ανοιγων το στομα αυτου.
<scripture passage="Ps 38:14" parsed="|Ps|38|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.14" />
<sup>14</sup>Και ημην ως ανθρωπος μη ακουων και μη εχων αντιλογιαν εν τω στοματι αυτου.
<scripture passage="Ps 38:15" parsed="|Ps|38|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.15" />
<sup>15</sup>Διοτι επι σε, Κυριε, ηλπισα· συ θελεις μου εισακουσει, Κυριε ο Θεος μου.
<scripture passage="Ps 38:16" parsed="|Ps|38|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.16" />
<sup>16</sup>Επειδη ειπα, Ας μη χαρωσιν επ' εμε· οταν ολισθηση ο πους μου, αυτοι μεγαλαυχουσι κατ' εμου.
<scripture passage="Ps 38:17" parsed="|Ps|38|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ειμαι ετοιμος να πεσω, και ο πονος μου ειναι παντοτε εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Ps 38:18" parsed="|Ps|38|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.18" />
<sup>18</sup>Επειδη εγω θελω αναγγελλει την ανομιαν μου, θελω λυπεισθαι δια την αμαρτιαν μου.
<scripture passage="Ps 38:19" parsed="|Ps|38|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' οι εχθροι μου ζωσιν, υπερισχυουσι· και επληθυνθησαν οι μισουντες με αδικως.
<scripture passage="Ps 38:20" parsed="|Ps|38|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.20" />
<sup>20</sup>Και οι ανταποδιδοντες κακον αντι καλου ειναι εναντιοι μου, επειδη κυνηγω το καλον.
<scripture passage="Ps 38:21" parsed="|Ps|38|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.21" />
<sup>21</sup>Μη με εγκαταλιπης, Κυριε· Θεε μου, μη απομακρυνθης απ' εμου.
<scripture passage="Ps 38:22" parsed="|Ps|38|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.38.22" />
<sup>22</sup>Ταχυνον εις βοηθειαν μου, Κυριε, η σωτηρια μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 39" progress="49.62%" prev="Ps.38" next="Ps.40" id="Ps.39">
<h3 id="Ps.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Ps.39-p1">
<scripture passage="Ps 39:1" parsed="|Ps|39|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, τον Ιεδουθουν. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ειπα, Θελω προσεχει εις τας οδους μου, δια να μη αμαρτανω δια της γλωσσης μου· θελω φυλαττει το στομα μου με χαλινον, ενω ειναι ο ασεβης εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Ps 39:2" parsed="|Ps|39|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.2" />
<sup>2</sup>Εσταθην αφωνος και σιωπηλος· εσιωπησα και απο του να λεγω καλον· και ο πονος μου ανεταραχθη.
<scripture passage="Ps 39:3" parsed="|Ps|39|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.3" />
<sup>3</sup>Εθερμανθη η καρδια μου εντος μου· ενω εμελετων, εξηφθη εν εμοι πυρ· ελαλησα δια της γλωσσης μου και ειπα,
<scripture passage="Ps 39:4" parsed="|Ps|39|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.4" />
<sup>4</sup>Καμε γνωστον εις εμε, Κυριε, το τελος μου και τον αριθμον των ημερων μου, τις ειναι, δια να γνωρισω ποσον ετι θελω ζησει.
<scripture passage="Ps 39:5" parsed="|Ps|39|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, μετρον σπιθαμης κατεστησας τας ημερας μου, και ο καιρος της ζωης μου ειναι ως ουδεν εμπροσθεν σου· επ' αληθειας πας ανθρωπος, καιτοι στερεος, ειναι ολως ματαιοτης. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 39:6" parsed="|Ps|39|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.6" />
<sup>6</sup>Βεβαιως ο ανθρωπος περιπατει εν φαντασια· βεβαιως εις ματην ταραττεται· θησαυριζει, και δεν εξευρει τις θελει συναξει αυτα.
<scripture passage="Ps 39:7" parsed="|Ps|39|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.7" />
<sup>7</sup>Και τωρα, Κυριε, τι περιμενω; η ελπις μου ειναι επι σε.
<scripture passage="Ps 39:8" parsed="|Ps|39|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.8" />
<sup>8</sup>Απο πασων των ανομιων μου λυτρωσον με· μη με καμης ονειδος του αφρονος.
<scripture passage="Ps 39:9" parsed="|Ps|39|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.9" />
<sup>9</sup>Εγεινα αφωνος· δεν ηνοιξα το στομα μου, επειδη συ εκαμες τουτο.
<scripture passage="Ps 39:10" parsed="|Ps|39|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.10" />
<sup>10</sup>Απομακρυνον απ' εμου την πληγην σου· απο της παλης της χειρος σου εγω απεκαμον.
<scripture passage="Ps 39:11" parsed="|Ps|39|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.11" />
<sup>11</sup>Οταν δι' ελεγχων παιδευης ανθρωπον δια ανομιαν, Κατατρωγεις ως σκωληξ την ωραιοτητα αυτου· τω οντι ματαιοτης πας ανθρωπος. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 39:12" parsed="|Ps|39|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.12" />
<sup>12</sup>Εισακουσον, Κυριε, της προσευχης μου και δος ακροασιν εις την κραυγην μου· μη παρασιωπησης εις τα δακρυα μου. Διοτι παροικος ειμαι παρα σοι και παρεπιδημος, καθως παντες οι πατερες μου.
<scripture passage="Ps 39:13" parsed="|Ps|39|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.39.13" />
<sup>13</sup>Παυσαι απ' εμου, δια να αναλαβω δυναμιν, πριν αποδημησω και δεν υπαρχω πλεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 40" progress="49.66%" prev="Ps.39" next="Ps.41" id="Ps.40">
<h3 id="Ps.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Ps.40-p1">
<scripture passage="Ps 40:1" parsed="|Ps|40|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Περιεμεινα εν υπομονη τον Κυριον, και εκλινε προς εμε και ηκουσε της κραυγης μου·
<scripture passage="Ps 40:2" parsed="|Ps|40|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.2" />
<sup>2</sup>και με ανεβιβασεν εκ λακκου ταλαιπωριας, εκ βορβορωδους πηλου, και εστησεν επι πετραν τους ποδας μου, εστερεωσε τα βηματα μου·
<scripture passage="Ps 40:3" parsed="|Ps|40|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.3" />
<sup>3</sup>και εβαλεν εν τω στοματι μου ασμα νεον, υμνον εις τον Θεον ημων· θελουσιν ιδει πολλοι και θελουσι φοβηθη και θελουσιν ελπισει επι Κυριον.
<scripture passage="Ps 40:4" parsed="|Ps|40|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.4" />
<sup>4</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις εθεσε τον Κυριον ελπιδα αυτου και δεν αποβλεπει εις τους υπερηφανους και εις τους κλινοντας επι ψευδη.
<scripture passage="Ps 40:5" parsed="|Ps|40|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.5" />
<sup>5</sup>Πολλα εκαμες συ, Κυριε ο Θεος μου, τα θαυμασια σου· και τους περι ημων διαλογισμους σου δεν ειναι δυνατον να εκθεση τις εις σε· εαν ηθελον να απαγγελλω και να ομιλω περι αυτων, υπερβαινουσι παντα αριθμον.
<scripture passage="Ps 40:6" parsed="|Ps|40|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.6" />
<sup>6</sup>Θυσιαν και προσφοραν δεν ηθελησας· διηνοιξας εν εμοι ωτα· ολοκαυτωμα και προσφοραν περι αμαρτιας δεν εζητησας.
<scripture passage="Ps 40:7" parsed="|Ps|40|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ειπα, Ιδου, ερχομαι· εν τω τομω του βιβλιου ειναι γεγραμμενον περι εμου·
<scripture passage="Ps 40:8" parsed="|Ps|40|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.8" />
<sup>8</sup>χαιρω, Θεε μου, να εκτελω το θελημα σου· και ο νομος σου ειναι εν τω μεσω της καρδιας μου.
<scripture passage="Ps 40:9" parsed="|Ps|40|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.9" />
<sup>9</sup>Εκηρυξα δικαιοσυνην εν συναξει μεγαλη· ιδου, δεν εμποδισα τα χειλη μου, Κυριε, συ εξευρεις.
<scripture passage="Ps 40:10" parsed="|Ps|40|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.10" />
<sup>10</sup>Την δικαιοσυνην σου δεν εκρυψα εντος της καρδιας μου· την αληθειαν σου και την σωτηριαν σου ανηγγειλα· δεν εκρυψα το ελεος σου και την αληθειαν σου απο συναξεως μεγαλης.
<scripture passage="Ps 40:11" parsed="|Ps|40|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.11" />
<sup>11</sup>Συ, Κυριε, μη απομακρυνης τους οικτιρμους σου απ' εμου· το ελεος σου και η αληθεια σου ας με περιφρουρωσι διαπαντος.
<scripture passage="Ps 40:12" parsed="|Ps|40|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.12" />
<sup>12</sup>Διοτι με περιεκυκλωσαν αναριθμητα κακα· με κατεφθασαν αι ανομιαι μου, και δεν δυναμαι να θεωρω αυτας· επληθυνθησαν υπερ τας τριχας της κεφαλης μου· και η καρδια μου με εγκαταλειπει.
<scripture passage="Ps 40:13" parsed="|Ps|40|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.13" />
<sup>13</sup>Ευδοκησον, Κυριε, να με ελευθερωσης Κυριε, ταχυνον εις βοηθειαν μου.
<scripture passage="Ps 40:14" parsed="|Ps|40|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.14" />
<sup>14</sup>Ας αισχυνθωσι και ας εκτραπωσιν ομου οι ζητουντες την ψυχην μου, δια να απολεσωσιν αυτην· ας στραφωσιν εις τα οπισω και ας εντραπωσιν οι θελοντες το κακον μου.
<scripture passage="Ps 40:15" parsed="|Ps|40|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.15" />
<sup>15</sup>Ας εξολοθρευθωσι δια μισθον της αισχυνης αυτων οι λεγοντες προς εμε, ευγε, ευγε.
<scripture passage="Ps 40:16" parsed="|Ps|40|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.16" />
<sup>16</sup>Ας αγαλλωνται και ας ευφραινωνται εις σε παντες οι ζητουντες σε· οι αγαπωντες την σωτηριαν σου ας λεγωσι διαπαντος, Μεγαλυνθητω ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 40:17" parsed="|Ps|40|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.40.17" />
<sup>17</sup>Εγω δε ειμαι πτωχος και πενης· αλλ' ο Κυριος φροντιζει περι εμου· η βοηθεια μου και ο ελευθερωτης μου συ εισαι· Θεε μου, μη βραδυνης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 41" progress="49.71%" prev="Ps.40" next="Ps.42" id="Ps.41">
<h3 id="Ps.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Ps.41-p1">
<scripture passage="Ps 41:1" parsed="|Ps|41|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Μακαριος ο επιβλεπων εις τον πτωχον· εν ημερα θλιψεως θελει ελευθερωσει αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 41:2" parsed="|Ps|41|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος θελει φυλαξει αυτον και διατηρησει την ζωην αυτου· μακαριος θελει εισθαι επι της γης· και δεν θελεις παραδωσει αυτον εις την επιθυμιαν των εχθρων αυτου.
<scripture passage="Ps 41:3" parsed="|Ps|41|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος θελει ενδυναμονει αυτον επι της κλινης της ασθενειας· εν τη αρρωστια αυτου συ θελεις στρονει ολην την κλινην αυτου.
<scripture passage="Ps 41:4" parsed="|Ps|41|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.4" />
<sup>4</sup>Εγω ειπα, Κυριε, ελεησον με· ιασαι την ψυχην μου, διοτι ημαρτον εις σε.
<scripture passage="Ps 41:5" parsed="|Ps|41|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.5" />
<sup>5</sup>Οι εχθροι μου λεγουσι κακα περι εμου, Ποτε θελει αποθανει, και θελει απολεσθη το ονομα αυτου;
<scripture passage="Ps 41:6" parsed="|Ps|41|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.6" />
<sup>6</sup>Και εαν τις ερχηται να με ιδη, ομιλει ματαιοτητα· η καρδια αυτου συναγει εις εαυτην ανομιαν· εξελθων εξω, λαλει αυτην.
<scripture passage="Ps 41:7" parsed="|Ps|41|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.7" />
<sup>7</sup>Κατ' εμου ψιθυριζουσιν ομου παντες οι μισουντες με· κατ' εμου διαλογιζονται κακα λεγοντες,
<scripture passage="Ps 41:8" parsed="|Ps|41|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.8" />
<sup>8</sup>Πραγμα κακον εκολληθη εις αυτον· και κατακοιτος ων δεν θελει πλεον σηκωθη.
<scripture passage="Ps 41:9" parsed="|Ps|41|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.9" />
<sup>9</sup>Και αυτος ο ανθρωπος, μετα του οποιου εζων ειρηνικως, επι τον οποιον ηλπισα, οστις ετρωγε τον αρτον μου, εσηκωσεν επ' εμε πτερναν.
<scripture passage="Ps 41:10" parsed="|Ps|41|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.10" />
<sup>10</sup>Αλλα συ, Κυριε, ελεησον με και αναστησον με, και θελω ανταποδωσει εις αυτους.
<scripture passage="Ps 41:11" parsed="|Ps|41|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.11" />
<sup>11</sup>Εκ τουτου γνωριζω οτι συ με ευνοεις, επειδη δεν θριαμβευει κατ' εμου ο εχθρος μου.
<scripture passage="Ps 41:12" parsed="|Ps|41|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.12" />
<sup>12</sup>Εμε δε, συ με εστηριξας εις την ακεραιοτητα μου, και με εστερεωσας ενωπιον σου εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 41:13" parsed="|Ps|41|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.41.13" />
<sup>13</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, απ' αιωνος και εως αιωνος. Αμην και αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 42" progress="49.74%" prev="Ps.41" next="Ps.43" id="Ps.42">
<h3 id="Ps.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Ps.42-p1">
<scripture passage="Ps 42:1" parsed="|Ps|42|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, Μασχιλ, δια τους υιους Κορε.» Καθως επιποθει η ελαφος τους ρυακας των υδατων, ουτως η ψυχη μου σε επιποθει, Θεε.
<scripture passage="Ps 42:2" parsed="|Ps|42|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.2" />
<sup>2</sup>Διψα η ψυχη μου τον Θεον, τον Θεον τον ζωντα· ποτε θελω ελθει και θελω φανη ενωπιον του Θεου;
<scripture passage="Ps 42:3" parsed="|Ps|42|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.3" />
<sup>3</sup>Τα δακρυα μου εγειναν τροφη μου ημεραν και νυκτα, οταν μοι λεγωσι καθ' ημεραν, Που ειναι ο Θεος σου;
<scripture passage="Ps 42:4" parsed="|Ps|42|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.4" />
<sup>4</sup>Ταυτα ενεθυμηθην και εξεχεα την ψυχην μου εντος μου, οτι διεβαινον μετα του πληθους και περιεπατουν μετ' αυτου εως του οικου του Θεου, εν φωνη χαρας και αινεσεως, μετα πληθους εορταζοντος.
<scripture passage="Ps 42:5" parsed="|Ps|42|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.5" />
<sup>5</sup>Δια τι εισαι περιλυπος, ψυχη μου; και δια τι ταραττεσαι εντος μου; ελπισον επι τον Θεον· επειδη ετι θελω υμνει αυτον· το προσωπον αυτου ειναι σωτηρια.
<scripture passage="Ps 42:6" parsed="|Ps|42|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.6" />
<sup>6</sup>Θεε μου, η ψυχη μου ειναι περιλυπος εντος μου· δια τουτο θελω σε ενθυμεισθαι εκ γης Ιορδανου και Ερμωνειμ εκ του ορους Μισαρ.
<scripture passage="Ps 42:7" parsed="|Ps|42|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.7" />
<sup>7</sup>Αβυσσος προσκαλει αβυσσον εις τον ηχον των καταρρακτων σου· παντα τα κυματα σου και αι τρικυμιαι σου διηλθον επ' εμε.
<scripture passage="Ps 42:8" parsed="|Ps|42|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.8" />
<sup>8</sup>Εν τη ημερα θελει προσταξει ο Κυριος το ελεος αυτου· εν δε τη νυκτι θελει εισθαι μετ' εμου η ωδη αυτου, η προσευχη μου προς τον Θεον της ζωης μου.
<scripture passage="Ps 42:9" parsed="|Ps|42|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.9" />
<sup>9</sup>Θελω ειπει προς τον Θεον, την πετραν μου, δια τι με ελησμονησας; δια τι περιπατω σκυθρωπος εκ της καταθλιψεως του εχθρου;
<scripture passage="Ps 42:10" parsed="|Ps|42|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.10" />
<sup>10</sup>Οι εχθροι μου ονειδιζοντες με συντριβουσι τα οστα μου, λεγοντες μοι καθ' ημεραν, Που ειναι ο Θεος σου;
<scripture passage="Ps 42:11" parsed="|Ps|42|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.42.11" />
<sup>11</sup>Δια τι εισαι περιλυπος, ψυχη μου; και δια τι ταραττεσαι εντος μου; ελπισον επι τον Θεον· επειδη ετι θελω υμνει αυτον· αυτος ειναι η σωτηρια του προσωπου μου και ο Θεος μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 43" progress="49.78%" prev="Ps.42" next="Ps.44" id="Ps.43">
<h3 id="Ps.43-p0.1">Chapter 43</h3>
<p class="Greek" id="Ps.43-p1">
<scripture passage="Ps 43:1" parsed="|Ps|43|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.43.1" />
<sup>1</sup>Κρινον με, Θεε, και δικασον την δικην μου κατα εθνους ανοσιου· απο ανθρωπου απατης και ανομιας ελευθερωσον με·
<scripture passage="Ps 43:2" parsed="|Ps|43|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.43.2" />
<sup>2</sup>Διοτι συ εισαι ο Θεος της δυναμεως μου· δια τι με απεβαλες; δια τι περιπατω σκυθρωπος εκ της καταθλιψεως του εχθρου;
<scripture passage="Ps 43:3" parsed="|Ps|43|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.43.3" />
<sup>3</sup>Εξαποστειλον το φως σου και την αληθειαν σου· αυτα ας με οδηγωσιν· ας με φερωσιν εις το ορος της αγιοτητος σου και εις τα σκηνωματα σου.
<scripture passage="Ps 43:4" parsed="|Ps|43|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.43.4" />
<sup>4</sup>Τοτε θελω εισελθει εις το θυσιαστηριον του Θεου, εις τον Θεον, την ευφροσυνην της αγαλλιασεως μου· και θελω σε δοξολογει εν κιθαρα, ω Θεε, ο Θεος μου.
<scripture passage="Ps 43:5" parsed="|Ps|43|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.43.5" />
<sup>5</sup>Δια τι εισαι περιλυπος, ψυχη μου; και δια τι ταραττεσαι εντος μου; ελπισον επι τον Θεον· επειδη ετι θελω υμνει αυτον· αυτος ειναι η σωτηρια του προσωπου μου και ο Θεος μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 44" progress="49.80%" prev="Ps.43" next="Ps.45" id="Ps.44">
<h3 id="Ps.44-p0.1">Chapter 44</h3>
<p class="Greek" id="Ps.44-p1">
<scripture passage="Ps 44:1" parsed="|Ps|44|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, δια τους υιους Κορε· Μασχιλ.» Θεε, με τα ωτα ημων ηκουσαμεν, οι πατερες ημων διηγηθησαν προς ημας το εργον, το οποιον επραξας εν ταις ημεραις αυτων, εν ημεραις αρχαιαις.
<scripture passage="Ps 44:2" parsed="|Ps|44|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.2" />
<sup>2</sup>Συ δια της χειρος σου εξεδιωξας εθνη και εφυτευσας αυτους· κατεθλιψας λαους και απεδιωξας αυτους.
<scripture passage="Ps 44:3" parsed="|Ps|44|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.3" />
<sup>3</sup>Διοτι δεν εκληρονομησαν την γην δια της ρομφαιας αυτων, και ο βραχιων αυτων δεν εσωσεν αυτους· αλλ' η δεξια σου και ο βραχιων σου και το φως του προσωπου σου· διοτι ευηρεστηθης εις αυτους.
<scripture passage="Ps 44:4" parsed="|Ps|44|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.4" />
<sup>4</sup>Συ εισαι ο βασιλευς μου, Θεε, ο διοριζων τας σωτηριας του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 44:5" parsed="|Ps|44|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.5" />
<sup>5</sup>Δια σου θελομεν καταβαλει τους εχθρους ημων· δια του ονοματος σου θελομεν καταπατησει τους επανισταμενους εφ' ημας·
<scripture passage="Ps 44:6" parsed="|Ps|44|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.6" />
<sup>6</sup>Διοτι δεν θελω ελπισει επι το τοξον ουδε η ρομφαια μου θελει με σωσει.
<scripture passage="Ps 44:7" parsed="|Ps|44|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.7" />
<sup>7</sup>Διοτι συ εσωσας ημας εκ των εχθρων ημων και κατησχυνας τους μισουντας ημας·
<scripture passage="Ps 44:8" parsed="|Ps|44|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.8" />
<sup>8</sup>εις τον Θεον θελομεν καυχασθαι ολην την ημεραν, και το ονομα σου εις τον αιωνα θελομεν υμνει. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 44:9" parsed="|Ps|44|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.9" />
<sup>9</sup>Ομως απεβαλες και κατησχυνας ημας, και δεν εξερχεσαι πλεον μετα των στρατευματων ημων.
<scripture passage="Ps 44:10" parsed="|Ps|44|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.10" />
<sup>10</sup>Εκαμες ημας να στρεψωμεν εις τα οπισω εμπροσθεν του εχθρου· και οι μισουντες ημας διαρπαζουσι τα ημετερα εις εαυτους.
<scripture passage="Ps 44:11" parsed="|Ps|44|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.11" />
<sup>11</sup>Παρεδωκας ημας ως προβατα εις βρωσιν και εις τα εθνη διεσκορπισας ημας.
<scripture passage="Ps 44:12" parsed="|Ps|44|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.12" />
<sup>12</sup>Επωλησας τον λαον σου ανευ τιμης, και δεν ηυξησας τον πλουτον σου εκ της πωλησεως αυτων.
<scripture passage="Ps 44:13" parsed="|Ps|44|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.13" />
<sup>13</sup>Κατεστησας ημας ονειδος εις τους γειτονας ημων, καταγελων και χλευασμον εις τους περιξ ημων.
<scripture passage="Ps 44:14" parsed="|Ps|44|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.14" />
<sup>14</sup>Κατεστησας ημας παροιμιαν μεταξυ των εθνων, κινησιν κεφαλης μεταξυ των λαων.
<scripture passage="Ps 44:15" parsed="|Ps|44|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.15" />
<sup>15</sup>Ολην την ημεραν η εντροπη μου ειναι ενωπιον μου, και η αισχυνη του προσωπου μου με εκαλυψε·
<scripture passage="Ps 44:16" parsed="|Ps|44|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.16" />
<sup>16</sup>δια την φωνην του ονειδιζοντος και υβριζοντος· δια τον εχθρον και εκδικητην.
<scripture passage="Ps 44:17" parsed="|Ps|44|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.17" />
<sup>17</sup>Παντα ταυτα ηλθον εφ' ημας, ομως δεν σε ελησμονησαμεν και δεν ηθετησαμεν την διαθηκην σου·
<scripture passage="Ps 44:18" parsed="|Ps|44|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.18" />
<sup>18</sup>Ουδε εστραφη εις τα οπισω η καρδια ημων, ουδε εξεκλιναν τα βηματα ημων απο της οδου σου.
<scripture passage="Ps 44:19" parsed="|Ps|44|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.19" />
<sup>19</sup>Αν και συνετριψας ημας εν τω τοπω των δρακοντων και περιεκαλυψας ημας δια της σκιας του θανατου.
<scripture passage="Ps 44:20" parsed="|Ps|44|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.20" />
<sup>20</sup>Εαν ελησμονουμεν το ονομα του Θεου ημων και εξετεινομεν τας χειρας ημων εις Θεον αλλοτριον,
<scripture passage="Ps 44:21" parsed="|Ps|44|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.21" />
<sup>21</sup>ο Θεος δεν ηθελεν εξετασει τουτο; διοτι αυτος εξευρει τα κρυφια της καρδιας.
<scripture passage="Ps 44:22" parsed="|Ps|44|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.22" />
<sup>22</sup>Οτι ενεκα σου θανατουμεθα ολην την ημεραν· ελογισθημεν ως προβατα σφαγης.
<scripture passage="Ps 44:23" parsed="|Ps|44|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.23" />
<sup>23</sup>Εξεγερθητι, δια τι καθευδεις, Κυριε; εξεγερθητι, μη αποβαλης ημας διαπαντος.
<scripture passage="Ps 44:24" parsed="|Ps|44|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.24" />
<sup>24</sup>Δια τι κρυπτεις το προσωπον σου; λησμονεις την ταλαιπωριαν ημων και την καταδυναστευσιν ημων;
<scripture passage="Ps 44:25" parsed="|Ps|44|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.25" />
<sup>25</sup>Διοτι εταπεινωθη εως χωματος η ψυχη ημων· εκολληθη εις την γην η κοιλια ημων.
<scripture passage="Ps 44:26" parsed="|Ps|44|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.44.26" />
<sup>26</sup>Αναστηθι εις βοηθειαν ημων και λυτρωσον ημας ενεκεν του ελεους σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 45" progress="49.86%" prev="Ps.44" next="Ps.46" id="Ps.45">
<h3 id="Ps.45-p0.1">Chapter 45</h3>
<p class="Greek" id="Ps.45-p1">
<scripture passage="Ps 45:1" parsed="|Ps|45|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Σοσανιμ, δια τους υιους Κορε· Μασχιλ· ωδη υπερ του αγαπητου.» Η καρδια μου αναβρυει λογον αγαθον· εγω λεγω τα εργα μου προς τον βασιλεα· η γλωσσα μου ειναι καλαμος γραμματεως ταχυγραφου.
<scripture passage="Ps 45:2" parsed="|Ps|45|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.2" />
<sup>2</sup>Συ εισαι ωραιοτερος των υιων των ανθρωπων· εξεχυθη χαρις εις τα χειλη σου· δια τουτο σε ευλογησεν ο Θεος εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 45:3" parsed="|Ps|45|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.3" />
<sup>3</sup>Περιζωσον την ρομφαιαν σου επι τον μηρον σου, δυνατε, εν τη δοξη σου και εν τη μεγαλοπρεπεια σου.
<scripture passage="Ps 45:4" parsed="|Ps|45|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.4" />
<sup>4</sup>Και κατευοδου εν τη μεγαλειοτητι σου και βασιλευε εν αληθεια και πραοτητι και δικαιοσυνη· και η δεξια σου θελει σοι δειξει φοβερα πραγματα.
<scripture passage="Ps 45:5" parsed="|Ps|45|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.5" />
<sup>5</sup>Τα βελη σου ειναι οξεα· λαοι υποκατω σου θελουσι πεσει· και αυτα θελουσιν εμπηχθη εις την καρδιαν των εχθρων του βασιλεως.
<scripture passage="Ps 45:6" parsed="|Ps|45|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.6" />
<sup>6</sup>Ο θρονος σου, Θεε, ειναι εις τον αιωνα του αιωνος· σκηπτρον ευθυτητος ειναι το σκηπτρον της βασιλειας σου.
<scripture passage="Ps 45:7" parsed="|Ps|45|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.7" />
<sup>7</sup>Ηγαπησας δικαιοσυνην και εμισησας αδικιαν· δια τουτο εχρισε σε ο Θεος, ο Θεος σου, ελαιον αγαλλιασεως υπερ τους μετοχους σου.
<scripture passage="Ps 45:8" parsed="|Ps|45|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.8" />
<sup>8</sup>Σμυρναν και αλοην και κασιαν ευοδιαζουσι παντα τα ιματια σου, οταν εξερχησαι εκ των ελεφαντινων παλατιων, δια των οποιων σε ευφραναν.
<scripture passage="Ps 45:9" parsed="|Ps|45|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.9" />
<sup>9</sup>Θυγατερες βασιλεων παριστανται εν ταις τιμαις σου· η βασιλισσα εσταθη εκ δεξιων σου εστολισμενη με χρυσιον Οφειρ.
<scripture passage="Ps 45:10" parsed="|Ps|45|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.10" />
<sup>10</sup>Ακουσον, θυγατερ, και ιδε, και κλινον το ωτιον σου· και λησμονησον τον λαον σου και τον οικον του πατρος σου·
<scripture passage="Ps 45:11" parsed="|Ps|45|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.11" />
<sup>11</sup>και θελει επιθυμησει ο βασιλευς το καλλος σου· διοτι αυτος ειναι ο κυριος σου· και προσκυνησον αυτον.
<scripture passage="Ps 45:12" parsed="|Ps|45|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.12" />
<sup>12</sup>Και η θυγατηρ της Τυρου θελει παρασταθη με δωρα· το προσωπον σου θελουσιν ικετευσει οι πλουσιοι του λαου.
<scripture passage="Ps 45:13" parsed="|Ps|45|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.13" />
<sup>13</sup>Ολη η δοξα της θυγατρος του βασιλεως ειναι εσωθεν· το ενδυμα αυτης ειναι χρυσουφαντον.
<scripture passage="Ps 45:14" parsed="|Ps|45|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.14" />
<sup>14</sup>Θελει φερθη προς τον βασιλεα με ιματιον κεντητον· παρθενοι συντροφοι αυτης, κατοπιν αυτης, θελουσι φερθη εις σε.
<scripture passage="Ps 45:15" parsed="|Ps|45|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.15" />
<sup>15</sup>Θελουσι φερθη εν ευφροσυνη και αγαλλιασει· θελουσιν εισελθει εις το παλατιον του βασιλεως.
<scripture passage="Ps 45:16" parsed="|Ps|45|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.16" />
<sup>16</sup>Αντι των πατερων σου θελουσιν εισθαι οι υιοι σου· αυτους θελεις καταστησει αρχοντας επι πασαν την γην.
<scripture passage="Ps 45:17" parsed="|Ps|45|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.45.17" />
<sup>17</sup>Θελω μνημονευει το ονομα σου εις πασας τας γενεας· δια τουτο οι λαοι θελουσι σε υμνει εις αιωνα αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 46" progress="49.90%" prev="Ps.45" next="Ps.47" id="Ps.46">
<h3 id="Ps.46-p0.1">Chapter 46</h3>
<p class="Greek" id="Ps.46-p1">
<scripture passage="Ps 46:1" parsed="|Ps|46|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, δια τους υιους Κορε· ωδη επι Αλαμωθ.» Ο Θεος ειναι καταφυγη ημων και δυναμις, βοηθεια ετοιμοτατη εν ταις θλιψεσι.
<scripture passage="Ps 46:2" parsed="|Ps|46|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.2" />
<sup>2</sup>Δια τουτο δεν θελομεν φοβηθη, και αν σαλευθη η γη και μετατοπισθωσι τα ορη εις το μεσον των θαλασσων·
<scripture passage="Ps 46:3" parsed="|Ps|46|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.3" />
<sup>3</sup>και αν ηχωσι και ταραττωνται τα υδατα αυτων· και σειωνται τα ορη δια το επαρμα αυτων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 46:4" parsed="|Ps|46|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.4" />
<sup>4</sup>Ποταμος, και οι ρυακες αυτου θελουσιν ευφραινει την πολιν του Θεου, τον αγιον τοπον των σκηνωματων του Υψιστου.
<scripture passage="Ps 46:5" parsed="|Ps|46|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.5" />
<sup>5</sup>Ο Θεος ειναι εν τω μεσω αυτης· δεν θελει σαλευθη· θελει βοηθησει αυτην ο Θεος απο του χαραγματος της αυγης.
<scripture passage="Ps 46:6" parsed="|Ps|46|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.6" />
<sup>6</sup>Εφρυαξαν τα εθνη· εσαλευθησαν αι βασιλειαι· εδωκε φωνην αυτου· η γη ανελυθη.
<scripture passage="Ps 46:7" parsed="|Ps|46|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος των δυναμεων ειναι μεθ' ημων· προπυργιον ημων ειναι ο Θεος του Ιακωβ. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 46:8" parsed="|Ps|46|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.8" />
<sup>8</sup>Ελθετε, ιδετε τα εργα του Κυριου· οποιας καταστροφας εκαμεν εν τη γη.
<scripture passage="Ps 46:9" parsed="|Ps|46|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.9" />
<sup>9</sup>Καταπαυει τους πολεμους εως των περατων της γης· συντριβει τοξον και κατακοπτει λογχην· καιει αμαξας εν πυρι.
<scripture passage="Ps 46:10" parsed="|Ps|46|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.10" />
<sup>10</sup>Ησυχασατε και γνωρισατε οτι εγω ειμαι ο Θεος· θελω υψωθη μεταξυ των εθνων· θελω υψωθη εν τη γη.
<scripture passage="Ps 46:11" parsed="|Ps|46|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.46.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος των δυναμεων ειναι μεθ' ημων· προπυργιον ημων ειναι ο Θεος του Ιακωβ. Διαψαλμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 47" progress="49.93%" prev="Ps.46" next="Ps.48" id="Ps.47">
<h3 id="Ps.47-p0.1">Chapter 47</h3>
<p class="Greek" id="Ps.47-p1">
<scripture passage="Ps 47:1" parsed="|Ps|47|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.» Παντες οι λαοι, κροτησατε χειρας· αλαλαξατε εις τον Θεον εν φωνη αγαλλιασεως.
<scripture passage="Ps 47:2" parsed="|Ps|47|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ο Κυριος ειναι υψιστος, φοβερος, Βασιλευς μεγας επι πασαν την γην.
<scripture passage="Ps 47:3" parsed="|Ps|47|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.3" />
<sup>3</sup>Υπεταξε λαους εις ημας και εθνη υπο τους ποδας ημων.
<scripture passage="Ps 47:4" parsed="|Ps|47|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.4" />
<sup>4</sup>Εκλεξε δια ημας την κληρονομιαν την δοξαν του Ιακωβ, τον οποιον ηγαπησε. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 47:5" parsed="|Ps|47|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.5" />
<sup>5</sup>Ανεβη ο Θεος εν αλαλαγμω, ο Κυριος εν φωνη σαλπιγγος.
<scripture passage="Ps 47:6" parsed="|Ps|47|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.6" />
<sup>6</sup>Ψαλατε εις τον Θεον, ψαλατε· ψαλατε εις τον Βασιλεα ημων, ψαλατε.
<scripture passage="Ps 47:7" parsed="|Ps|47|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.7" />
<sup>7</sup>Διοτι Βασιλευς πασης της γης ειναι ο Θεος· ψαλατε μετα συνεσεως.
<scripture passage="Ps 47:8" parsed="|Ps|47|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.8" />
<sup>8</sup>Ο Θεος βασιλευει επι τα εθνη· ο Θεος καθηται επι του θρονου της αγιοτητος αυτου.
<scripture passage="Ps 47:9" parsed="|Ps|47|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.47.9" />
<sup>9</sup>Οι αρχοντες των λαων συνηχθησαν μετα του λαου του Θεου του Αβρααμ· διοτι του Θεου ειναι αι ασπιδες της γης· υψωθη σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 48" progress="49.95%" prev="Ps.47" next="Ps.49" id="Ps.48">
<h3 id="Ps.48-p0.1">Chapter 48</h3>
<p class="Greek" id="Ps.48-p1">
<scripture passage="Ps 48:1" parsed="|Ps|48|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη Ψαλμου δια τους υιους Κορε.» Μεγας ο Κυριος και αινετος σφοδρα εν τη πολει του Θεου ημων, τω ορει της αγιοτητος αυτου.
<scripture passage="Ps 48:2" parsed="|Ps|48|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.2" />
<sup>2</sup>Ωραιον την θεσιν, χαρα πασης της γης, ειναι το ορος Σιων, προς τα πλαγια του βορρα· η πολις του Βασιλεως του μεγαλου·
<scripture passage="Ps 48:3" parsed="|Ps|48|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.3" />
<sup>3</sup>ο Θεος εν τοις παλατιοις αυτης γνωριζεται ως προπυργιον.
<scripture passage="Ps 48:4" parsed="|Ps|48|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.4" />
<sup>4</sup>Διοτι, ιδου, οι βασιλεις συνηχθησαν· διηλθον ομου.
<scripture passage="Ps 48:5" parsed="|Ps|48|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.5" />
<sup>5</sup>Αυτοι, ως ειδον, εθαυμασαν· εταραχθησαν και μετα σπουδης εφυγον.
<scripture passage="Ps 48:6" parsed="|Ps|48|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.6" />
<sup>6</sup>Τρομος συνελαβεν αυτους εκει· πονοι ως τικτουσης.
<scripture passage="Ps 48:7" parsed="|Ps|48|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.7" />
<sup>7</sup>Δι' ανεμου ανατολικου συντριβεις τα πλοια της Θαρσεις.
<scripture passage="Ps 48:8" parsed="|Ps|48|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.8" />
<sup>8</sup>Καθως ηκουσαμεν, ουτω και ειδομεν εν τη πολει του Κυριου των δυναμεων, εν τη πολει του Θεου ημων· ο Θεος θελει θεμελιωσει αυτην εις τον αιωνα. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 48:9" parsed="|Ps|48|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.9" />
<sup>9</sup>Μελετωμεν, Θεε, το ελεος σου εν μεσω του ναου σου.
<scripture passage="Ps 48:10" parsed="|Ps|48|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.10" />
<sup>10</sup>Κατα το ονομα σου, Θεε, ουτω και η αινεσις σου ειναι εως των περατων της γης· η δεξια σου ειναι πληρης δικαιοσυνης.
<scripture passage="Ps 48:11" parsed="|Ps|48|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.11" />
<sup>11</sup>Ας ευφραινεται το ορος Σιων, ας αγαλλωνται αι θυγατερες του Ιουδα δια τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 48:12" parsed="|Ps|48|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.12" />
<sup>12</sup>Κυκλωσατε την Σιων και περιελθετε αυτην· αριθμησατε τους πυργους αυτης.
<scripture passage="Ps 48:13" parsed="|Ps|48|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.13" />
<sup>13</sup>Θεσατε την προσοχην σας εις τα περιτειχισματα αυτης· περιεργασθητε τα παλατια αυτης· δια να διηγησθε εις γενεαν μεταγενεστεραν·
<scripture passage="Ps 48:14" parsed="|Ps|48|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.48.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ουτος ο Θεος ειναι ο Θεος ημων εις τον αιωνα του αιωνος· αυτος θελει οδηγει ημας μεχρι θανατου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 49" progress="49.98%" prev="Ps.48" next="Ps.50" id="Ps.49">
<h3 id="Ps.49-p0.1">Chapter 49</h3>
<p class="Greek" id="Ps.49-p1">
<scripture passage="Ps 49:1" parsed="|Ps|49|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.» Ακουσατε ταυτα, παντες οι λαοι· ακροασθητε, παντες οι κατοικοι της οικουμενης·
<scripture passage="Ps 49:2" parsed="|Ps|49|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.2" />
<sup>2</sup>μικροι τε και μεγαλοι, πλουσιοι ομου και πενητες.
<scripture passage="Ps 49:3" parsed="|Ps|49|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.3" />
<sup>3</sup>Το στομα μου θελει λαλησει σοφιαν· και η μελετη της καρδιας μου ειναι συνεσις.
<scripture passage="Ps 49:4" parsed="|Ps|49|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.4" />
<sup>4</sup>Θελω κλινει εις παραβολην το ωτιον μου· θελω εκθεσει εν κιθαρα το αινιγμα μου.
<scripture passage="Ps 49:5" parsed="|Ps|49|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.5" />
<sup>5</sup>Δια τι να φοβωμαι εν ημεραις συμφορας, οταν με περικυκλωση η ανομια των ενεδρευοντων με;
<scripture passage="Ps 49:6" parsed="|Ps|49|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.6" />
<sup>6</sup>Οιτινες ελπιζουσιν εις τα αγαθα αυτων και καυχωνται εις το πληθος του πλουτου αυτων·
<scripture passage="Ps 49:7" parsed="|Ps|49|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.7" />
<sup>7</sup>ουδεις δυναται ποτε να εξαγοραση αδελφον, μηδε να δωση εις τον Θεον λυτρον δι' αυτον·
<scripture passage="Ps 49:8" parsed="|Ps|49|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.8" />
<sup>8</sup>διοτι πολυτιμος ειναι η απολυτρωσις της ψυχης αυτων, και ανευρητος διαπαντος,
<scripture passage="Ps 49:9" parsed="|Ps|49|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.9" />
<sup>9</sup>ωστε να ζη αιωνιως, να μη ιδη διαφθοραν.
<scripture passage="Ps 49:10" parsed="|Ps|49|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.10" />
<sup>10</sup>Διοτι βλεπει τους σοφους αποθνησκοντας, καθως και τον αφρονα και τον ανοητον απολλυμενους και καταλειποντας εις αλλους τα αγαθα αυτων.
<scripture passage="Ps 49:11" parsed="|Ps|49|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.11" />
<sup>11</sup>Ο εσωτερικος λογισμος αυτων ειναι οτι οι οικοι αυτων θελουσιν υπαρχει εις τον αιωνα, αι κατοικιαι αυτων εις γενεαν και γενεαν· ονομαζουσι τα υποστατικα αυτων με τα ιδια αυτων ονοματα.
<scripture passage="Ps 49:12" parsed="|Ps|49|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.12" />
<sup>12</sup>Πλην ο ανθρωπος ο εν τιμη δεν διαμενει, ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα.
<scripture passage="Ps 49:13" parsed="|Ps|49|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.13" />
<sup>13</sup>Αυτη η οδος αυτων ειναι μωρια αυτων· και ομως οι απογονοι αυτων ηδυνονται εις τα λογια αυτων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 49:14" parsed="|Ps|49|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.14" />
<sup>14</sup>Ως προβατα εβληθησαν εις τον αδην· θανατος θελει ποιμανει αυτους· και οι ευθεις θελουσι κατακυριευσει αυτους το πρωι· η δε δυναμις αυτων θελει παλαιωθη εν τω αδη, αφου εκαστος αφηση την κατοικιαν αυτου.
<scripture passage="Ps 49:15" parsed="|Ps|49|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' ο Θεος θελει λυτρωσει την ψυχην μου εκ χειρος αδου· διοτι θελει με δεχθη. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 49:16" parsed="|Ps|49|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.16" />
<sup>16</sup>Μη φοβου οταν πλουτηση ανθρωπος, οταν αυξηση η δοξα της οικιας αυτου·
<scripture passage="Ps 49:17" parsed="|Ps|49|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.17" />
<sup>17</sup>διοτι εν τω θανατω αυτου, δεν θελει συμπαραλαβει ουδεν, ουδε θελει καταβη κατοπιν αυτου η δοξα αυτου.
<scripture passage="Ps 49:18" parsed="|Ps|49|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.18" />
<sup>18</sup>Αν και ηυλογησε την ψυχην αυτου εν τη ζωη αυτου, και οι ανθρωποι θελωσι σε επαινει αγαθοποιουντα σεαυτον,
<scripture passage="Ps 49:19" parsed="|Ps|49|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.19" />
<sup>19</sup>Θελει υπαγει εις την γενεαν των πατερων αυτου· εις τον αιωνα δεν θελουσιν ιδει φως.
<scripture passage="Ps 49:20" parsed="|Ps|49|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.49.20" />
<sup>20</sup>Ο ανθρωπος ο εν τιμη και μη εννοων ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 50" progress="50.02%" prev="Ps.49" next="Ps.51" id="Ps.50">
<h3 id="Ps.50-p0.1">Chapter 50</h3>
<p class="Greek" id="Ps.50-p1">
<scripture passage="Ps 50:1" parsed="|Ps|50|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Ασαφ.» Ο Θεος των θεων, ο Κυριος ελαλησε, και εκαλεσε την γην, απο ανατολης ηλιου εως δυσεως αυτου.
<scripture passage="Ps 50:2" parsed="|Ps|50|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.2" />
<sup>2</sup>Εκ της Σιων, ητις ειναι η εντελεια της ωραιοτητος, ελαμψεν ο Θεος.
<scripture passage="Ps 50:3" parsed="|Ps|50|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.3" />
<sup>3</sup>Θελει ελθει ο Θεος ημων και δεν θελει σιωπησει· πυρ κατατρωγον θελει εισθαι εμπροσθεν αυτου και περιξ αυτου σφοδρα ανεμοζαλη,
<scripture passage="Ps 50:4" parsed="|Ps|50|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.4" />
<sup>4</sup>θελει προσκαλεσει τους ουρανους ανωθεν και την γην, δια να κρινη τον λαον αυτου.
<scripture passage="Ps 50:5" parsed="|Ps|50|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.5" />
<sup>5</sup>Συναθροισατε μοι τους οσιους μου, οιτινες εκαμον μετ' εμου συνθηκην επι θυσιας.
<scripture passage="Ps 50:6" parsed="|Ps|50|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.6" />
<sup>6</sup>Και οι ουρανοι θελουσιν αναγγελλει την δικαιοσυνην αυτου· διοτι ο Θεος, αυτος ειναι ο Κριτης. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 50:7" parsed="|Ps|50|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.7" />
<sup>7</sup>Ακουσον, λαε μου, και θελω λαλησει· Ισραηλ, και θελω διαμαρτυρησει κατα σου· Ο Θεος, ο Θεος σου ειμαι εγω.
<scripture passage="Ps 50:8" parsed="|Ps|50|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.8" />
<sup>8</sup>Δεν θελω σε ελεγξει δια τας θυσιας σου, τα δε ολοκαυτωματα σου ειναι διαπαντος ενωπιον μου.
<scripture passage="Ps 50:9" parsed="|Ps|50|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελω δεχθη εκ του οικου σου μοσχον, τραγους εκ των ποιμνιων σου.
<scripture passage="Ps 50:10" parsed="|Ps|50|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εμου ειναι παντα τα θηρια του δασους, τα κτηνη τα επι χιλιων ορεων.
<scripture passage="Ps 50:11" parsed="|Ps|50|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.11" />
<sup>11</sup>Γνωριζω παντα τα πετεινα των ορεων, και τα θηρια του αγρου ειναι μετ' εμου.
<scripture passage="Ps 50:12" parsed="|Ps|50|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.12" />
<sup>12</sup>Εαν πεινασω, δεν θελω ειπει τουτο προς σε· διοτι εμου ειναι η οικουμενη και το πληρωμα αυτης.
<scripture passage="Ps 50:13" parsed="|Ps|50|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.13" />
<sup>13</sup>Μηπως εγω θελω φαγει κρεας ταυρων η πιει αιμα τραγων;
<scripture passage="Ps 50:14" parsed="|Ps|50|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.14" />
<sup>14</sup>Θυσιασον εις τον Θεον θυσιαν αινεσεως, και αποδος εις τον Υψιστον τας ευχας σου·
<scripture passage="Ps 50:15" parsed="|Ps|50|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.15" />
<sup>15</sup>και επικαλου εμε εν ημερα θλιψεως, θελω σε ελευθερωσει, και θελεις με δοξασει.
<scripture passage="Ps 50:16" parsed="|Ps|50|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.16" />
<sup>16</sup>Προς δε τον ασεβη ειπεν ο Θεος· Τι προς σε, να διηγησαι τα διαταγματα μου και να αναλαμβανης την διαθηκην μου εν τω στοματι σου;
<scripture passage="Ps 50:17" parsed="|Ps|50|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.17" />
<sup>17</sup>Συ δε μισεις παιδειαν και απορριπτεις οπισω σου τους λογους μου.
<scripture passage="Ps 50:18" parsed="|Ps|50|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.18" />
<sup>18</sup>Εαν ιδης κλεπτην, τρεχεις μετ' αυτου· και μετα των μοιχων ειναι η μερις σου.
<scripture passage="Ps 50:19" parsed="|Ps|50|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.19" />
<sup>19</sup>Παραδιδεις το στομα σου εις την κακιαν, και η γλωσσα σου περιπλεκει δολιοτητα.
<scripture passage="Ps 50:20" parsed="|Ps|50|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.20" />
<sup>20</sup>Καθημενος λαλεις κατα του αδελφου σου· βαλλεις σκανδαλον κατα του υιου της μητρος σου.
<scripture passage="Ps 50:21" parsed="|Ps|50|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.21" />
<sup>21</sup>Ταυτα επραξας, και εσιωπησα· υπελαβες οτι ειμαι τω οντι ομοιος σου· θελω σε ελεγξει, και θελω παραστησει παντα εμπροσθεν των οφθαλμων σου.
<scripture passage="Ps 50:22" parsed="|Ps|50|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.22" />
<sup>22</sup>Θεσατε λοιπον τουτο εις τον νουν σας, οι λησμονουντες τον Θεον, μηποτε σας αρπασω, και ουδεις ο λυτρωσων.
<scripture passage="Ps 50:23" parsed="|Ps|50|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.50.23" />
<sup>23</sup>Ο προσφερων θυσιαν αινεσεως, ουτος με δοξαζει· και εις τον ευθετουντα την οδον αυτου θελω δειξει την σωτηριαν του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 51" progress="50.07%" prev="Ps.50" next="Ps.52" id="Ps.51">
<h3 id="Ps.51-p0.1">Chapter 51</h3>
<p class="Greek" id="Ps.51-p1">
<scripture passage="Ps 51:1" parsed="|Ps|51|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ, οτε ηλθε Ναθαν ο προφητης προς αυτον, αφου εισηλθε προς την Βηθσαβεε.» Ελεησον με, ω Θεε, κατα το ελεος σου· κατα το πληθος των οικτιρμων σου εξαλειψον τα ανομηματα μου.
<scripture passage="Ps 51:2" parsed="|Ps|51|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.2" />
<sup>2</sup>Πλυνον με μαλλον και μαλλον απο της ανομιας μου και απο της αμαρτιας μου καθαρισον με.
<scripture passage="Ps 51:3" parsed="|Ps|51|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.3" />
<sup>3</sup>Διοτι τα ανομηματα μου εγω γνωριζω, και η αμαρτια μου ενωπιον μου ειναι διαπαντος.
<scripture passage="Ps 51:4" parsed="|Ps|51|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.4" />
<sup>4</sup>Εις σε, εις σε μονον ημαρτον και το πονηρον ενωπιον σου επραξα· δια να δικαιωθης εν τοις λογοις σου και να ησαι αμεμπτος εις τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 51:5" parsed="|Ps|51|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, συνεληφθην εν ανομια, και εν αμαρτια με εγεννησεν μητηρ μου.
<scripture passage="Ps 51:6" parsed="|Ps|51|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, ηγαπησας αληθειαν εν τη καρδια, και εις τα ενδομυχα θελεις με διδαξει σοφιαν.
<scripture passage="Ps 51:7" parsed="|Ps|51|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.7" />
<sup>7</sup>Ραντισον με με υσσωπον, και θελω εισθαι καθαρος· πλυνον με, και θελω εισθαι λευκοτερος χιονος.
<scripture passage="Ps 51:8" parsed="|Ps|51|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.8" />
<sup>8</sup>Καμε με να ακουσω αγαλλιασιν και ευφροσυνην, δια να ευφρανθωσι τα οστα, τα οποια συνεθλασας.
<scripture passage="Ps 51:9" parsed="|Ps|51|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.9" />
<sup>9</sup>Αποστρεψον το προσωπον σου απο των αμαρτιων μου και πασας τας ανομιας μου εξαλειψον.
<scripture passage="Ps 51:10" parsed="|Ps|51|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.10" />
<sup>10</sup>Καρδιαν καθαραν κτισον εν εμοι, Θεε· και πνευμα ευθες ανανεωσον εντος μου.
<scripture passage="Ps 51:11" parsed="|Ps|51|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.11" />
<sup>11</sup>Μη με απορριψης απο του προσωπου σου· και το πνευμα το αγιον σου μη αφαιρεσης απ' εμου.
<scripture passage="Ps 51:12" parsed="|Ps|51|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.12" />
<sup>12</sup>Αποδος μοι την αγαλλιασιν της σωτηριας σου και με πνευμα ηγεμονικον στηριξον με.
<scripture passage="Ps 51:13" parsed="|Ps|51|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.13" />
<sup>13</sup>Θελω διδαξει εις τους παραβατας τας οδους σου· και αμαρτωλοι θελουσιν επιστρεφει εις σε.
<scripture passage="Ps 51:14" parsed="|Ps|51|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.14" />
<sup>14</sup>Ελευθερωσον με απο αιματων, Θεε, Θεε της σωτηριας μου· η γλωσσα μου θελει ψαλλει εν αγαλλιασει την δικαιοσυνην σου.
<scripture passage="Ps 51:15" parsed="|Ps|51|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.15" />
<sup>15</sup>Κυριε, ανοιξον τα χειλη μου· και το στομα μου θελει αναγγελλει την αινεσιν σου.
<scripture passage="Ps 51:16" parsed="|Ps|51|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.16" />
<sup>16</sup>Διοτι δεν θελεις θυσιαν, αλλως ηθελον προσφερει· εις ολοκαυτωματα δεν αρεσκεσαι.
<scripture passage="Ps 51:17" parsed="|Ps|51|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.17" />
<sup>17</sup>Θυσιαι του Θεου ειναι πνευμα συντετριμμενον· καρδιαν συντετριμμενην και τεταπεινωμενην, Θεε, δεν θελεις καταφρονησει.
<scripture passage="Ps 51:18" parsed="|Ps|51|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.18" />
<sup>18</sup>Ευεργετησον την Σιων δια της ευνοιας σου· οικοδομησον τα τειχη της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ps 51:19" parsed="|Ps|51|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.51.19" />
<sup>19</sup>Τοτε θελεις ευαρεστηθη εις θυσιας δικαιοσυνης, εις προσφορας και ολοκαυτωματα· τοτε θελουσι προσφερει μοσχους επι το θυσιαστηριον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 52" progress="50.12%" prev="Ps.51" next="Ps.53" id="Ps.52">
<h3 id="Ps.52-p0.1">Chapter 52</h3>
<p class="Greek" id="Ps.52-p1">
<scripture passage="Ps 52:1" parsed="|Ps|52|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, Μασχιλ του Δαβιδ, οτε ηλθε Δωηκ ο Ιδουμαιος και ανηγγειλε προς τον Σαουλ, και ειπε προς αυτον, Ηλθεν ο Δαβιδ εις την οικιαν του Αχιμελεχ.» Τι καυχασαι εις την κακιαν, δυνατε; το ελεος του Θεου διαμενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 52:2" parsed="|Ps|52|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.2" />
<sup>2</sup>Η γλωσσα σου μελετα κακιας· ως ξυραφιον ηκονημενον εργαζεται δολον.
<scripture passage="Ps 52:3" parsed="|Ps|52|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.3" />
<sup>3</sup>Ηγαπησας το κακον μαλλον παρα το αγαθον, το ψευδος παρα να λαλης δικαιοσυνην. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 52:4" parsed="|Ps|52|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.4" />
<sup>4</sup>Ηγαπησας παντας τους λογους του αφανισμου, γλωσσαν δολιαν.
<scripture passage="Ps 52:5" parsed="|Ps|52|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο ο Θεος θελει σε εξολοθρευσει διαπαντος· θελει σε αποσπασει και σε μετατοπισει εκ της σκηνης σου, και θελει σε εκριζωσει εκ γης ζωντων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 52:6" parsed="|Ps|52|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.6" />
<sup>6</sup>Και οι δικαιοι θελουσιν ιδει και φοβηθη· και θελουσι γελασει επ' αυτον λεγοντες,
<scripture passage="Ps 52:7" parsed="|Ps|52|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ο ανθρωπος, οστις δεν εθεσε τον Θεον δυναμιν αυτου. αλλ' ηλπισεν επι το πληθος του πλουτου αυτου και επεστηριζετο επι την πονηριαν αυτου.
<scripture passage="Ps 52:8" parsed="|Ps|52|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.8" />
<sup>8</sup>Εγω δε θελω εισθαι ως ελαια ακμαζουσα εν τω οικω του Θεου· ελπιζω επι το ελεος του Θεου εις τον αιωνα του αιωνος.
<scripture passage="Ps 52:9" parsed="|Ps|52|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.52.9" />
<sup>9</sup>Θελω σε δοξολογει παντοτε, διοτι εκαμες ουτω· και θελω ελπιζει επι το ονομα σου, διοτι ειναι αγαθον εμπροσθεν των οσιων σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 53" progress="50.15%" prev="Ps.52" next="Ps.54" id="Ps.53">
<h3 id="Ps.53-p0.1">Chapter 53</h3>
<p class="Greek" id="Ps.53-p1">
<scripture passage="Ps 53:1" parsed="|Ps|53|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Μαχαλαθ· Μασχιλ του Δαβιδ.» Ειπεν ο αφρων εν τη καρδια αυτου, δεν υπαρχει Θεος. Διεφθαρησαν και εγειναν βδελυροι δια την ανομιαν· δεν υπαρχει πραττων αγαθον.
<scripture passage="Ps 53:2" parsed="|Ps|53|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.2" />
<sup>2</sup>Ο Θεος εξ ουρανου διεκυψεν επι τους υιους των ανθρωπων, δια να ιδη εαν ηναι τις εχων συνεσιν, εκζητων τον Θεον.
<scripture passage="Ps 53:3" parsed="|Ps|53|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.3" />
<sup>3</sup>Παντες εξεκλιναν· ομου εξηχρειωθησαν· δεν υπαρχει πραττων αγαθον, δεν υπαρχει ουδε εις.
<scripture passage="Ps 53:4" parsed="|Ps|53|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.4" />
<sup>4</sup>Δεν εχουσι γνωσιν οι εργαζομενοι την ανομιαν, οι κατατρωγοντες τον λαον μου ως βρωσιν αρτου; τον Θεον δεν επεκαλεσθησαν.
<scripture passage="Ps 53:5" parsed="|Ps|53|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.5" />
<sup>5</sup>Εκει εφοβηθησαν φοβον, οπου δεν ητο φοβος, διοτι ο Θεος διεσκορπισε τα οστα των στρατοπεδευοντων κατα σου· κατησχυνας αυτους, διοτι ο Θεος κατεφρονησεν αυτους.
<scripture passage="Ps 53:6" parsed="|Ps|53|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.53.6" />
<sup>6</sup>Τις θελει δωσει εκ Σιων την σωτηριαν του Ισραηλ; οταν ο Θεος επιστρεψη τον λαον αυτου απο της αιχμαλωσιας, θελει αγαλλεσθαι ο Ιακωβ, θελει ευφραινεσθαι ο Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 54" progress="50.17%" prev="Ps.53" next="Ps.55" id="Ps.54">
<h3 id="Ps.54-p0.1">Chapter 54</h3>
<p class="Greek" id="Ps.54-p1">
<scripture passage="Ps 54:1" parsed="|Ps|54|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ· Μασχιλ του Δαβιδ, οτε ηλθον οι Ζιφαιοι και ειπον προς τον Σαουλ, Δεν ειναι κεκρυμμενος ο Δαβιδ παρ' ημιν;» Θεε, σωσον με εν τω ονοματι σου και εν τη δυναμει σου κρινον με.
<scripture passage="Ps 54:2" parsed="|Ps|54|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.2" />
<sup>2</sup>Θεε, ακουσον της προσευχης μου· ακροασθητι των λογων του στοματος μου.
<scripture passage="Ps 54:3" parsed="|Ps|54|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ξενοι ηγερθησαν κατ' εμου, και καταδυνασται ζητουσι την ψυχην μου· δεν εθεσαν τον Θεον ενωπιον αυτων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 54:4" parsed="|Ps|54|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, ο Θεος με βοηθει· ο Κυριος ειναι μετα των υποστηριζοντων την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 54:5" parsed="|Ps|54|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.5" />
<sup>5</sup>Θελει στρεψει το κακον επι τους εχθρους μου· εξολοθρευσον αυτους εν τη αληθεια σου.
<scripture passage="Ps 54:6" parsed="|Ps|54|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.6" />
<sup>6</sup>Αυτοπροαιρετως θελω θυσιασει εις σε· θελω δοξολογει το ονομα σου, Κυριε, διοτι ειναι αγαθον.
<scripture passage="Ps 54:7" parsed="|Ps|54|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.54.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εκ πασης στενοχωριας με ελυτρωσε, και ο οφθαλμος μου ειδε την εκδικησιν επι τους εχθρους μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 55" progress="50.18%" prev="Ps.54" next="Ps.56" id="Ps.55">
<h3 id="Ps.55-p0.1">Chapter 55</h3>
<p class="Greek" id="Ps.55-p1">
<scripture passage="Ps 55:1" parsed="|Ps|55|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ· Μασχιλ του Δαβιδ.» Δος ακροασιν, Θεε, εις την προσευχην μου, και μη αποσυρθης απο της δεησεως μου.
<scripture passage="Ps 55:2" parsed="|Ps|55|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.2" />
<sup>2</sup>Προσεξον εις εμε και εισακουσον μου· λυπουμαι εν τη μελετη μου και ταραττομαι,
<scripture passage="Ps 55:3" parsed="|Ps|55|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.3" />
<sup>3</sup>απο της φωνης του εχθρου, απο της καταθλιψεως του ασεβους· διοτι ριπτουσιν επ' εμε ανομιαν και μετ' οργης με μισουσιν.
<scripture passage="Ps 55:4" parsed="|Ps|55|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.4" />
<sup>4</sup>Η καρδια μου καταθλιβεται εντος μου, και φοβος θανατου επεσεν επ' εμε.
<scripture passage="Ps 55:5" parsed="|Ps|55|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.5" />
<sup>5</sup>Φοβος και τρομος ηλθεν επ' εμε, και φρικη με εκαλυψε.
<scripture passage="Ps 55:6" parsed="|Ps|55|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.6" />
<sup>6</sup>Και ειπα, Τις να μοι εδιδε πτερυγας ως περιστερας· ηθελον πεταξει και αναπαυθη.
<scripture passage="Ps 55:7" parsed="|Ps|55|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ηθελον απομακρυνθη φευγων, ηθελον διατριβει εν τη ερημω. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 55:8" parsed="|Ps|55|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.8" />
<sup>8</sup>Ηθελον ταχυνει την φυγην μου απο της ορμης του ανεμου, απο της θυελλης.
<scripture passage="Ps 55:9" parsed="|Ps|55|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.9" />
<sup>9</sup>Καταποντισον αυτους, Κυριε· διαιρεσον τας γλωσσας αυτων· διοτι ειδον καταδυναστειαν και εριδα εν τη πολει.
<scripture passage="Ps 55:10" parsed="|Ps|55|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.10" />
<sup>10</sup>Ημεραν και νυκτα περικυκλουσιν αυτην περι τα τειχη αυτης· και ανομια και υβρις ειναι εν τω μεσω αυτης·
<scripture passage="Ps 55:11" parsed="|Ps|55|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.11" />
<sup>11</sup>πονηρια εν τω μεσω αυτης· και απατη και δολος δεν λειπουσιν απο των πλατειων αυτης.
<scripture passage="Ps 55:12" parsed="|Ps|55|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.12" />
<sup>12</sup>Επειδη δεν με ωνειδισεν εχθρος, το οποιον ηθελον υποφερει· δεν ηγερθη επ' εμε ο μισων με· τοτε ηθελον κρυφθη απ' αυτου·
<scripture passage="Ps 55:13" parsed="|Ps|55|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.13" />
<sup>13</sup>Αλλα συ, ανθρωπε ομοψυχε, οδηγε μου και γνωστε μου·
<scripture passage="Ps 55:14" parsed="|Ps|55|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.14" />
<sup>14</sup>οιτινες συνωμιλουμεν μετα γλυκυτητος, συνεπορευομεθα εις τον οικον του Θεου.
<scripture passage="Ps 55:15" parsed="|Ps|55|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.15" />
<sup>15</sup>Ας ελθη θανατος επ' αυτους· ας καταβωσι ζωντες εις τον αδην· διοτι μεταξυ αυτων, εν ταις κατοικιαις αυτων, ειναι κακιαι.
<scripture passage="Ps 55:16" parsed="|Ps|55|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.16" />
<sup>16</sup>Εγω προς τον Θεον θελω κραζει, και ο Κυριος θελει με σωσει.
<scripture passage="Ps 55:17" parsed="|Ps|55|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.17" />
<sup>17</sup>Εσπερας και πρωι και μεσημβριαν θελω παρακαλει και φωναζει· και θελει ακουσει της φωνης μου.
<scripture passage="Ps 55:18" parsed="|Ps|55|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.18" />
<sup>18</sup>Θελει λυτρωσει εν ειρηνη την ψυχην μου απο της μαχης της κατ' εμου· διοτι πολλοι ειναι εναντιον μου.
<scripture passage="Ps 55:19" parsed="|Ps|55|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.19" />
<sup>19</sup>Ο Θεος, ο υπαρχων προ των αιωνων, θελει εισακουσει και θελει ταπεινωσει αυτους· Διαψαλμα· διοτι δεν μεταβαλλουσι τροπον ουδε φοβουνται τον Θεον.
<scripture passage="Ps 55:20" parsed="|Ps|55|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.20" />
<sup>20</sup>Εκαστος εκτεινει τας χειρας αυτου επι τους ειρηνευοντας μετ' αυτου· αθετει την συνθηκην αυτου.
<scripture passage="Ps 55:21" parsed="|Ps|55|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.21" />
<sup>21</sup>Το στομα αυτου ειναι απαλωτερον βουτυρου, αλλ' εν τη καρδια αυτου ειναι πολεμος· τα λογια αυτου ειναι μαλακωτερα ελαιου, πλην ειναι ξιφη γυμνα.
<scripture passage="Ps 55:22" parsed="|Ps|55|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.22" />
<sup>22</sup>Επιρριψον επι τον Κυριον το φορτιον σου, και αυτος θελει σε ανακουφισει· δεν θελει ποτε συγχωρησει να σαλευθη ο δικαιος.
<scripture passage="Ps 55:23" parsed="|Ps|55|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.55.23" />
<sup>23</sup>Αλλα συ, Θεε, θελεις καταβιβασει αυτους εις φρεαρ απωλειας· ανδρες αιματων και δολιοτητος δεν θελουσι φθασει εις το ημισυ των ημερων αυτων· αλλ' εγω θελω ελπιζει επι σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 56" progress="50.24%" prev="Ps.55" next="Ps.57" id="Ps.56">
<h3 id="Ps.56-p0.1">Chapter 56</h3>
<p class="Greek" id="Ps.56-p1">
<scripture passage="Ps 56:1" parsed="|Ps|56|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Ιωναθ-ελεμ-ρεχοκιμ, Μικταμ του Δαβιδ, οποτε εκρατησαν αυτον οι Φιλισταιοι εν Γαθ.» Ελεησον με, ω Θεε, διοτι ανθρωπος χασκει να με καταπιη· ολην την ημεραν πολεμων με καταθλιβει.
<scripture passage="Ps 56:2" parsed="|Ps|56|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.2" />
<sup>2</sup>Οι εχθροι μου χασκουσιν ολην την ημεραν να με καταπιωσι· διοτι πολλοι ειναι, Υψιστε, οι πολεμουντες με.
<scripture passage="Ps 56:3" parsed="|Ps|56|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.3" />
<sup>3</sup>Καθ' ην ημεραν φοβηθω, επι σε θελω ελπιζει·
<scripture passage="Ps 56:4" parsed="|Ps|56|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.4" />
<sup>4</sup>εν τω Θεω θελω αινεσει τον λογον αυτου· επι τον Θεον ηλπισα· δεν θελω φοβηθη· τι να μοι καμη σαρξ;
<scripture passage="Ps 56:5" parsed="|Ps|56|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.5" />
<sup>5</sup>Καθ' εκαστην μεταπλαττουσι τα λογια μου· παντες οι διαλογισμοι αυτων ειναι κατ' εμου εις κακον.
<scripture passage="Ps 56:6" parsed="|Ps|56|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.6" />
<sup>6</sup>Συναγονται, κρυπτονται, παραφυλαττουσι τα βηματα μου, πως να πιασωσι την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 56:7" parsed="|Ps|56|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.7" />
<sup>7</sup>Θελουσι λυτρωθη δια της ανομιας; Θεε, εν τη οργη σου κατακρημνισον τους λαους.
<scripture passage="Ps 56:8" parsed="|Ps|56|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.8" />
<sup>8</sup>Συ αριθμεις τας αποπλανησεις μου· θες τα δακρυα μου εις την φιαλην σου· δεν ειναι ταυτα εν τω βιβλιω σου;
<scripture passage="Ps 56:9" parsed="|Ps|56|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.9" />
<sup>9</sup>Τοτε θελουσιν επιστρεψει οι εχθροι μου εις τα οπισω, καθ' ην ημεραν σε επικαλεσθω· εξευρω τουτο, διοτι ο Θεος ειναι υπερ εμου.
<scripture passage="Ps 56:10" parsed="|Ps|56|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.10" />
<sup>10</sup>Εν τω Θεω θελω αινεσει τον λογον αυτου· εν τω Κυριω θελω αινεσει τον λογον αυτου.
<scripture passage="Ps 56:11" parsed="|Ps|56|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.11" />
<sup>11</sup>Επι τον Θεον ελπιζω· δεν θελω φοβηθη· τι να μοι καμη ανθρωπος;
<scripture passage="Ps 56:12" parsed="|Ps|56|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.12" />
<sup>12</sup>Επανω μου, Θεε, ειναι αι προς σε ευχαι μου· θελω σοι αποδιδει δοξολογιας.
<scripture passage="Ps 56:13" parsed="|Ps|56|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.56.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ελυτρωσας την ψυχην μου εκ θανατου, ουχι και τους ποδας μου εξ ολισθηματος, δια να περιπατω ενωπιον του Θεου εν τω φωτι των ζωντων;
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 57" progress="50.27%" prev="Ps.56" next="Ps.58" id="Ps.57">
<h3 id="Ps.57-p0.1">Chapter 57</h3>
<p class="Greek" id="Ps.57-p1">
<scripture passage="Ps 57:1" parsed="|Ps|57|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Αλτασχεθ, Μικταμ του Δαβιδ, οτε εφευγεν απο προσωπου του Σαουλ εις το σπηλαιον.» Ελεησον με, ω Θεε, ελεησον με· διοτι επι σε πεποιθεν η ψυχη μου, και επι την σκιαν των πτερυγων σου θελω ελπιζει, εωσου παρελθωσιν αι συμφοραι.
<scripture passage="Ps 57:2" parsed="|Ps|57|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.2" />
<sup>2</sup>Θελω κραζει προς τον Θεον τον Υψιστον, προς τον Θεον τον ευοδουντα τα παντα δι' εμε.
<scripture passage="Ps 57:3" parsed="|Ps|57|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.3" />
<sup>3</sup>Θελει εξαποστειλει εξ ουρανου και θελει με σωσει· θελει καταστησει ονειδος τον χασκοντα να με καταπιη· Διαψαλμα· ο Θεος θελει εξαποστειλει το ελεος αυτου και την αληθειαν αυτου.
<scripture passage="Ps 57:4" parsed="|Ps|57|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.4" />
<sup>4</sup>Η ψυχη μου ειναι μεταξυ λεοντων· κοιτομαι μεταξυ φλογερων ανθρωπων, των οποιων οι οδοντες ειναι λογχαι και βελη και η γλωσσα αυτων ξιφος οξυ.
<scripture passage="Ps 57:5" parsed="|Ps|57|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.5" />
<sup>5</sup>Υψωθητι, Θεε, επι τους ουρανους· η δοξα σου ας ηναι εφ' ολην την γην.
<scripture passage="Ps 57:6" parsed="|Ps|57|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.6" />
<sup>6</sup>Παγιδα ητοιμασαν εις τα βηματα μου· η ψυχη μου εκινδυνευε να πεση· εσκαψαν εμπροσθεν μου λακκον, ενεπεσαν εις αυτον. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 57:7" parsed="|Ps|57|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.7" />
<sup>7</sup>Ετοιμη ειναι η καρδια μου, Θεε, ετοιμη ειναι η καρδια μου· θελω ψαλλει και ψαλμωδει.
<scripture passage="Ps 57:8" parsed="|Ps|57|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.8" />
<sup>8</sup>Εξεγερθητι, δοξα μου· εξεγερθητι, ψαλτηριον και κιθαρα· θελω εξεγερθη το πρωι.
<scripture passage="Ps 57:9" parsed="|Ps|57|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.9" />
<sup>9</sup>Θελω σε επαινεσει, Κυριε, μεταξυ λαων· θελω ψαλμωδει εις σε μεταξυ εθνων.
<scripture passage="Ps 57:10" parsed="|Ps|57|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εμεγαλυνθη εως των ουρανων το ελεος σου, και εως των νεφελων η αληθεια σου.
<scripture passage="Ps 57:11" parsed="|Ps|57|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.57.11" />
<sup>11</sup>Υψωθητι, Θεε, επι τους ουρανους· η δοξα σου ας ηναι εφ' ολην την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 58" progress="50.30%" prev="Ps.57" next="Ps.59" id="Ps.58">
<h3 id="Ps.58-p0.1">Chapter 58</h3>
<p class="Greek" id="Ps.58-p1">
<scripture passage="Ps 58:1" parsed="|Ps|58|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Αλ-τασχεθ, Μικταμ του Δαβιδ.» Αληθως αρα λαλειτε δικαιοσυνην; κρινετε μετ' ευθυτητος, υιοι των ανθρωπων;
<scripture passage="Ps 58:2" parsed="|Ps|58|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.2" />
<sup>2</sup>Μαλιστα εν τη καρδια εργαζεσθε αδικιας· διαμοιραζετε την αδικιαν των χειρων σας εν τη γη.
<scripture passage="Ps 58:3" parsed="|Ps|58|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.3" />
<sup>3</sup>Απεξενωθησαν οι ασεβεις εκ μητρας· επλανηθησαν απο κοιλιας οι λαλουντες ψευδος.
<scripture passage="Ps 58:4" parsed="|Ps|58|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.4" />
<sup>4</sup>Εχουσι φαρμακιον ως το φαρμακιον του οφεως· ειναι ομοιοι με την κωφην ασπιδα, ητις φραττει τα ωτα αυτης·
<scripture passage="Ps 58:5" parsed="|Ps|58|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.5" />
<sup>5</sup>ητις δεν θελει να ακουση την φωνην των γοητων, των γοητευοντων τοσον επιδεξιως.
<scripture passage="Ps 58:6" parsed="|Ps|58|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.6" />
<sup>6</sup>Θεε, συντριψον αυτων τους οδοντας εν τω στοματι αυτων· Κυριε, καταθραυσον τους κυνοδοντας των λεοντων.
<scripture passage="Ps 58:7" parsed="|Ps|58|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.7" />
<sup>7</sup>Ας διαλυθωσιν ως υδωρ και ας ρευσωσι· θελει εκπεμψει τα βελη αυτου, εωσου εξολοθρευθωσιν.
<scripture passage="Ps 58:8" parsed="|Ps|58|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.8" />
<sup>8</sup>Ως κοχλιας διαλυομενος ας παρελθωσιν· ως εξαμβλωμα γυναικος ας μη ιδωσι τον ηλιον.
<scripture passage="Ps 58:9" parsed="|Ps|58|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.9" />
<sup>9</sup>Πριν αυξηθωσιν αι ακανθαι σας, ωστε να γεινωσι ραμνοι, ζωντας ως εν οργη, θελει αρπασει αυτους εν ανεμοστροβιλω.
<scripture passage="Ps 58:10" parsed="|Ps|58|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.10" />
<sup>10</sup>Ο δικαιος θελει ευφρανθη, οταν ιδη την εκδικησιν· τους ποδας αυτου θελει νιψει εν τω αιματι του ασεβους.
<scripture passage="Ps 58:11" parsed="|Ps|58|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.58.11" />
<sup>11</sup>Και εκαστος θελει λεγει, Επ' αληθειας ειναι καρπος δια τον δικαιον· επ' αληθειας ειναι Θεος, κρινων επι της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 59" progress="50.33%" prev="Ps.58" next="Ps.60" id="Ps.59">
<h3 id="Ps.59-p0.1">Chapter 59</h3>
<p class="Greek" id="Ps.59-p1">
<scripture passage="Ps 59:1" parsed="|Ps|59|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Αλ-τασχεθ, Μικταμ του Δαβιδ, οτε εστειλε ο Σαουλ, και παρεφυλαττον την οικιαν αυτου δια να θανατωσωσιν αυτον.» Ελευθερωσον με εκ των εχθρων μου, Θεε μου· υπερασπισον με απο των επανισταμενων επ' εμε.
<scripture passage="Ps 59:2" parsed="|Ps|59|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.2" />
<sup>2</sup>Ελευθερωσον με απο των εργαζομενων την ανομιαν και σωσον με απο ανδρων αιματων.
<scripture passage="Ps 59:3" parsed="|Ps|59|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.3" />
<sup>3</sup>Διοτι, ιδου, ενεδρευουσι την ψυχην μου· δυνατοι συνηχθησαν κατ' εμου· ουχι, Κυριε, δια ανομιαν μου ουδε δια αμαρτιαν μου·
<scripture passage="Ps 59:4" parsed="|Ps|59|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.4" />
<sup>4</sup>χωρις να υπαρχη εν εμοι ανομια, τρεχουσι και ετοιμαζονται. Εξεγερθητι εις συναντησιν μου και ιδε.
<scripture passage="Ps 59:5" parsed="|Ps|59|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.5" />
<sup>5</sup>Συ λοιπον, Κυριε ο Θεος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, εξυπνησον δια να επισκεφθης παντα τα εθνη. Μη ελεησης μηδενα εκ των δολιων παραβατων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 59:6" parsed="|Ps|59|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.6" />
<sup>6</sup>Επιστρεφουσι το εσπερας· υλακτουσιν ως κυνες και κυκλουσι την πολιν.
<scripture passage="Ps 59:7" parsed="|Ps|59|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, αυτοι εκχεουσι λογους δια του στοματος αυτων· ρομφαιαι ειναι εις τα χειλη αυτων· επειδη λεγουσι, Τις ακουει;
<scripture passage="Ps 59:8" parsed="|Ps|59|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.8" />
<sup>8</sup>Αλλα συ, Κυριε, θελεις γελασει επ' αυτους· θελεις μυκτηρισει παντα τα εθνη.
<scripture passage="Ps 59:9" parsed="|Ps|59|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.9" />
<sup>9</sup>Εν τη δυναμει αυτων επι σε θελω ελπιζει· διοτι συ, Θεε, εισαι το προπυργιον μου.
<scripture passage="Ps 59:10" parsed="|Ps|59|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.10" />
<sup>10</sup>Ο Θεος του ελεους μου θελει με προφθασει· ο Θεος θελει με καμει να ιδω την εκδικησιν επι τους παραφυλαττοντας με.
<scripture passage="Ps 59:11" parsed="|Ps|59|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.11" />
<sup>11</sup>Μη φονευσης αυτους, μηποτε λησμονηση αυτο ο λαος μου· διασκορπισον αυτους εν τη δυναμει σου και ταπεινωσον αυτους, Κυριε, η ασπις ημων.
<scripture passage="Ps 59:12" parsed="|Ps|59|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.12" />
<sup>12</sup>Δια την αμαρτιαν του στοματος αυτων, δια τους λογους των χειλεων αυτων, ας πιασθωσιν εν τη υπερηφανια αυτων· και δια την καταραν και το ψευδος, τα οποια λαλουσι.
<scripture passage="Ps 59:13" parsed="|Ps|59|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.13" />
<sup>13</sup>Καταστρεψον αυτους, εν οργη καταστρεψον αυτους, ωστε να μη υπαρχωσι· και ας γνωρισωσιν οτι ο Θεος δεσποζει εν Ιακωβ, εως των περατων της γης. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 59:14" parsed="|Ps|59|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.14" />
<sup>14</sup>Ας επιστρεφωσι λοιπον το εσπερας, ας υλακτωσιν ως κυνες και ας περικυκλωσι την πολιν.
<scripture passage="Ps 59:15" parsed="|Ps|59|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.15" />
<sup>15</sup>Ας περιπλανωνται δια τροφην· και αν δεν χορτασθωσιν, ας γογγυζωσιν.
<scripture passage="Ps 59:16" parsed="|Ps|59|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.16" />
<sup>16</sup>Εγω δε θελω ψαλλει την δυναμιν σου, και το πρωι θελω υμνολογει εν αγαλλιασει το ελεος σου· διοτι εγεινες προπυργιον μου και καταφυγιον εν τη ημερα της θλιψεως μου.
<scripture passage="Ps 59:17" parsed="|Ps|59|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.59.17" />
<sup>17</sup>Ω δυναμις μου, σε θελω ψαλμωδει· διοτι συ, Θεε, εισαι το προπυργιον μου, ο Θεος του ελεους μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 60" progress="50.38%" prev="Ps.59" next="Ps.61" id="Ps.60">
<h3 id="Ps.60-p0.1">Chapter 60</h3>
<p class="Greek" id="Ps.60-p1">
<scripture passage="Ps 60:1" parsed="|Ps|60|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Σουσαν-εδουθ, Μικταμ του Δαβιδ προς διδασκαλιαν, οποτε επολεμησε την Συριαν της Μεσοποταμιας και την Συριαν Σωβα, ο δε Ιωαβ επεστρεψε και επαταξε του Εδωμ εν τη κοιλαδι του αλατος δωδεκα χιλιαδας.» Θεε, απερριψας ημας· διεσκορπισας ημας· ωργισθης· επιστρεψον εις ημας.
<scripture passage="Ps 60:2" parsed="|Ps|60|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.2" />
<sup>2</sup>Εσεισας την γην· διεσχισας αυτην· ιασαι τα συντριμματα αυτης, διοτι σαλευεται.
<scripture passage="Ps 60:3" parsed="|Ps|60|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.3" />
<sup>3</sup>Εδειξας εις τον λαον σου πραγματα σκληρα· εποτισας ημας οινον παραφροσυνης.
<scripture passage="Ps 60:4" parsed="|Ps|60|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.4" />
<sup>4</sup>Εδωκας εις τους φοβουμενους σε σημαιαν, δια να υψονηται υπερ της αληθειας. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 60:5" parsed="|Ps|60|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.5" />
<sup>5</sup>Δια να ελευθερονωνται οι αγαπητοι σου, σωσον δια της δεξιας σου και επακουσον μου.
<scripture passage="Ps 60:6" parsed="|Ps|60|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.6" />
<sup>6</sup>Ο Θεος ελαλησεν εν τω αγιαστηριω αυτου· θελω χαιρει· θελω μοιρασει την Συχεμ και την κοιλαδα Σοκχωθ θελω διαμετρησει.
<scripture passage="Ps 60:7" parsed="|Ps|60|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.7" />
<sup>7</sup>Εμου ειναι ο Γαλααδ και εμου ο Μανασσης· ο μεν Εφραιμ ειναι η δυναμις της κεφαλης μου· ο δε Ιουδας ο νομοθετης μου·
<scripture passage="Ps 60:8" parsed="|Ps|60|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.8" />
<sup>8</sup>Ο Μωαβ ειναι η λεκανη του νιψιματος μου· επι τον Εδωμ θελω ριψει το υποδημα μου· αλαλαξον επ' εμοι, Παλαιστινη.
<scripture passage="Ps 60:9" parsed="|Ps|60|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.9" />
<sup>9</sup>Τις θελει με φερει εις την περιτετειχισμενην πολιν; τις θελει με οδηγησει εως Εδωμ;
<scripture passage="Ps 60:10" parsed="|Ps|60|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.10" />
<sup>10</sup>Ουχι συ, Θεε, ο απορριψας ημας; και δεν θελεις εξελθει, Θεε, μετα των στρατευματων ημων;
<scripture passage="Ps 60:11" parsed="|Ps|60|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.11" />
<sup>11</sup>Βοηθησον ημας απο της θλιψεως· διοτι ματαια ειναι η παρα των ανθρωπων σωτηρια.
<scripture passage="Ps 60:12" parsed="|Ps|60|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.60.12" />
<sup>12</sup>Δια του Θεου θελομεν καμει ανδραγαθιας, και αυτος θελει καταπατησει τους εχθρους ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 61" progress="50.41%" prev="Ps.60" next="Ps.62" id="Ps.61">
<h3 id="Ps.61-p0.1">Chapter 61</h3>
<p class="Greek" id="Ps.61-p1">
<scripture passage="Ps 61:1" parsed="|Ps|61|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Εισακουσον, Θεε, της κραυγης μου· προσεξον εις την προσευχην μου.
<scripture passage="Ps 61:2" parsed="|Ps|61|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.2" />
<sup>2</sup>Απο των περατων της γης προς σε θελω κραζει, οταν λιποθυμη η καρδια μου. Οδηγησον με εις την πετραν, ητις ειναι παραπολυ υψηλη δι' εμε.
<scripture passage="Ps 61:3" parsed="|Ps|61|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.3" />
<sup>3</sup>Διοτι συ εγεινες καταφυγη μου, πυργος ισχυρος εμπροσθεν του εχθρου.
<scripture passage="Ps 61:4" parsed="|Ps|61|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.4" />
<sup>4</sup>Εν τη σκηνη σου θελω παροικει διαπαντος· θελω καταφυγει υπο την σκεπην των πτερυγων σου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 61:5" parsed="|Ps|61|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.5" />
<sup>5</sup>Διοτι συ, Θεε, εισηκουσας των ευχων μου· εδωκας μοι την κληρονομιαν των φοβουμενων το ονομα σου.
<scripture passage="Ps 61:6" parsed="|Ps|61|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.6" />
<sup>6</sup>Θελεις προσθεσει ημερας εις τας ημερας του βασιλεως· τα ετη αυτου ας ηναι εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 61:7" parsed="|Ps|61|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.7" />
<sup>7</sup>Θελει διαμενει εις τον αιωνα ενωπιον του Θεου· καμε να διαφυλαττωσιν αυτον το ελεος και η αληθεια.
<scripture passage="Ps 61:8" parsed="|Ps|61|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.61.8" />
<sup>8</sup>Ουτω θελω ψαλμωδει διαπαντος το ονομα σου, δια να εκπληρω τας ευχας μου καθ' ημεραν.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 62" progress="50.43%" prev="Ps.61" next="Ps.63" id="Ps.62">
<h3 id="Ps.62-p0.1">Chapter 62</h3>
<p class="Greek" id="Ps.62-p1">
<scripture passage="Ps 62:1" parsed="|Ps|62|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, δια Ιεδουθουν. Ψαλμος του Δαβιδ.» Επι τον Θεον βεβαιως αναπαυεται η ψυχη μου· εξ αυτου πηγαζει η σωτηρια μου.
<scripture passage="Ps 62:2" parsed="|Ps|62|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.2" />
<sup>2</sup>Αυτος βεβαιως ειναι πετρα μου και σωτηρια μου· προπυργιον μου· δεν θελω σαλευθη πολυ.
<scripture passage="Ps 62:3" parsed="|Ps|62|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.3" />
<sup>3</sup>Εως ποτε θελετε επιβουλευεσθαι εναντιον ανθρωπου; σεις παντες θελετε φονευθη· εισθε ως τοιχος κεκλιμενος και φραγμος ετοιμορροπος.
<scripture passage="Ps 62:4" parsed="|Ps|62|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.4" />
<sup>4</sup>Δεν συμβουλευονται παρα να ριψωσι αυτον απο του υψους αυτου· αγαπωσι το ψευδος· δια μεν του στοματος αυτων ευλογουσι, δια δε της καρδιας αυτων καταρωνται. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 62:5" parsed="|Ps|62|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.5" />
<sup>5</sup>Αλλα συ, ω ψυχη μου, επι τον Θεον αναπαυου, διοτι εξ αυτου κρεμαται η ελπις μου.
<scripture passage="Ps 62:6" parsed="|Ps|62|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.6" />
<sup>6</sup>Αυτος βεβαιως ειναι πετρα μου και σωτηρια μου· προπυργιον μου· δεν θελω σαλευθη.
<scripture passage="Ps 62:7" parsed="|Ps|62|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.7" />
<sup>7</sup>Εν τω Θεω ειναι η σωτηρια μου και η δοξα μου· η πετρα της δυναμεως μου, το καταφυγιον μου, ειναι εν τω Θεω.
<scripture passage="Ps 62:8" parsed="|Ps|62|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.8" />
<sup>8</sup>Ελπιζετε επ' αυτον εν παντι καιρω· ανοιγετε, λαοι, ενωπιον αυτου τας καρδιας σας· ο Θεος ειναι καταφυγιον εις ημας. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 62:9" parsed="|Ps|62|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.9" />
<sup>9</sup>Οι κοινοι ανθρωποι βεβαιως ειναι ματαιοτης, οι αρχοντες ψευδος· εν τη πλαστιγγι παντες ομου ειναι ελαφροτεροι αυτης της ματαιοτητος.
<scripture passage="Ps 62:10" parsed="|Ps|62|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.10" />
<sup>10</sup>Μη ελπιζετε επι αδικιαν και επι αρπαγην μη ματαιονεσθε· πλουτος εαν ρεη, μη προσηλονετε την καρδιαν σας.
<scripture passage="Ps 62:11" parsed="|Ps|62|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.11" />
<sup>11</sup>Απαξ ελαλησεν ο Θεος, δις ηκουσα τουτο, οτι η δυναμις ειναι του Θεου·
<scripture passage="Ps 62:12" parsed="|Ps|62|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.62.12" />
<sup>12</sup>και σου ειναι, Κυριε, το ελεος· Διοτι συ θελεις αποδωσει εις εκαστον κατα τα εργα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 63" progress="50.46%" prev="Ps.62" next="Ps.64" id="Ps.63">
<h3 id="Ps.63-p0.1">Chapter 63</h3>
<p class="Greek" id="Ps.63-p1">
<scripture passage="Ps 63:1" parsed="|Ps|63|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ, οτε ευρισκετο εν τη ερημω Ιουδα.» Θεε, συ εισαι ο Θεος μου· απο πρωιας σε ζητω· σε διψα η ψυχη μου, σε ποθει η σαρξ μου, εν γη ερημω, ξηρα και ανυδρω·
<scripture passage="Ps 63:2" parsed="|Ps|63|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.2" />
<sup>2</sup>δια να βλεπω την δυναμιν σου και την δοξαν σου, καθως σε ειδον εν τω αγιαστηριω.
<scripture passage="Ps 63:3" parsed="|Ps|63|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.3" />
<sup>3</sup>Διοτι το ελεος σου ειναι καλητερον παρα την ζωην· τα χειλη μου θελουσι σε επαινει.
<scripture passage="Ps 63:4" parsed="|Ps|63|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.4" />
<sup>4</sup>Ουτω θελω σε ευλογει εν τη ζωη μου· εν τω ονοματι σου θελω υψονει τας χειρας μου.
<scripture passage="Ps 63:5" parsed="|Ps|63|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.5" />
<sup>5</sup>Ως απο παχους και μυελου θελει χορτασθη η ψυχη μου και δια χειλεων αγαλλιασεως θελει υμνει το στομα μου,
<scripture passage="Ps 63:6" parsed="|Ps|63|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.6" />
<sup>6</sup>Οταν σε ενθυμωμαι επι της στρωμνης μου, εις σε μελετω εν ταις φυλακαις της νυκτος.
<scripture passage="Ps 63:7" parsed="|Ps|63|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.7" />
<sup>7</sup>Επειδη εσταθης βοηθεια μου· δια τουτο υπο την σκιαν των πτερυγων σου θελω χαιρει.
<scripture passage="Ps 63:8" parsed="|Ps|63|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.8" />
<sup>8</sup>Προσεκολληθη η ψυχη μου κατοπιν σου· η δεξια σου με υποστηριζει.
<scripture passage="Ps 63:9" parsed="|Ps|63|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.9" />
<sup>9</sup>Οι δε ζητουντες την ψυχην μου, δια να εξολοθρευσωσιν αυτην, θελουσιν εμβη εις τα κατωτατα μερη της γης·
<scripture passage="Ps 63:10" parsed="|Ps|63|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.10" />
<sup>10</sup>θελουσι πεσει δια ρομφαιας· θελουσιν εισθαι μερις αλωπεκων.
<scripture passage="Ps 63:11" parsed="|Ps|63|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.63.11" />
<sup>11</sup>Ο δε βασιλευς θελει ευφρανθη επι τον Θεον· θελει δοξασθη πας ο ομνυων εις αυτον· διοτι θελει φραχθη το στομα των λαλουντων ψευδος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 64" progress="50.48%" prev="Ps.63" next="Ps.65" id="Ps.64">
<h3 id="Ps.64-p0.1">Chapter 64</h3>
<p class="Greek" id="Ps.64-p1">
<scripture passage="Ps 64:1" parsed="|Ps|64|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ακουσον, Θεε, της φωνης μου εν τη δεησει μου· απο του φοβου του εχθρου φυλαξον την ζωην μου.
<scripture passage="Ps 64:2" parsed="|Ps|64|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.2" />
<sup>2</sup>Σκεπασον με απο συμβουλιου πονηρων, απο φρυαγματος εργαζομενων ανομιαν·
<scripture passage="Ps 64:3" parsed="|Ps|64|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.3" />
<sup>3</sup>οιτινες ακονωσιν ως ρομφαιαν την γλωσσαν αυτων· ετοιμαζουσιν ως βελη λογους πικρους,
<scripture passage="Ps 64:4" parsed="|Ps|64|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.4" />
<sup>4</sup>δια να τοξευωσι κρυφιως τον αμεμπτον· εξαιφνης τοξευουσιν αυτον και δεν φοβουνται.
<scripture passage="Ps 64:5" parsed="|Ps|64|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.5" />
<sup>5</sup>Στερεουνται επι πονηρου πραγματος· μελετωσι να κρυπτωσι παγιδας, λεγοντες, Τις θελει ιδει αυτους;
<scripture passage="Ps 64:6" parsed="|Ps|64|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.6" />
<sup>6</sup>Ανιχνευουσιν ανομιας· απεκαμον ανιχνευοντες επιμελως· εκαστου δε τα εντος και η καρδια ειναι βυθος.
<scripture passage="Ps 64:7" parsed="|Ps|64|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ο Θεος θελει τοξευσει αυτους· απο αιφνιδιου βελους θελουσιν εισθαι αι πληγαι αυτων.
<scripture passage="Ps 64:8" parsed="|Ps|64|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.8" />
<sup>8</sup>Και οι λογοι της γλωσσης αυτων θελουσι πεσει επ' αυτου· θελουσι φευγει παντες οι βλεποντες αυτους.
<scripture passage="Ps 64:9" parsed="|Ps|64|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.9" />
<sup>9</sup>Και θελει φοβηθη πας ανθρωπος, και θελουσι διηγηθη το εργον του Θεου και εννοησει τας εργασιας αυτου.
<scripture passage="Ps 64:10" parsed="|Ps|64|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.64.10" />
<sup>10</sup>Ο δικαιος θελει ευφρανθη εις τον Κυριον και θελει ελπιζει επ' αυτον· και θελουσι καυχασθαι παντες οι ευθεις την καρδιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 65" progress="50.51%" prev="Ps.64" next="Ps.66" id="Ps.65">
<h3 id="Ps.65-p0.1">Chapter 65</h3>
<p class="Greek" id="Ps.65-p1">
<scripture passage="Ps 65:1" parsed="|Ps|65|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος ωδης του Δαβιδ.» Σε προσμενει υμνος, Θεε, εν Σιων· και εις σε θελει αποδοθη η ευχη.
<scripture passage="Ps 65:2" parsed="|Ps|65|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.2" />
<sup>2</sup>Ω ακουων προσευχην, εις σε θελει ερχεσθαι πασα σαρξ.
<scripture passage="Ps 65:3" parsed="|Ps|65|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.3" />
<sup>3</sup>Λογοι ανομιας υπερισχυσαν κατ' εμου· συ θελεις καθαρισει τας παραβασεις ημων.
<scripture passage="Ps 65:4" parsed="|Ps|65|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.4" />
<sup>4</sup>Μακαριος εκεινος, τον οποιον εξελεξας και προσελαβες, δια να κατοικη εν ταις αυλαις σου· θελομεν χορτασθη απο των αγαθων του οικου σου, του αγιου ναου σου.
<scripture passage="Ps 65:5" parsed="|Ps|65|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.5" />
<sup>5</sup>Δια τρομερων πραγματων μετα δικαιοσυνης θελεις αποκρινεσθαι προς ημας, Θεε της σωτηριας ημων, η ελπις παντων των περατων της γης, και των μακραν εν θαλασση·
<scripture passage="Ps 65:6" parsed="|Ps|65|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.6" />
<sup>6</sup>ο στερεονων δια της δυναμεως σου τα ορη, ο περιεζωσμενος ισχυν·
<scripture passage="Ps 65:7" parsed="|Ps|65|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.7" />
<sup>7</sup>ο κατασιγαζων τον ηχον της θαλασσης, τον ηχον των κυματων αυτης και τον θορυβον των λαων.
<scripture passage="Ps 65:8" parsed="|Ps|65|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.8" />
<sup>8</sup>και αυτοι οι κατοικουντες τα περατα φοβουνται τα σημεια σου· χαροποιεις τας αρχας της αυγης και της εσπερας.
<scripture passage="Ps 65:9" parsed="|Ps|65|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.9" />
<sup>9</sup>Επισκεπτεσαι την γην και ποτιζεις αυτην· υπερπλουτιζεις αυτην· ο ποταμος του Θεου ειναι πληρης υδατων· ετοιμαζεις τον σιτον αυτων, επειδη ουτω διεταξας.
<scripture passage="Ps 65:10" parsed="|Ps|65|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.10" />
<sup>10</sup>Τα αυλακια αυτης ποτιζεις· εξομαλιζεις τους βωλους αυτης· απαλυνεις αυτην δια σταλακτης βροχης· ευλογεις τα βλαστηματα αυτης.
<scripture passage="Ps 65:11" parsed="|Ps|65|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.11" />
<sup>11</sup>Στεφανονεις το ετος με τα αγαθα σου· και τα ιχνη σου σταλαζουσι παχος.
<scripture passage="Ps 65:12" parsed="|Ps|65|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.12" />
<sup>12</sup>Σταλαζουσιν αι βοσκαι της ερημου και οι λοφοι περιζωνονται χαραν.
<scripture passage="Ps 65:13" parsed="|Ps|65|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.65.13" />
<sup>13</sup>Αι πεδιαδες ειναι ενδεδυμεναι ποιμνια και αι κοιλαδες εσκεπασμεναι υπο σιτου· αλαλαζουσι και ετι υμνολογουσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 66" progress="50.54%" prev="Ps.65" next="Ps.67" id="Ps.66">
<h3 id="Ps.66-p0.1">Chapter 66</h3>
<p class="Greek" id="Ps.66-p1">
<scripture passage="Ps 66:1" parsed="|Ps|66|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ωιδη ψαλμου.» Αλαλαξατε εις τον Θεον, πασα η γη.
<scripture passage="Ps 66:2" parsed="|Ps|66|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.2" />
<sup>2</sup>Ψαλατε την δοξαν του ονοματος αυτου· καμετε ενδοξον τον υμνον αυτου.
<scripture passage="Ps 66:3" parsed="|Ps|66|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.3" />
<sup>3</sup>Ειπατε προς τον Θεον, Ποσον ειναι φοβερα τα εργα σου δια το μεγεθος της δυναμεως σου, υποκρινονται υποταγην εις σε οι εχθροι σου.
<scripture passage="Ps 66:4" parsed="|Ps|66|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.4" />
<sup>4</sup>Πασα η γη θελει σε προσκυνει και ψαλμωδει εις σε· θελουσι ψαλμωδει το ονομα σου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 66:5" parsed="|Ps|66|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.5" />
<sup>5</sup>Ελθετε και ιδετε τα εργα του Θεου· ειναι φοβερος εις τας πραξεις προς τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 66:6" parsed="|Ps|66|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.6" />
<sup>6</sup>Μετεβαλε την θαλασσαν εις ξηραν· πεζοι διεβησαν δια του ποταμου· εκει ευφρανθημεν εις αυτον.
<scripture passage="Ps 66:7" parsed="|Ps|66|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.7" />
<sup>7</sup>Δια της δυναμεως αυτου δεσποζει εις τον αιωνα· οι οφθαλμοι αυτου επιβλεπουσιν επι τα εθνη· οι αποσταται ας μη υψονωσιν εαυτους. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 66:8" parsed="|Ps|66|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.8" />
<sup>8</sup>Ευλογειτε, λαοι, τον Θεον ημων, και καμετε να ακουσθη η φωνη της αινεσεως αυτου·
<scripture passage="Ps 66:9" parsed="|Ps|66|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.9" />
<sup>9</sup>οστις διαφυλαττει εν ζωη την ψυχην ημων και δεν αφινει να κλονιζωνται οι ποδες ημων.
<scripture passage="Ps 66:10" parsed="|Ps|66|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.10" />
<sup>10</sup>Διοτι συ ηρευνησας ημας, Θεε· εδοκιμασας ημας, ως δοκιμαζεται το αργυριον.
<scripture passage="Ps 66:11" parsed="|Ps|66|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.11" />
<sup>11</sup>Ενεβαλες ημας εις το δικτυον· εθεσας βαρυ φορτιον επι τα νωτα ημων.
<scripture passage="Ps 66:12" parsed="|Ps|66|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.12" />
<sup>12</sup>Επεβιβασας ανθρωπους επι τας κεφαλας ημων· διηλθομεν δια πυρος και υδατος· και εξηγαγες ημας εις αναψυχην.
<scripture passage="Ps 66:13" parsed="|Ps|66|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.13" />
<sup>13</sup>Θελω εισελθει εις τον οικον σου με ολοκαυτωματα· θελω σοι αποδωσει τας ευχας μου,
<scripture passage="Ps 66:14" parsed="|Ps|66|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.14" />
<sup>14</sup>τας οποιας επροφεραν τα χειλη μου, και ελαλησε το στομα μου, εν τη θλιψει μου.
<scripture passage="Ps 66:15" parsed="|Ps|66|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.15" />
<sup>15</sup>Παχεα ολοκαυτωματα κριων θελω σοι προσφερει μετα θυμιαματος· θελω προσφερει βοας μετα τραγων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 66:16" parsed="|Ps|66|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.16" />
<sup>16</sup>Ελθετε, ακουσατε, παντες οι φοβουμενοι τον Θεον· και θελω διηγηθη οσα εκαμεν εις την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 66:17" parsed="|Ps|66|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.17" />
<sup>17</sup>Προς αυτον εβοησα δια του στοματος μου, και υψωθη δια της γλωσσης μου.
<scripture passage="Ps 66:18" parsed="|Ps|66|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.18" />
<sup>18</sup>Εαν εθεωρουν αδικιαν εν τη καρδια μου, ο Κυριος δεν ηθελεν ακουσει·
<scripture passage="Ps 66:19" parsed="|Ps|66|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.19" />
<sup>19</sup>αλλ' ο Θεος βεβαιως εισηκουσεν· επροσεξεν εις την φωνην της προσευχης μου.
<scripture passage="Ps 66:20" parsed="|Ps|66|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.66.20" />
<sup>20</sup>Ευλογητος ο Θεος, οστις δεν απεμακρυνε την προσευχην μου και το ελεος αυτου απ' εμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 67" progress="50.58%" prev="Ps.66" next="Ps.68" id="Ps.67">
<h3 id="Ps.67-p0.1">Chapter 67</h3>
<p class="Greek" id="Ps.67-p1">
<scripture passage="Ps 67:1" parsed="|Ps|67|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ. Ψαλμος ωδης.» Ο Θεος να σπλαγχνισθη ημας και να ευλογηση ημας να επιφανη το προσωπον αυτου εφ' ημας Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 67:2" parsed="|Ps|67|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.2" />
<sup>2</sup>Δια να γνωρισθη εν τη γη η οδος σου, εν πασι τοις εθνεσιν η σωτηρια σου.
<scripture passage="Ps 67:3" parsed="|Ps|67|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.3" />
<sup>3</sup>Ας σε υμνωσιν οι λαοι, Θεε· ας σε υμνωσι παντες οι λαοι.
<scripture passage="Ps 67:4" parsed="|Ps|67|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.4" />
<sup>4</sup>Ας ευφρανθωσι και ας αλαλαξωσι τα εθνη· διοτι θελεις κρινει τους λαους εν ευθυτητι και τα εθνη εν τη γη θελεις οδηγησει. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 67:5" parsed="|Ps|67|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.5" />
<sup>5</sup>Ας σε υμνωσιν οι λαοι, Θεε, ας σε υμνωσι παντες οι λαοι.
<scripture passage="Ps 67:6" parsed="|Ps|67|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.6" />
<sup>6</sup>Η γη θελει διδει τον καρπον αυτης· θελει μας ευλογησει ο Θεος, ο Θεος ημων.
<scripture passage="Ps 67:7" parsed="|Ps|67|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.67.7" />
<sup>7</sup>Θελει μας ευλογησει ο Θεος, και θελουσι φοβηθη αυτον παντα τα περατα της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 68" progress="50.60%" prev="Ps.67" next="Ps.69" id="Ps.68">
<h3 id="Ps.68-p0.1">Chapter 68</h3>
<p class="Greek" id="Ps.68-p1">
<scripture passage="Ps 68:1" parsed="|Ps|68|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος ωδης του Δαβιδ.» Ας εγερθη ο Θεος, και ας διασκορπισθωσιν οι εχθροι αυτου· και ας φυγωσιν απ' εμπροσθεν αυτου οι μισουντες αυτον.
<scripture passage="Ps 68:2" parsed="|Ps|68|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.2" />
<sup>2</sup>Καθως αφανιζεται ο καπνος, ουτως αφανισον αυτους· καθως διαλυεται ο κηρος εμπροσθεν του πυρος, ουτως ας απολεσθωσιν οι ασεβεις απο προσωπου του Θεου.
<scripture passage="Ps 68:3" parsed="|Ps|68|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.3" />
<sup>3</sup>Οι δε δικαιοι ας ευφραινωνται· ας αγαλλωνται ενωπιον του Θεου· και ας τερπωνται εν ευφροσυνη.
<scripture passage="Ps 68:4" parsed="|Ps|68|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.4" />
<sup>4</sup>Ψαλλετε εις τον Θεον· ψαλμωδειτε εις το ονομα αυτου· ετοιμασατε τας οδους εις τον επιβαινοντα επι των ερημων· Κυριος ειναι το ονομα αυτου· και αγαλλεσθε ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Ps 68:5" parsed="|Ps|68|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.5" />
<sup>5</sup>Πατηρ των ορφανων και κριτης των χηρων, ειναι ο Θεος εν τω αγιω αυτου τοπω.
<scripture passage="Ps 68:6" parsed="|Ps|68|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.6" />
<sup>6</sup>Ο Θεος κατοικιζει εις οικογενειαν τους μεμονωμενους· εξαγει τους δεσμιους εις αφθονιαν· οι δε αποσταται κατοικουσιν εν γη ανυδρω.
<scripture passage="Ps 68:7" parsed="|Ps|68|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.7" />
<sup>7</sup>Θεε, οτε εξηλθες εμπροσθεν του λαου σου, οτε περιεπατεις δια της ερημου· Διαψαλμα·
<scripture passage="Ps 68:8" parsed="|Ps|68|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.8" />
<sup>8</sup>η γη εσεισθη, και αυτοι οι ουρανοι εσταξαν απο προσωπου του Θεου· το Σινα αυτο εσεισθη απο προσωπου του Θεου, του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 68:9" parsed="|Ps|68|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.9" />
<sup>9</sup>Θεε, επεμψας βροχην αφθονον εις την κληρονομιαν σου, και εν τη αδυναμια αυτης συ ανεζωοποιησας αυτην.
<scripture passage="Ps 68:10" parsed="|Ps|68|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.10" />
<sup>10</sup>Η συναγωγη σου κατωκησεν εν αυτη· Θεε, εκαμες ετοιμασιαν εις τον πτωχον δια την αγαθοτητα σου.
<scripture passage="Ps 68:11" parsed="|Ps|68|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος εδωκε λογον· οι ευαγγελιζομενοι ησαν στρατευμα μεγα.
<scripture passage="Ps 68:12" parsed="|Ps|68|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.12" />
<sup>12</sup>Βασιλεις στρατευματων φευγοντες εφυγον, και αι διαμενουσαι εν τη οικια εμοιραζον τα λαφυρα.
<scripture passage="Ps 68:13" parsed="|Ps|68|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.13" />
<sup>13</sup>Και αν εκοιτεσθε εν μεσω εστιας, ομως θελετε εισθαι ως πτερυγες περιστερας περιηργυρωμενης, και της οποιας τα πτερα ειναι περικεχρυσωμενα απο κιτρινου χρυσιου.
<scripture passage="Ps 68:14" parsed="|Ps|68|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.14" />
<sup>14</sup>Οτε ο Παντοδυναμος διεσκορπιζε βασιλεις εν αυτη, εγεινε λευκη ως η χιων εν Σαλμων.
<scripture passage="Ps 68:15" parsed="|Ps|68|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.15" />
<sup>15</sup>Το ορος του Θεου ειναι ως το ορος της Βασαν· ορος υψηλον ως το ορος της Βασαν.
<scripture passage="Ps 68:16" parsed="|Ps|68|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.16" />
<sup>16</sup>Δια τι ζηλοτυπειτε, ορη υψηλα; τουτο ειναι το ορος, εν ω ευδοκησεν ο Θεος να κατοικη· ο Κυριος, ναι, εν αυτω θελει κατοικει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 68:17" parsed="|Ps|68|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.17" />
<sup>17</sup>Αι αμαξαι του Θεου ειναι δισμυριαι χιλιαδες χιλιαδων· ο Κυριος ειναι μεταξυ αυτων ως εν Σινα, εν τω αγιω τοπω.
<scripture passage="Ps 68:18" parsed="|Ps|68|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.18" />
<sup>18</sup>Ανεβης εις υψος· ηχμαλωτισας αιχμαλωσιαν· ελαβες χαρισματα δια τους ανθρωπους· ετι δε και δια τους απειθεις, δια να κατοικης μεταξυ αυτων, Κυριε Θεε.
<scripture passage="Ps 68:19" parsed="|Ps|68|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.19" />
<sup>19</sup>Ευλογητος Κυριος, οστις καθ' ημεραν επιφορτιζεις ημας αγαθα· ο Θεος της σωτηριας ημων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 68:20" parsed="|Ps|68|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.20" />
<sup>20</sup>Ο Θεος ημων ειναι Θεος σωτηριας· και Κυριου του Θεου ειναι η λυτρωσις απο του θανατου.
<scripture passage="Ps 68:21" parsed="|Ps|68|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.21" />
<sup>21</sup>Ο Θεος εξαπαντος θελει συντριψει την κεφαλην των εχθρων αυτου· και την τετριχωμενην κορυφην του περιπατουντος εν ταις ανομιαις αυτου.
<scripture passage="Ps 68:22" parsed="|Ps|68|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.22" />
<sup>22</sup>Ο Κυριος ειπε, Θελω επαναφερει εκ Βασαν, θελω επαναφερει τον λαον μου εκ των βαθεων της θαλασσης·
<scripture passage="Ps 68:23" parsed="|Ps|68|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.23" />
<sup>23</sup>δια να βαφη ο πους σου εν τω αιματι των εχθρων σου και η γλωσσα των κυνων σου εξ αυτου.
<scripture passage="Ps 68:24" parsed="|Ps|68|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.24" />
<sup>24</sup>Εθεωρηθησαν τα βηματα σου, Θεε· τα βηματα του Θεου μου, του βασιλεως μου, εν τω αγιαστηριω.
<scripture passage="Ps 68:25" parsed="|Ps|68|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.25" />
<sup>25</sup>Προεπορευοντο οι ψαλται· κατοπιν οι παιζοντες οργανα, εν τω μεσω νεανιδες τυμπανιστριαι.
<scripture passage="Ps 68:26" parsed="|Ps|68|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.26" />
<sup>26</sup>Εν εκκλησιαις ευλογειτε τον Θεον· ευλογειτε τον Κυριον, οι εκ της πηγης του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 68:27" parsed="|Ps|68|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.27" />
<sup>27</sup>Εκει ητο ο μικρος Βενιαμιν, ο αρχηγος αυτων· οι αρχοντες Ιουδα και ο λαος αυτων· οι αρχοντες Ζαβουλων και οι αρχοντες Νεφθαλι.
<scripture passage="Ps 68:28" parsed="|Ps|68|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.28" />
<sup>28</sup>Διεταξεν ο Θεος σου την δυναμιν σου· στερεωσον, Θεε, τουτο, το οποιον ενηργησας εις ημας.
<scripture passage="Ps 68:29" parsed="|Ps|68|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.29" />
<sup>29</sup>Δια τον ναον σου τον εν Ιερουσαλημ, βασιλεις θελουσι προσφερει εις σε δωρα.
<scripture passage="Ps 68:30" parsed="|Ps|68|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.30" />
<sup>30</sup>Επιτιμησον τα θηρια του καλαμωνος, το πληθος των ταυρων και τους μοσχους των λαων, εωσου εκαστος προσφερη υποταγην με πλακας αργυριου· διασκορπισον τους λαους τους αγαπωντας πολεμους.
<scripture passage="Ps 68:31" parsed="|Ps|68|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.31" />
<sup>31</sup>Θελουσιν ελθει μεγιστανες εξ Αιγυπτου· η Αιθιοπια ταχεως θελει εκτεινει τας χειρας αυτης προς τον Θεον.
<scripture passage="Ps 68:32" parsed="|Ps|68|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.32" />
<sup>32</sup>Αι βασιλειαι της γης, ψαλλετε εις τον Θεον, ψαλμωδειτε εις τον Κυριον· Διαψαλμα·
<scripture passage="Ps 68:33" parsed="|Ps|68|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.33" />
<sup>33</sup>εις τον επιβαινοντα επι τους ουρανους των εκπαλαι ουρανων· ιδου εκπεμπει την φωνην αυτου, φωνην κραταιαν.
<scripture passage="Ps 68:34" parsed="|Ps|68|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.34" />
<sup>34</sup>Αποδοτε το κρατος εις τον Θεον· η μεγαλοπρεπεια αυτου ειναι επι τον Ισραηλ και η δυναμις αυτου επι τους ουρανους.
<scripture passage="Ps 68:35" parsed="|Ps|68|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.68.35" />
<sup>35</sup>Φοβερος εισαι, Θεε, εκ των αγιαστηριων σου· ο Θεος του Ισραηλ ειναι ο διδους κρατος και δυναμιν εις τον λαον αυτου. Ευλογητος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 69" progress="50.69%" prev="Ps.68" next="Ps.70" id="Ps.69">
<h3 id="Ps.69-p0.1">Chapter 69</h3>
<p class="Greek" id="Ps.69-p1">
<scripture passage="Ps 69:1" parsed="|Ps|69|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, υπο Σοσανιμ. Ψαλμος του Δαβιδ.» Σωσον με, Θεε, διοτι εισηλθον υδατα εως ψυχης μου.
<scripture passage="Ps 69:2" parsed="|Ps|69|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.2" />
<sup>2</sup>Εβυθισθην εις βαθυν πηλον, οπου δεν ειναι τοπος στερεος δια να σταθω· εφθασα εις τα βαθη των υδατων, και το ρευμα με κατακλυζει.
<scripture passage="Ps 69:3" parsed="|Ps|69|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.3" />
<sup>3</sup>Ητονησα κραζων· ο λαρυγξ μου εξηρανθη· απεκαμον οι οφθαλμοι μου απο του να περιμενω τον Θεον μου.
<scripture passage="Ps 69:4" parsed="|Ps|69|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.4" />
<sup>4</sup>Οι μισουντες με αναιτιως επληθυνθησαν υπερ τας τριχας της κεφαλης μου· εκραταιωθησαν οι εχθροι μου οι προσπαθουντες να με αφανισωσιν αδικως. Τοτε εγω επεστρεψα ο, τι δεν ηρπασα.
<scripture passage="Ps 69:5" parsed="|Ps|69|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.5" />
<sup>5</sup>Θεε, συ γνωριζεις την αφροσυνην μου· και τα πλημμεληματα μου δεν ειναι κεκρυμμενα απο σου.
<scripture passage="Ps 69:6" parsed="|Ps|69|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.6" />
<sup>6</sup>Ας μη αισχυνθωσιν εξ αιτιας μου, Κυριε Θεε των δυναμεων, οι προσμενοντες σε· ας μη εντραπωσι δι' εμε οι εκζητουντες σε, Θεε του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 69:7" parsed="|Ps|69|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ενεκα σου υπεφερα ονειδισμον· αισχυνη εκαλυψε το προσωπον μου.
<scripture passage="Ps 69:8" parsed="|Ps|69|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.8" />
<sup>8</sup>Ξενος εγεινα εις τους αδελφους μου, και αλλογενης εις τους υιους της μητρος μου·
<scripture passage="Ps 69:9" parsed="|Ps|69|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ο ζηλος του οικου σου με κατεφαγε· και οι ονειδισμοι των ονειδιζοντων σε επεπεσον επ εμε.
<scripture passage="Ps 69:10" parsed="|Ps|69|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.10" />
<sup>10</sup>Και εκλαυσα ταλαιπωρων εν νηστεια την ψυχην μου, αλλα τουτο εγεινεν εις ονειδος μου.
<scripture passage="Ps 69:11" parsed="|Ps|69|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.11" />
<sup>11</sup>Και εκαμα τον σακκον ενδυμα μου και εγεινα εις αυτους παροιμια.
<scripture passage="Ps 69:12" parsed="|Ps|69|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.12" />
<sup>12</sup>Κατ' εμου λαλουσιν οι καθημενοι εν ταις πυλαις, και εγεινα ασμα των μεθυοντων.
<scripture passage="Ps 69:13" parsed="|Ps|69|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.13" />
<sup>13</sup>Εγω δε προς σε κατευθυνω την προσευχην μου, Κυριε· καιρος ευμενειας ειναι· Θεε, κατα το πληθος του ελεους σου, επακουσον μου, κατα την αληθειαν της σωτηριας σου.
<scripture passage="Ps 69:14" parsed="|Ps|69|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.14" />
<sup>14</sup>Ελευθερωσον με απο του πηλου, δια να μη βυθισθω· ας ελευθερωθω εκ των μισουντων με και εκ των βαθεων των υδατων.
<scripture passage="Ps 69:15" parsed="|Ps|69|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.15" />
<sup>15</sup>Ας μη με κατακλυση το ρευμα των υδατων, μηδε ας με καταπιη ο βυθος· και το φρεαρ ας μη κλειση το στομα αυτου επ' εμε.
<scripture passage="Ps 69:16" parsed="|Ps|69|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.16" />
<sup>16</sup>Εισακουσον μου, Κυριε, διοτι αγαθον ειναι το ελεος σου· κατα το πληθος των οικτιρμων σου επιβλεψον επ' εμε.
<scripture passage="Ps 69:17" parsed="|Ps|69|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.17" />
<sup>17</sup>Και μη κρυψης το προσωπον σου απο του δουλου σου· επειδη θλιβομαι, ταχεως επακουσον μου.
<scripture passage="Ps 69:18" parsed="|Ps|69|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.18" />
<sup>18</sup>Πλησιασον εις την ψυχην μου· λυτρωσον αυτην· ενεκα των εχθρων μου λυτρωσον με.
<scripture passage="Ps 69:19" parsed="|Ps|69|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.19" />
<sup>19</sup>συ γνωριζεις τον ονειδισμον μου και την αισχυνην μου και την εντροπην μου· ενωπιον σου ειναι παντες οι θλιβοντες με.
<scripture passage="Ps 69:20" parsed="|Ps|69|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.20" />
<sup>20</sup>Ονειδισμος συνετριψε την καρδιαν μου· και ειμαι περιλυπος· περιεμεινα δε συλλυπουμενον, αλλα δεν υπηρξε, και παρηγορητας, αλλα δεν ευρηκα.
<scripture passage="Ps 69:21" parsed="|Ps|69|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.21" />
<sup>21</sup>Και εδωκαν εις εμε χολην δια φαγητον μου, και εις την διψαν μου με εποτισαν οξος.
<scripture passage="Ps 69:22" parsed="|Ps|69|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.22" />
<sup>22</sup>Ας γεινη η τραπεζα αυτων εμπροσθεν αυτων εις παγιδα και εις ανταποδοσιν και εις βροχον.
<scripture passage="Ps 69:23" parsed="|Ps|69|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.23" />
<sup>23</sup>Ας σκοτισθωσιν οι οφθαλμοι αυτων δια να μη βλεπωσι· και την ραχιν αυτων διαπαντος κυρτωσον.
<scripture passage="Ps 69:24" parsed="|Ps|69|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.24" />
<sup>24</sup>Εκχεε επ' αυτους την οργην σου· και ο θυμος της αγανακτησεως σου ας συλλαβη αυτους.
<scripture passage="Ps 69:25" parsed="|Ps|69|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.25" />
<sup>25</sup>Ας γεινωσιν ερημα τα παλατια αυτων· εν ταις σκηναις αυτων ας μη ηναι ο κατοικων.
<scripture passage="Ps 69:26" parsed="|Ps|69|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.26" />
<sup>26</sup>Διοτι εκεινον, τον οποιον συ επαταξας, αυτοι κατεδιωξαν· και λαλουσι περι του πονου εκεινων, τους οποιους επληγωσας.
<scripture passage="Ps 69:27" parsed="|Ps|69|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.27" />
<sup>27</sup>Προσθες ανομιαν επι την ανομιαν αυτων, και ας μη εισελθωσιν εις την δικαιοσυνην σου.
<scripture passage="Ps 69:28" parsed="|Ps|69|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.28" />
<sup>28</sup>Ας εξαλειφθωσιν εκ βιβλου ζωντων και μετα των δικαιων ας μη καταγραφθωσιν.
<scripture passage="Ps 69:29" parsed="|Ps|69|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.29" />
<sup>29</sup>Εμε δε, τον πτωχον και λελυπημενον, η σωτηρια σου, Θεε, ας με υψωση.
<scripture passage="Ps 69:30" parsed="|Ps|69|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.30" />
<sup>30</sup>Θελω αινεσει το ονομα του Θεου εν ωδη και θελω μεγαλυνει αυτον εν υμνοις.
<scripture passage="Ps 69:31" parsed="|Ps|69|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.31" />
<sup>31</sup>Τουτο βεβαιως θελει αρεσει εις τον Κυριον, υπερ μοσχον νεον εχοντα κερατα και οπλας.
<scripture passage="Ps 69:32" parsed="|Ps|69|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.32" />
<sup>32</sup>Οι ταπεινοι θελουσιν ιδει· θελουσι ευφρανθη· και η καρδια υμων των εκζητουντων τον Θεον θελει ζησει.
<scripture passage="Ps 69:33" parsed="|Ps|69|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.33" />
<sup>33</sup>Διοτι εισακουει των πενητων ο Κυριος και τους δεσμιους αυτου δεν καταφρονει.
<scripture passage="Ps 69:34" parsed="|Ps|69|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.34" />
<sup>34</sup>Ας αινεσωσιν αυτον οι ουρανοι και η γη, αι θαλασσαι και παντα τα κινουμενα εν αυταις.
<scripture passage="Ps 69:35" parsed="|Ps|69|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.35" />
<sup>35</sup>Διοτι ο Θεος θελει σωσει την Σιων, και θελει οικοδομησει τας πολεις του Ιουδα· και θελουσι κατοικησει εκει και θελουσι κληρονομησει αυτην.
<scripture passage="Ps 69:36" parsed="|Ps|69|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.69.36" />
<sup>36</sup>Και το σπερμα των δουλων αυτου θελει κληρονομησει αυτην, και οι αγαπωντες το ονομα αυτου θελουσι κατοικει εν αυτη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 70" progress="50.78%" prev="Ps.69" next="Ps.71" id="Ps.70">
<h3 id="Ps.70-p0.1">Chapter 70</h3>
<p class="Greek" id="Ps.70-p1">
<scripture passage="Ps 70:1" parsed="|Ps|70|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.70.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ, εις αναμνησιν.» Θεε, ταχυνον να με ελευθερωσης· ταχυνον, Κυριε, εις βοηθειαν μου.
<scripture passage="Ps 70:2" parsed="|Ps|70|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.70.2" />
<sup>2</sup>Ας αισχυνθωσι και ας εντραπωσιν οι ζητουντες την ψυχην μου· ας στραφωσιν εις τα οπισω και ας εντραπωσιν οι θελοντες το κακον μου.
<scripture passage="Ps 70:3" parsed="|Ps|70|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.70.3" />
<sup>3</sup>Ας στραφωσιν οπισω προς αμοιβην της αισχυνης αυτων οι λεγοντες, ευγε, ευγε.
<scripture passage="Ps 70:4" parsed="|Ps|70|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.70.4" />
<sup>4</sup>Ας αγαλλωνται και ας ευφραινωνται εις σε παντες οι ζητουντες σε· και οι αγαπωντες την σωτηριαν σου ας λεγωσι διαπαντος, Μεγαλυνθητω ο Θεος.
<scripture passage="Ps 70:5" parsed="|Ps|70|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.70.5" />
<sup>5</sup>Εγω δε ειμαι πτωχος και πενης· Θεε, ταχυνον προς εμε· συ εισαι βοηθεια μου και ελευθερωτης μου· Κυριε, μη βραδυνης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 71" progress="50.79%" prev="Ps.70" next="Ps.72" id="Ps.71">
<h3 id="Ps.71-p0.1">Chapter 71</h3>
<p class="Greek" id="Ps.71-p1">
<scripture passage="Ps 71:1" parsed="|Ps|71|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.1" />
<sup>1</sup>Επι σε, Κυριε, ηλπισα· ας μη καταισχυνθω ποτε.
<scripture passage="Ps 71:2" parsed="|Ps|71|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.2" />
<sup>2</sup>Δια την δικαιοσυνην σου λυτρωσον με και ελευθερωσον με· Κλινον προς εμε το ωτιον σου και σωσον με.
<scripture passage="Ps 71:3" parsed="|Ps|71|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.3" />
<sup>3</sup>Γενου εις εμε τοπος οχυρος, δια να καταφευγω παντοτε· συ διεταξας να με σωσης, διοτι πετρα μου και φρουριον μου εισαι.
<scripture passage="Ps 71:4" parsed="|Ps|71|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.4" />
<sup>4</sup>Θεε μου, λυτρωσον με εκ δυναμεως ασεβους, εκ χειρος παρανομου και αδικου.
<scripture passage="Ps 71:5" parsed="|Ps|71|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.5" />
<sup>5</sup>Διοτι συ εισαι η ελπις μου, Κυριε Θεε· το θαρρος μου εκ νεοτητος μου.
<scripture passage="Ps 71:6" parsed="|Ps|71|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.6" />
<sup>6</sup>Επι σε επεστηριχθην εκ της κοιλιας· συ εισαι σκεπη μου εκ των σπλαγχνων της μητρος μου· εις σε θελει εισθαι παντοτε ο υμνος μου.
<scripture passage="Ps 71:7" parsed="|Ps|71|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.7" />
<sup>7</sup>Ως τερας κατεσταθην εις τους πολλους· αλλα συ εισαι το δυνατον καταφυγιον μου,
<scripture passage="Ps 71:8" parsed="|Ps|71|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.8" />
<sup>8</sup>Ας εμπλησθη το στομα μου απο του υμνου σου, απο της δοξης σου, ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 71:9" parsed="|Ps|71|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.9" />
<sup>9</sup>Μη με απορριψης εν καιρω γηρατος· οταν εκλειπη η δυναμις μου, μη με εγκαταλιπης.
<scripture passage="Ps 71:10" parsed="|Ps|71|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.10" />
<sup>10</sup>Διοτι οι εχθροι μου λαλουσι περι εμου· και οι παραφυλαττοντες την ψυχην μου συμβουλευονται ομου,
<scripture passage="Ps 71:11" parsed="|Ps|71|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.11" />
<sup>11</sup>Λεγοντες, Ο Θεος εγκατελιπεν αυτον· καταδιωξατε και πιασατε αυτον, διοτι δεν υπαρχει ο σωζων.
<scripture passage="Ps 71:12" parsed="|Ps|71|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.12" />
<sup>12</sup>Θεε, μη μακρυνθης απ' εμου· Θεε μου, ταχυνον εις βοηθειαν μου.
<scripture passage="Ps 71:13" parsed="|Ps|71|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.13" />
<sup>13</sup>Ας αισχυνθωσιν, ας εξαλειφθωσιν οι εχθροι της ψυχης μου· ας σκεπασθωσι απο ονειδους και εντροπης οι ζητουντες το κακον μου.
<scripture passage="Ps 71:14" parsed="|Ps|71|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.14" />
<sup>14</sup>Εγω δε παντοτε θελω ελπιζει, και θελω προσθετει επι παντας τους επαινους σου.
<scripture passage="Ps 71:15" parsed="|Ps|71|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.15" />
<sup>15</sup>Το στομα μου θελει κηρυττει την δικαιοσυνην σου και την σωτηριαν σου ολην την ημεραν· διοτι δεν δυναμαι να απαριθμησω αυτας.
<scripture passage="Ps 71:16" parsed="|Ps|71|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.16" />
<sup>16</sup>Θελω περιπατει εν τη δυναμει Κυριου του Θεου· θελω μνημονευει την δικαιοσυνην σου, σου μονου.
<scripture passage="Ps 71:17" parsed="|Ps|71|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.17" />
<sup>17</sup>Θεε, συ με εδιδαξας εκ νεοτητος μου· και μεχρι του νυν εκηρυττον τα θαυμασια σου.
<scripture passage="Ps 71:18" parsed="|Ps|71|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.18" />
<sup>18</sup>Μη με εγκαταλιπης μηδε μεχρι του γηρατος και πολιας, Θεε, εωσου κηρυξω τον βραχιονα σου εις ταυτην την γενεαν, την δυναμιν σου εις παντας τους μεταγενεστερους.
<scripture passage="Ps 71:19" parsed="|Ps|71|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.19" />
<sup>19</sup>Διοτι η δικαιοσυνη σου, Θεε, ειναι υπερυψωμενη· διοτι εκαμες μεγαλεια Θεε, τις ομοιος σου,
<scripture passage="Ps 71:20" parsed="|Ps|71|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.20" />
<sup>20</sup>οστις εδειξας εις εμε θλιψεις πολλας και ταλαιπωριας, και παλιν με ανεζωοποιησας και εκ των αβυσσων της γης παλιν ανηγαγες με;
<scripture passage="Ps 71:21" parsed="|Ps|71|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.21" />
<sup>21</sup>Ηυξησας το μεγαλειον μου και επιστρεψας με παρηγορησας.
<scripture passage="Ps 71:22" parsed="|Ps|71|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.22" />
<sup>22</sup>Και εγω, Θεε μου, θελω δοξολογει εν τω οργανω του ψαλτηριου σε και την αληθειαν σου· εις σε θελω ψαλμωδει εν κιθαρα, Αγιε του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 71:23" parsed="|Ps|71|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.23" />
<sup>23</sup>Θελουσιν αγαλλεσθαι τα χειλη μου, οταν εις σε ψαλμωδω· και η ψυχη μου, την οποιαν ελυτρωσας.
<scripture passage="Ps 71:24" parsed="|Ps|71|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.71.24" />
<sup>24</sup>Ετι δε η γλωσσα μου ολην την ημεραν θελει μελετα την δικαιοσυνην σου· διοτι ενετραπησαν, διοτι κατησχυνθησαν, οι ζητουντες το κακον μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 72" progress="50.85%" prev="Ps.71" next="Ps.73" id="Ps.72">
<h3 id="Ps.72-p0.1">Chapter 72</h3>
<p class="Greek" id="Ps.72-p1">
<scripture passage="Ps 72:1" parsed="|Ps|72|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος δια τον Σολομωντα.» Θεε, δος την κρισιν σου εις τον βασιλεα και την δικαιοσυνην σου εις τον υιον του βασιλεως·
<scripture passage="Ps 72:2" parsed="|Ps|72|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.2" />
<sup>2</sup>Δια να κρινη τον λαον σου εν δικαιοσυνη και τους πτωχους σου εν κρισει.
<scripture passage="Ps 72:3" parsed="|Ps|72|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.3" />
<sup>3</sup>Τα ορη θελουσι φερει ειρηνην εις τον λαον και οι λοφοι δικαιοσυνην.
<scripture passage="Ps 72:4" parsed="|Ps|72|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.4" />
<sup>4</sup>Θελει κρινει τους πτωχους του λαου· θελει σωσει τους υιους των πενητων και συντριψει τον καταδυναστευοντα.
<scripture passage="Ps 72:5" parsed="|Ps|72|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.5" />
<sup>5</sup>Θελουσι σε φοβεισθαι ενοσω διαμενει ο ηλιος και η σεληνη, εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Ps 72:6" parsed="|Ps|72|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.6" />
<sup>6</sup>Θελει καταβη ως βροχη επι θερισμενον λειβαδιον· ως ρανιδες σταλαζουσαι επι την γην.
<scripture passage="Ps 72:7" parsed="|Ps|72|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.7" />
<sup>7</sup>Εν ταις ημεραις αυτου θελει ανθει ο δικαιος· και αφθονια ειρηνης θελει εισθαι εωσου μη υπαρξη η σεληνη.
<scripture passage="Ps 72:8" parsed="|Ps|72|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.8" />
<sup>8</sup>Και θελει κατακυριευει απο θαλασσης εως θαλασσης και απο του ποταμου εως των περατων της γης.
<scripture passage="Ps 72:9" parsed="|Ps|72|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.9" />
<sup>9</sup>Εμπροσθεν αυτου θελουσι γονυκλιτησει οι κατοικουντες εν ερημοις, και οι εχθροι αυτου θελουσι γλειψει το χωμα.
<scripture passage="Ps 72:10" parsed="|Ps|72|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.10" />
<sup>10</sup>Οι βασιλεις της Θαρσεις και των νησων θελουσι προσφερει προσφορας· οι βασιλεις της Αραβιας και της Σεβα θελουσι προσφερει δωρα.
<scripture passage="Ps 72:11" parsed="|Ps|72|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.11" />
<sup>11</sup>Και θελουσι προσκυνησει αυτον παντες οι βασιλεις· παντα τα εθνη θελουσι δουλευσει αυτον.
<scripture passage="Ps 72:12" parsed="|Ps|72|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.12" />
<sup>12</sup>Διοτι θελει ελευθερωσει τον πτωχον κραζοντα και τον πενητα και τον αβοηθητον.
<scripture passage="Ps 72:13" parsed="|Ps|72|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.13" />
<sup>13</sup>Θελει ελεησει τον πτωχον και τον πενητα· και τας ψυχας των πενητων θελει σωσει.
<scripture passage="Ps 72:14" parsed="|Ps|72|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.14" />
<sup>14</sup>Εκ δολου και εξ αδικιας θελει λυτρονει τας ψυχας αυτων· και πολυτιμον θελει εισθαι το αιμα αυτων εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Ps 72:15" parsed="|Ps|72|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.15" />
<sup>15</sup>Και θελει ζη, και θελει δοθη εις αυτον απο του χρυσιου της Αραβιας, και θελει γινεσθαι παντοτε προσευχη υπερ αυτου· ολην την ημεραν θελουσιν ευλογει αυτον.
<scripture passage="Ps 72:16" parsed="|Ps|72|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.16" />
<sup>16</sup>Δραξ σιτου εαν υπαρχη εν τη γη επι των κορυφων των ορεων, ο καρπος αυτου θελει σειεσθαι ως ο Λιβανος· και οι κατοικοι εν τη πολει θελουσιν εξανθησει ως ο χορτος της γης.
<scripture passage="Ps 72:17" parsed="|Ps|72|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.17" />
<sup>17</sup>Το ονομα αυτου θελει διαμενει εις τον αιωνα· το ονομα αυτου θελει διαρκει ενοσω διαμενει ο ηλιος· και οι ανθρωποι θελουσιν ευλογεισθαι εν αυτω· παντα τα εθνη θελουσι μακαριζει αυτον.
<scripture passage="Ps 72:18" parsed="|Ps|72|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.18" />
<sup>18</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος, ο Θεος του Ισραηλ, οστις μονος καμνει θαυμασια·
<scripture passage="Ps 72:19" parsed="|Ps|72|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.19" />
<sup>19</sup>και ευλογημενον το ενδοξον ονομα αυτου εις τον αιωνα· και ας πληρωθη απο της δοξης αυτου η πασα γη. Αμην, και αμην.
<scripture passage="Ps 72:20" parsed="|Ps|72|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.72.20" />
<sup>20</sup>Ετελειωσαν αι προσευχαι του Δαβιδ υιου του Ιεσσαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 73" progress="50.90%" prev="Ps.72" next="Ps.74" id="Ps.73">
<h3 id="Ps.73-p0.1">Chapter 73</h3>
<p class="Greek" id="Ps.73-p1">
<scripture passage="Ps 73:1" parsed="|Ps|73|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Ασαφ.» Αγαθος τωοντι ειναι ο Θεος εις τον Ισραηλ, εις τους καθαρους την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 73:2" parsed="|Ps|73|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.2" />
<sup>2</sup>Εμου δε, οι ποδες μου σχεδον εκλονισθησαν· παρ' ολιγον ωλισθησαν τα βηματα μου.
<scripture passage="Ps 73:3" parsed="|Ps|73|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εζηλευσα τους μωρους, βλεπων την ευτυχιαν των ασεβων.
<scripture passage="Ps 73:4" parsed="|Ps|73|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.4" />
<sup>4</sup>Επειδη δεν ειναι λυπαι εις τον θανατον αυτων, αλλ' η δυναμις αυτων ειναι στερεα.
<scripture passage="Ps 73:5" parsed="|Ps|73|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.5" />
<sup>5</sup>Δεν ειναι εν κοποις, ως οι αλλοι ανθρωποι· ουδε μαστιγονονται μετα των λοιπων ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 73:6" parsed="|Ps|73|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο περικυκλονει αυτους η υπερηφανια ως περιδεραιον· η αδικια σκεπαζει αυτους ως ιματιον.
<scripture passage="Ps 73:7" parsed="|Ps|73|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.7" />
<sup>7</sup>Οι οφθαλμοι αυτων εξεχουσιν εκ του παχους· εξεπερασαν τας επιθυμιας της καρδιας αυτων.
<scripture passage="Ps 73:8" parsed="|Ps|73|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.8" />
<sup>8</sup>Εμπαιζουσι και λαλουσιν εν πονηρια καταδυναστειαν· λαλουσιν υπερηφανως.
<scripture passage="Ps 73:9" parsed="|Ps|73|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.9" />
<sup>9</sup>Θετουσιν εις τον ουρανον το στομα αυτων, και η γλωσσα αυτων διατρεχει την γην.
<scripture passage="Ps 73:10" parsed="|Ps|73|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο θελει στραφη ενταυθα ο λαος αυτου· και υδατα ποτηριου πληρους εκθλιβονται δι' αυτους.
<scripture passage="Ps 73:11" parsed="|Ps|73|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.11" />
<sup>11</sup>Και λεγουσι, Πως γνωριζει ταυτα ο Θεος; και υπαρχει γνωσις εν τω Υψιστω;
<scripture passage="Ps 73:12" parsed="|Ps|73|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, ουτοι ειναι ασεβεις και ευτυχουσι διαπαντος· αυξανουσι τα πλουτη αυτων.
<scripture passage="Ps 73:13" parsed="|Ps|73|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.13" />
<sup>13</sup>Αρα, ματαιως εκαθαρισα την καρδιαν μου και ενιψα εν αθωοτητι τας χειρας μου.
<scripture passage="Ps 73:14" parsed="|Ps|73|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εμαστιγωθην ολην την ημεραν και ετιμωρηθην πασαν αυγην.
<scripture passage="Ps 73:15" parsed="|Ps|73|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.15" />
<sup>15</sup>Αν ειπω, Θελω ομιλει ουτως· ιδου, εξυβριζω εις την γενεαν των υιων σου.
<scripture passage="Ps 73:16" parsed="|Ps|73|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.16" />
<sup>16</sup>Και εστοχασθην να εννοησω τουτο, πλην μ' εφανη δυσκολον·
<scripture passage="Ps 73:17" parsed="|Ps|73|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.17" />
<sup>17</sup>εωσου εισελθων εις το αγιαστηριον του Θεου, ενοησα τα τελη αυτων.
<scripture passage="Ps 73:18" parsed="|Ps|73|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.18" />
<sup>18</sup>Συ βεβαιως εθεσας αυτους εις τοπους ολισθηρους· ερριψας αυτους εις κρημνον.
<scripture passage="Ps 73:19" parsed="|Ps|73|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.19" />
<sup>19</sup>Πως δια μιας κατηντησαν εις ερημωσιν Ηφανισθησαν, απωλεσθησαν υπο αιφνιδιου ολεθρου.
<scripture passage="Ps 73:20" parsed="|Ps|73|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.20" />
<sup>20</sup>Ως ονειρον εξεγειρομενου Κυριε, οταν εγερθης, θελεις αφανισει την εικονα αυτων.
<scripture passage="Ps 73:21" parsed="|Ps|73|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.21" />
<sup>21</sup>Ουτως εκαιετο η καρδια μου, και τα νεφρα μου εβασανιζοντο·
<scripture passage="Ps 73:22" parsed="|Ps|73|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.22" />
<sup>22</sup>και εγω ημην ανοητος και δεν εγνωριζον· κτηνος ημην ενωπιον σου.
<scripture passage="Ps 73:23" parsed="|Ps|73|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.23" />
<sup>23</sup>Εγω ομως ειμαι παντοτε μετα σου· συ με επιασας απο της δεξιας μου χειρος.
<scripture passage="Ps 73:24" parsed="|Ps|73|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.24" />
<sup>24</sup>Δια της συμβουλης σου θελεις με οδηγησει και μετα ταυτα θελεις με προσλαβει εν δοξη.
<scripture passage="Ps 73:25" parsed="|Ps|73|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.25" />
<sup>25</sup>Τινα αλλον εχω εν τω ουρανω; και επι της γης δεν θελω αλλον παρα σε.
<scripture passage="Ps 73:26" parsed="|Ps|73|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.26" />
<sup>26</sup>Ητονησεν η σαρξ μου και η καρδια μου· αλλ' ο Θεος ειναι η δυναμις της καρδιας μου και η μερις μου εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 73:27" parsed="|Ps|73|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.27" />
<sup>27</sup>Διοτι, ιδου, οσοι απομακρυνονται απο σου, θελουσιν απολεσθη· συ εξωλοθρευσας παντας τους εκκλινοντας απο σου.
<scripture passage="Ps 73:28" parsed="|Ps|73|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.73.28" />
<sup>28</sup>Αλλα δι' εμε, το να προσκολλωμαι εις τον Θεον ειναι το αγαθον μου· εθεσα την ελπιδα μου επι Κυριον τον Θεον, δια να κηρυττω παντα τα εργα σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 74" progress="50.95%" prev="Ps.73" next="Ps.75" id="Ps.74">
<h3 id="Ps.74-p0.1">Chapter 74</h3>
<p class="Greek" id="Ps.74-p1">
<scripture passage="Ps 74:1" parsed="|Ps|74|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.1" />
<sup>1</sup>«Μασχιλ του Ασαφ.» Δια τι, Θεε, απερριψας ημας διαπαντος; δια τι καπνιζει η οργη σου εναντιον των προβατων της βοσκης σου;
<scripture passage="Ps 74:2" parsed="|Ps|74|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.2" />
<sup>2</sup>Μνησθητι της συναγωγης σου, την οποιαν απεκτησας απ' αρχης· την ραβδον της κληρονομιας σου, την οποιαν ελυτρωσας· τουτο το ορος Σιων, εν ω κατωκησας.
<scripture passage="Ps 74:3" parsed="|Ps|74|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.3" />
<sup>3</sup>Κινησον τα βηματα σου προς τας παντοτεινας ερημωσεις, προς παν κακον, το οποιον επραξεν ο εχθρος εν τω αγιαστηριω.
<scripture passage="Ps 74:4" parsed="|Ps|74|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.4" />
<sup>4</sup>Οι εχθροι σου βρυχωνται εν τω μεσω των συναγωγων σου· εθεσαν σημαιας τας σημαιας αυτων.
<scripture passage="Ps 74:5" parsed="|Ps|74|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.5" />
<sup>5</sup>Γνωστον εγεινεν· ως εαν τις σηκονων πελεκυν καταφερη επι πυκνα δενδρα,
<scripture passage="Ps 74:6" parsed="|Ps|74|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.6" />
<sup>6</sup>ουτω τωρα αυτοι συνετριψαν δια μιας με πελεκεις και σφυρια, τα πελεκητα εργα αυτου.
<scripture passage="Ps 74:7" parsed="|Ps|74|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.7" />
<sup>7</sup>Κατεκαυσαν εν πυρι το αγιαστηριον σου εως εδαφους· εβεβηλωσαν το κατοικητηριον του ονοματος σου.
<scripture passage="Ps 74:8" parsed="|Ps|74|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.8" />
<sup>8</sup>Ειπον εν τη καρδια αυτων, Ας εξολοθρευσωμεν αυτους ομου· κατεκαυσαν πασας τας συναγωγας του Θεου εν τη γη.
<scripture passage="Ps 74:9" parsed="|Ps|74|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.9" />
<sup>9</sup>Τα σημεια ημων δεν βλεπομεν· δεν υπαρχει πλεον προφητης ουδε γνωριζων μεταξυ ημων το εως ποτε.
<scripture passage="Ps 74:10" parsed="|Ps|74|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.10" />
<sup>10</sup>Εως ποτε, Θεε, θελει ονειδιζει ο εναντιος; θελει βλασφημει ο εχθρος το ονομα σου διαπαντος;
<scripture passage="Ps 74:11" parsed="|Ps|74|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.11" />
<sup>11</sup>Δια τι αποστρεφεις την χειρα σου, και την δεξιαν σου; εκβαλε αυτην εκ μεσου του κολπου σου και αφανισον αυτους.
<scripture passage="Ps 74:12" parsed="|Ps|74|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' ο Θεος ειναι εξ αρχης Βασιλευς μου, εργαζομενος σωτηριαν εν μεσω της γης.
<scripture passage="Ps 74:13" parsed="|Ps|74|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.13" />
<sup>13</sup>Συ διεχωρισας δια της δυναμεως σου την θαλασσαν· συ συνετριψας τας κεφαλας των δρακοντων εν τοις υδασι.
<scripture passage="Ps 74:14" parsed="|Ps|74|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.14" />
<sup>14</sup>Συ συνετριψας τας κεφαλας τον Λευιαθαν· εδωκας αυτον βρωσιν εις τον λαον, τον κατοικουντα εν ερημοις.
<scripture passage="Ps 74:15" parsed="|Ps|74|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.15" />
<sup>15</sup>Συ ηνοιξας πηγας και χειμαρρους· εξηρανας ποταμους δυνατους.
<scripture passage="Ps 74:16" parsed="|Ps|74|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.16" />
<sup>16</sup>Σου ειναι η ημερα και σου η νυξ· συ ητοιμασας το φως και τον ηλιον.
<scripture passage="Ps 74:17" parsed="|Ps|74|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.17" />
<sup>17</sup>Συ εθεσας παντα τα ορια της γης· συ εκαμες το θερος και τον χειμωνα.
<scripture passage="Ps 74:18" parsed="|Ps|74|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.18" />
<sup>18</sup>Μνησθητι τουτου, οτι ο εχθρος ωνειδισε τον Κυριον· και λαος αφρων εβλασφημησε το ονομα σου.
<scripture passage="Ps 74:19" parsed="|Ps|74|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.19" />
<sup>19</sup>Μη παραδωσης εις τα θηρια την ψυχην της τρυγονος σου· την συναξιν των πενητων σου μη λησμονησης διαπαντος.
<scripture passage="Ps 74:20" parsed="|Ps|74|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.20" />
<sup>20</sup>Επιβλεψον επι την διαθηκην σου· διοτι επλησθησαν οι σκοτεινοι της γης τοποι απο οικων καταδυναστειας.
<scripture passage="Ps 74:21" parsed="|Ps|74|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.21" />
<sup>21</sup>Ας μη στραφη ο ταλαιπωρος εις τα οπισω κατησχυμμενος· ο πτωχος και ο πενης ας επαινωσι το ονομα σου.
<scripture passage="Ps 74:22" parsed="|Ps|74|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.22" />
<sup>22</sup>Αναστα, Θεε· δικασον την δικην σου· μνησθητι του ονειδισμου, τον οποιον εις σε καμνει ο αφρων ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 74:23" parsed="|Ps|74|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.74.23" />
<sup>23</sup>Μη λησμονησης την φωνην των εχθρων σου· ο θορυβος των επανισταμενων κατα σου αυξανει διαπαντος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 75" progress="51.01%" prev="Ps.74" next="Ps.76" id="Ps.75">
<h3 id="Ps.75-p0.1">Chapter 75</h3>
<p class="Greek" id="Ps.75-p1">
<scripture passage="Ps 75:1" parsed="|Ps|75|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Αλ-τασχεθ. Ψαλμος ωδης του Ασαφ.» Δοξολογουμεν σε, Θεε, δοξολογουμεν, διοτι πλησιον ημων ειναι το ονομα σου· κηρυττονται τα θαυμασια σου.
<scripture passage="Ps 75:2" parsed="|Ps|75|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.2" />
<sup>2</sup>Οταν λαβω τον ωρισμενον καιρον, εγω θελω κρινει εν ευθυτητι.
<scripture passage="Ps 75:3" parsed="|Ps|75|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.3" />
<sup>3</sup>Διελυθη η γη και παντες οι κατοικοι αυτης· εγω εστερεωσα τους στυλους αυτης. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 75:4" parsed="|Ps|75|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.4" />
<sup>4</sup>Ειπα προς τους αφρονας, μη γινεσθε αφρονες· και προς τους ασεβεις, μη υψωνετε κερας.
<scripture passage="Ps 75:5" parsed="|Ps|75|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.5" />
<sup>5</sup>Μη υψονετε εις υψος το κερας υμων· μη λαλειτε με τραχηλον σκληρον.
<scripture passage="Ps 75:6" parsed="|Ps|75|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτε εξ ανατολων, ουτε εκ δυσμων, ουτε εκ της ερημου, ερχεται υψωσις.
<scripture passage="Ps 75:7" parsed="|Ps|75|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ο Θεος ειναι ο Κριτης· τουτον ταπεινονει και εκεινον υψονει.
<scripture passage="Ps 75:8" parsed="|Ps|75|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εν τη χειρι του Κυριου ειναι ποτηριον πληρες κερασματος οινου ακρατου, και εκ τουτου θελει χυσει· πλην την τρυγιαν αυτου θελουσι στραγγισει παντες οι ασεβεις της γης και θελουσι πιει.
<scripture passage="Ps 75:9" parsed="|Ps|75|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.9" />
<sup>9</sup>Εγω δε θελω κηρυττει διαπαντος, θελω ψαλμωδει εις τον Θεον του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 75:10" parsed="|Ps|75|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.75.10" />
<sup>10</sup>Και παντα τα κερατα των ασεβων θελω συντριψει· τα δε κερατα των δικαιων θελουσιν υψωθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 76" progress="51.03%" prev="Ps.75" next="Ps.77" id="Ps.76">
<h3 id="Ps.76-p0.1">Chapter 76</h3>
<p class="Greek" id="Ps.76-p1">
<scripture passage="Ps 76:1" parsed="|Ps|76|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Νεγινωθ. Ψαλμος ωδης του Ασαφ.» Γνωστος ειναι εν τη Ιουδαια ο Θεος· εν τω Ισραηλ μεγα το ονομα αυτου.
<scripture passage="Ps 76:2" parsed="|Ps|76|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.2" />
<sup>2</sup>Η δε σκηνη αυτου ειναι εν Σαλημ, και το κατοικητηριον αυτου εν Σιων.
<scripture passage="Ps 76:3" parsed="|Ps|76|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.3" />
<sup>3</sup>Εκει συνετριψε τα βελη του τοξου, την ασπιδα και την ρομφαιαν και τον πολεμον. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 76:4" parsed="|Ps|76|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.4" />
<sup>4</sup>Εισαι λαμπροτερος υπερ τα ορη των αρπακτηρων.
<scripture passage="Ps 76:5" parsed="|Ps|76|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.5" />
<sup>5</sup>Οι θρασυκαρδιοι εγυμνωθησαν· εκοιμηθησαν τον υπνον αυτων· και ουδεις των ρωμαλεων ανδρων ευρηκε τας χειρας αυτου.
<scripture passage="Ps 76:6" parsed="|Ps|76|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.6" />
<sup>6</sup>Απο επιτιμησεως σου, Θεε του Ιακωβ, επεσον εις βαθυτατον υπνον και η αμαξα και ο ιππος.
<scripture passage="Ps 76:7" parsed="|Ps|76|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.7" />
<sup>7</sup>Συ εισαι φοβερος· και τις δυναται να σταθη εμπροσθεν σου, οταν οργισθης;
<scripture passage="Ps 76:8" parsed="|Ps|76|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.8" />
<sup>8</sup>Εξ ουρανου εκαμες να ακουσθη κρισις· η γη εφοβηθη και ησυχασεν,
<scripture passage="Ps 76:9" parsed="|Ps|76|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.9" />
<sup>9</sup>οτε εσηκωθη εις κρισιν ο Θεος, δια να σωση παντας τους πραους της γης. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 76:10" parsed="|Ps|76|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.10" />
<sup>10</sup>Βεβαιως ο θυμος του ανθρωπου θελει καταντησει εις επαινον σου· θελεις χαλινωσει το υπολοιπον του θυμου.
<scripture passage="Ps 76:11" parsed="|Ps|76|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.11" />
<sup>11</sup>Καμετε ευχας και αποδοτε εις Κυριον τον Θεον σας· παντες οι κυκλω αυτου ας φερωσι δωρα εις τον φοβερον·
<scripture passage="Ps 76:12" parsed="|Ps|76|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.76.12" />
<sup>12</sup>τον αφαιρουντα το πνευμα των αρχοντων, τον φοβερον εις τους βασιλεις της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 77" progress="51.06%" prev="Ps.76" next="Ps.78" id="Ps.77">
<h3 id="Ps.77-p0.1">Chapter 77</h3>
<p class="Greek" id="Ps.77-p1">
<scripture passage="Ps 77:1" parsed="|Ps|77|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, δια Ιεδουθουν. Ψαλμος του Ασαφ.» Η φωνη μου ειναι προς τον Θεον, και εβοησα· η φωνη μου ειναι προς τον Θεον, και εδωκεν εις εμε ακροασιν.
<scripture passage="Ps 77:2" parsed="|Ps|77|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.2" />
<sup>2</sup>Εν ημερα θλιψεως μου εξεζητησα τον Κυριον· εξετεινον την νυκτα τας χειρας μου και δεν επαυον· η ψυχη μου δεν ηθελε να παρηγορηθη.
<scripture passage="Ps 77:3" parsed="|Ps|77|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.3" />
<sup>3</sup>Ενεθυμηθην τον Θεον και εταραχθην· διελογισθην, και ωλιγοψυχησε το πνευμα μου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 77:4" parsed="|Ps|77|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.4" />
<sup>4</sup>Εκρατησας τους οφθαλμους μου εν αγρυπνια· εταραχθην και δεν ηδυναμην να λαλησω.
<scripture passage="Ps 77:5" parsed="|Ps|77|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.5" />
<sup>5</sup>Διελογισθην τας αρχαιας ημερας, τα ετη των αιωνων.
<scripture passage="Ps 77:6" parsed="|Ps|77|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.6" />
<sup>6</sup>Ανακαλω εις μνημην την ωδην μου· την νυκτα διαλογιζομαι μετα της καρδιας μου, και το πνευμα μου διερευνα·
<scripture passage="Ps 77:7" parsed="|Ps|77|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.7" />
<sup>7</sup>μηποτε ο Κυριος με αποβαλη αιωνιως, και δεν θελει εισθαι ευμενης πλεον;
<scripture passage="Ps 77:8" parsed="|Ps|77|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.8" />
<sup>8</sup>η εξελιπε διαπαντος το ελεος αυτου; επαυσεν ο λογος αυτου εις γενεαν και γενεαν;
<scripture passage="Ps 77:9" parsed="|Ps|77|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.9" />
<sup>9</sup>Μηποτε ελησμονησε να ελεη ο Θεος; μηποτε εν τη οργη αυτου θελει κλεισει τους οικτιρμους αυτου; Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 77:10" parsed="|Ps|77|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ειπα, Αδυναμια μου ειναι τουτο· αλλοιουται η δεξια του Υψιστου;
<scripture passage="Ps 77:11" parsed="|Ps|77|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.11" />
<sup>11</sup>Θελω μνημονευει τα εργα του Κυριου· ναι, θελω μνημονευει τα απ' αρχης θαυμασια σου·
<scripture passage="Ps 77:12" parsed="|Ps|77|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.12" />
<sup>12</sup>και θελω μελετα εις παντα τα εργα σου, και περι των πραξεων σου θελω διαλογιζεσθαι.
<scripture passage="Ps 77:13" parsed="|Ps|77|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.13" />
<sup>13</sup>Θεε, εν τω αγιαστηριω ειναι η οδος σου· τις Θεος μεγας, ως ο Θεος;
<scripture passage="Ps 77:14" parsed="|Ps|77|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.14" />
<sup>14</sup>Συ εισαι ο Θεος ο ποιων θαυμασια· εφανερωσας μεταξυ των λαων την δυναμιν σου.
<scripture passage="Ps 77:15" parsed="|Ps|77|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.15" />
<sup>15</sup>Ελυτρωσας δια του βραχιονος σου τον λαον σου, τους υιους Ιακωβ και Ιωσηφ. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 77:16" parsed="|Ps|77|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.16" />
<sup>16</sup>Τα υδατα σε ειδον, Θεε, τα υδατα σε ειδον και εφοβηθησαν· εταραχθησαν και αι αβυσσοι.
<scripture passage="Ps 77:17" parsed="|Ps|77|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.17" />
<sup>17</sup>Πλημμυραν υδατων εχυσαν αι νεφελαι· φωνην εδωκαν οι ουρανοι· και τα βελη σου διεπεταξαν.
<scripture passage="Ps 77:18" parsed="|Ps|77|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.18" />
<sup>18</sup>Η φωνη της βροντης σου ητο εν τω ουρανιω τροχω· εφωτισαν αι αστραπαι την οικουμενην· εσαλευθη και εντρομος εγεινεν η γη.
<scripture passage="Ps 77:19" parsed="|Ps|77|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.19" />
<sup>19</sup>Δια της θαλασσης ειναι η οδος σου και αι τριβοι σου εν υδασι πολλοις, και τα ιχνη σου δεν γνωριζονται.
<scripture passage="Ps 77:20" parsed="|Ps|77|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.77.20" />
<sup>20</sup>Ωδηγησας ως προβατα τον λαον σου δια χειρος Μωυσεως και Ααρων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 78" progress="51.10%" prev="Ps.77" next="Ps.79" id="Ps.78">
<h3 id="Ps.78-p0.1">Chapter 78</h3>
<p class="Greek" id="Ps.78-p1">
<scripture passage="Ps 78:1" parsed="|Ps|78|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.1" />
<sup>1</sup>«Μασχιλ του Ασαφ.» Ακουσον, λαε μου, τον νομον μου· κλινατε τα ωτα σας εις τα λογια του στοματος μου.
<scripture passage="Ps 78:2" parsed="|Ps|78|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.2" />
<sup>2</sup>Θελω ανοιξει εν παραβολη το στομα μου· θελω προφερει πραγματα αξιομνημονευτα, τα απ' αρχης·
<scripture passage="Ps 78:3" parsed="|Ps|78|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.3" />
<sup>3</sup>οσα ηκουσαμεν και εγνωρισαμεν και οι πατερες ημων διηγηθησαν εις ημας.
<scripture passage="Ps 78:4" parsed="|Ps|78|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελομεν κρυψει αυτα απο των τεκνων αυτων εις την επερχομενην γενεαν, διηγουμενοι τους επαινους του Κυριου και την δυναμιν αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εκαμε.
<scripture passage="Ps 78:5" parsed="|Ps|78|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.5" />
<sup>5</sup>Και εστησε μαρτυριον εν τω Ιακωβ και νομον εθεσεν εν τω Ισραηλ, τα οποια προσεταξεν εις τους πατερας ημων, να καμνωσιν αυτα γνωστα εις τα τεκνα αυτων·
<scripture passage="Ps 78:6" parsed="|Ps|78|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.6" />
<sup>6</sup>δια να γνωριζη αυτα η γενεα η επερχομενη, οι υιοι οι μελλοντες να γεννηθωσι· και αυτοι, οταν αναστηθωσι, να διηγωνται εις τα τεκνα αυτων·
<scripture passage="Ps 78:7" parsed="|Ps|78|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.7" />
<sup>7</sup>δια να θεσωσιν επι τον Θεον την ελπιδα αυτων, και να μη λησμονωσι τα εργα του Θεου, αλλα να φυλαττωσι τας εντολας αυτου·
<scripture passage="Ps 78:8" parsed="|Ps|78|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.8" />
<sup>8</sup>και να μη γεινωσιν, ως οι πατερες αυτων, γενεα διεστραμμενη και απειθης· γενεα, ητις δεν εφυλαξεν ευθειαν την καρδιαν αυτης, και δεν εσταθη πιστον μετα του Θεου το πνευμα αυτης·
<scripture passage="Ps 78:9" parsed="|Ps|78|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.9" />
<sup>9</sup>ως οι υιοι του Εφραιμ, οιτινες ωπλισμενοι, βασταζοντες τοξα, εστραφησαν οπισω την ημεραν της μαχης.
<scripture passage="Ps 78:10" parsed="|Ps|78|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.10" />
<sup>10</sup>Δεν εφυλαξαν την διαθηκην του Θεου, και εν τω νομω αυτου δεν ηθελησαν να περιπατωσι·
<scripture passage="Ps 78:11" parsed="|Ps|78|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.11" />
<sup>11</sup>και ελησμονησαν τα εργα αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εδειξεν εις αυτους.
<scripture passage="Ps 78:12" parsed="|Ps|78|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.12" />
<sup>12</sup>Εμπροσθεν των πατερων αυτων εκαμε θαυμασια, εν τη γη της Αιγυπτου, τη πεδιαδι Τανεως.
<scripture passage="Ps 78:13" parsed="|Ps|78|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.13" />
<sup>13</sup>Διεσχισε την θαλασσαν και διεπερασεν αυτους και εστησε τα υδατα ως σωρον·
<scripture passage="Ps 78:14" parsed="|Ps|78|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.14" />
<sup>14</sup>και ωδηγησεν αυτους την ημεραν εν νεφελη και ολην την νυκτα εν φωτι πυρος.
<scripture passage="Ps 78:15" parsed="|Ps|78|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.15" />
<sup>15</sup>Διεσχισε πετρας εν τη ερημω και εποτισεν αυτους ως εκ μεγαλων αβυσσων·
<scripture passage="Ps 78:16" parsed="|Ps|78|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.16" />
<sup>16</sup>και εξηγαγε ρυακας εκ της πετρας και κατεβιβασεν υδατα ως ποταμους.
<scripture passage="Ps 78:17" parsed="|Ps|78|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' αυτοι εξηκολουθουν ετι αμαρτανοντες εις αυτον, παροξυνοντες τον Υψιστον εν ανυδρω τοπω·
<scripture passage="Ps 78:18" parsed="|Ps|78|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.18" />
<sup>18</sup>και επειρασαν τον Θεον εν τη καρδια αυτων, ζητουντες βρωσιν κατα την ορεξιν αυτων·
<scripture passage="Ps 78:19" parsed="|Ps|78|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.19" />
<sup>19</sup>και ελαλησαν κατα του Θεου, λεγοντες, Μηπως δυναται ο Θεος να ετοιμαση τραπεζαν εν τη ερημω;
<scripture passage="Ps 78:20" parsed="|Ps|78|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.20" />
<sup>20</sup>Ιδου, επαταξε την πετραν, και ερρευσαν υδατα και χειμαρροι επλημμυρησαν· μηπως δυναται να δωση και αρτον; η να ετοιμαση κρεας εις τον λαον αυτου;
<scripture passage="Ps 78:21" parsed="|Ps|78|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο ηκουσεν ο Κυριος και ωργισθη· και πυρ εξηφθη κατα του Ιακωβ, ετι δε και οργη ανεβη κατα του Ισραηλ·
<scripture passage="Ps 78:22" parsed="|Ps|78|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.22" />
<sup>22</sup>διοτι δεν επιστευσαν εις τον Θεον, ουδε ηλπισαν επι την σωτηριαν αυτου·
<scripture passage="Ps 78:23" parsed="|Ps|78|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.23" />
<sup>23</sup>ενω προσεταξε τας νεφελας απο ανωθεν και τας θυρας του ουρανου ηνοιξε,
<scripture passage="Ps 78:24" parsed="|Ps|78|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.24" />
<sup>24</sup>και εβρεξεν εις αυτους μαννα δια να φαγωσι και σιτον ουρανου εδωκεν εις αυτους·
<scripture passage="Ps 78:25" parsed="|Ps|78|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.25" />
<sup>25</sup>αρτον αγγελων εφαγεν ο ανθρωπος· τροφην εστειλεν εις αυτους μεχρι χορτασμου.
<scripture passage="Ps 78:26" parsed="|Ps|78|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.26" />
<sup>26</sup>Εσηκωσεν εν τω ουρανω ανατολικον ανεμον, και δια της δυναμεως αυτου επεφερε τον νοτον·
<scripture passage="Ps 78:27" parsed="|Ps|78|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.27" />
<sup>27</sup>και εβρεξεν επ' αυτους κρεας ως το χωμα και πετεινα πτερωτα ως την αμμον της θαλασσης·
<scripture passage="Ps 78:28" parsed="|Ps|78|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.28" />
<sup>28</sup>και εκαμε να πεσωσιν εις το μεσον του στρατοπεδου αυτων, κυκλω των σκηνων αυτων.
<scripture passage="Ps 78:29" parsed="|Ps|78|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.29" />
<sup>29</sup>Και εφαγον και εχορτασθησαν σφοδρα· και εφερεν εις αυτους την επιθυμιαν αυτων·
<scripture passage="Ps 78:30" parsed="|Ps|78|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.30" />
<sup>30</sup>δεν ειχον χωρισθη απο της επιθυμιας αυτων, ετι ητο εν τω στοματι αυτων βρωσις αυτων,
<scripture passage="Ps 78:31" parsed="|Ps|78|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.31" />
<sup>31</sup>και οργη του Θεου ανεβη επ' αυτους, και εφονευσε τους μεγαλητερους εξ αυτων και τους εκλεκτους του Ισραηλ κατεβαλεν.
<scripture passage="Ps 78:32" parsed="|Ps|78|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.32" />
<sup>32</sup>Εν πασι τουτοις ημαρτησαν ετι και δεν επιστευσαν εις τα θαυμασια αυτου.
<scripture passage="Ps 78:33" parsed="|Ps|78|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.33" />
<sup>33</sup>Δια τουτο συνετελεσεν εν ματαιοτητι τας ημερας αυτων και τα ετη αυτων εν ταραχη.
<scripture passage="Ps 78:34" parsed="|Ps|78|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.34" />
<sup>34</sup>Οτε εθανατονεν αυτους, τοτε εξεζητουν αυτον, και επεστρεφον και απο ορθρου προσετρεχον εις τον Θεον·
<scripture passage="Ps 78:35" parsed="|Ps|78|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.35" />
<sup>35</sup>και ενεθυμουντο, οτι ο Θεος ητο φρουριον αυτων και ο Θεος ο Υψιστος λυτρωτης αυτων.
<scripture passage="Ps 78:36" parsed="|Ps|78|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.36" />
<sup>36</sup>Αλλ' εκολακευον αυτον δια του στοματος αυτων και δια της γλωσσης αυτων εψευδοντο προς αυτον·
<scripture passage="Ps 78:37" parsed="|Ps|78|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.37" />
<sup>37</sup>Η δε καρδια αυτων δεν ητο ευθεια μετ' αυτου, και δεν ησαν πιστοι εις την διαθηκην αυτου.
<scripture passage="Ps 78:38" parsed="|Ps|78|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.38" />
<sup>38</sup>Αυτος ομως οικτιρμων συνεχωρησε την ανομιαν αυτων και δεν ηφανισεν αυτους· αλλα πολλακις ανεστελλε τον θυμον αυτου, και δεν διηγειρεν ολην την οργην αυτου·
<scripture passage="Ps 78:39" parsed="|Ps|78|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.39" />
<sup>39</sup>και ενεθυμηθη οτι ησαν σαρξ· ανεμος παρερχομενος και μη επιστρεφων.
<scripture passage="Ps 78:40" parsed="|Ps|78|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.40" />
<sup>40</sup>Ποσακις παρωξυναν αυτον εν τη ερημω, παρωργισαν αυτον εν τη ανυδρω,
<scripture passage="Ps 78:41" parsed="|Ps|78|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.41" />
<sup>41</sup>και εστραφησαν και επειρασαν τον Θεον, και τον Αγιον του Ισραηλ παρωξυναν.
<scripture passage="Ps 78:42" parsed="|Ps|78|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.42" />
<sup>42</sup>Δεν ενεθυμηθησαν την χειρα αυτου, την ημεραν καθ' ην ελυτρωσεν αυτους απο του εχθρου·
<scripture passage="Ps 78:43" parsed="|Ps|78|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.43" />
<sup>43</sup>πως εδειξεν εν Αιγυπτω τα σημεια αυτου και τα θαυμασια αυτου εν τη πεδιαδι Τανεως·
<scripture passage="Ps 78:44" parsed="|Ps|78|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.44" />
<sup>44</sup>και μετεβαλεν εις αιμα τους ποταμους αυτων και τους ρυακας αυτων, δια να μη πιωσιν.
<scripture passage="Ps 78:45" parsed="|Ps|78|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.45" />
<sup>45</sup>Απεστειλεν επ' αυτους κυνομυιαν και κατεφαγεν αυτους, και βατραχους και εφανισαν αυτους.
<scripture passage="Ps 78:46" parsed="|Ps|78|46|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.46" />
<sup>46</sup>Και παρεδωκε τους καρπους αυτων εις τον βρουχον και τους κοπους αυτων εις την ακριδα.
<scripture passage="Ps 78:47" parsed="|Ps|78|47|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.47" />
<sup>47</sup>Κατηφανισε δια της χαλαζης τας αμπελους αυτων και τας συκαμινους αυτων με πετρας χαλαζης·
<scripture passage="Ps 78:48" parsed="|Ps|78|48|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.48" />
<sup>48</sup>και παρεδωκεν εις την χαλαζαν τα κτηνη αυτων και τα ποιμνια αυτων εις τους κεραυνους.
<scripture passage="Ps 78:49" parsed="|Ps|78|49|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.49" />
<sup>49</sup>Απεστειλεν επ' αυτους την εξαψιν του θυμου αυτου, την αγανακτησιν και την οργην και την θλιψιν, αποστελλων αυτα δι' αγγελων κακοποιων.
<scripture passage="Ps 78:50" parsed="|Ps|78|50|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.50" />
<sup>50</sup>Ηνοιξεν οδον εις την οργην αυτου· δεν εφεισθη απο του θανατου την ψυχην αυτων, και παρεδωκεν εις θανατικον την ζωην αυτων·
<scripture passage="Ps 78:51" parsed="|Ps|78|51|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.51" />
<sup>51</sup>και επαταξε παν πρωτοτοκον εν Αιγυπτω, την απαρχην της δυναμεως αυτων εν ταις σκηναις του Χαμ·
<scripture passage="Ps 78:52" parsed="|Ps|78|52|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.52" />
<sup>52</sup>και εσηκωσεν εκειθεν ως προβατα τον λαον αυτου και ωδηγησεν αυτους ως ποιμνιον εν τη ερημω·
<scripture passage="Ps 78:53" parsed="|Ps|78|53|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.53" />
<sup>53</sup>και ωδηγησεν αυτους εν ασφαλεια, και δεν εδειλιασαν· τους δε εχθρους αυτων εσκεπασεν η θαλασσα.
<scripture passage="Ps 78:54" parsed="|Ps|78|54|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.54" />
<sup>54</sup>Και εισηγαγεν αυτους εις το οριον της αγιοτητος αυτου, το ορος τουτο, το οποιον απεκτησεν η δεξια αυτου·
<scripture passage="Ps 78:55" parsed="|Ps|78|55|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.55" />
<sup>55</sup>και εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν αυτων τα εθνη και διεμοιρασεν αυτα κληρονομιαν με σχοινιον, και εν ταις σκηναις αυτων κατωκισε τας φυλας του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 78:56" parsed="|Ps|78|56|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.56" />
<sup>56</sup>Και ομως επειρασαν και παρωξυναν τον Θεον τον υψιστον και δεν εφυλαξαν τα μαρτυρια αυτου·
<scripture passage="Ps 78:57" parsed="|Ps|78|57|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.57" />
<sup>57</sup>αλλ' εστραφησαν και εφερθησαν απιστως, ως οι πατερες αυτων· εστραφησαν ως τοξον στρεβλον·
<scripture passage="Ps 78:58" parsed="|Ps|78|58|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.58" />
<sup>58</sup>και παρωργισαν αυτον με τους υψηλους αυτων τοπους, και με τα γλυπτα αυτων διηγειραν αυτον εις ζηλοτυπιαν.
<scripture passage="Ps 78:59" parsed="|Ps|78|59|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.59" />
<sup>59</sup>Ηκουσεν ο Θεος και υπερωργισθη και εβδελυχθη σφοδρα τον Ισραηλ·
<scripture passage="Ps 78:60" parsed="|Ps|78|60|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.60" />
<sup>60</sup>και εγκατελιπε την σκηνην του Σηλω, την σκηνην οπου κατωκησε μεταξυ των ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 78:61" parsed="|Ps|78|61|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.61" />
<sup>61</sup>και παρεδωκεν εις αιχμαλωσιαν την δυναμιν αυτου και την δοξαν αυτου εις χειρα εχθρου·
<scripture passage="Ps 78:62" parsed="|Ps|78|62|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.62" />
<sup>62</sup>και παρεδωκεν εις ρομφαιαν τον λαον αυτου και υπερωργισθη κατα της κληρονομιας αυτου·
<scripture passage="Ps 78:63" parsed="|Ps|78|63|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.63" />
<sup>63</sup>τους νεους αυτων κατεφαγε πυρ, και αι παρθενοι αυτων δεν ενυμφευθησαν·
<scripture passage="Ps 78:64" parsed="|Ps|78|64|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.64" />
<sup>64</sup>οι ιερεις αυτων επεσον εν μαχαιρα, και αι χηραι αυτων δεν επενθησαν.
<scripture passage="Ps 78:65" parsed="|Ps|78|65|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.65" />
<sup>65</sup>Τοτε εξηγερθη ως εξ υπνου ο Κυριος, ως ανθρωπος δυνατος, βοων απο οινου·
<scripture passage="Ps 78:66" parsed="|Ps|78|66|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.66" />
<sup>66</sup>και επαταξε τους εχθρους αυτου εις τα οπισω· ονειδος αιωνιον εθεσεν επ' αυτους.
<scripture passage="Ps 78:67" parsed="|Ps|78|67|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.67" />
<sup>67</sup>Και απερριψε την σκηνην Ιωσηφ, και την φυλην Εφραιμ δεν εξελεξεν.
<scripture passage="Ps 78:68" parsed="|Ps|78|68|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.68" />
<sup>68</sup>Αλλ' εξελεξε την φυλην Ιουδα, το ορος της Σιων, το οποιον ηγαπησε.
<scripture passage="Ps 78:69" parsed="|Ps|78|69|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.69" />
<sup>69</sup>Και ωκοδομησεν ως υψηλα παλατια το αγιαστηριον αυτου, ως την γην την οποιαν εθεμελιωσεν εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 78:70" parsed="|Ps|78|70|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.70" />
<sup>70</sup>Και εξελεξε Δαβιδ τον δουλον αυτου και ανελαβεν αυτον εκ των ποιμνιων των προβατων·
<scripture passage="Ps 78:71" parsed="|Ps|78|71|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.71" />
<sup>71</sup>Εξοπισθεν των θηλαζοντων προβατων εφερεν αυτον, δια να ποιμαινη Ιακωβ τον λαον αυτου και Ισραηλ την κληρονομιαν αυτου·
<scripture passage="Ps 78:72" parsed="|Ps|78|72|0|0" osisRef="Bible:Ps.78.72" />
<sup>72</sup>Και εποιμανεν αυτους κατα την ακακιαν της καρδιας αυτου· και δια της συνεσεως των χειρων αυτου ωδηγησεν αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 79" progress="51.26%" prev="Ps.78" next="Ps.80" id="Ps.79">
<h3 id="Ps.79-p0.1">Chapter 79</h3>
<p class="Greek" id="Ps.79-p1">
<scripture passage="Ps 79:1" parsed="|Ps|79|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Ασαφ.» Θεε, ηλθον εθνη εις την κληρονομιαν σου· εμιαναν τον ναον τον αγιον σου· κατεστησαν την Ιερουσαλημ εις σωρους ερειπιων·
<scripture passage="Ps 79:2" parsed="|Ps|79|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.2" />
<sup>2</sup>εδωκαν τα πτωματα των δουλων σου βρωσιν εις τα πετεινα του ουρανου, την σαρκα των οσιων σου εις τα θηρια της γης.
<scripture passage="Ps 79:3" parsed="|Ps|79|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.3" />
<sup>3</sup>Εξεχεαν το αιμα αυτων ως υδωρ κυκλω της Ιερουσαλημ, και δεν υπηρχεν ο θαπτων.
<scripture passage="Ps 79:4" parsed="|Ps|79|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.4" />
<sup>4</sup>Εγειναμεν ονειδος εις τους γειτονας ημων, καταγελως και χλευασμος εις τους περιξ ημων.
<scripture passage="Ps 79:5" parsed="|Ps|79|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.5" />
<sup>5</sup>Εως ποτε, Κυριε; θελεις οργιζεσθαι διαπαντος; θελει καιει ως πυρ η ζηλοτυπια σου;
<scripture passage="Ps 79:6" parsed="|Ps|79|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.6" />
<sup>6</sup>Εκχεον την οργην σου επι τα εθνη τα μη γνωριζοντα σε και επι τα βασιλεια τα μη επικαλεσθεντα το ονομα σου·
<scripture passage="Ps 79:7" parsed="|Ps|79|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.7" />
<sup>7</sup>διοτι κατεφαγον τον Ιακωβ, και το κατοικητηριον αυτου ηρημωσαν.
<scripture passage="Ps 79:8" parsed="|Ps|79|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.8" />
<sup>8</sup>Μη ενθυμηθης καθ' ημων τας ανομιας των αρχαιων· ταχεως ας προφθασωσιν ημας οι οικτιρμοι σου, διοτι εταπεινωθημεν σφοδρα.
<scripture passage="Ps 79:9" parsed="|Ps|79|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.9" />
<sup>9</sup>Βοηθησον ημας, Θεε της σωτηριας ημων, ενεκεν της δοξης του ονοματος σου· και ελευθερωσον ημας και γενου ιλεως εις τας αμαρτιας ημων, ενεκεν του ονοματος σου.
<scripture passage="Ps 79:10" parsed="|Ps|79|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.10" />
<sup>10</sup>Δια τι να ειπωσι τα εθνη, Που ειναι ο Θεος αυτων; Ας γνωρισθη εις τα εθνη εμπροσθεν ημων, η εκδικησις του εκχυθεντος αιματος των δουλων σου.
<scripture passage="Ps 79:11" parsed="|Ps|79|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.11" />
<sup>11</sup>Ας ελθη ενωπιον σου ο στεναγμος των δεσμιων· κατα την μεγαλωσυνην του βραχιονος σου σωσον τους καταδεδικασμενους εις θανατον·
<scripture passage="Ps 79:12" parsed="|Ps|79|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.12" />
<sup>12</sup>και αποδος εις τους γειτονας ημων επταπλασια εις τον κολπον αυτων τον ονειδισμον αυτων, με τον οποιον σε ωνειδισαν, Κυριε.
<scripture passage="Ps 79:13" parsed="|Ps|79|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.79.13" />
<sup>13</sup>Ημεις δε ο λαος σου και τα προβατα της βοσκης σου Θελομεν σε δοξολογει εις τον αιωνα· απο γενεας εις γενεαν θελομεν αναγγελλει την αινεσιν σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 80" progress="51.30%" prev="Ps.79" next="Ps.81" id="Ps.80">
<h3 id="Ps.80-p0.1">Chapter 80</h3>
<p class="Greek" id="Ps.80-p1">
<scripture passage="Ps 80:1" parsed="|Ps|80|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Σοσανιμ-εδουθ. Ψαλμος του Ασαφ.» Ακροασθητι, ο ποιμαινων τον Ισραηλ, συ ο οδηγων ως ποιμνιον τον Ιωσηφ· ο καθημενος επι των χερουβειμ, εμφανισθητι.
<scripture passage="Ps 80:2" parsed="|Ps|80|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.2" />
<sup>2</sup>Εμπροσθεν του Εφραιμ και του Βενιαμιν και του Μανασση διεγειρον την δυναμιν σου και ελθε εις σωτηριαν ημων.
<scripture passage="Ps 80:3" parsed="|Ps|80|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.3" />
<sup>3</sup>Επιστρεψον ημας, Θεε, και επιλαμψον το προσωπον σου, και θελομεν λυτρωθη.
<scripture passage="Ps 80:4" parsed="|Ps|80|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.4" />
<sup>4</sup>Κυριε Θεε των δυναμεων, εως ποτε θελεις οργιζεσθαι κατα της προσευχης του λαου σου;
<scripture passage="Ps 80:5" parsed="|Ps|80|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.5" />
<sup>5</sup>Τρεφεις αυτους με αρτον δακρυων και ποτιζεις αυτους αφθονως με δακρυα.
<scripture passage="Ps 80:6" parsed="|Ps|80|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.6" />
<sup>6</sup>Εκαμες ημας εριδα εις τους γειτονας ημων· και οι εχθροι ημων γελωσι μεταξυ αλληλων.
<scripture passage="Ps 80:7" parsed="|Ps|80|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.7" />
<sup>7</sup>Επιστρεψον ημας, Θεε των δυναμεων, και επιλαμψον το προσωπον σου, και θελομεν λυτρωθη.
<scripture passage="Ps 80:8" parsed="|Ps|80|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.8" />
<sup>8</sup>Αμπελον εξ Αιγυπτου μετεκομισας· εξεδιωξας εθνη και εφυτευσας αυτην.
<scripture passage="Ps 80:9" parsed="|Ps|80|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.9" />
<sup>9</sup>Ητοιμασας τοπον εμπροσθεν αυτης και βαθεως ερριζωσας αυτην· και εγεμισε την γην.
<scripture passage="Ps 80:10" parsed="|Ps|80|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.10" />
<sup>10</sup>Εσκεπασθησαν τα ορη υπο της σκιας αυτης, και αι αναδενδραδες αυτης ησαν ως αι υψηλαι κεδροι.
<scripture passage="Ps 80:11" parsed="|Ps|80|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.11" />
<sup>11</sup>Εξετεινε τα κληματα αυτης εως θαλασσης και τους βλαστους αυτης εως του ποταμου.
<scripture passage="Ps 80:12" parsed="|Ps|80|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.12" />
<sup>12</sup>Δια τι εκρημνισας τους φραγμους αυτης, και τρυγωσιν αυτην παντες οι διαβαινοντες την οδον;
<scripture passage="Ps 80:13" parsed="|Ps|80|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.13" />
<sup>13</sup>Ερημονει αυτην ο αγριοχοιρος εκ του δασους, και το θηριον του αγρου νεμεται αυτην.
<scripture passage="Ps 80:14" parsed="|Ps|80|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.14" />
<sup>14</sup>Επιστρεψον, δεομεθα, Θεε των δυναμεων· επιβλεψον εξ ουρανου και ιδε, και επισκεψαι την αμπελον ταυτην,
<scripture passage="Ps 80:15" parsed="|Ps|80|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.15" />
<sup>15</sup>και το φυτον, το οποιον εφυτευσεν η δεξια σου και τον βλαστον, τον οποιον εκραταιωσας εις σεαυτον.
<scripture passage="Ps 80:16" parsed="|Ps|80|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.16" />
<sup>16</sup>Εκαυθη εν πυρι· εκοπη· εχαθησαν απο επιτιμησεως του προσωπου σου.
<scripture passage="Ps 80:17" parsed="|Ps|80|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.17" />
<sup>17</sup>Ας ηναι η χειρ σου επι τον ανδρα της δεξιας σου· επι τον υιον του ανθρωπου, τον οποιον εκαμες δυνατον εις σεαυτον.
<scripture passage="Ps 80:18" parsed="|Ps|80|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.18" />
<sup>18</sup>Και ημεις δεν θελομεν εκκλινει απο σου· ζωοποιησον ημας, και το ονομα σου θελομεν επικαλεισθαι.
<scripture passage="Ps 80:19" parsed="|Ps|80|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.80.19" />
<sup>19</sup>Επιστρεψον ημας, Κυριε Θεε των δυναμεων· επιλαμψον το προσωπον σου, και θελομεν λυτρωθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 81" progress="51.34%" prev="Ps.80" next="Ps.82" id="Ps.81">
<h3 id="Ps.81-p0.1">Chapter 81</h3>
<p class="Greek" id="Ps.81-p1">
<scripture passage="Ps 81:1" parsed="|Ps|81|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Γιττιθ. Ψαλμος του Ασαφ.» Ψαλατε εν ευφροσυνη εις τον Θεον, την δυναμιν ημων· αλαλαξατε εις τον Θεον του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 81:2" parsed="|Ps|81|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.2" />
<sup>2</sup>Υψωσατε ψαλμωδιαν και κρουετε τυμπανον, κιθαραν τερπνην μετα ψαλτηριου.
<scripture passage="Ps 81:3" parsed="|Ps|81|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.3" />
<sup>3</sup>Σαλπισατε σαλπιγγα εν νεομηνια, εν καιρω ωρισμενω, εν τη ημερα της εορτης ημων.
<scripture passage="Ps 81:4" parsed="|Ps|81|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.4" />
<sup>4</sup>Διοτι προσταγμα ειναι τουτο εις τον Ισραηλ, νομος του Θεου του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 81:5" parsed="|Ps|81|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.5" />
<sup>5</sup>Εις μαρτυριον διεταξε τουτο εις τον Ιωσηφ, οτε εξηλθε κατα της γης Αιγυπτου· οπου ηκουσα γλωσσαν, την οποιαν δεν εγνωριζον·
<scripture passage="Ps 81:6" parsed="|Ps|81|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.6" />
<sup>6</sup>απεμακρυνα απο του φορτιου τον ωμον αυτου· αι χειρες αυτου επαυσαν απο κοφινου·
<scripture passage="Ps 81:7" parsed="|Ps|81|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.7" />
<sup>7</sup>εν καιρω θλιψεως επεκαλεσθης, και σε ελυτρωσα· σοι απεκριθην· απο του αποκρυφου τοπου της βροντης· σε εδοκιμασα εν τοις υδασι της αντιλογιας. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 81:8" parsed="|Ps|81|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.8" />
<sup>8</sup>Ακουσον, λαε μου, και θελω διαμαρτυρηθη κατα σου· Ισραηλ, εαν μου ακουσης,
<scripture passage="Ps 81:9" parsed="|Ps|81|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.9" />
<sup>9</sup>Ας μη ηναι εις σε θεος ξενος, και μη προσκυνησης θεον αλλοτριον.
<scripture passage="Ps 81:10" parsed="|Ps|81|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.10" />
<sup>10</sup>Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, οστις σε ανηγαγεν εκ γης Αιγυπτου· πλατυνον το στομα σου, και θελω γεμισει αυτο.
<scripture passage="Ps 81:11" parsed="|Ps|81|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ο λαος μου δεν ηκουσε της φωνης μου, και ο Ισραηλ δεν επροσεξεν εις εμε.
<scripture passage="Ps 81:12" parsed="|Ps|81|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο παρεδωκα αυτους εις τας επιθυμιας της καρδιας αυτων· και περιεπατησαν εν ταις βουλαις αυτων.
<scripture passage="Ps 81:13" parsed="|Ps|81|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.13" />
<sup>13</sup>Ειθε να μου ηκουεν ο λαος μου, και ο Ισραηλ να περιεπατει εις τας οδους μου·
<scripture passage="Ps 81:14" parsed="|Ps|81|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.14" />
<sup>14</sup>παραυτα ηθελον καταβαλει τους εχθρους αυτων, και κατα των θλιβοντων αυτους ηθελον στρεψει την χειρα μου.
<scripture passage="Ps 81:15" parsed="|Ps|81|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.15" />
<sup>15</sup>Οι μισουντες τον Κυριον ηθελον αποτυχει εναντιον αυτου, ο δε καιρος εκεινων ηθελε διαμενει παντοτε·
<scripture passage="Ps 81:16" parsed="|Ps|81|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.81.16" />
<sup>16</sup>και ηθελε θρεψει αυτους με το παχος του σιτου, και με μελι εκ πετρας ηθελον σε χορτασει.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 82" progress="51.38%" prev="Ps.81" next="Ps.83" id="Ps.82">
<h3 id="Ps.82-p0.1">Chapter 82</h3>
<p class="Greek" id="Ps.82-p1">
<scripture passage="Ps 82:1" parsed="|Ps|82|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Ασαφ.» Ο Θεος ισταται εν τη συναξει των δυνατων· αναμεσον των θεων θελει κρινει.
<scripture passage="Ps 82:2" parsed="|Ps|82|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε θελετε κρινει αδικως, και θελετε προσωποληπτει τους ασεβεις; Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 82:3" parsed="|Ps|82|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.3" />
<sup>3</sup>Κρινατε τον πτωχον και τον ορφανον· καμετε δικαιοσυνην εις τον τεθλιμμενον και πενητα.
<scripture passage="Ps 82:4" parsed="|Ps|82|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.4" />
<sup>4</sup>Ελευθερονετε τον πτωχον και τον πενητα· λυτρονετε αυτον εκ χειρος των ασεβων.
<scripture passage="Ps 82:5" parsed="|Ps|82|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.5" />
<sup>5</sup>Δεν γνωριζουσιν, ουδε νοουσι· περιπατουσιν εν σκοτει· παντα τα θεμελια της γης σαλευονται.
<scripture passage="Ps 82:6" parsed="|Ps|82|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.6" />
<sup>6</sup>Εγω ειπα, θεοι εισθε σεις και υιοι Υψιστου παντες·
<scripture passage="Ps 82:7" parsed="|Ps|82|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.7" />
<sup>7</sup>σεις ομως ως ανθρωποι αποθνησκετε, και ως εις των αρχοντων πιπτετε.
<scripture passage="Ps 82:8" parsed="|Ps|82|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.82.8" />
<sup>8</sup>Αναστα, Θεε, κρινον την γην· διοτι συ θελεις κατακληρονομησει παντα τα εθνη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 83" progress="51.39%" prev="Ps.82" next="Ps.84" id="Ps.83">
<h3 id="Ps.83-p0.1">Chapter 83</h3>
<p class="Greek" id="Ps.83-p1">
<scripture passage="Ps 83:1" parsed="|Ps|83|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη Ψαλμου του Ασαφ.» Θεε, μη σιωπησης· μη σιγησης και μη ησυχασης, Θεε.
<scripture passage="Ps 83:2" parsed="|Ps|83|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.2" />
<sup>2</sup>Διοτι, ιδου, οι εχθροι σου θορυβουσι, και οι μισουντες σε υψωσαν κεφαλην.
<scripture passage="Ps 83:3" parsed="|Ps|83|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.3" />
<sup>3</sup>Κακην βουλην ελαβον κατα του λαου σου και συνεβουλευθησαν κατα των εκλεκτων σου.
<scripture passage="Ps 83:4" parsed="|Ps|83|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.4" />
<sup>4</sup>Ειπον, Ελθετε, και ας εξολοθρευσωμεν αυτους απο του να ηναι εθνος· και το ονομα του Ισραηλ ας μη μνημονευηται πλεον.
<scripture passage="Ps 83:5" parsed="|Ps|83|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εκ συμφωνου συνεβουλευθησαν ομου· συνεμαχησαν κατα σου·
<scripture passage="Ps 83:6" parsed="|Ps|83|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.6" />
<sup>6</sup>αι σκηναι του Εδωμ και οι Ισμαηλιται· ο Μωαβ και οι Αγαρηνοι·
<scripture passage="Ps 83:7" parsed="|Ps|83|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.7" />
<sup>7</sup>Ο Γεβαλ και ο Αμμων και ο Αμαληκ· οι Φιλισταιοι μετα των κατοικουντων την Τυρον.
<scripture passage="Ps 83:8" parsed="|Ps|83|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.8" />
<sup>8</sup>Και αυτος ο Ασσουρ ηνωθη μετ' αυτων· εβοηθησαν τους υιους του Λωτ. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 83:9" parsed="|Ps|83|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.9" />
<sup>9</sup>Καμε εις αυτους ως εις τους Μαδιανιτας, ως εις τον Σισαραν, ως εις τον Ιαβειν εν τω χειμαρρω Κεισων·
<scripture passage="Ps 83:10" parsed="|Ps|83|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.10" />
<sup>10</sup>οιτινες απωλεσθησαν εν Εν-δωρ· εγειναν κοπρος δια την γην.
<scripture passage="Ps 83:11" parsed="|Ps|83|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.11" />
<sup>11</sup>Καμε τους αρχοντας αυτων ως τον Ωρηβ και ως τον Ζηβ· και ως τον Ζεβεε και ως τον Σαλμαναν παντας τους αρχηγους αυτων·
<scripture passage="Ps 83:12" parsed="|Ps|83|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.12" />
<sup>12</sup>οιτινες ειπον, Ας κληρονομησωμεν εις εαυτους τα κατοικητηρια του Θεου.
<scripture passage="Ps 83:13" parsed="|Ps|83|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.13" />
<sup>13</sup>Θεε μου, καμε αυτους ως τροχον, ως αχυρον κατα προσωπον ανεμου.
<scripture passage="Ps 83:14" parsed="|Ps|83|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.14" />
<sup>14</sup>Ως το πυρ καιει το δασος, και ως η φλοξ κατακαιει τα ορη,
<scripture passage="Ps 83:15" parsed="|Ps|83|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.15" />
<sup>15</sup>ουτω καταδιωξον αυτους με την ανεμοζαλην σου, και με τον ανεμοστροβιλον σου κατατρομαξον αυτους.
<scripture passage="Ps 83:16" parsed="|Ps|83|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.16" />
<sup>16</sup>Γεμισον τα προσωπα αυτων απο ατιμιας, και θελουσι ζητησει το ονομα σου, Κυριε.
<scripture passage="Ps 83:17" parsed="|Ps|83|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.17" />
<sup>17</sup>Ας καταισχυνθωσι και ας ταραχθωσι διαπαντος· και ας εντραπωσι και ας απολεσθωσι·
<scripture passage="Ps 83:18" parsed="|Ps|83|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.83.18" />
<sup>18</sup>και ας γνωρισωσιν οτι συ, του οποιου το ονομα ειναι Κυριος, εισαι ο μονος Υψιστος επι πασαν την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 84" progress="51.43%" prev="Ps.83" next="Ps.85" id="Ps.84">
<h3 id="Ps.84-p0.1">Chapter 84</h3>
<p class="Greek" id="Ps.84-p1">
<scripture passage="Ps 84:1" parsed="|Ps|84|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον, επι Γιττιθ. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.» Ποσον αγαπηται ειναι αι σκηναι σου, Κυριε των δυναμεων
<scripture passage="Ps 84:2" parsed="|Ps|84|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.2" />
<sup>2</sup>Επιποθει και μαλιστα λιποθυμει ψυχη μου δια τας αυλας του Κυριου· η καρδια μου και η σαρξ μου αγαλλιωνται δια τον Θεον τον ζωντα.
<scripture passage="Ps 84:3" parsed="|Ps|84|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.3" />
<sup>3</sup>Ναι, το στρουθιον ευρηκε κατοικιαν, και η τρυγων φωλεαν εις εαυτην, οπου θετει τους νεοσσους αυτης, τα θυσιαστηρια σου, Κυριε των δυναμεων, Βασιλευ μου και Θεε μου.
<scripture passage="Ps 84:4" parsed="|Ps|84|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.4" />
<sup>4</sup>Μακαριοι οι κατοικουντες εν τω οικω σου· παντοτε θελουσι σε αινει. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 84:5" parsed="|Ps|84|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.5" />
<sup>5</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, του οποιου η δυναμις ειναι εν σοι· εν τη καρδια των οποιων ειναι αι οδοι σου·
<scripture passage="Ps 84:6" parsed="|Ps|84|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.6" />
<sup>6</sup>οιτινες διαβαινοντες δια της κοιλαδος του κλαυθμωνος καθιστωσιν αυτην πηγην υδατων· και η βροχη ετι γεμιζει τους λακκους.
<scripture passage="Ps 84:7" parsed="|Ps|84|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.7" />
<sup>7</sup>Προβαινουσιν απο δυναμεως εις δυναμιν· εκαστος αυτων φαινεται ενωπιον του Θεου εν Σιων.
<scripture passage="Ps 84:8" parsed="|Ps|84|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.8" />
<sup>8</sup>Κυριε, Θεε των δυναμεων, εισακουσον της προσευχης μου· Ακροασθητι, Θεε του Ιακωβ. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 84:9" parsed="|Ps|84|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.9" />
<sup>9</sup>Ιδε, Θεε, η ασπις ημων, και επιβλεψον εις το προσωπον του χριστου σου.
<scripture passage="Ps 84:10" parsed="|Ps|84|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.10" />
<sup>10</sup>Διοτι καλητερα ειναι μια ημερα εν ταις αυλαις σου υπερ χιλιαδας· ηθελον προτιμησει να ημαι θυρωρος εν τω οικω του Θεου μου, παρα να κατοικω εν ταις σκηναις της πονηριας.
<scripture passage="Ps 84:11" parsed="|Ps|84|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ηλιος και ασπις ειναι Κυριος ο Θεος· χαριν και δοξαν θελει δωσει ο Κυριος· δεν θελει στερησει ουδενος αγαθου τους περιπατουντας εν ακακια.
<scripture passage="Ps 84:12" parsed="|Ps|84|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.84.12" />
<sup>12</sup>Κυριε των δυναμεων, μακαριος ο ανθρωπος ο ελπιζων επι σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 85" progress="51.46%" prev="Ps.84" next="Ps.86" id="Ps.85">
<h3 id="Ps.85-p0.1">Chapter 85</h3>
<p class="Greek" id="Ps.85-p1">
<scripture passage="Ps 85:1" parsed="|Ps|85|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.» Ευηρεστηθης, Κυριε, εις την γην σου· εφερες απο της αιχμαλωσιας τον Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 85:2" parsed="|Ps|85|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.2" />
<sup>2</sup>Συνεχωρησας την ανομιαν του λαου σου· εσκεπασας πασας τας αμαρτιας αυτων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 85:3" parsed="|Ps|85|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.3" />
<sup>3</sup>Κατεπαυσας πασαν την οργην σου· απεστρεψας απο της οργης του θυμου σου.
<scripture passage="Ps 85:4" parsed="|Ps|85|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.4" />
<sup>4</sup>Επιστρεψον ημας, Θεε της σωτηριας ημων, και καταπαυσον τον καθ' ημων θυμον σου.
<scripture passage="Ps 85:5" parsed="|Ps|85|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.5" />
<sup>5</sup>Θελεις εισθαι διαπαντος ωργισμενος εις ημας; θελεις επεκτεινει την οργην σου απο γενεας εις γενεαν;
<scripture passage="Ps 85:6" parsed="|Ps|85|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελεις παλιν ζωοποιησει ημας, δια να ευφραινηται ο λαος σου εις σε;
<scripture passage="Ps 85:7" parsed="|Ps|85|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.7" />
<sup>7</sup>Δειξον εις ημας, Κυριε, το ελεος σου και δος εις ημας την σωτηριαν σου.
<scripture passage="Ps 85:8" parsed="|Ps|85|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.8" />
<sup>8</sup>Θελω ακουσει τι θελει λαλησει Κυριος ο Θεος· διοτι θελει λαλησει ειρηνην προς τον λαον αυτου και προς τους οσιους αυτου· και ας μη επιστρεψωσιν εις αφροσυνην.
<scripture passage="Ps 85:9" parsed="|Ps|85|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.9" />
<sup>9</sup>Βεβαιως πλησιον των φοβουμενων αυτον ειναι η σωτηρια αυτου, δια να κατοικη δοξα εν τη γη ημων.
<scripture passage="Ps 85:10" parsed="|Ps|85|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.10" />
<sup>10</sup>Ελεος και αληθεια συναπηντηθησαν· δικαιοσυνη και ειρηνη εφιληθησαν.
<scripture passage="Ps 85:11" parsed="|Ps|85|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.11" />
<sup>11</sup>Αληθεια εκ της γης θελει αναβλαστησει· και δικαιοσυνη εξ ουρανου θελει κυψει.
<scripture passage="Ps 85:12" parsed="|Ps|85|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.12" />
<sup>12</sup>Ο Κυριος βεβαιως θελει δωσει το αγαθον· και η γη ημων θελει δωσει τον καρπον αυτης.
<scripture passage="Ps 85:13" parsed="|Ps|85|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.85.13" />
<sup>13</sup>Δικαιοσυνη εμπροσθεν αυτου θελει προπορευεσθαι, και θελει βαλει αυτην εις την οδον των διαβηματων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 86" progress="51.49%" prev="Ps.85" next="Ps.87" id="Ps.86">
<h3 id="Ps.86-p0.1">Chapter 86</h3>
<p class="Greek" id="Ps.86-p1">
<scripture passage="Ps 86:1" parsed="|Ps|86|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.1" />
<sup>1</sup>«Προσευχη του Δαβιδ.» Κλινον, Κυριε, το ωτιον σου· επακουσον μου, διοτι πτωχος και πενης ειμαι εγω.
<scripture passage="Ps 86:2" parsed="|Ps|86|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.2" />
<sup>2</sup>Φυλαξον την ψυχην μου, διοτι ειμαι οσιος· συ, Θεε μου, σωσον τον δουλον σου τον ελπιζοντα επι σε.
<scripture passage="Ps 86:3" parsed="|Ps|86|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.3" />
<sup>3</sup>Ελεησον με, Κυριε, διοτι προς σε κραζω ολην την ημεραν.
<scripture passage="Ps 86:4" parsed="|Ps|86|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.4" />
<sup>4</sup>Ευφρανον την ψυχην του δουλου σου, διοτι προς σε, Κυριε, υψονω την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 86:5" parsed="|Ps|86|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.5" />
<sup>5</sup>Διοτι συ, Κυριε, εισαι αγαθος και ευσπλαγχνος και πολυελεος εις παντας τους επικαλουμενους σε.
<scripture passage="Ps 86:6" parsed="|Ps|86|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.6" />
<sup>6</sup>Ακροασθητι, Κυριε, της προσευχης μου και προσεξον εις την φωνην των δεησεων μου.
<scripture passage="Ps 86:7" parsed="|Ps|86|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.7" />
<sup>7</sup>Εν ημερα θλιψεως μου θελω σε επικαλεισθαι, διοτι θελεις μου εισακουει.
<scripture passage="Ps 86:8" parsed="|Ps|86|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.8" />
<sup>8</sup>Δεν ειναι ομοιος σου μεταξυ των θεων, Κυριε· ουδε εργα ομοια των εργων σου.
<scripture passage="Ps 86:9" parsed="|Ps|86|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.9" />
<sup>9</sup>Παντα τα εθνη, τα οποια εκαμες, θελουσιν ελθει και προσκυνησει ενωπιον σου, Κυριε, και θελουσι δοξασει το ονομα σου·
<scripture passage="Ps 86:10" parsed="|Ps|86|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.10" />
<sup>10</sup>διοτι μεγας εισαι και καμνεις θαυμασια· συ εισαι Θεος μονος.
<scripture passage="Ps 86:11" parsed="|Ps|86|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.11" />
<sup>11</sup>Διδαξον με, Κυριε, την οδον σου, και θελω περιπατει εν τη αληθεια σου· προσηλονε την καρδιαν μου εις τον φοβον του ονοματος σου.
<scripture passage="Ps 86:12" parsed="|Ps|86|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.12" />
<sup>12</sup>Θελω σε αινει, Κυριε ο Θεος μου, εν ολη τη καρδια μου και θελω δοξαζει το ονομα σου εις τον αιωνα·
<scripture passage="Ps 86:13" parsed="|Ps|86|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.13" />
<sup>13</sup>διοτι μεγα επ' εμε το ελεος σου· και ηλευθερωσας την ψυχην μου εξ αδου κατωτατου.
<scripture passage="Ps 86:14" parsed="|Ps|86|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.14" />
<sup>14</sup>Θεε, οι υπερηφανοι εσηκωθησαν κατ' εμου, και αι συναξεις των βιαστων εζητησαν την ψυχην μου· και δεν σε εθεσαν ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Ps 86:15" parsed="|Ps|86|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.15" />
<sup>15</sup>Αλλα συ, Κυριε, εισαι Θεος οικτιρμων και ελεημων, μακροθυμος και πολυελεος και αληθινος.
<scripture passage="Ps 86:16" parsed="|Ps|86|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.16" />
<sup>16</sup>Επιβλεψον επ' εμε και ελεησον με· δος την δυναμιν σου εις τον δουλον σου και σωσον τον υιον της δουλης σου.
<scripture passage="Ps 86:17" parsed="|Ps|86|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.86.17" />
<sup>17</sup>Καμε εις εμε σημειον εις αγαθον, δια να ιδωσιν οι μισουντες με και να αισχυνθωσι· διοτι συ, Κυριε, με εβοηθησας και με παρηγορησας.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 87" progress="51.53%" prev="Ps.86" next="Ps.88" id="Ps.87">
<h3 id="Ps.87-p0.1">Chapter 87</h3>
<p class="Greek" id="Ps.87-p1">
<scripture passage="Ps 87:1" parsed="|Ps|87|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος ωδης δια τους υιους Κορε.» Το θεμελιον αυτου ειναι εις τα ορη τα αγια.
<scripture passage="Ps 87:2" parsed="|Ps|87|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.2" />
<sup>2</sup>Αγαπα ο Κυριος τας πυλας της Σιων υπερ παντα τα σκηνωματα του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 87:3" parsed="|Ps|87|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.3" />
<sup>3</sup>Ενδοξα ελαληθησαν περι σου, πολις του Θεου. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 87:4" parsed="|Ps|87|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.4" />
<sup>4</sup>Θελω αναφερει την Ρααβ και την Βαβυλωνα μεταξυ των γνωριζοντων με· ιδου, η Παλαιστινη και η Τυρος μετα της Αιθιοπιας· ουτος εγεννηθη εκει.
<scripture passage="Ps 87:5" parsed="|Ps|87|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.5" />
<sup>5</sup>Και περι της Σιων θελουσιν ειπει, ουτος και εκεινος εγεννηθη εν αυτη· και αυτος ο Υψιστος θελει στερεωσει αυτην.
<scripture passage="Ps 87:6" parsed="|Ps|87|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος θελει αριθμησει, οταν καταγραψη τους λαους, οτι ουτος εγεννηθη εκει. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 87:7" parsed="|Ps|87|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.87.7" />
<sup>7</sup>Και οι ψαλται καθως και οι λαληται των οργανων θελουσι λεγει, Πασαι αι πηγαι μου ειναι εν σοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 88" progress="51.54%" prev="Ps.87" next="Ps.89" id="Ps.88">
<h3 id="Ps.88-p0.1">Chapter 88</h3>
<p class="Greek" id="Ps.88-p1">
<scripture passage="Ps 88:1" parsed="|Ps|88|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη ψαλμου δια τους υιους Κορε, εις τον πρωτον μουσικον, επι Μαχαλαθ-λεανωθ, Μασχιλ του Αιμαν του Εζραιτου.» Κυριε ο Θεος της σωτηριας μου, ημεραν και νυκτα εκραξα ενωπιον σου·
<scripture passage="Ps 88:2" parsed="|Ps|88|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.2" />
<sup>2</sup>Ας ελθη ενωπιον σου η προσευχη μου· κλινον το ωτιον σου εις την κραυγην μου·
<scripture passage="Ps 88:3" parsed="|Ps|88|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ενεπλησθη κακων η ψυχη μου, και η ζωη μου πλησιαζει εις τον αδην.
<scripture passage="Ps 88:4" parsed="|Ps|88|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.4" />
<sup>4</sup>Συγκατηριθμηθην μετα των καταβαινοντων εις τον λακκον· εγεινα ως ανθρωπος μη εχων δυναμιν·
<scripture passage="Ps 88:5" parsed="|Ps|88|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.5" />
<sup>5</sup>εγκαταλελειμμενος μεταξυ των νεκρων, ως οι πεφονευμενοι, κοιτωμενοι εν τω ταφω, τους οποιους δεν ενθυμεισαι πλεον, και οιτινες απεκοπησαν απο της χειρος σου.
<scripture passage="Ps 88:6" parsed="|Ps|88|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.6" />
<sup>6</sup>Μ' εβαλες εις τον κατωτατον λακκον, εις το σκοτος, εις τα βαθη.
<scripture passage="Ps 88:7" parsed="|Ps|88|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.7" />
<sup>7</sup>Επ' εμε επεστηριχθη ο θυμος σου, και παντα τα κυματα σου επεφερες επ' εμε. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 88:8" parsed="|Ps|88|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.8" />
<sup>8</sup>Εμακρυνας τους γνωστους μου απ' εμου· με εκαμες βδελυγμα προς αυτους· απεκλεισθην και δεν δυναμαι να εξελθω.
<scripture passage="Ps 88:9" parsed="|Ps|88|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.9" />
<sup>9</sup>Ο οφθαλμος μου ητονησεν απο της θλιψεως· σε επεκαλεσθην, Κυριε, ολην την ημεραν· ηπλωσα προς σε τας χειρας μου.
<scripture passage="Ps 88:10" parsed="|Ps|88|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.10" />
<sup>10</sup>Μηπως εις τους νεκρους θελεις καμει θαυμασια; η οι τεθνεωτες θελουσι σηκωθη και θελουσι σε αινεσει; Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 88:11" parsed="|Ps|88|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.11" />
<sup>11</sup>Μηπως εν τω ταφω θελουσι διηγεισθαι το ελεος σου η την αληθειαν σου εν τη φθορα;
<scripture passage="Ps 88:12" parsed="|Ps|88|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.12" />
<sup>12</sup>Μηπως θελουσι γνωρισθη εν τω σκοτει τα θαυμασια σου και η δικαιοσυνη σου εν τω τοπω της ληθης.
<scripture passage="Ps 88:13" parsed="|Ps|88|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' εγω προς σε, Κυριε, εκραξα· και το πρωι η προσευχη μου θελει σε προφθασει.
<scripture passage="Ps 88:14" parsed="|Ps|88|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.14" />
<sup>14</sup>Δια τι, Κυριε, απορριπτεις την ψυχην μου, αποκρυπτεις το προσωπον σου απ' εμου;
<scripture passage="Ps 88:15" parsed="|Ps|88|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.15" />
<sup>15</sup>Ειμαι τεθλιμμενος και ψυχομαχων εκ νεοτητος· δοκιμαζω τους φοβους σου και ευρισκομαι εν αμηχανια.
<scripture passage="Ps 88:16" parsed="|Ps|88|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.16" />
<sup>16</sup>Επ' εμε διηλθον αι οργαι σου· οι τρομοι σου με εφανισαν.
<scripture passage="Ps 88:17" parsed="|Ps|88|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.17" />
<sup>17</sup>Ως υδατα με περιετριγυρισαν ολην την ημεραν· ομου με περιεκυκλωσαν.
<scripture passage="Ps 88:18" parsed="|Ps|88|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.88.18" />
<sup>18</sup>Απεμακρυνας απ' εμου τον αγαπητον και τον φιλον· οι γνωστοι μου ειναι αφανεις.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 89" progress="51.58%" prev="Ps.88" next="Ps.90" id="Ps.89">
<h3 id="Ps.89-p0.1">Chapter 89</h3>
<p class="Greek" id="Ps.89-p1">
<scripture passage="Ps 89:1" parsed="|Ps|89|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.1" />
<sup>1</sup>«Μασχιλ του Εθαν του Εζραιτου.» Τα ελεη του Κυριου εις τον αιωνα θελω ψαλλει· δια του στοματος μου θελω αναγγελλει την αληθειαν σου εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 89:2" parsed="|Ps|89|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ειπα, το ελεος σου θελει θεμελιωθη εις τον αιωνα· εν τοις ουρανοις θελεις στερεωσει την αληθειαν σου.
<scripture passage="Ps 89:3" parsed="|Ps|89|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.3" />
<sup>3</sup>Εκαμα διαθηκην μετα του εκλεκτου μου· ωμοσα προς Δαβιδ τον δουλον μου·
<scripture passage="Ps 89:4" parsed="|Ps|89|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.4" />
<sup>4</sup>Διαπαντος θελω στερεωσει το σπερμα σου, και θελω οικοδομησει τον θρονον σου εις γενεαν και γενεαν. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 89:5" parsed="|Ps|89|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.5" />
<sup>5</sup>Και οι ουρανοι θελουσιν υμνει τα θαυμασια σου, Κυριε· και η αληθεια σου θελει εξυμνεισθαι εν τη συναξει των αγιων.
<scripture passage="Ps 89:6" parsed="|Ps|89|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.6" />
<sup>6</sup>Διοτι τις εν τω ουρανω δυναται να εξισωθη με τον Κυριον; Τις μεταξυ των υιων των δυνατων δυναται να ομοιωθη με τον Κυριον;
<scripture passage="Ps 89:7" parsed="|Ps|89|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.7" />
<sup>7</sup>Ο Θεος ειναι φοβερος σφοδρα εν τη βουλη των αγιων και σεβαστος εν πασι τοις κυκλω αυτου.
<scripture passage="Ps 89:8" parsed="|Ps|89|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.8" />
<sup>8</sup>Κυριε Θεε των δυναμεων, τις ομοιος σου; δυνατος εισαι, Κυριε, και η αληθεια σου ειναι κυκλω σου.
<scripture passage="Ps 89:9" parsed="|Ps|89|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.9" />
<sup>9</sup>Συ δεσποζεις την επαρσιν της θαλασσης· οταν σηκονωνται τα κυματα αυτης, συ ταπεινονεις αυτα.
<scripture passage="Ps 89:10" parsed="|Ps|89|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.10" />
<sup>10</sup>Συ συνετριψας την Ρααβ ως τραυματιαν· δια του βραχιονος της δυναμεως σου διεσκορπισας τους εχθρους σου.
<scripture passage="Ps 89:11" parsed="|Ps|89|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.11" />
<sup>11</sup>Σου ειναι οι ουρανοι και σου η γη την οικουμενην και το πληρωμα αυτης, συ εθεμελιωσας αυτα.
<scripture passage="Ps 89:12" parsed="|Ps|89|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.12" />
<sup>12</sup>Τον βορραν και τον νοτον, συ εκτισας αυτους· Θαβωρ και Αερμων εις το ονομα σου θελουσιν αγαλλεσθαι.
<scripture passage="Ps 89:13" parsed="|Ps|89|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.13" />
<sup>13</sup>Εχεις ισχυρον τον βραχιονα· κραταια ειναι η χειρ σου· υψηλη η δεξια σου.
<scripture passage="Ps 89:14" parsed="|Ps|89|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.14" />
<sup>14</sup>Η δικαιοσυνη και η κρισις ειναι η βασις του θρονου σου· το ελεος και η αληθεια θελουσι προπορευεσθαι εμπροσθεν του προσωπου σου.
<scripture passage="Ps 89:15" parsed="|Ps|89|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.15" />
<sup>15</sup>Μακαριος ο λαος ο γινωσκων αλαλαγμον· θελουσι περιπατει, Κυριε, εν τω φωτι του προσωπου σου.
<scripture passage="Ps 89:16" parsed="|Ps|89|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.16" />
<sup>16</sup>Εις το ονομα σου θελουσιν αγαλλεσθαι ολην την ημεραν· και εις την δικαιοσυνην σου θελουσιν υψωθη.
<scripture passage="Ps 89:17" parsed="|Ps|89|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.17" />
<sup>17</sup>Διοτι συ εισαι το καυχημα της δυναμεως αυτων· και δια της ευμενειας σου θελει υψωθη το κερας ημων.
<scripture passage="Ps 89:18" parsed="|Ps|89|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ο Κυριος ειναι η ασπις ημων· και ο Αγιος του Ισραηλ ο βασιλευς ημων.
<scripture passage="Ps 89:19" parsed="|Ps|89|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.19" />
<sup>19</sup>Ελαλησας τοτε δι' οραματος προς τον οσιον σου και ειπας· εθεσα βοηθειαν επι τον δυνατον· υψωσα εκλεκτον εκ του λαου·
<scripture passage="Ps 89:20" parsed="|Ps|89|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.20" />
<sup>20</sup>Ευρηκα Δαβιδ τον δουλον μου· με το ελαιον το αγιον μου εχρισα αυτον·
<scripture passage="Ps 89:21" parsed="|Ps|89|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.21" />
<sup>21</sup>η χειρ μου θελει στερεονει αυτον· και ο βραχιων μου θελει ενδυναμονει αυτον.
<scripture passage="Ps 89:22" parsed="|Ps|89|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.22" />
<sup>22</sup>δεν θελει υπερισχυσει εχθρος κατ' αυτου· ουδε υιος ανομιας θελει ταλαιπωρησει αυτον.
<scripture passage="Ps 89:23" parsed="|Ps|89|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.23" />
<sup>23</sup>Και θελω κατακοψει απ' εμπροσθεν αυτου τους εχθρους αυτου· και τους μισουντας αυτον θελω κατατροπωσει.
<scripture passage="Ps 89:24" parsed="|Ps|89|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.24" />
<sup>24</sup>Η δε αληθεια μου και το ελεος μου θελουσιν εισθαι μετ' αυτου· και εν τω ονοματι μου θελει υψωθη το κερας αυτου.
<scripture passage="Ps 89:25" parsed="|Ps|89|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.25" />
<sup>25</sup>Και θελω θεσει την χειρα αυτου επι την θαλασσαν, και επι τους ποταμους την δεξιαν αυτου.
<scripture passage="Ps 89:26" parsed="|Ps|89|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.26" />
<sup>26</sup>Αυτος θελει κραξει προς εμε, Πατηρ μου εισαι, Θεος μου και πετρα της σωτηριας μου.
<scripture passage="Ps 89:27" parsed="|Ps|89|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.27" />
<sup>27</sup>Εγω βεβαιως θελω καμει αυτον πρωτοτοκον μου, Υψιστον επι τους βασιλεις της γης.
<scripture passage="Ps 89:28" parsed="|Ps|89|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.28" />
<sup>28</sup>Διαπαντος θελω φυλαττει εις αυτον το ελεος μου, και η διαθηκη μου θελει εισθαι στερεα μετ' αυτου.
<scripture passage="Ps 89:29" parsed="|Ps|89|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.29" />
<sup>29</sup>Και θελω καμει να διαμενη το σπερμα αυτου εις τον αιωνα, και ο θρονος αυτου ως αι ημεραι του ουρανου.
<scripture passage="Ps 89:30" parsed="|Ps|89|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.30" />
<sup>30</sup>Εαν εγκαταλιπωσιν οι υιοι αυτου τον νομον μου και εις τας κρισεις μου δεν περιπατησωσιν·
<scripture passage="Ps 89:31" parsed="|Ps|89|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.31" />
<sup>31</sup>Εαν παραβωσι τα διαταγματα μου και δεν φυλαξωσι τας εντολας μου·
<scripture passage="Ps 89:32" parsed="|Ps|89|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.32" />
<sup>32</sup>Τοτε θελω επισκεφθη με ραβδον τας παραβασεις αυτων και με πληγας τας παρανομιας αυτων.
<scripture passage="Ps 89:33" parsed="|Ps|89|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.33" />
<sup>33</sup>Το ελεος μου ομως δεν θελω αφαιρεσει απ' αυτου, ουδε θελω ψευσθη κατα της αληθειας μου.
<scripture passage="Ps 89:34" parsed="|Ps|89|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.34" />
<sup>34</sup>Δεν θελω παραβη την διαθηκην μου, ουδε θελω αθετησει ο, τι εξηλθεν εκ των χειλεων μου.
<scripture passage="Ps 89:35" parsed="|Ps|89|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.35" />
<sup>35</sup>Απαξ ωμοσα εις την αγιοτητα μου, οτι δεν θελω ψευσθη προς τον Δαβιδ.
<scripture passage="Ps 89:36" parsed="|Ps|89|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.36" />
<sup>36</sup>Το σπερμα αυτου θελει διαμενει εις τον αιωνα και ο θρονος αυτου ως ο ηλιος, ενωπιον μου·
<scripture passage="Ps 89:37" parsed="|Ps|89|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.37" />
<sup>37</sup>Ως η σεληνη θελει στερεωθη εις τον αιωνα και μαρτυς πιστος εν τω ουρανω. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 89:38" parsed="|Ps|89|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.38" />
<sup>38</sup>Αλλα συ απεβαλες και εβδελυχθης, ωργισθης κατα του χριστου σου·
<scripture passage="Ps 89:39" parsed="|Ps|89|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.39" />
<sup>39</sup>ηκυρωσας την διαθηκην του δουλου σου· εβεβηλωσας το διαδημα αυτου εως της γης.
<scripture passage="Ps 89:40" parsed="|Ps|89|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.40" />
<sup>40</sup>Κατεβαλες παντας τους φραγμους αυτου· ηφανισας τα οχυρωματα αυτου·
<scripture passage="Ps 89:41" parsed="|Ps|89|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.41" />
<sup>41</sup>διαρπαζουσιν αυτον παντες οι διαβαινοντες την οδον· κατεσταθη ονειδος εις τους γειτονας αυτου.
<scripture passage="Ps 89:42" parsed="|Ps|89|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.42" />
<sup>42</sup>Υψωσας την δεξιαν των εναντιων αυτου· ευφρανας παντας τους εχθρους αυτου·
<scripture passage="Ps 89:43" parsed="|Ps|89|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.43" />
<sup>43</sup>ημβλυνας μαλιστα το κοπτερον της ρομφαιας αυτου και δεν εστερεωσας αυτον εν τη μαχη·
<scripture passage="Ps 89:44" parsed="|Ps|89|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.44" />
<sup>44</sup>Επαυσας την δοξαν αυτου και τον θρονον αυτου ερριψας κατα γης.
<scripture passage="Ps 89:45" parsed="|Ps|89|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.45" />
<sup>45</sup>Ωλιγοστευσας τας ημερας της νεοτητος αυτου· ενεδυσας αυτον με αισχυνην. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 89:46" parsed="|Ps|89|46|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.46" />
<sup>46</sup>Εως ποτε, Κυριε; θελεις κρυπτεσθαι διαπαντος; θελει καιεσθαι ως πυρ η οργη σου;
<scripture passage="Ps 89:47" parsed="|Ps|89|47|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.47" />
<sup>47</sup>Μνησθητι ποσον βραχυς ειναι ο καιρος μου, εν τινι ματαιοτητι εποιησας παντας τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 89:48" parsed="|Ps|89|48|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.48" />
<sup>48</sup>Τις ανθρωπος θελει ζησει και δεν θελει ιδει θανατον; τις θελει λυτρωσει την ψυχην αυτου εκ της χειρος του αδου; Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 89:49" parsed="|Ps|89|49|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.49" />
<sup>49</sup>Που ειναι τα ελεη σου τα αρχαια, Κυριε, τα οποια ωμοσας προς τον Δαβιδ εν τη αληθεια σου;
<scripture passage="Ps 89:50" parsed="|Ps|89|50|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.50" />
<sup>50</sup>Μνησθητι, Κυριε, του ονειδισμου των δουλων σου, τον οποιον φερω εν τω κολπω μου υπο τοσουτων πολυαριθμων λαων·
<scripture passage="Ps 89:51" parsed="|Ps|89|51|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.51" />
<sup>51</sup>με τον οποιον ωνειδισαν οι εχθροι σου, Κυριε· με τον οποιον ωνειδισαν τα ιχνη του χριστου σου.
<scripture passage="Ps 89:52" parsed="|Ps|89|52|0|0" osisRef="Bible:Ps.89.52" />
<sup>52</sup>Ευλογητος Κυριος εις τον αιωνα. Αμην, και αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 90" progress="51.70%" prev="Ps.89" next="Ps.91" id="Ps.90">
<h3 id="Ps.90-p0.1">Chapter 90</h3>
<p class="Greek" id="Ps.90-p1">
<scripture passage="Ps 90:1" parsed="|Ps|90|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.1" />
<sup>1</sup>«Προσευχη του Μωυσεως, του ανθρωπου του Θεου.» Κυριε, συ εγεινες εις ημας καταφυγη εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 90:2" parsed="|Ps|90|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.2" />
<sup>2</sup>Πριν γεννηθωσι τα ορη, και πλασης την γην και την οικουμενην, και απο του αιωνος εως του αιωνος, συ εισαι ο Θεος.
<scripture passage="Ps 90:3" parsed="|Ps|90|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.3" />
<sup>3</sup>Επαναφερεις τον ανθρωπον εις τον χουν· και λεγεις, Επιστρεψατε, υιοι των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 90:4" parsed="|Ps|90|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.4" />
<sup>4</sup>Διοτι χιλια ετη ενωπιον σου ειναι ως ημερα η χθες, ητις παρηλθε, και ως φυλακη νυκτος.
<scripture passage="Ps 90:5" parsed="|Ps|90|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.5" />
<sup>5</sup>Κατακλυζεις αυτους· ειναι ως ονειρον της αυγης, ως χορτος οστις παρερχεται·
<scripture passage="Ps 90:6" parsed="|Ps|90|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.6" />
<sup>6</sup>το πρωι ανθει και παρακμαζει· το εσπερας κοπτεται και ξηραινεται.
<scripture passage="Ps 90:7" parsed="|Ps|90|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εκλειπομεν εν τη οργη σου και εν τω θυμω σου ταραττομεθα.
<scripture passage="Ps 90:8" parsed="|Ps|90|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.8" />
<sup>8</sup>Εθεσας τας ανομιας ημων ενωπιον σου, τα κρυφια ημων εις το φως του προσωπου σου.
<scripture passage="Ps 90:9" parsed="|Ps|90|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.9" />
<sup>9</sup>Επειδη πασαι αι ημεραι ημων παρερχονται εν τη οργη σου· διατρεχομεν τα ετη ημων ως διανοημα.
<scripture passage="Ps 90:10" parsed="|Ps|90|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.10" />
<sup>10</sup>Αι ημεραι της ζωης ημων ειναι καθ' εαυτας εβδομηκοντα ετη, και εαν εν ευρωστια, ογδοηκοντα ετη· πλην και το καλητερον μερος αυτων ειναι κοπος και πονος, διοτι ταχεως παρερχεται και εμεις πετωμεν.
<scripture passage="Ps 90:11" parsed="|Ps|90|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.11" />
<sup>11</sup>Τις γνωριζει την δυναμιν της οργης σου και του θυμου σου αναλογως του φοβου σου;
<scripture passage="Ps 90:12" parsed="|Ps|90|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.12" />
<sup>12</sup>Διδαξον ημας να μετρωμεν ουτω τας ημερας ημων, ωστε να προσκολλωμεν τας καρδιας ημων εις την σοφιαν.
<scripture passage="Ps 90:13" parsed="|Ps|90|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.13" />
<sup>13</sup>Επιστρεψον, Κυριε· εως ποτε; και γενου ιλεως εις τους δουλους σου.
<scripture passage="Ps 90:14" parsed="|Ps|90|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.14" />
<sup>14</sup>Χορτασον ημας του ελεους σου απο πρωιας, και θελομεν αγαλλεσθαι και ευφραινεσθαι κατα πασας τας ημερας ημων.
<scripture passage="Ps 90:15" parsed="|Ps|90|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.15" />
<sup>15</sup>Ευφρανον ημας αντι των ημερων, καθ' ας εθλιψας ημας, των ετων καθ' α ειδομεν κακα.
<scripture passage="Ps 90:16" parsed="|Ps|90|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.16" />
<sup>16</sup>Ας γεινη το εργον σου φανερον εις τους δουλους σου και η δοξα σου εις τους υιους αυτων·
<scripture passage="Ps 90:17" parsed="|Ps|90|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.90.17" />
<sup>17</sup>και ας ηναι η λαμπροτης Κυριου του Θεου ημων εφ' ημας· και το εργον των χειρων ημων στερεονε εφ' ημας· ναι, το εργον των χειρων ημων, στερεονε αυτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 91" progress="51.74%" prev="Ps.90" next="Ps.92" id="Ps.91">
<h3 id="Ps.91-p0.1">Chapter 91</h3>
<p class="Greek" id="Ps.91-p1">
<scripture passage="Ps 91:1" parsed="|Ps|91|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.1" />
<sup>1</sup>Ο κατοικων υπο την σκεπην του Υψιστου υπο την σκιαν του Παντοκρατορος θελει διατριβει.
<scripture passage="Ps 91:2" parsed="|Ps|91|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.2" />
<sup>2</sup>Θελω λεγει προς τον Κυριον, Συ εισαι καταφυγη μου και φρουριον μου· Θεος μου· επ' αυτον θελω ελπιζει.
<scripture passage="Ps 91:3" parsed="|Ps|91|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.3" />
<sup>3</sup>Διοτι αυτος θελει σε λυτρονει εκ της παγιδος των κυνηγων και εκ θανατηφορου λοιμου.
<scripture passage="Ps 91:4" parsed="|Ps|91|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.4" />
<sup>4</sup>Με τα πτερα αυτου θελει σε σκεπαζει, και υπο τας πτερυγας αυτου θελεις εισθαι ασφαλης· η αληθεια αυτου ειναι πανοπλια και ασπις.
<scripture passage="Ps 91:5" parsed="|Ps|91|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.5" />
<sup>5</sup>Δεν θελεις φοβεισθαι απο φοβου νυκτερινου, την ημεραν απο βελους πετωμενου.
<scripture passage="Ps 91:6" parsed="|Ps|91|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.6" />
<sup>6</sup>Απο θανατικου, το οποιον περιπατει εν σκοτει· απο ολεθρου, οστις ερημονει εν μεσημβρια·
<scripture passage="Ps 91:7" parsed="|Ps|91|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.7" />
<sup>7</sup>Χιλιας θελει πιπτει εξ αριστερων σου και μυριας εκ δεξιων σου· πλην εις σε δεν θελει πλησιαζει.
<scripture passage="Ps 91:8" parsed="|Ps|91|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.8" />
<sup>8</sup>Μονον με τους οφθαλμους σου θελεις θεωρει και θελεις βλεπει των ασεβων την ανταποδοσιν.
<scripture passage="Ps 91:9" parsed="|Ps|91|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.9" />
<sup>9</sup>Επειδη συ τον Κυριον, την ελπιδα μου, τον Υψιστον εκαμες καταφυγιον σου,
<scripture passage="Ps 91:10" parsed="|Ps|91|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.10" />
<sup>10</sup>δεν θελει συμβαινει εις σε κακον, και μαστιξ δεν θελει πλησιαζει εις την σκηνην σου.
<scripture passage="Ps 91:11" parsed="|Ps|91|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.11" />
<sup>11</sup>Διοτι θελει προσταξει εις τους αγγελους αυτου περι σου, δια να σε διαφυλαττωσιν εν πασαις ταις οδοις σου.
<scripture passage="Ps 91:12" parsed="|Ps|91|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.12" />
<sup>12</sup>Θελουσι σε σηκονει επι των χειρων αυτων, δια να μη προσκοψης προς λιθον τον ποδα σου.
<scripture passage="Ps 91:13" parsed="|Ps|91|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.13" />
<sup>13</sup>Θελεις πατησει επι λεοντα και επι ασπιδα· θελεις καταπατησει σκυμνον και δρακοντα.
<scripture passage="Ps 91:14" parsed="|Ps|91|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.14" />
<sup>14</sup>Επειδη εθεσεν εις εμε την αγαπην αυτου, δια τουτο θελω λυτρωσει αυτον· θελω υψωσει αυτον, διοτι εγνωρισε το ονομα μου.
<scripture passage="Ps 91:15" parsed="|Ps|91|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.15" />
<sup>15</sup>Θελει με επικαλεισθαι, και θελω εισακουει αυτου· μετ' αυτου θελω εισθαι εν θλιψει· θελω λυτρονει αυτον και θελω δοξαζει αυτον.
<scripture passage="Ps 91:16" parsed="|Ps|91|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.91.16" />
<sup>16</sup>Θελω χορτασει αυτον μακροτητα ημερων και θελω δειξει εις αυτον την σωτηριαν μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 92" progress="51.77%" prev="Ps.91" next="Ps.93" id="Ps.92">
<h3 id="Ps.92-p0.1">Chapter 92</h3>
<p class="Greek" id="Ps.92-p1">
<scripture passage="Ps 92:1" parsed="|Ps|92|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος ωδης δια την ημεραν του Σαββατου.» Αγαθον το να δοξολογη τις τον Κυριον και να ψαλμωδη εις το ονομα σου, Υψιστε·
<scripture passage="Ps 92:2" parsed="|Ps|92|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.2" />
<sup>2</sup>να αναγγελλη το πρωι το ελεος σου και την αληθειαν σου πασαν νυκτα,
<scripture passage="Ps 92:3" parsed="|Ps|92|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.3" />
<sup>3</sup>με δεκαχορδον οργανον και με ψαλτηριον· με ωδην και κιθαραν.
<scripture passage="Ps 92:4" parsed="|Ps|92|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.4" />
<sup>4</sup>Διοτι με ευφρανας, Κυριε, εν τοις ποιημασι σου· θελω αγαλλεσθαι εν τοις εργοις των χειρων σου.
<scripture passage="Ps 92:5" parsed="|Ps|92|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.5" />
<sup>5</sup>Ποσον μεγαλα ειναι τα εργα σου, Κυριε βαθεις ειναι οι διαλογισμοι σου σφοδρα.
<scripture passage="Ps 92:6" parsed="|Ps|92|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.6" />
<sup>6</sup>Ο ανθρωπος ο ανοητος δεν γνωριζει, και ο μωρος δεν εννοει τουτο·
<scripture passage="Ps 92:7" parsed="|Ps|92|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.7" />
<sup>7</sup>οτι οι ασεβεις βλαστανουσιν ως ο χορτος, και ανθουσι παντες οι εργαται της ανομιας, δια να αφανισθωσιν αιωνιως.
<scripture passage="Ps 92:8" parsed="|Ps|92|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.8" />
<sup>8</sup>Αλλα συ, Κυριε, εισαι υψιστος εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 92:9" parsed="|Ps|92|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.9" />
<sup>9</sup>Διοτι, ιδου, οι εχθροι σου, Κυριε, διοτι, ιδου, οι εχθροι σου θελουσιν εξολοθρευθη· θελουσι διασκορπισθη παντες οι εργαται της ανομιας.
<scripture passage="Ps 92:10" parsed="|Ps|92|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.10" />
<sup>10</sup>Αλλα συ θελεις υψωσει ως του μονοκερωτος το κερας μου· εγω θελω χρισθη με νεον ελαιον·
<scripture passage="Ps 92:11" parsed="|Ps|92|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.11" />
<sup>11</sup>και ο οφθαλμος μου θελει ιδει την εκδικησιν των εχθρων μου· τα ωτα μου θελουσιν ακουσει περι των κακοποιων των επανισταμενων κατ' εμου.
<scripture passage="Ps 92:12" parsed="|Ps|92|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.12" />
<sup>12</sup>Ο δικαιος ως φοινιξ θελει ανθει· ως κεδρος του Λιβανου θελει αυξανει.
<scripture passage="Ps 92:13" parsed="|Ps|92|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.13" />
<sup>13</sup>Πεφυτευμενοι εν τω οικω του Κυριου, θελουσιν ανθει εν ταις αυλαις του Θεου ημων·
<scripture passage="Ps 92:14" parsed="|Ps|92|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.14" />
<sup>14</sup>θελουσι καρποφορει και εν αυτω τω βαθει γηρατι, θελουσιν εισθαι ακμαζοντες και ανθηροι·
<scripture passage="Ps 92:15" parsed="|Ps|92|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.92.15" />
<sup>15</sup>δια να αναγγελλωσιν οτι δικαιος ειναι ο Κυριος, το φρουριον μου· και δεν υπαρχει αδικια εν αυτω.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 93" progress="51.81%" prev="Ps.92" next="Ps.94" id="Ps.93">
<h3 id="Ps.93-p0.1">Chapter 93</h3>
<p class="Greek" id="Ps.93-p1">
<scripture passage="Ps 93:1" parsed="|Ps|93|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.93.1" />
<sup>1</sup>Ο Κυριος βασιλευει· μεγαλοπρεπειαν ειναι ενδεδυμενος· ενδεδυμενος ειναι ο Κυριος δυναμιν και περιεζωσμενος· και την οικουμενην εστερεωσεν, ωστε δεν θελει σαλευθη.
<scripture passage="Ps 93:2" parsed="|Ps|93|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.93.2" />
<sup>2</sup>Απ' αρχης ειναι εστερεωμενος ο θρονος σου· απο του αιωνος συ εισαι.
<scripture passage="Ps 93:3" parsed="|Ps|93|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.93.3" />
<sup>3</sup>Υψωσαν οι ποταμοι, Κυριε, υψωσαν οι ποταμοι την φωνην αυτων· οι ποταμοι υψωσαν τα κυματα αυτων.
<scripture passage="Ps 93:4" parsed="|Ps|93|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.93.4" />
<sup>4</sup>Ο Κυριος ο εν υψιστοις ειναι δυνατωτερος υπερ τον ηχον πολλων υδατων, υπερ τα δυνατα κυματα της θαλασσης·
<scripture passage="Ps 93:5" parsed="|Ps|93|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.93.5" />
<sup>5</sup>τα μαρτυρια σου ειναι πιστα σφοδρα· εις τον οικον σου ανηκει αγιοτης, Κυριε, εις μακροτητα ημερων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 94" progress="51.82%" prev="Ps.93" next="Ps.95" id="Ps.94">
<h3 id="Ps.94-p0.1">Chapter 94</h3>
<p class="Greek" id="Ps.94-p1">
<scripture passage="Ps 94:1" parsed="|Ps|94|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.1" />
<sup>1</sup>Θεε των εκδικησεων, Κυριε, Θεε των εκδικησεων, εμφανηθι.
<scripture passage="Ps 94:2" parsed="|Ps|94|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.2" />
<sup>2</sup>Υψωθητι, Κριτα της γης· αποδος ανταποδοσιν εις τους υπερηφανους.
<scripture passage="Ps 94:3" parsed="|Ps|94|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.3" />
<sup>3</sup>Εως ποτε οι ασεβεις, Κυριε, εως ποτε οι ασεβεις θελουσι θριαμβευει;
<scripture passage="Ps 94:4" parsed="|Ps|94|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.4" />
<sup>4</sup>Εως ποτε θελουσι προφερει και λαλει σκληρα; θελουσι καυχασθαι παντες οι εργαται της ανομιας;
<scripture passage="Ps 94:5" parsed="|Ps|94|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.5" />
<sup>5</sup>Τον λαον σου, Κυριε, καταθλιβουσι και την κληρονομιαν σου κακοποιουσι.
<scripture passage="Ps 94:6" parsed="|Ps|94|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.6" />
<sup>6</sup>Την χηραν και τον ξενον φονευουσι και θανατονουσι τους ορφανους.
<scripture passage="Ps 94:7" parsed="|Ps|94|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.7" />
<sup>7</sup>Και λεγουσι, δεν θελει ιδει ο Κυριος ουδε θελει νοησει ο Θεος του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 94:8" parsed="|Ps|94|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.8" />
<sup>8</sup>Εννοησατε, οι αφρονες μεταξυ του λαου· και οι μωροι, ποτε θελετε φρονιμευσει;
<scripture passage="Ps 94:9" parsed="|Ps|94|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.9" />
<sup>9</sup>Ο φυτευσας το ωτιον, δεν θελει ακουσει; ο πλασας τον οφθαλμον, δεν θελει ιδει;
<scripture passage="Ps 94:10" parsed="|Ps|94|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.10" />
<sup>10</sup>Ο σωφρονιζων τα εθνη, δεν θελει ελεγξει; ο διδασκων τον ανθρωπον γνωσιν;
<scripture passage="Ps 94:11" parsed="|Ps|94|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος γνωριζει τους διαλογισμους των ανθρωπων, οτι ειναι ματαιοι.
<scripture passage="Ps 94:12" parsed="|Ps|94|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.12" />
<sup>12</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, τον οποιον σωφρονιζεις, Κυριε, και δια του νομου σου διδασκεις αυτον·
<scripture passage="Ps 94:13" parsed="|Ps|94|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.13" />
<sup>13</sup>δια να αναπαυης αυτον απο των ημερων της συμφορας, εωσου σκαφθη λακκος εις τον ασεβη.
<scripture passage="Ps 94:14" parsed="|Ps|94|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.14" />
<sup>14</sup>Διοτι δεν θελει απορριψει ο Κυριος τον λαον αυτου, και την κληρονομιαν αυτου δεν θελει εγκαταλειψει.
<scripture passage="Ps 94:15" parsed="|Ps|94|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.15" />
<sup>15</sup>Επειδη η κρισις θελει επιστρεψει εις την δικαιοσυνην, και θελουσιν ακολουθησει αυτην παντες οι ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 94:16" parsed="|Ps|94|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.16" />
<sup>16</sup>Τις θελει σηκωθη υπερ εμου κατα των πονηρευομενων; τις θελει παρασταθη υπερ εμου κατα των εργατων της ανομιας;
<scripture passage="Ps 94:17" parsed="|Ps|94|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.17" />
<sup>17</sup>Εαν ο Κυριος δεν με εβοηθει, παρ' ολιγον ηθελε κατοικησει ψυχη μου εν τη σιωπη.
<scripture passage="Ps 94:18" parsed="|Ps|94|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.18" />
<sup>18</sup>Οτε ελεγον, ωλισθησεν ο πους μου, το ελεος σου, Κυριε, με εβοηθει.
<scripture passage="Ps 94:19" parsed="|Ps|94|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.19" />
<sup>19</sup>Εν τω πληθει των αμηχανιων της καρδιας μου, αι παρηγοριαι σου ευφραναν την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 94:20" parsed="|Ps|94|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.20" />
<sup>20</sup>Μηπως εχει μετα σου συγκοινωνιαν ο θρονος της ανομιας, οστις μηχαναται αδικιαν αντι νομου;
<scripture passage="Ps 94:21" parsed="|Ps|94|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.21" />
<sup>21</sup>Αυτοι εφορμωσι κατα της ψυχης του δικαιου και αιμα αθωον καταδικαζουσιν.
<scripture passage="Ps 94:22" parsed="|Ps|94|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.22" />
<sup>22</sup>Αλλ' ο Κυριος ειναι εις εμε καταφυγιον και ο Θεος μου το φρουριον της ελπιδος μου.
<scripture passage="Ps 94:23" parsed="|Ps|94|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.94.23" />
<sup>23</sup>Και θελει επιστρεψει επ' αυτους την ανομιαν αυτων και εν τη πονηρια αυτων θελει αφανισει αυτους· Κυριος ο Θεος ημων θελει αφανισει αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 95" progress="51.87%" prev="Ps.94" next="Ps.96" id="Ps.95">
<h3 id="Ps.95-p0.1">Chapter 95</h3>
<p class="Greek" id="Ps.95-p1">
<scripture passage="Ps 95:1" parsed="|Ps|95|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.1" />
<sup>1</sup>Δευτε, ας αγαλλιασθωμεν εις τον Κυριον· ας αλαλαξωμεν εις το φρουριον της σωτηριας ημων.
<scripture passage="Ps 95:2" parsed="|Ps|95|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.2" />
<sup>2</sup>Ας προφθασωμεν ενωπιον αυτου μετα δοξολογιας· εν ψαλμοις ας αλαλαξωμεν εις αυτον.
<scripture passage="Ps 95:3" parsed="|Ps|95|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.3" />
<sup>3</sup>Διοτι Θεος μεγας ειναι ο Κυριος, και Βασιλευς μεγας υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="Ps 95:4" parsed="|Ps|95|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εις αυτου την χειρα ειναι τα βαθη της γης· και τα υψη των ορεων ειναι αυτου.
<scripture passage="Ps 95:5" parsed="|Ps|95|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.5" />
<sup>5</sup>Διοτι αυτου ειναι η θαλασσα, και αυτος εκαμεν αυτην· και την ξηραν αι χειρες αυτου επλασαν.
<scripture passage="Ps 95:6" parsed="|Ps|95|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.6" />
<sup>6</sup>Δευτε, ας προσκυνησωμεν και ας προσπεσωμεν· ας γονατισωμεν ενωπιον του Κυριου, του Ποιητου ημων.
<scripture passage="Ps 95:7" parsed="|Ps|95|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.7" />
<sup>7</sup>Διοτι αυτος ειναι ο Θεος ημων· και ημεις λαος της βοσκης αυτου και προβατα της χειρος αυτου. Σημερον εαν ακουσητε της φωνης αυτου,
<scripture passage="Ps 95:8" parsed="|Ps|95|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.8" />
<sup>8</sup>μη σκληρυνητε την καρδιαν σας, ως εν τω παροργισμω, ως εν τη ημερα του πειρασμου εν τη ερημω·
<scripture passage="Ps 95:9" parsed="|Ps|95|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.9" />
<sup>9</sup>οπου οι πατερες σας με επειρασαν, με εδοκιμασαν και ειδον τα εργα μου.
<scripture passage="Ps 95:10" parsed="|Ps|95|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.10" />
<sup>10</sup>Τεσσαρακοντα ετη δυσηρεστηθην με την γενεαν εκεινην, και ειπα, ουτος ειναι λαος πεπλανημενος την καρδιαν, και αυτοι δεν εγνωρισαν τας οδους μου.
<scripture passage="Ps 95:11" parsed="|Ps|95|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.95.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ωμοσα εν τη οργη μου, οτι εις την αναπαυσιν μου δεν θελουσιν εισελθει.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 96" progress="51.89%" prev="Ps.95" next="Ps.97" id="Ps.96">
<h3 id="Ps.96-p0.1">Chapter 96</h3>
<p class="Greek" id="Ps.96-p1">
<scripture passage="Ps 96:1" parsed="|Ps|96|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.1" />
<sup>1</sup>Ψαλατε εις τον Κυριον ασμα νεον· ψαλατε εις τον Κυριον, πασα η γη.
<scripture passage="Ps 96:2" parsed="|Ps|96|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.2" />
<sup>2</sup>Ψαλατε εις τον Κυριον· ευλογειτε το ονομα αυτου· κηρυττετε απο ημερας εις ημεραν την σωτηριαν αυτου.
<scripture passage="Ps 96:3" parsed="|Ps|96|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.3" />
<sup>3</sup>Αναγγειλατε εν τοις εθνεσι την δοξαν αυτου, εν πασι τοις λαοις τα θαυμασια αυτου.
<scripture passage="Ps 96:4" parsed="|Ps|96|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.4" />
<sup>4</sup>Διοτι μεγας ο Κυριος και αξιυμνητος σφοδρα· ειναι φοβερος υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="Ps 96:5" parsed="|Ps|96|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.5" />
<sup>5</sup>Διοτι παντες οι θεοι των εθνων ειναι ειδωλα· ο δε Κυριος τους ουρανους εποιησε.
<scripture passage="Ps 96:6" parsed="|Ps|96|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.6" />
<sup>6</sup>Δοξα και μεγαλοπρεπεια ειναι ενωπιον αυτου· ισχυς και ωραιοτης εν τω αγιαστηριω αυτου.
<scripture passage="Ps 96:7" parsed="|Ps|96|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.7" />
<sup>7</sup>Αποδοτε εις τον Κυριον, πατριαι των λαων, αποδοτε εις τον Κυριον δοξαν και ισχυν.
<scripture passage="Ps 96:8" parsed="|Ps|96|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.8" />
<sup>8</sup>Αποδοτε εις τον Κυριον την δοξαν του ονοματος αυτου· λαβετε προσφορας και εισελθετε εις τας αυλας αυτου.
<scripture passage="Ps 96:9" parsed="|Ps|96|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.9" />
<sup>9</sup>Προσκυνησατε τον Κυριον εν τω μεγαλοπρεπει αγιαστηριω αυτου· φοβεισθε απο προσωπου αυτου, πασα η γη.
<scripture passage="Ps 96:10" parsed="|Ps|96|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.10" />
<sup>10</sup>Ειπατε εν τοις εθνεσιν, Ο Κυριος βασιλευει· η οικουμενη θελει βεβαιως εισθαι εστερεωμενη· δεν θελει σαλευθη· αυτος θελει κρινει τους λαους εν ευθυτητι.
<scripture passage="Ps 96:11" parsed="|Ps|96|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.11" />
<sup>11</sup>Ας ευφραινωνται οι ουρανοι, και ας αγαλλεται η γη· ας ηχη η θαλασσα και το πληρωμα αυτης.
<scripture passage="Ps 96:12" parsed="|Ps|96|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.12" />
<sup>12</sup>Ας χαιρωσιν αι πεδιαδες και παντα τα εν αυταις· τοτε θελουσιν αγαλλεσθαι παντα τα δενδρα του δασους
<scripture passage="Ps 96:13" parsed="|Ps|96|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.96.13" />
<sup>13</sup>ενωπιον του Κυριου· διοτι ερχεται, διοτι ερχεται δια να κρινη την γην· θελει κρινει την οικουμενην εν δικαιοσυνη και τους λαους εν τη αληθεια αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 97" progress="51.92%" prev="Ps.96" next="Ps.98" id="Ps.97">
<h3 id="Ps.97-p0.1">Chapter 97</h3>
<p class="Greek" id="Ps.97-p1">
<scripture passage="Ps 97:1" parsed="|Ps|97|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.1" />
<sup>1</sup>Ο Κυριος βασιλευει· ας αγαλλεται η γη· ας ευφραινεται το πληθος των νησων.
<scripture passage="Ps 97:2" parsed="|Ps|97|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.2" />
<sup>2</sup>Νεφελη και ομιχλη ειναι κυκλω αυτου· δικαιοσυνη και κρισις η βασις του θρονου αυτου.
<scripture passage="Ps 97:3" parsed="|Ps|97|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.3" />
<sup>3</sup>πυρ προπορευεται εμπροσθεν αυτου και καταφλεγει πανταχοθεν, τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Ps 97:4" parsed="|Ps|97|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.4" />
<sup>4</sup>Αι αστραπαι αυτου φωτιζουσι την οικουμενην· ειδεν η γη και εσαλευθη.
<scripture passage="Ps 97:5" parsed="|Ps|97|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.5" />
<sup>5</sup>Τα ορη διαλυονται ως κηρος απο της παρουσιας του Κυριου, απο της παρουσιας του Κυριου πασης της γης·
<scripture passage="Ps 97:6" parsed="|Ps|97|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.6" />
<sup>6</sup>Αναγγελλουσιν οι ουρανοι την δικαιοσυνην αυτου, και βλεπουσι παντες οι λαοι την δοξαν αυτου.
<scripture passage="Ps 97:7" parsed="|Ps|97|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.7" />
<sup>7</sup>Ας αισχυνθωσι παντες οι λατρευοντες τα γλυπτα, οι καυχωμενοι εις τα ειδωλα· προσκυνειτε αυτον, παντες οι θεοι.
<scripture passage="Ps 97:8" parsed="|Ps|97|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.8" />
<sup>8</sup>Ηκουσεν η Σιων και ευφρανθη, και εχαρησαν αι θυγατερες του Ιουδα δια τας κρισεις σου, Κυριε.
<scripture passage="Ps 97:9" parsed="|Ps|97|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.9" />
<sup>9</sup>Διοτι συ, Κυριε, εισαι υψιστος εφ' ολην την γην· σφοδρα υπερυψωθης υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="Ps 97:10" parsed="|Ps|97|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.10" />
<sup>10</sup>Οι αγαπωντες τον Κυριον, μισειτε το κακον· αυτος φυλαττει τας ψυχας των οσιων αυτου· ελευθερονει αυτους εκ χειρος ασεβων.
<scripture passage="Ps 97:11" parsed="|Ps|97|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.11" />
<sup>11</sup>Φως σπειρεται δια τον δικαιον και ευφροσυνη δια τους ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 97:12" parsed="|Ps|97|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.97.12" />
<sup>12</sup>Ευφραινεσθε, δικαιοι, εν Κυριω, και υμνειτε την μνημην της αγιωσυνης αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 98" progress="51.95%" prev="Ps.97" next="Ps.99" id="Ps.98">
<h3 id="Ps.98-p0.1">Chapter 98</h3>
<p class="Greek" id="Ps.98-p1">
<scripture passage="Ps 98:1" parsed="|Ps|98|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.1" />
<sup>1</sup>Ψαλατε εις τον Κυριον ασμα νεον· διοτι εκαμε θαυμασια· η δεξια αυτου και ο βραχιων ο αγιος αυτου ενηργησαν εις αυτον σωτηριαν.
<scripture passage="Ps 98:2" parsed="|Ps|98|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος εκαμε γνωστην την σωτηριαν αυτου· εμπροσθεν των εθνων απεκαλυψε την δικαιοσυνην αυτου.
<scripture passage="Ps 98:3" parsed="|Ps|98|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.3" />
<sup>3</sup>Ενεθυμηθη το ελεος αυτου και την αληθειαν αυτου προς τον οικον του Ισραηλ· παντα τα περατα της γης ειδον την σωτηριαν του Θεου ημων.
<scripture passage="Ps 98:4" parsed="|Ps|98|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.4" />
<sup>4</sup>Αλαλαξατε εις τον Κυριον, πασα η γη· ευφραινεσθε και αγαλλεσθε και ψαλμωδειτε.
<scripture passage="Ps 98:5" parsed="|Ps|98|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.5" />
<sup>5</sup>Ψαλμωδειτε εις τον Κυριον εν κιθαρα· εν κιθαρα και φωνη ψαλμωδιας.
<scripture passage="Ps 98:6" parsed="|Ps|98|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.6" />
<sup>6</sup>Μετα σαλπιγγων και εν φωνη κερατινης αλαλαξατε ενωπιον του Βασιλεως Κυριου.
<scripture passage="Ps 98:7" parsed="|Ps|98|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.7" />
<sup>7</sup>Ας ηχη η θαλασσα και το πληρωμα αυτης· η οικουμενη και οι κατοικουντες εν αυτη.
<scripture passage="Ps 98:8" parsed="|Ps|98|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.8" />
<sup>8</sup>Οι ποταμοι ας κροτωσι χειρας, τα ορη ας αγαλλωνται ομου,
<scripture passage="Ps 98:9" parsed="|Ps|98|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.98.9" />
<sup>9</sup>ενωπιον του Κυριου· διοτι ερχεται δια να κρινη την γην· θελει κρινει την οικουμενην εν δικαιοσυνη και τους λαους εν ευθυτητι.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 99" progress="51.97%" prev="Ps.98" next="Ps.100" id="Ps.99">
<h3 id="Ps.99-p0.1">Chapter 99</h3>
<p class="Greek" id="Ps.99-p1">
<scripture passage="Ps 99:1" parsed="|Ps|99|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.1" />
<sup>1</sup>Ο Κυριος βασιλευει, ας τρεμωσιν οι λαοι· ο καθημενος επι των χερουβειμ· ας σεισθη η γη.
<scripture passage="Ps 99:2" parsed="|Ps|99|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος ειναι μεγας εν Σιων, και επι παντας τους λαους ειναι υψηλος.
<scripture passage="Ps 99:3" parsed="|Ps|99|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.3" />
<sup>3</sup>Ας δοξολογωσι το ονομα σου το μεγα και φοβερον, διοτι ειναι αγιον·
<scripture passage="Ps 99:4" parsed="|Ps|99|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.4" />
<sup>4</sup>και την δυναμιν του βασιλεως, οστις αγαπα την δικαιοσυνην· συ διωρισας την ευθυτητα, συ εκαμες κρισιν και δικαιοσυνην εις τον Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 99:5" parsed="|Ps|99|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.5" />
<sup>5</sup>Υψουτε Κυριον τον Θεον ημων και προσκυνειτε εις το υποποδιον των ποδων αυτου· διοτι ειναι αγιος.
<scripture passage="Ps 99:6" parsed="|Ps|99|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.6" />
<sup>6</sup>Μωυσης και Ααρων μεταξυ των ιερεων αυτου, και Σαμουηλ μεταξυ των επικαλουμενων το ονομα αυτου, επεκαλουντο τον Κυριον, και αυτος εισηκουεν αυτων.
<scripture passage="Ps 99:7" parsed="|Ps|99|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.7" />
<sup>7</sup>Εν στυλω νεφελης ελαλει προς αυτους· εφυλαξε τα μαρτυρια αυτου και τα προσταγματα, τα οποια εδωκεν εις αυτους·
<scripture passage="Ps 99:8" parsed="|Ps|99|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.8" />
<sup>8</sup>Κυριε Θεε ημων, συ εισηκουες αυτων· εγεινας εις αυτους Θεος συγχωρητικος, πλην και εκδικητης δια τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Ps 99:9" parsed="|Ps|99|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.99.9" />
<sup>9</sup>Υψουτε Κυριον τον Θεον ημων και προσκυνειτε εις το ορος το αγιον αυτου· διοτι αγιος Κυριος ο Θεος ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 100" progress="51.99%" prev="Ps.99" next="Ps.101" id="Ps.100">
<h3 id="Ps.100-p0.1">Chapter 100</h3>
<p class="Greek" id="Ps.100-p1">
<scripture passage="Ps 100:1" parsed="|Ps|100|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.100.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος δοξολογιας.» Αλαλαξατε εις τον Κυριον, πασα η γη.
<scripture passage="Ps 100:2" parsed="|Ps|100|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.100.2" />
<sup>2</sup>Δουλευσατε εις τον Κυριον εν ευφροσυνη· ελθετε ενωπιον αυτου εν αγαλλιασει.
<scripture passage="Ps 100:3" parsed="|Ps|100|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.100.3" />
<sup>3</sup>Γνωρισατε οτι ο Κυριος ειναι ο Θεος· αυτος εκαμεν ημας, και ουχι ημεις· ημεις ειμεθα λαος αυτου και προβατα της βοσκης αυτου.
<scripture passage="Ps 100:4" parsed="|Ps|100|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.100.4" />
<sup>4</sup>Εισελθετε εις τας πυλας αυτου εν δοξολογια, εις τας αυλας αυτου εν υμνω· δοξολογειτε αυτον· ευλογειτε το ονομα αυτου.
<scripture passage="Ps 100:5" parsed="|Ps|100|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.100.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο Κυριος ειναι αγαθος· εις τον αιωνα μενει το ελεος αυτου, και εως γενεας και γενεας η αληθεια αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 101" progress="52.00%" prev="Ps.100" next="Ps.102" id="Ps.101">
<h3 id="Ps.101-p0.1">Chapter 101</h3>
<p class="Greek" id="Ps.101-p1">
<scripture passage="Ps 101:1" parsed="|Ps|101|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ελεος και κρισιν θελω ψαλλει· εις σε, Κυριε, θελω ψαλμωδει.
<scripture passage="Ps 101:2" parsed="|Ps|101|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.2" />
<sup>2</sup>Θελω εισθαι συνετος εν οδω αμωμω· ποτε θελεις ελθει προς εμε; θελω περιπατει εν ακεραιοτητι της καρδιας μου εν μεσω του οικου μου.
<scripture passage="Ps 101:3" parsed="|Ps|101|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελω βαλει προ οφθαλμων μου πραγμα πονηρον· μισω τους ποιουντας παρανομα· ουδεν τουτων θελει κολληθη εις εμε.
<scripture passage="Ps 101:4" parsed="|Ps|101|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.4" />
<sup>4</sup>Η διεστραμμενη καρδια θελει αποβληθη απ' εμου· τον πονηρον δεν θελω γνωριζει.
<scripture passage="Ps 101:5" parsed="|Ps|101|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.5" />
<sup>5</sup>Τον καταλαλουντα κρυφιως τον πλησιον αυτου, τουτον θελω εξολοθρευει· τον εχοντα υπερηφανον βλεμμα και επηρμενην καρδιαν, τουτον δεν θελω υποφερει.
<scripture passage="Ps 101:6" parsed="|Ps|101|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.6" />
<sup>6</sup>Οι οφθαλμοι μου θελουσιν εισθαι επι τους πιστους της γης, δια να συγκατοικωσι μετ' εμου· ο περιπατων εν οδω αμωμω, ουτος θελει με υπηρετει.
<scripture passage="Ps 101:7" parsed="|Ps|101|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.7" />
<sup>7</sup>Δεν θελει κατοικει εν μεσω του οικου μου ο εργαζομενος απατην· ο λαλων ψευδος δεν θελει στερεωθη εμπροσθεν των οφθαλμων μου.
<scripture passage="Ps 101:8" parsed="|Ps|101|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.101.8" />
<sup>8</sup>Κατα πασαν πρωιαν θελω εξολοθρευει παντας τους ασεβεις της γης, δια να εκκοψω εκ της πολεως του Κυριου παντας τους εργατας της ανομιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 102" progress="52.03%" prev="Ps.101" next="Ps.103" id="Ps.102">
<h3 id="Ps.102-p0.1">Chapter 102</h3>
<p class="Greek" id="Ps.102-p1">
<scripture passage="Ps 102:1" parsed="|Ps|102|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.1" />
<sup>1</sup>«Προσευχη του τεθλιμμενου, οταν αδημονη, και εκχεη το παραπονον αυτου ενωπιον του Κυριου.» Κυριε, εισακουσον της προσευχης μου, και η κραυγη μου ας ελθη προς σε.
<scripture passage="Ps 102:2" parsed="|Ps|102|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.2" />
<sup>2</sup>Μη κρυψης το προσωπον σου απ' εμου· καθ' ην ημεραν θλιβομαι, κλινον προς εμε το ωτιον σου· καθ' ην ημεραν σε επικαλουμαι, ταχεως επακουε μου.
<scripture passage="Ps 102:3" parsed="|Ps|102|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εξελιπον ως καπνος αι ημεραι μου, και τα οστα μου ως φρυγανον κατεξηρανθησαν.
<scripture passage="Ps 102:4" parsed="|Ps|102|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.4" />
<sup>4</sup>Επληγωθη η καρδια μου και εξηρανθη ως χορτος, ωστε ελησμονησα να τρωγω τον αρτον μου.
<scripture passage="Ps 102:5" parsed="|Ps|102|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.5" />
<sup>5</sup>Απο φωνης του στεναγμου μου εκολληθησαν τα οστα μου εις το δερμα μου.
<scripture passage="Ps 102:6" parsed="|Ps|102|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.6" />
<sup>6</sup>Κατεσταθην ομοιος του ερημικου πελεκανος· εγεινα ως νυκτοκοραξ εν ταις ερημοις.
<scripture passage="Ps 102:7" parsed="|Ps|102|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.7" />
<sup>7</sup>Αγρυπνω και ειμαι ως στρουθιον μοναζον επι δωματος.
<scripture passage="Ps 102:8" parsed="|Ps|102|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.8" />
<sup>8</sup>Ολην την ημεραν με ονειδιζουσιν οι εχθροι μου· οι μαινομενοι ομνυουσι κατ' εμου.
<scripture passage="Ps 102:9" parsed="|Ps|102|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.9" />
<sup>9</sup>Διοτι εφαγον στακτην ως αρτον και συνεκερασα με δακρυα το ποτον μου,
<scripture passage="Ps 102:10" parsed="|Ps|102|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.10" />
<sup>10</sup>Εξ αιτιας της οργης σου και της αγανακτησεως σου· διοτι σηκωσας με ερριψας κατω.
<scripture passage="Ps 102:11" parsed="|Ps|102|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.11" />
<sup>11</sup>Αι ημεραι μου παρερχονται ως σκια, και εγω εξηρανθην ως χορτος.
<scripture passage="Ps 102:12" parsed="|Ps|102|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.12" />
<sup>12</sup>Συ δε, Κυριε, εις τον αιωνα διαμενεις, και το μνημοσυνον σου εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 102:13" parsed="|Ps|102|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.13" />
<sup>13</sup>Συ θελεις σηκωθη, θελεις σπλαγχνισθη την Σιων· διοτι ειναι καιρος να ελεησης αυτην, διοτι ο διωρισμενος καιρος εφθασεν.
<scripture passage="Ps 102:14" parsed="|Ps|102|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.14" />
<sup>14</sup>Επειδη οι δουλοι σου αρεσκονται εις τους λιθους αυτης και σπλαγχνιζονται το χωμα αυτης.
<scripture passage="Ps 102:15" parsed="|Ps|102|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.15" />
<sup>15</sup>Τοτε τα εθνη θελουσι φοβηθη το ονομα του Κυριου, και παντες οι βασιλεις της γης την δοξαν σου.
<scripture passage="Ps 102:16" parsed="|Ps|102|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.16" />
<sup>16</sup>Οταν ο Κυριος οικοδομηση την Σιων θελει φανη εν τη δοξα αυτου.
<scripture passage="Ps 102:17" parsed="|Ps|102|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.17" />
<sup>17</sup>Θελει επιβλεψει επι την προσευχην των εγκαταλελειμμενων και δεν θελει καταφρονησει την δεησιν αυτων.
<scripture passage="Ps 102:18" parsed="|Ps|102|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.18" />
<sup>18</sup>Τουτο θελει γραφθη δια την γενεαν την επερχομενην· και ο λαος, οστις θελει δημιουργηθη, θελει αινει τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 102:19" parsed="|Ps|102|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εκυψεν εκ του υψους του αγιαστηριου αυτου, εξ ουρανου επεβλεψεν ο Κυριος επι την γην,
<scripture passage="Ps 102:20" parsed="|Ps|102|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.20" />
<sup>20</sup>δια να ακουση τον στεναγμον των δεσμιων, δια να λυση τους καταδεδικασμενους εις θανατον·
<scripture passage="Ps 102:21" parsed="|Ps|102|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.21" />
<sup>21</sup>δια να κηρυττωσιν εν Σιων το ονομα του Κυριου και την αινεσιν αυτου εν Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Ps 102:22" parsed="|Ps|102|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.22" />
<sup>22</sup>οταν συναχθωσιν ομου οι λαοι και αι βασιλειαι, δια να δουλευσωσι τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 102:23" parsed="|Ps|102|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.23" />
<sup>23</sup>Ηδυνατισεν εν τη οδω την ισχυν μου· συνετεμε τας ημερας μου.
<scripture passage="Ps 102:24" parsed="|Ps|102|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.24" />
<sup>24</sup>Εγω ειπα, μη με αρπασης, Θεε μου, εν τω ημισει των ημερων μου· τα ετη σου ειναι εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Ps 102:25" parsed="|Ps|102|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.25" />
<sup>25</sup>Κατ' αρχας συ, Κυριε, την γην εθεμελιωσας, και εργα των χειρων σου ειναι οι ουρανοι.
<scripture passage="Ps 102:26" parsed="|Ps|102|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.26" />
<sup>26</sup>Αυτοι θελουσιν απολεσθη, συ δε διαμενεις· και παντες ως ιματιον θελουσι παλαιωθη· ως περιενδυμα θελεις τυλιξει αυτους, και θελουσιν αλλαχθη·
<scripture passage="Ps 102:27" parsed="|Ps|102|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.27" />
<sup>27</sup>συ ομως εισαι ο αυτος, και τα ετη σου δεν θελουσιν εκλειψει.
<scripture passage="Ps 102:28" parsed="|Ps|102|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.102.28" />
<sup>28</sup>Οι υιοι των δουλων σου θελουσι κατοικει, και το σπερμα αυτων θελει διαμενει ενωπιον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 103" progress="52.09%" prev="Ps.102" next="Ps.104" id="Ps.103">
<h3 id="Ps.103-p0.1">Chapter 103</h3>
<p class="Greek" id="Ps.103-p1">
<scripture passage="Ps 103:1" parsed="|Ps|103|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον· και παντα τα εντος μου το ονομα το αγιον αυτου.
<scripture passage="Ps 103:2" parsed="|Ps|103|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.2" />
<sup>2</sup>Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον, και μη λησμονης πασας τας ευεργεσιας αυτου·
<scripture passage="Ps 103:3" parsed="|Ps|103|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.3" />
<sup>3</sup>τον συγχωρουντα πασας τας ανομιας σου· τον ιατρευοντα πασας τας αρρωστιας σου·
<scripture passage="Ps 103:4" parsed="|Ps|103|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.4" />
<sup>4</sup>τον λυτρονοντα εκ της φθορας την ζωην σου· τον στεφανουντα σε με ελεος και οικτιρμους·
<scripture passage="Ps 103:5" parsed="|Ps|103|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.5" />
<sup>5</sup>τον χορταζοντα εν αγαθοις το γηρας σου· η νεοτης σου ανανεουται ως του αετου.
<scripture passage="Ps 103:6" parsed="|Ps|103|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος καμνει δικαιοσυνην και κρισιν εις παντας τους αδικουμενους.
<scripture passage="Ps 103:7" parsed="|Ps|103|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.7" />
<sup>7</sup>Εφανερωσε τας οδους αυτου εις τον Μωυσην, τα εργα αυτου εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 103:8" parsed="|Ps|103|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.8" />
<sup>8</sup>Οικτιρμων και ελεημων ειναι ο Κυριος, μακροθυμος και πολυελεος.
<scripture passage="Ps 103:9" parsed="|Ps|103|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελει δικολογει διαπαντος ουδε θελει φυλαττει την οργην αυτου εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 103:10" parsed="|Ps|103|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.10" />
<sup>10</sup>Δεν εκαμεν εις ημας κατα τας αμαρτιας ημων, ουδε ανταπεδωκεν εις ημας κατα τας ανομιας ημων.
<scripture passage="Ps 103:11" parsed="|Ps|103|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.11" />
<sup>11</sup>Διοτι οσον ειναι το υψος του ουρανου υπερανω της γης, τοσον μεγα ειναι το ελεος αυτου προς τους φοβουμενους αυτον.
<scripture passage="Ps 103:12" parsed="|Ps|103|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.12" />
<sup>12</sup>Οσον απεχει η ανατολη απο της δυσεως, τοσον εμακρυνεν αφ' ημων τας ανομιας ημων.
<scripture passage="Ps 103:13" parsed="|Ps|103|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.13" />
<sup>13</sup>Καθως σπλαγχνιζεται ο πατηρ τα τεκνα, ουτως ο Κυριος σπλαγχνιζεται τους φοβουμενους αυτον.
<scripture passage="Ps 103:14" parsed="|Ps|103|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.14" />
<sup>14</sup>Διοτι αυτος γνωριζει την πλασιν ημων, ενθυμειται οτι ειμεθα χωμα.
<scripture passage="Ps 103:15" parsed="|Ps|103|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.15" />
<sup>15</sup>Του ανθρωπου αι ημεραι ειναι ως χορτος· ως το ανθος του αγρου, ουτως ανθει.
<scripture passage="Ps 103:16" parsed="|Ps|103|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.16" />
<sup>16</sup>Διοτι διερχεται ο ανεμος επ' αυτου, και δεν υπαρχει πλεον· και ο τοπος αυτου δεν γνωριζει αυτο πλεον.
<scripture passage="Ps 103:17" parsed="|Ps|103|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.17" />
<sup>17</sup>Το δε ελεος του Κυριου ειναι απο του αιωνος και εως του αιωνος επι τους φοβουμενους αυτον· και η δικαιοσυνη αυτου επι τους υιους των υιων·
<scripture passage="Ps 103:18" parsed="|Ps|103|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.18" />
<sup>18</sup>επι τους φυλαττοντας την διαθηκην αυτου και ενθυμουμενους τας εντολας αυτου δια να εκπληρωσιν αυτας.
<scripture passage="Ps 103:19" parsed="|Ps|103|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.19" />
<sup>19</sup>Ο Κυριος ητοιμασε τον θρονον αυτου εν τω ουρανω, και η βασιλεια αυτου δεσποζει τα παντα.
<scripture passage="Ps 103:20" parsed="|Ps|103|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.20" />
<sup>20</sup>Ευλογειτε τον Κυριον, αγγελοι αυτου, δυνατοι εν ισχυι, οι εκτελουντες τον λογον αυτου, οι ακουοντες της φωνης του λογου αυτου.
<scripture passage="Ps 103:21" parsed="|Ps|103|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.21" />
<sup>21</sup>Ευλογειτε τον Κυριον, πασαι αι δυναμεις αυτου· λειτουργοι αυτου, οι εκτελουντες το θελημα αυτου.
<scripture passage="Ps 103:22" parsed="|Ps|103|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.103.22" />
<sup>22</sup>Ευλογειτε τον Κυριον, παντα τα εργα αυτου εν παντι τοπω της δεσποτειας αυτου. Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 104" progress="52.14%" prev="Ps.103" next="Ps.105" id="Ps.104">
<h3 id="Ps.104-p0.1">Chapter 104</h3>
<p class="Greek" id="Ps.104-p1">
<scripture passage="Ps 104:1" parsed="|Ps|104|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.1" />
<sup>1</sup>Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον. Κυριε Θεε μου, εμεγαλυνθης σφοδρα· τιμην και μεγαλοπρεπειαν εισαι ενδεδυμενος·
<scripture passage="Ps 104:2" parsed="|Ps|104|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.2" />
<sup>2</sup>ο περιτυλιττομενος το φως ως ιματιον, ο εκτεινων τον ουρανον ως καταπετασμα·
<scripture passage="Ps 104:3" parsed="|Ps|104|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.3" />
<sup>3</sup>ο στεγαζων με υδατα τα υπερωα αυτου· ο ποιων τα νεφη αμαξαν αυτου· ο περιπατων επι πτερυγων ανεμων·
<scripture passage="Ps 104:4" parsed="|Ps|104|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.4" />
<sup>4</sup>ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευματα, τους λειτουργους αυτου πυρος φλογα·
<scripture passage="Ps 104:5" parsed="|Ps|104|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.5" />
<sup>5</sup>ο θεμελιων την γην επι την βασιν αυτης, δια να μη σαλευθη εις τον αιωνα του αιωνος.
<scripture passage="Ps 104:6" parsed="|Ps|104|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.6" />
<sup>6</sup>Με την αβυσσον, ως με ιματιον, εκαλυψας αυτην· τα υδατα εσταθησαν επι των ορεων·
<scripture passage="Ps 104:7" parsed="|Ps|104|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.7" />
<sup>7</sup>απο επιτιμησεως σου εφυγον· απο της φωνης της βροντης σου εσυρθησαν εν βια·
<scripture passage="Ps 104:8" parsed="|Ps|104|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.8" />
<sup>8</sup>ανεβησαν εις τα ορη, κατεβησαν εις τας κοιλαδας, εις τοπον, τον οποιον διωρισας δι' αυτα·
<scripture passage="Ps 104:9" parsed="|Ps|104|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.9" />
<sup>9</sup>εθεσας οριον, το οποιον δεν θελουσιν υπερβη ουδε θελουσιν επιστρεψει δια να σκεπασωσι την γην.
<scripture passage="Ps 104:10" parsed="|Ps|104|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.10" />
<sup>10</sup>Ο εξαποστελλων πηγας εις τας φαραγγας, δια να ρεωσιν αναμεσον των ορεων·
<scripture passage="Ps 104:11" parsed="|Ps|104|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.11" />
<sup>11</sup>ποτιζουσι παντα τα θηρια του αγρου· οι αγριοι ονοι σβυνουσι την διψαν αυτων·
<scripture passage="Ps 104:12" parsed="|Ps|104|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.12" />
<sup>12</sup>πλησιον αυτων τα πετεινα του ουρανου κατασκηνουσι, και αναμεσον των κλαδων κελαδουσιν.
<scripture passage="Ps 104:13" parsed="|Ps|104|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.13" />
<sup>13</sup>Ο ποτιζων τα ορη εκ των υπερωων αυτου· απο του καρπου των εργων σου χορταινει η γη.
<scripture passage="Ps 104:14" parsed="|Ps|104|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.14" />
<sup>14</sup>Ο αναδιδων χορτον δια τα κτηνη και βοτανην προς χρησιν του ανθρωπου, δια να εξαγη τροφην εκ της γης,
<scripture passage="Ps 104:15" parsed="|Ps|104|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.15" />
<sup>15</sup>και οινον ευφραινοντα την καρδιαν του ανθρωπου, ελαιον δια να λαμπρυνη το προσωπον αυτου, και αρτον στηριζοντα την καρδιαν του ανθρωπου.
<scripture passage="Ps 104:16" parsed="|Ps|104|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.16" />
<sup>16</sup>Εχορτασθησαν τα δενδρα του Κυριου· αι κεδροι του Λιβανου, τας οποιας εφυτευσεν·
<scripture passage="Ps 104:17" parsed="|Ps|104|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.17" />
<sup>17</sup>Οπου τα πετεινα καμνουσι φωλεας· αι πευκαι ειναι η κατοικια του πελαργου.
<scripture passage="Ps 104:18" parsed="|Ps|104|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.18" />
<sup>18</sup>Τα ορη τα υψηλα ειναι δια τας δορκαδας· αι πετραι καταφυγη εις τους δασυποδας.
<scripture passage="Ps 104:19" parsed="|Ps|104|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.19" />
<sup>19</sup>Εκαμε την σεληνην δια τους καιρους· ο ηλιος γνωριζει την δυσιν αυτου.
<scripture passage="Ps 104:20" parsed="|Ps|104|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.20" />
<sup>20</sup>Φερεις σκοτος, και γινεται νυξ· εν αυτη περιφερονται παντα τα θηρια του δασους·
<scripture passage="Ps 104:21" parsed="|Ps|104|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.21" />
<sup>21</sup>οι σκυμνοι βρυχωνται δια να αρπασωσι, και να ζητησωσι παρα του Θεου την τροφην αυτων.
<scripture passage="Ps 104:22" parsed="|Ps|104|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.22" />
<sup>22</sup>Ο ηλιος ανατελλει· συναγονται και πλαγιαζουσιν εν τοις σπηλαιοις αυτων·
<scripture passage="Ps 104:23" parsed="|Ps|104|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.23" />
<sup>23</sup>εξερχεται ο ανθρωπος εις το εργον αυτου και εις την εργασιαν αυτου εως εσπερας.
<scripture passage="Ps 104:24" parsed="|Ps|104|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.24" />
<sup>24</sup>Ποσον μεγαλα ειναι τα εργα σου, Κυριε· τα παντα εν σοφια εποιησας· η γη ειναι πληρης των ποιηματων σου·
<scripture passage="Ps 104:25" parsed="|Ps|104|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.25" />
<sup>25</sup>αυτη η θαλασσα η μεγαλη και ευρυχωρος. Εκει ειναι ερπετα αναριθμητα, ζωα μικρα μετα μεγαλων·
<scripture passage="Ps 104:26" parsed="|Ps|104|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.26" />
<sup>26</sup>εκει διατρεχουσι τα πλοια· εκει ο Λευιαθαν ουτος, τον οποιον επλασας δια να παιζη εν αυτη.
<scripture passage="Ps 104:27" parsed="|Ps|104|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.27" />
<sup>27</sup>Παντα ταυτα επι σε ελπιζουσι, δια να δωσης εν καιρω την τροφην αυτων.
<scripture passage="Ps 104:28" parsed="|Ps|104|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.28" />
<sup>28</sup>Διδεις εις αυτα, συναγουσιν· ανοιγεις την χειρα σου, χορταινουσιν αγαθα.
<scripture passage="Ps 104:29" parsed="|Ps|104|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.29" />
<sup>29</sup>Αποστρεφεις το προσωπον σου, ταραττονται· σηκονεις την πνοην αυτων, αποθνησκουσι και εις το χωμα αυτων επιστρεφουσιν·
<scripture passage="Ps 104:30" parsed="|Ps|104|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.30" />
<sup>30</sup>εξαποστελλεις το πνευμα σου, κτιζονται, και ανανεονεις το προσωπον της γης.
<scripture passage="Ps 104:31" parsed="|Ps|104|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.31" />
<sup>31</sup>Η δοξα του Κυριου εστω εις τον αιωνα· ας ευφραινεται ο Κυριος εις τα εργα αυτου·
<scripture passage="Ps 104:32" parsed="|Ps|104|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.32" />
<sup>32</sup>ο επιβλεπων επι την γην και καμνων αυτην να τρεμη· εγγιζει τα ορη, και καπνιζουσι.
<scripture passage="Ps 104:33" parsed="|Ps|104|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.33" />
<sup>33</sup>Θελω ψαλλει εις τον Κυριον ενοσω ζω· θελω ψαλμωδει εις τον Θεον μου ενοσω υπαρχω.
<scripture passage="Ps 104:34" parsed="|Ps|104|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.34" />
<sup>34</sup>Η εις αυτον μελετη μου θελει εισθαι γλυκεια· εγω θελω ευφραινεσθαι εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 104:35" parsed="|Ps|104|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.104.35" />
<sup>35</sup>Ας εκλειψωσιν οι αμαρτωλοι απο της γης και οι ασεβεις ας μη υπαρχωσι πλεον. Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 105" progress="52.21%" prev="Ps.104" next="Ps.106" id="Ps.105">
<h3 id="Ps.105-p0.1">Chapter 105</h3>
<p class="Greek" id="Ps.105-p1">
<scripture passage="Ps 105:1" parsed="|Ps|105|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.1" />
<sup>1</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον· επικαλεισθε το ονομα αυτου· καμετε γνωστα εν τοις λαοις τα εργα αυτου.
<scripture passage="Ps 105:2" parsed="|Ps|105|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.2" />
<sup>2</sup>Ψαλλετε εις αυτον· ψαλμωδειτε εις αυτον· λαλειτε περι παντων των θαυμασιων αυτου.
<scripture passage="Ps 105:3" parsed="|Ps|105|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.3" />
<sup>3</sup>Καυχασθε εις το αγιον αυτου ονομα· ας ευφραινεται η καρδια των εκζητουντων τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 105:4" parsed="|Ps|105|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.4" />
<sup>4</sup>Ζητειτε τον Κυριον και την δυναμιν αυτου· εκζητειτε το προσωπον αυτου διαπαντος.
<scripture passage="Ps 105:5" parsed="|Ps|105|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.5" />
<sup>5</sup>Μνημονευετε των θαυμασιων αυτου τα οποια εκαμε· των τεραστιων αυτου και των κρισεων του στοματος αυτου·
<scripture passage="Ps 105:6" parsed="|Ps|105|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.6" />
<sup>6</sup>Σπερμα Αβρααμ του δουλου αυτου, υιοι Ιακωβ, οι εκλεκτοι αυτου.
<scripture passage="Ps 105:7" parsed="|Ps|105|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.7" />
<sup>7</sup>Αυτος ειναι Κυριος ο Θεος ημων· εν παση τη γη ειναι αι κρισεις αυτου.
<scripture passage="Ps 105:8" parsed="|Ps|105|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.8" />
<sup>8</sup>Μνημονευετε παντοτε της διαθηκης αυτου, του λογου, τον οποιον προσεταξεν εις χιλιας γενεας,
<scripture passage="Ps 105:9" parsed="|Ps|105|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.9" />
<sup>9</sup>της διαθηκης, την οποιαν εκαμε προς τον Αβρααμ, και του ορκου αυτου προς τον Ισαακ·
<scripture passage="Ps 105:10" parsed="|Ps|105|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.10" />
<sup>10</sup>και εβεβαιωσεν αυτον προς τον Ιακωβ δια νομου, προς τον Ισραηλ δια διαθηκην αιωνιον,
<scripture passage="Ps 105:11" parsed="|Ps|105|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.11" />
<sup>11</sup>λεγων, Εις σε θελω δωσει την γην Χανααν, μεριδα της κληρονομιας σας.
<scripture passage="Ps 105:12" parsed="|Ps|105|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.12" />
<sup>12</sup>Ενω ησαν αυτοι ολιγοστοι τον αριθμον, ολιγοι, και παροικοι εν αυτη,
<scripture passage="Ps 105:13" parsed="|Ps|105|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.13" />
<sup>13</sup>και διηρχοντο απο εθνους εις εθνος, απο βασιλειου εις αλλον λαον,
<scripture passage="Ps 105:14" parsed="|Ps|105|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.14" />
<sup>14</sup>δεν αφηκεν ανθρωπον να αδικηση αυτους· μαλιστα υπερ αυτων ηλεγξε βασιλεις,
<scripture passage="Ps 105:15" parsed="|Ps|105|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.15" />
<sup>15</sup>λεγων, μη εγγισητε τους κεχρισμενους μου και μη κακοποιησητε τους προφητας μου.
<scripture passage="Ps 105:16" parsed="|Ps|105|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.16" />
<sup>16</sup>Και εκαλεσε πειναν επι την γην· συνετριψε παν στηριγμα αρτου.
<scripture passage="Ps 105:17" parsed="|Ps|105|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.17" />
<sup>17</sup>Απεστειλεν εμπροσθεν αυτων ανθρωπον, Ιωσηφ τον πωληθεντα ως δουλον·
<scripture passage="Ps 105:18" parsed="|Ps|105|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.18" />
<sup>18</sup>του οποιου τους ποδας εσφιγξαν εν δεσμοις· εβαλον αυτον εις τα σιδηρα·
<scripture passage="Ps 105:19" parsed="|Ps|105|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.19" />
<sup>19</sup>εωσου ελθη ο λογος αυτου· ο λογος του Κυριου εδοκιμασεν αυτον.
<scripture passage="Ps 105:20" parsed="|Ps|105|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.20" />
<sup>20</sup>Απεστειλεν ο βασιλευς και ελυσεν αυτον· ο αρχων των λαων, και ηλευθερωσεν αυτον.
<scripture passage="Ps 105:21" parsed="|Ps|105|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.21" />
<sup>21</sup>Κατεστησεν αυτον κυριον του οικου αυτου, και αρχοντα επι παντων των κτηματων αυτου·
<scripture passage="Ps 105:22" parsed="|Ps|105|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.22" />
<sup>22</sup>δια να παιδευη τους αρχοντας αυτου κατα την αρεσκειαν αυτου, και να διδαξη σοφιαν τους πρεσβυτερους αυτου.
<scripture passage="Ps 105:23" parsed="|Ps|105|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.23" />
<sup>23</sup>Τοτε ηλθεν ο Ισραηλ εις την Αιγυπτον, και ο Ιακωβ παρωκησεν εν γη Χαμ.
<scripture passage="Ps 105:24" parsed="|Ps|105|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.24" />
<sup>24</sup>Και ο Κυριος ηυξησε σφοδρα τον λαον αυτου, και εκραταιωσεν αυτον υπερ τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Ps 105:25" parsed="|Ps|105|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.25" />
<sup>25</sup>Εστραφη η καρδια αυτων εις το να μισωσι τον λαον αυτου, εις το να δολιευωνται εναντιον των δουλων αυτου.
<scripture passage="Ps 105:26" parsed="|Ps|105|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.26" />
<sup>26</sup>Εξαπεστειλε Μωυσην τον δουλον αυτου, και Ααρων, τον οποιον εξελεξεν.
<scripture passage="Ps 105:27" parsed="|Ps|105|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.27" />
<sup>27</sup>Εξετελεσαν εν μεσω αυτων τους λογους των σημειων αυτου και τα θαυμασια αυτου εν γη Χαμ.
<scripture passage="Ps 105:28" parsed="|Ps|105|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.28" />
<sup>28</sup>Εξαπεστειλε σκοτος, και εσκοτασε· και δεν ηπειθησαν εις τους λογους αυτου.
<scripture passage="Ps 105:29" parsed="|Ps|105|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.29" />
<sup>29</sup>Μετεβαλε τα υδατα αυτων εις αιμα και εθανατωσε τους ιχθυας αυτων.
<scripture passage="Ps 105:30" parsed="|Ps|105|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.30" />
<sup>30</sup>Η γη αυτων ανεβρυσε βατραχους, εως των ταμειων των βασιλεων αυτων.
<scripture passage="Ps 105:31" parsed="|Ps|105|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.31" />
<sup>31</sup>Ειπε, και ηλθε κυνομυια, και σκνιπες εις παντα τα ορια αυτων.
<scripture passage="Ps 105:32" parsed="|Ps|105|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.32" />
<sup>32</sup>Εδωκεν εις αυτους χαλαζαν αντι βροχης, και πυρ φλογερον εις την γην αυτων·
<scripture passage="Ps 105:33" parsed="|Ps|105|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.33" />
<sup>33</sup>και επαταξε τας αμπελους αυτων και τας συκεας αυτων, και συνετριψε τα δενδρα των οριων αυτων.
<scripture passage="Ps 105:34" parsed="|Ps|105|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.34" />
<sup>34</sup>Ειπε, και ηλθεν ακρις, και βρουχος αναριθμητος·
<scripture passage="Ps 105:35" parsed="|Ps|105|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.35" />
<sup>35</sup>και κατεφαγε παντα τον χορτον εν τη γη αυτων, και κατεφαγε τον καρπον της γης αυτων.
<scripture passage="Ps 105:36" parsed="|Ps|105|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.36" />
<sup>36</sup>Και επαταξε παν πρωτοτοκον εν τη γη αυτων, την απαρχην πασης δυναμεως αυτων.
<scripture passage="Ps 105:37" parsed="|Ps|105|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.37" />
<sup>37</sup>Και εξηγαγεν αυτους μετα αργυριου και χρυσιου, και δεν υπηρχεν ασθενης εν ταις φυλαις αυτων.
<scripture passage="Ps 105:38" parsed="|Ps|105|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.38" />
<sup>38</sup>Ευφρανθη η Αιγυπτος εις την εξοδον αυτων· διοτι ο φοβος αυτων ειχεν επιπεσει επ' αυτους.
<scripture passage="Ps 105:39" parsed="|Ps|105|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.39" />
<sup>39</sup>Εξηπλωσε νεφελην δια να σκεπαζη αυτους, και πυρ δια να φεγγη την νυκτα.
<scripture passage="Ps 105:40" parsed="|Ps|105|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.40" />
<sup>40</sup>Εζητησαν, και εφερεν ορτυκια· και αρτον ουρανου εχορτασεν αυτους.
<scripture passage="Ps 105:41" parsed="|Ps|105|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.41" />
<sup>41</sup>Διηνοιξε την πετραν, και ανεβλυσαν υδατα, και διερρευσαν ποταμοι εν τοποις ανυδροις.
<scripture passage="Ps 105:42" parsed="|Ps|105|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.42" />
<sup>42</sup>Διοτι ενεθυμηθη τον λογον τον αγιον αυτου, τον προς Αβρααμ τον δουλον αυτου.
<scripture passage="Ps 105:43" parsed="|Ps|105|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.43" />
<sup>43</sup>Και εξηγαγε τον λαον αυτου εν αγαλλιασει, τους εκλεκτους αυτου εν χαρα·
<scripture passage="Ps 105:44" parsed="|Ps|105|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.44" />
<sup>44</sup>και εδωκεν εις αυτους τας γαιας των εθνων, και εκληρονομησαν τους κοπους των λαων·
<scripture passage="Ps 105:45" parsed="|Ps|105|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.105.45" />
<sup>45</sup>δια να φυλαττωσι τα διαταγματα αυτου, και να εκτελωσι τους νομους αυτου. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 106" progress="52.30%" prev="Ps.105" next="Ps.107" id="Ps.106">
<h3 id="Ps.106-p0.1">Chapter 106</h3>
<p class="Greek" id="Ps.106-p1">
<scripture passage="Ps 106:1" parsed="|Ps|106|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.1" />
<sup>1</sup>Αλληλουια. Αινειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος· διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 106:2" parsed="|Ps|106|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.2" />
<sup>2</sup>Τις δυναται να κηρυξη τα κραταια εργα του Κυριου, να καμη ακουστας πασας τας αινεσεις αυτου;
<scripture passage="Ps 106:3" parsed="|Ps|106|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.3" />
<sup>3</sup>Μακαριοι οι φυλαττοντες κρισιν, οι πραττοντες δικαιοσυνην εν παντι καιρω.
<scripture passage="Ps 106:4" parsed="|Ps|106|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.4" />
<sup>4</sup>Μνησθητι μου, Κυριε, εν τη ευμενεια τη προς τον λαον σου· επισκεφθητι με εν τη σωτηρια σου·
<scripture passage="Ps 106:5" parsed="|Ps|106|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.5" />
<sup>5</sup>δια να βλεπω το καλον των εκλεκτων σου, δια να ευφραινωμαι εν τη ευφροσυνη του εθνους σου, δια να καυχωμαι μετα της κληρονομιας σου.
<scripture passage="Ps 106:6" parsed="|Ps|106|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.6" />
<sup>6</sup>Ημαρτησαμεν μετα των πατερων ημων· ηνομησαμεν, ησεβησαμεν.
<scripture passage="Ps 106:7" parsed="|Ps|106|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.7" />
<sup>7</sup>Οι πατερες ημων εν Αιγυπτω δεν ενοησαν τα θαυμασια σου· δεν ενεθυμηθησαν το πληθος του ελεους σου, και σε παρωργισαν εν τη θαλασση, εν τη Ερυθρα θαλασση.
<scripture passage="Ps 106:8" parsed="|Ps|106|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.8" />
<sup>8</sup>Και ομως εσωσεν αυτους δια το ονομα αυτου, δια να καμη γνωστα τα κραταια εργα αυτου.
<scripture passage="Ps 106:9" parsed="|Ps|106|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.9" />
<sup>9</sup>Και επετιμησε την Ερυθραν θαλασσαν, και εξηρανθη· και διεβιβασεν αυτους δια των αβυσσων ως δι' ερημου·
<scripture passage="Ps 106:10" parsed="|Ps|106|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.10" />
<sup>10</sup>και εσωσεν αυτους εκ της χειρος του μισουντος αυτους, και ελυτρωσεν αυτους εκ της χειρος του εχθρου.
<scripture passage="Ps 106:11" parsed="|Ps|106|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.11" />
<sup>11</sup>Και τα υδατα κατεκαλυψαν τους εχθρους αυτων· δεν απελειφθη ουδε εις εξ αυτων.
<scripture passage="Ps 106:12" parsed="|Ps|106|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.12" />
<sup>12</sup>Τοτε επιστευσαν εις τους λογους αυτου· εψαλαν την αινεσιν αυτου.
<scripture passage="Ps 106:13" parsed="|Ps|106|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.13" />
<sup>13</sup>Πλην ταχεως ελησμονησαν τα εργα αυτου· δεν περιεμειναν την βουλην αυτου·
<scripture passage="Ps 106:14" parsed="|Ps|106|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' επεθυμησαν επιθυμιαν εν τη ερημω, και επειρασαν τον Θεον εν τη ανυδρω.
<scripture passage="Ps 106:15" parsed="|Ps|106|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.15" />
<sup>15</sup>Και εδωκεν εις αυτους την αιτησιν αυτων· απεστειλεν ομως εις αυτους νοσον θανατηφορον.
<scripture passage="Ps 106:16" parsed="|Ps|106|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.16" />
<sup>16</sup>Εφθονησαν ετι τον Μωυσην εν τω στρατοπεδω και τον Ααρων τον αγιον του Κυριου.
<scripture passage="Ps 106:17" parsed="|Ps|106|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.17" />
<sup>17</sup>Η γη ηνοιξε και κατεπιε τον Δαθαν, και εσκεπασε την συναγωγην του Αβειρων·
<scripture passage="Ps 106:18" parsed="|Ps|106|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.18" />
<sup>18</sup>και πυρ εξηφθη εν τη συναγωγη αυτων· η φλοξ κατεκαυσε τους ασεβεις.
<scripture passage="Ps 106:19" parsed="|Ps|106|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.19" />
<sup>19</sup>Κατεσκευασαν μοσχον εν Χωρηβ, και προσεκυνησαν το χωνευτον·
<scripture passage="Ps 106:20" parsed="|Ps|106|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.20" />
<sup>20</sup>και μετηλλαξαν την δοξαν αυτων εις ομοιωμα βοος τρωγοντος χορτον.
<scripture passage="Ps 106:21" parsed="|Ps|106|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.21" />
<sup>21</sup>Ελησμονησαν τον Θεον τον σωτηρα αυτων τον ποιησαντα μεγαλεια εν Αιγυπτω,
<scripture passage="Ps 106:22" parsed="|Ps|106|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.22" />
<sup>22</sup>θαυμασια εν γη Χαμ, φοβερα εν τη Ερυθρα θαλασση.
<scripture passage="Ps 106:23" parsed="|Ps|106|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε να εξολοθρευση αυτους, αν ο Μωυσης ο εκλεκτος αυτου δεν ιστατο εν τη θραυσει ενωπιον αυτου, δια να αποστρεψη την οργην αυτου, ωστε να μη αφανιση αυτους.
<scripture passage="Ps 106:24" parsed="|Ps|106|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.24" />
<sup>24</sup>Κατεφρονησαν ετι την γην την επιθυμητην· δεν επιστευσαν εις τον λογον αυτου·
<scripture passage="Ps 106:25" parsed="|Ps|106|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.25" />
<sup>25</sup>και εγογγυσαν εν ταις σκηναις αυτων· δεν εισηκουσαν της φωνης του Κυριου.
<scripture passage="Ps 106:26" parsed="|Ps|106|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο εσηκωσε την χειρα αυτου κατ' αυτων, δια να καταστρεψη αυτους εν τη ερημω.
<scripture passage="Ps 106:27" parsed="|Ps|106|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.27" />
<sup>27</sup>και να στρεψη το σπερμα αυτων μεταξυ των εθνων και να διασκορπιση αυτους εις τους τοπους.
<scripture passage="Ps 106:28" parsed="|Ps|106|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.28" />
<sup>28</sup>Και προσεκολληθησαν εις τον Βεελ-φεγωρ, και εφαγον θυσιας νεκρων·
<scripture passage="Ps 106:29" parsed="|Ps|106|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.29" />
<sup>29</sup>και παρωξυναν αυτον εν τοις εργοις αυτων, ωστε εφωρμησεν επ' αυτους η πληγη.
<scripture passage="Ps 106:30" parsed="|Ps|106|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.30" />
<sup>30</sup>Αλλα σταθεις ο Φινεες εκαμε κρισιν· και η πληγη επαυσε·
<scripture passage="Ps 106:31" parsed="|Ps|106|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.31" />
<sup>31</sup>και ελογισθη εις αυτον δια δικαιοσυνην, εις γενεαν και γενεαν εως αιωνος.
<scripture passage="Ps 106:32" parsed="|Ps|106|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.32" />
<sup>32</sup>Και παρωξυναν αυτον εν τοις υδασι της αντιλογιας, και επαθε κακως ο Μωυσης δι' αυτους·
<scripture passage="Ps 106:33" parsed="|Ps|106|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.33" />
<sup>33</sup>διοτι παρωργισαν το πνευμα αυτου, ωστε ελαλησεν αστοχαστως δια των χειλεων αυτου.
<scripture passage="Ps 106:34" parsed="|Ps|106|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.34" />
<sup>34</sup>Δεν εξωλοθρευσαν τα εθνη τα οποια ο Κυριος προσεταξεν εις αυτους·
<scripture passage="Ps 106:35" parsed="|Ps|106|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.35" />
<sup>35</sup>αλλ' εσμιχθησαν μετα των εθνων και εμαθον τα εργα αυτων·
<scripture passage="Ps 106:36" parsed="|Ps|106|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.36" />
<sup>36</sup>και ελατρευσαν τα γλυπτα αυτων, τα οποια εγειναν παγις εις αυτους·
<scripture passage="Ps 106:37" parsed="|Ps|106|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.37" />
<sup>37</sup>και εθυσιασαν τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων εις τα δαιμονια·
<scripture passage="Ps 106:38" parsed="|Ps|106|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.38" />
<sup>38</sup>Και εχυσαν αιμα αθωον, το αιμα των υιων αυτων και των θυγατερων αυτων τους οποιους εθυσιασαν εις τα γλυπτα της Χανααν· και εμιανθη η γη εξ αιματων.
<scripture passage="Ps 106:39" parsed="|Ps|106|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.39" />
<sup>39</sup>Και εμολυνθησαν με τα εργα αυτων, και επορνευσαν με τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Ps 106:40" parsed="|Ps|106|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.40" />
<sup>40</sup>Δια τουτο η οργη του Κυριου εξηφθη κατα του λαου αυτου, και εβδελυχθη την κληρονομιαν αυτου,
<scripture passage="Ps 106:41" parsed="|Ps|106|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.41" />
<sup>41</sup>Και παρεδωκεν αυτους εις τας χειρας των εθνων· και εκυριευσαν αυτους οι μισουντες αυτους.
<scripture passage="Ps 106:42" parsed="|Ps|106|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.42" />
<sup>42</sup>Και εθλιψαν αυτους οι εχθροι αυτων, και εταπεινωθησαν υπο τας χειρας αυτων.
<scripture passage="Ps 106:43" parsed="|Ps|106|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.43" />
<sup>43</sup>Πολλακις ελυτρωσεν αυτους, αλλ' αυτοι παρωργισαν αυτον με τας βουλας αυτων· διο εταπεινωθησαν δια την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Ps 106:44" parsed="|Ps|106|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.44" />
<sup>44</sup>Πλην επεβλεψεν επι την θλιψιν αυτων, οτε ηκουσε την κραυγην αυτων·
<scripture passage="Ps 106:45" parsed="|Ps|106|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.45" />
<sup>45</sup>και ενεθυμηθη την προς αυτους διαθηκην αυτου και μετεμεληθη κατα το πληθος του ελεους αυτου.
<scripture passage="Ps 106:46" parsed="|Ps|106|46|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.46" />
<sup>46</sup>Και εκαμεν αυτους να ευρωσιν ελεος ενωπιον παντων των αιχμαλωτισαντων αυτους.
<scripture passage="Ps 106:47" parsed="|Ps|106|47|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.47" />
<sup>47</sup>Σωσον ημας, Κυριε ο Θεος ημων, και συναγαγε ημας απο των εθνων, δια να δοξολογωμεν το ονομα σου το αγιον και να καυχωμεθα εις την αινεσιν σου.
<scripture passage="Ps 106:48" parsed="|Ps|106|48|0|0" osisRef="Bible:Ps.106.48" />
<sup>48</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, απο του αιωνος και εως του αιωνος· και ας λεγη πας ο λαος, Αμην. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 107" progress="52.39%" prev="Ps.106" next="Ps.108" id="Ps.107">
<h3 id="Ps.107-p0.1">Chapter 107</h3>
<p class="Greek" id="Ps.107-p1">
<scripture passage="Ps 107:1" parsed="|Ps|107|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.1" />
<sup>1</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 107:2" parsed="|Ps|107|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.2" />
<sup>2</sup>Ας λεγωσιν ουτως οι λελυτρωμενοι του Κυριου, τους οποιους ελυτρωσεν εκ χειρος του εχθρου·
<scripture passage="Ps 107:3" parsed="|Ps|107|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.3" />
<sup>3</sup>και συνηγαγεν αυτους εκ των χωρων, απο ανατολης και δυσεως απο βορρα και απο νοτου.
<scripture passage="Ps 107:4" parsed="|Ps|107|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.4" />
<sup>4</sup>Περιεπλανωντο εν τη ερημω, εν οδω ανυδρω· ουδε ευρισκον πολιν δια κατοικησιν.
<scripture passage="Ps 107:5" parsed="|Ps|107|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.5" />
<sup>5</sup>Ησαν πεινωντες και διψωντες· η ψυχη αυτων απεκαμνεν εν αυτοις.
<scripture passage="Ps 107:6" parsed="|Ps|107|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.6" />
<sup>6</sup>Τοτε εβοησαν προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων· και ηλευθερωσεν αυτους απο των αναγκων αυτων.
<scripture passage="Ps 107:7" parsed="|Ps|107|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.7" />
<sup>7</sup>Και ωδηγησεν αυτους δι' ευθειας οδου, δια να υπαγωσιν εις πολιν κατοικιας.
<scripture passage="Ps 107:8" parsed="|Ps|107|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.8" />
<sup>8</sup>Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 107:9" parsed="|Ps|107|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.9" />
<sup>9</sup>Διοτι εχορτασε ψυχην διψωσαν, και ψυχην πεινωσαν ενεπλησεν απο αγαθων.
<scripture passage="Ps 107:10" parsed="|Ps|107|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.10" />
<sup>10</sup>Τους καθημενους εν σκοτει και σκια θανατου, τους δεδεμενους εν θλιψει και εν σιδηρω·
<scripture passage="Ps 107:11" parsed="|Ps|107|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.11" />
<sup>11</sup>διοτι ηπειθησαν εις τα λογια του Θεου και την βουλην του Υψιστου κατεφρονησαν·
<scripture passage="Ps 107:12" parsed="|Ps|107|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.12" />
<sup>12</sup>δια τουτο εταπεινωσε την καρδιαν αυτων εν κοπω· επεσον, και δεν υπηρχεν ο βοηθων.
<scripture passage="Ps 107:13" parsed="|Ps|107|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.13" />
<sup>13</sup>Τοτε εβοησαν προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και εσωσεν αυτους απο των αναγκων αυτων·
<scripture passage="Ps 107:14" parsed="|Ps|107|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.14" />
<sup>14</sup>εξηγαγεν αυτους εκ του σκοτους και εκ της σκιας του θανατου και τα δεσμα αυτων συνετριψεν.
<scripture passage="Ps 107:15" parsed="|Ps|107|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.15" />
<sup>15</sup>Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 107:16" parsed="|Ps|107|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.16" />
<sup>16</sup>διοτι συνετριψε πυλας χαλκινας και μοχλους σιδηρους κατεκοψεν.
<scripture passage="Ps 107:17" parsed="|Ps|107|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.17" />
<sup>17</sup>Οι αφρονες βασανιζονται δια τας παραβασεις αυτων και δια τας ανομιας αυτων.
<scripture passage="Ps 107:18" parsed="|Ps|107|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.18" />
<sup>18</sup>Παν φαγητον βδελυττεται η ψυχη αυτων, και πλησιαζουσιν εως των πυλων του θανατου.
<scripture passage="Ps 107:19" parsed="|Ps|107|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.19" />
<sup>19</sup>Τοτε βοωσι προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και σωζει αυτους απο των αναγκων αυτων·
<scripture passage="Ps 107:20" parsed="|Ps|107|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.20" />
<sup>20</sup>αποστελλει τον λογον αυτου και ιατρευει αυτους και ελευθερονει απο της φθορας αυτων.
<scripture passage="Ps 107:21" parsed="|Ps|107|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.21" />
<sup>21</sup>Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου, και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 107:22" parsed="|Ps|107|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.22" />
<sup>22</sup>και ας θυσιαζωσι θυσιας αινεσεως και ας κηρυττωσι τα εργα αυτου εν αγαλλιασει.
<scripture passage="Ps 107:23" parsed="|Ps|107|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.23" />
<sup>23</sup>Οι καταβαινοντες εις την θαλασσαν με πλοια, καμνοντες εργασιας εν υδασι πολλοις,
<scripture passage="Ps 107:24" parsed="|Ps|107|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.24" />
<sup>24</sup>αυτοι βλεπουσι τα εργα του Κυριου και τα θαυμασια αυτου τα γινομενα εις τα βαθη·
<scripture passage="Ps 107:25" parsed="|Ps|107|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.25" />
<sup>25</sup>Διοτι προσταζει, και εγειρεται ανεμος καταιγιδος, και υψονει τα κυματα αυτης.
<scripture passage="Ps 107:26" parsed="|Ps|107|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.26" />
<sup>26</sup>Αναβαινουσιν εως των ουρανων και καταβαινουσιν εως των αβυσσων· η ψυχη αυτων τηκεται υπο της συμφορας.
<scripture passage="Ps 107:27" parsed="|Ps|107|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.27" />
<sup>27</sup>Σειονται και κλονιζονται ως ο μεθυων, και πασα η σοφια αυτων χανεται.
<scripture passage="Ps 107:28" parsed="|Ps|107|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.28" />
<sup>28</sup>Τοτε κραζουσι προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και εξαγει αυτους απο των αναγκων αυτων.
<scripture passage="Ps 107:29" parsed="|Ps|107|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.29" />
<sup>29</sup>Κατασιγαζει την ανεμοζαλην, και σιωπωσι τα κυματα αυτης.
<scripture passage="Ps 107:30" parsed="|Ps|107|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.30" />
<sup>30</sup>Και ευφραινονται, διοτι ησυχασαν· και οδηγει αυτους εις τον επιθυμητον λιμενα αυτων.
<scripture passage="Ps 107:31" parsed="|Ps|107|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.31" />
<sup>31</sup>Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 107:32" parsed="|Ps|107|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.32" />
<sup>32</sup>και ας υψονωσιν αυτον εν τη συναξει του λαου, και εν τω συνεδριω των πρεσβυτερων ας αινωσιν αυτον.
<scripture passage="Ps 107:33" parsed="|Ps|107|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.33" />
<sup>33</sup>Μεταβαλλει ποταμους εις ερημον και πηγας υδατων εις ξηρασιαν·
<scripture passage="Ps 107:34" parsed="|Ps|107|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.34" />
<sup>34</sup>την καρποφορον γην εις αλμυραν, δια την κακιαν των κατοικουντων εν αυτη.
<scripture passage="Ps 107:35" parsed="|Ps|107|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.35" />
<sup>35</sup>Μεταβαλλει την ερημον εις λιμνας υδατων και την ξηραν γην εις πηγας υδατων.
<scripture passage="Ps 107:36" parsed="|Ps|107|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.36" />
<sup>36</sup>Και εκει κατοικιζει τους πεινωντας, και συγκροτουσι πολεις εις κατοικησιν·
<scripture passage="Ps 107:37" parsed="|Ps|107|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.37" />
<sup>37</sup>και σπειρουσιν αγρους και φυτευουσιν αμπελωνας, οιτινες καμνουσι καρπους γεννηματος.
<scripture passage="Ps 107:38" parsed="|Ps|107|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.38" />
<sup>38</sup>Και ευλογει αυτους, και πληθυνονται σφοδρα, και δεν ολιγοστευει τα κτηνη αυτων.
<scripture passage="Ps 107:39" parsed="|Ps|107|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.39" />
<sup>39</sup>Ολιγοστευουσιν ομως επειτα και ταπεινονονται, απο της στενοχωριας, της συμφορας και του πονου.
<scripture passage="Ps 107:40" parsed="|Ps|107|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.40" />
<sup>40</sup>Επιχεει καταφρονησιν επι τους αρχοντας και καμνει αυτους να περιπλανωνται εν ερημω αβατω.
<scripture passage="Ps 107:41" parsed="|Ps|107|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.41" />
<sup>41</sup>Τον δε πενητα υψονει απο της πτωχειας και καθιστα ως ποιμνια τας οικογενειας.
<scripture passage="Ps 107:42" parsed="|Ps|107|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.42" />
<sup>42</sup>Οι ευθεις βλεπουσι και ευφραινονται· πασα δε ανομια θελει εμφραξει το στομα αυτης.
<scripture passage="Ps 107:43" parsed="|Ps|107|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.107.43" />
<sup>43</sup>Οστις ειναι σοφος ας παρατηρη ταυτα· και θελουσιν εννοησει τα ελεη του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 108" progress="52.48%" prev="Ps.107" next="Ps.109" id="Ps.108">
<h3 id="Ps.108-p0.1">Chapter 108</h3>
<p class="Greek" id="Ps.108-p1">
<scripture passage="Ps 108:1" parsed="|Ps|108|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη Ψαλμου του Δαβιδ.» Ετοιμη ειναι η καρδια μου, Θεε· θελω ψαλλει και θελω ψαλμωδει εν τη δοξη μου.
<scripture passage="Ps 108:2" parsed="|Ps|108|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.2" />
<sup>2</sup>Εξεγερθητι, ψαλτηριον, και κιθαρα· θελω εξεγερθη το πρωι.
<scripture passage="Ps 108:3" parsed="|Ps|108|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.3" />
<sup>3</sup>Θελω σε επαινεσει, Κυριε, μεταξυ λαων, και θελω ψαλμωδει εις σε μεταξυ εθνων·
<scripture passage="Ps 108:4" parsed="|Ps|108|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.4" />
<sup>4</sup>διοτι εμεγαλυνθη εως των ουρανων το ελεος σου και εως των νεφελων η αληθεια σου.
<scripture passage="Ps 108:5" parsed="|Ps|108|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.5" />
<sup>5</sup>Υψωθητι, Θεε, επι τους ουρανους· και η δοξα σου ας ηναι εφ' ολην την γην·
<scripture passage="Ps 108:6" parsed="|Ps|108|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.6" />
<sup>6</sup>δια να ελευθερονωνται οι αγαπητοι σου· σωσον δια της δεξιας σου και επακουσον μου.
<scripture passage="Ps 108:7" parsed="|Ps|108|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.7" />
<sup>7</sup>Ο Θεος ελαλησεν εν τω αγιαστηριω αυτου· θελω χαιρει, θελω μοιρασει την Συχεμ και την κοιλαδα Σοκχωθ θελω διαμετρησει·
<scripture passage="Ps 108:8" parsed="|Ps|108|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.8" />
<sup>8</sup>Εμου ειναι ο Γαλααδ, εμου ο Μανασσης· ο μεν Εφραιμ ειναι η δυναμις της κεφαλης μου· ο δε Ιουδας ο νομοθετης μου·
<scripture passage="Ps 108:9" parsed="|Ps|108|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.9" />
<sup>9</sup>Ο Μωαβ ειναι η λεκανη του πλυσιματος μου· επι τον Εδωμ θελω ριψει το υποδημα μου· θελω αλαλαξει επι την Παλαιστινην.
<scripture passage="Ps 108:10" parsed="|Ps|108|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.10" />
<sup>10</sup>Τις θελει με φερει εις την περιτετειχισμενην πολιν; τις θελει με οδηγησει εως Εδωμ;
<scripture passage="Ps 108:11" parsed="|Ps|108|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.11" />
<sup>11</sup>ουχι συ, Θεε, ο απορριψας ημας; και δεν θελεις εξελθει, Θεε, μετα των στρατευματων ημων;
<scripture passage="Ps 108:12" parsed="|Ps|108|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.12" />
<sup>12</sup>Βοηθησον ημας απο της θλιψεως, διοτι ματαια ειναι η παρα των ανθρωπων σωτηρια.
<scripture passage="Ps 108:13" parsed="|Ps|108|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.108.13" />
<sup>13</sup>Δια του Θεου θελομεν καμει ανδραγαθιας· και αυτος θελει καταπατησει τους εχθρους ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 109" progress="52.51%" prev="Ps.108" next="Ps.110" id="Ps.109">
<h3 id="Ps.109-p0.1">Chapter 109</h3>
<p class="Greek" id="Ps.109-p1">
<scripture passage="Ps 109:1" parsed="|Ps|109|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Θεε της αινεσεως μου, μη σιωπησης·
<scripture passage="Ps 109:2" parsed="|Ps|109|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.2" />
<sup>2</sup>διοτι στομα ασεβους και στομα δολιου ηνοιχθησαν επ' εμε· ελαλησαν κατ' εμου με γλωσσαν ψευδη·
<scripture passage="Ps 109:3" parsed="|Ps|109|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.3" />
<sup>3</sup>και με λογους μισους με περιεκυκλωσαν και με επολεμησαν αναιτιως.
<scripture passage="Ps 109:4" parsed="|Ps|109|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.4" />
<sup>4</sup>Αντι της αγαπης μου ειναι αντιδικοι εις εμε· εγω δε προσευχομαι.
<scripture passage="Ps 109:5" parsed="|Ps|109|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.5" />
<sup>5</sup>Και ανταπεδωκαν εις εμε κακον αντι καλου, και μισος αντι της αγαπης μου.
<scripture passage="Ps 109:6" parsed="|Ps|109|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.6" />
<sup>6</sup>Καταστησον ασεβη επ' αυτον· και διαβολος ας στεκη εκ δεξιων αυτου.
<scripture passage="Ps 109:7" parsed="|Ps|109|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.7" />
<sup>7</sup>Οταν κρινηται, ας εξελθη καταδεδικασμενος· και η προσευχη αυτου ας γεινη εις αμαρτιαν.
<scripture passage="Ps 109:8" parsed="|Ps|109|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.8" />
<sup>8</sup>Ας γεινωσιν αι ημεραι αυτου ολιγαι· αλλος ας λαβη την επισκοπην αυτου.
<scripture passage="Ps 109:9" parsed="|Ps|109|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.9" />
<sup>9</sup>Ας γεινωσιν οι υιοι αυτου ορφανοι και η γυνη αυτου χηρα.
<scripture passage="Ps 109:10" parsed="|Ps|109|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.10" />
<sup>10</sup>Και ας περιπλανωνται παντοτε οι υιοι αυτου και ας γεινωσιν επαιται, και ας ζητωσιν εκ των ερειπιων αυτων.
<scripture passage="Ps 109:11" parsed="|Ps|109|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.11" />
<sup>11</sup>Ας παγιδευση ο δανειστης παντα τα υπαρχοντα αυτου· και ας διαρπασωσιν οι ξενοι τους κοπους αυτου.
<scripture passage="Ps 109:12" parsed="|Ps|109|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.12" />
<sup>12</sup>Ας μη υπαρχη ο ελεων αυτον, και ας μη ηναι ο οικτειρων τα ορφανα αυτου.
<scripture passage="Ps 109:13" parsed="|Ps|109|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.13" />
<sup>13</sup>Ας εξολοθρευθωσιν οι εκγονοι αυτου· εν τη επερχομενη γενεα ας εξαλειφθη το ονομα αυτων.
<scripture passage="Ps 109:14" parsed="|Ps|109|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.14" />
<sup>14</sup>Ας ελθη εις ενθυμησιν ενωπιον του Κυριου η ανομια των πατερων αυτου· και η αμαρτια της μητρος αυτου ας μη εξαλειφθη·
<scripture passage="Ps 109:15" parsed="|Ps|109|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.15" />
<sup>15</sup>Ας ηναι παντοτε ενωπιον του Κυριου, δια να εκκοψη απο της γης το μνημοσυνον αυτων.
<scripture passage="Ps 109:16" parsed="|Ps|109|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.16" />
<sup>16</sup>Διοτι δεν ενεθυμηθη να καμη ελεος· αλλα κατετρεξεν ανθρωπον πενητα και πτωχον, δια να θανατωση τον συντετριμμενον την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 109:17" parsed="|Ps|109|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.17" />
<sup>17</sup>Επειδη ηγαπησε καταραν, ας ελθη επ' αυτον· επειδη δεν ηθελησεν ευλογιαν, ας απομακρυνθη απ' αυτου.
<scripture passage="Ps 109:18" parsed="|Ps|109|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.18" />
<sup>18</sup>Επειδη ενεδυθη καταραν ως ιματιον αυτου, ας εισελθη ως υδωρ εις τα εντοσθια αυτου και ως ελαιον εις τα οστα αυτου·
<scripture passage="Ps 109:19" parsed="|Ps|109|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.19" />
<sup>19</sup>Ας γεινη εις αυτον ως το ιματιον, το οποιον ενδυεται και ως η ζωνη, την οποιαν παντοτε περιζωννυται.
<scripture passage="Ps 109:20" parsed="|Ps|109|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.20" />
<sup>20</sup>Αυτη ας ηναι των αντιδικων μου η αμοιβη παρα του Κυριου, και των λαλουντων κακα κατα της ψυχης μου.
<scripture passage="Ps 109:21" parsed="|Ps|109|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.21" />
<sup>21</sup>Αλλα συ, Κυριε Θεε, ενεργησον μετ' εμου δια το ονομα σου· επειδη ειναι αγαθον το ελεος σου, λυτρωσον με.
<scripture passage="Ps 109:22" parsed="|Ps|109|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.22" />
<sup>22</sup>Διοτι πτωχος και πενης ειμαι, και η καρδια μου ειναι πεπληγωμενη εντος μου.
<scripture passage="Ps 109:23" parsed="|Ps|109|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.23" />
<sup>23</sup>Παρηλθον ως σκια, οταν εκκλινη· εκτιναζομαι ως η ακρις.
<scripture passage="Ps 109:24" parsed="|Ps|109|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.24" />
<sup>24</sup>Τα γονατα μου ητονησαν απο της νηστειας και η σαρξ μου εξεπεσεν απο του παχους αυτης.
<scripture passage="Ps 109:25" parsed="|Ps|109|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.25" />
<sup>25</sup>Και εγω εγεινα ονειδος εις αυτους· οτε με ειδον, εκινησαν τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Ps 109:26" parsed="|Ps|109|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.26" />
<sup>26</sup>Βοηθησον μοι, Κυριε ο Θεος μου· σωσον με κατα το ελεος σου·
<scripture passage="Ps 109:27" parsed="|Ps|109|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.27" />
<sup>27</sup>και ας γνωρισωσιν οτι η χειρ σου ειναι τουτο· οτι συ, Κυριε, εκαμες αυτο.
<scripture passage="Ps 109:28" parsed="|Ps|109|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.28" />
<sup>28</sup>Αυτοι θελουσι καταρασθαι, συ δε θελεις ευλογει· θελουσι σηκωθη, πλην θελουσι καταισχυνθη· ο δε δουλος σου θελει ευφραινεσθαι.
<scripture passage="Ps 109:29" parsed="|Ps|109|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.29" />
<sup>29</sup>Ας ενδυθωσιν εντροπην οι αντιδικοι μου· και ας φορεσωσιν ως επενδυμα την αισχυνην αυτων.
<scripture passage="Ps 109:30" parsed="|Ps|109|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.30" />
<sup>30</sup>Θελω δοξολογει σφοδρα τον Κυριον δια του στοματος μου, και εν μεσω πολλων θελω υμνολογει αυτον·
<scripture passage="Ps 109:31" parsed="|Ps|109|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.109.31" />
<sup>31</sup>Διοτι ισταται εν τη δεξια του πτωχου, δια να λυτρονη αυτον εκ των καταδικαζοντων την ψυχην αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 110" progress="52.57%" prev="Ps.109" next="Ps.111" id="Ps.110">
<h3 id="Ps.110-p0.1">Chapter 110</h3>
<p class="Greek" id="Ps.110-p1">
<scripture passage="Ps 110:1" parsed="|Ps|110|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ειπεν ο Κυριος προς τον Κυριον μου, Καθου εκ δεξιων μου, εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου.
<scripture passage="Ps 110:2" parsed="|Ps|110|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.2" />
<sup>2</sup>Εκ της Σιων θελει εξαποστειλει ο Κυριος την ραβδον της δυναμεως σου· κατακυριευε εν μεσω των εχθρων σου.
<scripture passage="Ps 110:3" parsed="|Ps|110|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.3" />
<sup>3</sup>Ο λαος σου θελει εισθαι προθυμος εν τη ημερα της δυναμεως σου, εν τω μεγαλοπρεπει αγιαστηριω αυτου· οι νεοι σου θελουσιν εισθαι εις σε ως δροσος, η εξερχομενη εκ της μητρας της αυγης.
<scripture passage="Ps 110:4" parsed="|Ps|110|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.4" />
<sup>4</sup>Ωμοσεν ο Κυριος και δεν θελει μεταμεληθη, συ εισαι ιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ.
<scripture passage="Ps 110:5" parsed="|Ps|110|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος ο εκ δεξιων σου θελει συντριψει βασιλεις εν τη ημερα της οργης αυτου.
<scripture passage="Ps 110:6" parsed="|Ps|110|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.6" />
<sup>6</sup>Θελει κρινει εν τοις εθνεσι· θελει γεμισει την γην πτωματων· Θελει συντριψει κεφαλην δεσποζοντος επι πολλων τοπων.
<scripture passage="Ps 110:7" parsed="|Ps|110|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.110.7" />
<sup>7</sup>Θελει πιει εκ του χειμαρρου εν τη οδω αυτου· δια τουτο θελει υψωσει κεφαλην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 111" progress="52.59%" prev="Ps.110" next="Ps.112" id="Ps.111">
<h3 id="Ps.111-p0.1">Chapter 111</h3>
<p class="Greek" id="Ps.111-p1">
<scripture passage="Ps 111:1" parsed="|Ps|111|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Θελω εξυμνει τον Κυριον εν ολη καρδια, εν βουλη ευθεων και εν συναξει.
<scripture passage="Ps 111:2" parsed="|Ps|111|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.2" />
<sup>2</sup>Μεγαλα τα εργα του Κυριου, εξηκριβωμενα υπο παντων των ηδυνομενων εις αυτα.
<scripture passage="Ps 111:3" parsed="|Ps|111|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.3" />
<sup>3</sup>Ενδοξον και μεγαλοπρεπες το εργον αυτου, και η δικαιοσυνη αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 111:4" parsed="|Ps|111|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.4" />
<sup>4</sup>Αξιομνημονευτα εκαμε τα θαυμασια αυτου· ελεημων και οικτιρμων ειναι ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 111:5" parsed="|Ps|111|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.5" />
<sup>5</sup>Εδωκε τροφην εις τους φοβουμενους αυτον· θελει ενθυμεισθαι διαπαντος την διαθηκην αυτου.
<scripture passage="Ps 111:6" parsed="|Ps|111|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.6" />
<sup>6</sup>Ανηγγειλε προς τον λαον αυτου την δυναμιν των εργων αυτου, δια να δωση εις αυτους κληρονομιαν εθνων.
<scripture passage="Ps 111:7" parsed="|Ps|111|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.7" />
<sup>7</sup>Τα εργα των χειρων αυτου ειναι αληθεια και κρισις· αληθιναι πασαι αι εντολαι αυτου·
<scripture passage="Ps 111:8" parsed="|Ps|111|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.8" />
<sup>8</sup>εστερεωμεναι εις τον αιωνα του αιωνος, πεποιημεναι εν αληθεια και ευθυτητι.
<scripture passage="Ps 111:9" parsed="|Ps|111|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.9" />
<sup>9</sup>Απεστειλε λυτρωσιν προς τον λαον αυτου· διωρισε την διαθηκην αυτου εις τον αιωνα· αγιον και φοβερον το ονομα αυτου.
<scripture passage="Ps 111:10" parsed="|Ps|111|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.111.10" />
<sup>10</sup>Αρχη σοφιας φοβος Κυριου· παντες οι πραττοντες αυτας εχουσι συνεσιν καλην· η αινεσις αυτου μενει εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 112" progress="52.62%" prev="Ps.111" next="Ps.113" id="Ps.112">
<h3 id="Ps.112-p0.1">Chapter 112</h3>
<p class="Greek" id="Ps.112-p1">
<scripture passage="Ps 112:1" parsed="|Ps|112|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Μακαριος ο ανθρωπος ο φοβουμενος τον Κυριον· εις τας εντολας αυτου ηδυνεται σφοδρα.
<scripture passage="Ps 112:2" parsed="|Ps|112|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.2" />
<sup>2</sup>Το σπερμα αυτου θελει εισθαι δυνατον εν τη γη· η γενεα των ευθεων θελει ευλογηθη·
<scripture passage="Ps 112:3" parsed="|Ps|112|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.3" />
<sup>3</sup>Αγαθα και πλουτη θελουσιν εισθαι εν τω οικω αυτου, και η δικαιοσυνη αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 112:4" parsed="|Ps|112|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.4" />
<sup>4</sup>Φως ανατελλει εν τω σκοτει δια τους ευθεις· ειναι ελεημων και οικτιρμων και δικαιος.
<scripture passage="Ps 112:5" parsed="|Ps|112|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.5" />
<sup>5</sup>Ο καλος ανθρωπος ελεει και δανειζει· οικονομει τα πραγματα αυτου εν κρισει.
<scripture passage="Ps 112:6" parsed="|Ps|112|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.6" />
<sup>6</sup>Βεβαιως δεν θελει ποτε κλονισθη· εις μνημοσυνον αιωνιον θελει εισθαι ο δικαιος.
<scripture passage="Ps 112:7" parsed="|Ps|112|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.7" />
<sup>7</sup>Απο κακης φημης δεν θελει φοβηθη· η καρδια αυτου ειναι στερεα, ελπιζουσα επι τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 112:8" parsed="|Ps|112|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.8" />
<sup>8</sup>Εστηριγμενη ειναι η καρδια αυτου· δεν θελει φοβηθη, εωσου ιδη την εκδικησιν επι τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Ps 112:9" parsed="|Ps|112|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.9" />
<sup>9</sup>Εσκορπισεν, εδωκεν εις τους πενητας· η δικαιοσυνη αυτου μενει εις τον αιωνα· το κερας αυτου θελει υψωθη εν δοξη.
<scripture passage="Ps 112:10" parsed="|Ps|112|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.112.10" />
<sup>10</sup>Ο ασεβης θελει ιδει και θελει οργισθη· θελει τριξει τους οδοντας αυτου και θελει αναλυθη· η επιθυμια των ασεβων θελει απολεσθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 113" progress="52.64%" prev="Ps.112" next="Ps.114" id="Ps.113">
<h3 id="Ps.113-p0.1">Chapter 113</h3>
<p class="Greek" id="Ps.113-p1">
<scripture passage="Ps 113:1" parsed="|Ps|113|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Αινειτε, δουλοι του Κυριου, αινειτε το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Ps 113:2" parsed="|Ps|113|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.2" />
<sup>2</sup>Ειη το ονομα Κυριου ευλογημενον απο του νυν και εως του αιωνος.
<scripture passage="Ps 113:3" parsed="|Ps|113|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.3" />
<sup>3</sup>Απο ανατολων ηλιου εως δυσμων αυτου, ας αινηται το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Ps 113:4" parsed="|Ps|113|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.4" />
<sup>4</sup>Ο Κυριος ειναι υψηλος επι παντα τα εθνη· επι τους ουρανους ειναι η δοξα αυτου.
<scripture passage="Ps 113:5" parsed="|Ps|113|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.5" />
<sup>5</sup>Τις ως Κυριος ο Θεος ημων; ο κατοικων εν υψηλοις·
<scripture passage="Ps 113:6" parsed="|Ps|113|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.6" />
<sup>6</sup>Ο συγκαταβαινων δια να επιβλεπη τα εν τω ουρανω και τα εν τη γη·
<scripture passage="Ps 113:7" parsed="|Ps|113|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.7" />
<sup>7</sup>ο εγειρων απο του χωματος τον πτωχον και απο της κοπριας ανυψων τον πενητα,
<scripture passage="Ps 113:8" parsed="|Ps|113|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.8" />
<sup>8</sup>δια να καθιση αυτον μετα των αρχοντων, μετα των αρχοντων του λαου αυτου·
<scripture passage="Ps 113:9" parsed="|Ps|113|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.113.9" />
<sup>9</sup>ο κατοικιζων την στειραν εν οικω, μητερα ευφραινομενην εις τεκνα. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 114" progress="52.65%" prev="Ps.113" next="Ps.115" id="Ps.114">
<h3 id="Ps.114-p0.1">Chapter 114</h3>
<p class="Greek" id="Ps.114-p1">
<scripture passage="Ps 114:1" parsed="|Ps|114|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.1" />
<sup>1</sup>Οτε εξηλθεν ο Ισραηλ εξ Αιγυπτου, ο οικος του Ιακωβ εκ λαου βαρβαρου,
<scripture passage="Ps 114:2" parsed="|Ps|114|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.2" />
<sup>2</sup>Ο Ιουδας εγεινεν αγιος αυτου, ο Ισραηλ δεσποτεια αυτου.
<scripture passage="Ps 114:3" parsed="|Ps|114|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.3" />
<sup>3</sup>Η θαλασσα ειδε και εφυγεν· ο Ιορδανης εστραφη εις τα οπισω·
<scripture passage="Ps 114:4" parsed="|Ps|114|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.4" />
<sup>4</sup>τα ορη εσκιρτησαν ως κριοι, οι λοφοι ως αρνια.
<scripture passage="Ps 114:5" parsed="|Ps|114|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.5" />
<sup>5</sup>Τι σοι συνεβη, θαλασσα, οτι εφυγες; και συ, Ιορδανη, οτι εστραφης εις τα οπισω;
<scripture passage="Ps 114:6" parsed="|Ps|114|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.6" />
<sup>6</sup>τα ορη, οτι εσκιρτησατε ως κριοι; και οι λοφοι, ως αρνια;
<scripture passage="Ps 114:7" parsed="|Ps|114|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.7" />
<sup>7</sup>Τρεμε, γη, απο προσωπου του Κυριου, απο προσωπου του Θεου του Ιακωβ·
<scripture passage="Ps 114:8" parsed="|Ps|114|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.114.8" />
<sup>8</sup>οστις μετεβαλε την πετραν εις λιμνας υδατων, τον σκληρον βραχον εις πηγας υδατων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 115" progress="52.67%" prev="Ps.114" next="Ps.116" id="Ps.115">
<h3 id="Ps.115-p0.1">Chapter 115</h3>
<p class="Greek" id="Ps.115-p1">
<scripture passage="Ps 115:1" parsed="|Ps|115|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.1" />
<sup>1</sup>Μη εις ημας, Κυριε, μη εις ημας, αλλ' εις το ονομα σου δος δοξαν, δια το ελεος σου, δια την αληθειαν σου.
<scripture passage="Ps 115:2" parsed="|Ps|115|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.2" />
<sup>2</sup>Δια τι να ειπωσι τα εθνη, και που ειναι ο Θεος αυτων;
<scripture passage="Ps 115:3" parsed="|Ps|115|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.3" />
<sup>3</sup>Αλλ' ο Θεος ημων ειναι εν τω ουρανω· παντα οσα ηθελησεν εποιησε.
<scripture passage="Ps 115:4" parsed="|Ps|115|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.4" />
<sup>4</sup>Τα ειδωλα αυτων ειναι αργυριον και χρυσιον, εργα χειρων ανθρωπων·
<scripture passage="Ps 115:5" parsed="|Ps|115|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.5" />
<sup>5</sup>Στομα εχουσι και δεν λαλουσιν· οφθαλμους εχουσι και δεν βλεπουσιν·
<scripture passage="Ps 115:6" parsed="|Ps|115|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.6" />
<sup>6</sup>ωτα εχουσι και δεν ακουουσι· μυκτηρας εχουσι και δεν οσφραινονται·
<scripture passage="Ps 115:7" parsed="|Ps|115|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.7" />
<sup>7</sup>Χειρας εχουσι και δεν ψηλαφωσι· ποδας εχουσι και δεν περιπατουσιν· ουδε ομιλουσι δια του λαρυγγος αυτων.
<scripture passage="Ps 115:8" parsed="|Ps|115|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.8" />
<sup>8</sup>Ομοιοι αυτων ας γεινωσιν οι ποιουντες αυτα, πας ο ελπιζων επ' αυτα.
<scripture passage="Ps 115:9" parsed="|Ps|115|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.9" />
<sup>9</sup>Ο Ισραηλ ηλπισεν επι Κυριον· αυτος ειναι βοηθος και ασπις αυτων.
<scripture passage="Ps 115:10" parsed="|Ps|115|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.10" />
<sup>10</sup>Ο οικος του Ααρων ηλπισεν επι Κυριον· αυτος ειναι βοηθος και ασπις αυτων.
<scripture passage="Ps 115:11" parsed="|Ps|115|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.11" />
<sup>11</sup>Οι φοβουμενοι τον Κυριον ηλπισαν επι Κυριον· αυτος ειναι βοηθος και ασπις αυτων.
<scripture passage="Ps 115:12" parsed="|Ps|115|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.12" />
<sup>12</sup>Ο Κυριος μας ενεθυμηθη· θελει ευλογει, θελει ευλογει τον οικον Ισραηλ· θελει ευλογει τον οικον Ααρων.
<scripture passage="Ps 115:13" parsed="|Ps|115|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.13" />
<sup>13</sup>Θελει ευλογει τους φοβουμενους τον Κυριον, τους μικρους μετα των μεγαλων.
<scripture passage="Ps 115:14" parsed="|Ps|115|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.14" />
<sup>14</sup>Ο Κυριος θελει αυξησει υμας, υμας και τα τεκνα υμων.
<scripture passage="Ps 115:15" parsed="|Ps|115|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.15" />
<sup>15</sup>σεις εισθε οι ευλογημενοι του Κυριου, του ποιησαντος τον ουρανον και την γην.
<scripture passage="Ps 115:16" parsed="|Ps|115|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.16" />
<sup>16</sup>Οι ουρανοι των ουρανων ειναι του Κυριου, την δε γην εδωκεν εις τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Ps 115:17" parsed="|Ps|115|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.17" />
<sup>17</sup>Οι νεκροι δεν θελουσιν αινεσει τον Κυριον, ουδε παντες οι καταβαινοντες εις τον τοπον της σιωπης·
<scripture passage="Ps 115:18" parsed="|Ps|115|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.115.18" />
<sup>18</sup>αλλ' ημεις θελομεν ευλογει τον Κυριον, απο του νυν και εως του αιωνος. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 116" progress="52.70%" prev="Ps.115" next="Ps.117" id="Ps.116">
<h3 id="Ps.116-p0.1">Chapter 116</h3>
<p class="Greek" id="Ps.116-p1">
<scripture passage="Ps 116:1" parsed="|Ps|116|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.1" />
<sup>1</sup>Χαιρω οτι ο Κυριος εισηκουσε της φωνης μου, των δεησεων μου·
<scripture passage="Ps 116:2" parsed="|Ps|116|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.2" />
<sup>2</sup>οτι εκλινε το ωτιον αυτου προς εμε· και ενοσω ζω, θελω επικαλεισθαι αυτον.
<scripture passage="Ps 116:3" parsed="|Ps|116|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.3" />
<sup>3</sup>Πονοι θανατου με περιεκυκλωσαν, και στενοχωριαι του αδου με ευρηκαν· θλιψιν και πονον απηντησα.
<scripture passage="Ps 116:4" parsed="|Ps|116|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.4" />
<sup>4</sup>Και επεκαλεσθην το ονομα του Κυριου· ω Κυριε, λυτρωσον την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 116:5" parsed="|Ps|116|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.5" />
<sup>5</sup>Ελεημων ο Κυριος και δικαιος· και ευσπλαγχνος ο Θεος ημων.
<scripture passage="Ps 116:6" parsed="|Ps|116|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος φυλαττει τους απλους· εταλαιπωρηθην, και με εσωσεν.
<scripture passage="Ps 116:7" parsed="|Ps|116|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.7" />
<sup>7</sup>Επιστρεψον, ψυχη μου, εις την αναπαυσιν σου, διοτι ο Κυριος σε ευηργετησε.
<scripture passage="Ps 116:8" parsed="|Ps|116|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ελυτρωσας την ψυχην μου εκ θανατου, τους οφθαλμους μου απο δακρυων, τους ποδας μου απο ολισθηματος.
<scripture passage="Ps 116:9" parsed="|Ps|116|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.9" />
<sup>9</sup>Θελω περιπατει ενωπιον του Κυριου εν γη ζωντων.
<scripture passage="Ps 116:10" parsed="|Ps|116|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.10" />
<sup>10</sup>Επιστευσα, δια τουτο ελαλησα· εγω ημην σφοδρα τεθλιμμενος·
<scripture passage="Ps 116:11" parsed="|Ps|116|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.11" />
<sup>11</sup>εγω ειπα εν τη εκπληξει μου, πας ανθρωπος ειναι ψευστης.
<scripture passage="Ps 116:12" parsed="|Ps|116|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.12" />
<sup>12</sup>Τι να ανταποδωσω εις τον Κυριον, δια πασας τας ευεργεσιας αυτου τας προς εμε;
<scripture passage="Ps 116:13" parsed="|Ps|116|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.13" />
<sup>13</sup>θελω λαβει το ποτηριον της σωτηριας και θελω επικαλεσθη το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Ps 116:14" parsed="|Ps|116|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.14" />
<sup>14</sup>Τας ευχας μου θελω αποδωσει εις τον Κυριον, τωρα ενωπιον παντος του λαου αυτου.
<scripture passage="Ps 116:15" parsed="|Ps|116|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.15" />
<sup>15</sup>Πολυτιμος ενωπιον του Κυριου ο θανατος των οσιων αυτου.
<scripture passage="Ps 116:16" parsed="|Ps|116|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.16" />
<sup>16</sup>Ναι, Κυριε διοτι ειμαι δουλος σου· ειμαι δουλος σου, υιος της δουλης σου· συ ελυσας τα δεσμα μου.
<scripture passage="Ps 116:17" parsed="|Ps|116|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.17" />
<sup>17</sup>Εις σε θελω θυσιασει θυσιαν αινεσεως και το ονομα του Κυριου θελω επικαλεσθη.
<scripture passage="Ps 116:18" parsed="|Ps|116|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.18" />
<sup>18</sup>Τας ευχας μου θελω αποδωσει εις τον Κυριον, τωρα εμπροσθεν παντος του λαου αυτου·
<scripture passage="Ps 116:19" parsed="|Ps|116|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.116.19" />
<sup>19</sup>εν ταις αυλαις του οικου του Κυριου, εν μεσω σου, Ιερουσαλημ. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 117" progress="52.74%" prev="Ps.116" next="Ps.118" id="Ps.117">
<h3 id="Ps.117-p0.1">Chapter 117</h3>
<p class="Greek" id="Ps.117-p1">
<scripture passage="Ps 117:1" parsed="|Ps|117|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.117.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον, παντα τα εθνη· δοξολογειτε αυτον, παντες οι λαοι·
<scripture passage="Ps 117:2" parsed="|Ps|117|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.117.2" />
<sup>2</sup>Διοτι το ελεος αυτου ειναι μεγα εφ' ημας· και η αληθεια του Κυριου μενει εις τον αιωνα. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 118" progress="52.74%" prev="Ps.117" next="Ps.119" id="Ps.118">
<h3 id="Ps.118-p0.1">Chapter 118</h3>
<p class="Greek" id="Ps.118-p1">
<scripture passage="Ps 118:1" parsed="|Ps|118|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.1" />
<sup>1</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 118:2" parsed="|Ps|118|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.2" />
<sup>2</sup>Ας ειπη τωρα ο Ισραηλ, οτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 118:3" parsed="|Ps|118|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.3" />
<sup>3</sup>Ας ειπη τωρα ο οικος Ααρων, οτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 118:4" parsed="|Ps|118|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.4" />
<sup>4</sup>Ας ειπωσι τωρα οι φοβουμενοι τον Κυριον, οτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 118:5" parsed="|Ps|118|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.5" />
<sup>5</sup>Εν θλιψει επεκαλεσθην τον Κυριον· ο Κυριος μου υπηκουσε, δους ευρυχωριαν.
<scripture passage="Ps 118:6" parsed="|Ps|118|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος ειναι υπερ εμου· δεν θελω φοβηθη· τι να μοι καμη ανθρωπος;
<scripture passage="Ps 118:7" parsed="|Ps|118|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος ειναι υπερ εμου μεταξυ των βοηθουντων με· και εγω θελω ιδει την εκδικησιν επι τους εχθρους μου.
<scripture passage="Ps 118:8" parsed="|Ps|118|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.8" />
<sup>8</sup>Καλλιον να ελπιζη τις επι Κυριον, παρα να θαρρη επ' ανθρωπον.
<scripture passage="Ps 118:9" parsed="|Ps|118|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.9" />
<sup>9</sup>Καλλιον να ελπιζη τις επι Κυριον, παρα να θαρρη επ' αρχοντας.
<scripture passage="Ps 118:10" parsed="|Ps|118|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.10" />
<sup>10</sup>Παντα τα εθνη με περιεκυκλωσαν· αλλ' εν τω ονοματι τον Κυριου θελω κατατροπωσει αυτους.
<scripture passage="Ps 118:11" parsed="|Ps|118|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.11" />
<sup>11</sup>Με περιεκυκλωσαν, ναι, με περιεκυκλωσαν πανταχοθεν· αλλ' εν τω ονοματι του Κυριου θελω κατατροπωσει αυτους.
<scripture passage="Ps 118:12" parsed="|Ps|118|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.12" />
<sup>12</sup>Με περιεκυκλωσαν ως μελισσαι· εσβεσθησαν ως πυρ ακανθων· διοτι εν τω ονοματι του Κυριου θελω κατατροπωσει αυτους.
<scripture passage="Ps 118:13" parsed="|Ps|118|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.13" />
<sup>13</sup>Με ωθησας δυνατα δια να πεσω· αλλ' ο Κυριος με εβοηθησε.
<scripture passage="Ps 118:14" parsed="|Ps|118|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.14" />
<sup>14</sup>Δυναμις μου και υμνος ειναι ο Κυριος, και εγεινεν εις εμε σωτηρια.
<scripture passage="Ps 118:15" parsed="|Ps|118|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.15" />
<sup>15</sup>Φωνη αγαλλιασεως και σωτηριας ειναι εν σκηναις δικαιων· η δεξια του Κυριου καμνει κατορθωματα.
<scripture passage="Ps 118:16" parsed="|Ps|118|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.16" />
<sup>16</sup>Η δεξια του Κυριου υψωθη· η δεξια του Κυριου καμνει κατορθωματα.
<scripture passage="Ps 118:17" parsed="|Ps|118|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελω αποθανει αλλα θελω ζησει και θελω διηγεισθαι τα εργα του Κυριου.
<scripture passage="Ps 118:18" parsed="|Ps|118|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.18" />
<sup>18</sup>Αυστηρως με επαιδευσεν ο Κυριος, αλλα δεν με παρεδωκεν εις θανατον.
<scripture passage="Ps 118:19" parsed="|Ps|118|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.19" />
<sup>19</sup>Ανοιξατε εις εμε τας πυλας της δικαιοσυνης· θελω εισελθει εις αυτας και θελω δοξολογησει τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 118:20" parsed="|Ps|118|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.20" />
<sup>20</sup>Αυτη ειναι η πυλη του Κυριου· οι δικαιοι θελουσιν εισελθει εις αυτην.
<scripture passage="Ps 118:21" parsed="|Ps|118|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.21" />
<sup>21</sup>Θελω σε δοξολογει, διοτι μου επηκουσας και εγεινες εις εμε σωτηρια.
<scripture passage="Ps 118:22" parsed="|Ps|118|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.22" />
<sup>22</sup>Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας·
<scripture passage="Ps 118:23" parsed="|Ps|118|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.23" />
<sup>23</sup>παρα Κυριου εγεινεν αυτη και ειναι θαυμαστη εν οφθαλμοις ημων.
<scripture passage="Ps 118:24" parsed="|Ps|118|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.24" />
<sup>24</sup>Αυτη ειναι η ημερα, την οποιαν εκαμεν ο Κυριος· ας αγαλλιασθωμεν και ας ευφρανθωμεν εν αυτη.
<scripture passage="Ps 118:25" parsed="|Ps|118|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.25" />
<sup>25</sup>Ω Κυριε, σωσον, δεομαι· ω Κυριε, ευοδωσον, δεομαι.
<scripture passage="Ps 118:26" parsed="|Ps|118|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.26" />
<sup>26</sup>Ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου· σας ευλογησαμεν εκ του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Ps 118:27" parsed="|Ps|118|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.27" />
<sup>27</sup>Ο Θεος ειναι ο Κυριος και εδειξε φως εις ημας· φερετε την θυσιαν δεδεμενην με σχοινια εως των κερατων του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Ps 118:28" parsed="|Ps|118|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.28" />
<sup>28</sup>Συ εισαι ο Θεος μου, και θελω σε δοξολογει· ο Θεος μου, θελω σε υψονει.
<scripture passage="Ps 118:29" parsed="|Ps|118|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.118.29" />
<sup>29</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 119" progress="52.80%" prev="Ps.118" next="Ps.120" id="Ps.119">
<h3 id="Ps.119-p0.1">Chapter 119</h3>
<p class="Greek" id="Ps.119-p1">
<scripture passage="Ps 119:1" parsed="|Ps|119|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.1" />
<sup>1</sup>«Αλεφ.» Μακαριοι οι αμωμοι εν οδω· οι περιπατουντες εν τω νομω του Κυριου·
<scripture passage="Ps 119:2" parsed="|Ps|119|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.2" />
<sup>2</sup>Μακαριοι οι φυλαττοντες τα μαρτυρια αυτου, οι εκζητουντες αυτον εξ ολης καρδιας·
<scripture passage="Ps 119:3" parsed="|Ps|119|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.3" />
<sup>3</sup>αυτοι βεβαιως δεν πραττουσιν ανομιαν· εν ταις οδοις αυτου περιπατουσι.
<scripture passage="Ps 119:4" parsed="|Ps|119|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.4" />
<sup>4</sup>Συ προσεταξας να φυλαττωνται ακριβως αι εντολαι σου.
<scripture passage="Ps 119:5" parsed="|Ps|119|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.5" />
<sup>5</sup>Ειθε να κατευθυνωνται αι οδοι μου, δια να φυλαττω τα διαταγματα σου
<scripture passage="Ps 119:6" parsed="|Ps|119|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.6" />
<sup>6</sup>Τοτε δεν θελω αισχυνθη, οταν επιβλεπω εις παντα τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:7" parsed="|Ps|119|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.7" />
<sup>7</sup>Θελω σε δοξολογει εν ευθυτητι καρδιας, οταν μαθω τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:8" parsed="|Ps|119|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.8" />
<sup>8</sup>Τα διαταγματα σου θελω φυλαττει· μη με εγκαταλιπης ολοκληρως.
<scripture passage="Ps 119:9" parsed="|Ps|119|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.9" />
<sup>9</sup>«Βεθ.» Τινι τροπω θελει καθαριζει ο νεος την οδον αυτου; φυλαττων τους λογους σου.
<scripture passage="Ps 119:10" parsed="|Ps|119|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.10" />
<sup>10</sup>Εξ ολης της καρδιας μου σε εξεζητησα· με μη αφησης να αποπλανηθω απο των προσταγματων σου.
<scripture passage="Ps 119:11" parsed="|Ps|119|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.11" />
<sup>11</sup>Εν τη καρδια μου εφυλαξα τα λογια σου, δια να μη αμαρτανω εις σε.
<scripture passage="Ps 119:12" parsed="|Ps|119|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.12" />
<sup>12</sup>Ευλογητος εισαι, Κυριε· διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:13" parsed="|Ps|119|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.13" />
<sup>13</sup>Δια των χειλεων μου διηγηθην πασας τας κρισεις του στοματος σου.
<scripture passage="Ps 119:14" parsed="|Ps|119|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.14" />
<sup>14</sup>Εν τη οδω των μαρτυριων σου ευφρανθην, ως δια παντα τα πλουτη.
<scripture passage="Ps 119:15" parsed="|Ps|119|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.15" />
<sup>15</sup>Εις τας εντολας σου θελω μελετα, και εις τας οδους σου θελω ενατενιζει.
<scripture passage="Ps 119:16" parsed="|Ps|119|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.16" />
<sup>16</sup>Εις τα διαταγματα σου θελω εντρυφα· δεν θελω λησμονησει τους λογους σου.
<scripture passage="Ps 119:17" parsed="|Ps|119|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.17" />
<sup>17</sup>«Γιμελ.» Ανταμειψον τον δουλον σου· ουτω θελω ζησει, και θελω φυλαξει τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:18" parsed="|Ps|119|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.18" />
<sup>18</sup>Ανοιξον τους οφθαλμους μου, και θελω βλεπει τα θαυμασια τα εκ του νομου σου.
<scripture passage="Ps 119:19" parsed="|Ps|119|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.19" />
<sup>19</sup>Παροικος ειμαι εγω εν τη γη· μη κρυψης απ' εμου τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:20" parsed="|Ps|119|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.20" />
<sup>20</sup>Η ψυχη μου λιποθυμει εκ του ποθου τον οποιον εχω εις τας κρισεις σου παντοτε.
<scripture passage="Ps 119:21" parsed="|Ps|119|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.21" />
<sup>21</sup>Συ επετιμησας τους επικαταρατους υπερηφανους, τους εκκλινοντας απο των προσταγματων σου.
<scripture passage="Ps 119:22" parsed="|Ps|119|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.22" />
<sup>22</sup>Σηκωσον απ' εμου το ονειδος και την καταφρονησιν· διοτι εφυλαξα τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:23" parsed="|Ps|119|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.23" />
<sup>23</sup>Αρχοντες τωοντι εκαθισαν και ελαλουν εναντιον μου· αλλ' ο δουλος σου εμελετα εις τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:24" parsed="|Ps|119|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.24" />
<sup>24</sup>Τα μαρτυρια σου βεβαιως ειναι η τρυφη μου και οι συμβουλοι μου.
<scripture passage="Ps 119:25" parsed="|Ps|119|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.25" />
<sup>25</sup>«Δαλεθ.» Η ψυχη μου εκολληθη εις το χωμα· ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:26" parsed="|Ps|119|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.26" />
<sup>26</sup>Εφανερωσα τας οδους μου, και μου εισηκουσας· διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:27" parsed="|Ps|119|27|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.27" />
<sup>27</sup>Καμε με να εννοω την οδον των εντολων σου, και θελω μελετα εις τα θαυμασια σου.
<scripture passage="Ps 119:28" parsed="|Ps|119|28|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.28" />
<sup>28</sup>Η ψυχη μου τηκεται υπο θλιψεως· στερεωσον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:29" parsed="|Ps|119|29|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.29" />
<sup>29</sup>Απομακρυνον απ' εμου την οδον του ψευδους, και χαρισον μοι τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:30" parsed="|Ps|119|30|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.30" />
<sup>30</sup>Την οδον της αληθειας εξελεξα· προ οφθαλμων μου εθεσα τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 119:31" parsed="|Ps|119|31|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.31" />
<sup>31</sup>Προσεκολληθην εις τα μαρτυρια σου· Κυριε, μη με καταισχυνης.
<scripture passage="Ps 119:32" parsed="|Ps|119|32|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.32" />
<sup>32</sup>Την οδον των προσταγματων σου θελω τρεχει, οταν πλατυνης την καρδιαν μου.
<scripture passage="Ps 119:33" parsed="|Ps|119|33|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.33" />
<sup>33</sup>«Ε.» Διδαξον με, Κυριε, την οδον των διαταγματων σου, και θελω φυλαττει αυτην μεχρι τελους.
<scripture passage="Ps 119:34" parsed="|Ps|119|34|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.34" />
<sup>34</sup>Συνετισον με, και θελω φυλαττει τον νομον σου· ναι, θελω φυλαττει αυτον εν ολη καρδια.
<scripture passage="Ps 119:35" parsed="|Ps|119|35|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.35" />
<sup>35</sup>Οδηγησον με εις την οδον των προσταγματων σου· διοτι ευφραινομαι εις αυτην.
<scripture passage="Ps 119:36" parsed="|Ps|119|36|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.36" />
<sup>36</sup>Κλινον την καρδιαν μου εις τα μαρτυρια σου και μη εις πλεονεξιαν.
<scripture passage="Ps 119:37" parsed="|Ps|119|37|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.37" />
<sup>37</sup>Αποστρεψον τους οφθαλμους μου απο του να βλεπωσι ματαιοτητα· ζωοποιησον με εν τη οδω σου.
<scripture passage="Ps 119:38" parsed="|Ps|119|38|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.38" />
<sup>38</sup>Εκτελεσον τον λογον σου προς τον δουλον σου, οστις ειναι δεδομενος εις τον φοβον σου.
<scripture passage="Ps 119:39" parsed="|Ps|119|39|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.39" />
<sup>39</sup>Αφαιρεσον το ονειδος μου, το οποιον φοβουμαι· διοτι αι κρισεις σου ειναι αγαθαι.
<scripture passage="Ps 119:40" parsed="|Ps|119|40|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.40" />
<sup>40</sup>Ιδου, επεθυμησα τας εντολας σου· ζωοποιησον με δια της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:41" parsed="|Ps|119|41|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.41" />
<sup>41</sup>«Βαου.» Και ας ελθη επ εμε το ελεος σου, Κυριε, και η σωτηρια σου κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:42" parsed="|Ps|119|42|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.42" />
<sup>42</sup>Τοτε θελω αποκριθη προς τον ονειδιζοντα με· διοτι ελπιζω επι τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:43" parsed="|Ps|119|43|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.43" />
<sup>43</sup>Και μη αφαιρεσης ολοτελως απο του στοματος μου τον λογον της αληθειας· διοτι ηλπισα επι τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 119:44" parsed="|Ps|119|44|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.44" />
<sup>44</sup>Και θελω φυλαττει τον νομον σου διαπαντος, εις τον αιωνα του αιωνος.
<scripture passage="Ps 119:45" parsed="|Ps|119|45|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.45" />
<sup>45</sup>Και θελω περιπατει εν ευρυχωρια· διοτι εξεζητησα τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:46" parsed="|Ps|119|46|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.46" />
<sup>46</sup>Και θελω ομιλει περι των μαρτυριων σου εμπροσθεν βασιλεων, και δεν θελω αισχυνθη.
<scripture passage="Ps 119:47" parsed="|Ps|119|47|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.47" />
<sup>47</sup>Και θελω εντρυφα εις τα προσταγματα σου, τα οποια ηγαπησα.
<scripture passage="Ps 119:48" parsed="|Ps|119|48|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.48" />
<sup>48</sup>Και θελω υψονει τας χειρας μου προς τα προσταγματα σου, τα οποια ηγαπησα· και θελω μελετα εις τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:49" parsed="|Ps|119|49|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.49" />
<sup>49</sup>«Ζαιν.» Ενθυμηθητι τον λογον τον προς τον δουλον σου, εις τον οποιον με επηλπισας.
<scripture passage="Ps 119:50" parsed="|Ps|119|50|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.50" />
<sup>50</sup>Αυτη ειναι η παρηγορια μου εν τη θλιψει μου, οτι ο λογος σου με εζωοποιησεν.
<scripture passage="Ps 119:51" parsed="|Ps|119|51|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.51" />
<sup>51</sup>Οι υπερηφανοι με εχλευαζον σφοδρα· αλλ' εγω απο του νομου σου δεν εξεκλινα.
<scripture passage="Ps 119:52" parsed="|Ps|119|52|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.52" />
<sup>52</sup>Ενεθυμηθην τας απ' αιωνος κρισεις σου, Κυριε, και παρηγορηθην.
<scripture passage="Ps 119:53" parsed="|Ps|119|53|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.53" />
<sup>53</sup>Φρικη με κατελαβεν εξ αιτιας των ασεβων, των εγκαταλειποντων τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:54" parsed="|Ps|119|54|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.54" />
<sup>54</sup>Τα διαταγματα σου υπηρξαν εις εμε ψαλμωδιαι εν τω οικω της παροικιας μου.
<scripture passage="Ps 119:55" parsed="|Ps|119|55|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.55" />
<sup>55</sup>Ενεθυμηθην εν νυκτι το ονομα σου, Κυριε· και εφυλαξα τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:56" parsed="|Ps|119|56|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.56" />
<sup>56</sup>Τουτο εγεινεν εις εμε, διοτι εφυλαξα τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:57" parsed="|Ps|119|57|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.57" />
<sup>57</sup>«Χεθ.» συ, Κυριε, μερις μου εισαι· ειπα να φυλαξω τους λογους σου.
<scripture passage="Ps 119:58" parsed="|Ps|119|58|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.58" />
<sup>58</sup>Παρεκαλεσα το προσωπον σου εν ολη καρδια· ελεησον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:59" parsed="|Ps|119|59|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.59" />
<sup>59</sup>Διελογισθην τας οδους μου και εστρεψα τους ποδας μου εις τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:60" parsed="|Ps|119|60|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.60" />
<sup>60</sup>Εσπευσα και δεν εβραδυνα να φυλαξω τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:61" parsed="|Ps|119|61|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.61" />
<sup>61</sup>Στιφη ασεβων με περιεκυκλωσαν· αλλ' εγω δεν ελησμονησα τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:62" parsed="|Ps|119|62|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.62" />
<sup>62</sup>Το μεσονυκτιον εγειρομαι δια να σε δοξολογω δια τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:63" parsed="|Ps|119|63|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.63" />
<sup>63</sup>Εγω ειμαι μετοχος παντων των φοβουμενων σε και φυλαττοντων τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:64" parsed="|Ps|119|64|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.64" />
<sup>64</sup>Η γη, Κυριε, ειναι πληρης του ελεους σου· διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:65" parsed="|Ps|119|65|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.65" />
<sup>65</sup>«Τεθ.» Συ, Κυριε, ευηργετησας τον δουλον σου κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:66" parsed="|Ps|119|66|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.66" />
<sup>66</sup>Διδαξον με φρονησιν και γνωσιν· διοτι επιστευσα εις τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:67" parsed="|Ps|119|67|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.67" />
<sup>67</sup>Πριν ταλαιπωρηθω, εγω επλανωμην· αλλα τωρα εφυλαξα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:68" parsed="|Ps|119|68|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.68" />
<sup>68</sup>Συ εισαι αγαθος και αγαθοποιος· διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:69" parsed="|Ps|119|69|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.69" />
<sup>69</sup>Οι υπερηφανοι επλεξαν κατ' εμου ψευδος· αλλ' εγω εν ολη καρδια θελω φυλαττει τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:70" parsed="|Ps|119|70|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.70" />
<sup>70</sup>Η καρδια αυτων επηξεν ως παχος· αλλ' εγω εντρυφω εις τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:71" parsed="|Ps|119|71|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.71" />
<sup>71</sup>Καλον εγεινεν εις εμε οτι εταλαιπωρηθην, δια να μαθω τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:72" parsed="|Ps|119|72|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.72" />
<sup>72</sup>Ο νομος του στοματος σου ειναι καλητερος εις εμε, υπερ χιλιαδας χρυσιου και αργυριου.
<scripture passage="Ps 119:73" parsed="|Ps|119|73|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.73" />
<sup>73</sup>«Ιωδ.» Αι χειρες σου με εκαμαν και με επλασαν· συνετισον με, και θελω μαθει τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:74" parsed="|Ps|119|74|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.74" />
<sup>74</sup>Οι φοβουμενοι σε θελουσι με ιδει και ευφρανθη, διοτι ηλπισα επι τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:75" parsed="|Ps|119|75|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.75" />
<sup>75</sup>Γνωριζω, Κυριε, οτι αι κρισεις σου ειναι δικαιοσυνη, και οτι πιστως με εταλαιπωρησας.
<scripture passage="Ps 119:76" parsed="|Ps|119|76|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.76" />
<sup>76</sup>Ας με παρηγορηση, δεομαι, το ελεος σου, κατα τον λογον σου τον προς τον δουλον σου.
<scripture passage="Ps 119:77" parsed="|Ps|119|77|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.77" />
<sup>77</sup>Ας ελθωσιν επ' εμε οι οικτιρμοι σου, δια να ζω· διοτι ο νομος σου ειναι η τρυφη μου.
<scripture passage="Ps 119:78" parsed="|Ps|119|78|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.78" />
<sup>78</sup>Ας αισχυνθωσιν οι υπερηφανοι, διοτι ζητουσιν αδικως να με ανατρεψωσιν· αλλ' εγω θελω μελετα εις τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:79" parsed="|Ps|119|79|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.79" />
<sup>79</sup>Ας επιστρεψωσιν εις εμε οι φοβουμενοι σε, και οι γνωριζοντες τα μαρτυρια σου·
<scripture passage="Ps 119:80" parsed="|Ps|119|80|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.80" />
<sup>80</sup>Ας ηναι η καρδια μου αμωμος εις τα διαταγματα σου, δια να μη αισχυνθω.
<scripture passage="Ps 119:81" parsed="|Ps|119|81|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.81" />
<sup>81</sup>«Καφ.» Λιποθυμει η ψυχη μου δια την σωτηριαν σου· επι τον λογον σου ελπιζω.
<scripture passage="Ps 119:82" parsed="|Ps|119|82|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.82" />
<sup>82</sup>Οι οφθαλμοι μου απεκαμον δια τον λογον σου, λεγοντες, Ποτε θελεις με παρηγορησει;
<scripture passage="Ps 119:83" parsed="|Ps|119|83|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.83" />
<sup>83</sup>Διοτι εγεινα ως ασκος εν τω καπνω· αλλα τα διαταγματα σου δεν ελησμονησα.
<scripture passage="Ps 119:84" parsed="|Ps|119|84|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.84" />
<sup>84</sup>Ποσαι ειναι αι ημεραι του δουλου σου; ποτε θελεις καμει κρισιν εναντιον των καταδιωκοντων με;
<scripture passage="Ps 119:85" parsed="|Ps|119|85|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.85" />
<sup>85</sup>Οι υπερηφανοι, οι εναντιοι του νομου σου, εσκαψαν εις εμε λακκους.
<scripture passage="Ps 119:86" parsed="|Ps|119|86|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.86" />
<sup>86</sup>Παντα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια· αδικως με κατατρεχουσι· βοηθησον μοι.
<scripture passage="Ps 119:87" parsed="|Ps|119|87|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.87" />
<sup>87</sup>Παρ' ολιγον με κατεστρεψαν εις την γην· αλλ' εγω δεν εγκατελιπον τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:88" parsed="|Ps|119|88|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.88" />
<sup>88</sup>Ζωοποιησον με κατα το ελεος σου· και θελω φυλαξει τα μαρτυρια του στοματος σου.
<scripture passage="Ps 119:89" parsed="|Ps|119|89|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.89" />
<sup>89</sup>«Λαμεδ.» Εις τον αιωνα, Κυριε, διαμενει ο λογος σου εν τω ουρανω·
<scripture passage="Ps 119:90" parsed="|Ps|119|90|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.90" />
<sup>90</sup>η αληθεια σου εις γενεαν και γενεαν· εθεμελιωσας την γην, και διαμενει.
<scripture passage="Ps 119:91" parsed="|Ps|119|91|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.91" />
<sup>91</sup>Κατα τας διαταξεις σου διαμενουσιν εως της σημερον, διοτι τα συμπαντα ειναι δουλοι σου.
<scripture passage="Ps 119:92" parsed="|Ps|119|92|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.92" />
<sup>92</sup>Εαν ο νομος σου δεν ητο η τρυφη μου, τοτε ηθελον χαθη εν τη θλιψει μου.
<scripture passage="Ps 119:93" parsed="|Ps|119|93|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.93" />
<sup>93</sup>Εις τον αιωνα δεν θελω λησμονησει τας εντολας σου, διοτι εν αυταις με εζωοποιησας.
<scripture passage="Ps 119:94" parsed="|Ps|119|94|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.94" />
<sup>94</sup>Σος ειμαι εγω· σωσον με· διοτι τας εντολας σου εξεζητησα.
<scripture passage="Ps 119:95" parsed="|Ps|119|95|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.95" />
<sup>95</sup>Οι ασεβεις με περιεμενον δια να με αφανισωσιν· αλλ' εγω θελω προσεχει εις τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:96" parsed="|Ps|119|96|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.96" />
<sup>96</sup>Εις πασαν τελειοτητα ειδον οριον· αλλ' ο νομος σου ειναι πλατυς σφοδρα.
<scripture passage="Ps 119:97" parsed="|Ps|119|97|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.97" />
<sup>97</sup>«Μεμ.» Ποσον αγαπω τον νομον σου· ολην την ημεραν ειναι μελετη μου.
<scripture passage="Ps 119:98" parsed="|Ps|119|98|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.98" />
<sup>98</sup>Δια των προσταγματων σου με εκαμες σοφωτερον των εχθρων μου, διοτι ειναι παντοτε μετ' εμου.
<scripture passage="Ps 119:99" parsed="|Ps|119|99|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.99" />
<sup>99</sup>Ειμαι συνετωτερος παντων των διδασκοντων με· διοτι τα μαρτυρια σου ειναι μελετη μου.
<scripture passage="Ps 119:100" parsed="|Ps|119|100|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.100" />
<sup>100</sup>Ειμαι συνετωτερος των γεροντων· διοτι εφυλαξα τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:101" parsed="|Ps|119|101|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.101" />
<sup>101</sup>Απο πασης οδου πονηρας εκωλυσα τους ποδας μου, δια να φυλαξω τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:102" parsed="|Ps|119|102|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.102" />
<sup>102</sup>Απο των κρισεων σου δεν εξεκλινα· διοτι συ με εδιδαξας.
<scripture passage="Ps 119:103" parsed="|Ps|119|103|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.103" />
<sup>103</sup>Ποσον γλυκεις ειναι οι λογοι σου εις τον ουρανισκον μου· ειναι υπερ μελι εις το στομα μου.
<scripture passage="Ps 119:104" parsed="|Ps|119|104|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.104" />
<sup>104</sup>Εκ των εντολων σου εγεινα συνετος· δια τουτο εμισησα πασαν οδον ψευδους.
<scripture passage="Ps 119:105" parsed="|Ps|119|105|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.105" />
<sup>105</sup>«Νουν.» Λυχνος εις τους ποδας μου ειναι ο λογος σου και φως εις τας τριβους μου.
<scripture passage="Ps 119:106" parsed="|Ps|119|106|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.106" />
<sup>106</sup>Ωμοσα και θελω εμμενει να φυλαττω τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:107" parsed="|Ps|119|107|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.107" />
<sup>107</sup>Εταλαιπωρηθην σφοδρα· Κυριε, ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:108" parsed="|Ps|119|108|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.108" />
<sup>108</sup>Προσδεξαι, δεομαι, τας προαιρετικας προσφορας του στοματος μου, Κυριε· και διδαξον με τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 119:109" parsed="|Ps|119|109|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.109" />
<sup>109</sup>Η ψυχη μου ειναι παντοτε εν κινδυνω· τον νομον σου ομως δεν ελησμονησα.
<scripture passage="Ps 119:110" parsed="|Ps|119|110|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.110" />
<sup>110</sup>Οι ασεβεις εστησαν εις εμε παγιδα· αλλ' εγω απο των εντολων σου δεν εξεκλινα.
<scripture passage="Ps 119:111" parsed="|Ps|119|111|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.111" />
<sup>111</sup>Τα μαρτυρια σου εκληρονομησα εις τον αιωνα· διοτι ταυτα ειναι η αγαλλιασις της καρδιας μου.
<scripture passage="Ps 119:112" parsed="|Ps|119|112|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.112" />
<sup>112</sup>Εκλινα την καρδιαν μου εις το να καμνω τα διαταγματα σου παντοτε μεχρι τελους.
<scripture passage="Ps 119:113" parsed="|Ps|119|113|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.113" />
<sup>113</sup>«Σαμεχ.» Εμισησα τους διεστραμμενους στοχασμους· τον δε νομον σου ηγαπησα.
<scripture passage="Ps 119:114" parsed="|Ps|119|114|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.114" />
<sup>114</sup>Συ εισαι η σκεπη μου και η ασπις μου· επι τον λογον σου ελπιζω.
<scripture passage="Ps 119:115" parsed="|Ps|119|115|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.115" />
<sup>115</sup>Απομακρυνθητε απ' εμου οι πονηρευομενοι· διοτι θελω φυλαττει τα προσταγματα του Θεου μου.
<scripture passage="Ps 119:116" parsed="|Ps|119|116|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.116" />
<sup>116</sup>Υποστηριζε με κατα τον λογον σου και θελω ζη· και μη με καταισχυνης εις την ελπιδα μου.
<scripture passage="Ps 119:117" parsed="|Ps|119|117|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.117" />
<sup>117</sup>Υποστηριζε με και θελω σωθη· και θελω προσεχει διαπαντος εις τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:118" parsed="|Ps|119|118|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.118" />
<sup>118</sup>Συ κατεπατησας παντας τους εκκλινοντας απο των διαταγματων σου· διοτι ματαια ειναι η δολιοτης αυτων.
<scripture passage="Ps 119:119" parsed="|Ps|119|119|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.119" />
<sup>119</sup>Αποσκυβαλιζεις παντας τους πονηρους της γης· δια τουτο ηγαπησα τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:120" parsed="|Ps|119|120|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.120" />
<sup>120</sup>Εφριξεν η σαρξ μου απο του φοβου σου, και απο των κρισεων σου εφοβηθην.
<scripture passage="Ps 119:121" parsed="|Ps|119|121|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.121" />
<sup>121</sup>«Νγαιν.» Εκαμα κρισιν και δικαιοσυνην· μη με παραδωσης εις τους αδικουντας με.
<scripture passage="Ps 119:122" parsed="|Ps|119|122|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.122" />
<sup>122</sup>Γενου εγγυητης του δουλου σου εις καλον· ας μη με καταθλιψωσιν οι υπερηφανοι.
<scripture passage="Ps 119:123" parsed="|Ps|119|123|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.123" />
<sup>123</sup>Οι οφθαλμοι μου απεκαμον δια την σωτηριαν σου και δια τον λογον της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:124" parsed="|Ps|119|124|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.124" />
<sup>124</sup>Καμε μετα του δουλου σου κατα το ελεος σου και διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:125" parsed="|Ps|119|125|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.125" />
<sup>125</sup>Δουλος σου ειμαι εγω· συνετισον με, και θελω γνωρισει τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:126" parsed="|Ps|119|126|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.126" />
<sup>126</sup>Καιρος ειναι δια να ενεργηση ο Κυριος· ηκυρωσαν τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:127" parsed="|Ps|119|127|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.127" />
<sup>127</sup>Δια τουτο ηγαπησα τα προσταγματα σου υπερ χρυσιον, και υπερ χρυσιον καθαρον.
<scripture passage="Ps 119:128" parsed="|Ps|119|128|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.128" />
<sup>128</sup>Δια τουτο εγνωρισα ορθας πασας τας εντολας σου περι παντος πραγματος· και εμισησα πασαν οδον ψευδους.
<scripture passage="Ps 119:129" parsed="|Ps|119|129|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.129" />
<sup>129</sup>«Πε.» Θαυμαστα ειναι τα μαρτυρια σου· δια τουτο εφυλαξεν αυτα η ψυχη μου.
<scripture passage="Ps 119:130" parsed="|Ps|119|130|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.130" />
<sup>130</sup>Η φανερωσις των λογων σου φωτιζει· συνετιζει τους απλους.
<scripture passage="Ps 119:131" parsed="|Ps|119|131|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.131" />
<sup>131</sup>Ηνοιξα το στομα μου και ανεστεναξα· διοτι επεθυμησα τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:132" parsed="|Ps|119|132|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.132" />
<sup>132</sup>Επιβλεψον επ' εμε και ελεησον με, καθως συνειθιζεις προς τους αγαπωντας το ονομα σου.
<scripture passage="Ps 119:133" parsed="|Ps|119|133|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.133" />
<sup>133</sup>Στερεωσον τα βηματα μου εις τον λογον σου· και ας μη με κατακυριευση μηδεμια ανομια.
<scripture passage="Ps 119:134" parsed="|Ps|119|134|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.134" />
<sup>134</sup>Λυτρωσον με απο καταδυναστειας ανθρωπων, και θελω φυλαττει τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:135" parsed="|Ps|119|135|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.135" />
<sup>135</sup>Επιφανον το προσωπον σου επι τον δουλον σου, και διδαξον με τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:136" parsed="|Ps|119|136|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.136" />
<sup>136</sup>Ρυακας υδατων κατεβιβασαν οι οφθαλμοι μου, επειδη δεν φυλαττουσι τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:137" parsed="|Ps|119|137|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.137" />
<sup>137</sup>«Τσαδε.» Δικαιος εισαι, Κυριε, και ευθειαι αι κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 119:138" parsed="|Ps|119|138|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.138" />
<sup>138</sup>Τα μαρτυρια σου, τα οποια διεταξας, ειναι δικαιοσυνη και υπερτατη αληθεια.
<scripture passage="Ps 119:139" parsed="|Ps|119|139|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.139" />
<sup>139</sup>Ο ζηλος μου με κατεφαγε, διοτι ελησμονησαν τους λογους σου οι εχθροι μου.
<scripture passage="Ps 119:140" parsed="|Ps|119|140|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.140" />
<sup>140</sup>Ο λογος σου ειναι κεκαθαρισμενος σφοδρα· δια τουτο ο δουλος σου αγαπα αυτον.
<scripture passage="Ps 119:141" parsed="|Ps|119|141|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.141" />
<sup>141</sup>Μικρος ειμαι και εξουδενωμενος· δεν ελησμονησα ομως τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:142" parsed="|Ps|119|142|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.142" />
<sup>142</sup>Η δικαιοσυνη σου ειναι δικαιοσυνη εις τον αιωνα, και ο νομος σου αληθεια.
<scripture passage="Ps 119:143" parsed="|Ps|119|143|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.143" />
<sup>143</sup>Θλιψεις και στενοχωριαι με ευρηκαν· τα προσταγματα σου ομως ειναι η χαρα μου.
<scripture passage="Ps 119:144" parsed="|Ps|119|144|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.144" />
<sup>144</sup>Τα μαρτυρια σου ειναι δικαιοσυνη εις τον αιωνα· Συνετισον με και θελω ζησει.
<scripture passage="Ps 119:145" parsed="|Ps|119|145|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.145" />
<sup>145</sup>«Κοφ.» Εκραξα εν ολη καρδια· ακουσον μου, Κυριε, και θελω φυλαξει τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:146" parsed="|Ps|119|146|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.146" />
<sup>146</sup>Εκραξα προς σε· σωσον με, και θελω φυλαξει τα μαρτυρια σου.
<scripture passage="Ps 119:147" parsed="|Ps|119|147|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.147" />
<sup>147</sup>Προελαβον την αυγην και εκραξα· ηλπισα επι τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:148" parsed="|Ps|119|148|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.148" />
<sup>148</sup>Οι οφθαλμοι μου προλαμβανουσι τας νυκτοφυλακας, δια να μελετω εις τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:149" parsed="|Ps|119|149|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.149" />
<sup>149</sup>Ακουσον της φωνης μου κατα το ελεος σου· ζωοποιησον με, Κυριε, κατα την κρισιν σου.
<scripture passage="Ps 119:150" parsed="|Ps|119|150|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.150" />
<sup>150</sup>Επλησιασαν οι ακολουθουντες την πονηριαν· εξεκλιναν απο του νομου σου.
<scripture passage="Ps 119:151" parsed="|Ps|119|151|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.151" />
<sup>151</sup>Συ, Κυριε, εισαι πλησιον, και παντα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια.
<scripture passage="Ps 119:152" parsed="|Ps|119|152|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.152" />
<sup>152</sup>Προ πολλου εγνωρισα εκ των μαρτυριων σου, οτι εις τον αιωνα εθεμελιωσας αυτα.
<scripture passage="Ps 119:153" parsed="|Ps|119|153|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.153" />
<sup>153</sup>«Ρες.» Ιδε την θλιψιν μου και ελευθερωσον με· διοτι δεν ελησμονησα τον νομον σου.
<scripture passage="Ps 119:154" parsed="|Ps|119|154|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.154" />
<sup>154</sup>Δικασον την δικην μου και λυτρωσον με· ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:155" parsed="|Ps|119|155|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.155" />
<sup>155</sup>Μακραν απο ασεβων η σωτηρια· διοτι δεν εκζητουσι τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:156" parsed="|Ps|119|156|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.156" />
<sup>156</sup>Μεγαλοι οι οικτιρμοι σου, Κυριε· ζωοποιησον με κατα τας κρισεις σου.
<scripture passage="Ps 119:157" parsed="|Ps|119|157|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.157" />
<sup>157</sup>Πολλοι ειναι οι καταδιωκοντες με και οι θλιβοντες με· αλλ' απο των μαρτυριων σου δεν εξεκλινα.
<scripture passage="Ps 119:158" parsed="|Ps|119|158|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.158" />
<sup>158</sup>Ειδον τους παραβατας και εταραχθην· διοτι δεν εφυλαξαν τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:159" parsed="|Ps|119|159|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.159" />
<sup>159</sup>Ιδε ποσον αγαπω τας εντολας σου· Κυριε, ζωοποιησον με κατα το ελεος σου.
<scripture passage="Ps 119:160" parsed="|Ps|119|160|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.160" />
<sup>160</sup>Το κεφαλαιον του λογου σου ειναι η αληθεια· και εις τον αιωνα μενουσι πασαι αι κρισεις της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:161" parsed="|Ps|119|161|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.161" />
<sup>161</sup>«Σχιν.» Αρχοντες με κατεδιωξαν αναιτιως· αλλ' η καρδια μου τρεμει απο του λογου σου.
<scripture passage="Ps 119:162" parsed="|Ps|119|162|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.162" />
<sup>162</sup>Αγαλλομαι εις τον λογον σου, ως ο ευρισκων λαφυρα πολλα.
<scripture passage="Ps 119:163" parsed="|Ps|119|163|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.163" />
<sup>163</sup>Μισω και βδελυττομαι το ψευδος· τον νομον σου αγαπω.
<scripture passage="Ps 119:164" parsed="|Ps|119|164|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.164" />
<sup>164</sup>Επτακις της ημερας σε αινω, δια τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
<scripture passage="Ps 119:165" parsed="|Ps|119|165|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.165" />
<sup>165</sup>Ειρηνην πολλην εχουσιν οι αγαπωντες τον νομον σου· και εις αυτους δεν υπαρχει προσκομμα.
<scripture passage="Ps 119:166" parsed="|Ps|119|166|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.166" />
<sup>166</sup>Ηλπισα επι την σωτηριαν σου, Κυριε· και επραξα τα προσταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:167" parsed="|Ps|119|167|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.167" />
<sup>167</sup>Εφυλαξεν η ψυχη μου τα μαρτυρια σου· και ηγαπησα αυτα σφοδρα.
<scripture passage="Ps 119:168" parsed="|Ps|119|168|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.168" />
<sup>168</sup>Εφυλαξα τας εντολας σου και τα μαρτυρια σου· διοτι πασαι αι οδοι μου ειναι ενωπιον σου.
<scripture passage="Ps 119:169" parsed="|Ps|119|169|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.169" />
<sup>169</sup>«Ταυ.» Ας πλησιαση η κραυγη μου ενωπιον σου, Κυριε· συνετισον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:170" parsed="|Ps|119|170|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.170" />
<sup>170</sup>Ας ελθη η δεησις μου ενωπιον σου· λυτρωσον με κατα τον λογον σου.
<scripture passage="Ps 119:171" parsed="|Ps|119|171|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.171" />
<sup>171</sup>Τα χειλη μου θελουσι προφερει υμνον, οταν με διδαξης τα διαταγματα σου.
<scripture passage="Ps 119:172" parsed="|Ps|119|172|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.172" />
<sup>172</sup>Η γλωσσα μου θελει λαλει τον λογον σου· διοτι παντα τα προσταγματα σου ειναι δικαιοσυνη.
<scripture passage="Ps 119:173" parsed="|Ps|119|173|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.173" />
<sup>173</sup>Ας ηναι η χειρ σου εις βοηθειαν μου· διοτι εξελεξα τας εντολας σου.
<scripture passage="Ps 119:174" parsed="|Ps|119|174|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.174" />
<sup>174</sup>Επεθυμησα την σωτηριαν σου, Κυριε· και ο νομος σου ειναι τρυφη μου.
<scripture passage="Ps 119:175" parsed="|Ps|119|175|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.175" />
<sup>175</sup>Ας ζηση η ψυχη μου και θελει σε αινει· και αι κρισεις σου ας με βοηθωσι.
<scripture passage="Ps 119:176" parsed="|Ps|119|176|0|0" osisRef="Bible:Ps.119.176" />
<sup>176</sup>Περιεπλανηθην ως προβατον απολωλος· ζητησον τον δουλον σου· διοτι δεν ελησμονησα τα προσταγματα σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 120" progress="53.13%" prev="Ps.119" next="Ps.121" id="Ps.120">
<h3 id="Ps.120-p0.1">Chapter 120</h3>
<p class="Greek" id="Ps.120-p1">
<scripture passage="Ps 120:1" parsed="|Ps|120|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Εν τη θλιψει μου εκραξα προς τον Κυριον, και εισηκουσε μου.
<scripture passage="Ps 120:2" parsed="|Ps|120|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.2" />
<sup>2</sup>Κυριε, λυτρωσον την ψυχην μου απο χειλεων ψευδων, απο γλωσσης δολιας.
<scripture passage="Ps 120:3" parsed="|Ps|120|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.3" />
<sup>3</sup>Τι θελει σοι δωσει η τι θελει σοι προσθεσει, η δολια γλωσσα;
<scripture passage="Ps 120:4" parsed="|Ps|120|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.4" />
<sup>4</sup>Τα ηκονημενα βελη του δυνατου, μετα ανθρακων αρκευθου.
<scripture passage="Ps 120:5" parsed="|Ps|120|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.5" />
<sup>5</sup>Ουαι εις εμε, διοτι παροικω εν Μεσεχ, κατοικω εν ταις σκηναις του Κηδαρ·
<scripture passage="Ps 120:6" parsed="|Ps|120|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.6" />
<sup>6</sup>Πολυν καιρον κατωκησεν η ψυχη μου μετα των μισουντων την ειρηνην.
<scripture passage="Ps 120:7" parsed="|Ps|120|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.120.7" />
<sup>7</sup>Εγω αγαπω την ειρηνην· αλλ' οταν ομιλω, αυτοι ετοιμαζονται δια πολεμον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 121" progress="53.14%" prev="Ps.120" next="Ps.122" id="Ps.121">
<h3 id="Ps.121-p0.1">Chapter 121</h3>
<p class="Greek" id="Ps.121-p1">
<scripture passage="Ps 121:1" parsed="|Ps|121|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Υψονω τους οφθαλμους μου προς τα ορη· ποθεν θελει ελθει η βοηθεια μου;
<scripture passage="Ps 121:2" parsed="|Ps|121|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.2" />
<sup>2</sup>Η βοηθεια μου ερχεται απο του Κυριου, του ποιησαντος τον ουρανον και την γην.
<scripture passage="Ps 121:3" parsed="|Ps|121|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελει αφησει να κλονισθη ο πους σου· ουδε θελει νυσταξει ο φυλαττων σε.
<scripture passage="Ps 121:4" parsed="|Ps|121|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, δεν θελει νυσταξει ουδε θελει αποκοιμηθη, ο φυλαττων τον Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 121:5" parsed="|Ps|121|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος ειναι ο φυλαξ σου· ο Κυριος ειναι η σκεπη σου εκ δεξιων σου.
<scripture passage="Ps 121:6" parsed="|Ps|121|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.6" />
<sup>6</sup>Την ημεραν ο ηλιος δεν θελει σε βλαψει, ουδε η σεληνη την νυκτα.
<scripture passage="Ps 121:7" parsed="|Ps|121|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος θελει σε φυλαττει απο παντος κακου· θελει φυλαττει την ψυχην σου.
<scripture passage="Ps 121:8" parsed="|Ps|121|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.121.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος θελει φυλαττει την εξοδον σου και την εισοδον σου, απο του νυν και εως του αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 122" progress="53.16%" prev="Ps.121" next="Ps.123" id="Ps.122">
<h3 id="Ps.122-p0.1">Chapter 122</h3>
<p class="Greek" id="Ps.122-p1">
<scripture passage="Ps 122:1" parsed="|Ps|122|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων, του Δαβιδ.» Ευφρανθην οτε μοι ειπον, Ας υπαγωμεν εις τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="Ps 122:2" parsed="|Ps|122|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.2" />
<sup>2</sup>Οι ποδες ημων θελουσιν ιστασθαι εν ταις πυλαις σου, Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ps 122:3" parsed="|Ps|122|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.3" />
<sup>3</sup>Ιερουσαλημ, η ωκοδομημενη ως πολις συνηρμοσμενη ομου.
<scripture passage="Ps 122:4" parsed="|Ps|122|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.4" />
<sup>4</sup>Εκει αναβαινουσιν αι φυλαι, αι φυλαι του Κυριου, κατα το διατεταγμενον εις τον Ισραηλ, δια να δοξολογησωσι το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Ps 122:5" parsed="|Ps|122|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εκει ετεθησαν θρονοι δια κρισιν, οι θρονοι του οικου του Δαβιδ.
<scripture passage="Ps 122:6" parsed="|Ps|122|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.6" />
<sup>6</sup>Ζητειτε την ειρηνην της Ιερουσαλημ· ας ευτυχωσιν οι αγαπωντες σε.
<scripture passage="Ps 122:7" parsed="|Ps|122|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.7" />
<sup>7</sup>Ας ηναι ειρηνη εις τα τειχη σου, αφθονια εις τα παλατια σου.
<scripture passage="Ps 122:8" parsed="|Ps|122|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.8" />
<sup>8</sup>Ενεκεν των αδελφων μου και των πλησιον μου, θελω λεγει τωρα, Ειρηνη εις σε·
<scripture passage="Ps 122:9" parsed="|Ps|122|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.122.9" />
<sup>9</sup>ενεκεν του οικου Κυριου του Θεου ημων, θελω ζητει το καλον σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 123" progress="53.17%" prev="Ps.122" next="Ps.124" id="Ps.123">
<h3 id="Ps.123-p0.1">Chapter 123</h3>
<p class="Greek" id="Ps.123-p1">
<scripture passage="Ps 123:1" parsed="|Ps|123|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.123.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Υψωσα τους οφθαλμους μου προς σε τον κατοικουντα εν ουρανοις.
<scripture passage="Ps 123:2" parsed="|Ps|123|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.123.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, καθως οι οφθαλμοι των δουλων ατενιζουσιν εις την χειρα των κυριων αυτων, καθως οι οφθαλμοι της δουλης εις την χειρα της κυριας αυτης, ουτως οι οφθαλμοι ημων προς Κυριον τον Θεον ημων, εωσου ελεηση ημας.
<scripture passage="Ps 123:3" parsed="|Ps|123|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.123.3" />
<sup>3</sup>Ελεησον ημας, Κυριε, ελεησον ημας διοτι εχορτασθημεν σφοδρα απο εξουδενωσεως.
<scripture passage="Ps 123:4" parsed="|Ps|123|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.123.4" />
<sup>4</sup>Καθ' υπερβολην εχορτασθη η ψυχη ημων απο της υβρεως των τρυφωντων, απο της εξουδενωσεως των υπερηφανων.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 124" progress="53.19%" prev="Ps.123" next="Ps.125" id="Ps.124">
<h3 id="Ps.124-p0.1">Chapter 124</h3>
<p class="Greek" id="Ps.124-p1">
<scripture passage="Ps 124:1" parsed="|Ps|124|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων, του Δαβιδ.» Αν δεν ητο ο Κυριος μεθ' ημων, ας ειπη τωρα ο Ισραηλ·
<scripture passage="Ps 124:2" parsed="|Ps|124|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.2" />
<sup>2</sup>αν δεν ητο ο Κυριος μεθ' ημων, οτε εσηκωθησαν ανθρωποι εφ' ημας,
<scripture passage="Ps 124:3" parsed="|Ps|124|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.3" />
<sup>3</sup>ζωντας ηθελον μας καταπιει τοτε, ενω ο θυμος αυτων εφλεγετο εναντιον ημων·
<scripture passage="Ps 124:4" parsed="|Ps|124|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.4" />
<sup>4</sup>Τοτε τα υδατα ηθελον μας καταποντισει, ο χειμαρρος ηθελε περασει επανωθεν της ψυχης ημων·
<scripture passage="Ps 124:5" parsed="|Ps|124|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.5" />
<sup>5</sup>τοτε τα υδατα τα επηρμενα ηθελον περασει επανωθεν της ψυχης ημων.
<scripture passage="Ps 124:6" parsed="|Ps|124|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.6" />
<sup>6</sup>Ευλογητος Κυριος, οστις δεν παρεδωκεν ημας θηραμα εις τους οδοντας αυτων.
<scripture passage="Ps 124:7" parsed="|Ps|124|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.7" />
<sup>7</sup>Η ψυχη ημων ελυτρωθη ως πτηνον απο της παγιδος των θηρευτων· η παγις συνετριβη, και ημεις ελυτρωθημεν.
<scripture passage="Ps 124:8" parsed="|Ps|124|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.124.8" />
<sup>8</sup>Η βοηθεια ημων ειναι εν τω ονοματι του Κυριου, του ποιησαντος τον ουρανον και την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 125" progress="53.20%" prev="Ps.124" next="Ps.126" id="Ps.125">
<h3 id="Ps.125-p0.1">Chapter 125</h3>
<p class="Greek" id="Ps.125-p1">
<scripture passage="Ps 125:1" parsed="|Ps|125|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.125.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Οι πεποιθοτες επι Κυριον ειναι ως το ορος Σιων, το οποιον δεν θελει σαλευθη· εις τον αιωνα διαμενει.
<scripture passage="Ps 125:2" parsed="|Ps|125|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.125.2" />
<sup>2</sup>Καθως η Ιερουσαλημ κυκλονεται υπο των ορεων, ουτως ο Κυριος κυκλονει τον λαον αυτου απο του νυν και εως του αιωνος.
<scripture passage="Ps 125:3" parsed="|Ps|125|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.125.3" />
<sup>3</sup>Διοτι δεν θελει διαμενει η ραβδος της ασεβειας επι τον κληρον των δικαιων, δια να μη εκτεινωσιν οι δικαιοι τας χειρας αυτων εις την ανομιαν.
<scripture passage="Ps 125:4" parsed="|Ps|125|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.125.4" />
<sup>4</sup>Αγαθοποιησον, Κυριε, τους αγαθους και τους ευθεις την καρδιαν.
<scripture passage="Ps 125:5" parsed="|Ps|125|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.125.5" />
<sup>5</sup>Τους δε εκκλινοντας εις τας σκολιας οδους των, ο Κυριος θελει απαγαγει αυτους μετα των εργαζομενων την ανομιαν. Ειρηνη επι τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 126" progress="53.22%" prev="Ps.125" next="Ps.127" id="Ps.126">
<h3 id="Ps.126-p0.1">Chapter 126</h3>
<p class="Greek" id="Ps.126-p1">
<scripture passage="Ps 126:1" parsed="|Ps|126|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Οτε ο Κυριος επανεφερε τους αιχμαλωτους της Σιων, ημεθα ως οι ονειρευομενοι.
<scripture passage="Ps 126:2" parsed="|Ps|126|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.2" />
<sup>2</sup>Τοτε ενεπλησθη το στομα ημων απο γελωτος και η γλωσσα ημων απο αγαλλιασεως· τοτε ελεγον μεταξυ των εθνων, Μεγαλεια εκαμε δι' αυτους ο Κυριος.
<scripture passage="Ps 126:3" parsed="|Ps|126|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.3" />
<sup>3</sup>Μεγαλεια εκαμεν ο Κυριος δι' ημας· ενεπλησθημεν χαρας.
<scripture passage="Ps 126:4" parsed="|Ps|126|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.4" />
<sup>4</sup>Επιστρεψον, Κυριε, τους αιχμαλωτους ημων, ως τους χειμαρρους εν τω νοτω.
<scripture passage="Ps 126:5" parsed="|Ps|126|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.5" />
<sup>5</sup>Οι σπειροντες μετα δακρυων εν αγαλλιασει θελουσι θερισει.
<scripture passage="Ps 126:6" parsed="|Ps|126|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.126.6" />
<sup>6</sup>Οστις εξερχεται και κλαιει, βασταζων σπορον πολυτιμον, ουτος βεβαιως θελει επιστρεψει εν αγαλλιασει, βασταζων τα χειροβολα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 127" progress="53.23%" prev="Ps.126" next="Ps.128" id="Ps.127">
<h3 id="Ps.127-p0.1">Chapter 127</h3>
<p class="Greek" id="Ps.127-p1">
<scripture passage="Ps 127:1" parsed="|Ps|127|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.127.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων, του Σολομωντος.» Εαν ο Κυριος δεν οικοδομηση οικον, εις ματην κοπιαζουσιν οι οικοδομουντες αυτον· εαν ο Κυριος δεν φυλαξη πολιν, εις ματην αγρυπνει ο φυλαττων.
<scripture passage="Ps 127:2" parsed="|Ps|127|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.127.2" />
<sup>2</sup>Ματαιον ειναι εις εσας να σηκονησθε πρωι, να πλαγιαζητε αργα, τρωγοντες τον αρτον του κοπου· ο Κυριος βεβαιως διδει υπνον εις τον αγαπητον αυτου.
<scripture passage="Ps 127:3" parsed="|Ps|127|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.127.3" />
<sup>3</sup>Ιδου, κληρονομια παρα του Κυριου ειναι τα τεκνα· μισθος αυτου ο καρπος της κοιλιας.
<scripture passage="Ps 127:4" parsed="|Ps|127|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.127.4" />
<sup>4</sup>Καθως ειναι τα βελη εν τη χειρι του δυνατου, ουτως οι υιοι της νεοτητος.
<scripture passage="Ps 127:5" parsed="|Ps|127|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.127.5" />
<sup>5</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις εγεμισε την βελοθηκην αυτου εκ τουτων· οι τοιουτοι δεν θελουσι καταισχυνθη, οταν λαλωσι μετα των εχθρων εν τη πυλη.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 128" progress="53.25%" prev="Ps.127" next="Ps.129" id="Ps.128">
<h3 id="Ps.128-p0.1">Chapter 128</h3>
<p class="Greek" id="Ps.128-p1">
<scripture passage="Ps 128:1" parsed="|Ps|128|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Μακαριος πας ο φοβουμενος τον Κυριον, ο περιπατων εν ταις οδοις αυτου.
<scripture passage="Ps 128:2" parsed="|Ps|128|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.2" />
<sup>2</sup>Διοτι θελεις τρωγει απο του κοπου των χειρων σου· μακαριος θελεις εισθαι, και ευτυχια εις σε.
<scripture passage="Ps 128:3" parsed="|Ps|128|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.3" />
<sup>3</sup>Η γυνη σου θελει εισθαι ως αμπελος ευκαρπος εις τα πλαγια της οικιας σου· οι υιοι σου ως νεοφυτα ελαιων κυκλω της τραπεζης σου.
<scripture passage="Ps 128:4" parsed="|Ps|128|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, ουτω θελει ευλογηθη ο ανθρωπος ο φοβουμενος τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 128:5" parsed="|Ps|128|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος θελει σε ευλογησει εκ της Σιων, και θελεις ιδει το καλον της Ιερουσαλημ πασας τας ημερας της ζωης σου·
<scripture passage="Ps 128:6" parsed="|Ps|128|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.128.6" />
<sup>6</sup>και θελεις ιδει υιους των υιων σου· ειρηνη επι τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 129" progress="53.26%" prev="Ps.128" next="Ps.130" id="Ps.129">
<h3 id="Ps.129-p0.1">Chapter 129</h3>
<p class="Greek" id="Ps.129-p1">
<scripture passage="Ps 129:1" parsed="|Ps|129|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Πολλακις με επολεμησαν εκ νεοτητος μου, ας ειπη τωρα ο Ισραηλ·
<scripture passage="Ps 129:2" parsed="|Ps|129|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.2" />
<sup>2</sup>Πολλακις με επολεμησαν εκ νεοτητος μου· αλλα δεν υπερισχυσαν εναντιον μου.
<scripture passage="Ps 129:3" parsed="|Ps|129|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.3" />
<sup>3</sup>Οι γεωργοι ηροτριασαν επι των νωτων μου· εσυραν μακρα τα αυλακια αυτων.
<scripture passage="Ps 129:4" parsed="|Ps|129|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.4" />
<sup>4</sup>Αλλα δικαιος ο Κυριος· κατεκοψε τα σχοινια των ασεβων.
<scripture passage="Ps 129:5" parsed="|Ps|129|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.5" />
<sup>5</sup>Ας αισχυνθωσι και ας στραφωσιν εις τα οπισω παντες οι μισουντες την Σιων.
<scripture passage="Ps 129:6" parsed="|Ps|129|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.6" />
<sup>6</sup>Ας γεινωσιν ως ο χορτος των δωματων, οστις πριν εκριζωθη ξηραινεται·
<scripture passage="Ps 129:7" parsed="|Ps|129|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.7" />
<sup>7</sup>απο του οποιου δεν γεμιζει ο θεριστης την χειρα αυτου, ουδε ο δενων τα χειροβολα τον κολπον αυτου·
<scripture passage="Ps 129:8" parsed="|Ps|129|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.129.8" />
<sup>8</sup>ωστε οι διαβαται δεν θελουσιν ειπει, Ευλογια Κυριου εφ' υμας· σας ευλογουμεν εν ονοματι Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 130" progress="53.27%" prev="Ps.129" next="Ps.131" id="Ps.130">
<h3 id="Ps.130-p0.1">Chapter 130</h3>
<p class="Greek" id="Ps.130-p1">
<scripture passage="Ps 130:1" parsed="|Ps|130|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Εκ βαθεων εκραξα προς σε, Κυριε.
<scripture passage="Ps 130:2" parsed="|Ps|130|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.2" />
<sup>2</sup>Κυριε, εισακουσον της φωνης μου· ας ηναι τα ωτα σου προσεκτικα εις την φωνην των δεησεων μου.
<scripture passage="Ps 130:3" parsed="|Ps|130|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.3" />
<sup>3</sup>Εαν, Κυριε, παρατηρησης ανομιας, Κυριε, τις θελει δυνηθη να σταθη;
<scripture passage="Ps 130:4" parsed="|Ps|130|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.4" />
<sup>4</sup>Παρα σοι ομως ειναι συγχωρησις, δια να σε φοβωνται.
<scripture passage="Ps 130:5" parsed="|Ps|130|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.5" />
<sup>5</sup>Προσεμεινα τον Κυριον, προσεμεινεν η ψυχη μου, και ηλπισα επι τον λογον αυτου.
<scripture passage="Ps 130:6" parsed="|Ps|130|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.6" />
<sup>6</sup>Η ψυχη μου προσμενει τον Κυριον, μαλλον παρα τους προσμενοντας την αυγην, ναι, τους προσμενοντας την αυγην.
<scripture passage="Ps 130:7" parsed="|Ps|130|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.7" />
<sup>7</sup>Ας ελπιζη ο Ισραηλ επι τον Κυριον· διοτι παρα τω Κυριω ειναι ελεος, και λυτρωσις πολλη παρ' αυτω·
<scripture passage="Ps 130:8" parsed="|Ps|130|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.130.8" />
<sup>8</sup>και αυτος θελει λυτρωσει τον Ισραηλ απο πασων των ανομιων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 131" progress="53.29%" prev="Ps.130" next="Ps.132" id="Ps.131">
<h3 id="Ps.131-p0.1">Chapter 131</h3>
<p class="Greek" id="Ps.131-p1">
<scripture passage="Ps 131:1" parsed="|Ps|131|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.131.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων, του Δαβιδ.» Κυριε, δεν υπερηφανευθη η καρδια μου ουδε υψωθησαν οι οφθαλμοι μου· ουδε περιπατω εις πραγματα μεγαλα και υψηλοτερα υπερ εμε.
<scripture passage="Ps 131:2" parsed="|Ps|131|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.131.2" />
<sup>2</sup>Βεβαιως, υπεταξα και καθησυχασα την ψυχην μου, ως το απογεγαλακτισμενον παιδιον πλησιον της μητρος αυτου· η ψυχη μου ειναι εν εμοι ως απογεγαλακτισμενον παιδιον.
<scripture passage="Ps 131:3" parsed="|Ps|131|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.131.3" />
<sup>3</sup>Ας ελπιζη ο Ισραηλ επι τον Κυριον, απο του νυν και εως του αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 132" progress="53.30%" prev="Ps.131" next="Ps.133" id="Ps.132">
<h3 id="Ps.132-p0.1">Chapter 132</h3>
<p class="Greek" id="Ps.132-p1">
<scripture passage="Ps 132:1" parsed="|Ps|132|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Ενθυμηθητι, Κυριε, τον Δαβιδ, και παντας τους αγωνας αυτου·
<scripture passage="Ps 132:2" parsed="|Ps|132|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.2" />
<sup>2</sup>πως ωμοσε προς τον Κυριον και εκαμεν ευχην εις τον ισχυρον Θεον του Ιακωβ·
<scripture passage="Ps 132:3" parsed="|Ps|132|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελω εισελθει υπο την στεγην του οικου μου, δεν θελω αναβη εις την κλινην της στρωμνης μου,
<scripture passage="Ps 132:4" parsed="|Ps|132|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.4" />
<sup>4</sup>δεν θελω δωσει υπνον εις τους οφθαλμους μου, νυσταγμον εις τα βλεφαρα μου,
<scripture passage="Ps 132:5" parsed="|Ps|132|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.5" />
<sup>5</sup>εωσου ευρω τοπον δια τον Κυριον, κατοικιαν δια τον ισχυρον Θεον του Ιακωβ.
<scripture passage="Ps 132:6" parsed="|Ps|132|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, ηκουσαμεν περι αυτης εν Εφραθα· ευρηκαμεν αυτην εις τας πεδιαδας του Ιααρ.
<scripture passage="Ps 132:7" parsed="|Ps|132|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.7" />
<sup>7</sup>Ας εισελθωμεν εις τας σκηνας αυτου· ας προσκυνησωμεν εις το υποποδιον των ποδων αυτου.
<scripture passage="Ps 132:8" parsed="|Ps|132|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.8" />
<sup>8</sup>Αναστηθι, Κυριε, εις την αναπαυσιν σου, συ και η κιβωτος της δυναμεως σου.
<scripture passage="Ps 132:9" parsed="|Ps|132|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.9" />
<sup>9</sup>Οι ιερεις σου ας ενδυθωσι δικαιοσυνην, και οι οσιοι σου ας αγαλλωνται.
<scripture passage="Ps 132:10" parsed="|Ps|132|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.10" />
<sup>10</sup>Ενεκεν Δαβιδ του δουλου σου μη αποστρεψης το προσωπον του κεχρισμενου σου.
<scripture passage="Ps 132:11" parsed="|Ps|132|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.11" />
<sup>11</sup>Ωμοσεν ο Κυριος αληθειαν προς τον Δαβιδ, δεν θελει αθετησει αυτην, Εκ του καρπου του σωματος σου θελω θεσει επι τον θρονον σου.
<scripture passage="Ps 132:12" parsed="|Ps|132|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.12" />
<sup>12</sup>Εαν φυλαξωσιν οι υιοι σου την διαθηκην μου, και τα μαρτυρια μου τα οποια θελω διδαξει αυτους, και οι υιοι αυτων θελουσι καθισει διαπαντος επι του θρονου σου.
<scripture passage="Ps 132:13" parsed="|Ps|132|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.13" />
<sup>13</sup>Διοτι εξελεξεν ο Κυριος την Σιων· ευηρεστηθη να κατοικη εν αυτη.
<scripture passage="Ps 132:14" parsed="|Ps|132|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.14" />
<sup>14</sup>Αυτη ειναι η αναπαυσις μου εις τον αιωνα του αιωνος· ενταυθα θελω κατοικει, διοτι ηγαπησα αυτην.
<scripture passage="Ps 132:15" parsed="|Ps|132|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.15" />
<sup>15</sup>Θελω ευλογησει εν ευλογια τας τροφας αυτης· τους πτωχους αυτης θελω χορτασει αρτον·
<scripture passage="Ps 132:16" parsed="|Ps|132|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.16" />
<sup>16</sup>και τους ιερεις αυτης θελω ενδυσει σωτηριαν· και οι οσιοι αυτης θελουσιν αγαλλεσθαι εν αγαλλιασει.
<scripture passage="Ps 132:17" parsed="|Ps|132|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.17" />
<sup>17</sup>Εκει θελω καμει να βλαστηση κερας εις τον Δαβιδ· ητοιμασα λυχνον δια τον κεχρισμενον μου.
<scripture passage="Ps 132:18" parsed="|Ps|132|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.132.18" />
<sup>18</sup>Τους εχθρους αυτου θελω ενδυσει αισχυνην· επι δε αυτον θελει ανθει το διαδημα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 133" progress="53.34%" prev="Ps.132" next="Ps.134" id="Ps.133">
<h3 id="Ps.133-p0.1">Chapter 133</h3>
<p class="Greek" id="Ps.133-p1">
<scripture passage="Ps 133:1" parsed="|Ps|133|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.133.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων, του Δαβιδ.» Ιδου, τι καλον και τι τερπνον, να συγκατοικωσιν εν ομονοια αδελφοι.
<scripture passage="Ps 133:2" parsed="|Ps|133|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.133.2" />
<sup>2</sup>Ειναι ως το πολυτιμον μυρον επι την κεφαλην, το καταβαινον επι τον πωγωνα, τον πωγωνα του Ααρων· το καταβαινον επι το στομιον του ενδυματος αυτου·
<scripture passage="Ps 133:3" parsed="|Ps|133|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.133.3" />
<sup>3</sup>ως η δροσος του Αερμων, η καταβαινουσα επι τα ορη της Σιων· διοτι εκει διωρισεν ο Κυριος την ευλογιαν, ζωην εως του αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 134" progress="53.35%" prev="Ps.133" next="Ps.135" id="Ps.134">
<h3 id="Ps.134-p0.1">Chapter 134</h3>
<p class="Greek" id="Ps.134-p1">
<scripture passage="Ps 134:1" parsed="|Ps|134|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.134.1" />
<sup>1</sup>«Ωιδη των Αναβαθμων.» Ιδου, ευλογειτε τον Κυριον, παντες οι δουλοι του Κυριου, οι ισταμενοι την νυκτα εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Ps 134:2" parsed="|Ps|134|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.134.2" />
<sup>2</sup>Υψωσατε τας χειρας σας εις τα αγια και ευλογειτε τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 134:3" parsed="|Ps|134|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.134.3" />
<sup>3</sup>Να σε ευλογηση ο Κυριος εκ Σιων, ο ποιησας τον ουρανον και την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 135" progress="53.35%" prev="Ps.134" next="Ps.136" id="Ps.135">
<h3 id="Ps.135-p0.1">Chapter 135</h3>
<p class="Greek" id="Ps.135-p1">
<scripture passage="Ps 135:1" parsed="|Ps|135|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Αινειτε το ονομα του Κυριου· αινειτε, δουλοι του Κυριου,
<scripture passage="Ps 135:2" parsed="|Ps|135|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.2" />
<sup>2</sup>Οι ισταμενοι εν τω οικω του Κυριου, εν ταις αυλαις του οικου του Θεου ημων.
<scripture passage="Ps 135:3" parsed="|Ps|135|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.3" />
<sup>3</sup>Αινειτε τον Κυριον, διοτι αγαθος ο Κυριος· ψαλμωδησατε εις το ονομα αυτου, διοτι ειναι τερπνον.
<scripture passage="Ps 135:4" parsed="|Ps|135|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.4" />
<sup>4</sup>Διοτι τον Ιακωβ εξελεξεν εις εαυτον ο Κυριος, τον Ισραηλ εις θησαυρον αυτου.
<scripture passage="Ps 135:5" parsed="|Ps|135|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εγω εγνωρισα οτι μεγας ο Κυριος· και ο Κυριος ημων ειναι υπερ παντας τους θεους.
<scripture passage="Ps 135:6" parsed="|Ps|135|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.6" />
<sup>6</sup>Παντα οσα ηθελησεν ο Κυριος εποιησεν, εν τω ουρανω και εν τη γη, εν ταις θαλασσαις και εν πασαις ταις αβυσσοις.
<scripture passage="Ps 135:7" parsed="|Ps|135|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.7" />
<sup>7</sup>Αναβιβαζει νεφελας απο των εσχατων της γης· καμνει αστραπας δια βροχην· εκβαλλει ανεμους εκ των θησαυρων αυτου.
<scripture passage="Ps 135:8" parsed="|Ps|135|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.8" />
<sup>8</sup>Οστις επαταξε τα πρωτοτοκα της Αιγυπτου, απο ανθρωπου εως κτηνους·
<scripture passage="Ps 135:9" parsed="|Ps|135|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.9" />
<sup>9</sup>εξαπεστειλε σημεια και τερατα εις το μεσον σου, Αιγυπτε, επι τον Φαραω και επι παντας τους δουλους αυτου.
<scripture passage="Ps 135:10" parsed="|Ps|135|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.10" />
<sup>10</sup>Οστις επαταξεν εθνη μεγαλα και απεκτεινε βασιλεις κραταιους·
<scripture passage="Ps 135:11" parsed="|Ps|135|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.11" />
<sup>11</sup>τον Σηων, βασιλεα των Αμορραιων, και τον Ωγ, βασιλεα της Βασαν, και πασας τας βασιλειας Χανααν·
<scripture passage="Ps 135:12" parsed="|Ps|135|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.12" />
<sup>12</sup>και εδωκε την γην αυτων κληρονομιαν, κληρονομιαν εις τον Ισραηλ τον λαον αυτου.
<scripture passage="Ps 135:13" parsed="|Ps|135|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.13" />
<sup>13</sup>Το ονομα σου, Κυριε, μενει εις τον αιωνα· το μνημοσυνον σου, Κυριε, εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Ps 135:14" parsed="|Ps|135|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.14" />
<sup>14</sup>Διοτι θελει κρινει ο Κυριος τον λαον αυτου· και τους δουλους αυτου θελει ελεησει.
<scripture passage="Ps 135:15" parsed="|Ps|135|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.15" />
<sup>15</sup>Τα ειδωλα των εθνων ειναι αργυριον και χρυσιον, εργον χειρων ανθρωπου.
<scripture passage="Ps 135:16" parsed="|Ps|135|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.16" />
<sup>16</sup>Στομα εχουσι και δεν λαλουσιν· οφθαλμους εχουσι και δεν βλεπουσιν.
<scripture passage="Ps 135:17" parsed="|Ps|135|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.17" />
<sup>17</sup>Ωτα εχουσι και δεν ακουουσιν· ουδε ειναι πνοη εν τω στοματι αυτων.
<scripture passage="Ps 135:18" parsed="|Ps|135|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.18" />
<sup>18</sup>Ομοιοι αυτων ας γεινωσιν οι ποιουντες αυτα· πας ο ελπιζων επ' αυτα
<scripture passage="Ps 135:19" parsed="|Ps|135|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.19" />
<sup>19</sup>Οικος Ισραηλ, ευλογησατε τον Κυριον· οικος Ααρων, ευλογησατε τον Κυριον·
<scripture passage="Ps 135:20" parsed="|Ps|135|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.20" />
<sup>20</sup>οικος Λευι, ευλογησατε τον Κυριον· οι φοβουμενοι τον Κυριον, ευλογησατε τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 135:21" parsed="|Ps|135|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.135.21" />
<sup>21</sup>Ευλογητος ο Κυριος εν Σιων, ο κατοικων εν Ιερουσαλημ. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 136" progress="53.40%" prev="Ps.135" next="Ps.137" id="Ps.136">
<h3 id="Ps.136-p0.1">Chapter 136</h3>
<p class="Greek" id="Ps.136-p1">
<scripture passage="Ps 136:1" parsed="|Ps|136|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.1" />
<sup>1</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος, διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:2" parsed="|Ps|136|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.2" />
<sup>2</sup>Δοξολογειτε τον Θεον των θεων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:3" parsed="|Ps|136|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.3" />
<sup>3</sup>Δοξολογειτε τον Κυριον των κυριων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:4" parsed="|Ps|136|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.4" />
<sup>4</sup>Τον μονον ποιουντα θαυμασια μεγαλα· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:5" parsed="|Ps|136|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.5" />
<sup>5</sup>Τον ποιησαντα τους ουρανους εν συνεσει· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:6" parsed="|Ps|136|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.6" />
<sup>6</sup>Τον στερεωσαντα την γην επι των υδατων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:7" parsed="|Ps|136|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.7" />
<sup>7</sup>Τον ποιησαντα τους φωστηρας τους μεγαλους· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:8" parsed="|Ps|136|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.8" />
<sup>8</sup>τον ηλιον, δια να εξουσιαζη επι της ημερας· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:9" parsed="|Ps|136|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.9" />
<sup>9</sup>την σεληνην και τους αστερας, δια να εξουσιαζωσιν επι της νυκτος· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:10" parsed="|Ps|136|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.10" />
<sup>10</sup>Τον παταξαντα την Αιγυπτον εις τα πρωτοτοκα αυτης· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:11" parsed="|Ps|136|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.11" />
<sup>11</sup>και εξαγαγοντα τον Ισραηλ εκ μεσου αυτης· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:12" parsed="|Ps|136|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.12" />
<sup>12</sup>Εν χειρι κραταια και εν βραχιονι ηπλωμενω· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:13" parsed="|Ps|136|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.13" />
<sup>13</sup>Τον διαιρεσαντα την Ερυθραν θαλασσαν εις δυο μερη· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:14" parsed="|Ps|136|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.14" />
<sup>14</sup>και διαβιβασαντα τον Ισραηλ δια μεσου αυτης· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:15" parsed="|Ps|136|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.15" />
<sup>15</sup>και καταστρεψαντα τον Φαραω και το στρατευμα αυτου εν τη Ερυθρα θαλασση· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:16" parsed="|Ps|136|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.16" />
<sup>16</sup>Τον οδηγησαντα τον λαον αυτου εν τη ερημω· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:17" parsed="|Ps|136|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.17" />
<sup>17</sup>Τον παταξαντα βασιλεις μεγαλους· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:18" parsed="|Ps|136|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.18" />
<sup>18</sup>και αποκτειναντα βασιλεις κραταιους· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:19" parsed="|Ps|136|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.19" />
<sup>19</sup>τον Σηων, βασιλεα των Αμορραιων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:20" parsed="|Ps|136|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.20" />
<sup>20</sup>και τον Ωγ βασιλεα της Βασαν· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:21" parsed="|Ps|136|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.21" />
<sup>21</sup>και δοντα την γην αυτην εις κληρονομιαν· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:22" parsed="|Ps|136|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.22" />
<sup>22</sup>κληρονομιαν εις τον Ισραηλ τον δουλον αυτου· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:23" parsed="|Ps|136|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.23" />
<sup>23</sup>Τον μνησθεντα ημων εν τη ταπεινωσει ημων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου·
<scripture passage="Ps 136:24" parsed="|Ps|136|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.24" />
<sup>24</sup>και λυτρωσαντα ημας εκ των εχθρων ημων· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:25" parsed="|Ps|136|25|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.25" />
<sup>25</sup>Τον διδοντα τροφην εις πασαν σαρκα· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 136:26" parsed="|Ps|136|26|0|0" osisRef="Bible:Ps.136.26" />
<sup>26</sup>Δοξολογειτε τον Θεον του ουρανου· διοτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 137" progress="53.45%" prev="Ps.136" next="Ps.138" id="Ps.137">
<h3 id="Ps.137-p0.1">Chapter 137</h3>
<p class="Greek" id="Ps.137-p1">
<scripture passage="Ps 137:1" parsed="|Ps|137|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.1" />
<sup>1</sup>Επι των ποταμων Βαβυλωνος, εκει εκαθισαμεν και εκλαυσαμεν, οτε ενεθυμηθημεν την Σιων.
<scripture passage="Ps 137:2" parsed="|Ps|137|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.2" />
<sup>2</sup>Επι τας ιτεας εν μεσω αυτης εκρεμασαμεν τας κιθαρας ημων.
<scripture passage="Ps 137:3" parsed="|Ps|137|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.3" />
<sup>3</sup>Διοτι οι αιχμαλωτισαντες ημας εκει εζητησαν παρ' ημων λογους ασματων· και οι ερημωσαντες ημας υμνον, λεγοντες, Ψαλατε εις ημας εκ των ωδων της Σιων.
<scripture passage="Ps 137:4" parsed="|Ps|137|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.4" />
<sup>4</sup>Πως να ψαλωμεν την ωδην του Κυριου επι ξενης γης;
<scripture passage="Ps 137:5" parsed="|Ps|137|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.5" />
<sup>5</sup>Εαν σε λησμονησω, Ιερουσαλημ, ας λησμονηση η δεξια μου
<scripture passage="Ps 137:6" parsed="|Ps|137|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.6" />
<sup>6</sup>Ας κολληθη η γλωσσα μου εις τον ουρανισκον μου, εαν δεν σε ενθυμωμαι· εαν δεν προταξω την Ιερουσαλημ εις την αρχην της ευφροσυνης μου
<scripture passage="Ps 137:7" parsed="|Ps|137|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.7" />
<sup>7</sup>Μνησθητι, Κυριε, των υιων Εδωμ, οιτινες την ημεραν της Ιερουσαλημ ελεγον, Κατεδαφισατε, κατεδαφισατε αυτην εως των θεμελιων αυτης.
<scripture passage="Ps 137:8" parsed="|Ps|137|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.8" />
<sup>8</sup>Θυγατηρ Βαβυλωνος, η μελλουσα να ερημωθης, μακαριος οστις σοι ανταποδωση την ανταμοιβην των οσα επραξας εις ημας
<scripture passage="Ps 137:9" parsed="|Ps|137|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.137.9" />
<sup>9</sup>Μακαριος οστις πιαση και ριψη τα νηπια σου επι την πετραν
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 138" progress="53.47%" prev="Ps.137" next="Ps.139" id="Ps.138">
<h3 id="Ps.138-p0.1">Chapter 138</h3>
<p class="Greek" id="Ps.138-p1">
<scripture passage="Ps 138:1" parsed="|Ps|138|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Θελω σε δοξολογησει εν ολη καρδια μου· θελω ψαλμωδησει εις σε εμπροσθεν των θεων.
<scripture passage="Ps 138:2" parsed="|Ps|138|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.2" />
<sup>2</sup>Θελω προσκυνησει προς τον ναον τον αγιον σου· και θελω δοξολογησει το ονομα σου δια το ελεος σου και δια την αληθειαν σου· διοτι εμεγαλυνας τον λογον σου υπερ πασαν την φημην σου.
<scripture passage="Ps 138:3" parsed="|Ps|138|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.3" />
<sup>3</sup>Καθ' ην ημεραν εκραξα, μου εισηκουσας· με ενισχυσας με δυναμιν εν τη ψυχη μου.
<scripture passage="Ps 138:4" parsed="|Ps|138|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.4" />
<sup>4</sup>Θελουσι σε δοξολογησει, Κυριε, παντες οι βασιλεις της γης, οταν ακουσωσι τους λογους του στοματος σου·
<scripture passage="Ps 138:5" parsed="|Ps|138|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.5" />
<sup>5</sup>και θελουσι ψαλλει εν ταις οδοις του Κυριου, οτι μεγαλη η δοξα του Κυριου·
<scripture passage="Ps 138:6" parsed="|Ps|138|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.6" />
<sup>6</sup>οτι ο Κυριος ειναι υψηλος και επιβλεπει επι τον ταπεινον· τον δε υψηλοφρονα γινωσκει μακροθεν.
<scripture passage="Ps 138:7" parsed="|Ps|138|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.7" />
<sup>7</sup>Εαν περιπατησω εν μεσω στενοχωριας, θελεις με ζωοποιησει· θελεις εκτεινει την χειρα σου κατα της οργης των εχθρων μου· και η δεξια σου θελει με σωσει.
<scripture passage="Ps 138:8" parsed="|Ps|138|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.138.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος θελει εκτελεσει τα περι εμου· Κυριε, το ελεος σου μενει εις τον αιωνα· τα εργα των χειρων σου μη παραβλεψης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 139" progress="53.49%" prev="Ps.138" next="Ps.140" id="Ps.139">
<h3 id="Ps.139-p0.1">Chapter 139</h3>
<p class="Greek" id="Ps.139-p1">
<scripture passage="Ps 139:1" parsed="|Ps|139|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε, εδοκιμασας με και με εγνωρισας.
<scripture passage="Ps 139:2" parsed="|Ps|139|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.2" />
<sup>2</sup>Συ γνωριζεις το καθισμα μου και την εγερσιν μου· νοεις τους λογισμους μου απο μακροθεν.
<scripture passage="Ps 139:3" parsed="|Ps|139|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.3" />
<sup>3</sup>Εξερευνας το περιπατημα μου και το πλαγιασμα μου και πασας τας οδους μου γνωριζεις.
<scripture passage="Ps 139:4" parsed="|Ps|139|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.4" />
<sup>4</sup>Διοτι και πριν ελθη ο λογος εις την γλωσσαν μου, ιδου, Κυριε, γνωριζεις το παν.
<scripture passage="Ps 139:5" parsed="|Ps|139|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.5" />
<sup>5</sup>Με περικυκλονεις οπισθεν και εμπροσθεν, και εθεσας επ' εμε την χειρα σου.
<scripture passage="Ps 139:6" parsed="|Ps|139|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.6" />
<sup>6</sup>Η γνωσις αυτη ειναι υπερθαυμαστος εις εμε· ειναι υψηλη· δεν δυναμαι να φθασω εις αυτην.
<scripture passage="Ps 139:7" parsed="|Ps|139|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.7" />
<sup>7</sup>Που να υπαγω απο του πνευματος σου; και απο του προσωπου σου που να φυγω;
<scripture passage="Ps 139:8" parsed="|Ps|139|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.8" />
<sup>8</sup>Εαν αναβω εις τον ουρανον, εισαι εκει· εαν πλαγιασω εις τον αδην, ιδου, συ.
<scripture passage="Ps 139:9" parsed="|Ps|139|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.9" />
<sup>9</sup>Εαν λαβω τας πτερυγας της αυγης και κατοικησω εις τα εσχατα της θαλασσης,
<scripture passage="Ps 139:10" parsed="|Ps|139|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.10" />
<sup>10</sup>και εκει θελει με οδηγησει η χειρ σου και η δεξια σου θελει με κρατει.
<scripture passage="Ps 139:11" parsed="|Ps|139|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.11" />
<sup>11</sup>Εαν ειπω, Αλλα το σκοτος θελει με σκεπασει, και η νυξ θελει εισθαι φως περι εμε·
<scripture passage="Ps 139:12" parsed="|Ps|139|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.12" />
<sup>12</sup>και αυτο το σκοτος δεν σκεπαζει ουδεν απο σου· και η νυξ λαμπει ως η ημερα· εις σε το σκοτος ειναι ως το φως.
<scripture passage="Ps 139:13" parsed="|Ps|139|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.13" />
<sup>13</sup>Διοτι συ εμορφωσας τους νεφρους μου· με περιετυλιξας εν τη κοιλια της μητρος μου.
<scripture passage="Ps 139:14" parsed="|Ps|139|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.14" />
<sup>14</sup>Θελω σε υμνει, διοτι φοβερως και θαυμασιως επλασθην· θαυμασια ειναι τα εργα σου· και η ψυχη μου καλλιστα γνωριζει τουτο.
<scripture passage="Ps 139:15" parsed="|Ps|139|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.15" />
<sup>15</sup>Δεν εκρυφθησαν τα οστα μου απο σου, ενω επλαττομην εν τω κρυπτω και διεμορφονομην εν τοις κατωτατοις της γης.
<scripture passage="Ps 139:16" parsed="|Ps|139|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.16" />
<sup>16</sup>Το αδιαμορφωτον του σωματος μου ειδον οι οφθαλμοι σου· και εν τω βιβλιω σου παντα ταυτα ησαν γεγραμμενα, ως και αι ημεραι καθ' ας εσχηματιζοντο, και ενω ουδεν εκ τουτων υπηρχε·
<scripture passage="Ps 139:17" parsed="|Ps|139|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.17" />
<sup>17</sup>ποσον δε πολυτιμοι ειναι εις εμε αι βουλαι σου, Θεε· ποσον εμεγαλυνθη ο αριθμος αυτων.
<scripture passage="Ps 139:18" parsed="|Ps|139|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.18" />
<sup>18</sup>Εαν ηθελον να απαριθμησω αυτας, υπερβαινουσι την αμμον· εξυπνω, και ετι ειμαι μετα σου.
<scripture passage="Ps 139:19" parsed="|Ps|139|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.19" />
<sup>19</sup>Βεβαιως θελεις θανατωσει τους ασεβεις, Θεε· απομακρυνθητε λοιπον απ' εμου, ανδρες αιματων.
<scripture passage="Ps 139:20" parsed="|Ps|139|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.20" />
<sup>20</sup>Διοτι λαλουσι κατα σου ασεβως· οι εχθροι σου λαμβανουσι το ονομα σου επι ματαιω.
<scripture passage="Ps 139:21" parsed="|Ps|139|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.21" />
<sup>21</sup>Μη δεν μισω, Κυριε, τους μισουντας σε; και δεν αγανακτω κατα των επανισταμενων επι σε;
<scripture passage="Ps 139:22" parsed="|Ps|139|22|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.22" />
<sup>22</sup>Με τελειον μισος μισω αυτους· δια εχθρους εχω αυτους.
<scripture passage="Ps 139:23" parsed="|Ps|139|23|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.23" />
<sup>23</sup>Δοκιμασον με, Θεε, και γνωρισον την καρδιαν μου· εξετασον με και μαθε τους στοχασμους μου·
<scripture passage="Ps 139:24" parsed="|Ps|139|24|0|0" osisRef="Bible:Ps.139.24" />
<sup>24</sup>και ιδε, αν υπαρχη εν εμοι οδος ανομιας· και οδηγησον με εις την οδον την αιωνιον.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 140" progress="53.54%" prev="Ps.139" next="Ps.141" id="Ps.140">
<h3 id="Ps.140-p0.1">Chapter 140</h3>
<p class="Greek" id="Ps.140-p1">
<scripture passage="Ps 140:1" parsed="|Ps|140|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.1" />
<sup>1</sup>«Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος του Δαβιδ.» Ελευθερωσον με, Κυριε, απο ανθρωπου πονηρου· λυτρωσον με απο ανθρωπου αδικου·
<scripture passage="Ps 140:2" parsed="|Ps|140|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.2" />
<sup>2</sup>Οιτινες διαλογιζονται πονηρα εν τη καρδια· ολην την ημεραν παραταττονται εις πολεμους.
<scripture passage="Ps 140:3" parsed="|Ps|140|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.3" />
<sup>3</sup>Ηκονησαν την γλωσσαν αυτων ως οφεως· φαρμακιον ασπιδος ειναι υπο τα χειλη αυτων. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 140:4" parsed="|Ps|140|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.4" />
<sup>4</sup>Φυλαξον με, Κυριε, απο χειρων ασεβους· λυτρωσον με απο ανθρωπου αδικου· οιτινες εμηχανευθησαν να υποσκελισωσι τα διαβηματα μου.
<scripture passage="Ps 140:5" parsed="|Ps|140|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.5" />
<sup>5</sup>Οι υπερηφανοι εκρυψαν κατ' εμου παγιδα, και με σχοινια ηπλωσαν δικτυα εις την διαβασιν μου· εστησαν δι' εμε βροχια. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 140:6" parsed="|Ps|140|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.6" />
<sup>6</sup>Ειπα προς τον Κυριον, Συ εισαι ο Θεος μου· ακροασθητι, Κυριε, της φωνης των δεησεων μου.
<scripture passage="Ps 140:7" parsed="|Ps|140|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.7" />
<sup>7</sup>Κυριε Θεε, η δυναμις της σωτηριας μου, συ περιεσκεπασας την κεφαλην μου εν ημερα πολεμου.
<scripture passage="Ps 140:8" parsed="|Ps|140|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.8" />
<sup>8</sup>Μη δωσης, Κυριε, εις τον ασεβη τας επιθυμιας αυτου· μη αφησης να εκτελεσθη ο στοχασμος αυτου, μηποτε υψωθωσι. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 140:9" parsed="|Ps|140|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.9" />
<sup>9</sup>Η πονηρια των χειλεων των περικυκλουντων με ας σκεπαση την κεφαλην αυτων.
<scripture passage="Ps 140:10" parsed="|Ps|140|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.10" />
<sup>10</sup>Ανθρακες πεπυρακτωμενοι ας πεσωσιν επ' αυτους· ας ριφθωσιν εις το πυρ, εις λακκους βαθεις, δια να μη εγερθωσι πλεον.
<scripture passage="Ps 140:11" parsed="|Ps|140|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.11" />
<sup>11</sup>Ανθρωπος κακογλωσσος ας μη στερεωθη επι της γης· η κακια θελει καταδιωξει τον αδικον ανθρωπον, εωσου απολεση αυτον.
<scripture passage="Ps 140:12" parsed="|Ps|140|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.12" />
<sup>12</sup>Εξευρω οτι ο Κυριος θελει καμει την κρισιν του τεθλιμμενου και την δικην των πτωχων.
<scripture passage="Ps 140:13" parsed="|Ps|140|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.140.13" />
<sup>13</sup>Βεβαιως οι δικαιοι θελουσι δοξολογει το ονομα σου· οι ευθεις θελουσι κατοικει εμπροσθεν του προσωπου σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 141" progress="53.57%" prev="Ps.140" next="Ps.142" id="Ps.141">
<h3 id="Ps.141-p0.1">Chapter 141</h3>
<p class="Greek" id="Ps.141-p1">
<scripture passage="Ps 141:1" parsed="|Ps|141|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Κυριε, προς σε εκραξα· σπευσον προς εμε· ακροασθητι της φωνης μου, οταν κραζω προς σε.
<scripture passage="Ps 141:2" parsed="|Ps|141|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.2" />
<sup>2</sup>Ας κατευθυνθη ενωπιον σου η προσευχη μου ως θυμιαμα· η υψωσις των χειρων μου ας γεινη ως θυσια εσπερινη.
<scripture passage="Ps 141:3" parsed="|Ps|141|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.3" />
<sup>3</sup>Βαλε, Κυριε, φυλακην εις το στομα μου· φυλαττε την θυραν των χειλεων μου.
<scripture passage="Ps 141:4" parsed="|Ps|141|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.4" />
<sup>4</sup>Μη εκκλινης την καρδιαν μου εις πραγμα πονηρον, ωστε να εκτελω πραξεις ασεβεις μετα ανθρωπων εργαζομενων ανομιαν· μηδε να φαγω απο των εκλεκτων αυτων φαγητων.
<scripture passage="Ps 141:5" parsed="|Ps|141|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.5" />
<sup>5</sup>Ας με κτυπα ο δικαιος· τουτο θελει εισθαι ελεος· και ας με ελεγχη· τουτο θελει εισθαι μυρον εξαιρετον· δεν θελει βλαψει την κεφαλην μου· διοτι μαλιστα και θελω προσευχεσθαι υπερ αυτων εν ταις συμφοραις αυτων.
<scripture passage="Ps 141:6" parsed="|Ps|141|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.6" />
<sup>6</sup>Οτε οι αρχηγοι αυτων περιηρχοντο εις τοπους πετρωδεις, ηκουσαν τα λογια μου, οτι ησαν γλυκεα.
<scripture passage="Ps 141:7" parsed="|Ps|141|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.7" />
<sup>7</sup>Τα οστα ημων διασκορπιζονται εν τω στοματι του ταφου, ως οταν τις κοπτη και σχιζη ξυλα επι την γην.
<scripture passage="Ps 141:8" parsed="|Ps|141|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο οι οφθαλμοι μου, Κυριε Θεε, ατενιζουσι προς σε· επι σε ηλπισα· μη καταστρεψης την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 141:9" parsed="|Ps|141|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.9" />
<sup>9</sup>Φυλαξον με απο της παγιδος, την οποιαν εστησαν δι' εμε, και απο των βροχων των εργαζομενων ανομιαν.
<scripture passage="Ps 141:10" parsed="|Ps|141|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.141.10" />
<sup>10</sup>Ας πεσωσιν ομου οι ασεβεις εις τα δικτυα αυτων, ενω εγω θελω περασει αβλαβης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 142" progress="53.60%" prev="Ps.141" next="Ps.143" id="Ps.142">
<h3 id="Ps.142-p0.1">Chapter 142</h3>
<p class="Greek" id="Ps.142-p1">
<scripture passage="Ps 142:1" parsed="|Ps|142|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.1" />
<sup>1</sup>«Μασχιλ του Δαβιδ· προσευχη οτε ητο εν τω σπηλαιω.» Με την φωνην μου εκραξα προς τον Κυριον· με την φωνην μου προς τον Κυριον εδεηθην.
<scripture passage="Ps 142:2" parsed="|Ps|142|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.2" />
<sup>2</sup>Θελω εκχεει ενωπιον αυτου την δεησιν μου· την θλιψιν μου ενωπιον αυτου θελω απαγγειλει.
<scripture passage="Ps 142:3" parsed="|Ps|142|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.3" />
<sup>3</sup>Οτε το πνευμα μου ητο κατατεθλιμμενον εν εμοι, τοτε συ εγνωρισας την οδον μου. Παγιδα εκρυψαν δι' εμε εν τη οδω την οποιαν περιεπατουν.
<scripture passage="Ps 142:4" parsed="|Ps|142|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.4" />
<sup>4</sup>Εβλεπον εις τα δεξια και παρετηρουν, και δεν υπηρχεν ο γνωριζων με· καταφυγιον εχαθη απ' εμου, δεν υπηρχεν ο εκζητων την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 142:5" parsed="|Ps|142|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.5" />
<sup>5</sup>Προς σε, Κυριε, εκραξα, και ειπα, συ εισαι η καταφυγη μου, η μερις μου εν γη ζωντων.
<scripture passage="Ps 142:6" parsed="|Ps|142|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.6" />
<sup>6</sup>Προσεξον εις την φωνην μου, διοτι ταλαιπωρουμαι σφοδρα· ελευθερωσον με εκ των καταδιωκοντων με, διοτι ειναι δυνατωτεροι μου.
<scripture passage="Ps 142:7" parsed="|Ps|142|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.142.7" />
<sup>7</sup>Εξαγαγε εκ φυλακης την ψυχην μου, δια να δοξολογω το ονομα σου. Οι δικαιοι θελουσι με περικυκλωσει, οταν με ανταμειψης.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 143" progress="53.62%" prev="Ps.142" next="Ps.144" id="Ps.143">
<h3 id="Ps.143-p0.1">Chapter 143</h3>
<p class="Greek" id="Ps.143-p1">
<scripture passage="Ps 143:1" parsed="|Ps|143|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Εισακουσον, Κυριε, της προσευχης μου· ακροασθητι των δεησεων μου· αποκριθητι προς εμε κατα την αληθειαν σου, κατα την δικαιοσυνην σου.
<scripture passage="Ps 143:2" parsed="|Ps|143|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.2" />
<sup>2</sup>Και μη εισελθης εις κρισιν μετα του δουλου σου· διοτι δεν θελει δικαιωθη ενωπιον σου ουδεις ανθρωπος ζων.
<scripture passage="Ps 143:3" parsed="|Ps|143|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.3" />
<sup>3</sup>Διοτι κατεδιωξεν ο εχθρος την ψυχην μου· εταπεινωσεν εως εδαφους την ζωην με εκαθισεν εις σκοτεινους τοπους, ως τους αιωνιους νεκρους.
<scripture passage="Ps 143:4" parsed="|Ps|143|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο το πνευμα μου ειναι κατατεθλιμμενον εν εμοι, και η καρδια μου τεταραγμενη εντος μου.
<scripture passage="Ps 143:5" parsed="|Ps|143|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.5" />
<sup>5</sup>Ενθυμουμαι τας αρχαιας ημερας· διαλογιζομαι παντα τα εργα σου· μελετω εις τα ποιηματα των χειρων σου.
<scripture passage="Ps 143:6" parsed="|Ps|143|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.6" />
<sup>6</sup>Εκτεινω προς σε τας χειρας μου· η ψυχη μου σε διψα ως γη ανυδρος. Διαψαλμα.
<scripture passage="Ps 143:7" parsed="|Ps|143|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.7" />
<sup>7</sup>Ταχεως εισακουσον μου, Κυριε· το πνευμα μου εκλειπει· μη κρυψης το προσωπον σου απ εμου, και ομοιωθω μετα των καταβαινοντων εις τον λακκον.
<scripture passage="Ps 143:8" parsed="|Ps|143|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.8" />
<sup>8</sup>Καμε με να ακουσω το πρωι το ελεος σου· διοτι επι σε εθεσα το θαρρος μου· καμε με να γνωρισω την οδον, εις την οποιαν πρεπει να περιπατω· διοτι προς σε υψωσα την ψυχην μου.
<scripture passage="Ps 143:9" parsed="|Ps|143|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.9" />
<sup>9</sup>Ελευθερωσον με εκ των εχθρων μου, Κυριε· προς σε κατεφυγον.
<scripture passage="Ps 143:10" parsed="|Ps|143|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.10" />
<sup>10</sup>Διδαξον με να καμνω το θελημα σου· διοτι συ εισαι ο Θεος μου· το πνευμα σου το αγαθον ας με οδηγηση εις οδον ευθειαν.
<scripture passage="Ps 143:11" parsed="|Ps|143|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.11" />
<sup>11</sup>Ενεκεν του ονοματος σου, Κυριε, ζωοποιησον με· δια την δικαιοσυνην σου εξαγαγε την ψυχην μου εκ της στενοχωριας.
<scripture passage="Ps 143:12" parsed="|Ps|143|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.143.12" />
<sup>12</sup>Και δια το ελεος σου εξολοθρευσον τους εχθρους μου, και αφανισον παντας τους θλιβοντας την ψυχην μου· διοτι εγω ειμαι δουλος σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 144" progress="53.65%" prev="Ps.143" next="Ps.145" id="Ps.144">
<h3 id="Ps.144-p0.1">Chapter 144</h3>
<p class="Greek" id="Ps.144-p1">
<scripture passage="Ps 144:1" parsed="|Ps|144|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.1" />
<sup>1</sup>«Ψαλμος του Δαβιδ.» Ευλογητος ο Κυριος, το φρουριον μου, ο διδασκων τας χειρας μου εις πολεμον, τους δακτυλους μου εις μαχην·
<scripture passage="Ps 144:2" parsed="|Ps|144|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.2" />
<sup>2</sup>το ελεος μου και το οχυρωμα μου, το υψηλον καταφυγιον μου και ο ελευθερωτης μου· η ασπις μου, επι τον οποιον ηλπισα, οστις υποτασσει τον λαον μου υπ' εμε.
<scripture passage="Ps 144:3" parsed="|Ps|144|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.3" />
<sup>3</sup>Κυριε, τι ειναι ο ανθρωπος, και γνωριζεις αυτον; η ο υιος του ανθρωπου, και συλλογιζεσαι αυτον;
<scripture passage="Ps 144:4" parsed="|Ps|144|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.4" />
<sup>4</sup>Ο ανθρωπος ομοιαζει την ματαιοτητα· αι ημεραι αυτου ειναι ως σκια παρερχομενη.
<scripture passage="Ps 144:5" parsed="|Ps|144|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.5" />
<sup>5</sup>Κυριε, κλινον τους ουρανους σου και καταβηθι· εγγισον τα ορη, και θελουσι καπνισει.
<scripture passage="Ps 144:6" parsed="|Ps|144|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.6" />
<sup>6</sup>Αστραψον αστραπην, και θελεις διασκορπισει αυτους· ριψον τα βελη σου, και θελεις εξολοθρευσει αυτους.
<scripture passage="Ps 144:7" parsed="|Ps|144|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.7" />
<sup>7</sup>Εξαποστειλον την χειρα σου εξ υψους· λυτρωσον με και ελευθερωσον με εξ υδατων πολλων, εκ χειρος των υιων του αλλοτριου,
<scripture passage="Ps 144:8" parsed="|Ps|144|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.8" />
<sup>8</sup>των οποιων το στομα λαλει ματαιοτητα, και η δεξια αυτων ειναι δεξια ψευδους.
<scripture passage="Ps 144:9" parsed="|Ps|144|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.9" />
<sup>9</sup>Θεε, ωδην νεαν θελω ψαλλει εις σε· εν ψαλτηριω δεκαχορδω θελω ψαλμωδει εις σε·
<scripture passage="Ps 144:10" parsed="|Ps|144|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.10" />
<sup>10</sup>τον διδοντα σωτηριαν εις τους βασιλεις· τον λυτρονοντα Δαβιδ τον δουλον αυτου απο ρομφαιας πονηρας.
<scripture passage="Ps 144:11" parsed="|Ps|144|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.11" />
<sup>11</sup>Λυτρωσον με και ελευθερωσον με απο χειρος των υιων του αλλοτριου, των οποιων το στομα λαλει ματαιοτητα, και η δεξια αυτων ειναι δεξια ψευδους·
<scripture passage="Ps 144:12" parsed="|Ps|144|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.12" />
<sup>12</sup>δια να ηναι οι υιοι ημων ως νεοφυτα, αυξανοντες εις την νεοτητα αυτων· αι θυγατερες ημων ως ακρογωνιαιοι λιθοι τετορνευμενοι προς στολισμον παλατιου·
<scripture passage="Ps 144:13" parsed="|Ps|144|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.13" />
<sup>13</sup>Αι αποθηκαι ημων πληρεις, ωστε να διδωσι παν ειδος τροφης· τα προβατα ημων πληθυνομενα εις χιλιαδας και μυριαδας εν τοις αγροις ημων·
<scripture passage="Ps 144:14" parsed="|Ps|144|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.14" />
<sup>14</sup>οι βοες ημων πολυτοκοι· να μη υπαρχη μητε εφοδος εχθρων μητε εξορμησις, μηδε κραυγη εν ταις πλατειαις ημων.
<scripture passage="Ps 144:15" parsed="|Ps|144|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.144.15" />
<sup>15</sup>Μακαριος ο λαος, οστις ευρισκεται εν τοιαυτη καταστασει μακαριος ο λαος, του οποιου ο Κυριος ειναι ο Θεος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 145" progress="53.69%" prev="Ps.144" next="Ps.146" id="Ps.145">
<h3 id="Ps.145-p0.1">Chapter 145</h3>
<p class="Greek" id="Ps.145-p1">
<scripture passage="Ps 145:1" parsed="|Ps|145|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.1" />
<sup>1</sup>«Αινεσις του Δαβιδ.» Θελω σε υψονει, Θεε μου, βασιλευ· και θελω ευλογει το ονομα σου εις τον αιωνα και εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 145:2" parsed="|Ps|145|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.2" />
<sup>2</sup>Καθ' εκαστην ημεραν θελω σε ευλογει· και θελω αινει το ονομα σου εις τον αιωνα και εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ps 145:3" parsed="|Ps|145|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.3" />
<sup>3</sup>Μεγας ο Κυριος και αξιυμνητος σφοδρα· και η μεγαλωσυνη αυτου ανεξιχνιαστος.
<scripture passage="Ps 145:4" parsed="|Ps|145|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.4" />
<sup>4</sup>Γενεα εις γενεαν θελει επαινει τα εργα σου, και τα μεγαλεια σου θελουσι διηγεισθαι.
<scripture passage="Ps 145:5" parsed="|Ps|145|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.5" />
<sup>5</sup>Θελω λαλει περι της ενδοξου μεγαλοπρεπειας της μεγαλειοτητος σου και περι των θαυμαστων εργων σου·
<scripture passage="Ps 145:6" parsed="|Ps|145|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.6" />
<sup>6</sup>και θελουσι λεγει την δυναμιν των φοβερων σου κατορθωματων, και θελω διηγεισθαι την μεγαλωσυνην σου·
<scripture passage="Ps 145:7" parsed="|Ps|145|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.7" />
<sup>7</sup>Θελουσι διαδιδει την μνημην του πληθους της αγαθοτητος σου, και θελουσιν αλαλαξει την δικαιοσυνην σου.
<scripture passage="Ps 145:8" parsed="|Ps|145|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.8" />
<sup>8</sup>Ελεημων και οικτιρμων ο Κυριος· μακροθυμος και πολυελεος.
<scripture passage="Ps 145:9" parsed="|Ps|145|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.9" />
<sup>9</sup>Αγαθος ο Κυριος προς παντας· και οι οικτιρμοι αυτου επι παντα τα ποιηματα αυτου.
<scripture passage="Ps 145:10" parsed="|Ps|145|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.10" />
<sup>10</sup>Παντα τα ποιηματα σου, Κυριε, θελουσι σε αινει· και οι οσιοι σου θελουσι σε ευλογει.
<scripture passage="Ps 145:11" parsed="|Ps|145|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.11" />
<sup>11</sup>Την δοξαν της βασιλειας σου θελουσι κηρυττει και θελουσι διηγεισθαι το μεγαλειον σου·
<scripture passage="Ps 145:12" parsed="|Ps|145|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.12" />
<sup>12</sup>δια να γνωστοποιησωσιν εις τους υιους των ανθρωπων τα μεγαλεια αυτου, και την δοξαν της μεγαλοπρεπειας της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="Ps 145:13" parsed="|Ps|145|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.13" />
<sup>13</sup>Η βασιλεια σου βασιλεια παντων των αιωνων, και η δεσποτεια σου εν παση γενεα και γενεα.
<scripture passage="Ps 145:14" parsed="|Ps|145|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.14" />
<sup>14</sup>Ο Κυριος υποστηριζει παντας τους πιπτοντας και ανορθοι παντας τους κεκυρτωμενους.
<scripture passage="Ps 145:15" parsed="|Ps|145|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.15" />
<sup>15</sup>Οι οφθαλμοι παντων αποβλεπουσι προς σε· και συ διδεις εις αυτους την τροφην αυτων εν καιρω.
<scripture passage="Ps 145:16" parsed="|Ps|145|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.16" />
<sup>16</sup>Ανοιγεις την χειρα σου και χορταινεις την επιθυμιαν παντος ζωντος.
<scripture passage="Ps 145:17" parsed="|Ps|145|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.17" />
<sup>17</sup>Δικαιος ο Κυριος εν πασαις ταις οδοις αυτου και αγαθος εν πασι τοις εργοις αυτου.
<scripture passage="Ps 145:18" parsed="|Ps|145|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.18" />
<sup>18</sup>Ο Κυριος ειναι πλησιον παντων των επικαλουμενων αυτον· παντων των επικαλουμενων αυτον εν αληθεια.
<scripture passage="Ps 145:19" parsed="|Ps|145|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.19" />
<sup>19</sup>Εκπληροι την επιθυμιαν των φοβουμενων αυτον, και της κραυγης αυτων εισακουει και σωζει αυτους.
<scripture passage="Ps 145:20" parsed="|Ps|145|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.20" />
<sup>20</sup>Ο Κυριος φυλαττει παντας τους αγαπωντας αυτον· θελει δε εξολοθρευσει παντας τους ασεβεις.
<scripture passage="Ps 145:21" parsed="|Ps|145|21|0|0" osisRef="Bible:Ps.145.21" />
<sup>21</sup>Το στομα μου θελει λαλει την αινεσιν του Κυριου· και πασα σαρξ ας ευλογη το ονομα το αγιον αυτου εις τον αιωνα και εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 146" progress="53.74%" prev="Ps.145" next="Ps.147" id="Ps.146">
<h3 id="Ps.146-p0.1">Chapter 146</h3>
<p class="Greek" id="Ps.146-p1">
<scripture passage="Ps 146:1" parsed="|Ps|146|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Αινει, η ψυχη μου, τον Κυριον.
<scripture passage="Ps 146:2" parsed="|Ps|146|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.2" />
<sup>2</sup>Θελω αινει τον Κυριον ενοσω ζω· θελω ψαλμωδει εις τον Θεον μου ενοσω υπαρχω.
<scripture passage="Ps 146:3" parsed="|Ps|146|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.3" />
<sup>3</sup>Μη πεποιθατε επ' αρχοντας, επι υιον ανθρωπου, εκ του οποιου δεν ειναι σωτηρια.
<scripture passage="Ps 146:4" parsed="|Ps|146|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.4" />
<sup>4</sup>Το πνευμα αυτου εξερχεται· αυτος επιστρεφει εις την γην αυτου· εν εκεινη τη ημερα οι διαλογισμοι αυτου αφανιζονται.
<scripture passage="Ps 146:5" parsed="|Ps|146|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.5" />
<sup>5</sup>Μακαριος εκεινος, του οποιου βοηθος ειναι ο Θεος του Ιακωβ· του οποιου η ελπις ειναι επι Κυριον τον Θεον αυτου·
<scripture passage="Ps 146:6" parsed="|Ps|146|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.6" />
<sup>6</sup>τον ποιησαντα τον ουρανον και την γην, την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοις· τον φυλαττοντα αληθειαν εις τον αιωνα·
<scripture passage="Ps 146:7" parsed="|Ps|146|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.7" />
<sup>7</sup>τον ποιουντα κρισιν εις τους αδικουμενους· τον διδοντα τροφην εις τους πεινωντας. Ο Κυριος ελευθερονει τους δεσμιους.
<scripture passage="Ps 146:8" parsed="|Ps|146|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος ανοιγει τους οφθαλμους των τυφλων· ο Κυριος ανορθοι τους κεκυρτωμενους· ο Κυριος αγαπα τους δικαιους·
<scripture passage="Ps 146:9" parsed="|Ps|146|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.9" />
<sup>9</sup>ο Κυριος διαφυλαττει τους ξενους· υπερασπιζεται τον ορφανον και την χηραν, την δε οδον των αμαρτωλων καταστρεφει.
<scripture passage="Ps 146:10" parsed="|Ps|146|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.146.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος θελει βασιλευει εις τον αιωνα· ο Θεος σου, Σιων, εις γενεαν και γενεαν. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 147" progress="53.76%" prev="Ps.146" next="Ps.148" id="Ps.147">
<h3 id="Ps.147-p0.1">Chapter 147</h3>
<p class="Greek" id="Ps.147-p1">
<scripture passage="Ps 147:1" parsed="|Ps|147|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον· διοτι ειναι καλον να ψαλλωμεν εις τον Θεον ημων· διοτι ειναι τερπνον, η αινεσις πρεπουσα.
<scripture passage="Ps 147:2" parsed="|Ps|147|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος οικοδομει την Ιερουσαλημ· θελει συναξει τους διεσπαρμενους του Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 147:3" parsed="|Ps|147|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.3" />
<sup>3</sup>Ιατρευει τους συντετριμμενους την καρδιαν και δενει τας πληγας αυτων.
<scripture passage="Ps 147:4" parsed="|Ps|147|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.4" />
<sup>4</sup>Αριθμει τα πληθη των αστρων· Καλει τα παντα ονομαστι.
<scripture passage="Ps 147:5" parsed="|Ps|147|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.5" />
<sup>5</sup>Μεγας ο Κυριος ημων και μεγαλη η δυναμις αυτου· η συνεσις αυτου αμετρητος.
<scripture passage="Ps 147:6" parsed="|Ps|147|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος υψονει τους πραους, τους δε ασεβεις ταπεινονει εως εδαφους.
<scripture passage="Ps 147:7" parsed="|Ps|147|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.7" />
<sup>7</sup>Ψαλατε εις τον Κυριον ευχαριστουντες· ψαλμωδειτε εις τον Θεον ημων εν κιθαρα·
<scripture passage="Ps 147:8" parsed="|Ps|147|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.8" />
<sup>8</sup>τον σκεπαζοντα τον ουρανον με νεφελας· τον ετοιμαζοντα βροχην δια την γην· τον αναδιδοντα χορτον επι των ορεων·
<scripture passage="Ps 147:9" parsed="|Ps|147|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.9" />
<sup>9</sup>τον διδοντα εις τα κτηνη την τροφην αυτων και εις τους νεοσσους των κορακων, οιτινες κραζουσι προς αυτον.
<scripture passage="Ps 147:10" parsed="|Ps|147|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.10" />
<sup>10</sup>Δεν χαιρει εις την δυναμιν του ιππου· δεν ηδυνεται εις τους ποδας του ανδρος.
<scripture passage="Ps 147:11" parsed="|Ps|147|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος ηδυνεται εις τους φοβουμενους αυτον, εις τους ελπιζοντας επι το ελεος αυτου.
<scripture passage="Ps 147:12" parsed="|Ps|147|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.12" />
<sup>12</sup>Επαινει, Ιερουσαλημ, τον Κυριον· αινει τον Θεον σου, Σιων.
<scripture passage="Ps 147:13" parsed="|Ps|147|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ενεδυναμωσε τους μοχλους των πυλων σου· ηυλογησε τους υιους σου εν μεσω σου.
<scripture passage="Ps 147:14" parsed="|Ps|147|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.14" />
<sup>14</sup>Βαλλει ειρηνην εις τα ορια σου· σε χορταινει με το παχος του σιτου.
<scripture passage="Ps 147:15" parsed="|Ps|147|15|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.15" />
<sup>15</sup>Αποστελλει το προσταγμα αυτου εις την γην, ο λογος αυτου τρεχει ταχυτατα.
<scripture passage="Ps 147:16" parsed="|Ps|147|16|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.16" />
<sup>16</sup>Διδει χιονα ως μαλλιον· διασπειρει την παχνην ως στακτην.
<scripture passage="Ps 147:17" parsed="|Ps|147|17|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.17" />
<sup>17</sup>Ριπτει τον κρυσταλλον αυτου ως κομματια· εμπροσθεν του ψυχους αυτου τις δυναται να σταθη;
<scripture passage="Ps 147:18" parsed="|Ps|147|18|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.18" />
<sup>18</sup>Αποστελλει τον λογον αυτου και διαλυει αυτα· φυσα τον ανεμον αυτου, και τα υδατα ρεουσιν.
<scripture passage="Ps 147:19" parsed="|Ps|147|19|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.19" />
<sup>19</sup>Αναγγελλει τον λογον αυτου προς τον Ιακωβ, τα διαταγματα αυτου και τας κρισεις αυτου προς τον Ισραηλ.
<scripture passage="Ps 147:20" parsed="|Ps|147|20|0|0" osisRef="Bible:Ps.147.20" />
<sup>20</sup>Δεν εκαμεν ουτως εις ουδεν εθνος· ουδε εγνωρισαν τας κρισεις αυτου. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 148" progress="53.80%" prev="Ps.147" next="Ps.149" id="Ps.148">
<h3 id="Ps.148-p0.1">Chapter 148</h3>
<p class="Greek" id="Ps.148-p1">
<scripture passage="Ps 148:1" parsed="|Ps|148|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Αινειτε τον Κυριον εκ των ουρανων· αινειτε αυτον εν τοις υψιστοις.
<scripture passage="Ps 148:2" parsed="|Ps|148|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.2" />
<sup>2</sup>Αινειτε αυτον, παντες οι αγγελοι αυτου· αινειτε αυτον, πασαι αι δυναμεις αυτου.
<scripture passage="Ps 148:3" parsed="|Ps|148|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.3" />
<sup>3</sup>Αινειτε αυτον, ηλιε και σεληνη· αινειτε αυτον, παντα τα αστρα του φωτος.
<scripture passage="Ps 148:4" parsed="|Ps|148|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.4" />
<sup>4</sup>Αινειτε αυτον, οι ουρανοι των ουρανων, και τα υδατα τα υπερανω των ουρανων.
<scripture passage="Ps 148:5" parsed="|Ps|148|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.5" />
<sup>5</sup>Ας αινωσι το ονομα του Κυριου· διοτι αυτος προσεταξε, και εκτισθησαν·
<scripture passage="Ps 148:6" parsed="|Ps|148|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.6" />
<sup>6</sup>και εστερεωσεν αυτα εις τον αιωνα και εις τον αιωνα· εθεσε διαταγμα, το οποιον δεν θελει παρελθει.
<scripture passage="Ps 148:7" parsed="|Ps|148|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.7" />
<sup>7</sup>Αινειτε τον Κυριον εκ της γης, δρακοντες και πασαι αβυσσοι·
<scripture passage="Ps 148:8" parsed="|Ps|148|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.8" />
<sup>8</sup>πυρ και χαλαζα, χιων και ατμις, ανεμοστροβιλος, ο εκτελων τον λογον αυτου·
<scripture passage="Ps 148:9" parsed="|Ps|148|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.9" />
<sup>9</sup>τα ορη και παντα τα βουνα· δενδρα καρποφορα και πασαι κεδροι·
<scripture passage="Ps 148:10" parsed="|Ps|148|10|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.10" />
<sup>10</sup>τα θηρια και παντα τα κτηνη· ερπετα και πετεινα πτερωτα.
<scripture passage="Ps 148:11" parsed="|Ps|148|11|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.11" />
<sup>11</sup>Βασιλεις της γης και παντες λαοι· αρχοντες και παντες κριται της γης·
<scripture passage="Ps 148:12" parsed="|Ps|148|12|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.12" />
<sup>12</sup>νεοι τε και παρθενοι, γεροντες μετα νεωτερων
<scripture passage="Ps 148:13" parsed="|Ps|148|13|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.13" />
<sup>13</sup>ας αινωσι το ονομα του Κυριου· διοτι το ονομα αυτου μονου ειναι υψωμενον·
<scripture passage="Ps 148:14" parsed="|Ps|148|14|0|0" osisRef="Bible:Ps.148.14" />
<sup>14</sup>Η δοξα αυτου ειναι επι την γην και τον ουρανον· και αυτος υψωσε κερας εις τον λαον αυτου, υμνον εις παντας τους οσιους αυτου, εις τους υιους Ισραηλ, λαον οστις ειναι πλησιον αυτου. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 149" progress="53.83%" prev="Ps.148" next="Ps.150" id="Ps.149">
<h3 id="Ps.149-p0.1">Chapter 149</h3>
<p class="Greek" id="Ps.149-p1">
<scripture passage="Ps 149:1" parsed="|Ps|149|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Ψαλατε εις τον Κυριον ωδην νεαν, την αινεσιν αυτου εν τη συναξει των οσιων.
<scripture passage="Ps 149:2" parsed="|Ps|149|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.2" />
<sup>2</sup>Ας ευφραινεται ο Ισραηλ εις τον Ποιητην αυτου· οι υιοι της Σιων ας αγαλλωνται εις τον Βασιλεα αυτων.
<scripture passage="Ps 149:3" parsed="|Ps|149|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.3" />
<sup>3</sup>Ας αινωσι το ονομα αυτου χοροστατουντες· εν τυμπανω και κιθαρα ας ψαλμωδωσιν εις αυτον.
<scripture passage="Ps 149:4" parsed="|Ps|149|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ο Κυριος ευδοκει εις τον λαον αυτου· θελει δοξασει τους πραους εν σωτηρια.
<scripture passage="Ps 149:5" parsed="|Ps|149|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.5" />
<sup>5</sup>Οι οσιοι θελουσιν αγαλλεσθαι εν δοξη· θελουσιν αγαλλεσθαι επι τας κλινας αυτων.
<scripture passage="Ps 149:6" parsed="|Ps|149|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.6" />
<sup>6</sup>Αι εξυμνησεις του Θεου θελουσιν εισθαι εν τω λαρυγγι αυτων, και ρομφαια διστομος εν τη χειρι αυτων·
<scripture passage="Ps 149:7" parsed="|Ps|149|7|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.7" />
<sup>7</sup>δια να καμνωσιν εκδικησιν εις τα εθνη, παιδειαν εις τους λαους·
<scripture passage="Ps 149:8" parsed="|Ps|149|8|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.8" />
<sup>8</sup>δια να δεσωσι τους βασιλεις αυτων με αλυσεις· και τους ενδοξους αυτων με δεσμα σιδηρα·
<scripture passage="Ps 149:9" parsed="|Ps|149|9|0|0" osisRef="Bible:Ps.149.9" />
<sup>9</sup>δια να καμωσιν επ' αυτους την γεγραμμενην κρισιν. Η δοξα αυτη θελει εισθαι εις παντας τους οσιους αυτου. Αλληλουια.
</p>
</div3>

<div3 title="Psalm 150" progress="53.85%" prev="Ps.149" next="Prov" id="Ps.150">
<h3 id="Ps.150-p0.1">Chapter 150</h3>
<p class="Greek" id="Ps.150-p1">
<scripture passage="Ps 150:1" parsed="|Ps|150|1|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.1" />
<sup>1</sup>Αινειτε τον Κυριον. Αινειτε τον Θεον εν τω αγιαστηριω αυτου· αινειτε αυτον εν τω στερεωματι της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="Ps 150:2" parsed="|Ps|150|2|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.2" />
<sup>2</sup>Αινειτε αυτον δια τα μεγαλεια αυτου· αινειτε αυτον κατα το πληθος της μεγαλωσυνης αυτου.
<scripture passage="Ps 150:3" parsed="|Ps|150|3|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.3" />
<sup>3</sup>Αινειτε αυτον εν ηχω σαλπιγγος· αινειτε αυτον εν ψαλτηριω και κιθαρα.
<scripture passage="Ps 150:4" parsed="|Ps|150|4|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.4" />
<sup>4</sup>Αινειτε αυτον εν τυμπανω και χοροστασια· αινειτε αυτον εν χορδαις και οργανω.
<scripture passage="Ps 150:5" parsed="|Ps|150|5|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.5" />
<sup>5</sup>Αινειτε αυτον εν κυμβαλοις ευηχοις· αινειτε αυτον εν κυμβαλοις αλαλαγμου.
<scripture passage="Ps 150:6" parsed="|Ps|150|6|0|0" osisRef="Bible:Ps.150.6" />
<sup>6</sup>Πασα πνοη ας αινη τον Κυριον. Αλληλουια.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Proverbs" progress="53.86%" prev="Ps.150" next="Prov.1" id="Prov">
<h2 id="Prov-p0.1">Proverbs</h2>

<div3 title="Proverbs 1" progress="53.86%" prev="Prov" next="Prov.2" id="Prov.1">
<h3 id="Prov.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Prov.1-p1">
<scripture passage="Prov 1:1" parsed="|Prov|1|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.1" />
<sup>1</sup>Παροιμιαι Σολομωντος, υιου του Δαβιδ, βασιλεως του Ισραηλ,
<scripture passage="Prov 1:2" parsed="|Prov|1|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.2" />
<sup>2</sup>δια να γνωριση τις σοφιαν και παιδειαν, δια να νοηση λογους φρονησεως,
<scripture passage="Prov 1:3" parsed="|Prov|1|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.3" />
<sup>3</sup>δια να λαβη διδασκαλιαν συνεσεως, δικαιοσυνης και κρισεως και ευθυτητος,
<scripture passage="Prov 1:4" parsed="|Prov|1|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.4" />
<sup>4</sup>δια να δωση νοησιν εις τους απλους, και εις τον νεον μαθησιν και διαγνωσιν.
<scripture passage="Prov 1:5" parsed="|Prov|1|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.5" />
<sup>5</sup>Ο σοφος ακουων θελει γεινει σοφωτερος, και ο νοημων θελει αποκτησει επιστημην κυβερνησεως·
<scripture passage="Prov 1:6" parsed="|Prov|1|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.6" />
<sup>6</sup>ωστε να εννοη παροιμιαν και σκοτεινον λογον, ρησεις σοφων και αινιγματα αυτων.
<scripture passage="Prov 1:7" parsed="|Prov|1|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.7" />
<sup>7</sup>Αρχη σοφιας φοβος Κυριου· οι αφρονες καταφρονουσι την σοφιαν και την διδασκαλιαν.
<scripture passage="Prov 1:8" parsed="|Prov|1|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.8" />
<sup>8</sup>Ακουε, υιε μου, την διδασκαλιαν του πατρος σου, και μη απορριψης τον νομον της μητρος σου.
<scripture passage="Prov 1:9" parsed="|Prov|1|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ταυτα θελουσιν εισθαι στεφανος χαριτων εις την κορυφην σου και περιδεραιον περι τον τραχηλον σου.
<scripture passage="Prov 1:10" parsed="|Prov|1|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.10" />
<sup>10</sup>Υιε μου, εαν θελησωσιν οι αμαρτωλοι να σε δελεασωσι, μη θελησης·
<scripture passage="Prov 1:11" parsed="|Prov|1|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.11" />
<sup>11</sup>εαν ειπωσιν, Ελθε μεθ' ημων, ας ενεδρευσωμεν δι' αιμα, ας επιβουλευθωμεν αναιτιως τον αθωον,
<scripture passage="Prov 1:12" parsed="|Prov|1|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.12" />
<sup>12</sup>Ας καταπιωμεν αυτους ζωντας, ως ο αδης, και ολοκληρους ως τους καταβαινοντας εις τον λακκον·
<scripture passage="Prov 1:13" parsed="|Prov|1|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.13" />
<sup>13</sup>θελομεν ευρει παν πολυτιμον αγαθον, θελομεν γεμισει τους οικους ημων απο λαφυρων·
<scripture passage="Prov 1:14" parsed="|Prov|1|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.14" />
<sup>14</sup>θες τον κληρον σου μεταξυ ημων, εν βαλαντιον ας ηναι εις παντας ημας·
<scripture passage="Prov 1:15" parsed="|Prov|1|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.15" />
<sup>15</sup>υιε μου, μη περιπατησης εν οδω μετ' αυτων· απεχε τον ποδα σου απο των τριβων αυτων·
<scripture passage="Prov 1:16" parsed="|Prov|1|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.16" />
<sup>16</sup>διοτι οι ποδες αυτων τρεχουσιν εις το κακον, και σπευδουσιν εις το να χυσωσιν αιμα.
<scripture passage="Prov 1:17" parsed="|Prov|1|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ματαιως εξαπλονεται δικτυον εμπροσθεν των οφθαλμων παντος πτερωτου.
<scripture passage="Prov 1:18" parsed="|Prov|1|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ουτοι ενεδρευουσι κατα του ιδιου αυτων αιματος, επιβουλευονται τας εαυτων ψυχας·
<scripture passage="Prov 1:19" parsed="|Prov|1|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.19" />
<sup>19</sup>Τοιαυται ειναι αι οδοι παντος πλεονεκτου· η πλεονεξια αφαιρει την ζωην των κυριευομενων υπ' αυτης.
<scripture passage="Prov 1:20" parsed="|Prov|1|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.20" />
<sup>20</sup>Η σοφια φωναζει εξω, εκπεμπει την φωνην αυτης εν ταις πλατειαις·
<scripture passage="Prov 1:21" parsed="|Prov|1|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.21" />
<sup>21</sup>Κραζει επι κεφαλης των αγορων, εν ταις εισοδοις των πυλων· απαγγελλει τους λογους αυτης δια της πολεως, λεγουσα,
<scripture passage="Prov 1:22" parsed="|Prov|1|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.22" />
<sup>22</sup>Εως ποτε, μωροι, θελετε αγαπα την μωριαν, και οι χλευασται θελουσιν ηδυνεσθαι εις τους χλευασμους αυτων, και οι αφρονες θελουσι μισει την γνωσιν;
<scripture passage="Prov 1:23" parsed="|Prov|1|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.23" />
<sup>23</sup>Επιστρεψατε προς τους ελεγχους μου· ιδου, εγω θελω εκχεει το πνευμα μου εφ' υμας, θελω σας καμει να νοησητε τους λογους μου.
<scripture passage="Prov 1:24" parsed="|Prov|1|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.24" />
<sup>24</sup>Επειδη εγω εκραζον, και σεις δεν υπηκουετε· εξετεινον την χειρα μου, και ουδεις προσειχεν·
<scripture passage="Prov 1:25" parsed="|Prov|1|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.25" />
<sup>25</sup>Αλλα κατεφρονειτε πασας τας συμβουλας μου και τους ελεγχους μου δεν εδεχεσθε·
<scripture passage="Prov 1:26" parsed="|Prov|1|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.26" />
<sup>26</sup>δια τουτο και εγω θελω επιγελασει εις τον ολεθρον σας· θελω καταχαρη, οταν επελθη ο φοβος σας.
<scripture passage="Prov 1:27" parsed="|Prov|1|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.27" />
<sup>27</sup>Οταν ο φοβος σας επελθη ως ερημωσις και η καταστροφη σας εφορμηση ως ανεμοστροβιλος, οταν η θλιψις και η στενοχωρια ελθωσιν εφ' υμας·
<scripture passage="Prov 1:28" parsed="|Prov|1|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.28" />
<sup>28</sup>τοτε θελουσι με επικαλεσθη, αλλα δεν θελω αποκριθη· επιμονως θελουσι με εκζητησει, αλλα δεν θελουσι με ευρει.
<scripture passage="Prov 1:29" parsed="|Prov|1|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.29" />
<sup>29</sup>Διοτι εμισησαν την γνωσιν και τον φοβον του Κυριου δεν εξελεξαν·
<scripture passage="Prov 1:30" parsed="|Prov|1|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.30" />
<sup>30</sup>δεν ηθελησαν τας συμβουλας μου· κατεφρονησαν παντας τους ελεγχους μου·
<scripture passage="Prov 1:31" parsed="|Prov|1|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.31" />
<sup>31</sup>δια τουτο θελουσι φαγει απο των καρπων της οδου αυτων και θελουσι χορτασθη απο των κακοβουλιων αυτων.
<scripture passage="Prov 1:32" parsed="|Prov|1|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.32" />
<sup>32</sup>Διοτι η αποστασια των μωρων θελει θανατωσει αυτους, και η αμεριμνησια των αφρονων θελει αφανισει αυτους.
<scripture passage="Prov 1:33" parsed="|Prov|1|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.1.33" />
<sup>33</sup>Οστις ομως ακουει εμου, θελει κατοικησει εν ασφαλεια· και θελει ησυχαζει, μη φοβουμενος κακον.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 2" progress="53.93%" prev="Prov.1" next="Prov.3" id="Prov.2">
<h3 id="Prov.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Prov.2-p1">
<scripture passage="Prov 2:1" parsed="|Prov|2|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.1" />
<sup>1</sup>Υιε μου, εαν δεχθης τους λογους μου και ταμιευσης τας εντολας μου παρα σεαυτω,
<scripture passage="Prov 2:2" parsed="|Prov|2|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.2" />
<sup>2</sup>ωστε να προσεξη το ωτιον σου εις την σοφιαν, να κλινης την καρδιαν σου εις την συνεσιν·
<scripture passage="Prov 2:3" parsed="|Prov|2|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.3" />
<sup>3</sup>και εαν επικαλεσθης την φρονησιν, και υψωσης την φωνην σου εις την συνεσιν·
<scripture passage="Prov 2:4" parsed="|Prov|2|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.4" />
<sup>4</sup>εαν ζητησης αυτην ως αργυριον και εξερευνησης αυτην ως κεκρυμμενους θησαυρους,
<scripture passage="Prov 2:5" parsed="|Prov|2|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.5" />
<sup>5</sup>τοτε θελεις εννοησει τον φοβον του Κυριου και θελεις ευρει την επιγνωσιν του Θεου.
<scripture passage="Prov 2:6" parsed="|Prov|2|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο Κυριος διδει σοφιαν· εκ του στοματος αυτου εξερχεται γνωσις και συνεσις.
<scripture passage="Prov 2:7" parsed="|Prov|2|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.7" />
<sup>7</sup>Αποταμιευει σωτηριαν εις τους ευθεις· ειναι ασπις εις τους περιπατουντας εν ακεραιοτητι,
<scripture passage="Prov 2:8" parsed="|Prov|2|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.8" />
<sup>8</sup>υπερασπιζων τας οδους της δικαιοσυνης και φυλαττων την οδον των οσιων αυτου.
<scripture passage="Prov 2:9" parsed="|Prov|2|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.9" />
<sup>9</sup>Τοτε θελεις εννοησει δικαιοσυνην και κρισιν και ευθυτητα, πασαν οδον αγαθην.
<scripture passage="Prov 2:10" parsed="|Prov|2|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.10" />
<sup>10</sup>Εαν η σοφια εισελθη εις την καρδιαν σου και η γνωσις ηδυνη την ψυχην σου,
<scripture passage="Prov 2:11" parsed="|Prov|2|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.11" />
<sup>11</sup>ορθη βουλη θελει σε φυλαττει, συνεσις θελει σε διατηρει·
<scripture passage="Prov 2:12" parsed="|Prov|2|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.12" />
<sup>12</sup>δια να σε ελευθερονη απο της οδου της πονηρας, απο ανθρωπου λαλουντος δολια,
<scripture passage="Prov 2:13" parsed="|Prov|2|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.13" />
<sup>13</sup>οιτινες εγκαταλειπουσι τας οδους της ευθυτητος, δια να περιπατωσιν εν ταις οδοις του σκοτους·
<scripture passage="Prov 2:14" parsed="|Prov|2|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.14" />
<sup>14</sup>οιτινες ηδυνονται εις το να καμνωσι κακον, χαιρουσιν εις τας διαστροφας της κακιας,
<scripture passage="Prov 2:15" parsed="|Prov|2|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.15" />
<sup>15</sup>των οποιων αι οδοι ειναι σκολιαι και αι πορειαι αυτων διεστραμμεναι·
<scripture passage="Prov 2:16" parsed="|Prov|2|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.16" />
<sup>16</sup>δια να σε ελευθερονη απο ξενης γυναικος, απο αλλοτριας κολακευουσης με τους λογους αυτης,
<scripture passage="Prov 2:17" parsed="|Prov|2|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.17" />
<sup>17</sup>ητις εγκατελιπε τον επιστηθιον της νεοτητος αυτης και ελησμονησε την διαθηκην του Θεου αυτης.
<scripture passage="Prov 2:18" parsed="|Prov|2|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ο οικος αυτης καταβιβαζει εις τον θανατον, και τα βηματα αυτης εις τους νεκρους·
<scripture passage="Prov 2:19" parsed="|Prov|2|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.19" />
<sup>19</sup>παντες οι εισερχομενοι προς αυτην δεν επιστρεφουσιν ουδε αναλαμβανουσι τας οδους της ζωης·
<scripture passage="Prov 2:20" parsed="|Prov|2|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.20" />
<sup>20</sup>δια να περιπατης εν τη οδω των αγαθων και να φυλαττης τας τριβους των δικαιων.
<scripture passage="Prov 2:21" parsed="|Prov|2|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.21" />
<sup>21</sup>Διοτι οι ευθεις θελουσι κατοικησει την γην, και οι τελειοι θελουσιν εναπολειφη εν αυτη.
<scripture passage="Prov 2:22" parsed="|Prov|2|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.2.22" />
<sup>22</sup>Οι δε ασεβεις θελουσιν εκκοπη απο της γης, και οι παρανομοι θελουσιν εκριζωθη απ' αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 3" progress="53.98%" prev="Prov.2" next="Prov.4" id="Prov.3">
<h3 id="Prov.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Prov.3-p1">
<scripture passage="Prov 3:1" parsed="|Prov|3|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.1" />
<sup>1</sup>Υιε μου, μη λησμονης τους νομους μου, και η καρδια σου ας φυλαττη τας εντολας μου.
<scripture passage="Prov 3:2" parsed="|Prov|3|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.2" />
<sup>2</sup>Διοτι μακροτητα ημερων και ετη ζωης και ειρηνην θελουσι προσθεσει εις σε.
<scripture passage="Prov 3:3" parsed="|Prov|3|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.3" />
<sup>3</sup>Ελεος και αληθεια ας μη σε εγκαταλιπωσι· δεσον αυτας περι τον τραχηλον σου· εγχαραξον αυτας επι την πλακα της καρδιας σου·
<scripture passage="Prov 3:4" parsed="|Prov|3|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.4" />
<sup>4</sup>ουτω θελεις ευρει χαριν και ευνοιαν ενωπιον Θεου και ανθρωπων.
<scripture passage="Prov 3:5" parsed="|Prov|3|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.5" />
<sup>5</sup>Ελπιζε επι Κυριον εξ ολης σου της καρδιας, και μη επιστηριζεσαι εις την συνεσιν σου·
<scripture passage="Prov 3:6" parsed="|Prov|3|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.6" />
<sup>6</sup>εν πασαις ταις οδοις σου αυτον γνωριζε, και αυτος θελει διευθυνει τα διαβηματα σου.
<scripture passage="Prov 3:7" parsed="|Prov|3|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.7" />
<sup>7</sup>Μη φανταζεσαι σεαυτον σοφον· φοβου τον Κυριον και εκκλινον απο κακου.
<scripture passage="Prov 3:8" parsed="|Prov|3|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.8" />
<sup>8</sup>Τουτο θελει εισθαι ιασις εις τα νευρα σου και μυελωσις εις τα οστα σου.
<scripture passage="Prov 3:9" parsed="|Prov|3|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.9" />
<sup>9</sup>Τιμα τον Κυριον απο των υπαρχοντων σου και απο των απαρχων παντων των γεννηματων σου·
<scripture passage="Prov 3:10" parsed="|Prov|3|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.10" />
<sup>10</sup>και θελουσιν εμπλησθη αι σιτοθηκαι σου απο αφθονιας και οι ληνοι σου θελουσιν εκχειλιζει απο νεου οινου.
<scripture passage="Prov 3:11" parsed="|Prov|3|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.11" />
<sup>11</sup>Υιε μου, μη καταφρονει την παιδειαν του Κυριου και μη αθυμει ελεγχομενος υπ' αυτου.
<scripture passage="Prov 3:12" parsed="|Prov|3|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ο Κυριος ελεγχει οντινα αγαπα, καθως και ο πατηρ τον υιον, εις τον οποιον ευαρεστειται.
<scripture passage="Prov 3:13" parsed="|Prov|3|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.13" />
<sup>13</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις ευρηκε σοφιαν, και ο ανθρωπος, οστις απεκτησε συνεσιν·
<scripture passage="Prov 3:14" parsed="|Prov|3|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.14" />
<sup>14</sup>Διοτι το εμποριον αυτης ειναι καλητερον παρα το εμποριον του αργυριου και το κερδος αυτης παρα χρυσιον καθαρον.
<scripture passage="Prov 3:15" parsed="|Prov|3|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.15" />
<sup>15</sup>Ειναι τιμιωτερα πολυτιμων λιθων· και παντα οσα επιθυμησης δεν ειναι ανταξια αυτης.
<scripture passage="Prov 3:16" parsed="|Prov|3|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.16" />
<sup>16</sup>Μακροτης ημερων ειναι εν τη δεξια αυτης· εν τη αριστερα αυτης, πλουτος και δοξα.
<scripture passage="Prov 3:17" parsed="|Prov|3|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.17" />
<sup>17</sup>Αι οδοι αυτης ειναι οδοι τερπναι και πασαι αι τριβοι αυτης ειρηνη.
<scripture passage="Prov 3:18" parsed="|Prov|3|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.18" />
<sup>18</sup>Ειναι δενδρον ζωης εις τους εναγκαλιζομενους αυτην· και μακαριοι οι κρατουντες αυτην.
<scripture passage="Prov 3:19" parsed="|Prov|3|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.19" />
<sup>19</sup>Δια της σοφιας εθεμελιωσεν ο Κυριος, εστερεωσε τους ουρανους εν συνεσει.
<scripture passage="Prov 3:20" parsed="|Prov|3|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.20" />
<sup>20</sup>Δια της γνωσεως αυτου αι αβυσσοι ηνοιχθησαν και τα νεφη σταλαζουσι δροσον.
<scripture passage="Prov 3:21" parsed="|Prov|3|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.21" />
<sup>21</sup>Υιε μου, ας μη απομακρυνθωσι ταυτα απο των οφθαλμων σου· φυλαττε ορθην βουλην και φρονησιν·
<scripture passage="Prov 3:22" parsed="|Prov|3|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.22" />
<sup>22</sup>και θελει εισθαι ζωη εις την ψυχην σου και χαρις εις τον τραχηλον σου.
<scripture passage="Prov 3:23" parsed="|Prov|3|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.23" />
<sup>23</sup>Τοτε θελεις περιπατει ασφαλως την οδον σου, και ο πους σου δεν θελει προσκοψει.
<scripture passage="Prov 3:24" parsed="|Prov|3|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.24" />
<sup>24</sup>Οταν πλαγιαζης, δεν θελεις τρομαζει· μαλιστα θελεις πλαγιαζει, και ο υπνος σου θελει εισθαι γλυκυς.
<scripture passage="Prov 3:25" parsed="|Prov|3|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.25" />
<sup>25</sup>Δεν θελεις τρομαξει απο αιφνιδιου φοβου ουδε απο του ολεθρου των ασεβων, οταν επελθη·
<scripture passage="Prov 3:26" parsed="|Prov|3|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.26" />
<sup>26</sup>Διοτι ο Κυριος θελει εισθαι η ελπις σου, και θελει φυλαξει τον ποδα σου απο του να πιασθη.
<scripture passage="Prov 3:27" parsed="|Prov|3|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.27" />
<sup>27</sup>Μη αρνηθης το καλον προς εκεινους, εις τους οποιους πρεπει, οταν ηναι εν τη χειρι σου να καμνης αυτο.
<scripture passage="Prov 3:28" parsed="|Prov|3|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.28" />
<sup>28</sup>Μη ειπης προς τον πλησιον σου, Υπαγε και επαναστρεψον και αυριον θελω σοι δωσει· ενω εχεις τουτο παρα σεαυτω.
<scripture passage="Prov 3:29" parsed="|Prov|3|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.29" />
<sup>29</sup>Μη μηχανευου κακον κατα του πλησιον σου, ενω πεποιθως κατοικει μετα σου.
<scripture passage="Prov 3:30" parsed="|Prov|3|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.30" />
<sup>30</sup>Μη μαχου τινα αναιτιως, εαν δεν εκαμε κακον εις σε.
<scripture passage="Prov 3:31" parsed="|Prov|3|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.31" />
<sup>31</sup>Μη ζηλευε τον βιαιον ανθρωπον και μη εκλεξης μηδεμιαν εκ των οδων αυτου·
<scripture passage="Prov 3:32" parsed="|Prov|3|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.32" />
<sup>32</sup>διοτι ο Κυριος βδελυττεται τον σκολιον· το δε απορρητον αυτου φανερονεται εις τους δικαιους.
<scripture passage="Prov 3:33" parsed="|Prov|3|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.33" />
<sup>33</sup>Καταρα Κυριου εν τω οικω του ασεβους· ευλογει δε την κατοικιαν των δικαιων.
<scripture passage="Prov 3:34" parsed="|Prov|3|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.34" />
<sup>34</sup>Βεβαιως αυτος αντιταττεται εις τους υπερηφανους· εις δε τους ταπεινους διδει χαριν.
<scripture passage="Prov 3:35" parsed="|Prov|3|35|0|0" osisRef="Bible:Prov.3.35" />
<sup>35</sup>Οι σοφοι θελουσι κληρονομησει δοξαν· το δε υψος των αφρονων θελει εισθαι η ατιμια.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 4" progress="54.05%" prev="Prov.3" next="Prov.5" id="Prov.4">
<h3 id="Prov.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Prov.4-p1">
<scripture passage="Prov 4:1" parsed="|Prov|4|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε, τεκνα, παιδειαν πατρος, και προσεχετε να μαθητε συνεσιν.
<scripture passage="Prov 4:2" parsed="|Prov|4|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.2" />
<sup>2</sup>Διοτι διδω εις εσας καλην διδασκαλιαν· μη εγκαταλιπητε τον νομον μου.
<scripture passage="Prov 4:3" parsed="|Prov|4|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.3" />
<sup>3</sup>Διοτι και εγω εσταθην υιος του πατρος μου, αγαπητος και μονογενης ενωπιον της μητρος μου·
<scripture passage="Prov 4:4" parsed="|Prov|4|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.4" />
<sup>4</sup>και με εδιδασκε και μοι ελεγεν, Ας κρατη η καρδια σου τους λογους μου· φυλαττε τας εντολας μου και θελεις ζησει.
<scripture passage="Prov 4:5" parsed="|Prov|4|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.5" />
<sup>5</sup>Αποκτησον σοφιαν, αποκτησον συνεσιν· μη λησμονησης αυτην, μηδε εκκλινης απο των λογων του στοματος μου·
<scripture passage="Prov 4:6" parsed="|Prov|4|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.6" />
<sup>6</sup>μη εγκαταλιπης αυτην, και θελει σε περιφυλαττει· αγαπα αυτην, και θελει σε διατηρει.
<scripture passage="Prov 4:7" parsed="|Prov|4|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.7" />
<sup>7</sup>Η σοφια ειναι το πρωτιστον· αποκτησον σοφιαν· και υπερ πασαν αποκτησιν σου αποκτησον συνεσιν.
<scripture passage="Prov 4:8" parsed="|Prov|4|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.8" />
<sup>8</sup>Αναλαβε αυτην και θελει σε υψωσει· θελει σε δοξασει, οταν εναγκαλισθης αυτην.
<scripture passage="Prov 4:9" parsed="|Prov|4|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.9" />
<sup>9</sup>Θελει επιθεσει επι την κεφαλην σου στεφανον χαριτων· θελει σοι δωσει διαδημα δοξης.
<scripture passage="Prov 4:10" parsed="|Prov|4|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.10" />
<sup>10</sup>Ακουε, υιε μου, και δεχθητι τους λογους μου· και θελουσι πληθυνθη τα ετη της ζωης σου.
<scripture passage="Prov 4:11" parsed="|Prov|4|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.11" />
<sup>11</sup>Σε διδασκω την οδον της σοφιας· σε εμβιβαζω εις τριβους ευθειας.
<scripture passage="Prov 4:12" parsed="|Prov|4|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.12" />
<sup>12</sup>Οταν περιπατης, τα βηματα σου δεν θελουσιν εισθαι εστενοχωρημενα· και οταν τρεχης, δεν θελεις προσκοψει.
<scripture passage="Prov 4:13" parsed="|Prov|4|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.13" />
<sup>13</sup>Δραξον την παιδειαν, μη αφησης αυτην· φυλαττε αυτην, διοτι ειναι η ζωη σου.
<scripture passage="Prov 4:14" parsed="|Prov|4|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.14" />
<sup>14</sup>Μη εισελθης εις την τριβον των ασεβων, και μη υπαγης εις την οδον των πονηρων.
<scripture passage="Prov 4:15" parsed="|Prov|4|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.15" />
<sup>15</sup>Αποφευγε αυτην, μη περασης δι' αυτης, εκκλινον απ' αυτης και διαβα.
<scripture passage="Prov 4:16" parsed="|Prov|4|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.16" />
<sup>16</sup>Διοτι αυτοι δεν κοιμωνται, εαν δεν κακοποιησωσι· και ο υπνος αυτων αφαιρειται, εαν δεν υποσκελισωσιν.
<scripture passage="Prov 4:17" parsed="|Prov|4|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.17" />
<sup>17</sup>Επειδη τρωγουσιν αρτον ασεβειας και πινουσιν οινον δυναστειας.
<scripture passage="Prov 4:18" parsed="|Prov|4|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.18" />
<sup>18</sup>Η οδος ομως των δικαιων ειναι ως το λαμπρον φως, το φεγγον επι μαλλον και μαλλον, εωσου γεινη τελεια ημερα.
<scripture passage="Prov 4:19" parsed="|Prov|4|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.19" />
<sup>19</sup>Η οδος των ασεβων ειναι ως το σκοτος· δεν γνωριζουσι που προσκοπτουσιν.
<scripture passage="Prov 4:20" parsed="|Prov|4|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.20" />
<sup>20</sup>Υιε μου, προσεχε εις τας ρησεις μου· κλινον το ωτιον σου εις τα λογια μου.
<scripture passage="Prov 4:21" parsed="|Prov|4|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.21" />
<sup>21</sup>Ας μη απομακρυνθωσιν απο των οφθαλμων σου· φυλαττε αυτα εν τη καρδια σου·
<scripture passage="Prov 4:22" parsed="|Prov|4|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.22" />
<sup>22</sup>διοτι ειναι ζωη εις τους ευρισκοντας αυτα και ιασις εις πασαν αυτων την σαρκα.
<scripture passage="Prov 4:23" parsed="|Prov|4|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.23" />
<sup>23</sup>Μετα πασης φυλαξεως φυλαττε την καρδιαν σου· διοτι εκ ταυτης προερχονται αι εκβασεις της ζωης.
<scripture passage="Prov 4:24" parsed="|Prov|4|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.24" />
<sup>24</sup>Αποβαλε απο σου σκολιοτητα στοματος, και διαστροφην χειλεων απομακρυνον απο σου.
<scripture passage="Prov 4:25" parsed="|Prov|4|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.25" />
<sup>25</sup>Οι οφθαλμοι σου ας βλεπωσιν ορθα, και τα βλεφαρα σου ας κατευθυνωνται εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Prov 4:26" parsed="|Prov|4|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.26" />
<sup>26</sup>Σταθμιζε το βαδισμα των ποδων σου, και πασαι αι οδοι σου θελουσι κατευθυνθη.
<scripture passage="Prov 4:27" parsed="|Prov|4|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.4.27" />
<sup>27</sup>Μη εκκλινης δεξια η αριστερα· αποστρεψον τον ποδα σου απο κακου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 5" progress="54.10%" prev="Prov.4" next="Prov.6" id="Prov.5">
<h3 id="Prov.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Prov.5-p1">
<scripture passage="Prov 5:1" parsed="|Prov|5|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.1" />
<sup>1</sup>Υιε μου, προσεχε εις την σοφιαν μου, κλινον το ωτιον σου εις την συνεσιν μου·
<scripture passage="Prov 5:2" parsed="|Prov|5|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.2" />
<sup>2</sup>δια να τηρης φρονησιν και τα χειλη σου να φυλαττωσι γνωσιν.
<scripture passage="Prov 5:3" parsed="|Prov|5|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.3" />
<sup>3</sup>Διοτι τα χειλη της αλλοτριας γυναικος σταζουσιν ως κηρηθρα μελιτος, και ο ουρανισκος αυτης ειναι μαλακωτερος ελαιου·
<scripture passage="Prov 5:4" parsed="|Prov|5|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.4" />
<sup>4</sup>το τελος ομως αυτης ειναι πικρον ως αψινθιον, οξυ ως μαχαιρα διστομος.
<scripture passage="Prov 5:5" parsed="|Prov|5|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.5" />
<sup>5</sup>Οι ποδες αυτης καταβαινουσιν εις θανατον· τα βηματα αυτης καταντωσιν εις τον αδην.
<scripture passage="Prov 5:6" parsed="|Prov|5|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.6" />
<sup>6</sup>δια να μη γνωρισης την οδον της ζωης, αι πορειαι αυτης ειναι αστατοι και ουχι ευδιαγνωστοι.
<scripture passage="Prov 5:7" parsed="|Prov|5|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.7" />
<sup>7</sup>Ακουσατε μου λοιπον τωρα, τεκνα, και μη αποστραφητε τους λογους του στοματος μου.
<scripture passage="Prov 5:8" parsed="|Prov|5|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.8" />
<sup>8</sup>Απομακρυνον την οδον σου απ' αυτης, και μη πλησιασης εις την θυραν του οικου αυτης,
<scripture passage="Prov 5:9" parsed="|Prov|5|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.9" />
<sup>9</sup>δια να μη δωσης την τιμην σου εις αλλους και τα ετη σου εις τους ανελεημονας·
<scripture passage="Prov 5:10" parsed="|Prov|5|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.10" />
<sup>10</sup>δια να μη χορτασθωσι ξενοι απο της περιουσιας σου και οι κοποι σου ελθωσιν εις οικον αλλοτριου,
<scripture passage="Prov 5:11" parsed="|Prov|5|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.11" />
<sup>11</sup>και συ στεναζης εις τα εσχατα σου, οταν η σαρξ σου και το σωμα σου καταναλωθωσι,
<scripture passage="Prov 5:12" parsed="|Prov|5|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.12" />
<sup>12</sup>και λεγης, Πως εμισησα την παιδειαν, και η καρδια μου κατεφρονησε τους ελεγχους,
<scripture passage="Prov 5:13" parsed="|Prov|5|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.13" />
<sup>13</sup>και δεν υπηκουσα εις την φωνην των διδασκοντων με, ουδε εκλινα το ωτιον μου εις τους νουθετουντας με.
<scripture passage="Prov 5:14" parsed="|Prov|5|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.14" />
<sup>14</sup>Παρ' ολιγον επεσον εις παν κακον, εν μεσω της συναξεως και της συναγωγης.
<scripture passage="Prov 5:15" parsed="|Prov|5|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.15" />
<sup>15</sup>Πινε υδατα εκ της δεξαμενης σου και πηγαζοντα εκ του φρεατος σου·
<scripture passage="Prov 5:16" parsed="|Prov|5|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.16" />
<sup>16</sup>Ας εκχεωνται εξω αι πηγαι σου, και τα ρυακια των υδατων σου εις τας πλατειας·
<scripture passage="Prov 5:17" parsed="|Prov|5|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.17" />
<sup>17</sup>σου μονου ας ηναι αυτα, και ουχι ξενων μετα σου·
<scripture passage="Prov 5:18" parsed="|Prov|5|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.18" />
<sup>18</sup>η πηγη σου ας ηναι ευλογημενη· και ευφραινου μετα της γυναικος της νεοτητος σου.
<scripture passage="Prov 5:19" parsed="|Prov|5|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.19" />
<sup>19</sup>Ας ηναι εις σε ως ελαφος ερασμια και δορκας κεχαριτωμενη· ας σε ποτιζωσιν οι μαστοι αυτης εν παντι καιρω· ευφραινου παντοτε εις την αγαπην αυτης.
<scripture passage="Prov 5:20" parsed="|Prov|5|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.20" />
<sup>20</sup>Και δια τι, υιε μου, θελεις θελγεσθαι υπο ξενης και θελεις εναγκαλιζεσθαι κολπον αλλοτριας;
<scripture passage="Prov 5:21" parsed="|Prov|5|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.21" />
<sup>21</sup>Διοτι του ανθρωπου αι οδοι ειναι ενωπιον των οφθαλμων του Κυριου, και σταθμιζει πασας τας πορειας αυτου.
<scripture passage="Prov 5:22" parsed="|Prov|5|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.22" />
<sup>22</sup>Αι ιδιαι αυτου ανομιαι θελουσι συλλαβει τον ασεβη, και με τα σχοινια της αμαρτιας αυτου θελει σφιγγεσθαι.
<scripture passage="Prov 5:23" parsed="|Prov|5|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.5.23" />
<sup>23</sup>Ουτος θελει αποθανει απαιδευτος και εκ του πληθους της αφροσυνης αυτου θελει περιπλανασθαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 6" progress="54.15%" prev="Prov.5" next="Prov.7" id="Prov.6">
<h3 id="Prov.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Prov.6-p1">
<scripture passage="Prov 6:1" parsed="|Prov|6|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.1" />
<sup>1</sup>Υιε μου, εαν εγεινας εγγυητης δια τον φιλον σου, εαν εδωκας την χειρα σου εις ξενον,
<scripture passage="Prov 6:2" parsed="|Prov|6|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.2" />
<sup>2</sup>επαγιδευθης δια των λογων του στοματος σου, επιασθης δια των λογων του στοματος σου·
<scripture passage="Prov 6:3" parsed="|Prov|6|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.3" />
<sup>3</sup>Καμε λοιπον τουτο, υιε μου, και σωζου, επειδη ηλθες εις τας χειρας του φιλου σου· υπαγε, μη αποκαμης, και βιαζε τον φιλον σου.
<scripture passage="Prov 6:4" parsed="|Prov|6|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.4" />
<sup>4</sup>Μη δωσης υπνον εις τους οφθαλμους σου, μηδε νυσταγμον εις τα βλεφαρα σου·
<scripture passage="Prov 6:5" parsed="|Prov|6|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.5" />
<sup>5</sup>Σωζου, ως δορκαδιον εκ χειρος του κυνηγου και ως πτηνον εκ χειρος του ιξευτου.
<scripture passage="Prov 6:6" parsed="|Prov|6|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.6" />
<sup>6</sup>Υπαγε προς τον μυρμηκα, ω οκνηρε· παρατηρησον τας οδους αυτου και γινου σοφος·
<scripture passage="Prov 6:7" parsed="|Prov|6|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.7" />
<sup>7</sup>οστις μη εχων αρχοντα, επιστατην η κυβερνητην,
<scripture passage="Prov 6:8" parsed="|Prov|6|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.8" />
<sup>8</sup>ετοιμαζει την τροφην αυτου το θερος, συναγει τας τροφας αυτου εν τω θερισμω.
<scripture passage="Prov 6:9" parsed="|Prov|6|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.9" />
<sup>9</sup>Εως ποτε θελεις κοιμασθαι, οκνηρε; ποτε θελεις σηκωθη εκ του υπνου σου;
<scripture passage="Prov 6:10" parsed="|Prov|6|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.10" />
<sup>10</sup>Ολιγος υπνος, ολιγος νυσταγμος, ολιγη συμπλοκη των χειρων εις τον υπνον·
<scripture passage="Prov 6:11" parsed="|Prov|6|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.11" />
<sup>11</sup>Επειτα η πτωχεια σου ερχεται ως ταχυδρομος, και η ενδεια σου ως ανηρ ενοπλος.
<scripture passage="Prov 6:12" parsed="|Prov|6|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.12" />
<sup>12</sup>Ο αχρειος ανθρωπος, ο κακοτροπος ανθρωπος, περιπατει με στομα διεστραμμενον·
<scripture passage="Prov 6:13" parsed="|Prov|6|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.13" />
<sup>13</sup>Καμνει νευμα δια των οφθαλμων αυτου, σημαινει δια των ποδων αυτου, διδασκει δια των δακτυλων αυτου·
<scripture passage="Prov 6:14" parsed="|Prov|6|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.14" />
<sup>14</sup>μετα διεστραμμενης καρδιας μηχαναται κακα εν παντι καιρω· εγειρει εριδας·
<scripture passage="Prov 6:15" parsed="|Prov|6|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.15" />
<sup>15</sup>δια τουτο εξαιφνης θελει επελθει η απωλεια αυτου· εξαιφνης θελει συντριφθη ανιατως.
<scripture passage="Prov 6:16" parsed="|Prov|6|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.16" />
<sup>16</sup>Ταυτα τα εξ μισει ο Κυριος, επτα μαλιστα βδελυττεται η ψυχη αυτου·
<scripture passage="Prov 6:17" parsed="|Prov|6|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.17" />
<sup>17</sup>οφθαλμους υπερηφανους, γλωσσαν ψευδη και χειρας εκχεουσας αιμα αθωον,
<scripture passage="Prov 6:18" parsed="|Prov|6|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.18" />
<sup>18</sup>καρδιαν μηχανευομενην λογισμους κακους, ποδας τρεχοντας ταχεως εις το κακοποιειν,
<scripture passage="Prov 6:19" parsed="|Prov|6|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.19" />
<sup>19</sup>μαρτυρα ψευδη λαλουντα ψευδος και τον εμβαλλοντα εριδας μεταξυ αδελφων.
<scripture passage="Prov 6:20" parsed="|Prov|6|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.20" />
<sup>20</sup>Υιε μου, φυλαττε την εντολην του πατρος σου, και μη απορριψης τον νομον της μητρος σου.
<scripture passage="Prov 6:21" parsed="|Prov|6|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.21" />
<sup>21</sup>Περιαψον αυτα διαπαντος επι της καρδιας σου, περιδεσον αυτα περι τον τραχηλον σου.
<scripture passage="Prov 6:22" parsed="|Prov|6|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.22" />
<sup>22</sup>Οταν περιπατης, θελει σε οδηγει· οταν κοιμασαι, θελει σε φυλαττει· και οταν εξυπνησης, θελει συνομιλει μετα σου.
<scripture passage="Prov 6:23" parsed="|Prov|6|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.23" />
<sup>23</sup>Διοτι λυχνος ειναι η εντολη και φως ο νομος, και οι ελεγχοι της παιδειας οδος ζωης·
<scripture passage="Prov 6:24" parsed="|Prov|6|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.24" />
<sup>24</sup>δια να σε φυλαττωσιν απο κακης γυναικος, απο κολακειας γλωσσης γυναικος αλλοτριας.
<scripture passage="Prov 6:25" parsed="|Prov|6|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.25" />
<sup>25</sup>Μη ορεχθης το καλλος αυτης εν τη καρδια σου· και ας μη σε θηρευση δια των βλεφαρων αυτης.
<scripture passage="Prov 6:26" parsed="|Prov|6|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.26" />
<sup>26</sup>Διοτι εξ αιτιας γυναικος πορνης καταντα τις εως τμηματος αρτου, η δε μοιχαλις θηρευει την πολυτιμον ψυχην.
<scripture passage="Prov 6:27" parsed="|Prov|6|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.27" />
<sup>27</sup>Δυναται τις να βαλη πυρ εις τον κολπον αυτου, και τα ιματια αυτου να μη καωσι;
<scripture passage="Prov 6:28" parsed="|Prov|6|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.28" />
<sup>28</sup>Δυναται τις να περιπατηση επ' ανθρακων πυρος, και οι ποδες αυτου να μη κατακαωσιν;
<scripture passage="Prov 6:29" parsed="|Prov|6|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.29" />
<sup>29</sup>Ουτω και ο εισερχομενος προς την γυναικα του πλησιον αυτου· οστις εγγιζει αυτην, δεν θελει αθωωθη.
<scripture passage="Prov 6:30" parsed="|Prov|6|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.30" />
<sup>30</sup>Τον κλεπτην δεν αποστρεφονται, εαν κλεπτη δια να χορταση την ψυχην αυτου, οταν πεινα·
<scripture passage="Prov 6:31" parsed="|Prov|6|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.31" />
<sup>31</sup>αλλ' εαν πιασθη, θελει αποδωσει επταπλασια· θελει δωσει παντα τα υπαρχοντα της οικιας αυτου.
<scripture passage="Prov 6:32" parsed="|Prov|6|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.32" />
<sup>32</sup>Οστις ομως μοιχευει με γυναικα, ειναι ενδεης φρενων· απωλειαν φερει εις την ψυχην αυτου, οστις πραττει τουτο.
<scripture passage="Prov 6:33" parsed="|Prov|6|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.33" />
<sup>33</sup>Πληγας και ατιμιαν θελει υποφερει· και το ονειδος αυτου δεν θελει εξαλειφθη.
<scripture passage="Prov 6:34" parsed="|Prov|6|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.34" />
<sup>34</sup>Διοτι η ζηλοτυπια ειναι μανια του ανδρος, και δεν θελει δειξει ελεος εις την ημεραν της εκδικησεως.
<scripture passage="Prov 6:35" parsed="|Prov|6|35|0|0" osisRef="Bible:Prov.6.35" />
<sup>35</sup>Δεν θελει δεχθη ουδεν λυτρον· ουδε θελει εξιλεωθη, και αν πολλαπλασιασης τα δωρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 7" progress="54.22%" prev="Prov.6" next="Prov.8" id="Prov.7">
<h3 id="Prov.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Prov.7-p1">
<scripture passage="Prov 7:1" parsed="|Prov|7|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.1" />
<sup>1</sup>Υιε μου, φυλαττε τους λογους μου και ταμιευσον τας εντολας μου παρα σεαυτω.
<scripture passage="Prov 7:2" parsed="|Prov|7|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.2" />
<sup>2</sup>Φυλαττε τας εντολας μου, και θελεις ζησει· και τον νομον μου, ως την κορην των οφθαλμων σου.
<scripture passage="Prov 7:3" parsed="|Prov|7|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.3" />
<sup>3</sup>Δεσον αυτα επι τους δακτυλους σου, εγχαραξον αυτα επι την πλακα της καρδιας σου.
<scripture passage="Prov 7:4" parsed="|Prov|7|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.4" />
<sup>4</sup>Ειπε προς την σοφιαν; συ εισαι αδελφη μου· και καλεσον την φρονησιν συγγενη σου·
<scripture passage="Prov 7:5" parsed="|Prov|7|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.5" />
<sup>5</sup>δια να σε φυλαττωσιν απο ξενης γυναικος, απο αλλοτριας κολακευουσης δια των λογων αυτης.
<scripture passage="Prov 7:6" parsed="|Prov|7|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.6" />
<sup>6</sup>Επειδη απο του παραθυρου της οικιας μου εκυψα δια του δικτυωτου μου·
<scripture passage="Prov 7:7" parsed="|Prov|7|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.7" />
<sup>7</sup>και ειδον μεταξυ των αφρονων, παρετηρησα μεταξυ των νεανισκων, νεον ενδεη φρενων·
<scripture passage="Prov 7:8" parsed="|Prov|7|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.8" />
<sup>8</sup>οστις διεβαινε δια της πλατειας, πλησιον της γωνιας αυτης, και διηρχετο την οδον προς την οικιαν αυτης,
<scripture passage="Prov 7:9" parsed="|Prov|7|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.9" />
<sup>9</sup>εν τω εσπερινω σκοτει της ημερας, εν τω σκοτασμω της νυκτος και τω γνοφω·
<scripture passage="Prov 7:10" parsed="|Prov|7|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.10" />
<sup>10</sup>και ιδου, συναπαντα αυτον γυνη εχουσα σχημα πορνικον, και καρδιαν δολιοφρονα,
<scripture passage="Prov 7:11" parsed="|Prov|7|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.11" />
<sup>11</sup>φλυαρος και αναιδης· οι ποδες αυτης δεν μενουσιν εν τω οικω αυτης·
<scripture passage="Prov 7:12" parsed="|Prov|7|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.12" />
<sup>12</sup>τωρα ειναι εξω, τωρα εν ταις πλατειαις, και ενεδρευει πλησιον πασης γωνιας.
<scripture passage="Prov 7:13" parsed="|Prov|7|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.13" />
<sup>13</sup>Και πιανει αυτον και φιλει αυτον και με αναιδες προσωπον λεγει προς αυτον,
<scripture passage="Prov 7:14" parsed="|Prov|7|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.14" />
<sup>14</sup>Εχω θυσιας ειρηνικας· σημερον απεδωκα τας ευχας μου·
<scripture passage="Prov 7:15" parsed="|Prov|7|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.15" />
<sup>15</sup>δια τουτο εξηλθον εις απαντησιν σου, ποθουσα το προσωπον σου, και σε ευρηκα·
<scripture passage="Prov 7:16" parsed="|Prov|7|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.16" />
<sup>16</sup>εστρωσα την κλινην μου με πεπλους, με ταπητας πεποικιλμενους, με νηματα της Αιγυπτου·
<scripture passage="Prov 7:17" parsed="|Prov|7|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.17" />
<sup>17</sup>εθυμιασα την κλινην μου με σμυρναν, αλοην και κιναμωμον·
<scripture passage="Prov 7:18" parsed="|Prov|7|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.18" />
<sup>18</sup>ελθε, ας μεθυσθωμεν απο ερωτος μεχρι της αυγης· ας εντρυφησωμεν εις ερωτας·
<scripture passage="Prov 7:19" parsed="|Prov|7|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.19" />
<sup>19</sup>διοτι δεν ειναι ο ανηρ εν τη οικια αυτου, υπηγεν εις οδον μακραν·
<scripture passage="Prov 7:20" parsed="|Prov|7|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.20" />
<sup>20</sup>ελαβε βαλαντιον αργυριου εν τη χειρι αυτου· εν ωρισμενω καιρω θελει επανελθει εις την οικιαν αυτου.
<scripture passage="Prov 7:21" parsed="|Prov|7|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.21" />
<sup>21</sup>Δια της πολλης αυτης τεχνης απεπλανησεν αυτον· δια της κολακειας των χειλεων αυτης ειλκυσεν αυτον.
<scripture passage="Prov 7:22" parsed="|Prov|7|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.22" />
<sup>22</sup>Ευθυς ακολουθει αυτην κατοπιν, καθως ο βους υπαγει εις την σφαγην, η καθως η ελαφος πηδα εις τον βροχον,
<scripture passage="Prov 7:23" parsed="|Prov|7|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.23" />
<sup>23</sup>εωσου βελος διαπεραση το ηπαρ αυτης· καθως το πτηνον σπευδει εις την παγιδα και δεν εξευρει οτι ειναι εναντιον της ζωης αυτου.
<scripture passage="Prov 7:24" parsed="|Prov|7|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.24" />
<sup>24</sup>Τωρα λοιπον ακουσατε μου, τεκνα, και προσεχετε εις τους λογους του στοματος μου.
<scripture passage="Prov 7:25" parsed="|Prov|7|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.25" />
<sup>25</sup>Ας μη εκκλινη εις τας οδους αυτης η καρδια σου, μη παρεκτραπης εις τας τριβους αυτης.
<scripture passage="Prov 7:26" parsed="|Prov|7|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.26" />
<sup>26</sup>Διοτι πολλους εκαμε να πεσωσι πεπληγωμενοι, και δυνατοι ειναι οι φονευθεντες υπ' αυτης.
<scripture passage="Prov 7:27" parsed="|Prov|7|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.7.27" />
<sup>27</sup>Οδοι αδου ειναι ο οικος αυτης, καταβαινουσαι εις τα ταμεια του θανατου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 8" progress="54.28%" prev="Prov.7" next="Prov.9" id="Prov.8">
<h3 id="Prov.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Prov.8-p1">
<scripture passage="Prov 8:1" parsed="|Prov|8|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.1" />
<sup>1</sup>Δεν κραζει η σοφια; και δεν εκπεμπει την φωνην αυτης η συνεσις;
<scripture passage="Prov 8:2" parsed="|Prov|8|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.2" />
<sup>2</sup>Ισταται επι της κορυφης των υψηλων τοπων, υπερ την οδον, εν τω μεσω των τριοδων.
<scripture passage="Prov 8:3" parsed="|Prov|8|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.3" />
<sup>3</sup>Κραζει πλησιον των πυλων, εν τη εισοδω της πολεως, εν τη εισοδω των θυρων·
<scripture passage="Prov 8:4" parsed="|Prov|8|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.4" />
<sup>4</sup>προς εσας, ανθρωποι, κραζω· και η φωνη μου εκπεμπεται προς τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Prov 8:5" parsed="|Prov|8|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.5" />
<sup>5</sup>Απλοι, νοησατε φρονησιν· και αφρονες, αποκτησατε νοημονα καρδιαν.
<scripture passage="Prov 8:6" parsed="|Prov|8|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.6" />
<sup>6</sup>Ακουσατε· διοτι θελω λαλησει πραγματα εξοχα, και τα χειλη μου θελουσι προφερει ορθα.
<scripture passage="Prov 8:7" parsed="|Prov|8|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.7" />
<sup>7</sup>Διοτι αληθειαν θελει λαλησει ο λαρυγξ μου· τα δε χειλη μου βδελυττονται την ασεβειαν.
<scripture passage="Prov 8:8" parsed="|Prov|8|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.8" />
<sup>8</sup>Παντες οι λογοι του στοματος μου ειναι μετα δικαιοσυνης· δεν υπαρχει εν αυτοις δολιον διεστραμμενον·
<scripture passage="Prov 8:9" parsed="|Prov|8|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.9" />
<sup>9</sup>Παντες ειναι σαφεις εις τον νοουντα και ορθοι εις τους ευρισκοντας γνωσιν.
<scripture passage="Prov 8:10" parsed="|Prov|8|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.10" />
<sup>10</sup>Λαβετε την παιδειαν μου, και μη αργυριον· και γνωσιν, μαλλον παρα χρυσιον εκλεκτον.
<scripture passage="Prov 8:11" parsed="|Prov|8|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.11" />
<sup>11</sup>Διοτι η σοφια ειναι καλητερα λιθων πολυτιμων· και παντα τα επιθυμητα πραγματα δεν ειναι ανταξια αυτης.
<scripture passage="Prov 8:12" parsed="|Prov|8|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.12" />
<sup>12</sup>Εγω η σοφια κατοικω μετα της φρονησεως, και εφευρισκω γνωσιν συνετων βουλευματων.
<scripture passage="Prov 8:13" parsed="|Prov|8|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.13" />
<sup>13</sup>Ο φοβος του Κυριου ειναι να μιση τις το κακον· αλαζονειαν και αυθαδειαν και πονηραν οδον και διεστραμμενον στομα εγω μισω.
<scripture passage="Prov 8:14" parsed="|Prov|8|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.14" />
<sup>14</sup>Εμου ειναι η βουλη και η ασφαλεια· εγω ειμαι η συνεσις· εμου η δυναμις.
<scripture passage="Prov 8:15" parsed="|Prov|8|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.15" />
<sup>15</sup>Δι' εμου οι βασιλεις βασιλευουσι, και οι αρχοντες θεσπιζουσι δικαιοσυνην.
<scripture passage="Prov 8:16" parsed="|Prov|8|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.16" />
<sup>16</sup>Δι' εμου οι ηγεμονες ηγεμονευουσι, και οι μεγιστανες, παντες οι κριται της γης·
<scripture passage="Prov 8:17" parsed="|Prov|8|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.17" />
<sup>17</sup>Εγω τους εμε αγαπωντας αγαπω· και οι ζητουντες με θελουσι με ευρει.
<scripture passage="Prov 8:18" parsed="|Prov|8|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.18" />
<sup>18</sup>Πλουτος και δοξα ειναι μετ' εμου, αγαθα διαμενοντα και δικαιοσυνη.
<scripture passage="Prov 8:19" parsed="|Prov|8|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.19" />
<sup>19</sup>Οι καρποι μου ειναι καλητεροι χρυσιου και χρυσιου καθαρου· και τα γεννηματα μου, εκλεκτου αργυριου.
<scripture passage="Prov 8:20" parsed="|Prov|8|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.20" />
<sup>20</sup>Περιπατω εν οδω δικαιοσυνης, αναμεσον των τριβων της κρισεως,
<scripture passage="Prov 8:21" parsed="|Prov|8|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.21" />
<sup>21</sup>δια να καμω τους αγαπωντας με να κληρονομησωσιν αγαθα, και να γεμισω τους θησαυρους αυτων.
<scripture passage="Prov 8:22" parsed="|Prov|8|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.22" />
<sup>22</sup>Ο Κυριος με ειχεν εν τη αρχη των οδων αυτου, προ των εργων αυτου, απ' αιωνος.
<scripture passage="Prov 8:23" parsed="|Prov|8|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.23" />
<sup>23</sup>Προ του αιωνος με εχρισεν, απ' αρχης, πριν υπαρξη η γη.
<scripture passage="Prov 8:24" parsed="|Prov|8|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.24" />
<sup>24</sup>Εγεννηθην οτε δεν ησαν αι αβυσσοι, οτε δεν υπηρχον αι πηγαι αι αναβρυουσαι υδατα·
<scripture passage="Prov 8:25" parsed="|Prov|8|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.25" />
<sup>25</sup>Πριν τα ορη θεμελιωθωσι, προ των λοφων, εγω εγεννηθην·
<scripture passage="Prov 8:26" parsed="|Prov|8|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.26" />
<sup>26</sup>ενω δεν ειχεν ετι καμει την γην ουτε πεδιαδας, ουτε κορυφας χωματων της οικουμενης.
<scripture passage="Prov 8:27" parsed="|Prov|8|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.27" />
<sup>27</sup>Οτε ητοιμαζε τους ουρανους, εγω ημην εκει· οτε περιεγραφε καμαραν υπερανω του προσωπου της αβυσσου·
<scripture passage="Prov 8:28" parsed="|Prov|8|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.28" />
<sup>28</sup>οτε εστερεονε τον αιθερα επανω· οτε ωχυρονε τας πηγας της αβυσσου·
<scripture passage="Prov 8:29" parsed="|Prov|8|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.29" />
<sup>29</sup>οτε επεβαλλε τον νομον αυτου εις την θαλασσαν, να μη παραβωσι τα υδατα το προσταγμα αυτου· οτε διεταττε τα θεμελια της γης·
<scripture passage="Prov 8:30" parsed="|Prov|8|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.30" />
<sup>30</sup>τοτε ημην πλησιον αυτου δημιουργουσα· και εγω ημην καθ' ημεραν η τρυφη αυτου, ευφραινομενη παντοτε ενωπιον αυτου,
<scripture passage="Prov 8:31" parsed="|Prov|8|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.31" />
<sup>31</sup>ευφραινομενη εν τη οικουμενη της γης αυτου· και η τρυφη μου ητο μετα των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Prov 8:32" parsed="|Prov|8|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.32" />
<sup>32</sup>Τωρα λοιπον ακουσατε μου, ω τεκνα· διοτι μακαριοι οι φυλαττοντες τας οδους μου.
<scripture passage="Prov 8:33" parsed="|Prov|8|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.33" />
<sup>33</sup>Ακουσατε παιδειαν και γενεσθε σοφοι, και μη αποδοκιμαζετε αυτην.
<scripture passage="Prov 8:34" parsed="|Prov|8|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.34" />
<sup>34</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις μου ακουση, αγρυπνων καθ' ημεραν εν ταις πυλαις μου, περιμενων εις τους παραστατας των θυρων μου·
<scripture passage="Prov 8:35" parsed="|Prov|8|35|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.35" />
<sup>35</sup>διοτι οστις ευρη εμε, θελει ευρει ζωην, και θελει λαβει χαριν παρα Κυριου.
<scripture passage="Prov 8:36" parsed="|Prov|8|36|0|0" osisRef="Bible:Prov.8.36" />
<sup>36</sup>Οστις ομως αμαρτηση εις εμε, την εαυτου ψυχην αδικει· παντες οι μισουντες με αγαπωσι θανατον.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 9" progress="54.35%" prev="Prov.8" next="Prov.10" id="Prov.9">
<h3 id="Prov.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Prov.9-p1">
<scripture passage="Prov 9:1" parsed="|Prov|9|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.1" />
<sup>1</sup>Η σοφια ωκοδομησε τον οικον αυτης, ελατομησε τους στυλους αυτης επτα·
<scripture passage="Prov 9:2" parsed="|Prov|9|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.2" />
<sup>2</sup>εσφαξε τη σφαγια αυτης, εκερασε τον οινον αυτης, και ητοιμασε την τραπεζαν αυτης·
<scripture passage="Prov 9:3" parsed="|Prov|9|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.3" />
<sup>3</sup>απεστειλε τας θεραπαινας αυτης, κηρυττει επι των υψηλων τοπων της πολεως,
<scripture passage="Prov 9:4" parsed="|Prov|9|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.4" />
<sup>4</sup>Οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και, προς τους ενδεεις φρενων, λεγει προς αυτους,
<scripture passage="Prov 9:5" parsed="|Prov|9|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.5" />
<sup>5</sup>Ελθετε, φαγετε απο του αρτου μου, και πιετε απο του οινου τον οποιον εκερασα·
<scripture passage="Prov 9:6" parsed="|Prov|9|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.6" />
<sup>6</sup>αφησατε την αφροσυνην και ζησατε· και κατευθυνθητε εν τη οδω της συνεσεως.
<scripture passage="Prov 9:7" parsed="|Prov|9|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.7" />
<sup>7</sup>Ο νουθετων χλευαστην λαμβανει εις εαυτον ατιμιαν· και ο ελεγχων τον ασεβη λαμβανει εις εαυτον μωμον.
<scripture passage="Prov 9:8" parsed="|Prov|9|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.8" />
<sup>8</sup>Μη ελεγχε χλευαστην, δια να μη σε μισηση· ελεγχε σοφον, και θελει σε αγαπησει.
<scripture passage="Prov 9:9" parsed="|Prov|9|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.9" />
<sup>9</sup>Διδε αφορμην εις τον σοφον και θελει γεινει σοφωτερος· διδασκε τον δικαιον και θελει αυξηθη εις μαθησιν.
<scripture passage="Prov 9:10" parsed="|Prov|9|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.10" />
<sup>10</sup>Αρχη σοφιας φοβος Κυριου· και επιγνωσις αγιων φρονησις.
<scripture passage="Prov 9:11" parsed="|Prov|9|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.11" />
<sup>11</sup>Διοτι δι' εμου αι ημεραι σου θελουσι πολλαπλασιασθη, και ετη ζωης θελουσι προστεθη εις σε.
<scripture passage="Prov 9:12" parsed="|Prov|9|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.12" />
<sup>12</sup>Εαν γεινης σοφος, θελεις εισθαι σοφος δια σεαυτον· και εαν γεινης χλευαστης, συ μονος θελεις πασχει.
<scripture passage="Prov 9:13" parsed="|Prov|9|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.13" />
<sup>13</sup>Γυνη αφρων, θρασεια, ανοητος και μη γνωριζουσα μηδεν·
<scripture passage="Prov 9:14" parsed="|Prov|9|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.14" />
<sup>14</sup>καθηται εν τη θυρα της οικιας αυτης επι θρονου, εν τοις υψηλοις τοποις της πολεως,
<scripture passage="Prov 9:15" parsed="|Prov|9|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.15" />
<sup>15</sup>προσκαλουσα τους διαβατας τους κατευθυνομενους εις την οδον αυτων·
<scripture passage="Prov 9:16" parsed="|Prov|9|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.16" />
<sup>16</sup>οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και προς τον ενδεη φρενων, λεγει προς αυτον,
<scripture passage="Prov 9:17" parsed="|Prov|9|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.17" />
<sup>17</sup>Τα κλοπιμαια υδατα ειναι γλυκεα, και ο κρυφιος αρτος ειναι ηδυς.
<scripture passage="Prov 9:18" parsed="|Prov|9|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.9.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' αυτος αγνοει οτι εκει ειναι οι νεκροι, και εις τα βαθη του αδου οι κεκλημενοι αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 10" progress="54.38%" prev="Prov.9" next="Prov.11" id="Prov.10">
<h3 id="Prov.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Prov.10-p1">
<scripture passage="Prov 10:1" parsed="|Prov|10|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.1" />
<sup>1</sup>Παροιμιαι Σολομωντος. Υιος σοφος ευφραινει πατερα· υιος δε αφρων ειναι λυπη της μητρος αυτου.
<scripture passage="Prov 10:2" parsed="|Prov|10|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.2" />
<sup>2</sup>Οι θησαυροι της ανομιας δεν ωφελουσιν· η δε δικαιοσυνη ελευθερονει εκ θανατου.
<scripture passage="Prov 10:3" parsed="|Prov|10|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος δεν θελει λιμοκτονησει ψυχην δικαιου· ανατρεπει δε την περιουσιαν των ασεβων.
<scripture passage="Prov 10:4" parsed="|Prov|10|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.4" />
<sup>4</sup>Η οκνηρα χειρ πτωχειαν φερει· πλουτιζει δε η χειρ του επιμελους.
<scripture passage="Prov 10:5" parsed="|Prov|10|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.5" />
<sup>5</sup>Ο συναγων εν τω θερει ειναι υιος συνεσεως· ο δε κοιμωμενος εν τω θερισμω υιος αισχυνης.
<scripture passage="Prov 10:6" parsed="|Prov|10|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.6" />
<sup>6</sup>Ευλογια επι την κεφαλην του δικαιου· το στομα δε των ασεβων αδικια καλυπτει.
<scripture passage="Prov 10:7" parsed="|Prov|10|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.7" />
<sup>7</sup>Η μνημη του δικαιου ειναι μετ' ευλογιας· το δε ονομα των ασεβων σηπεται.
<scripture passage="Prov 10:8" parsed="|Prov|10|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.8" />
<sup>8</sup>Ο σοφος την καρδιαν θελει δεχεσθαι εντολας· ο δε μωρος τα χειλη θελει υποσκελισθη.
<scripture passage="Prov 10:9" parsed="|Prov|10|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.9" />
<sup>9</sup>Ο περιπατων εν ακεραιοτητι περιπατει ασφαλως· ο δε διαστρεφων τας οδους αυτου θελει γνωρισθη.
<scripture passage="Prov 10:10" parsed="|Prov|10|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.10" />
<sup>10</sup>Οστις νευει δια του οφθαλμου, προξενει οδυνην· ο δε μωρος τα χειλη θελει υποσκελισθη.
<scripture passage="Prov 10:11" parsed="|Prov|10|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.11" />
<sup>11</sup>Το στομα του δικαιου ειναι πηγη ζωης· το στομα δε των ασεβων αδικια καλυπτει.
<scripture passage="Prov 10:12" parsed="|Prov|10|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.12" />
<sup>12</sup>Το μισος διεγειρει εριδας· αλλ' η αγαπη καλυπτει παντα τα σφαλματα.
<scripture passage="Prov 10:13" parsed="|Prov|10|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.13" />
<sup>13</sup>Εις τα χειλη του συνετου ευρισκεται η σοφια· η δε ραβδος ειναι δια την ραχιν του ενδεους φρενων.
<scripture passage="Prov 10:14" parsed="|Prov|10|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.14" />
<sup>14</sup>Οι σοφοι αποταμιευουσι γνωσιν· το στομα δε του προπετους ειναι πλησιον απωλειας.
<scripture passage="Prov 10:15" parsed="|Prov|10|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.15" />
<sup>15</sup>Τα αγαθα του πλουσιου ειναι η οχυρα αυτου πολις· καταστροφη δε των πενητων πτωχεια αυτων.
<scripture passage="Prov 10:16" parsed="|Prov|10|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.16" />
<sup>16</sup>Τα εργα του δικαιου ειναι εις ζωην· το προιον του ασεβους εις αμαρτιαν.
<scripture passage="Prov 10:17" parsed="|Prov|10|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.17" />
<sup>17</sup>Ο φυλαττων την παιδειαν ευρισκεται εν οδω ζωης· ο δε εγκαταλειπων τον ελεγχον αποπλαναται.
<scripture passage="Prov 10:18" parsed="|Prov|10|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.18" />
<sup>18</sup>Οστις καλυπτει μισος υπο χειλη ψευδη, και οστις προφερει συκοφαντιαν, ειναι αφρων.
<scripture passage="Prov 10:19" parsed="|Prov|10|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.19" />
<sup>19</sup>Εν τη πολυλογια δεν λειπει αμαρτια· αλλ' οστις κρατει τα χειλη αυτου, ειναι συνετος.
<scripture passage="Prov 10:20" parsed="|Prov|10|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.20" />
<sup>20</sup>Η γλωσσα του δικαιου αργυριον εκλεκτον· η καρδια των ασεβων πραγμα μηδαμινον.
<scripture passage="Prov 10:21" parsed="|Prov|10|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.21" />
<sup>21</sup>Τα χειλη του δικαιου βοσκουσι πολλους· οι δε αφρονες αποθνησκουσι δι' ελλειψιν φρενων.
<scripture passage="Prov 10:22" parsed="|Prov|10|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.22" />
<sup>22</sup>Η ευλογια του Κυριου πλουτιζει, και λυπη δεν θελει προστεθη εις αυτην.
<scripture passage="Prov 10:23" parsed="|Prov|10|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.23" />
<sup>23</sup>Ως γελως ειναι εις τον αφρονα να πραττη κακον· η δε σοφια ειναι ανδρος συνετου.
<scripture passage="Prov 10:24" parsed="|Prov|10|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.24" />
<sup>24</sup>Ο φοβος του ασεβους θελει επελθει επ' αυτον· η επιθυμια δε των δικαιων θελει εκπληρωθη.
<scripture passage="Prov 10:25" parsed="|Prov|10|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.25" />
<sup>25</sup>Καθως παρερχεται ο ανεμοστροβιλος, ουτως ο ασεβης δεν υπαρχει· ο δε δικαιος θελει εισθαι τεθεμελιωμενος εις τον αιωνα.
<scripture passage="Prov 10:26" parsed="|Prov|10|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.26" />
<sup>26</sup>Καθως το οξος εις τους οδοντας και ο καπνος εις τους οφθαλμους, ουτως ειναι ο οκνηρος εις τους αποστελλοντας αυτον.
<scripture passage="Prov 10:27" parsed="|Prov|10|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.27" />
<sup>27</sup>Ο φοβος του Κυριου προσθετει ημερας· τα δε ετη των ασεβων θελουσιν ελαττωθη.
<scripture passage="Prov 10:28" parsed="|Prov|10|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.28" />
<sup>28</sup>Η προσδοκια των δικαιων θελει εισθαι ευφροσυνη· η ελπις ομως των ασεβων θελει απολεσθη.
<scripture passage="Prov 10:29" parsed="|Prov|10|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.29" />
<sup>29</sup>Η οδος του Κυριου ειναι οχυρωμα εις τον αμεμπτον, ολεθρος δε εις τους εργατας της ανομιας.
<scripture passage="Prov 10:30" parsed="|Prov|10|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.30" />
<sup>30</sup>Ο δικαιος εις τον αιωνα δεν θελει σαλευθη· οι δε ασεβεις δεν θελουσι κατοικησει την γην.
<scripture passage="Prov 10:31" parsed="|Prov|10|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.31" />
<sup>31</sup>Το στομα του δικαιου αναδιδει σοφιαν· η δε ψευδης γλωσσα θελει εκκοπη.
<scripture passage="Prov 10:32" parsed="|Prov|10|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.10.32" />
<sup>32</sup>Τα χειλη του δικαιου γνωριζουσι το ευχαριστον· το στομα δε των ασεβων τα διεστραμμενα.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 11" progress="54.45%" prev="Prov.10" next="Prov.12" id="Prov.11">
<h3 id="Prov.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Prov.11-p1">
<scripture passage="Prov 11:1" parsed="|Prov|11|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.1" />
<sup>1</sup>Δολια πλαστιγξ βδελυγμα εις τον Κυριον· δικαιον δε ζυγιον ευαρεστησις αυτου.
<scripture passage="Prov 11:2" parsed="|Prov|11|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.2" />
<sup>2</sup>Οπου εισελθη υπερηφανια, εισερχεται και καταισχυνη· η δε σοφια ειναι μετα των ταπεινων.
<scripture passage="Prov 11:3" parsed="|Prov|11|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.3" />
<sup>3</sup>Η ακεραιοτης των ευθεων θελει οδηγει αυτους· η δε υπουλοτης των σκολιων θελει απολεσει αυτους.
<scripture passage="Prov 11:4" parsed="|Prov|11|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.4" />
<sup>4</sup>Τα πλουτη δεν ωφελουσιν εν ημερα οργης· η δε δικαιοσυνη ελευθερονει εκ θανατου.
<scripture passage="Prov 11:5" parsed="|Prov|11|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.5" />
<sup>5</sup>Η δικαιοσυνη του ακεραιου θελει ορθοτομησει την οδον αυτου· ο δε ασεβης θελει πεσει δια της ασεβειας αυτου.
<scripture passage="Prov 11:6" parsed="|Prov|11|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.6" />
<sup>6</sup>Η δικαιοσυνη των ευθεων θελει ελευθερωσει αυτους· οι δε παραβαται θελουσι συλληφθη εν τη κακια αυτων.
<scripture passage="Prov 11:7" parsed="|Prov|11|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.7" />
<sup>7</sup>Οταν ο ασεβης ανθρωπος αποθνησκη, η ελπις αυτου απολλυται· απολλυται και η προσδοκια των ανομων.
<scripture passage="Prov 11:8" parsed="|Prov|11|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.8" />
<sup>8</sup>Ο δικαιος ελευθερονεται εκ της θλιψεως, αντ' αυτου δε εισερχεται ο ασεβης.
<scripture passage="Prov 11:9" parsed="|Prov|11|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.9" />
<sup>9</sup>Ο υποκριτης δια του στοματος αφανιζει τον πλησιον αυτου· αλλ' οι δικαιοι θελουσιν ελευθερωθη δια της γνωσεως.
<scripture passage="Prov 11:10" parsed="|Prov|11|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.10" />
<sup>10</sup>Εις την ευοδωσιν των δικαιων η πολις ευφραινεται· και εις τον ολεθρον των ασεβων αγαλλεται.
<scripture passage="Prov 11:11" parsed="|Prov|11|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.11" />
<sup>11</sup>Δια της ευλογιας των ευθεων υψονεται πολις· δια του στοματος δε των ασεβων καταστρεφεται.
<scripture passage="Prov 11:12" parsed="|Prov|11|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.12" />
<sup>12</sup>Ο ενδεης φρενων περιφρονει τον πλησιον αυτου· ο δε φρονιμος ανθρωπος σιωπα.
<scripture passage="Prov 11:13" parsed="|Prov|11|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.13" />
<sup>13</sup>Ο σπερμολογος περιερχεται αποκαλυπτων τα μυστικα· ο δε την ψυχην πιστος κρυπτει το πραγμα.
<scripture passage="Prov 11:14" parsed="|Prov|11|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.14" />
<sup>14</sup>Οπου δεν ειναι κυβερνησις, ο λαος πιπτει· εκ του πληθους δε των συμβουλων προερχεται σωτηρια.
<scripture passage="Prov 11:15" parsed="|Prov|11|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.15" />
<sup>15</sup>Οστις εγγυαται δι' αλλον, θελει παθει κακον· και οστις μισει την εγγυησιν, ειναι ασφαλης.
<scripture passage="Prov 11:16" parsed="|Prov|11|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.16" />
<sup>16</sup>Η ευκοσμος γυνη απολαμβανει τιμην· οι δε καρτερικοι απολαμβανουσι πλουτη.
<scripture passage="Prov 11:17" parsed="|Prov|11|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.17" />
<sup>17</sup>Ο ελεημων ανθρωπος αγαθοποιει την ψυχην αυτου· ο δε ανελεημων θλιβει την σαρκα αυτου.
<scripture passage="Prov 11:18" parsed="|Prov|11|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.18" />
<sup>18</sup>Ο ασεβης εργαζεται εργον ψευδες· εις δε τον σπειροντα δικαιοσυνην θελει εισθαι μισθος ασφαλης.
<scripture passage="Prov 11:19" parsed="|Prov|11|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.19" />
<sup>19</sup>Καθως η δικαιοσυνη τεινει εις ζωην, ουτως ο κυνηγων το κακον τρεχει εις τον θανατον αυτου.
<scripture passage="Prov 11:20" parsed="|Prov|11|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.20" />
<sup>20</sup>Οι διεστραμμενοι την καρδιαν ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον· αλλ' οι αμεμπτοι την οδον ειναι δεκτοι εις αυτον.
<scripture passage="Prov 11:21" parsed="|Prov|11|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.21" />
<sup>21</sup>Και χειρ με χειρα εαν συναπτηται, ο ασεβης δεν θελει μενει ατιμωρητος· το δε σπερμα των δικαιων θελει ελευθερωθη.
<scripture passage="Prov 11:22" parsed="|Prov|11|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.22" />
<sup>22</sup>Ως ερρινον χρυσουν εις χοιρου μυτην, ουτω γυνη ωραια χωρις φρονησεως.
<scripture passage="Prov 11:23" parsed="|Prov|11|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.23" />
<sup>23</sup>Η επιθυμια των δικαιων ειναι μονον το καλον· η προσδοκια δε των ασεβων οργη.
<scripture passage="Prov 11:24" parsed="|Prov|11|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.24" />
<sup>24</sup>Οι μεν σκορπιζουσι, και ομως περισσευονται· οι δε παρα το δεον φειδονται, και ομως ερχονται εις ενδειαν.
<scripture passage="Prov 11:25" parsed="|Prov|11|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.25" />
<sup>25</sup>Η αγαθοποιος ψυχη θελει παχυνθη· και οστις ποτιζει, θελει ποτισθη και αυτος.
<scripture passage="Prov 11:26" parsed="|Prov|11|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.26" />
<sup>26</sup>Οστις κρατει σιτον, θελει εισθαι λαοκαταρατος· ευλογια δε θελει εισθαι επι την κεφαλην του πωλουντος.
<scripture passage="Prov 11:27" parsed="|Prov|11|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.27" />
<sup>27</sup>Οστις προθυμειται εις το καλον, θελει απολαυσει χαριν· αλλ' οστις ζητει το κακον, θελει επελθει επ' αυτον.
<scripture passage="Prov 11:28" parsed="|Prov|11|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.28" />
<sup>28</sup>Οστις ελπιζει επι τον πλουτον αυτου, ουτος θελει πεσει· οι δε δικαιοι ως βλαστος θελουσιν ανθησει.
<scripture passage="Prov 11:29" parsed="|Prov|11|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.29" />
<sup>29</sup>Οστις ταραττει τον οικον αυτου, θελει κληρονομησει ανεμον· και ο αφρων θελει εισθαι δουλος εις τον φρονιμον.
<scripture passage="Prov 11:30" parsed="|Prov|11|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.30" />
<sup>30</sup>Ο καρπος του δικαιου ειναι δενδρον ζωης· και οστις κερδιζει ψυχας, ειναι σοφος.
<scripture passage="Prov 11:31" parsed="|Prov|11|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.11.31" />
<sup>31</sup>Αν ο δικαιος παιδευηται επι της γης, πολλω μαλλον ο ασεβης και ο αμαρτωλος.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 12" progress="54.52%" prev="Prov.11" next="Prov.13" id="Prov.12">
<h3 id="Prov.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Prov.12-p1">
<scripture passage="Prov 12:1" parsed="|Prov|12|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.1" />
<sup>1</sup>Οστις αγαπα παιδειαν, αγαπα γνωσιν· αλλ' οστις μισει ελεγχον, ειναι αφρων.
<scripture passage="Prov 12:2" parsed="|Prov|12|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.2" />
<sup>2</sup>Ο καλος ευρισκει χαριν παρα Κυριου· τον δε μηχανευομενον κακα θελει καταδικασει.
<scripture passage="Prov 12:3" parsed="|Prov|12|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελει στερεωθη ανθρωπος δια της ανομιας· η ριζα δε των δικαιων θελει μενει ασαλευτος.
<scripture passage="Prov 12:4" parsed="|Prov|12|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.4" />
<sup>4</sup>Η εναρετος γυνη ειναι στεφανος εις τον ανδρα αυτης· η δε προξενουσα αισχυνην ειναι ως σαπρια εις τα οστα αυτου.
<scripture passage="Prov 12:5" parsed="|Prov|12|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.5" />
<sup>5</sup>Οι λογισμοι των δικαιων ειναι ευθυτης· αι δε βουλαι των ασεβων δολος.
<scripture passage="Prov 12:6" parsed="|Prov|12|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.6" />
<sup>6</sup>Οι λογοι των ασεβων ενεδρευουσιν αιμα· το δε στομα των ευθεων θελει ελευθερωσει αυτους.
<scripture passage="Prov 12:7" parsed="|Prov|12|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.7" />
<sup>7</sup>Οι ασεβεις καταστρεφονται και δεν υπαρχουσιν· ο οικος δε των δικαιων θελει διαμενει.
<scripture passage="Prov 12:8" parsed="|Prov|12|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.8" />
<sup>8</sup>Ο ανθρωπος εγκωμιαζεται κατα την συνεσιν αυτου· ο δε διεστραμμενος την καρδιαν θελει εισθαι εις καταφρονησιν.
<scripture passage="Prov 12:9" parsed="|Prov|12|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.9" />
<sup>9</sup>Καλητερος ο ανθρωπος ο μη τιμωμενος και επαρκων εις εαυτον, παρα ο κενοδοξων και στερουμενος αρτου.
<scripture passage="Prov 12:10" parsed="|Prov|12|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.10" />
<sup>10</sup>Ο δικαιος επιμελειται την ζωην του κτηνους αυτου· τα δε σπλαγχνα των ασεβων ειναι ανελεημονα.
<scripture passage="Prov 12:11" parsed="|Prov|12|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.11" />
<sup>11</sup>Ο εργαζομενος την γην αυτου θελει χορτασθη αρτον· ο δε ακολουθων τους ματαιοφρονας ειναι ενδεης φρενων.
<scripture passage="Prov 12:12" parsed="|Prov|12|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.12" />
<sup>12</sup>Ο ασεβης ζητει την υπερασπισιν των κακων· αλλ' η ριζα του δικαιου αναδιδει.
<scripture passage="Prov 12:13" parsed="|Prov|12|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.13" />
<sup>13</sup>Δι' αμαρτιαν χειλεων παγιδευεται ο ασεβης· ο δε δικαιος εξερχεται εκ στενοχωριας.
<scripture passage="Prov 12:14" parsed="|Prov|12|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.14" />
<sup>14</sup>Εκ των καρπων του στοματος αυτου ο ανθρωπος θελει εμπλησθη αγαθων· και η αμοιβη των χειρων του ανθρωπου θελει επιστρεψει εις αυτον.
<scripture passage="Prov 12:15" parsed="|Prov|12|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.15" />
<sup>15</sup>Η οδος του αφρονος ειναι ορθη εις τους οφθαλμους αυτου· ο δε ακουων συμβουλας ειναι σοφος.
<scripture passage="Prov 12:16" parsed="|Prov|12|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.16" />
<sup>16</sup>Ο αφρων φανερονει ευθυς την οργην αυτου· ο δε φρονιμος σκεπαζει το ονειδος αυτου.
<scripture passage="Prov 12:17" parsed="|Prov|12|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.17" />
<sup>17</sup>Ο λαλων αληθειαν αναγγελλει το δικαιον· ο δε ψευδομαρτυς δολον.
<scripture passage="Prov 12:18" parsed="|Prov|12|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.18" />
<sup>18</sup>Ο φλυαρος ειναι ως τραυματα μαχαιρας· η δε γλωσσα των σοφων, ιασις.
<scripture passage="Prov 12:19" parsed="|Prov|12|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.19" />
<sup>19</sup>Τα χειλη της αληθειας θελουσιν εισθαι σταθερα διαπαντος· η δε ψευδης γλωσσα μονον στιγμιαια.
<scripture passage="Prov 12:20" parsed="|Prov|12|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.20" />
<sup>20</sup>Δολος ειναι εν τη καρδια των μηχανευομενων κακα· ευφροσυνη δε εις τους βουλευομενους ειρηνην.
<scripture passage="Prov 12:21" parsed="|Prov|12|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.21" />
<sup>21</sup>Ουδεμια βλαβη θελει συμβη εις τον δικαιον· οι δε ασεβεις θελουσιν εμπλησθη κακων.
<scripture passage="Prov 12:22" parsed="|Prov|12|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.22" />
<sup>22</sup>Ψευδη χειλη βδελυγμα εις τον Κυριον· οι δε ποιουντες αληθειαν ειναι δεκτοι εις αυτον.
<scripture passage="Prov 12:23" parsed="|Prov|12|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.23" />
<sup>23</sup>Ο φρονιμος ανθρωπος καλυπτει γνωσιν· η δε καρδια των αφρονων διακηρυττει μωριαν.
<scripture passage="Prov 12:24" parsed="|Prov|12|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.24" />
<sup>24</sup>Η χειρ των επιμελων θελει εξουσιαζει· οι δε οκνηροι θελουσιν εισθαι υποτελεις.
<scripture passage="Prov 12:25" parsed="|Prov|12|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.25" />
<sup>25</sup>Η λυπη εν τη καρδια του ανθρωπου ταπεινονει αυτην· ο δε καλος λογος ευφραινει αυτην.
<scripture passage="Prov 12:26" parsed="|Prov|12|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.26" />
<sup>26</sup>Ο δικαιος υπερεχει του πλησιον αυτου· η δε οδος των ασεβων πλανα αυτους.
<scripture passage="Prov 12:27" parsed="|Prov|12|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.27" />
<sup>27</sup>Ο οκνηρος δεν επιτυγχανει του θηραματος αυτου· τα δε υπαρχοντα του επιμελους ανθρωπου ειναι πολυτιμα.
<scripture passage="Prov 12:28" parsed="|Prov|12|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.12.28" />
<sup>28</sup>Εν τη οδω της δικαιοσυνης ειναι ζωη· και η πορεια της οδου αυτης δεν φερει εις θανατον.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 13" progress="54.58%" prev="Prov.12" next="Prov.14" id="Prov.13">
<h3 id="Prov.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Prov.13-p1">
<scripture passage="Prov 13:1" parsed="|Prov|13|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.1" />
<sup>1</sup>Ο σοφος υιος δεχεται την διδασκαλιαν του πατρος· ο δε χλευαστης δεν ακουει ελεγχον.
<scripture passage="Prov 13:2" parsed="|Prov|13|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.2" />
<sup>2</sup>Εκ των καρπων του στοματος αυτου ο ανθρωπος θελει φαγει αγαθα· η δε ψυχη των ανομων αδικιαν.
<scripture passage="Prov 13:3" parsed="|Prov|13|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.3" />
<sup>3</sup>Ο φυλαττων το στομα αυτου διαφυλαττει την ζωην αυτου· ο δε ανοιγων προπετως τα χειλη αυτου θελει απολεσθη.
<scripture passage="Prov 13:4" parsed="|Prov|13|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.4" />
<sup>4</sup>Η ψυχη του οκνηρου επιθυμει και δεν εχει· η δε ψυχη των επιμελων θελει χορτασθη.
<scripture passage="Prov 13:5" parsed="|Prov|13|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.5" />
<sup>5</sup>Ο δικαιος μισει λογον ψευδη· ο δε ασεβης καθισταται δυσωδης και ατιμος.
<scripture passage="Prov 13:6" parsed="|Prov|13|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.6" />
<sup>6</sup>Η δικαιοσυνη φυλαττει τον τελειον την οδον· η δε ασεβεια καταστρεφει τον αμαρτωλον.
<scripture passage="Prov 13:7" parsed="|Prov|13|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.7" />
<sup>7</sup>Υπαρχει ανθρωπος οστις καμνει τον πλουσιον, και δεν εχει ουδεν· και αλλος οστις καμνει τον πτωχον, και εχει πλουτον πολυν.
<scripture passage="Prov 13:8" parsed="|Prov|13|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.8" />
<sup>8</sup>Το λυτρον της ψυχης του ανθρωπου ειναι ο πλουτος αυτου· ο δε πτωχος δεν ακουει επιπληξιν.
<scripture passage="Prov 13:9" parsed="|Prov|13|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.9" />
<sup>9</sup>Το φως των δικαιων ειναι φαιδρον· ο δε λυχνος των ασεβων θελει σβεσθη.
<scripture passage="Prov 13:10" parsed="|Prov|13|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.10" />
<sup>10</sup>Μονον απο της υπερηφανιας προερχεται η ερις· η δε σοφια ειναι μετα των δεχομενων συμβουλας.
<scripture passage="Prov 13:11" parsed="|Prov|13|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.11" />
<sup>11</sup>Τα εκ ματαιοτητος πλουτη θελουσιν ελαττωθη· ο δε συναγων με την χειρα αυτου θελει αυξηνθη.
<scripture passage="Prov 13:12" parsed="|Prov|13|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.12" />
<sup>12</sup>Η ελπις αναβαλλομενη ατονιζει την καρδιαν· το δε ποθουμενον, οταν ερχηται, ειναι δενδρον ζωης.
<scripture passage="Prov 13:13" parsed="|Prov|13|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.13" />
<sup>13</sup>Ο καταφρονων τον λογον θελει αφανισθη· ο δε φοβουμενος την εντολην, ουτος θελει ανταμειφθη.
<scripture passage="Prov 13:14" parsed="|Prov|13|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.14" />
<sup>14</sup>Ο νομος του σοφου ειναι πηγη ζωης, απομακρυνων απο παγιδων θανατου.
<scripture passage="Prov 13:15" parsed="|Prov|13|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.15" />
<sup>15</sup>Συνεσις αγαθη διδει χαριν· η δε οδος των παρανομων φερει εις ολεθρον.
<scripture passage="Prov 13:16" parsed="|Prov|13|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.16" />
<sup>16</sup>Πας φρονιμος πραττει μετα γνωσεως· ο δε αφρων ανακαλυπτει μωριαν.
<scripture passage="Prov 13:17" parsed="|Prov|13|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.17" />
<sup>17</sup>Ο κακος μηνυτης πιπτει εις δυστυχιαν· ο δε πιστος πρεσβυς ειναι ιασις.
<scripture passage="Prov 13:18" parsed="|Prov|13|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.18" />
<sup>18</sup>Πτωχεια και αισχυνη θελουσιν εισθαι εις τον αποβαλλοντα την διδασκαλιαν· ο δε φυλαττων τον ελεγχον θελει τιμηθη.
<scripture passage="Prov 13:19" parsed="|Prov|13|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.19" />
<sup>19</sup>Επιθυμια εκπληρωθεισα ευφραινει την ψυχην· εις δε τους αφρονας ειναι βδελυρον να εκκλινωσιν απο του κακου.
<scripture passage="Prov 13:20" parsed="|Prov|13|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.20" />
<sup>20</sup>Ο περιπατων μετα σοφων θελει εισθαι σοφος· ο δε συντροφος των αφρονων θελει απολεσθη.
<scripture passage="Prov 13:21" parsed="|Prov|13|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.21" />
<sup>21</sup>Κακον παρακολουθει τους αμαρτωλους· εις δε τους δικαιους θελει ανταποδοθη καλον.
<scripture passage="Prov 13:22" parsed="|Prov|13|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.22" />
<sup>22</sup>Ο αγαθος αφινει κληρονομιαν εις υιους υιων· ο πλουτος δε του αμαρτωλου θησαυριζεται δια τον δικαιον.
<scripture passage="Prov 13:23" parsed="|Prov|13|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.23" />
<sup>23</sup>Πολλην τροφην διδει ο αγρος των πτωχων· τινες δε δι' ελλειψιν κρισεως αφανιζονται.
<scripture passage="Prov 13:24" parsed="|Prov|13|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.24" />
<sup>24</sup>Ο φειδομενος της ραβδου αυτου μισει τον υιον αυτου· αλλ' ο αγαπων αυτον παιδευει αυτον εν καιρω.
<scripture passage="Prov 13:25" parsed="|Prov|13|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.13.25" />
<sup>25</sup>Ο δικαιος τρωγει μεχρι χορτασμου της ψυχης αυτου· η δε κοιλια των ασεβων θελει στερεισθαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 14" progress="54.64%" prev="Prov.13" next="Prov.15" id="Prov.14">
<h3 id="Prov.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Prov.14-p1">
<scripture passage="Prov 14:1" parsed="|Prov|14|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.1" />
<sup>1</sup>Αι σοφαι γυναικες οικοδομουσι τον οικον αυτων· η δε αφρων κατασκαπτει αυτον δια των χειρων αυτης.
<scripture passage="Prov 14:2" parsed="|Prov|14|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.2" />
<sup>2</sup>Ο περιπατων εν τη ευθυτητι αυτου φοβειται τον Κυριον· ο δε σκολιος τας οδους αυτου καταφρονει αυτον.
<scripture passage="Prov 14:3" parsed="|Prov|14|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.3" />
<sup>3</sup>Εν στοματι αφρονος ειναι η ραβδος της υπερηφανιας· τα δε χειλη των σοφων θελουσι φυλαττει αυτους.
<scripture passage="Prov 14:4" parsed="|Prov|14|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.4" />
<sup>4</sup>Οπου δεν ειναι βοες, η αποθηκη ειναι κενη· η δε αφθονια των γεννηματων ειναι εκ της δυναμεως του βοος.
<scripture passage="Prov 14:5" parsed="|Prov|14|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.5" />
<sup>5</sup>Ο αληθης μαρτυς δεν θελει ψευδεσθαι· ο δε ψευδης μαρτυς εκχεει ψευδη.
<scripture passage="Prov 14:6" parsed="|Prov|14|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.6" />
<sup>6</sup>Ο χλευαστης ζητει σοφιαν και δεν ευρισκει· εις δε τον συνετον ειναι ευκολος η μαθησις.
<scripture passage="Prov 14:7" parsed="|Prov|14|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.7" />
<sup>7</sup>Υπαγε κατεναντι του αφρονος ανθρωπου και δεν θελεις ευρει χειλη συνεσεως.
<scripture passage="Prov 14:8" parsed="|Prov|14|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.8" />
<sup>8</sup>Η σοφια του φρονιμου ειναι να γνωριζη την οδον αυτου· η δε μωρια των αφρονων αποπλανησις.
<scripture passage="Prov 14:9" parsed="|Prov|14|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.9" />
<sup>9</sup>Οι αφρονες γελωσιν εις την ανομιαν· εν μεσω δε των ευθεων ειναι χαρις.
<scripture passage="Prov 14:10" parsed="|Prov|14|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.10" />
<sup>10</sup>Η καρδια του ανθρωπου γνωριζει την πικριαν της ψυχης αυτου· και ξενος δεν συμμετεχει της χαρας αυτης.
<scripture passage="Prov 14:11" parsed="|Prov|14|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.11" />
<sup>11</sup>Η οικια των ασεβων θελει αφανισθη· η δε σκηνη των ευθεων θελει ανθει.
<scripture passage="Prov 14:12" parsed="|Prov|14|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.12" />
<sup>12</sup>Υπαρχει οδος, ητις φαινεται ορθη εις τον ανθρωπον, αλλα τα τελη αυτης φερουσιν εις θανατον.
<scripture passage="Prov 14:13" parsed="|Prov|14|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.13" />
<sup>13</sup>Ετι και εις τον γελωτα πονει η καρδια· και το τελος της χαρας ειναι λυπη.
<scripture passage="Prov 14:14" parsed="|Prov|14|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.14" />
<sup>14</sup>Ο διεφθαρμενος την καρδιαν θελει εμπλησθη απο των οδων αυτου· ο δε αγαθος ανθρωπος αφ' εαυτου.
<scripture passage="Prov 14:15" parsed="|Prov|14|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.15" />
<sup>15</sup>Ο απλους πιστευει εις παντα λογον· ο δε φρονιμος προσεχει εις τα βηματα αυτου.
<scripture passage="Prov 14:16" parsed="|Prov|14|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.16" />
<sup>16</sup>Ο σοφος φοβειται και φευγει απο του κακου· αλλ' ο αφρων προχωρει και θρασυνεται.
<scripture passage="Prov 14:17" parsed="|Prov|14|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.17" />
<sup>17</sup>Ο οξυθυμος πραττει αστοχαστως· και ο κακοβουλος ανθρωπος ειναι μισητος.
<scripture passage="Prov 14:18" parsed="|Prov|14|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.18" />
<sup>18</sup>Οι αφρονες κληρονομουσι μωριαν· οι δε φρονιμοι στεφανουνται συνεσιν.
<scripture passage="Prov 14:19" parsed="|Prov|14|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.19" />
<sup>19</sup>Οι κακοι υποκλινουσιν εμπροσθεν των αγαθων, και οι ασεβεις εις τας πυλας των δικαιων.
<scripture passage="Prov 14:20" parsed="|Prov|14|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.20" />
<sup>20</sup>Ο πτωχος μισειται και υπο του πλησιον αυτου· του δε πλουσιου οι φιλοι πολλοι.
<scripture passage="Prov 14:21" parsed="|Prov|14|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.21" />
<sup>21</sup>Ο καταφρονων τον πλησιον αυτου αμαρτανει· ο δε ελεων τους πτωχους ειναι μακαριος.
<scripture passage="Prov 14:22" parsed="|Prov|14|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.22" />
<sup>22</sup>Δεν πλανωνται οι βουλευομενοι κακον; ελεος ομως και αληθεια θελει εισθαι εις τους βουλευομενους αγαθον.
<scripture passage="Prov 14:23" parsed="|Prov|14|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.23" />
<sup>23</sup>Εν παντι κοπω υπαρχει κερδος· η δε φλυαρια των χειλεων φερει μονον εις ενδειαν.
<scripture passage="Prov 14:24" parsed="|Prov|14|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.24" />
<sup>24</sup>Τα πλουτη των σοφων ειναι στεφανος εις αυτους· των δε αφρονων η υπεροχη μωρια.
<scripture passage="Prov 14:25" parsed="|Prov|14|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.25" />
<sup>25</sup>Ο αληθης μαρτυς ελευθερονει ψυχας· ο δε δολιος εκχεει ψευδη.
<scripture passage="Prov 14:26" parsed="|Prov|14|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.26" />
<sup>26</sup>Εν τω φοβω του Κυριου ειναι ελπις ισχυρα· και εις τα τεκνα αυτου θελει υπαρχει καταφυγιον.
<scripture passage="Prov 14:27" parsed="|Prov|14|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.27" />
<sup>27</sup>Ο φοβος του Κυριου ειναι πηγη ζωης, απομακρυνων απο παγιδων θανατου.
<scripture passage="Prov 14:28" parsed="|Prov|14|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.28" />
<sup>28</sup>Εν τω πληθει του λαου ειναι η δοξα του βασιλεως· εν δε τη ελλειψει του λαου ο αφανισμος του ηγεμονευοντος.
<scripture passage="Prov 14:29" parsed="|Prov|14|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.29" />
<sup>29</sup>Ο μακροθυμος εχει μεγαλην φρονησιν· ο δε οξυθυμος ανεγειρει την αφροσυνην αυτου.
<scripture passage="Prov 14:30" parsed="|Prov|14|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.30" />
<sup>30</sup>Η υγιαινουσα καρδια ειναι ζωη της σαρκος· ο δε φθονος σαπρια των οστεων.
<scripture passage="Prov 14:31" parsed="|Prov|14|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.31" />
<sup>31</sup>Ο καταθλιβων τον πενητα ονειδιζει τον Ποιητην αυτου· ο δε τιμων αυτον ελεει τον πτωχον.
<scripture passage="Prov 14:32" parsed="|Prov|14|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.32" />
<sup>32</sup>Ο ασεβης εκτινασσεται εν τη ασεβεια αυτου· ο δε δικαιος και εν τω θανατω αυτου εχει ελπιδα.
<scripture passage="Prov 14:33" parsed="|Prov|14|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.33" />
<sup>33</sup>Εν τη καρδια του συνετου επαναπαυεται σοφια· εν μεσω δε των αφρονων φανερουται.
<scripture passage="Prov 14:34" parsed="|Prov|14|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.34" />
<sup>34</sup>Η δικαιοσυνη υψονει εθνος· η δε αμαρτια ειναι ονειδος λαων.
<scripture passage="Prov 14:35" parsed="|Prov|14|35|0|0" osisRef="Bible:Prov.14.35" />
<sup>35</sup>Ευνοια του βασιλεως ειναι προς φρονιμον δουλον· θυμος δε αυτου προς τον προξενουντα αισχυνην.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 15" progress="54.71%" prev="Prov.14" next="Prov.16" id="Prov.15">
<h3 id="Prov.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Prov.15-p1">
<scripture passage="Prov 15:1" parsed="|Prov|15|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.1" />
<sup>1</sup>Η γλυκεια αποκρισις καταπραυνει θυμον· αλλ' ο λυπηρος λογος διεγειρει οργην.
<scripture passage="Prov 15:2" parsed="|Prov|15|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.2" />
<sup>2</sup>Η γλωσσα των σοφων καλλωπιζει την γνωσιν· το στομα δε των αφρονων εξερευγεται μωριαν.
<scripture passage="Prov 15:3" parsed="|Prov|15|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.3" />
<sup>3</sup>Οι οφθαλμοι του Κυριου ειναι εν παντι τοπω, παρατηρουντες κακους και αγαθους.
<scripture passage="Prov 15:4" parsed="|Prov|15|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.4" />
<sup>4</sup>Η υγιαινουσα γλωσσα ειναι δενδρον ζωης· η δε διεστραμμενη, συντριψις εις το πνευμα.
<scripture passage="Prov 15:5" parsed="|Prov|15|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.5" />
<sup>5</sup>Ο αφρων καταφρονει την διδασκαλιαν του πατρος αυτου· ο δε φυλαττων ελεγχον ειναι φρονιμος.
<scripture passage="Prov 15:6" parsed="|Prov|15|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.6" />
<sup>6</sup>Εν τω οικω του δικαιου ειναι θησαυρος πολυς· εις δε το εισοδημα του ασεβους διασκορπισμος.
<scripture passage="Prov 15:7" parsed="|Prov|15|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.7" />
<sup>7</sup>Τα χειλη των σοφων διαδιδουσι γνωσιν· αλλ' η καρδια των αφρονων δεν ειναι ουτως.
<scripture passage="Prov 15:8" parsed="|Prov|15|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.8" />
<sup>8</sup>Η θυσια των ασεβων ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον· αλλ' η δεησις των ευθεων ευπροσδεκτος εις αυτον.
<scripture passage="Prov 15:9" parsed="|Prov|15|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.9" />
<sup>9</sup>Βδελυγμα ειναι εις τον Κυριον η οδος του ασεβους· αγαπα δε τον θηρευοντα την δικαιοσυνην.
<scripture passage="Prov 15:10" parsed="|Prov|15|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.10" />
<sup>10</sup>Η διδασκαλια ειναι δυσαρεστος εις τον εγκαταλειποντα την οδον· ο μισων τον ελεγχον θελει τελευτησει.
<scripture passage="Prov 15:11" parsed="|Prov|15|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.11" />
<sup>11</sup>Ο αδης και η απωλεια ειναι εμπροσθεν του Κυριου· ποσω μαλλον αι καρδιαι των υιων των ανθρωπων;
<scripture passage="Prov 15:12" parsed="|Prov|15|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.12" />
<sup>12</sup>Ο χλευαστης δεν αγαπα τον ελεγχοντα αυτον, ουδε θελει υπαγει προς τους σοφους.
<scripture passage="Prov 15:13" parsed="|Prov|15|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.13" />
<sup>13</sup>Καρδια ευφραινομενη ιλαρυνει το προσωπον· υπο δε της λυπης της καρδιας καταθλιβεται το πνευμα.
<scripture passage="Prov 15:14" parsed="|Prov|15|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.14" />
<sup>14</sup>Η καρδια του συνετου ζητει γνωσιν· το δε στομα των αφρονων βοσκει μωριαν.
<scripture passage="Prov 15:15" parsed="|Prov|15|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.15" />
<sup>15</sup>Πασαι αι ημεραι του τεθλιμμενου ειναι κακαι· ο δε ευφραινομενος την καρδιαν εχει ευωχιαν παντοτεινην.
<scripture passage="Prov 15:16" parsed="|Prov|15|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.16" />
<sup>16</sup>Καλητερον το ολιγον εν φοβω Κυριου, παρα θησαυροι πολλοι και ταραχη εν αυτοις.
<scripture passage="Prov 15:17" parsed="|Prov|15|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.17" />
<sup>17</sup>Καλητερον ξενισμος λαχανων μετα αγαπης, παρα μοσχος σιτευτος μετα μισους.
<scripture passage="Prov 15:18" parsed="|Prov|15|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.18" />
<sup>18</sup>Ο θυμωδης ανθρωπος διεγειρει μαχας· ο δε μακροθυμος καταπαυει εριδας.
<scripture passage="Prov 15:19" parsed="|Prov|15|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.19" />
<sup>19</sup>Η οδος του οκνηρου ειναι ως πεφραγμενη απο ακανθας· αλλ' η οδος των ευθεων ειναι εξωμαλισμενη.
<scripture passage="Prov 15:20" parsed="|Prov|15|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.20" />
<sup>20</sup>Υιος σοφος ευφραινει πατερα· ο δε μωρος ανθρωπος καταφρονει την μητερα αυτου.
<scripture passage="Prov 15:21" parsed="|Prov|15|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.21" />
<sup>21</sup>Η μωρια ειναι χαρα εις τον ενδεη φρενων· ο δε συνετος ανθρωπος περιπατει ορθως.
<scripture passage="Prov 15:22" parsed="|Prov|15|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.22" />
<sup>22</sup>Οπου συμβουλιον δεν υπαρχει, οι σκοποι ματαιονονται· εν δε τω πληθει των συμβουλων στερεονονται.
<scripture passage="Prov 15:23" parsed="|Prov|15|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.23" />
<sup>23</sup>Χαρα εις τον ανθρωπον δια την αποκρισιν του στοματος αυτου, και λογος εν καιρω, ποσον καλος ειναι.
<scripture passage="Prov 15:24" parsed="|Prov|15|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.24" />
<sup>24</sup>Η οδος της ζωης εις τον συνετον ειναι προς τα ανω, δια να εκκλινη απο του αδου κατω.
<scripture passage="Prov 15:25" parsed="|Prov|15|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.25" />
<sup>25</sup>Ο Κυριος καταστρεφει τον οικον των υπερηφανων· στερεονει δε το οριον της χηρας.
<scripture passage="Prov 15:26" parsed="|Prov|15|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.26" />
<sup>26</sup>Οι λογισμοι του πονηρου ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον· των δε καθαρων οι λογοι ευαρεστοι.
<scripture passage="Prov 15:27" parsed="|Prov|15|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.27" />
<sup>27</sup>Ο δωροληπτης ταραττει τον οικον αυτου· αλλ' οστις μισει τα δωρα θελει ζησει.
<scripture passage="Prov 15:28" parsed="|Prov|15|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.28" />
<sup>28</sup>Η καρδια του δικαιου προμελετα δια να αποκριθη· το δε στομα των ασεβων εξερευγεται κακα.
<scripture passage="Prov 15:29" parsed="|Prov|15|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.29" />
<sup>29</sup>Ο Κυριος ειναι μακραν απο των ασεβων· εισακουει δε της δεησεως των δικαιων.
<scripture passage="Prov 15:30" parsed="|Prov|15|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.30" />
<sup>30</sup>Το φως των οφθαλμων ευφραινει την καρδιαν· και η καλη φημη παχυνει τα οστα.
<scripture passage="Prov 15:31" parsed="|Prov|15|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.31" />
<sup>31</sup>Το ωτιον, το οποιον ακουει τον ελεγχον της ζωης, διατριβει μεταξυ των σοφων.
<scripture passage="Prov 15:32" parsed="|Prov|15|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.32" />
<sup>32</sup>Οστις απωθει την διδασκαλιαν, αποστρεφεται την ψυχην αυτου· αλλ' οστις ακουει τον ελεγχον, αποκτα συνεσιν.
<scripture passage="Prov 15:33" parsed="|Prov|15|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.15.33" />
<sup>33</sup>Ο φοβος του Κυριου ειναι διδασκαλια σοφιας· και η ταπεινωσις προπορευεται της δοξης.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 16" progress="54.78%" prev="Prov.15" next="Prov.17" id="Prov.16">
<h3 id="Prov.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Prov.16-p1">
<scripture passage="Prov 16:1" parsed="|Prov|16|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.1" />
<sup>1</sup>Του ανθρωπου ειναι αι προπαρασκευαι της καρδιας· παρα δε του Κυριου η αποκρισις της γλωσσης.
<scripture passage="Prov 16:2" parsed="|Prov|16|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.2" />
<sup>2</sup>Πασαι αι οδοι του ανθρωπου φαινονται ορθαι εις τους οφθαλμους αυτου· πλην ο Κυριος σταθμιζει τα πνευματα.
<scripture passage="Prov 16:3" parsed="|Prov|16|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.3" />
<sup>3</sup>Αφιερονε τα εργα σου εις τον Κυριον, και αι βουλαι σου θελουσι στερεωθη.
<scripture passage="Prov 16:4" parsed="|Prov|16|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.4" />
<sup>4</sup>Ο Κυριος εκαμε τα παντα δι' εαυτον, ετι και τον ασεβη δια την ημεραν την κακην.
<scripture passage="Prov 16:5" parsed="|Prov|16|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.5" />
<sup>5</sup>Βδελυγμα εις τον Κυριον ειναι πας υψηλοκαρδιος· και χειρ με χειρα αν συναπτηται, δεν θελει μενει ατιμωρητος.
<scripture passage="Prov 16:6" parsed="|Prov|16|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.6" />
<sup>6</sup>Δια χαριτος και αληθειας καθαριζεται η ανομια· και δια του φοβου του Κυριου εκκλινουσιν οι ανθρωποι απο του κακου.
<scripture passage="Prov 16:7" parsed="|Prov|16|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.7" />
<sup>7</sup>Οταν ο Κυριος αρεσκηται εις τας οδους του ανθρωπου, και τους εχθρους αυτου ειρηνευει μετ' αυτου.
<scripture passage="Prov 16:8" parsed="|Prov|16|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.8" />
<sup>8</sup>Καλητερον ολιγον μετα δικαιοσυνης, παρα εισοδηματα μεγαλα μετα αδικιας.
<scripture passage="Prov 16:9" parsed="|Prov|16|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.9" />
<sup>9</sup>Η καρδια του ανθρωπου βουλευεται την οδον αυτου· αλλ' ο Κυριος διευθυνει τα βηματα αυτου.
<scripture passage="Prov 16:10" parsed="|Prov|16|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.10" />
<sup>10</sup>Χρησμος ειναι εις τα χειλη του βασιλεως· το στομα αυτου δεν σφαλλει εν τη κρισει.
<scripture passage="Prov 16:11" parsed="|Prov|16|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.11" />
<sup>11</sup>Δικαια σταθμη και πλαστιγξ ειναι του Κυριου· παντα τα ζυγια του σακκιου ειναι εργου αυτου.
<scripture passage="Prov 16:12" parsed="|Prov|16|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.12" />
<sup>12</sup>Βδελυγμα ειναι εις τους βασιλεις να πραττωσιν ανομιαν· διοτι ο θρονος στερεονεται μετα της δικαιοσυνης.
<scripture passage="Prov 16:13" parsed="|Prov|16|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.13" />
<sup>13</sup>Τα δικαια χειλη ειναι ευπροσδεκτα εις τους βασιλεις, και αγαπωσι τον λαλουντα ορθα.
<scripture passage="Prov 16:14" parsed="|Prov|16|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.14" />
<sup>14</sup>Θυμος βασιλεως ειναι αγγελος θανατου· αλλ' ο σοφος ανθρωπος καταπραυνει αυτον.
<scripture passage="Prov 16:15" parsed="|Prov|16|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.15" />
<sup>15</sup>Εις το φως του προσωπου του βασιλεως ειναι ζωη· και η ευνοια αυτου ειναι ως νεφος οψιμου βροχης.
<scripture passage="Prov 16:16" parsed="|Prov|16|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.16" />
<sup>16</sup>Ποσον καλητερα ειναι η αποκτησις της σοφιας παρα το χρυσιον και προκριτωτερα η αποκτησις της συνεσεως παρα το αργυριον
<scripture passage="Prov 16:17" parsed="|Prov|16|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.17" />
<sup>17</sup>Η οδος των ευθεων ειναι να εκκλινωσιν απο του κακου· οστις φυλαττει την οδον αυτου, διατηρει την ψυχην αυτου.
<scripture passage="Prov 16:18" parsed="|Prov|16|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.18" />
<sup>18</sup>Η υπερηφανια προηγειται του ολεθρου, και υψηλοφροσυνη του πνευματος προηγειται της πτωσεως.
<scripture passage="Prov 16:19" parsed="|Prov|16|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.19" />
<sup>19</sup>Καλητερον να ηναι τις ταπεινοφρων μετα των ταπεινων, παρα να μοιραζη λαφυρα μετα των υπερηφανων.
<scripture passage="Prov 16:20" parsed="|Prov|16|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.20" />
<sup>20</sup>Ο συνετος εις τα πραγματα θελει ευρει καλον· και ο ελπιζων επι τον Κυριον ειναι μακαριος.
<scripture passage="Prov 16:21" parsed="|Prov|16|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.21" />
<sup>21</sup>Ο σοφος την καρδιαν θελει ονομαζεσθαι φρονιμος· και η γλυκυτης των χειλεων προσθετει μαθησιν.
<scripture passage="Prov 16:22" parsed="|Prov|16|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.22" />
<sup>22</sup>Η συνεσις ειναι πηγη ζωης εις τον εχοντα αυτην· η δε παιδεια των αφρονων μωρια.
<scripture passage="Prov 16:23" parsed="|Prov|16|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.23" />
<sup>23</sup>Η καρδια του σοφου συνετιζει το στομα αυτου, και εις τα χειλη αυτου προσθετει μαθησιν.
<scripture passage="Prov 16:24" parsed="|Prov|16|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.24" />
<sup>24</sup>Κηρηθρα μελιτος οι ευαρεστοι λογοι· γλυκυτης εις την ψυχην και ιασις εις τα οστα.
<scripture passage="Prov 16:25" parsed="|Prov|16|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.25" />
<sup>25</sup>Υπαρχει οδος ητις φαινεται ορθη εις τον ανθρωπον, αλλα τα τελη αυτης ειναι οδοι θανατου.
<scripture passage="Prov 16:26" parsed="|Prov|16|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.26" />
<sup>26</sup>Ο εργαζομενος εργαζεται δι' εαυτον· διοτι το στομα αυτου αναγκαζει αυτον.
<scripture passage="Prov 16:27" parsed="|Prov|16|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.27" />
<sup>27</sup>Ο αχρειος ανθρωπος σκαπτει κακον· και εις τα χειλη αυτου ειναι ως πυρ καιον.
<scripture passage="Prov 16:28" parsed="|Prov|16|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.28" />
<sup>28</sup>Ο διεστραμμενος ανθρωπος διασπειρει εριδας· και ο ψιθυριστης διαχωριζει τους στενωτερους φιλους.
<scripture passage="Prov 16:29" parsed="|Prov|16|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.29" />
<sup>29</sup>Ο βιαιος ανθρωπος αποπλανα τον πλησιον αυτου και φερει αυτον εις οδον ουχι καλην·
<scripture passage="Prov 16:30" parsed="|Prov|16|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.30" />
<sup>30</sup>Κλειων τους οφθαλμους αυτου μηχαναται διεστραμμενα· δαγκανων τα χειλη αυτου εκτελει το κακον.
<scripture passage="Prov 16:31" parsed="|Prov|16|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.31" />
<sup>31</sup>Η πολια ειναι στεφανος δοξης, ευρισκομενη εν τη οδω της δικαιοσυνης.
<scripture passage="Prov 16:32" parsed="|Prov|16|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.32" />
<sup>32</sup>Καλητερος ο μακροθυμος παρα τον δυνατον· και ο εξουσιαζων το πνευμα αυτου παρα τον εκπορθουντα πολιν.
<scripture passage="Prov 16:33" parsed="|Prov|16|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.16.33" />
<sup>33</sup>Ο κληρος ριπτεται εις την καλπην· ολη ομως η κρισις αυτου ειναι παρα Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 17" progress="54.86%" prev="Prov.16" next="Prov.18" id="Prov.17">
<h3 id="Prov.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Prov.17-p1">
<scripture passage="Prov 17:1" parsed="|Prov|17|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.1" />
<sup>1</sup>Καλητερον ξηρον ψωμιον και ειρηνη μετ' αυτου, παρα οικον πληρη θυματων μετα εριδος.
<scripture passage="Prov 17:2" parsed="|Prov|17|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.2" />
<sup>2</sup>Ο φρονιμος υπηρετης θελει εξουσιαζει επι υιου αισχυνης και θελει συμμοιρασθη την κληρονομιαν μεταξυ αδελφων.
<scripture passage="Prov 17:3" parsed="|Prov|17|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.3" />
<sup>3</sup>Το χωνευτηριον δοκιμαζει τον αργυρον και η καμινος τον χρυσον, ο δε Κυριος τας καρδιας.
<scripture passage="Prov 17:4" parsed="|Prov|17|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.4" />
<sup>4</sup>Ο κακοποιος υπακουει εις τα ανομα χειλη· ο ψευστης διδει ακροασιν εις την κακην γλωσσαν.
<scripture passage="Prov 17:5" parsed="|Prov|17|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.5" />
<sup>5</sup>Οστις περιγελα τον πτωχον, ονειδιζει τον Ποιητην αυτου· οστις χαιρει εις συμφορας, δεν θελει μεινει ατιμωρητος.
<scripture passage="Prov 17:6" parsed="|Prov|17|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.6" />
<sup>6</sup>Τεκνα τεκνων ειναι ο στεφανος των γεροντων· και η δοξα των τεκνων οι πατερες αυτων.
<scripture passage="Prov 17:7" parsed="|Prov|17|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.7" />
<sup>7</sup>Χειλη υπεροχης δεν αρμοζουσιν εις τον αφρονα· πολυ ολιγωτερον χειλη ψευδους εις τον αρχοντα.
<scripture passage="Prov 17:8" parsed="|Prov|17|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.8" />
<sup>8</sup>Το δωρον ειναι ως λιθος πολυτιμος εις τους οφθαλμους του δωροδοκουμενου· οπου τουτο εμφανισθη, κατορθονει.
<scripture passage="Prov 17:9" parsed="|Prov|17|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.9" />
<sup>9</sup>Οστις κρυπτει παραβασιν, ζητει φιλιαν· αλλ' οστις επαναλεγει το πραγμα, χωριζει τους στενωτερους φιλους.
<scripture passage="Prov 17:10" parsed="|Prov|17|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.10" />
<sup>10</sup>Περισσοτερον τυπτει ο ελεγχος τον φρονιμον, παρα εκατον μαστιγωσεις τον αφρονα.
<scripture passage="Prov 17:11" parsed="|Prov|17|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.11" />
<sup>11</sup>Ο κακος ζητει μονον στασεις· δια τουτο αγγελος σκληρος θελει πεμφθη κατ' αυτου.
<scripture passage="Prov 17:12" parsed="|Prov|17|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.12" />
<sup>12</sup>Ας απαντηση τον ανθρωπον αρκτος στερηθεισα των τεκνων αυτης και ουχι αφρων εν τη μωρια αυτου.
<scripture passage="Prov 17:13" parsed="|Prov|17|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.13" />
<sup>13</sup>Οστις αποδιδει κακον αντι καλου, κακον δεν θελει αναχωρησει απο του οικου αυτου.
<scripture passage="Prov 17:14" parsed="|Prov|17|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.14" />
<sup>14</sup>Οστις αρχιζει φιλονεικιαν, ειναι ως ο εκφραττων υδατα· οθεν παυσον απο της φιλονεικιας πριν εξαφθη.
<scripture passage="Prov 17:15" parsed="|Prov|17|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.15" />
<sup>15</sup>Ο δικαιονων τον ασεβη και ο καταδικαζων τον δικαιον, αμφοτεροι ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον.
<scripture passage="Prov 17:16" parsed="|Prov|17|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.16" />
<sup>16</sup>Τι χρησιμευουσι τα χρηματα εις την χειρα του αφρονος, δια να αγοραση σοφιαν, αφου δεν εχει γνωσιν;
<scripture passage="Prov 17:17" parsed="|Prov|17|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.17" />
<sup>17</sup>Εν παντι καιρω αγαπα ο φιλος, και ο αδελφος γενναται δια καιρον αναγκης.
<scripture passage="Prov 17:18" parsed="|Prov|17|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.18" />
<sup>18</sup>Ανθρωπος ενδεης φρενων διδει χειρα και εγγυαται δια τον φιλον αυτου.
<scripture passage="Prov 17:19" parsed="|Prov|17|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.19" />
<sup>19</sup>Ο αγαπων εριδας αγαπα αμαρτηματα· ο υπερυψονων την πυλην αυτου ζητει ολεθρον.
<scripture passage="Prov 17:20" parsed="|Prov|17|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.20" />
<sup>20</sup>Ο σκολιος την καρδιαν δεν ευρισκει καλον· και ο διεστραμμενος την γλωσσαν αυτου πιπτει εις συμφοραν.
<scripture passage="Prov 17:21" parsed="|Prov|17|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.21" />
<sup>21</sup>Οστις γεννα αφρονα, γεννα αυτον δια λυπην αυτου· και ο πατηρ του ανοητου δεν απολαμβανει χαραν.
<scripture passage="Prov 17:22" parsed="|Prov|17|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.22" />
<sup>22</sup>Η ευφραινομενη καρδια διδει ευεξιαν ως ιατρικον· το δε κατατεθλιμμενον πνευμα ξηραινει τα οστα.
<scripture passage="Prov 17:23" parsed="|Prov|17|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.23" />
<sup>23</sup>Ο ασεβης δεχεται δωρον απο του κολπου, δια να διαστρεψη τας οδους της κρισεως.
<scripture passage="Prov 17:24" parsed="|Prov|17|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.24" />
<sup>24</sup>Επι του προσωπου του συνετου ειναι σοφια· αλλ' οι οφθαλμοι του αφρονος βλεπουσιν εις τα ακρα της γης.
<scripture passage="Prov 17:25" parsed="|Prov|17|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.25" />
<sup>25</sup>Ο αφρων υιος ειναι βαρυθυμια εις τον πατερα αυτου και πικρια εις την γεννησασαν αυτον.
<scripture passage="Prov 17:26" parsed="|Prov|17|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.26" />
<sup>26</sup>Δεν ειναι ποτε καλον να επιβαλληται ποινη εις τον δικαιον, να επιβουλευηται τις τους αρχοντας δια την ευθυτητα αυτων.
<scripture passage="Prov 17:27" parsed="|Prov|17|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.27" />
<sup>27</sup>Ο κρατων τους λογους αυτου ειναι γνωστικος· ο μακροθυμος ανθρωπος ειναι φρονιμος.
<scripture passage="Prov 17:28" parsed="|Prov|17|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.17.28" />
<sup>28</sup>Και αυτος ο αφρων, οταν σιωπα λογιζεται σοφος· και ο κλειων τα χειλη αυτου, συνετος.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 18" progress="54.92%" prev="Prov.17" next="Prov.19" id="Prov.18">
<h3 id="Prov.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Prov.18-p1">
<scripture passage="Prov 18:1" parsed="|Prov|18|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.1" />
<sup>1</sup>Ο ιδιογνωμων ζητει κατα την επιθυμιαν αυτου και εναντιονεται εις παν ο, τι ειναι ορθον.
<scripture passage="Prov 18:2" parsed="|Prov|18|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.2" />
<sup>2</sup>Ο αφρων δεν ηδυνεται εις την συνεσιν, αλλ' εις ο, τι φανταζεται η καρδια αυτου.
<scripture passage="Prov 18:3" parsed="|Prov|18|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.3" />
<sup>3</sup>Οταν ερχηται ο ασεβης, ερχεται και η καταφρονησις· και μετα του ονειδους, η ατιμια.
<scripture passage="Prov 18:4" parsed="|Prov|18|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.4" />
<sup>4</sup>Οι λογοι του στοματος του ανθρωπου ειναι υδατα βαθεα· και η πηγη της σοφιας, χειμαρρος αναπηδων.
<scripture passage="Prov 18:5" parsed="|Prov|18|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.5" />
<sup>5</sup>Δεν ειναι καλον να προσωποληπτη τις τον ασεβη, δια να ανατρεπη το δικαιον εν τη κρισει.
<scripture passage="Prov 18:6" parsed="|Prov|18|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.6" />
<sup>6</sup>Τα χειλη του αφρονος εμβαινουσιν εις εριδας, και το στομα αυτου προσκαλει ραπισματα.
<scripture passage="Prov 18:7" parsed="|Prov|18|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.7" />
<sup>7</sup>Το στομα του αφρονος ειναι ο αφανισμος αυτου, και τα χειλη αυτου παγις εις την ψυχην αυτου.
<scripture passage="Prov 18:8" parsed="|Prov|18|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.8" />
<sup>8</sup>Οι λογοι του ψιθυριστου καταπινονται ηδεως και καταβαινουσιν εως των ενδομυχων της κοιλιας.
<scripture passage="Prov 18:9" parsed="|Prov|18|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.9" />
<sup>9</sup>Ο οκνηρος εις το εργον αυτου ειναι βεβαιως αδελφος του ασωτου.
<scripture passage="Prov 18:10" parsed="|Prov|18|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.10" />
<sup>10</sup>Το ονομα του Κυριου ειναι πυργος οχυρος· ο δικαιος, καταφευγων εις αυτον, ειναι εν ασφαλεια.
<scripture passage="Prov 18:11" parsed="|Prov|18|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.11" />
<sup>11</sup>Τα αγαθα του πλουσιου ειναι η οχυρα αυτου πολις, και φανταζεται αυτα ως υψηλον τειχος.
<scripture passage="Prov 18:12" parsed="|Prov|18|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.12" />
<sup>12</sup>Προ του αφανισμου υψονεται η καρδια του ανθρωπου· και η ταπεινωσις προπορευεται της δοξης.
<scripture passage="Prov 18:13" parsed="|Prov|18|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.13" />
<sup>13</sup>Το να αποκρινηται τις πριν ακουση, ειναι εις αυτον αφροσυνη και ονειδος.
<scripture passage="Prov 18:14" parsed="|Prov|18|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.14" />
<sup>14</sup>Το πνευμα του ανθρωπου θελει υποστηριζει την αδυναμιαν αυτου· αλλα το κατατεθλιμμενον πνευμα τις δυναται να υποφερη;
<scripture passage="Prov 18:15" parsed="|Prov|18|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.15" />
<sup>15</sup>Η καρδια του φρονιμου αποκτα συνεσιν· και το ωτιον των σοφων ζητει γνωσιν.
<scripture passage="Prov 18:16" parsed="|Prov|18|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.16" />
<sup>16</sup>Το δωρον του ανθρωπου ανοιγει τοπον εις αυτον, και φερει αυτον εμπροσθεν των μεγαλων.
<scripture passage="Prov 18:17" parsed="|Prov|18|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.17" />
<sup>17</sup>Ο πρωτολογων εν τη κρισει αυτου φαινεται δικαιος· αλλ' ο αντιδικος αυτου ερχεται και εξελεγχει αυτον.
<scripture passage="Prov 18:18" parsed="|Prov|18|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.18" />
<sup>18</sup>Ο κληρος παυει τας αντιλογιας και αποφασιζει μεταξυ των δυνατων.
<scripture passage="Prov 18:19" parsed="|Prov|18|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.19" />
<sup>19</sup>Αδελφος δυσαρεστηθεις υποτασσεται δυσκολωτερα παρα οχυρα πολις· αι δε διαφοραι αυτων ειναι ως μοχλοι φρουριου.
<scripture passage="Prov 18:20" parsed="|Prov|18|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.20" />
<sup>20</sup>Εκ των καρπων του στοματος του ανθρωπου θελει χορτασθη η κοιλια αυτου· απο του προιοντος των χειλεων αυτου θελει εμπλησθη.
<scripture passage="Prov 18:21" parsed="|Prov|18|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.21" />
<sup>21</sup>Θανατος και ζωη ειναι εις την χειρα της γλωσσης· και οι αγαπωντες αυτην θελουσι φαγει τους καρπους αυτης.
<scripture passage="Prov 18:22" parsed="|Prov|18|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.22" />
<sup>22</sup>Οστις ευρηκε γυναικα, ευρηκεν αγαθον και απηλαυσε χαριν παρα Κυριου.
<scripture passage="Prov 18:23" parsed="|Prov|18|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.23" />
<sup>23</sup>Ο πενης λαλει μετα ικεσιων· αλλ' ο πλουσιος αποκρινεται μετα σκληροτητος.
<scripture passage="Prov 18:24" parsed="|Prov|18|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.18.24" />
<sup>24</sup>Ο ανθρωπος ο εχων φιλους πρεπει να φερηται φιλικως· και υπαρχει φιλος στενωτερος αδελφου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 19" progress="54.97%" prev="Prov.18" next="Prov.20" id="Prov.19">
<h3 id="Prov.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Prov.19-p1">
<scripture passage="Prov 19:1" parsed="|Prov|19|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.1" />
<sup>1</sup>Καλητερος ο πτωχος ο περιπατων εν τη ακεραιοτητι αυτου, παρα τον πλουσιον τον διεστραμμενον τα χειλη αυτου και οντα αφρονα.
<scripture passage="Prov 19:2" parsed="|Prov|19|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.2" />
<sup>2</sup>Ψυχη ανευ γνωσεως βεβαιως δεν ειναι καλον· και οστις σπευδει με τους ποδας, προσκοπτει.
<scripture passage="Prov 19:3" parsed="|Prov|19|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.3" />
<sup>3</sup>Η αφροσυνη του ανθρωπου διαστρεφει την οδον αυτου· και η καρδια αυτου αγανακτει κατα του Κυριου.
<scripture passage="Prov 19:4" parsed="|Prov|19|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.4" />
<sup>4</sup>Ο πλουτος προσθετει φιλους πολλους· ο δε πτωχος εγκαταλειπεται υπο του φιλου αυτου.
<scripture passage="Prov 19:5" parsed="|Prov|19|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.5" />
<sup>5</sup>Ο ψευδης μαρτυς δεν θελει μεινει ατιμωρητος· και ο λαλων ψευδη δεν θελει εκφυγει.
<scripture passage="Prov 19:6" parsed="|Prov|19|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.6" />
<sup>6</sup>Πολλοι κολακευουσι το προσωπον του αρχοντος· και πας τις ειναι φιλος του διδοντος ανθρωπου.
<scripture passage="Prov 19:7" parsed="|Prov|19|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.7" />
<sup>7</sup>Τον πτωχον μισουσι παντες οι αδελφοι αυτου· ποσω μαλλον θελουσιν αποφευγει αυτον οι φιλοι αυτου; αυτος ακολουθει φωναζων· αλλ' εκεινοι δεν αποκρινονται.
<scripture passage="Prov 19:8" parsed="|Prov|19|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.8" />
<sup>8</sup>Οστις αποκτα σοφιαν, αγαπα την ψυχην αυτου· οστις φυλαττει φρονησιν, θελει ευρει καλον.
<scripture passage="Prov 19:9" parsed="|Prov|19|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.9" />
<sup>9</sup>Ο ψευδης μαρτυς δεν θελει μεινει ατιμωρητος· και ο λαλων ψευδη θελει απολεσθη.
<scripture passage="Prov 19:10" parsed="|Prov|19|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.10" />
<sup>10</sup>Η τρυφη δεν αρμοζει εις αφρονα· πολυ ολιγωτερον εις δουλον, να εξουσιαζη επ' αρχοντων.
<scripture passage="Prov 19:11" parsed="|Prov|19|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.11" />
<sup>11</sup>Η φρονησις του ανθρωπου συστελλει τον θυμον αυτου· και ειναι δοξα αυτου να παραβλεπη την παραβασιν.
<scripture passage="Prov 19:12" parsed="|Prov|19|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.12" />
<sup>12</sup>Η οργη του βασιλεως ειναι ως βρυχηθμος λεοντος· η δε ευνοια αυτου ως δροσος επι τον χορτον.
<scripture passage="Prov 19:13" parsed="|Prov|19|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.13" />
<sup>13</sup>Ο αφρων υιος ειναι ολεθρος εις τον πατερα αυτου· και αι εριδες της γυναικος ειναι ακαταπαυστον σταξιμον.
<scripture passage="Prov 19:14" parsed="|Prov|19|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.14" />
<sup>14</sup>Οικος και πλουτη κληρονομουνται εκ των πατερων· αλλ' η φρονιμος γυνη παρα Κυριου διδεται.
<scripture passage="Prov 19:15" parsed="|Prov|19|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.15" />
<sup>15</sup>Η οκνηρια ριπτει εις βαθυν υπνον· και η αεργος ψυχη θελει πεινα.
<scripture passage="Prov 19:16" parsed="|Prov|19|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.16" />
<sup>16</sup>Ο φυλαττων την εντολην φυλαττει την ψυχην αυτου· ο δε καταφρονων τας οδους αυτου θελει απολεσθη.
<scripture passage="Prov 19:17" parsed="|Prov|19|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.17" />
<sup>17</sup>Ο ελεων πτωχον δανειζει εις τον Κυριον· και θελει γεινει εις αυτον η ανταποδοσις αυτου.
<scripture passage="Prov 19:18" parsed="|Prov|19|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.18" />
<sup>18</sup>Παιδευε τον υιον σου ενοσω ειναι ελπις· αλλα μη διεγειρης την ψυχην σου, ωστε να θανατωσης αυτον.
<scripture passage="Prov 19:19" parsed="|Prov|19|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.19" />
<sup>19</sup>Ο οργιλος θελει λαβει ποινην· διοτι και αν ελευθερωσης αυτον, παλιν θελεις καμει το αυτο.
<scripture passage="Prov 19:20" parsed="|Prov|19|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.20" />
<sup>20</sup>Ακουε συμβουλην και δεχου διδασκαλιαν δια να γεινης σοφος εις τα εσχατα σου.
<scripture passage="Prov 19:21" parsed="|Prov|19|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.21" />
<sup>21</sup>Ειναι πολλοι λογισμοι εν τη καρδια του ανθρωπου· η βουλη ομως του Κυριου, εκεινη θελει μενει.
<scripture passage="Prov 19:22" parsed="|Prov|19|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.22" />
<sup>22</sup>Τιμη του ανθρωπου ειναι η αγαθοτης αυτου· και καλητερος ο πτωχος παρα τον ψευστην.
<scripture passage="Prov 19:23" parsed="|Prov|19|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.23" />
<sup>23</sup>Ο φοβος του Κυριου φερει ζωην, και ο φοβουμενος αυτον θελει πλαγιαζει κεχορτασμενος· κακον δεν θελει συναπαντησει.
<scripture passage="Prov 19:24" parsed="|Prov|19|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.24" />
<sup>24</sup>Ο οκνηρος εμβαπτει την χειρα αυτου εις το τρυβλιον, και δεν θελει ουδε εις το στομα αυτου να επιστρεψη αυτην.
<scripture passage="Prov 19:25" parsed="|Prov|19|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.25" />
<sup>25</sup>Εαν μαστιγωσης τον χλευαστην, ο απλους θελει γεινει προσεκτικος· και εαν ελεγξης τον φρονιμον, θελει εννοησει γνωσιν.
<scripture passage="Prov 19:26" parsed="|Prov|19|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.26" />
<sup>26</sup>Οστις ατιμαζει τον πατερα και απωθει την μητερα, ειναι υιος προξενων αισχυνην και ονειδος.
<scripture passage="Prov 19:27" parsed="|Prov|19|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.27" />
<sup>27</sup>Παυσον, υιε μου, να ακουης διδασκαλιαν παρεκτρεπουσαν απο των λογων της γνωσεως.
<scripture passage="Prov 19:28" parsed="|Prov|19|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.28" />
<sup>28</sup>Ο ασεβης μαρτυς χλευαζει το δικαιον· και το στομα των ασεβων καταπινει ανομιαν.
<scripture passage="Prov 19:29" parsed="|Prov|19|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.19.29" />
<sup>29</sup>Κρισεις ετοιμαζονται δια τους χλευαστας, και ραβδισμοι δια την ραχιν των αφρονων.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 20" progress="55.04%" prev="Prov.19" next="Prov.21" id="Prov.20">
<h3 id="Prov.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Prov.20-p1">
<scripture passage="Prov 20:1" parsed="|Prov|20|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.1" />
<sup>1</sup>Ο οινος ειναι χλευαστης, και τα σικερα στασιαστικα· και οστις δελεαζεται υπο τουτων, δεν ειναι φρονιμος.
<scripture passage="Prov 20:2" parsed="|Prov|20|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.2" />
<sup>2</sup>Απειλη βασιλεως ειναι βρυχηθμος λεοντος· οστις παροξυνει αυτον, αμαρτανει εις την ιδιαν αυτου ζωην.
<scripture passage="Prov 20:3" parsed="|Prov|20|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.3" />
<sup>3</sup>Τιμη ειναι εις τον ανθρωπον να παυη απο της εριδος· πας δε αφρων εμπλεκεται εις ταυτην.
<scripture passage="Prov 20:4" parsed="|Prov|20|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.4" />
<sup>4</sup>Ο οκνηρος δεν θελει να αροτρια εξ αιτιας του χειμωνος· δια τουτο θελει ζητει εν τω θερει και δεν θελει λαμβανει.
<scripture passage="Prov 20:5" parsed="|Prov|20|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.5" />
<sup>5</sup>Η βουλη εν τη καρδια του ανθρωπου ειναι ως υδατα βαθεα· αλλ' ο συνετος ανθρωπος θελει ανασυρει αυτην.
<scripture passage="Prov 20:6" parsed="|Prov|20|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.6" />
<sup>6</sup>Πολλοι ανθρωποι κηρυττουσιν εκαστος την καλοκαγαθιαν αυτου· αλλα τις θελει ευρη ανθρωπον πιστον;
<scripture passage="Prov 20:7" parsed="|Prov|20|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.7" />
<sup>7</sup>Ο δικαιος περιπατει εν τη ακεραιοτητι αυτου· και τα τεκνα αυτου ειναι μακαρια μετ' αυτον.
<scripture passage="Prov 20:8" parsed="|Prov|20|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.8" />
<sup>8</sup>Βασιλευς, καθημενος επι θρονου κρισεως, διασκεδαζει παν κακον δια των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Prov 20:9" parsed="|Prov|20|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.9" />
<sup>9</sup>Τις δυναται να ειπη, Εκαθαρισα την καρδιαν μου, ειμαι καθαρος απο των αμαρτιων μου;
<scripture passage="Prov 20:10" parsed="|Prov|20|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.10" />
<sup>10</sup>Ζυγια διαφορα, μετρα διαφορα, ειναι αμφοτερα βδελυγμα εις τον Κυριον.
<scripture passage="Prov 20:11" parsed="|Prov|20|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.11" />
<sup>11</sup>Γνωριζεται και αυτο το παιδιον εκ των πραξεων αυτου, αν τα εργα αυτου ειναι καθαρα, και αν ευθεα.
<scripture passage="Prov 20:12" parsed="|Prov|20|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.12" />
<sup>12</sup>Το ωτιον ακουει και ο οφθαλμος βλεπει· αλλ' ο Κυριος εκαμεν αμφοτερα.
<scripture passage="Prov 20:13" parsed="|Prov|20|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.13" />
<sup>13</sup>Μη αγαπα τον υπνον, δια να μη ελθης εις πτωχειαν· ανοιξον τους οφθαλμους σου και θελεις χορτασθη αρτου.
<scripture passage="Prov 20:14" parsed="|Prov|20|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.14" />
<sup>14</sup>Κακον, κακον, λεγει ο αγοραστης· αλλ' αφου αναχωρηση, τοτε καυχαται.
<scripture passage="Prov 20:15" parsed="|Prov|20|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.15" />
<sup>15</sup>Υπαρχει χρυσιον και πληθος μαργαριτων· τα χειλη ομως της γνωσεως ειναι το πολυτιμου κειμηλιον.
<scripture passage="Prov 20:16" parsed="|Prov|20|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.16" />
<sup>16</sup>Λαβε το ιματιον του εγγυωμενου δια ξενον· και λαβε ενεχυρον απ' αυτου, εγγυωμενου περι ξενων πραγματων.
<scripture passage="Prov 20:17" parsed="|Prov|20|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.17" />
<sup>17</sup>Ο αρτος του ψευδους ειναι γλυκυς εις τον ανθρωπον· μετα ταυτα ομως το στομα αυτου θελει γεμισθη χαλικων.
<scripture passage="Prov 20:18" parsed="|Prov|20|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.18" />
<sup>18</sup>Οι σκοποι στερεονονται δια της συμβουλης· και μετα καλην σκεψιν καμνε πολεμον.
<scripture passage="Prov 20:19" parsed="|Prov|20|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.19" />
<sup>19</sup>Ο σπερμολογος περιερχομενος αποκαλυπτει τα μυστικα· δια τουτο μη σμιγου μετα του πλατυνοντος τα χειλη αυτου.
<scripture passage="Prov 20:20" parsed="|Prov|20|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.20" />
<sup>20</sup>Ο λυχνος του κακολογουντος τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου θελει σβεσθη εν βαθει σκοτει.
<scripture passage="Prov 20:21" parsed="|Prov|20|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.21" />
<sup>21</sup>Κληρονομια αποκτηθεισα ταχεως την αρχην, εις το τελος δεν ευλογειται.
<scripture passage="Prov 20:22" parsed="|Prov|20|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.22" />
<sup>22</sup>Μη ειπης, Θελω ανταποδωσει κακον· αναμενε τον Κυριον και θελει σε σωσει.
<scripture passage="Prov 20:23" parsed="|Prov|20|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.23" />
<sup>23</sup>Ζυγια διαφορα ειναι βδελυγμα εις τον Κυριον· και η δολια πλαστιγξ δεν ειναι καλον.
<scripture passage="Prov 20:24" parsed="|Prov|20|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.24" />
<sup>24</sup>Τα διαβηματα του ανθρωπου διευθυνονται υπο του Κυριου· πως λοιπον ο ανθρωπος ηθελε γνωρισει την εαυτου οδον;
<scripture passage="Prov 20:25" parsed="|Prov|20|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.25" />
<sup>25</sup>Παγις ειναι εις τον ανθρωπον, προπετως να λαλη· περι ιερων και μετα τας ευχας να σκεπτηται.
<scripture passage="Prov 20:26" parsed="|Prov|20|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.26" />
<sup>26</sup>Ο σοφος βασιλευς λικμιζει τους ασεβεις και στρεφει τον τροχον επ' αυτους.
<scripture passage="Prov 20:27" parsed="|Prov|20|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.27" />
<sup>27</sup>Λυχνος του Κυριου ειναι το πνευμα του ανθρωπου, το οποιον διερευνα παντα τα ενδομυχα της καρδιας.
<scripture passage="Prov 20:28" parsed="|Prov|20|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.28" />
<sup>28</sup>Ελεος και αληθεια διαφυλαττουσι τον βασιλεα· και ο θρονος αυτου υποστηριζεται υπο του ελεους.
<scripture passage="Prov 20:29" parsed="|Prov|20|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.29" />
<sup>29</sup>Καυχημα των νεων ειναι η δυναμις αυτων· και δοξα των γεροντων η πολια.
<scripture passage="Prov 20:30" parsed="|Prov|20|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.20.30" />
<sup>30</sup>Τα μελανισματα των πληγων λευκαινουσι τον κακον· και τα κτυπηματα τα ενδομυχα της καρδιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 21" progress="55.11%" prev="Prov.20" next="Prov.22" id="Prov.21">
<h3 id="Prov.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Prov.21-p1">
<scripture passage="Prov 21:1" parsed="|Prov|21|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.1" />
<sup>1</sup>Η καρδια του βασιλεως ειναι εν τη χειρι του Κυριου ως ρευματα υδατων· οπου θελει στρεφει αυτην.
<scripture passage="Prov 21:2" parsed="|Prov|21|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.2" />
<sup>2</sup>Πασαι αι οδοι του ανθρωπου φαινονται ορθαι εις τους οφθαλμους αυτου· πλην ο Κυριος σταθμιζει τας καρδιας.
<scripture passage="Prov 21:3" parsed="|Prov|21|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.3" />
<sup>3</sup>Να καμνη τις δικαιοσυνην και κρισιν ειναι αρεστοτερον εις τον Κυριον παρα θυσιαν.
<scripture passage="Prov 21:4" parsed="|Prov|21|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.4" />
<sup>4</sup>Το επηρμενον ομμα και η αλαζων καρδια, ο λυχνος των ασεβων, ειναι αμαρτια.
<scripture passage="Prov 21:5" parsed="|Prov|21|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.5" />
<sup>5</sup>Οι λογισμοι του επιμελους φερουσι βεβαιως εις αφθονιαν· παντος δε προπετους βεβαιως εις ενδειαν.
<scripture passage="Prov 21:6" parsed="|Prov|21|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.6" />
<sup>6</sup>Το αποκταν θησαυρους δια ψευδους γλωσσης ειναι ματαιοτης αστατος των ζητουντων θανατον.
<scripture passage="Prov 21:7" parsed="|Prov|21|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.7" />
<sup>7</sup>Αι αρπαγαι των ασεβων θελουσιν εξολοθρευσει αυτους· διοτι αρνουνται να πραττωσι το δικαιον.
<scripture passage="Prov 21:8" parsed="|Prov|21|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.8" />
<sup>8</sup>Η οδος του διεφθαρμενου ανθρωπου ειναι σκολια· του δε καθαρου το εργον ειναι ευθες.
<scripture passage="Prov 21:9" parsed="|Prov|21|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.9" />
<sup>9</sup>Καλητερον να κατοικη τις εν γωνια δωματος, παρα εν οικω ευρυχωρω μετα γυναικος φιλεριδος.
<scripture passage="Prov 21:10" parsed="|Prov|21|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.10" />
<sup>10</sup>Η ψυχη του ασεβους επιθυμει κακον· ο πλησιον αυτου δεν ευρισκει χαριν εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Prov 21:11" parsed="|Prov|21|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.11" />
<sup>11</sup>Οταν ο χλευαστης τιμωρηται, ο απλους γινεται σοφωτερος· και ο σοφος διδασκομενος λαμβανει γνωσιν.
<scripture passage="Prov 21:12" parsed="|Prov|21|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.12" />
<sup>12</sup>Ο δικαιος συλλογιζεται την οικιαν του ασεβους, οταν οι ασεβεις κατακρημνιζωνται εις την κακιαν αυτων.
<scripture passage="Prov 21:13" parsed="|Prov|21|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.13" />
<sup>13</sup>Οστις εμφραττει τα ωτα αυτου εις την κραυγην του πτωχου, θελει φωναξει και αυτος και δεν θελει εισακουσθη.
<scripture passage="Prov 21:14" parsed="|Prov|21|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.14" />
<sup>14</sup>Δωρον κρυφιον καταπραυνει θυμον· και χαρισμα εις τον κολπον βαλλομενον, οργην ισχυραν.
<scripture passage="Prov 21:15" parsed="|Prov|21|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.15" />
<sup>15</sup>Χαρα ειναι εις τον δικαιον να καμνη κρισιν· ολεθρος δε εις τους εργατας της ανομιας.
<scripture passage="Prov 21:16" parsed="|Prov|21|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.16" />
<sup>16</sup>Ανθρωπος αποπλανωμενος απο της οδου της συνεσεως θελει κατασκηνωσει εν τη συναξει των τεθανατωμενων.
<scripture passage="Prov 21:17" parsed="|Prov|21|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.17" />
<sup>17</sup>Ο αγαπων ευθυμιαν θελει κατασταθη πενης· ο αγαπων οινον και μυρα δεν θελει πλουτησει.
<scripture passage="Prov 21:18" parsed="|Prov|21|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.18" />
<sup>18</sup>Ο ασεβης θελει εισθαι αντιλυτρον του δικαιου, και των ευθεων ο παραβατης.
<scripture passage="Prov 21:19" parsed="|Prov|21|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.19" />
<sup>19</sup>Καλητερον να κατοικη τις εν γη ερημω παρα μετα γυναικος φιλεριδος και θυμωδους.
<scripture passage="Prov 21:20" parsed="|Prov|21|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.20" />
<sup>20</sup>Θησαυρος πολυτιμος και μυρα ευρισκονται εν τω οικω του σοφου· ο δε αφρων ανθρωπος καταδαπανα αυτα.
<scripture passage="Prov 21:21" parsed="|Prov|21|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.21" />
<sup>21</sup>Ο θηρευων δικαιοσυνην και ελεος θελει ευρει ζωην, δικαιοσυνην και δοξαν.
<scripture passage="Prov 21:22" parsed="|Prov|21|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.22" />
<sup>22</sup>Ο σοφος εκπορθει την πολιν των δυνατων και καταβαλλει το οχυρωμα του θαρρους αυτης.
<scripture passage="Prov 21:23" parsed="|Prov|21|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.23" />
<sup>23</sup>Οστις φυλαττει το στομα αυτου και την γλωσσαν αυτου, φυλαττει την ψυχην αυτου απο στενοχωριων.
<scripture passage="Prov 21:24" parsed="|Prov|21|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.24" />
<sup>24</sup>Υπερηφανος και αλαζων χλευαστης καλειται, οστις πραττει μετα θυμου αλαζονειας.
<scripture passage="Prov 21:25" parsed="|Prov|21|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.25" />
<sup>25</sup>Αι επιθυμιαι του οκνηρου θανατονουσιν αυτον· διοτι αι χειρες αυτου δεν θελουσι να εργαζωνται·
<scripture passage="Prov 21:26" parsed="|Prov|21|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.26" />
<sup>26</sup>επιθυμει ολην την ημεραν επιθυμιας· ο δε δικαιος διδει και δεν φειδεται.
<scripture passage="Prov 21:27" parsed="|Prov|21|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.27" />
<sup>27</sup>Η θυσια των ασεβων ειναι βδελυγμα· πολλω μαλλον οταν προσφερωσιν αυτην μετα πονηριας.
<scripture passage="Prov 21:28" parsed="|Prov|21|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.28" />
<sup>28</sup>Ο ψευδης μαρτυς θελει απολεσθη· ο δε ανθρωπος οστις υπακουει θελει λαλει παντοτε.
<scripture passage="Prov 21:29" parsed="|Prov|21|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.29" />
<sup>29</sup>Ο ασεβης ανθρωπος σκληρυνει το προσωπον αυτου· αλλ' ο ευθυς κατευθυνει τας οδους αυτου.
<scripture passage="Prov 21:30" parsed="|Prov|21|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.30" />
<sup>30</sup>Δεν ειναι σοφια ουτε συνεσις ουτε βουλη εναντιον του Κυριου.
<scripture passage="Prov 21:31" parsed="|Prov|21|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.21.31" />
<sup>31</sup>Ο ιππος ετοιμαζεται δια την ημεραν της μαχης· η σωτηρια ομως ειναι παρα Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 22" progress="55.17%" prev="Prov.21" next="Prov.23" id="Prov.22">
<h3 id="Prov.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Prov.22-p1">
<scripture passage="Prov 22:1" parsed="|Prov|22|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.1" />
<sup>1</sup>Προτιμοτερον ονομα καλον παρα πλουτη μεγαλα, χαρις αγαθη παρα αργυριον και χρυσιον.
<scripture passage="Prov 22:2" parsed="|Prov|22|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.2" />
<sup>2</sup>Πλουσιος και πτωχος συναπαντωνται· ο Κυριος ειναι ο Ποιητης αμφοτερων τουτων.
<scripture passage="Prov 22:3" parsed="|Prov|22|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.3" />
<sup>3</sup>Ο φρονιμος προβλεπει το κακον και κρυπτεται· οι αφρονες ομως προχωρουσι και τιμωρουνται.
<scripture passage="Prov 22:4" parsed="|Prov|22|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.4" />
<sup>4</sup>Η αμοιβη της ταπεινωσεως και του φοβου του Κυριου ειναι πλουτος και δοξα και ζωη.
<scripture passage="Prov 22:5" parsed="|Prov|22|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.5" />
<sup>5</sup>Τριβολοι και παγιδες ειναι εν τη οδω του σκολιου· οστις φυλαττει την ψυχην αυτου, θελει εισθαι μακραν απ' αυτων.
<scripture passage="Prov 22:6" parsed="|Prov|22|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.6" />
<sup>6</sup>Διδαξον το παιδιον εν αρχη της οδου αυτου· και δεν θελει απομακρυνθη απ' αυτης ουδε οταν γηραση.
<scripture passage="Prov 22:7" parsed="|Prov|22|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.7" />
<sup>7</sup>Ο πλουσιος εξουσιαζει τους πτωχους· και ο δανειζομενος ειναι δουλος του δανειζοντος.
<scripture passage="Prov 22:8" parsed="|Prov|22|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.8" />
<sup>8</sup>Ο σπειρων ανομιαν θελει θερισει συμφορας· και η ραβδος της υβρεως αυτου θελει εκλειψει.
<scripture passage="Prov 22:9" parsed="|Prov|22|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.9" />
<sup>9</sup>Ο εχων ομμα αγαθον θελει ευλογηθη· διοτι διδει εκ του αρτου αυτου εις τον πτωχον.
<scripture passage="Prov 22:10" parsed="|Prov|22|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.10" />
<sup>10</sup>Εκδιωξον τον χλευαστην και θελει συνεξελθει η φιλονεικια, και η ερις και η υβρις θελουσι παυσει.
<scripture passage="Prov 22:11" parsed="|Prov|22|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.11" />
<sup>11</sup>Οστις αγαπα την καθαροτητα της καρδιας, δια την χαριν των χειλεων αυτου ο βασιλευς θελει εισθαι φιλος αυτου.
<scripture passage="Prov 22:12" parsed="|Prov|22|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.12" />
<sup>12</sup>Οι οφθαλμοι του Κυριου περιφρουρουσι την γνωσιν· ανατρεπει δε τας υποθεσεις του παρανομου.
<scripture passage="Prov 22:13" parsed="|Prov|22|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.13" />
<sup>13</sup>Ο οκνηρος λεγει, Λεων ειναι εξω· εν τω μεσω των πλατειων θελω φονευθη.
<scripture passage="Prov 22:14" parsed="|Prov|22|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.14" />
<sup>14</sup>Στομα γυναικος αλλοτριας ειναι λακκος βαθυς· ο μισουμενος υπο Κυριου θελει εμπεσει εις αυτον.
<scripture passage="Prov 22:15" parsed="|Prov|22|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.15" />
<sup>15</sup>Η ανοησια ειναι συνδεδεμενη μετα της καρδιας του παιδιου· η ραβδος της παιδειας θελει αποχωρισει αυτην απ' αυτου.
<scripture passage="Prov 22:16" parsed="|Prov|22|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.16" />
<sup>16</sup>Οστις καταθλιβει τον πτωχον δια να αυξηση τα πλουτη αυτου, και οστις διδει εις τον πλουσιον, θελει ελθει βεβαιως εις ενδειαν.
<scripture passage="Prov 22:17" parsed="|Prov|22|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.17" />
<sup>17</sup>Κλινον το ωτιον σου και ακουε τους λογους των σοφων, και προσκολλησον την καρδιαν σου εις την γνωσιν μου·
<scripture passage="Prov 22:18" parsed="|Prov|22|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.18" />
<sup>18</sup>διοτι ειναι τερπνοι, εαν φυλαττη αυτους εν τη καρδια σου· και θελουσι συναρμοζεσθαι ομου επι των χειλεων σου.
<scripture passage="Prov 22:19" parsed="|Prov|22|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.19" />
<sup>19</sup>Δια να ηναι το θαρρος σου επι τον Κυριον, εδιδαξα ταυτα εις σε την ημεραν ταυτην, μαλιστα εις σε.
<scripture passage="Prov 22:20" parsed="|Prov|22|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.20" />
<sup>20</sup>Δεν εγραψα εις σε πολλακις δια συμβουλων και γνωσεων,
<scripture passage="Prov 22:21" parsed="|Prov|22|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.21" />
<sup>21</sup>δια να σε καμω να γνωρισης την βεβαιοτητα των λογων της αληθειας, ωστε να αποκρινησαι λογους αληθειας προς τους εξαποστελλοντας σε;
<scripture passage="Prov 22:22" parsed="|Prov|22|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.22" />
<sup>22</sup>Μη γυμνονης τον πτωχον, διοτι ειναι πτωχος· μηδε καταθλιβε εις την πυλην τον δυστυχουντα·
<scripture passage="Prov 22:23" parsed="|Prov|22|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.23" />
<sup>23</sup>διοτι ο Κυριος θελει εκδικασει την δικην αυτων· και θελει γυμνωσει την ψυχην των γυμνωσαντων αυτους.
<scripture passage="Prov 22:24" parsed="|Prov|22|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.24" />
<sup>24</sup>Μη καμνε φιλιαν μετα ανθρωπου θυμωδους· και μετα ανθρωπου οργιλου μη συμπεριπατει·
<scripture passage="Prov 22:25" parsed="|Prov|22|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.25" />
<sup>25</sup>μηποτε μαθης τας οδους αυτου, και λαβης παγιδα εις την ψυχην σου.
<scripture passage="Prov 22:26" parsed="|Prov|22|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.26" />
<sup>26</sup>Μη εσο εκ των διδοντων χειρα, εκ των εγγυωμενων δια χρεη.
<scripture passage="Prov 22:27" parsed="|Prov|22|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.27" />
<sup>27</sup>Εαν δεν εχης ποθεν να πληρωσης, δια τι να παρωσι την κλινην σου υποκατωθεν σου;
<scripture passage="Prov 22:28" parsed="|Prov|22|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.28" />
<sup>28</sup>Μη μετακινει ορια αρχαια, τα οποια εθεσαν οι πατερες σου.
<scripture passage="Prov 22:29" parsed="|Prov|22|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.22.29" />
<sup>29</sup>Ειδες ανθρωπον επιτηδειον εις τα εργα αυτου; αυτος θελει παρασταθη ενωπιον βασιλεων· δεν θελει παρασταθη ενωπιον ουτιδανων.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 23" progress="55.24%" prev="Prov.22" next="Prov.24" id="Prov.23">
<h3 id="Prov.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Prov.23-p1">
<scripture passage="Prov 23:1" parsed="|Prov|23|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.1" />
<sup>1</sup>Οταν καθησης να φαγης μετα αρχοντος, παρατηρει επιμελως τα παρατιθεμενα εμπροσθεν σου·
<scripture passage="Prov 23:2" parsed="|Prov|23|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.2" />
<sup>2</sup>και βαλε μαχαιραν εις τον λαιμον σου, εαν ησαι αδηφαγος·
<scripture passage="Prov 23:3" parsed="|Prov|23|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.3" />
<sup>3</sup>μη επιθυμει τα εδεσματα αυτου· διοτι ταυτα ειναι τροφη δολιοτητος.
<scripture passage="Prov 23:4" parsed="|Prov|23|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.4" />
<sup>4</sup>Μη μεριμνα δια να γεινης πλουσιος· απεχε απο της σοφιας σου.
<scripture passage="Prov 23:5" parsed="|Prov|23|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.5" />
<sup>5</sup>Θελεις επιστησει τους οφθαλμους σου εις το μη υπαρχον; διοτι ο πλουτος κατασκευαζει βεβαιως εις εαυτον πτερυγας ως αετου και πετα προς τον ουρανον.
<scripture passage="Prov 23:6" parsed="|Prov|23|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.6" />
<sup>6</sup>Μη τρωγε τον αρτον του φθονερου, μηδε επιθυμει τα εδεσματα αυτου·
<scripture passage="Prov 23:7" parsed="|Prov|23|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.7" />
<sup>7</sup>διοτι καθως φρονει εν τη ψυχη αυτου, τοιουτος ειναι· φαγε και πιε, λεγει προς σε· αλλ' η καρδια αυτου δεν ειναι μετα σου.
<scripture passage="Prov 23:8" parsed="|Prov|23|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.8" />
<sup>8</sup>Το ψωμιον, το οποιον εφαγες, θελεις εξεμεσει και θελεις χασει τας γλυκειας συνομιλιας σου.
<scripture passage="Prov 23:9" parsed="|Prov|23|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.9" />
<sup>9</sup>Μη λαλει εις τα ωτα του αφρονος· διοτι θελει καταφρονησει την σοφιαν των λογων σου.
<scripture passage="Prov 23:10" parsed="|Prov|23|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.10" />
<sup>10</sup>Μη μετακινει ορια αρχαια· και μη εισελθης εις τους αγρους των ορφανων·
<scripture passage="Prov 23:11" parsed="|Prov|23|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.11" />
<sup>11</sup>διοτι ο Λυτρωτης αυτων ειναι ισχυρος· αυτος θελει εκδικασει την δικην αυτων εναντιον σου.
<scripture passage="Prov 23:12" parsed="|Prov|23|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.12" />
<sup>12</sup>Προσκολλησον την καρδιαν σου εις την παιδειαν και τα ωτα σου εις τους λογους της γνωσεως.
<scripture passage="Prov 23:13" parsed="|Prov|23|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.13" />
<sup>13</sup>Μη φειδου να παιδευης το παιδιον· διοτι εαν κτυπησης αυτο δια της ραβδου, δεν θελει αποθανει·
<scripture passage="Prov 23:14" parsed="|Prov|23|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.14" />
<sup>14</sup>συ κτυπων αυτο δια της ραβδου, θελεις ελευθερωσει την ψυχην αυτου εκ του αδου.
<scripture passage="Prov 23:15" parsed="|Prov|23|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.15" />
<sup>15</sup>Υιε μου, εαν η καρδια σου γεινη σοφη, θελει ευφραινεσθαι και η καρδια εμου·
<scripture passage="Prov 23:16" parsed="|Prov|23|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.16" />
<sup>16</sup>και τα νεφρα μου θελουσιν αγαλλεσθαι, οταν τα χειλη σου λαλωσιν ορθα.
<scripture passage="Prov 23:17" parsed="|Prov|23|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.17" />
<sup>17</sup>Ας μη ζηλευη η καρδια σου τους αμαρτωλους· αλλ' εσο εν τω φοβω του Κυριου ολην την ημεραν·
<scripture passage="Prov 23:18" parsed="|Prov|23|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.18" />
<sup>18</sup>διοτι βεβαιως ειναι αμοιβη, και η ελπις σου δεν θελει εκκοπη.
<scripture passage="Prov 23:19" parsed="|Prov|23|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.19" />
<sup>19</sup>Ακουε συ, υιε μου, και γινου σοφος, και κατευθυνε την καρδιαν σου εις την οδον.
<scripture passage="Prov 23:20" parsed="|Prov|23|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.20" />
<sup>20</sup>Μη εσο μεταξυ οινοποτων, μεταξυ κρεοφαγων ασωτων·
<scripture passage="Prov 23:21" parsed="|Prov|23|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.21" />
<sup>21</sup>διοτι ο μεθυσος και ο ασωτος θελουσι πτωχευσει· και ο υπνωδης θελει ενδυθη ρακη.
<scripture passage="Prov 23:22" parsed="|Prov|23|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.22" />
<sup>22</sup>Υπακουε εις τον πατερα σου, οστις σε εγεννησε· και μη καταφρονει την μητερα σου, οταν γηραση.
<scripture passage="Prov 23:23" parsed="|Prov|23|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.23" />
<sup>23</sup>Αγοραζε την αληθειαν και μη πωλει· την σοφιαν και την παιδειαν και την συνεσιν.
<scripture passage="Prov 23:24" parsed="|Prov|23|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.24" />
<sup>24</sup>Ο πατηρ του δικαιου θελει χαρη σφοδρα· και οστις γεννα σοφον υιον, θελει ευφραινεσθαι εις αυτον.
<scripture passage="Prov 23:25" parsed="|Prov|23|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.25" />
<sup>25</sup>Ο πατηρ σου και η μητηρ σου θελουσιν ευφραινεσθαι· μαλιστα εκεινη, ητις σε εγεννησε, θελει χαιρει.
<scripture passage="Prov 23:26" parsed="|Prov|23|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.26" />
<sup>26</sup>Υιε μου, δος την καρδιαν σου εις εμε, και ας προσεχωσιν οι οφθαλμοι σου εις τας οδους μου·
<scripture passage="Prov 23:27" parsed="|Prov|23|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.27" />
<sup>27</sup>διοτι η πορνη ειναι λακκος βαθυς· και η αλλοτρια γυνη στενον φρεαρ.
<scripture passage="Prov 23:28" parsed="|Prov|23|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.28" />
<sup>28</sup>Αυτη προσετι ενεδρευει ως ληστης και πληθυνει τους παραβατας μεταξυ των ανθρωπων.
<scripture passage="Prov 23:29" parsed="|Prov|23|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.29" />
<sup>29</sup>Εις τινα ειναι ουαι; εις τινα στεναγμοι; εις τινα εριδες; εις τινα ματαιολογιαι; εις τινα κτυπηματα ανευ αιτιας; εις τινα φλογωσις οφθαλμων;
<scripture passage="Prov 23:30" parsed="|Prov|23|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.30" />
<sup>30</sup>Εις τους εγχρονιζοντας εν τω οινω· εις εκεινους οιτινες διαγουσιν ανιχνευοντες οινοποσιας.
<scripture passage="Prov 23:31" parsed="|Prov|23|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.31" />
<sup>31</sup>Μη θεωρει τον οινον οτι κοκκινιζει, οτι διδει το χρωμα αυτου εις το ποτηριον, οτι καταβαινει ευαρεστως.
<scripture passage="Prov 23:32" parsed="|Prov|23|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.32" />
<sup>32</sup>Εν τω τελει αυτου δακνει ως οφις και κεντρονει ως βασιλισκος·
<scripture passage="Prov 23:33" parsed="|Prov|23|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.33" />
<sup>33</sup>Οι οφθαλμοι σου θελουσι κυτταξει αλλοτριας γυναικας, και η καρδια σου θελει λαλησει αισχρα·
<scripture passage="Prov 23:34" parsed="|Prov|23|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.34" />
<sup>34</sup>και θελεις εισθαι ως κοιμωμενος εν μεσω θαλασσης, και ως κοιτωμενος επι κορυφης, καταρτιου·
<scripture passage="Prov 23:35" parsed="|Prov|23|35|0|0" osisRef="Bible:Prov.23.35" />
<sup>35</sup>με ετυπτον, θελεις ειπει, και δεν επονεσα· με εδειραν, και δεν ησθανθην· ποτε θελω εγερθη, δια να υπαγω να ζητησω αυτον παλιν;
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 24" progress="55.31%" prev="Prov.23" next="Prov.25" id="Prov.24">
<h3 id="Prov.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Prov.24-p1">
<scripture passage="Prov 24:1" parsed="|Prov|24|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.1" />
<sup>1</sup>Μη ζηλευε τους κακους ανθρωπους, μηδε επιθυμει να ησαι μετ' αυτων·
<scripture passage="Prov 24:2" parsed="|Prov|24|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.2" />
<sup>2</sup>διοτι η καρδια αυτων μελετα καταδυναστευσιν, και τα χειλη αυτων λαλουσι κακουργιας.
<scripture passage="Prov 24:3" parsed="|Prov|24|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.3" />
<sup>3</sup>Δια της σοφιας οικοδομειται οικος και δια της συνεσεως στερεονεται.
<scripture passage="Prov 24:4" parsed="|Prov|24|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.4" />
<sup>4</sup>Και δια της γνωσεως τα ταμεια θελουσι γεμισθη απο παντος πολυτιμου και ευφροσυνου πλουτου.
<scripture passage="Prov 24:5" parsed="|Prov|24|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.5" />
<sup>5</sup>Ο σοφος ανθρωπος ισχυει, και ο ανθρωπος ο φρονιμος αυξανει δυναμιν.
<scripture passage="Prov 24:6" parsed="|Prov|24|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.6" />
<sup>6</sup>Διοτι δια σοφων βουλων θελεις καμει τον πολεμον σου· εκ του πληθους δε των συμβουλων προερχεται σωτηρια.
<scripture passage="Prov 24:7" parsed="|Prov|24|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.7" />
<sup>7</sup>Η σοφια ειναι παραπολυ υψηλη δια τον αφρονα· δεν θελει ανοιξει το στομα αυτου εν τη πυλη.
<scripture passage="Prov 24:8" parsed="|Prov|24|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.8" />
<sup>8</sup>Οστις μελετα να πραξη κακον, θελει ονομασθη ανηρ κακεντρεχης.
<scripture passage="Prov 24:9" parsed="|Prov|24|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.9" />
<sup>9</sup>Η μελετη της αφροσυνης ειναι αμαρτια· και ο χλευαστης βδελυγμα εις τους ανθρωπους.
<scripture passage="Prov 24:10" parsed="|Prov|24|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.10" />
<sup>10</sup>Εαν μικροψυχησης εν τη ημερα της συμφορας, μικρα ειναι η δυναμις σου.
<scripture passage="Prov 24:11" parsed="|Prov|24|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.11" />
<sup>11</sup>Ελευθερονε τους συρομενους εις θανατον, και μη αποσυρου απο των οντων εις ακμην σφαγης.
<scripture passage="Prov 24:12" parsed="|Prov|24|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.12" />
<sup>12</sup>Εαν ειπης, Ιδου, ημεις δεν εξευρομεν τουτο· δεν γνωριζει ο σταθμιζων τας καρδιας; και ο φυλαττων την ψυχην σου και αποδιδων εις εκαστον κατα τα εργα αυτου, δεν εξευρει;
<scripture passage="Prov 24:13" parsed="|Prov|24|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.13" />
<sup>13</sup>Υιε μου, φαγε μελι, διοτι ειναι καλον· και κηρηθραν, διοτι ειναι γλυκεια επι του ουρανισκον σου·
<scripture passage="Prov 24:14" parsed="|Prov|24|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.14" />
<sup>14</sup>Τοιαυτη θελει εισθαι εις την ψυχην σου η γνωσις της σοφιας· οταν ευρης αυτην, τοτε θελεις λαβει αμοιβην, και η ελπις σου δεν θελει εκκοπη.
<scripture passage="Prov 24:15" parsed="|Prov|24|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.15" />
<sup>15</sup>Μη στηνε παγιδα, ω ανομε, κατα της κατοικιας του δικαιου· μη ταραξης τον τοπον της αναπαυσεως αυτου·
<scripture passage="Prov 24:16" parsed="|Prov|24|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.16" />
<sup>16</sup>διοτι ο δικαιος πιπτει επτακις και σηκονεται· αλλ' οι ασεβεις θελουσι πεσει εις ολεθρον.
<scripture passage="Prov 24:17" parsed="|Prov|24|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.17" />
<sup>17</sup>Εις την πτωσιν του εχθρου σου μη χαρης· και εις το ολισθημα αυτου ας μη ευφραινεται η καρδια σου·
<scripture passage="Prov 24:18" parsed="|Prov|24|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.18" />
<sup>18</sup>Μηποτε ο Κυριος ιδη και φανη τουτο κακον εις τους οφθαλμους αυτου και μεταστρεψη τον θυμον αυτου απ' αυτου.
<scripture passage="Prov 24:19" parsed="|Prov|24|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.19" />
<sup>19</sup>Μη αγανακτει περι των πονηρευομενων· μη ζηλευε τους ασεβεις·
<scripture passage="Prov 24:20" parsed="|Prov|24|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.20" />
<sup>20</sup>διοτι δεν θελει εχει τελος αγαθον ο κακος· ο λυχνος των ασεβων θελει σβεσθη.
<scripture passage="Prov 24:21" parsed="|Prov|24|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.21" />
<sup>21</sup>Υιε μου, φοβου τον Κυριον και τον βασιλεα· και μη εχε συγκοινωνιαν μετα στασιαστων·
<scripture passage="Prov 24:22" parsed="|Prov|24|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.22" />
<sup>22</sup>διοτι η συμφορα αυτων θελει επελθει εξαιφνης· και τις γνωριζει αμφοτερων τας τιμωριας;
<scripture passage="Prov 24:23" parsed="|Prov|24|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.23" />
<sup>23</sup>Ταυτα προσετι ειναι δια τους σοφους. Η προσωποληψια εν τη κρισει δεν ειναι καλον.
<scripture passage="Prov 24:24" parsed="|Prov|24|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.24" />
<sup>24</sup>Τον λεγοντα προς τον ασεβη, Εισαι δικαιος, τουτον οι λαοι θελουσι καταρασθη και τα εθνη θελουσι βδελυττεσθαι·
<scripture passage="Prov 24:25" parsed="|Prov|24|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.25" />
<sup>25</sup>αλλ' εις τους ελεγχοντας αυτον θελει εισθαι χαρις, και ευλογια αγαθων θελει ελθει επ' αυτους.
<scripture passage="Prov 24:26" parsed="|Prov|24|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.26" />
<sup>26</sup>Οστις αποκρινεται λογους ορθους, ειναι ως ο φιλων τα χειλη.
<scripture passage="Prov 24:27" parsed="|Prov|24|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.27" />
<sup>27</sup>Διαταττε το εργον σου εξω και προετοιμαζε αυτο εις σεαυτον εν τω αγρω· και επειτα οικοδομησον τον οικον σου.
<scripture passage="Prov 24:28" parsed="|Prov|24|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.28" />
<sup>28</sup>Μη ησο μαρτυς αδικος κατα του πλησιον σου, μηδε απατα δια των χειλεων σου.
<scripture passage="Prov 24:29" parsed="|Prov|24|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.29" />
<sup>29</sup>Μη ειπης, Καθως εκαμεν εις εμε, ουτω θελω καμει εις αυτον· θελω αποδωσει εις τον ανθρωπον κατα το εργον αυτου.
<scripture passage="Prov 24:30" parsed="|Prov|24|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.30" />
<sup>30</sup>Διεβαινον δια του αγρου του οκνηρου και δια του αμπελωνος του ανθρωπου του ενδεους φρενων·
<scripture passage="Prov 24:31" parsed="|Prov|24|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.31" />
<sup>31</sup>και ιδου, πανταχου ειχον βλαστησει ακανθαι· κνιδαι ειχον σκεπασει το προσωπον αυτου, και το λιθοφραγμα αυτου ητο κατακεκρημνισμενον.
<scripture passage="Prov 24:32" parsed="|Prov|24|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.32" />
<sup>32</sup>Τοτε εγω θεωρησας εσυλλογισθην εν τη καρδια μου· ειδον, και ελαβον διδασκαλιαν.
<scripture passage="Prov 24:33" parsed="|Prov|24|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.33" />
<sup>33</sup>Ολιγος υπνος, ολιγος νυσταγμος, ολιγη συμπλοκη των χειρων εις τον υπνον·
<scripture passage="Prov 24:34" parsed="|Prov|24|34|0|0" osisRef="Bible:Prov.24.34" />
<sup>34</sup>επειτα η πτωχεια σου ερχεται ως ταχυδρομος, και η ενδεια σου ως ανηρ ενοπλος.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 25" progress="55.39%" prev="Prov.24" next="Prov.26" id="Prov.25">
<h3 id="Prov.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Prov.25-p1">
<scripture passage="Prov 25:1" parsed="|Prov|25|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.1" />
<sup>1</sup>Και αυται ειναι παροιμιαι του Σολομωντος, τας οποιας συνελεξαν οι ανθρωποι του Εζεκιου, βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="Prov 25:2" parsed="|Prov|25|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.2" />
<sup>2</sup>Δοξα του Θεου ειναι να καλυπτη το πραγμα· δοξα δε των βασιλεων να εξιχνιαζωσι το πραγμα.
<scripture passage="Prov 25:3" parsed="|Prov|25|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.3" />
<sup>3</sup>Ο ουρανος κατα το υψος και η γη κατα το βαθος και η καρδια των βασιλεων ειναι ανεξερευνητα.
<scripture passage="Prov 25:4" parsed="|Prov|25|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.4" />
<sup>4</sup>Αφαιρεσον την σκωριαν απο του αργυρου, και σκευος θελει εξελθει εις τον χρυσοχοον·
<scripture passage="Prov 25:5" parsed="|Prov|25|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.5" />
<sup>5</sup>αφαιρεσον τους ασεβεις απ' εμπροσθεν του βασιλεως, και ο θρονος αυτου θελει στερεωθη εν δικαιοσυνη.
<scripture passage="Prov 25:6" parsed="|Prov|25|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.6" />
<sup>6</sup>Μη αλαζονευου εμπροσθεν του βασιλεως, και μη ιστασαι εν τω τοπω των μεγαλων·
<scripture passage="Prov 25:7" parsed="|Prov|25|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.7" />
<sup>7</sup>Διοτι καλητερον να σοι ειπωσιν, Αναβα εδω, παρα να καταβιβασθης επι παρουσια του αρχοντος, τον οποιον ειδον οι οφθαλμοι σου.
<scripture passage="Prov 25:8" parsed="|Prov|25|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.8" />
<sup>8</sup>Μη εξελθης εις εριδα ταχεως· μηποτε εν τω τελει απορησης τι να καμης, οταν ο πλησιον σου σε καταισχυνη.
<scripture passage="Prov 25:9" parsed="|Prov|25|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.9" />
<sup>9</sup>Εκδικασον την δικην σου μετα του πλησιον σου· και μη ανακαλυπτε το μυστικον αλλου·
<scripture passage="Prov 25:10" parsed="|Prov|25|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.10" />
<sup>10</sup>Μηποτε ο ακουων σε ονειδιση και η καταισχυνη σου δεν εξαλειφθη.
<scripture passage="Prov 25:11" parsed="|Prov|25|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.11" />
<sup>11</sup>Λογος λαληθεις πρεποντως ειναι μηλα χρυσα εις ποικιλματα αργυρα.
<scripture passage="Prov 25:12" parsed="|Prov|25|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.12" />
<sup>12</sup>Ως ενωτιον χρυσουν και στολιδιον καθαρου χρυσιου, ειναι ο σοφος ο ελεγχων ωτιον υπηκοον.
<scripture passage="Prov 25:13" parsed="|Prov|25|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.13" />
<sup>13</sup>Ως το ψυχος της χιονος εν καιρω του θερισμου, ουτως ειναι ο πιστος πρεσβυς εις τους αποστελλοντας αυτον· διοτι αναπαυει την ψυχην των κυριων αυτου.
<scripture passage="Prov 25:14" parsed="|Prov|25|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.14" />
<sup>14</sup>Ο καυχωμενος εις δωρον ψευδες ομοιαζει συννεφα και ανεμον χωρις βροχης.
<scripture passage="Prov 25:15" parsed="|Prov|25|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.15" />
<sup>15</sup>Δι' υπομονης πειθεται ο ηγεμων· και η γλυκεια γλωσσα συντριβει οστα.
<scripture passage="Prov 25:16" parsed="|Prov|25|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.16" />
<sup>16</sup>Ευρηκας μελι; φαγε οσον σοι ειναι αρκετον, μηποτε υπερεμπλησθης απ' αυτου και εξεμεσης αυτο.
<scripture passage="Prov 25:17" parsed="|Prov|25|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.17" />
<sup>17</sup>Σπανιως βαλε τον ποδα σου εις τον οικον του πλησιον σου, μηποτε σε βαρυνθη και σε μισηση.
<scripture passage="Prov 25:18" parsed="|Prov|25|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.18" />
<sup>18</sup>Ο ανθρωπος, οστις μαρτυρει κατα του πλησιον αυτου μαρτυριαν ψευδη, ειναι ως ροπαλον και μαχαιρα και βελος οξυ.
<scripture passage="Prov 25:19" parsed="|Prov|25|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.19" />
<sup>19</sup>Πιστις προς απιστον εν ημερα συμφορας ειναι ως οδοντιον σεσηπος και πους εξηρθρωμενος.
<scripture passage="Prov 25:20" parsed="|Prov|25|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.20" />
<sup>20</sup>Ως ο εκδυομενος ιματιον εν ημερα ψυχους και το οξος επι νιτρον, ουτως ειναι ο ψαλλων ασματα εις λελυπημενην καρδιαν.
<scripture passage="Prov 25:21" parsed="|Prov|25|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.21" />
<sup>21</sup>Εαν πεινα ο εχθρος σου, δος εις αυτον αρτον να φαγη· και εαν διψα, ποτισον αυτον υδωρ·
<scripture passage="Prov 25:22" parsed="|Prov|25|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.22" />
<sup>22</sup>διοτι θελεις σωρευσει ανθρακας πυρος επι την κεφαλην αυτου, και ο Κυριος θελει σε ανταμειψει.
<scripture passage="Prov 25:23" parsed="|Prov|25|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.23" />
<sup>23</sup>Ο βορρας ανεμος εκδιωκει την βροχην· το δε ωργισμενον προσωπον την υποψιθυριζουσαν γλωσσαν.
<scripture passage="Prov 25:24" parsed="|Prov|25|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.24" />
<sup>24</sup>Καλητερον να κατοικη τις εν γωνια δωματος, παρα εν οικω ευρυχωρω μετα γυναικος φιλεριδος.
<scripture passage="Prov 25:25" parsed="|Prov|25|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.25" />
<sup>25</sup>Ως υδωρ ψυχρον εις ψυχην διψωσαν, ουτως ειναι αγγελιαι αγαθαι απο μακρυνης γης.
<scripture passage="Prov 25:26" parsed="|Prov|25|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.26" />
<sup>26</sup>Ο δικαιος σφαλλων εμπροσθεν του ασεβους ειναι ως πηγη θολερα και βρυσις διαφθαρεισα.
<scripture passage="Prov 25:27" parsed="|Prov|25|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.27" />
<sup>27</sup>Καθως δεν ειναι καλον να τρωγη τις πολυ μελι, ουτω δεν ειναι ενδοξον να ζητη την ιδιαν αυτου δοξαν.
<scripture passage="Prov 25:28" parsed="|Prov|25|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.25.28" />
<sup>28</sup>Οστις δεν κρατει το πνευμα αυτου, ειναι ως πολις κατηδαφισμενη και ατειχιστος.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 26" progress="55.45%" prev="Prov.25" next="Prov.27" id="Prov.26">
<h3 id="Prov.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Prov.26-p1">
<scripture passage="Prov 26:1" parsed="|Prov|26|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.1" />
<sup>1</sup>Καθως η χιων εν τω θερει και καθως η βροχη εν τω θερισμω, ουτως εις τον αφρονα η τιμη δεν αρμοζει.
<scripture passage="Prov 26:2" parsed="|Prov|26|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.2" />
<sup>2</sup>Ως περιφερεται το στρουθιον, ως περιπετα η χελιδων, ουτως η αδικος καταρα δεν θελει επιφθασει.
<scripture passage="Prov 26:3" parsed="|Prov|26|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.3" />
<sup>3</sup>Μαστιξ δια τον ιππον, κημος δια τον ονον, και ραβδος δια την ραχιν των αφρονων.
<scripture passage="Prov 26:4" parsed="|Prov|26|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.4" />
<sup>4</sup>Μη αποκρινου εις τον αφρονα κατα την αφροσυνην αυτου, δια να μη γεινης και συ ομοιος αυτου.
<scripture passage="Prov 26:5" parsed="|Prov|26|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.5" />
<sup>5</sup>Αποκρινου εις τον αφρονα κατα την αφροσυνην αυτου, δια να μη ηναι σοφος εις τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Prov 26:6" parsed="|Prov|26|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.6" />
<sup>6</sup>Οστις αποστελλει μηνυμα δια χειρος του αφρονος, αποκοπτει τους ποδας αυτου και πινει ζημιαν.
<scripture passage="Prov 26:7" parsed="|Prov|26|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.7" />
<sup>7</sup>Ως τα σκελη του χωλου κρεμονται ανωφελη, ουτως ειναι και παροιμια εν τω στοματι των αφρονων.
<scripture passage="Prov 26:8" parsed="|Prov|26|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.8" />
<sup>8</sup>Ως ο δεσμευων λιθον εις σφενδονην, ουτως ειναι οστις διδει τιμην εις τον αφρονα.
<scripture passage="Prov 26:9" parsed="|Prov|26|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.9" />
<sup>9</sup>Ως η ακανθα ωθουμενη εις την χειρα του μεθυσου, ουτως ειναι η παροιμια εν τω στοματι των αφρονων.
<scripture passage="Prov 26:10" parsed="|Prov|26|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.10" />
<sup>10</sup>Ο δυναστης μιαινει τα παντα και μισθονει τους αφρονας, μισθονει και τους παραβατας.
<scripture passage="Prov 26:11" parsed="|Prov|26|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.11" />
<sup>11</sup>Ως ο κυων επιστρεφει εις τον εμετον αυτου, ουτως ο αφρων επαναλαμβανει την αφροσυνην αυτου.
<scripture passage="Prov 26:12" parsed="|Prov|26|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.12" />
<sup>12</sup>Ειδες ανθρωπον νομιζοντα εαυτον σοφον; μαλλον ελπις ειναι εκ του αφρονος παρα εξ αυτου.
<scripture passage="Prov 26:13" parsed="|Prov|26|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.13" />
<sup>13</sup>Ο οκνηρος λεγει, Λεων ειναι εν τη οδω, λεων εν ταις πλατειαις.
<scripture passage="Prov 26:14" parsed="|Prov|26|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.14" />
<sup>14</sup>Ως η θυρα περιστρεφεται επι τας στροφιγγας αυτης, ουτως ο οκνηρος επι την κλινην αυτου.
<scripture passage="Prov 26:15" parsed="|Prov|26|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.15" />
<sup>15</sup>Ο οκνηρος εμβαπτει την χειρα αυτου εις το τρυβλιον και βαρυνεται να επιστρεψη αυτην εις το στομα αυτου.
<scripture passage="Prov 26:16" parsed="|Prov|26|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.16" />
<sup>16</sup>Ο οκνηρος νομιζει εαυτον σοφωτερον παρα επτα σοφους γνωμοδοτας.
<scripture passage="Prov 26:17" parsed="|Prov|26|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.17" />
<sup>17</sup>Οστις διαβαινων ανακατονεται εις εριδα μη ανηκουσαν εις αυτον, ομοιαζει τον πιανοντα κυνα απο των ωτιων.
<scripture passage="Prov 26:18" parsed="|Prov|26|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.18" />
<sup>18</sup>Ως ο μανιακος οστις ριπτει φλογας, βελη και θανατον,
<scripture passage="Prov 26:19" parsed="|Prov|26|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.19" />
<sup>19</sup>ουτως ειναι ο ανθρωπος, οστις απατα τον πλησιον αυτου και λεγει, δεν εκαμον εγω παιζων;
<scripture passage="Prov 26:20" parsed="|Prov|26|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.20" />
<sup>20</sup>Οπου δεν ειναι ξυλα, το πυρ σβυνεται· και οπου δεν ειναι ψιθυριστης, η ερις ησυχαζει.
<scripture passage="Prov 26:21" parsed="|Prov|26|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.21" />
<sup>21</sup>Οι ανθρακες δια την ανθρακιαν και τα ξυλα δια το πυρ, και ο φιλερις ανθρωπος δια να εξαπτη εριδας.
<scripture passage="Prov 26:22" parsed="|Prov|26|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.22" />
<sup>22</sup>Οι λογοι του ψιθυριστου καταπινονται ηδεως, και καταβαινουσιν εις τα ενδομυχα της κοιλιας.
<scripture passage="Prov 26:23" parsed="|Prov|26|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.23" />
<sup>23</sup>Τα ενθερμα χειλη μετα πονηρας καρδιας ειναι ως σκωρια αργυρου επικεχρισμενη επι πηλινον αγγειον.
<scripture passage="Prov 26:24" parsed="|Prov|26|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.24" />
<sup>24</sup>Οστις μισει, υποκρινεται με τα χειλη αυτου, και μηχανευεται δολον εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="Prov 26:25" parsed="|Prov|26|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.25" />
<sup>25</sup>Οταν ομιλη χαριεντως, μη πιστευε αυτον· διοτι εχει επτα βδελυγματα εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="Prov 26:26" parsed="|Prov|26|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.26" />
<sup>26</sup>Οστις σκεπαζει το μισος δια δολου, η πονηρια αυτου θελει φανερωθη εν μεσω της συναξεως.
<scripture passage="Prov 26:27" parsed="|Prov|26|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.27" />
<sup>27</sup>Οστις σκαπτει λακκον, θελει πεσει εις αυτον· και ο λιθος θελει επιστρεψει επι τον κυλιοντα αυτον.
<scripture passage="Prov 26:28" parsed="|Prov|26|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.26.28" />
<sup>28</sup>Η ψευδης γλωσσα μισει τους υπ' αυτης καταθλιβομενους· και το απατηλον στομα εργαζεται καταστροφην.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 27" progress="55.51%" prev="Prov.26" next="Prov.28" id="Prov.27">
<h3 id="Prov.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Prov.27-p1">
<scripture passage="Prov 27:1" parsed="|Prov|27|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.1" />
<sup>1</sup>Μη καυχασαι εις την αυριον ημεραν· διοτι δεν εξευρεις τι θελει γεννησει η ημερα.
<scripture passage="Prov 27:2" parsed="|Prov|27|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.2" />
<sup>2</sup>Ας σε επαινη αλλος και μη το στομα σου· ξενος, και μη τα χειλη σου.
<scripture passage="Prov 27:3" parsed="|Prov|27|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.3" />
<sup>3</sup>Βαρυς ειναι ο λιθος και δυσβαστακτος η αμμος· αλλ' η οργη του αφρονος ειναι βαρυτερα των δυο.
<scripture passage="Prov 27:4" parsed="|Prov|27|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.4" />
<sup>4</sup>Ο θυμος ειναι σκληρος και η οργη οξεια· αλλα τις δυναται να σταθη εμπροσθεν της ζηλοτυπιας;
<scripture passage="Prov 27:5" parsed="|Prov|27|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.5" />
<sup>5</sup>Ο φανερος ελεγχος ειναι καλητερος παρα κρυπτομενη αγαπη·
<scripture passage="Prov 27:6" parsed="|Prov|27|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.6" />
<sup>6</sup>πληγαι φιλου ειναι πισται· φιληματα δε εχθρων πολυαριθμα.
<scripture passage="Prov 27:7" parsed="|Prov|27|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.7" />
<sup>7</sup>Κεχορτασμενη ψυχη αποστρεφεται την κηρηθραν· εις δε την πεινασμενην ψυχην παν πικρον φαινεται γλυκυ.
<scripture passage="Prov 27:8" parsed="|Prov|27|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.8" />
<sup>8</sup>Ως το πτηνον το αποπλανωμενον απο της φωλεας αυτου, ουτως ειναι ο ανθρωπος ο αποπλανωμενος απο του τοπου αυτου.
<scripture passage="Prov 27:9" parsed="|Prov|27|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.9" />
<sup>9</sup>Τα μυρα και τα θυμιαματα ευφραινουσι την καρδιαν, και η γλυκυτης του φιλου δια της εγκαρδιου συμβουλης.
<scripture passage="Prov 27:10" parsed="|Prov|27|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.10" />
<sup>10</sup>Τον φιλον σου και τον φιλον του πατρος σου μη εγκαταλιπης· εις δε τον οικον του αδελφου σου μη εισελθης εν τη ημερα της συμφορας σου· διοτι καλητερον ειναι γειτων πλησιον παρα αδελφος μακραν.
<scripture passage="Prov 27:11" parsed="|Prov|27|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.11" />
<sup>11</sup>Υιε μου, γινου σοφος και ευφραινε την καρδιαν μου, δια να εχω τι να αποκρινωμαι προς τον ονειδιζοντα με.
<scripture passage="Prov 27:12" parsed="|Prov|27|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.12" />
<sup>12</sup>Ο φρονιμος προβλεπει το κακον και κρυπτεται· οι αφρονες εξακολουθουσι και τιμωρουνται.
<scripture passage="Prov 27:13" parsed="|Prov|27|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.13" />
<sup>13</sup>Λαβε το ιματιον του εγγυωμενου δια ξενον και λαβε ενεχυρον απ' αυτου, εγγυωμενου περι ξενων πραγματων.
<scripture passage="Prov 27:14" parsed="|Prov|27|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.14" />
<sup>14</sup>Ο εγειρομενος το πρωι και ευλογων μετα μεγαλης φωνης τον πλησιον αυτου θελει λογισθη ως καταρωμενος αυτον.
<scripture passage="Prov 27:15" parsed="|Prov|27|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.15" />
<sup>15</sup>Ακαταπαυστον σταξιμον εν ημερα βροχερα, και φιλερις γυνη ειναι ομοια·
<scripture passage="Prov 27:16" parsed="|Prov|27|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.16" />
<sup>16</sup>ο κρυπτων αυτην κρυπτει τον ανεμον· και το μυρον εν τη δεξια αυτου κρυπτομενον φωναζει.
<scripture passage="Prov 27:17" parsed="|Prov|27|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.17" />
<sup>17</sup>Ο σιδηρος ακονιζει τον σιδηρον· και ο ανθρωπος ακονιζει το προσωπον του φιλου αυτου.
<scripture passage="Prov 27:18" parsed="|Prov|27|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.18" />
<sup>18</sup>Ο φυλαττων την συκην θελει φαγει τον καρπον αυτης· και ο φυλαττων τον κυριον αυτου θελει τιμηθη.
<scripture passage="Prov 27:19" parsed="|Prov|27|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.19" />
<sup>19</sup>Καθως εις το υδωρ ανταποκρινεται προσωπον εις προσωπον, ουτω καρδια ανθρωπου εις ανθρωπον.
<scripture passage="Prov 27:20" parsed="|Prov|27|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.20" />
<sup>20</sup>Ο αδης και η απωλεια δεν χορταινουσι· και οι οφθαλμοι του ανθρωπου δεν χορταινουσιν.
<scripture passage="Prov 27:21" parsed="|Prov|27|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.21" />
<sup>21</sup>Ο αργυρος δοκιμαζεται δια του χωνευτηριου και ο χρυσος δια της καμινου· ο δε ανθρωπος δια του στοματος των εγκωμιαζοντων αυτον.
<scripture passage="Prov 27:22" parsed="|Prov|27|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.22" />
<sup>22</sup>Και αν κοπανισης δια κοπανου τον αφρονα εν ιγδιω μεταξυ σιτου κοπανιζομενου, η αφροσυνη αυτου δεν θελει χωρισθη απ' αυτου.
<scripture passage="Prov 27:23" parsed="|Prov|27|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.23" />
<sup>23</sup>Προσεχε να γνωριζης την καταστασιν των ποιμνιων σου, και επιμελου καλως τας αγελας σου·
<scripture passage="Prov 27:24" parsed="|Prov|27|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.24" />
<sup>24</sup>Διοτι ο πλουτος δεν μενει διαπαντος· ουδε το διαδημα απο γενεας εις γενεαν.
<scripture passage="Prov 27:25" parsed="|Prov|27|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.25" />
<sup>25</sup>Ο χορτος βλαστανει και η χλοη αναφαινεται, και τα χορτα των ορεων συναγονται.
<scripture passage="Prov 27:26" parsed="|Prov|27|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.26" />
<sup>26</sup>Τα αρνια ειναι δια τα ενδυματα σου, και οι τραγοι δια την πληρωμην του αγρου.
<scripture passage="Prov 27:27" parsed="|Prov|27|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.27.27" />
<sup>27</sup>Και θελεις εχει αφθονον γαλα αιγων δια την τροφην σου, δια την τροφην του οικου σου και την ζωην των θεραπαινων σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 28" progress="55.58%" prev="Prov.27" next="Prov.29" id="Prov.28">
<h3 id="Prov.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Prov.28-p1">
<scripture passage="Prov 28:1" parsed="|Prov|28|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.1" />
<sup>1</sup>Οι ασεβεις φευγουσιν ουδενος διωκοντος· οι δε δικαιοι εχουσι θαρρος ως λεων.
<scripture passage="Prov 28:2" parsed="|Prov|28|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.2" />
<sup>2</sup>Δια τα αμαρτηματα του τοπου πολλοι ειναι οι αρχοντες αυτου· δι' ανθρωπου ομως συνετου και νοημονος το πολιτευμα αυτου θελει διαρκει.
<scripture passage="Prov 28:3" parsed="|Prov|28|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.3" />
<sup>3</sup>Πτωχος ανθρωπος και δυναστευων πτωχους ειναι ως βροχη κατακλυζουσα, ητις δεν διδει αρτον.
<scripture passage="Prov 28:4" parsed="|Prov|28|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.4" />
<sup>4</sup>Οσοι εγκαταλειπουσι τον νομον, εγκωμιαζουσι τους ασεβεις· αλλ' οι φυλαττοντες τον νομον αντιμαχονται εις αυτους.
<scripture passage="Prov 28:5" parsed="|Prov|28|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.5" />
<sup>5</sup>Οι κακοι ανθρωποι δεν θελουσι νοησει κρισιν· αλλ' οι ζητουντες τον Κυριον θελουσι νοησει τα παντα.
<scripture passage="Prov 28:6" parsed="|Prov|28|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.6" />
<sup>6</sup>Καλητερος ο πτωχος ο περιπατων εν τη ακεραιοτητι αυτου, παρα τον διεστραμμενον τας οδους αυτου, και αν ηναι πλουσιος.
<scripture passage="Prov 28:7" parsed="|Prov|28|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.7" />
<sup>7</sup>Ο φυλαττων τον νομον ειναι υιος συνετος· ο δε φιλος των ασωτων καταισχυνει τον πατερα αυτου.
<scripture passage="Prov 28:8" parsed="|Prov|28|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.8" />
<sup>8</sup>Ο αυξανων την περιουσιαν αυτου δια τοκου και πλεονεξιας συναγει αυτην δια τον ελεουντα τους πτωχους.
<scripture passage="Prov 28:9" parsed="|Prov|28|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.9" />
<sup>9</sup>Του εκκλινοντος το ωτιον αυτου απο του να ακουη τον νομον, και αυτη η προσευχη αυτου θελει εισθαι βδελυγμα.
<scripture passage="Prov 28:10" parsed="|Prov|28|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.10" />
<sup>10</sup>Ο αποπλανων τους ευθεις εις οδον κακην αυτος θελει πεσει εις τον ιδιον αυτου λακκον· αλλ' οι αμεμπτοι θελουσι κληρονομησει αγαθα.
<scripture passage="Prov 28:11" parsed="|Prov|28|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.11" />
<sup>11</sup>Ο πλουσιος ανθρωπος νομιζει εαυτον σοφον· αλλ' ο συνετος πτωχος εξελεγχει αυτον.
<scripture passage="Prov 28:12" parsed="|Prov|28|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.12" />
<sup>12</sup>Οταν οι δικαιοι θριαμβευωσι, μεγαλη ειναι η δοξα· αλλ' οταν οι ασεβεις υψονωνται, οι ανθρωποι κρυπτονται.
<scripture passage="Prov 28:13" parsed="|Prov|28|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.13" />
<sup>13</sup>Ο κρυπτων τας αμαρτιας αυτου δεν θελει ευοδωθη· ο δε εξομολογουμενος και παραιτων αυτας θελει ελεηθη.
<scripture passage="Prov 28:14" parsed="|Prov|28|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.14" />
<sup>14</sup>Μακαριος ο ανθρωπος ο φοβουμενος παντοτε· οστις ομως σκληρυνει την καρδιαν αυτου, θελει πεσει εις συμφοραν.
<scripture passage="Prov 28:15" parsed="|Prov|28|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.15" />
<sup>15</sup>Λεων βρυχωμενος και αρκτος πεινωσα ειναι διοικητης ασεβης επι λαον πενιχρον.
<scripture passage="Prov 28:16" parsed="|Prov|28|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.16" />
<sup>16</sup>Ο ηγεμων ο στερουμενος συνεσεως πληθυνει τας καταδυναστειας· ο δε μισων την αρπαγην θελει μακρυνει τας ημερας αυτου.
<scripture passage="Prov 28:17" parsed="|Prov|28|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.17" />
<sup>17</sup>Ο ανθρωπος ο ενοχος αιματος ανθρωπου θελει σπευσει εις τον λακκον· ουδεις θελει κρατησει αυτον.
<scripture passage="Prov 28:18" parsed="|Prov|28|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.18" />
<sup>18</sup>Ο περιπατων εν ακεραιοτητι θελει σωθη· ο δε διεστραμμενος εν ταις οδοις αυτου θελει πεσει δια μιας.
<scripture passage="Prov 28:19" parsed="|Prov|28|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.19" />
<sup>19</sup>Ο εργαζομενος την γην αυτου θελει χορτασθη αρτον· ο δε ακολουθων τους ματαιοφρονας θελει εμπλησθη πτωχειας.
<scripture passage="Prov 28:20" parsed="|Prov|28|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.20" />
<sup>20</sup>Ο πιστος ανθρωπος θελει εχει πολλην ευλογιαν· αλλ' οστις σπευδει να πλουτηση, δεν θελει μεινει ατιμωρητος.
<scripture passage="Prov 28:21" parsed="|Prov|28|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.21" />
<sup>21</sup>Να ηναι τις προσωποληπτης, δεν ειναι καλον· διοτι ο τοιουτος ανθρωπος δι' εν κομματιον αρτου θελει ανομησει.
<scripture passage="Prov 28:22" parsed="|Prov|28|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.22" />
<sup>22</sup>Ο εχων πονηρον οφθαλμον σπευδει να πλουτηση, και δεν καταλαμβανει οτι η ενδεια θελει ελθει επ' αυτον.
<scripture passage="Prov 28:23" parsed="|Prov|28|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.23" />
<sup>23</sup>Ο ελεγχων ανθρωπον υστερον θελει ευρει περισσοτεραν χαριν, παρα τον κολακευοντα δια της γλωσσης.
<scripture passage="Prov 28:24" parsed="|Prov|28|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.24" />
<sup>24</sup>Ο κλεπτων τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου, και λεγων, Τουτο δεν ειναι αμαρτια, αυτος ειναι συντροφος του ληστου.
<scripture passage="Prov 28:25" parsed="|Prov|28|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.25" />
<sup>25</sup>Ο αλαζων την καρδιαν διεγειρει εριδας· ο δε θαρρων επι Κυριον θελει παχυνθη.
<scripture passage="Prov 28:26" parsed="|Prov|28|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.26" />
<sup>26</sup>Ο θαρρων επι την ιδιαν αυτου καρδιαν ειναι αφρων· αλλ' ο περιπατων εν σοφια, ουτος θελει σωθη.
<scripture passage="Prov 28:27" parsed="|Prov|28|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.27" />
<sup>27</sup>Οστις διδει εις τους πτωχους, δεν θελει ελθει εις ενδειαν· αλλ' οστις αποστρεφει τους οφθαλμους αυτου, θελει εχει πολλας καταρας.
<scripture passage="Prov 28:28" parsed="|Prov|28|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.28.28" />
<sup>28</sup>Οταν οι ασεβεις υψονωνται, οι ανθρωποι κρυπτονται· αλλ' εν τη απωλεια εκεινων οι δικαιοι πληθυνονται.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 29" progress="55.65%" prev="Prov.28" next="Prov.30" id="Prov.29">
<h3 id="Prov.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Prov.29-p1">
<scripture passage="Prov 29:1" parsed="|Prov|29|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.1" />
<sup>1</sup>Ανθρωπος οστις ελεγχομενος σκληρυνει τον τραχηλον, εξαιφνης θελει αφανισθη και χωρις ιασεως.
<scripture passage="Prov 29:2" parsed="|Prov|29|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.2" />
<sup>2</sup>Οταν οι δικαιοι μεγαλυνθωσιν, ο λαος ευφραινεται· αλλ' οταν ο ασεβης εξουσιαζη, στεναζει ο λαος.
<scripture passage="Prov 29:3" parsed="|Prov|29|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.3" />
<sup>3</sup>Οστις αγαπα την σοφιαν, ευφραινει τον πατερα αυτου· αλλ' οστις συναναστρεφεται με πορνας, φθειρει την περιουσιαν αυτου.
<scripture passage="Prov 29:4" parsed="|Prov|29|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.4" />
<sup>4</sup>Ο βασιλευς δια της δικαιοσυνης στερεονει τον τοπον· αλλ' ο δωροληπτης καταστρεφει αυτον.
<scripture passage="Prov 29:5" parsed="|Prov|29|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.5" />
<sup>5</sup>Ο ανθρωπος οστις κολακευει τον πλησιον αυτου, εκτεινει δικτυον εμπροσθεν των βηματων αυτου.
<scripture passage="Prov 29:6" parsed="|Prov|29|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.6" />
<sup>6</sup>Ο κακος ανθρωπος παγιδευεται εν τη ανομια· αλλ' ο δικαιος ψαλλει και ευφραινεται.
<scripture passage="Prov 29:7" parsed="|Prov|29|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.7" />
<sup>7</sup>Ο δικαιος λαμβανει γνωσιν της κρισεως των πενητων· ο ασεβης δεν νοει γνωσιν.
<scripture passage="Prov 29:8" parsed="|Prov|29|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.8" />
<sup>8</sup>Οι χλευασται ανθρωποι καταφλεγουσι την πολιν· αλλ' οι σοφοι αποστρεφουσι την οργην.
<scripture passage="Prov 29:9" parsed="|Prov|29|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.9" />
<sup>9</sup>Ο σοφος ανθρωπος, διαφερομενος μετα του αφρονος ανθρωπου, ειτε οργιζεται, ειτε γελα, δεν ευρισκει αναπαυσιν.
<scripture passage="Prov 29:10" parsed="|Prov|29|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.10" />
<sup>10</sup>Οι ανδρες των αιματων μισουσι τον αμεμπτον· αλλ' οι ευθεις εκζητουσι την ζωην αυτου.
<scripture passage="Prov 29:11" parsed="|Prov|29|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.11" />
<sup>11</sup>Ο αφρων εκθετει ολην αυτου την ψυχην· ο δε σοφος αναχαιτιζει αυτην εις τα οπισω.
<scripture passage="Prov 29:12" parsed="|Prov|29|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.12" />
<sup>12</sup>Εαν ο διοικητης προσεχη εις λογους ψευδεις, παντες οι υπηρεται αυτου γινονται ασεβεις.
<scripture passage="Prov 29:13" parsed="|Prov|29|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.13" />
<sup>13</sup>Πενης και δανειστης συναπαντωνται· ο Κυριος φωτιζει αμφοτερων τους οφθαλμους.
<scripture passage="Prov 29:14" parsed="|Prov|29|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.14" />
<sup>14</sup>Βασιλεως κρινοντος τους πτωχους εν αληθεια, ο θρονος αυτου θελει στερεωθη διαπαντος.
<scripture passage="Prov 29:15" parsed="|Prov|29|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.15" />
<sup>15</sup>Η ραβδος και ο ελεγχος διδουσι σοφιαν· παιδιον δε απολελυμενον καταισχυνει την μητερα αυτου.
<scripture passage="Prov 29:16" parsed="|Prov|29|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.16" />
<sup>16</sup>Οταν οι ασεβεις πληθυνωνται, η ανομια περισσευει· αλλ' οι δικαιοι θελουσιν ιδει την πτωσιν αυτων.
<scripture passage="Prov 29:17" parsed="|Prov|29|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.17" />
<sup>17</sup>Παιδευε τον υιον σου και θελει φερει αναπαυσιν εις σε· και θελει φερει ηδονην εις την ψυχην σου.
<scripture passage="Prov 29:18" parsed="|Prov|29|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.18" />
<sup>18</sup>Οπου δεν υπαρχει ορασις, ο λαος διαφθειρεται· ειναι δε μακαριος ο φυλαττων τον νομον.
<scripture passage="Prov 29:19" parsed="|Prov|29|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.19" />
<sup>19</sup>Ο δουλος δια λογων δεν θελει διορθωθη· επειδη καταλαμβανει μεν, αλλα δεν υπακουει.
<scripture passage="Prov 29:20" parsed="|Prov|29|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.20" />
<sup>20</sup>Ειδες ανθρωπον ταχυν εις τους λογους αυτου; περισσοτερα ελπις ειναι εκ του αφρονος παρα εξ αυτου.
<scripture passage="Prov 29:21" parsed="|Prov|29|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.21" />
<sup>21</sup>Εαν τις ανατρεφη παιδιοθεν τον δουλον αυτου τρυφηλως, τελος παντων θελει κατασταθη υιος.
<scripture passage="Prov 29:22" parsed="|Prov|29|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.22" />
<sup>22</sup>Ο θυμωδης ανθρωπος εξαπτει εριδα, και ο οργιλος ανθρωπος πληθυνει ανομιας.
<scripture passage="Prov 29:23" parsed="|Prov|29|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.23" />
<sup>23</sup>Η υπερηφανια του ανθρωπου θελει ταπεινωσει αυτον· ο δε ταπεινοφρων απολαμβανει τιμην.
<scripture passage="Prov 29:24" parsed="|Prov|29|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.24" />
<sup>24</sup>Ο συμμεριστης του κλεπτου μισει την εαυτου ψυχην· ακουει τον ορκον και δεν ομολογει.
<scripture passage="Prov 29:25" parsed="|Prov|29|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.25" />
<sup>25</sup>Ο φοβος του ανθρωπου στηνει παγιδα· ο δε πεποιθως επι Κυριον θελει εισθαι εν ασφαλεια.
<scripture passage="Prov 29:26" parsed="|Prov|29|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.26" />
<sup>26</sup>Πολλοι ζητουσι το προσωπον του ηγεμονος· αλλ' η του ανθρωπου κρισις ειναι παρα Κυριου.
<scripture passage="Prov 29:27" parsed="|Prov|29|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.29.27" />
<sup>27</sup>Ο αδικος ανθρωπος ειναι βδελυγμα εις τους δικαιους· και ο ευθυς εις την οδον αυτου, βδελυγμα εις τους ασεβεις.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 30" progress="55.71%" prev="Prov.29" next="Prov.31" id="Prov.30">
<h3 id="Prov.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Prov.30-p1">
<scripture passage="Prov 30:1" parsed="|Prov|30|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.1" />
<sup>1</sup>Οι λογοι του Αγουρ, υιου του Ιακαι· τουτεστιν ο χρησμος, τον οποιον ο ανθρωπος ελαλησε προς τον Ιθιηλ, προς τον Ιθιηλ και τον Ουκαλ.
<scripture passage="Prov 30:2" parsed="|Prov|30|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.2" />
<sup>2</sup>Βεβαιως εγω ειμαι ο αφρονεστερος των ανθρωπων, και φρονησις ανθρωπου δεν υπαρχει εν εμοι·
<scripture passage="Prov 30:3" parsed="|Prov|30|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.3" />
<sup>3</sup>και δεν εμαθον την σοφιαν, ουτε εξευρω την γνωσιν των αγιων.
<scripture passage="Prov 30:4" parsed="|Prov|30|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.4" />
<sup>4</sup>Τις ανεβη εις τον ουρανον και κατεβη; τις συνηγαγε τον ανεμον εν ταις χερσιν αυτου; τις εδεσμευσε τα υδατα εν ιματιω; τις εστερεωσε παντα τα ακρα της γης; τι το ονομα αυτου; και τι το ονομα του υιου αυτου, εαν εξευρης;
<scripture passage="Prov 30:5" parsed="|Prov|30|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.5" />
<sup>5</sup>Πας λογος Θεου ειναι δεδοκιμασμενος· ειναι ασπις εις τους πεποιθοτας επ' αυτον.
<scripture passage="Prov 30:6" parsed="|Prov|30|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.6" />
<sup>6</sup>Μη προσθεσης εις τους λογους αυτου· μηποτε σε εξελεγξη, και ευρεθης ψευστης.
<scripture passage="Prov 30:7" parsed="|Prov|30|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.7" />
<sup>7</sup>Δυο ζητω παρα σου· μη αρνηθης ταυτα εις εμε πριν αποθανω.
<scripture passage="Prov 30:8" parsed="|Prov|30|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.8" />
<sup>8</sup>Ματαιοτητα και λογον ψευδη απομακρυνε απ' εμου· πτωχειαν και πλουτον μη δωσης εις εμε· τρεφε με με αυταρκη τροφην.
<scripture passage="Prov 30:9" parsed="|Prov|30|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.9" />
<sup>9</sup>Μηποτε χορτασθω και σε αρνηθω και ειπω, Τις ειναι ο Κυριος; η μηποτε ευρεθεις πτωχος κλεψω και λαβω το ονομα του Θεου μου επι ματαιω.
<scripture passage="Prov 30:10" parsed="|Prov|30|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.10" />
<sup>10</sup>Μη καταλαλει υπηρετην προς τον κυριον αυτου· μηποτε σε καταρασθη και ευρεθης ενοχος.
<scripture passage="Prov 30:11" parsed="|Prov|30|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.11" />
<sup>11</sup>Υπαρχει γενεα, ητις καταραται τον πατερα αυτης και δεν ευλογει την μητερα αυτης·
<scripture passage="Prov 30:12" parsed="|Prov|30|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.12" />
<sup>12</sup>Υπαρχει γενεα καθαρα εις τους οφθαλμους αυτης, αλλα δεν ειναι πεπλυμενη απο της ακαθαρσιας αυτης.
<scripture passage="Prov 30:13" parsed="|Prov|30|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.13" />
<sup>13</sup>Υπαρχει γενεα, της οποιας ποσον υψηλοι ειναι οι οφθαλμοι και τα βλεφαρα αυτης επηρμενα.
<scripture passage="Prov 30:14" parsed="|Prov|30|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.14" />
<sup>14</sup>Υπαρχει γενεα, της οποιας οι οδοντες ειναι ρομφαιαι και οι μυλοδοντες μαχαιραι, δια να κατατρωγωσι τους πτωχους της γης και τους ενδεεις εκ μεσου των ανθρωπων.
<scripture passage="Prov 30:15" parsed="|Prov|30|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.15" />
<sup>15</sup>Η βδελλα εχει δυο θυγατερας, αιτινες φωναζουσι, Φερε, φερε. Τα τρια ταυτα δεν χορταινουσι ποτε, μαλιστα τεσσαρα δεν λεγουσι ποτε, Αρκει.
<scripture passage="Prov 30:16" parsed="|Prov|30|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.16" />
<sup>16</sup>Ο αδης, και η στειρα μητρα· η γη, ητις δεν χορταινει απο υδατος, και το πυρ, το οποιον δεν λεγει, Αρκει.
<scripture passage="Prov 30:17" parsed="|Prov|30|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.17" />
<sup>17</sup>Τον οφθαλμον, οστις εμπαιζει τον πατερα αυτου και καταφρονει να υπακουση εις την μητερα αυτου, οι κορακες της φαραγγος θελουσιν εκβαλει και οι νεοσσοι των αετων θελουσι φαγει.
<scripture passage="Prov 30:18" parsed="|Prov|30|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.18" />
<sup>18</sup>Τα τρια ταυτα ειναι θαυμαστα εις εμε, μαλιστα τεσσαρα δεν εννοω·
<scripture passage="Prov 30:19" parsed="|Prov|30|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.19" />
<sup>19</sup>Τα ιχνη του αετου εις τον ουρανον· τα ιχνη του οφεως επι του βραχου· τα ιχνη του πλοιου εν μεσω της θαλασσης· και τα ιχνη του ανθρωπου εν τη νεοτητι.
<scripture passage="Prov 30:20" parsed="|Prov|30|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.20" />
<sup>20</sup>Τοιαυτη ειναι η οδος της μοιχαλιδος γυναικος· τρωγει και σπογγιζει το στομα αυτης, και λεγει, Δεν επραξα ανομιαν.
<scripture passage="Prov 30:21" parsed="|Prov|30|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.21" />
<sup>21</sup>Δια τρια η γη ταραττεται, μαλιστα δια τεσσαρα, τα οποια δεν δυναται να υποφερη·
<scripture passage="Prov 30:22" parsed="|Prov|30|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.22" />
<sup>22</sup>Δια τον δουλον, οταν βασιλευση· και τον αφρονα, οταν χορτασθη αρτον·
<scripture passage="Prov 30:23" parsed="|Prov|30|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.23" />
<sup>23</sup>δια την μισητην γυναικα, οταν υπανδρευθη· και την δουλην, οταν εκδιωξη την κυριαν αυτης.
<scripture passage="Prov 30:24" parsed="|Prov|30|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.24" />
<sup>24</sup>Τα τεσσαρα ταυτα ειναι ελαχιστα επι της γης, ειναι ομως σοφωτατα·
<scripture passage="Prov 30:25" parsed="|Prov|30|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.25" />
<sup>25</sup>οι μυρμηκες, οιτινες ειναι λαος αδυνατος αλλ' εν τω θερει ετοιμαζουσι την τροφην αυτων·
<scripture passage="Prov 30:26" parsed="|Prov|30|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.26" />
<sup>26</sup>οι χοιρογρυλλιοι, οιτινες ειναι λαος ανισχυρος αλλα καμνουσι τους οικους αυτων επι βραχου·
<scripture passage="Prov 30:27" parsed="|Prov|30|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.27" />
<sup>27</sup>αι ακριδες, αιτινες δεν εχουσι βασιλεα αλλ' εκβαινουσι πασαι ομου κατα ταγματα·
<scripture passage="Prov 30:28" parsed="|Prov|30|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.28" />
<sup>28</sup>ο ασκαλαβος, οστις βασταζεται εν ταις χερσιν αυτου, και διατριβει εν τοις παλατιοις των βασιλεων.
<scripture passage="Prov 30:29" parsed="|Prov|30|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.29" />
<sup>29</sup>Τα τρια ταυτα βαδιζουσι καλως, μαλιστα τεσσαρα περιπατουσιν ευπρεπως·
<scripture passage="Prov 30:30" parsed="|Prov|30|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.30" />
<sup>30</sup>Ο λεων, οστις ειναι ο ισχυροτερος των ζωων, και δεν στρεφει απο προσωπου τινος·
<scripture passage="Prov 30:31" parsed="|Prov|30|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.31" />
<sup>31</sup>Ο αλεκτωρ, ο τραγος ετι· και ο βασιλευς, περικεκυκλωμενος υπο του λαου αυτου.
<scripture passage="Prov 30:32" parsed="|Prov|30|32|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.32" />
<sup>32</sup>Εαν επραξας αφρονως υψονων σεαυτον, και εαν εβουλευθης κακον, βαλε χειρα επι στοματος.
<scripture passage="Prov 30:33" parsed="|Prov|30|33|0|0" osisRef="Bible:Prov.30.33" />
<sup>33</sup>Διοτι οστις κτυπα το γαλα, εκβαλλει βουτυρον· και οστις εκθλιβει την ρινα, εκβαλλει αιμα· και οστις ερεθιζει οργην, εξαγει μαχας.
</p>
</div3>

<div3 title="Proverbs 31" progress="55.79%" prev="Prov.30" next="Eccl" id="Prov.31">
<h3 id="Prov.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Prov.31-p1">
<scripture passage="Prov 31:1" parsed="|Prov|31|1|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.1" />
<sup>1</sup>Οι λογοι του βασιλεως Λεμουηλ, ο χρησμος, τον οποιον η μητηρ αυτου εδιδαξεν αυτον.
<scripture passage="Prov 31:2" parsed="|Prov|31|2|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.2" />
<sup>2</sup>Τι, υιε μου; και τι, τεκνον της κοιλιας μου; και τι, υιε των ευχων μου;
<scripture passage="Prov 31:3" parsed="|Prov|31|3|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.3" />
<sup>3</sup>Μη δωσης τας δυναμεις σου εις τας γυναικας, μηδε τας οδους σου εις τας αφανιστριας των βασιλεων.
<scripture passage="Prov 31:4" parsed="|Prov|31|4|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.4" />
<sup>4</sup>Δεν ειναι των βασιλεων, Λεμουηλ, δεν ειναι των βασιλεων να πινωσιν οινον, ουδε των ηγεμονων, σικερα·
<scripture passage="Prov 31:5" parsed="|Prov|31|5|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.5" />
<sup>5</sup>μηποτε πιοντες λησμονησωσι τον νομον και διαστρεψωσι την κρισιν τινος τεθλιμμενου.
<scripture passage="Prov 31:6" parsed="|Prov|31|6|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.6" />
<sup>6</sup>Διδετε σικερα εις τους τεθλιμμενους, και οινον εις τους πεπικραμενους την ψυχην·
<scripture passage="Prov 31:7" parsed="|Prov|31|7|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.7" />
<sup>7</sup>δια να πιωσι και να λησμονησωσι την πτωχειαν αυτων και να μη ενθυμωνται πλεον την δυστυχιαν αυτων.
<scripture passage="Prov 31:8" parsed="|Prov|31|8|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.8" />
<sup>8</sup>Ανοιγε το στομα σου υπερ του αφωνου, υπερ της κρισεως παντων των εγκαταλελειμμενων.
<scripture passage="Prov 31:9" parsed="|Prov|31|9|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.9" />
<sup>9</sup>Ανοιγε το στομα σου, κρινε δικαιως, και υπερασπιζου τον πτωχον και τον ενδεη.
<scripture passage="Prov 31:10" parsed="|Prov|31|10|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.10" />
<sup>10</sup>Γυναικα εναρετον τις θελει ευρει; διοτι η τοιαυτη ειναι πολυ τιμιωτερα υπερ τους μαργαριτας.
<scripture passage="Prov 31:11" parsed="|Prov|31|11|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.11" />
<sup>11</sup>Η καρδια του ανδρος αυτης θαρρει επ' αυτην, και δεν θελει στερεισθαι αφθονιας.
<scripture passage="Prov 31:12" parsed="|Prov|31|12|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.12" />
<sup>12</sup>Θελει φερει εις αυτον καλον και ουχι κακον, πασας τας ημερας της ζωης αυτης.
<scripture passage="Prov 31:13" parsed="|Prov|31|13|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.13" />
<sup>13</sup>Ζητει μαλλιον και λιναριον και εργαζεται ευχαριστως με τας χειρας αυτης.
<scripture passage="Prov 31:14" parsed="|Prov|31|14|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.14" />
<sup>14</sup>Ειναι ως τα πλοια των εμπορων· φερει την τροφην αυτης απο μακροθεν.
<scripture passage="Prov 31:15" parsed="|Prov|31|15|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.15" />
<sup>15</sup>Και εγειρεται ενω ειναι ετι νυξ και διδει τροφην εις τον οικον αυτης, και εργα εις τας θεραπαινας αυτης.
<scripture passage="Prov 31:16" parsed="|Prov|31|16|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.16" />
<sup>16</sup>Θεωρει αγρον και αγοραζει αυτον· εκ του καρπου των χειρων αυτης φυτευει αμπελωνα.
<scripture passage="Prov 31:17" parsed="|Prov|31|17|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.17" />
<sup>17</sup>Ζωνει την οσφυν αυτης με δυναμιν, και ενισχυει τους βραχιονας αυτης.
<scripture passage="Prov 31:18" parsed="|Prov|31|18|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.18" />
<sup>18</sup>Αισθανεται οτι το εμποριον αυτης ειναι καλον· ο λυχνος αυτης δεν σβυνεται την νυκτα.
<scripture passage="Prov 31:19" parsed="|Prov|31|19|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.19" />
<sup>19</sup>Βαλλει τας χειρας αυτης εις το αδρακτιον και κρατει εν τη χειρι αυτης την ηλακατην.
<scripture passage="Prov 31:20" parsed="|Prov|31|20|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.20" />
<sup>20</sup>Ανοιγει την χειρα αυτης εις τους πτωχους και εκτεινει τας χειρας αυτης προς τους ενδεεις.
<scripture passage="Prov 31:21" parsed="|Prov|31|21|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.21" />
<sup>21</sup>Δεν φοβειται την χιονα δια τον οικον αυτης· διοτι πας ο οικος αυτης ειναι ενδεδυμενοι διπλα.
<scripture passage="Prov 31:22" parsed="|Prov|31|22|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.22" />
<sup>22</sup>Καμνει εις εαυτην σκεπασματα· το ενδυμα αυτης ειναι βυσσος και πορφυρα.
<scripture passage="Prov 31:23" parsed="|Prov|31|23|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.23" />
<sup>23</sup>Ο ανηρ αυτης γνωριζεται εν ταις πυλαις, οταν καθηται μεταξυ των πρεσβυτερων του τοπου.
<scripture passage="Prov 31:24" parsed="|Prov|31|24|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.24" />
<sup>24</sup>Καμνει λεπτον πανιον και πωλει· και διδει ζωνας εις τους εμπορους.
<scripture passage="Prov 31:25" parsed="|Prov|31|25|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.25" />
<sup>25</sup>Ισχυν και ευπρεπειαν ειναι ενδεδυμενη· και ευφραινεται δια τον μελλοντα καιρον.
<scripture passage="Prov 31:26" parsed="|Prov|31|26|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.26" />
<sup>26</sup>Ανοιγει το στομα αυτης εν σοφια· και επι της γλωσσης αυτης ειναι νομος ευμενειας.
<scripture passage="Prov 31:27" parsed="|Prov|31|27|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.27" />
<sup>27</sup>Επαγρυπνει εις την κυβερνησιν του οικου αυτης και αρτον οκνηριας δεν τρωγει.
<scripture passage="Prov 31:28" parsed="|Prov|31|28|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.28" />
<sup>28</sup>Τα τεκνα αυτης σηκονονται και μακαριζουσιν αυτην· ο ανηρ αυτης, και επαινει αυτην·
<scripture passage="Prov 31:29" parsed="|Prov|31|29|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.29" />
<sup>29</sup>Πολλαι θυγατερες εφερθησαν αξιως, αλλα συ υπερεβης πασας.
<scripture passage="Prov 31:30" parsed="|Prov|31|30|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.30" />
<sup>30</sup>Ψευδης ειναι η χαρις και ματαιον το καλλος· η γυνη η φοβουμενη τον Κυριον, αυτη θελει επαινεισθαι.
<scripture passage="Prov 31:31" parsed="|Prov|31|31|0|0" osisRef="Bible:Prov.31.31" />
<sup>31</sup>Δοτε εις αυτην εκ του καρπου των χειρων αυτης· και τα εργα αυτης ας επαινωσιν αυτην εν ταις πυλαις.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Ecclesiastes" progress="55.85%" prev="Prov.31" next="Eccl.1" id="Eccl">
<h2 id="Eccl-p0.1">Ecclesiastes</h2>

<div3 title="Ecclesiastes 1" progress="55.85%" prev="Eccl" next="Eccl.2" id="Eccl.1">
<h3 id="Eccl.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.1-p1">
<scripture passage="Eccl 1:1" parsed="|Eccl|1|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.1" />
<sup>1</sup>Λογοι του Εκκλησιαστου, υιου του Δαβιδ, βασιλεως εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Eccl 1:2" parsed="|Eccl|1|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.2" />
<sup>2</sup>Ματαιοτης ματαιοτητων, ειπεν ο Εκκλησιαστης· ματαιοτης ματαιοτητων, τα παντα ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 1:3" parsed="|Eccl|1|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.3" />
<sup>3</sup>Τις ωφελεια εις τον ανθρωπον εκ παντος του μοχθου αυτου, τον οποιον μοχθει υπο τον ηλιον;
<scripture passage="Eccl 1:4" parsed="|Eccl|1|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.4" />
<sup>4</sup>Γενεα υπαγει, και γενεα ερχεται· η δε γη διαμενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Eccl 1:5" parsed="|Eccl|1|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.5" />
<sup>5</sup>Και ανατελλει ο ηλιος, και δυει ο ηλιος· και σπευδει προς τον τοπον αυτου, οθεν ανετειλεν.
<scripture passage="Eccl 1:6" parsed="|Eccl|1|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.6" />
<sup>6</sup>Υπαγει προς τον νοτον ο ανεμος, και επιστρεφει προς τον βορραν· ακαταπαυστως περιστρεφομενος υπαγει, και επανερχεται επι τους κυκλους αυτου, ο ανεμος.
<scripture passage="Eccl 1:7" parsed="|Eccl|1|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.7" />
<sup>7</sup>Παντες οι ποταμοι υπαγουσιν εις την θαλασσαν, και η θαλασσα ποτε δεν γεμιζει· εις τον τοπον οθεν ρεουσιν οι ποταμοι, εκει παλιν επιστρεφουσι, δια να υπαγωσι.
<scripture passage="Eccl 1:8" parsed="|Eccl|1|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.8" />
<sup>8</sup>Παντα τα πραγματα ειναι εν κοπω· δεν δυναται ανθρωπος να εκφραση τουτο· ο οφθαλμος δεν χορταινει βλεπων, και το ωτιον δεν γεμιζει ακουον.
<scripture passage="Eccl 1:9" parsed="|Eccl|1|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.9" />
<sup>9</sup>Ο, τι εγεινε, τουτο παλιν θελει γεινει· και ο, τι συνεβη, τουτο παλιν θελει συμβη· και δεν ειναι ουδεν νεον υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 1:10" parsed="|Eccl|1|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.10" />
<sup>10</sup>Υπαρχει πραγμα, περι του οποιου δυναται τις να ειπη, Ιδε, τουτο ειναι νεον; τουτο εγεινεν ηδη εις τους αιωνας οιτινες υπηρξαν προ ημων.
<scripture passage="Eccl 1:11" parsed="|Eccl|1|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.11" />
<sup>11</sup>Δεν ειναι μνημη των προγεγονοτων, ουδε θελει εισθαι μνημη των επιγενησομενων μετα ταυτα, εις τους μελλοντας να υπαρξωσιν επειτα.
<scripture passage="Eccl 1:12" parsed="|Eccl|1|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.12" />
<sup>12</sup>Εγω ο Εκκλησιαστης εσταθην βασιλευς επι τον Ισραηλ εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Eccl 1:13" parsed="|Eccl|1|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.13" />
<sup>13</sup>και εδωκα την καρδιαν μου εις το να εκζητησω και να ερευνησω δια της σοφιας περι παντων των γινομενων υπο τον ουρανον· τον οχληρον τουτον περισπασμον ο Θεος εδωκεν εις τους υιους των ανθρωπων, δια να μοχθωσιν εν αυτω.
<scripture passage="Eccl 1:14" parsed="|Eccl|1|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.14" />
<sup>14</sup>Ειδον παντα τα εργα τα γινομενα υπο τον ηλιον, και ιδου, τα παντα ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
<scripture passage="Eccl 1:15" parsed="|Eccl|1|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.15" />
<sup>15</sup>Το στρεβλον δεν δυναται να γεινη ευθες, και αι ελλειψεις δεν δυνανται να αριθμηθωσιν.
<scripture passage="Eccl 1:16" parsed="|Eccl|1|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.16" />
<sup>16</sup>Εγω ελαλησα εν τη καρδια μου λεγων, Ιδου, εγω εμεγαλυνθην και ηυξηνθην εις σοφιαν υπερ παντας τους υπαρξαντας προ εμου εν Ιερουσαλημ, και η καρδια μου απηλαυσε πολλην σοφιαν και γνωσιν.
<scripture passage="Eccl 1:17" parsed="|Eccl|1|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.17" />
<sup>17</sup>Και εδωκα την καρδιαν μου εις το να γνωριση σοφιαν και εις το να γνωριση ανοησιαν και αφροσυνην· πλην εγνωρισα οτι και τουτο ειναι θλιψις πνευματος.
<scripture passage="Eccl 1:18" parsed="|Eccl|1|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.1.18" />
<sup>18</sup>Διοτι εν πολλη σοφια ειναι πολλη λυπη· και οστις προσθετει γνωσιν, προσθετει πονον.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 2" progress="55.90%" prev="Eccl.1" next="Eccl.3" id="Eccl.2">
<h3 id="Eccl.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.2-p1">
<scripture passage="Eccl 2:1" parsed="|Eccl|2|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.1" />
<sup>1</sup>Εγω ειπα εν τη καρδια μου, Ελθε τωρα, να σε δοκιμασω δι' ευφροσυνης· και εντρυφα εις αγαθα· και ιδου, και τουτο ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 2:2" parsed="|Eccl|2|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.2" />
<sup>2</sup>Ειπα περι του γελωτος, Ειναι μωρια· και περι της χαρας, Τι ωφελει αυτη;
<scripture passage="Eccl 2:3" parsed="|Eccl|2|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.3" />
<sup>3</sup>Εσκεφθην εν τη καρδια μου να ευφραινω την σαρκα μου με οινον, ενω ετι η καρδια μου ησχολειτο εις την σοφιαν· και να κρατησω την μωριαν, εωσου ιδω τι ειναι το αγαθον εις τους υιους των ανθρωπων, δια να καμνωσιν αυτο υπο τον ουρανον πασας τας ημερας της ζωης αυτων.
<scripture passage="Eccl 2:4" parsed="|Eccl|2|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.4" />
<sup>4</sup>Εκαμον πραγματα μεγαλα εις εμαυτον· ωκοδομησα εις εμαυτον οικιας· εφυτευσα δι' εμαυτον αμπελωνας.
<scripture passage="Eccl 2:5" parsed="|Eccl|2|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.5" />
<sup>5</sup>Εκαμον δι' εμαυτον κηπους και παραδεισους και εφυτευσα εν αυτοις δενδρα παντος καρπου.
<scripture passage="Eccl 2:6" parsed="|Eccl|2|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.6" />
<sup>6</sup>Εκαμον δι' εμαυτον δεξαμενας υδατων, δια να ποτιζω εξ αυτων το αλσος το καταφυτον εκ δενδρων.
<scripture passage="Eccl 2:7" parsed="|Eccl|2|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.7" />
<sup>7</sup>Απεκτησα δουλους και δουλας και ειχον δουλους οικογενεις· απεκτησα ετι αγελας και ποιμνια περισσοτερα υπερ παντας τους υπαρξαντας προ εμου εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Eccl 2:8" parsed="|Eccl|2|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.8" />
<sup>8</sup>Συνηθροισα εις εμαυτον και αργυριον και χρυσιον και εκλεκτα κειμηλια βασιλεων και τοπων· απεκτησα εις εμαυτον αδοντας και αδουσας και τα εντρυφηματα των υιων των ανθρωπων, παν ειδος παλλακιδων.
<scripture passage="Eccl 2:9" parsed="|Eccl|2|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.9" />
<sup>9</sup>Και εμεγαλυνθην και ηυξηνθην υπερ παντας τους υπαρξαντας προ εμου εν Ιερουσαλημ· και η σοφια μου εμενεν εν εμοι.
<scripture passage="Eccl 2:10" parsed="|Eccl|2|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.10" />
<sup>10</sup>Και παν ο, τι εζητησαν οι οφθαλμοι μου, δεν ηρνηθην εις αυτους· δεν εμποδισα την καρδιαν μου απο πασης ευφροσυνης, διοτι η καρδια μου ευφραινετο εις παντας τους μοχθους μου· και τουτο ητο η μερις μου εκ παντος του μοχθου μου.
<scripture passage="Eccl 2:11" parsed="|Eccl|2|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.11" />
<sup>11</sup>Και παρετηρησα εγω εν πασι τοις εργοις μου τα οποια εκαμον αι χειρες μου, και εν παντι τω μοχθω τον οποιον εμοχθησα, και ιδου, τα παντα ματαιοτης και θλιψις πνευματος, και ουδεν οφελος υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 2:12" parsed="|Eccl|2|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.12" />
<sup>12</sup>Και εστραφην εγω δια να παρατηρησω την σοφιαν και την μωριαν και την αφροσυνην· διοτι τι θελει καμει ανθρωπος ελθων μετα τον βασιλεα; ο, τι εκαμον ηδη.
<scripture passage="Eccl 2:13" parsed="|Eccl|2|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.13" />
<sup>13</sup>Και εγω ειδον οτι η σοφια υπερεχει της αφροσυνης, καθως το φως υπερεχει του σκοτους.
<scripture passage="Eccl 2:14" parsed="|Eccl|2|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.14" />
<sup>14</sup>Του σοφου οι οφθαλμοι ειναι εν τη κεφαλη αυτου, ο δε αφρων περιπατει εν τω σκοτει· πλην εγω εγνωρισα ετι οτι εν συναντημα θελει συναντησει εις παντας τουτους.
<scripture passage="Eccl 2:15" parsed="|Eccl|2|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο ειπα εγω εν τη καρδια μου, Καθως συμβαινει εις τον αφρονα, ουτω θελει συμβη και εις εμε· δια τι λοιπον εγω να γεινω σοφωτερος; οθεν εσυμπερανα παλιν εν τη καρδια μου, οτι και τουτο ειναι ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 2:16" parsed="|Eccl|2|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.16" />
<sup>16</sup>Διοτι δεν θελει μενει διαπαντος η μνημη του σοφου ουδε του αφρονος· επειδη εν ταις επερχομεναις ημεραις τα παντα θελουσι πλεον λησμονηθη. Και πως θελει αποθανει ο σοφος μετα του αφρονος;
<scripture passage="Eccl 2:17" parsed="|Eccl|2|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο εμισησα την ζωην, διοτι μοχθηρα εφανησαν εις εμε τα εργα τα γενομενα υπο τον ηλιον· επειδη τα παντα ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
<scripture passage="Eccl 2:18" parsed="|Eccl|2|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.18" />
<sup>18</sup>Εμισησα ετι εγω παντα τον μοχθον μου, τον οποιον ειχον μοχθησει υπο τον ηλιον· διοτι αφινω αυτον εις τον ανθρωπον οστις θελει σταθη μετ' εμε.
<scripture passage="Eccl 2:19" parsed="|Eccl|2|19|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.19" />
<sup>19</sup>Και τις οιδεν αν θελη εισθαι σοφος η αφρων; και ομως θελει εξουσιασει επι παντος του μοχθου μου, τον οποιον εμοχθησα και εις τον οποιον εδειξα την σοφιαν μου υπο τον ηλιον· ματαιοτης και τουτο.
<scripture passage="Eccl 2:20" parsed="|Eccl|2|20|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.20" />
<sup>20</sup>Οθεν εγω στραφεις απηλπισα την καρδιαν μου περι παντος του μοχθου, τον οποιον εμοχθησα υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 2:21" parsed="|Eccl|2|21|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ειναι ανθρωπος, του οποιου ο μοχθος εσταθη εν σοφια και γνωσει και εν ορθοτητι· και ομως αφινει αυτον εις αλλον δια μεριδα αυτου, οστις δεν εκοπιασεν εις αυτον· και τουτο ματαιοτης και κακον μεγα.
<scripture passage="Eccl 2:22" parsed="|Eccl|2|22|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.22" />
<sup>22</sup>Διοτι τις ωφελεια εις τον ανθρωπον απο παντος του μοχθου αυτου και απο της θλιψεως της καρδιας αυτου, εις τα οποια μοχθει υπο τον ηλιον;
<scripture passage="Eccl 2:23" parsed="|Eccl|2|23|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.23" />
<sup>23</sup>Επειδη πασαι αι ημεραι αυτου ειναι πονος, και οι μοχθοι αυτου λυπη· και την νυκτα ετι η καρδια αυτου δεν κοιμαται· ειναι και τουτο ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 2:24" parsed="|Eccl|2|24|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.24" />
<sup>24</sup>Δεν ειναι αγαθον εις τον ανθρωπον να τρωγη και να πινη και να καμνη την ψυχην αυτου να απολαμβανη καλον εκ του μοχθου αυτου; και τουτο ειδον εγω, οτι ειναι απο της χειρος του Θεου.
<scripture passage="Eccl 2:25" parsed="|Eccl|2|25|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.25" />
<sup>25</sup>Διοτι τις θελει φαγει και τις θελει εντρυφησει υπερ εμε;
<scripture passage="Eccl 2:26" parsed="|Eccl|2|26|0|0" osisRef="Bible:Eccl.2.26" />
<sup>26</sup>Επειδη ο Θεος εις τον ανθρωπον τον αρεστον ενωπιον αυτου διδει σοφιαν και γνωσιν και χαραν· εις δε τον αμαρτωλον διδει περισπασμον, εις το να προσθετη και να επισωρευη, δια να δωση αυτα εις τον αρεστον ενωπιον αυτου· και τουτο ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 3" progress="56.00%" prev="Eccl.2" next="Eccl.4" id="Eccl.3">
<h3 id="Eccl.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.3-p1">
<scripture passage="Eccl 3:1" parsed="|Eccl|3|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.1" />
<sup>1</sup>Χρονος ειναι εις παντα, και καιρος παντι πραγματι υπο τον ουρανον.
<scripture passage="Eccl 3:2" parsed="|Eccl|3|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.2" />
<sup>2</sup>Καιρος του γεννασθαι και καιρος του αποθνησκειν· καιρος του φυτευειν και καιρος του εκριζονειν το πεφυτευμενον·
<scripture passage="Eccl 3:3" parsed="|Eccl|3|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.3" />
<sup>3</sup>καιρος του αποκτεινειν και καιρος του ιατρευειν· καιρος του καταστρεφειν και καιρος του οικοδομειν·
<scripture passage="Eccl 3:4" parsed="|Eccl|3|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.4" />
<sup>4</sup>καιρος του κλαιειν και καιρος του γελαν· καιρος του πενθειν και καιρος του χορευειν·
<scripture passage="Eccl 3:5" parsed="|Eccl|3|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.5" />
<sup>5</sup>καιρος του διασκορπιζειν λιθους και καιρος του συναγειν λιθους· καιρος του εναγκαλιζεσθαι και καιρος του απομακρυνεσθαι απο του εναγκαλισμου·
<scripture passage="Eccl 3:6" parsed="|Eccl|3|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.6" />
<sup>6</sup>καιρος του αποκτησαι και καιρος του απολεσαι· καιρος του φυλαττειν και καιρος του ριπτειν·
<scripture passage="Eccl 3:7" parsed="|Eccl|3|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.7" />
<sup>7</sup>καιρος του σχιζειν και καιρος του ραπτειν· καιρος του σιγαν και καιρος του λαλειν·
<scripture passage="Eccl 3:8" parsed="|Eccl|3|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.8" />
<sup>8</sup>καιρος του αγαπησαι και καιρος του μισησαι· καιρος πολεμου και καιρος ειρηνης.
<scripture passage="Eccl 3:9" parsed="|Eccl|3|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.9" />
<sup>9</sup>Τις ωφελεια εις τον εργαζομενον απο οσα αυτος μοχθει;
<scripture passage="Eccl 3:10" parsed="|Eccl|3|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.10" />
<sup>10</sup>Ειδον τον περισπασμον, τον οποιον εδωκεν ο Θεος εις τους υιους των ανθρωπων δια να μοχθωσιν εν αυτω.
<scripture passage="Eccl 3:11" parsed="|Eccl|3|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.11" />
<sup>11</sup>Τα παντα εκαμε καλα εν τω καιρω εκαστου· και τον κοσμον υπεβαλεν εις την διανοιαν αυτων, χωρις ο ανθρωπος να δυναται να εξιχνιαση απ' αρχης μεχρι τελους το εργον, το οποιον ο Θεος εκαμεν.
<scripture passage="Eccl 3:12" parsed="|Eccl|3|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.12" />
<sup>12</sup>Εγνωρισα οτι δεν ειναι αλλο καλον δι' αυτους, ειμη να ευφραινηται τις και να καμνη καλον εν τη ζωη αυτου.
<scripture passage="Eccl 3:13" parsed="|Eccl|3|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.13" />
<sup>13</sup>Και ετι το να τρωγη πας ανθρωπος και να πινη και να απολαμβανη καλον εκ παντος του μοχθου αυτου, ειναι χαρισμα Θεου.
<scripture passage="Eccl 3:14" parsed="|Eccl|3|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.14" />
<sup>14</sup>Εγνωρισα οτι παντα οσα εκαμεν ο Θεος, τα αυτα θελουσιν εισθαι διαπαντος· δεν ειναι δυνατον να προσθεση τις εις αυτα ουδε να αφαιρεση απ' αυτων· και ο Θεος εκαμε τουτο δια να φοβωνται ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Eccl 3:15" parsed="|Eccl|3|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.15" />
<sup>15</sup>Ο, τι εγεινεν, ηδη ειναι· και ο, τι θελει γεινει, ηδη εγεινε· και ο Θεος ανακαλει τα παρελθοντα.
<scripture passage="Eccl 3:16" parsed="|Eccl|3|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.16" />
<sup>16</sup>Και ειδον ετι υπο τον ηλιον τον τοπον της κρισεως, και εκει ειναι η ανομια· και τον τοπον της δικαιοσυνης, και εκει η ανομια.
<scripture passage="Eccl 3:17" parsed="|Eccl|3|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.17" />
<sup>17</sup>Ειπα εγω εν τη καρδια μου, Ο Θεος θελει κρινει τον δικαιον και τον ασεβη· διοτι δι' εκαστον πραγμα και επι παντος εργου ειναι καιρος εκει.
<scripture passage="Eccl 3:18" parsed="|Eccl|3|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.18" />
<sup>18</sup>Ειπα εγω εν τη καρδια μου περι της καταστασεως των υιων των ανθρωπων, οτι θελει δοκιμασει αυτους ο Θεος, και θελουσιν ιδει οτι αυτοι καθ' εαυτους ειναι κτηνη.
<scripture passage="Eccl 3:19" parsed="|Eccl|3|19|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.19" />
<sup>19</sup>Διοτι το συναντημα των υιων των ανθρωπων ειναι και το συναντημα του κτηνους· και εν συναντημα ειναι εις αυτους· καθως αποθνησκει τουτο, ουτως αποθνησκει και εκεινος· και η αυτη πνοη ειναι εις παντας· και ο ανθρωπος δεν υπερτερει κατ' ουδεν το κτηνος· διοτι τα παντα ειναι ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 3:20" parsed="|Eccl|3|20|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.20" />
<sup>20</sup>Τα παντα καταντωσιν εις τον αυτον τοπον· τα παντα εγειναν εκ του χωματος και τα παντα επιστρεφουσιν εις το χωμα.
<scripture passage="Eccl 3:21" parsed="|Eccl|3|21|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.21" />
<sup>21</sup>Τις γνωριζει το πνευμα των υιων των ανθρωπων, αν αυτο αναβαινη εις τα ανω, και το πνευμα του κτηνους, αν αυτο καταβαινη κατω εις την γην;
<scripture passage="Eccl 3:22" parsed="|Eccl|3|22|0|0" osisRef="Bible:Eccl.3.22" />
<sup>22</sup>Ειδον λοιπον οτι δεν ειναι καλητερον, ειμη το να ευφραινηται ο ανθρωπος εις τα εργα αυτου· διοτι αυτη ειναι η μερις αυτου· επειδη τις θελει φερει αυτον δια να ιδη το γενησομενον μετ' αυτον;
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 4" progress="56.06%" prev="Eccl.3" next="Eccl.5" id="Eccl.4">
<h3 id="Eccl.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.4-p1">
<scripture passage="Eccl 4:1" parsed="|Eccl|4|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εγω εστραφην και ειδον πασας τας αδικιας τας γινομενας υπο τον ηλιον· και ιδου, δακρυα των αδικουμενων, και δεν υπηρχεν εις αυτους ο παρηγορων· η δε δυναμις ητο εν τη χειρι των αδικουντων αυτους· και δεν υπηρχεν εις αυτους ο παρηγορων.
<scripture passage="Eccl 4:2" parsed="|Eccl|4|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.2" />
<sup>2</sup>Οθεν εγω εμακαρισα τους τελευτησαντας, τους ηδη αποθανοντας, μαλλον παρα τους ζωντας, οσοι ζωσιν ετι.
<scripture passage="Eccl 4:3" parsed="|Eccl|4|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.3" />
<sup>3</sup>Καλητερος δε αμφοτερων ειναι, οστις δεν υπηρξεν ετι, οστις δεν ειδε τα πονηρα εργα τα γινομενα υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 4:4" parsed="|Eccl|4|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.4" />
<sup>4</sup>Προσετι εγω εθεωρησα παντα μοχθον και πασαν επιτευξιν εργου, οτι δια τουτο ο ανθρωπος φθονειται υπο του πλησιον αυτου· και τουτο ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
<scripture passage="Eccl 4:5" parsed="|Eccl|4|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.5" />
<sup>5</sup>Ο αφρων περιπλεκει τας χειρας αυτου και τρωγει την εαυτου σαρκα.
<scripture passage="Eccl 4:6" parsed="|Eccl|4|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.6" />
<sup>6</sup>Καλητερον μια δραξ πληρης αναπαυσεως παρα δυο πληρεις μοχθου και θλιψεως πνευματος.
<scripture passage="Eccl 4:7" parsed="|Eccl|4|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.7" />
<sup>7</sup>Παλιν εστραφην εγω και ειδον ματαιοτητα υπο τον ηλιον·
<scripture passage="Eccl 4:8" parsed="|Eccl|4|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.8" />
<sup>8</sup>υπαρχει τις και δεν εχει δευτερον· ναι, δεν εχει ουτε υιον ουτε αδελφον· και ομως δεν παυει απο παντος του μοχθου αυτου· μαλιστα ο οφθαλμος αυτου δεν χορταινει πλουτου· και δεν λεγει, δια τινα εγω κοπιαζω και στερω την ψυχην μου απο αγαθων; και τουτο ειναι ματαιοτης και περισπασμος λυπηρος.
<scripture passage="Eccl 4:9" parsed="|Eccl|4|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.9" />
<sup>9</sup>Καλητεροι οι δυο υπερ τον ενα· επειδη αυτοι εχουσι καλην αντιμισθιαν εν τω κοπω αυτων.
<scripture passage="Eccl 4:10" parsed="|Eccl|4|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.10" />
<sup>10</sup>Διοτι, εαν πεσωσιν, ο εις θελει σηκωσει τον συντροφον αυτου· αλλ' ουαι εις τον ενα, οστις πεση και δεν εχη δευτερον να σηκωση αυτον.
<scripture passage="Eccl 4:11" parsed="|Eccl|4|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.11" />
<sup>11</sup>Παλιν, εαν δυο πλαγιασωσιν ομου, τοτε θερμαινονται· ο εις ομως πως θελει θερμανθη;
<scripture passage="Eccl 4:12" parsed="|Eccl|4|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.12" />
<sup>12</sup>Και εαν τις υπερισχυση κατα του ενος, οι δυο θελουσιν αντισταθη εις αυτον· και το τριπλουν σχοινιον δεν κοπτεται ταχεως.
<scripture passage="Eccl 4:13" parsed="|Eccl|4|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.13" />
<sup>13</sup>Καλητερον πτωχον και σοφον παιδιον παρα βασιλευς γερων και αφρων, οστις δεν ειναι πλεον επιδεκτικος νουθεσιας·
<scripture passage="Eccl 4:14" parsed="|Eccl|4|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.14" />
<sup>14</sup>διοτι το μεν εξερχεται εκ του οικου των δεσμιων δια να βασιλευση· ο δε και βασιλευς γεννηθεις καθισταται πενης.
<scripture passage="Eccl 4:15" parsed="|Eccl|4|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.15" />
<sup>15</sup>Ειδον παντας τους ζωντας τους περιπατουντας υπο τον ηλιον, μετα του υιου, του δευτερου, οστις θελει σταθη αντ' αυτου.
<scripture passage="Eccl 4:16" parsed="|Eccl|4|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.4.16" />
<sup>16</sup>Δεν υπαρχει τελος εις παντα τον λαον, εις παντας τους προυπαρξαντας αυτων· αλλ' ουδε οι μετα ταυτα θελουσιν ευφρανθη εις αυτον· λοιπον και τουτο ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 5" progress="56.11%" prev="Eccl.4" next="Eccl.6" id="Eccl.5">
<h3 id="Eccl.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.5-p1">
<scripture passage="Eccl 5:1" parsed="|Eccl|5|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.1" />
<sup>1</sup>Φυλαττε τον ποδα σου, οταν υπαγης εις τον οικον του Θεου· και προθυμου μαλλον να ακουης, παρα να προσφερης θυσιαν αφρονων, οιτινες δεν αισθανονται οτι πραττουσι κακως.
<scripture passage="Eccl 5:2" parsed="|Eccl|5|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.2" />
<sup>2</sup>Μη σπευδε δια του στοματος σου, και η καρδια σου ας μη επιταχυνη να προφερη λογον ενωπιον του Θεου· διοτι ο Θεος ειναι εν τω ουρανω, συ δε επι της γης· οθεν οι λογοι σου ας ηναι ολιγοι.
<scripture passage="Eccl 5:3" parsed="|Eccl|5|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.3" />
<sup>3</sup>Επειδη το μεν ονειρον ερχεται εν τω πληθει των περισπασμων· η δε φωνη του αφρονος εν τω πληθει των λογων.
<scripture passage="Eccl 5:4" parsed="|Eccl|5|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.4" />
<sup>4</sup>Οταν ευχηθης ευχην εις τον Θεον, μη βραδυνης να αποδωσης αυτην· διοτι δεν ευαρεστειται εις τους αφρονας· αποδος ο, τι ηυχηθης.
<scripture passage="Eccl 5:5" parsed="|Eccl|5|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.5" />
<sup>5</sup>Καλλιον να μη ευχηθης, παρα ευχηθεις να μη αποδωσης.
<scripture passage="Eccl 5:6" parsed="|Eccl|5|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.6" />
<sup>6</sup>Μη συγχωρησης εις το στομα σου να φερη επι σε αμαρτιαν· μηδε ειπης ενωπιον του αγγελου, οτι ητο εξ αγνοιας· δια τι να οργισθη ο Θεος εις την φωνην σου και να αφανιση τα εργα των χειρων σου;
<scripture passage="Eccl 5:7" parsed="|Eccl|5|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εν τω πληθει των ονειρων και εν τω πληθει των λογων ειναι ματαιοτητες· συ δε φοβου τον Θεον.
<scripture passage="Eccl 5:8" parsed="|Eccl|5|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.8" />
<sup>8</sup>Εαν ιδης καταθλιψιν πενητος και παραβιασιν κρισεως και δικαιοσυνης εν τη χωρα, μη θαυμασης δια τουτο· διοτι ο επι τον υψηλον υψηλοτερος επιτηρει· και επι τουτους υψηλοτεροι.
<scripture passage="Eccl 5:9" parsed="|Eccl|5|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.9" />
<sup>9</sup>Η γη ωφελει υπερ παντα· και αυτος ο βασιλευς υπο των αγρων υπηρετειται.
<scripture passage="Eccl 5:10" parsed="|Eccl|5|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.10" />
<sup>10</sup>Ο αγαπων το αργυριον δεν θελει χορτασθη αργυριου· ουδε εισοδηματων ο αγαπων την αφθονιαν· ματαιοτης και τουτο.
<scripture passage="Eccl 5:11" parsed="|Eccl|5|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.11" />
<sup>11</sup>Πληθυνομενων των αγαθων πληθυνονται και οι τρωγοντες αυτα· και τις η ωφελεια εις τους κυριους αυτων, ειμη το να θεωρωσιν αυτα δια των οφθαλμων αυτων;
<scripture passage="Eccl 5:12" parsed="|Eccl|5|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.12" />
<sup>12</sup>Ο υπνος του εργαζομενου ειναι γλυκυς, ειτε ολιγον φαγη, ειτε πολυ· ο δε του πλουσιου χορτασμος δεν αφινει αυτον να κοιμαται.
<scripture passage="Eccl 5:13" parsed="|Eccl|5|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.13" />
<sup>13</sup>Υπαρχει κακον θλιβερον, το οποιον ειδον υπο τον ηλιον· πλουτος φυλαττομενος υπο του εχοντος αυτον προς βλαβην αυτου.
<scripture passage="Eccl 5:14" parsed="|Eccl|5|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.14" />
<sup>14</sup>Και ο πλουτος εκεινος χανεται υπο συμφορας κακης· αυτος δε γεννα υιον και δεν εχει ουδεν εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Eccl 5:15" parsed="|Eccl|5|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.15" />
<sup>15</sup>Καθως εξηλθεν εκ της κοιλιας της μητρος αυτου, γυμνος θελει επιστρεψει, υπαγων καθως ηλθε· και δεν θελει βασταζει ουδεν εκ του κοπου αυτου, δια να εχη εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Eccl 5:16" parsed="|Eccl|5|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.16" />
<sup>16</sup>Και τουτο ετι κακον θλιβερον, καθως ηλθεν, ουτω να υπαγη· και τις ωφελεια εις αυτον οτι εκοπιασε δια τον ανεμον;
<scripture passage="Eccl 5:17" parsed="|Eccl|5|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.17" />
<sup>17</sup>Θελει προσετι τρωγει κατα πασας αυτου τας ημερας εν σκοτει και εν πολλη λυπη και αρρωστια και βασανω.
<scripture passage="Eccl 5:18" parsed="|Eccl|5|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, τι ειδον εγω αγαθον· ειναι καλον να τρωγη τις και να πινη και να απολαμβανη τα αγαθα ολου του κοπου αυτου, τον οποιον κοπιαζει υπο τον ηλιον, κατα τον αριθμον των ημερων της ζωης αυτου, οσας εδωκεν ο Θεος εις αυτον· διοτι τουτο ειναι η μερις αυτου.
<scripture passage="Eccl 5:19" parsed="|Eccl|5|19|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.19" />
<sup>19</sup>Και εις οντινα ανθρωπον ο Θεος δοσας πλουτη και υπαρχοντα, εδωκεν εις αυτον και εξουσιαν να τρωγη απ' αυτων και να λαμβανη το μεριδιον αυτου και να ευφραινεται εις τον κοπον αυτου, τουτο ειναι δωρον Θεου·
<scripture passage="Eccl 5:20" parsed="|Eccl|5|20|0|0" osisRef="Bible:Eccl.5.20" />
<sup>20</sup>διοτι δεν θελει ενθυμεισθαι πολυ τας ημερας της ζωης αυτου· επειδη ο Θεος αποκρινεται εις την καρδιαν αυτου δι' ευφροσυνης.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 6" progress="56.18%" prev="Eccl.5" next="Eccl.7" id="Eccl.6">
<h3 id="Eccl.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.6-p1">
<scripture passage="Eccl 6:1" parsed="|Eccl|6|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.1" />
<sup>1</sup>Υπαρχει κακον, το οποιον ειδον υπο τον ηλιον, και τουτο συχνον μεταξυ των ανθρωπων·
<scripture passage="Eccl 6:2" parsed="|Eccl|6|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.2" />
<sup>2</sup>Ανθρωπος, εις τον οποιον ο Θεος εδωκε πλουτον και υπαρχοντα και δοξαν, ωστε δεν στερειται η ψυχη αυτου απο παντων οσα ηθελεν επιθυμησει· πλην ο Θεος δεν εδωκεν εις αυτον εξουσιαν να τρωγη εξ αυτων, αλλα τρωγει αυτα ξενος· και τουτο ματαιοτης και ειναι νοσος κακη.
<scripture passage="Eccl 6:3" parsed="|Eccl|6|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.3" />
<sup>3</sup>Εαν ανθρωπος γεννηση εκατον τεκνα και ζηση πολλα ετη, ωστε αι ημεραι των ετων αυτου να γεινωσι πολλαι, και η ψυχη αυτου δεν χορταινη αγαθου και δεν λαβη και ταφην, λεγω οτι το εξαμβλωμα ειναι καλητερον παρ' αυτον.
<scripture passage="Eccl 6:4" parsed="|Eccl|6|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ηλθεν εν ματαιοτητι και θελει υπαγει εν σκοτει, και το ονομα αυτου θελει σκεπασθη υπο σκοτους·
<scripture passage="Eccl 6:5" parsed="|Eccl|6|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.5" />
<sup>5</sup>δεν ειδεν, ουδε εγνωρισε τον ηλιον, εχει ομως περισσοτεραν αναπαυσιν παρ' εκεινον,
<scripture passage="Eccl 6:6" parsed="|Eccl|6|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.6" />
<sup>6</sup>και δισχιλια ετη αν ζηση και καλον δεν ιδη· δεν υπαγουσι παντες εις τον αυτον τοπον;
<scripture passage="Eccl 6:7" parsed="|Eccl|6|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.7" />
<sup>7</sup>Πας ο μοχθος του ανθρωπου ειναι δια το στομα αυτου; και ομως η ψυχη δεν χορταινει.
<scripture passage="Eccl 6:8" parsed="|Eccl|6|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.8" />
<sup>8</sup>Διοτι κατα τι υπερβαινει ο σοφος τον αφρονα; κατα τι ο πτωχος, αν και εξευρη να περιπατη εμπροσθεν των ζωντων;
<scripture passage="Eccl 6:9" parsed="|Eccl|6|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.9" />
<sup>9</sup>Καλλιον ειναι να βλεπη τις δια των οφθαλμων, παρα να περιπλαναται με την ψυχην· και τουτο ματαιοτης και θλιψις πνευματος.
<scripture passage="Eccl 6:10" parsed="|Eccl|6|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.10" />
<sup>10</sup>Ο, τι εγεινεν, ελαβεν ηδη το ονομα αυτου, και εγνωρισθη οτι ουτος ειναι ανθρωπος· και δεν δυναται να κριθη μετα του ισχυροτερου αυτου·
<scripture passage="Eccl 6:11" parsed="|Eccl|6|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ειναι πολλα πραγματα πληθυνοντα την ματαιοτητα, τις ωφελεια εις τον ανθρωπον;
<scripture passage="Eccl 6:12" parsed="|Eccl|6|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.6.12" />
<sup>12</sup>Διοτι τις γνωριζει τι ειναι καλον δια τον ανθρωπον εν τη ζωη, κατα πασας τας ημερας της ζωης της ματαιοτητος αυτου, τας οποιας διερχεται ως σκιαν; διοτι τις θελει απαγγειλει προς τον ανθρωπον, τι θελει εισθαι μετ' αυτον υπο τον ηλιον;
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 7" progress="56.22%" prev="Eccl.6" next="Eccl.8" id="Eccl.7">
<h3 id="Eccl.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.7-p1">
<scripture passage="Eccl 7:1" parsed="|Eccl|7|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.1" />
<sup>1</sup>Καλλιον ονομα καλον παρα πολυτιμον μυρον· και η ημερα του θανατου παρα την ημεραν της γεννησεως.
<scripture passage="Eccl 7:2" parsed="|Eccl|7|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.2" />
<sup>2</sup>Καλλιον να υπαγη τις εις οικον πενθους, παρα να υπαγη εις οικον συμποσιου· διοτι τουτο ειναι το τελος παντος ανθρωπου, και ο ζων θελει βαλει αυτο εις την καρδιαν αυτου.
<scripture passage="Eccl 7:3" parsed="|Eccl|7|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.3" />
<sup>3</sup>Καλλιον η λυπη παρα τον γελωτα· διοτι εκ της σκυθρωποτητος του προσωπου η καρδια γινεται φαιδροτερα.
<scripture passage="Eccl 7:4" parsed="|Eccl|7|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.4" />
<sup>4</sup>Η καρδια των σοφων ειναι εν οικω πενθους· αλλ' η καρδια των αφρονων εν οικω ευφροσυνης.
<scripture passage="Eccl 7:5" parsed="|Eccl|7|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.5" />
<sup>5</sup>Καλλιον εις τον ανθρωπον να ακουη επιπληξιν σοφου, παρα να ακουη ασμα αφρονων·
<scripture passage="Eccl 7:6" parsed="|Eccl|7|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.6" />
<sup>6</sup>διοτι καθως ειναι ο ηχος των ακανθων υποκατω του λεβητος, ουτως ο γελως του αφρονος και τουτο ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 7:7" parsed="|Eccl|7|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.7" />
<sup>7</sup>Βεβαιως η καταδυναστεια παραλογιζει τον σοφον· και το δωρον διαφθειρει την καρδιαν.
<scripture passage="Eccl 7:8" parsed="|Eccl|7|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.8" />
<sup>8</sup>Καλλιον το τελος του πραγματος παρα την αρχην αυτου· καλητερος ο μακροθυμος παρα τον υψηλοφρονα.
<scripture passage="Eccl 7:9" parsed="|Eccl|7|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.9" />
<sup>9</sup>Μη σπευδε εν τω πνευματι σου να θυμονης· διοτι ο θυμος αναπαυεται εν τω κολπω των αφρονων.
<scripture passage="Eccl 7:10" parsed="|Eccl|7|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.10" />
<sup>10</sup>Μη ειπης, Τις η αιτια, δια την οποιαν αι παρελθουσαι ημεραι ησαν καλητεραι παρα ταυτας; διοτι δεν ερωτας φρονιμως περι τουτου.
<scripture passage="Eccl 7:11" parsed="|Eccl|7|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.11" />
<sup>11</sup>Η σοφια ειναι καλη ως η κληρονομια, και ωφελιμος εις τους βλεποντας τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 7:12" parsed="|Eccl|7|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.12" />
<sup>12</sup>Διοτι η σοφια ειναι σκεπη, ως ειναι σκεπη το αργυριον· πλην η υπεροχη της γνωσεως ειναι, οτι η σοφια ζωοποιει τους εχοντας αυτην.
<scripture passage="Eccl 7:13" parsed="|Eccl|7|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.13" />
<sup>13</sup>Θεωρει το εργον του Θεου· διοτι τις δυναται να καμη ευθες εκεινο, το οποιον αυτος εκαμε στρεβλον;
<scripture passage="Eccl 7:14" parsed="|Eccl|7|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.14" />
<sup>14</sup>Εν ημερα ευτυχιας ευφραινου, εν δε ημερα δυστυχιας σκεπτου· διοτι ο Θεος εκαμε το εν αντιστιχον του αλλου, δια να μη ευρισκη ο ανθρωπος μηδεν οπισω αυτου.
<scripture passage="Eccl 7:15" parsed="|Eccl|7|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.15" />
<sup>15</sup>Τα παντα ειδον εν ταις ημεραις της ματαιοτητος μου· υπαρχει δικαιος, οστις αφανιζεται εν τη δικαιοσυνη αυτου· και υπαρχει ασεβης, οστις μακροημερευει εν τη κακια αυτου.
<scripture passage="Eccl 7:16" parsed="|Eccl|7|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.16" />
<sup>16</sup>Μη γινου δικαιος παραπολυ, και μη φρονει σεαυτον υπερμετρα σοφον· δια τι να αφανισθης;
<scripture passage="Eccl 7:17" parsed="|Eccl|7|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.17" />
<sup>17</sup>Μη γινου κακος παραπολυ, και μη εσο αφρων· δια τι να αποθανης προ του καιρου σου;
<scripture passage="Eccl 7:18" parsed="|Eccl|7|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.18" />
<sup>18</sup>Ειναι καλον να κρατης τουτο, απο δε εκεινου να μη αποσυρης την χειρα σου· διοτι ο φοβουμενος τον Θεον θελει εκφυγει παντα ταυτα.
<scripture passage="Eccl 7:19" parsed="|Eccl|7|19|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.19" />
<sup>19</sup>Η σοφια ενδυναμονει τον σοφον περισσοτερον παρα δεκα εξουσιαζοντες, οιτινες ειναι εν τη πολει.
<scripture passage="Eccl 7:20" parsed="|Eccl|7|20|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.20" />
<sup>20</sup>Διοτι δεν υπαρχει ανθρωπος δικαιος επι της γης, οστις να πραττη το καλον και να μη αμαρτανη.
<scripture passage="Eccl 7:21" parsed="|Eccl|7|21|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.21" />
<sup>21</sup>Προσετι, μη δωσης την προσοχην σου εις παντας τους λογους οσοι λεγονται· μηποτε ακουσης τον δουλον σου καταρωμενον σε·
<scripture passage="Eccl 7:22" parsed="|Eccl|7|22|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.22" />
<sup>22</sup>διοτι πολλακις και η καρδια σου γνωριζει οτι και συ παρομοιως κατηρασθης αλλους.
<scripture passage="Eccl 7:23" parsed="|Eccl|7|23|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.23" />
<sup>23</sup>Παντα ταυτα εδοκιμασα δια της σοφιας· ειπα, Θελω γεινει σοφος· αλλ' αυτη απεμακρυνθη απ' εμου.
<scripture passage="Eccl 7:24" parsed="|Eccl|7|24|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.24" />
<sup>24</sup>Ο, τι ειναι πολυ μακραν και εις ακρον βαρυ, τις δυναται να ευρη τουτο;
<scripture passage="Eccl 7:25" parsed="|Eccl|7|25|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.25" />
<sup>25</sup>Εγω περιηλθον εν τη καρδια μου δια να μαθω και να ανιχνευσω, και να εκζητησω σοφιαν και τον λογον των πραγματων, και να γνωρισω την ασεβειαν της αφροσυνης και την ηλιθιοτητα της ανοησιας.
<scripture passage="Eccl 7:26" parsed="|Eccl|7|26|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.26" />
<sup>26</sup>Και ευρον οτι πικροτερα ειναι παρα θανατον η γυνη, της οποιας η καρδια ειναι παγιδες και δικτυα και αι χειρες αυτης δεσμα· ο αρεστος ενωπιον του Θεου θελει εκφυγει απ' αυτης· ο δε αμαρτωλος θελει συλληφθη εν αυτη.
<scripture passage="Eccl 7:27" parsed="|Eccl|7|27|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.27" />
<sup>27</sup>Ιδε, τουτο ευρηκα, λεγει ο Εκκλησιαστης, εξεταζων εν προς εν, δια να ευρω τον λογον·
<scripture passage="Eccl 7:28" parsed="|Eccl|7|28|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.28" />
<sup>28</sup>τον οποιον ετι η ψυχη μου εκζητει αλλα δεν ευρισκω· ανδρα ενα μεταξυ χιλιων ευρηκα· γυναικα ομως μιαν μεταξυ πασων τουτων δεν ευρηκα.
<scripture passage="Eccl 7:29" parsed="|Eccl|7|29|0|0" osisRef="Bible:Eccl.7.29" />
<sup>29</sup>Ιδου, τουτο μονον ευρηκα· οτι ο Θεος εκαμε τον ανθρωπον ευθυν, αλλ' αυτοι επεζητησαν λογισμους πολλους.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 8" progress="56.29%" prev="Eccl.7" next="Eccl.9" id="Eccl.8">
<h3 id="Eccl.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.8-p1">
<scripture passage="Eccl 8:1" parsed="|Eccl|8|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.1" />
<sup>1</sup>Τις ειναι ως ο σοφος; και τις γνωριζει την λυσιν των πραγματων; η σοφια του ανθρωπου φαιδρυνει το προσωπον αυτου, και η σκληροτης του προσωπου αυτου θελει μεταβληθη.
<scripture passage="Eccl 8:2" parsed="|Eccl|8|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.2" />
<sup>2</sup>Εγω σε συμβουλευω να φυλαττης την προσταγην του βασιλεως, και δια τον ορκον του Θεου.
<scripture passage="Eccl 8:3" parsed="|Eccl|8|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.3" />
<sup>3</sup>Μη σπευδε να φυγης απ' εμπροσθεν αυτου· μη εμμενης εις πραγμα κακον· διοτι παν ο, τι θεληση, καμνει.
<scripture passage="Eccl 8:4" parsed="|Eccl|8|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.4" />
<sup>4</sup>Εν τω λογω του βασιλεως ειναι εξουσια· και τις θελει ειπει προς αυτον, Τι καμνεις;
<scripture passage="Eccl 8:5" parsed="|Eccl|8|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.5" />
<sup>5</sup>Ο φυλαττων την προσταγην δεν θελει δοκιμασει πραγμα κακον· και η καρδια του σοφου γνωριζει τον καιρον και τον τροπον.
<scripture passage="Eccl 8:6" parsed="|Eccl|8|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.6" />
<sup>6</sup>Παντι πραγματι ειναι καιρος και τροπος· οθεν η αθλιοτης του ανθρωπου ειναι πολλη επ' αυτον·
<scripture passage="Eccl 8:7" parsed="|Eccl|8|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.7" />
<sup>7</sup>διοτι δεν γνωριζει τι θελει συμβη· επειδη τις δυναται να απαγγειλη προς αυτον πως θελει ακολουθησει;
<scripture passage="Eccl 8:8" parsed="|Eccl|8|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.8" />
<sup>8</sup>Δεν υπαρχει ανθρωπος εχων εξουσιαν επι του πνευματος, ωστε να εμποδιζη το πνευμα· ουδε εχων εξουσιαν επι της ημερας του θανατου· και εν τω πολεμω δεν ειναι αποφυγη· και η ασεβεια δεν θελει ελευθερωσει τους εχοντας αυτην.
<scripture passage="Eccl 8:9" parsed="|Eccl|8|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.9" />
<sup>9</sup>Παντα ταυτα ειδον, και προσηλωσα τον νουν μου εις παν εργον, το οποιον γινεται υπο τον ηλιον· ειναι καιρος καθ' ον ο ανθρωπος εξουσιαζει ανθρωπον προς βλαβην αυτου.
<scripture passage="Eccl 8:10" parsed="|Eccl|8|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.10" />
<sup>10</sup>Και ουτως ειδον τους ασεβεις ενταφιασθεντας, οιτινες ηλθον και απηλθον απο της γης της αγιας και ελησμονηθησαν εν τη πολει, οπου ειχον πραξει ουτω· και τουτο ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 8:11" parsed="|Eccl|8|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.11" />
<sup>11</sup>Επειδη η κατα του πονηρου εργου αποφασις δεν εκτελειται ταχεως, δια τουτο η καρδια των υιων των ανθρωπων ειναι ολη εκδοτος εις το να πραττη το κακον.
<scripture passage="Eccl 8:12" parsed="|Eccl|8|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.12" />
<sup>12</sup>Αν και ο αμαρτωλος πραττη κακον, εκατοντακις και μακροημερευη, εγω ομως γνωριζω βεβαιως οτι θελει εισθαι καλον εις τους φοβουμενους τον Θεον, οιτινες φοβουνται απο προσωπου αυτου·
<scripture passage="Eccl 8:13" parsed="|Eccl|8|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.13" />
<sup>13</sup>εις δε τον ασεβη δεν θελει εισθαι καλον, και δεν θελουσι μακρυνθη αι ημεραι αυτου, αιτινες παρερχονται ως σκια· διοτι δεν φοβειται απο προσωπου του Θεου.
<scripture passage="Eccl 8:14" parsed="|Eccl|8|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.14" />
<sup>14</sup>Υπαρχει ματαιοτης, ητις γινεται επι της γης· οτι ειναι, δικαιοι εις τους οποιους συμβαινει κατα τα εργα των ασεβων, και ειναι ασεβεις εις τους οποιους συμβαινει κατα τα εργα των δικαιων· ειπα οτι και τουτο ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 8:15" parsed="|Eccl|8|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο εγω επηνεσα την ευφροσυνην· διοτι ο ανθρωπος δεν εχει καλητερον υπο τον ηλιον, ειμη να τρωγη και να πινη και να ευφραινηται· και τουτο θελει μεινει εις αυτον απο του κοπου αυτου εν ταις ημεραις της ζωης αυτου, τας οποιας ο Θεος εδωκεν εις αυτον υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 8:16" parsed="|Eccl|8|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.16" />
<sup>16</sup>Αφου εδωκα την καρδιαν μου εις το να γνωρισω την σοφιαν και να ιδω τον περισπασμον τον γινομενον επι της γης, διοτι ουτε ημεραν ουτε νυκτα δεν βλεπουσιν υπνον εις τους οφθαλμους αυτων·
<scripture passage="Eccl 8:17" parsed="|Eccl|8|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.8.17" />
<sup>17</sup>τοτε ειδον παν το εργον του Θεου, οτι ανθρωπος δεν δυναται να ευρη το εργον το οποιον εγεινεν υπο τον ηλιον· επειδη οσον και αν κοπιαση ο ανθρωπος ζητων, βεβαιως δεν θελει ευρει· ετι δε και ο σοφος εαν ειπη να γνωριση αυτο, δεν θελει δυνηθη να ευρη.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 9" progress="56.36%" prev="Eccl.8" next="Eccl.10" id="Eccl.9">
<h3 id="Eccl.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.9-p1">
<scripture passage="Eccl 9:1" parsed="|Eccl|9|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.1" />
<sup>1</sup>Διοτι απαν τουτο εσκεφθην εν τη καρδια μου, δια να εξιχνιασω απαν τουτο, οτι οι δικαιοι και οι σοφοι, και τα εργα αυτων, ειναι εν χειρι Θεου· δεν υπαρχει ανθρωπος γνωριζων, ειτε αγαπη θελει εισθαι ειτε μισος· τα παντα ειναι εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Eccl 9:2" parsed="|Eccl|9|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.2" />
<sup>2</sup>Παντα συμβαινουσιν επισης εις παντας· εν συναντημα ειναι εις τον δικαιον και εις τον ασεβη, εις τον αγαθον και εις τον καθαρον και εις τον ακαθαρτον, και εις τον θυσιαζοντα και εις τον μη θυσιαζοντα· ως ο αγαθος, ουτω και ο αμαρτωλος· ο ομνυων ως ο φοβουμενος τον ορκον.
<scripture passage="Eccl 9:3" parsed="|Eccl|9|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.3" />
<sup>3</sup>Τουτο ειναι το κακον μεταξυ παντων των γινομενων υπο τον ηλιον, οτι εν συναντημα ειναι εις παντας· και μαλιστα η καρδια των υιων των ανθρωπων ειναι πληρης κακιας, και αφροσυνη ειναι εν τη καρδια αυτων ενοσω ζωσι, και μετα ταυτα υπαγουσι προς τους νεκρους.
<scripture passage="Eccl 9:4" parsed="|Eccl|9|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εις τον εχοντα κοινωνιαν μεταξυ παντων των ζωντων ειναι ελπις· επειδη κυων ζων ειναι καλητερος παρα λεοντα νεκρον.
<scripture passage="Eccl 9:5" parsed="|Eccl|9|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.5" />
<sup>5</sup>Διοτι οι ζωντες γνωριζουσιν οτι θελουσιν αποθανει· αλλ' οι νεκροι δεν γνωριζουσιν ουδεν ουδε εχουσι πλεον απολαυσιν· επειδη το μνημοσυνον αυτων ελησμονηθη.
<scripture passage="Eccl 9:6" parsed="|Eccl|9|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.6" />
<sup>6</sup>Ετι και η αγαπη αυτων και το μισος αυτων και ο φθονος αυτων ηδη εχαθη· και δεν θελουσιν εχει πλεον εις τον αιωνα μεριδα εις παντα οσα γινονται υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 9:7" parsed="|Eccl|9|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.7" />
<sup>7</sup>Υπαγε, φαγε τον αρτον σου εν ευφροσυνη και πιε τον οινον σου εν ευθυμω καρδια· διοτι ηδη ο Θεος ευαρεστειται εις τα εργα σου.
<scripture passage="Eccl 9:8" parsed="|Eccl|9|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.8" />
<sup>8</sup>Εν παντι καιρω ας ηναι λευκα τα ιματια σου· και ελαιον ας μη εκλειψη απο της κεφαλης σου.
<scripture passage="Eccl 9:9" parsed="|Eccl|9|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.9" />
<sup>9</sup>Χαιρου ζωην μετα της γυναικος, την οποιαν ηγαπησας, πασας τας ημερας της ζωης της ματαιοτητος σου, αιτινες σοι εδοθησαν υπο τον ηλιον, πασας τας ημερας της ματαιοτητος σου· διοτι τουτο ειναι η μερις σου εν τη ζωη και εν τω μοχθω σου, τον οποιον μοχθεις υπο τον ηλιον.
<scripture passage="Eccl 9:10" parsed="|Eccl|9|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.10" />
<sup>10</sup>Παντα οσα ευρη η χειρ σου να καμη, καμε κατα την δυναμιν σου· διοτι δεν ειναι πραξις ουτε λογισμος ουτε γνωσις ουτε σοφια εν τω αδη οπου υπαγεις.
<scripture passage="Eccl 9:11" parsed="|Eccl|9|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.11" />
<sup>11</sup>Επεστρεψα και ειδον υπο τον ηλιον, οτι ο δρομος δεν ειναι εις τους ταχυποδας, ουδε ο πολεμος εις τους δυνατους, αλλ' ουδε ο αρτος εις τους σοφους, αλλ' ουδε τα πλουτη εις τους νοημονας, αλλ' ουδε η χαρις εις τους αξιους· διοτι καιρος και περιστασις συναντα εις παντας αυτους.
<scripture passage="Eccl 9:12" parsed="|Eccl|9|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ουδε ο ανθρωπος γνωριζει τον καιρον αυτου· καθως οι ιχθυες οιτινες πιανονται εν κακω δικτυω, και καθως τα πτηνα, τα οποια πιανονται εν παγιδι, ουτω παγιδευονται οι υιοι των ανθρωπων εν καιρω κακω οταν εξαιφνης επελθη επ' αυτους.
<scripture passage="Eccl 9:13" parsed="|Eccl|9|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.13" />
<sup>13</sup>Και ταυτην την σοφιαν ειδον υπο τον ηλιον, και εφανη εις εμε μεγαλη·
<scripture passage="Eccl 9:14" parsed="|Eccl|9|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.14" />
<sup>14</sup>Ητο μικρα πολις και ανδρες εν αυτη ολιγοι· και ηλθε κατ' αυτης βασιλευς μεγας και επολιορκησεν αυτην και ωκοδομησεν εναντιον αυτης προχωματα μεγαλα·
<scripture passage="Eccl 9:15" parsed="|Eccl|9|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.15" />
<sup>15</sup>αλλ' ευρεθη εν αυτη ανθρωπος πτωχος και σοφος, και αυτος δια της σοφιας αυτου ηλευθερωσε την πολιν· πλην ουδεις ενεθυμηθη τον πτωχον εκεινον ανθρωπον.
<scripture passage="Eccl 9:16" parsed="|Eccl|9|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.16" />
<sup>16</sup>Τοτε εγω ειπα, Η σοφια ειναι καλητερα παρα την δυναμιν, αν και η σοφια του πτωχου καταφρονηται και οι λογοι αυτου δεν εισακουωνται.
<scripture passage="Eccl 9:17" parsed="|Eccl|9|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.17" />
<sup>17</sup>Οι λογοι των σοφων εν ησυχια ακουονται μαλλον παρα την κραυγην του εξουσιαζοντος μετα αφρονων.
<scripture passage="Eccl 9:18" parsed="|Eccl|9|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.9.18" />
<sup>18</sup>Η σοφια ειναι καλητερα παρα τα οπλα του πολεμου· εις δε αμαρτωλος αφανιζει μεγαλα καλα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 10" progress="56.43%" prev="Eccl.9" next="Eccl.11" id="Eccl.10">
<h3 id="Eccl.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.10-p1">
<scripture passage="Eccl 10:1" parsed="|Eccl|10|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.1" />
<sup>1</sup>Μυιαι αποθνησκουσαι καμνουσι το μυρον του μυρεψου να βρωμα, να αναβραζη· και μικρα αφροσυνη ατιμαζει τον εν υποληψει επι σοφια και τιμη.
<scripture passage="Eccl 10:2" parsed="|Eccl|10|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.2" />
<sup>2</sup>Η καρδια του σοφου ειναι εν τη δεξια αυτου· η δε καρδια του αφρονος εν τη αριστερα αυτου.
<scripture passage="Eccl 10:3" parsed="|Eccl|10|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.3" />
<sup>3</sup>Και ετι οταν ο αφρων περιπατη εν τη οδω, λειπει συνεσις αυτου και αναγγελλει προς παντας οτι ειναι αφρων.
<scripture passage="Eccl 10:4" parsed="|Eccl|10|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.4" />
<sup>4</sup>Εαν το πνευμα του ηγεμονος εγερθη εναντιον σου, μη αφησης τον τοπον σου· διοτι η γλυκυτης καταπαυει αμαρτιας μεγαλας.
<scripture passage="Eccl 10:5" parsed="|Eccl|10|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.5" />
<sup>5</sup>Ειναι κακον το οποιον ειδον υπο τον ηλιον, λαθος, λεγω, προερχομενον απο του εξουσιαστου·
<scripture passage="Eccl 10:6" parsed="|Eccl|10|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.6" />
<sup>6</sup>οτι ο αφρων βαλλεται εις μεγαλας αξιας, οι δε πλουσιοι καθηνται εν ταπεινω τοπω.
<scripture passage="Eccl 10:7" parsed="|Eccl|10|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.7" />
<sup>7</sup>Ειδον δουλους εφ' ιππων και αρχοντας περιπατουντας ως δουλους επι της γης.
<scripture passage="Eccl 10:8" parsed="|Eccl|10|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.8" />
<sup>8</sup>Οστις σκαπτει λακκον, θελει πεσει εις αυτον· και οστις χαλα φραγμον, οφις θελει δαγκασει αυτον.
<scripture passage="Eccl 10:9" parsed="|Eccl|10|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.9" />
<sup>9</sup>Ο μετακινων λιθους θελει βλαφθη υπ' αυτων· ο σχιζων ξυλα θελει κινδυνευσει εν αυτοις.
<scripture passage="Eccl 10:10" parsed="|Eccl|10|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.10" />
<sup>10</sup>Εαν ο σιδηρος αμβλυνθη και δεν ακονιση τις την κοψιν αυτου, πρεπει να προσθεση δυναμιν· η σοφια δε ειναι ωφελιμος προς διευθυνσιν.
<scripture passage="Eccl 10:11" parsed="|Eccl|10|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.11" />
<sup>11</sup>Εαν ο οφις δαγκανη χωρις συριγμου, πλην και ο συκοφαντης καλητερος δεν ειναι.
<scripture passage="Eccl 10:12" parsed="|Eccl|10|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.12" />
<sup>12</sup>Οι λογοι του στοματος του σοφου ειναι χαρις· τα δε χειλη του αφρονος θελουσι καταπιει αυτον.
<scripture passage="Eccl 10:13" parsed="|Eccl|10|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.13" />
<sup>13</sup>Η αρχη των λογων του στοματος αυτου ειναι αφροσυνη· και το τελος της ομιλιας αυτου κακη μωρια.
<scripture passage="Eccl 10:14" parsed="|Eccl|10|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.14" />
<sup>14</sup>Ο αφρων προσετι πληθυνει λογους, ενω ο ανθρωπος δεν εξευρει τι μελλει γενεσθαι· και τις δυναται να απαγγειλη προς αυτον τι θελει εισθαι μετ' αυτον;
<scripture passage="Eccl 10:15" parsed="|Eccl|10|15|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.15" />
<sup>15</sup>Ο μοχθος των αφρονων απαυδιζει αυτους, επειδη δεν εξευρουσι να υπαγωσιν εις την πολιν.
<scripture passage="Eccl 10:16" parsed="|Eccl|10|16|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.16" />
<sup>16</sup>Ουαι εις σε, γη, της οποιας ο βασιλευς ειναι νεος, και οι αρχοντες σου τρωγουσι το πρωι
<scripture passage="Eccl 10:17" parsed="|Eccl|10|17|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.17" />
<sup>17</sup>Μακαρια συ, γη, της οποιας ο βασιλευς ειναι υιος ευγενων, και οι αρχοντες σου τρωγουσιν εν καιρω προς ενισχυσιν και ουχι προς μεθην
<scripture passage="Eccl 10:18" parsed="|Eccl|10|18|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.18" />
<sup>18</sup>Δια την πολλην οκνηριαν πιπτει η στεγασις· και δια την αργιαν των χειρων σταλαζει η οικια.
<scripture passage="Eccl 10:19" parsed="|Eccl|10|19|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.19" />
<sup>19</sup>Δι' ευθυμιαν καμνουσι συμποσια, και ο οινος ευφραινει τους ζωντας· το δε αργυριον αποκρινεται εις παντα.
<scripture passage="Eccl 10:20" parsed="|Eccl|10|20|0|0" osisRef="Bible:Eccl.10.20" />
<sup>20</sup>Μη καταρασθης τον βασιλεα μηδε εν τη διανοια σου· και μη καταρασθης τον πλουσιον εν τω ταμειω του κοιτωνος σου· διοτι πτηνον του ουρανου θελει φερει την φωνην, και το εχον τας πτερυγας θελει αναγγειλει το πραγμα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 11" progress="56.48%" prev="Eccl.10" next="Eccl.12" id="Eccl.11">
<h3 id="Eccl.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.11-p1">
<scripture passage="Eccl 11:1" parsed="|Eccl|11|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.1" />
<sup>1</sup>Ριψον τον αρτον σου επι προσωπον των υδατων· διοτι εν ταις πολλαις ημεραις θελεις ευρει αυτον.
<scripture passage="Eccl 11:2" parsed="|Eccl|11|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.2" />
<sup>2</sup>Δος μεριδιον εις επτα και ετι εις οκτω· διοτι δεν εξευρεις τι κακον θελει γεινει επι της γης.
<scripture passage="Eccl 11:3" parsed="|Eccl|11|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.3" />
<sup>3</sup>Εαν τα νεφη ηναι πληρη, θελουσι διαχυσει βροχην επι την γην· και εαν δενδρον πεση προς τον νοτον η προς τον βορραν, εν τω τοπω οπου πεση το δενδρον, εκει θελει μεινει.
<scripture passage="Eccl 11:4" parsed="|Eccl|11|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.4" />
<sup>4</sup>Οστις παρατηρει τον ανεμον, δεν θελει σπειρει· και οστις θεωρει τα νεφη, δεν θελει θερισει.
<scripture passage="Eccl 11:5" parsed="|Eccl|11|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.5" />
<sup>5</sup>Καθως δεν γνωριζεις τις η οδος του ανεμου ουδε τινι τροπω μορφονονται τα οστα εν τη κοιλια της κυοφορουσης, ουτω δεν γνωριζεις τα εργα του Θεου, οστις καμνει τα παντα.
<scripture passage="Eccl 11:6" parsed="|Eccl|11|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.6" />
<sup>6</sup>Σπειρε τον σπορον σου το πρωι, και την εσπεραν ας μη ησυχαση η χειρ σου· διοτι δεν εξευρεις τι θελει ευδοκιμησει, τουτο η εκεινο, η εαν και τα δυο ηναι επισης αγαθα.
<scripture passage="Eccl 11:7" parsed="|Eccl|11|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.7" />
<sup>7</sup>Γλυκυ βεβαια ειναι το φως, και ευαρεστον εις τους οφθαλμους να βλεπωσι τον ηλιον·
<scripture passage="Eccl 11:8" parsed="|Eccl|11|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.8" />
<sup>8</sup>αλλα και εαν ο ανθρωπος ζηση ετη πολλα και ευφραινηται εν πασι τουτοις, ας ενθυμηθη ομως τας ημερας του σκοτους, οτι θελουσιν εισθαι πολλαι. Παντα τα συμβαινοντα ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 11:9" parsed="|Eccl|11|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.9" />
<sup>9</sup>Ευφραινου, νεανισκε, εν τη νεοτητι σου· και η καρδια σου ας σε χαροποιη εν ταις ημεραις της νεοτητος σου· και περιπατει κατα τας επιθυμιας της καρδιας σου και κατα την ορασιν των οφθαλμων σου· πλην εξευρε, οτι δια παντα ταυτα ο Θεος θελει σε φερει εις κρισιν.
<scripture passage="Eccl 11:10" parsed="|Eccl|11|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.11.10" />
<sup>10</sup>Και αφαιρεσον τον θυμον απο της καρδιας σου, και απομακρυνον την πονηριαν απο της σαρκος σου· διοτι η νεοτης και η παιδικη ηλικια ειναι ματαιοτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Ecclesiastes 12" progress="56.52%" prev="Eccl.11" next="Song" id="Eccl.12">
<h3 id="Eccl.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Eccl.12-p1">
<scripture passage="Eccl 12:1" parsed="|Eccl|12|1|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.1" />
<sup>1</sup>Και ενθυμου τον Πλαστην σου εν ταις ημεραις της νεοτητος σου· πριν ελθωσιν αι κακαι ημεραι, και φθασωσι τα ετη εις τα οποια θελεις ειπει, Δεν εχω ευχαριστησιν εις αυτα·
<scripture passage="Eccl 12:2" parsed="|Eccl|12|2|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.2" />
<sup>2</sup>πριν σκοτισθη ο ηλιος και το φως και σεληνη και οι αστερες, και επανελθωσι τα νεφη μετα την βροχην·
<scripture passage="Eccl 12:3" parsed="|Eccl|12|3|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.3" />
<sup>3</sup>οτε οι φυλακες της οικιας θελουσι τρεμει, και οι ανδρες οι ισχυροι θελουσι κλονιζεσθαι, και αι αλεθουσαι θελουσι παυσει· διοτι ωλιγοστευθησαν, και αι βλεπουσαι δια των θυριδων θελουσιν αμαυρωθη·
<scripture passage="Eccl 12:4" parsed="|Eccl|12|4|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.4" />
<sup>4</sup>και αι θυραι θελουσι κλεισθη εν τη οδω, οτε θελει ασθενησει η φωνη της αλεθουσης, και ο ανθρωπος θελει εξεγειρεσθαι εις την φωνην του στρουθιου, και πασαι αι θυγατερες του ασματος ατονισωσιν·
<scripture passage="Eccl 12:5" parsed="|Eccl|12|5|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.5" />
<sup>5</sup>οτε θελουσι φοβεισθαι το υψος και θελουσι τρεμει εν τη οδω· οτε η αμυγδαλεα θελει ανθησει και η ακρις θελει προξενει βαρος και η ορεξις θελει εκλειψει· διοτι ο ανθρωπος υπαγει εις τον αιωνιον οικον αυτου και οι πενθουντες περικυκλουσι τας οδους·
<scripture passage="Eccl 12:6" parsed="|Eccl|12|6|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.6" />
<sup>6</sup>πριν λυθη η αργυρα αλυσος και σπαση ο λυχνος ο χρυσους η συντριφθη η υδρια εν τη πηγη η χαλαση ο τροχος εν τω φρεατι,
<scripture passage="Eccl 12:7" parsed="|Eccl|12|7|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.7" />
<sup>7</sup>και επιστρεψη το χωμα εις την γην, καθως ητο, και το πνευμα επιστρεψη εις τον Θεον, οστις εδωκεν αυτο.
<scripture passage="Eccl 12:8" parsed="|Eccl|12|8|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.8" />
<sup>8</sup>Ματαιοτης ματαιοτητων, ειπεν ο Εκκλησιαστης· τα παντα ματαιοτης.
<scripture passage="Eccl 12:9" parsed="|Eccl|12|9|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.9" />
<sup>9</sup>Και οσον περισσοτερον ο Εκκλησιαστης εσταθη σοφος, τοσον περισσοτερον εδιδαξε την γνωσιν εις τον λαον· μαλιστα επροσεξε και ηρευνησε και εβαλεν εις ταξιν πολλας παροιμιας.
<scripture passage="Eccl 12:10" parsed="|Eccl|12|10|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.10" />
<sup>10</sup>Ο Εκκλησιαστης εζητησε να ευρη λογους ευαρεστους· και το γεγραμμενον ητο ευθυτης και λογοι αληθειας.
<scripture passage="Eccl 12:11" parsed="|Eccl|12|11|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.11" />
<sup>11</sup>Οι λογοι των σοφων ειναι ως βουκεντρα και ως καρφια εμπεπηγμενα υπο των διδασκαλων των συναθροισαντων αυτους· εδοθησαν δε παρα του αυτου ποιμενος.
<scripture passage="Eccl 12:12" parsed="|Eccl|12|12|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.12" />
<sup>12</sup>Περιπλεον δε τουτων, μαθε, υιε μου, οτι το να καμνη τις πολλα βιβλια δεν εχει τελος, και η πολλη μελετη ειναι μοχθος εις την σαρκα.
<scripture passage="Eccl 12:13" parsed="|Eccl|12|13|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.13" />
<sup>13</sup>Ας ακουσωμεν το τελος της ολης υποθεσεως· φοβου τον Θεον και φυλαττε τας εντολας αυτου, επειδη τουτο ειναι το παν του ανθρωπου.
<scripture passage="Eccl 12:14" parsed="|Eccl|12|14|0|0" osisRef="Bible:Eccl.12.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ο Θεος θελει φερει εις κρισιν παν εργον και παν κρυπτον, ειτε αγαθον ειτε πονηρον.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Song of Solomon" progress="56.56%" prev="Eccl.12" next="Song.1" id="Song">
<h2 id="Song-p0.1">Song of Solomon</h2>

<div3 title="Song of Solomon 1" progress="56.56%" prev="Song" next="Song.2" id="Song.1">
<h3 id="Song.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Song.1-p1">
<scripture passage="Song 1:1" parsed="|Song|1|1|0|0" osisRef="Bible:Song.1.1" />
<sup>1</sup>Το Αισμα των Αισματων, το του Σολομωντος.
<scripture passage="Song 1:2" parsed="|Song|1|2|0|0" osisRef="Bible:Song.1.2" />
<sup>2</sup>Ας με φιληση με τα φιληματα του στοματος αυτου. Διοτι η αγαπη σου ειναι καλητερα παρα τον οινον.
<scripture passage="Song 1:3" parsed="|Song|1|3|0|0" osisRef="Bible:Song.1.3" />
<sup>3</sup>Δια την ευωδιαν των καλων μυρων σου, το ονομα σου ειναι μυρον εκκεχυμενον· δια τουτο αι νεανιδες σε αγαπωσιν.
<scripture passage="Song 1:4" parsed="|Song|1|4|0|0" osisRef="Bible:Song.1.4" />
<sup>4</sup>Ελκυσον με· θελομεν δραμει κατοπιν σου· ο βασιλευς με εισηγαγεν εις τα ταμεια αυτου· θελομεν αγαλλεσθαι και ευφραινεσθαι εις σε, θελομεν ενθυμεισθαι την αγαπην σου μαλλον παρα οινον· οι εχοντες ευθυτητα σε αγαπωσι.
<scripture passage="Song 1:5" parsed="|Song|1|5|0|0" osisRef="Bible:Song.1.5" />
<sup>5</sup>Μελαινα ειμαι, πλην ευχαρις, θυγατερες της Ιερουσαλημ· ως τα σκηνωματα του Κηδαρ, ως τα παραπετασματα του Σολομωντος.
<scripture passage="Song 1:6" parsed="|Song|1|6|0|0" osisRef="Bible:Song.1.6" />
<sup>6</sup>Μη βλεπετε εις εμε, οτι ειμαι μεμελανωμενη, επειδη ο ηλιος με εκαυσεν· οι υιοι της μητρος μου ωργισθησαν κατ' εμου· με εβαλον φυλακα εις τους αμπελωνας· τον ιδιον μου αμπελωνα ομως δεν εφυλαξα.
<scripture passage="Song 1:7" parsed="|Song|1|7|0|0" osisRef="Bible:Song.1.7" />
<sup>7</sup>Απαγγειλον μοι, συ, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου, Που ποιμαινεις, που αναπαυεις το ποιμνιον την μεσημβριαν· δια τι να γεινω ως περικεκαλυμμενη μεταξυ των ποιμνιων των συντροφων σου;
<scripture passage="Song 1:8" parsed="|Song|1|8|0|0" osisRef="Bible:Song.1.8" />
<sup>8</sup>Εαν δεν γνωριζης τουτο αφ' εαυτης, ωραια μεταξυ των γυναικων, εξελθε συ κατοπιν εις τα ιχνη του ποιμνιου, και ποιμαινε τα εριφια σου πλησιον των σκηνων των βοσκων.
<scripture passage="Song 1:9" parsed="|Song|1|9|0|0" osisRef="Bible:Song.1.9" />
<sup>9</sup>Με τας ιππους των αμαξων του Φαραω σε εξωμοιωσα, ηγαπημενη μου.
<scripture passage="Song 1:10" parsed="|Song|1|10|0|0" osisRef="Bible:Song.1.10" />
<sup>10</sup>Αι σιαγονες σου ειναι ωραιαι με τας σειρας των μαργαριτων, και ο τραχηλος σου με τα περιδερραια.
<scripture passage="Song 1:11" parsed="|Song|1|11|0|0" osisRef="Bible:Song.1.11" />
<sup>11</sup>Θελομεν καμει εις σε αλυσεις χρυσας με στιγματα αργυριου.
<scripture passage="Song 1:12" parsed="|Song|1|12|0|0" osisRef="Bible:Song.1.12" />
<sup>12</sup>Ενοσω ο βασιλευς καθηται εις την τραπεζαν αυτου, ο ναρδος μου διαχεει την οσμην αυτου.
<scripture passage="Song 1:13" parsed="|Song|1|13|0|0" osisRef="Bible:Song.1.13" />
<sup>13</sup>Δεματιον σμυρνης ειναι εις εμε ο αγαπητος μου· θελει διανυκτερευει μεταξυ των μαστων μου.
<scripture passage="Song 1:14" parsed="|Song|1|14|0|0" osisRef="Bible:Song.1.14" />
<sup>14</sup>Ο αγαπητος μου ειναι εις εμε ως βοτρυς κυπρινος εις τους αμπελωνας του Εν-γαδδι.
<scripture passage="Song 1:15" parsed="|Song|1|15|0|0" osisRef="Bible:Song.1.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, εισαι ωραια, αγαπητη μου· ιδου, εισαι ωραια· οι οφθαλμοι σου ειναι ως περιστερων.
<scripture passage="Song 1:16" parsed="|Song|1|16|0|0" osisRef="Bible:Song.1.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, εισαι ωραιος, αγαπητε μου, ναι, ευχαρις· και η κλινη ημων ειναι ευθαλης.
<scripture passage="Song 1:17" parsed="|Song|1|17|0|0" osisRef="Bible:Song.1.17" />
<sup>17</sup>Αι δοκοι των οικων ημων ειναι κεδροι, τα σανιδωματα ημων εκ κυπαρισσου.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 2" progress="56.61%" prev="Song.1" next="Song.3" id="Song.2">
<h3 id="Song.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Song.2-p1">
<scripture passage="Song 2:1" parsed="|Song|2|1|0|0" osisRef="Bible:Song.2.1" />
<sup>1</sup>Εγω ειμαι το ανθος του Σαρων και το κρινον των κοιλαδων.
<scripture passage="Song 2:2" parsed="|Song|2|2|0|0" osisRef="Bible:Song.2.2" />
<sup>2</sup>Καθως το κρινον μεταξυ των ακανθων, ουτως ειναι η αγαπητη μου μεταξυ των νεανιδων.
<scripture passage="Song 2:3" parsed="|Song|2|3|0|0" osisRef="Bible:Song.2.3" />
<sup>3</sup>Καθως η μηλεα μεταξυ των δενδρων του δασους, ουτως ειναι ο αγαπητος μου μεταξυ των νεανισκων· επεθυμησα την σκιαν αυτου και εκαθησα υπ' αυτην, και ο καρπος αυτου ητο γλυκυς εις τον ουρανισκον μου.
<scripture passage="Song 2:4" parsed="|Song|2|4|0|0" osisRef="Bible:Song.2.4" />
<sup>4</sup>Με εφερεν εις τον οικον του οινου, και η σημαια αυτου επ' εμε η αγαπη.
<scripture passage="Song 2:5" parsed="|Song|2|5|0|0" osisRef="Bible:Song.2.5" />
<sup>5</sup>Υποστηριξατε με με γλυκισματα δυναμωτικα, αναψυξατε με με μηλα· διοτι ειμαι τετρωμενη υπο αγαπης.
<scripture passage="Song 2:6" parsed="|Song|2|6|0|0" osisRef="Bible:Song.2.6" />
<sup>6</sup>Η αριστερα αυτου ειναι υπο την κεφαλην μου, και η δεξια αυτου με εναγκαλιζεται.
<scripture passage="Song 2:7" parsed="|Song|2|7|0|0" osisRef="Bible:Song.2.7" />
<sup>7</sup>Σας ορκιζω, θυγατερες Ιερουσαλημ, εις τας δορκαδας και εις τας ελαφους του αγρου, να μη εξεγειρητε μηδε να εξυπνησητε την αγαπην μου, εωσου θεληση.
<scripture passage="Song 2:8" parsed="|Song|2|8|0|0" osisRef="Bible:Song.2.8" />
<sup>8</sup>Φωνη του αγαπητου μου Ιδου, αυτος ερχεται πηδων επι τα ορη, σκιρτων επι τους λοφους.
<scripture passage="Song 2:9" parsed="|Song|2|9|0|0" osisRef="Bible:Song.2.9" />
<sup>9</sup>Ο αγαπητος μου ειναι ομοιος με δορκαδα η με σκυμνον ελαφου· ιδου, ισταται οπισθεν του τοιχου ημων, κυτταζει εξω δια των θυριδων, προκυπτει δια των δικτυωτων.
<scripture passage="Song 2:10" parsed="|Song|2|10|0|0" osisRef="Bible:Song.2.10" />
<sup>10</sup>Αποκρινεται ο αγαπητος μου και λεγει προς εμε, Σηκωθητι, αγαπητη μου, ωραια μου, και ελθε·
<scripture passage="Song 2:11" parsed="|Song|2|11|0|0" osisRef="Bible:Song.2.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ιδου, ο χειμων παρηλθεν, η βροχη διεβη, απηλθε·
<scripture passage="Song 2:12" parsed="|Song|2|12|0|0" osisRef="Bible:Song.2.12" />
<sup>12</sup>τα ανθη φαινονται εν τη γη· ο καιρος του ασματος εφθασε, και η φωνη της τρυγονος ηκουσθη εν τη γη ημων·
<scripture passage="Song 2:13" parsed="|Song|2|13|0|0" osisRef="Bible:Song.2.13" />
<sup>13</sup>η συκη εξεφερε τους ολυνθους αυτης, και αι αμπελοι με τα ανθη της σταφυλης διαδιδουσιν ευωδιαν· σηκωθητι, αγαπητη μου, ωραια μου, και ελθε·
<scripture passage="Song 2:14" parsed="|Song|2|14|0|0" osisRef="Bible:Song.2.14" />
<sup>14</sup>Ω περιστερα μου, ητις εισαι εν ταις σχισμαις του βραχου, εν τοις αποκρυφοις των κρημνων, δειξον μοι την οψιν σου, καμε με να ακουσω την φωνην σου· διοτι η φωνη σου ειναι γλυκεια και η οψις σου ωραια.
<scripture passage="Song 2:15" parsed="|Song|2|15|0|0" osisRef="Bible:Song.2.15" />
<sup>15</sup>Πιασατε εις ημας τας αλωπεκας, τας μικρας αλωπεκας, αιτινες αφανιζουσι τας αμπελους· διοτι αι αμπελοι ημων ανθουσιν.
<scripture passage="Song 2:16" parsed="|Song|2|16|0|0" osisRef="Bible:Song.2.16" />
<sup>16</sup>Ο αγαπητος μου ειναι εις εμε και εγω εις αυτον· ποιμαινει μεταξυ των κρινων.
<scripture passage="Song 2:17" parsed="|Song|2|17|0|0" osisRef="Bible:Song.2.17" />
<sup>17</sup>Εωσου πνευση η αυρα της ημερας και φυγωσιν αι σκιαι, επιστρεψον, αγαπητε μου· γινου ομοιος με δορκαδα η με σκυμνον ελαφου επι τα ορη τα διεσχισμενα.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 3" progress="56.66%" prev="Song.2" next="Song.4" id="Song.3">
<h3 id="Song.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Song.3-p1">
<scripture passage="Song 3:1" parsed="|Song|3|1|0|0" osisRef="Bible:Song.3.1" />
<sup>1</sup>Την νυκτα επι της κλινης μου εζητησα εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· εζητησα αυτον και δεν ευρηκα αυτον.
<scripture passage="Song 3:2" parsed="|Song|3|2|0|0" osisRef="Bible:Song.3.2" />
<sup>2</sup>Θελω σηκωθη τωρα και περιελθει την πολιν, εν ταις αγοραις και εν ταις πλατειαις· θελω ζητησει εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· εζητησα αυτον και δεν ευρηκα αυτον.
<scripture passage="Song 3:3" parsed="|Song|3|3|0|0" osisRef="Bible:Song.3.3" />
<sup>3</sup>Με ευρηκαν οι φυλακες οι περιερχομενοι την πολιν. Μη ειδετε εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου;
<scripture passage="Song 3:4" parsed="|Song|3|4|0|0" osisRef="Bible:Song.3.4" />
<sup>4</sup>Αφου ολιγον επερασα απ' αυτων, ευρηκα εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· επιασα αυτον και δεν αφηκα αυτον, εωσου εισηγαγον αυτον εις τον οικον της μητρος μου, και εις τον κοιτωνα της συλλαβουσης με.
<scripture passage="Song 3:5" parsed="|Song|3|5|0|0" osisRef="Bible:Song.3.5" />
<sup>5</sup>Σας ορκιζω, θυγατερες Ιερουσαλημ, εις τας δορκαδας και εις τας ελαφους του αγρου, να μη εξεγειρητε μηδε να εξυπνησητε την αγαπην μου, εωσου θεληση.
<scripture passage="Song 3:6" parsed="|Song|3|6|0|0" osisRef="Bible:Song.3.6" />
<sup>6</sup>Τις αυτη, η αναβαινουσα απο της ερημου ως στυλοι καπνου, τεθυμιαμενη με σμυρναν και λιβανον, με πασαν αρωματικην σκονην του μυρεψου;
<scripture passage="Song 3:7" parsed="|Song|3|7|0|0" osisRef="Bible:Song.3.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, η κλινη του Σολομωντος· εξηκοντα δυνατοι ανδρες ειναι περι αυτην, εκ των δυνατων του Ισραηλ·
<scripture passage="Song 3:8" parsed="|Song|3|8|0|0" osisRef="Bible:Song.3.8" />
<sup>8</sup>Παντες ουτοι κρατουσι ρομφαιαν, δεδιδαγμενοι πολεμον· εκαστος εχει την ρομφαιαν αυτου επι τον μηρον αυτου δια νυκτερινους φοβους.
<scripture passage="Song 3:9" parsed="|Song|3|9|0|0" osisRef="Bible:Song.3.9" />
<sup>9</sup>Ο βασιλευς Σολομων εκαμεν εις εαυτον φορειον εκ ξυλων του Λιβανου·
<scripture passage="Song 3:10" parsed="|Song|3|10|0|0" osisRef="Bible:Song.3.10" />
<sup>10</sup>τους στυλους αυτου εκαμεν εξ αργυρου, το ανακλιντηριον αυτου εκ χρυσου, την στρωμνην αυτου εκ πορφυρας· το μεσον αυτου ητο εγκεκοσμημενον ερασμιως υπο των θυγατερων της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Song 3:11" parsed="|Song|3|11|0|0" osisRef="Bible:Song.3.11" />
<sup>11</sup>Εξελθετε και ιδετε, θυγατερες Σιων, τον βασιλεα Σολομωντα εν τω διαδηματι, με το οποιον εστειλεν αυτον η μητηρ αυτου εν τη ημερα της νυμφευσεως αυτου και εν τη ημερα της ευφροσυνης της καρδιας αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 4" progress="56.69%" prev="Song.3" next="Song.5" id="Song.4">
<h3 id="Song.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Song.4-p1">
<scripture passage="Song 4:1" parsed="|Song|4|1|0|0" osisRef="Bible:Song.4.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, εισαι ωραια, αγαπητη μου· ιδου, εισαι ωραια· οι οφθαλμοι σου ειναι ως περιστερων μεταξυ των πλοκαμων σου· τα μαλλια σου ειναι ως ποιμνιον αιγων, καταβαινοντων απο του ορους Γαλααδ.
<scripture passage="Song 4:2" parsed="|Song|4|2|0|0" osisRef="Bible:Song.4.2" />
<sup>2</sup>Οι οδοντες σου ειναι ως ποιμνιον προβατων κεκουρευμενων, αναβαινοντων απο της λουσεως, τα οποια παντα γεννωσι διδυμα, και δεν υπαρχει ατεκνον μεταξυ αυτων·
<scripture passage="Song 4:3" parsed="|Song|4|3|0|0" osisRef="Bible:Song.4.3" />
<sup>3</sup>τα χειλη σου ως ταινια ερυθρα, και η λαλια σου ευχαρις· αι παρειαι σου ως τμημα ροιδιου μεταξυ των πλοκαμων σου·
<scripture passage="Song 4:4" parsed="|Song|4|4|0|0" osisRef="Bible:Song.4.4" />
<sup>4</sup>Ο τραχηλος σου ως ο πυργος του Δαβιδ, ο ωκοδομημενος δια οπλοθηκην, επι του οποιου κρεμανται χιλιοι θυρεοι, παντες ασπιδες ισχυρων·
<scripture passage="Song 4:5" parsed="|Song|4|5|0|0" osisRef="Bible:Song.4.5" />
<sup>5</sup>οι δυο μαστοι σου ως δυο σκυμνοι δορκαδος διδυμοι, βοσκοντες μεταξυ των κρινων.
<scripture passage="Song 4:6" parsed="|Song|4|6|0|0" osisRef="Bible:Song.4.6" />
<sup>6</sup>Εωσου πνευση η αυρα της ημερας και φυγωσιν αι σκιαι, εγω θελω υπαγει εις το ορος της σμυρνης, και εις τον λοφον του θυμιαματος.
<scripture passage="Song 4:7" parsed="|Song|4|7|0|0" osisRef="Bible:Song.4.7" />
<sup>7</sup>Ολη ωραια εισαι, αγαπητη μου· και μωμος δεν υπαρχει εν σοι.
<scripture passage="Song 4:8" parsed="|Song|4|8|0|0" osisRef="Bible:Song.4.8" />
<sup>8</sup>Ελθε μετ' εμου απο του Λιβανου, νυμφη απο του Λιβανου μετ' εμου· βλεψον απο της κορυφης του Αμανα, απο της κορυφης του Σενειρ και του Αερμων, απο των φωλεων των λεοντων, απο των ορεων των παρδαλεων.
<scripture passage="Song 4:9" parsed="|Song|4|9|0|0" osisRef="Bible:Song.4.9" />
<sup>9</sup>Ετρωσας την καρδιαν μου, αδελφη μου, νυμφη· ετρωσας την καρδιαν μου, δι' ενος των οφθαλμων σου, δι' ενος πλοκαμου του τραχηλου σου.
<scripture passage="Song 4:10" parsed="|Song|4|10|0|0" osisRef="Bible:Song.4.10" />
<sup>10</sup>Ποσον ωραια ειναι η αγαπη σου, αδελφη μου, νυμφη ποσον καλητερα η αγαπη σου παρα τον οινον και η οσμη των μυρων σου παρα παντα τα αρωματα
<scripture passage="Song 4:11" parsed="|Song|4|11|0|0" osisRef="Bible:Song.4.11" />
<sup>11</sup>Τα χειλη σου, νυμφη, σταζουσιν ως κηρηθρα· μελι και γαλα ειναι υπο την γλωσσαν σου· και η οσμη των ιματιων σου ως οσμη του Λιβανου.
<scripture passage="Song 4:12" parsed="|Song|4|12|0|0" osisRef="Bible:Song.4.12" />
<sup>12</sup>Κηπος κεκλεισμενος ειναι η αδελφη μου, η νυμφη μου· βρυσις κεκλεισμενη, πηγη εσφραγισμενη.
<scripture passage="Song 4:13" parsed="|Song|4|13|0|0" osisRef="Bible:Song.4.13" />
<sup>13</sup>Οι βλαστοι σου ειναι παραδεισος ροιδιων, μετα εκλεκτων καρπων· κυπρος μετα ναρδου·
<scripture passage="Song 4:14" parsed="|Song|4|14|0|0" osisRef="Bible:Song.4.14" />
<sup>14</sup>ναρδος και κροκος· καλαμος και κινναμωμον, μετα παντων των δενδρων του θυμιαματος· σμυρνα και αλοη, μετα παντων των πρωτιστων αρωματων·
<scripture passage="Song 4:15" parsed="|Song|4|15|0|0" osisRef="Bible:Song.4.15" />
<sup>15</sup>πηγη κηπων, φρεαρ υδατος ζωντος, και ρυακες απο του Λιβανου.
<scripture passage="Song 4:16" parsed="|Song|4|16|0|0" osisRef="Bible:Song.4.16" />
<sup>16</sup>Εγερθητι, Βορρα· και ερχου, Νοτε· πνευσον εις τον κηπον μου· δια να εκχυθωσι τα αρωματα αυτου. Ας ελθη ο αγαπητος μου εις τον κηπον αυτου, και ας φαγη τους εξαιρετους καρπους αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 5" progress="56.74%" prev="Song.4" next="Song.6" id="Song.5">
<h3 id="Song.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Song.5-p1">
<scripture passage="Song 5:1" parsed="|Song|5|1|0|0" osisRef="Bible:Song.5.1" />
<sup>1</sup>Ηλθον εις τον κηπον μου, αδελφη μου, νυμφη· ετρυγησα την σμυρναν μου μετα των αρωματων μου· εφαγον την κηρηθραν μου μετα του μελιτος μου· επιον τον οινον μου μετα του γαλακτος μου· Φαγετε, φιλοι· πιετε, ναι, πιετε αφθονως, αγαπητοι.
<scripture passage="Song 5:2" parsed="|Song|5|2|0|0" osisRef="Bible:Song.5.2" />
<sup>2</sup>Εγω κοιμωμαι, αλλ' η καρδια μου αγρυπνει· φωνη του αγαπητου μου· κρουει· Ανοιξον μοι, αδελφη μου, αγαπητη μου, περιστερα μου, αμωμητε μου· διοτι η κεφαλη μου εγεμισεν απο δροσου, οι βοστρυχοι μου απο ψεκαδων της νυκτος.
<scripture passage="Song 5:3" parsed="|Song|5|3|0|0" osisRef="Bible:Song.5.3" />
<sup>3</sup>Εξεδυθην τον χιτωνα μου· πως να ενδυθω αυτον; ενιψα τους ποδας μου· πως θελω μολυνει αυτους;
<scripture passage="Song 5:4" parsed="|Song|5|4|0|0" osisRef="Bible:Song.5.4" />
<sup>4</sup>Ο αγαπητος μου εισηξε την χειρα αυτου δια της τρυπης της θυρας, και τα σπλαγχνα μου εταραχθησαν δι' αυτον.
<scripture passage="Song 5:5" parsed="|Song|5|5|0|0" osisRef="Bible:Song.5.5" />
<sup>5</sup>Εγω εσηκωθην δια να ανοιξω εις τον αγαπητον μου· και αι χειρες μου εσταζον σμυρναν, και οι δακτυλοι μου σμυρναν σταλακτην, επι τας λαβας του μοχλου.
<scripture passage="Song 5:6" parsed="|Song|5|6|0|0" osisRef="Bible:Song.5.6" />
<sup>6</sup>Εγω ηνοιξα εις τον αγαπητον μου· αλλ' ο αγαπητος μου εσυρθη, εφυγεν· η ψυχη μου ελιποθυμησεν εις τον λογον αυτου· εζητησα αυτον και δεν ευρηκα αυτον, εφωνησα αυτον και δεν μοι απεκριθη.
<scripture passage="Song 5:7" parsed="|Song|5|7|0|0" osisRef="Bible:Song.5.7" />
<sup>7</sup>Με ευρηκαν οι φυλακες οι περιερχομενοι την πολιν, με εκτυπησαν, με επληγωσαν· οι φυλακες των τειχων αφηρεσαν απ' εμου το ιματιον μου.
<scripture passage="Song 5:8" parsed="|Song|5|8|0|0" osisRef="Bible:Song.5.8" />
<sup>8</sup>Σας ορκιζω, θυγατερες Ιερουσαλημ, εαν ευρητε τον αγαπητον μου, Τι θελετε ειπει προς αυτον; Οτι ειμαι τετρωμενη υπο αγαπης.
<scripture passage="Song 5:9" parsed="|Song|5|9|0|0" osisRef="Bible:Song.5.9" />
<sup>9</sup>Τι διαφερει αλλου αγαπητου ο αγαπητος σου, ω ωραια μεταξυ των γυναικων; τι διαφερει αλλου αγαπητου ο αγαπητος σου, και ωρκισας ημας ουτως;
<scripture passage="Song 5:10" parsed="|Song|5|10|0|0" osisRef="Bible:Song.5.10" />
<sup>10</sup>Ο αγαπητος μου ειναι λευκος και ερυθρος, διακρινομενος μεταξυ μυριαδων·
<scripture passage="Song 5:11" parsed="|Song|5|11|0|0" osisRef="Bible:Song.5.11" />
<sup>11</sup>Η κεφαλη αυτου ειναι χρυσιον δεδοκιμασμενον, οι πλοκαμοι αυτου κλαδοι φοινικων, μελανες ως κοραξ·
<scripture passage="Song 5:12" parsed="|Song|5|12|0|0" osisRef="Bible:Song.5.12" />
<sup>12</sup>οι οφθαλμοι αυτου ως περιστερων επι των ρυακων των υδατων, λελουμενοι εν γαλακτι, καθημενοι ως λιθοι ενθεσεως·
<scripture passage="Song 5:13" parsed="|Song|5|13|0|0" osisRef="Bible:Song.5.13" />
<sup>13</sup>Αι σιαγονες αυτου ως πρασιαι αρωματων, ως αλωνια φυτων μυρεψικων· τα χειλη αυτου ως κρινα, σταζοντα σμυρναν σταλακτην·
<scripture passage="Song 5:14" parsed="|Song|5|14|0|0" osisRef="Bible:Song.5.14" />
<sup>14</sup>Αι χειρες αυτου δακτυλιδια χρυσα, πεπληρωμενα με βηρυλλιον· η κοιλια αυτου ελεφαντινον τεχνουργημα, περικεκοσμημενον με σαπφειρους·
<scripture passage="Song 5:15" parsed="|Song|5|15|0|0" osisRef="Bible:Song.5.15" />
<sup>15</sup>αι κνημαι αυτου στυλοι μαρμαρινοι, εστηριγμενοι επι βασεων καθαρου χρυσιου· το ειδος αυτου ως Λιβανος· εξοχος ως κεδροι.
<scripture passage="Song 5:16" parsed="|Song|5|16|0|0" osisRef="Bible:Song.5.16" />
<sup>16</sup>Ο ουρανισκος αυτου ειναι γλυκασμοι· και αυτος ολος επιθυμητος. Ουτος ειναι ο αγαπητος μου, και ουτος ο φιλος μου, θυγατερες Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 6" progress="56.79%" prev="Song.5" next="Song.7" id="Song.6">
<h3 id="Song.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Song.6-p1">
<scripture passage="Song 6:1" parsed="|Song|6|1|0|0" osisRef="Bible:Song.6.1" />
<sup>1</sup>Που υπηγεν ο αγαπητος σου, ω ωραια μεταξυ των γυναικων; που εστραφη ο αγαπητος σου; και θελομεν ζητησει αυτον μετα σου.
<scripture passage="Song 6:2" parsed="|Song|6|2|0|0" osisRef="Bible:Song.6.2" />
<sup>2</sup>Ο αγαπητος μου κατεβη εις τον κηπον αυτου, εις τας πρασιας των αρωματων, δια να ποιμαινη εν τοις κηποις και να συναγη κρινα.
<scripture passage="Song 6:3" parsed="|Song|6|3|0|0" osisRef="Bible:Song.6.3" />
<sup>3</sup>Εγω ειμαι του αγαπητου μου, και εμου ο αγαπητος μου· ποιμαινει μεταξυ των κρινων.
<scripture passage="Song 6:4" parsed="|Song|6|4|0|0" osisRef="Bible:Song.6.4" />
<sup>4</sup>Εισαι ωραια, αγαπητη μου, ως Θερσα, ευχαρις ως η Ιερουσαλημ, τρομερα ως στρατευμα με σημαιας.
<scripture passage="Song 6:5" parsed="|Song|6|5|0|0" osisRef="Bible:Song.6.5" />
<sup>5</sup>Αποστρεψον τους οφθαλμους σου απεναντιον μου, διοτι με κατεπληξαν· τα μαλλια σου ειναι ως ποιμνιον αιγων καταβαινοντων απο Γαλααδ.
<scripture passage="Song 6:6" parsed="|Song|6|6|0|0" osisRef="Bible:Song.6.6" />
<sup>6</sup>Οι οδοντες σου ειναι ως ποιμνιον προβατων, αναβαινοντων απο της λουσεως, τα οποια παντα γεννωσι διδυμα, και δεν υπαρχει ατεκνον μεταξυ αυτων·
<scripture passage="Song 6:7" parsed="|Song|6|7|0|0" osisRef="Bible:Song.6.7" />
<sup>7</sup>αι παρειαι σου ως τμημα ροιδιου μεταξυ των πλοκαμων σου.
<scripture passage="Song 6:8" parsed="|Song|6|8|0|0" osisRef="Bible:Song.6.8" />
<sup>8</sup>Εξηκοντα βασιλισσαι ειναι και ογδοηκοντα παλλακαι, και νεανιδες αναριθμητοι·
<scripture passage="Song 6:9" parsed="|Song|6|9|0|0" osisRef="Bible:Song.6.9" />
<sup>9</sup>μια ειναι η περιστερα μου, η αμωμητος μου· αυτη ειναι η μονη της μητρος αυτης· ειναι η εκλεκτη της τεκουσης αυτην. Ειδον αυτην αι θυγατερες και εμακαρισαν αυτην· αι βασιλισσαι και αι παλλακαι, και επηνεσαν αυτην.
<scripture passage="Song 6:10" parsed="|Song|6|10|0|0" osisRef="Bible:Song.6.10" />
<sup>10</sup>Τις αυτη, η προκυπτουσα ως αυγη, ωραια ως η σεληνη, λαμπουσα ως ο ηλιος, τρομερα ως στρατευμα με σημαιας;
<scripture passage="Song 6:11" parsed="|Song|6|11|0|0" osisRef="Bible:Song.6.11" />
<sup>11</sup>Κατεβην εις τον κηπον των καρυων δια να ιδω την χλοην της κοιλαδος, να ιδω εαν εβλαστησεν η αμπελος και εξηνθησαν αι ροιδιαι.
<scripture passage="Song 6:12" parsed="|Song|6|12|0|0" osisRef="Bible:Song.6.12" />
<sup>12</sup>Χωρις να αισθανθω, η ψυχη μου με κατεστησεν ως τας αμαξας του Αμινναδιβ.
<scripture passage="Song 6:13" parsed="|Song|6|13|0|0" osisRef="Bible:Song.6.13" />
<sup>13</sup>Επιστρεψον, επιστρεψον, ω Σουλαμιτις· επιστρεψον, επιστρεψον, δια να σε θεωρησωμεν. Τι θελετε ιδει εις την Σουλαμιτιν; Ως χορον δυο στρατοπεδων;
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 7" progress="56.83%" prev="Song.6" next="Song.8" id="Song.7">
<h3 id="Song.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Song.7-p1">
<scripture passage="Song 7:1" parsed="|Song|7|1|0|0" osisRef="Bible:Song.7.1" />
<sup>1</sup>Ποσον ωραια ειναι τα βηματα σου με τα σανδαλια, θυγατερ του ηγεμονος το τορνευμα των μηρων σου ειναι ομοιον με περιδεραιον, εργον χειρων καλλιτεχνου.
<scripture passage="Song 7:2" parsed="|Song|7|2|0|0" osisRef="Bible:Song.7.2" />
<sup>2</sup>Ο ομφαλος σου κρατηρ τορνευτος, πληρης κεκερασμενου οινου· η κοιλια σου θημωνια σιτου περιπεφραγμενη με κρινους·
<scripture passage="Song 7:3" parsed="|Song|7|3|0|0" osisRef="Bible:Song.7.3" />
<sup>3</sup>οι δυο σου μαστοι ως δυο σκυμνοι δορκαδος διδυμοι·
<scripture passage="Song 7:4" parsed="|Song|7|4|0|0" osisRef="Bible:Song.7.4" />
<sup>4</sup>ο τραχηλος σου ως πυργος ελεφαντινος· οι οφθαλμοι σου ως αι κολυμβηθραι εν Εσεβων, προς την πυλην Βαθ-ραββιμ· η μυτη σου ως ο πυργος του Λιβανου, βλεπων προς την Δαμασκον·
<scripture passage="Song 7:5" parsed="|Song|7|5|0|0" osisRef="Bible:Song.7.5" />
<sup>5</sup>Η κεφαλη σου επι σε ως Καρμηλος, και η κομη της κεφαλης σου ως πορφυρα· ο βασιλευς ειναι δεδεμενος εις τους πλοκαμους σου.
<scripture passage="Song 7:6" parsed="|Song|7|6|0|0" osisRef="Bible:Song.7.6" />
<sup>6</sup>Ποσον ωραια και ποσον επιθυμητη εισαι, αγαπητη, δια τας τρυφας.
<scripture passage="Song 7:7" parsed="|Song|7|7|0|0" osisRef="Bible:Song.7.7" />
<sup>7</sup>Τουτο το αναστημα σου ομοιαζει με φοινικα, και οι μαστοι σου με βοτρυας.
<scripture passage="Song 7:8" parsed="|Song|7|8|0|0" osisRef="Bible:Song.7.8" />
<sup>8</sup>Ειπα, Θελω αναβη εις τον φοινικα, θελω πιασει τα βαια αυτου· και ιδου, οι μαστοι σου θελουσιν εισθαι ως βοτρυες της αμπελου, και η οσμη της ρινος σου ως μηλα·
<scripture passage="Song 7:9" parsed="|Song|7|9|0|0" osisRef="Bible:Song.7.9" />
<sup>9</sup>και ο ουρανισκος σου ως ο καλος οινος ρεων ηδεως δια τον αγαπητον μου, και καμνων να λαλωσι τα χειλη των κοιμωμενων.
<scripture passage="Song 7:10" parsed="|Song|7|10|0|0" osisRef="Bible:Song.7.10" />
<sup>10</sup>Εγω ειμαι του αγαπητου μου, και η επιθυμια αυτου ειναι προς εμε.
<scripture passage="Song 7:11" parsed="|Song|7|11|0|0" osisRef="Bible:Song.7.11" />
<sup>11</sup>Ελθε, αγαπητε μου, ας εξελθωμεν εις τον αγρον· ας διανυκτερευσωμεν εν ταις κωμαις.
<scripture passage="Song 7:12" parsed="|Song|7|12|0|0" osisRef="Bible:Song.7.12" />
<sup>12</sup>Ας εξημερωθωμεν εις τους αμπελωνας· ας ιδωμεν εαν εβλαστησεν η αμπελος, εαν ηνοιξε το ανθος της σταφυλης και εξηνθησαν αι ροιδιαι· εκει θελω δωσει την αγαπην μου εις σε.
<scripture passage="Song 7:13" parsed="|Song|7|13|0|0" osisRef="Bible:Song.7.13" />
<sup>13</sup>Οι μανδραγοραι εδωκαν οσμην, και εν ταις θυραις ημων ειναι παν ειδος καρπων αρεστων, νεων και παλαιων, τους οποιους εφυλαξα, αγαπητε μου, δια σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Song of Solomon 8" progress="56.86%" prev="Song.7" next="Isa" id="Song.8">
<h3 id="Song.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Song.8-p1">
<scripture passage="Song 8:1" parsed="|Song|8|1|0|0" osisRef="Bible:Song.8.1" />
<sup>1</sup>Ειθε να ησο ως αδελφος μου, θηλασας τους μαστους της μητρος μου. Ευρισκουσα σε εξω ηθελον σε φιλησει, και δεν ηθελον με καταφρονησει.
<scripture passage="Song 8:2" parsed="|Song|8|2|0|0" osisRef="Bible:Song.8.2" />
<sup>2</sup>Ηθελον σε συρει και σε εισαξει εις τον οικον της μητρος μου, δια να με διδαξης· ηθελον σε ποτισει οινον αρωματικον και χυμον του ροιδιου μου.
<scripture passage="Song 8:3" parsed="|Song|8|3|0|0" osisRef="Bible:Song.8.3" />
<sup>3</sup>Η αριστερα αυτου ηθελεν εισθαι υπο την κεφαλην μου, και η δεξια αυτου ηθελε με εναγκαλισθη.
<scripture passage="Song 8:4" parsed="|Song|8|4|0|0" osisRef="Bible:Song.8.4" />
<sup>4</sup>Σας ορκιζω, θυγατερες Ιερουσαλημ, να μη εξεγειρητε μηδε να εξυπνησητε την αγαπην μου, εωσου θεληση.
<scripture passage="Song 8:5" parsed="|Song|8|5|0|0" osisRef="Bible:Song.8.5" />
<sup>5</sup>Τις αυτη η αναβαινουσα απο της ερημου, επιστηριζομενη επι τον αγαπητον αυτης; Εγω σε εξυπνησα υπο την μηλεαν· εκει σε εκοιλοπονησεν η μητηρ σου· εκει σε εγεννησεν η τεκουσα σε.
<scripture passage="Song 8:6" parsed="|Song|8|6|0|0" osisRef="Bible:Song.8.6" />
<sup>6</sup>Θεσον με, ως σφραγιδα, επι την καρδιαν σου, ως σφραγιδα επι τον βραχιονα σου· διοτι η αγαπη ειναι ισχυρα ως ο θανατος· η ζηλοτυπια σκληρα ως ο αδης· αι φλογες αυτης φλογες πυρος, αναφλεξις ορμητικωτατη.
<scripture passage="Song 8:7" parsed="|Song|8|7|0|0" osisRef="Bible:Song.8.7" />
<sup>7</sup>Υδατα πολλα δεν δυνανται να σβεσωσι την αγαπην, ουδε ποταμοι δυνανται να πνιξωσιν αυτην· εαν τις δωση παντα τα υπαρχοντα του οικου αυτου δια την αγαπην, παντελως θελουσι καταφρονησει αυτα.
<scripture passage="Song 8:8" parsed="|Song|8|8|0|0" osisRef="Bible:Song.8.8" />
<sup>8</sup>Ημεις εχομεν αδελφην μικραν, και μαστους δεν εχει· τι θελομεν καμει εις την αδελφην ημων την ημεραν καθ' ην γεινη λογος περι αυτης;
<scripture passage="Song 8:9" parsed="|Song|8|9|0|0" osisRef="Bible:Song.8.9" />
<sup>9</sup>Εαν ηναι τειχος, θελομεν οικοδομησει επ' αυτην παλατιον αργυρουν· και εαν ηναι θυρα, θελομεν περιασφαλισει αυτην με σανιδας κεδρινας.
<scripture passage="Song 8:10" parsed="|Song|8|10|0|0" osisRef="Bible:Song.8.10" />
<sup>10</sup>Εγω ειμαι τειχος, και οι μαστοι μου ως πυργοι· τοτε ημην εις τους οφθαλμους αυτου ως ευρισκουσα ειρηνην.
<scripture passage="Song 8:11" parsed="|Song|8|11|0|0" osisRef="Bible:Song.8.11" />
<sup>11</sup>Ο Σολομων ειχεν αμπελωνα εν Βααλ-χαμων· εδωκε τον αμπελωνα εις φυλακας· εκαστος επρεπε να φερη δια τον καρπον αυτου χιλια αργυρια.
<scripture passage="Song 8:12" parsed="|Song|8|12|0|0" osisRef="Bible:Song.8.12" />
<sup>12</sup>Ο αμπελων εμου ειναι εμπροσθεν μου· τα χιλια ας ηναι δια σε, Σολομων, και διακοσια δια τους φυλαττοντας τον καρπον αυτου.
<scripture passage="Song 8:13" parsed="|Song|8|13|0|0" osisRef="Bible:Song.8.13" />
<sup>13</sup>Ω συ η καθημενη εν τοις κηποις, οι συντροφοι προσεχουσιν εις την φωνην σου· καμε με να ακουσω αυτην.
<scripture passage="Song 8:14" parsed="|Song|8|14|0|0" osisRef="Bible:Song.8.14" />
<sup>14</sup>Φευγε, αγαπητε μου, και γινου ομοιος με δορκαδα η με σκυμνον ελαφου επι τα ορη των αρωματων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Isaiah" progress="56.91%" prev="Song.8" next="Isa.1" id="Isa">
<h2 id="Isa-p0.1">Isaiah</h2>

<div3 title="Isaiah 1" progress="56.91%" prev="Isa" next="Isa.2" id="Isa.1">
<h3 id="Isa.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Isa.1-p1">
<scripture passage="Isa 1:1" parsed="|Isa|1|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.1" />
<sup>1</sup>Ορασις Ησαιου υιου Αμως, την οποιαν ειδε περι του Ιουδα και της Ιερουσαλημ, εν ταις ημεραις Οζιου Ιωαθαμ, Αχαζ και Εζεκιου, βασιλεων Ιουδα.
<scripture passage="Isa 1:2" parsed="|Isa|1|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε, ουρανοι, και ακροασθητι, γη· διοτι ο Κυριος ελαλησεν· Υιους εθρεψα και υψωσα, αλλ' αυτοι απεστατησαν απ' εμου.
<scripture passage="Isa 1:3" parsed="|Isa|1|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.3" />
<sup>3</sup>Ο βους γνωριζει τον κτητορα αυτου και ο ονος την φατνην του κυριου αυτου ο Ισραηλ δεν γνωριζει, ο λαος μου δεν εννοει.
<scripture passage="Isa 1:4" parsed="|Isa|1|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.4" />
<sup>4</sup>Ουαι, εθνος αμαρτωλον, λαε πεφορτωμενε ανομιαν, σπερμα κακοποιων υιοι διεφθαρμενοι εγκατελιπον τον Κυριον, κατεφρονησαν τον Αγιον του Ισραηλ, εστραφησαν εις τα οπισω.
<scripture passage="Isa 1:5" parsed="|Isa|1|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.5" />
<sup>5</sup>Δια τι παιδευομενοι θελετε επιπροσθετει στασιασμον; ολη η κεφαλη ειναι αρρωστος και ολη η καρδια κεχαυνωμενη·
<scripture passage="Isa 1:6" parsed="|Isa|1|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.6" />
<sup>6</sup>απο ιχνους ποδος μεχρι κεφαλης δεν υπαρχει εν αυτω ακεραιοτης αλλα τραυματα και μελανισματα και ελκη σεσηποτα δεν εξεπιεσθησαν ουδε εδεθησαν ουδε εμαλακωθησαν δι' αλοιφης
<scripture passage="Isa 1:7" parsed="|Isa|1|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.7" />
<sup>7</sup>η γη σας ειναι ερημος, αι πολεις σας πυρικαυστοι την γην σας ξενοι κατατρωγουσιν εμπροσθεν σας· και ειναι ερημος, ως πεπορθημενη υπο αλλοφυλων
<scripture passage="Isa 1:8" parsed="|Isa|1|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.8" />
<sup>8</sup>και η θυγατηρ Σιων εγκαταλελειμμενη ως καλυβη εν αμπελωνι, ως οπωροφυλακιον εν κηπω αγγουριων ως πολις πολιορκουμενη.
<scripture passage="Isa 1:9" parsed="|Isa|1|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.9" />
<sup>9</sup>Αν ο Κυριος των δυναμεων δεν ηθελεν αφησει εις ημας μικρον υπολοιπον, ως τα Σοδομα ηθελομεν γεινει, με τα Γομορρα ηθελομεν εξομοιωθη.
<scripture passage="Isa 1:10" parsed="|Isa|1|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.10" />
<sup>10</sup>Ακουσατε τον λογον του Κυριου, αρχοντες Σοδομων ακροασθητι τον νομον του Θεου ημων, λαε Γομορρων.
<scripture passage="Isa 1:11" parsed="|Isa|1|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.11" />
<sup>11</sup>Τινα χρειαν εχω του πληθους των θυσιων σας; λεγει Κυριος· κεχορτασμενος ειμαι απο ολοκαυτωματων κριων και απο παχους των σιτευτων και δεν ευαρεστουμαι εις αιμα ταυρων η αρνιων η τραγων.
<scripture passage="Isa 1:12" parsed="|Isa|1|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.12" />
<sup>12</sup>Οταν ερχησθε να εμφανισθητε ενωπιον μου, τις εζητησεν εκ των χειρων σας τουτο, να πατητε τας αυλας μου;
<scripture passage="Isa 1:13" parsed="|Isa|1|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.13" />
<sup>13</sup>Μη φερετε πλεον, ματαιας προσφορας το θυμιαμα ειναι βδελυγμα εις εμε τας νεομηνιας και τα σαββατα, την συγκαλεσιν των συναξεων, δεν δυναμαι να υποφερω, ανομιαν και πανηγυρικην συναξιν.
<scripture passage="Isa 1:14" parsed="|Isa|1|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.14" />
<sup>14</sup>Τας νεομηνιας σας και τας διατεταγμενας εορτας σας μισει η ψυχη μου ειναι φορτιον εις εμε εβαρυνθην να υποφερω.
<scripture passage="Isa 1:15" parsed="|Isa|1|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.15" />
<sup>15</sup>Και οταν εκτεινητε τας χειρας σας, θελω κρυπτει τους οφθαλμους μου απο σας ναι, οταν πληθυνητε δεησεις, δεν θελω εισακουει αι χειρες σας ειναι πληρεις αιματων.
<scripture passage="Isa 1:16" parsed="|Isa|1|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.16" />
<sup>16</sup>Λουσθητε, καθαρισθητε· αποβαλετε την κακιαν των πραξεων σας απ' εμπροσθεν των οφθαλμων μου παυσατε πραττοντες το κακον,
<scripture passage="Isa 1:17" parsed="|Isa|1|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.17" />
<sup>17</sup>μαθετε να πραττητε το καλον· εκζητησατε κρισιν, καμετε ευθυτητα εις τον δεδυναστευμενον, κρινατε τον ορφανον, προστατευσατε την δικην της χηρας
<scripture passage="Isa 1:18" parsed="|Isa|1|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.18" />
<sup>18</sup>Ελθετε τωρα, και ας διαδικασθωμεν, λεγει Κυριος εαν αι αμαρτιαι σας ηναι ως το πορφυρουν, θελουσι γεινει λευκαι ως χιων εαν ηναι ερυθραι ως κοκκινον, θελουσι γεινει ως λευκον μαλλιον.
<scripture passage="Isa 1:19" parsed="|Isa|1|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.19" />
<sup>19</sup>Εαν θελητε και υπακουσητε, θελετε φαγει τα αγαθα της γης·
<scripture passage="Isa 1:20" parsed="|Isa|1|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.20" />
<sup>20</sup>εαν ομως δεν θελητε και αποστατησητε, θελετε καταφαγωθη υπο μαχαιρας διοτι το στομα του Κυριου ελαλησε.
<scripture passage="Isa 1:21" parsed="|Isa|1|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.21" />
<sup>21</sup>Πως η πιστη πολις κατεσταθη πορνη, ητο πληρης κρισεων η δικαιοσυνη κατωκει εν αυτη αλλα τωρα, φονεις.
<scripture passage="Isa 1:22" parsed="|Isa|1|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.22" />
<sup>22</sup>Ο αργυρος σου κατεσταθη σκωρια, ο οινος σου συνεκερασθη μεθ' υδατος.
<scripture passage="Isa 1:23" parsed="|Isa|1|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.23" />
<sup>23</sup>Οι αρχοντες σου ειναι απειθεις και συντροφοι κλεπτων· παντες αγαπωσι δωρα και κυνηγουσιν αντιπληρωμας δεν κρινουσι τον ορφανον ουδε ερχεται η δικη της χηρας προς αυτους.
<scripture passage="Isa 1:24" parsed="|Isa|1|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο λεγει ο Κυριος, ο Κυριος των δυναμεων, ο Κραταιος του Ισραηλ, Ω, θελω χορτασθη επι τους εναντιους μου και θελω εκδικηθη κατα των εχθρων μου
<scripture passage="Isa 1:25" parsed="|Isa|1|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.25" />
<sup>25</sup>και θελω στρεψει την χειρα μου επι σε και αποκαθαρισει την σκωριαν σου και αφαιρεσει ολον σου τον κασσιτερον.
<scripture passage="Isa 1:26" parsed="|Isa|1|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.26" />
<sup>26</sup>Και θελω αποκαταστησει τους κριτας σου ως το προτερον και τους συμβουλους σου ως το απ' αρχης μετα ταυτα θελεις ονομασθη η πολις της δικαιοσυνης, η πιστη πολις.
<scripture passage="Isa 1:27" parsed="|Isa|1|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.27" />
<sup>27</sup>Η Σιων θελει εξαγορασθη δια κρισεως, και οι επιστρεψαντες αυτης δια δικαιοσυνης.
<scripture passage="Isa 1:28" parsed="|Isa|1|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.28" />
<sup>28</sup>Και οι παρανομοι και οι αμαρτωλοι ομου θελουσι καταστραφη, και οι εγκαταλιποντες τον Κυριον θελουσι καταναλωθη.
<scripture passage="Isa 1:29" parsed="|Isa|1|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.29" />
<sup>29</sup>Διοτι θελετε καταισχυνθη δια τα αλση, τα οποια επεθυμησατε, και θελετε εντραπη δια τους κηπους, τους οποιους εξελεξατε.
<scripture passage="Isa 1:30" parsed="|Isa|1|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.30" />
<sup>30</sup>Επειδη θελετε γεινει ως δρυς, της οποιας τα φυλλα μαραινονται, και ως κηπος, οστις δεν εχει υδωρ.
<scripture passage="Isa 1:31" parsed="|Isa|1|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.1.31" />
<sup>31</sup>Και ο ισχυρος θελει εισθαι ως καλαμιον στυπιου, και το εργον αυτου ως σπινθηρ, και θελουσι καυθη και τα δυο ομου, και δεν θελει εισθαι ο σβυνων.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 2" progress="57.00%" prev="Isa.1" next="Isa.3" id="Isa.2">
<h3 id="Isa.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Isa.2-p1">
<scripture passage="Isa 2:1" parsed="|Isa|2|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος, ο γενομενος δι' οραματος εις τον Ησαιαν τον υιον του Αμως, περι του Ιουδα και της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 2:2" parsed="|Isa|2|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.2" />
<sup>2</sup>Εν ταις εσχαταις ημεραις το ορος του οικου του Κυριου θελει στηριχθη επι της κορυφης των ορεων και υψωθη υπερανω των βουνων και παντα τα εθνη θελουσι συρρεει εις αυτο,
<scripture passage="Isa 2:3" parsed="|Isa|2|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.3" />
<sup>3</sup>και πολλοι λαοι θελουσιν υπαγει και ειπει, Ελθετε και ας αναβωμεν εις το ορος του Κυριου, εις τον οικον του Θεου του Ιακωβ και θελει διδαξει ημας τας οδους αυτου, και θελομεν περιπατησει εν ταις τριβοις αυτου. Διοτι εκ Σιων θελει εξελθει νομος και λογος Κυριου εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 2:4" parsed="|Isa|2|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.4" />
<sup>4</sup>Και θελει κρινει αναμεσον των εθνων και θελει ελεγξει πολλους λαους και θελουσι σφυρηλατησει τας μαχαιρας αυτων δια υνια και τας λογχας αυτων δια δρεπανα δεν θελει σηκωσει μαχαιραν εθνος εναντιον εθνους, ουδε θελουσι μαθει πλεον τον πολεμον.
<scripture passage="Isa 2:5" parsed="|Isa|2|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.5" />
<sup>5</sup>Οικος Ιακωβ, ελθετε και ας περιπατησωμεν εν τω φωτι του Κυριου.
<scripture passage="Isa 2:6" parsed="|Isa|2|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.6" />
<sup>6</sup>Βεβαιως συ εγκατελιπες τον λαον σου, τον οικον Ιακωβ, διοτι ενεπλησθησαν της ανατολης και εγειναν μαντεις ως οι Φιλισταιοι, και συνηνωθησαν μετα των τεκνων των αλλοφυλων.
<scripture passage="Isa 2:7" parsed="|Isa|2|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.7" />
<sup>7</sup>Και η γη αυτων ενεπλησθη αργυριου και χρυσιου, και δεν ειναι τελος των θησαυρων αυτων ενεπλησθη η γη αυτων και ιππων, και δεν ειναι τελος των αμαξων αυτων.
<scripture passage="Isa 2:8" parsed="|Isa|2|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.8" />
<sup>8</sup>Και η γη αυτων ενεπλησθη απο ειδωλων ελατρευσαν το ποιημα των χειρων αυτων, εκεινο το οποιον οι δακτυλοι αυτων εκαμον
<scripture passage="Isa 2:9" parsed="|Isa|2|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.9" />
<sup>9</sup>και ο κοινος ανθρωπος υπεκυψε και ο μεγαλος εταπεινωθη και δεν θελεις συγχωρησει αυτους.
<scripture passage="Isa 2:10" parsed="|Isa|2|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.10" />
<sup>10</sup>Εισελθε εις τον βραχον και κρυφθητι εις το χωμα, δια τον φοβον του Κυριου και δια την δοξαν της μεγαλειοτητος αυτου.
<scripture passage="Isa 2:11" parsed="|Isa|2|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.11" />
<sup>11</sup>Οι υπερηφανοι οφθαλμοι του ανθρωπου θελουσι ταπεινωθη, και η επαρσις των ανθρωπων θελει υποκυψει· μονος δε ο Κυριος θελει υψωθη εν εκεινη τη ημερα.
<scripture passage="Isa 2:12" parsed="|Isa|2|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ημερα Κυριου των δυναμεων θελει επελθει επι παντα αλαζονα και υπερηφανον και επι παντα υψωμενον και θελει ταπεινωθη
<scripture passage="Isa 2:13" parsed="|Isa|2|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.13" />
<sup>13</sup>και επι πασας τας κεδρους του Λιβανου τας υψηλας και επηρμενας και επι πασας τας δρυς της Βασαν,
<scripture passage="Isa 2:14" parsed="|Isa|2|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.14" />
<sup>14</sup>και επι παντα τα υψηλα ορη και επι παντα τα υψωμενα βουνα,
<scripture passage="Isa 2:15" parsed="|Isa|2|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.15" />
<sup>15</sup>και επι παντα πυργον υψηλον και επι παν τειχος περιπεφραγμενον,
<scripture passage="Isa 2:16" parsed="|Isa|2|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.16" />
<sup>16</sup>και επι παντα τα πλοια της Θαρσεις και επι παντα τα ηδονικα θεαματα.
<scripture passage="Isa 2:17" parsed="|Isa|2|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.17" />
<sup>17</sup>Και το υψος του ανθρωπου θελει υποκυψει, και η επαρσις των ανθρωπων θελει ταπεινωθη· μονος δε ο Κυριος θελει υψωθη εν εκεινη τη ημερα.
<scripture passage="Isa 2:18" parsed="|Isa|2|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.18" />
<sup>18</sup>Και τα ειδωλα θελουσιν ολοκληρως καταστραφη.
<scripture passage="Isa 2:19" parsed="|Isa|2|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.19" />
<sup>19</sup>Και αυτοι θελουσιν εισελθει εις τα σπηλαια των βραχων και εις τας τρυπας της γης, δια τον φοβον του Κυριου και δια την δοξαν της μεγαλειοτητος αυτου, οταν εγερθη δια να κλονιση την γην.
<scripture passage="Isa 2:20" parsed="|Isa|2|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.20" />
<sup>20</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελει ριψει ο ανθρωπος εις τους ασπαλακας και εις τας νυκτεριδας τα αργυρα αυτου ειδωλα και τα χρυσα αυτου ειδωλα, τα οποια εκαμεν εις εαυτον δια να προσκυνη·
<scripture passage="Isa 2:21" parsed="|Isa|2|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.21" />
<sup>21</sup>δια να εισελθωσιν εις τας σχισμας των βραχων και εις τα σπηλαια των πετρων, δια τον φοβον του Κυριου και δια την δοξαν της μεγαλειοτητος αυτου, οταν εγερθη δια να κλονιση την γην.
<scripture passage="Isa 2:22" parsed="|Isa|2|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.2.22" />
<sup>22</sup>Παραιτηθητε απο ανθρωπου, του οποιου η πνοη ειναι εις τους μυκτηρας αυτου διοτι εις τι ειναι αξιος λογου;
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 3" progress="57.07%" prev="Isa.2" next="Isa.4" id="Isa.3">
<h3 id="Isa.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Isa.3-p1">
<scripture passage="Isa 3:1" parsed="|Isa|3|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.1" />
<sup>1</sup>Διοτι ιδου, ο Κυριος, ο Κυριος των δυναμεων, θελει αφαιρεσει απο της Ιερουσαλημ και απο του Ιουδα υποστηριγμα και βοηθειαν, απαν το υποστηριγμα του αρτου και απαν το υποστηριγμα του υδατος,
<scripture passage="Isa 3:2" parsed="|Isa|3|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.2" />
<sup>2</sup>ισχυρον και πολεμιστην, κριτην και προφητην και συνετον και πρεσβυτερον,
<scripture passage="Isa 3:3" parsed="|Isa|3|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.3" />
<sup>3</sup>πεντηκονταρχον και εντιμον και συμβουλον και σοφον τεχνιτην και συνετον γοητευτην.
<scripture passage="Isa 3:4" parsed="|Isa|3|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.4" />
<sup>4</sup>Και θελω δωσει παιδαρια αρχοντας αυτων, και νηπια θελουσιν εξουσιαζει επ' αυτων.
<scripture passage="Isa 3:5" parsed="|Isa|3|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.5" />
<sup>5</sup>Και ο λαος θελει καταδυναστευεσθαι, ανθρωπος υπο ανθρωπου, και εκαστος υπο του πλησιον αυτου· το παιδιον θελει αλαζονευεσθαι προς τον γεροντα, και ο ποταπος προς τον εντιμον.
<scripture passage="Isa 3:6" parsed="|Isa|3|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.6" />
<sup>6</sup>Εαν τις πιαση τον αδελφον αυτου εκ του οικου του πατρος αυτου, λεγων, Ιματιον εχεις, γενου αρχηγος ημων, και ο αφανισμος ουτος ας ηναι υπο την χειρα σου.
<scripture passage="Isa 3:7" parsed="|Isa|3|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.7" />
<sup>7</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελει ομοσει, λεγων, δεν θελω γεινει θεραπευτης διοτι εν τη οικια μου δεν ειναι ουτε αρτος ουτε ιματιον· μη με καμητε αρχηγον του λαου
<scripture passage="Isa 3:8" parsed="|Isa|3|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.8" />
<sup>8</sup>διοτι ηφανισθη η Ιερουσαλημ και επεσεν ο Ιουδας, επειδη η γλωσσα αυτων και τα εργα αυτων ηναι εναντια εις τον Κυριον, παροξυνωσι τους οφθαλμους της δοξης αυτου.
<scripture passage="Isa 3:9" parsed="|Isa|3|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.9" />
<sup>9</sup>Η υψωσις του προσωπου αυτων μαρτυρει εναντιον αυτων· και κηρυττουσι την αμαρτιαν αυτων ως τα Σοδομα· δεν κρυπτουσιν αυτην. Ουαι εις την ψυχην αυτων διοτι ανταπεδωκαν εις εαυτους κακα.
<scripture passage="Isa 3:10" parsed="|Isa|3|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.10" />
<sup>10</sup>Ειπατε προς τον δικαιον οτι καλον θελει εισθαι εις αυτον· διοτι θελει φαγει τον καρπον των εργων αυτου.
<scripture passage="Isa 3:11" parsed="|Isa|3|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.11" />
<sup>11</sup>Ουαι εις τον ανομον κακον θελει εισθαι εις αυτον διοτι η ανταποδοσις των χειρων αυτου θελει γεινει εις αυτον.
<scripture passage="Isa 3:12" parsed="|Isa|3|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.12" />
<sup>12</sup>Τον λαον μου, παιδαρια καταδυναστευουσιν αυτον, και γυναικες εξουσιαζουσιν επ' αυτου. Λαε μου, οι οδηγοι σου σε καμνουσι να πλανασαι και καταστρεφουσι την οδον των βηματων σου.
<scripture passage="Isa 3:13" parsed="|Isa|3|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.13" />
<sup>13</sup>Ο Κυριος εξεγειρεται δια να δικαση και ισταται δια να κρινη τους λαους.
<scripture passage="Isa 3:14" parsed="|Isa|3|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.14" />
<sup>14</sup>Ο Κυριος θελει εισελθει εις κρισιν μετα των πρεσβυτερων του λαου αυτου και μετα των αρχοντων αυτου· διοτι σεις κατεφαγετε τον αμπελωνα· τα αρπαγματα του πτωχου ειναι εν ταις οικιαις υμων.
<scripture passage="Isa 3:15" parsed="|Isa|3|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.15" />
<sup>15</sup>Δια τι καταδυναστευετε τον λαον μου και καταθλιβετε τα προσωπα των πτωχων; λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 3:16" parsed="|Isa|3|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.16" />
<sup>16</sup>Και λεγει Κυριος, Επειδη αι θυγατερες της Σιων υπερηφανευθησαν και περιπατουσι με υψωμενον τραχηλον και με ομματα ασεμνα, περιπατουσαι τρυφηλα και τριζουσαι με τους ποδας αυτων,
<scripture passage="Isa 3:17" parsed="|Isa|3|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.17" />
<sup>17</sup>δια τουτο ο Κυριος θελει φαλακρωσει την κορυφην της κεφαλης των θυγατερων της Σιων, και ο Κυριος θελει εκκαλυψει την αισχυνην αυτων.
<scripture passage="Isa 3:18" parsed="|Isa|3|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.18" />
<sup>18</sup>Εν εκεινη τη ημερα ο Κυριος θελει αφαιρεσει την δοξαν των τριζοντων στολισμων και τα εμπλοκια και τους μηνισκους,
<scripture passage="Isa 3:19" parsed="|Isa|3|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.19" />
<sup>19</sup>τα περιδεραια και τα βραχιολια και τας καλυπτρας,
<scripture passage="Isa 3:20" parsed="|Isa|3|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.20" />
<sup>20</sup>τους κεκρυφαλους και τας περισκελιδας και τα κεφαλοδεσμα και τας μυροθηκας και τα ενωτια,
<scripture passage="Isa 3:21" parsed="|Isa|3|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.21" />
<sup>21</sup>τα δακτυλιδια και τα ερρινα,
<scripture passage="Isa 3:22" parsed="|Isa|3|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.22" />
<sup>22</sup>τας ποικιλας στολας και τα επενδυματα και τα περικαλυμματα και τα θυλακια,
<scripture passage="Isa 3:23" parsed="|Isa|3|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.23" />
<sup>23</sup>τα κατοπτρα και τα λεπτα λινα και τας μιτρας και τα θεριστρα.
<scripture passage="Isa 3:24" parsed="|Isa|3|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.24" />
<sup>24</sup>Και αντι της γλυκειας οσμης θελει εισθαι δυσωδια και αντι ζωνης σχοινιον και αντι καλλικομιας φαλακρωμα και αντι επιστομαχιου περιζωμα σακκινον ηλιοκαυμα αντι ωραιοτητος.
<scripture passage="Isa 3:25" parsed="|Isa|3|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.25" />
<sup>25</sup>Οι ανδρες σου θελουσι πεσει εν μαχαιρα και η δυναμις σου εν πολεμω.
<scripture passage="Isa 3:26" parsed="|Isa|3|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.3.26" />
<sup>26</sup>Και αι πυλαι αυτης θελουσι στεναξει και πενθησει και αυτη θελει κοιτεσθαι επι του εδαφους ηρημωμενη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 4" progress="57.15%" prev="Isa.3" next="Isa.5" id="Isa.4">
<h3 id="Isa.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Isa.4-p1">
<scripture passage="Isa 4:1" parsed="|Isa|4|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.1" />
<sup>1</sup>Και εν εκεινη τη ημερα επτα γυναικες θελουσι πιασει ενα ανδρα λεγουσαι, θελομεν τρωγει τον αρτον ημων και θελομεν ενδυεσθαι τα ιματια ημων μονον ας κραζεται το ονομα σου εφ ημας, δια να αφαιρεσης το ονειδος ημων.
<scripture passage="Isa 4:2" parsed="|Isa|4|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.2" />
<sup>2</sup>Εν εκεινη τη ημερα ο κλαδος του Κυριου θελει εισθαι ωραιος και ενδοξος και ο καρπος της γης εξαιρετος και ευφροσυνος εις τους διασωθεντας εκ του Ισραηλ
<scripture passage="Isa 4:3" parsed="|Isa|4|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.3" />
<sup>3</sup>και ο υπολοιπος εν Σιων και ο εναπολειφθεις εν Ιερουσαλημ θελει ονομασθη αγιος, παντες οι γεγραμμενοι μεταξυ των ζωντων εν Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Isa 4:4" parsed="|Isa|4|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.4" />
<sup>4</sup>οταν εκπλυνη ο Κυριος την ακαθαρσιαν των θυγατερων της Σιων και καθαριση το αιμα της Ιερουσαλημ εκ μεσου αυτης δια πνευματος κρισεως και δια πνευματος καυσεως.
<scripture passage="Isa 4:5" parsed="|Isa|4|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.5" />
<sup>5</sup>Και ο Κυριος θελει δημιουργησει επι παντα τοπον του ορους Σιων και επι τας συναθροισεις αυτης νεφελην και καπνον την ημεραν, εν δε τη νυκτι λαμπροτητα φλογερου πυρος· διοτι επι πασαν την δοξαν θελει εισθαι υπερασπισις,
<scripture passage="Isa 4:6" parsed="|Isa|4|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.4.6" />
<sup>6</sup>και θελει εισθαι σκηνη, δια να επισκιαζη απο της καυσεως εν ημερα, και δια να ηναι καταφυγιον και σκεπη απο ανεμοζαλης και απο βροχης.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 5" progress="57.17%" prev="Isa.4" next="Isa.6" id="Isa.5">
<h3 id="Isa.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Isa.5-p1">
<scripture passage="Isa 5:1" parsed="|Isa|5|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.1" />
<sup>1</sup>Τωρα θελω ψαλλει εις τον ηγαπημενον μου ασμα του αγαπητου μου περι του αμπελωνος αυτου. Ο ηγαπημενος μου ειχεν αμπελωνα επι λοφου παχυτατου.
<scripture passage="Isa 5:2" parsed="|Isa|5|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.2" />
<sup>2</sup>Και περιεφραξεν αυτον, και συνηθροισεν εξ αυτου τους λιθους και εφυτευσεν αυτον με τα πλεον εκλεκτα κληματα και εκτισε πυργον εν τω μεσω αυτου και κατεσκευασεν ετι ληνον εν αυτω και περιεμενε να καμη σταφυλια, αλλ' εκαμεν αγριοσταφυλα.
<scripture passage="Isa 5:3" parsed="|Isa|5|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.3" />
<sup>3</sup>Και τωρα, κατοικοι Ιερουσαλημ και ανδρες Ιουδα, κρινατε, παρακαλω, αναμεσον εμου και του αμπελωνος μου.
<scripture passage="Isa 5:4" parsed="|Isa|5|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.4" />
<sup>4</sup>Τι ητο δυνατον να καμω ετι εις τον αμπελωνα μου και δεν εκαμον εις αυτον; δια τι λοιπον, ενω περιεμενον να καμη σταφυλια, εκαμεν αγριοσταφυλα;
<scripture passage="Isa 5:5" parsed="|Isa|5|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον θελω σας αναγγειλει τι θελω καμει εγω εις τον αμπελωνα μου· θελω αφαιρεσει τον φραγμον αυτου και θελει καταφαγωθη θελω χαλασει τον τοιχον αυτου και θελει καταπατηθη·
<scripture passage="Isa 5:6" parsed="|Isa|5|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.6" />
<sup>6</sup>και θελω καταστησει αυτον ερημον δεν θελει κλαδευθη ουδε σκαφθη, αλλα θελουσι βλαστησει εκει τριβολοι και ακανθαι θελω προσταξει ετι τα νεφη να μη βρεξωσι βροχην επ' αυτον.
<scripture passage="Isa 5:7" parsed="|Isa|5|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' ο αμπελων του Κυριου των δυναμεων ειναι ο οικος του Ισραηλ και οι ανδρες Ιουδα το αγαπητον αυτου φυτον και περιεμενε κρισιν, πλην ιδου, καταδυναστευσις δικαιοσυνην, πλην ιδου, κραυγη.
<scripture passage="Isa 5:8" parsed="|Isa|5|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.8" />
<sup>8</sup>Ουαι εις εκεινους, οιτινες ενονουσιν οικιαν με οικιαν και συναπτουσιν αγρον με αγρον, εωσου μη μεινη τοπος, δια να κατοικωσι μονοι εν τω μεσω της γης.
<scripture passage="Isa 5:9" parsed="|Isa|5|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.9" />
<sup>9</sup>Εις τα ωτα μου ειπεν ο Κυριος των δυναμεων, Βεβαιως πολλαι οικιαι θελουσι μεινει ηρημωμεναι, μεγαλαι και καλαι, χωρις κατοικων
<scripture passage="Isa 5:10" parsed="|Isa|5|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.10" />
<sup>10</sup>ναι, δεκα στρεμματα αμπελωνος θελουσι δωσει εν βαθ, και ο σπορος ενος χομορ θελει δωσει εν εφα.
<scripture passage="Isa 5:11" parsed="|Isa|5|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.11" />
<sup>11</sup>Ουαι εις εκεινους, οιτινες εξεγειρομενοι το πρωι ζητουσι σικερα· οιτινες εξακολουθουσι μεχρι της εσπερας, εωσου εξαψη ο οινος αυτους.
<scripture passage="Isa 5:12" parsed="|Isa|5|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.12" />
<sup>12</sup>Και η κιθαρα και η λυρα, το τυμπανον και ο αυλος και ο οινος ειναι εν τοις συμποσιοις αυτων αλλα δεν παρατηρουσι το εργον του Κυριου και δεν θεωρουσι την ενεργειαν των χειρων αυτου.
<scripture passage="Isa 5:13" parsed="|Isa|5|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ο λαος μου εφερθη εις αιχμαλωσιαν, διοτι δεν εχει επιγνωσιν και οι εντιμοι αυτων λιμοκτονουσι, και το πληθος αυτων κατεξηρανθη υπο διψης.
<scripture passage="Isa 5:14" parsed="|Isa|5|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.14" />
<sup>14</sup>Δια ταυτα επλατυνεν ο αδης εαυτον και διηνοιξεν υπερμετρα το στομα αυτου· και η δοξα αυτων και το πληθος αυτων και ο θορυβος αυτων και οι εντρυφωντες θελουσι καταβη εις αυτον.
<scripture passage="Isa 5:15" parsed="|Isa|5|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.15" />
<sup>15</sup>Και ο κοινος ανθρωπος θελει υποκυψει, και ο δυνατος θελει ταπεινωθη, και οι οφθαλμοι των υψηλων θελουσι χαμηλωθη.
<scripture passage="Isa 5:16" parsed="|Isa|5|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Κυριος των δυναμεων θελει υψωθη εις κρισιν, και ο Θεος ο Αγιος θελει αγιασθη εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Isa 5:17" parsed="|Isa|5|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.17" />
<sup>17</sup>Τοτε τα αρνια θελουσι βοσκηθη κατα την συνηθειαν αυτων, και ξενοι θελουσι φαγει τους ερημους τοπους των παχεων.
<scripture passage="Isa 5:18" parsed="|Isa|5|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.18" />
<sup>18</sup>Ουαι εις εκεινους, οιτινες επισυρουσι την ανομιαν δια σχοινιων ματαιοτητος και την αμαρτιαν ως δια λωριων αμαξης
<scripture passage="Isa 5:19" parsed="|Isa|5|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.19" />
<sup>19</sup>οιτινες λεγουσιν, Ας σπευση, ας επιταχυνη το εργον αυτου δια να ιδωμεν και η βουλη του Αγιου του Ισραηλ ας πλησιαση και ας ελθη, δια να μαθωμεν.
<scripture passage="Isa 5:20" parsed="|Isa|5|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.20" />
<sup>20</sup>Ουαι εις εκεινους, οιτινες λεγουσι το κακον καλον και το καλον κακον οιτινες θετουσι το σκοτος δια φως και το φως δια σκοτος οιτινες θετουσι το πικρον δια γλυκυ και το γλυκυ δια πικρον.
<scripture passage="Isa 5:21" parsed="|Isa|5|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.21" />
<sup>21</sup>Ουαι εις τους οσοι ειναι σοφοι εις τους οφθαλμους αυτων και φρονιμοι ενωπιον εαυτων.
<scripture passage="Isa 5:22" parsed="|Isa|5|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.22" />
<sup>22</sup>Ουαι εις τους οσοι ειναι δυνατοι εις το να πινωσιν οινον και ισχυροι εις το να σμιγωσι σικερα
<scripture passage="Isa 5:23" parsed="|Isa|5|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.23" />
<sup>23</sup>οιτινες δικαιονουσι τον παρανομον δια δωρα, και το δικαιον του δικαιου αφαιρουσιν απ' αυτου.
<scripture passage="Isa 5:24" parsed="|Isa|5|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο, ως η γλωσσα του πυρος κατατρωγει την καλαμην και το αχυρον αφανιζεται εν τη φλογι, ουτως η ριζα αυτων θελει κατασταθη ως σηπεδων, και το ανθος αυτων θελει αναβη ως κονιορτος διοτι απερριψαν τον νομον του Κυριου των δυναμεων και κατεφρονησαν τον λογον του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 5:25" parsed="|Isa|5|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο ο θυμος του Κυριου εξηφθη εναντιον του λαου αυτου, και εκτεινας την χειρα αυτου εναντιον αυτων επαταξεν αυτους· τα δε ορη ετρεμον, και τα πτωματα αυτων εγειναν ως κοπρια εν μεσω των οδων. Εν πασι τουτοις ο θυμος αυτου δεν απεστραφη, αλλ' η χειρ αυτου ειναι ετι εξηπλωμενη.
<scripture passage="Isa 5:26" parsed="|Isa|5|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.26" />
<sup>26</sup>Και θελει υψωσει εις τα εθνη σημειον απο μακραν, και θελει συριξει εις αυτα απ' ακρου της γης και ιδου, ταχεως θελουσιν ελθει μετα σπουδης·
<scripture passage="Isa 5:27" parsed="|Isa|5|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.27" />
<sup>27</sup>ουδεις θελει αποκαμει ουδε προσκρουσει μεταξυ αυτων ουδεις θελει νυσταξει ουδε κοιμηθη ουδε η ζωνη της οσφυος αυτων θελει λυθη, ουδε το λωριον των υποδηματων αυτων θελει κοπη
<scripture passage="Isa 5:28" parsed="|Isa|5|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.28" />
<sup>28</sup>των οποιων τα βελη ειναι οξεα και παντα τα τοξα αυτων εντεταμενα οι ονυχες των ιππων αυτων θελουσι νομισθη ως πυροβολος πετρα, και οι τροχοι των αμαξων αυτων ως ανεμοστροβιλος
<scripture passage="Isa 5:29" parsed="|Isa|5|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.29" />
<sup>29</sup>τα βρυχηματα αυτων θελουσιν εισθαι ως λεοντος θελουσι βρυχασθαι ως σκυμνοι λεοντος· ναι, θελουσι βρυχασθαι και θελουσι συναρπασει το θηραμα και φυγει και ουδεις ο ελευθερων.
<scripture passage="Isa 5:30" parsed="|Isa|5|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.5.30" />
<sup>30</sup>Και οταν κατ' εκεινην την ημεραν βοησωσιν εναντιον αυτων ως βοη της θαλασσης, θελουσιν εμβλεψει εις την γην και ιδου, σκοτος, λυπη, και το φως εσκοτισθη εν τω ουρανω αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 6" progress="57.28%" prev="Isa.5" next="Isa.7" id="Isa.6">
<h3 id="Isa.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Isa.6-p1">
<scripture passage="Isa 6:1" parsed="|Isa|6|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.1" />
<sup>1</sup>Κατα το ετος εν ω απεθανεν Οζιας ο βασιλευς, ειδον τον Κυριον καθημενον επι θρονου υψηλου και επηρμενου, και το κρασπεδον αυτου εγεμισε τον ναον.
<scripture passage="Isa 6:2" parsed="|Isa|6|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.2" />
<sup>2</sup>Ανωθεν αυτου ισταντο Σεραφειμ ανα εξ πτερυγας εχοντα εκαστον με τας δυο εκαλυπτε το προσωπον αυτου και με τας δυο εκαλυπτε τους ποδας αυτου και με τας δυο επετα.
<scripture passage="Isa 6:3" parsed="|Isa|6|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.3" />
<sup>3</sup>Και εκραζε το εν προς το αλλο και ελεγεν, Αγιος, αγιος, αγιος ο Κυριος των δυναμεων πασα η γη ειναι πληρης της δοξης αυτου.
<scripture passage="Isa 6:4" parsed="|Isa|6|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.4" />
<sup>4</sup>Και οι παρασταται της θυρας εσεισθησαν εκ της φωνης του κραζοντος, και ο οικος επλησθη καπνου.
<scripture passage="Isa 6:5" parsed="|Isa|6|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ειπα, Ω ταλας εγω διοτι εχαθην επειδη ειμαι ανθρωπος ακαθαρτων χειλεων και κατοικω εν μεσω λαου ακαθαρτων χειλεων επειδη οι οφθαλμοι μου ειδον τον Βασιλεα, τον Κυριον των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 6:6" parsed="|Isa|6|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.6" />
<sup>6</sup>Τοτε επετασε προς εμε εν εκ των Σεραφειμ εχον εν τη χειρι αυτου ανθρακα πυρος, τον οποιον ελαβε δια της λαβιδος απο του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Isa 6:7" parsed="|Isa|6|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.7" />
<sup>7</sup>Και ηγγισεν αυτον εις το στομα μου και ειπεν, Ιδου, τουτο ηγγισε τα χειλη σου και η ανομια σου εξηλειφθη και η αμαρτια σου εκαθαρισθη.
<scripture passage="Isa 6:8" parsed="|Isa|6|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.8" />
<sup>8</sup>Και ηκουσα την φωνην του Κυριου, λεγοντος, Τινα θελω αποστειλει, και τις θελει υπαγει δια ημας; Τοτε ειπα, Ιδου, εγω, αποστειλον με.
<scripture passage="Isa 6:9" parsed="|Isa|6|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν, Υπαγε και ειπε προς τουτον τον λαον, με την ακοην θελετε ακουσει και δεν θελετε εννοησει και βλεποντες θελετε ιδει και δεν θελετε καταλαβει
<scripture passage="Isa 6:10" parsed="|Isa|6|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.10" />
<sup>10</sup>επαχυνθη η καρδια του λαου τουτου, και εγειναν βαρεα τα ωτα αυτων, και εκλεισαν τους οφθαλμους αυτων, δια να μη βλεπωσι με τους οφθαλμους αυτων και ακουωσι με τα ωτα αυτων και νοησωσι με την καρδιαν αυτων και επιστρεψωσι και θεραπευθωσι.
<scripture passage="Isa 6:11" parsed="|Isa|6|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ειπα, Κυριε, εως ποτε; Και απεκριθη, Εωσου ερημωθωσιν αι πολεις, ωστε να μη υπαρχη κατοικος, και αι οικιαι, ωστε να μη υπαρχη ανθρωπος, και η γη να ερημωθη πανταπασιν
<scripture passage="Isa 6:12" parsed="|Isa|6|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.12" />
<sup>12</sup>και απομακρυνη ο Κυριος τους ανθρωπους, και γεινη μεγαλη εγκαταλειψις εν τω μεσω της γης.
<scripture passage="Isa 6:13" parsed="|Isa|6|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.6.13" />
<sup>13</sup>Ετι ομως θελει μεινει εν αυτη εν δεκατον, και αυτο παλιν θελει καταφαγωθη καθως η τερεβινθος και η δρυς, των οποιων ο κορμος μενει εν αυταις οταν κοπτωνται, ουτω το αγιον σπερμα θελει εισθαι ο κορμος αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 7" progress="57.33%" prev="Isa.6" next="Isa.8" id="Isa.7">
<h3 id="Isa.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Isa.7-p1">
<scripture passage="Isa 7:1" parsed="|Isa|7|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.1" />
<sup>1</sup>Και εν ταις ημεραις του Αχαζ, υιου του Ιωαθαμ, υιου του Οζιου, βασιλεως του Ιουδα, Ρεσιν ο βασιλευς της Συριας, και Φεκα ο υιος του Ρεμαλια, βασιλευς του Ισραηλ, ανεβησαν επι την Ιερουσαλημ δια να πολεμησωσιν αυτην αλλα δεν ηδυνηθησαν να εκπολιορκησωσιν αυτην.
<scripture passage="Isa 7:2" parsed="|Isa|7|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.2" />
<sup>2</sup>Και ανηγγειλαν προς τον οικον Δαβιδ λεγοντες, Η Συρια συνεφωνησε μετα του Εφραιμ. Και η καρδια του Αχαζ και η καρδια του λαου αυτου εκλονισθη, ως τα δενδρα του δασους κλονιζονται υπο του ανεμου.
<scripture passage="Isa 7:3" parsed="|Isa|7|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ειπεν ο Κυριος προς τον Ησαιαν, Εξελθε τωρα εις συναντησιν του Αχαζ, συ και Σεαρ-ιασουβ ο υιος σου, εις το ακρον του υδραγωγου της ανω κολυμβηθρας κατα την μεγαλην οδον του αγρου του γναφεως
<scripture passage="Isa 7:4" parsed="|Isa|7|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.4" />
<sup>4</sup>και ειπε προς αυτον, Προσεχε να μενης ησυχος μη φοβηθης μηδε μικροψυχησης, δια τας δυο ουρας των καπνιζοντων τουτων δαυλων, δια τον αγριον θυμον του Ρεσιν και της Συριας, και του υιου του Ρεμαλια.
<scripture passage="Isa 7:5" parsed="|Isa|7|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.5" />
<sup>5</sup>Επειδη η Συρια, ο Εφραιμ και ο υιος του Ρεμαλια εβουλευθησαν κακην βουλην εναντιον σου, λεγοντες,
<scripture passage="Isa 7:6" parsed="|Isa|7|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.6" />
<sup>6</sup>Ας αναβωμεν εναντιον του Ιουδα και ας στενοχωρησωμεν αυτον, και ας διαμερισθωμεν αυτον εις εαυτους, και ας βαλωμεν βασιλεα εν μεσω αυτου, τον υιον του Ταβεηλ·
<scripture passage="Isa 7:7" parsed="|Isa|7|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.7" />
<sup>7</sup>ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Τουτο δεν θελει σταθη ουδε θελει γεινει.
<scripture passage="Isa 7:8" parsed="|Isa|7|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.8" />
<sup>8</sup>Διοτι η κεφαλη της Συριας ειναι η Δαμασκος, και η κεφαλη της Δαμασκου ο Ρεσιν και εις εξηκοντα πεντε ετη ο Εφραιμ θελει συντριφθη, ωστε να μη ηναι λαος.
<scripture passage="Isa 7:9" parsed="|Isa|7|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.9" />
<sup>9</sup>Και η κεφαλη του Εφραιμ ειναι η Σαμαρεια, και η κεφαλη της Σαμαρειας ο υιος του Ρεμαλια. Εαν δεν πιστευητε, δεν θελετε βεβαιως στερεωθη.
<scripture passage="Isa 7:10" parsed="|Isa|7|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.10" />
<sup>10</sup>Και ελαλησεν ετι ο Κυριος προς τον Αχαζ, λεγων,
<scripture passage="Isa 7:11" parsed="|Isa|7|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.11" />
<sup>11</sup>Ζητησον σημειον παρα Κυριου του Θεου σου ζητησον αυτο η εις το βαθος η εις το υψος ανω.
<scripture passage="Isa 7:12" parsed="|Isa|7|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' ο Αχαζ ειπε, δεν θελω ζητησει ουδε θελω πειρασει τον Κυριον.
<scripture passage="Isa 7:13" parsed="|Isa|7|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Ησαιας, Ακουσατε τωρα, οικος Δαβιδ μικρον πραγμα ειναι δια σας να βαρυνητε ανθρωπους, και θελετε βαρυνει ετι και τον Θεον μου;
<scripture passage="Isa 7:14" parsed="|Isa|7|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ο Κυριος αυτος θελει σας δωσει σημειον ιδου, η παρθενος θελει συλλαβει και γεννησει υιον, και θελει καλεσθη το ονομα αυτου Εμμανουηλ.
<scripture passage="Isa 7:15" parsed="|Isa|7|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.15" />
<sup>15</sup>Βουτυρον και μελι θελει φαγει, εωσου μαθη να απορριπτη το κακον και να εκλεγη το αγαθον.
<scripture passage="Isa 7:16" parsed="|Isa|7|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.16" />
<sup>16</sup>Διοτι πριν μαθη το παιδιον να απορριπτη το κακον και να εκλεγη το αγαθον, η γη, την οποιαν αποστρεφεσαι, θελει εγκαταλειφθη υπο των δυο βασιλεων αυτης.
<scripture passage="Isa 7:17" parsed="|Isa|7|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.17" />
<sup>17</sup>Ο Κυριος θελει φερει επι σε, και επι τον λαον σου, και επι τον οικον του πατρος σου, ημερας, αιτινες δεν ηλθον αφ' ης ημερας εχωρισθη απο του Ιουδα ο Εφραιμ, δια του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="Isa 7:18" parsed="|Isa|7|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.18" />
<sup>18</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελει συριξει ο Κυριος εις τας μυιας τας εν τοις εσχατοις των ποταμων της Αιγυπτου, και εις τας μελισσας τας εν τη γη της Ασσυριας
<scripture passage="Isa 7:19" parsed="|Isa|7|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.19" />
<sup>19</sup>και θελουσιν ελθει και αναπαυθη πασαι επι τας ηρημωμενας κοιλαδας και εν ταις τρυπαις των βραχων και επι πασαν βατον και επι παν ωραιον δενδρον.
<scripture passage="Isa 7:20" parsed="|Isa|7|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.20" />
<sup>20</sup>Εν τη αυτη ημερα ο Κυριος θελει ξυρισει, με το ξυραφιον το μεμισθωμενον απο του περαν του ποταμου, μετα του βασιλεως της Ασσυριας, την κεφαλην και τας τριχας των ποδων και τον πωγωνα ετι θελει αφαιρεσει.
<scripture passage="Isa 7:21" parsed="|Isa|7|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.21" />
<sup>21</sup>Και εν εκεινη τη ημερα ανθρωπος τρεφων μιαν δαμαλιν και δυο προβατα,
<scripture passage="Isa 7:22" parsed="|Isa|7|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.22" />
<sup>22</sup>απο της αφθονιας του γαλακτος, το οποιον θελουσι διδει, βουτυρον θελει τρωγει διοτι βουτυρον και μελι θελει τρωγει εκαστος, οστις υπελειφθη εν τω μεσω της γης.
<scripture passage="Isa 7:23" parsed="|Isa|7|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.23" />
<sup>23</sup>Και εν εκεινη τη ημερα πας τοπος, εν ω ησαν χιλιαι αμπελοι χιλιων αργυριων, θελει εισθαι δια τριβολους και ακανθας.
<scripture passage="Isa 7:24" parsed="|Isa|7|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.24" />
<sup>24</sup>Με βελη και με τοξα θελουσιν ελθει εκει· διοτι πασα η γη θελει κατασταθη τριβολοι και ακανθαι.
<scripture passage="Isa 7:25" parsed="|Isa|7|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.7.25" />
<sup>25</sup>Και παν ορος γεγεωργημενον με δικελλαν, οπου δεν ηλθε φοβος τριβολων και ακανθων, θελει εισθαι δια να εξαποστελλωνται εκει βοες και δια να καταπατηται υπο προβατων.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 8" progress="57.41%" prev="Isa.7" next="Isa.9" id="Isa.8">
<h3 id="Isa.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Isa.8-p1">
<scripture passage="Isa 8:1" parsed="|Isa|8|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Λαβε εις σεαυτον τομον μεγαν, και γραψον εν αυτω δια γραφιδος ανθρωπου περι του Μαχερ-σαλαλ-χας-βαζ·
<scripture passage="Isa 8:2" parsed="|Isa|8|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.2" />
<sup>2</sup>Και παρελαβον εις εμαυτον πιστους μαρτυρας, Ουριαν τον ιερεα και Ζαχαριαν τον υιον του Ιεβερεχιου.
<scripture passage="Isa 8:3" parsed="|Isa|8|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.3" />
<sup>3</sup>Και προσηλθον προς την προφητισσαν, ητις συνελαβε και εγεννησεν υιον. Και ειπε Κυριος προς εμε, Καλεσον το ονομα αυτου Μαχερ-σαλαλ-χας-βαζ
<scripture passage="Isa 8:4" parsed="|Isa|8|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.4" />
<sup>4</sup>διοτι πριν μαθη το παιδιον να προφερη, Πατερ μου και μητερ μου, τα πλουτη της Δαμασκου και τα λαφυρα της Σαμαρειας θελουσι διαρπαχθη εμπροσθεν του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="Isa 8:5" parsed="|Isa|8|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησεν ετι Κυριος προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Isa 8:6" parsed="|Isa|8|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.6" />
<sup>6</sup>Επειδη ο λαος ουτος απεβαλε τα υδατα του Σιλωαμ τα ρεοντα ησυχως, και χαιρει εις τον Ρεσιν και εις τον υιον του Ρεμαλια,
<scripture passage="Isa 8:7" parsed="|Isa|8|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.7" />
<sup>7</sup>δια τουτο, ιδου, ο Κυριος αναβιβαζει επ' αυτους τα υδατα του ποταμου, τα δυνατα και τα πολλα, τον βασιλεα της Ασσυριας και πασαν την δοξαν αυτου· και θελει υπερβη παντα τα αυλακια αυτου και πλημμυρησει πασας τας οχθας αυτου
<scripture passage="Isa 8:8" parsed="|Isa|8|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.8" />
<sup>8</sup>και θελει περασει δια του Ιουδα, θελει πλημμυρησει και υπεραναβη, θελει φθασει μεχρι λαιμου και το εξαπλωμα των πτερυγων αυτου θελει γεμισει το πλατος της γης σου, Εμμανουηλ.
<scripture passage="Isa 8:9" parsed="|Isa|8|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.9" />
<sup>9</sup>Ενωθητε, λαοι, και θελετε κατακοπη· και ακροασθητε, παντες οι εν τοις εσχατοις της γης· ζωσθητε, και θελετε κατακοπη· ζωσθητε, και θελετε κατακοπη.
<scripture passage="Isa 8:10" parsed="|Isa|8|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.10" />
<sup>10</sup>Βουλευθητε βουλην, και θελει ματαιωθη· λαλησατε λογον, και δεν θελει σταθη διοτι μεθ' ημων ο Θεος.
<scripture passage="Isa 8:11" parsed="|Isa|8|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ουτως ελαλησε Κυριος προς εμε εν χειρι κραταια, και με εδιδαξε να μη περιπατω εν τη οδω του λαου τουτου, λεγων,
<scripture passage="Isa 8:12" parsed="|Isa|8|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.12" />
<sup>12</sup>Μη ειπητε, Συνωμοσια, περι παντος εκεινου, περι του οποιου ο λαος ουτος θελει ειπει, Συνωμοσια και τον φοβον αυτου μη φοβηθητε μηδε τρομαξητε.
<scripture passage="Isa 8:13" parsed="|Isa|8|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.13" />
<sup>13</sup>Τον Κυριον των δυναμεων, αυτον αγιασατε και αυτος ας ηναι ο φοβος σας και αυτος ας ηναι ο τρομος σας.
<scripture passage="Isa 8:14" parsed="|Isa|8|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.14" />
<sup>14</sup>Και θελει εισθαι δια αγιαστηριον θελει εισθαι ομως δια πετραν προσκομματος και δια βραχον πτωσεως εις τους δυο οικους του Ισραηλ δια παγιδα και δια βροχον εις τους κατοικους της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 8:15" parsed="|Isa|8|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.15" />
<sup>15</sup>Και πολλοι θελουσι προσκοψει επ' αυτα και πεσει και συντριφθη και παγιδευθη και πιασθη.
<scripture passage="Isa 8:16" parsed="|Isa|8|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.16" />
<sup>16</sup>Δεσον την μαρτυριαν, σφραγισον τον νομον μεταξυ των μαθητων μου.
<scripture passage="Isa 8:17" parsed="|Isa|8|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.17" />
<sup>17</sup>Εγω δε θελω περιμεινει τον Κυριον, οστις κρυπτει το προσωπον αυτου απο του οικου Ιακωβ, και επ' αυτον θελω εισθαι πεποιθως.
<scripture passage="Isa 8:18" parsed="|Isa|8|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, εγω και τα παιδια, τα οποια μοι εδωκεν ο Κυριος, δια σημεια και τεραστια εις τον Ισραηλ παρα του Κυριου των δυναμεων, του κατοικουντος εν τω ορει Σιων.
<scripture passage="Isa 8:19" parsed="|Isa|8|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.19" />
<sup>19</sup>Και οταν σας ειπωσιν, Ερωτησατε τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους νεκρομαντεις, τους μορμυριζοντας και ψιθυριζοντας, αποκριθητε, Ο λαος δεν θελει ερωτησει τον Θεον αυτου; θελει προστρεξει εις τους νεκρους περι των ζωντων;
<scripture passage="Isa 8:20" parsed="|Isa|8|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.20" />
<sup>20</sup>Εις τον νομον και εις την μαρτυριαν εαν δεν λαλωσι κατα τον λογον τουτον, βεβαιως δεν ειναι φως εν αυτοις.
<scripture passage="Isa 8:21" parsed="|Isa|8|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.21" />
<sup>21</sup>Και θελουσι περασει δι' αυτης της γης σκληρως βεβαρημενοι και λιμωττοντες και οταν πεινασωσι θελουσιν αγανακτει, και θελουσι κακολογει τον βασιλεα αυτων και τον Θεον αυτων, και θελουσιν αναβλεψει εις τα ανω.
<scripture passage="Isa 8:22" parsed="|Isa|8|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.8.22" />
<sup>22</sup>Επειτα θελουσιν εμβλεψει εις την γην και ιδου, ταραχη και σκοτος, θαμβωμα αγωνιας και θελουσιν εξωσθη εις το σκοτος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 9" progress="57.48%" prev="Isa.8" next="Isa.10" id="Isa.9">
<h3 id="Isa.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Isa.9-p1">
<scripture passage="Isa 9:1" parsed="|Isa|9|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.1" />
<sup>1</sup>Δεν θελει εισθαι ομως τοιουτον θαμβωμα εις την γην την τεθλιμμενην· εν τοις προτεροις καιροις εξουθενωσε την γην Ζαβουλων και την γην Νεφθαλειμ· εν δε τοις υστεροις εκαμεν ενδοξα τα μερη τα προς την οδον της θαλασσης, περαν του Ιορδανου, την Γαλιλαιαν των εθνων.
<scripture passage="Isa 9:2" parsed="|Isa|9|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.2" />
<sup>2</sup>Ο λαος ο περιπατων εν τω σκοτει ειδε φως μεγα· εις τους καθημενους εν γη σκιας θανατου, φως ελαμψεν επ' αυτους.
<scripture passage="Isa 9:3" parsed="|Isa|9|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.3" />
<sup>3</sup>Επολλαπλασιασας το εθνος, ηυξησας εις αυτην την χαραν· χαιρουσιν εμπροσθεν σου κατα την χαραν του θερισμου, καθως αγαλλονται οι διαμεριζομενοι τα λαφυρα.
<scripture passage="Isa 9:4" parsed="|Isa|9|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.4" />
<sup>4</sup>Διοτι συ συνετριψας τον ζυγον του φορτιου αυτου και την ραβδον του ωμου αυτου και την μαστιγα του καταδυναστευοντος αυτον, καθως εν τη ημερα του Μαδιαμ.
<scripture passage="Isa 9:5" parsed="|Isa|9|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.5" />
<sup>5</sup>Διοτι πασα περικνημις πολεμιστου μαχομενου μετα θορυβου και πασα στολη κεκυλισμενη εις αιματα θελει εισθαι δια καυσιν και υλην πυρος.
<scripture passage="Isa 9:6" parsed="|Isa|9|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.6" />
<sup>6</sup>Διοτι παιδιον εγεννηθη εις ημας, υιος εδοθη εις ημας· και η εξουσια θελει εισθαι επι τον ωμον αυτου· και το ονομα αυτου θελει καλεσθη Θαυμαστος, Συμβουλος, Θεος ισχυρος, Πατηρ του μελλοντος αιωνος, Αρχων ειρηνης.
<scripture passage="Isa 9:7" parsed="|Isa|9|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.7" />
<sup>7</sup>Εις την αυξησιν της εξουσιας αυτου και της ειρηνης δεν θελει εισθαι τελος, επι τον θρονον του Δαβιδ και επι την βασιλειαν αυτου, δια να διαταξη αυτην και να στερεωση αυτην εν κρισει και δικαιοσυνη απο του νυν και εως αιωνος. Ο ζηλος του Κυριου των δυναμεων θελει εκτελεσει τουτο.
<scripture passage="Isa 9:8" parsed="|Isa|9|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος απεστειλε λογον κατα του Ιακωβ και επεσεν επι τον Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 9:9" parsed="|Isa|9|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.9" />
<sup>9</sup>Και πας ο λαος θελει γνωρισει τουτο, ο Εφραιμ και ο κατοικος της Σαμαρειας, οιτινες λεγουσιν υπερηφανως και με επαρσιν καρδιας,
<scripture passage="Isa 9:10" parsed="|Isa|9|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.10" />
<sup>10</sup>οι πλινθοι επεσον, πλην ημεις θελομεν κτισει με πελεκητας πετρας· αι συκομορεαι εκοπησαν, πλην ημεις θελομεν αλλαξει αυτας εις κεδρους.
<scripture passage="Isa 9:11" parsed="|Isa|9|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ο Κυριος θελει εξεγειρει τους εχθρους του Ρεσιν εναντιον αυτου και συνενωσει τους πολεμιους αυτου·
<scripture passage="Isa 9:12" parsed="|Isa|9|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.12" />
<sup>12</sup>τους Συριους εμπροσθεν και τους Φιλισταιους οπισθεν· και θελουσι καταφαγει τον Ισραηλ με ανοικτον στομα. Εν πασι τουτοις ο θυμος αυτου δεν απεστραφη, αλλ' η χειρ αυτου ειναι ετι εξηπλωμενη.
<scripture passage="Isa 9:13" parsed="|Isa|9|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.13" />
<sup>13</sup>Πλην ο λαος δεν επιστρεφει προς τον παταξαντα αυτον, ουδε εκζητουσι τον Κυριον των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 9:14" parsed="|Isa|9|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ο Κυριος θελει εκκοψει απο του Ισραηλ κεφαλην και ουραν, κλαδον και σπαρτον, εν μια ημερα.
<scripture passage="Isa 9:15" parsed="|Isa|9|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.15" />
<sup>15</sup>Ο πρεσβυτης και ο εντιμος, αυτος ειναι η κεφαλη· και ο προφητης οστις διδασκει ψευδη, αυτος ειναι η ουρα.
<scripture passage="Isa 9:16" parsed="|Isa|9|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.16" />
<sup>16</sup>Διοτι οι μακαριζοντες τον λαον τουτον πλανωσιν αυτον· και οι μακαριζομενοι υπ' αυτων αφανιζονται.
<scripture passage="Isa 9:17" parsed="|Isa|9|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο ο Κυριος δεν θελει ευφρανθη εις τους νεανισκους αυτων, ουδε θελει ελεησει τους ορφανους και τας χηρας αυτων· επειδη παντες ειναι υποκριται και κακοποιοι, και παν στομα λαλει ασεβως. Εν πασι τουτοις ο θυμος αυτου δεν απεστραφη, αλλ' η χειρ αυτου ειναι ετι εξηπλωμενη.
<scripture passage="Isa 9:18" parsed="|Isa|9|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.18" />
<sup>18</sup>Διοτι η ανομια αφανιζει ως το πυρ, το κατατρωγον τους τριβολους και τας ακανθας και το φλεγον εν τοις πυκνοτατοις του δασους· και αυτα θελουσιν αναβη εις στηλην περιτυλισσομενου καπνου.
<scripture passage="Isa 9:19" parsed="|Isa|9|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.19" />
<sup>19</sup>Απο του θυμου του Κυριου των δυναμεων η γη εσκοτισθη, και ο λαος θελει εισθαι ως υλη πυρος· ανθρωπος δεν θελει ελεησει τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Isa 9:20" parsed="|Isa|9|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.20" />
<sup>20</sup>Και θελει αρπασει εις τα δεξια, πλην θελει πεινασει· και θελει φαγει εις τα αριστερα, πλην δεν θελει χορτασθη· θελουσι φαγει πας ανθρωπος την σαρκα του βραχιονος αυτου·
<scripture passage="Isa 9:21" parsed="|Isa|9|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.9.21" />
<sup>21</sup>ο Μανασσης τον Εφραιμ και ο Εφραιμ τον Μανασσην· και αυτοι ομου θελουσιν εισθαι εναντιον του Ιουδα. Εν πασι τουτοις ο θυμος αυτου δεν απεστραφη, αλλ' η χειρ αυτου ειναι ετι εξηπλωμενη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 10" progress="57.56%" prev="Isa.9" next="Isa.11" id="Isa.10">
<h3 id="Isa.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Isa.10-p1">
<scripture passage="Isa 10:1" parsed="|Isa|10|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τους ψηφιζοντας ψηφισματα αδικα και εις τους γραμματεις τους γραφοντας καταδυναστευσιν·
<scripture passage="Isa 10:2" parsed="|Isa|10|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.2" />
<sup>2</sup>δια να στερησωσι τον ενδεη απο της κρισεως, και δια να αρπασωσι το δικαιον των πτωχων του λαου μου, δια να γεινωσι λαφυρον αυτων αι χηραι, και να γυμνωσωσι τους ορφανους.
<scripture passage="Isa 10:3" parsed="|Isa|10|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.3" />
<sup>3</sup>Και τι θελετε καμει εν τη ημερα της επισκεψεως και εν τω ολεθρω οστις θελει ελθει μακροθεν; προς τινα θελετε προστρεξει δια βοηθειαν; και που θελετε αφησει την δοξαν σας,
<scripture passage="Isa 10:4" parsed="|Isa|10|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.4" />
<sup>4</sup>ειμη οτι θελουσιν υποκυψει εις τα δεσμα, και θελουσι πεσει υποκατω των πεφονευμενων; Εν πασι τουτοις ο θυμος αυτου δεν απεστραφη, αλλ' η χειρ αυτου ειναι ετι εξηπλωμενη.
<scripture passage="Isa 10:5" parsed="|Isa|10|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.5" />
<sup>5</sup>Ουαι εις τον Ασσυριον, την ραβδον του θυμου μου, αν και η εν τη χειρι αυτου μαστιξ ηναι η οργη μου.
<scripture passage="Isa 10:6" parsed="|Isa|10|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.6" />
<sup>6</sup>Θελω αποστειλει αυτον επι εθνος υποκριτικον, και θελω δωσει εις αυτον προσταγην κατα του λαου του θυμου μου, δια να λαφυραγωγηση λαφυρα και να λεηλατηση λεηλασιαν και να καταπατηση αυτους ως τον πηλον των οδων.
<scripture passage="Isa 10:7" parsed="|Isa|10|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.7" />
<sup>7</sup>Πλην αυτος δεν εννοει ουτως και η καρδια αυτου δεν διαλογιζεται ουτως· αλλα τουτο φρονει εν τη καρδια αυτου, να καταστρεψη και να εξολοθρευση εθνη ουκ ολιγα.
<scripture passage="Isa 10:8" parsed="|Isa|10|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.8" />
<sup>8</sup>Διοτι λεγει, οι αρχοντες μου δεν ειναι παντες βασιλεις;
<scripture passage="Isa 10:9" parsed="|Isa|10|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.9" />
<sup>9</sup>δεν ειναι η Χαλανη ως η Χαρχεμις; δεν ειναι η Αιμαθ ως η Αρφαδ; δεν ειναι η Σαμαρεια ως η Δαμασκος;
<scripture passage="Isa 10:10" parsed="|Isa|10|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.10" />
<sup>10</sup>Καθως η χειρ μου κατεκρατησε τα βασιλεια των ειδωλων, των οποιων τα γλυπτα ισχυον μαλλον παρα τα της Ιερουσαλημ και της Σαμαρειας,
<scripture passage="Isa 10:11" parsed="|Isa|10|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.11" />
<sup>11</sup>δεν θελω καμει, ως εκαμον εις την Σαμαρειαν και εις τα ειδωλα αυτης, ουτω και εις την Ιερουσαλημ και εις τα ειδωλα αυτης;
<scripture passage="Isa 10:12" parsed="|Isa|10|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο, αφου ο Κυριος εκτελεση απαν το εργον αυτου επι το ορος Σιων και επι την Ιερουσαλημ, θελω παιδευσει, λεγει, τον καρπον της επηρμενης καρδιας του βασιλεως της Ασσυριας και την αλαζονειαν των υψηλων οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Isa 10:13" parsed="|Isa|10|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.13" />
<sup>13</sup>Διοτι λεγει, Εν τη δυναμει της χειρος μου εκαμον τουτο και δια της σοφιας μου, επειδη ειμαι συνετος· και μετεστησα τα ορια των λαων και διηρπασα τους θησαυρους αυτων και καθηρεσα, ως ισχυρος, τους εν υψει καθημενους·
<scripture passage="Isa 10:14" parsed="|Isa|10|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.14" />
<sup>14</sup>και η χειρ μου ευρηκεν ως φωλεαν τα πλουτη των λαων· και καθως συναγει τις ωα αφειμενα, ουτω συνηγαγον πασαν την γην εγω· και ουδεις εκινησε πτερυγα η ηνοιξε στομα η εψιθυρισεν.
<scripture passage="Isa 10:15" parsed="|Isa|10|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.15" />
<sup>15</sup>Ηθελε καυχηθη η αξινη κατα του κοπτοντος δι' αυτης; ηθελε μεγαλαυχησει το πριονιον κατα του κινουντος αυτο; ως εαν ηθελε κινηθη η ραβδος κατα των υψουντων αυτην, ως εαν ηθελεν υψωσει εαυτην η βακτηρια ως μη ουσα ξυλον.
<scripture passage="Isa 10:16" parsed="|Isa|10|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο ο Κυριος, ο Κυριος των δυναμεων, θελει αποστειλει εις τους παχεις αυτου ισχνοτητα· και υπο την δοξαν αυτου θελει εξαφθη καυσις, ως καυσις πυρος.
<scripture passage="Isa 10:17" parsed="|Isa|10|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.17" />
<sup>17</sup>Και το φως του Ισραηλ θελει γεινει πυρ και ο Αγιος αυτου φλοξ· και θελει καυσει και καταφαγει τας ακανθας αυτου και τους τριβολους αυτου εν μια ημερα·
<scripture passage="Isa 10:18" parsed="|Isa|10|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.18" />
<sup>18</sup>και θελει αφανισει την δοξαν του δασους αυτου και του καρποφορου αγρου αυτου απο ψυχης εως σαρκος· και θελουσιν εισθαι ως οταν σημαιοφορος λιποψυχη.
<scripture passage="Isa 10:19" parsed="|Isa|10|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.19" />
<sup>19</sup>Το δε υπολοιπον των δενδρων του δασους αυτου θελει εισθαι ευαριθμον, ωστε παιδιον να καταγραψη αυτα.
<scripture passage="Isa 10:20" parsed="|Isa|10|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.20" />
<sup>20</sup>Και εν εκεινη τη ημερα, το υπολοιπον του Ισραηλ και οι διασεσωσμενοι του οικου Ιακωβ δεν θελουσι πλεον επιστηριζεσθαι επι τον παταξαντα αυτους, αλλα θελουσιν επιστηριζεσθαι επι Κυριον, τον Αγιον του Ισραηλ, κατα αληθειαν.
<scripture passage="Isa 10:21" parsed="|Isa|10|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.21" />
<sup>21</sup>Το υπολοιπον θελει επιστρεψει, το υπολοιπον του Ιακωβ, προς τον ισχυρον Θεον.
<scripture passage="Isa 10:22" parsed="|Isa|10|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.22" />
<sup>22</sup>Διοτι αν και ο λαος σου, Ισραηλ, ηναι ως η αμμος της θαλασσης, υπολοιπον εξ αυτων θελει επιστρεψει· η αποφασισθεισα καταναλωσις θελει συντελεσθη εν δικαιοσυνη.
<scripture passage="Isa 10:23" parsed="|Isa|10|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.23" />
<sup>23</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος των δυναμεων θελει καμει καταναλωσιν, βεβαιως προσδιωρισμενην, εν μεσω πασης της γης·
<scripture passage="Isa 10:24" parsed="|Isa|10|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.24" />
<sup>24</sup>δια τουτο, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων. Λαε μου, οστις κατοικεις εν Σιων, μη φοβηθης απο του Ασσυριου· θελει σε παταξει εν ραβδω και θελει σηκωσει την βακτηριαν αυτου εναντιον σου κατα τον τροπον της Αιγυπτου·
<scripture passage="Isa 10:25" parsed="|Isa|10|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.25" />
<sup>25</sup>διοτι ετι ολιγον και η οργη θελει παυσει· και ο θυμος μου θελει εισθαι εις ολεθρον εκεινων.
<scripture passage="Isa 10:26" parsed="|Isa|10|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.26" />
<sup>26</sup>Και ο Κυριος των δυναμεων θελει σηκωσει επ' αυτον μαστιγα, κατα την πληγην της Μαδιαμ εν τω βραχω Ωρηβ· και καθως η ραβδος αυτου υψωθη επι την θαλασσαν, ουτω θελει υψωσει αυτην κατα τον τροπον της Αιγυπτου.
<scripture passage="Isa 10:27" parsed="|Isa|10|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.27" />
<sup>27</sup>Και εν εκεινη τη ημερα το φορτιον αυτου θελει αφαιρεθη απο του ωμου σου και ο ζυγος αυτου απο του τραχηλου σου, και ο ζυγος θελει συντριφθη εξ αιτιας του χρισματος.
<scripture passage="Isa 10:28" parsed="|Isa|10|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.28" />
<sup>28</sup>Αυτος ηλθεν εις Αιαθ, επερασεν εις Μιγρων. Εν Μιχμας θελει αποθεσει τα σκευη αυτου·
<scripture passage="Isa 10:29" parsed="|Isa|10|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.29" />
<sup>29</sup>διεβησαν το περασμα· κατελυσαν εν Γεβα· η Ραμα ετρομαξεν· η Γαβαα του Σαουλ εφυγεν.
<scripture passage="Isa 10:30" parsed="|Isa|10|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.30" />
<sup>30</sup>Υψωσον την φωνην σου, θυγατηρ της Γαλλειμ· καμε αυτην, πτωχη Αναθωθ, να ακουσθη εν Λαισα.
<scripture passage="Isa 10:31" parsed="|Isa|10|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.31" />
<sup>31</sup>Η Μαδμηνα μετετοπισθη· οι κατοικοι της Γεβειμ εφυγον ομου.
<scripture passage="Isa 10:32" parsed="|Isa|10|32|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.32" />
<sup>32</sup>Και εν τη ημερα εκεινη θελει μεινει εν Νωβ, θελει σεισει την χειρα αυτου κατα του ορους της θυγατρος της Σιων, κατα του λοφου της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 10:33" parsed="|Isa|10|33|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.33" />
<sup>33</sup>Ιδου, ο Κυριος, ο Κυριος των δυναμεων, θελει κοψει τους κλαδους μετα κροτου τρομερου· και οι υψωμενοι θελουσι συντριφθη και οι επηρμενοι θελουσι ταπεινωθη.
<scripture passage="Isa 10:34" parsed="|Isa|10|34|0|0" osisRef="Bible:Isa.10.34" />
<sup>34</sup>Και τα πυκνα του δασους θελει κοψει εν σιδηρω, και ο Λιβανος θελει πεσει δι' ισχυρου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 11" progress="57.68%" prev="Isa.10" next="Isa.12" id="Isa.11">
<h3 id="Isa.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Isa.11-p1">
<scripture passage="Isa 11:1" parsed="|Isa|11|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.1" />
<sup>1</sup>Και θελει εξελθει ραβδος εκ του κορμου του Ιεσσαι, και κλαδος θελει αναβη εκ των ριζων αυτου·
<scripture passage="Isa 11:2" parsed="|Isa|11|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.2" />
<sup>2</sup>και το πνευμα του Κυριου θελει αναπαυθη επ' αυτον, πνευμα σοφιας και συνεσεως, πνευμα βουλης και δυναμεως, πνευμα γνωσεως και φοβου του Κυριου·
<scripture passage="Isa 11:3" parsed="|Isa|11|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.3" />
<sup>3</sup>και θελει καμει αυτον οξυνουν εις τον φοβον του Κυριου, ωστε δεν θελει κρινει κατα την θεωριαν των οφθαλμων αυτου ουδε θελει ελεγχει κατα την ακροασιν των ωτιων αυτου·
<scripture passage="Isa 11:4" parsed="|Isa|11|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.4" />
<sup>4</sup>αλλ' εν δικαιοσυνη θελει κρινει τους πτωχους, και εν ευθυτητι θελει υπερασπιζεσθαι τους ταπεινους της γης· και θελει παταξει την γην εν τη ραβδω του στοματος αυτου, και δια της πνοης των χειλεων αυτου θελει θανατονει τον ασεβη.
<scripture passage="Isa 11:5" parsed="|Isa|11|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.5" />
<sup>5</sup>Και δικαιοσυνη θελει εισθαι η ζωνη της οσφυος αυτου και πιστις η ζωνη των πλευρων αυτου.
<scripture passage="Isa 11:6" parsed="|Isa|11|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.6" />
<sup>6</sup>Και ο λυκος θελει συγκατοικει μετα του αρνιου, και λεοπαρδαλις θελει αναπαυεσθαι μετα του εριφιου· και ο μοσχος και ο σκυμνος και τα σιτευτα ομου, και μικρον παιδιον θελει οδηγει αυτα.
<scripture passage="Isa 11:7" parsed="|Isa|11|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.7" />
<sup>7</sup>Και η δαμαλις και η αρκτος θελουσι συμβοσκεσθαι, τα τεκνα αυτων θελουσιν αναπαυεσθαι ομου, και ο λεων θελει τρωγει αχυρον καθως ο βους.
<scripture passage="Isa 11:8" parsed="|Isa|11|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.8" />
<sup>8</sup>Και το θηλαζον παιδιον θελει παιζει εις την τρυπαν της ασπιδος, και το απογεγαλακτισμενον παιδιον θελει βαλλει την χειρα αυτου εις την φωλεαν του βασιλισκου.
<scripture passage="Isa 11:9" parsed="|Isa|11|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελουσι κακοποιει ουδε φθειρει εν ολω τω αγιω μου ορει· διοτι η γη θελει εισθαι πληρης της γνωσεως του Κυριου, καθως τα υδατα σκεπαζουσι την θαλασσαν.
<scripture passage="Isa 11:10" parsed="|Isa|11|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.10" />
<sup>10</sup>Και εν εκεινη τη ημερα προς την ριζαν του Ιεσσαι, ητις θελει ιστασθαι σημαια των λαων, προς αυτον θελουσι προστρεξει τα εθνη, και η αναπαυσις αυτου θελει εισθαι δοξα.
<scripture passage="Isa 11:11" parsed="|Isa|11|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.11" />
<sup>11</sup>Και εν εκεινη τη ημερα ο Κυριος θελει βαλει την χειρα αυτου παλιν δευτεραν φοραν δια να αναλαβη το υπολοιπον του λαου αυτου, το οποιον θελει μεινει, απο της Ασσυριας και απο της Αιγυπτου και απο του Παθρως και απο της Αιθιοπιας και απο του Ελαμ και απο του Σεννααρ και απο του Αιμαθ και απο των νησων της θαλασσης.
<scripture passage="Isa 11:12" parsed="|Isa|11|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.12" />
<sup>12</sup>Και θελει υψωσει σημαιαν εις τα εθνη, και θελει συναξει τους απερριμμενους του Ισραηλ και συναθροισει τους διεσκορπισμενους του Ιουδα απο των τεσσαρων γωνιων της γης.
<scripture passage="Isa 11:13" parsed="|Isa|11|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.13" />
<sup>13</sup>Και ο φθονος του Εφραιμ θελει αφαιρεθη, και οι εχθρευομενοι του Ιουδα θελουσιν αποκοπη· ο Εφραιμ δεν θελει φθονει τον Ιουδαν και ο Ιουδας δεν θελει θλιβει τον Εφραιμ.
<scripture passage="Isa 11:14" parsed="|Isa|11|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.14" />
<sup>14</sup>Αλλα θελουσιν ορμησει επι τα ορια των Φιλισταιων προς την δυσιν· θελουσι λεηλατησει και τους υιους της ανατολης παντας ομου· θελουσι βαλει την χειρα αυτων επι τον Εδωμ και Μωαβ· και οι υιοι Αμμων θελουσιν υποταχθη εις αυτους.
<scripture passage="Isa 11:15" parsed="|Isa|11|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.15" />
<sup>15</sup>Και ο Κυριος θελει καταξηρανει την γλωσσαν της Αιγυπτιακης θαλασσης· και δια του βιαιου αυτου ανεμου θελει σεισει την χειρα αυτου επι τον ποταμον, και θελει παταξει αυτον εις επτα ρευματα, και θελει καμει να διαβαινωσι με υποδηματα.
<scripture passage="Isa 11:16" parsed="|Isa|11|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.11.16" />
<sup>16</sup>Και θελει εισθαι οδος πλατεια εις το υπολοιπον του λαου αυτου, το οποιον θελει μεινει, απο της Ασσυριας· ως ητο εις τον Ισραηλ, καθ' ην ημεραν ανεβη εκ γης Αιγυπτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 12" progress="57.74%" prev="Isa.11" next="Isa.13" id="Isa.12">
<h3 id="Isa.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Isa.12-p1">
<scripture passage="Isa 12:1" parsed="|Isa|12|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.1" />
<sup>1</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελεις ειπει, Κυριε, θελω σε δοξολογησει· διοτι αν και ωργισθης εναντιον μου, εστραφη ο θυμος σου και με παρηγορησας.
<scripture passage="Isa 12:2" parsed="|Isa|12|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, ο Θεος ειναι η σωτηρια μου· θελω θαρρει και δεν θελω φοβεισθαι· διοτι Κυριος ο Θεος ειναι η δυναμις μου και το ασμα· και εσταθη η σωτηρια μου.
<scripture passage="Isa 12:3" parsed="|Isa|12|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.3" />
<sup>3</sup>Και εν ευφροσυνη θελετε αντλησει υδωρ εκ των πηγων της σωτηριας.
<scripture passage="Isa 12:4" parsed="|Isa|12|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.4" />
<sup>4</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελετε ειπει, Δοξολογειτε τον Κυριον, επικαλεισθε το ονομα αυτου, καμετε γνωστα εις τα εθνη τα εργα αυτου, μνημονευετε οτι υψωθη το ονομα αυτου.
<scripture passage="Isa 12:5" parsed="|Isa|12|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.5" />
<sup>5</sup>Ψαλλετε εις τον Κυριον· διοτι εκαμεν υψηλα· γνωστον ειναι εις πασαν την γην.
<scripture passage="Isa 12:6" parsed="|Isa|12|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.12.6" />
<sup>6</sup>Αγαλλου και ευφραινου, κατοικε της Σιων· διοτι ο Αγιος του Ισραηλ ειναι μεγας εν τω μεσω σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 13" progress="57.76%" prev="Isa.12" next="Isa.14" id="Isa.13">
<h3 id="Isa.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Isa.13-p1">
<scripture passage="Isa 13:1" parsed="|Isa|13|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.1" />
<sup>1</sup>Η κατα Βαβυλωνος ορασις, την οποιαν ειδεν Ησαιας ο υιος του Αμως.
<scripture passage="Isa 13:2" parsed="|Isa|13|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.2" />
<sup>2</sup>Σηκωσατε σημαιαν επι το ορος το υψηλον, υψωσατε την φωνην προς αυτους, σεισατε την χειρα δια να εισελθωσιν εις τας πυλας των αρχοντων.
<scripture passage="Isa 13:3" parsed="|Isa|13|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.3" />
<sup>3</sup>Εγω προσεταξα τους διωρισμενους μου, μαλιστα εκραξα τους δυνατους μου, δια να εκτελεσωσι τον θυμον μου, τους χαιροντας εις την δοξαν μου.
<scripture passage="Isa 13:4" parsed="|Isa|13|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.4" />
<sup>4</sup>Φωνη πληθους επι τα ορη ως μεγαλου λαου· θορυβωδης φωνη των βασιλειων των εθνων συνηγμενων· ο Κυριος των δυναμεων επισκεπτεται το στρατευμα της μαχης.
<scripture passage="Isa 13:5" parsed="|Isa|13|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.5" />
<sup>5</sup>Ερχονται απο γης μακρας, εκ των περατων του ουρανου, ο Κυριος και τα οπλα της αγανακτησεως αυτου, δια να αφανισωσι πασαν την γην.
<scripture passage="Isa 13:6" parsed="|Isa|13|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.6" />
<sup>6</sup>Ολολυζετε, διοτι η ημερα του Κυριου επλησιασε· θελει ελθει ως ολεθρος απο του Παντοδυναμου.
<scripture passage="Isa 13:7" parsed="|Isa|13|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο πασαι αι χειρες θελουσιν εκλυθη, και πασα καρδια ανθρωπου θελει διαλυθη.
<scripture passage="Isa 13:8" parsed="|Isa|13|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.8" />
<sup>8</sup>Και θελουσι τρομαξει· πονοι και θλιψεις θελουσι κατακυριευσει αυτους· θελουσιν εισθαι εν πονω, ως τικτουσα· θελουσι μεινει εκστατικοι ο εις προς τον αλλον· τα προσωπα αυτων θελουσιν εισθαι πεφλογισμενα.
<scripture passage="Isa 13:9" parsed="|Isa|13|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.9" />
<sup>9</sup>Ιδου, η ημερα του Κυριου ερχεται, σκληρα και πληρης θυμου και οργης φλογερας, δια να καταστηση την γην ερημον· και θελει εξαλειψει απ' αυτης τους αμαρτωλους αυτης.
<scripture passage="Isa 13:10" parsed="|Isa|13|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.10" />
<sup>10</sup>Διοτι τα αστρα του ουρανου και οι αστερισμοι αυτου δεν θελουσι δωσει το φως αυτων· ο ηλιος θελει σκοτισθη εν τη ανατολη αυτου, και η σεληνη δεν θελει εκπεμψει το φως αυτης.
<scripture passage="Isa 13:11" parsed="|Isa|13|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.11" />
<sup>11</sup>Και θελω παιδευσει τον κοσμον δια την κακιαν αυτου και τους ασεβεις δια την ανομιαν αυτων και θελω παυσει την μεγαλαυχιαν των υπερηφανων και ταπεινωσει την υψηλοφροσυνην των φοβερων.
<scripture passage="Isa 13:12" parsed="|Isa|13|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.12" />
<sup>12</sup>Θελω καταστησει ανθρωπον πολυτιμοτερον υπερ χρυσιον καθαρον· μαλιστα ανθρωπον υπερ το χρυσιον του Οφειρ.
<scripture passage="Isa 13:13" parsed="|Isa|13|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο θελω ταραξει τους ουρανους, και η γη θελει σεισθη απο του τοπου αυτης, εν τω θυμω του Κυριου των δυναμεων και εν τη ημερα της φλογερας οργης αυτου.
<scripture passage="Isa 13:14" parsed="|Isa|13|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.14" />
<sup>14</sup>Και θελουσιν εισθαι ως δορκαδιον κυνηγουμενον και ως προβατον εγκαταλελειμμενον· θελουσι στρεφεσθαι εκαστος προς τον λαον αυτου και θελουσι φευγει εκαστος εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Isa 13:15" parsed="|Isa|13|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.15" />
<sup>15</sup>Πας ο ευρεθεις θελει διαπερασθη· και παντες οι συνηθροισμενοι θελουσι πεσει δια μαχαιρας.
<scripture passage="Isa 13:16" parsed="|Isa|13|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.16" />
<sup>16</sup>Και τα τεκνα αυτων θελουσι συντριφθη εμπροσθεν αυτων· αι οικιαι αυτων θελουσι λεηλατηθη, και αι γυναικες αυτων θελουσι βιασθη.
<scripture passage="Isa 13:17" parsed="|Isa|13|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, θελω επεγειρει τους Μηδους εναντιον αυτων, οιτινες δεν θελουσι συλλογισθη αργυριον· και εις το χρυσιον, δεν θελουσιν ηδυνθη εις αυτο·
<scripture passage="Isa 13:18" parsed="|Isa|13|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.18" />
<sup>18</sup>αλλα τα τοξα αυτων θελουσι συντριψει τους νεανισκους· και δεν θελουσιν ελεησει τον καρπον της κοιλιας· ο οφθαλμος αυτων δεν θελει φεισθη παιδια.
<scripture passage="Isa 13:19" parsed="|Isa|13|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.19" />
<sup>19</sup>Και η Βαβυλων, η δοξα των βασιλειων, το ενδοξον καυχημα των Χαλδαιων, θελει εισθαι ως οτε κατεστρεψεν ο Θεος τα Σοδομα και τα Γομορρα·
<scripture passage="Isa 13:20" parsed="|Isa|13|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.20" />
<sup>20</sup>ουδεποτε θελει κατοικηθη ουδε θελει κατασκηνωθη εως γενεας και γενεας· ουτε Αραβες θελουσι στησει τας σκηνας αυτων εκει, ουτε ποιμενες θελουσιν αναπαυεσθαι εκει·
<scripture passage="Isa 13:21" parsed="|Isa|13|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.21" />
<sup>21</sup>αλλα θηρια θελουσιν αναπαυεσθαι εκει· και αι οικιαι αυτων θελουσιν εισθαι πληρεις ολολυζοντων ζωων· και στρουθοκαμηλοι θελουσι κατοικει εκει και σατυροι θελουσι χορευει εκει·
<scripture passage="Isa 13:22" parsed="|Isa|13|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.13.22" />
<sup>22</sup>και οι αιλουροι θελουσι φωναζει εν ταις ηρημωμεναις οικιαις αυτων και θωες εν τοις παλατιοις της τρυφης· και ο καιρος αυτης πλησιαζει να ελθη, και αι ημεραι αυτης δεν θελουσιν επιμακρυνθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 14" progress="57.83%" prev="Isa.13" next="Isa.15" id="Isa.14">
<h3 id="Isa.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Isa.14-p1">
<scripture passage="Isa 14:1" parsed="|Isa|14|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.1" />
<sup>1</sup>Διοτι ο Κυριος θελει ελεησει τον Ιακωβ, και θελει ετι εκλεξει τον Ισραηλ και καταστησει αυτους εν τη γη αυτων· και οι ξενοι θελουσιν ενωθη μετ' αυτων και θελουσι προσκολληθη εις τον οικον του Ιακωβ.
<scripture passage="Isa 14:2" parsed="|Isa|14|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.2" />
<sup>2</sup>Και οι λαοι θελουσι λαβει αυτους και φερει αυτους εις τον τοπον αυτων· και ο οικος του Ισραηλ θελει κληρονομησει αυτους εν τη γη του Κυριου δια δουλους και δουλας· και θελουσιν εισθαι αιχμαλωτοι αυτων οι αιχμαλωτισαντες αυτους, και θελουσι γεινει κυριοι των καταθλιβοντων αυτους.
<scripture passage="Isa 14:3" parsed="|Isa|14|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.3" />
<sup>3</sup>Και καθ' ην ημεραν ο Κυριος θελει σε αναπαυσει απο της θλιψεως σου και απο του φοβου σου και απο της σκληρας δουλειας, εις την οποιαν ησο καταδεδουλωμενος,
<scripture passage="Isa 14:4" parsed="|Isa|14|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.4" />
<sup>4</sup>θελεις μεταχειρισθη την παροιμιαν ταυτην κατα του βασιλεως της Βαβυλωνος, λεγων, Πως επαυθη ο καταδυναστης· πως επαυθη η φορολογος του χρυσιου.
<scripture passage="Isa 14:5" parsed="|Isa|14|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος συνετριψε την ραβδον των ασεβων, το σκηπτρον των δυναστων.
<scripture passage="Isa 14:6" parsed="|Isa|14|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.6" />
<sup>6</sup>Ο πατασσων εν θυμω τον λαον με ακαταπαυστον κτυπημα, ο δεσποζων εν οργη επι τα εθνη, καταδιωκεται, και ουδεις ο κωλυων.
<scripture passage="Isa 14:7" parsed="|Isa|14|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.7" />
<sup>7</sup>Πασα η γη αναπαυεται, ησυχαζει· εκφωνουσιν ασματα αγαλλιασεως.
<scripture passage="Isa 14:8" parsed="|Isa|14|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.8" />
<sup>8</sup>Χαιρουσιν επι σε και αι ελατοι, αι κεδροι του Λιβανου, λεγουσαι, Αφου συ εκοιμηθης, δενδροτομος δεν ανεβη εφ' ημας.
<scripture passage="Isa 14:9" parsed="|Isa|14|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.9" />
<sup>9</sup>Ο αδης κατωθεν εκινηθη δια σε, δια να απαντηση την ελευσιν σου· δια σε εξηγειρε τους νεκρους, παντας τους ηγεμονας της γης· εσηκωσεν εκ των θρονων αυτων παντας τους βασιλεις των εθνων.
<scripture passage="Isa 14:10" parsed="|Isa|14|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.10" />
<sup>10</sup>Παντες ουτοι θελουσιν αποκριθη και ειπει προς σε, Και συ εγεινες αδυνατος, καθως ημεις; κατεσταθης ομοιος ημων;
<scripture passage="Isa 14:11" parsed="|Isa|14|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.11" />
<sup>11</sup>Η μεγαλαυχια σου κατηνεχθη εις τον ταφον και ο θορυβος των μουσικων σου οργανων· ο σκωληξ ειναι εστρωμενος υποκατω σου και οι σκωληκες σε σκεπαζουσι·
<scripture passage="Isa 14:12" parsed="|Isa|14|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.12" />
<sup>12</sup>πως επεσες εκ του ουρανου, Εωσφορε, υιε της αυγης· συνετριφθης κατα γης, συ ο καταπατων τα εθνη.
<scripture passage="Isa 14:13" parsed="|Isa|14|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.13" />
<sup>13</sup>Συ δε ελεγες εν τη καρδια σου, Θελω αναβη εις τον ουρανον, θελω υψωσει τον θρονον μου υπερανω των αστρων του Θεου· και θελω καθησει επι το ορος της συναξεως, προς τα μερη του βορρα·
<scripture passage="Isa 14:14" parsed="|Isa|14|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.14" />
<sup>14</sup>θελω αναβη επι τα υψη των νεφελων· θελω εισθαι ομοιος του Υψιστου.
<scripture passage="Isa 14:15" parsed="|Isa|14|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.15" />
<sup>15</sup>Εις τον αδην ομως θελεις καταβη, εις τα βαθη του λακκου.
<scripture passage="Isa 14:16" parsed="|Isa|14|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.16" />
<sup>16</sup>Οι βλεποντες σε θελουσιν ενατενισει προς σε, θελουσι σε παρατηρει, λεγοντες, ουτος ειναι ο ανθρωπος ο ποιων την γην να τρεμη, ο σειων τα βασιλεια;
<scripture passage="Isa 14:17" parsed="|Isa|14|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.17" />
<sup>17</sup>Ο ερημονων την οικουμενην και καταστρεφων τας πολεις αυτης; ο μη απολυων εις τας οικιας αυτων τους δεσμιους αυτου;
<scripture passage="Isa 14:18" parsed="|Isa|14|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.18" />
<sup>18</sup>Παντες οι βασιλεις των εθνων, παντες αναπαυονται εν δοξη, εκαστος εν τη οικια αυτου·
<scripture passage="Isa 14:19" parsed="|Isa|14|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.19" />
<sup>19</sup>συ δε απερριφθης του ταφου σου ως κλαδος βδελυκτος, ιματιον κεκεντημενων, πεφονευμενων εν μαχαιρα, καταβαινοντων εις τας πετρας του λακκου· ως πτωμα καταπατουμενον.
<scripture passage="Isa 14:20" parsed="|Isa|14|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.20" />
<sup>20</sup>Δεν θελεις ενωθη μετ' αυτων εις ενταφιασμον, διοτι ηφανισας την γην σου, εφονευσας τον λαον σου· το σπερμα των κακοποιων ουδεποτε θελει ονομασθη.
<scripture passage="Isa 14:21" parsed="|Isa|14|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.21" />
<sup>21</sup>Ετοιμασατε σφαγην εις τα τεκνα αυτου δια την ανομιαν των πατερων αυτων, δια να μη σηκωθωσι και κληρονομησωσι την γην, και γεμισωσι το προσωπον της οικουμενης απο πολεων.
<scripture passage="Isa 14:22" parsed="|Isa|14|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.22" />
<sup>22</sup>Διοτι θελω σηκωθη εναντιον αυτων, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· και θελω εξαλειψει απο της Βαβυλωνος το ονομα και το υπολοιπον και υιον και εκγονον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 14:23" parsed="|Isa|14|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.23" />
<sup>23</sup>Και θελω καταστησει αυτην κληρονομιαν εχινων και λιμνας υδατων· και θελω σαρωσει αυτην με το σαρωθρον της απωλειας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 14:24" parsed="|Isa|14|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.24" />
<sup>24</sup>Ωμοσεν ο Κυριος των δυναμεων, λεγων, Εξαπαντος καθως εβουλευθην, ουτω θελει γεινει· και καθως απεφασισα, ουτω θελει μεινει,
<scripture passage="Isa 14:25" parsed="|Isa|14|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.25" />
<sup>25</sup>να συντριψω τον Ασσυριον εν τη γη μου και να καταπατησω αυτον επι των ορεων μου· τοτε ο ζυγος αυτου θελει σηκωθη απ' αυτων και το φορτιον αυτου θελει αφαιρεθη απο των ωμων αυτων.
<scripture passage="Isa 14:26" parsed="|Isa|14|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.26" />
<sup>26</sup>Αυτη ειναι η βουλη η βεβουλευμενη καθ' ολης της γης· και αυτη η χειρ η εξηπλωμενη επι παντα τα εθνη.
<scripture passage="Isa 14:27" parsed="|Isa|14|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.27" />
<sup>27</sup>Διοτι ο Κυριος των δυναμεων απεφασισε και τις θελει αναιρεσει; και η χειρ αυτου εξηπλωθη και τις θελει αποστρεψει αυτην;
<scripture passage="Isa 14:28" parsed="|Isa|14|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.28" />
<sup>28</sup>Εν τω ετει, καθ' ο απεθανεν ο βασιλευς Αχαζ, εγεινεν αυτη η ορασις.
<scripture passage="Isa 14:29" parsed="|Isa|14|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.29" />
<sup>29</sup>Μη χαιρε, Παλαιστινη πασα, διοτι συνετριφθη η ραβδος του παταξαντος σε· επειδη εκ της ριζης του οφεως θελει εξελθει βασιλισκος, και ο καρπος αυτου θελει εισθαι φλογερος πετωμενος οφις.
<scripture passage="Isa 14:30" parsed="|Isa|14|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.30" />
<sup>30</sup>Και οι πρωτοτοκοι του πτωχου θελουσι τραφη και οι ενδεεις θελουσιν αναπαυεσθαι εν ασφαλεια· και θελω θανατωσει την ριζαν σου με πειναν, και θελω φονευσει το υπολοιπον σου.
<scripture passage="Isa 14:31" parsed="|Isa|14|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.31" />
<sup>31</sup>Ολολυζε, πυλη· βοα, πολις· εχαθης, Παλαιστινη πασα· διοτι ερχεται καπνος απο βορρα, και ουδε εις θελει λειψει απο της εκστρατευσεως αυτου εν τοις ωρισμενοις καιροις.
<scripture passage="Isa 14:32" parsed="|Isa|14|32|0|0" osisRef="Bible:Isa.14.32" />
<sup>32</sup>Και τις αποκρισις θελει δοθη εις τους πρεσβεις των εθνων; Οτι ο Κυριος εθεμελιωσε την Σιων, και επ' αυτην θελουσιν ελπιζει οι πτωχοι του λαου αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 15" progress="57.94%" prev="Isa.14" next="Isa.16" id="Isa.15">
<h3 id="Isa.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Isa.15-p1">
<scripture passage="Isa 15:1" parsed="|Isa|15|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.1" />
<sup>1</sup>Η κατα Μωαβ ορασις. Επειδη η Αρ Μωαβ επορθηθη την νυκτα και ηφανισθη· επειδη η Κιρ Μωαβ επορθηθη την νυχτα και ηφανισθη·
<scripture passage="Isa 15:2" parsed="|Isa|15|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.2" />
<sup>2</sup>ανεβη εις τον οικον και εις Δαιβων, τους υψηλους τοπους, δια να κλαυση· ο Μωαβ θελει ολολυξει δια την Νεβω, και δια την Μεδεβα· πασαι αι κεφαλαι θελουσι φαλακρωθη, παν γενειον θελει ξυρισθη.
<scripture passage="Isa 15:3" parsed="|Isa|15|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.3" />
<sup>3</sup>Εν ταις οδοις αυτων θελουσιν εισθαι περιεζωσμενοι σακκους· επι των δωματων αυτων και εν ταις πλατειαις αυτων παντες θελουσιν ολολυξει μετα κλαυθμου μεγαλου.
<scripture passage="Isa 15:4" parsed="|Isa|15|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.4" />
<sup>4</sup>Και η Εσεβων θελει βοα, και η Ελεαλη· η βοη αυτων θελει ακουσθη εως Ιασσα· δια τουτο οι οπλοφοροι ανδρες του Μωαβ θελουσιν ολολυξει· η ψυχη αυτων θελει ολολυξει δι' αυτους.
<scripture passage="Isa 15:5" parsed="|Isa|15|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.5" />
<sup>5</sup>Η καρδια μου θελει αναβοησει δια τον Μωαβ· οι φυγαδες αυτου θελουσι τρεξει εως Σηγωρ ως τριετης δαμαλις· διοτι κλαιοντες θελουσιν αναβη δια της αναβασεως της Λουειθ· διοτι εν τη οδω της Οροναιμ θελουσιν υψωσει φωνην εξολοθρευμου·
<scripture passage="Isa 15:6" parsed="|Isa|15|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.6" />
<sup>6</sup>διοτι τα υδατα της Νιμρειμ θελουσιν εκλειψει· διοτι ο χορτος εξηρανθη, η χλοη εξελιπε, δεν υπαρχει ουδεν χλωρον·
<scripture passage="Isa 15:7" parsed="|Isa|15|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.7" />
<sup>7</sup>δια τουτο η αφθονια, την οποιαν συνηξαν, και εκεινο το οποιον απεταμιευσαν, θελει φερθη εις την κοιλαδα των ιτεων.
<scripture passage="Isa 15:8" parsed="|Isa|15|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.8" />
<sup>8</sup>Διοτι η φωνη εφθασε κυκλω εις τα ορια του Μωαβ· ο ολολυγμος αυτης εως Εγλαιμ, και ο ολολυγμος αυτης εις Βηρ-αιλειμ.
<scripture passage="Isa 15:9" parsed="|Isa|15|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.15.9" />
<sup>9</sup>Διοτι τα υδατα της Δειμων θελουσι γεμισθη αιματος· διοτι θελω επιφερει ετι δεινα επι Δειμων, λεοντας επι τον διασωθεντα εκ του Μωαβ και επι τα υπολοιπα του τοπου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 16" progress="57.97%" prev="Isa.15" next="Isa.17" id="Isa.16">
<h3 id="Isa.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Isa.16-p1">
<scripture passage="Isa 16:1" parsed="|Isa|16|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.1" />
<sup>1</sup>Αποστειλατε το αρνιον προς τον αρχοντα της γης, απο Σελα εν τη ερημω προς το ορος της θυγατρος της Σιων.
<scripture passage="Isa 16:2" parsed="|Isa|16|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ως πτηνον πλανωμενον, απο της φωλεας αυτου δεδιωγμενον, ουτως αι θυγατερες του Μωαβ θελουσιν εισθαι κατα τας διαβασεις του Αρνων.
<scripture passage="Isa 16:3" parsed="|Isa|16|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.3" />
<sup>3</sup>Βουλευου, εκτελεσον το δικαιον· εν τω μεσω της ημερας καμε την σκιαν σου ως νυκτα· κρυψον τους διωκομενους· μη φανερωσης τον περιπλανωμενον.
<scripture passage="Isa 16:4" parsed="|Isa|16|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.4" />
<sup>4</sup>Οι δεδιωγμενοι μου ας παροικησωσι παρα σοι, Μωαβ· γενου εις αυτους σκεπη απο προσωπου του πορθητου· διοτι ο αρπακτηρ ετελειωσεν, ο πορθητης επαυσεν, οι καταδυνασται εξωλοθρευθησαν απο της γης.
<scripture passage="Isa 16:5" parsed="|Isa|16|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.5" />
<sup>5</sup>Και μετα ελεους θελει συσταθη ο θρονος, και επ' αυτον θελει καθησει εν αληθεια, εν τη σκηνη του Δαβιδ, ο κρινων και εκζητων κρισιν και σπευδων δικαιοσυνην.
<scripture passage="Isa 16:6" parsed="|Isa|16|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.6" />
<sup>6</sup>Ηκουσαμεν την υπερηφανιαν του Μωαβ, ειναι λιαν υπερηφανος· την υψηλοφροσυνην αυτου και την αλαζονειαν αυτου και την μανιαν αυτου· τα ψευδη αυτου θελουσι ματαιωθη.
<scripture passage="Isa 16:7" parsed="|Isa|16|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο ο Μωαβ θελει ολολυξει· παντες θελουσιν ολολυξει δια τον Μωαβ· θελετε θρηνολογησει δια τα θεμελια της Κιρ-αρεσεθ· εκτυπηθησαν βεβαιως.
<scripture passage="Isa 16:8" parsed="|Isa|16|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.8" />
<sup>8</sup>Διοτι αι πεδιαδες της Εσεβων ειναι ητονημεναι και η αμπελος της Σιβμα· οι κυριοι των εθνων κατεσυντριψαν τα καλητερα αυτης φυτα, τα οποια ηρχοντο εως της Ιαζηρ, και περιεπλανωντο δια της ερημου· οι κλαδοι αυτης ησαν εξηπλωμενοι, διεβαινον την θαλασσαν.
<scripture passage="Isa 16:9" parsed="|Isa|16|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο μετα κλαυθμου της Ιαζηρ θελω κλαυσει την αμπελον της Σιβμα θελω σε βρεξει με τα δακρυα μου, Εσεβων και Ελεαλη· διοτι επι τους θερινους καρπους σου και επι τον θερισμον σου επεπεσεν αλαλαγμος.
<scripture passage="Isa 16:10" parsed="|Isa|16|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.10" />
<sup>10</sup>Και αφηρεθη η ευφροσυνη και η αγαλλιασις απο της καρποφορου πεδιαδος· και εις τους αμπελωνας σου δεν θελουσιν εισθαι πλεον ασματα ουδε φωναι αγαλλιασεως· οι ληνοπαται δεν θελουσι πατει οινον εν τοις ληνοις· εγω κατεπαυσα τον αλαλαγμον του τρυγητου.
<scripture passage="Isa 16:11" parsed="|Isa|16|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.11" />
<sup>11</sup>Οθεν τα εντοσθια μου θελουσιν ηχησει ως κιθαρα δια τον Μωαβ, και τα εσωτερικα μου δια την Κιρ-αρες.
<scripture passage="Isa 16:12" parsed="|Isa|16|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.12" />
<sup>12</sup>Και ο Μωαβ, οταν φανη οτι απεκαμεν επι τους βωμους αυτου, θελει εισελθει εις το αγιαστηριον αυτου δια να προσευχηθη· πλην δεν θελει επιτυχει.
<scripture passage="Isa 16:13" parsed="|Isa|16|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.13" />
<sup>13</sup>Ουτος ειναι ο λογος, τον οποιον εκτοτε ελαλησε Κυριος περι του Μωαβ.
<scripture passage="Isa 16:14" parsed="|Isa|16|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.16.14" />
<sup>14</sup>Τωρα δε ο Κυριος ελαλησε λεγων, Εις τρια ετη, ως ειναι τα ετη του μισθωτου, η δοξα του Μωαβ θελει καταφρονηθη μεθ' ολου του μεγαλου πληθους αυτου· και το υπολοιπον θελει εισθαι πολυ ολιγον και αδυνατον.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 17" progress="58.03%" prev="Isa.16" next="Isa.18" id="Isa.17">
<h3 id="Isa.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Isa.17-p1">
<scripture passage="Isa 17:1" parsed="|Isa|17|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.1" />
<sup>1</sup>Η κατα Δαμασκου ορασις. Ιδου, η Δαμασκος πεπαυμενη του να ηναι πολις, και θελει εισθαι σωρος ερειπιων.
<scripture passage="Isa 17:2" parsed="|Isa|17|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.2" />
<sup>2</sup>Αι πολεις της Αροηρ εγκατελειφθησαν· θελουσιν εισθαι δια τα ποιμνια, τα οποια θελουσιν αναπαυεσθαι εκει, και δεν θελει εισθαι ο φοβιζων.
<scripture passage="Isa 17:3" parsed="|Isa|17|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.3" />
<sup>3</sup>Και θελει εκλειψει απο του Εφραιμ η βοηθεια και το βασιλειον απο της Δαμασκου, και το υπολοιπον της Συριας θελει γεινει ως η δοξα των υιων του Ισραηλ, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 17:4" parsed="|Isa|17|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.4" />
<sup>4</sup>Και εν τη ημερα εκεινη η δοξα του Ιακωβ θελει σμικρυνθη και το παχος της σαρκος αυτου θελει ισχνωθη.
<scripture passage="Isa 17:5" parsed="|Isa|17|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.5" />
<sup>5</sup>Και θελει εισθαι, ως οταν ο θεριστης συναγη τον σιτον και θεριζη τα ασταχυα δια του βραχιονος αυτου· και θελει εισθαι ως ο συναγων ασταχυα εν τη κοιλαδι Ραφαειμ.
<scripture passage="Isa 17:6" parsed="|Isa|17|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.6" />
<sup>6</sup>Θελουσιν ομως μεινει εν αυτη ρωγες, ως εν τω τιναγμω της ελαιας, δυο τρεις ελαιαι επι της κορυφης των υψηλοτερων κλαδων, τεσσαρες πεντε επι των μακροτερων αυτης καρποφορων κλαδων, λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 17:7" parsed="|Isa|17|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.7" />
<sup>7</sup>Εν εκεινη τη ημερα ο ανθρωπος θελει αναβλεψει προς τον Ποιητην αυτου και οι οφθαλμοι αυτου θελουσιν ενατενισει προς τον Αγιον του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 17:8" parsed="|Isa|17|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.8" />
<sup>8</sup>Και δεν θελει αναβλεψει προς τους βωμους, το εργον των χειρων αυτου, ουδε θελει σεβασθη εκεινο το οποιον εκαμον οι δακτυλοι αυτου, ουτε τα αλση ουτε τα ειδωλα.
<scripture passage="Isa 17:9" parsed="|Isa|17|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.9" />
<sup>9</sup>Εν εκεινη τη ημερα αι οχυραι πολεις αυτου θελουσιν εισθαι ως εγκαταλελειμμενος κλαδος και ακροτατον κλωναριον, το οποιον αφηκαν εξ αιτιας των υιων του Ισραηλ· και θελει εισθαι ερημωσις.
<scripture passage="Isa 17:10" parsed="|Isa|17|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.10" />
<sup>10</sup>Επειδη ελησμονησας τον Θεον της σωτηριας σου και δεν ενεθυμηθης τον βραχον της δυναμεως σου, δια τουτο θελεις φυτευσει ευαρεστα φυτα, και θελεις καμει την εμφυτευσιν με ξενα βλαστηματα·
<scripture passage="Isa 17:11" parsed="|Isa|17|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.11" />
<sup>11</sup>την ημεραν θελεις καμει το φυτον σου να αυξηθη, και το πρωι θελεις καμει τον σπορον σου να ανθηση πλην το θερος θελει διαρπαχθη, εν τη ημερα του πονου και της απηλπισμενης θλιψεως.
<scripture passage="Isa 17:12" parsed="|Isa|17|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.12" />
<sup>12</sup>Ουαι εις το πληθος πολλων λαων, οιτινες καμνουσι ταραχην ως την ταραχην των θαλασσων· και εις τον θορυβον των εθνων, τα οποια θορυβουσιν ως θορυβον υδατων πολλων.
<scripture passage="Isa 17:13" parsed="|Isa|17|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.13" />
<sup>13</sup>Τα εθνη θελουσι θορυβησει ως θορυβον υδατων πολλων· αλλ' ο Θεος θελει ελεγξει αυτα, και θελουσι φυγει μακραν και θελουσιν εκδιωχθη, ως το αχυρον των βουνων εμπροσθεν του ανεμου και ως κονιορτος εμπροσθεν του ανεμοστροβιλου.
<scripture passage="Isa 17:14" parsed="|Isa|17|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.17.14" />
<sup>14</sup>Προς το εσπερας, ιδου, ταραχη· και πριν της αυγης δεν υπαρχει. Αυτη ειναι η μερις των λεηλατουντων ημας και ο κληρος των διαρπαζοντων ημας.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 18" progress="58.08%" prev="Isa.17" next="Isa.19" id="Isa.18">
<h3 id="Isa.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Isa.18-p1">
<scripture passage="Isa 18:1" parsed="|Isa|18|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.1" />
<sup>1</sup>Ουαι, γη σκιαζουσα δια των πτερυγων, η περαν των ποταμων της Αιθιοπιας,
<scripture passage="Isa 18:2" parsed="|Isa|18|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.2" />
<sup>2</sup>η εξαποστελλουσα πρεσβεις δια θαλασσης και με πλοια σπαρτινα επι των υδατων. Υπαγετε, ταχυδρομοι αγγελιαφοροι, προς εθνος διηρπαγμενον και κατεσπαραγμενον, προς λαον τρομερον απο της αρχης αυτου εως της σημερον, εθνος μεμετρημενον και καταπεπατημενον, του οποιου την γην διηρπασαν οι ποταμοι.
<scripture passage="Isa 18:3" parsed="|Isa|18|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.3" />
<sup>3</sup>Παντες οι κατοικοι του κοσμου και οι ενοικουντες επι της γης, βλεπετε, οταν υψωθη σημαια επι τα ορη· και ακουσατε, οταν εκπεμφθη φωνη σαλπιγγος.
<scripture passage="Isa 18:4" parsed="|Isa|18|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτως ειπε Κυριος προς εμε· Θελω ησυχασει και θελω επιβλεψει εις το κατοικητηριον μου, ως καυσων λαμπροτερος του φωτος, ως νεφελη δροσου εν τω καυσωνι του θερους.
<scripture passage="Isa 18:5" parsed="|Isa|18|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.5" />
<sup>5</sup>Διοτι πριν του θερους, οταν το βλαστημα γεινη τελειον και η αγουριδα ωριμαση εκ του ανθους, θελει κοψει τους βλαστους δια κλαδευτηριων και τας κληματιδας αποκοψας θελει αφαιρεσει.
<scripture passage="Isa 18:6" parsed="|Isa|18|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.6" />
<sup>6</sup>Θελουσιν εγκαταλειφθη ομου δια τα ορνεα των βουνων και δια τα θηρια της γης· και τα ορνεα θελουσι περασει το θερος επ' αυτους, και παντα τα θηρια της γης θελουσι διαχειμασει επ' αυτους.
<scripture passage="Isa 18:7" parsed="|Isa|18|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.18.7" />
<sup>7</sup>Εν εκεινω τω καιρω θελει φερθη δωρον προς τον Κυριον των δυναμεων εκ λαου διηρπαγμενου και κατεσπαραγμενου και εκ λαου τρομερου απο της αρχης αυτου εως της σημερον, εθνους μεμετρημενου και καταπεπατημενου, του οποιου την γην διηρπασαν οι ποταμοι, εις τον τοπον του ονοματος του Κυριου των δυναμεων, το ορος Σιων.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 19" progress="58.11%" prev="Isa.18" next="Isa.20" id="Isa.19">
<h3 id="Isa.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Isa.19-p1">
<scripture passage="Isa 19:1" parsed="|Isa|19|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.1" />
<sup>1</sup>Η κατα της Αιγυπτου ορασις. Ιδου, ο Κυριος επιβαινει επι νεφελης κουφης και θελει επελθει επι την Αιγυπτον· και τα ειδωλα της Αιγυπτου θελουσι σεισθη απο προσωπου αυτου, και η καρδια της Αιγυπτου θελει διαλυθη εν μεσω αυτης.
<scripture passage="Isa 19:2" parsed="|Isa|19|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.2" />
<sup>2</sup>Και θελει σηκωσει Αιγυπτιους κατα Αιγυπτιων, και θελουσι πολεμησει εκαστος κατα του αδελφου αυτου και εκαστος κατα του πλησιον αυτου· πολις κατα πολεως, βασιλεια κατα βασιλειας.
<scripture passage="Isa 19:3" parsed="|Isa|19|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.3" />
<sup>3</sup>Και θελει εκλειψει το πνευμα της Αιγυπτου εν μεσω αυτης· και θελω ανατρεψει την βουλην αυτης· και θελουσιν ερωτησει τα ειδωλα και τους μαγους και τους εγγαστριμυθους και τους μαντεις.
<scripture passage="Isa 19:4" parsed="|Isa|19|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.4" />
<sup>4</sup>Και θελω παραδωσει τους Αιγυπτιους εις χειρα σκληρων κυριων· και βασιλευς αγριος θελει εξουσιαζει αυτους, λεγει ο Κυριος, ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 19:5" parsed="|Isa|19|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.5" />
<sup>5</sup>Και τα υδατα θελουσιν εκλειψει εκ των θαλασσων και ο ποταμος θελει αφανισθη και καταξηρανθη.
<scripture passage="Isa 19:6" parsed="|Isa|19|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.6" />
<sup>6</sup>Και οι ποταμοι θελουσι στειρευσει· οι ρυακες οι περιπεφραγμενοι θελουσι κενωθη και καταξηρανθη· ο καλαμος και ο σπαρτος θελουσι μαρανθη·
<scripture passage="Isa 19:7" parsed="|Isa|19|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.7" />
<sup>7</sup>τα λιβαδια πλησιον των ρυακων, επι των στομιων των ρυακων, και παν το εσπαρμενον παρα τους ρυακας θελει ξηρανθη, απορριφθη και αφανισθη.
<scripture passage="Isa 19:8" parsed="|Isa|19|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.8" />
<sup>8</sup>Και οι αλιεις θελουσι στεναξει και παντες οι ριπτοντες αγκιστρον εις τους ρυακας θελουσι θρηνησει και οι βαλλοντες δικτυα επι τα υδατα θελουσι νεκρωθη.
<scripture passage="Isa 19:9" parsed="|Isa|19|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.9" />
<sup>9</sup>Και οι εργαζομενοι εις λεπτον λιναριον και οι πλεκοντες δικτυα θελουσι ταραχθη.
<scripture passage="Isa 19:10" parsed="|Isa|19|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.10" />
<sup>10</sup>Και οι στυλοι αυτης θελουσι συντριφθη και παντες οι κερδαινοντες απο ιχθυοτροφειων.
<scripture passage="Isa 19:11" parsed="|Isa|19|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.11" />
<sup>11</sup>Βεβαιως οι αρχοντες της Τανεως ειναι μωροι, η βουλη των σοφων συμβουλων του Φαραω κατεσταθη αλογος· πως λεγετε εκαστος προς τον Φαραω, Εγω ειμαι υιος σοφων, υιος αρχαιων βασιλεων;
<scripture passage="Isa 19:12" parsed="|Isa|19|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.12" />
<sup>12</sup>Που, που, οι σοφοι σου; και ας ειπωσι τωρα προς σε, και ας καταλαβωσι τι εβουλευθη ο Κυριος των δυναμεων κατα της Αιγυπτου.
<scripture passage="Isa 19:13" parsed="|Isa|19|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.13" />
<sup>13</sup>Οι αρχοντες της Τανεως εμωρανθησαν, οι αρχοντες της Μεμφεως επλανηθησαν· και επλανησαν την Αιγυπτον οι αρχοντες των φυλων αυτης.
<scripture passage="Isa 19:14" parsed="|Isa|19|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.14" />
<sup>14</sup>Ο Κυριος εκερασεν εν τω μεσω αυτης πνευμα παραφροσυνης· και επλανησαν την Αιγυπτον εις παντα τα εργα αυτης, ως ο μεθυων πλαναται εν τω εμετω αυτου.
<scripture passage="Isa 19:15" parsed="|Isa|19|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.15" />
<sup>15</sup>Και δεν θελει εισθαι εργον δια την Αιγυπτον, το οποιον η κεφαλη η η ουρα, ο κλαδος η ο σπαρτος, να δυναται να καμη.
<scripture passage="Isa 19:16" parsed="|Isa|19|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.16" />
<sup>16</sup>Εν εκεινη τη ημερα οι Αιγυπτιοι θελουσιν εισθαι ως γυναικες, και θελουσι τρομαξει και φοβηθη απο της χειρος του Κυριου των δυναμεων σειομενης, την οποιαν σειει επ' αυτους.
<scripture passage="Isa 19:17" parsed="|Isa|19|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.17" />
<sup>17</sup>Και η γη του Ιουδα θελει εισθαι φρικη εις τους Αιγυπτιους· πας οστις ενθυμειται αυτην θελει φριττει, δια την βουλην του Κυριου των δυναμεων, την οποιαν απεφασισεν εναντιον αυτων.
<scripture passage="Isa 19:18" parsed="|Isa|19|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.18" />
<sup>18</sup>Εν εκεινη τη ημερα πεντε πολεις θελουσιν εισθαι εν τη γη της Αιγυπτου λαλουσαι την γλωσσαν της Χανααν και ομνυουσαι εις τον Κυριον των δυναμεων· η μια θελει ονομαζεσθαι η πολις Αχερες.
<scripture passage="Isa 19:19" parsed="|Isa|19|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.19" />
<sup>19</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελει εισθαι εν τω μεσω της γης Αιγυπτου θυσιαστηριον εις τον Κυριον και στηλη κατα το οριον αυτης εις τον Κυριον.
<scripture passage="Isa 19:20" parsed="|Isa|19|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.20" />
<sup>20</sup>Και θελει εισθαι εν τη γη της Αιγυπτου δια σημειον και μαρτυριαν εις τον Κυριον των δυναμεων· διοτι θελουσι βοα προς τον Κυριον εξ αιτιας των καταθλιβοντων, και θελει εξαποστειλει προς αυτους σωτηρα και μεγαν και θελει σωσει αυτους.
<scripture passage="Isa 19:21" parsed="|Isa|19|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.21" />
<sup>21</sup>Και θελει γνωρισθη ο Κυριος εις τους Αιγυπτιους· και οι Αιγυπτιοι θελουσι γνωρισει τον Κυριον εν εκεινη τη ημερα και θελουσι προσφερει θυσιαν και προσφοραν· και θελουσιν ευχηθη ευχην εις τον Κυριον και εκπληρωσει αυτην.
<scripture passage="Isa 19:22" parsed="|Isa|19|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.22" />
<sup>22</sup>Και θελει κτυπησει ο Κυριος την Αιγυπτον· θελει κτυπησει και θεραπευσει αυτην· και θελουσιν επιστραφη εις τον Κυριον· και θελει παρακαλεσθη υπ' αυτων και θελει ιατρευσει αυτους.
<scripture passage="Isa 19:23" parsed="|Isa|19|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.23" />
<sup>23</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελει εισθαι οδος μεγαλη απο της Αιγυπτου προς την Ασσυριαν· και οι Ασσυριοι θελουσιν ελθει εις την Αιγυπτον, και οι Αιγυπτιοι εις την Ασσυριαν, και οι Αιγυπτιοι μετα των Ασσυριων θελουσι δουλευσει εις τον Κυριον.
<scripture passage="Isa 19:24" parsed="|Isa|19|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.24" />
<sup>24</sup>Εν εκεινη τη ημερα ο Ισραηλ θελει εισθαι ο τριτος μετα του Αιγυπτιου και μετα του Ασσυριου· ευλογια εν μεσω της γης θελει εισθαι·
<scripture passage="Isa 19:25" parsed="|Isa|19|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.19.25" />
<sup>25</sup>διοτι ο Κυριος των δυναμεων θελει ευλογησει αυτους λεγων, Ευλογημενη η Αιγυπτος ο λαος μου και η Ασσυρια το εργον των χειρων μου και ο Ισραηλ η κληρονομια μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 20" progress="58.21%" prev="Isa.19" next="Isa.21" id="Isa.20">
<h3 id="Isa.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Isa.20-p1">
<scripture passage="Isa 20:1" parsed="|Isa|20|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.1" />
<sup>1</sup>Εν τω ετει καθ' ο ο Ταρταν ηλθεν εις την Αζωτον, οτε απεστειλεν αυτον ο Σαργων βασιλευς της Ασσυριας και επολεμησε κατα της Αζωτου και εκυριευσεν αυτην,
<scripture passage="Isa 20:2" parsed="|Isa|20|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.2" />
<sup>2</sup>κατα τον αυτον καιρον ελαλησεν ο Κυριος προς Ησαιαν τον υιον του Αμως, λεγων, Υπαγε και λυσον τον σακκον απο της οσφυος σου και εκβαλε τα σανδαλια σου απο των ποδων σου. Και εκαμεν ουτω, περιπατων γυμνος και ανυποδητος.
<scripture passage="Isa 20:3" parsed="|Isa|20|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε Κυριος, Καθως ο δουλος μου Ησαιας περιεπατει γυμνος και ανυποδητος τρια ετη, δια σημειον και τεραστιον κατα της Αιγυπτου και κατα της Αιθιοπιας,
<scripture passage="Isa 20:4" parsed="|Isa|20|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.4" />
<sup>4</sup>ουτως ο βασιλευς της Ασσυριας θελει απαγαγει τους Αιγυπτιους δεσμιους και τους Αιθιοπας αιχμαλωτους, νεους και γεροντας, γυμνους και ανυποδητους, με γυμνα μαλιστα τα οπισθια αυτων, προς καταισχυνην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Isa 20:5" parsed="|Isa|20|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσι τρομαξει και εντραπη δια την Αιθιοπιαν, το θαρρος αυτων· και δια την Αιγυπτον, το καυχημα αυτων.
<scripture passage="Isa 20:6" parsed="|Isa|20|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.20.6" />
<sup>6</sup>Και οι κατοικοι του τοπου τουτου θελουσι λεγει εν εκεινη τη ημερα, Ιδου, τοιουτον ειναι το καταφυγιον ημων, εις το οποιον καταφευγομεν προς βοηθειαν, δια να ελευθερωθωμεν απο του βασιλεως της Ασσυριας· και πως ημεις θελομεν σωθη;
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 21" progress="58.23%" prev="Isa.20" next="Isa.22" id="Isa.21">
<h3 id="Isa.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Isa.21-p1">
<scripture passage="Isa 21:1" parsed="|Isa|21|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.1" />
<sup>1</sup>Η κατα της ερημου της θαλασσης ορασις. Καθως οι διαβαινοντες ανεμοστροβιλοι της μεσημβριας, ουτως ερχεται απο της ερημου, απο γης τρομερας.
<scripture passage="Isa 21:2" parsed="|Isa|21|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.2" />
<sup>2</sup>Σκληρον οραμα εφανερωθη εις εμε· ο καταδυναστευων καταδυναστευει και ο πορθων πορθει. Αναβηθι, Ελαμ· πολιορκησον, Μηδια· επαυσα πασας τας καταδυναστειας αυτης.
<scripture passage="Isa 21:3" parsed="|Isa|21|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο η οσφυς μου ειναι πληρης οδυνης· πονοι με εκυριευσαν, ως οι πονοι της τικτουσης· εκυρτωθην εις την ακροασιν αυτου· συνεταραχθην εις την θεαν αυτου.
<scripture passage="Isa 21:4" parsed="|Isa|21|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.4" />
<sup>4</sup>Η καρδια μου κλονιζεται· τρομος με εξεπληξεν· η νυξ της ευφροσυνης μου εις φρικην μετεβληθη εν εμοι.
<scripture passage="Isa 21:5" parsed="|Isa|21|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.5" />
<sup>5</sup>Ετοιμαζεται η τραπεζα· φυλαττουσι σκοπιαν, τρωγουσι, πινουσι· σηκωθητε, στραταρχαι, ετοιμασατε ασπιδας.
<scripture passage="Isa 21:6" parsed="|Isa|21|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο Κυριος ειπεν ουτω προς εμε· Υπαγε, στησον σκοπευτην, δια να αναγγελλη ο, τι βλεπει.
<scripture passage="Isa 21:7" parsed="|Isa|21|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.7" />
<sup>7</sup>Και ειδεν αναβατας δυο ιππεις, αναβατην ονου και αναβατην καμηλου· και επροσεξεν επιμελως μετα πολλης προσοχης.
<scripture passage="Isa 21:8" parsed="|Isa|21|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.8" />
<sup>8</sup>Και εφωναξεν ως λεων, Ακαταπαυστως, κυριε μου, ισταμαι εν τη σκοπια την ημεραν και φυλαττω πασας τας νυκτας·
<scripture passage="Isa 21:9" parsed="|Isa|21|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.9" />
<sup>9</sup>και ιδου, ερχονται εδω αναβαται ανδρες δυο ιππεις. Και απεκριθη και ειπεν, Επεσεν, επεσεν η Βαβυλων, και πασαι αι γλυπται εικονες των θεων αυτης συνετριφθησαν κατα γης.
<scripture passage="Isa 21:10" parsed="|Isa|21|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.10" />
<sup>10</sup>Αλωνισμα μου και σιτε του αλωνιου μου, εφανερωσα εις εσας εκεινο, το οποιον ηκουσα παρα του Κυριου των δυναμεων, του Θεου του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 21:11" parsed="|Isa|21|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.11" />
<sup>11</sup>Η κατα Δουμα ορασις. Προς εμε φωναζει απο Σηειρ, Φρουρε, τι περι της νυκτος; φρουρε, τι περι της νυκτος;
<scripture passage="Isa 21:12" parsed="|Isa|21|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.12" />
<sup>12</sup>Ο φρουρος ειπε, Το πρωι ηλθεν, ετι και η νυξ· αν θελητε να ερωτησητε, ερωτατε· επιστρεψατε, ελθετε.
<scripture passage="Isa 21:13" parsed="|Isa|21|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.13" />
<sup>13</sup>Η κατα Αραβιας ορασις. Εν τω δασει της Αραβιας θελετε διανυκτερευσει, συνοδιαι των Δαιδανιτων.
<scripture passage="Isa 21:14" parsed="|Isa|21|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.14" />
<sup>14</sup>Φερετε υδωρ εις συναντησιν του διψωντος, κατοικοι της γης Θαιμαν· προυπαντατε με αρτους τον φευγοντα.
<scripture passage="Isa 21:15" parsed="|Isa|21|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.15" />
<sup>15</sup>Διοτι φευγουσιν απο προσωπου των ξιφων, απο προσωπου του γεγυμνωμενου ξιφους και απο προσωπου του εντεταμενου τοξου και απο προσωπου της ορμης του πολεμου.
<scripture passage="Isa 21:16" parsed="|Isa|21|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ο Κυριος ειπεν ουτω προς εμε· Εντος ενος ετους, ως ειναι τα ετη του μισθωτου, θελει εκλειψει βεβαιως πασα η δοξα της Κηδαρ·
<scripture passage="Isa 21:17" parsed="|Isa|21|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.21.17" />
<sup>17</sup>και το υπολοιπον του αριθμου των ισχυρων τοξοτων εκ των υιων του Κηδαρ θελουσιν ελαττωθη· διοτι Κυριος ο Θεος του Ισραηλ ελαλησε.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 22" progress="58.28%" prev="Isa.21" next="Isa.23" id="Isa.22">
<h3 id="Isa.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Isa.22-p1">
<scripture passage="Isa 22:1" parsed="|Isa|22|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.1" />
<sup>1</sup>Ορασις κατα της κοιλαδος του οραματος. Τι σοι εγεινε τωρα, οτι ανεβης συ πασα εις τα δωματα;
<scripture passage="Isa 22:2" parsed="|Isa|22|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.2" />
<sup>2</sup>Συ, η πληρης βοης, πολις θορυβου, πολις ευθυμιας· οι πεφονευμενοι σου δεν εφονευθησαν δια μαχαιρας ουδε απεθανον εν μαχη.
<scripture passage="Isa 22:3" parsed="|Isa|22|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.3" />
<sup>3</sup>Παντες οι αρχοντες σου εφυγον ομου· φευγοντες απο του τοξου, εδεσμευθησαν παντες οι ευρισκομενοι εν σοι· οι μακροθεν καταφυγοντες εδεσμευθησαν ομου.
<scripture passage="Isa 22:4" parsed="|Isa|22|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο ειπα, Συρθητε απ' εμου· θελω κλαυσει πικρως· μη αγωνιζεσθε να με παρηγορησητε δια την διαρπαγην της θυγατρος του λαου μου.
<scripture passage="Isa 22:5" parsed="|Isa|22|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ειναι ημερα ταραχης και καταπατησεως και αμηχανιας εν τη κοιλαδι του οραματος παρα Κυριου του Θεου των δυναμεων, ημερα καταστροφης των τειχων· και η κραυγη θελει φθασει εις τα ορη.
<scripture passage="Isa 22:6" parsed="|Isa|22|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.6" />
<sup>6</sup>Και ο Ελαμ ελαβε την φαρετραν με αμαξας ανδρων και ιππεις, και ο Κιρ εξεσκεπασε την ασπιδα.
<scripture passage="Isa 22:7" parsed="|Isa|22|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.7" />
<sup>7</sup>Και αι εκλεκται κοιλαδες σου εγεμισθησαν αμαξων, και οι ιππεις παρεταχθησαν εν τη πυλη.
<scripture passage="Isa 22:8" parsed="|Isa|22|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.8" />
<sup>8</sup>Και εσηκωθη το καλυμμα του Ιουδα· και εν τη ημερα εκεινη ενεβλεψας εις την οπλοθηκην της οικιας του δασους.
<scripture passage="Isa 22:9" parsed="|Isa|22|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.9" />
<sup>9</sup>Και ειδετε οτι αι χαλαστραι της πολεως του Δαβιδ ειναι πολλαι, και συνηθροισατε τα υδατα του κατω υδροστασιου.
<scripture passage="Isa 22:10" parsed="|Isa|22|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.10" />
<sup>10</sup>Και απηριθμησατε τας οικιας της Ιερουσαλημ, και δια να οχυρωσητε το τειχος εχαλασατε τας οικιας.
<scripture passage="Isa 22:11" parsed="|Isa|22|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.11" />
<sup>11</sup>Εκαμετε προς τουτοις μεταξυ των δυο τειχων λακκον δια το υδωρ του παλαιου υδροστασιου· αλλα δεν ανεβλεψατε προς τον Ποιητην τουτων ουδε εθεωρησατε προς τον παλαιοθεν κτισαντα αυτα.
<scripture passage="Isa 22:12" parsed="|Isa|22|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.12" />
<sup>12</sup>Και εν εκεινη τη ημερα Κυριος ο Θεος των δυναμεων σας εκαλεσεν εις κλαυθμον και εις πενθος και εις ξυρισμα και εις ζωσιμον σακκου·
<scripture passage="Isa 22:13" parsed="|Isa|22|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.13" />
<sup>13</sup>αλλ' ιδου, χαρα και ευθυμια· σφαζουσι βοας και θυουσι προβατα, τρωγουσι κρεατα και πινουσιν οινον, λεγοντες, Ας φαγωμεν και ας πιωμεν· διοτι αυριον θελομεν αποθανει.
<scripture passage="Isa 22:14" parsed="|Isa|22|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.14" />
<sup>14</sup>Και ανεκαλυφθη εις τα ωτα μου παρα του Κυριου των δυναμεων, Βεβαιως αυτη η ανομια σας δεν θελει καθαρισθη εωσου αποθανητε, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 22:15" parsed="|Isa|22|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων· Υπαγε, εισελθε προς τον θησαυροφυλακα τουτον, προς τον Σομναν, τον επιστατην του οικου, και ειπε,
<scripture passage="Isa 22:16" parsed="|Isa|22|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.16" />
<sup>16</sup>Τι εχεις εδω; και εδω τινα εχεις, ωστε να κατασκευασης ενταυθα μνημειον εις σεαυτον; κατασκευαζει το μνημα αυτου υψηλα και κοπτει εν πετρα κατοικιαν εις εαυτον.
<scripture passage="Isa 22:17" parsed="|Isa|22|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, ο Κυριος θελει σε εκβαλει εκβολην βιαιαν και θελει σε περικαλυψει αισχυνην.
<scripture passage="Isa 22:18" parsed="|Isa|22|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.18" />
<sup>18</sup>Θελει βεβαιως σε στροφογυρισει και τιναξει βιαιως ως σφαιραν εις τοπον ευρυχωρον· εκει θελεις αποθανει και εκει θελουσιν εισθαι αι αμαξαι της δοξης σου, ω αισχος του οικου του κυριου σου.
<scripture passage="Isa 22:19" parsed="|Isa|22|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.19" />
<sup>19</sup>Και θελω σε εξωσει απο της στασεως σου και θελει σε κρημνισει απο του αξιωματος σου.
<scripture passage="Isa 22:20" parsed="|Isa|22|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.20" />
<sup>20</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελω καλεσει τον δουλον μου Ελιακειμ, τον υιον του Χελκιου.
<scripture passage="Isa 22:21" parsed="|Isa|22|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.21" />
<sup>21</sup>Και θελω ενδυσει αυτον την στολην σου και θελω περιζωσει αυτον την ζωνην σου, και την εξουσιαν σου θελω δωσει εις την χειρα αυτου και θελει εισθαι πατηρ εις τους κατοικους της Ιερουσαλημ και εις τον οικον του Ιουδα.
<scripture passage="Isa 22:22" parsed="|Isa|22|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.22" />
<sup>22</sup>Και θελω βαλει επι τον ωμον αυτου το κλειδιον του οικου του Δαβιδ· και θελει ανοιγει και ουδεις θελει κλειει· και θελει κλειει και ουδεις θελει ανοιγει.
<scripture passage="Isa 22:23" parsed="|Isa|22|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.23" />
<sup>23</sup>Και θελω στηριξει αυτον ως πασσαλον εν τοπω στερεω και θελει εισθαι ως θρονος δοξης του οικου του πατρος αυτου.
<scripture passage="Isa 22:24" parsed="|Isa|22|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.24" />
<sup>24</sup>Και απ' αυτου θελουσι κρεμασει πασαν την δοξαν του οικου του πατρος αυτου, τους εκγονους και απογονους, παντα τα σκευη τα μικρα, απο των σκευων των ποτηριων εως παντων των σκευων των φιαλων.
<scripture passage="Isa 22:25" parsed="|Isa|22|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.22.25" />
<sup>25</sup>Εν εκεινη τη ημερα, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, το εστηριγμενον καρφιον εν τω στερεω τοπω θελει κινηθη και θελει εκβληθη και πεσει, και το φορτιον το επ' αυτου θελει κρημνισθη· διοτι ο Κυριος ελαλησε.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 23" progress="58.36%" prev="Isa.22" next="Isa.24" id="Isa.23">
<h3 id="Isa.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Isa.23-p1">
<scripture passage="Isa 23:1" parsed="|Isa|23|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.1" />
<sup>1</sup>Η κατα της Τυρου ορασις. Ολολυζετε, πλοια της Θαρσεις· διοτι εξωλοθρευθη, ωστε να μη υπαρχη οικια μηδε εισοδος· εκ της γης των Κητιαιων ανηγγελθη τουτο προς αυτους.
<scripture passage="Isa 23:2" parsed="|Isa|23|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.2" />
<sup>2</sup>Σιωπησατε, κατοικοι της νησου· συ, την οποιαν εγεμισαν οι εμποροι της Σιδωνος, οι διαβαινοντες επι της θαλασσης.
<scripture passage="Isa 23:3" parsed="|Isa|23|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.3" />
<sup>3</sup>Και το εισοδημα αυτης ειναι ο σπορος του Σιωρ, το θερος του ποταμου, φερομενα δια πολλων υδατων· και αυτη εγεινε το εμποριον των εθνων.
<scripture passage="Isa 23:4" parsed="|Isa|23|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.4" />
<sup>4</sup>Αισχυνθητι, Σιδων· διοτι η θαλασσα ελαλησε, το οχυρωμα της θαλασσης, λεγουσα, Δεν κοιλοπονω ουδε γεννω ουδε ανατρεφω νεους ουδε μεγαλωνω παρθενους.
<scripture passage="Isa 23:5" parsed="|Isa|23|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.5" />
<sup>5</sup>Οταν ακουσθη εν Αιγυπτω, θελουσι λυπηθη ακουοντες περι της Τυρου.
<scripture passage="Isa 23:6" parsed="|Isa|23|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.6" />
<sup>6</sup>Διελθετε εις Θαρσεις· ολολυξατε, κατοικοι της νησου.
<scripture passage="Isa 23:7" parsed="|Isa|23|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.7" />
<sup>7</sup>Αυτη ειναι η ευθυμος πολις σας, της οποιας η αρχαιοτης ειναι εκ παλαιων ημερων; οι ποδες αυτης θελουσι φερει αυτην μακραν δια να παροικηση.
<scripture passage="Isa 23:8" parsed="|Isa|23|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.8" />
<sup>8</sup>Τις εβουλευθη τουτο κατα της Τυρου, ητις διανεμει στεμματα, της οποιας οι εμποροι ειναι ηγεμονες, της οποιας οι πραγματευται ειναι οι ενδοξοι της γης;
<scripture passage="Isa 23:9" parsed="|Isa|23|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.9" />
<sup>9</sup>Ο Κυριος των δυναμεων εβουλευθη τουτο, δια να καταισχυνη την υπερηφανιαν πασης δοξης, να εξευτελιση παντα ενδοξον της γης.
<scripture passage="Isa 23:10" parsed="|Isa|23|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.10" />
<sup>10</sup>Διαπερασον την γην σου ως ποταμος, θυγατηρ της Θαρσεις· δυναμις πλεον δεν υπαρχει.
<scripture passage="Isa 23:11" parsed="|Isa|23|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.11" />
<sup>11</sup>Εξετεινε την χειρα αυτου επι την θαλασσαν, εσεισε βασιλεια· ο Κυριος εδωκε προσταγην κατα της Χανααν, δια να καταστρεψωσι τα οχυρωματα αυτης.
<scripture passage="Isa 23:12" parsed="|Isa|23|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε, δεν θελεις αγαλλεσθαι πλεον, παρθενε κατατεθλιμμενη, θυγατηρ της Σιδωνος· σηκωθητι, περασον προς τους Κητιαιους· ουδε εκει θελεις εχει αναπαυσιν.
<scripture passage="Isa 23:13" parsed="|Isa|23|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, η γη των Χαλδαιων· ουτος ο λαος δεν υπηρχεν· ο Ασσυριος εθεμελιωσεν αυτον δια τους κατοικουντας την ερημον· ηγειραν τους πυργους αυτης, υψωσαν τα παλατια αυτης· και κατεστησεν αυτην ερειπια.
<scripture passage="Isa 23:14" parsed="|Isa|23|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.14" />
<sup>14</sup>Ολολυζετε, πλοια της Θαρσεις· διοτι ηρημωθη το οχυρωμα σας.
<scripture passage="Isa 23:15" parsed="|Isa|23|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.15" />
<sup>15</sup>Και εν εκεινη τη ημερα η Τυρος θελει λησμονηθη εβδομηκοντα ετη, κατα τας ημερας ενος βασιλεως· μετα δε τα εβδομηκοντα ετη θελει εισθαι εν τη Τυρω ως ασμα της πορνης.
<scripture passage="Isa 23:16" parsed="|Isa|23|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.16" />
<sup>16</sup>Λαβε κιθαραν, περιελθε την πολιν, πορνη λησμονημενη, παιζε γλυκα, αδε πολλα ασματα, δια να σε ενθυμηθωσι.
<scripture passage="Isa 23:17" parsed="|Isa|23|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.17" />
<sup>17</sup>Και μετα τα εβδομηκοντα ετη, ο Κυριος θελει επισκεφθη την Τυρον· και αυτη θελει επιστρεψει εις το μισθωμα αυτης, και θελει πορνευεσθαι μετα παντων των βασιλειων του κοσμου επι προσωπου της γης.
<scripture passage="Isa 23:18" parsed="|Isa|23|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.23.18" />
<sup>18</sup>Και το εμποριον αυτης και το μισθωμα αυτης θελει αφιερωθη εις τον Κυριον· δεν θελει θησαυρισθη ουδε ταμιευθη· διοτι το εμποριον αυτης θελει εισθαι δια τους κατοικουντας ενωπιον του Κυριου· δια να τρωγωσιν εις χορτασμον και να εχωσιν ενδυματα πολυχρονια.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 24" progress="58.42%" prev="Isa.23" next="Isa.25" id="Isa.24">
<h3 id="Isa.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Isa.24-p1">
<scripture passage="Isa 24:1" parsed="|Isa|24|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, ο Κυριος κενονει την γην και ερημονει αυτην και ανατρεπει αυτην και διασκορπιζει τους κατοικους αυτης.
<scripture passage="Isa 24:2" parsed="|Isa|24|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.2" />
<sup>2</sup>Και θελει εισθαι, ως ο λαος, ουτως ο ιερευς· ως ο θεραπων, ουτως ο κυριος αυτου· ως η θεραπαινα, ουτως η κυρια αυτης· ως ο αγοραστης, ουτως ο πωλητης· ως ο δανειστης, ουτως ο δανειζομενος· ως ο λαμβανων τοκον, ουτως ο πληρονων τοκον εις αυτον.
<scripture passage="Isa 24:3" parsed="|Isa|24|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.3" />
<sup>3</sup>Ολοκληρως θελει κενωθη η γη και ολοκληρως θελει γυμνωθη· διοτι ο Κυριος ελαλησε τον λογον τουτον.
<scripture passage="Isa 24:4" parsed="|Isa|24|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.4" />
<sup>4</sup>Η γη πενθει, μαραινεται, ο κοσμος ατονει, μαραινεται, οι υψηλοι εκ των λαων της γης ειναι ητονημενοι.
<scripture passage="Isa 24:5" parsed="|Isa|24|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.5" />
<sup>5</sup>Και η γη εμολυνθη υποκατω των κατοικων αυτης· διοτι παρεβησαν τους νομους, ηλλαξαν το διαταγμα, ηθετησαν διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="Isa 24:6" parsed="|Isa|24|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο η αρα κατεφαγε την γην και οι κατοικουντες εν αυτη ηρημωθησαν· δια τουτο οι κατοικοι της γης κατεκαυθησαν και ολιγοι ανθρωποι εμειναν.
<scripture passage="Isa 24:7" parsed="|Isa|24|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.7" />
<sup>7</sup>Ο νεος οινος πενθει, η αμπελος ειναι εν ατονια, παντες οι ευφραινομενοι την καρδιαν στεναζουσιν.
<scripture passage="Isa 24:8" parsed="|Isa|24|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.8" />
<sup>8</sup>Η ευφροσυνη των τυμπανων παυει· ο θορυβος των ευθυμουντων τελειονει· παυει της κιθαρας η ευφροσυνη.
<scripture passage="Isa 24:9" parsed="|Isa|24|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελουσι πινει οινον μετα ασματων· το σικερα θελει εισθαι πικρον εις τους πινοντας αυτο.
<scripture passage="Isa 24:10" parsed="|Isa|24|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.10" />
<sup>10</sup>Η πολις της ερημωσεως ηφανισθη· πασα οικια εκλεισθη, ωστε να μη εισελθη μηδεις.
<scripture passage="Isa 24:11" parsed="|Isa|24|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.11" />
<sup>11</sup>Κραυγη ειναι εν ταις οδοις δια τον οινον· πασα ευθυμια παρηλθεν· η χαρα του τοπου εφυγεν.
<scripture passage="Isa 24:12" parsed="|Isa|24|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.12" />
<sup>12</sup>Ερημια εμεινεν εν τη πολει, και η πυλη εκτυπηθη υπο αφανισμου·
<scripture passage="Isa 24:13" parsed="|Isa|24|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.13" />
<sup>13</sup>οταν γεινη ουτως εν μεσω της γης μεταξυ των λαων, θελει εισθαι ως τιναγμος ελαιας, ως το σταφυλολογημα αφου παυση ο τρυγητος.
<scripture passage="Isa 24:14" parsed="|Isa|24|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι θελουσιν υψωσει την φωνην αυτων, θελουσι ψαλλει δια την μεγαλειοτητα του Κυριου, θελουσι μεγαλοφωνει απο της θαλασσης.
<scripture passage="Isa 24:15" parsed="|Isa|24|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο δοξασατε τον Κυριον εν ταις κοιλασι, το ονομα Κυριου του Θεου του Ισραηλ εν ταις νησοις της θαλασσης.
<scripture passage="Isa 24:16" parsed="|Isa|24|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.16" />
<sup>16</sup>Απ' ακρου της γης ηκουσαμεν ασματα, Δοξα εις τον δικαιον. Αλλ' εγω ειπα, Ταλαιπωρια μου, ταλαιπωρια μου· ουαι εις εμε· οι απιστοι απιστως επραξαν· ναι, οι απιστοι πολλα απιστως επραξαν.
<scripture passage="Isa 24:17" parsed="|Isa|24|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.17" />
<sup>17</sup>Φοβος και λακκος και παγις ειναι επι σε, κατοικε της γης.
<scripture passage="Isa 24:18" parsed="|Isa|24|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.18" />
<sup>18</sup>Και ο φευγων απο του ηχου του φοβου θελει πεσει εις τον λακκον· και ο αναβαινων εκ μεσου του λακκου θελει πιασθη εις την παγιδα· διοτι αι θυριδες ανωθεν ειναι ανοικται, και τα θεμελια της γης σειονται.
<scripture passage="Isa 24:19" parsed="|Isa|24|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.19" />
<sup>19</sup>Η γη κατεσυντριφθη, η γη ολοκληρως διελυθη, η γη εκινηθη εις υπερβολην.
<scripture passage="Isa 24:20" parsed="|Isa|24|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.20" />
<sup>20</sup>Η γη θελει κλονισθη εδω και εκει ως ο μεθυων και θελει μετακινηθη ως καλυβη· και η ανομια αυτης θελει βαρυνει επ' αυτην· και θελει πεσει και πλεον δεν θελει σηκωθη.
<scripture passage="Isa 24:21" parsed="|Isa|24|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.21" />
<sup>21</sup>Και εν εκεινη τη ημερα ο Κυριος θελει παιδευσει το στρατευμα των υψηλων εν τω υψει και τους βασιλεις της γης επι της γης.
<scripture passage="Isa 24:22" parsed="|Isa|24|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.22" />
<sup>22</sup>Και θελουσι συναχθη, καθως συναγονται οι αιχμαλωτοι εις τον λακκον, και θελουσι κλεισθη εν τη φυλακη, και μετα πολλας ημερας θελει γεινει επισκεψις εις αυτους.
<scripture passage="Isa 24:23" parsed="|Isa|24|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.24.23" />
<sup>23</sup>Τοτε η σεληνη θελει εντραπη και ο ηλιος θελει αισχυνθη, οταν ο Κυριος των δυναμεων βασιλευση εν τω ορει Σιων και εν Ιερουσαλημ και δοξασθη ενωπιον των πρεσβυτερων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 25" progress="58.49%" prev="Isa.24" next="Isa.26" id="Isa.25">
<h3 id="Isa.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Isa.25-p1">
<scripture passage="Isa 25:1" parsed="|Isa|25|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.1" />
<sup>1</sup>Κυριε, συ εισαι ο Θεος μου· θελω σε υψονει, θελω υμνει το ονομα σου· διοτι εκαμες θαυμασια· αι απ' αρχης βουλαι σου ειναι πιστις και αληθεια.
<scripture passage="Isa 25:2" parsed="|Isa|25|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.2" />
<sup>2</sup>Διοτι συ κατεστησας πολιν σωρον· πολιν ωχυρωμενην, ερειπιον· τα οχυρωματα των αλλογενων, ωστε να μη ηναι πολις· ουδεποτε θελουσιν ανοικοδομηθη.
<scripture passage="Isa 25:3" parsed="|Isa|25|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο ο ισχυρος λαος θελει σε δοξασει, η πολις των τρομερων εθνων θελει σε φοβηθη.
<scripture passage="Isa 25:4" parsed="|Isa|25|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εσταθης δυναμις εις τον πτωχον, δυναμις του ενδεους εν τη στενοχωρια αυτου, καταφυγιον εναντιον της ανεμοζαλης, σκια εναντιον του καυσωνος, οταν το φυσημα των τρομερων προσβαλη ως ανεμοζαλη κατα τοιχου.
<scripture passage="Isa 25:5" parsed="|Isa|25|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.5" />
<sup>5</sup>Θελεις καταπαυσει τον θορυβον των αλλογενων, ως τον καυσωνα εν ξηρω τοπω, τον καυσωνα δια της σκιας του νεφους· ο θριαμβος των τρομερων θελει ταπεινωθη.
<scripture passage="Isa 25:6" parsed="|Isa|25|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.6" />
<sup>6</sup>Και επι του ορους τουτου ο Κυριος των δυναμεων θελει καμει εις παντας τους λαους ευωχιαν απο παχεων, ευωχιαν απο οινων εν τη τρυγια αυτων, απο παχεων μεστων μυελου, απο οινων κεκαθαρισμενων επι της τρυγιας.
<scripture passage="Isa 25:7" parsed="|Isa|25|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.7" />
<sup>7</sup>Και εν τω ορει τουτω θελει αφανισει το προσωπον του περικαλυμματος του περικαλυπτοντος παντας τους λαους και το καλυμμα το καλυπτον επι παντα τα εθνη.
<scripture passage="Isa 25:8" parsed="|Isa|25|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.8" />
<sup>8</sup>Θελει καταπιει τον θανατον εν νικη· και Κυριος ο Θεος θελει σπογγισει τα δακρυα απο παντων των προσωπων· και θελει εξαλειψει το ονειδος του λαου αυτου απο πασης της γης· διοτι ο Κυριος ελαλησε.
<scripture passage="Isa 25:9" parsed="|Isa|25|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.9" />
<sup>9</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελουσιν ειπει, Ιδου, ουτος ειναι ο Θεος ημων· περιεμειναμεν αυτον και θελει σωσει ημας· ουτος ειναι ο Κυριος· περιεμειναμεν αυτον· θελομεν χαρη και ευφρανθη εν τη σωτηρια αυτου.
<scripture passage="Isa 25:10" parsed="|Isa|25|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εν τω ορει τουτω η χειρ του Κυριου θελει αναπαυθη, και ο Μωαβ θελει καταπατηθη υποκατω αυτου, καθως καταπατειται το αχυρον δια τον κοπρωνα.
<scripture passage="Isa 25:11" parsed="|Isa|25|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.11" />
<sup>11</sup>Και θελει εξαπλωσει τας χειρας αυτου εν τω μεσω αυτων, καθως ο κολυμβων εξαπλονει τας χειρας αυτου δια να κολυμβηση· και θελει ταπεινωσει την υπερηφανιαν αυτων μετα των πανουργευματων των χειρων αυτων.
<scripture passage="Isa 25:12" parsed="|Isa|25|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.25.12" />
<sup>12</sup>Και τα υψηλα οχυρωματα των τειχων σου θελουσι ταπεινωθη, κρημνισθη, κατεδαφισθη εως εδαφους.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 26" progress="58.54%" prev="Isa.25" next="Isa.27" id="Isa.26">
<h3 id="Isa.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Isa.26-p1">
<scripture passage="Isa 26:1" parsed="|Isa|26|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινη τη ημερα το ασμα τουτο θελει ψαλη εν γη Ιουδα Εχομεν πολιν οχυραν· σωτηριαν θελει βαλει ο Θεος αντι τειχων και προτειχισματων.
<scripture passage="Isa 26:2" parsed="|Isa|26|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.2" />
<sup>2</sup>Ανοιξατε τας πυλας και θελει εισελθει το δικαιον εθνος το φυλαττον την αληθειαν.
<scripture passage="Isa 26:3" parsed="|Isa|26|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.3" />
<sup>3</sup>Θελεις φυλαξει εν τελεια ειρηνη το πνευμα το επι σε επιστηριζομενον, διοτι επι σε θαρρει.
<scripture passage="Isa 26:4" parsed="|Isa|26|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.4" />
<sup>4</sup>Θαρρειτε επι τον Κυριον παντοτε· διοτι εν Κυριω τω Θεω ειναι αιωνιος δυναμις.
<scripture passage="Isa 26:5" parsed="|Isa|26|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ταπεινονει τους κατοικουντας εν υψηλοις· κρημνιζει την υψηλην πολιν· κρημνιζει αυτην εως εδαφους· καταβαλλει αυτην εως χωματος.
<scripture passage="Isa 26:6" parsed="|Isa|26|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.6" />
<sup>6</sup>Ο πους θελει καταπατησει αυτην, οι ποδες του πτωχου, τα βηματα του ενδεους.
<scripture passage="Isa 26:7" parsed="|Isa|26|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.7" />
<sup>7</sup>Η οδος του δικαιου ειναι η ευθυτης· συ, ευθυτατε, σταθμιζεις την οδον του δικαιου.
<scripture passage="Isa 26:8" parsed="|Isa|26|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.8" />
<sup>8</sup>Ναι, εν τη οδω, των κρισεων σου, Κυριε, σε περιεμειναμεν· ο ποθος της ψυχης ημων ειναι εις το ονομα σου και εις την ενθυμησιν σου.
<scripture passage="Isa 26:9" parsed="|Isa|26|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.9" />
<sup>9</sup>Με την ψυχην μου σε εποθησα την νυκτα· ναι, με το πνευμα μου εντος μου σε εξεζητησα το πρωι· διοτι οταν αι κρισεις σου ηναι εν τη γη, οι κατοικοι του κοσμου θελουσι μαθει δικαιοσυνην.
<scripture passage="Isa 26:10" parsed="|Isa|26|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.10" />
<sup>10</sup>Και αν ελεηθη ο ασεβης, δεν θελει μαθει δικαιοσυνην· εν τη γη της ευθυτητος θελει πραξει αδικως και δεν θελει εμβλεψει εις την μεγαλειοτητα του Κυριου.
<scripture passage="Isa 26:11" parsed="|Isa|26|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.11" />
<sup>11</sup>Η χειρ σου, Κυριε, υψουται, αλλ' αυτοι δεν θελουσιν ιδει· θελουσιν ομως ιδει και καταισχυνθη· ο ζηλος ο υπερ του λαου σου, μαλιστα το πυρ το κατα των εχθρων σου θελει καταφαγει αυτους.
<scripture passage="Isa 26:12" parsed="|Isa|26|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.12" />
<sup>12</sup>Κυριε, ειρηνην θελεις δωσει εις ημας· διοτι συ εκαμες και παντα ημων τα εργα δια ημας.
<scripture passage="Isa 26:13" parsed="|Isa|26|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.13" />
<sup>13</sup>Κυριε ο Θεος ημων, αλλοι κυριοι, πλην σου, εξουσιασαν εφ' ημας· αλλα τωρα δια σου μονον θελομεν αναφερει το ονομα σου.
<scripture passage="Isa 26:14" parsed="|Isa|26|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.14" />
<sup>14</sup>Απεθανον, δεν θελουσιν αναζησει· ετελευτησαν, δεν θελουσιν αναστηθη· δια τουτο επεσκεφθης και εξωλοθρευσας αυτους και εξηλειψας παν το μνημοσυνον αυτων.
<scripture passage="Isa 26:15" parsed="|Isa|26|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.15" />
<sup>15</sup>Επληθυνας το εθνος, Κυριε, επληθυνας το εθνος· εδοξασθης· εμακρυνας αυτο εις παντα τα εσχατα της γης.
<scripture passage="Isa 26:16" parsed="|Isa|26|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.16" />
<sup>16</sup>Κυριε, εν τη θλιψει προσετρεξαν προς σε· εξεχεαν στεναγμον, οτε η παιδεια σου ητο επ' αυτους.
<scripture passage="Isa 26:17" parsed="|Isa|26|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.17" />
<sup>17</sup>Ως εγκυος γυνη, οταν πλησιαση εις την γενναν, κοιλοπονει, φωναζουσα εν τοις πονοις αυτης, ουτως εγειναμεν ενωπιον σου, Κυριε.
<scripture passage="Isa 26:18" parsed="|Isa|26|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.18" />
<sup>18</sup>Συνελαβομεν, εκοιλοπονησαμεν, πλην ως να εγεννησαμεν ανεμον· ουδεμιαν ελευθερωσιν κατωρθωσαμεν εν τη γη· ουδε επεσαν οι κατοικοι του κοσμου.
<scripture passage="Isa 26:19" parsed="|Isa|26|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.19" />
<sup>19</sup>Οι νεκροι σου θελουσι ζησει, μετα του νεκρου σωματος μου θελουσιν αναστηθη· εξεγερθητε και ψαλλετε, σεις οι κατοικουντες εν τω χωματι· διοτι η δροσος σου ειναι ως η δροσος των χορτων, και η γη θελει εκριψει τους νεκρους.
<scripture passage="Isa 26:20" parsed="|Isa|26|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.20" />
<sup>20</sup>Ελθε, λαε μου, εισελθε εις τα ταμεια σου και κλεισον τας θυρας σου οπισω σου· κρυφθητι δια ολιγον καιρον, εωσου παρελθη η οργη.
<scripture passage="Isa 26:21" parsed="|Isa|26|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.26.21" />
<sup>21</sup>Διοτι, ιδου, ο Κυριος εξερχεται απο του τοπου αυτου δια να παιδευση τους κατοικους της γης ενεκεν της ανομιας αυτων· η δε γη θελει ανακαλυψει τα αιματα αυτης και δεν θελει σκεπασει πλεον τους πεφονευμενους αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 27" progress="58.60%" prev="Isa.26" next="Isa.28" id="Isa.27">
<h3 id="Isa.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Isa.27-p1">
<scripture passage="Isa 27:1" parsed="|Isa|27|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελει παιδευσει ο Κυριος, δια της μαχαιρας αυτου της σκληρας και μεγαλης και δυνατης, τον Λευιαθαν, τον λοξοβατην οφιν, ναι, τον Λευιαθαν, τον σκολιον οφιν· και θελει αποκτεινει τον δρακοντα τον εν τη θαλασση.
<scripture passage="Isa 27:2" parsed="|Isa|27|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.2" />
<sup>2</sup>Εν εκεινη τη ημερα ψαλλετε προς αυτην, Αμπελος αγαπητη·
<scripture passage="Isa 27:3" parsed="|Isa|27|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.3" />
<sup>3</sup>εγω ο Κυριος θελω φυλαττει αυτην· κατα πασαν στιγμην θελω ποτιζει αυτην· δια να μη βλαψη αυτην μηδεις, νυκτα και ημεραν θελω φυλαττει αυτην·
<scripture passage="Isa 27:4" parsed="|Isa|27|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.4" />
<sup>4</sup>οργη δεν ειναι εν εμοι· τις ηθελεν αντιταξει εναντιον μου τριβολους και ακανθας εν τη μαχη; ηθελον περασει δια μεσου αυτων, ηθελον κατακαυσει ταυτα ομου·
<scripture passage="Isa 27:5" parsed="|Isa|27|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.5" />
<sup>5</sup>η ας πιασθη απο της δυναμεως μου, δια να καμη ειρηνην μετ' εμου· και θελει καμει μετ' εμου ειρηνην.
<scripture passage="Isa 27:6" parsed="|Isa|27|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.6" />
<sup>6</sup>Εις το ερχομενον θελει ριζωσει τον Ιακωβ· ο Ισραηλ θελει ανθησει και βλαστησει και γεμισει το προσωπον της οικουμενης απο καρπων.
<scripture passage="Isa 27:7" parsed="|Isa|27|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.7" />
<sup>7</sup>Μηπως επαταξεν αυτον, καθως επαταξε τους παταξαντας αυτον; η εθανατωθη κατα τον θανατον των θανατωθεντων υπ' αυτου;
<scripture passage="Isa 27:8" parsed="|Isa|27|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.8" />
<sup>8</sup>Με μετρον θελεις διαμαχησει μετ' αυτης, οταν αποβαλης αυτην· συμμετρει τον σφοδρον αυτου ανεμον εν τη ημερα του ανατολικου ανεμου.
<scripture passage="Isa 27:9" parsed="|Isa|27|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.9" />
<sup>9</sup>Οθεν με τουτο θελει καθαρισθη η ανομια του Ιακωβ· και τουτο θελει εισθαι απας ο καρπος, να εξαλειφθη η αμαρτια αυτου, οταν κατασυντριψη παντας τους λιθους των βωμων ως λεπτον κονιορτον ασβεστου, και τα αλση και τα ειδωλα δεν μενωσι πλεον ορθια.
<scripture passage="Isa 27:10" parsed="|Isa|27|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.10" />
<sup>10</sup>Διοτι η ωχυρωμενη πολις θελει ερημωθη, η κατοικια θελει παραιτηθη και εγκαταλειφθη ως ερημος· εκει θελει βοσκηθη το μοσχαριον και εκει θελει αναπαυθη και καταφαγει τους κλαδους αυτης.
<scripture passage="Isa 27:11" parsed="|Isa|27|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.11" />
<sup>11</sup>Οταν οι κλαδοι αυτης ξηρανθωσι, θελουσιν αποκοπη· αι γυναικες θελουσιν ελθει και κατακαυσει αυτους· διοτι ειναι λαος ασυνετος· οθεν ο ποιησας αυτον δεν θελει οικτειρει αυτον και ο πλασας αυτον δεν θελει ελεησει αυτον.
<scripture passage="Isa 27:12" parsed="|Isa|27|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.12" />
<sup>12</sup>Και εν εκεινη τη ημερα ο Κυριος θελει εκτιναξει απο της διωρυγος του ποταμου εως του ρευματος της Αιγυπτου, και σεις θελετε συναχθη καθ' ενα εκαστος, σεις υιοι Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 27:13" parsed="|Isa|27|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.27.13" />
<sup>13</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελει σαλπιγχθη μεγαλη σαλπιγξ, και θελουσιν ελθει οι καταφθειρομενοι εν τη γη της Ασσυριας και οι αποδεδιωγμενοι εν τη γη της Αιγυπτου, και θελουσι λατρευσει τον Κυριον επι του ορους του αγιου εν Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 28" progress="58.65%" prev="Isa.27" next="Isa.29" id="Isa.28">
<h3 id="Isa.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Isa.28-p1">
<scripture passage="Isa 28:1" parsed="|Isa|28|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τον στεφανον της υπερηφανιας των μεθυσων του Εφραιμ, των οποιων η ενδοξος ωραιοτης ειναι ανθος μαραινομενον· οιτινες επι της κορυφης των παχειων κοιλαδων κατακυριευονται υπο του οινου.
<scripture passage="Isa 28:2" parsed="|Isa|28|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, ο Κυριος εχει ισχυρον και δυνατον οστις ως θορυβος χαλαζης, ως καταστρεπτικος ανεμοστροβιλος· ως κατακλυσμος ισχυρων υδατων πλημμυρουντων, θελει καταρριψει εις την γην τα παντα δια της χειρος αυτου.
<scripture passage="Isa 28:3" parsed="|Isa|28|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.3" />
<sup>3</sup>Ο στεφανος της υπερηφανιας των μεθυσων του Εφραιμ θελει καταπατηθη υπο τους ποδας.
<scripture passage="Isa 28:4" parsed="|Isa|28|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.4" />
<sup>4</sup>Και το ανθος της ενδοξου ωραιοτητος αυτων, το επι της κορυφης της παχειας κοιλαδος, μαραινομενον θελει γεινει ως ο πρωιμος καρπος προ του θερους· τον οποιον ο ιδων αυτον, καθως λαβη εν τη χειρι αυτου, καταπινει αυτον.
<scripture passage="Isa 28:5" parsed="|Isa|28|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.5" />
<sup>5</sup>Εν εκεινη τη ημερα ο Κυριος των δυναμεων θελει εισθαι στεφανος δοξης και διαδημα ωραιοτητος εις το υπολοιπον του λαου αυτου,
<scripture passage="Isa 28:6" parsed="|Isa|28|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.6" />
<sup>6</sup>και πνευμα κρισεως εις τον καθημενον δια κρισιν, και δυναμις εις τους απωθουντας τον πολεμον εως των πυλων.
<scripture passage="Isa 28:7" parsed="|Isa|28|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.7" />
<sup>7</sup>Πλην και αυτοι επλανηθησαν υπο οινου και παρεδρομησαν υπο σικερα· ο ιερευς και ο προφητης επλανηθησαν υπο σικερα, κατεποθησαν υπο οινου, παρεδρομησαν υπο σικερα· πλανωνται εν τη δρασει, προσκοπτουσιν εν τη κρισει.
<scripture passage="Isa 28:8" parsed="|Isa|28|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.8" />
<sup>8</sup>Διοτι πασαι αι τραπεζαι ειναι πληρεις εμετου και ακαθαρσιας, ουδεις τοπος μενει καθαρος.
<scripture passage="Isa 28:9" parsed="|Isa|28|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.9" />
<sup>9</sup>Τινα θελει διδαξει την σοφιαν; και τινα θελει καμει να καταλαβη την διδασκαλιαν; αυτοι ειναι ως βρεφη απογεγαλακτισμενα, απεσπασμενα απο των μαστων.
<scripture passage="Isa 28:10" parsed="|Isa|28|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.10" />
<sup>10</sup>Διοτι με διδασκαλιαν επι διδασκαλιαν, με διδασκαλιαν επι διδασκαλιαν, με στιχον επι στιχον, στιχον επι στιχον, ολιγον εδω, ολιγον εκει,
<scripture passage="Isa 28:11" parsed="|Isa|28|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.11" />
<sup>11</sup>διοτι με χειλη ψελλιζοντα και με αλλην γλωσσαν θελει ομιλει προς τουτον τον λαον·
<scripture passage="Isa 28:12" parsed="|Isa|28|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.12" />
<sup>12</sup>προς τον οποιον ειπεν, Αυτη ειναι η αναπαυσις, με την οποιαν δυνασθε να αναπαυσητε τον κεκοπιασμενον, και αυτη ειναι η ανεσις· αλλ' αυτοι δεν ηθελησαν να ακουσωσι.
<scripture passage="Isa 28:13" parsed="|Isa|28|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.13" />
<sup>13</sup>Και ο λογος του Κυριου θελει εισθαι προς αυτους διδασκαλια επι διδασκαλιαν, διδασκαλια επι διδασκαλιαν, στιχος επι στιχον, στιχος επι στιχον, ολιγον εδω, ολιγον εκει· δια να περιπατησωσι και να προσκοπτωσιν εις τα οπισω και να συντριφθωσι και να παγιδευθωσι και να πιασθωσι.
<scripture passage="Isa 28:14" parsed="|Isa|28|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ακουσατε τον λογον του Κυριου, ανθρωποι χλευασται, οι οδηγουντες τουτον τον λαον τον εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 28:15" parsed="|Isa|28|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.15" />
<sup>15</sup>Επειδη ειπετε, Ημεις εκαμομεν συνθηκην μετα του θανατου και συνεφωνησαμεν μετα του αδου· οταν η μαστιξ πλημμυρουσα διαβαινη, δεν θελει ελθει εις ημας· διοτι εκαμομεν καταφυγιον ημων το ψευδος και υπο την ψευδοσυνην θελομεν κρυφθη·
<scripture passage="Isa 28:16" parsed="|Isa|28|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.16" />
<sup>16</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θετω εν τη Σιων θεμελιον, λιθον, λιθον εκλεκτον, εντιμον ακρογωνιαιον, θεμελιον ασφαλες· ο πιστευων επ' αυτον δεν θελει καταισχυνθη.
<scripture passage="Isa 28:17" parsed="|Isa|28|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.17" />
<sup>17</sup>Και θελω βαλει την κρισιν εις τον κανονα και την δικαιοσυνην εις την σταθμην· και η χαλαζα θελει εξαφανισει το καταφυγιον του ψευδους, και τα υδατα θελουσι πλημμυρισει τον κρυψωνα.
<scripture passage="Isa 28:18" parsed="|Isa|28|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.18" />
<sup>18</sup>Και η μετα του θανατου συνθηκη σας θελει ακυρωθη, και μετα του αδου συμφωνια σας δεν θελει σταθη· οταν η πλημμυρουσα μαστιξ διαβαινη, τοτε θελετε καταπατηθη υπ' αυτης.
<scripture passage="Isa 28:19" parsed="|Isa|28|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.19" />
<sup>19</sup>Ευθυς οταν διαβη, θελει σας πιασει· διοτι καθ' εκαστην πρωιαν θελει διαβαινει ημεραν και νυκτα· και μονον το να ακουση τις την βοην, θελει εισθαι φρικη.
<scripture passage="Isa 28:20" parsed="|Isa|28|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.20" />
<sup>20</sup>Διοτι η κλινη ειναι μικροτερα παρα ωστε να δυναται τις να εξαπλωθη· και το σκεπασμα στενωτερον παρα ωστε να δυναται να περιτυλιχθη.
<scripture passage="Isa 28:21" parsed="|Isa|28|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο Κυριος θελει σηκωθη ως εν τω ορει Φερασειμ, θελει θυμωθη ως εν τη κοιλαδι του Γαβαων, δια να ενεργηση το εργον αυτου, το παραδοξον εργον αυτου, και να εκτελεση την πραξιν αυτου, την εξαισιον πραξιν αυτου.
<scripture passage="Isa 28:22" parsed="|Isa|28|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.22" />
<sup>22</sup>Τωρα λοιπον μη ησθε χλευασται, δια να μη γεινωσι δυνατωτερα τα δεσμα σας· διοτι εγω ηκουσα παρα Κυριου του Θεου των δυναμεων συντελειαν και αποφασιν επι πασαν την γην.
<scripture passage="Isa 28:23" parsed="|Isa|28|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.23" />
<sup>23</sup>Ακροασθητε και ακουσατε την φωνην μου· προσεξατε και ακουσατε τον λογον μου.
<scripture passage="Isa 28:24" parsed="|Isa|28|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.24" />
<sup>24</sup>Ο αροτριων μηπως ολην την ημεραν αροτρια δια να σπειρη, διανοιγων και βωλοκοπων τον αγρον αυτου;
<scripture passage="Isa 28:25" parsed="|Isa|28|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.25" />
<sup>25</sup>Αφου εξομαλυνη το προσωπον αυτου, δεν διασκορπιζει τον αρακον και διασπειρει το κυμινον και βαλλει τον σιτον εις το καλητερον μερος και την κριθην εις τον διωρισμενον αυτης τοπον και την βριζαν εις το μερος αυτου το ανηκον;
<scripture passage="Isa 28:26" parsed="|Isa|28|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.26" />
<sup>26</sup>Διοτι ο Θεος αυτου μανθανει αυτον να διακρινη, και διδασκει αυτον.
<scripture passage="Isa 28:27" parsed="|Isa|28|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.27" />
<sup>27</sup>Διοτι δεν αλωνιζεται ο αρακος δια αλωνιστικου οργανου, ουδε αμαξης τροχος περιστρεφεται επι το κυμινον· αλλα δια ραβδου κτυπαται ο αρακος και δια βακτηριας το κυμινον.
<scripture passage="Isa 28:28" parsed="|Isa|28|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.28" />
<sup>28</sup>Ο δε σιτος του αρτου κατασυντριβεται· αλλα δεν θελει δια παντα αλωνιζει αυτον, ουδε θελει συντριψει αυτον δια του τροχου της αμαξης αυτου, ουδε θελει λεπτυνει αυτον δια των ονυχων των ιππων αυτου.
<scripture passage="Isa 28:29" parsed="|Isa|28|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.28.29" />
<sup>29</sup>Και τουτο εξηλθε παρα του Κυριου των δυναμεων, του θαυμαστου εν βουλη, του μεγαλου εν συνεσει.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 29" progress="58.76%" prev="Isa.28" next="Isa.30" id="Isa.29">
<h3 id="Isa.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Isa.29-p1">
<scripture passage="Isa 29:1" parsed="|Isa|29|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις την Αριηλ, την Αριηλ, την πολιν οπου κατωκησεν ο Δαβιδ· προσθεσατε ενιαυτον επι ενιαυτον· ας σφαζωσιν εορταστικας θυσιας.
<scripture passage="Isa 29:2" parsed="|Isa|29|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.2" />
<sup>2</sup>Αλλ' εγω θελω στενοχωρησει την Αριηλ, και εκει θελει εισθαι βαρος και θλιψις· και εις εμε θελει εισθαι ως Αριηλ.
<scripture passage="Isa 29:3" parsed="|Isa|29|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.3" />
<sup>3</sup>Και θελω στρατοπεδευσει εναντιον σου κυκλω, και θελω στησει πολιορκιαν κατα σου με χαρακωμα, και θελω ανεγειρει φρουρια εναντιον σου.
<scripture passage="Isa 29:4" parsed="|Isa|29|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις ριφθη κατω, θελεις λαλει απο του εδαφους και η λαλια σου θελει εισθαι ταπεινη εκ του χωματος, και η φωνη σου εκ του εδαφους θελει εισθαι ως του εγγαστριμυθου και η λαλια σου θελει ψιθυριζει εκ του χωματος.
<scripture passage="Isa 29:5" parsed="|Isa|29|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.5" />
<sup>5</sup>Το δε πληθος των εχθρων σου θελει εισθαι ως κονιορτος και το πληθος των φοβερων ως αχυρον φερομενον υπο ανεμου· ναι, τουτο θελει γεινει αιφνιδιως εν μια στιγμη.
<scripture passage="Isa 29:6" parsed="|Isa|29|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.6" />
<sup>6</sup>Θελει γεινει εις σε επισκεψις παρα του Κυριου των δυναμεων, μετα βροντης και μετα σεισμου και φωνης μεγαλης, μετα ανεμοζαλης και ανεμοστροβιλου και φλογος πυρος κατατρωγοντος.
<scripture passage="Isa 29:7" parsed="|Isa|29|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.7" />
<sup>7</sup>Και το πληθος παντων των εθνων των πολεμουντων εναντιον της Αριηλ, παντες βεβαιως οι μαχομενοι εναντιον αυτης και των οχυρωματων αυτης και οι στενοχωρουντες αυτην θελουσιν εισθαι ως ονειρον νυκτερινου οραματος.
<scripture passage="Isa 29:8" parsed="|Isa|29|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.8" />
<sup>8</sup>Καθως μαλιστα ο πεινων ονειρευεται οτι ιδου, τρωγει· πλην εξεγειρεται και η ψυχη αυτου ειναι κενη· η καθως ο διψων ονειρευεται οτι ιδου, πινει· πλην εξεγειρεται και ιδου, ειναι ητονημενος και η ψυχη αυτου διψα· ουτω θελουσιν εισθαι τα πληθη παντων των εθνων των πολεμουντων εναντιον του ορους Σιων.
<scripture passage="Isa 29:9" parsed="|Isa|29|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.9" />
<sup>9</sup>Στητε και θαυμασατε· αναβοησατε και ανακραξατε· ουτοι μεθυουσιν αλλ' ουχι υπο οινου· παραφερονται αλλ' ουχι υπο σικερα.
<scripture passage="Isa 29:10" parsed="|Isa|29|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ο Κυριος εξεχεεν εφ' υμας πνευμα βαθεος υπνου και εκλεισε τους οφθαλμους υμων· περιεκαλυψε τους προφητας και τους αρχοντας υμων, τους βλεποντας ορασεις.
<scripture passage="Isa 29:11" parsed="|Isa|29|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.11" />
<sup>11</sup>Και πασα ορασις θελει εισθαι εις εσας ως λογια εσφραγισμενου βιβλιου, το οποιον ηθελον δωσει εις τινα εξευροντα να αναγινωσκη, λεγοντες, Αναγνωθι τουτο, παρακαλω· και εκεινος λεγει, Δεν δυναμαι, διοτι ειναι εσφραγισμενον·
<scripture passage="Isa 29:12" parsed="|Isa|29|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.12" />
<sup>12</sup>και διδουσι το βιβλιον εις μη εξευροντα να αναγινωσκη και λεγουσιν, Αναγνωθι τουτο, παρακαλω· και εκεινος λεγει, δεν εξευρω να αναγινωσκω.
<scripture passage="Isa 29:13" parsed="|Isa|29|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ο Κυριος λεγει, Επειδη ο λαος ουτος με πλησιαζει δια του στοματος αυτου και με τιμα δια των χειλεων αυτου, αλλ' η καρδια αυτου απεχει μακραν απ' εμου, και με σεβονται, διδασκοντες διδασκαλιας, ενταλματα ανθρωπων·
<scripture passage="Isa 29:14" parsed="|Isa|29|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.14" />
<sup>14</sup>δια τουτο, ιδου, θελω προσθεσει να καμω θαυμαστον εργον μεταξυ τουτου του λαου, θαυμαστον εργον και εξαισιον· διοτι η σοφια των σοφων αυτου θελει χαθη και η συνεσις των συνετων αυτου θελει κρυφθη.
<scripture passage="Isa 29:15" parsed="|Isa|29|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.15" />
<sup>15</sup>Ουαι εις τους σκαπτοντας βαθεως δια να κρυψωσι την βουλην αυτων απο του Κυριου, και των οποιων τα εργα ειναι εν τω σκοτει, και λεγουσι, Τις βλεπει ημας; και τις εξευρει ημας;
<scripture passage="Isa 29:16" parsed="|Isa|29|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.16" />
<sup>16</sup>Ω διεστραμμενοι, ο κεραμευς θελει νομισθη ως πηλος; το πλασμα θελει ειπει περι του πλασαντος αυτο, ουτος δεν με επλασεν; η το ποιημα θελει ειπει περι του ποιησαντος αυτο, Ουτος δεν ειχε νοησιν;
<scripture passage="Isa 29:17" parsed="|Isa|29|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.17" />
<sup>17</sup>Δεν θελει εισθαι ετι πολυ ολιγος καιρος και ο Λιβανος θελει μεταβληθη εις καρποφορον πεδιαδα, και η καρποφορος πεδιας θελει λογισθη ως δασος;
<scripture passage="Isa 29:18" parsed="|Isa|29|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.18" />
<sup>18</sup>Και εν εκεινη τη ημερα οι κωφοι θελουσιν ακουσει τους λογους του βιβλιου, και οι οφθαλμοι των τυφλων θελουσιν ιδει, ελευθερωθεντες εκ του σκοτους και εκ της ομιχλης.
<scripture passage="Isa 29:19" parsed="|Isa|29|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.19" />
<sup>19</sup>Και οι πραεις θελουσιν επαυξησει την χαραν αυτων εν Κυριω, και οι πτωχοι των ανθρωπων θελουσιν ευφρανθη δια τον Αγιον του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 29:20" parsed="|Isa|29|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ο τρομερος εξελιπε και ο χλευαστης εξωλοθρευθη και παντες οι παραφυλαττοντες την ανομιαν εξηλειφθησαν·
<scripture passage="Isa 29:21" parsed="|Isa|29|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.21" />
<sup>21</sup>οιτινες καμνουσι τον ανθρωπον πταιστην δια ενα λογον, και στηνουσι παγιδα εις τον ελεγχοντα εν τη πυλη, και με ψευδος διαστρεφουσι το δικαιον.
<scripture passage="Isa 29:22" parsed="|Isa|29|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.22" />
<sup>22</sup>Οθεν ο Κυριος ο λυτρωσας τον Αβρααμ ουτω λεγει περι του οικου Ιακωβ· ο Ιακωβ δεν θελει πλεον αισχυνθη, και το προσωπον αυτου δεν θελει πλεον ωχριασει.
<scripture passage="Isa 29:23" parsed="|Isa|29|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' οταν ιδη τα τεκνα αυτου, το εργον των χειρων μου, εν μεσω αυτου, θελουσιν αγιασει το ονομα μου και θελουσιν αγιασει τον Αγιον του Ιακωβ και θελουσι φοβεισθαι τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 29:24" parsed="|Isa|29|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.29.24" />
<sup>24</sup>Οι δε πλανωμενοι κατα το πνευμα θελουσιν ελθει εις συνεσιν, και οι γογγυζοντες θελουσι μαθει διδασκαλιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 30" progress="58.85%" prev="Isa.29" next="Isa.31" id="Isa.30">
<h3 id="Isa.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Isa.30-p1">
<scripture passage="Isa 30:1" parsed="|Isa|30|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τα αποστατησαντα τεκνα, λεγει Κυριος, τα οποια λαμβανουσι βουλην, πλην ουχι παρ' εμου· και τα οποια καμνουσι συνθηκας, πλην ουχι δια του πνευματος μου, δια να προσθεσωσιν αμαρτιαν εις αμαρτιαν·
<scripture passage="Isa 30:2" parsed="|Isa|30|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.2" />
<sup>2</sup>τα οποια υπαγουσι δια να καταβωσιν εις Αιγυπτον, και δεν ερωτωσι το στομα μου, δια να ενδυναμωθωσι με την δυναμιν του Φαραω και να εμπιστευθωσιν εις την σκιαν της Αιγυπτου.
<scripture passage="Isa 30:3" parsed="|Isa|30|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.3" />
<sup>3</sup>Η δε δυναμις του Φαραω θελει εισθαι αισχυνη σας και η πεποιθησις επι την σκιαν της Αιγυπτου ονειδος.
<scripture passage="Isa 30:4" parsed="|Isa|30|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οι αρχηγοι αυτου εσταθησαν εν Τανει και οι πρεσβεις αυτου ηλθον εις Χανες.
<scripture passage="Isa 30:5" parsed="|Isa|30|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.5" />
<sup>5</sup>Παντες ησχυνθησαν δια λαον, οστις δεν ηδυνηθη να ωφεληση αυτους ουδε να σταθη βοηθεια η οφελος αλλα καταισχυνη και μαλιστα ονειδος.
<scripture passage="Isa 30:6" parsed="|Isa|30|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.6" />
<sup>6</sup>Η κατα των ζωων της Μεσημβριας ορασις. Εν τη γη της θλιψεως και της στενοχωριας, οπου ευρισκονται ο δυνατος λεων και ο λεων ο γηραλεος, η εχιδνα και ο φλογερος πτερωτος οφις, εκει θελουσι φερει τα πλουτη αυτων επι ωμων οναριων και τους θησαυρους αυτων επι του κυρτωματος των καμηλων, προς λαον οστις δεν θελει ωφελησει αυτους.
<scripture passage="Isa 30:7" parsed="|Isa|30|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.7" />
<sup>7</sup>Διοτι οι Αιγυπτιοι εις ματην και ανωφελως θελουσι βοηθησει· οθεν εβοησα περι τουτου, Η δυναμις αυτων ειναι να καθηνται ησυχοι.
<scripture passage="Isa 30:8" parsed="|Isa|30|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.8" />
<sup>8</sup>Τωρα υπαγε, γραψον τουτο εμπροσθεν αυτων επι πινακιδιου, και σημειωσον αυτο εν βιβλιω, δια να σωζηται εις τον μελλοντα καιρον εως αιωνος·
<scripture passage="Isa 30:9" parsed="|Isa|30|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.9" />
<sup>9</sup>οτι ουτος ειναι λαος απειθης, ψευδεις υιοι, υιοι μη θελοντες να ακουσωσι τον νομον του Κυριου·
<scripture passage="Isa 30:10" parsed="|Isa|30|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.10" />
<sup>10</sup>οιτινες λεγουσι προς τους βλεποντας, Μη βλεπετε· και προς τους προφητας, Μη προφητευετε εις ημας τα ορθα, λαλειτε προς ημας κολακευτικα, προφητευετε απατηλα·
<scripture passage="Isa 30:11" parsed="|Isa|30|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.11" />
<sup>11</sup>αποσυρθητε απο της οδου, εκκλινατε απο της τριβου, σηκωσατε απ' εμπροσθεν ημων τον Αγιον του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 30:12" parsed="|Isa|30|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.12" />
<sup>12</sup>Οθεν ουτω λεγει ο Αγιος του Ισραηλ· Επειδη καταφρονειτε τον λογον τουτον και ελπιζετε επι την απατην και πονηριαν και επιστηριζεσθε επι ταυτα·
<scripture passage="Isa 30:13" parsed="|Isa|30|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.13" />
<sup>13</sup>δια τουτο η ανομια αυτη θελει εισθαι εις εσας ως χαλασμα ετοιμορροπον, ως κοιλια εις υψηλον τοιχον, του οποιου ο συντριμμος ερχεται εξαιφνης εν μια στιγμη.
<scripture passage="Isa 30:14" parsed="|Isa|30|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.14" />
<sup>14</sup>Και θελει συντριψει αυτο ως συντριμμα αγγειου οστρακινου, κατασυντριβομενου ανηλεως, ωστε να μη ευρισκηται εν τοις θρυμμασιν αυτου οστρακον, δια να λαβη τις πυρ απο της εστιας η να λαβη υδωρ εκ του λακκου.
<scripture passage="Isa 30:15" parsed="|Isa|30|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος, ο Αγιος του Ισραηλ· Εν τη επιστροφη και αναπαυσει θελετε σωθη· εν τη ησυχια και πεποιθησει θελει εισθαι η δυναμις σας· αλλα δεν ηθελησατε·
<scripture passage="Isa 30:16" parsed="|Isa|30|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.16" />
<sup>16</sup>και ειπετε, Ουχι· αλλα θελομεν φευγει εφιπποι· δια τουτο θελετε φευγει· και, Θελομεν ιππευσει επι ταχυποδας· δια τουτο οι διωκοντες σας θελουσιν εισθαι ταχυποδες.
<scripture passage="Isa 30:17" parsed="|Isa|30|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.17" />
<sup>17</sup>Θελετε φευγει χιλιοι εν τη απειλη ενος, και παντες εν τη απειλη πεντε, εωσου μεινητε ως στυλος επι κορυφης ορους και ως σημαια επι λοφου.
<scripture passage="Isa 30:18" parsed="|Isa|30|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.18" />
<sup>18</sup>Και ουτω θελει προσμεινει ο Κυριος δια να σας ελεηση, και ουτω θελει υψωθη δια να σας οικτειρηση· διοτι ο Κυριος ειναι Θεος κρισεως· μακαριοι παντες οι προσμενοντες αυτον.
<scripture passage="Isa 30:19" parsed="|Isa|30|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ο λαος θελει κατοικησει εν Σιων εν Ιερουσαλημ· δεν θελεις κλαυσει πλεον· θελει βεβαιως σε ελεησει εν τη φωνη της κραυγης σου· οταν ακουση αυτην, θελει σοι αποκριθη.
<scripture passage="Isa 30:20" parsed="|Isa|30|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.20" />
<sup>20</sup>Και αν ο Κυριος σας διδη αρτον θλιψεως και υδωρ στενοχωριας, οι διδασκαλοι σου ομως δεν θελουσιν αφαιρεθη πλεον, αλλ' οι οφθαλμοι σου θελουσι βλεπει τους διδασκαλους σου·
<scripture passage="Isa 30:21" parsed="|Isa|30|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.21" />
<sup>21</sup>και τα ωτα σου θελουσιν ακουει λογον οπισθεν σου, λεγοντα, Αυτη ειναι η οδος, περιπατειτε εν αυτη· οταν στρεφησθε επι τα δεξια και οταν στρεφησθε επι τα αριστερα.
<scripture passage="Isa 30:22" parsed="|Isa|30|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.22" />
<sup>22</sup>Και θελετε αποστραφη ως μεμιασμενα το επικαλυμμα των αργυρων γλυπτων σας και τον στολισμον των χρυσων χωνευτων σας· θελεις απορριψει αυτα ως ρακος ακαθαρτον· θελεις ειπει προς αυτα, Φευγετε απο εδω.
<scripture passage="Isa 30:23" parsed="|Isa|30|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.23" />
<sup>23</sup>Τοτε θελει δωσει βροχην δια τον σπορον σου, τον οποιον ηθελες σπειρει εν τω αγρω· και αρτον του γεννηματος της γης, οστις θελει εισθαι παχυς και αφθονος· εν εκεινη τη ημερα τα κτηνη σου θελουσι βοσκεσθαι εν ευρυχωροις νομαις.
<scripture passage="Isa 30:24" parsed="|Isa|30|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.24" />
<sup>24</sup>Και οι βοες και αι νεαι ονοι, τα οποια εργαζονται την γην, θελουσι τρωγει καθαρον αχυρον λελικμημενον δια του πτυαριου και ανεμιστηριου.
<scripture passage="Isa 30:25" parsed="|Isa|30|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.25" />
<sup>25</sup>Και θελουσιν εισθαι επι παντος υψηλου ορους και επι παντος υψηλου λοφου, ποταμοι και ρευματα υδατων, εν τη ημερα της μεγαλης σφαγης, οταν οι πυργοι καταπιπτωσι.
<scripture passage="Isa 30:26" parsed="|Isa|30|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.26" />
<sup>26</sup>Το δε φως της σεληνης θελει εισθαι ως το φως του ηλιου, και το φως του ηλιου θελει εισθαι επταπλασιον ως το φως επτα ημερων, εν τη ημερα καθ' ην ο Κυριος επιδενει το συντριμμα του λαου αυτου και θεραπευει την πληγην του τραυματισμου αυτων.
<scripture passage="Isa 30:27" parsed="|Isa|30|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, το ονομα του Κυριου ερχεται μακροθεν· φλογερος ειναι ο θυμος αυτου και το φορτιον βαρυ· τα χειλη αυτου ειναι πληρη αγανακτησεως και η γλωσσα αυτου ως πυρ κατατρωγον·
<scripture passage="Isa 30:28" parsed="|Isa|30|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.28" />
<sup>28</sup>και η πνοη αυτου ως ρευμα πλημμυριζον, φθανον εως μεσου του τραχηλου, δια να κοσκινιση τα εθνη εν τω κοσκινω της ματαιωσεως· και θελει εισθαι εις τας σιαγονας των λαων χαλινος, οστις θελει καμει αυτους να περιπλανωνται.
<scripture passage="Isa 30:29" parsed="|Isa|30|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.29" />
<sup>29</sup>Εις εσας θελει εισθαι ασμα, καθως εν τη νυκτι πανηγυριζομενης εορτης· και ευφροσυνη καρδιας, καθως οτε υπαγουσι μετα αυλων δια να ελθωσιν εις το ορος του Κυριου, προς τον Ισχυρον του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 30:30" parsed="|Isa|30|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.30" />
<sup>30</sup>Και θελει καμει ο Κυριος να ακουσθη η δοξα της φωνης αυτου, και θελει δειξει την καταβασιν του βραχιονος αυτου μετα της αγανακτησεως του θυμου και της φλογος του κατατρωγοντος πυρος, των εκτιναγμων και της ανεμοζαλης και των λιθων της χαλαζης.
<scripture passage="Isa 30:31" parsed="|Isa|30|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.31" />
<sup>31</sup>Διοτι ο Ασσυριος δια της φωνης του Κυριου θελει καταβληθη· εν ραβδω θελει κτυπηθη.
<scripture passage="Isa 30:32" parsed="|Isa|30|32|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.32" />
<sup>32</sup>Και οθεν διαβη η διωρισμενη ραβδος, την οποιαν ο Κυριος θελει καταφερει επ' αυτον, τυμπανα και κιθαραι θελουσιν εισθαι· και δια πολεμων τρομερων θελει πολεμησει κατ' αυτων.
<scripture passage="Isa 30:33" parsed="|Isa|30|33|0|0" osisRef="Bible:Isa.30.33" />
<sup>33</sup>Διοτι ο Τοφεθ ειναι προ καιρου παρεσκευασμενος· ναι, δια τον βασιλεα ητοιμασμενος· αυτος εκαμεν αυτον βαθυν και πλατυν· η πυρα αυτου ειναι πυρ και ξυλα πολλα· η πνοη του Κυριου ως ρευμα θειου θελει εξαψει αυτην.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 31" progress="58.98%" prev="Isa.30" next="Isa.32" id="Isa.31">
<h3 id="Isa.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Isa.31-p1">
<scripture passage="Isa 31:1" parsed="|Isa|31|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τους καταβαινοντας εις Αιγυπτον δια βοηθειαν και επιστηριζομενους επι ιππους και θαρρουντας επι αμαξας, διοτι ειναι πολυαριθμοι· και επι ιππεις, διοτι ειναι πολυ δυνατοι· και δεν αποβλεπουσιν εις τον Αγιον του Ισραηλ και τον Κυριον δεν εκζητουσι.
<scripture passage="Isa 31:2" parsed="|Isa|31|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.2" />
<sup>2</sup>Πλην αυτος ειναι σοφος και θελει επιφερει κακα και δεν θελει ανακαλεσει τους λογους αυτου, αλλα θελει σηκωθη επι τους οικους των κακοποιων και επι την βοηθειαν των εργαζομενων την ανομιαν.
<scripture passage="Isa 31:3" parsed="|Isa|31|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.3" />
<sup>3</sup>Οι δε Αιγυπτιοι ειναι ανθρωποι και ουχι Θεος· και οι ιπποι αυτων σαρκες και ουχι πνευμα. Οταν ο Κυριος εκτεινη την χειρα αυτου, και ο βοηθων θελει προσκοψει και ο βοηθουμενος θελει πεσει και παντες ομου θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Isa 31:4" parsed="|Isa|31|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτως ελαλησε Κυριος προς εμε· Καθως ο λεων και ο σκυμνος του λεοντος βρυχωμενος επι το θηραμα αυτου, αν και συνηχθη εναντιον αυτου πληθος βοσκων, δεν πτοειται εις την φωνην αυτων ουδε συστελλεται εις τον θορυβον αυτων· ουτως ο Κυριος των δυναμεων θελει καταβη δια να πολεμηση υπερ του ορους της Σιων και υπερ των λοφων αυτης.
<scripture passage="Isa 31:5" parsed="|Isa|31|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.5" />
<sup>5</sup>Ως πτηνα διαπετωμενα επι τους νεοσσους, ουτως ο Κυριος των δυναμεων θελει υπερασπισθη την Ιερουσαλημ, υπερασπιζομενος και ελευθερονων αυτην, διαβαινων και σωζων αυτην.
<scripture passage="Isa 31:6" parsed="|Isa|31|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.6" />
<sup>6</sup>Επιστραφητε προς εκεινον, απο του οποιου οι υιοι του Ισραηλ ολως απεστατησαν.
<scripture passage="Isa 31:7" parsed="|Isa|31|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εν εκεινη τη ημερα πας ανθρωπος θελει ριψει τα αργυρα αυτου ειδωλα και τα χρυσα αυτου ειδωλα, τα οποια αι χειρες σας κατεσκευασαν εις εσας αμαρτιαν.
<scripture passage="Isa 31:8" parsed="|Isa|31|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ο Ασσυριος θελει πεσει εν μαχαιρα ουχι ανδρος· και μαχαιρα ουχι ανθρωπου θελει καταφαγει αυτον· και θελει φευγει απο προσωπου της μαχαιρας, και οι νεοι αυτου θελουσιν εισθαι δια φορον.
<scripture passage="Isa 31:9" parsed="|Isa|31|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.31.9" />
<sup>9</sup>Και απο του φοβου θελει παραδραμει το οχυρωμα αυτου, και οι αρχηγοι αυτου θελουσι κατατρομαξει εις την σημαιαν, λεγει Κυριος, του οποιου το πυρ ειναι εν Σιων και η καμινος αυτου εν Ιερουσαλημ.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 32" progress="59.03%" prev="Isa.31" next="Isa.33" id="Isa.32">
<h3 id="Isa.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Isa.32-p1">
<scripture passage="Isa 32:1" parsed="|Isa|32|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, βασιλευς θελει βασιλευσει εν δικαιοσυνη, και αρχοντες θελουσιν αρχει εν κρισει.
<scripture passage="Isa 32:2" parsed="|Isa|32|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.2" />
<sup>2</sup>Και ο ανθρωπος θελει εισθαι ως σκεπη απο του ανεμου και ως καταφυγιον απο της τρικυμιας· ως ποταμοι υδατος εν ξηρα γη, ως σκια μεγαλου βραχου εν γη διψωση.
<scripture passage="Isa 32:3" parsed="|Isa|32|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.3" />
<sup>3</sup>Και οι οφθαλμοι των βλεποντων δεν θελουσιν εισθαι εσκοτισμενοι, και τα ωτα των ακουοντων θελουσιν εισθαι προσεκτικα.
<scripture passage="Isa 32:4" parsed="|Isa|32|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.4" />
<sup>4</sup>Και η καρδια των θρασεων θελει καταλαβει σοφιαν, και η γλωσσα των τραυλιζοντων θελει επιταχυνει να λαλη καθαρα.
<scripture passage="Isa 32:5" parsed="|Isa|32|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.5" />
<sup>5</sup>Ο αχρειος δεν θελει ονομαζεσθαι πλεον ελευθεριος, και ο φιλαργυρος δεν θελει λεγεσθαι μεγαλοπρεπης.
<scripture passage="Isa 32:6" parsed="|Isa|32|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο αχρειος θελει λαλει αχρεια, και η καρδια αυτου θελει εργαζεσθαι ανομιαν, δια να εκτελη πονηριαν και να προφερη πλανην εναντιον του Κυριου, ωστε να στερη την ψυχην του πεινωντος και να εμποδιζη την ποσιν εις τον διψωντα.
<scripture passage="Isa 32:7" parsed="|Isa|32|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.7" />
<sup>7</sup>Του δε φιλαργυρου τα οπλα ειναι αδικα· αυτος βουλευεται πονηριας δια να αφανιση τον πτωχον με λογους ψευδεις, ετι και οταν ο ενδεης λαλη δικαια.
<scripture passage="Isa 32:8" parsed="|Isa|32|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' ο ελευθεριος βουλευεται ελευθερια και επι ελευθερια θελει στηριζεσθαι αυτος.
<scripture passage="Isa 32:9" parsed="|Isa|32|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.9" />
<sup>9</sup>Σηκωθητε, γυναικες ευποροι· ακουσατε την φωνην μου, θυγατερες αμεριμνοι· ακροασθητε τους λογους μου·
<scripture passage="Isa 32:10" parsed="|Isa|32|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.10" />
<sup>10</sup>ημερας και ετη θελετε εισθαι τεταραγμεναι, σεις αι αμεριμνοι· διοτι ο τρυγητος θελει χαθη, η συγκομιδη δεν θελει ελθει·
<scripture passage="Isa 32:11" parsed="|Isa|32|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.11" />
<sup>11</sup>τρεμετε, αι ευποροι· ταραχθητε, αι αμεριμνοι· ενδυθητε και γυμνωθητε και περιζωσατε τας οσφυας με σακκον.
<scripture passage="Isa 32:12" parsed="|Isa|32|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.12" />
<sup>12</sup>Θελουσι κτυπησει τα στηθη δια τους ηδονικους αγρους, δια τους καρποφορους αμπελωνας.
<scripture passage="Isa 32:13" parsed="|Isa|32|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.13" />
<sup>13</sup>Ακανθαι και τριβολοι θελουσι βλαστησει επι την γην του λαου μου· ετι και επι πασας τας οικιας της χαρας εν τη ευφραινομενη πολει.
<scripture passage="Isa 32:14" parsed="|Isa|32|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.14" />
<sup>14</sup>Διοτι τα παλατια θελουσιν εγκαταλειφθη· το πληθος της πολεως θελει ερημωθη· τα φρουρια και οι πυργοι θελουσι κατασταθη εως αιωνος σπηλαια, τρυφη αγριων ονων, βοσκη ποιμνιων·
<scripture passage="Isa 32:15" parsed="|Isa|32|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.15" />
<sup>15</sup>εωσου το πνευμα εξ υψους εκχυθη εφ' ημας και η ερημος γεινη πεδιας καρποφορος, η δε καρποφορος πεδιας λογισθη ως δασος.
<scripture passage="Isa 32:16" parsed="|Isa|32|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.16" />
<sup>16</sup>Τοτε κρισις θελει κατασκηνωσει εν τη ερημω και δικαιοσυνη θελει κατοικησει εν τη καρποφορω πεδιαδι.
<scripture passage="Isa 32:17" parsed="|Isa|32|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.17" />
<sup>17</sup>Το δε εργον της δικαιοσυνης θελει εισθαι ειρηνη· και το αποτελεσμα της δικαιοσυνης ησυχια και ασφαλεια εις τον αιωνα.
<scripture passage="Isa 32:18" parsed="|Isa|32|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.18" />
<sup>18</sup>Και ο λαος μου θελει κατοικει ειρηνικην κατοικιαν και οικηματα ασφαλη και ησυχους τοπους ευποριας,
<scripture passage="Isa 32:19" parsed="|Isa|32|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.19" />
<sup>19</sup>και θελει πιπτει χαλαζα κατασυντριβουσα το δασος, και η πολις με ολεθρον θελει ανατραπη.
<scripture passage="Isa 32:20" parsed="|Isa|32|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.32.20" />
<sup>20</sup>Μακαριοι σεις οι σπειροντες πλησιον παντος υδατος, οι εξαποστελλοντες εκει τους ποδας του βοος και της ονου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 33" progress="59.08%" prev="Isa.32" next="Isa.34" id="Isa.33">
<h3 id="Isa.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Isa.33-p1">
<scripture passage="Isa 33:1" parsed="|Isa|33|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις σε, οστις πορθεις και δεν επορθηθης· και καταδυναστευεις και δεν κατεδυναστευθης· οταν παυσης πορθων, θελεις πορθηθη· οταν τελειωσης καταδυναστευων, θελεις καταδυναστευθη.
<scripture passage="Isa 33:2" parsed="|Isa|33|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.2" />
<sup>2</sup>Κυριε, ελεησον ημας· σε προσμενομεν· εσο βραχιων αυτων καθ' εκαστην πρωιαν και σωτηρια ημων εν καιρω θλιψεως.
<scripture passage="Isa 33:3" parsed="|Isa|33|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.3" />
<sup>3</sup>Απο της φωνης του θορυβου οι λαοι εφυγον· απο της ανυψωσεως σου τα εθνη διεσκορπισθησαν.
<scripture passage="Isa 33:4" parsed="|Isa|33|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.4" />
<sup>4</sup>Και τα λαφυρα σας θελουσι συναχθη, καθως συναγουσιν οι βρουχοι· θελουσι πηδησει επ' αυτον, καθως η ακρις πηδα εδω και εκει.
<scripture passage="Isa 33:5" parsed="|Isa|33|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος υψωθη· διοτι κατοικει εν υψηλοις· ενεπλησε την Σιων κρισεως και δικαιοσυνης.
<scripture passage="Isa 33:6" parsed="|Isa|33|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.6" />
<sup>6</sup>Σοφια δε και επιστημη θελουσιν εισθαι η στερεωσις των καιρων σου και η σωτηριος δυναμις· ο φοβος του Κυριου, αυτος ειναι ο θησαυρος αυτου.
<scripture passage="Isa 33:7" parsed="|Isa|33|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, οι ανδρειοι αυτων θελουσι βοησει εξωθεν, και οι πρεσβεις της ειρηνης θελουσι κλαυσει πικρως.
<scripture passage="Isa 33:8" parsed="|Isa|33|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.8" />
<sup>8</sup>Αι οδοι ηρημωθησαν, οι οδοιποροι επαυσαν· διελυσε την συνθηκην, απεβαλε τας πολεις, δεν λογιζεται ανθρωπον.
<scripture passage="Isa 33:9" parsed="|Isa|33|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.9" />
<sup>9</sup>Η γη πενθει, μαραινεται· ο Λιβανος αισχυνεται, κατακοπτεται· ο Σαρων ομοιαζει ερημον· και η Βασαν και ο Καρμηλος κατετιναχθησαν.
<scripture passage="Isa 33:10" parsed="|Isa|33|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.10" />
<sup>10</sup>Τωρα θελω σηκωθη, λεγει Κυριος· τωρα θελω υψωθη, τωρα θελω μεγαλυνθη.
<scripture passage="Isa 33:11" parsed="|Isa|33|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.11" />
<sup>11</sup>Χνουν θελετε συλλαβει και αχυρον θελετε γεννησει· η πνοη σας ως πυρ θελει σας καταφαγει.
<scripture passage="Isa 33:12" parsed="|Isa|33|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.12" />
<sup>12</sup>Και οι λαοι θελουσιν εισθαι ως καυσεις ασβεστου· ως ακανθαι κεκομμεναι θελουσι καυθη εν πυρι.
<scripture passage="Isa 33:13" parsed="|Isa|33|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.13" />
<sup>13</sup>Οι μακραν, ακουσατε τι εκαμον· και σεις οι πλησιον, γνωρισατε την δυναμιν μου.
<scripture passage="Isa 33:14" parsed="|Isa|33|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.14" />
<sup>14</sup>Οι αμαρτωλοι εν Σιων θελουσι τρομαξει· τρομος θελει καταλαβει τους υποκριτας, ωστε θελουσι λεγει, Τις μεταξυ ημων θελει κατοικησει μετα του κατατρωγοντος πυρος; τις μεταξυ ημων θελει κατοικησει μετα των αιωνιων καυσεων;
<scripture passage="Isa 33:15" parsed="|Isa|33|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.15" />
<sup>15</sup>Ο περιπατων εν δικαιοσυνη και ο λαλων εν ευθυτητι· ο καταφρονων το κερδος των δυναστευσεων, ο σειων τας χειρας αυτου απο δωροληψιας, ο εμφραττων τα ωτα αυτου δια να μη ακουη περι αιματος, και ο κλειων τους οφθαλμους αυτου δια να μη ιδη το κακον·
<scripture passage="Isa 33:16" parsed="|Isa|33|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.16" />
<sup>16</sup>ουτος θελει κατοικησει εν τοις υψηλοις· οι τοποι της υπερασπισεως αυτου θελουσιν εισθαι τα οχυρωματα των βραχων· αρτος θελει δοθη εις αυτον· το υδωρ αυτου θελει εισθαι βεβαιον·
<scripture passage="Isa 33:17" parsed="|Isa|33|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.17" />
<sup>17</sup>Οι οφθαλμοι σου θελουσιν ιδει τον βασιλεα εν τη ωραιοτητι αυτου· θελουσιν ιδει την γην την μακραν.
<scripture passage="Isa 33:18" parsed="|Isa|33|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.18" />
<sup>18</sup>Η καρδια σου θελει μελετα τον παρελθοντα τρομον, φωναζουσα, Που ειναι ο γραμματευς; που ο συζητητης; που ο λογιστης των πυργων;
<scripture passage="Isa 33:19" parsed="|Isa|33|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.19" />
<sup>19</sup>δεν θελεις ιδει λαον αγριον, λαον βαθειας φωνης, ωστε να μη διακρινης· τραυλιζουσης γλωσσης, ωστε να μη εννοης.
<scripture passage="Isa 33:20" parsed="|Isa|33|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.20" />
<sup>20</sup>Αναβλεψον εις την Σιων, την πολιν των εορτων ημων· οι οφθαλμοι σου θελουσιν ιδει την Ιερουσαλημ ησυχον κατοικιαν, σκηνην ητις δεν θελει καταβιβασθη· οι πασσαλοι αυτης δεν θελουσι μετακινηθη εις τον αιωνα και ουδεν εκ των σχοινιων αυτης θελει κοπη.
<scripture passage="Isa 33:21" parsed="|Isa|33|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.21" />
<sup>21</sup>Αλλ' εκει ο Κυριος της δοξης θελει εισθαι εις ημας τοπος πλατεων ποταμων και ρευματων· εκει δεν θελει εισελθει πλοιον δια κωπιων ουτε ναυς μεγαλοπρεπης θελει περασει εκειθεν.
<scripture passage="Isa 33:22" parsed="|Isa|33|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ο Κυριος ειναι ο κριτης ημων· ο Κυριος ειναι ο νομοθετης ημων· ο Κυριος ειναι ο βασιλευς ημων· αυτος θελει σωσει ημας.
<scripture passage="Isa 33:23" parsed="|Isa|33|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.23" />
<sup>23</sup>Τα σχοινια σου εχαυνωθησαν· δεν δυνανται να στερεωσωσι το καταρτιον αυτων, δεν δυνανται να εξαπλωσωσι τα πανια· τοτε λεια μεγαλων λαφυρων θελει διαμερισθη· οι χωλοι θελουσι διαρπασει την λειαν.
<scripture passage="Isa 33:24" parsed="|Isa|33|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.33.24" />
<sup>24</sup>Και ο κατοικος δεν θελει λεγει, Ητονησα· ο λαος ο κατοικων εν αυτη θελει λαβει αφεσιν ανομιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 34" progress="59.16%" prev="Isa.33" next="Isa.35" id="Isa.34">
<h3 id="Isa.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Isa.34-p1">
<scripture passage="Isa 34:1" parsed="|Isa|34|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.1" />
<sup>1</sup>Πλησιασατε, εθνη, δια να ακουσητε· και προσεξατε, λαοι· ας ακουση η γη και το πληρωμα αυτης· η οικουμενη και παντα οσα γεννωνται εν αυτη.
<scripture passage="Isa 34:2" parsed="|Isa|34|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ο θυμος του Κυριου ειναι επι παντα τα εθνη, και η φλογερα οργη αυτου επι παντα τα στρατευματα αυτων· κατεστρεψεν αυτα ολοκληρως· παρεδωκεν αυτα εις σφαγην.
<scripture passage="Isa 34:3" parsed="|Isa|34|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.3" />
<sup>3</sup>Οι δε πεφονευμενοι αυτων θελουσι ριφθη εξω, και η δυσωδια αυτων θελει αναδοθη απο των πτωματων αυτων· τα δε ορη θελουσι διαλυθη απο του αιματος αυτων.
<scripture passage="Isa 34:4" parsed="|Isa|34|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.4" />
<sup>4</sup>Και πασα η στρατια του ουρανου θελει λυωσει, και οι ουρανοι θελουσι περιτυλιχθη ως βιβλιον, και πασα η στρατια αυτων θελει πεσει, καθως πιπτει το φυλλον απο της αμπελου και καθως πιπτουσι τα φυλλα απο της συκης.
<scripture passage="Isa 34:5" parsed="|Isa|34|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.5" />
<sup>5</sup>Διοτι η μαχαιρα μου εμεθυσθη εν τω ουρανω· ιδου, επι την Ιδουμαιαν και επι τον λαον της καταστροφης μου θελει καταβη δια κρισιν.
<scripture passage="Isa 34:6" parsed="|Isa|34|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.6" />
<sup>6</sup>Η μαχαιρα του Κυριου ειναι πληρης αιματος· επαχυνθη με το παχος, με το αιμα των αρνιων και τραγων, με το παχος των νεφρων των κριων· διοτι ο Κυριος εχει θυσιαν εν Βοσορρα και σφαγην μεγαλην εν τη γη της Ιδουμαιας.
<scripture passage="Isa 34:7" parsed="|Isa|34|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.7" />
<sup>7</sup>Και οι μονοκεροι θελουσι καταβη μετ' αυτων και οι μοσχοι μετα των ταυρων· και η γη αυτων θελει μεθυσθη απο αιματος, και το χωμα αυτων θελει παχυνθη απο παχους.
<scripture passage="Isa 34:8" parsed="|Isa|34|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ειναι ημερα εκδικησεως του Κυριου, ενιαυτος ανταποδοσεων δια την κρισιν της Σιων.
<scripture passage="Isa 34:9" parsed="|Isa|34|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.9" />
<sup>9</sup>Και τα ρευματα αυτης θελουσι μεταβληθη εις πισσαν και το χωμα αυτης εις θειον, και η γη αυτης θελει κατασταθη πισσα καιομενη·
<scripture passage="Isa 34:10" parsed="|Isa|34|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.10" />
<sup>10</sup>νυκτα και ημεραν δεν θελει σβεσθη· ο καπνος αυτης θελει αναβαινει ακαταπαυστως· απο γενεας εις γενεαν θελει μενει ηρημωμενη· και δεν θελει υπαρχει ο διαβαινων δι' αυτης εις αιωνα αιωνος.
<scripture passage="Isa 34:11" parsed="|Isa|34|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ο πελεκαν και ο ακανθοχοιρος θελουσι κληρονομησει αυτην· και η γλαυξ και ο κοραξ θελουσι κατοικει εν αυτη· και ο Κυριος θελει εξαπλωσει επ' αυτης, σχοινιον ερημωσεως και σταθμην κρημνισμου.
<scripture passage="Isa 34:12" parsed="|Isa|34|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.12" />
<sup>12</sup>Θελουσι καλεσει εις την βασιλειαν τους μεγιστανας αυτης αλλ' ουδεις θελει εισθαι εκει· και παντες οι αρχοντες αυτης θελουσιν ελθει εις το μηδεν.
<scripture passage="Isa 34:13" parsed="|Isa|34|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.13" />
<sup>13</sup>Και ακανθαι θελουσι βλαστησει εν τοις παλατιοις αυτης, κνιδαι και βατοι εν τοις οχυρωμασιν αυτης· και θελει εισθαι κατοικια θωων, αυλη στρουθοκαμηλων.
<scripture passage="Isa 34:14" parsed="|Isa|34|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.14" />
<sup>14</sup>Και οι λυκοι θελουσι συναπαντασθαι εκει με τους αιλουρους· και ο σατυρος θελει φωναζει προς τον συντροφον αυτου· ο κοκκυξ ετι θελει αναπαυεσθαι εκει, ευρισκων εις εαυτον τοπον αναπαυσεως.
<scripture passage="Isa 34:15" parsed="|Isa|34|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.15" />
<sup>15</sup>Εκει θελει εμφωλευει ο νυκτοκοραξ και θελει γεννα και επωαζει και συναγει τους νεοσσους υπο την σκιαν αυτου· εκει θελουσι συναγεσθαι και οι γυπες, εκαστος μετα του συντροφου αυτου.
<scripture passage="Isa 34:16" parsed="|Isa|34|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.16" />
<sup>16</sup>Ζητησατε εν τω βιβλιω του Κυριου και αναγνωσατε· ουδεν εκ τουτων θελει λειψει, ουδεν θελει εισθαι χωρις του συντροφου αυτου· διοτι αυτο το στομα του Κυριου προσεταξε, και αυτο το πνευμα αυτου συνηγαγε ταυτα.
<scripture passage="Isa 34:17" parsed="|Isa|34|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.34.17" />
<sup>17</sup>Και αυτος ερριψε τον κληρον περι αυτων, και η χειρ αυτου διεμοιρασεν εις αυτα με σταθμην εκεινην την γην· θελουσι κληρονομησει αυτην εις τον αιωνα· απο γενεας εις γενεαν θελουσι κατοικει εν αυτη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 35" progress="59.23%" prev="Isa.34" next="Isa.36" id="Isa.35">
<h3 id="Isa.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Isa.35-p1">
<scripture passage="Isa 35:1" parsed="|Isa|35|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.1" />
<sup>1</sup>Η ερημος και η ανυδρος θελουσιν ευφρανθη δι' αυτα, και η ερημια θελει αγαλλιασθη και ανθησει ως ροδον.
<scripture passage="Isa 35:2" parsed="|Isa|35|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.2" />
<sup>2</sup>Θελει ανθησει εν αφθονια και αγαλλιασθη μαλιστα χαιρουσα και αλαλαζουσα· η δοξα του Λιβανου θελει δοθη εις αυτην, η τιμη του Καρμηλου και Σαρων· οι τοποι ουτοι θελουσιν ιδει την δοξαν του Κυριου και την μεγαλωσυνην του Θεου ημων.
<scripture passage="Isa 35:3" parsed="|Isa|35|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.3" />
<sup>3</sup>Ενισχυσατε τας κεχαυνωμενας χειρας· και στερεωσατε τα παραλελυμενα γονατα.
<scripture passage="Isa 35:4" parsed="|Isa|35|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.4" />
<sup>4</sup>Ειπατε προς τους πεφοβισμενους την καρδιαν, Ισχυσατε, μη φοβεισθε· ιδου, ο Θεος σας θελει ελθει μετ' εκδικησεως, ο Θεος μετα ανταποδοσεως· αυτος θελει ελθει και θελει σας σωσει.
<scripture passage="Isa 35:5" parsed="|Isa|35|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.5" />
<sup>5</sup>Τοτε οι οφθαλμοι των τυφλων θελουσιν ανοιχθη και τα ωτα των κωφων θελουσιν ακουσει.
<scripture passage="Isa 35:6" parsed="|Isa|35|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.6" />
<sup>6</sup>Τοτε ο χωλος θελει πηδα ως ελαφος και η γλωσσα του μογιλαλου θελει ψαλλει· διοτι εν τη ερημω θελουσιν αναβλυσει υδατα και ρευματα εν τη ερημια.
<scripture passage="Isa 35:7" parsed="|Isa|35|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.7" />
<sup>7</sup>Και η ξηρα γη θελει κατασταθη λιμνη και η διψωσα γη πηγαι υδατος· εν τη κατοικια των θωων, οπου εκοιτοντο, θελει εισθαι χλοη μετα καλαμων και σπαρτων.
<scripture passage="Isa 35:8" parsed="|Isa|35|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.8" />
<sup>8</sup>Και εκει θελει εισθαι λεωφορος και οδος και θελει ονομασθη, Οδος αγια· ο ακαθαρτος δεν θελει περασει δι' αυτης αλλα θελει εισθαι δι' αυτους ο οδευων και οι μωροι δεν θελουσι πλανασθαι.
<scripture passage="Isa 35:9" parsed="|Isa|35|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.9" />
<sup>9</sup>Λεων δεν θελει εισθαι εκει και θηριον αρπακτικον δεν θελει αναβη εκει· δεν θελει ευρεθη εκει· αλλα οι λελυτρωμενοι θελουσι περιπατει εκει.
<scripture passage="Isa 35:10" parsed="|Isa|35|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.35.10" />
<sup>10</sup>Και οι λελυτρωμενοι του Κυριου θελουσιν επιστρεψει και ελθει εν αλαλαγμω εις την Σιων· και ευφροσυνη αιωνιος θελει εισθαι επι της κεφαλης αυτων· αγαλλιασιν και ευφροσυνην θελουσιν απολαυσει· η λυπη δε και ο στεναγμος θελουσι φυγει.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 36" progress="59.26%" prev="Isa.35" next="Isa.37" id="Isa.36">
<h3 id="Isa.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Isa.36-p1">
<scripture passage="Isa 36:1" parsed="|Isa|36|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δεκατω τεταρτω ετει του βασιλεως Εζεκιου ανεβη Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας επι πασας τας οχυρας πολεις του Ιουδα και εκυριευσεν αυτας.
<scripture passage="Isa 36:2" parsed="|Isa|36|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς της Ασσυριας τον Ραβ-σακην απο Λαχεις εις Ιερουσαλημ, προς τον βασιλεα Εζεκιαν, μετα δυναμεως μεγαλης. Και εσταθη εν τω υδραγωγω, της ανω κολυμβηθρας εν τη μεγαλη οδω του αγρου του γναφεως.
<scripture passage="Isa 36:3" parsed="|Isa|36|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.3" />
<sup>3</sup>Τοτε εξηλθον προς αυτον Ελιακειμ, ο υιος του Χελκιου, ο οικονομος, και Σομνας ο γραμματευς και Ιωαχ, ο υιος του Ασαφ, ο υπομνηματογραφος.
<scripture passage="Isa 36:4" parsed="|Isa|36|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ραβ-σακης, Ειπατε τωρα προς τον Εζεκιαν, Ουτω λεγει ο βασιλευς ο μεγας, ο βασιλευς της Ασσυριας· Ποιον ειναι το θαρρος, επι το οποιον θαρρεις;
<scripture passage="Isa 36:5" parsed="|Isa|36|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.5" />
<sup>5</sup>Λεγεις, πλην ειναι λογοι χειλεων, Εχω βουλην και δυναμιν δια πολεμον. Αλλ' επι τινα θαρρεις ωστε απεστατησας εναντιον μου;
<scripture passage="Isa 36:6" parsed="|Isa|36|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, θαρρεις επι την ραβδον του συντετριμμενου εκεινου καλαμου, επι την Αιγυπτον· επι του οποιου εαν τις επιστηριχθη, θελει εμπηχθη εις την χειρα αυτου και τρυπησει αυτην· τοιουτος ειναι ο Φαραω ο βασιλευς της Αιγυπτου προς παντας τους θαρρουντας επ' αυτον.
<scripture passage="Isa 36:7" parsed="|Isa|36|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' εαν ειπης προς εμε, Επι Κυριον τον Θεον ημων θαρρουμεν, δεν ειναι αυτος, του οποιου τους υψηλους τοπους και τα θυσιαστηρια αφηρεσεν ο Εζεκιας και ειπε προς τον Ιουδαν και προς την Ιερουσαλημ, Εμπροσθεν τουτου του θυσιαστηριου θελετε προσκυνησει;
<scripture passage="Isa 36:8" parsed="|Isa|36|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον δος ενεχυρα εις τον κυριον μου τον βασιλεα της Ασσυριας, και εγω θελω σοι δωσει δισχιλιους ιππους, αν δυνασαι απο μερους σου να δωσης επιβατας επ' αυτους.
<scripture passage="Isa 36:9" parsed="|Isa|36|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.9" />
<sup>9</sup>Πως λοιπον θελεις τρεψει οπισω το προσωπον ενος τοπαρχου εκ των ελαχιστων δουλων του κυριου μου, και ηλπισας επι την Αιγυπτον δια αμαξας και δια ιππεις;
<scripture passage="Isa 36:10" parsed="|Isa|36|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.10" />
<sup>10</sup>Και τωρα, ανευ του Κυριου ανεβην εγω επι τον τοπον τουτον, δια να καταστρεψω αυτον; ο Κυριος ειπε προς εμε, Αναβα επι την γην ταυτην και καταστρεψον αυτην.
<scripture passage="Isa 36:11" parsed="|Isa|36|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ειπεν ο Ελιακειμ και ο Σομνας και ο Ιωαχ προς τον Ραβ-σακην, Λαλησον, παρακαλω, προς τους δουλους σου εις την Συριακην γλωσσαν· διοτι καταλαμβανομεν αυτην· και μη λαλει προς ημας Ιουδαιστι εις επηκοον του λαου του επι του τειχους.
<scripture passage="Isa 36:12" parsed="|Isa|36|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' ο Ραβ-σακης ειπε, Μηπως ο κυριος μου απεστειλεν εμε προς τον κυριον σου και προς σε, δια να λαλησω τους λογους τουτους; δεν με απεστειλε προς τους ανδρας τους καθημενους επι του τειχους δια να φαγωσι την κοπρον αυτων και να πιωσι το ουρον αυτων με σας;
<scripture passage="Isa 36:13" parsed="|Isa|36|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ο Ραβ-σακης εσταθη και εφωνησεν Ιουδαιστι μετα φωνης μεγαλης και ειπεν, Ακουσατε τους λογους του βασιλεως του μεγαλου, του βασιλεως της Ασσυριας·
<scripture passage="Isa 36:14" parsed="|Isa|36|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.14" />
<sup>14</sup>ουτω λεγει ο βασιλευς· Μη σας απατα ο Εζεκιας· διοτι δεν θελει δυνηθη να σας λυτρωση.
<scripture passage="Isa 36:15" parsed="|Isa|36|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.15" />
<sup>15</sup>Και μη σας καμνη ο Εζεκιας να θαρρητε επι τον Κυριον, λεγων, Ο Κυριος βεβαιως θελει μας λυτρωσει· η πολις αυτη δεν θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="Isa 36:16" parsed="|Isa|36|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.16" />
<sup>16</sup>Μη ακουετε του Εζεκιου· διοτι ουτω λεγει ο βασιλευς της Ασσυριας· Καμετε συμβιβασμον μετ' εμου και εξελθετε προς εμε· και φαγετε εκαστος απο της αμπελου αυτου και εκαστος απο της συκης αυτου και πιετε εκαστος απο των υδατων της δεξαμενης αυτου·
<scripture passage="Isa 36:17" parsed="|Isa|36|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.17" />
<sup>17</sup>εωσου ελθω και σας λαβω εις γην ομοιαν με την γην σας, γην σιτου και οινου, γην αρτου και αμπελωνων.
<scripture passage="Isa 36:18" parsed="|Isa|36|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.18" />
<sup>18</sup>Μη σας απατα ο Εζεκιας, λεγων, Ο Κυριος θελει μας λυτρωσει. Ελυτρωσε τις εκ των θεων των εθνων την γην αυτου εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας;
<scripture passage="Isa 36:19" parsed="|Isa|36|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.19" />
<sup>19</sup>Που οι θεοι της Αιμαθ και Αρφαδ; που οι θεοι της Σεφαρουιμ; μηπως ελυτρωσαν εκ της χειρος μου την Σαμαρειαν;
<scripture passage="Isa 36:20" parsed="|Isa|36|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.20" />
<sup>20</sup>Τινες μεταξυ παντων των θεων των τοπων τουτων ελυτρωσαν την γην αυτων εκ της χειρος μου, ωστε και ο Κυριος να λυτρωση την Ιερουσαλημ εκ της χειρος μου;
<scripture passage="Isa 36:21" parsed="|Isa|36|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.21" />
<sup>21</sup>Εκεινοι δε εσιωπων και δεν απεκριθησαν λογον προς αυτον· διοτι ο βασιλευς ειχε προσταξει, λεγων, Μη αποκριθητε προς αυτον.
<scripture passage="Isa 36:22" parsed="|Isa|36|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.36.22" />
<sup>22</sup>Τοτε Ελιακειμ ο υιος του Χελκιου, ο οικονομος, και Σομνας ο γραμματευς, και Ιωαχ ο υιος του Ασαφ, ο υπομνηματογραφος, ηλθον προς τον Εζεκιαν με διεσχισμενα ιματια και απηγγειλαν προς αυτον τους λογους του Ραβ-σακη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 37" progress="59.35%" prev="Isa.36" next="Isa.38" id="Isa.37">
<h3 id="Isa.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Isa.37-p1">
<scripture passage="Isa 37:1" parsed="|Isa|37|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηκουσεν ο βασιλευς Εζεκιας, διεσχισε τα ιματια αυτου και εσκεπασθη με σακκον και εισηλθεν εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="Isa 37:2" parsed="|Isa|37|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλεν Ελιακειμ τον οικονομον και Σομναν τον γραμματεα και τους πρεσβυτερους των ιερεων εσκεπασμενους με σακκους, προς τον προφητην Ησαιαν, τον υιον του Αμως·
<scripture passage="Isa 37:3" parsed="|Isa|37|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.3" />
<sup>3</sup>και ειπον προς αυτον, Ουτω λεγει ο Εζεκιας· Ημερα θλιψεως και ονειδισμου και βλασφημιας, η ημερα αυτη· διοτι τα τεκνα ηλθον εις την ακμην της γεννας, πλην δυναμις δεν ειναι εις την τικτουσαν·
<scripture passage="Isa 37:4" parsed="|Isa|37|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.4" />
<sup>4</sup>ειθε να ηκουσε Κυριος ο Θεος σου τους λογους του Ραβ-σακη, τον οποιον ο βασιλευς της Ασσυριας ο κυριος αυτου απεστειλε δια να ονειδιση τον ζωντα Θεον, και να υβριση δια των λογων, τους οποιους ηκουσε Κυριος ο Θεος σου· δια τουτο υψωσον δεησιν υπερ του υπολοιπου του σωζομενου.
<scripture passage="Isa 37:5" parsed="|Isa|37|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.5" />
<sup>5</sup>Και ηλθον προς τον Ησαιαν οι δουλοι του βασιλεως Εζεκιου.
<scripture passage="Isa 37:6" parsed="|Isa|37|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ησαιας, Ουτω θελετε ειπει προς τον κυριον σας· Ουτω λεγει Κυριος· Μη φοβου απο των λογων, τους οποιους ηκουσας, δια των οποιων οι δουλοι του βασιλεως της Ασσυριας με ωνειδισαν·
<scripture passage="Isa 37:7" parsed="|Isa|37|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.7" />
<sup>7</sup>ιδου, εγω θελω βαλει εις αυτον τοιουτον πνευμα, ωστε ακουσας θορυβον θελει επιστρεψει εις την γην αυτου· και θελω καμει αυτον να πεση δια μαχαιρας εν τη γη αυτου.
<scripture passage="Isa 37:8" parsed="|Isa|37|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.8" />
<sup>8</sup>Ο Ραβ-σακης λοιπον επεστρεψε και ευρηκε τον βασιλεα της Ασσυριας πολεμουντα εναντιον της Λιβνα· διοτι ηκουσεν οτι εφυγεν απο Λαχεις.
<scripture passage="Isa 37:9" parsed="|Isa|37|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.9" />
<sup>9</sup>Και ο βασιλευς ηκουσε να λεγωσι περι Θιρακα του βασιλεως της Αιθιοπιας, Εξηλθε να σε πολεμηση. Και οτε ηκουσε τουτο, απεστειλε πρεσβεις προς τον Εζεκιαν, λεγων,
<scripture passage="Isa 37:10" parsed="|Isa|37|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.10" />
<sup>10</sup>Ουτω θελετε ειπει προς Εζεκιαν, τον βασιλεα του Ιουδα, λεγοντες, Ο Θεος σου, επι τον οποιον θαρρεις, ας μη σε απατα, λεγων, Η Ιερουσαλημ δεν θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="Isa 37:11" parsed="|Isa|37|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, συ ηκουσας τι εκαμον οι βασιλεις της Ασσυριας εις παντας τους τοπους, καταστρεφοντες αυτους· και συ θελεις λυτρωθη;
<scripture passage="Isa 37:12" parsed="|Isa|37|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.12" />
<sup>12</sup>Μηπως οι θεοι των εθνων ελυτρωσαν εκεινους, τους οποιους οι πατερες μου κατεστρεψαν, την Γωζαν και την Χαρραν και Ρεσεφ και τους υιους του Εδεν, τους εν Τελασσαρ;
<scripture passage="Isa 37:13" parsed="|Isa|37|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.13" />
<sup>13</sup>Που ο βασιλευς της Αιμαθ και ο βασιλευς της Αρφαδ και ο βασιλευς της πολεως Σεφαρουιμ, Ενα και Αυα;
<scripture passage="Isa 37:14" parsed="|Isa|37|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.14" />
<sup>14</sup>Και λαβων ο Εζεκιας την επιστολην εκ της χειρος των πρεσβεων ανεγνωσεν αυτην· και ανεβη ο Εζεκιας εις τον οικον του Κυριου και εξετυλιξεν αυτην ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Isa 37:15" parsed="|Isa|37|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.15" />
<sup>15</sup>Και προσηυχηθη εις τον Κυριον ο Εζεκιας λεγων,
<scripture passage="Isa 37:16" parsed="|Isa|37|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.16" />
<sup>16</sup>Κυριε των δυναμεων, Θεε του Ισραηλ, ο καθημενος επι των χερουβειμ, συ αυτος εισαι ο Θεος, ο μονος, παντων των βασιλειων της γης· συ εκαμες τον ουρανον και την γην.
<scripture passage="Isa 37:17" parsed="|Isa|37|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.17" />
<sup>17</sup>Κλινον, Κυριε, το ους σου και ακουσον· ανοιξον, Κυριε, τους οφθαλμους σου και ιδε· και ακουσον παντας τους λογους του Σενναχειρειμ, οστις απεστειλε τουτον δια να ονειδιση τον ζωντα Θεον.
<scripture passage="Isa 37:18" parsed="|Isa|37|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.18" />
<sup>18</sup>Αληθως, Κυριε, οι βασιλεις της Ασσυριας ηρημωσαν παντα τα εθνη και τους τοπους αυτων,
<scripture passage="Isa 37:19" parsed="|Isa|37|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.19" />
<sup>19</sup>και ερριψαν εις το πυρ τους θεους αυτων· διοτι δεν ησαν θεοι, αλλ' εργον χειρων ανθρωπων, ξυλα και λιθοι· δια τουτο κατεστρεψαν αυτους.
<scripture passage="Isa 37:20" parsed="|Isa|37|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.20" />
<sup>20</sup>Τωρα λοιπον, Κυριε Θεε ημων, σωσον ημας εκ της χειρος αυτου· δια να γνωρισωσι παντα τα βασιλεια της γης, οτι συ εισαι ο Κυριος, ο μονος.
<scripture passage="Isa 37:21" parsed="|Isa|37|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.21" />
<sup>21</sup>Τοτε απεστειλεν Ησαιας ο υιος του Αμως προς Εζεκιαν, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ηκουσα οσα προσηυχηθης εις εμε κατα του Σενναχειρειμ, βασιλεως της Ασσυριας.
<scripture passage="Isa 37:22" parsed="|Isa|37|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.22" />
<sup>22</sup>Ουτος ειναι ο λογος, τον οποιον ο Κυριος ελαλησε περι αυτου· Σε κατεφρονησε, σε ενεπαιξεν η παρθενος, θυγατηρ της Σιων· οπισω σου εσεισε κεφαλην η θυγατηρ της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 37:23" parsed="|Isa|37|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.23" />
<sup>23</sup>Τινα ωνειδισας και εβλασφημησας; και κατα τινος υψωσας φωνην και εσηκωσας υψηλα τους οφθαλμους σου; κατα του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 37:24" parsed="|Isa|37|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.24" />
<sup>24</sup>Τον Κυριον ωνειδισας δια των δουλων σου και ειπας, Με το πληθος των αμαξων μου ανεβην εγω εις το υψος των ορεων, εις τα πλευρα του Λιβανου· και θελω κοψει τας υψηλας κεδρους αυτου, τας εκλεκτας ελατους αυτου· και θελω εισελθει εις το υψος των ακρων αυτου, εις το δασος του Καρμηλου αυτου·
<scripture passage="Isa 37:25" parsed="|Isa|37|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.25" />
<sup>25</sup>εγω ανεσκαψα και επιον υδατα· και με το ιχνος των ποδων μου εξηρανα παντας τους ποταμους των πολιορκουμενων.
<scripture passage="Isa 37:26" parsed="|Isa|37|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.26" />
<sup>26</sup>Μη δεν ηκουσας οτι εγω εκαμον τουτο παλαιοθεν και απο ημερων αρχαιων εβουλευθην αυτο; τωρα δε εξετελεσα τουτο, ωστε να ησαι δια να καταστρεφης πολεις ωχυρωμενας εις ερειπιων σωρους·
<scripture passage="Isa 37:27" parsed="|Isa|37|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.27" />
<sup>27</sup>δια τουτο οι κατοικοι αυτων ησαν μικρας δυναμεως, ετρομαξαν και κατησχυνθησαν· ησαν ως ο χορτος του αγρου και ως η χλοη, ως ο χορτος των δωματων και ως ο σιτος ο καιομενος πριν καλαμωση.
<scripture passage="Isa 37:28" parsed="|Isa|37|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.28" />
<sup>28</sup>Πλην εγω εξευρω την κατοικιαν σου και την εξοδον σου και την εισοδον σου και την κατ' εμου λυσσαν σου.
<scripture passage="Isa 37:29" parsed="|Isa|37|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.29" />
<sup>29</sup>Επειδη η κατ' εμου λυσσα σου και η αλαζονεια σου ανεβησαν εις τα ωτα μου, δια τουτο θελω βαλει τον κρικον μου εις τους μυκτηρας σου και τον χαλινον μου εις τα χειλη σου, και θελω σε επιστρεψει δια της οδου δι' ης ηλθες.
<scripture passage="Isa 37:30" parsed="|Isa|37|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.30" />
<sup>30</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις σε το σημειον· το ετος τουτο θελετε φαγει ο, τι ειναι αυτοφυες· και το δευτερον ετος, ο, τι εκφυεται απο του αυτου· το δε τριτον ετος, σπειρατε και θερισατε και φυτευσατε αμπελωνας και φαγετε τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Isa 37:31" parsed="|Isa|37|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.31" />
<sup>31</sup>Και το υπολοιπον εκ του οικου Ιουδα, το διασωθεν, θελει ριζωσει παλιν υποκατωθεν και θελει δωσει επανω καρπους.
<scripture passage="Isa 37:32" parsed="|Isa|37|32|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.32" />
<sup>32</sup>Διοτι εξ Ιερουσαλημ θελει εξελθει το υπολοιπον και εκ του ορους Σιων το διασωθεν· ο ζηλος του Κυριου των δυναμεων θελει εκτελεσει τουτο.
<scripture passage="Isa 37:33" parsed="|Isa|37|33|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.33" />
<sup>33</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος περι του βασιλεως της Ασσυριας· δεν θελει εισελθει εις την πολιν ταυτην, ουδε θελει τοξευσει εκει βελος, ουδε θελει προβαλει κατ' αυτης ασπιδας, ουδε θελει υψωσει εναντιον αυτης προχωμα·
<scripture passage="Isa 37:34" parsed="|Isa|37|34|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.34" />
<sup>34</sup>δια της οδου δι' ης ηλθε, δι' αυτης θελει επιστρεψει και εις την πολιν ταυτην δεν θελει εισελθει, λεγει ο Κυριος·
<scripture passage="Isa 37:35" parsed="|Isa|37|35|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.35" />
<sup>35</sup>διοτι θελω υπερασπισθη την πολιν ταυτην, ωστε να σωσω αυτην, ενεκεν εμου και ενεκεν του δουλου μου Δαβιδ.
<scripture passage="Isa 37:36" parsed="|Isa|37|36|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.36" />
<sup>36</sup>Τοτε εξηλθεν ο αγγελος του Κυριου και επαταξεν εν τω στρατοπεδω των Ασσυριων εκατον ογδοηκοντα πεντε χιλιαδας· και οτε εξηγερθησαν το πρωι, ιδου, ησαν παντες σωματα νεκρα.
<scripture passage="Isa 37:37" parsed="|Isa|37|37|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.37" />
<sup>37</sup>Και εσηκωθη και εφυγε και επεστρεψε Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας και κατωκησεν εν Νινευη.
<scripture passage="Isa 37:38" parsed="|Isa|37|38|0|0" osisRef="Bible:Isa.37.38" />
<sup>38</sup>Και ενω προσεκυνει εν τω οικω Νισρωκ του θεου αυτου, Αδραμμελεχ και Σαρασαρ οι υιοι αυτου επαταξαν αυτον εν μαχαιρα, αυτοι δε εφυγον εις γην Αρμενιας· εβασιλευσε δε αντ' αυτου Εσαραδδων ο υιος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 38" progress="59.49%" prev="Isa.37" next="Isa.39" id="Isa.38">
<h3 id="Isa.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Isa.38-p1">
<scripture passage="Isa 38:1" parsed="|Isa|38|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινας ημερας ηρρωστησεν ο Εζεκιας εις θανατον· και ηλθε προς αυτον Ησαιας ο προφητης ο υιος του Αμως και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Διαταξον περι του οικου σου· επειδη αποθνησκεις και δεν θελεις ζησει.
<scripture passage="Isa 38:2" parsed="|Isa|38|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.2" />
<sup>2</sup>Τοτε εστρεψεν ο Εζεκιας το προσωπον αυτου προς τον τοιχον και προσηυχηθη εις τον Κυριον,
<scripture passage="Isa 38:3" parsed="|Isa|38|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Δεομαι, Κυριε, ενθυμηθητι τωρα πως περιεπατησα ενωπιον σου εν αληθεια και εν καρδια τελεια και επραξα το αρεστον ενωπιον σου. Και εκλαυσεν ο Εζεκιας κλαυθμον μεγαν.
<scripture passage="Isa 38:4" parsed="|Isa|38|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.4" />
<sup>4</sup>Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς τον Ησαιαν λεγων,
<scripture passage="Isa 38:5" parsed="|Isa|38|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.5" />
<sup>5</sup>Υπαγε και ειπε προς τον Εζεκιαν, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Δαβιδ του πατρος σου· Ηκουσα την προσευχην σου, ειδον τα δακρυα σου· ιδου, θελω προσθεσει εις τας ημερας σου δεκαπεντε ετη·
<scripture passage="Isa 38:6" parsed="|Isa|38|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.6" />
<sup>6</sup>και θελω ελευθερωσει σε και την πολιν ταυτην εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας και θελω υπερασπισθη την πολιν ταυτην·
<scripture passage="Isa 38:7" parsed="|Isa|38|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.7" />
<sup>7</sup>και τουτο θελει εισθαι εις σε το σημειον παρα Κυριου οτι θελει καμει ο Κυριος το πραγμα τουτο, το οποιον ελαλησεν·
<scripture passage="Isa 38:8" parsed="|Isa|38|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.8" />
<sup>8</sup>ιδου, θελω στρεψει οπισω δεκα βαθμους την σκιαν των βαθμων, τους οποιους κατεβη εις το ηλιακον ωρολογιον του Αχαζ. Και εστραφη ο ηλιος δεκα βαθμους, δια των οποιων ειχε καταβη.
<scripture passage="Isa 38:9" parsed="|Isa|38|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.9" />
<sup>9</sup>Ταυτα ειναι τα γραφεντα υπο Εζεκιου βασιλεως του Ιουδα, οτε ηρρωστησε και ανελαβεν εκ της αρρωστιας αυτου·
<scripture passage="Isa 38:10" parsed="|Isa|38|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.10" />
<sup>10</sup>Εγω ειπα, Εν τη μεσημβρια των ημερων μου θελω υπαγει εις τας πυλας του ταφου· εστερηθην το υπολοιπον των ετων μου.
<scripture passage="Isa 38:11" parsed="|Isa|38|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.11" />
<sup>11</sup>Ειπα, δεν θελω ιδει πλεον τον Κυριον, τον Κυριον, εν γη ζωντων· δεν θελω ιδει πλεον ανθρωπον μετα των κατοικων του κοσμου.
<scripture passage="Isa 38:12" parsed="|Isa|38|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.12" />
<sup>12</sup>Η ζωη μου εφυγε και μετετοπισθη απ' εμου ως ποιμενος σκηνη· εκοπη η ζωη μου ως υπο υφαντου· απο του στημονιου θελει με κοψει· απο πρωιας εως εσπερας θελεις με τελειωσει.
<scripture passage="Isa 38:13" parsed="|Isa|38|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.13" />
<sup>13</sup>Εστοχαζομην εως πρωιας, ως λεων θελει συντριψει παντα τα οστα μου· απο πρωιας εως εσπερας θελεις με τελειωσει.
<scripture passage="Isa 38:14" parsed="|Isa|38|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.14" />
<sup>14</sup>Ως γερανος, ως χελιδων, ουτω εψελλιζον· ωδυρομην ως τρυγων· οι οφθαλμοι μου απεκαμον ατενιζοντες εις τα ανω. Καταθλιβομαι, Κυριε· ανακουφισον με.
<scripture passage="Isa 38:15" parsed="|Isa|38|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.15" />
<sup>15</sup>Τι να ειπω; αυτος και ειπε προς εμε και εξετελεσε· θελω διαγει παντα τα ετη μου εν τη πικρια της ψυχης μου.
<scripture passage="Isa 38:16" parsed="|Isa|38|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.16" />
<sup>16</sup>Εν τουτοις, Κυριε, ζωσιν οι ανθρωποι, και εν πασι τουτοις υπαρχει ζωη του πνευματος μου· συ βεβαιως με θεραπευεις και με αναζωοποιεις.
<scripture passage="Isa 38:17" parsed="|Isa|38|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, αντι ειρηνης επηλθεν επ' εμε μεγαλη πικρια· αλλα συ, δι' αγαπην της ψυχης μου, ελυτρωσας αυτην απο του λακκου της φθορας· διοτι ερριψας οπισω των νωτων σου πασας τας αμαρτιας μου.
<scripture passage="Isa 38:18" parsed="|Isa|38|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ο ταφος δεν θελει σε υμνησει· ο θανατος δεν θελει σε δοξολογησει· οι καταβαινοντες εις τον λακκον δεν θελουσιν ελπιζει επι την αληθειαν σου.
<scripture passage="Isa 38:19" parsed="|Isa|38|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.19" />
<sup>19</sup>Ο ζων, ο ζων, αυτος θελει σε υμνει, καθως εγω ταυτην την ημεραν· ο πατηρ θελει εις τα τεκνα γνωστοποιησει την αληθειαν σου.
<scripture passage="Isa 38:20" parsed="|Isa|38|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.20" />
<sup>20</sup>Ο Κυριος ηλθε να με σωση· δια τουτο θελομεν ψαλλει το ασμα μου επι εντεταμενων οργανων πασας τας ημερας της ζωης ημων εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Isa 38:21" parsed="|Isa|38|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο Ησαιας ειχεν ειπει, Ας λαβωσι παλαθην συκων και ας βαλωσιν αυτην ως εμπλαστρον επι το ελκος και θελει ιατρευθη.
<scripture passage="Isa 38:22" parsed="|Isa|38|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.38.22" />
<sup>22</sup>Και ο Εζεκιας ειχεν ειπει, Τι ειναι το σημειον οτι εγω θελω αναβη εις τον οικον του Κυριου;
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 39" progress="59.57%" prev="Isa.38" next="Isa.40" id="Isa.39">
<h3 id="Isa.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Isa.39-p1">
<scripture passage="Isa 39:1" parsed="|Isa|39|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον Μερωδαχ-βαλαδαν, ο υιος του Βαλαδαν, βασιλευς της Βαβυλωνος, εστειλεν επιστολας και δωρα προς τον Εζεκιαν, ακουσας οτι ηρρωστησε και ανελαβε.
<scripture passage="Isa 39:2" parsed="|Isa|39|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.2" />
<sup>2</sup>Και εχαρη δι' αυτα ο Εζεκιας και εδειξεν εις αυτους τον οικον των πολυτιμων πραγματων αυτου, τον αργυρον και τον χρυσον και τα αρωματα και τα πολυτιμα μυρα και πασαν την οπλοθηκην αυτου και παν ο, τι ευρισκετο εν τοις θησαυροις αυτου· δεν ητο ουδεν εν τω οικω αυτου ουδε υπο πασαν την εξουσιαν αυτου, το οποιον ο Εζεκιας δεν εδειξεν εις αυτους.
<scripture passage="Isa 39:3" parsed="|Isa|39|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ηλθεν Ησαιας ο προφητης προς τον βασιλεα Εζεκιαν και ειπε προς αυτον, Τι λεγουσιν ουτοι οι ανθρωποι και ποθεν ηλθον προς σε; Και ο Εζεκιας ειπεν, Απο γης μακρας ερχονται προς εμε, απο Βαβυλωνος.
<scripture passage="Isa 39:4" parsed="|Isa|39|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.4" />
<sup>4</sup>Ο δε ειπε, Τι ειδον εν τω οικω σου; Και απεκριθη ο Εζεκιας, Ειδον παν ο, τι ειναι εν τω οικω μου· δεν ειναι ουδεν εν τοις θησαυροις μου, το οποιον δεν εδειξα εις αυτους.
<scripture passage="Isa 39:5" parsed="|Isa|39|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ειπεν ο Ησαιας προς τον Εζεκιαν, Ακουσον τον λογον του Κυριου των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 39:6" parsed="|Isa|39|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, καθ' ας παν ο, τι ειναι εν τω οικω σου και ο, τι οι πατερες σου εναπεταμιευσαν μεχρι της ημερας ταυτης, θελει μετακομισθη εις την Βαβυλωνα· δεν θελει μεινει ουδεν, λεγει Κυριος·
<scripture passage="Isa 39:7" parsed="|Isa|39|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.7" />
<sup>7</sup>και εκ των υιων σου, οιτινες θελουσιν εξελθει απο σου, τους οποιους θελεις γεννησει, θελουσι λαβει· και θελουσι γεινει ευνουχοι εν τω παλατιω του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Isa 39:8" parsed="|Isa|39|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.39.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπεν ο Εζεκιας προς τον Ησαιαν, Καλος ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησας. Ειπεν ετι, Διοτι θελει εισθαι ειρηνη και ασφαλεια εν ταις ημεραις μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 40" progress="59.60%" prev="Isa.39" next="Isa.41" id="Isa.40">
<h3 id="Isa.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Isa.40-p1">
<scripture passage="Isa 40:1" parsed="|Isa|40|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.1" />
<sup>1</sup>Παρηγορειτε, παρηγορειτε τον λαον μου, λεγει ο Θεος σας.
<scripture passage="Isa 40:2" parsed="|Isa|40|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.2" />
<sup>2</sup>Λαλησατε παρηγορητικα προς την Ιερουσαλημ, και φωνησατε προς αυτην, οτι ο καιρος της ταπεινωσεως αυτης επληρωθη, οτι η ανομια αυτης συνεχωρηθη· διοτι ελαβεν εκ της χειρος Κυριου διπλασιον δια πασας τας αμαρτιας αυτης.
<scripture passage="Isa 40:3" parsed="|Isa|40|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.3" />
<sup>3</sup>Φωνη βοωντος εν τη ερημω, Ετοιμασατε την οδον του Κυριου. ευθειας καμετε εν τη ερημω τας τριβους του Θεου ημων.
<scripture passage="Isa 40:4" parsed="|Isa|40|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.4" />
<sup>4</sup>Πασα φαραγξ θελει υψωθη και παν ορος και βουνος θελει ταπεινωθη· και τα σκολια θελουσι γεινει ευθεα· και οι τραχεις τοποι ομαλοι·
<scripture passage="Isa 40:5" parsed="|Isa|40|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.5" />
<sup>5</sup>και η δοξα του Κυριου θελει φανερωθη και πασα σαρξ ομου θελει ιδει· διοτι το στομα του Κυριου ελαλησε.
<scripture passage="Isa 40:6" parsed="|Isa|40|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.6" />
<sup>6</sup>Φωνη λεγουσα, Φωνησον· και ειπε, Τι να φωνησω; πασα σαρξ ειναι χορτος και πασα η δοξα αυτης ως ανθος του αγρου.
<scripture passage="Isa 40:7" parsed="|Isa|40|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.7" />
<sup>7</sup>Ο χορτος εξηρανθη, το ανθος εμαρανθη· διοτι πνευμα Κυριου επνευσεν επ' αυτο· χορτος τη αληθεια ειναι ο λαος.
<scripture passage="Isa 40:8" parsed="|Isa|40|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.8" />
<sup>8</sup>Ο χορτος εξηρανθη, το ανθος εμαρανθη· ο λογος ομως του Θεου ημων μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="Isa 40:9" parsed="|Isa|40|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.9" />
<sup>9</sup>Συ, ο φερων εις την Σιων αγαθας αγγελιας, αναβα εις το ορος το υψηλον· συ, ο φερων αγαθας αγγελιας εις την Ιερουσαλημ, υψωσον ισχυρως την φωνην σου· υψωσον· μη φοβου· ειπε προς τας πολεις του Ιουδα, Ιδου, ο Θεος υμων.
<scripture passage="Isa 40:10" parsed="|Isa|40|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.10" />
<sup>10</sup>Ιδου, Κυριος ο Θεος θελει ελθει μετα δυναμεως και ο βραχιων αυτου θελει εξουσιαζει δι' αυτον· ιδου, ο μισθος αυτου ειναι μετ' αυτου και η αμοιβη αυτου ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Isa 40:11" parsed="|Isa|40|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.11" />
<sup>11</sup>Θελει βοσκησει το ποιμνιον αυτου ως ποιμην· θελει συναξει τα αρνια δια του βραχιονος αυτου και βαστασει εν τω κολπω αυτου· και θελει οδηγει τα θηλαζοντα.
<scripture passage="Isa 40:12" parsed="|Isa|40|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.12" />
<sup>12</sup>Τις εμετρησε τα υδατα εν τω κοιλωματι της χειρος αυτου και εσταθμισε τους ουρανους με την σπιθαμην και συμπεριελαβεν εν μετρω το χωμα της γης και εζυγισε τα ορη δια στατηρος και τους λοφους δια πλαστιγγος;
<scripture passage="Isa 40:13" parsed="|Isa|40|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.13" />
<sup>13</sup>Τις εσταθμισε το πνευμα του Κυριου η εγεινε συμβουλος αυτου και, εδιδαξεν αυτον;
<scripture passage="Isa 40:14" parsed="|Isa|40|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.14" />
<sup>14</sup>Μετα τινος συνεβουλευθη, και τις εσυνετισεν αυτον και εδιδαξεν αυτον την οδον της κρισεως και παρεδωκεν εις αυτον επιστημην και εδειξεν εις αυτον την οδον της συνεσεως;
<scripture passage="Isa 40:15" parsed="|Isa|40|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, τα εθνη ειναι ως σανις απο καδου και λογιζονται ως η λεπτη σκονη της πλαστιγγος· ιδου, η μετατοπιζει τας νησους ως σκονην.
<scripture passage="Isa 40:16" parsed="|Isa|40|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.16" />
<sup>16</sup>Και ο Λιβανος δεν ειναι ικανος εις καυσιν ουδε τα ζωα αυτου ικανα εις ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Isa 40:17" parsed="|Isa|40|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.17" />
<sup>17</sup>Παντα τα εθνη ενωπιον αυτου ειναι ως μηδεν· λογιζονται παρ' αυτω ολιγωτερον παρα το μηδεν και την ματαιοτητα.
<scripture passage="Isa 40:18" parsed="|Isa|40|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.18" />
<sup>18</sup>Με τινα λοιπον θελετε εξομοιωσει τον Θεον; η τι ομοιωμα θελετε προσαρμοσει εις αυτον;
<scripture passage="Isa 40:19" parsed="|Isa|40|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.19" />
<sup>19</sup>Ο τεχνιτης χωνευει εικονα γλυπτην, και ο χρυσοχοος εκτεινει χρυσον επ' αυτην και χυνει αργυρας αλυσεις.
<scripture passage="Isa 40:20" parsed="|Isa|40|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.20" />
<sup>20</sup>Ο πτωχος καμνων προσφοραν εκλεγει ξυλον ασηπτον· και ζητει εις εαυτον επιδεξιον τεχνιτην, δια να κατασκευαση εικονα γλυπτην μη σαλευομενην.
<scripture passage="Isa 40:21" parsed="|Isa|40|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.21" />
<sup>21</sup>Δεν εγνωρισατε; δεν ηκουσατε; δεν ανηγγελθη προς εσας εξ αρχης; δεν ενοησατε απο καταβολης της γης;
<scripture passage="Isa 40:22" parsed="|Isa|40|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.22" />
<sup>22</sup>Αυτος ειναι ο καθημενος επι τον γυρον της γης και οι κατοικοι αυτης ειναι ως ακριδες· ο εκτεινων τους ουρανους ως παραπετασμα και εξαπλονων αυτους ως σκηνην προς κατοικησιν·
<scripture passage="Isa 40:23" parsed="|Isa|40|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.23" />
<sup>23</sup>ο φερων τους ηγεμονας εις το μηδεν και καθιστων ως ματαιοτητα τους κριτας της γης.
<scripture passage="Isa 40:24" parsed="|Isa|40|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' ουδε θελουσι φυτευθη· αλλ' ουδε θελουσι σπαρθη· αλλ' ουδε θελει ριζωθη εν τη γη το στελεχος αυτων· μονον να πνευση επ' αυτους, θελουσι παραυτα ξηρανθη και ο ανεμοστροβιλος θελει αναρπασει αυτους ως αχυρον.
<scripture passage="Isa 40:25" parsed="|Isa|40|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.25" />
<sup>25</sup>Με τινα λοιπον θελετε με εξομοιωσει και θελω εξισωθη; λεγει ο Αγιος.
<scripture passage="Isa 40:26" parsed="|Isa|40|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.26" />
<sup>26</sup>Σηκωσατε υψηλα τους οφθαλμους σας και ιδετε, τις εποιησε ταυτα; Ο εξαγων το στρατευμα αυτων κατα αριθμον· ο ονομαστι καλων ταυτα παντα εν τη μεγαλειοτητι της δυναμεως αυτου, διοτι ειναι ισχυρος εις εξουσιαν· δεν λειπει ουδεν.
<scripture passage="Isa 40:27" parsed="|Isa|40|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.27" />
<sup>27</sup>Δια τι λεγεις, Ιακωβ, και λαλεις, Ισραηλ, Η οδος μου ειναι κεκρυμμενη απο του Κυριου και η κρισις μου παραμελειται υπο του Θεου μου;
<scripture passage="Isa 40:28" parsed="|Isa|40|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.28" />
<sup>28</sup>Δεν εγνωρισας; δεν ηκουσας, οτι ο αιωνιος Θεος, ο Κυριος, ο Ποιητης των ακρων της γης, δεν ατονει και δεν αποκαμνει; δεν εξιχνιαζεται η φρονησις αυτου.
<scripture passage="Isa 40:29" parsed="|Isa|40|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.29" />
<sup>29</sup>Διδει ισχυν εις τους ητονημενους και αυξανει την δυναμιν εις τους αδυνατους.
<scripture passage="Isa 40:30" parsed="|Isa|40|30|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.30" />
<sup>30</sup>Και οι νεοι θελουσιν ατονησει και αποκαμει, και οι εκλεκτοι νεοι θελουσιν αδυνατησει πανταπασιν·
<scripture passage="Isa 40:31" parsed="|Isa|40|31|0|0" osisRef="Bible:Isa.40.31" />
<sup>31</sup>αλλ' οι προσμενοντες τον Κυριον θελουσιν ανανεωσει την δυναμιν αυτων· θελουσιν αναβη με πτερυγας ως αετοι· θελουσι τρεξει και δεν θελουσιν αποκαμει· θελουσι περιπατησει και δεν θελουσιν ατονησει.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 41" progress="59.70%" prev="Isa.40" next="Isa.42" id="Isa.41">
<h3 id="Isa.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Isa.41-p1">
<scripture passage="Isa 41:1" parsed="|Isa|41|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.1" />
<sup>1</sup>Σιωπατε ενωπιον μου, νησοι· οι λαοι ας ανανεωσωσι δυναμιν· και ας πλησιασωσι και τοτε ας λαλησωσιν· ας προσελθωμεν ομου εις κρισιν.
<scripture passage="Isa 41:2" parsed="|Isa|41|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.2" />
<sup>2</sup>Τις ηγειρε τον δικαιον απο της ανατολης, προσεκαλεσεν αυτον κατα ποδας αυτου, παρεδωκεν εις αυτον τα εθνη και κατεστησεν αυτον κυριον επι τους βασιλεις; τις παρεδωκεν αυτους εις την μαχαιραν αυτου ως χωμα, και εις το τοξον αυτου ως αχυρον ωθουμενον απο ανεμου;
<scripture passage="Isa 41:3" parsed="|Isa|41|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.3" />
<sup>3</sup>Κατεδιωξεν αυτους και διηλθεν ασφαλως δια της οδου, την οποιαν δεν ειχε περιπατησει με τους ποδας αυτου.
<scripture passage="Isa 41:4" parsed="|Isa|41|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.4" />
<sup>4</sup>Τις ενηργησε και εκαμε τουτο, καλων τας γενεας απ' αρχης; Εγω ο Κυριος, ο πρωτος και ο μετα των εσχατων· εγω αυτος.
<scripture passage="Isa 41:5" parsed="|Isa|41|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.5" />
<sup>5</sup>Αι νησοι ειδον και εφοβηθησαν· τα περατα της γης ετρομαξαν, επλησιασαν και ηλθον.
<scripture passage="Isa 41:6" parsed="|Isa|41|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.6" />
<sup>6</sup>Εβοηθησαν εκαστος τον πλησιον αυτου· και ειπε προς τον αδελφον αυτου, Ισχυε.
<scripture passage="Isa 41:7" parsed="|Isa|41|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.7" />
<sup>7</sup>Και ο ξυλουργος ενισχυε τον χρυσοχοον και ο λεπτυνων με την σφυραν, τον σφυροκοπουντα επι τον ακμονα, λεγων, Καλον ειναι δια την συγκολλησιν· και στερεονει αυτο με καρφια, δια να μη κινηται.
<scripture passage="Isa 41:8" parsed="|Isa|41|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.8" />
<sup>8</sup>Αλλα συ, Ισραηλ, δουλε μου, Ιακωβ, εκλεκτε μου, το σπερμα Αβρααμ του αγαπητου μου,
<scripture passage="Isa 41:9" parsed="|Isa|41|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.9" />
<sup>9</sup>συ, τον οποιον ελαβον εκ των ακρων της γης και σε εκαλεσα εκ των εσχατων αυτης και σοι ειπα, Συ εισαι ο δουλος μου· εγω σε εξελεξα και δεν θελω σε απορριψει·
<scripture passage="Isa 41:10" parsed="|Isa|41|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.10" />
<sup>10</sup>μη φοβου· διοτι εγω ειμαι μετα σου· μη τρομαζε· διοτι εγω ειμαι ο Θεος σου· σε ενισχυσα· μαλιστα σε εβοηθησα· μαλιστα σε υπερησπισθην δια της δεξιας της δικαιοσυνης μου.
<scripture passage="Isa 41:11" parsed="|Isa|41|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, παντες οι ωργισμενοι κατα σου θελουσι καταισχυνθη και εντραπη· θελουσιν εισθαι ως μηδεν· και οι αντιδικοι σου θελουσιν αφανισθη.
<scripture passage="Isa 41:12" parsed="|Isa|41|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.12" />
<sup>12</sup>Θελεις ζητησει αυτους και δεν θελεις ευρει αυτους, τους εναντιουμενους εις σε· οι πολεμουντες κατα σου θελουσι γεινει μηδεν και ως εξουθενημα.
<scripture passage="Isa 41:13" parsed="|Isa|41|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.13" />
<sup>13</sup>Διοτι εγω Κυριος ο Θεος σου ειμαι ο κρατων την δεξιαν σου, λεγων προς σε, Μη φοβου· εγω θελω σε βοηθησει.
<scripture passage="Isa 41:14" parsed="|Isa|41|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.14" />
<sup>14</sup>Μη φοβου, σκωληξ Ιακωβ, θνητοι του Ισραηλ· εγω θελω σε βοηθει, λεγει ο Κυριος· και λυτρωτης σου ειναι ο Αγιος του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 41:15" parsed="|Isa|41|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, εγω θελω σε καμει νεον κοπτερον αλωνιστηριον οργανον οδοντωτον· θελεις αλωνισει τα ορη και λεπτυνει αυτα, και θελεις καμει τους λοφους ως λεπτον αχυρον.
<scripture passage="Isa 41:16" parsed="|Isa|41|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.16" />
<sup>16</sup>Θελεις ανεμισει αυτα και ο ανεμος θελει σηκωσει αυτα και ο ανεμοστροβιλος θελει διασκορπισει αυτα· συ δε θελεις ευφρανθη εις τον Κυριον και θελεις δοξασθη εν τω Αγιω του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 41:17" parsed="|Isa|41|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.17" />
<sup>17</sup>Οταν οι πτωχοι και ενδεεις ζητησωσιν υδωρ και δεν υπαρχη, η γλωσσα δε αυτων ξηραινηται υπο διψης, εγω ο Κυριος θελω εισακουσει αυτους, ο Θεος του Ισραηλ δεν θελω εγκαταλειψει αυτους.
<scripture passage="Isa 41:18" parsed="|Isa|41|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.18" />
<sup>18</sup>Θελω ανοιξει ποταμους εν υψηλοις τοποις και πηγας εν μεσω των κοιλαδων· θελω καμει την ερημον λιμνας υδατων και την ξηραν γην πηγας υδατων.
<scripture passage="Isa 41:19" parsed="|Isa|41|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.19" />
<sup>19</sup>Εν τη ερημω θελω εμφυτευσει την κεδρον, το δενδρον της σιττης και τον μυρτον και την ελαιαν· εν τη ακατοικητω γη θελω βαλει την ελατον, την πευκην και τον πυξον ομου·
<scripture passage="Isa 41:20" parsed="|Isa|41|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.20" />
<sup>20</sup>δια να ιδωσι και να γνωρισωσι και να στοχασθωσι και να εννοησωσιν ομου, οτι η χειρ του Κυριου εκαμε τουτο και ο Αγιος του Ισραηλ εδημιουργησεν αυτο.
<scripture passage="Isa 41:21" parsed="|Isa|41|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.21" />
<sup>21</sup>Παραστησατε την δικην σας, λεγει Κυριος· προφερετε τα ισχυρα σας επιχειρηματα, λεγει ο βασιλευς του Ιακωβ.
<scripture passage="Isa 41:22" parsed="|Isa|41|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.22" />
<sup>22</sup>Ας πλησιασωσι και ας δειξωσιν εις ημας τι θελει συμβη· ας αναγγειλωσι τα προτερα, τι ησαν, δια να στοχασθωμεν αυτα και να γνωρισωμεν τα εσχατα αυτων· η ας αναγγειλωσι προς ημας τα μελλοντα.
<scripture passage="Isa 41:23" parsed="|Isa|41|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.23" />
<sup>23</sup>Αναγγειλατε τα συμβησομενα εις το μετεπειτα, δια να γνωρισωμεν οτι εισθε θεοι· καμετε ετι καλον η καμετε κακον, δια να θαυμασωμεν και να ιδωμεν ομου.
<scripture passage="Isa 41:24" parsed="|Isa|41|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.24" />
<sup>24</sup>Ιδου, σεις εισθε ολιγωτερον παρα το μηδεν, και το εργον σας χειροτερον παρα το μηδεν· οστις σας εκλεγει, ειναι βδελυγμα.
<scripture passage="Isa 41:25" parsed="|Isa|41|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.25" />
<sup>25</sup>Ηγειρα ενα εκ βορρα και θελει ελθει· απ' ανατολων ηλιου θελει επικαλεισθαι το ονομα μου· και θελει πατησει επι τους ηγεμονας ως επι πηλον και ως ο κεραμευς καταπατει τον αργιλον.
<scripture passage="Isa 41:26" parsed="|Isa|41|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.26" />
<sup>26</sup>Τις ανηγγειλε ταυτα απ' αρχης, δια να γνωρισωμεν; και προ του καιρου, δια να ειπωμεν, αυτος ειναι ο δικαιος; Αλλ' ουδεις ο αναγγελλων· αλλ' ουδεις ο διακηρυττων· αλλ' ουδεις ο ακουων τους λογους σας.
<scripture passage="Isa 41:27" parsed="|Isa|41|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.27" />
<sup>27</sup>Εγω ο πρωτος θελω ειπει προς την Σιων, Ιδου, ιδου, ταυτα· και θελω δωσει εις την Ιερουσαλημ τον ευαγγελιζομενον.
<scripture passage="Isa 41:28" parsed="|Isa|41|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.28" />
<sup>28</sup>Διοτι εθεωρησα και δεν ητο ουδεις, ναι, μεταξυ αυτων, αλλα δεν υπηρχε συμβουλος δυναμενος να αποκριθη λογον, οτε ηρωτησα αυτους.
<scripture passage="Isa 41:29" parsed="|Isa|41|29|0|0" osisRef="Bible:Isa.41.29" />
<sup>29</sup>Ιδου, παντες ειναι ματαιοτης, τα εργα αυτων μηδεν· τα χωνευτα αυτων ανεμος και ματαιοτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 42" progress="59.80%" prev="Isa.41" next="Isa.43" id="Isa.42">
<h3 id="Isa.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Isa.42-p1">
<scripture passage="Isa 42:1" parsed="|Isa|42|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, ο δουλος μου, τον οποιον υπεστηριξα· ο εκλεκτος μου, εις τον οποιον η ψυχη μου ευηρεστηθη· εθεσα το πνευμα μου επ' αυτον· θελει εξαγγειλει κρισιν εις τα εθνη.
<scripture passage="Isa 42:2" parsed="|Isa|42|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.2" />
<sup>2</sup>Δεν θελει φωναξει ουδε θελει ανακραξει ουδε θελει καμει την φωνην αυτου να ακουσθη εν ταις οδοις.
<scripture passage="Isa 42:3" parsed="|Isa|42|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.3" />
<sup>3</sup>Καλαμον συντεθλασμενον δεν θελει συντριψει και λιναριον καπνιζον δεν θελει σβυσει· θελει εκφερει κρισιν εν αληθεια.
<scripture passage="Isa 42:4" parsed="|Isa|42|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελει εκλιπει ουδε θελει μικροψυχησει, εωσου βαλη κρισιν εν τη γη· και αι νησοι θελουσι προσμενει τον νομον αυτου.
<scripture passage="Isa 42:5" parsed="|Isa|42|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει ο Θεος ο Κυριος, ο ποιησας τους ουρανους και εκτεινας αυτους· ο στερεωσας την γην και τα γεννωμενα εξ αυτης· ο διδους πνοην εις τον λαον τον επ' αυτης και πνευμα εις τους περιπατουντας επ' αυτης·
<scripture passage="Isa 42:6" parsed="|Isa|42|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.6" />
<sup>6</sup>Εγω ο Κυριος σε εκαλεσα εν δικαιοσυνη, και θελω κρατει την χειρα σου και θελω σε φυλαττει και θελω σε καταστησει διαθηκην του λαου, φως των εθνων·
<scripture passage="Isa 42:7" parsed="|Isa|42|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.7" />
<sup>7</sup>δια να ανοιξης τους οφθαλμους των τυφλων, να εκβαλης τους δεσμιους εκ των δεσμων, τους καθημενους εν σκοτει εκ του οικου της φυλακης.
<scripture passage="Isa 42:8" parsed="|Isa|42|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.8" />
<sup>8</sup>Εγω ειμαι ο Κυριος· τουτο ειναι το ονομα μου· και δεν θελω δωσει την δοξαν μου εις αλλον ουδε την αινεσιν μου εις τα γλυπτα.
<scripture passage="Isa 42:9" parsed="|Isa|42|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.9" />
<sup>9</sup>Ιδου, ηλθον τα απ' αρχης· και εγω αναγγελλω νεα πραγματα· πριν εκφυωσι, λαλω περι αυτων εις εσας.
<scripture passage="Isa 42:10" parsed="|Isa|42|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.10" />
<sup>10</sup>Ψαλλετε εις τον Κυριον ασμα νεον, την δοξαν αυτου εκ των ακρων της γης, σεις οι καταβαινοντες εις την θαλασσαν και παντα τα εν αυτη· αι νησοι και οι κατοικουντες αυτας.
<scripture passage="Isa 42:11" parsed="|Isa|42|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.11" />
<sup>11</sup>Η ερημος και αι πολεις αυτης ας υψωσωσι φωνην, αι κωμαι τας οποιας κατοικει ο Κηδαρ· ας ψαλλωσιν οι κατοικοι της Σελα, ας αλαλαζωσιν εκ των κορυφων των ορεων.
<scripture passage="Isa 42:12" parsed="|Isa|42|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.12" />
<sup>12</sup>Ας δωσωσι δοξαν εις τον Κυριον και ας αναγγειλωσι την αινεσιν αυτου εν ταις νησοις.
<scripture passage="Isa 42:13" parsed="|Isa|42|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.13" />
<sup>13</sup>Ο Κυριος θελει εξελθει ως ισχυρος· θελει διεγειρει ζηλον ως πολεμιστης· θελει φωναξει, μαλιστα θελει βρυχησει, θελει υπερισχυσει κατα των πολεμιων αυτου.
<scripture passage="Isa 42:14" parsed="|Isa|42|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.14" />
<sup>14</sup>Απο πολλου εσιωπησα· θελω μεινει ησυχος; θελω κρατησει εμαυτον; τωρα θελω φωναξει ως η τικτουσα· θελω καταστρεψει και καταπιει ομου.
<scripture passage="Isa 42:15" parsed="|Isa|42|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.15" />
<sup>15</sup>Θελω ερημωσει ορη και λοφους και καταξηρανει παντα τον χορτον αυτων· και θελω καταστησει τους ποταμους νησους και τας λιμνας θελω ξηρανει.
<scripture passage="Isa 42:16" parsed="|Isa|42|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.16" />
<sup>16</sup>Και θελω φερει τους τυφλους δι' οδου την οποιαν δεν ηξευρον, θελω οδηγησει αυτους εις τριβους τας οποιας δεν εγνωριζον· το σκοτος θελω καμει φως εμπροσθεν αυτων και τα σκολια ευθεα. Ταυτα τα πραγματα θελω καμει εις αυτους και δεν θελω εγκαταλειψει αυτους.
<scripture passage="Isa 42:17" parsed="|Isa|42|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.17" />
<sup>17</sup>Εστραφησαν εις τα οπισω, κατησχυνθησαν οι θαρρουντες επι τα γλυπτα, οι λεγοντες προς τα χωνευτα, σεις εισθε οι θεοι ημων.
<scripture passage="Isa 42:18" parsed="|Isa|42|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.18" />
<sup>18</sup>Ακουσατε, κωφοι· και ανοιξατε τους οφθαλμους σας, τυφλοι, δια να ιδητε.
<scripture passage="Isa 42:19" parsed="|Isa|42|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.19" />
<sup>19</sup>Τις τυφλος, παρα ο δουλος μου; η κωφος, παρα ο μηνυτης μου, τον οποιον απεστειλα; τις τυφλος, παρα ο τελειος; και τις τυφλος, παρα ο δουλος του Κυριου;
<scripture passage="Isa 42:20" parsed="|Isa|42|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.20" />
<sup>20</sup>Βλεπεις πολλα αλλα δεν παρατηρεις· ανοιγεις τα ωτα αλλα δεν ακουεις.
<scripture passage="Isa 42:21" parsed="|Isa|42|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.21" />
<sup>21</sup>Ο Κυριος ευνοησε προς αυτον ενεκεν της δικαιοσυνης αυτου· θελει μεγαλυνει τον νομον αυτου και καταστησει εντιμον.
<scripture passage="Isa 42:22" parsed="|Isa|42|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.22" />
<sup>22</sup>Πλην αυτος ειναι λαος διηρπαγμενος και γεγυμνωμενος· ειναι παντες πεπαγιδευμενοι εν σπηλαιοις και κεκρυμμενοι εν ταις φυλακαις· ειναι λαφυρον και δεν υπαρχει ο λυτρονων· διαρπαγμα, και ουδεις ο λεγων, Επιστρεψον αυτο.
<scripture passage="Isa 42:23" parsed="|Isa|42|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.23" />
<sup>23</sup>Τις απο σας θελει δωσει ακροασιν εις τουτο; θελει προσεξει και ακουσει εις το μετα ταυτα;
<scripture passage="Isa 42:24" parsed="|Isa|42|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.24" />
<sup>24</sup>Τις παρεδωκε τον Ιακωβ εις διαρπαγην και τον Ισραηλ εις λεηλατιστας; ουχι ο Κυριος, αυτος εις τον οποιον ημαρτησαμεν; διοτι δεν ηθελησαν να περιπατησωσιν εν ταις οδοις αυτου ουδε υπηκουσαν εις τον νομον αυτου.
<scripture passage="Isa 42:25" parsed="|Isa|42|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.42.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο εξεχεεν επ' αυτον την σφοδροτητα της οργης αυτου και την ορμην του πολεμου· και συνεφλεξεν αυτον πανταχοθεν αλλ' αυτος δεν ενοησε· και εκαυσεν αυτον αλλ' αυτος δεν εβαλε τουτο εν τη καρδια αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 43" progress="59.88%" prev="Isa.42" next="Isa.44" id="Isa.43">
<h3 id="Isa.43-p0.1">Chapter 43</h3>
<p class="Greek" id="Isa.43-p1">
<scripture passage="Isa 43:1" parsed="|Isa|43|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.1" />
<sup>1</sup>Και τωρα ουτω λεγει Κυριος, ο δημιουργος σου, Ιακωβ, και ο πλαστης σου, Ισραηλ· Μη φοβου· διοτι εγω σε ελυτρωσα, σε εκαλεσα με το ονομα σου· εμου εισαι.
<scripture passage="Isa 43:2" parsed="|Isa|43|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.2" />
<sup>2</sup>Οταν διαβαινης δια των υδατων, μετα σου θελω εισθαι· και οταν δια των ποταμων, δεν θελουσι πλημμυρησει επι σε· οταν περιπατης δια του πυρος, δεν θελεις καη ουδε θελει εξαφθη η φλοξ επι σε.
<scripture passage="Isa 43:3" parsed="|Isa|43|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, ο Αγιος του Ισραηλ, ο Σωτηρ σου· δια αντιλυτρον σου εδωκα την Αιγυπτον· υπερ σου την Αιθιοπιαν και Σεβα.
<scripture passage="Isa 43:4" parsed="|Isa|43|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.4" />
<sup>4</sup>Αφοτου εσταθης πολυτιμος εις τους οφθαλμους μου, εδοξασθης και εγω σε ηγαπησα· και θελω δωσει ανθρωπους πολλους υπερ σου και λαους υπερ της κεφαλης σου.
<scripture passage="Isa 43:5" parsed="|Isa|43|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.5" />
<sup>5</sup>Μη φοβου· διοτι εγω ειμαι μετα σου· απο ανατολων θελω φερει το σπερμα σου και απο δυσμων θελω σε συναξει·
<scripture passage="Isa 43:6" parsed="|Isa|43|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.6" />
<sup>6</sup>Θελω ειπει προς τον βορραν, Δος· και προς τον νοτον, Μη εμποδισης· φερε τους υιους μου απο μακραν και τας θυγατερας μου απο των ακρων της γης,
<scripture passage="Isa 43:7" parsed="|Isa|43|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.7" />
<sup>7</sup>παντας οσοι καλουνται με το ονομα μου· διοτι εδημιουργησα αυτους δια την δοξαν μου, επλασα αυτους και εκαμα αυτους.
<scripture passage="Isa 43:8" parsed="|Isa|43|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.8" />
<sup>8</sup>Εξαγαγε τον λαον τον τυφλον και εχοντα οφθαλμους και τον κωφον και εχοντα ωτα.
<scripture passage="Isa 43:9" parsed="|Isa|43|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.9" />
<sup>9</sup>Ας συναθροισθωσι παντα τα εθνη και ας συναχθωσιν οι λαοι· τις μεταξυ αυτων ανηγγειλε τουτο και εδειξεν εις ημας τα προτερα; ας φερωσι τους μαρτυρας αυτων και ας δικαιωθωσιν· και ας ακουσωσι και ας ειπωσι, Τουτο ειναι αληθινον.
<scripture passage="Isa 43:10" parsed="|Isa|43|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.10" />
<sup>10</sup>Σεις εισθε μαρτυρες μου, λεγει Κυριος, και ο δουλος μου, τον οποιον εξελεξα, δια να μαθητε και να πιστευσητε εις εμε και να εννοησητε οτι εγω αυτος ειμαι· προ εμου αλλος Θεος δεν υπηρξεν ουδε θελει υπαρχει μετ' εμε.
<scripture passage="Isa 43:11" parsed="|Isa|43|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.11" />
<sup>11</sup>Εγω, εγω ειμαι ο Κυριος· και εκτος εμου σωτηρ δεν υπαρχει.
<scripture passage="Isa 43:12" parsed="|Isa|43|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.12" />
<sup>12</sup>Εγω ανηγγειλα και εσωσα και εδειξα· και δεν εσταθη εις εσας ξενος θεος· σεις δε εισθε μαρτυρες μου, λεγει Κυριος, και εγω ο Θεος.
<scripture passage="Isa 43:13" parsed="|Isa|43|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.13" />
<sup>13</sup>Και πριν γεινη η ημερα, εγω αυτος ημην· και δεν υπαρχει ο λυτρονων εκ της χειρος μου· θελω καμει και τις δυναται να εμποδιση αυτο;
<scripture passage="Isa 43:14" parsed="|Isa|43|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.14" />
<sup>14</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο Λυτρωτης σας, ο Αγιος του Ισραηλ· δια σας εξαπεστειλα εις την Βαβυλωνα και κατεβαλον παντας τους φυγαδας αυτης και τους Χαλδαιους τους εγκαυχωμενους εις τα πλοια.
<scripture passage="Isa 43:15" parsed="|Isa|43|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.15" />
<sup>15</sup>Εγω ειμαι ο Κυριος, ο Αγιος σας, ο Ποιητης του Ισραηλ, ο Βασιλευς σας.
<scripture passage="Isa 43:16" parsed="|Isa|43|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει Κυριος, οστις εκαμεν οδον εις την θαλασσαν και τριβον εις τα ισχυρα υδατα·
<scripture passage="Isa 43:17" parsed="|Isa|43|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.17" />
<sup>17</sup>οστις εξηγαγεν αμαξας και ιππους, στρατευμα και ρωμαλεους· παντα ομου εξηπλωθησαν κατω, δεν εσηκωθησαν· ηφανισθησαν, εσβεσθησαν ως στυπιον.
<scripture passage="Isa 43:18" parsed="|Isa|43|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.18" />
<sup>18</sup>Μη ενθυμησθε τα προτερα και μη συλλογιζεσθε τα παλαια.
<scripture passage="Isa 43:19" parsed="|Isa|43|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, εγω θελω καμει νεον πραγμα· τωρα θελει ανατειλει· δεν θελετε γνωρισει αυτο; θελω βεβαιως καμει οδον εν τη ερημω, ποταμους εν τη ανυδρω.
<scripture passage="Isa 43:20" parsed="|Isa|43|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.20" />
<sup>20</sup>Τα θηρια του αγρου θελουσι με δοξασει, οι θωες και οι στρουθοκαμηλοι· διοτι διδω υδατα εις την ερημον, ποταμους εις την ανυδρον, δια να ποτισω τον λαον μου, τον εκλεκτον μου.
<scripture passage="Isa 43:21" parsed="|Isa|43|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.21" />
<sup>21</sup>Ο λαος, τον οποιον επλασα εις εμαυτον, θελει διηγεισθαι την αινεσιν μου.
<scripture passage="Isa 43:22" parsed="|Isa|43|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.22" />
<sup>22</sup>Αλλα συ, Ιακωβ, δεν με επεκαλεσθης· αλλα συ, Ισραηλ, εβαρυνθης απ' εμου.
<scripture passage="Isa 43:23" parsed="|Isa|43|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.23" />
<sup>23</sup>Δεν προσεφερες εις εμε τα αρνια των ολοκαυτωματων σου ουδε με ετιμησας με τας θυσιας σου. Εγω δεν σε εδουλωσα με προσφορας ουδε σε εβαρυνα με θυμιαμα·
<scripture passage="Isa 43:24" parsed="|Isa|43|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.24" />
<sup>24</sup>δεν ηγορασας με αργυριον καλαμον αρωματικον δι' εμε, ουδε με ενεπλησας απο του παχους των θυσιων σου· αλλα με εδουλωσας με τας αμαρτιας σου, με επεβαρυνας με τας ανομιας σου.
<scripture passage="Isa 43:25" parsed="|Isa|43|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.25" />
<sup>25</sup>Εγω, εγω ειμαι, οστις εξαλειφω τας παραβασεις σου ενεκεν εμου, και δεν θελω ενθυμηθη τας αμαρτιας σου.
<scripture passage="Isa 43:26" parsed="|Isa|43|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.26" />
<sup>26</sup>Ενθυμισον με· ας κριθωμεν ομου· λεγε συ, δια να δικαιωθης.
<scripture passage="Isa 43:27" parsed="|Isa|43|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.27" />
<sup>27</sup>Ο προπατωρ σου ημαρτησε και οι διδασκαλοι σου ηνομησαν εις εμε.
<scripture passage="Isa 43:28" parsed="|Isa|43|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.43.28" />
<sup>28</sup>Δια τουτο θελω καταστησει βεβηλους τους αρχοντας του αγιαστηριου, και θελω παραδωσει τον Ιακωβ εις καταραν και τον Ισραηλ εις ονειδισμους.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 44" progress="59.97%" prev="Isa.43" next="Isa.45" id="Isa.44">
<h3 id="Isa.44-p0.1">Chapter 44</h3>
<p class="Greek" id="Isa.44-p1">
<scripture passage="Isa 44:1" parsed="|Isa|44|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.1" />
<sup>1</sup>Αλλα τωρα ακουσον, δουλε μου Ιακωβ, και Ισραηλ τον οποιον εξελεξα.
<scripture passage="Isa 44:2" parsed="|Isa|44|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος, οστις σε εκαμε και σε επλασεν εκ κοιλιας και θελει σε βοηθησει· Μη φοβου, δουλε μου Ιακωβ, και συ, Ιεσουρουν, τον οποιον εξελεξα.
<scripture passage="Isa 44:3" parsed="|Isa|44|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.3" />
<sup>3</sup>Διοτι θελω εκχεει υδωρ επι τον διψωντα και ποταμους επι την ξηραν· θελω εκχεει το πνευμα μου επι το σπερμα σου και την ευλογιαν μου επι τους εκγονους σου·
<scripture passage="Isa 44:4" parsed="|Isa|44|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.4" />
<sup>4</sup>και θελουσι βλαστησει ως μεταξυ χορτου, ως ιτεαι παρα τους ρυακας των υδατων.
<scripture passage="Isa 44:5" parsed="|Isa|44|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.5" />
<sup>5</sup>Ο μεν θελει λεγει, Εγω ειμαι του Κυριου· ο δε θελει ονομαζεσθαι με το ονομα Ιακωβ· και αλλος θελει υπογραφεσθαι με την χειρα αυτου εις τον Κυριον και επονομαζεσθαι με το ονομα Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 44:6" parsed="|Isa|44|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.6" />
<sup>6</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Βασιλευς του Ισραηλ και ο Λυτρωτης αυτου, ο Κυριος των δυναμεων· Εγω ειμαι ο πρωτος και εγω ο εσχατος· και εκτος εμου δεν υπαρχει Θεος.
<scripture passage="Isa 44:7" parsed="|Isa|44|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.7" />
<sup>7</sup>Και τις ως εγω θελει κραξει και αναγγειλει και διαταξει εις εμε, αφου εσυστησα τον παλαιον λαον; και τα επερχομενα και τα μελλοντα ας αναγγειλωσι προς αυτους.
<scripture passage="Isa 44:8" parsed="|Isa|44|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.8" />
<sup>8</sup>Μη φοβεισθε μηδε τρομαζετε· εκτοτε δεν σε εκαμα να ακουσης και ανηγγειλα τουτο; σεις εισθε μαλιστα μαρτυρες μου· εκτος εμου υπαρχει Θεος; βεβαιως δεν υπαρχει βραχος· δεν γνωριζω ουδενα.
<scripture passage="Isa 44:9" parsed="|Isa|44|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.9" />
<sup>9</sup>Οσοι κατασκευαζουσιν ειδωλα, παντες ειναι ματαιοτης· και τα πολυεραστα αυτων ειδωλα δεν ωφελουσι· και αυτοι ειναι μαρτυρες αυτων οτι δεν βλεπουσιν ουδε νοουσι, δια να καταισχυνθωσι.
<scripture passage="Isa 44:10" parsed="|Isa|44|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.10" />
<sup>10</sup>Τις επλασε θεον η εχυσεν ειδωλον, το οποιον ουδεν ωφελει;
<scripture passage="Isa 44:11" parsed="|Isa|44|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, παντες οι συντροφοι αυτου θελουσιν αισχυνθη· και οι τεχνιται, αυτοι ειναι εξ ανθρωπων· ας συναχθωσι παντες ομου· ας παρασταθωσι· θελουσι φοβηθη, θελουσιν εντραπη παντες ομου.
<scripture passage="Isa 44:12" parsed="|Isa|44|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.12" />
<sup>12</sup>Ο χαλκευς κοπτει σιδηρον και εργαζεται εις τους ανθρακας και με τα σφυρια μορφονει αυτο και κατασκευαζει αυτο με την δυναμιν των βραχιονων αυτου· μαλιστα πεινα και η δυναμις αυτου αποκαμνει· υδωρ δεν πινει και ατονει.
<scripture passage="Isa 44:13" parsed="|Isa|44|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.13" />
<sup>13</sup>Ο ξυλουργος εξαπλονει τον κανονα, σημειονει αυτο με σταθμην, ομαλυνει αυτο με ροκανια και σημειονει αυτο δια του διαβητου και καμνει αυτο κατα την ανθρωπινην μορφην, κατα ανθρωπινην ωραιοτητα, δια να κατοικη εν τη οικια.
<scripture passage="Isa 44:14" parsed="|Isa|44|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.14" />
<sup>14</sup>Κοπτει εις εαυτον κεδρους και λαμβανει την κυπαρισσον και την δρυν, τα οποια εκλεγει εις εαυτον μεταξυ των δενδρων του δασους· φυτευει πευκην και η βροχη αυξανει αυτην.
<scripture passage="Isa 44:15" parsed="|Isa|44|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.15" />
<sup>15</sup>Και θελει εισθαι χρησιμον εις τον ανθρωπον δια καυσιμον· και εξ αυτου λαμβανει και θερμαινεται· προσετι καιει αυτο και ψηνει αρτον· προσετι καμνει αυτο θεον και προσκυνει αυτο· καμνει αυτο ειδωλον και γονατιζει εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Isa 44:16" parsed="|Isa|44|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.16" />
<sup>16</sup>Το ημισυ αυτου καιει εν πυρι· με το αλλο ημισυ τρωγει το κρεας· ψηνει το ψητον και χορταινει· και θερμαινεται, λεγων, Ω εθερμανθην, ειδον το πυρ·
<scripture passage="Isa 44:17" parsed="|Isa|44|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.17" />
<sup>17</sup>και το εναπολειφθεν αυτου καμνει θεον, το γλυπτον αυτου· γονατιζει εμπροσθεν αυτου και προσκυνει αυτο και προσευχεται εις αυτο και λεγει, Λυτρωσον με, διοτι εισαι ο θεος μου.
<scripture passage="Isa 44:18" parsed="|Isa|44|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.18" />
<sup>18</sup>Δεν καταλαμβανουσιν ουδε νοουσι· διοτι εκλεισε τους οφθαλμους αυτων δια να μη βλεπωσι, και τας καρδιας αυτων δια να μη νοωσι.
<scripture passage="Isa 44:19" parsed="|Isa|44|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.19" />
<sup>19</sup>Και ουδεις συλλογιζεται εν τη καρδια αυτου ουδε ειναι γνωσις εν αυτω ουδε νοησις, ωστε να ειπη, Το ημισυ αυτου εκαυσα εν πυρι· ετι εψησα αρτον επι των ανθρακων αυτου· εψησα κρεας και εφαγον· επειτα θελω καμει το υπολοιπον αυτου βδελυγμα; θελω προσκυνησει δενδρου κορμον;
<scripture passage="Isa 44:20" parsed="|Isa|44|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.20" />
<sup>20</sup>Βοσκεται απο στακτης· η ηπατημενη καρδια αυτου απεπλανησεν αυτον, δια να μη δυναται να ελευθερωση την ψυχην αυτου μηδε να ειπη, Τουτο, τη εν τη δεξια μου, δεν ειναι ψευδος;
<scripture passage="Isa 44:21" parsed="|Isa|44|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.21" />
<sup>21</sup>Ενθυμου ταυτα, Ιακωβ και Ισραηλ· διοτι δουλος μου εισαι· εγω σε επλασα· δουλος μου εισαι· Ισραηλ, δεν θελεις λησμονηθη υπ' εμου.
<scripture passage="Isa 44:22" parsed="|Isa|44|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.22" />
<sup>22</sup>Εξηλειψα ως πυκνην ομιχλην τας παραβασεις σου, και ως νεφος τας αμαρτιας σου· επιστρεψον προς εμε· διοτι εγω σε ελυτρωσα.
<scripture passage="Isa 44:23" parsed="|Isa|44|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.23" />
<sup>23</sup>Ψαλλετε, ουρανοι· διοτι ο Κυριος εκαμε τουτο· αλαλαξατε, τα κατω της γης· εκβαλετε φωνην αγαλλιασεως, ορη, δαση και παντα τα εν αυτοις δενδρα· διοτι ο Κυριος ελυτρωσε τον Ιακωβ και εδοξασθη εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 44:24" parsed="|Isa|44|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.24" />
<sup>24</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος, οστις σε ελυτρωσε και σε επλασεν εκ κοιλιας· Εγω ειμαι ο Κυριος ο ποιησας τα παντα· ο μονος εκτεινας τους ουρανους, ο στερεωσας την γην απ' εμαυτου·
<scripture passage="Isa 44:25" parsed="|Isa|44|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.25" />
<sup>25</sup>ο ματαιονων τα σημεια των ψευδολογων και καθιστων παραφρονας τους μαντεις· ο ανατρεπων τους σοφους και μωραινων την επιστημην αυτων·
<scripture passage="Isa 44:26" parsed="|Isa|44|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.26" />
<sup>26</sup>ο στερεονων τον λογον του δουλου μου και εκπληρων την βουλην των μηνυτων μου· ο λεγων προς την Ιερουσαλημ, Θελεις κατοικισθη· και προς τας πολεις του Ιουδα, Θελετε ανακτισθη και θελω ανορθωσει τα ερειπια αυτου·
<scripture passage="Isa 44:27" parsed="|Isa|44|27|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.27" />
<sup>27</sup>ο λεγων προς την αβυσσον, Γενου ξηρα και θελω ξηρανει τους ποταμους σου·
<scripture passage="Isa 44:28" parsed="|Isa|44|28|0|0" osisRef="Bible:Isa.44.28" />
<sup>28</sup>ο λεγων προς τον Κυρον, Ουτος ειναι ο βοσκος μου και θελει εκπληρωσει παντα τα θεληματα μου· και ο λεγων προς την Ιερουσαλημ, Θελεις ανακτισθη· και προς τον ναον, Θελουσι τεθη τα θεμελια σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 45" progress="60.07%" prev="Isa.44" next="Isa.46" id="Isa.45">
<h3 id="Isa.45-p0.1">Chapter 45</h3>
<p class="Greek" id="Isa.45-p1">
<scripture passage="Isa 45:1" parsed="|Isa|45|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος προς τον κεχρισμενον αυτου, τον Κυρον, του οποιου την δεξιαν χειρα εκρατησα, δια να υποταξω τα εθνη εμπροσθεν αυτου· και θελω λυσει την οσφυν των βασιλεων, δια να ανοιξω τα διθυρα εμπροθεν αυτου· και αι πυλαι δεν θελουσι κλεισθη.
<scripture passage="Isa 45:2" parsed="|Isa|45|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.2" />
<sup>2</sup>Εγω θελω υπαγει εμπροθεν σου και εξομαλυνει τας σκολιας οδους· θελω συντριψει τας χαλκινας θυρας και κοψει τους σιδηρους μοχλους.
<scripture passage="Isa 45:3" parsed="|Isa|45|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.3" />
<sup>3</sup>Και θελω σοι δωσει θησαυρους φυλαττομενους εν σκοτει και πλουτη κερυμμενα εν αποκρυφοις· δια να γνωρισης οτι εγω ειμαι ο Κυριος ο καλων σε κατ' ονομα, ο Θεος του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 45:4" parsed="|Isa|45|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.4" />
<sup>4</sup>Δια τον Ιακωβ τον δουλον μου και τον Ισραηλ τον εκλεκτον μου σε εκαλεσα μαλιστα με το ονομα σου, σε επωνομασα, αν και δεν με εγνωρισας.
<scripture passage="Isa 45:5" parsed="|Isa|45|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.5" />
<sup>5</sup>Εγω ειμαι ο Κυριος και δεν ειναι αλλος· δεν υπαρχει εκτος εμου Θεος· εγω σε περιεζωσα, αν και δεν με εγνωρισας,
<scripture passage="Isa 45:6" parsed="|Isa|45|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.6" />
<sup>6</sup>δια να γνωρισωσιν απο ανατολων ηλιου και απο δυσμων, οτι εκτος εμου δεν υπαρχει ουδεις· εγω ειμαι ο Κυριος και δεν υπαρχει αλλος·
<scripture passage="Isa 45:7" parsed="|Isa|45|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.7" />
<sup>7</sup>ο κατασκευασας το φως και ποιησας το σκοτος· ο ποιων ειρηνην και κτιζων κακον· εγω ο Κυριος ποιω παντα ταυτα.
<scripture passage="Isa 45:8" parsed="|Isa|45|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.8" />
<sup>8</sup>Σταλαξατε δροσον ανωθεν, ουρανοι, και ας ρανωσιν αι νεφελαι δικαιοσυνην· ας ανοιξη η γη και ας γεννηση σωτηριαν και ας βλαστηση δικαιοσυνην ομου· εγω ο Κυριος εποιησα τουτο.
<scripture passage="Isa 45:9" parsed="|Isa|45|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.9" />
<sup>9</sup>Ουαι εις τον αντιμαχομενον προς τον Ποιητην αυτου. Ας αντιμαχεται το οστρακον προς τα οστρακα της γης· ο πηλος θελει ειπει προς τον πλαττοντα αυτον, Τι καμνεις; η το εργον σου, Ουτος δεν εχει χειρας;
<scripture passage="Isa 45:10" parsed="|Isa|45|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.10" />
<sup>10</sup>Ουαι εις τον λεγοντα προς τον πατερα, τι γεννας; προς την γυναικα, τι κοιλοπονεις;
<scripture passage="Isa 45:11" parsed="|Isa|45|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.11" />
<sup>11</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο Αγιος του Ισραηλ και ο Πλαστης αυτου· Ερωτατε με δια τα μελλοντα περι των υιων μου και περι του εργου των χειρων μου προσταξατε με.
<scripture passage="Isa 45:12" parsed="|Isa|45|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.12" />
<sup>12</sup>Εγω εκτισα την γην και εποιησα ανθρωπον επ' αυτης· εγω δια των χειρων μου εξετεινα τους ουρανους και εδωκα διαταγας εις πασαν την στρατιαν αυτων.
<scripture passage="Isa 45:13" parsed="|Isa|45|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.13" />
<sup>13</sup>Εγω εξηγειρα εκεινον εις δικαιοσυνην και θελω διευθυνει πασας τας οδους αυτου· αυτος θελει οικοδομησει την πολιν μου και θελει επιστρεψει τους αιχμαλωτους μου, ουχι με λυτρον ουδε με δωρα, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 45:14" parsed="|Isa|45|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.14" />
<sup>14</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ο κοπος της Αιγυπτου και το εμποριον της Αιθιοπιας και των Σαβαιων, ανδρων μεγαλοσωμων, θελουσι περασει εις σε και σου θελουσιν εισθαι· οπισω σου θελουσιν ακολουθει· με αλυσεις θελουσι περασει και θελουσι σε προσκυνησει, θελουσι σε ικετευσει, λεγοντες, Βεβαιως ο Θεος ειναι εν σοι, και δεν υπαρχει ουδεις αλλος Θεος.
<scripture passage="Isa 45:15" parsed="|Isa|45|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.15" />
<sup>15</sup>Τωοντι συ εισαι Θεος κρυπτομενος, Θεε του Ισραηλ, ο Σωτηρ.
<scripture passage="Isa 45:16" parsed="|Isa|45|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.16" />
<sup>16</sup>Παντες ουτοι θελουσιν αισχυνθη και εντραπη· οι εργαται των ειδωλων θελουσι φυγει εν καταισχυνη παντες ομου.
<scripture passage="Isa 45:17" parsed="|Isa|45|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Ισραηλ θελει σωθη δια του Κυριου σωτηριαν αιωνιον· δεν θελετε αισχυνθη ουδε εντραπη αιωνιως.
<scripture passage="Isa 45:18" parsed="|Isa|45|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος, ο ποιησας τους ουρανους· αυτος ο Θεος, ο πλασας την γην και ποιησας αυτην· οστις αυτος εστερεωσεν αυτην, εκτισεν αυτην ουχι ματαιως αλλ' επλασεν αυτην δια να κατοικηται· Εγω ειμαι ο Κυριος και δεν υπαρχει αλλος.
<scripture passage="Isa 45:19" parsed="|Isa|45|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.19" />
<sup>19</sup>Δεν ελαλησα εν κρυπτω ουδε εν σκοτεινω τοπω της γης· δεν ειπα προς το σπερμα του Ιακωβ, Ζητησατε με ματαιως· εγω ειμαι ο Κυριος, ο λαλων δικαιοσυνην, ο αναγγελλων ευθυτητα.
<scripture passage="Isa 45:20" parsed="|Isa|45|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.20" />
<sup>20</sup>Συναχθητε και ελθετε· πλησιασατε ομου, οι σεσωσμενοι των εθνων· δεν εχουσι νοησιν, οσοι σηκονουσι το γλυπτον ξυλον αυτων και προσευχονται εις θεον μη δυναμενον να σωση.
<scripture passage="Isa 45:21" parsed="|Isa|45|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.21" />
<sup>21</sup>Απαγγειλατε και φερετε αυτους πλησιον· μαλιστα, ας συμβουλευθωσιν ομου· τις ανηγγειλε τουτο απ' αρχης; τις εφανερωσε τουτο εξ εκεινου του καιρου; ουχι εγω ο Κυριος; και δεν υπαρχει εκτος εμου αλλος Θεος· Θεος δικαιος και Σωτηρ· δεν υπαρχει εκτος εμου.
<scripture passage="Isa 45:22" parsed="|Isa|45|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.22" />
<sup>22</sup>Εις εμε βλεψατε και σωθητε, παντα τα περατα της γης· διοτι εγω ειμαι ο Θεος και δεν υπαρχει αλλος.
<scripture passage="Isa 45:23" parsed="|Isa|45|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.23" />
<sup>23</sup>Ωμοσα εις εμαυτον· ο λογος εξηλθεν εκ του στοματος μου εν δικαιοσυνη και δεν θελει επιστραφη, Οτι παν γονυ θελει καμψει εις εμε, πασα γλωσσα θελει ομνυει εις εμε.
<scripture passage="Isa 45:24" parsed="|Isa|45|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.24" />
<sup>24</sup>Βεβαιως θελουσιν ειπει περι εμου, Εν τω Κυριω ειναι η δικαιοσυνη και η δυναμις· εις αυτον θελουσι προσελθει και θελουσι καταισχυνθη παντες οι οργιζομενοι εναντιον αυτου.
<scripture passage="Isa 45:25" parsed="|Isa|45|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.45.25" />
<sup>25</sup>Εν τω Κυριω θελει δικαιωθη απαν το σπερμα του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 46" progress="60.17%" prev="Isa.45" next="Isa.47" id="Isa.46">
<h3 id="Isa.46-p0.1">Chapter 46</h3>
<p class="Greek" id="Isa.46-p1">
<scripture passage="Isa 46:1" parsed="|Isa|46|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.1" />
<sup>1</sup>Κατεκαμφθη ο Βηλ, εκυψεν ο Νεβω· τα ειδωλα αυτων επετεθησαν επι ζωων και κτηνων· αι αμαξαι υμων ησαν πεφορτισμεναι φορτιον κοπιαστικον.
<scripture passage="Isa 46:2" parsed="|Isa|46|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.2" />
<sup>2</sup>Κυπτουσι, καμπτουσιν ομου· δεν δυνανται να σωσωσι το φορτιον αλλα και αυτα φερονται εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Isa 46:3" parsed="|Isa|46|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.3" />
<sup>3</sup>Ακουσατε μου, οικος Ιακωβ και παν το υπολοιπον του οικου Ισραηλ, τους οποιους εσηκωσα απο κοιλιας, τους οποιους εβαστασα απο μητρας·
<scripture passage="Isa 46:4" parsed="|Isa|46|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.4" />
<sup>4</sup>και εως του γηρατος σας εγω αυτος ειμαι· και εως των λευκων τριχων εγω θελω σας βαστασει· εγω σας εκαμα και εγω θελω σας σηκωσει· ναι, εγω θελω σας βαστασει και σωσει.
<scripture passage="Isa 46:5" parsed="|Isa|46|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.5" />
<sup>5</sup>Με τινα θελετε με εξομοιωσει και θελετε με εξισωσει και με συγκρινει και θελομεν εισθαι ομοιοι;
<scripture passage="Isa 46:6" parsed="|Isa|46|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.6" />
<sup>6</sup>Χυνουσι χρυσιον εκ του βαλαντιου και ζυγιζουσιν αργυριον δια του στατηρος και μισθονουσι χρυσοχοον και κατασκευαζει αυτο θεον· επειτα προσπιπτουσι και προσκυνουσι·
<scripture passage="Isa 46:7" parsed="|Isa|46|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.7" />
<sup>7</sup>σηκονουσιν αυτον επ' ωμου· φερουσιν αυτον και θετουσιν αυτον εις τον τοπον αυτου και ισταται· δεν θελει μετασαλευσει εκ του τοπου αυτου· προσετι βοωσι προς αυτον αλλα δεν δυναται να αποκριθη ουδε να σωση αυτους απο της συμφορας αυτων.
<scripture passage="Isa 46:8" parsed="|Isa|46|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.8" />
<sup>8</sup>Ενθυμηθητε τουτο και δειχθητε ανθρωποι· ανακαλεσατε αυτο εις τον νουν σας, αποσταται.
<scripture passage="Isa 46:9" parsed="|Isa|46|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.9" />
<sup>9</sup>Ενθυμηθητε τα προτερα, τα απ' αρχης· διοτι εγω ειμαι ο Θεος και δεν υπαρχει αλλος· εγω ειμαι ο Θεος και ουδεις ομοιος μου·
<scripture passage="Isa 46:10" parsed="|Isa|46|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.10" />
<sup>10</sup>οστις απ' αρχης αναγγελλω το τελος και απο προτερον τα μη γεγονοτα, λεγων, Η βουλη μου θελει σταθη και θελω εκτελεσει απαν το θελημα μου·
<scripture passage="Isa 46:11" parsed="|Isa|46|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.11" />
<sup>11</sup>οστις κραζω το αρπακτικον πτηνον εξ ανατολων, τον ανδρα της βουλης μου απο γης μακραν· ναι, ελαλησα και θελω καμει να γεινη· εβουλευθην και θελω εκτελεσει αυτο.
<scripture passage="Isa 46:12" parsed="|Isa|46|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.12" />
<sup>12</sup>Ακουσατε μου, σκληροκαρδιοι, οι μακραν απο της δικαιοσυνης.
<scripture passage="Isa 46:13" parsed="|Isa|46|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.46.13" />
<sup>13</sup>Επλησιασα την δικαιοσυνην μου· δεν θελει εισθαι μακραν και η σωτηρια μου δεν θελει βραδυνει· και θελω δωσει εν Σιων σωτηριαν εις τον Ισραηλ, την δοξαν μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 47" progress="60.21%" prev="Isa.46" next="Isa.48" id="Isa.47">
<h3 id="Isa.47-p0.1">Chapter 47</h3>
<p class="Greek" id="Isa.47-p1">
<scripture passage="Isa 47:1" parsed="|Isa|47|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.1" />
<sup>1</sup>Καταβα και καθησον επι του χωματος, παρθενε θυγατηρ της Βαβυλωνος· καθησον κατα γης· θρονος πλεον δεν ειναι, θυγατηρ των Χαλδαιων· διοτι δεν θελεις πλεον ονομασθη απαλη και τρυφερα.
<scripture passage="Isa 47:2" parsed="|Isa|47|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.2" />
<sup>2</sup>Πιασον τον χειρομυλον και αλεθε αλευρον· εκκαλυψον τους πλοκαμους σου, γυμνωσον τους ποδας, εκκαλυψον τας κνημας, περασον τους ποταμους.
<scripture passage="Isa 47:3" parsed="|Isa|47|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.3" />
<sup>3</sup>Η γυμνωσις σου θελει εκκαλυφθη· ναι, η αισχυνη σου θελει φανη· εκδικησιν θελω λαβει και δεν θελω φεισθη ανθρωπον.
<scripture passage="Isa 47:4" parsed="|Isa|47|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.4" />
<sup>4</sup>Του Λυτρωτου ημων το ονομα ειναι, Ο Κυριος των δυναμεων, ο Αγιος του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 47:5" parsed="|Isa|47|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.5" />
<sup>5</sup>Καθησον σιωπωσα και εισελθε εις το σκοτος, θυγατηρ των Χαλδαιων· διοτι δεν θελεις πλεον ονομαζεσθαι, Η κυρια των βασιλειων.
<scripture passage="Isa 47:6" parsed="|Isa|47|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.6" />
<sup>6</sup>Ωργισθην κατα του λαου μου, εμιανα την κληρονομιαν μου και παρεδωκα αυτους εις την χειρα σου· πλην συ δεν εδειξας εις αυτους ελεος· σφοδρα εβαρυνας τον ζυγον σου επι τον γεροντα.
<scripture passage="Isa 47:7" parsed="|Isa|47|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.7" />
<sup>7</sup>Και ειπας, εις τον αιωνα θελω εισθαι κυρια· ωστε δεν εβαλες ταυτα εν τη καρδια σου ουδε ενεθυμηθης τα εσχατα αυτων.
<scripture passage="Isa 47:8" parsed="|Isa|47|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.8" />
<sup>8</sup>Τωρα λοιπον ακουσον τουτο, η παραδεδομενη εις τας τρυφας, η κατοικουσα αμεριμνως, η λεγουσα εν τη καρδια σου, Εγω ειμαι και εκτος εμου ουδεμια αλλη· δεν θελω καθησει χηρα και δεν θελω γνωρισει ατεκνωσιν.
<scripture passage="Isa 47:9" parsed="|Isa|47|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.9" />
<sup>9</sup>Τα δυο ταυτα θελουσι βεβαιως ελθει επι σε εξαιφνης εν μια ημερα, ατεκνωσις και χηρεια· θελουσιν ελθει επι σε καθ' ολοκληριαν δια το πληθος των μαγειων σου, δια την μεγαλην αφθονιαν των γοητευματων σου·
<scripture passage="Isa 47:10" parsed="|Isa|47|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.10" />
<sup>10</sup>διοτι εθαρρευθης επι την πονηριαν σου και ειπας, δεν με βλεπει ουδεις. Η σοφια σου και η επιστημη σου σε απεπλανησαν· και ειπας εν τη καρδια σου, Εγω ειμαι και εκτος εμου ουδεμια αλλη.
<scripture passage="Isa 47:11" parsed="|Isa|47|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο θελει ελθει κακον επι σε, χωρις να εξευρης ποθεν γενναται· και συμφορα θελει πεσει κατα σου, χωρις να δυνασαι να αποστρεψης αυτην· και ολεθρος θελει ελθει, αιφνιδιως επι σε, χωρις να εξευρης.
<scripture passage="Isa 47:12" parsed="|Isa|47|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.12" />
<sup>12</sup>Στηθι τωρα με τας γοητειας σου και με το πληθος των μαγειων σου, εις τας οποιας ηγωνισθης εκ νεοτητος σου· αν δυνασαι να ωφεληθης, αν δυνασαι να υπερισχυσης.
<scripture passage="Isa 47:13" parsed="|Isa|47|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.13" />
<sup>13</sup>Απεκαμες εν τω πληθει των βουλων σου. Ας σηκωθωσι τωρα οι ουρανοσκοποι, οι αστρολογοι, οι μηνολογοι προγνωστικοι, και ας σε σωσωσιν εκ των επερχομενων επι σε.
<scripture passage="Isa 47:14" parsed="|Isa|47|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, θελουσιν εισθαι ως αχυρον· πυρ θελει κατακαυσει αυτους· δεν θελουσι δυνηθη να σωσωσιν εαυτους απο της δυναμεως της φλογος· δεν θελει μεινει ανθραξ δια να θερμανθη τις ουδε πυρ δια να καθηση εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Isa 47:15" parsed="|Isa|47|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.47.15" />
<sup>15</sup>Τοιουτοι θελουσιν εισθαι εις σε εκεινοι, μετα των οποιων εκ νεοτητος σου εκοπιασας, οι εμποροι σου· θελουσι φυγει περιπλανωμενοι εκαστος εις το μερος αυτου· ουδεις θελει σε σωσει.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 48" progress="60.27%" prev="Isa.47" next="Isa.49" id="Isa.48">
<h3 id="Isa.48-p0.1">Chapter 48</h3>
<p class="Greek" id="Isa.48-p1">
<scripture passage="Isa 48:1" parsed="|Isa|48|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τουτο, οικος Ιακωβ· οι κληθεντες με το ονομα του Ισραηλ και εξελθοντες εκ της πηγης του Ιουδα· οι ομνυοντες εις το ονομα του Κυριου και αναφεροντες τον Θεον του Ισραηλ, πλην ουχι εν αληθεια ουδε εν δικαιοσυνη.
<scripture passage="Isa 48:2" parsed="|Isa|48|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.2" />
<sup>2</sup>Διοτι λαμβανουσι το ονομα αυτων εκ της πολεως της αγιας και επιστηριζονται επι τον Θεον του Ισραηλ· το ονομα αυτου ειναι, Ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Isa 48:3" parsed="|Isa|48|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.3" />
<sup>3</sup>Εκτοτε ανηγγειλα τα απ' αρχης· και εξηλθον εκ του στοματος μου και διεκηρυξα αυτα· εκαμα ταυτα αιφνιδιως και εγειναν.
<scripture passage="Isa 48:4" parsed="|Isa|48|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.4" />
<sup>4</sup>Επειδη γνωριζω οτι εισαι σκληρος, και ο τραχηλος σου ειναι νευρον σιδηρουν και το μετωπον σου χαλκινον.
<scripture passage="Isa 48:5" parsed="|Isa|48|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.5" />
<sup>5</sup>Εκτοτε δε ανηγγειλα τουτο προς σε· πριν γεινη διεκηρυξα τουτο εις σε, δια να μη ειπης, Το ειδωλον μου εκαμε ταυτα· και το γλυπτον μου και το χυτον μου προσεταξε ταυτα.
<scripture passage="Isa 48:6" parsed="|Isa|48|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.6" />
<sup>6</sup>Ηκουσας· ιδε παντα ταυτα· και δεν θελετε ομολογησει; απο τουδε διακηρυττω προς σε νεα, μαλιστα αποκεκρυμμενα, και τα οποια συ δεν ηξευρες.
<scripture passage="Isa 48:7" parsed="|Isa|48|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.7" />
<sup>7</sup>Τωρα εγειναν και ουχι παλαιοθεν, και ουδε προ της ημερας ταυτης ηκουσας περι αυτων, δια να μη ειπης, Ιδου, εγω ηξευρον ταυτα.
<scripture passage="Isa 48:8" parsed="|Isa|48|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.8" />
<sup>8</sup>Ουτε ηκουσας ουτε ηξευρες ουτε απ' αρχης ηνοιχθησαν τα ωτα σου· διοτι ηξευρον ετι βεβαιως ηθελες φερθη απιστως και εκ κοιλιας ωνομασθης παραβατης.
<scripture passage="Isa 48:9" parsed="|Isa|48|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.9" />
<sup>9</sup>Ενεκεν του ονοματος μου θελω μακρυνει τον θυμον μου, και δια τον επαινον μου θελω βασταχθη προς σε, ωστε να μη σε εξολοθρευσω.
<scripture passage="Isa 48:10" parsed="|Isa|48|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.10" />
<sup>10</sup>Ιδου, σε εκαθαρισα, πλην ουχι ως αργυρον· σε κατεστησα εκλεκτον εν τω χωνευτηριω της θλιψεως.
<scripture passage="Isa 48:11" parsed="|Isa|48|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.11" />
<sup>11</sup>Ενεκεν εμου, ενεκεν εμου θελω καμει τουτο· διοτι πως ηθελε μολυνθη το ονομα μου; ναι, δεν θελω δωσει την δοξαν μου εις αλλον.
<scripture passage="Isa 48:12" parsed="|Isa|48|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.12" />
<sup>12</sup>Ακουσον μου, Ιακωβ, και Ισραηλ τον οποιον εγω εκαλεσα· εγω αυτος ειμαι· εγω ο πρωτος, εγω και ο εσχατος.
<scripture passage="Isa 48:13" parsed="|Isa|48|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.13" />
<sup>13</sup>Και η χειρ μου εθεμελιωσε την γην και η δεξια μου εμετρησε με σπιθαμην τους ουρανους· οταν καλω αυτους, παριστανται ομου.
<scripture passage="Isa 48:14" parsed="|Isa|48|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.14" />
<sup>14</sup>Συναχθητε, παντες σεις, και ακουσατε· τις εκ τουτων ανηγγειλε ταυτα; Ο Κυριος ηγαπησεν αυτον· οθεν θελει εκπληρωσει το θελημα αυτου επι την Βαβυλωνα και ο βραχιων αυτου θελει εισθαι επι τους Χαλδαιους.
<scripture passage="Isa 48:15" parsed="|Isa|48|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.15" />
<sup>15</sup>Εγω, εγω ελαλησα· ναι, εκαλεσα αυτον· εφερα αυτον και εγω θελω ευοδωσει την οδον αυτου.
<scripture passage="Isa 48:16" parsed="|Isa|48|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.16" />
<sup>16</sup>Πλησιασατε προς εμε, ακουσατε τουτο· απ' αρχης δεν ελαλησα εν κρυπτω· αφοτου εγεινε τουτο, εγω ημην εκει και τωρα Κυριος ο Θεος απεστειλεν εμε και το πνευμα αυτου.
<scripture passage="Isa 48:17" parsed="|Isa|48|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.17" />
<sup>17</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο Λυτρωτης σου, ο Αγιος του Ισραηλ· Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, ο διδασκων σε δια την ωφελειαν σου, ο οδηγων σε δια της οδου δι' ης επρεπε να υπαγης.
<scripture passage="Isa 48:18" parsed="|Isa|48|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.18" />
<sup>18</sup>Ειθε να ηκουες τα προσταγματα μου τοτε η ειρηνη σου ηθελεν εισθαι ως ποταμος και η δικαιοσυνη σου ως κυματα θαλασσης·
<scripture passage="Isa 48:19" parsed="|Isa|48|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.19" />
<sup>19</sup>και το σπερμα σου ηθελεν εισθαι ως η αμμος και τα εκγονα της κοιλιας σου ως τα λιθαρια αυτης· το ονομα αυτου δεν ηθελεν αποκοπη ουδε εξαλειφθη απ' εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Isa 48:20" parsed="|Isa|48|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.20" />
<sup>20</sup>Εξελθετε εκ της Βαβυλωνος, φευγετε απο των Χαλδαιων, μετα φωνης αλαλαγμου αναγγειλατε, διακηρυξατε τουτο, εκφωνησατε αυτο εως εσχατου της γης, ειπατε, Ο Κυριος ελυτρωσε τον δουλον αυτου Ιακωβ.
<scripture passage="Isa 48:21" parsed="|Isa|48|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.21" />
<sup>21</sup>Και δεν εδιψησαν, οτε ωδηγει αυτους δια της ερημου· εκαμε να ρευσωσι δι' αυτους υδατα εκ πετρας· και εσχισε την πετραν και τα υδατα ερρευσαν.
<scripture passage="Isa 48:22" parsed="|Isa|48|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.48.22" />
<sup>22</sup>Ειρηνη δεν ειναι εις τους ασεβεις, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 49" progress="60.34%" prev="Isa.48" next="Isa.50" id="Isa.49">
<h3 id="Isa.49-p0.1">Chapter 49</h3>
<p class="Greek" id="Isa.49-p1">
<scripture passage="Isa 49:1" parsed="|Isa|49|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε μου, αι νησοι· και προσεξατε, λαοι μακρυνοι· Ο Κυριος με εκαλεσεν εκ κοιλιας· εκ των σπλαγχνων της μητρος μου ανεφερε το ονομα μου.
<scripture passage="Isa 49:2" parsed="|Isa|49|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.2" />
<sup>2</sup>Και εκαμε το στομα μου ως μαχαιραν οξειαν· υπο την σκιαν της χειρος αυτου με εκρυψε, και με εκαμεν ως βελος εκλεκτον, και εν τη φαρετρα αυτου με εκρυψε,
<scripture passage="Isa 49:3" parsed="|Isa|49|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς εμε, Συ εισαι ο δουλος μου, Ισραηλ, εις τον οποιον θελω δοξασθη.
<scripture passage="Isa 49:4" parsed="|Isa|49|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.4" />
<sup>4</sup>Και εγω ειπα, Ματαιως εκοπιασα· εις ουδεν και εις ματην κατηναλωσα την δυναμιν μου· πλην η κρισις μου ειναι μετα του Κυριου και το εργον μου μετα του Θεου μου.
<scripture passage="Isa 49:5" parsed="|Isa|49|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον λεγει Κυριος, ο πλασας με εκ κοιλιας δουλον αυτου, δια να επαναφερω τον Ιακωβ προς αυτον και δια να συναχθη προς αυτον ο Ισραηλ, και θελω δοξασθη εις τους οφθαλμους του Κυριου, και ο Θεος μου θελει εισθαι η δυναμις μου·
<scripture passage="Isa 49:6" parsed="|Isa|49|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.6" />
<sup>6</sup>και ειπε, Μικρον ειναι το να ησαι δουλος μου δια να ανορθωσης τας φυλας του Ιακωβ και να επαναφερης το υπολοιπον του Ισραηλ· θελω προσετι σε δωσει φως εις τα εθνη, δια να ησαι η σωτηρια μου εως εσχατου της γης.
<scripture passage="Isa 49:7" parsed="|Isa|49|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.7" />
<sup>7</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο Λυτρωτης του Ισραηλ, ο Αγιος αυτου, προς εκεινον τον οποιον καταφρονει ανθρωπος, προς εκεινον τον οποιον βδελυττεται εθνος, προς τον δουλον των εξουσιαστων· Βασιλεις θελουσι σε ιδει και σηκωθη, ηγεμονες και θελουσι σε προσκυνησει, ενεκεν του Κυριου, οστις ειναι πιστος, του Αγιου του Ισραηλ, οστις σε εξελεξεν
<scripture passage="Isa 49:8" parsed="|Isa|49|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.8" />
<sup>8</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Εν καιρω δεκτω επηκουσα σου και εν ημερα σωτηριας σε εβοηθησα· και θελω σε διαφυλαξει και θελω σε δωσει εις διαθηκην των λαων, δια να ανορθωσης την γην, να κληροδοτησης κληρονομιας ηρημωμενας·
<scripture passage="Isa 49:9" parsed="|Isa|49|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.9" />
<sup>9</sup>λεγων προς τους δεσμιους, Εξελθετε· προς τους εν τω σκοτει, Ανακαλυφθητε. Θελουσι βοσκηθη πλησιον των οδων, και αι βοσκαι αυτων θελουσιν εισθαι εν πασι τοις υψηλοις τοποις.
<scripture passage="Isa 49:10" parsed="|Isa|49|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.10" />
<sup>10</sup>δεν θελουσι πεινασει ουδε διψησει· δεν θελει προσβαλλει αυτους ουτε καυσων ουτε ηλιος· διοτι ο ελεων αυτους θελει οδηγησει αυτους και δια πηγων υδατων θελει φερει αυτους.
<scripture passage="Isa 49:11" parsed="|Isa|49|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.11" />
<sup>11</sup>Και θελω καμει παντα τα ορη μου οδους, και αι τριβοι μου θελουσιν υψωθη.
<scripture passage="Isa 49:12" parsed="|Isa|49|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, ουτοι θελουσιν ελθει μακροθεν· και ιδου, ουτοι απο βορρα και απο νοτου και ουτοι απο της γης του Σινειμ.
<scripture passage="Isa 49:13" parsed="|Isa|49|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.13" />
<sup>13</sup>Ευφραινεσθε, ουρανοι· και αγαλλου, η γη· αλαλαξατε, τα ορη· διοτι ο Κυριος παρηγορησε τον λαον αυτου και τους τεθλιμμενους αυτου ελεησεν.
<scripture passage="Isa 49:14" parsed="|Isa|49|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' η Σιων ειπεν, Ο Κυριος με εγκατελιπε και ο Κυριος μου με ελησμονησε.
<scripture passage="Isa 49:15" parsed="|Isa|49|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.15" />
<sup>15</sup>Δυναται γυνη να λησμονηση το θηλαζον βρεφος αυτης, ωστε να μη ελεηση το τεκνον της κοιλιας αυτης; αλλα και αν αυται λησμονησωσιν, εγω ομως δεν θελω σε λησμονησει.
<scripture passage="Isa 49:16" parsed="|Isa|49|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, επι των παλαμων μου σε εζωγραφισα· τα τειχη σου ειναι παντοτε ενωπιον μου.
<scripture passage="Isa 49:17" parsed="|Isa|49|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.17" />
<sup>17</sup>Τα τεκνα σου θελουσιν ελθει μετα σπουδης· οι δε καταστρεφοντες σε και ερημονοντες σε θελουσιν εξελθει απο σου.
<scripture passage="Isa 49:18" parsed="|Isa|49|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.18" />
<sup>18</sup>Υψωσον κυκλω τους οφθαλμους σου και ιδε· παντες ουτοι συναθροιζονται ομου, ερχονται προς σε. Ζω εγω, λεγει Κυριος, οτι συ θελεις ενδυθη παντας τουτους ως κοσμημα, και ως νυμφη θελεις στολισθη αυτους.
<scripture passage="Isa 49:19" parsed="|Isa|49|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.19" />
<sup>19</sup>Διοτι οι ηφανισμενοι σου και οι ηρημωμενοι σου τοποι και η γη σου η κατεφθαρμενη θελουσιν εισθαι τωρα παραπολυ μαλιστα στενοι δια τους κατοικους σου· εκεινοι δε, οιτινες σε κατετρωγον, θελουσι μακρυνθη απο σου.
<scripture passage="Isa 49:20" parsed="|Isa|49|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.20" />
<sup>20</sup>Τα τεκνα, τα οποια θελεις αποκτησει μετα την ατεκνιαν σου, θελουσιν ειπει προσετι εις τα ωτα σου, Στενος ειναι ο τοπος δι' εμε· καμε εις εμε τοπον δια να κατοικησω.
<scripture passage="Isa 49:21" parsed="|Isa|49|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.21" />
<sup>21</sup>Τοτε θελεις ειπει εν τη καρδια σου, Τις εγεννησεν εις εμε ταυτα, ενω εγω ημην ητεκνωμενη και ερημος, αιχμαλωτος και μεταφερομενη; ταυτα δε τις εξεθρεψεν; ιδου, εγω ειχον εγκαταλειφθη μονη· ταυτα που ησαν;
<scripture passage="Isa 49:22" parsed="|Isa|49|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.22" />
<sup>22</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θελω υψωσει την χειρα μου προς τα εθνη και στησει την σημαιαν μου προς τους λαους, και θελουσι φερει τους υιους σου εν ταις αγκαλαις και αι θυγατερες σου θελουσι φερθη επ' ωμων·
<scripture passage="Isa 49:23" parsed="|Isa|49|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.23" />
<sup>23</sup>και βασιλεις θελουσιν εισθαι οι παιδοτροφοι σου και αι βασιλισσαι αυτων αι τροφοι σου· θελουσι σε προσκυνησει με το προσωπον προς την γην και γλειφει το χωμα των ποδων σου· και θελεις γνωρισει, οτι εγω ειμαι ο Κυριος και οτι οι προσμενοντες με δεν θελουσιν αισχυνθη.
<scripture passage="Isa 49:24" parsed="|Isa|49|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.24" />
<sup>24</sup>Δυναται το λαφυρον να αφαιρεθη απο του ισχυρου η να ελευθερωθωσιν οι δικαιως αιχμαλωτισθεντες;
<scripture passage="Isa 49:25" parsed="|Isa|49|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.25" />
<sup>25</sup>Αλλ' ο Κυριος ουτω λεγει· Και οι αιχμαλωτοι του ισχυρου θελουσιν αφαιρεθη και το λαφυρον του τρομερου θελει αποσπασθη· διοτι εγω θελω δικολογησει προς τους δικολογουντας κατα σου και εγω θελω σωσει τα τεκνα σου.
<scripture passage="Isa 49:26" parsed="|Isa|49|26|0|0" osisRef="Bible:Isa.49.26" />
<sup>26</sup>Τους δε καταθλιβοντας σε θελω καμει να φαγωσι τας ιδιας αυτων σαρκας· και θελουσι μεθυσθη με το ιδιον αυτων αιμα, ως με νεον οινον· και θελει γνωρισει πασα σαρξ, οτι εγω ο Κυριος ειμαι ο Σωτηρ σου και ο Λυτρωτης σου, ο Ισχυρος του Ιακωβ.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 50" progress="60.44%" prev="Isa.49" next="Isa.51" id="Isa.50">
<h3 id="Isa.50-p0.1">Chapter 50</h3>
<p class="Greek" id="Isa.50-p1">
<scripture passage="Isa 50:1" parsed="|Isa|50|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Που ειναι το εγγραφον του διαζυγιου της μητρος σας, δι' ου απεβαλον αυτην; η τις ειναι εκ των δανειστων μου, εις τον οποιον σας επωλησα; Ιδου, δια τας ανομιας σας επωληθητε, και δια τας παραβασεις σας απεβληθη η μητηρ σας.
<scripture passage="Isa 50:2" parsed="|Isa|50|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.2" />
<sup>2</sup>Δια τι, οτε ηλθον, δεν υπηρχεν ουδεις; και οτε εκαλεσα, δεν υπηρχεν ο αποκρινομενος; Εσμικρυνθη ποσως η χειρ μου, ωστε να μη δυναται να λυτρωση; η δεν εχω δυναμιν να ελευθερωσω; Ιδου, εγω με την επιτιμησιν μου εξηρανα την θαλασσαν, εκαμα ερημον τους ποταμους· οι ιχθυες αυτων εξηρανθησαν δι' ελλειψιν υδατος και απεθανον υπο διψης.
<scripture passage="Isa 50:3" parsed="|Isa|50|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.3" />
<sup>3</sup>Εγω περιενδυω τους ουρανους σκοτος και θετω σακκον το περικαλυμμα αυτων.
<scripture passage="Isa 50:4" parsed="|Isa|50|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.4" />
<sup>4</sup>Κυριος ο Θεος εδωκεν εις εμε γλωσσαν πεπαιδευμενων, δια να εξευρω πως να λαλησω λογον εν καιρω προς τον βεβαρυμενον· εγειρει απο πρωι εις πρωι, εγειρει το ωτιον μου, δια να ακουω ως οι πεπαιδευμενοι.
<scripture passage="Isa 50:5" parsed="|Isa|50|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.5" />
<sup>5</sup>Κυριος ο Θεος ηνοιξεν ωτιον εν εμοι και εγω δεν ηπειθησα ουδε εστραφην οπισω.
<scripture passage="Isa 50:6" parsed="|Isa|50|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.6" />
<sup>6</sup>Τον νωτον μου εδωκα εις τους μαστιγουντας και τας σιαγονας μου εις τους μαδιζοντας· δεν εκρυψα το προσωπον μου απο υβρισμων και εμπτυσματων.
<scripture passage="Isa 50:7" parsed="|Isa|50|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.7" />
<sup>7</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος θελει με βοηθησει· δια τουτο δεν ενετραπην· δια τουτο εθεσα το προσωπον μου ως πετραν σκληραν και εξευρω οτι δεν θελω καταισχυνθη.
<scripture passage="Isa 50:8" parsed="|Isa|50|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.8" />
<sup>8</sup>Πλησιον ειναι ο δικαιονων με· τις θελει κριθη μετ' εμου; ας παρασταθωμεν ομου· τις ειναι η αντιδικος μου; ας πλησιαση εις εμε.
<scripture passage="Isa 50:9" parsed="|Isa|50|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.9" />
<sup>9</sup>Ιδου, Κυριος ο Θεος θελει με βοηθησει· τις θελει με καταδικασει ιδου, παντες ουτοι θελουσι παλαιωθη ως ιματιον· ο σκωληξ θελει καταφαγει αυτους.
<scripture passage="Isa 50:10" parsed="|Isa|50|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.10" />
<sup>10</sup>Τις ειναι μεταξυ σας ο φοβουμενος τον Κυριον, ο υπακουων εις την φωνην του δουλου αυτου; ουτος, και αν περιπατη εν σκοτει και δεν εχη φως, ας θαρρη επι το ονομα του Κυριου και ας επιστηριζεται επι τον Θεον αυτου.
<scripture passage="Isa 50:11" parsed="|Isa|50|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.50.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, παντες σεις, οι αναπτοντες πυρ και περικυκλουμενοι με σπινθηρας, περιπατειτε εν τω φωτι του πυρος σας και δια των σπινθηρων τους οποιους εξηψατε. Τουτο σας εγεινεν υπο της χειρος μου, εν λυπη θελετε κοιτεσθαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 51" progress="60.49%" prev="Isa.50" next="Isa.52" id="Isa.51">
<h3 id="Isa.51-p0.1">Chapter 51</h3>
<p class="Greek" id="Isa.51-p1">
<scripture passage="Isa 51:1" parsed="|Isa|51|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε μου, σεις οι ακολουθουντες την δικαιοσυνην, οι ζητουντες τον Κυριον· εμβλεψατε εις τον βραχον, εκ του οποιου ελατομηθητε, και εις το στομιον του λακκου, εκ του οποιου ανωρυχθητε.
<scripture passage="Isa 51:2" parsed="|Isa|51|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.2" />
<sup>2</sup>Εμβλεψατε εις τον Αβρααμ τον πατερα σας και εις την Σαρραν, ητις σας εγεννησε· διοτι εκαλεσα αυτον οντα ενα και ευλογησα αυτον και επληθυνα αυτον.
<scripture passage="Isa 51:3" parsed="|Isa|51|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος λοιπον θελει παρηγορησει την Σιων· αυτος θελει παρηγορησει παντας τους ηρημωμενους τοπους αυτης· και θελει καμει την ερημον αυτης ως την Εδεμ και την ερημιαν αυτης ως παραδεισον του Κυριου· ευφροσυνη και αγαλλιασις θελει ευρισκεσθαι εν αυτη, δοξολογια και φωνη αινεσεως.
<scripture passage="Isa 51:4" parsed="|Isa|51|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.4" />
<sup>4</sup>Ακουσον μου, λαε μου· και δος ακροασιν εις εμε, εθνος μου· διοτι νομος θελει εξελθει παρ' εμου και θελω στησει την κρισιν μου δια φως των λαων.
<scripture passage="Isa 51:5" parsed="|Isa|51|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.5" />
<sup>5</sup>Η δικαιοσυνη μου πλησιαζει· η σωτηρια μου εξηλθε και οι βραχιονες μου θελουσι κρινει τους λαους· αι νησοι θελουσι προσμενει εμε και θελουσιν ελπιζει επι τον βραχιονα μου.
<scripture passage="Isa 51:6" parsed="|Isa|51|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.6" />
<sup>6</sup>Υψωσατε τους οφθαλμους σας εις τους ουρανους και βλεψατε εις την γην κατω· διοτι οι ουρανοι θελουσι διαλυθη ως καπνος και η γη θελει παλαιωθη ως ιματιον και οι κατοικουντες εν αυτη θελουσιν αποθανει εξισου· αλλ' η σωτηρια μου θελει εισθαι εις τον αιωνα και η δικαιοσυνη μου δεν θελει εκλειψει.
<scripture passage="Isa 51:7" parsed="|Isa|51|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.7" />
<sup>7</sup>Ακουσατε μου, σεις οι γνωριζοντες δικαιοσυνην· λαε, εν τη καρδια του οποιου ειναι ο νομος μου· μη φοβεισθε τον ονειδισμον των ανθρωπων μηδε ταραττεσθε εις τας υβρεις αυτων.
<scripture passage="Isa 51:8" parsed="|Isa|51|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ως ιματιον θελει καταφαγει αυτους ο σκωληξ και ως μαλλιον θελει καταφαγει αυτους ο σκωρος· αλλ' η δικαιοσυνη μου θελει μενει εις τον αιωνα και η σωτηρια μου εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Isa 51:9" parsed="|Isa|51|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.9" />
<sup>9</sup>Εξεγερθητι, εξεγερθητι, ενδυθητι δυναμιν, βραχιων Κυριου· εξεγερθητι ως εν ταις αρχαιαις ημεραις, εν ταις παλαιαις γενεαις. Δεν εισαι συ, ο παταξας την Ρααβ και τραυματισας τον δρακοντα;
<scripture passage="Isa 51:10" parsed="|Isa|51|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.10" />
<sup>10</sup>Δεν εισαι συ, ο ξηρανας την θαλασσαν, τα υδατα της μεγαλης αβυσσου; ο ποιησας τα βαθη της θαλασσης οδον διαβασεως των λελυτρωμενων;
<scripture passage="Isa 51:11" parsed="|Isa|51|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.11" />
<sup>11</sup>Και οι λελυτρωμενοι του Κυριου θελουσιν επιστρεψει και ελθει εν αλαλαγμω εις Σιων· και ευφροσυνη αιωνιος θελει εισθαι επι της κεφαλης αυτων· αγαλλιασιν και ευφροσυνην θελουσιν απολαυσει· η λυπη και ο στεναγμος θελουσι φυγει.
<scripture passage="Isa 51:12" parsed="|Isa|51|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.12" />
<sup>12</sup>Εγω, εγω ειμαι ο παρηγορων υμας. Συ τις εισαι και φοβεισαι απο ανθρωπου θνητου και απο υιου ανθρωπου, οστις θελει γεινει ως χορτος·
<scripture passage="Isa 51:13" parsed="|Isa|51|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.13" />
<sup>13</sup>και ελησμονησας Κυριον τον Ποιητην σου, τον εκτειναντα τους ουρανους και θεμελιωσαντα την γην· και εφοβεισο παντοτε καθ' ημεραν την οργην του καταθλιβοντος σε, ως εαν ητο ετοιμος να καταστρεψη; και που ειναι τωρα η οργη του καταθλιβοντος;
<scripture passage="Isa 51:14" parsed="|Isa|51|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.14" />
<sup>14</sup>Ο ηχμαλωτισμενος σπευδει να λυθη και να μη αποθανη εν τω λακκω μηδε να στερηθη τον αρτον αυτου·
<scripture passage="Isa 51:15" parsed="|Isa|51|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.15" />
<sup>15</sup>διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου, ο ταραττων την θαλασσαν και ηχουσι τα κυματα αυτης· Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου.
<scripture passage="Isa 51:16" parsed="|Isa|51|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.16" />
<sup>16</sup>Και εθεσα τους λογους μου εις το στομα σου και σε εσκεπασα με την σκιαν της χειρος μου, δια να στερεωσω τους ουρανους και να θεμελιωσω την γην· και δια να ειπω προς την Σιων, Λαος μου εισαι.
<scripture passage="Isa 51:17" parsed="|Isa|51|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.17" />
<sup>17</sup>Εξεγερθητι, εξεγερθητι, αναστηθι, Ιερουσαλημ, ητις επιες εκ της χειρος του Κυριου το ποτηριον του θυμου αυτου· επιες, εξεκενωσας και αυτην την τρυγιαν του ποτηριου της ζαλης.
<scripture passage="Isa 51:18" parsed="|Isa|51|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.18" />
<sup>18</sup>Εκ παντων των υιων, τους οποιους εγεννησε, δεν υπαρχει ο οδηγων αυτην· ουδε ειναι εκ παντων των υιων, τους οποιους εξεθρεψεν, ο πιανων αυτην εκ της χειρος.
<scripture passage="Isa 51:19" parsed="|Isa|51|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.19" />
<sup>19</sup>Τα δυο ταυτα ηλθον επι σε· τις θελει σε συλλυπηθη; ερημωσις και καταστροφη και πεινα και μαχαιρα· δια τινος να σε παρηγορησω;
<scripture passage="Isa 51:20" parsed="|Isa|51|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.20" />
<sup>20</sup>Οι υιοι σου απενεκρωθησαν· κοιτονται απ' ακρου πασων των οδων, ως αγριος ταυρος εν δικτυοις· ειναι πληρεις του θυμου του Κυριου, της επιτιμησεως του Θεου σου.
<scripture passage="Isa 51:21" parsed="|Isa|51|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.21" />
<sup>21</sup>Οθεν, ακουε τωρα τουτο, τεθλιμμενη και μεθυουσα, πλην ουχι εξ οινου·
<scripture passage="Isa 51:22" parsed="|Isa|51|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.22" />
<sup>22</sup>ουτω λεγει ο Κυριος σου, ο Κυριος και ο Θεος σου, ο δικολογων υπερ του λαου αυτου· Ιδου, ελαβον εκ των χειρων σου το ποτηριον της ζαλης, την τρυγιαν του ποτηριου του θυμου μου· δεν θελεις πλεον πιει αυτο του λοιπου·
<scripture passage="Isa 51:23" parsed="|Isa|51|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.51.23" />
<sup>23</sup>και θελω βαλει αυτο εις την χειρα των καταθλιβοντων σε, οιτινες ειπον προς την ψυχην σου, Κυψον, δια να περασωμεν· και συ εβαλες το σωμα σου ως γην και ως οδον εις τους διαβαινοντας.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 52" progress="60.58%" prev="Isa.51" next="Isa.53" id="Isa.52">
<h3 id="Isa.52-p0.1">Chapter 52</h3>
<p class="Greek" id="Isa.52-p1">
<scripture passage="Isa 52:1" parsed="|Isa|52|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.1" />
<sup>1</sup>Εξεγερθητι, εξεγερθητι, ενδυθητι την δυναμιν σου, Σιων· ενδυθητι τα ιματια της μεγαλοπρεπειας σου, Ιερουσαλημ, πολις αγια· διοτι του λοιπου δεν θελει πλεον εισελθει εις σε ο απεριτμητος και ακαθαρτος.
<scripture passage="Isa 52:2" parsed="|Isa|52|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.2" />
<sup>2</sup>Εκτιναχθητι απο το χωμα· σηκωθητι, καθησον, Ιερουσαλημ· λυσον τα δεσμα απο του τραχηλου σου, αιχμαλωτος θυγατηρ της Σιων.
<scripture passage="Isa 52:3" parsed="|Isa|52|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Επωληθητε δια μηδεν και θελετε λυτρωθη ανευ αργυριου.
<scripture passage="Isa 52:4" parsed="|Isa|52|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ο λαος μου κατεβη το προτερον εις την Αιγυπτον δια να παροικηση εκει και οι Ασσυριοι αναιτιως κατεθλιψαν αυτους.
<scripture passage="Isa 52:5" parsed="|Isa|52|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον, τι εχω να καμω εδω, λεγει Κυριος, επειδη ο λαος μου εληφθη δια μηδεν; οι εξουσιαζοντες επ' αυτου καμνουσιν εαυτον να ολολυζη, λεγει Κυριος· και το ονομα μου βλασφημειται παντοτε καθ' ημεραν.
<scripture passage="Isa 52:6" parsed="|Isa|52|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο ο λαος μου θελει γνωρισει το ονομα μου· δια τουτο θελει γνωρισει εν εκεινη τη ημερα, οτι εγω ειμαι ο λαλων· ιδου, εγω.
<scripture passage="Isa 52:7" parsed="|Isa|52|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.7" />
<sup>7</sup>Ποσον ωραιοι ειναι επι των ορεων οι ποδες του ευαγγελιζομενου, του κηρυττοντος ειρηνην· του ευαγγελιζομενου αγαθα, του κηρυττοντος σωτηριαν, του λεγοντος προς την Σιων· Ο Θεος σου βασιλευει.
<scripture passage="Isa 52:8" parsed="|Isa|52|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.8" />
<sup>8</sup>Οι φυλακες σου θελουσιν υψωσει φωνην· εν φωναις ομου θελουσιν αλαλαζει· διοτι θελουσιν ιδει οφθαλμος προς οφθαλμον, οταν ο Κυριος ανορθωση την Σιων.
<scripture passage="Isa 52:9" parsed="|Isa|52|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.9" />
<sup>9</sup>Αλαλαξατε, ευφρανθητε ομου, ηρημωμενοι τοποι της Ιερουσαλημ· διοτι ο Κυριος παρηγορησε τον λαον αυτου, ελυτρωσε την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 52:10" parsed="|Isa|52|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος εγυμνωσε τον αγιον βραχιονα αυτου ενωπιον παντων των εθνων· και παντα τα περατα της γης θελουσιν ιδει την σωτηριαν του Θεου ημων.
<scripture passage="Isa 52:11" parsed="|Isa|52|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.11" />
<sup>11</sup>Συρθητε, συρθητε, εξελθετε εκειθεν, μη εγγισητε ακαθαρτον· εξελθετε εκ μεσου αυτης· καθαρισθητε σεις οι βασταζοντες τα σκευη του Κυριου·
<scripture passage="Isa 52:12" parsed="|Isa|52|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.12" />
<sup>12</sup>διοτι δεν θελετε εξελθει εν βια, ουδε μετα φυγης θελετε οδοιπορησει· διοτι ο Κυριος θελει υπαγει εμπροσθεν σας και ο Θεος του Ισραηλ θελει εισθαι η οπισθοφυλακη σας.
<scripture passage="Isa 52:13" parsed="|Isa|52|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, ο δουλος μου θελει ευοδωθη· θελει υψωθη και δοξασθη και αναβη υψηλα σφοδρα.
<scripture passage="Isa 52:14" parsed="|Isa|52|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.14" />
<sup>14</sup>Καθως πολλοι εμειναν εκστατικοι επι σε, τοσον ητο το προσωπον αυτου αδοξον παρα παντος ανθρωπου και το ειδος αυτου παρα των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Isa 52:15" parsed="|Isa|52|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.52.15" />
<sup>15</sup>Ουτω θελει ραντισει πολλα εθνη· οι βασιλεις θελουσι φραξει το στομα αυτων επ' αυτον· διοτι θελουσιν ιδει εκεινο το οποιον δεν ελαληθη προς αυτους· και θελουσι νοησει εκεινο, το οποιον δεν ηκουσαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 53" progress="60.64%" prev="Isa.52" next="Isa.54" id="Isa.53">
<h3 id="Isa.53-p0.1">Chapter 53</h3>
<p class="Greek" id="Isa.53-p1">
<scripture passage="Isa 53:1" parsed="|Isa|53|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.1" />
<sup>1</sup>Τις επιστευσεν εις το κηρυγμα ημων; και ο βραχιων του Κυριου εις τινα απεκαλυφθη;
<scripture passage="Isa 53:2" parsed="|Isa|53|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.2" />
<sup>2</sup>διοτι ανεβη ενωπιον αυτου ως τρυφερον φυτον και ως ριζα απο ξηρας γης· δεν εχει ειδος ουδε καλλος· και ειδομεν αυτον και δεν ειχεν ωραιοτητα ωστε να επιθυμωμεν αυτον.
<scripture passage="Isa 53:3" parsed="|Isa|53|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.3" />
<sup>3</sup>Καταπεφρονημενος και απερριμμενος υπο των ανθρωπων· ανθρωπος θλιψεων και δοκιμος ασθενειας· και ως ανθρωπος απο του οποιου αποστρεφει τις το προσωπον, κατεφρονηθη και ως ουδεν ελογισθημεν αυτον.
<scripture passage="Isa 53:4" parsed="|Isa|53|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.4" />
<sup>4</sup>Αυτος τωοντι τας ασθενειας ημων εβαστασε και τας θλιψεις ημων επεφορτισθη· ημεις δε ενομισαμεν αυτον τετραυματισμενον, πεπληγωμενον υπο Θεου και τεταλαιπωρημενον.
<scripture passage="Isa 53:5" parsed="|Isa|53|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' αυτος ετραυματισθη δια τας παραβασεις ημων, εταλαιπωρηθη δια τας ανομιας ημων· η τιμωρια, ητις εφερε την ειρηνην ημων, ητο επ' αυτον· και δια των πληγων αυτου ημεις ιαθημεν.
<scripture passage="Isa 53:6" parsed="|Isa|53|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.6" />
<sup>6</sup>Παντες ημεις επλανηθημεν ως προβατα· εστραφημεν εκαστος εις την οδον αυτου· και ο Κυριος εθεσεν επ' αυτον την ανομιαν παντων ημων.
<scripture passage="Isa 53:7" parsed="|Isa|53|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.7" />
<sup>7</sup>Αυτος ητο κατατεθλιμμενος και βεβασανισμενος αλλα δεν ηνοιξε το στομα αυτου· εφερθη ως αρνιον επι σφαγην, και ως προβατον εμπροσθεν του κειροντος αυτο αφωνον, ουτω δεν ηνοιξε το στομα αυτου.
<scripture passage="Isa 53:8" parsed="|Isa|53|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.8" />
<sup>8</sup>Απο καταθλιψεως και κρισεως ανηρπαχθη· την δε γενεαν αυτου τις θελει διηγηθη; διοτι εσηκωθη απο της γης των ζωντων· δια τας παραβασεις του λαου μου ετραυματισθη.
<scripture passage="Isa 53:9" parsed="|Isa|53|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.9" />
<sup>9</sup>Και ο ταφος αυτου διωρισθη μετα των κακουργων· πλην εις τον θανατον αυτου εσταθη μετα του πλουσιου· διοτι δεν εκαμεν ανομιαν ουδε ευρεθη δολος εν τω στοματι αυτου.
<scripture passage="Isa 53:10" parsed="|Isa|53|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ο Κυριος ηθελησε να βασανιση αυτον· εταλαιπωρησεν αυτον. Αφου ομως δωσης την ψυχην αυτου προσφοραν περι αμαρτιας, θελει ιδει εκγονα, θελει μακρυνει τας ημερας αυτου, και το θελημα του Κυριου θελει ευοδωθη εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Isa 53:11" parsed="|Isa|53|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.11" />
<sup>11</sup>Θελει ιδει τους καρπους του πονου της ψυχης αυτου και θελει χορτασθη· ο δικαιος δουλος μου θελει δικαιωσει πολλους δια της επιγνωσεως αυτου· διοτι αυτος θελει βαστασει τας ανομιας αυτων.
<scripture passage="Isa 53:12" parsed="|Isa|53|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.53.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο θελω δωσει εις αυτον μεριδα μετα των μεγαλων και τους ισχυρους θελει μοιρασθη λαφυρον, διοτι παρεδωκε την ψυχην αυτου εις θανατον και μετα ανομων ελογισθη και αυτος εβαστασε τας αμαρτιας πολλων και θελει μεσιτευσει υπερ των ανομων.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 54" progress="60.69%" prev="Isa.53" next="Isa.55" id="Isa.54">
<h3 id="Isa.54-p0.1">Chapter 54</h3>
<p class="Greek" id="Isa.54-p1">
<scripture passage="Isa 54:1" parsed="|Isa|54|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.1" />
<sup>1</sup>Ευφρανθητι, στειρα, η μη τικτουσα· αναβοησον εν αγαλλιασει και τερπου, η μη ωδινουσα· διοτι πλειοτερα ειναι τα τεκνα της ηρημωμενης παρα τα τεκνα της εχουσης τον ανδρα, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 54:2" parsed="|Isa|54|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.2" />
<sup>2</sup>Πλατυνον τον τοπον της σκηνης σου και ας εκτεινωσι τα παραπετασματα των κατοικιων σου· μη φεισθης· μακρυνον τα σχοινια σου και στερεωσον τους πασσαλους σου.
<scripture passage="Isa 54:3" parsed="|Isa|54|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.3" />
<sup>3</sup>Διοτι θελεις εκταθη εις τα δεξια και εις τα αριστερα· και το σπερμα σου θελει κληρονομησει τα εθνη και θελει καμει τας ηρημωμενας πολεις να κατοικισθωσι.
<scripture passage="Isa 54:4" parsed="|Isa|54|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.4" />
<sup>4</sup>Μη φοβου· διοτι δεν θελεις καταισχυνθη· μηδε εντρεπου· διοτι δεν θελεις αισχυνθη· διοτι θελεις λησμονησει την αισχυνην της νεοτητος σου και δεν θελεις ενθυμηθη πλεον το ονειδος της χηρειας σου.
<scripture passage="Isa 54:5" parsed="|Isa|54|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο ανηρ σου ειναι ο Ποιητης σου· το ονομα αυτου ειναι, Ο Κυριος των δυναμεων· και ο Λυτρωτης σου ειναι ο Αγιος του Ισραηλ· αυτος θελει ονομασθη, Ο Θεος πασης της γης.
<scripture passage="Isa 54:6" parsed="|Isa|54|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο Κυριος σε εκαλεσεν ως γυναικα εγκαταλελειμμενην και τεθλιμμενην το πνευμα και γυναικα νεοτητος αποβεβλημενην, λεγει ο Θεος σου.
<scripture passage="Isa 54:7" parsed="|Isa|54|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.7" />
<sup>7</sup>Σε εγκατελιπον δια ολιγον καιρον· πλην με ελεος μεγα θελω σε περισυναξει.
<scripture passage="Isa 54:8" parsed="|Isa|54|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.8" />
<sup>8</sup>Εν θυμω μικρω εκρυψα το προσωπον μου απο σου δια μιαν στιγμην· με ελεος ομως αιωνιον θελω σε ελεησει, λεγει Κυριος ο Λυτρωτης σου.
<scripture passage="Isa 54:9" parsed="|Isa|54|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.9" />
<sup>9</sup>Διοτι τουτο ειναι εις εμε ως τα υδατα του Νωε· επειδη, καθως ωμοσα οτι τα υδατα του Νωε δεν θελουσιν επελθει πλεον επι την γην, ουτως ωμοσα οτι δεν θελω θυμωθη πλεον κατα σου ουδε σε ελεγξει.
<scripture passage="Isa 54:10" parsed="|Isa|54|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.10" />
<sup>10</sup>Διοτι τα ορη θελουσι μετατοπισθη και οι λοφοι μετακινηθη· πλην το ελεος μου δεν θελει εκλειψει απο σου ουδε η διαθηκη της ειρηνης μου μετακινηθη, λεγει Κυριος ο ελεων σε.
<scripture passage="Isa 54:11" parsed="|Isa|54|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.11" />
<sup>11</sup>Ω τεθλιμμενη, τεταραγμενη, απαρηγορητος, ιδου, εγω θελω στρωσει τους λιθους σου εκ μαρμαρων πορφυρων και θελω βαλει τα θεμελια σου εκ σαπφειρων.
<scripture passage="Isa 54:12" parsed="|Isa|54|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.12" />
<sup>12</sup>Και θελω καμει τας επαλξεις σου εξ αχατου και τας πυλας σου εξ ανθρακων και απαντα τον περιβολον σου εκ λιθων εκλεκτων.
<scripture passage="Isa 54:13" parsed="|Isa|54|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.13" />
<sup>13</sup>Παντες δε οι υιοι σου θελουσιν εισθαι διδακτοι του Κυριου, και θελει εισθαι μεγαλη η ειρηνη των υιων σου.
<scripture passage="Isa 54:14" parsed="|Isa|54|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.14" />
<sup>14</sup>Εν δικαιοσυνη θελεις στερεωθη· μακραν απο της καταδυναστειας θελεις εισθαι, διοτι δεν θελεις φοβεισθαι· και απο του τρομου, διοτι δεν θελει σε πλησιασει.
<scripture passage="Isa 54:15" parsed="|Isa|54|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, βεβαιως θελουσι συναχθη ομου εναντιον σου, πλην ουχι δι' εμου· Οσοι συναχθωσιν ομου εναντιον σου, ενεκα σου, θελουσι πεσει.
<scripture passage="Isa 54:16" parsed="|Isa|54|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, εγω εκαμον τον χαλκεα, οστις φυσα τους ανθρακας εν τω πυρι και εξαγει το εργαλειον δια το εργον αυτου· και εγω εκαμον τον πορθητην δια να καταστρεφη.
<scripture passage="Isa 54:17" parsed="|Isa|54|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.54.17" />
<sup>17</sup>Ουδεν οπλον κατασκευασθεν εναντιον σου θελει ευοδωθη· και πασαν γλωσσαν, ητις ηθελε κινηθη κατα σου, θελεις νικησει εν τη κρισει. Αυτη ειναι η κληρονομια των δουλων του Κυριου· και η δικαιοσυνη αυτων ειναι εξ εμου, λεγει ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 55" progress="60.75%" prev="Isa.54" next="Isa.56" id="Isa.55">
<h3 id="Isa.55-p0.1">Chapter 55</h3>
<p class="Greek" id="Isa.55-p1">
<scripture passage="Isa 55:1" parsed="|Isa|55|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.1" />
<sup>1</sup>Ω παντες οι διψωντες, ελθετε εις τα υδατα· και οι μη εχοντες αργυριον, ελθετε, αγορασατε και φαγετε· ναι ελθετε, αγορασατε οινον και γαλα ανευ αργυριου και ανευ αντιτιμου.
<scripture passage="Isa 55:2" parsed="|Isa|55|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.2" />
<sup>2</sup>Δια τι εξοδευετε αργυρια ουχι εις αρτον; και τον κοπον σας ουχι εις χορτασμον; ακουσατε μου μετα προσοχης και θελετε φαγει αγαθα και η ψυχη σας θελει ευφρανθη εις το παχος.
<scripture passage="Isa 55:3" parsed="|Isa|55|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.3" />
<sup>3</sup>Κλινατε το ωτιον σας και ελθετε προς εμε· ακουσατε και η ψυχη σας θελει ζησει· και θελω καμει προς εσας αιωνιον διαθηκην, τα ελεη του Δαβιδ τα πιστα.
<scripture passage="Isa 55:4" parsed="|Isa|55|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, εδωκα αυτον μαρτυριον εις τους λαους, αρχοντα και προσταττοντα εις τους λαους.
<scripture passage="Isa 55:5" parsed="|Isa|55|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, θελεις καλεσει εθνος, το οποιον δεν εγνωριζες· και εθνη, τα οποια δεν σε εγνωριζον, θελουσι τρεξει προς σε, δια Κυριον τον Θεον σου και δια τον Αγιον του Ισραηλ· διοτι σε εδοξασε.
<scripture passage="Isa 55:6" parsed="|Isa|55|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.6" />
<sup>6</sup>Ζητειτε τον Κυριον, ενοσω δυναται να ευρεθη· επικαλεισθε αυτον, ενοσω ειναι πλησιον.
<scripture passage="Isa 55:7" parsed="|Isa|55|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.7" />
<sup>7</sup>Ας εγκαταλιπη ο ασεβης την οδον αυτου και ο αδικος τας βουλας αυτου· και ας επιστρεψη προς τον Κυριον, και θελει ελεησει αυτον· και προς τον Θεον ημων, διοτι αυτος θελει συγχωρησει αφθονως.
<scripture passage="Isa 55:8" parsed="|Isa|55|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.8" />
<sup>8</sup>Διοτι αι βουλαι μου δεν ειναι βουλαι υμων ουδε οδοι υμων αι οδοι μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 55:9" parsed="|Isa|55|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' οσον ειναι υψηλοι οι ουρανοι απο της γης, ουτως αι οδοι μου ειναι υψηλοτεραι των οδων υμων και αι βουλαι μου των βουλων υμων.
<scripture passage="Isa 55:10" parsed="|Isa|55|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.10" />
<sup>10</sup>Διοτι καθως καταβαινει η βροχη και η χιων εκ του ουρανου και δεν επιστρεφει εκει, αλλα ποτιζει την γην και καμνει αυτην να εκφυη και να βλαστανη, δια να δωση σπορον εις τον σπειροντα και αρτον εις τον εσθιοντα,
<scripture passage="Isa 55:11" parsed="|Isa|55|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.11" />
<sup>11</sup>ουτω θελει εισθαι ο λογος μου ο εξερχομενος εκ του στοματος μου· δεν θελει επιστρεψει εις εμε κενος, αλλα θελει εκτελεσει το θελημα μου και θελει ευοδωθη εις ο, τι αυτον αποστελλω.
<scripture passage="Isa 55:12" parsed="|Isa|55|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.12" />
<sup>12</sup>Διοτι θελετε εξελθει εν χαρα και οδηγηθη εν ειρηνη· τα ορη και οι λοφοι θελουσιν αντηχησει εμπροσθεν σας υπο αγαλλιασεως και παντα τα δενδρα του αγρου θελουσιν επικροτησει τας χειρας.
<scripture passage="Isa 55:13" parsed="|Isa|55|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.55.13" />
<sup>13</sup>Αντι της ακανθης θελει αναβη κυπαρισσος, αντι της κνιδης θελει αναβη μυρσινη· και τουτο θελει εισθαι εις τον Κυριον δια ονομα, δια σημειον αιωνιον, το οποιον δεν θελει εκλειψει.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 56" progress="60.80%" prev="Isa.55" next="Isa.57" id="Isa.56">
<h3 id="Isa.56-p0.1">Chapter 56</h3>
<p class="Greek" id="Isa.56-p1">
<scripture passage="Isa 56:1" parsed="|Isa|56|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Φυλαττετε κρισιν και καμνετε δικαιοσυνην· διοτι η σωτηρια μου πλησιαζει να ελθη και η δικαιοσυνη μου να αποκαλυφθη.
<scripture passage="Isa 56:2" parsed="|Isa|56|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.2" />
<sup>2</sup>Μακαριος ο ανθρωπος οστις καμνει τουτο, και ο υιος του ανθρωπου οστις κρατει αυτο· οστις φυλαττει το σαββατον, ωστε να μη βεβηλωση αυτο, και κρατει την χειρα αυτου, ωστε να μη πραξη μηδεν κακον.
<scripture passage="Isa 56:3" parsed="|Isa|56|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.3" />
<sup>3</sup>Ο δε υιος του αλλογενους, ο προστεθειμενος εις τον Κυριον, ας μη ειπη, λεγων, Ο Κυριος διολου θελει με χωρισει απο του λαου αυτου· μηδε ο ευνουχος ας λεγη·, Ιδου, εγω ειμαι δενδρον ξηρον.
<scripture passage="Isa 56:4" parsed="|Isa|56|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· εις τους ευνουχους, οσοι φυλαττουσι τα σαββατα μου και εκλεγουσι τα αρεσκοντα εις εμε και κρατουσι την διαθηκην μου,
<scripture passage="Isa 56:5" parsed="|Isa|56|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.5" />
<sup>5</sup>εις αυτους μαλιστα θελω δωσει εν τω οικω μου και εντος των τειχων μου τοπον και ονομα καλητερον παρα των υιων και των θυγατερων· εις αυτους θελω δωσει ονομα αιωνιον, το οποιον δεν θελει εκλειψει.
<scripture passage="Isa 56:6" parsed="|Isa|56|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.6" />
<sup>6</sup>Περι δε των υιων του αλλογενους, οιτινες ηθελον προστεθη εις τον Κυριον, δια να δουλευωσιν εις αυτον και να αγαπωσι το ονομα του Κυριου, δια να ηναι δουλοι αυτου· οσοι φυλαττουσι το σαββατον, ωστε να μη βεβηλωσωσιν αυτο και κρατουσι την διαθηκην μου·
<scripture passage="Isa 56:7" parsed="|Isa|56|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.7" />
<sup>7</sup>και τουτους θελω φερει εις το αγιον μου ορος και θελω ευφρανει αυτους εν τω οικω της προσευχης μου· τα ολοκαυτωματα αυτων και αι θυσιαι αυτων θελουσιν εισθαι δεκται επι το θυσιαστηριον μου· διοτι ο οικος μου θελει ονομαζεσθαι, Οικος προσευχης δια παντας τους λαους.
<scripture passage="Isa 56:8" parsed="|Isa|56|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.8" />
<sup>8</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος ο συναγων τους διεσκορπισμενους του Ισραηλ· Θελω συναξει ετι και αλλους εις αυτον, εκτος των συνηγμενων αυτου.
<scripture passage="Isa 56:9" parsed="|Isa|56|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.9" />
<sup>9</sup>Ελθετε, φαγετε, παντα τα ζωα του αγρου, παντα τα θηρια του δασους.
<scripture passage="Isa 56:10" parsed="|Isa|56|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.10" />
<sup>10</sup>Οι δε φυλακες αυτου ειναι τυφλοι· παντες χωρις νοησεως· παντες κυνες αλαλοι, μη δυναμενοι να υλακτησωσι· κοιμωμενοι, κοιτομενοι, αγαπωντες νυσταγμον·
<scripture passage="Isa 56:11" parsed="|Isa|56|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.11" />
<sup>11</sup>ναι, κυνες αδηφαγοι, οιτινες δεν γνωριζουσι χορτασμον και ποιμενες, οιτινες δεν γνωριζουσι συνεσιν· παντες ειναι εστραμμενοι προς την οδον αυτων, εκαστος εις το μερος αυτου, δια το κερδος αυτων.
<scripture passage="Isa 56:12" parsed="|Isa|56|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.56.12" />
<sup>12</sup>Ελθετε, λεγουσι, θελω φερει οινον και θελομεν μεθυσθη με σικερα· και αυριον θελει εισθαι ως η ημερα αυτη, πολυ πλεον αφθονος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 57" progress="60.85%" prev="Isa.56" next="Isa.58" id="Isa.57">
<h3 id="Isa.57-p0.1">Chapter 57</h3>
<p class="Greek" id="Isa.57-p1">
<scripture passage="Isa 57:1" parsed="|Isa|57|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.1" />
<sup>1</sup>Ο δικαιος αποθνησκει και ουδεις βαλλει τουτο εν τη καρδια αυτου· και οι ανδρες ελεους συλλεγονται, χωρις να εννοη τις, αν ο δικαιος συλλεγεται απ' εμπροσθεν της κακιας.
<scripture passage="Isa 57:2" parsed="|Isa|57|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.2" />
<sup>2</sup>Θελει εισελθει εις ειρηνην· οι περιπατουντες εν τη ευθυτητι αυτων, θελουσιν αναπαυθη εν ταις κλιναις αυτων.
<scripture passage="Isa 57:3" parsed="|Isa|57|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.3" />
<sup>3</sup>Σεις δε οι υιοι της μαγισσης, σπερμα μοιχου και πορνης, πλησιασατε εδω.
<scripture passage="Isa 57:4" parsed="|Isa|57|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.4" />
<sup>4</sup>Κατα τινος εντρυφατε; κατα τινος επλατυνατε το στομα, εξετεινατε την γλωσσαν; δεν εισθε τεκνα ανομιας, σπερμα ψευδους,
<scripture passage="Isa 57:5" parsed="|Isa|57|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.5" />
<sup>5</sup>φλογιζομενοι με τα ειδωλα υπο παν δενδρον πρασινον, σφαζοντες τα τεκνα εν ταις φαραγξιν, υπο τους κρημνους των βραχων;
<scripture passage="Isa 57:6" parsed="|Isa|57|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.6" />
<sup>6</sup>Η μερις σου ειναι μεταξυ των χαλικων των χειμαρρων· ουτοι, ουτοι ειναι η κληρονομια σου· και εις αυτους εξεχεας σπονδας, προσεφερες προσφοραν εξ αλφιτων· εις ταυτα θελω ευαρεστηθη;
<scripture passage="Isa 57:7" parsed="|Isa|57|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.7" />
<sup>7</sup>Επι ορους υψηλου και μετεωρου εβαλες την κλινην σου· και εκει ανεβης δια να προσφερης θυσιαν.
<scripture passage="Isa 57:8" parsed="|Isa|57|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.8" />
<sup>8</sup>Και οπισω των θυρων και των παραστατων εστησας το μνημοσυνον σου· διοτι εξεσκεπασας σεαυτην αποστατησασα απ' εμου και ανεβης· επλατυνας την κλινην σου και συνεφωνησας μετ' εκεινων· ηγαπησας την κλινην αυτων, εξελεξας τους τοπους·
<scripture passage="Isa 57:9" parsed="|Isa|57|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.9" />
<sup>9</sup>υπηγες μαλιστα προς τον βασιλεα με χρισματα και ηυξησας τα αρωματα σου και απεστειλας μακραν τους πρεσβεις σου και εταπεινωσας σεαυτην μεχρις αδου.
<scripture passage="Isa 57:10" parsed="|Isa|57|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.10" />
<sup>10</sup>Εκοπιασας εις το μακρος της οδου σου· και δεν ειπας, εις ματην κοπιαζω· ευρηκας το ζην δια της χειρος σου· δια τουτο δεν απεκαμες.
<scripture passage="Isa 57:11" parsed="|Isa|57|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.11" />
<sup>11</sup>Και τινα επτοηθης η εφοβηθης, ωστε να ψευσθης και να μη με ενθυμηθης μηδε να θεσης τουτο εν τη καρδια σου; δεν ειναι, διοτι εγω εσιωπησα, μαλιστα προ πολλου, δια τουτο συ δεν με εφοβηθης;
<scripture passage="Isa 57:12" parsed="|Isa|57|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.12" />
<sup>12</sup>Εγω θελω απαγγειλει την δικαιοσυνην σου και τα εργα σου· ομως δεν θελουσι σε ωφελησει.
<scripture passage="Isa 57:13" parsed="|Isa|57|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.13" />
<sup>13</sup>Οταν αναβοησης, ας σε ελευθερωσωσιν οι συνηγμενοι σου· αλλ' ο ανεμος θελει αφαρπασει παντας αυτους· η ματαιοτης θελει λαβει αυτους· ο ελπιζων ομως επ' εμε θελει κληρονομησει την γην και αποκτησει το αγιον μου ορος.
<scripture passage="Isa 57:14" parsed="|Isa|57|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.14" />
<sup>14</sup>Και θελω ειπει, Υψωσατε, υψωσατε, ετοιμασατε την οδον, εκβαλετε το προσκομμα απο της οδου του λαου μου.
<scripture passage="Isa 57:15" parsed="|Isa|57|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Υψιστος και ο Υπερτατος, ο κατοικων την αιωνιοτητα, του οποιου το ονομα ειναι Ο Αγιος· Εγω κατοικω εν υψηλοις και εν αγιω τοπω· και μετα του συντετριμμενου την καρδιαν και του ταπεινου το πνευμα, δια να ζωοποιω το πνευμα των ταπεινων και να ζωοποιω την καρδιαν των συντετριμμενων.
<scripture passage="Isa 57:16" parsed="|Isa|57|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.16" />
<sup>16</sup>Διοτι δεν θελω δικολογει αιωνιως ουδε θελω εισθαι παντοτε ωργισμενος· επειδη τοτε ηθελον εκλειψει απ' εμπροσθεν μου το πνευμα και αι ψυχαι τας οποιας εκαμον.
<scripture passage="Isa 57:17" parsed="|Isa|57|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.17" />
<sup>17</sup>Δια την ανομιαν της αισχροκερδειας αυτου ωργισθην και επαταξα αυτον· εκρυψα το προσωπον μου και ωργισθην· αλλα αυτος ηκολουθησε πεισματωδως την οδον της καρδιας αυτου.
<scripture passage="Isa 57:18" parsed="|Isa|57|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.18" />
<sup>18</sup>Ειδον τας οδους αυτου και θελω ιατρευσει αυτον· και θελω οδηγησει αυτον και δωσει παλιν παρηγοριας εις αυτον και εις τους τεθλιμμενους αυτου.
<scripture passage="Isa 57:19" parsed="|Isa|57|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.19" />
<sup>19</sup>Εγω δημιουργω τον καρπον των χειλεων· ειρηνην, ειρηνην, εις τον μακραν και εις τον πλησιον, λεγει Κυριος· και θελω ιατρευσει αυτον.
<scripture passage="Isa 57:20" parsed="|Isa|57|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.20" />
<sup>20</sup>Οι δε ασεβεις ειναι ως η τεταραγμενη θαλασσα, οταν δεν δυναται να ησυχαση· και τα κυματα αυτης εκριπτουσι καταπατημα και πηλον.
<scripture passage="Isa 57:21" parsed="|Isa|57|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.57.21" />
<sup>21</sup>Ειρηνη δεν ειναι εις τους ασεβεις, λεγει ο Θεος μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 58" progress="60.92%" prev="Isa.57" next="Isa.59" id="Isa.58">
<h3 id="Isa.58-p0.1">Chapter 58</h3>
<p class="Greek" id="Isa.58-p1">
<scripture passage="Isa 58:1" parsed="|Isa|58|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.1" />
<sup>1</sup>Αναβοησον δυνατα, μη φεισθης· υψωσον την φωνην σου ως σαλπιγγα και αναγγειλον προς τον λαον μου τας ανομιας αυτων και προς τον οικον Ιακωβ τας αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="Isa 58:2" parsed="|Isa|58|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.2" />
<sup>2</sup>Με ζητουσιν ομως καθ' ημεραν και επιθυμουσι να μανθανωσι τας οδους μου, ως εθνος το οποιον εκαμε δικαιοσυνην και δεν εγκατελιπε την κρισιν του Θεου αυτου· ζητουσι παρ' εμου κρισεις δικαιοσυνης· επιθυμουσι να πλησιαζωσιν εις τον Θεον.
<scripture passage="Isa 58:3" parsed="|Isa|58|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.3" />
<sup>3</sup>Δια τι ενηστευσαμεν, λεγουσι, και δεν ειδες; εταλαιπωρησαμεν την ψυχην ημων και δεν εγνωρισας; Ιδου, εν τη ημερα της νηστειας σας ευρισκετε ηδονην και καταθλιβετε παντας τους μισθωτους σας.
<scripture passage="Isa 58:4" parsed="|Isa|58|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, νηστευετε δια δικας και εριδας και γρονθιζετε ασεβως· μη νηστευετε, καθως την σημερον, δια να ακουσθη ανωθεν η φωνη σας.
<scripture passage="Isa 58:5" parsed="|Isa|58|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.5" />
<sup>5</sup>Τοιαυτη ειναι η νηστεια, την οποιαν εγω εξελεξα; να ταλαιπωρη ο ανθρωπος την ψυχην αυτου μιαν ημεραν; να κλινη την κεφαλην αυτου ως σπαρτον και να υποστρονη σακκον και στακτην εις εαυτον; νηστειαν θελεις ονομασει τουτο και ημεραν δεκτην εις τον Κυριον;
<scripture passage="Isa 58:6" parsed="|Isa|58|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.6" />
<sup>6</sup>Η νηστεια την οποιαν εγω εξελεξα, δεν ειναι αυτη; το να λυης τους δεσμους της κακιας, το να διαλυης τα βαρεα φορτια και το να αφινης ελευθερους τους καταδεδυναστευμενους και το να συντριβης παντα ζυγον;
<scripture passage="Isa 58:7" parsed="|Isa|58|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.7" />
<sup>7</sup>Δεν ειναι το να διαμοιραζης τον αρτον σου εις τον πεινωντα και να εισαγης εις την οικιαν σου τους αστεγους πτωχους; οταν βλεπης τον γυμνον, να ενδυης αυτον, και να μη κρυπτης σεαυτον απο της σαρκος σου;
<scripture passage="Isa 58:8" parsed="|Isa|58|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.8" />
<sup>8</sup>Τοτε το φως σου θελει εκλαμψει ως η αυγη και η υγιεια σου ταχεως θελει βλαστησει· και η δικαιοσυνη σου θελει προπορευεσθαι εμπροσθεν σου· η δοξα του Κυριου θελει εισθαι η οπισθοφυλακη σου.
<scripture passage="Isa 58:9" parsed="|Isa|58|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.9" />
<sup>9</sup>Τοτε θελεις κραζει και ο Κυριος θελει αποκρινεσθαι· θελεις φωναζει και εκεινος θελει λεγει, Ιδου, εγω. Εαν εκβαλης εκ μεσου σου τον ζυγον, την ανατασιν του δακτυλου και τους ματαιους λογους·
<scripture passage="Isa 58:10" parsed="|Isa|58|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.10" />
<sup>10</sup>και ανοιγης την ψυχην σου προς τον πεινωντα και ευχαριστης την τεθλιμμενην ψυχην· τοτε το φως σου θελει ανατελλει εν τω σκοτει και το σκοτος σου θελει εισθαι ως μεσημβρια.
<scripture passage="Isa 58:11" parsed="|Isa|58|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.11" />
<sup>11</sup>Και ο Κυριος θελει σε οδηγει παντοτε και χορταινει την ψυχην σου εν ανομβριαις και παχυνει τα οστα σου· και θελεις εισθαι ως κηπος ποτιζομενος και ως πηγη υδατος, της οποιας τα υδατα δεν εκλειπουσι.
<scripture passage="Isa 58:12" parsed="|Isa|58|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.12" />
<sup>12</sup>Και οι απο σου θελουσιν οικοδομησει τας παλαιας ερημωσεις· θελεις ανεγειρει τα θεμελια πολλων γενεων· και θελεις ονομασθη, Ο επιδιορθωτης των χαλασματων, Ο ανορθωτης των οδων δια τον κατοικισμον.
<scripture passage="Isa 58:13" parsed="|Isa|58|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.13" />
<sup>13</sup>Εαν αποστρεψης τον ποδα σου απο του σαββατου, απο του να καμνης τα θεληματα σου εν τη αγια μου ημερα, και ονομαζης το σαββατον τρυφην, αγιαν ημεραν του Κυριου, εντιμον, και τιμας αυτο, μη ακολουθων τας οδους σου μηδε ευρισκων εν αυτω το θελημα σου μηδε λαλων τους λογους σου,
<scripture passage="Isa 58:14" parsed="|Isa|58|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.58.14" />
<sup>14</sup>τοτε θελεις εντρυφα εν Κυριω· και εγω θελω σε ιππευσει επι τους υψηλους τοπους της γης και σε θρεψει με την κληρονομιαν του πατρος σου Ιακωβ· διοτι το στομα τον Κυριου ελαλησε.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 59" progress="60.98%" prev="Isa.58" next="Isa.60" id="Isa.59">
<h3 id="Isa.59-p0.1">Chapter 59</h3>
<p class="Greek" id="Isa.59-p1">
<scripture passage="Isa 59:1" parsed="|Isa|59|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, η χειρ του Κυριου δεν εσμικρυνθη, ωστε να μη δυναται να σωση, ουδε το ωτιον αυτου εβαρυνεν, ωστε να μη δυναται να ακουση·
<scripture passage="Isa 59:2" parsed="|Isa|59|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.2" />
<sup>2</sup>αλλ' αι ανομιαι σας εβαλον χωρισματα μεταξυ υμων και του Θεου υμων, και αι αμαρτιαι σας εκρυψαν το προσωπον αυτου απο σας, δια να μη ακουη.
<scripture passage="Isa 59:3" parsed="|Isa|59|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.3" />
<sup>3</sup>Διοτι αι χειρες σας ειναι μεμολυσμεναι απο αιματος και οι δακτυλοι σας απο ανομιας· τα χειλη σας ελαλησαν ψευδη· η γλωσσα σας εμελετησε κακιαν.
<scripture passage="Isa 59:4" parsed="|Isa|59|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.4" />
<sup>4</sup>Ουδεις εκζητει την δικαιοσυνην ουδε κρινει εν αληθεια· θαρρουσιν επι την ματαιοτητα και λαλουσι ψευδη· συλλαμβανουσι κακιαν και γεννωσιν ανομιαν.
<scripture passage="Isa 59:5" parsed="|Isa|59|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.5" />
<sup>5</sup>Βασιλισκου ωα επωαζουσι και ιστον αραχνης υφαινουσιν· οστις φαγη εκ των ωων αυτων, αποθνησκει· και αν σπασης κανεν, εξερχεται εχιδνα.
<scripture passage="Isa 59:6" parsed="|Isa|59|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.6" />
<sup>6</sup>Τα πανια αυτων δεν θελουσι χρησιμευσει εις ενδυματα, ουδε θελουσιν ενδυθη απο των εργων αυτων· τα εργα αυτων ειναι εργα ανομιας, και το εργον της βιας ειναι εν ταις χερσιν αυτων.
<scripture passage="Isa 59:7" parsed="|Isa|59|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.7" />
<sup>7</sup>Οι ποδες αυτων τρεχουσι προς το κακον και σπευδουσι να χυσωσιν αιμα αθωον· οι διαλογισμοι αυτων ειναι διαλογισμοι ανομιας· ερημωσις και καταστροφη ειναι εν ταις οδοις αυτων.
<scripture passage="Isa 59:8" parsed="|Isa|59|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.8" />
<sup>8</sup>Την οδον της ειρηνης δεν γνωριζουσι· και δεν ειναι κρισις εις τα βηματα αυτων· αυτοι εις εαυτους διεστρεψαν τας οδους αυτων· πας ο περιπατων εν αυταις δεν γνωριζει ειρηνην.
<scripture passage="Isa 59:9" parsed="|Isa|59|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο η κρισις ειναι μακραν αφ' ημων και η δικαιοσυνη δεν μας φθανει· προσμενομεν φως και ιδου, σκοτος· λαμψιν, και περιπατουμεν εν ζοφω.
<scripture passage="Isa 59:10" parsed="|Isa|59|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.10" />
<sup>10</sup>Ψηλαφωμεν τον τοιχον ως οι τυφλοι, και ψηλαφωμεν ως οι μη εχοντες οφθαλμους· εν μεσημβρια προσκοπτομεν ως εν νυκτι· ειμεθα εν μεσω των αγαθων ως νεκροι.
<scripture passage="Isa 59:11" parsed="|Isa|59|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.11" />
<sup>11</sup>Παντες βρυχωμεθα ως αρκτοι και στεναζομεν ως τρυγονες· κρισιν προσμενομεν αλλα δεν υπαρχει· σωτηριαν αλλ' ειναι μακραν αφ' ημων.
<scripture passage="Isa 59:12" parsed="|Isa|59|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.12" />
<sup>12</sup>Διοτι αι παραβασεις ημων επληθυνθησαν ενωπιον σου, και αι αμαρτιαι ημων ειναι μαρτυρες καθ' ημων· διοτι μεθ' ημων ειναι αι παραβασεις ημων· και τας ανομιας ημων ημεις γνωριζομεν αυτας·
<scripture passage="Isa 59:13" parsed="|Isa|59|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.13" />
<sup>13</sup>παρεβημεν και εψευσθημεν προς τον Κυριον και απεμακρυνθημεν απο οπισθεν του Θεου ημων· ελαλησαμεν αδικα και στασιαστικα· συνελαβομεν και επροφεραμεν εκ της καρδιας λογους ψευδους.
<scripture passage="Isa 59:14" parsed="|Isa|59|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.14" />
<sup>14</sup>Και η κρισις εστραφη οπισω και η δικαιοσυνη ισταται μακραν· διοτι η αληθεια επεσεν εν τη οδω και η ευθυτης δεν δυναται να εισχωρηση.
<scripture passage="Isa 59:15" parsed="|Isa|59|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.15" />
<sup>15</sup>Ναι, εξελιπεν η αληθεια· και ο εκκλινων απο του κακου γινεται θηραμα. Και ειδε Κυριος και δυσηρεστηθη οτι δεν υπηρχε κρισις·
<scripture passage="Isa 59:16" parsed="|Isa|59|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.16" />
<sup>16</sup>και ειδεν οτι δεν υπηρχεν ανθρωπος, και εθαυμασεν οτι δεν υπηρχεν ο μεσιτευων· οθεν ο βραχιων αυτου ενηργησεν εις αυτον σωτηριαν· και η δικαιοσυνη αυτου, αυτη εβαστασεν αυτον.
<scripture passage="Isa 59:17" parsed="|Isa|59|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.17" />
<sup>17</sup>Και ενεδυθη δικαιοσυνην ως θωρακα και περιεθηκε την περικεφαλαιαν της σωτηριας επι την κεφαλην αυτου· και εφορεσεν ως ιματιον τα ενδυματα της εκδικησεως και ως επενδυμα περιενεδυθη τον ζηλον.
<scripture passage="Isa 59:18" parsed="|Isa|59|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.18" />
<sup>18</sup>Κατα τα εργα αυτων, ουτω θελει ανταποδωσει, οργην εις τους εναντιους αυτου, ανταποδοσιν εις τους εχθρους αυτου· θελει καμει ανταποδοσιν και εις τας νησους.
<scripture passage="Isa 59:19" parsed="|Isa|59|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.19" />
<sup>19</sup>Και θελουσι φοβηθη το ονομα του Κυριου απο δυσμων και την δοξαν αυτου απο ανατολων ηλιου· οταν ο εχθρος επελθη ως ποταμος, το πνευμα του Κυριου θελει υψωσει σημαιαν εναντιον αυτου.
<scripture passage="Isa 59:20" parsed="|Isa|59|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.20" />
<sup>20</sup>Και ο Λυτρωτης θελει ελθει εις Σιων και προς τους οσοι εκ του Ιακωβ επιστρεφουσιν απο της παραβασεως, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 59:21" parsed="|Isa|59|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.59.21" />
<sup>21</sup>Παρ' εμου δε αυτη ειναι η προς αυτους διαθηκη μου, λεγει Κυριος· το πνευμα μου το επι σε και οι λογοι μου, τους οποιους εθεσα εν τω στοματι σου, δεν θελουσι λειψει απο του στοματος σου ουτε απο του στοματος του σπερματος σου ουτε απο του στοματος του σπερματος του σπερματος σου, απο του νυν και εως αιωνος, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 60" progress="61.07%" prev="Isa.59" next="Isa.61" id="Isa.60">
<h3 id="Isa.60-p0.1">Chapter 60</h3>
<p class="Greek" id="Isa.60-p1">
<scripture passage="Isa 60:1" parsed="|Isa|60|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.1" />
<sup>1</sup>Σηκωθητι, φωτιζου· διοτι το φως σου ηλθε, και η δοξα του Κυριου ανετειλεν επι σε.
<scripture passage="Isa 60:2" parsed="|Isa|60|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ιδου, σκοτος θελει σκεπασει την γην και ζοφος τα εθνη· επι σε ομως θελει ανατειλει ο Κυριος και η δοξα αυτου θελει φανερωθη επι σε.
<scripture passage="Isa 60:3" parsed="|Isa|60|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.3" />
<sup>3</sup>Και τα εθνη θελουσιν ελθει εις το φως σου και οι βασιλεις εις την λαμψιν της ανατολης σου.
<scripture passage="Isa 60:4" parsed="|Isa|60|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.4" />
<sup>4</sup>Υψωσον κυκλω τους οφθαλμους σου και ιδε· παντες ουτοι συναθροιζονται, ερχονται προς σε· οι υιοι σου θελουσιν ελθει μακροθεν και αι θυγατερες σου θελουσι τραφη εις τα πλευρα σου.
<scripture passage="Isa 60:5" parsed="|Isa|60|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.5" />
<sup>5</sup>Τοτε θελεις ιδει και χαρη, και η καρδια σου θελει εκπλαγη και πλατυνθη· διοτι η αφθονια της θαλασσης θελει στραφη προς σε· αι δυναμεις των εθνων θελουσιν ελθει προς σε.
<scripture passage="Isa 60:6" parsed="|Isa|60|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.6" />
<sup>6</sup>Πληθος καμηλων θελει σε σκεπασει, αι δρομαδες του Μαδιαμ και του Γεφα· παντες οι απο Σεβα βελουσιν ελθει· χρυσιον και λιβανον θελουσι φερει· και θελουσιν ευαγγελιζεσθαι τους επαινους του Κυριου.
<scripture passage="Isa 60:7" parsed="|Isa|60|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.7" />
<sup>7</sup>Παντα τα προβατα του Κηδαρ θελουσι συναχθη προς σε· οι κριοι του Νεβαιωθ θελουσιν εισθαι εις χρησιν σου· θελουσι προσφερθη επι το θυσιαστηριον μου ευπροσδεκτοι, και εγω θελω δοξασει τον οικον της δοξης μου.
<scripture passage="Isa 60:8" parsed="|Isa|60|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.8" />
<sup>8</sup>Τινες ειναι οι πετωμενοι ως νεφη και ως περιστεραι εις τας θυριδας αυτων;
<scripture passage="Isa 60:9" parsed="|Isa|60|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.9" />
<sup>9</sup>Αι νησοι βεβαιως θελουσι προσμεινει εμε και εν πρωτοις τα πλοια της Θαρσεις, δια να φερωσι μακροθεν τους υιους σου, το αργυριον αυτων και το χρυσιον αυτων μετ' αυτων, δια το ονομα Κυριου του Θεου σου και δια τον Αγιον του Ισραηλ, διοτι σε εδοξασε.
<scripture passage="Isa 60:10" parsed="|Isa|60|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.10" />
<sup>10</sup>Και οι υιοι των αλλογενων θελουσιν ανοικοδομησει τα τειχη σου, και οι βασιλεις αυτων θελουσι σε υπηρετησει· διοτι εν τη οργη μου σε επαταξα, πλην δια την ευνοιαν μου σε ηλεησα.
<scripture passage="Isa 60:11" parsed="|Isa|60|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.11" />
<sup>11</sup>Και αι πυλαι σου θελουσιν εισθαι παντοτε ανοικται· δεν θελουσι κλεισθη ημεραν και νυκτα, δια να εισαγωσιν εις σε τας δυναμεις των εθνων και να εισφερωνται οι βασιλεις αυτων.
<scripture passage="Isa 60:12" parsed="|Isa|60|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.12" />
<sup>12</sup>Διοτι το εθνος και η βασιλεια, τα οποια δεν ηθελον σε δουλευσει, θελουσιν αφανισθη· ναι, τα εθνη εκεινα θελουσιν ολοκληρως ερημωθη.
<scripture passage="Isa 60:13" parsed="|Isa|60|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.13" />
<sup>13</sup>Η δοξα του Λιβανου θελει η ελθει εις σε, η ελατος, η πευκη και ο πυξος ομου, δια να στολισωσι τον τοπον του αγιαστηριου μου· και θελω δοξασει τον τοπον των ποδων μου.
<scripture passage="Isa 60:14" parsed="|Isa|60|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.14" />
<sup>14</sup>Και τα τεκνα των λυπησαντων σε θελουσιν ελθει υποκλινοντα προς σε· και παντες οι καταφρονησαντες σε θελουσι προσκυνησει τα ιχνη των ποδων σου· και θελουσι σε ονομαζει, Η πολις του Κυριου, Η Σιων του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="Isa 60:15" parsed="|Isa|60|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.15" />
<sup>15</sup>Αντι του οτι εγκατελειφθης και εμισηθης, ωστε ουδεις διεβαινε δια μεσου σου, θελω σε καταστησει αιωνιον αγαλλιαμα, ευφροσυνην εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Isa 60:16" parsed="|Isa|60|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.16" />
<sup>16</sup>Και θελεις θηλασει το γαλα των εθνων και θελεις θηλασει τους μαστους των βασιλεων· και θελεις γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ειμαι ο Σωτηρ σου και ο Λυτρωτης σου, ο Ισχυρος του Ιακωβ.
<scripture passage="Isa 60:17" parsed="|Isa|60|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.17" />
<sup>17</sup>Αντι χαλκου θελω φερει χρυσιον και αντι σιδηρου θελω φερει αργυριον και αντι ξυλου χαλκον και αντι λιθων σιδηρον· και θελω καταστησει τους αρχηγους σου ειρηνην και τους επιστατας σου δικαιοσυνην.
<scripture passage="Isa 60:18" parsed="|Isa|60|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελει πλεον ακουεσθαι βια εν τη γη σου, ερημωσις και καταστροφη εν τοις οριοις σου· αλλα θελεις ονομαζει τα τειχη σου Σωτηριαν και τας πυλας σου Αινεσιν.
<scripture passage="Isa 60:19" parsed="|Isa|60|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.19" />
<sup>19</sup>Δεν θελει εισθαι πλεον εν σοι ο ηλιος φως της ημερας, ουδε η σεληνη δια της λαμψεως αυτης θελει σε φωτιζει· αλλ' ο Κυριος θελει εισθαι εις σε φως αιωνιον και ο Θεος σου η δοξα σου.
<scripture passage="Isa 60:20" parsed="|Isa|60|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.20" />
<sup>20</sup>Ο ηλιος σου δεν θελει δυει πλεον ουδε θελει λειψει η σεληνη σου· διοτι ο Κυριος θελει εισθαι το αιωνιον σου φως, και αι ημεραι του πενθους σου θελουσι τελειωθη.
<scripture passage="Isa 60:21" parsed="|Isa|60|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.21" />
<sup>21</sup>Και ο λαος σου θελουσιν εισθαι παντες δικαιοι· θελουσι κληρονομησει την γην διαπαντος, ο κλαδος του φυτευματος μου, το εργον των χειρων μου, δια να δοξαζωμαι.
<scripture passage="Isa 60:22" parsed="|Isa|60|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.60.22" />
<sup>22</sup>Το ελαχιστον θελει γεινει χιλια· και το ολιγοστον ισχυρον εθνος· εγω ο Κυριος θελω επιταχυνει τουτο κατα τον καιρον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 61" progress="61.15%" prev="Isa.60" next="Isa.62" id="Isa.61">
<h3 id="Isa.61-p0.1">Chapter 61</h3>
<p class="Greek" id="Isa.61-p1">
<scripture passage="Isa 61:1" parsed="|Isa|61|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.1" />
<sup>1</sup>Πνευμα Κυριου του Θεου ειναι επ' εμε· διοτι ο Κυριος με εχρισε δια να ευαγγελιζωμαι εις τους πτωχους· με απεστειλε δια να ιατρευσω τους συντετριμμενους την καρδιαν, να κηρυξω ελευθεριαν εις τους αιχμαλωτους και ανοιξιν δεσμωτηριου εις τους δεσμιους·
<scripture passage="Isa 61:2" parsed="|Isa|61|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.2" />
<sup>2</sup>δια να κηρυξω ενιαυτον ευπροσδεκτον του Κυριου και ημεραν εκδικησεως του Θεου ημων· δια να παρηγορησω παντας τους πενθουντας·
<scripture passage="Isa 61:3" parsed="|Isa|61|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.3" />
<sup>3</sup>δια να θεσω εις τους πενθουντας εν Σιων, να δωσω εις αυτους ωραιοτητα αντι της στακτης, ελαιον ευφροσυνης αντι του πενθους, στολην αινεσεως αντι του πνευματος της ακηδιας· δια να ονομαζωνται δενδρα δικαιοσυνης, φυτευμα του Κυριου, εις δοξαν αυτου.
<scripture passage="Isa 61:4" parsed="|Isa|61|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.4" />
<sup>4</sup>Και θελουσιν ανοικοδομησει τας παλαιας ερημωσεις, θελουσιν ανεγειρει τα αρχαια ερειπια, και θελουσιν ανακαινισει τας ερημους πολεις, τας ηρημωμενας απο γενεας γενεων.
<scripture passage="Isa 61:5" parsed="|Isa|61|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.5" />
<sup>5</sup>Και αλλογενεις θελουσιν ιστασθαι και βοσκει τα ποιμνια σας, και οι υιοι των αλλογενων θελουσιν εισθαι οι γεωργοι σας και οι αμπελουργοι σας.
<scripture passage="Isa 61:6" parsed="|Isa|61|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.6" />
<sup>6</sup>Σεις δε ιερεις του Κυριου θελετε ονομαζεσθαι· λειτουργους του Θεου ημων θελουσι σας λεγει· θελετε τρωγει τα αγαθα των εθνων και εις την δοξαν αυτων θελετε καυχασθαι.
<scripture passage="Isa 61:7" parsed="|Isa|61|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.7" />
<sup>7</sup>Αντι της αισχυνης σας θελετε εχει διπλασια· και αντι της εντροπης θελουσιν εχει αγαλλιασιν εν τη κληρονομια αυτων· οθεν εν τη γη αυτων θελουσι κληρονομησει το διπλουν· αιωνιος ευφροσυνη θελει εισθαι εις αυτους.
<scripture passage="Isa 61:8" parsed="|Isa|61|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο αγαπων δικαιοσυνην, ο μισων αρπαγην και αδικιαν· και θελω ανταποδωσει το εργον αυτων πιστα και θελω καμει προς αυτους διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="Isa 61:9" parsed="|Isa|61|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.9" />
<sup>9</sup>Και το σπερμα αυτων θελει φημισθη μεταξυ των εθνων και οι εκγονοι αυτων μεταξυ των λαων· πας ο βλεπων αυτους θελει γνωριζει αυτους, οτι ειναι το σπερμα, το οποιον ο Κυριος ευλογησε.
<scripture passage="Isa 61:10" parsed="|Isa|61|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.10" />
<sup>10</sup>Θελω ευφρανθη τα μεγιστα επι τον Κυριον· η ψυχη μου θελει αγαλλιασθη εις τον Θεον μου· διοτι με ενεδυσεν ιματιον σωτηριας, με εφορεσεν επενδυμα δικαιοσυνης, ως νυμφιον ευπρεπισμενον με μιτραν και ως νυμφην κεκοσμημενην με τα πολυτιμα αυτης καλλωπισματα.
<scripture passage="Isa 61:11" parsed="|Isa|61|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.61.11" />
<sup>11</sup>Διοτι καθως η γη αναδιδει το βλαστημα αυτης και καθως ο κηπος εκφυει τα σπειρομενα εν αυτω ουτω Κυριος ο Θεος θελει καμει την δικαιοσυνην και την αινεσιν να βλαστησωσιν ενωπιον παντων των εθνων.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 62" progress="61.20%" prev="Isa.61" next="Isa.63" id="Isa.62">
<h3 id="Isa.62-p0.1">Chapter 62</h3>
<p class="Greek" id="Isa.62-p1">
<scripture passage="Isa 62:1" parsed="|Isa|62|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.1" />
<sup>1</sup>Δια την Σιων δεν θελω σιωπησει και δια την Ιερουσαλημ δεν θελω ησυχασει, εωσου η δικαιοσυνη αυτης εξελθη ως λαμψις και η σωτηρια αυτης ως λαμπας καιομενη.
<scripture passage="Isa 62:2" parsed="|Isa|62|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.2" />
<sup>2</sup>Και θελουσιν ιδει τα εθνη την δικαιοσυνην σου και παντες οι βασιλεις την δοξαν σου· και θελεις ονομασθη με νεον ονομα, το οποιον του Κυριου το στομα θελει ονομασει.
<scripture passage="Isa 62:3" parsed="|Isa|62|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.3" />
<sup>3</sup>Και θελεις εισθαι στεφανος δοξης εν χειρι Κυριου και διαδημα βασιλικον εν τη παλαμη του Θεου σου.
<scripture passage="Isa 62:4" parsed="|Isa|62|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελεις πλεον ονομασθη, Εγκαταλελειμμενη· ουδε η γη σου θελει πλεον ονομασθη, Ηρημωμενη· αλλα θελεις ονομασθη, Η ευδοκια μου εν αυτη· και η γη σου, Η νενυμφευμενη· διοτι ο Κυριος ηυδοκησεν επι σε, και η γη σου θελει εισθαι νενυμφευμενη.
<scripture passage="Isa 62:5" parsed="|Isa|62|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.5" />
<sup>5</sup>Διοτι καθως ο νεος νυμφευεται με παρθενον, ουτως οι υιοι σου θελουσι συνοικει μετα σου· και καθως ο νυμφιος ευφραινεται εις την νυμφην, ουτως ο Θεος σου θελει ευφρανθη εις σε.
<scripture passage="Isa 62:6" parsed="|Isa|62|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.6" />
<sup>6</sup>Επι των τειχων σου, Ιερουσαλημ, κατεστησα φυλακας, οιτινες ποτε δεν θελουσι σιωπα ουτε ημεραν ουτε νυκτα· οσοι ανακαλειτε τον Κυριον, μη φυλαττετε σιωπην.
<scripture passage="Isa 62:7" parsed="|Isa|62|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.7" />
<sup>7</sup>Και μη διδετε εις αυτον αναπαυσιν, εωσου συστηση και εωσου καμη την Ιερουσαλημ αινεσιν επι της γης.
<scripture passage="Isa 62:8" parsed="|Isa|62|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος ωμοσεν επι την δεξιαν αυτου και επι τον βραχιονα της δυναμεως αυτου, δεν θελω δωσει πλεον τον σιτον σου τροφην εις τους εχθρους σου· και οι υιοι του αλλογενους δεν θελουσι πινει τον οινον σου, δια τον οποιον εμοχθησας·
<scripture passage="Isa 62:9" parsed="|Isa|62|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.9" />
<sup>9</sup>αλλ' οι θεριζοντες θελουσι τρωγει αυτον και αινει τον Κυριον· και οι τρυγωντες θελουσι πινει αυτον εν ταις αυλαις της αγιοτητος μου.
<scripture passage="Isa 62:10" parsed="|Isa|62|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.10" />
<sup>10</sup>Περασατε, περασατε δια των πυλων· ετοιμασατε την οδον του λαου· επισκευασατε, επισκευασατε την οδον· εκριψατε τους λιθους· υψωσατε σημαιαν προς τους λαους.
<scripture passage="Isa 62:11" parsed="|Isa|62|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, ο Κυριος διεκηρυξεν εως των ακρων της γης, Ειπατε προς την θυγατερα της Σιων, Ιδου, ο Σωτηρ σου ερχεται· ιδου, ο μισθος αυτου ειναι μετ' αυτου και το εργον αυτου ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Isa 62:12" parsed="|Isa|62|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.62.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσιν ονομασει αυτους, Ο Αγιος λαος, Ο λελυτρωμενος του Κυριου· και συ θελεις ονομασθη, Επιζητουμενη, πολις ουκ εγκαταλελειμμενη.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 63" progress="61.25%" prev="Isa.62" next="Isa.64" id="Isa.63">
<h3 id="Isa.63-p0.1">Chapter 63</h3>
<p class="Greek" id="Isa.63-p1">
<scripture passage="Isa 63:1" parsed="|Isa|63|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.1" />
<sup>1</sup>Τις ουτος, ο ερχομενος εξ Εδωμ, με ιματια ερυθρα εκ Βοσορρας; ουτος ο ενδοξος εις την στολην αυτου, ο περιπατων εν τη μεγαλειοτητι της δυναμεως αυτου; Εγω, ο λαλων εν δικαιοσυνη, ο ισχυρος εις το σωζειν.
<scripture passage="Isa 63:2" parsed="|Isa|63|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.2" />
<sup>2</sup>Δια τι ειναι ερυθρα η στολη σου και τα ιματια σου ομοια ανθρωπου πατουντος εν ληνω;
<scripture passage="Isa 63:3" parsed="|Isa|63|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.3" />
<sup>3</sup>Επατησα μονος τον ληνον, και ουδεις εκ των λαων ητο μετ' εμου· και κατεπατησα αυτους εν τω θυμω μου και κατελακτισα αυτους εν τη οργη μου· και το αιμα αυτων ερραντισθη επι τα ιματια μου και εμολυνα ολην μου την στολην.
<scripture passage="Isa 63:4" parsed="|Isa|63|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.4" />
<sup>4</sup>Διοτι η ημερα της εκδικησεως ητο εν τη καρδια μου, και εφθασεν ο ενιαυτος των λελυτρωμενων μου.
<scripture passage="Isa 63:5" parsed="|Isa|63|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.5" />
<sup>5</sup>Και περιεβλεψα και δεν υπηρχεν ο βοηθων· και εθαυμασα οτι δεν υπηρχεν ο υποστηριζων· οθεν ο βραχιων μου ενηργησε σωτηριαν εις εμε· και ο θυμος μου, αυτος με υπεστηριξε.
<scripture passage="Isa 63:6" parsed="|Isa|63|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.6" />
<sup>6</sup>Και κατεπατησα τους λαους εν τη οργη μου και εμεθυσα αυτους εκ του θυμου μου και κατεβιβασα εις την γην το αιμα αυτων.
<scripture passage="Isa 63:7" parsed="|Isa|63|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.7" />
<sup>7</sup>Θελω αναφερει τους οικτιρμους του Κυριου, τας αινεσεις του Κυριου, κατα παντα οσα ο Κυριος εκαμεν εις ημας, και την μεγαλην αγαθοτητα προς τον οικον Ισραηλ, την οποιαν εδειξε προς αυτους κατα τους οικτιρμους αυτου και κατα το πληθος του ελεους αυτου.
<scripture passage="Isa 63:8" parsed="|Isa|63|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ειπε, Βεβαιως λαος μου ειναι αυτοι, τεκνα τα οποια δεν θελουσι ψευσθη· και υπηρξεν ο Σωτηρ αυτων.
<scripture passage="Isa 63:9" parsed="|Isa|63|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.9" />
<sup>9</sup>Κατα πασας τας θλιψεις αυτων εθλιβετο, και ο αγγελος της παρουσιας αυτου εσωσεν αυτους· εν τη αγαπη αυτου και εν τη ευσπλαγχνια αυτου αυτος ελυτρωσεν αυτους· και εσηκωσεν αυτους και εβαστασεν αυτους πασας τας ημερας του αιωνος.
<scripture passage="Isa 63:10" parsed="|Isa|63|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.10" />
<sup>10</sup>Αυτοι ομως ηπειθησαν και ελυπησαν το αγιον πνευμα αυτου· δια τουτο εστραφη ωστε να γεινη εχθρος αυτων, αυτος επολεμησεν αυτους.
<scripture passage="Isa 63:11" parsed="|Isa|63|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.11" />
<sup>11</sup>Τοτε ενεθυμηθη τας αρχαιας ημερας, τον Μωυσην, τον λαον αυτου, λεγων, Που ειναι ο αναβιβασας αυτους απο της θαλασσης μετα του ποιμενος του ποιμνιου αυτου; που ο θεσας το αγιον αυτου πνευμα εν τω μεσω αυτων;
<scripture passage="Isa 63:12" parsed="|Isa|63|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.12" />
<sup>12</sup>Ο οδηγησας αυτους δια της δεξιας του Μωυσεως με τον ενδοξον βραχιονα αυτου, ο διασχισας τα υδατα εμπροσθεν αυτων, δια να καμη εις εαυτον ονομα αιωνιον;
<scripture passage="Isa 63:13" parsed="|Isa|63|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.13" />
<sup>13</sup>Ο οδηγησας αυτους δια της αβυσσου, ως ιππον δια της ερημου, χωρις να προσκοψωσι;
<scripture passage="Isa 63:14" parsed="|Isa|63|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.14" />
<sup>14</sup>Το πνευμα του Κυριου ανεπαυσεν αυτους ως κτηνος καταβαινον εις την κοιλαδα· ουτως ωδηγησας τον λαον σου, δια να καμης εις σεαυτον ενδοξον ονομα.
<scripture passage="Isa 63:15" parsed="|Isa|63|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.15" />
<sup>15</sup>Επιβλεψον εξ ουρανου και ιδε εκ της κατοικιας της αγιοτητος σου και της δοξης σου· που ο ζηλος σου και η δυναμις σου, το πληθος του ελεους σου και των οικτιρμων σου; απεκλεισθησαν εις εμε;
<scripture passage="Isa 63:16" parsed="|Isa|63|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.16" />
<sup>16</sup>Συ βεβαιως εισαι ο Πατηρ ημων, αν και ο Αβρααμ δεν εξευρη ημας και ο Ισραηλ δεν γνωριζη ημας· συ, Κυριε, εισαι ο Πατηρ ημων· Λυτρωτης ημων ειναι το ονομα σου απ' αιωνος.
<scripture passage="Isa 63:17" parsed="|Isa|63|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.17" />
<sup>17</sup>Δια τι Κυριε, αφηκας ημας να αποπλανωμεθα απο των οδων σου και να σκληρυνωμεν την καρδιαν ημων, ωστε να μη σε φοβωμεθα; επιστρεψον ενεκεν των δουλων σου, των φυλων της κληρονομιας σου.
<scripture passage="Isa 63:18" parsed="|Isa|63|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.18" />
<sup>18</sup>Ως πραγμα ελαχιστον κατεκυριευσαν τον αγιον σου λαον· οι εναντιοι ημων κατεπατησαν το αγιαστηριον σου.
<scripture passage="Isa 63:19" parsed="|Isa|63|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.63.19" />
<sup>19</sup>Κατεσταθημεν ως εκεινοι, επι τους οποιους δεν εδεσποσας ποτε ουδε επεκληθη το ονομα σου επ' αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 64" progress="61.32%" prev="Isa.63" next="Isa.65" id="Isa.64">
<h3 id="Isa.64-p0.1">Chapter 64</h3>
<p class="Greek" id="Isa.64-p1">
<scripture passage="Isa 64:1" parsed="|Isa|64|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.1" />
<sup>1</sup>Ειθε να εσχιζες τους ουρανους, να κατεβαινες, να διελυοντο τα ορη εν τη παρουσια σου,
<scripture passage="Isa 64:2" parsed="|Isa|64|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.2" />
<sup>2</sup>ως πυρ καιον θαμνους, ως πυρ καμνον το υδωρ να κοχλαζη, δια να γεινη το ονομα σου γνωστον εις τους εναντιους σου, να λαβη τρομος τα εθνη εν τη παρουσια σου.
<scripture passage="Isa 64:3" parsed="|Isa|64|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.3" />
<sup>3</sup>Οτε εκαμες τρομερα πραγματα, οποια δεν επροσμεναμεν, κατεβης, και τα ορη διελυθησαν εν τη παρουσια σου.
<scripture passage="Isa 64:4" parsed="|Isa|64|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εκ του αιωνος δεν εμαθον οι ανθρωποι, τα ωτα αυτων δεν ηκουσαν, οι οφθαλμοι αυτων δεν ειδον Θεον εκτος σου, οστις να εκαμε τοιαυτα εις τους επικαλουμενους αυτον.
<scripture passage="Isa 64:5" parsed="|Isa|64|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.5" />
<sup>5</sup>Ερχεσαι εις συναντησιν του ευφραινομενου και εργαζομενου δικαιοσυνην, των ενθυμουμενων σε εν ταις οδοις σου· ιδου, συ ωργισθης, διοτι ημεις ημαρτησαμεν· εαν διεμενομεν εν αυταις, ηθελομεν σωθη;
<scripture passage="Isa 64:6" parsed="|Isa|64|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.6" />
<sup>6</sup>Παντες τωοντι εγειναμεν ως ακαθαρτον πραγμα, και πασα η δικαιοσυνη ημων ειναι ως ρυπαρον ιματιον· δια τουτο επεσαμεν παντες ως το φυλλον, και αι ανομιαι ημων αφηρπασαν ημας ως ο ανεμος.
<scripture passage="Isa 64:7" parsed="|Isa|64|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.7" />
<sup>7</sup>Και δεν υπαρχει ο επικαλουμενος το ονομα σου, ο εγειρομενος δια να πιασθη απο σου· διοτι εκρυψας το προσωπον σου αφ' ημων και ηφανισας ημας δια της χειρος των ανομιων ημων.
<scripture passage="Isa 64:8" parsed="|Isa|64|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.8" />
<sup>8</sup>Αλλα τωρα, Κυριε, συ εισαι ο Πατηρ ημων· ημεις ειμεθα ο πηλος και συ ο Πλαστης ημων· και παντες ειμεθα το εργον της χειρος σου.
<scripture passage="Isa 64:9" parsed="|Isa|64|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.9" />
<sup>9</sup>Μη οργιζου σφοδρα, Κυριε, μηδε ενθυμου παντοτε την ανομιαν· και τωρα επιβλεψον, δεομεθα· λαος σου ειμεθα παντες.
<scripture passage="Isa 64:10" parsed="|Isa|64|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.10" />
<sup>10</sup>Αι αγιαι πολεις σου εγειναν ερημοι, η Σιων εγεινεν ερημος, η Ιερουσαλημ ηρημωμενη.
<scripture passage="Isa 64:11" parsed="|Isa|64|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.11" />
<sup>11</sup>Ο αγιος ημων και ο ωραιος ημων οικος, εν ω οι πατερες ημων σε εδοξολογουν, κατεκαη εν πυρι· και παντα τα εις ημας αγαπητα ηφανισθησαν.
<scripture passage="Isa 64:12" parsed="|Isa|64|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.64.12" />
<sup>12</sup>Θελεις, Κυριε, κρατησει σεαυτον εν τουτοις; θελεις σιωπησει και θελεις θλιψει ημας εως σφοδρα;
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 65" progress="61.35%" prev="Isa.64" next="Isa.66" id="Isa.65">
<h3 id="Isa.65-p0.1">Chapter 65</h3>
<p class="Greek" id="Isa.65-p1">
<scripture passage="Isa 65:1" parsed="|Isa|65|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.1" />
<sup>1</sup>Εζητηθην παρα των μη ερωτωντων περι εμου· ευρεθην παρα των ζητουντων με· ειπα, Ιδου, εγω, ιδου, εγω, προς εθνος μη καλουμενον με το ονομα μου.
<scripture passage="Isa 65:2" parsed="|Isa|65|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.2" />
<sup>2</sup>Εξηπλωσα τας χειρας μου ολην την ημεραν προς λαον απειθη, περιπατουντα εν οδω ουχι καλη, οπισω των διαβουλιων αυτων,
<scripture passage="Isa 65:3" parsed="|Isa|65|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.3" />
<sup>3</sup>λαον παροξυνοντα με παντοτε κατα προσωπον μου, θυσιαζοντα εν κηποις και θυμιαζοντα επι πλινθων,
<scripture passage="Isa 65:4" parsed="|Isa|65|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.4" />
<sup>4</sup>μενοντα εν τοις μνημασι και διανυκτερευοντα εν αποκρυφοις, τρωγοντα χοιρειον κρεας και εν τοις αγγειοις αυτου εχοντα ζωμον ακαθαρτων πραγματων,
<scripture passage="Isa 65:5" parsed="|Isa|65|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.5" />
<sup>5</sup>λεγοντα, Μακραν απ' εμου, μη με εγγισης, διοτι ειμαι αγιωτερος σου. Ουτοι ειναι καπνος εις τους μυκτηρας μου, πυρ καιομενον ολην την ημεραν.
<scripture passage="Isa 65:6" parsed="|Isa|65|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, γεγραμμενον ειναι ενωπιον μου, δεν θελω σιωπησει αλλα θελω ανταποδωσει, ναι, θελω ανταποδωσει εις τους κολπους αυτων
<scripture passage="Isa 65:7" parsed="|Isa|65|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.7" />
<sup>7</sup>τας ανομιας σας και τας ανομιας των πατερων σας ομου, λεγει Κυριος, οιτινες εθυμιασαν επι των ορεων και με εβλασφημησαν επι των λοφων· δια τουτο θελω αντιπληρωσει εις τους κολπους αυτων τα απ' αρχης εργα αυτων.
<scripture passage="Isa 65:8" parsed="|Isa|65|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.8" />
<sup>8</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Καθως οταν ευρισκηται γλευκος εν τη σταφυλη, λεγουσι, Μη φθειρης αυτο, διοτι ειναι ευλογια εν αυτω· ουτω θελω καμει ενεκεν των δουλων μου, δια να μη εξολοθρευσω παντας.
<scripture passage="Isa 65:9" parsed="|Isa|65|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.9" />
<sup>9</sup>Και θελω εξαξει σπερμα εξ Ιακωβ και κληρονομον των ορεων μου εξ Ιουδα· και οι εκλεκτοι μου θελουσι κληρονομησει αυτα και οι δουλοι μου θελουσι κατοικησει εκει.
<scripture passage="Isa 65:10" parsed="|Isa|65|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.10" />
<sup>10</sup>Και ο Σαρων θελει εισθαι μανδρα των ποιμνιων και η κοιλας του Αχωρ τοπος εις αναπαυσιν των βουκολιων, δια τον λαον μου τον εκζητουντα με.
<scripture passage="Isa 65:11" parsed="|Isa|65|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.11" />
<sup>11</sup>Εσας ομως, τους εγκαταλειποντας τον Κυριον, τους λησμονουντας το αγιον μου ορος, τους ετοιμαζοντας τραπεζαν εις τον Γαδην και τους καμνοντας σπονδην εις τον Μενι,
<scripture passage="Isa 65:12" parsed="|Isa|65|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.12" />
<sup>12</sup>θελω σας αριθμησει δια την μαχαιραν και παντες θελετε κυψει εις την σφαγην· διοτι εκαλουν και δεν απεκρινεσθε· ελαλουν και δεν ηκουετε· αλλ' επραττετε το κακον ενωπιον μου και εξελεγετε το μη αρεστον εις εμε.
<scripture passage="Isa 65:13" parsed="|Isa|65|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.13" />
<sup>13</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, οι δουλοι μου θελουσι φαγει, σεις δε θελετε πεινασει· ιδου, οι δουλοι μου θελουσι πιει, σεις δε θελετε διψησει· ιδου, οι δουλοι μου θελουσιν ευφρανθη, σεις δε θελετε αισχυνθη·
<scripture passage="Isa 65:14" parsed="|Isa|65|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.14" />
<sup>14</sup>ιδου, οι δουλοι μου θελουσιν αλαλαζει εν ευθυμια, σεις δε θελετε βοα εν πονω καρδιας και ολολυζει υπο καταθλιψεως πνευματος.
<scripture passage="Isa 65:15" parsed="|Isa|65|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.15" />
<sup>15</sup>Και θελετε αφησει το ονομα σας εις τους εκλεκτους μου δια καταραν· διοτι Κυριος ο Θεος θελει σε θανατωσει και με αλλο ονομα θελει ονομασει τους δουλους αυτου,
<scripture passage="Isa 65:16" parsed="|Isa|65|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.16" />
<sup>16</sup>δια να μακαριζη εαυτον εις τον Θεον της αληθειας ο μακαριζων εαυτον επι της γης· και να ομνυη εις τον Θεον της αληθειας ο ομνυων επι της γης· διοτι αι προτεραι θλιψεις ελησμονηθησαν και διοτι εκρυφθησαν απο των οφθαλμων μου.
<scripture passage="Isa 65:17" parsed="|Isa|65|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.17" />
<sup>17</sup>Επειδη ιδου, νεους ουρανους κτιζω και νεαν γην· και δεν θελει εισθαι μνημη των προτερων ουδε θελουσιν ελθει εις τον νουν.
<scripture passage="Isa 65:18" parsed="|Isa|65|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ευφραινεσθε και χαιρετε παντοτε εις εκεινο το οποιον κτιζω· διοτι, ιδου, κτιζω την Ιερουσαλημ αγαλλιαμα και τον λαον αυτης ευφροσυνην.
<scripture passage="Isa 65:19" parsed="|Isa|65|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.19" />
<sup>19</sup>Και θελω αγαλλεσθαι εις την Ιερουσαλημ και ευφραινεσθαι εις τον λαον μου· και δεν θελει ακουσθη πλεον εν αυτη φωνη κλαυθμου και φωνη κραυγης.
<scripture passage="Isa 65:20" parsed="|Isa|65|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.20" />
<sup>20</sup>Δεν θελει εισθαι πλεον εκει βρεφος ολιγοημερον και γερων οστις δεν επληρωσε τας ημερας αυτου· διοτι το παιδιον θελει αποθνησκει εκατον ετων, ο δε εκατον ετων αμαρτωλος θελει εισθαι επικαταρατος.
<scripture passage="Isa 65:21" parsed="|Isa|65|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.21" />
<sup>21</sup>Και θελουσιν οικοδομησει οικιας και κατοικησει, και θελουσι φυτευσει αμπελωνας και φαγει τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Isa 65:22" parsed="|Isa|65|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.22" />
<sup>22</sup>δεν θελουσι κτισει αυτοι και αλλος να κατοικηση· δεν θελουσι φυτευσει αυτοι και αλλος να φαγη· διοτι αι ημεραι του λαου μου ειναι ως αι ημεραι του δενδρου και οι εκλεκτοι μου θελουσι παλαιωσει το εργον των χειρων αυτων.
<scripture passage="Isa 65:23" parsed="|Isa|65|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.23" />
<sup>23</sup>Δεν θελουσι κοπιαζει εις ματην ουδε θελουσι τεκνοποιει δια καταστροφην· διοτι ειναι σπερμα των ευλογημενων του Κυριου και οι εκγονοι αυτων μετ' αυτων.
<scripture passage="Isa 65:24" parsed="|Isa|65|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.24" />
<sup>24</sup>Και πριν αυτοι κραξωσιν, εγω θελω αποκρινεσθαι· και ενω αυτοι λαλουσιν, εγω θελω ακουει.
<scripture passage="Isa 65:25" parsed="|Isa|65|25|0|0" osisRef="Bible:Isa.65.25" />
<sup>25</sup>Ο λυκος και το αρνιον θελουσι βοσκεσθαι ομου, και ο λεων θελει τρωγει αχυρον ως ο βους· αρτος δε του οφεως θελει εισθαι το χωμα· εν ολω τω αγιω μου ορει δεν θελουσι καμνει ζημιαν ουδε φθοραν, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Isaiah 66" progress="61.45%" prev="Isa.65" next="Jer" id="Isa.66">
<h3 id="Isa.66-p0.1">Chapter 66</h3>
<p class="Greek" id="Isa.66-p1">
<scripture passage="Isa 66:1" parsed="|Isa|66|1|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ο ουρανος ειναι θρονος μου και η γη υποποδιον των ποδων μου· ποιος ειναι ο οικος, τον οποιον ηθελετε οικοδομησει δι' εμε; και ποιος ειναι ο τοπος της αναπαυσεως μου;
<scripture passage="Isa 66:2" parsed="|Isa|66|2|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.2" />
<sup>2</sup>Διοτι η χειρ μου εκαμε παντα ταυτα και εγειναν παντα ταυτα, λεγει Κυριος· εις τινα λοιπον θελω επιβλεψει; εις τον πτωχον και συντετριμμενον το πνευμα και τρεμοντα τον λογον μου.
<scripture passage="Isa 66:3" parsed="|Isa|66|3|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.3" />
<sup>3</sup>Οστις δε σφαζει βουν, ειναι ως ο φονευων ανθρωπον· οστις θυσιαζει αρνιον, ως ο κοπτων κυνος λαιμον· οστις προσφερει προσφοραν εξ αλφιτων, ως προσφερων αιμα χοιρειον· οστις θυσιαζει, ως ο ευλογων ειδωλον. Ναι, αυτοι εξελεξαν τας οδους αυτων, και η ψυχη αυτων ηδυνεται εις τα βδελυγματα αυτων.
<scripture passage="Isa 66:4" parsed="|Isa|66|4|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.4" />
<sup>4</sup>Και εγω λοιπον θελω εκλεξει τα εις αυτους ολεθρια και θελω φερει επ' αυτους οσα φοβουνται· διοτι εκαλουν και ουδεις απεκρινετο· ελαλουν και δεν ηκουον· αλλ' επραττον το κακον ενωπιον μου και εξελεγον το μη αρεστον εις εμε.
<scripture passage="Isa 66:5" parsed="|Isa|66|5|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.5" />
<sup>5</sup>Ακουσατε τον λογον του Κυριου, σεις οι τρεμοντες τον λογον αυτου· οι αδελφοι σας, οιτινες σας μισουσι και σας αποβαλλουσιν ενεκεν του ονοματος μου, ειπαν, Ας δοξασθη ο Κυριος· πλην αυτος θελει φανη εις χαραν σας, εκεινοι δε θελουσι καταισχυνθη.
<scripture passage="Isa 66:6" parsed="|Isa|66|6|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.6" />
<sup>6</sup>Φωνη κραυγης ερχεται εκ της πολεως, φωνη εκ του ναου, φωνη του Κυριου, οστις καμνει ανταποδοσιν εις τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Isa 66:7" parsed="|Isa|66|7|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.7" />
<sup>7</sup>Πριν κοιλοπονηση, εγεννησε· πριν ελθωσιν οι πονοι αυτης, ηλευθερωθη και εγεννησεν αρσενικον.
<scripture passage="Isa 66:8" parsed="|Isa|66|8|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.8" />
<sup>8</sup>Τις ηκουσε τοιουτον πραγμα; τις ειδε τοιαυτα; ηθελε γεννησει η γη εν μια ημερα; η εθνος ηθελε γεννηθη ενταυτω αλλ' η Σιων αμα εκοιλοπονησεν, εγεννησε τα τεκνα αυτης.
<scripture passage="Isa 66:9" parsed="|Isa|66|9|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.9" />
<sup>9</sup>Εγω, ο φερων εις την γενναν, δεν ηθελον καμει να γεννηση; λεγει Κυριος· εγω, ο καμνων να γεννωσιν, ηθελον κλεισει την μητραν; λεγει ο Θεος σου.
<scripture passage="Isa 66:10" parsed="|Isa|66|10|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.10" />
<sup>10</sup>Ευφρανθητε μετα της Ιερουσαλημ και αγαλλεσθε μετ' αυτης, παντες οι αγαπωντες αυτην· χαρητε χαραν μετ' αυτης, παντες οι πενθουντες δι' αυτην·
<scripture passage="Isa 66:11" parsed="|Isa|66|11|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.11" />
<sup>11</sup>δια να θηλασητε και να χορτασθητε απο των μαστων των παρηγοριων αυτης· δια να εκθηλασητε και να εντρυφησητε εις την αφθονιαν της δοξης αυτης.
<scripture passage="Isa 66:12" parsed="|Isa|66|12|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.12" />
<sup>12</sup>διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εις αυτην θελω στρεψει την ειρηνην ως ποταμον, και την δοξαν των εθνων ως χειμαρρον πλημμυρουντα· τοτε θελετε θηλασει, θελετε βασταχθη επι των πλευρων και κολακευθη επι των γονατων αυτης.
<scripture passage="Isa 66:13" parsed="|Isa|66|13|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.13" />
<sup>13</sup>Ως παιδιον, το οποιον παρηγορει η μητηρ αυτου, ουτως εγω θελω σας παρηγορησει· και θελετε παρηγορηθη εν τη Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Isa 66:14" parsed="|Isa|66|14|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.14" />
<sup>14</sup>Και θελετε ιδει, και η καρδια σας θελει ευφρανθη και τα οστα σας θελουσιν ανθησει ως χορτος· και η χειρ του Κυριου θελει γνωρισθη προς τους δουλους αυτου, η δε οργη προς τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Isa 66:15" parsed="|Isa|66|15|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.15" />
<sup>15</sup>Διοτι, ιδου, ο Κυριος θελει ελθει εν πυρι, και αι αμαξαι αυτου θελουσιν εισθαι ως ανεμοστροβιλος, δια να αποδωση την οργην αυτου με ορμην και την επιτιμησιν αυτου με φλογας πυρος.
<scripture passage="Isa 66:16" parsed="|Isa|66|16|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.16" />
<sup>16</sup>Διοτι εν πυρι Κυριου και εν τη μαχαιρα αυτου θελει κριθη πασα σαρξ, και οι πεφονευμενοι του Κυριου θελουσιν εισθαι πολλοι.
<scripture passage="Isa 66:17" parsed="|Isa|66|17|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.17" />
<sup>17</sup>Οι αγιαζομενοι και καθαριζομενοι εν τοις κηποις ο εις κατοπιν του αλλου αναφανδον, τρωγοντες χοιρειον κρεας και τα βδελυγματα και τον ποντικον, ουτοι θελουσι καταναλωθη ομου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 66:18" parsed="|Isa|66|18|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.18" />
<sup>18</sup>Διοτι εγω εξευρω τα εργα αυτων και τους διαλογισμους αυτων· και ερχομαι δια να συναξω παντα τα εθνη και τας γλωσσας· και θελουσιν ελθει και ιδει την δοξαν μου.
<scripture passage="Isa 66:19" parsed="|Isa|66|19|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.19" />
<sup>19</sup>Και θελω στησει σημειον μεταξυ αυτων· και τους σεσωσμενους εξ αυτων θελω εξαποστειλει εις τα εθνη, εις Θαρσεις, Φουλ και Λουδ, οιτινες συρουσι τοξον, εις Θουβαλ και Ιαυαν, εις τας νησους τας μακραν, οιτινες δεν ηκουσαν την φημην μου ουδε ειδον την δοξαν μου· και θελουσι κηρυξει την δοξαν μου μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Isa 66:20" parsed="|Isa|66|20|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.20" />
<sup>20</sup>Και θελουσι φερει παντας τους αδελφους σας εκ παντων των εθνων προσφοραν εις τον Κυριον, επι ιππων και επι αμαξων και επι φορειων και επι ημιονων και επι ταχυδρομων ζωων, προς το αγιον μου ορος, την Ιερουσαλημ, λεγει Κυριος, καθως τα τεκνα του Ισραηλ φερουσι την εξ αλφιτων προσφοραν εν καθαρω αγγειω προς τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="Isa 66:21" parsed="|Isa|66|21|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.21" />
<sup>21</sup>Και προσετι θελω λαβει εξ αυτων ιερεις και Λευιτας, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 66:22" parsed="|Isa|66|22|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ως οι νεοι ουρανοι και η νεα γη, τα οποια εγω θελω καμει, θελουσι διαμενει ενωπιον μου, λεγει Κυριος, ουτω θελει διαμενει το σπερμα σας και το ονομα σας.
<scripture passage="Isa 66:23" parsed="|Isa|66|23|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.23" />
<sup>23</sup>Και απο νεας σεληνης εως αλλης και απο σαββατου εως αλλου θελει ερχεσθαι πασα σαρξ δια να προσκυνη ενωπιον μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Isa 66:24" parsed="|Isa|66|24|0|0" osisRef="Bible:Isa.66.24" />
<sup>24</sup>Και θελουσιν εξελθει και ιδει τα κωλα των ανθρωπων, οιτινες εσταθησαν παραβαται εναντιον μου· διοτι ο σκωληξ αυτων δεν θελει τελευτησει και το πυρ αυτων δεν θελει σβεσθη· και θελουσιν εισθαι βδελυγμα εις πασαν σαρκα.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Jeremiah" progress="61.55%" prev="Isa.66" next="Jer.1" id="Jer">
<h2 id="Jer-p0.1">Jeremiah</h2>

<div3 title="Jeremiah 1" progress="61.55%" prev="Jer" next="Jer.2" id="Jer.1">
<h3 id="Jer.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Jer.1-p1">
<scripture passage="Jer 1:1" parsed="|Jer|1|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.1" />
<sup>1</sup>Οι λογοι του Ιερεμιου υιου του Χελκιου, εκ των ιερεων των εν Αναθωθ εν γη Βενιαμιν·
<scripture passage="Jer 1:2" parsed="|Jer|1|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.2" />
<sup>2</sup>προς τον οποιον εγεινε λογος Κυριου εν ταις ημεραις του Ιωσιου υιου του Αμων βασιλεως Ιουδα, κατα το δεκατον τριτον ετος της βασιλειας αυτου.
<scripture passage="Jer 1:3" parsed="|Jer|1|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.3" />
<sup>3</sup>Εγεινε και εν ταις ημεραις του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου βασιλεως Ιουδα, μεχρι του τελους του ενδεκατου ετους του Σεδεκιου, υιου του Ιωσιου βασιλεως Ιουδα, μεχρι της αιχμαλωσιας της Ιερουσαλημ, κατα τον πεμπτον μηνα.
<scripture passage="Jer 1:4" parsed="|Jer|1|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.4" />
<sup>4</sup>Και λογος Κυριου εγεινε προς εμε λεγων,
<scripture passage="Jer 1:5" parsed="|Jer|1|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.5" />
<sup>5</sup>Πριν σε μορφωσω εν τη κοιλια, σε εγνωρισα· και πριν εξελθης εκ της μητρας, σε ηγιασα· προφητην εις τα εθνη σε κατεστησα.
<scripture passage="Jer 1:6" parsed="|Jer|1|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.6" />
<sup>6</sup>Και εγω ειπα, Ω, Κυριε Θεε, ιδου, δεν εξευρω να λαλησω διοτι ειμαι παιδιον.
<scripture passage="Jer 1:7" parsed="|Jer|1|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.7" />
<sup>7</sup>Ο δε Κυριος ειπε προς εμε, Μη λεγε, ειμαι παιδιον· διοτι θελεις υπαγει προς παντας, προς τους οποιους θελω σε εξαποστειλει· και παντα οσα σε προσταξω, θελεις ειπει.
<scripture passage="Jer 1:8" parsed="|Jer|1|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.8" />
<sup>8</sup>Μη φοβηθης απο προσωπου αυτων· διοτι εγω ειμαι μετα σου δια να σε ελευθερονω, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 1:9" parsed="|Jer|1|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.9" />
<sup>9</sup>Και εξετεινε Κυριος την χειρα αυτου και ηγγισε το στομα μου· και ειπε Κυριος προς εμε, Ιδου, εθεσα τους λογους μου εν τω στοματι σου.
<scripture passage="Jer 1:10" parsed="|Jer|1|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.10" />
<sup>10</sup>Ιδε, σε κατεστησα σημερον επι τα εθνη και επι τας βασιλειας, δια να εκριζονης και να κατασκαπτης και να καταστρεφης και να κατεδαφιζης, να ανοικοδομης και να καταφυτευης.
<scripture passage="Jer 1:11" parsed="|Jer|1|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.11" />
<sup>11</sup>Λογος Κυριου εγεινεν ετι προς εμε λεγων, Τι βλεπεις συ, Ιερεμια; Και ειπα, Βλεπω βακτηριαν αμυγδαλινην.
<scripture passage="Jer 1:12" parsed="|Jer|1|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Καλως ειδες· διοτι εγω θελω ταχυνει να εκπληρωσω τον λογον μου.
<scripture passage="Jer 1:13" parsed="|Jer|1|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.13" />
<sup>13</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε εκ δευτερου λεγων, Τι βλεπεις συ; Και ειπα, Βλεπω λεβητα αναβραζοντα· και το προσωπον αυτου ειναι προς βορραν.
<scripture passage="Jer 1:14" parsed="|Jer|1|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Απο βορρα θελει εκχυθη το κακον επι παντας τους κατοικους της γης.
<scripture passage="Jer 1:15" parsed="|Jer|1|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ιδου, εγω θελω καλεσει πασας τας οικογενειας των βασιλειων του βορρα, λεγει Κυριος· και θελουσιν ελθει και θελουσι θεσει εκαστος τον θρονον αυτου εν τη εισοδω των πυλων της Ιερουσαλημ και επι παντα τα τειχη αυτης κυκλω και επι πασας τας πολεις του Ιουδα.
<scripture passage="Jer 1:16" parsed="|Jer|1|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.16" />
<sup>16</sup>Και θελω προφερει τας κρισεις μου εναντιον αυτων περι πασης της κακιας αυτων· διοτι με εγκατελιπον και εθυμιασαν εις θεους αλλοτριους και προσεκυνησαν τα εργα των χειρων αυτων.
<scripture passage="Jer 1:17" parsed="|Jer|1|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.17" />
<sup>17</sup>Συ λοιπον περιζωσον την οσφυν σου και σηκωθητι και ειπε προς αυτους παντα οσα εγω σε προσταξω· μη φοβηθης απο προσωπου αυτων, μηποτε ταχα σε αφησω να πεσης εις αμηχανιαν εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Jer 1:18" parsed="|Jer|1|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.18" />
<sup>18</sup>Διοτι, ιδου, εγω σε εθεσα σημερον ως πολιν οχυραν και ως στηλην σιδηραν και ως τειχη χαλκινα εναντιον πασης της γης, εναντιον των βασιλεων του Ιουδα, εναντιον των αρχοντων αυτου, εναντιον των ιερεων αυτου και εναντιον του λαου της γης·
<scripture passage="Jer 1:19" parsed="|Jer|1|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.1.19" />
<sup>19</sup>και θελουσι σε πολεμησει αλλα δεν θελουσιν υπερισχυσει εναντιον σου· διοτι εγω ειμαι μετα σου δια να σε ελευθερονω, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 2" progress="61.61%" prev="Jer.1" next="Jer.3" id="Jer.2">
<h3 id="Jer.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Jer.2-p1">
<scripture passage="Jer 2:1" parsed="|Jer|2|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε λεγων,
<scripture passage="Jer 2:2" parsed="|Jer|2|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.2" />
<sup>2</sup>Υπαγε και βοησον εις τα ωτα της Ιερουσαλημ λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Ενθυμουμαι περι σου την προς σε ευμενειαν μου εν τη νεοτητι σου, την αγαπην της νυμφευσεως σου, οτε με ηκολουθεις εν τη ερημω, εν γη ασπαρτω·
<scripture passage="Jer 2:3" parsed="|Jer|2|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.3" />
<sup>3</sup>ο Ισραηλ ητο αγιος εις τον Κυριον, απαρχη των γεννηματων αυτου· παντες οι κατατρωγοντες αυτον ησαν ενοχοι· κακον ηλθεν επ' αυτους, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 2:4" parsed="|Jer|2|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.4" />
<sup>4</sup>Ακουσατε τον λογον του Κυριου, οικος Ιακωβ και πασαι αι συγγενειαι του οικου Ισραηλ·
<scripture passage="Jer 2:5" parsed="|Jer|2|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ποιαν αδικιαν ευρηκαν εν εμοι οι πατερες σας, ωστε απεμακρυνθησαν απ' εμου και περιεπατηααν οπισω της ματαιοτητος και εματαιωθησαν;
<scripture passage="Jer 2:6" parsed="|Jer|2|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.6" />
<sup>6</sup>και δεν ειπον, Που ειναι ο Κυριος, ο αναβιβασας ημας εκ γης Αιγυπτου, ο οδηγησας ημας δια της ερημου, δια τοπου ερημιας και χασματων, δια τοπου ανυδριας και σκιας θανατου, δια τοπου τον οποιον δεν επερασεν ανθρωπος και οπου ανθρωπος δεν κατωκησε;
<scripture passage="Jer 2:7" parsed="|Jer|2|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.7" />
<sup>7</sup>Και σας εισηγαγον εις τοπον καρποφορον, δια να τρωγητε τους καρπους αυτου και τα αγαθα αυτου· αφου ομως εισηλθετε, εμιανατε την γην μου και κατεστησατε βδελυγμα την κληρονομιαν μου.
<scripture passage="Jer 2:8" parsed="|Jer|2|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.8" />
<sup>8</sup>Οι ιερεις δεν ειπον, Που ειναι ο Κυριος; και οι κρατουντες τον νομον δεν με εγνωρισαν· και οι ποιμενες εγινοντο παραβαται εναντιον μου, και οι προφηται προεφητευον δια του Βααλ και περιεπατουν οπισω πραγματων ανωφελων.
<scripture passage="Jer 2:9" parsed="|Jer|2|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο ετι θελω κριθη με εσας, λεγει Κυριος, και με τους υιους των υιων σας θελω κριθη.
<scripture passage="Jer 2:10" parsed="|Jer|2|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.10" />
<sup>10</sup>Διοτι διαβητε εις τας νησους των Κητιαιων και ιδετε· και πεμψατε εις Κηδαρ· και παρατηρησατε επιμελως, και ιδετε αν εσταθη τοιουτον πραγμα.
<scripture passage="Jer 2:11" parsed="|Jer|2|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.11" />
<sup>11</sup>Ηλλαξεν εθνος θεους, αν και ουτοι δεν ηναι θεοι; ο λαος μου ομως ηλλαξε την δοξαν αυτου με πραγμα ανωφελες.
<scripture passage="Jer 2:12" parsed="|Jer|2|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.12" />
<sup>12</sup>Εκπλαγητε, ουρανοι, δια τουτο, και φριξατε, συνταραχθητε σφοδρα, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 2:13" parsed="|Jer|2|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.13" />
<sup>13</sup>Διοτι δυο κακα επραξεν ο λαος μου· εμε εγκατελιπον, την πηγην των ζωντων υδατων, και εσκαψαν εις εαυτους λακκους, λακκους συντετριμμενους, οιτινες δεν δυνανται να κρατησωσιν υδωρ.
<scripture passage="Jer 2:14" parsed="|Jer|2|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.14" />
<sup>14</sup>Μηπως ειναι δουλος ο Ισραηλ; η δουλος οικογενης; δια τι κατεσταθη λαφυρον;
<scripture passage="Jer 2:15" parsed="|Jer|2|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.15" />
<sup>15</sup>Οι σκυμνοι εβρυχησαν επ' αυτον, εξεδωκαν την φωνην αυτων και κατεστησαν την γην αυτου ερημον· αι πολεις αυτου κατεκαησαν και εμειναν ακατοικητοι.
<scripture passage="Jer 2:16" parsed="|Jer|2|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.16" />
<sup>16</sup>Οι υιοι προσετι της Νωφ και της Ταφνης συνετριψαν την κορυφην σου.
<scripture passage="Jer 2:17" parsed="|Jer|2|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.17" />
<sup>17</sup>Δεν εκαμες τουτο συ εις σεαυτον, διοτι εγκατελιπες Κυριον τον Θεον σου οτε σε ωδηγει εν τη οδω;
<scripture passage="Jer 2:18" parsed="|Jer|2|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.18" />
<sup>18</sup>Και τωρα τι εχεις να καμης εν τη οδω της Αιγυπτου, δια να πιης τα υδατα Σιωρ; η τι εχεις να καμης εν τη οδω της Ασσυριας, δια να πιης τα υδατα του ποταμου;
<scripture passage="Jer 2:19" parsed="|Jer|2|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.19" />
<sup>19</sup>Η ασεβεια σου θελει σε παιδευσει και αι παραβασεις σου θελουσι σε ελεγξει· γνωρισον λοιπον και ιδε, οτι ειναι κακον και πικρον, το οτι εγκατελιπες Κυριον τον Θεον σου, και δεν ειναι ο φοβος μου εν σοι, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 2:20" parsed="|Jer|2|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.20" />
<sup>20</sup>Επειδη προ πολλου συνετριψα τον ζυγον σου, διεσπασα τα δεσμα σου, και συ ειπας, δεν θελω σταθη παραβατης πλεον· ενω επι παντα υψηλον λοφον και υποκατω παντος δενδρου πρασινου περιεπλανηθης εκπορνευων.
<scripture passage="Jer 2:21" parsed="|Jer|2|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.21" />
<sup>21</sup>Εγω δε σε εφυτευσα αμπελον εκλεκτην, σπερμα ολως αληθινον· πως λοιπον μετεβληθης εις παρεφθαρμενον κλημα αμπελου ξενης εις εμε;
<scripture passage="Jer 2:22" parsed="|Jer|2|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο και εαν πλυθης με νιτρον και πληθυνης εις σεαυτον το σμηγμα, η ανομια σου μενει σεσημειωμενη ενωπιον μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Jer 2:23" parsed="|Jer|2|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.23" />
<sup>23</sup>Πως δυνασαι να ειπης, δεν εμιανθην, δεν υπηγα οπισω των Βααλειμ; ιδε την οδον σου εν τη φαραγγι, γνωρισον τι επραξας· εισαι ταχεια δρομας διατρεχουσα εν ταις οδοις αυτης·
<scripture passage="Jer 2:24" parsed="|Jer|2|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.24" />
<sup>24</sup>ονος αγρια συνειθισμενη εις την ερημον, αναπνεουσα τον αερα κατα την επιθυμιαν της καρδιας αυτης· την ορμην αυτης, τις δυναται να επιστρεψη αυτην; παντες οι ζητουντες αυτην δεν θελουσι κοπιαζει· εν τω μηνι αυτης θελουσιν ευρει αυτην.
<scripture passage="Jer 2:25" parsed="|Jer|2|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.25" />
<sup>25</sup>Κρατησον τον ποδα σου απο του να περιπατησης ανυποδητος, και τον λαρυγγα σου απο διψης· αλλα συ ειπας, εις ματην· ουχι· διοτι ηγαπησα ξενους και κατοπιν αυτων θελω υπαγει.
<scripture passage="Jer 2:26" parsed="|Jer|2|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.26" />
<sup>26</sup>Καθως ο κλεπτης αισχυνεται οταν ευρεθη, ουτω θελει αισχυνθη ο οικος Ισραηλ, αυτοι, οι βασιλεις αυτων, οι αρχοντες αυτων και οι ιερεις αυτων και οι προφηται αυτων·
<scripture passage="Jer 2:27" parsed="|Jer|2|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.27" />
<sup>27</sup>οιτινες λεγουσι προς το ξυλον, Πατηρ μου εισαι· και προς τον λιθον, Συ με εγεννησας· διοτι εστρεψαν νωτα προς εμε και ουχι προσωπον· εν τω καιρω ομως της συμφορας αυτων θελουσιν ειπει, Αναστηθι και σωσον ημας.
<scripture passage="Jer 2:28" parsed="|Jer|2|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.28" />
<sup>28</sup>Και που ειναι οι θεοι σου, τους οποιους εκαμες εις σεαυτον; ας αναστηθωσιν, εαν δυνανται να σε σωσωσιν εν τω καιρω της συμφορας σου· διοτι κατα τον αριθμον των πολεων σου ησαν οι θεοι σου, Ιουδα.
<scripture passage="Jer 2:29" parsed="|Jer|2|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.29" />
<sup>29</sup>Δια τι ηθελετε κριθη μετ' εμου; σεις παντες εισθε παραβαται εις εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 2:30" parsed="|Jer|2|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.30" />
<sup>30</sup>Εις ματην επαταξα τα τεκνα σας· δεν εδεχθησαν διορθωσιν· η μαχαιρα σας κατεφαγε τους προφητας σας ως λεων εξολοθρευων.
<scripture passage="Jer 2:31" parsed="|Jer|2|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.31" />
<sup>31</sup>Ω γενεα, ιδετε τον λογον του Κυριου· Εσταθην ερημος εις τον Ισραηλ, γη σκοτους; δια τι λεγει ο λαος μου, Ημεις ειμεθα κυριοι· δεν θελομεν ελθει πλεον προς σε;
<scripture passage="Jer 2:32" parsed="|Jer|2|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.32" />
<sup>32</sup>Δυναται η κορη να λησμονηση τους στολισμους αυτης, η νυμφη τον καλλωπισμον αυτης; και ομως ο λαος μου με ελησμονησεν ημερας αναριθμητους.
<scripture passage="Jer 2:33" parsed="|Jer|2|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.33" />
<sup>33</sup>Δια τι καλλωπιζεις την οδον σου δια να ζητης εραστας; εις τροπον ωστε και εδιδαξας τας οδους σου εις τας κακας.
<scripture passage="Jer 2:34" parsed="|Jer|2|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.34" />
<sup>34</sup>Ετι εις τα κρασπεδα σου ευρεθησαν αιματα ψυχων πτωχων αθωων· δεν ευρηκα αυτα ανορυττων, αλλ' επι παντα ταυτα.
<scripture passage="Jer 2:35" parsed="|Jer|2|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.35" />
<sup>35</sup>Και ομως λεγεις, Επειδη ειμαι αθωος, βεβαιως ο θυμος αυτου θελει αποστραφη απ' εμου. Ιδου, εγω θελω κριθη μετα σου, διοτι λεγεις, Δεν ημαρτησα.
<scripture passage="Jer 2:36" parsed="|Jer|2|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.36" />
<sup>36</sup>Δια τι περιπλανασαι τοσον δια να αλλαξης την οδον σου; θελεις καταισχυνθη και υπο της Αιγυπτου, καθως κατησχυνθης υπο της Ασσυριας.
<scripture passage="Jer 2:37" parsed="|Jer|2|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.2.37" />
<sup>37</sup>Ναι, θελεις εξελθει εντευθεν με τας χειρας σου επι την κεφαλην σου· διοτι ο Κυριος απεβαλε τας ελπιδας σου και δεν θελεις ευημερησει εις αυτας.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 3" progress="61.74%" prev="Jer.2" next="Jer.4" id="Jer.3">
<h3 id="Jer.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Jer.3-p1">
<scripture passage="Jer 3:1" parsed="|Jer|3|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.1" />
<sup>1</sup>Λεγουσιν, Εαν τις αποβαλη την γυναικα αυτου και αναχωρηση απο αυτου και γεινη αλλου ανδρος, θελει επιστρεψει παλιν εκεινος προς αυτην; η γη εκεινη δεν θελει ολως μιανθη; συ επορνευσας μεν μετα πολλων εραστων· επιστρεψον δε παλιν προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 3:2" parsed="|Jer|3|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.2" />
<sup>2</sup>Σηκωσον τους οφθαλμους σου προς τους υψηλους τοπους, και ιδε που δεν εσελγησας. Εν ταις οδοις εκαθησας δι' αυτους, ως ο Αραψ εν τη ερημω, και εμιανας την γην με τας πορνειας σου και με την κακιαν σου.
<scripture passage="Jer 3:3" parsed="|Jer|3|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο εκρατηθησαν αι βροχαι, και δεν εγεινε βροχη οψιμος· και συ ειχες το μετωπον της πορνης, απεβαλες πασαν εντροπην.
<scripture passage="Jer 3:4" parsed="|Jer|3|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελεις κραζει απο του νυν προς εμε, Πατερ μου, συ εισαι ο οδηγος της νεοτητος μου;
<scripture passage="Jer 3:5" parsed="|Jer|3|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.5" />
<sup>5</sup>Θελει διατηρει την οργην αυτου διαπαντος; θελει φυλαττει αυτην εως τελους; ιδου, ελαλησας και επραξας τα κακα, οσον ηδυνηθης.
<scripture passage="Jer 3:6" parsed="|Jer|3|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος ειπεν ετι προς εμε εν ταις ημεραις Ιωσιου του βασιλεως, Ειδες εκεινα, τα οποια Ισραηλ η αποστατις επραξεν; υπηγεν επι παν υψηλον ορος και υποκατω παντος πρασινου δενδρου και επορνευσεν εκει.
<scripture passage="Jer 3:7" parsed="|Jer|3|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.7" />
<sup>7</sup>Και αφου επραξε παντα ταυτα, ειπα, Επιστρεψον προς εμε· και δεν επεστρεψε. Και ειδε τουτο Ιουδας η απιστος αυτης αδελφη.
<scripture passage="Jer 3:8" parsed="|Jer|3|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.8" />
<sup>8</sup>Και ειδον οτι ενω επειδη Ισραηλ η αποστατις εμοιχευσεν εγω απεπεμψα αυτην και εδωκα εις αυτην το γραμμα του διαζυγιου αυτης, Ιουδας η απιστος αυτης αδελφη δεν εφοβηθη αλλ' υπηγε και επορνευσε και αυτη.
<scripture passage="Jer 3:9" parsed="|Jer|3|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.9" />
<sup>9</sup>Και με την διαφημισιν της πορνειας αυτης εμιανε τον τοπον και εμοιχευσε μετα των λιθων και μετα των ξυλων.
<scripture passage="Jer 3:10" parsed="|Jer|3|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.10" />
<sup>10</sup>Και εν πασι τουτοις Ιουδας η απιστος αυτης αδελφη δεν επεστρεψε προς εμε εξ ολης της καρδιας αυτης αλλα ψευδως, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 3:11" parsed="|Jer|3|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Ισραηλ η αποστατις εδικαιωσεν εαυτην περισσοτερον παρα Ιουδας η απιστος.
<scripture passage="Jer 3:12" parsed="|Jer|3|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.12" />
<sup>12</sup>Υπαγε και διακηρυξον τους λογους τουτους προς τον βορραν και ειπε, Επιστρεψον, Ισραηλ η αποστατις, λεγει Κυριος, και δεν θελω καμει να πεση η οργη μου εφ' υμας· διοτι ελεημων ειμαι, λεγει Κυριος· δεν θελω φυλαττει την οργην διαπαντος.
<scripture passage="Jer 3:13" parsed="|Jer|3|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.13" />
<sup>13</sup>Μονον γνωρισον την ανομιαν σου, οτι ημαρτησας εις Κυριον τον Θεον σου, και διηρεσας τας οδους σου εις τους ξενους υποκατω παντος πρασινου δενδρου, και δεν υπηκουσατε εις την φωνην μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 3:14" parsed="|Jer|3|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.14" />
<sup>14</sup>Επιστρεψατε, υιοι αποσταται, λεγει Κυριος, αν και εγω σας απεστραφην· και θελω σας λαβει ενα εκ πολεως και δυο εκ συγγενειας και θελω σας εισαξει εις την Σιων·
<scripture passage="Jer 3:15" parsed="|Jer|3|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.15" />
<sup>15</sup>και θελω σας δωσει ποιμενας κατα την καρδιαν μου και θελουσι σας ποιμανει εν γνωσει και συνεσει.
<scripture passage="Jer 3:16" parsed="|Jer|3|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.16" />
<sup>16</sup>Και οταν πληθυνθητε και αυξηνθητε επι της γης, εν εκειναις ταις ημεραις, λεγει Κυριος, δεν θελουσι προφερει πλεον, Η κιβωτος της διαθηκης του Κυριου, ουδε θελει αναβη επι καρδιαν αυτων, ουδε θελουσιν ενθυμηθη αυτην, ουδε θελουσιν επισκεφθη, ουδε θελει κατασκευασθη πλεον.
<scripture passage="Jer 3:17" parsed="|Jer|3|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.17" />
<sup>17</sup>Εν εκεινω τω καιρω θελουσιν ονομασει την Ιερουσαλημ· θρονον του Κυριου· και παντα τα εθνη θελουσι συναχθη προς αυτην εν τω ονοματι του Κυριου, προς την Ιερουσαλημ· και δεν θελουσι περιπατησει πλεον οπισω της ορεξεως της πονηρας αυτων καρδιας.
<scripture passage="Jer 3:18" parsed="|Jer|3|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.18" />
<sup>18</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις ο οικος Ιουδα θελει περιπατησει μετα του οικου Ισραηλ, και θελουσιν ελθει ομου απο της γης του βορρα, εις την γην την οποιαν εκληροδοτησα εις τους πατερας σας.
<scripture passage="Jer 3:19" parsed="|Jer|3|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' εγω ειπα, Πως θελω σε καταταξει μεταξυ των τεκνων και δωσει εις σε γην επιθυμητην, ενδοξον κληρονομιαν των δυναμεων των εθνων; Και ειπα, Συ θελεις με κραξει, Πατερ μου· και δεν θελεις αποστρεψει απο οπισθεν μου.
<scripture passage="Jer 3:20" parsed="|Jer|3|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.20" />
<sup>20</sup>Βεβαιως καθως γυνη αθετει εις τον ανδρα αυτης, ουτως ηθετησατε εις εμε, οικος Ισραηλ, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 3:21" parsed="|Jer|3|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.21" />
<sup>21</sup>Φωνη ηκουσθη επι των υψηλων τοπων, κλαυθμος και δεησεις των υιων Ισραηλ· διοτι διεστρεψαν την οδον αυτων, ελησμονησαν Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="Jer 3:22" parsed="|Jer|3|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.22" />
<sup>22</sup>Επιστρεψατε, υιοι αποσταται, και θελω ιατρευσει τας αποστασιας σας. Ιδου, ημεις ερχομεθα προς σε· διοτι συ εισαι Κυριος ο Θεος ημων.
<scripture passage="Jer 3:23" parsed="|Jer|3|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.23" />
<sup>23</sup>Τωοντι εις ματην ελπιζεται σωτηρια εκ των λοφων και εκ του πληθους των ορεων· μονον εν Κυριω τω Θεω ημων ειναι η σωτηρια του Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 3:24" parsed="|Jer|3|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.24" />
<sup>24</sup>Διοτι η αισχυνη κατεφαγε τον κοπον των πατερων ημων εκ της νεοτητος ημων· τα ποιμνια αυτων και τας αγελας αυτων, τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων.
<scripture passage="Jer 3:25" parsed="|Jer|3|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.3.25" />
<sup>25</sup>Εν τη αισχυνη ημων κατακειμεθα, και η ατιμια ημων καλυπτει ημας· διοτι ημαρτησαμεν εις Κυριον τον Θεον ημων, ημεις και οι πατερες ημων, εκ της νεοτητος ημων εως της ημερας ταυτης, και δεν υπηκουσαμεν εις την φωνην Κυριου του Θεου ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 4" progress="61.84%" prev="Jer.3" next="Jer.5" id="Jer.4">
<h3 id="Jer.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Jer.4-p1">
<scripture passage="Jer 4:1" parsed="|Jer|4|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.1" />
<sup>1</sup>Εαν επιστρεψης, Ισραηλ, λεγει Κυριος, επιστρεψον προς εμε· και εαν εκβαλης τα βδελυγματα σου απ' εμπροσθεν μου, τοτε δεν θελεις μετατοπισθη.
<scripture passage="Jer 4:2" parsed="|Jer|4|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.2" />
<sup>2</sup>Και θελεις ομοσει, λεγων, Ζη Κυριος, εν αληθεια εν κρισει και εν δικαιοσυνη· και τα εθνη θελουσιν ευλογεισθαι εν αυτω και εν αυτω θελουσι δοξασθη.
<scripture passage="Jer 4:3" parsed="|Jer|4|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος προς τους ανδρας Ιουδα και προς την Ιερουσαλημ· Αροτριασατε τους κεχερσωμενους αγρους σας και μη σπειρετε μεταξυ ακανθων.
<scripture passage="Jer 4:4" parsed="|Jer|4|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.4" />
<sup>4</sup>Περιτμηθητε εις τον Κυριον και αφαιρεσατε τας ακροβυστιας της καρδιας σας, ανδρες Ιουδα και κατοικοι της Ιερουσαλημ, μηποτε εξελθη ο θυμος μου ως πυρ και εξαφθη, και ουδεις θελει εισθαι ο σβεσων, ενεκεν της κακιας των πραξεων σας.
<scripture passage="Jer 4:5" parsed="|Jer|4|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.5" />
<sup>5</sup>Αναγγειλατε προς τον Ιουδαν και κηρυξατε προς την Ιερουσαλημ· και ειπατε και ηχησατε σαλπιγγα εις την γην· βοησατε, συναθροισθητε και ειπατε, Συναχθητε και ας εισελθωμεν εις τας ωχυρωμενας πολεις.
<scripture passage="Jer 4:6" parsed="|Jer|4|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.6" />
<sup>6</sup>Υψωσατε σημαιαν προς την Σιων· συρθητε, μη σταθητε· διοτι εγω θελω φερει κακον απο βορρα και συντριμμον μεγαν.
<scripture passage="Jer 4:7" parsed="|Jer|4|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.7" />
<sup>7</sup>Ο λεων ανεβη εκ του δασους αυτου και ο εξολοθρευτης των εθνων εσηκωθη· εξηλθεν εκ του τοπου αυτου δια να ερημωση την γην σου· αι πολεις σου θελουσι καταστραφη, ωστε δεν θελει εισθαι ουδεις ο κατοικων.
<scripture passage="Jer 4:8" parsed="|Jer|4|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο περιζωσθητε σακκους, θρηνησατε και ολολυξατε· διοτι ο φλογερος θυμος του Κυριου δεν εστραφη αφ' ημων.
<scripture passage="Jer 4:9" parsed="|Jer|4|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.9" />
<sup>9</sup>Και εν εκεινη τη ημερα, λεγει Κυριος, η καρδια του βασιλεως θελει χαθη και η καρδια των αρχοντων· και οι ιερεις θελουσιν εκθαμβηθη και οι προφηται θελουσιν εκπλαγη.
<scripture passage="Jer 4:10" parsed="|Jer|4|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ειπα, Ω Κυριε Θεε απατων λοιπον ηπατησας τον λαον τουτον και την Ιερουσαλημ, λεγων, Ειρηνην θελετε εχει· ενω η μαχαιρα εφθασεν εως της ψυχης.
<scripture passage="Jer 4:11" parsed="|Jer|4|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.11" />
<sup>11</sup>Εν εκεινω τω καιρω θελουσιν ειπει προς τον λαον τουτον και προς την Ιερουσαλημ, Ανεμος καυστικος των υψηλων τοπων της ερημου φυσα προς την θυγατερα του λαου μου, ουχι δια να ανεμιση ουδε δια να καθαριση·
<scripture passage="Jer 4:12" parsed="|Jer|4|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.12" />
<sup>12</sup>ανεμος σφοδροτερος παρα τουτους θελει ελθει δι' εμε· εγω δε τωρα θελω εκφερει κρισεις εις αυτους.
<scripture passage="Jer 4:13" parsed="|Jer|4|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, ως νεφελη θελει αναβη, και αι αμαξαι αυτου θελουσιν εισθαι ως ανεμοστροβιλος· οι ιπποι αυτου ειναι ελαφροτεροι των αετων. Ουαι εις ημας, διοτι εχαθημεν.
<scripture passage="Jer 4:14" parsed="|Jer|4|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.14" />
<sup>14</sup>Ιερουσαλημ, αποπλυνον την καρδιαν σου απο κακιας, δια να σωθης· εως ποτε θελουσι κατοικει εν σοι οι ματαιοι διαλογισμοι σου;
<scripture passage="Jer 4:15" parsed="|Jer|4|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι φωνη αναγγελλει εκ του Δαν και κηρυττει θλιψιν απο του ορους Εφραιμ.
<scripture passage="Jer 4:16" parsed="|Jer|4|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.16" />
<sup>16</sup>Ενθυμισατε τουτο εις τα εθνη· ιδου, διακηρυξατε εναντιον της Ιερουσαλημ, οτι πολιορκηται ερχονται απο γης μακρας και εκπεμπουσι την φωνην αυτων εναντιον των πολεων Ιουδα.
<scripture passage="Jer 4:17" parsed="|Jer|4|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.17" />
<sup>17</sup>Ως φυλακες αγρου παρεταχθησαν εναντιον αυτης κυκλοθεν· διοτι απεστατησεν εναντιον μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 4:18" parsed="|Jer|4|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.18" />
<sup>18</sup>Αι οδοι σου και τα επιτηδευματα σου επροξενησαν εις σε ταυτα· αυτη η κακια σου εσταθη μαλιστα πικρα, ναι, εφθασεν εως της καρδιας σου.
<scripture passage="Jer 4:19" parsed="|Jer|4|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.19" />
<sup>19</sup>Τα εντοσθια μου, τα εντοσθια μου· πονω εις τα βαθη της καρδιας μου· η καρδια μου θορυβειται εν εμοι· δεν δυναμαι να σιωπησω, διοτι ηκουσας, ψυχη μου, ηχον σαλπιγγος, αλαλαγμον πολεμου.
<scripture passage="Jer 4:20" parsed="|Jer|4|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.20" />
<sup>20</sup>Συντριμμος επι συντριμμον διακηρυττεται· διοτι πασα η γη ερημουται· εξαιφνης αι σκηναι μου ηρημωθησαν και τα παραπετασματα μου εν μια στιγμη.
<scripture passage="Jer 4:21" parsed="|Jer|4|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.21" />
<sup>21</sup>Εως ποτε θελω βλεπει την σημαιαν, θελω ακουει τον ηχον της σαλπιγγος;
<scripture passage="Jer 4:22" parsed="|Jer|4|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ο λαος μου ειναι αφρων· δεν με εγνωρισαν· ειναι υιοι αφρονες και δεν εχουσι συνεσιν· ειναι σοφοι εις το να κακοποιωσι, να αγαθοποιωσιν ομως δεν εξευρουσιν.
<scripture passage="Jer 4:23" parsed="|Jer|4|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.23" />
<sup>23</sup>Επεβλεψα επι την γην και ιδου, αμορφος και ερημος· και εις τους ουρανους και δεν υπηρχε το φως αυτων.
<scripture passage="Jer 4:24" parsed="|Jer|4|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.24" />
<sup>24</sup>Ειδον τα ορη και ιδου, ετρεμον και παντες οι λοφοι κατεσειοντο.
<scripture passage="Jer 4:25" parsed="|Jer|4|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.25" />
<sup>25</sup>Ειδον και ιδου, δεν υπηρχεν ανθρωπος και παντα τα πετεινα του ουρανου ειχον φυγει.
<scripture passage="Jer 4:26" parsed="|Jer|4|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.26" />
<sup>26</sup>Ειδον και ιδου, ο Καρμηλος ερημος και πασαι αι πολεις αυτου κατηδαφισμεναι απο προσωπου Κυριου, απο του φλογερου θυμου αυτου.
<scripture passage="Jer 4:27" parsed="|Jer|4|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.27" />
<sup>27</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· πασα η γη θελει εισθαι ερημος· συντελειαν ομως δεν θελω καμει.
<scripture passage="Jer 4:28" parsed="|Jer|4|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.28" />
<sup>28</sup>Δια τουτο η γη θελει πενθησει και οι ουρανοι ανωθεν θελουσι συσκοτασει· διοτι εγω ελαλησα, απεφασισα και δεν θελω μετανοησει ουδε θελω επιστρεψει απο τουτου.
<scripture passage="Jer 4:29" parsed="|Jer|4|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.29" />
<sup>29</sup>Πασα η πολις θελει φυγει υπο του θορυβου των ιππεων και των τοξοτων θελουσιν ελθει εις τα δαση και αναβη επι τους βραχους· πασα πολις θελει εγκαταλειφθη και δεν θελει εισθαι ανθρωπος κατοικων εν αυταις.
<scripture passage="Jer 4:30" parsed="|Jer|4|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.30" />
<sup>30</sup>Και συ, ηφανισμενη, τι θελεις καμει; και αν ενδυθης κοκκινον, και αν στολισθης με στολισμους χρυσους, και αν διατεινης με στιμμι τους οφθαλμους σου, εις ματην θελεις καλλωπισθη· οι ερασται σου θελουσι σε καταφρονησει, θελουσι ζητει την ζωην σου.
<scripture passage="Jer 4:31" parsed="|Jer|4|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.4.31" />
<sup>31</sup>Διοτι ηκουσα φωνην ως κοιλοπονουσης, στεναγμον ως πρωτογεννωσης φωνην της θυγατρος Σιων, ητις θρηνολογει εαυτην, εκτεινει τας χειρας αυτης, λεγουσα, Ουαι εις εμε τωρα, διοτι η ψυχη μου εκλειπει ενεκεν των φονευτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 5" progress="61.95%" prev="Jer.4" next="Jer.6" id="Jer.5">
<h3 id="Jer.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Jer.5-p1">
<scripture passage="Jer 5:1" parsed="|Jer|5|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.1" />
<sup>1</sup>Περιελθετε εν ταις οδοις της Ιερουσαλημ και ιδετε τωρα και μαθετε και ζητησατε εν ταις πλατειαις αυτης, εαν δυνασθε να ευρητε ανθρωπον, εαν υπαρχη ο ποιων κρισιν, ο ζητων αληθειαν· και θελω συγχωρησει εις αυτην.
<scripture passage="Jer 5:2" parsed="|Jer|5|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.2" />
<sup>2</sup>Και αν λεγωσι, Ζη ο Κυριος, ψευδως τωοντι ομνυουσι.
<scripture passage="Jer 5:3" parsed="|Jer|5|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.3" />
<sup>3</sup>Κυριε, δεν επιβλεπουσιν οι οφθαλμοι σου επι την αληθειαν; εμαστιγωσας αυτους και δεν επονεσαν· κατηναλωσας αυτους και δεν ηθελησαν να δεχθωσι διορθωσιν εσκληρυναν τα προσωπα αυτων υπερ τον βραχον· δεν ηθελησαν να επιστρεψωσι.
<scripture passage="Jer 5:4" parsed="|Jer|5|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.4" />
<sup>4</sup>Τοτε εγω ειπα, Ουτοι βεβαιως ειναι πτωχοι· ειναι αφρονες· διοτι δεν γνωριζουσι την οδον του Κυριου, την κρισιν του Θεου αυτων·
<scripture passage="Jer 5:5" parsed="|Jer|5|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.5" />
<sup>5</sup>θελω υπαγει προς τους μεγαλους και θελω λαλησει προς αυτους· διοτι αυτοι εγνωρισαν την οδον του Κυριου, την κρισιν του Θεου αυτων· αλλα και ουτοι παντες ομου συνετριψαν τον ζυγον, εκοψαν τους δεσμους.
<scripture passage="Jer 5:6" parsed="|Jer|5|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο λεων εκ του δασους θελει φονευσει αυτους, λυκος της ερημου θελει εξολοθρευσει αυτους, παρδαλις θελει κατασκοπευσει επι τας πολεις αυτων· πας οστις εξελθη εκειθεν, θελει κατασπαραχθη· διοτι επληθυνθησαν αι παραβασεις αυτων, ηυξηνθησαν αι αποστασιαι αυτων.
<scripture passage="Jer 5:7" parsed="|Jer|5|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.7" />
<sup>7</sup>Πως θελω συγχωρησει εις σε δια τουτο; οι υιοι σου με εγκατελιπον και ωμνυον εις τους μη θεους· αφου εχορτασα αυτους, τοτε εμοιχευον και συνεσωρευοντο εις οικον πορνης.
<scripture passage="Jer 5:8" parsed="|Jer|5|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.8" />
<sup>8</sup>Ησαν ως οι κεχορτασμενοι ιπποι το πρωι· εκαστος εχρεμετιζε κατοπιν της γυναικος του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Jer 5:9" parsed="|Jer|5|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελω καμει δια ταυτα επισκεψιν; λεγει Κυριος· και η ψυχη μου δεν θελει εκδικηθη εναντιον εθνους τοιουτου;
<scripture passage="Jer 5:10" parsed="|Jer|5|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.10" />
<sup>10</sup>Αναβητε επι τα τειχη αυτης και κρημνιζετε, πλην μη καμητε συντελειαν· αφαιρεσατε τας επαλξεις αυτης, διοτι δεν ειναι του Κυριου·
<scripture passage="Jer 5:11" parsed="|Jer|5|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.11" />
<sup>11</sup>διοτι ο οικος Ισραηλ και ο οικος Ιουδα εφερθησαν πολλα απιστως προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 5:12" parsed="|Jer|5|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.12" />
<sup>12</sup>Ηρνηθησαν τον Κυριον και ειπον, Δεν ειναι αυτος, και δεν θελει ελθει κακον εφ' ημας, ουδε θελομεν ιδει μαχαιραν η πειναν·
<scripture passage="Jer 5:13" parsed="|Jer|5|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.13" />
<sup>13</sup>και οι προφηται ειναι ανεμος και ο λογος δεν υπαρχει εν αυτοις· εις αυτους θελει γεινει ουτω.
<scripture passage="Jer 5:14" parsed="|Jer|5|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων· Επειδη λαλειτε τον λογον τουτον, ιδου, εγω θελω καμει τους λογους μου εν τω στοματι σου πυρ και τον λαον τουτον ξυλα και θελει καταφαγει αυτους.
<scripture passage="Jer 5:15" parsed="|Jer|5|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, εγω θελω φερει εφ' υμας εθνος μακροθεν, οικος Ισραηλ, λεγει Κυριος· ειναι εθνος ισχυρον, ειναι εθνος αρχαιον, εθνος του οποιου δεν γνωριζεις την γλωσσαν ουδε καταλαμβανεις τι λεγουσιν.
<scripture passage="Jer 5:16" parsed="|Jer|5|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.16" />
<sup>16</sup>Η φαρετρα αυτων ειναι ως ταφος ανεωγμενος· ειναι παντες ισχυροι.
<scripture passage="Jer 5:17" parsed="|Jer|5|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.17" />
<sup>17</sup>Και θελουσι κατατρωγει τον θερισμον σου και τον αρτον σου, τον οποιον οι υιοι σου και αι θυγατερες σου ηθελον τρωγει· θελουσι κατατρωγει τα ποιμνια σου και τας αγελας σου· θελουσι κατατρωγει τους αμπελωνας σου και τας συκεας σου· θελουσιν εξολοθρευσει δια της ρομφαιας τας οχυρας πολεις σου, επι τας οποιας συ ηλπιζες.
<scripture passage="Jer 5:18" parsed="|Jer|5|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.18" />
<sup>18</sup>Και ομως, εν ταις ημεραις εκειναις, λεγει Κυριος, δεν θελω καμει συντελειαν εις εσας.
<scripture passage="Jer 5:19" parsed="|Jer|5|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.19" />
<sup>19</sup>Και οταν ειπητε, Δια τι εκαμε Κυριος ο Θεος ημων παντα ταυτα εις ημας; τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Καθως με εγκατελιπετε και εδουλευσατε θεους ξενους εν τη γη υμων, ουτω θελετε δουλευσει ξενους εν γη ουχι υμων.
<scripture passage="Jer 5:20" parsed="|Jer|5|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.20" />
<sup>20</sup>Αναγγειλατε τουτο προς τον οικον Ιακωβ και κηρυξατε αυτο εν Ιουδα, λεγοντες;
<scripture passage="Jer 5:21" parsed="|Jer|5|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.21" />
<sup>21</sup>Ακουσατε τωρα τουτο, λαε μωρε και ασυνετε· οιτινες οφθαλμους εχετε και δεν βλεπετε· ωτα εχετε και δεν ακουετε·
<scripture passage="Jer 5:22" parsed="|Jer|5|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.22" />
<sup>22</sup>εμε δεν φοβεισθε; λεγει Κυριος· δεν θελετε τρεμει ενωπιον μου, οστις εθεσα την αμμον οριον της θαλασσης κατα προσταγμα αιωνιον, και δεν θελει υπερβη αυτο· και τα κυματα αυτης συνταρασσονται, ομως δεν θελουσιν υπερισχυσει· και ηχουσιν, ομως δεν θελουσιν υπερβη αυτο;
<scripture passage="Jer 5:23" parsed="|Jer|5|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' ουτος ο λαος εχει καρδιαν στασιαστικην και απειθη· απεστατησαν και απηλθον.
<scripture passage="Jer 5:24" parsed="|Jer|5|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.24" />
<sup>24</sup>Και δεν ειπον εν τη καρδια αυτων, Ας φοβηθωμεν τωρα Κυριον τον Θεον ημων, οστις διδει βροχην πρωιμον και οψιμον εν τω καιρω αυτης· φυλαττει δι' ημας τας διωρισμενας εβδομαδας του θερισμου.
<scripture passage="Jer 5:25" parsed="|Jer|5|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.25" />
<sup>25</sup>Αι ανομιαι σας απεστρεψαν ταυτα και αι αμαρτιαι σας εμποδισαν το αγαθον απο σας.
<scripture passage="Jer 5:26" parsed="|Jer|5|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.26" />
<sup>26</sup>Διοτι ευρεθησαν εν τω λαω μου ασεβεις· εστησαν ενεδραν, καθως ο στηνων βροχια· θετουσι παγιδα, συλλαμβανουσιν ανθρωπους.
<scripture passage="Jer 5:27" parsed="|Jer|5|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.27" />
<sup>27</sup>Καθως το κλωβιον ειναι πληρες πτηνων, ουτως οι οικοι αυτων ειναι πληρεις δολου· δια τουτο εμεγαλυνθησαν και επλουτησαν.
<scripture passage="Jer 5:28" parsed="|Jer|5|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.28" />
<sup>28</sup>Επαχυνθησαν, αποστιλβουσιν· υπερεβησαν μαλιστα τας πραξεις των ασεβων· δεν κρινουσι την κρισιν, την κρισιν του ορφανου, και ευημερουσι· και το δικαιον των πενητων δεν κρινουσι.
<scripture passage="Jer 5:29" parsed="|Jer|5|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.29" />
<sup>29</sup>Δεν θελω καμει δια ταυτα επισκεψιν; λεγει Κυριος· η ψυχη μου δεν θελει εκδικηθη εναντιον εθνους, τοιουτου;
<scripture passage="Jer 5:30" parsed="|Jer|5|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.30" />
<sup>30</sup>Εκπληξις και φρικη εγειναν εν τη γη.
<scripture passage="Jer 5:31" parsed="|Jer|5|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.5.31" />
<sup>31</sup>Οι προφηται προφητευουσι ψευδως και οι ιερεις δεσποζουσι δια μεσου αυτων· και ο λαος μου αγαπα ουτω· και τι θελετε καμει εις το μετα ταυτα;
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 6" progress="62.06%" prev="Jer.5" next="Jer.7" id="Jer.6">
<h3 id="Jer.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Jer.6-p1">
<scripture passage="Jer 6:1" parsed="|Jer|6|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.1" />
<sup>1</sup>Υιοι Βενιαμιν, φυγετε μετα σπουδης εκ μεσου της Ιερουσαλημ και ηχησατε σαλπιγγα εν Θεκουε και υψωσατε σημειον εκ πυρος εν Βαιθ-ακκερεμ· διοτι κακον προκυπτει απο βορρα και συντριμμος μεγας.
<scripture passage="Jer 6:2" parsed="|Jer|6|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.2" />
<sup>2</sup>Παρωμοιασα την θυγατερα της Σιων με χαριεσσαν και τρυφεραν γυναικα.
<scripture passage="Jer 6:3" parsed="|Jer|6|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.3" />
<sup>3</sup>Οι ποιμενες και τα ποιμνια αυτων θελουσιν ελθει εις αυτην· θελουσι στησει σκηνας κυκλω εναντιον αυτης· θελουσι ποιμαινει εκαστος εν τω τοπω αυτου.
<scripture passage="Jer 6:4" parsed="|Jer|6|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.4" />
<sup>4</sup>Ετοιμασατε πολεμον κατ' αυτης· σηκωθητε και ας αναβωμεν εν μεσημβρια. Ουαι εις ημας, διοτι κλινει η ημερα, διοτι εκτεινονται αι σκιαι της εσπερας.
<scripture passage="Jer 6:5" parsed="|Jer|6|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.5" />
<sup>5</sup>Σηκωθητε και ας αναβωμεν δια νυκτος και ας καταστρεψωμεν τα παλατια αυτης.
<scripture passage="Jer 6:6" parsed="|Jer|6|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Κατακοψατε δενδρα και υψωσατε περιχαρακωματα εναντιον της Ιερουσαλημ. Αυτη ειναι η πολις, εφ' ην πρεπει να γεινη επισκεψις· ειναι ολη καταδυναστεια εν μεσω αυτης.
<scripture passage="Jer 6:7" parsed="|Jer|6|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.7" />
<sup>7</sup>Καθως η πηγη αναβρυει τα υδατα αυτης, ουτως αυτη αναβρυει την κακιαν αυτης· βια και αρπαγη ακουονται εν αυτη· ενωπιον μου ακαταπαυστως ειναι πονος και πληγαι.
<scripture passage="Jer 6:8" parsed="|Jer|6|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.8" />
<sup>8</sup>Σωφρονισθητι, Ιερουσαλημ, μηποτε αποσυρθη η ψυχη μου απο σου· μηποτε σε καταστησω ερημον, γην ακατοικητον.
<scripture passage="Jer 6:9" parsed="|Jer|6|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· θελουσι σταφυλολογησει ολοτελως ως αμπελον τα υπολοιπα του Ισραηλ· επιστρεψον την χειρα σου ως ο τρυγητης εις τα καλαθια.
<scripture passage="Jer 6:10" parsed="|Jer|6|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.10" />
<sup>10</sup>Προς τινα θελω λαλησει και διαμαρτυρηθη, δια να ακουσωσιν; ιδου, το ωτιον αυτων ειναι απεριτμητον και δεν δυνανται να ακουσωσιν· ιδου, ο λογος του Κυριου ειναι προς αυτους ονειδος· δεν ηδυνονται εις αυτον.
<scripture passage="Jer 6:11" parsed="|Jer|6|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ειμαι πληρης απο θυμου του Κυριου· απεκαμον κρατων εμαυτον· θελω εκχεει αυτον επι τα νηπια εξωθεν και επι την συναξιν των νεων ομου· διοτι και ο ανηρ θελει πιασθη μετα της γυναικος και ο ηλικιωμενος μετα του πληρους ημερων.
<scripture passage="Jer 6:12" parsed="|Jer|6|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.12" />
<sup>12</sup>Και αι οικιαι αυτων θελουσι περασει εις αλλους, οι αγροι και αι γυναικες ομου, διοτι θελω εκτεινει την χειρα μου επι τους κατοικους της γης, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 6:13" parsed="|Jer|6|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.13" />
<sup>13</sup>Διοτι απο μικρου αυτων εως μεγαλου αυτων πας τις εδοθη εις την πλεονεξιαν· και απο προφητου εως ιερεως πας τις πραττει ψευδος.
<scripture passage="Jer 6:14" parsed="|Jer|6|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.14" />
<sup>14</sup>Και ιατρευσαν το συντριμμα της θυγατρος του λαου μου επιπολαιως, λεγοντες, Ειρηνη, ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη.
<scripture passage="Jer 6:15" parsed="|Jer|6|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.15" />
<sup>15</sup>Μηπως ησχυνθησαν, οτε επραξαν βδελυγμα; μαλιστα παντελως δεν ησχυνθησαν ουδε ηρυθριασαν· δια τουτο θελουσι πεσει μεταξυ των πιπτοντων· οταν επισκεφθω αυτους, θελουσιν απολεσθη, ειπε Κυριος.
<scripture passage="Jer 6:16" parsed="|Jer|6|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Στητε επι τας οδους και ιδετε και ερωτησατε περι των αιωνιων τριβων, που ειναι η αγαθη οδος, και περιπατειτε εν αυτη, και θελετε ευρει αναπαυσιν εις τας ψυχας σας. Αλλ' αυτοι ειπον, δεν θελομεν περιπατησει εν αυτη.
<scripture passage="Jer 6:17" parsed="|Jer|6|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.17" />
<sup>17</sup>Και κατεστησα σκοπους εφ' υμας, λεγων, Ακουσατε τον ηχον της σαλπιγγος. Αλλ' ειπον, δεν θελομεν ακουσει.
<scripture passage="Jer 6:18" parsed="|Jer|6|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο ακουσατε, εθνη, και συ, συναγωγη, γνωρισον τι ειναι μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Jer 6:19" parsed="|Jer|6|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.19" />
<sup>19</sup>Ακουε, γη· ιδου, εγω θελω φερει κακον επι τον λαον τουτον, τον καρπον των διαλογισμων αυτων, διοτι δεν επροσεξαν εις τους λογους μου και εις τον νομον μου, αλλ' απερριψαν αυτον.
<scripture passage="Jer 6:20" parsed="|Jer|6|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.20" />
<sup>20</sup>Τι προς εμε ο φερομενος λιβανος απο Σεβα και το απο γης μακρας ευωδες κινναμωμον; τα ολοκαυτωματα σας δεν ειναι δεκτα ουδε αι θυσιαι σας ευαρεστοι εις εμε.
<scripture passage="Jer 6:21" parsed="|Jer|6|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω θελω βαλει προσκομματα εμπροσθεν του λαου τουτου και οι πατερες και οι υιοι ομου θελουσι προσκοψει επ' αυτα, ο γειτων και ο φιλος αυτου θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Jer 6:22" parsed="|Jer|6|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.22" />
<sup>22</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος· Ιδου, λαος ερχεται απο της γης του βορρα, και εθνος μεγα θελει εγερθη απο των ακρων της γης.
<scripture passage="Jer 6:23" parsed="|Jer|6|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.23" />
<sup>23</sup>Τοξον και λογχην θελουσι κρατει· ειναι σκληροι και ανιλεοι· φωνη αυτων εκει ως θαλασσα, και επιβαινουσιν επι ιππους, παρατεταγμενοι ως ανδρες εις πολεμον εναντιον σου, θυγατηρ της Σιων.
<scripture passage="Jer 6:24" parsed="|Jer|6|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.24" />
<sup>24</sup>Ηκουσαμεν την φημην αυτων· αι χειρες ημων παρελυθησαν· στενοχωρια κατελαβεν ημας, ωδινες ως τικτουσης.
<scripture passage="Jer 6:25" parsed="|Jer|6|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.25" />
<sup>25</sup>Μη εξελθητε εις τον αγρον και εν οδω μη περιπατειτε· διοτι η ρομφαια του εχθρου ειναι τρομος πανταχοθεν.
<scripture passage="Jer 6:26" parsed="|Jer|6|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.26" />
<sup>26</sup>Θυγατηρ του λαου μου, περιζωσθητι σακκον και κυλισθητι εις στακτην· πενθος μονογενους καμε εις σεαυτην· θρηνησον πικρως· διοτι ο εξολοθρευτης θελει ελθει εξαιφνης εφ' ημας.
<scripture passage="Jer 6:27" parsed="|Jer|6|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.27" />
<sup>27</sup>Σε εθεσα σκοπιαν, φρουριον μεταξυ του λαου μου, δια να γνωρισης και να εξερευνησης την οδον αυτων.
<scripture passage="Jer 6:28" parsed="|Jer|6|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.28" />
<sup>28</sup>Παντες ειναι ολως απειθεις, περιπατουσι κακολογουντες· ειναι χαλκος και σιδηρος· παντες ειναι διεφθαρμενοι.
<scripture passage="Jer 6:29" parsed="|Jer|6|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.29" />
<sup>29</sup>Το φυσητηριον εκαυθη· ο μολυβδος κατηναλωθη υπο του πυρος· ο χωνευτης διαλυει εις ματην· διοτι οι κακοι δεν εχωρισθησαν.
<scripture passage="Jer 6:30" parsed="|Jer|6|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.6.30" />
<sup>30</sup>Αργυριον αποδεδοκιμασμενον θελουσιν ονομασει αυτους, διοτι ο Κυριος απεδοκιμασεν αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 7" progress="62.16%" prev="Jer.6" next="Jer.8" id="Jer.7">
<h3 id="Jer.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Jer.7-p1">
<scripture passage="Jer 7:1" parsed="|Jer|7|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 7:2" parsed="|Jer|7|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.2" />
<sup>2</sup>Στηθι εν τη πυλη του οικου του Κυριου και κηρυξον εκει τον λογον τουτον και ειπε, Ακουσατε τον λογον του Κυριου, παντες οι Ιουδα, οι δια των πυλων τουτων εισερχομενοι δια να προσκυνητε τον Κυριον.
<scripture passage="Jer 7:3" parsed="|Jer|7|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Διορθωσατε τας οδους σας και τας πραξεις σας, και θελω σας στερεωσει εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="Jer 7:4" parsed="|Jer|7|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.4" />
<sup>4</sup>Μη πεποιθατε εις λογους ψευδεις, λεγοντες, Ο ναος του Κυριου, ο ναος του Κυριου, ο ναος του Κυριου ειναι ουτος.
<scripture passage="Jer 7:5" parsed="|Jer|7|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εαν αληθως διορθωσητε τας οδους σας και τας πραξεις σας· εαν εντελως εκτελεσητε κρισιν αναμεσον ανθρωπου και του πλησιον αυτου·
<scripture passage="Jer 7:6" parsed="|Jer|7|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.6" />
<sup>6</sup>εαν δεν καταδυναστευητε τον ξενον, τον ορφανον και την χηραν, και δεν χυνητε αιμα αθωον εν τω τοπω τουτω μηδε περιπατητε οπισω ξενων θεων εις φθοραν σας·
<scripture passage="Jer 7:7" parsed="|Jer|7|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.7" />
<sup>7</sup>τοτε θελω σας καμει να κατοικητε εν τω τοπω τουτω, εν τη γη την οποιαν εδωκα εις τους πατερας σας εις αιωνα αιωνος.
<scripture passage="Jer 7:8" parsed="|Jer|7|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.8" />
<sup>8</sup>Ιδου, σεις πεποιθατε εις λογους ψευδεις, εκ των οποιων δεν θελετε ωφεληθη.
<scripture passage="Jer 7:9" parsed="|Jer|7|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.9" />
<sup>9</sup>Κλεπτετε, φονευετε και μοιχευετε και ομνυετε ψευδως και θυμιαζετε εις τον Βααλ και περιπατειτε οπισω αλλων θεων, τους οποιους δεν γνωριζετε·
<scripture passage="Jer 7:10" parsed="|Jer|7|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.10" />
<sup>10</sup>επειτα ερχεσθε και ιστασθε ενωπιον μου εν τω οικω τουτω, εφ' ον εκληθη το ονομα μου, και λεγετε, Ηλευθερωθημεν, δια να καμνητε παντα ταυτα τα βδελυγματα;
<scripture passage="Jer 7:11" parsed="|Jer|7|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.11" />
<sup>11</sup>Σπηλαιον ληστων εγεινεν ενωπιον σας ο οικος ουτος, εφ' ον εκληθη το ονομα μου; ιδου, αυτος εγω ειδον ταυτα, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 7:12" parsed="|Jer|7|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' υπαγετε τωρα εις τον τοπον μου τον εν Σηλω, οπου εθεσα το ονομα μου κατ' αρχας, και ιδετε τι εκαμον εις αυτον δια την κακιαν του λαου μου Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 7:13" parsed="|Jer|7|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.13" />
<sup>13</sup>Και τωρα, επειδη επραξατε παντα ταυτα τα εργα, λεγει Κυριος, και ελαλησα προς εσας, εγειρομενος πρωι και λαλων, και δεν ηκουσατε· και σας εκραξα και δεν απεκριθητε·
<scripture passage="Jer 7:14" parsed="|Jer|7|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.14" />
<sup>14</sup>δια τουτο θελω καμει εις τον οικον, εφ' ον εκληθη το ονομα μου, εις τον οποιον σεις θαρρειτε, και εις τον τοπον τον οποιον εδωκα εις εσας και εις τους πατερας σας, καθως εκαμα εις την Σηλω·
<scripture passage="Jer 7:15" parsed="|Jer|7|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.15" />
<sup>15</sup>και θελω σας απορριψει απο του προσωπου μου, καθως απερριψα παντας τους αδελφους σας, απαν το σπερμα του Εφραιμ.
<scripture passage="Jer 7:16" parsed="|Jer|7|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο συ μη προσευχου υπερ του λαου τουτου και μη υψονε φωνην η δεησιν υπερ αυτων μηδε μεσιτευε προς εμε· διοτι δεν θελω σου εισακουσει.
<scripture passage="Jer 7:17" parsed="|Jer|7|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.17" />
<sup>17</sup>Δεν βλεπεις τι καμνουσιν αυτοι εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις οδοις της Ιερουσαλημ;
<scripture passage="Jer 7:18" parsed="|Jer|7|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.18" />
<sup>18</sup>Οι υιοι συλλεγουσι ξυλα και οι πατερες αναπτουσι το πυρ και αι γυναικες ζυμονουσι την ζυμην, δια να καμωσι πεμματα εις την βασιλισσαν του ουρανου και να καμωσι, σπονδας εις αλλους θεους, δια να με παροξυνωσι.
<scripture passage="Jer 7:19" parsed="|Jer|7|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.19" />
<sup>19</sup>Μηπως εμε παροξυνουσι; λεγει Κυριος· ουχι εαυτους προς καταισχυνην των προσωπων αυτων;
<scripture passage="Jer 7:20" parsed="|Jer|7|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.20" />
<sup>20</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, η οργη μου και ο θυμος μου εκχεονται επι τον τοπον τουτον, επι ανθρωπον και επι κτηνος και επι τα δενδρα του αγρου και επι τον καρπον της γης· και θελει εξαφθη και δεν θελει σβεσθη.
<scripture passage="Jer 7:21" parsed="|Jer|7|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.21" />
<sup>21</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· προσθεσατε τα ολοκαυτωματα σας εις τας θυσιας σας και φαγετε κρεας.
<scripture passage="Jer 7:22" parsed="|Jer|7|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.22" />
<sup>22</sup>Διοτι δεν ελαλησα προς τους πατερας σας ουδε εδωκα εις αυτους εντολας, καθ' ην ημεραν εξηγαγον αυτους εκ γης Αιγυπτου, περι ολοκαυτωματων και θυσιων·
<scripture passage="Jer 7:23" parsed="|Jer|7|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.23" />
<sup>23</sup>αλλα τον λογον τουτον προσεταξα εις αυτους, λεγων, Ακουσατε την φωνην μου και θελω εισθαι Θεος σας, και σεις θελετε εισθαι λαος μου· και περιπατειτε εν πασαις ταις οδοις, τας οποιας διωρισα εις εσας, δια να ευημερητε·
<scripture passage="Jer 7:24" parsed="|Jer|7|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.24" />
<sup>24</sup>πλην δεν ηκουσαν ουδε εκλιναν το ωτιον αυτων, αλλα περιεπατησαν εν ταις βουλαις, εν ταις ορεξεσι της πονηρας αυτων καρδιας, και υπηγον εις τα οπισω και ουχι εις τα εμπρος.
<scripture passage="Jer 7:25" parsed="|Jer|7|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.25" />
<sup>25</sup>Αφ' ης ημερας εξηλθον οι πατερες σας εκ γης Αιγυπτου εως της ημερας ταυτης, εξαπεστειλα προς εσας παντας τους δουλους μου τους προφητας, καθ' ημεραν εγειρομενος πρωι και αποστελλων·
<scripture passage="Jer 7:26" parsed="|Jer|7|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.26" />
<sup>26</sup>πλην δεν μου υπηκουσαν ουδε εκλιναν το ωτιον αυτων, αλλ' εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων, επραξαν χειροτερα των πατερων αυτων.
<scripture passage="Jer 7:27" parsed="|Jer|7|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο θελεις λαλησει προς αυτους παντας τουτους τους λογους και δεν θελουσι σε ακουσει· και θελεις φωναξει προς αυτους και δεν θελουσι σοι αποκριθη.
<scripture passage="Jer 7:28" parsed="|Jer|7|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.28" />
<sup>28</sup>Θελεις ομως ειπει προς αυτους, Τουτο ειναι το εθνος, το οποιον δεν ακουει την φωνην Κυριου του Θεου αυτου ουδε δεχεται παιδειαν· η αληθεια εξελιπε και εχαθη απο του στοματος αυτων.
<scripture passage="Jer 7:29" parsed="|Jer|7|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.29" />
<sup>29</sup>Κουρευσον την κεφαλην σου, Ιερουσαλημ, και απορριψον τας τριχας, και αναλαβε θρηνον επι τους υψηλους τοπους· διοτι ο Κυριος απερριψε και εγκατελιπε την γενεαν, κατα της οποιας ωργισθη.
<scripture passage="Jer 7:30" parsed="|Jer|7|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.30" />
<sup>30</sup>Διοτι οι υιοι Ιουδα επραξαν πονηρα ενωπιον μου, λεγει Κυριος· εθεσαν τα βδελυγματα αυτων εν τω οικω εφ' ον εκληθη το ονομα μου, δια να μιανωσιν αυτον.
<scripture passage="Jer 7:31" parsed="|Jer|7|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.31" />
<sup>31</sup>Και ωκοδομησαν τους υψηλους τοπους του Τοφεθ, οστις ειναι εν τη φαραγγι του υιου Εννομ, δια να καιωσι τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων εν πυρι· το οποιον δεν προσεταξα ουδε ανεβη επι την καρδιαν μου.
<scripture passage="Jer 7:32" parsed="|Jer|7|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.32" />
<sup>32</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, καθ' ας δεν θελει ονομαζεσθαι πλεον Τοφεθ ουδε Φαραγξ του υιου Εννομ, αλλ' η φαραγξ της σφαγης· διοτι θελουσι θαπτει εν Τοφεθ, εωσου να μη υπαρχη τοπος.
<scripture passage="Jer 7:33" parsed="|Jer|7|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.33" />
<sup>33</sup>Και τα πτωματα του λαου τουτου θελουσιν εισθαι τροφη εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια της γης· και δεν θελει εισθαι ο εκφοβιζων.
<scripture passage="Jer 7:34" parsed="|Jer|7|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.7.34" />
<sup>34</sup>Και θελω παυσει απο των πολεων του Ιουδα και απο των οδων της Ιερουσαλημ την φωνην της χαρας και την φωνην της ευφροσυνης, την φωνην του νυμφιου και την φωνην της νυμφης· διοτι η γη θελει κατασταθη ερημος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 8" progress="62.28%" prev="Jer.7" next="Jer.9" id="Jer.8">
<h3 id="Jer.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Jer.8-p1">
<scripture passage="Jer 8:1" parsed="|Jer|8|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.1" />
<sup>1</sup>Εν τω καιρω εκεινω, λεγει Κυριος, θελουσιν εκριψει τα οστα των βασιλεων του Ιουδα και τα οστα των αρχοντων αυτου και τα οστα των ιερεων, και τα οστα των προφητων και τα οστα των κατοικων της Ιερουσαλημ, απο των ταφων αυτων·
<scripture passage="Jer 8:2" parsed="|Jer|8|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.2" />
<sup>2</sup>και θελουσιν απλωσει αυτα κατεναντι του ηλιου και της σεληνης και κατεναντι πασης της στρατιας του ουρανου, τα οποια ηγαπησαν και τα οποια ελατρευσαν και οπισω των οποιων περιεπατησαν και τα οποια εξεζητησαν και τα οποια προσεκυνησαν· δεν θελουσι συναχθη ουδε ταφη· θελουσιν εισθαι δια κοπριαν επι του προσωπου της γης.
<scripture passage="Jer 8:3" parsed="|Jer|8|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.3" />
<sup>3</sup>Και ο θανατος θελει εισθαι προτιμοτερος παρα την ζωην εις απαν το υπολοιπον των εναπολειφθεντων απο εκεινης της πονηρας γενεας, οσοι ηθελον μεινει εν πασι τοις τοποις, οπου ηθελον εξωσει αυτους, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 8:4" parsed="|Jer|8|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Εαν τις πεση, δεν σηκονεται; εαν τις εκκλινη, δεν θελει επιστρεψει;
<scripture passage="Jer 8:5" parsed="|Jer|8|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.5" />
<sup>5</sup>Δια τι ο λαος ουτος της Ιερουσαλημ εστραφη παντοτεινην στροφην; προσηλονονται εις την απατην, αρνουνται να επιστρεψωσιν.
<scripture passage="Jer 8:6" parsed="|Jer|8|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.6" />
<sup>6</sup>Ηκροασθην και ηκουσα, αλλα δεν ελαλησαν εν ευθυτητι· δεν υπαρχει ουδεις μετανοων απο της κακιας αυτου, λεγων, Τι επραξα; πας τις εστραφη εις την οδον αυτου, ως ιππος εφορμων εις την μαχην.
<scripture passage="Jer 8:7" parsed="|Jer|8|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.7" />
<sup>7</sup>Και αυτος ο πελαργος εν τω ουρανω γνωριζει τους διωρισμενους καιρους αυτου· και η τρυγων και ο γερανος και η χελιδων φυλαττουσι τον καιρον της ελευσεως αυτων· ο δε λαος μου δεν γνωριζει την κρισιν του Κυριου.
<scripture passage="Jer 8:8" parsed="|Jer|8|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.8" />
<sup>8</sup>Πως λεγετε, Ειμεθα σοφοι, και ο νομος του Κυριου ειναι μεθ' ημων; ιδου, βεβαιως εις ματην εγεινε τουτο· ο καλαμος των γραμματεων ειναι ψευδης.
<scripture passage="Jer 8:9" parsed="|Jer|8|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.9" />
<sup>9</sup>Οι σοφοι κατησχυνθησαν, επτοηθησαν και συνεληφθησαν, διοτι απερριψαν τον λογον του Κυριου· και ποια σοφια ειναι εν αυτοις;
<scripture passage="Jer 8:10" parsed="|Jer|8|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο θελω δωσει τας γυναικας αυτων εις αλλους, τους αγρους αυτων εις εκεινους οιτινες θελουσι κληρονομησει αυτους· διοτι πας τις απο μικρου εως μεγαλου εδοθη εις πλεονεξιαν· απο προφητου εως ιερεως, πας τις πραττει ψευδος.
<scripture passage="Jer 8:11" parsed="|Jer|8|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ιατρευσαν το συντριμμα της θυγατρος του λαου μου επιπολαιως, λεγοντες, Ειρηνη, ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη.
<scripture passage="Jer 8:12" parsed="|Jer|8|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.12" />
<sup>12</sup>Μηπως ησχυνθησαν οτι επραξαν βδελυγμα; μαλιστα ουδολως δεν ησχυνθησαν ουδε ηρυθριασαν· δια τουτο θελουσι πεσει μεταξυ των πιπτοντων· εν τω καιρω της επισκεψεως αυτων θελουσιν απολεσθη, ειπε Κυριος.
<scripture passage="Jer 8:13" parsed="|Jer|8|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.13" />
<sup>13</sup>Εξαπαντος θελω αναλωσει αυτους, λεγει Κυριος· δεν θελουσιν εισθαι σταφυλαι εν τη αμπελω ουδε συκα εν τη συκεα και το φυλλον θελει μαρανθη· και τα αγαθα, τα οποια εδωκα εις αυτους, θελουσι φυγει απ' αυτων.
<scripture passage="Jer 8:14" parsed="|Jer|8|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.14" />
<sup>14</sup>Δια τι καθημεθα; συναχθητε και ας εισελθωμεν εις τας οχυρας πολεις και ας κατασιωπησωμεν εκει, διοτι Κυριος ο Θεος ημων κατεσιωπησεν ημας και εποτισεν ημας υδωρ χολης, επειδη ημαρτησαμεν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Jer 8:15" parsed="|Jer|8|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.15" />
<sup>15</sup>Επροσμειναμεν ειρηνην, αλλ' ουδεν αγαθον· καιρον θεραπειας, αλλ' ιδου, ταραχη.
<scripture passage="Jer 8:16" parsed="|Jer|8|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.16" />
<sup>16</sup>Το φρυαγμα των ιππων αυτου ηκουσθη απο Δαν· πασα η γη εσεισθη απο του ηχου του χρεμετισμου των ρωμαλεων ιππων αυτου· διοτι ηλθον και κατεφαγον την γην και το πληρωμα αυτης· την πολιν και τους κατοικουντας εν αυτη·
<scripture passage="Jer 8:17" parsed="|Jer|8|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.17" />
<sup>17</sup>διοτι, ιδου, εγω εξαποστελλω προς εσας οφεις, βασιλισκους, οιτινες δεν θελουσι γοητευεσθαι αλλα θελουσι σας δαγκανει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 8:18" parsed="|Jer|8|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.18" />
<sup>18</sup>Ηθελησα να παρηγορηθω απο της λυπης, αλλ' η καρδια μου ειναι εκλελυμενη εντος μου.
<scripture passage="Jer 8:19" parsed="|Jer|8|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, φωνη κραυγης της θυγατρος του λαου μου απο γης μακρας. Δεν ειναι ο Κυριος εν Σιων; ο βασιλευς αυτης δεν ειναι εν αυτη; Δια τι με παρωργισαν με τα γλυπτα αυτων, με ματαιοτητας ξενας;
<scripture passage="Jer 8:20" parsed="|Jer|8|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.20" />
<sup>20</sup>Παρηλθεν ο θερισμος, ετελειωσε το θερος, και ημεις δεν εσωθημεν.
<scripture passage="Jer 8:21" parsed="|Jer|8|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.21" />
<sup>21</sup>Δια το συντριμμα της θυγατρος του λαου μου επληγωθην, ειμαι εις πενθος, εκπληξις με κατελαβε.
<scripture passage="Jer 8:22" parsed="|Jer|8|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.8.22" />
<sup>22</sup>Δεν ειναι βαλσαμον εν Γαλααδ; δεν ειναι εκει ιατρος; δια τι λοιπον η θυγατηρ του λαου μου δεν ανελαβε την υγειαν αυτης;
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 9" progress="62.37%" prev="Jer.8" next="Jer.10" id="Jer.9">
<h3 id="Jer.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Jer.9-p1">
<scripture passage="Jer 9:1" parsed="|Jer|9|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.1" />
<sup>1</sup>Ειθε να ητο η κεφαλη μου υδατα και οι οφθαλμοι μου πηγη δακρυων, δια να κλαιω ημεραν και νυκτα τους πεφονευμενους της θυγατρος του λαου μου.
<scripture passage="Jer 9:2" parsed="|Jer|9|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.2" />
<sup>2</sup>Ειθε να ειχον εν τη ερημω καταλυμα οδοιπορων, δια να εγκαταλειψω τον λαον μου και να απελθω απ' αυτων· διοτι παντες ειναι μοιχοι, αθροισμα απιστων.
<scripture passage="Jer 9:3" parsed="|Jer|9|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.3" />
<sup>3</sup>Ενετειναν και την γλωσσαν αυτων ως τοξον ψευδους· και ισχυσαν επι της γης, ουχι υπερ της αληθειας· διοτι προχωρουσιν απο κακιας εις κακιαν και εμε δεν γνωριζουσι, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 9:4" parsed="|Jer|9|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.4" />
<sup>4</sup>Φυλαττεσθε εκαστος απο του πλησιον αυτου και επ' ουδενα αδελφον μη πεποιθατε· διοτι πας αδελφος θελει παντοτε υποσκελιζει και πας πλησιον θελει περιπατει εν δολιοτητι.
<scripture passage="Jer 9:5" parsed="|Jer|9|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσιν απατα εκαστος τον πλησιον αυτου και δεν θελουσι λαλει την αληθειαν· εδιδαξαν την γλωσσαν αυτων να λαλη ψευδη, αποκαμνουσι πραττοντες ανομιαν.
<scripture passage="Jer 9:6" parsed="|Jer|9|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.6" />
<sup>6</sup>Η κατοικια σου ειναι εν μεσω δολιοτητος· εν τη δολιοτητι αρνουνται να με γνωρισωσι, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 9:7" parsed="|Jer|9|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ιδου, θελω βαλει αυτους εν χωνευτηριω και θελω δοκιμασει αυτους· διοτι πως θελω καμει ενεκεν της θυγατρος του λαου μου;
<scripture passage="Jer 9:8" parsed="|Jer|9|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.8" />
<sup>8</sup>Η γλωσσα αυτων ειναι βελος εξακοντιζομενον· λαλει δολια· εκαστος λαλει ειρηνικα δια του στοματος αυτου προς τον πλησιον αυτου, πλην εν τη καρδια αυτου στηνει ενεδραν κατ' αυτου.
<scripture passage="Jer 9:9" parsed="|Jer|9|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελω επισκεφθη αυτους δια ταυτα; λεγει Κυριος· η ψυχη μου δεν θελει εκδικηθη εναντιον εθνους, τοιουτου;
<scripture passage="Jer 9:10" parsed="|Jer|9|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.10" />
<sup>10</sup>Δια τα ορη θελω αναλαβει κλαυθμον και θρηνον και δια τας βοσκας της ερημου οδυρμον, διοτι ηφανισθησαν, ωστε δεν υπαρχει ανθρωπος διαβαινων, ουδε ακουεται φωνη ποιμνιου· απο του πτηνου του ουρανου εως του κτηνους, εφυγον, απηλθον.
<scripture passage="Jer 9:11" parsed="|Jer|9|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.11" />
<sup>11</sup>Και θελω καταστησει την Ιερουσαλημ εις σωρους, κατοικιαν θωων· και τας πολεις του Ιουδα θελω καμει ερημωσιν, ωστε να μη υπαρχη ο κατοικων.
<scripture passage="Jer 9:12" parsed="|Jer|9|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.12" />
<sup>12</sup>Τις ειναι ο ανθρωπος ο σοφος, οστις δυναται να εννοηση τουτο; και προς τον οποιον ελαλησε το στομα του Κυριου, δια να αναγγειλη αυτο, δια τι η γη εχαθη, ηφανισθη ως ερημος, ωστε να μη υπαρχη ο διαβαινων;
<scripture passage="Jer 9:13" parsed="|Jer|9|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος, διοτι εγκατελιπον τον νομον μου, τον οποιον εθεσα εμπροσθεν αυτων και δεν υπηκουσαν εις την φωνην μου και δεν περιεπατησαν εν αυτω·
<scripture passage="Jer 9:14" parsed="|Jer|9|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.14" />
<sup>14</sup>αλλα περιεπατησαν οπισω της ορεξεως της καρδιας αυτων και οπισω των Βααλειμ, τα οποια οι πατερες αυτων εδιδαξαν αυτους·
<scripture passage="Jer 9:15" parsed="|Jer|9|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.15" />
<sup>15</sup>δια τουτο, ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω θελω θρεψει αυτους, τον λαον τουτον· με αψινθιον και υδωρ χολης θελω ποτισει αυτους·
<scripture passage="Jer 9:16" parsed="|Jer|9|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.16" />
<sup>16</sup>και θελω διασκορπισει αυτους εν τοις εθνεσι, τα οποια αυτοι και οι πατερες αυτων δεν εγνωρισαν· και θελω αποστειλει την μαχαιραν οπισω αυτων, εωσου αναλωσω αυτους.
<scripture passage="Jer 9:17" parsed="|Jer|9|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.17" />
<sup>17</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων. Συλλογισθητε και καλεσατε τας θρηνουσας να ελθωσι· και αποστειλατε δια τας σοφας να ελθωσι·
<scripture passage="Jer 9:18" parsed="|Jer|9|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.18" />
<sup>18</sup>και ας σπευσωσι και ας αναλαβωσιν οδυρμον περι ημων και ας καταβιβασωσιν οι οφθαλμοι ημων δακρυα και τα βλεφαρα ημων ας ρευσωσιν υδατα.
<scripture passage="Jer 9:19" parsed="|Jer|9|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.19" />
<sup>19</sup>Διοτι φωνη θρηνου ηκουσθη απο Σιων, Πως απωλεσθημεν· κατησχυνθημεν σφοδρα, διοτι εγκατελιπομεν την γην, διοτι αι κατοικιαι ημων εξερριψαν ημας.
<scripture passage="Jer 9:20" parsed="|Jer|9|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.20" />
<sup>20</sup>Ακουσατε λοιπον, γυναικες, τον λογον του Κυριου, και ας δεχθη το ωτιον σας τον λογον του στοματος αυτου, και διδαξατε τας θυγατερας σας οδυρμον και εκαστη την πλησιον αυτης θρηνον.
<scripture passage="Jer 9:21" parsed="|Jer|9|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.21" />
<sup>21</sup>Διοτι θανατος ανεβη δια των θυριδων ημων, εισηλθεν εις τα παλατια ημων, δια να εκκοψη τα νηπια απο των οδων τους νεους απο των πλατειων.
<scripture passage="Jer 9:22" parsed="|Jer|9|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.22" />
<sup>22</sup>Ειπε, Ουτω λεγει Κυριος· Και τα πτωματα των ανθρωπων θελουσι ριφθη ως κοπρια επι προσωπον αγρου και ως δραγμα οπισω θεριστου, και δεν θελει υπαρχει ο συναγων.
<scripture passage="Jer 9:23" parsed="|Jer|9|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.23" />
<sup>23</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ας μη καυχαται ο σοφος εις την σοφιαν αυτου, και ας μη καυχαται ο δυνατος εις την δυναμιν αυτου, ας μη καυχαται ο πλουσιος εις τον πλουτον αυτου·
<scripture passage="Jer 9:24" parsed="|Jer|9|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.24" />
<sup>24</sup>αλλ' ο καυχωμενος ας καυχαται εις τουτο, οτι εννοει και γνωριζει εμε, οτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο ποιων ελεος, κρισιν και δικαιοσυνην επι της γης· επειδη εις ταυτα ευαρεστουμαι, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 9:25" parsed="|Jer|9|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.25" />
<sup>25</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω καμει επισκεψιν επι παντας τους περιτετμημενους μετα των απεριτμητων·
<scripture passage="Jer 9:26" parsed="|Jer|9|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.9.26" />
<sup>26</sup>επι την Αιγυπτον και επι τον Ιουδαν και επι τον Εδωμ και επι τους υιους Αμμων και επι τον Μωαβ και επι παντας τους περικειροντας την κομην, τους κατοικουντας εν τη ερημω· διοτι παντα τα εθνη ειναι απεριτμητα και πας ο οικος Ισραηλ απεριτμητος την καρδιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 10" progress="62.46%" prev="Jer.9" next="Jer.11" id="Jer.10">
<h3 id="Jer.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Jer.10-p1">
<scripture passage="Jer 10:1" parsed="|Jer|10|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τον λογον, τον οποιον ο Κυριος λαλει προς εσας, οικος Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 10:2" parsed="|Jer|10|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Μη μανθανετε την οδον των εθνων και εις τα σημεια του ουρανου μη πτοεισθε, διοτι τα εθνη πτοουνται εις αυτα.
<scripture passage="Jer 10:3" parsed="|Jer|10|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.3" />
<sup>3</sup>Διοτι τα νομιμα των λαων ειναι ματαια, διοτι κοπτουσι ξυλον εκ του δασους, εργον χειρων τεκτονος με τον πελεκυν.
<scripture passage="Jer 10:4" parsed="|Jer|10|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.4" />
<sup>4</sup>Καλλωπιζουσιν αυτο με αργυρον και χρυσον· στερεονουσιν αυτο με καρφια και με σφυρας, δια να μη κινηται.
<scripture passage="Jer 10:5" parsed="|Jer|10|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.5" />
<sup>5</sup>Ειναι ορθια ως φοινιξ, αλλα δεν λαλουσιν· εχουσι χρειαν να βασταζωνται, διοτι δεν δυνανται να περιπατησωσι. Μη φοβεισθε αυτα· διοτι δεν δυνανται να κακοποιησωσιν, ουδε ειναι δυνατον εις αυτα να αγαθοποιησωσι.
<scripture passage="Jer 10:6" parsed="|Jer|10|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.6" />
<sup>6</sup>Δεν υπαρχει ομοιος σου, Κυριε· εισαι μεγας και μεγα το ονομα σου εν δυναμει.
<scripture passage="Jer 10:7" parsed="|Jer|10|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.7" />
<sup>7</sup>Τις δεν ηθελε σε φοβεισθαι, Βασιλευ των εθνων; διοτι εις σε ανηκει τουτο, διοτι μεταξυ παντων των σοφων των εθνων και εν πασι τοις βασιλειοις αυτων δεν υπαρχει ομοιος σου.
<scripture passage="Jer 10:8" parsed="|Jer|10|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' ειναι πανταπασι κτηνωδεις και αφρονες· διδασκαλια ματαιοτητων ειναι το ξυλον.
<scripture passage="Jer 10:9" parsed="|Jer|10|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.9" />
<sup>9</sup>Αργυριον κεχυμενον εις πλακας εφερθη απο Θαρσεις και χρυσιον απο Ουφαζ, εργον τεχνιτου και χειρων χρυσοχοου· κυανουν και πορφυρουν ειναι το ενδυμα αυτων· εργον σοφων παντα ταυτα.
<scripture passage="Jer 10:10" parsed="|Jer|10|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' ο Κυριος ειναι Θεος αληθινος, ειναι Θεος ζων και βασιλευς αιωνιος· εν τη οργη αυτου η γη θελει σεισθη και τα εθνη δεν θελουσιν ανθεξει εις την αγανακτησιν αυτου.
<scripture passage="Jer 10:11" parsed="|Jer|10|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.11" />
<sup>11</sup>Ουτω θελετε ειπει προς αυτους· οι θεοι, οιτινες δεν εκαμον τον ουρανον και την γην, θελουσιν αφανισθη απο της γης και υποκατωθεν του ουρανου τουτου.
<scripture passage="Jer 10:12" parsed="|Jer|10|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.12" />
<sup>12</sup>Αυτος εποιησε την γην δια της δυναμεως αυτου, εστερεωσε την οικουμενην εν τη σοφια αυτου, και εξετεινε τους ουρανους εν τη συνεσει αυτου.
<scripture passage="Jer 10:13" parsed="|Jer|10|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.13" />
<sup>13</sup>Οταν εκπεμπη την φωνην αυτου, συνισταται πληθος υδατων εν ουρανοις, και αναγει νεφελας απο των ακρων της γης· καμνει αστραπας δια βροχην και εξαγει ανεμον απο των θησαυρων αυτου.
<scripture passage="Jer 10:14" parsed="|Jer|10|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.14" />
<sup>14</sup>Πας ανθρωπος εμωρανθη υπο της γνωσεως αυτου, πας χωνευτης κατησχυνθη υπο των γλυπτων· διοτι ψευδος ειναι το χωνευτον αυτου και πνοη δεν υπαρχει εν αυτω.
<scripture passage="Jer 10:15" parsed="|Jer|10|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.15" />
<sup>15</sup>Ματαιοτης ταυτα, εργον πλανης· εν τω καιρω της επισκεψεως αυτων θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Jer 10:16" parsed="|Jer|10|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.16" />
<sup>16</sup>Η μερις του Ιακωβ δεν ειναι ως αυτα· διοτι αυτος ειναι ο πλασας τα παντα, και ο Ισραηλ ειναι η ραβδος της κληρονομιας αυτου· Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου.
<scripture passage="Jer 10:17" parsed="|Jer|10|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.17" />
<sup>17</sup>Συναξον εκ της γης την περιουσιαν σου, συ, η κατοικουσα εν οχυρωματι.
<scripture passage="Jer 10:18" parsed="|Jer|10|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω θελω εκσφενδονισει τους κατοικους της γης ταυτην την φοραν και θελω στενοχωρησει αυτους, ωστε να ευρωσιν αυτο.
<scripture passage="Jer 10:19" parsed="|Jer|10|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.19" />
<sup>19</sup>Ουαι εις εμε δια την θραυσιν μου· η πληγη μου ειναι οδυνηρα. αλλ' εγω ειπα, Τωοντι τουτο ειναι πονος μου, και πρεπει να υποφερω αυτον.
<scripture passage="Jer 10:20" parsed="|Jer|10|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.20" />
<sup>20</sup>Η σκηνη μου ηρημωθη και παντα τα σχοινια μου κατεκοπησαν· οι υιοι μου εχωρισθησαν απ' εμου και δεν υπαρχουσι· δεν υπαρχει πλεον ο εκτεινων την σκηνην μου και σηκονων τα παραπετασματα μου.
<scripture passage="Jer 10:21" parsed="|Jer|10|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.21" />
<sup>21</sup>Επειδη οι ποιμενες εμωρανθησαν και τον Κυριον δεν εξεζητησαν, δια τουτο δεν θελουσιν ευοδωθη και παντα τα ποιμνια αυτων θελουσι διασκορπισθη.
<scripture passage="Jer 10:22" parsed="|Jer|10|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.22" />
<sup>22</sup>Ιδου, ηχος θορυβου ερχεται και συγκινησις μεγαλη εκ της γης του βορρα, δια να καταστηση τας πολεις του Ιουδα ερημωσιν, κατοικιαν θωων.
<scripture passage="Jer 10:23" parsed="|Jer|10|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.23" />
<sup>23</sup>Κυριε, γνωριζω οτι η οδος του ανθρωπου δεν εξαρταται απ' αυτου· του περιπατουντος ανθρωπου δεν ειναι το να κατευθυνη τα διαβηματα αυτου.
<scripture passage="Jer 10:24" parsed="|Jer|10|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.24" />
<sup>24</sup>Κυριε, παιδευσον με, πλην εν κρισει· μη εν τω θυμω σου, δια να μη με συντελεσης.
<scripture passage="Jer 10:25" parsed="|Jer|10|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.10.25" />
<sup>25</sup>Εκχεε τον θυμον σου επι τα εθνη τα μη γνωριζοντα σε, και επι γενεας, αιτινες δεν επικαλουνται το ονομα σου· διοτι κατεφαγον τον Ιακωβ και κατηναλωσαν αυτον και κατεφθειραν αυτον και ηρημωσαν την κατοικιαν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 11" progress="62.55%" prev="Jer.10" next="Jer.12" id="Jer.11">
<h3 id="Jer.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Jer.11-p1">
<scripture passage="Jer 11:1" parsed="|Jer|11|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος, ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 11:2" parsed="|Jer|11|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε τους λογους της διαθηκης ταυτης και λαλησατε προς τους ανδρας Ιουδα και προς τους κατοικους της Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 11:3" parsed="|Jer|11|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ. Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις δεν υπακουει εις τους λογους της διαθηκης ταυτης,
<scripture passage="Jer 11:4" parsed="|Jer|11|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.4" />
<sup>4</sup>την οποιαν προσεταξα εις τους πατερας υμων, καθ' ην ημεραν εξηγαγον αυτους εκ γης Αιγυπτου, εκ της καμινου της σιδηρας, λεγων, Ακουσατε της φωνης μου και πραττετε αυτα, κατα παντα οσα προσεταξα εις εσας· και θελετε εισθαι λαος μου, και εγω θελω εισθαι Θεος υμων·
<scripture passage="Jer 11:5" parsed="|Jer|11|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.5" />
<sup>5</sup>δια να εκπληρωσω τον ορκον, τον οποιον ωμοσα προς τους πατερας υμων, να δωσω εις αυτους γην ρεουσαν γαλα και μελι, ως εν τη ημερα ταυτη. Τοτε απεκριθην και ειπα, Αμην, Κυριε.
<scripture passage="Jer 11:6" parsed="|Jer|11|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.6" />
<sup>6</sup>Και ο Κυριος ειπε προς εμε, Διακηρυξον παντας τους λογους τουτους εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις οδοις της Ιερουσαλημ, λεγων, Ακουσατε τους λογους της διαθηκης ταυτης και πραττετε αυτους.
<scripture passage="Jer 11:7" parsed="|Jer|11|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ρητως διεμαρτυρηθην προς τους πατερας υμων, καθ' ην ημεραν ανεβιβασα αυτους εκ γης Αιγυπτου μεχρι της σημερον, εγειρομενος πρωι και διαμαρτυρομενος, λεγων, Ακουσατε της φωνης μου.
<scripture passage="Jer 11:8" parsed="|Jer|11|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.8" />
<sup>8</sup>Αλλα δεν ηκουσαν και δεν εκλιναν το ωτιον αυτων, αλλα περιεπατησαν εκαστος εν ταις ορεξεσι της πονηρας αυτων καρδιας· δια τουτο θελω φερει επ' αυτους παντας τους λογους της διαθηκης ταυτης, την οποιαν προσεταξα να πραττωσι, αλλα δεν επραξαν.
<scripture passage="Jer 11:9" parsed="|Jer|11|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Συνωμοσια ευρεθη μεταξυ των ανδρων Ιουδα και μεταξυ των κατοικων της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 11:10" parsed="|Jer|11|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.10" />
<sup>10</sup>Επεστρεψαν εις τας αδικιας των προπατορων αυτων, οιτινες δεν ηθελησαν να ακουσωσι τους λογους μου· και αυτοι υπηγαν οπισω αλλων θεων, δια να λατρευωσιν αυτους· ο οικος Ισραηλ και ο οικος Ιουδα ηθετησαν την διαθηκην μου, την οποιαν εκαμα προς τους πατερας αυτων.
<scripture passage="Jer 11:11" parsed="|Jer|11|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω φερει επ' αυτους κακον, εκ του οποιου δεν θελουσι δυνηθη να εξελθωσι· και θελουσι βοησει προς εμε και δεν θελω εισακουσει αυτους.
<scripture passage="Jer 11:12" parsed="|Jer|11|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.12" />
<sup>12</sup>Τοτε αι πολεις του Ιουδα και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ θελουσιν υπαγει και θελουσι βοησει προς τους θεους, εις τους οποιους θυμιαζουσι· πλην δεν θελουσι σωσει εαυτους παντελως εν καιρω της ταλαιπωριας αυτων.
<scripture passage="Jer 11:13" parsed="|Jer|11|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.13" />
<sup>13</sup>Διοτι κατα τον αριθμον των πολεων σου ησαν οι θεοι σου, Ιουδα· και κατα τον αριθμον των οδων της Ιερουσαλημ ανηγειρατε βωμους εις τα αισχρα, βωμους δια να θυμιαζητε εις τον Βααλ.
<scripture passage="Jer 11:14" parsed="|Jer|11|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο συ μη προσευχου υπερ του λαου τουτου και μη υψωνε φωνην η δεησιν υπερ αυτων· διοτι εγω δεν θελω εισακουσει, οταν κραζωσι προς εμε εν καιρω της ταλαιπωριας αυτων.
<scripture passage="Jer 11:15" parsed="|Jer|11|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.15" />
<sup>15</sup>Τι εχει να καμη η ηγαπημενη μου εν τω οικω μου, αφου επραξεν ασελγειαν με πολλους, και το κρεας το αγιον αφηρεθη απο σου; οταν πραττης το κακον, τοτε ευφραινεσαι.
<scripture passage="Jer 11:16" parsed="|Jer|11|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.16" />
<sup>16</sup>Ο Κυριος εκαλεσε το ονομα σου, Ελαιαν αειθαλη, ωραιαν, καλλικαρπον· μετ' ηχου θορυβου μεγαλου εξηφθη πυρ επ' αυτην και οι κλαδοι αυτης συνεθλασθησαν.
<scripture passage="Jer 11:17" parsed="|Jer|11|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ο Κυριος των δυναμεων, οστις σε εφυτευσεν, επροφερε κακον εναντιον σου, δια την κακιαν του οικου Ισραηλ και του οικου Ιουδα, την οποιαν επραξαν καθ' εαυτων, ωστε να με παροργισωσι θυμιαζοντες εις τον Βααλ.
<scripture passage="Jer 11:18" parsed="|Jer|11|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.18" />
<sup>18</sup>Και ο Κυριος εδωκεν εις εμε γνωσιν και εγνωρισα· τοτε εδειξας εις εμε τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Jer 11:19" parsed="|Jer|11|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' εγω ημην ως αρνιον ακακον φερομενον εις σφαγην· και δεν ενοησα οτι συνεβουλευθησαν βουλας εναντιον μου, λεγοντες, Ας καταστρεψωμεν το δενδρον μετα του καρπου αυτου και ας εκκοψωμεν αυτον απο της γης των ζωντων, ωστε το ονομα αυτου να μη μνημονευθη πλεον.
<scripture passage="Jer 11:20" parsed="|Jer|11|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.20" />
<sup>20</sup>Αλλ' ω Κυριε των δυναμεων, ο κρινων δικαιως, ο δοκιμαζων τους νεφρους και την καρδιαν, ας ιδω την εκδικησιν σου επ' αυτους, διοτι προς σε εφανερωσα την δικην μου.
<scripture passage="Jer 11:21" parsed="|Jer|11|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι των ανδρων της Αναθωθ, οιτινες ζητουσι την ζωην σου, λεγοντες, Μη προφητευσης εν τω ονοματι του Κυριου, δια να μη αποθανης υπο τας χειρας ημων·
<scripture passage="Jer 11:22" parsed="|Jer|11|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.22" />
<sup>22</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος των δυναμεων· Ιδου, θελω επισκεφθη αυτους· οι νεοι θελουσιν αποθανει εν μαχαιρα· οι υιοι αυτων αι θυγατερες αυτων θελουσι τελευτησει υπο πεινης·
<scripture passage="Jer 11:23" parsed="|Jer|11|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.11.23" />
<sup>23</sup>και δεν θελει μεινει υπολοιπον εξ αυτων· διοτι θελω φερει κακον επι τους ανδρας της Αναθωθ, εν τω ενιαυτω της επισκεψεως αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 12" progress="62.64%" prev="Jer.11" next="Jer.13" id="Jer.12">
<h3 id="Jer.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Jer.12-p1">
<scripture passage="Jer 12:1" parsed="|Jer|12|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.1" />
<sup>1</sup>Δικαιος εισαι Κυριε, οταν δικολογωμαι μετα σου· πλην ας διαλεχθω μετα σου περι των κρισεων σου· διατι η οδος των ασεβων ευοδουται; δια τι ευημερουσι παντες οι φερομενοι απιστως;
<scripture passage="Jer 12:2" parsed="|Jer|12|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.2" />
<sup>2</sup>Εφυτευσας αυτους, μαλιστα ερριζωθησαν· αυξανουσι, μαλιστα καρποφορουσι· συ εισαι πλησιον του στοματος αυτων και μακραν απο των νεφρων αυτων.
<scripture passage="Jer 12:3" parsed="|Jer|12|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.3" />
<sup>3</sup>Αλλα συ, Κυριε, με γνωριζεις· με ειδες και εδοκιμασας την καρδιαν μου ενωπιον σου· συρε αυτους ως προβατα δια σφαγην και ετοιμασον αυτους δια την ημεραν της σφαγης.
<scripture passage="Jer 12:4" parsed="|Jer|12|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.4" />
<sup>4</sup>Εως ποτε θελει πενθει η γη, και ο χορτος παντος αγρου θελει ξηραινεσθαι δια την κακιαν των κατοιουντων εν αυτη; Ηφανισθησαν τα κτηνη και τα πτηνα, διοτι ειπον, δεν θελει ιδει τα εσχατα ημων.
<scripture passage="Jer 12:5" parsed="|Jer|12|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.5" />
<sup>5</sup>Εαν τρεξης μετα των πεζων και σε καμωσι να ατονησης, τοτε πως θελεις αντιπαραταχθη προς τους ιππους; και εαν απεκαμες εν τη γη της ειρηνης, εφ' ην ηλπιζες, τοτε πως θελεις καμει εις το φρυαγμα του Ιορδανου;
<scripture passage="Jer 12:6" parsed="|Jer|12|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.6" />
<sup>6</sup>Διοτι και οι αδελφοι σου και ο οικος του πατρος σου και αυτοι εφερθησαν απιστως προς σε· ναι, αυτοι εβοησαν οπισθεν σου μεγαλοφωνως· μη πιστευσης αυτους, και αν λαλησωσι καλα προς σε.
<scripture passage="Jer 12:7" parsed="|Jer|12|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.7" />
<sup>7</sup>Εγκατελιπον τον οικον μου, αφηκα την κληρονομιαν μου, εδωκα την ηγαπημενην της ψυχης μου εις τας χειρας των εχθρων αυτης.
<scripture passage="Jer 12:8" parsed="|Jer|12|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.8" />
<sup>8</sup>Η κληρονομια μου εγεινεν εις εμε ως λεων εν δρυμω· εξεπεμψε την φωνην αυτης εναντιον μου· δια τουτο εμισησα αυτην.
<scripture passage="Jer 12:9" parsed="|Jer|12|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.9" />
<sup>9</sup>Η κληρονομια μου ειναι εις εμε ορνεον αρπακτικον, τα ορνεα κυκλω ειναι εναντιον αυτης· ελθετε, συναχθητε, παντα τα θηρια του αγρου, ελθετε να καταφαγητε αυτην.
<scripture passage="Jer 12:10" parsed="|Jer|12|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.10" />
<sup>10</sup>Ποιμενες πολλοι διεφθειραν τον αμπελωνα μου, κατεπατησαν την μεριδα μου, κατεστησαν την μεριδα την επιθυμητην μου ερημον αβατον.
<scripture passage="Jer 12:11" parsed="|Jer|12|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.11" />
<sup>11</sup>Παρεδωκαν αυτην εις ερημωσιν· ερημωθεισα πενθει ενωπιον μου· πασα η γη ηρημωθη, διοτι δεν υπαρχει ο φροντιζων.
<scripture passage="Jer 12:12" parsed="|Jer|12|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.12" />
<sup>12</sup>Επι πασας τας υψηλας θεσεις της ερημου ηλθον οι λεηλαται· διοτι η μαχαιρα του Κυριου θελει καταφαγει απ' ακρου της γης εως ακρου της γης· εις ουδεμιαν σαρκα δεν θελει εισθαι ειρηνη.
<scripture passage="Jer 12:13" parsed="|Jer|12|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.13" />
<sup>13</sup>Εσπειραν σιτον αλλα θελουσι θερισει ακανθας· εκοπιασαν αλλα δεν θελουσιν ωφεληθη· και θελετε αισχυνθη δια τα προιοντα σας απο του φλογερου θυμου του Κυριου.
<scripture passage="Jer 12:14" parsed="|Jer|12|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.14" />
<sup>14</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος κατα παντων των κακων γειτονων μου, οιτινες εγγιζουσι την κληρονομιαν την οποιαν κληροδοτησα εις τον λαον μου τον Ισραηλ· Ιδου, θελω αποσπασει αυτους απο της γης αυτων, και θελω αποσπασει τον οικον Ιουδα εκ μεσου αυτων.
<scripture passage="Jer 12:15" parsed="|Jer|12|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.15" />
<sup>15</sup>Και αφου αποσπασω αυτους, θελω επιστρεψει και ελεησει αυτους, και θελω επαναφερει εκαστον εις την κληρονομιαν αυτου και εκαστον εις την γην αυτου.
<scripture passage="Jer 12:16" parsed="|Jer|12|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.16" />
<sup>16</sup>Και εαν μαθωσι καλως τας οδους του λαου μου, να ομνυωσιν εις το ονομα μου, Ζη Κυριος, καθως εδιδαξαν τον λαον μου να ομνυη εις τον Βααλ, τοτε θελουσιν οικοδομηθη εν τω μεσω του λαου μου.
<scripture passage="Jer 12:17" parsed="|Jer|12|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.12.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν δεν υπακουσωσι, θελω αποσπασει ολοτελως και εξολοθρευσει το εθνος εκεινο, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 13" progress="62.71%" prev="Jer.12" next="Jer.14" id="Jer.13">
<h3 id="Jer.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Jer.13-p1">
<scripture passage="Jer 13:1" parsed="|Jer|13|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.1" />
<sup>1</sup>Ουτως ειπε Κυριος προς εμε· Υπαγε και αποκτησον εις σεαυτον ζωνην λινην και περιβαλε αυτην επι την οσφυν σου και εις υδωρ μη βαλης αυτην.
<scripture passage="Jer 13:2" parsed="|Jer|13|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.2" />
<sup>2</sup>Απεκτησα λοιπον την ζωνην κατα τον λογον του Κυριου και περιεβαλον επι την οσφυν μου.
<scripture passage="Jer 13:3" parsed="|Jer|13|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.3" />
<sup>3</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε εκ δευτερου, λεγων,
<scripture passage="Jer 13:4" parsed="|Jer|13|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.4" />
<sup>4</sup>Λαβε την ζωνην την οποιαν απεκτησας, την επι την οσφυν σου, και σηκωθεις υπαγε εις τον Ευφρατην και κρυψον αυτην εκει εν τη οπη του βραχου.
<scripture passage="Jer 13:5" parsed="|Jer|13|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.5" />
<sup>5</sup>Υπηγα λοιπον και εκρυψα αυτην πλησιον του Ευφρατου, καθως προσεταξεν εις εμε ο Κυριος.
<scripture passage="Jer 13:6" parsed="|Jer|13|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.6" />
<sup>6</sup>Και μετα πολλας ημερας ειπε Κυριος προς εμε, Σηκωθεις υπαγε εις τον Ευφρατην και λαβε εκειθεν την ζωνην, την οποιαν προσεταξα εις σε να κρυψης εκει.
<scripture passage="Jer 13:7" parsed="|Jer|13|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.7" />
<sup>7</sup>Και υπηγα εις τον Ευφρατην και εσκαψα και ελαβον την ζωνην εκ του τοπου οπου εκρυψα αυτην· και ιδου, η ζωνη ητο εφθαρμενη, δεν ητο χρησιμος εις ουδεν.
<scripture passage="Jer 13:8" parsed="|Jer|13|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Jer 13:9" parsed="|Jer|13|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει Κυριος· κατα τουτον τον τροπον θελω φθειρει την υπερηφανιαν του Ιουδα και την μεγαλην υπερηφανιαν της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 13:10" parsed="|Jer|13|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.10" />
<sup>10</sup>Ο κακος ουτος λαος, οιτινες αρνουνται το να υπακουωσιν εις τους λογους μου, και περιπατουσιν εν ταις ορεξεσι της καρδιας αυτων και υπαγουσιν οπισω αλλων θεων, δια να λατρευωσιν αυτους και να προσκυνωσιν αυτους, θελει εισθαι εξαπαντος ως η ζωνη αυτη, ητις δεν ειναι χρησιμος εις ουδεν.
<scripture passage="Jer 13:11" parsed="|Jer|13|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.11" />
<sup>11</sup>Διοτι καθως η ζωνη κολλαται εις την οσφυν του ανθρωπου, ουτως εκολλησα εις εμαυτον παντα τον οικον Ισραηλ και παντα τον οικον Ιουδα, λεγει Κυριος· δια να ηναι εις εμε λαος και ονομα και καυχημα και δοξα· αλλα δεν υπηκουσαν.
<scripture passage="Jer 13:12" parsed="|Jer|13|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο θελεις λαλησει προς αυτους τον λογον τουτον· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· πας ασκος θελει γεμισθη οινου· και αυτοι θελουσιν ειπει προς σε, Μηπως τωοντι δεν γνωριζομεν οτι πας ασκος θελει γεμισθη οινου;
<scripture passage="Jer 13:13" parsed="|Jer|13|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.13" />
<sup>13</sup>Τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω γεμισει παντας τους κατοικους της γης ταυτης και τους βασιλεις τους καθημενους επι τον θρονον του Δαβιδ και τους ιερεις και τους προφητας και παντας τους κατοικους της Ιερουσαλημ, απο μεθυσμου.
<scripture passage="Jer 13:14" parsed="|Jer|13|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.14" />
<sup>14</sup>Και θελω συντριψει αυτους μετ' αλληλων, και τους πατερας και τους υιους ομου, λεγει Κυριος· δεν θελω σπλαγχνισθη ουδε φεισθη ουδε ελεησει, αλλα θελω εξολοθρευσει αυτους.
<scripture passage="Jer 13:15" parsed="|Jer|13|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.15" />
<sup>15</sup>Ακουσατε και ακροασθητε· μη επαιρεσθε· διοτι ο Κυριος ελαλησε.
<scripture passage="Jer 13:16" parsed="|Jer|13|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.16" />
<sup>16</sup>Δοτε δοξαν εις Κυριον τον Θεον υμων, πριν φερη σκοτος και πριν οι ποδες σας προσκοψωσιν επι τα σκοτεινα ορη, και ενω προσμενετε φως, μετατρεψη αυτο εις σκιαν θανατου και καταστηση αυτο πυκνον σκοτος.
<scripture passage="Jer 13:17" parsed="|Jer|13|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν δεν ακουσητε τουτο, η ψυχη μου θελει κλαυσει κρυφιως δια την υπερηφανιαν υμων, και ο οφθαλμος μου θελει κλαυσει πικρα και καταρρευσει δακρυα, διοτι το ποιμνιον του Κυριου φερεται εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Jer 13:18" parsed="|Jer|13|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.18" />
<sup>18</sup>Ειπατε προς τον βασιλεα και προς την βασιλισσαν, Ταπεινωθητε, καθησατε· διοτι θελει καταβιβασθη απο των κεφαλων υμων ο στεφανος της δοξης υμων.
<scripture passage="Jer 13:19" parsed="|Jer|13|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.19" />
<sup>19</sup>Αι πολεις του νοτου θελουσι κλεισθη και δεν θελει εισθαι ο ανοιγων· ο Ιουδας απας θελει φερθη εις αιχμαλωσιαν, ολοκληρως θελει φερθη αιχμαλωτος.
<scripture passage="Jer 13:20" parsed="|Jer|13|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.20" />
<sup>20</sup>Υψωσατε τους οφθαλμους υμων και θεωρησατε τους ερχομενους απο βορρα· που ειναι το ποιμνιον το δοθεν εις σε, τα ωραια σου προβατα;
<scripture passage="Jer 13:21" parsed="|Jer|13|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.21" />
<sup>21</sup>Τι θελεις ειπει, οταν σε επισκεφθη; διοτι συ εδιδαξας αυτους να αρχωσιν επι σου ως ηγεμονες· δεν θελουσι σε συλλαβει πονοι, ως γυναικα τικτουσαν;
<scripture passage="Jer 13:22" parsed="|Jer|13|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.22" />
<sup>22</sup>Και εαν ειπης εν τη καρδια σου, Δια τι συνεβησαν εις εμε ταυτα; δια το πληθος της ανομιας σου εσηκωθησαν τα κρασπεδα σου και εγυμνωθησαν αι πτερναι σου.
<scripture passage="Jer 13:23" parsed="|Jer|13|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.23" />
<sup>23</sup>Δυναται ο Αιθιοψ να αλλαξη το δερμα αυτου η η παρδαλις τα ποικιλματα αυτης; τοτε δυνασθε και σεις να καμητε καλον, οι μαθοντες το κακον.
<scripture passage="Jer 13:24" parsed="|Jer|13|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο θελω σκορπισει αυτους ως αχυρον φερομενον υπο ανεμου της ερημου.
<scripture passage="Jer 13:25" parsed="|Jer|13|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.25" />
<sup>25</sup>Ουτος ειναι παρ' εμου ο κληρος σου, το μεριδιον το μεμετρημενον εις σε, λεγει Κυριος· διοτι με ελησμονησας και ηλπισας επι το ψευδος.
<scripture passage="Jer 13:26" parsed="|Jer|13|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο και εγω θελω σηκωσει τα κρασπεδα σου επι το προσωπον σου, και θελει φανη η αισχυνη σου.
<scripture passage="Jer 13:27" parsed="|Jer|13|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.13.27" />
<sup>27</sup>Ειδον τας μοιχειας σου και τους χρεμετισμους σου, την αισχροτητα της πορνειας σου, τα βδελυγματα σου επι τους λοφους, επι τας πεδιαδας. Ουαι εις σε, Ιερουσαλημ δεν θελεις καθαρισθη; μετα, ποτε ετι;
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 14" progress="62.80%" prev="Jer.13" next="Jer.15" id="Jer.14">
<h3 id="Jer.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Jer.14-p1">
<scripture passage="Jer 14:1" parsed="|Jer|14|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Ιερεμιαν περι της ανομβριας.
<scripture passage="Jer 14:2" parsed="|Jer|14|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.2" />
<sup>2</sup>Ο Ιουδας πενθει και αι πυλαι αυτου ειναι περιλυποι· κοιτονται κατα γης μελανειμονουσαι· και ανεβη η κραυγη της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 14:3" parsed="|Jer|14|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.3" />
<sup>3</sup>Και οι μεγιστανες αυτης απεστειλαν τους νεους αυτων δια υδωρ· ηλθον εις τα φρεατα, δεν ευρηκαν υδωρ· επεστρεψαν με τα αγγεια αυτων κενα· ησχυνθησαν και ενετραπησαν και εσκεπασαν τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Jer 14:4" parsed="|Jer|14|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.4" />
<sup>4</sup>Επειδη η γη εσχισθη, διοτι δεν ητο βροχη επι της γης, οι γεωργοι ησχυνθησαν, εσκεπασαν τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Jer 14:5" parsed="|Jer|14|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.5" />
<sup>5</sup>Και η ελαφος ετι, γεννησασα εν τη πεδιαδι, εγκατελιπε το τεκνον αυτης, επειδη χορτος δεν ητο.
<scripture passage="Jer 14:6" parsed="|Jer|14|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.6" />
<sup>6</sup>Και οι αγριοι ονοι εσταθησαν επι τους υψηλους τοπους, ερροφουν τον αερα ως θωες· οι οφθαλμοι αυτων εμαρανθησαν, επειδη χορτος δεν ητο.
<scripture passage="Jer 14:7" parsed="|Jer|14|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.7" />
<sup>7</sup>Κυριε, αν και αι ανομιαι ημων καταμαρτυρωσιν εναντιον ημων, καμε ομως δια το ονομα σου· διοτι αι αποστασιαι ημων επληθυνθησαν· εις σε ημαρτησαμεν.
<scripture passage="Jer 14:8" parsed="|Jer|14|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.8" />
<sup>8</sup>Ελπις του Ισραηλ, σωτηρ αυτου εν καιρω θλιψεως, δια τι ηθελες εισθαι ως παροικος εν τη γη και ως οδοιπορος εκκλινων εις καταλυμα;
<scripture passage="Jer 14:9" parsed="|Jer|14|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.9" />
<sup>9</sup>Δια τι ηθελες εισθαι ως ανθρωπος εκστατικος, ως ισχυρος μη δυναμενος να σωση; Αλλα συ, Κυριε, εν μεσω ημων εισαι, και το ονομα σου εκληθη εφ' ημας· μη εγκαταλιπης ημας.
<scripture passage="Jer 14:10" parsed="|Jer|14|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Κυριος προς τον λαον τουτον· Επειδη ηγαπησαν να πλανωνται και δεν εκρατησαν τους ποδας αυτων, δια τουτο ο Κυριος δεν ηυδοκησεν εις αυτους· τωρα θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων και επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="Jer 14:11" parsed="|Jer|14|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Μη προσευχου υπερ του λαου τουτου δια καλον.
<scripture passage="Jer 14:12" parsed="|Jer|14|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.12" />
<sup>12</sup>Και εαν νηστευσωσι, δεν θελω εισακουσει της κραυγης αυτων· και εαν προσφερωσιν ολοκαυτωματα και προσφοραν, δεν θελω ευδοκησει εις αυτα· αλλα θελω καταναλωσει αυτους εν μαχαιρα και εν πεινη και εν λοιμω.
<scripture passage="Jer 14:13" parsed="|Jer|14|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.13" />
<sup>13</sup>Και ειπα, Ω, Κυριε Θεε, ιδου, οι προφηται λεγουσι προς αυτους, δεν θελετε ιδει μαχαιραν ουδε θελει εισθαι πεινα εις εσας, αλλα θελω σας δωσει ειρηνην ασφαλη εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="Jer 14:14" parsed="|Jer|14|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Ψευδη προφητευουσιν οι προφηται εν τω ονοματι μου· εγω δεν απεστειλα αυτους ουδε προσεταξα εις αυτους ουδε ελαλησα προς αυτους· αυτοι προφητευουσιν εις εσας ορασιν ψευδη και μαντειαν και ματαιοτητα και την δολιοτητα της καρδιας αυτων.
<scripture passage="Jer 14:15" parsed="|Jer|14|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι των προφητων των προφητευοντων εν τω ονοματι μου, ενω εγω δεν απεστειλα, αυτους αλλ' αυτοι λεγουσι, Μαχαιρα και πεινα δεν θελει εισθαι εν τω τοπω τουτω· εν μαχαιρα και εν πεινη θελουσι συντελεσθη οι προφηται εκεινοι.
<scripture passage="Jer 14:16" parsed="|Jer|14|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.16" />
<sup>16</sup>Ο δε λαος, εις τους οποιους αυτοι προφητευουσι, θελουσιν εισθαι ερριμμενοι εν ταις οδοις της Ιερουσαλημ υπο πεινης και μαχαιρας· και δεν θελει εισθαι ο θαπτων αυτους, τας γυναικας αυτων και τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων· και θελω εκχεει επ' αυτους την κακιαν αυτων.
<scripture passage="Jer 14:17" parsed="|Jer|14|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο θελεις ειπει προς αυτους τον λογον τουτον· Ας χυσωσιν οι οφθαλμοι μου δακρυα, νυκτα και ημεραν, και ας μη παυσωσι· διοτι η παρθενος, η θυγατηρ του λαου μου, συνετριφθη συντριμμα μεγα, πληγην οδυνηραν σφοδρα.
<scripture passage="Jer 14:18" parsed="|Jer|14|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.18" />
<sup>18</sup>Εαν εξελθω εις την πεδιαδα, τοτε ιδου, οι πεφονευμενοι εν μαχαιρα· και εαν εισελθω εις την πολιν, τοτε ιδου, οι νενεκρωμενοι υπο της πεινης, ο δε προφητης ετι και ο ιερευς εμπορευονται επι της γης και δεν αισθανονται.
<scripture passage="Jer 14:19" parsed="|Jer|14|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.19" />
<sup>19</sup>Απερριψας πανταπασι τον Ιουδαν; απεστραφη την Σιων η ψυχη σου; Δια τι επαταξας ημας, και δεν υπαρχει θεραπεια εις ημας; επροσμενομεν ειρηνην, αλλ' ουδεν αγαθον· και τον καιρον της θεραπειας, και ιδου, ταραχη.
<scripture passage="Jer 14:20" parsed="|Jer|14|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.20" />
<sup>20</sup>Γνωριζομεν, Κυριε, την ασεβειαν ημων, την ανομιαν των πατερων ημων, οτι ημαρτησαμεν εις σε.
<scripture passage="Jer 14:21" parsed="|Jer|14|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.21" />
<sup>21</sup>Μη αποστραφης ημας, δια το ονομα σου· μη ατιμασης τον θρονον της δοξης σου· ενθυμηθητι, μη διασκεδασης την διαθηκην σου την προς ημας.
<scripture passage="Jer 14:22" parsed="|Jer|14|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.14.22" />
<sup>22</sup>Υπαρχει μεταξυ των ματαιοτητων των εθνων διδους βροχην; η οι ουρανοι διδουσιν υετους; δεν εισαι συ αυτος ο δοτηρ, Κυριε Θεε ημων; δια τουτο θελομεν σε προσμενει· διοτι συ εκαμες παντα ταυτα.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 15" progress="62.89%" prev="Jer.14" next="Jer.16" id="Jer.15">
<h3 id="Jer.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Jer.15-p1">
<scripture passage="Jer 15:1" parsed="|Jer|15|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Και αν ο Μωυσης και ο Σαμουηλ ισταντο ενωπιον μου, η ψυχη μου δεν ηθελεν εισθαι υπερ του λαου τουτου· αποδιωξον αυτους απ' εμπροσθεν μου και ας εξελθωσι.
<scripture passage="Jer 15:2" parsed="|Jer|15|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.2" />
<sup>2</sup>Και εαν ειπωσι προς σε, Που θελομεν εξελθει; τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Οσοι ειναι δια τον θανατον, εις θανατον· και οσοι δια την μαχαιραν, εις μαχαιραν· και οσοι δια την πειναν, εις πειναν· και οσοι δια την αιχμαλωσιαν, εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Jer 15:3" parsed="|Jer|15|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.3" />
<sup>3</sup>Και θελω επιφερει επ' αυτους τεσσαρα ειδη, λεγει Κυριος· την μαχαιραν δια σφαγην, και τους κυνας δια σπαραγμον, και τα πετεινα του ουρανου, και τα θηρια της γης, δια να καταφαγωσι και να αφανισωσι.
<scripture passage="Jer 15:4" parsed="|Jer|15|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.4" />
<sup>4</sup>Και θελω παραδωσει αυτους εις διασποραν εν πασι τοις βασιλειοις της γης· εξ αιτιας του Μανασση, υιου Εζεκιου βασιλεως του Ιουδα, δι' οσα επραξεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 15:5" parsed="|Jer|15|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.5" />
<sup>5</sup>Διοτι τις θελει σε οικτειρει, Ιερουσαλημ; η τις θελει σε συλλυπηθη; η τις θελει στραφη δια να ερωτηση, Πως εχεις;
<scripture passage="Jer 15:6" parsed="|Jer|15|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.6" />
<sup>6</sup>Συ με εγκατελιπες, λεγει Κυριος, υπηγες εις τα οπισω· δια τουτο θελω εκτεινει την χειρα μου επι σε και θελω σε αφανισει· απεκαμον ελεων.
<scripture passage="Jer 15:7" parsed="|Jer|15|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.7" />
<sup>7</sup>Και θελω εκλικμησει αυτους με το λικμητηριον εν ταις πυλαις της γης· θελω ατεκνωσει αυτους, θελω αφανισει τον λαον μου, διοτι δεν επιστρεφουσιν απο των οδων αυτων.
<scripture passage="Jer 15:8" parsed="|Jer|15|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.8" />
<sup>8</sup>Αι χηραι αυτων επληθυνθησαν ενωπιον μου υπερ την αμμον της θαλασσης· εφερα επ' αυτους, επι τας μητερας των νεων, λεηλατην εν μεσημβρια· επεφερα επ' αυτας εξαιφνης ταραχας και τρομους.
<scripture passage="Jer 15:9" parsed="|Jer|15|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.9" />
<sup>9</sup>Εκεινη, ητις εγεννησεν επτα, απεκαμε, παρεδωκε το πνευμα· ο ηλιος αυτης εδυσεν, ενω, ητο ετι ημερα· κατησχυνθη και εταραχθη· το δε υπολοιπον αυτων θελω παραδωσει εις την μαχαιραν εμπροσθεν των εχθρων αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 15:10" parsed="|Jer|15|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.10" />
<sup>10</sup>Ουαι εις εμε, μητερ μου, διοτι εγεννησας εμε ανδρα εριδος και ανδρα φιλονεικιας μεθ' ολης της γης. Ουτε ετοκισα ουτε με ετοκισαν· και ομως πας τις εξ αυτων με καταραται.
<scripture passage="Jer 15:11" parsed="|Jer|15|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος λεγει, Βεβαιως το υπολοιπον σου θελει εισθαι καλον· βεβαιως θελω μεσιτευσει υπερ σου προς τον εχθρον εν καιρω συμφορας και εν καιρω θλιψεως.
<scripture passage="Jer 15:12" parsed="|Jer|15|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.12" />
<sup>12</sup>Ο σιδηρος θελει συντριψει τον σιδηρον του βορρα και τον χαλκον;
<scripture passage="Jer 15:13" parsed="|Jer|15|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.13" />
<sup>13</sup>Τα υπαρχοντα σου και τους θησαυρους σου θελω παραδωσει εις λεηλασιαν ανευ ανταλλαγματος, και τουτο δια πασας τας αμαρτιας σου και κατα παντα τα ορια σου.
<scripture passage="Jer 15:14" parsed="|Jer|15|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.14" />
<sup>14</sup>Και θελω σε περασει μετα των εχθρων σου εις τοπον τον οποιον δεν γνωριζεις· διοτι πυρ εξηφθη εν τω θυμω μου, το οποιον θελει εκκαυθη καθ' υμων.
<scripture passage="Jer 15:15" parsed="|Jer|15|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.15" />
<sup>15</sup>Συ, Κυριε, γνωριζεις· ενθυμηθητι με και επισκεψαι με και εκδικησον με απο των καταδιωκοντων με· μη με αρπασης εν τη μακροθυμια σου· γνωρισον οτι δια σε υπεφερα ονειδισμον.
<scripture passage="Jer 15:16" parsed="|Jer|15|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.16" />
<sup>16</sup>Καθως ευρεθησαν οι λογοι σου, κατεφαγον αυτους· και ο λογος σου ητο εν εμοι χαρα και αγαλλιασις της καρδιας μου· διοτι το ονομα σου εκληθη επ' εμε, Κυριε Θεε των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 15:17" parsed="|Jer|15|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.17" />
<sup>17</sup>Δεν εκαθησα εν συνεδριω χλευαστων και συνευφρανθην· εκαθησα μονος εξ αιτιας της χειρος σου· διοτι συ με ενεπλησας αδημονιας.
<scripture passage="Jer 15:18" parsed="|Jer|15|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.18" />
<sup>18</sup>Δια τι ο πονος μου ειναι παντοτεινος και η πληγη μου ανιατος, μη θελουσα να ιατρευθη; θελεις εισθαι διολου εις εμε ως ψευστης και ως υδατα απατηλα;
<scripture passage="Jer 15:19" parsed="|Jer|15|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Εαν επιστρεψης, τοτε θελω σε αποκαταστησει παλιν, και θελεις ιστασθαι ενωπιον μου· και εαν αποχωρισης το τιμιον απο του αχρειου, θελεις εισθαι ως το στομα μου· αυτοι ας επιστρεψωσι προς σε, αλλα συ με επιστρεψης προς αυτους.
<scripture passage="Jer 15:20" parsed="|Jer|15|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.20" />
<sup>20</sup>Και θελω σε καμει προς τουτον τον λαον οχυρον χαλκουν τειχος· και θελουσι σε πολεμησει, αλλα δεν θελουσιν υπερισχυσει εναντιον σου, διοτι εγω ειμαι μετα σου δια να σε σωζω και να σε ελευθερονω, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 15:21" parsed="|Jer|15|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.15.21" />
<sup>21</sup>Και θελω σε ελευθερωσει εκ της χειρος των πονηρων και θελω σε λυτρωσει εκ της χειρος των καταδυναστευοντων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 16" progress="62.97%" prev="Jer.15" next="Jer.17" id="Jer.16">
<h3 id="Jer.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Jer.16-p1">
<scripture passage="Jer 16:1" parsed="|Jer|16|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Jer 16:2" parsed="|Jer|16|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.2" />
<sup>2</sup>Μη λαβης εις σεαυτον γυναικα μηδε να γεινωσιν εις σε υιοι μηδε θυγατερες εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="Jer 16:3" parsed="|Jer|16|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος περι των υιων και περι των θυγατερων των γεννωμενων εν τω τοπω τουτω και περι των μητερων αυτων, αιτινες εγεννησαν αυτους, και περι των πατερων αυτων, οιτινες ετεκνοποιησαν αυτους εν τη γη ταυτη·
<scripture passage="Jer 16:4" parsed="|Jer|16|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.4" />
<sup>4</sup>θελουσιν αποθανει με οδυνηρον θανατον· δεν θελουσι κλαυθη ουδε θελουσι ταφη· θελουσιν εισθαι δια κοπριαν επι το προσωπον της γης, και θελουσιν αφανισθη υπο μαχαιρας και υπο πεινης, και τα πτωματα αυτων θελουσιν εισθαι τροφη εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια της γης.
<scripture passage="Jer 16:5" parsed="|Jer|16|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Μη εισελθης εις οικον πενθους και μη υπαγης να πενθησης μηδε να συγκλαυσης αυτους· διοτι αφηρεσα την ειρηνην μου απο του λαου τουτου, λεγει Κυριος, το ελεος και τους οικτιρμους.
<scripture passage="Jer 16:6" parsed="|Jer|16|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.6" />
<sup>6</sup>Και θελουσιν αποθανει μεγαλοι και μικροι εν τη γη ταυτη· δεν θελουσι ταφη ουδε θελουσι κλαυσει αυτους ουδε θελουσι καμει εντομας εις τα σωματα αυτων ουδε θελουσι ξυρισθη δι' αυτους·
<scripture passage="Jer 16:7" parsed="|Jer|16|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.7" />
<sup>7</sup>ουδε θελουσι διαμοιρασει αρτον εις το πενθος προς παρηγοριαν αυτων δια τον τεθνεωτα, ουδε θελουσι ποτισει αυτους το ποτηριον της παρηγοριας δια τον πατερα αυτων η δια την μητερα αυτων.
<scripture passage="Jer 16:8" parsed="|Jer|16|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.8" />
<sup>8</sup>Και δεν θελεις εισελθει εις οικον συμποσιου, δια να συγκαθησης μετ' αυτων δια να φαγης και να πιης.
<scripture passage="Jer 16:9" parsed="|Jer|16|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ Ιδου, εγω θελω παυσει απο του τοπου τουτου, ενωπιον των οφθαλμων υμων και εν ταις ημεραις υμων, την φωνην της χαρας και την φωνην της ευφροσυνης, την φωνην του νυμφιου και την φωνην της νυμφης.
<scripture passage="Jer 16:10" parsed="|Jer|16|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.10" />
<sup>10</sup>Και οταν αναγγειλης προς τον λαον τουτον παντας τουτους τους λογους, και ειπωσι προς σε, Δια τι ο Κυριος επροφερεν απαν τουτο το μεγα κακον εναντιον ημων; και τις η ανομια ημων; και τις η αμαρτια ημων, την οποιαν ημαρτησαμεν εις Κυριον τον Θεον ημων;
<scripture passage="Jer 16:11" parsed="|Jer|16|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.11" />
<sup>11</sup>Τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Επειδη με εγκατελιπον οι πατερες υμων, λεγει Κυριος, και υπηγαν οπισω αλλων θεων και ελατρευσαν αυτους και προσεκυνησαν αυτους και εγκατελιπον εμε και τον νομον μου δεν εφυλαξαν·
<scripture passage="Jer 16:12" parsed="|Jer|16|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.12" />
<sup>12</sup>και επειδη σεις επραξατε χειροτερα παρα τους πατερας υμων, και ιδου, περιπατειτε εκαστος οπισω της ορεξεως της πονηρας αυτου καρδιας, ωστε να μη υπακουητε εις εμε·
<scripture passage="Jer 16:13" parsed="|Jer|16|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.13" />
<sup>13</sup>δια τουτο θελω απορριψει υμας απο της γης ταυτης, εις την γην, την οποιαν δεν εγνωρισατε, υμεις και οι πατερες υμων· και εκει θελετε λατρευσει αλλους θεους ημεραν και νυκτα· διοτι δεν θελω καμει ελεος προς υμας.
<scripture passage="Jer 16:14" parsed="|Jer|16|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και δεν θελουσιν ειπει πλεον, Ζη Κυριος, οστις ανηγαγε τους υιους Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου,
<scripture passage="Jer 16:15" parsed="|Jer|16|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.15" />
<sup>15</sup>αλλα, Ζη Κυριος, οστις ανηγαγε τους υιους Ισραηλ εκ της γης του βορρα και εκ παντων των τοπων οπου ειχε διωξει αυτους· και θελω επαναφερει αυτους παλιν εις την γην αυτων, την οποιαν εδωκα εις τους πατερας αυτων.
<scripture passage="Jer 16:16" parsed="|Jer|16|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, θελω αποστειλει πολλους αλιεις, λεγει Κυριος, και θελουσιν αλιευσει αυτους· και μετα ταυτα θελω αποστειλει πολλους κυνηγους και θελουσι θηρευσει αυτους απο παντος ορους και απο παντος λοφου και απο των σχισμων των βραχων.
<scripture passage="Jer 16:17" parsed="|Jer|16|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.17" />
<sup>17</sup>Διοτι οι οφθαλμοι μου ειναι επι πασας τας οδους αυτων· δεν ειναι κεκρυμμεναι απο του προσωπου μου ουδε η ανομια αυτων ειναι κεκρυμμενη απ' εμπροσθεν των οφθαλμων μου.
<scripture passage="Jer 16:18" parsed="|Jer|16|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.18" />
<sup>18</sup>Και πρωτον θελω ανταποδωσει διπλα την ανομιαν αυτων και την αμαρτιαν αυτων· διοτι εμιαναν την γην μου με τα πτωματα των βδελυγματων αυτων και ενεπλησαν την κληρονομιαν μου απο των μιασματων αυτων.
<scripture passage="Jer 16:19" parsed="|Jer|16|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.19" />
<sup>19</sup>Κυριε, δυναμις μου και φρουριον μου και καταφυγη μου εν ημερα θλιψεως, τα εθνη θελουσιν ελθει προς σε απο των περατων της γης και θελουσιν ειπει, Βεβαιως οι πατερες ημων εκληρονομησαν ψευδος, ματαιοτητα και τα ανωφελη.
<scripture passage="Jer 16:20" parsed="|Jer|16|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.20" />
<sup>20</sup>Θελει καμει ανθρωπος εις εαυτον θεους τους μη οντας θεους;
<scripture passage="Jer 16:21" parsed="|Jer|16|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.16.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο, ιδου, θελω καμει αυτους ταυτην την φοραν να γνωρισωσι, θελω καμει αυτους να γνωρισωσι την χειρα μου και την δυναμιν μου, και θελουσι γνωρισει οτι το ονομα μου ειναι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 17" progress="63.06%" prev="Jer.16" next="Jer.18" id="Jer.17">
<h3 id="Jer.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Jer.17-p1">
<scripture passage="Jer 17:1" parsed="|Jer|17|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.1" />
<sup>1</sup>Η αμαρτια του Ιουδα ειναι γεγραμμενη με γραφιδα σιδηραν, με ονυχα αδαμαντινον, ενεχαραχθη επι της πλακος της καρδιας αυτων και επι των κερατων των θυσιαστηριων υμων·
<scripture passage="Jer 17:2" parsed="|Jer|17|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.2" />
<sup>2</sup>ωστε οι υιοι αυτων ενθυμουνται τα θυσιαστηρια αυτων και τα αλση αυτων, μετα των πρασινων δενδρων επι τους υψηλους λοφους.
<scripture passage="Jer 17:3" parsed="|Jer|17|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.3" />
<sup>3</sup>Ω ορος μου εν τη πεδιαδι, θελω δωσει την περιουσιαν σου και παντας τους θησαυρους σου εις διαρπαγην και τους υψηλους σου τοπους κατα παντα τα ορια σου, δια την αμαρτιαν.
<scripture passage="Jer 17:4" parsed="|Jer|17|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.4" />
<sup>4</sup>Και συ, μαλιστα αυτη συ, θελεις εκβληθη απο της κληρονομιας σου, την οποιαν εδωκα εις σε, και θελω σε καταδουλωσει εις τους εχθρους σου, εν γη την οποιαν δεν εγνωρισας· διοτι πυρ εξηψατε εν τω θυμω μου, το οποιον θελει καιεσθαι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Jer 17:5" parsed="|Jer|17|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις ελπιζει επι ανθρωπον και καμνει σαρκα βραχιονα αυτου και του οποιου η καρδια απομακρυνεται απο του Κυριου.
<scripture passage="Jer 17:6" parsed="|Jer|17|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.6" />
<sup>6</sup>Διοτι θελει εισθαι ως η αγριομυρικη εν ερημω, και δεν θελει ιδει οταν ελθη το αγαθον· αλλα θελει κατοικει τοπους ξηρους εν ερημω, γην αλμυραν και ακατοικητον.
<scripture passage="Jer 17:7" parsed="|Jer|17|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.7" />
<sup>7</sup>Ευλογημενος ο ανθρωπος ο ελπιζων επι Κυριον και του οποιου ο Κυριος ειναι η ελπις.
<scripture passage="Jer 17:8" parsed="|Jer|17|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.8" />
<sup>8</sup>Διοτι θελει εισθαι ως δενδρον πεφυτευμενον πλησιον των υδατων, το οποιον εξαπλονει τας ριζας αυτου πλησιον του ποταμου, και δεν θελει ιδει οταν ερχηται το καυμα αλλα το φυλλον αυτου θελει θαλλει· και δεν θελει μεριμνησει εν τω ετει της ανομβριας ουδε θελει παυσει απο του να καμνη καρπον.
<scripture passage="Jer 17:9" parsed="|Jer|17|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.9" />
<sup>9</sup>Η καρδια ειναι απατηλη υπερ παντα και σφοδρα διεφθαρμενη· τις δυναται να γνωριση αυτην;
<scripture passage="Jer 17:10" parsed="|Jer|17|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.10" />
<sup>10</sup>Εγω ο Κυριος εξεταζω την καρδιαν, δοκιμαζω τους νεφρους, δια να δωσω εις εκαστον κατα τας οδους αυτου, κατα τον καρπον των εργων αυτου.
<scripture passage="Jer 17:11" parsed="|Jer|17|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.11" />
<sup>11</sup>Καθως η περδιξ η επωαζουσα και μη νεοσσευουσα, ουτως ο αποκτων πλουτη αδικως θελει αφησει αυτα εις το ημισυ των ημερων αυτου και εις τα εσχατα αυτου θελει εισθαι αφρων.
<scripture passage="Jer 17:12" parsed="|Jer|17|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.12" />
<sup>12</sup>Θρονος δοξης υψωμενος εξ αρχης ειναι ο τοπος του αγιαστηριου ημων.
<scripture passage="Jer 17:13" parsed="|Jer|17|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.13" />
<sup>13</sup>Κυριε, η ελπις του Ισραηλ, παντες οι εγκαταλειποντες σε θελουσι καταισχυνθη και οι αποσταται εμου θελουσι γραφθη εν τη γη· διοτι εγκατελιπον τον Κυριον, την πηγην των ζωντων υδατων.
<scripture passage="Jer 17:14" parsed="|Jer|17|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.14" />
<sup>14</sup>Ιασαι με, Κυριε, και θελω ιαθη· σωσον με και θελω σωθη· διοτι συ εισαι το καυχημα μου·
<scripture passage="Jer 17:15" parsed="|Jer|17|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, ουτοι λεγουσι προς εμε, Που ο λογος του Κυριου; ας ελθη τωρα.
<scripture passage="Jer 17:16" parsed="|Jer|17|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' εγω δεν απεσυρθην απο του να σε ακολουθω ως ποιμην, ουδε επεθυμησα την ημεραν της θλιψεως· συ εξευρεις τουτο· τα εξελθοντα εκ των χειλεων μου ησαν ενωπιον σου.
<scripture passage="Jer 17:17" parsed="|Jer|17|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.17" />
<sup>17</sup>Μη γεινης εις εμε τρομος· συ εισαι η ελπις μου εν ημερα συμφορας·
<scripture passage="Jer 17:18" parsed="|Jer|17|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.18" />
<sup>18</sup>Ας καταισχυνθωσιν οι καταδιωκοντες με, εγω δε ας μη καταισχυνθω· ας τρομαξωσιν εκεινοι αλλ' ας μη τρομαξω εγω· φερε επ' αυτους ημεραν συμφορας και συντριψον αυτους διπλουν συντριμμα.
<scripture passage="Jer 17:19" parsed="|Jer|17|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.19" />
<sup>19</sup>Ουτως ειπε Κυριος προς εμε· Υπαγε και στηθι εν τη πυλη των υιων του λαου σου, δι' ης εισερχονται οι βασιλεις Ιουδα και δι' ης εξερχονται, και εν πασαις ταις πυλαις της Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 17:20" parsed="|Jer|17|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.20" />
<sup>20</sup>και ειπε προς αυτους, Ακουσατε τον λογον του Κυριου, βασιλεις Ιουδα και, πας ο Ιουδας και παντες οι κατοικοι της Ιερουσαλημ, οι εισερχομενοι δια των πυλων τουτων·
<scripture passage="Jer 17:21" parsed="|Jer|17|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.21" />
<sup>21</sup>ουτω λεγει Κυριος· Προσεχετε εις εαυτους, και μη βασταζετε φορτιον την ημεραν του σαββατου μηδε εμβιβαζετε δια των πυλων της Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 17:22" parsed="|Jer|17|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.22" />
<sup>22</sup>μηδε εκφερετε φορτιον εκ των οικιων σας την ημεραν του σαββατου και μη καμνετε μηδεμιαν εργασιαν· αλλα αγιαζετε την ημεραν του σαββατου, καθως προσεταξα εις τους πατερας υμων·
<scripture passage="Jer 17:23" parsed="|Jer|17|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.23" />
<sup>23</sup>δεν υπηκουσαν ομως ουδε εκλιναν το ωτιον αυτων, αλλ' εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων δια να μη ακουσωσι και δια να μη δεχθωσι νουθεσιαν.
<scripture passage="Jer 17:24" parsed="|Jer|17|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' εαν υπακουσητε εις εμε, λεγει Κυριος, ωστε να μη εμβιβαζητε φορτιον δια των πυλων της πολεως ταυτης την ημεραν του σαββατου, αλλα να αγιαζητε την ημεραν του σαββατου μη καμνοντες εν αυτη μηδεμιαν εργασιαν·
<scripture passage="Jer 17:25" parsed="|Jer|17|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.25" />
<sup>25</sup>τοτε θελουσιν εισελθει δια των πυλων της πολεως ταυτης βασιλεις και αρχοντες καθημενοι επι του θρονου του Δαβιδ, εποχουμενοι επι αμαξας και ιππους, αυτοι και οι αρχοντες αυτων, οι ανδρες Ιουδα και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ· και η πολις αυτη θελει κατοικεισθαι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Jer 17:26" parsed="|Jer|17|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.26" />
<sup>26</sup>Και θελουσιν ελθει εκ των πολεων Ιουδα και εκ των περιξ της Ιερουσαλημ και εκ της γης Βενιαμιν και εκ της πεδινης και εκ των ορεων και εκ του νοτου, φεροντες ολοκαυτωματα και θυσιας και προσφορας εξ αλφιτων και λιβανον, φεροντες ετι και προσφορας ευχαριστηριους εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="Jer 17:27" parsed="|Jer|17|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.17.27" />
<sup>27</sup>Αλλ' εαν δεν μου υπακουσητε, ωστε να αγιαζητε την ημεραν του σαββατου και να μη βασταζητε φορτιον και εμβιβαζητε εις τας πυλας της Ιερουσαλημ την ημεραν του σαββατου, τοτε θελω αναψει πυρ εν ταις πυλαις αυτης και θελει καταφαγει τα παλατια της Ιερουσαλημ και δεν θελει σβεσθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 18" progress="63.17%" prev="Jer.17" next="Jer.19" id="Jer.18">
<h3 id="Jer.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Jer.18-p1">
<scripture passage="Jer 18:1" parsed="|Jer|18|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 18:2" parsed="|Jer|18|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.2" />
<sup>2</sup>Σηκωθητι και καταβηθι εις τον οικον του κεραμεως, και εκει θελω σε καμει να ακουσης τους λογους μου.
<scripture passage="Jer 18:3" parsed="|Jer|18|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.3" />
<sup>3</sup>Τοτε κατεβην εις τον οικον του κεραμεως, και ιδου, ειργαζετο εργον επι τους τροχους.
<scripture passage="Jer 18:4" parsed="|Jer|18|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.4" />
<sup>4</sup>Και εχαλασθη το αγγειον, το οποιον εκαμνεν εκ πηλου, εν τη χειρι του κεραμεως, και παλιν εκαμεν αυτο αλλο αγγειον, καθως ηρεσεν εις τον κεραμεα να καμη.
<scripture passage="Jer 18:5" parsed="|Jer|18|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Jer 18:6" parsed="|Jer|18|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.6" />
<sup>6</sup>Οικος Ισραηλ, δεν δυναμαι να καμω εις εσας, καθως ουτος ο κεραμευς; λεγει Κυριος. Ιδου, ως ο πηλος εν τη χειρι του κεραμεως, ουτω σεις, οικος Ισραηλ, εισθε εν τη χειρι μου.
<scripture passage="Jer 18:7" parsed="|Jer|18|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.7" />
<sup>7</sup>Εν τη στιγμη, καθ' ην ηθελον λαλησει κατα εθνους η κατα βασιλειας, δια να εκριζωσω και να κατασκαψω και να καταστρεψω,
<scripture passage="Jer 18:8" parsed="|Jer|18|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.8" />
<sup>8</sup>εαν το εθνος εκεινο, κατα του οποιου ελαλησα, επιστρεψη απο της κακιας αυτου, θελω μετανοησει περι του κακου, το οποιον εβουλευθην να καμω εις αυτο.
<scripture passage="Jer 18:9" parsed="|Jer|18|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.9" />
<sup>9</sup>Και εν τη στιγμη, καθ' ην ηθελον λαλησει περι εθνους η περι βασιλειας, να οικοδομησω και να φυτευσω,
<scripture passage="Jer 18:10" parsed="|Jer|18|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.10" />
<sup>10</sup>εαν καμη κακον ενωπιον μου, ωστε να μη υπακουη της φωνης μου, τοτε θελω μετανοησει περι του καλου, με το οποιον ειπα οτι θελω αγαθοποιησει αυτο.
<scripture passage="Jer 18:11" parsed="|Jer|18|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.11" />
<sup>11</sup>Και τωρα ειπε προς τους ανδρας Ιουδα και προς τους κατοικους της Ιερουσαλημ, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω ετοιμαζω κακον καθ' υμων και βουλευομαι βουλην καθ' υμων· επιστρεψατε λοιπον εκαστος απο της πονηρας οδου αυτου και διορθωσατε τας οδους υμων και τας πραξεις υμων.
<scripture passage="Jer 18:12" parsed="|Jer|18|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.12" />
<sup>12</sup>Οι δε ειπον, Εις ματην· διοτι οπισω των διαβουλιων ημων θελομεν περιπατει και εκαστος τας ορεξεις της καρδιας αυτου της πονηρας θελομεν πραττει.
<scripture passage="Jer 18:13" parsed="|Jer|18|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ερωτησατε τωρα μεταξυ των εθνων, τις ηκουσε τοιαυτα; η παρθενος του Ισραηλ εκαμε φρικτα σφοδρα.
<scripture passage="Jer 18:14" parsed="|Jer|18|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.14" />
<sup>14</sup>Θελει τις αφησει τον χιονωδη Λιβανον δια τον βραχον της πεδιαδος; η θελουσιν εγκαταλιπει τα δροσερα εκρεοντα υδατα δια τα μακροθεν ερχομενα;
<scripture passage="Jer 18:15" parsed="|Jer|18|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' ο λαος μου ελησμονησεν εμε, εθυμιασεν εις την ματαιοτητα και προσεκοψαν εν ταις οδοις αυτων, ταις αιωνιοις τριβοις, δια να περιπατωσιν εν τριβοις οδου μη εξωμαλισμενης·
<scripture passage="Jer 18:16" parsed="|Jer|18|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.16" />
<sup>16</sup>δια να καταστησωσι την γην αυτων ερημωσιν και χλευασμον αιωνιον· πας ο διαβαινων δι' αυτης θελει μενει εκθαμβος και σειει την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="Jer 18:17" parsed="|Jer|18|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.17" />
<sup>17</sup>Θελω διασκορπισει αυτους εμπροσθεν του εχθρου ως καυστικος ανεμος· θελω δειξει εις αυτους νωτα και ουχι προσωπον εν τη ημερα της συμφορας αυτων.
<scripture passage="Jer 18:18" parsed="|Jer|18|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ειπον, Ελθετε και ας συμβουλευθωμεν βουλας κατα του Ιερεμιου· διοτι νομος δεν θελει χαθη απο ιερεως ουδε βουλη απο σοφου ουδε λογος απο προφητου· ελθετε και ας παταξωμεν αυτον με την γλωσσαν και ας μη προσεξωμεν εις μηδενα των λογων αυτου.
<scripture passage="Jer 18:19" parsed="|Jer|18|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.19" />
<sup>19</sup>Προσεξον εις εμε, Κυριε, και ακουσον την φωνην των διαφιλονεικουντων με εμε.
<scripture passage="Jer 18:20" parsed="|Jer|18|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.20" />
<sup>20</sup>Θελει ανταποδοθη κακον αντι καλου; διοτι εσκαψαν λακκον δια την ψυχην μου. Ενθυμηθητι οτι εσταθην ενωπιον σου δια να λαλησω υπερ αυτων αγαθα, δια να αποστρεψω τον θυμον σου απ' αυτων.
<scripture passage="Jer 18:21" parsed="|Jer|18|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο παραδος τους υιους αυτων εις την πειναν και δος αυτους εις χειρας μαχαιρας, και ας γεινωσιν αι γυναικες αυτων ατεκνοι και χηραι· και οι ανδρες αυτων ας θανατωθωσιν· οι νεανισκοι αυτων ας πεσωσι δια μαχαιρας εν τη μαχη.
<scripture passage="Jer 18:22" parsed="|Jer|18|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.22" />
<sup>22</sup>Ας ακουσθη κραυγη εκ των οικιων αυτων, οταν φερης εξαιφνης επ' αυτους λεηλατας· διοτι εσκαψαν λακκον δια να με πιασωσι και εκρυψαν παγιδας δια τους ποδας μου.
<scripture passage="Jer 18:23" parsed="|Jer|18|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.18.23" />
<sup>23</sup>Συ δε, Κυριε, γνωριζεις πασαν την κατ' εμου βουλην αυτων εις το να με θανατωσωσι· μη συγχωρησης την ανομιαν αυτων, και την αμαρτιαν αυτων μη εξαλειψης απ' εμπροσθεν σου· αλλα ας καταστραφωσιν ενωπιον σου· ενεργησον κατ' αυτων εν τω καιρω του θυμου σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 19" progress="63.25%" prev="Jer.18" next="Jer.20" id="Jer.19">
<h3 id="Jer.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Jer.19-p1">
<scripture passage="Jer 19:1" parsed="|Jer|19|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Υπαγε και αποκτησον λαγηνον πηλινην κεραμεως, και φερε τινας εκ των πρεσβυτερων του λαου και εκ των πρεσβυτερων των ιερεων·
<scripture passage="Jer 19:2" parsed="|Jer|19|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.2" />
<sup>2</sup>και εξελθε εις την φαραγγα του υιου Εννομ, την πλησιον της εισοδου της ανατολικης πυλης, και διακηρυξον εκει τους λογους, τους οποιους θελω λαλησει προς σε.
<scripture passage="Jer 19:3" parsed="|Jer|19|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε, Ακουσατε τον λογον του Κυριου, βασιλεις Ιουδα και κατοικοι της Ιερουσαλημ. Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, θελω φερει επι τον τοπον τουτον κακα, τα οποια παντος ακουοντος θελουσιν ηχησει τα ωτα αυτου.
<scripture passage="Jer 19:4" parsed="|Jer|19|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εγκατελιπον εμε και εβεβηλωσαν τον τοπον τουτον και εθυμιασαν εν αυτω εις αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισαν, αυτοι και οι πατερες αυτων και οι βασιλεις Ιουδα, και εγεμισαν τον τοπον τουτον απο αιματος αθωων.
<scripture passage="Jer 19:5" parsed="|Jer|19|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.5" />
<sup>5</sup>Και ωκοδομησαν τους υψηλους τοπους του Βααλ, δια να καιωσι τους υιους αυτων εν πυρι, ολοκαυτωματα προς τον Βααλ· το οποιον δεν προσεταξα ουδε ελαλησα ουδε ανεβη επι την καρδιαν μου.
<scripture passage="Jer 19:6" parsed="|Jer|19|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και ο τοπος ουτος δεν θελει καλεισθαι πλεον Τοφεθ ουδε Φαραγξ του υιου Εννομ, αλλ' Η φαραγξ της σφαγης.
<scripture passage="Jer 19:7" parsed="|Jer|19|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.7" />
<sup>7</sup>Και θελω ματαιωσει την βουλην του Ιουδα και της Ιερουσαλημ εν τω τοπω τουτω· και θελω καμει αυτους να πεσωσι δια μαχαιρας εμπροσθεν των εχθρων αυτων και δια των χειρων των ζητουντων την ζωην αυτων· τα δε πτωματα αυτων θελω δωσει βρωσιν εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια της γης.
<scripture passage="Jer 19:8" parsed="|Jer|19|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.8" />
<sup>8</sup>Και θελω καταστησει την πολιν ταυτην ερημωσιν και συριγμον· πας ο διαβαινων δι' αυτης θελει μενει εκθαμβος και θελει συριξει δια πασας τας πληγας αυτης.
<scripture passage="Jer 19:9" parsed="|Jer|19|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.9" />
<sup>9</sup>και θελω καμει αυτους να φαγωσι την σαρκα των υιων αυτων και την σαρκα των θυγατερων αυτων, και θελουσι φαγει εκαστος την σαρκα του φιλου αυτου εν τη πολιορκια και στενοχωρια, με την οποιαν οι εχθροι αυτων και οι ζητουντες την ζωην αυτων θελουσι στενοχωρησει αυτους.
<scripture passage="Jer 19:10" parsed="|Jer|19|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.10" />
<sup>10</sup>Τοτε θελεις συντριψει την λαγηνον εμπροσθεν των ανδρων των εξελθοντων μετα σου·
<scripture passage="Jer 19:11" parsed="|Jer|19|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.11" />
<sup>11</sup>και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων. Ουτω θελω συντριψει τον λαον τουτον και την πολιν ταυτην, καθως συντριβει τις το αγγειον του κεραμεως, το οποιον δεν δυναται να διορθωθη πλεον· και θελουσι θαπτει αυτους εν Τοφεθ, εωσου να μη υπαρχη τοπος εις ταφην.
<scripture passage="Jer 19:12" parsed="|Jer|19|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.12" />
<sup>12</sup>Ουτω θελω καμει εις τον τοπον τουτον, λεγει Κυριος, και εις τους κατοικους αυτου, και θελω καμει την πολιν ταυτην ως την Τοφεθ·
<scripture passage="Jer 19:13" parsed="|Jer|19|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.13" />
<sup>13</sup>και οι οικοι της Ιερουσαλημ και οι οικοι των βασιλεων του Ιουδα θελουσι μιανθη, καθως ο τοπος της Τοφεθ· μετα πασων των οικιων, επι των δωματων των οποιων εθυμιασαν προς απασαν την στρατιαν του ουρανου και εκαμαν σπονδας εις αλλους θεους.
<scripture passage="Jer 19:14" parsed="|Jer|19|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ηλθεν ο Ιερεμιας εκ της Τοφεθ, οπου ο Κυριος απεστειλεν αυτον δια να προφητευση· και σταθεις εν τη αυλη του οικου του Κυριου ειπε προς παντα τον λαον,
<scripture passage="Jer 19:15" parsed="|Jer|19|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.19.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, θελω φερει επι την πολιν ταυτην και επι πασας τας κωμας αυτης παντα τα κακα οσα ελαλησα κατ' αυτης· διοτι εσκληρυναν τον τραχηλον αυτων, ωστε να μη ακουσωσι τους λογους μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 20" progress="63.32%" prev="Jer.19" next="Jer.21" id="Jer.20">
<h3 id="Jer.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Jer.20-p1">
<scripture passage="Jer 20:1" parsed="|Jer|20|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Πασχωρ, ο υιος του Ιμμηρ ο ιερευς, ο και προισταμενος εν τω οικω του Κυριου, ηκουσε τον Ιερεμιαν προφητευοντα τους λογους τουτους.
<scripture passage="Jer 20:2" parsed="|Jer|20|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.2" />
<sup>2</sup>Και επαταξεν ο Πασχωρ Ιερεμιαν τον προφητην και εβαλεν αυτον εις το δεσμωτηριον το εν τη ανω πυλη του Βενιαμιν, το εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Jer 20:3" parsed="|Jer|20|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.3" />
<sup>3</sup>Και την επαυριον εξηγαγεν ο Πασχωρ τον Ιερεμιαν εκ του δεσμωτηριου. Και ο Ιερεμιας ειπε προς αυτον, Ο Κυριος δεν εκαλεσε το ονομα σου Πασχωρ, αλλα Μαγορ-μισσαβιβ.
<scripture passage="Jer 20:4" parsed="|Jer|20|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω σε καμει τρομον εις σεαυτον και εις παντας τους φιλους σου· και θελουσι πεσει δια της μαχαιρας των εχθρων αυτων και οι οφθαλμοι σου θελουσιν ιδει τουτο· και θελω δωσει παντα τον Ιουδαν εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος, και θελει φερει αυτους αιχμαλωτους εις την Βαβυλωνα και θελει παταξει αυτους εν μαχαιρα.
<scripture passage="Jer 20:5" parsed="|Jer|20|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.5" />
<sup>5</sup>Και θελω δωσει πασαν την δυναμιν της πολεως ταυτης και παντας τους κοπους αυτης και παντα τα πολυτιμα αυτης και παντας τους θησαυρους των βασιλεων Ιουδα θελω δωσει εις την χειρα των εχθρων αυτων, και θελουσι λεηλατησει αυτους και λαβει αυτους και φερει αυτους εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 20:6" parsed="|Jer|20|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.6" />
<sup>6</sup>Και συ, Πασχωρ, και παντες οι κατοικουντες εν τω οικω σου, θελετε υπαγει εις αιχμαλωσιαν· και θελεις ελθει εις την Βαβυλωνα, και εκει θελεις αποθανει και εκει θελεις ταφη, συ και παντες οι φιλοι σου, εις τους οποιους προεφητευσας ψευδως.
<scripture passage="Jer 20:7" parsed="|Jer|20|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.7" />
<sup>7</sup>Κυριε, με εδελεασας και εδελεασθην· υπερισχυσας κατ' εμου και κατισχυσας· εγεινα χλευασμος ολην την ημεραν· παντες με εμπαιζουσι.
<scripture passage="Jer 20:8" parsed="|Jer|20|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.8" />
<sup>8</sup>Διοτι αφου ηνοιξα στομα, βοω, φωναζω βιαν και αρπαγην· οθεν ο λογος του Κυριου εγεινεν εις εμε προς ονειδισμον και προς χλευασμον ολην την ημεραν.
<scripture passage="Jer 20:9" parsed="|Jer|20|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.9" />
<sup>9</sup>Και ειπα, Δεν θελω αναφερει περι αυτου ουδε θελω λαλησει πλεον εν τω ονοματι αυτου· ομως ο λογος αυτου ητο εν τη καρδια μου ως καιομενον πυρ περικεκλεισμενον εν τοις οστεοις μου, και απεκαμον χαλινονων εμαυτον και δεν ηδυναμην πλεον.
<scripture passage="Jer 20:10" parsed="|Jer|20|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ηκουσα υβριν παρα πολλων· τρομος πανταχοθεν· Κατηγορησατε, λεγουσι, και θελομεν κατηγορησει αυτον. Παντες οι ειρηνευοντες μετ' εμου παρεφυλαττον το προσκομμα μου, λεγοντες, Ισως δελεασθη, και θελομεν υπερισχυσει εναντιον αυτου και εκδικηθη κατ' αυτου.
<scripture passage="Jer 20:11" parsed="|Jer|20|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ο Κυριος ειναι μετ' εμου ως ισχυρος πολεμιστης· δια τουτο οι διωκται μου θελουσι προσκοψει και δεν θελουσιν υπερισχυσει· θελουσι καταισχυνθη σφοδρα· διοτι δεν ενοησαν· η αιωνιος αισχυνη αυτων δεν θελει λησμονηθη.
<scripture passage="Jer 20:12" parsed="|Jer|20|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.12" />
<sup>12</sup>Αλλα, Κυριε των δυναμεων, ο δοκιμαζων τον δικαιον, ο βλεπων τους νεφρους και την καρδιαν, ας ιδω την εκδικησιν σου επ' αυτους· διοτι εις σε εφανερωσα την κρισιν μου.
<scripture passage="Jer 20:13" parsed="|Jer|20|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.13" />
<sup>13</sup>Ψαλλετε εις τον Κυριον, αινειτε τον Κυριον· διοτι ηλευθερωσε την ψυχην του πτωχου εκ χειρος πονηρευομενων.
<scripture passage="Jer 20:14" parsed="|Jer|20|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.14" />
<sup>14</sup>Επικαταρατος η ημερα, καθ' ην εγεννηθην· η ημερα καθ' ην η μητηρ μου με εγεννησεν, ας μη ηναι ευλογημενη.
<scripture passage="Jer 20:15" parsed="|Jer|20|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.15" />
<sup>15</sup>Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις ευηγγελισατο προς τον πατερα μου, λεγων, Εγεννηθη εις σε παιδιον αρσεν, ευφραινων αυτον σφοδρα.
<scripture passage="Jer 20:16" parsed="|Jer|20|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.16" />
<sup>16</sup>Και ας ηναι ο ανθρωπος εκεινος ως αι πολεις, τας οποιας ο Κυριος κατεστρεψε και δεν μετεμεληθη· και ας ακουση κραυγην το πρωι και αλαλαγμον εν μεσημβρια.
<scripture passage="Jer 20:17" parsed="|Jer|20|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.17" />
<sup>17</sup>Δια τι δεν εθανατωθην εκ μητρας; η η μητηρ μου δεν εγεινε ταφος εις εμε και η μητρα αυτης δεν με εβαστασεν εις αιωνιον συλληψιν;
<scripture passage="Jer 20:18" parsed="|Jer|20|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.20.18" />
<sup>18</sup>δια τι εξηλθον εκ της μητρας, δια να βλεπω μοχθον και λυπην και να τελειωσωσιν αι ημεραι μου εν αισχυνη;
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 21" progress="63.39%" prev="Jer.20" next="Jer.22" id="Jer.21">
<h3 id="Jer.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Jer.21-p1">
<scripture passage="Jer 21:1" parsed="|Jer|21|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, οτε απεστειλε προς αυτον ο βασιλευς Σεδεκιας τον Πασχωρ υιον του Μελχιου και τον Σοφονιαν υιον του Μαασιου τον ιερεα, λεγων,
<scripture passage="Jer 21:2" parsed="|Jer|21|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.2" />
<sup>2</sup>Ερωτησον, παρακαλω, τον Κυριον περι ημων· διοτι Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος ηγειρε πολεμον καθ' ημων· ισως ο Κυριος ενεργηση εις ημας κατα παντα τα θαυμασια αυτου, ωστε να απελθη αφ' ημων.
<scripture passage="Jer 21:3" parsed="|Jer|21|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ειπε προς αυτους ο Ιερεμιας, Ουτω θελετε ειπει προς τον Σεδεκιαν.
<scripture passage="Jer 21:4" parsed="|Jer|21|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω στρεφω εις τα οπισω τα οπλα του πολεμου τα εν ταις χερσιν υμων, με τα οποια σεις πολεμειτε κατα του βασιλεως της Βαβυλωνος και των Χαλδαιων, οιτινες σας πολιορκουσιν εξωθεν των τειχων· και θελω συναξει αυτους εις το μεσον της πολεως ταυτης.
<scripture passage="Jer 21:5" parsed="|Jer|21|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.5" />
<sup>5</sup>Και εγω θελω πολεμησει εναντιον σας με χειρα εξηπλωμενην και με βραχιονα κραταιον και θυμον και με αγανακτησιν και με οργην μεγαλην.
<scripture passage="Jer 21:6" parsed="|Jer|21|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.6" />
<sup>6</sup>Και θελω παταξει τους κατοικους της πολεως ταυτης και ανθρωπον και κτηνος· υπο λοιμου μεγαλου θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Jer 21:7" parsed="|Jer|21|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.7" />
<sup>7</sup>Και μετα ταυτα, λεγει Κυριος, θελω παραδωσει Σεδεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα και τους δουλους αυτου και τον λαον και τους εναπολειφθεντας εν τη πολει ταυτη απο του λοιμου, απο της μαχαιρας και απο της πεινης, εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, και εις την χειρα των εχθρων αυτων και εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην αυτων· και αυτος θελει παταξει αυτους εν στοματι μαχαιρας· δεν θελει φεισθη αυτους ουδε θελει οικτειρει ουδε θελει σπλαγχνισθη αυτους.
<scripture passage="Jer 21:8" parsed="|Jer|21|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.8" />
<sup>8</sup>Και προς τον λαον τουτον θελεις ειπει, Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εθεσα ενωπιον σας την οδον της ζωης και την οδον του θανατου.
<scripture passage="Jer 21:9" parsed="|Jer|21|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.9" />
<sup>9</sup>Οστις καθηται εν τη πολει ταυτη, θελει αποθανει υπο μαχαιρας και υπο πεινης και υπο λοιμου· αλλ' οστις εξελθη και προχωρηση προς τους Χαλδαιους οιτινες σας πολιορκουσι, θελει ζησει και η ζωη αυτου θελει εισθαι ως λαφυρον εις αυτον.
<scripture passage="Jer 21:10" parsed="|Jer|21|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εστησα το προσωπον μου εναντιον της πολεως ταυτης προς κακον και ουχι προς καλον, λεγει Κυριος· θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελει κατακαυσει αυτην εν πυρι.
<scripture passage="Jer 21:11" parsed="|Jer|21|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.11" />
<sup>11</sup>Περι δε του οικου του βασιλεως του Ιουδα, ειπε, Ακουσατε τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Jer 21:12" parsed="|Jer|21|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.12" />
<sup>12</sup>οικος Δαβιδ, ουτω λεγει Κυριος· Κρινετε κρισιν το πρωι και ελευθερονετε τον γεγυμνωμενον εκ της χειρος του δυναστου, μηποτε η οργη μου εξελθη ως πυρ και εκκαυθη, χωρις να υπαρχη ο σβεσων, εξ αιτιας της κακιας των εργων σας.
<scripture passage="Jer 21:13" parsed="|Jer|21|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον εις σε, λεγει Κυριος, την καθημενην εν τη κοιλαδι και εν τω βραχω της πεδιαδος, εναντιον εις εσας τους λεγοντας, Τις θελει καταβη εναντιον ημων, η τις θελει εισελθει εις τας κατοικιας ημων;
<scripture passage="Jer 21:14" parsed="|Jer|21|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.21.14" />
<sup>14</sup>Και θελω σας τιμωρησει κατα τον καρπον των εργων σας, λεγει Κυριος· και θελω αναψει πυρ εν τω δασει αυτης και θελει καταφαγει παντα τα περιξ αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 22" progress="63.45%" prev="Jer.21" next="Jer.23" id="Jer.22">
<h3 id="Jer.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Jer.22-p1">
<scripture passage="Jer 22:1" parsed="|Jer|22|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Καταβηθι εις τον οικον του βασιλεως του Ιουδα και λαλησον εκει τον λογον τουτον,
<scripture passage="Jer 22:2" parsed="|Jer|22|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.2" />
<sup>2</sup>και ειπε, Ακουσον τον λογον του Κυριου, βασιλευ του Ιουδα, ο καθημενος επι του θρονου του Δαβιδ, συ και οι δουλοι σου και ο λαος σου, οι εισερχομενοι δια των πυλων τουτων·
<scripture passage="Jer 22:3" parsed="|Jer|22|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Καμνετε κρισιν και δικαιοσυνην και ελευθερονετε τον γεγυμνωμενον εκ της χειρος του δυναστου· και μη αδικειτε μηδε καταδυναστευετε τον ξενον, τον ορφανον και την χηραν και αιμα αθωον μη χυνετε εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="Jer 22:4" parsed="|Jer|22|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εαν τωοντι καμνητε τον λογον τουτον, τοτε θελουσιν εισελθει δια των πυλων του οικου τουτου βασιλεις καθημενοι επι του θρονου του Δαβιδ, εποχουμενοι επι αμαξων και ιππων, αυτοι και οι δουλοι αυτων και ο λαος αυτων.
<scripture passage="Jer 22:5" parsed="|Jer|22|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εαν δεν ακουσητε τους λογους τουτους, ομνυω εις εμαυτον, λεγει Κυριος, οτι ο οικος ουτος θελει κατασταθη ερημος.
<scripture passage="Jer 22:6" parsed="|Jer|22|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος προς τον οικον του βασιλεως του Ιουδα. Συ εισαι Γαλααδ εις εμε και κορυφη του Λιβανου· αλλα θελω σε καταστησει ερημιαν, πολεις ακατοικητους.
<scripture passage="Jer 22:7" parsed="|Jer|22|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.7" />
<sup>7</sup>Και θελω ετοιμασει εναντιον σου εξολοθρευτας, εκαστον μετα των οπλων αυτου· και θελουσι κατακοψει τας εκλεκτας κεδρους σου και ριψει εις το πυρ.
<scripture passage="Jer 22:8" parsed="|Jer|22|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.8" />
<sup>8</sup>Και πολλα εθνη θελουσι διαβη δια της πολεως ταυτης και θελουσιν ειπει εκαστος προς τον πλησιον αυτου, Δια τι ο Κυριος εκαμεν ουτως εις ταυτην την μεγαλην πολιν;
<scripture passage="Jer 22:9" parsed="|Jer|22|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.9" />
<sup>9</sup>Και θελουσιν αποκριθη, Διοτι εγκατελιπον την διαθηκην Κυριου του Θεου αυτων και προσεκυνησαν αλλους θεους και ελατρευσαν αυτους.
<scripture passage="Jer 22:10" parsed="|Jer|22|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.10" />
<sup>10</sup>Μη κλαιετε τον αποθανοντα και μη θρηνειτε αυτον· κλαυσατε πικρως τον εξερχομενον, διοτι δεν θελει επιστρεψει πλεον και ιδει την γην της γεννησεως αυτου.
<scripture passage="Jer 22:11" parsed="|Jer|22|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος περι του Σαλλουμ, υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, του βασιλευοντος αντι Ιωσιου του πατρος αυτου, οστις εξηλθεν εκ του τοπου τουτου· Δεν θελει επιστρεψει εκει πλεον,
<scripture passage="Jer 22:12" parsed="|Jer|22|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.12" />
<sup>12</sup>αλλα θελει αποθανει εν τω τοπω οπου εφεραν αυτον αιχμαλωτον, και δεν θελει ιδει πλεον την γην ταυτην.
<scripture passage="Jer 22:13" parsed="|Jer|22|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.13" />
<sup>13</sup>Ουαι εις τον οικοδομουντα τον οικον αυτου ουχι εν δικαιοσυνη και τα υπερωα αυτου ουχι εν ευθυτητι, τον μεταχειριζομενον την εργασιαν του πλησιον αυτου αμισθι και μη αποδιδοντα εις αυτον τον μισθον του κοπου αυτου,
<scripture passage="Jer 22:14" parsed="|Jer|22|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.14" />
<sup>14</sup>τον λεγοντα, Θελω οικοδομησει εις εμαυτον οικον μεγαν και υπερωα ευρυχωρα, και ανοιγοντα εις εαυτον παραθυρα και στεγαζοντα με κεδρον και χρωματιζοντα με μιλτον.
<scripture passage="Jer 22:15" parsed="|Jer|22|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.15" />
<sup>15</sup>Θελεις βασιλευει, διοτι εγκλειεις σεαυτον εις κεδρον; ο πατηρ σου δεν ετρωγε και επινε, και επειδη εκαμνε κρισιν και δικαιοσυνην, ευημερει;
<scripture passage="Jer 22:16" parsed="|Jer|22|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.16" />
<sup>16</sup>Εκρινε την κρισιν του πτωχου και του πενητος και τοτε ευημερει· δεν ητο τουτο να με γνωριζη; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 22:17" parsed="|Jer|22|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' οι οφθαλμοι σου και η καρδια σου δεν ειναι παρα εις την πλεονεξιαν σου και εις το να εκχεης αιμα αθωον και εις την δυναστειαν και εις την βιαν, δια να καμνης ταυτα.
<scripture passage="Jer 22:18" parsed="|Jer|22|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα· Δεν θελουσι κλαυσει αυτον, λεγοντες, Ουαι αδελφε μου Ουαι αδελφη δεν θελουσι κλαυσει αυτον, λεγοντες, Ουαι κυριε η, Ουαι δοξα
<scripture passage="Jer 22:19" parsed="|Jer|22|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.19" />
<sup>19</sup>Θελει ταφη ταφην ονου, συρομενος και ριπτομενος περαν των πυλων της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 22:20" parsed="|Jer|22|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.20" />
<sup>20</sup>Αναβηθι εις τον Λιβανον και βοησον και υψωσον την φωνην σου προς την Βασαν και βοησον απο Αβαριμ· διοτι ηφανισθησαν παντες οι ερασται σου.
<scripture passage="Jer 22:21" parsed="|Jer|22|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.21" />
<sup>21</sup>Ελαλησα προς σε εν τη ευημερια σου, αλλ' ειπας, Δεν θελω ακουσει· ουτος εσταθη ο τροπος σου εκ νεοτητος σου, οτι δεν υπηκουσας εις την φωνην μου.
<scripture passage="Jer 22:22" parsed="|Jer|22|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.22" />
<sup>22</sup>Ο ανεμος θελει καταβοσκησει παντας τους ποιμενας σου και οι ερασται σου θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν· τοτε, ναι, θελεις αισχυνθη και εντραπη δια πασας τας ασεβειας σου.
<scripture passage="Jer 22:23" parsed="|Jer|22|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.23" />
<sup>23</sup>Συ ητις κατοικεις εν τω Λιβανω, ητις καμνεις την φωλεαν σου εν ταις κεδροις, ποσον αξιοθρηνητος θελεις εισθαι, οταν ελθωσι λυπαι επι σε, ωδινες ως τικτουσης.
<scripture passage="Jer 22:24" parsed="|Jer|22|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.24" />
<sup>24</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος, και εαν ο Χονιας, ο υιος του Ιωακειμ, βασιλευς του Ιουδα, ηθελε γεινει σφραγις επι την δεξιαν μου χειρα, και εκειθεν ηθελον σε αποσπασει·
<scripture passage="Jer 22:25" parsed="|Jer|22|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.25" />
<sup>25</sup>και θελω σε παραδωσει εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην σου και εις την χειρα εκεινων, των οποιων το προσωπον φοβεισαι, ναι, εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος και εις την χειρα των Χαλδαιων.
<scripture passage="Jer 22:26" parsed="|Jer|22|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.26" />
<sup>26</sup>Και θελω απορριψει σε και την μητερα σου, ητις σε εγεννησεν, εις γην ξενην οπου δεν εγεννηθητε, και εκει θελετε αποθανει.
<scripture passage="Jer 22:27" parsed="|Jer|22|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.27" />
<sup>27</sup>Εις δε την γην, εις την οποιαν η ψυχη αυτων επιθυμει να επιστρεψωσιν, εκει δεν θελουσιν επιστρεψει.
<scripture passage="Jer 22:28" parsed="|Jer|22|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.28" />
<sup>28</sup>Ο ανθρωπος ουτος ο Χονιας κατεσταθη ειδωλον καταπεφρονημενον και συντετριμμενον; σκευος, εν ω δεν υπαρχει χαρις; δια τι απεβληθησαν, αυτος και το σπερμα αυτου, και ερριφθησαν εις τοπον, τον οποιον δεν γνωριζουσιν;
<scripture passage="Jer 22:29" parsed="|Jer|22|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.29" />
<sup>29</sup>Ω γη, γη, γη, ακουε τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="Jer 22:30" parsed="|Jer|22|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.22.30" />
<sup>30</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Γραψατε τον ανθρωπον τουτον ατεκνον, ανθρωπον οστις δεν θελει ευοδοθη εν ταις ημεραις αυτου· διοτι δεν θελει ευοδοθη εκ του σπερματος αυτου ανθρωπος καθημενος επι τον θρονον του Δαβιδ και εξουσιαζων πλεον επι του Ιουδα.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 23" progress="63.57%" prev="Jer.22" next="Jer.24" id="Jer.23">
<h3 id="Jer.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Jer.23-p1">
<scripture passage="Jer 23:1" parsed="|Jer|23|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τους ποιμενας τους φθειροντας και διασκορπιζοντας τα προβατα της βοσκης μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:2" parsed="|Jer|23|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.2" />
<sup>2</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος, ο Θεος του Ισραηλ, κατα των ποιμενων, οιτινες ποιμαινουσι τον λαον μου. Σεις διεσκορπισατε τα προβατα μου και απεδιωξατε αυτα και δεν επεσκεφθητε αυτα· ιδου, εγω θελω επισκεφθη εφ' υμας την κακιαν των εργων υμων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:3" parsed="|Jer|23|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.3" />
<sup>3</sup>Και εγω θελω συναξει το υπολοιπον των προβατων μου εκ παντων των τοπων, οπου εδιωξα αυτα, και θελω επιστρεψει αυτα παλιν εις τας βοσκας αυτων, και θελουσι καρποφορησει και πληθυνθη·
<scripture passage="Jer 23:4" parsed="|Jer|23|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.4" />
<sup>4</sup>και θελω καταστησει ποιμενας επ' αυτα και θελουσι ποιμαινει αυτα· και δεν θελουσι φοβηθη πλεον ουδε τρομαξει ουδε εκλειψει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:5" parsed="|Jer|23|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω ανεγειρει εις τον Δαβιδ βλαστον δικαιον, και βασιλευς θελει βασιλευσει και ευημερησει και εκτελεσει κρισιν και δικαιοσυνην επι της γης.
<scripture passage="Jer 23:6" parsed="|Jer|23|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.6" />
<sup>6</sup>Εν ταις ημεραις αυτου ο Ιουδας θελει σωθη και ο Ισραηλ θελει κατοικησει εν ασφαλεια· και τουτο ειναι το ονομα αυτου, με το οποιον θελει ονομασθη, Ο Κυριος η δικαιοσυνη ημων.
<scripture passage="Jer 23:7" parsed="|Jer|23|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και δεν θελουσιν ειπει πλεον, Ζη ο Κυριος, οστις ανηγαγε τους υιους Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου·
<scripture passage="Jer 23:8" parsed="|Jer|23|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.8" />
<sup>8</sup>αλλα, Ζη ο Κυριος, οστις ανηγαγε και οστις εφερε το σπερμα του οικου Ισραηλ εκ της γης του βορρα και εκ παντων των τοπων, οπου ειχα διωξει αυτους· και θελουσι κατοικησει εν τη γη αυτων.
<scripture passage="Jer 23:9" parsed="|Jer|23|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.9" />
<sup>9</sup>Ενεκεν των προφητων η καρδια μου συντριβεται εντος μου· σαλευονται παντα τα οστα μου· ειμαι ως ανθρωπος μεθυων και ως ανθρωπος συνεχομενος υπο οινου, εξ αιτιας του Κυριου και εξ αιτιας των λογων της αγιοτητος αυτου.
<scripture passage="Jer 23:10" parsed="|Jer|23|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.10" />
<sup>10</sup>Διοτι η γη ειναι πληρης μοιχων· διοτι εξ αιτιας του ορκου πενθει η γη· εξηρανθησαν αι βοσκαι της ερημου και η οδος αυτων εγεινε πονηρα και η δυναμις αυτων αδικος.
<scripture passage="Jer 23:11" parsed="|Jer|23|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.11" />
<sup>11</sup>Διοτι και ο προφητης και ο ιερευς εμολυνθησαν· ναι, εν τω οικω μου ευρηκα τας ασεβειας αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:12" parsed="|Jer|23|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο η οδος αυτων θελει εισθαι εις αυτους ως ολισθημα εν τω σκοτει· θελουσιν ωθηθη και πεσει εν αυτη· διοτι θελω φερει κακον επ' αυτους εν τω ενιαυτω της επισκεψεως αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:13" parsed="|Jer|23|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.13" />
<sup>13</sup>Ειδον μεν αφροσυνην εν τοις προφηταις της Σαμαρειας. προεφητευσαν δια του Βααλ και επλανων τον λαον μου τον Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 23:14" parsed="|Jer|23|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.14" />
<sup>14</sup>αλλ' εν τοις προφηταις της Ιερουσαλημ ειδον φρικην· μοιχευουσι και περιπατουσιν εν ψευδει και ενισχυουσι τας χειρας των κακουργων, ωστε ουδεις επιστρεφει απο της κακιας αυτου· παντες ουτοι ειναι εις εμε ως Σοδομα και οι κατοικοι αυτης ως Γομορρα.
<scripture passage="Jer 23:15" parsed="|Jer|23|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων κατα των προφητων· Ιδου, εγω θελω ψωμισει αυτους αψινθιον και θελω ποτισει αυτους υδωρ χολης· διοτι εκ των προφητων της Ιερουσαλημ εξηλθεν ο μολυσμος εις απαντα τον τοπον.
<scripture passage="Jer 23:16" parsed="|Jer|23|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Μη ακουετε τους λογους των προφητων των προφητευοντων εις εσας· ουτοι σας καμνουσι ματαιους· λαλουσιν ορασεις απο της καρδιας αυτων, ουχι απο στοματος Κυριου.
<scripture passage="Jer 23:17" parsed="|Jer|23|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.17" />
<sup>17</sup>Λεγουσι παντοτε προς τους καταφρονουντας με, Ο Κυριος ειπεν, Ειρηνη θελει εισθαι εις εσας· και λεγουσι προς παντα περιπατουντα κατα τας ορεξεις της καρδιας αυτου, Δεν θελει ελθει κακον εφ' υμας·
<scripture passage="Jer 23:18" parsed="|Jer|23|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.18" />
<sup>18</sup>διοτι τις παρεσταθη εν τη βουλη του Κυριου και ειδε και ηκουσε τον λογον αυτου; τις επροσεξεν εις τον λογον αυτου και ηκουσεν;
<scripture passage="Jer 23:19" parsed="|Jer|23|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, ανεμοστροβιλος παρα Κυριου εξηλθε με ορμην, και ανεμοστροβιλος ορμητικος θελει εξορμησει επι την κεφαλην των ασεβων.
<scripture passage="Jer 23:20" parsed="|Jer|23|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.20" />
<sup>20</sup>Ο θυμος του Κυριου δεν θελει αποστρεψει εωσου εκτελεση και εωσου καμη τους στοχασμους της καρδιας αυτου· εν ταις εσχαταις ημεραις θελετε νοησει τουτο εντελως.
<scripture passage="Jer 23:21" parsed="|Jer|23|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.21" />
<sup>21</sup>Δεν απεστειλα τους προφητας τουτους και αυτοι ετρεξαν· δεν ελαλησα προς αυτους και αυτοι προεφητευσαν·
<scripture passage="Jer 23:22" parsed="|Jer|23|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.22" />
<sup>22</sup>αλλ' εαν ηθελον παρασταθη εν τη βουλη μου, τοτε ηθελον καμει τον λαον μου να ακουση τους λογους μου, και ηθελον αποστρεψει αυτους απο της πονηρας οδου αυτων και απο της κακιας των εργων αυτων.
<scripture passage="Jer 23:23" parsed="|Jer|23|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.23" />
<sup>23</sup>Θεος εγγυθεν ειμαι εγω, λεγει Κυριος, και ουχι Θεος μακροθεν;
<scripture passage="Jer 23:24" parsed="|Jer|23|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.24" />
<sup>24</sup>Δυναται τις να κρυφθη εν κρυφιοις τοποις και εγω να μη ιδω αυτον; λεγει Κυριος. Δεν πληρω εγω τον ουρανον και την γην; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:25" parsed="|Jer|23|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.25" />
<sup>25</sup>Ηκουσα τι λεγουσιν οι προφηται, οι προφητευοντες εν τω ονοματι μου ψευδος, λεγοντες, Ειδον ενυπνιον, ειδον ενυπνιον.
<scripture passage="Jer 23:26" parsed="|Jer|23|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.26" />
<sup>26</sup>Εως ποτε θελει εισθαι τουτο εν τη καρδια των προφητων των προφητευοντων ψευδος; ναι, προφητευουσι τας απατας της καρδιας αυτων·
<scripture passage="Jer 23:27" parsed="|Jer|23|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.27" />
<sup>27</sup>οιτινες στοχαζονται να καμωσι τον λαον μου να λησμονηση το ονομα μου, δια των ενυπνιων αυτων τα οποια διηγουνται εκαστος προς τον πλησιον αυτου, καθως ελησμονησαν οι πατερες αυτων το ονομα μου δια τον Βααλ.
<scripture passage="Jer 23:28" parsed="|Jer|23|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.28" />
<sup>28</sup>Ο προφητης εις τον οποιον ειναι ενυπνιον, ας διηγηθη το ενυπνιον· και εκεινος, εις τον οποιον ειναι ο λογος μου, ας λαληση τον λογον μου εν αληθεια. Τι ειναι το αχυρον προς τον σιτον; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:29" parsed="|Jer|23|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.29" />
<sup>29</sup>Δεν ειναι ο λογος μου ως πυρ; λεγει ο Κυριος· και ως σφυρα κατασυντριβουσα τον βραχον;
<scripture passage="Jer 23:30" parsed="|Jer|23|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο, ιδου, εγω ειμαι εναντιον των προφητων, λεγει Κυριος, οιτινες κλεπτουσι τους λογους μου, εκαστος απο του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Jer 23:31" parsed="|Jer|23|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.31" />
<sup>31</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον των προφητων, λεγει Κυριος, οιτινες κινουσι τας γλωσσας αυτων και λεγουσιν, Αυτος λεγει.
<scripture passage="Jer 23:32" parsed="|Jer|23|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.32" />
<sup>32</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον των προφητευοντων ενυπνια ψευδη, λεγει Κυριος, οιτινες διηγουνται αυτα και πλανωσι τον λαον μου με τα ψευδη αυτων και με την αφροσυνην αυτων· ενω εγω δεν απεστειλα αυτους ουδε προσεταξα αυτους· δια τουτο ουδολως θελουσιν ωφελησει τον λαον τουτον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:33" parsed="|Jer|23|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.33" />
<sup>33</sup>Και εαν ο λαος ουτος η ο προφητης η ο ιερευς σε ερωτησωσι, λεγοντες, Τι ειναι το φορτιον του Κυριου; τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Τι το φορτιον; θελω βεβαιως σας εγκαταλειψει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 23:34" parsed="|Jer|23|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.34" />
<sup>34</sup>Τον δε προφητην και τον ιερεα και τον λαον, οστις ειπη, Το φορτιον του Κυριου, εγω βεβαιως θελω παιδευσει τον ανθρωπον εκεινον και τον οικον αυτου.
<scripture passage="Jer 23:35" parsed="|Jer|23|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.35" />
<sup>35</sup>Ουτω θελετε ειπει, εκαστος προς τον πλησιον αυτου και εκαστος προς τον αδελφον αυτου· Τι απεκριθη ο Κυριος; και, Τι ελαλησεν ο Κυριος;
<scripture passage="Jer 23:36" parsed="|Jer|23|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.36" />
<sup>36</sup>Και φορτιον Κυριου δεν θελετε αναφερει πλεον· επειδη το φορτιον θελει εισθαι εις εκαστον ο λογος αυτου· διοτι διεστρεψατε τους λογους του Θεου του ζωντος, του Κυριου των δυναμεων, του Θεου ημων.
<scripture passage="Jer 23:37" parsed="|Jer|23|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.37" />
<sup>37</sup>Ουτω θελεις ειπει προς τον προφητην· Τι σοι απεκριθη ο Κυριος; και, Τι ελαλησεν ο Κυριος;
<scripture passage="Jer 23:38" parsed="|Jer|23|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.38" />
<sup>38</sup>Αλλ' επειδη λεγετε, Το φορτιον του Κυριου, δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Επειδη λεγετε τον λογον τουτον, Το φορτιον του Κυριου, εγω δε απεστειλα προς εσας, λεγων, δεν θελετε λεγει, Το φορτιον του Κυριου·
<scripture passage="Jer 23:39" parsed="|Jer|23|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.39" />
<sup>39</sup>δια τουτο, Ιδου, εγω θελω σας λησμονησει παντελως και θελω απορριψει υμας και την πολιν την οποιαν εδωκα εις υμας και εις τους πατερας υμων, απο προσωπου μου·
<scripture passage="Jer 23:40" parsed="|Jer|23|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.23.40" />
<sup>40</sup>και θελω φερει εφ' υμας ονειδος αιωνιον, και καταισχυνην αιωνιον, ητις δεν θελει λησμονηθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 24" progress="63.72%" prev="Jer.23" next="Jer.25" id="Jer.24">
<h3 id="Jer.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Jer.24-p1">
<scripture passage="Jer 24:1" parsed="|Jer|24|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.1" />
<sup>1</sup>Ο Κυριος εδειξεν εις εμε και ιδου, δυο καλαθοι συκων κειμενοι εμπροσθεν του ναου του Κυριου, αφου ηχμαλωτισε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος Ιεχονιαν τον υιον του Ιωακειμ, βασιλεα του Ιουδα, και τους αρχοντας του Ιουδα και τους ξυλουργους και τους χαλκεις εξ Ιερουσαλημ και εφερεν αυτους εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 24:2" parsed="|Jer|24|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.2" />
<sup>2</sup>Ο καλαθος ο εις ειχε συκα καλλιστα, ως τα συκα τα πρωιμα· ο δε καλαθος αλλος συκα κακιστα, τα οποια δια την αχρειοτητα δεν ετρωγοντο.
<scripture passage="Jer 24:3" parsed="|Jer|24|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Τι βλεπεις, Ιερεμια; Και ειπα, Συκα· τα συκα τα καλα ειναι καλλιστα, τα δε κακα κακιστα, ωστε δια την αχρειοτητα δεν τρωγονται.
<scripture passage="Jer 24:4" parsed="|Jer|24|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.4" />
<sup>4</sup>Παλιν εγεινε λογος Κυριου προς εμε λεγων,
<scripture passage="Jer 24:5" parsed="|Jer|24|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Καθως τα καλα ταυτα συκα, ουτω θελω επιμεληθη τους αιχμαλωτισθεντας εκ του Ιουδα, τους οποιους εξαπεστειλα εκ του τοπου τουτου εις την γην των Χαλδαιων δια καλον.
<scripture passage="Jer 24:6" parsed="|Jer|24|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.6" />
<sup>6</sup>Διοτι θελω επιστηριξει τους οφθαλμους μου επ' αυτους δια καλον, και θελω αποκαταστησει αυτους εν τη γη ταυτη και οικοδομησει αυτους και δεν θελω κατακρηνισει, και θελω φυτευσει αυτους και εν θελω εκριζωσει.
<scripture passage="Jer 24:7" parsed="|Jer|24|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.7" />
<sup>7</sup>Και θελω δωσει εις αυτους καρδιαν δια να με γνωρισωσιν, οτι εγω ειμαι ο Κυριος· και θελουσιν εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος αυτων· διοτι θελουσιν επιτρεψει εις εμε εξ ολης καρδιας αυτων.
<scripture passage="Jer 24:8" parsed="|Jer|24|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.8" />
<sup>8</sup>Και καθως τα συκα τα κακα, τα οποια δια την αχρειοτητα δεν τρωγονται, ουτω βεβαιως λεγει Κυριος, Ουτω θελω παραδωσει Σεδεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα και τους μεγιστανας αυτου και το υπολοιπον της Ιερουσαλημ, το εναπολειφθεν εν τη γη ταυτη, και τους κατοικουντας εν τη γη της Αιγυπτου·
<scripture passage="Jer 24:9" parsed="|Jer|24|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.9" />
<sup>9</sup>και θελω παραδωσει αυτους εις διασποραν εις παντα τα βασιλεια της γης προς κακον, εις ονειδος και εις παροιμιαν, εις λοιδοριαν και εις καταραν, εν πασι τοις τοποις οπου θελω διωξει αυτους.
<scripture passage="Jer 24:10" parsed="|Jer|24|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.24.10" />
<sup>10</sup>Και θελω αποστειλει προς αυτους την μαχαιραν, την πειναν και τον λοιμον, εωσου αφανισθωσιν επανωθεν απο της γης, την οποιαν εδωκα εις αυτους και εις τους πατερας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 25" progress="63.76%" prev="Jer.24" next="Jer.26" id="Jer.25">
<h3 id="Jer.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Jer.25-p1">
<scripture passage="Jer 25:1" parsed="|Jer|25|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν περι παντος του λαου του Ιουδα εν τω τεταρτω ετει του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως τον Ιουδα, το οποιον ητο το πρωτον ετος του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος·
<scripture passage="Jer 25:2" parsed="|Jer|25|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.2" />
<sup>2</sup>τον οποιον Ιερεμιας ο προφητης ελαλησε προς παντα τον λαον του Ιουδα και προς παντας τους κατοικους της Ιερουσαλημ, λεγων,
<scripture passage="Jer 25:3" parsed="|Jer|25|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.3" />
<sup>3</sup>Απο του δεκατου τριτου ετους του Ιωσιου· υιου του Αμων, βασιλεως του Ιουδα, εως της ημερας ταυτης, ητις ειναι το εικοστον τριτον ετος, ο λογος του Κυριου εγεινε προς εμε και ελαλησα προς εσας, εγειρομενος πρωι και λαλων· και δεν ηκουσατε.
<scripture passage="Jer 25:4" parsed="|Jer|25|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.4" />
<sup>4</sup>Και απεστειλε Κυριος προς εσας παντας τους δουλους αυτου τους προφητας, εγειρομενος πρωι και αποστελλων· και δεν ηκουσατε ουδε εκλινατε το ωτιον σας δια να ακροασθητε.
<scripture passage="Jer 25:5" parsed="|Jer|25|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.5" />
<sup>5</sup>Οιτινες ειπον, Στραφητε τωρα εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και απο της κακιας των εργων σας, και κατοικησατε επι της γης, την οποιαν ο Κυριος εδωκεν εις εσας και εις τους πατερας σας εις τον αιωνα του αιωνος·
<scripture passage="Jer 25:6" parsed="|Jer|25|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.6" />
<sup>6</sup>και μη πορευεσθε οπισω αλλων θεων, δια να λατρευητε και να προσκυνητε αυτους, και μη με παροργιζετε με τα εργα των χειρων σας και δεν θελω σας καμει κακον.
<scripture passage="Jer 25:7" parsed="|Jer|25|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.7" />
<sup>7</sup>Αλλα δεν μου ηκουσατε, λεγει Κυριος· δια να με παροργισητε με τα εργα των χειρων σας προς κακον σας.
<scripture passage="Jer 25:8" parsed="|Jer|25|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Επειδη δεν ηκουσατε τους λογους μου,
<scripture passage="Jer 25:9" parsed="|Jer|25|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.9" />
<sup>9</sup>ιδου, εγω θελω αποστειλει και λαβει πασας τας οικογενειας του βορρα, λεγει Κυριος, και τον Ναβουχοδονοσορ βασιλεα της Βαβυλωνος· τον δουλον μου, και θελω φερει αυτους επι την γην ταυτην και επι τους κατοικους αυτης και επι παντα ταυτα τα εθνη κυκλω, και θελω εξολοθρευσει αυτους και καταστησει αυτους εκπληξιν και ερημωσεις αιωνιους.
<scripture passage="Jer 25:10" parsed="|Jer|25|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.10" />
<sup>10</sup>Και θελω αφαιρεσει απ' αυτων την φωνην της χαρας και την φωνην της ευφροσυνης, την φωνην του νυμφιου και την φωνην της νυμφης, τον ηχον των μυλοπετρων και το φως του λυχνου.
<scripture passage="Jer 25:11" parsed="|Jer|25|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.11" />
<sup>11</sup>Και πασα αυτη η γη θελει εισθαι εις ερημωσιν και θαμβος, και τα εθνη ταυτα θελουσι δουλευσει τον βασιλεα της Βαβυλωνος εβδομηκοντα ετη.
<scripture passage="Jer 25:12" parsed="|Jer|25|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.12" />
<sup>12</sup>Και οταν συμπληρωθωσι τα εβδομηκοντα ετη, θελω ανταποδωσει επι τον βασιλεα της Βαβυλωνος και επι το εθνος εκεινο, λεγει Κυριος, την ανομιαν αυτων, και επι την γην των Χαλδαιων, και θελω καταστησει αυτην ερημωσιν αιωνιον.
<scripture passage="Jer 25:13" parsed="|Jer|25|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.13" />
<sup>13</sup>Και θελω φερει επι την γην εκεινην παντας τους λογους μου, τους οποιους ελαλησα κατ' αυτης, απαν το γεγραμμενον εν τω βιβλιω τουτω, το οποιον ο Ιερεμιας προεφητευσε κατα παντων των εθνων.
<scripture passage="Jer 25:14" parsed="|Jer|25|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εθνη πολλα και βασιλεις μεγαλοι θελουσι καταδουλωσει και αυτους· και θελω ανταποδωσει εις αυτους κατα τας πραξεις αυτων και κατα τα εργα των χειρων αυτων.
<scripture passage="Jer 25:15" parsed="|Jer|25|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ουτω λεγει προς εμε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, Λαβε το ποτηριον τουτο του οινου του θυμου μου εκ της χειρος μου και ποτισον εξ αυτου παντα τα εθνη, προς τα οποια εγω σε αποστελλω·
<scripture passage="Jer 25:16" parsed="|Jer|25|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.16" />
<sup>16</sup>και θελουσι πιει και θελουσι ταραχθη και παραφρονησει εξ αιτιας της μαχαιρας, την οποιαν εγω θελω αποστειλει εν μεσω αυτων.
<scripture passage="Jer 25:17" parsed="|Jer|25|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ελαβον το ποτηριον εκ της χειρος του Κυριου και εποτισα παντα τα εθνη, προς τα οποια ο Κυριος με απεστειλε·
<scripture passage="Jer 25:18" parsed="|Jer|25|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.18" />
<sup>18</sup>την Ιερουσαλημ και τας πολεις του Ιουδα και τους βασιλεις αυτου και τους μεγιστανας αυτου, δια να καταστησω αυτους ερημωσιν, θαμβος, συριγμον και καταραν, καθως την ημεραν ταυτην·
<scripture passage="Jer 25:19" parsed="|Jer|25|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.19" />
<sup>19</sup>τον Φαραω βασιλεα της Αιγυπτου και τους δουλους αυτου και τους μεγιστανας αυτου και απαντα τον λαον αυτου,
<scripture passage="Jer 25:20" parsed="|Jer|25|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.20" />
<sup>20</sup>και παντα τον συμμικτον λαον και παντας τους βασιλεις της γης Ουζ και παντας τους βασιλεις της γης των Φιλισταιων και την Ασκαλωνα και την Γαζαν και την Ακκαρων και το υπολοιπον της Αζωτου,
<scripture passage="Jer 25:21" parsed="|Jer|25|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.21" />
<sup>21</sup>τον Εδωμ και τον Μωαβ και τους υιους Αμμων,
<scripture passage="Jer 25:22" parsed="|Jer|25|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.22" />
<sup>22</sup>και παντας τους βασιλεις της Τυρου και παντας τους βασιλεις της Σιδωνος και τους βασιλεις των νησων των περαν της θαλασσης,
<scripture passage="Jer 25:23" parsed="|Jer|25|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.23" />
<sup>23</sup>την Δαιδαν και την Θαιμα και την Βουζ και παντας τους περικειροντας την κομην·
<scripture passage="Jer 25:24" parsed="|Jer|25|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.24" />
<sup>24</sup>και παντας τους βασιλεις της Αραβιας και παντας τους βασιλεις των συμμικτων λαων των κατοικουντων εν τη ερημω,
<scripture passage="Jer 25:25" parsed="|Jer|25|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.25" />
<sup>25</sup>και παντας τους βασιλεις της Ζιμβρι και παντας τους βασιλεις της Ελαμ και παντας τους βασιλεις των Μηδων,
<scripture passage="Jer 25:26" parsed="|Jer|25|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.26" />
<sup>26</sup>και παντας τους βασιλεις του βορρα τους μακραν και τους εγγυς, ενα μετα του αλλου, και παντα τα βασιλεια της οικουμενης, τα επι προσωπου της γης· και ο βασιλευς της Σησαχ θελει πιει μετ' αυτους.
<scripture passage="Jer 25:27" parsed="|Jer|25|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Πιετε και μεθυσατε και εμεσατε και πεσετε και μη σηκωθητε, εξ αιτιας της μαχαιρας, την οποιαν εγω θελω αποστειλει εν μεσω υμων.
<scripture passage="Jer 25:28" parsed="|Jer|25|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.28" />
<sup>28</sup>Και εαν δεν θελησωσι να λαβωσι το ποτηριον εκ της χειρος σου δια να πιωσι, τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εξαπαντος θελετε πιει.
<scripture passage="Jer 25:29" parsed="|Jer|25|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.29" />
<sup>29</sup>Διοτι ιδου, ενω εγω επι την πολιν, επι της οποιας εκληθη το ονομα μου, αρχιζω να φερω κακον, σεις θελετε μεινει λοιπον ατιμωρητοι; δεν θελετε μεινει ατιμωρητοι, διοτι εγω θελω καλεσει μαχαιραν επι παντας τους κατοικους της γης, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 25:30" parsed="|Jer|25|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο, συ προφητευσον κατ' αυτων παντας τους λογους τουτους και ειπε προς αυτους, Ο Κυριος θελει βρυχησει εξ υψους και εκπεμψει την φωνην αυτου απο της κατοικιας της αγιοτητος αυτου· θελει βρυχησει δυνατα επι της κατοικιας αυτου· θελει βοησει ως οι ληνοπατουντες κατα παντων των κατοικων της γης.
<scripture passage="Jer 25:31" parsed="|Jer|25|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.31" />
<sup>31</sup>Θορυβος θελει φθασει εως των περατων της γης· διοτι ο Κυριος εχει κρισιν μετα των εθνων· αυτος διαδικαζεται μετα πασης σαρκος· θελει παραδωσει τους ασεβεις εις μαχαιραν, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 25:32" parsed="|Jer|25|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.32" />
<sup>32</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ιδου, κακον θελει εξελθει απο εθνους εις εθνος και ανεμοστροβιλος μεγας θελει εγερθη εκ των ακρων της γης.
<scripture passage="Jer 25:33" parsed="|Jer|25|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.33" />
<sup>33</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελουσι κοιτεσθαι τεθανατωμενοι παρα Κυριου απ' ακρου της γης εως ακρου της γης· δεν θελουσι θρηνολογηθη ουδε συναχθη ουδε ταφη· θελουσιν εισθαι δια κοπριαν επι της επιφανειας της γης.
<scripture passage="Jer 25:34" parsed="|Jer|25|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.34" />
<sup>34</sup>Ολολυξατε, ποιμενες, και αναβοησατε· και κυλισθητε εις το χωμα, οι εγκριτοι του ποιμνιου· διοτι επληρωθησαν αι ημεραι σας δια την σφαγην και δια τον σκορπισμον σας, και θελετε πεσει ως σκευος εκλεκτον.
<scripture passage="Jer 25:35" parsed="|Jer|25|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.35" />
<sup>35</sup>Και θελει λειψει η φυγη απο των ποιμενων και η σωτηρια απο των εγκριτων του ποιμνιου.
<scripture passage="Jer 25:36" parsed="|Jer|25|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.36" />
<sup>36</sup>Φωνη κραυγης των ποιμενων και ολολυγμος των εγκριτων του ποιμνιου· διοτι ο Κυριος ηφανισε την βοσκην αυτων.
<scripture passage="Jer 25:37" parsed="|Jer|25|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.37" />
<sup>37</sup>Και αι ειρηνικαι κατοικιαι κατηδαφισθησαν εξ αιτιας της φλογερας οργης του Κυριου.
<scripture passage="Jer 25:38" parsed="|Jer|25|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.25.38" />
<sup>38</sup>Κατελιπε το κατοικητηριον αυτου ως ο λεων, διοτι η γη αυτων κατεσταθη ερημος εξ αιτιας της αγριοτητος του καταδυναστευοντος και εξ αιτιας του θυμου της οργης αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 26" progress="63.91%" prev="Jer.25" next="Jer.27" id="Jer.26">
<h3 id="Jer.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Jer.26-p1">
<scripture passage="Jer 26:1" parsed="|Jer|26|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.1" />
<sup>1</sup>Εν τη αρχη της βασιλειας του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, εγεινεν ο λογος ουτος παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 26:2" parsed="|Jer|26|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Στηθι εν τη αυλη του οικου του Κυριου και λαλησον προς πασας τας πολεις του Ιουδα τας ερχομενας δια να προσκυνησωσιν εν τω οικω του Κυριου, παντας τους λογους, τους οποιους προσεταξα εις σε να λαλησης προς αυτους· μη αφαιρεσης λογον.
<scripture passage="Jer 26:3" parsed="|Jer|26|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.3" />
<sup>3</sup>Ισως θελουσιν ακουσει και επιστρεψει εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και μετανοησω περι του κακου, το οποιον βουλευομαι να καμω εις αυτους δια την κακιαν των εργων αυτων.
<scripture passage="Jer 26:4" parsed="|Jer|26|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Εαν δεν μου ακουσητε, ωστε να περιπατητε εν τω νομω μου, τον οποιον εθεσα εμπροσθεν σας,
<scripture passage="Jer 26:5" parsed="|Jer|26|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.5" />
<sup>5</sup>να υπακουητε εις τους λογους των δουλων μου των προφητων, τους οποιους απεστειλα προς εσας εγειρομενος πρωι και αποστελλων, πλην σεις δεν ηκουσατε,
<scripture passage="Jer 26:6" parsed="|Jer|26|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.6" />
<sup>6</sup>τοτε θελω καταστησει τον οικον τουτον ως την Σηλω, και την πολιν ταυτην θελω καταστησει καταραν εις παντα τα εθνη της γης.
<scripture passage="Jer 26:7" parsed="|Jer|26|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.7" />
<sup>7</sup>Και ηκουσαν οι ιερεις και οι προφηται και πας ο λαος τον Ιερεμιαν, λαλουντα τους λογους τουτους εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Jer 26:8" parsed="|Jer|26|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.8" />
<sup>8</sup>Και αφου ο Ιερεμιας επαυσε λαλων παντα οσα προσεταξεν εις αυτον ο Κυριος να λαληση προς παντα τον λαον, οι ιερεις και οι προφηται και πας ο λαος συνελαβον αυτον λεγοντες, Θελεις εξαπαντος θανατωθη·
<scripture passage="Jer 26:9" parsed="|Jer|26|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.9" />
<sup>9</sup>δια τι προεφητευσας εν ονοματι Κυριου λεγων, Ο οικος ουτος θελει εισθαι ως η Σηλω και η πολις αυτη θελει ερημωθη· ωστε να μη ηναι ο κατοικων; Και πας ο λαος συνηχθη κατα του Ιερεμιου εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Jer 26:10" parsed="|Jer|26|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.10" />
<sup>10</sup>Και ακουσαντες οι αρχοντες του Ιουδα τα πραγματα ταυτα, ανεβησαν εκ του οικου του βασιλεως εις τον οικον του Κυριου και εκαθησαν εν τη εισοδω της νεας πυλης του Κυριου.
<scripture passage="Jer 26:11" parsed="|Jer|26|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.11" />
<sup>11</sup>Τοτε οι ιερεις και οι προφηται ελαλησαν προς τους αρχοντας και προς παντα τον λαον λεγοντες, Κρισις θανατου πρεπει εις τον ανθρωπον τουτον, διοτι προεφητευσε κατα της πολεως ταυτης, ως ηκουσατε με τα ωτα σας.
<scripture passage="Jer 26:12" parsed="|Jer|26|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.12" />
<sup>12</sup>Και ελαλησεν ο Ιερεμιας προς παντας τους αρχοντας και προς παντα τον λαον λεγων, Ο Κυριος με απεστειλε δια να προφητευσω κατα του οικου τουτου και κατα της πολεως ταυτης παντας τους λογους τους οποιους ηκουσατε.
<scripture passage="Jer 26:13" parsed="|Jer|26|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο τωρα διορθωσατε τας οδους υμων και τας πραξεις υμων και υπακουσατε εις την φωνην Κυριου του Θεου υμων· και ο Κυριος θελει μετανοησει περι του κακου, το οποιον ελαλησε καθ' υμων.
<scripture passage="Jer 26:14" parsed="|Jer|26|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.14" />
<sup>14</sup>Εγω δε, ιδου, ειμαι εν ταις χερσιν υμων· καμετε εις εμε, οπως ειναι καλον και οπως αρεστον εις τους οφθαλμους υμων.
<scripture passage="Jer 26:15" parsed="|Jer|26|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.15" />
<sup>15</sup>Πλην εξευρετε μετα βεβαιοτητος, οτι εαν με θανατωσητε, αιμα αθωον θελετε βεβαιως φερει εφ' υμας και επι την πολιν ταυτην και επι τους κατοικους αυτης· διοτι τη αληθεια ο Κυριος με απεστειλε προς υμας, δια να λαλησω εις τα ωτα υμων παντας τους λογους τουτους.
<scripture passage="Jer 26:16" parsed="|Jer|26|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.16" />
<sup>16</sup>Τοτε οι αρχοντες και απας ο λαος ειπον προς τους ιερεις και προς τους προφητας, δεν υπαρχει κρισις θανατου εις τον ανθρωπον τουτον· διοτι εν τω ονοματι Κυριου του Θεου ημων ελαλησε προς ημας.
<scripture passage="Jer 26:17" parsed="|Jer|26|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.17" />
<sup>17</sup>Τοτε εσηκωθησαν τινες εκ των πρεσβυτερων του τοπου και ελαλησαν προς απασαν την συναγωγην του λαου, λεγοντες,
<scripture passage="Jer 26:18" parsed="|Jer|26|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.18" />
<sup>18</sup>Ο Μιχαιας ο Μωρασθιτης προεφητευεν εν ταις ημεραις Εζεκιου βασιλεως του Ιουδα και ελαλησε προς παντα τον λαον του Ιουδα λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Η Σιων θελει αροτριασθη ως αγρος, και η Ιερουσαλημ θελει γεινει σωροι λιθων και το ορος του οικου ως υψηλοι τοποι δρυμου.
<scripture passage="Jer 26:19" parsed="|Jer|26|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.19" />
<sup>19</sup>Μηπως ο Εζεκιας ο βασιλευς του Ιουδα και πας ο Ιουδας εθανατωσαν αυτον; δεν εφοβηθη τον Κυριον και παρεκαλεσε το προσωπον του Κυριου, και ο Κυριος μετενοησε περι του κακου, το οποιον ελαλησε κατ' αυτων; Ημεις λοιπον ηθελομεν προξενησει μεγα κακον κατα των ψυχων ημων.
<scripture passage="Jer 26:20" parsed="|Jer|26|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.20" />
<sup>20</sup>Και προσετι υπηρξεν ανθρωπος προφητευων εν ονοματι Κυριου, Ουριας ο υιος του Σεμαιου απο Κιριαθ-ιαρειμ, και προεφητευσε κατα της πολεως ταυτης και κατα της γης ταυτης κατα παντας τους λογους του Ιερεμιου.
<scripture passage="Jer 26:21" parsed="|Jer|26|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.21" />
<sup>21</sup>Και οτε ηκουσεν ο βασιλευς Ιωακειμ και παντες οι δυνατοι αυτου και παντες οι αρχοντες τους λογους αυτου, ο βασιλευς εζητει να θανατωση αυτον· ακουσας δε ο Ουριας εφοβηθη και εφυγε και υπηγεν εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Jer 26:22" parsed="|Jer|26|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.22" />
<sup>22</sup>Και απεστειλεν Ιωακειμ ο βασιλευς ανδρας εις την Αιγυπτον, τον Ελναθαν υιον του Αχβωρ και ανδρας μετ' αυτου εις την Αιγυπτον·
<scripture passage="Jer 26:23" parsed="|Jer|26|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.23" />
<sup>23</sup>και εξηγαγον τον Ουριαν εκ της Αιγυπτου και εφεραν αυτον προς τον βασιλεα Ιωακειμ, και επαταξεν αυτον εν μαχαιρα και ερριψε το πτωμα αυτου εις τους ταφους του οχλου.
<scripture passage="Jer 26:24" parsed="|Jer|26|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.26.24" />
<sup>24</sup>Πλην η χειρ του Αχικαμ υιου του Σαφαν ητο μετα του Ιερεμια, δια να μη παραδωσωσιν αυτον εις την χειρα του λαου ωστε να θανατωσωσιν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 27" progress="64.01%" prev="Jer.26" next="Jer.28" id="Jer.27">
<h3 id="Jer.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Jer.27-p1">
<scripture passage="Jer 27:1" parsed="|Jer|27|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.1" />
<sup>1</sup>Εν τη αρχη της βασιλειας του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, εγεινεν ο λογος ουτος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 27:2" parsed="|Jer|27|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος προς εμε· Καμε εις σεαυτον δεσμα και ζυγους και επιθες αυτα επι τον τραχηλον σου·
<scripture passage="Jer 27:3" parsed="|Jer|27|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.3" />
<sup>3</sup>και πεμψον αυτα προς τον βασιλεα του Εδωμ και προς τον βασιλεα του Μωαβ και προς τον βασιλεα των υιων Αμμων και προς τον βασιλεα της Τυρου και προς τον βασιλεα της Σιδωνος, δια χειρος των μηνυτων των ερχομενων εις την Ιερουσαλημ προς τον Σεδεκιαν βασιλεα του Ιουδα·
<scripture passage="Jer 27:4" parsed="|Jer|27|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.4" />
<sup>4</sup>και προσταξον αυτους να ειπωσι προς τους κυριους αυτων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ουτω θελετε ειπει προς τους κυριους υμων·
<scripture passage="Jer 27:5" parsed="|Jer|27|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.5" />
<sup>5</sup>Εγω εκαμον την γην, τον ανθρωπον και τα ζωα τα επι προσωπου της γης, δια της δυναμεως μου της μεγαλης και δια του βραχιονος μου του εξηπλωμενου· και εδωκα αυτην εις οντινα ηυδοκησα.
<scripture passage="Jer 27:6" parsed="|Jer|27|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.6" />
<sup>6</sup>Και τωρα εγω εδωκα παντας τουτους τους τοπους εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, του δουλου μου· και αυτα τα θηρια του αγρου εδωκα εις αυτον δια να υπηρετωσιν αυτον.
<scripture passage="Jer 27:7" parsed="|Jer|27|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.7" />
<sup>7</sup>Και παντα τα εθνη θελουσι δουλευσει εις αυτον και εις τον υιον αυτου και εις τον υιον του υιου αυτου, εωσου ελθη ο καιρος της γης και αυτου, και εθνη πολλα και βασιλεις μεγαλοι θελουσι καταδουλωσει αυτον.
<scripture passage="Jer 27:8" parsed="|Jer|27|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.8" />
<sup>8</sup>Και το εθνος και το βασιλειον, το οποιον δεν θελει δουλευσει εις αυτον τον Ναβουχοδονοσορ, τον βασιλεα της Βαβυλωνος, και το οποιον δεν θελει βαλει τον τραχηλον αυτου υπο τον ζυγον του βασιλεως της Βαβυλωνος, το εθνος εκεινο θελω τιμωρησει, λεγει Κυριος, εν μαχαιρα και εν πεινη και εν λοιμω, εωσου εξολοθρευσω αυτο δια χειρος εκεινου.
<scripture passage="Jer 27:9" parsed="|Jer|27|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.9" />
<sup>9</sup>Και σεις, μη ακουετε τους προφητας σας μητε τους μαντεις σας μητε τους ενυπνιαστας σας μητε τους οιωνοσκοπους σας μητε τους μαγους σας, οιτινες λαλουσι προς εσας, λεγοντες, δεν θελετε δουλευσει εις τον βασιλεα της Βαβυλωνος·
<scripture passage="Jer 27:10" parsed="|Jer|27|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.10" />
<sup>10</sup>διοτι αυτοι προφητευουσι ψευδος προς εσας, δια να σας απομακρυνωσιν απο της γης σας, και δια να σας διωξω και να απολεσθητε.
<scripture passage="Jer 27:11" parsed="|Jer|27|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.11" />
<sup>11</sup>το δε εθνος, το οποιον υποβαλη τον τραχηλον αυτου υπο τον ζυγον του βασιλεως της Βαβυλωνος και δουλευση εις αυτον, εκεινο θελω αφησει να μενη ακομη εν τη γη αυτου, λεγει Κυριος· και θελει εργαζεσθαι αυτην και κατοικει εν αυτη.
<scripture passage="Jer 27:12" parsed="|Jer|27|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.12" />
<sup>12</sup>Ελαλησα και προς τον Σεδεκιαν βασιλεα του Ιουδα κατα παντας τους λογους τουτους, λεγων, Φερετε τους τραχηλους σας υπο τον ζυγον του βασιλεως της Βαβυλωνος και δουλευσατε εις αυτον και εις τον λαον αυτου, και θελετε ζησει.
<scripture passage="Jer 27:13" parsed="|Jer|27|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.13" />
<sup>13</sup>Δια τι θελετε να αποθανητε, συ και ο λαος σου, εν μαχαιρα, εν πεινη και εν λοιμω, καθως ο Κυριος ελαλησε κατα του εθνους, το οποιον δεν δουλευση εις τον βασιλεα της Βαβυλωνος;
<scripture passage="Jer 27:14" parsed="|Jer|27|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο, μη ακουετε τους λογους των προφητων, οιτινες λαλουσι προς εσας, λεγοντες· Δεν θελετε δουλευσει εις τον βασιλεα της Βαβυλωνος· διοτι αυτοι προφητευουσιν εις εσας ψευδος.
<scripture passage="Jer 27:15" parsed="|Jer|27|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εγω δεν απεστειλα αυτους, λεγει Κυριος, και αυτοι προφητευουσι ψευδως εν τω ονοματι μου· δια να σας διωξω και να απολεσθητε, σεις και οι προφηται οι προφητευοντες προς εσας.
<scripture passage="Jer 27:16" parsed="|Jer|27|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.16" />
<sup>16</sup>Ελαλησα και προς τους ιερεις και προς παντα τουτον τον λαον λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Μη ακουετε τους λογους των προφητων σας, οιτινες προφητευουσι προς εσας, λεγοντες, Ιδου, τα σκευη του οικου του Κυριου θελουσιν επανακομισθη εντος ολιγου απο της Βαβυλωνος· διοτι αυτοι προφητευουσι ψευδος προς εσας.
<scripture passage="Jer 27:17" parsed="|Jer|27|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.17" />
<sup>17</sup>Μη ακουετε αυτους· δουλευσατε εις τον βασιλεα της Βαβυλωνος και θελετε ζησει· δια τι η πολις αυτη να ερημωθη;
<scripture passage="Jer 27:18" parsed="|Jer|27|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.18" />
<sup>18</sup>Εαν δε αυτοι ηναι προφηται και εαν ο λογος του Κυριου ηναι μετ' αυτων, ας ικετευσωσι τωρα τον Κυριον των δυναμεων, ωστε τα σκευη τα εναπολειφθεντα εν τω οικω του Κυριου και τω οικω του βασιλεως του Ιουδα και εν Ιερουσαλημ να μη υπαγωσιν εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 27:19" parsed="|Jer|27|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων περι των στυλων και περι της θαλασσης και περι των βασεων και περι του υπολοιπου των σκευων των εναπολειφθεντων εν τη πολει ταυτη,
<scripture passage="Jer 27:20" parsed="|Jer|27|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.20" />
<sup>20</sup>τα οποια Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος δεν ελαβεν, οτε εφερεν αιχμαλωτον τον Ιεχονιαν, υιον του Ιωακειμ βασιλεως του Ιουδα, απο Ιερουσαλημ εις Βαβυλωνα και παντας τους αρχοντας του Ιουδα και της Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 27:21" parsed="|Jer|27|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.21" />
<sup>21</sup>μαλιστα ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, περι των σκευων των εναπολειφθεντων εν τω οικω του Κυριου και τω οικω του βασιλεως του Ιουδα και εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 27:22" parsed="|Jer|27|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.27.22" />
<sup>22</sup>αυτα θελουσι μετακομισθη εις την Βαβυλωνα και θελουσιν εισθαι εκει εως της ημερας καθ' ην θελω επισκεφθη αυτα; λεγει Κυριος· τοτε θελω επαναφερει αυτα και αποκαταστησει αυτα εις τον τοπον τουτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 28" progress="64.11%" prev="Jer.27" next="Jer.29" id="Jer.28">
<h3 id="Jer.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Jer.28-p1">
<scripture passage="Jer 28:1" parsed="|Jer|28|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω αυτω ετει, εν τη αρχη της βασιλειας του Σεδεκιου βασιλεως του Ιουδα, εν τω τεταρτω ετει, εν τω πεμπτω μηνι, Ανανιας ο υιος του Αζωρ ο προφητης, ο απο Γαβαων, ελαλησε προς εμε εν τω οικω του Κυριου ενωπιον των ιερεων και παντος του λαου, λεγων,
<scripture passage="Jer 28:2" parsed="|Jer|28|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.2" />
<sup>2</sup>Ουτως ειπεν ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Συνετριψα τον ζυγον του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 28:3" parsed="|Jer|28|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.3" />
<sup>3</sup>Εν τω διαστηματι δυο ολοκληρων ετων θελω επαναφερει εις τον τοπον τουτον παντα τα σκευη του οικου του Κυριου, τα οποια Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος ελαβεν εκ του τοπου τουτου και εφερεν αυτα εις την Βαβυλωνα·
<scripture passage="Jer 28:4" parsed="|Jer|28|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.4" />
<sup>4</sup>και εις τον τοπον τουτον θελω επαναφερει, λεγει Κυριος, Ιεχονιαν τον υιον του Ιωακειμ τον βασιλεα του Ιουδα και παντας τους αιχμαλωτους του Ιουδα, οιτινες εφερθησαν εις την Βαβυλωνα· διοτι θελω συντριψει τον ζυγον του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 28:5" parsed="|Jer|28|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.5" />
<sup>5</sup>Και ελαλησεν Ιερεμιας ο προφητης προς τον προφητην Ανανιαν ενωπιον των ιερεων και ενωπιον παντος του λαου του παρεστωτος εν τω οικω του Κυριου·
<scripture passage="Jer 28:6" parsed="|Jer|28|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.6" />
<sup>6</sup>και ειπεν Ιερεμιας ο προφητης, Αμην· ο Κυριος να καμη ουτω ο Κυριος να εκπληρωση τους λογους σου, τους οποιους συ προεφητευσας, να επαναφερη απο της Βαβυλωνος εις τον τοπον τουτον τα σκευη του οικου του Κυριου και παν ο, τι ηχμαλωτισθη
<scripture passage="Jer 28:7" parsed="|Jer|28|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.7" />
<sup>7</sup>Πλην ακουσον τωρα τον λογον τουτον, τον οποιον εγω λαλω εις τα ωτα σου και εις τα ωτα παντος του λαου·
<scripture passage="Jer 28:8" parsed="|Jer|28|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.8" />
<sup>8</sup>Οι προφηται, οιτινες εσταθησαν προ εμου και προ σου εκπαλαι, προεφητευσαν και κατα πολλων τοπων και κατα μεγαλων βασιλειων, περι πολεμου και περι κακων και περι λοιμου·
<scripture passage="Jer 28:9" parsed="|Jer|28|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.9" />
<sup>9</sup>ο προφητης, οστις προφητευει περι ειρηνης, οταν ο λογος του προφητου εκπληρωθη, τοτε θελει γνωρισθη ο προφητης, οτι αληθως απεστειλεν αυτον ο Κυριος.
<scripture passage="Jer 28:10" parsed="|Jer|28|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Ανανιας ο προφητης ελαβε τον ζυγον απο του τραχηλου του προφητου Ιερεμιου και συνετριψεν αυτον.
<scripture passage="Jer 28:11" parsed="|Jer|28|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.11" />
<sup>11</sup>Και ελαλησεν ο Ανανιας ενωπιον παντος του λαου, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· κατα τουτον τον τροπον θελω συντριψει τον ζυγον του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, απο του τραχηλου παντων των εθνων εν τω διαστηματι δυο ολοκληρων ετων. Και ο προφητης Ιερεμιας υπηγε την οδον αυτου.
<scripture passage="Jer 28:12" parsed="|Jer|28|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.12" />
<sup>12</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς Ιερεμιαν, αφου Ανανιας ο προφητης συνετριψε τον ζυγον απο του τραχηλου του προφητου Ιερεμιου, λεγων,
<scripture passage="Jer 28:13" parsed="|Jer|28|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.13" />
<sup>13</sup>Υπαγε και ειπε προς τον Ανανιαν, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Συ συνετριψας τους ζυγους τους ξυλινους· αλλ' αντι τουτων θελεις καμει ζυγους σιδηρους.
<scripture passage="Jer 28:14" parsed="|Jer|28|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ζυγον σιδηρουν εθεσα επι τον τραχηλον παντων τουτων των εθνων δια να δουλευωσιν εις τον Ναβουχοδονοσορ τον βασιλεα της Βαβυλωνος· και θελουσι δουλευσει εις αυτον· και αυτα τα θηρια του αγρου εδωκα εις αυτον.
<scripture passage="Jer 28:15" parsed="|Jer|28|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.15" />
<sup>15</sup>Τοτε ειπεν Ιερεμιας ο προφητης προς τον Ανανιαν τον προφητην, Ακουσον τωρα, Ανανια· δεν σε απεστειλεν ο Κυριος· αλλα συ καμνεις τον λαον τουτον να ελπιζη εις ψευδος.
<scripture passage="Jer 28:16" parsed="|Jer|28|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω θελω σε απορριψει απο προσωπου της γης· εν τουτω τω ετει θελεις αποθανει, διοτι ελαλησας στασιασμον κατα του Κυριου.
<scripture passage="Jer 28:17" parsed="|Jer|28|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.28.17" />
<sup>17</sup>Και απεθανεν Ανανιας ο προφητης εν εκεινω τω ετει, τον εβδομον μηνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 29" progress="64.18%" prev="Jer.28" next="Jer.30" id="Jer.29">
<h3 id="Jer.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Jer.29-p1">
<scripture passage="Jer 29:1" parsed="|Jer|29|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.1" />
<sup>1</sup>Και ουτοι ειναι οι λογοι της επιστολης, την οποιαν Ιερεμιας ο προφητης εστειλεν απο Ιερουσαλημ προς τους υπολοιπους των πρεσβυτερων της αιχμαλωσιας και προς τους ιερεις και προς τους προφητας και προς παντα τον λαον, τον οποιον ο Ναβουχοδονοσορ εφερεν αιχμαλωτον απο Ιερουσαλημ εις την Βαβυλωνα,
<scripture passage="Jer 29:2" parsed="|Jer|29|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.2" />
<sup>2</sup>αφου Ιεχονιας ο βασιλευς και η βασιλισσα και οι ευνουχοι, οι αρχοντες του Ιουδα και της Ιερουσαλημ και οι ξυλουργοι και οι χαλκεις εξηλθον απο Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Jer 29:3" parsed="|Jer|29|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.3" />
<sup>3</sup>δια χειρος Ελασα υιου του Σαφαν και του Γεμαριου υιου του Χελκιου, τους οποιους Σεδεκιας ο βασιλευς του Ιουδα απεστειλεν εις την Βαβυλωνα προς Ναβουχοδονοσορ τον βασιλεα της Βαβυλωνος· λεγων,
<scripture passage="Jer 29:4" parsed="|Jer|29|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, προς παντας εκεινους, οιτινες εφερθησαν αιχμαλωτοι, τους οποιους εγω εκαμον να φερθωσιν αιχμαλωτοι απο Ιερουσαλημ εις την Βαβυλωνα·
<scripture passage="Jer 29:5" parsed="|Jer|29|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.5" />
<sup>5</sup>οικοδομησατε οικους και κατοικησατε· και φυτευσατε κηπους και φαγετε τον καρπον αυτων·
<scripture passage="Jer 29:6" parsed="|Jer|29|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.6" />
<sup>6</sup>λαβετε γυναικας και γεννησατε υιους και θυγατερας· και λαβετε γυναικας δια τους υιους σας και δοτε τας θυγατερας σας εις ανδρας και ας γεννησωσιν υιους και θυγατερας και πληθυνθητε εκει και μη σμικρυνθητε·
<scripture passage="Jer 29:7" parsed="|Jer|29|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.7" />
<sup>7</sup>και ζητησατε την ειρηνην της πολεως, οπου εγω σας εκαμον να φερθητε αιχμαλωτοι, και προσευχεσθε υπερ αυτης προς τον Κυριον· διοτι εν τη ειρηνη αυτης θελετε εχει ειρηνην.
<scripture passage="Jer 29:8" parsed="|Jer|29|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ας μη απατωσιν υμας οι προφηται υμων οι εν μεσω υμων και οι μαντεις υμων, και μη ακουετε τα ενυπνια υμων τα οποια υμεις ονειρευεσθε·
<scripture passage="Jer 29:9" parsed="|Jer|29|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.9" />
<sup>9</sup>διοτι προφητευουσι ψευδως προς υμας επι τω ονοματι μου· εγω δεν απεστειλα αυτους, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 29:10" parsed="|Jer|29|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Οτι αφου πληρωθωσιν εβδομηκοντα ετη εν Βαβυλωνι, θελω επισκεφθη υμας και θελω εκτελεσει προς υμας τον λογον μου τον αγαθον, να επαναφερω υμας εις τον τοπον τουτον.
<scripture passage="Jer 29:11" parsed="|Jer|29|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.11" />
<sup>11</sup>Διοτι εγω γνωριζω τας βουλας τας οποιας βουλευομαι περι υμων, λεγει Κυριος, βουλας ειρηνης και ουχι κακου, δια να δωσω εις υμας το προσδοκωμενον τελος.
<scripture passage="Jer 29:12" parsed="|Jer|29|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.12" />
<sup>12</sup>Τοτε θελετε κραξει προς εμε και θελετε υπαγει και προσευχηθη εις εμε και θελω σας εισακουσει.
<scripture passage="Jer 29:13" parsed="|Jer|29|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.13" />
<sup>13</sup>Και θελετε με ζητησει και ευρει, οταν με εκζητησητε εξ ολης της καρδιας υμων.
<scripture passage="Jer 29:14" parsed="|Jer|29|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.14" />
<sup>14</sup>Και θελω ευρεθη απο σας, λεγει Κυριος· και θελω αποστρεψει την αιχμαλωσιαν σας και θελω σας συναξει εκ παντων των εθνων και εκ παντων των τοπων οπου σας εδιωξα, λεγει Κυριος· και θελω σας επαναφερει εις τον τοπον, οθεν σας εκαμον να φερθητε αιχμαλωτοι.
<scripture passage="Jer 29:15" parsed="|Jer|29|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.15" />
<sup>15</sup>Επειδη ειπετε, Ο Κυριος εσηκωσεν εις ημας προφητας εν Βαβυλωνι,
<scripture passage="Jer 29:16" parsed="|Jer|29|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.16" />
<sup>16</sup>γνωρισατε, οτι ουτω λεγει Κυριος περι του βασιλεως του καθημενου επι του θρονου Δαβιδ και περι παντος του λαου του κατοικουντος εν τη πολει ταυτη και περι των αδελφων σας, των μη εξελθοντων μεθ' υμων εις αιχμαλωσιαν·
<scripture passage="Jer 29:17" parsed="|Jer|29|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.17" />
<sup>17</sup>ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ιδου, θελω αποστειλει επ' αυτους την μαχαιραν, την πειναν και τον λοιμον, και θελω καταστησει αυτους ως τα συκα τα αχρεια, τα οποια δια την αχρειοτητα δεν τρωγονται.
<scripture passage="Jer 29:18" parsed="|Jer|29|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.18" />
<sup>18</sup>Και θελω καταδιωξει αυτους εν μαχαιρα, εν πεινη και εν λοιμω· και θελω παραδωσει αυτους εις διασποραν εν πασι τοις βασιλειοις της γης, ωστε να ηναι καταρα και θαμβος και συριγμος και ονειδος εν πασι τοις εθνεσιν οπου εδιωξα αυτους·
<scripture passage="Jer 29:19" parsed="|Jer|29|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.19" />
<sup>19</sup>διοτι δεν ηκουσαν τους λογους μου, λεγει Κυριος, τους οποιους εστειλα προς αυτους δια των δουλων μου των προφητων, εγειρομενος πρωι και αποστελλων· και δεν υπηκουσατε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 29:20" parsed="|Jer|29|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.20" />
<sup>20</sup>Ακουσατε λοιπον τον λογον του Κυριου, παντες σεις οι αιχμαλωτισθεντες, τους οποιους εξαπεστειλα απο Ιερουσαλημ εις Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 29:21" parsed="|Jer|29|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.21" />
<sup>21</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, περι του Αχααβ υιου του Κωλαιου και περι του Σεδεκιου υιου του Μαασιου, οιτινες προφητευουσι ψευδη προς εσας εν τω ονοματι μου· Ιδου, θελω παραδωσει αυτους εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ, βασιλεως της Βαβυλωνος, και θελει παταξει αυτους ενωπιον σας.
<scripture passage="Jer 29:22" parsed="|Jer|29|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.22" />
<sup>22</sup>Και εξ αυτων θελουσι λαβει καταραν εν πασι τοις αιχμαλωτοις του Ιουδα τοις εν Βαβυλωνι, λεγοντες, Ο Κυριος να σε καμη ως τον Σεδεκιαν και ως τον Αχααβ, τους οποιους ο βασιλευς της Βαβυλωνος εψησεν εν πυρι·
<scripture passage="Jer 29:23" parsed="|Jer|29|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.23" />
<sup>23</sup>διοτι επραξαν αφροσυνην εν Ισραηλ και εμοιχευον τας γυναικας των πλησιον αυτων και ελαλουν λογους ψευδεις εν τω ονοματι μου, τους οποιους δεν προσεταξα εις αυτους· και εγω εξευρω και ειμαι μαρτυς, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 29:24" parsed="|Jer|29|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.24" />
<sup>24</sup>Και προς Σεμαιαν τον Νεαιλαμιτην θελεις λαλησει, λεγων,
<scripture passage="Jer 29:25" parsed="|Jer|29|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.25" />
<sup>25</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Επειδη συ απεστειλας επιστολας εν τω ονοματι σου προς παντα τον λαον τον εν Ιερουσαλημ και προς τον Σοφονιαν τον υιον του Μαασιου τον ιερεα και προς παντας τους ιερεις, λεγων,
<scripture passage="Jer 29:26" parsed="|Jer|29|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.26" />
<sup>26</sup>Ο Κυριος σε κατεστησεν ιερεα αντι Ιωδαε του ιερεως, δια να ησθε επισταται εις τον οικον του Κυριου επι παντα ανθρωπον μαινομενον και προφητευοντα, δια να βαλλης αυτον εις φυλακην και εις δεσμα·
<scripture passage="Jer 29:27" parsed="|Jer|29|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.27" />
<sup>27</sup>τωρα λοιπον δια τι δεν ηλεγξας Ιερεμιαν τον εξ Αναθωθ, οστις προφητευει εις εσας;
<scripture passage="Jer 29:28" parsed="|Jer|29|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.28" />
<sup>28</sup>επειδη αυτος δια τουτο επεστειλε προς ημας εις την Βαβυλωνα, λεγων, Η αιχμαλωσια αυτη ειναι μακρα· οικοδομησατε οικιας και κατοικησατε· και φυτευσατε κηπους και φαγετε τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Jer 29:29" parsed="|Jer|29|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.29" />
<sup>29</sup>Και Σοφονιας ο ιερευς ανεγνωσε την επιστολην ταυτην εις επηκοον του Ιερεμιου του προφητου.
<scripture passage="Jer 29:30" parsed="|Jer|29|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.30" />
<sup>30</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, λεγων,
<scripture passage="Jer 29:31" parsed="|Jer|29|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.31" />
<sup>31</sup>Αποστειλον προς παντας τους αιχμαλωτους, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος περι Σεμαια του Νεαιλαμιτου. Επειδη ο Σεμαιας προεφητευσε προς εσας και εγω δεν απεστειλα αυτον και σας εκαμε να ελπιζητε εις ψευδος,
<scripture passage="Jer 29:32" parsed="|Jer|29|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.29.32" />
<sup>32</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω επισκεφθη Σεμαιαν τον Νεαιλαμιτην και το σπερμα αυτου· αυτος δεν θελει εχει ανθρωπον κατοικουντα μεταξυ του λαου τουτου, ουδε θελει ιδει το καλον, το οποιον εγω θελω καμει εις τον λαον μου, λεγει Κυριος· διοτι ελαλησε στασιασμον κατα του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 30" progress="64.31%" prev="Jer.29" next="Jer.31" id="Jer.30">
<h3 id="Jer.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Jer.30-p1">
<scripture passage="Jer 30:1" parsed="|Jer|30|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 30:2" parsed="|Jer|30|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.2" />
<sup>2</sup>Ουτως ειπε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Γραψον εις σεαυτον εν βιβλιω παντας τους λογους, τους οποιους ελαλησα προς σε·
<scripture passage="Jer 30:3" parsed="|Jer|30|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.3" />
<sup>3</sup>διοτι, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν του λαου μου Ισραηλ και Ιουδα, λεγει Κυριος· και θελω επιστρεψει αυτους εις την γην, την οποιαν εδωκα εις τους πατερας αυτων, και θελουσι κυριευσει αυτην.
<scripture passage="Jer 30:4" parsed="|Jer|30|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.4" />
<sup>4</sup>Και ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους ελαλησε Κυριος περι του Ισραηλ και περι του Ιουδα.
<scripture passage="Jer 30:5" parsed="|Jer|30|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ηκουσαμεν φωνην τρομεραν, φοβον και ουχι ειρηνην.
<scripture passage="Jer 30:6" parsed="|Jer|30|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.6" />
<sup>6</sup>Ερωτησατε τωρα και ιδετε, εαν αρσεν τικτη· δια τι βλεπω εκαστον ανδρα με τας χειρας αυτου επι την οσφυν αυτου, ως τικτουσαν, και παντα τα προσωπα εστραφησαν εις ωχριασιν;
<scripture passage="Jer 30:7" parsed="|Jer|30|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.7" />
<sup>7</sup>Ουαι· διοτι μεγαλη ειναι η ημερα εκεινη· ομοια αυτης δεν υπηρξε και ειναι καιρος της στενοχωριας του Ιακωβ· πλην θελει σωθη εξ αυτης.
<scripture passage="Jer 30:8" parsed="|Jer|30|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.8" />
<sup>8</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, θελω συντριψει τον ζυγον αυτου απο του τραχηλου σου και θελω διασπασει τα δεσμα σου και ξενοι δεν θελουσι πλεον καταδουλωσει αυτον·
<scripture passage="Jer 30:9" parsed="|Jer|30|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.9" />
<sup>9</sup>αλλα θελουσι δουλευει Κυριον τον Θεον αυτων και Δαβιδ τον βασιλεα αυτων, τον οποιον θελω αναστησει εις αυτους.
<scripture passage="Jer 30:10" parsed="|Jer|30|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.10" />
<sup>10</sup>Συ δε μη φοβου, δουλε μου Ιακωβ, λεγει Κυριος· μηδε δειλιασης, Ισραηλ· διοτι, ιδου, θελω σε σωσει απο του μακρυνου τοπου και το σπερμα σου απο της γης της αιχμαλωσιας αυτων· και ο Ιακωβ θελει επιστρεψει και θελει ησυχασει και αναπαυθη και δεν θελει υπαρχει ο εκφοβων.
<scripture passage="Jer 30:11" parsed="|Jer|30|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.11" />
<sup>11</sup>Διοτι εγω ειμαι μετα σου, λεγει Κυριος, δια να σε σωσω· και αν καμω συντελειαν παντων των εθνων οπου σε διεσκορπισα, εις σε ομως δεν θελω καμει συντελειαν, αλλα θελω σε παιδευσει εν κρισει και δεν θελω ολως σε αθωωσει.
<scripture passage="Jer 30:12" parsed="|Jer|30|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Το συντριμμα σου ειναι ανιατον, η πληγη σου αλγεινη.
<scripture passage="Jer 30:13" parsed="|Jer|30|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.13" />
<sup>13</sup>δεν υπαρχει ο κρινων την κρισιν σου, ωστε να ανορθωθης· δεν υπαρχουσι δια σε φαρμακα θεραπευτικα.
<scripture passage="Jer 30:14" parsed="|Jer|30|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.14" />
<sup>14</sup>Παντες οι αγαπητοι σου σε ελησμονησαν· δεν σε ζητουσι· διοτι σε επληγωσα εν πληγη εχθρου, εν τιμωρια σκληρα, εξ αιτιας του πληθους των ανομιων σου· αι αμαρτιαι σου επληθυνθησαν.
<scripture passage="Jer 30:15" parsed="|Jer|30|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.15" />
<sup>15</sup>Τι βοας δια το συντριμμα σου; ο πονος σου ειναι ανιατος εξ αιτιας του πληθους των ανομιων σου· αι αμαρτιαι σου επληθυνθησαν· δια τουτο εκαμον ταυτα εις σε.
<scripture passage="Jer 30:16" parsed="|Jer|30|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο παντες οι κατατρωγοντες σε θελουσι καταφαγωθη· και παντες οι εναντιοι σου, παντες ομου θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν· και οι λαφυραγωγουντες σε θελουσι γεινει λαφυρον και παντας τους διαρπαζοντας σε θελω δωσει εις διαρπαγην.
<scripture passage="Jer 30:17" parsed="|Jer|30|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.17" />
<sup>17</sup>Διοτι θελω αποκαταστησει την υγιειαν εις σε και θελω σε ιατρευσει απο των πληγων σου, λεγει Κυριος· διοτι αυτοι σε ωνομασαν Απερριμμενην, λεγοντες, Αυτη ειναι η Σιων· δεν υπαρχει ο ζητων αυτην.
<scripture passage="Jer 30:18" parsed="|Jer|30|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.18" />
<sup>18</sup>Ουτω λεγει Κυριος. Ιδου, εγω θελω επιστρεψει απο της αιχμαλωσιας τας σκηνας του Ιακωβ και θελω οικτειρει τας κατοικιας αυτου· και η πολις θελει οικοδομηθη επι των ερειπιων αυτης, και ο ναος θελει αποκατασταθη κατα την διαταξιν αυτου.
<scripture passage="Jer 30:19" parsed="|Jer|30|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.19" />
<sup>19</sup>Και εξ αυτων θελει εξερχεσθαι ευχαριστια και φωνη αγαλλομενων· και θελω πολλαπλασιασει αυτους και δεν θελουσιν ολιγοστευσει· και θελω δοξασει αυτους και δεν θελουσι σμικρυνθη.
<scripture passage="Jer 30:20" parsed="|Jer|30|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.20" />
<sup>20</sup>Και τα τεκνα αυτων θελουσιν εισθαι ως το προτερον, και η συναγωγη αυτων θελει στερεωθη ενωπιον μου, και θελω τιμωρησει παντας τους καταθλιβοντας αυτους.
<scripture passage="Jer 30:21" parsed="|Jer|30|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.21" />
<sup>21</sup>Και ο αρχων αυτων θελει εισθαι εξ αυτων και ο εξουσιαστης αυτων θελει εξερχεσθαι εκ μεσου αυτων· και θελω καμει αυτον να πλησιαζη και θελει πλησιαζει εις εμε· διοτι τις ειναι ουτος, οστις εγγυαται την καρδιαν αυτου δια να πλησιαζη προς εμε; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 30:22" parsed="|Jer|30|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.22" />
<sup>22</sup>Και θελετε εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος υμων.
<scripture passage="Jer 30:23" parsed="|Jer|30|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.23" />
<sup>23</sup>Ιδου, ανεμοστροβιλος παρα Κυριου εξηλθε με ορμην, ανεμοστροβιλος αφανιζων· θελει εξορμησει επι την κεφαλην των ασεβων.
<scripture passage="Jer 30:24" parsed="|Jer|30|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.30.24" />
<sup>24</sup>Ο φλογερος θυμος του Κυριου δεν θελει επιστρεψει, εωσου εκτελεση και εωσου εκπληρωση τας βουλας της καρδιας αυτου· εν ταις εσχαταις ημεραις θελετε νοησει τουτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 31" progress="64.40%" prev="Jer.30" next="Jer.32" id="Jer.31">
<h3 id="Jer.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Jer.31-p1">
<scripture passage="Jer 31:1" parsed="|Jer|31|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.1" />
<sup>1</sup>Εν τω αυτω καιρω, λεγει Κυριος, θελω εισθαι ο Θεος πασων των οικογενειων του Ισραηλ και αυτοι θελουσιν εισθαι λαος μου.
<scripture passage="Jer 31:2" parsed="|Jer|31|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ο λαος ο εναπολειφθεις απο της μαχαιρας ευρηκε χαριν εν τη ερημω· ο Ισραηλ υπηγε να ευρη αναπαυσιν.
<scripture passage="Jer 31:3" parsed="|Jer|31|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος εφανη παλαιοθεν εις εμε, λεγων, Ναι, σε ηγαπησα αγαπησιν η αιωνιον· δια τουτο σε ειλκυσα με ελεος.
<scripture passage="Jer 31:4" parsed="|Jer|31|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.4" />
<sup>4</sup>Παλιν θελω σε οικοδομησει και θελεις οικοδομηθη, παρθενε του Ισραηλ· θελεις ευπρεπισθη παλιν με τα τυμπανα σου και θελεις εξερχεσθαι εις τους χορους των αγαλλομενων.
<scripture passage="Jer 31:5" parsed="|Jer|31|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.5" />
<sup>5</sup>Θελεις φυτευσει παλιν αμπελωνας επι των ορεων της Σαμαρειας· οι φυτευται θελουσι φυτευσει και θελουσι τρωγει τον καρπον.
<scripture passage="Jer 31:6" parsed="|Jer|31|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.6" />
<sup>6</sup>Διοτι θελει εισθαι ημερα, καθ' ην οι φυλακες επι του ορους Εφραιμ θελουσι φωναζει, Σηκωθητε και ας αναβωμεν εις την Σιων προς Κυριον τον Θεον ημων.
<scripture passage="Jer 31:7" parsed="|Jer|31|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ψαλλετε εν αγαλλιασει δια τον Ιακωβ και αλαλαξατε δια την κεφαλην των εθνων· κηρυξατε, αινεσατε και ειπατε, Σωσον, Κυριε, τον λαον σου το υπολοιπον του Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 31:8" parsed="|Jer|31|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.8" />
<sup>8</sup>Ιδου εγω θελω φερει αυτους εκ της γης του βορρα, και θελω συναξει αυτους απο των εσχατων της γης, και μετ' αυτων τον τυφλον και τον χωλον, την εγκυον και την γεννωσαν ομου· συναθροισμα μεγα θελει επιστρεψει ενταυθα.
<scripture passage="Jer 31:9" parsed="|Jer|31|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.9" />
<sup>9</sup>Μετα κλαυθμου θελουσιν ελθει και μετα δεησεων θελω επαναφερει αυτους· θελω οδηγησει αυτους παρα ποταμους υδατων δι' ευθειας οδου, καθ' ην δεν θελουσι προσκοψει· διοτι ειμαι πατηρ εις τον Ισραηλ και ο Εφραιμ ειναι ο πρωτοτοκος μου.
<scripture passage="Jer 31:10" parsed="|Jer|31|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.10" />
<sup>10</sup>Ακουσατε, εθνη, τον λογον του Κυριου, και αναγγειλατε εις τας νησους τας μακραν και ειπατε, Ο διασκορπισας τον Ισραηλ θελει συναξει αυτον και θελει φυλαξει αυτον ως ο βοσκος το ποιμνιον αυτου.
<scripture passage="Jer 31:11" parsed="|Jer|31|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ο Κυριος εξηγορασε τον Ιακωβ και ελυτρωσεν αυτον εκ χειρος του δυνατωτερου αυτου.
<scripture passage="Jer 31:12" parsed="|Jer|31|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσιν ελθει και ψαλλει επι του υψους της Σιων, και θελουσι συρρευσει εις τα αγαθα του Κυριου, εις σιτον και εις οινον και εις ελαιον και εις τα γεννηματα των προβατων και των βοων, και η ψυχη αυτων θελει εισθαι ως παραδεισος περιποτιζομενος· και παντελως δεν θελουσι λυπηθη πλεον.
<scripture passage="Jer 31:13" parsed="|Jer|31|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.13" />
<sup>13</sup>Τοτε θελει χαρη η παρθενος εν τω χορω, και οι νεοι και οι γεροντες ομου· και θελω στρεψει το πενθος αυτων εις χαραν και θελω παρηγορησει αυτους και ευφρανει αυτους μετα την θλιψιν αυτων.
<scripture passage="Jer 31:14" parsed="|Jer|31|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.14" />
<sup>14</sup>Και θελω χορτασει την ψυχην των ιερεων απο παχυτητος, και ο λαος μου θελει χορτασθη απο των αγαθων μου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 31:15" parsed="|Jer|31|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Φωνη ηκουσθη εν Ραμα, θρηνος, κλαυθμος, οδυρμος· η Ραχηλ, κλαιουσα τα τεκνα αυτης, δεν ηθελε να παρηγορηθη δια τα τεκνα αυτης, διοτι δεν υπαρχουσιν.
<scripture passage="Jer 31:16" parsed="|Jer|31|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Παυσον την φωνην σου απο κλαυθμου και τους οφθαλμους σου απο δακρυων· διοτι το εργον σου θελει ανταμειφθη, λεγει Κυριος· και θελουσιν επιστρεψει εκ της γης του εχθρου.
<scripture passage="Jer 31:17" parsed="|Jer|31|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.17" />
<sup>17</sup>Και ειναι ελπις εις τα εσχατα σου, λεγει Κυριος, και τα τεκνα σου θελουσιν επιστρεψει εις τα ορια αυτων.
<scripture passage="Jer 31:18" parsed="|Jer|31|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.18" />
<sup>18</sup>Ηκουσα τωοντι τον Εφραιμ λεγοντα εν οδυρμοις, Με επαιδευσας, και επαιδευθην ως μοσχος αδαμαστος· επιστρεψον με και θελω επιστρεψει· διοτι συ εισαι Κυριος ο Θεος μου·
<scripture passage="Jer 31:19" parsed="|Jer|31|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.19" />
<sup>19</sup>βεβαιως αφου επεστρεψα, μετενοησα, και αφου εδιδαχθην, εκτυπησα επι τον μηρον μου· ησχυνθην και μαλιστα ηρυθριασα, διοτι εβαστασα το ονειδος της νεοτητος μου.
<scripture passage="Jer 31:20" parsed="|Jer|31|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.20" />
<sup>20</sup>Ο Εφραιμ ειναι υιος αγαπητος εις εμε; παιδιον φιλτατον; διοτι αφου ελαλησα εναντιον αυτου, παντοτε ενθυμουμαι αυτον, δια τουτο τα σπλαγχνα μου ηχουσι δι' αυτον· θελω βεβαιως σπλαγχνισθη αυτον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 31:21" parsed="|Jer|31|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.21" />
<sup>21</sup>Στησον σημεια της οδου, καμε εις σεαυτον σωρους υψηλους· προσηλωσον την καρδιαν σου εις την λεωφορον, εις την οδον δι' ης υπηγες· επιστρεψον, παρθενε του Ισραηλ, επιστρεψον εις αυτας τας πολεις σου.
<scripture passage="Jer 31:22" parsed="|Jer|31|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.22" />
<sup>22</sup>Εως ποτε θελεις περιφερεσθαι, θυγατηρ αποστατρια; διοτι ο Κυριος εποιησε νεον πραγμα εν τη γη· Γυνη θελει περικυκλωσει ανδρα.
<scripture passage="Jer 31:23" parsed="|Jer|31|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.23" />
<sup>23</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ετι θελουσι λεγει τον λογον τουτον εν τη γη του Ιουδα και εν ταις πολεσιν αυτου, οταν επιστρεψω την αιχμαλωσιαν αυτων, Ο Κυριος να σε ευλογηση, κατοικια δικαιοσυνης, ορος αγιοτητος.
<scripture passage="Jer 31:24" parsed="|Jer|31|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.24" />
<sup>24</sup>Και θελουσι κατοικησει εν αυτη ο Ιουδας και πασαι αι πολεις αυτου ομου, οι γεωργοι και οι εξερχομενοι μετα των ποιμνιων·
<scripture passage="Jer 31:25" parsed="|Jer|31|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.25" />
<sup>25</sup>διοτι εχορτασα την εκλελυμενην ψυχην και ενεπλησα πασαν τεθλιμμενην ψυχην.
<scripture passage="Jer 31:26" parsed="|Jer|31|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο εξυπνησα και εθεωρησα, και ο υπνος μου εσταθη γλυκυς εις εμε.
<scripture passage="Jer 31:27" parsed="|Jer|31|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω σπειρει τον οικον Ισραηλ και τον οικον Ιουδα με σπερμα ανθρωπου και με σπερμα κτηνους.
<scripture passage="Jer 31:28" parsed="|Jer|31|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.28" />
<sup>28</sup>Και καθως εγρηγορουν επ' αυτους δια να εκριζονω και να κατασκαπτω και να κατεδαφιζω και να καταστρεφω και να καταθλιβω, ουτω θελω γρηγορησει επ' αυτους δια να ανοικοδομω και να φυτευω, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 31:29" parsed="|Jer|31|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.29" />
<sup>29</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις δεν θελουσι λεγει πλεον, Οι πατερες εφαγον ομφακα και οι οδοντες των τεκνων ημωδιασαν·
<scripture passage="Jer 31:30" parsed="|Jer|31|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.30" />
<sup>30</sup>αλλ' εκαστος θελει αποθνησκει δια την ανομιαν αυτου· πας ανθρωπος, οστις φαγη τον ομφακα, τουτου οι οδοντες θελουσιν αιμωδιασει.
<scripture passage="Jer 31:31" parsed="|Jer|31|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.31" />
<sup>31</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω καμει προς τον οικον Ισραηλ και προς τον οικον Ιουδα διαθηκην νεαν·
<scripture passage="Jer 31:32" parsed="|Jer|31|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.32" />
<sup>32</sup>ουχι κατα την διαθηκην, την οποιαν εκαμον προς τους πατερας αυτων, καθ' ην ημεραν επιασα αυτους απο της χειρος δια να εξαγαγω αυτους εκ γης Αιγυπτου· διοτι αυτοι παρεβησαν την διαθηκην μου και εγω απεστραφην αυτους, λεγει Κυριος·
<scripture passage="Jer 31:33" parsed="|Jer|31|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.33" />
<sup>33</sup>αλλ' αυτη θελει εισθαι η διαθηκη, την οποιαν θελω καμει προς τον οικον Ισραηλ· μετα τας ημερας εκεινας, λεγει Κυριος, θελω θεσει τον νομον μου εις τα ενδομυχα αυτων και θελω γραψει αυτον εν ταις καρδιαις αυτων· και θελω εισθαι Θεος αυτων και αυτοι θελουσιν εισθαι λαος μου.
<scripture passage="Jer 31:34" parsed="|Jer|31|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.34" />
<sup>34</sup>Και δεν θελουσι διδασκει πλεον εκαστος τον πλησιον αυτου και εκαστος τον αδελφον αυτου, λεγων, Γνωρισατε τον Κυριον· διοτι παντες ουτοι θελουσι με γνωριζει απο μικρου αυτων εως μεγαλου αυτων, λεγει Κυριος· διοτι θελω συγχωρησει την ανομιαν αυτων και την αμαρτιαν αυτων δεν θελω ενθυμεισθαι πλεον.
<scripture passage="Jer 31:35" parsed="|Jer|31|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.35" />
<sup>35</sup>Ουτω λεγει Κυριος, ο διδους τον ηλιον εις φως της ημερας, τας διαταξεις της σεληνης και των αστερων εις φως της νυκτος, ο ταραττων την θαλασσαν, και τα κυματα αυτης βομβουσι· Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου·
<scripture passage="Jer 31:36" parsed="|Jer|31|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.36" />
<sup>36</sup>Εαν αι διαταξεις αυται εκλειψωσιν απ' εμπροσθεν μου, λεγει Κυριος, τοτε και το σπερμα του Ισραηλ θελει παυσει απο του να ηναι εθνος ενωπιον μου πασας τας ημερας.
<scripture passage="Jer 31:37" parsed="|Jer|31|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.37" />
<sup>37</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Εαν ο ουρανος ανω δυναται να μετρηθη και τα θεμελια της γης κατω να εξιχνιασθωσι, τοτε και εγω θελω απορριψει παν το σπερμα του Ισραηλ δια παντα οσα επραξαν, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 31:38" parsed="|Jer|31|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.38" />
<sup>38</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και η πολις θελει οικοδομηθη εις τον Κυριον απο του πυργου Ανανεηλ εως της πυλης της γωνιας.
<scripture passage="Jer 31:39" parsed="|Jer|31|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.39" />
<sup>39</sup>Και σχοινιον διαμετρησεως θελει εξελθει ετι απεναντι αυτης επι τον λοφον Γαρηβ και θελει περιελθει εως Γοαθ.
<scripture passage="Jer 31:40" parsed="|Jer|31|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.31.40" />
<sup>40</sup>Και πασα η κοιλας των πτωματων και της στακτης και παντες οι αγροι εως του χειμαρρου Κεδρων, εως της γωνιας της πυλης των ιππων προς ανατολας, θελουσιν εισθαι αγιοι εις τον Κυριον· δεν θελει πλεον εκριζωθη ουδε καταστραφη εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 32" progress="64.56%" prev="Jer.31" next="Jer.33" id="Jer.32">
<h3 id="Jer.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Jer.32-p1">
<scripture passage="Jer 32:1" parsed="|Jer|32|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου εν τω δεκατω ετει του Σεδεκιου βασιλεως του Ιουδα, το οποιον ητο το δεκατον ογδοον ετος του Ναβουχοδονοσορ.
<scripture passage="Jer 32:2" parsed="|Jer|32|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.2" />
<sup>2</sup>Και τοτε το στρατευμα του βασιλεως της Βαβυλωνος επολιορκει την Ιερουσαλημ· και ο Ιερεμιας ο προφητης ητο κεκλεισμενος εν τη αυλη της φυλακης, της εν τω οικω του βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="Jer 32:3" parsed="|Jer|32|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.3" />
<sup>3</sup>Διοτι Σεδεκιας ο βασιλευς του Ιουδα ειχε κλεισει αυτον, λεγων, Δια τι συ προφητευεις λεγων, Ουτω λεγει Κυριος, Ιδου, εγω θελω παραδωσει την πολιν ταυτην εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελει κυριευσει αυτην·
<scripture passage="Jer 32:4" parsed="|Jer|32|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.4" />
<sup>4</sup>και Σεδεκιας ο βασιλευς του Ιουδα δεν θελει εκφυγει εκ της χειρος των Χαλδαιων, αλλα θελει βεβαιως παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελει λαλησει μετ' αυτου στομα προς στομα και οι οφθαλμοι αυτου θελουσιν ιδει τους οφθαλμους αυτου·
<scripture passage="Jer 32:5" parsed="|Jer|32|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.5" />
<sup>5</sup>και θελει φερει τον Σεδεκιαν εις την Βαβυλωνα και εκει θελει εισθαι, εωσου επισκεφθω αυτον, λεγει Κυριος· και εαν πολεμησητε τους Χαλδαιους, δεν θελετε ευδοκιμησει.
<scripture passage="Jer 32:6" parsed="|Jer|32|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας, Εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Jer 32:7" parsed="|Jer|32|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, Αναμεηλ, ο υιος του Σαλλουμ του θειου σου, θελει ελθει προς σε, λεγων, Αγορασον εις σεαυτον τον αγρον μου τον εν Αναθωθ· διοτι εις σε ανηκει το δικαιωμα εξαγορας δια να αγορασης αυτον.
<scripture passage="Jer 32:8" parsed="|Jer|32|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.8" />
<sup>8</sup>Και ηλθε προς εμε Αναμεηλ, ο υιος του θειου μου, εις την αυλην της φυλακης, κατα τον λογον του Κυριου, και ειπε προς εμε, Αγορασον, παρακαλω, τον αγρον μου τον εν Αναθωθ, τον εν τη γη Βενιαμιν· διοτι εις σε ανηκει το δικαιωμα της κληρονομιας και εις σε η εξαγορα· αγορασον αυτον εις σεαυτον. Τοτε εγνωρισα οτι λογος Κυριου ητο ουτος.
<scripture passage="Jer 32:9" parsed="|Jer|32|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.9" />
<sup>9</sup>Και ηγορασα παρα του Αναμεηλ, υιου του θειου μου, τον αγρον τον εν Αναθωθ και εζυγισα προς αυτον τα χρηματα, δεκαεπτα σικλους αργυριου.
<scripture passage="Jer 32:10" parsed="|Jer|32|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.10" />
<sup>10</sup>Και εγραψα το συμφωνητικον και εσφραγισα και εβαλον μαρτυρας και εζυγισα τα χρηματα εν τη πλαστιγγι.
<scripture passage="Jer 32:11" parsed="|Jer|32|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβον το συμφωνητικον της αγορας, το εσφραγισμενον κατα τον νομον και την συνηθειαν και το ανοικτον·
<scripture passage="Jer 32:12" parsed="|Jer|32|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.12" />
<sup>12</sup>και εδωκα το συμφωνητικον της αγορας εις τον Βαρουχ τον υιον του Νηριου υιου του Μαασιου, εμπροσθεν του Αναμεηλ υιου του θειου μου και εμπροσθεν των μαρτυρων των υπογραψαντων το συμφωνητικον της αγορας, εμπροσθεν παντων των Ιουδαιων των καθημενων εν τη αυλη της φυλακης.
<scripture passage="Jer 32:13" parsed="|Jer|32|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.13" />
<sup>13</sup>Και προσεταξα τον Βαρουχ εμπροσθεν αυτων, λεγων,
<scripture passage="Jer 32:14" parsed="|Jer|32|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.14" />
<sup>14</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Λαβε τα συμφωνητικα ταυτα, το συμφωνητικον τουτο της αγορας και το εσφραγισμενον και το συμφωνητικον τουτο το ανοικτον· και θες αυτα εις αγγειον πηλινον, δια να διαμενωσιν ημερας πολλας.
<scripture passage="Jer 32:15" parsed="|Jer|32|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Οικιαι και αγροι και αμπελοι θελουσιν αποκτηθη παλιν εν ταυτη τη γη.
<scripture passage="Jer 32:16" parsed="|Jer|32|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.16" />
<sup>16</sup>Αφου δε εδωκα το συμφωνητικον, της αγορας εις τον Βαρουχ τον υιον του Νηριου προσηυχηθην εις τον Κυριον, λεγων,
<scripture passage="Jer 32:17" parsed="|Jer|32|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.17" />
<sup>17</sup>Ω Κυριε Θεε· ιδου, συ εκαμες τον ουρανον και την γην εν τη δυναμει σου τη μεγαλη και εν τω βραχιονι σου τω εξηπλωμενω· δεν ειναι ουδεν πραγμα δυσκολον εις σε.
<scripture passage="Jer 32:18" parsed="|Jer|32|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.18" />
<sup>18</sup>Καμνεις ελεος εις χιλιαδας και ανταποδιδεις την ανομιαν των πατερων εις τον κολπον των τεκνων αυτων μετ' αυτους· ο Θεος ο μεγας, ο ισχυρος, Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου,
<scripture passage="Jer 32:19" parsed="|Jer|32|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.19" />
<sup>19</sup>μεγας εν βουλη και δυνατος εν εργοις· διοτι οι οφθαλμοι σου ειναι ανεωγμενοι επι πασας τας οδους των υιων των ανθρωπων, δια να δωσης εις εκαστον κατα τας οδους αυτου και κατα τον καρπον των εργων αυτου·
<scripture passage="Jer 32:20" parsed="|Jer|32|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.20" />
<sup>20</sup>οστις εκαμες σημεια και τερατα εν τη γη της Αιγυπτου, γνωστα εως της ημερας ταυτης, και εν Ισραηλ και εν ανθρωποις· και εκαμες εις σεαυτον ονομα, ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Jer 32:21" parsed="|Jer|32|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.21" />
<sup>21</sup>και εξηγαγες τον λαον σου τον Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου με σημεια και με τερατα και με κραταιαν χειρα και με βραχιονα εξηπλωμενον και με τρομον μεγαν·
<scripture passage="Jer 32:22" parsed="|Jer|32|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.22" />
<sup>22</sup>και εδωκας εις αυτους την γην ταυτην, την οποιαν ωμοσας προς τους πατερας αυτων να δωσης εις αυτους, γην ρεουσαν γαλα και μελι·
<scripture passage="Jer 32:23" parsed="|Jer|32|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.23" />
<sup>23</sup>και εισηλθον και εκληρονομησαν αυτην· αλλα δεν υπηκουσαν εις την φωνην σου ουδε περιεπατησαν εν τω νομω σου· δεν εκαμον ουδεν εκ παντων οσα προσεταξας εις αυτους να καμωσι· δια τουτο επεφερες επ' αυτους απαν τουτο το κακον.
<scripture passage="Jer 32:24" parsed="|Jer|32|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.24" />
<sup>24</sup>Ιδου, τα χαρακωματα εφθασαν εις την πολιν, δια να κυριευσωσιν αυτην· και η πολις εδοθη εις την χειρα των Χαλδαιων των πολεμουντων κατ' αυτης, εξ αιτιας της μαχαιρας και της πεινης και του λοιμου· και ο, τι ελαλησας, εγεινε· και ιδου, βλεπεις·
<scripture passage="Jer 32:25" parsed="|Jer|32|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.25" />
<sup>25</sup>και συ ειπας προς εμε, Κυριε Θεε, Αγορασον εις σεαυτον τον αγρον δι' αργυριου και παραστησον μαρτυρας· και η πολις εδοθη εις την χειρα των Χαλδαιων.
<scripture passage="Jer 32:26" parsed="|Jer|32|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.26" />
<sup>26</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, λεγων,
<scripture passage="Jer 32:27" parsed="|Jer|32|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, εγω ειμαι Κυριος ο Θεος πασης σαρκος· ειναι τι πραγμα δυσκολον εις εμε;
<scripture passage="Jer 32:28" parsed="|Jer|32|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.28" />
<sup>28</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω παραδωσει την πολιν ταυτην εις την χειρα των Χαλδαιων και εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος, και θελει κυριευσει αυτην·
<scripture passage="Jer 32:29" parsed="|Jer|32|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.29" />
<sup>29</sup>και οι Χαλδαιοι οι πολεμουντες κατα της πολεως ταυτης θελουσιν ελθει και βαλει πυρ εις την πολιν ταυτην και κατακαυσει αυτην και τας οικιας, επι τα δωματα των οποιων εθυμιαζον εις τον Βααλ και εκαμνον σπονδας εις αλλους θεους, δια να με παροργισωσι.
<scripture passage="Jer 32:30" parsed="|Jer|32|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.30" />
<sup>30</sup>Διοτι οι υιοι Ισραηλ και οι υιοι Ιουδα κακον μονον εκαμνον ενωπιον μου εκ νεοτητος αυτων· διοτι οι υιοι Ισραηλ αλλο δεν εκαμνον, παρα να με παροργιζωσι δια των εργων των χειρων αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 32:31" parsed="|Jer|32|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.31" />
<sup>31</sup>Διοτι η πολις αυτη εσταθη εις εμε ερεθισμος της οργης μου και του θυμου μου, αφ' ης ημερας ωκοδομησαν αυτην εως της ημερας ταυτης, δια να απορριψω αυτην απ' εμπροσθεν μου,
<scripture passage="Jer 32:32" parsed="|Jer|32|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.32" />
<sup>32</sup>ενεκεν πασης της κακιας των υιων Ισραηλ και των υιων Ιουδα, την οποιαν εκαμον δια να με παροργισωσιν, αυτοι, οι βασιλεις αυτων, οι αρχοντες αυτων, οι ιερεις αυτων και οι προφηται αυτων και οι ανδρες Ιουδα και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 32:33" parsed="|Jer|32|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.33" />
<sup>33</sup>Και εστρεψαν νωτα προς εμε και ουχι προσωπον· και εδιδασκον αυτους εγειρομενος πρωι και διδασκων, πλην δεν ηκουσαν, ωστε να λαβωσι παιδειαν·
<scripture passage="Jer 32:34" parsed="|Jer|32|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.34" />
<sup>34</sup>αλλ' εθεσαν τα βδελυγματα αυτων εν τω οικω, εφ' ον εκληθη το ονομα μου, δια να μιανωσιν αυτον.
<scripture passage="Jer 32:35" parsed="|Jer|32|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.35" />
<sup>35</sup>Και ωκοδομησαν τους υψηλους τοπους του Βααλ τους εν τη φαραγγι του υιου Εννομ, δια να διαπερασωσι τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων δια του πυρος εις τον Μολοχ· το οποιον δεν προσεταξα εις αυτους ουδε ανεβη επι την καρδιαν μου, να πραξωσι το βδελυγμα τουτο, ωστε να καμωσι τον Ιουδαν να αμαρτανη.
<scripture passage="Jer 32:36" parsed="|Jer|32|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.36" />
<sup>36</sup>Και τωρα δια ταυτα ουτω λεγει Κυριος, ο Θεος του Ισραηλ, περι της πολεως ταυτης, περι ης υμεις λεγετε, Θελει παραδοθη εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος, δια μαχαιρας και δια πεινης και δια λοιμου·
<scripture passage="Jer 32:37" parsed="|Jer|32|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.37" />
<sup>37</sup>ιδου, θελω συναξει αυτους εκ παντων των τοπων, οπου εδιωξα αυτους εν τη οργη μου και εν τω θυμω μου και εν τη μεγαλη αγανακτησει μου· και θελω επιστρεψει αυτους εις τον τοπον τουτον και θελω κατοικισει αυτους εν ασφαλεια·
<scripture passage="Jer 32:38" parsed="|Jer|32|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.38" />
<sup>38</sup>και θελουσιν εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος αυτων·
<scripture passage="Jer 32:39" parsed="|Jer|32|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.39" />
<sup>39</sup>και θελω δωσει εις αυτους καρδιαν μιαν και οδον μιαν, δια να με φοβωνται πασας τας ημερας, δια το καλον αυτων και των τεκνων αυτων μετ' αυτους·
<scripture passage="Jer 32:40" parsed="|Jer|32|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.40" />
<sup>40</sup>και θελω καμει διαθηκην αιωνιον προς αυτους, οτι δεν θελω αποστρεψει απ' οπισω αυτων, δια να αγαθοποιω αυτους· και θελω δωσει τον φοβον μου εις τας καρδιας αυτων, δια να μη αποστατησωσιν απ' εμου·
<scripture passage="Jer 32:41" parsed="|Jer|32|41|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.41" />
<sup>41</sup>και θελω ευφραινεσθαι επ' αυτους εις το να αγαθοποιω αυτους, και θελω φυτευσει αυτους εν τη γη ταυτη κατα αληθειαν, εξ ολης μου της καρδιας και εξ ολης μου της ψυχης.
<scripture passage="Jer 32:42" parsed="|Jer|32|42|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.42" />
<sup>42</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Καθως επεφερα επι τουτον τον λαον παντα ταυτα τα μεγαλα κακα, ουτω θελω επιφερει επ' αυτους παντα τα αγαθα, τα οποια εγω ελαλησα περι αυτων.
<scripture passage="Jer 32:43" parsed="|Jer|32|43|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.43" />
<sup>43</sup>Και θελουσιν αποκτηθη αγροι εν τη γη ταυτη, περι της οποιας σεις λεγετε, Ειναι ερημος χωρις ανθρωπου η κτηνους· παρεδοθη εις την χειρα των Χαλδαιων.
<scripture passage="Jer 32:44" parsed="|Jer|32|44|0|0" osisRef="Bible:Jer.32.44" />
<sup>44</sup>Θελουσιν αγοραζει αγρους δι' αργυριου και υπογραφει συμφωνητικα και σφραγιζει και θελουσι παριστανει μαρτυρας, εν τη γη Βενιαμιν και εν τοις περιξ Ιερουσαλημ και εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις πολεσι της ορεινης και εν ταις πολεσι της πεδινης και εν ταις πολεσι του νοτου· διοτι θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν αυτων, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 33" progress="64.74%" prev="Jer.32" next="Jer.34" id="Jer.33">
<h3 id="Jer.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Jer.33-p1">
<scripture passage="Jer 33:1" parsed="|Jer|33|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν εκ δευτερου, ενω αυτος ητο ετι κεκλεισμενος εν τη αυλη της φυλακης, λεγων,
<scripture passage="Jer 33:2" parsed="|Jer|33|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο κτισας αυτην, Κυριος ο πλασας αυτην δια να στερεωση αυτην· Κυριος το ονομα αυτου·
<scripture passage="Jer 33:3" parsed="|Jer|33|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.3" />
<sup>3</sup>Κραξον προς εμε και θελω σοι αποκριθη και σοι δειξει μεγαλα και αποκρυφα, τα οποια δεν γνωριζεις.
<scripture passage="Jer 33:4" parsed="|Jer|33|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ περι των οικιων της πολεως ταυτης και περι των οικιων των βασιλεων του Ιουδα, αιτινες θελουσι καταστραφη απο χαρακωματων και απο μαχαιρας,
<scripture passage="Jer 33:5" parsed="|Jer|33|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.5" />
<sup>5</sup>των ερχομενων δια να πολεμησωσι προς τους Χαλδαιους και δια να εμπλησωσιν αυτας με τα πτωματα των ανθρωπων, τους οποιους εγω θελω παταξει εν τη οργη μου και εν τω θυμω μου και δια πασας τας κακιας των οποιων εκρυψα το προσωπον μου απο της πολεως ταυτης·
<scripture passage="Jer 33:6" parsed="|Jer|33|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.6" />
<sup>6</sup>ιδου, εγω θελω φερει εις αυτην υγιειαν και ιασιν και θελω ιατρευσει αυτους, και θελω καμει αυτους να ιδωσιν αφθονιαν ειρηνης και αληθειας.
<scripture passage="Jer 33:7" parsed="|Jer|33|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.7" />
<sup>7</sup>Και θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν του Ιουδα και την αιχμαλωσιαν του Ισραηλ, και θελω οικοδομησει αυτους ως το προτερον·
<scripture passage="Jer 33:8" parsed="|Jer|33|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.8" />
<sup>8</sup>και θελω καθαρισει αυτους απο πασης της ανομιας αυτων, με την οποιαν ημαρτησαν εις εμε· και θελω συγχωρησει πασας τας ανομιας αυτων, με τας οποιας ημαρτησαν εις εμε και με τας οποιας απεστατησαν απ' εμου.
<scripture passage="Jer 33:9" parsed="|Jer|33|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.9" />
<sup>9</sup>Και η πολις αυτη θελει εισθαι εις εμε ονομα ευφροσυνης, αινεσις και δοξα εμπροσθεν παντων των εθνων της γης, τα οποια θελουσιν ακουσει παντα τα αγαθα, τα οποια εγω καμνω εις αυτους· και θελουσιν εκπλαγη και τρομαξει δια παντα τα αγαθα και δια πασαν την ειρηνην, την οποιαν θελω καμει εις αυτην.
<scripture passage="Jer 33:10" parsed="|Jer|33|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Παλιν θελει ακουσθη εν τω τοπω τουτω, περι του οποιου σεις λεγετε, Ειναι ερημος, χωρις ανθρωπου και χωρις κτηνους εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ, αιτινες ειναι ερημοι, χωρις ανθρωπου και χωρις κατοικου και χωρις κτηνους,
<scripture passage="Jer 33:11" parsed="|Jer|33|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.11" />
<sup>11</sup>η φωνη της χαρας και η φωνη της ευφροσυνης, η φωνη του νυμφιου και η φωνη της νυμφης, φωνη των λεγοντων, Αινειτε τον Κυριον των δυναμεων, διοτι αγαθος ο Κυριος, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα· και των προσφεροντων ευχαριστηριους προσφορας εις τον οικον του Κυριου· διοτι θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν της γης, ως το προτερον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 33:12" parsed="|Jer|33|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.12" />
<sup>12</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Παλιν εν τω τοπω τουτω οστις ειναι ερημος, χωρις ανθρωπου και χωρις κτηνους, και εν πασαις ταις πολεσιν αυτου, θελουσιν εισθαι μανδραι ποιμενων δια να αναπαυωσι τα ποιμνια.
<scripture passage="Jer 33:13" parsed="|Jer|33|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.13" />
<sup>13</sup>Εν ταις πολεσι της ορεινης, εν ταις πολεσι της πεδινης και εν ταις πολεσι του νοτου και εν τη γη Βενιαμιν και εν τοις περιξ της Ιερουσαλημ και εν ταις πολεσι του Ιουδα θελουσι περασει παλιν τα ποιμνια υπο την χειρα του αριθμουντος, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 33:14" parsed="|Jer|33|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω εκτελεσει τον αγαθον εκεινον λογον, τον οποιον ελαλησα περι του οικου Ισραηλ και περι του οικου Ιουδα.
<scripture passage="Jer 33:15" parsed="|Jer|33|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.15" />
<sup>15</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις και εν τω καιρω εκεινω θελω αναβλαστησει εις τον Δαβιδ βλαστον δικαιοσυνης, και θελει εκτελεσει κρισιν και δικαιοσυνην εν τη γη.
<scripture passage="Jer 33:16" parsed="|Jer|33|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.16" />
<sup>16</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις ο Ιουδας θελει σωθη και η Ιερουσαλημ θελει κατοικησει εν ασφαλεια· και τουτο ειναι το ονομα, με το οποιον θελει ονομασθη, Ο Κυριος η δικαιοσυνη ημων.
<scripture passage="Jer 33:17" parsed="|Jer|33|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Δεν θελει λειψει απο του Δαβιδ ανθρωπος καθημενος επι τον θρονον του οικου Ισραηλ·
<scripture passage="Jer 33:18" parsed="|Jer|33|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.18" />
<sup>18</sup>ουτε απο των ιερεων των Λευιτων θελει λειψει ανθρωπος ενωπιον μου, δια να προσφερη ολοκαυτωματα και να καιη προσφορας εξ αλφιτων και να καμνη θυσιας πασας τας ημερας.
<scripture passage="Jer 33:19" parsed="|Jer|33|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.19" />
<sup>19</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν λεγων,
<scripture passage="Jer 33:20" parsed="|Jer|33|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.20" />
<sup>20</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Εαν ηναι δυνατον να καταλυσητε την διαθηκην μου της ημερας και την διαθηκην μου της νυκτος, ωστε να μη ηναι πλεον ημερα και νυξ εν τω καιρω αυτων,
<scripture passage="Jer 33:21" parsed="|Jer|33|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.21" />
<sup>21</sup>τοτε θελει δυνηθη να καταλυθη και η διαθηκη μου η προς τον Δαβιδ τον δουλον μου, ωστε να μη εχη υιον δια να βασιλευη επι του θρονου αυτου, και η προς τους Λευιτας τους ιερεις, τους λειτουργους μου.
<scripture passage="Jer 33:22" parsed="|Jer|33|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.22" />
<sup>22</sup>Καθως η στρατια του ουρανου δεν δυναται να αριθμηθη ουδε η αμμος της θαλασσης να μετρηθη, ουτω θελω πληθυνει το σπερμα Δαβιδ του δουλου μου και τους Λευιτας τους λειτουργουντας εις εμε.
<scripture passage="Jer 33:23" parsed="|Jer|33|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.23" />
<sup>23</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, λεγων,
<scripture passage="Jer 33:24" parsed="|Jer|33|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.24" />
<sup>24</sup>Δεν ειδες τι ελαλησεν ο λαος ουτος, λεγων, Τας δυο οικογενειας, τας οποιας ο Κυριος εξελεξεν, απερριψεν αυτας; ουτως αυτοι κατεφρονησαν τον λαον μου, ωστε δεν λογιζεται πλεον εθνος εις αυτους.
<scripture passage="Jer 33:25" parsed="|Jer|33|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.25" />
<sup>25</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Εαν δεν εκαμον την διαθηκην μου της ημερας και της νυκτος, και εαν δεν διεταξα τους νομους του ουρανου και της γης,
<scripture passage="Jer 33:26" parsed="|Jer|33|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.33.26" />
<sup>26</sup>τοτε θελω απορριψει το σπερμα του Ιακωβ και του Δαβιδ του δουλου μου, ωστε να μη λαβω εκ του σπερματος αυτου κυβερνητας επι το σπερμα του Αβρααμ, του Ισαακ και του Ιακωβ· διοτι θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν αυτων και θελω οικτειρει αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 34" progress="64.85%" prev="Jer.33" next="Jer.35" id="Jer.34">
<h3 id="Jer.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Jer.34-p1">
<scripture passage="Jer 34:1" parsed="|Jer|34|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, οτε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος και πασα η δυναμις αυτου και παντα τα βασιλεια της γης τα υποκειμενα υπο την χειρα αυτου και παντες οι λαοι επολεμουν κατα της Ιερουσαλημ και κατα πασων των πολεων αυτης, λεγων,
<scripture passage="Jer 34:2" parsed="|Jer|34|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Υπαγε και λαλησον προς τον Σεδεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελω παραδωσει την πολιν ταυτην εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος, και θελει κατακαυσει αυτην εν πυρι·
<scripture passage="Jer 34:3" parsed="|Jer|34|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.3" />
<sup>3</sup>και συ δεν θελεις εκφυγει εκ της χειρος αυτου, αλλ' εξαπαντος θελεις πιασθη και παραδοθη εις την χειρα αυτου· και οι οφθαλμοι σου θελουσιν ιδει τους οφθαλμους του βασιλεως της Βαβυλωνος, και το στομα αυτου θελει λαλησει εις το στομα σου, και θελεις υπαγει εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 34:4" parsed="|Jer|34|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.4" />
<sup>4</sup>Ακουσον ομως τον λογον του Κυριου, Σεδεκια βασιλευ του Ιουδα· ουτω λεγει Κυριος περι σου· Δεν θελεις αποθανει δια μαχαιρας·
<scripture passage="Jer 34:5" parsed="|Jer|34|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.5" />
<sup>5</sup>εν ειρηνη θελεις αποθανει, και κατα τας καυσεις τας εις τους πατερας σου, τους προγενεστερους βασιλεις, τους υπαρξαντας προ σου, ουτω θελουσι καμει καυσεις εις σε· και θελουσι κλαυσει, λεγοντες, Ουαι, Κυριε· διοτι εγω ελαλησα τον λογον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 34:6" parsed="|Jer|34|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.6" />
<sup>6</sup>Και ελαλησεν Ιερεμιας ο προφητης προς Σεδεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα παντας τους λογους τουτους εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Jer 34:7" parsed="|Jer|34|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.7" />
<sup>7</sup>το δε στρατευμα του βασιλεως της Βαβυλωνος επολεμει κατα της Ιερουσαλημ και κατα πασων των πολεων του Ιουδα των εναπολειφθεισων, κατα της Λαχεις και κατα της Αζηκα· διοτι αυται εναπελειφθησαν εν ταις πολεσιν Ιουδα, πολεις οχυραι.
<scripture passage="Jer 34:8" parsed="|Jer|34|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.8" />
<sup>8</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, αφου ο βασιλευς Σεδεκιας εκαμε συνθηκην μετα παντος του λαου του εν Ιερουσαλημ, δια να κηρυξη εις αυτους αφεσιν·
<scripture passage="Jer 34:9" parsed="|Jer|34|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.9" />
<sup>9</sup>ωστε να αποπεμψη εκαστος τον δουλον αυτου και εκαστος την δουλην αυτου, Εβραιον η Εβραιαν, ελευθερους, δια να μη εχη μηδεις δουλον Ιουδαιον αδελφον αυτου·
<scripture passage="Jer 34:10" parsed="|Jer|34|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.10" />
<sup>10</sup>και ηκουσαν παντες οι αρχοντες και πας ο λαος, οι εισελθοντες εις την συνθηκην, του να αποπεμψωσιν εκαστος τον δουλον αυτου και εκαστος την δουλην αυτου ελευθερους, ωστε να μη εχωσι πλεον δουλους αυτους· υπηκουσαν λοιπον και απεπεμψαν·
<scripture passage="Jer 34:11" parsed="|Jer|34|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.11" />
<sup>11</sup>μετα ταυτα ομως τους δουλους και τας δουλας, τους οποιους απεπεμψαν ελευθερους, εκαμον να επιστρεψωσι, και καθυπεβαλον αυτους να ηναι δουλοι και δουλαι·
<scripture passage="Jer 34:12" parsed="|Jer|34|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.12" />
<sup>12</sup>και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 34:13" parsed="|Jer|34|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Εγω εκαμον διαθηκην προς τους πατερας σας, καθ' ην ημεραν εξηγαγον αυτους εκ γης Αιγυπτου, εξ οικου δουλειας, λεγων,
<scripture passage="Jer 34:14" parsed="|Jer|34|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.14" />
<sup>14</sup>Εν τω τελει επτα ετων αποπεμψατε εκαστος τον αδελφον αυτου τον Εβραιον, οστις επωληθη εις σε και σε υπηρετησεν εξ ετη· τοτε θελεις αποπεμψει αυτον ελευθερον απο σου· αλλ' οι πατερες σας δεν μου ηκουσαν ουδε εκλιναν το ωτιον αυτων.
<scripture passage="Jer 34:15" parsed="|Jer|34|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.15" />
<sup>15</sup>Και σεις τωρα ειχετε επιστρεψει και καμει το ευθες ενωπιον μου, κηρυττοντες εκαστος αφεσιν εις τον πλησιον αυτου· και ειχετε καμει συνθηκην ενωπιον μου εν τω οικω, εφ' ον εκληθη το ονομα μου·
<scripture passage="Jer 34:16" parsed="|Jer|34|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.16" />
<sup>16</sup>αλλ' επεστρεψατε και εμιανατε το ονομα μου, και εκαμετε εκαστος τον δουλον αυτου και εκαστος την δουλην αυτου να επιστρεψωσι, τους οποιους ειχετε αποπεμψει ελευθερους κατα την θελησιν αυτων, και καθυπεβαλετε αυτους δια να ηναι εις εσας δουλοι και δουλαι.
<scripture passage="Jer 34:17" parsed="|Jer|34|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Σεις δεν μου ηκουσατε, να κηρυξητε αφεσιν εκαστος εις τον αδελφον αυτου και εκαστος εις τον πλησιον αυτου· ιδου λοιπον, λεγει Κυριος, εγω κηρυττω αφεσιν εναντιον σας εις την μαχαιραν, εις τον λοιμον και εις την πειναν· και θελω σας παραδωσει εις διασποραν εν πασι τοις βασιλειοις της γης.
<scripture passage="Jer 34:18" parsed="|Jer|34|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.18" />
<sup>18</sup>Και θελω παραδωσει τους ανθρωπους τους αθετησαντας την διαθηκην μου, οιτινες δεν εξετελεσαν τους λογους της διαθηκης, την οποιαν εκαμον ενωπιον μου, οτε εσχισαν τον μοσχον εις δυο και επερασαν μεταξυ των τμηματων αυτου,
<scripture passage="Jer 34:19" parsed="|Jer|34|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.19" />
<sup>19</sup>τους αρχοντας του Ιουδα και τους αρχοντας της Ιερουσαλημ, τους ευνουχους και τους ιερεις και παντα τον λαον του τοπου, οιτινες επερασαν μεταξυ των τμηματων του μοσχου·
<scripture passage="Jer 34:20" parsed="|Jer|34|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.20" />
<sup>20</sup>και θελω παραδωσει αυτους εις την χειρα των εχθρων αυτων και εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην αυτων· τα δε πτωματα αυτων θελουσιν εισθαι δια τροφην εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια της γης.
<scripture passage="Jer 34:21" parsed="|Jer|34|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.21" />
<sup>21</sup>Και Σεδεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα και τους αρχοντας αυτου θελω παραδωσει εις την χειρα των εχθρων αυτων και εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην αυτων και εις την χειρα του στρατευματος του βασιλεως της Βαβυλωνος, οιτινες ανεχωρησαν απο εσας.
<scripture passage="Jer 34:22" parsed="|Jer|34|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.34.22" />
<sup>22</sup>Ιδου, θελω προσταξει, λεγει Κυριος, και θελω επιστρεψει αυτους εις την πολιν ταυτην· και θελουσι πολεμησει κατ' αυτης και κυριευσει αυτην και κατακαυσει αυτην εν πυρι· και θελω καμει ερημωσιν τας πολεις του Ιουδα, ωστε να μη υπαρχη ο κατοικων.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 35" progress="64.96%" prev="Jer.34" next="Jer.36" id="Jer.35">
<h3 id="Jer.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Jer.35-p1">
<scripture passage="Jer 35:1" parsed="|Jer|35|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου εν ταις ημεραις του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, λεγων,
<scripture passage="Jer 35:2" parsed="|Jer|35|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.2" />
<sup>2</sup>Υπαγε προς τον οικον των Ρηχαβιτων και λαλησον προς αυτους και φερε αυτους εις τον οικον του Κυριου, εις εν των δωματιων, και ποτισον αυτους οινον.
<scripture passage="Jer 35:3" parsed="|Jer|35|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ελαβον Ιααζανιαν, τον υιον του Ιερεμιου, υιου του Χαβασινια, και τους αδελφους αυτου και παντας τους υιους αυτου και παντα τον οικον των Ρηχαβιτων,
<scripture passage="Jer 35:4" parsed="|Jer|35|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.4" />
<sup>4</sup>και εφερα αυτους προς τον οικον του Κυριου, εις το δωματιον των υιων του Αναν, υιου του Ιγδαλιου, ανθρωπου του Θεου, το οποιον ητο πλησιον του δωματιου των αρχοντων του επι του δωματιου του Μαασιου υιου του Σαλλουμ, του φυλακος της αυλης·
<scripture passage="Jer 35:5" parsed="|Jer|35|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.5" />
<sup>5</sup>και εθεσα εμπροσθεν των υιων του οικου των Ρηχαβιτων αγγεια πληρη οινου και ποτηρια, και ειπα προς αυτους, Πιετε οινον.
<scripture passage="Jer 35:6" parsed="|Jer|35|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.6" />
<sup>6</sup>Και ειπον, Δεν θελομεν πιει οινον· διοτι Ιωναδαβ, ο υιος του Ρηχαβ, ο πατηρ ημων, προσεταξεν εις ημας λεγων, Δεν θελετε πιει οινον, σεις και οι υιοι σας, εις τον αιωνα·
<scripture passage="Jer 35:7" parsed="|Jer|35|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.7" />
<sup>7</sup>ουδε οικιαν θελετε οικοδομησει ουδε σπερμα θελετε σπειρει ουδε αμπελωνα θελετε φυτευσει ουδε θελετε εχει· αλλ' εν σκηναις θελετε κατοικει πασας τας ημερας σας, δια να ζησητε πολλας ημερας επι της γης, εν η παροικειτε.
<scripture passage="Jer 35:8" parsed="|Jer|35|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.8" />
<sup>8</sup>Και υπηκουσαμεν εις την φωνην του Ιωναδαβ, υιου του Ρηχαβ, του πατρος ημων, κατα παντα οσα προσεταξεν εις ημας, να μη πιωμεν οινον πασας τας ημερας ημων, ημεις, αι γυναικες ημων, οι υιοι ημων και αι θυγατερες ημων·
<scripture passage="Jer 35:9" parsed="|Jer|35|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.9" />
<sup>9</sup>μηδε να οικοδομησωμεν οικιας δια να κατοικωμεν· και δεν ειχομεν αμπελωνα η αγρον η σπερμα·
<scripture passage="Jer 35:10" parsed="|Jer|35|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.10" />
<sup>10</sup>αλλα κατωκησαμεν εν σκηναις και υπηκουσαμεν και επραξαμεν κατα παντα οσα προσεταξεν εις ημας Ιωναδαβ ο πατηρ ημων·
<scripture passage="Jer 35:11" parsed="|Jer|35|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.11" />
<sup>11</sup>οτε ομως Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος ανεβη εις τον τοπον, ειπομεν, Ελθετε και ας υπαγωμεν εις Ιερουσαλημ, εξ αιτιας του στρατευματος των Χαλδαιων και εξ αιτιας του στρατευματος των Συριων· και κατοικουμεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 35:12" parsed="|Jer|35|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.12" />
<sup>12</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, λεγων,
<scripture passage="Jer 35:13" parsed="|Jer|35|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Υπαγε και ειπε προς τους ανθρωπους του Ιουδα και προς τους κατοικους της Ιερουσαλημ, Δεν θελετε λαβει παιδειαν δια να ακουητε τους λογους μου; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 35:14" parsed="|Jer|35|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.14" />
<sup>14</sup>Οι μεν λογοι του Ιωναδαβ, υιου του Ρηχαβ, οστις προσεταξεν εις τους υιους αυτου να μη πινωσιν οινον, εξετελεσθησαν· και εως της ημερας ταυτης δεν πινουσι, διοτι υπακουουσιν εις την προσταγην του πατρος αυτων· εγω δε ελαλησα προς εσας, εγειρομενος πρωι και λαλων, πλην δεν μου ηκουσατε.
<scripture passage="Jer 35:15" parsed="|Jer|35|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.15" />
<sup>15</sup>Και απεστειλα προς εσας παντας τους δουλους μου τους προφητας, εγειρομενος πρωι και αποστελλων, λεγων, Επιστρεψατε ηδη εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και διορθωσατε τας πραξεις υμων και μη υπαγετε οπισω αλλων θεων δια να λατρευητε αυτους, και θελετε κατοικησει εν τη γη, την οποιαν εδωκα εις εσας και εις τους πατερας σας· αλλα δεν εκλινατε το ωτιον σας και δεν μου εισηκουσατε.
<scripture passage="Jer 35:16" parsed="|Jer|35|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.16" />
<sup>16</sup>Επειδη οι υιοι του Ιωναδαβ υιου του Ρηχαβ εξετελεσαν την προσταγην του πατρος αυτων, την οποιαν προσεταξεν εις αυτους, ο δε λαος ουτος δεν μου εισηκουσε,
<scripture passage="Jer 35:17" parsed="|Jer|35|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.17" />
<sup>17</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, θελω φερει επι τον Ιουδαν και επι παντας τους κατοικους της Ιερουσαλημ παντα τα κακα, τα οποια ελαλησα κατ' αυτων, διοτι ελαλησα προς αυτους και δεν ηκουσαν, και εκραξα προς αυτους και δεν απεκριθησαν.
<scripture passage="Jer 35:18" parsed="|Jer|35|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον οικον των Ρηχαβιτων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Επειδη υπηκουσατε εις την προσταγην Ιωναδαβ του πατρος σας και εφυλαξατε πασας τας εντολας αυτου και εκαμετε κατα παντα οσα προσεταξεν εις εσας,
<scripture passage="Jer 35:19" parsed="|Jer|35|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.35.19" />
<sup>19</sup>δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· δεν θελει λειψει ανθρωπος απο του Ιωναδαβ υιου του Ρηχαβ παρισταμενος ενωπιον μου εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 36" progress="65.04%" prev="Jer.35" next="Jer.37" id="Jer.36">
<h3 id="Jer.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Jer.36-p1">
<scripture passage="Jer 36:1" parsed="|Jer|36|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω τεταρτω ετει του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου βασιλεως του Ιουδα, εγεινεν ο λογος ουτος προς τον Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,
<scripture passage="Jer 36:2" parsed="|Jer|36|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.2" />
<sup>2</sup>Λαβε εις σεαυτον τομον βιβλιου και γραψον εν αυτω παντας τους λογους, τους οποιους ελαλησα προς σε κατα του Ισραηλ και κατα του Ιουδα και κατα παντων των εθνων αφ' ης ημερας ελαλησα προς σε, απο των ημερων του Ιωσιου εως της ημερας ταυτης·
<scripture passage="Jer 36:3" parsed="|Jer|36|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.3" />
<sup>3</sup>ισως ακουση ο οικος Ιουδα παντα τα κακα, τα οποια εγω βουλευομαι να καμω εις αυτους, ωστε να επιστρεψωσιν εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και να συγχωρησω την ανομιαν αυτων και την αμαρτιαν αυτων.
<scripture passage="Jer 36:4" parsed="|Jer|36|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.4" />
<sup>4</sup>Και εκαλεσεν ο Ιερεμιας τον Βαρουχ τον υιον του Νηριου, και ο Βαρουχ εγραψεν εκ στοματος του Ιερεμιου παντας τους λογους του Κυριου, τους οποιους ελαλησε προς αυτον, επι τομου βιβλιου.
<scripture passage="Jer 36:5" parsed="|Jer|36|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.5" />
<sup>5</sup>Και προσεταξεν ο Ιερεμιας τον Βαρουχ, λεγων, Εγω ειμαι υπο φυλαξιν· δεν δυναμαι να εισελθω εις τον οικον του Κυριου·
<scripture passage="Jer 36:6" parsed="|Jer|36|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο εισελθε συ και αναγνωσον εν τω τομω, τον οποιον εγραψας εκ στοματος μου τους λογους του Κυριου, εις τα ωτα του λαου εν τω οικω του Κυριου εν ημερα νηστειας· και θελεις προσετι αναγνωσει αυτους εις τα ωτα παντος του Ιουδα, οσοι ερχονται εκ των πολεων αυτων·
<scripture passage="Jer 36:7" parsed="|Jer|36|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.7" />
<sup>7</sup>ισως η δεησις αυτων φθαση ενωπιον του Κυριου και επιστρεψωσιν εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας· διοτι μεγας ειναι ο θυμος και η οργη, την οποιαν ο Κυριος ελαλησε κατα του λαου τουτου.
<scripture passage="Jer 36:8" parsed="|Jer|36|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.8" />
<sup>8</sup>Και εκαμεν ο Βαρουχ ο υιος του Νηριου κατα παντα οσα προσεταξεν εις αυτον Ιερεμιας ο προφητης, αναγνωσας εν τω βιβλιω τους λογους του Κυριου εν τω οικω του Κυριου.
<scripture passage="Jer 36:9" parsed="|Jer|36|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.9" />
<sup>9</sup>Και εν τω πεμπτω ετει του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου βασιλεως του Ιουδα, εν τω εννατω μηνι, εκηρυξαν νηστειαν ενωπιον του Κυριου πας ο λαος εν Ιερουσαλημ και πας ο λαος ο ερχομενος εκ των πολεων Ιουδα εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 36:10" parsed="|Jer|36|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.10" />
<sup>10</sup>Και ανεγνωσεν ο Βαρουχ εν τω βιβλιω τους λογους του Ιερεμιου εν τω οικω του Κυριου, εν τω δωματιω του Γεμαριου, υιου του Σαφαν, του γραμματεως, εν τη αυλη τη ανω, εν τη εισοδω της νεας πυλης του οικου του Κυριου, εις τα ωτα παντος του λαου.
<scripture passage="Jer 36:11" parsed="|Jer|36|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.11" />
<sup>11</sup>Και ηκουσε Μιχαιας ο υιος του Γεμαριου, υιου του Σαφαν, εκ του βιβλιου παντας τους λογους του Κυριου,
<scripture passage="Jer 36:12" parsed="|Jer|36|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.12" />
<sup>12</sup>και κατεβη προς τον οικον του βασιλεως, εις το δωματιον του γραμματεως· και ιδου, παντες οι αρχοντες εκαθηντο εκει, Ελισαμα ο γραμματευς και Δελαιας ο υιος του Σεμαιου και Ελναθαν ο υιος του Αχβωρ και Γεμαριας ο υιος του Σαφαν και Σεδεκιας ο υιος του Ανανιου και παντες οι αρχοντες.
<scripture passage="Jer 36:13" parsed="|Jer|36|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.13" />
<sup>13</sup>Και ανηγγειλε προς αυτους ο Μιχαιας παντας τους λογους τους οποιους ηκουσεν, οτε ο Βαρουχ ανεγινωσκε το βιβλιον εις τα ωτα του λαου.
<scripture passage="Jer 36:14" parsed="|Jer|36|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλαν παντες οι αρχοντες προς τον Βαρουχ Ιουδει τον υιον του Νεθανιου, υιου του Σελεμιου, υιου του Χουσει, λεγοντες, Τον τομον, τον οποιον ανεγνωσας εις τα ωτα του λαου, λαβε αυτον εις την χειρα σου και ελθε. Και ελαβεν ο Βαρουχ ο υιος του Νηριου τον τομον εις την χειρα αυτου και ηλθε προς αυτους.
<scripture passage="Jer 36:15" parsed="|Jer|36|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.15" />
<sup>15</sup>Και ειπον προς αυτον, Καθησον τωρα και αναγνωσον τωρα εις τα ωτα ημων· και ανεγνωσεν ο Βαρουχ εις τα ωτα αυτων.
<scripture passage="Jer 36:16" parsed="|Jer|36|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.16" />
<sup>16</sup>Και ως ηκουσαν παντας τους λογους, εξεπλαγησαν προς αλληλους και ειπον προς τον Βαρουχ, Θελομεν βεβαιως αναγγειλει προς τον βασιλεα παντας τους λογους τουτους.
<scripture passage="Jer 36:17" parsed="|Jer|36|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.17" />
<sup>17</sup>Και ηρωτησαν τον Βαρουχ, λεγοντες, Ειπε προς ημας τωρα, πως εγραψας παντας τους λογους τουτους εκ του στοματος αυτου;
<scripture passage="Jer 36:18" parsed="|Jer|36|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς αυτους ο Βαρουχ, Απο του στοματος αυτου προεφερε προς εμε παντας τους λογους τουτους, και εγω εγραφον με μελανην εν τω βιβλιω.
<scripture passage="Jer 36:19" parsed="|Jer|36|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.19" />
<sup>19</sup>Και ειπον οι αρχοντες προς τον Βαρουχ, Υπαγε, κρυφθητι, συ και ο Ιερεμιας· και ανθρωπος ας μη εξευρη που εισθε.
<scripture passage="Jer 36:20" parsed="|Jer|36|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.20" />
<sup>20</sup>Και εισηλθον προς τον βασιλεα εις την αυλην· αφηκαν ομως τον τομον εν τω δωματιω Ελισαμα του γραμματεως και ανηγγειλαν εις τα ωτα του βασιλεως παντας τους λογους.
<scripture passage="Jer 36:21" parsed="|Jer|36|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.21" />
<sup>21</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς τον Ιουδει να λαβη τον τομον· και ελαβεν εκ του δωματιου Ελισαμα του γραμματεως. Και ανεγνωσεν αυτον ο Ιουδει εις τα ωτα του βασιλεως και εις τα ωτα παντων των αρχοντων των παρεστωτων περι τον βασιλεα.
<scripture passage="Jer 36:22" parsed="|Jer|36|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.22" />
<sup>22</sup>Ο δε βασιλευς εκαθητο εν τω οικω τω χειμερινω, εν τω εννατω μηνι, και ητο εμπροσθεν αυτου εστια καιουσα.
<scripture passage="Jer 36:23" parsed="|Jer|36|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.23" />
<sup>23</sup>Και καθως ο Ιουδει ανεγινωσκε τρεις και τεσσαρας σελιδας, εκεινος εκοπτεν αυτο δια του μαχαιριδιου του γραμματεως και ερριπτεν εις το πυρ το επι της εστιας, εωσου κατηναλωθη απας ο τομος εν τω πυρι τω επι της εστιας.
<scripture passage="Jer 36:24" parsed="|Jer|36|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.24" />
<sup>24</sup>Και δεν ετρομαξαν ουδε διεσχισαν τα ιματια αυτων ο βασιλευς και παντες οι δουλοι αυτου οι ακουσαντες παντας τους λογους τουτους.
<scripture passage="Jer 36:25" parsed="|Jer|36|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.25" />
<sup>25</sup>Και ενω, μαλιστα ο Ελναθαν και ο Δελαιας και ο Γεμαριας εμεσιτευον προς τον βασιλεα, να μη καυση τον τομον, δεν ηκουσεν αυτους.
<scripture passage="Jer 36:26" parsed="|Jer|36|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.26" />
<sup>26</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς τον Ιεραμεηλ τον υιον του Αμμελεχ και τον Σεραιαν τον υιον του Αζριηλ και τον Σελεμιαν τον υιον του Αβδιηλ, να πιασωσι τον Βαρουχ τον γραμματεα και τον Ιερεμιαν τον προφητην· πλην ο Κυριος εκρυψεν αυτους.
<scripture passage="Jer 36:27" parsed="|Jer|36|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.27" />
<sup>27</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, αφου ο βασιλευς κατεκαυσε τον τομον και τους λογους, τους οποιους εγραψεν ο Βαρουχ εκ στοματος του Ιερεμιου, λεγων,
<scripture passage="Jer 36:28" parsed="|Jer|36|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.28" />
<sup>28</sup>Λαβε παλιν εις σεαυτον αλλον τομον και γραψον επ' αυτω παντας τους προτερους λογους, οιτινες ησαν εν τω πρωτω τομω, τον οποιον κατεκαυσεν Ιωακειμ ο βασιλευς του Ιουδα·
<scripture passage="Jer 36:29" parsed="|Jer|36|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.29" />
<sup>29</sup>και προς τον Ιωακειμ, τον βασιλεα του Ιουδα, θελεις ειπει, Ουτω λεγει Κυριος· Συ κατεκαυσας τον τομον τουτον, λεγων, Δια τι εγραψας εν αυτω, λεγων, Ο βασιλευς της Βαβυλωνος θελει ελθει εξαπαντος και θελει εξολοθρευσει την γην ταυτην και καμει να εκλειψη απ' αυτης ανθρωπος και κτηνος;
<scripture passage="Jer 36:30" parsed="|Jer|36|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι του Ιωακειμ του βασιλεως του Ιουδα· δεν θελει εχει καθημενον επι του θρονου του Δαβιδ· και το πτωμα αυτου θελει εκριφθη την ημεραν εις το καυμα και την νυκτα εις τον παγετον·
<scripture passage="Jer 36:31" parsed="|Jer|36|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.31" />
<sup>31</sup>και θελω παιδευσει αυτον και το σπερμα αυτου και τους δουλους αυτου δια την ανομιαν αυτων· και θελω φερει επ' αυτους και επι τους κατοικους της Ιερουσαλημ και επι τους ανθρωπους του Ιουδα παντα τα κακα, τα οποια ελαλησα προς αυτους και δεν ηκουσαν.
<scripture passage="Jer 36:32" parsed="|Jer|36|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.36.32" />
<sup>32</sup>Και ελαβεν ο Ιερεμιας αλλον τομον και εδωκεν αυτον εις τον Βαρουχ, τον υιον του Νηριου, τον γραμματεα, και εγραψεν εν αυτω εκ στοματος του Ιερεμιου παντας τους λογους του βιβλιου, το οποιον κατεκαυσεν εν πυρι Ιωακειμ ο βασιλευς του Ιουδα· και ετι προσετεθησαν εις αυτους πολλοι λογοι παρομοιοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 37" progress="65.18%" prev="Jer.36" next="Jer.38" id="Jer.37">
<h3 id="Jer.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Jer.37-p1">
<scripture passage="Jer 37:1" parsed="|Jer|37|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.1" />
<sup>1</sup>Και εβασιλευσε Σεδεκιας ο βασιλευς, ο υιος του Ιωσιου, αντι Χονιου υιου του Ιωακειμ, τον οποιον Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατεστησε βασιλεα εν τη γη Ιουδα.
<scripture passage="Jer 37:2" parsed="|Jer|37|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.2" />
<sup>2</sup>Και δεν ηκουσεν αυτος και οι δουλοι αυτου και ο λαος του τοπου τους λογους του Κυριου, τους οποιους ελαλησε δια Ιερεμιου του προφητου.
<scripture passage="Jer 37:3" parsed="|Jer|37|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.3" />
<sup>3</sup>Και απεστειλεν ο βασιλευς Σεδεκιας τον Ιεουχαλ υιον του Σελεμιου και τον Σοφονιαν υιον του Μαασιου, τον ιερεα, προς Ιερεμιαν τον προφητην, λεγων, Δεηθητι, παρακαλω, υπερ ημων προς Κυριον τον Θεον ημων.
<scripture passage="Jer 37:4" parsed="|Jer|37|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Ιερεμιας εισηρχετο και εξηρχετο μεταξυ του λαου, και δεν ειχον βαλει αυτον εις φυλακην.
<scripture passage="Jer 37:5" parsed="|Jer|37|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.5" />
<sup>5</sup>Και εξηλθε το στρατευμα του Φαραω εκ της Αιγυπτου· και οτε οι Χαλδαιοι οι πολιορκουντες την Ιερουσαλημ ηκουσαν την φημην αυτων, ανεχωρησαν απο Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 37:6" parsed="|Jer|37|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.6" />
<sup>6</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς Ιερεμιαν τον προφητην, λεγων,
<scripture passage="Jer 37:7" parsed="|Jer|37|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.7" />
<sup>7</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ· Ουτω θελετε ειπει προς τον βασιλεα του Ιουδα, οστις απεστειλεν υμας προς εμε δια να με ερωτησητε· Ιδου, το στρατευμα του Φαραω το εξελθον εις βοηθειαν υμων θελει επιστρεψει εις την γην αυτου, την Αιγυπτον·
<scripture passage="Jer 37:8" parsed="|Jer|37|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.8" />
<sup>8</sup>και οι Χαλδαιοι θελουσιν επαναστρεψει και πολεμησει κατα της πολεως ταυτης και θελουσι κυριευσει αυτην και κατακαυσει αυτην εν πυρι.
<scripture passage="Jer 37:9" parsed="|Jer|37|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Μη πλανασθε, λεγοντες, οι Χαλδαιοι εξαπαντος θελουσιν απελθει αφ' ημων· επειδη δεν θελουσιν απελθει.
<scripture passage="Jer 37:10" parsed="|Jer|37|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.10" />
<sup>10</sup>Διοτι και αν παταξητε απαν το στρατευμα των Χαλδαιων, το οποιον σας πολεμει, και εναπολειφθωσι πεπληγωμενοι τινες μεταξυ αυτων, ουτοι θελουσι σηκωθη εκαστος εκ της σκηνης αυτου και κατακαυσει την πολιν ταυτην εν πυρι.
<scripture passage="Jer 37:11" parsed="|Jer|37|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.11" />
<sup>11</sup>Και οτε το στρατευμα των Χαλδαιων απηλθεν απο Ιερουσαλημ δια τον φοβον του στρατευματος του Φαραω,
<scripture passage="Jer 37:12" parsed="|Jer|37|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.12" />
<sup>12</sup>τοτε εξηλθεν ο Ιερεμιας εξ Ιερουσαλημ, δια να υπαγη εις την γην Βενιαμιν, ωστε να υπεκφυγη εκειθεν μεταξυ του λαου.
<scripture passage="Jer 37:13" parsed="|Jer|37|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.13" />
<sup>13</sup>Και οτε αυτος ηλθεν εις την πυλην Βενιαμιν, ο αρχηγος της φρουρας ευρισκετο εκει, του οποιου το ονομα ητο Ιρειας υιος του Σελεμιου, υιου του Ανανιου· και επιασε τον Ιερεμιαν τον προφητην, λεγων, Συ προσφευγεις προς τους Χαλδαιους.
<scripture passage="Jer 37:14" parsed="|Jer|37|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.14" />
<sup>14</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας, Ψευδος ειναι· εγω δεν προσφευγω προς τους Χαλδαιους. Πλην δεν ηκουσεν αυτον· και επιασεν ο Ιρειας τον Ιερεμιαν και εφερεν αυτον προς τους αρχοντας.
<scripture passage="Jer 37:15" parsed="|Jer|37|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.15" />
<sup>15</sup>Και ωργισθησαν οι αρχοντες κατα του Ιερεμιου και επαταξαν αυτον και εφυλακισαν αυτον εν τη οικια Ιωναθαν τον γραμματεως, διοτι ταυτην ειχον καμει δεσμωτηριον.
<scripture passage="Jer 37:16" parsed="|Jer|37|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.16" />
<sup>16</sup>Οτε δε ο Ιερεμιας εισηλθεν εις τον λακκον και εις τας κρυπτας και εκαθησεν ο Ιερεμιας εκει πολλας ημερας,
<scripture passage="Jer 37:17" parsed="|Jer|37|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.17" />
<sup>17</sup>τοτε απεστειλε Σεδεκιας ο βασιλευς και ελαβεν αυτον, και ηρωτησεν αυτον ο βασιλευς κρυφιως εν τη οικια αυτου και ειπεν, Ειναι λογος παρα Κυριου; Και ο Ιερεμιας ειπεν, ειναι· και ειπεν, εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος θελεις παραδοθη.
<scripture passage="Jer 37:18" parsed="|Jer|37|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον βασιλεα Σεδεκιαν, Τι ημαρτησα εις σε η εις τους δουλους σου η εις τον λαον τουτον, και με εβαλετε εις το δεσμωτηριον;
<scripture passage="Jer 37:19" parsed="|Jer|37|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.19" />
<sup>19</sup>και που ειναι οι προφηται σας οι προφητευσαντες εις εσας, λεγοντες, Ο βασιλευς της Βαβυλωνος δεν θελει ελθει εφ' υμας και επι την γην ταυτην;
<scripture passage="Jer 37:20" parsed="|Jer|37|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.20" />
<sup>20</sup>δια τουτο ακουσον τωρα, παρακαλω, κυριε μου βασιλευ· ας γεινη δεκτη, παρακαλω, η δεησις μου ενωπιον σου· και μη με επαναστρεψης εις την οικιαν Ιωναθαν του γραμματεως, δια να μη αποθανω εκει.
<scripture passage="Jer 37:21" parsed="|Jer|37|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.37.21" />
<sup>21</sup>Τοτε προσεταξεν ο βασιλευς Σεδεκιας και εφυλαττον τον Ιερεμιαν εν τη αυλη της φυλακης, και εδιδον εις αυτον καθ' ημεραν ολιγον αρτον εκ των αρτοπωλειων, εωσου εξελιπεν ολος ο αρτος της πολεως. Και εμεινεν ο Ιερεμιας εν τη αυλη της φυλακης.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 38" progress="65.26%" prev="Jer.37" next="Jer.39" id="Jer.38">
<h3 id="Jer.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Jer.38-p1">
<scripture passage="Jer 38:1" parsed="|Jer|38|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.1" />
<sup>1</sup>Και ηκουσαν Σεφατιας ο υιος του Ματθαν και Γεδαλιας ο υιος του Πασχωρ και Ιουχαλ ο υιος του Σελεμιου και Πασχωρ ο υιος του Μαλχιου τους λογους, τους οποιους ο Ιερεμιας ελαλησε προς παντα τον λαον, λεγων,
<scripture passage="Jer 38:2" parsed="|Jer|38|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Οστις καθηται εν τη πολει ταυτη, θελει αποθανει υπο μαχαιρας, υπο πεινης και υπο λοιμου· αλλ' οστις εξελθη προς τους Χαλδαιους, θελει ζησει· και η ζωη αυτου θελει εισθαι ως λαφυρον εις αυτον, και θελει ζησει·
<scripture passage="Jer 38:3" parsed="|Jer|38|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.3" />
<sup>3</sup>ουτω λεγει Κυριος· Η πολις αυτη θελει εξαπαντος παραδοθη εις την χειρα του στρατευματος του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελει κυριευσει αυτην.
<scripture passage="Jer 38:4" parsed="|Jer|38|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.4" />
<sup>4</sup>Και ειπον οι αρχοντες προς τον βασιλεα, Ας θανατωθη, παρακαλουμεν, ο ανθρωπος ουτος· διοτι εκλυει ουτω τας χειρας των ανδρων των πολεμιστων των εναπολειφθεντων εν τη πολει ταυτη και τας χειρας παντος του λαου, λαλων προς αυτους τοιουτους λογους· διοτι ο ανθρωπος ουτος δεν ζητει το καλον του λαου τουτου αλλα το κακον.
<scripture passage="Jer 38:5" parsed="|Jer|38|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε Σεδεκιας ο βασιλευς, Ιδου, εις την χειρα σας ειναι· διοτι ο βασιλευς δεν δυναται ουδεν εναντιον σας.
<scripture passage="Jer 38:6" parsed="|Jer|38|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.6" />
<sup>6</sup>Τοτε ελαβον τον Ιερεμιαν, και ερριψαν αυτον εις τον λακκον του Μαλχιου υιου του Αμμελεχ τον εν τη αυλη της φυλακης, και κατεβιβασαν τον Ιερεμιαν δια σχοινιων· και εν τω λακκω δεν ητο υδωρ αλλα βορβορος, και εχωθη ο Ιερεμιας εις τον βορβορον.
<scripture passage="Jer 38:7" parsed="|Jer|38|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηκουσεν Αβδε-μελεχ ο Αιθιοψ, εις των ευνουχων, ο εν τη οικια του βασιλεως, οτι εβαλον τον Ιερεμιαν εις τον λακκον, ενω ο βασιλευς εκαθητο εν τη πυλη Βενιαμιν,
<scripture passage="Jer 38:8" parsed="|Jer|38|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.8" />
<sup>8</sup>εξηλθεν ο Αβδε-μελεχ εκ της οικιας του βασιλεως και ελαλησε προς τον βασιλεα, λεγων,
<scripture passage="Jer 38:9" parsed="|Jer|38|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.9" />
<sup>9</sup>Κυριε μου βασιλευ, οι ανθρωποι ουτοι επραξαν κακα εις οσα εκαμον εις τον Ιερεμιαν τον προφητην, τον οποιον ερριψαν εις τον λακκον· και αυτος ηθελεν αποθανει υπο πεινης εν τω τοπω οπου ειναι, διοτι δεν ειναι πλεον αρτος εν τη πολει.
<scripture passage="Jer 38:10" parsed="|Jer|38|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.10" />
<sup>10</sup>Και προσεταξεν ο βασιλευς τον Αβδε-μελεχ τον Αιθιοπα, λεγων, Λαβε εντευθεν τριακοντα ανθρωπους μετα σου και αναβιβασον τον Ιερεμιαν τον προφητην εκ του λακκου, πριν αποθανη.
<scripture passage="Jer 38:11" parsed="|Jer|38|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβεν ο Αβδε-μελεχ τους ανθρωπους μεθ' εαυτου, και εισηλθεν εις την οικιαν του βασιλεως υπο το θησαυροφυλακιον, και εκειθεν ελαβε παλαια ρακη και παλαια σεσηποτα αποφορια και κατεβιβασεν αυτα δια σχοινιων εις τον λακκον προς τον Ιερεμιαν.
<scripture passage="Jer 38:12" parsed="|Jer|38|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς τον Ιερεμιαν Αβδε-μελεχ ο Αιθιοψ, Βαλε τωρα τα παλαια ρακη και τα σεσηποτα αποφορια υπο τας μασχαλας σου, υποκατω των σχοινιων. Και εκαμεν ο Ιερεμιας ουτω.
<scripture passage="Jer 38:13" parsed="|Jer|38|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.13" />
<sup>13</sup>Και εσυραν τον Ιερεμιαν δια των σχοινιων και ανεβιβασαν αυτον εκ του λακκου· και εμεινεν ο Ιερεμιας εν τη αυλη της φυλακης.
<scripture passage="Jer 38:14" parsed="|Jer|38|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.14" />
<sup>14</sup>Και απεστειλε Σεδεκιας ο βασιλευς και εφερε τον Ιερεμιαν τον προφητην προς εαυτον, εις την τριτην εισοδον την εν τω οικω του Κυριου· και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, Θελω να σε ερωτησω εν πραγμα· μη κρυψης απ' εμου μηδεν.
<scripture passage="Jer 38:15" parsed="|Jer|38|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.15" />
<sup>15</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον Σεδεκιαν, Εαν φανερωσω τουτο προς σε, δεν θελεις τωοντι με θανατωσει; και εαν σε συμβουλευσω, δεν θελεις με ακουσει;
<scripture passage="Jer 38:16" parsed="|Jer|38|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.16" />
<sup>16</sup>Και ωμοσε κρυφιως Σεδεκιας ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, λεγων, Ζη Κυριος, οστις εκαμεν εις ημας την ψυχην ταυτην, δεν θελω σε θανατωσει ουδε θελω σε δωσει εις την χειρα των ανθρωπων τουτων, οιτινες ζητουσι την ψυχην σου.
<scripture passage="Jer 38:17" parsed="|Jer|38|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.17" />
<sup>17</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον Σεδεκιαν, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Εαν τωοντι εξελθης προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, τοτε η ψυχη σου θελει ζησει και η πολις αυτη δεν θελει κατακαυθη εν πυρι, και θελεις ζησει συ και ο οικος σου.
<scripture passage="Jer 38:18" parsed="|Jer|38|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.18" />
<sup>18</sup>αλλ' εαν δεν εξελθης προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, τοτε η πολις αυτη θελει παραδοθη εις την χειρα των Χαλδαιων και θελουσι κατακαυσει αυτην εν πυρι και συ δεν θελεις εκφυγει εκ της χειρος αυτων.
<scripture passage="Jer 38:19" parsed="|Jer|38|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε Σεδεκιας ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, Εγω φοβουμαι τους Ιουδαιους, οιτινες κατεφυγον προς τους Χαλδαιους, μηποτε με παραδωσωσιν εις την χειρα αυτων και με εμπαιξωσι.
<scripture passage="Jer 38:20" parsed="|Jer|38|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας, δεν θελουσι σε παραδωσει. Υπακουσον, παρακαλω, εις την φωνην του Κυριου, την οποιαν εγω λαλω προς σε· και θελει εισθαι καλον εις σε και η ψυχη σου θελει ζησει.
<scripture passage="Jer 38:21" parsed="|Jer|38|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.21" />
<sup>21</sup>Εαν ομως συ δεν εξελθης, ουτος ειναι ο λογος, τον οποιον ο Κυριος εδειξεν εις εμε.
<scripture passage="Jer 38:22" parsed="|Jer|38|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, πασαι αι γυναικες αι εναπολειφθεισαι εν τη οικια του βασιλεως του Ιουδα θελουσιν αχθη προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, και αυται θελουσι λεγει, Οι ανδρες οι ειρηνικοι σου σε εδελεασαν και υπερισχυσαν εναντιον σου· εβυθισθησαν οι ποδες σου εις τον βορβορον και αυτοι εσυρθησαν οπισω·
<scripture passage="Jer 38:23" parsed="|Jer|38|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.23" />
<sup>23</sup>και πασαι αι γυναικες σου και τα τεκνα σου θελουσιν αχθη προς τους Χαλδαιους· και συ δεν θελεις εκφυγει εκ της χειρος αυτων, αλλα θελεις πιασθη υπο της χειρος του βασιλεως της Βαβυλωνος· και θελεις καμει την πολιν ταυτην να κατακαυθη εν πυρι.
<scripture passage="Jer 38:24" parsed="|Jer|38|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Σεδεκιας προς τον Ιερεμιαν, Ας μη μαθη μηδεις περι των λογων τουτων και δεν θελεις αποθανει.
<scripture passage="Jer 38:25" parsed="|Jer|38|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.25" />
<sup>25</sup>Και εαν οι αρχοντες ακουσωσιν οτι ωμιλησα μετα σου και ελθωσι προς σε και σοι ειπωσιν, Αναγγειλον προς ημας τωρα τι ελαλησας προς τον βασιλεα, μη κρυψης αυτο αφ' ημων και δεν θελομεν σε θανατωσει· και τι ο βασιλευς ελαλησε προς σε·
<scripture passage="Jer 38:26" parsed="|Jer|38|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.26" />
<sup>26</sup>τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Εγω υπεβαλον την δεησιν μου ενωπιον του βασιλεως, δια να μη με επαναστρεψη εις την οικιαν του Ιωναθαν, ωστε να αποθανω εκει.
<scripture passage="Jer 38:27" parsed="|Jer|38|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.27" />
<sup>27</sup>Ηλθον δε παντες οι αρχοντες προς τον Ιερεμιαν και ηρωτησαν αυτον· και ανηγγειλε προς αυτους κατα παντας τους λογους εκεινους, τους οποιους προσεταξεν ο βασιλευς. Και αυτοι επαυσαν να ομιλωσι μετ' αυτου, διοτι δεν ηκουσθη το πραγμα.
<scripture passage="Jer 38:28" parsed="|Jer|38|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.38.28" />
<sup>28</sup>Και εμεινεν ο Ιερεμιας εν τη αυλη της φυλακης, εως της ημερας καθ' ην εκυριευθη η Ιερουσαλημ· και ητο εκει, οτε η Ιερουσαλημ εκυριευθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 39" progress="65.39%" prev="Jer.38" next="Jer.40" id="Jer.39">
<h3 id="Jer.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Jer.39-p1">
<scripture passage="Jer 39:1" parsed="|Jer|39|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εννατω ετει του Σεδεκιου βασιλεως του Ιουδα, τον δεκατον μηνα, ηλθε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος και απαν το στρατευμα αυτου κατα της Ιερουσαλημ και επολιορκουν αυτην.
<scripture passage="Jer 39:2" parsed="|Jer|39|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.2" />
<sup>2</sup>Εν δε τω ενδεκατω ετει του Σεδεκιου, τον τεταρτον μηνα, την εννατην του μηνος, επορθηθη η πολις.
<scripture passage="Jer 39:3" parsed="|Jer|39|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.3" />
<sup>3</sup>Και παντες οι αρχοντες του βασιλεως της Βαβυλωνος εισηλθον και εκαθησαν εν τη μεσαια πυλη, Νεργαλ-σαρεσερ, Σαμγαρ-νεβω, Σαρσεχειμ, Ραβ-σαρεις, Νεργαλ-σαρεσερ, Ραβ-μαγ και παντες οι λοιποι αρχοντες του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 39:4" parsed="|Jer|39|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.4" />
<sup>4</sup>Και ως ειδεν αυτους Σεδεκιας ο βασιλευς του Ιουδα και παντες οι ανδρες του πολεμου, εφυγον και εξηλθον την νυκτα εκ της πολεως δια της οδου του κηπου του βασιλεως, δια της πυλης της μεταξυ των δυο τειχων· και εξηλθε δια της οδου της πεδιαδος.
<scripture passage="Jer 39:5" parsed="|Jer|39|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.5" />
<sup>5</sup>Το δε στρατευμα των Χαλδαιων κατεδιωξεν οπισω αυτων, και εφθασαν τον Σεδεκιαν εις τας πεδιαδας της Ιεριχω· και συνελαβον αυτον και ανηγαγον αυτον προς τον Ναβουχοδονοσορ βασιλεα της Βαβυλωνος εις Ριβλα, εν γη Αιμαθ, και επροφερε καταδικην επ' αυτον.
<scripture passage="Jer 39:6" parsed="|Jer|39|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.6" />
<sup>6</sup>Και εσφαξεν ο βασιλευς της Βαβυλωνος τους υιους του Σεδεκιου εν Ριβλα ενωπιον αυτου, και παντας τους αρχοντας του Ιουδα εσφαξεν ο βασιλευς της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 39:7" parsed="|Jer|39|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.7" />
<sup>7</sup>Και τους οφθαλμους του Σεδεκιου εξετυφλωσε και εδεσεν αυτον με δυο χαλκινας αλυσεις, δια να φερη αυτον εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 39:8" parsed="|Jer|39|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.8" />
<sup>8</sup>Και την οικιαν του βασιλεως και τας οικιας του λαου κατεκαυσαν οι Χαλδαιοι εν πυρι, και τα τειχη της Ιερουσαλημ κατηδαφισαν.
<scripture passage="Jer 39:9" parsed="|Jer|39|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.9" />
<sup>9</sup>Το δε υπολοιπον του λαου το εναπολειφθεν εν τη πολει και τους προσφυγοντας, οιτινες προσεφυγον εις αυτον, και το υπολοιπον του λαου το εναπολειφθεν εφερεν αιχμαλωτον εις Βαβυλωνα Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ.
<scripture passage="Jer 39:10" parsed="|Jer|39|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.10" />
<sup>10</sup>Εκ δε του λαου τους πτωχους τους μη εχοντας μηδεν αφηκεν ο Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ εν τη γη του Ιουδα και εδωκεν εις αυτους αμπελωνας και αγρους εν τω καιρω εκεινω.
<scripture passage="Jer 39:11" parsed="|Jer|39|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.11" />
<sup>11</sup>Και εδωκε διαταγην Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος περι του Ιερεμιου εις τον Νεβουζαραδαν τον αρχισωματοφυλακα, λεγων,
<scripture passage="Jer 39:12" parsed="|Jer|39|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.12" />
<sup>12</sup>Λαβε αυτον και επιμεληθητι αυτου και μη καμης εις αυτον κακον· αλλ' οπως λαληση προς σε, ουτω καμε εις αυτον.
<scripture passage="Jer 39:13" parsed="|Jer|39|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.13" />
<sup>13</sup>Και απεστειλεν ο Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ και ο Νεβουσαζβαν, ο Ραβ-σαρεις και ο Νεργαλ-σαρεσερ, ο Ραβ-μαγ και παντες οι αρχοντες του βασιλεως της Βαβυλωνος,
<scripture passage="Jer 39:14" parsed="|Jer|39|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.14" />
<sup>14</sup>απεστειλαν και ελαβον τον Ιερεμιαν εκ της αυλης της φυλακης και παρεδωκαν αυτον εις τον Γεδαλιαν, υιον του Αχικαμ υιου του Σαφαν, δια να φερη αυτον εις τον οικον αυτου· και κατωκησε μεταξυ του λαου.
<scripture passage="Jer 39:15" parsed="|Jer|39|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.15" />
<sup>15</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν, ενω ητο κεκλεισμενος εν τη αυλη της φυλακης, λεγων,
<scripture passage="Jer 39:16" parsed="|Jer|39|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.16" />
<sup>16</sup>Υπαγε και λαλησον προς Αβδε-μελεχ τον Αιθιοπα, λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω θελω φερει τους λογους μου επι την πολιν ταυτην δια κακον και ουχι δια καλον· και θελουσιν εκτελεσθη ενωπιον σου την ημεραν εκεινην.
<scripture passage="Jer 39:17" parsed="|Jer|39|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.17" />
<sup>17</sup>Θελω ομως σε σωσει εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, και δεν θελεις παραδοθη εις την χειρα των ανθρωπων, των οποιων συ φοβεισαι το προσωπον,
<scripture passage="Jer 39:18" parsed="|Jer|39|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.39.18" />
<sup>18</sup>διοτι εξαπαντος θελω σε σωσει και δεν θελεις πεσει δια μαχαιρας, αλλ' η ζωη σου θελει εισθαι ως λαφυρον εις σε, επειδη πεποιθας επ' εμε, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 40" progress="65.46%" prev="Jer.39" next="Jer.41" id="Jer.40">
<h3 id="Jer.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Jer.40-p1">
<scripture passage="Jer 40:1" parsed="|Jer|40|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, αφου Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ εξαπεστειλεν αυτον απο Ραμα, οτε ειχε λαβει αυτον δεδεμενον με χειροδεσμα μεταξυ παντων των μετοικισθεντων απο Ιερουσαλημ και Ιουδα, οιτινες εφεροντο αιχμαλωτοι εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 40:2" parsed="|Jer|40|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.2" />
<sup>2</sup>Και επιασεν ο αρχισωματοφυλαξ τον Ιερεμιαν και ειπε προς αυτον, Κυριος ο Θεος σου ελαλησε τα κακα ταυτα επι τον τοπον τουτον.
<scripture passage="Jer 40:3" parsed="|Jer|40|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.3" />
<sup>3</sup>Και επεφερεν αυτα ο Κυριος και εκαμε καθως ειπεν· επειδη ημαρτησατε εις τον Κυριον και δεν υπηκουσατε εις την φωνην αυτου, δια τουτο εγεινεν εις εσας το πραγμα τουτο.
<scripture passage="Jer 40:4" parsed="|Jer|40|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.4" />
<sup>4</sup>Και τωρα ιδου, σε ελυσα σημερον εκ των χειροδεσμων των επι των χειρων σου· εαν φαινηται εις σε καλον να ελθης μετ' εμου εις την Βαβυλωνα, ελθε, και εγω θελω σε περιποιηθη· αλλ' εαν φαινηται εις σε κακον να ελθης μετ' εμου εις την Βαβυλωνα, μεινον· ιδου, πας ο τοπος ειναι εμπροσθεν σου· οπου σοι φαινεται καλον και αρεστον να υπαγης, εκει υπαγε.
<scripture passage="Jer 40:5" parsed="|Jer|40|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.5" />
<sup>5</sup>Και επειδη δεν εστρεφετο, Επιστρεψον λοιπον, ειπε, προς τον Γεδαλιαν, υιον του Αχικαμ υιου του Σαφαν, τον οποιον ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατεστησεν επι τας πολεις του Ιουδα, και κατοικησον μετ' αυτου μεταξυ του λαου· η υπαγε οπου σοι φαινεται αρεστον να υπαγης. Και εδωκεν εις αυτον ο αρχισωματοφυλαξ ζωοτροφιας και δωρα και εξαπεστειλεν αυτον.
<scripture passage="Jer 40:6" parsed="|Jer|40|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.6" />
<sup>6</sup>Και υπηγεν ο Ιερεμιας προς Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ εις Μισπα και κατωκησε μετ' αυτου μεταξυ του λαου του εναπολειφθεντος εν τη γη.
<scripture passage="Jer 40:7" parsed="|Jer|40|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.7" />
<sup>7</sup>Ακουσαντες δε παντες οι αρχηγοι των στρατευματων των εν τω αγρω, αυτοι και οι ανδρες αυτων, οτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατεστησε Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ επι την γην και ετι ενεπιστευθη εις αυτον ανδρας και γυναικας και παιδια και εκ των πτωχων της γης, εκ των μη μετοικισθεντων εις την Βαβυλωνα,
<scripture passage="Jer 40:8" parsed="|Jer|40|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.8" />
<sup>8</sup>ηλθον προς τον Γεδαλιαν εις Μισπα και Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου και Ιωαναν και Ιωναθαν οι υιοι του Καρηα και Σεραιας ο υιος του Τανουμεθ και οι υιοι του Ιωφη του Νετωφαθιτου και Ιεζανιας υιος Μααχαθιτου τινος, αυτοι και οι ανδρες αυτων.
<scripture passage="Jer 40:9" parsed="|Jer|40|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.9" />
<sup>9</sup>Και ωμοσε προς αυτους Γεδαλιας ο υιος του Αχικαμ υιου του Σαφαν και προς τους ανδρας αυτων, λεγων, Μη φοβεισθε να ησθε δουλοι των Χαλδαιων· κατοικησατε εν τη γη και δουλευετε εις τον βασιλεα της Βαβυλωνος και θελει εισθαι καλον εις εσας.
<scripture passage="Jer 40:10" parsed="|Jer|40|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.10" />
<sup>10</sup>Εγω δε, ιδου, θελω κατοικησει εν Μισπα, δια να παρισταμαι ενωπιον των Χαλδαιων, οιτινες θελουσιν ελθει προς ημας· και σεις συναξατε οινον και οπωρικα και ελαιον και βαλετε αυτα εις τα αγγεια σας και κατοικησατε εν ταις πολεσιν υμων, τας οποιας κρατειτε.
<scripture passage="Jer 40:11" parsed="|Jer|40|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.11" />
<sup>11</sup>Παρομοιως παντες οι Ιουδαιοι οι εν Μωαβ και οι μεταξυ των υιων Αμμων και οι εν Εδωμ και οι εν πασι τοις τοποις, οτε ηκουσαν οτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος αφηκεν υπολοιπον εις τον Ιουδαν και οτι κατεστησεν επ' αυτους Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ υιου του Σαφαν,
<scripture passage="Jer 40:12" parsed="|Jer|40|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.12" />
<sup>12</sup>τοτε επεστρεψαν παντες οι Ιουδαιοι εκ παντων των τοπων οπου ησαν διεσπαρμενοι και ηλθον εις την γην του Ιουδα, προς τον Γεδαλιαν εις Μισπα, και εσυναξαν οινον και οπωρικα πολλα σφοδρα.
<scripture passage="Jer 40:13" parsed="|Jer|40|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι αρχηγοι των στρατευματων των εν τω αγρω ηλθον προς τον Γεδαλιαν εις Μισπα,
<scripture passage="Jer 40:14" parsed="|Jer|40|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.14" />
<sup>14</sup>και ειπον προς αυτον, Εξευρεις τωοντι οτι ο Βααλεις ο βασιλευς των υιων Αμμων απεστειλε τον Ισμαηλ τον υιον του Νεθανιου δια να σε φονευση; Αλλ' ο Γεδαλιας ο υιος του Αχικαμ δεν επιστευσεν εις αυτους.
<scripture passage="Jer 40:15" parsed="|Jer|40|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.15" />
<sup>15</sup>Τοτε Ιωαναν ο υιος του Καρηα ελαλησε κρυφιως προς τον Γεδαλιαν εν Μισπα, λεγων, Ας υπαγω τωρα και ας παταξω τον Ισμαηλ τον υιον του Νεθανιου και ουδεις θελει μαθει αυτο· δια τι να σε φονευση και ουτω παντες οι Ιουδαιοι, οι συνηγμενοι περι σε, να διασκορπισθωσι και το υπολοιπον του Ιουδα να απολεσθη;
<scripture passage="Jer 40:16" parsed="|Jer|40|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.40.16" />
<sup>16</sup>Αλλ' ο Γεδαλιας ο υιος του Αχικαμ ειπε προς Ιωαναν τον υιον του Καρηα, Μη καμης το πραγμα τουτο, διοτι ψευδη λεγεις περι του Ισμαηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 41" progress="65.55%" prev="Jer.40" next="Jer.42" id="Jer.41">
<h3 id="Jer.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Jer.41-p1">
<scripture passage="Jer 41:1" parsed="|Jer|41|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω εβδομω μηνι ο Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου, υιου του Ελισαμα, εκ του βασιλικου σπερματος και εκ των αρχοντων του βασιλεως, και δεκα ανδρες μετ' αυτου, ηλθον προς τον Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ εις Μισπα· και συνεφαγον εκει αρτον εν Μισπα.
<scripture passage="Jer 41:2" parsed="|Jer|41|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.2" />
<sup>2</sup>Και εσηκωθη Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου και οι δεκα ανδρες οι οντες μετ' αυτου και επαταξαν τον Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ υιου του Σαφαν δια ρομφαιας και εθανατωσαν αυτον, τον οποιον ο βασιλευς της Βαβυλωνος ειχε καταστησει επι την γην.
<scripture passage="Jer 41:3" parsed="|Jer|41|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.3" />
<sup>3</sup>Και παντας τους Ιουδαιους τους οντας μετ' αυτου, μετα του Γεδαλιου εν Μισπα, και τους Χαλδαιους τους ευρεθεντας εκει, ανδρας πολεμιστας, επαταξεν ο Ισμαηλ.
<scripture passage="Jer 41:4" parsed="|Jer|41|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.4" />
<sup>4</sup>Και την δευτεραν ημεραν, αφου εθανατωσε τον Γεδαλιαν, και ουδεις ειχε μαθει αυτο,
<scripture passage="Jer 41:5" parsed="|Jer|41|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.5" />
<sup>5</sup>τοτε τινες απο Συχεμ, απο Σηλω και απο Σαμαρειας, ογδοηκοντα ανδρες, εξυρισμενοι τους πωγωνας και διεσχισμενοι τα ιματια και με εντομας εις το σωμα, ηρχοντο μετα προσφορας και λιβανιου εν τη χειρι αυτων, δια να φερωσιν εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="Jer 41:6" parsed="|Jer|41|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.6" />
<sup>6</sup>Και εξηλθεν Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου εις απαντησιν αυτων εκ Μισπα, κλαιων ενω επορευετο· και οτε απηντησεν αυτους, ειπε προς αυτους, Εισελθετε προς Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ.
<scripture passage="Jer 41:7" parsed="|Jer|41|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηλθον εις το μεσον της πολεως, Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου εσφαξεν αυτους και ερριψεν εις το μεσον του λακκου, αυτος και οι ανδρες οι μετ' αυτου.
<scripture passage="Jer 41:8" parsed="|Jer|41|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.8" />
<sup>8</sup>Δεκα ομως ανδρες ευρεθησαν μεταξυ αυτων και ειπον προς τον Ισμαηλ, Μη μας θανατωσης, διοτι εχομεν θησαυρους εν τω αγρω, σιτον και κριθην και ελαιον και μελι. Ουτως εκρατηθη και δεν εθανατωσεν αυτους μεταξυ των αδελφων αυτων.
<scripture passage="Jer 41:9" parsed="|Jer|41|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.9" />
<sup>9</sup>Ο δε λακκος, εις τον οποιον ο Ισμαηλ ερριψε παντα τα πτωματα των ανδρων, τους οποιους επαταξεν εξ αιτιας του Γεδαλιου, ητο εκεινος, τον οποιον ο βασιλευς Ασα ειχε καμει υπο φοβου του Βαασα βασιλεως του Ισραηλ· τουτον ο Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου εγεμισεν απο των θανατωθεντων.
<scripture passage="Jer 41:10" parsed="|Jer|41|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.10" />
<sup>10</sup>Και ηχμαλωτισεν ο Ισμαηλ απαν το υπολοιπον του λαου το εν Μισπα, τας θυγατερας του βασιλεως και παντα τον λαον τον εναπολειφθεντα εν Μισπα, τον οποιον Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ ειχεν εμπιστευθη εις τον Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ· και ηχμαλωτισεν αυτα ο Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου και ανεχωρησε, δια να περαση προς τους υιους Αμμων.
<scripture passage="Jer 41:11" parsed="|Jer|41|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.11" />
<sup>11</sup>Και οτε ηκουσεν Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι αρχηγοι των στρατευματων οι μετ' αυτου παντα τα κακα, τα οποια εκαμεν Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου,
<scripture passage="Jer 41:12" parsed="|Jer|41|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.12" />
<sup>12</sup>ελαβον παντας τους ανδρας και υπηγαν να πολεμησωσι με τον Ισμαηλ τον υιον του Νεθανιου· και ευρηκαν αυτον πλησιον των πολλων υδατων των εν Γαβαων.
<scripture passage="Jer 41:13" parsed="|Jer|41|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.13" />
<sup>13</sup>Και ως ειδε πας ο λαος ο μετα του Ισμαηλ Ιωαναν τον υιον του Καρηα και παντας τους αρχηγους των στρατευματων των μετ' αυτου, εχαρησαν.
<scripture passage="Jer 41:14" parsed="|Jer|41|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.14" />
<sup>14</sup>Και εστραφησαν πας ο λαος, τον οποιον ο Ισμαηλ ηχμαλωτισεν απο Μισπα, και επεστρεψαν και υπηγαν μετα του Ιωαναν υιου του Καρηα.
<scripture passage="Jer 41:15" parsed="|Jer|41|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' ο Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου εξεφυγεν απο του Ιωαναν μετα οκτω ανδρων και υπηγε προς τους υιους Αμμων.
<scripture passage="Jer 41:16" parsed="|Jer|41|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.16" />
<sup>16</sup>Και ελαβεν ο Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι αρχηγοι των στρατευματων οι μετ' αυτου, απαν το υπολοιπον του λαου, το οποιον ηλευθερωσεν απο του Ισμαηλ υιου του Νεθανιου, απο Μισπα, αφου επαταξε Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ, τους δυνατους ανδρας του πολεμου και τας γυναικας και τα παιδια και τους ευνουχους, τους οποιους ηχμαλωτισεν απο Γαβαων,
<scripture passage="Jer 41:17" parsed="|Jer|41|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.17" />
<sup>17</sup>και υπηγαν και κατωκησαν εν τη κατοικια του Χιμαμ, τη πλησιον της Βηθλεεμ, δια να υπαγωσι να εισελθωσιν εις την Αιγυπτον,
<scripture passage="Jer 41:18" parsed="|Jer|41|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.41.18" />
<sup>18</sup>εξ αιτιας των Χαλδαιων· διοτι εφοβηθησαν απο αυτους, επειδη ο Ισμαηλ ο υιος του Νεθανιου επαταξε τον Γεδαλιαν τον υιον του Αχικαμ, τον οποιον ο βασιλευς της Βαβυλωνος κατεστησεν επι την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 42" progress="65.63%" prev="Jer.41" next="Jer.43" id="Jer.42">
<h3 id="Jer.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Jer.42-p1">
<scripture passage="Jer 42:1" parsed="|Jer|42|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.1" />
<sup>1</sup>Και προσηλθον παντες οι αρχηγοι των στρατευματων και Ιωαναν ο υιος του Καρηα και Ιεζανιας ο υιος του Ωσαιου και πας ο λαος απο μικρου εως μεγαλου,
<scripture passage="Jer 42:2" parsed="|Jer|42|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.2" />
<sup>2</sup>και ειπον προς Ιερεμιαν τον προφητην, Ας γεινη δεκτη, παρακαλουμεν, η δεησις ημων ενωπιον σου, και δεηθητι υπερ ημων προς Κυριον τον Θεον σου περι παντων τουτων των εναπολειφθεντων· διοτι εμειναμεν ολιγοι εκ πολλων, καθως οι οφθαλμοι σου βλεπουσιν ημας
<scripture passage="Jer 42:3" parsed="|Jer|42|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.3" />
<sup>3</sup>δια να φανερωση εις ημας Κυριος ο Θεος σου την οδον εις την οποιαν πρεπει να περιπατησωμεν και το πραγμα το οποιον πρεπει να καμωμεν.
<scripture passage="Jer 42:4" parsed="|Jer|42|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς αυτους Ιερεμιας ο προφητης, Ηκουσα· ιδου, θελω δεηθη προς Κυριον τον Θεον υμων κατα τους λογους υμων, και οποιονδηποτε λογον ο Κυριος αποκριθη περι υμων, θελω αναγγειλει προς υμας· δεν θελω κρυψει ουδεν αφ' υμων.
<scripture passage="Jer 42:5" parsed="|Jer|42|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.5" />
<sup>5</sup>Και αυτοι ειπον προς τον Ιερεμιαν, Ο Κυριος ας ηναι αληθης και πιστος μαρτυς μεταξυ ημων, οτι βεβαιως θελομεν καμει κατα παντας τους λογους, καθ' ους Κυριος ο Θεος σου σε αποστειλη προς ημας·
<scripture passage="Jer 42:6" parsed="|Jer|42|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.6" />
<sup>6</sup>ειτε καλον και ειτε κακον, θελομεν υπακουσει εις την φωνην Κυριου του Θεου ημων, προς τον οποιον ημεις σε αποστελλομεν, δια να γεινη καλον εις ημας, οταν υπακουσωμεν εις την φωνην Κυριου του Θεου ημων.
<scripture passage="Jer 42:7" parsed="|Jer|42|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.7" />
<sup>7</sup>Και μετα δεκα ημερας εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν.
<scripture passage="Jer 42:8" parsed="|Jer|42|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.8" />
<sup>8</sup>Και εκαλεσε τον Ιωαναν τον υιον του Καρηα και παντας τους αρχηγους των στρατευματων τους μετ' αυτου και παντα τον λαον, απο μικρου εως μεγαλου,
<scripture passage="Jer 42:9" parsed="|Jer|42|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.9" />
<sup>9</sup>και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, προς τον οποιον με απεστειλατε δια να υποβαλω την δεησιν υμων ενωπιον αυτου·
<scripture passage="Jer 42:10" parsed="|Jer|42|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.10" />
<sup>10</sup>Εαν εξακολουθητε να κατοικητε εν τη γη ταυτη, τοτε θελω σας οικοδομησει και δεν θελω σας κατακρημνισει, και θελω σας φυτευσει και δεν θελω σας εκριζωσει, διοτι μετενοησα δια το κακον το οποιον εκαμα εις εσας.
<scripture passage="Jer 42:11" parsed="|Jer|42|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.11" />
<sup>11</sup>Μη φοβηθητε απο του βασιλεως της Βαβυλωνος, απο του οποιου τωρα φοβεισθε· μη φοβηθητε απ' αυτου, λεγει Κυριος, διοτι εγω ειμαι μεθ' υμων, δια να σωσω υμας και να ελευθερωσω υμας εκ της χειρος αυτου.
<scripture passage="Jer 42:12" parsed="|Jer|42|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.12" />
<sup>12</sup>Και θελω δωσει οικτιρμους εις υμας, δια να οικτειρη υμας και να επιστρεψη υμας εις την γην υμων.
<scripture passage="Jer 42:13" parsed="|Jer|42|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' εαν σεις λεγητε, δεν θελομεν κατοικησει εν τη γη ταυτη, μη υπακουοντες εις την φωνην Κυριου του Θεου υμων,
<scripture passage="Jer 42:14" parsed="|Jer|42|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.14" />
<sup>14</sup>λεγοντες, Ουχι· αλλα θελομεν εισελθει εις την γην της Αιγυπτου, οπου δεν θελομεν βλεπει πολεμον, και ηχον σαλπιγγος δεν θελομεν ακουει, και απο αρτον δεν θελομεν πεινασει, και εκει θελομεν κατοικησει·
<scripture passage="Jer 42:15" parsed="|Jer|42|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.15" />
<sup>15</sup>δια τουτο, ακουσατε τωρα τον λογον του Κυριου, σεις οι υπολοιποι του Ιουδα· ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Εαν σεις προσηλωσητε το προσωπον σας εις το να εισελθητε εις την Αιγυπτον και υπαγητε να παροικησητε εκει,
<scripture passage="Jer 42:16" parsed="|Jer|42|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.16" />
<sup>16</sup>τοτε η μαχαιρα, την οποιαν σεις φοβεισθε, θελει σας φθασει εκει εν τη γη της Αιγυπτου· και η πεινα, απο της οποιας σεις τρομαζετε, θελει εισθαι προσκεκολλημενη οπισω σας εκει εν τη Αιγυπτω, και εκει θελετε αποθανει·
<scripture passage="Jer 42:17" parsed="|Jer|42|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.17" />
<sup>17</sup>και παντες οι ανδρες οι προσηλωσαντες το προσωπον αυτων εις το να υπαγωσιν εις την Αιγυπτον δια να παροικησωσιν εκει, θελουσιν αποθανει εν μαχαιρα, εν πεινη και εν λοιμω· και ουδεις εξ αυτων θελει μεινει η εκφυγει απο του κακου, το οποιον εγω θελω φερει επ' αυτους.
<scripture passage="Jer 42:18" parsed="|Jer|42|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Καθως ο θυμος μου και η οργη μου εξεχυθησαν επι τους κατοικους της Ιερουσαλημ, ουτως η οργη μου θελει εκχυθη εφ' υμας, οταν εισελθητε εις την Αιγυπτον· και θελετε εισθαι εις βδελυγμα και εις θαμβος και εις καταραν και εις ονειδος· και δεν θελετε ιδει πλεον τον τοπον τουτον.
<scripture passage="Jer 42:19" parsed="|Jer|42|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.19" />
<sup>19</sup>Ο Κυριος ειπε περι υμων, ω υπολοιποι του Ιουδα, Μη υπαγητε εις την Αιγυπτον· γνωρισατε καλως οτι σημερον διεμαρτυρηθην εναντιον σας.
<scripture passage="Jer 42:20" parsed="|Jer|42|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.20" />
<sup>20</sup>Διοτι σεις εδολιευθητε εν ταις ψυχαις υμων, οτε με απεστειλατε προς Κυριον τον Θεον υμων, λεγοντες, Δεηθητι υπερ ημων προς Κυριον τον Θεον ημων· και κατα παντα οσα λαληση Κυριος ο Θεος ημων, ουτως απαγγειλον προς ημας και θελομεν καμει.
<scripture passage="Jer 42:21" parsed="|Jer|42|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.21" />
<sup>21</sup>Και απηγγειλα σημερον προς εσας· και δεν υπηκουσατε εις την φωνην Κυριου του Θεου υμων ουδε εις παντα, δια τα οποια με απεστειλε προς εσας.
<scripture passage="Jer 42:22" parsed="|Jer|42|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.42.22" />
<sup>22</sup>Τωρα λοιπον εξευρετε βεβαιως, οτι θελετε αποθανει εν μαχαιρα, εν πεινη και εν λοιμω, εν τω τοπω οπου επιθυμειτε να υπαγητε δια να παροικησητε εκει.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 43" progress="65.73%" prev="Jer.42" next="Jer.44" id="Jer.43">
<h3 id="Jer.43-p0.1">Chapter 43</h3>
<p class="Greek" id="Jer.43-p1">
<scripture passage="Jer 43:1" parsed="|Jer|43|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.1" />
<sup>1</sup>Και οτε επαυσεν ο Ιερεμιας λαλων προς παντα τον λαον παντας τους λογους Κυριου του Θεου αυτων, δια τους οποιους Κυριος ο Θεος αυτων απεστειλεν αυτον προς αυτους, παντας τους λογους τουτους,
<scripture passage="Jer 43:2" parsed="|Jer|43|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.2" />
<sup>2</sup>τοτε ελαλησεν Αζαριας ο υιος του Ωσαιου και Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι υπερηφανοι ανδρες, λεγοντες προς τον Ιερεμιαν· Ψευδεσαι· Κυριος ο Θεος ημων δεν σε απεστειλε να ειπης, Μη υπαγητε εις την Αιγυπτον δια να παροικησητε εκει·
<scripture passage="Jer 43:3" parsed="|Jer|43|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.3" />
<sup>3</sup>αλλ' ο Βαρουχ ο υιος του Νηριου σε διεγειρει εναντιον ημων, δια να μας παραδωσης εις την χειρα των Χαλδαιων, να μας θανατωσωσι και να μας φερωσιν αιχμαλωτους εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 43:4" parsed="|Jer|43|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.4" />
<sup>4</sup>Και δεν υπηκουσεν Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι αρχηγοι των στρατευματων και πας ο λαος εις την φωνην του Κυριου, να κατοικησωσιν εν γη Ιουδα·
<scripture passage="Jer 43:5" parsed="|Jer|43|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.5" />
<sup>5</sup>αλλ' ο Ιωαναν ο υιος του Καρηα και παντες οι αρχηγοι των στρατευματων ελαβον παντας τους υπολοιπους του Ιουδα, τους επιστρεψαντας εκ παντων των εθνων, οπου ειχον διασπαρη, δια να κατοικησωσιν εν γη Ιουδα,
<scripture passage="Jer 43:6" parsed="|Jer|43|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.6" />
<sup>6</sup>τους ανδρας και τας γυναικας και τα παιδια και τας θυγατερας του βασιλεως και παντα ανθρωπον, τον οποιον Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ ειχεν αφησει μετα του Γεδαλιου υιου του Αχικαμ υιου του Σαφαν, και τον Ιερεμιαν τον προφητην και τον Βαρουχ τον υιον του Νηριου·
<scripture passage="Jer 43:7" parsed="|Jer|43|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.7" />
<sup>7</sup>και εισηλθον εις την γην της Αιγυπτου· διοτι δεν υπηκουσαν εις την φωνην του Κυριου· και ηλθον εως Ταφνης.
<scripture passage="Jer 43:8" parsed="|Jer|43|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.8" />
<sup>8</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ιερεμιαν εν Ταφνης, λεγων,
<scripture passage="Jer 43:9" parsed="|Jer|43|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.9" />
<sup>9</sup>Λαβε εις την χειρα σου λιθους μεγαλους και κρυψον αυτους εμπροσθεν των οφθαλμων των ανδρων των Ιουδαιων εν αργιλλω εν τη κεραμεικη καμινω τη προς την εισοδον της οικιας του Φαραω, εν Ταφνης·
<scripture passage="Jer 43:10" parsed="|Jer|43|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.10" />
<sup>10</sup>και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, θελω εξαποστειλει και λαβει τον Ναβουχοδονοσορ τον βασιλεα της Βαβυλωνος, τον δουλον μου, και θελω θεσει τον θρονον αυτου επανω των λιθων τουτων, τους οποιους εκρυψα· και θελει απλωσει την βασιλικην αυτου σκηνην επανω αυτων.
<scripture passage="Jer 43:11" parsed="|Jer|43|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.11" />
<sup>11</sup>Και θελει ελθει και παταξει την γην της Αιγυπτου και παραδωσει τους μεν δια θανατον, εις θανατον, τους δε δια αιχμαλωσιαν, εις αιχμαλωσιαν, τους δε δια ρομφαιαν, εις ρομφαιαν.
<scripture passage="Jer 43:12" parsed="|Jer|43|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.12" />
<sup>12</sup>Και θελω αναψει πυρ εν ταις οικιαις των θεων της Αιγυπτου, και τας μεν θελει κατακαυσει τους δε θελει φερει εις αιχμαλωσιαν· και θελει ενδυθη την γην της Αιγυπτου, καθως ο ποιμην ενδυεται το ιματιον αυτου, και θελει εξελθει εκειθεν εν ειρηνη.
<scripture passage="Jer 43:13" parsed="|Jer|43|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.43.13" />
<sup>13</sup>Και θελει συντριψει τα ειδωλα του οικου του ηλιου, του εν τη γη της Αιγυπτου· και τους οικους των θεων των Αιγυπτιων θελει κατακαυσει εν πυρι.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 44" progress="65.78%" prev="Jer.43" next="Jer.45" id="Jer.44">
<h3 id="Jer.44-p0.1">Chapter 44</h3>
<p class="Greek" id="Jer.44-p1">
<scripture passage="Jer 44:1" parsed="|Jer|44|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν περι παντων των Ιουδαιων των κατοικουντων εν τη γη της Αιγυπτου, των κατοικουντων εν Μιγδωλ και εν Ταφνης και εν Νωφ και εν τη γη Παθρως, λεγων,
<scripture passage="Jer 44:2" parsed="|Jer|44|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· σεις ειδετε παντα τα κακα τα οποια επεφερα επι την Ιερουσαλημ και επι πασας τας πολεις του Ιουδα, και ιδου, αυται ερημοι την σημερον και δεν υπαρχει ο κατοικων εν αυταις,
<scripture passage="Jer 44:3" parsed="|Jer|44|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.3" />
<sup>3</sup>εξ αιτιας της κακιας αυτων, την οποιαν επραξαν δια να με παροργισωσιν, υπαγοντες να θυμιαζωσι και να λατρευωσιν αλλους θεους, τους οποιους δεν εγνωρισαν αυτοι, σεις, ουδε οι πατερες σας.
<scripture passage="Jer 44:4" parsed="|Jer|44|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.4" />
<sup>4</sup>Και απεστειλα προς εσας παντας τους δουλους μου τους προφητας, εγειρομενος πρωι και αποστελλων, λεγων, Μη πραττετε το βδελυρον τουτο πραγμα, το οποιον μισω.
<scripture passage="Jer 44:5" parsed="|Jer|44|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.5" />
<sup>5</sup>Αλλα δεν ηκουσαν ουδε εκλιναν το ωτιον αυτων δια να επιστρεψωσιν απο της κακιας αυτων, ωστε να μη θυμιαζωσιν εις αλλους θεους.
<scripture passage="Jer 44:6" parsed="|Jer|44|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο εξεχυθη η οργη μου και ο θυμος μου και εξεκαυθη εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ· και εγειναν ερημοι, αβατοι, ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Jer 44:7" parsed="|Jer|44|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.7" />
<sup>7</sup>Και τωρα ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Δια τι σεις πραττετε το μεγα τουτο κακον εναντιον των ψυχων σας, ωστε να αφανισητε αφ' υμων ανδρα και γυναικα, νηπιον και θηλαζον, εκ μεσου του Ιουδα, δια να μη μεινη εις εσας υπολοιπον·
<scripture passage="Jer 44:8" parsed="|Jer|44|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.8" />
<sup>8</sup>παροργιζοντες με δια των εργων των χειρων σας, θυμιαζοντες εις αλλους θεους εν τη γη της Αιγυπτου, οπου ηλθετε να παροικησητε εκει, ωστε να αφανισητε εαυτους και να γεινητε καταρα και ονειδος μεταξυ παντων των εθνων της γης.
<scripture passage="Jer 44:9" parsed="|Jer|44|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.9" />
<sup>9</sup>Μηπως ελησμονησατε τας κακιας των πατερων σας και τας κακιας των βασιλεων του Ιουδα και τας κακιας των γυναικων αυτων και τας κακιας σας και τας κακιας των γυναικων σας, τας οποιας επραξαν εν τη γη του Ιουδα και εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ;
<scripture passage="Jer 44:10" parsed="|Jer|44|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.10" />
<sup>10</sup>Δεν εταπεινωθησαν εως της ημερας ταυτης ουδε εφοβηθησαν ουδε περιεπατησαν εν τω νομω μου και εν τοις διαταγμασι μου, τα οποια εθεσα ενωπιον σας και ενωπιον των πατερων σας.
<scripture passage="Jer 44:11" parsed="|Jer|44|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω θελω στησει το προσωπον μου εναντιον υμων εις κακον, και δια να εξολοθρευσω παντα τον Ιουδαν.
<scripture passage="Jer 44:12" parsed="|Jer|44|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.12" />
<sup>12</sup>Και θελω λαβει τους υπολοιπους του Ιουδα, οιτινες εστησαν το προσωπον αυτων εις το να υπαγωσιν εις την γην της Αιγυπτου, δια να παροικησωσιν εκει, και θελουσι καταναλωθη παντες εν τη γη της Αιγυπτου· θελουσι πεσει εν μαχαιρα, θελουσι καταναλωθη εν πεινη· απο μικρου εως μεγαλου εν μαχαιρα και εν πεινη θελουσιν αποθανει· και θελουσιν εισθαι εις βδελυγμα, εις θαμβος και εις καταραν και εις ονειδος.
<scripture passage="Jer 44:13" parsed="|Jer|44|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.13" />
<sup>13</sup>Διοτι θελω επισκεφθη τους κατοικουντας εν τη γη της Αιγυπτου, ως επεσκεφθην την Ιερουσαλημ, εν μαχαιρα, εν πεινη και εν λοιμω.
<scripture passage="Jer 44:14" parsed="|Jer|44|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.14" />
<sup>14</sup>Και ουδεις εκ των υπολοιπων του Ιουδα, των απελθοντων εις την γην της Αιγυπτου δια να παροικησωσιν εκει, θελει εκφυγει η διασωθη, δια να επιστρεψη εις την γην του Ιουδα, εις την οποιαν αυτοι εχουσι προσηλωμενην την ψυχην αυτων, δια να επιστρεψωσι να κατοικησωσιν εκει· διοτι δεν θελουσιν επιστρεψει, ειμη οι διασεσωσμενοι.
<scripture passage="Jer 44:15" parsed="|Jer|44|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.15" />
<sup>15</sup>Και παντες οι ανδρες οι γνωριζοντες οτι αι γυναικες αυτων εθυμιαζον εις αλλους θεους, και πασαι αι γυναικες αι παρεστωσαι, συναξις μεγαλη, και πας ο λαος οι κατοικουντες εν τη γη της Αιγυπτου, εν Παθρως, απεκριθησαν προς τον Ιερεμιαν, λεγοντες,
<scripture passage="Jer 44:16" parsed="|Jer|44|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.16" />
<sup>16</sup>Περι του λογου, τον οποιον ελαλησας προς ημας εν ονοματι Κυριου, δεν θελομεν σου ακουσει·
<scripture passage="Jer 44:17" parsed="|Jer|44|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.17" />
<sup>17</sup>αλλα θελομεν εξαπαντος καμνει παν πραγμα εξερχομενον εκ του στοματος ημων, δια να θυμιαζωμεν εις την βασιλισσαν του ουρανου και να καμνωμεν σπονδας εις αυτην, καθως εκαμνομεν, ημεις και οι πατερες ημων, οι βασιλεις ημων και οι αρχοντες ημων, εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ· και εχορταινομεν αρτον και διεκειμεθα καλως και κακον δεν εβλεπομεν.
<scripture passage="Jer 44:18" parsed="|Jer|44|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' αφ' οτου επαυσαμεν θυμιαζοντες εις την βασιλισσαν του ουρανου και καμνοντες σπονδας εις αυτην, ωστε εστερηθημεν παντων και κατηναλωθημεν εν μαχαιρα και εν πεινη.
<scripture passage="Jer 44:19" parsed="|Jer|44|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.19" />
<sup>19</sup>Και οτε ημεις εθυμιαζομεν εις την βασιλισσαν του ουρανου και εκαμνομεν σπονδας εις αυτην, μηπως ανευ των ανδρων ημων εκαμνομεν εις αυτην πεμματα δια να προσκυνωμεν αυτην και εκαμνομεν εις αυτην σπονδας;
<scripture passage="Jer 44:20" parsed="|Jer|44|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς παντα τον λαον, προς ανδρας τε και γυναικας και προς παντα τον λαον, τους αποκριθεντας προς αυτον ουτω, λεγων,
<scripture passage="Jer 44:21" parsed="|Jer|44|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.21" />
<sup>21</sup>Μηπως το θυμιαμα, το οποιον εθυμιαζετε εν ταις πολεσι του Ιουδα και εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ, σεις και οι πατερες σας, οι βασιλεις σας και οι αρχοντες σας και ο λαος του τοπου, δεν ενεθυμηθη αυτο ο Κυριος και δεν ανεβη εις την καρδιαν αυτου;
<scripture passage="Jer 44:22" parsed="|Jer|44|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.22" />
<sup>22</sup>Ωστε ο Κυριος δεν ηδυνηθη πλεον να υποφερη, εξ αιτιας της κακιας των εργων σας, εξ αιτιας των βδελυγματων, τα οποια επραττετε· οθεν η γη σας κατεσταθη ερημωσις και θαμβος και καταρα, ανευ κατοικου, ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Jer 44:23" parsed="|Jer|44|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.23" />
<sup>23</sup>Επειδη εθυμιαζετε και επειδη ημαρτανετε εις τον Κυριον και δεν υπηκουσατε εις την φωνην του Κυριου ουδε περιεπατησατε εν τω νομω αυτου και εν τοις διαταγμασιν αυτου και εν τοις μαρτυριοις αυτου, δια τουτο συνεβη εις εσας το κακον τουτο, ως την ημεραν ταυτην.
<scripture passage="Jer 44:24" parsed="|Jer|44|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.24" />
<sup>24</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς παντα τον λαον και προς πασας τας γυναικας, Ακουσατε τον λογον του Κυριου, πας ο Ιουδας, ο εν τη γη της Αιγυπτου·
<scripture passage="Jer 44:25" parsed="|Jer|44|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.25" />
<sup>25</sup>ουτως ελαλησεν ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Σεις και αι γυναικες σας και ελαλησατε δια του στοματος σας και εξετελεσατε δια της χειρος σας, λεγοντες, Θελομεν εξαπαντος εκπληρωσει τας ευχας ημων, τας οποιας ηυχηθημεν, να θυμιαζωμεν εις την βασιλισσαν του ουρανου και να καμνωμεν σπονδας εις αυτην· εξαπαντος λοιπον θελετε εκπληρωσει τας ευχας σας και εξαπαντος θελετε εκτελεσει τας ευχας σας.
<scripture passage="Jer 44:26" parsed="|Jer|44|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο ακουσατε τον λογον του Κυριου, πας ο Ιουδας, οι κατοικουντες εν τη γη της Αιγυπτου· Ιδου, ωμοσα εις το ονομα μου το μεγα, λεγει Κυριος, οτι το ονομα μου δεν θελει ονομασθη πλεον εν τω στοματι ουδενος ανδρος του Ιουδα, καθ' ολην την γην της Αιγυπτου, ωστε να λεγη, Ζη Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Jer 44:27" parsed="|Jer|44|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.27" />
<sup>27</sup>Ιδου, εγω θελω επαγρυπνει επ' αυτους εις κακον και ουχι εις καλον· και παντες οι ανδρες του Ιουδα οι εν τη γη της Αιγυπτου θελουσι καταναλωθη εν μαχαιρα και εν πεινη, εωσου εκλειψωσιν.
<scripture passage="Jer 44:28" parsed="|Jer|44|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.28" />
<sup>28</sup>Οι δε διασεσωσμενοι απο της μαχαιρας, ολιγοι τον αριθμον, θελουσιν επιστρεψει εκ γης Αιγυπτου εις γην Ιουδα· και παντες οι υπολοιποι του Ιουδα, οι απελθοντες εις την γην της Αιγυπτου δια να παροικησωσιν εκει, θελουσι γνωρισει τινος λογος θελει πληρωθη, ο εμος, η αυτων.
<scripture passage="Jer 44:29" parsed="|Jer|44|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.29" />
<sup>29</sup>Και τουτο θελει εισθαι σημειον εις σας, λεγει Κυριος, οτι εγω θελω σας τιμωρησει εν τω τοπω τουτω, δια να γνωρισητε οτι οι λογοι μου θελουσιν εξαπαντος πληρωθη εναντιον σας εις κακον·
<scripture passage="Jer 44:30" parsed="|Jer|44|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.44.30" />
<sup>30</sup>ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω θελω παραδωσει τον Φαραω-ουαφρη, βασιλεα της Αιγυπτου, εις την χειρα των εχθρων αυτου και εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην αυτου, καθως παρεδωκα τον Σεδεκιαν βασιλεα του Ιουδα εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος, του εχθρου αυτου και ζητουντος την ψυχην αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 45" progress="65.94%" prev="Jer.44" next="Jer.46" id="Jer.45">
<h3 id="Jer.45-p0.1">Chapter 45</h3>
<p class="Greek" id="Jer.45-p1">
<scripture passage="Jer 45:1" parsed="|Jer|45|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.45.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος, τον οποιον Ιερεμιας ο προφητης ελαλησε προς τον Βαρουχ, τον υιον του Νηριου, οτε εγραψε τους λογους τουτους εν βιβλιω εκ στοματος του Ιερεμιου, εν τω τεταρτω ετει του Ιωακειμ υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, λεγων,
<scripture passage="Jer 45:2" parsed="|Jer|45|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.45.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ περι σου, Βαρουχ·
<scripture passage="Jer 45:3" parsed="|Jer|45|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.45.3" />
<sup>3</sup>Ειπας, Ουαι εις εμε τωρα διοτι ο Κυριος επροσθεσε πονον επι την θλιψιν μου· απεκαμον εν τω στεναγμω μου και αναπαυσιν δεν ευρισκω.
<scripture passage="Jer 45:4" parsed="|Jer|45|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.45.4" />
<sup>4</sup>Ουτω θελεις ειπει προς αυτον· Ουτω λεγει ο Κυριος· Ιδου, εκεινο το οποιον ωκοδομησα, εγω θελω κατεδαφισει· και εκεινο το οποιον εφυτευσα, εγω θελω εκριζωσει, και συμπασαν την γην αυτην.
<scripture passage="Jer 45:5" parsed="|Jer|45|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.45.5" />
<sup>5</sup>Και συ ζητεις εις σεαυτον μεγαλα; μη ζητης· διοτι, ιδου, εγω θελω φερει κακα επι πασαν σαρκα, λεγει Κυριος, αλλα την ζωην σου θελω δωσει εις σε ως λαφυρον, εν πασι τοις τοποις οπου υπαγης.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 46" progress="65.96%" prev="Jer.45" next="Jer.47" id="Jer.46">
<h3 id="Jer.46-p0.1">Chapter 46</h3>
<p class="Greek" id="Jer.46-p1">
<scripture passage="Jer 46:1" parsed="|Jer|46|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς τον Ιερεμιαν τον προφητην κατα των εθνων.
<scripture passage="Jer 46:2" parsed="|Jer|46|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.2" />
<sup>2</sup>κατα της Αιγυπτου, κατα της δυναμεως του Φαραω-νεχαω βασιλεως της Αιγυπτου, ητις ητο παρα τον ποταμον Ευφρατην εν Χαρκεμις, την οποιαν επαταξε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος εν τω τεταρτω ετει του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="Jer 46:3" parsed="|Jer|46|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.3" />
<sup>3</sup>Αναλαβετε ασπιδα και θυρεον και προσελθετε εις πολεμον.
<scripture passage="Jer 46:4" parsed="|Jer|46|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.4" />
<sup>4</sup>Ζευξατε τους ιππους και αναβητε, ιππεις, και παρασταθητε με περικεφαλαιας· στιλβωσατε τας λογχας, ενδυθητε τους θωρακας.
<scripture passage="Jer 46:5" parsed="|Jer|46|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.5" />
<sup>5</sup>Δια τι ειδον αυτους επτοημενους, τρεπομενους εις τα οπισω; οι δε ισχυροι αυτων συνετριβησαν και εφυγον μετα σπουδης, χωρις να βλεπωσιν εις τα οπισω· τρομος πανταχοθεν, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 46:6" parsed="|Jer|46|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.6" />
<sup>6</sup>Ο ταχυς ας μη εκφυγη, και ο ισχυρος ας μη διασωθη· θελουσι προσκοψει και θελουσι πεσει προς βορραν, παρα τον ποταμον Ευφρατην.
<scripture passage="Jer 46:7" parsed="|Jer|46|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.7" />
<sup>7</sup>Τις ουτος, ο αναβαινων ως πλημμυρα, του οποιου τα υδατα κυλινδουνται ως ποταμοι;
<scripture passage="Jer 46:8" parsed="|Jer|46|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.8" />
<sup>8</sup>Η Αιγυπτος αναβαινει ως πλημμυρα και τα υδατα αυτης κυλινδουνται ως ποταμοι· και λεγει, Θελω αναβη· θελω σκεπασει την γην· θελω αφανισει την πολιν και τους κατοικουντας εν αυτη.
<scripture passage="Jer 46:9" parsed="|Jer|46|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.9" />
<sup>9</sup>Αναβαινετε, ιπποι, και μαινεσθε, αμαξαι· και ας εξελθωσιν οι ισχυροι, οι Αιθιοπες και οι Λιβυες οι κρατουντες την ασπιδα και οι Λυδιοι οι κρατουντες και εντεινοντες τοξον.
<scripture passage="Jer 46:10" parsed="|Jer|46|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.10" />
<sup>10</sup>Διοτι αυτη η ημερα ειναι εις Κυριον τον Θεον των δυναμεων, ημερα εκδικησεως, δια να εκδικηθη τους εχθρους αυτου· και η μαχαιρα θελει καταφαγει αυτους και θελει χορτασθη και μεθυσθη απο του αιματος αυτων· διοτι Κυριος ο Θεος των δυναμεων εχει θυσιαν εν τη γη του βορρα, παρα τον ποταμον Ευφρατην.
<scripture passage="Jer 46:11" parsed="|Jer|46|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.11" />
<sup>11</sup>Αναβα εις Γαλααδ και λαβε βαλσαμον, παρθενε, θυγατηρ της Αιγυπτου· ματαιως θελεις πληθυνει τα ιατρικα· θεραπεια δεν υπαρχει δια σε.
<scripture passage="Jer 46:12" parsed="|Jer|46|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.12" />
<sup>12</sup>Τα εθνη ηκουσαν την αισχυνην σου, και η κραυγη σου ενεπλησε την γην· διοτι ισχυρος προσεκρουσεν επ' ισχυρον, επι το αυτο επεσον αμφοτεροι.
<scripture passage="Jer 46:13" parsed="|Jer|46|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.13" />
<sup>13</sup>Ο λογος, τον οποιον ελαλησεν ο Κυριος προς Ιερεμιαν τον προφητην, περι της ελευσεως του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος, δια να παταξη την γην της Αιγυπτου·
<scripture passage="Jer 46:14" parsed="|Jer|46|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.14" />
<sup>14</sup>Αναγγειλατε εν Αιγυπτω και κηρυξατε εν Μιγδωλ και κηρυξατε εν Νωφ και εν Ταφνης· ειπατε, Παρασταθητι και ετοιμασθητι· διοτι η μαχαιρα κατεφαγε τους περι σε.
<scripture passage="Jer 46:15" parsed="|Jer|46|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.15" />
<sup>15</sup>Δια τι εστρωθησαν κατα γης οι ανδρειοι σου; δεν στεκουσι, διοτι ο Κυριος απεσπρωξεν αυτους.
<scripture passage="Jer 46:16" parsed="|Jer|46|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.16" />
<sup>16</sup>Επληθυνε τους προσκρουοντας, μαλιστα επιπτεν ο εις επι τον αλλον· και ελεγον, Σηκωθητι και ας επαναστρεψωμεν εις τον λαον ημων και εις την γην της γεννησεως ημων απο προσωπου της εξολοθρευτικης μαχαιρας.
<scripture passage="Jer 46:17" parsed="|Jer|46|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.17" />
<sup>17</sup>Εβοησαν εκει, Φαραω, ο βασιλευς της Αιγυπτου, απωλεσθη, επερασε τον διωρισμενον καιρον.
<scripture passage="Jer 46:18" parsed="|Jer|46|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.18" />
<sup>18</sup>Ζω εγω, λεγει ο Βασιλευς, του οποιου το ονομα ειναι ο Κυριος των δυναμεων, Εξαπαντος καθως το Θαβωρ ειναι μεταξυ των ορεων και καθως ο Καρμηλος πλησιον της θαλασσης, ουτω θελει ελθει εκεινος.
<scripture passage="Jer 46:19" parsed="|Jer|46|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.19" />
<sup>19</sup>Θυγατηρ, η κατοικουσα εν Αιγυπτω, παρασκευασθητι εις αιχμαλωσιαν· διοτι η Νωφ θελει αφανισθη και ερημωθη, ωστε να μη υπαρχη ο κατοικων.
<scripture passage="Jer 46:20" parsed="|Jer|46|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.20" />
<sup>20</sup>Η Αιγυπτος ειναι ως δαμαλις ωραιοτατη, πλην ο ολεθρος ερχεται· ερχεται απο βορρα.
<scripture passage="Jer 46:21" parsed="|Jer|46|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.21" />
<sup>21</sup>Και αυτοι οι μισθωτοι αυτης ειναι εν μεσω αυτης ως μοσχοι παχεις· διοτι και αυτοι εστραφησαν, εφυγον ομου· δεν εσταθησαν, επειδη η ημερα της συμφορας αυτων ηλθεν επ' αυτους, ο καιρος της επισκεψεως αυτων.
<scripture passage="Jer 46:22" parsed="|Jer|46|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.22" />
<sup>22</sup>Η φωνη αυτης θελει εξελθει ως οφεως· διοτι θελουσι κινηθη εν δυναμει και θελουσιν επελθει επ' αυτην με πελεκεις, ως ξυλοκοποι.
<scripture passage="Jer 46:23" parsed="|Jer|46|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.23" />
<sup>23</sup>Θελουσι κατακοψει το δασος αυτης, λεγει Κυριος, αν και ηναι αμετρητον· διοτι ειναι κατα το πληθος υπερ την ακριδα και αναριθμητοι.
<scripture passage="Jer 46:24" parsed="|Jer|46|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.24" />
<sup>24</sup>Θελει καταισχυνθη η θυγατηρ της Αιγυπτου· θελει παραδοθη εις την χειρα του λαου του βορρα.
<scripture passage="Jer 46:25" parsed="|Jer|46|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.25" />
<sup>25</sup>Ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, λεγει, Ιδου, θελω τιμωρησει το πληθος της Νω και τον Φαραω και την Αιγυπτον και τους θεους αυτης και τους βασιλεις αυτης, τον Φαραω αυτον και τους επ' αυτον θαρρουντας·
<scripture passage="Jer 46:26" parsed="|Jer|46|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.26" />
<sup>26</sup>και θελω παραδωσει αυτους εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην αυτων και εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος και εις την χειρα των δουλων αυτου· και μετα ταυτα θελει κατοικηθη, καθως εις τας προτερον ημερας, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 46:27" parsed="|Jer|46|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.27" />
<sup>27</sup>Συ δε μη φοβηθης, δουλε μου Ιακωβ, μηδε δειλιασης, Ισραηλ· διοτι ιδου, θελω σε σωσει απο του μακρυνου τοπου και το σπερμα σου απο της γης της αιχμαλωσιας αυτων· και ο Ιακωβ θελει επιστρεψει και θελει ησυχασει και αναπαυθη και δεν θελει υπαρχει ο εκφοβων.
<scripture passage="Jer 46:28" parsed="|Jer|46|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.46.28" />
<sup>28</sup>Μη φοβηθης συ, δουλε μου Ιακωβ, λεγει Κυριος· διοτι εγω ειμαι μετα σου· διοτι και αν καμω συντελειαν παντων των εθνων οπου σε εξωσα, εις σε ομως δεν θελω καμει συντελειαν, αλλα θελω σε παιδευσει εν κρισει και δεν θελω ολως σε αθωωσει.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 47" progress="66.07%" prev="Jer.46" next="Jer.48" id="Jer.47">
<h3 id="Jer.47-p0.1">Chapter 47</h3>
<p class="Greek" id="Jer.47-p1">
<scripture passage="Jer 47:1" parsed="|Jer|47|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου, ο γενομενος προς Ιερεμιαν τον προφητην, κατα των Φιλισταιων, πριν παταξη την Γαζαν ο Φαραω.
<scripture passage="Jer 47:2" parsed="|Jer|47|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, υδατα αναβαινουσιν απο βορρα, και θελουσιν εισθαι χειμαρρος πλημμυρων, και θελουσι πλημμυρησει την γην και το πληρωμα αυτης, την πολιν και τους κατοικουντας εν αυτη· τοτε οι ανθρωποι θελουσιν αναβοησει και παντες οι κατοικοι της γης θελουσιν ολολυξει.
<scripture passage="Jer 47:3" parsed="|Jer|47|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.3" />
<sup>3</sup>Υπο του κροτου των πατηματων των οπλων των ρωμαλεων αυτου ιππων, υπο του σεισμου των αμαξων αυτου, υπο του ηχου των τροχων αυτου, οι πατερες δεν θελουσι στραφη προς τα τεκνα δια την ατονιαν των χειρων,
<scripture passage="Jer 47:4" parsed="|Jer|47|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.4" />
<sup>4</sup>εξ αιτιας της ημερας της επερχομενης δια να απολεση παντας τους Φιλισταιους, να εκκοψη απο της Τυρου και της Σιδωνος παντα εναπολειφθεντα βοηθον· διοτι ο Κυριος θελει αφανισει τους Φιλισταιους, το υπολοιπον της νησου Καφθορ.
<scripture passage="Jer 47:5" parsed="|Jer|47|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.5" />
<sup>5</sup>Φαλακρωμα ηλθεν επι την Γαζαν· η Ασκαλων απωλεσθη μετα του υπολοιπου της κοιλαδος αυτων. Εως ποτε θελεις καμνει εντομας εις σεαυτην;
<scripture passage="Jer 47:6" parsed="|Jer|47|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.6" />
<sup>6</sup>Ω μαχαιρα του Κυριου, εως ποτε δεν θελεις ησυχασει; εισελθε εις την θηκην σου, αναπαυθητι και ησυχασον.
<scripture passage="Jer 47:7" parsed="|Jer|47|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.47.7" />
<sup>7</sup>Πως να ησυχασης; διοτι ο Κυριος εδωκεν εις αυτην παραγγελιαν κατα της Ασκαλωνος και κατα της παραθαλασσιου· εκει διωρισεν αυτην.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 48" progress="66.10%" prev="Jer.47" next="Jer.49" id="Jer.48">
<h3 id="Jer.48-p0.1">Chapter 48</h3>
<p class="Greek" id="Jer.48-p1">
<scripture passage="Jer 48:1" parsed="|Jer|48|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.1" />
<sup>1</sup>Κατα του Μωαβ. Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ουαι εις την Νεβω· διοτι απωλεσθη· η Κιριαθαιμ κατησχυνθη, εκυριευθη· η Μισγαβ κατησχυνθη και ετρομαξε.
<scripture passage="Jer 48:2" parsed="|Jer|48|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.2" />
<sup>2</sup>δεν θελει εισθαι πλεον καυχημα εις τον Μωαβ· εν Εσεβων κακον εβουλευθησαν εναντιον αυτης· Ελθετε και ας εξαλειψωμεν αυτην απο του να ηναι εθνος· και συ, Μαδμεν, θελεις κατεδαφισθη· μαχαιρα θελει σε καταδιωξει.
<scripture passage="Jer 48:3" parsed="|Jer|48|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.3" />
<sup>3</sup>Φωνη κραυγης απο Οροναιμ, λεηλασια και συντριμμα μεγα.
<scripture passage="Jer 48:4" parsed="|Jer|48|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.4" />
<sup>4</sup>Ο Μωαβ συνετριβη· τα παιδια αυτου εξεπεμψαν κραυγην.
<scripture passage="Jer 48:5" parsed="|Jer|48|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εις την αναβασιν της Λουειθ θελει υψωθη κλαυθμος επι κλαυθμον, επειδη εις την καταβασιν του Οροναιμ ηκουσαν οι εχθροι κραυγην συντριμματος.
<scripture passage="Jer 48:6" parsed="|Jer|48|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.6" />
<sup>6</sup>Φυγετε, σωσατε την ζωην σας, και γενεσθε ως αγριομυρικη εν τη ερημω.
<scripture passage="Jer 48:7" parsed="|Jer|48|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.7" />
<sup>7</sup>Διοτι, επειδη ηλπισας επι τα οχυρωματα σου και επι τους θησαυρους σου, και συ αυτος θελεις πιασθη· και ο Χεμως θελει εξελθει εις αιχμαλωσιαν, οι ιερεις αυτου και οι αρχοντες αυτου ομου.
<scripture passage="Jer 48:8" parsed="|Jer|48|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.8" />
<sup>8</sup>Και θελει ελθει επι πασαν πολιν ο εξολοθρευτης, και πολις δεν θελει εκφυγει· η κοιλας οτι θελει απολεσθη και η πεδινη θελει αφανισθη, καθως ειπε Κυριος.
<scripture passage="Jer 48:9" parsed="|Jer|48|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.9" />
<sup>9</sup>Δοτε πτερυγας εις τον Μωαβ, δια να πεταξη και να εκφυγη· διοτι αι πολεις αυτου θελουσιν ερημωθη, χωρις να υπαρχη ο κατοικων εν αυταις.
<scripture passage="Jer 48:10" parsed="|Jer|48|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.10" />
<sup>10</sup>Επικαταρατος ο ποιων το εργον του Κυριου αμελως· και επικαταρατος ο αποσυρων την μαχαιραν αυτου απο αιματος.
<scripture passage="Jer 48:11" parsed="|Jer|48|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.11" />
<sup>11</sup>Ο Μωαβ εσταθη αταραχος εκ νεοτητος αυτου και ανεπαυετο επι την τρυγιαν αυτου και δεν εξεκενωθη απο αγγειον εις αγγειον ουδε υπηγεν εις αιχμαλωσιαν· δια τουτο η γευσις αυτου εμεινεν εις αυτον, και η οσμη αυτου δεν μετεβληθη.
<scripture passage="Jer 48:12" parsed="|Jer|48|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω αποστειλει επ' αυτον μετατοπιστας και θελουσι μετατοπισει αυτον· και θελουσιν εκκενωσει τα αγγεια αυτου και συντριψει τους πιθους αυτου.
<scripture passage="Jer 48:13" parsed="|Jer|48|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.13" />
<sup>13</sup>Και ο Μωαβ θελει αισχυνθη δια τον Χεμως, καθως ησχυνθη ο οικος Ισραηλ δια την Βαιθηλ την ελπιδα αυτων.
<scripture passage="Jer 48:14" parsed="|Jer|48|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.14" />
<sup>14</sup>Πως λεγετε, Ημεις ειμεθα ισχυροι και ανδρες δυνατοι εις πολεμον;
<scripture passage="Jer 48:15" parsed="|Jer|48|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.15" />
<sup>15</sup>Ο Μωαβ ελεηλατηθη, και επυρποληθησαν αι πολεις αυτου, και οι εκλεκτοι νεοι αυτου κατεβησαν εις σφαγην, λεγει ο Βασιλευς, του οποιου το ονομα ειναι ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 48:16" parsed="|Jer|48|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.16" />
<sup>16</sup>Η συμφορα του Μωαβ πλησιαζει να ελθη, και η θλιψις αυτου σπευδει σφοδρα.
<scripture passage="Jer 48:17" parsed="|Jer|48|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.17" />
<sup>17</sup>Παντες οι κυκλω αυτου, θρηνησατε αυτον· και παντες οι γνωριζοντες το ονομα αυτου, ειπατε, Πως συνετριβη η δυνατη ραβδος, η ενδοξος βακτηρια.
<scripture passage="Jer 48:18" parsed="|Jer|48|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.18" />
<sup>18</sup>Θυγατηρ, η κατοικουσα εν Δαιβων, καταβα απο της δοξης και καθησον εν ανυδρω· διοτι ο λεηλατης του Μωαβ αναβαινει επι σε και θελει αφανισει τα οχυρωματα σου.
<scripture passage="Jer 48:19" parsed="|Jer|48|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.19" />
<sup>19</sup>Η κατοικουσα εν Αροηρ, στηθι πλησιον της οδου και παρατηρησον· ερωτησον τον φευγοντα και την διασωζομενην και ειπε, Τι εγεινεν;
<scripture passage="Jer 48:20" parsed="|Jer|48|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.20" />
<sup>20</sup>Ο Μωαβ κατησχυνθη· διοτι συνετριβη· ολολυξον και βοησον. αναγγειλατε εις Αρνων οτι ο Μωαβ ελεηλατηθη,
<scripture passage="Jer 48:21" parsed="|Jer|48|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.21" />
<sup>21</sup>και κρισις ηλθεν επι την γην της πεδινης, επι Ωλων και επι Ιαασα και επι Μηφααθ,
<scripture passage="Jer 48:22" parsed="|Jer|48|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.22" />
<sup>22</sup>και επι Δαιβων και επι Νεβω και επι Βαιθ-δεβλαθαιμ,
<scripture passage="Jer 48:23" parsed="|Jer|48|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.23" />
<sup>23</sup>και επι Κιριαθαιμ και επι Βαιθ-γαμουλ και επι Βαιθ-μεων,
<scripture passage="Jer 48:24" parsed="|Jer|48|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.24" />
<sup>24</sup>και επι Κεριωθ και επι Βοσορρα και επι πασας τας πολεις της γης Μωαβ, τας μακραν και τας εγγυς.
<scripture passage="Jer 48:25" parsed="|Jer|48|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.25" />
<sup>25</sup>Το κερας του Μωαβ συνεθλασθη και ο βραχιων αυτου συνετριβη, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 48:26" parsed="|Jer|48|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.26" />
<sup>26</sup>Μεθυσατε αυτον· διοτι εμεγαλυνθη κατα του Κυριου· και ο Μωαβ θελει κυλισθη εις τον εμετον αυτου και θελει εισθαι εις γελωτα και αυτος.
<scripture passage="Jer 48:27" parsed="|Jer|48|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.27" />
<sup>27</sup>Διοτι μηπως ο Ισραηλ δεν εσταθη γελως εις σε; μηπως ευρεθη μεταξυ κλεπτων; διοτι οσακις ομιλεις περι αυτου, σκιρτας υπο χαρας.
<scripture passage="Jer 48:28" parsed="|Jer|48|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.28" />
<sup>28</sup>Κατοικοι του Μωαβ, καταλιπετε τας πολεις και κατοικησατε εν πετρα και γενεσθε ως περιστερα φωλευουσα εις τα πλαγια του στοματος του σπηλαιου.
<scripture passage="Jer 48:29" parsed="|Jer|48|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.29" />
<sup>29</sup>Ηκουσαμεν την υπερηφανιαν του Μωαβ, του καθ' υπερβολην υπερηφανου· την υψηλοφροσυνην αυτου και την αλαζονειαν αυτου και την υπερηφανιαν αυτου και την επαρσιν της καρδιας αυτου.
<scripture passage="Jer 48:30" parsed="|Jer|48|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.30" />
<sup>30</sup>Εγω γνωριζω την μανιαν αυτου, λεγει Κυριος, πλην ουχι ουτω· τα ψευδη αυτου δεν θελουσι τελεσφορησει.
<scripture passage="Jer 48:31" parsed="|Jer|48|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.31" />
<sup>31</sup>Δια τουτο θελω ολολυξει δια τον Μωαβ και θελω αναβοησει δια ολον τον Μωαβ· θελουσι θρηνολογησει δια τους ανδρας της Κιρ-ερες.
<scripture passage="Jer 48:32" parsed="|Jer|48|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.32" />
<sup>32</sup>Αμπελε της Σιβμα, θελω κλαυσει δια σε υπερ τον κλαυθμον της Ιαζηρ· τα κληματα σου διεπεραααν την θαλασσαν, εφθασαν εως της θαλασσης της Ιαζηρ· ο λεηλατης επεπεσεν επι το θερος σου και επι τον τρυγητον σου.
<scripture passage="Jer 48:33" parsed="|Jer|48|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.33" />
<sup>33</sup>Και χαρα και αγαλλιασις εξηλειφθη απο της καρποφορου πεδιαδος και απο της γης Μωαβ· και αφηρεσα τον οινον απο των ληνων· ουδεις θελει ληνοπατησει αλαλαζων· αλαλαγμος δεν θελει ακουσθη.
<scripture passage="Jer 48:34" parsed="|Jer|48|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.34" />
<sup>34</sup>Δια την κραυγην της Εσεβων, ητις εφθασεν εως Ελεαλη και εως Ιαας, αυτοι εδωκαν την φωνην αυτων απο Σηγωρ εως Οροναιμ ως δαμαλις τριετης· διοτι και τα υδατα του Νιμρειμ θελουσιν εκλειψει.
<scripture passage="Jer 48:35" parsed="|Jer|48|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.35" />
<sup>35</sup>Και θελω παυσει εν τω Μωαβ, λεγει Κυριος, τον προσφεροντα ολοκαυτωμα εις τους υψηλους τοπους και τον θυμιαζοντα εις τους θεους αυτου.
<scripture passage="Jer 48:36" parsed="|Jer|48|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.36" />
<sup>36</sup>Δια τουτο η καρδια μου θελει βομβησει δια τον Μωαβ ως αυλος και η καρδια μου θελει βομβησει ως αυλος δια τους ανδρας της Κιρ-ερες· διοτι τα αποκτηθεντα εις αυτην αγαθα απωλεσθησαν.
<scripture passage="Jer 48:37" parsed="|Jer|48|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.37" />
<sup>37</sup>Διοτι πασα κεφαλη θελει εισθαι φαλακρα και πας πωγων εξυρισμενος· επι πασας τας χειρας θελουσιν εισθαι εντομαι και επι την οσφυν σακκος.
<scripture passage="Jer 48:38" parsed="|Jer|48|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.38" />
<sup>38</sup>Επι παντα τα δωματα του Μωαβ και επι πασας τας πλατειας αυτου θρηνος θελει εισθαι· διοτι συνετριψα τον Μωαβ ως σκευος εν ω δεν υπαρχει χαρις, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 48:39" parsed="|Jer|48|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.39" />
<sup>39</sup>Ολολυξατε, λεγοντες, Πως συνετριβη· πως ο Μωαβ εστρεψε τα νωτα εν καταισχυνη· ουτως ο Μωαβ θελει εισθαι γελως και φρικη εις παντας τους περι αυτον.
<scripture passage="Jer 48:40" parsed="|Jer|48|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.40" />
<sup>40</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, θελει πεταξει ως αετος, και θελει απλωσει τας πτερυγας αυτου επι τον Μωαβ.
<scripture passage="Jer 48:41" parsed="|Jer|48|41|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.41" />
<sup>41</sup>Η Κεριωθ εκυριευθη και τα οχυρωματα επιασθησαν, και αι καρδιαι των ισχυρων του Μωαβ θελουσιν εισθαι κατ' εκεινην την ημεραν ως καρδια γυναικος κοιλοπονουσης.
<scripture passage="Jer 48:42" parsed="|Jer|48|42|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.42" />
<sup>42</sup>Και ο Μωαβ θελει εξαλειφθη απο του να ηναι λαος, διοτι εμεγαλυνθη κατα του Κυριου.
<scripture passage="Jer 48:43" parsed="|Jer|48|43|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.43" />
<sup>43</sup>Φοβος και λακκος και παγις θελουσιν εισθαι επι σε, κατοικε του Μωαβ, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 48:44" parsed="|Jer|48|44|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.44" />
<sup>44</sup>Ο εκφυγων απο του φοβου θελει πεσει εις τον λακκον, και ο αναβας εκ του λακκου θελει πιασθη εν τη παγιδι· διοτι θελω φερει επ' αυτον, επι τον Μωαβ, το ετος της επισκεψεως αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 48:45" parsed="|Jer|48|45|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.45" />
<sup>45</sup>Οι φυγοντες εσταθησαν υπο την σκιαν της Εσεβων ητονημενοι· πυρ ομως θελει εξελθει εξ Εσεβων και φλοξ εκ μεσου της Σηων, και θελει καταφαγει το οριον του Μωαβ και την ακροπολιν των θορυβουντων πολεμιστων.
<scripture passage="Jer 48:46" parsed="|Jer|48|46|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.46" />
<sup>46</sup>Ουαι εις σε, Μωαβ· ο λαος του Χεμως απωλεσθη· διοτι οι υιοι σου επιασθησαν αιχμαλωτοι και αι θυγατερες σου αιχμαλωτοι.
<scripture passage="Jer 48:47" parsed="|Jer|48|47|0|0" osisRef="Bible:Jer.48.47" />
<sup>47</sup>Αλλ' εγω θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν του Μωαβ εν ταις εσχαταις ημεραις, λεγει Κυριος. Μεχρι τουτου η κρισις του Μωαβ.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 49" progress="66.24%" prev="Jer.48" next="Jer.50" id="Jer.49">
<h3 id="Jer.49-p0.1">Chapter 49</h3>
<p class="Greek" id="Jer.49-p1">
<scripture passage="Jer 49:1" parsed="|Jer|49|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.1" />
<sup>1</sup>Περι των υιων Αμμων. Ουτω λεγει Κυριος· Μηπως δεν εχει υιους ο Ισραηλ; δεν εχει κληρονομον; δια τι ο Μαλχομ εκληρονομησε την Γαδ και ο λαος αυτου κατοικει εν ταις πολεσιν εκεινου;
<scripture passage="Jer 49:2" parsed="|Jer|49|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.2" />
<sup>2</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω καμει να ακουσθη εν Ραββα των υιων Αμμων θορυβος πολεμου· και θελει εισθαι σωρος ερειπιων και αι κωμαι αυτης θελουσι κατακαυθη εν πυρι· τοτε ο Ισραηλ θελει κληρονομησει τους κληρονομησαντας αυτον, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 49:3" parsed="|Jer|49|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.3" />
<sup>3</sup>Ολολυξον, Εσεβων, διοτι η Γαι ελεηλατηθη· βοησατε, αι κωμαι της Ραββα, περιζωσθητε σακκους· θρηνησατε και περιδραμετε δια των φραγμων· διοτι ο Μαλχομ θελει υπαγει εις αιχμαλωσιαν, οι ιερεις αυτου και οι αρχοντες αυτου ομου.
<scripture passage="Jer 49:4" parsed="|Jer|49|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.4" />
<sup>4</sup>Δια τι καυχασαι εις τας κοιλαδας; η κοιλας σου διερρευσε, θυγατηρ αποστατρια, ητις ηλπιζες επι τους θησαυρους σου, λεγουσα, Τις θελει ελθει εναντιον μου;
<scripture passage="Jer 49:5" parsed="|Jer|49|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, εγω φερω φοβον επι σε, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων, απο παντων των περιοικων σου· και θελετε διασκορπισθη εκαστος κατα προσωπον αυτου· και δεν θελει υπαρχει ο συναξων τον πλανωμενον.
<scripture passage="Jer 49:6" parsed="|Jer|49|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.6" />
<sup>6</sup>Και μετα ταυτα θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν των υιων Αμμων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 49:7" parsed="|Jer|49|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.7" />
<sup>7</sup>Περι του Εδωμ. Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· δεν ειναι πλεον σοφια εν Θαιμαν; εχαθη η βουλη απο των συνετων; εφυγεν η σοφια αυτων;
<scripture passage="Jer 49:8" parsed="|Jer|49|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.8" />
<sup>8</sup>Φυγετε, στραφητε, καμετε τοπους βαθεις δια κατοικιαν, κατοικοι της Δαιδαν· διοτι θελω φερει επ' αυτον τον ολεθρον του Ησαυ, τον καιρον της επισκεψεως αυτου.
<scripture passage="Jer 49:9" parsed="|Jer|49|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.9" />
<sup>9</sup>Εαν ηρχοντο προς σε τρυγηται, δεν ηθελον αφησει επιφυλλιδας; εαν κλεπται δια νυκτος, ηθελον αρπασει το αρκουν εις αυτους.
<scripture passage="Jer 49:10" parsed="|Jer|49|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' εγω εγυμνωσα τον Ησαυ, ανεκαλυψα τους κρυψωνας αυτου, και δεν θελει δυνηθη να κρυφθη· ελεηλατηθη το σπερμα αυτου και οι αδελφοι αυτου και οι γειτονες αυτου, και αυτος δεν υπαρχει.
<scripture passage="Jer 49:11" parsed="|Jer|49|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.11" />
<sup>11</sup>Αφες τα ορφανα σου· εγω θελω ζωογονησει αυτα· και αι χηραι σου ας ελπιζωσιν επ' εμε.
<scripture passage="Jer 49:12" parsed="|Jer|49|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εκεινοι εις τους οποιους δεν προσηκε να πιωσιν απο του ποτηριου, τωοντι επιον· και συ θελεις μεινει ολως ατιμωρητος; δεν θελεις μεινει ατιμωρητος αλλ' εξαπαντος θελεις πιει.
<scripture passage="Jer 49:13" parsed="|Jer|49|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ωμοσα εις εμαυτον, λεγει Κυριος, οτι η Βοσορρα θελει εισθαι εις θαμβος, εις ονειδος, εις ερημωσιν και εις καταραν· και πασαι αι πολεις αυτης θελουσιν εισθαι ερημοι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Jer 49:14" parsed="|Jer|49|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.14" />
<sup>14</sup>Ηκουσα αγγελιαν παρα Κυριου και μηνυτης απεσταλη προς τα εθνη, λεγων, Συναχθητε και ελθετε εναντιον αυτης και σηκωθητε εις πολεμον.
<scripture passage="Jer 49:15" parsed="|Jer|49|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ιδου, θελω σε καμει μικρον μεταξυ των εθνων, ευκαταφρονητον μεταξυ των ανθρωπων.
<scripture passage="Jer 49:16" parsed="|Jer|49|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.16" />
<sup>16</sup>Η τρομεροτης σου σε ηπατησε και η υπερηφανια της καρδιας σου, συ ο κατοικων εν τοις κοιλωμασι των κρημνων, ο κατεχων το υψος των βουνων· και αν υψωσης την φωλεαν σου ως ο αετος, και εκειθεν θελω σε καταβιβασει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 49:17" parsed="|Jer|49|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.17" />
<sup>17</sup>Και ο Εδωμ θελει εισθαι εις θαμβος· πας ο διαβαινων δι' αυτου θελει εκθαμβηθη και θελει συριξει επι πασαις ταις πληγαις αυτου.
<scripture passage="Jer 49:18" parsed="|Jer|49|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.18" />
<sup>18</sup>Καθως κατεστραφησαν τα Σοδομα και τα Γομορρα και τα πλησιοχωρα αυτων, λεγει Κυριος, ουτως ανθρωπος δεν θελει κατοικησει εκει ουδε υιος ανθρωπου θελει παροικησει εκει.
<scripture passage="Jer 49:19" parsed="|Jer|49|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, θελει αναβη ως λεων απο του φρυαγματος του Ιορδανου εναντιον της κατοικιας του δυνατου· αλλ' εγω ταχεως θελω εκδιωξει τουτον απ' αυτης· και οστις ειναι ο εκλεκτος μου, τουτον θελω καταστησει επ' αυτην· διοτι τις ομοιος μου; και τις θελει αντισταθη εις εμε; και τις ο ποιμην εκεινος, οστις θελει σταθη κατα προσωπον μου;
<scripture passage="Jer 49:20" parsed="|Jer|49|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.20" />
<sup>20</sup>Δια τουτο ακουσατε την βουλην του Κυριου, την οποιαν εβουλευθη κατα του Εδωμ, και τους λογισμους αυτου, τους οποιους ελογισθη κατα των κατοικων της Θαιμαν· Εξαπαντος και τα ελαχιστα του ποιμνιου θελουσι κατασυρει αυτους· εξαπαντος η κατοικια αυτων θελει ερημωθη μετ' αυτων.
<scripture passage="Jer 49:21" parsed="|Jer|49|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.21" />
<sup>21</sup>Απο του ηχου της αλωσεως αυτων εσεισθη η γη· ο ηχος της φωνης αυτης ηκουσθη εν τη Ερυθρα θαλασση.
<scripture passage="Jer 49:22" parsed="|Jer|49|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.22" />
<sup>22</sup>Ιδου, θελει αναβη και πεταξει ως αετος, και θελει απλωσει τας πτερυγας αυτου επι Βοσορραν· και εν τη ημερα εκεινη η καρδια των ισχυρων του Εδωμ θελει εισθαι ως καρδια γυναικος κοιλοπονουσης.
<scripture passage="Jer 49:23" parsed="|Jer|49|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.23" />
<sup>23</sup>Περι της Δαμασκου. Κατησχυνθη η Αιμαθ και η Αρφαδ· διοτι ηκουσαν κακην αγγελιαν· ανελυθησαν· ταραχη ειναι εν τη θαλασση· δεν δυναται να ησυχαση.
<scripture passage="Jer 49:24" parsed="|Jer|49|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.24" />
<sup>24</sup>Η Δαμασκος παρελυθη, εστραφη εις φυγην, και τρομος κατελαβεν αυτην· αγωνια και πονοι εκυριευσαν αυτην ως τικτουσης.
<scripture passage="Jer 49:25" parsed="|Jer|49|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.25" />
<sup>25</sup>Πως δεν εναπελειφθη η πολις η ευκλεης, η πολις της ευφροσυνης μου.
<scripture passage="Jer 49:26" parsed="|Jer|49|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο οι νεοι αυτης θελουσι πεσει εν ταις πλατειαις αυτης, και παντες οι ανδρες οι πολεμισται θελουσιν απολεσθη κατ' εκεινην την ημεραν, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 49:27" parsed="|Jer|49|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.27" />
<sup>27</sup>Και θελω αναψει πυρ εν τω τειχει της Δαμασκου και θελει καταφαγει τα παλατια του Βεν-αδαδ.
<scripture passage="Jer 49:28" parsed="|Jer|49|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.28" />
<sup>28</sup>Περι της Κηδαρ, και περι των βασιλειων της Ασωρ, τα οποια επαταξε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος. Ουτω λεγει Κυριος· Σηκωθητε, αναβητε προς την Κηδαρ και λεηλατησατε τους υιους της ανατολης.
<scripture passage="Jer 49:29" parsed="|Jer|49|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.29" />
<sup>29</sup>Θελουσι κυριευσει τας σκηνας αυτων και τα ποιμνια αυτων· θελουσι λαβει εις εαυτους τα παραπετασματα αυτων και πασαν την αποσκευην αυτων και τας καμηλους αυτων· και θελουσι βοησει προς αυτους, Τρομος πανταχοθεν.
<scripture passage="Jer 49:30" parsed="|Jer|49|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.30" />
<sup>30</sup>Φυγετε, υπαγετε μακραν, καμετε τοπους βαθεις δια κατοικιαν, κατοικοι της Ασωρ, λεγει Κυριος· διοτι Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος εβουλευθη βουλην εναντιον σας και ελογισθη λογισμους εναντιον σας.
<scripture passage="Jer 49:31" parsed="|Jer|49|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.31" />
<sup>31</sup>Σηκωθητε, αναβητε εις το ησυχον εθνος το κατοικουν εν ασφαλεια, λεγει Κυριος· οιτινες δεν εχουσι πυλας ουδε μοχλους αλλα κατοικουσι μονοι·
<scripture passage="Jer 49:32" parsed="|Jer|49|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.32" />
<sup>32</sup>και αι καμηλοι αυτων θελουσιν εισθαι λεηλασια και το πληθος των κτηνων αυτων λαφυρον· και θελω διασκορπισει αυτους εις παντας τους ανεμους, προς τους κατοικουντας εν τοις απωτατοις μερεσι· και θελω επιφερει τον ολεθρον αυτων εκ παντων των περατων αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 49:33" parsed="|Jer|49|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.33" />
<sup>33</sup>Και η Ασωρ θελει εισθαι κατοικια θωων, ερημος εις τον αιωνα· δεν θελει κατοικει εκει ανθρωπος και δεν θελει παροικει εν αυτη υιος ανθρωπου.
<scripture passage="Jer 49:34" parsed="|Jer|49|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.34" />
<sup>34</sup>Ο λογος του Κυριου, ο γενομενος προς Ιερεμιαν τον προφητην, κατα της Ελαμ εν τη αρχη της βασιλειας του Σεδεκιου βασιλεως του Ιουδα, λεγων,
<scripture passage="Jer 49:35" parsed="|Jer|49|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.35" />
<sup>35</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ιδου, θελω συντριψει το τοξον της Ελαμ, την αρχην της δυναμεως αυτων.
<scripture passage="Jer 49:36" parsed="|Jer|49|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.36" />
<sup>36</sup>Και θελω φερει επι την Ελαμ τους τεσσαρας ανεμους εκ των τεσσαρων ακρων του ουρανου, και θελω διασκορπισει αυτους εις παντας τουτους τους ανεμους· και δεν θελει εισθαι εθνος, οπου οι δεδιωγμενοι της Ελαμ δεν θελουσιν ελθει.
<scripture passage="Jer 49:37" parsed="|Jer|49|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.37" />
<sup>37</sup>Διοτι θελω κατατρομαξει την Ελαμ εμπροσθεν των εχθρων αυτων και εμπροσθεν των ζητουντων την ψυχην αυτων· και θελω επιφερει κακον επ' αυτους, τον θυμον της οργης μου, λεγει Κυριος· και θελω αποστειλει την μαχαιραν οπισω αυτων, εωσου αναλωσω αυτους.
<scripture passage="Jer 49:38" parsed="|Jer|49|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.38" />
<sup>38</sup>Και θελω στησει τον θρονον μου εν Ελαμ, και θελω εξολοθρευσει εκειθεν βασιλεα και μεγιστανας, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 49:39" parsed="|Jer|49|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.49.39" />
<sup>39</sup>Πλην εν ταις εσχαταις ημεραις θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν της Ελαμ, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 50" progress="66.40%" prev="Jer.49" next="Jer.51" id="Jer.50">
<h3 id="Jer.50-p0.1">Chapter 50</h3>
<p class="Greek" id="Jer.50-p1">
<scripture passage="Jer 50:1" parsed="|Jer|50|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος, τον οποιον ελαλησε Κυριος κατα της Βαβυλωνος, κατα της γης των Χαλδαιων, δια Ιερεμιου του προφητου.
<scripture passage="Jer 50:2" parsed="|Jer|50|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.2" />
<sup>2</sup>Αναγγειλατε εν τοις εθνεσι και κηρυξατε και υψωσατε σημαιαν· κηρυξατε, μη κρυψητε· ειπατε, Εκυριευθη η Βαβυλων, κατησχυνθη ο Βηλ, συνετριβη ο Μερωδαχ· κατησχυνθησαν τα ειδωλα αυτης, συνετριβησαν τα βδελυγματα αυτης.
<scripture passage="Jer 50:3" parsed="|Jer|50|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.3" />
<sup>3</sup>Διοτι απο βορρα αναβαινει εθνος εναντιον αυτης, το οποιον θελει καταστησει την γην αυτης ερημον, και δεν θελει υπαρχει ο κατοικων εν αυτη· απο ανθρωπου εως κτηνους θελουσι μετατοπισθη, θελουσι φυγει.
<scripture passage="Jer 50:4" parsed="|Jer|50|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.4" />
<sup>4</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις και εν τω καιρω εκεινω, λεγει Κυριος, θελουσιν ελθει οι υιοι Ισραηλ, αυτοι και οι υιοι Ιουδα ομου, βαδιζοντες και κλαιοντες· θελουσιν υπαγει και ζητησει Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="Jer 50:5" parsed="|Jer|50|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.5" />
<sup>5</sup>Θελουσιν ερωτησει περι της οδου της Σιων με τα προσωπα αυτων προς εκει, λεγοντες, Ελθετε και ας ενωθωμεν μετα του Κυριου εν διαθηκη αιωνιω, ητις δεν θελει λησμονηθη.
<scripture passage="Jer 50:6" parsed="|Jer|50|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.6" />
<sup>6</sup>Ο λαος μου εγεινε προβατα απολωλοτα· οι ποιμενες αυτων παρετρεψαν αυτους, περιεπλανησαν αυτους εις τα ορη· υπηγαν απο ορους εις βουνον, ελησμονησαν την μανδραν αυτων.
<scripture passage="Jer 50:7" parsed="|Jer|50|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.7" />
<sup>7</sup>Παντες οι ευρισκοντες αυτους κατετρωγον αυτους, και οι εχθροι αυτων ειπον, Δεν πταιομεν, διοτι ημαρτησαν εις Κυριον, την κατοικιαν της δικαιοσυνης· ναι, εις Κυριον, την ελπιδα των πατερων αυτων.
<scripture passage="Jer 50:8" parsed="|Jer|50|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.8" />
<sup>8</sup>Φυγετε εκ μεσου της Βαβυλωνος και εξελθετε εκ της γης των Χαλδαιων και γεινετε ως κριοι εμπροσθεν ποιμνιων.
<scripture passage="Jer 50:9" parsed="|Jer|50|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ιδου, εγω θελω εγειρει και αναβιβασει επι Βαβυλωνα συναγωγην εθνων μεγαλων εκ γης βορρα, και θελουσι παραταχθη εναντιον αυτης· εκειθεν θελει αλωθη· τα βελη αυτων θελουσιν εισθαι ως εμπειρου ισχυρου· δεν θελουσιν επιστρεψει κενα.
<scripture passage="Jer 50:10" parsed="|Jer|50|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.10" />
<sup>10</sup>Και η Χαλδαια θελει εισθαι λαφυρον· παντες οι λεηλατουντες αυτην θελουσι χορτασθη, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 50:11" parsed="|Jer|50|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ηυφραινεσθε και εκαυχαθε, φθορεις της κληρονομιας μου, επειδη εσκιρτατε ως δαμαλις επι χλοης και εχρεμετιζετε ως ρωμαλεοι ιπποι,
<scripture passage="Jer 50:12" parsed="|Jer|50|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.12" />
<sup>12</sup>η μητηρ σας κατησχυνθη σφοδρα· η γεννητρια σας ενετραπη· ιδου, αυτη θελει εισθαι η εσχατη των εθνων, ερημος, γη ξηρα και αβατος.
<scripture passage="Jer 50:13" parsed="|Jer|50|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.13" />
<sup>13</sup>Εξ αιτιας της οργης του Κυριου δεν θελει κατοικηθη, αλλα θελει ερημωθη απασα· πας ο διαβαινων δια της Βαβυλωνος θελει εκθαμβηθη και συριξει επι πασαις ταις πληγαις αυτης.
<scripture passage="Jer 50:14" parsed="|Jer|50|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.14" />
<sup>14</sup>Παραταχθητε εναντιον της Βαβυλωνος κυκλω· παντες οι εντεινοντες τοξον, τοξευσατε κατ' αυτης, μη φειδεσθε βελων· διοτι ημαρτησεν εις Κυριον.
<scripture passage="Jer 50:15" parsed="|Jer|50|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.15" />
<sup>15</sup>Αλαλαξατε επ' αυτη κυκλω· παρεδωκεν εαυτην· επεσαν τα θεμελια αυτης, κατηδαφισθησαν τα τειχη αυτης· διοτι τουτο ειναι η εκδικησις του Κυριου· εκδικηθητε αυτην· καθως αυτη εκαμε, καμετε εις αυτην.
<scripture passage="Jer 50:16" parsed="|Jer|50|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.16" />
<sup>16</sup>Εκκοψατε απο Βαβυλωνος τον σπειροντα και τον κρατουντα δρεπανον εν καιρω θερισμου· απο προσωπου της εξολοθρευτικης μαχαιρας θελουσιν επιστρεψει εκαστος εις τον λαον αυτου, και θελουσι φυγει εκαστος εις την γην αυτου.
<scripture passage="Jer 50:17" parsed="|Jer|50|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.17" />
<sup>17</sup>Ο Ισραηλ ειναι προβατον πλανωμενον· λεοντες εκυνηγησαν αυτο· πρωτος ο βασιλευς της Ασσυριας κατεφαγεν αυτον· και υστερον ουτος ο Ναβουχοδονοσορ, ο βασιλευς της Βαβυλωνος, κατεσυντριψε τα οστα αυτου.
<scripture passage="Jer 50:18" parsed="|Jer|50|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ· Ιδου, εγω θελω τιμωρησει τον βασιλεα της Βαβυλωνος και την γην αυτου, καθως ετιμωρησα τον βασιλεα της Ασσυριας.
<scripture passage="Jer 50:19" parsed="|Jer|50|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.19" />
<sup>19</sup>Και θελω αποκαταστησει τον Ισραηλ εν τη κατοικια αυτου, και θελει βοσκεσθαι τον Καρμηλον και την Βασαν, και η ψυχη αυτου θελει χορτασθη επι το ορος Εφραιμ και Γαλααδ.
<scripture passage="Jer 50:20" parsed="|Jer|50|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.20" />
<sup>20</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις και εν τω καιρω εκεινω, λεγει Κυριος, η ανομια του Ισραηλ θελει ζητηθη και δεν θελει υπαρχει, και αι αμαρτιαι του Ιουδα και δεν θελουσιν ευρεθη· διοτι θελω συγχωρησει οσους αφησω υπολοιπον.
<scripture passage="Jer 50:21" parsed="|Jer|50|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.21" />
<sup>21</sup>Αναβα επι την γην των καταδυναστων, επ' αυτην και επι τους κατοικους της Φεκωδ· αφανισον και εξολοθρευσον κατοπιν αυτων, λεγει Κυριος, και καμε κατα παντα οσα προσεταξα εις σε.
<scripture passage="Jer 50:22" parsed="|Jer|50|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.22" />
<sup>22</sup>Φωνη πολεμου εν τη γη και συντριμμα μεγα.
<scripture passage="Jer 50:23" parsed="|Jer|50|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.23" />
<sup>23</sup>Πως συνεθλασθη και συνετριβη η σφυρα πασης της γης· πως εγεινεν η Βαβυλων εις θαμβος μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Jer 50:24" parsed="|Jer|50|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.24" />
<sup>24</sup>Εστησα παγιδα εις σε, μαλιστα και επιασθης, Βαβυλων, και συ δεν εγνωρισας· ευρεθης μαλιστα και συνεληφθης, διοτι εις τον Κυριον αντεσταθης.
<scripture passage="Jer 50:25" parsed="|Jer|50|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.25" />
<sup>25</sup>Ο Κυριος ηνοιξε την οπλοθηκην αυτου και εξηγαγε το οπλα της οργης αυτου· διοτι το εργον τουτο εχει Κυριος ο Θεος των δυναμεων εν τη γη των Χαλδαιων.
<scripture passage="Jer 50:26" parsed="|Jer|50|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.26" />
<sup>26</sup>Ελθετε επ' αυτην απο των περατων· ανοιξατε τας αποθηκας αυτης· καταστησατε αυτην ως σωρους και εξολοθρευσατε αυτην· ας μη μεινη εξ αυτης υπολοιπον.
<scripture passage="Jer 50:27" parsed="|Jer|50|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.27" />
<sup>27</sup>Σφαξατε παντας τους μοσχους αυτης· ας καταβωσιν εις σφαγην· ουαι εις αυτους· διοτι ηλθεν η ημερα αυτων, ο καιρος της επισκεψεως αυτων.
<scripture passage="Jer 50:28" parsed="|Jer|50|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.28" />
<sup>28</sup>Φωνη φευγοντων και διασωζομενων απο της γης Βαβυλωνος, δια να αναγγειλη εν Σιων την εκδικησιν Κυριου του Θεου ημων, την εκδικησιν του ναου αυτου.
<scripture passage="Jer 50:29" parsed="|Jer|50|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.29" />
<sup>29</sup>Συγκαλεσατε τους τοξοτας επι Βαβυλωνα· παντες οι εντεινοντες τοξον, στρατοπεδευσατε κατ' αυτης κυκλω· μηδεις εξ αυτης ας μη διασωθη· ανταποδοτε εις αυτην κατα το εργον αυτης· κατα παντα οσα εκαμε, καμετε εις αυτην· διοτι υπερηφανευθη κατα του Κυριου, κατα του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 50:30" parsed="|Jer|50|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο οι νεοι αυτης θελουσι πεσει εν ταις πλατειαις αυτης, και παντες οι ανδρες αυτης οι πολεμισται θελουσιν απολεσθη κατ' εκεινην την ημεραν, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 50:31" parsed="|Jer|50|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.31" />
<sup>31</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, ω επηρμενη, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων· διοτι ηλθεν η ημερα σου, ο καιρος της επισκεψεως σου.
<scripture passage="Jer 50:32" parsed="|Jer|50|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.32" />
<sup>32</sup>Και ο επηρμενος θελει προσκοψει και πεσει, και δεν θελει υπαρχει ο αναστησων αυτον· και θελω αναψει πυρ εν ταις πολεσιν αυτου και ο θελει καταφαγει παντα τα περιξ αυτου.
<scripture passage="Jer 50:33" parsed="|Jer|50|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.33" />
<sup>33</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· οι υιοι Ισραηλ και οι υιοι Ιουδα κατεδυναστευθησαν ομου· και παντες οι αιχμαλωτισαντες αυτους κατεκρατησαν αυτους· ηρνηθησαν να απολυσωσιν αυτους.
<scripture passage="Jer 50:34" parsed="|Jer|50|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.34" />
<sup>34</sup>Πλην ο Λυτρωτης αυτων ειναι Ισχυρος· Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου· θελει εξαπαντος διαδικασει την δικην αυτων, δια να αναπαυση την γην και να ταραξη τους κατοικους της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 50:35" parsed="|Jer|50|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.35" />
<sup>35</sup>Μαχαιρα επι τους Χαλδαιους, λεγει Κυριος, και επι τους κατοικους της Βαβυλωνος και επι τους μεγιστανας αυτης και επι τους σοφους αυτης.
<scripture passage="Jer 50:36" parsed="|Jer|50|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.36" />
<sup>36</sup>Μαχαιρα επι τους ψευδοπροφητας και θελουσι παραφρονησει· μαχαιρα επι τους ισχυρους αυτης και θελουσι τρομαξει.
<scripture passage="Jer 50:37" parsed="|Jer|50|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.37" />
<sup>37</sup>Μαχαιρα επι τους ιππους αυτων και επι τας αμαξας αυτων και επι παντα τον συμμικτον λαον τον εν μεσω αυτης, και θελουσιν εισθαι ως γυναικες· μαχαιρα επι τους θησαυρους αυτης και θελουσι διαρπαχθη.
<scripture passage="Jer 50:38" parsed="|Jer|50|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.38" />
<sup>38</sup>Ξηρασια επι τα υδατα αυτης, και θελουσι ξηρανθη· διοτι ειναι γη των γλυπτων και εμωρανθησαν εν τοις ειδωλοις αυτων.
<scripture passage="Jer 50:39" parsed="|Jer|50|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.39" />
<sup>39</sup>Δια τουτο θηρια και αιλουροι θελουσι κατοικησει εκει και στρουθοκαμηλοι θελουσι κατοικησει εν αυτη και δεν θελει κατοικηθη πλεον εις τον αιωνα· και ουδεις θελει κατασκηνωσει εν αυτη εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Jer 50:40" parsed="|Jer|50|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.40" />
<sup>40</sup>Καθως κατεστρεψεν ο Θεος τα Σοδομα και τα Γομορρα και τα πλησιοχωρα αυτων, λεγει Κυριος, ουτως ανθρωπος δεν θελει κατοικησει εκει ουδε υιος ανθρωπου θελει παροικησει εν αυτη.
<scripture passage="Jer 50:41" parsed="|Jer|50|41|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.41" />
<sup>41</sup>Ιδου, λαος θελει ελθει απο βορρα και εθνος μεγα, και βασιλεις πολλοι θελουσιν εγερθη απο των εσχατων της γης.
<scripture passage="Jer 50:42" parsed="|Jer|50|42|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.42" />
<sup>42</sup>Τοξον και λογχην θελουσι κρατει· ειναι σκληροι και ανιλεοι· η φωνη αυτων ηχει ως θαλασσα, και επιβαινουσιν επι ιππους, παρατεταγμενοι ως ανδρες εις πολεμον, εναντιον σου, θυγατηρ Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 50:43" parsed="|Jer|50|43|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.43" />
<sup>43</sup>Ηκουσεν ο βαιλευς της Βαβυλωνος την φημην αυτων και αι χειρες αυτου παρελυθησαν· στενοχωρια συνελαβεν αυτον, ωδινες ως τικτουσης.
<scripture passage="Jer 50:44" parsed="|Jer|50|44|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.44" />
<sup>44</sup>Ιδου, θελει αναβη ως λεων απο του φρυαγματος του Ιορδανου εναντιον της κατοικιας του δυνατου· αλλ' εγω ταχεως θελω εκδιωξει αυτους απ' αυτης· και οστις ειναι ο εκλεκτος σου, τουτον θελω καταστησει επ' αυτην· διοτι τις ομοιος μου; και τις θελει αντισταθη εις εμε; και τις ειναι ο ποιμην εκεινος, οστις θελει σταθη κατα προσωπον μου;
<scripture passage="Jer 50:45" parsed="|Jer|50|45|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.45" />
<sup>45</sup>Δια τουτο ακουσατε την βουλην του Κυριου, την οποιαν εβουλευθη κατα της Βαβυλωνος, και τους λογισμους αυτου, τους οποιους ελογισθη κατα της γης των Χαλδαιων· εξαπαντος και τα ελαχιστα του ποιμνιου θελουσι κατασυρει αυτους· εξαπαντος η κατοικια αυτων θελει ερημωθη μετ' αυτων.
<scripture passage="Jer 50:46" parsed="|Jer|50|46|0|0" osisRef="Bible:Jer.50.46" />
<sup>46</sup>Απο του ηχου της αλωσεως της Βαβυλωνος εσεισθη η γη, και η κραυγη ηκουσθη εν τοις εθνεσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 51" progress="66.58%" prev="Jer.50" next="Jer.52" id="Jer.51">
<h3 id="Jer.51-p0.1">Chapter 51</h3>
<p class="Greek" id="Jer.51-p1">
<scripture passage="Jer 51:1" parsed="|Jer|51|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω εγειρω ανεμον φθοροποιον επι την Βαβυλωνα και επι τους κατοικους αυτης τους υψωσαντας την καρδιαν αυτων κατ' εμου.
<scripture passage="Jer 51:2" parsed="|Jer|51|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.2" />
<sup>2</sup>Και θελω εξαποστειλει επι την Βαβυλωνα λικμητας και θελουσιν εκλικμησει αυτην και εκκενωσει την γην αυτης· διοτι εν τη ημερα της συμφορας κυκλοθεν θελουσιν εισθαι εναντιον αυτης.
<scripture passage="Jer 51:3" parsed="|Jer|51|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.3" />
<sup>3</sup>Τοξοτης επι τοξοτην ας εντεινη το τοξον αυτου και επι τον πεποιθοτα επι τον θωρακα αυτου· και μη φειδεσθε τους νεους αυτης· εξολοθρευσατε απαν το στρατευμα αυτης.
<scripture passage="Jer 51:4" parsed="|Jer|51|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.4" />
<sup>4</sup>Και οι τραυματιαι θελουσι πεσει εν τη γη των Χαλδαιων και οι κατακεκεντημενοι εν ταις οδοις αυτης.
<scripture passage="Jer 51:5" parsed="|Jer|51|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο Ισραηλ δεν εγκατελειφθη ουδε ο Ιουδας παρα του Θεου αυτου, παρα του Κυριου των δυναμεων, αν και η γη αυτων ενεπλησθη ανομιας εναντιον του Αγιου του Ισραηλ.
<scripture passage="Jer 51:6" parsed="|Jer|51|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.6" />
<sup>6</sup>Φυγετε εκ μεσου της Βαβυλωνος και διασωσατε εκαστος την ψυχην αυτου· μη απολεσθητε εν τη ανομια αυτης· διοτι ειναι καιρος εκδικησεως του Κυριου· ανταποδομα αυτος ανταποδιδει εις αυτην.
<scripture passage="Jer 51:7" parsed="|Jer|51|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.7" />
<sup>7</sup>Η Βαβυλων εσταθη ποτηριον χρυσουν εν τη χειρι του Κυριου, μεθυον πασαν την γην· απο του οινου αυτης επιον τα εθνη· δια τουτο τα εθνη παρεφρονησαν.
<scripture passage="Jer 51:8" parsed="|Jer|51|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.8" />
<sup>8</sup>Επεσεν εξαιφνης η Βαβυλων και συνετριβη· ολολυζετε δι' αυτην· λαβετε βαλσαμον δια τον πονον αυτης, ισως ιατρευθη.
<scripture passage="Jer 51:9" parsed="|Jer|51|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.9" />
<sup>9</sup>Μετεχειρισθημεν ιατρικα δια την Βαβυλωνα αλλα δεν ιατρευθη· εγκαταλειψατε αυτην, και ας απελθωμεν εκαστος εις την γην αυτου· διοτι η κρισις αυτης εφθασεν εις τον ουρανον και υψωθη εως του στερεωματος.
<scripture passage="Jer 51:10" parsed="|Jer|51|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.10" />
<sup>10</sup>Ο Κυριος εφανερωσε την δικαιοσυνην ημων· ελθετε και ας διηγηθωμεν εν Σιων το εργον Κυριου του Θεου ημων.
<scripture passage="Jer 51:11" parsed="|Jer|51|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.11" />
<sup>11</sup>Στιλβωσατε τα βελη· πυκνωσατε τας ασπιδας· ο Κυριος ηγειρε το πνευμα των βασιλεων των Μηδων· διοτι ο σκοπος αυτου ειναι εναντιον της Βαβυλωνος, δια να εξολοθρευση αυτην· επειδη η εκδικησις του Κυριου ειναι εκδικησις του ναου αυτου.
<scripture passage="Jer 51:12" parsed="|Jer|51|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.12" />
<sup>12</sup>Υψωσατε σημαιαν επι τα τειχη της Βαβυλωνος, ενδυναμωσατε την φρουραν, στησατε φυλακας, ετοιμασατε ενεδρας· διοτι ο Κυριος και εβουλευθη και θελει εκτελεσει εκεινο, το οποιον ελαλησεν εναντιον των κατοικων της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 51:13" parsed="|Jer|51|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.13" />
<sup>13</sup>Ω η κατοικουσα επι υδατων πολλων, η πληρης θησαυρων, ηλθε το τελος σου, το περας της πλεονεξιας σου.
<scripture passage="Jer 51:14" parsed="|Jer|51|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.14" />
<sup>14</sup>Ο Κυριος των δυναμεων ωμοσεν εις εαυτον, λεγων, Εξαπαντος θελω σε γεμισει απο ανθρωπων ως απο ακριδων, και θελουσιν εκπεμψει αλαλαγμον εναντιον σου.
<scripture passage="Jer 51:15" parsed="|Jer|51|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.15" />
<sup>15</sup>Αυτος εποιησε την γην εν τη δυναμει αυτου, εστερεωσε την οικουμενην εν τη σοφια αυτου και εξετεινε τους ουρανους εν τη συνεσει αυτου.
<scripture passage="Jer 51:16" parsed="|Jer|51|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.16" />
<sup>16</sup>Οταν εκπεμπη την φωνην αυτου, συνισταται πληθος υδατων εν ουρανοις, και αναγει νεφελας απο των ακρων της γης· καμνει αστραπας δια βροχην και εξαγει ανεμον εκ των θησαυρων αυτου.
<scripture passage="Jer 51:17" parsed="|Jer|51|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.17" />
<sup>17</sup>Πας ανθρωπος εμωρανθη υπο της γνωσεως αυτου· πας χωνευτης κατησχυνθη απο των γλυπτων· διοτι ψευδος ειναι το χωνευτον αυτου και πνοη εν αυτω δεν υπαρχει.
<scripture passage="Jer 51:18" parsed="|Jer|51|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.18" />
<sup>18</sup>Ματαιοτης ταυτα, εργον πλανης· εν καιρω επισκεψεως αυτων θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Jer 51:19" parsed="|Jer|51|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.19" />
<sup>19</sup>Η μερις του Ιακωβ δεν ειναι ως αυτα, διοτι αυτος ειναι ο πλασας τα παντα· και ο Ισραηλ ειναι η ραβδος της κληρονομιας αυτου· Κυριος των δυναμεων το ονομα αυτου.
<scripture passage="Jer 51:20" parsed="|Jer|51|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.20" />
<sup>20</sup>Συ ησο πελεκυς μου, οπλα πολεμου, και δια σου συνετριψα εθνη και δια σου εξωλοθρευσα βασιλεια·
<scripture passage="Jer 51:21" parsed="|Jer|51|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.21" />
<sup>21</sup>και δια σου συνετριψα ιππον και αναβατην αυτου, και δια σου συνετριψα αμαξαν και αναβατην αυτης·
<scripture passage="Jer 51:22" parsed="|Jer|51|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.22" />
<sup>22</sup>και δια σου συνετριψα ανδρα και γυναικα, και δια σου συνετριψα γεροντα και νεον, και δια σου συνετριψα νεανισκον και παρθενον·
<scripture passage="Jer 51:23" parsed="|Jer|51|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.23" />
<sup>23</sup>και δια σου συνετριψα ποιμενα και ποιμνιον αυτου, και δια σου συνετριψα γεωργον και ζευγος αυτου· και δια σου συνετριψα στρατηγους και αρχοντας.
<scripture passage="Jer 51:24" parsed="|Jer|51|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.24" />
<sup>24</sup>Και θελω ανταποδωσει επι την Βαβυλωνα και επι παντας τους κατοικους της Χαλδαιας πασαν την κακιαν αυτων, την οποιαν επραξαν εν Σιων ενωπιον σας, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 51:25" parsed="|Jer|51|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.25" />
<sup>25</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, ορος φθοροποιον, λεγει Κυριος, το οποιον φθειρεις πασαν την γην· και θελω εκτεινει την χειρα μου επι σε και θελω σε κατακυλισει απο των βραχων και σε καταστησει ορος πυρικαυστον.
<scripture passage="Jer 51:26" parsed="|Jer|51|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.26" />
<sup>26</sup>Και δεν θελουσι λαβει απο σου λιθον δια γωνιαν ουδε λιθον δια θεμελια, αλλα θελεις εισθαι ερημωσις αιωνια, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 51:27" parsed="|Jer|51|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.27" />
<sup>27</sup>Υψωσατε σημαιαν επι την γην, σαλπισατε σαλπιγγα εν τοις εθνεσιν, ετοιμασατε εθνη κατ' αυτης, παραγγειλατε κατ' αυτης, εις τα βασιλεια του Αραρατ, του Μιννι και του Ασχεναζ· καταστησατε επ' αυτην αρχηγους· αναβιβασατε ιππους ως ακριδας ορθοτριχας.
<scripture passage="Jer 51:28" parsed="|Jer|51|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.28" />
<sup>28</sup>Ετοιμασατε κατ' αυτης εθνη, τους βασιλεις των Μηδων, τους στρατηγους αυτης και παντας τους αρχοντας αυτης και πασαν την γην της επικρατειας αυτης.
<scripture passage="Jer 51:29" parsed="|Jer|51|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.29" />
<sup>29</sup>Και η γη θελει σεισθη και στεναξει· διοτι η βουλη του Κυριου θελει εκτελεσθη κατα της Βαβυλωνος, δια να καταστηση την γην της Βαβυλωνος ερημον, ανευ κατοικου.
<scripture passage="Jer 51:30" parsed="|Jer|51|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.30" />
<sup>30</sup>Οι ισχυροι της Βαβυλωνος εξελιπον απο του να πολεμωσιν, εμειναν εν τοις οχυρωμασιν· η δυναμις αυτων εξελιπεν· εγειναν ως γυναικες· εκαυσαν τας κατοικιας αυτης· οι μοχλοι αυτης συνετριβησαν.
<scripture passage="Jer 51:31" parsed="|Jer|51|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.31" />
<sup>31</sup>Ταχυδρομος θελει δραμει εις απαντησιν ταχυδρομου και μηνυτης εις απαντησιν μηνυτου, δια να αναγγειλωσι προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος οτι η πολις αυτου ηλωθη απο των ακρων αυτης,
<scripture passage="Jer 51:32" parsed="|Jer|51|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.32" />
<sup>32</sup>και οτι αι διαβασεις επιασθησαν, και κατεκαυσαν εν πυρι τους καλαμωνας, και οι ανδρες του πολεμου κατετρομαξαν.
<scripture passage="Jer 51:33" parsed="|Jer|51|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.33" />
<sup>33</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ. Η θυγατηρ της Βαβυλωνος ειναι ως αλωνιον, καιρος ειναι να καταπατηθη· ετι ολιγον και θελει ελθει ο καιρος του θερισμου αυτης.
<scripture passage="Jer 51:34" parsed="|Jer|51|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.34" />
<sup>34</sup>Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος με κατεφαγε, με συνετριψε, με κατεστησεν αγγειον αχρηστον, με κατεπιεν ως δρακων, ενεπλησε την κοιλιαν αυτου απο των τρυφερων μου, με εξωσεν.
<scripture passage="Jer 51:35" parsed="|Jer|51|35|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.35" />
<sup>35</sup>Η εις εμε και εις την σαρκα μου αδικια ας ελθη επι την Βαβυλωνα, θελει ειπει η κατοικουσα την Σιων· και το αιμα μου επι τους κατοικους της Χαλδαιας, θελει ειπει η Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Jer 51:36" parsed="|Jer|51|36|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.36" />
<sup>36</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω θελω διαδικασει την δικην σου και θελω εκδικησει την εκδικησιν σου, και θελω καταστησει την θαλασσαν αυτης ξηραν και θελω ξηρανει την πηγην αυτης.
<scripture passage="Jer 51:37" parsed="|Jer|51|37|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.37" />
<sup>37</sup>Και η Βαβυλων θελει εισθαι εις σωρους, κατοικητηριον θωων, θαμβος και συριγμος, ανευ κατοικου.
<scripture passage="Jer 51:38" parsed="|Jer|51|38|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.38" />
<sup>38</sup>Θελουσι βρυχασθαι ομου ως λεοντες, θελουσιν ωρυεσθαι ως σκυμνοι λεοντων.
<scripture passage="Jer 51:39" parsed="|Jer|51|39|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.39" />
<sup>39</sup>Θελω καμει αυτους να θερμανθωσιν εν τοις συμποσιοις αυτων, και θελω μεθυσει αυτους, δια να ευθυμησωσι και να υπνωσωσιν υπνον αιωνιον και να μη εξυπνησωσι, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 51:40" parsed="|Jer|51|40|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.40" />
<sup>40</sup>Θελω καταβιβασει αυτους ως αρνια εις σφαγην, ως κριους μετα τραγων.
<scripture passage="Jer 51:41" parsed="|Jer|51|41|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.41" />
<sup>41</sup>Πως ηλωθη η Σησαχ και εθηρευθη το καυχημα πασης της γης· πως εγεινεν Βαβυλων θαμβος εν τοις εθνεσιν.
<scripture passage="Jer 51:42" parsed="|Jer|51|42|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.42" />
<sup>42</sup>Η θαλασσα ανεβη επι την Βαβυλωνα· κατεκαλυφθη υπο του πληθους των κυματων αυτης.
<scripture passage="Jer 51:43" parsed="|Jer|51|43|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.43" />
<sup>43</sup>Αι πολεις αυτης κατεσταθησαν θαμβος, γη ανυδρος και αβατος γη, εν η δεν κατοικει ουδεις ανθρωπος ουδε υιος ανθρωπου διερχεται δι' αυτης.
<scripture passage="Jer 51:44" parsed="|Jer|51|44|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.44" />
<sup>44</sup>Και θελω τιμωρησει τον Βηλ εν Βαβυλωνι και εκβαλει εκ του στοματος αυτου οσα κατεπιε· και τα εθνη δεν θελουσι συναχθη πλεον προς αυτον, και αυτο το τειχος της Βαβυλωνος θελει πεσει.
<scripture passage="Jer 51:45" parsed="|Jer|51|45|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.45" />
<sup>45</sup>Λαε μου, εξελθετε εκ μεσου αυτης και σωσατε εκαστος την ψυχην αυτου απο της οργης του θυμου του Κυριου·
<scripture passage="Jer 51:46" parsed="|Jer|51|46|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.46" />
<sup>46</sup>μηποτε η καρδια σας χαυνωθη και φοβηθητε υπο της αγγελιας ητις θελει ακουσθη εν τη γη· θελει δε ελθει αγγελια το εν ετος, και μετα τουτο η αγγελια το αλλο ετος, και καταδυναστεια εν τη γη, εξουσιαστης εναντιον εξουσιαστου.
<scripture passage="Jer 51:47" parsed="|Jer|51|47|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.47" />
<sup>47</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι και θελω καμει εκδικησιν επι τα γλυπτα της Βαβυλωνος· και πασα η γη αυτης θελει καταισχυνθη και παντες οι τετραυματισμενοι αυτης θελουσι πεσει εν τω μεσω αυτης.
<scripture passage="Jer 51:48" parsed="|Jer|51|48|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.48" />
<sup>48</sup>Τοτε οι ουρανοι και η γη και παντα τα εν αυτοις θελουσιν αλαλαξει επι Βαβυλωνα· διοτι οι εξολοθρευται θελουσιν ελθει επ' αυτην απο βορρα, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 51:49" parsed="|Jer|51|49|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.49" />
<sup>49</sup>Καθως η Βαβυλων εκαμε τους τετραυματισμενους του Ισραηλ να πεσωσιν, ουτω και εν Βαβυλωνι θελουσι πεσει οι τετραυματισμενοι πασης της γης.
<scripture passage="Jer 51:50" parsed="|Jer|51|50|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.50" />
<sup>50</sup>Οι εκφυγοντες την μαχαιραν, υπαγετε, μη στεκεσθε· ενθυμηθητε τον Κυριον μακροθεν, και Ιερουσαλημ ας αναβη επι την καρδιαν σας.
<scripture passage="Jer 51:51" parsed="|Jer|51|51|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.51" />
<sup>51</sup>Κατησχυνθημεν, διοτι ηκουσαμεν ονειδισμον· αισχυνη κατεκαλυψε το προσωπον ημων· διοτι εισηλθον ξενοι εις το αγιαστηριον του οικου του Κυριου.
<scripture passage="Jer 51:52" parsed="|Jer|51|52|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.52" />
<sup>52</sup>Δια τουτο, ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω καμει εκδικησιν επι τα γλυπτα αυτης· και καθ' ολην την γην αυτης οι τετραυματισμενοι θελουσιν οιμωζει.
<scripture passage="Jer 51:53" parsed="|Jer|51|53|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.53" />
<sup>53</sup>Και αν η Βαβυλων αναβη εως του ουρανου και αν οχυρωση το υψος της δυναμεως αυτης, θελουσιν ελθει παρ' εμου εξολοθρευται επ' αυτην, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Jer 51:54" parsed="|Jer|51|54|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.54" />
<sup>54</sup>Φωνη κραυγης ερχεται απο Βαβυλωνος και συντριμμος μεγας εκ γης Χαλδαιων,
<scripture passage="Jer 51:55" parsed="|Jer|51|55|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.55" />
<sup>55</sup>διοτι ο Κυριος εξωλοθρευσε την Βαβυλωνα και ηφανισεν εξ αυτης την μεγαλην φωνην· τα δε κυματα εκεινων ηχουσιν· ο θορυβος της φωνης αυτων εξακουεται ως υδατων πολλων·
<scripture passage="Jer 51:56" parsed="|Jer|51|56|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.56" />
<sup>56</sup>διοτι ο εξολοθρευτης ηλθεν επ' αυτην, επι την Βαβυλωνα, και οι δυνατοι αυτης συνεληφθησαν, τα τοξα αυτων συνετριβησαν· επειδη Κυριος ο Θεος των ανταποδοσεων θελει εξαπαντος καμει ανταποδοσιν.
<scripture passage="Jer 51:57" parsed="|Jer|51|57|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.57" />
<sup>57</sup>Και θελω μεθυσει τους ηγεμονας αυτης και τους σοφους αυτης, τους στρατηγους αυτης και τους αρχοντας αυτης και τους δυνατους αυτης· και θελουσι κοιμηθη υπνον αιωνιον και δεν θελουσιν εξυπνησει, λεγει ο Βασιλευς, του οποιου το ονομα ειναι ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Jer 51:58" parsed="|Jer|51|58|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.58" />
<sup>58</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· τα πλατεα τειχη της Βαβυλωνος θελουσιν ολοτελως κατασκαφη, και αι πυλαι αυτης αι υψηλαι θελουσι κατακαη εν πυρι, και οσα οι λαοι εκοπιασαν θελουσιν εισθαι εις ματην, και οσα τα εθνη εμοχθησαν θελουσιν εισθαι δια το πυρ.
<scripture passage="Jer 51:59" parsed="|Jer|51|59|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.59" />
<sup>59</sup>Ο λογος, τον οποιον Ιερεμιας ο προφητης προσεταξεν εις τον Σεραιαν τον υιον του Νηριου υιου του Μαασιου, οτε επορευετο μετα του Σεδεκιου βασιλεως του Ιουδα εις Βαβυλωνα, κατα το τεταρτον ετος της βασιλειας αυτου· ητο δε ο Σεραιας κοιτωναρχης.
<scripture passage="Jer 51:60" parsed="|Jer|51|60|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.60" />
<sup>60</sup>Εγραψε δε ο Ιερεμιας εν ενι βιβλιω παντα τα κακα, τα οποια εμελλον να ελθωσιν επι την Βαβυλωνα, παντας τους λογους τουτους τους γεγραμμενους κατα της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 51:61" parsed="|Jer|51|61|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.61" />
<sup>61</sup>Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον Σεραιαν, Οταν ελθης εις την Βαβυλωνα και ιδης και αναγνωσης παντας τους λογους τουτους,
<scripture passage="Jer 51:62" parsed="|Jer|51|62|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.62" />
<sup>62</sup>τοτε θελεις ειπει, Κυριε, συ ελαλησας κατα του τοπου τουτου, δια να εξολοθρευσης αυτον, ωστε να μη υπαρχη ο κατοικων εν αυτω, απο ανθρωπου εως κτηνους, αλλα να ηναι ερημωσις αιωνια.
<scripture passage="Jer 51:63" parsed="|Jer|51|63|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.63" />
<sup>63</sup>Και αφου τελειωσης αναγινωσκων το βιβλιον τουτο, θελεις δεσει επ' αυτο λιθον και ριψει αυτο εις το μεσον του Ευφρατου·
<scripture passage="Jer 51:64" parsed="|Jer|51|64|0|0" osisRef="Bible:Jer.51.64" />
<sup>64</sup>και θελεις ειπει, Ουτω θελει βυθισθη η Βαβυλων, και δεν θελει σηκωθη εκ των κακων, τα οποια εγω θελω φερει επ' αυτην· και οι Βαβυλωνιοι θελουσιν εξασθενησει. Μεχρι τουτου ειναι οι λογοι του Ιερεμιου.
</p>
</div3>

<div3 title="Jeremiah 52" progress="66.81%" prev="Jer.51" next="Lam" id="Jer.52">
<h3 id="Jer.52-p0.1">Chapter 52</h3>
<p class="Greek" id="Jer.52-p1">
<scripture passage="Jer 52:1" parsed="|Jer|52|1|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.1" />
<sup>1</sup>Ενος και εικοσι ετων ηλικιας ητο ο Σεδεκιας οτε εβασιλευσε, και εβασιλευσεν ενδεκα ετη εν Ιερουσαλημ· το δε ονομα της μητρος αυτου ητο Αμουταλ, θυγατηρ του Ιερεμιου απο Λιβνα.
<scripture passage="Jer 52:2" parsed="|Jer|52|2|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.2" />
<sup>2</sup>Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, κατα παντα οσα επραξεν ο Ιωαχειμ.
<scripture passage="Jer 52:3" parsed="|Jer|52|3|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.3" />
<sup>3</sup>Διοτι απο του θυμου του Κυριου του γενομενου κατα Ιερουσαλημ και Ιουδα, εωσου απερριψεν αυτους απο προσωπου αυτου, ο Σεδεκιας απεστατησε κατα του βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Jer 52:4" parsed="|Jer|52|4|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.4" />
<sup>4</sup>Και εν τω ενατω ετει της βασιλειας αυτου, τον δεκατον μηνα, την δεκατην του μηνος, ηλθε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, αυτος και απαν το στρατευμα αυτου, επι την Ιερουσαλημ, και εστρατοπεδευσαν εναντιον αυτης και ωκοδομησαν περιτειχισμα κατ' αυτης κυκλω.
<scripture passage="Jer 52:5" parsed="|Jer|52|5|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.5" />
<sup>5</sup>Και η πολις επολιορκειτο μεχρι του ενδεκατου ετους του βασιλεως Σεδεκιου.
<scripture passage="Jer 52:6" parsed="|Jer|52|6|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.6" />
<sup>6</sup>Εν τω τεταρτω μηνι, την ενατην του μηνος, η πεινα εκραταιωθη εν τη πολει και δεν υπηρχεν αρτος δια τον λαον του τοπου.
<scripture passage="Jer 52:7" parsed="|Jer|52|7|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.7" />
<sup>7</sup>Και εξεπορθηθη η πολις και παντες οι ανδρες του πολεμου εφυγον και εξηλθον εκ της πολεως την νυκτα, δια της οδου της πυλης της μεταξυ των δυο τειχων, της πλησιον του βασιλικου κηπου· οι δε Χαλδαιοι ησαν πλησιον της πολεως κυκλω, και υπηγον κατα την οδον της πεδιαδος.
<scripture passage="Jer 52:8" parsed="|Jer|52|8|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.8" />
<sup>8</sup>Το δε στρατευμα των Χαλδαιων κατεδιωξεν οπισω του βασιλεως και εφθασαν τον Σεδεκιαν εις τας πεδιαδας της Ιεριχω· και απαν το στρατευμα αυτου διεσκορπισθη απο πλησιον αυτου.
<scripture passage="Jer 52:9" parsed="|Jer|52|9|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.9" />
<sup>9</sup>Και αυνελαβον τον βασιλεα και ανηγαγον αυτον προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος εις Ριβλα εν τη γη Αιμαθ και επροφερε καταδικην επ' αυτον.
<scripture passage="Jer 52:10" parsed="|Jer|52|10|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.10" />
<sup>10</sup>Και εσφαξεν ο βασιλευς της Βαβυλωνος τους υιους του Σεδεκιου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτου· εσφαξεν οτι και παντας τους αρχοντας Ιουδα εν Ριβλα.
<scripture passage="Jer 52:11" parsed="|Jer|52|11|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.11" />
<sup>11</sup>Και τους οφθαλμους του Σεδεκιου εξετυφλωσε, και εδεσεν αυτον με δυο χαλκινας αλυσεις· και εφερεν αυτον ο βασιλευς της Βαβυλωνος εις Βαβυλωνα και εβαλεν αυτον εις οικον φυλακης εως της ημερας του θανατου αυτου.
<scripture passage="Jer 52:12" parsed="|Jer|52|12|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.12" />
<sup>12</sup>Εν δε τω πεμπτω μηνι, τη δεκατη του μηνος, του δεκατου εννατου ετους του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος ηλθεν επι Ιερουσαλημ Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ, ο παρισταμενος ενωπιον του βασιλεως της Βαβυλωνος,
<scripture passage="Jer 52:13" parsed="|Jer|52|13|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.13" />
<sup>13</sup>και κατεκαυσε τον οικον του Κυριου και τον οικον του βασιλεως, και παντας τους οικους της Ιερουσαλημ και παντα μεγαν οικον κατεκαυσεν εν πυρι.
<scripture passage="Jer 52:14" parsed="|Jer|52|14|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.14" />
<sup>14</sup>Και απαν το στρατευμα των Χαλδαιων, το μετα του αρχισωματοφυλακος, κατεκρημνισαν παντα τα τειχη της Ιερουσαλημ κυκλω.
<scripture passage="Jer 52:15" parsed="|Jer|52|15|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.15" />
<sup>15</sup>Και εκ των πτωχων του λαου και το υπολοιπον του λαου το εναπολειφθεν εν τη πολει και τους φυγοντας, οιτινες προσεφυγον προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος, και το εναπολειφθεν του πληθους, μετωκισε Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ.
<scripture passage="Jer 52:16" parsed="|Jer|52|16|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.16" />
<sup>16</sup>Εκ των πτωχων ομως της γης αφηκε Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ δια αμπελουργους και δια γεωργους.
<scripture passage="Jer 52:17" parsed="|Jer|52|17|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.17" />
<sup>17</sup>Και τους στυλους τους χαλκινους τους εν τω οικω του Κυριου και τας βασεις και την χαλκινην θαλασσαν την εν τω οικω του Κυριου κατεκοψαν οι Χαλδαιοι, και μετεκομισαν ολον τον χαλκον αυτων εις την Βαβυλωνα.
<scripture passage="Jer 52:18" parsed="|Jer|52|18|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.18" />
<sup>18</sup>Ελαβον δε και τους λεβητας και τα πτυαρια και τα λυχνοψαλιδα και τας λεκανας και τα θυμιατηρια και παντα τα σκευη τα χαλκινα, δια των οποιων εκαμνον την υπηρεσιαν.
<scripture passage="Jer 52:19" parsed="|Jer|52|19|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.19" />
<sup>19</sup>Ελαβε προσετι ο αρχισωματοφυλαξ και τους κρατηρας και τα πυροδοχεια, και τας λεκανας και τους λεβητας και τας λυχνιας και τα θυμιατηρια και τας φιαλας, οσα ησαν χρυσα και οσα αργυρα·
<scripture passage="Jer 52:20" parsed="|Jer|52|20|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.20" />
<sup>20</sup>τους δυο στυλους, την μιαν θαλασσαν και τους δωδεκα χαλκινους μοσχους τους αντι βασεων, τα οποια εκαμεν ο βασιλευς Σολομων δια τον οικον του Κυριου· ο χαλκος παντων τουτων των σκευων ητο αζυγιστος.
<scripture passage="Jer 52:21" parsed="|Jer|52|21|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.21" />
<sup>21</sup>Περι δε των στυλων, το υψος του ενος στυλου ητο δεκαοκτω πηχων, και ζωνη πηχων δωδεκα περιεκυκλονεν αυτον, και το παχος αυτου δακτυλων τεσσαρων· ητο κενος.
<scripture passage="Jer 52:22" parsed="|Jer|52|22|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.22" />
<sup>22</sup>Και το κιονοκρανον το επ' αυτου χαλκινον· το δε υψος του ενος κιονοκρανου πεντε πηχων και το δικτυωτον και τα ροδια επι του κιονοκρανου κυκλω, τα παντα χαλκινα· τα αυτα ειχε και ο δευτερος στυλος μετα των ροδιων.
<scripture passage="Jer 52:23" parsed="|Jer|52|23|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.23" />
<sup>23</sup>Και ησαν ενενηκοντα εξ ροδια κρεμαμενα· παντα τα ροδια τα επι του δικτυωτου ησαν εκατον κυκλω.
<scripture passage="Jer 52:24" parsed="|Jer|52|24|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.24" />
<sup>24</sup>Και ελαβεν ο αρχισωματοφυλαξ Σεραιαν τον πρωτον ιερεα και Σοφονιαν τον δευτερον ιερεα και τους τρεις θυρωρους·
<scripture passage="Jer 52:25" parsed="|Jer|52|25|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.25" />
<sup>25</sup>και εκ της πολεως ελαβεν ενα ευνουχον, οστις ητο επιστατης επι των ανδρων των πολεμιστων, και επτα ανδρας εκ των παρισταμενων εμπροσθεν του βασιλεως, τους ευρεθεντας εν τη πολει, και τον γραμματεα τον αρχοντα των στρατευματων, οστις εκαμνε την στρατολογιαν του λαου της γης, και εξηκοντα ανδρας εκ του λαου της γης, τους ευρεθεντας εν μεσω της πολεως.
<scripture passage="Jer 52:26" parsed="|Jer|52|26|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.26" />
<sup>26</sup>Και λαβων αυτους Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ εφερεν αυτους προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος εις Ριβλα.
<scripture passage="Jer 52:27" parsed="|Jer|52|27|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.27" />
<sup>27</sup>Και επαταξεν αυτους ο βασιλευς της Βαβυλωνος και εθανατωσεν αυτους εν Ριβλα, εν τη γη Αιμαθ. Ουτω μετωκισθη ο Ιουδας απο της γης αυτου.
<scripture passage="Jer 52:28" parsed="|Jer|52|28|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.28" />
<sup>28</sup>Ουτος ειναι ο λαος, τον οποιον μετωκισεν ο Ναβουχοδονοσορ, εν τω εβδομω ετει, τρεις χιλιαδας και εικοσιτρεις Ιουδαιους·
<scripture passage="Jer 52:29" parsed="|Jer|52|29|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.29" />
<sup>29</sup>εν τω δεκατω ογδοω ετει του Ναβουχοδονοσορ μετωκισεν αυτος απο Ιερουσαλημ οκτακοσιας τριακοντα δυο ψυχας·
<scripture passage="Jer 52:30" parsed="|Jer|52|30|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.30" />
<sup>30</sup>εν τω εικοστω τριτω ετει του Ναβουχοδονοσορ μετωκισε Νεβουζαραδαν ο αρχισωματοφυλαξ εκ των Ιουδαιων επτακοσιας τεσσαρακοντα πεντε ψυχας· πασαι αι ψυχαι τεσσαρες χιλιαδες και εξακοσιαι.
<scripture passage="Jer 52:31" parsed="|Jer|52|31|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.31" />
<sup>31</sup>Εν δε τω τριακοστω εβδομω ετει της μετοικεσιας του Ιωακειμ βασιλεως του Ιουδα, τον δωδεκατον μηνα, την εικοστην πεμπτην του μηνος, Ευειλ-μερωδαχ ο βασιλευς της Βαβυλωνος, κατα το ετος καθ' ο εβασιλευσεν, ανυψωσε την κεφαλην του Ιωακειμ βασιλεως του Ιουδα και εξηγαγεν αυτον εκ του οικου της φυλακης,
<scripture passage="Jer 52:32" parsed="|Jer|52|32|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.32" />
<sup>32</sup>και ελαλησεν ευμενως μετ' αυτου και εθεσε τον θρονον αυτου επανωθεν του θρονου των βασιλεων των μετ' αυτου εν Βαβυλωνι.
<scripture passage="Jer 52:33" parsed="|Jer|52|33|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.33" />
<sup>33</sup>Και ηλλαξε τα ιματια της φυλακης αυτου· και ετρωγεν αρτον παντοτε μετ' αυτου πασας τας ημερας της ζωης αυτου.
<scripture passage="Jer 52:34" parsed="|Jer|52|34|0|0" osisRef="Bible:Jer.52.34" />
<sup>34</sup>Και το σιτηρεσιον αυτου ητο παντοτεινον σιτηρεσιον διδομενον εις αυτον παρα του βασιλεως της Βαβυλωνος, ημερησιος χορηγια μεχρι της ημερας του θανατου αυτου, πασας τας ημερας της ζωης αυτου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Lamentations" progress="66.95%" prev="Jer.52" next="Lam.1" id="Lam">
<h2 id="Lam-p0.1">Lamentations</h2>

<div3 title="Lamentations 1" progress="66.95%" prev="Lam" next="Lam.2" id="Lam.1">
<h3 id="Lam.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Lam.1-p1">
<scripture passage="Lam 1:1" parsed="|Lam|1|1|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.1" />
<sup>1</sup>Πως εκαθησε μονη η πολις η πεπληθυμμενη λαων. Κατεστη ως χηρα η πεπληθυμμενη εν εθνεσιν, η αρχουσα εν ταις επαρχιαις· εγεινεν υποτελης.
<scripture passage="Lam 1:2" parsed="|Lam|1|2|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.2" />
<sup>2</sup>Ακαταπαυστως κλαιει την νυκτα και τα δακρυα αυτης καταρρεουσιν επι τας σιαγονας αυτης· εκ παντων των αγαπωντων αυτην δεν υπαρχει ο παρηγορων αυτην· παντες οι φιλοι αυτης εφερθησαν προς αυτην απιστως· εχθροι εγειναν εις αυτην.
<scripture passage="Lam 1:3" parsed="|Lam|1|3|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.3" />
<sup>3</sup>Ηχμαλωτισθη ο Ιουδας υπο θλιψεως και υπο βαρειας δουλειας· καθηται εν τοις εθνεσι· δεν ευρισκει αναπαυσιν· παντες οι διωκται αυτου κατελαβον αυτον εν μεσω των στενων.
<scripture passage="Lam 1:4" parsed="|Lam|1|4|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.4" />
<sup>4</sup>Αι οδοι της Σιων πενθουσι, διοτι ουδεις ερχεται εις τας εορτας· πασαι αι πυλαι αυτης ειναι ερημοι οι ιερεις αυτης αναστεναζουσιν· αι παρθενοι αυτης ειναι περιλυποι και αυτη πληρης πικριας.
<scripture passage="Lam 1:5" parsed="|Lam|1|5|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.5" />
<sup>5</sup>Οι εναντιοι αυτης εγειναν κεφαλη, οι εχθροι αυτης ευημερουσι· διοτι ο Κυριος κατεθλιψεν αυτην δια το πληθος των ανομιων αυτης· τα νηπια αυτης επορευθησαν εις αιχμαλωσιαν εμπροσθεν του εχθρου.
<scripture passage="Lam 1:6" parsed="|Lam|1|6|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.6" />
<sup>6</sup>Και εφυγεν απο της θυγατρος Σιων πασα η δοξα αυτης· οι αρχοντες αυτης εγειναν ως ελαφοι μη ευρισκουσαι βοσκην, και εβαδιζον χωρις δυναμεως εμπροσθεν του διωκοντος.
<scripture passage="Lam 1:7" parsed="|Lam|1|7|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.7" />
<sup>7</sup>Ενεθυμηθη η Ιερουσαλημ εν ταις ημεραις της θλιψεως αυτης και της εξωσεως αυτης παντα τα επιθυμητα αυτης, τα οποια ειχεν απο χρονων αρχαιων, οτε επεσεν ο λαος αυτης εις την χειρα του εχθρου και δεν υπηρχεν ο βοηθων αυτην· ειδον αυτην οι εχθροι, εγελασαν επι τη καταπαυσει αυτης.
<scripture passage="Lam 1:8" parsed="|Lam|1|8|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.8" />
<sup>8</sup>Αμαρτιαν ημαρτησεν η Ιερουσαλημ· δια τουτο εγεινεν ως ακαθαρτος· παντες οι δοξαζοντες αυτην κατεφρονησαν αυτην, διοτι ειδον την ασχημοσυνην αυτης· αυτη δε ανεστεναζε και απεστραφη εις τα οπισω.
<scripture passage="Lam 1:9" parsed="|Lam|1|9|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.9" />
<sup>9</sup>Η ακαθαρσια αυτης ητο εις τα κρασπεδα αυτης· δεν ενεθυμηθη τα τελη αυτης· οθεν εταπεινωθη εξαισιως· δεν υπηρχεν ο παρηγορων αυτην. Ιδε, Κυριε, την θλιψιν μου, διοτι εμεγαλυνθη ο εχθρος.
<scripture passage="Lam 1:10" parsed="|Lam|1|10|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.10" />
<sup>10</sup>Ο εχθρος εξηπλωσε την χειρα αυτου επι παντα τα επιθυμητα αυτης· διοτι αυτη ειδε τα εθνη εισερχομενα εις το αγιαστηριον αυτης, τα οποια προσεταξας να μη εισελθωσιν εις την συναγωγην σου.
<scripture passage="Lam 1:11" parsed="|Lam|1|11|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.11" />
<sup>11</sup>Πας ο λαος αυτης καταστεναζει, ζητων αρτον· εδωκαν τα επιθυμητα αυτων αντι τροφης, δια να επανελθη η ψυχη αυτων. Ιδε, Κυριε, και επιβλεψον· διοτι εγεινα εξουθενημενη.
<scripture passage="Lam 1:12" parsed="|Lam|1|12|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.12" />
<sup>12</sup>Ω, προς υμας, παντες οι διαβαινοντες την οδον· επιβλεψατε και ιδετε, αν ηναι πονος κατα τον πονον μου, οστις εγεινεν εις εμε, με τον οποιον με εθλιψεν ο Κυριος εν τη ημερα της οργης του θυμου αυτου.
<scripture passage="Lam 1:13" parsed="|Lam|1|13|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.13" />
<sup>13</sup>Εξαπεστειλεν εξ υψους πυρ επι τα οστα μου και κατεκρατησεν αυτα· ηπλωσε δικτυον εις τους ποδας μου· με εστρεψεν εις τα οπισω· με κατεστησεν ηφανισμενην, ολην την ημεραν οδυνωμενην.
<scripture passage="Lam 1:14" parsed="|Lam|1|14|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.14" />
<sup>14</sup>Ο ζυγος των ασεβηματων μου συνεσφιγχθη δια της χειρος αυτου· περιεπλεχθησαν, ανεβησαν επι τον τραχηλον μου, κατελυσε την δυναμιν μου· ο Κυριος με παρεδωκεν εις χειρας, εξ ων δεν δυναμαι να εγερθω.
<scripture passage="Lam 1:15" parsed="|Lam|1|15|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.15" />
<sup>15</sup>Ο Κυριος κατεστρωσε παντας τους δυνατους μου εν τω μεσω μου· εκαλεσεν επ' εμε ωρισμενον καιρον δια να συντριψη τους εκλεκτους μου· ο Κυριος επατησεν εν ληνω την παρθενον, την θυγατερα Ιουδα.
<scripture passage="Lam 1:16" parsed="|Lam|1|16|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.16" />
<sup>16</sup>Δια ταυτα εγω θρηνω· οι οφθαλμοι μου, οι οφθαλμοι μου καταρρεουσιν υδατα· διοτι απεμακρυνθη απ' εμου ο παρηγορητης ο αναζωοποιων την ψυχην μου· οι υιοι μου ηφανισθησαν, διοτι υπερισχυσεν ο εχθρος.
<scripture passage="Lam 1:17" parsed="|Lam|1|17|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.17" />
<sup>17</sup>Η Σιων εκτεινει τας χειρας αυτης, δεν υπαρχει ο παρηγορων αυτην· ο Κυριος προσεταξε περι του Ιακωβ· οι εχθροι αυτου περιεκυκλωσαν αυτον· η Ιερουσαλημ εγεινε μεταξυ αυτων ως ακαθαρτος.
<scripture passage="Lam 1:18" parsed="|Lam|1|18|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.18" />
<sup>18</sup>Δικαιος ειναι ο Κυριος διοτι απεστατησα απο του λογου αυτου. Ακουσατε, παρακαλω, παντες οι λαοι, και ιδετε τον πονον μου· αι παρθενοι μου και οι νεανισκοι μου επορευθησαν εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Lam 1:19" parsed="|Lam|1|19|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.19" />
<sup>19</sup>Εκαλεσα τους αγαπωντας με, αλλ' αυτοι με ηπατησαν· οι ιερεις μου και οι πρεσβυτεροι μου εξεπνευσαν εν τη πολει, διοτι εζητησαν τροφην υπερ εαυτων δια να επανελθη η ψυχη αυτων.
<scripture passage="Lam 1:20" parsed="|Lam|1|20|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.20" />
<sup>20</sup>Ιδε, Κυριε, διοτι θλιβομαι· τα εντοσθια μου ταραττονται, η καρδια μου αναστρεφεται εντος μου, διοτι μεγαλως απεστατησα· εξωθεν ητεκνωσεν η μαχαιρα· εν τω οικω ο θανατος.
<scripture passage="Lam 1:21" parsed="|Lam|1|21|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.21" />
<sup>21</sup>Ηκουσαν, διοτι στεναζω· δεν υπαρχει ο παρηγορων με· παντες οι εχθροι μου ηκουσαν την συμφοραν μου· εχαρησαν οτι συ εκαμες τουτο · οταν φερης την ημεραν, την οποιαν εκαλεσας, αυτοι θελουσι γεινει ως εγω.
<scripture passage="Lam 1:22" parsed="|Lam|1|22|0|0" osisRef="Bible:Lam.1.22" />
<sup>22</sup>Ας ελθη ενωπιον σου πασα η κακια αυτων· και καμε εις αυτους ως εκαμες εις εμε δια παντα τα αμαρτηματα μου· διοτι πολλοι ειναι οι στεναγμοι μου και η καρδια μου εξελιπε.
</p>
</div3>

<div3 title="Lamentations 2" progress="67.05%" prev="Lam.1" next="Lam.3" id="Lam.2">
<h3 id="Lam.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Lam.2-p1">
<scripture passage="Lam 2:1" parsed="|Lam|2|1|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.1" />
<sup>1</sup>Πως περιεκαλυψεν ο Κυριος με νεφος την θυγατερα Σιων εν τη οργη αυτου, κατερριψεν απο του ουρανου εις την γην την δοξαν του Ισραηλ, και δεν ενεθυμηθη εν τη ημερα της οργης αυτου το υποποδιον των ποδων αυτου
<scripture passage="Lam 2:2" parsed="|Lam|2|2|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος κατεποντισε πασας τας κατοικιας του Ιακωβ και δεν εφεισθη· κατεστρεψεν εν τω θυμω αυτου τα οχυρωματα της θυγατρος Ιουδα· κατηδαφισεν αυτα· εβεβηλωσε το βασιλειον και τους αρχοντας αυτου.
<scripture passage="Lam 2:3" parsed="|Lam|2|3|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.3" />
<sup>3</sup>Συνεθλασεν εν τη εξαψει του θυμου αυτου παν το κερας του Ισραηλ· εστρεψεν οπισω την δεξιαν αυτου απ' εμπροσθεν του εχθρου· και εξηφθη κατα του Ιακωβ ως πυρ φλογερον, κατατρωγον τα περιξ.
<scripture passage="Lam 2:4" parsed="|Lam|2|4|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.4" />
<sup>4</sup>Ενετεινε το τοξον αυτου ως εχθρος, εστησε την δεξιαν αυτου ως υπεναντιος, και εφονευσε παν το αρεστον εις τους οφθαλμους εν τη σκηνη της θυγατρος Σιων· εξεχεεν ως πυρ τον θυμον αυτου.
<scripture passage="Lam 2:5" parsed="|Lam|2|5|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος εγεινεν ως εχθρος, κατεποντισε τον Ισραηλ· κατεποντισε παντα τα παλατια αυτου· ηφανισε τα οχυρωματα αυτου· και επληθυνεν εις την θυγατερα Ιουδα το πενθος και την θλιψιν.
<scripture passage="Lam 2:6" parsed="|Lam|2|6|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.6" />
<sup>6</sup>Και εξεσπασε την σκηνην αυτου ως καλυβην κηπου· κατηφανισε τον τοπον των συναξεων αυτου· ο Κυριος εκαμε να λησμονηθη εν Σιων η εορτη και το σαββατον, και εν τη αγανακτησει της οργης αυτου απερριψε βασιλεα και ιερεα.
<scripture passage="Lam 2:7" parsed="|Lam|2|7|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος απεβαλε το θυσιαστηριον αυτου, εβδελυχθη το αγιαστηριον αυτου· συνεκλεισεν εν τη χειρι των εχθρων τα τειχη των παλατιων αυτης· ηλαλαξαν εν τω οικω του Κυριου ως εν ημερα εορτης.
<scripture passage="Lam 2:8" parsed="|Lam|2|8|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.8" />
<sup>8</sup>Ο Κυριος εβουλευθη να αφανιση το τειχος της θυγατρος Σιων· εξετεινε την σταθμην, δεν απεστρεψε την χειρα αυτου απο του να καταποντιζη, και εκαμε να πενθηση το περιτειχισμα και το τειχος· τα παντα ητονησαν ομου.
<scripture passage="Lam 2:9" parsed="|Lam|2|9|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.9" />
<sup>9</sup>Αι πυλαι αυτης ενεπηχθησαν εις την γην· ηφανισε και κατεσυντριψε τους μοχλους αυτης· ο βασιλευς αυτης και οι αρχοντες αυτης ειναι εν τοις εθνεσι· νομος δεν υπαρχει· ουδε οι προφηται αυτης ευρισκουσιν ορασιν παρα Κυριου.
<scripture passage="Lam 2:10" parsed="|Lam|2|10|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.10" />
<sup>10</sup>Οι πρεσβυτεροι της θυγατρος Σιων, καθηνται κατα γης, σιωπωντες· ανεβιβασαν χωμα επι την κεφαλην αυτων, εζωσθησαν σακκους· αι παρθενοι της Ιερουσαλημ κατεβιβασαν τας κεφαλας αυτων προς την γην.
<scripture passage="Lam 2:11" parsed="|Lam|2|11|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.11" />
<sup>11</sup>Οι οφθαλμοι μου εμαρανθησαν υπο των δακρυων, τα εντοσθια μου ταραττονται, η χολη μου εξεχυθη εις την γην, δια τον συντριμμον της θυγατρος του λαου μου, επειδη τα νηπια και τα θηλαζοντα ελιποψυχουν εν ταις πλατειαις της πολεως.
<scripture passage="Lam 2:12" parsed="|Lam|2|12|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.12" />
<sup>12</sup>Ειπον προς τας μητερας αυτων, Που ειναι σιτος και οινος; Οποτε ελιποθυμουν εν ταις πλατειαις της πολεως ως ο τραυματιας, οποτε η ψυχη αυτων εξεχεετο εις τον κολπον των μητερων αυτων.
<scripture passage="Lam 2:13" parsed="|Lam|2|13|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.13" />
<sup>13</sup>Τινα να λαβω μαρτυρα εις σε; με τι να σε συγκρινω, θυγατηρ της Ιερουσαλημ; Με ποιον να σε εξομοιωσω δια να σε παρηγορησω, παρθενε, θυγατηρ Σιων; Διοτι ο συντριμμος σου ειναι μεγας ως η θαλασσα· τις δυναται να σε ιατρευση;
<scripture passage="Lam 2:14" parsed="|Lam|2|14|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.14" />
<sup>14</sup>Οι προφηται σου ειδον περι σου ματαια και αφροσυνην, και δεν εφανερωσαν την ανομιαν σου, δια να αποστρεψωσι την αιχμαλωσιαν σου· αλλ' ειδον περι σου φορτια ματαια και προξενα εξωσεως.
<scripture passage="Lam 2:15" parsed="|Lam|2|15|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.15" />
<sup>15</sup>Παντες οι διαβαινοντες την οδον εκροτησαν επι σε χειρας· εσυριξαν και εσεισαν τας κεφαλας αυτων εις την θυγατερα της Ιερουσαλημ, λεγοντες, Αυτη ειναι η πολις, περι της οποιας ελεγετο, Η εντελεια της ωραιοτητος, η χαρα πασης της γης;
<scripture passage="Lam 2:16" parsed="|Lam|2|16|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.16" />
<sup>16</sup>Παντες οι εχθροι σου ηνοιξαν επι σε το στομα αυτων· εσυριξαν και ετριξαν τους οδοντας λεγοντες, Κατεπιομεν αυτην· αυτη τωοντι ειναι η ημερα, την οποιαν περιεμενομεν· ευρομεν, ειδομεν.
<scripture passage="Lam 2:17" parsed="|Lam|2|17|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.17" />
<sup>17</sup>Ο Κυριος εκαμεν ο, τι εβουλευθη· εξεπληρωσε τον λογον αυτου, τον οποιον διωρισεν απο ημερων αρχαιων· Κατεστρεψε και δεν εφεισθη, και ευφρανεν επι σε τον εχθρον· υψωσε το κερας των εναντιων σου.
<scripture passage="Lam 2:18" parsed="|Lam|2|18|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.18" />
<sup>18</sup>Η καρδια αυτων εβοησε προς τον Κυριον, Τειχος της θυγατρος Σιων, καταβιβαζε ως χειμαρρον δακρυα ημεραν και νυκτα· μη δωσης παυσιν εις σεαυτον· ας μη σιωπηση η κορη των οφθαλμων σου.
<scripture passage="Lam 2:19" parsed="|Lam|2|19|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.19" />
<sup>19</sup>Σηκωθητι, βοησον την νυκτα, οταν αρχιζωσιν αι φυλακαι· εκχεον την καρδιαν σου ως υδωρ εμπροσθεν του προσωπου του Κυριου· υψωσον προς αυτον τας χειρας σου, δια την ζωην των νηπιων σου, τα οποια λιποθυμουσιν απο της πεινης επι των ακρων πασων των οδων.
<scripture passage="Lam 2:20" parsed="|Lam|2|20|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.20" />
<sup>20</sup>Ιδε, Κυριε, και επιβλεψον, εις τινα ποτε εκαμες ουτω; Να φαγωσιν αι γυναικες τον καρπον της κοιλιας αυτων, τα νηπια εν τοις σπαργανοις αυτων; Να φονευθωσιν εν τω αγιαστηριω του Κυριου ιερευς και προφητης;
<scripture passage="Lam 2:21" parsed="|Lam|2|21|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.21" />
<sup>21</sup>Το παιδιον και ο γερων κοιτονται κατα γης εν ταις οδοις· αι παρθενοι μου και οι νεανισκοι μου επεσον εν μαχαιρα· εφονευσας εν τη ημερα της οργης σου, κατεσφαξας, δεν εφεισθης.
<scripture passage="Lam 2:22" parsed="|Lam|2|22|0|0" osisRef="Bible:Lam.2.22" />
<sup>22</sup>Προσεκαλεσας πανταχοθεν, ως εν ημερα πανηγυρεως, τους τρομους μου, και ουδεις εσωθη ουδε υπελειφθη εν τη ημερα της οργης του Κυριου· εκεινους, τους οποιους εσπαργανωσα και ηυξησα, ο εχθρος μου συνετελεσεν αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Lamentations 3" progress="67.15%" prev="Lam.2" next="Lam.4" id="Lam.3">
<h3 id="Lam.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Lam.3-p1">
<scripture passage="Lam 3:1" parsed="|Lam|3|1|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.1" />
<sup>1</sup>Εγω ειμαι ο ανθρωπος, οστις ειδον θλιψιν απο της ραβδου του θυμου αυτου.
<scripture passage="Lam 3:2" parsed="|Lam|3|2|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.2" />
<sup>2</sup>Με ωδηγησε και εφερεν εις σκοτος και ουχι εις φως.
<scripture passage="Lam 3:3" parsed="|Lam|3|3|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.3" />
<sup>3</sup>Ναι, κατ' εμου εστραφη· κατ' εμου εστρεψε την χειρα αυτου ολην την ημεραν.
<scripture passage="Lam 3:4" parsed="|Lam|3|4|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.4" />
<sup>4</sup>Επαλαιωσε την σαρκα μου και το δερμα μου· συνετριψε τα οστα μου.
<scripture passage="Lam 3:5" parsed="|Lam|3|5|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.5" />
<sup>5</sup>Ωικοδομησε κατ' εμου και με περιεκυκλωσε χολην και μοχθον.
<scripture passage="Lam 3:6" parsed="|Lam|3|6|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.6" />
<sup>6</sup>Με εκαθισεν εν σκοτεινοις ως νεκρους αιωνιους.
<scripture passage="Lam 3:7" parsed="|Lam|3|7|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.7" />
<sup>7</sup>Με περιεφραξε, δια να μη εξελθω· εβαρυνε τας αλυσεις μου.
<scripture passage="Lam 3:8" parsed="|Lam|3|8|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.8" />
<sup>8</sup>Ετι και οταν κραζω και αναβοω, αποκλειει την προσευχην μου.
<scripture passage="Lam 3:9" parsed="|Lam|3|9|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.9" />
<sup>9</sup>Περιεφραξε με πελεκητους λιθους τας οδους μου, εστρεβλωσε τας τριβους μου.
<scripture passage="Lam 3:10" parsed="|Lam|3|10|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.10" />
<sup>10</sup>Εγεινεν εις εμε αρκτος ενεδρευουσα, λεων εν αποκρυφοις.
<scripture passage="Lam 3:11" parsed="|Lam|3|11|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.11" />
<sup>11</sup>Παρετρεψε τας οδους μου και με κατεσπαραξε, με κατεστηαεν ηφανισμενην.
<scripture passage="Lam 3:12" parsed="|Lam|3|12|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.12" />
<sup>12</sup>Ενετεινε το τοξον αυτου και με εστησεν ως σκοπον εις βελος.
<scripture passage="Lam 3:13" parsed="|Lam|3|13|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.13" />
<sup>13</sup>Ενεπηξεν εις τα νεφρα μου τα βελη της φαρετρας αυτου.
<scripture passage="Lam 3:14" parsed="|Lam|3|14|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.14" />
<sup>14</sup>Εγεινα γελως εις παντα τον λαον μου, ασμα αυτων ολην την ημεραν.
<scripture passage="Lam 3:15" parsed="|Lam|3|15|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.15" />
<sup>15</sup>Με εχορτασε πικριαν· με εμεθυσεν αψινθιον.
<scripture passage="Lam 3:16" parsed="|Lam|3|16|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.16" />
<sup>16</sup>Και συνετριψε τους οδοντας μου με χαλικας· με εκαλυψε με σποδον.
<scripture passage="Lam 3:17" parsed="|Lam|3|17|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.17" />
<sup>17</sup>Και απεσπρωξα, απο ειρηνης την ψυχην μου· ελησμονησα το αγαθον.
<scripture passage="Lam 3:18" parsed="|Lam|3|18|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.18" />
<sup>18</sup>Και ειπα, Απωλεσθη η δυναμις μου και η ελπις μου υπο του Κυριου.
<scripture passage="Lam 3:19" parsed="|Lam|3|19|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.19" />
<sup>19</sup>Ενθυμηθητι την θλιψιν μου και την εξωσιν μου, το αψινθιον και την χολην.
<scripture passage="Lam 3:20" parsed="|Lam|3|20|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.20" />
<sup>20</sup>Η ψυχη μου ενθυμειται ταυτα ακαταπαυστως και ειναι τεταπεινωμενη εν εμοι.
<scripture passage="Lam 3:21" parsed="|Lam|3|21|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.21" />
<sup>21</sup>Τουτο ανακαλω εις την καρδιαν μου, οθεν εχω ελπιδα·
<scripture passage="Lam 3:22" parsed="|Lam|3|22|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.22" />
<sup>22</sup>Ελεος του Κυριου ειναι, οτι δεν συνετελεσθημεν, επειδη δεν εξελιπον οι οικτιρμοι αυτου.
<scripture passage="Lam 3:23" parsed="|Lam|3|23|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.23" />
<sup>23</sup>Ανανεονονται εν ταις πρωιαις· μεγαλη ειναι η πιστοτης σου.
<scripture passage="Lam 3:24" parsed="|Lam|3|24|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.24" />
<sup>24</sup>Ο Κυριος ειναι η μερις μου, ειπεν η ψυχη μου· δια τουτο θελω ελπιζει επ' αυτον.
<scripture passage="Lam 3:25" parsed="|Lam|3|25|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.25" />
<sup>25</sup>Αγαθος ο Κυριος εις τους προσμενοντας αυτον, εις την ψυχην την εκζητουσαν αυτον.
<scripture passage="Lam 3:26" parsed="|Lam|3|26|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.26" />
<sup>26</sup>Καλον ειναι και να ελπιζη τις και να εφησυχαζη εις την σωτηριαν του Κυριου.
<scripture passage="Lam 3:27" parsed="|Lam|3|27|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.27" />
<sup>27</sup>Καλον εις τον ανθρωπον να βασταζη ζυγον εν τη νεοτητι αυτου.
<scripture passage="Lam 3:28" parsed="|Lam|3|28|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.28" />
<sup>28</sup>Θελει καθησθαι κατα μονας και σιωπα, επειδη ο Θεος επεβαλε φορτιον επ' αυτον.
<scripture passage="Lam 3:29" parsed="|Lam|3|29|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.29" />
<sup>29</sup>Θελει βαλει το στομα αυτου εις το χωμα, ισως ηναι ελπις.
<scripture passage="Lam 3:30" parsed="|Lam|3|30|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.30" />
<sup>30</sup>Θελει δωσει την σιαγονα εις τον ραπιζοντα αυτον· θελει χορτασθη απο ονειδισμου.
<scripture passage="Lam 3:31" parsed="|Lam|3|31|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.31" />
<sup>31</sup>Διοτι ο Κυριος δεν απορριπτει εις τον αιωνα·
<scripture passage="Lam 3:32" parsed="|Lam|3|32|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.32" />
<sup>32</sup>Αλλ' εαν και θλιψη, θελει ομως και οικτειρησει κατα το πληθος του ελεους αυτου.
<scripture passage="Lam 3:33" parsed="|Lam|3|33|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.33" />
<sup>33</sup>Διοτι δεν θλιβει εκ καρδιας αυτου ουδε καταθλιβει τους υιους των ανθρωπων.
<scripture passage="Lam 3:34" parsed="|Lam|3|34|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.34" />
<sup>34</sup>Το να καταπατη τις υπο τους ποδας αυτου παντας τους δεσμιους της γης.
<scripture passage="Lam 3:35" parsed="|Lam|3|35|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.35" />
<sup>35</sup>Το να διαστρεφη κρισιν ανθρωπου κατεναντι του προσωπου του Υψιστου·
<scripture passage="Lam 3:36" parsed="|Lam|3|36|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.36" />
<sup>36</sup>Το να αδικη ανθρωπον εν τη δικη αυτου· ο Κυριος δεν βλεπει ταυτα.
<scripture passage="Lam 3:37" parsed="|Lam|3|37|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.37" />
<sup>37</sup>Τις λεγει τι και γινεται, χωρις να προσταξη αυτο ο Κυριος;
<scripture passage="Lam 3:38" parsed="|Lam|3|38|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.38" />
<sup>38</sup>Εκ του στοματος του Υψιστου δεν εξερχονται τα κακα και τα αγαθα;
<scripture passage="Lam 3:39" parsed="|Lam|3|39|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.39" />
<sup>39</sup>Δια τι ηθελε γογγυσει ανθρωπος ζων, ανθρωπος, δια την ποινην της αμαρτιας αυτου;
<scripture passage="Lam 3:40" parsed="|Lam|3|40|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.40" />
<sup>40</sup>Ας ερευνησωμεν τας οδους ημων και ας εξετασωμεν και ας επιστρεψωμεν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Lam 3:41" parsed="|Lam|3|41|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.41" />
<sup>41</sup>Ας υψωσωμεν τας καρδιας ημων και τας χειρας προς τον Θεον τον εν τοις ουρανοις, λεγοντες,
<scripture passage="Lam 3:42" parsed="|Lam|3|42|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.42" />
<sup>42</sup>Ημαρτησαμεν και απεστατησαμεν· συ δεν μας συνεχωρησας.
<scripture passage="Lam 3:43" parsed="|Lam|3|43|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.43" />
<sup>43</sup>Περιεκαλυψας με θυμον και κατεδιωξας ημας· εφονευσας, δεν εφεισθης.
<scripture passage="Lam 3:44" parsed="|Lam|3|44|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.44" />
<sup>44</sup>Εκαλυψας σεαυτον με νεφος, δια να μη διαβαινη η προσευχη ημων.
<scripture passage="Lam 3:45" parsed="|Lam|3|45|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.45" />
<sup>45</sup>Μας εκαμες σκυβαλον και βδελυγμα εν μεσω των λαων.
<scripture passage="Lam 3:46" parsed="|Lam|3|46|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.46" />
<sup>46</sup>Παντες οι εχθροι ημων ηνοιξαν το στομα αυτων εφ' ημας.
<scripture passage="Lam 3:47" parsed="|Lam|3|47|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.47" />
<sup>47</sup>Φοβος και λακκος ηλθον εφ' ημας, ερημωσις και συντριμμος.
<scripture passage="Lam 3:48" parsed="|Lam|3|48|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.48" />
<sup>48</sup>Ρυακας υδατων καταβιβαζει ο οφθαλμος μου δια τον συντριμμον της θυγατρος του λαου μου.
<scripture passage="Lam 3:49" parsed="|Lam|3|49|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.49" />
<sup>49</sup>Ο οφθαλμος μου σταλαζει και δεν σιωπα, διοτι δεν εχει ανεσιν,
<scripture passage="Lam 3:50" parsed="|Lam|3|50|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.50" />
<sup>50</sup>Εωσου ο Κυριος διακυψη και ιδη εξ ουρανου.
<scripture passage="Lam 3:51" parsed="|Lam|3|51|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.51" />
<sup>51</sup>Ο οφθαλμος μου καταθλιβει την ψυχην μου, εκ πασων των θυγατερων της πολεως μου.
<scripture passage="Lam 3:52" parsed="|Lam|3|52|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.52" />
<sup>52</sup>Οι εχθρευομενοι με αναιτιως με εκυνηγησαν ακαταπαυστως ως στρουθιον.
<scripture passage="Lam 3:53" parsed="|Lam|3|53|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.53" />
<sup>53</sup>Εκοψαν την ζωην μου εν τω λακκω και ερριψαν λιθον επ' εμε.
<scripture passage="Lam 3:54" parsed="|Lam|3|54|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.54" />
<sup>54</sup>Τα υδατα επλημμυρησαν υπερανω της κεφαλης μου· ειπα, Απερριφθην.
<scripture passage="Lam 3:55" parsed="|Lam|3|55|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.55" />
<sup>55</sup>Επεκαλεσθην το ονομα σου, Κυριε, εκ λακκου κατωτατου.
<scripture passage="Lam 3:56" parsed="|Lam|3|56|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.56" />
<sup>56</sup>Ηκουσας την φωνην μου· μη κλεισης το ωτιον σου εις τον στεναγμον μου, εις την κραυγην μου.
<scripture passage="Lam 3:57" parsed="|Lam|3|57|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.57" />
<sup>57</sup>Επλησιασας καθ' ην ημεραν σε επεκαλεσθην· ειπας, Μη φοβου.
<scripture passage="Lam 3:58" parsed="|Lam|3|58|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.58" />
<sup>58</sup>Εδικασας, Κυριε, την δικην της ψυχης μου· ελυτρωσας την ζωην μου.
<scripture passage="Lam 3:59" parsed="|Lam|3|59|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.59" />
<sup>59</sup>Ειδες, Κυριε, το προς εμε αδικον· κρινον την κρισιν μου.
<scripture passage="Lam 3:60" parsed="|Lam|3|60|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.60" />
<sup>60</sup>Ειδες πασας τας εκδικησεις αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου.
<scripture passage="Lam 3:61" parsed="|Lam|3|61|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.61" />
<sup>61</sup>Ηκουσας, Κυριε, τον ονειδισμον αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου·
<scripture passage="Lam 3:62" parsed="|Lam|3|62|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.62" />
<sup>62</sup>Τους λογους των επανισταμενων επ' εμε και τας μελετας αυτων κατ' εμου ολην την ημεραν.
<scripture passage="Lam 3:63" parsed="|Lam|3|63|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.63" />
<sup>63</sup>Ιδε, οταν καθηνται και οταν σηκονωνται· εγω ειμαι το ασμα αυτων.
<scripture passage="Lam 3:64" parsed="|Lam|3|64|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.64" />
<sup>64</sup>Καμε, Κυριε, εις αυτους ανταποδοσιν κατα τα εργα των χειρων αυτων.
<scripture passage="Lam 3:65" parsed="|Lam|3|65|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.65" />
<sup>65</sup>Δος εις αυτους πωρωσιν καρδιας, την καταραν· σου επ' αυτους.
<scripture passage="Lam 3:66" parsed="|Lam|3|66|0|0" osisRef="Bible:Lam.3.66" />
<sup>66</sup>Καταδιωξον εν οργη και αφανισον αυτους υποκατωθεν των ουρανων του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Lamentations 4" progress="67.26%" prev="Lam.3" next="Lam.5" id="Lam.4">
<h3 id="Lam.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Lam.4-p1">
<scripture passage="Lam 4:1" parsed="|Lam|4|1|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.1" />
<sup>1</sup>Πως ημαυρωθη το χρυσιον, ηλλοιωθη το χρυσιον το καθαρωτατον, οι λιθοι του αγιαστηριου διεσπαρησαν εις τα ακρα πασων των οδων.
<scripture passage="Lam 4:2" parsed="|Lam|4|2|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.2" />
<sup>2</sup>Οι ενδοξοι υιοι της Σιων, οι εκτιμωμενοι ως το καθαρον χρυσιον, πως ελογισθησαν ως αγγεια πηλινα, εργον χειρος κεραμεως.
<scripture passage="Lam 4:3" parsed="|Lam|4|3|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.3" />
<sup>3</sup>Ετι και τα κητη προσφερουσι μαστους και θηλαζουσι τα τεκνα αυτων· η δε θυγατηρ του λαου μου εσκληρυνθη ως αι στρουθοκαμηλοι εν ερημω.
<scripture passage="Lam 4:4" parsed="|Lam|4|4|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.4" />
<sup>4</sup>Η γλωσσα του θηλαζοντος εκολληθη εις τον ουρανισκον αυτου υπο της διψης· τα παιδια εζητησαν αρτον και δεν υπαρχει ο κοπτων εις αυτα.
<scripture passage="Lam 4:5" parsed="|Lam|4|5|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.5" />
<sup>5</sup>Οι τρωγοντες φαγητα τρυφερα κοιτονται εν ταις οδοις ηφανισμενοι· οι ανατεθραμμενοι εν πορφυρα ενηγκαλισθησαν την κοπριαν.
<scripture passage="Lam 4:6" parsed="|Lam|4|6|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.6" />
<sup>6</sup>Και η ποινη της ανομιας της θυγατρος του λαου μου εγεινε μεγαλητερα παρα την ποινην της αμαρτιας των Σοδομων, τα οποια κατεστραφησαν ως εν ριπη, και δεν ενηργησαν επ' αυτων χειρες.
<scripture passage="Lam 4:7" parsed="|Lam|4|7|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.7" />
<sup>7</sup>Οι Ναζηραιοι αυτης ησαν καθαρωτεροι χιονος, λευκοτεροι γαλακτος, ερυθροτεροι την οψιν υπερ τους πολυτιμους λιθους, στιλπνοι ως ο σαπφειρος·
<scripture passage="Lam 4:8" parsed="|Lam|4|8|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.8" />
<sup>8</sup>Η οψις αυτων κατημαυρωθη υπερ την ασβολην· δεν εγνωριζοντο εν ταις οδοις· το δερμα αυτων εκολληθη επι των οστεων αυτων· εξηρανθη, εγεινεν ως ξυλον.
<scripture passage="Lam 4:9" parsed="|Lam|4|9|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.9" />
<sup>9</sup>Ευτυχεστεροι εσταθησαν οι θανατωθεντες υπο της ρομφαιας, παρα οι θανατωθεντες υπο της πεινης· διοτι ουτοι κατατηκονται, τετραυματισμενοι δι' ελλειψιν γεννηματων του αγρου.
<scripture passage="Lam 4:10" parsed="|Lam|4|10|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.10" />
<sup>10</sup>Αι χειρες των ευσπλαγχνων γυναικων εψησαν τα τεκνα αυτων· εγειναν εις αυτας τροφη εν τω συντριμμω της θυγατρος του λαου μου.
<scripture passage="Lam 4:11" parsed="|Lam|4|11|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος συνετελεσε τον θυμον αυτου, εξεχεε την φλογα της οργης αυτου, και εξηψε πυρ εν Σιων, το οποιον κατεφαγε τα θεμελια αυτης.
<scripture passage="Lam 4:12" parsed="|Lam|4|12|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.12" />
<sup>12</sup>Δεν επιστευον οι βασιλεις της γης και παντες οι κατοικουντες την οικουμενην, οτι ηθελεν εισελθει εχθρος και πολεμιος εις τας πυλας της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Lam 4:13" parsed="|Lam|4|13|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.13" />
<sup>13</sup>Τουτο εγεινε δια τας αμαρτιας των προφητων αυτης και τας ανομιας των ιερεων αυτης, οιτινες εχυνον το αιμα των δικαιων εν μεσω αυτης.
<scripture passage="Lam 4:14" parsed="|Lam|4|14|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.14" />
<sup>14</sup>Περιεπλανηθησαν ως τυφλοι εν ταις οδοις, εμολυνθησαν εν τω αιματι, ωστε οι ανθρωποι δεν ηδυναντο να εγγισωσι τα ενδυματα αυτων.
<scripture passage="Lam 4:15" parsed="|Lam|4|15|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.15" />
<sup>15</sup>Αποστητε, ακαθαρτοι, εκραζον προς αυτους· αποστητε, αποστητε, μη εγγισητε· ενω εφευγον και περιεπλανωντο, ελεγετο μεταξυ των εθνων, Δεν θελουσι παροικει πλεον μεθ' ημων.
<scripture passage="Lam 4:16" parsed="|Lam|4|16|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.16" />
<sup>16</sup>Το προσωπον του Κυριου διεμερισεν αυτους, δεν θελει πλεον επιβλεπει επ' αυτους· προσωπον ιερεων δεν εσεβασθησαν, γεροντας δεν ηλεησαν.
<scripture passage="Lam 4:17" parsed="|Lam|4|17|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.17" />
<sup>17</sup>Ενω ετι υπηρχομεν, οι οφθαλμοι ημων απεκαμον, προσμενοντες την ματαιαν βοηθειαν ημων· απεβλεψαμεν κεχηνοτες προς εθνος μη δυναμενον να σωζη.
<scripture passage="Lam 4:18" parsed="|Lam|4|18|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.18" />
<sup>18</sup>Παραμονευουσι τα ιχνη ημων, δια να μη περιπατωμεν εν ταις πλατειαις ημων· επλησιασε το τελος ημων, αι ημεραι ημων επληρωθησαν, διοτι ηλθε το τελος ημων.
<scripture passage="Lam 4:19" parsed="|Lam|4|19|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.19" />
<sup>19</sup>Οι καταδιωκοντες ημας εγειναν ελαφροτεροι των αετων του ουρανου· εκυνηγησαν ημας επι τα ορη, ενηδρευσαν ημας εν τη ερημω.
<scripture passage="Lam 4:20" parsed="|Lam|4|20|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.20" />
<sup>20</sup>Η πνοη των μυκτηρων ημων, ο χριστος του Κυριου, επιασθη εν ταις παγισιν αυτων, υπο την σκιαν του οποιου, ελεγομεν, θελομεν ζη μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Lam 4:21" parsed="|Lam|4|21|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.21" />
<sup>21</sup>Χαιρε και ευφραινου, θυγατηρ Εδωμ, η κατοικουσα εν γη Ουζ· ετι και προς σε θελει περασει το ποτηριον· θελεις μεθυσθη και θελεις γυμνωθη.
<scripture passage="Lam 4:22" parsed="|Lam|4|22|0|0" osisRef="Bible:Lam.4.22" />
<sup>22</sup>Ετελειωσεν η ποινη της ανομιας σου, θυγατηρ Σιων· δεν θελει σε φερει πλεον εις αιχμαλωσιαν· θελει επισκεφθη την ανομιαν σου, θυγατηρ Εδωμ· θελει αποκαλυψει τα αμαρτηματα σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Lamentations 5" progress="67.33%" prev="Lam.4" next="Ezek" id="Lam.5">
<h3 id="Lam.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Lam.5-p1">
<scripture passage="Lam 5:1" parsed="|Lam|5|1|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.1" />
<sup>1</sup>Ενθυμηθητι, Κυριε, τι εγεινεν εις ημας· επιβλεψον, και ιδε τον ονειδισμον ημων.
<scripture passage="Lam 5:2" parsed="|Lam|5|2|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.2" />
<sup>2</sup>Η κληρονομια ημων μετεστραφη εις αλλοτριους, αι οικιαι ημων εις ξενους.
<scripture passage="Lam 5:3" parsed="|Lam|5|3|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.3" />
<sup>3</sup>Εγειναμεν ορφανοι ανευ πατρος, αι μητερες ημων ως χηραι.
<scripture passage="Lam 5:4" parsed="|Lam|5|4|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.4" />
<sup>4</sup>Με αργυριον επιομεν το υδωρ ημων· τα ξυλα ημων επωληθησαν εις ημας.
<scripture passage="Lam 5:5" parsed="|Lam|5|5|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.5" />
<sup>5</sup>Επι τον τραχηλον ημων ειναι διωγμος· εμοχθησαμεν, αναπαυσιν δεν εχομεν.
<scripture passage="Lam 5:6" parsed="|Lam|5|6|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.6" />
<sup>6</sup>Ηπλωσαμεν χειρα προς τους Αιγυπτιους, προς τους Ασσυριους, δια να χορτασθωμεν αρτον.
<scripture passage="Lam 5:7" parsed="|Lam|5|7|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.7" />
<sup>7</sup>Οι πατερες ημων ημαρτησαν, εκεινοι δεν υπαρχουσι· και ημεις φερομεν τας ανομιας αυτων.
<scripture passage="Lam 5:8" parsed="|Lam|5|8|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.8" />
<sup>8</sup>Δουλοι εξουσιαζουσιν εφ' ημας· δεν υπαρχει ο λυτρονων εκ της χειρος αυτων.
<scripture passage="Lam 5:9" parsed="|Lam|5|9|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.9" />
<sup>9</sup>Φερομεν τον αρτον ημων μετα κινδυνου της ζωης ημων, απ' εμπροσθεν της ρομφαιας της ερημου.
<scripture passage="Lam 5:10" parsed="|Lam|5|10|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.10" />
<sup>10</sup>Το δερμα ημων ημαυρωθη ως κλιβανος, απο της καυσεως της πεινης.
<scripture passage="Lam 5:11" parsed="|Lam|5|11|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.11" />
<sup>11</sup>Εταπεινωσαν τας γυναικας εν Σιων, τας παρθενους εν ταις πολεσιν Ιουδα.
<scripture passage="Lam 5:12" parsed="|Lam|5|12|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.12" />
<sup>12</sup>Οι αρχοντες εκρεμασθησαν υπο των χειρων αυτων· τα προσωπα των πρεσβυτερων δεν ετιμηθησαν.
<scripture passage="Lam 5:13" parsed="|Lam|5|13|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.13" />
<sup>13</sup>Οι νεοι υπεβληθησαν εις το αλεσμα, και τα παιδια επεσον υπο τα ξυλα.
<scripture passage="Lam 5:14" parsed="|Lam|5|14|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.14" />
<sup>14</sup>Οι πρεσβυτεροι επαυσαν απο των πυλων, οι νεοι απο των ασματων αυτων.
<scripture passage="Lam 5:15" parsed="|Lam|5|15|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.15" />
<sup>15</sup>Επαυσεν η χαρα της καρδιας ημων, ο χορος ημων εστραφη εις πενθος.
<scripture passage="Lam 5:16" parsed="|Lam|5|16|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.16" />
<sup>16</sup>Ο στεφανος της κεφαλης ημων επεσεν· ουαι δε εις ημας, διοτι ημαρτησαμεν.
<scripture passage="Lam 5:17" parsed="|Lam|5|17|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο εξελιπεν η καρδια ημων, δια ταυτα εσκοτοδινιασαν οι οφθαλμοι ημων.
<scripture passage="Lam 5:18" parsed="|Lam|5|18|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.18" />
<sup>18</sup>Δια την ερημωσιν του ορους Σιων, αι αλωπεκες περιπατουσιν εν αυτω.
<scripture passage="Lam 5:19" parsed="|Lam|5|19|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.19" />
<sup>19</sup>Συ, Κυριε, κατοικεις εις τον αιωνα· ο θρονος σου διαμενει εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Lam 5:20" parsed="|Lam|5|20|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.20" />
<sup>20</sup>Δια τι θελεις μας λησμονησει δια παντος; θελεις μας εγκαταλειψει εις μακροτητα ημερων;
<scripture passage="Lam 5:21" parsed="|Lam|5|21|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.21" />
<sup>21</sup>Επιστρεψον ημας, Κυριε, προς σε και θελομεν επιστραφη. Ανανεωσον τας ημερας ημων ως το προτερον.
<scripture passage="Lam 5:22" parsed="|Lam|5|22|0|0" osisRef="Bible:Lam.5.22" />
<sup>22</sup>Διατι απερριψας ημας ολοτελως, ωργισθης εναντιον ημων εως σφοδρα;
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Ezekiel" progress="67.37%" prev="Lam.5" next="Ezek.1" id="Ezek">
<h2 id="Ezek-p0.1">Ezekiel</h2>

<div3 title="Ezekiel 1" progress="67.37%" prev="Ezek" next="Ezek.2" id="Ezek.1">
<h3 id="Ezek.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.1-p1">
<scripture passage="Ezek 1:1" parsed="|Ezek|1|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τριακοστω ετει, τω τεταρτω μηνι, τη πεμπτη του μηνος, ενω ημην μεταξυ των αιχμαλωτων παρα τον ποταμον Χεβαρ, ηνοιχθησαν οι ουρανοι και ειδον οραματα του Θεου·
<scripture passage="Ezek 1:2" parsed="|Ezek|1|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.2" />
<sup>2</sup>τη πεμπτη του μηνος του ετους τουτου, του πεμπτου της αιχμαλωσιας του βασιλεως Ιωαχειν,
<scripture passage="Ezek 1:3" parsed="|Ezek|1|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.3" />
<sup>3</sup>εγεινε ρητως λογος Κυριου προς τον Ιεζεκιηλ υιον του Βουζει τον ιερεα, εν τη γη των Χαλδαιων παρα τον ποταμον Χεβαρ, και εκει εσταθη η χειρ του Κυριου επ' αυτον.
<scripture passage="Ezek 1:4" parsed="|Ezek|1|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.4" />
<sup>4</sup>Και ειδον και ιδου, ανεμοστροβιλος ηρχετο απο βορρα, νεφος μεγα και πυρ συστρεφομενον· περιξ δε τουτου λαμψις και εκ μεσου αυτου εφαινετο ως οψις ηλεκτρου, εκ μεσου του πυρος.
<scripture passage="Ezek 1:5" parsed="|Ezek|1|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.5" />
<sup>5</sup>Και εκ μεσου αυτου εφαινετο τεσσαρων ζωων ομοιωμα. Και η θεα αυτων ητο αυτη· ειχον ομοιωμα ανθρωπου.
<scripture passage="Ezek 1:6" parsed="|Ezek|1|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.6" />
<sup>6</sup>Και εκαστον ειχε τεσσαρα προσωπα και εκαστον αυτων ειχε τεσσαρας πτερυγας.
<scripture passage="Ezek 1:7" parsed="|Ezek|1|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.7" />
<sup>7</sup>Και οι ποδες αυτων ησαν ποδες ορθοι, και το ιχνος του ποδος αυτων ομοιον με ιχνος ποδος μοσχου· και εσπινθηροβολουν ως οψις χαλκου στιλβοντος.
<scripture passage="Ezek 1:8" parsed="|Ezek|1|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.8" />
<sup>8</sup>Και ειχον χειρας ανθρωπου υποκατωθεν των πτερυγων αυτων, εις τα τεσσαρα αυτων μερη· και τα τεσσαρα ειχον τα προσωπα αυτων και τας πτερυγας αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:9" parsed="|Ezek|1|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.9" />
<sup>9</sup>Αι πτερυγες αυτων συνειχοντο η μια μετα της αλλης· δεν εστρεφοντο ενω εβαδιζον· κατεναντι του προσωπου αυτων επορευοντο εκαστον.
<scripture passage="Ezek 1:10" parsed="|Ezek|1|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.10" />
<sup>10</sup>Περι δε του ομοιωματος του προσωπου αυτων, τα τεσσαρα ειχον προσωπον ανθρωπου, και προσωπον λεοντος κατα το δεξιον μερος· και τα τεσσαρα ειχον προσωπον βοος κατα το αριστερον· ειχον και τα τεσσαρα προσωπον αετου.
<scripture passage="Ezek 1:11" parsed="|Ezek|1|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.11" />
<sup>11</sup>Και τα προσωπα αυτων και αι πτερυγες αυτων ησαν διηρημεναι προς τα ανω· δυο εκαστου συνειχοντο η μια μετα της αλλης και δυο εκαλυπτον τα σωματα αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:12" parsed="|Ezek|1|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.12" />
<sup>12</sup>Και επορευοντο εκαστον κατεναντι του προσωπου αυτου· οπου το πνευμα εφερετο, εκει εβαδιζον· ενω εβαδιζον, δεν εστρεφοντο.
<scripture passage="Ezek 1:13" parsed="|Ezek|1|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.13" />
<sup>13</sup>Περι δε του ομοιωματος των ζωων, η θεα αυτων ητο ως καιομενοι ανθρακες πυρος, ως θεα λαμπαδων· τουτο συνεστρεφετο μεταξυ των ζωων· και ητο το πυρ λαμπρον, και αστραπη εξηρχετο απο του πυρος.
<scripture passage="Ezek 1:14" parsed="|Ezek|1|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.14" />
<sup>14</sup>Και τα ζωα ετρεχον και επεστρεφον ως η θεα της αστραπης.
<scripture passage="Ezek 1:15" parsed="|Ezek|1|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.15" />
<sup>15</sup>Και ως ειδον τα ζωα, ιδου, τροχος εις επι την γην, πλησιον των ζωων εις τα τεσσαρα αυτων προσωπα.
<scripture passage="Ezek 1:16" parsed="|Ezek|1|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.16" />
<sup>16</sup>Η θεα των τροχων και η εργασια αυτων ησαν ως οψις βηρυλλου· και οι τεσσαρες ειχον το αυτο ομοιωμα· και η θεα αυτων και η εργασια αυτων ησαν ως εαν ητο τροχος εν μεσω τροχου.
<scripture passage="Ezek 1:17" parsed="|Ezek|1|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.17" />
<sup>17</sup>Οτε εβαδιζον, εκινουντο κατα τα τεσσαρα αυτων πλαγια· δεν εστρεφοντο ενω εβαδιζον.
<scripture passage="Ezek 1:18" parsed="|Ezek|1|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.18" />
<sup>18</sup>Οι δε κυκλοι αυτων ησαν τοσον υψηλοι, ωστε εκαμνον φοβον· και οι κυκλοι αυτων πληρεις οφθαλμων κυκλω των τεσσαρων τουτων.
<scripture passage="Ezek 1:19" parsed="|Ezek|1|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.19" />
<sup>19</sup>Και οτε τα ζωα επορευοντο, επορευοντο οι τροχοι πλησιον αυτων· και οτε τα ζωα υψονοντο απο της γης, υψονοντο και οι τροχοι.
<scripture passage="Ezek 1:20" parsed="|Ezek|1|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.20" />
<sup>20</sup>Οπου ητο να υπαγη το πνευμα, εκει επορευοντο, εκει το πνευμα ητο να υπαγη· και οι τροχοι υψονοντο απεναντι τουτων, διοτι το πνευμα των ζωων ητο εν τοις τροχοις.
<scripture passage="Ezek 1:21" parsed="|Ezek|1|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.21" />
<sup>21</sup>Οτε εκεινα επορευοντο, επορευοντο και ουτοι· και οτε εκεινα ισταντο, ισταντο και ουτοι· οτε δε εκεινα υψονοντο απο της γης, και οι τροχοι υψονοντο απεναντι αυτων, διοτι το πνευμα των ζωων ητο εν τοις τροχοις.
<scripture passage="Ezek 1:22" parsed="|Ezek|1|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.22" />
<sup>22</sup>Και το ομοιωμα του στερεωματος του επανωθεν της κεφαλης των ζωων ητο ως οψις φοβερου κρυσταλλου, εξηπλωμενου υπερ τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:23" parsed="|Ezek|1|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.23" />
<sup>23</sup>Υποκατω δε του στερεωματος ησαν εκτεταμεναι αι πτερυγες αυτων, η μια προς την αλλην· δυο ειχεν εκαστον, με τας οποιας εκαλυπτον τα σωματα αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:24" parsed="|Ezek|1|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.24" />
<sup>24</sup>Και οτε επορευοντο, ηκουον τον ηχον των πτερυγων αυτων, ως ηχον υδατων πολλων, ως φωνην του Παντοδυναμου, και την φωνην της λαλιας ως φωνην στρατοπεδου· οτε ισταντο, κατεβιβαζον τας πτερυγας αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:25" parsed="|Ezek|1|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.25" />
<sup>25</sup>Και εγινετο φωνη ανωθεν εκ του στερεωματος του υπερ την κεφαλην αυτων· οτε ισταντο, κατεβιβαζον τας πτερυγας αυτων.
<scripture passage="Ezek 1:26" parsed="|Ezek|1|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.26" />
<sup>26</sup>Υπερανωθεν δε του στερεωματος του υπερ την κεφαλην αυτων εφαινετο ομοιωμα θρονου, ως θεα λιθου σαπφειρου· και επι του ομοιωματος του θρονου ομοιωμα ως θεα ανθρωπου καθημενου επ' αυτον ανωθεν.
<scripture passage="Ezek 1:27" parsed="|Ezek|1|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.27" />
<sup>27</sup>Και ειδον ως οψιν ηλεκτρου, ως θεαν πυρος εν αυτω κυκλω, απο της θεας της οσφυος αυτου και επανω· και απο της θεας της οσφυος αυτου και κατω ειδον ως θεαν πυρος, και ειχε λαμψιν κυκλω.
<scripture passage="Ezek 1:28" parsed="|Ezek|1|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.1.28" />
<sup>28</sup>Ως η θεα του τοξου, του γινομενον εν τη νεφελη εν ημερα βροχης, ουτως ητο η θεα της λαμψεως κυκλω. Αυτη ητο η θεα του ομοιωματος της δοξης του Κυριου. Και οτε ειδον, επεσον επι προσωπον μου και ηκουσα φωνην λαλουντος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 2" progress="67.47%" prev="Ezek.1" next="Ezek.3" id="Ezek.2">
<h3 id="Ezek.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.2-p1">
<scripture passage="Ezek 2:1" parsed="|Ezek|2|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, στηθι επι τους ποδας σου, και θελω λαλησει προς σε.
<scripture passage="Ezek 2:2" parsed="|Ezek|2|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.2" />
<sup>2</sup>Και καθως ελαλησε προς εμε, εισηλθεν εις εμε το πνευμα και με εστησεν επι τους ποδας μου, και ηκουσα τον λαλουντα προς εμε.
<scripture passage="Ezek 2:3" parsed="|Ezek|2|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, εγω σε εξαποστελλω προς τους υιους Ισραηλ, προς εθνη αποστατικα, τα οποια απεστατησαν απ' εμου· αυτοι και οι πατερες αυτων εσταθησαν παραβαται εναντιον μου εως ταυτης της σημερον ημερας·
<scripture passage="Ezek 2:4" parsed="|Ezek|2|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.4" />
<sup>4</sup>και ειναι υιοι σκληροπροσωποι και σκληροκαρδιοι. Εγω σε εξαποστελλω προς αυτους, και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 2:5" parsed="|Ezek|2|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.5" />
<sup>5</sup>Και εαν τε ακουσωσιν, εαν τε απειθησωσι, διοτι ειναι οικος αποστατης, θελουσιν ομως γνωρισει οτι εσταθη προφητης εν μεσω αυτων.
<scripture passage="Ezek 2:6" parsed="|Ezek|2|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.6" />
<sup>6</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, μη φοβηθης απ' αυτων και απο των λογων αυτων μη δειλιασης, διοτι ειναι ακανθαι και σκολοπες μετα σου, και κατοικεις μεταξυ σκορπιων· μη φοβηθης απο των λογων αυτων και απο προσωπου αυτων μη τρομαξης, διοτι ειναι οικος αποστατης.
<scripture passage="Ezek 2:7" parsed="|Ezek|2|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις λαλησει τους λογους μου προς αυτους, εαν τε ακουσωσιν, εαν τε απειθησωσι· διοτι ειναι αποσταται.
<scripture passage="Ezek 2:8" parsed="|Ezek|2|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.8" />
<sup>8</sup>Συ ομως, υιε ανθρωπου, ακουε τουτο, το οποιον εγω λαλω προς σε· μη γεινης αποστατης ως ο αποστατης οικος· ανοιξον το στομα σου και φαγε τουτο, το οποιον εγω διδω εις σε.
<scripture passage="Ezek 2:9" parsed="|Ezek|2|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.9" />
<sup>9</sup>Και ειδον και ιδου, χειρ εξηπλωμενη προς εμε, και ιδου, εν αυτη τομος βιβλιου.
<scripture passage="Ezek 2:10" parsed="|Ezek|2|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.2.10" />
<sup>10</sup>Και εξετυλιξεν αυτον ενωπιον μου· και ητο γεγραμμενος εσωθεν και εξωθεν, και εν αυτω γεγραμμενοι κλαυθμοι και θρηνωδιαι και ουαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 3" progress="67.50%" prev="Ezek.2" next="Ezek.4" id="Ezek.3">
<h3 id="Ezek.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.3-p1">
<scripture passage="Ezek 3:1" parsed="|Ezek|3|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, φαγε τουτο, το οποιον ευρισκεις· φαγε τουτον τον τομον και υπαγε να λαλησης προς τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 3:2" parsed="|Ezek|3|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.2" />
<sup>2</sup>Και ηνοιξα το στομα μου και με εψωμισε τον τομον εκεινον.
<scripture passage="Ezek 3:3" parsed="|Ezek|3|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, ας φαγη η κοιλια σου και ας εμπλησθωσι τα εντοσθια σου απο του τομου τουτου, τον οποιον εγω διδω εις σε. Και εφαγον και εγεινεν εν τω στοματι μου ως μελι υπο της γλυκυτητος.
<scripture passage="Ezek 3:4" parsed="|Ezek|3|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, υπαγε, εισελθε εις τον οικον του Ισραηλ και λαλησον τους λογους μου προς αυτους.
<scripture passage="Ezek 3:5" parsed="|Ezek|3|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.5" />
<sup>5</sup>Διοτι δεν εξαποστελλεσαι προς λαον βαθυχειλον και βαρυγλωσσον αλλα προς τον οικον Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 3:6" parsed="|Ezek|3|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.6" />
<sup>6</sup>ουχι προς λαους πολλους βαθυχειλους και βαρυγλωσσους, των οποιων τους λογους δεν εννοεις. Και προς τοιουτους εαν σε εξαπεστελλον, ουτοι ηθελον σου εισακουσει.
<scripture passage="Ezek 3:7" parsed="|Ezek|3|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.7" />
<sup>7</sup>Ο οικος ομως Ισραηλ δεν θελει να σου ακουση· διοτι δεν θελουσι να εισακουωσιν εμου· επειδη πας ο οικος Ισραηλ ειναι σκληρομετωπος και σκληροκαρδιος.
<scripture passage="Ezek 3:8" parsed="|Ezek|3|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.8" />
<sup>8</sup>Ιδου, εκαμον το προσωπον σου δυνατον εναντιον των προσωπων αυτων και το μετωπον σου, δυνατον εναντιον των μετωπων αυτων.
<scripture passage="Ezek 3:9" parsed="|Ezek|3|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.9" />
<sup>9</sup>Ως αδαμαντα σκληροτερον χαλικος εκαμον το μετωπον σου· μη φοβηθης αυτους και μη τρομαξης απο προσωπου αυτων, διοτι ειναι οικος αποστατης.
<scripture passage="Ezek 3:10" parsed="|Ezek|3|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, παντας τους λογους μου, τους οποιους θελω λαλησει προς σε, λαβε εν τη καρδια σου και ακουσον με τα ωτα σου.
<scripture passage="Ezek 3:11" parsed="|Ezek|3|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.11" />
<sup>11</sup>Και υπαγε, εισελθε προς τους αιχμαλωτισθεντας, προς τους υιους του λαου σου, και λαλησον προς αυτους και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος, εαν τε ακουσωσιν, εαν τε απειθησωσι.
<scripture passage="Ezek 3:12" parsed="|Ezek|3|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.12" />
<sup>12</sup>Και με εσηκωσε το πνευμα, και ηκουσα οπισθεν μου φωνην μεγαλης συγκινησεως λεγοντων, Ευλογημενη η δοξα του Κυριου εκ του τοπου αυτου.
<scripture passage="Ezek 3:13" parsed="|Ezek|3|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.13" />
<sup>13</sup>Και ηκουσα τον ηχον των πτερυγων των ζωων, αιτινες συνειχοντο η μια μετα της αλλης, και τον ηχον των τροχων απεναντι τουτων και φωνην μεγαλης συγκινησεως.
<scripture passage="Ezek 3:14" parsed="|Ezek|3|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.14" />
<sup>14</sup>Και με υψωσε το πνευμα και με ελαβε και υπηγα εν πικρια και εν αγανακτησει του πνευματος μου· πλην η χειρ του Κυριου ητο κραταια επ' εμε.
<scripture passage="Ezek 3:15" parsed="|Ezek|3|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.15" />
<sup>15</sup>Και ηλθον προς τους μετοικισθεντας εις Τελαβιβ, τους κατοικουντας παρα τον ποταμον Χεβαρ, και εκαθησα οπου εκεινοι εκαθηντο και παρεμεινα εκει μεταξυ αυτων επτα ημερας εκστατικος.
<scripture passage="Ezek 3:16" parsed="|Ezek|3|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.16" />
<sup>16</sup>Και μετα τας επτα ημερας εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 3:17" parsed="|Ezek|3|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.17" />
<sup>17</sup>Υιε ανθρωπου, σε κατεστησα φυλακα επι τον οικον Ισραηλ· ακουσον λοιπον λογον εκ του στοματος μου και νουθετησον αυτους παρ' εμου.
<scripture passage="Ezek 3:18" parsed="|Ezek|3|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.18" />
<sup>18</sup>Οταν λεγω προς τον ανομον, Εξαπαντος θελεις θανατωθη, και συ δεν νουθετησης αυτον και δεν λαλησης δια να αποτρεψης τον ανομον απο της οδου αυτου της ανομου, ωστε να σωσης την ζωην αυτου, εκεινος μεν ο ανομος θελει αποθανει εν τη ανομια αυτου· πλην εκ της χειρος σου θελω ζητησει το αιμα αυτου.
<scripture passage="Ezek 3:19" parsed="|Ezek|3|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' εαν συ μεν νουθετησης τον ανομον, αυτος ομως δεν επιστρεφη απο της ανομιας αυτου και απο της οδου αυτου της ανομου, εκεινος μεν θελει αποθανει εν τη ανομια αυτου, συ δε ηλευθερωσας την ψυχην σου.
<scripture passage="Ezek 3:20" parsed="|Ezek|3|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.20" />
<sup>20</sup>Παλιν, εαν ο δικαιος εκτραπη απο της δικαιοσυνης αυτου και πραξη ανομιαν, και εγω θεσω προσκομμα εμπροσθεν αυτου· εκεινος θελει αποθανει· επειδη δεν εδωκας εις αυτον νουθεσιαν θελει αποθανει εν τη αμαρτια αυτου, και η δικαιοσυνη αυτου, την οποιαν εκαμε, δεν θελει μνημονευθη· πλην εκ της χειρος σου θελω ζητησει το αιμα αυτου.
<scripture passage="Ezek 3:21" parsed="|Ezek|3|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.21" />
<sup>21</sup>Εαν ομως συ νουθετησης τον δικαιον δια να μη αμαρτηση και αυτος δεν αμαρτηση, ο δικαιος θελει βεβαιως ζησει, διοτι ενουθετηθη· και συ ηλευθερωσας την ψυχην σου.
<scripture passage="Ezek 3:22" parsed="|Ezek|3|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.22" />
<sup>22</sup>Και εσταθη εκει η χειρ του Κυριου επ' εμε και ειπε προς εμε, Σηκωθητι, εξελθε εις την πεδιαδα και εκει θελω λαλησει προς σε.
<scripture passage="Ezek 3:23" parsed="|Ezek|3|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.23" />
<sup>23</sup>Και εσηκωθην και εξηλθον εις την πεδιαδα και ιδου, η δοξα του Κυριου ιστατο εκει, ως η δοξα την οποιαν ειδον παρα τον ποταμον Χεβαρ· και επεσον επι προσωπον μου.
<scripture passage="Ezek 3:24" parsed="|Ezek|3|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.24" />
<sup>24</sup>Και εισηλθε το πνευμα εις εμε και με εστησεν επι τους ποδας μου και ελαλησε προς εμε και μοι ειπεν, Υπαγε, κλεισθητι εντος της οικιας σου.
<scripture passage="Ezek 3:25" parsed="|Ezek|3|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.25" />
<sup>25</sup>Διοτι, οσον περι σου, υιε ανθρωπου, ιδου, θελουσι βαλει επι σε δεσμα και θελουσι σε δεσει με αυτα και δεν θελεις εξελθει εις το μεσον αυτων.
<scripture passage="Ezek 3:26" parsed="|Ezek|3|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.26" />
<sup>26</sup>Και την γλωσσαν σου θελω κολλησει προς τον λαρυγγα σου και θελεις γεινει αλαλος· και δεν θελεις εισθαι προς αυτους ανηρ ελεγχων, διοτι ειναι οικος αποστατης.
<scripture passage="Ezek 3:27" parsed="|Ezek|3|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.3.27" />
<sup>27</sup>Πλην οταν λαλησω προς σε, θελω ανοιξει το στομα σου και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ο ακουων ας ακουη· και ο απειθων ας απειθη· διοτι ειναι οικος αποστατης.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 4" progress="67.60%" prev="Ezek.3" next="Ezek.5" id="Ezek.4">
<h3 id="Ezek.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.4-p1">
<scripture passage="Ezek 4:1" parsed="|Ezek|4|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.1" />
<sup>1</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, λαβε εις σεαυτον κεραμιδα και θες αυτην εμπροσθεν σου και διαγραψον επ' αυτης πολιν, την Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezek 4:2" parsed="|Ezek|4|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.2" />
<sup>2</sup>και στησον πολιορκιαν εναντιον αυτης και οικοδομησον προμαχωνας εναντιον αυτης και υψωσον προχωματα εναντιον αυτης, θες ετι στρατοπεδον εναντιον αυτης και στησον κριους κυκλω εναντιον αυτης.
<scripture passage="Ezek 4:3" parsed="|Ezek|4|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.3" />
<sup>3</sup>Και λαβε εις σεαυτον πλακα σιδηραν και θες αυτην ως τοιχον σιδηρουν μεταξυ σου και της πολεως, και στηριξον το προσωπον σου εναντιον αυτης και θελει πολιορκηθη και θελεις βαλει πολιορκιαν εναντιον αυτης· τουτο θελει εισθαι σημειον εις τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 4:4" parsed="|Ezek|4|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.4" />
<sup>4</sup>Και συ πλαγιασον επι την αριστεραν σου πλευραν και θες την ανομιαν του οικου Ισραηλ επ' αυτην· κατα τον αριθμον των ημερων, καθ' ας θελεις πλαγιασει επ' αυτην, θελεις βαστασει την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Ezek 4:5" parsed="|Ezek|4|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εγω επι σε εθεσα τα ετη της ανομιας αυτων κατα τον αριθμον των ημερων, τριακοσιας ενενηκοντα ημερας· και θελεις βαστασει την ανομιαν του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 4:6" parsed="|Ezek|4|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.6" />
<sup>6</sup>Και αφου τελειωσης ταυτας, πλαγιασον παλιν επι την πλευραν σου την δεξιαν, και θελεις βαστασει την ανομιαν του οικου Ιουδα τεσσαρακοντα ημερας· εκαστην μιαν ημεραν προσδιωρισα εις σε αντι ενος ετους.
<scripture passage="Ezek 4:7" parsed="|Ezek|4|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.7" />
<sup>7</sup>Και θελεις στηριξει το προσωπον σου προς την πολιορκιαν της Ιερουσαλημ και ο βραχιων σου θελει εισθαι γυμνος και θελεις προφητευσει εναντιον αυτης.
<scripture passage="Ezek 4:8" parsed="|Ezek|4|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.8" />
<sup>8</sup>Και ιδου, θελω βαλει επι σε δεσμα, και δεν θελεις στραφη απο της μιας σου πλευρας εις την αλλην, εωσου τελειωσης τας ημερας της πολιορκιας σου.
<scripture passage="Ezek 4:9" parsed="|Ezek|4|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.9" />
<sup>9</sup>Και συ λαβε εις σεαυτον σιτον και κριθην και κυαμους και φακην και κεγχρον και αρακον, και θες αυτα εις εν αγγειον και καμε εξ αυτων αρτους εις σεαυτον· κατα τον αριθμον των ημερων καθ' ας θελεις πλαγιασει επι την πλευραν σου, τριακοσιας και ενενηκοντα ημερας θελεις τρωγει εκ τουτων.
<scripture passage="Ezek 4:10" parsed="|Ezek|4|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.10" />
<sup>10</sup>Και το φαγητον σου, το οποιον θελεις τρωγει εκ τουτων, θελει εισθαι με ζυγιον, εικοσι σικλων την ημεραν· απο καιρου εως καιρου θελεις τρωγει εξ αυτων.
<scripture passage="Ezek 4:11" parsed="|Ezek|4|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.11" />
<sup>11</sup>Και υδωρ με μετρον θελεις πινει, το εκτον ενος ιν· απο καιρου εως καιρου θελεις πινει.
<scripture passage="Ezek 4:12" parsed="|Ezek|4|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις τρωγει αυτους ως κριθινους εγκρυφιας, και θελεις ψηνει αυτους με κοπρον εξερχομενην απο ανθρωπου, εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων.
<scripture passage="Ezek 4:13" parsed="|Ezek|4|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος, Ουτω θελουσι φαγει οι υιοι Ισραηλ τον αρτον αυτων μεμολυσμενον μεταξυ των εθνων, οπου θελω διασκορπισει αυτους.
<scripture passage="Ezek 4:14" parsed="|Ezek|4|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.14" />
<sup>14</sup>Και εγω ειπα, Α, Κυριε Θεε· ιδου, ψυχη μου δεν εμολυνθη, επειδη απο νεοτητος μου εως του νυν δεν εφαγον θνησιμαιον η θηριαλωτον, ουδε εισηλθε ποτε εις το στομα μου κρεας βδελυκτον.
<scripture passage="Ezek 4:15" parsed="|Ezek|4|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς εμε, Ιδε, εδωκα εις σε κοπρον βοος αντι κοπρου ανθρωπινης, και με ταυτην θελεις ψησει τον αρτον σου.
<scripture passage="Ezek 4:16" parsed="|Ezek|4|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.16" />
<sup>16</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, ιδου, εγω θελω συντριψει το υποστηριγμα του αρτου εν Ιερουσαλημ· και θελουσι τρωγει αρτον με ζυγιον και εν στενοχωρια, και θελουσι πινει υδωρ με μετρον και εν αγωνια·
<scripture passage="Ezek 4:17" parsed="|Ezek|4|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.4.17" />
<sup>17</sup>δια να καταντησωσιν ενδεεις αρτου και υδατος· και θελουσιν εκθαμβεισθαι προς αλληλους, και θελουσιν αναλωθη δια τας ανομιας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 5" progress="67.67%" prev="Ezek.4" next="Ezek.6" id="Ezek.5">
<h3 id="Ezek.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.5-p1">
<scripture passage="Ezek 5:1" parsed="|Ezek|5|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.1" />
<sup>1</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, λαβε εις σεαυτον μαχαιραν κοπτεραν· θελεις λαβει εις σεαυτον ξυραφιον κουρεως και θελεις περασει αυτο επι την κεφαλην σου και επι τον πωγωνα σου. Λαβε επειτα εις σεαυτον πλαστιγγας ζυγιων και διαιρεσον αυτα.
<scripture passage="Ezek 5:2" parsed="|Ezek|5|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.2" />
<sup>2</sup>Το τριτον θελεις καυσει εν πυρι εν τω μεσω της πολεως, ενω αι ημεραι της πολιορκιας συμπληρουνται· και το τριτον θελεις λαβει και κατακοψει κυκλω αυτης εν μαχαιρα· και το τριτον θελεις διασκορπισει εις τον αερα· και εγω θελω γυμνωσει μαχαιραν οπισθεν αυτων.
<scripture passage="Ezek 5:3" parsed="|Ezek|5|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.3" />
<sup>3</sup>Και εκ τουτων θελεις λαβει ετι ολιγας τινας και δεσει αυτας εις τα κρασπεδα σου.
<scripture passage="Ezek 5:4" parsed="|Ezek|5|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.4" />
<sup>4</sup>Επειτα λαβε ετι εκ τουτων και ριψον αυτας εις το μεσον του πυρος και κατακαυσον αυτας εν πυρι· εντευθεν θελει εξελθει πυρ εις παντα τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 5:5" parsed="|Ezek|5|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Αυτη ειναι η Ιερουσαλημ· εγω εθεσα αυτην εν μεσω των εθνων και των περιξ αυτης τοπων.
<scripture passage="Ezek 5:6" parsed="|Ezek|5|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' αυτη μετηλλαξε τας κρισεις μου εις ανομιαν χειροτερα παρα τα εθνη, και τα διαταγματα μου χειροτερα παρα τους τοπους τους περιξ αυτης· διοτι απερριψαν τας κρισεις μου και τα διαταγματα μου· δεν περιεπατησαν εν αυτοις.
<scripture passage="Ezek 5:7" parsed="|Ezek|5|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.7" />
<sup>7</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη σεις υπερεβητε τα εθνη τα περιξ υμων και δεν περιεπατησατε εν τοις διαταγμασι μου και τας κρισεις μου δεν εξετελεσατε αλλ' ουδε κατα τας κρισεις των εθνων των περιξ υμων επραξατε,
<scripture passage="Ezek 5:8" parsed="|Ezek|5|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, και εγω ειμαι εναντιον σου και θελω εκτελεσει κρισεις εν μεσω σου ενωπιον των εθνων.
<scripture passage="Ezek 5:9" parsed="|Ezek|5|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.9" />
<sup>9</sup>Και θελω καμει εις σε εκεινο το οποιον δεν εκαμον, ουδε θελω καμει ποτε ομοιον τουτου, δια παντα τα βδελυγματα σου.
<scripture passage="Ezek 5:10" parsed="|Ezek|5|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο οι πατερες θελουσι φαγει τα τεκνα αυτων εν μεσω σου και τα τεκνα θελουσι φαγει τους πατερας αυτων· και θελω εκτελεσει κρισεις εις σε· απαν δε το υπολοιπον σου θελω διασκορπισει εις παντα ανεμον.
<scripture passage="Ezek 5:11" parsed="|Ezek|5|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, εξαπαντος, επειδη συ εμιανας τα αγια μου με πασας τας μιαρας πραξεις σου και με παντα τα βδελυγματα σου, και εγω λοιπον θελω σε συντριψει· και ο οφθαλμος μου δεν θελει φεισθη, και εγω δεν θελω σε ελεησει.
<scripture passage="Ezek 5:12" parsed="|Ezek|5|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.12" />
<sup>12</sup>Το τριτον σου θελουσιν αποθανει υπο λοιμου και θελουσιν αναλωθη εν μεσω σου υπο πεινης· και το τριτον θελουσι πεσει κυκλω σου υπο ρομφαιας· το δε αλλο τριτον θελω διασκορπισει εις παντα ανεμον και θελω γυμνωσει μαχαιραν οπισθεν αυτων.
<scripture passage="Ezek 5:13" parsed="|Ezek|5|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.13" />
<sup>13</sup>Και θελει συντελεσθη ο θυμος μου και θελω αναπαυσει την οργην μου επ' αυτους και θελω ευχαριστηθη· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ελαλησα εν τω ζηλω μου, οταν συντελεσω κατ' αυτων την οργην μου.
<scripture passage="Ezek 5:14" parsed="|Ezek|5|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.14" />
<sup>14</sup>Και θελω σε καταστησει ερημον και ονειδος μεταξυ των εθνων των κυκλω σου, ενωπιον παντος διαβαινοντος.
<scripture passage="Ezek 5:15" parsed="|Ezek|5|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις εισθαι ονειδος και παιγνιον, διδασκαλια και θαμβος, εις τα εθνη τα κυκλω σου, οταν εκτελεσω κρισεις εις σε εν θυμω και εν οργη και μετ' επιτιμησεων οργης· εγω ο Κυριος ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 5:16" parsed="|Ezek|5|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.16" />
<sup>16</sup>Οταν εξαποστειλω επ' αυτους τα κακα βελη της πεινης τα εξολοθρευτικα, τα οποια θελω εξαποστειλει δια να σας εξολοθρευσω, θελω επαυξησει ετι την πειναν εις εσας και θελω συντριψει εις εσας το υποστηριγμα του αρτου.
<scripture passage="Ezek 5:17" parsed="|Ezek|5|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.5.17" />
<sup>17</sup>Και θελω εξαποστειλει εφ' υμας πειναν και θηρια κακα και θελουσι σε ορφανισει, και λοιμος και αιμα θελουσι περασει δια σου, και θελω φερει ρομφαιαν επι σε· εγω ο Κυριος ελαλησα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 6" progress="67.74%" prev="Ezek.5" next="Ezek.7" id="Ezek.6">
<h3 id="Ezek.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.6-p1">
<scripture passage="Ezek 6:1" parsed="|Ezek|6|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 6:2" parsed="|Ezek|6|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου προς τα ορη του Ισραηλ και προφητευσον εναντιον αυτων,
<scripture passage="Ezek 6:3" parsed="|Ezek|6|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Ορη του Ισραηλ, ακουσατε τον λογον Κυριου του Θεου· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς τα ορη και προς τα βουνα, προς τους ρυακας και προς τας κοιλαδας. Ιδου, εγω, εγω θελω φερει εφ' υμας ρομφαιαν, και θελω καταστρεψει τους υψηλους τοπους σας.
<scripture passage="Ezek 6:4" parsed="|Ezek|6|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.4" />
<sup>4</sup>Και τα θυσιαστηρια σας θελουσιν αφανισθη και τα ειδωλα σας θελουσι συντριφθη, και τους τετραυματισμενους σας θελω καταβαλει εμπροσθεν των ξοανων σας.
<scripture passage="Ezek 6:5" parsed="|Ezek|6|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.5" />
<sup>5</sup>Και θελω στρωσει τα πτωματα των υιων Ισραηλ εμπροσθεν των ξοανων αυτων, και θελω διασκορπισει τα οστα σας κυκλω των θυσιαστηριων σας.
<scripture passage="Ezek 6:6" parsed="|Ezek|6|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.6" />
<sup>6</sup>κατα πασαν κατοικησιν σας αι πολεις θελουσιν ερημωθη, και οι υψηλοι τοποι θελουσιν αφανισθη, ωστε τα θυσιαστηρια σας να ερημωθωσι και να αφανισθωσι, και τα ξοανα σας να συντριφθωσι και να εκλειψωσι, και τα ειδωλα σας να πεσωσι κατακεκομμενα, και τα εργα σας να εξαλειφθωσι.
<scripture passage="Ezek 6:7" parsed="|Ezek|6|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.7" />
<sup>7</sup>Και οι τετραυματισμενοι θελουσι πεσει εν μεσω υμων, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 6:8" parsed="|Ezek|6|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.8" />
<sup>8</sup>Θελω ομως αφησει υπολοιπον, δια να εχητε τινας εκφυγοντας την μαχαιραν μεταξυ των εθνων, οταν διασκορπισθητε εις τους τοπους.
<scripture passage="Ezek 6:9" parsed="|Ezek|6|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.9" />
<sup>9</sup>Και οσοι απο σας εκφυγωσι, θελουσι με ενθυμεισθαι μεταξυ των εθνων, οπου θελουσι φερθη αιχμαλωτοι, οταν φερω εις συντριβην την πορνικην αυτων καρδιαν ητις εξεκλινεν απ' εμου, και τους οφθαλμους αυτων τους εκπορνευοντας κατοπιν των ξοανων αυτων· και θελουσιν αποστρεφεσθαι εαυτους δι' οσας κακιας επραξαν εν πασι τοις βδελυγμασιν αυτων.
<scripture passage="Ezek 6:10" parsed="|Ezek|6|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.10" />
<sup>10</sup>Και θελουσι γνωρισει οτι εγω ο Κυριος δεν ελαλησα ματαιως, οτι ηθελον καμει εις αυτους τα κακα ταυτα.
<scripture passage="Ezek 6:11" parsed="|Ezek|6|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.11" />
<sup>11</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Κροτησον με την χειρα σου και κτυπησον με τον ποδα σου και ειπε, Ουαι δια παντα τα κακα βδελυγματα του οικου Ισραηλ· διοτι θελουσι πεσει υπο μαχαιρας, υπο πεινης και υπο λοιμου.
<scripture passage="Ezek 6:12" parsed="|Ezek|6|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.12" />
<sup>12</sup>Ο μακραν θελει αποθανει υπο λοιμου και ο πλησιον θελει πεσει υπο μαχαιρας, ο δε εναπολειφθεις και ο πολιορκουμενος θελει αποθανει υπο πεινης· ουτω θελω συντελεσει την οργην μου επ' αυτους.
<scripture passage="Ezek 6:13" parsed="|Ezek|6|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.13" />
<sup>13</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν οι τραυματιαι αυτων κηνται μεταξυ των ξοανων αυτων κυκλω των θυσιαστηριων αυτων, επι παντα υψηλον λοφον, επι πασας τας κορυφας των ορεων και υποκατω παντος δενδρον πρασινου και υποκατω πασης δασυφυλλου δρυος, του τοπου οπου προσεφερον οσμην ευωδιας εις παντα τα ξοανα αυτων.
<scripture passage="Ezek 6:14" parsed="|Ezek|6|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.6.14" />
<sup>14</sup>Και θελω εκτεινει την χειρα μου επ' αυτους και καταστησει ερημον την γην, ερημοτεραν μαλιστα παρα την ερημον Διβλαθα, εις πασας αυτων τας κατοικησεις· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 7" progress="67.80%" prev="Ezek.6" next="Ezek.8" id="Ezek.7">
<h3 id="Ezek.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.7-p1">
<scripture passage="Ezek 7:1" parsed="|Ezek|7|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 7:2" parsed="|Ezek|7|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.2" />
<sup>2</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, ακουσον· ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς την γην του Ισραηλ. Τελος, το τελος ηλθεν επι τα τεσσαρα ακρα της γης.
<scripture passage="Ezek 7:3" parsed="|Ezek|7|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.3" />
<sup>3</sup>Το τελος ηλθε τωρα επι σε και θελω αποστειλει επι σε την οργην μου και θελω σε κρινει κατα τας οδους σου και θελω ανταποδωσει επι σε παντα τα βδελυγματα σου.
<scripture passage="Ezek 7:4" parsed="|Ezek|7|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.4" />
<sup>4</sup>Και ο οφθαλμος μου δεν θελει σε φεισθη και δεν θελω ελεησει· αλλα θελω ανταποδωσει επι σε τας οδους σου, και θελουσιν εισθαι εν μεσω σου τα βδελυγματα σου· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 7:5" parsed="|Ezek|7|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Κακον, εν κακον, ιδου, ερχεται·
<scripture passage="Ezek 7:6" parsed="|Ezek|7|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.6" />
<sup>6</sup>τελος ηλθε, το τελος ηλθεν· εξηγερθη κατα σου· ιδου, εφθασεν.
<scripture passage="Ezek 7:7" parsed="|Ezek|7|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.7" />
<sup>7</sup>Η πρωια ηλθεν επι σε, κατοικε της γης· ο καιρος ηλθεν, η ημερα της καταστροφης επλησιασε και ουχι αγαλλιασις των ορεων.
<scripture passage="Ezek 7:8" parsed="|Ezek|7|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.8" />
<sup>8</sup>Τωρα ευθυς θελω εκχεει την οργην μου επι σε και θελω συντελεσει τον θυμον μου επι σε· και θελω σε κρινει κατα τας οδους σου και ανταποδωσει επι σε παντα τα βδελυγματα σου.
<scripture passage="Ezek 7:9" parsed="|Ezek|7|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.9" />
<sup>9</sup>Και ο οφθαλμος μου δεν θελει φεισθη και δεν θελω ελεησει· κατα τας οδους σου θελω σοι ανταποδωσει, και θελουσιν εισθαι τα βδελυγματα σου εν μεσω σου· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος ο πατασσων.
<scripture passage="Ezek 7:10" parsed="|Ezek|7|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.10" />
<sup>10</sup>Ιδου, η ημερα, ιδου, ηλθεν· η πρωια εφανη· η ραβδος ηνθησεν· η υπερηφανια εβλαστησεν.
<scripture passage="Ezek 7:11" parsed="|Ezek|7|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.11" />
<sup>11</sup>Η βια ηυξηνθη εις ραβδον ανομιας· ουδεις εξ αυτων θελει μεινει ουτε εκ του πληθους αυτων ουτε εκ των θορυβουντων εξ αυτων· και δεν θελει υπαρχει ο πενθων δι ' αυτους.
<scripture passage="Ezek 7:12" parsed="|Ezek|7|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.12" />
<sup>12</sup>Ο καιρος ηλθεν, η ημερα επλησιασεν· ας μη χαιρη ο αγοραζων και ας μη θρηνη ο πωλων, διοτι ειναι οργη επι παν το πληθος αυτης.
<scripture passage="Ezek 7:13" parsed="|Ezek|7|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ο πωλητης δεν θελει επιστρεψει εις το πωληθεν, αν και ευρισκηται ετι μεταξυ των ζωντων· επειδη η ορασις η περι παντος του πληθους αυτων δεν θελει στραφη οπισω· και ουδεις θελει στερεωσει εαυτον, του οποιου η ζωη ειναι εν τη ανομια αυτου.
<scripture passage="Ezek 7:14" parsed="|Ezek|7|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.14" />
<sup>14</sup>Εσαλπισαν εν σαλπιγγι και ητοιμασθησαν τα παντα· πλην ουδεις υπαγει εις τον πολεμον, διοτι η οργη μου ειναι επι παν το πληθος αυτης.
<scripture passage="Ezek 7:15" parsed="|Ezek|7|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.15" />
<sup>15</sup>Η μαχαιρα ειναι εξωθεν και ο λοιμος και η πεινα εσωθεν· ο εν τω αγρω θελει τελευτησει εν μαχαιρα, τον δε εν τη πολει, η πεινα και ο λοιμος θελουσι καταφαγει αυτον.
<scripture passage="Ezek 7:16" parsed="|Ezek|7|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.16" />
<sup>16</sup>Και οσοι εξ αυτων εκφυγωσι, θελουσι διασωθη και θελουσιν εισθαι επι των ορεων ως αι περιστεραι των κοιλαδων, θρηνουντες παντες ουτοι, εκαστος δια τας ανομιας αυτου.
<scripture passage="Ezek 7:17" parsed="|Ezek|7|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.17" />
<sup>17</sup>Πασαι αι χειρες θελουσι παραλυθη και παντα τα γονατα θελουσι ρευσει ως υδωρ.
<scripture passage="Ezek 7:18" parsed="|Ezek|7|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.18" />
<sup>18</sup>Και θελουσι περιζωσθη σακκον και φρικη θελει καλυψει αυτους· και αισχυνη θελει εισθαι επι παντα τα προσωπα και φαλακρωμα επι πασας τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Ezek 7:19" parsed="|Ezek|7|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.19" />
<sup>19</sup>Το αργυριον αυτων θελουσι ριψει εις τας οδους, και το χρυσιον αυτων θελει εισθαι ως ακαθαρσια· το αργυριον αυτων και το χρυσιον αυτων δεν θελουσι δυνηθη να λυτρωσωσιν αυτους εν τη ημερα της οργης του Κυριου· δεν θελουσι χορτασει τας ψυχας αυτων και δεν θελουσι γεμισει τας κοιλιας αυτων, διοτι εγεινε το προσκομμα της ανομιας αυτων.
<scripture passage="Ezek 7:20" parsed="|Ezek|7|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.20" />
<sup>20</sup>Επειδη την δοξαν του στολισμου αυτων, μετεχειρισθησαν αυτην εις υπερηφανιαν και εκαμον εξ αυτης τας εικονας των βδελυγματων αυτων, τα μισητα αυτων· δια τουτο εγω καθιστω αυτην εις αυτους ακαθαρσιαν.
<scripture passage="Ezek 7:21" parsed="|Ezek|7|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.21" />
<sup>21</sup>Και θελω παραδωσει αυτην εις χειρας αλλοτριων διαρπαγμα και εις τους ασεβεις της γης λαφυρον, και θελουσι βεβηλωσει αυτην.
<scripture passage="Ezek 7:22" parsed="|Ezek|7|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.22" />
<sup>22</sup>Και θελω αποστρεψει το προσωπον μου απ' αυτων, και θελουσι βεβηλωσει το αδυτον μου· και οι λεηλαται θελουσιν εμβη εις αυτο και βεβηλωσει αυτο.
<scripture passage="Ezek 7:23" parsed="|Ezek|7|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.23" />
<sup>23</sup>Καμε αλυσον, διοτι η γη ειναι πληρης απο κρισεως αιματων και η πολις πληρης καταδυναστειας.
<scripture passage="Ezek 7:24" parsed="|Ezek|7|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο θελω φερει τους κακιστους των εθνων και θελουσι κληρονομησει τας οικιας αυτων· και θελω καταβαλει την επαρσιν των ισχυρων· και τα αγια αυτων θελουσι βεβηλωθη.
<scripture passage="Ezek 7:25" parsed="|Ezek|7|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.25" />
<sup>25</sup>Ολεθρος επερχεται· και θελουσι ζητησει ειρηνην και δεν θελει υπαρχει.
<scripture passage="Ezek 7:26" parsed="|Ezek|7|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.26" />
<sup>26</sup>Συμφορα επι συμφοραν θελει ερχεσθαι και αγγελια θελει φθανει επ' αγγελιαν· τοτε θελουσι ζητησει παρα προφητου ορασιν· και θελει χαθη ο νομος απο του ιερεως και η βουλη απο των πρεσβυτερων.
<scripture passage="Ezek 7:27" parsed="|Ezek|7|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.7.27" />
<sup>27</sup>Ο βασιλευς θελει πενθησει και ο αρχων θελει ενδυθη αφανισμον και αι χειρες του λαου της γης θελουσι παραλυθη· κατα τας οδους αυτων θελω καμει εις αυτους και κατα τας κρισεις αυτων θελω κρινει αυτους, και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 8" progress="67.90%" prev="Ezek.7" next="Ezek.9" id="Ezek.8">
<h3 id="Ezek.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.8-p1">
<scripture passage="Ezek 8:1" parsed="|Ezek|8|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω εκτω ετει, τω εκτω μηνι, τη πεμπτη του μηνος, ενω εγω εκαθημην εν τω οικω μου και οι πρεσβυτεροι του Ιουδα εκαθηντο εμπροσθεν μου, χειρ Κυριου του Θεου επεσεν εκει επ' εμε.
<scripture passage="Ezek 8:2" parsed="|Ezek|8|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον και ιδου, ομοιωμα ως θεα πυρος· απο της θεας της οσφυος αυτου και κατω πυρ, και απο της οσφυος αυτου και επανω ως θεα λαμψεως, ως οψις ηλεκτρου.
<scripture passage="Ezek 8:3" parsed="|Ezek|8|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.3" />
<sup>3</sup>Και εξηπλωσεν ομοιωμα χειρος, και με επιασεν απο της κομης της κεφαλης μου και με υψωσε το πνευμα μεταξυ της γης και του ουρανου και με εφερε δι' οραματων Θεου εις Ιερουσαλημ, εις την θυραν της εσωτερας πυλης της βλεπουσης προς βορραν, οπου ιστατο το ειδωλον της ζηλοτυπιας, το παροξυνον εις ζηλοτυπιαν.
<scripture passage="Ezek 8:4" parsed="|Ezek|8|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.4" />
<sup>4</sup>Και ιδου, η δοξα του Θεου του Ισραηλ ητο εκει, κατα το οραμα το οποιον ειδον εν τη πεδιαδι.
<scripture passage="Ezek 8:5" parsed="|Ezek|8|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, υψωσον τωρα τους οφθαλμους σου προς την οδον την προς βορραν. Και υψωσα τους οφθαλμους μου προς την οδον την προς βορραν και ιδου, κατα το βορειον μερος εν τη πυλη του θυσιαστηριου το ειδωλον τουτο της ζηλοτυπιας κατα την εισοδον.
<scripture passage="Ezek 8:6" parsed="|Ezek|8|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.6" />
<sup>6</sup>Τοτε ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, βλεπεις συ τι καμνουσιν ουτοι; τα μεγαλα βδελυγματα, τα οποια ο οικος Ισραηλ καμνει εδω, δια να απομακρυνθω απο των αγιων μου; πλην στρεψον ετι, θελεις ιδει μεγαλητερα βδελυγματα.
<scripture passage="Ezek 8:7" parsed="|Ezek|8|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.7" />
<sup>7</sup>Και με εφερεν εις την πυλην της αυλης· και ειδον και ιδου, μια οπη εν τω τοιχω.
<scripture passage="Ezek 8:8" parsed="|Ezek|8|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, σκαψον τωρα εν τω τοιχω· και εσκαψα εν τω τοιχω και ιδου, μια θυρα.
<scripture passage="Ezek 8:9" parsed="|Ezek|8|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς εμε, Εισελθε και ιδε τα πονηρα βδελυγματα, τα οποια ουτοι καμνουσιν εδω.
<scripture passage="Ezek 8:10" parsed="|Ezek|8|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.10" />
<sup>10</sup>Και εισηλθον και ειδον· και ιδου, παν ομοιωμα ερπετων και βδελυκτων ζωων και παντα τα ειδωλα του οικου Ισραηλ, εζωγραφημενα επι τον τοιχον κυκλω κυκλω.
<scripture passage="Ezek 8:11" parsed="|Ezek|8|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.11" />
<sup>11</sup>Και ισταντο εμπροσθεν αυτων εβδομηκοντα ανδρες εκ των πρεσβυτερων του οικου Ισραηλ· εν μεσω δε αυτων ιστατο Ιααζανιας ο υιος του Σαφαν· και εκρατει εκαστος εν τη χειρι αυτου το θυμιατηριον αυτου· και ανεβαινε πυκνον νεφος θυμιαματος.
<scripture passage="Ezek 8:12" parsed="|Ezek|8|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, ειδες τι καμνουσιν εν τω σκοτει οι πρεσβυτεροι του οικου Ισραηλ, εκαστος εν τω κρυπτω οικηματι των εικονων αυτου; διοτι ειπον, Ο Κυριος δεν μας βλεπει· ο Κυριος εγκατελιπε την γην.
<scripture passage="Ezek 8:13" parsed="|Ezek|8|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς εμε, Στρεψον ετι· θελεις ιδει μεγαλητερα βδελυγματα, τα οποια ουτοι καμνουσι.
<scripture passage="Ezek 8:14" parsed="|Ezek|8|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.14" />
<sup>14</sup>Και με εφερεν εις τα προθυρα της πυλης του οικου του Κυριου της προς βορραν, και ιδου, εκει εκαθηντο γυναικες θρηνουσαι τον Θαμμουζ.
<scripture passage="Ezek 8:15" parsed="|Ezek|8|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς εμε, Ειδες, υιε ανθρωπου; Στρεψον ετι· θελεις ιδει μεγαλητερα βδελυγματα παρα ταυτα.
<scripture passage="Ezek 8:16" parsed="|Ezek|8|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.16" />
<sup>16</sup>Και με εισηγαγεν εις την εσωτεραν αυλην του οικου του Κυριου· και ιδου, εν τη θυρα του ναου του Κυριου, μεταξυ της στοας και του θυσιαστηριου, περιπου εικοσιπεντε ανδρες με τα νωτα αυτων προς τον ναον του Κυριου και τα προσωπα αυτων προς ανατολας, και προσεκυνουν τον ηλιον κατα ανατολας.
<scripture passage="Ezek 8:17" parsed="|Ezek|8|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε προς εμε, ειδες, υιε ανθρωπου; Μικρον ειναι τουτο εις τον οικον Ιουδα, να καμνωσι τα βδελυγματα, τα οποια ουτοι καμνουσιν ενταυθα; ωστε εγεμισαν την γην απο καταδυναστειας και εξεκλιναν δια να με παροργισωσι· και ιδου, βαλλουσι τον κλαδον εις τους μυκτηρας αυτων.
<scripture passage="Ezek 8:18" parsed="|Ezek|8|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.8.18" />
<sup>18</sup>Και εγω λοιπον θελω φερθη μετ' οργης· ο οφθαλμος μου δεν θελει φεισθη ουδε θελω ελεησει· και οταν κραξωσιν εις τα ωτα μου μετα φωνης μεγαλης, δεν θελω εισακουσει αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 9" progress="67.97%" prev="Ezek.8" next="Ezek.10" id="Ezek.9">
<h3 id="Ezek.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.9-p1">
<scripture passage="Ezek 9:1" parsed="|Ezek|9|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.1" />
<sup>1</sup>Και εκραξεν εις τα ωτα μου μετα φωνης μεγαλης· λεγων, Ας πλησιασωσιν οι τεταγμενοι κατα της πολεως, εκαστος εχων το οπλον αυτου της εξολοθρευσεως εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Ezek 9:2" parsed="|Ezek|9|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου, εξ ανδρες ηρχοντο απο της οδου της υψηλοτερας πυλης της βλεπουσης προς βορραν, εκαστος εχων εν τη χειρι αυτου οπλον κατασυντριμμου· και εν τω μεσω αυτων εις ανθρωπος ενδεδυμενος λινα με γραμματεως καλαμαριον εν τη οσφυι αυτου· και εισελθοντες εσταθησαν πλησιον του χαλκινου θυσιαστηριου.
<scripture passage="Ezek 9:3" parsed="|Ezek|9|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.3" />
<sup>3</sup>Και η δοξα του Θεου του Ισραηλ ανεβη επανωθεν των χερουβειμ, επανωθεν των οποιων ητο, εις το κατωφλιον του οικου· και εφωνησε προς τον ανδρα τον ενδεδυμενον τα λινα, τον εχοντα εν τη οσφυι αυτου το καλαμαριον του γραμματεως·
<scripture passage="Ezek 9:4" parsed="|Ezek|9|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.4" />
<sup>4</sup>και ειπε Κυριος προς αυτον, Διελθε δια της πολεως, δια της Ιερουσαλημ, και καμε σημειον επι των μετωπων των ανδρων, των στεναζοντων και βοωντων δια παντα τα βδελυγματα τα γινομενα εν μεσω αυτης.
<scripture passage="Ezek 9:5" parsed="|Ezek|9|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.5" />
<sup>5</sup>Προς δε τους αλλους ειπεν, ακουοντος εμου, Διελθετε κατοπιν αυτου δια της πολεως και παταξατε· ας μη φεισθη ο οφθαλμος σας και μη ελεησητε·
<scripture passage="Ezek 9:6" parsed="|Ezek|9|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.6" />
<sup>6</sup>γεροντας, νεους και παρθενους και νηπια και γυναικας, φονευσατε μεχρις εξαλειψεως· εις παντα ομως ανθρωπον εφ' ου ειναι το σημειον μη πλησιασητε· και αρχισατε απο του αγιαστηριου μου. Και ηρχισαν απο των ανδρων των πρεσβυτερων των εμπροσθεν του οικου.
<scripture passage="Ezek 9:7" parsed="|Ezek|9|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς αυτους, Μιανατε τον οικον και γεμισατε τας αυλας απο τραυματιων· εξελθετε. Και εξηλθον και επαταξαν εν τη πολει.
<scripture passage="Ezek 9:8" parsed="|Ezek|9|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.8" />
<sup>8</sup>Ενω δε ουτοι επατασσον αυτους, εναπολειφθεις εγω επεσον επι προσωπον μου και ανεβοησα και ειπα, Οιμοι, Κυριε Θεε· συ εξαλειφεις απαν το υπολοιπον του Ισραηλ, εκχεων την οργην σου επι την Ιερουσαλημ;
<scripture passage="Ezek 9:9" parsed="|Ezek|9|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς εμε, Η ανομια του οικου Ισραηλ και Ιουδα υπερεμεγαλυνθη σφοδρα και η γη ειναι πληρης αιματων· και πολις πληρης διαφθορας· διοτι λεγουσιν, Ο Κυριος εγκατελιπε την γην, και, Ο Κυριος δεν βλεπει.
<scripture passage="Ezek 9:10" parsed="|Ezek|9|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.10" />
<sup>10</sup>Και εγω λοιπον δεν θελει φεισθη ο οφθαλμος μου και δεν θελω ελεησει· κατα της κεφαλης αυτων θελω ανταποδωσει τας οδους αυτων.
<scripture passage="Ezek 9:11" parsed="|Ezek|9|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.9.11" />
<sup>11</sup>Και ιδου, ο ανηρ ο ενδεδυμενος τα λινα, ο εχων εν τη οσφυι αυτου το καλαμαριον, εφερεν αποκρισιν, λεγων, Εκαμον καθως προσεταξας εις εμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 10" progress="68.02%" prev="Ezek.9" next="Ezek.11" id="Ezek.10">
<h3 id="Ezek.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.10-p1">
<scripture passage="Ezek 10:1" parsed="|Ezek|10|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.1" />
<sup>1</sup>Επειτα ειδον και ιδου, εν τω στερεωματι τω ανωθεν της κεφαλης των χερουβειμ εφαινετο υπερανω αυτων ως λιθος σαπφειρος, κατα την θεαν ομοιωματος θρονου.
<scripture passage="Ezek 10:2" parsed="|Ezek|10|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.2" />
<sup>2</sup>Και ελαλησε προς τον ανδρα τον ενδεδυμενον τα λινα και ειπεν, Εισελθε μεταξυ των τροχων, υποκατω των χερουβειμ, και γεμισον την χειρα σου ανθρακας πυρος εκ μεσου των χερουβειμ και διασκορπισον αυτους επι την πολιν. Και εισηλθεν ενωπιον μου.
<scripture passage="Ezek 10:3" parsed="|Ezek|10|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.3" />
<sup>3</sup>Τα δε χερουβειμ ισταντο εν δεξιοις του οικου, οτε εισηρχετο ο ανηρ· και η νεφελη εγεμισε την εσωτεραν αυλην.
<scripture passage="Ezek 10:4" parsed="|Ezek|10|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.4" />
<sup>4</sup>Και η δοξα του Κυριου υψωθη ανωθεν των χερουβειμ κατα το κατωφλιον του οικου· και ενεπλησε τον οικον η νεφελη και η αυλη ενεπλησθη απο της λαμψεως της δοξης του Κυριου.
<scripture passage="Ezek 10:5" parsed="|Ezek|10|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.5" />
<sup>5</sup>Και ο ηχος των πτερυγων των χερουβειμ ηκουετο εως της εξωτερας αυλης, ως φωνη του Παντοδυναμου Θεου, οποταν λαλη.
<scripture passage="Ezek 10:6" parsed="|Ezek|10|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.6" />
<sup>6</sup>Και οτε προσεταξε τον ανδρα τον ενδεδυμενον τα λινα, λεγων, Λαβε πυρ εκ μεσου των τροχων, εκ μεσου των χερουβειμ, τοτε εισηλθε και εσταθη πλησιον των τροχων.
<scripture passage="Ezek 10:7" parsed="|Ezek|10|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.7" />
<sup>7</sup>Και εν χερουβ εξετεινε την χειρα αυτου εκ μεσου των χερουβειμ, προς το πυρ το εν τω μεσω των χερουβειμ, και ελαβεν εκ τουτου και εθεσεν εις τας χειρας του ενδεδυμενου τα λινα· ο δε ελαβεν αυτο και εξηλθεν.
<scripture passage="Ezek 10:8" parsed="|Ezek|10|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.8" />
<sup>8</sup>Εφαινετο δε ομοιωμα χειρος ανθρωπου εις τα χερουβειμ υπο τας πτερυγας αυτων.
<scripture passage="Ezek 10:9" parsed="|Ezek|10|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.9" />
<sup>9</sup>Και ειδον και ιδου, τεσσαρες τροχοι πλησιον των χερουβειμ, εις τροχος πλησιον ενος χερουβ και εις τροχος πλησιον αλλον χερουβ, και η θεα των τροχων ητο ως οψις βηρυλλου λιθου.
<scripture passage="Ezek 10:10" parsed="|Ezek|10|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.10" />
<sup>10</sup>Περι δε της θεας αυτων, και οι τεσσαρες ειχον το αυτο ομοιωμα, ως εαν ητο τροχος εν μεσω τροχου.
<scripture passage="Ezek 10:11" parsed="|Ezek|10|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.11" />
<sup>11</sup>Ενω εβαδιζον, επορευοντο κατα τα τεσσαρα αυτων πλαγια· δεν εστρεφοντο ενω εβαδιζον, αλλ' εις οντινα τοπον ο πρωτος απευθυνετο, ηκολουθουν αυτον οι αλλοι· δεν εστρεφοντο ενω εβαδιζον.
<scripture passage="Ezek 10:12" parsed="|Ezek|10|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.12" />
<sup>12</sup>Ολον δε το σωμα αυτων και τα νωτα αυτων και αι χειρες αυτων και αι πτερυγες αυτων και οι τροχοι, οι τεσσαρες αυτων τροχοι, ησαν κυκλω πληρεις οφθαλμων.
<scripture passage="Ezek 10:13" parsed="|Ezek|10|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.13" />
<sup>13</sup>Περι δε των τροχων, ουτοι εκαλουντο, ακουοντος εμου, Γαλγαλ.
<scripture passage="Ezek 10:14" parsed="|Ezek|10|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.14" />
<sup>14</sup>Και εκαστον ειχε τεσσαρα προσωπα· το προσωπον του ενος προσωπον χερουβ, και το προσωπον του δευτερου προσωπον ανθρωπου, και του τριτου προσωπον λεοντος, και του τεταρτου προσωπον αετου.
<scripture passage="Ezek 10:15" parsed="|Ezek|10|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.15" />
<sup>15</sup>Και τα χερουβειμ υψωθησαν τουτο ειναι το ζωον, το οποιον ειδον παρα τον ποταμον Χεβαρ.
<scripture passage="Ezek 10:16" parsed="|Ezek|10|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.16" />
<sup>16</sup>Και οτε τα χερουβειμ επορευοντο, επορευοντο οι τροχοι πλησιον αυτων και οτε τα χερουβειμ υψονον τας πτερυγας αυτων δια να ανυψωθωσιν απο της γης, και αυτοι οι τροχοι δεν εξεκλινον απο πλησιον αυτων.
<scripture passage="Ezek 10:17" parsed="|Ezek|10|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.17" />
<sup>17</sup>Οτε δε ισταντο, και εκεινοι ισταντο· και οτε ανυψουντο, και εκεινοι ανυψουντο μετ' αυτων διοτι το πνευμα των ζωων ητο εν αυτοις.
<scripture passage="Ezek 10:18" parsed="|Ezek|10|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.18" />
<sup>18</sup>Και η δοξα του Κυριου εξηλθεν απο του κατωφλιου του οικου και εσταθη επι των χερουβειμ.
<scripture passage="Ezek 10:19" parsed="|Ezek|10|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.19" />
<sup>19</sup>Και τα χερουβειμ υψωσαν τας πτερυγας αυτων και ανυψωθησαν απο της γης ενωπιον μου οτε εξηλθον, ησαν και οι τροχοι πλησιον αυτων· και εσταθησαν εν τη θυρα της ανατολικης πυλης του οικου του Κυριου· και η δοξα του Θεου του Ισραηλ ητο επ' αυτων υπερανωθεν.
<scripture passage="Ezek 10:20" parsed="|Ezek|10|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.20" />
<sup>20</sup>Τουτο ειναι το ζωον, το οποιον ειδον υποκατω του Θεου του Ισραηλ παρα τον ποταμον Χεβαρ· και εγνωρισα οτι ησαν χερουβειμ.
<scripture passage="Ezek 10:21" parsed="|Ezek|10|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.21" />
<sup>21</sup>Εκαστον ειχεν ανα τεσσαρα προσωπα και εκαστον τεσσαρας πτερυγας και ομοιωμα χειρων ανθρωπου υπο τας πτερυγας αυτων.
<scripture passage="Ezek 10:22" parsed="|Ezek|10|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.10.22" />
<sup>22</sup>Τα δε προσωπα αυτων ησαν κατα το ομοιωμα, τα αυτα προσωπα, τα οποια ειδον παρα τον ποταμον Χεβαρ, η θεα αυτων και αυτα· επορευοντο δε εκαστον κατεναντι του προσωπου αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 11" progress="68.10%" prev="Ezek.10" next="Ezek.12" id="Ezek.11">
<h3 id="Ezek.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.11-p1">
<scripture passage="Ezek 11:1" parsed="|Ezek|11|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.1" />
<sup>1</sup>Και με ανελαβε το πνευμα και με εφερεν εις την ανατολικην πυλην του οικου του Κυριου, την βλεπουσαν προς ανατολας· και ιδου, εν τη θυρα της πυλης εικοσιπεντε ανδρες, και μεταξυ αυτων ειδον τον Ιααζανιαν υιον του Αζωρ και τον Φελατιαν υιον του Βεναια, αρχοντας του λαου.
<scripture passage="Ezek 11:2" parsed="|Ezek|11|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Υιε ανθρωπου, ουτοι ειναι οι ανδρες οι διαλογιζομενοι αδικιαν και συμβουλευοντες κακην συμβουλην εις την πολιν ταυτην,
<scripture passage="Ezek 11:3" parsed="|Ezek|11|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.3" />
<sup>3</sup>οι λεγοντες, Δεν ειναι πλησιον· ας κτισωμεν οικιας· αυτη η πολις ειναι ο λεβης και ημεις το κρεας.
<scripture passage="Ezek 11:4" parsed="|Ezek|11|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο προφητευσον εναντιον αυτων, προφητευσον, υιε ανθρωπου.
<scripture passage="Ezek 11:5" parsed="|Ezek|11|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.5" />
<sup>5</sup>Και πνευμα Κυριου επεσεν επ' εμε και μοι ειπε, Λαλησον Ουτω λεγει Κυριος· κατα τουτον τον τροπον ελαλησατε, οικος Ισραηλ διοτι τα διαβουλια του πνευματος σας, εγω εξευρω αυτα.
<scripture passage="Ezek 11:6" parsed="|Ezek|11|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.6" />
<sup>6</sup>Επληθυνατε τους πεφονευμενους σας εν τη πολει ταυτη, και εγεμισατε τας οδους αυτης απο πεφονευμενων.
<scripture passage="Ezek 11:7" parsed="|Ezek|11|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.7" />
<sup>7</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος ο Θεος οι πεφονευμενοι σας, τους οποιους εθεσατε εν μεσω αυτης, ουτοι ειναι το κρεας και αυτη η πολις ο λεβης· σας ομως θελω εκβαλει εκ μεσου αυτης.
<scripture passage="Ezek 11:8" parsed="|Ezek|11|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.8" />
<sup>8</sup>Την μαχαιραν εφοβηθητε· και μαχαιραν θελω φερει εφ' υμας, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 11:9" parsed="|Ezek|11|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.9" />
<sup>9</sup>Και θελω σας εκβαλει εκ μεσου αυτης και θελω σας παραδωσει εις χειρας αλλοφυλων· και θελω εκτελεσει εφ' υμας κρισεις.
<scripture passage="Ezek 11:10" parsed="|Ezek|11|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.10" />
<sup>10</sup>Υπο ρομφαιας θελετε πεσει· εν τοις οριοις του Ισραηλ θελω σας κρινει· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 11:11" parsed="|Ezek|11|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.11" />
<sup>11</sup>Η πολις αυτη δεν θελει εισθαι εις εσας ο λεβης ουδε σεις θελετε εισθαι εν μεσω αυτης το κρεας εν τοις οριοις του Ισραηλ θελω σας κρινει
<scripture passage="Ezek 11:12" parsed="|Ezek|11|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.12" />
<sup>12</sup>και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος· διοτι δεν περιεπατησατε εν τοις διαταγμασι μου ουδε εξετελεσατε τας κρισεις μου, αλλ' επραξατε κατα τας κρισεις των εθνων των κυκλω υμων.
<scripture passage="Ezek 11:13" parsed="|Ezek|11|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.13" />
<sup>13</sup>Ενω δ' εγω προεφητευον, απεθανεν ο Φελατιας ο υιος του Βεναια. Τοτε επεσον επι προσωπον μου και ανεβοησα μετα φωνης μεγαλης και ειπα, Οιμοι, Κυριε Θεε συντελειαν θελεις να καμης συ του υπολοιπου του Ισραηλ;
<scripture passage="Ezek 11:14" parsed="|Ezek|11|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.14" />
<sup>14</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 11:15" parsed="|Ezek|11|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.15" />
<sup>15</sup>Υιε ανθρωπου, οι αδελφοι σου, οι αδελφοι σου, οι ανδρες της συγγενειας σου, και συμπας ο οικος Ισραηλ, ειναι εκεινοι προς τους οποιους ειπον οι κατοικουντες την Ιερουσαλημ, Απομακρυνθητε απο του Κυριου εις ημας εδοθη αυτη η γη δια κληρονομιαν.
<scripture passage="Ezek 11:16" parsed="|Ezek|11|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Αν και απερριψα αυτους μακραν μεταξυ των εθνων, αν και διεσκορπισα αυτους εις τους τοπους, θελω εισθαι ομως εις αυτους ως μικρον αγιαστηριον, εν τοις τοποις οπου υπαγωσι.
<scripture passage="Ezek 11:17" parsed="|Ezek|11|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και θελω σας συναθροισει απο των λαων και θελω σας συναξει εκ των τοπων οπου ησθε διεσκορπισμενοι και θελω σας δωσει την γην Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 11:18" parsed="|Ezek|11|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.18" />
<sup>18</sup>Και ελθοντες εκει θελουσι σηκωσει απ' αυτης παντα τα βδελυγματα αυτης και παντα τα μιαρα αυτης.
<scripture passage="Ezek 11:19" parsed="|Ezek|11|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.19" />
<sup>19</sup>Και θελω δωσει εις αυτους καρδιαν μιαν και πνευμα νεον θελω βαλει εν υμιν· και αποσπασας την λιθινην καρδιαν απο της σαρκος αυτων θελω δωσει εις αυτους καρδιαν σαρκινην,
<scripture passage="Ezek 11:20" parsed="|Ezek|11|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.20" />
<sup>20</sup>δια να περιπατωσιν εν τοις διαταγμασι μου και να φυλαττωσι τας κρισεις μου και να εκτελωσιν αυτας· και θελουσιν εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος αυτων.
<scripture passage="Ezek 11:21" parsed="|Ezek|11|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.21" />
<sup>21</sup>Εκεινων δε των οποιων η καρδια περιπατει κατα την επιθυμιαν των βδελυγματων αυτων και των μιαρων αυτων, τας οδους τουτων θελω ανταποδωσει κατα της κεφαλης αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 11:22" parsed="|Ezek|11|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.22" />
<sup>22</sup>Τοτε τα χερουβειμ υψωσαν τας πτερυγας αυτων και οι τροχοι ανεβαινον πλησιον αυτων· και η δοξα του Θεου του Ισραηλ ητο επ' αυτων υπερανωθεν.
<scripture passage="Ezek 11:23" parsed="|Ezek|11|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.23" />
<sup>23</sup>Και η δοξα του Κυριου ανεβη εκ μεσου της πολεως και εσταθη επι το ορος το προς ανατολας της πολεως.
<scripture passage="Ezek 11:24" parsed="|Ezek|11|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.24" />
<sup>24</sup>Και με ανελαβε το πνευμα και δι' οραματος με εφερεν εν πνευματι Θεου εις την γην των Χαλδαιων, προς τους αιχμαλωτους. Τοτε το οραμα, το οποιον ειδον, απηλθεν απ' εμου.
<scripture passage="Ezek 11:25" parsed="|Ezek|11|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.11.25" />
<sup>25</sup>Και ελαλησα προς τους αιχμαλωτους παντα τα πραγματα οσα εδειξεν ο Κυριος εις εμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 12" progress="68.19%" prev="Ezek.11" next="Ezek.13" id="Ezek.12">
<h3 id="Ezek.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.12-p1">
<scripture passage="Ezek 12:1" parsed="|Ezek|12|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 12:2" parsed="|Ezek|12|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, συ κατοικεις εν μεσω οικου αποστατου, οιτινες οφθαλμους εχουσι δια να βλεπωσι, και δεν βλεπουσιν· ωτα εχουσι δια να ακουωσι, και δεν ακουουσι· διοτι ειναι οικος αποστατης.
<scripture passage="Ezek 12:3" parsed="|Ezek|12|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο, συ, υιε ανθρωπου, ετοιμασον εις σεαυτον αποσκευην μετοικισμου, και μετοικισθητι την ημεραν ενωπιον αυτων· και θελεις μετοικισθη απο του τοπου σου εις αλλον τοπον ενωπιον αυτων· ισως προσεξωσιν, αν και ηναι οικος αποστατης.
<scripture passage="Ezek 12:4" parsed="|Ezek|12|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.4" />
<sup>4</sup>Και θελεις εκφερει την αποσκευην σου την ημεραν ενωπιον αυτων, ως αποσκευην μετοικισμου· και συ θελεις εξελθει το εσπερας ενωπιον αυτων, ως οι εξερχομενοι εις μετοικισμον.
<scripture passage="Ezek 12:5" parsed="|Ezek|12|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.5" />
<sup>5</sup>Ενωπιον αυτων καμε διορυγμα εν τω τοιχω και εκφερε δι' αυτου.
<scripture passage="Ezek 12:6" parsed="|Ezek|12|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.6" />
<sup>6</sup>Ενωπιον αυτων θελεις σηκωσει αυτην επ' ωμων, και θελεις εκφερει, ενω σκοταζει· θελεις σκεπασει το προσωπον σου και δεν θελεις ιδει την γην· διοτι σε εδωκα σημειον εις τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 12:7" parsed="|Ezek|12|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.7" />
<sup>7</sup>Και εκαμον ως προσεταχθην· εφερα εξω την αποσκευην μου την ημεραν ως αποσκευην μετοικισμου, και το εσπερας εκαμον εις εμαυτον διορυγμα εν τω τοιχω δια της χειρος· εξεφερα αυτην ενω εσκοταζεν, ενωπιον αυτων εσηκωσα αυτην επ' ωμων.
<scripture passage="Ezek 12:8" parsed="|Ezek|12|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.8" />
<sup>8</sup>Και το πρωι εγεινε λογος Κυριου προς εμε λεγων,
<scripture passage="Ezek 12:9" parsed="|Ezek|12|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.9" />
<sup>9</sup>Υιε ανθρωπου, ο οικος Ισραηλ, ο οικος ο αποστατης, δεν ειπε προς σε, Συ τι καμνεις;
<scripture passage="Ezek 12:10" parsed="|Ezek|12|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.10" />
<sup>10</sup>ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Το φορτιον τουτο αποβλεπει τον αρχοντα τον εν Ιερουσαλημ και απαντα τον οικον Ισραηλ, οιτινες ειναι μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Ezek 12:11" parsed="|Ezek|12|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.11" />
<sup>11</sup>Ειπε, Εγω ειμαι το σημειον σας· καθως εγω εκαμον, ουτω θελει γεινει εις αυτους· εις μετοικεσιαν και εις αιχμαλωσιαν θελουσιν υπαγει.
<scripture passage="Ezek 12:12" parsed="|Ezek|12|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.12" />
<sup>12</sup>Και ο αρχων ο μεταξυ αυτων θελει φορτωθη επ' ωμων, ενω σκοταζει, και θελει εκφερει· θελουσι διορυξει τον τοιχον δια να εκφερωσι δι' αυτου· θελει σκεπασει το προσωπον αυτου, δια να μη ιδη την γην με τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="Ezek 12:13" parsed="|Ezek|12|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.13" />
<sup>13</sup>Θελω ομως εξαπλωσει το δικτυον μου επ' αυτον, και θελει πιασθη εις τα βροχια μου· και θελω φερει αυτον εις την Βαβυλωνα, την γην των Χαλδαιων· αλλα δεν θελει ιδει αυτην και εκει θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 12:14" parsed="|Ezek|12|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.14" />
<sup>14</sup>Και θελω διασπειρει εις παντα ανεμον παντας τους περι αυτον δια να βοηθωσιν αυτον και πασας τας δυναμεις αυτου· και θελω γυμνωσει μαχαιραν οπισθεν αυτων.
<scripture passage="Ezek 12:15" parsed="|Ezek|12|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.15" />
<sup>15</sup>Και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν διασκορπισω αυτους μεταξυ των εθνων και διασπειρω αυτους εις τους τοπους.
<scripture passage="Ezek 12:16" parsed="|Ezek|12|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.16" />
<sup>16</sup>Θελω ομως αφησει ολιγους τινας εξ αυτων απο της ρομφαιας, απο της πεινης και απο του λοιμου, δια να διηγωνται παντα τα βδελυγματα αυτων μεταξυ των εθνων, οπου υπαγωσι· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 12:17" parsed="|Ezek|12|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.17" />
<sup>17</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 12:18" parsed="|Ezek|12|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.18" />
<sup>18</sup>Υιε ανθρωπου, φαγε τον αρτον σου μετα τρομου και πιε το υδωρ σου μετα φρικης και αγωνιας.
<scripture passage="Ezek 12:19" parsed="|Ezek|12|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς τον λαον της γης, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος περι των κατοικων της Ιερουσαλημ και περι της γης του Ισραηλ. Θελουσι φαγει τον αρτον αυτων μετα αγωνιας και θελουσι πιει το υδωρ αυτων μετα εκστασεως· διοτι η γη αυτης θελει ερημωθη απο του πληρωματος αυτης, δια την ανομιαν παντων των κατοικουντων εν αυτη·
<scripture passage="Ezek 12:20" parsed="|Ezek|12|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.20" />
<sup>20</sup>και αι πολεις αι κατοικουμεναι θελουσιν ερημωθη και η γη θελει αφανισθη, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 12:21" parsed="|Ezek|12|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.21" />
<sup>21</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 12:22" parsed="|Ezek|12|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.22" />
<sup>22</sup>Υιε ανθρωπου, τις αυτη η παροιμια, την οποιαν εχετε εν γη Ισραηλ, λεγοντες, Αι ημεραι μακρυνονται και πασα ορασις εχαθη;
<scripture passage="Ezek 12:23" parsed="|Ezek|12|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.23" />
<sup>23</sup>Ειπε δια τουτο προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Θελω καμει την παροιμιαν ταυτην να παυση, και πλεον δεν θελουσι παροιμιαζεσθαι αυτην εν τω Ισραηλ· αλλ' ειπε προς αυτους, Πλησιαζουσιν αι ημεραι και η εκπληρωσις πασης ορασεως·
<scripture passage="Ezek 12:24" parsed="|Ezek|12|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.24" />
<sup>24</sup>διοτι δεν θελει εισθαι πλεον ουδεμια ορασις ψευδης ουδε μαντευμα κολακευτικον εν μεσω του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 12:25" parsed="|Ezek|12|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.25" />
<sup>25</sup>Διοτι εγω ειμαι ο Κυριος· εγω θελω λαλησει και ο λογος τον οποιον θελω λαλησει θελει εκτελεσθη· δεν θελει πλεον μακρυνθη· διοτι εν ταις ημεραις υμων, οικος αποστατης, θελω λαλησει λογον και εκτελεσει αυτον, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 12:26" parsed="|Ezek|12|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.26" />
<sup>26</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 12:27" parsed="|Ezek|12|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.27" />
<sup>27</sup>Υιε ανθρωπου, ιδου, ο οικος Ισραηλ λεγουσιν, Η ορασις, την οποιαν ουτος βλεπει, εκτεινεται εις ημερας πολλας και προφητευει περι χρονων μακρων.
<scripture passage="Ezek 12:28" parsed="|Ezek|12|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.12.28" />
<sup>28</sup>Δια τουτο ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουδεις των λογων μου θελει πλεον μακρυνθη αλλ' ο λογος τον οποιον ελαλησα θελει εκτελεσθη, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 13" progress="68.28%" prev="Ezek.12" next="Ezek.14" id="Ezek.13">
<h3 id="Ezek.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.13-p1">
<scripture passage="Ezek 13:1" parsed="|Ezek|13|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 13:2" parsed="|Ezek|13|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, προφητευσον επι τους προφητας του Ισραηλ τους προφητευοντας και ειπε προς τους προφητευοντας εξ ιδιας αυτων καρδιας, Ακουσατε τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="Ezek 13:3" parsed="|Ezek|13|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουαι εις τους προφητας τους μωρους, τους περιπατουντας οπισω του πνευματος αυτων, και δεν ειδον ουδεμιαν ορασιν.
<scripture passage="Ezek 13:4" parsed="|Ezek|13|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.4" />
<sup>4</sup>Ισραηλ, οι προφηται σου ειναι ως αι αλωπεκες εν ταις ερημοις.
<scripture passage="Ezek 13:5" parsed="|Ezek|13|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.5" />
<sup>5</sup>Δεν ανεβητε εις τας χαλαστρας ουδε ανεγειρατε τα περιφραγματα υπερ του οικου Ισραηλ, δια να σταθη εν τη μαχη την ημεραν του Κυριου.
<scripture passage="Ezek 13:6" parsed="|Ezek|13|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.6" />
<sup>6</sup>Ειδον ματαιοτητας και μαντειας ψευδεις, αιτινες λεγουσιν, Ο Κυριος λεγει· και ο Κυριος δεν απεστειλεν αυτους· και εκαμον τους ανθρωπους να ελπιζωσιν οτι ο λογος αυτων ηθελε πληρωθη.
<scripture passage="Ezek 13:7" parsed="|Ezek|13|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.7" />
<sup>7</sup>Δεν ειδετε ορασεις ματαιας και ελαλησατε μαντειας ψευδεις και λεγετε, Ο Κυριος ειπεν, ενω εγω δεν ελαλησα;
<scripture passage="Ezek 13:8" parsed="|Ezek|13|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.8" />
<sup>8</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ελαλησατε ματαιοτητας και ειδετε ψευδη, δια τουτο, ιδου, εγω ειμαι εναντιον σας, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 13:9" parsed="|Ezek|13|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.9" />
<sup>9</sup>Και η χειρ μου θελει εισθαι επι τους προφητας τους βλεποντας ματαιοτητας και μαντευοντας ψευδη· δεν θελουσιν εισθαι εν τη βουλη του λαου μου και εν τη καταγραφη του οικου του Ισραηλ δεν θελουσι καταγραφη ουδε θελουσιν εισελθει εις γην Ισραηλ, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 13:10" parsed="|Ezek|13|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.10" />
<sup>10</sup>Επειδη, ναι, επειδη επλανησαν τον λαον μου, λεγοντες, Ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη· και ο εις εκτιζε τοιχον και ιδου, οι αλλοι περιηλειφον αυτον με πηλον αμαλακτον·
<scripture passage="Ezek 13:11" parsed="|Ezek|13|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.11" />
<sup>11</sup>ειπε προς τους αλειφοντας με πηλον αμαλακτον, οτι θελει πεσει· θελει γεινει βροχη κατακλυζουσα· και σεις, λιθοι χαλαζης, θελετε πεσει κατ' αυτου και ανεμος θυελλωδης θελει σχισει αυτον.
<scripture passage="Ezek 13:12" parsed="|Ezek|13|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.12" />
<sup>12</sup>Ιδου, οταν ο τοιχος πεση, δεν θελουσιν ειπει προς εσας, Που ειναι αλοιφη, με την οποιαν ηλειψατε αυτον;
<scripture passage="Ezek 13:13" parsed="|Ezek|13|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· θελω εξαπαντος σχισει αυτον εν τη οργη μου δι' ανεμου θυελλωδους· και εν τω θυμω μου θελει γεινει βροχη κατακλυζουσα και εν τη οργη μου λιθοι φοβερας χαλαζης, δια να καταστρεψωσιν αυτον.
<scripture passage="Ezek 13:14" parsed="|Ezek|13|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.14" />
<sup>14</sup>Και θελω ανατρεψει τον τοιχον, τον οποιον ηλειψατε με πηλον αμαλακτον και θελω κατεδαφισει αυτον, και θελουσιν ανακαλυφθη τα θεμελια αυτου, και θελει πεσει και σεις θελετε συναπολεσθη εν μεσω αυτου, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 13:15" parsed="|Ezek|13|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.15" />
<sup>15</sup>Και θελω συντελεσει τον θυμον μου επι τον τοιχον και επι τους αλειψαντας αυτον με πηλον αμαλακτον, και θελω ειπει προς εσας, Ο τοιχος δεν υπαρχει ουδε οι αλειψαντες αυτον,
<scripture passage="Ezek 13:16" parsed="|Ezek|13|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.16" />
<sup>16</sup>οι προφηται του Ισραηλ, οι προφητευοντες περι της Ιερουσαλημ και βλεποντες οραματα ειρηνης περι αυτης, και δεν υπαρχει ειρηνη, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 13:17" parsed="|Ezek|13|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.17" />
<sup>17</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι τας θυγατερας του λαου σου, τας προφητευουσας εξ ιδιας αυτων καρδιας· και προφητευσον κατ' αυτων,
<scripture passage="Ezek 13:18" parsed="|Ezek|13|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.18" />
<sup>18</sup>και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουαι εις εκεινας, αιτινες συρραπτουσι προσκεφαλαια δια παντα αγκωνα χειρος και καμνουσι καλυπτρας επι την κεφαλην πασης ηλικιας, δια να δελεαζωσι ψυχας. Τας ψυχας του λαου μου δελεαζετε και θελετε σωσει τας εαυτων ψυχας;
<scripture passage="Ezek 13:19" parsed="|Ezek|13|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.19" />
<sup>19</sup>Και θελετε με βεβηλονει μεταξυ του λαου μου δια μιαν δρακα κριθης και δια κομματια αρτου, ωστε να θανατονητε ψυχας αιτινες δεν επρεπε να αποθανωσι, και να σωζητε ψυχας αιτινες δεν επρεπε να ζωσι, ψευδομεναι προς τον λαον μου, τον ακουοντα ψευδη;
<scripture passage="Ezek 13:20" parsed="|Ezek|13|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.20" />
<sup>20</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον εις τα προσκεφαλαια σας, με τα οποια δελεαζετε τας ψυχας, δια να πετωσι προς εσας, και θελω διαρρηξει αυτα απο των βραχιονων σας, και θελω αφησει τας ψυχας να φυγωσι, τας ψυχας τας οποιας σεις δελεαζετε δια να πετωσι προς εσας.
<scripture passage="Ezek 13:21" parsed="|Ezek|13|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.21" />
<sup>21</sup>Και θελω διαρρηξει τας καλυπτρας σας και ελευθερωσει τον λαον μου εκ της χειρος σας, και δεν θελουσιν εισθαι πλεον εις την χειρα σας δια να δελεαζωνται· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 13:22" parsed="|Ezek|13|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.22" />
<sup>22</sup>Διοτι με τα ψευδη εθλιψατε την καρδιαν του δικαιου, τον οποιον εγω δεν ελυπησα· και ενισχυσατε τας χειρας του κακουργου, ωστε να μη επιστρεψη απο της οδου αυτου της πονηρας, δια να σωσω την ζωην αυτου.
<scripture passage="Ezek 13:23" parsed="|Ezek|13|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.13.23" />
<sup>23</sup>Δια τουτο δεν θελετε ιδει πλεον ματαιοτητα και δεν θελετε μαντευσει μαντειας· και θελω ελευθερωσει τον λαον μου εκ της χειρος σας· και θελετε γνωρισει ετι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 14" progress="68.38%" prev="Ezek.13" next="Ezek.15" id="Ezek.14">
<h3 id="Ezek.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.14-p1">
<scripture passage="Ezek 14:1" parsed="|Ezek|14|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθον προς εμε τινες εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ και εκαθησαν εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Ezek 14:2" parsed="|Ezek|14|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.2" />
<sup>2</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 14:3" parsed="|Ezek|14|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.3" />
<sup>3</sup>Υιε ανθρωπου, οι ανδρες ουτοι ανεβιβασαν τα ειδωλα αυτων εις τας καρδιας αυτων και εθεσαν το προσκομμα της ανομιας αυτων εμπροσθεν του προσωπου αυτων· ηθελον εκζητηθη τωοντι παρ' αυτων;
<scripture passage="Ezek 14:4" parsed="|Ezek|14|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο λαλησον προς αυτους και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· εις παντα ανθρωπον εκ του οικου Ισραηλ, οστις αναβιβαση τα ειδωλα αυτου εις την καρδιαν αυτου και θεση το προσκομμα της ανομιας αυτου εμπροσθεν του προσωπου αυτου και ελθη προς τον προφητην, εγω ο Κυριος θελω αποκριθη προς αυτον ερχομενον, κατα το πληθος των ειδωλων αυτου·
<scripture passage="Ezek 14:5" parsed="|Ezek|14|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.5" />
<sup>5</sup>δια να πιασω τον οικον Ισραηλ απο της καρδιας αυτων, επειδη παντες απηλλοτριωθησαν απ' εμου δια των ειδωλων αυτων.
<scripture passage="Ezek 14:6" parsed="|Ezek|14|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο ειπε προς τον οικον Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Μετανοησατε και επιστρεψατε απο των ειδωλων σας και αποστρεψατε τα προσωπα σας απο παντων των βδελυγματων σας.
<scripture passage="Ezek 14:7" parsed="|Ezek|14|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εις παντα ανθρωπον εκ του οικου Ισραηλ και εκ των ξενων των παροικουντων εν τω Ισραηλ, οστις απαλλοτριωθη απ' εμου και αναβιβαση τα ειδωλα αυτου εις την καρδιαν αυτου και θεση το προσκομμα της ανομιας αυτου εμπροσθεν του προσωπου αυτου και ελθη προς τον προφητην δια να ερωτηση αυτον περι εμου, εγω ο Κυριος θελω αποκριθη προς αυτον περι εμου·
<scripture passage="Ezek 14:8" parsed="|Ezek|14|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.8" />
<sup>8</sup>και θελω στησει το προσωπον μου εναντιον του ανθρωπου εκεινου και θελω καμει αυτον σημειον και παροιμιαν και θελω εκκοψει αυτον εκ μεσου του λαου μου· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 14:9" parsed="|Ezek|14|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.9" />
<sup>9</sup>Και εαν ο προφητης πλανηθη και λαληση λογον, εγω ο Κυριος επλανησα τον προφητην εκεινον· και θελω εκτεινει την χειρα μου επ' αυτον και εξολοθρευσει αυτον εκ μεσου του λαου μου Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 14:10" parsed="|Ezek|14|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.10" />
<sup>10</sup>Και θελουσι λαβει την ποινην της ανομιας αυτων· η ποινη του προφητου θελει εισθαι ως η ποινη του ερωτωντος·
<scripture passage="Ezek 14:11" parsed="|Ezek|14|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.11" />
<sup>11</sup>δια να μη αποπλαναται πλεον ο οικος Ισραηλ απ' εμου, και να μη μιαινωνται πλεον με πασας τας παραβασεις αυτων, αλλα να ηναι λαος μου και εγω να ημαι Θεος αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 14:12" parsed="|Ezek|14|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.12" />
<sup>12</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 14:13" parsed="|Ezek|14|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.13" />
<sup>13</sup>Υιε ανθρωπου, οταν γη τις αμαρτηση εις εμε με παραβασιν βαρειαν, τοτε θελω εκτεινει την χειρα μου επ' αυτην και συντριψει το υποστηριγμα του αρτου αυτης, και θελω εξαποστειλει την πειναν εναντιον αυτης και εκκοψει ανθρωπον και κτηνος απ' αυτης·
<scripture passage="Ezek 14:14" parsed="|Ezek|14|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.14" />
<sup>14</sup>και εαν οι τρεις ουτοι ανδρες, Νωε, Δανιηλ και Ιωβ, ησαν εν μεσω αυτης, μονοι ουτοι ηθελον σωσει τας ψυχας αυτων δια την δικαιοσυνην αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 14:15" parsed="|Ezek|14|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.15" />
<sup>15</sup>Και εαν ηθελον επιφερει κατα της γης θηρια κακα και εφθειρον αυτην, ωστε να αφανισθη, ωστε να μη δυναται τις να περαση δι' αυτης εξ αιτιας των θηριων,
<scripture passage="Ezek 14:16" parsed="|Ezek|14|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.16" />
<sup>16</sup>και οι τρεις ουτοι ανδρες ευρισκοντο εν μεσω αυτης, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν ηθελον σωσει ουτε υιους ουτε θυγατερας· μονοι ουτοι ηθελον σωθη, η δε γη ηθελεν αφανισθη.
<scripture passage="Ezek 14:17" parsed="|Ezek|14|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.17" />
<sup>17</sup>Η και εαν ηθελον επιφερει ρομφαιαν επι την γην εκεινην και ειπει, Ρομφαια, διελθε δια της γης, ωστε να εκκοψω απ' αυτης ανθρωπον και κτηνος,
<scripture passage="Ezek 14:18" parsed="|Ezek|14|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.18" />
<sup>18</sup>και οι τρεις ουτοι ανδρες ευρισκοντο εν μεσω αυτης, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν ηθελον σωσει υιους και θυγατερας αλλ' αυτοι μονοι ηθελον σωθη.
<scripture passage="Ezek 14:19" parsed="|Ezek|14|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.19" />
<sup>19</sup>Η εαν ηθελον επιφερει θανατικον επι την γην εκεινην και εκχεει την οργην μου επ' αυτην με αιμα, ωστε να εκκοψω απ' αυτης ανθρωπον και κτηνος,
<scripture passage="Ezek 14:20" parsed="|Ezek|14|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.20" />
<sup>20</sup>και ευρισκοντο εν μεσω αυτης Νωε, Δανιηλ και Ιωβ, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν ηθελον σωσει ουτε υιον ουτε θυγατερα· ουτοι μονοι ηθελον σωσει τας ψυχας αυτων δια την δικαιοσυνην αυτων.
<scripture passage="Ezek 14:21" parsed="|Ezek|14|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ποσω μαλλον λοιπον, οταν εξαποστειλω τας τεσσαρας δεινας κρισεις μου επι της Ιερουσαλημ, την ρομφαιαν και την πειναν και τα κακα θηρια και το θανατικον, ωστε να εκκοψω απ' αυτης ανθρωπον και κτηνος;
<scripture passage="Ezek 14:22" parsed="|Ezek|14|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.22" />
<sup>22</sup>Πλην ιδου, θελουσι μενει εν αυτη λειψανα τινα, διασεσωσμενοι τινες, υιοι και θυγατερες· ιδου, ουτοι θελουσιν εξελθει προς εσας και θελετε ιδει τας οδους αυτων και τας πραξεις αυτων· και θελετε παρηγορηθη δια τα κακα, τα οποια επεφερα επι την Ιερουσαλημ, δια παντα οσα επεφερα επ' αυτην.
<scripture passage="Ezek 14:23" parsed="|Ezek|14|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.14.23" />
<sup>23</sup>Και ουτοι θελουσι σας παρηγορησει, οταν ιδητε τας οδους αυτων και τας πραξεις αυτων· και θελετε γνωρισει οτι εγω δεν εκαμον χωρις αιτιας παντα οσα εκαμον εν αυτη, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 15" progress="68.48%" prev="Ezek.14" next="Ezek.16" id="Ezek.15">
<h3 id="Ezek.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.15-p1">
<scripture passage="Ezek 15:1" parsed="|Ezek|15|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 15:2" parsed="|Ezek|15|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, τι ηθελεν εισθαι το ξυλον της αμπελου προς παν αλλο ξυλον, τα κληματα προς παν ο, τι ειναι εν τοις ξυλοις του δρυμου;
<scripture passage="Ezek 15:3" parsed="|Ezek|15|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.3" />
<sup>3</sup>Ηθελον λαβει απ' αυτης ξυλον δια να μεταχειρισθωσιν εις εργασιαν; η ηθελον λαβει απ' αυτης πασσαλον, δια να κρεμασωσιν εις αυτον σκευος τι;
<scripture passage="Ezek 15:4" parsed="|Ezek|15|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, ριπτεται εις το πυρ δια να καταναλωθη· το πυρ κατατρωγει και τα δυο ακρα αυτου και το μεσον αυτου κατακαιεται. θελει εισθαι χρησιμον εις εργασιαν;
<scripture passage="Ezek 15:5" parsed="|Ezek|15|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, οτε ητο ακεραιον, δεν εχρησιμευεν εις εργασιαν· ποσον ολιγωτερον θελει εισθαι χρησιμον εις εργασιαν, αφου το πυρ κατεφαγεν αυτο και εκαη;
<scripture passage="Ezek 15:6" parsed="|Ezek|15|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Καθως ειναι το ξυλον της αμπελου εν τοις ξυλοις του δρυμου, το οποιον παρεδωκα εις το πυρ δια να καταναλωθη, ουτω θελω παραδωσει τους κατοικουντας την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Ezek 15:7" parsed="|Ezek|15|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.7" />
<sup>7</sup>Και θελω στησει το προσωπον μου εναντιον αυτων· εκ του πυρος θελουσιν εξελθει και το πυρ θελει καταφαγει αυτους· και οταν στησω το προσωπον μου εναντιον αυτων, θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 15:8" parsed="|Ezek|15|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.15.8" />
<sup>8</sup>Και θελω παραδωσει την γην εις αφανισμον, διοτι εγειναν παραβαται, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 16" progress="68.50%" prev="Ezek.15" next="Ezek.17" id="Ezek.16">
<h3 id="Ezek.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.16-p1">
<scripture passage="Ezek 16:1" parsed="|Ezek|16|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 16:2" parsed="|Ezek|16|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, καμε την Ιερουσαλημ να γνωριση τα βδελυγματα αυτης,
<scripture passage="Ezek 16:3" parsed="|Ezek|16|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς την Ιερουσαλημ· Η ριζα σου και η γεννησις σου ειναι εκ της γης των Χαναναιων· ο πατηρ σου Αμορραιος και η μητηρ σου Χετταια.
<scripture passage="Ezek 16:4" parsed="|Ezek|16|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.4" />
<sup>4</sup>Εις δε την γεννησιν σου, καθ' ην ημεραν εγεννηθης, ο ομφαλος σου δεν εκοπη και εν υδατι δεν ελουσθης, δια να καθαρισθης, και με αλας δεν ηλατισθης και εν σπαργανοις δεν εσπαργανωθης.
<scripture passage="Ezek 16:5" parsed="|Ezek|16|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.5" />
<sup>5</sup>Οφθαλμος δεν σε εφεισθη, δια να καμη εις σε τι εκ τουτων, ωστε να σε σπλαγχνισθη· αλλ' ησο απερριμμενη εις το προσωπον της πεδιαδος, εν τη αποστροφη της ψυχης σου, καθ' ην ημεραν εγεννηθης.
<scripture passage="Ezek 16:6" parsed="|Ezek|16|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.6" />
<sup>6</sup>Και οτε διεβην απο πλησιον σου και σε ειδον κυλιομενην εν τω αιματι σου, ειπα προς σε ευρισκομενην εν τω αιματι σου, Ζηθι· ναι, ειπα προς σε ευρισκομενην εν τω αιματι σου, Ζηθι.
<scripture passage="Ezek 16:7" parsed="|Ezek|16|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.7" />
<sup>7</sup>Και σε εκαμον μυριοπλασιον, ως την χλοην του αγρου, και ηυξηνθης και εμεγαλυνθης και εφθασας εις το ακρον της ωραιοτητος· οι μαστοι σου εμορφωθησαν και αι τριχες σου ανεφυησαν· ησο ομως γυμνη και ασκεπαστος.
<scripture passage="Ezek 16:8" parsed="|Ezek|16|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.8" />
<sup>8</sup>Και οτε διεβην απο πλησιον σου και σε ειδον, ιδου, η ηλικια σου ητο ηλικια ερωτος· και απλωσας το κρασπεδον μου επι σε, εσκεπασα την ασχημοσυνην σου· και ωμοσα προς σε και εισηλθον εις συνθηκην μετα σου, λεγει Κυριος ο Θεος, και εγεινες εμου.
<scripture passage="Ezek 16:9" parsed="|Ezek|16|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.9" />
<sup>9</sup>Και σε ελουσα εν υδατι και απεπλυνα το αιμα σου απο σου και σε εχρισα εν ελαιω.
<scripture passage="Ezek 16:10" parsed="|Ezek|16|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.10" />
<sup>10</sup>Και σε ενεδυσα κεντητα και σε υπεδησα με σανδαλια υακινθινα και σε περιεζωσα με βυσσον και σε εφορεσα μεταξωτα.
<scripture passage="Ezek 16:11" parsed="|Ezek|16|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.11" />
<sup>11</sup>Και σε εστολισα με στολιδια και περιεθεσα εις τας χειρας σου βραχιολια και περιδεραιον επι τον τραχηλον σου.
<scripture passage="Ezek 16:12" parsed="|Ezek|16|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.12" />
<sup>12</sup>Και εβαλον ερρινα εις τους μυκτηρας σου και ενωτια εις τα ωτα σου και στεφανον δοξης επι την κεφαλην σου.
<scripture passage="Ezek 16:13" parsed="|Ezek|16|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.13" />
<sup>13</sup>Και εστολισθης με χρυσιον και αργυριον, και τα ιματια σου ησαν βυσσινα και μεταξωτα και κεντητα· σεμιδαλιν και μελι και ελαιον ετρωγες· και εγεινες ωραια σφοδρα και ευημερησας μεχρι βασιλειας.
<scripture passage="Ezek 16:14" parsed="|Ezek|16|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.14" />
<sup>14</sup>Και εξηλθεν η φημη σου μεταξυ των εθνων δια το καλλος σου· διοτι ητο τελειον δια του στολισμου μου, τον οποιον εθεσα επι σε, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 16:15" parsed="|Ezek|16|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.15" />
<sup>15</sup>Συ ομως εθαρρευθης εις το καλλος σου, και επορνευθης δια την φημην σου και εξεχεας την πορνειαν σου εις παντα διαβατην, γινομενη αυτου.
<scripture passage="Ezek 16:16" parsed="|Ezek|16|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.16" />
<sup>16</sup>Και ελαβες εκ των ιματιων σου και εστολισας τους υψηλους σου τοπους με ποικιλα χρωματα και εξεπορνευθης απ' αυτων· τοιαυτα δεν εγειναν ουδε θελουσι γεινει.
<scripture passage="Ezek 16:17" parsed="|Ezek|16|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.17" />
<sup>17</sup>Και ελαβες τα σκευη της λαμπροτητος σου, τα εκ του χρυσιου μου και τα εκ του αργυριου μου, τα οποια εδωκα εις σε, και εκαμες εις σεαυτην εικονας αρσενικας και εξεπορνευθης με αυτας·
<scripture passage="Ezek 16:18" parsed="|Ezek|16|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.18" />
<sup>18</sup>και ελαβες τα κεντητα σου ιματια και εσκεπασας αυτας· και εθεσας εμπροσθεν αυτων το ελαιον μου και το θυμιαμα μου.
<scripture passage="Ezek 16:19" parsed="|Ezek|16|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.19" />
<sup>19</sup>Και τον αρτον μου, τον οποιον εδωκα εις σε, την σεμιδαλιν και το ελαιον και το μελι, με τα οποια σε ετρεφον, εθεσας και ταυτα εμπροσθεν αυτων εις οσμην ευωδιας· ουτως εγεινε, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 16:20" parsed="|Ezek|16|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.20" />
<sup>20</sup>Και ελαβες τους υιους σου και τας θυγατερας σου, τας οποιας εγεννησας εις εμε, και ταυτα εθυσιασας εις αυτας, δια να αναλωθωσιν εν τω πυρι· μικρον εργον των πορνευσεων σου ητο τουτο,
<scripture passage="Ezek 16:21" parsed="|Ezek|16|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.21" />
<sup>21</sup>οτι εσφαξας τα τεκνα μου και παρεδωκας αυτα δια να διαβιβασωσιν αυτα δια του πυρος εις τιμην αυτων;
<scripture passage="Ezek 16:22" parsed="|Ezek|16|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.22" />
<sup>22</sup>Και εν πασι τοις βδελυγμασι σου και ταις πορνειαις σου δεν ενεθυμηθης ταις ημερας της νεοτητος σου, οτε ησο γυμνη και ασκεπαστος, κυλιομενη εν τω αιματι σου.
<scripture passage="Ezek 16:23" parsed="|Ezek|16|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.23" />
<sup>23</sup>Και μετα πασας τας κακιας σου, Ουαι, ουαι εις σε, λεγει Κυριος ο Θεος,
<scripture passage="Ezek 16:24" parsed="|Ezek|16|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.24" />
<sup>24</sup>εκτισας και εις σεαυτην οικημα πορνικον και εκαμες εις σεαυτην πορνοστασιον εν παση πλατεια.
<scripture passage="Ezek 16:25" parsed="|Ezek|16|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.25" />
<sup>25</sup>Εις πασαν αρχην οδου ωκοδομησας το πορνοστασιον σου και εκαμες το καλλος σου βδελυκτον και ηνοιξας τους ποδας σου εις παντα διαβατην, και επληθυνας την πορνειαν σου.
<scripture passage="Ezek 16:26" parsed="|Ezek|16|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.26" />
<sup>26</sup>Και εξεπορνευθης με τους Αιγυπτιους τους πλησιοχωρους σου, τους μεγαλοσαρκους· και επολλαπλασιασας την πορνειαν σου, δια να με παροργισης.
<scripture passage="Ezek 16:27" parsed="|Ezek|16|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.27" />
<sup>27</sup>Ιδου λοιπον, εξηπλωσα την χειρα μου επι σε, και αφηρεσα τα νενομισμενα σου, και σε παρεδωκα εις την θελησιν εκεινων αιτινες σε εμισουν, των θυγατερων των Φιλισταιων, αιτινες εντρεπονται δια την οδον σου την αισχραν.
<scripture passage="Ezek 16:28" parsed="|Ezek|16|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.28" />
<sup>28</sup>Και εξεπορνευθης με τους Ασσυριους, διοτι ησο απληστος· ναι, εξεπορνευθης με αυτους και ετι δεν εχορτασθης.
<scripture passage="Ezek 16:29" parsed="|Ezek|16|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.29" />
<sup>29</sup>Και επολλαπλασιασας την πορνειαν σου εν γη Χανααν μεχρι των Χαλδαιων· και ουδε ουτως εχορτασθης.
<scripture passage="Ezek 16:30" parsed="|Ezek|16|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.30" />
<sup>30</sup>Ποσον διεφθαρη η καρδια σου, λεγει Κυριος ο Θεος, επειδη πραττεις παντα ταυτα, εργα της πλεον αναισχυντου πορνης.
<scripture passage="Ezek 16:31" parsed="|Ezek|16|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.31" />
<sup>31</sup>Διοτι εκτισας το πορνικον οικημα σου εν τη αρχη πασης οδου, και εκαμες το πορνοστασιον σου εν παση πλατεια· και δεν εσταθης ως πορνη, καθοτι κατεφρονησας μισθωμα,
<scripture passage="Ezek 16:32" parsed="|Ezek|16|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.32" />
<sup>32</sup>αλλ' ως γυνη μοιχαλις, αντι του ανδρος αυτης δεχομενη ξενους.
<scripture passage="Ezek 16:33" parsed="|Ezek|16|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.33" />
<sup>33</sup>Εις πασας τας πορνας διδουσι μισθωμα· αλλα συ τα μισθωματα σου διδεις εις παντας τους εραστας σου και διαφθειρεις αυτους, δια να εισερχωνται προς σε πανταχοθεν επι τη πορνεια σου.
<scripture passage="Ezek 16:34" parsed="|Ezek|16|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.34" />
<sup>34</sup>Και γινεται εις σε το αναπαλιν των αλλων γυναικων εν ταις πορνειαις σου· διοτι δεν σε ακολουθει ουδεις δια να πραξη πορνειαν· καθοτι συ διδεις μισθωμα και μισθωμα δεν διδεται εις σε, κατα τουτο γινεται εις σε το αναπαλιν.
<scripture passage="Ezek 16:35" parsed="|Ezek|16|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.35" />
<sup>35</sup>Δια τουτο, ακουσον, πορνη, τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Ezek 16:36" parsed="|Ezek|16|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.36" />
<sup>36</sup>ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη εξεχεας τον χαλκον σου, και η γυμνωσις σου εξεσκεπασθη εν ταις πορνειαις σου προς τους εραστας σου και προς παντα τα ειδωλα των βδελυγματων σου, και δια το αιμα των τεκνων σου, τα οποια προσεφερες εις αυτα·
<scripture passage="Ezek 16:37" parsed="|Ezek|16|37|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.37" />
<sup>37</sup>δια τουτο ιδου, εγω συναγω παντας τους εραστας σου, μεθ' ων κατετρυφησας, και παντας οσους ηγαπησας, μετα παντων των μισηθεντων υπο σου· και θελω συναξει αυτους επι σε πανταχοθεν και θελω αποκαλυψει την αισχυνην σου εις αυτους, και θελουσιν ιδει ολην την γυμνωσιν σου.
<scripture passage="Ezek 16:38" parsed="|Ezek|16|38|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.38" />
<sup>38</sup>Και θελω σε κρινει κατα την κρισιν των μοιχαλιδων και εκχεουσων αιμα· και θελω σε παραδωσει εις αιμα μετ' οργης και ζηλοτυπιας.
<scripture passage="Ezek 16:39" parsed="|Ezek|16|39|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.39" />
<sup>39</sup>Και θελω σε παραδωσει εις την χειρα αυτων· και θελουσι κατασκαψει το πορνικον οικημα σου και κατεδαφισει τους υψηλους τοπους σου θελουσιν οτι σε εκδυσει τα ιματια σου και αφαιρεσει τους στολισμους της λαμπροτητος σου και θελουσι σε αφησει γυμνην και ασκεπαστον.
<scripture passage="Ezek 16:40" parsed="|Ezek|16|40|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.40" />
<sup>40</sup>Και θελουσι φερει επι σε οχλους, οιτινες θελουσι σε λιθοβολησει με λιθους και σε διαπερασει με τα ξιφη αυτων.
<scripture passage="Ezek 16:41" parsed="|Ezek|16|41|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.41" />
<sup>41</sup>Και θελουσι κατακαυσει εν πυρι τας οικιας σου, και θελουσιν εκτελεσει επι σε κρισεις ενωπιον πολλων γυναικων· και θελω σε καμει να παυσης απο της πορνειας, και δεν θελεις διδει του λοιπου μισθωμα.
<scripture passage="Ezek 16:42" parsed="|Ezek|16|42|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.42" />
<sup>42</sup>Και θελω αναπαυσει τον θυμον μου επι σε, και η ζηλοτυπια μου θελει σηκωθη απο σου, και θελω ησυχασει και δεν θελω οργισθη πλεον.
<scripture passage="Ezek 16:43" parsed="|Ezek|16|43|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.43" />
<sup>43</sup>Επειδη δεν ενεθυμηθης τας ημερας της νεοτητος σου, αλλα με παρωξυνας εν πασι τουτοις, δια τουτο ιδου, και εγω θελω ανταποδωσει τας οδους σου επι της κεφαλης σου, λεγει Κυριος ο Θεος· και δεν θελεις καμει κατα την ασεβειαν ταυτην επι πασι τοις βδελυγμασι σου.
<scripture passage="Ezek 16:44" parsed="|Ezek|16|44|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.44" />
<sup>44</sup>Ιδου, πας ο παροιμιαζομενος θελει παροιμιασθη κατα σου, λεγων, κατα την μητερα η θυγατηρ αυτης.
<scripture passage="Ezek 16:45" parsed="|Ezek|16|45|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.45" />
<sup>45</sup>Συ εισαι η θυγατηρ της μητρος σου, της αποβαλουσης τον ανδρα αυτης και τα τεκνα αυτης· και εισαι η αδελφη των αδελφων σου, αιτινες απεβαλον τους ανδρας αυτων και τα τεκνα αυτων· η μητηρ σας ητο Χετταια και ο πατηρ σας Αμορραιος.
<scripture passage="Ezek 16:46" parsed="|Ezek|16|46|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.46" />
<sup>46</sup>Και η αδελφη σου η πρεσβυτερα ειναι η Σαμαρεια, αυτη και αι θυγατερες αυτης, αι κατοικουσαι εν τοις αριστεροις σου· η δε νεωτερα αδελφη σου, η κατοικουσα εν τοις δεξιοις σου, τα Σοδομα και αι θυγατερες αυτης.
<scripture passage="Ezek 16:47" parsed="|Ezek|16|47|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.47" />
<sup>47</sup>Συ ομως δεν περιεπατησας κατα τας οδους αυτων και δεν επραξας κατα τα βδελυγματα αυτων· αλλ' ως εαν ητο τουτο πολυ μικρον, υπερεβης αυτων την διαφθοραν εν πασαις ταις οδοις σου.
<scripture passage="Ezek 16:48" parsed="|Ezek|16|48|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.48" />
<sup>48</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, η αδελφη σου Σοδομα δεν επραξεν, αυτη και αι θυγατερες αυτης, ως επραξας συ και αι θυγατερες σου.
<scripture passage="Ezek 16:49" parsed="|Ezek|16|49|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.49" />
<sup>49</sup>Ιδου, αυτη ητο η ανομια της αδελφης σου Σοδομων, υπερηφανια, πλησμονη αρτου και αφθονια τρυφηλοτητος, αυτης και των θυγατερων αυτης· τον πτωχον δε και τον ενδεη δεν εβοηθει
<scripture passage="Ezek 16:50" parsed="|Ezek|16|50|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.50" />
<sup>50</sup>και υψουντο και επραττον βδελυρα ενωπιον μου· οθεν, καθως ειδον ταυτα, ηφανισα αυτας.
<scripture passage="Ezek 16:51" parsed="|Ezek|16|51|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.51" />
<sup>51</sup>Και η Σαμαρεια δεν ημαρτησεν ουδε το ημισυ των αμαρτηματων σου· αλλα συ επληθυνας τα βδελυγματα σου υπερ εκεινας και εδικαιωσας τας αδελφας σου με παντα τα βδελυγματα σου, τα οποια επραξας.
<scripture passage="Ezek 16:52" parsed="|Ezek|16|52|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.52" />
<sup>52</sup>Συ λοιπον, ητις εκρινες τας αδελφας σου, βασταζε την καταισχυνην σου· ενεκα των αμαρτηματων σου, με τα οποια κατεσταθης βδελυρωτερα εκεινων, εκειναι ειναι δικαιοτεραι σου· οθεν αισχυνθητι και συ και βασταζε την καταισχυνην σου, οτι εδικαιωσας τας αδελφας σου.
<scripture passage="Ezek 16:53" parsed="|Ezek|16|53|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.53" />
<sup>53</sup>Οταν φερω οπισω τους αιχμαλωτους αυτων, τους αιχμαλωτους Σοδομων και των θυγατερων αυτης και τους αιχμαλωτους της Σαμαρειας και των θυγατερων αυτης, τοτε θελω επιστρεψει και τους αιχμαλωτους της αιχμαλωσιας σου μεταξυ αυτων·
<scripture passage="Ezek 16:54" parsed="|Ezek|16|54|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.54" />
<sup>54</sup>δια να βασταζης την ατιμιαν σου και να καταισχυνησαι δια παντα οσα επραξας και να ησαι παρηγορια εις αυτας.
<scripture passage="Ezek 16:55" parsed="|Ezek|16|55|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.55" />
<sup>55</sup>Οταν η αδελφη σου Σοδομα και αι θυγατερες αυτης επιστρεψωσιν εις την προτεραν αυτων καταστασιν, και η Σαμαρεια και αι θυγατερες αυτης επιστρεψωσιν εις την προτεραν αυτων καταστασιν, τοτε θελεις επιστρεψει συ και αι θυγατερες σου εις την προτεραν σας καταστασιν.
<scripture passage="Ezek 16:56" parsed="|Ezek|16|56|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.56" />
<sup>56</sup>Διοτι η αδελφη σου Σοδομα δεν ανεφερθη εκ του στοματος σου εν ταις ημεραις της υπερηφανιας σου,
<scripture passage="Ezek 16:57" parsed="|Ezek|16|57|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.57" />
<sup>57</sup>πριν ανακαλυφθη η κακια σου, καθως ανεκαλυφθη εν καιρω του γενομενου εις σε ονειδους υπο των θυγατερων της Συριας και πασων των περιξ αυτης, των θυγατερων των Φιλισταιων, αιτινες σε ελεηλατησαν πανταχοθεν.
<scripture passage="Ezek 16:58" parsed="|Ezek|16|58|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.58" />
<sup>58</sup>Συ εβαστασας την ασεβειαν σου και τα βδελυγματα σου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Ezek 16:59" parsed="|Ezek|16|59|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.59" />
<sup>59</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εγω θελω καμει εις σε καθως εκαμες συ, ητις κατεφρονησας τον ορκον, παραβαινουσα την διαθηκην.
<scripture passage="Ezek 16:60" parsed="|Ezek|16|60|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.60" />
<sup>60</sup>Αλλ' ομως θελω ενθυμηθη την διαθηκην μου την γενομενην προς σε εν ταις ημεραις της νεοτητος σου, και θελω στησει εις σε διαθηκην αιωνιον.
<scripture passage="Ezek 16:61" parsed="|Ezek|16|61|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.61" />
<sup>61</sup>Τοτε θελεις ενθυμηθη τας οδους σου και αισχυνθη, οταν δεχθης τας αδελφας σου, τας πρεσβυτερας σου και τας νεωτερας σου· και θελω δωσει αυτας εις σε δια θυγατερας, ουχι ομως κατα την διαθηκην σου.
<scripture passage="Ezek 16:62" parsed="|Ezek|16|62|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.62" />
<sup>62</sup>Και εγω θελω στησει την διαθηκην μου προς σε, και θελεις γνωρισει ετι εγω ειμαι ο Κυριος·
<scripture passage="Ezek 16:63" parsed="|Ezek|16|63|0|0" osisRef="Bible:Ezek.16.63" />
<sup>63</sup>δια να ενθυμηθης, και να αισχυνθης και να μη ανοιξης πλεον το στομα σου υπο της εντροπης σου, οταν εξιλεωθω προς σε δια παντα οσα επραξας, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 17" progress="68.73%" prev="Ezek.16" next="Ezek.18" id="Ezek.17">
<h3 id="Ezek.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.17-p1">
<scripture passage="Ezek 17:1" parsed="|Ezek|17|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 17:2" parsed="|Ezek|17|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, προβαλε αινιγμα και παροιμιασθητι παροιμιαν προς τον οικον Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 17:3" parsed="|Ezek|17|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ο αετος ο μεγας ο μεγαλοπτερυγος, ο μακρος εις την εκτασιν, ο πληρης πτερων ποικιλοχροων, ηλθεν εις τον Λιβανον και ελαβε τον υψηλοτερον κλαδον της κεδρου·
<scripture passage="Ezek 17:4" parsed="|Ezek|17|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.4" />
<sup>4</sup>απεκοψε τα ακρα των τρυφερων αυτου κλαδων και εφερεν αυτα εις γην εμπορικην· εθεσεν αυτα εις πολιν εμπορων.
<scripture passage="Ezek 17:5" parsed="|Ezek|17|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.5" />
<sup>5</sup>Και ελαβεν απο του σπερματος της γης και εθεσεν αυτο εις πεδιον σποριμον· πλησιον πολλων υδατων εφερεν αυτο· ως ιτεαν εθεσεν αυτο.
<scripture passage="Ezek 17:6" parsed="|Ezek|17|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.6" />
<sup>6</sup>Και εβλαστησε και εγεινεν αμπελος πλατεια, χαμηλη εις το αναστημα, της οποιας τα κληματα εστρεφοντο προς αυτον και αι ριζαι αυτης ησαν υποκατω αυτου· και εγεινεν αμπελος και εκαμε κληματα και εξεδωκε βλαστους.
<scripture passage="Ezek 17:7" parsed="|Ezek|17|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.7" />
<sup>7</sup>Ητο και αλλος αετος μεγας, ο μεγαλοπτερυγος και πολυπτερος· και ιδου, η αμπελος αυτη εξετεινε τας ριζας αυτης προς αυτον, και ηπλωσε τους κλαδους αυτης προς αυτον, δια να ποτιση αυτην δια των αυλακιων της φυτευσεως αυτης.
<scripture passage="Ezek 17:8" parsed="|Ezek|17|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.8" />
<sup>8</sup>Ητο πεφυτευμενη εν γη καλη πλησιον υδατων πολλων, δια να καμη βλαστους και να φερη καρπον, ωστε να γεινη αμπελος αγαθη.
<scripture passage="Ezek 17:9" parsed="|Ezek|17|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.9" />
<sup>9</sup>Ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· θελει ευοδωθη; δεν θελει ανασπασει αυτος τας ριζας αυτης και κοψει τον καρπον αυτης, ωστε να ξηρανθη; θελει ξηρανθη κατα παντα τα φυλλα του βλαστηματος αυτης, χωρις μαλιστα μεγαλης δυναμεως η πολλου λαου, δια να εκσπαση αυτην εκ των ριζων αυτης.
<scripture passage="Ezek 17:10" parsed="|Ezek|17|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.10" />
<sup>10</sup>Ναι, ιδου, φυτευθεισα θελει ευοδωθη; δεν θελει ξηρανθη ολοκληρως, ως οταν εγγιση αυτην ο ανατολικος ανεμος; θελει ξηρανθη εν ταις αυλαξιν οπου εβλαστησε.
<scripture passage="Ezek 17:11" parsed="|Ezek|17|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.11" />
<sup>11</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 17:12" parsed="|Ezek|17|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.12" />
<sup>12</sup>Ειπε τωρα προς τον οικον τον αποστατην· δεν εννοειτε τι δηλουσι ταυτα; ειπε, Ιδου, ο βασιλευς της Βαβυλωνος ηλθεν εις Ιερουσαλημ, και ελαβε τον βασιλεα αυτης και τους αρχοντας αυτης, και εφερεν αυτους μεθ' εαυτου εις Βαβυλωνα·
<scripture passage="Ezek 17:13" parsed="|Ezek|17|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.13" />
<sup>13</sup>και ελαβεν απο του σπερματος του βασιλικου και εκαμε συνθηκην μετ' αυτου και εκαμεν αυτον να ορκισθη· ελαβε και τους δυνατους του τοπου,
<scripture passage="Ezek 17:14" parsed="|Ezek|17|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.14" />
<sup>14</sup>δια να ταπεινωθη το βασιλειον, ωστε να μη ανορθωθη, δια να φυλαττη την συνθηκην αυτου, ωστε να στηριζη αυτην.
<scripture passage="Ezek 17:15" parsed="|Ezek|17|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.15" />
<sup>15</sup>Απεστατησεν ομως απ' αυτου, εξαποστειλας πρεσβεις εαυτου εις την Αιγυπτον, δια να δωσωσιν εις αυτον ιππους και λαον πολυν. Θελει ευοδωθη; θελει διασωθη ο πραττων ταυτα; η παραβαινων την συνθηκην θελει διασωθη;
<scripture passage="Ezek 17:16" parsed="|Ezek|17|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.16" />
<sup>16</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, βεβαιως εν τω τοπω του βασιλεως του βασιλευσαντος αυτον, του οποιου τον ορκον κατεφρονησε και του οποιου την συνθηκην παρεβη, μετ' αυτου εν μεσω της Βαβυλωνος θελει τελευτησει.
<scripture passage="Ezek 17:17" parsed="|Ezek|17|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.17" />
<sup>17</sup>Και δεν θελει καμει υπερ αυτου ουδεν εν τω πολεμω ο Φαραω, με το δυνατον στρατευμα και με το μεγα πληθος, υψονων προχωματα και οικοδομων προμαχωνας, δια να απολεση πολλας ψυχας.
<scripture passage="Ezek 17:18" parsed="|Ezek|17|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.18" />
<sup>18</sup>Διοτι κατεφρονησε τον ορκον παραβαινων την συνθηκην· και ιδου, επειδη, αφου εδωκε την χειρα αυτου, επραξε παντα ταυτα, δεν θελει διασωθη.
<scripture passage="Ezek 17:19" parsed="|Ezek|17|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ζω εγω, βεβαιως τον ορκον μου τον οποιον κατεφρονησε, και την συνθηκην μου την οποιαν παρεβη, κατα της κεφαλης αυτου θελω ανταποδωσει αυτα.
<scripture passage="Ezek 17:20" parsed="|Ezek|17|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.20" />
<sup>20</sup>Και θελω εξαπλωσει το δικτυον μου επ' αυτον και θελει πιασθη εις τα βροχια μου· και θελω φερει αυτον εις Βαβυλωνα, και εκει θελω κριθη μετ' αυτου περι της ανομιας αυτου, την οποιαν ηνομησεν εις εμε.
<scripture passage="Ezek 17:21" parsed="|Ezek|17|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.21" />
<sup>21</sup>Και παντες οι φυγαδες αυτου μετα παντων των ταγματων αυτου θελουσι πεσει εν μαχαιρα, και οι εναπολειφθεντες θελουσι διασκορπισθη εις παντα ανεμον· και θελετε γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 17:22" parsed="|Ezek|17|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.22" />
<sup>22</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και θελω λαβει εγω εκ του υψηλοτερου κλαδου της υψηλης κεδρου και φυτευσει· θελω κοψει εγω εκ της κορυφης των νεων αυτου κλωνων ενα τρυφερον και φυτευσει επι ορους υψηλου και εξοχου·
<scripture passage="Ezek 17:23" parsed="|Ezek|17|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.23" />
<sup>23</sup>επι του υψηλου ορους του Ισραηλ θελω φυτευσει αυτον, και θελει εκφερει κλαδους και καρποφορησει και θελει γεινει κεδρος μεγαλη και υποκατω αυτης θελουσι κατασκηνωσει παν ορνεον και παν πτηνον· υπο την σκιαν των κλαδων αυτης θελουσι κατασκηνωσει.
<scripture passage="Ezek 17:24" parsed="|Ezek|17|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.17.24" />
<sup>24</sup>Και παντα τα δενδρα του αγρου θελουσι γνωρισει, οτι εγω ο Κυριος εταπεινωσα το δενδρον το υψηλον, υψωσα το δενδρον το ταπεινον, κατεξηρανα το δενδρον το χλωρον, και εκαμον το δενδρον το ξηρον να αναθαλλη. Εγω ο Κυριος ελαλησα και εξετελεσα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 18" progress="68.83%" prev="Ezek.17" next="Ezek.19" id="Ezek.18">
<h3 id="Ezek.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.18-p1">
<scripture passage="Ezek 18:1" parsed="|Ezek|18|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 18:2" parsed="|Ezek|18|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.2" />
<sup>2</sup>Τι εννοειτε σεις, οι παροιμιαζομενοι την παροιμιαν ταυτην περι της γης του Ισραηλ, λεγοντες, Οι πατερες εφαγον ομφακα και οι οδοντες των τεκνων ημωδιασαν;
<scripture passage="Ezek 18:3" parsed="|Ezek|18|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.3" />
<sup>3</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν θελετε πλεον παροιμιασθη την παροιμιαν ταυτην εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 18:4" parsed="|Ezek|18|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, πασαι αι ψυχαι ειναι εμου· ως η ψυχη του πατρος, ουτω και η ψυχη του υιου εμου ειναι· ψυχη η αμαρτησασα, αυτη θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 18:5" parsed="|Ezek|18|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' οστις ειναι δικαιος και πραττει κρισιν και δικαιοσυνην,
<scripture passage="Ezek 18:6" parsed="|Ezek|18|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.6" />
<sup>6</sup>δεν τρωγει επι των ορεων και δεν σηκονει τους οφθαλμους αυτου προς τα ειδωλα του οικου Ισραηλ, και δεν μιαινει την γυναικα του πλησιον αυτου και δεν πλησιαζει εις γυναικα ουσαν εν τη ακαθαρσια αυτης,
<scripture passage="Ezek 18:7" parsed="|Ezek|18|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.7" />
<sup>7</sup>και δεν καταδυναστευει ανθρωπον, επιστρεφει εις τον χρεωφειλετην το ενεχυρον αυτου, δεν αρπαζει βιαιως, διδει τον αρτον αυτου εις τον πεινωντα και καλυπτει με ιματιον τον γυμνον,
<scripture passage="Ezek 18:8" parsed="|Ezek|18|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.8" />
<sup>8</sup>δεν διδει επι τοκω και δεν λαμβανει προσθηκην, αποστρεφει την χειρα αυτου απο αδικιας, καμνει δικαιαν κρισιν αναμεσον ανθρωπου και ανθρωπου,
<scripture passage="Ezek 18:9" parsed="|Ezek|18|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.9" />
<sup>9</sup>περιπατει εν τοις διαταγμασι μου και φυλαττει τας κρισεις μου, δια να καμνη αληθειαν, ουτος ειναι δικαιος, θελει βεβαιως ζησει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 18:10" parsed="|Ezek|18|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.10" />
<sup>10</sup>Εαν ομως γεννηση υιον κλεπτην, χυνοντα αιμα και πραττοντα τι εκ των τοιουτων,
<scripture passage="Ezek 18:11" parsed="|Ezek|18|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.11" />
<sup>11</sup>και οστις δεν καμνει παντα ταυτα, αλλα και επι των ορεων τρωγει και την γυναικα του πλησιον αυτου μιαινει,
<scripture passage="Ezek 18:12" parsed="|Ezek|18|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.12" />
<sup>12</sup>τον πτωχον και ενδεη καταδυναστευει, αρπαζει βιαιως, δεν επιστρεφει το ενεχυρον και σηκονει τους οφθαλμους αυτου προς τα ειδωλα και πραττει βδελυγματα,
<scripture passage="Ezek 18:13" parsed="|Ezek|18|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.13" />
<sup>13</sup>διδει επι τοκω και λαμβανει προσθηκην, ουτος θελει ζησει; δεν θελει ζησει· παντα ταυτα τα βδελυγματα επραξεν· εξαπαντος θελει θανατωθη· το αιμα αυτου θελει εισθαι επ' αυτον.
<scripture passage="Ezek 18:14" parsed="|Ezek|18|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.14" />
<sup>14</sup>Εαν δε γεννηση υιον, οστις βλεπων παντα τα αμαρτηματα του πατρος αυτου, τα οποια επραξε, προσεχει και δεν πραττει τοιαυτα,
<scripture passage="Ezek 18:15" parsed="|Ezek|18|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.15" />
<sup>15</sup>δεν τρωγει επι των ορεων και δεν σηκονει τους οφθαλμους αυτου προς τα ειδωλα του οικου Ισραηλ και δεν μιαινει την γυναικα του πλησιον αυτου,
<scripture passage="Ezek 18:16" parsed="|Ezek|18|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.16" />
<sup>16</sup>και δεν καταδυναστευει ανθρωπον, δεν κατακρατει το ενεχυρον και δεν αρπαζει βιαιως, διδει τον αρτον αυτου εις τον πεινωντα και καλυπτει με ιματιον τον γυμνον,
<scripture passage="Ezek 18:17" parsed="|Ezek|18|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.17" />
<sup>17</sup>αποστρεφει την χειρα αυτου απο του πτωχου, τοκον και προσθηκην δεν λαμβανει, εκτελει τας κρισεις μου, περιπατει εν τοις διαταγμασι μου, ουτος δεν θελει θανατωθη δια την ανομιαν του πατρος αυτου, εξαπαντος θελει ζησει.
<scripture passage="Ezek 18:18" parsed="|Ezek|18|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.18" />
<sup>18</sup>Ο πατηρ αυτου, επειδη σκληρως κατεδυναστευσεν, ηρπασε βιαιως τον αδελφον αυτου και επραξε μεταξυ του λαου αυτου ο, τι δεν ειναι καλον, ιδου, ουτος θελει αποθανει εν τη ανομια αυτου.
<scripture passage="Ezek 18:19" parsed="|Ezek|18|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.19" />
<sup>19</sup>Σεις ομως λεγετε, Δια τι; ο υιος δεν βασταζει την ανομιαν του πατρος; Αφου ο υιος εκαμε κρισιν και δικαιοσυνην, και εφυλαξε παντα τα διαταγματα μου και εξετελεσεν αυτα, εξαπαντος θελει ζησει.
<scripture passage="Ezek 18:20" parsed="|Ezek|18|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.20" />
<sup>20</sup>Η ψυχη η αμαρτανουσα, αυτη θελει αποθανει· ο υιος δεν θελει βαστασει την ανομιαν του πατρος και ο πατηρ δεν θελει βαστασει την ανομιαν του υιου· η δικαιοσυνη του δικαιου θελει εισθαι επ' αυτον και η ανομια του ανομου θελει εισθαι επ' αυτον.
<scripture passage="Ezek 18:21" parsed="|Ezek|18|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.21" />
<sup>21</sup>Αλλ' εαν ο ανομος επιστραφη απο πασων των αμαρτιων αυτου, τας οποιας επραξε, και φυλαξη παντα τα διαταγματα μου και πραξη κρισιν και δικαιοσυνην, εξαπαντος θελει ζησει, δεν θελει αποθανει·
<scripture passage="Ezek 18:22" parsed="|Ezek|18|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.22" />
<sup>22</sup>πασαι αι ανομιαι αυτου, τας οποιας επραξε, δεν θελουσι μνημονευθη εις αυτον· εν τη δικαιοσυνη αυτου, την οποιαν επραξε, θελει ζησει.
<scripture passage="Ezek 18:23" parsed="|Ezek|18|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.23" />
<sup>23</sup>Μηπως εγω θελω τωοντι τον θανατον του ανομου, λεγει Κυριος ο Θεος, και ουχι το να επιστρεψη απο των οδων αυτου και να ζηση;
<scripture passage="Ezek 18:24" parsed="|Ezek|18|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.24" />
<sup>24</sup>Οταν ομως ο δικαιος επιστραφη απο της δικαιοσυνης αυτου και πραξη αδικιαν και πραξη κατα παντα τα βδελυγματα τα οποια ο ανομος πραττει, τοτε θελει ζησει; Πασα η δικαιοσυνη αυτου, την οποιαν εκαμε, δεν θελει μνημονευθη· εν τη ανομια αυτου την οποιαν ηνομησε και εν τη αμαρτια αυτου, την οποιαν ημαρτησεν, εν αυταις θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 18:25" parsed="|Ezek|18|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.25" />
<sup>25</sup>Σεις ομως λεγετε, Η οδος του Κυριου δεν ειναι ευθεια. Ακουσατε τωρα, οικος Ισραηλ· Η οδος μου δεν ειναι ευθεια; ουχι αι οδοι υμων διεστραμμεναι;
<scripture passage="Ezek 18:26" parsed="|Ezek|18|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.26" />
<sup>26</sup>Οταν ο δικαιος επιστραφη απο της δικαιοσυνης αυτου και πραξη αδικιαν και αποθανη εν αυτη, δια την αδικιαν αυτου την οποιαν επραξε θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 18:27" parsed="|Ezek|18|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.27" />
<sup>27</sup>Και οταν ο ανομος επιστραφη απο της ανομιας αυτου, την οποιαν επραξε, και πραξη κρισιν και δικαιοσυνην, ουτος θελει φυλαξει ζωσαν την ψυχην αυτου.
<scripture passage="Ezek 18:28" parsed="|Ezek|18|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.28" />
<sup>28</sup>Επειδη εσυλλογισθη και επεστρεψεν απο πασων των ανομιων αυτου, τας οποιας επραξε, θελει εξαπαντος ζησει, δεν θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 18:29" parsed="|Ezek|18|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.29" />
<sup>29</sup>Αλλ' ο οικος Ισραηλ λεγει, Η οδος του Κυριου δεν ειναι ευθεια· οικος Ισραηλ, αι οδοι μου δεν ειναι ευθειαι; ουχι αι οδοι υμων διεστραμμεναι;
<scripture passage="Ezek 18:30" parsed="|Ezek|18|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο, οικος Ισραηλ, θελω σας κρινει, εκαστον κατα τας οδους αυτου, λεγει Κυριος ο Θεος. Μετανοησατε και επιστρεψατε απο πασων των ανομιων υμων, και δεν θελει εισθαι εις εσας η ανομια εις απωλειαν.
<scripture passage="Ezek 18:31" parsed="|Ezek|18|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.31" />
<sup>31</sup>Απορριψατε αφ' υμων πασας τας ανομιας υμων, τας οποιας ηνομησατε εις εμε, και καμετε εις εαυτους νεαν καρδιαν και νεον πνευμα· και δια τι να αποθανητε, οικος Ισραηλ;
<scripture passage="Ezek 18:32" parsed="|Ezek|18|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.18.32" />
<sup>32</sup>Διοτι εγω δεν θελω τον θανατον του αποθνησκοντος, λεγει Κυριος ο Θεος· δια τουτο επιστρεψατε και ζησατε.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 19" progress="68.95%" prev="Ezek.18" next="Ezek.20" id="Ezek.19">
<h3 id="Ezek.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.19-p1">
<scripture passage="Ezek 19:1" parsed="|Ezek|19|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.1" />
<sup>1</sup>Και συ αναλαβε θρηνον δια τους ηγεμονας του Ισραηλ,
<scripture passage="Ezek 19:2" parsed="|Ezek|19|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.2" />
<sup>2</sup>και ειπε, Τι ειναι η μητηρ σου; Λεαινα· κειται μεταξυ λεοντων, εθρεψε τα βρεφη αυτης εν μεσω σκυμνων.
<scripture passage="Ezek 19:3" parsed="|Ezek|19|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.3" />
<sup>3</sup>Και ανεθρεψεν εν εκ των βρεφων αυτης και εγεινε σκυμνος και εμαθε να αρπαζη το θηραμα· ανθρωπους ετρωγε.
<scripture passage="Ezek 19:4" parsed="|Ezek|19|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.4" />
<sup>4</sup>Και τα εθνη ηκουσαν περι αυτου· επιασθη εν τω λακκω αυτων, και εφεραν αυτον με αλυσεις εις την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 19:5" parsed="|Ezek|19|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.5" />
<sup>5</sup>Και ιδουσα οτι η ελπις αυτης εματαιωθη και εχαθη, ελαβεν εν αλλο εκ των βρεφων αυτης και εκαμεν αυτο σκυμνον.
<scripture passage="Ezek 19:6" parsed="|Ezek|19|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.6" />
<sup>6</sup>Και αναστρεφομενον εν μεσω των λεοντων εγεινε σκυμνος και εμαθε να αρπαζη θηραμα· ανθρωπους ετρωγε.
<scripture passage="Ezek 19:7" parsed="|Ezek|19|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.7" />
<sup>7</sup>Και εγνωρισε τα παλατια αυτων και ερημονε τας πολεις αυτων· και ητο ηφανισμενη η γη και το πληρωμα αυτης απο του ηχου του βρυχηματος αυτου.
<scripture passage="Ezek 19:8" parsed="|Ezek|19|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.8" />
<sup>8</sup>Και τα εθνη παρεταχθησαν εναντιον αυτου κυκλοθεν εκ των επαρχιων και ηπλωσαν κατ' αυτου τα βροχια αυτων, και επιασθη εν τω λακκω αυτων.
<scripture passage="Ezek 19:9" parsed="|Ezek|19|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.9" />
<sup>9</sup>Και εβαλον αυτον με αλυσεις εις κλωβιον και εφεραν αυτον προς τον βασιλεα της Βαβυλωνος· εν δεσμωτηριω εισηγαγον αυτον, δια να μη ακουσθη πλεον φωνη αυτου επι τα ορη του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 19:10" parsed="|Ezek|19|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.10" />
<sup>10</sup>Η μητηρ σου, καθ' ομοιωσιν σου, ητο ως αμπελος πεφυτευμενη πλησιον των υδατων· εγεινε καρποφορος και πληρης κλαδων δια τα πολλα υδατα.
<scripture passage="Ezek 19:11" parsed="|Ezek|19|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.11" />
<sup>11</sup>Και εγειναν εις αυτην ραβδοι ισχυραι δια σκηπτρα των κρατουντων· και ο κορμος αυτης υψωθη εν μεσω των πυκνων κλαδων, και εγεινε περιβλεπτος κατα το υψος αυτης μεταξυ του πληθους των βλαστων αυτης.
<scripture passage="Ezek 19:12" parsed="|Ezek|19|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.12" />
<sup>12</sup>Απεσπασθη ομως μετα θυμου, ερριφθη κατα γης, και ανατολικος ανεμος κατεξηρανε τον καρπον αυτης· αι ισχυραι αυτης ραβδοι συνεθλασθησαν και εξηρανθησαν· πυρ κατεφαγεν αυτας.
<scripture passage="Ezek 19:13" parsed="|Ezek|19|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.13" />
<sup>13</sup>Και τωρα ειναι πεφυτευμενη εν ερημω, εν ξηρα και ανυδρω γη.
<scripture passage="Ezek 19:14" parsed="|Ezek|19|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.19.14" />
<sup>14</sup>Και εξηλθε πυρ απο ραβδου τινος εκ των κλαδων αυτης και κατεφαγε τον καρπον αυτης, ωστε δεν υπηρχε πλεον εν αυτη ραβδος ισχυρα δια σκηπτρον ηγεμονιας· ουτος ειναι ο θρηνος και θελει εισθαι εις θρηνον.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 20" progress="68.99%" prev="Ezek.19" next="Ezek.21" id="Ezek.20">
<h3 id="Ezek.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.20-p1">
<scripture passage="Ezek 20:1" parsed="|Ezek|20|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω εβδομω ετει, τω πεμπτω μηνι, τη δεκατη του μηνος, ηλθον τινες εκ των πρεσβυτερων του Ισραηλ δια να επερωτησωσι τον Κυριον, και εκαθησαν εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Ezek 20:2" parsed="|Ezek|20|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.2" />
<sup>2</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 20:3" parsed="|Ezek|20|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.3" />
<sup>3</sup>Υιε ανθρωπου, λαλησον προς τους πρεσβυτερους του Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ηλθετε δια να με επερωτησητε; Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν θελω επερωτηθη απο σας.
<scripture passage="Ezek 20:4" parsed="|Ezek|20|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.4" />
<sup>4</sup>Θελεις κρινει αυτους; υιε ανθρωπου, θελεις κρινει; δειξον εις αυτους τα βδελυγματα των πατερων αυτων·
<scripture passage="Ezek 20:5" parsed="|Ezek|20|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.5" />
<sup>5</sup>και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εν τη ημερα καθ' ην εξελεξα τον Ισραηλ και υψωσα την χειρα μου προς το σπερμα του οικου Ιακωβ και εγνωρισθην εις αυτους εν Αιγυπτω και υψωσα την χειρα μου προς αυτους, λεγων, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας,
<scripture passage="Ezek 20:6" parsed="|Ezek|20|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.6" />
<sup>6</sup>εν εκεινη τη ημερα υψωσα την χειρα μου προς αυτους οτι θελω εξαγαγει αυτους εκ γης Αιγυπτου εις γην την οποιαν προεβλεψα δι' αυτους, γην ρεουσαν γαλα και μελι, ητις ειναι η δοξα πασων των γαιων.
<scripture passage="Ezek 20:7" parsed="|Ezek|20|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.7" />
<sup>7</sup>Και ειπα προς αυτους, Απορριψατε εκαστος τα βδελυγματα των οφθαλμων αυτου και μη μιαινεσθε με τα ειδωλα της Αιγυπτου· εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Ezek 20:8" parsed="|Ezek|20|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.8" />
<sup>8</sup>Αυτοι ομως απεστατησαν απ' εμου και δεν ηθελησαν να μου ακουσωσι· δεν απερριψαν εκαστος τα βδελυγματα των οφθαλμων αυτων και δεν εγκατελιπον τα ειδωλα της Αιγυπτου. Τοτε ειπα να εκχεω τον θυμον μου επ' αυτους, δια να συντελεσω την οργην μου εναντιον αυτων εν μεσω της γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 20:9" parsed="|Ezek|20|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.9" />
<sup>9</sup>Πλην ενεκεν του ονοματος μου, δια να μη βεβηλωθη ενωπιον των εθνων, μεταξυ των οποιων ησαν και εμπροσθεν των οποιων εγνωρισθην εις αυτους, εκαμον τουτο, να εξαγαγω αυτους εκ γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 20:10" parsed="|Ezek|20|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.10" />
<sup>10</sup>Και εξηγαγον αυτους εκ γης Αιγυπτου και εφερα αυτους εις την ερημον·
<scripture passage="Ezek 20:11" parsed="|Ezek|20|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.11" />
<sup>11</sup>και εδωκα εις αυτους τα διαταγματα μου και εκαμον εις αυτους γνωστας τας κρισεις μου, τας οποιας καμνων ο ανθρωπος θελει ζησει δι' αυτων.
<scripture passage="Ezek 20:12" parsed="|Ezek|20|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.12" />
<sup>12</sup>Και τα σαββατα μου εδωκα ετι εις αυτους, δια να ηναι μεταξυ εμου και αυτων σημειον, ωστε να γνωριζωσιν οτι εγω ειμαι ο Κυριος ο αγιαζων αυτους.
<scripture passage="Ezek 20:13" parsed="|Ezek|20|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' ο οικος Ισραηλ απεστατησεν απ' εμου εν τη ερημω· εν τοις διαταγμασι μου δεν περιεπατησαν και τας κρισεις μου απερριψαν, τας οποιας καμνων ο ανθρωπος θελει ζησει δι' αυτων· και τα σαββατα μου εβεβηλωσαν σφοδρα· τοτε ειπα να εκχεω τον θυμον μου επ' αυτους εν τη ερημω, δια να εξολοθρευσω αυτους.
<scripture passage="Ezek 20:14" parsed="|Ezek|20|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.14" />
<sup>14</sup>Πλην εκαμον τουτο ενεκεν του ονοματος μου, δια να μη βεβηλωθη ενωπιον των εθνων, εμπροσθεν των οποιων εξηγαγον αυτους.
<scripture passage="Ezek 20:15" parsed="|Ezek|20|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.15" />
<sup>15</sup>Και εγω υψωσα οτι προς αυτους την χειρα μου εν τη ερημω, οτι δεν θελω φερει αυτους εις την γην, την οποιαν εδωκα εις αυτους, γην ρεουσαν γαλα και μελι, ητις ειναι δοξα πασων των γαιων·
<scripture passage="Ezek 20:16" parsed="|Ezek|20|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.16" />
<sup>16</sup>διοτι τας κρισεις μου απερριψαν και εν τοις διαταγμασι μου δεν περιεπατησαν και τα σαββατα μου εβεβηλωσαν· διοτι αι καρδιαι αυτων επορευοντο κατοπιν των ειδωλων αυτων.
<scripture passage="Ezek 20:17" parsed="|Ezek|20|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.17" />
<sup>17</sup>Και εφεισθη ο οφθαλμος μου επ' αυτους, ωστε να μη εξαλειψω αυτους, και δεν συνετελεσα αυτους εν τη ερημω.
<scripture passage="Ezek 20:18" parsed="|Ezek|20|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ειπα προς τα τεκνα αυτων εν τη ερημω, Μη περιπατειτε εν τοις διαταγμασι των πατερων σας και μη φυλαττετε τας κρισεις αυτων και μη μιαινεσθε με τα ειδωλα αυτων·
<scripture passage="Ezek 20:19" parsed="|Ezek|20|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.19" />
<sup>19</sup>εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας· εν τοις διαταγμασι μου περιπατειτε· και τας κρισεις μου φυλαττετε και εκτελειτε αυτας·
<scripture passage="Ezek 20:20" parsed="|Ezek|20|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.20" />
<sup>20</sup>και αγιαζετε τα σαββατα μου, και ας ηναι μεταξυ εμου και υμων σημειον, ωστε να γνωριζητε οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας.
<scripture passage="Ezek 20:21" parsed="|Ezek|20|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.21" />
<sup>21</sup>Τα τεκνα ομως απεστατησαν απ' εμου· εν τοις διαταγμασι μου δεν περιεπατησαν και τας κρισεις μου δεν εφυλαξαν, ωστε να εκτελωσιν αυτας, τας οποιας καμνων ο ανθρωπος θελει ζησει δι' αυτων· τα σαββατα μου εβεβηλωσαν· τοτε ειπα να εκχεω τον θυμον μου επ' αυτους, δια να συντελεσω την οργην μου εναντιον αυτων εν τη ερημω.
<scripture passage="Ezek 20:22" parsed="|Ezek|20|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.22" />
<sup>22</sup>Και απεστρεψα την χειρα μου και εκαμον τουτο ενεκεν του ονοματος μου, δια να μη βεβηλωθη ενωπιον των εθνων, εμπροσθεν των οποιων εξηγαγον αυτους.
<scripture passage="Ezek 20:23" parsed="|Ezek|20|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.23" />
<sup>23</sup>Υψωσα ετι εγω την χειρα μου προς αυτους εν τη ερημω, οτι ηθελον διασκορπισει αυτους μεταξυ των εθνων και διασπειρει αυτους εις τους τοπους·
<scripture passage="Ezek 20:24" parsed="|Ezek|20|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.24" />
<sup>24</sup>διοτι τας κρισεις μου δεν εξετελεσαν και τα διαταγματα μου απερριψαν και τα σαββατα μου εβεβηλωσαν, και οι οφθαλμοι αυτων ησαν κατοπιν των ειδωλων των πατερων αυτων.
<scripture passage="Ezek 20:25" parsed="|Ezek|20|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο και εγω εδωκα εις αυτους διαταγματα ουχι καλα και κρισεις, δια των οποιων δεν ηθελον ζησει·
<scripture passage="Ezek 20:26" parsed="|Ezek|20|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.26" />
<sup>26</sup>και εμιανα αυτους εις τας προσφορας αυτων, εις το οτι διεβιβαζον δια του πυρος παν διανοιγον μητραν, δια να ερημωσω αυτους, ωστε να γνωρισωσιν οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 20:27" parsed="|Ezek|20|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο, υιε ανθρωπου, λαλησον προς τον οικον Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· κατα τουτο οτι οι πατερες σας υβρισαν εις εμε, καμνοντες παραβασιν εναντιον μου.
<scripture passage="Ezek 20:28" parsed="|Ezek|20|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.28" />
<sup>28</sup>Διοτι αφου εφερα αυτους εις την γην, περι της οποιας υψωσα την χειρα μου οτι θελω δωσει αυτην εις αυτους, τοτε ενεβλεψαν εις παντα λοφον υψηλον και εις παν δενδρον κατασκιον, και εκει προσεφεραν τας θυσιας αυτων και εστησαν εκει τας παροργιστικας προσφορας αυτων, και εθεσαν εκει οσμην ευωδιας αυτων και εκαμον εκει τας σπονδας αυτων.
<scripture passage="Ezek 20:29" parsed="|Ezek|20|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.29" />
<sup>29</sup>Και ειπα προς αυτους, Τι δηλοι ο υψηλος τοπος, εις τον οποιον σεις υπαγετε; και το ονομα αυτου εκληθη Βαμα, εως της σημερον.
<scripture passage="Ezek 20:30" parsed="|Ezek|20|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο ειπε προς τον οικον Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ενω σεις μιαινεσθε εν τη οδω των πατερων σας και εκπορνευετε κατοπιν των βδελυγματων αυτων
<scripture passage="Ezek 20:31" parsed="|Ezek|20|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.31" />
<sup>31</sup>και μιαινεσθε με παντα τα ειδωλα σας εως της σημερον, προσφεροντες τα δωρα σας, διαβιβαζοντες τους υιους σας δια του πυρος, και εγω θελω επερωτηθη απο σας, οικος Ισραηλ; Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν θελω επερωτηθη απο σας.
<scripture passage="Ezek 20:32" parsed="|Ezek|20|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.32" />
<sup>32</sup>Και εκεινο το οποιον διαβουλευεσθε, ουδολως θελει γεινει· διοτι σεις λεγετε, Θελομεν εισθαι ως τα εθνη, ως αι οικογενειαι των τοπων, εις το να λατρευωμεν ξυλα και λιθους.
<scripture passage="Ezek 20:33" parsed="|Ezek|20|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.33" />
<sup>33</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, εξαπαντος εν χειρι κραταια και εν βραχιονι εξηπλωμενω και εν θυμω εκχεομενω θελω βασιλευσει εφ' υμας.
<scripture passage="Ezek 20:34" parsed="|Ezek|20|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.34" />
<sup>34</sup>Και θελω σας εξαγαγει εκ των λαων και θελω σας συναξει εκ των τοπων, εις τους οποιους εισθε διεσκορπισμενοι, εν χειρι κραταια και εν βραχιονι εξηπλωμενω και εν θυμω εκχεομενω.
<scripture passage="Ezek 20:35" parsed="|Ezek|20|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.35" />
<sup>35</sup>Και θελω σας φερει εις την ερημον των λαων και εκει θελω κριθη με σας προσωπον προς προσωπον·
<scripture passage="Ezek 20:36" parsed="|Ezek|20|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.36" />
<sup>36</sup>καθως εκριθην με τους πατερας σας εν τη ερημω της γης Αιγυπτου, ουτω θελω σας κρινει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 20:37" parsed="|Ezek|20|37|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.37" />
<sup>37</sup>Και θελω σας περασει υπο την ραβδον και θελω σας φερει εις τους δεσμους της διαθηκης.
<scripture passage="Ezek 20:38" parsed="|Ezek|20|38|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.38" />
<sup>38</sup>Και θελω εκκαθαρισει εκ μεσου υμων τους αποστατας και τους ασεβησαντας εις εμε· θελω εκβαλει αυτους εκ της γης της παροικιας αυτων και δεν θελουσιν εισελθει εις γην Ισραηλ, και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 20:39" parsed="|Ezek|20|39|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.39" />
<sup>39</sup>Σεις δε, οικος Ισραηλ, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Υπαγετε, λατρευετε εκαστος τα ειδωλα αυτου, και του λοιπου, εαν δεν θελητε να μου ακουητε· και μη βεβηλονετε πλεον το ονομα μου το αγιον με τα δωρα σας και με τα ειδωλα σας.
<scripture passage="Ezek 20:40" parsed="|Ezek|20|40|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.40" />
<sup>40</sup>Διοτι επι του ορους του αγιου μου, επι του υψηλου ορους του Ισραηλ, λεγει Κυριος ο Θεος, εκει πας ο οικος του Ισραηλ, παντες οι εν τη γη θελουσι με λατρευσει· εκει θελω δεχθη αυτους και εκει θελω ζητησει τας προσφορας σας και τας απαρχας των δωρων σας με παντα τα αγια σας.
<scripture passage="Ezek 20:41" parsed="|Ezek|20|41|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.41" />
<sup>41</sup>Θελω σας δεχθη με οσμην ευωδιας, οταν σας εξαγαγω εκ των λαων και σας συναξω εκ των τοπων εις τους οποιους διεσκορπισθητε· και θελω αγιασθη εις εσας ενωπιον των εθνων.
<scripture passage="Ezek 20:42" parsed="|Ezek|20|42|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.42" />
<sup>42</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν σας φερω εις γην Ισραηλ, εις γην περι της οποιας υψωσα την χειρα μου οτι θελω δωσει αυτην εις τους πατερας σας.
<scripture passage="Ezek 20:43" parsed="|Ezek|20|43|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.43" />
<sup>43</sup>Και εκει θελετε ενθυμηθη τας οδους σας και παντα τα εργα σας, εις τα οποια εμιανθητε· και θελετε αποστραφη αυτοι εαυτους εμπροσθεν των οφθαλμων σας, δια παντα τα κακα σας οσα επραξατε.
<scripture passage="Ezek 20:44" parsed="|Ezek|20|44|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.44" />
<sup>44</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν καμω ουτως εις εσας ενεκεν του ονοματος μου, ουχι κατα τας πονηρας οδους σας ουδε κατα τα διεφθαρμενα εργα σας, οικος Ισραηλ, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 20:45" parsed="|Ezek|20|45|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.45" />
<sup>45</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 20:46" parsed="|Ezek|20|46|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.46" />
<sup>46</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου προς μεσημβριαν και σταλαξον λογον προς μεσημβριαν και προφητευσον κατα του δασους της μεσημβρινης πεδιαδος·
<scripture passage="Ezek 20:47" parsed="|Ezek|20|47|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.47" />
<sup>47</sup>και ειπε προς το δασος της μεσημβριας, Ακουσον τον λογον του Κυριου· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω αναψει πυρ εν σοι, και θελει καταφαγει εν σοι παν δενδρον χλωρον και παν δενδρον ξηρον· η φλοξ η εξαφθεισα δεν θελει σβεσθη, και παν προσωπον απο μεσημβριας μεχρι βορρα θελει καυθη εν αυτω.
<scripture passage="Ezek 20:48" parsed="|Ezek|20|48|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.48" />
<sup>48</sup>Και πασα σαρξ θελει ιδει, οτι εγω ο Κυριος εξεκαυσα αυτο· δεν θελει σβεσθη.
<scripture passage="Ezek 20:49" parsed="|Ezek|20|49|0|0" osisRef="Bible:Ezek.20.49" />
<sup>49</sup>Και εγω ειπα, Φευ Κυριε Θεε αυτοι λεγουσι περι εμου, δεν λαλει ουτος παροιμιας;
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 21" progress="69.18%" prev="Ezek.20" next="Ezek.22" id="Ezek.21">
<h3 id="Ezek.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.21-p1">
<scripture passage="Ezek 21:1" parsed="|Ezek|21|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 21:2" parsed="|Ezek|21|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου προς Ιερουσαλημ και σταλαξον λογον προς τους αγιους τοπους και προφητευσον κατα της γης Ισραηλ
<scripture passage="Ezek 21:3" parsed="|Ezek|21|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς την γην Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου και θελω συρει την μαχαιραν μου εκ της θηκης αυτης και θελω εκκοψει απο σου τον δικαιον και τον ασεβη.
<scripture passage="Ezek 21:4" parsed="|Ezek|21|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.4" />
<sup>4</sup>Και επειδη θελω εκκοψει απο σου τον δικαιον και τον ασεβη, δια τουτο θελει εξελθει η μαχαιρα μου εκ της θηκης αυτης εναντιον πασης σαρκος, απο μεσημβριας μεχρι βορρα·
<scripture passage="Ezek 21:5" parsed="|Ezek|21|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.5" />
<sup>5</sup>και θελουσι γνωρισει πασα σαρξ οτι εγω ο Κυριος εσυρα την μαχαιραν μου εκ της θηκης αυτης· δεν θελει επιστρεψει πλεον.
<scripture passage="Ezek 21:6" parsed="|Ezek|21|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο συ, υιε ανθρωπου, στεναξον μετα συντριμμου της οσφυος σου, και μετα πικριας στεναξον ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Ezek 21:7" parsed="|Ezek|21|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.7" />
<sup>7</sup>Και οταν ειπωσι προς σε, δια τι στεναζεις συ; θελεις αποκριθη· δια την αγγελιαν, οτι ερχεται· και πασα καρδια θελει λυωσει, και πασαι αι χειρες θελουσι παραλυθη, και παν πνευμα θελει λιποθυμησει, και παντα τα γονατα θελουσι ρευσει ως υδωρ· ιδου, ερχεται και θελει γεινει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 21:8" parsed="|Ezek|21|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.8" />
<sup>8</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 21:9" parsed="|Ezek|21|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.9" />
<sup>9</sup>Υιε ανθρωπου, προφητευσον και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος· Ειπε, Ρομφαια, ρομφαια ακονιζεται και μαλιστα στιλβουται·
<scripture passage="Ezek 21:10" parsed="|Ezek|21|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.10" />
<sup>10</sup>ακονιζεται, δια να καμη σφαγην· στιλβουται, δια να αστραπτη. Δυναμεθα λοιπον να ημεθα ευθυμοι; αυτη ειναι η ραβδος του υιου μου, η καταφρονουσα παν ξυλον.
<scripture passage="Ezek 21:11" parsed="|Ezek|21|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.11" />
<sup>11</sup>Και εδωκεν αυτην να στιλβωθη, δια να κρατηται εν τη χειρι· η ρομφαια αυτη ειναι ηκονισμενη και εστιλβωμενη, δια να δοθη εις την χειρα του σφαγεως.
<scripture passage="Ezek 21:12" parsed="|Ezek|21|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.12" />
<sup>12</sup>Βοησον και ολολυξον, υιε ανθρωπου· διοτι αυτη ειναι εναντιον του λαου μου, ειναι εναντιον παντων των αρχοντων του Ισραηλ·. τρομος θελει επιπεσει επι τον λαον μου δια την ρομφαιαν· δια τουτο κτυπησον επι τον μηρον σου.
<scripture passage="Ezek 21:13" parsed="|Ezek|21|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.13" />
<sup>13</sup>Διοτι εξετασις ειναι· και τι; βεβαιως και η καταφρονουσα ραβδος δεν θελει υπαρχει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 21:14" parsed="|Ezek|21|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο συ, υιε ανθρωπου, προφητευσον και κροτησον χειρα επι χειρα και ας διπλασιασθη η ρομφαια, ας τριπλασιασθη, η ρομφαια των τετραυματισμενων· αυτη ειναι η ρομφαια των μεγαλων τραυματιων, ητις θελει διαπερασει εως των ενδομυχων αυτων.
<scripture passage="Ezek 21:15" parsed="|Ezek|21|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.15" />
<sup>15</sup>Επεφερα την κοπην της ρομφαιας επι πασας τας πυλας αυτων, δια να λυωση πασα καρδια και να πληθυνθη ο ολεθρος. Ουαι· ητοιμασθη δια να εξαστραπτη, ηκονισθη δια σφαγην.
<scripture passage="Ezek 21:16" parsed="|Ezek|21|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.16" />
<sup>16</sup>Συσφιγχθητι, ρομφαια, επιτεθητι δεξια, αριστερα, οπου στραφη το προσωπον σου.
<scripture passage="Ezek 21:17" parsed="|Ezek|21|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.17" />
<sup>17</sup>Και εγω ετι θελω κροτησει χειρα μου επι χειρα μου και θελω αναπαυσει τον θυμον μου· εγω ο Κυριος ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 21:18" parsed="|Ezek|21|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.18" />
<sup>18</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 21:19" parsed="|Ezek|21|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.19" />
<sup>19</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, διορισον εις σεαυτον δυο οδους, δια να διελθη η ρομφαια του βασιλεως της Βαβυλωνος, και αμφοτεραι θελουσιν εξερχεσθαι απο της αυτης γης· και καμε τοπον, καμε αυτον εν τη αρχη της οδου της πολεως.
<scripture passage="Ezek 21:20" parsed="|Ezek|21|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.20" />
<sup>20</sup>Διορισον οδον δια να διελθη η ρομφαια εις την Ραββα των υιων Αμμων και εις την Ιουδαιαν προς την Ιερουσαλημ την ωχυρωμενην.
<scripture passage="Ezek 21:21" parsed="|Ezek|21|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος εσταθη εις τον διαχωρισμον, εν τη αρχη των δυο οδων, δια να ερωτηση τους μαντεις· ανεκατωσε τα μαντικα βελη, ηρωτησε τα γλυπτα, παρετηρησε το ηπαρ.
<scripture passage="Ezek 21:22" parsed="|Ezek|21|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.22" />
<sup>22</sup>Προς την δεξιαν αυτου εγεινεν ο χρησμος δια την Ιερουσαλημ, δια να στηση τους κριους, δια να ανοιξη το στομα επι σφαγην, να υψωση την φωνην μετα αλαλαγμου, να στηση κριους εναντιον των πυλων, να καμη προχωματα, να οικοδομηση προμαχωνας.
<scripture passage="Ezek 21:23" parsed="|Ezek|21|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.23" />
<sup>23</sup>Πλην τουτο θελει εισθαι εις αυτους ως μαντεια ματαια, εις τους οφθαλμους εκεινων, οιτινες εκαμον ορκους προς αυτους· αυτος ομως θελει ενθυμισει αυτους την ανομιαν αυτων, δια να πιασθωσι.
<scripture passage="Ezek 21:24" parsed="|Ezek|21|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος. Επειδη εκαμετε να ελθη εις ενθυμησιν η ανομια σας, οτε ανεκαλυφθησαν αι παραβασεις σας, ωστε να φανερωθωσι τα αμαρτηματα σας εις πασας τας πραξεις σας· επειδη ηλθετε εις ενθυμησιν, θελετε γεινει χειριαλωτοι.
<scripture passage="Ezek 21:25" parsed="|Ezek|21|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.25" />
<sup>25</sup>Και συ, βεβηλε ασεβη, ηγεμων του Ισραηλ, του οποιου ηλθεν η ημερα, οτε η ανομια εφθασεν εις περας,
<scripture passage="Ezek 21:26" parsed="|Ezek|21|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.26" />
<sup>26</sup>ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Σηκωσον το διαδημα και αφαιρεσον το στεμμα· αυτο δεν θελει εισθαι τοιουτον· ο ταπεινος θελει υψωθη και ο υψηλος θελει ταπεινωθη.
<scripture passage="Ezek 21:27" parsed="|Ezek|21|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.27" />
<sup>27</sup>Θελω ανατρεψει, ανατρεψει, ανατρεψει αυτο, και δεν θελει υπαρχει εωσου ελθη εκεινος, εις ον ανηκει· και εις τουτον θελω δωσει αυτο.
<scripture passage="Ezek 21:28" parsed="|Ezek|21|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.28" />
<sup>28</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, προφητευσον και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος περι των υιων Αμμων και περι του ονειδισμου αυτων, και ειπε, Η ρομφαια, η ρομφαια ειναι γεγυμνωμενη, δια την σφαγην εστιλβωμενη, δια να εξολοθρευση εξαστραπτουσα,
<scripture passage="Ezek 21:29" parsed="|Ezek|21|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.29" />
<sup>29</sup>ενω βλεπουσι ματαιας ορασεις περι σου, ενω μαντευουσι ψευδος εις σε, δια να σε βαλωσιν επι τον τραχηλον των τετραυματισμενων, των ασεβων, των οποιων η ημερα ηλθεν, οτε η ανομια αυτων εφθασεν εις περας.
<scripture passage="Ezek 21:30" parsed="|Ezek|21|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.30" />
<sup>30</sup>Επιστρεψον αυτην εις την θηκην αυτης. Εν τω τοπω οπου εκτισθης, εν τη γη της γεννησεως σου, θελω σε κρινει.
<scripture passage="Ezek 21:31" parsed="|Ezek|21|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.31" />
<sup>31</sup>Και θελω εκχεει την οργην μου επι σε εν τω πυρι της οργης μου θελω εμφυσησει επι σε· και θελω σε παραδωσει εις χειρας ανδρων αγριων, τεκταινοντων ολεθρον.
<scripture passage="Ezek 21:32" parsed="|Ezek|21|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.21.32" />
<sup>32</sup>Τροφη πυρος θελεις γεινει· το αιμα σου θελει εισθαι εν τω μεσω της γης σου· δεν θελει εισθαι πλεον μνημη περι σου· διοτι εγω ο Κυριος ελαλησα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 22" progress="69.30%" prev="Ezek.21" next="Ezek.23" id="Ezek.22">
<h3 id="Ezek.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.22-p1">
<scripture passage="Ezek 22:1" parsed="|Ezek|22|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε; λεγων,
<scripture passage="Ezek 22:2" parsed="|Ezek|22|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.2" />
<sup>2</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, θελεις κρινει, θελεις κρινει την πολιν των αιματων; και θελεις παραστησει εις αυτην παντα τα βδελυγματα αυτης;
<scripture passage="Ezek 22:3" parsed="|Ezek|22|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.3" />
<sup>3</sup>Ειπε λοιπον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ω πολις εκχεουσα αιματα μεσω εαυτης, δια να ελθη ο καιρος αυτης, και κατασκευαζουσα ειδωλα εναντιον εαυτης, δια να μιαινηται,
<scripture passage="Ezek 22:4" parsed="|Ezek|22|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.4" />
<sup>4</sup>εγεινας ενοχος εν τω αιματι σου, το οποιον εξεχεας, και εμιανθης εν τοις ειδωλοις σου, τα οποια κατεσκευασας, και εκαμες να πλησιασωσιν αι ημεραι σου, και ηλθες μεχρι των ετων σου· δια τουτο σε κατεστησα ονειδος εις τα εθνη και παιγνιον εις παντας τους τοπους.
<scripture passage="Ezek 22:5" parsed="|Ezek|22|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.5" />
<sup>5</sup>Οι πλησιον και οι μακραν απο σου θελουσιν εμπαιξει σε, μεμολυσμενη κατα το ονομα, μεγαλη κατα τας συμφορας.
<scripture passage="Ezek 22:6" parsed="|Ezek|22|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.6" />
<sup>6</sup>Ιδου, οι αρχοντες του Ισραηλ ησαν εν σοι, δια να χυνωσιν αιμα, εκαστος κατα την δυναμιν αυτου.
<scripture passage="Ezek 22:7" parsed="|Ezek|22|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.7" />
<sup>7</sup>Εν σοι κατεφρονουν πατερα και μητερα· εν μεσω σου εφεροντο απατηλως προς τον ξενον· εν σοι κατεδυναστευον τον ορφανον και την χηραν.
<scripture passage="Ezek 22:8" parsed="|Ezek|22|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.8" />
<sup>8</sup>Τα αγια μου κατεφρονησας και τα σαββατα μου εβεβηλωσας.
<scripture passage="Ezek 22:9" parsed="|Ezek|22|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.9" />
<sup>9</sup>Εν σοι ησαν ανδρες συκοφανται δια να χυνωσιν αιμα, και εν σοι ετρωγον επι των ορεων, εν μεσω σου πραττουσιν ανοσιουργιας.
<scripture passage="Ezek 22:10" parsed="|Ezek|22|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.10" />
<sup>10</sup>Εν σοι εξεσκεπασαν αισχυνην πατρος, εν σοι εταπεινωσαν την αποκεχωρισμενην εν τη ακαθαρσια αυτης.
<scripture passage="Ezek 22:11" parsed="|Ezek|22|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.11" />
<sup>11</sup>Και ο μεν επραξε βδελυριαν μετα της γυναικος του πλησιον αυτου, ο δε εμιανεν ανοσιως την νυμφην αυτου, και αλλος εν σοι εταπεινωσε την αδελφην αυτου, την θυγατερα του πατρος αυτου.
<scripture passage="Ezek 22:12" parsed="|Ezek|22|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.12" />
<sup>12</sup>Εν σοι ελαμβανον δωρα δια να εκχεωσιν αιμα· ελαβες τοκον και προσθηκην και δι' απατης ησχροκερδησας απο των πλησιον σου, και ελησμονησας εμε, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 22:13" parsed="|Ezek|22|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, δια τουτο εκροτησα τας χειρας μου επι τη αισχροκερδεια σου, την οποιαν επραξας, και επι τω αιματι σου, το οποιον ητο εν μεσω σου.
<scripture passage="Ezek 22:14" parsed="|Ezek|22|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.14" />
<sup>14</sup>Θελει ανθεξει η καρδια σου; η θελουσιν εχει δυναμιν αι χειρες σου, εν ημεραις καθ' ας εγω θελω ενεργησει εναντιον σου; εγω ο Κυριος ελαλησα και θελω εκτελεσει.
<scripture passage="Ezek 22:15" parsed="|Ezek|22|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.15" />
<sup>15</sup>Και θελω σε διασκορπισει εν τοις εθνεσι και σε διασπειρει εις τους τοπους και θελω εξαλειψει απο σου την ακαθαρσιαν σου.
<scripture passage="Ezek 22:16" parsed="|Ezek|22|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.16" />
<sup>16</sup>Και θελεις βεβηλωθη εν σοι ενωπιον των εθνων, και θελεις γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 22:17" parsed="|Ezek|22|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.17" />
<sup>17</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 22:18" parsed="|Ezek|22|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.18" />
<sup>18</sup>Υιε ανθρωπου, ο οικος Ισραηλ εγεινεν εις εμε σκωρια· παντες ειναι χαλκος και κασσιτερος και σιδηρος και μολυβδος εν τω μεσω του χωνευτηριου· ειναι σκωριαι αργυρου.
<scripture passage="Ezek 22:19" parsed="|Ezek|22|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.19" />
<sup>19</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη παντες σεις εγεινετε σκωριαι, ιδου, δια τουτο θελω σας συναξει εις το μεσον της Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Ezek 22:20" parsed="|Ezek|22|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.20" />
<sup>20</sup>καθως συναγουσιν εις το μεσον του χωνευτηριου τον αργυρον και τον χαλκον και τον σιδηρον και τον μολυβδον και τον κασσιτερον, δια να φυσησωσι το πυρ επ' αυτα ωστε να διαλυσωσιν αυτα, ουτως εν τω θυμω μου και εν τη οργη μου θελω σας συναξει και θελω σας βαλει εκει και διαλυσει.
<scripture passage="Ezek 22:21" parsed="|Ezek|22|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.21" />
<sup>21</sup>Θελω εξαπαντος σας συναξει, και εν τω πυρι της οργης μου θελω εμφυσησει εφ' υμας και θελετε διαλυθη εν τω μεσω αυτης.
<scripture passage="Ezek 22:22" parsed="|Ezek|22|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.22" />
<sup>22</sup>Καθως ο αργυρος διαλυεται εν μεσω του χωνευτηριου, ουτω θελετε διαλυθη εν μεσω αυτης· και θελετε γνωρισει οτι εγω ο Κυριος εξεχεα την οργην μου εφ' υμας.
<scripture passage="Ezek 22:23" parsed="|Ezek|22|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.23" />
<sup>23</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 22:24" parsed="|Ezek|22|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.24" />
<sup>24</sup>Υιε ανθρωπου, ειπε προς αυτην· Συ εισαι η γη, ητις δεν εκαθαρισθη, και δεν εγεινε βροχη επ' αυτης εν τη ημερα της οργης.
<scripture passage="Ezek 22:25" parsed="|Ezek|22|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.25" />
<sup>25</sup>Εν μεσω αυτης ειναι συνωμοσια των προφητων αυτης· ως λεοντες ωρυομενοι, αρπαζοντες το θηραμα, κατατρωγουσι ψυχας· ελαβον θησαυρους και πολυτιμα πραγματα· επληθυναν τας χηρας αυτης εν τω μεσω αυτης.
<scripture passage="Ezek 22:26" parsed="|Ezek|22|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.26" />
<sup>26</sup>Οι ιερεις αυτης ηθετησαν τον νομον μου και εβεβηλωσαν τα αγια μου· μεταξυ αγιου και βεβηλου δεν εκαμον διαφοραν και μεταξυ ακαθαρτου και καθαρου δεν εκαμον διακρισιν, και εκρυπτον τους οφθαλμους αυτων απο των σαββατων μου, και εβεβηλουμην εν μεσω αυτων.
<scripture passage="Ezek 22:27" parsed="|Ezek|22|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.27" />
<sup>27</sup>Οι αρχοντες αυτης ειναι εν μεσω αυτης ως λυκοι αρπαζοντες το θηραμα, δια να εκχεωσιν αιμα, δια να αφανιζωσι ψυχας, δια να αισχροκερδησωσιν αισχροκερδειαν.
<scripture passage="Ezek 22:28" parsed="|Ezek|22|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.28" />
<sup>28</sup>Και οι προφηται αυτης περηλειφον αυτους με πηλον αμαλακτον, βλεποντες ορασεις ματαιας και μαντευοντες προς αυτους ψευδη, λεγοντες, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· ενω ο Κυριος δεν ελαλησεν.
<scripture passage="Ezek 22:29" parsed="|Ezek|22|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.29" />
<sup>29</sup>Ο λαος της γης μετεχειριζετο απατην και εκαμνεν αρπαγας και κατεδυναστευε τον πτωχον και τον ενδεη και τον ξενον ηπατα ανευ κρισεως.
<scripture passage="Ezek 22:30" parsed="|Ezek|22|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.30" />
<sup>30</sup>Και εζητησα μεταξυ αυτων ανδρα, οστις να ανεγειρη το περιφραγμα και να σταθη εν τη χαλαστρα ενωπιον μου υπερ της γης, δια να μη εξολοθρευσω αυτην· και δεν ευρηκα.
<scripture passage="Ezek 22:31" parsed="|Ezek|22|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.22.31" />
<sup>31</sup>Δια τουτο εξεχεα την οργην μου επ' αυτους· κατηναλωσα αυτους εν τω πυρι της οργης μου· τας οδους αυτων ανταπεδωκα επι τας κεφαλας αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 23" progress="69.40%" prev="Ezek.22" next="Ezek.24" id="Ezek.23">
<h3 id="Ezek.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.23-p1">
<scripture passage="Ezek 23:1" parsed="|Ezek|23|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 23:2" parsed="|Ezek|23|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, ησαν δυο γυναικες, θυγατερες της αυτης μητρος·
<scripture passage="Ezek 23:3" parsed="|Ezek|23|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.3" />
<sup>3</sup>και εξεπορνευθησαν εν Αιγυπτω· εξεπορνευθησαν εν τη νεοτητι αυτων· εκει επιεσθησαν τα στηθη αυτων και εκει συνεθλιβησαν οι παρθενικοι αυτων μαστοι.
<scripture passage="Ezek 23:4" parsed="|Ezek|23|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.4" />
<sup>4</sup>Τα δε ονοματα αυτων ησαν, Οολα η πρεσβυτερα και Οολιβα η αδελφη αυτης· και αυται εγειναν εμου και εγεννησαν υιους και θυγατερας. Ησαν λοιπον τα ονοματα αυτων Σαμαρεια η Οολα και Ιερουσαλημ η Οολιβα.
<scripture passage="Ezek 23:5" parsed="|Ezek|23|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.5" />
<sup>5</sup>Και η Οολα εξεπορνευθη, ενω ητο εμου, και παρεφρονησε δια τους εραστας αυτης, τους Ασσυριους τους γειτονας αυτης,
<scripture passage="Ezek 23:6" parsed="|Ezek|23|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.6" />
<sup>6</sup>ενδεδυμενους κυανα, ταξιαρχους και αρχοντας, παντας ερασμιους νεους, ιππεις ιππευοντας εφ' ιππων.
<scripture passage="Ezek 23:7" parsed="|Ezek|23|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.7" />
<sup>7</sup>Και επραξε τας πορνειας αυτης μετ' αυτων, οιτινες παντες ησαν οι εκλεκτοι των Ασσυριων, και μετα παντων εκεινων, δια τους οποιους παρεφρονησεν· εν πασι τοις ειδωλοις αυτων εμιαινετο.
<scripture passage="Ezek 23:8" parsed="|Ezek|23|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.8" />
<sup>8</sup>Και δεν αφηκε την πορνειαν αυτης την εξ Αιγυπτου· διοτι μετ' αυτης εκοιμωντο εν τη νεοτητι αυτης και ουτοι επιεζον τα παρθενικα αυτης στηθη και εξεχεον την πορνειαν αυτων επ' αυτην.
<scripture passage="Ezek 23:9" parsed="|Ezek|23|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο παρεδωκα αυτην εις τας χειρας των εραστων αυτης, εις τας χειρας των Ασσυριων, δια τους οποιους παρεφρονησεν.
<scripture passage="Ezek 23:10" parsed="|Ezek|23|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.10" />
<sup>10</sup>Ουτοι ανεκαλυψαν την αισχυνην αυτης· ελαβον τους υιους αυτης και τας θυγατερας αυτης και αυτην εν ρομφαια απεκτειναν, και εγεινε περιβοητος μεταξυ των γυναικων, και εξετελεσαν κρισιν επ' αυτην.
<scripture passage="Ezek 23:11" parsed="|Ezek|23|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.11" />
<sup>11</sup>Οτε δε η αδελφη αυτης Οολιβα ειδε τουτο, διεφθαρη εν τη παραφροσυνη αυτης υπερ εκεινην και εν ταις πορνειαις αυτης υπερ τας πορνειας της αδελφης αυτης·
<scripture passage="Ezek 23:12" parsed="|Ezek|23|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.12" />
<sup>12</sup>παρεφρονησε δια τους Ασσυριους τους γειτονας αυτης, ταξιαρχους και αρχοντας ενδεδυμενους πολυτελως, ιππεις ιππευοντας εφ' ιππων, παντας νεους ερασμιους.
<scripture passage="Ezek 23:13" parsed="|Ezek|23|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.13" />
<sup>13</sup>Και ειδον οτι εμιανθη· μιαν οδον εχουσιν αμφοτεραι.
<scripture passage="Ezek 23:14" parsed="|Ezek|23|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.14" />
<sup>14</sup>Προσεθεσεν ετι εις τας εαυτης πορνειας· διοτι ως ειδεν ανδρας εζωγραφημενους επι του τοιχου, εικονας Χαλδαιων, οιτινες ησαν εζωγραφημενοι με μιλτον,
<scripture passage="Ezek 23:15" parsed="|Ezek|23|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.15" />
<sup>15</sup>περιεζωσμενους ζωνας επι τας οσφυας αυτων, φορουντας τιαρας βεβαμμενας επι τας κεφαλας αυτων, παντας εχοντας οψιν αρχοντων, ομοιους με τους Βαβυλωνιους της γης των Χαλδαιων, εν η εγεννηθησαν.
<scripture passage="Ezek 23:16" parsed="|Ezek|23|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.16" />
<sup>16</sup>και ως ειδεν αυτους με τους οφθαλμους αυτης, παρεφρονησε δι' αυτους και εξαπεστειλε προς αυτους πρεσβεις εις την Χαλδαιαν.
<scripture passage="Ezek 23:17" parsed="|Ezek|23|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.17" />
<sup>17</sup>Και οι Βαβυλωνιοι ηλθον προς αυτην εις την κοιτην του ερωτος και εμιαναν αυτην με την πορνειαν αυτων και εμιανθη μετ' αυτων και η ψυχη αυτης απεξενωθη απ' αυτων.
<scripture passage="Ezek 23:18" parsed="|Ezek|23|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.18" />
<sup>18</sup>Και απεκαλυψε τας πορνειας αυτης και εξεσκεπασε την αισχυνην αυτης· τοτε η ψυχη μου απεξενωθη απ' αυτης, καθως η ψυχη μου ειχεν αποξενωθη απο της αδελφης αυτης.
<scripture passage="Ezek 23:19" parsed="|Ezek|23|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.19" />
<sup>19</sup>Διοτι επληθυνε τας πορνειας αυτης, ανακαλουσα εις μνημην τας ημερας της νεοτητος αυτης, οτε επορνευετο εν γη Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 23:20" parsed="|Ezek|23|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.20" />
<sup>20</sup>Και παρεφρονησε δια τους εραστας αυτης, των οποιων η σαρξ ειναι σαρξ ονων και η ρευσις αυτων ρευσις ιππων.
<scripture passage="Ezek 23:21" parsed="|Ezek|23|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.21" />
<sup>21</sup>Και ενεθυμηθης την ακολασιαν της νεοτητος σου, οτε τα στηθη σου επιεζοντο υπο των Αιγυπτιων, δια τους μαστους της νεοτητος σου.
<scripture passage="Ezek 23:22" parsed="|Ezek|23|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο, Οολιβα, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω εγειρει τους εραστας σου εναντιον σου, αφ' ων η ψυχη σου απεξενωθη, και θελω φερει αυτους εναντιον σου πανταχοθεν·
<scripture passage="Ezek 23:23" parsed="|Ezek|23|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.23" />
<sup>23</sup>τους Βαβυλωνιους και παντας τους Χαλδαιους, Φεκωδ και Σωε και Κωε, παντας τους Ασσυριους μετ' αυτων· οιτινες παντες ειναι ερασμιοι νεοι, ταξιαρχοι και ηγεμονες, στραταρχαι και ονομαστοι, παντες ιππευοντες εφ' ιππων.
<scripture passage="Ezek 23:24" parsed="|Ezek|23|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.24" />
<sup>24</sup>Και θελουσιν ελθει εναντιον σου μετα αρματων, μετα αμαξων και τροχων και μετα πληθους λαων, και θελουσι θεσει κυκλω εναντιον σου θυρεους και ασπιδας και περικεφαλαιας· και θελω θεσει ενωπιον αυτων κρισιν και θελουσι σε κρινει κατα τας κρισεις αυτων.
<scripture passage="Ezek 23:25" parsed="|Ezek|23|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.25" />
<sup>25</sup>Και θελω στησει τον ζηλον μου εναντιον σου και θελουσι φερθη προς σε μετ' οργης· θελουσιν εκκοψει την μυτην σου και τα ωτα σου· και το υπολοιπον σου θελει πεσει εν μαχαιρα· ουτοι θελουσι λαβει τους υιους σου και τας θυγατερας σου· το δε υπολοιπον σου θελει καταφαγωθη υπο πυρος.
<scripture passage="Ezek 23:26" parsed="|Ezek|23|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.26" />
<sup>26</sup>Θελουσιν ετι σε εκδυσει τα ιματια σου και αφαιρεσει τους στολισμους της λαμπροτητος σου.
<scripture passage="Ezek 23:27" parsed="|Ezek|23|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.27" />
<sup>27</sup>Και θελω παυσει απο σου την ακολασιαν σου και την πορνειαν σου την εκ γης Αιγυπτου· και δεν θελεις σηκωσει τους οφθαλμους σου προς αυτους, και δεν θελεις ενθυμηθη πλεον την Αιγυπτον.
<scripture passage="Ezek 23:28" parsed="|Ezek|23|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.28" />
<sup>28</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θελω σε παραδωσει εις την χειρα εκεινων τους οποιους μισεις, εις την χειρα εκεινων αφ' ων απεξενωθη η ψυχη σου.
<scripture passage="Ezek 23:29" parsed="|Ezek|23|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.29" />
<sup>29</sup>Και θελουσι φερθη προς σε με μισος, και θελουσι λαβει παντας τους κοπους σου, και θελουσι σε εγκαταλειψει γυμνην και ασκεπαστον· και η αισχυνη της πορνειας σου θελει αποκαλυφθη και η ακολασια σου και αι πορνειαι σου.
<scripture passage="Ezek 23:30" parsed="|Ezek|23|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.30" />
<sup>30</sup>Ταυτα θελω καμει εις σε, επειδη επορνευθης κατοπιν των εθνων, επειδη εμιανθης εν τοις ειδωλοις αυτων.
<scripture passage="Ezek 23:31" parsed="|Ezek|23|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.31" />
<sup>31</sup>Εν τη οδω της αδελφης σου περιεπατησας· δια τουτο θελω δωσει εις την χειρα σου το ποτηριον αυτης.
<scripture passage="Ezek 23:32" parsed="|Ezek|23|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.32" />
<sup>32</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Το ποτηριον της αδελφης σου θελεις πιει, το βαθυ και πλατυ· θελεις εισθαι γελως και παιγνιον· το ποτηριον τουτο χωρει πολυ.
<scripture passage="Ezek 23:33" parsed="|Ezek|23|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.33" />
<sup>33</sup>Θελεις εμπλησθη απο μεθης και θλιψεως, με το ποτηριον της εκπληξεως και του αφανισμου, με το ποτηριον της αδελφης σου Σαμαρειας.
<scripture passage="Ezek 23:34" parsed="|Ezek|23|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.34" />
<sup>34</sup>Και θελεις πιει αυτο και στραγγισει, και θελεις συντριψει τα οστρακα αυτου, και θελεις διασπαραξει τα στηθη σου· διοτι εγω ελαλησα, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 23:35" parsed="|Ezek|23|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.35" />
<sup>35</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη με ελησμονησας και με απερριψας οπισω των νωτων σου, βαστασον λοιπον και συ την ακολασιαν σου και τας πορνειας σου.
<scripture passage="Ezek 23:36" parsed="|Ezek|23|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.36" />
<sup>36</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε· Υιε ανθρωπου, θελεις κρινει την Οολα και την Οολιβα; απαγγειλον λοιπον προς αυτας τα βδελυγματα αυτων·
<scripture passage="Ezek 23:37" parsed="|Ezek|23|37|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.37" />
<sup>37</sup>οτι εμοιχευοντο, και ειναι αιμα εν ταις χερσιν αυτων, και εμοιχευοντο μετα των ειδωλων αυτων, και οτι διεβιβαζον χαριν αυτων τα τεκνα αυτων, τα οποια εγεννησαν εις εμε, δια του πυρος εις καταναλωσιν.
<scripture passage="Ezek 23:38" parsed="|Ezek|23|38|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.38" />
<sup>38</sup>Επραξαν ετι τουτο εις εμε· εμιαναν τα αγια μου εν τη αυτη ημερα και εβεβηλωσαν τα σαββατα μου.
<scripture passage="Ezek 23:39" parsed="|Ezek|23|39|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.39" />
<sup>39</sup>Διοτι οτε εσφαξαν τα τεκνα αυτων εις τα ειδωλα αυτων, τοτε εισηρχοντο την αυτην ημεραν εις τα αγια μου, δια να βεβηλονωσιν αυτα· και ιδου, ουτως επραττον εν μεσω του οικου μου.
<scripture passage="Ezek 23:40" parsed="|Ezek|23|40|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.40" />
<sup>40</sup>Και προσετι ειπε οτι σεις επεμψατε προς ανδρας, δια να ελθωσι μακροθεν, προς τους οποιους εσταλη πρεσβυς, και ιδου, ηλθον· δια τους οποιους ελουσθης, βαψας τους οφθαλμους σου και εστολισθης με στολισμους.
<scripture passage="Ezek 23:41" parsed="|Ezek|23|41|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.41" />
<sup>41</sup>Και εκαθησας επι κλινης μεγαλοπρεπους και εμπροσθεν αυτης ητο τραπεζα ητοιμασμενη, εφ' ης εθεσας το θυμιαμα μου και το ελαιον μου.
<scripture passage="Ezek 23:42" parsed="|Ezek|23|42|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.42" />
<sup>42</sup>Και ησαν εν αυτη φωναι πληθους αγαλλομενου· και μετα των ανδρων του οχλου εισηγοντο Σαβαιοι εκ της ερημου, φορουντες βραχιολια επι τας χειρας αυτων και ωραιους στεφανους επι τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Ezek 23:43" parsed="|Ezek|23|43|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.43" />
<sup>43</sup>Τοτε ειπα προς την καταγηρασασαν εν μοιχειαις, Τωρα καμνουσι πορνειας μετ' αυτης και αυτη μετ' εκεινων
<scripture passage="Ezek 23:44" parsed="|Ezek|23|44|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.44" />
<sup>44</sup>και ουτοι εισηρχοντο προς αυτην, καθως εισερχονται προς γυναικα πορνην· ουτως εισηρχοντο προς την Οολα και προς την Οολιβα, τας ακολαστους γυναικας.
<scripture passage="Ezek 23:45" parsed="|Ezek|23|45|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.45" />
<sup>45</sup>Δια τουτο ανδρες δικαιοι, ουτοι θελουσι κρινει αυτας, κατα την κρισιν των μοιχαλιδων και κατα την κρισιν των εκχεουσων αιμα· επειδη ειναι μοιχαλιδες και αιμα ειναι εν ταις χερσιν αυτων.
<scripture passage="Ezek 23:46" parsed="|Ezek|23|46|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.46" />
<sup>46</sup>Οθεν ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Θελω αναβιβασει επ' αυτας οχλον και θελω παραδωσει αυτας εις ταραχην και διαρπαγην.
<scripture passage="Ezek 23:47" parsed="|Ezek|23|47|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.47" />
<sup>47</sup>Και ο οχλος θελει λιθοβολησει αυτας με λιθους και κατακοψει αυτας με τα ξιφη αυτων· θελουσι φονευσει τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων και τας οικιας αυτων θελουσι κατακαυσει εν πυρι.
<scripture passage="Ezek 23:48" parsed="|Ezek|23|48|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.48" />
<sup>48</sup>Ουτω θελω παυσει την ακολασιαν απο της γης, δια να μαθωσι πασαι αι γυναικες να μη πραττωσι κατα τας ακολασιας σας.
<scripture passage="Ezek 23:49" parsed="|Ezek|23|49|0|0" osisRef="Bible:Ezek.23.49" />
<sup>49</sup>Και θελουσιν ανταποδωσει τας ακολασιας υμων εφ' υμας, και θελετε βαστασει τας αμαρτιας των ειδωλων σας· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 24" progress="69.57%" prev="Ezek.23" next="Ezek.25" id="Ezek.24">
<h3 id="Ezek.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.24-p1">
<scripture passage="Ezek 24:1" parsed="|Ezek|24|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω εννατω ετει, τω δεκατω μηνι, τη δεκατη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 24:2" parsed="|Ezek|24|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, γραψον εις σεαυτον το ονομα της ημερας, αυτης ταυτης της ημερας· διοτι ο βασιλευς της Βαβυλωνος παρεταχθη κατα της Ιερουσαλημ εν αυτη ταυτη τη ημερα.
<scripture passage="Ezek 24:3" parsed="|Ezek|24|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.3" />
<sup>3</sup>Και προφερε παραβολην προς τον αποστατην οικον· και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Στησον τον λεβητα; στησον, και ετι χυσον υδωρ εις αυτον·
<scripture passage="Ezek 24:4" parsed="|Ezek|24|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.4" />
<sup>4</sup>συναγαγε εις αυτον τα τμηματα αυτου, παν τμημα καλον, τον μηρον και τον ωμον· γεμισον αυτον απο των εκλεκτων οστεων.
<scripture passage="Ezek 24:5" parsed="|Ezek|24|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.5" />
<sup>5</sup>Λαβε εκ των εκλεκτων του ποιμνιου και στιβασον ετι τα οστα κατω αυτου· βρασον αυτα καλως και ας εψηθωσι και αυτα τα οστα αυτου εν αυτω.
<scripture passage="Ezek 24:6" parsed="|Ezek|24|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουαι εις την πολιν των αιματων, εις τον λεβητα, του οποιου η σκωρια ειναι εν αυτω και του οποιου η σκωρια δεν εξηλθεν απ' αυτου. Εκβαλε κατα σειραν τα τμηματα αυτης· κληρος ας μη πεση επ' αυτην.
<scripture passage="Ezek 24:7" parsed="|Ezek|24|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.7" />
<sup>7</sup>Διοτι το αιμα αυτης ειναι εν μεσω αυτης· επι λειοπετραν εξεθεσεν αυτο· δεν εχυσεν αυτο επι την γην, ωστε να σκεπασθη με χωμα.
<scripture passage="Ezek 24:8" parsed="|Ezek|24|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.8" />
<sup>8</sup>Δια να καμω να αναβη θυμος εις εκτελεσιν εκδικησεως, θελω εκθεσει το αιμα αυτης επι λειοπετραν, δια να μη σκεπασθη.
<scripture passage="Ezek 24:9" parsed="|Ezek|24|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουαι εις την πολιν των αιματων· και εγω θελω μεγαλυνει την πυραν.
<scripture passage="Ezek 24:10" parsed="|Ezek|24|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.10" />
<sup>10</sup>Επισωρευσον τα ξυλα, αναψον το πυρ, καταναλωσον τα κρεατα και διαλυσον αυτα, ας καωσι και τα οστα.
<scripture passage="Ezek 24:11" parsed="|Ezek|24|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.11" />
<sup>11</sup>Τοτε στησον αυτον κενον επι τους ανθρακας αυτον, δια να πυρωθη ο χαλκος αυτου και να καη και να λυωση εν αυτω η ακαθαρσια αυτου, να καταναλωθη η σκωρια αυτου.
<scripture passage="Ezek 24:12" parsed="|Ezek|24|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.12" />
<sup>12</sup>Ματαιως εδοκιμασθη με κοπους, και η μεγαλη αυτης σκωρια δεν εξηλθεν απ' αυτης, η σκωρια αυτης εν τω πυρι.
<scripture passage="Ezek 24:13" parsed="|Ezek|24|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.13" />
<sup>13</sup>Εν τη ακαθαρσια σου υπαρχει μιαροτης· επειδη εγω σε εκαθαρισα και δεν εκαθαρισθης, δεν θελεις πλεον καθαρισθη απο της ακαθαρσιας σου, εωσου αναπαυσω τον θυμον μου επι σε.
<scripture passage="Ezek 24:14" parsed="|Ezek|24|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.14" />
<sup>14</sup>Εγω ο Κυριος ελαλησα· θελει γεινει και θελω εκτελεσει αυτο· δεν θελω στραφη οπισω και δεν θελω φεισθη και δεν θελω μεταμεληθη· κατα τας οδους σου και κατα τας πραξεις σου θελουσι σε κρινει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 24:15" parsed="|Ezek|24|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.15" />
<sup>15</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 24:16" parsed="|Ezek|24|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.16" />
<sup>16</sup>Υιε ανθρωπου, ιδου, εγω θελω αφαιρεσει απο σου δια μιας πληγης το επιθυμημα των οφθαλμων σου· και μη πενθησης και μη κλαυσης και ας μη ρευσωσι τα δακρυα σου·
<scripture passage="Ezek 24:17" parsed="|Ezek|24|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.17" />
<sup>17</sup>κρατηθητι απο στεναγμων, μη καμης πενθος νεκρων, δεσον την τιαραν σου επι την κεφαλην σου, και βαλε εις τους ποδας σου τα υποδηματα σου, και μη καλυψης τα χειλη σου, και αρτον ανδρων μη φαγης.
<scripture passage="Ezek 24:18" parsed="|Ezek|24|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.18" />
<sup>18</sup>Και ελαλησα προς τον λαον το πρωι, και το εσπερας απεθανεν η γυνη μου· και εκαμον το πρωι ως προσεταχθην.
<scripture passage="Ezek 24:19" parsed="|Ezek|24|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν ο λαος προς εμε, Δεν θελεις απαγγειλει προς υμας τι δηλουσιν εις υμας ταυτα, τα οποια καμνεις;
<scripture passage="Ezek 24:20" parsed="|Ezek|24|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.20" />
<sup>20</sup>Και απεκριθην προς αυτους, λογος Κυριου εγεινε προς εμε λεγων,
<scripture passage="Ezek 24:21" parsed="|Ezek|24|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.21" />
<sup>21</sup>Ειπε προς τον οικον Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θελω βεβηλωσει τα αγια μου, το καυχημα της δυναμεως σας, τα επιθυμηματα των οφθαλμων σας και τα περιποθητα των ψυχων σας· και οι υιοι σας και αι θυγατερες σας, οσους αφηκατε, εν ρομφαια θελουσι πεσει.
<scripture passage="Ezek 24:22" parsed="|Ezek|24|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.22" />
<sup>22</sup>Και θελετε καμει καθως εγω εκαμον· δεν θελετε καλυψει τα χειλη σας και αρτον ανδρων δεν θελετε φαγει.
<scripture passage="Ezek 24:23" parsed="|Ezek|24|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.23" />
<sup>23</sup>Και αι τιαραι σας θελουσιν εισθαι επι των κεφαλων σας και τα υποδηματα σας εις τους ποδας σας· δεν θελετε πενθησει ουδε κλαυσει· αλλα θελετε λυωσει δια τας ανομιας σας και θελετε στεναξει ο εις προς τον αλλον.
<scripture passage="Ezek 24:24" parsed="|Ezek|24|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.24" />
<sup>24</sup>Και ο Ιεζεκιηλ θελει εισθαι σημειον εις εσας· κατα παντα οσα εκαμε θελετε καμει· οταν τουτο ελθη, τοτε θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 24:25" parsed="|Ezek|24|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.25" />
<sup>25</sup>Περι δε σου, υιε ανθρωπου, εν εκεινη τη ημερα, οταν αφαιρεσω απ' αυτων την ισχυν αυτων, την χαραν της δοξης αυτων, τα επιθυμηματα των οφθαλμων αυτων και το θαρρος των ψυχων αυτων, τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων,
<scripture passage="Ezek 24:26" parsed="|Ezek|24|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.26" />
<sup>26</sup>εν τη ημερα εκεινη ο διασωθεις δεν θελει ελθει προς σε, δια να αναγγειλη ταυτα εις τα ωτα σου;
<scripture passage="Ezek 24:27" parsed="|Ezek|24|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.24.27" />
<sup>27</sup>Εν εκεινη τη ημερα το στομα σου θελει ανοιχθη προς τον διασωθεντα και θελεις λαλησει και δεν θελεις εισθαι πλεον αλαλος· και θελεις εισθαι εις αυτους σημειον· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 25" progress="69.67%" prev="Ezek.24" next="Ezek.26" id="Ezek.25">
<h3 id="Ezek.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.25-p1">
<scripture passage="Ezek 25:1" parsed="|Ezek|25|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 25:2" parsed="|Ezek|25|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι τους υιους Αμμων και προφητευσον κατ' αυτων·
<scripture passage="Ezek 25:3" parsed="|Ezek|25|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς τους υιους Αμμων, Ακουσατε τον λογον Κυριου του Θεου· ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη επιλεγεις εις τα αγια μου, Ευγε, διοτι εβεβηλωθησαν, και εις την γην του Ισραηλ, διοτι ηφανισθη, και εις τον οικον Ιουδα, διοτι υπηγαν εις αιχμαλωσιαν,
<scripture passage="Ezek 25:4" parsed="|Ezek|25|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.4" />
<sup>4</sup>δια τουτο, ιδου, θελω σε παραδωσει προς κληρονομιαν εις τους υιους της ανατολης, και θελουσι θεσει τας επαυλεις αυτων εν σοι και θελουσι καμει τας κατασκηνωσεις αυτων εν σοι· ουτοι θελουσι φαγει τους καρπους σου και ουτοι θελουσι πιει το γαλα σου.
<scripture passage="Ezek 25:5" parsed="|Ezek|25|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.5" />
<sup>5</sup>Και θελω καταστησει την Ραββα σταυλον καμηλων και την γην των υιων Αμμων μανδραν προβατων· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 25:6" parsed="|Ezek|25|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη επεκροτησας χειρας και εκτυπησας με τον ποδα και εν ολη τη περιφρονησει της καρδιας σου εχαρης κατα της γης Ισραηλ,
<scripture passage="Ezek 25:7" parsed="|Ezek|25|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.7" />
<sup>7</sup>δια τουτο, ιδου, θελω εκτεινει την χειρα μου επι σε και θελω σε παραδωσει εις διαρπαγην των εθνων και θελω σε εκκοψει απο των λαων και σε εξαφανισει απο των τοπων· θελω σε εξολοθρευσει· και θελεις γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 25:8" parsed="|Ezek|25|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.8" />
<sup>8</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ο Μωαβ και ο Σηειρ λεγουσιν, Ιδου, ο οικος Ιουδα ειναι ως παντα τα εθνη·
<scripture passage="Ezek 25:9" parsed="|Ezek|25|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.9" />
<sup>9</sup>δια τουτο, ιδου, θελω ανοιξει την πλευραν του Μωαβ απο των πολεων, απο των πολεων αυτου, απο των ακρων αυτου, την δοξαν της γης, την Βαιθ-ιεσιμωθ, Βααλ-μεων και Κιριαθαιμ,
<scripture passage="Ezek 25:10" parsed="|Ezek|25|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.10" />
<sup>10</sup>εις τους υιους της ανατολης, κατα των υιων Αμμων, και θελω παραδωσει αυτην εις κληρονομιαν, δια να μη μνημονευωνται οι υιοι Αμμων μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Ezek 25:11" parsed="|Ezek|25|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.11" />
<sup>11</sup>Και θελω εκτελεσει κρισεις επι τον Μωαβ· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 25:12" parsed="|Ezek|25|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.12" />
<sup>12</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ο Εδωμ επραξεν εκδικητικως εις τον οικον Ιουδα και εβρισε βαρεως και εξεδικηθη εναντιον αυτων,
<scripture passage="Ezek 25:13" parsed="|Ezek|25|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.13" />
<sup>13</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· θελω λοιπον εκτεινει την χειρα μου επι τον Εδωμ, και θελω εκκοψει απ' αυτου ανθρωπον και κτηνος και θελω εξαφανισει αυτον απο Θαιμαν, και θελουσι πεσει εν ρομφαια εως Δαιδαν.
<scripture passage="Ezek 25:14" parsed="|Ezek|25|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.14" />
<sup>14</sup>Και θελω ενεργησει την εκδικησιν μου επι τον Εδωμ δια χειρος τον λαου μου Ισραηλ· και θελουσι καμει εις τον Εδωμ κατα τον θυμον μου και κατα την οργην μου· και θελουσι γνωρισει την εκδικησιν μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 25:15" parsed="|Ezek|25|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη οι Φιλισταιοι εφερθησαν εκδικητικως και εκαμον εκδικησιν περιφρονουντες εκ ψυχης, ωστε να φερωσιν ολεθρον δια παλαιον μισος,
<scripture passage="Ezek 25:16" parsed="|Ezek|25|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.16" />
<sup>16</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω εκτεινει την χειρα μου επι τους Φιλισταιους και θελω εκκοψει τους Χερεθαιους και εξαφανισει το υπολοιπον των λιμενων της θαλασσης·
<scripture passage="Ezek 25:17" parsed="|Ezek|25|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.25.17" />
<sup>17</sup>και θελω καμει επ' αυτους μεγαλην εκδικησιν εν ελεγμοις θυμου· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν εκτελεσω την εκδικησιν μου επ' αυτους.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 26" progress="69.73%" prev="Ezek.25" next="Ezek.27" id="Ezek.26">
<h3 id="Ezek.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.26-p1">
<scripture passage="Ezek 26:1" parsed="|Ezek|26|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω ενδεκατω ετει, τη πρωτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 26:2" parsed="|Ezek|26|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, επειδη η Τυρος ειπε κατα της Ιερουσαλημ, Ευγε, συνετριβη η πυλη των λαων· εστραφη προς εμε· θελω γεμισθη, διοτι ηρημωθη·
<scripture passage="Ezek 26:3" parsed="|Ezek|26|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.3" />
<sup>3</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, Τυρος, και θελω επεγειρει εναντιον σου εθνη πολλα, ως επεγειρει η θαλασσα τα κυματα αυτης.
<scripture passage="Ezek 26:4" parsed="|Ezek|26|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.4" />
<sup>4</sup>Και θελουσι καταστρεψει τα τειχη της Τυρου και κατεδαφισει τους πυργους αυτης· και θελω ξυσει το χωμα αυτης απ' αυτης και καταστησει αυτην ως λειοπετραν.
<scripture passage="Ezek 26:5" parsed="|Ezek|26|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.5" />
<sup>5</sup>Θελει εισθαι δια να εξαπλονωσι δικτυα εν μεσω της θαλασσης· διοτι εγω ελαλησα, λεγει Κυριος ο Θεος· και θελει κατασταθη διαρπαγη των εθνων.
<scripture passage="Ezek 26:6" parsed="|Ezek|26|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.6" />
<sup>6</sup>Και αι κωμαι αυτης, αι εν τη πεδιαδι, θελουσιν εξολοθρευθη εν μαχαιρα· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 26:7" parsed="|Ezek|26|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θελω φερει κατα της Τυρου τον Ναβουχοδονοσορ βασιλεα της Βαβυλωνος, βασιλεα βασιλεων, απο βορρα, μεθ' ιππων και μετα αρματων και μεθ' ιππεων και συναξεως και λαου πολλου.
<scripture passage="Ezek 26:8" parsed="|Ezek|26|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.8" />
<sup>8</sup>Ουτος θελει εξολοθρευσει εν μαχαιρα τας κωμας σου εν τη πεδιαδι· και θελει εγειρει προμαχωνας εναντιον σου και θελει καμει προχωματα εναντιον σου και υψωσει κατα σου ασπιδας.
<scripture passage="Ezek 26:9" parsed="|Ezek|26|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.9" />
<sup>9</sup>Και θελει στησει τας πολεμικας μηχανας αυτου επι τα τειχη σου και με τους πελεκεις αυτου θελει καταβαλει τους πυργους σου.
<scripture passage="Ezek 26:10" parsed="|Ezek|26|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.10" />
<sup>10</sup>Απο του πληθους των ιππων αυτου ο κονιορτος αυτων θελει σε σκεπασει· τα τειχη σου θελουσι σεισθη απο του ηχου των ιππεων και των τροχων και των αμαξων, οταν εισερχωνται εις τας πυλας σου, καθως εισερχονται εις πολιν εκπορθουμενην.
<scripture passage="Ezek 26:11" parsed="|Ezek|26|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.11" />
<sup>11</sup>Με τας οπλας των ιππων αυτου θελει καταπατησει πασας τας οδους σου· τον λαον σου θελει θανατωσει εν μαχαιρα, και οι ισχυροι σου φρουροι θελουσι καταβληθη εις την γην.
<scripture passage="Ezek 26:12" parsed="|Ezek|26|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσι διαρπασει τα πλουτη σου και λαφυραγωγησει τα εμπορευματα σου· και θελουσι καταβαλει τα τειχη σου και κρημνισει τους οικους σου τους ωραιους· και θελουσι ριψει εις το μεσον των υδατων τους λιθους σου και τα ξυλα σου και το χωμα σου.
<scripture passage="Ezek 26:13" parsed="|Ezek|26|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.13" />
<sup>13</sup>Και θελω παυσει τον θορυβον των ασματων σου, και η φωνη των κιθαρων σου δεν θελει ακουσθη πλεον·
<scripture passage="Ezek 26:14" parsed="|Ezek|26|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.14" />
<sup>14</sup>και θελω σε καταστησει ως λειοπετραν· θελεις εισθαι δια να εξαπλονωσι δικτυα· δεν θελεις πλεον οικοδομηθη· διοτι εγω ο Κυριος ελαλησα, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 26:15" parsed="|Ezek|26|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς την Τυρον· δεν θελουσι σεισθη αι νησοι εις τον ηχον της πτωσεως σου, οταν οι τραυματιαι σου στεναζωσιν, οταν η σφαγη γινηται εν μεσω σου;
<scripture passage="Ezek 26:16" parsed="|Ezek|26|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.16" />
<sup>16</sup>Τοτε παντες οι ηγεμονες της θαλασσης θελουσι καταβη απο των θρονων αυτων, και θελουσιν εκβαλει τας χλαμυδας αυτων και εκδυθη τα κεντητα ιματια αυτων· θελουσιν ενδυθη τρομον· κατα γης θελουσι καθησει και τρεμει κατα πασαν στιγμην και εκπληττεσθαι δια σε.
<scripture passage="Ezek 26:17" parsed="|Ezek|26|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.17" />
<sup>17</sup>Και αναλαβοντες θρηνον δια σε θελουσι λεγει προς σε, Πως κατεστραφης, η κατοικουμενη υπο θαλασσοπορων, η περιφημος πολις, ητις ησο ισχυρα εν θαλασση, συ και οι κατοικοι σου, οιτινες διεδιδον τον τρομον αυτων εις παντας τους ενοικουντας εν αυτη.
<scripture passage="Ezek 26:18" parsed="|Ezek|26|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.18" />
<sup>18</sup>Τωρα αι νησοι θελουσι τρεμει εν τη ημερα της πτωσεως σου, ναι, αι νησοι αι εν τη θαλασση θελουσι ταραχθη εν τη αφανεια σου.
<scripture passage="Ezek 26:19" parsed="|Ezek|26|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Οταν σε καταστησω πολιν ηρημωμενην ως τας πολεις τας μη κατοικουμενας, οταν επιφερω επι σε την αβυσσον και σε σκεπασωσιν υδατα πολλα,
<scripture passage="Ezek 26:20" parsed="|Ezek|26|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.20" />
<sup>20</sup>οταν σε καταβιβασω μετα των καταβαινοντων εις λακκον, προς λαον αιωνιον, και σε θεσω εις τα κατωτατα της γης, εις τοπους ερημους απ' αιωνος, μετα των καταβαινοντων εις λακκον, δια να μη κατοικηθης, και οταν αποκαταστησω δοξαν εν τη γη των ζωντων,
<scripture passage="Ezek 26:21" parsed="|Ezek|26|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.26.21" />
<sup>21</sup>θελω σε καταστησει τρομον και δεν θελεις υπαρχει· και θελεις ζητηθη και δεν θελεις ευρεθη πλεον εις τον αιωνα, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 27" progress="69.81%" prev="Ezek.26" next="Ezek.28" id="Ezek.27">
<h3 id="Ezek.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.27-p1">
<scripture passage="Ezek 27:1" parsed="|Ezek|27|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 27:2" parsed="|Ezek|27|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.2" />
<sup>2</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνον δια την Τυρον,
<scripture passage="Ezek 27:3" parsed="|Ezek|27|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς την Τυρον την κειμενην εν τη εισοδω της θαλασσης, την εμπορευομενην μετα των λαων εν πολλαις νησοις, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Τυρος, συ ειπας, Εγω ειμαι πληρης εις το καλλος.
<scripture passage="Ezek 27:4" parsed="|Ezek|27|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.4" />
<sup>4</sup>Τα ορια σου ειναι εν τη καρδια των θαλασσων, οι οικοδομοι σου εκαμον πληρες το καλλος σου.
<scripture passage="Ezek 27:5" parsed="|Ezek|27|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.5" />
<sup>5</sup>Εκτισαν παντα τα πλευρα των πλοιων σου εξ ελατων απο Σενειρ· ελαβον κεδρους εκ του Λιβανου δια να καμωσι καταρτια εις σε.
<scripture passage="Ezek 27:6" parsed="|Ezek|27|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.6" />
<sup>6</sup>Εκ των δρυων της Βασαν εκαμον τα κωπια σου· εκαμον τα καθισματα σου εξ ελεφαντος, εν πυξω απο των νησων των Κητιαιων.
<scripture passage="Ezek 27:7" parsed="|Ezek|27|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.7" />
<sup>7</sup>Λεπτον λινον εξ Αιγυπτου κεντητον εξηπλονες εις σεαυτην δια πανια· κυανουν και πορφυρουν εκ των νησων Ελεισα ητο το επισκηνωμα σου.
<scripture passage="Ezek 27:8" parsed="|Ezek|27|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.8" />
<sup>8</sup>Οι κατοικοι της Σιδωνος και Αρβαδ ησαν οι κωπηλαται σου· οι σοφοι σου, Τυρος, οι οντες εν σοι, αυτοι ησαν οι κυβερνηται των πλοιων σου.
<scripture passage="Ezek 27:9" parsed="|Ezek|27|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.9" />
<sup>9</sup>Οι πρεσβυτεροι της Γεβαλ και οι σοφοι αυτης ησαν εν σοι οι επισκευασται των χαλασματων σου· παντα τα πλοια της θαλασσης και οι ναυται αυτων ησαν εν σοι, δια να εμπορευωνται το εμποριον σου.
<scripture passage="Ezek 27:10" parsed="|Ezek|27|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.10" />
<sup>10</sup>Περσαι και Λυδιοι και Λιβυες ησαν εν τοις στρατευμασι σου οι ανδρες σου οι πολεμισται· ασπιδας και περικεφαλαιας εκρεμων εις σε· ουτοι επεδεικνυον την μεγαλοπρεπειαν σου.
<scripture passage="Ezek 27:11" parsed="|Ezek|27|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.11" />
<sup>11</sup>Οι ανδρες της Αρβαδ μετα του στρατευματος σου ησαν κυκλω επι τα τειχη σου, και οι Γαμμαδιται επι τους πυργους σου· εκρεμων τας ασπιδας αυτων επι τα τειχη σου κυκλω· ουτοι συνεπληρουν το καλλος σου.
<scripture passage="Ezek 27:12" parsed="|Ezek|27|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.12" />
<sup>12</sup>Η Θαρσεις εμπορευετο μετα σου εις πληθος παντος πλουτου· με αργυρον, σιδηρον, κασσιτερον και μολυβδον εμπορευοντο εν ταις αγοραις σου.
<scripture passage="Ezek 27:13" parsed="|Ezek|27|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.13" />
<sup>13</sup>Ιαυαν, Θουβαλ και Μεσεχ ησαν εμποροι σου· εν τη αγορα σου εμπορευοντο ψυχας ανθρωπων και σκευη χαλκινα.
<scripture passage="Ezek 27:14" parsed="|Ezek|27|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.14" />
<sup>14</sup>Απο δε του οικου Θωγαρμα εμπορευοντο εν ταις αγοραις σου ιππους και ιππεας και ημιονους.
<scripture passage="Ezek 27:15" parsed="|Ezek|27|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.15" />
<sup>15</sup>Οι ανδρες της Δαιδαν ησαν εμποροι σου· πολλων νησων το εμποριον ητο εν τη χειρι σου· εφερον εις σε οδοντας ελεφαντων και εβενον εις ανταλλαγην.
<scripture passage="Ezek 27:16" parsed="|Ezek|27|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.16" />
<sup>16</sup>Η Συρια εμπορευετο μετα σου δια το πληθος των εργασιων σου· εδιδεν εις τας αγορας σου σμαραγδον, πορφυραν και κεντητα και βυσσον και κοραλλιον και αχατην.
<scripture passage="Ezek 27:17" parsed="|Ezek|27|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.17" />
<sup>17</sup>Ο Ιουδας και η γη Ισραηλ ησαν εμποροι σου· εδιδον εις την αγοραν σου σιτον του Μιννιθ και στακτην και μελι και ελαιον και βαλσαμον.
<scripture passage="Ezek 27:18" parsed="|Ezek|27|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.18" />
<sup>18</sup>Η Δαμασκος εμπορευετο μετα σου εις το πληθος των εργασιων σου, εις το πληθος παντος πλουτου· εις οινον της Χελβων και εις λευκα ορια.
<scripture passage="Ezek 27:19" parsed="|Ezek|27|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.19" />
<sup>19</sup>Και Δαν και Ιαυαν και Μωσελ εδιδον εις τας αγορας σου σιδηρον ειργασμενον, κασιαν και καλαμον αρωματικον· ταυτα ησαν μεταξυ των πραγματειων σου.
<scripture passage="Ezek 27:20" parsed="|Ezek|27|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.20" />
<sup>20</sup>Η Δαιδαν εμπορευετο μετα σου εις πολυτιμα υφασματα δια αμαξας.
<scripture passage="Ezek 27:21" parsed="|Ezek|27|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.21" />
<sup>21</sup>Η Αραβια και παντες οι αρχοντες Κηδαρ ησαν εμποροι σου, εμπορευομενοι μετα σου εις αρνια και κριους και τραγους.
<scripture passage="Ezek 27:22" parsed="|Ezek|27|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.22" />
<sup>22</sup>Οι εμποροι της Σαβα και Ρααμα ησαν εμποροι σου, διδοντες εις τας αγορας σου παν εξαιρετον αρωμα και παντα λιθον τιμιον και χρυσιον.
<scripture passage="Ezek 27:23" parsed="|Ezek|27|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.23" />
<sup>23</sup>Χαρραν και Χαναα και Εδεν, οι εμποροι της Σαβα, ο Ασσουρ και ο Χιλμαδ, εμπορευοντο μετα σου.
<scripture passage="Ezek 27:24" parsed="|Ezek|27|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.24" />
<sup>24</sup>Ουτοι ησαν εμποροι σου εις παν ειδος, εις κυανα ενδυματα και κεντητα και εις κιβωτια πλουσιων στολισματων, δεδεμενα με σχοινια και κατεσκευασμενα εκ κεδρου, μεταξυ των αλλων σου πραγματειων.
<scripture passage="Ezek 27:25" parsed="|Ezek|27|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.25" />
<sup>25</sup>Τα πλοια της Θαρσεις υπερειχον εις το εμποριον σου, και ησο πληρης, και εσταθης ενδοξοτατη εν τη καρδια των θαλασσων.
<scripture passage="Ezek 27:26" parsed="|Ezek|27|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.26" />
<sup>26</sup>Οι κωπηλαται σου σε εφερον εις υδατα πολλα· αλλ' ο ανεμος ο ανατολικος σε συνετριψεν εν τη καρδια των θαλασσων.
<scripture passage="Ezek 27:27" parsed="|Ezek|27|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.27" />
<sup>27</sup>Τα πλουτη σου και αι αγοραι σου, το εμποριον σου, οι ναυται σου και οι κυβερνηται σου, οι επισκευασται των πλοιων σου και οι εμπορευομενοι το εμποριον σου, και παντες οι ανδρες σου οι πολεμισται οι εν σοι και παν το αθροισμα σου το εν μεσω σου, θελουσι πεσει εν τη καρδια των θαλασσων, την ημεραν της πτωσεως σου.
<scripture passage="Ezek 27:28" parsed="|Ezek|27|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.28" />
<sup>28</sup>Τα προαστεια θελουσι σεισθη εις τον ηχον της κραυγης των κυβερνητων σου.
<scripture passage="Ezek 27:29" parsed="|Ezek|27|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.29" />
<sup>29</sup>Και παντες οι κωπηλαται, οι ναυται, παντες οι κυβερνηται της θαλασσης, θελουσι καταβη εκ των πλοιων αυτων, θελουσι σταθη επι της γης,
<scripture passage="Ezek 27:30" parsed="|Ezek|27|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.30" />
<sup>30</sup>και θελουσι κραυγασει με την φωνην αυτων επι σε, και θελουσι βοησει πικρα και ριψει χωμα επι τας κεφαλας αυτων και κατακυλισθη εν τη σποδω.
<scripture passage="Ezek 27:31" parsed="|Ezek|27|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.31" />
<sup>31</sup>Και θελουσι φαλακρωθη ολοκληρως δια σε και περιζωσθη σακκον και κλαυσει δια σε με πικριαν ψυχης, οδυρομενοι πικρως.
<scripture passage="Ezek 27:32" parsed="|Ezek|27|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.32" />
<sup>32</sup>Και εν τω οδυρμω αυτων θελουσιν αναλαβει θρηνον δια σε και θελουσι θρηνωδησει, λεγοντες περι σου, Τις ως η Τυρος, ως η καταστραφεισα εν μεσω της θαλασσης;
<scripture passage="Ezek 27:33" parsed="|Ezek|27|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.33" />
<sup>33</sup>Οτε αι πραγματειαι σου εξηρχοντο εκ των θαλασσων, εχορταινες πολλους λαους· με το πληθος του πλουτου σου και του εμποριου σου επλουτιζες τους βασιλεις της γης.
<scripture passage="Ezek 27:34" parsed="|Ezek|27|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.34" />
<sup>34</sup>Τωρα συνετριβης εν ταις θαλασσαις, εν τω βαθει των υδατων· το εμποριον σου και παν το αθροισμα σου επεσον εν μεσω σου.
<scripture passage="Ezek 27:35" parsed="|Ezek|27|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.35" />
<sup>35</sup>Παντες οι κατοικοι των νησων θελουσιν εκπλαγη δια σε και οι βασιλεις αυτων θελουσι κατατρομαξει, θελουσιν ωχριασει τα προσωπα.
<scripture passage="Ezek 27:36" parsed="|Ezek|27|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.27.36" />
<sup>36</sup>Οι εμποροι μεταξυ των εθνων θελουσι συριξει επι σε· φρικη θελεις εισθαι και δεν θελεις υπαρξει εως αιωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 28" progress="69.93%" prev="Ezek.27" next="Ezek.29" id="Ezek.28">
<h3 id="Ezek.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.28-p1">
<scripture passage="Ezek 28:1" parsed="|Ezek|28|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 28:2" parsed="|Ezek|28|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, ειπε προς τον ηγεμονα της Τυρου, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη υψωθη η καρδια σου και ειπας, Εγω ειμαι θεος, επι της καθεδρας του Θεου καθημαι, εν τη καρδια των θαλασσων· ενω εισαι ανθρωπος αλλ' ουχι Θεος· και εκαμες την καρδιαν σου ως καρδιαν Θεου·
<scripture passage="Ezek 28:3" parsed="|Ezek|28|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.3" />
<sup>3</sup>ιδου, συ εισαι σοφωτερος του Δανιηλ· ουδεν μυστηριον ειναι κεκρυμμενον απο σου·
<scripture passage="Ezek 28:4" parsed="|Ezek|28|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.4" />
<sup>4</sup>δια της σοφιας σου και δια της συνεσεως σου εκαμες εις σεαυτον δυναμιν και απεκτησας εν τοις θησαυροις σου χρυσιον και αργυριον·
<scripture passage="Ezek 28:5" parsed="|Ezek|28|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.5" />
<sup>5</sup>δια της μεγαλης σοφιας σου ηυξησας τα πλουτη σου δια του εμποριου, και η καρδια σου υψωθη δια την δυναμιν σου·
<scripture passage="Ezek 28:6" parsed="|Ezek|28|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη εκαμες την καρδιαν σου ως καρδιαν Θεου,
<scripture passage="Ezek 28:7" parsed="|Ezek|28|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.7" />
<sup>7</sup>ιδου, δια τουτο θελω φερει εναντιον σου ξενους, τους τρομερωτερους των εθνων· και θελουσιν εκσπασει τα ξιφη αυτων κατα του καλλους της σοφιας σου και θελουσι μολυνει την λαμπροτητα σου.
<scripture passage="Ezek 28:8" parsed="|Ezek|28|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.8" />
<sup>8</sup>Θελουσι σε καταβιβασει εις τον λακκον, και θελεις τελευτησει με τον θανατον των πεφονευμενων εν τη καρδια των θαλασσων.
<scripture passage="Ezek 28:9" parsed="|Ezek|28|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.9" />
<sup>9</sup>Θελεις λεγει ετι ενωπιον του φονευοντος σε, Εγω ειμαι θεος, ανθρωπος ων και ουχι θεος, εν ταις χερσι του φονευοντος σε;
<scripture passage="Ezek 28:10" parsed="|Ezek|28|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.10" />
<sup>10</sup>Θανατον απεριτμητων θελεις θανατωθη δια χειρος των ξενων· διοτι εγω ελαλησα, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 28:11" parsed="|Ezek|28|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.11" />
<sup>11</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 28:12" parsed="|Ezek|28|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.12" />
<sup>12</sup>Υιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνον επι τον βασιλεα της Τυρου και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Συ επεσφραγισας τα παντα, εισαι πληρης σοφιας και τελειος εις καλλος.
<scripture passage="Ezek 28:13" parsed="|Ezek|28|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.13" />
<sup>13</sup>Εσταθης εν Εδεμ τω παραδεισω του Θεου· ησο περιεσκεπασμενος υπο παντος λιθου τιμιου, υπο σαρδιου, τοπαζιου και αδαμαντος, βηρυλλιου, ονυχος και ιασπεως, σαπφειρου, σμαραγδου και ανθρακος και χρυσιου· η υπηρεσια των τυμπανων σου και των αυλων σου ητο ητοιμασμενη δια σε την ημεραν καθ' ην εκτισθης.
<scripture passage="Ezek 28:14" parsed="|Ezek|28|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.14" />
<sup>14</sup>Ησο χερουβ κεχρισμενον, δια να επισκιαζης· και εγω σε εστησα· ησο εν τω ορει τω αγιω του Θεου· περιεπατεις εν μεσω λιθων πυρινων.
<scripture passage="Ezek 28:15" parsed="|Ezek|28|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.15" />
<sup>15</sup>Ησο τελειος εν ταις οδοις σου αφ' ης ημερας εκτισθης, εωσου ευρεθη αδικια εν σοι.
<scripture passage="Ezek 28:16" parsed="|Ezek|28|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.16" />
<sup>16</sup>Εκ του πληθους του εμποριου σου ενεπλησαν το μεσον σου απο ανομιας και ημαρτες· δια τουτο θελω σε απορριψει ως βεβηλον απο του ορους του Θεου, και θελω σε καταστρεψει εν μεσω των πυρινων λιθων, χερουβ επισκιαζον.
<scripture passage="Ezek 28:17" parsed="|Ezek|28|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.17" />
<sup>17</sup>Η καρδια σου υψωθη δια το καλλος σου· εφθειρας την σοφιαν σου δια την λαμπροτητα σου· θελω σε ριψει κατα γης· θελω σε εκθεσει ενωπιον των βασιλεων, δια να βλεπωσιν εις σε.
<scripture passage="Ezek 28:18" parsed="|Ezek|28|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.18" />
<sup>18</sup>Εβεβηλωσας τα ιερα σου δια το πληθος των αμαρτιων σου, δια τας αδικιας του εμποριου σου· δια τουτο θελω εκβαλει πυρ εκ μεσου σου, το οποιον θελει σε καταφαγει· και θελω σε καταστησει σποδον επι της γης, ενωπιον παντων των βλεποντων σε.
<scripture passage="Ezek 28:19" parsed="|Ezek|28|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.19" />
<sup>19</sup>Παντες οι γνωριζοντες σε μεταξυ των λαων θελουσιν εκπλαγη δια σε· φρικη θελεις εισθαι και δεν θελεις υπαρξει εως αιωνος.
<scripture passage="Ezek 28:20" parsed="|Ezek|28|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.20" />
<sup>20</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 28:21" parsed="|Ezek|28|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.21" />
<sup>21</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι την Σιδωνα, και προφητευσον κατ' αυτης
<scripture passage="Ezek 28:22" parsed="|Ezek|28|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.22" />
<sup>22</sup>και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, Σιδων· και θελω δοξασθη εν μεσω σου· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν εκτελεσω κρισεις εις αυτην και αγιασθω εν αυτη.
<scripture passage="Ezek 28:23" parsed="|Ezek|28|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.23" />
<sup>23</sup>Διοτι θελω εξαποστειλει εις αυτην θανατικον και αιμα εν ταις οδοις αυτης· και οι τετραυματισμενοι θελουσι πεσει εν μεσω αυτης δια μαχαιρας ελθουσης επ' αυτην κυκλοθεν· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 28:24" parsed="|Ezek|28|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.24" />
<sup>24</sup>Και δεν θελει εισθαι πλεον εν τω οικω Ισραηλ σκολοψ πικριας και ακανθα οδυνης εκ παντων των περιξ αυτων των καταφρονουντων αυτους· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 28:25" parsed="|Ezek|28|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.25" />
<sup>25</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Οταν συναξω τον οικον Ισραηλ εκ των λαων, μεταξυ των οποιων ειναι διεσκορπισμενοι, και αγιασθω εν αυτοις ενωπιον των εθνων, τοτε θελουσι κατοικησει εν τη γη αυτων, την οποιαν εδωκα εις τον δουλον μου τον Ιακωβ.
<scripture passage="Ezek 28:26" parsed="|Ezek|28|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.28.26" />
<sup>26</sup>Και θελουσι κατοικησει εν αυτη εν ασφαλεια και θελουσιν οικοδομησει οικιας και φυτευσει αμπελωνας· ναι, θελουσι κατοικησει εν ασφαλεια, οταν εκτελεσω κρισεις επι παντας τους καταφρονησαντας αυτους κυκλοθεν αυτων· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 29" progress="70.02%" prev="Ezek.28" next="Ezek.30" id="Ezek.29">
<h3 id="Ezek.29-p0.1">Chapter 29</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.29-p1">
<scripture passage="Ezek 29:1" parsed="|Ezek|29|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δεκατω ετει τω δεκατω μηνι, τη δωδεκατη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 29:2" parsed="|Ezek|29|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι Φαραω τον βασιλεα της Αιγυπτου και προφητευσον κατ' αυτου και καθ' ολης της Αιγυπτου·
<scripture passage="Ezek 29:3" parsed="|Ezek|29|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.3" />
<sup>3</sup>λαλησον και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, Φαραω βασιλευ Αιγυπτου, μεγαλε δρακων, κοιτομενε εν μεσω των ποταμων αυτου· οστις ειπας, Ο ποταμος μου ειναι εμου και εγω εκαμον αυτον δι' εμαυτον.
<scripture passage="Ezek 29:4" parsed="|Ezek|29|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.4" />
<sup>4</sup>Και θελω βαλει αγκιστρα εις τας σιαγονας σου, και θελω προσκολλησει τους ιχθυας του ποταμου σου εις τα λεπη σου, και θελω σε ανασυρει εκ μεσου των ποταμων σου· και παντες οι ιχθυες των ποταμων σου θελουσι προσκολληθη εις τα λεπη σου.
<scripture passage="Ezek 29:5" parsed="|Ezek|29|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.5" />
<sup>5</sup>Και θελω σε εκριψει εν τη ερημω, σε και παντας τους ιχθυας των ποταμων σου· θελεις πεσει επι προσωπον της πεδιαδος· δεν θελεις συναχθη ουδε περισταλθη· εις τα θηρια της γης και εις τα πετεινα του ουρανου σε παρεδωκα εις βρωσιν·
<scripture passage="Ezek 29:6" parsed="|Ezek|29|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.6" />
<sup>6</sup>και παντες οι κατοικουντες την Αιγυπτον θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος· διοτι εσταθησαν ραβδος καλαμινη εις τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 29:7" parsed="|Ezek|29|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.7" />
<sup>7</sup>Οτε σε επιασαν με την χειρα, συνετριβης και ετρυπησας ολον τον ωμον αυτων· και οτε εστηριχθησαν επι σε, συνεθλασθης και συνεκαμψας πασας τας οσφυας αυτων.
<scripture passage="Ezek 29:8" parsed="|Ezek|29|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, θελω φερει ρομφαιαν επι σε και θελω εκκοψει απο σου ανθρωπον και κτηνος.
<scripture passage="Ezek 29:9" parsed="|Ezek|29|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.9" />
<sup>9</sup>Και η γη της Αιγυπτου θελει εισθαι θαμβος και ερημια· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος· διοτι ειπεν, Ο ποταμος ειναι εμου και εγω εκαμον αυτον.
<scripture passage="Ezek 29:10" parsed="|Ezek|29|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου και εναντιον των ποταμων σου· και θελω καμει την γην της Αιγυπτου ολως ερημον και θαμβος, απο Μιγδωλ μεχρι Συηνης και μεχρι των οριων της Αιθιοπιας.
<scripture passage="Ezek 29:11" parsed="|Ezek|29|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.11" />
<sup>11</sup>Πους ανθρωπου δεν θελει διελθει δι' αυτης ουδε πους κτηνους θελει διελθει δι' αυτης ουδε θελει κατοικηθη τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="Ezek 29:12" parsed="|Ezek|29|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.12" />
<sup>12</sup>Και θελω καμει την γην της Αιγυπτου θαμβος, εν μεσω των ηρημωμενων τοπων, και αι πολεις αυτης εν μεσω των πολεων των ηρημωμενων θελουσιν εισθαι θαμβος τεσσαρακοντα ετη· και θελω διασπειρει τους Αιγυπτιους μεταξυ των εθνων και διασκορπισει αυτους εις τους τοπους.
<scripture passage="Ezek 29:13" parsed="|Ezek|29|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.13" />
<sup>13</sup>Πλην ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εν τω τελει των τεσσαρακοντα ετων θελω συναξει τους Αιγυπτιους εκ των λαων, εις τους οποιους ησαν διεσκορπισμενοι·
<scripture passage="Ezek 29:14" parsed="|Ezek|29|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.14" />
<sup>14</sup>και θελω επαναγαγει τους αιχμαλωτους της Αιγυπτου και επιστρεψει αυτους εις την γην Παθρως, εις την γην της καταγωγης αυτων· και θελουσιν εισθαι εκει βασιλειον ποταπον.
<scripture passage="Ezek 29:15" parsed="|Ezek|29|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.15" />
<sup>15</sup>Θελει εισθαι το ποταπωτερον των βασιλειων· και δεν θελει υψωθη πλεον επι τα εθνη· διοτι θελω ελαττωσει αυτους, δια να μη δεσποζωσιν επι τα εθνη.
<scripture passage="Ezek 29:16" parsed="|Ezek|29|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.16" />
<sup>16</sup>Και δεν θελει εισθαι πλεον το θαρρος του οικου Ισραηλ, αναμιμνησκον την ανομιαν αυτων, αποβλεποντων οπισω αυτων· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 29:17" parsed="|Ezek|29|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.17" />
<sup>17</sup>Και εν τω εικοστω εβδομω ετει, τω πρωτω μηνι, τη πρωτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 29:18" parsed="|Ezek|29|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.18" />
<sup>18</sup>Υιε ανθρωπου, Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος εδουλευσε το στρατευμα αυτου δουλειαν μεγαλην κατα της Τυρου· πασα κεφαλη εφαλακρωθη και πας ωμος εξεδαρθη· μισθον ομως δια την Τυρον δεν ελαβεν ουτε αυτος ουτε το στρατευμα αυτου δια την δουλειαν, την οποιαν εδουλευσε κατ' αυτης·
<scripture passage="Ezek 29:19" parsed="|Ezek|29|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.19" />
<sup>19</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω διδω την γην της Αιγυπτου εις τον Ναβουχοδονοσορ βασιλεα της Βαβυλωνος· και θελει σηκωσει το πληθος αυτης και θελει λεηλατησει την λεηλασιαν αυτης και λαφυραγωγησει τα λαφυρα αυτης· και τουτο θελει εισθαι ο μισθος εις το στρατευμα αυτου.
<scripture passage="Ezek 29:20" parsed="|Ezek|29|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.20" />
<sup>20</sup>Εδωκα εις αυτον την γην της Αιγυπτου δια τον κοπον αυτου, με τον οποιον εδουλευσε κατ' αυτης, επειδη ηγωνισθησαν δι' εμε, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 29:21" parsed="|Ezek|29|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.29.21" />
<sup>21</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελω καμει να βλαστηση το κερας του οικου Ισραηλ, και θελω σε καμει να ανοιξης στομα εν μεσω αυτων· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 30" progress="70.11%" prev="Ezek.29" next="Ezek.31" id="Ezek.30">
<h3 id="Ezek.30-p0.1">Chapter 30</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.30-p1">
<scripture passage="Ezek 30:1" parsed="|Ezek|30|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 30:2" parsed="|Ezek|30|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, προφητευσον και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος. Ολολυζετε, Ουαι, δια την ημεραν.
<scripture passage="Ezek 30:3" parsed="|Ezek|30|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.3" />
<sup>3</sup>Διοτι πλησιον ειναι η ημερα, ναι, η ημερα του Κυριου ειναι πλησιον, ημερα νεφωδης· ο καιρος των εθνων θελει εισθαι.
<scripture passage="Ezek 30:4" parsed="|Ezek|30|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.4" />
<sup>4</sup>Και η μαχαιρα θελει ελθει, επι την Αιγυπτον και μεγας τρομος θελει εισθαι εν τη Αιθιοπια, οταν οι τετραυματισμενοι πεσωσιν εν Αιγυπτω, και θελουσι λαβει το πληθος αυτης και θελουσι καταστρεψει τα θεμελια αυτης.
<scripture passage="Ezek 30:5" parsed="|Ezek|30|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.5" />
<sup>5</sup>Αιθιοπες και Λιβυες και Λυδιοι και παντες οι συμμικτοι λαοι, και ο Χουβ και οι υιοι της συμμαχου γης, θελουσι πεσει μετ' αυτων εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 30:6" parsed="|Ezek|30|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.6" />
<sup>6</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Θελουσι πεσει και οι υποστηριζοντες την Αιγυπτον, και η υπερηφανια της δυναμεως αυτης θελει καταβληθη· απο Μιγδωλ μεχρι Συηνης θελουσι πεσει εν αυτη δια μαχαιρας, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 30:7" parsed="|Ezek|30|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.7" />
<sup>7</sup>Και θελουσιν αφανισθη εν μεσω των ηφανισμενων τοπων, και αι πολεις αυτης θελουσιν εισθαι εν μεσω των ηρημωμενων πολεων.
<scripture passage="Ezek 30:8" parsed="|Ezek|30|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.8" />
<sup>8</sup>Και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν βαλω πυρ εις την Αιγυπτον και συντριφθωσι παντες οι βοηθουντες αυτην.
<scripture passage="Ezek 30:9" parsed="|Ezek|30|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.9" />
<sup>9</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελουσιν εξελθει απ' εμου μηνυται εν πλοιοις, δια να εκπληξωσι τους αμεριμνους Αιθιοπας· και τρομος μεγας θελει επελθει επ' αυτους, καθως εν τη ημερα της Αιγυπτου· διοτι, ιδου, ερχεται.
<scripture passage="Ezek 30:10" parsed="|Ezek|30|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και θελω απολεσει το πληθος της Αιγυπτου δια χειρος του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Ezek 30:11" parsed="|Ezek|30|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.11" />
<sup>11</sup>Αυτος και ο λαος αυτου μετ' αυτου, οι τρομερωτεροι των εθνων, θελουσι φερθη δια να αφανισωσι την γην· και θελουσιν εκσπασει τας ρομφαιας αυτων κατα της Αιγυπτου και γεμισει την γην απο τετραυματισμενων.
<scripture passage="Ezek 30:12" parsed="|Ezek|30|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.12" />
<sup>12</sup>Και θελω ξηρανει τους ποταμους και παραδωσει την γην εις χειρας κακων, και θελω αφανισει την γην και το πληρωμα αυτης δια χειρος των ξενων· εγω ο Κυριος ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 30:13" parsed="|Ezek|30|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και θελω καταστρεψει τα ξοανα και εξαλειψει τα ειδωλα απο Νωφ, και δεν θελει υπαρχει πλεον αρχων εκ της γης της Αιγυπτου, και θελω εμβαλει φοβον εις την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 30:14" parsed="|Ezek|30|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.14" />
<sup>14</sup>Και θελω αφανισει την Παθρως και βαλει πυρ εις την Τανιν και εκτελεσει κρισεις εν Νω.
<scripture passage="Ezek 30:15" parsed="|Ezek|30|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.15" />
<sup>15</sup>Και θελω εκχεει τον θυμον μου επι Σιν την ισχυν της Αιγυπτου, και θελω εκκοψει το πληθος της Νω.
<scripture passage="Ezek 30:16" parsed="|Ezek|30|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.16" />
<sup>16</sup>Και θελω βαλει πυρ εις την Αιγυπτον· η Σιν θελει λαβει μεγαν τρομον και η Νω θελει διασπαραχθη και η Νωφ θελει εισθαι καθ' ημεραν εν αγωνια.
<scripture passage="Ezek 30:17" parsed="|Ezek|30|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.17" />
<sup>17</sup>Οι νεανισκοι της Αβην και της Πι-βεσεθ θελουσι πεσει εν μαχαιρα, και αυται θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Ezek 30:18" parsed="|Ezek|30|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.18" />
<sup>18</sup>Και εν Ταφνης η ημερα θελει συσκοτασει, οταν συντριψω εκει τα σκηπτρα της Αιγυπτου· και η επαρσις της δυναμεως αυτης θελει παυσει εν αυτη· ταυτην δε, νεφος θελει σκεπασει αυτην, και αι θυγατερες αυτης θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν.
<scripture passage="Ezek 30:19" parsed="|Ezek|30|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.19" />
<sup>19</sup>Και θελω εκτελεσει κρισεις επι την Αιγυπτον· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 30:20" parsed="|Ezek|30|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.20" />
<sup>20</sup>Και εν τω ενδεκατω ετει, τω πρωτω μηνι, τη εβδομη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε λεγων,
<scripture passage="Ezek 30:21" parsed="|Ezek|30|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.21" />
<sup>21</sup>Υιε ανθρωπου, συνεθλασα τον βραχιονα του Φαραω βασιλεως της Αιγυπτου· και ιδου, δεν θελει επιδεθη προς θεραπειαν, ωστε να περιτυλιξωσιν αυτον με επιδεσματα δια να δοθη εις αυτον δυναμις να κρατη μαχαιραν.
<scripture passage="Ezek 30:22" parsed="|Ezek|30|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον του Φαραω βασιλεως της Αιγυπτου και θελω συνθλασει τους βραχιονας αυτου, τον δυνατον και τον συντεθλασμενον· και θελω καμει την μαχαιραν να εκπεση απο της χειρος αυτου.
<scripture passage="Ezek 30:23" parsed="|Ezek|30|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.23" />
<sup>23</sup>Και θελω διασπειρει τους Αιγυπτιους μεταξυ των εθνων και διασκορπισει αυτους εις τους τοπους.
<scripture passage="Ezek 30:24" parsed="|Ezek|30|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.24" />
<sup>24</sup>Και θελω ενισχυσει τους βραχιονας του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελω δωσει την ρομφαιαν μου εις την χειρα αυτου, τους δε βραχιονας του Φαραω θελω συνθλασει και θελει στεναξει εμπροσθεν αυτου με στεναγμους τετραυματισμενου.
<scripture passage="Ezek 30:25" parsed="|Ezek|30|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.25" />
<sup>25</sup>Τους βραχιονας ομως του βασιλεως της Βαβυλωνος θελω ενισχυσει, οι δε βραχιονες του Φαραω θελουσι πεσει· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν δωσω την ρομφαιαν μου εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος· και θελει εκτεινει αυτην επι την γην της Αιγυπτου.
<scripture passage="Ezek 30:26" parsed="|Ezek|30|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.30.26" />
<sup>26</sup>Και θελω διασπειρει τους Αιγυπτιους μεταξυ των εθνων και διασκορπισει αυτους εις τους τοπους· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 31" progress="70.20%" prev="Ezek.30" next="Ezek.32" id="Ezek.31">
<h3 id="Ezek.31-p0.1">Chapter 31</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.31-p1">
<scripture passage="Ezek 31:1" parsed="|Ezek|31|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω ενδεκατω ετει, τω τριτω μηνι, τη πρωτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 31:2" parsed="|Ezek|31|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, ειπε προς τον Φαραω βασιλεα της Αιγυπτου και προς το πληθος αυτου· Με ποιον ωμοιωθης εν τη μεγαλειοτητι σου;
<scripture passage="Ezek 31:3" parsed="|Ezek|31|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.3" />
<sup>3</sup>Ιδου, ο Ασσυριος ητο κεδρος εν τω Λιβανω με κλαδους ωραιους, και πυκνος την σκιαν και υψηλος το μεγεθος, και η κορυφη αυτου ητο εν μεσω κλαδων πυκνων.
<scripture passage="Ezek 31:4" parsed="|Ezek|31|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.4" />
<sup>4</sup>Τα υδατα ηυξησαν αυτον, η αβυσσος υψωσεν αυτον με τους ποταμους αυτης τους ρεοντας κυκλω των φυτων αυτου, και εξεπεμπε τους ρυακας αυτης εις παντα τα δενδρα του αγρου.
<scripture passage="Ezek 31:5" parsed="|Ezek|31|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.5" />
<sup>5</sup>Οθεν το υψος εαυτου ανεβη υπερανω παντων των δενδρων του αγρου και οι κλωνοι αυτου επληθυναν και οι κλαδοι αυτου εξετανθησαν δια το πληθος των υδατων, ενω εβλαστανε.
<scripture passage="Ezek 31:6" parsed="|Ezek|31|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.6" />
<sup>6</sup>Παντα τα πετεινα του ουρανου εφωλευον εν τοις κλωνοις αυτου, και παντα τα ζωα του αγρου εγεννων υπο τους κλαδους αυτου· υπο δε την σκιαν αυτου κατωκουν παντα τα μεγαλα εθνη.
<scripture passage="Ezek 31:7" parsed="|Ezek|31|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.7" />
<sup>7</sup>Ητο λοιπον ωραιος κατα το μεγεθος αυτου και κατα την εκτασιν των κλαδων αυτου, διοτι αι ριζαι αυτου ησαν πλησιον υδατων πολλων.
<scripture passage="Ezek 31:8" parsed="|Ezek|31|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.8" />
<sup>8</sup>Αι κεδροι εν τω παραδεισω του Θεου δεν ηδυναντο να κρυψωσιν αυτον· αι ελατοι δεν εξισουντο με τους κλωνους αυτου, και αι καστανοι δεν εξισουντο με τους κλαδους αυτου· ουδεν δενδρον εν τω παραδεισω του Θεου ωμοιαζεν αυτον κατα την ωραιοτητα αυτου.
<scripture passage="Ezek 31:9" parsed="|Ezek|31|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.9" />
<sup>9</sup>Εκαμον αυτον ωραιον κατα το πληθος των κλαδων αυτου, ωστε παντα τα δενδρα της Εδεμ, τα εν τω παραδεισω του Θεου, εζηλευον αυτον.
<scripture passage="Ezek 31:10" parsed="|Ezek|31|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη υψωσας σεαυτον υψηλα, και επειδη εσηκωσε την κορυφην αυτου μεταξυ των πυκνων κλωνων και η καρδια αυτου επηρθη εις το υψος αυτου,
<scripture passage="Ezek 31:11" parsed="|Ezek|31|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.11" />
<sup>11</sup>δια τουτο παρεδωκα αυτον εις την χειρα του δυναστου των εθνων, οστις θελει φερθη αξιως προς αυτον· απεβαλον αυτον δια την ασεβειαν αυτου.
<scripture passage="Ezek 31:12" parsed="|Ezek|31|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.12" />
<sup>12</sup>Και ξενοι, οι τρομερωτεροι των εθνων, εκοψαν αυτον και εγκατελιπον αυτον· οι κλαδοι αυτου επεσον επι τα ορη και εν πασαις ταις φαραγξι και οι κλωνοι αυτου συνετριφθησαν υπο παντων των ποταμων της γης, και παντες οι λαοι της γης κατεβησαν απο της σκιας αυτου και εγκατελιπον αυτον.
<scripture passage="Ezek 31:13" parsed="|Ezek|31|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.13" />
<sup>13</sup>Επι του πτωματος αυτου θελουσιν επικαθησθαι παντα τα πετεινα του ουρανου και επι τους κλαδους αυτου θελουσιν εισθαι παντα τα ζωα του αγρου·
<scripture passage="Ezek 31:14" parsed="|Ezek|31|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.14" />
<sup>14</sup>δια να μη υψωθη εν τω υψει αυτου ουδεν εκ των δενδρων των υδατων μηδε να σηκωσωσι την κορυφην αυτων μεταξυ των πυκνων κλαδων, και εκ παντων των πινοντων υδωρ, ουδεν εκ τουτων να μη στεκηται εν τω υψει αυτου· διοτι παντα παρεδοθησαν εις τον θανατον, εις τα κατωτατα της γης, εν μεσω των υιων των ανθρωπων, μετα των καταβαινοντων εις λακκον.
<scripture passage="Ezek 31:15" parsed="|Ezek|31|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.15" />
<sup>15</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Καθ' ην ημεραν κατεβη εις τον αδην, εκαμον να γεινη πενθος· εσκεπασα την αβυσσον δι' αυτον και εμποδισα τους ποταμους αυτης και τα μεγαλα υδατα εκρατηθησαν· και εκαμον να πενθηση ο Λιβανος δι' αυτον και παντα τα δενδρα του αγρου εμαρανθησαν δι' αυτον.
<scripture passage="Ezek 31:16" parsed="|Ezek|31|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.16" />
<sup>16</sup>Εκαμον τα εθνη να σεισθωσιν εις τον ηχον της πτωσεως αυτου, οτε κατεβιβασα αυτον εις τον αδην μετα των καταβαινοντων εις λακκον· και παντα τα δενδρα της Εδεμ, τα εκλεκτα και τα καλα του Λιβανου, παντα τα πινοντα υδωρ, παρηγορηθησαν εν τοις κατωτατοις της γης.
<scripture passage="Ezek 31:17" parsed="|Ezek|31|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.17" />
<sup>17</sup>Και αυτοι οτι κατεβησαν εις τον αδην μετ' αυτου, προς τους τεθανατωμενους εν μαχαιρα· και οσοι ησαν ο βραχιων αυτου, οι κατοικουντες υπο την σκιαν αυτου εν μεσω των εθνων.
<scripture passage="Ezek 31:18" parsed="|Ezek|31|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.31.18" />
<sup>18</sup>Με ποιον ωμοιωθης ουτως εν τη δοξη και εν τη μεγαλειοτητι, μεταξυ των δενδρων της Εδεμ; θελεις ομως καταβιβασθη μετα των δενδρων της Εδεμ εις τα κατωτατα της γης· θελεις κοιτεσθαι εν μεσω των απεριτμητων μετα των τεθανατωμενων εν μαχαιρα· ουτος ειναι ο Φαραω και απαν το πληθος αυτου, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 32" progress="70.28%" prev="Ezek.31" next="Ezek.33" id="Ezek.32">
<h3 id="Ezek.32-p0.1">Chapter 32</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.32-p1">
<scripture passage="Ezek 32:1" parsed="|Ezek|32|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω δωδεκατω ετει, τω δωδεκατω μηνι, τη πρωτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 32:2" parsed="|Ezek|32|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνον επι τον Φαραω βασιλεα της Αιγυπτου και ειπε προς αυτον, Ωμοιωθης με σκυμνον λεοντος μεταξυ των εθνων και εισαι ως δρακων εν ταις θαλασσαις· και εφωρμησας εις τους ποταμους σου και εταραττες τα υδατα με τους ποδας σου και κατεπατεις τους ποταμους αυτων.
<scripture passage="Ezek 32:3" parsed="|Ezek|32|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· δια τουτο θελω εξαπλωσει το δικτυον μου επι σε με αθροισμα πολλων λαων, και θελουσι σε ανασυρει εν τη σαγηνη μου.
<scripture passage="Ezek 32:4" parsed="|Ezek|32|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.4" />
<sup>4</sup>Και θελω σε εγκαταλειψει εν τη γη, θελω σε εκριψει επι το προσωπον της πεδιαδος, και θελω επικαθισει επι σε παντα τα πετεινα του ουρανου και χορτασει απο σου τα θηρια πασης της γης.
<scripture passage="Ezek 32:5" parsed="|Ezek|32|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.5" />
<sup>5</sup>Και θελω εκθεσει τας σαρκας σου επι τα ορη, και εμπλησει τας κοιλαδας απο των σωρων του πτωματος σου.
<scripture passage="Ezek 32:6" parsed="|Ezek|32|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.6" />
<sup>6</sup>Και την γην, οπου πλεεις, θελω ποτισει με το αιμα σου εως των ορεων· και οι ποταμοι θελουσιν εμπλησθη απο σου.
<scripture passage="Ezek 32:7" parsed="|Ezek|32|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.7" />
<sup>7</sup>Και οταν σε αποσβεσω, θελω περικαλυψει τον ουρανον και συσκοτασει τους αστερας αυτου· θελω περικαλυψει εν νεφελη τον ηλιον και σεληνη δεν θελει φεγγει το φως αυτης.
<scripture passage="Ezek 32:8" parsed="|Ezek|32|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.8" />
<sup>8</sup>Παντας τους λαμπρους φωστηρας του ουρανου θελω συσκοτασει επι σε, και θελω επιβαλει σκοτος επι την γην σου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 32:9" parsed="|Ezek|32|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.9" />
<sup>9</sup>Και θελω καμει να φριξη η καρδια πολλων λαων, οταν φερω τον συντριμμον σου μεταξυ των εθνων, εις τοπους τους οποιους δεν εγνωρισας.
<scripture passage="Ezek 32:10" parsed="|Ezek|32|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.10" />
<sup>10</sup>Και θελω καμει πολλους λαους να εκπλαγωσι δια σε και οι βασιλεις αυτων θελουσι φριξει σφοδρα δια σε, οταν διασεισω την ρομφαιαν μου ενωπιον αυτων· και θελουσι τρεμει κατα πασαν στιγμην, εκαστος δια την ζωην αυτου, εν τη ημερα της πτωσεως σου.
<scripture passage="Ezek 32:11" parsed="|Ezek|32|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Η ρομφαια του βασιλεως της Βαβυλωνος θελει ελθει επι σε.
<scripture passage="Ezek 32:12" parsed="|Ezek|32|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.12" />
<sup>12</sup>Εν μαχαιραις ισχυρων θελω καταβαλει το πληθος σου· παντες ουτοι ειναι οι τρομερωτεροι των εθνων· και θελουσι πορθησει την επαρσιν της Αιγυπτου και απαν το πληθος αυτης θελει καταστραφη.
<scripture passage="Ezek 32:13" parsed="|Ezek|32|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.13" />
<sup>13</sup>Και θελω εξαφανισει παντα τα κτηνη αυτης απο πλησιον υδατων πολλων, και δεν θελει πλεον ταραξει αυτα πους ανθρωπου και ιχνος κτηνους δεν θελει ταραξει αυτα.
<scripture passage="Ezek 32:14" parsed="|Ezek|32|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.14" />
<sup>14</sup>Τοτε θελω ησυχασει τα υδατα αυτων και καμει τους ποταμους αυτων να ρεωσιν ως ελαιον, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 32:15" parsed="|Ezek|32|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.15" />
<sup>15</sup>Οταν καμω την γην της Αιγυπτου θαμβος, και ερημωθη η γη απο του πληρωματος αυτης, οταν παταξω παντας τους κατοικουντας εν αυτη, τοτε θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 32:16" parsed="|Ezek|32|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.16" />
<sup>16</sup>Ουτος ειναι ο θρηνος, με τον οποιον θελουσι θρηνησει αυτην· αι θυγατερες των εθνων θελουσι θρηνησει αυτην· θελουσι θρηνησει δια την Αιγυπτον και δι' απαν το πληθος αυτης, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 32:17" parsed="|Ezek|32|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.17" />
<sup>17</sup>Και εν τω δωδεκατω ετει τη δεκατη πεμπτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 32:18" parsed="|Ezek|32|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.18" />
<sup>18</sup>Υιε ανθρωπου, θρηνησον δια το πληθος της Αιγυπτου και καταβιβασον αυτους, αυτην και τας θυγατερας των ισχυρων εθνων, εις τα κατωτατα της γης, μετα των καταβαινοντων εις λακκον.
<scripture passage="Ezek 32:19" parsed="|Ezek|32|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.19" />
<sup>19</sup>Τινος εισαι ωραιοτερα; καταβηθι και κοιτου μετα των απεριτμητων.
<scripture passage="Ezek 32:20" parsed="|Ezek|32|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.20" />
<sup>20</sup>Θελουσι πεσει εν μεσω των τεθανατωμενων εν μαχαιρα· εις την μαχαιραν παρεδοθη αυτη· συρετε αυτην και παντα τα πληθη αυτης.
<scripture passage="Ezek 32:21" parsed="|Ezek|32|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.21" />
<sup>21</sup>Οι ισχυροτεροι μεταξυ των δυνατων θελουσι λαλησει προς αυτον εκ μεσου του αδου μετα των βοηθουντων αυτον· κατεβησαν, κοιτονται απεριτμητοι, τεθανατωμενοι εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 32:22" parsed="|Ezek|32|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.22" />
<sup>22</sup>Εκει ειναι ο Ασσουρ και απαν το αθροισμα αυτου· οι ταφοι αυτου ειναι κυκλω αυτου· παντες ουτοι τεθανατωμενοι, πεπτωκοτες εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 32:23" parsed="|Ezek|32|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.23" />
<sup>23</sup>Διοτι οι ταφοι αυτου ειναι τεθειμενοι εις τα βαθη του λακκου και το αθροισμα αυτου κυκλω του ταφου αυτου· παντες ουτοι τεθανατωμενοι, πεπτωκοτες εν μαχαιρα, οιτινες διεδιδον τρομον εις την γην των ζωντων.
<scripture passage="Ezek 32:24" parsed="|Ezek|32|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.24" />
<sup>24</sup>Εκει ειναι ο Ελαμ και απαν το πληθος αυτου κυκλω του ταφου αυτου· παντες ουτοι τεθανατωμενοι, πεπτωκοτες εν μαχαιρα, καταβαντες απεριτμητοι εις τα κατωτατα της γης, οιτινες διεδιδον τον τρομον αυτων εις την γην των ζωντων· και ελαβον την καταισχυνην αυτων μετα των καταβαινοντων εις λακκον.
<scripture passage="Ezek 32:25" parsed="|Ezek|32|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.25" />
<sup>25</sup>Εθεσαν εις αυτον κλινην μετα παντος του πληθους αυτου εν μεσω των τεθανατωμενων· οι ταφοι αυτου ειναι κυκλω αυτου· παντες ουτοι απεριτμητοι, τεθανατωμενοι εν μαχαιρα, αν και διεδοθη ο τρομος αυτων εις την γην των ζωντων· και ελαβον την καταισχυνην αυτων μετα των καταβαινοντων εις λακκον· ετεθη εν μεσω των τεθανατωμενων.
<scripture passage="Ezek 32:26" parsed="|Ezek|32|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.26" />
<sup>26</sup>Εκει ειναι ο Μεσεχ, ο Θουβαλ και απαν το πληθος αυτου· οι ταφοι αυτου ειναι κυκλω αυτου· παντες ουτοι απεριτμητοι, τεθανατωμενοι εν μαχαιρα, αν και διεδωκαν τον τρομον αυτων εις την γην των ζωντων.
<scripture passage="Ezek 32:27" parsed="|Ezek|32|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.27" />
<sup>27</sup>Πλην δεν κοιτονται μετα των πεσοντων ισχυρων εκ των απεριτμητων, οιτινες κατεβησαν εις τον αδην μετα των πολεμικων αυτων οπλων· και εθεσαν τας μαχαιρας αυτων υπο τας κεφαλας αυτων· αλλ' αι ανομιαι αυτων θελουσιν εισθαι επι τα οστα αυτων, αν και ησαν τρομος των ισχυρων εν τη γη των ζωντων.
<scripture passage="Ezek 32:28" parsed="|Ezek|32|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.28" />
<sup>28</sup>Ναι, συ θελεις συντριφθη εν μεσω των απεριτμητων, και θελεις κοιτεσθαι μετα των τεθανατωμενων εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 32:29" parsed="|Ezek|32|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.29" />
<sup>29</sup>Εκει ειναι ο Εδωμ, οι βασιλεις αυτου και παντες οι ηγεμονες αυτου, οιτινες μετα της δυναμεως αυτων ετεθησαν μεταξυ των τεθανατωμενων εν μαχαιρα· ουτοι θελουσι κοιτεσθαι μετα των απεριτμητων και μετα των καταβαινοντων εις λακκον.
<scripture passage="Ezek 32:30" parsed="|Ezek|32|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.30" />
<sup>30</sup>Εκει ειναι οι ηγεμονες του βορρα, παντες ουτοι, και παντες οι Σιδωνιοι, οιτινες κατεβησαν μετα των τεθανατωμενων, εν τω τρομω αυτων, κατησχυμμενοι εν τη δυναμει αυτων· και κοιτονται απεριτμητοι μετα των τεθανατωμενων εν μαχαιρα, και ελαβον την καταισχυνην αυτων μετα των καταβαινοντων εις λακκον.
<scripture passage="Ezek 32:31" parsed="|Ezek|32|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.31" />
<sup>31</sup>Ο Φαραω θελει ιδει αυτους και παρηγορηθη δι' απαν το πληθος αυτου, ο Φαραω και απαν το στρατευμα αυτου, οι τεθανατωμενοι εν μαχαιρα, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 32:32" parsed="|Ezek|32|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.32.32" />
<sup>32</sup>Διοτι εδωκα τον τρομον μου εις την γην των ζωντων· και θελει κοιτεσθαι εν μεσω των απεριτμητων μετα των τεθανατωμενων εν μαχαιρα· ο Φαραω και απαν το πληθος αυτου, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 33" progress="70.41%" prev="Ezek.32" next="Ezek.34" id="Ezek.33">
<h3 id="Ezek.33-p0.1">Chapter 33</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.33-p1">
<scripture passage="Ezek 33:1" parsed="|Ezek|33|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 33:2" parsed="|Ezek|33|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, λαλησον προς τους υιους του λαου σου και ειπε προς αυτους· Οταν επιφερω την ρομφαιαν επι γην τινα και ο λαος της γης λαβη ανθρωπον τινα εκ μεσου αυτου και θεσωσιν αυτον φυλακα εις εαυτους,
<scripture passage="Ezek 33:3" parsed="|Ezek|33|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.3" />
<sup>3</sup>και αυτος, ιδων την ρομφαιαν επερχομενην επι την γην, σαλπιση εν σαλπιγγι και σημανη εις τον λαον,
<scripture passage="Ezek 33:4" parsed="|Ezek|33|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.4" />
<sup>4</sup>τοτε οστις ακουση την φωνην της σαλπιγγος και δεν φυλαχθη, εαν η ρομφαια ελθουσα καταλαβη αυτον, το αιμα αυτου θελει εισθαι επι την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="Ezek 33:5" parsed="|Ezek|33|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.5" />
<sup>5</sup>Ηκουσε την φωνην της σαλπιγγος και δεν εφυλαχθη· το αιμα αυτου θελει εισθαι επ' αυτον. Οστις ομως φυλαχθη, θελει διασωσει την ζωην αυτου.
<scripture passage="Ezek 33:6" parsed="|Ezek|33|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' εαν ο φυλαξ, ιδων την ρομφαιαν επερχομενην, δεν σαλπιση εν τη σαλπιγγι και ο λαος δεν φυλαχθη, η δε ρομφαια ελθουσα καταλαβη τινα εξ αυτων, ουτος μεν κατεληφθη δια την ανομιαν αυτου, πλην το αιμα αυτου θελω εκζητησει εκ της χειρος του φυλακος.
<scripture passage="Ezek 33:7" parsed="|Ezek|33|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.7" />
<sup>7</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, εγω σε εθεσα φυλακα επι τον οικον Ισραηλ· ακουσον λοιπον λογον εκ του στοματος μου και νουθετησον αυτους παρ' εμου·
<scripture passage="Ezek 33:8" parsed="|Ezek|33|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.8" />
<sup>8</sup>Οταν λεγω εις τον ανομον, Ανομε, θελεις εξαπαντος θανατωθη· και συ δεν λαλησης δια να αποτρεψης τον ανομον απο της οδου αυτου, εκεινος μεν ο ανομος θελει αποθανει εν τη ανομια αυτου, πλην εκ της χειρος σου θελω εκζητησει το αιμα αυτου.
<scripture passage="Ezek 33:9" parsed="|Ezek|33|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' εαν συ αποτρεπης τον ανομον απο της οδου αυτου δια να επιστρεψη απ' αυτης, και δεν επιστρεψη απο της οδου αυτου, εκεινος μεν θελει αποθανει εν τη ανομια αυτου, συ δε ηλευθερωσας την ψυχην σου.
<scripture passage="Ezek 33:10" parsed="|Ezek|33|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο, συ, υιε ανθρωπου, ειπε προς τον οικον Ισραηλ· Ουτω σεις ελαλησατε, λεγοντες, Εαν αι παραβασεις ημων και αι αμαρτιαι ημων ηναι εφ' ημας, και ημεις ειμεθα απωλεσμενοι δι' αυτας, πως θελομεν ζησει;
<scripture passage="Ezek 33:11" parsed="|Ezek|33|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.11" />
<sup>11</sup>Ειπε προς αυτους· Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, δεν θελω τον θανατον του αμαρτωλου, αλλα να επιστρεψη ο ασεβης απο της οδου αυτου και να ζη· επιστρεψατε, επιστρεψατε απο των οδων υμων των πονηρων· δια τι να αποθανητε, οικος Ισραηλ;
<scripture passage="Ezek 33:12" parsed="|Ezek|33|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο συ, υιε ανθρωπου, ειπε προς τους υιους του λαου σου, Η δικαιοσυνη του δικαιου δεν θελει ελευθερωσει αυτον εν τη ημερα της παραβασεως αυτου, και ο ασεβης δεν θελει πεσει δια την ασεβειαν αυτου, καθ' ην ημεραν επιστρεψη απο της ασεβειας αυτου, και ο δικαιος δεν θελει δυνηθη να ζηση δια την δικαιοσυνην αυτου, καθ' ην ημεραν αμαρτηση.
<scripture passage="Ezek 33:13" parsed="|Ezek|33|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.13" />
<sup>13</sup>Οταν ειπω προς τον δικαιον οτι θελει εξαπαντος ζησει, και αυτος θαρρων εις την δικαιοσυνην αυτου πραξη αδικιαν, απασα η δικαιοσυνη αυτου δεν θελει μνημονευθη· και εν τη αδικια αυτου την οποιαν επραξεν, εν αυτη θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 33:14" parsed="|Ezek|33|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.14" />
<sup>14</sup>Και οταν λεγω προς τον ασεβη, Εξαπαντος θελεις αποθανει, ο δε επιστρεψας απο της αμαρτιας αυτου πραξη κρισιν και δικαιοσυνην,
<scripture passage="Ezek 33:15" parsed="|Ezek|33|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.15" />
<sup>15</sup>αποδωση το ενεχυρον ο ασεβης, επιστρεψη το ηρπαγμενον, περιπατη εν τοις διαταγμασι της ζωης μη πραττων αδικιαν, θελει εξαπαντος ζησει, δεν θελει αποθανει·
<scripture passage="Ezek 33:16" parsed="|Ezek|33|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.16" />
<sup>16</sup>πασαι αι αμαρτιαι αυτου, τας οποιας ημαρτησε, δεν θελουσι πλεον μνημονευθη εις αυτον· εκαμε κρισιν και δικαιοσυνην· θελει εξαπαντος ζησει.
<scripture passage="Ezek 33:17" parsed="|Ezek|33|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.17" />
<sup>17</sup>Οι υιοι ομως του λαου σου λεγουσιν, Η οδος του Κυριου δεν ειναι ευθεια. Αλλα τουτων αυτων η οδος δεν ειναι ευθεια.
<scripture passage="Ezek 33:18" parsed="|Ezek|33|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.18" />
<sup>18</sup>Οταν ο δικαιος επιστρεψη απο της δικαιοσυνης αυτου και πραξη αδικιαν, δια τουτο μαλιστα θελει αποθανει.
<scripture passage="Ezek 33:19" parsed="|Ezek|33|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.19" />
<sup>19</sup>Και οταν ο ανομος επιστρεψη απο της ανομιας αυτου και πραξη κρισιν και δικαιοσυνην, αυτος θελει ζησει δια τουτο.
<scripture passage="Ezek 33:20" parsed="|Ezek|33|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.20" />
<sup>20</sup>Σεις ομως λεγετε, Η οδος του Κυριου δεν ειναι ευθεια· οικος Ισραηλ, θελω σας κρινει εκαστον κατα τας οδους αυτου.
<scripture passage="Ezek 33:21" parsed="|Ezek|33|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.21" />
<sup>21</sup>Και εν τω δωδεκατω ετει της αιχμαλωσιας ημων, τω δεκατω μηνι, τη πεμπτη του μηνος, ηλθε προς εμε διασεσωσμενος τις εξ Ιερουσαλημ, λεγων, Ηλωθη η πολις.
<scripture passage="Ezek 33:22" parsed="|Ezek|33|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.22" />
<sup>22</sup>Και η χειρ του Κυριου εσταθη επ' εμε το εσπερας πριν ελθη ο διασεσωσμενος, και ηνοιξε το στομα μου εωσου ηλθε προς εμε το πρωι· και ανοιχθεντος του στοματος μου δεν εσιωπησα πλεον.
<scripture passage="Ezek 33:23" parsed="|Ezek|33|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.23" />
<sup>23</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 33:24" parsed="|Ezek|33|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.24" />
<sup>24</sup>Υιε ανθρωπου, οι κατοικουντες εκεινας τας ερημωσεις εν τη γη Ισραηλ λαλουσι, λεγοντες, Εις ητο ο Αβρααμ και εκληρονομησε την γην· ημεις δε ειμεθα πολλοι· εις ημας εδοθη η γη δια κληρονομιαν.
<scripture passage="Ezek 33:25" parsed="|Ezek|33|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· σεις τρωγετε κρεας εν αιματι και σηκονετε τους οφθαλμους σας προς τα ειδωλα σας και χυνετε αιμα, και θελετε κληρονομησει την γην;
<scripture passage="Ezek 33:26" parsed="|Ezek|33|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.26" />
<sup>26</sup>Σεις στηριζεσθε επι την ρομφαιαν σας, εργαζεσθε βδελυγματα και μιαινετε εκαστος την γυναικα του πλησιον αυτου, και θελετε κληρονομησει την γην;
<scripture passage="Ezek 33:27" parsed="|Ezek|33|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.27" />
<sup>27</sup>Ειπε ουτω προς αυτους· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ζω εγω, οι εν ταις ερημωσεσι θελουσιν εξαπαντος πεσει εν μαχαιρα, και τον επι το προσωπον της πεδιαδος, θελω παραδωσει αυτον εις τα θηρια δια να καταφαγωσιν αυτον, οι δε εν τοις φρουριοις και εν τοις σπηλαιοις θελουσιν αποθανει υπο θανατικου.
<scripture passage="Ezek 33:28" parsed="|Ezek|33|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.28" />
<sup>28</sup>Διοτι θελω παραδωσει εις ολεθρον και ερημωσιν την γην, και η επαρσις της δυναμεως αυτης θελει καταβληθη, και τα ορη του Ισραηλ θελουσιν ερημωθη, ωστε να μη υπαρχη ο διαβαινων.
<scripture passage="Ezek 33:29" parsed="|Ezek|33|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.29" />
<sup>29</sup>Και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν παραδωσω εις ολεθρον και ερημωσιν την γην, δια παντα τα βδελυγματα αυτων τα οποια επραξαν.
<scripture passage="Ezek 33:30" parsed="|Ezek|33|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.30" />
<sup>30</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, οι υιοι του λαου σου λαλουσιν εναντιον σου παρα τα τειχη και εν ταις θυραις των οικιων, και λαλουσι προς αλληλους, εκαστος προς τον αδελφον αυτου, λεγοντες, Ελθετε λοιπον και ακουσατε τις ο λογος ο εξερχομενος παρα Κυριου.
<scripture passage="Ezek 33:31" parsed="|Ezek|33|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.31" />
<sup>31</sup>Και ερχονται προς σε, καθως συναγεται ο λαος, και καθηται εμπροσθεν σου ο λαος μου και ακουουσι τους λογους σου, αλλα δεν καμνουσιν αυτους· διοτι εν τω στοματι αυτων δεικνυουσι πολλην αγαπην, η καρδια ομως αυτων υπαγει κατοπιν της αισχροκερδειας αυτων.
<scripture passage="Ezek 33:32" parsed="|Ezek|33|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.32" />
<sup>32</sup>Και ιδου, συ εισαι προς αυτους ως ερωτικον ασμα ανθρωπου ηδυφωνου και παιζοντος οργανα καλως, διοτι ακουουσι τους λογους σου αλλα δεν καμνουσιν αυτους.
<scripture passage="Ezek 33:33" parsed="|Ezek|33|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.33.33" />
<sup>33</sup>Πλην οταν ελθη τουτο, και ιδου, ερχεται, τοτε θελουσι γνωρισει οτι εσταθη προφητης εν μεσω αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 34" progress="70.55%" prev="Ezek.33" next="Ezek.35" id="Ezek.34">
<h3 id="Ezek.34-p0.1">Chapter 34</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.34-p1">
<scripture passage="Ezek 34:1" parsed="|Ezek|34|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 34:2" parsed="|Ezek|34|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, προφητευσον επι τους ποιμενας του Ισραηλ· προφητευσον και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς τους ποιμενας· Ουαι εις τους ποιμενας του Ισραηλ, οιτινες βοσκουσιν εαυτους· οι ποιμενες δεν βοσκουσι τα ποιμνια;
<scripture passage="Ezek 34:3" parsed="|Ezek|34|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.3" />
<sup>3</sup>Σεις τρωγετε το παχος και ενδυεσθε το μαλλιον, σφαζετε τα παχεα· δεν βοσκετε τα ποιμνια.
<scripture passage="Ezek 34:4" parsed="|Ezek|34|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.4" />
<sup>4</sup>Δεν ενισχυσατε το ασθενες και δεν ιατρευσατε το κακως εχον και δεν εκαμετε επιδεσμα εις το συντετριμμενον και δεν επανεφερατε το πεπλανημενον και δεν εζητησατε το απολωλος· αλλα εν βια και εν σκληροτητι εδεσποζετε επ' αυτα.
<scripture passage="Ezek 34:5" parsed="|Ezek|34|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.5" />
<sup>5</sup>Και διεσκορπισθησαν, επειδη δεν υπηρχε ποιμην, και εγειναν καταβρωμα εις παντα τα θηρια του αγρου και διεσκορπισθησαν.
<scripture passage="Ezek 34:6" parsed="|Ezek|34|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.6" />
<sup>6</sup>Τα προβατα μου περιεπλανωντο επι παν ορος και επι παντα λοφον υψηλον, και επι παν το προσωπον της γης ησαν διεσκορπισμενα τα προβατα μου, και δεν υπηρχεν ο ερευνων ουδε ο ζητων.
<scripture passage="Ezek 34:7" parsed="|Ezek|34|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο, ακουσατε, ποιμενες, τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Ezek 34:8" parsed="|Ezek|34|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.8" />
<sup>8</sup>Ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, εξαπαντος, επειδη τα προβατα μου εγειναν λαφυρον και τα προβατα μου εγειναν καταβρωμα παντων των θηριων του αγρου δι' ελλειψιν ποιμενος, και δεν εζητησαν οι ποιμενες μου τα προβατα μου αλλ' οι ποιμενες εβοσκησαν εαυτους και δεν εβοσκησαν τα προβατα μου,
<scripture passage="Ezek 34:9" parsed="|Ezek|34|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.9" />
<sup>9</sup>δια τουτο, ακουσατε, ποιμενες, τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Ezek 34:10" parsed="|Ezek|34|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον των ποιμενων, και θελω εκζητησει τα προβατα μου εκ της χειρος αυτων και θελω παυσει αυτους απο του να ποιμαινωσι τα προβατα· και δεν θελουσι πλεον βοσκει εαυτους οι ποιμενες, διοτι θελω ελευθερωσει εκ του στοματος αυτων τα προβατα μου και δεν θελουσιν εισθαι καταβρωμα εις αυτους.
<scripture passage="Ezek 34:11" parsed="|Ezek|34|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω, εγω θελω και αναζητησει τα προβατα μου και επισκεφθη αυτα.
<scripture passage="Ezek 34:12" parsed="|Ezek|34|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.12" />
<sup>12</sup>Καθως ο ποιμην επισκεπτεται το ποιμνιον αυτου, καθ' ην ημεραν ευρισκεται εν μεσω των προβατων αυτου διεσκορπισμενων, ουτω θελω επισκεφθη τα προβατα μου και θελω ελευθερωσει αυτα εκ παντων των τοπων, οπου ησαν διεσκορπισμενα, εν ημερα νεφωδει και ζοφερα.
<scripture passage="Ezek 34:13" parsed="|Ezek|34|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.13" />
<sup>13</sup>Και θελω εξαγαγει αυτα εκ των λαων και συναξει αυτα εκ των τοπων και φερει αυτα εις την γην αυτων και βοσκησει αυτα επι τα ορη του Ισραηλ, πλησιον των ποταμων και επι παντα τα κατοικουμενα της γης.
<scripture passage="Ezek 34:14" parsed="|Ezek|34|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.14" />
<sup>14</sup>Θελω βοσκησει αυτα εν αγαθη νομη, και η μανδρα αυτων θελει εισθαι επι των υψηλων ορεων του Ισραηλ· εκει θελουσιν αναπαυεσθαι εν μανδρα καλη, και θελουσι βοσκεσθαι εν παχεια νομη επι των ορεων του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 34:15" parsed="|Ezek|34|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.15" />
<sup>15</sup>Εγω θελω βοσκησει τα προβατα μου και εγω θελω αναπαυσει αυτα, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 34:16" parsed="|Ezek|34|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.16" />
<sup>16</sup>Θελω εκζητησει το απολωλος και επαναφερει το πεπλανημενον και επιδεσει το συντετριμμενον και ενισχυσει το ασθενες· το παχυ ομως και το ισχυρον θελω καταστρεψει· εν δικαιοσυνη θελω βοσκησει αυτα.
<scripture passage="Ezek 34:17" parsed="|Ezek|34|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.17" />
<sup>17</sup>Και περι υμων, ποιμνιον μου, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω κρινει αναμεσον προβατου και προβατου, αναμεσον κριων και τραγων.
<scripture passage="Ezek 34:18" parsed="|Ezek|34|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.18" />
<sup>18</sup>Μικρον ειναι εις εσας, οτι εβοσκησατε την καλην βοσκην, το δε επιλοιπον της βοσκης σας κατεπατειτε με τους ποδας σας; και οτι επινετε καθαρον υδωρ, το δε επιλοιπον εταραττετε με τους ποδας σας;
<scripture passage="Ezek 34:19" parsed="|Ezek|34|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.19" />
<sup>19</sup>τα δε προβατα μου εβοσκον το καταπεπατημενον με τους ποδας σας και επινον το τεταραγμενον με τους ποδας σας.
<scripture passage="Ezek 34:20" parsed="|Ezek|34|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.20" />
<sup>20</sup>Δια τουτο ουτω λεγει προς αυτα Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω, εγω θελω η κρινει αναμεσον προβατου παχεος και αναμεσον προβατου ισχνου.
<scripture passage="Ezek 34:21" parsed="|Ezek|34|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.21" />
<sup>21</sup>Επειδη απωθειτε με πλευρα και με ωμους και κερατιζετε δια των κερατων σας παντα τα ασθενη, εωσου διεσκορπισατε αυτα εις τα εξω,
<scripture passage="Ezek 34:22" parsed="|Ezek|34|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.22" />
<sup>22</sup>δια τουτο θελω σωσει τα προβατα μου και δεν θελουσιν εισθαι πλεον λαφυρον· και θελω κρινει αναμεσον προβατου και προβατου.
<scripture passage="Ezek 34:23" parsed="|Ezek|34|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.23" />
<sup>23</sup>Και θελω καταστησει επ' αυτα ενα ποιμενα και θελει ποιμαινει αυτα, τον δουλον μου Δαβιδ· αυτος θελει ποιμαινει αυτα και αυτος θελει εισθαι ποιμην αυτων.
<scripture passage="Ezek 34:24" parsed="|Ezek|34|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.24" />
<sup>24</sup>Και εγω ο Κυριος θελω εισθαι Θεος αυτων και ο δουλος μου Δαβιδ αρχων εν μεσω αυτων· εγω ο Κυριος ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 34:25" parsed="|Ezek|34|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.25" />
<sup>25</sup>Και θελω καμει προς αυτα διαθηκην ειρηνης· και θελω αφανισει απο της γης τα πονηρα θηρια· και θελουσι κατοικησει ασφαλως εν τη ερημω και κοιμασθαι εν τοις δρυμοις.
<scripture passage="Ezek 34:26" parsed="|Ezek|34|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.26" />
<sup>26</sup>Και θελω καταστησει ευλογιαν αυτα και τα περιξ του ορους μου, και θελω καταβιβαζει την βροχην εν τω καιρω αυτης· βροχη ευλογιας θελει εισθαι.
<scripture passage="Ezek 34:27" parsed="|Ezek|34|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.27" />
<sup>27</sup>Και τα δενδρα του αγρου θελουσιν αποδιδει τον καρπον αυτων και η γη θελει διδει το προιον αυτης και θελουσιν εισθαι ασφαλεις εν τη γη αυτων· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν συντριψω τα δεσμα του ζυγου αυτων και ελευθερωσω αυτους εκ της χειρος των καταδουλωσαντων αυτους.
<scripture passage="Ezek 34:28" parsed="|Ezek|34|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.28" />
<sup>28</sup>Και δεν θελουσιν εισθαι πλεον λαφυρον εις τα εθνη, και τα θηρια της γης δεν θελουσι κατατρωγει αυτους· αλλα θελουσι κατοικει ασφαλως και δεν θελει υπαρχει ο εκφοβων.
<scripture passage="Ezek 34:29" parsed="|Ezek|34|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.29" />
<sup>29</sup>Και θελω αναστησει εις αυτους φυτον ονομαστον, και δεν θελουσι πλεον φθειρεσθαι υπο πεινης εν τη γη και δεν θελουσι φερει πλεον την υβριν των εθνων.
<scripture passage="Ezek 34:30" parsed="|Ezek|34|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.30" />
<sup>30</sup>Και θελουσι γνωρισει οτι εγω Κυριος ο Θεος αυτων ειμαι μετ' αυτων και αυτοι, ο οικος Ισραηλ, λαος μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 34:31" parsed="|Ezek|34|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.34.31" />
<sup>31</sup>Και σεις, προβατα μου, τα προβατα της βοσκης μου, σεις εισθε ανθρωποι, και εγω ο Θεος σας, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 35" progress="70.66%" prev="Ezek.34" next="Ezek.36" id="Ezek.35">
<h3 id="Ezek.35-p0.1">Chapter 35</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.35-p1">
<scripture passage="Ezek 35:1" parsed="|Ezek|35|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 35:2" parsed="|Ezek|35|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι το ορος Σηειρ και προφητευσον επ' αυτο·
<scripture passage="Ezek 35:3" parsed="|Ezek|35|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς αυτο, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, ορος Σηειρ, εγω ειμαι εναντιον σου· και θελω εκτεινει την χειρα μου κατα σου, και θελω σε παραδωσει εις ολεθρον και ερημωσιν.
<scripture passage="Ezek 35:4" parsed="|Ezek|35|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.4" />
<sup>4</sup>Θελω αφανισει τας πολεις σου και συ θελεις εισθαι ερημωσις, και θελεις γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 35:5" parsed="|Ezek|35|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.5" />
<sup>5</sup>Επειδη εφυλαξας παλαιον μισος και παρεδωκας τους υιους Ισραηλ εις χειρα ρομφαιας εν τω καιρω της θλιψεως αυτων, οτε η ανομια αυτων εφθασεν εις το ακρον,
<scripture passage="Ezek 35:6" parsed="|Ezek|35|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, θελω σε παραδωσει εις αιμα και αιμα θελει σε καταδιωκει· επειδη δεν εμισησας το αιμα, αιμα λοιπον θελει σε καταδιωκει·
<scripture passage="Ezek 35:7" parsed="|Ezek|35|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.7" />
<sup>7</sup>και θελω παραδωσει εις παντελη ερημωσιν το ορος Σηειρ και θελω εξαλειψει απ' αυτου τον διαβαινοντα και τον επιστρεφοντα.
<scripture passage="Ezek 35:8" parsed="|Ezek|35|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.8" />
<sup>8</sup>Και θελω γεμισει τα ορη αυτου απο των τεθανατωμενων αυτου· εν τοις ορεσι σου και εν ταις φαραγξι σου και εν πασι τοις ποταμοις σου θελουσι πεσει οι τεθανατωμενοι εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 35:9" parsed="|Ezek|35|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.9" />
<sup>9</sup>Θελω σε καταστησει ερημιαν αιωνιον, και αι πολεις σου δεν θελουσι κατοικηθη· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 35:10" parsed="|Ezek|35|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.10" />
<sup>10</sup>Επειδη ειπας, τα δυο ταυτα εθνη και οι δυο ουτοι τοποι θελουσιν εισθαι εμου και ημεις θελομεν κληρονομησει αυτα, αν και ο Κυριος εσταθη εκει,
<scripture passage="Ezek 35:11" parsed="|Ezek|35|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.11" />
<sup>11</sup>δια τουτο, ζω εγω, λεγει Κυριος ο Θεος, θελω καμει κατα τον θυμον σου και κατα τον φθονον σου, τον οποιον εξετελεσας δια το προς αυτους μισος σου, και θελω γνωσθη εις αυτους οταν σε κρινω.
<scripture passage="Ezek 35:12" parsed="|Ezek|35|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.12" />
<sup>12</sup>Και θελεις γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ηκουσα πασας τας βλασφημιας σου, τας οποιας επροφερες κατα των ορεων του Ισραηλ, λεγων, αυτα ηρημωθησαν, εις ημας εδοθησαν δια τροφην.
<scripture passage="Ezek 35:13" parsed="|Ezek|35|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.13" />
<sup>13</sup>Και με το στομα υμων εμεγαλορρημονησατε κατ' εμου και επληθυνατε τους λογους υμων κατ' εμου· εγω ηκουσα.
<scripture passage="Ezek 35:14" parsed="|Ezek|35|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.14" />
<sup>14</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Οταν πασα η γη ευφραινηται, ερημον θελω καταστησει σε.
<scripture passage="Ezek 35:15" parsed="|Ezek|35|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.35.15" />
<sup>15</sup>Καθως ευφρανθης επι την κληρονομιαν τον οικον Ισραηλ διοτι ηφανισθη, ουτω θελω καμει εις σε· θελεις ερημωθη, ορος Σηειρ και πας ο Εδωμ, πας αυτος· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 36" progress="70.71%" prev="Ezek.35" next="Ezek.37" id="Ezek.36">
<h3 id="Ezek.36-p0.1">Chapter 36</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.36-p1">
<scripture passage="Ezek 36:1" parsed="|Ezek|36|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.1" />
<sup>1</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, προφητευσον επι τα ορη Ισραηλ και ειπε, Ορη του Ισραηλ, ακουσατε τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Ezek 36:2" parsed="|Ezek|36|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ο εχθρος ειπεν εναντιον σας, Ευγε, οι αιωνιοι υψηλοι τοποι εγειναν κληρονομια ημων,
<scripture passage="Ezek 36:3" parsed="|Ezek|36|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.3" />
<sup>3</sup>δια τουτο προφητευσον και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ηρημωσαν και κατεπιον εσας κυκλοθεν, δια να γεινητε κληρονομια εις το υπολοιπον των εθνων, και κατεσταθητε λαλημα της γλωσσης και ονειδος των λαων·
<scripture passage="Ezek 36:4" parsed="|Ezek|36|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.4" />
<sup>4</sup>δια τουτο, ορη του Ισραηλ, ακουσατε τον λογον Κυριου του Θεου· Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς τα ορη και προς τα βουνα, προς τους χειμαρρους και προς τας φαραγγας και προς τους ηρημωμενους και ηφανισμενους τοπους και προς τας εγκαταλελειμμενας πολεις, αιτινες εγειναν λαφυρον και εμπαιγμος εις το υπολοιπον των περιξ εθνων·
<scripture passage="Ezek 36:5" parsed="|Ezek|36|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.5" />
<sup>5</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εξαπαντος εν τω πυρι του ζηλου μου ελαλησα κατα του υπολοιπου των εθνων και κατα παντος του Εδωμ, οιτινες εκαμον την γην μου κληρονομιαν εαυτων εν χαρα ολης της καρδιας αυτων και εν περιφρονησει ψυχης, δια να εκθεσωσιν αυτην εις λαφυρον.
<scripture passage="Ezek 36:6" parsed="|Ezek|36|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο προφητευσον επι την γην Ισραηλ, και ειπε προς τα ορη και προς τα βουνα, προς τους χειμαρρους και προς τας φαραγγας, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ελαλησα εν τω ζηλω μου και εν τω θυμω μου, διοτι εβαστασατε την υβριν των εθνων·
<scripture passage="Ezek 36:7" parsed="|Ezek|36|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.7" />
<sup>7</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εγω υψωσα την χειρα μου· εξαπαντος τα εθνη τα περιξ υμων, αυτα θελουσι βαστασει την αισχυνην αυτων.
<scripture passage="Ezek 36:8" parsed="|Ezek|36|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.8" />
<sup>8</sup>Σεις δε, ορη του Ισραηλ, θελετε εκβλαστησει τους κλαδους σας και θελετε δωσει τον καρπον σας εις τον λαον μου Ισραηλ, διοτι πλησιαζουσι να ελθωσι.
<scripture passage="Ezek 36:9" parsed="|Ezek|36|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ιδου, εγω επιβλεπω εφ' υμας και θελω στραφη προς υμας, και θελετε αροτριασθη και σπαρθη.
<scripture passage="Ezek 36:10" parsed="|Ezek|36|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.10" />
<sup>10</sup>Και θελω πληθυνει εφ' υμων ανθρωπους, απαντα τον οικον Ισραηλ, απαντα αυτον· και αι πολεις θελουσι κατοικηθη και αι ερημωσεις θελουσιν οικοδομηθη.
<scripture passage="Ezek 36:11" parsed="|Ezek|36|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.11" />
<sup>11</sup>Και θελω πληθυνει εφ' υμων ανθρωπους και κτηνη και θελουσιν αυξηθη και καρποφορησει· και θελω σας κατοικισει ως ησθε προτερον και αγαθοποιησει μαλλον παρα τας αρχας σας· και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 36:12" parsed="|Ezek|36|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.12" />
<sup>12</sup>Και θελω καμει να περιπατωσιν εφ' υμων ανθρωποι, ο λαος μου Ισραηλ· και θελουσι σας κληρονομησει, και θελετε εισθαι κληρονομια αυτων, και του λοιπου δεν θελετε πλεον ατεκνωσει αυτους.
<scripture passage="Ezek 36:13" parsed="|Ezek|36|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Επειδη ειπον προς εσας, Συ εισαι γη κατατρωγουσα ανθρωπους και ατεκνονουσα τους λαους σου,
<scripture passage="Ezek 36:14" parsed="|Ezek|36|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.14" />
<sup>14</sup>δια τουτο δεν θελεις πλεον κατατρωγει ανθρωπους ουδε ατεκνωσει πλεον τους λαους σου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 36:15" parsed="|Ezek|36|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.15" />
<sup>15</sup>Και δεν θελω πλεον καμει να ακουσθη εν σοι η υβρις των εθνων, και δεν θελεις φερει πλεον τον ονειδισμον των λαων, και δεν θελεις καμει πλεον τους λαους σου να ατεκνωθωσι, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 36:16" parsed="|Ezek|36|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.16" />
<sup>16</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 36:17" parsed="|Ezek|36|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.17" />
<sup>17</sup>Υιε ανθρωπου, οτε ο οικος Ισραηλ κατωκησαν εν τη γη αυτων, εμιαναν αυτην δια της οδου αυτων και δια των πραξεων αυτων· η οδος αυτων ητο εμπροσθεν μου ως ακαθαρσια αποκεχωρισμενης.
<scripture passage="Ezek 36:18" parsed="|Ezek|36|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο εξεχεα τον θυμον μου επ' αυτους, δια το αιμα, το οποιον εχυσαν επι την γην, και δια τα ειδωλα αυτων, με τα οποια εμολυναν αυτην·
<scripture passage="Ezek 36:19" parsed="|Ezek|36|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.19" />
<sup>19</sup>και διεσπειρα αυτους μεταξυ των εθνων και ησαν διεσκορπισμενοι εν τοις τοποις· κατα την οδον αυτων και κατα τα εργα αυτων εκρινα αυτους.
<scripture passage="Ezek 36:20" parsed="|Ezek|36|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.20" />
<sup>20</sup>Και οτε εισηλθον εις τα εθνη, οπου ηλθον, εβεβηλωσαν το ονομα μου το αγιον, ενω ελεγετο περι αυτων, Ουτοι ειναι ο λαος του Κυριου και εκ της γης αυτου εξηλθον.
<scripture passage="Ezek 36:21" parsed="|Ezek|36|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.21" />
<sup>21</sup>Εσπλαγχνισθην ομως ενεκεν του αγιου ονοματος μου, το οποιον ο οικος Ισραηλ εβεβηλωσε μεταξυ των εθνων εις τα οποια ηλθον.
<scripture passage="Ezek 36:22" parsed="|Ezek|36|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο ειπε προς τον οικον Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εγω δεν καμνω τουτο ενεκεν υμων, οικος Ισραηλ, αλλ' ενεκεν του αγιου ονοματος μου, το οποιον εβεβηλωσατε μεταξυ των εθνων, εις τα οποια ηλθετε.
<scripture passage="Ezek 36:23" parsed="|Ezek|36|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.23" />
<sup>23</sup>Και θελω αγιασει το ονομα μου το μεγα, το βεβηλωθεν μεταξυ των εθνων, το οποιον εβεβηλωσατε εν μεσω αυτων· και θελουσι γνωρισει τα εθνη οτι εγω ειμαι ο Κυριος, λεγει Κυριος ο Θεος, οταν αγιασθω εν υμιν εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων.
<scripture passage="Ezek 36:24" parsed="|Ezek|36|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.24" />
<sup>24</sup>Διοτι θελω σας λαβει εκ μεσου των εθνων και θελω σας συναξει εκ παντων των τοπων και σας φερει εις την γην υμων.
<scripture passage="Ezek 36:25" parsed="|Ezek|36|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.25" />
<sup>25</sup>Και θελω ρανει εφ' υμων καθαρον υδωρ και θελετε καθαρισθη· απο πασων των ακαθαρσιων σας και απο παντων των ειδωλων σας θελω σας καθαρισει.
<scripture passage="Ezek 36:26" parsed="|Ezek|36|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.26" />
<sup>26</sup>Και θελω δωσει εις εσας καρδιαν νεαν, και πνευμα νεον θελω εμβαλει εν υμιν, και αποσπασας την λιθινην καρδιαν απο της σαρκος σας θελω δωσει εις εσας καρδιαν σαρκινην.
<scripture passage="Ezek 36:27" parsed="|Ezek|36|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.27" />
<sup>27</sup>Και θελω εμβαλει εν υμιν το Πνευμα μου και σας καμει να περιπατητε εν τοις διαταγμασι μου και να φυλαττητε τας κρισεις μου και να εκτελητε αυτας.
<scripture passage="Ezek 36:28" parsed="|Ezek|36|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.28" />
<sup>28</sup>Και θελετε κατοικησει εν τη γη, την οποιαν εδωκα εις τους πατερας σας· και θελετε εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος σας.
<scripture passage="Ezek 36:29" parsed="|Ezek|36|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.29" />
<sup>29</sup>Και θελω σας σωσει απο πασων των ακαθαρσιων σας· και θελω ανακαλεσει τον σιτον και πληθυνει αυτον, και δεν θελω πλεον επιφερει εις εσας πειναν.
<scripture passage="Ezek 36:30" parsed="|Ezek|36|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.30" />
<sup>30</sup>Και θελω πληθυνει τον καρπον των δενδρων και τα γεννηματα του αγρου, δια να μη λαβητε πλεον ονειδισμον πεινης μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Ezek 36:31" parsed="|Ezek|36|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.31" />
<sup>31</sup>Και θελετε ενθυμηθη τας οδους υμων τας πονηρας και τα εργα υμων τα μη αγαθα, και θελετε αποστραφη αυτοι εαυτους εμπροσθεν των οφθαλμων σας δια τας ανομιας σας και δια τα βδελυγματα σας.
<scripture passage="Ezek 36:32" parsed="|Ezek|36|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.32" />
<sup>32</sup>Εγω δεν καμνω ταυτα ενεκεν υμων, λεγει Κυριος ο Θεος, ας ηναι γνωστον εις εσας· αισχυνθητε και εντραπητε δια τας οδους σας, οικος Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 36:33" parsed="|Ezek|36|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.33" />
<sup>33</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Καθ' ην ημεραν σας καθαρισω απο πασων των ανομιων σας, θελω καμει ετι να κατοικηθωσιν αι πολεις, και θελουσιν οικοδομηθη αι ερημωσεις.
<scripture passage="Ezek 36:34" parsed="|Ezek|36|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.34" />
<sup>34</sup>Και η γη η ηφανισμενη θελει γεωργηθη, αντι να κηται ηφανισμενη ενωπιον παντος διαβαινοντος.
<scripture passage="Ezek 36:35" parsed="|Ezek|36|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.35" />
<sup>35</sup>Και θελουσι λεγει, Η γη αυτη, ητις ητο ηφανισμενη, κατεσταθη ως ο παραδεισος της Εδεμ, και αι πολεις αι ηρημωμεναι και ηφανισμεναι και κατηδαφισμεναι ωχυρωθησαν, κατωκισθησαν.
<scripture passage="Ezek 36:36" parsed="|Ezek|36|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.36" />
<sup>36</sup>Και τα εθνη τα εναπολειφθεντα κυκλω υμων θελουσι γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ωκοδομησα τα κατηδαφισμενα και εφυτευσα τα ηφανισμενα· εγω ο Κυριος ελαλησα, και θελω εκτελεσει.
<scripture passage="Ezek 36:37" parsed="|Ezek|36|37|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.37" />
<sup>37</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και τουτο θελει ζητηθη παρ' εμου εκ του οικου Ισραηλ να καμω εις αυτους, να πληθυνω αυτους με ανθρωπους ως ποιμνιον προβατων.
<scripture passage="Ezek 36:38" parsed="|Ezek|36|38|0|0" osisRef="Bible:Ezek.36.38" />
<sup>38</sup>Ως το αγιον ποιμνιον, ως το ποιμνιον της Ιερουσαλημ εν ταις επισημοις εορταις αυτης, ουτως αι πολεις αι ηρημωμεναι θελουσι γεινει πληρεις ποιμνιων ανθρωπων· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 37" progress="70.85%" prev="Ezek.36" next="Ezek.38" id="Ezek.37">
<h3 id="Ezek.37-p0.1">Chapter 37</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.37-p1">
<scripture passage="Ezek 37:1" parsed="|Ezek|37|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.1" />
<sup>1</sup>Χειρ Κυριου εσταθη επ' εμε· και με εξηγαγεν ο Κυριος δια πνευματος και με εθεσεν εν μεσω πεδιαδος και αυτη ητο πληρης οστεων.
<scripture passage="Ezek 37:2" parsed="|Ezek|37|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.2" />
<sup>2</sup>Και με εκαμε να διελθω πλησιον αυτων κυκλω· και ιδου, ησαν πολλα σφοδρα επι το προσωπον της πεδιαδος· και ιδου, ησαν καταξηρα.
<scripture passage="Ezek 37:3" parsed="|Ezek|37|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, δυνανται τα οστα ταυτα να αναζησωσι; Και ειπα, Κυριε Θεε, συ εξευρεις.
<scripture passage="Ezek 37:4" parsed="|Ezek|37|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε προς εμε, Προφητευσον επι τα οστα ταυτα και ειπε προς αυτα, Τα οστα τα ξηρα, ακουσατε τον λογον του Κυριου·
<scripture passage="Ezek 37:5" parsed="|Ezek|37|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος προς τα οστα ταυτα· Ιδου, εγω θελω εμβαλει εις εσας πνευμα και θελετε αναζησει·
<scripture passage="Ezek 37:6" parsed="|Ezek|37|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.6" />
<sup>6</sup>και θελω βαλει εφ' υμας νευρα και αναγαγει σαρκα εφ' υμας και περισκεπασει υμας με δερμα, και θελω εμβαλει εις εσας πνευμα και θελετε αναζησει και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 37:7" parsed="|Ezek|37|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.7" />
<sup>7</sup>Και προεφητευσα, ως προσεταχθην· και καθως προεφητευσα, εγεινεν ηχος, και ιδου, σεισμος, και τα οστα συνηλθον ομου, οστουν μετα του οστου αυτου.
<scripture passage="Ezek 37:8" parsed="|Ezek|37|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.8" />
<sup>8</sup>Και ειδον και ιδου, νευρα και σαρκες ανεφυησαν επ' αυτα και δερμα περιεσκεπασεν αυτα επανω· πνευμα ομως δεν ητο εν αυτοις.
<scripture passage="Ezek 37:9" parsed="|Ezek|37|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς εμε, προφητευσον επι το πνευμα, προφητευσον, υιε ανθρωπου, και ειπε προς το πνευμα, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ελθε, πνευμα, εκ των τεσσαρων ανεμων και εμφυσησον επι τους πεφονευμενους τουτους και ας αναζησωσι.
<scripture passage="Ezek 37:10" parsed="|Ezek|37|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.10" />
<sup>10</sup>Και προεφητευσα, ως προσεταχθην· και το πνευμα εισηλθεν εις αυτους και ανεζησαν και εσταθησαν επι τους ποδας αυτων, στρατευμα μεγα σφοδρα.
<scripture passage="Ezek 37:11" parsed="|Ezek|37|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, τα οστα ταυτα ειναι πας ο οικος Ισραηλ· ιδου, ουτοι λεγουσι, τα οστα ημων εξηρανθησαν και η ελπις ημων εχαθη· ημεις ηφανισθημεν.
<scripture passage="Ezek 37:12" parsed="|Ezek|37|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο προφητευσον και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, λαε μου, εγω ανοιγω τους ταφους σας και θελω σας αναβιβασει εκ των ταφων σας, θελω σας φερει εις την γην του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 37:13" parsed="|Ezek|37|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.13" />
<sup>13</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος, οταν, λαε μου, ανοιξω τους ταφους σας και σας αναβιβασω εκ των ταφων σας.
<scripture passage="Ezek 37:14" parsed="|Ezek|37|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.14" />
<sup>14</sup>Και θελω δωσει το πνευμα μου εις εσας και θελετε αναζησει και θελω σας θεσει εν τη γη υμων, και θελετε γνωρισει οτι εγω ο Κυριος ελαλησα και εξετελεσα, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Ezek 37:15" parsed="|Ezek|37|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.15" />
<sup>15</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 37:16" parsed="|Ezek|37|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.16" />
<sup>16</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, λαβε εις σεαυτον ραβδον μιαν και γραψον επ' αυτην περι του Ιουδα και περι των υιων Ισραηλ των συνακολουθων αυτου· λαβε και αλλην ραβδον και γραψον επ' αυτην περι του Ιωσηφ, της ραβδον του Εφραιμ, και παντος του οικου Ισραηλ των συνακολουθων αυτου.
<scripture passage="Ezek 37:17" parsed="|Ezek|37|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.17" />
<sup>17</sup>Και συναψον αυτας εις σεαυτον μιαν προς μιαν εις ραβδον μιαν και θελουσι γεινει μια εν τη χειρι σου.
<scripture passage="Ezek 37:18" parsed="|Ezek|37|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.18" />
<sup>18</sup>Και οταν οι υιοι του λαου σου ειπωσι προς σε, λεγοντες, Δεν θελεις απαγγειλει εις ημας τι δηλουσιν εις σε ταυτα;
<scripture passage="Ezek 37:19" parsed="|Ezek|37|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.19" />
<sup>19</sup>ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω λαβει την ραβδον του Ιωσηφ, την εν τη χειρι του Εφραιμ, και των φυλων του Ισραηλ των συνακολουθων αυτου, και θελω βαλει εκεινας μετα ταυτης, της ραβδου του Ιουδα, και καμει αυτας μιαν ραβδον, και θελουσιν εισθαι μια εν τη χειρι μου.
<scripture passage="Ezek 37:20" parsed="|Ezek|37|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.20" />
<sup>20</sup>Και αι ραβδοι, επι τας οποιας εγραψας, θελουσιν εισθαι εν τη χειρι σου ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Ezek 37:21" parsed="|Ezek|37|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω θελω λαβει τους υιους Ισραηλ εκ μεσου των εθνων οπου υπηγον, και θελω συναξει αυτους πανταχοθεν και φερει αυτους εις την γην αυτων.
<scripture passage="Ezek 37:22" parsed="|Ezek|37|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.22" />
<sup>22</sup>Και θελω καμει αυτους εν εθνος εν τη γη, επι των ορεων του Ισραηλ· και εις βασιλευς θελει εισθαι βασιλευς επι παντας αυτους· και δεν θελουσιν εισθαι πλεον δυο εθνη και δεν θελουσιν εισθαι του λοιπου διηρημενοι πλεον εις δυο βασιλεια·
<scripture passage="Ezek 37:23" parsed="|Ezek|37|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.23" />
<sup>23</sup>και δεν θελουσι μιαινεσθαι πλεον εν τοις ειδωλοις αυτων ουδε εν τοις βδελυγμασιν αυτων ουδε εν πασαις ταις παραβασεσιν αυτων· αλλα θελω σωσει αυτους εκ πασων των κατοικησεων αυτων, εν αις ημαρτησαν, και θελω καθαρισει αυτους· και θελουσιν εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος αυτων.
<scripture passage="Ezek 37:24" parsed="|Ezek|37|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.24" />
<sup>24</sup>Και Δαβιδ ο δουλος μου θελει εισθαι βασιλευς επ' αυτους· και θελει εισθαι επι παντας αυτους εις ποιμην· και θελουσι περιπατει εν ταις κρισεσι μου και θελουσι φυλαττει τα διαταγματα μου και εκτελει αυτα.
<scripture passage="Ezek 37:25" parsed="|Ezek|37|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.25" />
<sup>25</sup>Και θελουσι κατοικει εν τη γη, την οποιαν εδωκα εις τον δουλον μου τον Ιακωβ, οπου κατωκησαν οι πατερες σας· και εν αυτη θελουσι κατοικει, αυτοι και τα τεκνα αυτων και τα τεκνα των τεκνων αυτων, εως αιωνος· και Δαβιδ ο δουλος μου θελει εισθαι αρχων αυτων εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ezek 37:26" parsed="|Ezek|37|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.26" />
<sup>26</sup>Και θελω καμει προς αυτους διαθηκην ειρηνης· αυτη θελει εισθαι διαθηκη αιωνιος προς αυτους· και θελω στηριξει αυτους και πληθυνει αυτους, και θελω θεσει το αγιαστηριον μου εν μεσω αυτων εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ezek 37:27" parsed="|Ezek|37|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.27" />
<sup>27</sup>Και η σκηνη μου θελει εισθαι εν μεσω αυτων, και θελω εισθαι Θεος αυτων και αυτοι θελουσιν εισθαι λαος μου.
<scripture passage="Ezek 37:28" parsed="|Ezek|37|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.37.28" />
<sup>28</sup>Και θελουσι γνωρισει τα εθνη οτι εγω ο Κυριος ειμαι ο αγιαζων τον Ισραηλ, οταν το αγιαστηριον μου ηναι εν μεσω αυτων εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 38" progress="70.96%" prev="Ezek.37" next="Ezek.39" id="Ezek.38">
<h3 id="Ezek.38-p0.1">Chapter 38</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.38-p1">
<scripture passage="Ezek 38:1" parsed="|Ezek|38|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Ezek 38:2" parsed="|Ezek|38|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.2" />
<sup>2</sup>Υιε ανθρωπου, στηριξον το προσωπον σου επι Γωγ, την γην του Μαγωγ, του ηγεμονος της Ρως, Μεσεχ και Θουβαλ, και προφητευσον κατ' αυτου,
<scripture passage="Ezek 38:3" parsed="|Ezek|38|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.3" />
<sup>3</sup>και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, Γωγ, ηγεμων της Ρως, Μεσεχ και Θουβαλ·
<scripture passage="Ezek 38:4" parsed="|Ezek|38|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.4" />
<sup>4</sup>και θελω σε περιστρεψει και βαλει αγκιστρα εις τας σιαγονας σου, και θελω εκβαλει σε και πασαν την δυναμιν σου, ιππους και ιππεας, παντας τουτους εντελως ωπλισμενους, μεγα αθροισμα μετα θυρεων και ασπιδων, παντας τουτους μεταχειριζομενους μαχαιρας.
<scripture passage="Ezek 38:5" parsed="|Ezek|38|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.5" />
<sup>5</sup>Περσας, Αιθιοπας και Λιβυας μετ' αυτων· παντας τουτους μετ' ασπιδων και περικεφαλαιων·
<scripture passage="Ezek 38:6" parsed="|Ezek|38|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.6" />
<sup>6</sup>τον Γομερ και παντα τα ταγματα αυτου, τον οικον Θωγαρμα απο των εσχατων του βορρα και παντα τα ταγματα αυτου και πολλους λαους μετα σου.
<scripture passage="Ezek 38:7" parsed="|Ezek|38|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.7" />
<sup>7</sup>Ετοιμασθητι και ετοιμασον σεαυτον, συ και παν το αθροισμα σου το συναθροισθεν εις σε, και εσο φυλαξ εις αυτους·
<scripture passage="Ezek 38:8" parsed="|Ezek|38|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.8" />
<sup>8</sup>μετα πολλας ημερας θελει γεινει επισκεψις εις σε· εν τοις εσχατοις χρονοις θελεις ελθει εις την γην, ητις ηλευθερωθη εκ της μαχαιρας και συνηχθη εκ πολλων λαων εναντιον των ορεων του Ισραηλ, τα οποια κατεσταθησαν ερημα διαπαντος· αυτος ομως μετεφερθη εκ μεσου των λαων, και θελουσι κατοικησει παντες ασφαλως.
<scripture passage="Ezek 38:9" parsed="|Ezek|38|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.9" />
<sup>9</sup>Και θελεις αναβη και ελθει ως ανεμοζαλη· θελεις εισθαι ως νεφος, δια να σκεπασης την γην, συ και παντα τα ταγματα σου και πολυς λαος μετα σου.
<scripture passage="Ezek 38:10" parsed="|Ezek|38|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.10" />
<sup>10</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Και εν εκεινη τη ημερα θελουσιν αναβη πραγματα επι την καρδιαν σου και θελεις βουλευθη βουλας πονηρας·
<scripture passage="Ezek 38:11" parsed="|Ezek|38|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.11" />
<sup>11</sup>και θελεις ειπει, Θελω αναβη εις γην πολεων ατειχιστων· θελω ελθει προς ησυχαζοντας, κατοικουντας εν ασφαλεια, παντας τουτους κατοικουντας πολεις ατειχιστους και μη εχουσας μοχλους και πυλας·
<scripture passage="Ezek 38:12" parsed="|Ezek|38|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.12" />
<sup>12</sup>δια να λεηλατησης λεηλασιαν και να λαφυραγωγησης λαφυρον, δια να επαναστρεψης την χειρα σου επι ερημωσεις κατοικισθεισας και επι λαον συνηγμενον εκ των εθνων αποκτησαντα κτηνη και αγαθα, κατοικουντα εν μεσω της γης.
<scripture passage="Ezek 38:13" parsed="|Ezek|38|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.13" />
<sup>13</sup>Σεβα και Δαιδαν και οι εμποροι της Θαρσεις, μετα παντων των σκυμνων αυτης, θελουσιν ειπει προς σε, Ηλθες να λεηλατησης λεηλασιαν; συνηθροισας το πληθος σου δια να λαφυραγωγησης λαφυρον; δια να αρπασης αργυριον και χρυσιον, δια να λαβης κτηνη και αγαθα, δια να καμης λειαν μεγαλην;
<scripture passage="Ezek 38:14" parsed="|Ezek|38|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο, υιε ανθρωπου, προφητευσον και ειπε προς τον Γωγ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εν εκεινη τη ημερα, οτε ο λαος μου Ισραηλ θελει κατοικει εν ασφαλεια, συ δεν θελεις μαθει τουτο;
<scripture passage="Ezek 38:15" parsed="|Ezek|38|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.15" />
<sup>15</sup>Και θελεις ελθει εκ του τοπου σου, εκ των εσχατων του βορρα, συ και πολλοι λαοι μετα σου, απαντες αναβαται ιππων, πληθος μεγα και δυναμις πολλη·
<scripture passage="Ezek 38:16" parsed="|Ezek|38|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.16" />
<sup>16</sup>και θελεις αναβη εναντιον του λαου μου Ισραηλ ως νεφος, δια να σκεπασης την γην· τουτο θελει εισθαι εν ταις εσχαταις ημεραις· και θελω σε φερει εναντιον της γης μου, δια να με γνωρισωσι τα εθνη, οταν αγιασθω εν σοι, Γωγ, ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Ezek 38:17" parsed="|Ezek|38|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.17" />
<sup>17</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Συ εισαι εκεινος, περι του οποιου ελαλησα εν ταις αρχαιαις ημεραις, δια των δουλων μου των προφητων του Ισραηλ, οιτινες προεφητευσαν εν εκειναις ταις ημεραις δια πολλων ετων, οτι εμελλον να σε φερω εναντιον αυτων;
<scripture passage="Ezek 38:18" parsed="|Ezek|38|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' εν εκεινη τη ημερα, εν τη ημερα καθ' ην ο Γωγ ελθη εναντιον της γης Ισραηλ, η οργη μου θελει αναβη επι το προσωπον μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 38:19" parsed="|Ezek|38|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εν τω ζηλω μου, εν τω πυρι της οργης μου ελαλησα, Εξαπαντος εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι σεισμος μεγας εν γη Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 38:20" parsed="|Ezek|38|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.20" />
<sup>20</sup>και οι ιχθυες της θαλασσης και τα πετεινα του ουρανου και τα θηρια του αγρου και παντα τα ερπετα τα ερποντα επι της γης και παντες οι ανθρωποι οι επι του προσωπου της γης θελουσι σεισθη απο της παρουσιας μου· και τα ορη θελουσιν ανατραπη και οι πυργοι θελουσι πεσει και παν τειχος θελει κατεδαφισθη.
<scripture passage="Ezek 38:21" parsed="|Ezek|38|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.21" />
<sup>21</sup>Και θελω καλεσει εναντιον αυτου μαχαιραν κατα παντα τα ορη μου, λεγει Κυριος ο Θεος· η μαχαιρα εκαστου ανθρωπου θελει εισθαι κατα του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Ezek 38:22" parsed="|Ezek|38|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.22" />
<sup>22</sup>Και θελω ελθει εις κρισιν εναντιον αυτου εν λοιμω και εν αιματι· και θελω βρεξει επ' αυτον και επι τα ταγματα αυτου και επι τον πολυν λαον τον μετ' αυτου βροχην κατακλυσμου και λιθους χαλαζης, πυρ και θειον.
<scripture passage="Ezek 38:23" parsed="|Ezek|38|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.38.23" />
<sup>23</sup>Και θελω μεγαλυνθη και αγιασθη, και θελω γνωρισθη ενωπιον πολλων εθνων και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 39" progress="71.06%" prev="Ezek.38" next="Ezek.40" id="Ezek.39">
<h3 id="Ezek.39-p0.1">Chapter 39</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.39-p1">
<scripture passage="Ezek 39:1" parsed="|Ezek|39|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.1" />
<sup>1</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, προφητευσον κατα του Γωγ και ειπε, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, Γωγ, ηγεμων της Ρως, Μεσεχ και Θουβαλ·
<scripture passage="Ezek 39:2" parsed="|Ezek|39|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.2" />
<sup>2</sup>και θελω σε περιστρεψει και σε περιπλανησει, και θελω σε αναβιβασει εκ των εσχατων του βορρα και φερει επι τα ορη του Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 39:3" parsed="|Ezek|39|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.3" />
<sup>3</sup>και θελω εκτιναξει το τοξον σου απο της αριστερας σου χειρος και καμει τα βελη σου να εκπεσωσιν απο της δεξιας σου χειρος.
<scripture passage="Ezek 39:4" parsed="|Ezek|39|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.4" />
<sup>4</sup>Θελεις πεσει επι των ορεων του Ισραηλ, συ και παντα τα ταγματα σου και οι λαοι οι μετα σου· θελω σε δωσει εις τα πτερωτα ορνεα παντος ειδους και εις τα θηρια του αγρου, εις καταβρωμα·
<scripture passage="Ezek 39:5" parsed="|Ezek|39|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.5" />
<sup>5</sup>θελεις πεσει επι του προσωπου του αγρου· διοτι εγω ελαλησα, λεγει Κυριος ο Θεος. Και θελω αποστειλει πυρ επι τον Μαγωγ και μεταξυ των κατοικουντων εν ασφαλεια, τας νησους· και θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι ο Κυριος.
<scripture passage="Ezek 39:6" parsed="|Ezek|39|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.6" />
<sup>6</sup>Και θελω καμει το ονομα μου το αγιον γνωστον εν μεσω του λαου μου Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 39:7" parsed="|Ezek|39|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.7" />
<sup>7</sup>Και δεν θελω αφησει να βεβηλωσωσι πλεον το ονομα μου το αγιον· και θελουσι γνωρισει τα εθνη, οτι εγω ειμαι ο Κυριος, ο Αγιος εν Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 39:8" parsed="|Ezek|39|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.8" />
<sup>8</sup>Ιδου, ηλθε και εγεινε, λεγει Κυριος ο Θεος· αυτη ειναι η ημερα, περι της οποιας ελαλησα.
<scripture passage="Ezek 39:9" parsed="|Ezek|39|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.9" />
<sup>9</sup>Και οι κατοικουντες τας πολεις του Ισραηλ θελουσιν εξελθει και θελουσι βαλει εις το πυρ και καυσει τα οπλα και τας ασπιδας και τους θυρεους, τα τοξα και τα βελη και τα ακοντια και τας λογχας· και θελουσι καιει με αυτα πυρ επτα ετη·
<scripture passage="Ezek 39:10" parsed="|Ezek|39|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.10" />
<sup>10</sup>και δεν θελουσι λαβει ξυλα εκ του αγρου ουδε θελουσι κοψει εκ των δρυμων, διοτι θελουσι καιει πυρ εκ των οπλων· και θελουσι λεηλατησει τους λεηλατησαντας αυτους και λαφυραγωγησει τους λαφυραγωγησαντας αυτους, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 39:11" parsed="|Ezek|39|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.11" />
<sup>11</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελω δωσει εις τον Γωγ τοπον ταφης εκει εν Ισραηλ, την φαραγγα των διαβατων, προς ανατολας της θαλασσης· και αυτη θελει κλειει την οδον των διαβαινοντων· και εκει θελουσι χωσει τον Γωγ και απαν το πληθος αυτου· και θελουσιν ονομασει αυτην, Η φαραγξ του Αμων-γωγ.
<scripture passage="Ezek 39:12" parsed="|Ezek|39|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.12" />
<sup>12</sup>Και ο οικος Ισραηλ θελει χονει αυτους επτα μηνας, δια να καθαρισωσι την γην.
<scripture passage="Ezek 39:13" parsed="|Ezek|39|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.13" />
<sup>13</sup>Και απας ο λαος της γης θελει χονει αυτους· και θελει εισθαι εις αυτους ονομαστη η ημερα καθ' ην εδοξασθην, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 39:14" parsed="|Ezek|39|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.14" />
<sup>14</sup>Και θελουσι διαχωρισει ανδρας, οιτινες περιερχομενοι ακαταπαυστως την γην θελουσι θαπτει με την βοηθειαν των διαβατων τους μειναντας επι του προσωπου της γης, δια να καθαρισωσιν αυτην· μετα το τελος των επτα μηνων θελουσι καμει ακριβη αναζητησιν.
<scripture passage="Ezek 39:15" parsed="|Ezek|39|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.15" />
<sup>15</sup>Και εκ των διαβατων των διαβαινοντων την γην, οταν τις ιδη οστουν ανθρωπου, τοτε θελει στηνει σημειον πλησιον αυτου, εωσου οι ενταφιασται θαψωσιν αυτο εν τη φαραγγι του Αμων-γωγ.
<scripture passage="Ezek 39:16" parsed="|Ezek|39|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.16" />
<sup>16</sup>Και της πολεως δε το ονομα θελει εισθαι Αμωνα. Ουτω θελουσι καθαρισει την γην.
<scripture passage="Ezek 39:17" parsed="|Ezek|39|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.17" />
<sup>17</sup>Και συ, υιε ανθρωπου, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ειπε προς τα ορνεα παντος ειδους και προς παντα τα θηρια του αγρου, συναχθητε και ελθετε· συναθροισθητε πανταχοθεν εις την θυσιαν μου, την οποιαν εγω εθυσιασα δια σας, θυσιαν μεγαλην επι των ορεων του Ισραηλ, δια να φαγητε σαρκα και να πιητε αιμα.
<scripture passage="Ezek 39:18" parsed="|Ezek|39|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.18" />
<sup>18</sup>Θελετε φαγει την σαρκα των ισχυρων και πιει το αιμα των αρχοντων της γης, των κριων, των αρνιων και των τραγων και των μοσχων, παντων σιτευτων της Βασαν·
<scripture passage="Ezek 39:19" parsed="|Ezek|39|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.19" />
<sup>19</sup>και θελετε φαγει παχος εις χορτασμον και πιει αιμα εις μεθην εκ της θυσιας μου την οποιαν εθυσιασα δια σας·
<scripture passage="Ezek 39:20" parsed="|Ezek|39|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.20" />
<sup>20</sup>και θελετε χορτασθη επι της τραπεζης μου, απο ιππων και αναβατων, απο ισχυρων και απο παντος ανδρος πολεμιστου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 39:21" parsed="|Ezek|39|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.21" />
<sup>21</sup>Και θελω θεσει την δοξαν μου μεταξυ των εθνων, και παντα τα εθνη θελουσιν ιδει την κρισιν μου την οποιαν εξετελεσα και την χειρα μου, την οποιαν επεβαλον επ' αυτα.
<scripture passage="Ezek 39:22" parsed="|Ezek|39|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.22" />
<sup>22</sup>Και θελει γνωρισει ο οικος Ισραηλ οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων, απο της ημερας ταυτης και εις το εξης.
<scripture passage="Ezek 39:23" parsed="|Ezek|39|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.23" />
<sup>23</sup>Και τα εθνη θελουσι γνωρισει οτι ο οικος Ισραηλ ηχμαλωτισθη δια την ανομιαν αυτων· επειδη εσταθησαν παραβαται προς εμε, δια τουτο εκρυψα το προσωπον μου απ' αυτων και παρεδωκα αυτους εις την χειρα των εχθρων αυτων· και επεσον παντες εν μαχαιρα.
<scripture passage="Ezek 39:24" parsed="|Ezek|39|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.24" />
<sup>24</sup>Κατα τας ακαθαρσιας αυτων και κατα τας παραβασεις αυτων επραξα εις αυτους, και εκρυψα απ' αυτων το προσωπον μου.
<scripture passage="Ezek 39:25" parsed="|Ezek|39|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Τωρα θελω επιστρεψει την αιχμαλωσιαν του Ιακωβ και ελεησει απαντα τον οικον Ισραηλ, και θελω εισθαι ζηλοτυπος δια το ονομα μου το αγιον,
<scripture passage="Ezek 39:26" parsed="|Ezek|39|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.26" />
<sup>26</sup>και θελουσι βαστασει την αισχυνην αυτων και πασας τας παραβασεις αυτων, δια των οποιων εγειναν παραβαται προς εμε, οτε κατωκουν ασφαλως εν τη γη αυτων και δεν υπηρχεν ο εκφοβων.
<scripture passage="Ezek 39:27" parsed="|Ezek|39|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.27" />
<sup>27</sup>Οταν επαναφερω αυτους εκ των λαων και συναξω αυτους εκ των τοπων των εχθρων αυτων και αγιασθω εν αυτοις ενωπιον εθνων πολλων,
<scripture passage="Ezek 39:28" parsed="|Ezek|39|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.28" />
<sup>28</sup>τοτε θελουσι γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων, οταν, αφου καμω αυτους να φερθωσιν εις αιχμαλωσιαν μεταξυ των εθνων, συναξω αυτους εις την γην αυτων και δεν αφησω εξ αυτων πλεον εκει υπολοιπον·
<scripture passage="Ezek 39:29" parsed="|Ezek|39|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.39.29" />
<sup>29</sup>και δεν θελω κρυψει πλεον το προσωπον μου απ' αυτων, διοτι εξεχεα το πνευμα μου επι τον οικον Ισραηλ, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 40" progress="71.17%" prev="Ezek.39" next="Ezek.41" id="Ezek.40">
<h3 id="Ezek.40-p0.1">Chapter 40</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.40-p1">
<scripture passage="Ezek 40:1" parsed="|Ezek|40|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εικοστω πεμπτω ετει της αιχμαλωσιας ημων, εν τη αρχη του ετους, τη δεκατη του μηνος, τω δεκατω τεταρτω ετει μετα την αλωσιν της πολεως, εν τη αυτη ημερα χειρ Κυριου εσταθη επ' εμε και με εφερεν εκει.
<scripture passage="Ezek 40:2" parsed="|Ezek|40|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.2" />
<sup>2</sup>Δι' οραματων του Θεου με εφερεν εις γην Ισραηλ και με εθεσεν επι ορους υψηλοτατου, εφ' ου ητο προς μεσημβριαν ως οικοδομη πολεως.
<scripture passage="Ezek 40:3" parsed="|Ezek|40|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.3" />
<sup>3</sup>Και με εφερεν εκει και ιδου, ανθρωπος του οποιου η θεα ητο ως θεα χαλκου, και ειχεν εν τη χειρι αυτου νημα λινουν και μετρον καλαμινον, και αυτος ιστατο εν τη πυλη.
<scripture passage="Ezek 40:4" parsed="|Ezek|40|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.4" />
<sup>4</sup>Και ο ανθρωπος ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, ιδε με τους οφθαλμους σου και ακουσον με τα ωτα σου και θεσον την καρδιαν σου επι παντα οσα εγω σοι δειξω· διοτι, δια να σοι δειξω ταυτα, εισηχθης ενταυθα· απαγγειλον παντα οσα βλεπεις προς τον οικον Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 40:5" parsed="|Ezek|40|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.5" />
<sup>5</sup>Και ιδου, περιβολος εξωθεν του οικου κυκλω, και εν τη χειρι του ανθρωπου μετρον καλαμινον εξ πηχων και μιας παλαμης· και εμετρησε το πλατος του οικοδομηματος, ενα καλαμον, και το υψος, ενα καλαμον.
<scripture passage="Ezek 40:6" parsed="|Ezek|40|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.6" />
<sup>6</sup>Τοτε ηλθε προς την πυλην την βλεπουσαν κατα ανατολας, και ανεβη τας βαθμιδας αυτης και εμετρησε το κατωφλιον της πυλης, πλατος ενος καλαμου, και το ανωφλιον, πλατος ενος καλαμου.
<scripture passage="Ezek 40:7" parsed="|Ezek|40|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.7" />
<sup>7</sup>Και εκαστον οικημα ητο μακρον ενα καλαμον και πλατυ ενα καλαμον· και μεταξυ των οικηματων ησαν πεντε πηχαι· και το κατωφλιον της πυλης πλησιον της στοας της προς την πυλην την εσωθεν ητο ενος καλαμου.
<scripture passage="Ezek 40:8" parsed="|Ezek|40|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εμετρησε την στοαν της πυλης της εσωθεν και ητο ενος καλαμου.
<scripture passage="Ezek 40:9" parsed="|Ezek|40|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.9" />
<sup>9</sup>Επειτα εμετρησε την στοαν της πυλης, οκτω πηχας, και τα μετωπα αυτης, δυο πηχας· η στοα δε της πυλης ητο εσωθεν.
<scripture passage="Ezek 40:10" parsed="|Ezek|40|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.10" />
<sup>10</sup>Και τα οικηματα της πυλης προς ανατολας ησαν τρια εντευθεν και τρια εκειθεν· και τα τρια ενος μετρου, και τα μετωπα ειχον εν μετρον, εντευθεν και εκειθεν.
<scripture passage="Ezek 40:11" parsed="|Ezek|40|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.11" />
<sup>11</sup>Και εμετρησε το πλατος της εισοδου της πυλης, δεκα πηχας, και το μηκος της πυλης, δεκατρεις πηχας.
<scripture passage="Ezek 40:12" parsed="|Ezek|40|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.12" />
<sup>12</sup>Ητο δε εμπροσθεν των οικηματων διαστημα μια πηχη εντευθεν και διαστημα μια πηχη εκειθεν· και τα οικηματα ησαν εξ πηχων εντευθεν και εξ πηχων εκειθεν.
<scripture passage="Ezek 40:13" parsed="|Ezek|40|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.13" />
<sup>13</sup>Επειτα εμετρησε την πυλην απο της στεγης του ενος οικηματος μεχρι της στεγης του αλλου· το πλατος ητο εικοσιπεντε πηχων και θυρα απεναντι θυρας.
<scripture passage="Ezek 40:14" parsed="|Ezek|40|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.14" />
<sup>14</sup>Και εκαμε τα μετωπα εξηκοντα πηχων μεχρι του μετωπου της αυλης κυκλω κυκλω του πυλωνος.
<scripture passage="Ezek 40:15" parsed="|Ezek|40|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.15" />
<sup>15</sup>Και απο του προσωπου της πυλης της εισοδου εως του προσωπου της στοας της εσωτερας πυλης ησαν πεντηκοντα πηχαι.
<scripture passage="Ezek 40:16" parsed="|Ezek|40|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.16" />
<sup>16</sup>Και ησαν παραθυρα αδιορατα εις τα οικηματα και εις τα μετωπα αυτων εσωθεν της πυλης κυκλω κυκλω, και ωσαυτως εις τας στοας· ησαν παραθυρα και εσωθεν κυκλω κυκλω, εφ' εκαστου δε μετωπου φοινικες.
<scripture passage="Ezek 40:17" parsed="|Ezek|40|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.17" />
<sup>17</sup>Και με εφερεν εις την εξωτεραν αυλην και ιδου, θαλαμοι και λιθοστρωτον κατεσκευασμενον εν τη αυλη κυκλω κυκλω· τριακοντα θαλαμοι επι του λιθοστρωτου.
<scripture passage="Ezek 40:18" parsed="|Ezek|40|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.18" />
<sup>18</sup>Και το λιθοστρωτον το επι τα πλαγια των πυλων, κατα το μηκος των πυλων, ητο το κατωτερον λιθοστρωτον.
<scripture passage="Ezek 40:19" parsed="|Ezek|40|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.19" />
<sup>19</sup>Και εμετρησε το πλατος απο του προσωπου της κατωτερας πυλης μεχρι του προσωπου της εσωτερας αυλης εξωθεν, εκατον πηχας προς ανατολας και προς βορραν.
<scripture passage="Ezek 40:20" parsed="|Ezek|40|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.20" />
<sup>20</sup>Και την πυλην της εξωτερας αυλης την βλεπουσαν προς βορραν εμετρησε, το μηκος αυτης και το πλατος αυτης.
<scripture passage="Ezek 40:21" parsed="|Ezek|40|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.21" />
<sup>21</sup>Και τα οικηματα αυτης ησαν τρια εντευθεν και τρια εκειθεν, και τα μετωπα αυτης και τα τοξα αυτης ησαν κατα το μετρον της πρωτης πυλης, το μηκος αυτης πεντηκοντα πηχων και το πλατος αυτης εικοσιπεντε πηχων.
<scripture passage="Ezek 40:22" parsed="|Ezek|40|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.22" />
<sup>22</sup>Και τα παραθυρα αυτων και τα τοξα αυτων και οι φοινικες αυτων ησαν κατα το μετρον της πυλης της βλεπουσης προς ανατολας· και ανεβαινον προς αυτην δι' επτα βαθμιδων· και τα τοξα αυτης ησαν εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Ezek 40:23" parsed="|Ezek|40|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.23" />
<sup>23</sup>Και η πυλη της εσωτερας αυλης ητο απεναντι της πυλης της προς βορραν και προς ανατολας· και εμετρησεν απο πυλης εις πυλην, εκατον πηχας.
<scripture passage="Ezek 40:24" parsed="|Ezek|40|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.24" />
<sup>24</sup>Και με εφερε προς νοτον, και ιδου, πυλη βλεπουσα προς νοτον· και εμετρησε τα μετωπα αυτης και τα τοξα αυτης, κατα τα αυτα μετρα.
<scripture passage="Ezek 40:25" parsed="|Ezek|40|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.25" />
<sup>25</sup>Και ησαν παραθυρα εις αυτην και εις τα τοξα αυτης κυκλω κυκλω, ως τα παραθυρα εκεινα· το μηκος πεντηκοντα πηχων και το πλατος εικοσιπεντε πηχων.
<scripture passage="Ezek 40:26" parsed="|Ezek|40|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.26" />
<sup>26</sup>Και η αναβασις αυτης ητο επτα βαθμιδες και τα τοξα αυτης ησαν εμπροσθεν αυτων· και ειχε φοινικας, ενα εντευθεν και ενα εκειθεν, επι των μετωπων αυτης.
<scripture passage="Ezek 40:27" parsed="|Ezek|40|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.27" />
<sup>27</sup>Και ητο πυλη εις την εσωτεραν αυλην προς νοτον· και εμετρησεν απο πυλης εις πυλην, προς νοτον, εκατον πηχας.
<scripture passage="Ezek 40:28" parsed="|Ezek|40|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.28" />
<sup>28</sup>Και με εφερεν εις την εσωτεραν αυλην δια της νοτιου πυλης· και εμετρησε την νοτιον πυλην κατα τα αυτα μετρα.
<scripture passage="Ezek 40:29" parsed="|Ezek|40|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.29" />
<sup>29</sup>Και τα οικηματα αυτης και τα μετωπα αυτης και τα τοξα αυτης κατα τα αυτα μετρα· και ησαν παραθυρα εις αυτην και εις τα τοξα αυτης κυκλω κυκλω· πεντηκοντα πηχων το μηκος και εικοσιπεντε πηχων το πλατος.
<scripture passage="Ezek 40:30" parsed="|Ezek|40|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.30" />
<sup>30</sup>Και τα τοξα κυκλω κυκλω ησαν εικοσιπεντε πηχων το μηκος και πεντε πηχων το πλατος.
<scripture passage="Ezek 40:31" parsed="|Ezek|40|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.31" />
<sup>31</sup>Και τα τοξα αυτης ησαν προς την εξωτεραν αυλην, και φοινικες επι των μετωπων αυτης, και οκτω βαθμιδες η αναβασις αυτης.
<scripture passage="Ezek 40:32" parsed="|Ezek|40|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.32" />
<sup>32</sup>Και με εφερεν εις την εσωτεραν πυλην προς ανατολας, και εμετρησε την πυλην κατα τα αυτα μετρα.
<scripture passage="Ezek 40:33" parsed="|Ezek|40|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.33" />
<sup>33</sup>Και τα οικηματα αυτης και τα μετωπα αυτης και τα τοξα αυτης ησαν κατα τα αυτα μετρα· και ησαν παραθυρα εις αυτην και εις τα τοξα αυτης κυκλω κυκλω, πεντηκοντα πηχων το μηκος και εικοσιπεντε πηχων το πλατος.
<scripture passage="Ezek 40:34" parsed="|Ezek|40|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.34" />
<sup>34</sup>Και τα τοξα αυτης ησαν προς την εξωτεραν αυλην, και φοινικες επι των μετωπων αυτης, εντευθεν και εκειθεν, και οκτω βαθμιδες η αναβασις αυτης.
<scripture passage="Ezek 40:35" parsed="|Ezek|40|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.35" />
<sup>35</sup>Και με εφερεν εις την βορειον πυλην και εμετρησεν αυτην κατα τα αυτα μετρα·
<scripture passage="Ezek 40:36" parsed="|Ezek|40|36|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.36" />
<sup>36</sup>τα οικηματα αυτης, τα μετωπα αυτης και τα τοξα αυτης και τα παραθυρα αυτης κυκλω κυκλω· το μηκος πεντηκοντα πηχων και το πλατος εικοσιπεντε πηχων.
<scripture passage="Ezek 40:37" parsed="|Ezek|40|37|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.37" />
<sup>37</sup>Και τα μετωπα αυτης ησαν προς την εξωτεραν αυλην, και φοινικες επι των μετωπων αυτης, εντευθεν και εκειθεν, και οκτω βαθμιδες η αναβασις αυτης.
<scripture passage="Ezek 40:38" parsed="|Ezek|40|38|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.38" />
<sup>38</sup>Και οι θαλαμοι και αι εισοδοι αυτης ησαν πλησιον των μετωπων των πυλων, οπου επλυνον το ολοκαυτωμα.
<scripture passage="Ezek 40:39" parsed="|Ezek|40|39|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.39" />
<sup>39</sup>Και εν τη στοα της πυλης ησαν δυο τραπεζαι εντευθεν και δυο τραπεζαι εκειθεν, δια να σφαζωσιν επ' αυτων το ολοκαυτωμα και την περι αμαρτιας προσφοραν και την περι ανομιας προσφοραν.
<scripture passage="Ezek 40:40" parsed="|Ezek|40|40|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.40" />
<sup>40</sup>Και εις το εξω πλαγιον, καθως ανεβαινε τις προς την εισοδον της βορειου πυλης, ησαν δυο τραπεζαι, και εις το αλλο πλαγιον, το προς την στοαν της πυλης, δυο τραπεζαι.
<scripture passage="Ezek 40:41" parsed="|Ezek|40|41|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.41" />
<sup>41</sup>Τεσσαρες τραπεζαι ησαν εντευθεν και τεσσαρες τραπεζαι εκειθεν παρα τα πλαγια της πυλης· οκτω τραπεζαι, εφ' ων εσφαζον τα θυματα.
<scripture passage="Ezek 40:42" parsed="|Ezek|40|42|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.42" />
<sup>42</sup>Και αι τεσσαρες τραπεζαι του ολοκαυτωματος ησαν εκ λιθου πελεκητου, μιας πηχης και ημισεος το μηκος και μιας πηχης και ημισεος το πλατος και μιας πηχης το υψος· και επ' αυτων εθετον τα εργαλεια, δι' ων εσφαζον το ολοκαυτωμα και την θυσιαν.
<scripture passage="Ezek 40:43" parsed="|Ezek|40|43|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.43" />
<sup>43</sup>Και εσωθεν ησαν αγκιστρα, μιας παλαμης το πλατος, προσηλωμενα κυκλω κυκλω· επι δε των τραπεζων εθετον το κρεας των προσφορων.
<scripture passage="Ezek 40:44" parsed="|Ezek|40|44|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.44" />
<sup>44</sup>Και εξωθεν της πυλης της εσωτερας ησαν οι θαλαμοι των μουσικων, εν τη εσωτερα αυλη τη επι τα πλαγια της βορειου πυλης· και τα προσωπα αυτων ησαν προς νοτον, εν επι το πλαγιον της ανατολικης πυλης βλεπον προς βορραν.
<scripture passage="Ezek 40:45" parsed="|Ezek|40|45|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.45" />
<sup>45</sup>Και ειπε προς εμε, Ο θαλαμος ουτος ο βλεπων προς νοτον ειναι δια τους ιερεις τους φυλαττοντας την φυλακην του οικου,
<scripture passage="Ezek 40:46" parsed="|Ezek|40|46|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.46" />
<sup>46</sup>ο δε θαλαμος ο βλεπων προς βορραν ειναι δια τους ιερεις τους φυλαττοντας την φυλακην του θυσιαστηριου· ουτοι ειναι οι υιοι Σαδωκ, μεταξυ των υιων Λευι, οιτινες προσερχονται εις τον Κυριον, δια να λειτουργωσιν εις αυτον.
<scripture passage="Ezek 40:47" parsed="|Ezek|40|47|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.47" />
<sup>47</sup>Και εμετρησε την αυλην, μηκος εκατον πηχων και πλατος εκατον πηχων, εις τετραγωνον· και το θυσιαστηριον ητο εμπροσθεν του οικου.
<scripture passage="Ezek 40:48" parsed="|Ezek|40|48|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.48" />
<sup>48</sup>Και με εφερεν εις την στοαν του οικου και εμετρησεν εκαστον μετωπον της στοας, πεντε πηχων εντευθεν και πεντε πηχων εκειθεν· και το πλατος της πυλης τριων πηχων εντευθεν και τριων πηχων εκειθεν.
<scripture passage="Ezek 40:49" parsed="|Ezek|40|49|0|0" osisRef="Bible:Ezek.40.49" />
<sup>49</sup>το μηκος της στοας ητο εικοσι πηχων και το πλατος ενδεκα πηχων· και με εφερε δια των βαθμιδων, δι' ων ανεβαινον εις αυτην· και ησαν στυλοι παρα τα μετωπα, εις εντευθεν και εις εκειθεν.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 41" progress="71.34%" prev="Ezek.40" next="Ezek.42" id="Ezek.41">
<h3 id="Ezek.41-p0.1">Chapter 41</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.41-p1">
<scripture passage="Ezek 41:1" parsed="|Ezek|41|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.1" />
<sup>1</sup>Επειτα με εφερεν εις τον ναον και εμετρησε τα μετωπα, εξ πηχας το πλατος εντευθεν και εξ πηχας το πλατος εκειθεν, το πλατος της σκηνης.
<scripture passage="Ezek 41:2" parsed="|Ezek|41|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.2" />
<sup>2</sup>Και το πλατος της εισοδου ητο δεκα πηχων· και τα πλευρα της θυρας πεντε πηχων εντευθεν και πεντε πηχων εκειθεν· και εμετρησε το μηκος αυτου, τεσσαρακοντα πηχας, και το πλατος εικοσι πηχας.
<scripture passage="Ezek 41:3" parsed="|Ezek|41|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.3" />
<sup>3</sup>Και εισηλθεν εις το εσωτερον και εμετρησε το μετωπον της θυρας, δυο πηχας, και την θυραν, εξ πηχας, και το πλατος της θυρας, επτα πηχας.
<scripture passage="Ezek 41:4" parsed="|Ezek|41|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.4" />
<sup>4</sup>Επειτα εμετρησε το μηκος τουτου, εικοσι πηχας, και το πλατος εικοσι πηχας, εμπροσθεν του ναου· και ειπε προς εμε, τουτο ειναι το αγιον των αγιων.
<scripture passage="Ezek 41:5" parsed="|Ezek|41|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.5" />
<sup>5</sup>Και εμετρησε τον τοιχον του οικου, εξ πηχας· και το πλατος εκαστου των εις τα πλαγια οικηματων, τεσσαρας πηχας, κυκλω κυκλω του οικου κυκλω.
<scripture passage="Ezek 41:6" parsed="|Ezek|41|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.6" />
<sup>6</sup>Και τα πλαγια οικηματα ησαν ανα τρια, οικημα επι οικηματος, και τριακοντα κατα ταξιν· και εισεχωρουν εις τον τοιχον του ναου, εκτισμενον κυκλω κυκλω δια τα πλαγια οικηματα, δια να κρατωνται στερεα, χωρις να επιστηριζωνται ομως επι τον τοιχον του οικου.
<scripture passage="Ezek 41:7" parsed="|Ezek|41|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.7" />
<sup>7</sup>Και ο οικος επλατυνετο, και ητο κλιμαξ ελικοειδης αναβαινουσα εις τα πλαγια οικηματα· διοτι η ελικοειδης κλιμαξ του οικου ανεβαινε προς τα ανω κυκλω κυκλω του οικου· οθεν ο οικος εγινετο πλατυτερος προς τα ανω, και ουτως ηυξανεν απο του κατωτατου πατωματος εως του ανωτατου δια των μεσων.
<scripture passage="Ezek 41:8" parsed="|Ezek|41|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.8" />
<sup>8</sup>Και ειδον το υψος του οικου κυκλω κυκλω· τα θεμελια των πλαγιων οικηματων ησαν εις ολοκληρος καλαμος εξ πηχων διαστημα.
<scripture passage="Ezek 41:9" parsed="|Ezek|41|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.9" />
<sup>9</sup>Το πλατος του τοιχου δια τα εξωθεν πλαγια οικηματα ητο πεντε πηχων· και το εναπολειφθεν κενον ητο ο τοπος των εσωθεν πλαγιων οικηματων.
<scripture passage="Ezek 41:10" parsed="|Ezek|41|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.10" />
<sup>10</sup>Και μεταξυ των θαλαμων ητο διαστημα εικοσι πηχων κυκλω κυκλω, περι τον οικον.
<scripture passage="Ezek 41:11" parsed="|Ezek|41|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.11" />
<sup>11</sup>Και αι θυραι των πλαγιων οικηματων ησαν προς το μερος το εναπολειφθεν μια θυρα προς βορραν και μια θυρα προς νοτον· και το πλατος του εναπολειφθεντος μερους ητο πεντε πηχων κυκλω κυκλω.
<scripture passage="Ezek 41:12" parsed="|Ezek|41|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.12" />
<sup>12</sup>Η δε οικοδομη η κατα προσωπον του κεχωρισμενου μερους, προς το δυτικον πλαγιον, ητο εβδομηκοντα πηχων το πλατος· και ο τοιχος της οικοδομης, πεντε πηχων το παχος κυκλω κυκλω· το δε μηκος αυτης ενενηκοντα πηχων.
<scripture passage="Ezek 41:13" parsed="|Ezek|41|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.13" />
<sup>13</sup>Και εμετρησε τον τοιχον, εξ εκατον πηχων το μηκος· και το κεχωρισμενον μερος και την οικοδομην και τους τοιχους αυτης, εκατον πηχων το μηκος·
<scripture passage="Ezek 41:14" parsed="|Ezek|41|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.14" />
<sup>14</sup>και το πλατος του προσωπου του οικου και του κεχωρισμενου μερους προς ανατολας, εκατον πηχων.
<scripture passage="Ezek 41:15" parsed="|Ezek|41|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.15" />
<sup>15</sup>Και εμετρησε το μηκος της οικοδομης της κατα προσωπον του κεχωρισμενου μερους οπισθεν αυτου, και τας στοας αυτου εντευθεν και εκειθεν, εκατον πηχων, και τον ενδοτερον ναον και τα προθυρα της αυλης·
<scripture passage="Ezek 41:16" parsed="|Ezek|41|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.16" />
<sup>16</sup>τους παραστατας της θυρας και τα αορατα παραθυρα και τας στοας κυκλω κατα τα τρια αυτων πατωματα, κατα προσωπον της θυρας, εστρωμενα με ξυλον κυκλω κυκλω· και το εδαφος εως των παραθυρων και τα παραθυρα ησαν εσκεπασμενα·
<scripture passage="Ezek 41:17" parsed="|Ezek|41|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.17" />
<sup>17</sup>εως επανωθεν της θυρας και εως του εσωτερου οικου και εξωθεν και δι' ολου του τοιχου κυκλω εσωθεν και εξωθεν, κατα τα μετρα.
<scripture passage="Ezek 41:18" parsed="|Ezek|41|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.18" />
<sup>18</sup>Και ητο ειργασμενον με χερουβειμ και με φοινικας, ωστε φοινιξ ητο μεταξυ χερουβ και χερουβ, και εκαστον χερουβ ειχε δυο προσωπα·
<scripture passage="Ezek 41:19" parsed="|Ezek|41|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.19" />
<sup>19</sup>και προσωπον ανθρωπου προς τον φοινικα εντευθεν και προσωπον λεοντος προς τον φοινικα εκειθεν· ουτως ητο ειργασμενον δι' ολου του οικου κυκλω κυκλω.
<scripture passage="Ezek 41:20" parsed="|Ezek|41|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.20" />
<sup>20</sup>Απο του εδαφους εως επανωθεν της θυρας ησαν ειργασμενα χερουβειμ και φοινικες και εις τον τοιχον του ναου.
<scripture passage="Ezek 41:21" parsed="|Ezek|41|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.21" />
<sup>21</sup>Οι παρασταται του ναου ησαν τετραγωνοι και το προσωπον του αγιαστηριου, η θεα του ενος ως η θεα του αλλου.
<scripture passage="Ezek 41:22" parsed="|Ezek|41|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.22" />
<sup>22</sup>Το ξυλινον θυσιαστηριον ητο τριων πηχων το υψος, το δε μηκος αυτου δυο πηχων· και τα κερατα αυτου και το μηκος αυτου και οι τοιχοι αυτου ησαν εκ ξυλου· και ειπε προς εμε, Αυτη ειναι η τραπεζα η ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Ezek 41:23" parsed="|Ezek|41|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.23" />
<sup>23</sup>Και ο ναος και το αγιαστηριον ειχον δυο θυρωματα.
<scripture passage="Ezek 41:24" parsed="|Ezek|41|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.24" />
<sup>24</sup>Και τα θυρωματα ειχον δυο φυλλα εκαστον, δυο στρεφομενα φυλλα· δυο εις το εν θυρωμα και δυο φυλλα εις το αλλο.
<scripture passage="Ezek 41:25" parsed="|Ezek|41|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.25" />
<sup>25</sup>Και ησαν ειργασμενα επ' αυτων, επι των θυρωματων του ναου, χερουβειμ και φοινικες, καθως ησαν ειργαμενα επι των τοιχων· και ησαν δοκοι ξυλιναι επι το προσωπον της στοας εξωθεν.
<scripture passage="Ezek 41:26" parsed="|Ezek|41|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.41.26" />
<sup>26</sup>Και ησαν παραθυρα αδιορατα και φοινικες εντευθεν και εκειθεν εις τα πλαγια της στοας και επι τα πλαγια οικηματα του οικου και δοκοι ξυλιναι.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 42" progress="71.44%" prev="Ezek.41" next="Ezek.43" id="Ezek.42">
<h3 id="Ezek.42-p0.1">Chapter 42</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.42-p1">
<scripture passage="Ezek 42:1" parsed="|Ezek|42|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.1" />
<sup>1</sup>Και με εξηγαγεν εις την αυλην την εξωτεραν κατα την οδον την προς βορραν· και με εφερεν εις τον θαλαμον τον απεναντι του κεχωρισμενου μερους κατα τον κατα προσωπον της οικοδομης, προς βορραν.
<scripture passage="Ezek 42:2" parsed="|Ezek|42|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.2" />
<sup>2</sup>κατα προσωπον του μηκους, το οποιον ητο εκατον πηχων, ητο η βορειος θυρα, το δε πλατος πεντηκοντα πηχων.
<scripture passage="Ezek 42:3" parsed="|Ezek|42|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.3" />
<sup>3</sup>Απεναντι των εικοσι πηχων, αιτινες ησαν δια την εσωτεραν αυλην, και απεναντι του λιθοστρωτου του δια την εξωτεραν αυλην, ητο στοα αντικρυ στοας τριπλη.
<scripture passage="Ezek 42:4" parsed="|Ezek|42|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.4" />
<sup>4</sup>Και κατα προσωπον των θαλαμων ητο περιπατος δεκα πηχων το πλατος, και προς τα εσω οδος μιας πηχης· και αι θυραι αυτων ησαν προς βορραν.
<scripture passage="Ezek 42:5" parsed="|Ezek|42|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.5" />
<sup>5</sup>Οι δε ανωτατοι θαλαμοι ησαν στενωτεροι, επειδη αι κατω στοαι και αι μεσαιαι της οικοδομης εξειχον μαλλον παρα εκεινους.
<scripture passage="Ezek 42:6" parsed="|Ezek|42|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτοι ησαν εις τρια πατωματα, δεν ειχον ομως στυλους ως τους στυλους των αυλων· δια τουτο η οικοδομη εστενουτο μαλλον παρα το κατωτατον και το μεσαιον απο της γης.
<scripture passage="Ezek 42:7" parsed="|Ezek|42|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.7" />
<sup>7</sup>Και ο τοιχος ο εξωθεν απεναντι των θαλαμων, προς την εξωτεραν αυλην κατα προσωπον των θαλαμων, ειχε μηκος πεντηκοντα πηχων.
<scripture passage="Ezek 42:8" parsed="|Ezek|42|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.8" />
<sup>8</sup>Διοτι το μηκος των θαλαμων των εν τη εξωτερα αυλη ητο πεντηκοντα πηχων· και ιδου, κατα προσωπον του ναου ησαν εκατον πηχαι.
<scripture passage="Ezek 42:9" parsed="|Ezek|42|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.9" />
<sup>9</sup>Κατωθεν δε των θαλαμων τουτων ητο η εισοδος κατα ανατολας, καθως υπαγει τις προς αυτους απο της αυλης της εξωτερας.
<scripture passage="Ezek 42:10" parsed="|Ezek|42|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.10" />
<sup>10</sup>Οι θαλαμοι ησαν εις το παχος του τοιχου της αυλης προς ανατολας, κατα προσωπον του κεχωρισμενου μερους και κατα προσωπον της οικοδομης.
<scripture passage="Ezek 42:11" parsed="|Ezek|42|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.11" />
<sup>11</sup>Και η οδος η κατα προσωπον αυτων ητο κατα την θεαν των θαλαμων των προς βορραν· ειχον ισον μηκος με εκεινους, ισον πλατος με εκεινους· και πασαι αι εξοδοι αυτων ησαν και κατα τας διαταξεις εκεινων και κατα τας θυρας εκεινων.
<scripture passage="Ezek 42:12" parsed="|Ezek|42|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.12" />
<sup>12</sup>Και κατα τας θυρας των βαλαμων των προς νοτον ητο θυρα εις την αρχην της οδου, της οδου κατ' ευθειαν απεναντι του τοιχου προς ανατολας, καθως εμβαινει τις προς αυτα.
<scripture passage="Ezek 42:13" parsed="|Ezek|42|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς εμε, Οι βορειοι θαλαμοι και οι νοτιοι θαλαμοι οι κατα προσωπον του κεχωρισμενου μερους, ουτοι ειναι θαλαμοι αγιοι, οπου οι ιερεις οι πλησιαζοντες εις τον Κυριον θελουσι τρωγει τα αγιωτατα· εκει θελουσι θετει τα αγιωτατα και την προσφοραν την εξ αλφιτων και την περι αμαρτιας προσφοραν και την περι ανομιας προσφοραν, διοτι ο τοπος ειναι αγιος.
<scripture passage="Ezek 42:14" parsed="|Ezek|42|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.14" />
<sup>14</sup>Οταν οι ιερεις εισερχωνται εκει, δεν θελουσιν εξερχεσθαι απο του αγιου τοπου εις την αυλην την εξωτεραν, αλλ' εκει θελουσιν αποθετει τα ενδυματα αυτων, με τα οποια λειτουργουσι, διοτι ειναι αγια· και θελουσιν ενδυεσθαι αλλα ενδυματα, και τοτε θελουσι πλησιαζει εις ο, τι ειναι του λαου.
<scripture passage="Ezek 42:15" parsed="|Ezek|42|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.15" />
<sup>15</sup>Αφου δε ετελειωσε τα μετρα του εσωθεν οικου, με εξηγαγε προς την πυλην την βλεπουσαν κατα ανατολας και εμετρησεν αυτον κυκλω κυκλω.
<scripture passage="Ezek 42:16" parsed="|Ezek|42|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.16" />
<sup>16</sup>Εμετρησε την ανατολικην πλευραν με το καλαμινον μετρον, πεντακοσιους καλαμους, με το καλαμινον μετρον κυκλω.
<scripture passage="Ezek 42:17" parsed="|Ezek|42|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.17" />
<sup>17</sup>Εμετρησε την βορειον πλευραν, πεντακοσιους καλαμους, με το καλαμινον μετρον κυκλω.
<scripture passage="Ezek 42:18" parsed="|Ezek|42|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.18" />
<sup>18</sup>Εμετρησε την νοτιον πλευραν, πεντακοσιους καλαμους, με το καλαμινον μετρον.
<scripture passage="Ezek 42:19" parsed="|Ezek|42|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.19" />
<sup>19</sup>Εστραφη επειτα προς την δυτικην πλευραν και εμετρησε πεντακοσιους καλαμους με το καλαμινον μετρον.
<scripture passage="Ezek 42:20" parsed="|Ezek|42|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.42.20" />
<sup>20</sup>Εμετρησεν αυτον κατα τας τεσσαρας πλευρας· ειχε τοιχον κυκλω κυκλω, πεντακοσιων καλαμων το μηκος και πεντακοσιων το πλατος, δια να καμνη χωρισμα μεταξυ του αγιου και του βεβηλου τοπου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 43" progress="71.51%" prev="Ezek.42" next="Ezek.44" id="Ezek.43">
<h3 id="Ezek.43-p0.1">Chapter 43</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.43-p1">
<scripture passage="Ezek 43:1" parsed="|Ezek|43|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.1" />
<sup>1</sup>Και με εφερεν εις την πυλην, την πυλην την βλεπουσαν κατα ανατολας.
<scripture passage="Ezek 43:2" parsed="|Ezek|43|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου, η δοξα του Θεου του Ισραηλ ηρχετο απο της οδου της ανατολης· και η φωνη αυτου ως φωνη υδατων πολλων· και η γη ελαμπεν απο της δοξης αυτου.
<scripture passage="Ezek 43:3" parsed="|Ezek|43|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.3" />
<sup>3</sup>Και η θεα την οποιαν ειδον ητο κατα την θεαν, κατα την θεαν την οποιαν ειδον, οτε ηλθον να χαλασω την πολιν· και αι θεαι ησαν κατα την θεαν, την οποιαν ειδον παρα τον ποταμον Χεβαρ· και επεσον επι προσωπον μου.
<scripture passage="Ezek 43:4" parsed="|Ezek|43|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.4" />
<sup>4</sup>Και η δοξα του Κυριου εισηλθεν εις τον οικον δια της οδου της πυλης της βλεπουσης κατα ανατολας.
<scripture passage="Ezek 43:5" parsed="|Ezek|43|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.5" />
<sup>5</sup>Και με εσηκωσε το πνευμα και με εφερεν εις την αυλην την εσωτεραν· και ιδου, ο οικος ητο πληρης της δοξης του Κυριου.
<scripture passage="Ezek 43:6" parsed="|Ezek|43|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.6" />
<sup>6</sup>Και ηκουσα φωνην λαλουντος προς εμε εκ του οικου· και ο ανθρωπος ιστατο πλησιον μου.
<scripture passage="Ezek 43:7" parsed="|Ezek|43|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, τον τοπον του θρονου μου και τον τοπον του ιχνους των ποδων μου, οπου θελω κατοικει εν μεσω των υιων Ισραηλ εις τον αιωνα, και το ονομα μου το αγιον, δεν θελει πλεον βεβηλωσει ο οικος Ισραηλ, ουτε αυτοι ουτε οι βασιλεις αυτων, με τας πορνειας αυτων ουδε με τα πτωματα των βασιλεων αυτων ουδε με τους υψηλους αυτων τοπους.
<scripture passage="Ezek 43:8" parsed="|Ezek|43|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.8" />
<sup>8</sup>Θετοντες τα κατωφλια αυτων πλησιον των κατωφλιων μου και τους παραστατας αυτων πλησιον των παραστατων μου, ωστε δεν ητο παρα ο τοιχος μεταξυ εμου και αυτων, εβεβηλουν ουτω το ονομα μου το αγιον με τα βδελυγματα αυτων, τα οποια επραττον· δια τουτο ηναλωσα αυτους εν τω θυμω μου.
<scripture passage="Ezek 43:9" parsed="|Ezek|43|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.9" />
<sup>9</sup>Τωρα ας απομακρυνωσιν απ' εμου τας πορνειας αυτων και τα πτωματα των βασιλεων αυτων, και θελω κατοικει εν μεσω αυτων εις τον αιωνα.
<scripture passage="Ezek 43:10" parsed="|Ezek|43|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.10" />
<sup>10</sup>Συ, υιε ανθρωπου, δειξον τον οικον τουτον εις τον οικον Ισραηλ, δια να εντραπωσι δια τας ανομιας αυτων· και ας μετρησωσι το σχεδιον.
<scripture passage="Ezek 43:11" parsed="|Ezek|43|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.11" />
<sup>11</sup>Και εαν εντραπωσι δια παντα οσα επραξαν, δειξον εις αυτους την μορφην του οικου και την διαταξιν αυτου και τας εξοδους αυτου και τας εισοδους αυτου και πασαν την μορφην αυτου και πασας τας διαταξεις αυτου και πασαν την μορφην αυτου και παντα τον νομον αυτου, και διαγραψον αυτον ενωπιον αυτων, δια να φυλαξωσιν ολην την μορφην αυτου και πασας τας διαταξεις αυτου και να εκτελωσιν αυτας.
<scripture passage="Ezek 43:12" parsed="|Ezek|43|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.12" />
<sup>12</sup>Ουτος ειναι ο νομος του οικου· επι της κορυφης του ορους, ολον το οριον αυτου κυκλω κυκλω θελει εισθαι αγιωτατον. Ιδου, ουτος ειναι ο νομος του οικου.
<scripture passage="Ezek 43:13" parsed="|Ezek|43|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.13" />
<sup>13</sup>Και ταυτα ειναι τα μετρα του θυσιαστηριου εις πηχας· η πηχη ειναι μια πηχη κοινη και παλαμη· το μεν κοιλωμα αυτου θελει εισθαι μια πηχη και το πλατος μια πηχη, το δε γεισωμα αυτου εις τα χειλη αυτου κυκλω μια σπιθαμη· και τουτο θελει εισθαι το ανωτερον μερος του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Ezek 43:14" parsed="|Ezek|43|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.14" />
<sup>14</sup>Απο δε του κοιλωματος του προς την γην εως της κατωτερας οφρυος θελει εισθαι δυο πηχαι και το πλατος μια πηχη· και απο της οφρυος της μικροτερας εως της οφρυος της μεγαλητερας, τεσσαρες πηχαι, και το πλατος μια πηχη.
<scripture passage="Ezek 43:15" parsed="|Ezek|43|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.15" />
<sup>15</sup>Και το θυσιαστηριον θελει εισθαι τεσσαρων πηχων το υψος· απο δε του θυσιαστηριου και επανω θελουσιν εισθαι τεσσαρα κερατα.
<scripture passage="Ezek 43:16" parsed="|Ezek|43|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.16" />
<sup>16</sup>Και το θυσιαστηριον θελει εισθαι δωδεκα πηχων το μηκος και δωδεκα το πλατος, τετραγωνον εις τας τεσσαρας πλευρας αυτου.
<scripture passage="Ezek 43:17" parsed="|Ezek|43|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.17" />
<sup>17</sup>Και η οφρυς θελει εισθαι δεκατεσσαρων πηχων το μηκος και δεκατεσσαρων το πλατος εις τας τεσσαρας πλευρας αυτης· και το γεισωμα κυκλω αυτης μιση πηχη· και το κοιλωμα αυτης κυκλω μια πηχη· και αι βαθμιδες αυτης θελουσι βλεπει προς ανατολας.
<scripture passage="Ezek 43:18" parsed="|Ezek|43|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε προς εμε, Υιε ανθρωπου, ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Αυται ειναι αι διαταξεις του θυσιαστηριου καθ' ην ημεραν κατασκευασωσιν αυτο, δια να προσφερωσιν επ' αυτου ολοκαυτωμα και να ραντιζωσιν επ' αυτο αιμα.
<scripture passage="Ezek 43:19" parsed="|Ezek|43|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.19" />
<sup>19</sup>Και θελεις δωσει εις τους ιερεις τους Λευιτας, τους οντας εκ του σπερματος Σαδωκ, τους πλησιαζοντας με δια να λειτουργωσιν εις εμε, λεγει Κυριος ο Θεος, μοσχον βοος δια προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Ezek 43:20" parsed="|Ezek|43|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.20" />
<sup>20</sup>Και θελεις λαβει απο του αιματος αυτου και βαλει επι τα τεσσαρα κερατα αυτου και επι τας τεσσαρας γωνιας της οφρυος και επι το γεισωμα κυκλω· και θελεις καθαρισει αυτο και καμει εξιλεωσιν περι αυτου.
<scripture passage="Ezek 43:21" parsed="|Ezek|43|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.21" />
<sup>21</sup>Και θελεις λαβει τον μοσχον τον δια προσφοραν περι αμαρτιας, και θελουσι καυσει αυτον εν τω διωρισμενω τοπω του οικου εξω του αγιαστηριου.
<scripture passage="Ezek 43:22" parsed="|Ezek|43|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.22" />
<sup>22</sup>Και την δευτεραν ημεραν θελεις προσφερει τραγον εξ αιγων αμωμον δια προσφοραν περι αμαρτιας· και θελουσι καθαρισει το θυσιαστηριον, ως εκαθαρισαν δια του μοσχου.
<scripture passage="Ezek 43:23" parsed="|Ezek|43|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.23" />
<sup>23</sup>Αφου τελειωσης καθαριζων αυτο, θελεις προσφερει μοσχον βοος αμωμον και κριον εκ του ποιμνιου αμωμον.
<scripture passage="Ezek 43:24" parsed="|Ezek|43|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.24" />
<sup>24</sup>Και θελεις προσφερει αυτα ενωπιον του Κυριου, και οι ιερεις θελουσι ριψει ολας επ' αυτα και θελουσιν ολοκαυτωσει αυτα ολοκαυτωμα εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ezek 43:25" parsed="|Ezek|43|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.25" />
<sup>25</sup>Επτα ημερας θελεις ετοιμαζει καθ' εκαστην τραγον δια προσφοραν περι αμαρτιας· και θελουσιν ετοιμαζει μοσχον βοος και κριον εκ του ποιμνιου, αμωμους.
<scripture passage="Ezek 43:26" parsed="|Ezek|43|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.26" />
<sup>26</sup>Επτα ημερας θελουσι καμνει εξιλεωσιν περι του θυσιαστηριου και καθαριζει αυτο· και αυτοι θελουσι καθιερωθη.
<scripture passage="Ezek 43:27" parsed="|Ezek|43|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.43.27" />
<sup>27</sup>Και αφου συμπληρωθωσιν αι ημεραι, απο της ογδοης ημερας και εφεξης θελουσι προσφερει οι ιερεις τα ολοκαυτωματα σας επι του θυσιαστηριου και τας ειρηνικας προσφορας σας· και εγω θελω σας δεχθη, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 44" progress="71.63%" prev="Ezek.43" next="Ezek.45" id="Ezek.44">
<h3 id="Ezek.44-p0.1">Chapter 44</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.44-p1">
<scripture passage="Ezek 44:1" parsed="|Ezek|44|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.1" />
<sup>1</sup>Και με επεστρεψε κατα την οδον της εξωτερας πυλης του αγιαστηριου της βλεπουσης κατα ανατολας· και αυτη ητο κεκλεισμενη.
<scripture passage="Ezek 44:2" parsed="|Ezek|44|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Η πυλη αυτη θελει εισθαι κεκλεισμενη, δεν θελει ανοιχθη, και ανθρωπος δεν θελει εισελθει δι' αυτης· διοτι Κυριος ο Θεος του Ισραηλ εισηλθε δι' αυτης, δια τουτο θελει εισθαι κεκλεισμενη.
<scripture passage="Ezek 44:3" parsed="|Ezek|44|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.3" />
<sup>3</sup>Αυτη θελει εισθαι δια τον αρχοντα· ο αρχων, ουτος θελει καθησει εν αυτη δια να φαγη αρτον ενωπιον του Κυριου· θελει εισελθει δια της οδου της στοας της πυλης ταυτης και δια της αυτης οδου θελει εξελθει.
<scripture passage="Ezek 44:4" parsed="|Ezek|44|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.4" />
<sup>4</sup>Και με εφερε κατα την οδον της βορειου πυλης κατεναντι του οικου· και ειδον και ιδου, ο οικος του Κυριου ητο πληρης της δοξης του Κυριου· και επεσον επι προσωπον μου.
<scripture passage="Ezek 44:5" parsed="|Ezek|44|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Υιε ανθρωπου, προσεξον εν τη καρδια σου και ιδε με τους οφθαλμους σου και ακουσον με τα ωτα σου παντα οσα εγω λαλω προς σε περι πασων των διαταξεων του οικου του Κυριου και περι παντων των νομων αυτου· και παρατηρησον καλως την εισοδον του οικου, μετα πασων των εξοδων του αγιαστηριου.
<scripture passage="Ezek 44:6" parsed="|Ezek|44|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.6" />
<sup>6</sup>Και θελεις ειπει προς τους απειθεις, προς τον οικον Ισραηλ, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Οικος Ισραηλ, αρκεσθητε εις παντα τα βδελυγματα υμων,
<scripture passage="Ezek 44:7" parsed="|Ezek|44|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.7" />
<sup>7</sup>οτι εισηξατε αλλογενεις, απεριτμητους την καρδιαν και απεριτμητους την σαρκα, δια να ηναι εν τω αγιαστηριω μου, να βεβηλονωσιν αυτο, τον οικον μου, οταν προσφερητε τον αρτον μου, το παχος και το αιμα, ενω παραβαινουσι την διαθηκην μου εξ αιτιας παντων των βδελυγματων σας.
<scripture passage="Ezek 44:8" parsed="|Ezek|44|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.8" />
<sup>8</sup>Και δεν εφυλαξατε σεις την φυλακην των αγιων μου, αλλα κατεστησατε επι του αγιαστηριου μου φυλακας της φυλακης μου αντι υμων.
<scripture passage="Ezek 44:9" parsed="|Ezek|44|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Ουδεις αλλογενης απεριτμητος την καρδιαν και απεριτμητος την σαρκα θελει εισερχεσθαι εις το αγιαστηριον μου, εκ παντων των αλλογενων των μεταξυ των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 44:10" parsed="|Ezek|44|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.10" />
<sup>10</sup>αλλ' οι Λευιται, οιτινες απεστατησαν απ' εμου οτε ο Ισραηλ απεπλανατο, αποπλανηθεντες απ' εμου κατοπιν των ειδωλων αυτων, και θελουσι βαστασει την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:11" parsed="|Ezek|44|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.11" />
<sup>11</sup>Και θελουσιν εισθαι λειτουργοι εν τω αγιαστηριω μου, επιστατουντες επι των πυλων του οικου και φυλαττοντες τον οικον· αυτοι θελουσι σφαζει εις τον λαον τα ολοκαυτωματα και τας θυσιας, και αυτοι θελουσιν ιστασθαι ενωπιον αυτων δια να υπηρετωσιν εις αυτους.
<scripture passage="Ezek 44:12" parsed="|Ezek|44|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.12" />
<sup>12</sup>Διοτι υπηρετουν εις αυτους εμπροσθεν των ειδωλων αυτων και ησαν προσκομμα ανομιας εις τον οικον Ισραηλ· δια τουτο εγω υψωσα την χειρα μου εναντιον αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος, και θελουσι βαστασει την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:13" parsed="|Ezek|44|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.13" />
<sup>13</sup>Και δεν θελουσι με πλησιαζει δια να ιερατευωσιν εις εμε και δεν θελουσι πλησιαζει εις ουδεν απο των αγιων μου, εις τα αγια των αγιων· αλλα θελουσι βαστασει την αισχυνην αυτων και τα βδελυγματα αυτων, τα οποια επραξαν.
<scripture passage="Ezek 44:14" parsed="|Ezek|44|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.14" />
<sup>14</sup>Και θελω καταστησει αυτους φυλακας της φυλακης του οικου δια πασαν την υπηρεσιαν αυτου και δια παντα οσα θελουσι γινεσθαι εν αυτω.
<scripture passage="Ezek 44:15" parsed="|Ezek|44|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.15" />
<sup>15</sup>Οι δε ιερεις οι Λευιται, οι υιοι Σαδωκ, οι φυλαξαντες την φυλακην του αγιαστηριου μου, οτε οι υιοι Ισραηλ απεπλανωντο απ' εμου, ουτοι θελουσι με πλησιαζει δια να λειτουργωσιν εις εμε, και θελουσιν ιστασθαι ενωπιον μου δια να προσφερωσιν εις εμε το παχος και το αιμα, λεγει Κυριος ο Θεος·
<scripture passage="Ezek 44:16" parsed="|Ezek|44|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.16" />
<sup>16</sup>ουτοι θελουσιν εισερχεσθαι εις το αγιαστηριον μου και ουτοι θελουσι πλησιαζει εις την τραπεζαν μου, δια να λειτουργωσιν εις εμε και θελουσι φυλαττει την φυλακην μου.
<scripture passage="Ezek 44:17" parsed="|Ezek|44|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.17" />
<sup>17</sup>Και οταν εισερχωνται εις τας πυλας της εσωτερας αυλης, θελουσιν ενδυεσθαι λινα ιματια· και δεν θελει εισθαι μαλλιον επ' αυτων, ενω λειτουργουσιν εις τας πυλας της εσωτερας αυλης και ενδον.
<scripture passage="Ezek 44:18" parsed="|Ezek|44|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.18" />
<sup>18</sup>Θελουσιν εχει τιαρας λινας επι τας κεφαλας αυτων και θελουσιν εχει λινα περισκελη επι τας οσφυας αυτων· δεν θελουσι περιζωννυσθαι ουδεν προξενουν ιδρωτα.
<scripture passage="Ezek 44:19" parsed="|Ezek|44|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.19" />
<sup>19</sup>Και οταν εξερχωνται εις την αυλην την εξωτεραν, εις την αυλην την εξωτεραν προς τον λαον, θελουσιν εκδυεσθαι τα ενδυματα αυτων, με τα οποια ελειτουργουν, και θετει αυτα εις τους αγιους θαλαμους, και θελουσιν ενδυεσθαι αλλα ενδυματα· και δεν θελουσιν αγιαζει τον λαον με τα ενδυματα αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:20" parsed="|Ezek|44|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.20" />
<sup>20</sup>Και δεν θελουσι ξυριζει τας κεφαλας αυτων και δεν θελουσιν αφινει την κομην αυτων να αυξανηται· μονον θελουσι κουρευει τας κεφαλας αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:21" parsed="|Ezek|44|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.21" />
<sup>21</sup>Και οινον δεν θελει πινει ουδεις ιερευς, οταν εισερχηται εις την εσωτεραν αυλην.
<scripture passage="Ezek 44:22" parsed="|Ezek|44|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.22" />
<sup>22</sup>Και χηραν και αποβεβλημενην δεν θελουσι λαμβανει εις εαυτους δια γυναικα· αλλα θελουσι λαμβανει παρθενον εκ του σπερματος του οικου Ισραηλ η χηραν χηρευουσαν ιερεως.
<scripture passage="Ezek 44:23" parsed="|Ezek|44|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.23" />
<sup>23</sup>Και θελουσι διδασκει τον λαον μου την διαφοραν μεταξυ αγιου και βεβηλου, και θελουσι καμνει αυτους να διακρινωσι μεταξυ ακαθαρτου και καθαρου.
<scripture passage="Ezek 44:24" parsed="|Ezek|44|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.24" />
<sup>24</sup>Και εν ταις αμφισβητησεσιν ουτοι θελουσιν ιστασθαι δια να κρινωσι· κατα τας κρισεις μου θελουσι κρινει αυτας και θελουσι φυλαττει τα νομιμα μου και τα διαταγματα μου εν πασαις ταις εορταις μου· και θελουσιν αγιαζει τα σαββατα μου.
<scripture passage="Ezek 44:25" parsed="|Ezek|44|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.25" />
<sup>25</sup>Και δεν θελουσιν εισερχεσθαι εις νεκρον ανθρωπου δια να μιανθωσιν· ειμη δια πατερα η δια μητερα η δια υιον η δια θυγατερα, δι' αδελφον η δια αδελφην μη υπανδρευθεισαν, δια τουτους θελουσι μιαινεσθαι.
<scripture passage="Ezek 44:26" parsed="|Ezek|44|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.26" />
<sup>26</sup>Αφου δε ο μεμιασμενος καθαρισθη, θελουσιν αριθμει εις αυτον επτα ημερας.
<scripture passage="Ezek 44:27" parsed="|Ezek|44|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.27" />
<sup>27</sup>Και την ημεραν, καθ' ην εισερχεται εις το αγιαστηριον, εις την αυλην την εσωτεραν, δια να λειτουργηση εν τω αγιαστηριω, θελει προσφερει την περι αμαρτιας προσφοραν αυτου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 44:28" parsed="|Ezek|44|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.28" />
<sup>28</sup>Και τουτο θελει εισθαι εις αυτους δια κληρονομιαν· εγω ειμαι η κληρονομια αυτων· και ιδιοκτησιαν δεν θελετε διδει εις αυτους εν τω Ισραηλ· εγω ειμαι η ιδιοκτησια αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:29" parsed="|Ezek|44|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.29" />
<sup>29</sup>Θελουσι τρωγει την εξ αλφιτων προσφοραν και την περι αμαρτιας προσφοραν και την περι ανομιας προσφοραν· και παν αφιερωμα μεταξυ του Ισραηλ θελει εισθαι αυτων.
<scripture passage="Ezek 44:30" parsed="|Ezek|44|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.30" />
<sup>30</sup>Και αι απαρχαι παντων των πρωτογεννηματων και πασα υψουμενη προσφορα παντων εκ παντος ειδους των υψουμενων προσφορων σας θελουσιν εισθαι των ιερεων· και την απαρχην της ζυμης σας θελετε διδει εις τον ιερεα, δια να επαναπαυη ευλογιαν εις τους οικους σας.
<scripture passage="Ezek 44:31" parsed="|Ezek|44|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.44.31" />
<sup>31</sup>Οι ιερεις δεν θελουσι τρωγει ουδεν θνησιμαιον η θηριαλωτον, ειτε πτηνον ειτε κτηνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 45" progress="71.76%" prev="Ezek.44" next="Ezek.46" id="Ezek.45">
<h3 id="Ezek.45-p0.1">Chapter 45</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.45-p1">
<scripture passage="Ezek 45:1" parsed="|Ezek|45|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.1" />
<sup>1</sup>Και οταν κληρονητε την γην εις κληρονομιαν, θελετε χωρισει μεριδα εις τον Κυριον, μεριδα αγιαν εκ της γης· το μηκος θελει εισθαι μηκος εικοσιπεντε χιλιαδων καλαμων και το πλατος δεκα χιλιαδων· τουτο θελει εισθαι αγιον κατα παντα τα ορια αυτου κυκλω.
<scripture passage="Ezek 45:2" parsed="|Ezek|45|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.2" />
<sup>2</sup>Εκ τουτου θελουσιν εισθαι δια το αγιαστηριον πεντακοσιαι κατα μηκος με πεντακοσιας κατα πλατος, τετραγωνον κυκλω, και πεντηκοντα πηχαι κυκλω δια τα προαστεια αυτου.
<scripture passage="Ezek 45:3" parsed="|Ezek|45|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.3" />
<sup>3</sup>Κατα τουτο λοιπον το μετρον θελεις μετρησει μηκος εικοσιπεντε χιλιαδων και πλατος δεκα χιλιαδων, και εν τουτω θελει εισθαι το αγιαστηριον, το αγιον των αγιων.
<scripture passage="Ezek 45:4" parsed="|Ezek|45|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.4" />
<sup>4</sup>Τουτο θελει εισθαι εκ της γης, αγια μερις δια τους ιερεις, τους λειτουργουντας εν τω αγιαστηριω, τους πλησιαζοντας δια να λειτουργωσιν εις τον Κυριον· και θελει εισθαι εις αυτους τοπος δια οικιας και τοπος αγιος δια το αγιαστηριον.
<scripture passage="Ezek 45:5" parsed="|Ezek|45|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.5" />
<sup>5</sup>Και εικοσιπεντε χιλιαδας μηκους και δεκα χιλιαδας πλατους θελουσιν εχει οι Λευιται δι' εαυτους, οι υπηρεται του οικου, δια ιδιοκτησιαν μετα εικοσι θαλαμων.
<scripture passage="Ezek 45:6" parsed="|Ezek|45|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.6" />
<sup>6</sup>Και θελετε δωσει δια ιδιοκτησιαν της πολεως πεντε χιλιαδας πλατους και εικοσιπεντε χιλιαδας μηκους πλησιον της αγιας μεριδος· τουτο θελει εισθαι δι' απαντα τον οικον Ισραηλ·
<scripture passage="Ezek 45:7" parsed="|Ezek|45|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.7" />
<sup>7</sup>και δια τον αρχοντα θελει εισθαι μερις εντευθεν και εκειθεν της αγιας μεριδος και της ιδιοκτησιας της πολεως, κατα προσωπον της αγιας μεριδος και κατα προσωπον της ιδιοκτησιας της πολεως, απο του δυτικου προς δυσμας και απο του ανατολικου προς ανατολας· και το μηκος θελει εισθαι πλησιον μιας εκαστης των μεριδων, απο του δυτικου οριου προς το ανατολικον οριον.
<scripture passage="Ezek 45:8" parsed="|Ezek|45|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.8" />
<sup>8</sup>Εις γην θελει εισθαι εις αυτον η ιδιοκτησια, εν τω Ισραηλ· και οι αρχοντες μου δεν θελουσι πλεον καταβλιβει τον λαον μου· το υπολοιπον δε της γης θελουσι δωσει εις τον οικον Ισραηλ κατα τας φυλας αυτων.
<scripture passage="Ezek 45:9" parsed="|Ezek|45|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Αρκει εις εσας, αρχοντες του Ισραηλ· απομακρυνατε την βιαν και αρπαγην και καμνετε κρισιν και δικαιοσυνην· σηκωσατε τας καταδυναστειας σας απο του λαου μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 45:10" parsed="|Ezek|45|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.10" />
<sup>10</sup>Δικαιαν πλαστιγγα θελετε εχει και δικαιον εφα και δικαιον βαθ.
<scripture passage="Ezek 45:11" parsed="|Ezek|45|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.11" />
<sup>11</sup>Το εφα και το βαθ θελουσιν εισθαι του αυτου μετρου, ωστε το βαθ να περιλαμβανη το δεκατον του χομορ και το εφα το δεκατον του χομορ· το μετρον αυτου θελει εισθαι κατα το χομορ.
<scripture passage="Ezek 45:12" parsed="|Ezek|45|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.12" />
<sup>12</sup>Και ο σικλος θελει εισθαι εικοσι γερα· εικοσι σικλοι, εικοσιπεντε σικλοι, δεκαπεντε σικλοι, θελει εισθαι η μνα σας.
<scripture passage="Ezek 45:13" parsed="|Ezek|45|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.13" />
<sup>13</sup>Η υψουμενη προσφορα, την οποιαν θελετε προσφερει, ειναι αυτη· Το εκτον του εφα ενος χομορ σιτου· και θελετε διδει το εκτον του εφα ενος χομορ κριθης.
<scripture passage="Ezek 45:14" parsed="|Ezek|45|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.14" />
<sup>14</sup>Περι δε του διαταγματος του ελαιου, ενος βαθ ελαιου, θελετε προσφερει το δεκατον του βαθ δια εν κορ, το οποιον ειναι εν χομορ εκ δεκα βαθ· διοτι δεκα βαθ ειναι εν χομορ.
<scripture passage="Ezek 45:15" parsed="|Ezek|45|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.15" />
<sup>15</sup>Και εκ του ποιμνιου εν προβατον απο των διακοσιων, απο των παχειων βοσκων του Ισραηλ, δια προσφοραν εξ αλφιτων και δια ολοκαυτωμα και δια ειρηνικας προσφορας, δια να καμνη εξιλεωσιν υπερ αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 45:16" parsed="|Ezek|45|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.16" />
<sup>16</sup>Πας ο λαος της γης θελει διδει ταυτην την υψουμενην προσφοραν εις τον αρχοντα εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 45:17" parsed="|Ezek|45|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.17" />
<sup>17</sup>Εις δε τον αρχοντα ανηκει να διδη τα ολοκαυτωματα και τας εξ αλφιτων προσφορας και τας σπονδας, εν ταις εορταις και εν ταις νεομηνιαις και εν τοις σαββασι κατα πασας τας πανηγυρεις του οικου Ισραηλ· αυτος θελει ετοιμαζει την περι αμαρτιας προσφοραν και την εξ αλφιτων προσφοραν και το ολοκαυτωμα και τας ειρηνικας προσφορας, δια να καμνη εξιλεωσιν υπερ του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 45:18" parsed="|Ezek|45|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.18" />
<sup>18</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εν τω πρωτω μηνι, τη πρωτη του μηνος, θελεις λαμβανει μοσχον βοος αμωμον και θελεις καθαριζει το αγιαστηριον·
<scripture passage="Ezek 45:19" parsed="|Ezek|45|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.19" />
<sup>19</sup>και ο ιερευς θελει λαμβανει απο του αιματος της περι αμαρτιας προσφορας και θελει θετει επι τους παραστατας του οικου και επι τας τεσσαρας γωνιας της οφρυος του θυσιαστηριου και επι τους παραστατας της πυλης της εσωτερας αυλης.
<scripture passage="Ezek 45:20" parsed="|Ezek|45|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.20" />
<sup>20</sup>Και ουτω θελεις καμνει τη εβδομη του μηνος υπερ παντος αμαρτανοντος εξ αγνοιας και υπερ του απλου· ουτω θελετε καμνει εξιλεωσιν υπερ του οικου.
<scripture passage="Ezek 45:21" parsed="|Ezek|45|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.21" />
<sup>21</sup>Εν τω πρωτω μηνι, τη δεκατη τεταρτη ημερα του μηνος, θελει εισθαι εις εσας το πασχα, εορτη επτα ημερων· αζυμα θελουσι τρωγει.
<scripture passage="Ezek 45:22" parsed="|Ezek|45|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.22" />
<sup>22</sup>Και κατ' εκεινην την ημεραν ο αρχων θελει ετοιμαζει υπερ εαυτου και υπερ παντος του λαου της γης μοσχον δια προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Ezek 45:23" parsed="|Ezek|45|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.23" />
<sup>23</sup>Και εν ταις επτα ημεραις της εορτης θελει καμνει ολοκαυτωματα εις τον Κυριον, επτα μοσχους και επτα κριους αμωμους καθ' ημεραν εν ταις επτα ημεραις, και τραγον εξ αιγων καθ' ημεραν δια προσφοραν περι αμαρτιας.
<scripture passage="Ezek 45:24" parsed="|Ezek|45|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.24" />
<sup>24</sup>Και θελει ετοιμαζει προσφοραν εξ αλφιτων ενος εφα δια τον μοσχον και ενος εφα δια τον κριον και ενος ι ελαιου εις το εφα.
<scripture passage="Ezek 45:25" parsed="|Ezek|45|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.45.25" />
<sup>25</sup>Εν τω εβδομω μηνι, τη δεκατη πεμπτη ημερα του μηνος, θελει καμνει εν τη εορτη κατα τα αυτα επτα ημερας, κατα την προσφοραν την περι αμαρτιας, κατα τα ολοκαυτωματα και κατα την εξ αλφιτων προσφοραν και κατα το ελαιον.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 46" progress="71.87%" prev="Ezek.45" next="Ezek.47" id="Ezek.46">
<h3 id="Ezek.46-p0.1">Chapter 46</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.46-p1">
<scripture passage="Ezek 46:1" parsed="|Ezek|46|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Η πυλη εσωτερας αυλης, η βλεπουσα προς ανατολας, θελει εισθαι κεκλεισμενη τας εξ εργασιμους ημερας. την δε ημεραν του σαββατου θελει ανοιγεσθαι και την ημεραν της νεομηνιας θελει ανοιγεσθαι.
<scripture passage="Ezek 46:2" parsed="|Ezek|46|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.2" />
<sup>2</sup>Και ο αρχων θελει εισελθει δια της οδου της στοας της πυλης της εξωθεν και θελει ιστασθαι πλησιον του παραστατου της πυλης, και οι ιερεις θελουσιν ετοιμαζει το ολοκαυτωμα αυτου και τας ειρηνικας προσφορας αυτου, και αυτος θελει προσκυνησει επι το κατωφλιον της πυλης· τοτε θελει εξελθει· η πυλη ομως δεν θελει κλεισθη εως εσπερας.
<scripture passage="Ezek 46:3" parsed="|Ezek|46|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.3" />
<sup>3</sup>Ο λαος της γης θελει προσκυνει ωσαυτως εις την εισοδον της πυλης ταυτης ενωπιον του Κυριου εν τοις σαββασι και εν ταις νεομηνιαις.
<scripture passage="Ezek 46:4" parsed="|Ezek|46|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.4" />
<sup>4</sup>Το δε ολοκαυτωμα, το οποιον ο αρχων θελει προσφερει εις τον Κυριον την ημεραν του σαββατου, θελει εισθαι εξ αρνια αμωμα, και κριος αμωμος.
<scripture passage="Ezek 46:5" parsed="|Ezek|46|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.5" />
<sup>5</sup>Και η εξ αλφιτων προσφορα θελει εισθαι εν εφα δι' ενα κριον· η δε εξ αλφιτων προσφορα δια τα αρνια, οσον προαιρειται να δωση· και εν ιν ελαιου δι' εν εφα.
<scripture passage="Ezek 46:6" parsed="|Ezek|46|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.6" />
<sup>6</sup>Και την ημεραν της νεομηνιας θελει εισθαι μοσχος βοος αμωμος και εξ αρνια και κριος· αμωμα θελουσιν εισθαι.
<scripture passage="Ezek 46:7" parsed="|Ezek|46|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.7" />
<sup>7</sup>Και θελει ετοιμαζει προσφοραν εξ αλφιτων, εν εφα δια τον μοσχον και εν εφα δια τον κριον· δια δε τα αρνια, οσον ειναι ικανη η χειρ αυτου· και εν ιν ελαιου δι' εν εφα.
<scripture passage="Ezek 46:8" parsed="|Ezek|46|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.8" />
<sup>8</sup>Και οταν ο αρχων εισερχηται, θελει εισερχεσθαι δια της οδου της στοας της πυλης ταυτης και θελει εξερχεσθαι δια της οδου της αυτης.
<scripture passage="Ezek 46:9" parsed="|Ezek|46|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.9" />
<sup>9</sup>Οταν ομως ο λαος της γης ερχηται ενωπιον του Κυριου εν ταις επισημοις εορταις, ο εισερχομενος δια της οδου της βορειου πυλης δια να προσκυνηση θελει εξερχεσθαι δια της οδου της νοτιου πυλης· και ο εισερχομενος δια της οδου της νοτιου πυλης θελει εξερχεσθαι δια της οδου της βορειου πυλης· δεν θελει επιστρεφει δια της οδου της πυλης, δι' ης εισηλθεν, αλλα θελει εξερχεσθαι δια της απεναντι.
<scripture passage="Ezek 46:10" parsed="|Ezek|46|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.10" />
<sup>10</sup>Και ο αρχων εν τω μεσω αυτων εισερχομενων θελει εισερχεσθαι, και εξερχομενων θελει εξερχεσθαι.
<scripture passage="Ezek 46:11" parsed="|Ezek|46|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.11" />
<sup>11</sup>Και εν ταις εορταις και εν ταις πανηγυρεσιν η εξ αλφιτων προσφορα θελει εισθαι εν εφα δια τον μοσχον και εν εφα δια τον κριον, δια δε τα αρνια, οσον προαιρειται να δωση· και εν ιν ελαιου δι' εν εφα.
<scripture passage="Ezek 46:12" parsed="|Ezek|46|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.12" />
<sup>12</sup>Οταν δε ο αρχων ετοιμαζη αυτοπροαιρετον ολοκαυτωμα η προσφορας ειρηνικας αυτοπροαιρετους εις τον Κυριον, τοτε θελουσιν ανοιγει εις αυτον την πυλην την βλεπουσαν κατα ανατολας, και θελει ετοιμαζει το ολοκαυτωμα αυτου και τας ειρηνικας προσφορας αυτου, καθως καμνει εν τη ημερα του σαββατου· τοτε θελει εξερχεσθαι, και μετα την εξελευσιν αυτου θελουσι κλειει την πυλην.
<scripture passage="Ezek 46:13" parsed="|Ezek|46|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.13" />
<sup>13</sup>Θελεις δε ετοιμαζει καθ' ημεραν ολοκαυτωμα εις τον Κυριον εξ αρνιου ενιαυσιου αμωμου· καθ' εκαστην πρωιαν θελεις ετοιμαζει αυτο.
<scripture passage="Ezek 46:14" parsed="|Ezek|46|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.14" />
<sup>14</sup>Και θελεις ετοιμαζει δι' αυτο προσφοραν εξ αλφιτων καθ' εκαστην πρωιαν, το εκτον του εφα και ελαιον το τριτον του ιν, δια να αναμιγνυης αυτο μετα της σεμιδαλεως· προσφοραν εξ αλφιτων εις τον Κυριον δια παντος κατα προσταγμα αιωνιον.
<scripture passage="Ezek 46:15" parsed="|Ezek|46|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.15" />
<sup>15</sup>Και θελουσιν ετοιμαζει το αρνιον και την εξ αλφιτων προσφοραν και το ελαιον καθ' εκαστην πρωιαν, ολοκαυτωμα παντοτεινον.
<scripture passage="Ezek 46:16" parsed="|Ezek|46|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.16" />
<sup>16</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εαν ο αρχων δωση δωρον εις τινα εκ των υιων αυτου, τουτο θελει εισθαι κληρονομια αυτου· των υιων αυτου ειναι· ιδιοκτησια αυτων θελει εισθαι εν κληρονομια.
<scripture passage="Ezek 46:17" parsed="|Ezek|46|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν δωση δωρον εκ της κληρονομιας αυτου εις τινα εκ των δουλων αυτου τοτε θελει εισθαι αυτου εως του ετους της αφεσεως· μετα τουτο θελει επιστρεφει εις τον αρχοντα· διοτι η κληρονομια αυτου ειναι των υιων αυτου· αυτων θελει εισθαι.
<scripture passage="Ezek 46:18" parsed="|Ezek|46|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.18" />
<sup>18</sup>Ο δε αρχων δεν θελει λαμβανει εκ της κληρονομιας του λαου, εκβαλλων αυτους δια καταδυναστειας εκ της ιδιοκτησιας αυτων· εκ της ιδιοκτησιας αυτου θελει κληροδοτησει τους υιους αυτου, δια να μη διασκορπιζηται ο λαος μου εκαστος εκ της ιδιοκτησιας αυτου.
<scripture passage="Ezek 46:19" parsed="|Ezek|46|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.19" />
<sup>19</sup>Επειτα με εφερε δια της εισοδου της εις τα πλαγια της πυλης προς τους αγιους θαλαμους των ιερεων τους βλεποντας προς βορραν· και ιδου, εκει τοπος εις το ενδοτερον προς δυσμας.
<scripture passage="Ezek 46:20" parsed="|Ezek|46|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.20" />
<sup>20</sup>Και ειπε προς εμε, ουτος ειναι ο τοπος, οπου οι ιερεις θελουσι βραζει την περι ανομιας προσφοραν και την περι αμαρτιας προσφοραν, οπου θελουσι ψηνει την εξ αλφιτων προσφοραν, δια να μη εκφερωσιν αυτα εις την αυλην την εξωτεραν, δια να αγιασωσι τον λαον.
<scripture passage="Ezek 46:21" parsed="|Ezek|46|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.21" />
<sup>21</sup>Και με εξηγαγεν εις την αυλην την εξωτεραν και με περιεφερεν εις τας τεσσαρας γωνιας της αυλης· και ιδου, αυλη εν εκαστη γωνια της αυλης.
<scripture passage="Ezek 46:22" parsed="|Ezek|46|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.22" />
<sup>22</sup>κατα τας τεσσαρας γωνιας της αυλης ησαν αυλαι ηνωμεναι, τεσσαρακοντα πηχων το μηκος και τριακοντα το πλατος· αι τεσσαρες αυται γωνιαι ησαν του αυτου μετρου.
<scripture passage="Ezek 46:23" parsed="|Ezek|46|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.23" />
<sup>23</sup>Και ητο σειρα οικοδομων κυκλω αυτων, κυκλω των τεσσαρων αυτων· και ησαν μαγειρεια κατεσκευασμενα υποκατω των σειρων κυκλω.
<scripture passage="Ezek 46:24" parsed="|Ezek|46|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.46.24" />
<sup>24</sup>Και ειπε προς εμε, Ταυτα ειναι τα οικηματα των μαγειρων, οπου οι υπηρεται του οικου θελουσι βραζει τας θυσιας του λαου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 47" progress="71.98%" prev="Ezek.46" next="Ezek.48" id="Ezek.47">
<h3 id="Ezek.47-p0.1">Chapter 47</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.47-p1">
<scripture passage="Ezek 47:1" parsed="|Ezek|47|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.1" />
<sup>1</sup>Και με επεστρεψεν εις την θυραν του οικου· και ιδου, υδατα εξερχομενα κατωθεν απο του κατωφλιου του οικου προς ανατολας· διοτι το μετωπον του οικου ητο προς ανατολας, και τα υδατα κατεβαινον κατωθεν απο του δεξιου πλαγιου του οικου, κατα το νοτιον του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Ezek 47:2" parsed="|Ezek|47|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.2" />
<sup>2</sup>Και με εξηγαγε δια της οδου της πυλης της προς βορραν και με εφερε κυκλω δια της εξωθεν οδου προς την πυλην την εξωτεραν, δια της οδου της βλεπουσης προς ανατολας· και ιδου, τα υδατα ερρεον απο του δεξιου πλαγιου.
<scripture passage="Ezek 47:3" parsed="|Ezek|47|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.3" />
<sup>3</sup>Και ο ανθρωπος, οστις ειχε το μετρον εν τη χειρι αυτου, εξελθων προς ανατολας εμετρησε χιλιας πηχας και με διεβιβασε δια των υδατων· τα υδατα ησαν εως των αστραγαλων.
<scripture passage="Ezek 47:4" parsed="|Ezek|47|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.4" />
<sup>4</sup>Και εμετρησε χιλιας και με διεβιβασε δια των υδατων· τα υδατα ησαν εως των γονατων. Παλιν εμετρησε χιλιας και με διεβιβασε· τα υδατα ησαν εως της οσφυος.
<scripture passage="Ezek 47:5" parsed="|Ezek|47|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.5" />
<sup>5</sup>Επειτα εμετρησε χιλιας· και ητο ποταμος, τον οποιον δεν ηδυναμην να διαβω, διοτι τα υδατα ησαν υψωμενα, υδατα κολυμβηματος, ποταμος αδιαβατος.
<scripture passage="Ezek 47:6" parsed="|Ezek|47|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς εμε, Ειδες, υιε ανθρωπου; Τοτε με εφερε και με επεστρεψεν εις το χειλος του ποταμου.
<scripture passage="Ezek 47:7" parsed="|Ezek|47|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.7" />
<sup>7</sup>Και οτε επεστρεψα, ιδου, κατα το χειλος του ποταμου δενδρα πολλα σφοδρα, εντευθεν και εντευθεν.
<scripture passage="Ezek 47:8" parsed="|Ezek|47|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε προς εμε, τα υδατα ταυτα εξερχονται προς την ανατολικην γην και καταβαινουσιν εις την πεδινην και εισερχονται εις την θαλασσαν· και οταν εκχυθωσιν εις την θαλασσαν, τα υδατα αυτης θελουσιν ιαθη.
<scripture passage="Ezek 47:9" parsed="|Ezek|47|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.9" />
<sup>9</sup>Και παν εμψυχον ερπον, εις οσα μερη ηθελον επελθει ουτοι οι ποταμοι, θελει ζη· και θελει εισθαι εκει πληθος ιχθυων πολυ σφοδρα, επειδη τα υδατα ταυτα ερχονται εκει· διοτι θελουσιν ιαθη· και θελουσι ζη τα παντα, οπου ο ποταμος ερχεται.
<scripture passage="Ezek 47:10" parsed="|Ezek|47|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.10" />
<sup>10</sup>Και οι αλιεις θελουσιν ιστασθαι επ' αυτην απο Εν-γαδδι εως Εν-εγλαιμ· εκει θελουσιν εξαπλονει τα δικτυα· οι ιχθυες αυτων θελουσιν εισθαι κατα τα ειδη αυτων ως οι ιχθυες της μεγαλης θαλασσης, πολλοι σφοδρα.
<scripture passage="Ezek 47:11" parsed="|Ezek|47|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.11" />
<sup>11</sup>Οι ελωδεις ομως τοποι αυτης και οι βαλτωδεις αυτης δεν θελουσιν ιαθη· θελουσιν εισθαι διωρισμενοι δια αλας.
<scripture passage="Ezek 47:12" parsed="|Ezek|47|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.12" />
<sup>12</sup>Πλησιον δε του ποταμου επι του χειλους αυτου, εντευθεν και εντευθεν, θελουσιν αυξανεσθαι δενδρα παντος ειδους δια τροφην, των οποιων τα φυλλα δεν θελουσι μαραινεσθαι και ο καρπος αυτων δεν θελει εκλειψει· νεος καρπος θελει γεννασθαι καθ' εκαστον μηνα, διοτι τα υδατα αυτου εξερχονται απο του αγιαστηριου· και ο καρπος αυτων θελει εισθαι δια τροφην και το φυλλον αυτων δια ιατρειαν.
<scripture passage="Ezek 47:13" parsed="|Ezek|47|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· ταυτα θελουσιν εισθαι τα ορια, δια των οποιων θελετε κληρονομησει την γην κατα τας δωδεκα φυλας του Ισραηλ· ο Ιωσηφ θελει εχει δυο μεριδας.
<scripture passage="Ezek 47:14" parsed="|Ezek|47|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.14" />
<sup>14</sup>Σεις δε θελετε κληρονομησει αυτην, εκαστος καθως ο αδελφος αυτου· περι της οποιας υψωσα την χειρα μου οτι θελω δωσει αυτην εις τους πατερας σας· και η γη αυτη θελει κληρωθη εις εσας εις κληρονομιαν.
<scripture passage="Ezek 47:15" parsed="|Ezek|47|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.15" />
<sup>15</sup>Και τουτο θελει εισθαι το οριον της γης προς το βορειον πλαγιον, απο της θαλασσης της μεγαλης, κατα την οδον της Εθλων, καθως υπαγει τις εις Σεδαδ,
<scripture passage="Ezek 47:16" parsed="|Ezek|47|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.16" />
<sup>16</sup>Αιμαθ, Βηρωθα, Σιβραιμ, ητις ειναι αναμεσον του οριου της Δαμασκου και του οριου της Αιμαθ, Ασαρ-αττιχων, η πλησιον των οριων της Αυραν.
<scripture passage="Ezek 47:17" parsed="|Ezek|47|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.17" />
<sup>17</sup>Και το οριον απο της θαλασσης θελει εισθαι Ασαρ-εναν, το οριον της Δαμασκου, και το βορειον το κατα βορραν, και το οριον της Αιμαθ. Και τουτο ειναι το βορειον πλευρον.
<scripture passage="Ezek 47:18" parsed="|Ezek|47|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.18" />
<sup>18</sup>Το δε ανατολικον πλευρον θελετε μετρησει απο Αυραν και απο Δαμασκου και απο Γαλααδ και απο της γης του Ισραηλ κατα τον Ιορδανην, απο του οριου του προς την θαλασσαν την ανατολικην. Και τουτο ειναι το ανατολικον πλευρον.
<scripture passage="Ezek 47:19" parsed="|Ezek|47|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.19" />
<sup>19</sup>Το δε μεσημβρινον πλευρον προς νοτον, απο Θαμαρ εως των υδατων της Μεριβα Καδης, κατα την εκτασιν του χειμαρρου εως της μεγαλης θαλασσης. Και τουτο ειναι το νοτιον πλευρον προς μεσημβριαν.
<scripture passage="Ezek 47:20" parsed="|Ezek|47|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.20" />
<sup>20</sup>Το δε δυτικον πλευρον θελει εισθαι η μεγαλη θαλασσα απο του οριου, εωσου ελθη τις κατεναντι της Αιμαθ. Τουτο ειναι το δυτικον πλευρον.
<scripture passage="Ezek 47:21" parsed="|Ezek|47|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.21" />
<sup>21</sup>Ουτω θελετε διαιρεσει την γην ταυτην μεταξυ σας κατα τας φυλας του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 47:22" parsed="|Ezek|47|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.22" />
<sup>22</sup>Και θελετε κληρωσει αυτην εις εαυτους δια κληρονομιαν, μετα των ξενων των παροικουντων μεταξυ σας, οσοι γεννησωσιν υιους εν μεσω σας· και θελουσιν εισθαι εις εσας ως αυτοχθονες μεταξυ των υιων Ισραηλ· θελουσιν εχει μεθ' υμων κληρονομιαν μεταξυ των φυλων Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 47:23" parsed="|Ezek|47|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.47.23" />
<sup>23</sup>Και εις ην τινα φυλην παροικη ο ξενος, εκει θελετε δωσει εις αυτον την κληρονομιαν αυτου, λεγει Κυριος ο Θεος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ezekiel 48" progress="72.07%" prev="Ezek.47" next="Dan" id="Ezek.48">
<h3 id="Ezek.48-p0.1">Chapter 48</h3>
<p class="Greek" id="Ezek.48-p1">
<scripture passage="Ezek 48:1" parsed="|Ezek|48|1|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.1" />
<sup>1</sup>Ταυτα δε ειναι τα ονοματα των φυλων· απο του βορειου ακρου, κατα την οδον της Εθλων, καθως υπαγει τις εις Αιμαθ, Ασαρ-εναν, το οριον της Δαμασκου προς βορραν, κατα το μερος της Αιμαθ· και ταυτα ειναι το ανατολικον αυτου πλευρον και το δυτικον· του Δαν, εν μεριδιον.
<scripture passage="Ezek 48:2" parsed="|Ezek|48|2|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.2" />
<sup>2</sup>Και πλησιον του οριου του Δαν, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Ασηρ, εν.
<scripture passage="Ezek 48:3" parsed="|Ezek|48|3|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.3" />
<sup>3</sup>Και πλησιον του οριου του Ασηρ, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Νεφθαλι, εν.
<scripture passage="Ezek 48:4" parsed="|Ezek|48|4|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.4" />
<sup>4</sup>Και πλησιον του οριου του Νεφθαλι, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Μανασση, εν.
<scripture passage="Ezek 48:5" parsed="|Ezek|48|5|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.5" />
<sup>5</sup>Και πλησιον του οριου του Μανασση, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Εφραιμ, εν.
<scripture passage="Ezek 48:6" parsed="|Ezek|48|6|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.6" />
<sup>6</sup>Και πλησιον του οριου του Εφραιμ, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Ρουβην, εν.
<scripture passage="Ezek 48:7" parsed="|Ezek|48|7|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.7" />
<sup>7</sup>Και πλησιον του οριου του Ρουβην, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Ιουδα, εν.
<scripture passage="Ezek 48:8" parsed="|Ezek|48|8|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.8" />
<sup>8</sup>Και πλησιον του οριου του Ιουδα, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, θελει εισθαι το μεριδιον, το οποιον θελετε αφιερωσει απο εικοσιπεντε χιλιαδων καλαμων εις πλατος, κατα δε το μηκος ως εν των αλλων μεριδιων, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου· και το αγιαστηριον θελει εισθαι εν μεσω αυτου.
<scripture passage="Ezek 48:9" parsed="|Ezek|48|9|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.9" />
<sup>9</sup>Η μερις, την οποιαν θελετε αφιερωσει εις τον Κυριον, θελει εισθαι απο εικοσιπεντε χιλιαδων κατα μηκος και δεκα χιλιαδων κατα πλατος.
<scripture passage="Ezek 48:10" parsed="|Ezek|48|10|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.10" />
<sup>10</sup>Και δι' αυτους, δια τους ιερεις, θελει εισθαι αυτη η αγια μερις, προς βορραν εικοσιπεντε χιλιαδων κατα μηκος και προς δυσμας δεκα χιλιαδων κατα πλατος και προς ανατολας δεκα χιλιαδων κατα πλατος και προς νοτον εικοσιπεντε χιλιαδων κατα μηκος· και το αγιαστηριον του Κυριου θελει εισθαι εν μεσω αυτου.
<scripture passage="Ezek 48:11" parsed="|Ezek|48|11|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.11" />
<sup>11</sup>Αυτη θελει εισθαι δια τους ιερεις τους καθιερωθεντας, εκ των υιων Σαδωκ, τους φυλαξαντας την φυλακην μου, τους μη αποπλανηθεντας εις την αποπλανησιν των υιων Ισραηλ, καθως απεπλανηθησαν οι Λευιται.
<scripture passage="Ezek 48:12" parsed="|Ezek|48|12|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.12" />
<sup>12</sup>Και αυτη η αφιερωθεισα μερις της γης θελει εισθαι εις αυτους αγιωτατη, πλησιον του οριου των Λευιτων.
<scripture passage="Ezek 48:13" parsed="|Ezek|48|13|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.13" />
<sup>13</sup>Και πλησιον του οριου των ιερεων θελουσιν εχει οι Λευιται εικοσιπεντε χιλιαδας κατα μηκος και δεκα χιλιαδας κατα πλατος· ολον το μηκος θελει εισθαι εικοσιπεντε χιλιαδων και το πλατος δεκα χιλιαδων.
<scripture passage="Ezek 48:14" parsed="|Ezek|48|14|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.14" />
<sup>14</sup>Και δεν θελουσι πωλησει εξ αυτου ουδε θελουσιν αλλαξει ουδε θελουσιν απαλλοτριωσει τα πρωτογεννηματα της γης· διοτι ειναι αγιον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Ezek 48:15" parsed="|Ezek|48|15|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.15" />
<sup>15</sup>Αι δε πεντε χιλιαδες αι περισσευουσαι εις το πλατος απεναντι των εικοσιπεντε χιλιαδων θελουσιν εισθαι τοπος βεβηλος δια την πολιν, προς κατοικησιν και δια προαστεια· και η πολις θελει εισθαι εν μεσω αυτου.
<scripture passage="Ezek 48:16" parsed="|Ezek|48|16|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.16" />
<sup>16</sup>Και ταυτα θελουσιν εισθαι τα μετρα αυτης· το βορειον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσιαι και το μεσημβρινον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσιαι και κατα το ανατολικον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσιαι και το δυτικον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσιαι.
<scripture passage="Ezek 48:17" parsed="|Ezek|48|17|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.17" />
<sup>17</sup>Και τα προαστεια της πολεως θελουσιν εισθαι προς βορραν διακοσιαι πεντηκοντα και προς νοτον διακοσιαι πεντηκοντα και προς ανατολας διακοσιαι πεντηκοντα και προς δυσμας διακοσιαι πεντηκοντα.
<scripture passage="Ezek 48:18" parsed="|Ezek|48|18|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.18" />
<sup>18</sup>Και το επιλοιπον κατα μηκος το συνεχομενον μετα της αγιας μεριδος, δεκα χιλιαδες προς ανατολας και δεκα χιλιαδες προς δυσμας, και θελει συνεχεσθαι μετα της αγιας μεριδος, και τα γεννηματα αυτου θελουσιν εισθαι δια τροφην των υπηρετουντων την πολιν.
<scripture passage="Ezek 48:19" parsed="|Ezek|48|19|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.19" />
<sup>19</sup>Και οι υπηρετουντες την πολιν θελουσιν υπηρετει αυτην εκ πασων των φυλων του Ισραηλ.
<scripture passage="Ezek 48:20" parsed="|Ezek|48|20|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.20" />
<sup>20</sup>Απαν το αφιερωμα θελει εισθαι εικοσιπεντε χιλιαδων μετα εικοσιπεντε χιλιαδων· τετραγωνον θελετε αφιερωσει την αγιαν μεριδα, μετα της ιδιοκτησιας της πολεως.
<scripture passage="Ezek 48:21" parsed="|Ezek|48|21|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.21" />
<sup>21</sup>Και το υπολοιπον θελει εισθαι δια τον αρχοντα, εντευθεν και εντευθεν της αγιας μεριδος, και της ιδιοκτησιας της πολεως, απεναντι των εικοσιπεντε χιλιαδων του αφιερωματος κατα το ανατολικον οριον, και προς δυσμας απεναντι των εικοσιπεντε χιλιαδων κατα το δυτικον οριον, πλησιον των μεριδων του αρχοντος. Ουτω θελει εισθαι αγια μερις· και το αγιαστηριον του οικου εν μεσω αυτου.
<scripture passage="Ezek 48:22" parsed="|Ezek|48|22|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.22" />
<sup>22</sup>Και εκ της ιδιοκτησιας των Λευιτων και εκ της ιδιοκτησιας της πολεως, αιτινες ειναι εν μεσω του ανηκοντος εις τον αρχοντα, μεταξυ του οριου του Ιουδα και του οριου του Βενιαμιν, τουτο θελει εισθαι του αρχοντος.
<scripture passage="Ezek 48:23" parsed="|Ezek|48|23|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.23" />
<sup>23</sup>Περι δε των επιλοιπων φυλων, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Βενιαμιν, εν μεριδιον.
<scripture passage="Ezek 48:24" parsed="|Ezek|48|24|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.24" />
<sup>24</sup>Και πλησιον του οριου του Βενιαμιν, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Συμεων, εν.
<scripture passage="Ezek 48:25" parsed="|Ezek|48|25|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.25" />
<sup>25</sup>Και πλησιον του οριου του Συμεων, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Ισσαχαρ, εν.
<scripture passage="Ezek 48:26" parsed="|Ezek|48|26|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.26" />
<sup>26</sup>Και πλησιον του οριου του Ισσαχαρ, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Ζαβουλων, εν.
<scripture passage="Ezek 48:27" parsed="|Ezek|48|27|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.27" />
<sup>27</sup>Και πλησιον του οριου του Ζαβουλων, απο του ανατολικου πλευρου εως του δυτικου πλευρου, του Γαδ, εν.
<scripture passage="Ezek 48:28" parsed="|Ezek|48|28|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.28" />
<sup>28</sup>Και πλησιον του οριου του Γαδ κατα το μεσημβρινον πλευρον προς νοτον, το οριον θελει εισθαι απο Θαμαρ εως των υδατων της Μεριβα Καδης, κατα τον χειμαρρον εως της μεγαλης θαλασσης.
<scripture passage="Ezek 48:29" parsed="|Ezek|48|29|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.29" />
<sup>29</sup>Αυτη ειναι η γη, την οποιαν θελετε κληρωσει εις τας φυλας του Ισραηλ δια κληρονομιαν, και αυται ειναι αι μεριδες αυτων, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Ezek 48:30" parsed="|Ezek|48|30|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.30" />
<sup>30</sup>Και αυτη ειναι η εκτασις της πολεως η προς βορραν, τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσια μετρα.
<scripture passage="Ezek 48:31" parsed="|Ezek|48|31|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.31" />
<sup>31</sup>Και αι πυλαι της πολεως θελουσιν εισθαι κατα τα ονοματα των φυλων Ισραηλ· τρεις πυλαι προς βορραν· η πυλη του Ρουβην μια, η πυλη του Ιουδα μια, πυλη του Λευι μια.
<scripture passage="Ezek 48:32" parsed="|Ezek|48|32|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.32" />
<sup>32</sup>Και κατα το ανατολικον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσια μετρα· και τρεις πυλαι· και η πυλη του Ιωσηφ μια, η πυλη του Βενιαμιν μια, η πυλη του Δαν μια.
<scripture passage="Ezek 48:33" parsed="|Ezek|48|33|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.33" />
<sup>33</sup>Και κατα το μεσημβρινον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσια μετρα, και τρεις πυλαι· η πυλη του Συμεων μια, η πυλη του Ισσαχαρ μια, η πυλη του Ζαβουλων μια.
<scripture passage="Ezek 48:34" parsed="|Ezek|48|34|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.34" />
<sup>34</sup>Κατα το δυτικον πλευρον τεσσαρες χιλιαδες και πεντακοσια· αι πυλαι αυτων τρεις· η πυλη του Γαδ μια, η πυλη του Ασηρ μια, η πυλη του Νεφθαλι μια.
<scripture passage="Ezek 48:35" parsed="|Ezek|48|35|0|0" osisRef="Bible:Ezek.48.35" />
<sup>35</sup>Η περιφερεια ητο δεκαοκτω χιλιαδων μετρων. Και το ονομα της πολεως απ' εκεινης της ημερας θελει εισθαι, Ο Κυριος εκει.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Daniel" progress="72.21%" prev="Ezek.48" next="Dan.1" id="Dan">
<h2 id="Dan-p0.1">Daniel</h2>

<div3 title="Daniel 1" progress="72.21%" prev="Dan" next="Dan.2" id="Dan.1">
<h3 id="Dan.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Dan.1-p1">
<scripture passage="Dan 1:1" parsed="|Dan|1|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τριτω ετει της βασιλειας του Ιωακειμ, βασιλεως του Ιουδα, ηλθε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς της Βαβυλωνος εις Ιερουσαλημ και επολιορκησεν αυτην.
<scripture passage="Dan 1:2" parsed="|Dan|1|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.2" />
<sup>2</sup>Και παρεδωκε Κυριος εις την χειρα αυτου τον Ιωακειμ, βασιλεα του Ιουδα, και μερος των σκευων του οικου του Θεου· και εφερεν αυτα εις γην Σεννααρ, εις τον οικον του θεου αυτου· και εισηγαγε τα σκευη εις το θησαυροφυλακιον του θεου αυτου.
<scripture passage="Dan 1:3" parsed="|Dan|1|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.3" />
<sup>3</sup>Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ασφεναζ τον αρχιευνουχον αυτου, να φερη εκ των υιων Ισραηλ και εκ του σπερματος του βασιλικου και εκ των αρχοντων
<scripture passage="Dan 1:4" parsed="|Dan|1|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.4" />
<sup>4</sup>νεανισκους μη εχοντας μηδενα μωμον και ωραιους την οψιν και νοημονας εν παση σοφια και ειδημονας πασης γνωσεως και εχοντας φρονησιν και δυναμενους να ιστανται εν τω παλατιω του βασιλεως και να διδασκη αυτους τα γραμματα και την γλωσσαν των Χαλδαιων.
<scripture passage="Dan 1:5" parsed="|Dan|1|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.5" />
<sup>5</sup>Και διεταξεν εις αυτους ο βασιλευς καθημερινην μεριδα απο των βασιλικων εδεσματων και απο του οινου, τον οποιον αυτος επινε· και αφου ανατραφωσι τρια ετη, να ιστανται μετα ταυτα ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 1:6" parsed="|Dan|1|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.6" />
<sup>6</sup>Και μεταξυ τουτων ησαν, εκ των υιων Ιουδα, Δανιηλ, Ανανιας, Μισαηλ και Αζαριας·
<scripture passage="Dan 1:7" parsed="|Dan|1|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.7" />
<sup>7</sup>εις τους οποιους ο αρχιευνουχος επεθηκεν ονοματα· και τον μεν Δανιηλ ωνομασε Βαλτασασαρ· τον δε Ανανιαν Σεδραχ· τον δε Μισαηλ Μισαχ· και τον Αζαριαν Αβδε-νεγω.
<scripture passage="Dan 1:8" parsed="|Dan|1|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' ο Δανιηλ εβαλεν εν τη καρδια αυτου να μη μιανθη απο των εδεσματων του βασιλεως ουδε απο του οινου τον οποιον εκεινος επινε· δια τουτο παρεκαλεσε τον αρχιευνουχον να μη μιανθη.
<scripture passage="Dan 1:9" parsed="|Dan|1|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.9" />
<sup>9</sup>Και εκαμεν ο Θεος τον Δανιηλ να ευρη χαριν και ελεος ενωπιον του αρχιευνουχου.
<scripture passage="Dan 1:10" parsed="|Dan|1|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.10" />
<sup>10</sup>Και ειπεν ο αρχιευνουχος προς τον Δανιηλ, Εγω φοβουμαι τον κυριον μου τον βασιλεα, οστις διεταξε το φαγητον σας και το ποτον σας, μηποτε ιδη τα προσωπα σας σκυθρωποτερα παρα των νεανισκων των συνομηλικων σας, και ενοχοποιησητε την κεφαλην μου εις τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 1:11" parsed="|Dan|1|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπεν ο Δανιηλ προς τον Αμελσαρ, τον οποιον ο αρχιευνουχος κατεστησεν επι τον Δανιηλ, τον Ανανιαν, τον Μισαηλ και τον Αζαριαν,
<scripture passage="Dan 1:12" parsed="|Dan|1|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.12" />
<sup>12</sup>Δοκιμασον, παρακαλω, τους δουλους σου δεκα ημερας· και ας δοθωσιν εις ημας οσπρια να τρωγωμεν και υδωρ να πινωμεν·
<scripture passage="Dan 1:13" parsed="|Dan|1|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.13" />
<sup>13</sup>επειτα ας θεωρηθωσι τα προσωπα ημων ενωπιον σου και το προσωπον των νεανισκων, οιτινες τρωγουσιν απο των εδεσματων του βασιλεως· και οπως ιδης, καμε με τους δουλους σου.
<scripture passage="Dan 1:14" parsed="|Dan|1|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.14" />
<sup>14</sup>Και εισηκουσεν αυτων εις τουτο το πραγμα και εδοκιμασεν αυτους δεκα ημερας.
<scripture passage="Dan 1:15" parsed="|Dan|1|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.15" />
<sup>15</sup>Και μετα το τελος των δεκα ημερων τα προσωπα αυτων εφανησαν ωραιοτερα και παχυτερα εις την σαρκα παρα παντων των νεανισκων, οιτινες ετρωγον τα εδεσματα του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 1:16" parsed="|Dan|1|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.16" />
<sup>16</sup>Και αφηρει ο Αμελσαρ το φαγητον αυτων και τον οινον τον οποιον επρεπε να πινωσι και εδιδεν εις αυτους οσπρια.
<scripture passage="Dan 1:17" parsed="|Dan|1|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.17" />
<sup>17</sup>Και εις τους τεσσαρας τουτους νεανισκους εδωκεν ο Θεος γνωσιν και συνεσιν εις πασαν μαθησιν και σοφιαν, και κατεστησε τον Δανιηλ νοημονα εις πασαν ορασιν και ενυπνιον.
<scripture passage="Dan 1:18" parsed="|Dan|1|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.18" />
<sup>18</sup>Και εν τω τελει των ημερων, οτε ο βασιλευς ειπε να εισαξωσιν αυτους, ο αρχιευνουχος εισηξεν αυτους ενωπιον του Ναβουχοδονοσορ.
<scripture passage="Dan 1:19" parsed="|Dan|1|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.19" />
<sup>19</sup>Και ελαλησε μετ' αυτων ο βασιλευς· και δεν ευρεθη μεταξυ παντων αυτων ομοιος του Δανιηλ, του Ανανια, του Μισαηλ και του Αζαρια, και ισταντο ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 1:20" parsed="|Dan|1|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.20" />
<sup>20</sup>Και εν παση υποθεσει σοφιας και νοησεως, περι της οποιας ο βασιλευς ηρωτησεν αυτους, ευρηκεν αυτους δεκαπλασιως καλητερους παρα παντας τους μαγους και επαοιδους, οσοι ησαν εν παντι τω βασιλειω αυτου.
<scripture passage="Dan 1:21" parsed="|Dan|1|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.1.21" />
<sup>21</sup>Και διεμενεν ο Δανιηλ ουτως εως του πρωτου ετους Κυρου του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 2" progress="72.29%" prev="Dan.1" next="Dan.3" id="Dan.2">
<h3 id="Dan.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Dan.2-p1">
<scripture passage="Dan 2:1" parsed="|Dan|2|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω δευτερω ετει της βασιλειας του Ναβουχοδονοσορ, ο Ναβουχοδονοσορ ενυπνιασθη ενυπνια, και εταραχθη το πνευμα αυτου και ο υπνος αυτου εφυγεν απ' αυτου.
<scripture passage="Dan 2:2" parsed="|Dan|2|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν ο βασιλευς να καλεσωσι τους μαγους και τους επαοιδους και τους γοητας και τους Χαλδαιους, δια να φανερωσωσι προς τον βασιλεα τα ενυπνια αυτου. Ηλθον λοιπον και εσταθησαν εμπροσθεν του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 2:3" parsed="|Dan|2|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτους ο βασιλευς, Ενυπνιασθην ενυπνιον και το πνευμα μου εταραχθη εις το να γνωρισω το ενυπνιον.
<scripture passage="Dan 2:4" parsed="|Dan|2|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.4" />
<sup>4</sup>Και ελαλησαν οι Χαλδαιοι προς τον βασιλεα Συριστι, λεγοντες, Βασιλευ, ζηθι εις τον αιωνα· ειπε το ενυπνιον προς τους δουλους σου και ημεις θελομεν φανερωσει την ερμηνειαν.
<scripture passage="Dan 2:5" parsed="|Dan|2|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.5" />
<sup>5</sup>Ο βασιλευς απεκριθη και ειπε προς τους Χαλδαιους, το πραγμα διεφυγεν απ' εμου· εαν δεν καμητε γνωστον εις εμε το ενυπνιον και την ερμηνειαν αυτου, θελετε καταμελισθη και αι οικιαι σας θελουσι γεινει κοπρωνες·
<scripture passage="Dan 2:6" parsed="|Dan|2|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.6" />
<sup>6</sup>αλλ' εαν φανερωσητε το ενυπνιον και την ερμηνειαν αυτου, θελετε λαβει παρ' εμου δωρα και αμοιβας και τιμην μεγαλην· το ενυπνιον λοιπον και την ερμηνειαν αυτου φανερωσατε εις εμε.
<scripture passage="Dan 2:7" parsed="|Dan|2|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθησαν εκ δευτερου και ειπον, Ας ειπη ο βασιλευς το ενυπνιον προς τους δουλους αυτου, και ημεις θελομεν φανερωσει την ερμηνειαν αυτου.
<scripture passage="Dan 2:8" parsed="|Dan|2|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.8" />
<sup>8</sup>Ο βασιλευς απεκριθη και ειπε, Επ' αληθειας καταλαμβανω οτι σεις θελετε να εξαγοραζητε τον καιρον, βλεποντες οτι διεφυγεν απ' εμου το πραγμα.
<scripture passage="Dan 2:9" parsed="|Dan|2|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' εαν δεν καμητε γνωστον εις εμε το ενυπνιον, αυτη μονη η αποφασις ειναι δια σας· διοτι συνεβουλευθητε να ειπητε ψευδεις και διεφθαρμενους λογους εμπροσθεν μου, εωσου παρελθη ο καιρος· ειπατε μοι λοιπον το ενυπνιον και θελω γνωρισει οτι δυνασθε να φανερωσητε εις εμε και την ερμηνειαν αυτου.
<scripture passage="Dan 2:10" parsed="|Dan|2|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.10" />
<sup>10</sup>Απεκριθησαν οι Χαλδαιοι εμπροσθεν του βασιλεως και ειπον, δεν υπαρχει ανθρωπος επι της γης δυναμενος να φανερωση το πραγμα του βασιλεως· καθως δεν υπαρχει ουδεις βασιλευς, αρχων η διοικητης, οστις να ζητη τοιαυτα πραγματα παρα μαγου η επαοιδου η Χαλδαιου·
<scripture passage="Dan 2:11" parsed="|Dan|2|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.11" />
<sup>11</sup>και το πραγμα το οποιον ο βασιλευς ζητει ειναι μεγα, και δεν ειναι αλλος δυναμενος να φανερωση αυτο εμπροσθεν του βασιλεως, εκτος των θεων, των οποιων η κατοικια δεν ειναι μετα σαρκος.
<scripture passage="Dan 2:12" parsed="|Dan|2|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο εθυμωθη ο βααιλευς και ωργισθη σφοδρα και ειπε να απολεσωσι παντας τους σοφους της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Dan 2:13" parsed="|Dan|2|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.13" />
<sup>13</sup>Και εξηλθεν η αποφασις και οι σοφοι εθανατονοντο· εζητησαν δε και τον Δανιηλ και τους συντροφους αυτου, δια να θανατωσωσιν αυτους.
<scripture passage="Dan 2:14" parsed="|Dan|2|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθη ο Δανιηλ μετα φρονησεως και σοφιας προς τον Αριωχ τον αρχισωματοφυλακα του βασιλεως, οστις εξηλθε δια να θανατωση τους σοφους της Βαβυλωνος,
<scripture passage="Dan 2:15" parsed="|Dan|2|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.15" />
<sup>15</sup>απεκριθη και ειπε προς τον Αριωχ, τον αρχοντα του βασιλεως, Δια τι η βιαια αυτη αποφασις παρα του βασιλεως; Και ο Αριωχ εφανερωσε το πραγμα προς τον Δανιηλ.
<scripture passage="Dan 2:16" parsed="|Dan|2|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.16" />
<sup>16</sup>Και εισηλθεν ο Δανιηλ και παρεκαλεσε τον βασιλεα να δωση καιρον εις αυτον και ηθελε φανερωσει την ερμηνειαν προς τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 2:17" parsed="|Dan|2|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.17" />
<sup>17</sup>Και υπηγεν ο Δανιηλ εις τον οικον αυτου και εγνωστοποιησε το πραγμα προς τον Ανανιαν, προς τον Μισαηλ και προς τον Αζαριαν, τους συντροφους αυτου,
<scripture passage="Dan 2:18" parsed="|Dan|2|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.18" />
<sup>18</sup>δια να ζητησωσιν ελεος παρα του Θεου του ουρανου περι του μυστηριου τουτου, ωστε να μη απολεσθη ο Δανιηλ και οι συντροφοι αυτου μετα των επιλοιπων σοφων της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Dan 2:19" parsed="|Dan|2|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.19" />
<sup>19</sup>Και το μυστηριον απεκαλυφθη προς τον Δανιηλ δι ' οραματος της νυκτος. Τοτε ευλογησεν ο Δανιηλ τον Θεον του ουρανου.
<scripture passage="Dan 2:20" parsed="|Dan|2|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.20" />
<sup>20</sup>Και ελαλησεν ο Δανιηλ και ειπεν, Ειη το ονομα του Θεου ευλογημενον απο του αιωνος και εως του αιωνος· διοτι αυτου ειναι η σοφια και η δυναμις·
<scripture passage="Dan 2:21" parsed="|Dan|2|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.21" />
<sup>21</sup>και αυτος μεταβαλλει τους καιρους και τους χρονους· καθαιρει βασιλεις και καθιστα βασιλεις· διδει σοφιαν εις τους σοφους και γνωσιν εις τους συνετους.
<scripture passage="Dan 2:22" parsed="|Dan|2|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.22" />
<sup>22</sup>Αυτος αποκαλυπτει τα βαθεα και τα κεκρυμμενα· γνωριζει τα εν τω σκοτει και το φως κατοικει μετ' αυτου.
<scripture passage="Dan 2:23" parsed="|Dan|2|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.23" />
<sup>23</sup>Σε, Θεε των πατερων μου, ευχαριστω και σε δοξολογω, οστις μοι εδωκας σοφιαν και δυναμιν, και εκαμες γνωστον εις εμε ο, τι εδεηθημεν παρα σου. Διοτι συ εκαμες γνωστην εις ημας του βασιλεως την υποθεσιν.
<scripture passage="Dan 2:24" parsed="|Dan|2|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.24" />
<sup>24</sup>Υπηγε λοιπον ο Δανιηλ προς τον Αριωχ, τον οποιον ο βασιλευς διεταξε να απολεση τους σοφους της Βαβυλωνος· υπηγε και ειπε προς αυτον ουτω· Μη απολεσης τους σοφους της Βαβυλωνος· εισαξον με ενωπιον του βασιλεως και εγω θελω φανερωσει την ερμηνειαν προς τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 2:25" parsed="|Dan|2|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.25" />
<sup>25</sup>Και εισηξεν ο Αριωχ μετα σπουδης τον Δανιηλ ενωπιον του βασιλεως και ειπε προς αυτον ουτως, Ευρηκα ανδρα εκ των υιων της αιχμαλωσιας του Ιουδα, οστις θελει φανερωσει την ερμηνειαν εις τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 2:26" parsed="|Dan|2|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.26" />
<sup>26</sup>Απεκριθη ο βασιλευς και ειπε προς τον Δανιηλ, του οποιου το ονομα ητο Βαλτασασαρ, Εισαι ικανος να φανερωσης προς εμε το ενυπνιον το οποιον ειδον και την ερμηνειαν αυτου;
<scripture passage="Dan 2:27" parsed="|Dan|2|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.27" />
<sup>27</sup>Απεκριθη ο Δανιηλ ενωπιον του βασιλεως και ειπε, Το μυστηριον, περι του οποιου ο βασιλευς επερωτα, δεν δυνανται σοφοι, επαοιδοι, μαγοι, μαντεις, να φανερωσωσι προς τον βασιλεα·
<scripture passage="Dan 2:28" parsed="|Dan|2|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.28" />
<sup>28</sup>αλλ' ειναι Θεος εν τω ουρανω, οστις αποκαλυπτει μυστηρια και καμνει γνωστον εις τον βασιλεα Ναβουχοδονοσορ, τι μελλει γενεσθαι εν ταις εσχαταις ημεραις. Το ενυπνιον σου και αι ορασεις της κεφαλης σου επι της κλινης σου ειναι αυται·
<scripture passage="Dan 2:29" parsed="|Dan|2|29|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.29" />
<sup>29</sup>βασιλευ, οι διαλογισμοι σου ανεβησαν εις τον νουν σου επι της κλινης σου, περι του τι μελλει γενεσθαι μετα ταυτα· και ο αποκαλυπτων μυστηρια εκαμε γνωστον εις σε τι μελλει γενεσθαι.
<scripture passage="Dan 2:30" parsed="|Dan|2|30|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.30" />
<sup>30</sup>Πλην οσον το κατ' εμε, το μυστηριον τουτο δεν απεκαλυφθη προς εμε δια σοφιας, την οποιαν εχω εγω μαλλον παρα παντας τους ζωντας, αλλα δια να φανερωθη η ερμηνεια προς τον βασιλεα και δια να γνωρισης τους διαλογισμους της καρδιας σου.
<scripture passage="Dan 2:31" parsed="|Dan|2|31|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.31" />
<sup>31</sup>Συ, βασιλευ, εθεωρεις και ιδου, εικων μεγαλη· εξαισιος ητο εκεινη η εικων και υπεροχος η λαμψις αυτης, ισταμενης ενωπιον σου, και η μορφη αυτης φοβερα.
<scripture passage="Dan 2:32" parsed="|Dan|2|32|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.32" />
<sup>32</sup>Η κεφαλη της εικονος εκεινης ητο εκ χρυσου καθαρου, το στηθος αυτης και οι βραχιονες αυτης εξ αργυρου, η κοιλια αυτης και οι μηροι αυτης εκ χαλκου,
<scripture passage="Dan 2:33" parsed="|Dan|2|33|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.33" />
<sup>33</sup>αι κνημαι αυτης εκ σιδηρου, οι ποδες αυτης μερος μεν εκ σιδηρου, μερος δε εκ πηλου.
<scripture passage="Dan 2:34" parsed="|Dan|2|34|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.34" />
<sup>34</sup>Εθεωρεις εωσου απεκοπη λιθος ανευ χειρων, και εκτυπησε την εικονα επι τους ποδας αυτης τους εκ σιδηρου και πηλου και κατεσυντριψεν αυτους.
<scripture passage="Dan 2:35" parsed="|Dan|2|35|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.35" />
<sup>35</sup>Τοτε ο σιδηρος, ο πηλος, ο χαλκος, ο αργυρος και ο χρυσος κατεσυντριφθησαν ομου και εγειναν ως λεπτον αχυρον αλωνιου θερινου· και ο ανεμος εσηκωσεν αυτα και ουδεις τοπος ευρεθη αυτων· ο δε λιθος ο κτυπησας την εικονα εγεινεν ορος μεγα και εγεμισεν ολην την γην.
<scripture passage="Dan 2:36" parsed="|Dan|2|36|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.36" />
<sup>36</sup>Τουτο ειναι το ενυπνιον· και την ερμηνειαν αυτου θελομεν ειπει ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 2:37" parsed="|Dan|2|37|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.37" />
<sup>37</sup>Συ, βασιλευ, εισαι βασιλευς βασιλεων· διοτι ο Θεος του ουρανου εδωκεν εις σε βασιλειαν, δυναμιν και ισχυν και δοξαν.
<scripture passage="Dan 2:38" parsed="|Dan|2|38|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.38" />
<sup>38</sup>Και παντα τοπον, οπου κατοικουσιν οι υιοι των ανθρωπων, τα θηρια του αγρου και τα πετεινα του ουρανου, εδωκεν εις την χειρα σου και σε κατεστησε κυριον επι παντων τουτων· συ εισαι η κεφαλη εκεινη η χρυση.
<scripture passage="Dan 2:39" parsed="|Dan|2|39|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.39" />
<sup>39</sup>Και μετα σε θελει αναστηθη αλλη βασιλεια κατωτερα σου και τριτη αλλη βασιλεια εκ χαλκου, ητις θελει κυριευσει επι πασης της γης.
<scripture passage="Dan 2:40" parsed="|Dan|2|40|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.40" />
<sup>40</sup>Και τεταρτη βασιλεια θελει σταθη ισχυρα ως ο σιδηρος· καθως ο σιδηρος κατακοπτει και καταλεπτυνει τα παντα· μαλιστα καθως ο σιδηρος ο συντριβων τα παντα, ουτω θελει κατακοπτει και κατασυντριβει.
<scripture passage="Dan 2:41" parsed="|Dan|2|41|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.41" />
<sup>41</sup>Περι δε του οτι ειδες τους ποδας και τους δακτυλους, μερος μεν εκ πηλου κεραμεως, μερος δε εκ σιδηρου, θελει εισθαι βασιλεια διηρημενη· πλην θελει μενει τι εν αυτη εκ της δυναμεως του σιδηρου, καθως ειδες τον σιδηρον αναμεμιγμενον μετα αργιλλωδους πηλου.
<scripture passage="Dan 2:42" parsed="|Dan|2|42|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.42" />
<sup>42</sup>Και καθως οι δακτυλοι των ποδων ησαν μερος εκ σιδηρου και μερος εκ πηλου, ουτως η βασιλεια θελει εισθαι κατα μερος ισχυρα και κατα μερος ευθραυστος.
<scripture passage="Dan 2:43" parsed="|Dan|2|43|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.43" />
<sup>43</sup>Και καθως ειδες τον σιδηρον αναμεμιγμενον μετα του αργιλλωδους πηλου, ουτω θελουσιν αναμιχθη δια σπερματος ανθρωπων· πλην δεν θελουσιν εισθαι κεκολλημενοι ο εις μετα του αλλου, καθως ο σιδηρος δεν μιγνυεται μετα του πηλου.
<scripture passage="Dan 2:44" parsed="|Dan|2|44|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.44" />
<sup>44</sup>Και εν ταις ημεραις των βασιλεων εκεινων, θελει αναστησει ο Θεος του ουρανου βασιλειαν, ητις εις τον αιωνα δεν θελει φθαρη· και η βασιλεια αυτη δεν θελει περασει εις αλλον λαον· θελει κατασυντριψει και συντελεσει πασας ταυτας τας βασιλειας, αυτη δε θελει διαμενει εις τους αιωνας,
<scripture passage="Dan 2:45" parsed="|Dan|2|45|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.45" />
<sup>45</sup>καθως ειδες οτι απεκοπη λιθος εκ του ορους ανευ χειρων και κατεσυντριψε τον σιδηρον, τον χαλκον, τον πηλον, τον αργυρον και τον χρυσον· ο Θεος ο μεγας εκαμε γνωστον εις τον βασιλεα ο, τι θελει γεινει μετα ταυτα· και αληθινον ειναι το ενυπνιον και πιστη η ερμηνεια αυτου.
<scripture passage="Dan 2:46" parsed="|Dan|2|46|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.46" />
<sup>46</sup>Τοτε ο βασιλευς Ναβουχοδονοσορ επεσεν επι προσωπον και προσεκυνησε τον Δανιηλ και προσεταξε να προσφερωσιν εις αυτον προσφοραν και θυμιαματα.
<scripture passage="Dan 2:47" parsed="|Dan|2|47|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.47" />
<sup>47</sup>Και αποκριθεις ο βασιλευς προς τον Δανιηλ, ειπεν, Επ' αληθειας, ο Θεος σας, αυτος ειναι Θεος θεων και Κυριος των βασιλεων και οστις αποκαλυπτει μυστηρια· διοτι ηδυνηθης να αποκαλυψης το μυστηριον τουτο.
<scripture passage="Dan 2:48" parsed="|Dan|2|48|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.48" />
<sup>48</sup>Τοτε ο βασιλευς εμεγαλυνε τον Δανιηλ και δωρα μεγαλα και πολλα εδωκεν εις αυτον και κατεστησεν αυτον κυριον επι πασης της επαρχιας της Βαβυλωνος και αρχιδιοικητην επι παντας τους σοφους της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Dan 2:49" parsed="|Dan|2|49|0|0" osisRef="Bible:Dan.2.49" />
<sup>49</sup>Και εζητησεν ο Δανιηλ παρα του βασιλεως και κατεστησε τον Σεδραχ, τον Μισαχ και τον Αβδε-νεγω επι τας υποθεσεις της επαρχιας της Βαβυλωνος· ο δε Δανιηλ ευρισκετο εν τη αυλη του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 3" progress="72.49%" prev="Dan.2" next="Dan.4" id="Dan.3">
<h3 id="Dan.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Dan.3-p1">
<scripture passage="Dan 3:1" parsed="|Dan|3|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.1" />
<sup>1</sup>Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς εκαμεν εικονα χρυσην, το υψος αυτης εξηκοντα πηχων και το πλατος αυτης εξ πηχων· και εστησεν αυτην εν τη πεδιαδι Δουρα, εν τη επαρχια της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Dan 3:2" parsed="|Dan|3|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.2" />
<sup>2</sup>Και απεστειλε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς να συναξη τους σατραπας, τους διοικητας και τους τοπαρχας, τους κριτας, τους θησαυροφυλακας, τους συμβουλους, τους νομοδιδασκαλους και παντας τους αρχοντας των επαρχιων, δια να ελθωσιν εις τα εγκαινια της εικονος, την οποιαν εστησε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς.
<scripture passage="Dan 3:3" parsed="|Dan|3|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.3" />
<sup>3</sup>Και οι σατραπαι, οι διοικηται και οι τοπαρχαι, οι κριται, οι θησαυροφυλακες, οι συμβουλοι, οι νομοδιδασκαλοι και παντες οι αρχοντες των επαρχιων συνηχθησαν εις τα εγκαινια της εικονος, την οποιαν εστησε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς· και εσταθησαν εμπροσθεν της εικονος, την οποιαν εστησεν ο Ναβουχοδονοσορ.
<scripture passage="Dan 3:4" parsed="|Dan|3|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.4" />
<sup>4</sup>Και κηρυξ εβοα μεγαλοφωνως, Εις εσας προσταττεται, λαοι, εθνη και γλωσσαι,
<scripture passage="Dan 3:5" parsed="|Dan|3|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.5" />
<sup>5</sup>καθ' ην ωραν ακουσητε τον ηχον της σαλπιγγος, της συριγγος, της κιθαρας, της σαμβυκης, του ψαλτηριου, της συμφωνιας και παντος ειδους μουσικης, πεσοντες προσκυνησατε την εικονα την χρυσην, την οποιαν εστησε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς·
<scripture passage="Dan 3:6" parsed="|Dan|3|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.6" />
<sup>6</sup>και οστις δεν πεση και προσκυνηση, την αυτην ωραν θελει ριφθη εις το μεσον της καμινου του πυρος της καιομενης.
<scripture passage="Dan 3:7" parsed="|Dan|3|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο οτε ηκουσαν παντες οι λαοι τον ηχον της σαλπιγγος, της συριγγος, της κιθαρας, της σαμβυκης, του ψαλτηριου και παντος ειδους μουσικης, πιπτοντες παντες οι λαοι, τα εθνη και αι γλωσσαι προσεκυνουν την εικονα την χρυσην, την οποιαν εστησε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς.
<scripture passage="Dan 3:8" parsed="|Dan|3|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.8" />
<sup>8</sup>Χαλδαιοι δε τινες προσηλθον τοτε και διεβαλον τους Ιουδαιους·
<scripture passage="Dan 3:9" parsed="|Dan|3|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.9" />
<sup>9</sup>και ειπον λεγοντες προς τον βασιλεα Ναβουχοδονοσορ, Βασιλευ, ζηθι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Dan 3:10" parsed="|Dan|3|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.10" />
<sup>10</sup>Συ, βασιλευ, εξεδωκας προσταγμα, πας ανθρωπος, οστις ακουση τον ηχον της σαλπιγγος, της συριγγος, της κιθαρας, της σαμβυκης, του ψαλτηριου και της συμφωνιας και παντος ειδους μουσικης, να πεση και να προσκυνηση την εικονα την χρυσην·
<scripture passage="Dan 3:11" parsed="|Dan|3|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.11" />
<sup>11</sup>και οστις δεν πεση και προσκυνηση, να ριφθη εις το μεσον της καμινου του πυρος της καιομενης.
<scripture passage="Dan 3:12" parsed="|Dan|3|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.12" />
<sup>12</sup>Ειναι ανδρες τινες Ιουδαιοι, τους οποιους κατεστησας επι τας υποθεσεις της επαρχιας της Βαβυλωνος, ο Σεδραχ, ο Μισαχ και ο Αβδε-νεγω· ουτοι οι ανθρωποι, βασιλευ, δεν σε εσεβασθησαν· τους θεους σου δεν λατρευουσι και την εικονα την χρυσην, την οποιαν εστησας, δεν προσκυνουσι.
<scripture passage="Dan 3:13" parsed="|Dan|3|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ο Ναβουχοδονοσορ μετα θυμου και οργης προσεταξε να φερωσι τον Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω. Και εφεραν τους ανθρωπους τουτους ενωπιον του βασιλεως.
<scripture passage="Dan 3:14" parsed="|Dan|3|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.14" />
<sup>14</sup>Και αποκριθεις ο Ναβουχοδονοσορ ειπε προς αυτους, Τωοντι, Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, τους θεους μου δεν λατρευετε και την εικονα την χρυσην, την οποιαν εστησα, δεν προσκυνειτε;
<scripture passage="Dan 3:15" parsed="|Dan|3|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.15" />
<sup>15</sup>τωρα λοιπον εαν ησθε ετοιμοι, οποταν ακουσητε τον ηχον της σαλπιγγος, της συριγγος, της κιθαρας, της σαμβυκης, του ψαλτηριου και της συμφωνιας και παντος ειδους μουσικης, να πεσητε και να προσκυνησητε την εικονα την οποιαν εκαμα, καλως· εαν ομως δεν προσκυνησητε, θελετε ριφθη την αυτην ωραν εις το μεσον της καμινου του πυρος της καιομενης· και τις ειναι εκεινος ο Θεος, οστις θελει σας ηθελεν ελευθερωσει εκ των χειρων μου;
<scripture passage="Dan 3:16" parsed="|Dan|3|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.16" />
<sup>16</sup>Απεκριθησαν ο Σεδραχ, ο Μισαχ και ο Αβδε-νεγω και ειπον προς τον βασιλεα, Ναβουχοδονοσορ, ημεις δεν εχομεν χρειαν να σοι αποκριθωμεν περι του πραγματος τουτου.
<scripture passage="Dan 3:17" parsed="|Dan|3|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.17" />
<sup>17</sup>Εαν ηναι ουτως, ο Θεος ημων, τον οποιον ημεις λατρευομεν, ειναι δυνατος να μας ελευθερωση εκ της καμινου του πυρος της καιομενης· και εκ της χειρος σου, βασιλευ, θελει μας ελευθερωσει.
<scripture passage="Dan 3:18" parsed="|Dan|3|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.18" />
<sup>18</sup>Αλλα και αν ουχι, ας ηναι γνωστον εις σε, βασιλευ, οτι τους θεους σου δεν λατρευομεν και την εικονα την χρυσην, την οποιαν εστησας, δεν προσκυνουμεν.
<scripture passage="Dan 3:19" parsed="|Dan|3|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ο Ναβουχοδονοσορ επλησθη θυμου και η οψις του προσωπου αυτου ηλλοιωθη κατα του Σεδραχ, του Μισαχ και του Αβδε-νεγω· και λαλησας προσεταξε να εκκαυσωσι την καμινον επταπλασιως μαλλον παρ' οσον εφαινετο καιομενη.
<scripture passage="Dan 3:20" parsed="|Dan|3|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.20" />
<sup>20</sup>Και προσεταξε τους δυνατωτερους ανδρας του στρατευματος αυτου να δεσωσι τον Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, και να ριψωσιν αυτους εις την καμινον του πυρος την καιομενην.
<scripture passage="Dan 3:21" parsed="|Dan|3|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.21" />
<sup>21</sup>Τοτε οι ανδρες εκεινοι εδεθησαν μετα των σαλβαριων αυτων, των τιαρων αυτων και των περικνημιδων αυτων και των αλλων ενδυματων αυτων και ερριφθησαν εις το μεσον της καμινου του πυρος της καιομενης.
<scripture passage="Dan 3:22" parsed="|Dan|3|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.22" />
<sup>22</sup>Επειδη δε η προσταγη του βασιλεως ητο κατεπειγουσα και η καμινος εξεκαυθη εις υπερβολην, η φλοξ του πυρος εθανατωσε τους ανδρας εκεινους, οιτινες εσηκωσαν τον Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω.
<scripture passage="Dan 3:23" parsed="|Dan|3|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.23" />
<sup>23</sup>Ουτοι δε οι τρεις ανδρες, ο Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, επεσον δεμενοι εις το μεσον της καμινου του πυρος της καιομενης.
<scripture passage="Dan 3:24" parsed="|Dan|3|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.24" />
<sup>24</sup>Ο δε Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς εξεπλαγη· και σηκωθεις μετα σπουδης ελαλησε και ειπε προς τους μεγιστανας αυτου, δεν ερριψαμεν τρεις ανδρας δεδεμενους εις το μεσον του πυρος; οι δε απεκριθησαν και ειπον προς τον βασιλεα, Αληθως, βασιλευ.
<scripture passage="Dan 3:25" parsed="|Dan|3|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.25" />
<sup>25</sup>Και αποκριθεις ειπεν, Ιδου, εγω βλεπω τεσσαρας ανδρας λελυμενους, περιπατουντας εν μεσω του πυρος, και βλαβη δεν ειναι εις αυτους, και η οψις του τεταρτου ειναι ομοια με Υιον Θεου.
<scripture passage="Dan 3:26" parsed="|Dan|3|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.26" />
<sup>26</sup>Τοτε πλησιασας ο Ναουχοδονοσορ εις το στομα της καμινου του πυρος της καιομενης ελαλησε και ειπε, Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, δουλοι του Θεου του Υψιστου, εξελθετε και ελθετε. Τοτε ο Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω εξηλθον εκ μεσου του πυρος.
<scripture passage="Dan 3:27" parsed="|Dan|3|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.27" />
<sup>27</sup>Και συναχθεντες οι σατραπαι, οι διοικηται και οι τοπαρχαι και οι μεγιστανες του βασιλεως ειδον τους ανδρας τουτους, οτι επι των σωματων αυτων το πυρ δεν ισχυσε και θριξ της κεφαλης αυτων δεν εκαη και τα σαλβαρια αυτων δεν παρηλλαξαν ουδε οσμη πυρος επερασεν επ' αυτους.
<scripture passage="Dan 3:28" parsed="|Dan|3|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.28" />
<sup>28</sup>Τοτε ελαλησεν ο Ναβουχοδονοσορ και ειπεν, Ευλογητος ο Θεος του Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, οστις απεστειλε τον αγγελον αυτου και ηλευθερωσε τους δουλους αυτου, οιτινες ηλπισαν επ' αυτον και παρηκουσαν τον λογον του βασιλεως και παρεδωκαν τα σωματα αυτων, δια να μη λατρευσωσι μηδε να προσκυνησωσιν αλλον θεον εκτος του Θεου αυτων.
<scripture passage="Dan 3:29" parsed="|Dan|3|29|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.29" />
<sup>29</sup>Δια τουτο εκδιδω προσταγμα, οτι πας λαος, εθνος και γλωσσα, ητις λαληση κακον εναντιον του Θεου του Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω, θελει καταμελισθη, και αι οικιαι αυτων θελουσι γεινει κοπρωνες· διοτι αλλος Θεος δεν ειναι δυναμενος να ελευθερωση ουτω.
<scripture passage="Dan 3:30" parsed="|Dan|3|30|0|0" osisRef="Bible:Dan.3.30" />
<sup>30</sup>Τοτε ο βασιλευς προεβιβασε τον Σεδραχ, Μισαχ και Αβδε-νεγω εις την επαρχιαν της Βαβυλωνος.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 4" progress="72.63%" prev="Dan.3" next="Dan.5" id="Dan.4">
<h3 id="Dan.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Dan.4-p1">
<scripture passage="Dan 4:1" parsed="|Dan|4|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.1" />
<sup>1</sup>Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς, προς παντας τους λαους, εθνη και γλωσσας τους κατοικουντας επι πασης της γης· Ειρηνη ας πληθυνθη εις εσας.
<scripture passage="Dan 4:2" parsed="|Dan|4|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.2" />
<sup>2</sup>Τα σημεια και τα θαυμασια, τα οποια εκαμεν εις εμε ο Θεος ο Υψιστος, ηρεσεν ενωπιον μου να αναγγειλω.
<scripture passage="Dan 4:3" parsed="|Dan|4|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.3" />
<sup>3</sup>Ποσον ειναι μεγαλα τα σημεια αυτου· και ποσον ισχυρα τα θαυμασια αυτου· η βασιλεια αυτου ειναι βασιλεια αιωνιος και η εξουσια αυτου εις γενεαν και γενεαν.
<scripture passage="Dan 4:4" parsed="|Dan|4|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.4" />
<sup>4</sup>Εγω ο Ναβουχοδονοσορ ημην αναπαυομενος εν τω οικω μου και ακμαζων εν τω παλατιω μου.
<scripture passage="Dan 4:5" parsed="|Dan|4|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.5" />
<sup>5</sup>Ειδον ενυπνιον, το οποιον με κατεπληξε, και οι διαλογισμοι μου επι της κλινης μου και αι ορασεις της κεφαλης μου με εταραξαν.
<scripture passage="Dan 4:6" parsed="|Dan|4|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο εξεδωκα προσταγμα να εισαχθωσιν ενωπιον μου παντες οι σοφοι της Βαβυλωνος, δια να φανερωσωσιν εις εμε την ερμηνειαν του ενυπνιου.
<scripture passage="Dan 4:7" parsed="|Dan|4|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.7" />
<sup>7</sup>Τοτε εισηλθον οι μαγοι, οι επαοιδοι, οι Χαλδαιοι και οι μαντεις· και εγω ειπα το ενυπνιον εμπροσθεν αυτων, αλλα δεν μοι εφανερωσαν την ερμηνειαν αυτου.
<scripture passage="Dan 4:8" parsed="|Dan|4|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.8" />
<sup>8</sup>Υστερον δε ηλθεν ο Δανιηλ ενωπιον μου, του οποιου το ονομα ητο Βαλτασασαρ κατα το ονομα του Θεου μου, και εις τον οποιον ειναι το πνευμα των αγιων θεων· και εμπροσθεν τουτου ειπα το ενυπνιον, λεγων,
<scripture passage="Dan 4:9" parsed="|Dan|4|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.9" />
<sup>9</sup>Βαλτασασαρ, αρχων των μαγων, επειδη εγνωρισα οτι το πνευμα των αγιων θεων ειναι εν σοι, και ουδεν κρυπτον ειναι δυσκολον εις σε, ειπε τας ορασεις του ενυπνιου μου, το οποιον ειδον, και την ερμηνειαν αυτου.
<scripture passage="Dan 4:10" parsed="|Dan|4|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.10" />
<sup>10</sup>Ιδου αι ορασεις της κεφαλης μου επι της κλινης μου· Εβλεπον και ιδου, δενδρον εν μεσω της γης και το υψος αυτου μεγα.
<scripture passage="Dan 4:11" parsed="|Dan|4|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.11" />
<sup>11</sup>Το δενδρον εμεγαλυνθη και ενεδυναμωθη και το υψος αυτου εφθανεν εως του ουρανου, και η θεα αυτου εως των περατων πασης της γης.
<scripture passage="Dan 4:12" parsed="|Dan|4|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.12" />
<sup>12</sup>Τα φυλλα αυτου ησαν ωραια και ο καρπος αυτου πολυς και εν αυτω ητο τροφη παντων· υπο την σκιαν αυτου ανεπαυοντο τα θηρια του αγρου, και εν τοις κλαδοις αυτου κατεσκηνουν τα πετεινα του ουρανου, και εξ αυτου ετρεφετο πασα σαρξ.
<scripture passage="Dan 4:13" parsed="|Dan|4|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.13" />
<sup>13</sup>Ειδον εν ταις ορασεσι της κεφαλης μου επι της κλινης μου και ιδου, φυλαξ και αγιος κατεβη εκ του ουρανου,
<scripture passage="Dan 4:14" parsed="|Dan|4|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.14" />
<sup>14</sup>και εφωνησε μεγαλοφωνως και ειπεν ουτω· Κοψατε το δενδρον και αποκοψατε τους κλαδους αυτου· εκτιναξατε τα φυλλα αυτου και διασκορπισατε τον καρπον αυτου· ας φυγωσι τα θηρια υποκατωθεν αυτου και τα πετεινα απο των κλαδων αυτου·
<scripture passage="Dan 4:15" parsed="|Dan|4|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.15" />
<sup>15</sup>το στελεχος ομως των ριζων αυτου αφησατε εν τη γη, και τουτο με δεσμον σιδηρουν και χαλκουν, εν τω τρυφερω χορτω του αγρου· και θελει βρεχεσθαι με την δροσον του ουρανου και η μερις αυτου θελει εισθαι μετα των θηριων εν τω χορτω της γης·
<scripture passage="Dan 4:16" parsed="|Dan|4|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.16" />
<sup>16</sup>η καρδια αυτου θελει μεταβληθη εκ της ανθρωπινης και θελει δοθη εις αυτον καρδια θηριου· και επτα καιροι θελουσι παρελθει επ' αυτον.
<scripture passage="Dan 4:17" parsed="|Dan|4|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.17" />
<sup>17</sup>Το πραγμα τουτο ειναι δια προσταγματος των φυλακων και η υποθεσις δια του λογου των αγιων· ωστε να γνωρισωσιν οι ζωντες, οτι ο Υψιστος ειναι Κυριος της βασιλειας των ανθρωπων, και εις οντινα θελει διδει αυτην, και το εξουθενημα των ανθρωπων καθιστα επ' αυτην.
<scripture passage="Dan 4:18" parsed="|Dan|4|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.18" />
<sup>18</sup>Τουτο το ενυπνιον ειδον εγω ο Ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς· και συ, Βαλτασασαρ, ειπε την ερμηνειαν αυτου· διοτι παντες οι σοφοι του βασιλειου μου δεν ειναι ικανοι να φανερωσωσι προς εμε την ερμηνειαν· συ δε εισαι ικανος· διοτι το πνευμα των αγιων θεων ειναι εν σοι.
<scripture passage="Dan 4:19" parsed="|Dan|4|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ο Δανιηλ, του οποιου το ονομα ητο Βαλτασασαρ, εμεινεν εκστατικος εως μιας ωρας, και οι διαλογισμοι αυτου εταραττον αυτον. Ο βασιλευς ελαλησε και ειπε, Βαλτασασαρ, ας μη σε ταραττη το ενυπνιον η η ερμηνεια αυτου. Ο Βαλτασασαρ απεκριθη και ειπε, Κυριε μου, το ενυπνιον ας επελθη επι τους μισουντας σε και η ερμηνεια αυτου επι τους εχθρους σου.
<scripture passage="Dan 4:20" parsed="|Dan|4|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.20" />
<sup>20</sup>Το δενδρον, το οποιον ειδες, το αυξηθεν και ενδυναμωθεν, του οποιου το υψος εφθανεν εως του ουρανου και η θεα αυτου επι πασαν την γην,
<scripture passage="Dan 4:21" parsed="|Dan|4|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.21" />
<sup>21</sup>και τα φυλλα αυτου ησαν ωραια και ο καρπος αυτου πολυς, και τροφη παντων ητο εν αυτω, και υποκατω αυτου κατωκουν τα θηρια του αγρου, εν δε τοις κλαδοις αυτου κατεσκηνουν τα πετεινα του ουρανου,
<scripture passage="Dan 4:22" parsed="|Dan|4|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.22" />
<sup>22</sup>συ εισαι το δενδρον τουτο, βασιλευ, οστις εμεγαλυνθης και ενεδυναμωθης· και η μεγαλωσυνη σου υψωθη και εφθασεν εως του ουρανου και η εξουσια σου εως των περατων της γης.
<scripture passage="Dan 4:23" parsed="|Dan|4|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.23" />
<sup>23</sup>Περι δε του οτι ειδεν ο βασιλευς φυλακα και αγιον καταβαινοντα εκ του ουρανου και λεγοντα, Κοψατε το δενδρον και καταστρεψατε αυτο· μονον το στελεχος των ριζων αυτου αφησατε εν τη γη, και τουτο με δεσμον σιδηρουν και χαλκουν, εν τω τρυφερω χορτω του αγρου· και ας βρεχηται υπο της δροσου του ουρανου και μετα των θηριων του αγρου ας ηναι η μερις αυτου, εωσου παρελθωσιν επτα καιροι επ' αυτο·
<scripture passage="Dan 4:24" parsed="|Dan|4|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.24" />
<sup>24</sup>αυτη ειναι η ερμηνεια, βασιλευ, και αυτη η αποφασις του Υψιστου, ητις εφθασεν επι τον κυριον μου τον βασιλεα·
<scripture passage="Dan 4:25" parsed="|Dan|4|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.25" />
<sup>25</sup>και θελεις διωχθη εκ των ανθρωπων και μετα των θηριων του αγρου θελει εισθαι η κατοικια σου, και θελεις τρωγει χορτον ως οι βοες και υπο της δροσου του ουρανου θελεις βρεχεσθαι· και επτα καιροι θελουσι παρελθει επι σε, εωσου γνωρισης οτι ο Υψιστος ειναι Κυριος της βασιλειας των ανθρωπων και εις οντινα θελει, διδει αυτην.
<scripture passage="Dan 4:26" parsed="|Dan|4|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.26" />
<sup>26</sup>Περι δε του οτι προσεταχθη να αφησωσι το στελεχος των ριζων του δενδρου· το βασιλειον σου θελει στερεωθη εν σοι, αφου γνωρισης την ουρανιον εξουσιαν.
<scripture passage="Dan 4:27" parsed="|Dan|4|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο, βασιλευ, ας γεινη δεκτη η συμβουλη μου προς σε, και εκκοψον τας αμαρτιας σου δια δικαιοσυνης και τας ανομιας σου δια οικτιρμων πενητων· ισως και διαρκεση η ευημερια σου.
<scripture passage="Dan 4:28" parsed="|Dan|4|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.28" />
<sup>28</sup>Παντα ταυτα ηλθον επι τον Ναβουχοδονοσορ τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 4:29" parsed="|Dan|4|29|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.29" />
<sup>29</sup>Εν τω τελει δωδεκα μηνων, ενω περιεπατει επι του βασιλικου παλατιου της Βαβυλωνος,
<scripture passage="Dan 4:30" parsed="|Dan|4|30|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.30" />
<sup>30</sup>ελαλησεν ο βασιλευς και ειπε, Δεν ειναι αυτη η Βαβυλων η μεγαλη, την οποιαν εγω ωκοδομησα δια καθεδραν του βασιλειου με την ισχυν της δυναμεως μου και εις τιμην της δοξης μου;
<scripture passage="Dan 4:31" parsed="|Dan|4|31|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.31" />
<sup>31</sup>Ο λογος ητο ετι εν τω στοματι του βασιλεως και εγεινε φωνη εξ ουρανου λεγουσα, Προς σε αναγγελλεται, Ναβουχοδονοσορ βασιλευ· η βασιλεια παρηλθεν απο σου·
<scripture passage="Dan 4:32" parsed="|Dan|4|32|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.32" />
<sup>32</sup>και θελεις εκδιωχθη εκ των ανθρωπων και μετα των θηριων του αγρου θελει εισθαι η κατοικια σου· χορτον ως οι βοες θελεις τρωγει, και επτα καιροι θελουσι παρελθει επι σε, εωσου γνωρισης οτι ο Υψιστος ειναι Κυριος της βασιλειας των ανθρωπων, και εις οντινα θελει, διδει αυτην.
<scripture passage="Dan 4:33" parsed="|Dan|4|33|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.33" />
<sup>33</sup>Εν αυτη τη ωρα ο λογος εξετελεσθη επι τον Ναβουχοδονοσορ· και εξεδιωχθη εκ των ανθρωπων και χορτον ως οι βοες ετρωγε και υπο της δροσου του ουρανου το σωμα αυτου εβρεχετο, εωσου αι τριχες αυτου ηυξηνθησαν ως αετων πτερα και οι ονυχες αυτου ως ορνεων.
<scripture passage="Dan 4:34" parsed="|Dan|4|34|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.34" />
<sup>34</sup>Και εν τελει των ημερων, εγω ο Ναβουχοδονοσορ εσηκωσα τους οφθαλμους μου προς τον ουρανον και αι φρενες μου επεστρεψαν εις εμε και ευλογησα τον Υψιστον και ηνεσα και εδοξασα τον ζωντα εις τον αιωνα, του οποιου η εξουσια ειναι εξουσια αιωνιος και η βασιλεια αυτου εις γενεαν και γενεαν,
<scripture passage="Dan 4:35" parsed="|Dan|4|35|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.35" />
<sup>35</sup>και παντες οι κατοικοι της γης λογιζονται ενωπιον αυτου ως ουδεν, και κατα την θελησιν αυτου πραττει εις το στρατευμα του ουρανου και εις τους κατοικους της γης, και δεν υπαρχει ο εμποδιζων την χειρα αυτου η ο λεγων προς αυτον, Τι εκαμες;
<scripture passage="Dan 4:36" parsed="|Dan|4|36|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.36" />
<sup>36</sup>Εν τω αυτω καιρω αι φρενες μου επεστρεψαν εις εμε· και προς δοξαν της βασιλειας μου επανηλθεν εις εμε η λαμπροτης μου και η μορφη μου και οι αυλικοι μου και οι μεγιστανες μου με εζητουν, και εστερεωθην εν τη βασιλεια μου και μεγαλειοτης περισσοτερα προσετεθη εις εμε.
<scripture passage="Dan 4:37" parsed="|Dan|4|37|0|0" osisRef="Bible:Dan.4.37" />
<sup>37</sup>Τωρα εγω ο Ναβουχοδονοσορ αινω και υπερυψω και δοξαζω τον βασιλεα του ουρανου, διοτι παντα τα εργα αυτου ειναι αληθεια και αι οδοι αυτου κρισις, και τους περιπατουντας εν τη υπερηφανια δυναται να ταπεινωση.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 5" progress="72.80%" prev="Dan.4" next="Dan.6" id="Dan.5">
<h3 id="Dan.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Dan.5-p1">
<scripture passage="Dan 5:1" parsed="|Dan|5|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.1" />
<sup>1</sup>Βαλτασαρ ο βασιλευς εκαμε συμποσιον μεγα εις χιλιους εκ των μεγιστανων αυτου και επινεν οινον ενωπιον των χιλιων.
<scripture passage="Dan 5:2" parsed="|Dan|5|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.2" />
<sup>2</sup>Και εν τη γευσει του οινου προσεταξεν ο Βαλτασαρ να φερωσι τα σκευη τα χρυσα και τα αργυρα, τα οποια Ναβουχοδονοσορ ο πατηρ αυτου αφηρεσεν εκ του ναου του εν Ιερουσαλημ, δια να πιωσιν εν αυτοις ο βασιλευς και οι μεγιστανες αυτου, αι γυναικες αυτου και αι παλλακαι αυτου.
<scripture passage="Dan 5:3" parsed="|Dan|5|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.3" />
<sup>3</sup>Και εφερθησαν τα σκευη τα χρυσα, τα οποια αφηρεθησαν εκ του ναου του οικου του Θεου του εν Ιερουσαλημ· και επινον εν αυτοις ο βασιλευς και οι μεγιστανες αυτου, αι γυναικες αυτου και αι παλλακαι αυτου.
<scripture passage="Dan 5:4" parsed="|Dan|5|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.4" />
<sup>4</sup>Επινον οινον και ηνεσαν τους θεους τους χρυσους και αργυρους, τους χαλκους, τους σιδηρους, τους ξυλινους και τους λιθινους.
<scripture passage="Dan 5:5" parsed="|Dan|5|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.5" />
<sup>5</sup>Εν αυτη τη ωρα εξηλθον δακτυλοι χειρος ανθρωπου και εγραψαν κατεναντι της λυχνιας επι το κονιαμα του τοιχου του παλατιου του βασιλεως· και ο βασιλευς εβλεπε την παλαμην της χειρος, ητις εγραψε.
<scripture passage="Dan 5:6" parsed="|Dan|5|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.6" />
<sup>6</sup>Τοτε η οψις του βασιλεως ηλλοιωθη και οι διαλογισμοι αυτου συνεταραττον αυτον, ωστε οι συνδεσμοι της οσφυος αυτου διελυοντο και τα γονατα αυτου συνεκρουοντο.
<scripture passage="Dan 5:7" parsed="|Dan|5|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.7" />
<sup>7</sup>Και εβοησεν ο βασιλευς μεγαλοφωνως να εισαξωσι τους επαοιδους, τους Χαλδαιους και τους μαντεις. Τοτε ο βασιλευς ελαλησε και ειπε προς τους σοφους της Βαβυλωνος, Οστις αναγνωση την γραφην ταυτην και μοι δειξη την ερμηνειαν αυτης, θελει ενδυθη πορφυραν, και η αλυσος η χρυση θελει τεθη περι τον τραχηλον αυτου και θελει εισθαι ο τριτος αρχων του βασιλειου.
<scripture passage="Dan 5:8" parsed="|Dan|5|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.8" />
<sup>8</sup>Τοτε εισηλθον παντες οι σοφοι του βασιλεως· πλην δεν ηδυναντο να αναγνωσωσι την γραφην ουδε την ερμηνειαν αυτης να φανερωσωσι προς τον βασιλεα.
<scripture passage="Dan 5:9" parsed="|Dan|5|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.9" />
<sup>9</sup>Και ο βασιλευς Βαλτασαρ εταραχθη μεγαλως και ηλλοιωθη εν αυτω η οψις αυτου και οι μεγιστανες αυτου συνεταραχθησαν.
<scripture passage="Dan 5:10" parsed="|Dan|5|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.10" />
<sup>10</sup>Η βασιλισσα εκ των λογων του βασιλεως και των μεγιστανων αυτου εισηλθεν εις τον οικον του συμποσιου· και ελαλησεν η βασιλισσα και ειπε, Βασιλευ, ζηθι εις τον αιωνα· μη σε ταραττωσιν οι διαλογισμοι σου και η οψις σου ας μη αλλοιουται.
<scripture passage="Dan 5:11" parsed="|Dan|5|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.11" />
<sup>11</sup>Υπαρχει ανθρωπος εν τω βασιλειω σου, εις τον οποιον ειναι το πνευμα των αγιων θεων· και εν ταις ημεραις του πατρος σου φως και συνεσις και σοφια, ως η σοφια των θεων, ευρεθησαν εν αυτω, τον οποιον ο βασιλευς Ναβουχοδονοσορ ο πατηρ σου, ο βασιλευς ο πατηρ σου, κατεστησεν αρχοντα των μαγων, των επαοιδων, των Χαλδαιων και των μαντεων.
<scripture passage="Dan 5:12" parsed="|Dan|5|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.12" />
<sup>12</sup>Διοτι πνευμα εξοχον και γνωσις και συνεσις, ερμηνεια ενυπνιων και εξηγησις αινιγματων και λυσις αποριων, ευρεθησαν εν αυτω τω Δανιηλ, τον οποιον ο βασιλευς μετωνομασε Βαλτασασαρ· τωρα λοιπον ας προσκληθη ο Δανιηλ, και θελει δειξει την ερμηνειαν.
<scripture passage="Dan 5:13" parsed="|Dan|5|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.13" />
<sup>13</sup>Τοτε εισηχθη ο Δανιηλ εμπροσθεν του βασιλεως. Και ο βασιλευς ελαλησε και ειπε προς τον Δανιηλ, Συ εισαι ο Δανιηλ εκεινος, οστις εισαι εκ των υιων της αιχμαλωσιας του Ιουδα, τους οποιους εφερεν εκ της Ιουδαιας ο βασιλευς ο πατηρ μου;
<scripture passage="Dan 5:14" parsed="|Dan|5|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.14" />
<sup>14</sup>Ηκουσα τωοντι περι σου, οτι το πνευμα των θεων ειναι εν σοι και φως και συνεσις και σοφια εξοχος ευρεθησαν εν σοι.
<scripture passage="Dan 5:15" parsed="|Dan|5|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.15" />
<sup>15</sup>Και τωρα εισηλθον εμπροσθεν μου οι σοφοι και οι επαοιδοι, δια να αναγνωσωσι την γραφην ταυτην και να φανερωσωσιν εις εμε την ερμηνειαν αυτης, πλην δεν ηδυνηθησαν να δειξωσι του πραγματος την ερμηνειαν.
<scripture passage="Dan 5:16" parsed="|Dan|5|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.16" />
<sup>16</sup>Και εγω ηκουσα περι σου, οτι δυνασαι να ερμηνευης και να λυης αποριας· τωρα λοιπον, εαν δυνηθης να αναγνωσης την γραφην και να φανερωσης προς εμε την ερμηνειαν αυτης θελεις ενδυθη πορφυραν και η αλυσος η χρυση θελει τεθη περι τον τραχηλον σου και θελεις εισθαι ο τριτος αρχων του βασιλειου.
<scripture passage="Dan 5:17" parsed="|Dan|5|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ο Δανιηλ απεκριθη και ειπεν εμπροσθεν του βασιλεως, Τα δωρα σου ας ηναι εν σοι και δος εις αλλον τας αμοιβας σου· εγω δε θελω αναγνωσει την γραφην εις τον βασιλεα και θελω φανερωσει την ερμηνειαν προς αυτον.
<scripture passage="Dan 5:18" parsed="|Dan|5|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.18" />
<sup>18</sup>Βασιλευ, ο Θεος ο υψιστος εδωκεν εις τον Ναβουχοδονοσορ τον πατερα σου βασιλειαν και μεγαλειοτητα και δοξαν και τιμην.
<scripture passage="Dan 5:19" parsed="|Dan|5|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.19" />
<sup>19</sup>Και δια την μεγαλειοτητα, την οποιαν εδωκεν εις αυτον, παντες οι λαοι, εθνη και γλωσσαι ετρεμον και εφοβουντο εμπροσθεν αυτου· οντινα ηθελεν εφονευε και οντινα ηθελεν εφυλαττε ζωντα και οντινα ηθελεν υψωνε και οντινα ηθελεν εταπεινονεν·
<scripture passage="Dan 5:20" parsed="|Dan|5|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.20" />
<sup>20</sup>αλλ' οτε η καρδια αυτου επηρθη και ο νους αυτου εσκληρυνθη εν τη υπερηφανια, κατεβιβασθη απο του βασιλικου θρονου αυτου και αφηρεθη η δοξα αυτου απ' αυτου·
<scripture passage="Dan 5:21" parsed="|Dan|5|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.21" />
<sup>21</sup>και εξεδιωχθη εκ των υιων των ανθρωπων, και η καρδια αυτου εγεινεν ως των θηριων και η κατοικια αυτου ητο μετα των αγριων ονων· με χορτον ως οι βοες ετρεφετο και το σωμα αυτου εβρεχετο υπο της δροσου του ουρανου· εωσου εγνωρισεν οτι ο Θεος ο υψιστος ειναι Κυριος της βασιλειας των ανθρωπων και οντινα θελει, στηνει επ' αυτην.
<scripture passage="Dan 5:22" parsed="|Dan|5|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.22" />
<sup>22</sup>Και συ ο υιος αυτου, ο Βαλτασαρ, δεν εταπεινωσας την καρδιαν σου, ενω εγνωριζες παντα ταυτα·
<scripture passage="Dan 5:23" parsed="|Dan|5|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.23" />
<sup>23</sup>αλλ' υψωθης εναντιον του Κυριου του ουρανου· και τα σκευη του οικου αυτου εφεραν εμπροσθεν σου, και επινετε οινον εξ αυτων και συ και οι μεγιστανες σου, αι γυναικες σου και αι παλλακαι σου· και εδοξολογησας τους θεους τους αργυρους και τους χρυσους, τους χαλκους, τους σιδηρους, τους ξυλινους και τους λιθινους, οιτινες δεν βλεπουσιν ουδε ακουουσιν ουδε νοουσι· τον δε Θεον, εις του οποιου την χειρα ειναι η πνοη σου και εις την εξουσιαν αυτου πασαι αι οδοι σου, δεν εδοξασας.
<scripture passage="Dan 5:24" parsed="|Dan|5|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο εσταλη απ' εμπροσθεν αυτου η παλαμη της χειρος και ενεχαραχθη η γραφη αυτη.
<scripture passage="Dan 5:25" parsed="|Dan|5|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.25" />
<sup>25</sup>Και αυτη ειναι η γραφη ητις ενεχαραχθη· Μενε, Μενε, Θεκελ, Ο υ φ α ρ σ ι ν.
<scripture passage="Dan 5:26" parsed="|Dan|5|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.26" />
<sup>26</sup>Αυτη ειναι η ερμηνεια του πραγματος· Μενε, εμετρησεν ο Θεος την βασιλειαν σου και ετελειωσεν αυτην·
<scripture passage="Dan 5:27" parsed="|Dan|5|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.27" />
<sup>27</sup>Θεκελ, εζυγισθης εν τη πλαστιγγι και ευρεθης ελλιπης·
<scripture passage="Dan 5:28" parsed="|Dan|5|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.28" />
<sup>28</sup>Φερες, διηρεθη η βασιλεια σου και εδοθη εις τους Μηδους και Περσας.
<scripture passage="Dan 5:29" parsed="|Dan|5|29|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.29" />
<sup>29</sup>Τοτε προσεταξεν ο Βαλτασαρ και ενεδυσαν τον Δανιηλ την πορφυραν, και περιεθηκαν την αλυσον την χρυσην περι τον τραχηλον αυτου, και διεκηρυξαν περι αυτου, να ηναι ο τριτος αρχων του βασιλειου.
<scripture passage="Dan 5:30" parsed="|Dan|5|30|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.30" />
<sup>30</sup>Την αυτην νυκτα εφονευθη ο Βαλτασαρ ο βασιλευς των Χαλδαιων.
<scripture passage="Dan 5:31" parsed="|Dan|5|31|0|0" osisRef="Bible:Dan.5.31" />
<sup>31</sup>Και Δαρειος ο Μηδος ελαβε την βασιλειαν, ων περιπου ετων εξηκοντα δυο.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 6" progress="72.93%" prev="Dan.5" next="Dan.7" id="Dan.6">
<h3 id="Dan.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Dan.6-p1">
<scripture passage="Dan 6:1" parsed="|Dan|6|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.1" />
<sup>1</sup>Αρεστον εφανη εις τον Δαρειον να καταστηση επι του βασιλειου εκατον εικοσι σατραπας, δια να ηναι εφ' ολου του βασιλειου·
<scripture passage="Dan 6:2" parsed="|Dan|6|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.2" />
<sup>2</sup>και επ' αυτους τρεις προεδρους, εις των οποιων ητο ο Δανιηλ, δια ν' αποδιδωσι λογον εις αυτους οι σατραπαι ουτοι, και ο βασιλευς να μη ζημιονηται.
<scripture passage="Dan 6:3" parsed="|Dan|6|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ο Δανιηλ ουτος προετιμηθη υπερ τους προεδρους και σατραπας, διοτι πνευμα εξοχον ητο εν αυτω· και ο βασιλευς εστοχασθη να καταστηση αυτον εφ' ολου του βασιλειου.
<scripture passage="Dan 6:4" parsed="|Dan|6|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.4" />
<sup>4</sup>Οι δε προεδροι και οι σατραπαι εζητουν να ευρωσι προφασιν κατα του Δανιηλ εκ των υποθεσεων της βασιλειας· πλην δεν ηδυναντο να ευρωσιν ουδεμιαν προφασιν ουδε αμαρτημα· διοτι ητο πιστος, και δεν ευρεθη εν αυτω ουδεν σφαλμα ουδε αμαρτημα.
<scripture passage="Dan 6:5" parsed="|Dan|6|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.5" />
<sup>5</sup>Και ειπον οι ανθρωποι ουτοι, δεν θελομεν ευρει προφασιν κατα του Δανιηλ τουτου, εκτος εαν ευρωμεν τι εναντιον αυτου εκ του νομου του Θεου αυτου.
<scripture passage="Dan 6:6" parsed="|Dan|6|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.6" />
<sup>6</sup>Τοτε οι προεδροι και οι σατραπαι ουτοι συνηχθησαν εις τον βασιλεα και ειπον ουτω προς αυτον· Βασιλευ Δαρειε, ζηθι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Dan 6:7" parsed="|Dan|6|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.7" />
<sup>7</sup>Παντες οι προεδροι του βασιλειου, οι διοικηται και οι σατραπαι, οι αυλικοι και οι τοπαρχαι, συνεβουλευθησαν να εκδοθη βασιλικον ψηφισμα και να στηριχθη απαγορευσις, οτι οστις καμη αιτησιν τινα παρ' οποιουδηποτε θεου η ανθρωπου, εως τριακοντα ημερων, εκτος παρα σου, βασιλευ, ουτος να ριφθη εις τον λακκον των λεοντων·
<scripture passage="Dan 6:8" parsed="|Dan|6|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.8" />
<sup>8</sup>τωρα λοιπον, βασιλευ, καμε την απαγορευσιν και υπογραψον το ψηφισμα, δια να μη αλλαχθη, κατα τον νομον των Μηδων και Περσων, οστις δεν ακυρουται.
<scripture passage="Dan 6:9" parsed="|Dan|6|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.9" />
<sup>9</sup>Οθεν ο βασιλευς Δαρειος υπεγραψε την γραφην και την απαγορευσιν.
<scripture passage="Dan 6:10" parsed="|Dan|6|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.10" />
<sup>10</sup>Και ο Δανιηλ, καθως εμαθεν οτι υπεγραφη η γραφη, εισηλθεν εις τον οικον αυτου· και εχων τας θυριδας του κοιτωνος αυτου ανεωγμενας προς την Ιερουσαλημ, επιπτεν επι τα γονατα αυτου τρις της ημερας, προσευχομενος και δοξολογων ενωπιον του Θεου αυτου, καθως εκαμνε προτερον.
<scripture passage="Dan 6:11" parsed="|Dan|6|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.11" />
<sup>11</sup>Τοτε οι ανθρωποι εκεινοι συνηχθησαν και ευρηκαν τον Δανιηλ καμνοντα αιτησιν και ικετευοντα ενωπιον του Θεου αυτου.
<scripture passage="Dan 6:12" parsed="|Dan|6|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.12" />
<sup>12</sup>Οθεν προσελθοντες ελαλησαν εμπροσθεν του βασιλεως περι της βασιλικης απαγορευσεως λεγοντες, Δεν υπεγραψας αποφασιν, οτι πας ανθρωπος, οστις καμη αιτησιν παρ' οποιουδηποτε θεου η ανθρωπου, εως τριακοντα ημερων, εκτος παρα σου, βασιλευ, θελει ριφθη εις τον λακκον των λεοντων; Ο βασιλευς απεκριθη και ειπεν, Αληθινος ειναι ο λογος, κατα τον νομον των Μηδων και Περσων, οστις δεν ακυρουται.
<scripture passage="Dan 6:13" parsed="|Dan|6|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.13" />
<sup>13</sup>Τοτε απεκριθησαν και ειπον εμπροσθεν του βασιλεως, Ο Δανιηλ εκεινος, ο εκ των υιων της αιχμαλωσιας του Ιουδα, δεν σε σεβεται, βασιλευ, ουδε την αποφασιν την οποιαν υπεγραψας, αλλα καμνει την δεησιν αυτου τρις της ημερας.
<scripture passage="Dan 6:14" parsed="|Dan|6|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ο βασιλευς, ως ηκουσε τους λογους, ελυπηθη πολυ επ' αυτω και εφροντιζεν εγκαρδιως περι του Δανιηλ να ελευθερωση αυτον, και ηγωνιζετο μεχρι της δυσεως του ηλιου δια να λυτρωση αυτον.
<scripture passage="Dan 6:15" parsed="|Dan|6|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.15" />
<sup>15</sup>Τοτε οι ανθρωποι εκεινοι συνηχθησαν εις τον βασιλεα και ειπον προς αυτον, Εξευρε, βασιλευ, οτι ο νομος των Μηδων και Περσων ειναι, ουδεμια απαγορευσις ουτε διαταγη, την οποιαν ο βασιλευς καμη, να ακυρουται.
<scripture passage="Dan 6:16" parsed="|Dan|6|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ο βασιλευς προσεταξε και εφεραν τον Δανιηλ και ερριψαν αυτον εις τον λακκον των λεοντων. Ελαλησε δε ο βασιλευς και ειπε προς τον Δανιηλ, Ο Θεος σου, τον οποιον συ λατρευεις ακαταπαυστως, αυτος θελει σε ελευθερωσει.
<scripture passage="Dan 6:17" parsed="|Dan|6|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.17" />
<sup>17</sup>Και εφερθη εις λιθος και επετεθη επι το στομα του λακκου, και ο βασιλευς εσφραγισεν αυτον δια της ιδιας αυτου σφραγιδος και δια της σφραγιδος των μεγιστανων αυτου, δια να μη αλλοιωθη μηδεν περι του Δανιηλ.
<scripture passage="Dan 6:18" parsed="|Dan|6|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.18" />
<sup>18</sup>Τοτε ο βασιλευς υπηγεν εις το παλατιον αυτου και διενυκτερευσε νηστικος και δεν εφερθησαν εμπροσθεν αυτου οργανα μουσικα, και ο υπνος αυτου εφυγεν απ' αυτου.
<scripture passage="Dan 6:19" parsed="|Dan|6|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.19" />
<sup>19</sup>Εξηγερθη δε ο βασιλευς πολλα ενωρις το πρωι και υπηγε μετα σπουδης εις τον λακκον των λεοντων.
<scripture passage="Dan 6:20" parsed="|Dan|6|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.20" />
<sup>20</sup>Και οτε ηλθεν εις τον λακκον, εφωνησε μετα φωνης κλαυθμηρας προς τον Δανιηλ· και ελαλησεν ο βασιλευς και ειπε προς τον Δανιηλ, Δανιηλ, δουλε του Θεου του ζωντος, ο Θεος σου, τον οποιον συ λατρευεις ακαταπαυστως, ηδυνηθη να σε ελευθερωση εκ των λεοντων;
<scripture passage="Dan 6:21" parsed="|Dan|6|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.21" />
<sup>21</sup>Τοτε ελαλησεν ο Δανιηλ προς τον βασιλεα, Βασιλευ, ζηθι εις τον αιωνα.
<scripture passage="Dan 6:22" parsed="|Dan|6|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.22" />
<sup>22</sup>Ο Θεος μου απεστειλε τον αγγελον αυτου και εφραξε τα στοματα των λεοντων και δεν με εβλαψαν, διοτι αθωοτης ευρεθη εν εμοι ενωπιον αυτου, και ετι ενωπιον σου, βασιλευ, πταισμα δεν επραξα.
<scripture passage="Dan 6:23" parsed="|Dan|6|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.23" />
<sup>23</sup>Τοτε ο βασιλευς μεγαλως εχαρη επ' αυτω και προσεταξε να αναβιβασωσι τον Δανιηλ εκ του λακκου. Και ανεβιβασθη ο Δανιηλ εκ του λακκου και ουδεμια βλαβη ηυρεθη εν αυτω, διοτι ειχε πιστιν εις τον Θεον αυτου.
<scripture passage="Dan 6:24" parsed="|Dan|6|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.24" />
<sup>24</sup>Τοτε ο βασιλευς προσεταξε και εφεραν τους ανθρωπους εκεινους, οιτινες διεβαλον τον Δανιηλ, και ερριψαν εις τον λακκον των λεοντων αυτους, τα τεκνα αυτων και τας γυναικας αυτων· και πριν φθασωσιν εις το βαθος του λακκου, οι λεοντες συνηρπασαν αυτους και κατεσυντριψαν παντα τα οστα αυτων.
<scripture passage="Dan 6:25" parsed="|Dan|6|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.25" />
<sup>25</sup>Τοτε εγραψε Δαρειος ο βασιλευς προς παντας τους λαους, εθνη και γλωσσας, τους κατοικουντας επι πασης της γης, Ειρηνη ας πληθυνθη εις εσας.
<scripture passage="Dan 6:26" parsed="|Dan|6|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.26" />
<sup>26</sup>Διαταγη εξεδοθη παρ' εμου, εν ολω τω κρατει της βασιλειας μου, να τρεμωσιν οι ανθρωποι και να φοβωνται ενωπιον του Θεου του Δανιηλ· διοτι αυτος ειναι Θεος ζων και διαμενων εις τον αιωνα, και η βασιλεια αυτου δεν θελει φθαρη και η εξουσια αυτου θελει εισθαι μεχρι τελους·
<scripture passage="Dan 6:27" parsed="|Dan|6|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.27" />
<sup>27</sup>αυτος ο ελευθερωτης και σωτηρ και ποιων σημεια και τεραστια εν τω ουρανω και επι της γης, οστις ηλευθερωσε τον Δανιηλ εκ της δυναμεως των λεοντων.
<scripture passage="Dan 6:28" parsed="|Dan|6|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.6.28" />
<sup>28</sup>Και ευημερησεν αυτος ο Δανιηλ εν τη βασιλεια του Δαρειου και εν τη βασιλεια Κυρου του Περσου.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 7" progress="73.05%" prev="Dan.6" next="Dan.8" id="Dan.7">
<h3 id="Dan.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Dan.7-p1">
<scripture passage="Dan 7:1" parsed="|Dan|7|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.1" />
<sup>1</sup>Εν τω πρωτω ετει του Βαλτασαρ βασιλεως της Βαβυλωνος ο Δανιηλ ειδεν ενυπνιον και ορασεις της κεφαλης αυτου επι της κλινης αυτου· τοτε εγραψε το ενυπνιον και διηγηθη το κεφαλαιον των λογων.
<scripture passage="Dan 7:2" parsed="|Dan|7|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.2" />
<sup>2</sup>Ο Δανιηλ ελαλησε και ειπεν, Εγω εθεωρουν εν τω οραματι μου την νυκτα και ιδου οι τεσσαρες ανεμοι του ουρανου συνεφωρμησαν επι την θαλασσαν την μεγαλην.
<scripture passage="Dan 7:3" parsed="|Dan|7|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.3" />
<sup>3</sup>Και τεσσαρα θηρια μεγαλα ανεβησαν εκ της θαλασσης, διαφεροντα απ' αλληλων.
<scripture passage="Dan 7:4" parsed="|Dan|7|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.4" />
<sup>4</sup>Το πρωτον ητο ως λεων και ειχε πτερυγας αετου· εθεωρουν εωσου απεσπασθησαν αι πτερυγες αυτου, και εσηκωθη απο της γης και εσταθη επι τους ποδας ως ανθρωπος, και καρδια ανθρωπου εδοθη εις αυτο.
<scripture passage="Dan 7:5" parsed="|Dan|7|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.5" />
<sup>5</sup>Και ιδου, επειτα θηριον δευτερον ομοιον με αρκτον, και εσηκωθη κατα το εν πλαγιον, και ειχε τρεις πλευρας εν τω στοματι αυτου μεταξυ των οδοντων αυτου· και ελεγον ουτω προς αυτο· Σηκωθητι, καταφαγε σαρκας πολλας.
<scripture passage="Dan 7:6" parsed="|Dan|7|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.6" />
<sup>6</sup>Μετα τουτο εθεωρουν και ιδου, ετερον ως λεοπαρδαλις, εχον επι τα νωτα αυτου τεσσαρας πτερυγας πτηνου· το θηριον ειχεν ετι τεσσαρας κεφαλας· και εδοθη εξουσια εις αυτο.
<scripture passage="Dan 7:7" parsed="|Dan|7|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.7" />
<sup>7</sup>Μετα τουτο ειδον εν τοις οραμασι της νυκτος και ιδου, θηριον τεταρτον, τρομερον και καταπληκτικον και ισχυρον σφοδρα· και ειχε μεγαλους σιδηρους οδοντας· κατετρωγε και κατεσυντριβε και κατεπατει το υπολοιπον με τους ποδας αυτου· και αυτο ητο διαφορον παντων των θηριων των προ αυτου· και ειχε δεκα κερατα.
<scripture passage="Dan 7:8" parsed="|Dan|7|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.8" />
<sup>8</sup>Παρετηρουν τα κερατα και ιδου, ετερον μικρον κερας ανεβη μεταξυ αυτων, εμπροσθεν του οποιου τρια εκ των πρωτων κερατων εξερριζωθησαν· και ιδου, εν τω κερατι τουτω ησαν οφθαλμοι ως οφθαλμοι ανθρωπου και στομα λαλουν πραγματα μεγαλα.
<scripture passage="Dan 7:9" parsed="|Dan|7|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.9" />
<sup>9</sup>Εθεωρουν εως οτου οι θρονοι ετεθησαν και ο Παλαιος των ημερων εκαθησε, του οποιου το ενδυμα ητο λευκον ως χιων και αι τριχες της κεφαλης αυτου ως μαλλιον καθαρον· ο θρονος αυτου ητο ως φλοξ πυρος, οι τροχοι αυτου ως πυρ καταφλεγον.
<scripture passage="Dan 7:10" parsed="|Dan|7|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.10" />
<sup>10</sup>Ποταμος πυρος εξηρχετο και διεχεετο απ' εμπροσθεν αυτου· χιλιαι χιλιαδες υπηρετουν εις αυτον και μυριαι μυριαδες παρισταντο ενωπιον αυτου· το κριτηριον εκαθησε και τα βιβλια ανεωχθησαν.
<scripture passage="Dan 7:11" parsed="|Dan|7|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.11" />
<sup>11</sup>Εθεωρουν τοτε εξ αιτιας της φωνης των μεγαλων λογων, τους οποιους το κερας ελαλει, εθεωρουν εωσου εθανατωθη το θηριον και το σωμα αυτου απωλεσθη και εδοθη εις καυσιν πυρος.
<scripture passage="Dan 7:12" parsed="|Dan|7|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.12" />
<sup>12</sup>Περι δε των λοιπων θηριων, η εξουσια αυτων αφηρεθη· πλην παρατασις ζωης εδοθη εις αυτα εως καιρου και χρονου.
<scripture passage="Dan 7:13" parsed="|Dan|7|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.13" />
<sup>13</sup>Ειδον εν οραμασι νυκτος και ιδου, ως Υιος ανθρωπου ηρχετο μετα των νεφελων του ουρανου και εφθασεν εως του Παλαιου των ημερων και εισηγαγον αυτον ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Dan 7:14" parsed="|Dan|7|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.14" />
<sup>14</sup>Και εις αυτον εδοθη η εξουσια και η δοξα και η βασιλεια, δια να λατρευωσιν αυτον παντες οι λαοι, τα εθνη και αι γλωσσαι· η εξουσια αυτου ειναι εξουσια αιωνιος, ητις δεν θελει παρελθει, και η βασιλεια αυτου, ητις δεν θελει φθαρη.
<scripture passage="Dan 7:15" parsed="|Dan|7|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.15" />
<sup>15</sup>Εφριξε το πνευμα εμου του Δανιηλ εντος του σωματος μου και αι ορασεις της κεφαλης μου με εταραττον.
<scripture passage="Dan 7:16" parsed="|Dan|7|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.16" />
<sup>16</sup>Επλησιασα εις ενα των παρισταμενων και εζητουν να μαθω παρ' αυτου την αληθειαν παντων τουτων. Και ελαλησε προς εμε και μοι εφανερωσε την ερμηνειαν των πραγματων.
<scripture passage="Dan 7:17" parsed="|Dan|7|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.17" />
<sup>17</sup>Ταυτα τα μεγαλα θηρια, τα οποια ειναι τεσσαρα, ειναι τεσσαρες βασιλεις, οιτινες θελουσιν εγερθη εκ της γης.
<scripture passage="Dan 7:18" parsed="|Dan|7|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' οι αγιοι του Υψιστου θελουσι παραλαβει την βασιλειαν και θελουσιν εχει το βασιλειον εις τον αιωνα και εις τον αιωνα του αιωνος.
<scripture passage="Dan 7:19" parsed="|Dan|7|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.19" />
<sup>19</sup>Τοτε ηθελον να μαθω την αληθειαν περι του τεταρτου θηριου, το οποιον ητο διαφορον απο παντων των αλλων, καθ' υπερβολην τρομερον, του οποιου οι οδοντες ησαν σιδηροι και οι ονυχες αυτου χαλκινοι· κατετρωγε, κατεσυντριβε και κατεπατει το υπολοιπον με τους ποδας αυτου·
<scripture passage="Dan 7:20" parsed="|Dan|7|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.20" />
<sup>20</sup>και περι των δεκα κερατων, τα οποια ησαν εν τη κεφαλη αυτου και περι του αλλου, το οποιον ανεβη και εμπροσθεν του οποιου επεσον τρια· περι του κερατος λεγω εκεινου, το οποιον ειχεν οφθαλμους και στομα λαλουν μεγαλα πραγματα, του οποιου η οψις ητο ρωμαλεωτερα παρα των συντροφων αυτου.
<scripture passage="Dan 7:21" parsed="|Dan|7|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.21" />
<sup>21</sup>Εθεωρουν, και το κερας εκεινο εκαμνε πολεμον μετα των αγιων και υπερισχυε κατ' αυτων·
<scripture passage="Dan 7:22" parsed="|Dan|7|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.22" />
<sup>22</sup>εωσου ηλθεν ο Παλαιος των ημερων και εδοθη η κρισις εις τους αγιους του Υψιστου· και ο καιρος εφθασε και οι αγιοι ελαβον την βασιλειαν.
<scripture passage="Dan 7:23" parsed="|Dan|7|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.23" />
<sup>23</sup>Και εκεινος ειπε, το θηριον το τεταρτον θελει εισθαι η τεταρτη βασιλεια επι της γης, ητις θελει διαφερει απο πασων των βασιλειων, και θελει καταφαγει πασαν την γην και θελει καταπατησει αυτην και κατασυντριψει αυτην.
<scripture passage="Dan 7:24" parsed="|Dan|7|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.24" />
<sup>24</sup>Και τα δεκα κερατα ειναι δεκα βασιλεις, οιτινες θελουσιν εγερθη εκ της βασιλειας ταυτης· και κατοπιν αυτων αλλος θελει εγερθη· και αυτος θελει διαφερει των πρωτων και θελει υποταξει τρεις βασιλεις.
<scripture passage="Dan 7:25" parsed="|Dan|7|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.25" />
<sup>25</sup>Και θελει λαλησει λογους εναντιον του Υψιστου, και θελει κατατρεχει τους αγιους του Υψιστου, και θελει διανοηθη να μεταβαλλη καιρους και νομους· και θελουσι δοθη εις την χειρα αυτου μεχρι καιρου και καιρων και ημισεος καιρου.
<scripture passage="Dan 7:26" parsed="|Dan|7|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.26" />
<sup>26</sup>Κριτηριον ομως θελει καθησει, και θελει αφαιρεθη η εξουσια αυτου, δια να φθαρη και να αφανισθη εως τελους.
<scripture passage="Dan 7:27" parsed="|Dan|7|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.27" />
<sup>27</sup>Και η βασιλεια και η εξουσια και η μεγαλωσυνη των βασιλειων των υποκατω παντος του ουρανου θελει δοθη εις τον λαον των αγιων του Υψιστου, του οποιου η βασιλεια ειναι βασιλεια αιωνιος, και πασαι αι εξουσιαι θελουσι λατρευσει και υπακουσει εις αυτον.
<scripture passage="Dan 7:28" parsed="|Dan|7|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.7.28" />
<sup>28</sup>Εως ενταυθα ειναι το τελος του πραγματος. Οσον δι' εμε τον Δανιηλ, οι διαλογισμοι μου πολυ με εταραττον και η οψις μου ηλλοιωθη εν εμοι· πλην συνετηρησα το πραγμα εν τη καρδια μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 8" progress="73.18%" prev="Dan.7" next="Dan.9" id="Dan.8">
<h3 id="Dan.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Dan.8-p1">
<scripture passage="Dan 8:1" parsed="|Dan|8|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τριτω ετει της βασιλειας του βασιλεως Βαλτασαρ ορασις εφανη εις εμε, εις εμε τον Δανιηλ, μετα την εις εμε φανεισαν προτερον.
<scripture passage="Dan 8:2" parsed="|Dan|8|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον εν τη ορασει· και οτε ειδον, ημην εν Σουσοις τη βασιλευουση τη εν τη επαρχια Ελαμ· και ειδον εν τη ορασει και εγω ημην πλησιον του ποταμου Ουλαι.
<scripture passage="Dan 8:3" parsed="|Dan|8|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, ιστατο εμπροσθεν του ποταμου κριος εις εχων κερατα· και τα κερατα ησαν υψηλα, το εν ομως υψηλοτερον του αλλου· και το υψηλοτερον εξεφυτρωσεν υστερον.
<scripture passage="Dan 8:4" parsed="|Dan|8|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.4" />
<sup>4</sup>Ειδον τον κριον κερατιζοντα προς δυσιν και προς βορραν και προς νοτον· και ουδεν θηριον ηδυνατο να σταθη εμπροσθεν αυτου και δεν υπηρχεν ο ελευθερων εκ της χειρος αυτου· αλλ' εκαμνε κατα την θελησιν αυτου και εμεγαλυνθη.
<scripture passage="Dan 8:5" parsed="|Dan|8|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.5" />
<sup>5</sup>Ενω δε εγω εσκεπτομην, ιδου, τραγος ηρχετο απο της δυσεως επι προσωπον πασης της γης και δεν ηγγιζε το εδαφος· και ο τραγος ειχε κερας περιβλεπτον μεταξυ των οφθαλμων αυτου.
<scripture passage="Dan 8:6" parsed="|Dan|8|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.6" />
<sup>6</sup>Και ηλθεν εως του κριου του εχοντος τα δυο κερατα, τον οποιον ειδον ισταμενον εμπροσθεν του ποταμου, και εδραμε προς αυτον εν τη ορμη της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="Dan 8:7" parsed="|Dan|8|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.7" />
<sup>7</sup>Και ειδον αυτον οτι επλησιασεν εις τον κριον και εξηγριωθη κατ' αυτου και εκτυπησε τον κριον και συνετριψε τα δυο κερατα αυτου· και δεν ητο δυναμις εν τω κριω να σταθη εμπροσθεν αυτου, αλλ' ερριψεν αυτον κατα γης και κατεπατησεν αυτον· και δεν υπηρχεν ο ελευθερων τον κριον εκ της χειρος αυτου.
<scripture passage="Dan 8:8" parsed="|Dan|8|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ο τραγος εμεγαλυνθη σφοδρα· και οτε ενεδυναμωθη, συνετριβη το κερας το μεγα· και αντ' αυτου ανεβησαν τεσσαρα αλλα περιβλεπτα προς τους τεσσαρας ανεμους του ουρανου.
<scripture passage="Dan 8:9" parsed="|Dan|8|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.9" />
<sup>9</sup>Και εκ του ενος εξ αυτων εξηλθεν εν κερας μικρον, το οποιον εμεγαλυνθη καθ' υπερβολην προς τον νοτον και προς την ανατολην και προς την γην της δοξης·
<scripture passage="Dan 8:10" parsed="|Dan|8|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.10" />
<sup>10</sup>και εμεγαλυνθη εως του στρατευματος του ουρανου· και ερριψεν εις την γην μερος εκ της στρατιας και εκ των αστερων και κατεπατησεν αυτα·
<scripture passage="Dan 8:11" parsed="|Dan|8|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.11" />
<sup>11</sup>μαλιστα εμεγαλυνθη εως κατα του αρχοντος του στρατευματος· και αφηρεσεν απ' αυτου την παντοτεινην θυσιαν, και το αγιον κατοικητηριον αυτου κατεβληθη·
<scripture passage="Dan 8:12" parsed="|Dan|8|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.12" />
<sup>12</sup>και το στρατευμα παρεδοθη εις αυτον μετα της παντοτεινης θυσιας εξ αιτιας της παραβασεως, και ερριψε κατα γης την αληθειαν· και επραξε και ευωδωθη.
<scripture passage="Dan 8:13" parsed="|Dan|8|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ηκουσα αγιου τινος λαλουντος· και αλλος αγιος ελεγε προς τον δεινα λαλουντα, Εως ποτε θελει διαρκει ορασις η περι της παντοτεινης θυσιας και της παραβασεως, ητις φερει την ερημωσιν, και το αγιαστηριον και το στρατευμα παραδιδονται εις καταπατησιν;
<scripture passage="Dan 8:14" parsed="|Dan|8|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς εμε, Εως δυο χιλιαδων και τριακοσιων ημερονυκτιων· τοτε το αγιαστηριον θελει καθαρισθη.
<scripture passage="Dan 8:15" parsed="|Dan|8|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.15" />
<sup>15</sup>Και οτε εγω ο Δανιηλ ειδον την ορασιν και εζητουν την εννοιαν, τοτε ιδου, εσταθη εμπροσθεν μου ως θεα ανθρωπου·
<scripture passage="Dan 8:16" parsed="|Dan|8|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.16" />
<sup>16</sup>και ηκουσα φωνην ανθρωπου εν μεσω του Ουλαι, ητις εκραξε και ειπε, Γαβριηλ, καμε τον ανθρωπον τουτον να εννοηση την ορασιν.
<scripture passage="Dan 8:17" parsed="|Dan|8|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.17" />
<sup>17</sup>Και ηλθε πλησιον οπου ισταμην· και οτε ηλθεν, ετρομαξα και επεσον επι προσωπον μου· ο δε ειπε προς εμε, Εννοησον, υιε ανθρωπου· διοτι η ορασις ειναι δια τους εσχατους καιρους.
<scripture passage="Dan 8:18" parsed="|Dan|8|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.18" />
<sup>18</sup>Και ενω ελαλει προς εμε, εγω ημην βεβυθισμενος εις βαθυν υπνον με το προσωπον μου επι την γην· πλην με ηγγισε και με εκαμε να σταθω ορθιος.
<scripture passage="Dan 8:19" parsed="|Dan|8|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.19" />
<sup>19</sup>Και ειπεν, Ιδου, εγω θελω σε καμει να γνωρισης τι θελει συμβη εν τοις εσχατοις της οργης· διοτι εν τω ωρισμενω καιρω θελει εισθαι το τελος.
<scripture passage="Dan 8:20" parsed="|Dan|8|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.20" />
<sup>20</sup>Ο κριος, τον οποιον ειδες, ο εχων τα δυο κερατα, ειναι οι βασιλεις της Μηδιας και της Περσιας.
<scripture passage="Dan 8:21" parsed="|Dan|8|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.21" />
<sup>21</sup>Και ο τριχωτος τραγος ειναι ο βασιλευς της Ελλαδος· και το κερας το μεγα, το μεταξυ των οφθαλμων αυτου, αυτος ειναι ο πρωτος βασιλευς.
<scripture passage="Dan 8:22" parsed="|Dan|8|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.22" />
<sup>22</sup>Το δε οτι συνετριβη και ανεβησαν τεσσαρα αντ' αυτου, δηλοι οτι τεσσαρα βασιλεια θελουσιν εγερθη εκ του εθνους τουτου· πλην ουχι κατα την δυναμιν αυτου.
<scripture passage="Dan 8:23" parsed="|Dan|8|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.23" />
<sup>23</sup>Και εν τοις εσχατοις καιροις της βασιλειας αυτων, οταν αι ανομιαι φθασωσιν εις το πληρες, θελει εγερθη βασιλευς σκληροπροσωπος και συνετος εις πανουργιας.
<scripture passage="Dan 8:24" parsed="|Dan|8|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.24" />
<sup>24</sup>Και η δυναμις αυτου θελει εισθαι ισχυρα, ουχι ομως εξ ιδιας αυτου δυναμεως· και θελει αφανιζει εξαισιως και θελει ευοδουσθαι και κατορθονει και θελει αφανιζει τους ισχυρους και τον λαον τον αγιον.
<scripture passage="Dan 8:25" parsed="|Dan|8|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.25" />
<sup>25</sup>Και δια της πανουργιας αυτου θελει καμει να ευοδουται η απατη εν τη χειρι αυτου· και θελει μεγαλυνθη εν τη καρδια αυτου και εν ειρηνη θελει αφανισει πολλους· και θελει σηκωθη κατα του Αρχοντος των αρχοντων· πλην θελει συντριφθη ανευ χειρος.
<scripture passage="Dan 8:26" parsed="|Dan|8|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.26" />
<sup>26</sup>Και η ρηθεισα ορασις περι των ημερονυκτιων ειναι αληθης· συ λοιπον σφραγισον την ορασιν, διοτι ειναι δια ημερας πολλας.
<scripture passage="Dan 8:27" parsed="|Dan|8|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.8.27" />
<sup>27</sup>Και εγω ο Δανιηλ ελιποθυμησα και ημην ασθενης ημερας τινας· μετα ταυτα εσηκωθην και εκαμνον τα εργα του βασιλεως· εθαυμαζον δε δια την ορασιν και δεν υπηρχεν ο εννοων.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 9" progress="73.28%" prev="Dan.8" next="Dan.10" id="Dan.9">
<h3 id="Dan.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Dan.9-p1">
<scripture passage="Dan 9:1" parsed="|Dan|9|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.1" />
<sup>1</sup>Εν τω πρωτω ετει του Δαρειου, του υιου του Ασσουηρου, εκ του σπερματος των Μηδων, οστις εβασιλευσεν επι το βασιλειον των Χαλδαιων,
<scripture passage="Dan 9:2" parsed="|Dan|9|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.2" />
<sup>2</sup>εν τω πρωτω ετει της βασιλειας αυτου, εγω ο Δανιηλ ενοησα εν τοις βιβλιοις τον αριθμον των ετων, περι των οποιων ο λογος του Κυριου εγεινε προς Ιερεμιαν τον προφητην, οτι ηθελον συμπληρωθη εβδομηκοντα ετη εις τας ερημωσεις της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Dan 9:3" parsed="|Dan|9|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.3" />
<sup>3</sup>Και εστρεψα το προσωπον μου προς Κυριον τον Θεον, δια να καμω προσευχην και δεησεις εν νηστεια και σακκω και σποδω·
<scripture passage="Dan 9:4" parsed="|Dan|9|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.4" />
<sup>4</sup>και εδεηθην προς Κυριον τον Θεον μου και εξωμολογηθην και ειπον, Ω Κυριε, ο μεγας και φοβερος Θεος, ο φυλαττων την διαθηκην και το ελεος προς τους αγαπωντας αυτον και τηρουντας τας εντολας αυτου·
<scripture passage="Dan 9:5" parsed="|Dan|9|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.5" />
<sup>5</sup>ημαρτησαμεν και ηνομησαμεν και ησεβησαμεν και απεστατησαμεν και εξεκλιναμεν απο των εντολων σου και απο των κρισεων σου.
<scripture passage="Dan 9:6" parsed="|Dan|9|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.6" />
<sup>6</sup>Και δεν υπηκουσαμεν εις τους δουλους σου τους προφητας, οιτινες ελαλουν εν τω ονοματι σου προς τους βασιλεις ημων, τους αρχοντας ημων και τους πατερας ημων, και προς παντα τον λαον της γης.
<scripture passage="Dan 9:7" parsed="|Dan|9|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.7" />
<sup>7</sup>Εις σε, Κυριε, ειναι η δικαιοσυνη, εις ημας δε η αισχυνη του προσωπου, ως εν τη ημερα ταυτη, εις τους ανδρας του Ιουδα και εις τους κατοικους της Ιερουσαλημ και εις παντα τον Ισραηλ, τους εγγυς και τους μακραν, κατα παντας τους τοπους οπου εδιωξας αυτους, δια την παραβασιν αυτων, την οποιαν παρεβησαν εις σε.
<scripture passage="Dan 9:8" parsed="|Dan|9|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.8" />
<sup>8</sup>Κυριε, εις ημας ειναι η αισχυνη του προσωπου, εις τους βασιλεις ημων, τους αρχοντας ημων και εις τους πατερας ημων, οιτινες ημαρτησαμεν εις σε.
<scripture passage="Dan 9:9" parsed="|Dan|9|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.9" />
<sup>9</sup>Εις Κυριον τον Θεον ημων ειναι οι οικτιρμοι και αι αφεσεις· διοτι απεστατησαμεν απ' αυτου,
<scripture passage="Dan 9:10" parsed="|Dan|9|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.10" />
<sup>10</sup>και δεν υπηκουσαμεν εις την φωνην Κυριου του Θεου ημων, να περιπατωμεν εν τοις νομοις αυτου, τους οποιους εθεσεν ενωπιον ημων δια των δουλων αυτου των προφητων.
<scripture passage="Dan 9:11" parsed="|Dan|9|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.11" />
<sup>11</sup>Και πας ο Ισραηλ παρεβη τον νομον σου και εξεκλινε δια να μη υπακουη εις την φωνην σου· δια τουτο εξεχυθη εφ' ημας η καταρα και ο ορκος ο γεγραμμενος εν τω νομω του Μωυσεως, δουλου του Θεου· διοτι ημαρτησαμεν εις αυτον.
<scripture passage="Dan 9:12" parsed="|Dan|9|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.12" />
<sup>12</sup>Και εβεβαιωσε τους λογους αυτου, τους οποιους ελαλησεν εναντιον ημων και εναντιον των κριτων ημων, οιτινες μας εκρινον, φερων εφ' ημας κακον μεγα· διοτι δεν εγεινεν υποκατω παντος του ουρανου, ως εγεινεν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Dan 9:13" parsed="|Dan|9|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.13" />
<sup>13</sup>Ως ειναι γεγραμμενον εν τω νομω Μωυσεως, απαν το κακον τουτο ηλθεν εφ' ημας· πλην δεν εδεηθημεν ενωπιον Κυριου του Θεου ημων, δια να επιστρεψωμεν απο των ανομιων ημων και να προσεξωμεν εις την αληθειαν σου·
<scripture passage="Dan 9:14" parsed="|Dan|9|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.14" />
<sup>14</sup>δια τουτο ο Κυριος εγρηγορησεν επι το κακον και εφερεν αυτο εφ' ημας· διοτι δικαιος ειναι Κυριος ο Θεος ημων εν πασι τοις εργοις αυτου, οσα πραττει· επειδη ημεις δεν υπηκουσαμεν εις την φωνην αυτου.
<scripture passage="Dan 9:15" parsed="|Dan|9|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.15" />
<sup>15</sup>Και τωρα, Κυριε ο Θεος ημων, οστις εξηγαγες τον λαον σου εκ γης Αιγυπτου εν χειρι κραταια και εκαμες εις σεαυτον ονομα, ως εν τη ημερα ταυτη, ημαρτησαμεν, ησεβησαμεν.
<scripture passage="Dan 9:16" parsed="|Dan|9|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.16" />
<sup>16</sup>Κυριε, κατα πασας τας δικαιοσυνας σου ας αποστραφη, δεομαι, ο θυμος σου και η οργη σου απο της πολεως σου Ιερουσαλημ, του ορους του αγιου σου· διοτι δια τας αμαρτιας ημων και δια τας ανομιας των πατερων ημων η Ιερουσαλημ και ο λαος σου κατεσταθημεν ονειδος εις παντας τους περιξ ημων.
<scripture passage="Dan 9:17" parsed="|Dan|9|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.17" />
<sup>17</sup>Τωρα λοιπον εισακουσον, Θεε ημων, την προσευχην του δουλου σου και τας δεησεις αυτου, και επιλαμψον το προσωπον σου, ενεκεν του Κυριου, επι το ηρημωμενον αγιαστηριον σου.
<scripture passage="Dan 9:18" parsed="|Dan|9|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.18" />
<sup>18</sup>Κλινον, Θεε μου, το ωτιον σου και ακουσον· ανοιξον τους οφθαλμους σου και ιδε τας ερημωσεις ημων και την πολιν, επι την οποιαν εκληθη το ονομα σου· διοτι ημεις δεν προσφερομεν τας ικεσιας ημων ενωπιον σου δια τας δικαιοσυνας ημων, αλλα δια τους πολλους οικτιρμους σου.
<scripture passage="Dan 9:19" parsed="|Dan|9|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.19" />
<sup>19</sup>Κυριε, εισακουσον· Κυριε, συγχωρησον· Κυριε, ακροασθητι και καμε· μη χρονισης, ενεκεν σου, Θεε μου· διοτι το ονομα σου εκληθη επι την πολιν σου και επι τον λαον σου.
<scripture passage="Dan 9:20" parsed="|Dan|9|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.20" />
<sup>20</sup>Και ενω εγω ελαλουν ετι και προσηυχομην και εξωμολογουμην την αμαρτιαν μου και την αμαρτιαν του λαου μου Ισραηλ, και προσεφερον την ικεσιαν μου ενωπιον Κυριου του Θεου μου περι του ορους του αγιου του Θεου μου,
<scripture passage="Dan 9:21" parsed="|Dan|9|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.21" />
<sup>21</sup>και ενω εγω ελαλουν ετι εν τη προσευχη, ο ανηρ Γαβριηλ, τον οποιον ειδον εν τη ορασει κατ' αρχας, πετων ταχεως με ηγγισε περι την ωραν της εσπερινης θυσιας·
<scripture passage="Dan 9:22" parsed="|Dan|9|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.22" />
<sup>22</sup>και με συνετισε και ελαλησε μετ' εμου και ειπε, Δανιηλ, τωρα εξηλθον δια να σε καμω να λαβης συνεσιν.
<scripture passage="Dan 9:23" parsed="|Dan|9|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.23" />
<sup>23</sup>Εν τη αρχη των ικεσιων σου εξηλθεν η προσταγη και εγω ηλθον να δειξω τουτο εις σε· διοτι εισαι σφοδρα αγαπητος· δια τουτο εννοησον τον λογον και καταλαβε την οπτασιαν.
<scripture passage="Dan 9:24" parsed="|Dan|9|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.24" />
<sup>24</sup>Εβδομηκοντα εβδομαδες διωρισθησαν επι τον λαον σου και επι την πολιν την αγιαν σου, δια να συντελεσθη η παραβασις και να τελειωσωσιν αι αμαρτιαι, και να γεινη εξιλεωσις περι της ανομιας και να εισαχθη δικαιοσυνη αιωνιος και να σφραγισθη ορασις και προφητεια και να χρισθη ο Αγιος των αγιων.
<scripture passage="Dan 9:25" parsed="|Dan|9|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.25" />
<sup>25</sup>Γνωρισον λοιπον και καταλαβε οτι απο της εξελευσεως της προσταγης του να ανοικοδομηθη η Ιερουσαλημ εως του Χριστου του ηγουμενου θελουσιν εισθαι εβδομαδες επτα και εβδομαδες εξηκοντα δυο· θελει οικοδομηθη παλιν η πλατεια και το τειχος, μαλιστα εν καιροις στενοχωριας.
<scripture passage="Dan 9:26" parsed="|Dan|9|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.26" />
<sup>26</sup>Και μετα τας εξηκοντα δυο εβδομαδας θελει εκκοπη ο Χριστος, πλην ουχι δι' εαυτον· και ο λαος του ηγουμενου, οστις θελει ελθει, θελει αφανισει την πολιν και το αγιαστηριον· και το τελος αυτης θελει ελθει μετα κατακλυσμου, και εως του τελους του πολεμου ειναι διωρισμενοι αφανισμοι.
<scripture passage="Dan 9:27" parsed="|Dan|9|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.9.27" />
<sup>27</sup>Και θελει στερεωσει την διαθηκην εις πολλους εν μια εβδομαδι· και εν τω ημισει της εβδομαδος θελει παυσει η θυσια και η προσφορα, και επι το πτερυγιον του Ιερου θελει εισθαι το βδελυγμα της ερημωσεως, και εως της συντελειας του καιρου θελει δοθη διορια επι την ερημωσιν.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 10" progress="73.41%" prev="Dan.9" next="Dan.11" id="Dan.10">
<h3 id="Dan.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Dan.10-p1">
<scripture passage="Dan 10:1" parsed="|Dan|10|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.1" />
<sup>1</sup>Εν τω τριτω ετει του Κυρου, βασιλεως της Περσιας, απεκαλυφθη λογος εις τον Δανιηλ, του οποιου το ονομα εκληθη Βαλτασασαρ· και ο λογος ητο αληθινος και η δυναμις των λεγομενων μεγαλη· και κατελαβε τον λογον και εννοησε την οπτασιαν.
<scripture passage="Dan 10:2" parsed="|Dan|10|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.2" />
<sup>2</sup>Εν ταις ημεραις εκειναις εγω ο Δανιηλ ημην πενθων τρεις ολοκληρους εβδομαδας.
<scripture passage="Dan 10:3" parsed="|Dan|10|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.3" />
<sup>3</sup>Αρτον επιθυμητον δεν εφαγον και κρεας και οινος δεν εισηλθεν εις το στομα μου ουδε ηλειψα εμαυτον παντελως, μεχρι συμπληρωσεως τριων ολοκληρων εβδομαδων.
<scripture passage="Dan 10:4" parsed="|Dan|10|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.4" />
<sup>4</sup>Και την εικοστην τεταρτην ημεραν του πρωτου μηνος, ενω ημην παρα την οχθην του μεγαλου ποταμου, οστις ειναι ο Τιγρις,
<scripture passage="Dan 10:5" parsed="|Dan|10|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.5" />
<sup>5</sup>εσηκωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, εις ανθρωπος ενδεδυμενος λινα και αι οσφυες αυτου ησαν περιεζωσμεναι με χρυσιον καθαρον του Ουφαζ,
<scripture passage="Dan 10:6" parsed="|Dan|10|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.6" />
<sup>6</sup>το δε σωμα αυτου ητο ως βηρυλλιον, και το προσωπον αυτου ως θεα αστραπης, και οι οφθαλμοι αυτου ως λαμπαδες πυρος, και οι βραχιονες αυτου και οι ποδες αυτου ως οψις χαλκου στιλβοντος, και η φωνη των λογων αυτου ως φωνη οχλου.
<scripture passage="Dan 10:7" parsed="|Dan|10|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.7" />
<sup>7</sup>Και μονος εγω ο Δανιηλ ειδον την ορασιν· οι δε ανδρες οι οντες μετ' εμου δεν ειδον την ορασιν· αλλα τρομος μεγας επεπεσεν επ' αυτους και εφυγον δια να κρυφθωσιν.
<scripture passage="Dan 10:8" parsed="|Dan|10|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.8" />
<sup>8</sup>Εγω λοιπον εμεινα μονος και ειδον την ορασιν την μεγαλην ταυτην, και δεν απεμεινεν ισχυς εν εμοι· και η ακμη μου μετεστραφη εν εμοι εις μαρασμον και δεν εμεινεν ισχυς εν εμοι.
<scripture passage="Dan 10:9" parsed="|Dan|10|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.9" />
<sup>9</sup>Ηκουσα ομως την φωνην των λογων αυτου· και ενω ηκουον την φωνην των λογων αυτου, εγω ημην βεβυθισμενος εις βαθυν υπνον επι προσωπον μου και το προσωπον μου επι την γην.
<scripture passage="Dan 10:10" parsed="|Dan|10|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.10" />
<sup>10</sup>Και ιδου, χειρ με ηγγισε και με ηγειρεν επι τα γονατα μου και τας παλαμας των χειρων μου.
<scripture passage="Dan 10:11" parsed="|Dan|10|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς εμε, Δανιηλ, ανηρ σφοδρα αγαπητε, εννοησον τους λογους, τους οποιους εγω λαλω προς σε, και στηθι ορθος· διοτι προς σε απεσταλην τωρα. Και οτε ελαλησε προς εμε τον λογον τουτον, εσηκωθην εντρομος.
<scripture passage="Dan 10:12" parsed="|Dan|10|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς εμε, Μη φοβου, Δανιηλ· διοτι απο της πρωτης ημερας, καθ' ην εδωκας την καρδιαν σου εις το να εννοης και κακουχησαι ενωπιον του Θεου σου, εισηκουσθησαν οι λογοι σου και εγω ηλθον εις τους λογους σου.
<scripture passage="Dan 10:13" parsed="|Dan|10|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.13" />
<sup>13</sup>Πλην ο αρχων της βασιλειας της Περσιας ανθιστατο εις εμε εικοσιμιαν ημεραν· αλλ' ιδου, ο Μιχαηλ, εις των πρωτων αρχοντων, ηλθε δια να μοι βοηθηση· και εγω εμεινα εκει πλησιον των βασιλεων της Περσιας.
<scripture passage="Dan 10:14" parsed="|Dan|10|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.14" />
<sup>14</sup>Και ηλθον να σε καμω να καταλαβης τι θελει συμβη εις τον λαον σου εν ταις εσχαταις ημεραις· διοτι η ορασις ειναι ετι δια πολλας ημερας.
<scripture passage="Dan 10:15" parsed="|Dan|10|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.15" />
<sup>15</sup>Και ενω ελαλει τοιουτους λογους προς εμε, εβαλον το προσωπον μου προς την γην και εγεινα αφωνος.
<scripture passage="Dan 10:16" parsed="|Dan|10|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.16" />
<sup>16</sup>Και ιδου, ως θεα υιου ανθρωπου ηγγισε τα χειλη μου· τοτε ηνοιξα το στομα μου και ελαλησα και ειπον προς τον ισταμενον εμπροσθεν μου, Κυριε μου, εξ αιτιας της ορασεως συνεστραφησαν τα εντοσθια μου εν εμοι και δεν εμεινεν ισχυς εν εμοι.
<scripture passage="Dan 10:17" parsed="|Dan|10|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.17" />
<sup>17</sup>Και πως δυναται ο δουλος τουτου του κυριου μου να λαληση μετα του κυριου μου τουτου; εν εμοι βεβαιως απο του νυν δεν υπαρχει ουδεμια ισχυς αλλ' ουδε πνοη εμεινεν εν εμοι.
<scripture passage="Dan 10:18" parsed="|Dan|10|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.18" />
<sup>18</sup>Και με ηγγισε παλιν ως θεα ανθρωπου και με ενισχυσε,
<scripture passage="Dan 10:19" parsed="|Dan|10|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.19" />
<sup>19</sup>και ειπε, Μη φοβου, ανηρ σφοδρα αγαπητε· ειρηνη εις σε· ανδριζου και ισχυε. Και ενω ελαλει προς εμε, ενισχυθην και ειπον, Ας λαληση ο κυριος μου· διοτι με ενισχυσας.
<scripture passage="Dan 10:20" parsed="|Dan|10|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.20" />
<sup>20</sup>Και ειπεν, Εξευρεις δια τι ηλθον προς σε; τωρα δε θελω επιστρεψει να πολεμησω μετα του αρχοντος της Περσιας· και οταν εξελθω, ιδου, ο αρχων της Ελλαδος θελει ελθει.
<scripture passage="Dan 10:21" parsed="|Dan|10|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.10.21" />
<sup>21</sup>Πλην θελω σοι αναγγειλει το γεγραμμενον εν τη γραφη της αληθειας· και δεν ειναι ουδεις ο αγωνιζομενος μετ' εμου υπερ τουτων, ειμη Μιχαηλ ο αρχων υμων.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 11" progress="73.49%" prev="Dan.10" next="Dan.12" id="Dan.11">
<h3 id="Dan.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Dan.11-p1">
<scripture passage="Dan 11:1" parsed="|Dan|11|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.1" />
<sup>1</sup>Και εγω εν τω πρωτω ετει Δαρειου του Μηδου ισταμην δια να κραταιωσω και να ενδυναμωσω αυτον.
<scripture passage="Dan 11:2" parsed="|Dan|11|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.2" />
<sup>2</sup>Και τωρα θελω σοι αναγγειλει την αληθειαν. Ιδου, οτι τρεις βασιλεις θελουσιν εγερθη εν τη Περσια· και ο τεταρτος θελει εισθαι πολυ πλουσιωτερος παρα παντας· και αφου κραταιωθη εν τω πλουτω αυτου, θελει διεγειρει το παν εναντιον του βασιλειου της Ελλαδος.
<scripture passage="Dan 11:3" parsed="|Dan|11|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.3" />
<sup>3</sup>Και θελει σηκωθη βασιλευς δυνατος και θελει εξουσιαζει εν δυναμει μεγαλη και καμει κατα την θελησιν αυτου.
<scripture passage="Dan 11:4" parsed="|Dan|11|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.4" />
<sup>4</sup>Και καθως σταθη, θελει συντριφθη η βασιλεια αυτου και θελει διαιρεθη εις τους τεσσαρας ανεμους του ουρανου· πλην ουχι εις τους απογονους αυτου, ουδε κατα την εξουσιαν αυτου, με την οποιαν εξουσιασε· διοτι η βασιλεια αυτου θελει εκριζωθη και διαμερισθη εις αλλους, εκτος τουτων.
<scripture passage="Dan 11:5" parsed="|Dan|11|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.5" />
<sup>5</sup>Και ο βασιλευς του νοτου θελει ισχυσει, και εις εκ των αρχοντων αυτου· και θελει ισχυσει υπερ αυτον και θελει εξουσιασει· η εξουσια αυτου θελει εισθαι εξουσια μεγαλη.
<scripture passage="Dan 11:6" parsed="|Dan|11|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.6" />
<sup>6</sup>Και μετα ετη θελουσι συζευχθη· και η θυγατηρ του βασιλεως του νοτου θελει ελθει προς τον βασιλεα του βορρα, δια να καμη συμφιλιωσιν· πλην αυτη δεν θελει αναχαιτισει την δυναμιν του βραχιονος ουδε το σπερμα αυτου θελει σταθη· αλλα θελει παραδοθη αυτη και οι φεροντες αυτην και το γεννηθεν εξ αυτης και ο ενισχυων αυτην εν καιροις.
<scripture passage="Dan 11:7" parsed="|Dan|11|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.7" />
<sup>7</sup>Εκ του βλαστου ομως των ριζων αυτης θελει σηκωθη τις αντ' αυτου, και ελθων μετα δυναμεως θελει εισελθει εις τα οχυρωματα του βασιλεως του βορρα και θελει ενεργησει εναντιον αυτων και υπερισχυσει·
<scripture passage="Dan 11:8" parsed="|Dan|11|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.8" />
<sup>8</sup>και προσετι θελει φερει αιχμαλωτους εις την Αιγυπτον τους θεους αυτων, μετα των χωνευτων αυτων, μετα των πολυτιμων σκευων αυτων, των αργυρων και των χρυσων· και αυτος θελει σταθη ετη τινα υπερ τον βασιλεα του βορρα.
<scripture passage="Dan 11:9" parsed="|Dan|11|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.9" />
<sup>9</sup>Εκεινος δε θελει εισελθει εις το βασιλειον του βασιλεως του νοτου, πλην θελει επιστρεψει εις την γην αυτου.
<scripture passage="Dan 11:10" parsed="|Dan|11|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.10" />
<sup>10</sup>Οι δε υιοι αυτου θελουσιν εγερθη εις πολεμον και συναξει πληθος δυναμεων πολλων· και εις εξ αυτων θελει ελθει εν ορμη και πλημμυρησει και διαβη· και θελει επανελθει και εγερθη εις μαχην εως του οχυρωματος αυτου.
<scripture passage="Dan 11:11" parsed="|Dan|11|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.11" />
<sup>11</sup>Και ο βασιλευς του νοτου θελει εξαγριωθη και θελει εξελθει και πολεμησει μετ' αυτου, μετα του βασιλεως του βορρα· οστις θελει παραταξει πληθος πολυ· το πληθος ομως θελει παραδοθη εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="Dan 11:12" parsed="|Dan|11|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.12" />
<sup>12</sup>Και αφου παταξη το πληθος, η καρδια αυτου θελει υψωθη· και θελει καταβαλει μυριαδας, πλην δεν θελει κραταιωθη.
<scripture passage="Dan 11:13" parsed="|Dan|11|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.13" />
<sup>13</sup>Και ο βασιλευς του βορρα θελει επιστρεψει και θελει παραταξει πληθος περισσοτερον παρα το πρωτον, και θελει ελθει εν ορμη εν τω τελει των ωρισμενων ετων μετα δυναμεως μεγαλης και μετα πλουτου πολλου.
<scripture passage="Dan 11:14" parsed="|Dan|11|14|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.14" />
<sup>14</sup>Και εν τοις καιροις εκεινοις πολλοι θελουσι σηκωθη εναντιον του βασιλεως του νοτου· και οι λυμεωνες εκ του λαου σου θελουσιν επαρθη δια να εκπληρωσωσιν ορασιν· πλην θελουσι πεσει.
<scripture passage="Dan 11:15" parsed="|Dan|11|15|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.15" />
<sup>15</sup>Και ο βασιλευς του βορρα θελει ελθει και υψωσει προχωμα και κυριευσει τας οχυρας πολεις· και οι βραχιονες του νοτου δεν θελουσιν αντισταθη ουδε το πληθος των εκλεκτων αυτου, και δεν θελει εισθαι δυναμις προς αντιστασιν.
<scripture passage="Dan 11:16" parsed="|Dan|11|16|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.16" />
<sup>16</sup>Και ο ερχομενος εναντιον αυτου θελει καμει κατα την θελησιν αυτου και δεν θελει εισθαι ο ανθισταμενος εις αυτον· και θελει σταθη εν τη γη της δοξης, ητις θελει αναλωθη υπο των χειρων αυτου.
<scripture passage="Dan 11:17" parsed="|Dan|11|17|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.17" />
<sup>17</sup>Και θελει στηριξει το προσωπον αυτου εις το να εισελθη μετα της δυναμεως παντος του βασιλειου αυτου, και ευθυτης θελει εισθαι μετ' αυτου· και θελει ενεργησει· και θελει δωσει εις αυτον θυγατερα γυναικων, διαφθειρων αυτην· πλην αυτη δεν θελει σταθη ουδε θελει εισθαι υπερ αυτου.
<scripture passage="Dan 11:18" parsed="|Dan|11|18|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.18" />
<sup>18</sup>Επειτα θελει στρεψει το προσωπον αυτου προς τας νησους και θελει κυριευσει πολλας· αλλ' ηγεμων τις θελει παυσει το εξ αυτου ονειδος· εκτος τουτου θελει επιστρεψει το ονειδος αυτου επ' αυτον.
<scripture passage="Dan 11:19" parsed="|Dan|11|19|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.19" />
<sup>19</sup>Τοτε θελει στρεψει το προσωπον αυτου προς τα οχυρωματα της γης αυτου· πλην θελει προσκοψει και πεσει και δεν θελει ευρεθη.
<scripture passage="Dan 11:20" parsed="|Dan|11|20|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.20" />
<sup>20</sup>Και αντ' αυτου θελει σηκωθη τυραννος, οστις θελει καμει να παρελθη η δοξα του βασιλειου· πλην εν ολιγαις ημεραις θελει αφανισθη και ουχι εν οργη ουδε εν μαχη.
<scripture passage="Dan 11:21" parsed="|Dan|11|21|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.21" />
<sup>21</sup>Και αντ' αυτου θελει σηκωθη εξουθενημενος τις, εις τον οποιον δεν θελουσι δωσει τιμην βασιλικην· αλλα θελει ελθει ειρηνικως και κυριευσει το βασιλειον εν κολακειαις.
<scripture passage="Dan 11:22" parsed="|Dan|11|22|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.22" />
<sup>22</sup>Και οι βραχιονες του κατακλυζοντος θελουσι κατακλυσθη εμπροσθεν αυτου και θελουσι συντριφθη, και αυτος ετι ο αρχων της διαθηκης.
<scripture passage="Dan 11:23" parsed="|Dan|11|23|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.23" />
<sup>23</sup>Και μετα την συμμαχιαν την μετ' αυτου θελει φερεσθαι δολιως· διοτι θελει αναβη και υπερισχυσει μετα ολιγον λαου.
<scripture passage="Dan 11:24" parsed="|Dan|11|24|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.24" />
<sup>24</sup>Θελει ελθει μαλιστα ειρηνικως επι τους παχυτερους τοπους της επαρχιας, και θελει καμει ο, τι δεν εκαμον οι πατερες αυτου ουδε οι πατερες των πατερων αυτου· θελει διαμοιρασει μεταξυ αυτων διαρπαγμα και λαφυρα και πλουτη, και θελει μηχανευθη τας μηχανας αυτου κατα των οχυρωματων και τουτο μεχρι καιρου.
<scripture passage="Dan 11:25" parsed="|Dan|11|25|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.25" />
<sup>25</sup>Και θελει διεγειρει την δυναμιν αυτου και την καρδιαν αυτου εναντιον του βασιλεως του νοτου μετα δυναμεως μεγαλης· και ο βασιλευς του νοτου θελει εγερθη εις πολεμον μετα δυναμεως μεγαλης και ισχυρας σφοδρα· πλην δεν θελει δυνηθη να σταθη, διοτι θελουσι μηχανευθη μηχανας κατ' αυτου.
<scripture passage="Dan 11:26" parsed="|Dan|11|26|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.26" />
<sup>26</sup>Και οι τρωγοντες τα εδεσματα αυτου θελουσι συντριψει αυτον, και το στρατευμα αυτου θελει πλημμυρησει, και πολλοι θελουσι πεσει πεφονευμενοι.
<scripture passage="Dan 11:27" parsed="|Dan|11|27|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.27" />
<sup>27</sup>Αι δε καρδιαι αμφοτερων τουτων των βασιλεων θελουσιν εισθαι εν τη πονηρια και θελουσι λαλει ψευδη εν τη αυτη τραπεζη· αλλα τουτο δεν θελει ευδοκιμησει, επειδη ετι το τελος θελει εισθαι εν τω ωρισμενω καιρω.
<scripture passage="Dan 11:28" parsed="|Dan|11|28|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.28" />
<sup>28</sup>Τοτε θελει επιστρεψει εις την γην αυτου μετα μεγαλου πλουτου· και η καρδια αυτου θελει εισθαι εναντιον της διαθηκης της αγιας· και θελει ενεργησει και θελει επιστρεψει εις την γην αυτου.
<scripture passage="Dan 11:29" parsed="|Dan|11|29|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.29" />
<sup>29</sup>Εν τω ωρισμενω καιρω θελει επιστρεψει και ελθει προς τον νοτον· πλην η εσχατη φορα δεν θελει εισθαι ως η πρωτη,
<scripture passage="Dan 11:30" parsed="|Dan|11|30|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.30" />
<sup>30</sup>διοτι τα πλοια των Κηττιαιων θελουσιν ελθει εναντιον αυτου, και θελει ταπεινωθη και επιστρεψει και θυμωθη εναντιον της διαθηκης της αγιας· και θελει ενεργησει και επιστρεψει και θελει συνεννοηθη μετα των εγκαταλιποντων την διαθηκην την αγιαν.
<scripture passage="Dan 11:31" parsed="|Dan|11|31|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.31" />
<sup>31</sup>Και βραχιονες θελουσιν εγερθη εξ αυτου, και θελουσι βεβηλωσει το αγιαστηριον της δυναμεως και αφαιρεσει την παντοτεινην θυσιαν και στησει το βδελυγμα της ερημωσεως.
<scripture passage="Dan 11:32" parsed="|Dan|11|32|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.32" />
<sup>32</sup>Και τους ανομουντας εις την διαθηκην θελει διαφθειρει εν κολακειαις· ο λαος ομως, οστις γνωριζει τον Θεον αυτου, θελει ισχυσει και κατορθωσει.
<scripture passage="Dan 11:33" parsed="|Dan|11|33|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.33" />
<sup>33</sup>Και οι συνετοι του λαου θελουσι διδαξει πολλους· πλην θελουσι πεσει δια ρομφαιας και δια φλογος, δι' αιχμαλωσιας και δια λαφυραγωγιας, πολλων ημερων.
<scripture passage="Dan 11:34" parsed="|Dan|11|34|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.34" />
<sup>34</sup>Και οταν πεσωσι, θελουσι βοηθηθη μικραν βοηθειαν· πολλοι ομως θελουσι προστεθη εις αυτους εν κολακειαις.
<scripture passage="Dan 11:35" parsed="|Dan|11|35|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.35" />
<sup>35</sup>Και εκ των συνετων θελουσι πεσει, δια να δοκιμασθωσι και να καθαρισθωσι και να λευκανθωσιν, εως του εσχατου καιρου· διοτι και τουτο θελει γεινει εν τω ωρισμενω καιρω.
<scripture passage="Dan 11:36" parsed="|Dan|11|36|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.36" />
<sup>36</sup>Και ο βασιλευς θελει καμει κατα την θελησιν αυτου, και θελει υψωθη και μεγαλυνθη υπερανω παντος Θεου, και θελει μεγαλορρημονησει κατα του Θεου των θεων, και θελει ευημερει, εωσου συντελεσθη η οργη· διοτι το ωρισμενον θελει γεινει.
<scripture passage="Dan 11:37" parsed="|Dan|11|37|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.37" />
<sup>37</sup>Και δεν θελει φροντιζει περι των θεων των πατερων αυτου ουδε περι επιθυμιας γυναικων ουδε θελει φροντιζει περι ουδενος θεου, διοτι θελει μεγαλυνθη υπερανω παντων.
<scripture passage="Dan 11:38" parsed="|Dan|11|38|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.38" />
<sup>38</sup>Τον δε θεον Μαουζειμ θελει δοξασει επι του τοπου αυτου· και θεον, τον οποιον οι πατερες αυτου δεν εγνωρισαν, θελει τιμησει με χρυσον και αργυρον και με πολυτιμους λιθους και με πραγματα επιθυμητα.
<scripture passage="Dan 11:39" parsed="|Dan|11|39|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.39" />
<sup>39</sup>Ουτω θελει καμει εις τα οχυρωματα Μαουζειμ μετα θεου αλλοτριου· οσοι γνωρισωσιν αυτον, εις αυτους θελει πληθυνει δοξαν και θελει καμει αυτους να εξουσιασωσιν επι πολλων, και την γην θελει διαμοιρασει με τιμην.
<scripture passage="Dan 11:40" parsed="|Dan|11|40|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.40" />
<sup>40</sup>Και εν τω εσχατω καιρω ο βασιλευς του νοτου θελει συγκερατισθη μετ' αυτου· και ο βασιλευς του βορρα θελει ελθει εναντιον αυτου ως ανεμοστροβιλος, μετα αμαξων και μετα ιππεων και μετα πολλων πλοιων· και θελει ελθει εις τους τοπους και θελει πλημμυρησει και διαβη·
<scripture passage="Dan 11:41" parsed="|Dan|11|41|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.41" />
<sup>41</sup>θελει εισελθει ετι εις την γην της δοξης και πολλοι τοποι θελουσι καταστραφη· ουτοι ομως θελουσι διασωθη εκ της χειρος αυτου, ο Εδωμ και ο Μωαβ και οι πρωτοι των υιων Αμμων.
<scripture passage="Dan 11:42" parsed="|Dan|11|42|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.42" />
<sup>42</sup>Και θελει εκτεινει την χειρα αυτου επι τους τοπους· και η γη της Αιγυπτου δεν θελει εκφυγει.
<scripture passage="Dan 11:43" parsed="|Dan|11|43|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.43" />
<sup>43</sup>Και θελει κυριευσει τους θησαυρους του χρυσιου και του αργυριου και παντα τα επιθυμητα της Αιγυπτου· και οι Λιβυες και οι Αιθιοπες θελουσιν εισθαι κατοπιν των βηματων αυτου.
<scripture passage="Dan 11:44" parsed="|Dan|11|44|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.44" />
<sup>44</sup>Πλην αγγελιαι εκ της ανατολης και εκ του βορρα θελουσι ταραξει αυτον· δια τουτο θελει εκβη μετα θυμου μεγαλου, δια να αφανιση και να εξολοθρευση πολλους.
<scripture passage="Dan 11:45" parsed="|Dan|11|45|0|0" osisRef="Bible:Dan.11.45" />
<sup>45</sup>Και θελει στησει τας σκηνας της βασιλικης αυτου κατοικησεως μεταξυ των θαλασσων επι του ενδοξου ορους της αγιοτητος· πλην θελει ελθει εις το τελος αυτου και δεν θελει υπαρχει ο βοηθων αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Daniel 12" progress="73.68%" prev="Dan.11" next="Hos" id="Dan.12">
<h3 id="Dan.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Dan.12-p1">
<scripture passage="Dan 12:1" parsed="|Dan|12|1|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω καιρω εκεινω θελει εγερθη Μιχαηλ, ο αρχων ο μεγας, ο ισταμενος υπερ των υιων του λαου σου· και θελει εισθαι καιρος θλιψεως, οποια ποτε δεν εγεινεν αφου υπηρξεν εθνος, μεχρις εκεινου του καιρου· και εν τω καιρω εκεινω θελει διασωθη ο λαος σου, πας οστις ευρεθη γεγραμμενος εν τω βιβλιω.
<scripture passage="Dan 12:2" parsed="|Dan|12|2|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.2" />
<sup>2</sup>Και πολλοι εκ των κοιμωμενων εν τω χωματι της γης θελουσιν εξεγερθη, οι μεν εις αιωνιον ζωην, οι δε εις ονειδισμον και εις καταισχυνην αιωνιον.
<scripture passage="Dan 12:3" parsed="|Dan|12|3|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.3" />
<sup>3</sup>Και οι συνετοι θελουσιν εκλαμψει ως η λαμπροτης του στερεωματος· και οι επιστρεφοντες πολλους εις δικαιοσυνην ως οι αστερες, εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Dan 12:4" parsed="|Dan|12|4|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.4" />
<sup>4</sup>Και συ, Δανιηλ, εγκλεισον τους λογους και σφραγισον το βιβλιον, εως του εσχατου καιρου· τοτε πολλοι θελουσι περιτρεχει και η γνωσις θελει πληθυνθη.
<scripture passage="Dan 12:5" parsed="|Dan|12|5|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.5" />
<sup>5</sup>Και εγω ο Δανιηλ εθεωρησα και ιδου, ισταντο δυο αλλοι, εις εντευθεν επι του χειλους του ποταμου και εις εκειθεν επι του χειλους του ποταμου.
<scripture passage="Dan 12:6" parsed="|Dan|12|6|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο εις προς τον ανδρα τον ενδεδυμενον λινα, οστις ητο επανωθεν των υδατων του ποταμου, Εως ποτε θελει εισθαι το τελος των θαυμασιων τουτων;
<scripture passage="Dan 12:7" parsed="|Dan|12|7|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.7" />
<sup>7</sup>Και ηκουσα τον ανδρα τον ενδεδυμενον λινα, οστις ητο επανωθεν των υδατων του ποταμου, οτε υψωσε την δεξιαν αυτου και την αριστεραν αυτου εις τον ουρανον και ωμοσεν εις τον ζωντα εις τον αιωνα, οτι θελει εισθαι εις καιρον, καιρους και ημισυ καιρου· και οταν συντελεσθη ο διασκορπισμος της δυναμεως του αγιου λαου, παντα ταυτα θελουσιν εκπληρωθη.
<scripture passage="Dan 12:8" parsed="|Dan|12|8|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.8" />
<sup>8</sup>Και εγω ηκουσα, αλλα δεν ενοησα· τοτε ειπον, Κυριε μου, ποιον το τελος τουτων;
<scripture passage="Dan 12:9" parsed="|Dan|12|9|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε, Υπαγε, Δανιηλ· διοτι οι λογοι ειναι κεκλεισμενοι και εσφραγισμενοι εως του εσχατου καιρου.
<scripture passage="Dan 12:10" parsed="|Dan|12|10|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.10" />
<sup>10</sup>Πολλοι θελουσι καθαρισθη και λευκανθη και δοκιμασθη· και οι ασεβεις θελουσιν ασεβει· και ουδεις εκ των ασεβων θελει νοησει· αλλ' οι συνετοι θελουσι νοησει.
<scripture passage="Dan 12:11" parsed="|Dan|12|11|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.11" />
<sup>11</sup>Και απο του καιρου, καθ' ον η παντοτεινη θυσια αφαιρεθη και το βδελυγμα της ερημωσεως στηθη, θελουσιν εισθαι ημεραι χιλιαι διακοσιαι και ενενηκοντα.
<scripture passage="Dan 12:12" parsed="|Dan|12|12|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.12" />
<sup>12</sup>Μακαριος οστις υπομεινη και φθαση εις ημερας χιλιας τριακοσιας και τριακοντα πεντε.
<scripture passage="Dan 12:13" parsed="|Dan|12|13|0|0" osisRef="Bible:Dan.12.13" />
<sup>13</sup>Αλλα συ υπαγε, εως του τελους· και θελεις αναπαυθη και θελεις σταθη εν τω κληρω σου εις το τελος των ημερων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Hosea" progress="73.73%" prev="Dan.12" next="Hos.1" id="Hos">
<h2 id="Hos-p0.1">Hosea</h2>

<div3 title="Hosea 1" progress="73.73%" prev="Hos" next="Hos.2" id="Hos.1">
<h3 id="Hos.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Hos.1-p1">
<scripture passage="Hos 1:1" parsed="|Hos|1|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Ωσηε τον υιον του Βεηρι, εν ταις ημεραις Οζιου, Ιωαθαμ, Αχαζ και Εζεκιου, βασιλεων του Ιουδα, και εν ταις ημεραις Ιεροβοαμ, υιου του Ιωας, βασιλεως του Ισραηλ.
<scripture passage="Hos 1:2" parsed="|Hos|1|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.2" />
<sup>2</sup>Αρχη του λογου του Κυριου δια του Ωσηε. Και ειπε Κυριος προς τον Ωσηε, Υπαγε, λαβε εις σεαυτον γυναικα πορνειας και τεκνα πορνειας· διοτι η γη κατεπορνευσε, εκκλινασα απο οπισθεν του Κυριου.
<scripture passage="Hos 1:3" parsed="|Hos|1|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.3" />
<sup>3</sup>Και υπηγε και ελαβε την Γομερ, θυγατερα του Δεβηλαιμ· και συνελαβε και εγεννησεν εις αυτον υιον.
<scripture passage="Hos 1:4" parsed="|Hos|1|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος προς αυτον, Καλεσον το ονομα αυτου Ιεζραελ· διοτι ετι ολιγον και θελω εκδικησει το αιμα του Ιεζραελ επι τον οικον Ιηου, και θελω καταπαυσει την βασιλειαν του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Hos 1:5" parsed="|Hos|1|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.5" />
<sup>5</sup>Και εν τη ημερα εκεινη θελω συντριψει το τοξον του Ισραηλ εν τη κοιλαδι του Ιεζραελ.
<scripture passage="Hos 1:6" parsed="|Hos|1|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.6" />
<sup>6</sup>Και συνελαβεν ετι και εγεννησε θυγατερα. Και ειπε προς αυτον, Καλεσον το ονομα αυτης Λο-ρουχαμμα· διοτι δεν θελω ελεησει πλεον τον οικον Ισραηλ αλλα θελω σηκωσει αυτους διολου.
<scripture passage="Hos 1:7" parsed="|Hos|1|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.7" />
<sup>7</sup>Τον δε οικον Ιουδα θελω ελεησει και θελω σωσει αυτους δια Κυριου του Θεου αυτων, και δεν θελω σωσει αυτους δια τοξου ουδε δια ρομφαιας ουδε δια πολεμου, δια ιππων ουδε δια ιππεων.
<scripture passage="Hos 1:8" parsed="|Hos|1|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.8" />
<sup>8</sup>Και αφου απεγαλακτισε την Λο-ρουχαμμα, συνελαβε και εγεννησεν υιον.
<scripture passage="Hos 1:9" parsed="|Hos|1|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε Κυριος, Καλεσον το ονομα αυτου Λο-αμμι· διοτι σεις δεν εισθε λαος μου και εγω δεν θελω εισθαι υμων.
<scripture passage="Hos 1:10" parsed="|Hos|1|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.10" />
<sup>10</sup>Ο αριθμος ομως των υιων Ισραηλ θελει εισθαι ως η αμμος της θαλασσης, ητις δεν δυναται να μετρηθη ουδε να εξαριθμηθη και εν τω τοπω οπου ελεχθη προς αυτους, δεν εισθε λαος μου, εκει θελει λεχθη προς αυτους, Υιοι του Θεου του ζωντος.
<scripture passage="Hos 1:11" parsed="|Hos|1|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.1.11" />
<sup>11</sup>Τοτε θελουσι συναχθη ομου οι υιοι Ιουδα και οι υιοι Ισραηλ, και θελουσι καταστησει εις εαυτους αρχηγον ενα, και θελουσιν αναβη εκ της γης· διοτι μεγαλη θελει εισθαι η ημερα του Ιεζραελ.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 2" progress="73.77%" prev="Hos.1" next="Hos.3" id="Hos.2">
<h3 id="Hos.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Hos.2-p1">
<scripture passage="Hos 2:1" parsed="|Hos|2|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.1" />
<sup>1</sup>Ειπατε προς τους αδελφους σας, Αμμι, και προς τας αδελφας σας, Ρουχαμμα.
<scripture passage="Hos 2:2" parsed="|Hos|2|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.2" />
<sup>2</sup>Κριθητε μετα της μητρος σας, κριθητε· διοτι αυτη δεν ειναι γυνη μου και εγω δεν ειμαι ανηρ αυτης· ας αφαιρεση λοιπον τας πορνειας αυτης απ' εμπροσθεν αυτης και τας μοιχειας αυτης εκ μεσου των μαστων αυτης·
<scripture passage="Hos 2:3" parsed="|Hos|2|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.3" />
<sup>3</sup>μηποτε εκδυσας γυμνωσω αυτην και αποκαταστησω αυτην καθως εν τη ημερα της γεννησεως αυτης, και θεσω αυτην ως ερημον και καταστησω αυτην ως γην ανυδρον και θανατωσω αυτην εν διψη.
<scripture passage="Hos 2:4" parsed="|Hos|2|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.4" />
<sup>4</sup>Και δεν θελω ελεησει τα τεκνα αυτης· επειδη ειναι τεκνα πορνειας.
<scripture passage="Hos 2:5" parsed="|Hos|2|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.5" />
<sup>5</sup>Διοτι η μητηρ αυτων επορνευσεν· η συλλαβουσα αυτα επραξεν αισχυνην· διοτι ειπε, Θελω υπαγει κατοπιν των εραστων μου, οιτινες μοι διδουσι τον αρτον μου και το υδωρ μου, το μαλλιον μου και το λιναριον μου, το ελαιον μου και τα ποτα μου.
<scripture passage="Hos 2:6" parsed="|Hos|2|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο, ιδου, εγω θελω φραξει την οδον σου με ακανθας και οικοδομησει φραγμον, δια να μη ευρη τας οδους αυτης.
<scripture passage="Hos 2:7" parsed="|Hos|2|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.7" />
<sup>7</sup>Και θελει τρεξει κατοπιν των εραστων αυτης και δεν θελει φθασει αυτους, και θελει ζητησει αυτους και δεν θελει ευρει· τοτε θελει ειπει, Θελω υπαγει και επιστρεψει προς τον πρωτον μου ανδρα· διοτι καλητερον ητο τοτε εις εμε παρα τωρα.
<scripture passage="Hos 2:8" parsed="|Hos|2|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.8" />
<sup>8</sup>Και αυτη δεν εγνωριζεν οτι εγω εδωκα εις αυτην τον σιτον και τον οινον και το ελαιον, και επληθυνα το αργυριον εις αυτην και το χρυσιον, με τα οποια κατεσκευασαν τον Βααλ.
<scripture passage="Hos 2:9" parsed="|Hos|2|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο θελω επιστρεψει και λαβει τον σιτον μου εν τω καιρω αυτου και τον οινον μου εν τω διωρισμενω καιρω αυτου, και θελω αφαιρεσει το μαλλιον μου και το λιναριον μου, τα οποια ειχε δια να σκεπαζη την γυμνωσιν αυτης.
<scripture passage="Hos 2:10" parsed="|Hos|2|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.10" />
<sup>10</sup>Και τωρα θελω αποκαλυψει την ακαθαρσιαν αυτης εμπροσθεν των εραστων αυτης, και ουδεις θελει λυτρωσει αυτην εκ της χειρος μου.
<scripture passage="Hos 2:11" parsed="|Hos|2|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.11" />
<sup>11</sup>Και θελω καταπαυσει πασαν την ευφροσυνην αυτης, τας εορτας αυτης, τας νεομηνιας αυτης και τα σαββατα αυτης και πασας τας πανηγυρεις αυτης.
<scripture passage="Hos 2:12" parsed="|Hos|2|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.12" />
<sup>12</sup>Και θελω αφανισει τας αμπελους αυτης και τας συκας αυτης, περι των οποιων ειπε, Μισθωματα μου ειναι ταυτα, τα οποια μοι εδωκαν οι ερασται μου· και θελω καταστησει αυτας δασος, και τα θηρια του αγρου θελουσι κατατρωγει αυτας.
<scripture passage="Hos 2:13" parsed="|Hos|2|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.13" />
<sup>13</sup>Και θελω επισκεφθη επ' αυτην τας ημερας των Βααλειμ, καθ ' ας εθυμιαζεν εις αυτους και εστολιζετο με τα ενωτια αυτης και τα περιδεραια αυτης και επορευετο κατοπιν των εραστων αυτης, εμε δε ελησμονησε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Hos 2:14" parsed="|Hos|2|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο, ιδου, εγω θελω εφελκυσει αυτην και θελω φερει αυτην εις την ερημον και θελω λαλησει προς την καρδιαν αυτης.
<scripture passage="Hos 2:15" parsed="|Hos|2|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.15" />
<sup>15</sup>Και εκειθεν θελω δωσει εις αυτην τους αμπελωνας αυτης και την κοιλαδα του Αχωρ δια θυραν ελπιδος· και θελει ψαλλει εκει ως εν ταις ημεραις της νεοτητος αυτης και ως εν τη ημερα της αναβασεως αυτης απο γης Αιγυπτου.
<scripture passage="Hos 2:16" parsed="|Hos|2|16|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.16" />
<sup>16</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, θελεις με καλεσει, Ο ανηρ μου· και δεν θελεις με καλεσει πλεον, Ο Βααλ μου·
<scripture passage="Hos 2:17" parsed="|Hos|2|17|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.17" />
<sup>17</sup>διοτι θελω αφαιρεσει τα ονοματα των Βααλειμ απο του στοματος αυτης και δεν θελουσιν αναφερεσθαι πλεον τα ονοματα αυτων.
<scripture passage="Hos 2:18" parsed="|Hos|2|18|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.18" />
<sup>18</sup>Και εν τη ημερα εκεινη θελω καμει διαθηκην υπερ αυτων προς τα θηρια του αγρου και προς τα πετεινα του ουρανου και τα ερπετα της γης· τοξον δε και ρομφαιαν και πολεμον θελω συντριψει εκ της γης και θελω κατοικισει αυτους εν ασφαλεια.
<scripture passage="Hos 2:19" parsed="|Hos|2|19|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.19" />
<sup>19</sup>Και θελω σε μνηστευθη εις εμαυτον εις τον αιωνα· και θελω σε μνηστευθη εις εμαυτον εν δικαιοσυνη και εν κρισει και εν ελεει και εν οικτιρμοις·
<scripture passage="Hos 2:20" parsed="|Hos|2|20|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.20" />
<sup>20</sup>και θελω σε μνηστευθη εις εμαυτον εν πιστει· και θελεις γνωρισει τον Κυριον.
<scripture passage="Hos 2:21" parsed="|Hos|2|21|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.21" />
<sup>21</sup>Και εν εκεινη τη ημερα θελω αποκριθη, λεγει Κυριος, θελω αποκριθη προς τους ουρανους, και αυτοι θελουσιν αποκριθη προς την γην·
<scripture passage="Hos 2:22" parsed="|Hos|2|22|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.22" />
<sup>22</sup>και η γη θελει αποκριθη προς τον σιτον και τον οινον και το ελαιον· και ταυτα θελουσιν αποκριθη προς τον Ιεζραελ.
<scripture passage="Hos 2:23" parsed="|Hos|2|23|0|0" osisRef="Bible:Hos.2.23" />
<sup>23</sup>Και θελω σπειρει αυτην δι' εμαυτον επι της γης· και θελω ελεησει την ουκ ηλεημενην· και θελω ειπει προς τον ου λαον μου, Λαος μου εισαι· και αυτοι θελουσιν ειπει, Θεος μου εισαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 3" progress="73.86%" prev="Hos.2" next="Hos.4" id="Hos.3">
<h3 id="Hos.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Hos.3-p1">
<scripture passage="Hos 3:1" parsed="|Hos|3|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.3.1" />
<sup>1</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Υπαγε ετι, αγαπησον γυναικα, ητις καιτοι αγαπωμενη υπο του φιλου αυτης ειναι μοιχαλις, κατα την αγαπην του Κυριου προς τους υιους Ισραηλ, οιτινες ομως επιβλεπουσιν εις θεους αλλοτριους και αγαπωσι φιαλας οινου.
<scripture passage="Hos 3:2" parsed="|Hos|3|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.3.2" />
<sup>2</sup>Και εμισθωσα αυτην εις εμαυτον δια δεκαπεντε αργυρια και εν χομορ κριθης και ημισυ χομορ κριθης.
<scripture passage="Hos 3:3" parsed="|Hos|3|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.3.3" />
<sup>3</sup>Και ειπα προς αυτην, Θελεις καθησει δι' εμε πολλας ημερας· δεν θελεις πορνευσει και δεν θελεις εισθαι δι' αλλον· και εγω ομοιως θελω εισθαι δια σε.
<scripture passage="Hos 3:4" parsed="|Hos|3|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.3.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οι υιοι Ισραηλ θελουσι καθησει πολλας ημερας χωρις βασιλεως και χωρις αρχοντος και χωρις θυσιας και χωρις αγαλματος και χωρις εφοδ και θεραφειμ.
<scripture passage="Hos 3:5" parsed="|Hos|3|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.3.5" />
<sup>5</sup>Μετα ταυτα θελουσιν επιστρεψει οι υιοι Ισραηλ και θελουσι ζητησει Κυριον τον Θεον αυτων και Δαβιδ τον βασιλεα αυτων· και θελουσι φοβεισθαι τον Κυριον και την αγαθοτητα αυτου εν ταις εσχαταις ημεραις.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 4" progress="73.88%" prev="Hos.3" next="Hos.5" id="Hos.4">
<h3 id="Hos.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Hos.4-p1">
<scripture passage="Hos 4:1" parsed="|Hos|4|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τον λογον του Κυριου, υιοι Ισραηλ· διοτι ο Κυριος εχει κρισιν μετα των κατοικων της γης, επειδη δεν υπαρχει αληθεια ουδε ελεος ουδε γνωσις Θεου επι της γης.
<scripture passage="Hos 4:2" parsed="|Hos|4|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.2" />
<sup>2</sup>Επιορκια και ψευδος και φονος και κλοπη και μοιχεια επλημμυρησαν, και αιματα εγγιζουσιν επι αιματα.
<scripture passage="Hos 4:3" parsed="|Hos|4|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο θελει πενθησει η γη, και πας ο κατοικων εν αυτη θελει λιποψυχησει, μετα των θηριων του αγρου και μετα των πετεινων του ουρανου· ετι και οι ιχθυες της θαλασσης θελουσιν εκλειψει.
<scripture passage="Hos 4:4" parsed="|Hos|4|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.4" />
<sup>4</sup>Πλην ας μη αντιλεγη μηδεις μηδ' ας ελεγχη τον αλλον· διοτι ο λαος σου ειναι ως οι αντιλεγοντες εις τον ιερεα.
<scripture passage="Hos 4:5" parsed="|Hos|4|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο θελεις ολισθησει την ημεραν, και μετα σου θελει ολισθησει και ο προφητης την νυκτα, και θελω αφανισει την μητερα σου.
<scripture passage="Hos 4:6" parsed="|Hos|4|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.6" />
<sup>6</sup>Ο λαος μου ηφανισθη δι' ελλειψιν γνωσεως· επειδη συ απερριψας την γνωσιν και εγω απερριψα σε απο του να ιερατευης εις εμε· επειδη ελησμονησας τον νομον του Θεου σου, και εγω θελω λησμονησει τα τεκνα σου.
<scripture passage="Hos 4:7" parsed="|Hos|4|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.7" />
<sup>7</sup>Καθως επληθυναν, ουτως ημαρτησαν εις εμε· την δοξαν αυτων εις ατιμιαν θελω μεταβαλει.
<scripture passage="Hos 4:8" parsed="|Hos|4|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.8" />
<sup>8</sup>Τρωγουσι τας αμαρτιας του λαου μου και εχουσι προσηλωμενην την ψυχην αυτων εις την ανομιαν αυτων.
<scripture passage="Hos 4:9" parsed="|Hos|4|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο θελει εισθαι, καθως ο λαος, ουτω και ο ιερευς· και θελω επισκεφθη επ' αυτους τας οδους αυτων και ανταποδωσει εις αυτους τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Hos 4:10" parsed="|Hos|4|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.10" />
<sup>10</sup>Διοτι θελουσι τρωγει και δεν θελουσι χορταζεσθαι, θελουσι πορνευει και δεν θελουσι πληθυνεσθαι· επειδη εγκατελιπον το να λατρευωσι τον Κυριον.
<scripture passage="Hos 4:11" parsed="|Hos|4|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.11" />
<sup>11</sup>Πορνεια και οινος και μεθη αφαιρουσι την καρδιαν.
<scripture passage="Hos 4:12" parsed="|Hos|4|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.12" />
<sup>12</sup>Ο λαος μου ερωτα τα ξυλα αυτου, και η ραβδος αυτου αποκρινεται προς αυτον· διοτι το πνευμα της πορνειας επλανησεν αυτους και επορνευσαν εκκλινοντες απο του Θεου αυτων.
<scripture passage="Hos 4:13" parsed="|Hos|4|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.13" />
<sup>13</sup>Θυσιαζουσιν επι τας κορυφας των ορεων και θυμιαζουσιν επι τους λοφους, υπο τας δρυς και λευκας και τερεβινθους, διοτι η σκια αυτων ειναι καλη δια τουτο αι θυγατερες σας θελουσι πορνευσει και αι νυμφαι σας θελουσι μοιχευσει.
<scripture passage="Hos 4:14" parsed="|Hos|4|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.14" />
<sup>14</sup>Δεν θελω τιμωρησει τας θυγατερας σας οταν πορνευσωσιν ουδε τας νυμφας σας οταν μοιχευσωσι, διοτι αυτοι αποχωριζονται μετα των πορνων και θυσιαζουσι μετα των ασελγων· δια τουτο ο λαος ο ασυνετος θελει κατακρημνισθη.
<scripture passage="Hos 4:15" parsed="|Hos|4|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.15" />
<sup>15</sup>Εαν συ, Ισραηλ, πορνευης, τουλαχιστον ας μη ανομηση ο Ιουδας· μη υπαγετε λοιπον εις Γαλγαλα μηδ' αναβαινετε εις Βαιθ-αυεν μηδε ομνυετε, Ζη ο Κυριος.
<scripture passage="Hos 4:16" parsed="|Hos|4|16|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ο Ισραηλ απεσκιρτησεν ως δαμαλις αποσκιρτωσα· τωρα θελει βοσκησει αυτους ο Κυριος ως αρνια εν τοπω πλατει.
<scripture passage="Hos 4:17" parsed="|Hos|4|17|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.17" />
<sup>17</sup>Ο Εφραιμ προσεκολληθη εις τα ειδωλα· αφησατε αυτον.
<scripture passage="Hos 4:18" parsed="|Hos|4|18|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.18" />
<sup>18</sup>Το ποτον αυτων ωξυνισεν· ολως εδοθησαν εις την πορνειαν· οι υπερασπισται αυτης ω της αισχυνης, αγαπωσι το Δοτε.
<scripture passage="Hos 4:19" parsed="|Hos|4|19|0|0" osisRef="Bible:Hos.4.19" />
<sup>19</sup>Ο ανεμος θελει συσφιγξει αυτην εν ταις πτερυξιν αυτου, και θελουσι καταισχυνθη δια τας θυσιας αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 5" progress="73.94%" prev="Hos.4" next="Hos.6" id="Hos.5">
<h3 id="Hos.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Hos.5-p1">
<scripture passage="Hos 5:1" parsed="|Hos|5|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τουτο, ιερεις, και προσεξατε, οικος Ισραηλ, και δοτε ακροασιν, οικος βασιλεως· διοτι προς εσας ειναι κρισις· επειδη εσταθητε παγις επι Μισπα και δικτυον ηπλωμενον επι το Θαβωρ.
<scripture passage="Hos 5:2" parsed="|Hos|5|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.2" />
<sup>2</sup>Και οι αγρευοντες εκαμον βαθειαν σφαγην· αλλ' εγω θελω παιδευσει παντας αυτους.
<scripture passage="Hos 5:3" parsed="|Hos|5|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.3" />
<sup>3</sup>Εγω εγνωρισα τον Εφραιμ, και ο Ισραηλ δεν ειναι κεκρυμμενος απ' εμου· διοτι τωρα πορνευεις, Εφραιμ, και εμιανθη ο Ισραηλ.
<scripture passage="Hos 5:4" parsed="|Hos|5|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.4" />
<sup>4</sup>Δεν αφινουσιν αυτους αι πραξεις αυτων να επιστρεψωσιν εις τον Θεον αυτων· διοτι το πνευμα της πορνειας ειναι εν μεσω αυτων και δεν εγνωρισαν τον Κυριον.
<scripture passage="Hos 5:5" parsed="|Hos|5|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.5" />
<sup>5</sup>Και η υπερηφανια του Ισραηλ μαρτυρει κατα προσωπον αυτου· δια τουτο ο Ισραηλ και ο Εφραιμ θελουσι πεσει εν τη ανομια αυτων· ο Ιουδας ετι θελει πεσει μετ' αυτων.
<scripture passage="Hos 5:6" parsed="|Hos|5|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.6" />
<sup>6</sup>Μετα των ποιμνιων αυτων και μετα των αγελων αυτων θελουσιν υπαγει δια να ζητησωσι τον Κυριον· αλλα δεν θελουσιν ευρει· απεμακρυνθη απ' αυτων.
<scripture passage="Hos 5:7" parsed="|Hos|5|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.7" />
<sup>7</sup>Εφερθησαν απιστως προς τον Κυριον· διοτι εγεννησαν τεκνα αλλοτρια· τωρα δε εις μην θελει καταφαγει αυτους και τας κληρονομιας αυτων.
<scripture passage="Hos 5:8" parsed="|Hos|5|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.8" />
<sup>8</sup>Σαλπισατε κερατινην εν Γαβαα, σαλπιγγα εν Ραμα· ηχησατε δυνατα εν Βαιθ-αυεν· κατοπιν σου, Βενιαμιν.
<scripture passage="Hos 5:9" parsed="|Hos|5|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.9" />
<sup>9</sup>Ο Εφραιμ θελει εισθαι ηρημωμενος εν τη ημερα του ελεγχου· μεταξυ των φυλων του Ισραηλ εγνωστοποιησα το βεβαιως γενησομενον·
<scripture passage="Hos 5:10" parsed="|Hos|5|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.10" />
<sup>10</sup>οι αρχοντες Ιουδα εγειναν ως οι μετατοπιζοντες ορια· επ' αυτους θελω εκχυσει ως υδατα την οργην μου.
<scripture passage="Hos 5:11" parsed="|Hos|5|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.11" />
<sup>11</sup>Κατεδυναστευθη ο Εφραιμ, συνετριβη εν τη κρισει διοτι εκουσιως υπηγε κατοπιν προσταγματος·
<scripture passage="Hos 5:12" parsed="|Hos|5|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.12" />
<sup>12</sup>δια τουτο εγω θελω εισθαι ως σαρακιον εις τον Εφραιμ και ως σκωληξ εις τον οικον Ιουδα.
<scripture passage="Hos 5:13" parsed="|Hos|5|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.13" />
<sup>13</sup>Και ειδεν ο Εφραιμ την νοσον αυτου και ο Ιουδας το ελκος αυτου, και υπηγεν ο Εφραιμ προς τον Ασσυριον και απεστειλε προς τον βασιλεα Ιαρειβ· αλλ' ουτος δεν ηδυνηθη να σας ιατρευση ουδε να σας απαλλαξη απο του ελκους σας.
<scripture passage="Hos 5:14" parsed="|Hos|5|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εγω θελω εισθαι ως λεων εις τον Εφραιμ και ως σκυμνος λεοντος εις τον οικον Ιουδα· εγω, εγω θελω διασπαραξει και αναχωρησει· θελω λαβει, και δεν θελει υπαρχει ο ελευθερων.
<scripture passage="Hos 5:15" parsed="|Hos|5|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.5.15" />
<sup>15</sup>Θελω υπαγει, θελω επιστρεψει εις τον τοπον μου, εωσου γνωρισωσι το εγκλημα αυτων και ζητησωσι το προσωπον μου· εν τη θλιψει αυτων θελουσιν ορθρισει προς εμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 6" progress="73.99%" prev="Hos.5" next="Hos.7" id="Hos.6">
<h3 id="Hos.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Hos.6-p1">
<scripture passage="Hos 6:1" parsed="|Hos|6|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.1" />
<sup>1</sup>Ελθετε και ας επιστρεψωμεν προς τον Κυριον· διοτι αυτος διεσπαραξε, και θελει μας ιατρευσει· επαταξε, και θελει περιδεσει την πληγην ημων.
<scripture passage="Hos 6:2" parsed="|Hos|6|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.2" />
<sup>2</sup>Θελει αναζωοποησει ημας μετα δυο ημερας· εν τη τριτη ημερα θελει μας αναστησει, και θελομεν ζη ενωπιον αυτου.
<scripture passage="Hos 6:3" parsed="|Hos|6|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.3" />
<sup>3</sup>Τοτε θελομεν γνωρισει και θελομεν εξακολουθει να γνωριζωμεν τον Κυριον· η εξοδος αυτου ειναι προδιατεταγμενη ως η αυγη· και θελει ελθει προς ημας ως υετος, ως βροχη οψιμος και πρωιμος επι την γην.
<scripture passage="Hos 6:4" parsed="|Hos|6|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.4" />
<sup>4</sup>Τι να καμω εις σε, Εφραιμ; τι να καμω εις σε, Ιουδα; διοτι η καλωσυνη σας ειναι ως νεφελη πρωινη και ως δροσος εωθινη ητις παρερχεται.
<scripture passage="Hos 6:5" parsed="|Hos|6|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο κατεκοψα αυτους δια των προφητων· εφονευσα αυτους δια των λογων του στοματος μου· και αι κρισεις σου θελουσιν εξελθει ως φως.
<scripture passage="Hos 6:6" parsed="|Hos|6|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ελεος θελω και ουχι θυσιαν· και επιγνωσιν Θεου μαλλον παρα ολοκαυτωματα.
<scripture passage="Hos 6:7" parsed="|Hos|6|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.7" />
<sup>7</sup>Αυτοι ομως ως ο Αδαμ παρεβησαν την διαθηκην· εν τουτω εφερθησαν απιστως προς εμε.
<scripture passage="Hos 6:8" parsed="|Hos|6|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.8" />
<sup>8</sup>Η Γαλααδ ειναι πολις εργαζομενων ανομιαν, ενεδρευουσα αιμα.
<scripture passage="Hos 6:9" parsed="|Hos|6|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.9" />
<sup>9</sup>Και ως στιφη ληστων παραμονευοντα ανθρωπον, ουτως ο συλλογος των ιερεων φονευουσιν εν τη οδω μεχρι Συχεμ· διοτι επραξαν αισχρα.
<scripture passage="Hos 6:10" parsed="|Hos|6|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.10" />
<sup>10</sup>Εν τω οικω Ισραηλ ειδον φρικην· εκει ειναι η πορνεια του Εφραιμ· ο Ισραηλ εμιανθη.
<scripture passage="Hos 6:11" parsed="|Hos|6|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.6.11" />
<sup>11</sup>Και δια σε, Ιουδα, διωρισθη θερισμος, οταν εγω επιστρεψω την αιχμαλωσιαν του λαου μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 7" progress="74.02%" prev="Hos.6" next="Hos.8" id="Hos.7">
<h3 id="Hos.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Hos.7-p1">
<scripture passage="Hos 7:1" parsed="|Hos|7|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.1" />
<sup>1</sup>Ενω ιατρευον τον Ισραηλ, απεκαλυφθη τοτε η ανομια του Εφραιμ και η κακια της Σαμαρειας· διοτι επραξαν ψευδος· και ο κλεπτης εισερχεται, ο ληστης γυμνονει εξωθεν.
<scripture passage="Hos 7:2" parsed="|Hos|7|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.2" />
<sup>2</sup>Και αυτοι δεν λεγουσιν εν τη καρδια αυτων, οτι ενθυμουμαι πασαν την ανομιαν αυτων· τωρα περιεκυκλωσαν αυτους αι πραξεις αυτων· εμπροσθεν του προσωπου μου εγειναν.
<scripture passage="Hos 7:3" parsed="|Hos|7|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.3" />
<sup>3</sup>Εν τη κακια αυτων ευφραναν τον βασιλεα και εν τοις ψευδεσιν αυτων τους αρχοντας.
<scripture passage="Hos 7:4" parsed="|Hos|7|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.4" />
<sup>4</sup>Παντες ειναι μοιχοι, ως ο κλιβανος ο πεπυρωμενος υπο του αρτοποιου· οστις, αφου ζυμωση το φυραμα, παυει του να θερμαινη αυτον, εωσου γεινη η ζυμωσις.
<scripture passage="Hos 7:5" parsed="|Hos|7|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.5" />
<sup>5</sup>Εν τη ημερα του βασιλεως ημων, οι αρχοντες ησθενησαν υπο της φλογωσεως του οινου, και αυτος εξηπλωσε την χειρα αυτου προς τους αχρειους.
<scripture passage="Hos 7:6" parsed="|Hos|7|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ενασχολουσι την καρδιαν αυτων φλεγωμενην ως κλιβανον εν ταις ενεδραις αυτων· ο αρτοποιος αυτων κοιμαται ολην την νυκτα· την δε αυγην αυτη καιει ως πυρ φλογιζον.
<scripture passage="Hos 7:7" parsed="|Hos|7|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.7" />
<sup>7</sup>Παντες ουτοι εθερμανθησαν ως κλιβανος και κατεφαγον τους κριτας αυτων· παντες οι βασιλεις αυτων επεσον· δεν υπαρχει μεταξυ αυτων ο επικαλουμενος με.
<scripture passage="Hos 7:8" parsed="|Hos|7|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.8" />
<sup>8</sup>Ο Εφραιμ, αυτος συνεμιγη μετα των λαων· ο Εφραιμ ειναι ως εγκρυφιας οστις δεν εστραφη.
<scripture passage="Hos 7:9" parsed="|Hos|7|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.9" />
<sup>9</sup>Ξενοι κατεφαγον την δυναμιν αυτου και αυτος δεν γνωριζει τουτο· και λευκαι τριχες ανεφυησαν σποραδην εν αυτω και αυτος δεν γνωριζει τουτο.
<scripture passage="Hos 7:10" parsed="|Hos|7|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.10" />
<sup>10</sup>Και η υπερηφανια του Ισραηλ μαρτυρει κατα προσωπον αυτου· και δεν επιστρεφουσι προς Κυριον τον Θεον αυτων ουδε εκζητουσιν αυτον δια παντα ταυτα.
<scripture passage="Hos 7:11" parsed="|Hos|7|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.11" />
<sup>11</sup>Και ο Εφραιμ ειναι ως περιστερα δελεαζομενη, μη εχουσα συνεσιν· επικαλουνται την Αιγυπτον, υπαγουσιν εις την Ασσυριαν.
<scripture passage="Hos 7:12" parsed="|Hos|7|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.12" />
<sup>12</sup>Οταν υπαγωσι, θελω εξαπλωσει επ' αυτους το δικτυον μου· θελω καταβιβασει αυτους καθως τα πετεινα του ουρανου· θελω παιδευσει αυτους καθως εκηρυχθη εν τη συναγωγη αυτων.
<scripture passage="Hos 7:13" parsed="|Hos|7|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.13" />
<sup>13</sup>Ουαι εις αυτους, διοτι απεσκιρτησαν απ' εμου· ολεθρος εις αυτους, διοτι ησεβησαν εις εμε· ενω εγω εξηγορασα αυτους, αυτοι ελαλησαν κατ' εμου ψευδη.
<scripture passage="Hos 7:14" parsed="|Hos|7|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.14" />
<sup>14</sup>Και δεν με επεκαλεσθησαν εν τη καρδια αυτων, αλλα ωλολυζον επι τας κλινας αυτων· βασανιζονται δια σιτον και οινον και στασιαζουσιν εναντιον μου.
<scripture passage="Hos 7:15" parsed="|Hos|7|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.15" />
<sup>15</sup>Και εγω επαιδευσα αυτους ενω ενισχυσα τους βραχιονας αυτων, αυτοι ομως διελογιζοντο πονηρα εναντιον μου.
<scripture passage="Hos 7:16" parsed="|Hos|7|16|0|0" osisRef="Bible:Hos.7.16" />
<sup>16</sup>Επιστρεφουσιν, ουχι εις τον Υψιστον· εγειναν ως τοξον στρεβλον· οι αρχοντες αυτων θελουσι πεσει εν ρομφαια δια την αυθαδειαν της γλωσσης αυτων· τουτο θελει εισθαι το ονειδος αυτων εν τη γη της Αιγυπτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 8" progress="74.07%" prev="Hos.7" next="Hos.9" id="Hos.8">
<h3 id="Hos.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Hos.8-p1">
<scripture passage="Hos 8:1" parsed="|Hos|8|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.1" />
<sup>1</sup>Σαλπισον ταυτα με το στομα σου· θελεις ορμησει ως αετος εναντιον του οικου του Κυριου, διοτι παρεβησαν την διαθηκην μου και ησεβησαν εις τον νομον μου.
<scripture passage="Hos 8:2" parsed="|Hos|8|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.2" />
<sup>2</sup>Ο Ισραηλ θελει κραζει προς εμε, Θεε μου, σε γνωριζομεν.
<scripture passage="Hos 8:3" parsed="|Hos|8|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.3" />
<sup>3</sup>Ο Ισραηλ απερριψε το αγαθον· ο εχθρος θελει καταδιωξει αυτον.
<scripture passage="Hos 8:4" parsed="|Hos|8|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.4" />
<sup>4</sup>Αυτοι κατεστησαν βασιλεις, πλην ουχι παρ' εμου· εκαμον αρχοντας, πλην χωρις να εχω ειδησιν· εκ του αργυριου αυτων και εκ του χρυσιου αυτων εκαμον εις εαυτους ειδωλα, δια να εξολοθρευθωσιν.
<scripture passage="Hos 8:5" parsed="|Hos|8|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.5" />
<sup>5</sup>Απερριψεν αυτους ο μοσχος σου, Σαμαρεια· ο θυμος μου εξηφθη εναντιον αυτων· εως ποτε δεν θελουσι δυνηθη να καθαρισθωσι;
<scripture passage="Hos 8:6" parsed="|Hos|8|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.6" />
<sup>6</sup>Και τουτο βεβαιως εγεινεν υπο του Ισραηλ· ο τεχνιτης εκαμεν αυτο· οθεν αυτο δεν ειναι Θεος· ο μοσχος λοιπον της Σαμαρειας θελει γεινει συντριμματα.
<scripture passage="Hos 8:7" parsed="|Hos|8|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.7" />
<sup>7</sup>Επειδη εσπειραν ανεμον, δια τουτο θελουσι θερισει ανεμοστροβιλον· δεν εχει καλαμον· ο βλαστος δεν θελει δωσει αλευρον· και αν δωση, ξενοι θελουσι καταπιει αυτο.
<scripture passage="Hos 8:8" parsed="|Hos|8|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.8" />
<sup>8</sup>Κατεποθη ο Ισραηλ· τωρα εγειναν μεταξυ των εθνων ως σκευος εν ω δεν υπαρχει χαρις.
<scripture passage="Hos 8:9" parsed="|Hos|8|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.9" />
<sup>9</sup>Διοτι αφ' εαυτων ανεβησαν εις τους Ασσυριους, ως οναγρος μοναζων καθ' εαυτον· ο Εφραιμ εμισθωσεν εραστας.
<scripture passage="Hos 8:10" parsed="|Hos|8|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.10" />
<sup>10</sup>Πλην αν και εμισθωσαν εραστας μεταξυ των εθνων, τωρα θελω συναξει αυτους· και θελουσι λυπηθη μετ' ολιγον δια το φορτιον του βασιλεως των αρχοντων.
<scripture passage="Hos 8:11" parsed="|Hos|8|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ο Εφραιμ επληθυνε τα θυσιαστηρια δια να αμαρτανη, θελουσι γεινει εις αυτον θυσιαστηρια του αμαρτανειν.
<scripture passage="Hos 8:12" parsed="|Hos|8|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.12" />
<sup>12</sup>Εγραψα προς αυτον τα μεγαλεια του νομου μου· πλην ελογισθησαν ως αλλοτριον πραγμα.
<scripture passage="Hos 8:13" parsed="|Hos|8|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.13" />
<sup>13</sup>Εν ταις θυσιαις, τας οποιας προσφερουσιν εις εμε, θυσιαζουσι κρεας και τρωγουσιν· ο Κυριος δεν δεχεται αυτας· τωρα θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων και επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων· αυτοι θελουσιν επιστρεψει εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Hos 8:14" parsed="|Hos|8|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.8.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ο Ισραηλ ελησμονησε τον Ποιητην αυτου και οικοδομει ναους, και ο Ιουδας επληθυνεν ωχυρωμενας πολεις· αλλα θελω εξαποστειλει πυρ επι τας πολεις αυτου και θελει καταφαγει τα παλατια αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 9" progress="74.12%" prev="Hos.8" next="Hos.10" id="Hos.9">
<h3 id="Hos.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Hos.9-p1">
<scripture passage="Hos 9:1" parsed="|Hos|9|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.1" />
<sup>1</sup>Μη χαιρε, Ισραηλ, μηδε ευφραινου ως οι λαοι· διοτι επορνευσας εκκλινων απο του Θεου σου· ηγαπησας μισθωματα επι παν αλωνιον σιτου.
<scripture passage="Hos 9:2" parsed="|Hos|9|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.2" />
<sup>2</sup>Το αλωνιον και ο ληνος δεν θελουσι θρεψει αυτους, και ο οινος θελει εκλειψει απ' αυτων.
<scripture passage="Hos 9:3" parsed="|Hos|9|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.3" />
<sup>3</sup>Δεν θελουσι κατοικησει εν τη γη του Κυριου· αλλ' ο Εφραιμ θελει επιστρεψει προς την Αιγυπτον, και θελουσι φαγει ακαθαρτα εν τη Ασσυρια.
<scripture passage="Hos 9:4" parsed="|Hos|9|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.4" />
<sup>4</sup>Δεν θελουσι προσφερει σπονδας οινου εις τον Κυριον, ουδε θελουσιν εισθαι αρεστοι εις αυτον· αι θυσιαι αυτων θελουσιν εισθαι εις αυτους ως αρτος πενθουντων· παντες οι τρωγοντες αυτας θελουσι μιανθη· διοτι αρτος αυτων υπερ της ψυχης αυτων δεν θελει εισελθει εις τον οικον του Κυριου.
<scripture passage="Hos 9:5" parsed="|Hos|9|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.5" />
<sup>5</sup>Τι θελετε καμει εν ημερα πανηγυρεως και εν ημερα εορτης του Κυριου;
<scripture passage="Hos 9:6" parsed="|Hos|9|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.6" />
<sup>6</sup>Διοτι, ιδου, εφυγον δια την ταλαιπωριαν· η Αιγυπτος θελει συναξει αυτους, η Μεμφις θελει θαψει αυτους· τα δι' αργυριου επιθυμητα αυτων, κνιδαι θελουσι κληρονομησει αυτα· ακανθαι θελουσιν εισθαι εν ταις σκηναις αυτων.
<scripture passage="Hos 9:7" parsed="|Hos|9|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.7" />
<sup>7</sup>Ηλθον αι ημεραι της επισκεψεως, αι ημεραι της ανταποδοσεως ηλθον· ο Ισραηλ θελει γνωρισει τουτο· ο προφητης ειναι αφρων, ο ανθρωπος ο πνευματεμφορος μαινομενος, δια το πληθος της ανομιας σου και του μεγαλου κατα σου μισους.
<scripture passage="Hos 9:8" parsed="|Hos|9|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.8" />
<sup>8</sup>Ο φρουρος του Εφραιμ ητο ο μετα του Θεου μου, ο δε προφητης εγεινε παγις ιξευτου εις πασας τας οδους αυτου και μισος εν τω οικω του Θεου αυτου.
<scripture passage="Hos 9:9" parsed="|Hos|9|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.9" />
<sup>9</sup>Διεφθαρησαν βαθεως ως εν ταις ημεραις της Γαβαα· δια τουτο θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων, θελει επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="Hos 9:10" parsed="|Hos|9|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.10" />
<sup>10</sup>Ευρηκα τον Ισραηλ ως σταφυλην εν ερημω· ειδον τους πατερας σας ως τα πρωτογεννητα της συκης εν τη αρχη αυτης· αλλ' αυτοι υπηγον προς τον Βεελ-φεγωρ και αφιερωθησαν εις την αισχυνην· και εγειναν βδελυκτοι, καθως το αντικειμενον της αγαπης αυτων.
<scripture passage="Hos 9:11" parsed="|Hos|9|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.11" />
<sup>11</sup>Περι δε του Εφραιμ, ως πτηνον θελει πεταξει η δοξα αυτων, απο της γεννας και απο της μητρας και απο της συλληψεως·
<scripture passage="Hos 9:12" parsed="|Hos|9|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.12" />
<sup>12</sup>αλλα και αν εκθρεψωσι τα τεκνα αυτων, θελω ατεκνωσει αυτους, ωστε να μη μεινη ανθρωπος, διοτι ουαι ετι εις αυτους, οταν συρθω απ' αυτων.
<scripture passage="Hos 9:13" parsed="|Hos|9|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.13" />
<sup>13</sup>Ο Εφραιμ με εφαινετο ως η Τυρος, πεφυτευμενος εν τοπω τερπνω· πλην ο Εφραιμ θελει εκφερει τα τεκνα αυτου δια τον φονεα.
<scripture passage="Hos 9:14" parsed="|Hos|9|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.14" />
<sup>14</sup>Δος εις αυτους, Κυριε· τι θελεις δωσει; δος εις αυτους μητραν αποβαλλουσαν και μαστους ξηρους.
<scripture passage="Hos 9:15" parsed="|Hos|9|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.15" />
<sup>15</sup>Πασα η κακια αυτων ειναι εν Γαλγαλοις· διοτι εκει εμισησα αυτους· δια την κακιαν των πραξεων αυτων θελω εξωσει αυτους απο του οικου μου· δεν θελω αγαπα πλεον αυτους· παντες οι αρχοντες αυτων ειναι αποσταται.
<scripture passage="Hos 9:16" parsed="|Hos|9|16|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.16" />
<sup>16</sup>Επαταχθη ο Εφραιμ· η ριζα αυτων εξηρανθη· καρπον δεν θελουσι καμει· οτι και αν γεννησωσι, θελω θανατωσει τα επιθυμητα της μητρας αυτων.
<scripture passage="Hos 9:17" parsed="|Hos|9|17|0|0" osisRef="Bible:Hos.9.17" />
<sup>17</sup>Ο Θεος μου θελει απορριψει αυτους, διοτι δεν εισηκουσαν αυτον· και θελουσιν εισθαι πλανωμενοι μεταξυ των εθνων.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 10" progress="74.18%" prev="Hos.9" next="Hos.11" id="Hos.10">
<h3 id="Hos.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Hos.10-p1">
<scripture passage="Hos 10:1" parsed="|Hos|10|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.1" />
<sup>1</sup>Ο Ισραηλ ειναι αμπελος ευκληματουσα· εκαρποφορησεν αφθονως· κατα το πληθος των καρπων αυτου επληθυνε τα θυσιαστηρια· κατα την αγαθοτητα της γης αυτου ελαμπρυνε τα αγαλματα.
<scripture passage="Hos 10:2" parsed="|Hos|10|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.2" />
<sup>2</sup>Η καρδια αυτων ειναι μεμερισμενη· τωρα θελουσι τιμωρηθη· αυτος θελει κατασκαψει τα θυσιαστηρια αυτων, θελει φθειρει τα αγαλματα αυτων.
<scripture passage="Hos 10:3" parsed="|Hos|10|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.3" />
<sup>3</sup>Διοτι τωρα θελουσιν ειπει, Ημεις δεν εχομεν βασιλεα, διοτι δεν εφοβηθημεν τον Κυριον· και ο βασιλευς τι ηθελε μας καμει;
<scripture passage="Hos 10:4" parsed="|Hos|10|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.4" />
<sup>4</sup>Ελαλησαν λογους, ομνυοντες ψευδως, ενω εκαμνον συνθηκην· οθεν η καταδικη θελει εκβλαστησει ως το κωνειον εν ταις αυλαξι του αγρου.
<scripture passage="Hos 10:5" parsed="|Hos|10|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.5" />
<sup>5</sup>Οι κατοικοι της Σαμαρειας θελουσι κατατρομαξει δια τον μοσχον της Βαιθ-αυεν· διοτι ο λαος αυτου θελει πενθησει δι' αυτον και οι ειδωλοθυται αυτου, οι χαιροντες εις αυτον, δια την δοξαν αυτου, διοτι μετωκισθη απ' αυτου.
<scripture passage="Hos 10:6" parsed="|Hos|10|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.6" />
<sup>6</sup>Αυτος οτι θελει φερθη εις την Ασσυριαν, δωρον προς τον βασιλεα Ιαρειβ· αισχυνη θελει καταλαβει τον Εφραιμ, και ο Ισραηλ θελει εντραπη δια την βουλην αυτου.
<scripture passage="Hos 10:7" parsed="|Hos|10|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.7" />
<sup>7</sup>Αφανιζεται η Σαμαρεια και ο βασιλευς αυτης ως αφρος επι προσωπον υδατος.
<scripture passage="Hos 10:8" parsed="|Hos|10|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.8" />
<sup>8</sup>Και οι βωμοι της Αυεν, η αμαρτια του Ισραηλ, θελουσι καταστραφη· ακανθαι και τριβολοι θελουσι βλαστησει επι τα θυσιαστηρια αυτων· και θελουσιν ειπει προς τα ορη, Καλυψατε μας· και προς τους λοφους, Πεσατε εφ' ημας.
<scripture passage="Hos 10:9" parsed="|Hos|10|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.9" />
<sup>9</sup>Ισραηλ, ημαρτησας απο των ημερων της Γαβαα· εκει εσταθησαν· η εν Γαβαα κατα των υιων της ανομιας μαχη δεν εφθασεν εις αυτους.
<scripture passage="Hos 10:10" parsed="|Hos|10|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.10" />
<sup>10</sup>Κατα την βουλην μου βεβαιως θελω παιδευσει αυτους· και οι λαοι θελουσι συναχθη εναντιον αυτων, οταν φερωνται εις αιχμαλωσιαν δια τας δυο ανομιας αυτων.
<scripture passage="Hos 10:11" parsed="|Hos|10|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.11" />
<sup>11</sup>Ο Εφραιμ ειναι μεν δαμαλις δεδιδαγμενη και αγαπωσα να αλωνιζη· πλην εγω θελω περασει ζυγον επι τον ωραιον αυτης τραχηλον· θελω υποζευξει τον Εφραιμ· ο Ιουδας θελει αροτρια, ο Ιακωβ θελει βωλοκοπει εις εαυτον.
<scripture passage="Hos 10:12" parsed="|Hos|10|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.12" />
<sup>12</sup>Σπειρατε δι' εαυτους εν δικαιοσυνη, θερισατε εν ελεει· ανοιξατε την αφειμενην σας γην· διοτι ειναι καιρος να εκζητησητε τον Κυριον, εωσου ελθη και επισταλαξη δικαιοσυνην εφ' υμας.
<scripture passage="Hos 10:13" parsed="|Hos|10|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.13" />
<sup>13</sup>Ηροτριασατε ασεβειαν, εθερισατε ανομιαν, εφαγετε καρπον ψευδους· διοτι ηλπισας εις την οδον σου, εις το πληθος των ισχυρων σου.
<scripture passage="Hos 10:14" parsed="|Hos|10|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο απωλεια θελει εγερθη μεταξυ των λαων σου, και παντα τα φρουρια σου θελουσιν εκπορθηθη, καθως ο Σαλμαν εξεπορθησε την Βαιθ-αρβελ εν τη ημερα της μαχης· η μητηρ κατεσυντριβη επι τα τεκνα.
<scripture passage="Hos 10:15" parsed="|Hos|10|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.10.15" />
<sup>15</sup>Ουτω θελει καμει εις εσας η Βαιθηλ ενεκεν της εσχατης ανομιας σας· πρωι θελει αφανισθη ολοτελως ο βασιλευς του Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 11" progress="74.23%" prev="Hos.10" next="Hos.12" id="Hos.11">
<h3 id="Hos.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Hos.11-p1">
<scripture passage="Hos 11:1" parsed="|Hos|11|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.1" />
<sup>1</sup>Οτε ο Ισραηλ ητο νηπιον, τοτε εγω ηγαπησα αυτον και εξ Αιγυπτου εκαλεσα τον υιον μου.
<scripture passage="Hos 11:2" parsed="|Hos|11|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.2" />
<sup>2</sup>Οσον εκαλουν αυτους, τοσον αυτοι ανεχωρουν απ' εμπροσθεν αυτων· εθυσιαζον εις τους Βααλειμ και εθυμιαζον εις τα γλυπτα.
<scripture passage="Hos 11:3" parsed="|Hos|11|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.3" />
<sup>3</sup>Εγω εδιδαξα ετι τον Εφραιμ να περιπατη, πιανων αυτον απο των βραχιονων αυτου· αλλα δεν εγνωρισαν οτι ιατρευον αυτους.
<scripture passage="Hos 11:4" parsed="|Hos|11|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.4" />
<sup>4</sup>Εσυρα αυτους με σχοινια ανθρωπου, με δεσμους αγαπης· και ημην εις αυτους ως οι αφαιρουντες τον ζυγον επανωθεν των σιαγονων αυτων, και εθεσα τροφην εμπροσθεν αυτων.
<scripture passage="Hos 11:5" parsed="|Hos|11|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.5" />
<sup>5</sup>Δεν θελει επιστρεψει εις την γην της Αιγυπτου, αλλ' ο Ασσυριος θελει εισθαι βασιλευς αυτου, διοτι δεν ηθελησαν να επιστραφωσι.
<scripture passage="Hos 11:6" parsed="|Hos|11|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.6" />
<sup>6</sup>Και η ρομφαια θελει επιπεσει επι τας πολεις αυτου και θελει αναλωσει τους ισχυρους αυτου και καταφαγει, ενεκα των διαβουλιων αυτων.
<scripture passage="Hos 11:7" parsed="|Hos|11|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.7" />
<sup>7</sup>Και ο λαος μου ειναι προσκεκολλημενος εις την αποστασιαν την κατ' εμου· αν και εκαλεσθησαν προς τον Υψιστον, ουδεις ομως υψωσεν αυτον.
<scripture passage="Hos 11:8" parsed="|Hos|11|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.8" />
<sup>8</sup>Πως θελω σε παραδωσει, Εφραιμ; πως θελω σε εγκαταλιπει, Ισραηλ; πως θελω σε καμει ως Αδαμα; πως θελω σε θεσει ως Σεβωειμ; η καρδια μου μετεστραφη εντος μου, τα σπλαγχνα μου συνεκινηθησαν.
<scripture passage="Hos 11:9" parsed="|Hos|11|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.9" />
<sup>9</sup>Δεν θελω εκτελεσει την εξαψιν του θυμου μου, δεν θελω επιστρεψει εις εξολοθρευμον του Εφραιμ· διοτι εγω ειμαι Θεος και ουχι ανθρωπος, Αγιος εν τω μεσω σου· και δεν θελω εισελθει εν θυμω.
<scripture passage="Hos 11:10" parsed="|Hos|11|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.10" />
<sup>10</sup>Κατοπιν του Κυριου θελουσι περιπατει· ως λεων θελει βρυχασθαι· οταν αυτος βρυχηθη, τοτε θελουσι σπευσει εκστατικα τα τεκνα απο της δυσεως·
<scripture passage="Hos 11:11" parsed="|Hos|11|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.11" />
<sup>11</sup>θελουσι σπευσει εκστατικα ως πτηνον απο της Αιγυπτου και ως περιστερα απο της γης της Ασσυριας, και θελω αποκαταστησει αυτους εν τοις οικοις αυτων, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Hos 11:12" parsed="|Hos|11|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.11.12" />
<sup>12</sup>Ο Εφραιμ με περιεκυκλωσε με ψευδη, και ο οικος Ισραηλ με απατην· αλλ' ο Ιουδας ετι εχει εξουσιαν μετα του Θεου και ειναι πιστος μετα των αγιων.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 12" progress="74.27%" prev="Hos.11" next="Hos.13" id="Hos.12">
<h3 id="Hos.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Hos.12-p1">
<scripture passage="Hos 12:1" parsed="|Hos|12|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.1" />
<sup>1</sup>Ο Εφραιμ βοσκεται ανεμον και κυνηγει τον ανατολικον ανεμον· καθ' ημεραν πληθυνει ψευδη και ολεθρον καμνουσι δε συνθηκην μετα των Ασσυριων και φερουσιν ελαιον εις την Αιγυπτον.
<scripture passage="Hos 12:2" parsed="|Hos|12|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος εχει ετι κρισιν μετα του Ιουδα, και θελει επισκεφθη τον Ιακωβ κατα τας οδους αυτου· κατα τας πραξεις αυτου θελει ανταποδωσει εις αυτον.
<scripture passage="Hos 12:3" parsed="|Hos|12|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.3" />
<sup>3</sup>Εν τη κοιλια επτερνισε τον αδελφον αυτου και εν τη ανδρικη ηλικια αυτου ενισχυσε προς τον Θεον.
<scripture passage="Hos 12:4" parsed="|Hos|12|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.4" />
<sup>4</sup>Ναι, ενισχυσε μετα αγγελου και υπερισχυσεν· εκλαυσε και εδεηθη αυτου· εν Βαιθηλ ευρηκεν αυτον, και εκει ελαλησε προς ημας·
<scripture passage="Hos 12:5" parsed="|Hos|12|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.5" />
<sup>5</sup>ναι, Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Κυριος ειναι το μνημοσυνον αυτου.
<scripture passage="Hos 12:6" parsed="|Hos|12|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο συ επιστρεψον προς τον Θεον σου· φυλαττε ελεος και κρισιν και ελπιζε επι τον Θεον σου δια παντος.
<scripture passage="Hos 12:7" parsed="|Hos|12|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.7" />
<sup>7</sup>Ο Εφραιμ ειναι εμπορος· ζυγια απατης ειναι εν τη χειρι αυτου· αγαπα να αδικη.
<scripture passage="Hos 12:8" parsed="|Hos|12|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.8" />
<sup>8</sup>Και ο Εφραιμ ειπε, Βεβαιως εγω επλουτησα, απεκτησα υπαρχοντα εις εμαυτον· εν πασι τοις κοποις μου δεν θελει ευρεθη εν εμοι ανομια, ητις να λογιζηται αμαρτια.
<scripture passage="Hos 12:9" parsed="|Hos|12|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.9" />
<sup>9</sup>Εγω δε ειμαι Κυριος ο Θεος σου εκ γης Αιγυπτου, θελω σε κατοικισει ετι εν σκηναις ως εν ημεραις επισημου εορτης.
<scripture passage="Hos 12:10" parsed="|Hos|12|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.10" />
<sup>10</sup>Ελαλησα ετι δια προφητων και ορασεις επληθυνα εγω, και παρεστησα ομοιωσεις δια χειρος των προφητων.
<scripture passage="Hos 12:11" parsed="|Hos|12|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.11" />
<sup>11</sup>Εν Γαλααδ ταχα υπηρξεν ανομια; εν Γαλγαλοις μαλιστα εσταθησαν ματαιοτης· θυσιαζουσι ταυρους, και τα θυσιαστηρια αυτων ειναι ως σωροι εν ταις αυλαξι των αγρων.
<scripture passage="Hos 12:12" parsed="|Hos|12|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Ιακωβ εφυγεν εις την γην της Συριας και ο Ισραηλ εδουλευσε δια γυναικα και δια γυναικα εφυλαξε προβατα.
<scripture passage="Hos 12:13" parsed="|Hos|12|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.13" />
<sup>13</sup>Και δια προφητου ανεβιβασεν ο Κυριος τον Ισραηλ εξ Αιγυπτου και δια προφητου διεφυλαχθη.
<scripture passage="Hos 12:14" parsed="|Hos|12|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.12.14" />
<sup>14</sup>Ο Εφραιμ παρωξυνεν αυτον πικροτατα· δια τουτο θελει εκχεει το αιμα αυτου επ' αυτον και τον ονειδισμον αυτου ο Κυριος αυτου θελει επιστρεψει επ' αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 13" progress="74.31%" prev="Hos.12" next="Hos.14" id="Hos.13">
<h3 id="Hos.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Hos.13-p1">
<scripture passage="Hos 13:1" parsed="|Hos|13|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.1" />
<sup>1</sup>Οτε ο Εφραιμ ελαλει εν τρομω, αυτος υψωθη εν τω Ισραηλ· οτε δε ημαρτησε περι του Βααλ, τοτε ετελευτησε.
<scripture passage="Hos 13:2" parsed="|Hos|13|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.2" />
<sup>2</sup>Και τωρα αμαρτανουσιν επι μαλλον και μαλλον και εκαμον εις εαυτους χωνευτα εκ του αργυριου αυτων, ειδωλα κατα την φαντασιαν αυτων, παντα ταυτα εργον τεχνιτων· αυτοι λεγουσι περι αυτων, οι ανθρωποι οι θυσιαζοντες ας φιλησωσι τους μοσχους.
<scripture passage="Hos 13:3" parsed="|Hos|13|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο θελουσιν εισθαι ως νεφελη πρωινη και ως δροσος εωθινη διαβαινουσα, ως λεπτον αχυρον εκφυσωμενον εκ του αλωνιου και ως καπνος εκ της καπνοδοχου.
<scripture passage="Hos 13:4" parsed="|Hos|13|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σου εκ γης Αιγυπτου· και αλλον θεον πλην εμου δεν θελεις γνωρισει· διοτι δεν υπαρχει αλλος σωτηρ εκτος εμου.
<scripture passage="Hos 13:5" parsed="|Hos|13|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.5" />
<sup>5</sup>Εγω σε εγνωρισα εν τη ερημω, εν γη ανυδρω.
<scripture passage="Hos 13:6" parsed="|Hos|13|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.6" />
<sup>6</sup>Κατα τας βοσκας αυτων, ουτως εχορτασθησαν· εχορτασθησαν, και υψωθη η καρδια αυτων· δια τουτο με ελησμονησαν.
<scripture passage="Hos 13:7" parsed="|Hos|13|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.7" />
<sup>7</sup>Οθεν θελω εισθαι εις αυτους ως λεων· ως παρδαλις εν οδω θελω παραμονευει αυτους.
<scripture passage="Hos 13:8" parsed="|Hos|13|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.8" />
<sup>8</sup>Θελω απαντησει αυτους ως αρκτος στερηθεισα των τεκνων αυτης, και θελω διασπαραξει το περιφραγμα της καρδιας αυτων και καταφαγει αυτους εκει ως λεων· θηριον αγριον θελει διασπαραξει αυτους.
<scripture passage="Hos 13:9" parsed="|Hos|13|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.9" />
<sup>9</sup>Απωλεσθης, Ισραηλ· πλην εν εμοι ειναι η βοηθεια σου.
<scripture passage="Hos 13:10" parsed="|Hos|13|10|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.10" />
<sup>10</sup>Που ειναι ο βασιλευς σου; που; ας σε σωση τωρα εν πασαις σου ταις πολεσι· και που οι κριται σου, περι των οποιων ειπας, Δος μοι βασιλεα και αρχοντας;
<scripture passage="Hos 13:11" parsed="|Hos|13|11|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.11" />
<sup>11</sup>Σοι εδωκα βασιλεα εν τω θυμω μου και αφηρεσα αυτον εν τη οργη μου.
<scripture passage="Hos 13:12" parsed="|Hos|13|12|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.12" />
<sup>12</sup>Η ανομια του Εφραιμ ειναι περιδεδεμενη· η αμαρτια αυτου αποτεταμιευμενη.
<scripture passage="Hos 13:13" parsed="|Hos|13|13|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.13" />
<sup>13</sup>Πονοι τικτουσης θελουσιν ελθει επ' αυτον· ειναι υιος ασυνετος· διοτι δεν ειναι καιρος να στεκηται εν τω ανοιγματι της μητρας.
<scripture passage="Hos 13:14" parsed="|Hos|13|14|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.14" />
<sup>14</sup>Εκ χειρος αδου θελω ελευθερωσει αυτους, εκ θανατου θελω σωσει αυτους. Που ειναι, θανατε, ο ολεθρος σου; που, αδη, η φθορα σου; η μεταμελεια θελει κρυπτεσθαι απο των οφθαλμων μου.
<scripture passage="Hos 13:15" parsed="|Hos|13|15|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.15" />
<sup>15</sup>Αν και ουτος εσταθη καρποφορος μεταξυ των αδελφων αυτου, ανατολικος ανεμος ομως θελει ελθει, ο ανεμος του Κυριου θελει αναβη απο της ερημου, και αι βρυσεις αυτου θελουσιν εκλειψει και θελει καταξηρανθη η πηγη αυτου· ουτος θελει αφαρπασει τον θησαυρον παντων των επιθυμητων αυτου σκευων.
<scripture passage="Hos 13:16" parsed="|Hos|13|16|0|0" osisRef="Bible:Hos.13.16" />
<sup>16</sup>Η Σαμαρεια θελει αφανισθη, διοτι απεστατησε κατα του Θεου αυτης· θελουσι πεσει εν ρομφαια· τα θηλαζοντα νηπια αυτων θελουσι συντριφθη, και αι εγκυμονουσαι αυτων θελουσι διασχισθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Hosea 14" progress="74.37%" prev="Hos.13" next="Joel" id="Hos.14">
<h3 id="Hos.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Hos.14-p1">
<scripture passage="Hos 14:1" parsed="|Hos|14|1|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.1" />
<sup>1</sup>Ισραηλ, επιστρεψον προς Κυριον τον Θεον σου, διοτι επεσας δια της ανομιας σου.
<scripture passage="Hos 14:2" parsed="|Hos|14|2|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.2" />
<sup>2</sup>Λαβετε μεθ' εαυτων λογους και επιστρεψατε προς τον Κυριον· ειπατε προς αυτον, Αφαιρεσον πασαν ανομιαν ημων και δεχθητι ημας ευμενως, και θελομεν αποδωσει τον καρπον των χειλεων ημων·
<scripture passage="Hos 14:3" parsed="|Hos|14|3|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.3" />
<sup>3</sup>ο Ασσουρ δεν θελει μας σωσει· δεν θελομεν αναβη εφ' ιππους· και δεν θελομεν ειπει πλεον προς το εργον των χειρων ημων, Εισθε θεοι ημων· διοτι εν σοι θελει ελεηθη ο ορφανος.
<scripture passage="Hos 14:4" parsed="|Hos|14|4|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.4" />
<sup>4</sup>Θελω ιατρευσει την αποστασιαν αυτων, θελω αγαπησει αυτους εγκαρδιως· διοτι ο θυμος μου απεστραφη απ' αυτου.
<scripture passage="Hos 14:5" parsed="|Hos|14|5|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.5" />
<sup>5</sup>Θελω εισθαι ως δροσος εις τον Ισραηλ· ως κρινον θελει ανθησει και θελει εκτεινει τας ριζας αυτου ως δενδρον του Λιβανου.
<scripture passage="Hos 14:6" parsed="|Hos|14|6|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.6" />
<sup>6</sup>Οι κλαδοι αυτου θελουσιν εξαπλωθη και η δοξα αυτου θελει εισθαι ως ελαιας και η οσμη αυτου ως του Λιβανου.
<scripture passage="Hos 14:7" parsed="|Hos|14|7|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.7" />
<sup>7</sup>Θελουσιν επιστρεψει και καθησει υπο την σκιαν αυτου· θελουσιν αναζησει ως σιτος και ανθησει ως αμπελος· η μνημη αυτου θελει εισθαι ως οινος Λιβανου.
<scripture passage="Hos 14:8" parsed="|Hos|14|8|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.8" />
<sup>8</sup>Ο Εφραιμ θελει ειπει, Τι εχω να καμω πλεον μετα των ειδωλων; Εγω ηκουσα και θελω παραφυλαξει αυτον· εγω ειμαι εις αυτον ως ελατη ευθαλης· απ' εμου ο καρπος σου θελει προελθει.
<scripture passage="Hos 14:9" parsed="|Hos|14|9|0|0" osisRef="Bible:Hos.14.9" />
<sup>9</sup>Τις ειναι σοφος και θελει εννοησει ταυτα, συνετος και θελει γνωρισει αυτα; διοτι ευθειαι ειναι αι οδοι του Κυριου, και οι δικαιοι θελουσι περιπατει εν αυταις· οι δε παραβαται θελουσι πεσει εν αυταις.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Joel" progress="74.40%" prev="Hos.14" next="Joel.1" id="Joel">
<h2 id="Joel-p0.1">Joel</h2>

<div3 title="Joel 1" progress="74.40%" prev="Joel" next="Joel.2" id="Joel.1">
<h3 id="Joel.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Joel.1-p1">
<scripture passage="Joel 1:1" parsed="|Joel|1|1|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Ιωηλ τον υιον του Φαθουηλ.
<scripture passage="Joel 1:2" parsed="|Joel|1|2|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε τουτο, οι πρεσβυτεροι, και δοτε ακροασιν, παντες οι κατοικουντες την γην· εγεινε τουτο εν ταις ημεραις υμων η εν ταις ημεραις των πατερων υμων;
<scripture passage="Joel 1:3" parsed="|Joel|1|3|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.3" />
<sup>3</sup>Διηγηθητε προς τα τεκνα σας περι τουτου και τα τεκνα σας προς τα τεκνα αυτων και τα τεκνα αυτων προς αλλην γενεαν.
<scripture passage="Joel 1:4" parsed="|Joel|1|4|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.4" />
<sup>4</sup>Ο, τι αφηκεν η καμπη, κατεφαγεν η ακρις· και ο, τι αφηκεν η ακρις, κατεφαγεν ο βρουχος· και ο, τι αφηκεν ο βρουχος, κατεφαγεν η ερυσιβη.
<scripture passage="Joel 1:5" parsed="|Joel|1|5|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.5" />
<sup>5</sup>Ανανηψατε, μεθυσοι, και κλαυσατε, και ολολυξατε, παντες οι οινοποται, δια τον νεον οινον· διοτι αφηρεθη απο του στοματος σας.
<scripture passage="Joel 1:6" parsed="|Joel|1|6|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.6" />
<sup>6</sup>Επειδη εθνος ανεβη επι την γην μου, ισχυρον και αναριθμητον, του οποιου οι οδοντες ειναι οδοντες λεοντος, και εχει μυλοδοντας σκυμνου.
<scripture passage="Joel 1:7" parsed="|Joel|1|7|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.7" />
<sup>7</sup>Εθεσε την αμπελον μου εις αφανισμον και τας συκας μου εις θραυσιν· ολως εξελεπισεν αυτην και απερριψε· τα κληματα αυτης εμειναν λευκα.
<scripture passage="Joel 1:8" parsed="|Joel|1|8|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.8" />
<sup>8</sup>Θρηνησον ως νυμφη περιεζωσμενη σακκον δια τον ανδρα της νεοτητος αυτης.
<scripture passage="Joel 1:9" parsed="|Joel|1|9|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.9" />
<sup>9</sup>Η προσφορα και η σπονδη αφηρεθη απο του οικου του Κυριου· πενθουσιν οι ιερεις, οι λειτουργοι του Κυριου.
<scripture passage="Joel 1:10" parsed="|Joel|1|10|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.10" />
<sup>10</sup>Ηρημωθη η πεδιας, πενθει η γη· διοτι ηφανισθη ο σιτος, εξηρανθη ο νεος οινος, εξελιπε το ελαιον.
<scripture passage="Joel 1:11" parsed="|Joel|1|11|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.11" />
<sup>11</sup>Αισχυνθητε, γεωργοι· ολολυξατε, αμπελουργοι, δια τον σιτον και δια την κριθην· διοτι ο θερισμος του αγρου απωλεσθη.
<scripture passage="Joel 1:12" parsed="|Joel|1|12|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.12" />
<sup>12</sup>Η αμπελος εξηρανθη και η συκη εξελιπεν· η ροιδια και ο φοινιξ και η μηλεα, παντα τα δενδρα του αγρου εξηρανθησαν, ωστε εξελιπεν η χαρα απο των υιων των ανθρωπων.
<scripture passage="Joel 1:13" parsed="|Joel|1|13|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.13" />
<sup>13</sup>Περιζωσθητε και θρηνειτε, ιερεις· ολολυζετε, λειτουργοι του θυσιαστηριου· ελθετε, διανυκτερευσατε εν σακκω, λειτουργοι του Θεου μου· διοτι η προσφορα και η σπονδη επαυθη απο του οικου του Θεου σας.
<scripture passage="Joel 1:14" parsed="|Joel|1|14|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.14" />
<sup>14</sup>Αγιασατε νηστειαν, κηρυξατε συναξιν επισημον, συναξατε τους πρεσβυτερους, παντας τους κατοικους του τοπου, εις τον οικον Κυριου του Θεου σας· και βοησατε προς τον Κυριον,
<scripture passage="Joel 1:15" parsed="|Joel|1|15|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.15" />
<sup>15</sup>Οιμοι δια την ημεραν εκεινην· διοτι η ημερα του Κυριου επλησιασε και θελει ελθει ως ολεθρος απο του Παντοδυναμου.
<scripture passage="Joel 1:16" parsed="|Joel|1|16|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.16" />
<sup>16</sup>Δεν αφηρεθησαν αι τροφαι απ' εμπροσθεν των οφθαλμων ημων, η ευφροσυνη και η χαρα απο του οικου του Θεου ημων;
<scripture passage="Joel 1:17" parsed="|Joel|1|17|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.17" />
<sup>17</sup>Οι σποροι φθειρονται υπο τους βωλους αυτων, αι σιτοθηκαι ηρημωθησαν, αι αποθηκαι εχαλασθησαν· διοτι ο σιτος εξηρανθη.
<scripture passage="Joel 1:18" parsed="|Joel|1|18|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.18" />
<sup>18</sup>Πως στεναζουσι τα κτηνη· αδημονουσιν αι αγελαι των βοων, διοτι δεν εχουσι βοσκην· ναι, τα ποιμνια των προβατων ηφανισθησαν.
<scripture passage="Joel 1:19" parsed="|Joel|1|19|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.19" />
<sup>19</sup>Κυριε, προς σε θελω βοησει· διοτι το πυρ κατηναλωσε τας βοσκας της ερημου και η φλοξ κατεκαυσε παντα τα δενδρα του αγρου.
<scripture passage="Joel 1:20" parsed="|Joel|1|20|0|0" osisRef="Bible:Joel.1.20" />
<sup>20</sup>Τα κτηνη ετι της πεδιαδος χασκουσι προς σε· διοτι εξηρανθησαν οι ρυακες των υδατων και πυρ κατεφαγε τας βοσκας της ερημου.
</p>
</div3>

<div3 title="Joel 2" progress="74.46%" prev="Joel.1" next="Joel.3" id="Joel.2">
<h3 id="Joel.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Joel.2-p1">
<scripture passage="Joel 2:1" parsed="|Joel|2|1|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.1" />
<sup>1</sup>Σαλπισατε σαλπιγγα εν Σιων, και αλαλαξατε εν τω ορει τω αγιω μου· ας τρομαξωσι παντες οι κατοικουντες την γην· διοτι ερχεται η ημερα του Κυριου, διοτι ειναι εγγυς·
<scripture passage="Joel 2:2" parsed="|Joel|2|2|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.2" />
<sup>2</sup>ημερα σκοτους και γνοφου, ημερα νεφελης και ομιχλης· ως αυγη εξαπλουται επι τα ορη λαος πολυς και ισχυρος· ομοιος αυτου δεν εσταθη απ' αιωνος ουδε μετ' αυτον θελει σταθη πλεον ποτε εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Joel 2:3" parsed="|Joel|2|3|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.3" />
<sup>3</sup>Πυρ κατατρωγει εμπροσθεν αυτου και φλοξ κατακαιει οπισθεν αυτου· η γη ειναι ως ο παραδεισος της Εδεμ εμπροσθεν αυτου, και οπισθεν αυτου πεδιας ηφανισμενη· και βεβαιως δεν θελει εκφυγει απ' αυτου ουδεν.
<scripture passage="Joel 2:4" parsed="|Joel|2|4|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.4" />
<sup>4</sup>Η θεα αυτων ειναι ως θεα ιππων, και ως ιππεις, ουτω θελουσι τρεχει.
<scripture passage="Joel 2:5" parsed="|Joel|2|5|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.5" />
<sup>5</sup>Ως κροτος αμαξων θελουσι πηδα επι τας κορυφας των ορεων, ως ηχος φλογος πυρος, ητις κατατρωγει την καλαμην, ως ισχυρος λαος παρατεταγμενος εις μαχην.
<scripture passage="Joel 2:6" parsed="|Joel|2|6|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.6" />
<sup>6</sup>Ενωπιον αυτου οι λαοι θελουσι κατατρομαξει· παντα τα προσωπα θελουσιν αποσβολωθη.
<scripture passage="Joel 2:7" parsed="|Joel|2|7|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.7" />
<sup>7</sup>Θελουσι τρεξει ως μαχηται, ως ανδρες πολεμισται θελουσιν αναβη το τειχος, και θελουσιν υπαγει εκαστος εις την οδον αυτου και δεν θελουσι χαλασει τας ταξεις αυτων.
<scripture passage="Joel 2:8" parsed="|Joel|2|8|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.8" />
<sup>8</sup>Και δεν θελουσι σπρωξει ο εις τον αλλον· θελουσι περιπατει εκαστος εις την οδον αυτου, και πιπτοντες επι τα βελη δεν θελουσι πληγωθη.
<scripture passage="Joel 2:9" parsed="|Joel|2|9|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.9" />
<sup>9</sup>Θελουσι περιτρεχει εν τη πολει, θελουσι δραμει επι το τειχος, θελουσιν αναβαινει επι τας οικιας, θελουσιν εμβαινει δια των θυριδων ως κλεπτης.
<scripture passage="Joel 2:10" parsed="|Joel|2|10|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.10" />
<sup>10</sup>Η γη θελει σεισθη εμπροσθεν αυτων, οι ουρανοι θελουσι τρεμει, ο ηλιος και η σεληνη θελουσι συσκοτασει, και τα αστρα θελουσι συρει οπισω το φεγγος αυτων.
<scripture passage="Joel 2:11" parsed="|Joel|2|11|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.11" />
<sup>11</sup>Και ο Κυριος θελει εκπεμψει την φωνην αυτου εμπροσθεν του στρατευματος αυτου· διοτι το στρατοπεδον αυτου ειναι μεγα σφοδρα, διοτι ο εκτελων τον λογον αυτου ειναι ισχυρος, διοτι η ημερα του Κυριου ειναι μεγαλη και τρομερα σφοδρα και τις δυναται να υποφερη αυτην;
<scripture passage="Joel 2:12" parsed="|Joel|2|12|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.12" />
<sup>12</sup>Και τωρα δια τουτο, λεγει Κυριος, επιστρεψατε προς εμε εξ ολης της καρδιας υμων και εν νηστεια και εν κλαυθμω και εν πενθει.
<scripture passage="Joel 2:13" parsed="|Joel|2|13|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.13" />
<sup>13</sup>Και διαρρηξατε την καρδιαν σας και μη τα ιματια σας και επιστρεψατε προς Κυριον τον Θεον σας· διοτι ειναι ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος και μεταμελουμενος δια το κακον.
<scripture passage="Joel 2:14" parsed="|Joel|2|14|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.14" />
<sup>14</sup>Τις οιδεν, αν θελη επιστρεψει και μεταμεληθη και αφησει ευλογιαν κατοπιν αυτου, προσφοραν και σπονδην εις Κυριον τον Θεον υμων;
<scripture passage="Joel 2:15" parsed="|Joel|2|15|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.15" />
<sup>15</sup>Σαλπισατε σαλπιγγα εν Σιων, αγιασατε νηστειαν, κηρυξατε συναξιν επισημον.
<scripture passage="Joel 2:16" parsed="|Joel|2|16|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.16" />
<sup>16</sup>Συναθροισατε τον λαον, αγιασατε την συναξιν, συναξατε τους πρεσβυτερους, συναθροισατε τα νηπια και τα θηλαζοντα μαστους· ας εξελθη ο νυμφιος εκ του κοιτωνος αυτου και η νυμφη εκ του θαλαμου αυτης.
<scripture passage="Joel 2:17" parsed="|Joel|2|17|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.17" />
<sup>17</sup>Ας κλαυσωσιν οι ιερεις, οι λειτουργοι του Κυριου, μεταξυ της στοας και του θυσιαστηριου, και ας ειπωσι, Φεισαι, Κυριε, του λαου σου και μη δωσης την κληρονομιαν σου εις ονειδος, ωστε να κυριευσωσιν αυτους τα εθνη· δια τι να ειπωσι μεταξυ των λαων, Που ειναι ο Θεος αυτων;
<scripture passage="Joel 2:18" parsed="|Joel|2|18|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.18" />
<sup>18</sup>Και ο Κυριος θελει ζηλοτυπησει δια την γην αυτου και θελει φεισθη του λαου αυτου.
<scripture passage="Joel 2:19" parsed="|Joel|2|19|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.19" />
<sup>19</sup>Ναι, ο Κυριος θελει αποκριθη και ειπει προς τον λαον αυτου, Ιδου, εγω θελω εξαποστειλει προς υμας τον σιτον και τον οινον και το ελαιον και θελετε εμπλησθη απ' αυτων, και δεν θελω σας καμει πλεον ονειδος μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Joel 2:20" parsed="|Joel|2|20|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.20" />
<sup>20</sup>Αλλα θελω απομακρυνει απο σας τον εκ του βορρα πολεμιον, και θελω εξωσει αυτον εις γην ανυδρον και ερημον, με το προσωπον αυτου προς την ανατολικην θαλασσαν, το δε οπισθεν αυτου μερος προς την θαλασσαν την δυτικην, και η δυσωδια αυτου θελει αναβη και η κακη οσμη αυτου θελει υψωθη, διοτι επραξε μεγαλα.
<scripture passage="Joel 2:21" parsed="|Joel|2|21|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.21" />
<sup>21</sup>Μη φοβου, γη· χαιρε και ευφραινου· διοτι ο Κυριος θελει καμει μεγαλεια.
<scripture passage="Joel 2:22" parsed="|Joel|2|22|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.22" />
<sup>22</sup>Μη τρομαζετε, κτηνη της πεδιαδος· διοτι αι βοσκαι της ερημου βλαστανουσι, διοτι το δενδρον φερει τον καρπον αυτου, η συκη και η αμπελος εκδιδουσι την δυναμιν αυτων.
<scripture passage="Joel 2:23" parsed="|Joel|2|23|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.23" />
<sup>23</sup>Και, τα τεκνα της Σιων, χαιρετε και ευφραινεσθε εις Κυριον τον Θεον σας· διοτι εδωκεν εις εσας την πρωιμον βροχην εγκαιρως και θελει βρεξει εις εσας βροχην πρωιμον και οψιμον ως προτερον.
<scripture passage="Joel 2:24" parsed="|Joel|2|24|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.24" />
<sup>24</sup>Και τα αλωνια θελουσι γεμισθη απο σιτου και οι ληνοι θελουσιν υπερεκχειλισει απο οινου και ελαιου.
<scripture passage="Joel 2:25" parsed="|Joel|2|25|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.25" />
<sup>25</sup>Και θελω αναπληρωσει εις εσας τα ετη, τα οποια κατεφαγεν η ακρις, ο βρουχος και η ερυσιβη και η καμπη, το στρατευμα μου το μεγα, το οποιον εξαπεστειλα εναντιον σας.
<scripture passage="Joel 2:26" parsed="|Joel|2|26|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.26" />
<sup>26</sup>Και θελετε φαγει αφθονως και χορτασθη και αινεσει το ονομα Κυριου του Θεου σας· οστις εκαμε θαυμασια με σας· και ο λαος μου δεν θελει καταισχυνθη εις τον αιωνα.
<scripture passage="Joel 2:27" parsed="|Joel|2|27|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.27" />
<sup>27</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι εν μεσω του Ισραηλ και εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας και δεν ειναι αλλος ουδεις· και ο λαος μου δεν θελει καταισχυνθη εις τον αιωνα.
<scripture passage="Joel 2:28" parsed="|Joel|2|28|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.28" />
<sup>28</sup>Και μετα ταυτα θελω εκχεει το πνευμα μου επι πασαν σαρκα· και θελουσι προφητευσει οι υιοι σας και αι θυγατερες σας· οι πρεσβυτεροι σας θελουσιν ενυπνιασθη ενυπνια, οι νεανισκοι σας θελουσιν ιδει ορασεις.
<scripture passage="Joel 2:29" parsed="|Joel|2|29|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.29" />
<sup>29</sup>Και ετι επι τους δουλους μου και επι τας δουλας μου εν ταις ημεραις εκειναις θελω εκχεει το πνευμα μου.
<scripture passage="Joel 2:30" parsed="|Joel|2|30|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.30" />
<sup>30</sup>Και θελω δειξει τερατα εν τοις ουρανοις και επι της γης, αιμα και πυρ και ατμιδα καπνου.
<scripture passage="Joel 2:31" parsed="|Joel|2|31|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.31" />
<sup>31</sup>Ο ηλιος θελει μεταστραφη εις σκοτος και η σεληνη εις αιμα, πριν ελθη η ημερα του Κυριου η μεγαλη και επιφανης.
<scripture passage="Joel 2:32" parsed="|Joel|2|32|0|0" osisRef="Bible:Joel.2.32" />
<sup>32</sup>Και πας οστις επικαλεσθη το ονομα του Κυριου, θελει σωθη· διοτι εν τω ορει Σιων και εν Ιερουσαλημ θελει εισθαι σωτηρια, καθως ειπεν ο Κυριος, και εις τους υπολοιπους τους οποιους ο Κυριος θελει προσκαλεσει.
</p>
</div3>

<div3 title="Joel 3" progress="74.58%" prev="Joel.2" next="Amos" id="Joel.3">
<h3 id="Joel.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Joel.3-p1">
<scripture passage="Joel 3:1" parsed="|Joel|3|1|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.1" />
<sup>1</sup>Διοτι, ιδου, εν ταις ημεραις εκειναις και εν τω καιρω εκεινω, οταν επιστρεψω τους αιχμαλωτους του Ιουδα και της Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Joel 3:2" parsed="|Joel|3|2|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.2" />
<sup>2</sup>θελω συναξει ετι παντα τα εθνη και θελω καταβιβασει αυτα εις την κοιλαδα του Ιωσαφατ, και θελω κριθη μετ' αυτων εκει υπερ του λαου μου και της κληρονομιας μου Ισραηλ, τον οποιον διεσπειραν μεταξυ των εθνων και διεμοιρασθησαν την γην μου·
<scripture passage="Joel 3:3" parsed="|Joel|3|3|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.3" />
<sup>3</sup>και ερριψαν κληρους δια τον λαον μου· και εδωκαν παιδιον δια πορνην και επωλουν κορασιον δια οινον και επινον.
<scripture passage="Joel 3:4" parsed="|Joel|3|4|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.4" />
<sup>4</sup>Και ετι τι εχετε σεις να καμητε μετ' εμου, Τυρε και Σιδων και παντα τα ορια της Παλαιστινης; θελετε μοι ανταποδωσει ανταποδομα; εαν σεις ανταποδωσητε εις εμε, χωρις αργοποριας ταχεως θελω επιστρεψει το ανταποδομα σας επι την κεφαλην σας.
<scripture passage="Joel 3:5" parsed="|Joel|3|5|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ελαβετε το αργυριον μου και το χρυσιον μου, και τα εκλεκτα μου αγαθα εφερετε εις τους ναους σας.
<scripture passage="Joel 3:6" parsed="|Joel|3|6|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.6" />
<sup>6</sup>Τους δε υιους Ιουδα και τους υιους Ιερουσαλημ επωλησατε εις τους υιους των Ελληνων, δια να απομακρυνητε αυτους απο των οριων αυτων.
<scripture passage="Joel 3:7" parsed="|Joel|3|7|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, εγω θελω εγειρει αυτους απο του τοπου οπου επωλησατε αυτους, και θελω επιστρεψει το ανταποδομα σας επι την κεφαλην σας.
<scripture passage="Joel 3:8" parsed="|Joel|3|8|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.8" />
<sup>8</sup>Και θελω πωλησει τους υιους σας και τας θυγατερας σας εις την χειρα των υιων Ιουδα, και θελουσι πωλησει αυτους εις τους Σαβαιους, εις εθνος μακραν απεχον· διοτι ο Κυριος ελαλησε.
<scripture passage="Joel 3:9" parsed="|Joel|3|9|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.9" />
<sup>9</sup>Κηρυξατε τουτο εν τοις εθνεσιν, αγιασατε πολεμον, διεγειρατε τους μαχητας, ας πλησιασωσιν, ας αναβαινωσι παντες οι ανδρες του πολεμου·
<scripture passage="Joel 3:10" parsed="|Joel|3|10|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.10" />
<sup>10</sup>σφυρηλατησατε τα υνια σας εις ρομφαιας και τα δρεπανα σας εις λογχας· ο αδυνατος ας λεγη, Εγω ειμαι δυνατος·
<scripture passage="Joel 3:11" parsed="|Joel|3|11|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.11" />
<sup>11</sup>Συναθροισθητε και ελθετε κυκλοθεν, παντα τα εθνη, και συναχθητε ομου· εκει θελει καταστρεψει ο Κυριος τους ισχυρους σου.
<scripture passage="Joel 3:12" parsed="|Joel|3|12|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.12" />
<sup>12</sup>Ας εγερθωσι και ας αναβωσι τα εθνη εις την κοιλαδα του Ιωσαφατ· διοτι εκει θελω καθησει δια να κρινω παντα τα εθνη τα κυκλοθεν.
<scripture passage="Joel 3:13" parsed="|Joel|3|13|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.13" />
<sup>13</sup>Βαλετε δρεπανον, διοτι ο θερισμος ειναι ωριμος· ελθετε, καταβητε· διοτι ο ληνος ειναι πληρης, τα υποληνια υπερεκχειλιζουσιν· επειδη η κακια αυτων ειναι μεγαλη.
<scripture passage="Joel 3:14" parsed="|Joel|3|14|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.14" />
<sup>14</sup>Πληθη, πληθη εις την κοιλαδα της δικης· διοτι εγγυς ειναι η ημερα του Κυριου εις την κοιλαδα της δικης.
<scripture passage="Joel 3:15" parsed="|Joel|3|15|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.15" />
<sup>15</sup>Ο ηλιος και σεληνη θελουσι συσκοτασει και οι αστερες θελουσι συρει οπισω το φεγγος αυτων.
<scripture passage="Joel 3:16" parsed="|Joel|3|16|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Κυριος θελει βρυχησει εκ Σιων και εκπεμψει την φωνην αυτου εξ Ιερουσαλημ· και οι ουρανοι και η γη θελουσι σεισθη· αλλ' ο Κυριος θελει εισθαι το καταφυγιον του λαου αυτου και η ισχυς των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Joel 3:17" parsed="|Joel|3|17|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.17" />
<sup>17</sup>Ουτω θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας, ο κατοικων εν Σιων, τω ορει τω αγιω μου· τοτε η Ιερουσαλημ θελει εισθαι αγια και αλλογενεις δεν θελουσι διελθει δι' αυτης πλεον.
<scripture passage="Joel 3:18" parsed="|Joel|3|18|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.18" />
<sup>18</sup>Και εν τη ημερα εκεινη τα ορη θελουσι σταλαξει γλευκος και οι λοφοι θελουσι ρεει γαλα και παντες οι ρυακες του Ιουδα θελουσι ρεει υδατα και πηγη θελει εξελθει εκ του οικου του Κυριου και θελει ποτιζει την φαραγγα του Σιττειμ.
<scripture passage="Joel 3:19" parsed="|Joel|3|19|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.19" />
<sup>19</sup>Η Αιγυπτος θελει εισθαι ηρημωμενη και ο Εδωμ θελει εισθαι ερημος αβατος δια τας εις τους υιους Ιουδα αδικιας, διοτι εχυσαν αιμα αθωον εν τη γη αυτων.
<scripture passage="Joel 3:20" parsed="|Joel|3|20|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.20" />
<sup>20</sup>Η δε Ιουδαια θελει κατοικεισθαι εις τον αιωνα και η Ιερουσαλημ εις γενεας γενεων.
<scripture passage="Joel 3:21" parsed="|Joel|3|21|0|0" osisRef="Bible:Joel.3.21" />
<sup>21</sup>Και θελω καθαρισει το αιμα αυτων, το οποιον δεν εκαθαρισα· διοτι ο Κυριος κατοικει εν Σιων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Amos" progress="74.65%" prev="Joel.3" next="Amos.1" id="Amos">
<h2 id="Amos-p0.1">Amos</h2>

<div3 title="Amos 1" progress="74.65%" prev="Amos" next="Amos.2" id="Amos.1">
<h3 id="Amos.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Amos.1-p1">
<scripture passage="Amos 1:1" parsed="|Amos|1|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.1" />
<sup>1</sup>Οι λογοι του Αμως, οστις ητο εκ των βοσκων της Θεκουε, τους οποιους ειδε περι του Ισραηλ εν ταις ημεραις Οζιου βασιλεως του Ιουδα, και εν ταις ημεραις Ιεροβοαμ, υιου του Ιωας βασιλεως του Ισραηλ, δυο ετη προ του σεισμου.
<scripture passage="Amos 1:2" parsed="|Amos|1|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν, Ο Κυριος θελει βρυχησει εκ Σιων και θελει εκπεμψει την φωνην αυτου εξ Ιερουσαλημ· και αι κατοικιαι των ποιμενων θελουσι πενθησει, και η κορυφη του Καρμηλου θελει ξηρανθη.
<scripture passage="Amos 1:3" parsed="|Amos|1|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει Κυριος· δια τας τρεις παραβασεις της Δαμασκου και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτης, διοτι ηλωνισαν την Γαλααδ με τριβολους σιδηρους·
<scripture passage="Amos 1:4" parsed="|Amos|1|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.4" />
<sup>4</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ εις τον οικον Αζαηλ και θελει καταφαγει τα παλατια του Βεν-αδαδ.
<scripture passage="Amos 1:5" parsed="|Amos|1|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.5" />
<sup>5</sup>Και θελω συντριψει τους μοχλους της Δαμασκου και εξολοθρευσει τον κατοικον απο της πεδιαδος Αβεν και τον κρατουντα το σκηπτρον απο του οικου Εδεν, και ο λαος της Συριας θελει φερθη αιχμαλωτος εις Κιρ, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 1:6" parsed="|Amos|1|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.6" />
<sup>6</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις της Γαζης και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτης· διοτι ηχμαλωτισαν τον λαον μου αιχμαλωσιαν τελειαν, δια να παραδωσωσιν αυτους εις τον Εδωμ·
<scripture passage="Amos 1:7" parsed="|Amos|1|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.7" />
<sup>7</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ εις το τειχος της Γαζης και θελει καταφαγει τα παλατια αυτης.
<scripture passage="Amos 1:8" parsed="|Amos|1|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.8" />
<sup>8</sup>Και θελω εξολοθρευσει τον κατοικον απο της Αζωτου και τον κρατουντα το σκηπτρον απο της Ασκαλωνος, και θελω στρεψει την χειρα μου εναντιον της Ακκαρων και το υπολοιπον των Φιλισταιων θελει απολεσθη, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Amos 1:9" parsed="|Amos|1|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις της Τυρου και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτης· διοτι παρεδωκαν τον λαον μου εις αιχμαλωσιαν τελειαν εις τον Εδωμ και δεν ενεθυμηθησαν την αδελφικην συνθηκην·
<scripture passage="Amos 1:10" parsed="|Amos|1|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.10" />
<sup>10</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ εις το τειχος της Τυρου και θελει καταφαγει τα παλατια αυτης.
<scripture passage="Amos 1:11" parsed="|Amos|1|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.11" />
<sup>11</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις του Εδωμ και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτου, διοτι κατεδιωξε τον αδελφον αυτου εν ρομφαια και ηθετησε την ευσπλαγχνιαν αυτου, και ο θυμος αυτου κατεσπαραττεν ακαταπαυστως και εφυλαττε την οργην αυτου παντοτεινα·
<scripture passage="Amos 1:12" parsed="|Amos|1|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.12" />
<sup>12</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ επι Θαιμαν και θελει καταφαγει τα παλατια της Βοσορρας.
<scripture passage="Amos 1:13" parsed="|Amos|1|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.13" />
<sup>13</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις των υιων Αμμων και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτου, διοτι διεσχιζον τας εγκυμονουσας της Γαλααδ, δια να πλατυνωσι το οριον αυτων·
<scripture passage="Amos 1:14" parsed="|Amos|1|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.14" />
<sup>14</sup>αλλα θελω αναψει πυρ εις το τειχος της Ραββα και θελει καταφαγει τα παλατια αυτης, μετα κραυγης εν τη ημερα της μαχης, μετα ανεμοστροβιλου εν τη ημερα της θυελλης.
<scripture passage="Amos 1:15" parsed="|Amos|1|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.1.15" />
<sup>15</sup>Και ο βασιλευς αυτων θελει υπαγει εις αιχμαλωσιαν, αυτος και οι αρχοντες αυτου ομου, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 2" progress="74.71%" prev="Amos.1" next="Amos.3" id="Amos.2">
<h3 id="Amos.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Amos.2-p1">
<scripture passage="Amos 2:1" parsed="|Amos|2|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.1" />
<sup>1</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις του Μωαβ και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτου· διοτι κατεκαυσε τα οστα του βασιλεως του Εδωμ μεχρι κονιας·
<scripture passage="Amos 2:2" parsed="|Amos|2|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.2" />
<sup>2</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ επι τον Μωαβ και θελει καταφαγει τα παλατια της Κιριωθ· και ο Μωαβ θελει αποθανει μετα θορυβου, μετα κραυγης, μετ' ηχου σαλπιγγος.
<scripture passage="Amos 2:3" parsed="|Amos|2|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.3" />
<sup>3</sup>Και θελω εξολοθρευσει τον κριτην εκ μεσου αυτου, και θελω αποκτεινει παντας τους αρχοντας αυτου μετ' αυτου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 2:4" parsed="|Amos|2|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις του Ιουδα και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτου, διοτι κατεφρονησαν τον νομον του Κυριου και δεν εφυλαξαν τα προσταγματα αυτου και επλανησαν αυτους τα ματαια αυτων, κατοπιν των οποιων περιεπατησαν οι πατερες αυτων·
<scripture passage="Amos 2:5" parsed="|Amos|2|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.5" />
<sup>5</sup>αλλα θελω εξαποστειλει πυρ επι τον Ιουδαν και θελει καταφαγει τα παλατια της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Amos 2:6" parsed="|Amos|2|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.6" />
<sup>6</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Δια τας τρεις παραβασεις του Ισραηλ και δια τας τεσσαρας δεν θελω αποστρεψει την τιμωριαν αυτου διοτι επωλησαν τον δικαιον δι' αργυριον και τον πενητα δια ζευγος υποδηματων·
<scripture passage="Amos 2:7" parsed="|Amos|2|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.7" />
<sup>7</sup>οιτινες ποθουσι να βλεπωσι την κονιν της γης επι την κεφαλην των πτωχων και εκκλινουσι την οδον των πενητων· και υιος και πατηρ αυτου υπαγουσι προς την αυτην παιδισκην, δια να βεβηλονωσι το ονομα το αγιον μου·
<scripture passage="Amos 2:8" parsed="|Amos|2|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.8" />
<sup>8</sup>και πλαγιαζουσι πλησιον παντος θυσιαστηριου επι ενδυματων ενεχυριασμενων, και πινουσιν εν τω οικω των θεων αυτων τον οινον των καταδυναστευομενων.
<scripture passage="Amos 2:9" parsed="|Amos|2|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' εγω εξωλοθρευσα τον Αμορραιον απ' εμπροσθεν αυτων, του οποιου το υψος ητο ως το υψος των κεδρων και αυτος ισχυρος ως αι δρυς· και ηφανισα τον καρπον αυτου επανωθεν και τας ριζας αυτου υποκατωθεν.
<scripture passage="Amos 2:10" parsed="|Amos|2|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.10" />
<sup>10</sup>Και εγω σας ανεβιβασα εκ γης Αιγυπτου και σας περιεφερον τεσσαρακοντα ετη δια της ερημου, δια να κληρονομησητε την γην του Αμορραιου.
<scripture passage="Amos 2:11" parsed="|Amos|2|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.11" />
<sup>11</sup>Και ανεστησα εκ των υιων σας δια προφητας και εκ των νεανισκων σας δια Ναζηραιους. Δεν ειναι ουτως, υιοι Ισραηλ; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 2:12" parsed="|Amos|2|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.12" />
<sup>12</sup>Σεις δε εποτιζετε τους Ναζηραιους οινον και προσεταξατε τους προφητας λεγοντες, Μη προφητευσητε.
<scripture passage="Amos 2:13" parsed="|Amos|2|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, εγω θελω καταθλιψει υμας εν τω τοπω υμων, καθως καταθλιβεται η αμαξα η πληρης δραγματων.
<scripture passage="Amos 2:14" parsed="|Amos|2|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.14" />
<sup>14</sup>Και η φυγη θελει χαθη απο του δρομεως και ο ανδρειος δεν θελει στερεωσει την ισχυν αυτου και ο ισχυρος δεν θελει διασωσει την ψυχην αυτου,
<scripture passage="Amos 2:15" parsed="|Amos|2|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.15" />
<sup>15</sup>και ο τοξοτης δεν θελει δυνηθη να σταθη· και ο ταχυπους να εκφυγη και ο ιππευς να σωση την ζωην αυτου,
<scripture passage="Amos 2:16" parsed="|Amos|2|16|0|0" osisRef="Bible:Amos.2.16" />
<sup>16</sup>και ο μεταξυ των δυνατων γενναιοκαρδιος γυμνος θελει φυγει εν εκεινη τη ημερα, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 3" progress="74.77%" prev="Amos.2" next="Amos.4" id="Amos.3">
<h3 id="Amos.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Amos.3-p1">
<scripture passage="Amos 3:1" parsed="|Amos|3|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τον λογον τουτον, τον οποιον ελαλησεν ο Κυριος εναντιον σας, υιοι Ισραηλ, εναντιον παντος του γενους, το οποιον ανεβιβασα εκ γης Αιγυπτου λεγων,
<scripture passage="Amos 3:2" parsed="|Amos|3|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.2" />
<sup>2</sup>Εσας μονον εγνωρισα εκ παντων των γενων της γης· δια τουτο θελω σας τιμωρησει δια πασας τας ανομιας σας.
<scripture passage="Amos 3:3" parsed="|Amos|3|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.3" />
<sup>3</sup>Δυνανται δυο να περιπατησωσιν ομου, εαν δεν ηναι συμφωνοι;
<scripture passage="Amos 3:4" parsed="|Amos|3|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.4" />
<sup>4</sup>Θελει βρυχησει ο λεων εν τω δρυμω, εαν δεν εχη θηραν; θελει εκπεμψει την φωνην αυτου ο σκυμνος απο της κατοικιας αυτου, αν δεν επιασε τι;
<scripture passage="Amos 3:5" parsed="|Amos|3|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.5" />
<sup>5</sup>Δυναται πτηνον να πεση εις παγιδα επι της γης, οπου δεν ειναι βροχος δι' αυτο; ηθελε σηκωθη παγις εκ της γης, χωρις να πιασθη τι;
<scripture passage="Amos 3:6" parsed="|Amos|3|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.6" />
<sup>6</sup>Δυναται να ηχηση σαλπιγξ εν πολει και ο λαος να μη πτοηθη; δυναται να γεινη συμφορα εν πολει και ο Κυριος να μη εκαμεν αυτην;
<scripture passage="Amos 3:7" parsed="|Amos|3|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.7" />
<sup>7</sup>Βεβαιως Κυριος ο Θεος δεν θελει καμει ουδεν, χωρις να αποκαλυψη το αποκρυφον αυτου εις τους δουλους αυτου τους προφητας.
<scripture passage="Amos 3:8" parsed="|Amos|3|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.8" />
<sup>8</sup>Ο λεων εβρυχησε· τις δεν θελει φοβηθη; Κυριος ο Θεος ελαλησε· τις δεν θελει προφητευσει;
<scripture passage="Amos 3:9" parsed="|Amos|3|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.9" />
<sup>9</sup>Κηρυξατε προς τα παλατια της Αζωτου και προς τα παλατια της γης της Αιγυπτου και ειπατε, Συναχθητε επι τα ορη της Σαμαρειας και ιδετε τους μεγαλους θορυβους εν μεσω αυτης και τας καταδυναστειας εν μεσω αυτης,
<scripture passage="Amos 3:10" parsed="|Amos|3|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.10" />
<sup>10</sup>διοτι δεν εξευρουσι να πραττωσι το ορθον, λεγει Κυριος, οι θησαυριζοντες αδικιαν και αρπαγην εν τοις παλατιοις αυτων.
<scripture passage="Amos 3:11" parsed="|Amos|3|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Εχθρος θελει περικυκλωσει την γην σου και θελει καταβαλει την ισχυν σου απο σου και τα παλατια σου θελουσι διαρπαγη.
<scripture passage="Amos 3:12" parsed="|Amos|3|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.12" />
<sup>12</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Καθως ο ποιμην αποσπα απο του στοματος του λεοντος δυο σκελη η λοβον ωτιου, ουτω θελουσιν αποσπασθη οι υιοι Ισραηλ, οι κατοικουντες εν Σαμαρεια απο της γωνιας της κλινης και εν Δαμασκω απο της στρωμνης.
<scripture passage="Amos 3:13" parsed="|Amos|3|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.13" />
<sup>13</sup>Ακουσατε και διαμαρτυρηθητε προς τον οικον Ιακωβ, λεγει Κυριος ο Θεος, ο Θεος των δυναμεων,
<scripture passage="Amos 3:14" parsed="|Amos|3|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.14" />
<sup>14</sup>οτι καθ' ην ημεραν επισκεφθω τας παραβασεις του Ισραηλ επ' αυτον, θελω επισκεφθη και τα θυσιαστηρια της Βαιθηλ, και τα κερατα του θυσιαστηριου θελουσιν εκκοπη και πεσει κατα γης.
<scripture passage="Amos 3:15" parsed="|Amos|3|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.3.15" />
<sup>15</sup>Και θελω παταξει τον χειμερινον οικον μετα του θερινου οικου, και οι οικοι οι ελεφαντινοι θελουσιν απολεσθη και οι οικοι οι μεγαλοι θελουσιν αφανισθη, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 4" progress="74.82%" prev="Amos.3" next="Amos.5" id="Amos.4">
<h3 id="Amos.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Amos.4-p1">
<scripture passage="Amos 4:1" parsed="|Amos|4|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τον λογον τουτον, δαμαλεις της Βασαν, αι εν τω ορει της Σαμαρειας, αι καταδυναστευουσαι τους πτωχους, αι καταθλιβουσαι τους πενητας, αι λεγουσαι προς τους κυριους αυτων, Φερετε και ας πιωμεν.
<scripture passage="Amos 4:2" parsed="|Amos|4|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.2" />
<sup>2</sup>Κυριος ο Θεος ωμοσεν εις την αγιοτητα αυτου οτι ιδου, ημεραι ερχονται εις υμας, καθ' ας θελουσι σας πιασει με αγκιστρα και τους απογονους σας με καμακια αλιευτικα.
<scripture passage="Amos 4:3" parsed="|Amos|4|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.3" />
<sup>3</sup>Και θελετε εξελθει απο τας χαλαστρας εκαστη απ' ευθειας ενωπιον αυτης, και θελετε απορριψει παντα τα του παλατιου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:4" parsed="|Amos|4|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.4" />
<sup>4</sup>Ελθετε εις Βαιθηλ και ασεβησατε· εν Γαλγαλοις πληθυνατε την ασεβειαν· και φερετε τας θυσιας σας κατα πασαν πρωιαν, τα δεκατα σας κατα πασαν τριετιαν.
<scripture passage="Amos 4:5" parsed="|Amos|4|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.5" />
<sup>5</sup>Και προσφερετε εις θυσιαν ευχαριστιας αρτον ενζυμον, και κηρυξατε τας αυτοπροαιρετους προσφορας· αναγγειλατε αυτας· διοτι ουτως αγαπατε, υιοι Ισραηλ, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Amos 4:6" parsed="|Amos|4|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.6" />
<sup>6</sup>Και εγω οτι σας εδωκα πειναν εν πασαις ταις πολεσιν υμων και ελλειψιν αρτου εν πασι τοις τοποις υμων, και δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:7" parsed="|Amos|4|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.7" />
<sup>7</sup>Και εγω προσετι εκρατησα την βροχην απο σας, οτε εμενον τρεις μηνες ετι εως του θερους· και εβρεξα επι μιαν πολιν και επι αλλην πολιν δεν εβρεξα· μια μερις εβραχη και η μερις, επι την οποιαν δεν εβρεξεν εξηρανθη.
<scripture passage="Amos 4:8" parsed="|Amos|4|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.8" />
<sup>8</sup>Ουτω δυο τρεις πολεις υπηγαν περιπλανωμεναι εις μιαν πολιν να πιωσιν υδωρ και δεν εχορτασθησαν, και δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:9" parsed="|Amos|4|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.9" />
<sup>9</sup>Σας επαταξα με ανεμοφθοριαν και ερυσιβην· το πληθος των κηπων σας και των αμπελωνων σας και των συκεωνων σας και των ελαιωνων σας κατεφαγεν η καμπη, και δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:10" parsed="|Amos|4|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.10" />
<sup>10</sup>Εξαπεστειλα εφ' ημας θανατικον κατα τον τροπον της Αιγυπτου· τους νεανισκους σας εθανατωσα εν ρομφαια, αιχμαλωτισας και τους ιππους σας· και ανεβιβασα την δυσωδιαν των στρατοπεδων σας εως των μυκτηρων σας, και δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:11" parsed="|Amos|4|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.11" />
<sup>11</sup>Σας κατεστρεψα, καθως ο Θεος κατεστρεψε τα Σοδομα και τα Γομορρα, και εγεινετε ως δαυλος απεσπασμενος απο της πυρκαιας, και δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 4:12" parsed="|Amos|4|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο ουτω θελω καμει εις σε, Ισραηλ· οθεν, επειδη θελω καμει τουτο εις σε, ετοιμασθητι να απαντησης τον Θεον σου, Ισραηλ.
<scripture passage="Amos 4:13" parsed="|Amos|4|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.4.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ιδου, ο μορφων τα ορη και κατασκευαζων τον ανεμον και απαγγελλων προς τον ανθρωπον τις ειναι ο στοχασμος αυτου, ο ποιων την αυγην σκοτος και επιβαινων επι τα υψη της γης, Κυριος ο Θεος των δυναμεων ειναι το ονομα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 5" progress="74.87%" prev="Amos.4" next="Amos.6" id="Amos.5">
<h3 id="Amos.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Amos.5-p1">
<scripture passage="Amos 5:1" parsed="|Amos|5|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τον λογον τουτον, τον θρηνον τον οποιον εγω αναλαμβανω εναντιον σας, οικος Ισραηλ.
<scripture passage="Amos 5:2" parsed="|Amos|5|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.2" />
<sup>2</sup>Επεσε· δεν θελει σηκωθη πλεον η παρθενος του Ισραηλ· ειναι ερριμμενη επι της γης αυτης· δεν υπαρχει ο ανιστων αυτην.
<scripture passage="Amos 5:3" parsed="|Amos|5|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος· Η πολις, εξ ης εξηρχοντο χιλιοι, θελει μεινει με εκατον· και εξ ης εξηρχοντο εκατον, θελει μεινει με δεκα εν τω οικω Ισραηλ.
<scripture passage="Amos 5:4" parsed="|Amos|5|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ουτω λεγει Κυριος προς τον οικον του Ισραηλ· Εκζητησατε με και θελετε ζησει.
<scripture passage="Amos 5:5" parsed="|Amos|5|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.5" />
<sup>5</sup>Και μη εκζητειτε την Βαιθηλ και μη εισερχεσθε εις Γαλγαλα και μη διαβαινετε εις Βηρ-σαβεε· διοτι τα Γαλγαλα θελουσιν υπαγει εξαπαντος εις αιχμαλωσιαν και η Βαιθηλ θελει καταντησει εις το μηδεν.
<scripture passage="Amos 5:6" parsed="|Amos|5|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.6" />
<sup>6</sup>Εκζητησατε τον Κυριον και θελετε ζησει, μηπως εφορμηση ως πυρ επι τον οικον Ιωσηφ και καταφαγη αυτον και δεν υπαρχη ο σβυνων την Βαιθηλ.
<scripture passage="Amos 5:7" parsed="|Amos|5|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.7" />
<sup>7</sup>Σεις, οι μεταστρεφοντες την κρισιν εις αψινθιον και απορριπτοντες κατα γης την δικαιοσυνην,
<scripture passage="Amos 5:8" parsed="|Amos|5|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.8" />
<sup>8</sup>εκζητησατε τον ποιουντα την Πλειαδα και τον Ωριωνα και μετατρεποντα την σκιαν του θανατου εις αυγην και σκοτιζοντα την ημεραν εις νυκτα, τον προσκαλουντα τα υδατα της θαλασσης και εκχεοντα αυτα επι το προσωπον της γης· Κυριος ειναι το ονομα αυτου·
<scripture passage="Amos 5:9" parsed="|Amos|5|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.9" />
<sup>9</sup>τον εγειροντα αφανισμον κατα του ισχυρου και επαγοντα αφανισμον εις τα οχυρωματα.
<scripture passage="Amos 5:10" parsed="|Amos|5|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.10" />
<sup>10</sup>Μισουσι τον ελεγχοντα εν τη πυλη και βδελυττονται τον λαλουντα εν ευθυτητι.
<scripture passage="Amos 5:11" parsed="|Amos|5|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.11" />
<sup>11</sup>Οθεν, επειδη καταθλιβετε τον πτωχον και λαμβανετε απ' αυτου φορον σιτου, αν και ωκοδομησατε οικους λαξευτους, δεν θελετε ομως κατοικησει εν αυτοις· αν και εφυτευσατε αμπελωνας επιθυμητους, δεν θελετε ομως πιει τον οινον αυτων.
<scripture passage="Amos 5:12" parsed="|Amos|5|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.12" />
<sup>12</sup>Διοτι γνωριζω τας πολλας ασεβειας σας και τας ισχυρας αμαρτιας σας οιτινες καταθλιβετε τον δικαιον, δωροδοκεισθε και καταδυναστευετε τους πτωχους εν τη πυλη.
<scripture passage="Amos 5:13" parsed="|Amos|5|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ο συνετος θελει σιωπα εν τω καιρω εκεινω· διοτι ειναι καιρος κακος.
<scripture passage="Amos 5:14" parsed="|Amos|5|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.14" />
<sup>14</sup>Εκζητησατε το καλον και ουχι το κακον, δια να ζησητε· και ουτω Κυριος ο Θεος των δυναμεων θελει εισθαι μεθ' υμων, καθως ειπετε.
<scripture passage="Amos 5:15" parsed="|Amos|5|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.15" />
<sup>15</sup>Μισειτε το κακον και αγαπατε το καλον και αποκαταστησατε την κρισιν εν τη πυλη· ισως ο Κυριος ο Θεος των δυναμεων ελεηση το υπολοιπον του Ιωσηφ.
<scripture passage="Amos 5:16" parsed="|Amos|5|16|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Κυριος, λεγει ουτως· Οδυρμος εν πασαις ταις πλατειαις· και εν πασαις ταις οδοις θελουσι λεγει, Ουαι, ουαι· και θελουσι κραζει τον γεωργον εις πενθος και τους επιτηδειους θρηνωδους εις οδυρμον.
<scripture passage="Amos 5:17" parsed="|Amos|5|17|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.17" />
<sup>17</sup>Και εν πασαις ταις αμπελοις οδυρμος· διοτι θελω περασει δια μεσου σου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 5:18" parsed="|Amos|5|18|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.18" />
<sup>18</sup>Ουαι εις τους επιθυμουντας την ημεραν του Κυριου· προς τι θελει εισθαι αυτη δια σας; η ημερα του Κυριου ειναι σκοτος και ουχι φως.
<scripture passage="Amos 5:19" parsed="|Amos|5|19|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.19" />
<sup>19</sup>Ειναι ως εαν εφευγεν ανθρωπος απ' εμπροσθεν λεοντος και αρκτος απηντα αυτον, η ως εαν εισηρχετο εις οικον και επιστηριξαντα την χειρα αυτου εις τον τοιχον, εδαγκανεν αυτον οφις.
<scripture passage="Amos 5:20" parsed="|Amos|5|20|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.20" />
<sup>20</sup>Δεν θελει εισθαι σκοτος η ημερα του Κυριου και ουχι φως; μαλιστα ζοφος και φεγγος μη εχουσα;
<scripture passage="Amos 5:21" parsed="|Amos|5|21|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.21" />
<sup>21</sup>Εμισησα, απεστραφην τας εορτας σας, και δεν θελω οσφρανθη εν ταις πανηγυρεσιν υμων.
<scripture passage="Amos 5:22" parsed="|Amos|5|22|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.22" />
<sup>22</sup>Εαν μοι προσφερητε τα ολοκαυτωματα και τας θυσιας σας, δεν θελω δεχθη αυτας και δεν θελω επιβλεψει εις τας ειρηνικας θυσιας των σιτευτων σας.
<scripture passage="Amos 5:23" parsed="|Amos|5|23|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.23" />
<sup>23</sup>Αφαιρεσον απ' εμου τον ηχον των ωδων σου, και το ασμα των οργανων σου δεν θελω ακουσει.
<scripture passage="Amos 5:24" parsed="|Amos|5|24|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' η κρισις ας καταρρεη ως υδωρ και η δικαιοσυνη ως αενναος χειμαρρος.
<scripture passage="Amos 5:25" parsed="|Amos|5|25|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.25" />
<sup>25</sup>Μηποτε θυσιας και προσφορας προσεφερετε εις εμε, οικος Ισραηλ, τεσσαρακοντα ετη εν τη ερημω;
<scripture passage="Amos 5:26" parsed="|Amos|5|26|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.26" />
<sup>26</sup>Μαλιστα ανελαβετε την σκηνην του Μολοχ σας και τον Χιουν, τον αστερα του θεου σας, τα ειδωλα υμων, τα οποια εκαμετε εις αυτους.
<scripture passage="Amos 5:27" parsed="|Amos|5|27|0|0" osisRef="Bible:Amos.5.27" />
<sup>27</sup>Δια τουτο θελω σας μετοικισει επεκεινα της Δαμασκου, λεγει Κυριος· ο Θεος των δυναμεων ειναι το ονομα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 6" progress="74.95%" prev="Amos.5" next="Amos.7" id="Amos.6">
<h3 id="Amos.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Amos.6-p1">
<scripture passage="Amos 6:1" parsed="|Amos|6|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τους αμεριμνουντας εν Σιων και πεποιθοτας επι το ορος της Σαμαρειας, τα διαφημιζομενα ως εξοχα μεταξυ των εθνων και εις τα οποια ηλθεν ο οικος Ισραηλ.
<scripture passage="Amos 6:2" parsed="|Amos|6|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.2" />
<sup>2</sup>Διαβητε εις Χαλνε και ιδετε· και εκειθεν διελθετε εις Αιμαθ την μεγαλην· επειτα καταβητε εις την Γαθ των Φιλισταιων· ειναι αυται καλητεραι παρα τα βασιλεια ταυτα; το οριον αυτων μεγαλητερον παρα το οριον σας;
<scripture passage="Amos 6:3" parsed="|Amos|6|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.3" />
<sup>3</sup>Οιτινες θετετε μακραν την κακην ημεραν και φερετε πλησιον την καθεδραν της αρπαγης·
<scripture passage="Amos 6:4" parsed="|Amos|6|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.4" />
<sup>4</sup>οιτινες πλαγιαζετε επι κλινας ελεφαντινας και εξαπλονεσθε επι τας στρωμνας σας και τρωγετε τα αρνια εκ του ποιμνιου και τους μοσχους εκ μεσου της αγελης,
<scripture passage="Amos 6:5" parsed="|Amos|6|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.5" />
<sup>5</sup>οιτινες ψαλλετε εν τη φωνη της λυρας, εφευρισκετε εις εαυτους οργανα μουσικης καθως ο Δαβιδ,
<scripture passage="Amos 6:6" parsed="|Amos|6|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.6" />
<sup>6</sup>οιτινες πινετε τον οινον με φιαλας και χριεσθε με τα εξαιρετα μυρα· δια δε τον συντριμμον του Ιωσηφ δεν θλιβεσθε.
<scripture passage="Amos 6:7" parsed="|Amos|6|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο τωρα ουτοι θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν μετα των πρωτων αιχμαλωτισθησομενων, και η αγαλλιασις των εξηπλωμενων εν τω συμποσιω θελει αφαιρεθη.
<scripture passage="Amos 6:8" parsed="|Amos|6|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.8" />
<sup>8</sup>Κυριος ο Θεος ωμοσεν εις εαυτον, Κυριος ο Θεος των δυναμεων λεγει, Εγω βδελυττομαι την επαρσιν του Ιακωβ και εμισησα τα παλατια αυτου· δια τουτο θελω παραδωσει την πολιν και το πληρωμα αυτης.
<scripture passage="Amos 6:9" parsed="|Amos|6|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.9" />
<sup>9</sup>Και δεκα ανθρωποι εαν εναπολειφθωσιν εν μια οικια, θελουσιν αποθανει.
<scripture passage="Amos 6:10" parsed="|Amos|6|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.10" />
<sup>10</sup>Και ο σηκονων εκαστον αυτων θειος η ο καιων αυτον, δια να εκβαλη τα οστα εκ του οικου, θελει ειπει προς τον ευρισκομενον εις τα ενδοτερα της οικιας, Ειναι τις ετι μετα σου; Και αυτος θελει ειπει, Ουχι. Τοτε θελει ειπει, Σιωπα· διοτι δεν ειναι πλεον καιρος να αναφερωμεν το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Amos 6:11" parsed="|Amos|6|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ιδου, ο Κυριος προσταττει και θελει παταξει τον οικον τον μεγαν με συντριμμους και τον οικον τον μικρον με διαρρηξεις.
<scripture passage="Amos 6:12" parsed="|Amos|6|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.12" />
<sup>12</sup>Δυνανται να τρεξωσιν οι ιπποι επι βραχον; δυναται τις να αροτριαση εκει με βοας; σεις ομως μετεστρεψατε την κρισιν εις χολην και τον καρπον της δικαιοσυνης εις αψινθιον·
<scripture passage="Amos 6:13" parsed="|Amos|6|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.13" />
<sup>13</sup>σεις οι ευφραινομενοι εις μηδαμινα, οι λεγοντες, Δεν απεκτησαμεν εις εαυτους δοξαν δια της δυναμεως ημων;
<scripture passage="Amos 6:14" parsed="|Amos|6|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.6.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' ιδου, εγω θελω επαναστησει εθνος εναντιον σας, οικος Ισραηλ, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων· και θελουσι σας καταθλιψει απο εισοδου Αιμαθ εως του ποταμου της ερημου.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 7" progress="75.00%" prev="Amos.6" next="Amos.8" id="Amos.7">
<h3 id="Amos.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Amos.7-p1">
<scripture passage="Amos 7:1" parsed="|Amos|7|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.1" />
<sup>1</sup>Ουτως εδειξεν εις εμε Κυριος ο Θεος· και ιδου, εμορφωσεν ακριδας εν τη αρχη της βλαστησεως του δευτερου χορτου, και ιδου, ητο ο δευτερος χορτος μετα τον θερισμον του βασιλεως.
<scripture passage="Amos 7:2" parsed="|Amos|7|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.2" />
<sup>2</sup>Και οτε ετελειωσαν να τρωγωσι τον χορτον της γης, τοτε ειπα, Κυριε Θεε, γενου ιλεως, δεομαι· τις θελει αναστησει τον Ιακωβ; διοτι ειναι ολιγοστος.
<scripture passage="Amos 7:3" parsed="|Amos|7|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος μετεμεληθη εις τουτο· δεν θελει γεινει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 7:4" parsed="|Amos|7|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.4" />
<sup>4</sup>Ουτως εδειξεν εις εμε Κυριος ο Θεος· και ιδου, Κυριος ο Θεος καλει εις δικην δια πυρος και το πυρ κατεφαγε την αβυσσον την μεγαλην και κατεφαγε μερος της γης.
<scripture passage="Amos 7:5" parsed="|Amos|7|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.5" />
<sup>5</sup>Τοτε ειπα, Κυριε Θεε, παυσον, δεομαι· τις θελει αναστησει τον Ιακωβ; διοτι ειναι ολιγοστος.
<scripture passage="Amos 7:6" parsed="|Amos|7|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.6" />
<sup>6</sup>Ο Κυριος μετεμεληθη εις τουτο· Και τουτο δεν θελει γεινει, λεγει Κυριος ο Θεος.
<scripture passage="Amos 7:7" parsed="|Amos|7|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.7" />
<sup>7</sup>Ουτως εδειξεν εις εμε, και ιδου, ο Κυριος ιστατο επι τοιχου εκτισμενου με σταθμην, εχων εν τη χειρι αυτου σταθμην.
<scripture passage="Amos 7:8" parsed="|Amos|7|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.8" />
<sup>8</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Τι βλεπεις συ, Αμως; Και ειπα, Σταθμην. Τοτε ειπεν ο Κυριος, Ιδου, εγω θελω βαλει σταθμην εις το μεσον του λαου μου Ισραηλ· δεν θελω πλεον παρατρεξει αυτον του λοιπου.
<scripture passage="Amos 7:9" parsed="|Amos|7|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.9" />
<sup>9</sup>Και οι βωμοι του Ισαακ θελουσιν ερημωθη και τα αγιαστηρια του Ισραηλ θελουσιν αφανισθη· και θελω σηκωθη εναντιον του οικου Ιεροβοαμ εν ρομφαια.
<scripture passage="Amos 7:10" parsed="|Amos|7|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Αμασιας ο ιερευς της Βαιθηλ εξαπεστειλε προς Ιεροβοαμ τον βασιλεα του Ισραηλ, λεγων, Ο Αμως συνωμοσεν εναντιον σου εν μεσω του οικου Ισραηλ· ο τοπος δεν δυναται να υποφερη παντας τους λογους αυτου·
<scripture passage="Amos 7:11" parsed="|Amos|7|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.11" />
<sup>11</sup>διοτι ουτω λεγει ο Αμως· Ο Ιεροβοαμ θελει τελευτησει δια ρομφαιας, ο δε Ισραηλ βεβαιως θελει φερθη αιχμαλωτος εκ της γης αυτου.
<scripture passage="Amos 7:12" parsed="|Amos|7|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ειπεν ο Αμασιας προς τον Αμως, Ω συ ο βλεπων, υπαγε, φυγε εις την γην Ιουδα και εκει τρωγε αρτον και εκει προφητευε·
<scripture passage="Amos 7:13" parsed="|Amos|7|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.13" />
<sup>13</sup>εν δε τη Βαιθηλ μη προφητευσης πλεον, διοτι ειναι αγιαστηριον του βασιλεως και ειναι οικος του βασιλειου.
<scripture passage="Amos 7:14" parsed="|Amos|7|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθη ο Αμως και ειπε προς τον Αμασιαν, δεν ημην εγω προφητης ουδε υιος προφητου εγω, αλλ' ημην βοσκος και συναζων συκαμινα·
<scripture passage="Amos 7:15" parsed="|Amos|7|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.15" />
<sup>15</sup>και ο Κυριος με ελαβεν απο οπισθεν του ποιμνιου και ειπε Κυριος προς εμε, Υπαγε, προφητευσον εις τον λαον μου Ισραηλ.
<scripture passage="Amos 7:16" parsed="|Amos|7|16|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.16" />
<sup>16</sup>Τωρα λοιπον ακουε τον λογον του Κυριου. Συ λεγεις, Μη προφητευε κατα του Ισραηλ και μη σταλαζε λογον κατα του οικου Ισαακ.
<scripture passage="Amos 7:17" parsed="|Amos|7|17|0|0" osisRef="Bible:Amos.7.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Η γυνη σου θελει εισθαι πορνη εν τη πολει, και οι υιοι σου και αι θυγατερες σου θελουσι πεσει δια ρομφαιας, και η γη σου θελει μερισθη δια σχοινιου, και συ θελεις τελευτησει εν γη ακαθαρτω· ο δε Ισραηλ βεβαιως θελει φερθη αιχμαλωτος εκ της γης αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 8" progress="75.06%" prev="Amos.7" next="Amos.9" id="Amos.8">
<h3 id="Amos.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Amos.8-p1">
<scripture passage="Amos 8:1" parsed="|Amos|8|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.1" />
<sup>1</sup>Ουτως εδειξεν εις εμε Κυριος ο Θεος· και ιδου, κανιστρον καρπου θερινου.
<scripture passage="Amos 8:2" parsed="|Amos|8|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε, Τι βλεπεις συ, Αμως; Και ειπα, Κανιστρον καρπου θερινου. Τοτε ειπε Κυριος προς εμε, Ηλθε το τελος επι τον λαον μου Ισραηλ· δεν θελω πλεον παρατρεξει αυτον του λοιπου.
<scripture passage="Amos 8:3" parsed="|Amos|8|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.3" />
<sup>3</sup>Και τα ασματα του ναου θελουσιν εισθαι ολολυγμοι εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος ο Θεος· πολλα πτωματα θελουσιν εισθαι εν παντι τοπω· θελουσιν εκριψει αυτα εν σιωπη.
<scripture passage="Amos 8:4" parsed="|Amos|8|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.4" />
<sup>4</sup>Ακουσατε τουτο, οι ροφουντες τους πενητας και οι αφανιζοντες τους πτωχους του τοπου,
<scripture passage="Amos 8:5" parsed="|Amos|8|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.5" />
<sup>5</sup>λεγοντες, Ποτε θελει παρελθει ο μην, δια να πωλησωμεν γεννηματα; και το σαββατον, δια να ανοιξωμεν σιτον, σμικρυνοντες το εφα και μεγαλυνοντες τον σικλον και νοθευοντες τα ζυγια της απατης;
<scripture passage="Amos 8:6" parsed="|Amos|8|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.6" />
<sup>6</sup>δια να αγορασωμεν τους πτωχους με αργυριον και τον πενητα δια ζευγος υποδηματων, και να πωλησωμεν τα σκυβαλα του σιτου;
<scripture passage="Amos 8:7" parsed="|Amos|8|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος ωμοσεν εις την δοξαν του Ιακωβ, λεγων, Βεβαιως δεν θελω λησμονησει ποτε ουδεν εκ των εργων αυτων.
<scripture passage="Amos 8:8" parsed="|Amos|8|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.8" />
<sup>8</sup>Η γη δεν θελει ταραχθη δια τουτο και πενθησει πας ο κατοικων εν αυτη; και δεν θελει υπερεκχειλισει ολη ως ποταμος και δεν θελει απορριφθη και καταποντισθη ως υπο του ποταμου της Αιγυπτου;
<scripture passage="Amos 8:9" parsed="|Amos|8|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.9" />
<sup>9</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος ο Θεος, θελω καμει τον ηλιον να δυση εν καιρω μεσημβριας και θελω συσκοτασει την γην εν φωτεινη ημερα.
<scripture passage="Amos 8:10" parsed="|Amos|8|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.10" />
<sup>10</sup>Και θελω μεταστρεψει τας εορτας σας εις πενθος και παντα τα ασματα σας εις θρηνον, και θελω αναβιβασει σακκον επι πασαν οσφυν και φαλακρωμα επι πασαν κεφαλην, και θελω καταστησει αυτον ως τον πενθουντα υιον μονογενη και το τελος αυτου θελει εισθαι ως ημερα πικριας.
<scripture passage="Amos 8:11" parsed="|Amos|8|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος ο Θεος, και θελω εξαποστειλει πειναν επι την γην· ουχι πειναν αρτου ουδε διψαν υδατος, αλλ' ακροασεως των λογων του Κυριου.
<scripture passage="Amos 8:12" parsed="|Amos|8|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσι περιπλανασθαι απο θαλασσης εως θαλασσης, και απο βορρα εως ανατολης θελουσι περιτρεχει, ζητουντες τον λογον του Κυριου, και δεν θελουσιν ευρει.
<scripture passage="Amos 8:13" parsed="|Amos|8|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.13" />
<sup>13</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελουσι λιποθυμησει αι ωραιαι παρθενοι και οι νεανισκοι υπο διψης,
<scripture passage="Amos 8:14" parsed="|Amos|8|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.8.14" />
<sup>14</sup>οι ομνυοντες εις την αμαρτιαν της Σαμαρειας και οι λεγοντες, Ζη ο Θεος σου, Δαν, και, Ζη η οδος της Βηρσαβεε, και θελουσι πεσει και δεν θελουσι σηκωθη πλεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Amos 9" progress="75.11%" prev="Amos.8" next="Obad" id="Amos.9">
<h3 id="Amos.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Amos.9-p1">
<scripture passage="Amos 9:1" parsed="|Amos|9|1|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.1" />
<sup>1</sup>Ειδον τον Κυριον ισταμενον επι του θυσιαστηριου, και ειπε, Παταξον το ανωφλιον της πυλης, δια να σεισθωσι τα προπυλαια, και συντριψον αυτα κατα της κεφαλης παντων τουτων· τους δε υπολοιπους αυτων θελω θανατωσει εν ρομφαια· ουδεις εξ αυτων φευγων θελει διαφυγει και ουδεις εξ αυτων σωζομενος θελει διασωθη.
<scripture passage="Amos 9:2" parsed="|Amos|9|2|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.2" />
<sup>2</sup>Εαν σκαψωσιν εως αδου, εκειθεν η χειρ μου θελει ανασπασει αυτους· και εαν αναβωσιν εις τον ουρανον, εκειθεν θελω καταξει αυτους.
<scripture passage="Amos 9:3" parsed="|Amos|9|3|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.3" />
<sup>3</sup>Και εαν κρυφθωσιν εν τη κορυφη του Καρμηλου, εκειθεν θελω εξερευνησει και συλλαβει αυτους· και εαν κρυφθωσιν απο των οφθαλμων μου εις τα βαθη της θαλασσης, εκει θελω προσταξει τον δρακοντα και θελει δαγκασει αυτους.
<scripture passage="Amos 9:4" parsed="|Amos|9|4|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.4" />
<sup>4</sup>Και εαν υπαγωσιν εις αιχμαλωσιαν εμπροσθεν των εχθρων αυτων, εκειθεν θελω προσταξει την μαχαιραν και θελει θανατωσει αυτους· και θελω στησει τους οφθαλμους μου επ' αυτους δια κακον και ουχι δια καλον.
<scripture passage="Amos 9:5" parsed="|Amos|9|5|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.5" />
<sup>5</sup>Διοτι Κυριος ο Θεος των δυναμεων ειναι, οστις εγγιζει την γην και τηκεται, και παντες οι κατοικουντες εν αυτη θελουσι πενθησει· και θελει υπερεκχειλισει ολη ως ποταμος και θελει καταποντισθη ως υπο του ποταμου της Αιγυπτου.
<scripture passage="Amos 9:6" parsed="|Amos|9|6|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.6" />
<sup>6</sup>Αυτος ειναι ο οικοδομων τα υπερωα αυτου εν τω ουρανω και θεμελιων τον θολον αυτου επι της γης, ο προσκαλων τα υδατα της θαλασσης και εκχεων αυτα επι το προσωπον της γης· Κυριος το ονομα αυτου.
<scripture passage="Amos 9:7" parsed="|Amos|9|7|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.7" />
<sup>7</sup>δεν εισθε εις εμε ως υιοι Αιθιοπων, σεις υιοι Ισραηλ; λεγει Κυριος· δεν ανεβιβασα τον Ισραηλ εκ γης Αιγυπτου και τους Φιλισταιους απο Καφθορ και τους Συριους απο Κιρ;
<scripture passage="Amos 9:8" parsed="|Amos|9|8|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.8" />
<sup>8</sup>Ιδου, οι οφθαλμοι Κυριου του Θεου ειναι επι το βασιλειον το αμαρτωλον, και θελω αφανισει αυτο απο προσωπου της γης· πλην οτι δεν θελω αφανισει ολοτελως τον οικον Ιακωβ, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Amos 9:9" parsed="|Amos|9|9|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ιδου, εγω θελω προσταξει και θελω λικμησει τον οικον Ισραηλ μεταξυ παντων των εθνων, καθως λικμαται ο σιτος εν τω κοσκινω, και δεν θελει πεσει κοκκος επι την γην.
<scripture passage="Amos 9:10" parsed="|Amos|9|10|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.10" />
<sup>10</sup>Υπο ρομφαιας θελουσιν αποθανει παντες οι αμαρτωλοι του λαου μου, οι λεγοντες, Δεν θελει μας εγγισει ουδε μας καταφθασει το κακον.
<scripture passage="Amos 9:11" parsed="|Amos|9|11|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.11" />
<sup>11</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελω αναστησει την σκηνην του Δαβιδ την πεπτωκυιαν, και θελω φραξει τας χαλαστρας αυτης, και θελω ανεγειρει τα ερειπια αυτης, και θελω ανοικοδομησει αυτην ως εν ταις αρχαιαις ημεραις·
<scripture passage="Amos 9:12" parsed="|Amos|9|12|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.12" />
<sup>12</sup>δια να κληρονομησωσι το υπολοιπον του Εδωμ και παντα τα εθνη, επι τα οποια καλειται το ονομα μου, λεγει Κυριος, ο ποιων ταυτα.
<scripture passage="Amos 9:13" parsed="|Amos|9|13|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και ο αροτρευς θελει φθασει τον θεριστην και ο ληνοβατης τον σπειροντα τον σπορον, και τα ορη θελουσι σταλαξει γλευκος και παντες οι βουνοι θελουσι ρεει αγαθα.
<scripture passage="Amos 9:14" parsed="|Amos|9|14|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.14" />
<sup>14</sup>Και θελω επιστρεψει τους αιχμαλωτους του λαου μου Ισραηλ, και θελουσιν ανοικοδομησει τας πολεις τας ηρημωμενας και κατοικησει· και θελουσι φυτευσει αμπελωνας και πιει τον οινον αυτων, και θελουσι καμει κηπους και φαγει τον καρπον αυτων.
<scripture passage="Amos 9:15" parsed="|Amos|9|15|0|0" osisRef="Bible:Amos.9.15" />
<sup>15</sup>Και θελω φυτευσει αυτους επι την γην αυτων, και δεν θελουσιν εκσπασθη πλεον απο της γης αυτων, την οποιαν εδωκα εις αυτους, λεγει Κυριος ο Θεος σου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Obadiah" progress="75.18%" prev="Amos.9" next="Obad.1" id="Obad">
<h2 id="Obad-p0.1">Obadiah</h2>

<div3 title="Obadiah 1" progress="75.18%" prev="Obad" next="Jonah" id="Obad.1">
<h3 id="Obad.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Obad.1-p1">
<scripture passage="Obad 1:1" parsed="|Obad|1|1|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.1" />
<sup>1</sup>Ορασις Αβδιου. Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος περι του Εδωμ· Ηκουσαμεν αγγελιαν παρα Κυριου και μηνυτης απεσταλη προς τα εθνη, Εγερθητε και ας εγερθωμεν εναντιον αυτου εις πολεμον.
<scripture passage="Obad 1:2" parsed="|Obad|1|2|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, σε κατεστησα μικρον μεταξυ των εθνων· εισαι καταπεφρονημενος σφοδρα.
<scripture passage="Obad 1:3" parsed="|Obad|1|3|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.3" />
<sup>3</sup>Η υπερηφανια της καρδιας σου ηπατησε σε τον κατοικουντα εν τοις κοιλωμασι των κρημνων, του οποιου η κατοικια ειναι υψηλη, οστις λεγει εν τη καρδια αυτου, Τις θελει με καταβιβασει εις την γην;
<scripture passage="Obad 1:4" parsed="|Obad|1|4|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.4" />
<sup>4</sup>Εαν μετεωρισθης ως αετος και εαν θεσης την φωλεαν σου αναμεσον των αστρων, και εκειθεν θελω σε καταβιβασει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Obad 1:5" parsed="|Obad|1|5|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.5" />
<sup>5</sup>Εαν κλεπται ηρχοντο προς σε, εαν λησται δια νυκτος-πως εξηλειφθης-δεν ηθελον αρπασει το αρκουν εις αυτους; εαν τρυγηται ηρχοντο προς σε, δεν ηθελον αφησει επιφυλλιδας;
<scripture passage="Obad 1:6" parsed="|Obad|1|6|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.6" />
<sup>6</sup>Πως εξηρευνηθη ο Ησαυ· απεκαλυφθησαν οι κρυψωνες αυτου.
<scripture passage="Obad 1:7" parsed="|Obad|1|7|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.7" />
<sup>7</sup>Παντες οι ανδρες της συμμαχιας σου σε συνωδευσαν εως του οριου σου· οι ανθρωποι, οιτινες ησαν εν ειρηνη μετα σου, σε ηπατησαν και υπερισχυσαν εναντιον σου· οι τρωγοντες τον αρτον σου εβαλον ενεδραν υποκατω σου· δεν υπαρχει συνεσις εν αυτω.
<scripture passage="Obad 1:8" parsed="|Obad|1|8|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.8" />
<sup>8</sup>Εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, δεν θελω απολεσει και τους σοφους απο του Εδωμ και την συνεσιν απο του ορους του Ησαυ;
<scripture passage="Obad 1:9" parsed="|Obad|1|9|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.9" />
<sup>9</sup>Και οι μαχηται σου, Θαιμαν, θελουσι πτοηθη, δια να εκκοπη εν σφαγη πας ανθρωπος εκ του ορους του Ησαυ.
<scripture passage="Obad 1:10" parsed="|Obad|1|10|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.10" />
<sup>10</sup>Δια την αδικιαν την προς τον αδελφον σου Ιακωβ θελει σε καλυψει αισχυνη και θελεις εκκοπη διαπαντος.
<scripture passage="Obad 1:11" parsed="|Obad|1|11|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.11" />
<sup>11</sup>Εν τη ημερα καθ' ην ιστασο απεναντι, τη ημερα καθ' ην οι αλλογενεις εφεραν εις αιχμαλωσιαν το στρατευμα αυτου και οι αλλοτριοι εισηλθον εις τας πυλας αυτου και εβαλον κληρους επι την Ιερουσαλημ, εσο και συ ως εις αυτων.
<scripture passage="Obad 1:12" parsed="|Obad|1|12|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.12" />
<sup>12</sup>Δεν επρεπεν ομως να επιβλεπης εις την ημεραν του αδελφου σου, εις την ημεραν της αποξενωσεως αυτου, ουδε να επιχαιρης κατα των υιων του Ιουδα εν τη ημερα του αφανισμου αυτων, ουδε να μεγαλορρημονης εν τη ημερα της θλιψεως αυτων.
<scripture passage="Obad 1:13" parsed="|Obad|1|13|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.13" />
<sup>13</sup>Δεν επρεπε να εισελθης εις την πυλην του λαου μου εν τη ημερα της συμφορας αυτων, ουδε να θεωρης και συ την θλιψιν αυτων εν τη ημερα της συμφορας αυτων, ουδε να επιβαλης χειρα επι την περιουσιαν αυτων εν τη ημερα της συμφορας αυτων,
<scripture passage="Obad 1:14" parsed="|Obad|1|14|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.14" />
<sup>14</sup>ουδε επρεπε να σταθης επι τας διεξοδους, δια να αποκλειης τους διασωζομενους αυτου ουδε να παραδωσης τους υπολοιπους αυτου εν τη ημερα της θλιψεως αυτων
<scripture passage="Obad 1:15" parsed="|Obad|1|15|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.15" />
<sup>15</sup>διοτι εγγυς ειναι η ημερα του Κυριου επι παντα τα εθνη· καθως εκαμες θελει γεινει εις σε· η ανταποδοσις σου θελει στρεψει επι την κεφαλην σου.
<scripture passage="Obad 1:16" parsed="|Obad|1|16|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.16" />
<sup>16</sup>Διοτι καθως σεις επιετε επι το ορος το αγιον μου, ουτω θελουσι πινει διαπαντος παντα τα εθνη· ναι, θελουσι πινει και θελουσιν εκροφει και θελουσιν εισθαι ως οι μη υπαρχοντες
<scripture passage="Obad 1:17" parsed="|Obad|1|17|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.17" />
<sup>17</sup>Επι δε του ορους Σιων θελει εισθαι σωτηρια και θελει εισθαι αγιον· και ο οικος Ιακωβ θελει κατακληρονομησει τας κληρονομιας αυτων·
<scripture passage="Obad 1:18" parsed="|Obad|1|18|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.18" />
<sup>18</sup>και ο οικος Ιακωβ θελει εισθαι πυρ και ο οικος Ιωσηφ φλοξ, ο δε οικος Ησαυ ως καλαμη· και θελουσιν εξαφθη κατ' αυτων και καταφαγει αυτους· και δεν θελει εισθαι υπολοιπον του οικου Ησαυ· διοτι Κυριος ελαλησε.
<scripture passage="Obad 1:19" parsed="|Obad|1|19|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.19" />
<sup>19</sup>Και οι της μεσημβριας θελουσι κατακληρονομησει το ορος του Ησαυ και οι της πεδινης τους Φιλισταιους· και θελουσι κατακληρονομησει τους αγρους του Εφραιμ και τους αγρους της Σαμαρειας, ο δε Βενιαμιν την Γαλααδ,
<scripture passage="Obad 1:20" parsed="|Obad|1|20|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.20" />
<sup>20</sup>και το αιχμαλωτισθεν τουτο στρατευμα των υιων Ισραηλ την γην εκεινην των Χαναναιων εως Σαρεπτα, και οι αιχμαλωτισθεντες της Ιερουσαλημ, οι εν Σεφαραδ, θελουσι κατακληρονομησει τας πολεις του νοτου·
<scripture passage="Obad 1:21" parsed="|Obad|1|21|0|0" osisRef="Bible:Obad.1.21" />
<sup>21</sup>και θελουσιν αναβη σωτηρες εις το ορος Σιων, δια να κρινωσι το ορος του Ησαυ· και του Κυριου θελει εισθαι η βασιλεια.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Jonah" progress="75.26%" prev="Obad.1" next="Jonah.1" id="Jonah">
<h2 id="Jonah-p0.1">Jonah</h2>

<div3 title="Jonah 1" progress="75.26%" prev="Jonah" next="Jonah.2" id="Jonah.1">
<h3 id="Jonah.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Jonah.1-p1">
<scripture passage="Jonah 1:1" parsed="|Jonah|1|1|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς Ιωναν τον υιον του Αμαθι, λεγων,
<scripture passage="Jonah 1:2" parsed="|Jonah|1|2|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.2" />
<sup>2</sup>Σηκωθητι, υπαγε εις Νινευη, την πολιν την μεγαλην, και κηρυξον κατ' αυτης· διοτι η ασεβεια αυτων ανεβη ενωπιον μου.
<scripture passage="Jonah 1:3" parsed="|Jonah|1|3|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωθη ο Ιωνας δια να φυγη εις Θαρσεις απο προσωπου Κυριου και κατεβη εις Ιοππην· και ευρηκε πλοιον πορευομενον εις Θαρσεις, και εδωκε τον ναυλον αυτου και επεβη εις αυτο, δια να υπαγη μετ' αυτων εις Θαρσεις απο προσωπου Κυριου.
<scripture passage="Jonah 1:4" parsed="|Jonah|1|4|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' ο Κυριος εξηγειρεν ανεμον μεγαν επι την θαλασσαν, και εγεινε κλυδων μεγας εν τη θαλασση και το πλοιον εκινδυνευε να συντριφθη.
<scripture passage="Jonah 1:5" parsed="|Jonah|1|5|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.5" />
<sup>5</sup>Και εφοβηθησαν οι ναυται και ανεβοησαν εκαστος προς τον θεον αυτου και εκαμον εκβολην των εν τω πλοιω σκευων εις την θαλασσαν, δια να ελαφρωθη απ' αυτων· ο δε Ιωνας κατεβη εις το κοιλωμα του πλοιου και επλαγιασε και εκοιματο βαθεως.
<scripture passage="Jonah 1:6" parsed="|Jonah|1|6|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.6" />
<sup>6</sup>Και επλησιασε προς αυτον ο πλοιαρχος και ειπε προς αυτον, Τι κοιμασαι συ; σηκωθητι, επικαλου τον Θεον σου, ισως ο Θεος μας ενθυμηθη και δεν χαθωμεν.
<scripture passage="Jonah 1:7" parsed="|Jonah|1|7|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.7" />
<sup>7</sup>Και ειπον εκαστος προς τον πλησιον αυτου, Ελθετε και ας ριψωμεν κληρους, δια να γνωρισωμεν τινος ενεκεν το κακον τουτο ειναι εφ' ημας. Και ερριψαν κληρους και επεσεν ο κληρος επι τον Ιωναν.
<scripture passage="Jonah 1:8" parsed="|Jonah|1|8|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ειπον προς αυτον, Ειπε τωρα προς ημας, τινος ενεκεν το κακον τουτο ηλθεν εφ' ημας; Τι ειναι το εργον σου; και ποθεν ερχεσαι; τις ο τοπος σου; και εκ τινος λαου εισαι;
<scripture passage="Jonah 1:9" parsed="|Jonah|1|9|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.9" />
<sup>9</sup>Ο δε ειπε προς αυτους, Εγω ειμαι Εβραιος· και σεβομαι Κυριον τον Θεον του ουρανου, οστις εποιησε την θαλασσαν και την ξηραν.
<scripture passage="Jonah 1:10" parsed="|Jonah|1|10|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.10" />
<sup>10</sup>Τοτε εφοβηθησαν οι ανθρωποι φοβον μεγαν και ειπον προς αυτον, Τι ειναι τουτο, το οποιον εκαμες; διοτι εγνωρισαν οι ανθρωποι, οτι εφευγεν απο προσωπου Κυριου, επειδη ειχεν αναγγειλει τουτο προς αυτους.
<scripture passage="Jonah 1:11" parsed="|Jonah|1|11|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.11" />
<sup>11</sup>Και ειπον προς αυτον, Τι να σε καμωμεν, δια να ησυχαση η θαλασσα αφ' ημων; διοτι η θαλασσα εκλυδωνιζετο επι το μαλλον.
<scripture passage="Jonah 1:12" parsed="|Jonah|1|12|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.12" />
<sup>12</sup>Και ειπε προς αυτους, Σηκωσατε με και ριψατε με εις την θαλασσαν, και η θαλασσα θελει ησυχασει αφ' υμων· διοτι εγω γνωριζω, οτι εξ αιτιας εμου εγεινεν ο μεγας ουτος κλυδων εφ' υμας.
<scripture passage="Jonah 1:13" parsed="|Jonah|1|13|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.13" />
<sup>13</sup>Οι ανθρωποι ομως εκωπηλατουν δυνατα δια να επιστρεψωσι προς την ξηραν· αλλα δεν εδυναντο, διοτι η θαλασσα εκλυδωνιζετο επι το μαλλον κατ' αυτων.
<scripture passage="Jonah 1:14" parsed="|Jonah|1|14|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.14" />
<sup>14</sup>Οθεν ανεβοησαν προς τον Κυριον και ειπον, Δεομεθα, Κυριε, δεομεθα, ας μη χαθωμεν δια την ζωην του ανθρωπου τουτου και μη επιβαλης εφ' ημας αιμα αθωον· διοτι συ, Κυριε, εκαμες ως ηθελες.
<scripture passage="Jonah 1:15" parsed="|Jonah|1|15|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.15" />
<sup>15</sup>Και εσηκωσαν τον Ιωναν και ερριψαν αυτον εις την θαλασσαν και η θαλασσα εσταθη απο του θυμου αυτης.
<scripture passage="Jonah 1:16" parsed="|Jonah|1|16|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.16" />
<sup>16</sup>Τοτε οι ανθρωποι εφοβηθησαν τον Κυριον φοβον μεγαν και προσεφεραν θυσιαν εις τον Κυριον και εκαμον ευχας.
<scripture passage="Jonah 1:17" parsed="|Jonah|1|17|0|0" osisRef="Bible:Jonah.1.17" />
<sup>17</sup>Και διεταξε Κυριος μεγα κητος να καταπιη τον Ιωναν. Και ητο ο Ιωνας εν τη κοιλια του κητους τρεις ημερας και τρεις νυκτας.
</p>
</div3>

<div3 title="Jonah 2" progress="75.32%" prev="Jonah.1" next="Jonah.3" id="Jonah.2">
<h3 id="Jonah.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Jonah.2-p1">
<scripture passage="Jonah 2:1" parsed="|Jonah|2|1|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.1" />
<sup>1</sup>Και προσηυχηθη Ιωνας προς Κυριον τον Θεον αυτου εκ της κοιλιας του κητους,
<scripture passage="Jonah 2:2" parsed="|Jonah|2|2|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.2" />
<sup>2</sup>Και ειπεν, Εβοησα εν τη θλιψει μου προς τον Κυριον, και εισηκουσε μου· εκ κοιλιας αδου εβοησα, και ηκουσας της φωνης μου.
<scripture passage="Jonah 2:3" parsed="|Jonah|2|3|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.3" />
<sup>3</sup>Διοτι με ερριψας εις τα βαθη, εις την καρδιαν της θαλασσης, και ρευματα με περιεκυκλωσαν· πασαι αι τρικυμιαι σου και τα κυματα σου διηλθον επανωθεν μου.
<scripture passage="Jonah 2:4" parsed="|Jonah|2|4|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.4" />
<sup>4</sup>Και εγω ειπα, Απερριφθην απ' εμπροσθεν των οφθαλμων σου· ομως θελω επιβλεψει παλιν εις τον ναον τον αγιον σου.
<scripture passage="Jonah 2:5" parsed="|Jonah|2|5|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.5" />
<sup>5</sup>Τα υδατα με περιεκυκλωσαν εως της ψυχης, η αβυσσος με περιεκλεισε, τα φυκια περιετυλιχθησαν περι την κεφαλην μου.
<scripture passage="Jonah 2:6" parsed="|Jonah|2|6|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.6" />
<sup>6</sup>Κατεβην εις τα εσχατα των ορεων· οι μοχλοι της γης ειναι επανωθεν μου διαπαντος· αλλ' ανεβη η ζωη μου απο της φθορας, Κυριε Θεε μου·
<scripture passage="Jonah 2:7" parsed="|Jonah|2|7|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.7" />
<sup>7</sup>Ενω ητο εκλειπουσα εν εμοι η ψυχη μου, ενεθυμηθην τον Κυριον· και η προσευχη μου εισηλθε προς σε, εις τον ναον τον αγιον σου.
<scripture passage="Jonah 2:8" parsed="|Jonah|2|8|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.8" />
<sup>8</sup>Οι φυλαττοντες ματαιοτητας ψευδους εγκαταλειπουσι το ελεος αυτων.
<scripture passage="Jonah 2:9" parsed="|Jonah|2|9|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' εγω θελω θυσιασει προς σε μετα φωνης αινεσεως· θελω αποδωσει οσα ηυχηθην· η σωτηρια ειναι παρα του Κυριου.
<scripture passage="Jonah 2:10" parsed="|Jonah|2|10|0|0" osisRef="Bible:Jonah.2.10" />
<sup>10</sup>Και προσεταξεν ο Κυριος το κητος και εξημεσε τον Ιωναν επι την ξηραν.
</p>
</div3>

<div3 title="Jonah 3" progress="75.34%" prev="Jonah.2" next="Jonah.4" id="Jonah.3">
<h3 id="Jonah.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Jonah.3-p1">
<scripture passage="Jonah 3:1" parsed="|Jonah|3|1|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς Ιωναν εκ δευτερου, λεγων,
<scripture passage="Jonah 3:2" parsed="|Jonah|3|2|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.2" />
<sup>2</sup>Σηκωθητι, υπαγε εις Νινευη, την πολιν την μεγαλην, και κηρυξον προς αυτην το κηρυγμα, το οποιον εγω λαλω προς σε.
<scripture passage="Jonah 3:3" parsed="|Jonah|3|3|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.3" />
<sup>3</sup>Και εσηκωθη ο Ιωνας και υπηγεν εις Νινευη κατα τον λογον του Κυριου. Η δε Νινευνη ητο πολις μεγαλη σφοδρα, οδου τριων ημερων·
<scripture passage="Jonah 3:4" parsed="|Jonah|3|4|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.4" />
<sup>4</sup>Και ηρχισεν ο Ιωνας να διερχηται εις την πολιν οδον μιας ημερας και εκηρυξε και ειπεν, Ετι τεσσαρακοντα ημεραι και η Νινευη θελει καταστραφη.
<scripture passage="Jonah 3:5" parsed="|Jonah|3|5|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.5" />
<sup>5</sup>Και οι ανδρες της Νινευη επιστευσαν εις τον Θεον και εκηρυξαν νηστειαν και ενεδυθησαν σακκους απο μεγαλου αυτων εως μικρου αυτων·
<scripture passage="Jonah 3:6" parsed="|Jonah|3|6|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.6" />
<sup>6</sup>διοτι ο λογος ειχε φθασει προς τον βασιλεα της Νινευη και εσηκωθη απο του θρονου αυτου και αφηρεσε την στολην αυτου επανωθεν εαυτου και εσκεπασθη με σακκον και εκαθησεν επι σποδου.
<scripture passage="Jonah 3:7" parsed="|Jonah|3|7|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.7" />
<sup>7</sup>Και διεκηρυχθη και εγνωστοποιηθη εν τη Νινευη δια ψηφισματος του βασιλεως και των μεγιστανων αυτου και ελαληθη, οι ανθρωποι και τα κτηνη, οι βοες και τα προβατα, να μη γευθωσι μηδεν, μηδε να βοσκησωσι, μηδε υδωρ να πιωσιν·
<scripture passage="Jonah 3:8" parsed="|Jonah|3|8|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.8" />
<sup>8</sup>αλλ' ανθρωπος και κτηνος να σκεπασθωσι με σακκους και να φωναξωσιν ισχυρως προς τον Θεον· και ας επιστρεψωσιν εκαστος απο της οδου αυτου της πονηρας και απο της αδικιας, ητις ειναι εν ταις χερσιν αυτων.
<scripture passage="Jonah 3:9" parsed="|Jonah|3|9|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.9" />
<sup>9</sup>Τις εξευρει αν επιστρεψη και μεταμεληθη ο Θεος και επιστρεψη απο της οργης του θυμου αυτου και δεν απολεσθωμεν;
<scripture passage="Jonah 3:10" parsed="|Jonah|3|10|0|0" osisRef="Bible:Jonah.3.10" />
<sup>10</sup>Και ειδεν ο Θεος τα εργα αυτων, οτι επεστρεψαν απο της οδου αυτων της πονηρας· και μετεμεληθη ο Θεος περι του κακου, το οποιον ειπε να καμη εις αυτους· και δεν εκαμεν αυτο.
</p>
</div3>

<div3 title="Jonah 4" progress="75.38%" prev="Jonah.3" next="Mic" id="Jonah.4">
<h3 id="Jonah.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Jonah.4-p1">
<scripture passage="Jonah 4:1" parsed="|Jonah|4|1|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.1" />
<sup>1</sup>Και ελυπηθη ο Ιωνας λυπην μεγαλην και ηγανακτησε.
<scripture passage="Jonah 4:2" parsed="|Jonah|4|2|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.2" />
<sup>2</sup>Και προσηυχηθη προς τον Κυριον και ειπεν, Ω Κυριε, δεν ητο ουτος ο λογος μου, ενω ετι ημην εν τη πατριδι μου; δια τουτο προελαβον να φυγω εις Θαρσεις· διοτι εγνωριζον οτι συ εισαι Θεος ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος και μετανοων δια το κακον.
<scripture passage="Jonah 4:3" parsed="|Jonah|4|3|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.3" />
<sup>3</sup>Και τωρα, Κυριε, λαβε, δεομαι σου, την ψυχην μου απ' εμου· διοτι ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.
<scripture passage="Jonah 4:4" parsed="|Jonah|4|4|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.4" />
<sup>4</sup>Και ειπε Κυριος, Ειναι καλον να αγανακτης;
<scripture passage="Jonah 4:5" parsed="|Jonah|4|5|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.5" />
<sup>5</sup>Και εξηλθεν Ιωνας απο της πολεως και εκαθησε κατα το ανατολικον μερος της πολεως, και εκει εκαμεν εις εαυτον καλυβην και εκαθητο υποκατω αυτης εν τη σκια, εωσου ιδη τι εμελλε να γεινη εις την πολιν.
<scripture passage="Jonah 4:6" parsed="|Jonah|4|6|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.6" />
<sup>6</sup>Και διεταξε Κυριος ο Θεος κολοκυνθην και εκαμε να αναβη επανωθεν του Ιωνα, δια να ηναι σκια υπερανω της κεφαλης αυτου, δια να ανακουφιση αυτον απο της θλιψεως αυτου. Και εχαρη ο Ιωνας δια την κολοκυνθην χαραν μεγαλην.
<scripture passage="Jonah 4:7" parsed="|Jonah|4|7|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.7" />
<sup>7</sup>Και διεταξεν ο Θεος σκωληκα, οτε εχαραξεν η αυγη της επαυριον· και επαταξε την κολοκυνθην και εξηρανθη.
<scripture passage="Jonah 4:8" parsed="|Jonah|4|8|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.8" />
<sup>8</sup>Και καθως ανετειλεν ο ηλιος, διεταξεν ο Θεος ανεμον ανατολικον καυστικον· και προσεβαλεν ο ηλιος επι την κεφαλην του Ιωνα, ωστε ωλιγοψυχησε· και εζητησεν εν τη ψυχη αυτου να αποθανη, και ειπεν, Ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.
<scripture passage="Jonah 4:9" parsed="|Jonah|4|9|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Θεος προς τον Ιωναν, ειναι καλον να αγανακτης δια την κολοκυνθην; Και ειπε, Καλον ειναι να αγανακτω εως θανατου.
<scripture passage="Jonah 4:10" parsed="|Jonah|4|10|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε Κυριος, Συ ελυπηθης υπερ της κολοκυνθης, δια την οποιαν δεν εκοπιασας, αλλ' ουδε εκαμες αυτην να αυξηση, ητις εγεννηθη εν μια νυκτι και εν μια νυκτι εχαθη.
<scripture passage="Jonah 4:11" parsed="|Jonah|4|11|0|0" osisRef="Bible:Jonah.4.11" />
<sup>11</sup>Και εγω δεν επρεπε να λυπηθω υπερ της Νινευη, της πολεως της μεγαλης, εν η υπαρχουσι πλειοτεροι των δωδεκα μυριαδων ανθρωπων, οιτινες δεν διακρινουσι την δεξιαν αυτων απο της αριστερας αυτων, και κτηνη πολλα;
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Micah" progress="75.42%" prev="Jonah.4" next="Mic.1" id="Mic">
<h2 id="Mic-p0.1">Micah</h2>

<div3 title="Micah 1" progress="75.42%" prev="Mic" next="Mic.2" id="Mic.1">
<h3 id="Mic.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Mic.1-p1">
<scripture passage="Mic 1:1" parsed="|Mic|1|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου ο γενομενος προς Μιχαιαν τον Μωρασθιτην εν ταις ημεραις Ιωαθαμ, Αχαζ και Εζεκιου, βασιλεων του Ιουδα, τον οποιον ειδε περι Σαμαρειας και Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Mic 1:2" parsed="|Mic|1|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε, παντες οι λαοι· προσεχε, γη, και το πληρωμα αυτης, και ας ηναι Κυριος ο Θεος μαρτυς εις εσας, ο Κυριος εκ του ναου του αγιου αυτου.
<scripture passage="Mic 1:3" parsed="|Mic|1|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ιδου, ο Κυριος εξερχεται εκ του τοπου αυτου και θελει καταβη και πατησει επι τα υψη της γης.
<scripture passage="Mic 1:4" parsed="|Mic|1|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.4" />
<sup>4</sup>Και τα ορη θελουσιν αναλυσει υποκατω αυτου και αι κοιλαδες θελουσι διασχισθη ως κηρος απο προσωπου πυρος και ως υδατα καταφερομενα εις κατηφορον.
<scripture passage="Mic 1:5" parsed="|Mic|1|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.5" />
<sup>5</sup>Δια την ασεβειαν του Ιακωβ ειναι απαν τουτο και δια τας αμαρτιας του οικου Ισραηλ. Τις ειναι η ασεβεια του Ιακωβ; ουχι η Σαμαρεια; και τινες οι υψηλοι τοποι του Ιουδα; ουχι η Ιερουσαλημ;
<scripture passage="Mic 1:6" parsed="|Mic|1|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο θελω καταστησει την Σαμαρειαν εις σωρους λιθων αγρου, οπου φυτευεται αμπελων, και θελω κατακυλισει τους λιθους αυτης εις την κοιλαδα και ανακαλυψει τα θεμελια αυτης.
<scripture passage="Mic 1:7" parsed="|Mic|1|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.7" />
<sup>7</sup>Και παντα τα γλυπτα αυτης θελουσι κατακοπη, και παντα τα μισθωματα αυτης θελουσι κατακαη εν πυρι, και παντα τα ειδωλα αυτης θελω εξαφανισει· διοτι απο μισθου πορνειας συνηγαγεν αυτα και εις μισθον πορνειας θελουσιν επιστρεψει.
<scripture passage="Mic 1:8" parsed="|Mic|1|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο θελω θρηνησει και ολολυξει, θελω υπαγει εκδεδυμενος και γυμνος, θελω καμει θρηνον ως θωων και πενθος ως στρουθοκαμηλων.
<scripture passage="Mic 1:9" parsed="|Mic|1|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.9" />
<sup>9</sup>Διοτι η πληγη αυτης ειναι ανιατος, διοτι ηλθεν εως του Ιουδα, εφθασεν εως της πυλης του λαου μου, εως της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Mic 1:10" parsed="|Mic|1|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.10" />
<sup>10</sup>Μη αναγγειλητε τουτο εις Γαθ, μη πενθησητε πενθος· εν Βηθ-αφρα κυλισθητι εις την κονιν.
<scripture passage="Mic 1:11" parsed="|Mic|1|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.11" />
<sup>11</sup>Διαβηθι, η κατοικος της Σαφιρ, εχουσα γυμνην την αισχυνην σου· η κατοικος της Σααναν ας μη εξελθη· το πενθος της Βαιθ-εζηλ θελει λαβει απο σας την αρχην αυτου.
<scripture passage="Mic 1:12" parsed="|Mic|1|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.12" />
<sup>12</sup>Διοτι η κατοικος της Μαρωθ ελυπηθη δια τα αγαθα αυτης, επειδη κατεβη κακον απο του Κυριου εις την πυλην της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Mic 1:13" parsed="|Mic|1|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.13" />
<sup>13</sup>Κατοικε της Λαχεις, ζευξον την αμαξαν εις τον ταχυν ιππον· συ, η αρχη της αμαρτιας εις την θυγατερα της Σιων· διοτι αι ασεβειαι του Ισραηλ εν σοι ευρεθησαν.
<scripture passage="Mic 1:14" parsed="|Mic|1|14|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο θελεις δωσει εγγραφον ελευθερωσεως εις την Μορεσεθ-γαθ· οι οικοι του Αχζιβ θελουσι ματαιωσει τας ελπιδας των βασιλεων του Ισραηλ.
<scripture passage="Mic 1:15" parsed="|Mic|1|15|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.15" />
<sup>15</sup>Θελω ετι φερει κληρονομον εις σε, κατοικε της Μαρησα· θελει ελθει εως Οδολλαμ, της δοξης του Ισραηλ.
<scripture passage="Mic 1:16" parsed="|Mic|1|16|0|0" osisRef="Bible:Mic.1.16" />
<sup>16</sup>Φαλακρωθητι και κειρον την κεφαλην σου δια τα τεκνα σου τα τρυφερα· πλατυνον την φαλακροτητα σου ως αετος, διοτι ηχμαλωτισθησαν απο σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 2" progress="75.47%" prev="Mic.1" next="Mic.3" id="Mic.2">
<h3 id="Mic.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Mic.2-p1">
<scripture passage="Mic 2:1" parsed="|Mic|2|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις τους διαλογιζομενους ανομιαν και μηχανευομενους κακον εν ταις κλιναις αυτων· μολις φεγγει η αυγη και πραττουσιν αυτο, διοτι ειναι εν τη δυναμει της χειρος αυτων.
<scripture passage="Mic 2:2" parsed="|Mic|2|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.2" />
<sup>2</sup>Και επιθυμουσιν αγρους και λαμβανουσι δια της βιας, και οικους και αρπαζουσιν αυτους· ουτω διαρπαζουσιν ανθρωπον και τον οικον αυτου, ναι, ανθρωπον και την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Mic 2:3" parsed="|Mic|2|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.3" />
<sup>3</sup>δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Ιδου, εναντιον του γενους τουτου εγω βουλευομαι κακον, εκ του οποιου δεν θελετε ελευθερωσει τους τραχηλους σας ουδε θελετε περιπατει υπερηφανως, διοτι ο καιρος ουτος ειναι κακος.
<scripture passage="Mic 2:4" parsed="|Mic|2|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.4" />
<sup>4</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελει ληφθη παροιμια εναντιον σας, και θελει θρηνησει ο θρηνων με θρηνον και ειπει, Διολου ηφανισθημεν· ηλλοιωσε την μεριδα του λαου μου· πως απεμακρυνεν αυτην απ' εμου· αντι να αποδωση, διεμερισε τους αγρους ημων.
<scripture passage="Mic 2:5" parsed="|Mic|2|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο συ δεν θελεις εχει τινα βαλλοντα σχοινιον δια κληρον, εν τη συναξει του Κυριου.
<scripture passage="Mic 2:6" parsed="|Mic|2|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.6" />
<sup>6</sup>Μη προφητευετε, οι προφητευοντες· δεν θελουσι προφητευσει εις αυτους· η αισχυνη αυτων δεν θελει απομακρυνθη.
<scripture passage="Mic 2:7" parsed="|Mic|2|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.7" />
<sup>7</sup>Ω συ, ο καλουμενος οικος Ιακωβ, εσμικρυνθη το πνευμα του Κυριου; ειναι τοιαυτα τα επιτηδευματα αυτου; οι λογοι μου δεν καμνουσι καλον εις τον ορθως περιπατουντα;
<scripture passage="Mic 2:8" parsed="|Mic|2|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.8" />
<sup>8</sup>Και προτερον ο λαος μου επανεστη ως εχθρος· το επενδυμα μετα του χιτωνος αρπαζετε απο των διαβαινοντων αφοβως, των επιστρεφοντων απο του πολεμου.
<scripture passage="Mic 2:9" parsed="|Mic|2|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.9" />
<sup>9</sup>Τας γυναικας του λαου μου εξωσατε απο των τερπνων αυτων οικων· απο των τεκνων αυτων αφηρεσατε την δοξαν μου διαπαντος.
<scripture passage="Mic 2:10" parsed="|Mic|2|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.10" />
<sup>10</sup>Σηκωθητε και αναχωρησατε, διοτι αυτη δεν ειναι η αναπαυσις σας· επειδη εμιανθη, θελει σας αφανισει, μαλιστα εν σκληρω αφανισμω.
<scripture passage="Mic 2:11" parsed="|Mic|2|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.11" />
<sup>11</sup>Εαν τις περιπατη κατα το πνευμα αυτου και λαλη ψευδη, λεγων, Θελω προφητευσει εις σε περι οινου και σικερα, ουτος βεβαιως θελει εισθαι ο προφητης του λαου τουτου.
<scripture passage="Mic 2:12" parsed="|Mic|2|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.12" />
<sup>12</sup>Θελω βεβαιως σε συναξει ολον Ιακωβ· θελω βεβαιως συλλεξει το υπολοιπον του Ισραηλ· θελω θεσει αυτους ομου ως προβατα της Βοσορρας, ως ποιμνιον εν μεσω της μανδρας αυτων· μεγαν θορυβον θελουσι καμει εκ του πληθους των ανθρωπων.
<scripture passage="Mic 2:13" parsed="|Mic|2|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.2.13" />
<sup>13</sup>Ο διαρρηγνυων ανεβη εμπροσθεν αυτων· διερρηξαν και διεβησαν δια της πυλης και εξηλθον δι' αυτης· και ο βασιλευς αυτων θελει διαβη εμπροσθεν αυτων και ο Κυριος επι κεφαλης αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 3" progress="75.52%" prev="Mic.2" next="Mic.4" id="Mic.3">
<h3 id="Mic.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Mic.3-p1">
<scripture passage="Mic 3:1" parsed="|Mic|3|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.1" />
<sup>1</sup>Και ειπα, Ακουσατε τωρα, αρχηγοι του Ιακωβ και αρχοντες του οικου Ισραηλ· δεν ανηκει εις εσας να γνωριζητε την κρισιν;
<scripture passage="Mic 3:2" parsed="|Mic|3|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.2" />
<sup>2</sup>Οι μισουντες το καλον και αγαπωντες το κακον, οι αποσπωντες το δερμα αυτων επανωθεν αυτων και την σαρκα αυτων απο των οστων αυτων,
<scripture passage="Mic 3:3" parsed="|Mic|3|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.3" />
<sup>3</sup>οι κατατρωγοντες ετι την σαρκα του λαου μου και εκδειροντες το δερμα αυτων επανωθεν αυτων και συντριβοντες τα οστα αυτων και κατακοπτοντες αυτα ως δια χυτραν και ως κρεας εν μεσω λεβητος.
<scripture passage="Mic 3:4" parsed="|Mic|3|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.4" />
<sup>4</sup>Τοτε θελουσι βοησει προς τον Κυριον, πλην δεν θελει εισακουσει αυτους· θελει μαλιστα κρυψει το προσωπον αυτου απ' αυτων εν τω καιρω εκεινω, διοτι εφερθησαν κακως εις τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Mic 3:5" parsed="|Mic|3|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λεγει Κυριος περι των προφητων, οιτινες πλανωσι τον λαον μου, οιτινες δαγκανοντες δια των οδοντων αυτων φωναζουσιν, Ειρηνη· και εαν τις δεν βαλλη τι εις το στομα αυτων, κηρυττουσιν εναντιον αυτου πολεμον.
<scripture passage="Mic 3:6" parsed="|Mic|3|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο νυξ θελει εισθαι εις εσας αντι ορασεως και σκοτος εις εσας αντι μαντειας· και ο ηλιος θελει δυσει επι τους προφητας και η ημερα θελει συσκοτασει επ' αυτους.
<scripture passage="Mic 3:7" parsed="|Mic|3|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.7" />
<sup>7</sup>Τοτε θελουσι καταισχυνθη οι βλεποντες και θελουσιν εντραπη οι μαντεις· και θελουσι σκεπασει τα χειλη αυτων παντες ουτοι, διοτι δεν ειναι αποκρισις Θεου.
<scripture passage="Mic 3:8" parsed="|Mic|3|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' εγω βεβαιως ειμαι πληρης δυναμεως δια του πνευματος του Κυριου και κρισεως και ισχυος, δια να απαγγειλω εις τον Ιακωβ την παραβασιν αυτου και εις τον Ισραηλ την αμαρτιαν αυτου.
<scripture passage="Mic 3:9" parsed="|Mic|3|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.9" />
<sup>9</sup>Ακουσατε λοιπον τουτο, αρχηγοι του οικου Ιακωβ και αρχοντες του οικου Ισραηλ, οι βδελυττομενοι την κρισιν και διαστρεφοντες πασαν ευθυτητα,
<scripture passage="Mic 3:10" parsed="|Mic|3|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.10" />
<sup>10</sup>οι οικοδομουντες την Σιων εν αιματι και την Ιερουσαλημ εν ανομια.
<scripture passage="Mic 3:11" parsed="|Mic|3|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.11" />
<sup>11</sup>Οι αρχοντες αυτης κρινουσι με δωρα και οι ιερεις αυτης διδασκουσιν επι μισθω και οι προφηται αυτης μαντευουσιν επι αργυριω και επαναπαυονται επι τον Κυριον, λεγοντες, Δεν ειναι ο Κυριος εν μεσω ημων; κακον δεν θελει ελθει εφ' ημας.
<scripture passage="Mic 3:12" parsed="|Mic|3|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.3.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο η Σιων εξ αιτιας σας θελει αροτριασθη ως αγρος, και η Ιερουσαλημ θελει γεινει σωροι λιθων, και το ορος του οικου ως υψηλοι τοποι δρυμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 4" progress="75.57%" prev="Mic.3" next="Mic.5" id="Mic.4">
<h3 id="Mic.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Mic.4-p1">
<scripture passage="Mic 4:1" parsed="|Mic|4|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.1" />
<sup>1</sup>Και εν ταις εσχαταις ημεραις το ορος του οικου του Κυριου θελει στηριχθη επι της κορυφης των ορεων και υψωθη υπερανω των βουνων, και λαοι θελουσι συρρεει εις αυτο.
<scripture passage="Mic 4:2" parsed="|Mic|4|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.2" />
<sup>2</sup>Και εθνη πολλα θελουσιν υπαγει και ειπει, Ελθετε και ας αναβωμεν εις το ορος του Κυριου και εις τον οικον του Θεου του Ιακωβ· και θελει διδαξει ημας τας οδους αυτου, και θελομεν περιπατησει εν ταις τριβοις αυτου· διοτι εκ Σιων θελει εξελθει νομος και λογος Κυριου εξ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Mic 4:3" parsed="|Mic|4|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.3" />
<sup>3</sup>Και θελει κρινει αναμεσον λαων πολλων και θελει ελεγξει εθνη ισχυρα, εως εις μακραν· και θελουσι σφυρηλατησει τας μαχαιρας αυτων δια υνια και τας λογχας αυτων δια δρεπανα· δεν θελει σηκωσει μαχαιραν εθνος εναντιον εθνους ουδε θελουσι μαθει πλεον τον πολεμον.
<scripture passage="Mic 4:4" parsed="|Mic|4|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.4" />
<sup>4</sup>Και θελουσι καθησθαι εκαστος υπο την αμπελον αυτου και υπο την συκην αυτου, και δεν θελει υπαρχει ο εκφοβων· διοτι το στομα του Κυριου των δυναμεων ελαλησε.
<scripture passage="Mic 4:5" parsed="|Mic|4|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.5" />
<sup>5</sup>Διοτι παντες οι λαοι θελουσι περιπατει εκαστος εν τω ονοματι του θεου αυτου· ημεις δε θελομεν περιπατει εν τω ονοματι Κυριου του Θεου ημων εις τον αιωνα και εις τον αιωνα.
<scripture passage="Mic 4:6" parsed="|Mic|4|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.6" />
<sup>6</sup>Εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, θελω συναξει την χωλαινουσαν και θελω εισδεχθη την εξωσμενην και εκεινην, την οποιαν εθλιψα.
<scripture passage="Mic 4:7" parsed="|Mic|4|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.7" />
<sup>7</sup>Και θελω καμει την χωλαινουσαν υπολοιπον και την αποβεβλημενην εθνος ισχυρον, και ο Κυριος θελει βασιλευει επ' αυτους εν τω ορει Σιων, απο του νυν και εως του αιωνος.
<scripture passage="Mic 4:8" parsed="|Mic|4|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.8" />
<sup>8</sup>Και συ, πυργε του ποιμνιου, οχυρωμα της θυγατρος Σιων, εις σε θελει ελθει η πρωτη εξουσια· ναι, θελει ελθει το βασιλειον εις την θυγατερα της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Mic 4:9" parsed="|Mic|4|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.9" />
<sup>9</sup>Δια τι τωρα κραυγαζεις δυνατα; δεν ειναι βασιλευς εν σοι; ηφανισθη ο συμβουλος σου, ωστε σε κατελαβον ωδινες ως τικτουσης;
<scripture passage="Mic 4:10" parsed="|Mic|4|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.10" />
<sup>10</sup>Κοιλοπονει και αγωνιζου, θυγατηρ Σιων, ως η τικτουσα, διοτι τωρα θελεις εξελθει εκ της πολεως και θελεις κατοικησει εν αγρω και θελεις υπαγει εως της Βαβυλωνος· εκει θελεις ελευθερωθη, εκει θελει σε εξαγορασει ο Κυριος εκ της χειρος των εχθρων σου.
<scripture passage="Mic 4:11" parsed="|Mic|4|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.11" />
<sup>11</sup>Τωρα δε συνηχθησαν εναντιον σου εθνη πολλα λεγοντα, Ας μιανθη και ας επιβλεπη ο οφθαλμος ημων επι την Σιων.
<scripture passage="Mic 4:12" parsed="|Mic|4|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' αυτοι δεν γνωριζουσι τους λογισμους του Κυριου ουδε εννοουσι την βουλην αυτου, οτι συνηγαγεν αυτους ως δραγματα αλωνιου.
<scripture passage="Mic 4:13" parsed="|Mic|4|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.4.13" />
<sup>13</sup>Σηκωθητι και αλωνιζε, θυγατηρ Σιων, διοτι θελω καμει το κερας σου σιδηρουν και τας οπλας σου θελω καμει χαλκας, και θελεις κατασυντριψει λαους πολλους· και θελω αφιερωσει τα διαρπαγματα αυτων εις τον Κυριον και την περιουσιαν αυτων εις τον Κυριον πασης της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 5" progress="75.63%" prev="Mic.4" next="Mic.6" id="Mic.5">
<h3 id="Mic.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Mic.5-p1">
<scripture passage="Mic 5:1" parsed="|Mic|5|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.1" />
<sup>1</sup>Συναθροισθητι τωρα εις ταγματα, θυγατηρ ταγματων· εθεσε πολιορκιαν εναντιον ημων· θελουσι παταξει τον κριτην του Ισραηλ εν ραβδω κατα της σιαγονος.
<scripture passage="Mic 5:2" parsed="|Mic|5|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.2" />
<sup>2</sup>Και συ, Βηθλεεμ Εφραθα, η μικρα ωστε να ησαι μεταξυ των χιλιαδων του Ιουδα, εκ σου θελει εξελθει εις εμε ανηρ δια να ηναι ηγουμενος εν τω Ισραηλ· του οποιου αι εξοδοι ειναι απ' αρχης, απο ημερων αιωνος.
<scripture passage="Mic 5:3" parsed="|Mic|5|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο θελει αφησει αυτους, εως του καιρου καθ' ον η τικτουσα θελει γεννησει· τοτε το υπολοιπον των αδελφων αυτου θελει επιστρεψει εις τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Mic 5:4" parsed="|Mic|5|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.4" />
<sup>4</sup>Και θελει σταθη και ποιμανει εν τη ισχυι του Κυριου, εν τη μεγαλειοτητι του ονοματος Κυριου του Θεου αυτου· και θελουσι κατοικησει· διοτι τωρα θελει μεγαλυνθη εως των ακρων της γης.
<scripture passage="Mic 5:5" parsed="|Mic|5|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.5" />
<sup>5</sup>Και ουτος θελει εισθαι ειρηνη. Οταν ο Ασσυριος ελθη εις την γην ημων και οταν πατηση εις τα παλατια ημων, τοτε θελομεν επεγειρει κατ' αυτου επτα ποιμενας και οκτω αρχοντας ανθρωπων·
<scripture passage="Mic 5:6" parsed="|Mic|5|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.6" />
<sup>6</sup>και θελουσι ποιμανει την γην της Ασσυριας εν ρομφαια και την γην του Νεβρωδ εν ταις εισοδοις αυτου· και θελει ελευθερωσει ημας εκ του Ασσυριου, οταν ελθη εις την γην ημων και οταν πατηση εν τοις οριοις ημων.
<scripture passage="Mic 5:7" parsed="|Mic|5|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.7" />
<sup>7</sup>Και το υπολοιπον του Ιακωβ θελει εισθαι εν μεσω λαων πολλων ως δροσος απο Κυριου, ως ρανιδες επι χορτου, οστις δεν προσμενει παρα ανθρωπου ουδε ελπιζει επι υιους ανθρωπων.
<scripture passage="Mic 5:8" parsed="|Mic|5|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.8" />
<sup>8</sup>Και το υπολοιπον του Ιακωβ θελει εισθαι μεταξυ εθνων, εν μεσω λαων πολλων, ως λεων μεταξυ κτηνων του δρυμου, ως σκυμνος μεταξυ ποιμνιων προβατων, οστις διαβαινων καταπατει και διασπαραττει και δεν υπαρχει ο ελευθερων.
<scripture passage="Mic 5:9" parsed="|Mic|5|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.9" />
<sup>9</sup>Η χειρ σου θελει υψωθη επι τους εναντιους σου, και παντες οι εχθροι σου θελουσιν εκκοπη.
<scripture passage="Mic 5:10" parsed="|Mic|5|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.10" />
<sup>10</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, θελω εξολοθρευσει τους ιππους σου εκ μεσου σου, και θελω απολεσει τας αμαξας σου.
<scripture passage="Mic 5:11" parsed="|Mic|5|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.11" />
<sup>11</sup>Και θελω εξολοθρευσει τας πολεις της γης σου, και κατεδαφισει παντα τα οχυρωματα σου.
<scripture passage="Mic 5:12" parsed="|Mic|5|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.12" />
<sup>12</sup>Και θελω εξολοθρευσει τας μαγειας απο της χειρος σου, και δεν θελεις εχει πλεον μαντεις.
<scripture passage="Mic 5:13" parsed="|Mic|5|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.13" />
<sup>13</sup>Και θελω εξολοθρευσει τα γλυπτα σου και τα ειδωλα σου εκ μεσου σου, και δεν θελεις λατρευσει πλεον το εργον των χειρων σου.
<scripture passage="Mic 5:14" parsed="|Mic|5|14|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.14" />
<sup>14</sup>Και θελω ανασπασει τα αλση σου εκ μεσου σου, και θελω αφανισει τας πολεις σου.
<scripture passage="Mic 5:15" parsed="|Mic|5|15|0|0" osisRef="Bible:Mic.5.15" />
<sup>15</sup>Και θελω καμει εκδικησιν μετα θυμου και μετ' οργης επι τα εθνη, τα οποια δεν μου εισηκουσαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 6" progress="75.68%" prev="Mic.5" next="Mic.7" id="Mic.6">
<h3 id="Mic.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Mic.6-p1">
<scripture passage="Mic 6:1" parsed="|Mic|6|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.1" />
<sup>1</sup>Ακουσατε τωρα ο, τι λεγει ο Κυριος Σηκωθητι, διαδικασθητι εμπροσθεν των ορεων, και ας ακουσωσιν οι βουνοι την φωνην σου.
<scripture passage="Mic 6:2" parsed="|Mic|6|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.2" />
<sup>2</sup>Ακουσατε, ορη, την κρισιν του Κυριου, και σεις, τα ισχυρα θεμελια της γης διοτι ο Κυριος εχει κρισιν μετα του λαου αυτου και θελει διαδικασθη μετα του Ισραηλ.
<scripture passage="Mic 6:3" parsed="|Mic|6|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.3" />
<sup>3</sup>Λαε μου, τι σοι εκαμα; και εις τι σε παρηνωχλησα; μαρτυρησον κατ' εμου.
<scripture passage="Mic 6:4" parsed="|Mic|6|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.4" />
<sup>4</sup>Διοτι σε ανεβιβασα εκ γης Αιγυπτου και σε ελυτρωσα εξ οικου δουλειας και εξαπεστειλα εμπροσθεν σου τον Μωυσην, τον Ααρων και την Μαριαμ.
<scripture passage="Mic 6:5" parsed="|Mic|6|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.5" />
<sup>5</sup>Λαε μου, ενθυμηθητι τωρα τι εβουλευθη Βαλακ ο βασιλευς του Μωαβ και τι απεκριθη προς αυτον Βαλααμ ο του Βεωρ απο Σιττειμ εως Γαλγαλων, δια να γνωρισητε την δικαιοσυνην του Κυριου.
<scripture passage="Mic 6:6" parsed="|Mic|6|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.6" />
<sup>6</sup>Με τι θελω ελθει ενωπιον του Κυριου, να προσκυνησω ενωπιον του υψιστου Θεου; θελω ελθει ενωπιον αυτου με ολοκαυτωματα, με μοσχους ενιαυσιους;
<scripture passage="Mic 6:7" parsed="|Mic|6|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.7" />
<sup>7</sup>Θελει ευαρεστηθη ο Κυριος εις χιλιαδας κριων η εις μυριαδας ποταμων ελαιου; θελω δωσει τον πρωτοτοκον μου δια την παραβασιν μου, τον καρπον της κοιλιας μου δια την αμαρτιαν της ψυχης μου;
<scripture passage="Mic 6:8" parsed="|Mic|6|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.8" />
<sup>8</sup>Αυτος σοι εδειξεν, ανθρωπε, τι το καλον και τι ζητει ο Κυριος παρα σου, ειμη να πραττης το δικαιον και να αγαπας ελεος και να περιπατης ταπεινως μετα του Θεου σου;
<scripture passage="Mic 6:9" parsed="|Mic|6|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.9" />
<sup>9</sup>Η φωνη του Κυριου κραζει προς την πολιν, και η σοφια θελει φοβεισθαι το ονομα σου· ακουσατε την ραβδον και τις διωρισεν αυτην.
<scripture passage="Mic 6:10" parsed="|Mic|6|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.10" />
<sup>10</sup>Υπαρχουσιν ετι οι θησαυροι της ασεβειας εν τω οικω του ασεβους και το ελλιπες μετρον το βδελυκτον;
<scripture passage="Mic 6:11" parsed="|Mic|6|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.11" />
<sup>11</sup>να δικαιωσω αυτους με τας ασεβεις πλαστιγγας και με το σακκιον των δολιων ζυγιων;
<scripture passage="Mic 6:12" parsed="|Mic|6|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.12" />
<sup>12</sup>Διοτι οι πλουσιοι αυτης ειναι πληρεις αδικιας, και οι κατοικοι αυτης ελαλησαν ψευδη, και η γλωσσα αυτων ειναι απατηλη εν τω στοματι αυτων.
<scripture passage="Mic 6:13" parsed="|Mic|6|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.13" />
<sup>13</sup>Και εγω λοιπον παταξας θελω σε αδυνατισει, θελω σε ερημωσει εξ αιτιας των αμαρτιων σου.
<scripture passage="Mic 6:14" parsed="|Mic|6|14|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.14" />
<sup>14</sup>Συ θελεις τρωγει και δεν θελεις χορταζεσθαι, και η πεινα σου θελει εισθαι εν μεσω σου και θελεις φυγει αλλα δεν θελεις διασωσει, και ο, τι διεσωσας, θελω παραδωσει εις την ρομφαιαν.
<scripture passage="Mic 6:15" parsed="|Mic|6|15|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.15" />
<sup>15</sup>Συ θελεις σπειρει και δεν θελεις θερισει συ θελεις πιεσει ελαιας και δεν θελεις αλειφθη με ελαιον, και γλευκος και δεν θελεις πιει οινον.
<scripture passage="Mic 6:16" parsed="|Mic|6|16|0|0" osisRef="Bible:Mic.6.16" />
<sup>16</sup>Διοτι εφυλαχθησαν τα διαταγματα του Αμρι και παντα τα εργα του οικου του Αχααβ και επορευθητε εν ταις βουλαις αυτων δια να σε παραδωσω εις αφανισμον και τους κατοικους αυτης εις συριγμον και θελετε βαστασει το ονειδος του λαου μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Micah 7" progress="75.73%" prev="Mic.6" next="Nah" id="Mic.7">
<h3 id="Mic.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Mic.7-p1">
<scripture passage="Mic 7:1" parsed="|Mic|7|1|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις εμε, διοτι ειμαι ως επικαρπολογια θερους, ως επιφυλλις τρυγητου δεν υπαρχει βοτρυς δια να φαγη τις η ψυχη μου επεθυμησε τας απαρχας των καρπων.
<scripture passage="Mic 7:2" parsed="|Mic|7|2|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.2" />
<sup>2</sup>Ο οσιος απωλεσθη εκ της γης και ο ευθυς δεν υπαρχει μεταξυ των ανθρωπων παντες ενεδρευουσι δια αιμα κυνηγουσιν εκαστος τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Mic 7:3" parsed="|Mic|7|3|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.3" />
<sup>3</sup>Εις το να κακοποιωσιν ετοιμαζουσι τας χειρας αυτων ο αρχων απαιτει και ο κριτης κρινει επι μισθω· και ο μεγαλος προφερει την πονηραν αυτου επιθυμιαν, την οποιαν συμπεριστρεφομενοι εκπληρουσιν.
<scripture passage="Mic 7:4" parsed="|Mic|7|4|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.4" />
<sup>4</sup>Ο καλητερος αυτων ειναι ως ακανθα· ο ευθυς οξυτερος φραγμου ακανθωδους· η ημερα των φυλακων σου, η επισκεψις σου εφθασε· τωρα θελει εισθαι η αμηχανια αυτων.
<scripture passage="Mic 7:5" parsed="|Mic|7|5|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.5" />
<sup>5</sup>Μη εμπιστευεσθε εις φιλον, μη θαρρειτε εις οικειον· φυλαττε τας θυρας του στοματος σου απο της συγκαθευδουσης εν τω κολπω σου·
<scripture passage="Mic 7:6" parsed="|Mic|7|6|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.6" />
<sup>6</sup>διοτι ο υιος περιφρονει τον πατερα, η θυγατηρ επανισταται κατα της μητρος αυτης, η νυμφη κατα της πενθερας αυτης· οι εχθροι του ανθρωπου ειναι οι ανθρωποι της εαυτου οικιας.
<scripture passage="Mic 7:7" parsed="|Mic|7|7|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.7" />
<sup>7</sup>Εγω δε θελω επιβλεψει επι Κυριον· θελω προσμεινει τον Θεον της σωτηριας μου· ο Θεος μου θελει μου εισακουσει.
<scripture passage="Mic 7:8" parsed="|Mic|7|8|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.8" />
<sup>8</sup>Μη ευφραινου εις εμε, η εχθρα μου· αν και επεσα, θελω σηκωθη· αν και εκαθησα εν σκοτει, ο Κυριος θελει εισθαι φως εις εμε.
<scripture passage="Mic 7:9" parsed="|Mic|7|9|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.9" />
<sup>9</sup>Θελω υποφερει την οργην του Κυριου, διοτι ημαρτησα εις αυτον, εωσου διαδικαση την δικην μου και καμη την κρισιν μου· θελει με εξαξει εις το φως, θελω ιδει την δικαιοσυνην αυτου.
<scripture passage="Mic 7:10" parsed="|Mic|7|10|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.10" />
<sup>10</sup>Και θελει ιδει η εχθρα μου, και αισχυνη θελει περικαλυψει αυτην, ητις λεγει προς εμε, Που ειναι Κυριος ο Θεος σου; οι οφθαλμοι μου θελουσιν ιδει αυτην· τωρα θελει εισθαι εις καταπατημα ως ο πηλος των οδων.
<scripture passage="Mic 7:11" parsed="|Mic|7|11|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.11" />
<sup>11</sup>Καθ' ην ημεραν τα τειχη σου μελλουσι να κτισθωσι, την ημεραν εκεινην θελει διαδοθη εις μακραν το προσταγμα.
<scripture passage="Mic 7:12" parsed="|Mic|7|12|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.12" />
<sup>12</sup>Την ημεραν εκεινην θελουσιν ελθει εως εις σε απο της Ασσυριας και των πολεων της Αιγυπτου και απο της Αιγυπτου εως του ποταμου και απο θαλασσης εως θαλασσης και απο ορους εως ορους.
<scripture passage="Mic 7:13" parsed="|Mic|7|13|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.13" />
<sup>13</sup>Και η γη θελει ερημωθη εξ αιτιας των κατοικουντων αυτην, δια τον καρπον των πραξεων αυτων.
<scripture passage="Mic 7:14" parsed="|Mic|7|14|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.14" />
<sup>14</sup>Ποιμαινε τον λαον σου εν τη ραβδω σου, το ποιμνιον της κληρονομιας σου, το οποιον κατοικει μεμονωμενον εν τω δασει, εν μεσω του Καρμηλου· ας νεμωνται την Βασαν και την Γαλααδ καθως εν ταις αρχαιαις ημεραις.
<scripture passage="Mic 7:15" parsed="|Mic|7|15|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.15" />
<sup>15</sup>Καθως εν ταις ημεραις της εξοδου σου εκ γης Αιγυπτου θελω δειξει εις αυτον θαυμασια.
<scripture passage="Mic 7:16" parsed="|Mic|7|16|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.16" />
<sup>16</sup>Τα εθνη θελουσιν ιδει και θελουσι καταισχυνθη δια πασαν την ισχυν αυτων· θελουσιν επιθεσει την χειρα επι το στομα, τα ωτα αυτων θελουσι κωφωθη.
<scripture passage="Mic 7:17" parsed="|Mic|7|17|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.17" />
<sup>17</sup>Θελουσι γλειφει το χωμα ως οφεις, ως τα ερπετα της γης θελουσι συρεσθαι απο των τρυπων αυτων· θελουσιν εκπλαγη εις Κυριον τον Θεον ημων και θελουσι φοβηθη απο σου.
<scripture passage="Mic 7:18" parsed="|Mic|7|18|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.18" />
<sup>18</sup>Τις Θεος ομοιος σου, συγχωρων ανομιαν και παραβλεπων την παραβασιν του υπολοιπου της κληρονομιας αυτου; δεν φυλαττει την οργην αυτου διαπαντος, διοτι αυτος αρεσκεται εις το ελεος.
<scripture passage="Mic 7:19" parsed="|Mic|7|19|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.19" />
<sup>19</sup>Θελει επιστρεψει, θελει ευσπλαγχνισθη ημας, θελει καταστρεψει τας ανομιας ημων· και θελεις ριψει πασας τας αμαρτιας αυτων εις τα βαθη της θαλασσης.
<scripture passage="Mic 7:20" parsed="|Mic|7|20|0|0" osisRef="Bible:Mic.7.20" />
<sup>20</sup>Θελεις εκτελεσει αληθειαν εις τον Ιακωβ, ελεος εις τον Αβρααμ, καθως ωμοσας εις τους πατερας ημων απο των αρχαιων ημερων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Nahum" progress="75.80%" prev="Mic.7" next="Nah.1" id="Nah">
<h2 id="Nah-p0.1">Nahum</h2>

<div3 title="Nahum 1" progress="75.80%" prev="Nah" next="Nah.2" id="Nah.1">
<h3 id="Nah.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Nah.1-p1">
<scripture passage="Nahum 1:1" parsed="|Nah|1|1|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.1" />
<sup>1</sup>Η κατα της Νινευη προφητεια· βιβλιον της ορασεως Ναουμ του Ελκοσαιου.
<scripture passage="Nahum 1:2" parsed="|Nah|1|2|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.2" />
<sup>2</sup>Ζηλοτυπος ειναι ο Θεος και εκδικειται ο Κυριος· ο Κυριος εκδικειται και οργιζεται· ο Κυριος θελει εκδικηθη τους εναντιους αυτου και φυλαττει οργην κατα των εχθρων αυτου.
<scripture passage="Nahum 1:3" parsed="|Nah|1|3|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.3" />
<sup>3</sup>Ο Κυριος ειναι μακροθυμος και μεγας την ισχυν, και ουδολως θελει αθωωσει τον ασεβη· η οδος του Κυριου ειναι μετα ανεμοστροβιλου και θυελλης, και νεφελαι ο κονιορτος των ποδων αυτου.
<scripture passage="Nahum 1:4" parsed="|Nah|1|4|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.4" />
<sup>4</sup>Επιτιμα την θαλασσαν και ξηραινει αυτην και καταξηραινει παντας τους ποταμους· μαραινεται η Βασαν και ο Καρμηλος και το ανθος του Λιβανου μαραινεται.
<scripture passage="Nahum 1:5" parsed="|Nah|1|5|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.5" />
<sup>5</sup>Τα ορη σειονται απ' αυτου και οι λοφοι διαλυονται, η δε γη τρεμει απο της παρουσιας αυτου, ναι, η οικουμενη, και παντες οι κατοικουντες εν αυτη.
<scripture passage="Nahum 1:6" parsed="|Nah|1|6|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.6" />
<sup>6</sup>Τις δυναται να ανθεξη ενωπιον της αγανακτησεως αυτου; και τις δυναται να σταθη εις την εξαψιν της οργης αυτου; ο θυμος αυτου εκχεεται ως πυρ και οι βραχοι συντριβονται εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Nahum 1:7" parsed="|Nah|1|7|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.7" />
<sup>7</sup>Ο Κυριος ειναι αγαθος, οχυρωμα εν ημερα θλιψεως, και γνωριζει τους ελπιζοντας επ' αυτον.
<scripture passage="Nahum 1:8" parsed="|Nah|1|8|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.8" />
<sup>8</sup>Πλην με πλημμυραν κατακλυζουσαν θελει καμει συντελειαν του τοπου αυτης, και σκοτος θελει καταδιωξει τους εχθρους αυτου.
<scripture passage="Nahum 1:9" parsed="|Nah|1|9|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.9" />
<sup>9</sup>Τι βουλευεσθε κατα του Κυριου; αυτος θελει καμει συντελειαν· θλιψις δεν θελει επελθει εκ δευτερου.
<scripture passage="Nahum 1:10" parsed="|Nah|1|10|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ενω συμπεριπλεκονται ως ακανθαι και μεθυουσιν ως μεθυσται, θελουσι καταναλωθη ως καταξηρον αχυρον.
<scripture passage="Nahum 1:11" parsed="|Nah|1|11|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.11" />
<sup>11</sup>Απο σου εξηλθε διαλογιζομενος πονηρα κατα του Κυριου, συμβουλος πονηρος.
<scripture passage="Nahum 1:12" parsed="|Nah|1|12|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.12" />
<sup>12</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Αν και ηναι εν τη ακμη αυτων και ετι πολλοι, θελουσιν ομως κουρευθη, οταν αυτος διαβη· αν και σε κατεθλιψα, δεν θελω σε καταθλιψει πλεον.
<scripture passage="Nahum 1:13" parsed="|Nah|1|13|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.13" />
<sup>13</sup>Διοτι τωρα θελω συντριψει τον ζυγον αυτου απο σου και θελω διαρρηξει τους δεσμους σου.
<scripture passage="Nahum 1:14" parsed="|Nah|1|14|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.14" />
<sup>14</sup>Και ο Κυριος εδωκε προσταγην περι σου, οτι δεν θελει σπαρθη πλεον εκ του ονοματος σου· απο του οικου των θεων σου θελω εκκοψει τα γλυπτα και τα χωνευτα· θελω καμει αυτον ταφον σου, διοτι εισαι βδελυκτος.
<scripture passage="Nahum 1:15" parsed="|Nah|1|15|0|0" osisRef="Bible:Nah.1.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, επι των ορεων οι ποδες του ευαγγελιζομενου, του κηρυττοντος ειρηνην. Εορταζε, Ιουδα, τας επισημους εορτας σου, αποδος τας ευχας σου, διοτι ο εξολοθρευτης δεν θελει διαβη πλεον δια σου· ολοτελως απεκοπη.
</p>
</div3>

<div3 title="Nahum 2" progress="75.85%" prev="Nah.1" next="Nah.3" id="Nah.2">
<h3 id="Nah.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Nah.2-p1">
<scripture passage="Nahum 2:1" parsed="|Nah|2|1|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.1" />
<sup>1</sup>Ο κατασυντριβων ανεβη εμπροσθεν του προσωπου σου· φυλαττε το οχυρωμα, σκοπευσον την οδον, ενισχυσον τας οσφυς, ενδυναμωσον την ισχυν σου σφοδρα.
<scripture passage="Nahum 2:2" parsed="|Nah|2|2|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.2" />
<sup>2</sup>Επειδη ο Κυριος απεστρεψε την δοξαν του Ιακωβ καθως την δοξαν του Ισραηλ· διοτι οι τινακται εξετιναξαν αυτους και διεφθειραν τα κληματα αυτων.
<scripture passage="Nahum 2:3" parsed="|Nah|2|3|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.3" />
<sup>3</sup>Η ασπις των ισχυρων αυτου ειναι κοκκινοβαφης, οι ανδρες δυναμεως ενδεδυμενοι ερυθρα· αι αμαξαι θελουσι κινεισθαι με σιδηρον λαμποντα εν τη ημερα της ετοιμασιας αυτου, και τα ελατινα δορατα θελουσι σεισθη τρομερα.
<scripture passage="Nahum 2:4" parsed="|Nah|2|4|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.4" />
<sup>4</sup>Αι αμαξαι θελουσι θορυβεισθαι εν ταις οδοις, θελουσι συγκρουεσθαι η μια μετα της αλλης εν ταις πλατειαις· η θεα αυτων θελει εισθαι ως λαμπαδες, θελουσι τρεχει ως αστραπαι.
<scripture passage="Nahum 2:5" parsed="|Nah|2|5|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.5" />
<sup>5</sup>Θελει ενθυμηθη τους ανδρειους αυτου· αλλα θελουσι κατολισθησει εν τη οδω αυτων· θελουσι σπευσει εις τα τειχη αυτης και ο συνασπισμος θελει ετοιμασθη.
<scripture passage="Nahum 2:6" parsed="|Nah|2|6|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.6" />
<sup>6</sup>Αι πυλαι των ποταμων θελουσιν ανοιχθη και τα παλατια θελουσι διαλυθη.
<scripture passage="Nahum 2:7" parsed="|Nah|2|7|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.7" />
<sup>7</sup>Και η καθεστωσα θελει γυμνωθη, θελει μετοικισθη, και αι δουλαι αυτης θελουσιν αναδιδει στεναγμους ως η φωνη των περιστερων, τυπτουσαι τα στηθη αυτων.
<scripture passage="Nahum 2:8" parsed="|Nah|2|8|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.8" />
<sup>8</sup>Και η Νινευη ειναι παλαιοθεν ως λιμνη υδατων· ταυτα ομως θελουσι φυγει. Στητε, στητε, θελουσι φωναζει· και ουδεις ο βλεπων οπισω.
<scripture passage="Nahum 2:9" parsed="|Nah|2|9|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.9" />
<sup>9</sup>Λαφυραγωγειτε το αργυριον, λαφυραγωγειτε το χρυσιον· διοτι δεν ειναι τελος των θησαυρων αυτης· ειναι πληθος παντος σκευους επιθυμητου.
<scripture passage="Nahum 2:10" parsed="|Nah|2|10|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.10" />
<sup>10</sup>Εξεκενωθη και εξετιναχθη και ηρημωθη και η καρδια διαλυεται και τα γονατα κλονιζονται και ωδινες ειναι εις πασας τας οσφυς, τα δε προσωπα παντων ειναι απησβολωμενα.
<scripture passage="Nahum 2:11" parsed="|Nah|2|11|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.11" />
<sup>11</sup>Που ειναι το κατοικητηριον των λεοντων και η βοσκη των σκυμνων, οπου ο λεων, ο γηραιος λεων, περιεπατει και ο σκυμνος του λεοντος, και δεν υπηρχεν ο εκφοβων;
<scripture passage="Nahum 2:12" parsed="|Nah|2|12|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.12" />
<sup>12</sup>Ο λεων διεσπαραττεν ικανα δια τους σκυμνους αυτου και απεπνιγε δια τας λεαινας αυτου, και εγεμιζε τα σπηλαια αυτου απο θηραματος και τα κατοικητηρια αυτου απο αρπαγης.
<scripture passage="Nahum 2:13" parsed="|Nah|2|13|0|0" osisRef="Bible:Nah.2.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και θελω καυσει τας αμαξας σου μεχρι καπνου και η ρομφαια θελει καταφαγει τους σκυμνους σου, και θελω εξολοθρευσει το θηραμα σου εκ της γης, και δεν θελει ακουσθη πλεον η φωνη των πρεσβεων σου.
</p>
</div3>

<div3 title="Nahum 3" progress="75.90%" prev="Nah.2" next="Hab" id="Nah.3">
<h3 id="Nah.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Nah.3-p1">
<scripture passage="Nahum 3:1" parsed="|Nah|3|1|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.1" />
<sup>1</sup>Ουαι εις την πολιν των αιματων· ολη ειναι πληρης ψευδους και αρπαγης· το θηραμα δεν απολειπει.
<scripture passage="Nahum 3:2" parsed="|Nah|3|2|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.2" />
<sup>2</sup>Φωνη μαστιγων ακουεται και φωνη θορυβου τροχων και ιππων ορμωντων και αρματων αναπηδωντων,
<scripture passage="Nahum 3:3" parsed="|Nah|3|3|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.3" />
<sup>3</sup>ιππεως αναβαινοντος και ρομφαιας στιλβουσης και λογχης εξαστραπτουσης, και πληθος τραυματιζομενων και μεγας αριθμος πτωματων, και δεν ειναι τελος των πτωματων· προσκοπτουσιν εις τα πτωματα αυτων·
<scripture passage="Nahum 3:4" parsed="|Nah|3|4|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.4" />
<sup>4</sup>απο του πληθους των πορνειων της θελκτικης πορνης, της εμπειρου εις γοητειας, ητις πωλει εθνη δια των πορνειων αυτης και φυλας δια των γοητειων αυτης.
<scripture passage="Nahum 3:5" parsed="|Nah|3|5|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, εγω ειμαι εναντιον σου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· και θελω ανασηκωσει τα κρασπεδα σου επι το προσωπον σου, και θελω δειξει εις τα εθνη την αισχυνην σου και εις τα βασιλεια την ατιμιαν σου.
<scripture passage="Nahum 3:6" parsed="|Nah|3|6|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.6" />
<sup>6</sup>Και θελω ριψει βδελυραν ακαθαρσιαν επι σε και θελω σε καταισχυνει και θελω σε καταστησει εις θεαμα.
<scripture passage="Nahum 3:7" parsed="|Nah|3|7|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.7" />
<sup>7</sup>Και παντες οι βλεποντες σε θελουσι φευγει απο σου και θελουσι λεγει, Η Νινευη ηρημωθη· τις θελει συλλυπηθη αυτην; ποθεν θελω ζητησει παρηγορητας δια σε;
<scripture passage="Nahum 3:8" parsed="|Nah|3|8|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.8" />
<sup>8</sup>εισαι καλητερα της Νω Αμμων, της κειμενης μεταξυ των ποταμων, της περικυκλουμενης απο υδατων, της οποιας προμαχων ητο η θαλασσα και τειχος αυτης το πελαγος;
<scripture passage="Nahum 3:9" parsed="|Nah|3|9|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.9" />
<sup>9</sup>Η Αιθιοπια ητο η ισχυς αυτης και η Αιγυπτος και αλλοι απεραντοι· η Φουθ και οι Λιβυες ησαν οι βοηθοι σου.
<scripture passage="Nahum 3:10" parsed="|Nah|3|10|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.10" />
<sup>10</sup>Αλλα και αυτη μετωκισθη, υπηγεν εις αιχμαλωσιαν, τα δε νηπια αυτης συνετριφθησαν επι των ακρων πασων των οδων· και ερριψαν κληρους επι τους ενδοξους αυτης ανδρας, και παντες οι μεγιστανες αυτης εδεθησαν με αλυσεις.
<scripture passage="Nahum 3:11" parsed="|Nah|3|11|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.11" />
<sup>11</sup>Και συ θελεις μεθυσθη, θελεις μενει αφανης· και συ θελεις ζητησει δυναμιν εναντιον του εχθρου.
<scripture passage="Nahum 3:12" parsed="|Nah|3|12|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.12" />
<sup>12</sup>Παντα τα οχυρωματα σου θελουσιν εισθαι ως συκαι με τα πρωτοφανη συκα αυτων· εαν σεισθωσι, θελουσι βεβαιως πεσει εις το στομα του τρωγοντος.
<scripture passage="Nahum 3:13" parsed="|Nah|3|13|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, ο λαος σου ειναι γυναικες εν μεσω σου· αι πυλαι της γης σου θελουσιν εισθαι ολως ανεωγμεναι εις τους εχθρους σου· το πυρ θελει καταφαγει τους μοχλους σου.
<scripture passage="Nahum 3:14" parsed="|Nah|3|14|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.14" />
<sup>14</sup>Ανασυρον εις σεαυτον υδωρ δια την πολιορκιαν, ενδυναμωσον τα οχυρωματα σου· εισελθε εις τον πηλον και πατησον την αργιλλον, επισκευασον την κεραμικην καμινον·
<scripture passage="Nahum 3:15" parsed="|Nah|3|15|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.15" />
<sup>15</sup>εκει θελει σε καταφαγει το πυρ· η ρομφαια θελει σε εξολοθρευσει, θελει σε καταφαγει ως βρουχος· πληθυνου ως βρουχος, πληθυνου ως ακρις.
<scripture passage="Nahum 3:16" parsed="|Nah|3|16|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.16" />
<sup>16</sup>Επληθυνας τους εμπορους σου υπερ τα αστρα του ουρανου· ο βρουχος εξηπλωθη και εξεπεταξεν.
<scripture passage="Nahum 3:17" parsed="|Nah|3|17|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.17" />
<sup>17</sup>Οι μεγιστανες σου ειναι ως ακριδες και οι σατραπαι σου ως μεγαλαι ακριδες, αιτινες επικαθηνται επι τους φραγμους εν ημερα ψυχους· αλλ' οταν ο ηλιος ανατειλη, φευγουσι και ο τοπος αυτων δεν γνωριζεται που ησαν.
<scripture passage="Nahum 3:18" parsed="|Nah|3|18|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.18" />
<sup>18</sup>Οι ποιμενες σου ενυσταξαν, βασιλευ της Ασσυριας· οι δυνατοι σου απεκοιμηθησαν· ο λαος σου εσκορπισθη επι τα ορη και δεν υπαρχει ο συναγων.
<scripture passage="Nahum 3:19" parsed="|Nah|3|19|0|0" osisRef="Bible:Nah.3.19" />
<sup>19</sup>Δεν ειναι ιασις εις το συντριμμα σου· η πληγη σου ειναι χαλεπη· παντες οι ακουοντες την αγγελιαν σου θελουσι κροτησει χειρας επι σε· διοτι επι τινα δεν επηλθε παντοτε η κακια σου;
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Habakkuk" progress="75.97%" prev="Nah.3" next="Hab.1" id="Hab">
<h2 id="Hab-p0.1">Habakkuk</h2>

<div3 title="Habakkuk 1" progress="75.97%" prev="Hab" next="Hab.2" id="Hab.1">
<h3 id="Hab.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Hab.1-p1">
<scripture passage="Hab 1:1" parsed="|Hab|1|1|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.1" />
<sup>1</sup>Η ορασις, την οποιαν ειδεν Αββακουμ ο προφητης.
<scripture passage="Hab 1:2" parsed="|Hab|1|2|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.2" />
<sup>2</sup>Εως ποτε, Κυριε, θελω κραζει, και δεν θελεις εισακουει; θελω βοα προς σε, Αδικια· και δεν θελεις σωζει;
<scripture passage="Hab 1:3" parsed="|Hab|1|3|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.3" />
<sup>3</sup>Δια τι με καμνεις να βλεπω ανομιαν και να θεωρω ταλαιπωριαν και αρπαγην και αδικιαν εμπροσθεν μου; και υπαρχουσι διεγειροντες εριδα και φιλονεικιαν.
<scripture passage="Hab 1:4" parsed="|Hab|1|4|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.4" />
<sup>4</sup>Δια τουτο ο νομος ειναι αργος, και δεν εξερχεται κρισις τελεια· επειδη ο ασεβης καταδυναστευει τον δικαιον, δια τουτο εξερχεται κρισις διεστραμμενη.
<scripture passage="Hab 1:5" parsed="|Hab|1|5|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.5" />
<sup>5</sup>Ιδετε μεταξυ των εθνων και επιβλεψατε και θαυμασατε μεγαλως, διοτι εγω θελω πραξει εργον εν ταις ημεραις σας, το οποιον δεν θελετε πιστευσει, εαν τις διηγηθη αυτο.
<scripture passage="Hab 1:6" parsed="|Hab|1|6|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.6" />
<sup>6</sup>Διοτι, ιδου, εγω εξεγειρω τους Χαλδαιους, το εθνος το πικρον και ορμητικον, το οποιον θελει διελθει το πλατος του τοπου, δια να κληρονομηση κατοικιας ουχι εαυτου.
<scripture passage="Hab 1:7" parsed="|Hab|1|7|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.7" />
<sup>7</sup>Ειναι φοβεροι και τρομεροι· η κρισις αυτων και η εξουσια αυτων θελει προερχεσθαι εξ αυτων.
<scripture passage="Hab 1:8" parsed="|Hab|1|8|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.8" />
<sup>8</sup>Και οι ιπποι αυτων ειναι ταχυτεροι παρδαλεων και οξυτεροι λυκων της εσπερας· και οι ιππεις αυτων θελουσι διαχυθη και οι ιππεις αυτων θελουσιν ελθει απο μακροθεν· θελουσι πεταξει ως αετος σπευδων εις βρωσιν,
<scripture passage="Hab 1:9" parsed="|Hab|1|9|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.9" />
<sup>9</sup>παντες θελουσιν ελθει επι αρπαγη· η οψις των προσωπων αυτων ειναι ως ο ανατολικος ανεμος, και θελουσι συναξει τους αιχμαλωτους ως αμμον.
<scripture passage="Hab 1:10" parsed="|Hab|1|10|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.10" />
<sup>10</sup>Και θελουσι περιπαιζει τους βασιλεις, και οι αρχοντες θελουσιν εισθαι παιγνιον εις αυτους· θελουσιν εμπαιζει παν οχυρωμα· διοτι θελουσιν επισωρευσει χωμα και θελουσι κυριευσει αυτο.
<scripture passage="Hab 1:11" parsed="|Hab|1|11|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.11" />
<sup>11</sup>Τοτε το πνευμα αυτου θελει αλλοιωθη, και θελει υπερβη παν οριον και θελει ασεβει, αποδιδων την ισχυν αυτου ταυτην εις τον θεον αυτου.
<scripture passage="Hab 1:12" parsed="|Hab|1|12|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.12" />
<sup>12</sup>Δεν εισαι συ απ' αιωνος, Κυριε Θεε μου, ο Αγιος μου; δεν θελομεν αποθανει. Συ, Κυριε, διεταξας αυτους δια κρισιν· και συ, Ισχυρε, κατεστησας αυτους εις παιδειαν ημων.
<scripture passage="Hab 1:13" parsed="|Hab|1|13|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.13" />
<sup>13</sup>Οι οφθαλμοι σου ειναι καθαρωτεροι παρα ωστε να βλεπης τα πονηρα, και δεν δυνασαι να επιβλεπης εις την ανομιαν· δια τι επιβλεπεις εις τους παρανομους και σιωπας, οταν ο ασεβης καταπινη τον δικαιοτερον εαυτου,
<scripture passage="Hab 1:14" parsed="|Hab|1|14|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.14" />
<sup>14</sup>και καμνεις τους ανθρωπους ως τους ιχθυας της θαλασσης, ως τα ερπετα, τα μη εχοντα αρχοντα εφ' εαυτων;
<scripture passage="Hab 1:15" parsed="|Hab|1|15|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.15" />
<sup>15</sup>Ανασυρουσι παντας δια του αγκιστρου, ελκουσιν αυτους εις το δικτυον αυτων και συναγουσιν αυτους εις την σαγηνην αυτων· δια τουτο ευφραινονται και χαιρουσι.
<scripture passage="Hab 1:16" parsed="|Hab|1|16|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο θυσιαζουσιν εις το δικτυον αυτων και καιουσι θυμιαμα εις την σαγηνην αυτων· διοτι δι' αυτων η μερις αυτων ειναι παχεια και το φαγητον αυτων εκλεκτον.
<scripture passage="Hab 1:17" parsed="|Hab|1|17|0|0" osisRef="Bible:Hab.1.17" />
<sup>17</sup>Μη δια τουτο θελουσι παντοτε εκκενονει το δικτυον αυτων; και δεν θελουσι φειδεσθαι φονευοντες παντοτε τα εθνη;
</p>
</div3>

<div3 title="Habakkuk 2" progress="76.02%" prev="Hab.1" next="Hab.3" id="Hab.2">
<h3 id="Hab.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Hab.2-p1">
<scripture passage="Hab 2:1" parsed="|Hab|2|1|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.1" />
<sup>1</sup>Επι της σκοπιας μου θελω σταθη και θελω στηλωθη επι του πυργου, και θελω αποσκοπευει δια να ιδω τι θελει λαλησει προς εμε και τι θελω αποκριθη προς τον ελεγχοντα με.
<scripture passage="Hab 2:2" parsed="|Hab|2|2|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.2" />
<sup>2</sup>Και απεκριθη προς εμε ο Κυριος και ειπε, Γραψον την ορασιν και εκθεσον αυτην επι πινακιδιων, ωστε τρεχων να αναγινωσκη τις αυτην·
<scripture passage="Hab 2:3" parsed="|Hab|2|3|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.3" />
<sup>3</sup>διοτι η ορασις μενει ετι εις ωρισμενον καιρον, αλλ' εις το τελος θελει λαλησει και δεν θελει ψευσθη· αν και αργοπορη, προσμεινον αυτην· διοτι βεβαιως θελει ελθει, δεν θελει βραδυνει.
<scripture passage="Hab 2:4" parsed="|Hab|2|4|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, η ψυχη αυτου επηρθη, δεν ειναι ευθεια εν αυτω· ο δε δικαιος θελει ζησει δια της πιστεως αυτου.
<scripture passage="Hab 2:5" parsed="|Hab|2|5|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.5" />
<sup>5</sup>Και μαλιστα ειναι προπετης εξ αιτιας του οινου, ανηρ αλαζων, ουδε ησυχαζει· οστις πλατυνει την ψυχην αυτου ως αδης και ειναι ως ο θανατος και δεν χορταινει, αλλα συναγει εις εαυτον παντα τα εθνη και συλλαμβανει εις εαυτον παντας τους λαους.
<scripture passage="Hab 2:6" parsed="|Hab|2|6|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.6" />
<sup>6</sup>Δεν θελουσι λαβει παντες ουτοι παραβολην κατ' αυτου και παροιμιαν εμπαικτικην εναντιον αυτου; και ειπει, Ουαι εις τον πληθυνοντα το μη εαυτου· εως ποτε; και εις τον επιβαρυνοντα εαυτον με παχυν πηλον.
<scripture passage="Hab 2:7" parsed="|Hab|2|7|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.7" />
<sup>7</sup>Δεν θελουσι σηκωθη εξαιφνης οι δακνοντες σε και εξεγερθη οι ταλαιπωρουντες σε και θελεις εισθαι προς αυτους εις διαρπαγην;
<scripture passage="Hab 2:8" parsed="|Hab|2|8|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.8" />
<sup>8</sup>Επειδη συ ελαφυραγωγησας εθνη πολλα, απαν το υπολοιπον των λαων θελουσι σε λαφυραγωγησει, εξ αιτιας των αιματων των ανθρωπων και της αδικιας της γης, της πολεως και παντων των κατοικουντων εν αυτη.
<scripture passage="Hab 2:9" parsed="|Hab|2|9|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.9" />
<sup>9</sup>Ουαι εις τον πλεονεκτουντα πλεονεξιαν κακην δια τον οικον αυτου, δια να θεση την φωλεαν αυτου υψηλα, δια να ελευθερωθη εκ χειρος του κακου.
<scripture passage="Hab 2:10" parsed="|Hab|2|10|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.10" />
<sup>10</sup>Εβουλευθης αισχυνην εις τον οικον σου, εξολοθρευων πολλους λαους, και ημαρτησας κατα της ψυχης σου.
<scripture passage="Hab 2:11" parsed="|Hab|2|11|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ο λιθος απο του τοιχου θελει βοησει και τα ξυλοδεματα θελουσιν αποκριθη προς αυτον.
<scripture passage="Hab 2:12" parsed="|Hab|2|12|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.12" />
<sup>12</sup>Ουαι εις τον οικοδομουντα πολιν εν αιμασι και θεμελιουντα πολιν εν αδικιαις.
<scripture passage="Hab 2:13" parsed="|Hab|2|13|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.13" />
<sup>13</sup>Ιδου, δεν ειναι τουτο παρα του Κυριου των δυναμεων, να μοχθωσιν οι λαοι δια το πυρ και τα εθνη να αποκαμνωσι δια την ματαιοτητα;
<scripture passage="Hab 2:14" parsed="|Hab|2|14|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.14" />
<sup>14</sup>Διοτι η γη θελει εισθαι πληρης της γνωσεως της δοξης του Κυριου, καθως τα υδατα σκεπαζουσι την θαλασσαν.
<scripture passage="Hab 2:15" parsed="|Hab|2|15|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.15" />
<sup>15</sup>Ουαι εις τον ποτιζοντα τον πλησιον αυτου, εις σε οστις προσφερεις την φιαλην σου και προσετι μεθυεις αυτον, δια να θεωρης την γυμνωσιν αυτων.
<scripture passage="Hab 2:16" parsed="|Hab|2|16|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.16" />
<sup>16</sup>Ενεπλησθης αισχυνης αντι δοξης· πιε και συ, και ας ανακαλυφθη η ακροβυστια σου· το ποτηριον της δεξιας του Κυριου θελει στραφη προς σε, και εμετος ατιμιας θελει εισθαι επι την δοξαν σου.
<scripture passage="Hab 2:17" parsed="|Hab|2|17|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.17" />
<sup>17</sup>Διοτι η προς τον Λιβανον αδικια σου θελει σε καλυψει, και η φθορα των θηριων η καταπτοησασα αυτα θελει σε πτοησει, εξ αιτιας των αιματων των ανθρωπων και της αδικιας της γης, της πολεως και παντων των κατοικουντων εν αυτη.
<scripture passage="Hab 2:18" parsed="|Hab|2|18|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.18" />
<sup>18</sup>Τις η ωφελεια του γλυπτου, οτι ο μορφωτης αυτου εγλυψεν αυτο; του χωνευτου και του διδασκαλου του ψευδους, οτι ο κατασκευασας θαρρει εις το εργον αυτου, ωστε να καμνη ειδωλα αφωνα;
<scripture passage="Hab 2:19" parsed="|Hab|2|19|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.19" />
<sup>19</sup>Ουαι εις τον λεγοντα προς το ξυλον, Εξεγειρου· εις τον αφωνον λιθον, Σηκωθητι· αυτο θελει διδαξει; Ιδου, αυτο ειναι περιεσκεπασμενον με χρυσον και αργυρον, και δεν ειναι πνοη παντελως εν αυτω.
<scripture passage="Hab 2:20" parsed="|Hab|2|20|0|0" osisRef="Bible:Hab.2.20" />
<sup>20</sup>Αλλ' ο Κυριος ειναι εν τω ναω τω αγιω αυτου· σιωπα ενωπιον αυτου, πασα η γη.
</p>
</div3>

<div3 title="Habakkuk 3" progress="76.10%" prev="Hab.2" next="Zeph" id="Hab.3">
<h3 id="Hab.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Hab.3-p1">
<scripture passage="Hab 3:1" parsed="|Hab|3|1|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.1" />
<sup>1</sup>Προσευχη Αββακουμ του προφητου επι Σιγιωνωθ.
<scripture passage="Hab 3:2" parsed="|Hab|3|2|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.2" />
<sup>2</sup>Κυριε, ηκουσα την ακοην σου και εφοβηθην· Κυριε, ζωοποιει το εργον σου εν μεσω των ετων· Εν μεσω των ετων γνωστοποιει, αυτο· εν τη οργη σου μνησθητι ελεους.
<scripture passage="Hab 3:3" parsed="|Hab|3|3|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.3" />
<sup>3</sup>Ο Θεος ηλθεν απο Θαιμαν και ο Αγιος απο του ορους Φαραν· Διαψαλμα. εκαλυψεν ουρανους η δοξα αυτου, και της αινεσεως αυτου ητο πληρης η γη·
<scripture passage="Hab 3:4" parsed="|Hab|3|4|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.4" />
<sup>4</sup>Και η λαμψις αυτου ητο ως το φως· ακτινες εξηρχοντο εκ της χειρος αυτου, και εκει ητο ο κρυψων της ισχυος αυτου.
<scripture passage="Hab 3:5" parsed="|Hab|3|5|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.5" />
<sup>5</sup>Εμπροσθεν αυτου προεπορευετο ο θανατος, και αστραπαι εξηρχοντο υπο τους ποδας αυτου.
<scripture passage="Hab 3:6" parsed="|Hab|3|6|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.6" />
<sup>6</sup>Εσταθη και διεμετρησε την γην· επεβλεψε και διελυσε τα εθνη· και τα ορη τα αιωνια συνετριβησαν, οι αιωνιοι βουνοι εταπεινωθησαν· αι οδοι αυτου ειναι αιωνιοι.
<scripture passage="Hab 3:7" parsed="|Hab|3|7|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.7" />
<sup>7</sup>Ειδον τας σκηνας της Αιθιοπιας εν θλιψει· ετρομαξαν τα παραπετασματα της γης Μαδιαμ.
<scripture passage="Hab 3:8" parsed="|Hab|3|8|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.8" />
<sup>8</sup>Μηπως ωργισθη ο Κυριος κατα των ποταμων; μηπως ητο ο θυμος σου κατα των ποταμων; η η οργη σου κατα της θαλασσης, ωστε επεβης επι τους ιππους σου και επι τας αμαξας σου προς σωτηριαν;
<scripture passage="Hab 3:9" parsed="|Hab|3|9|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.9" />
<sup>9</sup>Εσυρθη εξω το τοξον σου, καθως μεθ' ορκου ανηγγειλας εις τας φυλας. Διαψαλμα. Συ διεσχισας την γην εις ποταμους.
<scripture passage="Hab 3:10" parsed="|Hab|3|10|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.10" />
<sup>10</sup>Σε ειδον τα ορη και ετρομαξαν. Κατακλυσμος υδατων επηλθεν· η αβυσσος ανεπεμψε την φωνην αυτης, ανυψωσε τας χειρας αυτης.
<scripture passage="Hab 3:11" parsed="|Hab|3|11|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.11" />
<sup>11</sup>Ο ηλιος και η σεληνη εσταθησαν εν τω κατοικητηριω αυτων· εν τω φωτι των βελων σου περιεπατουν, εν τη λαμψει της αστραπτουσης λογχης σου.
<scripture passage="Hab 3:12" parsed="|Hab|3|12|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.12" />
<sup>12</sup>Εν αγανακτησει διηλθες την γην, εν θυμω κατεπατησας τα εθνη.
<scripture passage="Hab 3:13" parsed="|Hab|3|13|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.13" />
<sup>13</sup>Εξηλθες εις σωτηριαν του λαου σου, εις σωτηριαν του χριστου σου· επαταξας τον αρχηγον του οικου των ασεβων, απεκαλυψας τα θεμελια εως βαθους. Διαψαλμα.
<scripture passage="Hab 3:14" parsed="|Hab|3|14|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.14" />
<sup>14</sup>Διεπερασας με τας λογχας αυτου την κεφαλην των στραταρχων αυτου· εφωρμησαν ως ανεμοστροβιλος δια να μη διασκορπισωσιν· η αγαλλιασις αυτων ητο ως εαν εμελλον κρυφιως να καταφαγωσι τον πτωχον.
<scripture passage="Hab 3:15" parsed="|Hab|3|15|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.15" />
<sup>15</sup>Διεβης δια της θαλασσης μετα των ιππων σου, δια σωρων υδατων πολλων.
<scripture passage="Hab 3:16" parsed="|Hab|3|16|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.16" />
<sup>16</sup>Ηκουσα, και τα εντοσθια μου συνεταραχθησαν· τα χειλη μου ετρεμον εις την φωνην· η σαθροτης εισηλθεν εις τα οστα μου, και υποκατω μου ελαβον τρομον· πλην εν τη ημερα της θλιψεως θελω αναπαυθη, οταν αναβη κατα του λαου ο μελλων να εκπορθηση αυτον.
<scripture passage="Hab 3:17" parsed="|Hab|3|17|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.17" />
<sup>17</sup>Αν και η συκη δεν θελει βλαστησει, μηδε θελει εισθαι καρπος εν ταις αμπελοις· ο κοπος της ελαιας θελει ματαιωθη, και οι αγροι δεν θελουσι δωσει τροφην· το ποιμνιον θελει εξολοθρευθη απο της μανδρας, και δεν θελουσιν εισθαι βοες εν τοις σταυλοις·
<scripture passage="Hab 3:18" parsed="|Hab|3|18|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.18" />
<sup>18</sup>Εγω ομως θελω ευφραινεσθαι εις τον Κυριον, θελω χαιρει εις τον Θεον της σωτηριας μου.
<scripture passage="Hab 3:19" parsed="|Hab|3|19|0|0" osisRef="Bible:Hab.3.19" />
<sup>19</sup>Κυριος ο Θεος ειναι η δυναμις μου, και θελει καμει τους ποδας μου ως των ελαφων· και θελει με καμει να περιπατω επι τους υψηλους τοπους μου. Εις τον πρωτον μουσικον επι Νεγινωθ.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Zephaniah" progress="76.16%" prev="Hab.3" next="Zeph.1" id="Zeph">
<h2 id="Zeph-p0.1">Zephaniah</h2>

<div3 title="Zephaniah 1" progress="76.16%" prev="Zeph" next="Zeph.2" id="Zeph.1">
<h3 id="Zeph.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Zeph.1-p1">
<scripture passage="Zeph 1:1" parsed="|Zeph|1|1|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.1" />
<sup>1</sup>Ο λογος του Κυριου, ο γενομενος προς Σοφονιαν τον υιον του Χουσει, υιου του Γεδαλιου, υιου του Αμαριου υιου του Ιζκιου, εν ταις ημεραις Ιωσιου, υιου του Αμων βασιλεως του Ιουδα.
<scripture passage="Zeph 1:2" parsed="|Zeph|1|2|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.2" />
<sup>2</sup>Θελω αφανισει παντελως τα παντα απο προσωπου της γης, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zeph 1:3" parsed="|Zeph|1|3|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.3" />
<sup>3</sup>Θελω αφανισει ανθρωπον και κτηνος θελω αφανισει τα πετεινα του ουρανου και τους ιχθυας της θαλασσης και τα προσκομματα μετα των ασεβων και θελω εξολοθρευσει τον ανθρωπον απο προσωπου της γης, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zeph 1:4" parsed="|Zeph|1|4|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.4" />
<sup>4</sup>Και θελω εκτεινει την χειρα μου επι τον Ιουδαν και επι παντας τους κατοικους της Ιερουσαλημ, και θελω εξολοθρευσει το υπολοιπον του Βααλ απο του τοπου τουτου και το ονομα των ειδωλοθυτων μετα των ιερεων,
<scripture passage="Zeph 1:5" parsed="|Zeph|1|5|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.5" />
<sup>5</sup>και τους προσκυνουντας επι των δωματων την στρατιαν του ουρανου και τους προσκυνουντας και ομνυοντας εις τον Κυριον και τους ομνυοντας εις τον Μαλχομ,
<scripture passage="Zeph 1:6" parsed="|Zeph|1|6|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.6" />
<sup>6</sup>και τους εκκλινοντας απο οπισθεν του Κυριου και τους μη ζητουντας τον Κυριον μηδε εξερευνωντας αυτον.
<scripture passage="Zeph 1:7" parsed="|Zeph|1|7|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.7" />
<sup>7</sup>Σιωπα ενωπιον Κυριου του Θεου, διοτι εγγυς ειναι η ημερα του Κυριου· διοτι ο Κυριος ητοιμασε θυσιαν, διωρισε τους κεκλημενους αυτου.
<scripture passage="Zeph 1:8" parsed="|Zeph|1|8|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.8" />
<sup>8</sup>Και εν τη ημερα της θυσιας του Κυριου θελω εκδικηθη τους αρχοντας και τα τεκνα του βασιλεως και παντας τους ενδεδυμενους ενδυματα αλλοτρια.
<scripture passage="Zeph 1:9" parsed="|Zeph|1|9|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.9" />
<sup>9</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελω εκδικηθη και παντας τους υπερπηδωντας τα κατωφλια, τους γεμιζοντας τους οικους των κυριων αυτων εξ αρπαγης και δολου.
<scripture passage="Zeph 1:10" parsed="|Zeph|1|10|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.10" />
<sup>10</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, θελει εισθαι θορυβος κραυγης απο της ιχθυικης πυλης και ολολυγμος απο της πυλης της δευτερας και συντριμμος μεγας απο των λοφων.
<scripture passage="Zeph 1:11" parsed="|Zeph|1|11|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.11" />
<sup>11</sup>Ολολυξατε, οι κατοικοι της Μακτες, διοτι εξωλοθρευθη πας ο λαος ο εμπορικος· κατεκοπησαν παντες οι φεροντες αργυριον.
<scripture passage="Zeph 1:12" parsed="|Zeph|1|12|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.12" />
<sup>12</sup>Και εν τω καιρω εκεινω θελω εξερευνησει την Ιερουσαλημ με λυχνους και εκδικηθη προς ανδρας τους αναπαυομενους επι την τρυγιαν αυτων, τους λεγοντας εν τη καρδια αυτων, Ο Κυριος δεν θελει αγαθοποιησει ουδε θελει κακοποιησει.
<scripture passage="Zeph 1:13" parsed="|Zeph|1|13|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο τα αγαθα αυτων θελουσιν εισθαι εις διαρπαγην και οι οικοι αυτων εις αφανισμον, και θελουσιν οικοδομησει οικιας και δεν θελουσι κατοικησει, και θελουσι φυτευσει αμπελωνας και δεν θελουσι πιει τον οινον αυτων.
<scripture passage="Zeph 1:14" parsed="|Zeph|1|14|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.14" />
<sup>14</sup>Εγγυς ειναι η ημερα του Κυριου η μεγαλη, εγγυς, και σπευδει σφοδρα· φωνη της ημερας του Κυριου· πικρως θελει φωναξει εκει ο ισχυρος.
<scripture passage="Zeph 1:15" parsed="|Zeph|1|15|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.15" />
<sup>15</sup>Ημερα οργης η ημερα εκεινη, ημερα θλιψεως και στενοχωριας, ημερα ερημωσεως και αφανισμου, ημερα σκοτους και γνοφου, ημερα νεφελης και ομιχλης,
<scripture passage="Zeph 1:16" parsed="|Zeph|1|16|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.16" />
<sup>16</sup>ημερα σαλπιγγος και αλαλαγμου κατα των οχυρων πολεων και κατα των υψηλων πυργων.
<scripture passage="Zeph 1:17" parsed="|Zeph|1|17|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.17" />
<sup>17</sup>Και θελω καταθλιψει τους ανθρωπους και θελουσι περιπατει ως τυφλοι, διοτι ημαρτησαν εις τον Κυριον· και το αιμα αυτων θελει διαχυθη ως κονις και αι σαρκες αυτων ως κοπρος.
<scripture passage="Zeph 1:18" parsed="|Zeph|1|18|0|0" osisRef="Bible:Zeph.1.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ουδε το αργυριον αυτων ουδε το χρυσιον αυτων θελει δυνηθη να λυτρωση αυτους εν τη ημερα της οργης του Κυριου, και πασα η γη θελει καταναλωθη υπο του πυρος του ζηλου αυτου· διοτι θελει καμει συντελειαν, μαλιστα ταχειαν, επι παντας τους κατοικουντας την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Zephaniah 2" progress="76.22%" prev="Zeph.1" next="Zeph.3" id="Zeph.2">
<h3 id="Zeph.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Zeph.2-p1">
<scripture passage="Zeph 2:1" parsed="|Zeph|2|1|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.1" />
<sup>1</sup>Συναχθητε και συναθροισθητε, το εθνος το μη επιθυμητον,
<scripture passage="Zeph 2:2" parsed="|Zeph|2|2|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.2" />
<sup>2</sup>πριν το ψηφισμα γεννηση το αποτελεσμα αυτου και η ημερα παρελθη ως χνους, πριν επελθη εφ' υμας η εξαψις του Κυριου, πριν επελθη εφ' υμας η ημερα του θυμου του Κυριου.
<scripture passage="Zeph 2:3" parsed="|Zeph|2|3|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.3" />
<sup>3</sup>Ζητειτε τον Κυριον, παντες οι πραεις της γης, οι εκτελεσαντες τας κρισεις αυτου· ζητειτε δικαιοσυνην, ζητειτε πραοτητα, ισως σκεπασθητε εν τη ημερα της οργης του Κυριου.
<scripture passage="Zeph 2:4" parsed="|Zeph|2|4|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.4" />
<sup>4</sup>Διοτι η Γαζα θελει εγκαταλειφθη και η Ασκαλων θελει ερημωθη· θελουσιν εκδιωξει την Αζωτον εν καιρω μεσημβριας και η Ακκαρων θελει εκριζωθη.
<scripture passage="Zeph 2:5" parsed="|Zeph|2|5|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.5" />
<sup>5</sup>Ουαι εις τους κατοικους των παραλιων της θαλασσης, εις το εθνος των Χερεθαιων· ο λογος του Κυριου ειναι εναντιον σας, Χανααν, γη των Φιλισταιων, και θελω σε αφανισει, ωστε να μη υπαρχη ο κατοικων.
<scripture passage="Zeph 2:6" parsed="|Zeph|2|6|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.6" />
<sup>6</sup>Και το παραλιον της θαλασσης θελει εισθαι κατοικιαι και σπηλαια ποιμενων και μανδραι ποιμνιων.
<scripture passage="Zeph 2:7" parsed="|Zeph|2|7|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.7" />
<sup>7</sup>Και το παραλιον τουτο θελει εισθαι δια το υπολοιπον του οικου Ιουδα· εκει θελουσι βοσκει· εν τοις οικοις της Ασκαλωνος θελουσι καταλυει το εσπερας· διοτι Κυριος ο Θεος αυτων θελει επισκεφθη αυτους και αποστρεψει την αιχμαλωσιαν αυτων.
<scripture passage="Zeph 2:8" parsed="|Zeph|2|8|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.8" />
<sup>8</sup>Ηκουσα τους ονειδισμους του Μωαβ και τας υβρεις των υιων Αμμων, δια των οποιων ωνειδιζον τον λαον μου και εμεγαλυνοντο κατα των οριων αυτου.
<scripture passage="Zeph 2:9" parsed="|Zeph|2|9|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο, Ζω εγω, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ, εξαπαντος ο Μωαβ θελει εισθαι ως τα Σοδομα και οι υιοι Αμμων ως τα Γομορρα, τοπος κνιδων και αλυκαι και παντοτεινη ερημωσις· το υπολοιπον του λαου μου θελει λαφυραγωγησει αυτους και το υπολοιπον του εθνους μου θαλει κατακληρονομησει αυτους.
<scripture passage="Zeph 2:10" parsed="|Zeph|2|10|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.10" />
<sup>10</sup>Τουτο θελει γεινει εις αυτους δια την υπερηφανιαν αυτων, διοτι ωνειδισαν και εμεγαλυνθησαν κατα του λαου του Κυριου των δυναμεων.
<scripture passage="Zeph 2:11" parsed="|Zeph|2|11|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.11" />
<sup>11</sup>Ο Κυριος θελει εισθαι τρομερος εναντιον αυτων, διοτι θελει εξολοθρευσει παντας τους θεους της γης· και θελουσι προσκυνησει αυτον, εκαστος εκ του τοπου αυτου, πασαι αι νησοι των εθνων.
<scripture passage="Zeph 2:12" parsed="|Zeph|2|12|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.12" />
<sup>12</sup>Και σεις, Αιθιοπες, θελετε διαπερασθη δια της ρομφαιας μου.
<scripture passage="Zeph 2:13" parsed="|Zeph|2|13|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.13" />
<sup>13</sup>Και θελει εκτεινει την χειρα αυτου κατα του βορρα και αφανισει την Ασσυριαν, και θελει καταστησει την Νινευη εις αφανισμον, τοπον ανυδρον ως η ερημος.
<scripture passage="Zeph 2:14" parsed="|Zeph|2|14|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.14" />
<sup>14</sup>Και ποιμνια θελουσι βοσκεσθαι εν μεσω αυτης, παντα τα ζωα των εθνων· και ο πελεκαν και ο ακανθοχοιρος θελουσι κατοικει εν τοις ανωφλιοις αυτης· η φωνη αυτων θελει ηχησει εις τα παραθυρα· ερημωσις θελει εισθαι εν ταις πυλαις, διοτι θελει γυμνωθη απο των κεδρινων εργων.
<scripture passage="Zeph 2:15" parsed="|Zeph|2|15|0|0" osisRef="Bible:Zeph.2.15" />
<sup>15</sup>Αυτη ειναι η ευφραινομενη πολις, η κατοικουσα αμεριμνως, η λεγουσα εν τη καρδια αυτης, Εγω ειμαι και δεν ειναι αλλη εκτος εμου. Πως κατεσταθη ερημος, καταλυμα θηριων· πας ο διαβαινων δι' αυτης θελει συριξει και κινησει την χειρα αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Zephaniah 3" progress="76.29%" prev="Zeph.2" next="Hag" id="Zeph.3">
<h3 id="Zeph.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Zeph.3-p1">
<scripture passage="Zeph 3:1" parsed="|Zeph|3|1|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.1" />
<sup>1</sup>Ουαι η παραδεδειγματισμενη και μεμολυσμενη· η πολις η καταθλιβουσα
<scripture passage="Zeph 3:2" parsed="|Zeph|3|2|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.2" />
<sup>2</sup>Δεν υπηκουσεν εις την φωνην· δεν εδεχθη διορθωσιν· δεν ηλπισεν επι τον Κυριον· δεν επλησιασεν εις τον Θεον αυτης.
<scripture passage="Zeph 3:3" parsed="|Zeph|3|3|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.3" />
<sup>3</sup>Οι αρχοντες αυτης ειναι εν αυτη λεοντες ωρυομενοι· οι κριται αυτης λυκοι της εσπερας· δεν αφινουσιν ουδεν δια το πρωι.
<scripture passage="Zeph 3:4" parsed="|Zeph|3|4|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.4" />
<sup>4</sup>Οι προφηται αυτης ειναι προπετεις, ανθρωποι δολιοι· οι ιερεις αυτης εβεβηλωσαν το αγιαστηριον, ηθετησαν τον νομον.
<scripture passage="Zeph 3:5" parsed="|Zeph|3|5|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.5" />
<sup>5</sup>Ο Κυριος ειναι δικαιος εν μεσω αυτης· δεν θελει καμει αδικιαν· κατα πασαν πρωιαν φερει την κρισιν αυτου εις φως, δεν απολειπει· αλλ' ο διεφθαρμενος δεν γνωριζει αισχυνην.
<scripture passage="Zeph 3:6" parsed="|Zeph|3|6|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.6" />
<sup>6</sup>Εξωλοθρευσα εθνη· οι πυργοι αυτων ειναι ηρημωμενοι· ηρημωσα τας οδους αυτων, ωστε να μη υπαρχη διαβαινων· αι πολεις αυτων ηφανισθησαν, ωστε δεν υπαρχει ουδεις κατοικων.
<scripture passage="Zeph 3:7" parsed="|Zeph|3|7|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.7" />
<sup>7</sup>Ειπα, Βεβαιως ηθελες με φοβηθη, ηθελες δεχθη παιδειαν, και η κατοικια αυτης δεν ηθελεν εξολοθρευθη, οσον και αν ετιμωρουν αυτην· πλην αυτοι εσπευσαν να διαφθειρωσι πασας τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Zeph 3:8" parsed="|Zeph|3|8|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο προσμενετε με, λεγει Κυριος, μεχρι της ημερας καθ' ην εγειρομαι προς λεηλασιαν· διοτι η αποφασις μου ειναι να συναξω τα εθνη, να συναθροισω τα βασιλεια, να εκχεω επ' αυτα την αγανακτησιν μου, ολην την εξαψιν της οργης μου· επειδη πασα η γη θελει καταναλωθη υπο του πυρος του ζηλου μου.
<scripture passage="Zeph 3:9" parsed="|Zeph|3|9|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.9" />
<sup>9</sup>Διοτι τοτε θελω αποκαταστησει εις τους λαους γλωσσαν καθαραν, δια να επικαλωνται παντες το ονομα του Κυριου, να δουλευωσιν αυτον υπο ενα ζυγον.
<scripture passage="Zeph 3:10" parsed="|Zeph|3|10|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.10" />
<sup>10</sup>Απο του περαν των ποταμων της Αιθιοπιας οι ικεται μου, η θυγατηρ των διεσπαρμενων μου, θελουσι φερει την προσφοραν μου.
<scripture passage="Zeph 3:11" parsed="|Zeph|3|11|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.11" />
<sup>11</sup>Εν τη ημερα εκεινη δεν θελεις αισχυνεσθαι δια πασας τας πραξεις σου, δι' ων ηνομησας εναντιον μου· διοτι τοτε θελω αφαιρεσει εκ μεσου σου τους καυχωμενους εις την μεγαλοπρεπειαν σου, και δεν θελεις πλεον μεγαλαυχει κατα του ορους του αγιου μου.
<scripture passage="Zeph 3:12" parsed="|Zeph|3|12|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.12" />
<sup>12</sup>Και θελω αφησει εν μεσω σου λαον τεθλιμμενον και πτωχον, και ουτοι θελουσιν ελπιζει επι το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Zeph 3:13" parsed="|Zeph|3|13|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.13" />
<sup>13</sup>Το υπολοιπον του Ισραηλ δεν θελει πραξει ανομιαν ουδε λαλησει ψευδη, ουδε θελει ευρεθη εν τω στοματι αυτων γλωσσα δολια· διοτι αυτοι θελουσι βοσκει και πλαγιαζει, και δεν θελει υπαρχει ο εκφοβων.
<scripture passage="Zeph 3:14" parsed="|Zeph|3|14|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.14" />
<sup>14</sup>Ψαλλε, θυγατερ Σιων· αλαλαξατε, Ισραηλ· τερπου και ευφραινου εξ ολης καρδιας, θυγατερ Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zeph 3:15" parsed="|Zeph|3|15|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.15" />
<sup>15</sup>Αφηρεσεν ο Κυριος τας κρισεις σου, απεστρεψε τον εχθρον σου· βασιλευς του Ισραηλ ειναι ο Κυριος εν μεσω σου· δεν θελεις πλεον ιδει κακον.
<scripture passage="Zeph 3:16" parsed="|Zeph|3|16|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.16" />
<sup>16</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελει λεχθη προς την Ιερουσαλημ, Μη φοβου· Σιων, ας μη εκλυωνται αι χειρες σου.
<scripture passage="Zeph 3:17" parsed="|Zeph|3|17|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.17" />
<sup>17</sup>Κυριος ο Θεος σου, ο εν μεσω σου, ο δυνατος, θελει σε σωσει, θελει ευφρανθη επι σε εν χαρα, θελει αναπαυεσθαι εις την αγαπην αυτου, θελει ευφραινεσθαι εις σε εν ασμασι.
<scripture passage="Zeph 3:18" parsed="|Zeph|3|18|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.18" />
<sup>18</sup>Θελω συναξει τους λελυπημενους δια τας επισημους εορτας, τους οντας απο σου, εις τους οποιους ητο βαρος ο ονειδισμος.
<scripture passage="Zeph 3:19" parsed="|Zeph|3|19|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, εν τω καιρω εκεινω θελω αφανισει παντας τους καταθλιβοντας σε· και θελω σωσει την χωλαινουσαν και συναξει την εξωσμενην· και θελω καταστησει αυτους επαινον και δοξαν εν παντι τοπω της αισχυνης αυτων.
<scripture passage="Zeph 3:20" parsed="|Zeph|3|20|0|0" osisRef="Bible:Zeph.3.20" />
<sup>20</sup>Εν τω καιρω εκεινω θελω σας φερει και εν τω καιρω εκεινω θελω σας συναξει· διοτι θελω σας καμει ονομαστους και επαινετους μεταξυ παντων των λαων της γης, οταν εγω αποστρεψω την αιχμαλωσιαν σας εμπροσθεν των οφθαλμων σας, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Haggai" progress="76.36%" prev="Zeph.3" next="Hag.1" id="Hag">
<h2 id="Hag-p0.1">Haggai</h2>

<div3 title="Haggai 1" progress="76.36%" prev="Hag" next="Hag.2" id="Hag.1">
<h3 id="Hag.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Hag.1-p1">
<scripture passage="Hag 1:1" parsed="|Hag|1|1|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.1" />
<sup>1</sup>Εν τω δευτερω ετει Δαρειου του βασιλεως, εν τω εκτω μηνι, τη πρωτη ημερα του μηνος, εγεινε λογος Κυριου δι' Αγγαιου του προφητου προς Ζοροβαβελ, τον υιον του Σαλαθιηλ, τον διοικητην του Ιουδα, και προς Ιησουν τον υιον του Ιωσεδεκ, τον ιερεα τον μεγαν, λεγων,
<scripture passage="Hag 1:2" parsed="|Hag|1|2|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, λεγων, Ο λαος ουτος λεγουσιν, Ο καιρος δεν ηλθεν, ο καιρος να οικοδομηθη ο οικος του Κυριου.
<scripture passage="Hag 1:3" parsed="|Hag|1|3|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.3" />
<sup>3</sup>Και εγεινε λογος Κυριου δι' Αγγαιου του προφητου, λεγων,
<scripture passage="Hag 1:4" parsed="|Hag|1|4|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.4" />
<sup>4</sup>Ειναι καιρος εις εσας, να κατοικητε σεις εν τοις φατνωτοις οικοις σας, ο δε οικος ουτος να ηναι ερημος;
<scripture passage="Hag 1:5" parsed="|Hag|1|5|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.5" />
<sup>5</sup>Τωρα λοιπον ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, Συλλογισθητε τας οδους σας.
<scripture passage="Hag 1:6" parsed="|Hag|1|6|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.6" />
<sup>6</sup>Εσπειρατε πολυ και εισωδευσατε ολιγον, τρωγετε και δεν χορταινετε, πινετε και δεν ευχαριστεισθε, ενδυεσθε και δεν θερμαινεσθε, και ο μισθοδοτουμενος μισθοδοτειται δια βαλαντιον τετρυπημενον.
<scripture passage="Hag 1:7" parsed="|Hag|1|7|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.7" />
<sup>7</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, Συλλογισθητε τας οδους σας.
<scripture passage="Hag 1:8" parsed="|Hag|1|8|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.8" />
<sup>8</sup>Αναβητε εις το ορος και φερετε ξυλα και οικοδομησατε τον οικον, και θελω ευαρεστηθη εις αυτον και θελω ενδοξασθη, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Hag 1:9" parsed="|Hag|1|9|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.9" />
<sup>9</sup>Επεβλεψατε εις πολυ, και ιδου, εγεινεν ολιγον· και εφερατε τουτο εις τον οικον και εγω απεφυσησα αυτο. Δια τι; λεγει ο Κυριος των δυναμεων. Εξ αιτιας του οικου μου, οστις ειναι ερημος, ενω σεις τρεχετε εκαστος εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Hag 1:10" parsed="|Hag|1|10|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ο ουρανος απεκλεισεν απο σας την δροσον αυτου και η γη απεκλεισε τον καρπον αυτης,
<scripture passage="Hag 1:11" parsed="|Hag|1|11|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.11" />
<sup>11</sup>και εκαλεσα ανομβριαν επι την γην και επι τα ορη, επι τον σιτον και επι το γλευκος και επι το ελαιον και εφ' οσα εκφερει η γη, και επι τους ανθρωπους και επι τα κτηνη, και επι παντας τους κοπους των χειρων αυτων.
<scripture passage="Hag 1:12" parsed="|Hag|1|12|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.12" />
<sup>12</sup>Και υπηκουσε Ζοροβαβελ ο υιος του Σαλαθιηλ και Ιησους ο υιος του Ιωσεδεκ, ο ιερευς ο μεγας, και παν το υπολοιπον του λαου, εις την φωνην Κυριου του Θεου αυτων και εις τους λογους Αγγαιου του προφητου, καθως απεστειλεν αυτον Κυριος ο Θεος αυτων· και εφοβηθη ο λαος ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="Hag 1:13" parsed="|Hag|1|13|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.13" />
<sup>13</sup>Και ελαλησεν Αγγαιος ο απεσταλμενος του Κυριου κατα την αγγελιαν του Κυριου προς τον λαον, λεγων, Εγω ειμαι με σας, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Hag 1:14" parsed="|Hag|1|14|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.14" />
<sup>14</sup>Και διηγειρεν ο Κυριος το πνευμα του Ζοροβαβελ υιου του Σαλαθιηλ, του διοικητου του Ιουδα, και το πνευμα του Ιησου υιου του Ιωσεδεκ, του ιερεως του μεγαλου, και το πνευμα παντος του υπολοιπου του λαου, και ηλθον και ειργαζοντο εν τω οικω του Κυριου των δυναμεων, του Θεου αυτων,
<scripture passage="Hag 1:15" parsed="|Hag|1|15|0|0" osisRef="Bible:Hag.1.15" />
<sup>15</sup>εν τη εικοστη τεταρτη ημερα του εκτου μηνος, εν τω δευτερω ετει Δαρειου του βασιλεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Haggai 2" progress="76.41%" prev="Hag.1" next="Zech" id="Hag.2">
<h3 id="Hag.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Hag.2-p1">
<scripture passage="Hag 2:1" parsed="|Hag|2|1|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.1" />
<sup>1</sup>Εν τω εβδομω μηνι, τη εικοστη πρωτη του μηνος, εγεινε λογος Κυριου δι' Αγγαιου του προφητου, λεγων,
<scripture passage="Hag 2:2" parsed="|Hag|2|2|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.2" />
<sup>2</sup>Λαλησον τωρα προς Ζοροβαβελ τον υιον του Σαλαθιηλ, τον διοικητην του Ιουδα, και προς Ιησουν τον υιον του Ιωσεδεκ, τον ιερεα τον μεγαν, και προς το υπολοιπον του λαου, λεγων,
<scripture passage="Hag 2:3" parsed="|Hag|2|3|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.3" />
<sup>3</sup>Τις μεταξυ σας εμεινεν, οστις ειδε τον οικον τουτον εν τη πρωτη αυτου δοξη; και οποιον τωρα σεις βλεπετε αυτον; δεν ειναι εις τους οφθαλμους σας ως ουδεν, συγκρινομενος προς εκεινον;
<scripture passage="Hag 2:4" parsed="|Hag|2|4|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.4" />
<sup>4</sup>Πλην ενδυναμου τωρα, Ζοροβαβελ, λεγει Κυριος, και ενδυναμου, Ιησου, υιε του Ιωσεδεκ, ο ιερευς ο μεγας, και ενδυναμου, πας ο λαος του τοπου, λεγει Κυριος, και εργαζεσθε· διοτι εγω ειμαι με σας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Hag 2:5" parsed="|Hag|2|5|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.5" />
<sup>5</sup>Κατα τον λογον της προς εσας διαθηκης μου, οτε εξηλθετε εξ Αιγυπτου, το πνευμα μου θελει μενει μεταξυ σας· μη φοβεισθε.
<scripture passage="Hag 2:6" parsed="|Hag|2|6|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ετι απαξ μετ' ολιγον εγω θελω σεισει τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και την ξηραν.
<scripture passage="Hag 2:7" parsed="|Hag|2|7|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.7" />
<sup>7</sup>Και θελω σεισει παντα τα εθνη, και θελει ελθει ο εκλεκτος παντων των εθνων, και θελω εμπλησει τον οικον τουτον δοξης, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Hag 2:8" parsed="|Hag|2|8|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.8" />
<sup>8</sup>Εμου ειναι το αργυριον και εμου το χρυσιον, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Hag 2:9" parsed="|Hag|2|9|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.9" />
<sup>9</sup>Η δοξα του εσχατου τουτου οικου θελει εισθαι μεγαλητερα της του πρωτου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· και εν τω τοπω τουτω θελω δωσει ειρηνην, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Hag 2:10" parsed="|Hag|2|10|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.10" />
<sup>10</sup>Εν τη εικοστη τεταρτη του εννατου μηνος, εν τω δευτερω ετει του Δαρειου, εγεινε λογος Κυριου δι' Αγγαιου του προφητου, λεγων,
<scripture passage="Hag 2:11" parsed="|Hag|2|11|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.11" />
<sup>11</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ερωτησον τωρα τους ιερεις περι του νομου, λεγων,
<scripture passage="Hag 2:12" parsed="|Hag|2|12|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.12" />
<sup>12</sup>Εαν λαβη τις κρεας αγιον εν τω ακρω του ιματιου αυτου και δια του ακρου αυτου εγγιση αρτον η μαγειρευμα η οινον η ελαιον η παν φαγητον, θελει αγιασθη; Και οι ιερεις απεκριθησαν και ειπον, Ουχι.
<scripture passage="Hag 2:13" parsed="|Hag|2|13|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Αγγαιος, Εαν ακαθαρτος απο νεκρου σωματος εγγιση τι εξ αυτων, θελει μιανθη; Και οι ιερεις απεκριθησαν και ειπον, Θελει μιανθη.
<scripture passage="Hag 2:14" parsed="|Hag|2|14|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.14" />
<sup>14</sup>Και απεκριθη ο Αγγαιος και ειπεν, Ουτως ειναι ο λαος ουτος και ουτω το εθνος τουτο ενωπιον μου, λεγει ο Κυριος, και ουτω παν εργον των χειρων αυτων· και ο, τι προσφερουσιν εκει, ειναι μεμιασμενον.
<scripture passage="Hag 2:15" parsed="|Hag|2|15|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.15" />
<sup>15</sup>Και τωρα λοιπον συλλογισθητε· απο της ημερας ταυτης και επεκεινα, πριν τεθη λιθος επι λιθον εν τω ναω του Κυριου,
<scripture passage="Hag 2:16" parsed="|Hag|2|16|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.16" />
<sup>16</sup>πριν γεινωσι ταυτα, επορευετο τις εις σωρον εικοσι μετρων και ησαν δεκα· επορευετο εις τον ληνον δια να εξαντληση πεντηκοντα μετρα απο του ληνου, και ησαν εικοσι.
<scripture passage="Hag 2:17" parsed="|Hag|2|17|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.17" />
<sup>17</sup>Σας επαταξα με ανεμοφθοριαν και με ερυσιβην και με χαλαζαν εν πασι τοις εργοις των χειρων σας· πλην σεις δεν επεστρεψατε προς εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Hag 2:18" parsed="|Hag|2|18|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.18" />
<sup>18</sup>Συλλογισθητε τωρα· απο της ημερας ταυτης και επεκεινα, απο της εικοστης τεταρτης ημερας του εννατου μηνος απο της ημερας καθ' ην εθεμελιωθη ο ναος του Κυριου, συλλογισθητε.
<scripture passage="Hag 2:19" parsed="|Hag|2|19|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.19" />
<sup>19</sup>Ειναι ο σπορος ετι εν τη αποθηκη; ετι και η αμπελος και η συκη και η ροιδια και η ελαια δεν εκαρποφορησαν· απο της ημερας ταυτης θελω ευλογησει αυτα.
<scripture passage="Hag 2:20" parsed="|Hag|2|20|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.20" />
<sup>20</sup>Και εγεινε παλιν λογος Κυριου προς τον Αγγαιον τη εικοστη τεταρτη του μηνος λεγων,
<scripture passage="Hag 2:21" parsed="|Hag|2|21|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.21" />
<sup>21</sup>Λαλησον προς Ζοροβαβελ, τον διοικητην του Ιουδα, λεγων, Εγω σειω τον ουρανον και την γην·
<scripture passage="Hag 2:22" parsed="|Hag|2|22|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.22" />
<sup>22</sup>και θελω καταστρεψει τον θρονον των βασιλειων και θελω εξολοθρευσει το κρατος των βασιλειων των εθνων· και θελω καταστρεψει αμαξας και τους αναβατας αυτων, και οι ιπποι και οι αναβαται αυτων θελουσι πεσει, εκαστος δια της ρομφαιας του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Hag 2:23" parsed="|Hag|2|23|0|0" osisRef="Bible:Hag.2.23" />
<sup>23</sup>Εν τη ημερα εκεινη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, θελω λαβει σε, Ζοροβαβελ, τον δουλον μου, τον υιον του Σαλαθιηλ, λεγει Κυριος, και θελω σε θεσει ως σφραγιδα, διοτι σε εξελεξα, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Zechariah" progress="76.50%" prev="Hag.2" next="Zech.1" id="Zech">
<h2 id="Zech-p0.1">Zechariah</h2>

<div3 title="Zechariah 1" progress="76.50%" prev="Zech" next="Zech.2" id="Zech.1">
<h3 id="Zech.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Zech.1-p1">
<scripture passage="Zech 1:1" parsed="|Zech|1|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.1" />
<sup>1</sup>Εν τω ογδοω μηνι, τω δευτερω ετει του Δαρειου, εγεινε λογος Κυριου προς Ζαχαριαν, τον υιον του Βαραχιου υιου του Ιδδω, τον προφητην, λεγων,
<scripture passage="Zech 1:2" parsed="|Zech|1|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.2" />
<sup>2</sup>Ο Κυριος ωργισθη μεγαλως επι τους πατερας σας.
<scripture passage="Zech 1:3" parsed="|Zech|1|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Επιστρεψατε προς εμε, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και θελω επιστρεψει προς εσας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Zech 1:4" parsed="|Zech|1|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.4" />
<sup>4</sup>Μη γινεσθε ως οι πατερες σας, προς τους οποιους οι προτεροι προφηται εκραξαν λεγοντες, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων. Επιστρεψατε τωρα απο των οδων υμων των πονηρων και των πραξεων υμων των πονηρων· και δεν υπηκουσαν και δεν εδωκαν προσοχην εις εμε, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zech 1:5" parsed="|Zech|1|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.5" />
<sup>5</sup>Οι πατερες σας που ειναι, και οι προφηται μηπως θελουσι ζησει εις τον αιωνα;
<scripture passage="Zech 1:6" parsed="|Zech|1|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' οι λογοι μου και τα διαταγματα μου, τα οποια προσεταξα εις τους δουλους μου τους προφητας, δεν εφθασαν εις τους πατερας σας; και αυτοι εστραφησαν και ειπον, Καθως ο Κυριος των δυναμεων εβουλευθη να καμη εις ημας, κατα τας οδους ημων και κατα τας πραξεις ημων, ουτως εκαμεν εις ημας.
<scripture passage="Zech 1:7" parsed="|Zech|1|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.7" />
<sup>7</sup>Εν τη εικοστη τεταρτη ημερα του ενδεκατου μηνος, οστις ειναι ο μην Σαβατ, εν τω δευτερω ετει του Δαρειου, εγεινε λογος Κυριου προς Ζαχαριαν τον υιον του Βαραχιου υιου του Ιδδω τον προφητην, λεγων,
<scripture passage="Zech 1:8" parsed="|Zech|1|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.8" />
<sup>8</sup>Ειδον την νυκτα και ιδου, ανθρωπος ιππευων εφ' ιππου κοκκινου και ουτος ιστατο μεταξυ των μυρσινων, αιτινες ησαν εν κοιλωματι· και οπισθεν αυτου, ιπποι κοκκινοι, ποικιλοι και λευκοι.
<scripture passage="Zech 1:9" parsed="|Zech|1|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.9" />
<sup>9</sup>Και ειπα, Κυριε μου, τι ειναι ουτοι; Και ειπε προς εμε ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου, Εγω θελω σοι δειξει τι ειναι ταυτα.
<scripture passage="Zech 1:10" parsed="|Zech|1|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.10" />
<sup>10</sup>Και ο ανθρωπος ο ισταμενος μεταξυ των μυρσινων απεκριθη και ειπεν, Ουτοι ειναι εκεινοι, τους οποιους ο Κυριος εξαπεστειλε να περιοδευσωσι την γην.
<scripture passage="Zech 1:11" parsed="|Zech|1|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.11" />
<sup>11</sup>Και απεκριθησαν προς τον αγγελον του Κυριου τον ισταμενον μεταξυ των μυρσινων και ειπον, Ημεις περιωδευσαμεν την γην και ιδου, πασα η γη καθηται και ησυχαζει.
<scripture passage="Zech 1:12" parsed="|Zech|1|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.12" />
<sup>12</sup>Και ο αγγελος του Κυριου απεκριθη και ειπε, Κυριε των δυναμεων, εως ποτε δεν θελεις σπλαγχνισθη συ την Ιερουσαλημ και τας πολεις του Ιουδα κατα των οποιων ηγανακτησας τα εβδομηκοντα ταυτα ετη;
<scripture passage="Zech 1:13" parsed="|Zech|1|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.13" />
<sup>13</sup>Και ο Κυριος απεκριθη προς τον αγγελον τον λαλουντα μετ' εμου λογους καλους λογους παρηγορητικους.
<scripture passage="Zech 1:14" parsed="|Zech|1|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.14" />
<sup>14</sup>Και ειπε προς εμε ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου, Φωνησον, λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ειμαι ζηλοτυπος δια την Ιερουσαλημ και δια την Σιων εν ζηλοτυπια μεγαλη·
<scripture passage="Zech 1:15" parsed="|Zech|1|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.15" />
<sup>15</sup>και ειμαι σφοδρα ωργισμενος κατα των εθνων των αμεριμνουντων· διοτι ενω εγω ωργισθην ολιγον, αυτα επεβοηθησαν το κακον.
<scripture passage="Zech 1:16" parsed="|Zech|1|16|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος· Εγω επεστρεψα εις την Ιερουσαλημ εν οικτιρμοις· ο οικος μου θελει ανοικοδομηθη εν αυτη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και σχοινιον θελει εκτανθη επι την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 1:17" parsed="|Zech|1|17|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.17" />
<sup>17</sup>Φωνησον ετι λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Αι πολεις μου οτι θελουσι πλημμυρησει απο αγαθων και ο Κυριος θελει παρηγορησει ετι την Σιων και θελει εκλεξει παλιν την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 1:18" parsed="|Zech|1|18|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.18" />
<sup>18</sup>Και υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, τεσσαρα κερατα·
<scripture passage="Zech 1:19" parsed="|Zech|1|19|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.19" />
<sup>19</sup>και ειπα προς τον αγγελον τον λαλουντα μετ' εμου, Τι ειναι ταυτα; Ο δε απεκριθη προς εμε, Ταυτα ειναι τα κερατα, τα οποια διεσκορπισαν τον Ιουδαν, τον Ισραηλ και την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 1:20" parsed="|Zech|1|20|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.20" />
<sup>20</sup>Και ο Κυριος εδειξεν εις εμε τεσσαρας τεκτονας·
<scripture passage="Zech 1:21" parsed="|Zech|1|21|0|0" osisRef="Bible:Zech.1.21" />
<sup>21</sup>και ειπα, Τι ερχονται ουτοι να καμωσι; Και απεκριθη λεγων, ταυτα ειναι τα κερατα τα οποια διεσκορπισαν τον Ιουδαν, ωστε ουδεις εσηκωσε την κεφαλην αυτου· και ουτοι ηλθον δια να φοβισωσιν αυτα, δια να εκτιναξωσι τα κερατα των εθνων, τα οποια εσηκωσαν το κερας εναντιον της γης του Ιουδα δια να διασκορπισωσιν αυτην.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 2" progress="76.58%" prev="Zech.1" next="Zech.3" id="Zech.2">
<h3 id="Zech.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Zech.2-p1">
<scripture passage="Zech 2:1" parsed="|Zech|2|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.1" />
<sup>1</sup>Και υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, ανηρ και σχοινιον μετρικον εν τη χειρι αυτου·
<scripture passage="Zech 2:2" parsed="|Zech|2|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.2" />
<sup>2</sup>και ειπα, Που υπαγεις συ; Ο δε ειπε προς εμε, να μετρησω την Ιερουσαλημ, δια να ιδω ποιον το πλατος αυτης και ποιον το μηκος αυτης.
<scripture passage="Zech 2:3" parsed="|Zech|2|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.3" />
<sup>3</sup>Και ιδου, ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου εξηλθε, και ετερος αγγελος εξηλθεν εις συναντησιν αυτου
<scripture passage="Zech 2:4" parsed="|Zech|2|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.4" />
<sup>4</sup>και ειπε προς αυτον, Δραμε, λαλησον προς τον νεανιαν τουτον, λεγων, Η Ιερουσαλημ θελει κατοικηθη ατειχιστως εξ αιτιας του πληθους των εν αυτη ανθρωπων και κτηνων·
<scripture passage="Zech 2:5" parsed="|Zech|2|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.5" />
<sup>5</sup>διοτι εγω, λεγει Κυριος, θελω εισθαι εις αυτην τειχος πυρος κυκλω και θελω εισθαι προς δοξαν εν μεσω αυτης.
<scripture passage="Zech 2:6" parsed="|Zech|2|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.6" />
<sup>6</sup>Ω, ω· φευγετε απο της γης του βορρα, λεγει Κυριος· διοτι σας διεσκορπισα προς τους τεσσαρας ανεμους του ουρανου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zech 2:7" parsed="|Zech|2|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.7" />
<sup>7</sup>Ω, διασωθητι, Σιων, η κατοικουσα μετα της θυγατρος της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Zech 2:8" parsed="|Zech|2|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Μετα την δοξαν με απεστειλε προς τα εθνη, τα οποια σας ελεηλατησαν· διοτι οστις εγγιζει εσας, εγγιζει την κορην του οφθαλμου αυτου.
<scripture passage="Zech 2:9" parsed="|Zech|2|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.9" />
<sup>9</sup>Διοτι, ιδου, εγω θελω σεισει την χειρα μου επ' αυτα και θελουσιν εισθαι λαφυρον εις τους δουλευοντας αυτα· και θελετε γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με απεστειλε.
<scripture passage="Zech 2:10" parsed="|Zech|2|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.10" />
<sup>10</sup>Τερπου και ευφραινου, θυγατερ Σιων· διοτι ιδου, εγω ερχομαι και θελω κατοικησει εν μεσω σου, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zech 2:11" parsed="|Zech|2|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.11" />
<sup>11</sup>Και εθνη πολλα θελουσιν ενωθη μετα του Κυριου εν τη ημερα εκεινη και θελουσιν εισθαι λαος μου, και θελω κατοικησει εν μεσω σου, και θελει, γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με εξαπεστειλε προς σε.
<scripture passage="Zech 2:12" parsed="|Zech|2|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.12" />
<sup>12</sup>Και ο Κυριος θελει κατακληρονομησει τον Ιουδαν δια μεριδα αυτου εν τη γη τη αγια και θελει εκλεξει παλιν την Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 2:13" parsed="|Zech|2|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.2.13" />
<sup>13</sup>Σιωπα, πασα σαρξ, ενωπιον του Κυριου· διοτι εξηγερθη απο της κατοικιας της αγιοτητος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 3" progress="76.62%" prev="Zech.2" next="Zech.4" id="Zech.3">
<h3 id="Zech.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Zech.3-p1">
<scripture passage="Zech 3:1" parsed="|Zech|3|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.1" />
<sup>1</sup>Και μοι εδειξε τον Ιησουν, τον ιερεα τον μεγαν, ισταμενον εμπροσθεν του αγγελου του Κυριου, και ο διαβολος ιστατο εκ δεξιων αυτου δια να αντισταθη εις αυτον.
<scripture passage="Zech 3:2" parsed="|Zech|3|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε Κυριος προς τον διαβολον, Θελει σε επιτιμησει ο Κυριος, διαβολε· ναι, θελει σε επιτιμησει ο Κυριος, οστις εξελεξε την Ιερουσαλημ· δεν ειναι ουτος δαυλος απεσπασμενος απο πυρος;
<scripture passage="Zech 3:3" parsed="|Zech|3|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Ιησους ητο ενδεδυμενος ιματια ρυπαρα και ιστατο ενωπιον του αγγελου.
<scripture passage="Zech 3:4" parsed="|Zech|3|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη και ειπε προς τους ισταμενους ενωπιον αυτου, λεγων, Αφαιρεσατε τα ιματια τα ρυπαρα απ' αυτου· και προς αυτον ειπεν, Ιδου, αφηρεσα απο σου την ανομιαν σου και θελω σε ενδυσει ιματια λαμπρα·
<scripture passage="Zech 3:5" parsed="|Zech|3|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.5" />
<sup>5</sup>και ειπα, Ας επιθεσωσι μιτραν καθαραν επι την κεφαλην αυτου. Και επεθεσαν την μιτραν την καθαραν επι την κεφαλην αυτου και ενεδυσαν αυτον ιματια· ο δε αγγελος του Κυριου παριστατο.
<scripture passage="Zech 3:6" parsed="|Zech|3|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.6" />
<sup>6</sup>Και διεμαρτυρηθη ο αγγελος του Κυριου προς τον Ιησουν, λεγων,
<scripture passage="Zech 3:7" parsed="|Zech|3|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.7" />
<sup>7</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εαν περιπατησης εν ταις οδοις μου και εαν φυλαξης τας εντολας μου, τοτε συ θελεις κρινει ετι τον οικον μου και θελεις φυλαττει ετι τας αυλας μου και θελω σοι δωσει να περιπατης μεταξυ των ενταυθα ισταμενων.
<scripture passage="Zech 3:8" parsed="|Zech|3|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.8" />
<sup>8</sup>Ακουε τωρα, Ιησου ο ιερευς ο μεγας, συ και οι εταιροι σου οι καθημενοι ενωπιον σου, επειδη αυτοι ειναι ανθρωποι θαυμασιοι· διοτι ιδου εγω θελω φερει εξω τον δουλον μου τον Βλαστον.
<scripture passage="Zech 3:9" parsed="|Zech|3|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ιδου, ο λιθος, τον οποιον εθεσα εμπροσθεν του Ιησου, επι τον ενα τουτον λιθον ειναι επτα οφθαλμοι· ιδου, εγω θελω εγχαραξει το εγχαραγμα αυτου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και θελω εξαλειψει την ανομιαν της γης εκεινης εν μια ημερα.
<scripture passage="Zech 3:10" parsed="|Zech|3|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.3.10" />
<sup>10</sup>Εν τη ημερα εκεινη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, θελετε προσκαλεσει εκαστος τον πλησιον αυτου υπο την αμπελον αυτου και υπο την συκην αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 4" progress="76.66%" prev="Zech.3" next="Zech.5" id="Zech.4">
<h3 id="Zech.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Zech.4-p1">
<scripture passage="Zech 4:1" parsed="|Zech|4|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.1" />
<sup>1</sup>Και επεστρεψεν ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου και με εξηγειρεν ως ανθρωπον εξεγειρομενον απο του υπνου αυτου,
<scripture passage="Zech 4:2" parsed="|Zech|4|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.2" />
<sup>2</sup>και ειπε προς εμε, Τι βλεπεις συ; Και ειπα, Εθεωρησα και ιδου, λυχνια ολη χρυση και δοχειον επι της κορυφης αυτης, και οι επτα λυχνοι αυτης επ' αυτης και επτα σωληνες εις τους λυχνους τους επι της κορυφης αυτης,
<scripture passage="Zech 4:3" parsed="|Zech|4|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.3" />
<sup>3</sup>και δυο ελαιαι επανωθεν αυτης, μια εκ δεξιων του δοχειου και μια εξ αριστερων αυτης.
<scripture passage="Zech 4:4" parsed="|Zech|4|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθην και ειπα προς τον αγγελον τον λαλουντα μετ' εμου, λεγων, Τι ειναι ταυτα, κυριε μου;
<scripture passage="Zech 4:5" parsed="|Zech|4|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.5" />
<sup>5</sup>Και απεκριθη ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου και ειπε προς εμε, Δεν γνωριζεις τι ειναι ταυτα; Και ειπα, Ουχι, κυριε μου.
<scripture passage="Zech 4:6" parsed="|Zech|4|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.6" />
<sup>6</sup>Και απεκριθη και ειπε προς εμε, λεγων, Ουτος ειναι ο λογος του Κυριου προς τον Ζοροβαβελ, λεγων, Ουχι δια δυναμεως ουδε δια ισχυος αλλα δια του Πνευματος μου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Zech 4:7" parsed="|Zech|4|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.7" />
<sup>7</sup>Τις εισαι συ, το ορος το μεγα, εμπροσθεν του Ζοροβαβελ; πεδιας· και θελει εκφερει τον ακρογωνιαιον λιθον εν αλαλαγμω, Χαρις, χαρις εις αυτον
<scripture passage="Zech 4:8" parsed="|Zech|4|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.8" />
<sup>8</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Zech 4:9" parsed="|Zech|4|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.9" />
<sup>9</sup>Αι χειρες του Ζοροβαβελ εθεσαν το θεμελιον του οικου τουτου και αι χειρες αυτου θελουσι τελειωσει αυτον· και θελεις γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με απεστειλε προς εσας.
<scripture passage="Zech 4:10" parsed="|Zech|4|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.10" />
<sup>10</sup>Διοτι τις κατεφρονησε την ημεραν των μικρων πραγματων; θελουσι βεβαιως χαρη και θελουσιν ιδει τον κασσιτερινον λιθον εν τη χειρι του Ζοροβαβελ οι επτα εκεινοι οφθαλμοι του Κυριου, οι περιτρεχοντες δια πασης της γης.
<scripture passage="Zech 4:11" parsed="|Zech|4|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.11" />
<sup>11</sup>Τοτε απεκριθην και ειπα προς αυτον, Τι ειναι αι δυο αυται ελαιαι επι τα δεξια της λυχνιας και επι τα αριστερα αυτης;
<scripture passage="Zech 4:12" parsed="|Zech|4|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.12" />
<sup>12</sup>Και απεκριθην εκ δευτερου και ειπα προς αυτον, Τι ειναι οι δυο κλαδοι των ελαιων, οιτινες δια των δυο χρυσων σωληνων εκκενονουσιν εξ εαυτων το ελαιον εις την χρυσην λυχνιαν;
<scripture passage="Zech 4:13" parsed="|Zech|4|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς εμε λεγων, Δεν γνωριζεις τι ειναι ταυτα; Και ειπα, Ουχι, κυριε μου.
<scripture passage="Zech 4:14" parsed="|Zech|4|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.4.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ειπεν, Ουτοι ειναι οι δυο κεχρισμενοι, οι παρισταμενοι πλησιον του Κυριου πασης της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 5" progress="76.70%" prev="Zech.4" next="Zech.6" id="Zech.5">
<h3 id="Zech.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Zech.5-p1">
<scripture passage="Zech 5:1" parsed="|Zech|5|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.1" />
<sup>1</sup>Και παλιν υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, τομος πετωμενος.
<scripture passage="Zech 5:2" parsed="|Zech|5|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.2" />
<sup>2</sup>Και ειπε προς εμε, Τι βλεπεις συ; Και απεκριθην, Βλεπω τομον πετωμενον, το μηκος αυτου εικοσι πηχων και το πλατος αυτου δεκα πηχων.
<scripture passage="Zech 5:3" parsed="|Zech|5|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς εμε, Αυτη ειναι η καταρα η εξερχομενη επι το προσωπον πασης της γης· διοτι πας οστις κλεπτει θελει εξολοθρευθη, ως γραφεται εν αυτω εντευθεν· και πας οστις ομνυει θελει εξολοθρευθη, ως γραφεται εν αυτω εκειθεν.
<scripture passage="Zech 5:4" parsed="|Zech|5|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.4" />
<sup>4</sup>Θελω εκφερει αυτην, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και θελει εισελθει εις τον οικον του κλεπτου και εις τον οικον του ομνυοντος εις το ονομα μου ψευδως· και θελει διαμεινει εν μεσω του οικου αυτου, και θελει εξολοθρευσει αυτον και τα ξυλα αυτου και τους λιθους αυτου.
<scripture passage="Zech 5:5" parsed="|Zech|5|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.5" />
<sup>5</sup>Και ο αγγελος ο λαλων μετ' εμου εξηλθε και ειπε προς εμε, Υψωσον τωρα τους οφθαλμους σου και ιδε τι ειναι τουτο το εξερχομενον.
<scripture passage="Zech 5:6" parsed="|Zech|5|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.6" />
<sup>6</sup>Και ειπα, Τι ειναι τουτο; Ο δε ειπε, τουτο το οποιον εξερχεται ειναι εφα· και ειπε, Τουτο ειναι η παραστασις αυτων καθ' ολην την γην.
<scripture passage="Zech 5:7" parsed="|Zech|5|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.7" />
<sup>7</sup>Και ιδου, εσηκονετο ταλαντον μολυβδου· και ιδου, μια γυνη εκαθητο εν τω μεσω του εφα.
<scripture passage="Zech 5:8" parsed="|Zech|5|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν, Αυτη ειναι η ασεβεια. Και ερριψεν αυτην εις το μεσον του εφα, και ερριψε το μολυβδινον ζυγιον εις το στομα αυτου.
<scripture passage="Zech 5:9" parsed="|Zech|5|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.9" />
<sup>9</sup>Τοτε υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, εξηρχοντο δυο γυναικες και ανεμος ητο εν ταις πτερυξιν αυτων, διοτι αυται ειχον πτερυγας ως πτερυγας πελαργου· και εσηκωσαν το εφα αναμεσον της γης και του ουρανου.
<scripture passage="Zech 5:10" parsed="|Zech|5|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.10" />
<sup>10</sup>Και ειπα προς τον αγγελον τον λαλουντα μετ' εμου, Που φερουσιν αυται το εφα;
<scripture passage="Zech 5:11" parsed="|Zech|5|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.5.11" />
<sup>11</sup>Και ειπε προς εμε, Δια να οικοδομησωσι δι' αυτο οικον εν τη γη Σεννααρ· και θελει στηριχθη και θελει τεθη εκει επι την βασιν αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 6" progress="76.74%" prev="Zech.5" next="Zech.7" id="Zech.6">
<h3 id="Zech.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Zech.6-p1">
<scripture passage="Zech 6:1" parsed="|Zech|6|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.1" />
<sup>1</sup>Και παλιν υψωσα τους οφθαλμους μου και ειδον και ιδου, τεσσαρες αμαξαι εξηρχοντο εκ του μεσου δυο ορεων και τα ορη ησαν ορη χαλκινα.
<scripture passage="Zech 6:2" parsed="|Zech|6|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.2" />
<sup>2</sup>Εν τη αμαξη τη πρωτη ησαν ιπποι κοκκινοι, και εν τη αμαξη τη δευτερα ιπποι μελανες,
<scripture passage="Zech 6:3" parsed="|Zech|6|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.3" />
<sup>3</sup>και εν τη αμαξη τη τριτη ιπποι λευκοι, και εν τη αμαξη τη τεταρτη ιπποι ποικιλοι ψαροι.
<scripture passage="Zech 6:4" parsed="|Zech|6|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθην και ειπα προς τον αγγελον τον λαλουντα μετ' εμου, Τι ειναι ταυτα, κυριε μου;
<scripture passage="Zech 6:5" parsed="|Zech|6|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.5" />
<sup>5</sup>Και απεκριθη ο αγγελος και ειπε προς εμε, Ταυτα ειναι οι τεσσαρες ανεμοι του ουρανου, οιτινες εξερχονται εκ της στασεως αυτων ενωπιον του Κυριου πασης της γης·
<scripture passage="Zech 6:6" parsed="|Zech|6|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.6" />
<sup>6</sup>οι ιπποι οι μελανες οι εν τη μια εξερχονται προς την γην του βορρα, και οι λευκοι εξερχονται κατοπιν αυτων, και οι ποικιλοι εξερχονται προς την γην του νοτου.
<scripture passage="Zech 6:7" parsed="|Zech|6|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.7" />
<sup>7</sup>Και οι ψαροι εξηλθον και εζητησαν να υπαγωσι δια να περιελθωσι την γην. Και ειπεν, Υπαγετε, περιελθετε την γην. Και περιηλθον την γην.
<scripture passage="Zech 6:8" parsed="|Zech|6|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.8" />
<sup>8</sup>Και εκραξε προς εμε και ελαλησε προς εμε, λεγων, Ιδε, οι εξερχομενοι προς την γην του βορρα ανεπαυσαν το πνευμα μου εν τη γη του βορρα.
<scripture passage="Zech 6:9" parsed="|Zech|6|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.9" />
<sup>9</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Zech 6:10" parsed="|Zech|6|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.10" />
<sup>10</sup>Λαβε εκ των ανδρων της αιχμαλωσιας, εκ του Χελδαι, εκ του Τωβια και εκ του Ιεδαια, των ελθοντων εκ Βαβυλωνος, και ελθε την αυτην εκεινην ημεραν και εισελθε εις τον οικον του Ιωσιου, υιου του Σοφονιου·
<scripture passage="Zech 6:11" parsed="|Zech|6|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.11" />
<sup>11</sup>και λαβε αργυριον και χρυσιον και καμε στεφανους και επιθες επι την κεφαλην του Ιησου, υιου του Ιωσεδεκ, του ιερεως του μεγαλου,
<scripture passage="Zech 6:12" parsed="|Zech|6|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.12" />
<sup>12</sup>και λαλησον προς αυτον, λεγων, Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, λεγων, Ιδου, ο ανηρ, του οποιου το ονομα ειναι ο Βλαστος· και θελει βλαστησει εκ του τοπου αυτου και θελει οικοδομησει τον ναον του Κυριου.
<scripture passage="Zech 6:13" parsed="|Zech|6|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.13" />
<sup>13</sup>Ναι, αυτος θελει οικοδομησει τον ναον του Κυριου, και αυτος θελει λαβει την δοξαν και θελει καθησει και διοικησει επι του θρονου αυτου και θελει εισθαι ιερευς επι του θρονου αυτου, και βουλη ειρηνης θελει εισθαι μεταξυ των δυο τουτων.
<scripture passage="Zech 6:14" parsed="|Zech|6|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.14" />
<sup>14</sup>Και στεφανοι θελουσιν εισθαι δια τον Ελεμ και δια τον Τωβιαν και δια τον Ιεδαιαν και δια τον Ειν τον υιον του Σοφονιου προς μνημοσυνον εν τω ναω του Κυριου.
<scripture passage="Zech 6:15" parsed="|Zech|6|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.6.15" />
<sup>15</sup>Και οι μακραν θελουσιν ελθει και οικοδομησει εν τω ναω του Κυριου· και θελετε γνωρισει οτι ο Κυριος των δυναμεων με απεστειλε προς εσας· και τουτο θελει γεινει, εαν υπακουσητε ακριβως εις την φωνην Κυριου του Θεου σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 7" progress="76.79%" prev="Zech.6" next="Zech.8" id="Zech.7">
<h3 id="Zech.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Zech.7-p1">
<scripture passage="Zech 7:1" parsed="|Zech|7|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.1" />
<sup>1</sup>Και εν τω τεταρτω ετει του βασιλεως Δαρειου εγεινε λογος Κυριου προς τον Ζαχαριαν τη τεταρτη του εννατου μηνος, του Χισλευ·
<scripture passage="Zech 7:2" parsed="|Zech|7|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.2" />
<sup>2</sup>και εξαπεστειλαν εις τον οικον του Θεου τον Σαρεσερ και τον Ρεγεμ-μελεχ και τους ανθρωπους αυτων, δια να εξιλεωσωσι το προσωπον του Κυριου,
<scripture passage="Zech 7:3" parsed="|Zech|7|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.3" />
<sup>3</sup>να λαλησωσι προς τους ιερεις τους εν τω οικω του Κυριου των δυναμεων και προς τους προφητας, λεγοντες, Να κλαυσω εν τω μηνι τω πεμπτω αποχωρισθεις, καθως ηδη εκαμον τοσαυτα ετη;
<scripture passage="Zech 7:4" parsed="|Zech|7|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.4" />
<sup>4</sup>Και εγεινε λογος του Κυριου των δυναμεων προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Zech 7:5" parsed="|Zech|7|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.5" />
<sup>5</sup>Λαλησον προς παντα τον λαον της γης και προς τους ιερεις, λεγων, και επενθειτε εν τω πεμπτω και εν τω εβδομω μηνι τα εβδομηκοντα εκεινα ετη, ενηστευετε τωοντι δι' εμε; δι' εμε;
<scripture passage="Zech 7:6" parsed="|Zech|7|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.6" />
<sup>6</sup>Και οτε ετρωγετε και οτε επινετε, δεν ετρωγετε και επινετε δι' εαυτους;
<scripture passage="Zech 7:7" parsed="|Zech|7|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.7" />
<sup>7</sup>δεν ειναι ουτοι οι λογοι, τους οποιους ο Κυριος ελαλησε δια των προτερων προφητων, οτε η Ιερουσαλημ ητο κατωκημενη και εν ευημερια και αι πολεις αυτης κυκλω εν αυτη, οτε κατωκειτο το μεσημβρινον και η πεδινη;
<scripture passage="Zech 7:8" parsed="|Zech|7|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.8" />
<sup>8</sup>Και εγεινε λογος Κυριου προς τον Ζαχαριαν, λεγων,
<scripture passage="Zech 7:9" parsed="|Zech|7|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων, λεγων, Κρινετε κρισιν αληθειας και καμνετε ελεος και οικτιρμον, εκαστος προς τον αδελφον αυτου,
<scripture passage="Zech 7:10" parsed="|Zech|7|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.10" />
<sup>10</sup>και μη καταδυναστευετε την χηραν και τον ορφανον, τον ξενον και τον πενητα, και μηδεις απο σας ας μη βουλευηται κακον κατα του αδελφου αυτου εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="Zech 7:11" parsed="|Zech|7|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ηρνηθησαν να προσεξωσι και εστρεψαν νωτα απειθη και εβαρυναν τα ωτα αυτων δια να μη ακουσωσι.
<scripture passage="Zech 7:12" parsed="|Zech|7|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.12" />
<sup>12</sup>Ναι, αυτοι εκαμον τας καρδιας αυτων αδαμαντα, ωστε να μη ακουσωσι τον νομον και τους λογους, τους οποιους ο Κυριος των δυναμεων εξαπεστειλεν εν τω πνευματι αυτου δια των προτερων προφητων· δια τουτο ηλθεν οργη μεγαλη παρα του Κυριου των δυναμεων.
<scripture passage="Zech 7:13" parsed="|Zech|7|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.13" />
<sup>13</sup>Οθεν καθως αυτος εκραξε και αυτοι δεν εισηκουον, ουτως αυτοι εκραξαν και εγω δεν εισηκουον, λεγει ο Κυριος των δυναμεων·
<scripture passage="Zech 7:14" parsed="|Zech|7|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.7.14" />
<sup>14</sup>αλλα διεσκορπισα αυτους ως δι' ανεμοστροβιλου εις παντα τα εθνη, τα οποια δεν εγνωριζον. Και ο τοπος ηρημωθη κατοπιν αυτων, ωστε δεν υπηρχεν ο διαβαινων ουδε ο επιστρεφων· και εθεσαν την γην την επιθυμητην εις ερημωσιν.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 8" progress="76.84%" prev="Zech.7" next="Zech.9" id="Zech.8">
<h3 id="Zech.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Zech.8-p1">
<scripture passage="Zech 8:1" parsed="|Zech|8|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.1" />
<sup>1</sup>Και εγεινε λογος του Κυριου των δυναμεων, λεγων,
<scripture passage="Zech 8:2" parsed="|Zech|8|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.2" />
<sup>2</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· ειμαι ζηλοτυπος δια την Σιων εν ζηλοτυπια μεγαλη και ειμαι ζηλοτυπος δι' αυτην εν οργη μεγαλη.
<scripture passage="Zech 8:3" parsed="|Zech|8|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.3" />
<sup>3</sup>Ουτω λεγει Κυριος· Επεστρεψα εις την Σιων και θελω κατοικησει εν μεσω της Ιερουσαλημ· και η Ιερουσαλημ θελει ονομασθη πολις αληθειας, και το ορος του Κυριου των δυναμεων ορος αγιον.
<scripture passage="Zech 8:4" parsed="|Zech|8|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ετι θελουσι καθησει πρεσβυτεροι και πρεσβυτεραι εν ταις πλατειαις της Ιερουσαλημ, και εκαστος με την ραβδον αυτου εν τη χειρι αυτου απο του πληθους των ημερων.
<scripture passage="Zech 8:5" parsed="|Zech|8|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.5" />
<sup>5</sup>Και αι πλατειαι της πολεως θελουσιν εισθαι πληρεις παιδιων και κορασιων παιζοντων εν ταις πλατειαις αυτης.
<scripture passage="Zech 8:6" parsed="|Zech|8|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.6" />
<sup>6</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εαν φανη θαυμαστον εις τους οφθαλμους του υπολοιπου του λαου τουτου εν ταις ημεραις εκειναις, μηπως θελει φανη θαυμαστον και εις τους οφθαλμους μου; λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Zech 8:7" parsed="|Zech|8|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.7" />
<sup>7</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ιδου, εγω θελω σωσει τον λαον μου απο της γης της ανατολης και απο της γης της δυσεως του ηλιου,
<scripture passage="Zech 8:8" parsed="|Zech|8|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.8" />
<sup>8</sup>και θελω φερει αυτους και θελουσι κατοικησει εν μεσω της Ιερουσαλημ· και θελουσιν εισθαι λαος μου και εγω θελω εισθαι Θεος αυτων εν αληθεια και δικαιοσυνη.
<scripture passage="Zech 8:9" parsed="|Zech|8|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ενισχυσατε τας χειρας σας, σεις οι ακουοντες εν ταις ημεραις ταυταις τους λογους τουτους δια στοματος των προφητων, οιτινες ησαν εν τη ημερα καθ' ην εθεμελιωθη ο οικος του Κυριου των δυναμεων, δια να οικοδομηθη ο ναος.
<scripture passage="Zech 8:10" parsed="|Zech|8|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.10" />
<sup>10</sup>Διοτι προ των ημερων εκεινων δεν ητο μισθος δια τον ανθρωπον ουδε μισθος δια το κτηνος ουδε ειρηνη εις τον εξερχομενον η εισερχομενον εξ αιτιας της θλιψεως, διοτι εξαπεστειλα παντας τους ανθρωπους εκαστον κατα του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Zech 8:11" parsed="|Zech|8|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.11" />
<sup>11</sup>Αλλα τωρα, εγω δεν θελω φερεσθαι προς το υπολοιπον του λαου τουτον καθως εν ταις αρχαιαις ημεραις, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Zech 8:12" parsed="|Zech|8|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ο σπορος θελει εισθαι της ειρηνης· η αμπελος θελει δωσει τον καρπον αυτης και η γη θελει δωσει τα γεννηματα αυτης και οι ουρανοι θελουσι δωσει την δροσον αυτων, και θελω κληροδοτησει εις το υπολοιπον του λαου τουτου παντα ταυτα.
<scripture passage="Zech 8:13" parsed="|Zech|8|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.13" />
<sup>13</sup>Και καθως ησθε καταρα μεταξυ των εθνων, οικος Ιουδα και οικος Ισραηλ, ουτω θελω σας διασωσει και θελετε εισθαι ευλογια· μη φοβεισθε· ας ενισχυωνται αι χειρες σας.
<scripture passage="Zech 8:14" parsed="|Zech|8|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Καθ' ον τροπον εστοχασθην να σας τιμωρησω, οτε οι πατερες σας με παρωργισαν, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και δεν μετενοησα,
<scripture passage="Zech 8:15" parsed="|Zech|8|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.15" />
<sup>15</sup>ουτω παλιν εβουλευθην εν ταις ημεραις ταυταις να αγαθοποιησω την Ιερουσαλημ και τον οικον του Ιουδα· μη φοβεισθε.
<scripture passage="Zech 8:16" parsed="|Zech|8|16|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.16" />
<sup>16</sup>Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους θελετε καμει· λαλειτε εκαστος την αληθειαν προς τον πλησιον αυτου· αληθειαν και κρισιν ειρηνης κρινετε εν ταις πυλαις σας.
<scripture passage="Zech 8:17" parsed="|Zech|8|17|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.17" />
<sup>17</sup>Και μη βουλευεσθε κακον εν ταις καρδιαις σας εκαστος κατα του πλησιον αυτου και ορκον ψευδη μη αγαπατε· διοτι παντα ταυτα ειναι εκεινα, τα οποια μισω, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Zech 8:18" parsed="|Zech|8|18|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.18" />
<sup>18</sup>Και εγεινε λογος του Κυριου των δυναμεων προς εμε, λεγων,
<scripture passage="Zech 8:19" parsed="|Zech|8|19|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.19" />
<sup>19</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Η νηστεια του τεταρτου μηνος και η νηστεια του πεμπτου και η νηστεια του εβδομου και η νηστεια του δεκατου θελουσιν εισθαι εις τον οικον Ιουδα εν χαρα και εν ευφροσυνη και εν ευθυμοις εορταις· οθεν αγαπατε την αληθειαν και την ειρηνην.
<scripture passage="Zech 8:20" parsed="|Zech|8|20|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.20" />
<sup>20</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Ετι θελουσιν ελθει λαοι και οι κατοικουντες πολεις πολλας·
<scripture passage="Zech 8:21" parsed="|Zech|8|21|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.21" />
<sup>21</sup>και οι κατοικοι της μιας θελουσιν υπαγει εις την αλλην, λεγοντες, Ας υπαγωμεν σπευδοντες δια να εξιλεωσωμεν το προσωπον του Κυριου και να εκζητησωμεν τον Κυριον των δυναμεων· θελω υπαγει και εγω.
<scripture passage="Zech 8:22" parsed="|Zech|8|22|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.22" />
<sup>22</sup>Και λαοι πολλοι και εθνη ισχυρα θελουσιν ελθει δια να εκζητησωσι τον Κυριον των δυναμεων εν Ιερουσαλημ και να εξιλεωσωσι το προσωπον του Κυριου.
<scripture passage="Zech 8:23" parsed="|Zech|8|23|0|0" osisRef="Bible:Zech.8.23" />
<sup>23</sup>Ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Εν ταις ημεραις εκειναις δεκα ανδρες εκ πασων των γλωσσων των εθνων θελουσι πιασει σφιγκτα, ναι, θελουσι πιασει σφιγκτα το κρασπεδον ενος Ιουδαιου, λεγοντες· θελομεν υπαγει με σας· διοτι ηκουσαμεν οτι ο Θεος ειναι με σας.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 9" progress="76.93%" prev="Zech.8" next="Zech.10" id="Zech.9">
<h3 id="Zech.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Zech.9-p1">
<scripture passage="Zech 9:1" parsed="|Zech|9|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.1" />
<sup>1</sup>Το φορτιον του λογου του Κυριου κατα της γης Αδραχ και της Δαμασκου, της αναπαυσεως αυτου· διοτι του Κυριου ειναι το να εφορα τους ανθρωπους και πασας τας φυλας του Ισραηλ·
<scripture passage="Zech 9:2" parsed="|Zech|9|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.2" />
<sup>2</sup>οτι και κατα της Αιμαθ, ητις ειναι ομορος αυτης, κατα της Τυρου και Σιδωνος, αν και ηναι σοφαι σφοδρα.
<scripture passage="Zech 9:3" parsed="|Zech|9|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.3" />
<sup>3</sup>Και η Τυρος ωκοδομησεν εις εαυτην οχυρωμα και επεσωρευσεν αργυριον ως χωμα και χρυσιον ως πηλον των οδων.
<scripture passage="Zech 9:4" parsed="|Zech|9|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, ο Κυριος θελει σκυλευσει αυτην και θελει παταξει εν τη θαλασση την δυναμιν αυτης, και αυτη θελει καταναλωθη εν πυρι.
<scripture passage="Zech 9:5" parsed="|Zech|9|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.5" />
<sup>5</sup>Θελει ιδει η Ασκαλων και φοβηθη, και η Γαζα και θελει λυπηθη σφοδρα, και η Ακκαρων, διοτι η προσδοκια αυτης θελει ματαιωθη· και θελει απολεσθη ο βασιλευς εκ της Γαζης και η Ασκαλων δεν θελει κατοικεισθαι.
<scripture passage="Zech 9:6" parsed="|Zech|9|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.6" />
<sup>6</sup>Και αλλογενης θελει καθησει εν τη Αζωτω, και θελω καθαιρεσει την υπερηφανιαν των Φιλισταιων.
<scripture passage="Zech 9:7" parsed="|Zech|9|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.7" />
<sup>7</sup>Και θελω αφαιρεσει το αιμα αυτων απο του στοματος αυτων και τα βδελυγματα αυτων απο του μεσου των οδοντων αυτων· και ο εναπολειφθεις θελει εισθαι και αυτος δια τον Θεον ημων, και θελει εισθαι ως χιλιαρχος εις τον Ιουδαν· και Ακκαρων θελει εισθαι ως ο Ιεβουσαιος.
<scripture passage="Zech 9:8" parsed="|Zech|9|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.8" />
<sup>8</sup>Και θελω στρατοπεδευσει κυκλω του οικου μου εναντιον στρατευματος, εναντιον διαβαινοντος και εναντιον επιστρεφοντος· και καταδυναστευων δεν θελει περασει πλεον επ' αυτους· διοτι τωρα ειδον με τους οφθαλμους μου.
<scripture passage="Zech 9:9" parsed="|Zech|9|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.9" />
<sup>9</sup>Χαιρε σφοδρα, θυγατερ Σιων· αλαλαζε, θυγατερ Ιερουσαλημ· ιδου, ο βασιλευς σου ερχεται προς σε· αυτος ειναι δικαιος και σωζων· πραυς και καθημενος επι ονου και επι πωλου υιου υποζυγιου.
<scripture passage="Zech 9:10" parsed="|Zech|9|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.10" />
<sup>10</sup>Και θελω εξολοθρευσει την αμαξαν απο του Εφραιμ και τον ιππον απο της Ιερουσαλημ και θελει εξολοθρευθη το τοξον το πολεμικον, και αυτος θελει λαλησει ειρηνην προς τα εθνη, και η εξουσια αυτου θελει εισθαι απο θαλασσης εως θαλασσης και απο ποταμου εως των περατων της γης.
<scripture passage="Zech 9:11" parsed="|Zech|9|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.11" />
<sup>11</sup>Και περι σου, δια το αιμα της διαθηκης σου εγω εξηγαγον τους δεσμιους σου εκ λακκου ανυδρου.
<scripture passage="Zech 9:12" parsed="|Zech|9|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.12" />
<sup>12</sup>Επιστρεψατε εις το οχυρωμα, δεσμιοι της ελπιδος· ετι και σημερον κηρυττω οτι θελω ανταποδωσει διπλα εις σε.
<scripture passage="Zech 9:13" parsed="|Zech|9|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ενετεινα τον Ιουδαν δι' εμαυτον ως τοξον· ισχυρως ενετεινα τον Εφραιμ και εξηγειρα τα τεκνα σου, Σιων, κατα των τεκνων σου, Ελλας· και σε εκαμον ως ρομφαιαν μαχητου.
<scripture passage="Zech 9:14" parsed="|Zech|9|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.14" />
<sup>14</sup>Και ο Κυριος θελει φανη επ' αυτους και το βελος αυτου θελει εξελθει ως αστραπη· και Κυριος ο Θεος θελει σαλπισει εν σαλπιγγι και θελει κινηθη με ανεμοστροβιλους του νοτου.
<scripture passage="Zech 9:15" parsed="|Zech|9|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.15" />
<sup>15</sup>Ο Κυριος των δυναμεων θελει υπερασπιζεσθαι αυτους και θελουσι καταναλωσει τους εναντιους και καταβαλει με λιθους σφενδονης και θελουσι πιει και θορυβησει ως απο οινου· και θελουσιν εμπλησθη ως φιαλη και ως αι γωνιαι του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Zech 9:16" parsed="|Zech|9|16|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.16" />
<sup>16</sup>Και Κυριος ο Θεος αυτων θελει σωσει αυτους εν τη ημερα εκεινη, ως το ποιμνιον του λαου αυτου, επειδη ως λιθοι διαδηματος θελουσιν υψωθη επι την γην αυτου.
<scripture passage="Zech 9:17" parsed="|Zech|9|17|0|0" osisRef="Bible:Zech.9.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ποση ειναι η αγαθοτης αυτου και ποση η ωραιοτης αυτου· ο σιτος θελει καμει ευθυμους τους νεανισκους και το γλευκος τας παρθενους.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 10" progress="76.99%" prev="Zech.9" next="Zech.11" id="Zech.10">
<h3 id="Zech.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Zech.10-p1">
<scripture passage="Zech 10:1" parsed="|Zech|10|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.1" />
<sup>1</sup>Ζητειτε παρα του Κυριου υετον εν τω καιρω της οψιμου βροχης· και ο Κυριος θελει καμει αστραπας και θελει δωσει εις αυτους βροχας ομβρου, εις εκαστον βοτανην εν τω αγρω.
<scripture passage="Zech 10:2" parsed="|Zech|10|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.2" />
<sup>2</sup>Διοτι τα ειδωλα ελαλησαν ματαιοτητα και οι μαντεις ειδον ορασεις ψευδεις και ελαλησαν ενυπνια ματαια· παρηγορουν ματαιως· δια τουτο μετετοπισθησαν ως ποιμνιον· εταραχθησαν, διοτι δεν υπηρχε ποιμην.
<scripture passage="Zech 10:3" parsed="|Zech|10|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.3" />
<sup>3</sup>Ο θυμος μου εξηφθη κατα των ποιμενων και θελω τιμωρησει τους τραγους· διοτι ο Κυριος των δυναμεων επεσκεφθη το ποιμνιον αυτου, τον οικον Ιουδα, και εκαμεν αυτους ως ιππον αυτου ενδοξον εν μαχη.
<scripture passage="Zech 10:4" parsed="|Zech|10|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.4" />
<sup>4</sup>Απ' αυτου εξηλθεν η γωνια, απ' αυτου ο πασσαλος, απ' αυτου το πολεμικον τοξον, απ' αυτου πας ηγεμων ομου.
<scripture passage="Zech 10:5" parsed="|Zech|10|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.5" />
<sup>5</sup>Και θελουσιν εισθαι ως ισχυροι, καταπατουντες τους πολεμιους εν τω πηλω των οδων, εν τη μαχη· και θελουσι πολεμησει, διοτι ο Κυριος ειναι μετ' αυτων, και οι αναβαται των ιππων θελουσι καταισχυνθη.
<scripture passage="Zech 10:6" parsed="|Zech|10|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.6" />
<sup>6</sup>Και θελω ενισχυσει τον οικον Ιουδα και τον οικον Ιωσηφ θελω σωσει, και θελω επαναφερει αυτους, διοτι ηλεησα αυτους· και θελουσιν εισθαι ως εαν δεν ειχον αποβαλει αυτους· διοτι εγω ειμαι Κυριος ο Θεος αυτων και θελω εισακουσει αυτων.
<scripture passage="Zech 10:7" parsed="|Zech|10|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.7" />
<sup>7</sup>Και οι Εφραιμιται θελουσιν εισθαι ως ισχυρος και η καρδια αυτων θελει χαρη ως απο οινου· και τα τεκνα αυτων θελουσιν ιδει και χαρη· η καρδια αυτων θελει ευφρανθη εις τον Κυριον.
<scripture passage="Zech 10:8" parsed="|Zech|10|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.8" />
<sup>8</sup>Θελω συριξει εις αυτους και θελω συναξει αυτους· διοτι εγω ελυτρωσα αυτους· και θελουσι πληθυνθη καθως ποτε επληθυνθησαν.
<scripture passage="Zech 10:9" parsed="|Zech|10|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.9" />
<sup>9</sup>Και θελω σπειρει αυτους μεταξυ των λαων· και θελουσι με ενθυμηθη εν απομεμακρυσμενοις τοποις· και θελουσι ζησει μετα των τεκνων αυτων και θελουσιν επιστρεψει.
<scripture passage="Zech 10:10" parsed="|Zech|10|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.10" />
<sup>10</sup>Και θελω επαναφερει αυτους εκ γης Αιγυπτου και συναξει αυτους εκ της Ασσυριας· και θελω φερει αυτους εις την γην Γαλααδ και εις τον Λιβανον, και δεν θελει εξαρκεσει εις αυτους.
<scripture passage="Zech 10:11" parsed="|Zech|10|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.11" />
<sup>11</sup>Και θελει περασει δια της θαλασσης εν θλιψει και θελει παταξει τα κυματα εν τη θαλασση και παντα τα βαθη του ποταμου θελουσι ξηρανθη, και η υπερηφανια της Ασσυριας θελει καταβληθη και το σκηπτρον της Αιγυπτου θελει αφαιρεθη.
<scripture passage="Zech 10:12" parsed="|Zech|10|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.10.12" />
<sup>12</sup>Και θελω ενισχυσει αυτους εις τον Κυριον, και θελουσι περιπατει εν τω ονοματι αυτου, λεγει Κυριος.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 11" progress="77.04%" prev="Zech.10" next="Zech.12" id="Zech.11">
<h3 id="Zech.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Zech.11-p1">
<scripture passage="Zech 11:1" parsed="|Zech|11|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.1" />
<sup>1</sup>Ανοιξον, Λιβανε, τας θυρας σου και ας καταφαγη πυρ τας κεδρους σου.
<scripture passage="Zech 11:2" parsed="|Zech|11|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.2" />
<sup>2</sup>Ολολυξον, ελατη, διοτι επεσεν κεδρος· διοτι οι μεγιστανες ηφανισθησαν· ολολυξατε, δρυς της Βασαν, διοτι το δασος το απροσιτον κατεκοπη.
<scripture passage="Zech 11:3" parsed="|Zech|11|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.3" />
<sup>3</sup>Φωνη ακουεται ποιμενων θρηνουντων, διοτι η δοξα αυτων ηφανισθη· φωνη βρυχωμενων σκυμνων, διοτι το φρυαγμα του Ιορδανου εταπεινωθη.
<scripture passage="Zech 11:4" parsed="|Zech|11|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.4" />
<sup>4</sup>Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος μου· Ποιμαινε το ποιμνιον της σφαγης,
<scripture passage="Zech 11:5" parsed="|Zech|11|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.5" />
<sup>5</sup>το οποιον οι αγορασαντες αυτο σφαζουσιν ατιμωρητως· οι δε πωλουντες αυτο λεγουσιν, Ευλογητος ο Κυριος, διοτι επλουτησα, και αυτοι οι ποιμενες αυτου δεν φειδονται αυτου.
<scripture passage="Zech 11:6" parsed="|Zech|11|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.6" />
<sup>6</sup>Δια τουτο δεν θελω φεισθη πλεον των κατοικων του τοπου, λεγει Κυριος, αλλ' ιδου, εγω θελω παραδωσει τους ανθρωπους εκαστον εις την χειρα του πλησιον αυτου και εις την χειρα του βασιλεως αυτου, και θελουσι κατακοψει την γην και δεν θελω ελευθερωσει αυτους εκ της χειρος αυτων.
<scripture passage="Zech 11:7" parsed="|Zech|11|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.7" />
<sup>7</sup>Και εποιμανα το ποιμνιον της σφαγης, το οντως τεταλαιπωρημενον ποιμνιον. Και ελαβον εις εμαυτον δυο ραβδους, την μιαν εκαλεσα Καλλος και την αλλην εκαλεσα Δεσμους, και εποιμανα το ποιμνιον.
<scripture passage="Zech 11:8" parsed="|Zech|11|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.8" />
<sup>8</sup>Και εξωλοθρευσα τρεις ποιμενας εν ενι μηνι· και η ψυχη μου εβαρυνθη αυτους και η ψυχη δε αυτων απεστραφη εμε.
<scripture passage="Zech 11:9" parsed="|Zech|11|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.9" />
<sup>9</sup>Τοτε ειπα, Δεν θελω σας ποιμαινει· το αποθνησκον ας αποθνησκη και το απολωλος ας απολλυται και τα εναπολειπομενα ας τρωγωσιν εκαστον την σαρκα του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Zech 11:10" parsed="|Zech|11|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.10" />
<sup>10</sup>Και ελαβον την ραβδον μου, το Καλλος, και κατεκοψα αυτην, δια να ακυρωσω την διαθηκην μου, την οποιαν εκαμον προς παντας τους λαους τουτους,
<scripture passage="Zech 11:11" parsed="|Zech|11|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.11" />
<sup>11</sup>και ηκυρωθη εν τη ημερα εκεινη· και ουτω το ποιμνιον το τεταλαιπωρημενον, το οποιον απεβλεπεν εις εμε, εγνωρισεν οτι ουτος ητο ο λογος του Κυριου.
<scripture passage="Zech 11:12" parsed="|Zech|11|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.12" />
<sup>12</sup>Και ειπα προς αυτους, Εαν σας φαινηται καλον, δοτε μοι τον μισθον μου· ει δε μη, αρνηθητε αυτον. Και εστησαν τον μισθον μου τριακοντα αργυρια.
<scripture passage="Zech 11:13" parsed="|Zech|11|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Ριψον αυτα εις τον κεραμεα, την εντιμον τιμην, με την οποιαν ετιμηθην υπ' αυτων. Και ελαβον τα τριακοντα αργυρια και ερριψα αυτα εν τω οικω του Κυριου εις τον κεραμεα.
<scripture passage="Zech 11:14" parsed="|Zech|11|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.14" />
<sup>14</sup>Και κατεκοψα την αλλην μου ραβδον, τους Δεσμους, δια να ακυρωσω την αδελφοτητα μεταξυ Ιουδα και Ισραηλ.
<scripture passage="Zech 11:15" parsed="|Zech|11|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε Κυριος προς εμε, Λαβε εις σεαυτον ετι τα εργαλεια ποιμενος ασυνετου.
<scripture passage="Zech 11:16" parsed="|Zech|11|16|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ιδου, εγω θελω αναστησει ποιμενα επι την γην, οστις δεν θελει επισκεπτεσθαι τα απολωλοτα, δεν θελει ζητει το διεσκορπισμενον και δεν θελει ιατρευει το συντετριμμενον ουδε θελει ποιμαινει το υγιες· αλλα θελει τρωγει την σαρκα του παχεος και κατακοπτει τους ονυχας αυτων.
<scripture passage="Zech 11:17" parsed="|Zech|11|17|0|0" osisRef="Bible:Zech.11.17" />
<sup>17</sup>Ουαι εις τον ματαιον ποιμενα, τον εγκαταλειποντα το ποιμνιον· ρομφαια θελει ελθει επι τον βραχιονα αυτου και επι τον δεξιον οφθαλμον αυτου· ο βραχιων αυτου θελει ολοτελως ξηρανθη και ο δεξιος οφθαλμος αυτου ολοκληρως αμαυρωθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 12" progress="77.11%" prev="Zech.11" next="Zech.13" id="Zech.12">
<h3 id="Zech.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Zech.12-p1">
<scripture passage="Zech 12:1" parsed="|Zech|12|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.1" />
<sup>1</sup>Το φορτιον του λογου του Κυριου περι του Ισραηλ. Ουτω λεγει Κυριος, ο εκτεινων τους ουρανους και θεμελιων την γην και μορφονων το πνευμα του ανθρωπου εντος αυτου·
<scripture passage="Zech 12:2" parsed="|Zech|12|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, εγω καθιστω την Ιερουσαλημ ποτηριον ζαλης εις παντας τους λαους κυκλω, και επι τον Ιουδαν ετι θελει εισθαι τουτο εν τη πολιορκια τη κατα της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 12:3" parsed="|Zech|12|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.3" />
<sup>3</sup>Και εν τη ημερα εκεινη θελω καταστησει την Ιερουσαλημ προς παντας τους λαους λιθον καταβαρυνοντα· παντες οσοι επιφορτισθωσιν αυτον θελουσι κατασυντριφθη, οταν παντα τα εθνη της γης συναχθωσιν εναντιον αυτης.
<scripture passage="Zech 12:4" parsed="|Zech|12|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.4" />
<sup>4</sup>Εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, θελω παταξει παντα ιππον εν εκστασει και τον αναβατην αυτου εν παραφροσυνη, και θελω ανοιξει τους οφθαλμους μου επι τον οικον Ιουδα και θελω παταξει εν αποτυφλωσει παντα ιππον των λαων.
<scripture passage="Zech 12:5" parsed="|Zech|12|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.5" />
<sup>5</sup>Και οι αρχοντες του Ιουδα θελουσιν ειπει εν τη καρδια αυτων, Στηριγμα ειναι εις εμε οι κατοικοι της Ιερουσαλημ δια του Κυριου των δυναμεων του Θεου αυτων.
<scripture passage="Zech 12:6" parsed="|Zech|12|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.6" />
<sup>6</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελω καταστησει τους αρχοντας του Ιουδα ως εστιαν πυρος εις ξυλα και ως λαμπαδα πυρος εις χειροβολον, και θελουσι καταφαγει παντας τους λαους κυκλω, εκ δεξιων και εξ αριστερων· και η Ιερουσαλημ θελει κατοικηθη παλιν εν τω τοπω αυτης, εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 12:7" parsed="|Zech|12|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.7" />
<sup>7</sup>Και ο Κυριος θελει σωσει πρωτον τας σκηνας του Ιουδα, δια να μη μεγαλυνηται η δοξα του οικου του Δαβιδ και η δοξα των κατοικων της Ιερουσαλημ κατα του Ιουδα.
<scripture passage="Zech 12:8" parsed="|Zech|12|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.8" />
<sup>8</sup>Εν τη ημερα εκεινη ο Κυριος θελει υπερασπισθη τους κατοικους της Ιερουσαλημ· και ο αδυνατος μεταξυ αυτων εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι ως ο Δαβιδ και ο οικος του Δαβιδ ως Θεος, ως αγγελος Κυριου, ενωπιον αυτων.
<scripture passage="Zech 12:9" parsed="|Zech|12|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.9" />
<sup>9</sup>Και εν τη ημερα εκεινη θελω ζητησει να εξολοθρευσω παντα τα εθνη τα ερχομενα κατα της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Zech 12:10" parsed="|Zech|12|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.10" />
<sup>10</sup>Και θελω εκχεει επι τον οικον Δαβιδ και επι τους κατοικους της Ιερουσαλημ πνευμα χαριτος και ικεσιων· και θελουσιν επιβλεψει προς εμε, τον οποιον εξεκεντησαν, και θελουσι πενθησει δι' αυτον ως πενθει τις δια τον μονογενη αυτου, και θελουσι λυπηθη δι' αυτον, ως ο λυπουμενος δια τον πρωτοτοκον αυτου.
<scripture passage="Zech 12:11" parsed="|Zech|12|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.11" />
<sup>11</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι πενθος μεγα εν Ιερουσαλημ ως το πενθος της Αδαδριμμων εν τη πεδιαδι Μεγιδδων.
<scripture passage="Zech 12:12" parsed="|Zech|12|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.12" />
<sup>12</sup>Και θελει πενθησει η γη, πασα οικογενεια καθ' εαυτην· η οικογενεια του οικου Δαβιδ καθ' εαυτην και αι γυναικες αυτων καθ' εαυτας, η οικογενεια του οικου Ναθαν καθ' εαυτην και αι γυναικες αυτων καθ' εαυτας,
<scripture passage="Zech 12:13" parsed="|Zech|12|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.13" />
<sup>13</sup>η οικογενεια του οικου Λευι καθ' εαυτην και αι γυναικες αυτων καθ' εαυτας, η οικογενεια Σιμει καθ' εαυτην και αι γυναικες αυτων καθ' εαυτας,
<scripture passage="Zech 12:14" parsed="|Zech|12|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.12.14" />
<sup>14</sup>πασαι αι εναπολειφθεισαι οικογενειαι, εκαστη οικογενεια καθ' εαυτην και αι γυναικες αυτων καθ' εαυτας.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 13" progress="77.16%" prev="Zech.12" next="Zech.14" id="Zech.13">
<h3 id="Zech.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Zech.13-p1">
<scripture passage="Zech 13:1" parsed="|Zech|13|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.1" />
<sup>1</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι πηγη ανεωγμενη εις τον οικον Δαβιδ και εις τους κατοικους της Ιερουσαλημ δια την αμαρτιαν και δια την ακαθαρσιαν.
<scripture passage="Zech 13:2" parsed="|Zech|13|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.2" />
<sup>2</sup>Και εν τη ημερα εκεινη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, θελω εξολοθρευσει τα ονοματα των ειδωλων απο της γης και δεν θελει πλεον εισθαι ενθυμησις αυτων, και ετι θελω αφαιρεσει τους προφητας και το πνευμα το ακαθαρτον απο της γης.
<scripture passage="Zech 13:3" parsed="|Zech|13|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.3" />
<sup>3</sup>Και εαν τις προφητευη ετι, τοτε ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου οι γεννησαντες αυτον θελουσιν ειπει προς αυτον, δεν θελεις ζησει· διοτι ψευδη λαλεις εν τω ονοματι του Κυριου. Και ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου οι γεννησαντες αυτον θελουσι διατραυματισει αυτον, οταν προφητευη.
<scripture passage="Zech 13:4" parsed="|Zech|13|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.4" />
<sup>4</sup>Και εν τη ημερα εκεινη οι προφηται θελουσι καταισχυνθη, εκαστος εκ της ορασεως αυτου, οταν προφητευη, και δεν θελουσιν ενδυεσθαι ενδυμα τριχινον δια να απατωσι.
<scripture passage="Zech 13:5" parsed="|Zech|13|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.5" />
<sup>5</sup>Και θελει ειπει, Εγω δεν ειμαι προφητης· ειμαι ανθρωπος γεωργος· διοτι ανθρωπος με εμισθωσεν εκ νεοτητος μου.
<scripture passage="Zech 13:6" parsed="|Zech|13|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.6" />
<sup>6</sup>Και εαν τις ειπη προς αυτον, Τι ειναι αι πληγαι αυται εν μεσω των χειρων σου; θελει αποκριθη, Εκειναι, τας οποιας επληγωθην εν τω οικω των φιλων μου.
<scripture passage="Zech 13:7" parsed="|Zech|13|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.7" />
<sup>7</sup>Ρομφαια, εξυπνησον κατα του ποιμενος μου και κατα του ανδρος του συνεταιρου μου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· παταξον τον ποιμενα και τα προβατα θελουσι διασκορπισθη· θελω ομως στρεψει την χειρα μου επι τους μικρους.
<scripture passage="Zech 13:8" parsed="|Zech|13|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.8" />
<sup>8</sup>Και εν παση τη γη, λεγει Κυριος, δυο μερη θελουσιν εξολοθρευθη εν αυτη και εκλειψει, το δε τριτον θελει εναπολειφθη εν αυτη.
<scripture passage="Zech 13:9" parsed="|Zech|13|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.13.9" />
<sup>9</sup>Και θελω περασει το τριτον δια πυρος· και θελω καθαρισει αυτους ως καθαριζεται το αργυριον, και θελω δοκιμασει αυτους ως δοκιμαζεται το χρυσιον· αυτοι θελουσιν επικαλεσθη το ονομα μου κα εγω θελω εισακουσει αυτους· θελω ειπει, ουτος ειναι λαος μου· και αυτοι θελουσιν ειπει, Ο Κυριος ειναι ο Θεος μου.
</p>
</div3>

<div3 title="Zechariah 14" progress="77.21%" prev="Zech.13" next="Mal" id="Zech.14">
<h3 id="Zech.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Zech.14-p1">
<scripture passage="Zech 14:1" parsed="|Zech|14|1|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, η ημερα του Κυριου ερχεται και το λαφυρον σου θελει διαμερισθη εν τω μεσω σου.
<scripture passage="Zech 14:2" parsed="|Zech|14|2|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.2" />
<sup>2</sup>Και θελω συναξει παντα τα εθνη κατα της Ιερουσαλημ εις μαχην· και θελει αλωθη η πολις και αι οικιαι θελουσι λεηλατηθη και αι γυναικες θελουσι βιασθη, και το ημισυ της πολεως θελει εξελθει εις αιχμαλωσιαν, το δε υπολοιπον του λαου δεν θελει εξολοθρευθη εκ της πολεως.
<scripture passage="Zech 14:3" parsed="|Zech|14|3|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.3" />
<sup>3</sup>Και ο Κυριος θελει εξελθει και θελει πολεμησει κατα των εθνων εκεινων, ως οτε επολεμησεν εν τη ημερα της μαχης.
<scripture passage="Zech 14:4" parsed="|Zech|14|4|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.4" />
<sup>4</sup>Και οι ποδες αυτου θελουσι σταθη κατα την ημεραν εκεινην επι του ορους των ελαιων, του απεναντι της Ιερουσαλημ εξ ανατολων· και το ορος των ελαιων θελει σχισθη κατα το μεσον αυτου προς ανατολας και προς δυσμας και θελει γεινει κοιλας μεγαλη σφοδρα· και το ημισυ του ορους θελει συρθη προς βορραν και το ημισυ αυτου προς νοτον.
<scripture passage="Zech 14:5" parsed="|Zech|14|5|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.5" />
<sup>5</sup>Και θελετε καταφυγει εις την κοιλαδα των ορεων μου· διοτι η κοιλας των ορεων θελει φθανει εως εις Ασαλ· και θελετε φυγει, καθως εφυγετε απ' εμπροσθεν του σεισμου εν ταις ημεραις Οζιου του βασιλεως του Ιουδα· και Κυριος ο Θεος μου θελει ελθει και μετα σου παντες οι αγιοι.
<scripture passage="Zech 14:6" parsed="|Zech|14|6|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.6" />
<sup>6</sup>Και εν εκεινη τη ημερα το φως δεν θελει εισθαι λαμπρον ουδε συνεσκοτασμενον·
<scripture passage="Zech 14:7" parsed="|Zech|14|7|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.7" />
<sup>7</sup>αλλα θελει εισθαι μια ημερα, ητις ειναι γνωστη εις τον Κυριον, ουτε ημερα ουτε νυξ· και προς την εσπεραν θελει εισθαι φως.
<scripture passage="Zech 14:8" parsed="|Zech|14|8|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.8" />
<sup>8</sup>Και εν τη ημερα εκεινη υδατα ζωντα θελουσιν εξελθει εξ Ιερουσαλημ, το ημισυ αυτων προς την θαλασσαν την ανατολικην και το ημισυ αυτων προς την θαλασσαν την δυτικην· εν θερει και εν χειμωνι θελει εισθαι ουτω.
<scripture passage="Zech 14:9" parsed="|Zech|14|9|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.9" />
<sup>9</sup>Και ο Κυριος θελει εισθαι βασιλευς εφ' ολην την γην· εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι Κυριος εις και το ονομα αυτου εν.
<scripture passage="Zech 14:10" parsed="|Zech|14|10|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.10" />
<sup>10</sup>Πας ο τοπος θελει μεταβληθη εις πεδιαδα, απο Γαβαα εως Ριμμων, κατα νοτον της Ιερουσαλημ· και αυτη θελει υψωθη και κατοικηθη εν τω τοπω αυτης, απο της πυλης του Βενιαμιν εως του τοπου της πρωτης πυλης, εως της πυλης των γωνιων και του πυργου Ανανεηλ, μεχρι των ληνων του βασιλεως.
<scripture passage="Zech 14:11" parsed="|Zech|14|11|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.11" />
<sup>11</sup>Και θελουσι κατοικησει εν αυτη, και δεν θελει εισθαι πλεον αφανισμος· και η Ιερουσαλημ θελει καθησθαι εν ασφαλεια.
<scripture passage="Zech 14:12" parsed="|Zech|14|12|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.12" />
<sup>12</sup>Και αυτη θελει εισθαι η πληγη, με την οποιαν ο Κυριος θελει πληγωσει παντας τους λαους τους στρατευσαντας κατα της Ιερουσαλημ· η σαρξ αυτων θελει τηκεσθαι ενω ιστανται επι τους ποδας αυτων, και οι οφθαλμοι αυτων θελουσι διαλυθη εν ταις οπαις αυτων, και η γλωσσα αυτων θελει διαλυθη εν τω στοματι αυτων.
<scripture passage="Zech 14:13" parsed="|Zech|14|13|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.13" />
<sup>13</sup>Και εν τη ημερα εκεινη ταραχη του Κυριου μεγαλη θελει εισθαι μεταξυ αυτων, και θελουσι πιανει εκαστος την χειρα του πλησιον αυτου και η χειρ αυτου θελει εγειρεσθαι κατα της χειρος του πλησιον αυτου.
<scripture passage="Zech 14:14" parsed="|Zech|14|14|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.14" />
<sup>14</sup>Και ο Ιουδας ετι θελει πολεμησει εν Ιερουσαλημ· και ο πλουτος παντων των εθνων κυκλω θελει συναχθη, χρυσιον και αργυριον και ιματια, εις πληθος μεγα.
<scripture passage="Zech 14:15" parsed="|Zech|14|15|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.15" />
<sup>15</sup>Και η πληγη του ιππου, του ημιονου, της καμηλου και του ονου και παντων των κτηνων, τα οποια θελουσιν εισθαι εν τοις στρατοπεδοις εκεινοις, τοιαυτη θελει εισθαι ως η πληγη αυτη.
<scripture passage="Zech 14:16" parsed="|Zech|14|16|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.16" />
<sup>16</sup>Και πας οστις υπολειφθη εκ παντων των εθνων, των ελθοντων κατα της Ιερουσαλημ, θελει αναβαινει κατ' ετος δια να προσκυνη τον Βασιλεα· τον Κυριον των δυναμεων, και να εορταζη την εορτην της σκηνοπηγιας.
<scripture passage="Zech 14:17" parsed="|Zech|14|17|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.17" />
<sup>17</sup>Και οσοι εκ των οικογενειων της γης δεν αναβωσιν εις Ιερουσαλημ, δια να προσκυνησωσι τον Βασιλεα, τον Κυριον των δυναμεων, εις αυτους δεν θελει εισθαι βροχη.
<scripture passage="Zech 14:18" parsed="|Zech|14|18|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.18" />
<sup>18</sup>Και εαν η οικογενεια της Αιγυπτου δεν αναβη και δεν ελθη, επι τους οποιους δεν ειναι βροχη, εις αυτους θελει εισθαι η πληγη, ην ο Κυριος θελει πληγωσει τα εθνη τα μη αναβαινοντα δια να εορτασωσι την εορτην της σκηνοπηγιας.
<scripture passage="Zech 14:19" parsed="|Zech|14|19|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.19" />
<sup>19</sup>Αυτη θελει εισθαι η ποινη της Αιγυπτου και η ποινη παντων των εθνων των μη θελοντων να αναβωσι δια να εορτασωσι την εορτην της σκηνοπηγιας.
<scripture passage="Zech 14:20" parsed="|Zech|14|20|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.20" />
<sup>20</sup>Εν τη ημερα εκεινη θελει εισθαι επι τους κωδωνας των ιππων, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ· και οι λεβητες εν τω οικω του Κυριου θελουσιν εισθαι ως αι φιαλαι εμπροσθεν του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Zech 14:21" parsed="|Zech|14|21|0|0" osisRef="Bible:Zech.14.21" />
<sup>21</sup>Και πας λεβης εν Ιερουσαλημ και εν Ιουδα θελει εισθαι αγιασμος εις τον Κυριον των δυναμεων· και παντες οι θυσιαζοντες θελουσιν ελθει και λαβει εξ αυτων και εψησει εν αυτοις· και εν τη ημερα εκεινη δεν θελει εισθαι πλεον Χαναναιος εν τω οικω του Κυριου των δυναμεων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Malachi" progress="77.30%" prev="Zech.14" next="Mal.1" id="Mal">
<h2 id="Mal-p0.1">Malachi</h2>

<div3 title="Malachi 1" progress="77.30%" prev="Mal" next="Mal.2" id="Mal.1">
<h3 id="Mal.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Mal.1-p1">
<scripture passage="Mal 1:1" parsed="|Mal|1|1|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.1" />
<sup>1</sup>Το φορτιον του λογου του Κυριου δια χειρος Μαλαχιου προς Ισραηλ.
<scripture passage="Mal 1:2" parsed="|Mal|1|2|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.2" />
<sup>2</sup>Εγω σας ηγαπησα, λεγει Κυριος· και σεις ειπετε, Εις τι μας ηγαπησας; δεν ητο ο Ησαυ αδελφος του Ιακωβ; λεγει Κυριος· πλην ηγαπησα τον Ιακωβ,
<scripture passage="Mal 1:3" parsed="|Mal|1|3|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.3" />
<sup>3</sup>τον δε Ησαυ εμισησα και κατεστησα τα ορη αυτου ερημωσιν και την κληρονομιαν αυτου κατοικιας ερημου.
<scripture passage="Mal 1:4" parsed="|Mal|1|4|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.4" />
<sup>4</sup>Και εαν ο Εδωμ ειπη, Ημεις εταλαιπωρηθημεν, πλην θελομεν οικοδομησει εκ νεου τους ηρημωμενους τοπους, ουτω λεγει ο Κυριος των δυναμεων· Αυτοι θελουσιν οικοδομησει αλλ' εγω θελω καταστρεψει· και θελουσιν ονομασθη, Οριον ανομιας, και, Ο λαος κατα του οποιου ο Κυριος ηγανακτησε διαπαντος.
<scripture passage="Mal 1:5" parsed="|Mal|1|5|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.5" />
<sup>5</sup>Και οι οφθαλμοι σας θελουσιν ιδει και σεις θελετε ειπει, Εμεγαλυνθη ο Κυριος απο του οριου του Ισραηλ.
<scripture passage="Mal 1:6" parsed="|Mal|1|6|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.6" />
<sup>6</sup>Ο υιος τιμα τον πατερα και ο δουλος τον κυριον αυτου· αν λοιπον εγω ημαι πατηρ, που ειναι η τιμη μου; και αν κυριος εγω, που ο φοβος μου; λεγει ο Κυριος των δυναμεων προς εσας, ιερεις, οιτινες καταφρονειτε το ονομα μου, και λεγετε, Εις τι κατεφρονησαμεν το ονομα σου;
<scripture passage="Mal 1:7" parsed="|Mal|1|7|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.7" />
<sup>7</sup>Προσεφερετε αρτον μεμιασμενον επι του θυσιαστηριου μου και ειπετε, Εις τι σε εμιαναμεν; Εις το οτι λεγετε, Η τραπεζα του Κυριου ειναι αξιοκαταφρονητος.
<scripture passage="Mal 1:8" parsed="|Mal|1|8|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.8" />
<sup>8</sup>Και αν προσφερητε τυφλον εις θυσιαν, δεν ειναι κακον; και αν προσφερητε χωλον η αρρωστον, δεν ειναι κακον; προσφερε τωρα τουτο εις τον αρχηγον σου· θελει αρα γε ευαρεστηθη εις σε η υποδεχθη το προσωπον σου; λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 1:9" parsed="|Mal|1|9|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.9" />
<sup>9</sup>Και τωρα λοιπον δεηθητε του Θεου δια να ελεηση ημας· εξ αιτιας σας εγεινε τουτο· θελει αρα γε υποδεχθη τα προσωπα σας; λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 1:10" parsed="|Mal|1|10|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.10" />
<sup>10</sup>Τις ειναι και μεταξυ σας, οστις ηθελε κλεισει τας θυρας, δια να μη αναπτητε πυρ επι το θυσιαστηριον μου ματαιως; δεν εχω ευχαριστησιν εις εσας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και δεν θελω δεχθη προσφοραν εκ της χειρος σας.
<scripture passage="Mal 1:11" parsed="|Mal|1|11|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.11" />
<sup>11</sup>Διοτι απο ανατολων ηλιου εως δυσμων αυτου το ονομα μου θελει εισθαι μεγα μεταξυ των εθνων, και εν παντι τοπω θελει προσφερεσθαι θυμιαμα εις το ονομα μου και θυσια καθαρα· διοτι μεγα θελει εισθαι το ονομα μου μεταξυ των εθνων, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 1:12" parsed="|Mal|1|12|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.12" />
<sup>12</sup>Σεις ομως εβεβηλωσατε αυτο, λεγοντες, Η τραπεζα του Κυριου ειναι μεμιασμενη, και τα επιτιθεμενα επ' αυτην, το φαγητον αυτης, αξιοκαταφρονητον.
<scripture passage="Mal 1:13" parsed="|Mal|1|13|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.13" />
<sup>13</sup>Σεις ειπετε ετι, Ιδου, οποια ενοχλησις· και κατεφρονησατε αυτην, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· και εφερατε το ηρπαγμενον και το χωλον και το αρρωστον, ναι, τοιαυτην προσφοραν εφερατε· ηθελον δεχθη αυτην εκ της χειρος σας; λεγει Κυριος.
<scripture passage="Mal 1:14" parsed="|Mal|1|14|0|0" osisRef="Bible:Mal.1.14" />
<sup>14</sup>Οθεν επικαταρατος ο απατεων, οστις εχει εν τω ποιμνιω αυτου αρσεν και καμνει ευχην και θυσιαζει εις τον Κυριον πραγμα διεφθαρμενον· διοτι εγω ειμαι βασιλευς μεγας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, και το ονομα μου ειναι τρομερον εν τοις εθνεσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Malachi 2" progress="77.36%" prev="Mal.1" next="Mal.3" id="Mal.2">
<h3 id="Mal.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Mal.2-p1">
<scripture passage="Mal 2:1" parsed="|Mal|2|1|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.1" />
<sup>1</sup>Και τωρα εις εσας γινεται η εντολη αυτη, ιερεις.
<scripture passage="Mal 2:2" parsed="|Mal|2|2|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.2" />
<sup>2</sup>Εαν δεν ακουσητε και εαν δεν βαλητε τουτο εις την καρδιαν, δια να δωσητε δοξαν εις το ονομα μου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, τοτε θελω εξαποστειλει την καταραν εφ' υμας και θελω επικαταρασθη τας ευλογιας σας· ναι, μαλιστα και κατηρασθην αυτας, διοτι δεν βαλλετε τουτο εις την καρδιαν σας.
<scripture passage="Mal 2:3" parsed="|Mal|2|3|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.3" />
<sup>3</sup>Ιδου, εγω θελω απορριψει τα σπερματα σας και θελω σκορπισει κοπρον επι τα προσωπα σας, την κοπρον των εορτων σας· και θελει σας σηκωσει μεθ' εαυτης.
<scripture passage="Mal 2:4" parsed="|Mal|2|4|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.4" />
<sup>4</sup>Και θελετε γνωρισει οτι εγω εξαπεστειλα την εντολην ταυτην προς εσας, δια να ηναι η διαθηκη μου μετα του Λευι, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 2:5" parsed="|Mal|2|5|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.5" />
<sup>5</sup>Η της ζωης και της ειρηνης διαθηκη μου ητο μετ' αυτου· και εδωκα αυτας εις αυτον δια τον φοβον, τον οποιον με εφοβειτο και ευλαβειτο το ονομα μου.
<scripture passage="Mal 2:6" parsed="|Mal|2|6|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.6" />
<sup>6</sup>Ο νομος της αληθειας ητο εν τω στοματι αυτου και ανομια δεν ευρεθη εν τοις χειλεσιν αυτου· περιεπατησε μετ' εμου εν ειρηνη και ευθυτητι και πολλους επεστρεψεν απο ανομιας.
<scripture passage="Mal 2:7" parsed="|Mal|2|7|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.7" />
<sup>7</sup>Επειδη τα χειλη του ιερεως θελουσι φυλαττει γνωσιν, και εκ του στοματος αυτου θελουσι ζητησει νομον· διοτι αυτος ειναι αγγελος του Κυριου των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 2:8" parsed="|Mal|2|8|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.8" />
<sup>8</sup>Αλλα σεις εξεκλινατε απο της οδου· εκαμετε πολλους να προσκοπτωσιν εις τον νομον· διεφθειρατε την διαθηκην του Λευι, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 2:9" parsed="|Mal|2|9|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο και εγω σας κατεστησα καταφρονητους και εξουδενωμενους εις παντα τον λαον, καθοτι δεν εφυλαξατε τας οδους μου αλλ' ησθε προσωποληπται εις τον νομον.
<scripture passage="Mal 2:10" parsed="|Mal|2|10|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.10" />
<sup>10</sup>Δεν ειναι εις ο πατηρ παντων ημων; δεν επλασεν ημας εις Θεος; δια τι δολιευομεθα εκαστος κατα του αδελφου αυτου, βεβηλουντες την διαθηκην των πατερων ημων;
<scripture passage="Mal 2:11" parsed="|Mal|2|11|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.11" />
<sup>11</sup>Ο Ιουδας εφερθη δολιως και επραχθη βδελυγμα εν Ισραηλ και εν Ιερουσαλημ· διοτι εβεβηλωσεν ο Ιουδας το αγιον του Κυριου, το οποιον ηγαπησε, και ενυμφευθη θυγατερα θεου αλλοτριου.
<scripture passage="Mal 2:12" parsed="|Mal|2|12|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.12" />
<sup>12</sup>Ο Κυριος θελει εξολοθρευσει εκ των σκηνωματων του Ιακωβ τον ανθρωπον τον πραττοντα τουτο, τον σκοπον και τον αποκρινομενον και τον προσφεροντα προσφοραν εις τον Κυριον των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 2:13" parsed="|Mal|2|13|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.13" />
<sup>13</sup>Εκαμετε οτι και τουτο· εκαλυπτετε το θυσιαστηριον του Κυριου με δακρυα, με κλαυθμον και με στεναγμους· οθεν δεν αποβλεπει πλεον εις την προσφοραν και δεν δεχεται αυτην με ευαρεστησιν εκ της χειρος σας.
<scripture passage="Mal 2:14" parsed="|Mal|2|14|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.14" />
<sup>14</sup>Και λεγετε, Δια τι; Διοτι ο Κυριος εσταθη μαρτυς μεταξυ σου και της γυναικος της νεοτητος σου, προς την οποιαν συ εφερθης δολιως· ενω αυτη ειναι η συζυγος σου και η γυνη της συνθηκης σου.
<scripture passage="Mal 2:15" parsed="|Mal|2|15|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.15" />
<sup>15</sup>Και δεν εκαμεν ο Θεος ενα; και ομως αυτος ειχεν υπεροχην πνευματος. Και δια τι τον ενα; δια να ζητηση σπερμα θειον. Δια τουτο προσεχετε εις το πνευμα σας, και ας μη φερηται μηδεις απιστως προς την γυναικα της νεοτητος αυτου.
<scripture passage="Mal 2:16" parsed="|Mal|2|16|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ο Κυριος, ο Θεος του Ισραηλ, λεγει οτι μισει τον αποβαλλοντα αυτην και τον καλυπτοντα την βιαν με το ενδυμα αυτου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· δια τουτο προσεχετε εις το πνευμα σας και μη φερεσθε δολιως.
<scripture passage="Mal 2:17" parsed="|Mal|2|17|0|0" osisRef="Bible:Mal.2.17" />
<sup>17</sup>Κατεβαρυνατε τον Κυριον με τους λογους σας· και λεγετε, με τι κατεβαρυναμεν αυτον; Με το να λεγητε, πας οστις πραττει κακον ειναι ευαρεστος ενωπιον του Κυριου, και αυτος ευδοκει εις αυτους. Που ειναι ο Θεος της κρισεως;
</p>
</div3>

<div3 title="Malachi 3" progress="77.43%" prev="Mal.2" next="Mal.4" id="Mal.3">
<h3 id="Mal.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Mal.3-p1">
<scripture passage="Mal 3:1" parsed="|Mal|3|1|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.1" />
<sup>1</sup>Ιδου, εγω αποστελλω τον αγγελον μου και θελει κατασκευασει την οδον εμπροσθεν μου· και ο Κυριος, τον οποιον σεις ζητειτε, εξαιφνης θελει ελθει εις τον ναον αυτου, ναι, ο αγγελος της διαθηκης, τον οποιον σεις θελετε· ιδου, ερχεται, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 3:2" parsed="|Mal|3|2|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.2" />
<sup>2</sup>Αλλα τις δυναται να υπομεινη την ημεραν της ελευσεως αυτου; και τις δυναται να σταθη εις την παρουσιαν αυτου; διοτι αυτος ειναι ως πυρ χωνευτου και ως σμιγμα γναφεων.
<scripture passage="Mal 3:3" parsed="|Mal|3|3|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.3" />
<sup>3</sup>Και θελει καθησει ως ο χωνευων και καθαριζων το αργυριον, και θελει καθαρισει τους υιους του Λευι και θελει στραγγισει αυτους ως το χρυσιον και το αργυριον, και θελουσι προσφερει εις τον Κυριον προσφοραν εν δικαιοσυνη.
<scripture passage="Mal 3:4" parsed="|Mal|3|4|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.4" />
<sup>4</sup>Τοτε η προσφορα του Ιουδα και της Ιερουσαλημ θελει εισθαι αρεστη εις τον Κυριον καθως εν ταις ημεραις ταις αρχαιαις και καθως εν τοις προλαβουσιν ετεσι.
<scripture passage="Mal 3:5" parsed="|Mal|3|5|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.5" />
<sup>5</sup>Και θελω πλησιασει προς εσας δια κρισιν· και θελω εισθαι μαρτυς σπευδων εναντιον των μαγων και εναντιον των μοιχευοντων και εναντιον των επιορκων και εναντιον των αποστερουντων τον μισθον του μισθωτου, των καταδυναστευοντων την χηραν και τον ορφανον, και των αδικουντων τον ξενον και των μη φοβουμενων με, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 3:6" parsed="|Mal|3|6|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εγω ειμαι ο Κυριος· δεν αλλοιουμαι· δια τουτο σεις, οι υιοι του Ιακωβ, δεν απωλεσθητε.
<scripture passage="Mal 3:7" parsed="|Mal|3|7|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.7" />
<sup>7</sup>Εκ των ημερων των πατερων σας απεχωρισθητε απο των διαταγματων μου και δεν εφυλαξατε αυτα. Επιστρεψατε προς εμε και θελω επιστρεψει προς εσας, λεγει ο Κυριος των δυναμεων· πλην ειπετε, Τινι τροπω θελομεν επιστρεψει;
<scripture passage="Mal 3:8" parsed="|Mal|3|8|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.8" />
<sup>8</sup>Μηπως θελει κλεπτει ο ανθρωπος τον Θεον; σεις ομως με εκλεπτετε· και λεγετε, Εις τι σε εκλεψαμεν; εις τα δεκατα και εις τας προσφορας.
<scripture passage="Mal 3:9" parsed="|Mal|3|9|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.9" />
<sup>9</sup>Σεις εισθε κατηραμενοι με καταραν· διοτι σεις με εκλεψατε, ναι, σεις, ολον το εθνος.
<scripture passage="Mal 3:10" parsed="|Mal|3|10|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.10" />
<sup>10</sup>Φερετε παντα τα δεκατα εις την αποθηκην, δια να ηναι τροφη εις τον οικον μου· και δοκιμασατε με τωρα εις τουτο, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, εαν δεν σας ανοιξω τους καταρρακτας του ουρανου και εκχεω την ευλογιαν εις εσας, ωστε να μη αρκη τοπος δι' αυτην.
<scripture passage="Mal 3:11" parsed="|Mal|3|11|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.11" />
<sup>11</sup>Και θελω επιτιμησει υπερ υμων τον καταφθειροντα, και δεν θελει φθειρει τους καρπους της γης σας· ουδε η αμπελος σας θελει απορριψει προ καιρου τον καρπον αυτης εν τω αγρω, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 3:12" parsed="|Mal|3|12|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.12" />
<sup>12</sup>Και θελουσι σας μακαριζει παντα τα εθνη· διοτι σεις θελετε εισθαι γη επιθυμητη, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 3:13" parsed="|Mal|3|13|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.13" />
<sup>13</sup>Οι λογοι σας ησαν σκληροι εναντιον μου, λεγει ο Κυριος· και ειπετε, Τι ελαλησαμεν εναντιον σου;
<scripture passage="Mal 3:14" parsed="|Mal|3|14|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.14" />
<sup>14</sup>Σεις ειπετε, Ματαιον ειναι να δουλευη τις τον Θεον· και, Τις η ωφελεια οτι εφυλαξαμεν τα διαταγματα αυτου και οτι περιεπατησαμεν πενθουντες ενωπιον του Κυριου των δυναμεων;
<scripture passage="Mal 3:15" parsed="|Mal|3|15|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.15" />
<sup>15</sup>Και τωρα ημεις μακαριζομεν τους υπερηφανους· ναι, οι εργαζομενοι την ανομιαν υψωθησαν, ναι, οι πειραζοντες τον Θεον, και αυτοι εσωθησαν.
<scripture passage="Mal 3:16" parsed="|Mal|3|16|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.16" />
<sup>16</sup>Τοτε οι φοβουμενοι τον Κυριον ελαλουν προς αλληλους· και ο Κυριος προσειχε και ηκουε και εγραφη βιβλιον ενθυμησεως ενωπιον αυτου περι των φοβουμενων τον Κυριον και των ευλαβουμενων το ονομα αυτου·
<scripture passage="Mal 3:17" parsed="|Mal|3|17|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.17" />
<sup>17</sup>και θελουσιν εισθαι εμου, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, εν τη ημερα εκεινη, οταν εγω ετοιμασω τα πολυτιμα μου· και θελω σπλαγχνισθη αυτους, καθως σπλαγχνιζεται ανθρωπος τον υιον αυτου, οστις δουλευει αυτον.
<scripture passage="Mal 3:18" parsed="|Mal|3|18|0|0" osisRef="Bible:Mal.3.18" />
<sup>18</sup>Τοτε θελετε επιστρεψει και διακρινει μεταξυ δικαιου και ασεβους, μεταξυ του δουλευοντος τον Θεον και του μη δουλευοντος αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Malachi 4" progress="77.51%" prev="Mal.3" next="NT" id="Mal.4">
<h3 id="Mal.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Mal.4-p1">
<scripture passage="Mal 4:1" parsed="|Mal|4|1|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.1" />
<sup>1</sup>Διοτι, ιδου, ερχεται ημερα, ητις θελει καιει ως κλιβανος· και παντες οι υπερηφανοι και παντες οι πραττοντες ασεβειαν θελουσιν εισθαι αχυρον· και η ημερα η ερχομενη θελει κατακαυσει αυτους, λεγει ο Κυριος των δυναμεων, ωστε δεν θελει αφησει εις αυτους ριζαν και κλαδον.
<scripture passage="Mal 4:2" parsed="|Mal|4|2|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.2" />
<sup>2</sup>Εις εσας ομως τους φοβουμενους το ονομα μου θελει ανατειλει ο ηλιος της δικαιοσυνης με ιασιν εν ταις πτερυξιν αυτου· και θελετε εξελθει, και σκιρτησει ως μοσχαρια της φατνης.
<scripture passage="Mal 4:3" parsed="|Mal|4|3|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.3" />
<sup>3</sup>Και θελετε καταπατησει τους ασεβεις· διοτι αυτοι θελουσιν εισθαι σποδος υπο τα ιχνη των ποδων σας, καθ' ην ημεραν εγω καμω τουτο, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
<scripture passage="Mal 4:4" parsed="|Mal|4|4|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.4" />
<sup>4</sup>Ενθυμεισθε τον νομον του Μωυσεως του δουλου μου, τον οποιον προσεταξα εις αυτον εν Χωρηβ δια παντα τον Ισραηλ, τα διαταγματα και τας κρισεις.
<scripture passage="Mal 4:5" parsed="|Mal|4|5|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.5" />
<sup>5</sup>Ιδου, εγω θελω αποστειλει προς εσας Ηλιαν τον προφητην, πριν ελθη η ημερα του Κυριου η μεγαλη και επιφανης·
<scripture passage="Mal 4:6" parsed="|Mal|4|6|0|0" osisRef="Bible:Mal.4.6" />
<sup>6</sup>και αυτος θελει επιστρεψει την καρδιαν των πατερων προς τα τεκνα και την καρδιαν των τεκνων προς τους πατερας αυτων, μηποτε ελθω και παταξω την γην με αναθεμα.
</p>
</div3>
</div2>
</div1>

<div1 title="New Testament" progress="77.53%" prev="Mal.4" next="Matt" id="NT">
<h1 id="NT-p0.1">New Testament</h1>

<div2 title="Matthew" progress="77.53%" prev="NT" next="Matt.1" id="Matt">
<h2 id="Matt-p0.1">Matthew</h2>

<div3 title="Matthew 1" progress="77.53%" prev="Matt" next="Matt.2" id="Matt.1">
<h3 id="Matt.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Matt.1-p1">
<scripture passage="Matt 1:1" parsed="|Matt|1|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.1" />
<sup>1</sup>Βιβλος της γενεαλογιας του Ιησου Χριστου, υιου του Δαβιδ, υιου του Αβρααμ.

<scripture passage="Matt 1:2" parsed="|Matt|1|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.2" />
<sup>2</sup>Ο Αβρααμ εγεννησε τον Ισαακ, Ισαακ δε εγεννησε τον Ιακωβ, Ιακωβ δε εγεννησε τον Ιουδαν και τους αδελφους αυτου,

<scripture passage="Matt 1:3" parsed="|Matt|1|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.3" />
<sup>3</sup>Ιουδας δε εγεννησε τον Φαρες και τον Ζαρα εκ της Θαμαρ, Φαρες δε εγεννησε τον Εσρωμ, Εσρωμ δε εγεννησε τον Αραμ,

<scripture passage="Matt 1:4" parsed="|Matt|1|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.4" />
<sup>4</sup>Αραμ δε εγεννησε τον Αμιναδαβ, Αμιναδαβ δε εγεννησε τον Ναασσων, Ναασσων δε εγεννησε τον Σαλμων,

<scripture passage="Matt 1:5" parsed="|Matt|1|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.5" />
<sup>5</sup>Σαλμων δε εγεννησε τον Βοοζ εκ της Ραχαβ, Βοοζ δε εγεννησε τον Ωβηδ εκ της Ρουθ, Ωβηδ δε εγεννησε τον Ιεσσαι,

<scripture passage="Matt 1:6" parsed="|Matt|1|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.6" />
<sup>6</sup>Ιεσσαι δε εγεννησε τον Δαβιδ τον βασιλεα. Δαβιδ δε ο βασιλευς εγεννησε τον Σολομωντα εκ της γυναικος του Ουριου,

<scripture passage="Matt 1:7" parsed="|Matt|1|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.7" />
<sup>7</sup>Σολομων δε εγεννησε τον Ροβοαμ, Ροβοαμ δε εγεννησε τον Αβια, Αβια δε εγεννησε τον Ασα,

<scripture passage="Matt 1:8" parsed="|Matt|1|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.8" />
<sup>8</sup>Ασα δε εγεννησε τον Ιωσαφατ, Ιωσαφατ δε εγεννησε τον Ιωραμ, Ιωραμ δε εγεννησε τον Οζιαν,

<scripture passage="Matt 1:9" parsed="|Matt|1|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.9" />
<sup>9</sup>Οζιας δε εγεννησε τον Ιωαθαμ, Ιωαθαμ δε εγεννησε τον Αχαζ, Αχαζ δε εγεννησε τον Εζεκιαν,

<scripture passage="Matt 1:10" parsed="|Matt|1|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.10" />
<sup>10</sup>Εζεκιας δε εγεννησε τον Μανασση, Μανασσης δε εγεννησε τον Αμων, Αμων δε εγεννησε τον Ιωσιαν,

<scripture passage="Matt 1:11" parsed="|Matt|1|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.11" />
<sup>11</sup>Ιωσιας δε εγεννησε τον Ιεχονιαν και τους αδελφους αυτου επι της μετοικεσιας Βαβυλωνος.

<scripture passage="Matt 1:12" parsed="|Matt|1|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.12" />
<sup>12</sup>Μετα δε την μετοικεσιαν Βαβυλωνος Ιεχονιας εγεννησε τον Σαλαθιηλ, Σαλαθιηλ δε εγεννησε τον Ζοροβαβελ,

<scripture passage="Matt 1:13" parsed="|Matt|1|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.13" />
<sup>13</sup>Ζοροβαβελ δε εγεννησε τον Αβιουδ, Αβιουδ δε εγεννησε τον Ελιακειμ, Ελιακειμ δε εγεννησε τον Αζωρ,

<scripture passage="Matt 1:14" parsed="|Matt|1|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.14" />
<sup>14</sup>Αζωρ δε εγεννησε τον Σαδωκ, Σαδωκ δε εγεννησε τον Αχειμ, Αχειμ δε εγεννησε τον Ελιουδ,

<scripture passage="Matt 1:15" parsed="|Matt|1|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.15" />
<sup>15</sup>Ελιουδ δε εγεννησε τον Ελεαζαρ, Ελεαζαρ δε εγεννησε τον Ματθαν, Ματθαν δε εγεννησε τον Ιακωβ,

<scripture passage="Matt 1:16" parsed="|Matt|1|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.16" />
<sup>16</sup>Ιακωβ δε εγεννησε τον Ιωσηφ τον ανδρα της Μαριας, εξ ης εγεννηθη Ιησους ο λεγομενος Χριστος.

<scripture passage="Matt 1:17" parsed="|Matt|1|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.17" />
<sup>17</sup>Πασαι λοιπον αι γενεαι απο Αβρααμ εως Δαβιδ ειναι γενεαι δεκατεσσαρες, και απο Δαβιδ εως της μετοικεσιας Βαβυλωνος γενεαι δεκατεσσαρες, και απο της μετοικεσιας Βαβυλωνος εως του Χριστου γενεαι δεκατεσσαρες.

<scripture passage="Matt 1:18" parsed="|Matt|1|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.18" />
<sup>18</sup>Του δε Ιησου Χριστου η γεννησις ουτως ητο. Αφου ηρραβωνισθη η μητηρ αυτου Μαρια μετα του Ιωσηφ, πριν συνελθωσιν, ευρεθη εν γαστρι εχουσα εκ Πνευματος Αγιου.

<scripture passage="Matt 1:19" parsed="|Matt|1|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.19" />
<sup>19</sup>Ιωσηφ δε ο ανηρ αυτης, δικαιος ων και μη θελων να θεατριση αυτην, ηθελησε να απολυση αυτην κρυφιως.

<scripture passage="Matt 1:20" parsed="|Matt|1|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.20" />
<sup>20</sup>Ενω δε αυτος διελογισθη ταυτα, ιδου, αγγελος Κυριου εφανη κατ' οναρ εις αυτον, λεγων· Ιωσηφ, υιε του Δαβιδ, μη φοβηθης να παραλαβης Μαριαμ την γυναικα σου· διοτι το εν αυτη γεννηθεν ειναι εκ Πνευματος Αγιου.

<scripture passage="Matt 1:21" parsed="|Matt|1|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.21" />
<sup>21</sup>Θελει δε γεννησει υιον και θελεις καλεσει το ονομα αυτου Ιησουν· διοτι αυτος θελει σωσει τον λαον αυτου απο των αμαρτιων αυτων.

<scripture passage="Matt 1:22" parsed="|Matt|1|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.22" />
<sup>22</sup>Τουτο δε ολον εγεινε δια να πληρωθη το ρηθεν υπο του Κυριου δια του προφητου, λεγοντος·

<scripture passage="Matt 1:23" parsed="|Matt|1|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.23" />
<sup>23</sup>Ιδου, η παρθενος θελει συλλαβει και θελει γεννησει υιον, και θελουσι καλεσει το ονομα αυτου Εμμανουηλ, το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Μεθ' ημων ο Θεος.

<scripture passage="Matt 1:24" parsed="|Matt|1|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.24" />
<sup>24</sup>Εξεγερθεις δε ο Ιωσηφ απο του υπνου εκαμεν ως προσεταξεν αυτον ο αγγελος Κυριου και παρελαβε την γυναικα αυτου,

<scripture passage="Matt 1:25" parsed="|Matt|1|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.25" />
<sup>25</sup>και δεν εγνωριζεν αυτην, εωσου εγεννησε τον υιον αυτης τον πρωτοτοκον και εκαλεσε το ονομα αυτου Ιησουν.

<scripture passage="Matt 1:26" parsed="|Matt|1|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.26" />
<sup>26</sup>δια να περισσευη δι' εμου το καυχημα σας εις τον Ιησουν Χριστον δια της εμης παλιν παρουσιας προς εσας.
<scripture passage="Matt 1:27" parsed="|Matt|1|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.27" />
<sup>27</sup>Μονον πολιτευεσθε αξιως του ευαγγελιου του Χριστου, δια να ακουσω, ειτε οταν ελθω και σας ιδω ειτε ενω ειμαι απων, την καταστασιν σας, οτι στεκεσθε εις εν πνευμα, συναγωνιζομενοι εν μια ψυχη δια την πιστιν του ευαγγελιου,
<scripture passage="Matt 1:28" parsed="|Matt|1|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.28" />
<sup>28</sup>και μη φοβιζομενοι εις ουδεν απο των εναντιων, το οποιον εις αυτους μεν ειναι ενδειξις απωλειας, εις εσας δε σωτηριας, και τουτο απο Θεου·
<scripture passage="Matt 1:29" parsed="|Matt|1|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.29" />
<sup>29</sup>διοτι εις εσας εχαρισθη το υπερ Χριστου, ου μονον το να πιστευητε εις αυτον, αλλα και το να πασχητε υπερ αυτου,
<scripture passage="Matt 1:30" parsed="|Matt|1|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.1.30" />
<sup>30</sup>εχοντες τον αυτον αγωνα, οποιον ειδετε εν εμοι και τωρα ακουετε εν εμοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 2" progress="77.68%" prev="Matt.1" next="Matt.3" id="Matt.2">
<h3 id="Matt.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Matt.2-p1">
<scripture passage="Matt 2:1" parsed="|Matt|2|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε εγεννηθη ο Ιησους εν Βηθλεεμ της Ιουδαιας επι των ημερων Ηρωδου του βασιλεως, ιδου, μαγοι απο ανατολων ηλθον εις Ιεροσολυμα, λεγοντες·

<sup>1</sup>Εαν λοιπον υπαρχη τις παρηγορια εν Χριστω η τις παραμυθια αγαπης, η τις κοινωνια Πνευματος η σπλαγχνα τινα και οικτιρμοι,
<scripture passage="Matt 2:2" parsed="|Matt|2|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.2" />
<sup>2</sup>Που ειναι ο γεννηθεις βασιλευς των Ιουδαιων; διοτι ειδομεν τον αστερα αυτου εν τη ανατολη και ηλθομεν δια να προσκυνησωμεν αυτον.

<sup>2</sup>καμετε πληρη την χαραν μου, να φρονητε το αυτο, εχοντες την αυτην αγαπην, οντες ομοψυχοι και ομοφρονες,
<scripture passage="Matt 2:3" parsed="|Matt|2|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.3" />
<sup>3</sup>Ακουσας δε Ηρωδης ο βασιλευς, εταραχθη και πασα η Ιεροσολυμα μετ' αυτου,

<sup>3</sup>μη πραττοντες μηδεν εξ αντιζηλιας η κενοδοξιας, αλλ' εν ταπεινοφροσυνη θεωρουντες αλληλους υπερεχοντας εαυτων.
<scripture passage="Matt 2:4" parsed="|Matt|2|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.4" />
<sup>4</sup>και συναξας παντας τους αρχιερεις και γραμματεις του λαου, ηρωτα να μαθη παρ' αυτων που ο Χριστος γενναται.

<sup>4</sup>Μη αποβλεπετε εκαστος τα εαυτου, αλλ' εκαστος και τα των αλλων.
<scripture passage="Matt 2:5" parsed="|Matt|2|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.5" />
<sup>5</sup>Εκεινοι δε ειπον προς αυτον· Εν Βηθλεεμ της Ιουδαιας· διοτι ουτως ειναι γεγραμμενον δια του προφητου·

<sup>5</sup>Το αυτο δε φρονημα εστω εν υμιν, το οποιον ητο και εν τω Χριστω Ιησου,
<scripture passage="Matt 2:6" parsed="|Matt|2|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.6" />
<sup>6</sup>Και συ, Βηθλεεμ, γη Ιουδα, δεν εισαι ουδολως ελαχιστη μεταξυ των ηγεμονων του Ιουδα· διοτι εκ σου θελει εξελθει ηγουμενος, οστις θελει ποιμανει τον λαον μου τον Ισραηλ.

<sup>6</sup>οστις εν μορφη Θεου υπαρχων, δεν ενομισεν αρπαγην το να ηναι ισα με τον Θεον,
<scripture passage="Matt 2:7" parsed="|Matt|2|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.7" />
<sup>7</sup>Τοτε ο Ηρωδης καλεσας κρυφιως τους μαγους εξηκριβωσε παρ' αυτων τον καιρον του φαινομενου αστερος,

<sup>7</sup>αλλ' εαυτον εκενωσε λαβων δουλου μορφην, γενομενος ομοιος με τους ανθρωπους,
<scripture passage="Matt 2:8" parsed="|Matt|2|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.8" />
<sup>8</sup>και πεμψας αυτους εις Βηθλεεμ, ειπε· Πορευθεντες ακριβως εξετασατε περι του παιδιου, αφου δε ευρητε, απαγγειλατε μοι, δια να ελθω και εγω να προσκυνησω αυτο.

<sup>8</sup>και ευρεθεις κατα το σχημα ως ανθρωπος, εταπεινωσεν εαυτον γενομενος υπηκοος μεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου.
<scripture passage="Matt 2:9" parsed="|Matt|2|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.9" />
<sup>9</sup>Εκεινοι δε ακουσαντες του βασιλεως ανεχωρησαν· και ιδου, ο αστηρ τον οποιον ειδον εν τη ανατολη προεπορευετο αυτων, εωσου ελθων εσταθη επανω οπου ητο το παιδιον.

<sup>9</sup>Δια τουτο και ο Θεος υπερυψωσεν αυτον και εχαρισεν εις αυτον ονομα το υπερ παν ονομα,
<scripture passage="Matt 2:10" parsed="|Matt|2|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.10" />
<sup>10</sup>Ιδοντες δε τον αστερα εχαρησαν χαραν μεγαλην σφοδρα,

<sup>10</sup>δια να κλινη εις το ονομα του Ιησου παν γονυ επουρανιων και επιγειων και καταχθονιων,
<scripture passage="Matt 2:11" parsed="|Matt|2|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.11" />
<sup>11</sup>και ελθοντες εις την οικιαν ευρον το παιδιον μετα Μαριας της μητρος αυτου, και πεσοντες προσεκυνησαν αυτο, και ανοιξαντες τους θησαυρους αυτων προσεφεραν εις αυτο δωρα, χρυσον και λιβανον και σμυρναν·

<sup>11</sup>και πασα γλωσσα να ομολογηση οτι ο Ιησους Χριστος ειναι Κυριος εις δοξαν Θεου Πατρος.
<scripture passage="Matt 2:12" parsed="|Matt|2|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.12" />
<sup>12</sup>και αποκαλυφθεντες θεοθεν κατ' οναρ να μη επιστρεψωσι προς τον Ηρωδην, δι' αλλης οδου ανεχωρησαν εις την χωραν αυτων.

<sup>12</sup>Ωστε, αγαπητοι μου, καθως παντοτε υπηκουσατε, ουχι ως εν τη παρουσια μου μονον, αλλα τωρα πολυ περισσοτερον εν τη απουσια μου, μετα φοβου και τρομου εργαζεσθε την εαυτων σωτηριαν·
<scripture passage="Matt 2:13" parsed="|Matt|2|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.13" />
<sup>13</sup>Αφου δε αυτοι ανεχωρησαν, ιδου, αγγελος Κυριου φαινεται κατ' οναρ εις τον Ιωσηφ, λεγων· Εγερθεις παραλαβε το παιδιον και την μητερα αυτου και φευγε εις Αιγυπτον, και εσο εκει εωσου ειπω σοι· διοτι μελλει ο Ηρωδης να ζητηση το παιδιον, δια να απολεση αυτο.

<sup>13</sup>διοτι ο Θεος ειναι ο ενεργων εν υμιν και το θελειν και το ενεργειν κατα την ευδοκιαν αυτου.
<scripture passage="Matt 2:14" parsed="|Matt|2|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.14" />
<sup>14</sup>Ο δε εγερθεις παρελαβε το παιδιον και την μητερα αυτου δια νυκτος και ανεχωρησεν εις Αιγυπτον,

<sup>14</sup>Πραττετε τα παντα χωρις γογγυσμων και αμφισβητησεων,
<scripture passage="Matt 2:15" parsed="|Matt|2|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.15" />
<sup>15</sup>και ητο εκει εως της τελευτης του Ηρωδου, δια να πληρωθη το ρηθεν υπο του Κυριου δια του προφητου λεγοντος· Εξ Αιγυπτου εκαλεσα τον υιον μου.

<sup>15</sup>δια να γινησθε αμεμπτοι και ακεραιοι, τεκνα Θεου αμωμητα εν μεσω γενεας σκολιας και διεστραμμενης, μεταξυ των οποιων λαμπετε ως φωστηρες εν τω κοσμω,
<scripture passage="Matt 2:16" parsed="|Matt|2|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ο Ηρωδης, ιδων οτι ενεπαιχθη υπο των μαγων, εθυμωθη σφοδρα και αποστειλας εφονευσε παντας τους παιδας τους εν Βηθλεεμ και εν πασι τοις οριοις αυτης απο δυο ετων και κατωτερω κατα τον καιρον, τον οποιον εξηκριβωσε παρα των μαγων.

<sup>16</sup>κρατουντες τον λογον της ζωης, δια καυχημα μου εν τη ημερα του Χριστου, οτι δεν ετρεξα εις ματην ουδε εις ματην εκοπιασα.
<scripture passage="Matt 2:17" parsed="|Matt|2|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.17" />
<sup>17</sup>Τοτε επληρωθη το ρηθεν υπο Ιερεμιου του προφητου, λεγοντος·

<sup>17</sup>Αλλ' εαν και προσφερω εμαυτον σπονδην επι της θυσιας και λειτουργιας της πιστεως σας, χαιρω και συγχαιρω μετα παντων υμων·
<scripture passage="Matt 2:18" parsed="|Matt|2|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.18" />
<sup>18</sup>Φωνη ηκουσθη εν Ραμα, θρηνος και κλαυθμος και οδυρμος πολυς· η Ραχηλ εκλαιε τα τεκνα αυτης, και δεν ηθελε να παρηγορηθη, διοτι δεν υπαρχουσι.

<sup>18</sup>ωσαυτως δε και σεις χαιρετε και συγχαιρετε μετ' εμου.
<scripture passage="Matt 2:19" parsed="|Matt|2|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.19" />
<sup>19</sup>Τελευτησαντος δε του Ηρωδου ιδου, αγγελος Κυριου φαινεται κατ' οναρ εις τον Ιωσηφ εν Αιγυπτω,

<sup>19</sup>Ελπιζω δε επι τον Κυριον Ιησουν να πεμψω προς εσας ταχεως τον Τιμοθεον, δια να ευφραινωμαι και εγω μαθων την καταστασιν σας·
<scripture passage="Matt 2:20" parsed="|Matt|2|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.20" />
<sup>20</sup>λεγων· Εγερθεις παραλαβε το παιδιον και την μητερα αυτου και υπαγε εις γην Ισραηλ· διοτι απεθανον οι ζητουντες την ψυχην του παιδιου.

<sup>20</sup>διοτι δεν εχω ουδενα ισοψυχον, οστις να μεριμνηση γνησιως περι της καταστασεως σας·
<scripture passage="Matt 2:21" parsed="|Matt|2|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.21" />
<sup>21</sup>Ο δε εγερθεις παρελαβε το παιδιον και την μητερα αυτου και ηλθεν εις γην Ισραηλ.

<sup>21</sup>επειδη παντες ζητουσι τα εαυτων, ουχι τα του Ιησου Χριστου·
<scripture passage="Matt 2:22" parsed="|Matt|2|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.22" />
<sup>22</sup>Ακουσας δε οτι ο Αρχελαος βασιλευει επι της Ιουδαιας αντι Ηρωδου του πατρος αυτου, εφοβηθη να υπαγη εκει· αποκαλυφθεις δε θεοθεν κατ' οναρ ανεχωρησεν εις τα μερη της Γαλιλαιας,

<sup>22</sup>γνωριζετε δε την δοκιμασιαν αυτου, οτι ως τεκνον μετα του πατρος εδουλευσε μετ' εμου εις το ευαγγελιον.
<scripture passage="Matt 2:23" parsed="|Matt|2|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.23" />
<sup>23</sup>και ελθων κατωκησεν εις πολιν λεγομενην Ναζαρετ, δια να πληρωθη το ρηθεν δια των προφητων· οτι Ναζωραιος θελει ονομασθη.

<sup>23</sup>Τουτον λοιπον ελπιζω να πεμψω ευθυς, καθως ιδω το τελος των υποθεσεων μου·
<scripture passage="Matt 2:24" parsed="|Matt|2|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.24" />
<sup>24</sup>πεποιθα δε επι τον Κυριον οτι και εγω θελω ελθει ταχεως.
<scripture passage="Matt 2:25" parsed="|Matt|2|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.25" />
<sup>25</sup>Εστοχασθην ομως αναγκαιον να πεμψω προς εσας τον Επαφροδιτον τον αδελφον και συνεργον και συστρατιωτην μου, απεσταλμενον δε απο σας και υπηρετησαντα εις την χρειαν μου,
<scripture passage="Matt 2:26" parsed="|Matt|2|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.26" />
<sup>26</sup>επειδη επεποθει ολους εσας και ελυπειτο, διοτι ηκουσατε οτι ησθενησε.
<scripture passage="Matt 2:27" parsed="|Matt|2|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.27" />
<sup>27</sup>Και τωοντι ησθενησε μεχρι θανατου· αλλ' ο Θεος ηλεησεν αυτον, ουχι δε αυτον μονον, αλλα και εμε, δια να μη λαβω λυπην επι λυπην.
<scripture passage="Matt 2:28" parsed="|Matt|2|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.28" />
<sup>28</sup>Οθεν επεμψα αυτον μετα περισσοτερας σπουδης, δια να χαρητε ιδοντες αυτον παλιν, και εγω να εχω ολιγωτεραν λυπην.
<scripture passage="Matt 2:29" parsed="|Matt|2|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.29" />
<sup>29</sup>Δεχθητε λοιπον αυτον εν Κυριω μετα πασης χαρας και τιματε τους τοιουτους,
<scripture passage="Matt 2:30" parsed="|Matt|2|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.2.30" />
<sup>30</sup>επειδη δια το εργον του Χριστου επλησιασε μεχρι θανατου, καταφρονησας την ζωην αυτου, δια να αναπληρωση την ελλειψιν υμων της εις εμε υπηρεσιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 3" progress="77.82%" prev="Matt.2" next="Matt.4" id="Matt.3">
<h3 id="Matt.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Matt.3-p1">
<scripture passage="Matt 3:1" parsed="|Matt|3|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.1" />
<sup>1</sup>Εν εκειναις δε ταις ημεραις ερχεται Ιωαννης ο βαπτιστης, κηρυττων εν τη ερημω της Ιουδαιας

<sup>1</sup>Το λοιπον, αδελφοι μου, χαιρετε εν Κυριω. το να σας γραφω τα αυτα εις εμε μεν δεν ειναι οχληρον, εις εσας δε ασφαλες.
<scripture passage="Matt 3:2" parsed="|Matt|3|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.2" />
<sup>2</sup>και λεγων· Μετανοειτε· διοτι επλησιασεν βασιλεια των ουρανων.

<sup>2</sup>Προσεχετε τους κυνας, προσεχετε τους κακους εργατας, προσεχετε την κατατομην·
<scripture passage="Matt 3:3" parsed="|Matt|3|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ουτος ειναι ο ρηθεις υπο Ησαιου του προφητου, λεγοντος· Φωνη βοωντος εν τη ερημω, ετοιμασατε την οδον του Κυριου, ευθειας καμετε τας τριβους αυτου.

<sup>3</sup>διοτι ημεις ειμεθα η περιτομη, οι λατρευοντες τον Θεον εν Πνευματι και καυχωμενοι εις τον Χριστον Ιησουν και μη εχοντες την πεποιθησιν εν τη σαρκι,
<scripture passage="Matt 3:4" parsed="|Matt|3|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.4" />
<sup>4</sup>Αυτος δε ο Ιωαννης ειχε το ενδυμα αυτου απο τριχων καμηλου και ζωνην δερματινην περι την οσφυν αυτου, η δε τροφη αυτου ητο ακριδες και μελι αγριον.

<sup>4</sup>αν και εγω εχω πεποιθησιν και εν τη σαρκι. Εαν τις αλλος νομιζη οτι εχει πεποιθησιν εν τη σαρκι, εγω περισσοτερον·
<scripture passage="Matt 3:5" parsed="|Matt|3|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.5" />
<sup>5</sup>Τοτε εξηρχετο προς αυτον η Ιεροσολυμα και πασα η Ιουδαια και παντα τα περιχωρα του Ιορδανου,

<sup>5</sup>περιτετμημενος την ογδοην ημεραν, εκ γενους Ισραηλ, εκ φυλης Βενιαμιν, Εβραιος εξ Εβραιων, κατα νομον Φαρισαιος,
<scripture passage="Matt 3:6" parsed="|Matt|3|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.6" />
<sup>6</sup>και εβαπτιζοντο εν τω Ιορδανη υπ' αυτου, εξομολογουμενοι τας αμαρτιας αυτων.

<sup>6</sup>κατα ζηλον διωκτης της εκκλησιας, κατα την δικαιοσυνην την δια του νομου διατελεσας αμεμπτος.
<scripture passage="Matt 3:7" parsed="|Matt|3|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.7" />
<sup>7</sup>Ιδων δε πολλους εκ των Φαρισαιων και Σαδδουκαιων ερχομενους εις το βαπτισμα αυτου, ειπε προς αυτους· Γεννηματα εχιδνων, τις εδειξεν εις εσας να φυγητε απο της μελλουσης οργης;

<sup>7</sup>Πλην εκεινα, τα οποια ησαν εις εμε κερδη, ταυτα ενομισα ζημιαν δια τον Χριστον·
<scripture passage="Matt 3:8" parsed="|Matt|3|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.8" />
<sup>8</sup>Καμετε λοιπον καρπους αξιους της μετανοιας,

<sup>8</sup>μαλιστα δε και νομιζω τα παντα οτι ειναι ζημια δια το εξοχον της γνωσεως του Ιησου Χριστου του Κυριου μου, δια τον οποιον εζημιωθην τα παντα, και λογιζομαι οτι ειναι σκυβαλα δια να κερδησω τον Χριστον
<scripture passage="Matt 3:9" parsed="|Matt|3|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.9" />
<sup>9</sup>και μη φαντασθητε να λεγητε καθ' εαυτους, Πατερα εχομεν τον Αβρααμ· διοτι σας λεγω οτι δυναται ο Θεος εκ των λιθων τουτων να αναστηση τεκνα εις τον Αβρααμ.

<sup>9</sup>και να ευρεθω εν αυτω μη εχων ιδικην μου δικαιοσυνην την εκ του νομου, αλλα την δια πιστεως του Χριστου, την δικαιοσυνην την εκ Θεου δια της πιστεως,
<scripture passage="Matt 3:10" parsed="|Matt|3|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.10" />
<sup>10</sup>Ηδη δε και η αξινη κειται προς την ριζαν των δενδρων· παν λοιπον δενδρον μη καμνον καρπον καλον εκκοπτεται και εις πυρ βαλλεται.

<sup>10</sup>δια να γνωρισω αυτον και την δυναμιν της αναστασεως αυτου και την κοινωνιαν των παθηματων αυτου, συμμορφουμενος με τον θανατον αυτου,
<scripture passage="Matt 3:11" parsed="|Matt|3|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.11" />
<sup>11</sup>Εγω μεν σας βαπτιζω εν υδατι εις μετανοιαν· ο δε οπισω μου ερχομενος ειναι ισχυροτερος μου, του οποιου δεν ειμαι αξιος να βαστασω τα υποδηματα· αυτος θελει σας βαπτισει εν Πνευματι Αγιω και πυρι.

<sup>11</sup>ισως καταντησω εις την εξαναστασιν των νεκρων.
<scripture passage="Matt 3:12" parsed="|Matt|3|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.12" />
<sup>12</sup>Οστις κρατει το πτυαριον εν τη χειρι αυτου και θελει διακαθαρισει το αλωνιον αυτου και θελει συναξει τον σιτον αυτου εις την αποθηκην, το δε αχυρον θελει κατακαυσει εν πυρι ασβεστω.

<sup>12</sup>Ουχι οτι ελαβον ηδη το βραβειον η εγεινα ηδη τελειος, τρεχω ομως κατοπιν, ισως λαβω αυτο, δια το οποιον και εληφθην υπο του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Matt 3:13" parsed="|Matt|3|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ερχεται ο Ιησους απο της Γαλιλαιας εις τον Ιορδανην προς τον Ιωαννην δια να βαπτισθη υπ' αυτου.

<sup>13</sup>Αδελφοι, εγω δεν στοχαζομαι εμαυτον οτι ελαβον αυτο· αλλ' εν πραττω· τα μεν οπισω λησμονων, εις δε τα εμπροσθεν επεκτεινομενος,
<scripture passage="Matt 3:14" parsed="|Matt|3|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Ιωαννης εκωλυεν αυτον, λεγων, Εγω χρειαν εχω να βαπτισθω υπο σου, και συ ερχεσαι προς εμε;

<sup>14</sup>τρεχω προς τον σκοπον δια το βραβειον της ανω κλησεως του Θεου εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="Matt 3:15" parsed="|Matt|3|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.15" />
<sup>15</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπε προς αυτον· Αφες τωρα· διοτι ουτως ειναι πρεπον εις ημας να εκπληρωσωμεν πασαν δικαιοσυνην. Τοτε αφινει αυτον.

<sup>15</sup>Οσοι λοιπον ειμεθα τελειοι, τουτο ας φρονωμεν· και εαν φρονητε τι αλλως πως, και τουτο θελει αποκαλυψει εις εσας ο Θεος.
<scripture passage="Matt 3:16" parsed="|Matt|3|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.16" />
<sup>16</sup>Και βαπτισθεις ο Ιησους ανεβη ευθυς απο του υδατος· και ιδου, ηνοιχθησαν εις αυτον οι ουρανοι, και ειδε το Πνευμα του Θεου καταβαινον ως περιστεραν και ερχομενον επ' αυτον·

<sup>16</sup>Πλην εις εκεινο, εις το οποιον εφθασαμεν, ας περιπατωμεν κατα τον αυτον κανονα, ας φρονωμεν το αυτο.
<scripture passage="Matt 3:17" parsed="|Matt|3|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.17" />
<sup>17</sup>και ιδου φωνη εκ των ουρανων, λεγουσα· Ουτος ειναι ο Υιος μου ο αγαπητος, εις τον οποιον ευηρεστηθην.

<sup>17</sup>Αδελφοι, συμμιμηται μου γινεσθε και παρατηρειτε τους οσοι περιπατουσιν ουτω, καθως εχετε τυπον ημας.
<scripture passage="Matt 3:18" parsed="|Matt|3|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.18" />
<sup>18</sup>Διοτι περιπατουσι πολλοι, τους οποιους σας ελεγον πολλακις, τωρα δε και κλαιων λεγω, οτι ειναι οι εχθροι του σταυρου του Χριστου,
<scripture passage="Matt 3:19" parsed="|Matt|3|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.19" />
<sup>19</sup>των οποιων το τελος ειναι απωλεια, των οποιων ο Θεος ειναι η κοιλια, και η δοξα αυτων ειναι εν τη αισχυνη αυτων, οιτινες φρονουσι τα επιγεια.
<scripture passage="Matt 3:20" parsed="|Matt|3|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.20" />
<sup>20</sup>Διοτι το πολιτευμα ημων ειναι εν ουρανοις, οποθεν και προσμενομεν Σωτηρα τον Κυριον Ιησουν Χριστον,
<scripture passage="Matt 3:21" parsed="|Matt|3|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.3.21" />
<sup>21</sup>οστις θελει μετασχηματισει το σωμα της ταπεινωσεως ημων, ωστε να γεινη συμμορφον με το σωμα της δοξης αυτου κατα την ενεργειαν, δια της οποιας δυναται και να υποταξη τα παντα εις εαυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 4" progress="77.93%" prev="Matt.3" next="Matt.5" id="Matt.4">
<h3 id="Matt.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Matt.4-p1">
<scripture passage="Matt 4:1" parsed="|Matt|4|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ο Ιησους εφερθη υπο του Πνευματος εις την ερημον δια να πειρασθη υπο του διαβολου,

<sup>1</sup>Οθεν, αδελφοι μου αγαπητοι και επιποθητοι, χαρα και στεφανος μου, ουτω στεκεσθε εν Κυριω, αγαπητοι.
<scripture passage="Matt 4:2" parsed="|Matt|4|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.2" />
<sup>2</sup>και νηστευσας ημερας τεσσαρακοντα και νυκτας τεσσαρακοντα, υστερον επεινασε.

<sup>2</sup>Παρακαλω την Ευωδιαν, παρακαλω και την Συντυχην, να φρονωσι το αυτο εν Κυριω·
<scripture passage="Matt 4:3" parsed="|Matt|4|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.3" />
<sup>3</sup>Και ελθων προς αυτον ο πειραζων ειπεν· Εαν ησαι Υιος του Θεου, ειπε να γεινωσιν αρτοι οι λιθοι ουτοι.

<sup>3</sup>και παρακαλω και σε, συντροφε γνησιε, βοηθει αυτας αιτινες συνηγωνισθησαν μετ' εμου εις το ευαγγελιον ομου και με τον Κλημεντα και τους λοιπους συνεργους μου, των οποιων τα ονοματα ειναι εν βιβλιω ζωης.
<scripture passage="Matt 4:4" parsed="|Matt|4|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.4" />
<sup>4</sup>Ο δε αποκριθεις ειπεν· Ειναι γεγραμμενον, Με αρτον μονον δεν θελει ζησει ο ανθρωπος, αλλα με παντα λογον εξερχομενον δια στοματος Θεου.

<sup>4</sup>Χαιρετε εν Κυριω παντοτε· παλιν θελω ειπει, Χαιρετε.
<scripture passage="Matt 4:5" parsed="|Matt|4|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.5" />
<sup>5</sup>Τοτε παραλαμβανει αυτον ο διαβολος εις την αγιαν πολιν και στηνει αυτον επι το πτερυγιον του ιερου

<sup>5</sup>Η επιεικεια σας ας γεινη γνωστη εις παντας τους ανθρωπους. Ο Κυριος ειναι πλησιον.
<scripture passage="Matt 4:6" parsed="|Matt|4|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.6" />
<sup>6</sup>και λεγει προς αυτον, Εαν ησαι Υιος του Θεου, ριψον σεαυτον κατω· διοτι ειναι γεγραμμενον, Οτι θελει προσταξει εις τους αγγελους αυτου περι σου, και θελουσι σε σηκωνει επι των χειρων αυτων, δια να μη προσκοψης προς λιθον τον ποδα σου.

<sup>6</sup>Μη μεριμνατε περι μηδενος, αλλ' εν παντι πραγματι ας γνωριζωνται τα ζητηματα σας προς τον Θεον μετ' ευχαριστιας δια της προσευχης και της δεησεως.
<scripture passage="Matt 4:7" parsed="|Matt|4|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.7" />
<sup>7</sup>Ειπε προς αυτον ο Ιησους· Παλιν ειναι γεγραμμενον, δεν θελεις πειρασει Κυριον τον Θεον σου.

<sup>7</sup>Και η ειρηνη του Θεου η υπερεχουσα παντα νουν θελει διαφυλαξει τας καρδιας σας και τα διανοηματα σας δια του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Matt 4:8" parsed="|Matt|4|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.8" />
<sup>8</sup>Παλιν παραλαμβανει αυτον ο διαβολος εις ορος πολυ υψηλον, και δεικνυει εις αυτον παντα τα βασιλεια του κοσμου και την δοξαν αυτων,

<sup>8</sup>Το λοιπον, αδελφοι, οσα ειναι αληθη, οσα σεμνα, οσα δικαια, οσα καθαρα, οσα προσφιλη, οσα ευφημα, αν υπαρχη τις αρετη και εαν τις επαινος, ταυτα συλλογιζεσθε·
<scripture passage="Matt 4:9" parsed="|Matt|4|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.9" />
<sup>9</sup>και λεγει προς αυτον· Ταυτα παντα θελω σοι δωσει, εαν πεσων προσκυνησης με.

<sup>9</sup>εκεινα τα οποια και εμαθετε και παρελαβετε και ηκουσατε και ειδετε εν εμοι, ταυτα πραττετε και ο Θεος της ειρηνης θελει εισθαι μεθ' υμων.
<scripture passage="Matt 4:10" parsed="|Matt|4|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Ιησους λεγει προς αυτον· Υπαγε, Σατανα· διοτι ειναι γεγραμμενον, Κυριον τον Θεον σου θελεις προσκυνησει και αυτον μονον θελεις λατρευσει.

<sup>10</sup>Εχαρην δε εν Κυριω μεγαλως οτι τωρα τελος παντων εδειξατε αναθαλλουσαν την υπερ εμου φροντιδα· περι του οποιου και εφροντιζετε, πλην δεν ειχετε ευκαιριαν.
<scripture passage="Matt 4:11" parsed="|Matt|4|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.11" />
<sup>11</sup>Τοτε αφινει αυτον ο διαβολος, και ιδου, αγγελοι προσηλθον και υπηρετουν αυτον.

<sup>11</sup>Ουχι οτι λεγω τουτο διοτι υστερουμαι· επειδη εγω εμαθον να ημαι αυταρκης εις οσα εχω.
<scripture passage="Matt 4:12" parsed="|Matt|4|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.12" />
<sup>12</sup>Ακουσας δε ο Ιησους οτι ο Ιωαννης παρεδοθη, ανεχωρησεν εις την Γαλιλαιαν.

<sup>12</sup>Εξευρω να ταπεινονωμαι, εξευρω και να περισσευωμαι· εν παντι τοπω και κατα παντα ειμαι δεδιδαγμενος και να χορταζωμαι και να πεινω, και να περισσευωμαι και να υστερωμαι·
<scripture passage="Matt 4:13" parsed="|Matt|4|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.13" />
<sup>13</sup>Και αφησας την Ναζαρετ ηλθε και κατωκησεν εις Καπερναουμ την παραθαλασσιαν εν τοις οριοις Ζαβουλων και Νεφθαλειμ.

<sup>13</sup>τα παντα δυναμαι δια του ενδυναμουντος με Χριστου.
<scripture passage="Matt 4:14" parsed="|Matt|4|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.14" />
<sup>14</sup>Δια να πληρωθη το ρηθεν δια Ησαιου του προφητου λεγοντος·

<sup>14</sup>Πλην καλως επραξατε γενομενοι συγκοινωνοι εις την θλιψιν μου.
<scripture passage="Matt 4:15" parsed="|Matt|4|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.15" />
<sup>15</sup>Γη Ζαβουλων και γη Νεφθαλειμ, κατα την οδον της θαλασσης, περαν του Ιορδανου, Γαλιλαια των εθνων.

<sup>15</sup>Εξευρετε δε και σεις, Φιλιππησιοι, οτι εν αρχη του ευαγγελιου, οτε εξηλθον απο Μακεδονιας, ουδεμια εκκλησια συνεκοινωνησε μετ' εμου περι δοσεως και ληψεως, ειμη σεις μονοι,
<scripture passage="Matt 4:16" parsed="|Matt|4|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.16" />
<sup>16</sup>Ο λαος ο καθημενος εν σκοτει ειδε φως μεγα, και εις τους καθημενους εν τοπω και σκια θανατου φως ανετειλεν εις αυτους.

<sup>16</sup>διοτι και εν Θεσσαλονικη και απαξ και δις μοι επεμψατε εις την χρειαν μου.
<scripture passage="Matt 4:17" parsed="|Matt|4|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.17" />
<sup>17</sup>Απο τοτε ηρχισεν ο Ιησους να κηρυττη και να λεγη· Μετανοειτε διοτι επλησιασεν η βασιλεια των ουρανων.

<sup>17</sup>Ουχι οτι ζητω το δωρον, αλλα ζητω τον καρπον τον πλεοναζοντα εις λογαρισμον σας.
<scripture passage="Matt 4:18" parsed="|Matt|4|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.18" />
<sup>18</sup>Περιπατων δε ο Ιησους παρα την θαλασσαν της Γαλιλαιας, ειδε δυο αδελφους, Σιμωνα τον λεγομενον Πετρον και Ανδρεαν τον αδελφον αυτου, ριπτοντας δικτυον εις την θαλασσαν· διοτι ησαν αλιεις·

<sup>18</sup>Εχω ομως παντα και περισσευομαι· ενεπλησθην δεχθεις παρα του Επαφροδιτου τα σταλεντα απο σας, οσμην ευωδιας, θυσιαν δεκτην, ευαρεστον εις τον Θεον.
<scripture passage="Matt 4:19" parsed="|Matt|4|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.19" />
<sup>19</sup>και λεγει προς αυτους· Ελθετε οπισω μου και θελω σας καμει αλιεις ανθρωπων.

<sup>19</sup>Ο δε Θεος μου θελει εκπληρωσει πασαν χρειαν σας κατα τον πλουτον αυτου εν δοξη δια Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Matt 4:20" parsed="|Matt|4|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.20" />
<sup>20</sup>Οι δε αφησαντες ευθυς τα δικτυα, ηκολουθησαν αυτον.

<sup>20</sup>Εις δε τον Θεον και Πατερα ημων εστω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="Matt 4:21" parsed="|Matt|4|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.21" />
<sup>21</sup>Και προχωρησας εκειθεν ειδεν αλλους δυο αδελφους, Ιακωβον τον του Ζεβεδαιου και Ιωαννην τον αδελφον αυτου, εν τω πλοιω μετα Ζεβεδαιου του πατρος αυτων επισκευαζοντας τα δικτυα αυτων, και εκαλεσεν αυτους.

<sup>21</sup>Ασπασθητε παντα αγιον εν Χριστω Ιησου. Σας ασπαζονται οι μετ' εμου αδελφοι.
<scripture passage="Matt 4:22" parsed="|Matt|4|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.22" />
<sup>22</sup>Οι δε αφησαντες ευθυς το πλοιον και τον πατερα αυτων, ηκολουθησαν αυτον.

<sup>22</sup>Σας ασπαζονται παντες οι αγιοι, μαλιστα δε οι εκ της οικιας του Καισαρος.
<scripture passage="Matt 4:23" parsed="|Matt|4|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.23" />
<sup>23</sup>Και περιηρχετο ο Ιησους ολην την Γαλιλαιαν, διδασκων εν ταις συναγωγαις αυτων και κηρυττων το ευαγγελιον της βασιλειας και θεραπευων πασαν νοσον και πασαν ασθενειαν μεταξυ του λαου.

<sup>23</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα παντων υμων· αμην.
<scripture passage="Matt 4:24" parsed="|Matt|4|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.24" />
<sup>24</sup>Και διηλθεν η φημη αυτου εις ολην την Συριαν, και εφερον προς αυτον παντας τους κακως εχοντας υπο διαφορων νοσηματων και βασανων συνεχομενους και δαιμονιζομενους και σεληνιαζομενους και παραλυτικους, και εθεραπευσεν αυτους·
<scripture passage="Matt 4:25" parsed="|Matt|4|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.4.25" />
<sup>25</sup>και ηκολουθησαν αυτον οχλοι πολλοι απο της Γαλιλαιας και Δεκαπολεως και Ιεροσολυμων και Ιουδαιας και απο περαν του Ιορδανου.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 5" progress="78.06%" prev="Matt.4" next="Matt.6" id="Matt.5">
<h3 id="Matt.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Matt.5-p1">
<scripture passage="Matt 5:1" parsed="|Matt|5|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.1" />
<sup>1</sup>Ιδων δε τους οχλους, ανεβη εις το ορος και αφου εκαθησε, προσηλθον προς αυτον οι μαθηται αυτου,
<scripture passage="Matt 5:2" parsed="|Matt|5|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.2" />
<sup>2</sup>και ανοιξας το στομα αυτου εδιδασκεν αυτους, λεγων.
<scripture passage="Matt 5:3" parsed="|Matt|5|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.3" />
<sup>3</sup>Μακαριοι οι πτωχοι τω πνευματι, διοτι αυτων ειναι η βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 5:4" parsed="|Matt|5|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.4" />
<sup>4</sup>Μακαριοι οι πενθουντες, διοτι αυτοι θελουσι παρηγορηθη.
<scripture passage="Matt 5:5" parsed="|Matt|5|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.5" />
<sup>5</sup>Μακαριοι οι πραεις, διοτι αυτοι θελουσι κληρονομησει την γην.
<scripture passage="Matt 5:6" parsed="|Matt|5|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.6" />
<sup>6</sup>Μακαριοι οι πεινωντες και διψωντες την δικαιοσυνην, διοτι αυτοι θελουσι χορτασθη.
<scripture passage="Matt 5:7" parsed="|Matt|5|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.7" />
<sup>7</sup>Μακαριοι οι ελεημονες, διοτι αυτοι θελουσιν ελεηθη.
<scripture passage="Matt 5:8" parsed="|Matt|5|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.8" />
<sup>8</sup>Μακαριοι οι καθαροι την καρδιαν, διοτι αυτοι θελουσιν ιδει τον Θεον.
<scripture passage="Matt 5:9" parsed="|Matt|5|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.9" />
<sup>9</sup>Μακαριοι οι ειρηνοποιοι, διοτι αυτοι θελουσιν ονομασθη υιοι Θεου.
<scripture passage="Matt 5:10" parsed="|Matt|5|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.10" />
<sup>10</sup>Μακαριοι οι δεδιωγμενοι ενεκεν δικαιοσυνης, διοτι αυτων ειναι η βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 5:11" parsed="|Matt|5|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.11" />
<sup>11</sup>Μακαριοι εισθε, οταν σας ονειδισωσι και διωξωσι και ειπωσιν εναντιον σας παντα κακον λογον ψευδομενοι ενεκεν εμου.
<scripture passage="Matt 5:12" parsed="|Matt|5|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.12" />
<sup>12</sup>Χαιρετε και αγαλλιασθε, διοτι ο μισθος σας ειναι πολυς εν τοις ουρανοις· επειδη ουτως εδιωξαν τους προφητας τους προ υμων.
<scripture passage="Matt 5:13" parsed="|Matt|5|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.13" />
<sup>13</sup>Σεις εισθε το αλας της γης· εαν δε το αλας διαφθαρη, με τι θελει αλατισθη; εις ουδεν πλεον χρησιμευει ειμη να ριφθη εξω και να καταπατηται υπο των ανθρωπων.
<scripture passage="Matt 5:14" parsed="|Matt|5|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.14" />
<sup>14</sup>Σεις εισθε το φως του κοσμου· πολις κειμενη επανω ορους δεν δυναται να κρυφθη·
<scripture passage="Matt 5:15" parsed="|Matt|5|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.15" />
<sup>15</sup>ουδε αναπτουσι λυχνον και θετουσιν αυτον υπο τον μοδιον, αλλ' επι τον λυχνοστατην, και φεγγει εις παντας τους εν τη οικια.
<scripture passage="Matt 5:16" parsed="|Matt|5|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.16" />
<sup>16</sup>Ουτως ας λαμψη το φως σας εμπροσθεν των ανθρωπων, δια να ιδωσι τα καλα σας εργα και δοξασωσι τον Πατερα σας τον εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 5:17" parsed="|Matt|5|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.17" />
<sup>17</sup>Μη νομισητε οτι ηλθον να καταλυσω τον νομον η τους προφητας· δεν ηλθον να καταλυσω, αλλα να εκπληρωσω.
<scripture passage="Matt 5:18" parsed="|Matt|5|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.18" />
<sup>18</sup>Διοτι αληθως σας λεγω, εως αν παρελθη ο ουρανος και η γη, ιωτα εν η μια κεραια δεν θελει παρελθει απο του νομου, εωσου εκπληρωθωσι παντα.
<scripture passage="Matt 5:19" parsed="|Matt|5|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.19" />
<sup>19</sup>Οστις λοιπον αθετηση μιαν των εντολων τουτων των ελαχιστων και διδαξη ουτω τους ανθρωπους, ελαχιστος θελει ονομασθη εν τη βασιλεια των ουρανων· οστις δε εκτελεση και διδαξη, ουτος μεγας θελει ονομασθη εν τη βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 5:20" parsed="|Matt|5|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.20" />
<sup>20</sup>Επειδη σας λεγω οτι εαν μη περισσευση η δικαιοσυνη σας πλειοτερον της των γραμματεων και Φαρισαιων, δεν θελετε εισελθει εις την βασιλειαν των ουρανων.
<scripture passage="Matt 5:21" parsed="|Matt|5|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.21" />
<sup>21</sup>Ηκουσατε οτι ερρεθη εις τους αρχαιους, Μη φονευσης· οστις δε φονευση, θελει εισθαι ενοχος εις την κρισιν.
<scripture passage="Matt 5:22" parsed="|Matt|5|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.22" />
<sup>22</sup>Εγω ομως σας λεγω οτι πας ο οργιζομενος αναιτιως κατα του αδελφου αυτου θελει εισθαι ενοχος εις την κρισιν· και οστις ειπη προς τον αδελφον αυτου Ρακα, θελει εισθαι ενοχος εις το συνεδριον· οστις δε ειπη Μωρε, θελει εισθαι ενοχος εις την γεενναν του πυρος.
<scripture passage="Matt 5:23" parsed="|Matt|5|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.23" />
<sup>23</sup>Εαν λοιπον προσφερης το δωρον σου εις το θυσιαστηριον και εκει ενθυμηθης οτι ο αδελφος σου εχει τι κατα σου,
<scripture passage="Matt 5:24" parsed="|Matt|5|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.24" />
<sup>24</sup>αφες εκει το δωρον σου εμπροσθεν του θυσιαστηριου, και υπαγε πρωτον φιλιωθητι με τον αδελφον σου, και τοτε ελθων προσφερε το δωρον σου.
<scripture passage="Matt 5:25" parsed="|Matt|5|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.25" />
<sup>25</sup>Ειρηνευσον με τον αντιδικον σου ταχεως, ενοσω εισαι καθ' οδον μετ' αυτου, μηποτε σε παραδωση ο αντιδικος εις τον κριτην και ο κριτης σε παραδωση εις τον υπηρετην, και ριφθης εις φυλακην·
<scripture passage="Matt 5:26" parsed="|Matt|5|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.26" />
<sup>26</sup>αληθως σοι λεγω, δεν θελεις εξελθει εκειθεν, εωσου αποδωσης το εσχατον λεπτον.
<scripture passage="Matt 5:27" parsed="|Matt|5|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.27" />
<sup>27</sup>Ηκουσατε οτι ερρεθη εις τους αρχαιους, μη μοιχευσης.
<scripture passage="Matt 5:28" parsed="|Matt|5|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.28" />
<sup>28</sup>Εγω ομως σας λεγω οτι πας ο βλεπων γυναικα δια να επιθυμηση αυτην ηδη εμοιχευσεν αυτην εν τη καρδια αυτου.
<scripture passage="Matt 5:29" parsed="|Matt|5|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.29" />
<sup>29</sup>Εαν ο οφθαλμος σου ο δεξιος σε σκανδαλιζη, εκβαλε αυτον και ριψον απο σου· διοτι σε συμφερει να χαθη εν των μελων σου και να μη ριφθη ολον το σωμα σου εις την γεενναν.
<scripture passage="Matt 5:30" parsed="|Matt|5|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.30" />
<sup>30</sup>Και εαν η δεξια σου χειρ σε σκανδαλιζη, εκκοψον αυτην και ριψον απο σου· διοτι σε συμφερει να χαθη εν των μελων σου, και να μη ριφθη ολον το σωμα σου εις την γεενναν.
<scripture passage="Matt 5:31" parsed="|Matt|5|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.31" />
<sup>31</sup>Ερρεθη προς τουτοις οτι οστις χωρισθη την γυναικα αυτου, ας δωση εις αυτην διαζυγιον.
<scripture passage="Matt 5:32" parsed="|Matt|5|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.32" />
<sup>32</sup>Εγω ομως σας λεγω οτι οστις χωρισθη την γυναικα αυτου παρεκτος λογου πορνειας, καμνει αυτην να μοιχευηται, και οστις λαβη γυναικα κεχωρισμενην, γινεται μοιχος.
<scripture passage="Matt 5:33" parsed="|Matt|5|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.33" />
<sup>33</sup>Παλιν ηκουσατε οτι ερρεθη εις τους αρχαιους, Μη επιορκησης, αλλα εκπληρωσον εις τον Κυριον τους ορκους σου.
<scripture passage="Matt 5:34" parsed="|Matt|5|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.34" />
<sup>34</sup>Εγω ομως σας λεγω να μη ομοσητε μηδολως· μητε εις τον ουρανον, διοτι ειναι θρονος του Θεου·
<scripture passage="Matt 5:35" parsed="|Matt|5|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.35" />
<sup>35</sup>μητε εις την γην, διοτι ειναι υποποδιον των ποδων αυτου· μητε εις τα Ιεροσολυμα, διοτι ειναι πολις του μεγαλου βασιλεως·
<scripture passage="Matt 5:36" parsed="|Matt|5|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.36" />
<sup>36</sup>μητε εις την κεφαλην σου να ομοσης, διοτι δεν δυνασαι μιαν τριχα να καμης λευκην η μελαιναν.
<scripture passage="Matt 5:37" parsed="|Matt|5|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.37" />
<sup>37</sup>Αλλ' ας ηναι ο λογος σας Ναι, Ου, υ· το δε πλειοτερον τουτων ειναι εκ του πονηρου.
<scripture passage="Matt 5:38" parsed="|Matt|5|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.38" />
<sup>38</sup>Ηκουσατε οτι ερρεθη, Οφθαλμον αντι οφθαλμου και οδοντα αντι οδοντος.
<scripture passage="Matt 5:39" parsed="|Matt|5|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.39" />
<sup>39</sup>Εγω ομως σας λεγω να μη αντισταθητε προς τον πονηρον· αλλ' οστις σε ραπιση εις την δεξιαν σου σιαγονα, στρεψον εις αυτον και την αλλην·
<scripture passage="Matt 5:40" parsed="|Matt|5|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.40" />
<sup>40</sup>και εις τον θελοντα να κριθη μετα σου και να λαβη τον χιτωνα σου, αφες εις αυτον και το ιματιον·
<scripture passage="Matt 5:41" parsed="|Matt|5|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.41" />
<sup>41</sup>και αν σε αγγαρευση τις μιλιον εν, υπαγε μετ' αυτου δυο.
<scripture passage="Matt 5:42" parsed="|Matt|5|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.42" />
<sup>42</sup>Εις τον ζητουντα παρα σου διδε και τον θελοντα να δανεισθη απο σου μη αποστραφης.
<scripture passage="Matt 5:43" parsed="|Matt|5|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.43" />
<sup>43</sup>Ηκουσατε οτι ερρεθη, θελεις αγαπα τον πλησιον σου και μισει τον εχθρον σου.
<scripture passage="Matt 5:44" parsed="|Matt|5|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.44" />
<sup>44</sup>Εγω ομως σας λεγω, Αγαπατε τους εχθρους σας, ευλογειτε εκεινους, οιτινες σας καταρωνται, ευεργετειτε εκεινους, οιτινες σας μισουσι, και προσευχεσθε υπερ εκεινων, οιτινες σας βλαπτουσι και σας κατατρεχουσι,
<scripture passage="Matt 5:45" parsed="|Matt|5|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.45" />
<sup>45</sup>δια να γεινητε υιοι του Πατρος σας του εν τοις ουρανοις, διοτι αυτος ανατελλει τον ηλιον αυτου επι πονηρους και αγαθους και βρεχει επι δικαιους και αδικους.
<scripture passage="Matt 5:46" parsed="|Matt|5|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.46" />
<sup>46</sup>Διοτι εαν αγαπησητε τους αγαπωντας σας, ποιον μισθον εχετε; και οι τελωναι δεν καμνουσι το αυτο;
<scripture passage="Matt 5:47" parsed="|Matt|5|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.47" />
<sup>47</sup>και εαν ασπασθητε τους αδελφους σας μονον, τι περισσοτερον καμνετε; και οι τελωναι δεν καμνουσιν ουτως;
<scripture passage="Matt 5:48" parsed="|Matt|5|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.5.48" />
<sup>48</sup>εστε λοιπον σεις τελειοι, καθως ο Πατηρ σας ο εν τοις ουρανοις ειναι τελειος.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 6" progress="78.19%" prev="Matt.5" next="Matt.7" id="Matt.6">
<h3 id="Matt.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Matt.6-p1">
<scripture passage="Matt 6:1" parsed="|Matt|6|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.1" />
<sup>1</sup>Προσεχετε να μη καμνητε την ελεημοσυνην σας εμπροσθεν των ανθρωπων δια να βλεπησθε υπ' αυτων· ει δε μη, δεν εχετε μισθον πλησιον του Πατρος σας του εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 6:2" parsed="|Matt|6|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.2" />
<sup>2</sup>Οταν λοιπον καμνης ελεημοσυνην, μη σαλπισης εμπροσθεν σου, καθως καμνουσιν οι υποκριται εν ταις συναγωγαις και εν ταις οδοις, δια να δοξασθωσιν υπο των ανθρωπων· αληθως σας λεγω, εχουσιν ηδη τον μισθον αυτων.
<scripture passage="Matt 6:3" parsed="|Matt|6|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.3" />
<sup>3</sup>Οταν δε συ καμνης ελεημοσυνην, ας μη γνωριση η αριστερα σου τι καμνει η δεξια σου,
<scripture passage="Matt 6:4" parsed="|Matt|6|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.4" />
<sup>4</sup>δια να ηναι η ελεημοσυνη σου εν τω κρυπτω, και ο Πατηρ σου ο βλεπων εν τω κρυπτω αυτος θελει σοι ανταποδωσει εν τω φανερω.
<scripture passage="Matt 6:5" parsed="|Matt|6|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.5" />
<sup>5</sup>Και οταν προσευχησαι, μη εσο ως οι υποκριται, διοτι αγαπωσι να προσευχωνται ισταμενοι εν ταις συναγωγαις και εν ταις γωνιαις των πλατειων, δια να φανωσιν εις τους ανθρωπους· αληθως σας λεγω οτι εχουσιν ηδη τον μισθον αυτων.
<scripture passage="Matt 6:6" parsed="|Matt|6|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.6" />
<sup>6</sup>Συ ομως, οταν προσευχησαι, εισελθε εις το ταμειον σου, και κλεισας την θυραν σου προσευχηθητι εις τον Πατερα σου τον εν τω κρυπτω, και ο Πατηρ σου ο βλεπων εν τω κρυπτω θελει σοι ανταποδωσει εν τω φανερω.
<scripture passage="Matt 6:7" parsed="|Matt|6|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.7" />
<sup>7</sup>Οταν δε προσευχησθε, μη βαττολογησητε ως οι εθνικοι· διοτι νομιζουσιν οτι με την πολυλογιαν αυτων θελουσιν εισακουσθη.
<scripture passage="Matt 6:8" parsed="|Matt|6|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.8" />
<sup>8</sup>Μη ομοιωθητε λοιπον με αυτους· διοτι εξευρει ο Πατηρ σας τινων εχετε χρειαν, πριν σεις ζητησητε παρ' αυτου.
<scripture passage="Matt 6:9" parsed="|Matt|6|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.9" />
<sup>9</sup>Ουτω λοιπον προσευχεσθε σεις· Πατερ ημων ο εν τοις ουρανοις· αγιασθητω το ονομα σου·
<scripture passage="Matt 6:10" parsed="|Matt|6|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.10" />
<sup>10</sup>ελθετω η βασιλεια σου· γενηθητω το θελημα σου, ως εν ουρανω, και επι της γης·
<scripture passage="Matt 6:11" parsed="|Matt|6|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.11" />
<sup>11</sup>τον αρτον ημων τον επιουσιον δος εις ημας σημερον·
<scripture passage="Matt 6:12" parsed="|Matt|6|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.12" />
<sup>12</sup>και συγχωρησον εις ημας τας αμαρτιας ημων, καθως και ημεις συγχωρουμεν εις τους αμαρτανοντας εις ημας·
<scripture passage="Matt 6:13" parsed="|Matt|6|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.13" />
<sup>13</sup>και μη φερης ημας εις πειρασμον, αλλα ελευθερωσον ημας απο του πονηρου. Διοτι σου ειναι η βασιλεια και η δυναμις και η δοξα εις τους αιωνας· αμην.
<scripture passage="Matt 6:14" parsed="|Matt|6|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εαν συγχωρησητε εις τους ανθρωπους τα πταισματα αυτων, θελει συγχωρησει και εις εσας ο Πατηρ σας ο ουρανιος·
<scripture passage="Matt 6:15" parsed="|Matt|6|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.15" />
<sup>15</sup>εαν ομως δεν συγχωρησητε εις τους ανθρωπους τα πταισματα αυτων, ουδε ο Πατηρ σας θελει συγχωρησει τα πταισματα σας.
<scripture passage="Matt 6:16" parsed="|Matt|6|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.16" />
<sup>16</sup>Και οταν νηστευητε, μη γινεσθε ως οι υποκριται σκυθρωποι· διοτι αφανιζουσι τα προσωπα αυτων, δια να φανωσιν εις τους ανθρωπους οτι νηστευουσιν· αληθως σας λεγω, οτι εχουσιν ηδη τον μισθον αυτων.
<scripture passage="Matt 6:17" parsed="|Matt|6|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.17" />
<sup>17</sup>Συ ομως οταν νηστευης, αλειψον την κεφαλην σου και νιψον το προσωπον σου,
<scripture passage="Matt 6:18" parsed="|Matt|6|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.18" />
<sup>18</sup>δια να μη φανης εις τους ανθρωπους οτι νηστευεις, αλλ' εις τον Πατερα σου τον εν τω κρυπτω, και ο Πατηρ σου ο βλεπων εν τω κρυπτω θελει σοι ανταποδωσει εν τω φανερω.
<scripture passage="Matt 6:19" parsed="|Matt|6|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.19" />
<sup>19</sup>Μη θησαυριζετε εις εαυτους θησαυρους επι της γης, οπου σκωληξ και σκωρια αφανιζει και οπου κλεπται διατρυπουσι και κλεπτουσιν.
<scripture passage="Matt 6:20" parsed="|Matt|6|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.20" />
<sup>20</sup>Αλλα θησαυριζετε εις εαυτους θησαυρους εν ουρανω, οπου ουτε σκωληξ ουτε σκωρια αφανιζει και οπου κλεπται δεν διατρυπουσιν ουδε κλεπτουσιν·
<scripture passage="Matt 6:21" parsed="|Matt|6|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.21" />
<sup>21</sup>επειδη οπου ειναι ο θησαυρος σας, εκει θελει εισθαι και η καρδια σας.
<scripture passage="Matt 6:22" parsed="|Matt|6|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.22" />
<sup>22</sup>Ο λυχνος του σωματος ειναι ο οφθαλμος· εαν λοιπον ο οφθαλμος σου ηναι καθαρος, ολον το σωμα σου θελει εισθαι φωτεινον·
<scripture passage="Matt 6:23" parsed="|Matt|6|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.23" />
<sup>23</sup>εαν ομως ο οφθαλμος σου ηναι πονηρος, ολον το σωμα σου θελει εισθαι σκοτεινον. Εαν λοιπον το φως το εν σοι ηναι σκοτος, το σκοτος ποσον;
<scripture passage="Matt 6:24" parsed="|Matt|6|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.24" />
<sup>24</sup>Ουδεις δυναται δυο κυριους να δουλευη· διοτι η τον ενα θελει μισησει και τον αλλον θελει αγαπησει, η εις τον ενα θελει προσκολληθη και τον αλλον θελει καταφρονησει. Δεν δυνασθε να δουλευητε Θεον και μαμμωνα.
<scripture passage="Matt 6:25" parsed="|Matt|6|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο σας λεγω, μη μεριμνατε περι της ζωης σας τι να φαγητε και τι να πιητε, μηδε περι του σωματος σας τι να ενδυθητε· δεν ειναι η ζωη τιμιωτερον της τροφης και το σωμα του ενδυματος;
<scripture passage="Matt 6:26" parsed="|Matt|6|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.26" />
<sup>26</sup>Εμβλεψατε εις τα πετεινα του ουρανου, οτι δεν σπειρουσιν ουδε θεριζουσιν ουδε συναγουσιν εις αποθηκας, και ο Πατηρ σας ο ουρανιος τρεφει αυτα· σεις δεν εισθε πολυ ανωτεροι αυτων;
<scripture passage="Matt 6:27" parsed="|Matt|6|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.27" />
<sup>27</sup>Αλλα τις απο σας μεριμνων δυναται να προσθεση μιαν πηχην εις το αναστημα αυτου;
<scripture passage="Matt 6:28" parsed="|Matt|6|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.28" />
<sup>28</sup>Και περι ενδυματος τι μεριμνατε; Παρατηρησατε τα κρινα του αγρου πως αυξανουσι· δεν κοπιαζουσιν ουδε κλωθουσι.
<scripture passage="Matt 6:29" parsed="|Matt|6|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.29" />
<sup>29</sup>Σας λεγω ομως οτι ουδε ο Σολομων εν παση τη δοξη αυτου ενεδυθη ως εν τουτων.
<scripture passage="Matt 6:30" parsed="|Matt|6|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.30" />
<sup>30</sup>Αλλ' εαν τον χορτον του αγρου, οστις σημερον υπαρχει και αυριον ριπτεται εις κλιβανον, ο Θεος ενδυη ουτω, δεν θελει ενδυσει πολλω μαλλον εσας, ολιγοπιστοι;
<scripture passage="Matt 6:31" parsed="|Matt|6|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.31" />
<sup>31</sup>Μη μεριμνησητε λοιπον λεγοντες, Τι να φαγωμεν η τι να πιωμεν η τι να ενδυθωμεν;
<scripture passage="Matt 6:32" parsed="|Matt|6|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.32" />
<sup>32</sup>Διοτι παντα ταυτα ζητουσιν οι εθνικοι· επειδη εξευρει ο Πατηρ σας ο ουρανιος οτι εχετε χρειαν παντων τουτων.
<scripture passage="Matt 6:33" parsed="|Matt|6|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.33" />
<sup>33</sup>Αλλα ζητειτε πρωτον την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου, και ταυτα παντα θελουσι σας προστεθη.
<scripture passage="Matt 6:34" parsed="|Matt|6|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.6.34" />
<sup>34</sup>Μη μεριμνησητε λοιπον περι της αυριον· διοτι η αυριον θελει μεριμνησει τα εαυτης· αρκετον ειναι εις την ημεραν το κακον αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 7" progress="78.30%" prev="Matt.6" next="Matt.8" id="Matt.7">
<h3 id="Matt.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Matt.7-p1">
<scripture passage="Matt 7:1" parsed="|Matt|7|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.1" />
<sup>1</sup>Μη κρινετε, δια να μη κριθητε·
<scripture passage="Matt 7:2" parsed="|Matt|7|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.2" />
<sup>2</sup>διοτι με οποιαν κρισιν κρινετε θελετε κριθη, και με οποιον μετρον μετρειτε θελει αντιμετρηθη εις εσας.
<scripture passage="Matt 7:3" parsed="|Matt|7|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.3" />
<sup>3</sup>Και δια τι βλεπεις το ξυλαριον το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου, την δε δοκον την εν τω οφθαλμω σου δεν παρατηρεις;
<scripture passage="Matt 7:4" parsed="|Matt|7|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.4" />
<sup>4</sup>Η πως θελεις ειπει προς τον αδελφον σου, Αφες να εκβαλω το ξυλαριον απο του οφθαλμου σου, ενω η δοκος ειναι εν τω οφθαλμω σου;
<scripture passage="Matt 7:5" parsed="|Matt|7|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.5" />
<sup>5</sup>Υποκριτα, εκβαλε πρωτον την δοκον εκ του οφθαλμου σου, και τοτε θελεις ιδει καθαρως δια να εκβαλης το ξυλαριον εκ του οφθαλμου του αδελφου σου.
<scripture passage="Matt 7:6" parsed="|Matt|7|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.6" />
<sup>6</sup>Μη δωσητε το αγιον εις τους κυνας μηδε ριψητε τους μαργαριτας σας εμπροσθεν των χοιρων, μηποτε καταπατησωσιν αυτους με τους ποδας αυτων και στραφεντες σας διασχισωσιν.
<scripture passage="Matt 7:7" parsed="|Matt|7|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.7" />
<sup>7</sup>Αιτειτε, και θελει σας δοθη· ζητειτε, και θελετε ευρει, κρουετε, και θελει σας ανοιχθη.
<scripture passage="Matt 7:8" parsed="|Matt|7|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.8" />
<sup>8</sup>Διοτι πας ο αιτων λαμβανει και ο ζητων ευρισκει και εις τον κρουοντα θελει ανοιχθη.
<scripture passage="Matt 7:9" parsed="|Matt|7|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.9" />
<sup>9</sup>Η τις ανθρωπος ειναι απο σας, οστις εαν ο υιος αυτου ζητηση αρτον, μηπως θελει δωσει εις αυτον λιθον;
<scripture passage="Matt 7:10" parsed="|Matt|7|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.10" />
<sup>10</sup>και εαν ζητηση οψαριον, μηπως θελει δωσει εις αυτον οφιν;
<scripture passage="Matt 7:11" parsed="|Matt|7|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.11" />
<sup>11</sup>εαν λοιπον σεις, πονηροι οντες, εξευρητε να διδητε καλας δοσεις εις τα τεκνα σας, ποσω μαλλον ο Πατηρ σας ο εν τοις ουρανοις θελει δωσει αγαθα εις τους ζητουντας παρ' αυτου;
<scripture passage="Matt 7:12" parsed="|Matt|7|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.12" />
<sup>12</sup>Λοιπον παντα οσα αν θελητε να καμνωσιν εις εσας οι ανθρωποι, ουτω και σεις καμνετε εις αυτους· διοτι ουτος ειναι ο νομος και οι προφηται.
<scripture passage="Matt 7:13" parsed="|Matt|7|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.13" />
<sup>13</sup>Εισελθετε δια της στενης πυλης· διοτι πλατεια ειναι η πυλη και ευρυχωρος η οδος η φερουσα εις την απωλειαν, και πολλοι ειναι οι εισερχομενοι δι' αυτης.
<scripture passage="Matt 7:14" parsed="|Matt|7|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.14" />
<sup>14</sup>Επειδη στενη ειναι η πυλη και τεθλιμμενη η οδος η φερουσα εις την ζωην, και ολιγοι ειναι οι ευρισκοντες αυτην.
<scripture passage="Matt 7:15" parsed="|Matt|7|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.15" />
<sup>15</sup>Προσεχετε δε απο των ψευδοπροφητων, οιτινες ερχονται προς εσας με ενδυματα προβατων, εσωθεν ομως ειναι λυκοι αρπαγες.
<scripture passage="Matt 7:16" parsed="|Matt|7|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.16" />
<sup>16</sup>Απο των καρπων αυτων θελετε γνωρισει αυτους. Μηποτε συναγουσιν απο ακανθων σταφυλια η απο τριβολων συκα;
<scripture passage="Matt 7:17" parsed="|Matt|7|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.17" />
<sup>17</sup>ουτω παν δενδρον καλον καμνει καλους καρπους, το δε σαπρον δενδρον καμνει κακους καρπους.
<scripture passage="Matt 7:18" parsed="|Matt|7|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.18" />
<sup>18</sup>Δεν δυναται δενδρον καλον να καμνη καρπους κακους, ουδε δενδρον σαπρον να καμνη καρπους καλους.
<scripture passage="Matt 7:19" parsed="|Matt|7|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.19" />
<sup>19</sup>Παν δενδρον μη καμνον καρπον καλον εκκοπτεται και εις πυρ βαλλεται.
<scripture passage="Matt 7:20" parsed="|Matt|7|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.20" />
<sup>20</sup>Αρα απο των καρπων αυτων θελετε γνωρισει αυτους.
<scripture passage="Matt 7:21" parsed="|Matt|7|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.21" />
<sup>21</sup>Δεν θελει εισελθει εις την βασιλειαν των ουρανων πας ο λεγων προς εμε, Κυριε, Κυριε, αλλ' ο πραττων το θελημα του Πατρος μου του εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 7:22" parsed="|Matt|7|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.22" />
<sup>22</sup>Πολλοι θελουσιν ειπει προς εμε εν εκεινη τη ημερα, Κυριε, Κυριε, δεν προεφητευσαμεν εν τω ονοματι σου, και εν τω ονοματι σου εξεβαλομεν δαιμονια, και εν τω ονοματι σου εκαμομεν θαυματα πολλα;
<scripture passage="Matt 7:23" parsed="|Matt|7|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.23" />
<sup>23</sup>Και τοτε θελω ομολογησει προς αυτους οτι ποτε δεν σας εγνωρισα· φευγετε απ' εμου οι εργαζομενοι την ανομιαν.
<scripture passage="Matt 7:24" parsed="|Matt|7|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.24" />
<sup>24</sup>Πας λοιπον οστις ακουει τους λογους μου τουτους και καμνει αυτους, θελω ομοιωσει αυτον με ανδρα φρονιμον, οστις ωκοδομησε την οικιαν αυτου επι την πετραν·
<scripture passage="Matt 7:25" parsed="|Matt|7|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.25" />
<sup>25</sup>και κατεβη η βροχη και ηλθον οι ποταμοι και επνευσαν οι ανεμοι και προσεβαλον εις την οικιαν εκεινην, και δεν επεσε· διοτι ητο τεθεμελιωμενη επι την πετραν.
<scripture passage="Matt 7:26" parsed="|Matt|7|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.26" />
<sup>26</sup>Και πας ο ακουων τους λογους μου τουτους και μη καμνων αυτους θελει ομοιωθη με ανδρα μωρον, οστις ωκοδομησε την οικιαν αυτου επι την αμμον·
<scripture passage="Matt 7:27" parsed="|Matt|7|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.27" />
<sup>27</sup>και κατεβη η βροχη και ηλθον οι ποταμοι και επνευσαν οι ανεμοι και προσεβαλον εις την οικιαν εκεινην, και επεσε, και ητο η πτωσις αυτης μεγαλη.
<scripture passage="Matt 7:28" parsed="|Matt|7|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.28" />
<sup>28</sup>Οτε δε ετελειωσεν ο Ιησους τους λογους τουτους, εξεπληττοντο οι οχλοι δια την διδαχην αυτου·
<scripture passage="Matt 7:29" parsed="|Matt|7|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.7.29" />
<sup>29</sup>διοτι εδιδασκεν αυτους ως εχων εξουσιαν, και ουχι ως οι γραμματεις.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 8" progress="78.38%" prev="Matt.7" next="Matt.9" id="Matt.8">
<h3 id="Matt.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Matt.8-p1">
<scripture passage="Matt 8:1" parsed="|Matt|8|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.1" />
<sup>1</sup>Οτε δε κατεβη απο του ορους, ηκολουθησαν αυτον οχλοι πολλοι.
<scripture passage="Matt 8:2" parsed="|Matt|8|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου, λεπρος ελθων προσεκυνει αυτον, λεγων· Κυριε, εαν θελης, δυνασαι να με καθαρισης.
<scripture passage="Matt 8:3" parsed="|Matt|8|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.3" />
<sup>3</sup>Και εκτεινας την χειρα ο Ιησους ηγγισεν αυτον, λεγων· Θελω, καθαρισθητι. Και ευθυς εκαθαρισθη η λεπρα αυτου.
<scripture passage="Matt 8:4" parsed="|Matt|8|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.4" />
<sup>4</sup>Και λεγει προς αυτον ο Ιησους· Προσεχε μη ειπης τουτο εις μηδενα, αλλ' υπαγε, δειξον σεαυτον εις τον ιερεα και προσφερε το δωρον, το οποιον προσεταξεν ο Μωυσης δια μαρτυριαν εις αυτους.
<scripture passage="Matt 8:5" parsed="|Matt|8|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.5" />
<sup>5</sup>Οτε δε εισηλθεν ο Ιησους εις Καπερναουμ, προσηλθε προς αυτον εκατονταρχος παρακαλων αυτον
<scripture passage="Matt 8:6" parsed="|Matt|8|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.6" />
<sup>6</sup>και λεγων· Κυριε, ο δουλος μου κειται εν τη οικια παραλυτικος, δεινως βασανιζομενος.
<scripture passage="Matt 8:7" parsed="|Matt|8|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.7" />
<sup>7</sup>Και λεγει προς αυτον ο Ιησους· Εγω ελθων θελω θεραπευσει αυτον.
<scripture passage="Matt 8:8" parsed="|Matt|8|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.8" />
<sup>8</sup>Και αποκριθεις ο εκατονταρχος ειπε· Κυριε, δεν ειμαι αξιος να εισελθης υπο την στεγην μου· αλλα μονον ειπε λογον, και θελει ιατρευθη ο δουλος μου.
<scripture passage="Matt 8:9" parsed="|Matt|8|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.9" />
<sup>9</sup>Διοτι και εγω ειμαι ανθρωπος υπο εξουσιαν, εχων υπ' εμαυτον στρατιωτας, και λεγω προς τουτον, Υπαγε, και υπαγει, και προς αλλον, Ερχου, και ερχεται, και προς τον δουλον μου, Καμε τουτο, και καμνει.
<scripture passage="Matt 8:10" parsed="|Matt|8|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.10" />
<sup>10</sup>Ακουσας δε ο Ιησους εθαυμασε και ειπε προς τους ακολουθουντας· Αληθως σας λεγω, ουδε εν τω Ισραηλ ευρον τοσαυτην πιστιν.
<scripture passage="Matt 8:11" parsed="|Matt|8|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.11" />
<sup>11</sup>Σας λεγω δε οτι πολλοι θελουσιν ελθει απο ανατολων και δυσμων και θελουσι καθησει μετα του Αβρααμ και Ισαακ και Ιακωβ εν τη βασιλεια των ουρανων,
<scripture passage="Matt 8:12" parsed="|Matt|8|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.12" />
<sup>12</sup>οι δε υιοι της βασιλειας θελουσιν εκβληθη εις το σκοτος το εξωτερον· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
<scripture passage="Matt 8:13" parsed="|Matt|8|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.13" />
<sup>13</sup>Και ειπεν ο Ιησους προς τον εκατονταρχον, Υπαγε, και ως επιστευσας, ας γεινη εις σε. Και ιατρευθη ο δουλος αυτου εν τη ωρα εκεινη.
<scripture passage="Matt 8:14" parsed="|Matt|8|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.14" />
<sup>14</sup>Και ελθων ο Ιησους εις την οικιαν του Πετρου, ειδε την πενθεραν αυτου κατακοιτον και πασχουσαν πυρετον·
<scripture passage="Matt 8:15" parsed="|Matt|8|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.15" />
<sup>15</sup>και επιασε την χειρα αυτης, και αφηκεν αυτην ο πυρετος, και εσηκωθη και υπηρετει αυτους.
<scripture passage="Matt 8:16" parsed="|Matt|8|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.16" />
<sup>16</sup>Και οτε εγεινεν εσπερα, εφεραν προς αυτον δαιμονιζομενους πολλους, και εξεβαλε τα πνευματα με λογον και παντας τους κακως εχοντας εθεραπευσε,
<scripture passage="Matt 8:17" parsed="|Matt|8|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.17" />
<sup>17</sup>δια να πληρωθη το ρηθεν δια Ησαιου του προφητου, λεγοντος· Αυτος τας ασθενειας ημων ελαβε και τας νοσους εβαστασεν.
<scripture passage="Matt 8:18" parsed="|Matt|8|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.18" />
<sup>18</sup>Ιδων δε ο Ιησους πολλους οχλους περι εαυτον, προσεταξε να αναχωρησωσιν εις το περαν.
<scripture passage="Matt 8:19" parsed="|Matt|8|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.19" />
<sup>19</sup>Και πλησιασας εις γραμματευς ειπε προς αυτον, Διδασκαλε, θελω σοι ακολουθησει οπου αν υπαγης.
<scripture passage="Matt 8:20" parsed="|Matt|8|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.20" />
<sup>20</sup>Και λεγει προς αυτον ο Ιησους· Αι αλωπεκες εχουσι φωλεας και τα πετεινα του ουρανου κατοικιας, ο δε Υιος του ανθρωπου δεν εχει που να κλινη την κεφαλην.
<scripture passage="Matt 8:21" parsed="|Matt|8|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.21" />
<sup>21</sup>Αλλος δε εκ των μαθητων αυτου ειπε προς αυτον· Κυριε, συγχωρησον μοι να υπαγω πρωτον και να θαψω τον πατερα μου.
<scripture passage="Matt 8:22" parsed="|Matt|8|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Ακολουθει μοι και αφες τους νεκρους να θαψωσι τους εαυτων νεκρους.
<scripture passage="Matt 8:23" parsed="|Matt|8|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.23" />
<sup>23</sup>Και οτε εισηλθεν εις το πλοιον, ηκολουθησαν αυτον οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="Matt 8:24" parsed="|Matt|8|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.24" />
<sup>24</sup>Και ιδου, τρικυμια μεγαλη εγεινεν εν τη θαλασση, ωστε το πλοιον εσκεπαζετο υπο των κυματων· αυτος δε εκοιματο.
<scripture passage="Matt 8:25" parsed="|Matt|8|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.25" />
<sup>25</sup>Και προσελθοντες οι μαθηται αυτου εξυπνισαν αυτον, λεγοντες· Κυριε, σωσον ημας, χανομεθα.
<scripture passage="Matt 8:26" parsed="|Matt|8|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.26" />
<sup>26</sup>Και λεγει προς αυτους· Δια τι εισθε δειλοι, ολιγοπιστοι; Τοτε σηκωθεις επετιμησε τους ανεμους και την θαλασσαν, και εγεινε γαληνη μεγαλη.
<scripture passage="Matt 8:27" parsed="|Matt|8|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.27" />
<sup>27</sup>Οι δε ανθρωποι εθαυμασαν, λεγοντες· Οποιος ειναι ουτος, οτι και οι ανεμοι και η θαλασσα υπακουουσιν εις αυτον;
<scripture passage="Matt 8:28" parsed="|Matt|8|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.28" />
<sup>28</sup>Και οτε ηλθεν εις το περαν εις την χωραν των Γεργεσηνων, υπηντησαν αυτον δυο δαιμονιζομενοι εξερχομενοι εκ των μνημειων, αγριοι καθ' υπερβολην, ωστε ουδεις ηδυνατο να περαση δια της οδου εκεινης.
<scripture passage="Matt 8:29" parsed="|Matt|8|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.29" />
<sup>29</sup>Και ιδου, εκραξαν λεγοντες· Τι ειναι μεταξυ ημων και σου, Ιησου, Υιε του Θεου; ηλθες εδω προ καιρου να μας βασανισης;
<scripture passage="Matt 8:30" parsed="|Matt|8|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.30" />
<sup>30</sup>Ητο δε μακραν απ' αυτων αγελη χοιρων πολλων βοσκομενη.
<scripture passage="Matt 8:31" parsed="|Matt|8|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.31" />
<sup>31</sup>Και οι δαιμονες παρεκαλουν αυτον, λεγοντες· Εαν μας εκβαλης, επιτρεψον εις ημας να απελθωμεν εις την αγελην των χοιρων.
<scripture passage="Matt 8:32" parsed="|Matt|8|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.32" />
<sup>32</sup>Και ειπε προς αυτους· Υπαγετε. Και εκεινοι εξελθοντες υπηγαν εις την αγελην των χοιρων· και ιδου, ωρμησε πασα η αγελη των χοιρων κατα του κρημνου εις την θαλασσαν και απεθανον εν τοις υδασιν.
<scripture passage="Matt 8:33" parsed="|Matt|8|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.33" />
<sup>33</sup>Οι δε βοσκοντες εφυγον και ελθοντες εις την πολιν, απηγγειλαν παντα και τα των δαιμονιζομενων.
<scripture passage="Matt 8:34" parsed="|Matt|8|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.8.34" />
<sup>34</sup>Και ιδου, πασα η πολις εξηλθεν εις συναντησιν του Ιησου, και ιδοντες αυτον παρεκαλεσαν να μεταβη απο των οριων αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 9" progress="78.47%" prev="Matt.8" next="Matt.10" id="Matt.9">
<h3 id="Matt.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Matt.9-p1">
<scripture passage="Matt 9:1" parsed="|Matt|9|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.1" />
<sup>1</sup>Και εμβας εις το πλοιον, διεπερασε και ηλθεν εις την εαυτου πολιν.
<scripture passage="Matt 9:2" parsed="|Matt|9|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου, εφερον προς αυτον παραλυτικον κειμενον επι κλινης· και ιδων ο Ιησους την πιστιν αυτων, ειπε προς τον παραλυτικον· Θαρρει, τεκνον· συγκεχωρημεναι ειναι εις σε αι αμαρτιαι σου.
<scripture passage="Matt 9:3" parsed="|Matt|9|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.3" />
<sup>3</sup>Και ιδου, τινες εκ των γραμματεων ειπον καθ' εαυτους· Ουτος βλασφημει.
<scripture passage="Matt 9:4" parsed="|Matt|9|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.4" />
<sup>4</sup>Και ιδων ο Ιησους τους διαλογισμους αυτων, ειπε· Δια τι σεις διαλογιζεσθε πονηρα εν ταις καρδιαις σας;
<scripture passage="Matt 9:5" parsed="|Matt|9|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.5" />
<sup>5</sup>Διοτι τι ειναι ευκολωτερον, να ειπω, Συγκεχωρημεναι ειναι αι αμαρτιαι σου, η να ειπω, Εγερθητι και περιπατει;
<scripture passage="Matt 9:6" parsed="|Matt|9|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.6" />
<sup>6</sup>Αλλα δια να γνωρισητε οτι εξουσιαν εχει ο Υιος του ανθρωπου επι της γης να συγχωρη αμαρτιας, τοτε λεγει προς τον παραλυτικον· Εγερθεις σηκωσον την κλινην σου και υπαγε εις τον οικον σου.
<scripture passage="Matt 9:7" parsed="|Matt|9|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.7" />
<sup>7</sup>Και εγερθεις ανεχωρησεν εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Matt 9:8" parsed="|Matt|9|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.8" />
<sup>8</sup>Ιδοντες δε οι οχλοι, εθαυμασαν και εδοξασαν τον Θεον, οστις εδωκε τοιαυτην εξουσιαν εις τους ανθρωπους.
<scripture passage="Matt 9:9" parsed="|Matt|9|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.9" />
<sup>9</sup>Και διαβαινων ο Ιησους εκειθεν ειδεν ανθρωπον καθημενον εις το τελωνιον, Ματθαιον λεγομενον, και λεγει προς αυτον· Ακολουθει μοι. Και σηκωθεις ηκολουθησεν αυτον.
<scripture passage="Matt 9:10" parsed="|Matt|9|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.10" />
<sup>10</sup>Και ενω εκαθητο εις την τραπεζαν εν τη οικια, ιδου, πολλοι τελωναι και αμαρτωλοι ελθοντες συνεκαθηντο μετα του Ιησου και των μαθητων αυτου.
<scripture passage="Matt 9:11" parsed="|Matt|9|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.11" />
<sup>11</sup>Και ιδοντες οι Φαρισαιοι ειπον προς τους μαθητας αυτου· Δια τι ο Διδασκαλος σας τρωγει μετα των τελωνων και αμαρτωλων;
<scripture passage="Matt 9:12" parsed="|Matt|9|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Ιησους ακουσας ειπε προς αυτους· Δεν εχουσι χρειαν ιατρου οι υγιαινοντες, αλλ' οι πασχοντες.
<scripture passage="Matt 9:13" parsed="|Matt|9|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.13" />
<sup>13</sup>Υπαγετε δε και μαθετε τι ειναι, Ελεον θελω και ουχι θυσιαν. Διοτι δεν ηλθον δια να καλεσω δικαιους αλλα αμαρτωλους εις μετανοιαν.
<scripture passage="Matt 9:14" parsed="|Matt|9|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.14" />
<sup>14</sup>Τοτε ερχονται προς αυτον οι μαθηται του Ιωαννου, λεγοντες· Δια τι ημεις και οι Φαρισαιοι νηστευομεν πολλα, οι δε μαθηται σου δεν νηστευουσι;
<scripture passage="Matt 9:15" parsed="|Matt|9|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιησους· Μηπως δυνανται οι υιοι του νυμφωνος να πενθωσιν, ενοσω ειναι μετ' αυτων ο νυμφιος; θελουσιν ομως ελθει ημεραι, οταν αφαιρεθη απ' αυτων ο νυμφιος, και τοτε θελουσι νηστευσει.
<scripture passage="Matt 9:16" parsed="|Matt|9|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.16" />
<sup>16</sup>Και ουδεις βαλλει επιρραμμα αγναφου πανιου επι ιματιον παλαιον· διοτι αφαιρει το αναπληρωμα αυτου απο του ιματιου, και γινεται σχισμα χειροτερον.
<scripture passage="Matt 9:17" parsed="|Matt|9|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.17" />
<sup>17</sup>Ουδε βαλλουσιν οινον νεον εις ασκους παλαιους· ει δε μη, σχιζονται οι ασκοι, και ο οινος εκχεεται και οι ασκοι φθειρονται· αλλα βαλλουσιν οινον νεον εις ασκους νεους, και αμφοτερα διατηρουνται.
<scripture passage="Matt 9:18" parsed="|Matt|9|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.18" />
<sup>18</sup>Ενω αυτος ελαλει ταυτα προς αυτους, ιδου, αρχων τις ελθων προσεκυνει αυτον, λεγων οτι η θυγατηρ μου ετελευτησε προ ολιγου· αλλα ελθε και βαλε την χειρα σου επ' αυτην και θελει ζησει.
<scripture passage="Matt 9:19" parsed="|Matt|9|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.19" />
<sup>19</sup>Και σηκωθεις ο Ιησους ηκολουθησεν αυτον και οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="Matt 9:20" parsed="|Matt|9|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.20" />
<sup>20</sup>Και ιδου, γυνη αιμορροουσα δωδεκα ετη, πλησιασασα οπισθεν ηγγισε το ακρον του ιματιου αυτου·
<scripture passage="Matt 9:21" parsed="|Matt|9|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.21" />
<sup>21</sup>διοτι ελεγε καθ' εαυτην, Εαν μονον εγγισω το ιματιον αυτου, θελω σωθη.
<scripture passage="Matt 9:22" parsed="|Matt|9|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Ιησους επιστραφεις και ιδων αυτην ειπε· Θαρρει, θυγατερ· η πιστις σου σε εσωσε. Και εσωθη η γυνη απο της ωρας εκεινης.
<scripture passage="Matt 9:23" parsed="|Matt|9|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.23" />
<sup>23</sup>Και ελθων ο Ιησους εις την οικιαν του αρχοντος και ιδων τους αυλητας και τον οχλον θορυβουμενον,
<scripture passage="Matt 9:24" parsed="|Matt|9|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.24" />
<sup>24</sup>λεγει προς αυτους· Αναχωρειτε· διοτι δεν απεθανε το κορασιον, αλλα κοιμαται. Και κατεγελων αυτον.
<scripture passage="Matt 9:25" parsed="|Matt|9|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.25" />
<sup>25</sup>Οτε δε εξεβληθη ο οχλος, εισελθων επιασε την χειρα αυτης, και εσηκωθη το κορασιον.
<scripture passage="Matt 9:26" parsed="|Matt|9|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.26" />
<sup>26</sup>Και διεδοθη η φημη αυτη εις ολην την γην εκεινην.
<scripture passage="Matt 9:27" parsed="|Matt|9|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.27" />
<sup>27</sup>Και ενω ανεχωρει εκειθεν ο Ιησους, ηκολουθησαν αυτον δυο τυφλοι, κραζοντες και λεγοντες· Ελεησον ημας, υιε του Δαβιδ.
<scripture passage="Matt 9:28" parsed="|Matt|9|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.28" />
<sup>28</sup>Και οτε εισηλθεν εις την οικιαν, επλησιασαν εις αυτον οι τυφλοι, και λεγει προς αυτους ο Ιησους· Πιστευετε οτι δυναμαι να καμω τουτο; Λεγουσι προς αυτον· Ναι, Κυριε.
<scripture passage="Matt 9:29" parsed="|Matt|9|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.29" />
<sup>29</sup>Τοτε ηγγισε τους οφθαλμους αυτων, λεγων· Κατα την πιστιν σας ας γεινη εις εσας.
<scripture passage="Matt 9:30" parsed="|Matt|9|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.30" />
<sup>30</sup>Και ηνοιχθησαν αυτων οι οφθαλμοι· προσεταξε δε αυτους εντονως ο Ιησους, λεγων· Προσεχετε, ας μη εξευρη τουτο μηδεις.
<scripture passage="Matt 9:31" parsed="|Matt|9|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.31" />
<sup>31</sup>Αλλ' εκεινοι εξελθοντες διεφημισαν αυτον εν ολη τη γη εκεινη.
<scripture passage="Matt 9:32" parsed="|Matt|9|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.32" />
<sup>32</sup>Ενω δε αυτοι εξηρχοντο, ιδου, εφεραν προς αυτον ανθρωπον κωφον δαιμονιζομενον·
<scripture passage="Matt 9:33" parsed="|Matt|9|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.33" />
<sup>33</sup>και αφου εξεβληθη το δαιμονιον, ελαλησεν ο κωφος, και εθαυμασαν οι οχλοι, λεγοντες οτι ποτε δεν εφανη τοιουτον εν τω Ισραηλ.
<scripture passage="Matt 9:34" parsed="|Matt|9|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.34" />
<sup>34</sup>Οι δε Φαρισαιοι ελεγον· Δια του αρχοντος των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια.
<scripture passage="Matt 9:35" parsed="|Matt|9|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.35" />
<sup>35</sup>Και περιηρχετο ο Ιησους τας πολεις πασας και τας κωμας, διδασκων εν ταις συναγωγαις αυτων και κηρυττων το ευαγγελιον της βασιλειας και θεραπευων πασαν νοσον και πασαν ασθενειαν εν τω λαω.
<scripture passage="Matt 9:36" parsed="|Matt|9|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.36" />
<sup>36</sup>Ιδων δε τους οχλους, εσπλαγχνισθη δι' αυτους, διοτι ησαν εκλελυμενοι και εσκορπισμενοι ως προβατα μη εχοντα ποιμενα.
<scripture passage="Matt 9:37" parsed="|Matt|9|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.37" />
<sup>37</sup>Τοτε λεγει προς τους μαθητας αυτου· Ο μεν θερισμος πολυς, οι δε εργαται ολιγοι·
<scripture passage="Matt 9:38" parsed="|Matt|9|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.9.38" />
<sup>38</sup>παρακαλεσατε λοιπον τον κυριον του θερισμου, δια να αποστειλη εργατας εις τον θερισμον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 10" progress="78.58%" prev="Matt.9" next="Matt.11" id="Matt.10">
<h3 id="Matt.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Matt.10-p1">
<scripture passage="Matt 10:1" parsed="|Matt|10|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.1" />
<sup>1</sup>Και προσκαλεσας τους δωδεκα μαθητας αυτου, εδωκεν εις αυτους εξουσιαν κατα πνευματων ακαθαρτων, ωστε να εκβαλλωσιν αυτα και να θεραπευωσι πασαν νοσον και πασαν ασθενειαν.
<scripture passage="Matt 10:2" parsed="|Matt|10|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.2" />
<sup>2</sup>Τα δε ονοματα των δωδεκα αποστολων ειναι ταυτα· πρωτος Σιμων ο λεγομενος Πετρος και Ανδρεας ο αδελφος αυτου, Ιακωβος ο του Ζεβεδαιου και Ιωαννης ο αδελφος αυτου,
<scripture passage="Matt 10:3" parsed="|Matt|10|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.3" />
<sup>3</sup>Φιλιππος και Βαρθολομαιος, Θωμας και Ματθαιος ο τελωνης, Ιακωβος ο του Αλφαιου και Λεββαιος ο επονομασθεις Θαδδαιος,
<scripture passage="Matt 10:4" parsed="|Matt|10|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.4" />
<sup>4</sup>Σιμων ο Κανανιτης και ο Ιουδας ο Ισκαριωτης, οστις και παρεδωκεν αυτον.
<scripture passage="Matt 10:5" parsed="|Matt|10|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.5" />
<sup>5</sup>Τουτους τους δωδεκα απεστειλεν ο Ιησους και παρηγγειλεν εις αυτους, λεγων· Εις οδον εθνων μη υπαγητε, και εις πολιν Σαμαρειτων μη εισελθητε·
<scripture passage="Matt 10:6" parsed="|Matt|10|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.6" />
<sup>6</sup>υπαγετε δε μαλλον προς τα προβατα τα απολωλοτα του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Matt 10:7" parsed="|Matt|10|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.7" />
<sup>7</sup>Και υπαγοντες κηρυττετε, λεγοντες οτι επλησιασεν η βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 10:8" parsed="|Matt|10|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.8" />
<sup>8</sup>Ασθενουντας θεραπευετε, λεπρους καθαριζετε, νεκρους εγειρετε, δαιμονια εκβαλλετε· δωρεαν ελαβετε, δωρεαν δοτε.
<scripture passage="Matt 10:9" parsed="|Matt|10|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.9" />
<sup>9</sup>Μη εχετε χρυσον μηδε αργυρον μηδε χαλκον εις τας ζωνας σας,
<scripture passage="Matt 10:10" parsed="|Matt|10|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.10" />
<sup>10</sup>μη σακκιον δια την οδον μηδε δυο χιτωνας μηδε υποδηματα μηδε ραβδον· διοτι ο εργατης ειναι αξιος της τροφης αυτου.
<scripture passage="Matt 10:11" parsed="|Matt|10|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.11" />
<sup>11</sup>Εις οποιαν δε πολιν η κωμην εισελθητε, εξετασατε τις ειναι αξιος εν αυτη, και εκει μεινατε εωσου εξελθητε.
<scripture passage="Matt 10:12" parsed="|Matt|10|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.12" />
<sup>12</sup>Εισερχομενοι δε εις την οικιαν χαιρετησατε αυτην.
<scripture passage="Matt 10:13" parsed="|Matt|10|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.13" />
<sup>13</sup>Και εαν μεν η οικια ηναι αξια, ας ελθη η ειρηνη σας επ' αυτην· αλλ' εαν δεν ηναι αξια, η ειρηνη σας ας επιστρεψη εις εσας.
<scripture passage="Matt 10:14" parsed="|Matt|10|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.14" />
<sup>14</sup>Και οστις δεν σας δεχθη μηδε ακουση τους λογους σας, εξερχομενοι της οικιας η της πολεως εκεινης εκτιναξατε τον κονιορτον των ποδων σας.
<scripture passage="Matt 10:15" parsed="|Matt|10|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.15" />
<sup>15</sup>Αληθως σας λεγω, Ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εν ημερα κρισεως εις την γην των Σοδομων και Γομορρων παρα εις την πολιν εκεινην.
<scripture passage="Matt 10:16" parsed="|Matt|10|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.16" />
<sup>16</sup>Ιδου, εγω σας αποστελλω ως προβατα εν μεσω λυκων· γινεσθε λοιπον φρονιμοι ως οι οφεις και απλοι ως αι περιστεραι.
<scripture passage="Matt 10:17" parsed="|Matt|10|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.17" />
<sup>17</sup>Προσεχετε δε απο των ανθρωπων· διοτι θελουσι σας παραδωσει εις συνεδρια και εν ταις συναγωγαις αυτων θελουσι σας μαστιγωσει·
<scripture passage="Matt 10:18" parsed="|Matt|10|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.18" />
<sup>18</sup>και ετι ενωπιον ηγεμονων και βασιλεων θελετε φερθη ενεκεν εμου προς μαρτυριαν εις αυτους και εις τα εθνη.
<scripture passage="Matt 10:19" parsed="|Matt|10|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.19" />
<sup>19</sup>Οταν δε σας παραδιδωσι, μη μεριμνησητε πως η τι θελετε λαλησει· διοτι θελει σας δοθη εν εκεινη τη ωρα τι πρεπει να λαλησητε.
<scripture passage="Matt 10:20" parsed="|Matt|10|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.20" />
<sup>20</sup>Επειδη σεις δεν εισθε οι λαλουντες, αλλα το Πνευμα του Πατρος σας, το οποιον λαλει εν υμιν.
<scripture passage="Matt 10:21" parsed="|Matt|10|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.21" />
<sup>21</sup>Θελει δε παραδωσει αδελφος αδελφον εις θανατον και πατηρ τεκνον, και θελουσιν επαναστη τεκνα κατα γονεων και θελουσι θανατωσει αυτους·
<scripture passage="Matt 10:22" parsed="|Matt|10|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.22" />
<sup>22</sup>και θελετε εισθαι μισουμενοι υπο παντων δια το ονομα μου· ο δε υπομεινας εως τελους, ουτος θελει σωθη.
<scripture passage="Matt 10:23" parsed="|Matt|10|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.23" />
<sup>23</sup>Οταν δε σας διωκωσιν εν τη πολει ταυτη, φευγετε εις την αλλην· διοτι αληθως σας λεγω, δεν θελετε τελειωσει τας πολεις του Ισραηλ, εωσου ελθη ο Υιος του ανθρωπου.
<scripture passage="Matt 10:24" parsed="|Matt|10|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.24" />
<sup>24</sup>Δεν ειναι μαθητης ανωτερος του διδασκαλου ουδε δουλος ανωτερος του κυριου αυτου.
<scripture passage="Matt 10:25" parsed="|Matt|10|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.25" />
<sup>25</sup>Αρκετον ειναι εις τον μαθητην να γεινη ως ο διδασκαλος αυτου, και ο δουλος ως ο κυριος αυτου. Εαν τον οικοδεσποτην ωνομασαν Βεελζεβουλ, ποσω μαλλον τους οικιακους αυτου;
<scripture passage="Matt 10:26" parsed="|Matt|10|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.26" />
<sup>26</sup>Μη φοβηθητε λοιπον αυτους· διοτι δεν ειναι ουδεν κεκαλυμμενον, το οποιον δεν θελει ανακαλυφθη, και κρυπτον, το οποιον δεν θελει γνωσθη.
<scripture passage="Matt 10:27" parsed="|Matt|10|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.27" />
<sup>27</sup>Ο, τι σας λεγω εν τω σκοτει, ειπατε εν τω φωτι, και ο, τι ακουετε εις το ωτιον, κηρυξατε επι των δωματων.
<scripture passage="Matt 10:28" parsed="|Matt|10|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.28" />
<sup>28</sup>Και μη φοβηθητε απο των αποκτεινοντων το σωμα, την δε ψυχην μη δυναμενων να αποκτεινωσι· φοβηθητε δε μαλλον τον δυναμενον και ψυχην και σωμα να απολεση εν τη γεεννη.
<scripture passage="Matt 10:29" parsed="|Matt|10|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.29" />
<sup>29</sup>Δυο στρουθια δεν πωλουνται δι' εν ασσαριον; και εν εξ αυτων δεν θελει πεσει επι την γην ανευ του θεληματος του Πατρος σας.
<scripture passage="Matt 10:30" parsed="|Matt|10|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.30" />
<sup>30</sup>Υμων δε και αι τριχες της κεφαλης ειναι πασαι ηριθμημεναι.
<scripture passage="Matt 10:31" parsed="|Matt|10|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.31" />
<sup>31</sup>Μη φοβηθητε λοιπον· πολλων στρουθιων διαφερετε σεις.
<scripture passage="Matt 10:32" parsed="|Matt|10|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.32" />
<sup>32</sup>Πας λοιπον οστις με ομολογηση εμπροσθεν των ανθρωπων, θελω ομολογησει και εγω αυτον εμπροσθεν του Πατρος μου του εν ουρανοις.
<scripture passage="Matt 10:33" parsed="|Matt|10|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.33" />
<sup>33</sup>Οστις δε με αρνηθη εμπροσθεν των ανθρωπων, θελω αρνηθη αυτον και εγω εμπροσθεν του Πατρος μου του εν ουρανοις.
<scripture passage="Matt 10:34" parsed="|Matt|10|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.34" />
<sup>34</sup>Μη νομισητε οτι ηλθον να βαλω ειρηνην επι την γην· δεν ηλθον να βαλω ειρηνην, αλλα μαχαιραν.
<scripture passage="Matt 10:35" parsed="|Matt|10|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.35" />
<sup>35</sup>Διοτι ηλθον να διαχωρισω ανθρωπον κατα του πατρος αυτου και θυγατερα κατα της μητρος αυτης και νυμφην κατα της πενθερας αυτης·
<scripture passage="Matt 10:36" parsed="|Matt|10|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.36" />
<sup>36</sup>και εχθροι του ανθρωπου θελουσιν εισθαι οι οικιακοι αυτου.
<scripture passage="Matt 10:37" parsed="|Matt|10|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.37" />
<sup>37</sup>Οστις αγαπα πατερα η μητερα υπερ εμε, δεν ειναι αξιος εμου· και οστις αγαπα υιον η θυγατερα υπερ εμε, δεν ειναι αξιος εμου·
<scripture passage="Matt 10:38" parsed="|Matt|10|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.38" />
<sup>38</sup>και οστις δεν λαμβανει τον σταυρον αυτου και ακολουθει οπισω μου, δεν ειναι αξιος εμου.
<scripture passage="Matt 10:39" parsed="|Matt|10|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.39" />
<sup>39</sup>Οστις ευρη την ζωην αυτου θελει απολεσει αυτην, και οστις απολεση την ζωην αυτου δι' εμε θελει ευρει αυτην.
<scripture passage="Matt 10:40" parsed="|Matt|10|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.40" />
<sup>40</sup>Οστις δεχεται εσας εμε δεχεται, και οστις δεχεται εμε δεχεται τον αποστειλαντα με.
<scripture passage="Matt 10:41" parsed="|Matt|10|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.41" />
<sup>41</sup>Ο δεχομενος προφητην εις ονομα προφητου μισθον προφητου θελει λαβει, και ο δεχομενος δικαιον εις ονομα δικαιου, μισθον δικαιου θελει λαβει.
<scripture passage="Matt 10:42" parsed="|Matt|10|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.10.42" />
<sup>42</sup>Και οστις ποτιση ενα των μικρων τουτων ποτηριον μονον ψυχρου υδατος εις ονομα μαθητου, αληθως σας λεγω, δεν θελει χασει τον μισθον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 11" progress="78.69%" prev="Matt.10" next="Matt.12" id="Matt.11">
<h3 id="Matt.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Matt.11-p1">
<scripture passage="Matt 11:1" parsed="|Matt|11|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ετελειωσεν ο Ιησους διαταττων εις τους δωδεκα μαθητας αυτου, μετεβη εκειθεν δια να διδασκη και να κηρυττη εν ταις πολεσιν αυτων.
<scripture passage="Matt 11:2" parsed="|Matt|11|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.2" />
<sup>2</sup>Ο δε Ιωαννης, ακουσας εν τω δεσμωτηριω τα εργα του Χριστου, επεμψε δυο των μαθητων αυτου,
<scripture passage="Matt 11:3" parsed="|Matt|11|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς αυτον· Συ εισαι ο ερχομενος, η αλλον προσδοκωμεν;
<scripture passage="Matt 11:4" parsed="|Matt|11|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.4" />
<sup>4</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτους· Υπαγετε και απαγγειλατε προς τον Ιωαννην οσα ακουετε και βλεπετε·
<scripture passage="Matt 11:5" parsed="|Matt|11|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.5" />
<sup>5</sup>τυφλοι αναβλεπουσι και χωλοι περιπατουσι, λεπροι καθαριζονται και κωφοι ακουουσι, νεκροι εγειρονται και πτωχοι ευαγγελιζονται·
<scripture passage="Matt 11:6" parsed="|Matt|11|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.6" />
<sup>6</sup>και μακαριος ειναι οστις δεν σκανδαλισθη εν εμοι.
<scripture passage="Matt 11:7" parsed="|Matt|11|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.7" />
<sup>7</sup>Ενω δε ουτοι ανεχωρουν, ηρχισεν ο Ιησους να λεγη προς τους οχλους περι του Ιωαννου· Τι εξηλθετε εις την ερημον να ιδητε; καλαμον υπο ανεμου σαλευομενον;
<scripture passage="Matt 11:8" parsed="|Matt|11|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.8" />
<sup>8</sup>Αλλα τι εξηλθετε να ιδητε; ανθρωπον ενδεδυμενον μαλακα ιματια; ιδου, οι τα μαλακα φορουντες εν τοις οικοις των βασιλεων ευρισκονται.
<scripture passage="Matt 11:9" parsed="|Matt|11|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.9" />
<sup>9</sup>Αλλα τι εξηλθετε να ιδητε; προφητην; ναι, σας λεγω, και περισσοτερον προφητου.
<scripture passage="Matt 11:10" parsed="|Matt|11|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ουτος ειναι, περι του οποιου ειναι γεγραμμενον· Ιδου, εγω αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, οστις θελει κατασκευασει την οδον σου εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Matt 11:11" parsed="|Matt|11|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.11" />
<sup>11</sup>Αληθως σας λεγω, μεταξυ των γεννηθεντων υπο γυναικων δεν ηγερθη μεγαλητερος Ιωαννου του βαπτιστου· πλην ο μικροτερος εν τη βασιλεια των ουρανων ειναι μεγαλητερος αυτου.
<scripture passage="Matt 11:12" parsed="|Matt|11|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.12" />
<sup>12</sup>Απο δε των ημερων Ιωαννου του βαπτιστου εως του νυν η βασιλεια των ουρανων βιαζεται, και οι βιασται αρπαζουσιν αυτην.
<scripture passage="Matt 11:13" parsed="|Matt|11|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.13" />
<sup>13</sup>Διοτι παντες οι προφηται και ο νομος εως Ιωαννου προεφητευσαν.
<scripture passage="Matt 11:14" parsed="|Matt|11|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.14" />
<sup>14</sup>Και αν θελητε να δεχθητε τουτο, αυτος ειναι ο Ηλιας, οστις εμελλε να ελθη.
<scripture passage="Matt 11:15" parsed="|Matt|11|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.15" />
<sup>15</sup>Ο εχων ωτα δια να ακουη ας ακουη.
<scripture passage="Matt 11:16" parsed="|Matt|11|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.16" />
<sup>16</sup>Αλλα με τι να ομοιωσω την γενεαν ταυτην; ειναι ομοια με παιδαρια καθημενα εν ταις αγοραις και φωναζοντα προς τους συντροφους αυτων,
<scripture passage="Matt 11:17" parsed="|Matt|11|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.17" />
<sup>17</sup>και λεγοντα· Αυλον σας επαιξαμεν, και δεν εχορευσατε, σας εθρηνωδησαμεν, και δεν εκλαυσατε.
<scripture passage="Matt 11:18" parsed="|Matt|11|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ηλθεν ο Ιωαννης μητε τρωγων μητε πινων, και λεγουσι· Δαιμονιον εχει.
<scripture passage="Matt 11:19" parsed="|Matt|11|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.19" />
<sup>19</sup>Ηλθεν ο Υιος του ανθρωπου τρωγων και πινων, και λεγουσιν· Ιδου, ανθρωπος φαγος και οινοποτης, φιλος τελωνων και αμαρτωλων. Και εδικαιωθη η σοφια απο των τεκνων αυτης.
<scripture passage="Matt 11:20" parsed="|Matt|11|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.20" />
<sup>20</sup>Τοτε ηρχισε να ονειδιζη τας πολεις εν αις εγειναν τα πλειοτερα θαυματα αυτου, διοτι δεν μετενοησαν·
<scripture passage="Matt 11:21" parsed="|Matt|11|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.21" />
<sup>21</sup>Ουαι εις σε, Χοραζιν, ουαι εις σε, Βηθσαιδαν· διοτι εαν τα θαυματα τα γενομενα εν υμιν εγινοντο εν τη Τυρω και Σιδωνι προ πολλου ηθελον μετανοησει εν σακκω και σποδω.
<scripture passage="Matt 11:22" parsed="|Matt|11|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.22" />
<sup>22</sup>Πλην σας λεγω εις την Τυρον και Σιδωνα ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εν ημερα κρισεως παρα εις εσας.
<scripture passage="Matt 11:23" parsed="|Matt|11|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.23" />
<sup>23</sup>Και συ, Καπερναουμ, η υψωθεισα εως του ουρανου, θελεις καταβιβασθη εως αδου· διοτι εαν τα θαυματα τα γενομενα εν σοι εγινοντο εν Σοδομοις, ηθελον μεινει μεχρι της σημερον.
<scripture passage="Matt 11:24" parsed="|Matt|11|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.24" />
<sup>24</sup>Πλην σας λεγω, οτι εις την γην των Σοδομων ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εν ημερα κρισεως παρα εις σε.
<scripture passage="Matt 11:25" parsed="|Matt|11|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.25" />
<sup>25</sup>Εν εκεινω τω καιρω αποκριθεις ο Ιησους ειπε· Δοξαζω σε, Πατερ, κυριε του ουρανου και της γης, οτι απεκρυψας ταυτα απο σοφων και συνετων και απεκαλυψας αυτα εις νηπια·
<scripture passage="Matt 11:26" parsed="|Matt|11|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.26" />
<sup>26</sup>ναι, ω Πατερ, διοτι ουτως εγεινεν αρεστον εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Matt 11:27" parsed="|Matt|11|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.27" />
<sup>27</sup>Παντα παρεδοθησαν εις εμε απο του Πατρος μου· και ουδεις γινωσκει τον Υιον ει μη ο Πατηρ· ουδε τον Πατερα γινωσκει τις ειμη ο Υιος και εις οντινα θελει ο Υιος να αποκαλυψη αυτον.
<scripture passage="Matt 11:28" parsed="|Matt|11|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.28" />
<sup>28</sup>Ελθετε προς με, παντες οι κοπιωντες και πεφορτισμενοι, και εγω θελω σας αναπαυσει.
<scripture passage="Matt 11:29" parsed="|Matt|11|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.29" />
<sup>29</sup>Αρατε τον ζυγον μου εφ' υμας και μαθετε απ' εμου, διοτι πραος ειμαι και ταπεινος την καρδιαν, και θελετε ευρει αναπαυσιν εν ταις ψυχαις υμων·
<scripture passage="Matt 11:30" parsed="|Matt|11|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.11.30" />
<sup>30</sup>διοτι ο ζυγος μου ειναι καλος και το φορτιον μου ελαφρον.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 12" progress="78.77%" prev="Matt.11" next="Matt.13" id="Matt.12">
<h3 id="Matt.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Matt.12-p1">
<scripture passage="Matt 12:1" parsed="|Matt|12|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινω τω καιρω επορευετο ο Ιησους δια των σπαρτων εν σαββατω· οι δε μαθηται αυτου επεινασαν και ηρχισαν να ανασπωσιν ασταχυα και να τρωγωσιν.
<scripture passage="Matt 12:2" parsed="|Matt|12|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.2" />
<sup>2</sup>Οι δε Φαρισαιοι ιδοντες ειπον προς αυτον· Ιδου, οι μαθηται σου πραττουσιν ο, τι δεν συγχωρειται να πραττηται το σαββατον.
<scripture passage="Matt 12:3" parsed="|Matt|12|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.3" />
<sup>3</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Δεν ανεγνωσατε τι επραξεν ο Δαβιδ οτε επεινασεν αυτος και οι μετ' αυτου;
<scripture passage="Matt 12:4" parsed="|Matt|12|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.4" />
<sup>4</sup>πως εισηλθεν εις τον οικον του Θεου και εφαγε τους αρτους της προθεσεως, τους οποιους δεν ητο συγκεχωρημενον εις αυτον να φαγη, ουτε εις τους μετ' αυτου, ειμη εις τους ιερεις μονους;
<scripture passage="Matt 12:5" parsed="|Matt|12|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.5" />
<sup>5</sup>Η δεν ανεγνωσατε εν τω νομω οτι εν τοις σαββασιν οι ιερεις βεβηλονουσι το σαββατον εν τω ιερω και ειναι αθωοι;
<scripture passage="Matt 12:6" parsed="|Matt|12|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.6" />
<sup>6</sup>Σας λεγω δε οτι εδω ειναι μεγαλητερος του ιερου.
<scripture passage="Matt 12:7" parsed="|Matt|12|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.7" />
<sup>7</sup>Εαν ομως εγνωριζετε τι ειναι Ελεον θελω και ουχι θυσιαν, δεν ηθελετε καταδικασει τους αθωους.
<scripture passage="Matt 12:8" parsed="|Matt|12|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ο Υιος του ανθρωπου ειναι κυριος και του σαββατου.
<scripture passage="Matt 12:9" parsed="|Matt|12|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.9" />
<sup>9</sup>Και μεταβας εκειθεν ηλθεν εις την συναγωγην αυτων.
<scripture passage="Matt 12:10" parsed="|Matt|12|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.10" />
<sup>10</sup>Και ιδου, ητο ανθρωπος εχων την χειρα ξηραν· και ηρωτησαν αυτον λεγοντες· Συγχωρειται ταχα να θεραπευη τις εν τω σαββατω; δια να κατηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="Matt 12:11" parsed="|Matt|12|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.11" />
<sup>11</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Τις ανθρωπος απο σας θελει εισθαι, οστις εχων προβατον εν, εαν τουτο πεση εν τω σαββατω εις λακκον, δεν θελει πιασει και σηκωσει αυτο;
<scripture passage="Matt 12:12" parsed="|Matt|12|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.12" />
<sup>12</sup>ποσον λοιπον διαφερει ανθρωπος προβατου; ωστε συγχωρειται εν τω σαββατω να αγαθοποιη τις.
<scripture passage="Matt 12:13" parsed="|Matt|12|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.13" />
<sup>13</sup>Τοτε λεγει προς τον ανθρωπον· Εκτεινον την χειρα σου· και εξετεινε, και αποκατεσταθη υγιης ως η αλλη.
<scripture passage="Matt 12:14" parsed="|Matt|12|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.14" />
<sup>14</sup>Οι δε Φαρισαιοι εξελθοντες συνεβουλευθησαν κατ' αυτου, δια να απολεσωσιν αυτον.
<scripture passage="Matt 12:15" parsed="|Matt|12|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' ο Ιησους νοησας ανεχωρησεν εκειθεν· και ηκολουθησαν αυτον οχλοι πολλοι, και εθεραπευσεν αυτους παντας.
<scripture passage="Matt 12:16" parsed="|Matt|12|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.16" />
<sup>16</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους αυστηρως δια να μη φανερωσωσιν αυτον,
<scripture passage="Matt 12:17" parsed="|Matt|12|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.17" />
<sup>17</sup>δια να πληρωθη το ρηθεν δια Ησαιου του προφητου, λεγοντος·
<scripture passage="Matt 12:18" parsed="|Matt|12|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, ο δουλος μου, τον οποιον εξελεξα, ο αγαπητος μου, εις τον οποιον η ψυχη μου ευηρεστηθη· θελω θεσει το Πνευμα μου επ' αυτον, και θελει εξαγγειλει κρισιν εις τα εθνη·
<scripture passage="Matt 12:19" parsed="|Matt|12|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.19" />
<sup>19</sup>δεν θελει αντιλογησει ουδε κραυγασει, ουδε θελει ακουσει τις την φωνην αυτου εν ταις πλατειαις.
<scripture passage="Matt 12:20" parsed="|Matt|12|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.20" />
<sup>20</sup>Καλαμον συντετριμμενον δεν θελει θλασει και λιναριον καπνιζον δεν θελει σβεσει, εωσου εκφερη εις νικην την κρισιν·
<scripture passage="Matt 12:21" parsed="|Matt|12|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.21" />
<sup>21</sup>Και εν τω ονοματι αυτου θελουσιν ελπισει τα εθνη.
<scripture passage="Matt 12:22" parsed="|Matt|12|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.22" />
<sup>22</sup>Τοτε εφερθη προς αυτον δαιμονιζομενος τυφλος και κωφος, και εθεραπευσεν αυτον, ωστε ο τυφλος και κωφος και ελαλει και εβλεπε.
<scripture passage="Matt 12:23" parsed="|Matt|12|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.23" />
<sup>23</sup>Και εξεπληττοντο παντες οι οχλοι και ελεγον· Μηπως ειναι ουτος ο υιος του Δαβιδ;
<scripture passage="Matt 12:24" parsed="|Matt|12|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.24" />
<sup>24</sup>Οι δε Φαρισαιοι ακουσαντες ειπον· Ουτος δεν εκβαλλει τα δαιμονια ειμη δια του Βεελζεβουλ, του αρχοντος των δαιμονιων.
<scripture passage="Matt 12:25" parsed="|Matt|12|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.25" />
<sup>25</sup>Νοησας δε ο Ιησους τους διαλογισμους αυτων, ειπε προς αυτους· Πασα βασιλεια διαιρεθεισα καθ' εαυτης ερημουται, και πασα πολις η οικια διαιρεθεισα καθ' εαυτης δεν θελει σταθη.
<scripture passage="Matt 12:26" parsed="|Matt|12|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.26" />
<sup>26</sup>Και αν ο Σατανας τον Σαταναν εκβαλλη, διηρεθη καθ' εαυτου· πως λοιπον θελει σταθη η βασιλεια αυτου;
<scripture passage="Matt 12:27" parsed="|Matt|12|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.27" />
<sup>27</sup>Και αν εγω δια του Βεελζεβουλ εκβαλλω τα δαιμονια, οι υιοι σας δια τινος εκβαλλουσι; δια τουτο αυτοι θελουσιν εισθαι κριται σας.
<scripture passage="Matt 12:28" parsed="|Matt|12|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.28" />
<sup>28</sup>Αλλ' εαν εγω δια Πνευματος Θεου εκβαλλω τα δαιμονια, αρα εφθασεν εις εσας η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Matt 12:29" parsed="|Matt|12|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.29" />
<sup>29</sup>Η πως δυναται τις να εισελθη εις την οικιαν του δυνατου και να διαρπαση τα σκευη αυτου, εαν πρωτον δεν δεση τον δυνατον; και τοτε θελει διαρπασει την οικιαν αυτου.
<scripture passage="Matt 12:30" parsed="|Matt|12|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.30" />
<sup>30</sup>Οστις δεν ειναι μετ' εμου ειναι κατ' εμου, και οστις δεν συναγει μετ' εμου σκορπιζει.
<scripture passage="Matt 12:31" parsed="|Matt|12|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.31" />
<sup>31</sup>Δια τουτο σας λεγω, Πασα αμαρτια και βλασφημια θελει συγχωρηθη εις τους ανθρωπους, η κατα του Πνευματος ομως βλασφημια δεν θελει συγχωρηθη εις τους ανθρωπους·
<scripture passage="Matt 12:32" parsed="|Matt|12|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.32" />
<sup>32</sup>και οστις ειπη λογον κατα του Υιου του ανθρωπου, θελει συγχωρηθη εις αυτον· οστις ομως ειπη κατα του Πνευματος του Αγιου, δεν θελει συγχωρηθη εις αυτον ουτε εν τουτω τω αιωνι ουτε εν τω μελλοντι.
<scripture passage="Matt 12:33" parsed="|Matt|12|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.33" />
<sup>33</sup>Η καμετε το δενδρον καλον, και τον καρπον αυτου καλον, η καμετε το δενδρον σαπρον, και τον καρπον αυτου σαπρον· διοτι εκ του καρπου γνωριζεται το δενδρον.
<scripture passage="Matt 12:34" parsed="|Matt|12|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.34" />
<sup>34</sup>Γεννηματα εχιδνων, πως δυνασθε να λαλητε καλα οντες πονηροι; διοτι εκ του περισσευματος της καρδιας λαλει το στομα.
<scripture passage="Matt 12:35" parsed="|Matt|12|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.35" />
<sup>35</sup>Ο καλος ανθρωπος εκ του καλου θησαυρου της καρδιας εκβαλλει τα καλα, και ο πονηρος ανθρωπος εκ του πονηρου θησαυρου εκβαλλει πονηρα.
<scripture passage="Matt 12:36" parsed="|Matt|12|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.36" />
<sup>36</sup>Σας λεγω δε οτι δια παντα λογον αργον, τον οποιον ηθελον λαλησει οι ανθρωποι, θελουσιν αποδωσει λογον δι' αυτον εν ημερα κρισεως.
<scripture passage="Matt 12:37" parsed="|Matt|12|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.37" />
<sup>37</sup>Διοτι εκ των λογων σου θελεις δικαιωθη, και εκ των λογων σου θελεις καταδικασθη.
<scripture passage="Matt 12:38" parsed="|Matt|12|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.38" />
<sup>38</sup>Τοτε απεκριθησαν τινες των γραμματεων και Φαρισαιων, λεγοντες· Διδασκαλε, θελομεν να ιδωμεν σημειον απο σου.
<scripture passage="Matt 12:39" parsed="|Matt|12|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.39" />
<sup>39</sup>Εκεινος δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Γενεα πονηρα και μοιχαλις σημειον ζητει, και σημειον δεν θελει δοθη εις αυτην ειμη το σημειον Ιωνα του προφητου.
<scripture passage="Matt 12:40" parsed="|Matt|12|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.40" />
<sup>40</sup>Διοτι ως ο Ιωνας ητο εν τη κοιλια του κητους τρεις ημερας και τρεις νυκτας, ουτω θελει εισθαι ο Υιος του ανθρωπου εν τη καρδια της γης τρεις ημερας και τρεις νυκτας.
<scripture passage="Matt 12:41" parsed="|Matt|12|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.41" />
<sup>41</sup>Ανδρες Νινευιται θελουσιν αναστηθη εν τη κρισει μετα της γενεας ταυτης και θελουσι κατακρινει αυτην, διοτι μετενοησαν εις το κηρυγμα του Ιωνα, και ιδου, πλειοτερον του Ιωνα ειναι εδω.
<scripture passage="Matt 12:42" parsed="|Matt|12|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.42" />
<sup>42</sup>Η βασιλισσα του νοτου θελει σηκωθη εν τη κρισει μετα της γενεας ταυτης και θελει κατακρινει αυτην, διοτι ηλθεν εκ των περατων της γης δια να ακουση την σοφιαν του Σολομωντος, και ιδου, πλειοτερον του Σολομωντος ειναι εδω.
<scripture passage="Matt 12:43" parsed="|Matt|12|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.43" />
<sup>43</sup>Οταν δε το ακαθαρτον πνευμα εξελθη απο του ανθρωπου, διερχεται δι' ανυδρων τοπων και ζητει αναπαυσιν και δεν ευρισκει.
<scripture passage="Matt 12:44" parsed="|Matt|12|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.44" />
<sup>44</sup>Τοτε λεγει· Ας επιστρεψω εις τον οικον μου, οθεν εξηλθον· και ελθον ευρισκει αυτον κενον, σεσαρωμενον και εστολισμενον.
<scripture passage="Matt 12:45" parsed="|Matt|12|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.45" />
<sup>45</sup>Τοτε υπαγει και παραλαμβανει μεθ' εαυτου επτα αλλα πνευματα πονηροτερα εαυτου, και εισελθοντα κατοικουσιν εκει, και γινονται τα εσχατα του ανθρωπου εκεινου χειροτερα των πρωτων. Ουτω θελει εισθαι και εις την γενεαν ταυτην την πονηραν.
<scripture passage="Matt 12:46" parsed="|Matt|12|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.46" />
<sup>46</sup>Ενω δε αυτος ελαλει ετι προς τους οχλους, ιδου, η μητηρ και οι αδελφοι αυτου ισταντο εξω, ζητουντες να λαλησωσι προς αυτον.
<scripture passage="Matt 12:47" parsed="|Matt|12|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.47" />
<sup>47</sup>Ειπε δε τις προς αυτον· Ιδου, η μητηρ σου και οι αδελφοι σου ιστανται εξω, ζητουντες να λαλησωσι προς σε.
<scripture passage="Matt 12:48" parsed="|Matt|12|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.48" />
<sup>48</sup>Ο δε αποκριθεις προς τον ειποντα τουτο προς αυτον ειπε· Τις ειναι η μητηρ μου και τινες ειναι οι αδελφοι μου;
<scripture passage="Matt 12:49" parsed="|Matt|12|49|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.49" />
<sup>49</sup>Και εκτεινας την χειρα αυτου προς τους μαθητας αυτου ειπεν· Ιδου η μητηρ μου και οι αδελφοι μου.
<scripture passage="Matt 12:50" parsed="|Matt|12|50|0|0" osisRef="Bible:Matt.12.50" />
<sup>50</sup>Διοτι οστις καμη το θελημα του Πατρος μου του εν ουρανοις, αυτος μου ειναι αδελφος και αδελφη και μητηρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 13" progress="78.91%" prev="Matt.12" next="Matt.14" id="Matt.13">
<h3 id="Matt.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Matt.13-p1">
<scripture passage="Matt 13:1" parsed="|Matt|13|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινη δε τη ημερα εξελθων ο Ιησους απο της οικιας εκαθητο πλησιον της θαλασσης·
<scripture passage="Matt 13:2" parsed="|Matt|13|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.2" />
<sup>2</sup>και συνηχθησαν προς αυτον οχλοι πολλοι, ωστε εμβας εις το πλοιον εκαθητο, και πας ο οχλος ιστατο επι τον αιγιαλον.
<scripture passage="Matt 13:3" parsed="|Matt|13|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.3" />
<sup>3</sup>Και ελαλησε προς αυτους πολλα δια παραβολων, λεγων· Ιδου, εξηλθεν ο σπειρων δια να σπειρη.
<scripture passage="Matt 13:4" parsed="|Matt|13|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.4" />
<sup>4</sup>Και ενω εσπειρεν, αλλα μεν επεσον παρα την οδον, και ηλθον τα πετεινα και κατεφαγον αυτα·
<scripture passage="Matt 13:5" parsed="|Matt|13|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.5" />
<sup>5</sup>αλλα δε επεσον επι τα πετρωδη, οπου δεν ειχον γην πολλην, και ευθυς ανεφυησαν, επειδη δεν ειχον βαθος γης,
<scripture passage="Matt 13:6" parsed="|Matt|13|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.6" />
<sup>6</sup>και οτε ανετειλεν ο ηλιος εκαυματισθησαν και επειδη δεν ειχον ριζαν εξηρανθησαν·
<scripture passage="Matt 13:7" parsed="|Matt|13|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.7" />
<sup>7</sup>αλλα δε επεσον επι τας ακανθας, και ανεβησαν αι ακανθαι και απεπνιξαν αυτα·
<scripture passage="Matt 13:8" parsed="|Matt|13|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.8" />
<sup>8</sup>αλλα δε επεσον επι την γην την καλην και εδιδον καρπον το μεν εκατον, το δε εξηκοντα, το δε τριακοντα.
<scripture passage="Matt 13:9" parsed="|Matt|13|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.9" />
<sup>9</sup>Ο εχων ωτα δια να ακουη, ας ακουη.
<scripture passage="Matt 13:10" parsed="|Matt|13|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.10" />
<sup>10</sup>Και προσελθοντες οι μαθηται, ειπον προς αυτον· Δια τι λαλεις προς αυτους δια παραβολων;
<scripture passage="Matt 13:11" parsed="|Matt|13|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.11" />
<sup>11</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Διοτι εις εσας εδοθη να γνωρισητε τα μυστηρια της βασιλειας των ουρανων, εις εκεινους ομως δεν εδοθη.
<scripture passage="Matt 13:12" parsed="|Matt|13|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.12" />
<sup>12</sup>Διοτι οστις εχει, ετι θελει δοθη εις αυτον και θελει περισσευθη· οστις ομως δεν εχει, και ο, τι εχει θελει αφαιρεθη απ' αυτου.
<scripture passage="Matt 13:13" parsed="|Matt|13|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο λαλω προς αυτους δια παραβολων, διοτι βλεποντες δεν βλεπουσι και ακουοντες δεν ακουουσιν ουδε νοουσι.
<scripture passage="Matt 13:14" parsed="|Matt|13|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.14" />
<sup>14</sup>Και εκπληρουται επ' αυτων η προφητεια του Ησαιου η λεγουσα· Με την ακοην θελετε ακουσει και δεν θελετε εννοησει, και βλεποντες θελετε ιδει και δεν θελετε καταλαβει·
<scripture passage="Matt 13:15" parsed="|Matt|13|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.15" />
<sup>15</sup>διοτι επαχυνθη η καρδια του λαου τουτου, και με τα ωτα βαρεως ηκουσαν και τους οφθαλμους αυτων εκλεισαν μηποτε ιδωσι με τους οφθαλμους και ακουσωσι με τα ωτα και νοησωσι με την καρδιαν και επιστρεψωσι, και ιατρευσω αυτους.
<scripture passage="Matt 13:16" parsed="|Matt|13|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.16" />
<sup>16</sup>Υμων δε οι οφθαλμοι ειναι μακαριοι, διοτι βλεπουσι, και τα ωτα σας, διοτι ακουουσιν.
<scripture passage="Matt 13:17" parsed="|Matt|13|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.17" />
<sup>17</sup>Επειδη αληθως σας λεγω οτι πολλοι προφηται και δικαιοι επεθυμησαν να ιδωσιν οσα βλεπετε, και δεν ειδον, και να ακουσωσιν οσα ακουετε, και δεν ηκουσαν.
<scripture passage="Matt 13:18" parsed="|Matt|13|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.18" />
<sup>18</sup>Σεις λοιπον ακουσατε την παραβολην του σπειροντος.
<scripture passage="Matt 13:19" parsed="|Matt|13|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.19" />
<sup>19</sup>Παντος ακουοντος τον λογον της βασιλειας και μη νοουντος, ερχεται ο πονηρος και αρπαζει το εσπαρμενον εν τη καρδια αυτου· ουτος ειναι ο σπαρθεις παρα την οδον.
<scripture passage="Matt 13:20" parsed="|Matt|13|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.20" />
<sup>20</sup>Ο δε επι τα πετρωδη σπαρθεις, ουτος ειναι ο ακουων τον λογον και ευθυς μετα χαρας δεχομενος αυτον·
<scripture passage="Matt 13:21" parsed="|Matt|13|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.21" />
<sup>21</sup>δεν εχει ομως ριζαν εν εαυτω, αλλ' ειναι προσκαιρος, οταν δε γεινη θλιψις η διωγμος δια τον λογον, ευθυς σκανδαλιζεται.
<scripture passage="Matt 13:22" parsed="|Matt|13|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.22" />
<sup>22</sup>Ο δε εις τας ακανθας σπαρθεις, ουτος ειναι ο ακουων τον λογον, επειτα η μεριμνα του αιωνος τουτου και η απατη του πλουτου συμπνιγει τον λογον, και γινεται ακαρπος.
<scripture passage="Matt 13:23" parsed="|Matt|13|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.23" />
<sup>23</sup>Ο δε σπαρθεις επι την γην την καλην, ουτος ειναι ο ακουων τον λογον και νοων· οστις και καρποφορει και καμνει ο μεν εκατον, ο δε εξηκοντα, ο δε τριακοντα.
<scripture passage="Matt 13:24" parsed="|Matt|13|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.24" />
<sup>24</sup>Αλλην παραβολην παρεθηκεν εις αυτους, λεγων· Ωμοιωθη η βασιλεια των ουρανων με ανθρωπον, οστις εσπειρε καλον σπορον εν τω αγρω αυτου·
<scripture passage="Matt 13:25" parsed="|Matt|13|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.25" />
<sup>25</sup>αλλ' ενω εκοιμωντο οι ανθρωποι, ηλθεν ο εχθρος αυτου και εσπειρε ζιζανια ανα μεσον του σιτου και ανεχωρησεν.
<scripture passage="Matt 13:26" parsed="|Matt|13|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.26" />
<sup>26</sup>Οτε δε εβλαστησεν ο χορτος και εκαμε καρπον, τοτε εφανησαν και τα ζιζανια.
<scripture passage="Matt 13:27" parsed="|Matt|13|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.27" />
<sup>27</sup>Προσελθοντες δε οι δουλοι του οικοδεσποτου ειπον προς αυτον· Κυριε, καλον σπορον δεν εσπειρας εν τω αγρω σου; ποθεν λοιπον εχει τα ζιζανια;
<scripture passage="Matt 13:28" parsed="|Matt|13|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.28" />
<sup>28</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Εχθρος ανθρωπος εκαμε τουτο· οι δε δουλοι ειπον προς αυτον· Θελεις λοιπον να υπαγωμεν και να συλλεξωμεν αυτα;
<scripture passage="Matt 13:29" parsed="|Matt|13|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.29" />
<sup>29</sup>Ο δε ειπεν· Ουχι, μηποτε συλλεγοντες τα ζιζανια εκριζωσητε μετ' αυτων τον σιτον·
<scripture passage="Matt 13:30" parsed="|Matt|13|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.30" />
<sup>30</sup>αφησατε να συναυξανωσιν αμφοτερα μεχρι του θερισμου, και εν τω καιρω του θερισμου θελω ειπει προς τους θεριστας· Συλλεξατε πρωτον τα ζιζανια και δεσατε αυτα εις δεσμας δια να κατακαυσητε αυτα, τον δε σιτον συναξατε εις την αποθηκην μου.
<scripture passage="Matt 13:31" parsed="|Matt|13|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.31" />
<sup>31</sup>Αλλην παραβολην παρεθηκεν εις αυτους, λεγων· Ομοια ειναι η βασιλεια των ουρανων με κοκκον σιναπεως, τον οποιον λαβων ανθρωπος εσπειρεν εν τω αγρω αυτου·
<scripture passage="Matt 13:32" parsed="|Matt|13|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.32" />
<sup>32</sup>το οποιον ειναι μεν μικροτερον παντων των σπερματων, οταν ομως αυξηθη ειναι μεγαλητερον των λαχανων και γινεται δενδρον, ωστε ερχονται τα πετεινα του ουρανου και κατασκηνουσιν εν τοις κλαδοις αυτου.
<scripture passage="Matt 13:33" parsed="|Matt|13|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.33" />
<sup>33</sup>Αλλην παραβολην ειπε προς αυτους· Ομοια ειναι η βασιλεια των ουρανων με προζυμιον, το οποιον λαβουσα γυνη ενεκρυψεν εις τρια μετρα αλευρου, εωσου εγεινεν ολον ενζυμον.
<scripture passage="Matt 13:34" parsed="|Matt|13|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.34" />
<sup>34</sup>Ταυτα παντα ελαλησεν ο Ιησους δια παραβολων προς τους οχλους και χωρις παραβολης δεν ελαλει προς αυτους,
<scripture passage="Matt 13:35" parsed="|Matt|13|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.35" />
<sup>35</sup>δια να πληρωθη το ρηθεν δια του προφητου, λεγοντος· Θελω ανοιξει εν παραβολαις το στομα μου, θελω απαγγειλει πραγματα κεκρυμμενα απο καταβολης κοσμου.
<scripture passage="Matt 13:36" parsed="|Matt|13|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.36" />
<sup>36</sup>Τοτε αφησας τους οχλους ηλθεν εις την οικιαν ο Ιησους. Και προσηλθον προς αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες· Εξηγησον εις ημας την παραβολην των ζιζανιων του αγρου.
<scripture passage="Matt 13:37" parsed="|Matt|13|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.37" />
<sup>37</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Ο σπειρων τον καλον σπορον ειναι ο Υιος του ανθρωπου·
<scripture passage="Matt 13:38" parsed="|Matt|13|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.38" />
<sup>38</sup>ο δε αγρος ειναι ο κοσμος· ο δε καλος σπορος, ουτοι ειναι οι υιοι της βασιλειας· τα δε ζιζανια ειναι οι υιοι του πονηρου·
<scripture passage="Matt 13:39" parsed="|Matt|13|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.39" />
<sup>39</sup>ο δε εχθρος, οστις εσπειρεν αυτα, ειναι ο διαβολος· ο δε θερισμος ειναι η συντελεια του αιωνος· οι δε θερισται ειναι οι αγγελοι.
<scripture passage="Matt 13:40" parsed="|Matt|13|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.40" />
<sup>40</sup>Καθως λοιπον συλλεγονται τα ζιζανια και κατακαιονται εν πυρι, ουτω θελει εισθαι εν τη συντελεια του αιωνος τουτου.
<scripture passage="Matt 13:41" parsed="|Matt|13|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.41" />
<sup>41</sup>Θελει αποστειλει ο Υιος του ανθρωπου τους αγγελους αυτου, και θελουσι συλλεξει εκ της βασιλειας αυτου παντα τα σκανδαλα και τους πραττοντας την ανομιαν,
<scripture passage="Matt 13:42" parsed="|Matt|13|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.42" />
<sup>42</sup>και θελουσι ριψει αυτους εις την καμινον του πυρος· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
<scripture passage="Matt 13:43" parsed="|Matt|13|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.43" />
<sup>43</sup>Τοτε οι δικαιοι θελουσιν εκλαμψει ως ο ηλιος εν τη βασιλεια του Πατρος αυτων. Ο εχων ωτα δια να ακουη ας ακουη.
<scripture passage="Matt 13:44" parsed="|Matt|13|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.44" />
<sup>44</sup>Παλιν ομοια ειναι η βασιλεια των ουρανων με θησαυρον κεκρυμμενον εν τω αγρω, τον οποιον ευρων ανθρωπος εκρυψε, και απο της χαρας αυτου υπαγει και πωλει παντα οσα εχει και αγοραζει τον αγρον εκεινον.
<scripture passage="Matt 13:45" parsed="|Matt|13|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.45" />
<sup>45</sup>Παλιν ομοια ειναι η βασιλεια των ουρανων με ανθρωπον εμπορον ζητουντα καλους μαργαριτας·
<scripture passage="Matt 13:46" parsed="|Matt|13|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.46" />
<sup>46</sup>οστις ευρων ενα πολυτιμον μαργαριτην, υπηγε και επωλησε παντα οσα ειχε και ηγορασεν αυτον.
<scripture passage="Matt 13:47" parsed="|Matt|13|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.47" />
<sup>47</sup>Παλιν ομοια ειναι η βασιλεια των ουρανων με δικτυον, το οποιον ερριφθη εις την θαλασσαν και συνηγαγεν απο παντος ειδους·
<scripture passage="Matt 13:48" parsed="|Matt|13|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.48" />
<sup>48</sup>το οποιον, αφου εγεμισθη, ανεβιβασαν επι τον αιγιαλον και καθησαντες συνελεξαν τα καλα εις αγγεια, τα δε αχρεια ερριψαν εξω.
<scripture passage="Matt 13:49" parsed="|Matt|13|49|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.49" />
<sup>49</sup>Ουτω θελει εισθαι εν τη συντελεια του αιωνος. Θελουσιν εξελθει οι αγγελοι και θελουσιν αποχωρισει τους πονηρους εκ μεσου των δικαιων,
<scripture passage="Matt 13:50" parsed="|Matt|13|50|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.50" />
<sup>50</sup>και θελουσι ριψει αυτους εις την καμινον του πυρος· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
<scripture passage="Matt 13:51" parsed="|Matt|13|51|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.51" />
<sup>51</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Ενοησατε ταυτα παντα; Λεγουσι προς αυτον· Ναι, Κυριε.
<scripture passage="Matt 13:52" parsed="|Matt|13|52|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.52" />
<sup>52</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Δια τουτο πας γραμματευς, μαθητευθεις εις τα περι της βασιλειας των ουρανων, ειναι ομοιος με ανθρωπον οικοδεσποτην, οστις εκβαλλει εκ του θησαυρου αυτου νεα και παλαια.
<scripture passage="Matt 13:53" parsed="|Matt|13|53|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.53" />
<sup>53</sup>Και αφου ετελειωσεν ο Ιησους τας παραβολας ταυτας, ανεχωρησεν εκειθεν,
<scripture passage="Matt 13:54" parsed="|Matt|13|54|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.54" />
<sup>54</sup>και ελθων εις την πατριδα αυτου, εδιδασκεν αυτους εν τη συναγωγη αυτων, ωστε εξεπληττοντο και ελεγον· Ποθεν εις τουτον η σοφια αυτη και αι δυναμεις;
<scripture passage="Matt 13:55" parsed="|Matt|13|55|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.55" />
<sup>55</sup>δεν ειναι ουτος ο υιος του τεκτονος; η μητηρ αυτου δεν λεγεται Μαριαμ, και οι αδελφοι αυτου Ιακωβος και Ιωσης και Σιμων και Ιουδας;
<scripture passage="Matt 13:56" parsed="|Matt|13|56|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.56" />
<sup>56</sup>και αι αδελφαι αυτου δεν ειναι πασαι παρ' ημιν; ποθεν λοιπον εις τουτον ταυτα παντα;
<scripture passage="Matt 13:57" parsed="|Matt|13|57|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.57" />
<sup>57</sup>Και εσκανδαλιζοντο εν αυτω. Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Δεν ειναι προφητης ανευ τιμης ειμη εν τη πατριδι αυτου και εν τη οικια αυτου.
<scripture passage="Matt 13:58" parsed="|Matt|13|58|0|0" osisRef="Bible:Matt.13.58" />
<sup>58</sup>Και δεν εκαμεν εκει πολλα θαυματα δια την απιστιαν αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 14" progress="79.08%" prev="Matt.13" next="Matt.15" id="Matt.14">
<h3 id="Matt.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Matt.14-p1">
<scripture passage="Matt 14:1" parsed="|Matt|14|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον τον καιρον ηκουσεν Ηρωδης ο τετραρχης την φημην του Ιησου
<scripture passage="Matt 14:2" parsed="|Matt|14|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.2" />
<sup>2</sup>και ειπε προς τους δουλους αυτου· Ουτος ειναι Ιωαννης ο Βαπτιστης· αυτος ηγερθη απο των νεκρων, και δια τουτο ενεργουσιν αι δυναμεις εν αυτω.
<scripture passage="Matt 14:3" parsed="|Matt|14|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ο Ηρωδης συλλαβων τον Ιωαννην εδεσεν αυτον και εβαλεν εν φυλακη δια Ηρωδιαδα την γυναικα Φιλιππου του αδελφου αυτου.
<scripture passage="Matt 14:4" parsed="|Matt|14|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ελεγε προς αυτον ο Ιωαννης· Δεν σοι ειναι συγκεχωρημενον να εχης αυτην.
<scripture passage="Matt 14:5" parsed="|Matt|14|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.5" />
<sup>5</sup>Και θελων να θανατωση αυτον εφοβηθη τον οχλον, διοτι ειχον αυτον ως προφητην.
<scripture passage="Matt 14:6" parsed="|Matt|14|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.6" />
<sup>6</sup>Οτε δε ετελουντο τα γενεθλια του Ηρωδου, εχορευσεν η θυγατηρ της Ηρωδιαδος εν τω μεσω και ηρεσεν εις τον Ηρωδην·
<scripture passage="Matt 14:7" parsed="|Matt|14|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.7" />
<sup>7</sup>οθεν μεθ' ορκου ωμολογησεν εις αυτην να δωση ο, τι αν ζητηση.
<scripture passage="Matt 14:8" parsed="|Matt|14|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.8" />
<sup>8</sup>Η δε, παρακινηθεισα υπο της μητρος αυτης, Δος μοι, λεγει, εδω επι πινακι την κεφαλην Ιωαννου του Βαπτιστου.
<scripture passage="Matt 14:9" parsed="|Matt|14|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.9" />
<sup>9</sup>Και ελυπηθη ο βασιλευς, δια τους ορκους ομως και τους συγκαθημενους προσεταξε να δοθη,
<scripture passage="Matt 14:10" parsed="|Matt|14|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.10" />
<sup>10</sup>και πεμψας απεκεφαλισε τον Ιωαννην εν τη φυλακη.
<scripture passage="Matt 14:11" parsed="|Matt|14|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.11" />
<sup>11</sup>Και εφερθη η κεφαλη αυτου επι πινακι και εδοθη εις το κορασιον, και εφερεν αυτην προς την μητερα αυτης.
<scripture passage="Matt 14:12" parsed="|Matt|14|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.12" />
<sup>12</sup>Και προσελθοντες οι μαθηται αυτου εσηκωσαν το σωμα και εθαψαν αυτο, και ελθοντες απηγγειλαν τουτο εις τον Ιησουν.
<scripture passage="Matt 14:13" parsed="|Matt|14|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.13" />
<sup>13</sup>Και ακουσας ο Ιησους ανεχωρησεν εκειθεν εν πλοιω εις ερημον τοπον κατ' ιδιαν· και ακουσαντες οι οχλοι ηκολουθησαν αυτον πεζοι απο των πολεων.
<scripture passage="Matt 14:14" parsed="|Matt|14|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ο Ιησους, ειδε πολυν οχλον και εσπλαγχνισθη δι' αυτους και εθεραπευσε τους αρρωστους αυτων.
<scripture passage="Matt 14:15" parsed="|Matt|14|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.15" />
<sup>15</sup>Οτε δε εγεινεν εσπερα, προσηλθον προς αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες· Ερημος ειναι ο τοπος και η ωρα ηδη παρηλθεν· απολυσον τους οχλους, δια να υπαγωσιν εις τας κωμας και αγορασωσιν εις εαυτους τροφας.
<scripture passage="Matt 14:16" parsed="|Matt|14|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Δεν εχουσι χρειαν να υπαγωσι· δοτε εις αυτους σεις να φαγωσιν.
<scripture passage="Matt 14:17" parsed="|Matt|14|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.17" />
<sup>17</sup>Οι δε λεγουσι προς αυτον· Δεν εχομεν εδω ειμη πεντε αρτους και δυο οψαρια.
<scripture passage="Matt 14:18" parsed="|Matt|14|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.18" />
<sup>18</sup>Ο δε ειπε· Φερετε μοι αυτα εδω.
<scripture passage="Matt 14:19" parsed="|Matt|14|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.19" />
<sup>19</sup>Και προσταξας τους οχλους να καθησωσιν επι τα χορτα, και λαβων τους πεντε αρτους και τα δυο οψαρια, αναβλεψας εις τον ουρανον ευλογησε, και κοψας εδωκεν εις τους μαθητας τους αρτους, οι δε μαθηται εις τους οχλους.
<scripture passage="Matt 14:20" parsed="|Matt|14|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.20" />
<sup>20</sup>Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν το περισσευμα των κλασματων, δωδεκα κοφινους πληρεις.
<scripture passage="Matt 14:21" parsed="|Matt|14|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.21" />
<sup>21</sup>οι δε τρωγοντες ησαν εως πεντακισχιλιοι ανδρες, εκτος γυναικων και παιδιων.
<scripture passage="Matt 14:22" parsed="|Matt|14|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.22" />
<sup>22</sup>Και ευθυς ηναγκασεν ο Ιησους τους μαθητας αυτου να εμβωσιν εις το πλοιον και να υπαγωσι προ αυτου εις το περαν, εωσου απολυση τους οχλους.
<scripture passage="Matt 14:23" parsed="|Matt|14|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.23" />
<sup>23</sup>Και αφου απελυσε τους οχλους, ανεβη εις το ορος κατ' ιδιαν δια να προσευχηθη. Και οτε εγεινεν εσπερα, ητο μονος εκει.
<scripture passage="Matt 14:24" parsed="|Matt|14|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.24" />
<sup>24</sup>Το δε πλοιον ητο ηδη εν τω μεσω της θαλασσης, βασανιζομενον υπο των κυματων· διοτι ητο εναντιος ο ανεμος.
<scripture passage="Matt 14:25" parsed="|Matt|14|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.25" />
<sup>25</sup>Εν δε τη τεταρτη φυλακη της νυκτος υπηγε προς αυτους ο Ιησους, περιπατων επι την θαλασσαν.
<scripture passage="Matt 14:26" parsed="|Matt|14|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.26" />
<sup>26</sup>Και ιδοντες αυτον οι μαθηται επι την θαλασσαν περιπατουντα, εταραχθησαν, λεγοντες οτι φαντασμα ειναι, και απο του φοβου εκραξαν.
<scripture passage="Matt 14:27" parsed="|Matt|14|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.27" />
<sup>27</sup>Ευθυς δε ελαλησε προς αυτους ο Ιησους λεγων· Θαρσειτε, εγω ειμαι· μη φοβεισθε.
<scripture passage="Matt 14:28" parsed="|Matt|14|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.28" />
<sup>28</sup>Αποκριθεις δε προς αυτον ο Πετρος ειπε· Κυριε, εαν ησαι συ, προσταξον με να ελθω προς σε επι τα υδατα.
<scripture passage="Matt 14:29" parsed="|Matt|14|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.29" />
<sup>29</sup>Ο δε ειπεν, Ελθε. Και καταβας απο του πλοιου ο Πετρος περιεπατησεν επι τα υδατα, δια να ελθη προς τον Ιησουν.
<scripture passage="Matt 14:30" parsed="|Matt|14|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.30" />
<sup>30</sup>Βλεπων ομως τον ανεμον δυνατον εφοβηθη, και αρχισας να καταποντιζηται, εκραξε λεγων· Κυριε, σωσον με.
<scripture passage="Matt 14:31" parsed="|Matt|14|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.31" />
<sup>31</sup>Και ευθυς ο Ιησους εκτεινας την χειρα επιασεν αυτον και λεγει προς αυτον· Ολιγοπιστε, εις τι εδιστασας;
<scripture passage="Matt 14:32" parsed="|Matt|14|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.32" />
<sup>32</sup>Και αφου εισηλθον εις το πλοιον, επαυσεν ο ανεμος·
<scripture passage="Matt 14:33" parsed="|Matt|14|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.33" />
<sup>33</sup>οι δε εν τω πλοιω ελθοντες προσεκυνησαν αυτον, λεγοντες· Αληθως Θεου Υιος εισαι.
<scripture passage="Matt 14:34" parsed="|Matt|14|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.34" />
<sup>34</sup>Και διαπερασαντες ηλθον εις την γην Γεννησαρετ.
<scripture passage="Matt 14:35" parsed="|Matt|14|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.35" />
<sup>35</sup>Και γνωρισαντες αυτον οι ανθρωποι του τοπου εκεινου, απεστειλαν εις ολην την περιχωρον εκεινην και εφεραν προς αυτον παντας τους πασχοντας,
<scripture passage="Matt 14:36" parsed="|Matt|14|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.14.36" />
<sup>36</sup>και παρεκαλουν αυτον να εγγισωσι μονον το ακρον του ιματιου αυτου· και οσοι ηγγισαν ιατρευθησαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 15" progress="79.17%" prev="Matt.14" next="Matt.16" id="Matt.15">
<h3 id="Matt.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Matt.15-p1">
<scripture passage="Matt 15:1" parsed="|Matt|15|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.1" />
<sup>1</sup>Τοτε προσερχονται προς τον Ιησουν οι απο Ιεροσολυμων γραμματεις και Φαρισαιοι, λεγοντες·
<scripture passage="Matt 15:2" parsed="|Matt|15|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.2" />
<sup>2</sup>Δια τι οι μαθηται σου παραβαινουσιν την παραδοσιν των πρεσβυτερων; διοτι δεν νιπτονται τας χειρας αυτων οταν τρωγωσιν αρτον.
<scripture passage="Matt 15:3" parsed="|Matt|15|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.3" />
<sup>3</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Δια τι και σεις παραβαινετε την εντολην του Θεου δια την παραδοσιν σας;
<scripture passage="Matt 15:4" parsed="|Matt|15|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ο Θεος προσεταξε, λεγων· Τιμα τον πατερα σου και την μητερα· και, Ο κακολογων πατερα η μητερα εξαπαντος να θανατονηται·
<scripture passage="Matt 15:5" parsed="|Matt|15|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.5" />
<sup>5</sup>σεις ομως λεγετε· Οστις ειπη προς τον πατερα η προς την μητερα, Δωρον ειναι ο, τι ηθελες ωφεληθη εξ εμου, αρκει, και δυναται να μη τιμηση τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου·
<scripture passage="Matt 15:6" parsed="|Matt|15|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.6" />
<sup>6</sup>και ηκυρωσατε την εντολην του Θεου δια την παραδοσιν σας.
<scripture passage="Matt 15:7" parsed="|Matt|15|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.7" />
<sup>7</sup>Υποκριται, καλως προεφητευσε περι υμων ο Ησαιας, λεγων·
<scripture passage="Matt 15:8" parsed="|Matt|15|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.8" />
<sup>8</sup>Ο λαος ουτος με πλησιαζει με το στομα αυτων και με τα χειλη με τιμα, η δε καρδια αυτων μακραν απεχει απ' εμου.
<scripture passage="Matt 15:9" parsed="|Matt|15|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.9" />
<sup>9</sup>Εις ματην δε με σεβονται, διδασκοντες διδασκαλιας, ενταλματα ανθρωπων.
<scripture passage="Matt 15:10" parsed="|Matt|15|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.10" />
<sup>10</sup>Και προσκαλεσας τον οχλον, ειπε προς αυτους· Ακουετε και νοειτε.
<scripture passage="Matt 15:11" parsed="|Matt|15|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.11" />
<sup>11</sup>Δεν μολυνει τον ανθρωπον το εισερχομενον εις το στομα, αλλα το εξερχομενον εκ του στοματος τουτο μολυνει τον ανθρωπον.
<scripture passage="Matt 15:12" parsed="|Matt|15|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.12" />
<sup>12</sup>Τοτε προσελθοντες οι μαθηται αυτου, ειπον προς αυτον· Εξευρεις οτι οι Φαρισαιοι ακουσαντες τον λογον τουτον εσκανδαλισθησαν;
<scripture passage="Matt 15:13" parsed="|Matt|15|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.13" />
<sup>13</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε· Πασα φυτεια, την οποιαν δεν εφυτευσεν ο Πατηρ μου ο ουρανιος, θελει εκριζωθη.
<scripture passage="Matt 15:14" parsed="|Matt|15|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.14" />
<sup>14</sup>Αφησατε αυτους· ειναι οδηγοι τυφλοι τυφλων· τυφλος δε τυφλον εαν οδηγη, αμφοτεροι εις βοθρον θελουσι πεσει.
<scripture passage="Matt 15:15" parsed="|Matt|15|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.15" />
<sup>15</sup>Αποκριθεις δε ο Πετρος ειπε προς αυτον· Εξηγησον εις ημας την παραβολην ταυτην.
<scripture passage="Matt 15:16" parsed="|Matt|15|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.16" />
<sup>16</sup>Και ο Ιησους ειπεν· Ετι και σεις ασυνετοι εισθε;
<scripture passage="Matt 15:17" parsed="|Matt|15|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.17" />
<sup>17</sup>Δεν εννοειτε ετι οτι παν το εισερχομενον εις το στομα καταβαινει εις την κοιλιαν και εκβαλλεται εις αφεδρωνα;
<scripture passage="Matt 15:18" parsed="|Matt|15|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.18" />
<sup>18</sup>Τα δε εξερχομενα εκ του στοματος εκ της καρδιας εξερχονται, και εκεινα μολυνουσι τον ανθρωπον.
<scripture passage="Matt 15:19" parsed="|Matt|15|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εκ της καρδιας εξερχονται διαλογισμοι πονηροι, φονοι, μοιχειαι, πορνειαι, κλοπαι, ψευδομαρτυριαι, βλασφημιαι.
<scripture passage="Matt 15:20" parsed="|Matt|15|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.20" />
<sup>20</sup>Ταυτα ειναι τα μολυνοντα τον ανθρωπον· το δε να φαγη τις με ανιπτους χειρας δεν μολυνει τον ανθρωπον.
<scripture passage="Matt 15:21" parsed="|Matt|15|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.21" />
<sup>21</sup>Και εξελθων εκειθεν ο Ιησους ανεχωρησεν εις τα μερη Τυρου και Σιδωνος.
<scripture passage="Matt 15:22" parsed="|Matt|15|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, γυνη Χαναναια, εξελθουσα απο των οριων εκεινων, εκραυγασε προς αυτον λεγουσα· Ελεησον με, Κυριε, υιε του Δαβιδ· η θυγατηρ μου κακως δαιμονιζεται.
<scripture passage="Matt 15:23" parsed="|Matt|15|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.23" />
<sup>23</sup>Ο δε δεν απεκριθη προς αυτην λογον. Και προσελθοντες οι μαθηται αυτου, παρεκαλουν αυτον, λεγοντες· Απολυσον αυτην, διοτι κραζει οπισθεν ημων.
<scripture passage="Matt 15:24" parsed="|Matt|15|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.24" />
<sup>24</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε· Δεν απεσταλην ειμη εις τα προβατα τα απολωλοτα του οικου Ισραηλ.
<scripture passage="Matt 15:25" parsed="|Matt|15|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.25" />
<sup>25</sup>Η δε ελθουσα προσεκυνει αυτον, λεγουσα· Κυριε, βοηθει μοι.
<scripture passage="Matt 15:26" parsed="|Matt|15|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.26" />
<sup>26</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε· Δεν ειναι καλον να λαβη τις τον αρτον των τεκνων και να ριψη εις τα κυναρια.
<scripture passage="Matt 15:27" parsed="|Matt|15|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.27" />
<sup>27</sup>Η δε ειπε· Ναι, Κυριε· αλλα και τα κυναρια τρωγουσιν απο των ψιχιων των πιπτοντων απο της τραπεζης των κυριων αυτων.
<scripture passage="Matt 15:28" parsed="|Matt|15|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.28" />
<sup>28</sup>Τοτε αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτην· Ω γυναι, μεγαλη σου η πιστις· ας γεινη εις σε ως θελεις. Και ιατρευθη η θυγατηρ αυτης απο της ωρας εκεινης.
<scripture passage="Matt 15:29" parsed="|Matt|15|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.29" />
<sup>29</sup>Και μεταβας εκειθεν ο Ιησους, ηλθε παρα την θαλασσαν της Γαλιλαιας, και αναβας εις το ορος εκαθητο εκει.
<scripture passage="Matt 15:30" parsed="|Matt|15|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.30" />
<sup>30</sup>Και ηλθον προς αυτον οχλοι πολλοι εχοντες μεθ' εαυτων χωλους, τυφλους, κωφους, κουλλους και αλλους πολλους· και ερριψαν αυτους εις τους ποδας του Ιησου, και εθεραπευσεν αυτους·
<scripture passage="Matt 15:31" parsed="|Matt|15|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.31" />
<sup>31</sup>ωστε οι οχλοι εθαυμασαν βλεποντες κωφους λαλουντας, κουλλους υγιεις, χωλους περιπατουντας και τυφλους βλεποντας· και εδοξασαν τον Θεον του Ισραηλ.
<scripture passage="Matt 15:32" parsed="|Matt|15|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Ιησους, προσκαλεσας τους μαθητας αυτου, ειπε· Σπλαγχνιζομαι δια τον οχλον, διοτι τρεις ηδη ημερας μενουσι πλησιον μου και δεν εχουσι τι να φαγωσι· και να απολυσω αυτους νηστεις δεν θελω, μηποτε αποκαμωσι καθ' οδον.
<scripture passage="Matt 15:33" parsed="|Matt|15|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.33" />
<sup>33</sup>Και λεγουσι προς αυτον οι μαθηται αυτου· Ποθεν εις ημας εν τη ερημια αρτοι τοσοι, ωστε να χορτασωμεν τοσον οχλον;
<scripture passage="Matt 15:34" parsed="|Matt|15|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.34" />
<sup>34</sup>Και λεγει προς αυτους ο Ιησους· Ποσους αρτους εχετε; οι δε ειπον· Επτα, και ολιγα οψαρακια.
<scripture passage="Matt 15:35" parsed="|Matt|15|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.35" />
<sup>35</sup>Και προσεταξε τους οχλους να καθησωσιν επι την γην.
<scripture passage="Matt 15:36" parsed="|Matt|15|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.36" />
<sup>36</sup>Και λαβων τους επτα αρτους και τα οψαρια, αφου ευχαριστησεν, εκοψε και εδωκεν εις τους μαθητας αυτου, οι δε μαθηται εις τον οχλον.
<scripture passage="Matt 15:37" parsed="|Matt|15|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.37" />
<sup>37</sup>Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν το περισσευμα των κλασματων επτα σπυριδας πληρεις·
<scripture passage="Matt 15:38" parsed="|Matt|15|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.38" />
<sup>38</sup>οι δε τρωγοντες ησαν τετρακισχιλιοι ανδρες εκτος γυναικων και παιδιων.
<scripture passage="Matt 15:39" parsed="|Matt|15|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.15.39" />
<sup>39</sup>Αφου δε απελυσε τους οχλους, εισηλθεν εις το πλοιον και ηλθεν εις τα ορια Μαγδαλα.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 16" progress="79.27%" prev="Matt.15" next="Matt.17" id="Matt.16">
<h3 id="Matt.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Matt.16-p1">
<scripture passage="Matt 16:1" parsed="|Matt|16|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.1" />
<sup>1</sup>Και προσελθοντες οι Φαρισαιοι και οι Σαδδουκαιοι, πειραζοντες αυτον εζητησαν να δειξη εις αυτους σημειον εκ του ουρανου.
<scripture passage="Matt 16:2" parsed="|Matt|16|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.2" />
<sup>2</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Οταν γεινη εσπερα, λεγετε· Καλωσυνη· διοτι κοκκινιζει ο ουρανος·
<scripture passage="Matt 16:3" parsed="|Matt|16|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.3" />
<sup>3</sup>και το πρωι· Σημερον χειμων· διοτι κοκκινιζει σκυθρωπαζων ο ουρανος. Υποκριται, το μεν προσωπον του ουρανου εξευρετε να διακρινητε, τα δε σημεια των καιρων δεν δυνασθε;
<scripture passage="Matt 16:4" parsed="|Matt|16|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.4" />
<sup>4</sup>Γενεα πονηρα και μοιχαλις σημειον ζητει, και σημειον δεν θελει δοθη εις αυτην ειμη το σημειον Ιωνα του προφητου. Και αφησας αυτους ανεχωρησε.
<scripture passage="Matt 16:5" parsed="|Matt|16|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.5" />
<sup>5</sup>Και ελθοντες οι μαθηται αυτου εις το περαν, ελησμονησαν να λαβωσιν αρτους.
<scripture passage="Matt 16:6" parsed="|Matt|16|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Βλεπετε και προσεχετε απο της ζυμης των Φαρισαιων και Σαδδουκαιων.
<scripture passage="Matt 16:7" parsed="|Matt|16|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.7" />
<sup>7</sup>Και εκεινοι διελογιζοντο εν εαυτοις, λεγοντες οτι αρτους δεν ελαβομεν.
<scripture passage="Matt 16:8" parsed="|Matt|16|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.8" />
<sup>8</sup>Νοησας δε ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Τι διαλογιζεσθε εν εαυτοις, ολιγοπιστοι, οτι αρτους δεν ελαβετε;
<scripture passage="Matt 16:9" parsed="|Matt|16|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.9" />
<sup>9</sup>ετι δεν καταλαμβανετε, ουδε ενθυμεισθε τους πεντε αρτους των πεντακισχιλιων και ποσους κοφινους ελαβετε;
<scripture passage="Matt 16:10" parsed="|Matt|16|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.10" />
<sup>10</sup>ουδε τους επτα αρτους των τετρακισχιλιων και ποσας σπυριδας ελαβετε;
<scripture passage="Matt 16:11" parsed="|Matt|16|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.11" />
<sup>11</sup>πως δεν καταλαμβανετε οτι περι αρτου δεν σας ειπον να προσεχητε απο της ζυμης των Φαρισαιων και Σαδδουκαιων;
<scripture passage="Matt 16:12" parsed="|Matt|16|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ενοησαν, οτι δεν ειπε να προσεχωσιν απο της ζυμης του αρτου, αλλ' απο της διδαχης των Φαρισαιων και Σαδδουκαιων.
<scripture passage="Matt 16:13" parsed="|Matt|16|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.13" />
<sup>13</sup>Οτε δε ηλθεν ο Ιησους εις τα μερη της Καισαρειας της Φιλιππου, ηρωτα τους μαθητας αυτου, λεγων· Τινα με λεγουσιν οι ανθρωποι οτι ειμαι εγω ο Υιος του ανθρωπου;
<scripture passage="Matt 16:14" parsed="|Matt|16|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.14" />
<sup>14</sup>Οι δε ειπον· Αλλοι μεν Ιωαννην τον Βαπτιστην, αλλοι δε Ηλιαν και αλλοι Ιερεμιαν η ενα των προφητων.
<scripture passage="Matt 16:15" parsed="|Matt|16|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.15" />
<sup>15</sup>Λεγει προς αυτους· Αλλα σεις τινα με λεγετε οτι ειμαι;
<scripture passage="Matt 16:16" parsed="|Matt|16|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.16" />
<sup>16</sup>Και αποκριθεις ο Σιμων Πετρος ειπε· Συ εισαι ο Χριστος ο Υιος του Θεου του ζωντος.
<scripture passage="Matt 16:17" parsed="|Matt|16|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.17" />
<sup>17</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτον· Μακαριος εισαι, Σιμων, υιε του Ιωνα, διοτι σαρξ και αιμα δεν σοι απεκαλυψε τουτο, αλλ' ο Πατηρ μου ο εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 16:18" parsed="|Matt|16|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.18" />
<sup>18</sup>Και εγω δε σοι λεγω οτι συ εισαι Πετρος, και επι ταυτης της πετρας θελω οικοδομησει την εκκλησιαν μου, και πυλαι αδου δεν θελουσιν ισχυσει κατ' αυτης.
<scripture passage="Matt 16:19" parsed="|Matt|16|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.19" />
<sup>19</sup>Και θελω σοι δωσει τα κλειδια της βασιλειας των ουρανων, και ο, τι εαν δεσης επι της γης, θελει εισθαι δεδεμενον εν τοις ουρανοις, και ο, τι εαν λυσης επι της γης, θελει εισθαι λελυμενον εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 16:20" parsed="|Matt|16|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.20" />
<sup>20</sup>Τοτε παρηγγειλεν εις τους μαθητας αυτου να μη ειπωσι προς μηδενα οτι αυτος ειναι Ιησους ο Χριστος.
<scripture passage="Matt 16:21" parsed="|Matt|16|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.21" />
<sup>21</sup>Απο τοτε ηρχισεν ο Ιησους να δεικνυη εις τους μαθητας αυτου οτι πρεπει να υπαγη εις Ιεροσολυμα και να παθη πολλα απο των πρεσβυτερων και αρχιερεων και γραμματεων, και να θανατωθη, και την τριτην ημεραν να αναστηθη.
<scripture passage="Matt 16:22" parsed="|Matt|16|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.22" />
<sup>22</sup>Και παραλαβων αυτον ο Πετρος κατ' ιδιαν ηρχισε να επιτιμα αυτον, λεγων· Γενου ιλεως εις σεαυτον, Κυριε· δεν θελει γεινει τουτο εις σε.
<scripture passage="Matt 16:23" parsed="|Matt|16|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.23" />
<sup>23</sup>Εκεινος δε στραφεις ειπε προς τον Πετρον· Υπαγε οπισω μου, Σατανα· σκανδαλον μου εισαι· διοτι δεν φρονεις τα του Θεου, αλλα τα των ανθρωπων.
<scripture passage="Matt 16:24" parsed="|Matt|16|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.24" />
<sup>24</sup>Τοτε ο Ιησους ειπε προς τους μαθητας αυτου· Εαν τις θελη να ελθη οπισω μου, ας απαρνηθη εαυτον και ας σηκωση τον σταυρον αυτου και ας με ακολουθη.
<scripture passage="Matt 16:25" parsed="|Matt|16|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.25" />
<sup>25</sup>Διοτι οστις θελει να σωση την ζωην αυτου, θελει απολεσει αυτην· και οστις απολεση την ζωην αυτου ενεκεν εμου, θελει ευρει αυτην.
<scripture passage="Matt 16:26" parsed="|Matt|16|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.26" />
<sup>26</sup>Επειδη τι ωφελειται ανθρωπος εαν τον κοσμον ολον κερδηση, την δε ψυχην αυτου ζημιωθη; η τι θελει δωσει ανθρωπος εις ανταλλαγην της ψυχης αυτου;
<scripture passage="Matt 16:27" parsed="|Matt|16|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.27" />
<sup>27</sup>Διοτι μελλει ο Υιος του ανθρωπου να ελθη εν τη δοξη του Πατρος αυτου μετα των αγγελων αυτου, και τοτε θελει αποδωσει εις εκαστον κατα την πραξιν αυτου.
<scripture passage="Matt 16:28" parsed="|Matt|16|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.16.28" />
<sup>28</sup>Αληθως σας λεγω, ειναι τινες των εδω ισταμενων, οιτινες δεν θελουσι γευθη θανατον, εωσου ιδωσι τον Υιον του ανθρωπου ερχομενον εν τη βασιλεια αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 17" progress="79.35%" prev="Matt.16" next="Matt.18" id="Matt.17">
<h3 id="Matt.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Matt.17-p1">
<scripture passage="Matt 17:1" parsed="|Matt|17|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.1" />
<sup>1</sup>Και μεθ' ημερας εξ παραλαμβανει Ιησους τον Πετρον και Ιακωβον και Ιωαννην τον αδελφον αυτου και αναβιβαζει αυτους εις ορος υψηλον κατ' ιδιαν·
<scripture passage="Matt 17:2" parsed="|Matt|17|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.2" />
<sup>2</sup>και μετεμορφωθη εμπροσθεν αυτων, και ελαμψε το προσωπον αυτου ως ο ηλιος, τα δε ιματια αυτου εγειναν λευκα ως το φως.
<scripture passage="Matt 17:3" parsed="|Matt|17|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.3" />
<sup>3</sup>Και ιδου, εφανησαν εις αυτους Μωυσης και Ηλιας συλλαλουντες μετ' αυτου.
<scripture passage="Matt 17:4" parsed="|Matt|17|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.4" />
<sup>4</sup>Αποκριθεις δε ο Πετρος ειπε προς τον Ιησουν· Κυριε, καλον ειναι να ημεθα εδω· εαν θελης, ας καμωμεν εδω τρεις σκηνας, δια σε μιαν και δια τον Μωυσην μιαν και μιαν δια τον Ηλιαν.
<scripture passage="Matt 17:5" parsed="|Matt|17|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.5" />
<sup>5</sup>Ενω αυτος ελαλει ετι, ιδου, νεφελη φωτεινη επεσκιασεν αυτους, και ιδου, φωνη εκ της νεφελης λεγουσα· Ουτος ειναι ο Υιος μου ο αγαπητος, εις τον οποιον ευηρεστηθην· αυτου ακουετε.
<scripture passage="Matt 17:6" parsed="|Matt|17|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.6" />
<sup>6</sup>Και ακουσαντες οι μαθηται επεσον κατα προσωπον αυτων και εφοβηθησαν σφοδρα.
<scripture passage="Matt 17:7" parsed="|Matt|17|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.7" />
<sup>7</sup>Και προσελθων ο Ιησους επιασεν αυτους και ειπεν· Εγερθητε και μη φοβεισθε.
<scripture passage="Matt 17:8" parsed="|Matt|17|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.8" />
<sup>8</sup>Υψωσαντες δε τους οφθαλμους αυτων, δεν ειδον ουδενα ειμη τον Ιησουν μονον.
<scripture passage="Matt 17:9" parsed="|Matt|17|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.9" />
<sup>9</sup>Και ενω κατεβαινον απο του ορους, παρηγγειλεν εις αυτους ο Ιησους, λεγων· Μη ειπητε προς μηδενα το οραμα, εωσου ο Υιος του ανθρωπου αναστηθη εκ νεκρων.
<scripture passage="Matt 17:10" parsed="|Matt|17|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.10" />
<sup>10</sup>Και ηρωτησαν αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες· Δια τι λοιπον λεγουσιν οι γραμματεις οτι πρεπει να ελθη ο Ηλιας πρωτον;
<scripture passage="Matt 17:11" parsed="|Matt|17|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Ιησους αποκριθεις ειπε προς αυτους· Ο Ηλιας μεν ερχεται πρωτον και θελει αποκαταστησει παντα·
<scripture passage="Matt 17:12" parsed="|Matt|17|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.12" />
<sup>12</sup>σας λεγω ομως οτι ηλθεν ηδη ο Ηλιας, και δεν εγνωρισαν αυτον, αλλ' επραξαν εις αυτον οσα ηθελησαν· ουτω και ο Υιος του ανθρωπου μελλει να παθη υπ' αυτων.
<scripture passage="Matt 17:13" parsed="|Matt|17|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ενοησαν οι μαθηται, οτι περι Ιωαννου του Βαπτιστου ειπε προς αυτους.
<scripture passage="Matt 17:14" parsed="|Matt|17|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ηλθον προς τον οχλον, επλησιασεν εις αυτον ανθρωπος τις γονυπετων εις αυτον και λεγων·
<scripture passage="Matt 17:15" parsed="|Matt|17|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.15" />
<sup>15</sup>Κυριε, ελεησον μου τον υιον, διοτι σεληνιαζεται και κακως πασχει· διοτι πολλακις πιπτει εις το πυρ και πολλακις εις το υδωρ.
<scripture passage="Matt 17:16" parsed="|Matt|17|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.16" />
<sup>16</sup>Και εφερα αυτον προς τους μαθητας σου, αλλα δεν ηδυνηθησαν να θεραπευσωσιν αυτον.
<scripture passage="Matt 17:17" parsed="|Matt|17|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.17" />
<sup>17</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπεν· Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη, εως ποτε θελω εισθαι μεθ' υμων; εως ποτε θελω υποφερει υμας; φερετε μοι αυτον εδω.
<scripture passage="Matt 17:18" parsed="|Matt|17|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.18" />
<sup>18</sup>Και επετιμησεν αυτον ο Ιησους, και εξηλθεν απ' αυτου το δαιμονιον και εθεραπευθη το παιδιον απο της ωρας εκεινης.
<scripture passage="Matt 17:19" parsed="|Matt|17|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.19" />
<sup>19</sup>Τοτε προσελθοντες οι μαθηται προς τον Ιησουν κατ' ιδιαν, ειπον· Δια τι ημεις δεν ηδυνηθημεν να εκβαλωμεν αυτο;
<scripture passage="Matt 17:20" parsed="|Matt|17|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Δια την απιστιαν σας. Διοτι αληθως σας λεγω, Εαν εχητε πιστιν ως κοκκον σιναπεως, θελετε ειπει προς το ορος τουτο, Μεταβηθι εντευθεν εκει, και θελει μεταβη· και δεν θελει εισθαι ουδεν αδυνατον εις εσας.
<scripture passage="Matt 17:21" parsed="|Matt|17|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.21" />
<sup>21</sup>Τουτο δε το γενος δεν εξερχεται, ειμη δια προσευχης και νηστειας.
<scripture passage="Matt 17:22" parsed="|Matt|17|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.22" />
<sup>22</sup>Και ενω διετριβον εν τη Γαλιλαια, ειπε προς αυτους ο Ιησους· Μελλει ο Υιος του ανθρωπου να παραδοθη εις χειρας ανθρωπων·
<scripture passage="Matt 17:23" parsed="|Matt|17|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.23" />
<sup>23</sup>και θελουσι θανατωσει αυτον, και την τριτην ημεραν θελει αναστηθη. Και ελυπηθησαν σφοδρα.
<scripture passage="Matt 17:24" parsed="|Matt|17|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.24" />
<sup>24</sup>Οτε δε ηλθον εις την Καπερναουμ, προσηλθον προς τον Πετρον οι λαμβανοντες τα διδραχμα και ειπον· Ο διδασκαλος σας δεν πληρονει τα διδραχμα;
<scripture passage="Matt 17:25" parsed="|Matt|17|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.25" />
<sup>25</sup>Λεγει, Ναι. Και οτε εισηλθεν εις την οικιαν, προελαβεν αυτον ο Ιησους λεγων· Τι σοι φαινεται, Σιμων; οι βασιλεις της γης απο τινων λαμβανουσι φορους η δασμον; απο των υιων αυτων η απο των ξενων;
<scripture passage="Matt 17:26" parsed="|Matt|17|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.26" />
<sup>26</sup>Λεγει προς αυτον ο Πετρος· Απο των ξενων. Ειπε προς αυτον ο Ιησους· Αρα ελευθεροι ειναι οι υιοι.
<scripture passage="Matt 17:27" parsed="|Matt|17|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.17.27" />
<sup>27</sup>Πλην δια να μη σκανδαλισωμεν αυτους, υπαγε εις την θαλασσαν και ριψον αγκιστρον και το πρωτον οψαριον, το οποιον αναβη, λαβε, και ανοιξας το στομα αυτου θελεις ευρει στατηρα· εκεινον λαβων δος εις αυτους δι' εμε και σε.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 18" progress="79.43%" prev="Matt.17" next="Matt.19" id="Matt.18">
<h3 id="Matt.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Matt.18-p1">
<scripture passage="Matt 18:1" parsed="|Matt|18|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.1" />
<sup>1</sup>Εν εκεινη τη ωρα ηλθον οι μαθηται προς τον Ιησουν, λεγοντες· Τις αρα ειναι μεγαλητερος εν τη βασιλεια των ουρανων;
<scripture passage="Matt 18:2" parsed="|Matt|18|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.2" />
<sup>2</sup>Και προσκαλεσας ο Ιησους παιδιον, εστησεν αυτο εν τω μεσω αυτων
<scripture passage="Matt 18:3" parsed="|Matt|18|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.3" />
<sup>3</sup>και ειπεν· Αληθως σας λεγω, εαν δεν επιστρεψητε και γεινητε ως τα παιδια, δεν θελετε εισελθει εις την βασιλειαν των ουρανων.
<scripture passage="Matt 18:4" parsed="|Matt|18|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.4" />
<sup>4</sup>Οστις λοιπον ταπεινωση εαυτον ως το παιδιον τουτο, ουτος ειναι ο μεγαλητερος εν τη βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 18:5" parsed="|Matt|18|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.5" />
<sup>5</sup>Και οστις δεχθη εν τοιουτον παιδιον εις το ονομα μου, εμε δεχεται·
<scripture passage="Matt 18:6" parsed="|Matt|18|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.6" />
<sup>6</sup>οστις ομως σκανδαλιση ενα των μικρων τουτων των πιστευοντων εις εμε, συμφερει εις αυτον να κρεμασθη μυλου πετρα επι τον τραχηλον αυτου και να καταποντισθη εις το πελαγος της θαλασσης.
<scripture passage="Matt 18:7" parsed="|Matt|18|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.7" />
<sup>7</sup>Ουαι εις τον κοσμον δια τα σκανδαλα· διοτι ειναι αναγκη να ελθωσι τα σκανδαλα· πλην ουαι εις τον ανθρωπον εκεινον, δια του οποιου το σκανδαλον ερχεται.
<scripture passage="Matt 18:8" parsed="|Matt|18|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.8" />
<sup>8</sup>Και εαν η χειρ σου η ο πους σου σε σκανδαλιζη, εκκοψον αυτο και ριψον απο σου· καλητερον σοι ειναι να εισελθης εις την ζωην χωλος η κουλλος, παρα εχων δυο χειρας η δυο ποδας να ριφθης εις το πυρ το αιωνιον.
<scripture passage="Matt 18:9" parsed="|Matt|18|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.9" />
<sup>9</sup>Και εαν ο οφθαλμος σου σε σκανδαλιζη, εκβαλε αυτον και ριψον απο σου· καλητερον σοι ειναι μονοφθαλμος να εισελθης εις την ζωην, παρα εχων δυο οφθαλμους να ριφθης εις την γεενναν του πυρος.
<scripture passage="Matt 18:10" parsed="|Matt|18|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.10" />
<sup>10</sup>Προσεχετε μη καταφρονησητε ενα των μικρων τουτων· διοτι σας λεγω οτι οι αγγελοι αυτων εν τοις ουρανοις διαπαντος βλεπουσι το προσωπον του Πατρος μου του εν ουρανοις.
<scripture passage="Matt 18:11" parsed="|Matt|18|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ο Υιος του ανθρωπου ηλθε δια να σωση το απολωλος.
<scripture passage="Matt 18:12" parsed="|Matt|18|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.12" />
<sup>12</sup>Τι σας φαινεται; εαν ανθρωπος τις εχη εκατον προβατα και πλανηθη εν εξ αυτων, δεν αφινει τα ενενηκοντα εννεα και υπαγων επι τα ορη, ζητει το πλανωμενον;
<scripture passage="Matt 18:13" parsed="|Matt|18|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.13" />
<sup>13</sup>Και εαν συμβη να ευρη αυτο, αληθως σας λεγω οτι χαιρει δι' αυτο μαλλον παρα δια τα ενενηκοντα εννεα τα μη πεπλανημενα.
<scripture passage="Matt 18:14" parsed="|Matt|18|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.14" />
<sup>14</sup>Ουτω δεν ειναι θελημα εμπροσθεν του Πατρος σας του εν ουρανοις να απολεσθη εις των μικρων τουτων.
<scripture passage="Matt 18:15" parsed="|Matt|18|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.15" />
<sup>15</sup>Εαν δε αμαρτηση εις σε ο αδελφος σου, υπαγε και ελεγξον αυτον μεταξυ σου και αυτου μονου· εαν σου ακουση, εκερδησας τον αδελφον σου·
<scripture passage="Matt 18:16" parsed="|Matt|18|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.16" />
<sup>16</sup>εαν ομως δεν ακουση, παραλαβε μετα σου ετι ενα η δυο, δια να βεβαιωθη πας λογος επι στοματος δυο μαρτυρων η τριων.
<scripture passage="Matt 18:17" parsed="|Matt|18|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.17" />
<sup>17</sup>Και εαν παρακουση αυτων, ειπε τουτο προς την εκκλησιαν· αλλ' εαν και της εκκλησιας παρακουση, ας ειναι εις σε ως ο εθνικος και ο τελωνης.
<scripture passage="Matt 18:18" parsed="|Matt|18|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.18" />
<sup>18</sup>Αληθως σας λεγω, Οσα εαν δεσητε επι της γης, θελουσιν εισθαι δεδεμενα εν τω ουρανω, και οσα εαν λυσητε επι της γης, θελουσιν εισθαι λελυμενα εν τω ουρανω.
<scripture passage="Matt 18:19" parsed="|Matt|18|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.19" />
<sup>19</sup>Παλιν σας λεγω οτι εαν δυο απο σας συμφωνησωσιν επι της γης περι παντος πραγματος, περι του οποιου ηθελον καμει αιτησιν, θελει γεινει εις αυτους παρα του Πατρος μου του εν ουρανοις.
<scripture passage="Matt 18:20" parsed="|Matt|18|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.20" />
<sup>20</sup>Διοτι οπου ειναι δυο η τρεις συνηγμενοι εις το ονομα μου, εκει ειμαι εγω εν τω μεσω αυτων.
<scripture passage="Matt 18:21" parsed="|Matt|18|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.21" />
<sup>21</sup>Τοτε προσελθων προς αυτον ο Πετρος, ειπε· Κυριε, ποσακις αν αμαρτηση εις εμε ο αδελφος μου και θελω συγχωρησει αυτον; εως επτακις;
<scripture passage="Matt 18:22" parsed="|Matt|18|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.22" />
<sup>22</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Δεν σοι λεγω εως επτακις, αλλ' εως εβδομηκοντακις επτα.
<scripture passage="Matt 18:23" parsed="|Matt|18|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.23" />
<sup>23</sup>Δια τουτο η βασιλεια των ουρανων ωμοιωθη με ανθρωπον βασιλεα, οστις ηθελησε να θεωρηση λογαριασμον μετα των δουλων αυτου.
<scripture passage="Matt 18:24" parsed="|Matt|18|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.24" />
<sup>24</sup>Και οτε ηρχισε να θεωρη, εφερθη προς αυτον εις οφειλετης μυριων ταλαντων.
<scripture passage="Matt 18:25" parsed="|Matt|18|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.25" />
<sup>25</sup>Και επειδη δεν ειχε να αποδωση, προσεταξεν ο κυριος αυτου να πωληθη αυτος και η γυνη αυτου και τα τεκνα και παντα οσα ειχε, και να αποδοθη το οφειλομενον.
<scripture passage="Matt 18:26" parsed="|Matt|18|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.26" />
<sup>26</sup>Πεσων λοιπον ο δουλος προσεκυνει αυτον, λεγων· Κυριε, μακροθυμησον εις εμε, και παντα θελω σοι αποδωσει.
<scripture passage="Matt 18:27" parsed="|Matt|18|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.27" />
<sup>27</sup>Σπλαγχνισθεις δε ο κυριος του δουλου εκεινου, απελυσεν αυτον και το δανειον αφηκεν εις αυτον.
<scripture passage="Matt 18:28" parsed="|Matt|18|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.28" />
<sup>28</sup>Αφου ομως εξηλθεν ο δουλος εκεινος, ευρεν ενα των συνδουλων αυτου, οστις εχρεωστει εις αυτον εκατον δηναρια, και πιασας αυτον επνιγε, λεγων· Αποδος μοι ο, τι χρεωστεις.
<scripture passage="Matt 18:29" parsed="|Matt|18|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.29" />
<sup>29</sup>Πεσων λοιπον ο συνδουλος αυτου εις τους ποδας αυτου, παρεκαλει αυτον λεγων· Μακροθυμησον εις εμε, και παντα θελω σοι αποδωσει.
<scripture passage="Matt 18:30" parsed="|Matt|18|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.30" />
<sup>30</sup>Εκεινος ομως δεν ηθελεν, αλλ' απελθων εβαλεν αυτον εις φυλακην, εωσου αποδωση το οφειλομενον.
<scripture passage="Matt 18:31" parsed="|Matt|18|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.31" />
<sup>31</sup>Ιδοντες δε οι συνδουλοι αυτου τα γενομενα, ελυπηθησαν σφοδρα και ελθοντες εφανερωσαν προς τον κυριον αυτων παντα τα γενομενα.
<scripture passage="Matt 18:32" parsed="|Matt|18|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.32" />
<sup>32</sup>Τοτε προσκαλεσας αυτον ο κυριος αυτου, λεγει προς αυτον· Δουλε πονηρε, παν το χρεος εκεινο σοι αφηκα, επειδη με παρεκαλεσας·
<scripture passage="Matt 18:33" parsed="|Matt|18|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.33" />
<sup>33</sup>δεν επρεπε και συ να ελεησης τον συνδουλον σου, καθως και εγω σε ηλεησα;
<scripture passage="Matt 18:34" parsed="|Matt|18|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.34" />
<sup>34</sup>Και οργισθεις ο κυριος αυτου παρεδωκεν αυτον εις τους βασανιστας, εωσου αποδωση παν το οφειλομενον εις αυτον.
<scripture passage="Matt 18:35" parsed="|Matt|18|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.18.35" />
<sup>35</sup>Ουτω και ο Πατηρ μου ο επουρανιος θελει καμει εις εσας, εαν δεν συγχωρησητε εκ καρδιας σας εκαστος εις τον αδελφον αυτου τα πταισματα αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 19" progress="79.54%" prev="Matt.18" next="Matt.20" id="Matt.19">
<h3 id="Matt.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Matt.19-p1">
<scripture passage="Matt 19:1" parsed="|Matt|19|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ετελειωσεν ο Ιησους τους λογους τουτους, ανεχωρησεν απο της Γαλιλαιας και ηλθεν εις τα ορια της Ιουδαιας περαν του Ιορδανου.
<scripture passage="Matt 19:2" parsed="|Matt|19|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.2" />
<sup>2</sup>Και ηκολουθησαν αυτον οχλοι πολλοι, και εθεραπευσεν αυτους εκει.
<scripture passage="Matt 19:3" parsed="|Matt|19|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθον προς αυτον οι Φαρισαιοι, πειραζοντες αυτον και λεγοντες προς αυτον· Συγχωρειται εις τον ανθρωπον να χωρισθη την γυναικα αυτου δια πασαν αιτιαν;
<scripture passage="Matt 19:4" parsed="|Matt|19|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.4" />
<sup>4</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Δεν ανεγνωσατε οτι ο πλασας απ' αρχης αρσεν και θηλυ επλασεν αυτους
<scripture passage="Matt 19:5" parsed="|Matt|19|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.5" />
<sup>5</sup>και ειπεν, Ενεκεν τουτου θελει αφησει ανθρωπος τον πατερα και την μητερα και θελει προσκολληθη εις την γυναικα αυτου, και θελουσιν εισθαι οι δυο εις σαρκα μιαν;
<scripture passage="Matt 19:6" parsed="|Matt|19|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.6" />
<sup>6</sup>Ωστε δεν ειναι πλεον δυο, αλλα μια σαρξ. Εκεινο λοιπον το οποιον ο Θεος συνεζευξεν, ανθρωπος ας μη χωριζη.
<scripture passage="Matt 19:7" parsed="|Matt|19|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.7" />
<sup>7</sup>Λεγουσι προς αυτον· Δια τι λοιπον ο Μωυσης προσεταξε να δωση εγγραφον διαζυγιου και να χωρισθη αυτην;
<scripture passage="Matt 19:8" parsed="|Matt|19|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.8" />
<sup>8</sup>Λεγει προς αυτους· Διοτι ο Μωυσης δια την σκληροκαρδιαν σας συνεχωρησεν εις εσας να χωριζησθε τας γυναικας σας· απ' αρχης ομως δεν εγεινεν ουτω.
<scripture passage="Matt 19:9" parsed="|Matt|19|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.9" />
<sup>9</sup>Σας λεγω δε οτι οστις χωρισθη την γυναικα αυτου εκτος δια πορνειαν και νυμφευθη αλλην, γινεται μοιχος· και οστις νυμφευθη γυναικα κεχωρισμενην, γινεται μοιχος.
<scripture passage="Matt 19:10" parsed="|Matt|19|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.10" />
<sup>10</sup>Λεγουσι προς αυτον οι μαθηται αυτου· Εαν ουτως εχη η υποχρεωσις του ανδρος προς την γυναικα, δεν συμφερει να νυμφευθη.
<scripture passage="Matt 19:11" parsed="|Matt|19|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.11" />
<sup>11</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Δεν δυνανται παντες να δεχθωσι τον λογον τουτον, αλλ' εις οσους ειναι δεδομενον.
<scripture passage="Matt 19:12" parsed="|Matt|19|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ειναι ευνουχοι, οιτινες εκ κοιλιας μητρος εγεννηθησαν ουτω, και ειναι ευνουχοι, οιτινες ευνουχισθησαν υπο των ανθρωπων, και ειναι ευνουχοι, οιτινες ευνουχισαν εαυτους δια την βασιλειαν των ουρανων. Οστις δυναται να δεχθη τουτο, ας δεχθη.
<scripture passage="Matt 19:13" parsed="|Matt|19|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.13" />
<sup>13</sup>Τοτε εφερθησαν προς αυτον παιδια, δια να επιθεση τας χειρας επ' αυτα και να ευχηθη· οι δε μαθηται επεπληξαν αυτα.
<scripture passage="Matt 19:14" parsed="|Matt|19|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.14" />
<sup>14</sup>Πλην ο Ιησους ειπεν· Αφησατε τα παιδια και μη εμποδιζετε αυτα να ελθωσι προς εμε· διοτι των τοιουτων ειναι η βασιλεια των ουρανων.
<scripture passage="Matt 19:15" parsed="|Matt|19|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.15" />
<sup>15</sup>Και αφου επεθηκεν επ' αυτα τας χειρας, ανεχωρησεν εκειθεν.
<scripture passage="Matt 19:16" parsed="|Matt|19|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.16" />
<sup>16</sup>Και ιδου, προσελθων τις ειπε προς αυτον· Διδασκαλε αγαθε, τι καλον να πραξω δια να εχω ζωην αιωνιον;
<scripture passage="Matt 19:17" parsed="|Matt|19|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.17" />
<sup>17</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Τι με λεγεις αγαθον; ουδεις αγαθος ειμη εις, ο Θεος. Αλλ' εαν θελης να εισελθης εις την ζωην, φυλαξον τας εντολας.
<scripture passage="Matt 19:18" parsed="|Matt|19|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.18" />
<sup>18</sup>Λεγει προς αυτον· Ποιας; Και ο Ιησους ειπε· Το μη φονευσης, μη μοιχευσης, μη κλεψης, μη ψευδομαρτυρησης,
<scripture passage="Matt 19:19" parsed="|Matt|19|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.19" />
<sup>19</sup>τιμα τον πατερα σου και την μητερα, και θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον.
<scripture passage="Matt 19:20" parsed="|Matt|19|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.20" />
<sup>20</sup>Λεγει προς αυτον ο νεανισκος· Παντα ταυτα εφυλαξα εκ νεοτητος μου· τι μοι λειπει ετι;
<scripture passage="Matt 19:21" parsed="|Matt|19|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.21" />
<sup>21</sup>Ειπε προς αυτον ο Ιησους· Εαν θελης να ησαι τελειος, υπαγε, πωλησον τα υπαρχοντα σου και δος εις πτωχους, και θελεις εχει θησαυρον εν ουρανω, και ελθε, ακολουθει μοι.
<scripture passage="Matt 19:22" parsed="|Matt|19|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.22" />
<sup>22</sup>Ακουσας δε ο νεανισκος τον λογον, ανεχωρησε λυπουμενος· διοτι ειχε κτηματα πολλα.
<scripture passage="Matt 19:23" parsed="|Matt|19|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.23" />
<sup>23</sup>Και ο Ιησους ειπε προς τους μαθητας αυτου· Αληθως σας λεγω οτι δυσκολως θελει εισελθει πλουσιος εις την βασιλειαν των ουρανων.
<scripture passage="Matt 19:24" parsed="|Matt|19|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.24" />
<sup>24</sup>Και παλιν σας λεγω, Ευκολωτερον ειναι να περαση καμηλος δια τρυπηματος βελονης παρα πλουσιος να εισελθη εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Matt 19:25" parsed="|Matt|19|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.25" />
<sup>25</sup>Ακουσαντες δε οι μαθηται αυτου εξεπληττοντο σφοδρα, λεγοντες· Τις λοιπον δυναται να σωθη;
<scripture passage="Matt 19:26" parsed="|Matt|19|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.26" />
<sup>26</sup>Εμβλεψας δε ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Παρα ανθρωποις τουτο αδυνατον ειναι, παρα τω Θεω ομως τα παντα ειναι δυνατα.
<scripture passage="Matt 19:27" parsed="|Matt|19|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.27" />
<sup>27</sup>Τοτε αποκριθεις ο Πετρος, ειπε προς αυτον· Ιδου, ημεις αφηκαμεν παντα και σοι ηκολουθησαμεν· τι λοιπον θελει εισθαι εις ημας;
<scripture passage="Matt 19:28" parsed="|Matt|19|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.28" />
<sup>28</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Αληθως σας λεγω οτι σεις οι ακολουθησαντες μοι, εν τη παλιγγενεσια, οταν καθηση ο Υιος του ανθρωπου επι του θρονου της δοξης αυτου, θελετε καθησει και σεις επι δωδεκα θρονους κρινοντες τας δωδεκα φυλας του Ισραηλ.
<scripture passage="Matt 19:29" parsed="|Matt|19|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.29" />
<sup>29</sup>Και πας οστις αφηκεν οικιας η αδελφους η αδελφας η πατερα η μητερα η γυναικα η τεκνα η αγρους ενεκεν του ονοματος μου, εκατονταπλασια θελει λαβει και ζωην αιωνιον θελει κληρονομησει.
<scripture passage="Matt 19:30" parsed="|Matt|19|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.19.30" />
<sup>30</sup>Πολλοι ομως πρωτοι θελουσιν εισθαι εσχατοι και εσχατοι πρωτοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 20" progress="79.63%" prev="Matt.19" next="Matt.21" id="Matt.20">
<h3 id="Matt.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Matt.20-p1">
<scripture passage="Matt 20:1" parsed="|Matt|20|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.1" />
<sup>1</sup>Διοτι η βασιλεια των ουρανων ειναι ομοια με ανθρωπον οικοδεσποτην, οστις εξηλθεν αμα τω πρωι δια να μισθωση εργατας δια τον αμπελωνα αυτου.
<scripture passage="Matt 20:2" parsed="|Matt|20|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.2" />
<sup>2</sup>Αφου δε συνεφωνησε μετα των εργατων προς εν δηναριον την ημεραν, απεστειλεν αυτους εις τον αμπελωνα αυτου.
<scripture passage="Matt 20:3" parsed="|Matt|20|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.3" />
<sup>3</sup>Και εξελθων περι την τριτην ωραν, ειδεν αλλους ισταμενους εν τη αγορα αργους,
<scripture passage="Matt 20:4" parsed="|Matt|20|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.4" />
<sup>4</sup>και προς εκεινους ειπεν· Υπαγετε και σεις εις τον αμπελωνα, και ο, τι ειναι δικαιον θελω σας δωσει. Και εκεινοι υπηγον.
<scripture passage="Matt 20:5" parsed="|Matt|20|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.5" />
<sup>5</sup>Παλιν εξελθων περι την εκτην και ενατην ωραν, εκαμεν ωσαυτως.
<scripture passage="Matt 20:6" parsed="|Matt|20|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.6" />
<sup>6</sup>Περι δε την ενδεκατην ωραν εξελθων ευρεν αλλους ισταμενους αργους, και λεγει προς αυτους· Δια τι ιστασθε εδω ολην την ημεραν αργοι;
<scripture passage="Matt 20:7" parsed="|Matt|20|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.7" />
<sup>7</sup>Λεγουσι προς αυτον· Διοτι ουδεις εμισθωσεν ημας. Λεγει προς αυτους· Υπαγετε και σεις εις τον αμπελωνα, και ο, τι ειναι δικαιον θελετε λαβει.
<scripture passage="Matt 20:8" parsed="|Matt|20|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.8" />
<sup>8</sup>Αφου δε εγεινεν εσπερα, λεγει ο κυριος του αμπελωνος προς τον επιτροπον αυτου· Καλεσον τους εργατας και αποδος εις αυτους τον μισθον, αρχισας απο των εσχατων εως των πρωτων.
<scripture passage="Matt 20:9" parsed="|Matt|20|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.9" />
<sup>9</sup>Και ελθοντες οι περι την ενδεκατην ωραν μισθωθεντες, ελαβον ανα εν δηναριον.
<scripture passage="Matt 20:10" parsed="|Matt|20|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.10" />
<sup>10</sup>Ελθοντες δε οι πρωτοι, ενομισαν οτι θελουσι λαβει πλειοτερα, ελαβον ομως και αυτοι ανα εν δηναριον.
<scripture passage="Matt 20:11" parsed="|Matt|20|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.11" />
<sup>11</sup>Και λαβοντες εγογγυζον κατα του οικοδεσποτου,
<scripture passage="Matt 20:12" parsed="|Matt|20|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.12" />
<sup>12</sup>λεγοντες οτι, Ουτοι οι εσχατοι μιαν ωραν εκαμον, και εκαμες αυτους ισους με ημας, οιτινες εβαστασαμεν το βαρος της ημερας και τον καυσωνα.
<scripture passage="Matt 20:13" parsed="|Matt|20|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.13" />
<sup>13</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς ενα εξ αυτων· Φιλε, δεν σε αδικω· δεν συνεφωνησας εν δηναριον μετ' εμου;
<scripture passage="Matt 20:14" parsed="|Matt|20|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.14" />
<sup>14</sup>λαβε το σον και υπαγε· θελω δε να δωσω εις τουτον τον εσχατον ως και εις σε.
<scripture passage="Matt 20:15" parsed="|Matt|20|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.15" />
<sup>15</sup>Η δεν εχω την εξουσιαν να καμω ο, τι θελω εις τα εμα; η ο οφθαλμος σου ειναι πονηρος διοτι εγω ειμαι αγαθος;
<scripture passage="Matt 20:16" parsed="|Matt|20|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.16" />
<sup>16</sup>Ουτω θελουσιν εισθαι οι εσχατοι πρωτοι και οι πρωτοι εσχατοι· διοτι πολλοι ειναι οι κεκλημενοι, ολιγοι δε οι εκλεκτοι.
<scripture passage="Matt 20:17" parsed="|Matt|20|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.17" />
<sup>17</sup>Και αναβαινων ο Ιησους εις Ιεροσολυμα, παρελαβε τους δωδεκα μαθητας κατ' ιδιαν εν τη οδω και ειπε προς αυτους.
<scripture passage="Matt 20:18" parsed="|Matt|20|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.18" />
<sup>18</sup>Ιδου, αναβαινομεν εις Ιεροσολυμα, και ο Υιος του ανθρωπου θελει παραδοθη εις τους αρχιερεις και γραμματεις και θελουσι καταδικασει αυτον εις θανατον,
<scripture passage="Matt 20:19" parsed="|Matt|20|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.19" />
<sup>19</sup>και θελουσι παραδωσει αυτον εις τα εθνη δια να εμπαιξωσι και μαστιγωσωσι και σταυρωσωσι, και τη τριτη ημερα θελει αναστηθη.
<scripture passage="Matt 20:20" parsed="|Matt|20|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.20" />
<sup>20</sup>Τοτε προσηλθε προς αυτον η μητηρ των υιων του Ζεβεδαιου μετα των υιων αυτης, προσκυνουσα και ζητουσα τι παρ' αυτου.
<scripture passage="Matt 20:21" parsed="|Matt|20|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.21" />
<sup>21</sup>Ο δε ειπε προς αυτην· Τι θελεις; Λεγει προς αυτον· Ειπε να καθησωσιν ουτοι οι δυο υιοι μου εις εκ δεξιων σου και εις εξ αριστερων εν τη βασιλεια σου.
<scripture passage="Matt 20:22" parsed="|Matt|20|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.22" />
<sup>22</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπε· Δεν εξευρετε τι ζητειτε. Δυνασθε να πιητε το ποτηριον, το οποιον εγω μελλω να πιω, και να βαπτισθητε το βαπτισμα, το οποιον εγω βαπτιζομαι; Λεγουσι προς αυτον· Δυναμεθα.
<scripture passage="Matt 20:23" parsed="|Matt|20|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.23" />
<sup>23</sup>Και λεγει προς αυτους· το μεν ποτηριον μου θελετε πιει; και το βαπτισμα το οποιον εγω βαπτιζομαι θελετε βαπτισθη· το να καθησητε ομως εκ δεξιων μου και εξ αριστερων μου δεν ειναι εμου να δωσω, ειμη εις οσους ειναι ητοιμασμενον υπο του Πατρος μου.
<scripture passage="Matt 20:24" parsed="|Matt|20|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.24" />
<sup>24</sup>Και ακουσαντες οι δεκα ηγανακτησαν περι των δυο αδελφων.
<scripture passage="Matt 20:25" parsed="|Matt|20|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.25" />
<sup>25</sup>Ο δε Ιησους προσκαλεσας αυτους, ειπεν· Εξευρετε οτι οι αρχοντες των εθνων κατακυριευουσιν αυτα και οι μεγαλοι κατεξουσιαζουσιν αυτα.
<scripture passage="Matt 20:26" parsed="|Matt|20|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.26" />
<sup>26</sup>Ουτως ομως δεν θελει εισθαι εν υμιν, αλλ' οστις θελει να γεινη μεγας εν υμιν, ας ηναι υπηρετης υμων,
<scripture passage="Matt 20:27" parsed="|Matt|20|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.27" />
<sup>27</sup>και οστις θελη να ηναι πρωτος εν υμιν, ας ηναι δουλος υμων·
<scripture passage="Matt 20:28" parsed="|Matt|20|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.28" />
<sup>28</sup>καθως ο Υιος του ανθρωπου δεν ηλθε δια να υπηρετηθη, αλλα δια να υπηρετηση και να δωση την ζωην αυτου λυτρον αντι πολλων.
<scripture passage="Matt 20:29" parsed="|Matt|20|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.29" />
<sup>29</sup>Και ενω εξηρχοντο απο της Ιεριχω, ηκολουθησεν αυτον οχλος πολυς.
<scripture passage="Matt 20:30" parsed="|Matt|20|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.30" />
<sup>30</sup>Και ιδου, δυο τυφλοι καθημενοι παρα την οδον, ακουσαντες οτι ο Ιησους διαβαινει, εκραξαν λεγοντες· Ελεησον ημας, Κυριε, υιε του Δαβιδ.
<scripture passage="Matt 20:31" parsed="|Matt|20|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.31" />
<sup>31</sup>Ο δε οχλος επεπληξεν αυτους δια να σιωπησωσιν· αλλ' εκεινοι εκραζον δυνατωτερα, λεγοντες· Ελεησον ημας, Κυριε, υιε του Δαβιδ.
<scripture passage="Matt 20:32" parsed="|Matt|20|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.32" />
<sup>32</sup>Και σταθεις ο Ιησους, εκραξεν αυτους και ειπε· Τι θελετε να σας καμω;
<scripture passage="Matt 20:33" parsed="|Matt|20|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.33" />
<sup>33</sup>Λεγουσι προς αυτον· Κυριε, να ανοιχθωσιν οι οφθαλμοι ημων.
<scripture passage="Matt 20:34" parsed="|Matt|20|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.20.34" />
<sup>34</sup>Και ο Ιησους σπλαγχνισθεις ηγγισε τους οφθαλμους αυτων· και ευθυς ανεβλεψαν αυτων οι οφθαλμοι, και ηκολουθησαν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 21" progress="79.72%" prev="Matt.20" next="Matt.22" id="Matt.21">
<h3 id="Matt.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Matt.21-p1">
<scripture passage="Matt 21:1" parsed="|Matt|21|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.1" />
<sup>1</sup>Και οτε επλησιασαν εις Ιεροσολυμα και ηλθον εις Βηθφαγη προς το ορος των ελαιων, τοτε ο Ιησους απεστειλε δυο μαθητας,
<scripture passage="Matt 21:2" parsed="|Matt|21|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.2" />
<sup>2</sup>λεγων προς αυτους· Υπαγετε εις την κωμην την απεναντι υμων, και ευθυς θελετε ευρει ονον δεδεμενην και πωλαριον μετ' αυτης· λυσατε και φερετε μοι.
<scripture passage="Matt 21:3" parsed="|Matt|21|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.3" />
<sup>3</sup>Και εαν τις σας ειπη τι, θελετε ειπει οτι ο Κυριος εχει χρειαν αυτων· και ευθυς θελει αποστειλει αυτα.
<scripture passage="Matt 21:4" parsed="|Matt|21|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.4" />
<sup>4</sup>Τουτο δε ολον εγεινε δια να πληρωθη το ρηθεν δια του προφητου, λεγοντος·
<scripture passage="Matt 21:5" parsed="|Matt|21|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.5" />
<sup>5</sup>Ειπατε προς την θυγατερα Σιων, Ιδου, ο βασιλευς σου ερχεται προς σε πραυς και καθημενος επι ονου και πωλου υιου υποζυγιου.
<scripture passage="Matt 21:6" parsed="|Matt|21|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.6" />
<sup>6</sup>Πορευθεντες δε οι μαθηται και ποιησαντες καθως προσεταξεν αυτους ο Ιησους,
<scripture passage="Matt 21:7" parsed="|Matt|21|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.7" />
<sup>7</sup>εφεραν την ονον και το πωλαριον, και εβαλον επανω αυτων τα ιματια αυτων και επεκαθισαν αυτον επανω αυτων.
<scripture passage="Matt 21:8" parsed="|Matt|21|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.8" />
<sup>8</sup>Ο δε περισσοτερος οχλος εστρωσαν τα ιματια εαυτων εις την οδον, αλλοι δε εκοπτον κλαδους απο των δενδρων και εστρωνον εις την οδον.
<scripture passage="Matt 21:9" parsed="|Matt|21|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.9" />
<sup>9</sup>Οι δε οχλοι οι προπορευομενοι και οι ακολουθουντες εκραζον, λεγοντες· Ωσαννα τω υιω Δαβιδ· ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου· Ωσαννα εν τοις υψιστοις.
<scripture passage="Matt 21:10" parsed="|Matt|21|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.10" />
<sup>10</sup>Και οτε εισηλθεν εις Ιεροσολυμα, εσεισθη πασα η πολις, λεγουσα· Τις ειναι ουτος;
<scripture passage="Matt 21:11" parsed="|Matt|21|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.11" />
<sup>11</sup>Οι δε οχλοι ελεγον· Ουτος ειναι Ιησους ο προφητης ο απο Ναζαρετ της Γαλιλαιας.
<scripture passage="Matt 21:12" parsed="|Matt|21|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.12" />
<sup>12</sup>Και εισηλθεν ο Ιησους εις το ιερον του Θεου και εξεβαλε παντας τους πωλουντας και αγοραζοντας εν τω ιερω, και τας τραπεζας των αργυραμοιβων ανετρεψε και τα καθισματα των πωλουντων τας περιστερας,
<scripture passage="Matt 21:13" parsed="|Matt|21|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.13" />
<sup>13</sup>και λεγει προς αυτους· Ειναι γεγραμμενον, Ο οικος μου οικος προσευχης θελει ονομαζεσθαι; σεις δε εκαμετε αυτον σπηλαιον ληστων.
<scripture passage="Matt 21:14" parsed="|Matt|21|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.14" />
<sup>14</sup>Και προσηλθον προς αυτον τυφλοι και χωλοι εν τω ιερω και εθεραπευσεν αυτους.
<scripture passage="Matt 21:15" parsed="|Matt|21|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.15" />
<sup>15</sup>Ιδοντες δε οι αρχιερεις και οι γραμματεις τα θαυμασια, τα οποια εκαμε, και τους παιδας κραζοντας εν τω ιερω και λεγοντας, Ωσαννα τω υιω Δαβιδ, ηγανακτησαν
<scripture passage="Matt 21:16" parsed="|Matt|21|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.16" />
<sup>16</sup>και ειπον προς αυτον· Ακουεις τι λεγουσιν ουτοι; Ο δε Ιησους λεγει προς αυτους· Ναι· ποτε δεν ανεγνωσατε οτι εκ στοματος νηπιων και θηλαζοντων ητοιμασας αινεσιν;
<scripture passage="Matt 21:17" parsed="|Matt|21|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.17" />
<sup>17</sup>Και αφησας αυτους εξηλθεν εξω της πολεως εις Βηθανιαν και διενυκτερευσεν εκει.
<scripture passage="Matt 21:18" parsed="|Matt|21|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.18" />
<sup>18</sup>Οτε δε το πρωι επεστρεφεν εις την πολιν, επεινασε·
<scripture passage="Matt 21:19" parsed="|Matt|21|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.19" />
<sup>19</sup>και ιδων μιαν συκην επι της οδου, ηλθε προς αυτην και ουδεν ηυρεν επ' αυτην ειμη φυλλα μονον, και λεγει προς αυτην· να μη γεινη πλεον απο σου καρπος εις τον αιωνα. Και παρευθυς εξηρανθη η συκη.
<scripture passage="Matt 21:20" parsed="|Matt|21|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.20" />
<sup>20</sup>Και ιδοντες οι μαθηται, εθαυμασαν λεγοντες· Πως παρευθυς εξηρανθη συκη;
<scripture passage="Matt 21:21" parsed="|Matt|21|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.21" />
<sup>21</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπε προς αυτους· Αληθως σας λεγω, εαν εχητε πιστιν και δεν διστασητε, ουχι μονον το της συκης θελετε καμει, αλλα και εις το ορος τουτο αν ειπητε, Σηκωθητι και ριφθητι εις την θαλασσαν, θελει γεινει·
<scripture passage="Matt 21:22" parsed="|Matt|21|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.22" />
<sup>22</sup>και παντα οσα αν ζητησητε εν τη προσευχη εχοντες πιστιν θελετε λαβει.
<scripture passage="Matt 21:23" parsed="|Matt|21|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.23" />
<sup>23</sup>Και οτε ηλθεν εις το ιερον, προσηλθον προς αυτον, ενω εδιδασκεν οι αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι του λαου, λεγοντες· Εν ποια εξουσια πραττεις ταυτα, και τις σοι εδωκε την εξουσιαν ταυτην;
<scripture passage="Matt 21:24" parsed="|Matt|21|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.24" />
<sup>24</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Θελω σας ερωτησει και εγω ενα λογον, τον οποιον εαν μοι ειπητε, και εγω θελω σας ειπει εν ποια εξουσια πραττω ταυτα·
<scripture passage="Matt 21:25" parsed="|Matt|21|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.25" />
<sup>25</sup>το βαπτισμα του Ιωαννου ποθεν ητο, εξ ουρανου η εξ ανθρωπων; Και εκεινοι διελογιζοντο καθ' εαυτους λεγοντες· Εαν ειπωμεν, Εξ ουρανου, θελει ειπει προς ημας, Δια τι λοιπον δεν επιστευσατε εις αυτον·
<scripture passage="Matt 21:26" parsed="|Matt|21|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.26" />
<sup>26</sup>εαν δε ειπωμεν, Εξ ανθρωπων, φοβουμεθα τον οχλον· διοτι παντες εχουσι τον Ιωαννην ως προφητην.
<scripture passage="Matt 21:27" parsed="|Matt|21|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.27" />
<sup>27</sup>Και αποκριθεντες προς τον Ιησουν, ειπον· Δεν εξευρομεν. Ειπε προς αυτους και αυτος· Ουδε εγω λεγω προς υμας εν ποια εξουσια πραττω ταυτα.
<scripture passage="Matt 21:28" parsed="|Matt|21|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.28" />
<sup>28</sup>Αλλα τι σας φαινεται; Ανθρωπος τις ειχε δυο υιους, και ελθων προς τον πρωτον ειπε· Τεκνον, υπαγε σημερον εργαζου εν τω αμπελωνι μου.
<scripture passage="Matt 21:29" parsed="|Matt|21|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.29" />
<sup>29</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε· Δεν θελω· υστερον ομως μετανοησας υπηγε.
<scripture passage="Matt 21:30" parsed="|Matt|21|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.30" />
<sup>30</sup>Και ελθων προς τον δευτερον ειπεν ωσαυτως. Και εκεινος αποκριθεις ειπεν· Εγω υπαγω, κυριε· και δεν υπηγε.
<scripture passage="Matt 21:31" parsed="|Matt|21|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.31" />
<sup>31</sup>Τις εκ των δυο εκαμε το θελημα του πατρος; Λεγουσι προς αυτον· Ο πρωτος. Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Αληθως σας λεγω οτι οι τελωναι και αι πορναι υπαγουσι προτερον υμων εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Matt 21:32" parsed="|Matt|21|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.32" />
<sup>32</sup>Διοτι ηλθε προς υμας ο Ιωαννης εν οδω δικαιοσυνης, και δεν επιστευσατε εις αυτον· οι τελωναι ομως και αι πορναι επιστευσαν εις αυτον· σεις δε ιδοντες δεν μετεμεληθητε υστερον, ωστε να πιστευσητε εις αυτον.
<scripture passage="Matt 21:33" parsed="|Matt|21|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.33" />
<sup>33</sup>Αλλην παραβολην ακουσατε. Ητο ανθρωπος τις οικοδεσποτης, οστις εφυτευσεν αμπελωνα και περιεβαλεν εις αυτον φραγμον και εσκαψεν εν αυτω ληνον και ωκοδομησε πυργον, και εμισθωσεν αυτον εις γεωργους και απεδημησεν.
<scripture passage="Matt 21:34" parsed="|Matt|21|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.34" />
<sup>34</sup>Οτε δε επλησιασεν ο καιρος των καρπων, απεστειλε τους δουλους αυτου προς τους γεωργους δια να λαβωσι τους καρπους αυτου.
<scripture passage="Matt 21:35" parsed="|Matt|21|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.35" />
<sup>35</sup>Και πιασαντες οι γεωργοι τους δουλους αυτου, αλλον μεν εδειραν, αλλον δε εφονευσαν, αλλον δε ελιθοβολησαν.
<scripture passage="Matt 21:36" parsed="|Matt|21|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.36" />
<sup>36</sup>Παλιν απεστειλεν αλλους δουλους πλειοτερους των πρωτων, και εκαμον εις αυτους ωσαυτως.
<scripture passage="Matt 21:37" parsed="|Matt|21|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.37" />
<sup>37</sup>Υστερον δε απεστειλε προς αυτους τον υιον αυτου λεγων· Θελουσιν εντραπη τον υιον μου.
<scripture passage="Matt 21:38" parsed="|Matt|21|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.38" />
<sup>38</sup>Αλλ' οι γεωργοι, ιδοντες τον υιον, ειπον προς αλληλους· Ουτος ειναι ο κληρονομος· ελθετε, ας φονευσωμεν αυτον και ας κατακρατησωμεν την κληρονομιαν αυτου.
<scripture passage="Matt 21:39" parsed="|Matt|21|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.39" />
<sup>39</sup>Και πιασαντες αυτον, εξεβαλον εξω του αμπελωνος και εφονευσαν.
<scripture passage="Matt 21:40" parsed="|Matt|21|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.40" />
<sup>40</sup>Οταν λοιπον ελθη ο κυριος του αμπελωνος, τι θελει καμει εις τους γεωργους εκεινους;
<scripture passage="Matt 21:41" parsed="|Matt|21|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.41" />
<sup>41</sup>Λεγουσι προς αυτον· Κακους κακως θελει απολεσει αυτους, και τον αμπελωνα θελει μισθωσει εις αλλους γεωργους, οιτινες θελουσιν αποδωσει εις αυτον τους καρπους εν τοις καιροις αυτων.
<scripture passage="Matt 21:42" parsed="|Matt|21|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.42" />
<sup>42</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Ποτε δεν ανεγνωσατε εν ταις γραφαις, Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας· παρα Κυριου εγεινεν αυτη και ειναι θαυμαστη εν οφθαλμοις υμων;
<scripture passage="Matt 21:43" parsed="|Matt|21|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.43" />
<sup>43</sup>Δια τουτο λεγω προς υμας οτι θελει αφαιρεθη αφ' υμων η βασιλεια του Θεου και θελει δοθη εις εθνος καμνον τους καρπους αυτης·
<scripture passage="Matt 21:44" parsed="|Matt|21|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.44" />
<sup>44</sup>και οστις πεση επι τον λιθον τουτον θελει συντριφθη· εις οντινα δε επιπεση, θελει κατασυντριψει αυτον.
<scripture passage="Matt 21:45" parsed="|Matt|21|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.45" />
<sup>45</sup>Και ακουσαντες οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι τας παραβολας αυτου, ενοησαν οτι περι αυτων λεγει·
<scripture passage="Matt 21:46" parsed="|Matt|21|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.21.46" />
<sup>46</sup>και ζητουντες να πιασωσιν αυτον, εφοβηθησαν τους οχλους, επειδη ειχον αυτον ως προφητην.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 22" progress="79.86%" prev="Matt.21" next="Matt.23" id="Matt.22">
<h3 id="Matt.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Matt.22-p1">
<scripture passage="Matt 22:1" parsed="|Matt|22|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.1" />
<sup>1</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους παλιν ειπε προς αυτους δια παραβολων, λεγων·
<scripture passage="Matt 22:2" parsed="|Matt|22|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.2" />
<sup>2</sup>Ωμοιωθη η βασιλεια των ουρανων με ανθρωπον βασιλεα, οστις εκαμε γαμους εις τον υιον αυτου·
<scripture passage="Matt 22:3" parsed="|Matt|22|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.3" />
<sup>3</sup>και απεστειλε τους δουλους αυτου να καλεσωσι τους προσκεκλημενους εις τους γαμους, και δεν ηθελον να ελθωσι.
<scripture passage="Matt 22:4" parsed="|Matt|22|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.4" />
<sup>4</sup>Παλιν απεστειλεν αλλους δουλους, λεγων· Ειπατε προς τους προσκεκλημενους· Ιδου, το γευμα μου ητοιμασα, οι ταυροι μου και τα θρεπτα ειναι εσφαγμενα και παντα ειναι ετοιμα· ελθετε εις τους γαμους.
<scripture passage="Matt 22:5" parsed="|Matt|22|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.5" />
<sup>5</sup>Εκεινοι ομως αμελησαντες απηλθον, ο μεν εις τον αγρον αυτου, ο δε εις το εμποριον αυτου·
<scripture passage="Matt 22:6" parsed="|Matt|22|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.6" />
<sup>6</sup>οι δε λοιποι πιασαντες τους δουλους αυτου υβρισαν και εφονευσαν.
<scripture passage="Matt 22:7" parsed="|Matt|22|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.7" />
<sup>7</sup>Ακουσας δε ο βασιλευς ωργισθη, και πεμψας τα στρατευματα αυτου απωλεσε τους φονεις εκεινους και την πολιν αυτων κατεκαυσε.
<scripture passage="Matt 22:8" parsed="|Matt|22|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.8" />
<sup>8</sup>Τοτε λεγει προς τους δουλους αυτου· Ο μεν γαμος ειναι ετοιμος, οι δε προσκεκλημενοι δεν ησαν αξιοι·
<scripture passage="Matt 22:9" parsed="|Matt|22|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.9" />
<sup>9</sup>υπαγετε λοιπον εις τας διεξοδους των οδων, και οσους αν ευρητε καλεσατε εις τους γαμους.
<scripture passage="Matt 22:10" parsed="|Matt|22|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.10" />
<sup>10</sup>Και εξελθοντες οι δουλοι εκεινοι εις τας οδους, συνηγαγον παντας οσους ευρον, κακους τε και καλους· και εγεμισθη ο γαμος απο ανακεκλιμενων.
<scripture passage="Matt 22:11" parsed="|Matt|22|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.11" />
<sup>11</sup>Εισελθων δε ο βασιλευς δια να θεωρηση τους ανακεκλιμενους, ειδεν εκει ανθρωπον μη ενδεδυμενον ενδυμα γαμου,
<scripture passage="Matt 22:12" parsed="|Matt|22|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.12" />
<sup>12</sup>και λεγει προς αυτον· Φιλε, πως εισηλθες ενταυθα μη εχων ενδυμα γαμου; Ο δε απεστομωθη.
<scripture passage="Matt 22:13" parsed="|Matt|22|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.13" />
<sup>13</sup>Τοτε ειπεν ο βασιλευς προς τους υπηρετας· Δεσαντες αυτου ποδας και χειρας, σηκωσατε αυτον και ριψατε εις το σκοτος το εξωτερον· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
<scripture passage="Matt 22:14" parsed="|Matt|22|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.14" />
<sup>14</sup>Διοτι πολλοι ειναι οι κεκλημενοι, ολιγοι δε οι εκλεκτοι.
<scripture passage="Matt 22:15" parsed="|Matt|22|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.15" />
<sup>15</sup>Τοτε υπηγον οι Φαρισαιοι και συνεβουλευθησαν πως να παγιδευσωσιν αυτον εν λογω.
<scripture passage="Matt 22:16" parsed="|Matt|22|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.16" />
<sup>16</sup>Και αποστελλουσι προς αυτον τους μαθητας αυτων μετα των Ηρωδιανων, λεγοντες· Διδασκαλε, εξευρομεν οτι αληθης εισαι και την οδον του Θεου εν αληθεια διδασκεις και δεν σε μελει περι ουδενος· διοτι δεν βλεπεις εις προσωπον ανθρωπων·
<scripture passage="Matt 22:17" parsed="|Matt|22|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.17" />
<sup>17</sup>ειπε λοιπον προς ημας, Τι σοι φαινεται; ειναι συγκεχωρημενον να δωσωμεν δασμον εις τον Καισαρα η ουχι;
<scripture passage="Matt 22:18" parsed="|Matt|22|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.18" />
<sup>18</sup>Γνωρισας δε ο Ιησους την πονηριαν αυτων, ειπε· Τι με πειραζετε, υποκριται;
<scripture passage="Matt 22:19" parsed="|Matt|22|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.19" />
<sup>19</sup>δειξατε μοι το νομισμα του δασμου· οι δε εφεραν προς αυτον δηναριον.
<scripture passage="Matt 22:20" parsed="|Matt|22|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.20" />
<sup>20</sup>Και λεγει προς αυτους· Τινος ειναι η εικων αυτη και η επιγραφη;
<scripture passage="Matt 22:21" parsed="|Matt|22|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.21" />
<sup>21</sup>Λεγουσι προς αυτον· Του Καισαρος. Τοτε λεγει προς αυτους· Αποδοτε λοιπον τα του Καισαρος εις τον Καισαρα και τα του Θεου εις τον Θεον.
<scripture passage="Matt 22:22" parsed="|Matt|22|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.22" />
<sup>22</sup>Και ακουσαντες εθαυμασαν, και αφησαντες αυτον ανεχωρησαν.
<scripture passage="Matt 22:23" parsed="|Matt|22|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.23" />
<sup>23</sup>Εν εκεινη τη ημερα προσηλθον προς αυτον Σαδδουκαιοι, οι λεγοντες οτι δεν ειναι αναστασις, και ηρωτησαν αυτον, λεγοντες·
<scripture passage="Matt 22:24" parsed="|Matt|22|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.24" />
<sup>24</sup>Διδασκαλε, ο Μωυσης ειπεν, Εαν τις αποθανη μη εχων τεκνα, θελει νυμφευθη ο αδελφος αυτου την γυναικα αυτου και θελει αναστησει σπερμα εις τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Matt 22:25" parsed="|Matt|22|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.25" />
<sup>25</sup>Ησαν δε παρ' ημιν επτα αδελφοι· και ο πρωτος αφου ενυμφευθη ετελευτησε, και μη εχων τεκνον, αφηκε την γυναικα αυτου εις τον αδελφον αυτου·
<scripture passage="Matt 22:26" parsed="|Matt|22|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.26" />
<sup>26</sup>ομοιως και ο δευτερος, και ο τριτος, εως των επτα.
<scripture passage="Matt 22:27" parsed="|Matt|22|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.27" />
<sup>27</sup>Υστερον δε παντων απεθανε και η γυνη.
<scripture passage="Matt 22:28" parsed="|Matt|22|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.28" />
<sup>28</sup>Εν τη αναστασει λοιπον τινος των επτα θελει εισθαι γυνη; διοτι παντες ελαβον αυτην.
<scripture passage="Matt 22:29" parsed="|Matt|22|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.29" />
<sup>29</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Πλανασθε μη γνωριζοντες τας γραφας μηδε την δυναμιν του Θεου.
<scripture passage="Matt 22:30" parsed="|Matt|22|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.30" />
<sup>30</sup>Διοτι εν τη αναστασει ουτε νυμφευονται ουτε νυμφευουσιν, αλλ' ειναι ως αγγελοι του Θεου εν ουρανω.
<scripture passage="Matt 22:31" parsed="|Matt|22|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.31" />
<sup>31</sup>Περι δε της αναστασεως των νεκρων δεν ανεγνωσατε το ρηθεν προς εσας υπο του Θεου, λεγοντος·
<scripture passage="Matt 22:32" parsed="|Matt|22|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.32" />
<sup>32</sup>Εγω ειμαι ο Θεος του Αβρααμ και ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ; δεν ειναι ο Θεος νεκρων, αλλα ζωντων.
<scripture passage="Matt 22:33" parsed="|Matt|22|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.33" />
<sup>33</sup>Και ακουσαντες οι οχλοι, εξεπληττοντο δια την διδαχην αυτου.
<scripture passage="Matt 22:34" parsed="|Matt|22|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.34" />
<sup>34</sup>Οι δε Φαρισαιοι, ακουσαντες οτι απεστομωσε τους Σαδδουκαιους, συνηχθησαν ομου.
<scripture passage="Matt 22:35" parsed="|Matt|22|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.35" />
<sup>35</sup>Και εις εξ αυτων, νομικος, ηρωτησε πειραζων αυτον και λεγων·
<scripture passage="Matt 22:36" parsed="|Matt|22|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.36" />
<sup>36</sup>Διδασκαλε, ποια εντολη ειναι μεγαλη εν τω νομω;
<scripture passage="Matt 22:37" parsed="|Matt|22|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.37" />
<sup>37</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Θελεις αγαπα Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου και εξ ολης της διανοιας σου.
<scripture passage="Matt 22:38" parsed="|Matt|22|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.38" />
<sup>38</sup>Αυτη ειναι πρωτη και μεγαλη εντολη.
<scripture passage="Matt 22:39" parsed="|Matt|22|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.39" />
<sup>39</sup>Δευτερα δε ομοια αυτης· Θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον.
<scripture passage="Matt 22:40" parsed="|Matt|22|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.40" />
<sup>40</sup>Εν ταυταις ταις δυο εντολαις ολος ο νομος και οι προφηται κρεμανται.
<scripture passage="Matt 22:41" parsed="|Matt|22|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.41" />
<sup>41</sup>Και ενω ησαν συνηγμενοι οι Φαρισαιοι, ηρωτησεν αυτους ο Ιησους,
<scripture passage="Matt 22:42" parsed="|Matt|22|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.42" />
<sup>42</sup>λεγων· Τι σας φαινεται περι του Χριστου; τινος υιος ειναι; Λεγουσι προς αυτον· Του Δαβιδ.
<scripture passage="Matt 22:43" parsed="|Matt|22|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.43" />
<sup>43</sup>Λεγει προς αυτους· Πως λοιπον ο Δαβιδ δια Πνευματος ονομαζει αυτον Κυριον, λεγων,
<scripture passage="Matt 22:44" parsed="|Matt|22|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.44" />
<sup>44</sup>Ειπεν ο Κυριος προς τον Κυριον μου, Καθου εκ δεξιων μου εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου;
<scripture passage="Matt 22:45" parsed="|Matt|22|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.45" />
<sup>45</sup>Εαν λοιπον ο Δαβιδ ονομαζη αυτον Κυριον, πως ειναι υιος αυτου;
<scripture passage="Matt 22:46" parsed="|Matt|22|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.22.46" />
<sup>46</sup>Και ουδεις ηδυνατο να αποκριθη προς αυτον λογον· ουδ' ετολμησε τις απ' εκεινης της ημερας να ερωτηση πλεον αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 23" progress="79.97%" prev="Matt.22" next="Matt.24" id="Matt.23">
<h3 id="Matt.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Matt.23-p1">
<scripture passage="Matt 23:1" parsed="|Matt|23|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.1" />
<sup>1</sup>Τοτε ο Ιησους ελαλησε προς τους οχλους και προς τους μαθητας αυτου,
<scripture passage="Matt 23:2" parsed="|Matt|23|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.2" />
<sup>2</sup>λεγων· Επι της καθεδρας του Μωυσεως εκαθησαν οι γραμματεις και οι Φαρισαιοι.
<scripture passage="Matt 23:3" parsed="|Matt|23|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.3" />
<sup>3</sup>Παντα λοιπον οσα αν ειπωσι προς εσας να φυλαττητε, φυλαττετε και πραττετε, κατα δε τα εργα αυτων μη πραττετε· επειδη λεγουσι και δεν πραττουσι.
<scripture passage="Matt 23:4" parsed="|Matt|23|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.4" />
<sup>4</sup>Διοτι δενουσι φορτια βαρεα και δυσβαστακτα και επιθετουσιν επι τους ωμους των ανθρωπων, δεν θελουσιν ομως ουδε δια του δακτυλου αυτων να κινησωσιν αυτα.
<scripture passage="Matt 23:5" parsed="|Matt|23|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.5" />
<sup>5</sup>Πραττουσι δε παντα τα εργα αυτων δια να βλεπωνται υπο των ανθρωπων. Και πλατυνουσι τα φυλακτηρια αυτων και μεγαλυνουσι τα κρασπεδα των ιματιων αυτων,
<scripture passage="Matt 23:6" parsed="|Matt|23|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.6" />
<sup>6</sup>και αγαπωσι τον πρωτον τοπον εν τοις δειπνοις και τας πρωτοκαθεδριας εν ταις συναγωγαις
<scripture passage="Matt 23:7" parsed="|Matt|23|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.7" />
<sup>7</sup>και τους ασπασμους εν ταις αγοραις και να ονομαζωνται υπο των ανθρωπων Ραββι, Ραββι·
<scripture passage="Matt 23:8" parsed="|Matt|23|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.8" />
<sup>8</sup>σεις ομως μη ονομασθητε Ραββι· διοτι εις ειναι ο καθηγητης σας, ο Χριστος· παντες δε σεις αδελφοι εισθε.
<scripture passage="Matt 23:9" parsed="|Matt|23|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.9" />
<sup>9</sup>Και πατερα σας μη ονομασητε επι της γης· διοτι εις ειναι ο Πατηρ σας, ο εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Matt 23:10" parsed="|Matt|23|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.10" />
<sup>10</sup>Μηδε ονομασθητε καθηγηται· διοτι εις ειναι ο καθηγητης σας, ο Χριστος.
<scripture passage="Matt 23:11" parsed="|Matt|23|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.11" />
<sup>11</sup>Ο δε μεγαλητερος απο σας θελει εισθαι υπηρετης σας.
<scripture passage="Matt 23:12" parsed="|Matt|23|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.12" />
<sup>12</sup>Οστις δε υψωση εαυτον θελει ταπεινωθη, και οστις ταπεινωση εαυτον θελει υψωθη.
<scripture passage="Matt 23:13" parsed="|Matt|23|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι κατατρωγετε τας οικιας των χηρων και τουτο επι προφασει οτι καμνετε μακρας προσευχας· δια τουτο θελετε λαβει μεγαλητεραν καταδικην.
<scripture passage="Matt 23:14" parsed="|Matt|23|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.14" />
<sup>14</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι κλειετε την βασιλειαν των ουρανων εμπροσθεν των ανθρωπων· επειδη σεις δεν εισερχεσθε ουδε τους εισερχομενους αφινετε να εισελθωσιν.
<scripture passage="Matt 23:15" parsed="|Matt|23|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.15" />
<sup>15</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι περιερχεσθε την θαλασσαν και την ξηραν δια να καμητε ενα προσηλυτον, και οταν γεινη, καμνετε αυτον υιον της γεεννης διπλοτερον υμων.
<scripture passage="Matt 23:16" parsed="|Matt|23|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.16" />
<sup>16</sup>Ουαι εις εσας, οδηγοι τυφλοι, οι λεγοντες· Οστις ομοση εν τω ναω ειναι ουδεν, οστις ομως ομοση εν τω χρυσω του ναου, υποχρεουται.
<scripture passage="Matt 23:17" parsed="|Matt|23|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.17" />
<sup>17</sup>Μωροι και τυφλοι· διοτι τις ειναι μεγαλητερος, ο χρυσος η ο ναος ο αγιαζων τον χρυσον;
<scripture passage="Matt 23:18" parsed="|Matt|23|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.18" />
<sup>18</sup>Και· Οστις ομοση εν τω θυσιαστηριω, ειναι ουδεν, οστις ομως ομοση εν τω δωρω τω επανω αυτου, υποχρεουται.
<scripture passage="Matt 23:19" parsed="|Matt|23|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.19" />
<sup>19</sup>Μωροι και τυφλοι· διοτι τι ειναι μεγαλητερον, το δωρον η το θυσιαστηριον το αγιαζον το δωρον;
<scripture passage="Matt 23:20" parsed="|Matt|23|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.20" />
<sup>20</sup>Ο ομοσας λοιπον εν τω θυσιαστηριω ομνυει εν αυτω και εν πασι τοις επανω αυτου·
<scripture passage="Matt 23:21" parsed="|Matt|23|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.21" />
<sup>21</sup>και ο ομοσας εν τω ναω ομνυει εν αυτω και εν τω κατοικουντι αυτον.
<scripture passage="Matt 23:22" parsed="|Matt|23|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.22" />
<sup>22</sup>Και ο ομοσας εν τω ουρανω, ομνυει εν τω θρονω του Θεου και εν τω καθημενω επανω αυτου.
<scripture passage="Matt 23:23" parsed="|Matt|23|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.23" />
<sup>23</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι αποδεκατιζετε το ηδυοσμον και το ανηθον και το κυμινον, και αφηκατε τα βαρυτερα του νομου, την κρισιν και τον ελεον και την πιστιν· ταυτα επρεπε να πραττητε και εκεινα να μη αφινητε.
<scripture passage="Matt 23:24" parsed="|Matt|23|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.24" />
<sup>24</sup>Οδηγοι τυφλοι, οιτινες διυλιζετε τον κωνωπα, την δε καμηλον καταπινετε.
<scripture passage="Matt 23:25" parsed="|Matt|23|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.25" />
<sup>25</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι καθαριζετε το εξωθεν του ποτηριου και του πινακιου, εσωθεν ομως γεμουσιν εξ αρπαγης και ακρασιας.
<scripture passage="Matt 23:26" parsed="|Matt|23|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.26" />
<sup>26</sup>Φαρισαιε τυφλε, καθαρισον πρωτον το εντος του ποτηριου και του πινακιου, δια να γεινη και το εκτος αυτων καθαρον.
<scripture passage="Matt 23:27" parsed="|Matt|23|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.27" />
<sup>27</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι υποκριται, διοτι ομοιαζετε με ταφους ασβεστωμενους, οιτινες εξωθεν μεν φαινονται ωραιοι, εσωθεν ομως γεμουσιν οστεων νεκρων και πασης ακαθαρσιας.
<scripture passage="Matt 23:28" parsed="|Matt|23|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.28" />
<sup>28</sup>Ουτω και σεις εξωθεν μεν φαινεσθε εις τους ανθρωπους δικαιοι, εσωθεν ομως εισθε πληρεις υποκρισεως και ανομιας.
<scripture passage="Matt 23:29" parsed="|Matt|23|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.29" />
<sup>29</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι υποκριται· διοτι οικοδομειτε τους ταφους των προφητων και στολιζετε τα μνημεια των δικαιων,
<scripture passage="Matt 23:30" parsed="|Matt|23|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.30" />
<sup>30</sup>και λεγετε· Εαν ημεθα εν ταις ημεραις των πατερων ημων, δεν ηθελομεν εισθαι συγκοινωνοι αυτων εν τω αιματι των προφητων.
<scripture passage="Matt 23:31" parsed="|Matt|23|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.31" />
<sup>31</sup>Ωστε μαρτυρειτε εις εαυτους οτι εισθε υιοι των φονευσαντων τους προφητας.
<scripture passage="Matt 23:32" parsed="|Matt|23|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.32" />
<sup>32</sup>Αναπληρωσατε και σεις το μετρον των πατερων σας.
<scripture passage="Matt 23:33" parsed="|Matt|23|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.33" />
<sup>33</sup>Οφεις, γεννηματα εχιδνων· πως θελετε φυγει απο της καταδικης της γεεννης;
<scripture passage="Matt 23:34" parsed="|Matt|23|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.34" />
<sup>34</sup>Δια τουτο ιδου, εγω αποστελλω προς εσας προφητας και σοφους και γραμματεις, και εξ αυτων θελετε θανατωσει και σταυρωσει, και εξ αυτων θελετε μαστιγωσει εν ταις συναγωγαις σας και διωξει απο πολεως εις πολιν,
<scripture passage="Matt 23:35" parsed="|Matt|23|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.35" />
<sup>35</sup>δια να ελθη εφ' υμας παν αιμα δικαιον εκχυνομενον επι της γης απο του αιματος Αβελ του δικαιου εως του αιματος Ζαχαριου υιου Βαραχιου, τον οποιον εφονευσατε μεταξυ του ναου και του θυσιαστηριου.
<scripture passage="Matt 23:36" parsed="|Matt|23|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.36" />
<sup>36</sup>Αληθως σας λεγω, Παντα ταυτα θελουσιν ελθει επι την γενεαν ταυτην.
<scripture passage="Matt 23:37" parsed="|Matt|23|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.37" />
<sup>37</sup>Ιερουσαλημ, Ιερουσαλημ, η φονευουσα τους προφητας και λιθοβολουσα τους απεσταλμενους προς σε· ποσακις ηθελησα να συναξω τα τεκνα σου καθ' ον τροπον συναγει η ορνις τα ορνιθια εαυτης υπο τας πτερυγας, και δεν ηθελησατε.
<scripture passage="Matt 23:38" parsed="|Matt|23|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.38" />
<sup>38</sup>Ιδου, αφινεται εις εσας ο οικος σας ερημος.
<scripture passage="Matt 23:39" parsed="|Matt|23|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.23.39" />
<sup>39</sup>Διοτι σας λεγω, δεν θελετε με ιδει εις το εξης, εωσου ειπητε, Ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 24" progress="80.07%" prev="Matt.23" next="Matt.25" id="Matt.24">
<h3 id="Matt.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Matt.24-p1">
<scripture passage="Matt 24:1" parsed="|Matt|24|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.1" />
<sup>1</sup>Και εξελθων ο Ιησους ανεχωρει απο του ιερου· και προσηλθον οι μαθηται αυτου δια να επιδειξωσιν εις αυτον τας οικοδομας του ιερου.
<scripture passage="Matt 24:2" parsed="|Matt|24|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.2" />
<sup>2</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Δεν βλεπετε παντα ταυτα; αληθως σας λεγω, δεν θελει αφεθη εδω λιθος επι λιθον, οστις δεν θελει κατακρημνισθη.
<scripture passage="Matt 24:3" parsed="|Matt|24|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.3" />
<sup>3</sup>Και ενω εκαθητο επι του ορους των Ελαιων, προσηλθον προς αυτον οι μαθηται κατ' ιδιαν, λεγοντες· Ειπε προς ημας ποτε θελουσι γεινει ταυτα, και τι το σημειον της παρουσιας σου και της συντελειας του αιωνος;
<scripture passage="Matt 24:4" parsed="|Matt|24|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.4" />
<sup>4</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Βλεπετε μη σας πλανηση τις.
<scripture passage="Matt 24:5" parsed="|Matt|24|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.5" />
<sup>5</sup>Διοτι πολλοι θελουσιν ελθει επι τω ονοματι μου, λεγοντες, Εγω ειμαι ο Χριστος, και πολλους θελουσι πλανησει.
<scripture passage="Matt 24:6" parsed="|Matt|24|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.6" />
<sup>6</sup>Θελετε δε ακουσει πολεμους και φημας πολεμων· προσεχετε μη ταραχθητε· επειδη παντα ταυτα πρεπει να γεινωσιν, αλλα δεν ειναι ετι το τελος.
<scripture passage="Matt 24:7" parsed="|Matt|24|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.7" />
<sup>7</sup>Διοτι θελει εγερθη εθνος επι εθνος και βασιλεια επι βασιλειαν, και θελουσι γεινει πειναι και λοιμοι και σεισμοι κατα τοπους·
<scripture passage="Matt 24:8" parsed="|Matt|24|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.8" />
<sup>8</sup>παντα δε ταυτα ειναι αρχη ωδινων.
<scripture passage="Matt 24:9" parsed="|Matt|24|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.9" />
<sup>9</sup>Τοτε θελουσι σας παραδωσει εις θλιψιν και θελουσι σας θανατωσει, και θελετε εισθαι μισουμενοι υπο παντων των εθνων δια το ονομα μου.
<scripture passage="Matt 24:10" parsed="|Matt|24|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.10" />
<sup>10</sup>Και τοτε θελουσι σκανδαλισθη πολλοι και θελουσι παραδωσει αλληλους και θελουσι μισησει αλληλους.
<scripture passage="Matt 24:11" parsed="|Matt|24|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.11" />
<sup>11</sup>Και πολλοι ψευδοπροφηται θελουσιν εγερθη και πλανησει πολλους,
<scripture passage="Matt 24:12" parsed="|Matt|24|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.12" />
<sup>12</sup>και επειδη θελει πληθυνθη η ανομια, η αγαπη των πολλων θελει ψυχρανθη.
<scripture passage="Matt 24:13" parsed="|Matt|24|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.13" />
<sup>13</sup>Ο δε υπομεινας εως τελους, ουτος θελει σωθη.
<scripture passage="Matt 24:14" parsed="|Matt|24|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.14" />
<sup>14</sup>Και θελει κηρυχθη τουτο το ευαγγελιον της βασιλειας εν ολη τη οικουμενη προς μαρτυριαν εις παντα τα εθνη, και τοτε θελει ελθει το τελος.
<scripture passage="Matt 24:15" parsed="|Matt|24|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.15" />
<sup>15</sup>Οταν λοιπον ιδητε το βδελυγμα της ερημωσεως, το λαληθεν δια του προφητου Δανιηλ, ισταμενον εν τω τοπω τω αγιω-ο αναγινωσκων ας εννοη-
<scripture passage="Matt 24:16" parsed="|Matt|24|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.16" />
<sup>16</sup>τοτε οι εν τη Ιουδαια ας φευγωσιν επι τα ορη·
<scripture passage="Matt 24:17" parsed="|Matt|24|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.17" />
<sup>17</sup>οστις ευρεθη επι του δωματος, ας μη καταβη δια να λαβη τι εκ της οικιας αυτου·
<scripture passage="Matt 24:18" parsed="|Matt|24|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.18" />
<sup>18</sup>και οστις ευρεθη εν τω αγρω, ας μη επιστρεψη οπισω δια να λαβη τα ιματια αυτου.
<scripture passage="Matt 24:19" parsed="|Matt|24|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.19" />
<sup>19</sup>Ουαι δε εις τας εγκυμονουσας και τας θηλαζουσας εν εκειναις ταις ημεραις.
<scripture passage="Matt 24:20" parsed="|Matt|24|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.20" />
<sup>20</sup>Προσευχεσθε δε δια να μη γεινη η φυγη υμων εν χειμωνι μηδε εν σαββατω.
<scripture passage="Matt 24:21" parsed="|Matt|24|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.21" />
<sup>21</sup>Διοτι τοτε θελει εισθαι θλιψις μεγαλη, οποια δεν εγεινεν απ' αρχης κοσμου εως του νυν, ουδε θελει γεινει.
<scripture passage="Matt 24:22" parsed="|Matt|24|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.22" />
<sup>22</sup>Και αν δεν συνετεμνοντο αι ημεραι εκειναι, δεν ηθελε σωθη ουδεμια σαρξ· δια τους εκλεκτους ομως θελουσι συντμηθη αι ημεραι εκειναι.
<scripture passage="Matt 24:23" parsed="|Matt|24|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.23" />
<sup>23</sup>Τοτε εαν τις ειπη προς υμας· Ιδου εδω ειναι ο Χριστος η εδω, μη πιστευσητε·
<scripture passage="Matt 24:24" parsed="|Matt|24|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.24" />
<sup>24</sup>διοτι θελουσιν εγερθη ψευδοχριστοι και ψευδοπροφηται και θελουσι δειξει σημεια μεγαλα και τερατα, ωστε να πλανησωσιν, ει δυνατον, και τους εκλεκτους.
<scripture passage="Matt 24:25" parsed="|Matt|24|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.25" />
<sup>25</sup>Ιδου, προειπα προς υμας.
<scripture passage="Matt 24:26" parsed="|Matt|24|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.26" />
<sup>26</sup>Εαν λοιπον ειπωσι προς υμας, Ιδου, εν τη ερημω ειναι, μη εξελθητε, Ιδου, εν τοις ταμειοις, μη πιστευσητε·
<scripture passage="Matt 24:27" parsed="|Matt|24|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.27" />
<sup>27</sup>διοτι καθως η αστραπη εξερχεται απο ανατολων και φαινεται εως δυσμων, ουτω θελει εισθαι και η παρουσια του Υιου του ανθρωπου.
<scripture passage="Matt 24:28" parsed="|Matt|24|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.28" />
<sup>28</sup>Διοτι οπου ειναι το πτωμα, εκει θελουσι συναχθη οι αετοι.
<scripture passage="Matt 24:29" parsed="|Matt|24|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.29" />
<sup>29</sup>Ευθυς δε μετα την θλιψιν των ημερων εκεινων ο ηλιος θελει σκοτισθη και η σεληνη δεν θελει δωσει το φεγγος αυτης, και οι αστερες θελουσι πεσει απο του ουρανου και αι δυναμεις των ουρανων θελουσι σαλευθη.
<scripture passage="Matt 24:30" parsed="|Matt|24|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.30" />
<sup>30</sup>Και τοτε θελει φανη το σημειον του Υιου του ανθρωπου εν τω ουρανω, και τοτε θελουσι θρηνησει πασαι αι φυλαι της γης και θελουσιν ιδει τον Υιον του ανθρωπου ερχομενον επι των νεφελων του ουρανου μετα δυναμεως και δοξης πολλης.
<scripture passage="Matt 24:31" parsed="|Matt|24|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.31" />
<sup>31</sup>Και θελει αποστειλει τους αγγελους αυτου μετα σαλπιγγος φωνης μεγαλης, και θελουσι συναξει τους εκλεκτους αυτου εκ των τεσσαρων ανεμων απ' ακρων ουρανων εως ακρων αυτων.
<scripture passage="Matt 24:32" parsed="|Matt|24|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.32" />
<sup>32</sup>Απο δε της συκης μαθετε την παραβολην· Οταν ο κλαδος αυτης γεινη ηδη απαλος και εκβλαστανη τα φυλλα, γνωριζετε οτι πλησιαζει το θερος·
<scripture passage="Matt 24:33" parsed="|Matt|24|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.33" />
<sup>33</sup>ουτω και σεις, οταν ιδητε παντα ταυτα, εξευρετε οτι πλησιον ειναι επι τας θυρας.
<scripture passage="Matt 24:34" parsed="|Matt|24|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.34" />
<sup>34</sup>Αληθως σας λεγω, δεν θελει παρελθει η γενεα αυτη, εωσου γεινωσι παντα ταυτα.
<scripture passage="Matt 24:35" parsed="|Matt|24|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.35" />
<sup>35</sup>Ο ουρανος και η γη θελουσι παρελθει, οι δε λογοι μου δεν θελουσι παρελθει.
<scripture passage="Matt 24:36" parsed="|Matt|24|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.36" />
<sup>36</sup>Περι δε της ημερας εκεινης και της ωρας ουδεις γινωσκει, ουδε οι αγγελοι των ουρανων, ειμη ο Πατηρ μου μονος·
<scripture passage="Matt 24:37" parsed="|Matt|24|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.37" />
<sup>37</sup>και καθως αι ημεραι του Νωε, ουτω θελει εισθαι και η παρουσια του Υιου του ανθρωπου.
<scripture passage="Matt 24:38" parsed="|Matt|24|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.38" />
<sup>38</sup>Διοτι καθως εν ταις ημεραις ταις προ του κατακλυσμου ησαν τρωγοντες και πινοντες, νυμφευομενοι και νυμφευοντες, εως της ημερας καθ' ην ο Νωε εισηλθεν εις την κιβωτον,
<scripture passage="Matt 24:39" parsed="|Matt|24|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.39" />
<sup>39</sup>και δεν ενοησαν, εωσου ηλθεν ο κατακλυσμος και εσηκωσε παντας, ουτω θελει εισθαι και η παρουσια του Υιου του ανθρωπου.
<scripture passage="Matt 24:40" parsed="|Matt|24|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.40" />
<sup>40</sup>Τοτε δυο θελουσιν εισθαι εν τω αγρω· ο εις παραλαμβανεται και ο εις αφινεται·
<scripture passage="Matt 24:41" parsed="|Matt|24|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.41" />
<sup>41</sup>δυο γυναικες θελουσιν αλεθει εν τω μυλω, μια παραλαμβανεται και μια αφινεται.
<scripture passage="Matt 24:42" parsed="|Matt|24|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.42" />
<sup>42</sup>Αγρυπνειτε λοιπον, διοτι δεν εξευρετε ποια ωρα ερχεται ο Κυριος υμων.
<scripture passage="Matt 24:43" parsed="|Matt|24|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.43" />
<sup>43</sup>Τουτο δε γινωσκετε οτι εαν ηξευρεν ο οικοδεσποτης εν ποια φυλακη της νυκτος ερχεται ο κλεπτης, ηθελεν αγρυπνησει και δεν ηθελεν αφησει να διορυχθη η οικια αυτου.
<scripture passage="Matt 24:44" parsed="|Matt|24|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.44" />
<sup>44</sup>Δια τουτο και σεις γινεσθε ετοιμοι, διοτι καθ' ην ωραν δεν στοχαζεσθε, ερχεται ο Υιος του ανθρωπου.
<scripture passage="Matt 24:45" parsed="|Matt|24|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.45" />
<sup>45</sup>Τις λοιπον ειναι ο πιστος και φρονιμος δουλος, τον οποιον ο κυριος αυτου κατεστησεν επι των υπηρετων αυτου, δια να διδη εις αυτους την τροφην εν καιρω;
<scripture passage="Matt 24:46" parsed="|Matt|24|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.46" />
<sup>46</sup>Μακαριος ο δουλος εκεινος, τον οποιον οταν ελθη ο κυριος αυτου θελει ευρει πραττοντα ουτως.
<scripture passage="Matt 24:47" parsed="|Matt|24|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.47" />
<sup>47</sup>Αληθως σας λεγω οτι θελει καταστησει αυτον επι παντων των υπαρχοντων αυτου.
<scripture passage="Matt 24:48" parsed="|Matt|24|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.48" />
<sup>48</sup>Εαν δε ειπη ο κακος εκεινος δουλος εν τη καρδια αυτου, Βραδυνει να ελθη ο κυριος μου,
<scripture passage="Matt 24:49" parsed="|Matt|24|49|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.49" />
<sup>49</sup>και αρχιση να δερη τους συνδουλους, να τρωγη δε και να πινη μετα των μεθυοντων,
<scripture passage="Matt 24:50" parsed="|Matt|24|50|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.50" />
<sup>50</sup>θελει ελθει ο κυριος του δουλου εκεινου καθ' ην ημεραν δεν προσμενει και καθ' ην ωραν δεν εξευρει,
<scripture passage="Matt 24:51" parsed="|Matt|24|51|0|0" osisRef="Bible:Matt.24.51" />
<sup>51</sup>και θελει αποχωρισει αυτον, και το μερος αυτου θελει θεσει μετα των υποκριτων· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 25" progress="80.20%" prev="Matt.24" next="Matt.26" id="Matt.25">
<h3 id="Matt.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Matt.25-p1">
<scripture passage="Matt 25:1" parsed="|Matt|25|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.1" />
<sup>1</sup>Τοτε θελει ομοιωθη η βασιλεια των ουρανων με δεκα παρθενους, αιτινες λαβουσαι τας λαμπαδας αυτων εξηλθον εις απαντησιν του νυμφιου.
<scripture passage="Matt 25:2" parsed="|Matt|25|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.2" />
<sup>2</sup>Πεντε δε εξ αυτων ησαν φρονιμοι και πεντε μωραι.
<scripture passage="Matt 25:3" parsed="|Matt|25|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.3" />
<sup>3</sup>Αιτινες μωραι, λαβουσαι τας λαμπαδας αυτων, δεν ελαβον μεθ' εαυτων ελαιον·
<scripture passage="Matt 25:4" parsed="|Matt|25|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.4" />
<sup>4</sup>αι φρονιμοι ομως ελαβον ελαιον εν τοις αγγειοις αυτων μετα των λαμπαδων αυτων.
<scripture passage="Matt 25:5" parsed="|Matt|25|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.5" />
<sup>5</sup>Και επειδη ο νυμφιος εβραδυνεν, ενυσταξαν πασαι και εκοιμωντο.
<scripture passage="Matt 25:6" parsed="|Matt|25|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.6" />
<sup>6</sup>Εν τω μεσω δε της νυκτος εγεινε κραυγη· Ιδου, ο νυμφιος ερχεται, εξελθετε εις απαντησιν αυτου.
<scripture passage="Matt 25:7" parsed="|Matt|25|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.7" />
<sup>7</sup>Τοτε εσηκωθησαν πασαι αι παρθενοι εκειναι και ητοιμασαν τας λαμπαδας αυτων.
<scripture passage="Matt 25:8" parsed="|Matt|25|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.8" />
<sup>8</sup>Και αι μωραι ειπον προς τας φρονιμους· Δοτε εις ημας εκ του ελαιου σας, διοτι αι λαμπαδες ημων σβυνονται.
<scripture passage="Matt 25:9" parsed="|Matt|25|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.9" />
<sup>9</sup>Απεκριθησαν δε αι φρονιμοι, λεγουσαι· Μηποτε δεν αρκεση εις ημας και εις εσας· οθεν υπαγετε καλλιον προς τους πωλουντας και αγορασατε εις εαυτας.
<scripture passage="Matt 25:10" parsed="|Matt|25|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.10" />
<sup>10</sup>Ενω δε απηρχοντο δια να αγορασωσιν, ηλθεν ο νυμφιος και αι ετοιμοι εισηλθον μετ' αυτου εις τους γαμους, και εκλεισθη η θυρα.
<scripture passage="Matt 25:11" parsed="|Matt|25|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.11" />
<sup>11</sup>Υστερον δε ερχονται και αι λοιπαι παρθενοι, λεγουσαι· Κυριε, Κυριε, ανοιξον εις ημας.
<scripture passage="Matt 25:12" parsed="|Matt|25|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.12" />
<sup>12</sup>Ο δε αποκριθεις ειπεν· Αληθως σας λεγω, δεν σας γνωριζω.
<scripture passage="Matt 25:13" parsed="|Matt|25|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.13" />
<sup>13</sup>Αγρυπνειτε λοιπον, διοτι δεν εξευρετε την ημεραν ουδε την ωραν, καθ' ην ο Υιος του ανθρωπου ερχεται.
<scripture passage="Matt 25:14" parsed="|Matt|25|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.14" />
<sup>14</sup>Διοτι θελει ελθει ως ανθρωπος, οστις αποδημων εκαλεσε τους δουλους αυτου και παρεδωκεν εις αυτους τα υπαρχοντα αυτου,
<scripture passage="Matt 25:15" parsed="|Matt|25|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.15" />
<sup>15</sup>και εις αλλον μεν εδωκε πεντε ταλαντα, εις αλλον δε δυο, εις αλλον δε εν, εις εκαστον κατα την ιδιαν αυτου ικανοτητα, και απεδημησεν ευθυς.
<scripture passage="Matt 25:16" parsed="|Matt|25|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.16" />
<sup>16</sup>Υπηγε δε ο λαβων τα πεντε ταλαντα και εργαζομενος δι' αυτων εκαμεν αλλα πεντε ταλαντα.
<scripture passage="Matt 25:17" parsed="|Matt|25|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.17" />
<sup>17</sup>Ωσαυτως και ο τα δυο εκερδησε και αυτος αλλα δυο.
<scripture passage="Matt 25:18" parsed="|Matt|25|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.18" />
<sup>18</sup>Ο δε λαβων το εν υπηγε και εσκαψεν εις την γην και εκρυψε το αργυριον του κυριου αυτου.
<scripture passage="Matt 25:19" parsed="|Matt|25|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.19" />
<sup>19</sup>Μετα δε καιρον πολυν ερχεται ο κυριος των δουλων εκεινων και θεωρει λογαριασμον μετ' αυτων.
<scripture passage="Matt 25:20" parsed="|Matt|25|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.20" />
<sup>20</sup>Και ελθων ο λαβων τα πεντε ταλαντα, προσεφερεν αλλα πεντε ταλαντα, λεγων· Κυριε, πεντε ταλαντα μοι παρεδωκας· ιδου, αλλα πεντε ταλαντα εκερδησα επ' αυτοις.
<scripture passage="Matt 25:21" parsed="|Matt|25|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς αυτον ο κυριος αυτου· Ευγε, δουλε αγαθε και πιστε· εις τα ολιγα εσταθης πιστος, επι πολλων θελω σε καταστησει· εισελθε εις την χαραν του κυριου σου.
<scripture passage="Matt 25:22" parsed="|Matt|25|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.22" />
<sup>22</sup>Προσελθων δε και ο λαβων τα δυο ταλαντα ειπε· Κυριε, δυο ταλαντα μοι παρεδωκας· ιδου, αλλα δυο ταλαντα εκερδησα επ' αυτοις.
<scripture passage="Matt 25:23" parsed="|Matt|25|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.23" />
<sup>23</sup>Ειπε προς αυτον ο κυριος αυτου· Ευγε, δουλε αγαθε και πιστε· εις τα ολιγα εσταθης πιστος, επι πολλων θελω σε καταστησει· εισελθε εις την χαραν του κυριου σου.
<scripture passage="Matt 25:24" parsed="|Matt|25|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.24" />
<sup>24</sup>Προσελθων δε και ο λαβων το εν ταλαντον, ειπε· Κυριε, σε εγνωρισα οτι εισαι σκληρος ανθρωπος, θεριζων οπου δεν εσπειρας και συναγων οθεν δεν διεσκορπισας·
<scripture passage="Matt 25:25" parsed="|Matt|25|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.25" />
<sup>25</sup>και φοβηθεις υπηγα και εκρυψα το ταλαντον σου εν τη γη· ιδου, εχεις το σον.
<scripture passage="Matt 25:26" parsed="|Matt|25|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.26" />
<sup>26</sup>Αποκριθεις δε ο κυριος αυτου, ειπε προς αυτον· Πονηρε δουλε και οκνηρε· ηξευρες οτι θεριζω οπου δεν εσπειρα και συναγω οθεν δεν διεσκορπισα·
<scripture passage="Matt 25:27" parsed="|Matt|25|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.27" />
<sup>27</sup>επρεπε λοιπον να βαλης το αργυριον μου εις τους τραπεζιτας, και ελθων εγω ηθελον λαβει το εμον μετα τοκου.
<scripture passage="Matt 25:28" parsed="|Matt|25|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.28" />
<sup>28</sup>Λαβετε λοιπον απ' αυτου το ταλαντον, και δοτε εις τον εχοντα τα δεκα ταλαντα.
<scripture passage="Matt 25:29" parsed="|Matt|25|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.29" />
<sup>29</sup>Διοτι εις παντα τον εχοντα θελει δοθη και περισσευθη, απο δε του μη εχοντος και εκεινο το οποιον εχει θελει αφαιρεθη απ' αυτου.
<scripture passage="Matt 25:30" parsed="|Matt|25|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.30" />
<sup>30</sup>Και τον αχρειον δουλον ριψατε εις το σκοτος το εξωτερον· εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων.
<scripture passage="Matt 25:31" parsed="|Matt|25|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.31" />
<sup>31</sup>Οταν δε ελθη ο ιος του ανθρωπου εν τη δοξη αυτου και παντες οι αγιοι αγγελοι μετ' αυτου, τοτε θελει καθησει επι του θρονου της δοξης αυτου,
<scripture passage="Matt 25:32" parsed="|Matt|25|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.32" />
<sup>32</sup>και θελουσι συναχθη εμπροσθεν αυτου παντα τα εθνη, και θελει χωρισει αυτους απ' αλληλων, καθως ο ποιμην χωριζει τα προβατα απο των εριφιων,
<scripture passage="Matt 25:33" parsed="|Matt|25|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.33" />
<sup>33</sup>και θελει στησει τα μεν προβατα εκ δεξιων αυτου, τα δε εριφια εξ αριστερων.
<scripture passage="Matt 25:34" parsed="|Matt|25|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.34" />
<sup>34</sup>Τοτε ο Βασιλευς θελει ειπει προς τους εκ δεξιων αυτου· Ελθετε οι ευλογημενοι του Πατρος μου, κληρονομησατε την ητοιμασμενην εις εσας βασιλειαν απο καταβολης κοσμου.
<scripture passage="Matt 25:35" parsed="|Matt|25|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.35" />
<sup>35</sup>Διοτι επεινασα, και μοι εδωκατε να φαγω, εδιψησα, και με εποτισατε, ξενος ημην, και με εφιλοξενησατε,
<scripture passage="Matt 25:36" parsed="|Matt|25|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.36" />
<sup>36</sup>γυμνος, και με ενεδυσατε, ησθενησα, και με επεσκεφθητε, εν φυλακη ημην, και ηλθετε προς εμε.
<scripture passage="Matt 25:37" parsed="|Matt|25|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.37" />
<sup>37</sup>Τοτε θελουσιν αποκριθη προς αυτον οι δικαιοι, λεγοντες· Κυριε, ποτε σε ειδομεν πεινωντα και εθρεψαμεν, η διψωντα και εποτισαμεν;
<scripture passage="Matt 25:38" parsed="|Matt|25|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.38" />
<sup>38</sup>ποτε δε σε ειδομεν ξενον και εφιλοξενησαμεν, η γυμνον και ενεδυσαμεν;
<scripture passage="Matt 25:39" parsed="|Matt|25|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.39" />
<sup>39</sup>ποτε δε σε ειδομεν ασθενη η εν φυλακη και ηλθομεν προς σε;
<scripture passage="Matt 25:40" parsed="|Matt|25|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.40" />
<sup>40</sup>Και αποκριθεις ο Βασιλευς θελει ειπει προς αυτους· Αληθως σας λεγω, καθ' οσον εκαμετε εις ενα τουτων των αδελφων μου των ελαχιστων, εις εμε εκαμετε.
<scripture passage="Matt 25:41" parsed="|Matt|25|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.41" />
<sup>41</sup>Τοτε θελει ειπει και προς τους εξ αριστερων· Υπαγετε απ' εμου οι κατηραμενοι εις το πυρ το αιωνιον, το ητοιμασμενον δια τον διαβολον και τους αγγελους αυτου.
<scripture passage="Matt 25:42" parsed="|Matt|25|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.42" />
<sup>42</sup>Διοτι επεινασα, και δεν μοι εδωκατε να φαγω, εδιψησα, και δεν με εποτισατε,
<scripture passage="Matt 25:43" parsed="|Matt|25|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.43" />
<sup>43</sup>ξενος ημην, και δεν με εφιλοξενησατε, γυμνος, και δεν με ενεδυσατε, ασθενης και εν φυλακη, και δεν με επεσκεφθητε.
<scripture passage="Matt 25:44" parsed="|Matt|25|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.44" />
<sup>44</sup>Τοτε θελουσιν αποκριθη προς αυτον και αυτοι, λεγοντες· Κυριε, ποτε σε ειδομεν πεινωντα η διψωντα η ξενον η γυμνον η ασθενη η εν φυλακη, και δεν σε υπηρετησαμεν;
<scripture passage="Matt 25:45" parsed="|Matt|25|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.45" />
<sup>45</sup>Τοτε θελει αποκριθη προς αυτους, λεγων· Αληθως σας λεγω, καθ' οσον δεν εκαμετε εις ενα τουτων των ελαχιστων, ουδε εις εμε εκαμετε.
<scripture passage="Matt 25:46" parsed="|Matt|25|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.25.46" />
<sup>46</sup>Και θελουσιν απελθει ουτοι μεν εις κολασιν αιωνιον, οι δε δικαιοι εις ζωην αιωνιον.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 26" progress="80.32%" prev="Matt.25" next="Matt.27" id="Matt.26">
<h3 id="Matt.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Matt.26-p1">
<scripture passage="Matt 26:1" parsed="|Matt|26|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ετελειωσεν ο Ιησους παντας τους λογους τουτους, ειπε προς τους μαθητας αυτου·
<scripture passage="Matt 26:2" parsed="|Matt|26|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.2" />
<sup>2</sup>Εξευρετε οτι μετα δυο ημερας γινεται το πασχα, και ο Υιος του ανθρωπου παραδιδεται δια να σταυρωθη.
<scripture passage="Matt 26:3" parsed="|Matt|26|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.3" />
<sup>3</sup>Τοτε συνηχθησαν οι αρχιερεις και οι γραμματεις και οι πρεσβυτεροι του λαου εις την αυλην του αρχιερεως του λεγομενου Καιαφα,
<scripture passage="Matt 26:4" parsed="|Matt|26|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.4" />
<sup>4</sup>και συνεβουλευθησαν να συλλαβωσι τον Ιησουν με δολον και να θανατωσωσιν.
<scripture passage="Matt 26:5" parsed="|Matt|26|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.5" />
<sup>5</sup>Ελεγον δε· μη εν τη εορτη, δια να μη γεινη θορυβος εν τω λαω.
<scripture passage="Matt 26:6" parsed="|Matt|26|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.6" />
<sup>6</sup>Οτε δε ο Ιησους ητο εν Βηθανια εν τη οικια Σιμωνος του λεπρου,
<scripture passage="Matt 26:7" parsed="|Matt|26|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.7" />
<sup>7</sup>προσηλθε προς αυτον γυνη εχουσα αλαβαστρον μυρου βαρυτιμου, και κατεχεεν αυτο επι την κεφαλην αυτου, ενω εκαθητο εις την τραπεζαν.
<scripture passage="Matt 26:8" parsed="|Matt|26|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.8" />
<sup>8</sup>Ιδοντες δε οι μαθηται αυτου, ηγανακτησαν λεγοντες· Εις τι η απωλεια αυτη;
<scripture passage="Matt 26:9" parsed="|Matt|26|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.9" />
<sup>9</sup>διοτι ηδυνατο τουτο το μυρον να πωληθη με πολλην τιμην και να δοθη εις τους πτωχους.
<scripture passage="Matt 26:10" parsed="|Matt|26|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.10" />
<sup>10</sup>Νοησας δε ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Δια τι ενοχλειτε την γυναικα; διοτι εργον καλον επραξεν εις εμε.
<scripture passage="Matt 26:11" parsed="|Matt|26|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.11" />
<sup>11</sup>Διοτι τους πτωχους παντοτε εχετε μεθ' εαυτων, εμε ομως παντοτε δεν εχετε.
<scripture passage="Matt 26:12" parsed="|Matt|26|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.12" />
<sup>12</sup>Επειδη χυσασα αυτη το μυρον τουτο επι του σωματος μου, εκαμε τουτο δια τον ενταφιασμον μου.
<scripture passage="Matt 26:13" parsed="|Matt|26|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.13" />
<sup>13</sup>Αληθως σας λεγω, οπου εαν κηρυχθη το ευαγγελιον τουτο εν ολω τω κοσμω, θελει λαληθη και τουτο, το οποιον επραξεν αυτη, εις μνημοσυνον αυτης.
<scripture passage="Matt 26:14" parsed="|Matt|26|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.14" />
<sup>14</sup>Τοτε υπηγεν εις των δωδεκα, ο λεγομενος Ιουδας Ισκαριωτης, προς τους αρχιερεις
<scripture passage="Matt 26:15" parsed="|Matt|26|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.15" />
<sup>15</sup>και ειπε· Τι θελετε να μοι δωσητε, και εγω θελω σας παραδωσει αυτον; Και εκεινοι εδωκαν εις αυτον τριακοντα αργυρια.
<scripture passage="Matt 26:16" parsed="|Matt|26|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.16" />
<sup>16</sup>Και απο τοτε εζητει ευκαιριαν δια να παραδωση αυτον.
<scripture passage="Matt 26:17" parsed="|Matt|26|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.17" />
<sup>17</sup>Την δε πρωτην των αζυμων προσηλθον οι μαθηται προς τον Ιησουν, λεγοντες προς αυτον· Που θελεις να σοι ετοιμασωμεν δια να φαγης το πασχα;
<scripture passage="Matt 26:18" parsed="|Matt|26|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.18" />
<sup>18</sup>Και εκεινος ειπεν· Υπαγετε εις την πολιν προς τον δεινα και ειπατε προς αυτον· Ο Διδασκαλος λεγει, Ο καιρος μου επλησιασεν· εν τη οικια σου θελω καμει το πασχα μετα των μαθητων μου.
<scripture passage="Matt 26:19" parsed="|Matt|26|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.19" />
<sup>19</sup>Και εκαμον οι μαθηται καθως παρηγγειλεν εις αυτους ο Ιησους, και ητοιμασαν το πασχα.
<scripture passage="Matt 26:20" parsed="|Matt|26|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.20" />
<sup>20</sup>Οτε δε εγεινεν εσπερα, εκαθητο εις την τραπεζαν μετα των δωδεκα.
<scripture passage="Matt 26:21" parsed="|Matt|26|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.21" />
<sup>21</sup>Και ενω ετρωγον, ειπεν· Αληθως σας λεγω οτι εις εξ υμων θελει με παραδωσει.
<scripture passage="Matt 26:22" parsed="|Matt|26|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.22" />
<sup>22</sup>Και λυπουμενοι σφοδρα, ηρχισαν να λεγωσι προς αυτον εκαστος αυτων· Μηπως εγω ειμαι, Κυριε;
<scripture passage="Matt 26:23" parsed="|Matt|26|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.23" />
<sup>23</sup>Ο δε αποκριθεις ειπεν· Ο εμβαψας μετ' εμου εν τω πινακιω την χειρα, ουτος θελει με παραδωσει.
<scripture passage="Matt 26:24" parsed="|Matt|26|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.24" />
<sup>24</sup>Ο μεν Υιος του ανθρωπου υπαγει, καθως ειναι γεγραμμενον περι αυτου· ουαι δε εις τον ανθρωπον εκεινον, δια του οποιου ο Υιος του ανθρωπου παραδιδεται· καλον ητο εις τον ανθρωπον εκεινον, αν δεν ηθελε γεννηθη.
<scripture passage="Matt 26:25" parsed="|Matt|26|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.25" />
<sup>25</sup>Αποκριθεις δε ο Ιουδας, οστις παρεδιδεν αυτον, ειπε· Μηπως εγω ειμαι, Ραββι; Λεγει προς αυτον· Συ ειπας.
<scripture passage="Matt 26:26" parsed="|Matt|26|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.26" />
<sup>26</sup>Και ενω ετρωγον, λαβων ο Ιησους τον αρτον και ευλογησας εκοψε και εδιδεν εις τους μαθητας και ειπε· Λαβετε, φαγετε· τουτο ειναι το σωμα μου·
<scripture passage="Matt 26:27" parsed="|Matt|26|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.27" />
<sup>27</sup>και λαβων το ποτηριον και ευχαριστησας, εδωκεν εις αυτους, λεγων· Πιετε εξ αυτου παντες·
<scripture passage="Matt 26:28" parsed="|Matt|26|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.28" />
<sup>28</sup>διοτι τουτο ειναι το αιμα μου το της καινης διαθηκης, το υπερ πολλων εκχυνομενον εις αφεσιν αμαρτιων.
<scripture passage="Matt 26:29" parsed="|Matt|26|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.29" />
<sup>29</sup>Σας λεγω δε οτι δεν θελω πιει εις το εξης εκ τουτου του γεννηματος της αμπελου εως της ημερας εκεινης, οταν πινω αυτο νεον μεθ' υμων εν τη βασιλεια του Πατρος μου.
<scripture passage="Matt 26:30" parsed="|Matt|26|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.30" />
<sup>30</sup>Και αφου υμνησαν, εξηλθον εις το ορος των ελαιων.
<scripture passage="Matt 26:31" parsed="|Matt|26|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.31" />
<sup>31</sup>Τοτε λεγει προς αυτους ο Ιησους· Παντες υμεις θελετε σκανδαλισθη εν εμοι την νυκτα ταυτην· διοτι ειναι γεγραμμενον, Θελω παταξει τον ποιμενα, και θελουσι διασκορπισθη τα προβατα της ποιμνης·
<scripture passage="Matt 26:32" parsed="|Matt|26|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.32" />
<sup>32</sup>αφου δε αναστηθω, θελω υπαγει προτερον υμων εις την Γαλιλαιαν.
<scripture passage="Matt 26:33" parsed="|Matt|26|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.33" />
<sup>33</sup>Αποκριθεις δε ο Πετρος, ειπε προς αυτον· Και αν παντες σκανδαλισθωσιν εν σοι, εγω ποτε δεν θελω σκανδαλισθη.
<scripture passage="Matt 26:34" parsed="|Matt|26|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.34" />
<sup>34</sup>Ειπε προς αυτον ο Ιησους· Αληθως σοι λεγω οτι ταυτην την νυκτα, πριν φωναξη ο αλεκτωρ, τρις θελεις με απαρνηθη.
<scripture passage="Matt 26:35" parsed="|Matt|26|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.35" />
<sup>35</sup>Λεγει προς αυτον ο Πετρος· Και αν γεινη χρεια να αποθανω μετα σου, δεν θελω σε απαρνηθη. Ομοιως ειπον και παντες οι μαθηται.
<scripture passage="Matt 26:36" parsed="|Matt|26|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.36" />
<sup>36</sup>Τοτε ερχεται μετ' αυτων ο Ιησους εις χωριον λεγομενον Γεθσημανη και λεγει προς τους μαθητας· Καθησατε αυτου, εωσου υπαγω και προσευχηθω εκει.
<scripture passage="Matt 26:37" parsed="|Matt|26|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.37" />
<sup>37</sup>Και παραλαβων τον Πετρον και τους δυο υιους του Ζεβεδαιου, ηρχισε να λυπηται και να αδημονη.
<scripture passage="Matt 26:38" parsed="|Matt|26|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.38" />
<sup>38</sup>Τοτε λεγει προς αυτους· Περιλυπος ειναι η ψυχη μου εως θανατου· μεινατε εδω και αγρυπνειτε μετ' εμου.
<scripture passage="Matt 26:39" parsed="|Matt|26|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.39" />
<sup>39</sup>Και προχωρησας ολιγον επεσεν επι προσωπον αυτου, προσευχομενος και λεγων· Πατερ μου, εαν ηναι δυνατον, ας παρελθη απ' εμου το ποτηριον τουτο· πλην ουχι ως εγω θελω, αλλ' ως συ.
<scripture passage="Matt 26:40" parsed="|Matt|26|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.40" />
<sup>40</sup>Και ερχεται προς τους μαθητας και ευρισκει αυτους κοιμωμενους, και λεγει προς τον Πετρον· Ουτω δεν ηδυνηθητε μιαν ωραν να αγρυπνησητε μετ' εμου;
<scripture passage="Matt 26:41" parsed="|Matt|26|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.41" />
<sup>41</sup>αγρυπνειτε και προσευχεσθε, δια να μη εισελθητε εις πειρασμον. Το μεν πνευμα προθυμον, η δε σαρξ ασθενης.
<scripture passage="Matt 26:42" parsed="|Matt|26|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.42" />
<sup>42</sup>Παλιν εκ δευτερου υπηγε και προσευχηθη, λεγων· Πατερ μου, εαν δεν ηναι δυνατον τουτο το ποτηριον να παρελθη απ' εμου χωρις να πιω αυτο, γενηθητω το θελημα σου.
<scripture passage="Matt 26:43" parsed="|Matt|26|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.43" />
<sup>43</sup>Και ελθων ευρισκει αυτους παλιν κοιμωμενους· διοτι οι οφθαλμοι αυτων ησαν βεβαρημενοι.
<scripture passage="Matt 26:44" parsed="|Matt|26|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.44" />
<sup>44</sup>Και αφησας αυτους υπηγε παλιν και προσευχηθη εκ τριτου, ειπων τον αυτον λογον.
<scripture passage="Matt 26:45" parsed="|Matt|26|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.45" />
<sup>45</sup>Τοτε ερχεται προς τους μαθητας αυτου και λεγει προς αυτους· Κοιμασθε το λοιπον και αναπαυεσθε· ιδου, επλησιασεν η ωρα και ο Υιος του ανθρωπου παραδιδεται εις χειρας αμαρτωλων.
<scripture passage="Matt 26:46" parsed="|Matt|26|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.46" />
<sup>46</sup>Εγερθητε, ας υπαγωμεν· Ιδου, επλησιασεν ο παραδιδων με.
<scripture passage="Matt 26:47" parsed="|Matt|26|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.47" />
<sup>47</sup>Και ενω αυτος ελαλει ετι, ιδου, ο Ιουδας εις των δωδεκα ηλθε, και μετ' αυτου οχλος πολυς μετα μαχαιρων και ξυλων παρα των αρχιερεων και πρεσβυτερων του λαου.
<scripture passage="Matt 26:48" parsed="|Matt|26|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.48" />
<sup>48</sup>Ο δε παραδιδων αυτον εδωκεν εις αυτους σημειον, λεγων· Οντινα φιλησω, αυτος ειναι· πιασατε αυτον.
<scripture passage="Matt 26:49" parsed="|Matt|26|49|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.49" />
<sup>49</sup>Και ευθυς πλησιασας προς τον Ιησουν, ειπε· Χαιρε, Ραββι, και κατεφιλησεν αυτον.
<scripture passage="Matt 26:50" parsed="|Matt|26|50|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.50" />
<sup>50</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Φιλε, δια τι ηλθες; Τοτε προσελθοντες επεβαλον τας χειρας επι τον Ιησουν και επιασαν αυτον.
<scripture passage="Matt 26:51" parsed="|Matt|26|51|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.51" />
<sup>51</sup>Και ιδου, εις των μετα του Ιησου εκτεινας την χειρα εσυρε την μαχαιραν αυτου, και κτυπησας τον δουλον του αρχιερεως απεκοψε το ωτιον αυτου.
<scripture passage="Matt 26:52" parsed="|Matt|26|52|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.52" />
<sup>52</sup>Τοτε λεγει προς αυτον ο Ιησους· Επιστρεψον την μαχαιραν σου εις τον τοπον αυτης· διοτι παντες οσοι πιασωσι μαχαιραν δια μαχαιρας θελουσιν απολεσθη.
<scripture passage="Matt 26:53" parsed="|Matt|26|53|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.53" />
<sup>53</sup>Η νομιζεις οτι δεν δυναμαι ηδη να παρακαλεσω τον Πατερα μου, και θελει στησει πλησιον μου περισσοτερους παρα δωδεκα λεγεωνας αγγελων;
<scripture passage="Matt 26:54" parsed="|Matt|26|54|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.54" />
<sup>54</sup>πως λοιπον θελουσι πληρωθη αι γραφαι οτι ουτω πρεπει να γεινη;
<scripture passage="Matt 26:55" parsed="|Matt|26|55|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.55" />
<sup>55</sup>Εν εκεινη τη ωρα ειπεν ο Ιησους προς τους οχλους· Ως επι ληστην εξηλθετε μετα μαχαιρων και ξυλων να με συλλαβητε; καθ' ημεραν εκαθημην πλησιον υμων διδασκων εν τω ιερω, και δεν με επιασατε.
<scripture passage="Matt 26:56" parsed="|Matt|26|56|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.56" />
<sup>56</sup>Τουτο δε ολον εγεινε δια να πληρωθωσιν αι γραφαι των προφητων. Τοτε οι μαθηται παντες αφησαντες αυτον εφυγον.
<scripture passage="Matt 26:57" parsed="|Matt|26|57|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.57" />
<sup>57</sup>Οι δε πιασαντες τον Ιησουν εφεραν προς Καιαφαν τον αρχιερεα, οπου συνηχθησαν οι γραμματεις και οι πρεσβυτεροι.
<scripture passage="Matt 26:58" parsed="|Matt|26|58|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.58" />
<sup>58</sup>Ο δε Πετρος ηκολουθει αυτον απο μακροθεν εως της αυλης του αρχιερεως, και εισελθων εσω εκαθητο μετα των υπηρετων δια να ιδη το τελος.
<scripture passage="Matt 26:59" parsed="|Matt|26|59|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.59" />
<sup>59</sup>Οι δε αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι και το συνεδριον ολον εζητουν ψευδομαρτυριαν κατα του Ιησου, δια να θανατωσωσιν αυτον,
<scripture passage="Matt 26:60" parsed="|Matt|26|60|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.60" />
<sup>60</sup>και δεν ευρον· και πολλων ψευδομαρτυρων προσελθοντων, δεν ευρον. Υστερον δε προσελθοντες δυο ψευδομαρτυρες,
<scripture passage="Matt 26:61" parsed="|Matt|26|61|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.61" />
<sup>61</sup>ειπον· Ουτος ειπε, Δυναμαι να χαλασω τον ναον του Θεου και δια τριων ημερων να οικοδομησω αυτον.
<scripture passage="Matt 26:62" parsed="|Matt|26|62|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.62" />
<sup>62</sup>Και σηκωθεις ο αρχιερευς ειπε προς αυτον· Δεν αποκρινεσαι; τι μαρτυρουσιν ουτοι κατα σου;
<scripture passage="Matt 26:63" parsed="|Matt|26|63|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.63" />
<sup>63</sup>Ο δε Ιησους εσιωπα. Και αποκριθεις ο αρχιερευς ειπε προς αυτον· Σε ορκιζω εις τον Θεον τον ζωντα να ειπης προς ημας αν συ ησαι ο Χριστος ο Υιος του Θεου.
<scripture passage="Matt 26:64" parsed="|Matt|26|64|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.64" />
<sup>64</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Συ ειπας· πλην σας λεγω, Εις το εξης θελετε ιδει τον Υιον του ανθρωπου καθημενον εκ δεξιων της δυναμεως και ερχομενον επι των νεφελων του ουρανου.
<scripture passage="Matt 26:65" parsed="|Matt|26|65|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.65" />
<sup>65</sup>Τοτε ο αρχιερευς διεσχισε τα ιματια αυτου, λεγων οτι εβλασφημησε· τι χρειαν εχομεν πλεον μαρτυρων; ιδου, τωρα ηκουσατε την βλασφημιαν αυτου·
<scripture passage="Matt 26:66" parsed="|Matt|26|66|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.66" />
<sup>66</sup>τι σας φαινεται; Και εκεινοι αποκριθεντες ειπον· Ενοχος θανατου ειναι.
<scripture passage="Matt 26:67" parsed="|Matt|26|67|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.67" />
<sup>67</sup>Τοτε ενεπτυσαν εις το προσωπον αυτου και εγρονθισαν αυτον, αλλοι δε ερραπισαν,
<scripture passage="Matt 26:68" parsed="|Matt|26|68|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.68" />
<sup>68</sup>λεγοντες· Προφητευσον εις ημας, Χριστε, τις ειναι οστις σε εκτυπησεν;
<scripture passage="Matt 26:69" parsed="|Matt|26|69|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.69" />
<sup>69</sup>Ο δε Πετρος εκαθητο εξω εν τη αυλη και προσηλθε προς αυτον μια δουλη, λεγουσα· Και συ ησο μετα Ιησου του Γαλιλαιου.
<scripture passage="Matt 26:70" parsed="|Matt|26|70|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.70" />
<sup>70</sup>Ο δε ηρνηθη εμπροσθεν παντων, λεγων· Δεν εξευρω τι λεγεις.
<scripture passage="Matt 26:71" parsed="|Matt|26|71|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.71" />
<sup>71</sup>Και οτε εξηλθεν εις τον πυλωνα, ειδεν αυτον αλλη και λεγει προς τους εκει, Και ουτος ητο μετα Ιησου του Ναζωραιου.
<scripture passage="Matt 26:72" parsed="|Matt|26|72|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.72" />
<sup>72</sup>Και παλιν ηρνηθη μεθ' ορκου οτι δεν γνωριζω τον ανθρωπον.
<scripture passage="Matt 26:73" parsed="|Matt|26|73|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.73" />
<sup>73</sup>Μετ' ολιγον δε προσελθοντες οι εστωτες, ειπον προς τον Πετρον· Αληθως και συ εξ αυτων εισαι· διοτι η λαλια σου σε καμνει φανερον.
<scripture passage="Matt 26:74" parsed="|Matt|26|74|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.74" />
<sup>74</sup>Τοτε ηρχισε να καταναθεματιζη και να ομνυη οτι δεν γνωριζω τον ανθρωπον. Και ευθυς εφωναξεν ο αλεκτωρ.
<scripture passage="Matt 26:75" parsed="|Matt|26|75|0|0" osisRef="Bible:Matt.26.75" />
<sup>75</sup>Και ενεθυμηθη ο Πετρος τον λογον του Ιησου, οστις ειχεν ειπει προς αυτον οτι πριν φωναξη ο αλεκτωρ, τρις θελεις με απαρνηθη· και εξελθων εξω εκλαυσε πικρως.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 27" progress="80.52%" prev="Matt.26" next="Matt.28" id="Matt.27">
<h3 id="Matt.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Matt.27-p1">
<scripture passage="Matt 27:1" parsed="|Matt|27|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.1" />
<sup>1</sup>Οτε δε εγεινε πρωι, συνεβουλευθησαν παντες οι αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι του λαου κατα του Ιησου δια να θανατωσωσιν αυτον·
<scripture passage="Matt 27:2" parsed="|Matt|27|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.2" />
<sup>2</sup>και δεσαντες αυτον, εφεραν και παρεδωκαν αυτον εις τον Ποντιον Πιλατον τον ηγεμονα.
<scripture passage="Matt 27:3" parsed="|Matt|27|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ιδων Ιουδας ο παραδοσας αυτον οτι κατεδικασθη, μεταμεληθεις επεστρεψε τα τριακοντα αργυρια εις τους πρεσβυτερους,
<scripture passage="Matt 27:4" parsed="|Matt|27|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.4" />
<sup>4</sup>λεγων· Ημαρτον παραδοσας αιμα αθωον. Οι δε ειπον· Τι προς ημας; συ οψει.
<scripture passage="Matt 27:5" parsed="|Matt|27|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.5" />
<sup>5</sup>Και ριψας τα αργυρια εν τω ναω, ανεχωρησε και απελθων εκρεμασθη.
<scripture passage="Matt 27:6" parsed="|Matt|27|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.6" />
<sup>6</sup>Οι δε αρχιερεις, λαβοντες τα αργυρια, ειπον· Δεν ειναι συγκεχωρημενον να βαλωμεν αυτα εις το θησαυροφυλακιον, διοτι ειναι τιμη αιματος.
<scripture passage="Matt 27:7" parsed="|Matt|27|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.7" />
<sup>7</sup>Και συμβουλευθεντες ηγορασαν με αυτα τον αγρον του κεραμεως, δια να ενταφιαζωνται εκει οι ξενοι.
<scripture passage="Matt 27:8" parsed="|Matt|27|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο ωνομασθη ο αγρος εκεινος Αγρος αιματος εως της σημερον.
<scripture passage="Matt 27:9" parsed="|Matt|27|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.9" />
<sup>9</sup>Τοτε επληρωθη το ρηθεν δια Ιερεμιου του προφητου, λεγοντος· Και ελαβον τα τριακοντα αργυρια, την τιμην του εκτιμηθεντος, τον οποιον εξετιμησαν απο των υιων Ισραηλ,
<scripture passage="Matt 27:10" parsed="|Matt|27|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.10" />
<sup>10</sup>και εδωκαν αυτα εις τον αγρον του κεραμεως, καθως μοι παρηγγειλεν ο Κυριος.
<scripture passage="Matt 27:11" parsed="|Matt|27|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.11" />
<sup>11</sup>Ο δε Ιησους εσταθη εμπροσθεν του ηγεμονος· και ηρωτησεν αυτον ο ηγεμων, λεγων· Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων; Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Συ λεγεις.
<scripture passage="Matt 27:12" parsed="|Matt|27|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.12" />
<sup>12</sup>Και ενω εκατηγορειτο υπο των αρχιερεων και των πρεσβυτερων, ουδεν απεκριθη.
<scripture passage="Matt 27:13" parsed="|Matt|27|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.13" />
<sup>13</sup>Τοτε λεγει προς αυτον ο Πιλατος· Δεν ακουεις ποσα σου καταμαρτυρουσι;
<scripture passage="Matt 27:14" parsed="|Matt|27|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.14" />
<sup>14</sup>Και δεν απεκριθη προς αυτον ουδε προς ενα λογον, ωστε ο ηγεμων εθαυμαζε πολυ.
<scripture passage="Matt 27:15" parsed="|Matt|27|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.15" />
<sup>15</sup>Κατα δε την εορτην εσυνειθιζεν ο ηγεμων να απολυη εις τον οχλον ενα δεσμιον, οντινα ηθελον.
<scripture passage="Matt 27:16" parsed="|Matt|27|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.16" />
<sup>16</sup>Και ειχον τοτε δεσμιον περιβοητον λεγομενον Βαραββαν.
<scripture passage="Matt 27:17" parsed="|Matt|27|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.17" />
<sup>17</sup>Ενω λοιπον ησαν συνηγμενοι, ειπε προς αυτους ο Πιλατος· Τινα θελετε να σας απολυσω; τον Βαραββαν η τον Ιησουν τον λεγομενον Χριστον;
<scripture passage="Matt 27:18" parsed="|Matt|27|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.18" />
<sup>18</sup>Επειδη ηξευρεν οτι δια φθονον παρεδωκαν αυτον.
<scripture passage="Matt 27:19" parsed="|Matt|27|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.19" />
<sup>19</sup>Ενω δε εκαθητο επι του βηματος, απεστειλε προς αυτον η γυνη αυτου, λεγουσα· Απεχε του δικαιου εκεινου· διοτι πολλα επαθον σημερον κατ' οναρ δι' αυτον.
<scripture passage="Matt 27:20" parsed="|Matt|27|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.20" />
<sup>20</sup>Οι δε αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι επεισαν τους οχλους να ζητησωσι τον Βαραββαν, τον δε Ιησουν να απολεσωσι.
<scripture passage="Matt 27:21" parsed="|Matt|27|21|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.21" />
<sup>21</sup>Και αποκριθεις ο ηγεμων ειπε προς αυτους· Τινα θελετε απο των δυο να σας απολυσω; οι δε ειπον· Τον Βαραββαν.
<scripture passage="Matt 27:22" parsed="|Matt|27|22|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.22" />
<sup>22</sup>Λεγει προς αυτους ο Πιλατος· Τι λοιπον να καμω τον Ιησουν τον λεγομενον Χριστον; Λεγουσι προς αυτον παντες· Σταυρωθητω.
<scripture passage="Matt 27:23" parsed="|Matt|27|23|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.23" />
<sup>23</sup>Ο δε ηγεμων ειπε· Και τι κακον επραξεν; Οι δε περισσοτερον εκραζον, λεγοντες· Σταυρωθητω.
<scripture passage="Matt 27:24" parsed="|Matt|27|24|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.24" />
<sup>24</sup>Και ιδων ο Πιλατος οτι ουδεν ωφελει, αλλα μαλλον θορυβος γινεται, λαβων υδωρ ενιψε τας χειρας αυτου εμπροσθεν του οχλου, λεγων· Αθωος ειμαι απο του αιματος του δικαιου τουτου· υμεις οψεσθε.
<scripture passage="Matt 27:25" parsed="|Matt|27|25|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.25" />
<sup>25</sup>Και αποκριθεις πας ο λαος ειπε· Το αιμα αυτου ας ηναι εφ' ημας και επι τα τεκνα ημων.
<scripture passage="Matt 27:26" parsed="|Matt|27|26|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.26" />
<sup>26</sup>Τοτε απελυσεν εις αυτους τον Βαραββαν, τον δε Ιησουν μαστιγωσας παρεδωκε δια να σταυρωθη.
<scripture passage="Matt 27:27" parsed="|Matt|27|27|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.27" />
<sup>27</sup>Τοτε οι στρατιωται του ηγεμονος, παραλαβοντες τον Ιησουν εις το πραιτωριον, συνηθροισαν επ' αυτον ολον το ταγμα των στρατιωτων·
<scripture passage="Matt 27:28" parsed="|Matt|27|28|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.28" />
<sup>28</sup>και εκδυσαντες αυτον ενεδυσαν αυτον χλαμυδα κοκκινην,
<scripture passage="Matt 27:29" parsed="|Matt|27|29|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.29" />
<sup>29</sup>και πλεξαντες στεφανον εξ ακανθων, εθεσαν επι την κεφαλην αυτου και καλαμον εις την δεξιαν αυτου, και γονυπετησαντες εμπροσθεν αυτου, ενεπαιζον αυτον, λεγοντες· Χαιρε, ο βασιλευς των Ιουδαιων·
<scripture passage="Matt 27:30" parsed="|Matt|27|30|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.30" />
<sup>30</sup>και εμπτυσαντες εις αυτον ελαβον τον καλαμον και ετυπτον εις την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="Matt 27:31" parsed="|Matt|27|31|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.31" />
<sup>31</sup>Και αφου ενεπαιξαν αυτον, εξεδυσαν αυτον την χλαμυδα και ενεδυσαν αυτον τα ιματια αυτου, και εφεραν αυτον δια να σταυρωσωσιν.
<scripture passage="Matt 27:32" parsed="|Matt|27|32|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.32" />
<sup>32</sup>Ενω δε εξηρχοντο, ευρον ανθρωπον Κυρηναιον, ονομαζομενον Σιμωνα· τουτον ηγγαρευσαν δια να σηκωση τον σταυρον αυτου.
<scripture passage="Matt 27:33" parsed="|Matt|27|33|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.33" />
<sup>33</sup>Και οτε ηλθον εις τοπον λεγομενον Γολγοθα, οστις λεγεται Κρανιου τοπος,
<scripture passage="Matt 27:34" parsed="|Matt|27|34|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.34" />
<sup>34</sup>εδωκαν εις αυτον να πιη οξος μεμιγμενον μετα χολης· και γευθεις δεν ηθελε να πιη.
<scripture passage="Matt 27:35" parsed="|Matt|27|35|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.35" />
<sup>35</sup>Αφου δε εσταυρωσαν αυτον διεμερισθησαν τα ιματια αυτου, βαλλοντες κληρον, δια να πληρωθη το ρηθεν υπο του προφητου, Διεμερισθησαν τα ιματια μου εις εαυτους και επι τον ιματισμον μου εβαλον κληρον.
<scripture passage="Matt 27:36" parsed="|Matt|27|36|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.36" />
<sup>36</sup>Και καθημενοι εφυλαττον αυτον εκει.
<scripture passage="Matt 27:37" parsed="|Matt|27|37|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.37" />
<sup>37</sup>Και εθεσαν επανωθεν της κεφαλης αυτου την κατηγοριαν αυτου γεγραμμενην· Ουτος εστιν Ιησους ο βασιλευς των Ιουδαιων.
<scripture passage="Matt 27:38" parsed="|Matt|27|38|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.38" />
<sup>38</sup>Τοτε εσταυρωθησαν μετ' αυτου δυο λησται, εις εκ δεξιων και εις εξ αριστερων.
<scripture passage="Matt 27:39" parsed="|Matt|27|39|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.39" />
<sup>39</sup>οι δε διαβαινοντες εβλασφημουν αυτον, κινουντες τας κεφαλας αυτων
<scripture passage="Matt 27:40" parsed="|Matt|27|40|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.40" />
<sup>40</sup>και λεγοντες· Ο χαλων τον ναον και δια τριων ημερων οικοδομων, σωσον σεαυτον· αν ησαι Υιος του Θεου, καταβα απο του σταυρου.
<scripture passage="Matt 27:41" parsed="|Matt|27|41|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.41" />
<sup>41</sup>Ομοιως δε και οι αρχιερεις εμπαιζοντες μετα των γραμματεων και πρεσβυτερων, ελεγον.
<scripture passage="Matt 27:42" parsed="|Matt|27|42|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.42" />
<sup>42</sup>Αλλους εσωσεν, εαυτον δεν δυναται να σωση· αν ηναι βασιλευς του Ισραηλ, ας καταβη τωρα απο του σταυρου και θελομεν πιστευσει εις αυτον·
<scripture passage="Matt 27:43" parsed="|Matt|27|43|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.43" />
<sup>43</sup>πεποιθεν επι τον Θεον, ας σωση τωρα αυτον, εαν θελη αυτον· επειδη ειπεν οτι Θεου Υιος ειμαι.
<scripture passage="Matt 27:44" parsed="|Matt|27|44|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.44" />
<sup>44</sup>Το αυτο δε και οι λησται οι συσταυρωθεντες μετ' αυτου ωνειδιζον εις αυτον.
<scripture passage="Matt 27:45" parsed="|Matt|27|45|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.45" />
<sup>45</sup>Απο δε εκτης ωρας σκοτος εγεινεν εφ' ολην την γην εως ωρας εννατης·
<scripture passage="Matt 27:46" parsed="|Matt|27|46|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.46" />
<sup>46</sup>περι δε την εννατην ωραν ανεβοησεν ο Ιησους μετα φωνης μεγαλης, λεγων· Ηλι, Ηλι, λαμα σαβαχθανι; τουτεστι, Θεε μου, Θεε μου, δια τι με εγκατελιπες;
<scripture passage="Matt 27:47" parsed="|Matt|27|47|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.47" />
<sup>47</sup>Και τινες των εκει εστωτων ακουσαντες, ελεγον οτι τον Ηλιαν φωναζει ουτος.
<scripture passage="Matt 27:48" parsed="|Matt|27|48|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.48" />
<sup>48</sup>Και ευθυς εδραμεν εις εξ αυτων και λαβων σπογγον και γεμισας οξους και περιθεσας εις καλαμον εποτιζεν αυτον.
<scripture passage="Matt 27:49" parsed="|Matt|27|49|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.49" />
<sup>49</sup>Οι δε λοιποι ελεγον· Αφες, ας ιδωμεν αν ερχηται ο Ηλιας να σωση αυτον.
<scripture passage="Matt 27:50" parsed="|Matt|27|50|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.50" />
<sup>50</sup>Ο δε Ιησους παλιν κραξας μετα φωνης μεγαλης, αφηκε το πνευμα.
<scripture passage="Matt 27:51" parsed="|Matt|27|51|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.51" />
<sup>51</sup>Και ιδου, το καταπετασμα του ναου εσχισθη εις δυο απο ανωθεν εως κατω, και η γη εσεισθη και αι πετραι εσχισθησαν,
<scripture passage="Matt 27:52" parsed="|Matt|27|52|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.52" />
<sup>52</sup>και τα μνημεια ηνοιχθησαν και πολλα σωματα των κεκοιμημενων αγιων ανεστησαν,
<scripture passage="Matt 27:53" parsed="|Matt|27|53|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.53" />
<sup>53</sup>και εξελθοντες εκ των μνημειων μετα την αναστασιν αυτου εισηλθον εις την αγιαν πολιν και ενεφανισθησαν εις πολλους.
<scripture passage="Matt 27:54" parsed="|Matt|27|54|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.54" />
<sup>54</sup>Ο δε εκατονταρχος και οι μετ' αυτου φυλαττοντες τον Ιησουν, ιδοντες τον σεισμον και τα γενομενα, εφοβηθησαν σφοδρα, λεγοντες· Αληθως Θεου Υιος ητο ουτος.
<scripture passage="Matt 27:55" parsed="|Matt|27|55|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.55" />
<sup>55</sup>Ησαν δε εκει γυναικες πολλαι απο μακροθεν θεωρουσαι, αιτινες ηκολουθησαν τον Ιησουν απο της Γαλιλαιας υπηρετουσαι αυτον·
<scripture passage="Matt 27:56" parsed="|Matt|27|56|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.56" />
<sup>56</sup>μεταξυ των οποιων ητο Μαρια η Μαγδαληνη, και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου και Ιωση, και η μητηρ των υιων Ζεβεδαιου.
<scripture passage="Matt 27:57" parsed="|Matt|27|57|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.57" />
<sup>57</sup>Οτε δε εγεινεν εσπερα, ηλθεν ανθρωπος πλουσιος απο Αριμαθαιας, το ονομα Ιωσηφ, οστις και αυτος εμαθητευσεν εις τον Ιησουν·
<scripture passage="Matt 27:58" parsed="|Matt|27|58|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.58" />
<sup>58</sup>ουτος ελθων προς τον Πιλατον, εζητησε το σωμα του Ιησου. Τοτε ο Πιλατος προσεταξε να αποδοθη το σωμα.
<scripture passage="Matt 27:59" parsed="|Matt|27|59|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.59" />
<sup>59</sup>Και λαβων το σωμα ο Ιωσηφ, ετυλιξεν αυτο με σινδονα καθαραν,
<scripture passage="Matt 27:60" parsed="|Matt|27|60|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.60" />
<sup>60</sup>και εθεσεν αυτο εν τω νεω αυτου μνημειω, το οποιον ελατομησεν εν τη πετρα, και προσκυλισας λιθον μεγαν εις την θυραν του μνημειου ανεχωρησεν.
<scripture passage="Matt 27:61" parsed="|Matt|27|61|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.61" />
<sup>61</sup>Ητο δε εκει Μαρια η Μαγδαληνη και η αλλη Μαρια, καθημεναι απεναντι του ταφου.
<scripture passage="Matt 27:62" parsed="|Matt|27|62|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.62" />
<sup>62</sup>Και τη επαυριον, ητις ειναι μετα την παρασκευην, συνηχθησαν οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι προς τον Πιλατον
<scripture passage="Matt 27:63" parsed="|Matt|27|63|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.63" />
<sup>63</sup>λεγοντες· Κυριε, ενεθυμηθημεν οτι εκεινος ο πλανος ειπεν ετι ζων, Μετα τρεις ημερας θελω αναστηθη.
<scripture passage="Matt 27:64" parsed="|Matt|27|64|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.64" />
<sup>64</sup>Προσταξον λοιπον να ασφαλισθη ο ταφος εως της τριτης ημερας, μηποτε οι μαθηται αυτου ελθοντες δια νυκτος κλεψωσιν αυτον και ειπωσι προς τον λαον, Ανεστη εκ των νεκρων· και θελει εισθαι η εσχατη πλανη χειροτερα της πρωτης.
<scripture passage="Matt 27:65" parsed="|Matt|27|65|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.65" />
<sup>65</sup>Ειπε δε προς αυτους ο Πιλατος· Εχετε φυλακας· υπαγετε, ασφαλισατε καθως εξευρετε.
<scripture passage="Matt 27:66" parsed="|Matt|27|66|0|0" osisRef="Bible:Matt.27.66" />
<sup>66</sup>Οι δε υπηγον και ησφαλισαν τον ταφον, σφραγισαντες τον λιθον και επιστησαντες τους φυλακας.
</p>
</div3>

<div3 title="Matthew 28" progress="80.69%" prev="Matt.27" next="Mark" id="Matt.28">
<h3 id="Matt.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Matt.28-p1">
<scripture passage="Matt 28:1" parsed="|Matt|28|1|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε επερασε το σαββατον, περι τα χαραγματα της πρωτης ημερας της εβδομαδος ηλθε Μαρια η Μαγδαληνη και η αλλη Μαρια, δια να θεωρησωσι τον ταφον.
<scripture passage="Matt 28:2" parsed="|Matt|28|2|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου εγεινε σεισμος μεγας· διοτι αγγελος Κυριου καταβας εξ ουρανου ηλθε και απεκυλισε τον λιθον απο της θυρας και εκαθητο επανω αυτου.
<scripture passage="Matt 28:3" parsed="|Matt|28|3|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.3" />
<sup>3</sup>Ητο δε η οψις αυτου ως αστραπη και το ενδυμα αυτου λευκον ως χιων.
<scripture passage="Matt 28:4" parsed="|Matt|28|4|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.4" />
<sup>4</sup>Και απο του φοβου αυτου εταραχθησαν οι φυλακες και εγειναν ως νεκροι.
<scripture passage="Matt 28:5" parsed="|Matt|28|5|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.5" />
<sup>5</sup>Αποκριθεις δε ο αγγελος ειπε προς τας γυναικας· μη φοβεισθε σεις· διοτι εξευρω οτι Ιησουν τον εσταυρωμενον ζητειτε·
<scripture passage="Matt 28:6" parsed="|Matt|28|6|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.6" />
<sup>6</sup>δεν ειναι εδω· διοτι ανεστη, καθως ειπεν. Ελθετε, ιδετε τον τοπον οπου εκειτο ο Κυριος.
<scripture passage="Matt 28:7" parsed="|Matt|28|7|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.7" />
<sup>7</sup>Και υπαγετε ταχεως και ειπατε προς τους μαθητας αυτου οτι ανεστη εκ των νεκρων, και ιδου, υπαγει προτερον υμων εις την Γαλιλαιαν· εκει θελετε ιδει αυτον· ιδου, σας ειπον.
<scripture passage="Matt 28:8" parsed="|Matt|28|8|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.8" />
<sup>8</sup>Και εξελθουσαι ταχεως απο του μνημειου μετα φοβου και χαρας μεγαλης εδραμον να απαγγειλωσι προς τους μαθητας αυτου.
<scripture passage="Matt 28:9" parsed="|Matt|28|9|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.9" />
<sup>9</sup>Ενω δε ηρχοντο να απαγγειλωσι προς τους μαθητας αυτου, ιδου, ο Ιησους απηντησεν αυτας, λεγων· Χαιρετε. Και εκειναι προσελθουσαι επιασαν τους ποδας αυτου και προσεκυνησαν αυτον.
<scripture passage="Matt 28:10" parsed="|Matt|28|10|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.10" />
<sup>10</sup>Τοτε λεγει προς αυτας ο Ιησους· Μη φοβεισθε· υπαγετε, απαγγειλατε προς τους αδελφους μου, δια να υπαγωσιν εις την Γαλιλαιαν· και εκει θελουσι με ιδει.
<scripture passage="Matt 28:11" parsed="|Matt|28|11|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.11" />
<sup>11</sup>Ενω δε αυται απηρχοντο, ιδου, τινες των φυλακων ελθοντες εις την πολιν απηγγειλαν προς τους αρχιερεις παντα τα γενομενα,
<scripture passage="Matt 28:12" parsed="|Matt|28|12|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.12" />
<sup>12</sup>Και συναχθεντες μετα των πρεσβυτερων και συμβουλευθεντες εδωκαν εις τους στρατιωτας αργυρια ικανα,
<scripture passage="Matt 28:13" parsed="|Matt|28|13|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.13" />
<sup>13</sup>λεγοντες· Ειπατε οτι οι μαθηται αυτου ελθοντες δια νυκτος εκλεισαν αυτον, ενω ημεις εκοιμωμεθα.
<scripture passage="Matt 28:14" parsed="|Matt|28|14|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.14" />
<sup>14</sup>Και εαν ακουσθη τουτο ενωπιον του ηγεμονος, ημεις θελομεν πεισει αυτον και εσας θελομεν καμει αμεριμνους.
<scripture passage="Matt 28:15" parsed="|Matt|28|15|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.15" />
<sup>15</sup>Εκεινοι δε λαβοντες τα αργυρια, επραξαν ως εδιδαχθησαν. Και διεφημισθη ο λογος ουτος παρα τοις Ιουδαιοις μεχρι της σημερον.
<scripture passage="Matt 28:16" parsed="|Matt|28|16|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.16" />
<sup>16</sup>Οι δε ενδεκα μαθηται υπηγον εις την Γαλιλαιαν, εις το ορος οπου παρηγγειλεν εις αυτους ο Ιησους.
<scripture passage="Matt 28:17" parsed="|Matt|28|17|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.17" />
<sup>17</sup>Και ιδοντες αυτον προσεκυνησαν αυτον, τινες δε εδιστασαν.
<scripture passage="Matt 28:18" parsed="|Matt|28|18|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.18" />
<sup>18</sup>Και προσελθων ο Ιησους, ελαλησε προς αυτους, λεγων· Εδοθη εις εμε πασα εξουσια εν ουρανω και επι γης.
<scripture passage="Matt 28:19" parsed="|Matt|28|19|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.19" />
<sup>19</sup>Πορευθεντες λοιπον μαθητευσατε παντα τα εθνη, βαπτιζοντες αυτους εις το ονομα του Πατρος και του Υιου και του Αγιου Πνευματος,
<scripture passage="Matt 28:20" parsed="|Matt|28|20|0|0" osisRef="Bible:Matt.28.20" />
<sup>20</sup>διδασκοντες αυτους να φυλαττωσι παντα οσα παρηγγειλα εις εσας· και ιδου, εγω ειμαι μεθ' υμων πασας τας ημερας εως της συντελειας του αιωνος. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Mark" progress="80.74%" prev="Matt.28" next="Mark.1" id="Mark">
<h2 id="Mark-p0.1">Mark</h2>

<div3 title="Mark 1" progress="80.74%" prev="Mark" next="Mark.2" id="Mark.1">
<h3 id="Mark.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Mark.1-p1">
<scripture passage="Mark 1:1" parsed="|Mark|1|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.1" />
<sup>1</sup>Αρχη του ευαγγελιου του Ιησου Χριστου, Υιου του Θεου.
<scripture passage="Mark 1:2" parsed="|Mark|1|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.2" />
<sup>2</sup>Καθως ειναι γεγραμμενον εν τοις προφηταις· Ιδου, εγω αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, οστις θελει κατασκευασει την οδον σου εμπροσθεν σου·
<scripture passage="Mark 1:3" parsed="|Mark|1|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.3" />
<sup>3</sup>Φωνη βοωντος εν τη ερημω, ετοιμασατε την οδον του Κυριου, ευθειας καμετε τας τριβους αυτου.
<scripture passage="Mark 1:4" parsed="|Mark|1|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.4" />
<sup>4</sup>Ητο ο Ιωαννης βαπτιζων εν τη ερημω και κηρυττων βαπτισμα μετανοιας εις αφεσιν αμαρτιων.
<scripture passage="Mark 1:5" parsed="|Mark|1|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.5" />
<sup>5</sup>Και εξηρχοντο προς αυτον ολος ο τοπος της Ιουδαιας και οι Ιεροσολυμιται, και εβαπτιζοντο παντες εν τω Ιορδανη ποταμω υπ' αυτου, εξομολογουμενοι τας αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="Mark 1:6" parsed="|Mark|1|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.6" />
<sup>6</sup>Ητο δε ο Ιωαννης ενδεδυμενος τριχας καμηλου και εχων ζωνην δερματινην περι την οσφυν αυτου, και τρωγων ακριδας και μελι αγριον.
<scripture passage="Mark 1:7" parsed="|Mark|1|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.7" />
<sup>7</sup>Και εκηρυττε, λεγων· Ερχεται ο ισχυροτερος μου οπισω μου, του οποιου δεν ειμαι αξιος σκυψας να λυσω το λωριον των υποδηματων αυτου.
<scripture passage="Mark 1:8" parsed="|Mark|1|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.8" />
<sup>8</sup>Εγω μεν σας εβαπτισα εν υδατι, αυτος δε θελει σας βαπτισει εν Πνευματι Αγιω.
<scripture passage="Mark 1:9" parsed="|Mark|1|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.9" />
<sup>9</sup>Και εν εκειναις ταις ημεραις ηλθεν ο Ιησους απο Ναζαρετ της Γαλιλαιας και εβαπτισθη υπο Ιωαννου εις τον Ιορδανην.
<scripture passage="Mark 1:10" parsed="|Mark|1|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.10" />
<sup>10</sup>Και ευθυς ενω ανεβαινεν απο του υδατος, ειδε τους ουρανους σχιζομενους και το Πνευμα καταβαινον ως περιστεραν επ' αυτον·
<scripture passage="Mark 1:11" parsed="|Mark|1|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.11" />
<sup>11</sup>και φωνη εγεινεν εκ των ουρανων· Συ εισαι ο Υιος μου ο αγαπητος, εις τον οποιον ευηρεστηθην.
<scripture passage="Mark 1:12" parsed="|Mark|1|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.12" />
<sup>12</sup>Και ευθυς το Πνευμα εκβαλλει αυτον εις την ερημον·
<scripture passage="Mark 1:13" parsed="|Mark|1|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.13" />
<sup>13</sup>και ητο εκει εν τη ερημω ημερας τεσσαρακοντα πειραζομενος υπο του Σατανα, και ητο μετα των θηριων, και οι αγγελοι υπηρετουν αυτον.
<scripture passage="Mark 1:14" parsed="|Mark|1|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.14" />
<sup>14</sup>Αφου δε παρεδοθη ο Ιωαννης, ηλθεν ο Ιησους εις την Γαλιλαιαν κηρυττων το ευαγγελιον της βασιλειας του Θεου
<scripture passage="Mark 1:15" parsed="|Mark|1|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.15" />
<sup>15</sup>και λεγων οτι επληρωθη ο καιρος και επλησιασεν η βασιλεια του Θεου· μετανοειτε και πιστευετε εις το ευαγγελιον.
<scripture passage="Mark 1:16" parsed="|Mark|1|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.16" />
<sup>16</sup>Περιπατων δε παρα την θαλασσαν της Γαλιλαιας, ειδε τον Σιμωνα και Ανδρεαν τον αδελφον αυτου, ριπτοντας δικτυον εις την θαλασσαν· διοτι ησαν αλιεις·
<scripture passage="Mark 1:17" parsed="|Mark|1|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.17" />
<sup>17</sup>και ειπε προς αυτους ο Ιησους· Ελθετε οπισω μου, και θελω σας καμει να γεινητε αλιεις ανθρωπων.
<scripture passage="Mark 1:18" parsed="|Mark|1|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.18" />
<sup>18</sup>Και ευθυς αφησαντες τα δικτυα αυτων, ηκολουθησαν αυτον.
<scripture passage="Mark 1:19" parsed="|Mark|1|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.19" />
<sup>19</sup>Και προχωρησας εκειθεν ολιγον, ειδεν Ιακωβον τον του Ζεβεδαιου και Ιωαννην τον αδελφον αυτου, και αυτους εν τω πλοιω επισκευαζοντας τα δικτυα,
<scripture passage="Mark 1:20" parsed="|Mark|1|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.20" />
<sup>20</sup>και ευθυς εκαλεσεν αυτους. Και αφησαντες τον πατερα αυτων Ζεβεδαιον εν τω πλοιω μετα των μισθωτων, υπηγον οπισω αυτου.
<scripture passage="Mark 1:21" parsed="|Mark|1|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.21" />
<sup>21</sup>Και εισερχονται εις Καπερναουμ· και ευθυς εν τω σαββατω εισελθων ο Ιησους εις την συναγωγην εδιδασκε.
<scripture passage="Mark 1:22" parsed="|Mark|1|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.22" />
<sup>22</sup>Και εξεπληττοντο δια την διδαχην αυτου· διοτι εδιδασκεν αυτους ως εχων εξουσιαν, και ουχι ως οι γραμματεις.
<scripture passage="Mark 1:23" parsed="|Mark|1|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.23" />
<sup>23</sup>Και ητο εν τη συναγωγη αυτων ανθρωπος εχων πνευμα ακαθαρτον, και ανεκραξε,
<scripture passage="Mark 1:24" parsed="|Mark|1|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.24" />
<sup>24</sup>λεγων· Φευ, τι ειναι μεταξυ ημων και σου, Ιησου Ναζαρηνε; ηλθες να μας απολεσης; σε γνωριζω τις εισαι, ο Αγιος του Θεου.
<scripture passage="Mark 1:25" parsed="|Mark|1|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.25" />
<sup>25</sup>Και επετιμησεν αυτο ο Ιησους, λεγων· Σιωπα και εξελθε εξ αυτου.
<scripture passage="Mark 1:26" parsed="|Mark|1|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.26" />
<sup>26</sup>Και το πνευμα το ακαθαρτον, αφου εσπαραξεν αυτον και εκραξε μετα φωνης μεγαλης, εξηλθεν εξ αυτου.
<scripture passage="Mark 1:27" parsed="|Mark|1|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.27" />
<sup>27</sup>Και παντες εξεπλαγησαν, ωστε συνεζητουν προς αλληλους, λεγοντες· Τι ειναι τουτο; τις αυτη η νεα διδαχη, διοτι μετα εξουσιας προσταζει και τα ακαθαρτα πνευματα, και υπακουουσιν εις αυτον;
<scripture passage="Mark 1:28" parsed="|Mark|1|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.28" />
<sup>28</sup>Εξηλθε δε η φημη αυτου ευθυς εις ολην την περιχωρον της Γαλιλαιας.
<scripture passage="Mark 1:29" parsed="|Mark|1|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.29" />
<sup>29</sup>Και ευθυς εξελθοντες εκ της συναγωγης, ηλθον εις την οικιαν Σιμωνος και Ανδρεου μετα του Ιακωβου και Ιωαννου.
<scripture passage="Mark 1:30" parsed="|Mark|1|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.30" />
<sup>30</sup>Η δε πενθερα του Σιμωνος ητο κατακοιτος πασχουσα πυρετον. Και ευθυς ελαλησαν προς αυτον περι αυτης.
<scripture passage="Mark 1:31" parsed="|Mark|1|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.31" />
<sup>31</sup>Και πλησιασας ηγειρεν αυτην πιασας την χειρα αυτης, και αφηκεν αυτην ο πυρετος ευθυς, και υπηρετει αυτους.
<scripture passage="Mark 1:32" parsed="|Mark|1|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.32" />
<sup>32</sup>Αφου δε εγεινεν εσπερα, οτε εδυσεν ο ηλιος, εφεραν προς αυτον παντας τους πασχοντας και τους δαιμονιζομενους·
<scripture passage="Mark 1:33" parsed="|Mark|1|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.33" />
<sup>33</sup>και η πολις ολη ητο συνηγμενη εμπροσθεν της θυρας·
<scripture passage="Mark 1:34" parsed="|Mark|1|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.34" />
<sup>34</sup>και εθεραπευσε πολλους πασχοντας διαφορους αρρωστιας, και δαιμονια πολλα εξεβαλε, και δεν αφινε τα δαιμονια να λαλωσιν, επειδη εγνωριζον αυτον.
<scripture passage="Mark 1:35" parsed="|Mark|1|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.35" />
<sup>35</sup>Και το πρωι ενω ητο ορθρος βαθυς, σηκωθεις εξηλθε· και υπηγεν εις ερημον τοπον και εκει προσηυχετο.
<scripture passage="Mark 1:36" parsed="|Mark|1|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.36" />
<sup>36</sup>Και εδραμον κατοπιν αυτου ο Σιμων και οι μετ' αυτου,
<scripture passage="Mark 1:37" parsed="|Mark|1|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.37" />
<sup>37</sup>και ευροντες αυτον λεγουσι προς αυτον οτι παντες σε ζητουσι.
<scripture passage="Mark 1:38" parsed="|Mark|1|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.38" />
<sup>38</sup>Και λεγει προς αυτους· Ας υπαγωμεν εις τας πλησιον κωμοπολεις, δια να κηρυξω και εκει· επειδη δια τουτο εξηλθον.
<scripture passage="Mark 1:39" parsed="|Mark|1|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.39" />
<sup>39</sup>Και εκηρυττεν εν ταις συναγωγαις αυτων εις ολην την Γαλιλαιαν και εξεβαλλε τα δαιμονια.
<scripture passage="Mark 1:40" parsed="|Mark|1|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.40" />
<sup>40</sup>Και ερχεται προς αυτον λεπρος παρακαλων αυτον και γονυπετων εμπροσθεν αυτου και λεγων προς αυτον οτι, εαν θελης, δυνασαι να με καθαρισης.
<scripture passage="Mark 1:41" parsed="|Mark|1|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.41" />
<sup>41</sup>Ο δε Ιησους σπλαγχνισθεις, εξετεινε την χειρα και ηγγισεν αυτον και λεγει προς αυτον· Θελω, καθαρισθητι.
<scripture passage="Mark 1:42" parsed="|Mark|1|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.42" />
<sup>42</sup>Και ως ειπε τουτο, ευθυς εφυγεν απ' αυτου η λεπρα, και εκαθαρισθη.
<scripture passage="Mark 1:43" parsed="|Mark|1|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.43" />
<sup>43</sup>Και προσταξας αυτον εντονως, ευθυς απεπεμψεν αυτον
<scripture passage="Mark 1:44" parsed="|Mark|1|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.44" />
<sup>44</sup>και λεγει προς αυτον· Προσεχε μη ειπης προς μηδενα μηδεν, αλλ' υπαγε, δειξον σεαυτον εις τον ιερεα και προσφερε περι του καθαρισμου σου οσα προσεταξεν ο Μωυσης δια μαρτυριαν εις αυτους.
<scripture passage="Mark 1:45" parsed="|Mark|1|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.1.45" />
<sup>45</sup>Αλλ' εκεινος εξελθων ηρχισε να κηρυττη πολλα και να διαφημιζη τον λογον, ωστε πλεον δεν ηδυνατο αυτος να εισελθη φανερα εις πολιν, αλλ' ητο εξω εν ερημοις τοποις· και ηρχοντο προς αυτον πανταχοθεν.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 2" progress="80.86%" prev="Mark.1" next="Mark.3" id="Mark.2">
<h3 id="Mark.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Mark.2-p1">
<scripture passage="Mark 2:1" parsed="|Mark|2|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.1" />
<sup>1</sup>Και μεθ' ημερας παλιν εισηλθεν εις Καπερναουμ και ηκουσθη οτι ειναι εις οικον.
<scripture passage="Mark 2:2" parsed="|Mark|2|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.2" />
<sup>2</sup>Και ευθυς συνηχθησαν πολλοι, ωστε δεν εχωρουν πλεον αυτους ουδε τα προθυρα· και εκηρυττεν εις αυτους τον λογον.
<scripture passage="Mark 2:3" parsed="|Mark|2|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.3" />
<sup>3</sup>Και ερχονται προς αυτον φεροντες παραλυτικον, βασταζομενον υπο τεσσαρων·
<scripture passage="Mark 2:4" parsed="|Mark|2|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.4" />
<sup>4</sup>και μη δυναμενοι να πλησιασωσιν εις αυτον εξ αιτιας του οχλου, εχαλασαν την στεγην οπου ητο, και διατρυπησαντες καταβιβαζουσι τον κραββατον, εφ' ου κατεκειτο ο παραλυτικος.
<scripture passage="Mark 2:5" parsed="|Mark|2|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.5" />
<sup>5</sup>Ιδων δε ο Ιησους την πιστιν αυτων, λεγει προς τον παραλυτικον· Τεκνον, συγκεχωρημεναι ειναι εις σε αι αμαρτιαι σου.
<scripture passage="Mark 2:6" parsed="|Mark|2|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.6" />
<sup>6</sup>Ησαν δε τινες των γραμματεων εκει καθημενοι και διαλογιζομενοι εν ταις καρδιαις αυτων·
<scripture passage="Mark 2:7" parsed="|Mark|2|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.7" />
<sup>7</sup>Δια τι ουτος λαλει τοιαυτας βλασφημιας; τις δυναται να συγχωρη αμαρτιας ειμη εις, ο Θεος;
<scripture passage="Mark 2:8" parsed="|Mark|2|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.8" />
<sup>8</sup>Και ευθυς νοησας ο Ιησους δια του πνευματος αυτου οτι ουτω διαλογιζονται καθ' εαυτους, ειπε προς αυτους· Δια τι διαλογιζεσθε ταυτα εν ταις καρδιαις σας;
<scripture passage="Mark 2:9" parsed="|Mark|2|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.9" />
<sup>9</sup>τι ειναι ευκολωτερον, να ειπω προς τον παραλυτικον, Συγκεχωρημεναι ειναι αι αμαρτιαι σου, η να ειπω, Σηκωθητι και επαρε τον κραββατον σου και περιπατει;
<scripture passage="Mark 2:10" parsed="|Mark|2|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.10" />
<sup>10</sup>αλλα δια να γνωρισητε οτι εξουσιαν εχει ο Υιος του ανθρωπου επι της γης να συγχωρη αμαρτιας λεγει προς τον παραλυτικον·
<scripture passage="Mark 2:11" parsed="|Mark|2|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.11" />
<sup>11</sup>Προς σε λεγω, Σηκωθητι και επαρε τον κραββατον σου και υπαγε εις τον οικον σου.
<scripture passage="Mark 2:12" parsed="|Mark|2|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.12" />
<sup>12</sup>Και ηγερθη ευθυς και σηκωσας τον κραββατον, εξηλθεν ενωπιον παντων, ωστε εξεπληττοντο παντες και εδοξαζον τον Θεον, λεγοντες οτι ουδεποτε ειδομεν τοιαυτα.
<scripture passage="Mark 2:13" parsed="|Mark|2|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.13" />
<sup>13</sup>Και εξηλθε παλιν παρα την θαλασσαν· και πας ο οχλος ηρχετο προς αυτον, και εδιδασκεν αυτους.
<scripture passage="Mark 2:14" parsed="|Mark|2|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.14" />
<sup>14</sup>Και διαβαινων ειδε Λευιν τον του Αλφαιου καθημενον εις το τελωνιον, και λεγει προς αυτον· Ακολουθει με. Και σηκωθεις ηκολουθησεν αυτον.
<scripture passage="Mark 2:15" parsed="|Mark|2|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.15" />
<sup>15</sup>Και ενω εκαθητο εις την τραπεζαν εν τη οικια αυτου, συνεκαθηντο και πολλοι τελωναι και αμαρτωλοι μετα του Ιησου και των μαθητων αυτου· διοτι ησαν πολλοι, και ηκολουθησαν αυτον.
<scripture passage="Mark 2:16" parsed="|Mark|2|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.16" />
<sup>16</sup>Οι δε γραμματεις και Φαρισαιοι, ιδοντες αυτον τρωγοντα μετα των τελωνων και αμαρτωλων, ελεγον προς τους μαθητας αυτου· Δια τι μετα των τελωνων και αμαρτωλων τρωγει και πινει;
<scripture passage="Mark 2:17" parsed="|Mark|2|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.17" />
<sup>17</sup>Και ακουσας ο Ιησους, λεγει προς αυτους· Δεν εχουσι χρειαν ιατρου οι υγιαινοντες, αλλ' οι πασχοντες· δεν ηλθον δια να καλεσω δικαιους αλλα αμαρτωλους εις μετανοιαν.
<scripture passage="Mark 2:18" parsed="|Mark|2|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.18" />
<sup>18</sup>Οι μαθηται δε του Ιωαννου και οι των Φαρισαιων ενηστευον. Και ερχονται και λεγουσι προς αυτον· Δια τι οι μαθηται του Ιωαννου και οι των Φαρισαιων νηστευουσιν, οι δε μαθηται σου δεν νηστευουσι;
<scripture passage="Mark 2:19" parsed="|Mark|2|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιησους· Μηπως δυνανται οι υιοι του νυμφωνος, ενοσω ο νυμφιος ειναι μετ' αυτων, να νηστευωσιν; οσον καιρον εχουσι τον νυμφιον μεθ' εαυτων, δεν δυνανται να νηστευωσι·
<scripture passage="Mark 2:20" parsed="|Mark|2|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.20" />
<sup>20</sup>θελουσιν ομως ελθει ημεραι, οταν αφαιρεθη απ' αυτων ο νυμφιος, και τοτε θελουσι νηστευσει εν εκειναις ταις ημεραις.
<scripture passage="Mark 2:21" parsed="|Mark|2|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.21" />
<sup>21</sup>Και ουδεις ραπτει επιρραμμα αγναφου πανιου επι ιματιον παλαιον· ει δε μη, το αναπληρωμα αυτου το νεον αφαιρει απο του παλαιου, και γινεται σχισμα χειροτερον.
<scripture passage="Mark 2:22" parsed="|Mark|2|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.22" />
<sup>22</sup>Και ουδεις βαλλει οινον νεον εις ασκους παλαιους· ει δε μη, ο οινος ο νεος διασχιζει τους ασκους, και ο οινος εκχεεται και οι ασκοι φθειρονται· αλλα πρεπει οινος νεος να βαλληται εις ασκους νεους.
<scripture passage="Mark 2:23" parsed="|Mark|2|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.23" />
<sup>23</sup>Και οτε διεβαινεν εν σαββατω δια των σπαρτων, οι μαθηται αυτου, ενω ωδευον, ηρχισαν να ανασπωσι τα ασταχυα.
<scripture passage="Mark 2:24" parsed="|Mark|2|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.24" />
<sup>24</sup>Και οι Φαρισαιοι ελεγον προς αυτον· Ιδου, δια τι πραττουσιν εν τοις σαββασιν εκεινο, το οποιον δεν συγχωρειται;
<scripture passage="Mark 2:25" parsed="|Mark|2|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.25" />
<sup>25</sup>Και αυτος ελεγε προς αυτους· Ποτε δεν ανεγνωσατε τι επραξεν ο Δαβιδ, οτε ελαβε χρειαν και επεινασεν αυτος και οι μετ' αυτου;
<scripture passage="Mark 2:26" parsed="|Mark|2|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.26" />
<sup>26</sup>πως εισηλθεν εις τον οικον του Θεου επι Αβιαθαρ του αρχιερεως, και εφαγε τους αρτους της προθεσεως, τους οποιους δεν ειναι συγκεχωρημενον ειμη εις τους ιερεις να φαγωσι, και εδωκε και εις τους οντας μετ' αυτου;
<scripture passage="Mark 2:27" parsed="|Mark|2|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.27" />
<sup>27</sup>Και ελεγε προς αυτους· το σαββατον εγεινε δια τον ανθρωπον, ουχι ο ανθρωπος δια το σαββατον·
<scripture passage="Mark 2:28" parsed="|Mark|2|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.2.28" />
<sup>28</sup>ωστε ο Υιος του ανθρωπου κυριος ειναι και του σαββατου.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 3" progress="80.95%" prev="Mark.2" next="Mark.4" id="Mark.3">
<h3 id="Mark.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Mark.3-p1">
<scripture passage="Mark 3:1" parsed="|Mark|3|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.1" />
<sup>1</sup>Και εισηλθε παλιν εις την συναγωγην· και ητο εκει ανθρωπος εχων εξηραμμενην την χειρα.
<scripture passage="Mark 3:2" parsed="|Mark|3|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.2" />
<sup>2</sup>Και παρετηρουν αυτον αν εν τω σαββατω θελη θεραπευσει αυτον, δια να κατηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 3:3" parsed="|Mark|3|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.3" />
<sup>3</sup>Και λεγει προς τον ανθρωπον τον εχοντα εξηραμμενην την χειρα· Σηκωθητι εις το μεσον.
<scripture passage="Mark 3:4" parsed="|Mark|3|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.4" />
<sup>4</sup>Και λεγει προς αυτους· Ειναι συγκεχωρημενον εν σαββατω να αγαθοποιηση τις η να κακοποιηση; να σωση ψυχην η να θανατωση; οι δε εσιωπων.
<scripture passage="Mark 3:5" parsed="|Mark|3|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.5" />
<sup>5</sup>Και περιβλεψας αυτους μετ' οργης, λυπουμενος δια την πωρωσιν της καρδιας αυτων, λεγει προς τον ανθρωπον· Εκτεινον την χειρα σου. Και εξετεινε, και αποκατεσταθη η χειρ αυτου υγιης ως η αλλη.
<scripture passage="Mark 3:6" parsed="|Mark|3|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.6" />
<sup>6</sup>Και εξελθοντες οι Φαρισαιοι συνεβουλευθησαν ευθυς μετα των Ηρωδιανων κατ' αυτου, δια να απολεσωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 3:7" parsed="|Mark|3|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.7" />
<sup>7</sup>Και ο Ιησους ανεχωρησε μετα των μαθητων αυτου προς την θαλασσαν· και ηκολουθησαν αυτον πολυ πληθος απο της Γαλιλαιας και απο της Ιουδαιας
<scripture passage="Mark 3:8" parsed="|Mark|3|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.8" />
<sup>8</sup>και απο Ιεροσολυμων και απο της Ιδουμαιας και απο περαν του Ιορδανου και οι περι Τυρον και Σιδωνα, πληθος πολυ, ακουσαντες οσα επραττεν, ηλθον προς αυτον.
<scripture passage="Mark 3:9" parsed="|Mark|3|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.9" />
<sup>9</sup>Και ειπε προς τους μαθητας αυτου να μενη πλησιον αυτου εν πλοιαριον εξ αιτιας του οχλου, δια να μη συνθλιβωσιν αυτον·
<scripture passage="Mark 3:10" parsed="|Mark|3|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.10" />
<sup>10</sup>διοτι εθεραπευσε πολλους, ωστε επιπτον επ' αυτον δια να εγγισωσιν αυτον οσοι ειχον αρρωστιας·
<scripture passage="Mark 3:11" parsed="|Mark|3|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.11" />
<sup>11</sup>και τα πνευματα τα ακαθαρτα, οτε εθεωρουν αυτον, προσεπιπτον εις αυτον και εκραζον, λεγοντα οτι συ εισαι ο Υιος του Θεου.
<scripture passage="Mark 3:12" parsed="|Mark|3|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.12" />
<sup>12</sup>Και πολλα επετιμα αυτα δια να μη φανερωσωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 3:13" parsed="|Mark|3|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.13" />
<sup>13</sup>Και αναβαινει εις το ορος και προσκαλει οσους αυτος ηθελε, και υπηγον προς αυτον.
<scripture passage="Mark 3:14" parsed="|Mark|3|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.14" />
<sup>14</sup>Και εξελεξε δωδεκα, δια να ηναι μετ' αυτου και δια να αποστελλη αυτους να κηρυττωσι
<scripture passage="Mark 3:15" parsed="|Mark|3|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.15" />
<sup>15</sup>και να εχωσιν εξουσιαν να θεραπευωσι τας νοσους και να εκβαλλωσι τα δαιμονια·
<scripture passage="Mark 3:16" parsed="|Mark|3|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.16" />
<sup>16</sup>Σιμωνα, τον οποιον επωνομασε Πετρον,
<scripture passage="Mark 3:17" parsed="|Mark|3|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.17" />
<sup>17</sup>και Ιακωβον τον του Ζεβεδαιου και Ιωαννην τον αδελφον του Ιακωβου· και επωνομασεν αυτους Βοανεργες, το οποιον σημαινει Υιοι βροντης·
<scripture passage="Mark 3:18" parsed="|Mark|3|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.18" />
<sup>18</sup>και Ανδρεαν και Φιλιππον και Βαρθολομαιον και Ματθαιον και Θωμαν και Ιακωβον τον του Αλφαιου και Θαδδαιον και Σιμωνα τον Κανανιτην
<scripture passage="Mark 3:19" parsed="|Mark|3|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.19" />
<sup>19</sup>και Ιουδαν τον Ισκαριωτην, οστις και παρεδωκεν αυτον.
<scripture passage="Mark 3:20" parsed="|Mark|3|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.20" />
<sup>20</sup>Και ερχονται εις οικον τινα· και συναθροιζεται παλιν οχλος, ωστε αυτοι δεν ηδυναντο μηδε να φαγωσιν αρτον.
<scripture passage="Mark 3:21" parsed="|Mark|3|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.21" />
<sup>21</sup>Και οτε ηκουσαν οι συγγενεις αυτου, εξηλθον δια να πιασωσιν αυτον· διοτι ελεγον οτι ειναι εξω εαυτου.
<scripture passage="Mark 3:22" parsed="|Mark|3|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.22" />
<sup>22</sup>Και οι γραμματεις, οιτινες κατεβησαν απο Ιεροσολυμων, ελεγον οτι εχει Βεελζεβουλ, και οτι δια του αρχοντος των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια.
<scripture passage="Mark 3:23" parsed="|Mark|3|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.23" />
<sup>23</sup>Και προσκαλεσας αυτους, ελεγε προς αυτους δια παραβολων· Πως δυναται Σατανας να εκβαλλη Σαταναν;
<scripture passage="Mark 3:24" parsed="|Mark|3|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.24" />
<sup>24</sup>και εαν βασιλεια διαιρεθη καθ' εαυτης, η βασιλεια εκεινη δεν δυναται να σταθη·
<scripture passage="Mark 3:25" parsed="|Mark|3|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.25" />
<sup>25</sup>και εαν οικια διαιρεθη καθ' εαυτης, η οικια εκεινη δεν δυναται να σταθη.
<scripture passage="Mark 3:26" parsed="|Mark|3|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.26" />
<sup>26</sup>Και αν ο Σατανας εσηκωθη καθ' εαυτου και διηρεθη, δεν δυναται να σταθη, αλλ' εχει τελος.
<scripture passage="Mark 3:27" parsed="|Mark|3|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.27" />
<sup>27</sup>Ουδεις δυναται να αρπαση τα σκευη του δυνατου, εισελθων εις την οικιαν αυτου, εαν πρωτον δεν δεση τον δυνατον, και τοτε θελει διαρπασει την οικιαν αυτου.
<scripture passage="Mark 3:28" parsed="|Mark|3|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.28" />
<sup>28</sup>Αληθως σας λεγω οτι παντα τα αμαρτηματα θελουσι συγχωρηθη εις τους υιους των ανθρωπων και αι βλασφημιαι, οσας βλασφημησωσιν·
<scripture passage="Mark 3:29" parsed="|Mark|3|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.29" />
<sup>29</sup>οστις ομως βλασφημηση εις το Πνευμα το Αγιον, δεν εχει συγχωρησιν εις τον αιωνα, αλλ' ειναι ενοχος αιωνιου καταδικης·
<scripture passage="Mark 3:30" parsed="|Mark|3|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.30" />
<sup>30</sup>διοτι ελεγον, Πνευμα ακαθαρτον εχει.
<scripture passage="Mark 3:31" parsed="|Mark|3|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.31" />
<sup>31</sup>Ερχονται λοιπον οι αδελφοι και η μητηρ αυτου, και σταθεντες εξω απεστειλαν προς αυτον και εκραζον αυτον.
<scripture passage="Mark 3:32" parsed="|Mark|3|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.32" />
<sup>32</sup>Και εκαθητο οχλος περι αυτον· ειπον δε προς αυτον· Ιδου, η μητηρ σου και οι αδελφοι σου εξω σε ζητουσι.
<scripture passage="Mark 3:33" parsed="|Mark|3|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.33" />
<sup>33</sup>Και απεκριθη προς αυτους, λεγων· Τις ειναι η μητηρ μου η οι αδελφοι μου;
<scripture passage="Mark 3:34" parsed="|Mark|3|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.34" />
<sup>34</sup>Και περιβλεψας κυκλω προς τους καθημενους περι αυτον, λεγει· Ιδου η μητηρ μου και οι αδελφοι μου·
<scripture passage="Mark 3:35" parsed="|Mark|3|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.3.35" />
<sup>35</sup>διοτι οστις καμη το θελημα του Θεου, ουτος ειναι αδελφος μου και αδελφη μου και μητηρ.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 4" progress="81.03%" prev="Mark.3" next="Mark.5" id="Mark.4">
<h3 id="Mark.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Mark.4-p1">
<scripture passage="Mark 4:1" parsed="|Mark|4|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.1" />
<sup>1</sup>Και παλιν ηρχισε να διδασκη πλησιον της θαλασσης· και συνηχθη προς αυτον οχλος πολυς, ωστε εισελθων εις το πλοιον εκαθητο εις την θαλασσαν· και πας ο οχλος ητο επι της γης πλησιον της θαλασσης.
<scripture passage="Mark 4:2" parsed="|Mark|4|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.2" />
<sup>2</sup>Και εδιδασκεν αυτους δια παραβολων πολλα, και ελεγε προς αυτους εν τη διδαχη αυτου·
<scripture passage="Mark 4:3" parsed="|Mark|4|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.3" />
<sup>3</sup>Ακουετε· ιδου, εξηλθεν ο σπειρων δια να σπειρη.
<scripture passage="Mark 4:4" parsed="|Mark|4|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.4" />
<sup>4</sup>Και ενω εσπειρεν, αλλο μεν επεσε παρα την οδον, και ηλθον τα πετεινα του ουρανου και κατεφαγον αυτο.
<scripture passage="Mark 4:5" parsed="|Mark|4|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.5" />
<sup>5</sup>Αλλο δε επεσεν επι το πετρωδες, οπου δεν ειχε γην πολλην, και ευθυς ανεφυη, διοτι δεν ειχε βαθος γης,
<scripture passage="Mark 4:6" parsed="|Mark|4|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.6" />
<sup>6</sup>και οτε ανετειλεν ο ηλιος εκαυματισθη, και επειδη δεν ειχε ριζαν εξηρανθη.
<scripture passage="Mark 4:7" parsed="|Mark|4|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.7" />
<sup>7</sup>Και αλλο επεσεν εις τας ακανθας, και ανεβησαν αι ακανθαι και συνεπνιξαν αυτο, και καρπον δεν εδωκε·
<scripture passage="Mark 4:8" parsed="|Mark|4|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.8" />
<sup>8</sup>και αλλο επεσεν εις την γην την καλην και εδιδε καρπον αναβαινοντα και αυξανοντα, και εδωκεν εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον.
<scripture passage="Mark 4:9" parsed="|Mark|4|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.9" />
<sup>9</sup>Και ελεγε προς αυτους· Ο εχων ωτα δια να ακουη, ας ακουη.
<scripture passage="Mark 4:10" parsed="|Mark|4|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.10" />
<sup>10</sup>Οτε δε εμεινε καταμονας, ηρωτησαν αυτον οι περι αυτον μετα των δωδεκα περι της παραβολης.
<scripture passage="Mark 4:11" parsed="|Mark|4|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.11" />
<sup>11</sup>Και ελεγε προς αυτους· Εις εσας εδοθη να γνωρισητε το μυστηριον της βασιλειας του Θεου· εις εκεινους δε τους εξω δια παραβολων τα παντα γινονται,
<scripture passage="Mark 4:12" parsed="|Mark|4|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.12" />
<sup>12</sup>δια να βλεπωσι βλεποντες και να μη ιδωσι, και να ακουωσιν ακουοντες και να μη νοησωσι, μηποτε επιστρεψωσι και συγχωρηθωσιν εις αυτους τα αμαρτηματα.
<scripture passage="Mark 4:13" parsed="|Mark|4|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.13" />
<sup>13</sup>Και λεγει προς αυτους· Δεν εξευρετε την παραβολην ταυτην, και πως θελετε γνωρισει πασας τας παραβολας;
<scripture passage="Mark 4:14" parsed="|Mark|4|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.14" />
<sup>14</sup>Ο σπειρων τον λογον σπειρει.
<scripture passage="Mark 4:15" parsed="|Mark|4|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.15" />
<sup>15</sup>Οι δε παρα την οδον ειναι ουτοι, εις τους οποιους σπειρεται ο λογος, και οταν ακουσωσιν, ευθυς ερχεται ο Σατανας, και αφαιρει τον λογον τον εσπαρμενον εν ταις καρδιαις αυτων.
<scripture passage="Mark 4:16" parsed="|Mark|4|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.16" />
<sup>16</sup>Και ομοιως οι επι τα πετρωδη σπειρομενοι ειναι ουτοι, οιτινες οταν ακουσωσι τον λογον, ευθυς μετα χαρας δεχονται αυτον,
<scripture passage="Mark 4:17" parsed="|Mark|4|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.17" />
<sup>17</sup>δεν εχουσιν ομως ριζαν εν εαυτοις, αλλ' ειναι προσκαιροι· επειτα οταν γεινη θλιψις η διωγμος δια τον λογον, ευθυς σκανδαλιζονται.
<scripture passage="Mark 4:18" parsed="|Mark|4|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.18" />
<sup>18</sup>Και οι εις τας ακανθας σπειρομενοι ειναι ουτοι, οιτινες ακουουσι τον λογον,
<scripture passage="Mark 4:19" parsed="|Mark|4|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.19" />
<sup>19</sup>και αι μεριμναι του αιωνος τουτου και η απατη του πλουτου και αι επιθυμιαι των αλλων πραγματων εισερχομεναι συμπνιγουσι τον λογον, και γινεται ακαρπος.
<scripture passage="Mark 4:20" parsed="|Mark|4|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.20" />
<sup>20</sup>Και οι εις την γην την καλην σπαρεντες ειναι ουτοι, οιτινες ακουουσι τον λογον και παραδεχονται και καρποφορουσιν εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον.
<scripture passage="Mark 4:21" parsed="|Mark|4|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.21" />
<sup>21</sup>Και ελεγε προς αυτους· Μηπως ο λυχνος ερχεται δια να τεθη υπο τον μοδιον η υπο την κλινην; ουχι δια να τεθη επι τον λυχνοστατην;
<scripture passage="Mark 4:22" parsed="|Mark|4|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.22" />
<sup>22</sup>διοτι δεν ειναι τι κρυπτον, το οποιον δεν θελει φανερωθη, ουδ' εγεινε τι αποκρυφον, το οποιον δεν θελει ελθει εις το φανερον.
<scripture passage="Mark 4:23" parsed="|Mark|4|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.23" />
<sup>23</sup>Οστις εχει ωτα δια να ακουη, ας ακουη.
<scripture passage="Mark 4:24" parsed="|Mark|4|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.24" />
<sup>24</sup>Και ελεγε προς αυτους· Προσεχετε τι ακουετε. Με οποιον μετρον μετρειτε, θελει μετρηθη εις εσας, και θελει γεινει προσθηκη εις εσας τους ακουοντας.
<scripture passage="Mark 4:25" parsed="|Mark|4|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.25" />
<sup>25</sup>Διοτι οστις εχει, θελει δοθη εις αυτον· και οστις δεν εχει, και εκεινο το οποιον εχει θελει αφαιρεθη απ' αυτου.
<scripture passage="Mark 4:26" parsed="|Mark|4|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.26" />
<sup>26</sup>Και ελεγεν· Ουτως ειναι η βασιλεια του Θεου, ως εαν ανθρωπος ριψη τον σπορον επι της γης,
<scripture passage="Mark 4:27" parsed="|Mark|4|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.27" />
<sup>27</sup>και κοιμαται και σηκονηται νυκτα και ημεραν, και ο σπορος βλαστανη και αυξανη καθως αυτος δεν εξευρει.
<scripture passage="Mark 4:28" parsed="|Mark|4|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.28" />
<sup>28</sup>Διοτι αφ' εαυτης η γη καρποφορει, πρωτον χορτον, επειτα ασταχυον, επειτα πληρη σιτον εν τω ασταχυω.
<scripture passage="Mark 4:29" parsed="|Mark|4|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.29" />
<sup>29</sup>Οταν δε ωριμαση ο καρπος, ευθυς αποστελλει το δρεπανον, διοτι ηλθεν ο θερισμος.
<scripture passage="Mark 4:30" parsed="|Mark|4|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.30" />
<sup>30</sup>Ετι ελεγε· Με τι να ομοιωσωμεν την βασιλειαν του Θεου; η με ποιαν παραβολην να παραβαλωμεν αυτην;
<scripture passage="Mark 4:31" parsed="|Mark|4|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.31" />
<sup>31</sup>Ειναι ομοια με κοκκον σιναπεως, οστις, οταν σπαρη επι της γης, ειναι μικροτερος παντων των σπερματων των επι της γης·
<scripture passage="Mark 4:32" parsed="|Mark|4|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.32" />
<sup>32</sup>αφου δε σπαρη, αναβαινει και γινεται μεγαλητερος παντων των λαχανων και καμνει κλαδους μεγαλους, ωστε υπο την σκιαν αυτου δυνανται τα πετεινα του ουρανου να κατασκηνωσι.
<scripture passage="Mark 4:33" parsed="|Mark|4|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.33" />
<sup>33</sup>Και δια τοιουτων πολλων παραβολων ελαλει προς αυτους τον λογον, καθως ηδυναντο να ακουωσι,
<scripture passage="Mark 4:34" parsed="|Mark|4|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.34" />
<sup>34</sup>χωρις δε παραβολης δεν ελαλει προς αυτους· κατ ιδιαν ομως εξηγει παντα εις τους μαθητας αυτου.
<scripture passage="Mark 4:35" parsed="|Mark|4|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.35" />
<sup>35</sup>Και λεγει προς αυτους εν εκεινη τη ημερα, οτε εγεινεν εσπερα· Ας διελθωμεν εις το περαν.
<scripture passage="Mark 4:36" parsed="|Mark|4|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.36" />
<sup>36</sup>Και αφησαντες τον οχλον, παραλαμβανουσιν αυτον ως ητο εν τω πλοιω και αλλα δε πλοιαρια ησαν μετ' αυτου.
<scripture passage="Mark 4:37" parsed="|Mark|4|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.37" />
<sup>37</sup>Και γινεται μεγας ανεμοστροβιλος και τα κυματα εισεβαλλον εις το πλοιον, ωστε αυτο ηδη εγεμιζετο.
<scripture passage="Mark 4:38" parsed="|Mark|4|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.38" />
<sup>38</sup>Και αυτος ητο επι της πρυμνης κοιμωμενος επι το προσκεφαλαιον· και εξυπνουσιν αυτον και λεγουσι προς αυτον· Διδασκαλε, δεν σε μελει οτι χανομεθα;
<scripture passage="Mark 4:39" parsed="|Mark|4|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.39" />
<sup>39</sup>Και σηκωθεις επετιμησε τον ανεμον και ειπε προς την θαλασσαν· Σιωπα, ησυχασον. Και επαυσεν ο ανεμος, και εγεινε γαληνη μεγαλη.
<scripture passage="Mark 4:40" parsed="|Mark|4|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.40" />
<sup>40</sup>Και ειπε προς αυτους· Δια τι εισθε ουτω δειλοι; πως δεν εχετε πιστιν;
<scripture passage="Mark 4:41" parsed="|Mark|4|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.4.41" />
<sup>41</sup>Και εφοβηθησαν φοβον μεγαν και ελεγον προς αλληλους· Τις λοιπον ειναι ουτος, οτι και ο ανεμος και η θαλασσα υπακουουσιν εις αυτον;
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 5" progress="81.14%" prev="Mark.4" next="Mark.6" id="Mark.5">
<h3 id="Mark.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Mark.5-p1">
<scripture passage="Mark 5:1" parsed="|Mark|5|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθον εις το περαν της θαλασσης εις την χωραν των Γαδαρηνων.
<scripture passage="Mark 5:2" parsed="|Mark|5|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.2" />
<sup>2</sup>Και ως εξηλθεν εκ του πλοιου, ευθυς απηντησεν αυτον εκ των μνημειων ανθρωπος εχων πνευμα ακαθαρτον,
<scripture passage="Mark 5:3" parsed="|Mark|5|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.3" />
<sup>3</sup>οστις ειχε την κατοικιαν εν τοις μνημειοις, και ουδεις ηδυνατο να δεση αυτον ουδε με αλυσεις,
<scripture passage="Mark 5:4" parsed="|Mark|5|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.4" />
<sup>4</sup>διοτι πολλακις ειχε δεθη με ποδοδεσμα και με αλυσεις, και διεσπασθησαν υπ' αυτου αι αλυσεις και τα ποδοδεσμα συνετριφθησαν, και ουδεις ισχυε να δαμαση αυτον·
<scripture passage="Mark 5:5" parsed="|Mark|5|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.5" />
<sup>5</sup>και δια παντος νυκτα και ημεραν ητο εν τοις ορεσι και εν τοις μνημειοις, κραζων και κατακοπτων εαυτον με λιθους.
<scripture passage="Mark 5:6" parsed="|Mark|5|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.6" />
<sup>6</sup>Ιδων δε τον Ιησουν απο μακροθεν, εδραμε και προσεκυνησεν αυτον,
<scripture passage="Mark 5:7" parsed="|Mark|5|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.7" />
<sup>7</sup>και κραξας μετα φωνης μεγαλης ειπε· Τι ειναι μεταξυ εμου και σου, Ιησου, Υιε του Θεου του υψιστου; ορκιζω σε εις τον Θεον, μη με βασανισης.
<scripture passage="Mark 5:8" parsed="|Mark|5|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ελεγε προς αυτον· Εξελθε απο του ανθρωπου το πνευμα το ακαθαρτον.
<scripture passage="Mark 5:9" parsed="|Mark|5|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.9" />
<sup>9</sup>Και ηρωτησεν αυτον· Τι ειναι το ονομα σου; Και απεκριθη λεγων· Λεγεων ειναι το ονομα μου, διοτι πολλοι ειμεθα.
<scripture passage="Mark 5:10" parsed="|Mark|5|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.10" />
<sup>10</sup>Και παρεκαλει αυτον πολλα να μη αποστειλη αυτους εξω της χωρας.
<scripture passage="Mark 5:11" parsed="|Mark|5|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.11" />
<sup>11</sup>Ητο δε εκει προς τα ορη αγελη μεγαλη χοιρων βοσκομενη.
<scripture passage="Mark 5:12" parsed="|Mark|5|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.12" />
<sup>12</sup>και παρεκαλεσαν αυτον παντες οι δαιμονες, λεγοντες· Πεμψον ημας εις τους χοιρους, δια να εισελθωμεν εις αυτους.
<scripture passage="Mark 5:13" parsed="|Mark|5|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.13" />
<sup>13</sup>Και ο Ιησους ευθυς επετρεψεν εις αυτους. Και εξελθοντα τα πνευματα τα ακαθαρτα εισηλθον εις τους χοιρους· και ωρμησεν η αγελη κατα του κρημνου εις την θαλασσαν· ησαν δε εως δυο χιλιαδες· και επνιγοντο εν τη θαλασση.
<scripture passage="Mark 5:14" parsed="|Mark|5|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.14" />
<sup>14</sup>Οι δε βοσκοντες τους χοιρους εφυγον και ανηγγειλαν εις την πολιν και εις τους αγρους· και εξηλθον δια να ιδωσι τι ειναι το γεγονος.
<scripture passage="Mark 5:15" parsed="|Mark|5|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.15" />
<sup>15</sup>Και ερχονται προς τον Ιησουν, και θεωρουσι τον δαιμονιζομενον, οστις ειχε τον λεγεωνα, καθημενον και ενδεδυμενον και σωφρονουντα, και εφοβηθησαν.
<scripture passage="Mark 5:16" parsed="|Mark|5|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.16" />
<sup>16</sup>Και διηγηθησαν προς αυτους οι ιδοντες πως εγεινε το πραγμα εις τον δαιμονιζομενον, και περι των χοιρων.
<scripture passage="Mark 5:17" parsed="|Mark|5|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.17" />
<sup>17</sup>Και ηρχισαν να παρακαλωσιν αυτον να αναχωρηση απο των οριων αυτων.
<scripture passage="Mark 5:18" parsed="|Mark|5|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.18" />
<sup>18</sup>Και οτε εισηλθεν εις το πλοιον, παρεκαλει αυτον ο δαιμονισθεις να ηναι μετ' αυτου.
<scripture passage="Mark 5:19" parsed="|Mark|5|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.19" />
<sup>19</sup>Πλην ο Ιησους δεν αφηκεν αυτον, αλλα λεγει προς αυτον· Υπαγε εις τον οικον σου προς τους οικειους σου και αναγγειλον προς αυτους οσα ο Κυριος σοι εκαμε και σε ηλεησε.
<scripture passage="Mark 5:20" parsed="|Mark|5|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.20" />
<sup>20</sup>Και ανεχωρησε και ηρχισε να κηρυττη εν τη Δεκαπολει οσα εκαμεν εις αυτον ο Ιησους, και παντες εθαυμαζον.
<scripture passage="Mark 5:21" parsed="|Mark|5|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.21" />
<sup>21</sup>Και αφου ο Ιησους διεπερασε παλιν εν τω πλοιω εις το περαν, συνηχθη προς αυτον οχλος πολυς, και ητο πλησιον της θαλασσης.
<scripture passage="Mark 5:22" parsed="|Mark|5|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.22" />
<sup>22</sup>Και ιδου, ερχεται εις των αρχισυναγωγων, ονοματι Ιαειρος, και ιδων αυτον πιπτει προς τους ποδας αυτου
<scripture passage="Mark 5:23" parsed="|Mark|5|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.23" />
<sup>23</sup>και παρεκαλει αυτον πολλα, λεγων οτι το θυγατριον μου πνεει τα λοισθια· να ελθης και να βαλης τας χειρας σου επ' αυτην, δια να σωθη και θελει ζησει.
<scripture passage="Mark 5:24" parsed="|Mark|5|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.24" />
<sup>24</sup>Και υπηγε μετ' αυτου· και ηκολουθει αυτον οχλος πολυς, και συνεθλιβον αυτον.
<scripture passage="Mark 5:25" parsed="|Mark|5|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.25" />
<sup>25</sup>Και γυνη τις, εχουσα ρυσιν αιματος δωδεκα ετη
<scripture passage="Mark 5:26" parsed="|Mark|5|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.26" />
<sup>26</sup>και πολλα παθουσα υπο πολλων ιατρων και δαπανησασα πασαν την περιουσιαν αυτης και μηδεν ωφεληθεισα, αλλα μαλλον εις το χειρον ελθουσα,
<scripture passage="Mark 5:27" parsed="|Mark|5|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.27" />
<sup>27</sup>ακουσασα περι του Ιησου, ηλθε μεταξυ του οχλου οπισθεν και ηγγισε το ιματιον αυτου·
<scripture passage="Mark 5:28" parsed="|Mark|5|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.28" />
<sup>28</sup>διοτι ελεγεν οτι και αν τα ιματια αυτου εγγισω, θελω σωθη.
<scripture passage="Mark 5:29" parsed="|Mark|5|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.29" />
<sup>29</sup>Και ευθυς εξηρανθη η πηγη του αιματος αυτης, και ησθανθη εν τω σωματι αυτης οτι ιατρευθη απο της μαστιγος.
<scripture passage="Mark 5:30" parsed="|Mark|5|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.30" />
<sup>30</sup>Και ευθυς ο Ιησους, νοησας εν εαυτω την δυναμιν την εξελθουσαν απ' αυτου, στραφεις εν τω οχλω ελεγε· Τις ηγγισε τα ιματια μου;
<scripture passage="Mark 5:31" parsed="|Mark|5|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.31" />
<sup>31</sup>Και ελεγον προς αυτον οι μαθηται αυτον· Βλεπεις τον οχλον συνθλιβοντα σε, και λεγεις τις μου ηγγισε;
<scripture passage="Mark 5:32" parsed="|Mark|5|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.32" />
<sup>32</sup>Και περιεβλεπε δια να ιδη την πραξασαν τουτο.
<scripture passage="Mark 5:33" parsed="|Mark|5|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.33" />
<sup>33</sup>Η δε γυνη, φοβηθεισα και τρεμουσα, επειδη ηξευρε τι εγεινεν επ' αυτην, ηλθε και προσεπεσεν εις αυτον και ειπε προς αυτον πασαν την αληθειαν.
<scripture passage="Mark 5:34" parsed="|Mark|5|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.34" />
<sup>34</sup>Ο δε ειπε προς αυτην· Θυγατερ, η πιστις σου σε εσωσεν· υπαγε εις ειρηνην και εσο υγιης απο της μαστιγος σου.
<scripture passage="Mark 5:35" parsed="|Mark|5|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.35" />
<sup>35</sup>Ενω αυτος ελαλει ετι, ερχονται απο του αρχισυναγωγου, λεγοντες οτι η θυγατηρ σου απεθανε· τι πλεον ενοχλεις τον Διδασκαλον;
<scripture passage="Mark 5:36" parsed="|Mark|5|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.36" />
<sup>36</sup>Ο δε Ιησους, ευθυς οτε ηκουσε τον λογον λαλουμενον, λεγει προς τον αρχισυναγωγον· Μη φοβου, μονον πιστευε.
<scripture passage="Mark 5:37" parsed="|Mark|5|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.37" />
<sup>37</sup>Και δεν αφηκεν ουδενα να ακολουθηση αυτον ειμη τον Πετρον και Ιακωβον και Ιωαννην τον αδελφον Ιακωβου.
<scripture passage="Mark 5:38" parsed="|Mark|5|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.38" />
<sup>38</sup>Και ερχεται εις τον οικον του αρχισυναγωγου και βλεπει θορυβον, κλαιοντας και αλαλαζοντας πολλα,
<scripture passage="Mark 5:39" parsed="|Mark|5|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.39" />
<sup>39</sup>και εισελθων λεγει προς αυτους· Τι θορυβεισθε και κλαιετε; το παιδιον δεν απεθανεν, αλλα κοιμαται.
<scripture passage="Mark 5:40" parsed="|Mark|5|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.40" />
<sup>40</sup>Και κατεγελων αυτου. Ο δε, αφου εξεβαλεν απαντας, παραλαμβανει τον πατερα του παιδιου και την μητερα και τους μεθ' εαυτου και εισερχεται οπου εκειτο το παιδιον,
<scripture passage="Mark 5:41" parsed="|Mark|5|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.41" />
<sup>41</sup>και πιασας την χειρα του παιδιου, λεγει προς αυτην· Ταλιθα, κουμι· το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Κορασιον, σοι λεγω, σηκωθητι.
<scripture passage="Mark 5:42" parsed="|Mark|5|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.42" />
<sup>42</sup>Και ευθυς εσηκωθη το κορασιον και περιεπατει· διοτι ητο ετων δωδεκα. Και εξεπλαγησαν με εκπληξιν μεγαλην.
<scripture passage="Mark 5:43" parsed="|Mark|5|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.5.43" />
<sup>43</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους πολλα να μη μαθη μηδεις τουτο και ειπε να δοθη εις αυτην να φαγη.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 6" progress="81.25%" prev="Mark.5" next="Mark.7" id="Mark.6">
<h3 id="Mark.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Mark.6-p1">
<scripture passage="Mark 6:1" parsed="|Mark|6|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.1" />
<sup>1</sup>Και εξηλθεν εκειθεν και ηλθεν εις την πατριδα αυτου· και ακολουθουσιν αυτον οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="Mark 6:2" parsed="|Mark|6|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.2" />
<sup>2</sup>Και οτε ηλθε το σαββατον, ηρχισε να διδασκη εν τη συναγωγη· και πολλοι ακουοντες εξεπληττοντο και ελεγον· Ποθεν εις τουτον ταυτα; και τις η σοφια η δοθεισα εις αυτον, ωστε και θαυματα τοιαυτα γινονται δια των χειρων αυτου;
<scripture passage="Mark 6:3" parsed="|Mark|6|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.3" />
<sup>3</sup>δεν ειναι ουτος ο τεκτων, ο υιος της Μαριας, αδελφος δε του Ιακωβου και Ιωση και Ιουδα και Σιμωνος; και δεν ειναι αι αδελφαι αυτου ενταυθα παρ' ημιν; Και εσκανδαλιζοντο εν αυτω.
<scripture passage="Mark 6:4" parsed="|Mark|6|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.4" />
<sup>4</sup>Ελεγε δε προς αυτους ο Ιησους οτι δεν ειναι προφητης ανευ τιμης ειμη εν τη πατριδι αυτου και μεταξυ των συγγενων και εν τη οικια αυτου.
<scripture passage="Mark 6:5" parsed="|Mark|6|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.5" />
<sup>5</sup>Και δεν ηδυνατο εκει ουδεν θαυμα να καμη, ειμη οτι επι ολιγους αρρωστους επιθεσας τας χειρας εθεραπευσεν αυτους·
<scripture passage="Mark 6:6" parsed="|Mark|6|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.6" />
<sup>6</sup>και εθαυμαζε δια την απιστιαν αυτων. Και περιηρχετο τας κωμας κυκλω διδασκων.
<scripture passage="Mark 6:7" parsed="|Mark|6|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.7" />
<sup>7</sup>Και προσκαλεσας τους δωδεκα, ηρχισε να αποστελλη αυτους δυο δυο· και εδιδεν εις αυτους εξουσιαν κατα των πνευματων των ακαθαρτων,
<scripture passage="Mark 6:8" parsed="|Mark|6|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.8" />
<sup>8</sup>και παρηγγειλεν εις αυτους να μη βασταζωσι μηδεν εις την οδον ειμη ραβδον μονον, μη σακκιον, μη αρτον, μη χαλκον εις την ζωνην,
<scripture passage="Mark 6:9" parsed="|Mark|6|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.9" />
<sup>9</sup>αλλα να ηναι υποδεδεμενοι σανδαλια και να μη ενδυωνται δυο χιτωνας.
<scripture passage="Mark 6:10" parsed="|Mark|6|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.10" />
<sup>10</sup>Και ελεγε προς αυτους· Οπου εαν εισελθητε εις οικιαν, εκει μενετε εωσου εξελθητε εκειθεν.
<scripture passage="Mark 6:11" parsed="|Mark|6|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.11" />
<sup>11</sup>Και οσοι δεν σας δεχθωσι μηδε σας ακουσωσιν, εξερχομενοι εκειθεν εκτιναξατε τον κονιορτον τον υποκατω των ποδων σας δια μαρτυριαν εις αυτους. Αληθως σας λεγω, ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εις τα Σοδομα η Γομορρα εν ημερα κρισεως, παρα εις την πολιν εκεινην.
<scripture passage="Mark 6:12" parsed="|Mark|6|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.12" />
<sup>12</sup>Και εξελθοντες εκηρυττον να μετανοησωσι,
<scripture passage="Mark 6:13" parsed="|Mark|6|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.13" />
<sup>13</sup>και εξεβαλλον πολλα δαιμονια και ηλειφον πολλους αρρωστους με ελαιον και εθεραπευον.
<scripture passage="Mark 6:14" parsed="|Mark|6|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.14" />
<sup>14</sup>Και ηκουσεν ο βασιλευς Ηρωδης· διοτι φανερον εγεινε το ονομα αυτου· και ελεγεν οτι Ιωαννης ο Βαπτιστης ανεστη εκ νεκρων, και δια τουτο ενεργουσιν αι δυναμεις εν αυτω.
<scripture passage="Mark 6:15" parsed="|Mark|6|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.15" />
<sup>15</sup>Αλλοι ελεγον οτι ο Ηλιας ειναι· αλλοι δε ελεγον οτι προφητης ειναι η ως εις των προφητων.
<scripture passage="Mark 6:16" parsed="|Mark|6|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.16" />
<sup>16</sup>Ακουσας δε ο Ηρωδης ειπεν οτι ουτος ειναι ο Ιωαννης, τον οποιον εγω απεκεφαλισα· αυτος ανεστη εκ νεκρων.
<scripture passage="Mark 6:17" parsed="|Mark|6|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.17" />
<sup>17</sup>Διοτι αυτος ο Ηρωδης απεστειλε και επιασε τον Ιωαννην και εδεσεν αυτον εν τη φυλακη δια την Ηρωδιαδα την γυναικα Φιλιππου του αδελφου αυτου, επειδη ειχε λαβει αυτην εις γυναικα.
<scripture passage="Mark 6:18" parsed="|Mark|6|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ο Ιωαννης ελεγε προς τον Ηρωδην οτι δεν σοι ειναι συγκεχωρημενον να εχης την γυναικα του αδελφου σου.
<scripture passage="Mark 6:19" parsed="|Mark|6|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.19" />
<sup>19</sup>Η δε Ηρωδιας εμισει αυτον και ηθελε να θανατωση αυτον, και δεν ηδυνατο.
<scripture passage="Mark 6:20" parsed="|Mark|6|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ο Ηρωδης εφοβειτο τον Ιωαννην, γνωριζων αυτον ανδρα δικαιον και αγιον, και διεφυλαττεν αυτον και εκαμνε πολλα ακουων αυτου και ευχαριστως ηκουεν αυτου.
<scripture passage="Mark 6:21" parsed="|Mark|6|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.21" />
<sup>21</sup>Και οτε ηλθεν αρμοδιος ημερα, καθ' ην ο Ηρωδης εκαμνεν εν τοις γενεθλιοις αυτου δειπνος εις τους μεγιστανας αυτου και εις τους χιλιαρχους και τους πρωτους της Γαλιλαιας,
<scripture passage="Mark 6:22" parsed="|Mark|6|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.22" />
<sup>22</sup>και εισηλθεν η θυγατηρ αυτης της Ηρωδιαδος και εχορευσε και ηρεσεν εις τον Ηρωδην και τους συγκαθημενους, ειπεν ο βασιλευς προς το κορασιον· Ζητησον με ο, τι αν θελης, και θελω σοι δωσει.
<scripture passage="Mark 6:23" parsed="|Mark|6|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.23" />
<sup>23</sup>Και ωμοσε προς αυτην οτι θελω σοι δωσει ο, τι με ζητησης, εως του ημισεος της βασιλειας μου.
<scripture passage="Mark 6:24" parsed="|Mark|6|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.24" />
<sup>24</sup>Η δε εξελθουσα ειπε προς την μητερα αυτης· Τι να ζητησω; Η δε ειπε· Την κεφαλην Ιωαννου του Βαπτιστου.
<scripture passage="Mark 6:25" parsed="|Mark|6|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.25" />
<sup>25</sup>Και ευθυς εισελθουσα μετα σπουδης εις τον βασιλεα, εζητησε λεγουσα· Θελω να μοι δωσης παραυτα επι πινακι την κεφαλην Ιωαννου του Βαπτιστου.
<scripture passage="Mark 6:26" parsed="|Mark|6|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.26" />
<sup>26</sup>Και ο βασιλευς, αν και ελυπηθη πολυ, δια τους ορκους ομως και τους συγκαθημενους δεν ηθελησε να απορριψη την αιτησιν αυτης.
<scripture passage="Mark 6:27" parsed="|Mark|6|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.27" />
<sup>27</sup>Και ευθυς αποστειλας ο βασιλευς δημιον, προσεταξε να φερθη η κεφαλη αυτου. Ο δε απελθων απεκεφαλισεν αυτον εν τη φυλακη
<scripture passage="Mark 6:28" parsed="|Mark|6|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.28" />
<sup>28</sup>και εφερε την κεφαλην αυτου επι πινακι και εδωκεν αυτην εις το κορασιον, και το κορασιον εδωκεν αυτην εις την μητερα αυτης.
<scripture passage="Mark 6:29" parsed="|Mark|6|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.29" />
<sup>29</sup>Και ακουσαντες οι μαθηται αυτου, ηλθον και εσηκωσαν το πτωμα αυτου και εθεσαν αυτο εν μνημειω.
<scripture passage="Mark 6:30" parsed="|Mark|6|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.30" />
<sup>30</sup>Και συναγονται οι αποστολοι προς τον Ιησουν και απηγγειλαν προς αυτον παντα, και οσα επραξαν και οσα εδιδαξαν.
<scripture passage="Mark 6:31" parsed="|Mark|6|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.31" />
<sup>31</sup>Και ειπε προς αυτους· Ελθετε σεις αυτοι κατ' ιδιαν εις τοπον ερημον και αναπαυεσθε ολιγον· διοτι ησαν πολλοι οι ερχομενοι και οι υπαγοντες, και ουδε να φαγωσιν ηυκαιρουν·
<scripture passage="Mark 6:32" parsed="|Mark|6|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.32" />
<sup>32</sup>και υπηγον εις ερημον τοπον με το πλοιον κατ' ιδιαν.
<scripture passage="Mark 6:33" parsed="|Mark|6|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.33" />
<sup>33</sup>Και ειδον αυτους υπαγοντας οι οχλοι, και πολλοι εγνωρισαν αυτον και συνεδραμον εκει πεζοι απο πασων των πολεων και φθασαντες προ αυτων συνηχθησαν πλησιον αυτου.
<scripture passage="Mark 6:34" parsed="|Mark|6|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.34" />
<sup>34</sup>Εξελθων δε ο Ιησους, ειδε πολυν οχλον και εσπλαγχνισθη δι' αυτους, επειδη ησαν ως προβατα μη εχοντα ποιμενα, και ηρχισε να διδασκη αυτους πολλα.
<scripture passage="Mark 6:35" parsed="|Mark|6|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.35" />
<sup>35</sup>Και επειδη ειχεν ηδη παρελθει ωρα πολλη, προσελθοντες προς αυτον οι μαθηται αυτου, λεγουσιν οτι ερημος ειναι ο τοπος και παρηλθεν ηδη πολλη ωρα·
<scripture passage="Mark 6:36" parsed="|Mark|6|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.36" />
<sup>36</sup>απολυσον αυτους, δια να υπαγωσιν εις τους περιξ αγρους και κωμας και αγορασωσιν εις εαυτους αρτους· διοτι δεν εχουσι τι να φαγωσιν.
<scripture passage="Mark 6:37" parsed="|Mark|6|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.37" />
<sup>37</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Δοτε σεις εις αυτους να φαγωσι. Και λεγουσι προς αυτον· να υπαγωμεν να αγορασωμεν διακοσιων δηναριων αρτους και να δωσωμεν εις αυτους να φαγωσιν;
<scripture passage="Mark 6:38" parsed="|Mark|6|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.38" />
<sup>38</sup>Ο δε λεγει προς αυτους· Ποσους αρτους εχετε; υπαγετε και ιδετε. Και αφου ειδον, λεγουσι· Πεντε, και δυο οψαρια.
<scripture passage="Mark 6:39" parsed="|Mark|6|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.39" />
<sup>39</sup>Και προσεταξεν αυτους να καθισωσι παντας επι του χλωρου χορτου συμποσια συμποσια.
<scripture passage="Mark 6:40" parsed="|Mark|6|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.40" />
<sup>40</sup>Και εκαθησαν πρασιαι ανα εκατον και ανα πεντηκοντα.
<scripture passage="Mark 6:41" parsed="|Mark|6|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.41" />
<sup>41</sup>Και λαβων τους πεντε αρτους και τα δυο οψαρια, αναβλεψας εις τον ουρανον ηυλογησε και κατεκοψε τους αρτους και εδιδεν εις τους μαθητας αυτου δια να βαλωσιν εμπροσθεν αυτων, και τα δυο οψαρια εμοιρασεν εις παντας.
<scripture passage="Mark 6:42" parsed="|Mark|6|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.42" />
<sup>42</sup>Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν.
<scripture passage="Mark 6:43" parsed="|Mark|6|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.43" />
<sup>43</sup>Και εσηκωσαν απο των κλασματων δωδεκα κοφινους πληρεις και απο των οψαριων.
<scripture passage="Mark 6:44" parsed="|Mark|6|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.44" />
<sup>44</sup>Ησαν δε οι φαγοντες τους αρτους εως πεντακισχιλιοι ανδρες.
<scripture passage="Mark 6:45" parsed="|Mark|6|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.45" />
<sup>45</sup>Και ευθυς ηναγκασε τους μαθητας αυτου να εμβωσιν εις το πλοιον και να προυπαγωσιν εις το περαν προς Βηθσαιδαν, εωσου αυτος απολυση τον οχλον·
<scripture passage="Mark 6:46" parsed="|Mark|6|46|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.46" />
<sup>46</sup>και απολυσας αυτους, υπηγεν εις το ορος να προσευχηθη.
<scripture passage="Mark 6:47" parsed="|Mark|6|47|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.47" />
<sup>47</sup>Και οτε εγεινεν εσπερα, το πλοιον ητο εν τω μεσω της θαλασσης και αυτος μονος επι της γης.
<scripture passage="Mark 6:48" parsed="|Mark|6|48|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.48" />
<sup>48</sup>Και ειδεν αυτους βασανιζομενους εις το να κωπηλατωσι· διοτι ητο ο ανεμος εναντιος εις αυτους· και περι την τεταρτην φυλακην της νυκτος ερχεται προς αυτους περιπατων επι της θαλασσης, και ηθελε να περαση αυτους.
<scripture passage="Mark 6:49" parsed="|Mark|6|49|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.49" />
<sup>49</sup>Οι δε ιδοντες αυτον περιπατουντα επι της θαλασσης ενομισαν οτι ειναι φαντασμα και ανεκραξαν·
<scripture passage="Mark 6:50" parsed="|Mark|6|50|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.50" />
<sup>50</sup>διοτι παντες ειδον αυτον και εταραχθησαν. Και ευθυς ελαλησε μετ' αυτων και λεγει προς αυτους· Θαρσειτε, εγω ειμαι, μη φοβεισθε.
<scripture passage="Mark 6:51" parsed="|Mark|6|51|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.51" />
<sup>51</sup>Και ανεβη προς αυτους εις το πλοιον, και επαυσεν ο ανεμος· και εξεπληττοντο καθ' εαυτους λιαν καθ' υπερβολην και εθαυμαζον.
<scripture passage="Mark 6:52" parsed="|Mark|6|52|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.52" />
<sup>52</sup>Διοτι δεν ενοησαν εκ των αρτων, επειδη η καρδια αυτων ητο πεπωρωμενη.
<scripture passage="Mark 6:53" parsed="|Mark|6|53|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.53" />
<sup>53</sup>Και διαπερασαντες ηλθον εις την γην Γεννησαρετ και ελιμενισθησαν.
<scripture passage="Mark 6:54" parsed="|Mark|6|54|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.54" />
<sup>54</sup>Και οτε εξηλθον εκ του πλοιου, ευθυς γνωρισαντες αυτον,
<scripture passage="Mark 6:55" parsed="|Mark|6|55|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.55" />
<sup>55</sup>εδραμον εις παντα τα περιχωρα εκεινα και ηρχισαν να περιφερωσιν επι των κραββατων τους αρρωστους, οπου ηκουον οτι ειναι εκει.
<scripture passage="Mark 6:56" parsed="|Mark|6|56|0|0" osisRef="Bible:Mark.6.56" />
<sup>56</sup>Και οπου εισηρχετο εις κωμας η πολεις η αγρους, εθετον εις τας αγορας τους ασθενεις και παρεκαλουν αυτον να εγγισωσι καν το κρασπεδον του ιματιου αυτου· και οσοι ηγγιζον αυτον, εθεραπευοντο.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 7" progress="81.41%" prev="Mark.6" next="Mark.8" id="Mark.7">
<h3 id="Mark.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Mark.7-p1">
<scripture passage="Mark 7:1" parsed="|Mark|7|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.1" />
<sup>1</sup>Και συναγονται προς αυτον οι Φαρισαιοι και τινες των γραμματεων, ελθοντες απο Ιεροσολυμων·
<scripture passage="Mark 7:2" parsed="|Mark|7|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.2" />
<sup>2</sup>και ιδοντες τινας των μαθητων αυτου τρωγοντας αρτους με χειρας μεμολυσμενας, τουτεστιν ανιπτους, εμεμφθησαν αυτους·
<scripture passage="Mark 7:3" parsed="|Mark|7|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.3" />
<sup>3</sup>διοτι οι Φαρισαιοι και παντες οι Ιουδαιοι, εαν δεν νιψωσι μεχρι του αγκωνος τας χειρας, δεν τρωγουσι, κρατουντες την παραδοσιν των πρεσβυτερων·
<scripture passage="Mark 7:4" parsed="|Mark|7|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.4" />
<sup>4</sup>και επιστρεψαντες απο της αγορας, εαν δεν νιφθωσι, δεν τρωγουσιν· ειναι και αλλα πολλα, τα οποια παρελαβον να φυλαττωσι, πλυματα ποτηριων και ξεστων και σκευων χαλκινων και κλινων·
<scripture passage="Mark 7:5" parsed="|Mark|7|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.5" />
<sup>5</sup>επειτα ερωτωσιν αυτον οι Φαρισαιοι και οι γραμματεις· Διατι οι μαθηται σου δεν περιπατουσι κατα την παραδοσιν των πρεσβυτερων, αλλα με χειρας ανιπτους τρωγουσι τον αρτον;
<scripture passage="Mark 7:6" parsed="|Mark|7|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.6" />
<sup>6</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· οτι καλως προεφητευσεν ο Ησαιας περι υμων των υποκριτων, ως ειναι γεγραμμενον· Ουτος ο λαος δια των χειλεων με τιμα, η δε καρδια αυτων μακραν απεχει απ' εμου.
<scripture passage="Mark 7:7" parsed="|Mark|7|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.7" />
<sup>7</sup>Εις ματην δε με σεβονται, διδασκοντες διδασκαλιας ενταλματα ανθρωπων.
<scripture passage="Mark 7:8" parsed="|Mark|7|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.8" />
<sup>8</sup>Διοτι αφησαντες την εντολην του Θεου, κρατειτε την παραδοσιν των ανθρωπων, πλυματα ξεστων και ποτηριων, και αλλα παρομοια τοιαυτα πολλα καμνετε.
<scripture passage="Mark 7:9" parsed="|Mark|7|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.9" />
<sup>9</sup>Και ελεγε προς αυτους· Καλως αθετειτε την εντολην του Θεου, δια να φυλαττητε την παραδοσιν σας.
<scripture passage="Mark 7:10" parsed="|Mark|7|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ο Μωυσης ειπε· Τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου. και· Ο κακολογων πατερα η μητερα εξαπαντος να θανατονηται·
<scripture passage="Mark 7:11" parsed="|Mark|7|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.11" />
<sup>11</sup>σεις ομως λεγετε· Εαν ανθρωπος ειπη προς τον πατερα η προς την μητερα, Κορβαν, τουτεστι δωρον, ειναι ο, τι ηθελες ωφεληθη εξ εμου, αρκει,
<scripture passage="Mark 7:12" parsed="|Mark|7|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.12" />
<sup>12</sup>και δεν αφινετε πλεον αυτον να καμη ουδεν εις τον πατερα αυτου η εις την μητερα αυτου,
<scripture passage="Mark 7:13" parsed="|Mark|7|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.13" />
<sup>13</sup>ακυρουντες τον λογον του Θεου χαριν της παραδοσεως σας, την οποιαν παρεδωκατε· και καμνετε παρομοια τοιαυτα πολλα.
<scripture passage="Mark 7:14" parsed="|Mark|7|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.14" />
<sup>14</sup>Και προσκαλεσας παντα τον οχλον, ελεγε προς αυτους· Ακουετε μου παντες και νοειτε.
<scripture passage="Mark 7:15" parsed="|Mark|7|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.15" />
<sup>15</sup>Δεν ειναι ουδεν εισερχομενον εξωθεν του ανθρωπου εις αυτον, το οποιον δυναται να μολυνη αυτον, αλλα τα εξερχομενα απ' αυτου, εκεινα ειναι τα μολυνοντα τον ανθρωπον.
<scripture passage="Mark 7:16" parsed="|Mark|7|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.16" />
<sup>16</sup>Ο εχων ωτα δια να ακουη, ας ακουη.
<scripture passage="Mark 7:17" parsed="|Mark|7|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.17" />
<sup>17</sup>Και οτε εισηλθεν εις οικον απο του οχλου, ηρωτων αυτον οι μαθηται αυτου περι της παραβολης.
<scripture passage="Mark 7:18" parsed="|Mark|7|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.18" />
<sup>18</sup>Και λεγει προς αυτους· Ουτω και σεις ασυνετοι εισθε; δεν καταλαμβανετε οτι παν το εξωθεν εισερχομενον εις τον ανθρωπον δεν δυναται να μολυνη αυτον;
<scripture passage="Mark 7:19" parsed="|Mark|7|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.19" />
<sup>19</sup>διοτι δεν εισερχεται εις την καρδιαν αυτου, αλλ' εις την κοιλιαν, και εξερχεται εις τον αφεδρωνα, καθαριζον παντα τα φαγητα.
<scripture passage="Mark 7:20" parsed="|Mark|7|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.20" />
<sup>20</sup>Ελεγε δε οτι το εξερχομενον εκ του ανθρωπου, εκεινο μολυνει τον ανθρωπον.
<scripture passage="Mark 7:21" parsed="|Mark|7|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.21" />
<sup>21</sup>Διοτι εσωθεν εκ της καρδιας των ανθρωπων εξερχονται οι διαλογισμοι οι κακοι, μοιχειαι, πορνειαι, φονοι,
<scripture passage="Mark 7:22" parsed="|Mark|7|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.22" />
<sup>22</sup>κλοπαι, πλεονεξιαι, πονηριαι, δολος, ασελγεια, βλεμμα πονηρον· βλασφημια, υπερηφανια, αφροσυνη·
<scripture passage="Mark 7:23" parsed="|Mark|7|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.23" />
<sup>23</sup>παντα ταυτα τα πονηρα εσωθεν εξερχονται και μολυνουσι τον ανθρωπον.
<scripture passage="Mark 7:24" parsed="|Mark|7|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.24" />
<sup>24</sup>Και σηκωθεις εκειθεν υπηγεν εις τα μεθορια Τυρου και Σιδωνος. Και εισελθων εις την οικιαν, δεν ηθελε να μαθη τουτο μηδεις, δεν ηδυνηθη ομως να κρυφθη.
<scripture passage="Mark 7:25" parsed="|Mark|7|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.25" />
<sup>25</sup>Διοτι ακουσασα περι αυτου γυνη τις, της οποιας το θυγατριον ειχε πνευμα ακαθαρτον, ηλθε και προσεπεσεν εις τους ποδας αυτου·
<scripture passage="Mark 7:26" parsed="|Mark|7|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.26" />
<sup>26</sup>ητο δε η γυνη Ελληνις, Συροφοινισσα το γενος· και παρεκαλει αυτον να εκβαλη το δαιμονιον εκ της θυγατρος αυτης.
<scripture passage="Mark 7:27" parsed="|Mark|7|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.27" />
<sup>27</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτην· Αφες πρωτον να χορτασθωσι τα τεκνα· διοτι δεν ειναι καλον να λαβη τις τον αρτον των τεκνων και να ριψη εις τα κυναρια.
<scripture passage="Mark 7:28" parsed="|Mark|7|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.28" />
<sup>28</sup>Η δε απεκριθη και λεγει προς αυτον· Ναι, Κυριε· αλλα και τα κυναρια υποκατω της τραπεζης τρωγουσιν απο των ψιχιων των παιδιων.
<scripture passage="Mark 7:29" parsed="|Mark|7|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.29" />
<sup>29</sup>Και ειπε προς αυτην· Δια τουτον τον λογον υπαγε· εξηλθε το δαιμονιον απο της θυγατρος σου.
<scripture passage="Mark 7:30" parsed="|Mark|7|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.30" />
<sup>30</sup>Και οτε υπηγεν εις τον οικον αυτης, ευρεν οτι το δαιμονιον εξηλθε και την θυγατερα κειμενην επι της κλινης.
<scripture passage="Mark 7:31" parsed="|Mark|7|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.31" />
<sup>31</sup>Και παλιν εξελθων εκ των οριων Τυρου και Σιδωνος ηλθε προς την θαλασσαν της Γαλιλαιας ανα μεσον των οριων της Δεκαπολεως.
<scripture passage="Mark 7:32" parsed="|Mark|7|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.32" />
<sup>32</sup>Και φερουσι προς αυτον κωφον μογιλαλον και παρακαλουσιν αυτον να επιθεση την χειρα επ' αυτον.
<scripture passage="Mark 7:33" parsed="|Mark|7|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.33" />
<sup>33</sup>Και παραλαβων αυτον κατ' ιδιαν απο του οχλου εβαλε τους δακτυλους αυτου εις τα ωτα αυτου, και πτυσας ηγγισε την γλωσσαν αυτου,
<scripture passage="Mark 7:34" parsed="|Mark|7|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.34" />
<sup>34</sup>και αναβλεψας εις τον ουρανον, εστεναξε και λεγει προς αυτον· Εφφαθα, τουτεστιν Ανοιχθητι.
<scripture passage="Mark 7:35" parsed="|Mark|7|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.35" />
<sup>35</sup>Και ευθυς ηνοιχθησαν τα ωτα αυτου και ελυθη ο δεσμος της γλωσσης αυτου, και ελαλει ορθως.
<scripture passage="Mark 7:36" parsed="|Mark|7|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.36" />
<sup>36</sup>Και παρηγγειλεν εις αυτους να μη ειπωσι τουτο εις μηδενα· πλην οσον αυτος παρηγγελλεν εις αυτους, τοσον περισσοτερον εκεινοι εκηρυττον.
<scripture passage="Mark 7:37" parsed="|Mark|7|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.7.37" />
<sup>37</sup>Και εξεπληττοντο καθ' υπερβολην, λεγοντες· Καλως επραξε τα παντα· και τους κωφους καμνει να ακουωσι και τους αλαλους να λαλωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 8" progress="81.51%" prev="Mark.7" next="Mark.9" id="Mark.8">
<h3 id="Mark.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Mark.8-p1">
<scripture passage="Mark 8:1" parsed="|Mark|8|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.1" />
<sup>1</sup>Εν εκειναις ταις ημεραις, επειδη ητο παμπολυς οχλος και δεν ειχον τι να φαγωσι, προσκαλεσας ο Ιησους τους μαθητας αυτου λεγει προς αυτους·
<scripture passage="Mark 8:2" parsed="|Mark|8|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.2" />
<sup>2</sup>Σπλαγχνιζομαι δια τον οχλον, οτι τρεις ηδη ημερας μενουσι πλησιον μου και δεν εχουσι τι να φαγωσι·
<scripture passage="Mark 8:3" parsed="|Mark|8|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.3" />
<sup>3</sup>και εαν απολυσω αυτους νηστεις εις τους οικους αυτων, θελουσιν αποκαμει καθ' οδον· διοτι τινες εξ αυτων ηλθον μακροθεν.
<scripture passage="Mark 8:4" parsed="|Mark|8|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθησαν προς αυτον οι μαθηται αυτου· Ποθεν θελει τις δυνηθη να χορταση τουτους απο αρτων εδω επι της ερημιας;
<scripture passage="Mark 8:5" parsed="|Mark|8|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.5" />
<sup>5</sup>Και ηρωτησεν αυτους· Ποσους αρτους εχετε; Οι δε ειπον· Επτα.
<scripture passage="Mark 8:6" parsed="|Mark|8|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.6" />
<sup>6</sup>Και προσεταξε τον οχλον να καθησωσιν επι της γης· και λαβων τους επτα αρτους, αφου ευχαριστησεν, εκοψε και εδιδεν εις τους μαθητας αυτου δια να βαλωσιν εμπροσθεν του οχλου· και εβαλον.
<scripture passage="Mark 8:7" parsed="|Mark|8|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.7" />
<sup>7</sup>Ειχον και ολιγα οψαρακια· και ευλογησας ειπε να βαλωσι και αυτα.
<scripture passage="Mark 8:8" parsed="|Mark|8|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.8" />
<sup>8</sup>Εφαγον δε και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν περισσευματα κλασματων επτα σπυριδας.
<scripture passage="Mark 8:9" parsed="|Mark|8|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.9" />
<sup>9</sup>Ησαν δε οι φαγοντες ως τετρακισχιλιοι· και απελυσεν αυτους.
<scripture passage="Mark 8:10" parsed="|Mark|8|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.10" />
<sup>10</sup>Και ευθυς εμβας εις το πλοιον μετα των μαθητων αυτου, ηλθεν εις τα μερη Δαλμανουθα.
<scripture passage="Mark 8:11" parsed="|Mark|8|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.11" />
<sup>11</sup>Και εξηλθον οι Φαρισαιοι και ηρχισαν να καμνωσιν ερωτησεις προς αυτον, και εζητουν παρ' αυτου σημειον απο του ουρανου, πειραζοντες αυτον.
<scripture passage="Mark 8:12" parsed="|Mark|8|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.12" />
<sup>12</sup>Τοτε αναστεναξας εκ καρδιας αυτου, λεγει· Δια τι η γενεα αυτη σημειον ζητει; αληθως σας λεγω, δεν θελει δοθη εις την γενεαν ταυτην σημειον.
<scripture passage="Mark 8:13" parsed="|Mark|8|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.13" />
<sup>13</sup>Και αφησας αυτους εισηλθε παλιν εις το πλοιον και απηλθεν εις το περαν.
<scripture passage="Mark 8:14" parsed="|Mark|8|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.14" />
<sup>14</sup>Ελησμονησαν δε να λαβωσιν αρτους και δεν ειχον μεθ' εαυτων εν τω πλοιω ειμη ενα αρτον.
<scripture passage="Mark 8:15" parsed="|Mark|8|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.15" />
<sup>15</sup>Και παρηγγελλεν εις αυτους, λεγων· Βλεπετε, προσεχετε απο της ζυμης των Φαρισαιων και της ζυμης του Ηρωδου.
<scripture passage="Mark 8:16" parsed="|Mark|8|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.16" />
<sup>16</sup>Και διελογιζοντο προς αλληλους, λεγοντες οτι αρτους δεν εχομεν.
<scripture passage="Mark 8:17" parsed="|Mark|8|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.17" />
<sup>17</sup>Νοησας δε ο Ιησους, λεγει προς αυτους· Τι διαλογιζεσθε οτι δεν εχετε αρτους; ετι δεν νοειτε ουδε καταλαμβανετε; ετι πεπωρωμενην εχετε την καρδιαν σας;
<scripture passage="Mark 8:18" parsed="|Mark|8|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.18" />
<sup>18</sup>οφθαλμους εχοντες δεν βλεπετε, και ωτα εχοντες δεν ακουετε; και δεν ενθυμεισθε;
<scripture passage="Mark 8:19" parsed="|Mark|8|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.19" />
<sup>19</sup>οτε εκοψα τους πεντε αρτους εις τους πεντακισχιλιους, ποσους κοφινους πληρεις κλασματων εσηκωσατε; Λεγουσι προς αυτον· δωδεκα.
<scripture passage="Mark 8:20" parsed="|Mark|8|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.20" />
<sup>20</sup>Και οτε τους επτα εις τους τετρακισχιλιους, ποσας σπυριδας πληρεις κλασματων εσηκωσατε; Οι δε ειπον· Επτα.
<scripture passage="Mark 8:21" parsed="|Mark|8|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.21" />
<sup>21</sup>Και ελεγε προς αυτους· Πως δεν καταλαμβανετε;
<scripture passage="Mark 8:22" parsed="|Mark|8|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.22" />
<sup>22</sup>Και ερχεται εις Βηθσαιδαν. Και φερουσι προς αυτον τυφλον και παρακαλουσιν αυτον να εγγιση αυτον.
<scripture passage="Mark 8:23" parsed="|Mark|8|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.23" />
<sup>23</sup>Και πιασας την χειρα του τυφλου, εφερεν αυτον εξω της κωμης και πτυσας εις τα ομματα αυτου, επεθεσεν επ' αυτον τας χειρας και ηρωτα αυτον αν βλεπη τι.
<scripture passage="Mark 8:24" parsed="|Mark|8|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.24" />
<sup>24</sup>Και αναβλεψας ελεγε· Βλεπω τους ανθρωπους, ο, τι ως δενδρα βλεπω περιπατουντας.
<scripture passage="Mark 8:25" parsed="|Mark|8|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.25" />
<sup>25</sup>Επειτα παλιν επεθεσε τας χειρας επι τους οφθαλμους αυτου και εκαμεν αυτον να αναβλεψη, και αποκατεσταθη η ορασις αυτου, και ειδε καθαρως απαντας.
<scripture passage="Mark 8:26" parsed="|Mark|8|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.26" />
<sup>26</sup>Και απεστειλεν αυτον εις τον οικον αυτου, λεγων· Μηδε εις την κωμην εισελθης μηδε ειπης τουτο εις τινα εν τη κωμη.
<scripture passage="Mark 8:27" parsed="|Mark|8|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.27" />
<sup>27</sup>Και εξηλθεν ο Ιησους και οι μαθηται αυτου εις τας κωμας της Καισαρειας Φιλιππου· και καθ' οδον ηρωτα τους μαθητας αυτου, λεγων προς αυτους· Τινα με λεγουσιν οι ανθρωποι οτι ειμαι;
<scripture passage="Mark 8:28" parsed="|Mark|8|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.28" />
<sup>28</sup>Οι δε απεκριθησαν· Ιωαννην τον Βαπτιστην, και αλλοι τον Ηλιαν, αλλοι δε ενα των προφητων.
<scripture passage="Mark 8:29" parsed="|Mark|8|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.29" />
<sup>29</sup>Και αυτος λεγει προς αυτους· Αλλα σεις τινα με λεγετε οτι ειμαι; Και αποκριθεις ο Πετρος, λεγει προς αυτον· Συ εισαι ο Χριστος.
<scripture passage="Mark 8:30" parsed="|Mark|8|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.30" />
<sup>30</sup>Και παρηγγειλεν αυστηρως εις αυτους να μη λεγωσιν εις μηδενα περι αυτου.
<scripture passage="Mark 8:31" parsed="|Mark|8|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.31" />
<sup>31</sup>Και ηρχισε να διδασκη αυτους οτι πρεπει ο Υιος του ανθρωπου να παθη πολλα, και να καταφρονηθη απο των πρεσβυτερων και αρχιερεων και γραμματεων, και να θανατωθη, και μετα τρεις ημερας να αναστηθη·
<scripture passage="Mark 8:32" parsed="|Mark|8|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.32" />
<sup>32</sup>και ελαλει τον λογον παρρησια. Και παραλαβων αυτον ο Πετρος κατ' ιδιαν, ηρχισε να επιτιμα αυτον.
<scripture passage="Mark 8:33" parsed="|Mark|8|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.33" />
<sup>33</sup>Ο δε επιστραφεις και ιδων τους μαθητας αυτου, επετιμησε τον Πετρον λεγων· Υπαγε οπισω μου, Σατανα· διοτι δεν φρονεις τα του Θεου, αλλα τα των ανθρωπων.
<scripture passage="Mark 8:34" parsed="|Mark|8|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.34" />
<sup>34</sup>Και προσκαλεσας τον οχλον μετα των μαθητων αυτου, ειπε προς αυτους· Οστις θελει να ελθη οπισω μου, ας απαρνηθη εαυτον και ας σηκωση τον σταυρον αυτου, και ας με ακολουθη.
<scripture passage="Mark 8:35" parsed="|Mark|8|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.35" />
<sup>35</sup>Διοτι οστις θελει να σωση την ζωην αυτου, θελει απολεσει αυτην· και οστις απολεση την ζωην αυτου ενεκεν εμου και του ευαγγελιου, ουτος θελει σωσει αυτην.
<scripture passage="Mark 8:36" parsed="|Mark|8|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.36" />
<sup>36</sup>Επειδη τι θελει ωφελησει τον ανθρωπον, εαν κερδηση τον κοσμον ολον και ζημιωθη την ψυχην αυτου;
<scripture passage="Mark 8:37" parsed="|Mark|8|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.37" />
<sup>37</sup>Η τι θελει δωσει ο ανθρωπος εις ανταλλαγην της ψυχης αυτου;
<scripture passage="Mark 8:38" parsed="|Mark|8|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.8.38" />
<sup>38</sup>Διοτι οστις αισχυνθη δι' εμε και δια τους λογους μου εν τη γενεα ταυτη τη μοιχαλιδι και αμαρτωλω, και ο Υιος του ανθρωπου θελει αισχυνθη δι' αυτον, οταν ελθη εν τη δοξη του Πατρος αυτου μετα των αγγελων.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 9" progress="81.62%" prev="Mark.8" next="Mark.10" id="Mark.9">
<h3 id="Mark.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Mark.9-p1">
<scripture passage="Mark 9:1" parsed="|Mark|9|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.1" />
<sup>1</sup>Και ελεγε προς αυτους· Αληθως, σας λεγω οτι ειναι τινες των εδω ισταμενων, οιτινες δεν θελουσι γευθη θανατον, εωσου ιδωσι την βασιλειαν του Θεου ελθουσαν μετα δυναμεως.
<scripture passage="Mark 9:2" parsed="|Mark|9|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.2" />
<sup>2</sup>Και μεθ' ημερας εξ παραλαμβανει ο Ιησους τον Πετρον και τον Ιακωβον και τον Ιωαννην και αναβιβαζει αυτους εις ορος υψηλον κατ' ιδιαν μονους· και μετεμορφωθη εμπροσθεν αυτων·
<scripture passage="Mark 9:3" parsed="|Mark|9|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.3" />
<sup>3</sup>και τα ιματια αυτου εγειναν στιλπνα, λευκα λιαν ως χιων, οποια λευκαντης επι της γης δεν δυναται να λευκανη.
<scripture passage="Mark 9:4" parsed="|Mark|9|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.4" />
<sup>4</sup>Και εφανη εις αυτους ο Ηλιας μετα του Μωυσεως, και ησαν συλλαλουντες μετα του Ιησου.
<scripture passage="Mark 9:5" parsed="|Mark|9|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.5" />
<sup>5</sup>Και αποκριθεις ο Πετρος λεγει προς τον Ιησουν· Ραββι, καλον ειναι να ημεθα εδω· και ας καμωμεν τρεις σκηνας, δια σε μιαν και δια τον Μωυσην μιαν και δια τον Ηλιαν μιαν.
<scripture passage="Mark 9:6" parsed="|Mark|9|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.6" />
<sup>6</sup>Διοτι δεν ηξευρε τι να ειπη· επειδη ησαν πεφοβισμενοι.
<scripture passage="Mark 9:7" parsed="|Mark|9|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.7" />
<sup>7</sup>Και νεφελη επεσκιασεν αυτους, και ηλθε φωνη εκ της νεφελης, λεγουσα· Ουτος ειναι ο Υιος μου ο αγαπητος· αυτου ακουετε.
<scripture passage="Mark 9:8" parsed="|Mark|9|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.8" />
<sup>8</sup>Και εξαιφνης περιβλεψαντες, δεν ειδον πλεον ουδενα, αλλα τον Ιησουν μονον μεθ' εαυτων.
<scripture passage="Mark 9:9" parsed="|Mark|9|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.9" />
<sup>9</sup>Ενω δε κατεβαινον απο του ορους, παρηγγειλεν εις αυτους να μη διηγηθωσιν εις μηδενα οσα ειδον, ειμη οταν ο Υιος του ανθρωπου αναστηθη εκ νεκρων.
<scripture passage="Mark 9:10" parsed="|Mark|9|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.10" />
<sup>10</sup>Και εφυλαξαν τον λογον εν εαυτοις, συζητουντες προς αλληλους τι ειναι το να αναστηθη εκ νεκρων.
<scripture passage="Mark 9:11" parsed="|Mark|9|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.11" />
<sup>11</sup>Και ηρωτων αυτον λεγοντες, Δια τι λεγουσιν οι γραμματεις οτι πρεπει να ελθη ο Ηλιας πρωτον;
<scripture passage="Mark 9:12" parsed="|Mark|9|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.12" />
<sup>12</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Ο Ηλιας μεν ελθων πρωτον αποκαθιστα παντα· και οτι ειναι γεγραμμενον περι του Υιου του ανθρωπου οτι πρεπει να παθη πολλα και να εξουδενωθη·
<scripture passage="Mark 9:13" parsed="|Mark|9|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.13" />
<sup>13</sup>σας λεγω ομως οτι και ο Ηλιας ηλθε, και επραξαν εις αυτον οσα ηθελησαν, καθως ειναι γεγραμμενον περι αυτου.
<scripture passage="Mark 9:14" parsed="|Mark|9|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ηλθε προς τους μαθητας, ειδε περι αυτους οχλον πολυν και γραμματεις καμνοντας συζητησεις μετ' αυτων.
<scripture passage="Mark 9:15" parsed="|Mark|9|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.15" />
<sup>15</sup>Και ευθυς πας ο οχλος ιδων αυτον εγεινεν εκθαμβος και προστρεχοντες ησπαζοντο αυτον.
<scripture passage="Mark 9:16" parsed="|Mark|9|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.16" />
<sup>16</sup>Και ηρωτησε τους γραμματεις· Τι συζητειτε μετ' αυτων;
<scripture passage="Mark 9:17" parsed="|Mark|9|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.17" />
<sup>17</sup>Και αποκριθεις εις εκ του οχλου, ειπε· Διδασκαλε, εφερα προς σε τον υιον μου, εχοντα πνευμα αλαλον.
<scripture passage="Mark 9:18" parsed="|Mark|9|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.18" />
<sup>18</sup>Και οπου πιαση αυτον σπαραττει αυτον, και αφριζει και τριζει τους οδοντας αυτου και ξηραινεται· και ειπον προς τους μαθητας σου να εκβαλωσιν αυτο, αλλα δεν ηδυνηθησαν.
<scripture passage="Mark 9:19" parsed="|Mark|9|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.19" />
<sup>19</sup>Εκεινος δε αποκριθεις προς αυτον, λεγει· Ω γενεα απιστος, εως ποτε θελω εισθαι μεθ' υμων; εως ποτε θελω υπομενει υμας; φερετε αυτον προς εμε.
<scripture passage="Mark 9:20" parsed="|Mark|9|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.20" />
<sup>20</sup>Και εφεραν αυτον προς αυτον. Και ως ειδεν αυτον, ευθυς το πνευμα εσπαραξεν αυτον, και πεσων επι της γης εκυλιετο αφριζων.
<scripture passage="Mark 9:21" parsed="|Mark|9|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.21" />
<sup>21</sup>Και ηρωτησε τον πατερα αυτου· Ποσος καιρος ειναι αφου τουτο εγεινεν εις αυτον; Ο δε ειπε· Παιδιοθεν.
<scripture passage="Mark 9:22" parsed="|Mark|9|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.22" />
<sup>22</sup>Και πολλακις αυτον και εις πυρ ερριψε και εις υδατα, δια να απολεση αυτον· αλλ' εαν δυνασαι τι, βοηθησον ημας, σπλαγχνισθεις εφ' ημας.
<scripture passage="Mark 9:23" parsed="|Mark|9|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Το εαν δυνασαι να πιστευσης, παντα ειναι δυνατα εις τον πιστευοντα.
<scripture passage="Mark 9:24" parsed="|Mark|9|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.24" />
<sup>24</sup>Και ευθυς κραξας ο πατηρ του παιδιου μετα δακρυων, ελεγε· Πιστευω, Κυριε· βοηθει εις την απιστιαν μου.
<scripture passage="Mark 9:25" parsed="|Mark|9|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.25" />
<sup>25</sup>Ιδων δε ο Ιησους οτι επισυντρεχει οχλος, επετιμησε το πνευμα το ακαθαρτον, λεγων προς αυτο· το πνευμα το αλαλον και κωφον, εγω σε προσταζω, Εξελθε απ' αυτου και μη εισελθης πλεον εις αυτον.
<scripture passage="Mark 9:26" parsed="|Mark|9|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.26" />
<sup>26</sup>Και το πνευμα κραξαν και πολλα σπαραξαν αυτον, εξηλθε, και εγεινεν ως νεκρος, ωστε πολλοι ελεγον οτι απεθανεν.
<scripture passage="Mark 9:27" parsed="|Mark|9|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.27" />
<sup>27</sup>Ο δε Ιησους πιασας αυτον απο της χειρος ηγειρεν αυτον, και εσηκωθη.
<scripture passage="Mark 9:28" parsed="|Mark|9|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.28" />
<sup>28</sup>Και οτε εισηλθεν εις οικον, οι μαθηται αυτου ηρωτων αυτον κατιδιαν, Δια τι ημεις δεν ηδυνηθημεν να εκβαλωμεν αυτο;
<scripture passage="Mark 9:29" parsed="|Mark|9|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.29" />
<sup>29</sup>Και ειπε προς αυτους· Τουτο το γενος δεν δυναται να εξελθη δι' ουδενος αλλου τροπου ειμη δια προσευχης και νηστειας.
<scripture passage="Mark 9:30" parsed="|Mark|9|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.30" />
<sup>30</sup>Και εξελθοντες εκειθεν διεβαινον δια της Γαλιλαιας, και δεν ηθελε να μαθη τουτο ουδεις.
<scripture passage="Mark 9:31" parsed="|Mark|9|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.31" />
<sup>31</sup>Διοτι εδιδασκε τους μαθητας αυτου και ελεγε προς αυτους οτι ο Υιος του ανθρωπου παραδιδεται εις χειρας ανθρωπων, και θελουσι θανατωσει αυτον, και θανατωθεις την τριτην ημεραν θελει αναστηθη.
<scripture passage="Mark 9:32" parsed="|Mark|9|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.32" />
<sup>32</sup>Εκεινοι ομως δεν ηνοουν τον λογον και εφοβουντο να ερωτησωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 9:33" parsed="|Mark|9|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.33" />
<sup>33</sup>Και ηλθεν εις Καπερναουμ· και οτε εισηλθεν εις την οικιαν, ηρωτα αυτους· Τι διελογιζεσθε καθ' οδον προς αλληλους;
<scripture passage="Mark 9:34" parsed="|Mark|9|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.34" />
<sup>34</sup>Οι δε εσιωπων· διοτι καθ' οδον διελεχθησαν προς αλληλους τις ειναι μεγαλητερος.
<scripture passage="Mark 9:35" parsed="|Mark|9|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.35" />
<sup>35</sup>Και καθησας εκαλεσε τους δωδεκα και λεγει προς αυτους· Οστις θελει να ηναι πρωτος, θελει εισθαι παντων εσχατος και παντων υπηρετης.
<scripture passage="Mark 9:36" parsed="|Mark|9|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.36" />
<sup>36</sup>Και λαβων παιδιον εστησεν αυτο εν τω μεσω αυτων, και εναγκαλισθεις αυτο ειπε προς αυτους·
<scripture passage="Mark 9:37" parsed="|Mark|9|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.37" />
<sup>37</sup>Οστις δεχθη εν των τοιουτων παιδιων εις το ονομα μου, εμε δεχεται· και οστις δεχθη εμε, δεν δεχεται εμε, αλλα τον αποστειλαντα με.
<scripture passage="Mark 9:38" parsed="|Mark|9|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.38" />
<sup>38</sup>Απεκριθη δε προς αυτον ο Ιωαννης, λεγων· Διδασκαλε, ειδομεν τινα εκβαλλοντα δαιμονια εις το ονομα σου, οστις δεν ακολουθει ημας, και ημποδισαμεν αυτον, διοτι δεν ακολουθει ημας.
<scripture passage="Mark 9:39" parsed="|Mark|9|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.39" />
<sup>39</sup>Ο δε Ιησους ειπε· Μη εμποδιζετε αυτον· διοτι δεν ειναι ουδεις οστις θελει καμει θαυμα εις το ονομα μου και θελει δυνηθη ευθυς να με κακολογηση.
<scripture passage="Mark 9:40" parsed="|Mark|9|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.40" />
<sup>40</sup>Επειδη οστις δεν ειναι καθ' ημων, ειναι υπερ ημων.
<scripture passage="Mark 9:41" parsed="|Mark|9|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.41" />
<sup>41</sup>Διοτι οστις σας ποτιση ποτηριον υδατος εις το ονομα μου, επειδη εισθε του Χριστου, αληθως σας λεγω, δεν θελει χασει τον μισθον αυτου.
<scripture passage="Mark 9:42" parsed="|Mark|9|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.42" />
<sup>42</sup>Και οστις σκανδαλιση ενα των μικρων των πιστευοντων εις εμε, συμφερει εις αυτον καλητερον να περιτεθη μυλου πετρα περι τον τραχηλον αυτου και να ριφθη εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Mark 9:43" parsed="|Mark|9|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.43" />
<sup>43</sup>Και εαν σε σκανδαλιζη η χειρ σου, αποκοψον αυτην· καλητερον σοι ειναι να εισελθης εις την ζωην κουλλος, παρα εχων τας δυο χειρας να απελθης εις την γεενναν, εις το πυρ το ασβεστον,
<scripture passage="Mark 9:44" parsed="|Mark|9|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.44" />
<sup>44</sup>οπου ο σκωληξ αυτων δεν τελευτα και το πυρ δεν σβυνεται.
<scripture passage="Mark 9:45" parsed="|Mark|9|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.45" />
<sup>45</sup>Και εαν ο πους σου σε σκανδαλιζη, αποκοψον αυτον· καλητερον σοι ειναι να εισελθης εις την ζωην χωλος, παρα εχων τους δυο ποδας να ριφθης εις την γεενναν, εις το πυρ το ασβεστον,
<scripture passage="Mark 9:46" parsed="|Mark|9|46|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.46" />
<sup>46</sup>οπου ο σκωληξ αυτων δεν τελευτα και το πυρ δεν σβυνεται.
<scripture passage="Mark 9:47" parsed="|Mark|9|47|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.47" />
<sup>47</sup>Και εαν ο οφθαλμος σου σε σκανδαλιζη, εκβαλε αυτον· καλητερον σοι ειναι να εισελθης μονοφθαλμος εις την βασιλειαν του Θεου, παρα εχων δυο οφθαλμους να ριφθης εις την γεενναν του πυρος,
<scripture passage="Mark 9:48" parsed="|Mark|9|48|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.48" />
<sup>48</sup>οπου ο σκωληξ αυτων δεν τελευτα και το πυρ δεν σβυνεται.
<scripture passage="Mark 9:49" parsed="|Mark|9|49|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.49" />
<sup>49</sup>Διοτι πας τις με πυρ θελει αλατισθη, και πασα θυσια με αλας θελει αλατισθη.
<scripture passage="Mark 9:50" parsed="|Mark|9|50|0|0" osisRef="Bible:Mark.9.50" />
<sup>50</sup>Καλον το αλας· αλλ' εαν το αλας γεινη αναλατον, με τι θελετε αρτυσει αυτο; εχετε αλας εν εαυτοις και ειρηνευετε εν αλληλοις.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 10" progress="81.76%" prev="Mark.9" next="Mark.11" id="Mark.10">
<h3 id="Mark.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Mark.10-p1">
<scripture passage="Mark 10:1" parsed="|Mark|10|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.1" />
<sup>1</sup>Και σηκωθεις εκειθεν ερχεται εις τα ορια της Ιουδαιας δια του περαν του Ιορδανου, και συνερχονται παλιν οχλοι προς αυτον, και ως εσυνειθιζε, παλιν εδιδασκεν αυτους.
<scripture passage="Mark 10:2" parsed="|Mark|10|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.2" />
<sup>2</sup>Και προσελθοντες οι Φαρισαιοι, ηρωτησαν αυτον αν συγχωρηται εις ανδρα να χωρισθη την γυναικα αυτου, πειραζοντες αυτον.
<scripture passage="Mark 10:3" parsed="|Mark|10|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.3" />
<sup>3</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· τι προσεταξεν εις εσας ο Μωυσης;
<scripture passage="Mark 10:4" parsed="|Mark|10|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.4" />
<sup>4</sup>Οι δε ειπον· Ο Μωυσης συνεχωρησε να γραψη εγγραφον διαζυγιου και να χωρισθη αυτην.
<scripture passage="Mark 10:5" parsed="|Mark|10|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.5" />
<sup>5</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτους· Δια την σκληροκαρδιαν σας εγραψεν εις εσας την εντολην ταυτην·
<scripture passage="Mark 10:6" parsed="|Mark|10|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.6" />
<sup>6</sup>απ' αρχης ομως της κτισεως αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτους ο Θεος·
<scripture passage="Mark 10:7" parsed="|Mark|10|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.7" />
<sup>7</sup>ενεκεν τουτου θελει αφησει ανθρωπος τον πατερα αυτου και την μητερα, και θελει προσκολληθη εις την γυναικα αυτου,
<scripture passage="Mark 10:8" parsed="|Mark|10|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.8" />
<sup>8</sup>και θελουσιν εισθαι οι δυο εις σαρκα μιαν. Ωστε δεν ειναι πλεον δυο, αλλα μια σαρξ·
<scripture passage="Mark 10:9" parsed="|Mark|10|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.9" />
<sup>9</sup>εκεινο λοιπον, το οποιον ο Θεος συνεζευξεν, ανθρωπος ας μη χωριζη.
<scripture passage="Mark 10:10" parsed="|Mark|10|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.10" />
<sup>10</sup>Και εν τη οικια παλιν οι μαθηται αυτου ηρωτησαν αυτον περι του αυτου,
<scripture passage="Mark 10:11" parsed="|Mark|10|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.11" />
<sup>11</sup>και λεγει προς αυτους· Οστις χωρισθη την γυναικα αυτου και νυμφευθη αλλην, πραττει μοιχειαν εις αυτην·
<scripture passage="Mark 10:12" parsed="|Mark|10|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.12" />
<sup>12</sup>και εαν γυνη χωρισθη τον ανδρα αυτης και συζευχθη με αλλον, μοιχευεται.
<scripture passage="Mark 10:13" parsed="|Mark|10|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.13" />
<sup>13</sup>Και εφεραν προς αυτον παιδια, δια να εγγιση αυτα· οι δε μαθηται επεπληττον τους φεροντας.
<scripture passage="Mark 10:14" parsed="|Mark|10|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.14" />
<sup>14</sup>Ιδων δε ο Ιησους ηγανακτησε και ειπε προς αυτους· Αφησατε τα παιδια να ερχωνται προς εμε, και μη εμποδιζετε αυτα· διοτι των τοιουτων ειναι η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Mark 10:15" parsed="|Mark|10|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.15" />
<sup>15</sup>Αληθως σας λεγω, Οστις δεν δεχθη την βασιλειαν του Θεου ως παιδιον, δεν θελει εισελθει εις αυτην.
<scripture passage="Mark 10:16" parsed="|Mark|10|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.16" />
<sup>16</sup>Και εναγκαλισθεις αυτα, εθετε τας χειρας επ' αυτα και ηυλογει αυτα.
<scripture passage="Mark 10:17" parsed="|Mark|10|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.17" />
<sup>17</sup>Ενω δε εξηρχετο εις την οδον, εδραμε τις και γονυπετησας εμπροσθεν αυτου, ηρωτα αυτον· Διδασκαλε αγαθε, τι να καμω δια να κληρονομησω ζωην αιωνιον;
<scripture passage="Mark 10:18" parsed="|Mark|10|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.18" />
<sup>18</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Τι με λεγεις αγαθον; Ουδεις αγαθος ειμη εις, ο Θεος.
<scripture passage="Mark 10:19" parsed="|Mark|10|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.19" />
<sup>19</sup>Τας εντολας εξευρεις· Μη μοιχευσης, Μη φονευσης, Μη κλεψης, Μη ψευδομαρτυρησης, Μη αποστερησης, Τιμα τον πατερα σου και την μητερα.
<scripture passage="Mark 10:20" parsed="|Mark|10|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.20" />
<sup>20</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτον· Διδασκαλε, ταυτα παντα εφυλαξα εκ νεοτητος μου.
<scripture passage="Mark 10:21" parsed="|Mark|10|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.21" />
<sup>21</sup>Και ο Ιησους εμβλεψας εις αυτον, ηγαπησεν αυτον και ειπε προς αυτον· Εν σοι λειπει· υπαγε, πωλησον οσα εχεις και δος εις τους πτωχους, και θελεις εχει θησαυρον εν ουρανω, και ελθε, ακολουθει μοι, σηκωσας τον σταυρον.
<scripture passage="Mark 10:22" parsed="|Mark|10|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.22" />
<sup>22</sup>Εκεινος ομως σκυθρωπασας δια τον λογον, ανεχωρησε λυπουμενος· διοτι ειχε κτηματα πολλα.
<scripture passage="Mark 10:23" parsed="|Mark|10|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.23" />
<sup>23</sup>Και περιβλεψας ο Ιησους, λεγει προς τους μαθητας αυτου· Ποσον δυσκολως θελουσιν εισελθει εις την βασιλειαν του Θεου οι εχοντες τα χρηματα.
<scripture passage="Mark 10:24" parsed="|Mark|10|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.24" />
<sup>24</sup>Οι δε μαθηται εξεπληττοντο δια τους λογους αυτου. Και ο Ιησους παλιν αποκριθεις λεγει προς αυτους· Τεκνα, ποσον δυσκολον ειναι να εισελθωσιν εις την βασιλειαν του Θεου οι εχοντες το θαρρος αυτων εις τα χρηματα.
<scripture passage="Mark 10:25" parsed="|Mark|10|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.25" />
<sup>25</sup>Ευκολωτερον ειναι καμηλος να περαση δια της τρυπης της βελονης παρα πλουσιος να εισελθη εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Mark 10:26" parsed="|Mark|10|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.26" />
<sup>26</sup>Εκεινοι δε σφοδρα εξεπληττοντο, λεγοντες προς εαυτους· Και τις δυναται να σωθη;
<scripture passage="Mark 10:27" parsed="|Mark|10|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.27" />
<sup>27</sup>Εμβλεψας δε εις αυτους ο Ιησους, λεγει· Παρα ανθρωποις ειναι αδυνατον, αλλ' ουχι παρα τω Θεω· διοτι τα παντα ειναι δυνατα παρα τω Θεω.
<scripture passage="Mark 10:28" parsed="|Mark|10|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.28" />
<sup>28</sup>Και ηρχισεν ο Πετρος να λεγη προς αυτον· Ιδου, ημεις αφηκαμεν παντα και σε ηκολουθησαμεν.
<scripture passage="Mark 10:29" parsed="|Mark|10|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.29" />
<sup>29</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπεν· Αληθως σας λεγω, δεν ειναι ουδεις οστις, αφησας οικιαν η αδελφους η αδελφας η πατερα η μητερα η γυναικα η τεκνα η αγρους ενεκεν εμου και του ευαγγελιου,
<scripture passage="Mark 10:30" parsed="|Mark|10|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.30" />
<sup>30</sup>δεν θελει λαβει εκατονταπλασιονα τωρα εν τω καιρω τουτω, οικιας και αδελφους και αδελφας και μητερας και τεκνα και αγρους μετα διωγμων, και εν τω ερχομενω αιωνι ζωην αιωνιον.
<scripture passage="Mark 10:31" parsed="|Mark|10|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.31" />
<sup>31</sup>Πολλοι ομως πρωτοι θελουσιν εισθαι εσχατοι και οι εσχατοι πρωτοι.
<scripture passage="Mark 10:32" parsed="|Mark|10|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.32" />
<sup>32</sup>Ησαν δε εν τη οδω αναβαινοντες εις Ιεροσολυμα· και ο Ιησους προεπορευετο αυτων, και εθαυμαζον και ακολουθουντες εφοβουντο. Και παραλαβων παλιν τους δωδεκα, ηρχισε να λεγη προς αυτους τα μελλοντα να συμβωσιν εις αυτον,
<scripture passage="Mark 10:33" parsed="|Mark|10|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.33" />
<sup>33</sup>οτι ιδου, αναβαινομεν εις Ιεροσολυμα και ο Υιος του ανθρωπου θελει παραδοθη εις τους αρχιερεις και εις τους γραμματεις, και θελουσι καταδικασει αυτον εις θανατον και θελουσι παραδωσει αυτον εις τα εθνη,
<scripture passage="Mark 10:34" parsed="|Mark|10|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.34" />
<sup>34</sup>και θελουσιν εμπαιξει αυτον και μαστιγωσει αυτον και θελουσιν εμπτυσει εις αυτον και θανατωσει αυτον, και την τριτην ημεραν θελει αναστηθη.
<scripture passage="Mark 10:35" parsed="|Mark|10|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.35" />
<sup>35</sup>Τοτε ερχονται προς αυτον ο Ιακωβος και Ιωαννης, οι υιοι του Ζεβεδαιου, λεγοντες· Διδασκαλε, θελομεν να καμης εις ημας ο, τι ζητησωμεν.
<scripture passage="Mark 10:36" parsed="|Mark|10|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.36" />
<sup>36</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Τι θελετε να καμω εις εσας;
<scripture passage="Mark 10:37" parsed="|Mark|10|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.37" />
<sup>37</sup>Οι δε ειπον προς αυτον· Δος εις ημας να καθησωμεν εις εκ δεξιων σου και εις εξ αριστερων σου εν τη δοξη σου.
<scripture passage="Mark 10:38" parsed="|Mark|10|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· Δεν εξευρετε τι ζητειτε. Δυνασθε να πιητε το ποτηριον, το οποιον εγω πινω, και να βαπτισθητε το βαπτισμα, το οποιον εγω βαπτιζομαι;
<scripture passage="Mark 10:39" parsed="|Mark|10|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.39" />
<sup>39</sup>Οι δε ειπον προς αυτον· Δυναμεθα. Ο δε Ιησους ειπε προς αυτους· το μεν ποτηριον, το οποιον εγω πινω, θελετε πιει, και το βαπτισμα το οποιον εγω βαπτιζομαι, θελετε βαπτισθη·
<scripture passage="Mark 10:40" parsed="|Mark|10|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.40" />
<sup>40</sup>το να καθησητε ομως εκ δεξιων μου και εξ αριστερων μου δεν ειναι εμου να δωσω, αλλ' εις οσους ειναι ητοιμασμενον.
<scripture passage="Mark 10:41" parsed="|Mark|10|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.41" />
<sup>41</sup>Και ακουσαντες οι δεκα ηρχισαν να αγανακτωσι περι Ιακωβου και Ιωαννου.
<scripture passage="Mark 10:42" parsed="|Mark|10|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.42" />
<sup>42</sup>Ο δε Ιησους προσκαλεσας αυτους, λεγει προς αυτους· Εξευρετε οτι οι νομιζομενοι αρχοντες των εθνων κατακυριευουσιν αυτα και οι μεγαλοι αυτων κατεξουσιαζουσιν αυτα·
<scripture passage="Mark 10:43" parsed="|Mark|10|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.43" />
<sup>43</sup>ουτως ομως δεν θελει εισθαι εν υμιν, αλλ' οστις θελει να γεινη μεγας εν υμιν, θελει εισθαι υπηρετης υμων,
<scripture passage="Mark 10:44" parsed="|Mark|10|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.44" />
<sup>44</sup>και οστις εξ υμων θελει να γεινη πρωτος, θελει εισθαι δουλος παντων·
<scripture passage="Mark 10:45" parsed="|Mark|10|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.45" />
<sup>45</sup>διοτι ο Υιος του ανθρωπου δεν ηλθε δια να υπηρετηθη, αλλα δια να υπηρετηση και να δωση την ζωην αυτου λυτρον αντι πολλων.
<scripture passage="Mark 10:46" parsed="|Mark|10|46|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.46" />
<sup>46</sup>Και ερχονται εις Ιεριχω. Και ενω εξηρχετο απο της Ιεριχω αυτος και οι μαθηται αυτου και οχλος ικανος, ο υιος του Τιμαιου Βαρτιμαιος ο τυφλος εκαθητο παρα την οδον ζητων.
<scripture passage="Mark 10:47" parsed="|Mark|10|47|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.47" />
<sup>47</sup>Και ακουσας οτι ειναι Ιησους ο Ναζωραιος, ηρχισε να κραζη και να λεγη· Υιε του Δαβιδ Ιησου, ελεησον με.
<scripture passage="Mark 10:48" parsed="|Mark|10|48|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.48" />
<sup>48</sup>Και επεπληττον αυτον πολλοι δια να σιωπηση· αλλ' εκεινος πολλω μαλλον εκραζεν· Υιε του Δαβιδ, ελεησον με.
<scripture passage="Mark 10:49" parsed="|Mark|10|49|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.49" />
<sup>49</sup>Και σταθεις ο Ιησους, ειπε να κραχθη· και κραζουσι τον τυφλον, λεγοντες προς αυτον· Θαρσει, σηκωθητι· σε κραζει.
<scripture passage="Mark 10:50" parsed="|Mark|10|50|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.50" />
<sup>50</sup>Και εκεινος απορριψας το ιματιον αυτου, εσηκωθη και ηλθε προς τον Ιησουν.
<scripture passage="Mark 10:51" parsed="|Mark|10|51|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.51" />
<sup>51</sup>Και αποκριθεις λεγει προς αυτον ο Ιησους· Τι θελεις να σοι καμω; Και ο τυφλος ειπε προς αυτον· Ραββουνι, να αναβλεψω.
<scripture passage="Mark 10:52" parsed="|Mark|10|52|0|0" osisRef="Bible:Mark.10.52" />
<sup>52</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Υπαγε, η πιστις σου σε εσωσε. Και ευθυς ανεβλεψε και ηκολουθει τον Ιησουν εν τη οδω.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 11" progress="81.90%" prev="Mark.10" next="Mark.12" id="Mark.11">
<h3 id="Mark.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Mark.11-p1">
<scripture passage="Mark 11:1" parsed="|Mark|11|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.1" />
<sup>1</sup>Και οτε πλησιαζουσιν εις Ιερουσαλημ εις Βηθφαγη και Βηθανιαν προς το ορος των Ελαιων, αποστελλει δυο των μαθητων αυτου
<scripture passage="Mark 11:2" parsed="|Mark|11|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.2" />
<sup>2</sup>και λεγει προς αυτους· Υπαγετε εις την κωμην την κατεναντι υμων, και ευθυς εισερχομενοι εις αυτην θελετε ευρει πωλαριον δεδεμενον, επι του οποιου ουδεις ανθρωπος εκαθησε· λυσατε αυτο και φερετε.
<scripture passage="Mark 11:3" parsed="|Mark|11|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.3" />
<sup>3</sup>Και εαν τις ειπη προς εσας· Δια τι καμνετε τουτο; ειπατε οτι ο Κυριος εχει χρειαν αυτου, και ευθυς θελει αποστειλει αυτο εδω.
<scripture passage="Mark 11:4" parsed="|Mark|11|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.4" />
<sup>4</sup>Και υπηγον και ευρον το πωλαριον δεδεμενον προς την θυραν εξω επι της διοδου, και λυουσιν αυτο.
<scripture passage="Mark 11:5" parsed="|Mark|11|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.5" />
<sup>5</sup>Και τινες των εκει ισταμενων ελεγον προς αυτους· Τι καμνετε λυοντες το πωλαριον;
<scripture passage="Mark 11:6" parsed="|Mark|11|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.6" />
<sup>6</sup>Οι δε ειπον προς αυτους καθως παρηγγειλεν ο Ιησους, και αφηκαν αυτους.
<scripture passage="Mark 11:7" parsed="|Mark|11|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.7" />
<sup>7</sup>Και εφεραν το πωλαριον προς τον Ιησουν και εβαλον επ' αυτου τα ιματια αυτων, και εκαθησεν επ' αυτου.
<scripture passage="Mark 11:8" parsed="|Mark|11|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.8" />
<sup>8</sup>Πολλοι δε εστρωσαν τα ιματια αυτων εις την οδον, αλλοι δε εκοπτον κλαδους απο των δενδρων και εστρωνον εις την οδον.
<scripture passage="Mark 11:9" parsed="|Mark|11|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.9" />
<sup>9</sup>Και οι προπορευομενοι και οι ακολουθουντες εκραζον, λεγοντες· Ωσαννα, ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου.
<scripture passage="Mark 11:10" parsed="|Mark|11|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.10" />
<sup>10</sup>Ευλογημενη η ερχομενη βασιλεια εν ονοματι Κυριου του πατρος ημων Δαβιδ· Ωσαννα εν τοις υψιστοις.
<scripture passage="Mark 11:11" parsed="|Mark|11|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.11" />
<sup>11</sup>Και εισηλθεν ο Ιησους εις Ιεροσολυμα και εις το ιερον· και αφου περιεβλεψε παντα, επειδη η ωρα ητο ηδη προς εσπεραν, εξηλθεν εις Βηθανιαν μετα των δωδεκα.
<scripture passage="Mark 11:12" parsed="|Mark|11|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.12" />
<sup>12</sup>Και τη επαυριον, αφου εξηλθον απο Βηθανιας, επεινασε·
<scripture passage="Mark 11:13" parsed="|Mark|11|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.13" />
<sup>13</sup>και ιδων μακροθεν συκην εχουσαν φυλλα, ηλθεν αν τυχον ευρη τι εν αυτη· και ελθων επ' αυτην ουδεν ευρεν ειμη φυλλα· διοτι δεν ητο καιρος συκων.
<scripture passage="Mark 11:14" parsed="|Mark|11|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.14" />
<sup>14</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτην· Μηδεις πλεον εις τον αιωνα να μη φαγη καρπον απο σου. Και ηκουον τουτο οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="Mark 11:15" parsed="|Mark|11|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.15" />
<sup>15</sup>Και ερχονται εις Ιεροσολυμα· και εισελθων ο Ιησους εις το ιερον, ηρχισε να εκβαλλη τους πωλουντας και αγοραζοντας εν τω ιερω, και τας τραπεζας των αργυραμοιβων και τα καθισματα των πωλουντων τας περιστερας ανετρεψε,
<scripture passage="Mark 11:16" parsed="|Mark|11|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.16" />
<sup>16</sup>και δεν αφινε να περαση τις σκευος δια του ιερου,
<scripture passage="Mark 11:17" parsed="|Mark|11|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.17" />
<sup>17</sup>και εδιδασκε, λεγων προς αυτους· Δεν ειναι γεγραμμενον, οτι Ο οικος μου θελει ονομαζεσθαι οικος προσευχης δια παντα τα εθνη; σεις δε εκαμετε αυτον σπηλαιον ληστων.
<scripture passage="Mark 11:18" parsed="|Mark|11|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.18" />
<sup>18</sup>Και ηκουσαν οι γραμματεις και οι αρχιερεις και εζητουν πως να απολεσωσιν αυτον· διοτι εφοβουντο αυτον, επειδη πας ο οχλος εξεπληττετο εις την διδαχην αυτου.
<scripture passage="Mark 11:19" parsed="|Mark|11|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.19" />
<sup>19</sup>Και οτε εγεινεν εσπερα, εξηρχετο εξω της πολεως.
<scripture passage="Mark 11:20" parsed="|Mark|11|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.20" />
<sup>20</sup>Και το πρωι διαβαινοντες ειδον την συκην εξηραμμενην εκ ριζων.
<scripture passage="Mark 11:21" parsed="|Mark|11|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.21" />
<sup>21</sup>Και ενθυμηθεις ο Πετρος, λεγει προς αυτον· Ραββι, ιδε, η συκη, την οποιαν κατηρασθης, εξηρανθη.
<scripture passage="Mark 11:22" parsed="|Mark|11|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.22" />
<sup>22</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, λεγει προς αυτους· Εχετε πιστιν Θεου.
<scripture passage="Mark 11:23" parsed="|Mark|11|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.23" />
<sup>23</sup>Διοτι αληθως σας λεγω οτι οστις ειπη προς το ορος τουτο, Σηκωθητε και ριφθητι εις την θαλασσαν, και δεν δισταση εν τη καρδια αυτου, αλλα πιστευση οτι εκεινα τα οποια λεγει γινονται, θελει γεινει εις αυτον ο, τι εαν ειπη.
<scripture passage="Mark 11:24" parsed="|Mark|11|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο σας λεγω, Παντα οσα προσευχομενοι ζητειτε, πιστευετε οτι λαμβανετε, και θελει γεινει εις εσας.
<scripture passage="Mark 11:25" parsed="|Mark|11|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.25" />
<sup>25</sup>Και οταν ιστασθε προσευχομενοι, συγχωρειτε εαν εχητε τι κατα τινος, δια να συγχωρηση εις εσας και ο Πατηρ σας ο εν τοις ουρανοις τα αμαρτηματα σας.
<scripture passage="Mark 11:26" parsed="|Mark|11|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.26" />
<sup>26</sup>Αλλ' εαν σεις δεν συγχωρητε, ουδε ο Πατηρ σας ο εν τοις ουρανοις θελει συγχωρησει τα αμαρτηματα σας.
<scripture passage="Mark 11:27" parsed="|Mark|11|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.27" />
<sup>27</sup>Και ερχονται παλιν εις Ιεροσολυμα· και ενω περιεπατει εν τω ιερω, ερχονται προς αυτον οι αρχιερεις και οι γραμματεις και οι πρεσβυτεροι
<scripture passage="Mark 11:28" parsed="|Mark|11|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.28" />
<sup>28</sup>και λεγουσι προς αυτον· Εν ποια εξουσια πραττεις ταυτα; και τις σοι εδωκε την εξουσιαν ταυτην, δια να πραττης ταυτα;
<scripture passage="Mark 11:29" parsed="|Mark|11|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.29" />
<sup>29</sup>Ο δε Ιησους αποκριθεις ειπε προς αυτους· Θελω σας ερωτησει και εγω ενα λογον, και αποκριθητε μοι, και θελω σας ειπει εν ποια εξουσια πραττω ταυτα.
<scripture passage="Mark 11:30" parsed="|Mark|11|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.30" />
<sup>30</sup>Το βαπτισμα του Ιωαννου εξ ουρανου ητο η εξ ανθρωπων; αποκριθητε μοι.
<scripture passage="Mark 11:31" parsed="|Mark|11|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.31" />
<sup>31</sup>Και διελογιζοντο καθ' εαυτους, λεγοντες· Εαν ειπωμεν, Εξ ουρανου, θελει ειπει· Δια τι λοιπον δεν επιστευσατε εις αυτον;
<scripture passage="Mark 11:32" parsed="|Mark|11|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.32" />
<sup>32</sup>Αλλ' εαν ειπωμεν, Εξ ανθρωπων; εφοβουντο τον λαον· διοτι παντες ειχον τον Ιωαννην οτι ητο τωοντι προφητης.
<scripture passage="Mark 11:33" parsed="|Mark|11|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.11.33" />
<sup>33</sup>Και αποκριθεντες λεγουσι προς τον Ιησουν· Δεν εξευρομεν. Και ο Ιησους αποκριθεις λεγει προς αυτους· Ουδε εγω λεγω προς υμας εν ποια εξουσια πραττω ταυτα.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 12" progress="82.00%" prev="Mark.11" next="Mark.13" id="Mark.12">
<h3 id="Mark.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Mark.12-p1">
<scripture passage="Mark 12:1" parsed="|Mark|12|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.1" />
<sup>1</sup>Και ηρχισε να λεγη προς αυτους δια παραβολων· Ανθρωπος τις εφυτευσεν αμπελωνα και περιεβαλεν εις αυτον φραγμον και εσκαψεν υποληνιον και ωκοδομησε πυργον, και εμισθωσεν αυτον εις γεωργους και απεδημησε.
<scripture passage="Mark 12:2" parsed="|Mark|12|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.2" />
<sup>2</sup>Και εν τω καιρω των καρπων απεστειλε προς τους γεωργους δουλον, δια να λαβη παρα των γεωργων απο του καρπου του αμπελωνος.
<scripture passage="Mark 12:3" parsed="|Mark|12|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.3" />
<sup>3</sup>Εκεινοι δε πιασαντες αυτον εδειραν και απεπεμψαν κενον.
<scripture passage="Mark 12:4" parsed="|Mark|12|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.4" />
<sup>4</sup>Και παλιν απεστειλε προς αυτους αλλον δουλον· και εκεινον λιθοβολησαντες, επληγωσαν την κεφαλην αυτου και απεπεμψαν ητιμωμενον.
<scripture passage="Mark 12:5" parsed="|Mark|12|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.5" />
<sup>5</sup>Και παλιν απεστειλεν αλλον· και εκεινον εφονευσαν, και πολλους αλλους, τους μεν εδειραν, τους δε εφονευσαν.
<scripture passage="Mark 12:6" parsed="|Mark|12|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.6" />
<sup>6</sup>Ετι λοιπον εχων ενα υιον, αγαπητον αυτου, απεστειλε και αυτον προς αυτους εσχατον, λεγων οτι θελουσιν εντραπη τον υιον μου.
<scripture passage="Mark 12:7" parsed="|Mark|12|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.7" />
<sup>7</sup>Εκεινοι δε οι γεωργοι ειπον προς αλληλους οτι ουτος ειναι ο κληρονομος· ελθετε, ας φονευσωμεν αυτον, και θελει εισθαι ημων η κληρονομια.
<scripture passage="Mark 12:8" parsed="|Mark|12|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.8" />
<sup>8</sup>Και πιασαντες αυτον εφονευσαν και ερριψαν εξω του αμπελωνος.
<scripture passage="Mark 12:9" parsed="|Mark|12|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.9" />
<sup>9</sup>Τι λοιπον θελει καμει ο κυριος του αμπελωνος; Θελει ελθει και απολεσει τους γεωργους και θελει δωσει τον αμπελωνα εις αλλους.
<scripture passage="Mark 12:10" parsed="|Mark|12|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.10" />
<sup>10</sup>Ουδε την γραφην ταυτην δεν ανεγνωσατε, Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας·
<scripture passage="Mark 12:11" parsed="|Mark|12|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.11" />
<sup>11</sup>παρα Κυριου εγεινεν αυτη και ειναι θαυμαστη εν οφθαλμοις ημων.
<scripture passage="Mark 12:12" parsed="|Mark|12|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.12" />
<sup>12</sup>Και εζητουν να πιασωσιν αυτον και εφοβηθησαν τον οχλον· επειδη ενοησαν οτι προς αυτους ειπε την παραβολην· και αφησαντες αυτον ανεχωρησαν.
<scripture passage="Mark 12:13" parsed="|Mark|12|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.13" />
<sup>13</sup>Και αποστελλουσι προς αυτον τινας των Φαρισαιων και των Ηρωδιανων, δια να παγιδευσωσιν αυτον εις λογον.
<scripture passage="Mark 12:14" parsed="|Mark|12|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.14" />
<sup>14</sup>Και εκεινοι ελθοντες, λεγουσι προς αυτον· Διδασκαλε, εξευρομεν οτι εισαι αληθης και δεν σε μελει περι ουδενος· διοτι δεν βλεπεις εις προσωπον ανθρωπων, αλλ' επ' αληθειας την οδον του Θεου διδασκεις. Ειναι συγκεχωρημενον να δωσωμεν δασμον εις τον Καισαρα, η ουχι; να δωσωμεν η να μη δωσωμεν;
<scripture passage="Mark 12:15" parsed="|Mark|12|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.15" />
<sup>15</sup>Ο δε γνωρισας την υποκρισιν αυτων, ειπε προς αυτους· τι με πειραζετε; φερετε μοι δηναριον δια να ιδω.
<scripture passage="Mark 12:16" parsed="|Mark|12|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.16" />
<sup>16</sup>Και εκεινοι εφεραν. Και λεγει προς αυτους· Τινος ειναι η εικων αυτη και η επιγραφη; οι δε ειπον προς αυτον· Του Καισαρος.
<scripture passage="Mark 12:17" parsed="|Mark|12|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.17" />
<sup>17</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτους· Αποδοτε τα του Καισαρος εις τον Καισαρα και τα του Θεου εις τον Θεον. Και εθαυμασαν δι' αυτον.
<scripture passage="Mark 12:18" parsed="|Mark|12|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.18" />
<sup>18</sup>Και ερχονται προς αυτον Σαδδουκαιοι, οιτινες λεγουσιν οτι δεν ειναι αναστασις, και ηρωτησαν αυτον, λεγοντες·
<scripture passage="Mark 12:19" parsed="|Mark|12|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.19" />
<sup>19</sup>Διδασκαλε, ο Μωυσης μας εγραψεν οτι εαν αποθανη τινος ο αδελφος και αφηση γυναικα και τεκνα δεν αφηση, να λαβη ο αδελφος αυτου την γυναικα αυτου και να εξαναστηση σπερμα εις τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Mark 12:20" parsed="|Mark|12|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.20" />
<sup>20</sup>Ησαν λοιπον επτα αδελφοι. Και ο πρωτος ελαβε γυναικα, και αποθνησκων δεν αφηκε σπερμα·
<scripture passage="Mark 12:21" parsed="|Mark|12|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.21" />
<sup>21</sup>και ελαβεν αυτην ο δευτερος και απεθανε, και ουδε αυτος αφηκε σπερμα· και ο τριτος ωσαυτως.
<scripture passage="Mark 12:22" parsed="|Mark|12|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.22" />
<sup>22</sup>Και ελαβον αυτην οι επτα, και δεν αφηκαν σπερμα. Τελευταια παντων απεθανε και η γυνη.
<scripture passage="Mark 12:23" parsed="|Mark|12|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.23" />
<sup>23</sup>Εν τη αναστασει λοιπον, οταν αναστηθωσι, τινος αυτων θελει εισθαι γυνη; διοτι και οι επτα ελαβον αυτην γυναικα.
<scripture passage="Mark 12:24" parsed="|Mark|12|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.24" />
<sup>24</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Δεν πλανασθε δια τουτο, μη γνωριζοντες τας γραφας μηδε την δυναμιν του Θεου;
<scripture passage="Mark 12:25" parsed="|Mark|12|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.25" />
<sup>25</sup>Διοτι οταν αναστηθωσιν εκ νεκρων ουτε νυμφευουσιν ουτε νυμφευονται, αλλ' ειναι ως αγγελοι οι εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Mark 12:26" parsed="|Mark|12|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.26" />
<sup>26</sup>Περι δε των νεκρων οτι ανιστανται, δεν ανεγνωσατε εν τη βιβλω του Μωυσεως, πως ειπε προς αυτον ο Θεος επι της βατου, λεγων, Εγω ειμαι ο Θεος του Αβρααμ και ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ;
<scripture passage="Mark 12:27" parsed="|Mark|12|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.27" />
<sup>27</sup>Δεν ειναι ο Θεος νεκρων, αλλα Θεος ζωντων· σεις λοιπον πλανασθε πολυ.
<scripture passage="Mark 12:28" parsed="|Mark|12|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.28" />
<sup>28</sup>Και προσελθων εις των γραμματεων, οστις ηκουσεν αυτους συζητουντας, γνωριζων οτι καλως απεκριθη προς αυτους, ηρωτησεν αυτον· Ποια εντολη ειναι πρωτη πασων;
<scripture passage="Mark 12:29" parsed="|Mark|12|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.29" />
<sup>29</sup>Ο δε Ιησους απεκριθη προς αυτον οτι πρωτη πασων των εντολων ειναι· Ακουε Ισραηλ, Κυριος ο Θεος ημων ειναι εις Κυριος·
<scripture passage="Mark 12:30" parsed="|Mark|12|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.30" />
<sup>30</sup>και θελεις αγαπα Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου, και εξ ολης της ψυχης σου, και εξ ολης της διανοιας σου, και εξ ολης της δυναμεως σου· αυτη ειναι η πρωτη εντολη.
<scripture passage="Mark 12:31" parsed="|Mark|12|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.31" />
<sup>31</sup>Και δευτερα ομοια, αυτη· Θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον. Μεγαλητερα τουτων αλλη εντολη δεν ειναι.
<scripture passage="Mark 12:32" parsed="|Mark|12|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.32" />
<sup>32</sup>Και ειπε προς αυτον ο γραμματευς· Καλως, Διδασκαλε, αληθως ειπας οτι ειναι εις Θεος, και δεν ειναι αλλος εκτος αυτου·
<scripture passage="Mark 12:33" parsed="|Mark|12|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.33" />
<sup>33</sup>και το να αγαπα τις αυτον εξ ολης της καρδιας και εξ ολης της συνεσεως και εξ ολης της ψυχης και εξ ολης της δυναμεως, και το να αγαπα τον πλησιον ως εαυτον, ειναι πλειοτερον παντων των ολοκαυτωματων και των θυσιων.
<scripture passage="Mark 12:34" parsed="|Mark|12|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.34" />
<sup>34</sup>Και ο Ιησους, ιδων αυτον οτι φρονιμως απεκριθη, ειπε προς αυτον· Δεν εισαι μακραν απο της βασιλειας του Θεου. Και ουδεις πλεον ετολμα να ερωτηση αυτον.
<scripture passage="Mark 12:35" parsed="|Mark|12|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.35" />
<sup>35</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ελεγε διδασκων εν τω ιερω· Πως λεγουσιν οι γραμματεις οτι ο Χριστος ειναι υιος του Δαβιδ;
<scripture passage="Mark 12:36" parsed="|Mark|12|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.36" />
<sup>36</sup>Διοτι αυτος ο Δαβιδ ειπε δια του Πνευματος του Αγιου· Ειπεν ο Κυριος προς τον Κυριον μου, Καθου εκ δεξιων μου, εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου.
<scripture passage="Mark 12:37" parsed="|Mark|12|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.37" />
<sup>37</sup>Αυτος λοιπον ο Δαβιδ λεγει αυτον Κυριον· και ποθεν ειναι υιος αυτου; Και ο πολυς οχλος ηκουεν αυτον ευχαριστως.
<scripture passage="Mark 12:38" parsed="|Mark|12|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.38" />
<sup>38</sup>Και ελεγε προς αυτους εν τη διδαχη αυτου· Προσεχετε απο των γραμματεων, οιτινες θελουσι να περιπατωσιν εστολισμενοι και αγαπωσι τους ασπασμους εν ταις αγοραις
<scripture passage="Mark 12:39" parsed="|Mark|12|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.39" />
<sup>39</sup>και πρωτοκαθεδριας εν ταις συναγωγαις και τους πρωτους τοπους εν τοις δειπνοις.
<scripture passage="Mark 12:40" parsed="|Mark|12|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.40" />
<sup>40</sup>Οιτινες κατατρωγουσι τας οικιας των χηρων, και τουτο επι προφασει οτι καμνουσι μακρας προσευχας· ουτοι θελουσι λαβει μεγαλητεραν καταδικην.
<scripture passage="Mark 12:41" parsed="|Mark|12|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.41" />
<sup>41</sup>Και καθησας ο Ιησους απεναντι του γαζοφυλακιου, εθεωρει πως ο οχλος εβαλλε χαλκον εις το γαζοφυλακιον. Και πολλοι πλουσιοι εβαλλον πολλα·
<scripture passage="Mark 12:42" parsed="|Mark|12|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.42" />
<sup>42</sup>και ελθουσα μια χηρα πτωχη εβαλε δυο λεπτα, τουτεστιν, ενα κοδραντην.
<scripture passage="Mark 12:43" parsed="|Mark|12|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.43" />
<sup>43</sup>Και προσκαλεσας τους μαθητας αυτου, λεγει προς αυτους· Αληθως σας λεγω οτι η χηρα αυτη η πτωχη εβαλε περισσοτερον παντων, οσοι εβαλον εις το γαζοφυλακιον·
<scripture passage="Mark 12:44" parsed="|Mark|12|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.12.44" />
<sup>44</sup>διοτι παντες εκ του περισσευοντος εις αυτους εβαλον· αυτη ομως εκ του υστερηματος αυτης εβαλε παντα οσα ειχεν, ολην την περιουσιαν αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 13" progress="82.13%" prev="Mark.12" next="Mark.14" id="Mark.13">
<h3 id="Mark.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Mark.13-p1">
<scripture passage="Mark 13:1" parsed="|Mark|13|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.1" />
<sup>1</sup>Και ενω εξηρχετο εκ του ιερου, λεγει προς αυτον εις των μαθητων αυτου· Διδασκαλε, ιδε οποιοι λιθοι και οποιαι οικοδομαι.
<scripture passage="Mark 13:2" parsed="|Mark|13|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.2" />
<sup>2</sup>Και ο Ιησους αποκριθεις ειπε προς αυτον· Βλεπεις ταυτας τας μεγαλας οικοδομας; δεν θελει αφεθη λιθος επι λιθον, οστις να μη κατακρημνισθη.
<scripture passage="Mark 13:3" parsed="|Mark|13|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.3" />
<sup>3</sup>Και ενω εκαθητο εις το ορος των Ελαιων κατεναντι του ιερου, ηρωτων αυτον κατ' ιδιαν ο Πετρος και Ιακωβος και Ιωαννης και Ανδρεας.
<scripture passage="Mark 13:4" parsed="|Mark|13|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.4" />
<sup>4</sup>Ειπε προς ημας ποτε θελουσι γεινει ταυτα, και τι το σημειον οταν ταυτα παντα μελλωσι να συντελεσθωσιν;
<scripture passage="Mark 13:5" parsed="|Mark|13|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Ιησους αποκριθεις προς αυτους, ηρχισε να λεγη· Βλεπετε μη σας πλανηση τις.
<scripture passage="Mark 13:6" parsed="|Mark|13|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.6" />
<sup>6</sup>Διοτι πολλοι θελουσιν ελθει εν τω ονοματι μου, λεγοντες οτι εγω ειμαι, και πολλους θελουσι πλανησει.
<scripture passage="Mark 13:7" parsed="|Mark|13|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.7" />
<sup>7</sup>Οταν δε ακουσητε πολεμους και φημας πολεμων, μη ταραττεσθε· διοτι πρεπει να γεινωσι ταυτα, αλλα δεν ειναι ετι το τελος.
<scripture passage="Mark 13:8" parsed="|Mark|13|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.8" />
<sup>8</sup>Διοτι θελει εγερθη εθνος επι εθνος και βασιλεια επι βασιλειαν, και θελουσι γεινει σεισμοι κατα τοπους και θελουσι γεινει πειναι και ταραχαι. Ταυτα ειναι αρχαι ωδινων.
<scripture passage="Mark 13:9" parsed="|Mark|13|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.9" />
<sup>9</sup>Σεις δε προσεχετε εις εαυτους. Διοτι θελουσι σας παραδωσει εις συνεδρια, και εις συναγωγας θελετε δαρθη, και ενωπιον ηγεμονων και βασιλεων θελετε σταθη ενεκεν εμου προς μαρτυριαν εις αυτους·
<scripture passage="Mark 13:10" parsed="|Mark|13|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.10" />
<sup>10</sup>και πρεπει πρωτον να κηρυχθη το ευαγγελιον εις παντα τα εθνη.
<scripture passage="Mark 13:11" parsed="|Mark|13|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.11" />
<sup>11</sup>Οταν δε σας φερωσι δια να σας παραδωσωσι, μη προμεριμνατε τι θελετε λαλησει, μηδε μελετατε, αλλ' ο, τι δοθη εις εσας εν εκεινη τη ωρα, τουτο λαλειτε· διοτι δεν εισθε σεις οι λαλουντες, αλλα το Πνευμα το Αγιον.
<scripture passage="Mark 13:12" parsed="|Mark|13|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.12" />
<sup>12</sup>Θελει δε παραδωσει αδελφος αδελφον εις θανατον και πατηρ τεκνον, και θελουσιν επαναστη τεκνα επι γονεις και θελουσι θανατωσει αυτους.
<scripture passage="Mark 13:13" parsed="|Mark|13|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.13" />
<sup>13</sup>Και θελετε εισθαι μισουμενοι υπο παντων δια το ονομα μου· ο δε υπομεινας εως τελους, ουτος θελει σωθη.
<scripture passage="Mark 13:14" parsed="|Mark|13|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.14" />
<sup>14</sup>Οταν δε ιδητε το βδελυγμα της ερημωσεως, το λαληθεν υπο Δανιηλ του προφητου, ισταμενον οπου δεν πρεπει-ο αναγινωσκων ας εννοη-τοτε οι εν τη Ιουδαια ας φευγωσιν εις τα ορη·
<scripture passage="Mark 13:15" parsed="|Mark|13|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.15" />
<sup>15</sup>και ο επι του δωματος ας μη καταβη εις την οικιαν, μηδ' ας εισελθη δια να λαβη τι εκ της οικιας αυτου,
<scripture passage="Mark 13:16" parsed="|Mark|13|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.16" />
<sup>16</sup>και οστις ειναι εις τον αγρον, ας μη επιστρεψη εις τα οπισω δια να λαβη το ιματιον αυτου.
<scripture passage="Mark 13:17" parsed="|Mark|13|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.17" />
<sup>17</sup>Ουαι δε εις τας εγκυμονουσας και τας θηλαζουσας εν εκειναις ταις ημεραις.
<scripture passage="Mark 13:18" parsed="|Mark|13|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.18" />
<sup>18</sup>Προσευχεσθε δε δια να μη γεινη η φυγη υμων εν χειμωνι.
<scripture passage="Mark 13:19" parsed="|Mark|13|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.19" />
<sup>19</sup>Διοτι αι ημεραι εκειναι θελουσιν εισθαι θλιψις τοιαυτη, οποια δεν εγεινεν απ' αρχης της κτισεως, την οποιαν εκτισεν ο Θεος εως του νυν, ουδε θελει γεινει.
<scripture passage="Mark 13:20" parsed="|Mark|13|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.20" />
<sup>20</sup>Και εαν ο Κυριος δεν ηθελε συντεμει τας ημερας εκεινας, δεν ηθελε σωθη ουδεμια σαρξ· αλλα δια τους εκλεκτους, τους οποιους εξελεξε, συνετεμε τας ημερας.
<scripture passage="Mark 13:21" parsed="|Mark|13|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.21" />
<sup>21</sup>Και τοτε εαν τις ειπη προς υμας, Ιδου, εδω ειναι ο Χριστος, η, Ιδου, εκει, μη πιστευσητε.
<scripture passage="Mark 13:22" parsed="|Mark|13|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.22" />
<sup>22</sup>Διοτι θελουσιν εγερθη ψευδοχριστοι και ψευδοπροφηται και θελουσι δειξει σημεια και τερατα, δια να αποπλανωσιν, ει δυνατον, και τους εκλεκτους.
<scripture passage="Mark 13:23" parsed="|Mark|13|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.23" />
<sup>23</sup>Σεις ομως προσεχετε· ιδου, σας προειπον παντα.
<scripture passage="Mark 13:24" parsed="|Mark|13|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' εν εκειναις ταις ημεραις, μετα την θλιψιν εκεινην, ο ηλιος θελει σκοτισθη και η σεληνη δεν θελει δωσει το φεγγος αυτης
<scripture passage="Mark 13:25" parsed="|Mark|13|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.25" />
<sup>25</sup>και οι αστερες του ουρανου θελουσι πιπτει και αι δυναμεις αι εν τοις ουρανοις θελουσι σαλευθη.
<scripture passage="Mark 13:26" parsed="|Mark|13|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.26" />
<sup>26</sup>Και τοτε θελουσιν ιδει τον Υιον του ανθρωπου ερχομενον εν νεφελαις μετα δυναμεως πολλης και δοξης.
<scripture passage="Mark 13:27" parsed="|Mark|13|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.27" />
<sup>27</sup>Και τοτε θελει αποστειλει τους αγγελους αυτου και συναξει τους εκλεκτους αυτου εκ των τεσσαρων ανεμων, απ' ακρου της γης εως ακρου του ουρανου.
<scripture passage="Mark 13:28" parsed="|Mark|13|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.28" />
<sup>28</sup>Απο δε της συκης μαθετε την παραβολην. Οταν ο κλαδος αυτης γεινη ηδη απαλος και εκβλαστανη τα φυλλα, εξευρετε οτι πλησιον ειναι το θερος·
<scripture passage="Mark 13:29" parsed="|Mark|13|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.29" />
<sup>29</sup>ουτω και σεις, οταν ιδητε ταυτα γινομενα, εξευρετε οτι πλησιον ειναι επι τας θυρας.
<scripture passage="Mark 13:30" parsed="|Mark|13|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.30" />
<sup>30</sup>Αληθως σας λεγω οτι δεν θελει παρελθει η γενεα αυτη, εωσου γεινωσι παντα ταυτα.
<scripture passage="Mark 13:31" parsed="|Mark|13|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.31" />
<sup>31</sup>Ο ουρανος και η γη θελουσι παρελθει, οι δε λογοι μου δεν θελουσι παρελθει.
<scripture passage="Mark 13:32" parsed="|Mark|13|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.32" />
<sup>32</sup>Περι δε της ημερας εκεινης και της ωρας ουδεις γινωσκει, ουδε οι αγγελοι οι εν ουρανω, ουδε ο Υιος, ειμη ο Πατηρ.
<scripture passage="Mark 13:33" parsed="|Mark|13|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.33" />
<sup>33</sup>Προσεχετε, αγρυπνειτε και προσευχεσθε· διοτι δεν εξευρετε ποτε ειναι ο καιρος.
<scripture passage="Mark 13:34" parsed="|Mark|13|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.34" />
<sup>34</sup>Επειδη τουτο θελει εισθαι ως ανθρωπος αποδημων, οστις αφηκε την οικιαν αυτου και εδωκεν εις τους δουλους αυτου την εξουσιαν και εις εκαστον το εργον αυτου και εις τον θυρωρον προσεταξε να αγρυπνη.
<scripture passage="Mark 13:35" parsed="|Mark|13|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.35" />
<sup>35</sup>Αγρυπνειτε λοιπον· διοτι δεν εξευρετε ποτε ερχεται ο κυριος της οικιας, την εσπεραν η το μεσονυκτιον η οταν φωναζη ο αλεκτωρ η το πρωι·
<scripture passage="Mark 13:36" parsed="|Mark|13|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.36" />
<sup>36</sup>μηποτε ελθων εξαιφνης, σας ευρη κοιμωμενους.
<scripture passage="Mark 13:37" parsed="|Mark|13|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.13.37" />
<sup>37</sup>Και οσα λεγω προς εσας προς παντας λεγω· Αγρυπνειτε.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 14" progress="82.23%" prev="Mark.13" next="Mark.15" id="Mark.14">
<h3 id="Mark.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Mark.14-p1">
<scripture passage="Mark 14:1" parsed="|Mark|14|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε δυο ημερας ητο το πασχα και τα αζυμα. Και εζητουν οι αρχιερεις και οι γραμματεις πως να συλλαβωσιν αυτον με δολον και να θανατωσωσιν.
<scripture passage="Mark 14:2" parsed="|Mark|14|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.2" />
<sup>2</sup>Ελεγον δε, Μη εν τη εορτη, μηποτε γεινη θορυβος του λαου.
<scripture passage="Mark 14:3" parsed="|Mark|14|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.3" />
<sup>3</sup>Και ενω αυτος ητο εν Βηθανια εν τη οικια Σιμωνος του λεπρου, και εκαθητο εις την τραπεζαν, ηλθε γυνη εχουσα αλαβαστρον μυρου ναρδου καθαρας πολυτιμου, και συντριψασα το αλαβαστρον, εχυσε το μυρον επι της κεφαλης αυτου.
<scripture passage="Mark 14:4" parsed="|Mark|14|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.4" />
<sup>4</sup>Ησαν δε τινες αγανακτουντες καθ' εαυτους και λεγοντες· Δια τι εγεινεν η απωλεια αυτη του μυρου;
<scripture passage="Mark 14:5" parsed="|Mark|14|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.5" />
<sup>5</sup>διοτι ηδυνατο τουτο να πωληθη υπερ τριακοσια δηναρια και να δοθωσιν εις τους πτωχους· και ωργιζοντο κατ' αυτης.
<scripture passage="Mark 14:6" parsed="|Mark|14|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' ο Ιησους ειπεν· Αφησατε αυτην· δια τι ενοχλειτε αυτην; καλον εργον επραξεν εις εμε.
<scripture passage="Mark 14:7" parsed="|Mark|14|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.7" />
<sup>7</sup>Διοτι τους πτωχους παντοτε εχετε μεθ' εαυτων, και οταν θελητε, δυνασθε να ευεργετησητε αυτους· εμε ομως παντοτε δεν εχετε.
<scripture passage="Mark 14:8" parsed="|Mark|14|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.8" />
<sup>8</sup>Ο, τι ηδυνατο αυτη επραξε· προελαβε να αλειψη με μυρον το σωμα μου δια τον ενταφιασμον.
<scripture passage="Mark 14:9" parsed="|Mark|14|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.9" />
<sup>9</sup>Αληθως σας λεγω, Οπου αν κηρυχθη το ευαγγελιον τουτο εις ολον τον κοσμον, και εκεινο το οποιον επραξεν αυτη θελει λαληθη εις μνημοσυνον αυτης.
<scripture passage="Mark 14:10" parsed="|Mark|14|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Ιουδας ο Ισκαριωτης, εις των δωδεκα, υπηγε προς τους αρχιερεις, δια να παραδωση αυτον εις αυτους.
<scripture passage="Mark 14:11" parsed="|Mark|14|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.11" />
<sup>11</sup>Εκεινοι δε ακουσαντες εχαρησαν και υπεσχεθησαν να δωσωσιν εις αυτον αργυρια· και εζητει πως να παραδωση αυτον εν ευκαιρια.
<scripture passage="Mark 14:12" parsed="|Mark|14|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.12" />
<sup>12</sup>Και τη πρωτη ημερα των αζυμων, οτε εθυσιαζον το πασχα, λεγουσι προς αυτον οι μαθηται αυτου· Που θελεις να υπαγωμεν και να ετοιμασωμεν δια να φαγης το πασχα;
<scripture passage="Mark 14:13" parsed="|Mark|14|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.13" />
<sup>13</sup>Και αποστελλει δυο των μαθητων αυτου και λεγει προς αυτους· Υπαγετε εις την πολιν, και θελει σας απαντησει ανθρωπος βασταζων σταμνιον υδατος· ακολουθησατε αυτον,
<scripture passage="Mark 14:14" parsed="|Mark|14|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.14" />
<sup>14</sup>και οπου εισελθη, ειπατε προς τον οικοδεσποτην οτι ο Διδασκαλος λεγει· Που ειναι το καταλυμα, οπου θελω φαγει το πασχα μετα των μαθητων μου;
<scripture passage="Mark 14:15" parsed="|Mark|14|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.15" />
<sup>15</sup>Και αυτος θελει σας δειξει ανωγεον μεγα εστρωμενον ετοιμον· εκει ετοιμασατε εις ημας.
<scripture passage="Mark 14:16" parsed="|Mark|14|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.16" />
<sup>16</sup>Και εξηλθον οι μαθηται αυτου και ηλθον εις την πολιν, και ευρον καθως ειπε προς αυτους, και ητοιμασαν το πασχα.
<scripture passage="Mark 14:17" parsed="|Mark|14|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.17" />
<sup>17</sup>Και οτε εγεινεν εσπερα, ερχεται μετα των δωδεκα·
<scripture passage="Mark 14:18" parsed="|Mark|14|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.18" />
<sup>18</sup>και ενω εκαθηντο εις την τραπεζαν και ετρωγον, ειπεν ο Ιησους· Αληθως σας λεγω οτι εις εξ υμων θελει με παραδωσει, οστις τρωγει μετ' εμου.
<scripture passage="Mark 14:19" parsed="|Mark|14|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.19" />
<sup>19</sup>Οι δε ηρχισαν να λυπωνται και να λεγωσι προς αυτον εις εκαστος· Μηπως εγω; και αλλος· Μηπως εγω;
<scripture passage="Mark 14:20" parsed="|Mark|14|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.20" />
<sup>20</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Εις εκ των δωδεκα, ο εμβαπτων μετ' εμου εις το πινακιον την χειρα.
<scripture passage="Mark 14:21" parsed="|Mark|14|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.21" />
<sup>21</sup>Ο μεν Υιος του ανθρωπου υπαγει, καθως ειναι γεγραμμενον περι αυτου· ουαι δε εις τον ανθρωπον εκεινον, δια του οποιου ο Υιος του ανθρωπου παραδιδεται· καλον ητο εις τον ανθρωπον εκεινον, αν δεν ηθελε γεννηθη.
<scripture passage="Mark 14:22" parsed="|Mark|14|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.22" />
<sup>22</sup>Και ενω ετρωγον, λαβων ο Ιησους αρτον ευλογησας εκοψε και εδωκεν εις αυτους και ειπε· λαβετε, φαγετε· τουτο ειναι το σωμα μου.
<scripture passage="Mark 14:23" parsed="|Mark|14|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.23" />
<sup>23</sup>Και λαβων το ποτηριον, ευχαριστησε και εδωκεν εις αυτους, και επιον εξ αυτου παντες.
<scripture passage="Mark 14:24" parsed="|Mark|14|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.24" />
<sup>24</sup>Και ειπε προς αυτους· Τουτο ειναι το αιμα μου το της καινης διαθηκης, το περι πολλων εκχυνομενον.
<scripture passage="Mark 14:25" parsed="|Mark|14|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.25" />
<sup>25</sup>Αληθως σας λεγω οτι δεν θελω πιει πλεον εκ του γεννηματος της αμπελου εως της ημερας εκεινης, οταν πινω αυτο νεον εν τη βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Mark 14:26" parsed="|Mark|14|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.26" />
<sup>26</sup>Και αφου υμνησαν, εξηλθον εις το ορος των ελαιων,
<scripture passage="Mark 14:27" parsed="|Mark|14|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.27" />
<sup>27</sup>Και λεγει προς αυτους ο Ιησους οτι παντες θελετε σκανδαλισθη εν εμοι την νυκτα ταυτην· διοτι ειναι γεγραμμενον, Θελω παταξει τον ποιμενα και θελουσι διασκορπισθη τα προβατα·
<scripture passage="Mark 14:28" parsed="|Mark|14|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.28" />
<sup>28</sup>αφου ομως αναστηθω, θελω υπαγει προτερον υμων εις την Γαλιλαιαν.
<scripture passage="Mark 14:29" parsed="|Mark|14|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.29" />
<sup>29</sup>Ο δε Πετρος ειπε προς αυτον· Και εαν παντες σκανδαλισθωσιν, εγω ομως ουχι.
<scripture passage="Mark 14:30" parsed="|Mark|14|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.30" />
<sup>30</sup>Και λεγει προς αυτον ο Ιησους· Αληθως σοι λεγω οτι σημερον την νυκτα ταυτην, πριν ο αλεκτωρ φωναξη δις, τρις θελεις με απαρνηθη.
<scripture passage="Mark 14:31" parsed="|Mark|14|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.31" />
<sup>31</sup>Ο δε ετι μαλλον ελεγεν· Εαν γεινη χρεια να συναποθανω μετα σου, δεν θελω σε απαρνηθη. Ωσαυτως δε και παντες ελεγον.
<scripture passage="Mark 14:32" parsed="|Mark|14|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.32" />
<sup>32</sup>Και ερχονται εις χωριον ονομαζομενον Γεθσημανη, και λεγει προς τους μαθητας αυτου· Καθησατε εδω, εωσου προσευχηθω·
<scripture passage="Mark 14:33" parsed="|Mark|14|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.33" />
<sup>33</sup>και παραλαμβανει τον Πετρον και τον Ιακωβον και Ιωαννην μεθ' εαυτου, και ηρχισε να εκθαμβηται και να αδημονη.
<scripture passage="Mark 14:34" parsed="|Mark|14|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.34" />
<sup>34</sup>Και λεγει προς αυτους· Περιλυπος ειναι η ψυχη μου εως θανατου· μεινατε εδω και αγρυπνειτε.
<scripture passage="Mark 14:35" parsed="|Mark|14|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.35" />
<sup>35</sup>Και προχωρησας ολιγον, επεσεν επι της γης και προσηυχετο να παρελθη αν ηναι δυνατον απ' αυτου η ωρα εκεινη,
<scripture passage="Mark 14:36" parsed="|Mark|14|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.36" />
<sup>36</sup>και ελεγεν· Αββα ο Πατηρ, παντα ειναι δυνατα εις σε· απομακρυνον απ' εμου το ποτηριον τουτο. Ουχι ομως ο, τι θελω εγω, αλλ' ο, τι συ.
<scripture passage="Mark 14:37" parsed="|Mark|14|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.37" />
<sup>37</sup>Και ερχεται και ευρισκει αυτους κοιμωμενους και λεγει προς τον Πετρον· Σιμων, κοιμασαι; δεν ηδυνηθης μιαν ωραν να αγρυπνησης;
<scripture passage="Mark 14:38" parsed="|Mark|14|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.38" />
<sup>38</sup>αγρυπνειτε και προσευχεσθε, δια να μη εισελθητε εις πειρασμον· το μεν πνευμα προθυμον, η δε σαρξ ασθενης.
<scripture passage="Mark 14:39" parsed="|Mark|14|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.39" />
<sup>39</sup>Και παλιν υπηγε και προσηυχηθη, ειπων τον αυτον λογον.
<scripture passage="Mark 14:40" parsed="|Mark|14|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.40" />
<sup>40</sup>Και επιστρεψας ευρεν αυτους παλιν κοιμωμενους· διοτι οι οφθαλμοι αυτων ησαν βεβαρημενοι και δεν ηξευρον τι να αποκριθωσι προς αυτον.
<scripture passage="Mark 14:41" parsed="|Mark|14|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.41" />
<sup>41</sup>Και ερχεται την τριτην φοραν και λεγει προς αυτους· Κοιμασθε το λοιπον και αναπαυεσθε. Αρκει· ηλθεν η ωρα· ιδου, παραδιδεται ο Υιος του ανθρωπου εις τας χειρας των αμαρτωλων.
<scripture passage="Mark 14:42" parsed="|Mark|14|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.42" />
<sup>42</sup>Εγερθητε, υπαγωμεν· ιδου, ο παραδιδων με επλησιασε.
<scripture passage="Mark 14:43" parsed="|Mark|14|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.43" />
<sup>43</sup>Και ευθυς, ενω ελαλει ετι, ερχεται ο Ιουδας, εις εκ των δωδεκα, και μετ' αυτου οχλος πολυς μετα μαχαιρων και ξυλων, παρα των αρχιερεων και των γραμματεων και των πρεσβυτερων.
<scripture passage="Mark 14:44" parsed="|Mark|14|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.44" />
<sup>44</sup>Ο δε παραδιδων αυτον ειχε δωσει εις αυτους σημειον, λεγων· Οντινα φιλησω, αυτος ειναι· πιασατε αυτον και φερετε ασφαλως.
<scripture passage="Mark 14:45" parsed="|Mark|14|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.45" />
<sup>45</sup>Και οτε ηλθεν, ευθυς πλησιασας εις αυτον λεγει· Ραββι, Ραββι, και κατεφιλησεν αυτον.
<scripture passage="Mark 14:46" parsed="|Mark|14|46|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.46" />
<sup>46</sup>Και εκεινοι επεβαλον επ' αυτον τας χειρας αυτων και επιασαν αυτον.
<scripture passage="Mark 14:47" parsed="|Mark|14|47|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.47" />
<sup>47</sup>Εις δε τις των παρεστωτων συρας την μαχαιραν, εκτυπησε τον δουλον του αρχιερεως και απεκοψε το ωτιον αυτου.
<scripture passage="Mark 14:48" parsed="|Mark|14|48|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.48" />
<sup>48</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπε προς αυτους· Ως επι ληστην εξηλθετε μετα μαχαιρων και ξυλων να με συλλαβητε;
<scripture passage="Mark 14:49" parsed="|Mark|14|49|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.49" />
<sup>49</sup>καθ' ημεραν ημην πλησιον υμων εν τω ιερω διδασκων, και δεν με επιασατε, πλην τουτο εγεινε δια να πληρωθωσιν αι γραφαι.
<scripture passage="Mark 14:50" parsed="|Mark|14|50|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.50" />
<sup>50</sup>Και αφησαντες αυτον παντες εφυγον.
<scripture passage="Mark 14:51" parsed="|Mark|14|51|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.51" />
<sup>51</sup>Και εις τις νεανισκος ηκολουθει αυτον, περιτετυλιγμενος σινδονα εις το γυμνον σωμα αυτου· και πιανουσιν αυτον οι νεανισκοι.
<scripture passage="Mark 14:52" parsed="|Mark|14|52|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.52" />
<sup>52</sup>Ο δε αφησας την σινδονα, εφυγεν απ' αυτων γυμνος.
<scripture passage="Mark 14:53" parsed="|Mark|14|53|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.53" />
<sup>53</sup>Και εφεραν τον Ιησουν προς τον αρχιερεα· και συνερχονται προς αυτον παντες οι αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι και οι γραμματεις.
<scripture passage="Mark 14:54" parsed="|Mark|14|54|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.54" />
<sup>54</sup>Και ο Πετρος απο μακροθεν ηκολουθησεν αυτον εως ενδον της αυλης του αρχιερεως, και συνεκαθητο μετα των υπηρετων και εθερμαινετο εις το πυρ.
<scripture passage="Mark 14:55" parsed="|Mark|14|55|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.55" />
<sup>55</sup>Οι δε αρχιερεις και ολον το συνεδριον εζητουν κατα του Ιησου μαρτυριαν, δια να θανατωσωσιν αυτον, και δεν ευρισκον.
<scripture passage="Mark 14:56" parsed="|Mark|14|56|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.56" />
<sup>56</sup>Διοτι πολλοι εψευδομαρτυρουν κατ' αυτου, αλλ' αι μαρτυριαι δεν ησαν συμφωνοι.
<scripture passage="Mark 14:57" parsed="|Mark|14|57|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.57" />
<sup>57</sup>Και τινες σηκωθεντες εψευδομαρτυρουν κατ' αυτου, λεγοντες
<scripture passage="Mark 14:58" parsed="|Mark|14|58|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.58" />
<sup>58</sup>οτι ημεις ηκουσαμεν αυτον λεγοντα, οτι Εγω θελω χαλασει τον ναον τουτον τον χειροποιητον και δια τριων ημερων αλλον αχειροποιητον θελω οικοδομησει.
<scripture passage="Mark 14:59" parsed="|Mark|14|59|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.59" />
<sup>59</sup>Πλην ουδε ουτως ητο συμφωνος μαρτυρια αυτων.
<scripture passage="Mark 14:60" parsed="|Mark|14|60|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.60" />
<sup>60</sup>Και σηκωθεις ο αρχιερευς εις το μεσον, ηρωτησε τον Ιησουν, λεγων· Δεν αποκρινεσαι ουδεν; τι μαρτυρουσιν ουτοι κατα σου;
<scripture passage="Mark 14:61" parsed="|Mark|14|61|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.61" />
<sup>61</sup>Ο δε εσιωπα και δεν απεκριθη ουδεν. Παλιν ο αρχιερευς ηρωτα αυτον, λεγων προς αυτον· Συ εισαι ο Χριστος ο Υιος του Ευλογητου;
<scripture passage="Mark 14:62" parsed="|Mark|14|62|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.62" />
<sup>62</sup>Ο δε Ιησους ειπεν· Εγω ειμαι· και θελετε ιδει τον Υιον του ανθρωπου καθημενον εκ δεξιων της δυναμεως και ερχομενον μετα των νεφελων του ουρανου.
<scripture passage="Mark 14:63" parsed="|Mark|14|63|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.63" />
<sup>63</sup>Τοτε ο αρχιερευς, διασχισας τα ιματια αυτου, λεγει· Τι χρειαν εχομεν πλεον μαρτυρων;
<scripture passage="Mark 14:64" parsed="|Mark|14|64|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.64" />
<sup>64</sup>ηκουσατε την βλασφημιαν· τι σας φαινεται; Οι δε παντες κατεκριναν αυτον οτι ειναι ενοχος θανατου.
<scripture passage="Mark 14:65" parsed="|Mark|14|65|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.65" />
<sup>65</sup>Και ηρχισαν τινες να εμπτυωσιν εις αυτον και να περικαλυπτωσι το προσωπον αυτου και να γρονθιζωσιν αυτον και να λεγωσι προς αυτον· Προφητευσον· και οι υπηρεται ετυπτον αυτον με ραπισματα.
<scripture passage="Mark 14:66" parsed="|Mark|14|66|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.66" />
<sup>66</sup>Και ενω ητο ο Πετρος εν τη αυλη κατω, ερχεται μια των θεραπαινιδων του αρχιερεως,
<scripture passage="Mark 14:67" parsed="|Mark|14|67|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.67" />
<sup>67</sup>και οτε ειδε τον Πετρον θερμαινομενον, εμβλεψασα εις αυτον, λεγει· Και συ εσο μετα του Ναζαρηνου Ιησου.
<scripture passage="Mark 14:68" parsed="|Mark|14|68|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.68" />
<sup>68</sup>Ο δε ηρνηθη, λεγων· Δεν εξευρω ουδε καταλαμβανω τι συ λεγεις. Και εξηλθεν εξω εις το προαυλιον, και ο αλεκτωρ εφωναξε.
<scripture passage="Mark 14:69" parsed="|Mark|14|69|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.69" />
<sup>69</sup>Και η θεραπαινα ιδουσα αυτον παλιν, ηρχισε να λεγη προς τους παρεστωτας οτι ουτος εξ αυτων ειναι.
<scripture passage="Mark 14:70" parsed="|Mark|14|70|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.70" />
<sup>70</sup>Ο δε παλιν ηρνειτο. Και μετ' ολιγον παλιν οι παρεστωτες ελεγον προς τον Πετρον· Αληθως εξ αυτων εισαι· διοτι Γαλιλαιος εισαι και η λαλια σου ομοιαζει.
<scripture passage="Mark 14:71" parsed="|Mark|14|71|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.71" />
<sup>71</sup>Εκεινος δε ηρχισε να αναθεματιζη και να ομνυη οτι δεν εξευρω τον ανθρωπον τουτον, τον οποιον λεγετε.
<scripture passage="Mark 14:72" parsed="|Mark|14|72|0|0" osisRef="Bible:Mark.14.72" />
<sup>72</sup>Και ο αλεκτωρ εφωναξεν εκ δευτερου. Και ενεθυμηθη ο Πετρος τον λογον, τον οποιον ειπε προς αυτον ο Ιησους, οτι Πριν ο αλεκτωρ φωναξη δις, θελεις με αρνηθη τρις. Και ηρχισε να κλαιη πικρως.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 15" progress="82.43%" prev="Mark.14" next="Mark.16" id="Mark.15">
<h3 id="Mark.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Mark.15-p1">
<scripture passage="Mark 15:1" parsed="|Mark|15|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.1" />
<sup>1</sup>Και ευθυς το πρωι συνεβουλευθησαν οι αρχιερεις μετα των πρεσβυτερων και γραμματεων και ολον το συνεδριον, και δεσαντες τον Ιησουν εφεραν και παρεδωκαν εις τον Πιλατον.
<scripture passage="Mark 15:2" parsed="|Mark|15|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.2" />
<sup>2</sup>Και ηρωτησεν αυτον ο Πιλατος· Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων; Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτον· Συ λεγεις.
<scripture passage="Mark 15:3" parsed="|Mark|15|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.3" />
<sup>3</sup>Και κατηγορουν αυτον οι αρχιερεις πολλα.
<scripture passage="Mark 15:4" parsed="|Mark|15|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Πιλατος παλιν ηρωτησεν αυτον, λεγων· Δεν αποκρινεσαι ουδεν; ιδε ποσα σου καταμαρτυρουσιν.
<scripture passage="Mark 15:5" parsed="|Mark|15|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Ιησους ετι δεν απεκριθη ουδεν, ωστε ο Πιλατος εθαυμαζε.
<scripture passage="Mark 15:6" parsed="|Mark|15|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.6" />
<sup>6</sup>Κατα δε την εορτην απελυεν εις αυτους ενα δεσμιον, οντινα εζητουν·
<scripture passage="Mark 15:7" parsed="|Mark|15|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.7" />
<sup>7</sup>ητο δε ο λεγομενος Βαραββας δεδεμενος μετα των συνωμοτων, οιτινες εν τη στασει επραξαν φονον.
<scripture passage="Mark 15:8" parsed="|Mark|15|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.8" />
<sup>8</sup>Και αναβοησας ο οχλος, ηρχισε να ζητη να καμη καθως παντοτε εκαμνεν εις αυτους.
<scripture passage="Mark 15:9" parsed="|Mark|15|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.9" />
<sup>9</sup>Ο δε Πιλατος απεκριθη προς αυτους, λεγων· Θελετε να σας απολυσω τον βασιλεα των Ιουδαιων;
<scripture passage="Mark 15:10" parsed="|Mark|15|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.10" />
<sup>10</sup>Επειδη ηξευρεν οτι δια φθονον παρεδωκαν αυτον οι αρχιερεις.
<scripture passage="Mark 15:11" parsed="|Mark|15|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.11" />
<sup>11</sup>Οι αρχιερεις ομως διηγειραν τον οχλον να ζητησωσι να απολυση εις αυτους μαλλον τον Βαραββαν.
<scripture passage="Mark 15:12" parsed="|Mark|15|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.12" />
<sup>12</sup>Και ο Πιλατος αποκριθεις παλιν, ειπε προς αυτους· Τι λοιπον θελετε να καμω τουτον, τον οποιον λεγετε βασιλεα των Ιουδαιων;
<scripture passage="Mark 15:13" parsed="|Mark|15|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.13" />
<sup>13</sup>Οι δε παλιν εκραξαν· Σταυρωσον αυτον.
<scripture passage="Mark 15:14" parsed="|Mark|15|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Πιλατος ελεγε προς αυτους· Και τι κακον επραξεν; οι δε περισσοτερον εκραξαν· Σταυρωσον αυτον.
<scripture passage="Mark 15:15" parsed="|Mark|15|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.15" />
<sup>15</sup>Ο Πιλατος λοιπον, θελων να καμη εις τον οχλον το αρεστον, απελυσεν εις αυτους τον Βαραββαν και παρεδωκε τον Ιησουν, αφου εμαστιγωσεν αυτον, δια να σταυρωθη.
<scripture passage="Mark 15:16" parsed="|Mark|15|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.16" />
<sup>16</sup>Οι δε στρατιωται εφεραν αυτον ενδον της αυλης, το οποιον ειναι το πραιτωριον, και συγκαλουσιν ολον το ταγμα των στρατιωτων·
<scripture passage="Mark 15:17" parsed="|Mark|15|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.17" />
<sup>17</sup>και ενδυουσιν αυτον πορφυραν και πλεξαντες ακανθινον στεφανον, βαλλουσι περι την κεφαλην αυτου,
<scripture passage="Mark 15:18" parsed="|Mark|15|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.18" />
<sup>18</sup>και ηρχισαν να χαιρετωσιν αυτον, λεγοντες· Χαιρε, βασιλευ των Ιουδαιων·
<scripture passage="Mark 15:19" parsed="|Mark|15|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.19" />
<sup>19</sup>και ετυπτον την κεφαλην αυτου με καλαμον και ενεπτυον εις αυτον, και γονυπετουντες προσεκυνουν αυτον.
<scripture passage="Mark 15:20" parsed="|Mark|15|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.20" />
<sup>20</sup>Και αφου ενεπαιξαν αυτον, εξεδυσαν αυτον την πορφυραν και ενεδυσαν αυτον τα ιματια αυτου και εφεραν αυτον εξω, δια να σταυρωσωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 15:21" parsed="|Mark|15|21|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.21" />
<sup>21</sup>Και αγγαρευουσι τινα Σιμωνα Κυρηναιον διαβαινοντα, ενω ηρχετο απο του αγρου, τον πατερα του Αλεξανδρου και Ρουφου, δια να σηκωση τον σταυρον αυτου.
<scripture passage="Mark 15:22" parsed="|Mark|15|22|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.22" />
<sup>22</sup>Και φερουσιν αυτον εις τον τοπον Γολγοθα, το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Κρανιου τοπος.
<scripture passage="Mark 15:23" parsed="|Mark|15|23|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.23" />
<sup>23</sup>Και εδιδον εις αυτον να πιη οινον μεμιγμενον με σμυρναν· αλλ' εκεινος δεν ελαβε.
<scripture passage="Mark 15:24" parsed="|Mark|15|24|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.24" />
<sup>24</sup>Και αφου εσταυρωσαν αυτον, διεμεριζοντο τα ιματια αυτου, βαλλοντες κληρον επ' αυτα τι εκαστος να λαβη.
<scripture passage="Mark 15:25" parsed="|Mark|15|25|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.25" />
<sup>25</sup>Ητο δε ωρα τριτη και εσταυρωσαν αυτον.
<scripture passage="Mark 15:26" parsed="|Mark|15|26|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.26" />
<sup>26</sup>Και η επιγραφη της κατηγοριας αυτου ητο επιγεγραμμενη, Ο βασιλευς των Ιουδαιων.
<scripture passage="Mark 15:27" parsed="|Mark|15|27|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.27" />
<sup>27</sup>Και μετ' αυτου σταυρονουσι δυο ληστας, ενα εκ δεξιων και ενα εξ αριστερων αυτου.
<scripture passage="Mark 15:28" parsed="|Mark|15|28|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.28" />
<sup>28</sup>Και επληρωθη η γραφη η λεγουσα· Και μετα ανομων ελογισθη.
<scripture passage="Mark 15:29" parsed="|Mark|15|29|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.29" />
<sup>29</sup>Και οι διαβαινοντες εβλασφημουν αυτον, κινουντες τας κεφαλας αυτων και λεγοντες· Ουα, ο χαλων τον ναον και δια τριων ημερων οικοδομων,
<scripture passage="Mark 15:30" parsed="|Mark|15|30|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.30" />
<sup>30</sup>σωσον σεαυτον και καταβα απο του σταυρου.
<scripture passage="Mark 15:31" parsed="|Mark|15|31|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.31" />
<sup>31</sup>Ομοιως δε και οι αρχιερεις, εμπαιζοντες προς αλληλους μετα των γραμματεων, ελεγον· Αλλους εσωσεν, εαυτον δεν δυναται να σωση.
<scripture passage="Mark 15:32" parsed="|Mark|15|32|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.32" />
<sup>32</sup>Ο Χριστος ο βασιλευς του Ισραηλ ας καταβη τωρα απο του σταυρου, δια να ιδωμεν και πιστευσωμεν. Και οι συνεσταυρωμενοι μετ' αυτου ωνειδιζον αυτον.
<scripture passage="Mark 15:33" parsed="|Mark|15|33|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.33" />
<sup>33</sup>Οτε δε ηλθεν η εκτη ωρα, σκοτος εγεινεν εφ' ολην την γην εως ωρας εννατης·
<scripture passage="Mark 15:34" parsed="|Mark|15|34|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.34" />
<sup>34</sup>και την ωραν την εννατην εβοησεν ο Ιησους μετα φωνης μεγαλης, λεγων· Ελωι, Ελωι, λαμα σαβαχθανι; το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Θεε μου, Θεε μου, δια τι με εγκατελιπες;
<scripture passage="Mark 15:35" parsed="|Mark|15|35|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.35" />
<sup>35</sup>Και τινες των παρεστωτων ακουσαντες, ελεγον· Ιδου, τον Ηλιαν φωναζει.
<scripture passage="Mark 15:36" parsed="|Mark|15|36|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.36" />
<sup>36</sup>Δραμων δε εις και γεμισας σπογγον απο οξους και περιθεσας αυτον εις καλαμον, εποτιζεν αυτον, λεγων· Αφησατε, ας ιδωμεν αν ερχηται ο Ηλιας να καταβιβαση αυτον.
<scripture passage="Mark 15:37" parsed="|Mark|15|37|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.37" />
<sup>37</sup>Ο δε Ιησους, εκβαλων φωνην μεγαλην, εξεπνευσε.
<scripture passage="Mark 15:38" parsed="|Mark|15|38|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.38" />
<sup>38</sup>Και το καταπετασμα του ναου εσχισθη εις δυο απο ανωθεν εως κατω.
<scripture passage="Mark 15:39" parsed="|Mark|15|39|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.39" />
<sup>39</sup>Ιδων δε ο εκατονταρχος ο παρισταμενος απεναντι αυτου οτι ουτω κραξας εξεπνευσεν, ειπεν· Αληθως ο ανθρωπος ουτος ητο Υιος Θεου.
<scripture passage="Mark 15:40" parsed="|Mark|15|40|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.40" />
<sup>40</sup>Ησαν δε και γυναικες απο μακροθεν θεωρουσαι, μεταξυ των οποιων ητο και Μαρια η Μαγδαληνη και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου του μικρου και του Ιωση, και η Σαλωμη,
<scripture passage="Mark 15:41" parsed="|Mark|15|41|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.41" />
<sup>41</sup>αιτινες και οτε ητο εν τη Γαλιλαια ηκολουθουν αυτον και υπηρετουν αυτον, και αλλαι πολλαι, αιτινες συνανεβησαν μετ' αυτου εις Ιεροσολυμα.
<scripture passage="Mark 15:42" parsed="|Mark|15|42|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.42" />
<sup>42</sup>Και οτε εγεινεν ηδη εσπερα, διοτι ητο παρασκευη, τουτεστι προσαββατον,
<scripture passage="Mark 15:43" parsed="|Mark|15|43|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.43" />
<sup>43</sup>ηλθεν Ιωσηφ ο απο Αριμαθαιας, εντιμος βουλευτης, οστις και αυτος περιεμενε την βασιλειαν του Θεου, και τολμησας εισηλθε προς τον Πιλατον και εζητησε το σωμα του Ιησου.
<scripture passage="Mark 15:44" parsed="|Mark|15|44|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.44" />
<sup>44</sup>Ο δε Πιλατος εθαυμασεν αν ηδη απεθανε· και προσκαλεσας τον εκατονταρχον, ηρωτησεν αυτον αν προ πολλου απεθανε·
<scripture passage="Mark 15:45" parsed="|Mark|15|45|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.45" />
<sup>45</sup>και μαθων παρα του εκατονταρχου, εχαρισε το σωμα εις τον Ιωσηφ.
<scripture passage="Mark 15:46" parsed="|Mark|15|46|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.46" />
<sup>46</sup>Και ουτος, αγορασας σινδονα και καταβιβασας αυτον, ετυλιξε με την σινδονα και εθεσεν αυτον εν μνημειω, το οποιον ητο λελατομημενον εκ πετρας, και προσεκυλισε λιθον επι την θυραν του μνημειου.
<scripture passage="Mark 15:47" parsed="|Mark|15|47|0|0" osisRef="Bible:Mark.15.47" />
<sup>47</sup>Η δε Μαρια η Μαγδαληνη και Μαρια η μητηρ του Ιωση εβλεπον που τιθεται.
</p>
</div3>

<div3 title="Mark 16" progress="82.54%" prev="Mark.15" next="Luke" id="Mark.16">
<h3 id="Mark.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Mark.16-p1">
<scripture passage="Mark 16:1" parsed="|Mark|16|1|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.1" />
<sup>1</sup>Και αφου επερασε το σαββατον, Μαρια η Μαγδαληνη και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου και η Σαλωμη ηγορασαν αρωματα, δια να ελθωσι και αλειψωσιν αυτον.
<scripture passage="Mark 16:2" parsed="|Mark|16|2|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.2" />
<sup>2</sup>Και πολλα πρωι της πρωτης ημερας της εβδομαδος ερχονται εις το μνημειον, οτε ανετειλεν ο ηλιος.
<scripture passage="Mark 16:3" parsed="|Mark|16|3|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.3" />
<sup>3</sup>Και ελεγον προς εαυτας· Τις θελει αποκυλισει εις ημας τον λιθον εκ της θυρας του μνημειου;
<scripture passage="Mark 16:4" parsed="|Mark|16|4|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.4" />
<sup>4</sup>Και αναβλεψασαι θεωρουσιν οτι ο λιθος ητο αποκεκυλισμενος· διοτι ητο μεγας σφοδρα.
<scripture passage="Mark 16:5" parsed="|Mark|16|5|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.5" />
<sup>5</sup>Και εισελθουσαι εις το μνημειον ειδον νεανισκον καθημενον εις τα δεξια, ενδεδυμενον στολην λευκην, και ετρομαξαν.
<scripture passage="Mark 16:6" parsed="|Mark|16|6|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.6" />
<sup>6</sup>Ο δε λεγει προς αυτας· Μη τρομαζετε· Ιησουν ζητειτε τον Ναζαρηνον τον εσταυρωμενον· ανεστη, δεν ειναι εδω· ιδου ο τοπος, οπου εθεσαν αυτον.
<scripture passage="Mark 16:7" parsed="|Mark|16|7|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' υπαγετε, ειπατε προς τους μαθητας αυτου και προς τον Πετρον οτι υπαγει προτερον υμων εις την Γαλιλαιαν· εκει θελετε ιδει αυτον, καθως ειπε προς εσας.
<scripture passage="Mark 16:8" parsed="|Mark|16|8|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.8" />
<sup>8</sup>Και εξελθουσαι ταχεως, εφυγον απο του μνημειου· ειχε δε αυτας τρομος και εκστασις, και δεν ειπον ουδεν προς ουδενα· διοτι εφοβουντο.
<scripture passage="Mark 16:9" parsed="|Mark|16|9|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.9" />
<sup>9</sup>Αφου δε ανεστη το πρωι της πρωτης της εβδομαδος, εφανη πρωτον εις την Μαριαν την Μαγδαληνην, εξ ης ειχεν εκβαλει επτα δαιμονια.
<scripture passage="Mark 16:10" parsed="|Mark|16|10|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.10" />
<sup>10</sup>Εκεινη υπηγε και απηγγειλε προς εκεινους, οιτινες ειχον σταθη μετ' αυτου, ενω επενθουν και εκλαιον.
<scripture passage="Mark 16:11" parsed="|Mark|16|11|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.11" />
<sup>11</sup>Και εκεινοι, ακουσαντες οτι ζη και εθεαθη υπ' αυτης, δεν επιστευσαν.
<scripture passage="Mark 16:12" parsed="|Mark|16|12|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.12" />
<sup>12</sup>Μετα δε ταυτα εφανερωθη εν αλλη μορφη εις δυο εξ αυτων, ενω περιεπατουν και επορευοντο εις τον αγρον.
<scripture passage="Mark 16:13" parsed="|Mark|16|13|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.13" />
<sup>13</sup>Και εκεινοι υπηγαν και απηγγειλαν προς τους λοιπους· αλλ' ουδε εις εκεινους επιστευσαν.
<scripture passage="Mark 16:14" parsed="|Mark|16|14|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.14" />
<sup>14</sup>Υστερον εφανη εις τους ενδεκα, ενω εκαθηντο εις την τραπεζαν, και ωνειδισε την απιστιαν αυτων και σκληροκαρδιαν, διοτι δεν επιστευσαν εις τους ιδοντας αυτον ανασταντα.
<scripture passage="Mark 16:15" parsed="|Mark|16|15|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους· Υπαγετε εις ολον τον κοσμον και κηρυξατε το ευαγγελιον εις ολην την κτισιν.
<scripture passage="Mark 16:16" parsed="|Mark|16|16|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.16" />
<sup>16</sup>Οστις πιστευση και βαπτισθη θελει σωθη, οστις ομως απιστηση θελει κατακριθη.
<scripture passage="Mark 16:17" parsed="|Mark|16|17|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.17" />
<sup>17</sup>Σημεια δε εις τους πιστευσαντας θελουσι παρακολουθει ταυτα, Εν τω ονοματι μου θελουσιν εκβαλλει δαιμονια· θελουσι λαλει νεας γλωσσας·
<scripture passage="Mark 16:18" parsed="|Mark|16|18|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.18" />
<sup>18</sup>οφεις θελουσι πιανει· και εαν θανασιμον τι πιωσι, δεν θελει βλαψει αυτους· επι αρρωστους θελουσιν επιθεσει τας χειρας, και θελουσιν ιατρευεσθαι.
<scripture passage="Mark 16:19" parsed="|Mark|16|19|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.19" />
<sup>19</sup>Ο μεν λοιπον Κυριος, αφου ελαλησεν προς αυτους, ανεληφθη εις τον ουρανον και εκαθισεν εκ δεξιων του Θεου.
<scripture passage="Mark 16:20" parsed="|Mark|16|20|0|0" osisRef="Bible:Mark.16.20" />
<sup>20</sup>Εκεινοι δε εξελθοντες εκηρυξαν πανταχου, συνεργουντος του Κυριου και βεβαιουντος το κηρυγμα δια των επακολουθουντων θαυματων. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Luke" progress="82.60%" prev="Mark.16" next="Luke.1" id="Luke">
<h2 id="Luke-p0.1">Luke</h2>

<div3 title="Luke 1" progress="82.60%" prev="Luke" next="Luke.2" id="Luke.1">
<h3 id="Luke.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Luke.1-p1">
<scripture passage="Luke 1:1" parsed="|Luke|1|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.1" />
<sup>1</sup>Επειδη πολλοι επεχειρησαν να συνταξωσι διηγησιν περι των μετα πληροφοριας βεβαιωμενων εις ημας πραγματων,
<scripture passage="Luke 1:2" parsed="|Luke|1|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.2" />
<sup>2</sup>καθως παρεδοσαν εις ημας οι απ' αρχης γενομενοι αυτοπται και υπηρεται του λογου,
<scripture passage="Luke 1:3" parsed="|Luke|1|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.3" />
<sup>3</sup>εφανη και εις εμε ευλογον, οστις διηρευνησα παντα εξ αρχης ακριβως, να σοι γραψω κατα σειραν περι τουτων, κρατιστε Θεοφιλε,
<scripture passage="Luke 1:4" parsed="|Luke|1|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.4" />
<sup>4</sup>δια να γνωρισης την βεβαιοτητα των πραγματων, περι των οποιων κατηχηθης.
<scripture passage="Luke 1:5" parsed="|Luke|1|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.5" />
<sup>5</sup>Υπηρξεν επι των ημερων Ηρωδου, του βασιλεως της Ιουδαιας, ιερευς τις το ονομα Ζαχαριας εκ της εφημεριας Αβια, και η γυνη αυτου ητο εκ των θυγατερων του Ααρων, και το ονομα αυτης Ελισαβετ.
<scripture passage="Luke 1:6" parsed="|Luke|1|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.6" />
<sup>6</sup>Ησαν δε αμφοτεροι δικαιοι ενωπιον του Θεου, περιπατουντες εν πασαις ταις εντολαις και τοις δικαιωμασι του Κυριου αμεμπτοι.
<scripture passage="Luke 1:7" parsed="|Luke|1|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.7" />
<sup>7</sup>Και δεν ειχον τεκνον, καθοτι η Ελισαβετ ητο στειρα, και αμφοτεροι ησαν προβεβηκοτες εις την ηλικιαν αυτων.
<scripture passage="Luke 1:8" parsed="|Luke|1|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.8" />
<sup>8</sup>Ενω δε ιερατευεν αυτος εν τη ταξει της εφημεριας αυτου ενωπιον του Θεου,
<scripture passage="Luke 1:9" parsed="|Luke|1|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.9" />
<sup>9</sup>κατα το εθος της ιερατειας επεσεν εις αυτον ο κληρος να θυμιαση εισελθων εις τον ναον του Κυριου·
<scripture passage="Luke 1:10" parsed="|Luke|1|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.10" />
<sup>10</sup>και παν το πληθος του λαου προσηυχετο εξω εν τη ωρα του θυμιαματος.
<scripture passage="Luke 1:11" parsed="|Luke|1|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.11" />
<sup>11</sup>Εφανη δε εις αυτον αγγελος Κυριου, ισταμενος εκ δεξιων του θυσιαστηριου του θυμιαματος·
<scripture passage="Luke 1:12" parsed="|Luke|1|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.12" />
<sup>12</sup>και ο Ζαχαριας ιδων εταραχθη, και φοβος επεπεσεν επ' αυτον.
<scripture passage="Luke 1:13" parsed="|Luke|1|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.13" />
<sup>13</sup>Ειπε δε προς αυτον ο αγγελος· Μη φοβου, Ζαχαρια· διοτι εισηκουσθη η δεησις σου, και η γυνη σου Ελισαβετ θελει γεννησει υιον εις σε, και θελεις καλεσει το ονομα αυτου Ιωαννην.
<scripture passage="Luke 1:14" parsed="|Luke|1|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.14" />
<sup>14</sup>και θελει εισθαι εις σε χαρα και αγαλλιασις, και πολλοι θελουσι χαρη δια την γεννησιν αυτου.
<scripture passage="Luke 1:15" parsed="|Luke|1|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.15" />
<sup>15</sup>Διοτι θελει εισθαι μεγας ενωπιον του Κυριου, και οινον και σικερα δεν θελει πιει, και θελει πληρωθη Πνευματος Αγιου ετι εκ κοιλιας της μητρος αυτου,
<scripture passage="Luke 1:16" parsed="|Luke|1|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.16" />
<sup>16</sup>και πολλους των υιων Ισραηλ θελει επιστρεψει εις Κυριον τον Θεον αυτων.
<scripture passage="Luke 1:17" parsed="|Luke|1|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.17" />
<sup>17</sup>Και αυτος θελει ελθει προ προσωπου αυτου εν πνευματι και δυναμει Ηλιου, δια να επιστρεψη τας καρδιας των πατερων εις τα τεκνα και τους απειθεις εις την φρονησιν των δικαιων, δια να ετοιμαση εις τον Κυριον λαον προδιατεθειμενον.
<scripture passage="Luke 1:18" parsed="|Luke|1|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.18" />
<sup>18</sup>Και ειπεν ο Ζαχαριας προς τον αγγελον· Πως θελω γνωρισει τουτο; διοτι εγω ειμαι γερων, και η γυνη μου προβεβηκυια εις την ηλικιαν αυτης.
<scripture passage="Luke 1:19" parsed="|Luke|1|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.19" />
<sup>19</sup>Και αποκριθεις ο αγγελος, ειπε προς αυτον· Εγω ειμαι Γαβριηλ ο παρισταμενος ενωπιον του Θεου, και απεσταλην δια να λαλησω προς σε και να σε ευαγγελισω ταυτα.
<scripture passage="Luke 1:20" parsed="|Luke|1|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.20" />
<sup>20</sup>Και ιδου, θελεις εισθαι σιωπων και μη δυναμενος να λαλησης εως της ημερας, καθ' ην θελουσι γεινει ταυτα, διοτι δεν επιστευσας εις τους λογους μου, οιτινες θελουσιν εκπληρωθη εις τον καιρον αυτων.
<scripture passage="Luke 1:21" parsed="|Luke|1|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.21" />
<sup>21</sup>Και ο λαος περιεμενε τον Ζαχαριαν, και εθαυμαζον οτι εβραδυνεν εν τω ναω.
<scripture passage="Luke 1:22" parsed="|Luke|1|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.22" />
<sup>22</sup>Οτε δε εξηλθε, δεν ηδυνατο να λαληση προς αυτους· και ενοησαν οτι οπτασιαν ειδεν εν τω ναω· και αυτος εκαμνεν εις αυτους νευματα και διεμενε κωφος.
<scripture passage="Luke 1:23" parsed="|Luke|1|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.23" />
<sup>23</sup>Και αφου ετελειωσαν αι ημεραι της λειτουργιας αυτου, απηλθεν εις τον οικον αυτου.
<scripture passage="Luke 1:24" parsed="|Luke|1|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.24" />
<sup>24</sup>Μετα δε ταυτας τας ημερας συνελαβεν Ελισαβετ η γυνη αυτου, και εκρυπτεν εαυτην πεντε μηνας, λεγουσα
<scripture passage="Luke 1:25" parsed="|Luke|1|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.25" />
<sup>25</sup>οτι ουτως εκαμεν εις εμε ο Κυριος εν ταις ημεραις, καθ' ας επεβλεψε να αφαιρεση το ονειδος μου μεταξυ των ανθρωπων.
<scripture passage="Luke 1:26" parsed="|Luke|1|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.26" />
<sup>26</sup>Εν δε τω μηνι τω εκτω απεσταλη ο αγγελος Γαβριηλ υπο του Θεου εις πολιν της Γαλιλαιας ονομαζομενην Ναζαρετ,
<scripture passage="Luke 1:27" parsed="|Luke|1|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.27" />
<sup>27</sup>προς παρθενον ηρραβωνισμενην με ανδρα ονομαζομενον Ιωσηφ, εξ οικου Δαβιδ, και το ονομα της παρθενου Μαριαμ.
<scripture passage="Luke 1:28" parsed="|Luke|1|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.28" />
<sup>28</sup>Και εισελθων ο αγγελος προς αυτην, ειπε· Χαιρε, κεχαριτωμενη· ο Κυριος μετα σου· ευλογημενη συ εν γυναιξιν.
<scripture passage="Luke 1:29" parsed="|Luke|1|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.29" />
<sup>29</sup>Εκεινη δε ιδουσα διεταραχθη δια τον λογον αυτου, και διελογιζετο οποιος ταχα ητο ο ασπασμος ουτος.
<scripture passage="Luke 1:30" parsed="|Luke|1|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.30" />
<sup>30</sup>Και ειπεν ο αγγελος προς αυτην· Μη φοβου, Μαριαμ· διοτι ευρες χαριν παρα τω Θεω.
<scripture passage="Luke 1:31" parsed="|Luke|1|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.31" />
<sup>31</sup>Και ιδου, θελεις συλλαβει εν γαστρι και θελεις γεννησει υιον και θελεις καλεσει το ονομα αυτου Ιησουν.
<scripture passage="Luke 1:32" parsed="|Luke|1|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.32" />
<sup>32</sup>Ουτος θελει εισθαι μεγας και Υιος Υψιστου θελει ονομασθη, και θελει δωσει εις αυτον Κυριος ο Θεος τον θρονον Δαβιδ του πατρος αυτου,
<scripture passage="Luke 1:33" parsed="|Luke|1|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.33" />
<sup>33</sup>και θελει βασιλευσει επι τον οικον του Ιακωβ εις τους αιωνας, και της βασιλειας αυτου δεν θελει εισθαι τελος.
<scripture passage="Luke 1:34" parsed="|Luke|1|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.34" />
<sup>34</sup>Ειπε δε η Μαριαμ προς τον αγγελον. Πως θελει εισθαι τουτο, επειδη ανδρα δεν γνωριζω;
<scripture passage="Luke 1:35" parsed="|Luke|1|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.35" />
<sup>35</sup>Και αποκριθεις ο αγγελος ειπε προς αυτην· Πνευμα Αγιον θελει επελθει επι σε, και δυναμις του Υψιστου θελει σε επισκιασει· δια τουτο και το γεννωμενον εκ σου αγιον θελει ονομασθη Υιος Θεου.
<scripture passage="Luke 1:36" parsed="|Luke|1|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.36" />
<sup>36</sup>και ιδου, Ελισαβετ η συγγενης σου και αυτη συνελαβεν υιον εις το γηρας αυτης, και ουτος ειναι μην εκτος εις αυτην την καλουμενην στειραν·
<scripture passage="Luke 1:37" parsed="|Luke|1|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.37" />
<sup>37</sup>διοτι ουδεν πραγμα θελει εισθαι αδυνατον παρα τω Θεω.
<scripture passage="Luke 1:38" parsed="|Luke|1|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.38" />
<sup>38</sup>Ειπε δε η Μαριαμ· Ιδου, η δουλη του Κυριου· γενοιτο εις εμε κατα τον λογον σου. Και ανεχωρησεν απ' αυτης ο αγγελος.
<scripture passage="Luke 1:39" parsed="|Luke|1|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.39" />
<sup>39</sup>Σηκωθεισα δε η Μαριαμ εν ταις ημεραις ταυταις, υπηγε μετα σπουδης εις την ορεινην εις πολιν Ιουδα,
<scripture passage="Luke 1:40" parsed="|Luke|1|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.40" />
<sup>40</sup>και εισηλθεν εις τον οικον Ζαχαριου και ησπασθη την Ελισαβετ.
<scripture passage="Luke 1:41" parsed="|Luke|1|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.41" />
<sup>41</sup>Και ως ηκουσεν η Ελισαβετ τον ασπασμον της Μαριας, εσκιρτησε το βρεφος εν τη κοιλια αυτης· και επλησθη Πνευματος Αγιου η Ελισαβετ
<scripture passage="Luke 1:42" parsed="|Luke|1|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.42" />
<sup>42</sup>και ανεφωνησε μετα φωνης μεγαλης και ειπεν· Ευλογημενη συ εν γυναιξι και ευλογημενος ο καρπος της κοιλιας σου.
<scripture passage="Luke 1:43" parsed="|Luke|1|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.43" />
<sup>43</sup>Και ποθεν μοι τουτο, να ελθη η μητηρ του Κυριου μου προς με;
<scripture passage="Luke 1:44" parsed="|Luke|1|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.44" />
<sup>44</sup>Διοτι ιδου, καθως ηλθεν η φωνη του ασπασμου σου εις τα ωτα μου, εσκιρτησεν εν αγαλλιασει το βρεφος εν τη κοιλια μου.
<scripture passage="Luke 1:45" parsed="|Luke|1|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.45" />
<sup>45</sup>Και μακαρια η πιστευσασα, διοτι θελει γεινει εκπληρωσις των λαληθεντων προς αυτην παρα Κυριου.
<scripture passage="Luke 1:46" parsed="|Luke|1|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.46" />
<sup>46</sup>Και ειπεν η Μαριαμ· Μεγαλυνει η ψυχη μου τον Κυριον
<scripture passage="Luke 1:47" parsed="|Luke|1|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.47" />
<sup>47</sup>και ηγαλλιασε το πνευμα μου εις τον Θεον τον Σωτηρα μου,
<scripture passage="Luke 1:48" parsed="|Luke|1|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.48" />
<sup>48</sup>διοτι επεβλεψεν επι την ταπεινωσιν της δουλης αυτου. Επειδη ιδου, απο του νυν θελουσι με μακαριζει πασαι αι γενεαι·
<scripture passage="Luke 1:49" parsed="|Luke|1|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.49" />
<sup>49</sup>διοτι εκαμεν εις εμε μεγαλεια ο δυνατος και αγιον το ονομα αυτου,
<scripture passage="Luke 1:50" parsed="|Luke|1|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.50" />
<sup>50</sup>και το ελεος αυτου εις γενεας γενεων επι τους φοβουμενους αυτον.
<scripture passage="Luke 1:51" parsed="|Luke|1|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.51" />
<sup>51</sup>Ενηργησε κραταιως δια του βραχιονος αυτου· διεσκορπισε τους υπερηφανους κατα τα διανοηματα της καρδιας αυτων.
<scripture passage="Luke 1:52" parsed="|Luke|1|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.52" />
<sup>52</sup>Εκρημνισε δυναστας απο θρονων και υψωσε ταπεινους,
<scripture passage="Luke 1:53" parsed="|Luke|1|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.53" />
<sup>53</sup>πεινωντας ενεπλησεν απο αγαθα και πλουτουντας εξαπεστειλε κενους.
<scripture passage="Luke 1:54" parsed="|Luke|1|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.54" />
<sup>54</sup>Εβοηθησεν Ισραηλ τον δουλον αυτου, ενθυμηθεις το ελεος αυτου,
<scripture passage="Luke 1:55" parsed="|Luke|1|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.55" />
<sup>55</sup>Καθως ελαλησε προς τους πατερας ημων, προς τον Αβρααμ και προς το σπερμα αυτου εις τον αιωνα.
<scripture passage="Luke 1:56" parsed="|Luke|1|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.56" />
<sup>56</sup>Εμεινε δε η Μαριαμ μετ' αυτης ως τρεις μηνας και υπεστρεψεν εις τον οικον αυτης.
<scripture passage="Luke 1:57" parsed="|Luke|1|57|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.57" />
<sup>57</sup>Εις δε την Ελισαβετ συνεπληρωθη ο καιρος του να γεννηση, και εγεννησεν υιον.
<scripture passage="Luke 1:58" parsed="|Luke|1|58|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.58" />
<sup>58</sup>Και ηκουσαν οι γειτονες και οι συγγενεις αυτης οτι εμεγαλυνεν ο Κυριος το ελεος αυτου προς αυτην, και συνεχαιρον αυτην.
<scripture passage="Luke 1:59" parsed="|Luke|1|59|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.59" />
<sup>59</sup>Και εν τη ογδοη ημερα, ηλθον δια να περιτεμωσι το παιδιον, και ωνομαζον αυτο κατα το ονομα του πατρος αυτου Ζαχαριαν.
<scripture passage="Luke 1:60" parsed="|Luke|1|60|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.60" />
<sup>60</sup>Και αποκριθεισα η μητηρ αυτου, ειπεν· Ουχι, αλλ ' Ιωαννης θελει ονομασθη.
<scripture passage="Luke 1:61" parsed="|Luke|1|61|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.61" />
<sup>61</sup>Και ειπον προς αυτην οτι ουδεις υπαρχει εν τη συγγενεια σου, οστις καλειται με το ονομα τουτο.
<scripture passage="Luke 1:62" parsed="|Luke|1|62|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.62" />
<sup>62</sup>Ηρωτων δε δια νευματων τον πατερα αυτου τι ονομα ηθελε να δοθη εις αυτο.
<scripture passage="Luke 1:63" parsed="|Luke|1|63|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.63" />
<sup>63</sup>Και ζητησας πινακιδιον εγραψε, λεγων· Ιωαννης ειναι το ονομα αυτου· και εθαυμασαν παντες.
<scripture passage="Luke 1:64" parsed="|Luke|1|64|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.64" />
<sup>64</sup>Ηνοιχθη δε το στομα αυτου παραυτα και η γλωσσα αυτου, και ελαλει ευλογων τον Θεον.
<scripture passage="Luke 1:65" parsed="|Luke|1|65|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.65" />
<sup>65</sup>Και επεσε φοβος επι παντας τους γειτονας αυτων, και καθ' ολην την ορεινην της Ιουδαιας διελαλουντο παντα τα πραγματα ταυτα,
<scripture passage="Luke 1:66" parsed="|Luke|1|66|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.66" />
<sup>66</sup>και παντες οι ακουσαντες εβαλον αυτα εν τη καρδια αυτων, λεγοντες· Τι αρα θελει εισθαι το παιδιον τουτο; και χειρ Κυριου ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="Luke 1:67" parsed="|Luke|1|67|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.67" />
<sup>67</sup>Και Ζαχαριας ο πατηρ αυτου επλησθη Πνευματος Αγιου και προεφητευσε, λεγων·
<scripture passage="Luke 1:68" parsed="|Luke|1|68|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.68" />
<sup>68</sup>Ευλογητος Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, διοτι επεσκεφθη και εκαμε λυτρωσιν εις τον λαον αυτου,
<scripture passage="Luke 1:69" parsed="|Luke|1|69|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.69" />
<sup>69</sup>και ανηγειρεν εις ημας κερας σωτηριας εν τω οικω Δαβιδ του δουλου αυτου,
<scripture passage="Luke 1:70" parsed="|Luke|1|70|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.70" />
<sup>70</sup>καθως ελαλησε δια στοματος των αγιων, των απ' αιωνος προφητων αυτου,
<scripture passage="Luke 1:71" parsed="|Luke|1|71|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.71" />
<sup>71</sup>σωτηριαν εκ των εχθρων ημων και εκ της χειρος παντων των μισουντων ημας,
<scripture passage="Luke 1:72" parsed="|Luke|1|72|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.72" />
<sup>72</sup>δια να εκπληρωση το ελεος αυτου προς τους πατερας ημων και να ενθυμηθη την αγιαν διαθηκην αυτου,
<scripture passage="Luke 1:73" parsed="|Luke|1|73|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.73" />
<sup>73</sup>τον ορκον, τον οποιον ωμοσε προς Αβρααμ τον πατερα ημων, οτι θελει δωσει εις ημας
<scripture passage="Luke 1:74" parsed="|Luke|1|74|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.74" />
<sup>74</sup>να ελευθερωθωμεν εκ της χειρος των εχθρων ημων και να λατρευωμεν αυτον αφοβως
<scripture passage="Luke 1:75" parsed="|Luke|1|75|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.75" />
<sup>75</sup>εν οσιοτητι και δικαιοσυνη ενωπιον αυτου πασας τας ημερας της ζωης ημων.
<scripture passage="Luke 1:76" parsed="|Luke|1|76|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.76" />
<sup>76</sup>Και συ, παιδιον, προφητης του Υψιστου θελεις ονομασθη. Διοτι θελεις προπορευθη προ προσωπου του Κυριου εις το να ετοιμασης τας οδους αυτου,
<scripture passage="Luke 1:77" parsed="|Luke|1|77|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.77" />
<sup>77</sup>εις το να δωσης γνωσιν σωτηριας εις τον λαον αυτου δια της αφεσεως των αμαρτιων αυτων
<scripture passage="Luke 1:78" parsed="|Luke|1|78|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.78" />
<sup>78</sup>δια σπλαγχνα ελεους του Θεου ημων με τα οποια επεσκεφθη ημας ανατολη εξ υψους,
<scripture passage="Luke 1:79" parsed="|Luke|1|79|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.79" />
<sup>79</sup>δια να φωτιση τους καθημενους εν σκοτει και σκια θανατου, ωστε να κατευθυνη τους ποδας ημων εις οδον ειρηνης.
<scripture passage="Luke 1:80" parsed="|Luke|1|80|0|0" osisRef="Bible:Luke.1.80" />
<sup>80</sup>Το δε παιδιον ηυξανε και εδυναμουτο κατα το πνευμα, και ητο εν ταις ερημοις εως της ημερας καθ' ην εμελλε να αναδειχθη προς τον Ισραηλ.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 2" progress="82.79%" prev="Luke.1" next="Luke.3" id="Luke.2">
<h3 id="Luke.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Luke.2-p1">
<scripture passage="Luke 2:1" parsed="|Luke|2|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.1" />
<sup>1</sup>Εν εκειναις δε ταις ημεραις εξηλθε διαταγμα παρα του Καισαρος Αυγουστου να απογραφη πασα η οικουμενη.
<scripture passage="Luke 2:2" parsed="|Luke|2|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.2" />
<sup>2</sup>Αυτη η απογραφη εγεινε πρωτη, οτε ηγεμονευε της Συριας ο Κυρηνιος.
<scripture passage="Luke 2:3" parsed="|Luke|2|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.3" />
<sup>3</sup>Και ηρχοντο παντες να απογραφωνται, εκαστος εις την εαυτου πολιν.
<scripture passage="Luke 2:4" parsed="|Luke|2|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.4" />
<sup>4</sup>Ανεβη δε και Ιωσηφ απο της Γαλιλαιας εκ της πολεως Ναζαρετ εις την Ιουδαιαν εις την πολιν του Δαβιδ, ητις καλειται Βηθλεεμ, επειδη αυτος ητο εκ του οικου και της πατριας του Δαβιδ,
<scripture passage="Luke 2:5" parsed="|Luke|2|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.5" />
<sup>5</sup>δια να απογραφη μετα της Μαριαμ της ηρραβωνισμενης με αυτον εις γυναικα, ητις ητο εγκυος.
<scripture passage="Luke 2:6" parsed="|Luke|2|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.6" />
<sup>6</sup>Και ενω ησαν εκει, επληρωθησαν αι ημεραι του να γεννηση·
<scripture passage="Luke 2:7" parsed="|Luke|2|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.7" />
<sup>7</sup>και εγεννησε τον υιον αυτης τον πρωτοτοκον, και εσπαργανωσεν αυτον και κατεκλινεν αυτον εν τη φατνη, διοτι δεν ητο τοπος δι' αυτους εν τω καταλυματι.
<scripture passage="Luke 2:8" parsed="|Luke|2|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.8" />
<sup>8</sup>Και ποιμενες ησαν κατα το αυτο μερος διανυκτερευοντες εν τοις αγροις και φυλαττοντες φυλακας της νυκτος επι το ποιμνιον αυτων.
<scripture passage="Luke 2:9" parsed="|Luke|2|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.9" />
<sup>9</sup>Και ιδου, αγγελος Κυριου εξαιφνης εφανη εις αυτους, και δοξα Κυριου ελαμψε περι αυτους, και εφοβηθησαν φοβον μεγαν.
<scripture passage="Luke 2:10" parsed="|Luke|2|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.10" />
<sup>10</sup>Και ειπε προς αυτους ο αγγελος· Μη φοβεισθε· διοτι ιδου, ευαγγελιζομαι εις εσας χαραν μεγαλην, ητις θελει εισθαι εις παντα τον λαον,
<scripture passage="Luke 2:11" parsed="|Luke|2|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.11" />
<sup>11</sup>διοτι σημερον εγεννηθη εις εσας εν πολει Δαβιδ σωτηρ, οστις ειναι Χριστος Κυριος.
<scripture passage="Luke 2:12" parsed="|Luke|2|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.12" />
<sup>12</sup>Και τουτο θελει εισθαι το σημειον εις εσας· θελετε ευρει βρεφος εσπαργανωμενον, κειμενον εν τη φατνη.
<scripture passage="Luke 2:13" parsed="|Luke|2|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.13" />
<sup>13</sup>Και εξαιφνης μετα του αγγελου εφανη πληθος στρατιας ουρανιου υμνουντων τον Θεον και λεγοντων·
<scripture passage="Luke 2:14" parsed="|Luke|2|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.14" />
<sup>14</sup>Δοξα εν υψιστοις Θεω και επι γης ειρηνη, εν ανθρωποις ευδοκια.
<scripture passage="Luke 2:15" parsed="|Luke|2|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.15" />
<sup>15</sup>Και καθως οι αγγελοι ανεχωρησαν απ' αυτων εις τον ουρανον, οι ανθρωποι οι ποιμενες ειπον προς αλληλους. Ας υπαγωμεν λοιπον εως Βηθλεεμ και ας ιδωμεν το πραγμα τουτο το γεγονος, το οποιον ο Κυριος εφανερωσεν εις ημας.
<scripture passage="Luke 2:16" parsed="|Luke|2|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.16" />
<sup>16</sup>Και ηλθον μετα σπουδης και ευρον την τε Μαριαμ και τον Ιωσηφ και το βρεφος κειμενον εν τη φατνη.
<scripture passage="Luke 2:17" parsed="|Luke|2|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.17" />
<sup>17</sup>Και ιδοντες, διεκηρυξαν τον λογον τον λαληθεντα προς αυτους περι του παιδιου τουτου·
<scripture passage="Luke 2:18" parsed="|Luke|2|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.18" />
<sup>18</sup>και παντες οι ακουσαντες εθαυμασαν περι των λαληθεντων υπο των ποιμενων προς αυτους.
<scripture passage="Luke 2:19" parsed="|Luke|2|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.19" />
<sup>19</sup>Η δε Μαριαμ εφυλαττε παντας τους λογους τουτους, διαλογιζομενη περι αυτων εν τη καρδια αυτης.
<scripture passage="Luke 2:20" parsed="|Luke|2|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.20" />
<sup>20</sup>Και υπεστρεψαν οι ποιμενες, δοξαζοντες και υμνουντες τον Θεον δια παντα οσα ηκουσαν και ειδον, καθως ελαληθησαν προς αυτους.
<scripture passage="Luke 2:21" parsed="|Luke|2|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.21" />
<sup>21</sup>Και οτε επληρωθησαν αι οκτω ημεραι δια να περιτεμωσι το παιδιον, εκληθη το ονομα αυτου Ιησους, το ονομασθεν υπο του αγγελου πριν συλληφθη εν τη κοιλια.
<scripture passage="Luke 2:22" parsed="|Luke|2|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.22" />
<sup>22</sup>Και οτε επληρωθησαν αι ημεραι του καθαρισμου αυτης κατα τον νομον του Μωυσεως, ανεβιβασαν αυτον εις Ιεροσολυμα δια να παραστησωσιν εις τον Κυριον,
<scripture passage="Luke 2:23" parsed="|Luke|2|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.23" />
<sup>23</sup>καθως ειναι γεγραμμενον εν τω νομω του Κυριου, οτι παν αρσενικον διανοιγον μητραν θελει κληθη αγιον εις τον Κυριον,
<scripture passage="Luke 2:24" parsed="|Luke|2|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.24" />
<sup>24</sup>και δια να προσφερωσι θυσιαν κατα το ειρημενον εν τω νομω του Κυριου, ζευγος τρυγονων η δυο νεοσσους περιστερων.
<scripture passage="Luke 2:25" parsed="|Luke|2|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.25" />
<sup>25</sup>Και ιδου, ητο ανθρωπος τις εν Ιερουσαλημ, ονομαζομενος Συμεων, και ο ανθρωπος ουτος ητο δικαιος και ευλαβης, προσμενων την παρηγοριαν του Ισραηλ, και Πνευμα Αγιον ητο επ' αυτον·
<scripture passage="Luke 2:26" parsed="|Luke|2|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.26" />
<sup>26</sup>και ητο εις αυτον αποκεκαλυμμενον υπο του Πνευματος του Αγιου οτι δεν θελει ιδει θανατον, πριν ιδη τον Χριστον του Κυριου.
<scripture passage="Luke 2:27" parsed="|Luke|2|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.27" />
<sup>27</sup>Και ηλθε δια του Πνευματος εις το ιερον· και οτε οι γονεις εισεφεραν το παιδιον Ιησουν δια να καμωσι περι αυτου κατα την συνηθειαν του νομου,
<scripture passage="Luke 2:28" parsed="|Luke|2|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.28" />
<sup>28</sup>αυτος εδεχθη αυτο εις τας αγκαλας αυτου και ευλογησε τον Θεον και ειπε·
<scripture passage="Luke 2:29" parsed="|Luke|2|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.29" />
<sup>29</sup>Νυν απολυεις τον δουλον σου, δεσποτα, κατα το ρημα σου, εν ειρηνη·
<scripture passage="Luke 2:30" parsed="|Luke|2|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.30" />
<sup>30</sup>διοτι ειδον οι οφθαλμοι μου το σωτηριον σου,
<scripture passage="Luke 2:31" parsed="|Luke|2|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.31" />
<sup>31</sup>το οποιον ητοιμασας ενωπιον παντων των λαων,
<scripture passage="Luke 2:32" parsed="|Luke|2|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.32" />
<sup>32</sup>φως εις φωτισμον των εθνων και δοξαν του λαου σου Ισραηλ.
<scripture passage="Luke 2:33" parsed="|Luke|2|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.33" />
<sup>33</sup>Και ο Ιωσηφ και η μητηρ αυτου εθαυμαζον δια τα λεγομενα περι αυτου.
<scripture passage="Luke 2:34" parsed="|Luke|2|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.34" />
<sup>34</sup>Και ευλογησεν αυτους ο Συμεων, και ειπε προς Μαριαμ την μητερα αυτου· Ιδου, ουτος κειται εις πτωσιν και αναστασιν πολλων εν τω Ισραηλ και εις σημειον αντιλεγομενον.
<scripture passage="Luke 2:35" parsed="|Luke|2|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.35" />
<sup>35</sup>Και σου δε αυτης την ψυχην ρομφαια θελει διαπερασει, δια να ανακαλυφθωσιν οι διαλογισμοι πολλων καρδιων.
<scripture passage="Luke 2:36" parsed="|Luke|2|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.36" />
<sup>36</sup>Και υπηρχε τις Αννα προφητις, θυγατηρ Φανουηλ, εκ της φυλης Ασηρ· αυτη ητο πολυ προβεβηκυια εις ηλικιαν, ητις εζησε μετα του ανδρος αυτης επτα ετη απο της παρθενιας αυτης,
<scripture passage="Luke 2:37" parsed="|Luke|2|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.37" />
<sup>37</sup>και αυτη ητο χηρα ως ετων ογδοηκοντα τεσσαρων, ητις δεν απεμακρυνετο απο του ιερου, νυκτα και ημεραν λατρευουσα τον Θεον εν νηστειαις και προσευχαις·
<scripture passage="Luke 2:38" parsed="|Luke|2|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.38" />
<sup>38</sup>και αυτη φθασασα εν αυτη τη ωρα, εδοξολογει τον Κυριον και ελαλει περι αυτου προς παντας τους προσμενοντας λυτρωσιν εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 2:39" parsed="|Luke|2|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.39" />
<sup>39</sup>Και αφου ετελειωσαν παντα τα κατα τον νομον του Κυριου, υπεστρεψαν εις την Γαλιλαιαν, εις την πολιν αυτων Ναζαρετ.
<scripture passage="Luke 2:40" parsed="|Luke|2|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.40" />
<sup>40</sup>Το δε παιδιον ηυξανε και εδυναμουτο κατα το πνευμα πληρουμενον σοφιας, και χαρις Θεου ητο επ' αυτο.
<scripture passage="Luke 2:41" parsed="|Luke|2|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.41" />
<sup>41</sup>Επορευοντο δε οι γονεις αυτου κατ' ετος εις Ιερουσαλημ εν τη εορτη του πασχα.
<scripture passage="Luke 2:42" parsed="|Luke|2|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.42" />
<sup>42</sup>Και οτε εγεινεν ετων δωδεκα, αφου ανεβησαν εις Ιεροσολυμα κατα το εθος της εορτης
<scripture passage="Luke 2:43" parsed="|Luke|2|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.43" />
<sup>43</sup>και ετελειωσαν τας ημερας, ενω αυτοι υπεστρεφον, το παιδιον ο Ιησους εμεινεν οπισω εν Ιερουσαλημ, και δεν ενοησεν ο Ιωσηφ και η μητηρ αυτου.
<scripture passage="Luke 2:44" parsed="|Luke|2|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.44" />
<sup>44</sup>Νομισαντες δε οτι αυτος ητο εν τη συνοδια, ηλθον μιας ημερας οδον και ανεζητουν αυτον μεταξυ των συγγενων και των γνωριμων.
<scripture passage="Luke 2:45" parsed="|Luke|2|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.45" />
<sup>45</sup>Και μη ευροντες αυτον, υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ ζητουντες αυτον.
<scripture passage="Luke 2:46" parsed="|Luke|2|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.46" />
<sup>46</sup>Και μετα τρεις ημερας ευρον αυτον εν τω ιερω καθημενον εν μεσω των διδασκαλων και ακουοντα αυτον και ερωτωντα αυτους.
<scripture passage="Luke 2:47" parsed="|Luke|2|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.47" />
<sup>47</sup>Εξισταντο δε παντες οι ακουοντες αυτον δια την συνεσιν και τας αποκρισεις αυτου.
<scripture passage="Luke 2:48" parsed="|Luke|2|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.48" />
<sup>48</sup>Και ιδοντες αυτον εξεπλαγησαν, και ειπε προς αυτον η μητηρ αυτου· Τεκνον, δια τι επραξας εις ημας ουτως; ιδου, ο πατηρ σου και εγω καταλυπουμενοι σε εζητουμεν.
<scripture passage="Luke 2:49" parsed="|Luke|2|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.49" />
<sup>49</sup>Και ειπε προς αυτους· Δια τι με εζητειτε; δεν ηξευρετε οτι πρεπει να ημαι εις τα του Πατρος μου;
<scripture passage="Luke 2:50" parsed="|Luke|2|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.50" />
<sup>50</sup>Και αυτοι δεν ενοησαν τον λογον, τον οποιον ελαλησε προς αυτους.
<scripture passage="Luke 2:51" parsed="|Luke|2|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.51" />
<sup>51</sup>Και κατεβη μετ' αυτων και ηλθεν εις Ναζαρετ, και ητο υποτασσομενος εις αυτους. Η δε μητηρ αυτου εφυλαττε παντας τους λογους τουτους εν τη καρδια αυτης.
<scripture passage="Luke 2:52" parsed="|Luke|2|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.2.52" />
<sup>52</sup>Και ο Ιησους προεκοπτεν εις σοφιαν και ηλικιαν και χαριν παρα Θεω και ανθρωποις.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 3" progress="82.92%" prev="Luke.2" next="Luke.4" id="Luke.3">
<h3 id="Luke.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Luke.3-p1">
<scripture passage="Luke 3:1" parsed="|Luke|3|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω δεκατω πεμπτω ετει της ηγεμονιας Τιβεριου Καισαρος, οτε ο Ποντιος Πιλατος ηγεμονευε της Ιουδαιας, και τετραρχης της Γαλιλαιας ητο ο Ηρωδης, Φιλιππος δε ο αδελφος αυτου τετραρχης της Ιτουραιας και της Τραχωνιτιδος χωρας, και ο Λυσανιας τετραρχης της Αβιληνης,
<scripture passage="Luke 3:2" parsed="|Luke|3|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.2" />
<sup>2</sup>επι αρχιερεων Αννα και Καιαφα, εγεινε λογος Θεου προς Ιωαννην, τον υιον του Ζαχαριου, εν τη ερημω,
<scripture passage="Luke 3:3" parsed="|Luke|3|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.3" />
<sup>3</sup>και ηλθεν εις πασαν την περιχωρον του Ιορδανου, κηρυττων βαπτισμα μετανοιας εις αφεσιν αμαρτιων,
<scripture passage="Luke 3:4" parsed="|Luke|3|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.4" />
<sup>4</sup>ως ειναι γεγραμμενον εν τω βιβλιω των λογων Ησαιου του προφητου, λεγοντος· Φωνη βοωντος εν τη ερημω, ετοιμασατε την οδον του Κυριου, ευθειας καμετε τας τριβους αυτου.
<scripture passage="Luke 3:5" parsed="|Luke|3|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.5" />
<sup>5</sup>πασα φαραγξ θελει γεμισθη και παν ορος και βουνος θελει ταπεινωθη, και τα σκολια θελουσι γεινει ευθεα και αι τραχειαι οδοι ομαλαι,
<scripture passage="Luke 3:6" parsed="|Luke|3|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.6" />
<sup>6</sup>και πασα σαρξ θελει ιδει το σωτηριον του Θεου.
<scripture passage="Luke 3:7" parsed="|Luke|3|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.7" />
<sup>7</sup>Ελεγε δε προς τους οχλους τους εξερχομενους δια να βαπτισθωσιν υπ' αυτου· Γεννηματα εχιδνων, τις εδειξεν εις εσας να φυγητε απο της μελλουσης οργης;
<scripture passage="Luke 3:8" parsed="|Luke|3|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.8" />
<sup>8</sup>Καμετε λοιπον καρπους αξιους της μετανοιας, και μη αρχισητε να λεγητε καθ' εαυτους, Πατερα εχομεν τον Αβρααμ· διοτι σας λεγω οτι δυναται ο Θεος εκ των λιθων τουτων να αναστηση τεκνα εις τον Αβρααμ.
<scripture passage="Luke 3:9" parsed="|Luke|3|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.9" />
<sup>9</sup>Ηδη δε και η αξινη κειται προς την ριζαν των δενδρων· παν λοιπον δενδρον μη καμνον καρπον καλον εκκοπτεται και εις πυρ βαλλεται.
<scripture passage="Luke 3:10" parsed="|Luke|3|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.10" />
<sup>10</sup>Και ηρωτων αυτον οι οχλοι, λεγοντες· Τι λοιπον θελομεν καμει;
<scripture passage="Luke 3:11" parsed="|Luke|3|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.11" />
<sup>11</sup>Αποκριθεις δε λεγει προς αυτους. Ο εχων δυο χιτωνας ας μεταδωση εις τον μη εχοντα, και ο εχων τροφας ας καμη ομοιως.
<scripture passage="Luke 3:12" parsed="|Luke|3|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.12" />
<sup>12</sup>Ηλθον δε και τελωναι δια να βαπτισθωσι, και ειπον προς αυτον· Διδασκαλε, τι θελομεν καμει;
<scripture passage="Luke 3:13" parsed="|Luke|3|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.13" />
<sup>13</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Μη εισπραττετε μηδεν περισσοτερον παρα το διατεταγμενον εις εσας.
<scripture passage="Luke 3:14" parsed="|Luke|3|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.14" />
<sup>14</sup>Ηρωτων δε αυτον και στρατιωτικοι, λεγοντες· Και ημεις τι θελομεν καμει; Και ειπε προς αυτους· Μη βιασητε μηδενα μηδε συκοφαντησητε, και αρκεισθε εις τα σιτηρεσια σας.
<scripture passage="Luke 3:15" parsed="|Luke|3|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.15" />
<sup>15</sup>Ενω δε επροσμενεν ο λαος, και διελογιζοντο παντες εν ταις καρδιαις αυτων περι του Ιωαννου, μηποτε αυτος ειναι ο Χριστος,
<scripture passage="Luke 3:16" parsed="|Luke|3|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.16" />
<sup>16</sup>απεκριθη ο Ιωαννης προς παντας, λεγων· Εγω μεν σας βαπτιζω εν υδατι· ερχεται ομως ο ισχυροτερος μου, του οποιου δεν ειμαι αξιος να λυσω το λωριον των υποδηματων αυτου· αυτος θελει σας βαπτισει εν Πνευματι Αγιω και πυρι.
<scripture passage="Luke 3:17" parsed="|Luke|3|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.17" />
<sup>17</sup>Του οποιου το πτυαριον ειναι εν τη χειρι αυτου και θελει διακαθαρισει το αλωνιον αυτου, και θελει συναξει τον σιτον εις την αποθηκην αυτου, το δε αχυρον θελει κατακαυσει εν πυρι ασβεστω.
<scripture passage="Luke 3:18" parsed="|Luke|3|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.18" />
<sup>18</sup>Και αλλα πολλα προτρεπων ευηγγελιζετο τον λαον.
<scripture passage="Luke 3:19" parsed="|Luke|3|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Ηρωδης ο τετραρχης, ελεγχομενος υπ' αυτου περι της Ηρωδιαδος, της γυναικος Φιλιππου του αδελφου αυτου, και περι παντων των κακων οσα επραξεν ο Ηρωδης,
<scripture passage="Luke 3:20" parsed="|Luke|3|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.20" />
<sup>20</sup>προσεθεσε και τουτο επι πασι και κατεκλεισε τον Ιωαννην εν τη φυλακη.
<scripture passage="Luke 3:21" parsed="|Luke|3|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.21" />
<sup>21</sup>Αφου δε εβαπτισθη πας ο λαος, βαπτισθεντος και του Ιησου και προσευχομενου, ηνοιχθη ο ουρανος
<scripture passage="Luke 3:22" parsed="|Luke|3|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.22" />
<sup>22</sup>και κατεβη το Πνευμα το Αγιον εν σωματικη μορφη ως περιστερα επ' αυτον, και εγεινε φωνη εκ του ουρανου, λεγουσα· Συ εισαι ο Υιος μου ο αγαπητος, εις σε ευηρεστηθην.
<scripture passage="Luke 3:23" parsed="|Luke|3|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.23" />
<sup>23</sup>Και αυτος ο Ιησους ηρχιζε να ηναι ως τριακοντα ετων, ων καθως ενομιζετο, υιος Ιωσηφ, του Ηλι,
<scripture passage="Luke 3:24" parsed="|Luke|3|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.24" />
<sup>24</sup>του Ματθατ, του Λευι, του Μελχι, του Ιαννα, του Ιωσηφ,
<scripture passage="Luke 3:25" parsed="|Luke|3|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.25" />
<sup>25</sup>του Ματταθιου, του Αμως, του Ναουμ, του Εσλι, του Ναγγαι,
<scripture passage="Luke 3:26" parsed="|Luke|3|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.26" />
<sup>26</sup>του Μααθ, του Ματταθιου, του Σεμει, του Ιωσηφ, του Ιουδα,
<scripture passage="Luke 3:27" parsed="|Luke|3|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.27" />
<sup>27</sup>του Ιωαννα, του Ρησα, του Ζοροβαβελ, του Σαλαθιηλ, του Νηρι,
<scripture passage="Luke 3:28" parsed="|Luke|3|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.28" />
<sup>28</sup>του Μελχι, του Αδδι, του Κωσαμ, του Ελμωδαμ, του Ηρ,
<scripture passage="Luke 3:29" parsed="|Luke|3|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.29" />
<sup>29</sup>του Ιωση, του Ελιεζερ, του Ιωρειμ, του Ματθατ, του Λευι,
<scripture passage="Luke 3:30" parsed="|Luke|3|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.30" />
<sup>30</sup>του Συμεων, του Ιουδα, του Ιωσηφ, του Ιωναν, του Ελιακειμ,
<scripture passage="Luke 3:31" parsed="|Luke|3|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.31" />
<sup>31</sup>του Μελεα, του Μαιναν, του Ματταθα, του Ναθαν, του Δαβιδ,
<scripture passage="Luke 3:32" parsed="|Luke|3|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.32" />
<sup>32</sup>του Ιεσσαι, του Ωβηδ, του Βοοζ, του Σαλμων, του Ναασσων,
<scripture passage="Luke 3:33" parsed="|Luke|3|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.33" />
<sup>33</sup>του Αμιναδαβ, του Αραμ, του Εσρωμ, του Φαρες, του Ιουδα,
<scripture passage="Luke 3:34" parsed="|Luke|3|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.34" />
<sup>34</sup>του Ιακωβ, του Ισαακ, του Αβρααμ, του Θαρα, του Ναχωρ,
<scripture passage="Luke 3:35" parsed="|Luke|3|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.35" />
<sup>35</sup>του Σερουχ, του Ραγαυ, του Φαλεκ, του Εβερ, του Σαλα,
<scripture passage="Luke 3:36" parsed="|Luke|3|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.36" />
<sup>36</sup>του Καιναν, του Αρφαξαδ, του Σημ, του Νωε, του Λαμεχ,
<scripture passage="Luke 3:37" parsed="|Luke|3|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.37" />
<sup>37</sup>του Μαθουσαλα, του Ενωχ, του Ιαρεδ, του Μαλελεηλ, του Καιναν,
<scripture passage="Luke 3:38" parsed="|Luke|3|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.3.38" />
<sup>38</sup>του Ενως, του Σηθ, του Αδαμ, του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 4" progress="83.02%" prev="Luke.3" next="Luke.5" id="Luke.4">
<h3 id="Luke.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Luke.4-p1">
<scripture passage="Luke 4:1" parsed="|Luke|4|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιησους, πληρης Πνευματος Αγιου, υπεστρεψεν απο τον Ιορδανην και εφερετο δια του Πνευματος εις την ερημον,
<scripture passage="Luke 4:2" parsed="|Luke|4|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.2" />
<sup>2</sup>πειραζομενος υπο του διαβολου ημερας τεσσαρακοντα, και δεν εφαγεν ουδεν τας ημερας εκεινας· αφου δε αυται ετελειωσαν, υστερον επεινασε.
<scripture passage="Luke 4:3" parsed="|Luke|4|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτον ο διαβολος· Εαν εισαι Υιος του Θεου, ειπε προς τον λιθον τουτον να γεινη αρτος.
<scripture passage="Luke 4:4" parsed="|Luke|4|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.4" />
<sup>4</sup>Και απεκριθη ο Ιησους προς αυτον, λεγων· ειναι γεγραμμενον οτι με αρτον μονον δεν θελει ζησει ο ανθρωπος, αλλα με παντα λογον Θεου.
<scripture passage="Luke 4:5" parsed="|Luke|4|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.5" />
<sup>5</sup>Και αναβιβασας αυτον ο διαβολος εις ορος υψηλον, εδειξεν εις αυτον παντα τα βασιλεια της οικουμενης εν μια στιγμη χρονου,
<scripture passage="Luke 4:6" parsed="|Luke|4|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.6" />
<sup>6</sup>και ειπε προς αυτον ο διαβολος· εις σε θελω δωσει απασαν την εξουσιαν ταυτην και την δοξαν αυτων, διοτι εις εμε ειναι παραδεδομενη, και εις οντινα θελω διδω αυτην.
<scripture passage="Luke 4:7" parsed="|Luke|4|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.7" />
<sup>7</sup>Συ λοιπον εαν προσκυνησης ενωπιον μου, σου θελουσιν εισθαι παντα.
<scripture passage="Luke 4:8" parsed="|Luke|4|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.8" />
<sup>8</sup>Και αποκριθεις προς αυτον, ειπεν ο Ιησους· Υπαγε οπισω μου, Σατανα· διοτι ειναι γεγραμμενον, θελεις προσκυνησει Κυριον τον Θεον σου και αυτον μονον θελεις λατρευσει.
<scripture passage="Luke 4:9" parsed="|Luke|4|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.9" />
<sup>9</sup>Και εφερεν αυτον εις Ιερουσαλημ και εστησεν αυτον επι το πτερυγιον του ιερου και ειπε προς αυτον· Εαν εισαι ο Υιος του Θεου, ριψον σεαυτον εντευθεν κατω·
<scripture passage="Luke 4:10" parsed="|Luke|4|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.10" />
<sup>10</sup>διοτι ειναι γεγραμμενον οτι εις τους αγγελους αυτου θελει προσταξει περι σου, δια να σε διαφυλαξωσι,
<scripture passage="Luke 4:11" parsed="|Luke|4|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.11" />
<sup>11</sup>και οτι θελουσι σε σηκονει επι των χειρων αυτων, δια να μη προσκοψης προς λιθον τον ποδα σου.
<scripture passage="Luke 4:12" parsed="|Luke|4|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.12" />
<sup>12</sup>Και αποκριθεις ειπε προς αυτον ο Ιησους οτι ειναι ειρημενον, δεν θελεις πειρασει Κυριον τον Θεον σου.
<scripture passage="Luke 4:13" parsed="|Luke|4|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.13" />
<sup>13</sup>Και αφου ετελειωσε παντα πειρασμον ο διαβολος, απεμακρυνθη απ' αυτου μεχρι καιρου.
<scripture passage="Luke 4:14" parsed="|Luke|4|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.14" />
<sup>14</sup>Και ο Ιησους υπεστρεψεν εν τη δυναμει του Πνευματος εις την Γαλιλαιαν· και εξηλθε φημη περι αυτου καθ' ολην την περιχωρον.
<scripture passage="Luke 4:15" parsed="|Luke|4|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.15" />
<sup>15</sup>Και αυτος εδιδασκεν εν ταις συναγωγαις αυτων, δοξαζομενος υπο παντων.
<scripture passage="Luke 4:16" parsed="|Luke|4|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.16" />
<sup>16</sup>Και ηλθεν εις την Ναζαρετ, οπου ητο ανατεθραμμενος, και εισηλθε κατα την συνηθειαν αυτου εις την συναγωγην εν τη ημερα του σαββατου και εσηκωθη να αναγνωση.
<scripture passage="Luke 4:17" parsed="|Luke|4|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.17" />
<sup>17</sup>Και εδοθη εις αυτον το βιβλιον Ησαιου του προφητου, και ανοιξας το βιβλιον ευρε τον τοπον, οπου ητο γεγραμμενον·
<scripture passage="Luke 4:18" parsed="|Luke|4|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.18" />
<sup>18</sup>Πνευμα Κυριου ειναι επ' εμε, δια τουτο με εχρισε· με απεστειλε δια να ευαγγελιζωμαι προς τους πτωχους, δια να ιατρευσω τους συτετριμμενους την καρδιαν, να κηρυξω προς τους αιχμαλωτους ελευθεριαν και προς τους τυφλους αναβλεψιν, να αποστειλω τους συντεθλασμενους εν ελευθερια,
<scripture passage="Luke 4:19" parsed="|Luke|4|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.19" />
<sup>19</sup>δια να κηρυξω ευπροσδεκτον Κυριου ενιαυτον.
<scripture passage="Luke 4:20" parsed="|Luke|4|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.20" />
<sup>20</sup>Και κλεισας το βιβλιον, απεδωκεν εις τον υπηρετην και εκαθησε· παντων δε οι οφθαλμοι των εν τη συναγωγη ησαν ατενιζοντες εις αυτον.
<scripture passage="Luke 4:21" parsed="|Luke|4|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.21" />
<sup>21</sup>Και ηρχισε να λεγη προς αυτους οτι σημερον επληρωθη η γραφη αυτη εις τα ωτα υμων.
<scripture passage="Luke 4:22" parsed="|Luke|4|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.22" />
<sup>22</sup>Και παντες εμαρτυρουν εις αυτον και εθαυμαζον δια τους λογους της χαριτος τους εξερχομενους εκ του στοματος αυτου και ελεγον· Δεν ειναι ουτος ο υιος του Ιωσηφ;
<scripture passage="Luke 4:23" parsed="|Luke|4|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε προς αυτους· Βεβαιως θελετε με ειπει την παραβολην ταυτην· Ιατρε, θεραπευσον σεαυτον· οσα ηκουσαμεν οτι εγειναν εν τη Καπερναουμ, καμε και εδω εν τη πατριδι σου.
<scripture passage="Luke 4:24" parsed="|Luke|4|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.24" />
<sup>24</sup>Ειπε δε· Αληθως σας λεγω οτι ουδεις προφητης ειναι δεκτος εν τη πατριδι αυτου.
<scripture passage="Luke 4:25" parsed="|Luke|4|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.25" />
<sup>25</sup>Και επ' αληθειας σας λεγω, Πολλαι χηραι ησαν εν τω Ισραηλ επι των ημερων Ηλιου, οτε εκλεισθη ο ουρανος επι ετη τρια και μηνας εξ, καθ' ον καιρον εγεινε πεινα μεγαλη εφ' ολην την γην,
<scripture passage="Luke 4:26" parsed="|Luke|4|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.26" />
<sup>26</sup>και προς ουδεμιαν αυτων επεμφθη ο Ηλιας, ειμη εις Σαρεπτα της Σιδωνος προς γυναικα χηραν.
<scripture passage="Luke 4:27" parsed="|Luke|4|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.27" />
<sup>27</sup>Και πολλοι λεπροι ησαν επι Ελισαιου του προφητου εν τω Ισραηλ, και ουδεις αυτων εκαθαρισθη, ειμη Νεεμαν ο Συρος.
<scripture passage="Luke 4:28" parsed="|Luke|4|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.28" />
<sup>28</sup>Και επλησθησαν παντες θυμου εν τη συναγωγη, ακουοντες ταυτα,
<scripture passage="Luke 4:29" parsed="|Luke|4|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.29" />
<sup>29</sup>και σηκωθεντες εξεβαλον αυτον εξω της πολεως και εφεραν αυτον εως της οφρυος του ορους, επι του οποιου η πολις αυτων ητο ωκοδομημενη, δια να κατακρημνισωσιν αυτον·
<scripture passage="Luke 4:30" parsed="|Luke|4|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.30" />
<sup>30</sup>αυτος ομως περασας δια μεσου αυτων επορευετο.
<scripture passage="Luke 4:31" parsed="|Luke|4|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.31" />
<sup>31</sup>Και κατεβη εις Καπερναουμ, πολιν της Γαλιλαιας, και εδιδασκεν αυτους εν τοις σαββασι·
<scripture passage="Luke 4:32" parsed="|Luke|4|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.32" />
<sup>32</sup>και εξεπληττοντο δια την διδαχην αυτου, διοτι ο λογος αυτου ητο μετα εξουσιας.
<scripture passage="Luke 4:33" parsed="|Luke|4|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.33" />
<sup>33</sup>Και εν τη συναγωγη ητο ανθρωπος εχων πνευμα δαιμονιου ακαθαρτου, και ανεκραξε μετα φωνης μεγαλης,
<scripture passage="Luke 4:34" parsed="|Luke|4|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.34" />
<sup>34</sup>λεγων· Φευ, τι ειναι μεταξυ υμων και σου, Ιησου Ναζαρηνε; ηλθες να απολεσης ημας; Σε γνωριζω τις εισαι, ο Αγιος του Θεου.
<scripture passage="Luke 4:35" parsed="|Luke|4|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.35" />
<sup>35</sup>Και επετιμησεν αυτο ο Ιησους, λεγων· Σιωπα και εξελθε εξ αυτου. Και το δαιμονιον ερριψεν αυτον εις το μεσον και εξηλθεν απ' αυτου, χωρις να βλαψη αυτον παντελως.
<scripture passage="Luke 4:36" parsed="|Luke|4|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.36" />
<sup>36</sup>Και εξεπλαγησαν παντες και συνελαλουν προς αλληλους, λεγοντες· Τις ειναι ο λογος ουτος, οτι μετα εξουσιας και δυναμεως προσταζει τα ακαθαρτα πνευματα, και εξερχονται;
<scripture passage="Luke 4:37" parsed="|Luke|4|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.37" />
<sup>37</sup>και διεδιδετο φημη περι αυτου εις παντα τοπον της περιχωρου.
<scripture passage="Luke 4:38" parsed="|Luke|4|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.38" />
<sup>38</sup>Σηκωθεις δε εκ της συναγωγης, εισηλθεν εις την οικιαν του Σιμωνος. Η πενθερα δε του Σιμωνος εκρατειτο υπο πυρετου μεγαλου, και παρεκαλεσαν αυτον περι αυτης.
<scripture passage="Luke 4:39" parsed="|Luke|4|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.39" />
<sup>39</sup>Και σταθεις επανω αυτης επετιμησε τον πυρετον, και αφηκεν αυτην και παρευθυς σηκωθεισα υπηρετει αυτους.
<scripture passage="Luke 4:40" parsed="|Luke|4|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.40" />
<sup>40</sup>Ενω δε εδυεν ο ηλιος, παντες οσοι ειχον ασθενουντας υπο διαφορων νοσων εφεραν αυτους προς αυτον· εκεινος δε επιθεσας τας χειρας εις ενα εκαστον αυτων εθεραπευσεν αυτους.
<scripture passage="Luke 4:41" parsed="|Luke|4|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.41" />
<sup>41</sup>Εξηρχοντο δε και δαιμονια απο πολλων, κραζοντα και λεγοντα οτι Συ εισαι ο Χριστος ο Υιος του Θεου. Και επιτιμων αυτα δεν αφινε να λαλωσιν, επειδη εγνωριζον αυτον οτι ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="Luke 4:42" parsed="|Luke|4|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.42" />
<sup>42</sup>Και οτε εγεινεν ημερα, εξελθων υπηγεν εις ερημον τοπον και οι οχλοι εζητουν αυτον, και ηλθον εως αυτου και εκρατουν αυτον δια να μη αναχωρηση απ' αυτων.
<scripture passage="Luke 4:43" parsed="|Luke|4|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.43" />
<sup>43</sup>Ο δε ειπε προς αυτους οτι Και εις τας αλλας πολεις πρεπει να ευαγγελισω την βασιλειαν του Θεου επειδη εις τουτο ειμαι απεσταλμενος.
<scripture passage="Luke 4:44" parsed="|Luke|4|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.4.44" />
<sup>44</sup>Και εκηρυττεν εν ταις συναγωγαις της Γαλιλαιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 5" progress="83.14%" prev="Luke.4" next="Luke.6" id="Luke.5">
<h3 id="Luke.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Luke.5-p1">
<scripture passage="Luke 5:1" parsed="|Luke|5|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.1" />
<sup>1</sup>Ενω δε ο οχλος συνεθλιβεν αυτον δια να ακουη τον λογον του Θεου, αυτος ιστατο πλησιον της λιμνης Γεννησαρετ,
<scripture passage="Luke 5:2" parsed="|Luke|5|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.2" />
<sup>2</sup>και ειδε δυο πλοια ισταμενα παρα την λιμνην οι δε αλιεις αποβαντες απ' αυτων εξεπλυναν τα δικτυα.
<scripture passage="Luke 5:3" parsed="|Luke|5|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.3" />
<sup>3</sup>Εμβας δε εις εν των πλοιων, το οποιον ητο του Σιμωνος, παρεκαλεσεν αυτον να απομακρυνη αυτο ολιγον απο της γης, και καθησας εδιδασκεν εκ του πλοιου τους οχλους.
<scripture passage="Luke 5:4" parsed="|Luke|5|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.4" />
<sup>4</sup>Καθως δε επαυσε λαλων, ειπε προς τον Σιμωνα· Επαναγαγε το πλοιον εις τα βαθεα και ριψατε τα δικτυα υμων δια να οψαρευσητε.
<scripture passage="Luke 5:5" parsed="|Luke|5|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.5" />
<sup>5</sup>Και αποκριθεις ο Σιμων, ειπε προς αυτον· Διδασκαλε, δι' ολης της νυκτος κοπιασαντες δεν επιασαμεν ουδεν· αλλ' ομως επι τω λογω σου θελω ριψει το δικτυον.
<scripture passage="Luke 5:6" parsed="|Luke|5|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.6" />
<sup>6</sup>Και αφου εκαμον τουτο, συνεκλεισαν πληθος πολυ ιχθυων και διεσχιζετο το δικτυον αυτων.
<scripture passage="Luke 5:7" parsed="|Luke|5|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.7" />
<sup>7</sup>Και εκαμον νευμα εις τους συντροφους τους εν τω αλλω πλοιω, δια να ελθωσι να βοηθησωσιν αυτους· και ηλθον και εγεμισαν αμφοτερα τα πλοια, ωστε εβυθιζοντο.
<scripture passage="Luke 5:8" parsed="|Luke|5|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.8" />
<sup>8</sup>Ιδων δε ο Σιμων Πετρος, προσεπεσε προς τα γονατα του Ιησου, λεγων· Εξελθε απ' εμου, διοτι ειμαι ανθρωπος αμαρτωλος, Κυριε.
<scripture passage="Luke 5:9" parsed="|Luke|5|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.9" />
<sup>9</sup>Επειδη εκπληξις κατελαβεν αυτον και παντας τους μετ' αυτου δια την αγραν των ιχθυων, την οποιαν συνελαβον,
<scripture passage="Luke 5:10" parsed="|Luke|5|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.10" />
<sup>10</sup>ομοιως δε και τον Ιακωβον και Ιωαννην, τους υιους του Ζεβεδαιου, οιτινες ησαν συντροφοι του Σιμωνος. Και ειπε προς τον Σιμωνα ο Ιησους· Μη φοβου· απο του νυν ανθρωπους θελεις αγρευει.
<scripture passage="Luke 5:11" parsed="|Luke|5|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.11" />
<sup>11</sup>Και αφου εφεραν τα πλοια επι την γην, αφησαντες απαντα ηκολουθησαν αυτον.
<scripture passage="Luke 5:12" parsed="|Luke|5|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.12" />
<sup>12</sup>Και ενω ητο εν μια των πολεων ιδου, ανθρωπος πληρης λεπρας· και ιδων τον Ιησουν, επεσε κατα προσωπον και παρεκαλεσεν αυτον, λεγων· Κυριε, εαν θελης, δυνασαι να με καθαρισης.
<scripture passage="Luke 5:13" parsed="|Luke|5|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.13" />
<sup>13</sup>Και εκτεινας την χειρα, ηγγισεν αυτον και ειπε· Θελω, καθαρισθητι. Και ευθυς η λεπρα εφυγεν απ' αυτου.
<scripture passage="Luke 5:14" parsed="|Luke|5|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.14" />
<sup>14</sup>Και αυτος παρηγγειλεν αυτον να μη ειπη τουτο προς μηδενα, αλλ' υπαγε, λεγει, και δειξον σεαυτον εις τον ιερεα και προσφερε περι του καθαρισμου σου, καθως προσεταξεν ο Μωυσης, δια μαρτυριαν εις αυτους.
<scripture passage="Luke 5:15" parsed="|Luke|5|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.15" />
<sup>15</sup>Αλλ' ετι μαλλον διηρχετο η φημη περι αυτου, και συνηθροιζοντο οχλοι πολλοι, δια να ακουωσι και να θεραπευωνται υπ' αυτου απο των ασθενειων αυτων·
<scripture passage="Luke 5:16" parsed="|Luke|5|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.16" />
<sup>16</sup>αυτος δε απεσυρετο εις τας ερημους και προσηυχετο.
<scripture passage="Luke 5:17" parsed="|Luke|5|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.17" />
<sup>17</sup>Και εν μια των ημερων, ενω αυτος εδιδασκεν, εκαθηντο Φαρισαιοι και νομοδιδασκαλοι, οιτινες ειχον ελθει εκ πασης κωμης της Γαλιλαιας και Ιουδαιας και Ιερουσαλημ· και δυναμις Κυριου ητο εις το να ιατρευη αυτους.
<scripture passage="Luke 5:18" parsed="|Luke|5|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.18" />
<sup>18</sup>Και ιδου, ανδρες φεροντες επι κλινης ανθρωπον, οστις ητο παραλυτικος, και εζητουν να φερωσιν αυτον εσω και να θεσωσιν ενωπιον αυτου·
<scripture passage="Luke 5:19" parsed="|Luke|5|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.19" />
<sup>19</sup>και μη ευροντες δια ποιας εισοδου να φερωσιν αυτον εσω εξ αιτιας του οχλου, ανεβησαν επι το δωμα και δια των κεραμιδων κατεβιβασαν αυτον μετα του κλινιδιου εις το μεσον εμπροσθεν του Ιησου.
<scripture passage="Luke 5:20" parsed="|Luke|5|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.20" />
<sup>20</sup>Και ιδων την πιστιν αυτων, ειπε προς αυτον· Ανθρωπε, συγκεχωρημεναι ειναι εις σε αι αμαρτιαι σου.
<scripture passage="Luke 5:21" parsed="|Luke|5|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.21" />
<sup>21</sup>Και ηρχισαν να διαλογιζωνται οι γραμματεις και οι Φαρισαιοι, λεγοντες· Τις ειναι ουτος, οστις λαλει βλασφημιας; τις δυναται να συγχωρη αμαρτιας ειμη μονος ο Θεος;
<scripture passage="Luke 5:22" parsed="|Luke|5|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.22" />
<sup>22</sup>Νοησας δε ο Ιησους τους διαλογισμους αυτων, απεκριθη και ειπε προς αυτους· Τι διαλογιζεσθε εν ταις καρδιαις σας;
<scripture passage="Luke 5:23" parsed="|Luke|5|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.23" />
<sup>23</sup>τι ειναι ευκολωτερον, να ειπω, Συγκεχωρημεναι ειναι εις σε αι αμαρτιαι σου, η να ειπω, Σηκωθητι και περιπατει;
<scripture passage="Luke 5:24" parsed="|Luke|5|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.24" />
<sup>24</sup>αλλα δια να γνωρισητε οτι εξουσιαν εχει ο ιος του ανθρωπου επι της γης να συγχωρη αμαρτιας, ειπε προς τον παραλυτικον· Προς σε λεγω, Σηκωθητι και σηκωσον το κλινιδιον σου και υπαγε εις τον οικον σου.
<scripture passage="Luke 5:25" parsed="|Luke|5|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.25" />
<sup>25</sup>Και παρευθυς εγερθεις ενωπιον αυτων, εσηκωσε το κλινιδιον εφ' ου κατεκειτο και ανεχωρησεν εις τον οικον αυτου, δοξαζων τον Θεον.
<scripture passage="Luke 5:26" parsed="|Luke|5|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.26" />
<sup>26</sup>Και εκστασις κατελαβεν απαντας και εδοξαζον τον Θεον, και επλησθησαν φοβου, λεγοντες οτι ειδομεν παραδοξα σημερον.
<scripture passage="Luke 5:27" parsed="|Luke|5|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.27" />
<sup>27</sup>Και μετα ταυτα εξηλθε και ειδε τελωνην τινα Λευιν το ονομα, καθημενον εις το τελωνιον, και ειπε προς αυτον· Ακολουθει μοι.
<scripture passage="Luke 5:28" parsed="|Luke|5|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.28" />
<sup>28</sup>Και αφησας απαντα, εσηκωθη και ηκολουθησεν αυτον.
<scripture passage="Luke 5:29" parsed="|Luke|5|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.29" />
<sup>29</sup>Και εκαμεν εις αυτον ο Λευις υποδοχην μεγαλην εν τη οικια αυτου, και ητο πληθος πολυ τελωνων και αλλων, οιτινες εκαθηντο μετ' αυτων εις την τραπεζαν.
<scripture passage="Luke 5:30" parsed="|Luke|5|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.30" />
<sup>30</sup>Και εγογγυζον οι γραμματεις αυτων και οι Φαρισαιοι προς τους μαθητας αυτου, λεγοντες· Δια τι μετα τελωνων και αμαρτωλων τρωγετε και πινετε;
<scripture passage="Luke 5:31" parsed="|Luke|5|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.31" />
<sup>31</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Δεν εχουσι χρειαν ιατρου οι υγιαινοντες, αλλ' οι πασχοντες.
<scripture passage="Luke 5:32" parsed="|Luke|5|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.32" />
<sup>32</sup>Δεν ηλθον δια να καλεσω δικαιους, αλλα αμαρτωλους εις μετανοιαν.
<scripture passage="Luke 5:33" parsed="|Luke|5|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.33" />
<sup>33</sup>Οι δε ειπον προς αυτον· Δια τι οι μαθηται του Ιωαννου νηστευουσι συχνα και καμνουσι δεησεις, ομοιως και οι των Φαρισαιων, οι δε ιδικοι σου τρωγουσι και πινουσιν;
<scripture passage="Luke 5:34" parsed="|Luke|5|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.34" />
<sup>34</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Μηπως δυνασθε να καμητε τους υιους του νυμφωνος να νηστευωσιν, ενοσω ειναι μετ' αυτων ο νυμφιος;
<scripture passage="Luke 5:35" parsed="|Luke|5|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.35" />
<sup>35</sup>θελουσιν ομως ελθει ημεραι, οταν αφαιρεθη απ' αυτων ο νυμφιος· τοτε θελουσι νηστευει εν εκειναις ταις ημεραις.
<scripture passage="Luke 5:36" parsed="|Luke|5|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.36" />
<sup>36</sup>Ελεγε δε και παραβολην προς αυτους, οτι ουδεις βαλλει επιρραμμα ιματιου νεου επι ιματιον παλαιον ει δε μη, και το νεον σχιζει και με το παλαιον δεν συμφωνει το επιρραμμα το απο του νεου.
<scripture passage="Luke 5:37" parsed="|Luke|5|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.37" />
<sup>37</sup>Και ουδεις βαλλει οινον νεον εις ασκους παλαιους ει δε μη, ο νεος οινος θελει σχισει τους ασκους, και αυτος θελει εκχυθη και οι ασκοι θελουσι φθαρη
<scripture passage="Luke 5:38" parsed="|Luke|5|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.38" />
<sup>38</sup>αλλα πρεπει να βαλληται ο νεος οινος εις ασκους νεους, και αμφοτερα διατηρουνται.
<scripture passage="Luke 5:39" parsed="|Luke|5|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.5.39" />
<sup>39</sup>Και ουδεις αφου πιη οινον παλαιον, θελει ευθυς νεον· διοτι λεγει· Ο παλαιος ειναι καλητερος.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 6" progress="83.26%" prev="Luke.5" next="Luke.7" id="Luke.6">
<h3 id="Luke.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Luke.6-p1">
<scripture passage="Luke 6:1" parsed="|Luke|6|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.1" />
<sup>1</sup>Κατα δε το δευτεροπρωτον σαββατον διεβαινεν αυτος δια των σπαρτων και οι μαθηται αυτου ανεσπων τα σταχυα και ετρωγον, τριβοντες με τας χειρας.
<scripture passage="Luke 6:2" parsed="|Luke|6|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.2" />
<sup>2</sup>Τινες δε των Φαρισαιων ειπον προς αυτους· Δια τι πραττετε ο, τι δεν συγχωρειται να πραττηται εν τοις σαββασι;
<scripture passage="Luke 6:3" parsed="|Luke|6|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.3" />
<sup>3</sup>Και αποκριθεις προς αυτους, ειπεν ο Ιησους· Ουδε τουτο δεν ανεγνωσατε, το οποιον επραξεν ο Δαβιδ, οποτε επεινασεν αυτος και οι μετ' αυτου οντες;
<scripture passage="Luke 6:4" parsed="|Luke|6|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.4" />
<sup>4</sup>πως εισηλθεν εις τον οικον του Θεου και ελαβε τους αρτους της προθεσεως και εφαγε και εδωκε και εις τους μετ' αυτου, τους οποιους δεν ειναι συγκεχωρημενον να φαγωσιν ειμη μονοι οι ιερεις;
<scripture passage="Luke 6:5" parsed="|Luke|6|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.5" />
<sup>5</sup>Και ελεγε προς αυτους οτι ο Υιος του ανθρωπου κυριος ειναι και του σαββατου.
<scripture passage="Luke 6:6" parsed="|Luke|6|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.6" />
<sup>6</sup>Και παλιν εν αλλω σαββατω εισηλθεν εις την συναγωγην και εδιδασκε· και ητο εκει ανθρωπος, του οποιου η δεξια χειρ ητο ξηρα.
<scripture passage="Luke 6:7" parsed="|Luke|6|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.7" />
<sup>7</sup>Παρετηρουν δε αυτον οι γραμματεις και οι Φαρισαιοι, αν εν τω σαββατω θελη θεραπευσει, δια να ευρωσι κατηγοριαν κατ' αυτου.
<scripture passage="Luke 6:8" parsed="|Luke|6|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.8" />
<sup>8</sup>Αυτος ομως εγνωριζε τους διαλογισμους αυτων και ειπε προς τον ανθρωπον τον εχοντα ξηραν την χειρα· Σηκωθητι και στηθι εις το μεσον. Και εκεινος σηκωθεις εσταθη.
<scripture passage="Luke 6:9" parsed="|Luke|6|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.9" />
<sup>9</sup>Ειπε λοιπον ο Ιησους προς αυτους· Θελω σας ερωτησει τι ειναι συγκεχωρημενον, να αγαθοποιηση τις εν τοις σαββασιν η να κακοποιηση; να σωση ψυχην η να απολεση;
<scripture passage="Luke 6:10" parsed="|Luke|6|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.10" />
<sup>10</sup>Και περιβλεψας παντας αυτους, ειπε προς τον ανθρωπον· Εκτεινον την χειρα σου. Ο δε εκαμεν ουτω, και αποκατεσταθη η χειρ αυτου υγιης ως η αλλη.
<scripture passage="Luke 6:11" parsed="|Luke|6|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.11" />
<sup>11</sup>Αυτοι δε επλησθησαν μανιας και συνωμιλουν προς αλληλους τι να καμωσιν εις τον Ιησουν.
<scripture passage="Luke 6:12" parsed="|Luke|6|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.12" />
<sup>12</sup>Εν εκειναις δε ταις ημεραις εξηλθεν εις το ορος να προσευχηθη, και διενυκτερευεν εν τη προσευχη του Θεου.
<scripture passage="Luke 6:13" parsed="|Luke|6|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.13" />
<sup>13</sup>Και οτε εγεινεν ημερα, εκραξε τους μαθητας αυτου και εξελεξεν εξ αυτων δωδεκα, τους οποιους και ωνομασεν αποστολους,
<scripture passage="Luke 6:14" parsed="|Luke|6|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.14" />
<sup>14</sup>τον Σιμωνα, τον οποιον και ωνομασε Πετρον, και Ανδρεαν τον αδελφον αυτου, Ιακωβον και Ιωαννην, Φιλιππον και Βαρθολομαιον,
<scripture passage="Luke 6:15" parsed="|Luke|6|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.15" />
<sup>15</sup>Ματθαιον και Θωμαν, Ιακωβον τον του Αλφαιου και Σιμωνα τον καλουμενον Ζηλωτην,
<scripture passage="Luke 6:16" parsed="|Luke|6|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.16" />
<sup>16</sup>Ιουδαν τον αδελφον Ιακωβου, και Ιουδαν τον Ισκαριωτην, οστις και εγεινε προδοτης,
<scripture passage="Luke 6:17" parsed="|Luke|6|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.17" />
<sup>17</sup>και καταβας μετ' αυτων εσταθη επι τοπου πεδινου, και παρησαν οχλος μαθητων αυτου και πληθος πολυ του λαου απο πασης της Ιουδαιας και Ιερουσαλημ και της παραλιας Τυρου και Σιδωνος, οιτινες ηλθον δια να ακουσωσιν αυτον και να ιατρευθωσιν απο των νοσων αυτων,
<scripture passage="Luke 6:18" parsed="|Luke|6|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.18" />
<sup>18</sup>και οι ενοχλουμενοι υπο πνευματων ακαθαρτων, και εθεραπευοντο.
<scripture passage="Luke 6:19" parsed="|Luke|6|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.19" />
<sup>19</sup>Και πας ο οχλος εζητει να εγγιζη αυτον, διοτι δυναμις εξηρχετο παρ' αυτου και ιατρευε παντας.
<scripture passage="Luke 6:20" parsed="|Luke|6|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.20" />
<sup>20</sup>Και αυτος σηκωσας τους οφθαλμους αυτου εις τους μαθητας αυτου, ελεγε· Μακαριοι σεις οι πτωχοι, διοτι υμετερα ειναι η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 6:21" parsed="|Luke|6|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.21" />
<sup>21</sup>Μακαριοι οι πεινωντες τωρα, διοτι θελετε χορτασθη. Μακαριοι οι κλαιοντες τωρα, διοτι θελετε γελασει.
<scripture passage="Luke 6:22" parsed="|Luke|6|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.22" />
<sup>22</sup>Μακαριοι εισθε, οταν σας μισησωσιν οι ανθρωποι, και οταν σας αφορισωσι και ονειδισωσι και εκβαλωσι το ονομα σας ως κακον ενεκεν του Υιου του ανθρωπου.
<scripture passage="Luke 6:23" parsed="|Luke|6|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.23" />
<sup>23</sup>Χαιρετε εν εκεινη τη ημερα και σκιρτησατε· διοτι ιδου, ο μισθος σας ειναι πολυς εν τω ουρανω· επειδη ουτως επραττον εις τους προφητας οι πατερες αυτων.
<scripture passage="Luke 6:24" parsed="|Luke|6|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.24" />
<sup>24</sup>Πλην ουαι εις εσας τους πλουσιους, διοτι απηλαυσατε την παρηγοριαν σας.
<scripture passage="Luke 6:25" parsed="|Luke|6|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.25" />
<sup>25</sup>Ουαι εις εσας, οι κεχορτασμενοι, διοτι θελετε πεινασει. Ουαι εις εσας, οι γελωντες τωρα, διοτι θελετε πενθησει και κλαυσει.
<scripture passage="Luke 6:26" parsed="|Luke|6|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.26" />
<sup>26</sup>Ουαι εις εσας, οταν παντες οι ανθρωποι σας ευφημησωσι· διοτι ουτως επραττον εις τους ψευδοπροφητας οι πατερες αυτων.
<scripture passage="Luke 6:27" parsed="|Luke|6|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.27" />
<sup>27</sup>Αλλα προς εσας τους ακουοντας λεγω· Αγαπατε τους εχθρους σας, αγαθοποιειτε εκεινους, οιτινες σας μισουσιν,
<scripture passage="Luke 6:28" parsed="|Luke|6|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.28" />
<sup>28</sup>ευλογειτε εκεινους, οιτινες σας καταρωνται, και προσευχεσθε υπερ εκεινων, οιτινες σας βλαπτουσιν.
<scripture passage="Luke 6:29" parsed="|Luke|6|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.29" />
<sup>29</sup>Εις τον τυπτοντα σε επι την σιαγονα προσφερε και την αλλην, και απο του αφαιρουντος το ιματιον σου μη εμποδισης και τον χιτωνα.
<scripture passage="Luke 6:30" parsed="|Luke|6|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.30" />
<sup>30</sup>Εις παντα δε τον ζητουντα παρα σου διδε, και απο του αφαιρουντος τα σα μη απαιτει.
<scripture passage="Luke 6:31" parsed="|Luke|6|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.31" />
<sup>31</sup>Και καθως θελετε να πραττωσιν εις εσας οι ανθρωποι, και σεις πραττετε ομοιως εις αυτους.
<scripture passage="Luke 6:32" parsed="|Luke|6|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.32" />
<sup>32</sup>Και εαν αγαπατε τους αγαπωντας σας, ποια χαρις χρεωστειται εις εσας; διοτι και οι αμαρτωλοι αγαπωσι τους αγαπωντας αυτους.
<scripture passage="Luke 6:33" parsed="|Luke|6|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.33" />
<sup>33</sup>Και εαν αγαθοποιητε τους αγαθοποιουντας σας, ποια χαρις χρεωστειται εις εσας; διοτι και οι αμαρτωλοι το αυτο πραττουσι.
<scripture passage="Luke 6:34" parsed="|Luke|6|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.34" />
<sup>34</sup>Και εαν δανειζητε εις εκεινους, παρ' ων ελπιζετε παλιν να λαβητε, ποια χαρις χρεωστειται εις εσας; διοτι και οι αμαρτωλοι εις αμαρτωλους δανειζουσι δια να λαβωσι παλιν τα ισα.
<scripture passage="Luke 6:35" parsed="|Luke|6|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.35" />
<sup>35</sup>Πλην αγαπατε τους εχθρους σας και αγαθοποιειτε και δανειζετε, μηδεμιαν απολαβην ελπιζοντες, και θελει εισθαι ο μισθος σας πολυς, και θελετε εισθαι υιοι του Υψιστου· διοτι αυτος ειναι αγαθος προς τους αχαριστους και κακους.
<scripture passage="Luke 6:36" parsed="|Luke|6|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.36" />
<sup>36</sup>Γινεσθε λοιπον οικτιρμονες, καθως και ο Πατηρ σας ειναι οικτιρμων.
<scripture passage="Luke 6:37" parsed="|Luke|6|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.37" />
<sup>37</sup>Και μη κρινετε, και δεν θελετε κριθη· μη καταδικαζετε, και δεν θελετε καταδικασθη· συγχωρειτε, και θελετε συγχωρηθη·
<scripture passage="Luke 6:38" parsed="|Luke|6|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.38" />
<sup>38</sup>διδετε, και θελει δοθη εις εσας· μετρον καλον, πεπιεσμενον και συγκεκαθισμενον και υπερεκχυνομενον θελουσι δωσει εις τον κολπον σας. Διοτι με το αυτο μετρον, με το οποιον μετρειτε, θελει αντιμετρηθη εις εσας.
<scripture passage="Luke 6:39" parsed="|Luke|6|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.39" />
<sup>39</sup>Ειπε δε παραβολην προς αυτους, Μηπως δυναται τυφλος να οδηγη τυφλον; δεν θελουσι πεσει αμφοτεροι εις βοθρον;
<scripture passage="Luke 6:40" parsed="|Luke|6|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.40" />
<sup>40</sup>Δεν ειναι μαθητης ανωτερος του διδασκαλου αυτου· πας δε τετελειοποιημενος θελει εισθαι ως ο διδασκαλος αυτου.
<scripture passage="Luke 6:41" parsed="|Luke|6|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.41" />
<sup>41</sup>Και δια τι βλεπεις το ξυλαριον το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου, την δε δοκον την εν τω ιδιω σου οφθαλμω δεν παρατηρεις;
<scripture passage="Luke 6:42" parsed="|Luke|6|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.42" />
<sup>42</sup>η πως δυνασαι να λεγης προς τον αδελφον σου· Αδελφε, αφες να εκβαλω το ξυλαριον το εν τω οφθαλμω σου, ενω συ δεν βλεπεις την δοκον την εν τω οφθαλμω σου; Υποκριτα, εκβαλε πρωτον την δοκον εκ του οφθαλμου σου, και τοτε θελεις ιδει καθαρως δια να εκβαλης το ξυλαριον το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου.
<scripture passage="Luke 6:43" parsed="|Luke|6|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.43" />
<sup>43</sup>Διοτι δεν ειναι δενδρον καλον, το οποιον καμνει καρπον σαπρον, ουδε δενδρον σαπρον, το οποιον καμνει καρπον καλον·
<scripture passage="Luke 6:44" parsed="|Luke|6|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.44" />
<sup>44</sup>επειδη εκαστον δενδρον εκ του καρπου αυτου γνωριζεται. Διοτι δεν συναγουσιν εξ ακανθων συκα, ουδε τρυγωσιν εκ βατου σταφυλια.
<scripture passage="Luke 6:45" parsed="|Luke|6|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.45" />
<sup>45</sup>Ο αγαθος ανθρωπος εκ του αγαθου θησαυρου της καρδιας αυτου εκφερει το αγαθον, και ο κακος ανθρωπος εκ του κακου θησαυρου της καρδιας αυτου εκφερει το κακον· διοτι εκ του περισσευματος της καρδιας λαλει το στομα αυτου.
<scripture passage="Luke 6:46" parsed="|Luke|6|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.46" />
<sup>46</sup>Δια τι δε με κραζετε, Κυριε, Κυριε, και δεν πραττετε οσα λεγω;
<scripture passage="Luke 6:47" parsed="|Luke|6|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.47" />
<sup>47</sup>Πας οστις ερχεται προς εμε και ακουει τους λογους μου και καμνει αυτους, θελω σας δειξει με ποιον ειναι ομοιος·
<scripture passage="Luke 6:48" parsed="|Luke|6|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.48" />
<sup>48</sup>ειναι ομοιος με ανθρωπον οικοδομουντα οικιαν, οστις εσκαψε και εβαθυνε και εβαλε θεμελιον επι την πετραν· οτε δε εγεινε πλημμυρα, προσεβαλεν ο ποταμος κατα της οικιας εκεινης και δεν ηδυνηθη να σαλευση αυτην· διοτι ητο τεθεμελιωμενη επι την πετραν.
<scripture passage="Luke 6:49" parsed="|Luke|6|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.6.49" />
<sup>49</sup>Οστις ομως ακουση και δεν καμη, ειναι ομοιος με ανθρωπον οικοδομησαντα οικιαν επι την γην χωρις θεμελιον· κατα της οποιας προσεβαλεν ο ποταμος, και ευθυς επεσε, και εγεινεν ο κρημνισμος της οικιας εκεινης μεγας.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 7" progress="83.42%" prev="Luke.6" next="Luke.8" id="Luke.7">
<h3 id="Luke.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Luke.7-p1">
<scripture passage="Luke 7:1" parsed="|Luke|7|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε ετελειωσε παντας τους λογους αυτου εις τας ακοας του λαου, εισηλθεν εις Καπερναουμ.
<scripture passage="Luke 7:2" parsed="|Luke|7|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.2" />
<sup>2</sup>Εκατονταρχου δε τινος δουλος, οστις ητο πολυτιμος εις αυτον, κακως εχων εμελλε να αποθανη.
<scripture passage="Luke 7:3" parsed="|Luke|7|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.3" />
<sup>3</sup>Και ακουσας περι του Ιησου, απεστειλε προς αυτον πρεσβυτερους των Ιουδαιων, παρακαλων αυτον να ελθη να διασωση τον δουλον αυτου.
<scripture passage="Luke 7:4" parsed="|Luke|7|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.4" />
<sup>4</sup>Οι δε ελθοντες προς τον Ιησουν, παρεκαλουν αυτον επιμονως, λεγοντες οτι ειναι αξιος εκεινος, εις τον οποιον θελεις καμει τουτο·
<scripture passage="Luke 7:5" parsed="|Luke|7|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.5" />
<sup>5</sup>διοτι αγαπα το εθνος υμων, και την συναγωγην αυτος ωκοδομησεν εις ημας.
<scripture passage="Luke 7:6" parsed="|Luke|7|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Ιησους επορευετο μετ' αυτων. Ενω δε απειχεν ηδη ου μακραν απο της οικιας, επεμψε προς αυτον ο εκατονταρχος φιλους, λεγων προς αυτον· Κυριε, μη ενοχλεισαι· διοτι δεν ειμαι αξιος να εισελθης υπο την στεγην μου·
<scripture passage="Luke 7:7" parsed="|Luke|7|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.7" />
<sup>7</sup>οθεν ουδε εμαυτον εκρινα αξιον να ελθω προς σε· αλλα ειπε λογον, και θελει ιατρευθη ο δουλος μου.
<scripture passage="Luke 7:8" parsed="|Luke|7|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.8" />
<sup>8</sup>Διοτι και εγω ειμαι ανθρωπος υποκειμενος εις εξουσιαν, εχων υπ' εμαυτον στρατιωτας, και λεγω προς τουτον, Υπαγε, και υπαγει; και προς αλλον, Ερχου, και ερχεται, και προς τον δουλον μου, Καμε τουτο, και καμνει.
<scripture passage="Luke 7:9" parsed="|Luke|7|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.9" />
<sup>9</sup>Ακουσας δε ταυτα ο Ιησους εθαυμασεν αυτον, και στραφεις προς τον οχλον τον ακολουθουντα αυτον, ειπε· Σας λεγω, Ουδε εν τω Ισραηλ ευρον τοσαυτην πιστιν.
<scripture passage="Luke 7:10" parsed="|Luke|7|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.10" />
<sup>10</sup>Και υποστρεψαντες οι απεσταλμενοι εις τον οικον, ευρον τον ασθενη δουλον υγιαινοντα.
<scripture passage="Luke 7:11" parsed="|Luke|7|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.11" />
<sup>11</sup>Την δε ακολουθον ημεραν επορευετο ο Ιησους εις πολιν ονομαζομενην Ναιν· και συνεπορευοντο μετ' αυτου ικανοι εκ των μαθητων αυτου και οχλος πολυς.
<scripture passage="Luke 7:12" parsed="|Luke|7|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.12" />
<sup>12</sup>Ως δε επλησιασεν εις την πυλην της πολεως, ιδου, εφερετο εξω νεκρος υιος μονογενης της μητρος αυτου, και αυτη ητο χηρα, και οχλος πολυς της πολεως ητο μετ' αυτης.
<scripture passage="Luke 7:13" parsed="|Luke|7|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.13" />
<sup>13</sup>Και ιδων αυτην ο Κυριος, εσπλαγχνισθη δι' αυτην και ειπε προς αυτην· Μη κλαιε·
<scripture passage="Luke 7:14" parsed="|Luke|7|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.14" />
<sup>14</sup>και πλησιασας ηγγισε το νεκροκραββατον, οι δε βασταζοντες εσταθησαν, και ειπε· Νεανισκε, προς σε λεγω, σηκωθητι.
<scripture passage="Luke 7:15" parsed="|Luke|7|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.15" />
<sup>15</sup>Και ανεκαθησεν ο νεκρος και ηρχισε να λαλη, και εδωκεν αυτον εις την μητερα αυτου.
<scripture passage="Luke 7:16" parsed="|Luke|7|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.16" />
<sup>16</sup>Κατελαβε δε απαντας φοβος και εδοξαζον τον Θεον, λεγοντες οτι προφητης μεγας ηγερθη εν ημιν, και οτι επεσκεφθη ο Θεος τον λαον αυτου.
<scripture passage="Luke 7:17" parsed="|Luke|7|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.17" />
<sup>17</sup>Και εξηλθεν ο λογος ουτος περι αυτου εν ολη τη Ιουδαια και εν πασι τοις περιχωροις.
<scripture passage="Luke 7:18" parsed="|Luke|7|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.18" />
<sup>18</sup>Και απηγγειλαν προς τον Ιωαννην οι μαθηται αυτου περι παντων τουτων.
<scripture passage="Luke 7:19" parsed="|Luke|7|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.19" />
<sup>19</sup>Και προσκαλεσας ο Ιωαννης δυο τινας των μαθητων αυτου, επεμψε προς τον Ιησουν, λεγων· Συ εισαι ο ερχομενος, η αλλον προσδοκωμεν;
<scripture passage="Luke 7:20" parsed="|Luke|7|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.20" />
<sup>20</sup>Και ελθοντες προς αυτον οι ανθρωποι, ειπον· Ιωαννης ο Βαπτιστης απεστειλεν ημας προς σε, λεγων· Συ εισαι ο ερχομενος, η αλλον προσδοκωμεν;
<scripture passage="Luke 7:21" parsed="|Luke|7|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.21" />
<sup>21</sup>Εν αυτη δε τη ωρα εθεραπευσε πολλους απο νοσων και μαστιγων και πνευματων πονηρων, και εις τυφλους πολλους εχαρισε το βλεπειν.
<scripture passage="Luke 7:22" parsed="|Luke|7|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.22" />
<sup>22</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Υπαγετε και απαγγειλατε προς τον Ιωαννην οσα ειδετε και ηκουσατε· οτι τυφλοι αναβλεπουσι, χωλοι περιπατουσι, λεπροι καθαριζονται, κωφοι ακουουσι, νεκροι εγειρονται, πτωχοι ευαγγελιζονται·
<scripture passage="Luke 7:23" parsed="|Luke|7|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.23" />
<sup>23</sup>και μακαριος ειναι οστις δεν σκανδαλισθη εν εμοι.
<scripture passage="Luke 7:24" parsed="|Luke|7|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.24" />
<sup>24</sup>Αφου δε ανεχωρησαν οι απεσταλμενοι του Ιωαννου, ηρχισε να λεγη προς τους οχλους περι του Ιωαννου· Τι εξηλθετε εις την ερημον να ιδητε; καλαμον υπο ανεμου σαλευομενον;
<scripture passage="Luke 7:25" parsed="|Luke|7|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.25" />
<sup>25</sup>Αλλα τι εξηλθετε να ιδητε; ανθρωπον ενδεδυμενον μαλακα ιματια; ιδου, οι λαμπρως ενδεδυμενοι και τρυφωντες ευρισκονται εν τοις βασιλικοις παλατιοις.
<scripture passage="Luke 7:26" parsed="|Luke|7|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.26" />
<sup>26</sup>Αλλα τι εξηλθετε να ιδητε; προφητην; Ναι, σας λεγω, και περισσοτερον προφητου.
<scripture passage="Luke 7:27" parsed="|Luke|7|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.27" />
<sup>27</sup>Ουτος ειναι, περι του οποιου ειναι γεγραμμενον, Ιδου, εγω αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, Οστις θελει κατασκευασει την οδον σου εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Luke 7:28" parsed="|Luke|7|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.28" />
<sup>28</sup>Διοτι σας λεγω, μεταξυ των γεννηθεντων εκ γυναικων ουδεις προφητης ειναι μεγαλητερος Ιωαννου του βαπτιστου· πλην ο μικροτερος εν τη βασιλεια του Θεου ειναι μεγαλητερος αυτου.
<scripture passage="Luke 7:29" parsed="|Luke|7|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.29" />
<sup>29</sup>Και πας ο λαος ακουσας και οι τελωναι εδικαιωσαν τον Θεον, βαπτισθεντες το βαπτισμα του Ιωαννου.
<scripture passage="Luke 7:30" parsed="|Luke|7|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.30" />
<sup>30</sup>Οι δε Φαρισαιοι και οι νομικοι ηθετησαν εις εαυτους την βουλην του Θεου, μη βαπτισθεντες υπ' αυτου.
<scripture passage="Luke 7:31" parsed="|Luke|7|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.31" />
<sup>31</sup>Και ειπεν ο Κυριος· Με τι λοιπον να ομοιωσω τους ανθρωπους της γενεας ταυτης; και με τι ειναι ομοιοι;
<scripture passage="Luke 7:32" parsed="|Luke|7|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.32" />
<sup>32</sup>Ειναι ομοιοι με παιδια καθημενα εν τη αγορα και φωναζοντα προς αλληλα και λεγοντα· Αυλον σας επαιξαμεν, και δεν εχορευσατε· σας εθρηνωδησαμεν, και δεν εκλαυσατε.
<scripture passage="Luke 7:33" parsed="|Luke|7|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.33" />
<sup>33</sup>Διοτι ηλθεν Ιωαννης ο Βαπτιστης μητε αρτον τρωγων μητε οινον πινων, και λεγετε· Δαιμονιον εχει.
<scripture passage="Luke 7:34" parsed="|Luke|7|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.34" />
<sup>34</sup>Ηλθεν ο Υιος του ανθρωπου τρωγων και πινων, και λεγετε· Ιδου ανθρωπος φαγος και οινοποτης, φιλος τελωνων και αμαρτωλων.
<scripture passage="Luke 7:35" parsed="|Luke|7|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.35" />
<sup>35</sup>Και εδικαιωθη η σοφια απο παντων των τεκνων αυτης.
<scripture passage="Luke 7:36" parsed="|Luke|7|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.36" />
<sup>36</sup>Παρεκαλει δε αυτον εις εκ των Φαρισαιων να φαγη μετ' αυτου· και εισελθων εις την οικιαν του Φαρισαιου, εκαθησεν εις την τραπεζαν.
<scripture passage="Luke 7:37" parsed="|Luke|7|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.37" />
<sup>37</sup>Και ιδου, γυνη τις εν τη πολει, ητις ητο αμαρτωλη, μαθουσα οτι καθηται εις την τραπεζαν εν τη οικια του Φαρισαιου, εφερεν αλαβαστρον μυρου
<scripture passage="Luke 7:38" parsed="|Luke|7|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.38" />
<sup>38</sup>και σταθεισα πλησιον των ποδων αυτου οπισω κλαιουσα, ηρχισε να βρεχη τους ποδας αυτου με τα δακρυα και εσπογγιζε με τας τριχας της κεφαλης αυτης και κατεφιλει τους ποδας αυτου και ηλειφε με το μυρον.
<scripture passage="Luke 7:39" parsed="|Luke|7|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.39" />
<sup>39</sup>Ιδων δε ο Φαρισαιος ο καλεσας αυτον, ειπε καθ' εαυτον λεγων· Ουτος, εαν ητο προφητης, ηθελε γνωριζει τις και οποια ειναι η γυνη, ητις εγγιζει αυτον, οτι ειναι αμαρτωλη.
<scripture passage="Luke 7:40" parsed="|Luke|7|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.40" />
<sup>40</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτον· Σιμων, εχω να σοι ειπω τι. Ο δε λεγει· Διδασκαλε, ειπε.
<scripture passage="Luke 7:41" parsed="|Luke|7|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.41" />
<sup>41</sup>Ειχε τις δανειστας δυο χρεωφειλετας· ο εις εχρεωστει δηναρια πεντακοσια, ο δε αλλος πεντηκοντα.
<scripture passage="Luke 7:42" parsed="|Luke|7|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.42" />
<sup>42</sup>Και επειδη δεν ειχον να αποδωσωσιν, εχαρισεν αυτα εις αμφοτερους. Τις λοιπον εξ αυτων, ειπε, θελει αγαπησει αυτον περισσοτερον;
<scripture passage="Luke 7:43" parsed="|Luke|7|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.43" />
<sup>43</sup>Αποκριθεις δε ο Σιμων, ειπε· Νομιζω οτι εκεινος, εις τον οποιον εχαρισε το περισσοτερον. Ο δε ειπε προς αυτον· Ορθως εκρινας.
<scripture passage="Luke 7:44" parsed="|Luke|7|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.44" />
<sup>44</sup>Και στραφεις προς την γυναικα, ειπε προς τον Σιμωνα· Βλεπεις ταυτην την γυναικα; Εισηλθον εις την οικιαν σου, υδωρ δια τους ποδας μου δεν εδωκας· αυτη δε με τα δακρυα εβρεξε τους ποδας μου και με τας τριχας της κεφαλης αυτης εσπογγισε.
<scripture passage="Luke 7:45" parsed="|Luke|7|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.45" />
<sup>45</sup>Φιλημα δεν μοι εδωκας· αυτη δε, αφ' ης εισηλθον, δεν επαυσε καταφιλουσα τους ποδας μου.
<scripture passage="Luke 7:46" parsed="|Luke|7|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.46" />
<sup>46</sup>Με ελαιον την κεφαλην μου δεν ηλειψας· αυτη δε με μυρον ηλειψε τους ποδας μου.
<scripture passage="Luke 7:47" parsed="|Luke|7|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.47" />
<sup>47</sup>Δια τουτο σοι λεγω, συγκεχωρημεναι ειναι αι αμαρτιαι αυτης αι πολλαι, διοτι ηγαπησε πολυ· εις οντινα δε συγχωρειται ολιγον, ολιγον αγαπα.
<scripture passage="Luke 7:48" parsed="|Luke|7|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.48" />
<sup>48</sup>Και ειπε προς αυτην· Συγκεχωρημεναι ειναι αι αμαρτιαι σου.
<scripture passage="Luke 7:49" parsed="|Luke|7|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.49" />
<sup>49</sup>Και ηρχισαν οι συγκαθημενοι εις την τραπεζαν να λεγωσι καθ' εαυτους· Τις ειναι ουτος, οστις και αμαρτιας συγχωρει;
<scripture passage="Luke 7:50" parsed="|Luke|7|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.7.50" />
<sup>50</sup>Ειπε δε προς την γυναικα· Η πιστις σου σε εσωσεν· υπαγε εις ειρηνην.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 8" progress="83.57%" prev="Luke.7" next="Luke.9" id="Luke.8">
<h3 id="Luke.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Luke.8-p1">
<scripture passage="Luke 8:1" parsed="|Luke|8|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.1" />
<sup>1</sup>Και μετα ταυτα διηρχετο αυτος πασαν πολιν και κωμην, κηρυττων και ευαγγελιζομενος την βασιλειαν του Θεου, και οι δωδεκα ησαν μετ' αυτου,
<scripture passage="Luke 8:2" parsed="|Luke|8|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.2" />
<sup>2</sup>και γυναικες τινες, αιτινες ησαν τεθεραπευμεναι απο πνευματων πονηρων και ασθενειων, Μαρια η καλουμενη Μαγδαληνη, εκ της οποιας ειχον εκβη επτα δαιμονια,
<scripture passage="Luke 8:3" parsed="|Luke|8|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.3" />
<sup>3</sup>και Ιωαννα η γυνη του Χουζα, επιτροπου του Ηρωδου, και Σουσαννα και αλλαι πολλαι, αιτινες διηκονουν αυτον απο των υπαρχοντων αυτων.
<scripture passage="Luke 8:4" parsed="|Luke|8|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.4" />
<sup>4</sup>Επειδη δε συνετρεχεν οχλος πολυς και ηρχοντο προς αυτον απο πασης πολεως, ειπε δια παραβολης·
<scripture passage="Luke 8:5" parsed="|Luke|8|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.5" />
<sup>5</sup>Εξηλθεν ο σπειρων, δια να σπειρη τον σπορον αυτου. Και ενω εσπειρεν, αλλο μεν επεσε παρα την οδον και κατεπατηθη, και τα πετεινα του ουρανου κατεφαγον αυτο·
<scripture passage="Luke 8:6" parsed="|Luke|8|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.6" />
<sup>6</sup>αλλο δε επεσεν επι την πετραν και αναφυεν εξηρανθη, διοτι δεν ειχεν ικμαδα·
<scripture passage="Luke 8:7" parsed="|Luke|8|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.7" />
<sup>7</sup>και αλλο επεσεν εις το μεσον των ακανθων, και συμφυτρωσασαι αι ακανθαι απεπνιξαν αυτο·
<scripture passage="Luke 8:8" parsed="|Luke|8|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.8" />
<sup>8</sup>και αλλο επεσεν επι την γην την αγαθην, και αναφυεν εκαμε καρπον εκατονταπλασιονα. Ταυτα λεγων, εφωναζεν· Ο εχων ωτα δια να ακουη, ας ακουη.
<scripture passage="Luke 8:9" parsed="|Luke|8|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.9" />
<sup>9</sup>Ηρωτων δε αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες· Τι σημαινει η παραβολη αυτη;
<scripture passage="Luke 8:10" parsed="|Luke|8|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπεν· Εις εσας εδοθη να γνωρισητε τα μυστηρια της βασιλειας του Θεου, εις δε τους λοιπους δια παραβολων, δια να μη βλεπωσιν ενω βλεπουσι και να μη καταλαμβανωσιν ενω ακουουσιν.
<scripture passage="Luke 8:11" parsed="|Luke|8|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.11" />
<sup>11</sup>Αυτη δε ειναι η παραβολη· Ο σπορος ειναι ο λογος του Θεου·
<scripture passage="Luke 8:12" parsed="|Luke|8|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.12" />
<sup>12</sup>οι δε σπειρομενοι παρα την οδον ειναι οι ακουοντες, επειτα ερχεται ο διαβολος και αφαιρει τον λογον απο της καρδιας αυτων, δια να μη πιστευσωσι και σωθωσιν.
<scripture passage="Luke 8:13" parsed="|Luke|8|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.13" />
<sup>13</sup>Οι δε επι της πετρας ειναι εκεινοι οιτινες, οταν ακουσωσι, μετα χαρας δεχονται τον λογον, και ουτοι ριζαν δεν εχουσιν, οιτινες προς καιρον πιστευουσι και εν καιρω πειρασμου αποστατουσι.
<scripture passage="Luke 8:14" parsed="|Luke|8|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.14" />
<sup>14</sup>Το δε πεσον εις τας ακανθας, ουτοι ειναι εκεινοι οιτινες ηκουσαν, και υπο μεριμνων και πλουτου και ηδονων του βιου υπαγουσι και συμπνιγονται και δεν τελεσφορουσι.
<scripture passage="Luke 8:15" parsed="|Luke|8|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.15" />
<sup>15</sup>Το δε εις την καλην γην, ουτοι ειναι εκεινοι, οιτινες ακουσαντες τον λογον, κρατουσιν εν καρδια καλη και αγαθη και καρποφορουσιν εν υπομονη.
<scripture passage="Luke 8:16" parsed="|Luke|8|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.16" />
<sup>16</sup>Ουδεις δε λυχνον αναψας, σκεπαζει αυτον με σκευος και θετει υποκατω κλινης, αλλα θετει επι του λυχνοστατου, δια να βλεπωσι το φως οι εισερχομενοι.
<scripture passage="Luke 8:17" parsed="|Luke|8|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.17" />
<sup>17</sup>Διοτι δεν υπαρχει κρυπτον, το οποιον δεν θελει γεινει φανερον; ουδε αποκρυφον, το οποιον δεν θελει γεινει γνωστον και ελθει εις το φανερον.
<scripture passage="Luke 8:18" parsed="|Luke|8|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.18" />
<sup>18</sup>Προσεχετε λοιπον πως ακουετε· διοτι οστις εχει, θελει δοθη εις αυτον, και οστις δεν εχει, και εκεινο το οποιον νομιζει οτι εχει θελει αφαιρεθη απ' αυτου.
<scripture passage="Luke 8:19" parsed="|Luke|8|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.19" />
<sup>19</sup>Ηλθον δε προς αυτον η μητηρ και οι αδελφοι αυτου και δεν ηδυναντο δια τον οχλον να πλησιασωσιν αυτον.
<scripture passage="Luke 8:20" parsed="|Luke|8|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.20" />
<sup>20</sup>Και απηγγελθη προς αυτον υπο τινων λεγοντων· Η μητηρ σου και οι αδελφοι σου ιστανται εξω θελοντες να σε ιδωσιν.
<scripture passage="Luke 8:21" parsed="|Luke|8|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.21" />
<sup>21</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτους· Μητηρ μου και αδελφοι μου ειναι ουτοι, οι ακουοντες τον λογον του Θεου και πραττοντες αυτον.
<scripture passage="Luke 8:22" parsed="|Luke|8|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.22" />
<sup>22</sup>Και εν μια των ημερων εισηλθεν εις πλοιον αυτος και οι μαθηται αυτου, και ειπε προς αυτους· Ας διελθωμεν εις το περαν της λιμνης· και εσηκωθησαν.
<scripture passage="Luke 8:23" parsed="|Luke|8|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.23" />
<sup>23</sup>Ενω δε επλεον, απεκοιμηθη. Και κατεβη ανεμοστροβιλος εις την λιμνην, και εγεμιζετο το πλοιον και εκινδυνευον.
<scripture passage="Luke 8:24" parsed="|Luke|8|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.24" />
<sup>24</sup>Προσελθοντες δε εξυπνησαν αυτον, λεγοντες· Επιστατα, Επιστατα, χανομεθα. Ο δε σηκωθεις επετιμησε τον ανεμον και την ταραχην του υδατος, και επαυσαν, και εγεινε γαληνη.
<scripture passage="Luke 8:25" parsed="|Luke|8|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.25" />
<sup>25</sup>Ειπε δε προς αυτους, που ειναι η πιστις σας; Και φοβηθεντες εθαυμασαν, λεγοντες προς αλληλους· Τις λοιπον ειναι ουτος, οτι και τους ανεμους προσταζει και το υδωρ, και υπακουουσιν εις αυτον;
<scripture passage="Luke 8:26" parsed="|Luke|8|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.26" />
<sup>26</sup>Και κατεπλευσαν εις την χωραν των Γαδαρηνων, ητις ειναι αντιπεραν της Γαλιλαιας.
<scripture passage="Luke 8:27" parsed="|Luke|8|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.27" />
<sup>27</sup>Και καθως εξηλθεν επι την γην, υπηντησεν αυτον ανθρωπος τις εκ της πολεως, οστις ειχε δαιμονια απο χρονων πολλων, και ιματιον δεν ενεδυετο και εν οικια δεν εμενεν, αλλ' εν τοις μνημασιν.
<scripture passage="Luke 8:28" parsed="|Luke|8|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.28" />
<sup>28</sup>Ιδων δε τον Ιησουν, ανεκραξε και προσεπεσεν εις αυτον και μετα φωνης μεγαλης ειπε· Τι ειναι μεταξυ εμου και σου, Ιησου, Υιε του Θεου του Υψιστου; δεομαι σου, μη με βασανισης.
<scripture passage="Luke 8:29" parsed="|Luke|8|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.29" />
<sup>29</sup>Διοτι προσεταξεν εις το πνευμα το ακαθαρτον να εξελθη απο του ανθρωπου. Επειδη προ πολλων χρονων ειχε συναρπασει αυτον, και εδεσμευετο με αλυσεις και εφυλαττετο με ποδοδεσμα και διασπων τα δεσμα, εφερετο υπο του δαιμονος εις τας ερημους.
<scripture passage="Luke 8:30" parsed="|Luke|8|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.30" />
<sup>30</sup>Και ηρωτησεν αυτον ο Ιησους, λεγων· Τι ειναι το ονομα σου; Ο δε ειπε· Λεγεων· διοτι δαιμονια πολλα εισηλθον εις αυτον·
<scripture passage="Luke 8:31" parsed="|Luke|8|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.31" />
<sup>31</sup>και παρεκαλουν αυτον να μη προσταξη αυτα να απελθωσιν εις την αβυσσον.
<scripture passage="Luke 8:32" parsed="|Luke|8|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.32" />
<sup>32</sup>Ητο δε εκει αγελη χοιρων πολλων βοσκομενων εν τω ορει· και παρεκαλουν αυτον να επιτρεψη εις αυτα να εισελθωσιν εις εκεινους· και επετρεψεν εις αυτα.
<scripture passage="Luke 8:33" parsed="|Luke|8|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.33" />
<sup>33</sup>Εξελθοντα δε τα δαιμονια απο του ανθρωπου, εισηλθον εις τους χοιρους, και ωρμησεν η αγελη κατα του κρημνου εις την λιμνην και απεπνιγη.
<scripture passage="Luke 8:34" parsed="|Luke|8|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.34" />
<sup>34</sup>Ιδοντες δε οι βοσκοι το γενομενον εφυγον, και απελθοντες απηγγειλαν εις την πολιν και εις τους αγρους.
<scripture passage="Luke 8:35" parsed="|Luke|8|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.35" />
<sup>35</sup>Και εξηλθον δια να ιδωσι το γεγονος, και ηλθον προς τον Ιησουν και ευρον τον ανθρωπον, εκ του οποιου ειχον εξελθει τα δαιμονια, καθημενον παρα τους ποδας του Ιησου, ενδεδυμενον και σωφρονουντα· και εφοβηθησαν.
<scripture passage="Luke 8:36" parsed="|Luke|8|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.36" />
<sup>36</sup>Διηγηθησαν δε προς αυτους και οι ιδοντες πως εσωθη ο δαιμονιζομενος.
<scripture passage="Luke 8:37" parsed="|Luke|8|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.37" />
<sup>37</sup>Και απαν το πληθος της περιχωρου των Γαδαρηνων παρεκαλεσαν αυτον να αναχωρηση απ' αυτων, διοτι κατειχοντο υπο μεγαλου φοβου, αυτος δε εμβας εις το πλοιον υπεστρεψεν.
<scripture passage="Luke 8:38" parsed="|Luke|8|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.38" />
<sup>38</sup>Ο δε ανθρωπος, εκ του οποιου ειχον εξελθει τα δαιμονια, παρεκαλει αυτον να ηναι μετ' αυτου· ο Ιησους ομως απελυσεν αυτον, λεγων.
<scripture passage="Luke 8:39" parsed="|Luke|8|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.39" />
<sup>39</sup>Επιστρεψον εις τον οικον σου και διηγου οσα εκαμεν εις σε ο Θεος· και ανεχωρησε κηρυττων καθ' ολην την πολιν οσα εκαμεν εις αυτον ο Ιησους.
<scripture passage="Luke 8:40" parsed="|Luke|8|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.40" />
<sup>40</sup>Οτε δε υπεστρεψεν ο Ιησους, υπεδεχθη αυτον ο οχλος· διοτι παντες ησαν περιμενοντες αυτον.
<scripture passage="Luke 8:41" parsed="|Luke|8|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.41" />
<sup>41</sup>Και ιδου, ηλθεν ανθρωπος ονομαζομενος Ιαειρος, οστις ητο αρχων της συναγωγης και πεσων εις τους ποδας του Ιησου, παρεκαλει αυτον να εισελθη εις τον οικον αυτου,
<scripture passage="Luke 8:42" parsed="|Luke|8|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.42" />
<sup>42</sup>διοτι ειχε θυγατερα μονογενη ως ετων δωδεκα, και αυτη απεθνησκεν. Ενω δε επορευετο, οι οχλοι συνεθλιβον αυτον.
<scripture passage="Luke 8:43" parsed="|Luke|8|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.43" />
<sup>43</sup>Και γυνη τις εχουσα ρυσιν αιματος δωδεκα ετη, ητις δαπανησασα εις ιατρους ολον τον βιον αυτης δεν ηδυνηθη να θεραπευθη υπ' ουδενος,
<scripture passage="Luke 8:44" parsed="|Luke|8|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.44" />
<sup>44</sup>πλησιασασα οπισθεν ηγγισε το ακρον του ιματιου αυτου, και παρευθυς εσταθη η ρυσις του αιματος αυτης.
<scripture passage="Luke 8:45" parsed="|Luke|8|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.45" />
<sup>45</sup>Και ειπεν ο Ιησους· Τις μου ηγγισε; και ενω ηρνουντο παντες, ειπεν ο Πετρος και οι μετ' αυτου· Επιστατα, οι οχλοι σε συμπιεζουσι και σε συνθλιβουσι, και λεγεις· Τις μου ηγγισεν;
<scripture passage="Luke 8:46" parsed="|Luke|8|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.46" />
<sup>46</sup>Ο δε Ιησους ειπε· Μου ηγγισε τις· διοτι εγω ενοησα οτι εξηλθε δυναμις απ' εμου.
<scripture passage="Luke 8:47" parsed="|Luke|8|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.47" />
<sup>47</sup>Ιδουσα δε η γυνη οτι δεν εκρυφθη, ηλθε τρεμουσα και προσπεσουσα εις αυτον, απηγγειλε προς αυτον ενωπιον παντος του λαου δια ποιαν αιτιαν ηγγισεν αυτον, και οτι παρευθυς ιατρευθη.
<scripture passage="Luke 8:48" parsed="|Luke|8|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.48" />
<sup>48</sup>Ο δε ειπε προς αυτην· Θαρρει, θυγατερ, η πιστις σου σε εσωσεν· υπαγε εις ειρηνην.
<scripture passage="Luke 8:49" parsed="|Luke|8|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.49" />
<sup>49</sup>Ενω δε ελαλει ετι, ερχεται τις παρα του αρχισυναγωγου, λεγων προς αυτον οτι απεθανεν η θυγατηρ σου· μη ενοχλει τον Διδασκαλον.
<scripture passage="Luke 8:50" parsed="|Luke|8|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.50" />
<sup>50</sup>Ο δε Ιησους ακουσας απεκριθη προς αυτον, λεγων· Μη φοβου· μονον πιστευε, και θελει σωθη.
<scripture passage="Luke 8:51" parsed="|Luke|8|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.51" />
<sup>51</sup>Και οτε εισηλθεν εις την οικιαν, δεν αφηκεν ουδενα να εισελθη ειμη τον Πετρον και Ιακωβον και Ιωαννην και τον πατερα της κορης και την μητερα.
<scripture passage="Luke 8:52" parsed="|Luke|8|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.52" />
<sup>52</sup>Εκλαιον δε παντες και εθρηνουν αυτην. Ο δε ειπε· Μη κλαιετε· δεν απεθανεν, αλλα κοιμαται.
<scripture passage="Luke 8:53" parsed="|Luke|8|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.53" />
<sup>53</sup>Και κατεγελων αυτον, εξευροντες οτι απεθανεν.
<scripture passage="Luke 8:54" parsed="|Luke|8|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.54" />
<sup>54</sup>Αλλ' αυτος εκβαλων εξω παντας και πιασας την χειρα αυτης, εφωναξε λεγων· Κορασιον, σηκωθητι.
<scripture passage="Luke 8:55" parsed="|Luke|8|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.55" />
<sup>55</sup>Και υπεστρεψε το πνευμα αυτης, και ανεστη παρευθυς, και προσεταξε να δοθη εις αυτην να φαγη.
<scripture passage="Luke 8:56" parsed="|Luke|8|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.8.56" />
<sup>56</sup>Και εξεπλαγησαν οι γονεις αυτης. Ο δε παρηγγειλεν εις αυτους να μη ειπωσιν εις μηδενα το γεγονος.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 9" progress="83.74%" prev="Luke.8" next="Luke.10" id="Luke.9">
<h3 id="Luke.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Luke.9-p1">
<scripture passage="Luke 9:1" parsed="|Luke|9|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.1" />
<sup>1</sup>Συγκαλεσας δε τους δωδεκα μαθητας αυτου, εδωκεν εις αυτους δυναμιν και εξουσιαν κατα παντων των δαιμονιων και να θεραπευωσι νοσους·
<scripture passage="Luke 9:2" parsed="|Luke|9|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.2" />
<sup>2</sup>και απεστειλεν αυτους δια να κηρυττωσι την βασιλειαν του Θεου και να ιατρευωσι τους ασθενουντας,
<scripture passage="Luke 9:3" parsed="|Luke|9|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς αυτους· Μη βασταζετε μηδεν εις την οδον, μητε ραβδους μητε σακκιον μητε αρτον μητε αργυριον μητε να εχητε ανα δυο χιτωνας.
<scripture passage="Luke 9:4" parsed="|Luke|9|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.4" />
<sup>4</sup>Και εις ηντινα οικιαν εισελθητε, εκει μενετε και εκειθεν εξερχεσθε.
<scripture passage="Luke 9:5" parsed="|Luke|9|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.5" />
<sup>5</sup>Και οσοι δεν σας δεχθωσιν, εξερχομενοι απο της πολεως εκεινης αποτιναξατε και τον κονιορτον απο των ποδων σας δια μαρτυριαν κατ' αυτων.
<scripture passage="Luke 9:6" parsed="|Luke|9|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.6" />
<sup>6</sup>Εξερχομενοι δε διηρχοντο απο κωμης εις κωμην, κηρυττοντες το ευαγγελιον και θεραπευοντες πανταχου.
<scripture passage="Luke 9:7" parsed="|Luke|9|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.7" />
<sup>7</sup>Ηκουσε δε Ηρωδης ο τετραρχης παντα τα γινομενα υπ' αυτου, και ητο εν απορια, διοτι ελεγετο υπο τινων οτι ο Ιωαννης ανεστη εκ νεκρων·
<scripture passage="Luke 9:8" parsed="|Luke|9|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.8" />
<sup>8</sup>υπο τινων δε οτι ο Ηλιας εφανη, υπ' αλλων δε, οτι ανεστη εις των αρχαιων προφητων.
<scripture passage="Luke 9:9" parsed="|Luke|9|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.9" />
<sup>9</sup>Και ειπεν ο Ηρωδης· Τον Ιωαννην εγω απεκεφαλισα· τις δε ειναι ουτος, περι του οποιου εγω ακουω τοιαυτα; και εζητει να ιδη αυτον.
<scripture passage="Luke 9:10" parsed="|Luke|9|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.10" />
<sup>10</sup>Και υποστρεψαντες οι αποστολοι, διηγηθησαν προς αυτον οσα επραξαν. Και παραλαβων αυτους απεσυρθη κατ' ιδιαν εις τοπον ερημον πολεως τινος ονομαζομενης Βηθσαιδα.
<scripture passage="Luke 9:11" parsed="|Luke|9|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.11" />
<sup>11</sup>Οι δε οχλοι νοησαντες ηκολουθησαν αυτον, και δεχθεις αυτους ελαλει προς αυτους περι της βασιλειας του Θεου, και τους εχοντας χρειαν θεραπειας ιατρευεν.
<scripture passage="Luke 9:12" parsed="|Luke|9|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.12" />
<sup>12</sup>Η δε ημερα ηρχισε να κλινη· και προσελθοντες οι δωδεκα, ειπον προς αυτον· Απολυσον τον οχλον, δια να υπαγωσιν εις τας περιξ κωμας και τους αγρους και να καταλυσωσι και να ευρωσι τροφας, διοτι εδω ειμεθα εν ερημω τοπω.
<scripture passage="Luke 9:13" parsed="|Luke|9|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.13" />
<sup>13</sup>Και ειπε προς αυτους· Δοτε σεις εις αυτους να φαγωσιν. Οι δε ειπον· ημεις δεν εχομεν πλειοτερον παρα πεντε αρτους και δυο ιχθυας, εκτος εαν υπαγωμεν ημεις και αγορασωμεν τροφας δι' ολον τον λαον τουτον·
<scripture passage="Luke 9:14" parsed="|Luke|9|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.14" />
<sup>14</sup>διοτι ησαν ως πεντακισχιλιοι ανδρες· και ειπε προς τους μαθητας αυτου· Καθισατε αυτους κατα αθροισματα ανα πεντηκοντα.
<scripture passage="Luke 9:15" parsed="|Luke|9|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.15" />
<sup>15</sup>Και επραξαν ουτω, και εκαθησαν απαντας.
<scripture passage="Luke 9:16" parsed="|Luke|9|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.16" />
<sup>16</sup>Λαβων δε τους πεντε αρτους και τους δυο ιχθυας, ανεβλεψεν εις τον ουρανον και ευλογησεν αυτους και κατεκοψε, και εδιδεν εις τους μαθητας δια να βαλλωσιν εμπροσθεν του οχλου.
<scripture passage="Luke 9:17" parsed="|Luke|9|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.17" />
<sup>17</sup>Και εφαγον και εχορτασθησαν παντες, και εσηκωθη το περισσευσαν εις αυτους εκ των κλασματων δωδεκα κοφινια.
<scripture passage="Luke 9:18" parsed="|Luke|9|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.18" />
<sup>18</sup>Και ενω αυτος προσηυχετο καταμονας, ησαν μετ' αυτου οι μαθηται, και ηρωτησεν αυτους λεγων· τινα με λεγουσιν οι οχλοι οτι ειμαι;
<scripture passage="Luke 9:19" parsed="|Luke|9|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.19" />
<sup>19</sup>οι δε αποκριθεντες ειπον· Ιωαννην τον Βαπτιστην, αλλοι δε Ηλιαν, αλλοι δε οτι ανεστη τις των αρχαιων προφητων.
<scripture passage="Luke 9:20" parsed="|Luke|9|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.20" />
<sup>20</sup>Ειπε δε προς αυτους· Σεις δε τινα με λεγετε οτι ειμαι; και αποκριθεις ο Πετρος ειπε· Τον Χριστον του Θεου.
<scripture passage="Luke 9:21" parsed="|Luke|9|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.21" />
<sup>21</sup>Ο δε προσεταξεν αυτους σφοδρως και παρηγγειλε να μη ειπωσιν εις μηδενα τουτο,
<scripture passage="Luke 9:22" parsed="|Luke|9|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.22" />
<sup>22</sup>ειπων οτι πρεπει ο Υιος του ανθρωπου να παθη πολλα και να καταφρονηθη απο των πρεσβυτερων και αρχιερεων και γραμματεων, και να θανατωθη και τη τριτη ημερα να αναστηθη.
<scripture passage="Luke 9:23" parsed="|Luke|9|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.23" />
<sup>23</sup>Ελεγε δε προς παντας· Εαν τις θελη να ελθη οπισω μου, ας απαρνηθη εαυτον και ας σηκωση τον σταυρον αυτου καθ' ημεραν και ας με ακολουθη.
<scripture passage="Luke 9:24" parsed="|Luke|9|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.24" />
<sup>24</sup>Διοτι οστις θελει να σωση την ζωην αυτου, θελει απολεσει αυτην· και οστις απολεση την ζωην αυτου ενεκεν ομου, ουτος θελει σωσει αυτην.
<scripture passage="Luke 9:25" parsed="|Luke|9|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.25" />
<sup>25</sup>Επειδη τι ωφελειται ο ανθρωπος, εαν κερδηση τον κοσμον ολον, εαυτον δε απολεση η ζημιωθη;
<scripture passage="Luke 9:26" parsed="|Luke|9|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.26" />
<sup>26</sup>Διοτι οστις επαισχυνθη δι' εμε και τους λογους μου, δια τουτον ο Υιος του ανθρωπου θελει επαισχυνθη, οταν ελθη εν τη δοξη αυτου και του Πατρος και των αγιων αγγελων.
<scripture passage="Luke 9:27" parsed="|Luke|9|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.27" />
<sup>27</sup>Λεγω δε προς εσας αληθως, Ειναι τινες των εδω ισταμενων, οιτινες δεν θελουσι γευθη θανατον, εωσου ιδωσι την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Luke 9:28" parsed="|Luke|9|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.28" />
<sup>28</sup>Μετα δε τους λογους τουτους παρηλθον εως οκτω ημεραι, και παραλαβων τον Πετρον και Ιωαννην και Ιακωβον, ανεβη εις το ορος δια να προσευχηθη.
<scripture passage="Luke 9:29" parsed="|Luke|9|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.29" />
<sup>29</sup>Και ενω προσηυχετο, ηλλοιωθη η οψις του προσωπου αυτου και τα ιματια αυτου εγειναν λευκα εξαστραπτοντα.
<scripture passage="Luke 9:30" parsed="|Luke|9|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.30" />
<sup>30</sup>και ιδου, ανδρες δυο συνελαλουν μετ' αυτου, οιτινες ησαν Μωυσης και Ηλιας,
<scripture passage="Luke 9:31" parsed="|Luke|9|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.31" />
<sup>31</sup>οιτινες φανεντες εν δοξη, ελεγον τον θανατον αυτου, τον οποιον εμελλε να εκπληρωση εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 9:32" parsed="|Luke|9|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Πετρος και οι μετ' αυτου ησαν βεβαρημενοι υπο του υπνου· και οτε εξυπνησαν, ειδον την δοξαν αυτου και τους δυο ανδρας τους ισταμενους μετ' αυτου.
<scripture passage="Luke 9:33" parsed="|Luke|9|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.33" />
<sup>33</sup>Και ενω αυτοι εχωριζοντο απ' αυτου, ειπεν ο Πετρος προς τον Ιησουν· Επιστατα, καλον ειναι να ημεθα εδω· και ας καμωμεν τρεις σκηνας, μιαν δια σε και δια τον Μωυσην μιαν και μιαν δια τον Ηλιαν, μη εξευρων τι λεγει.
<scripture passage="Luke 9:34" parsed="|Luke|9|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.34" />
<sup>34</sup>Ενω δε αυτος ελεγε ταυτα, ηλθε νεφελη και επεσκιασεν αυτους· και εφοβηθησαν οτε εισηλθον εις την νεφελην·
<scripture passage="Luke 9:35" parsed="|Luke|9|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.35" />
<sup>35</sup>και εγεινε φωνη εκ της νεφελης, λεγουσα· Ουτος ειναι ο Υιος μου ο αγαπητος· αυτου ακουετε.
<scripture passage="Luke 9:36" parsed="|Luke|9|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.36" />
<sup>36</sup>Και αφου εγεινεν η φωνη, ευρεθη ο Ιησους μονος· και αυτοι εσιωπησαν και προς ουδενα ειπον εν εκειναις ταις ημεραις ουδεν εξ οσων ειδον.
<scripture passage="Luke 9:37" parsed="|Luke|9|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.37" />
<sup>37</sup>Την δε ακολουθον ημεραν, οτε κατεβησαν απο του ορους, υπηντησεν αυτον οχλος πολυς.
<scripture passage="Luke 9:38" parsed="|Luke|9|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.38" />
<sup>38</sup>Και ιδου, ανθρωπος τις εκ του οχλου ανεκραξε, λεγων· Διδασκαλε, δεομαι σου, επιβλεψον επι τον υιον μου, διοτι μονογενης μου ειναι·
<scripture passage="Luke 9:39" parsed="|Luke|9|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.39" />
<sup>39</sup>και ιδου, δαιμονιον πιανει αυτον, και εξαιφνης κραζει και σπαραττει αυτον μετα αφρου, και μολις αναχωρει απ' αυτου, συντριβον αυτον·
<scripture passage="Luke 9:40" parsed="|Luke|9|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.40" />
<sup>40</sup>και παρεκαλεσα τους μαθητας σου δια να εκβαλωσιν αυτο, και δεν ηδυνηθησαν.
<scripture passage="Luke 9:41" parsed="|Luke|9|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.41" />
<sup>41</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους, ειπεν· Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη, εως ποτε θελω εισθαι μεθ' υμων και θελω υπομενει υμας; φερε τον υιον σου εδω.
<scripture passage="Luke 9:42" parsed="|Luke|9|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.42" />
<sup>42</sup>Και ενω αυτος ετι προσηρχετο, ερριψεν αυτον κατω το δαιμονιον και κατεσπαραξεν· ο δε Ιησους επετιμησε το πνευμα το ακαθαρτον και ιατρευσε το παιδιον και απεδωκεν αυτο εις τον πατερα αυτου.
<scripture passage="Luke 9:43" parsed="|Luke|9|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.43" />
<sup>43</sup>Εξεπληττοντο δε παντες επι την μεγαλειοτητα του Θεου. Και ενω παντες εθαυμαζον δια παντα οσα εκαμεν ο Ιησους, ειπε προς τους μαθητας αυτου·
<scripture passage="Luke 9:44" parsed="|Luke|9|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.44" />
<sup>44</sup>Βαλετε σεις εις τα ωτα σας τους λογους τουτους· διοτι ο Υιος του ανθρωπου μελλει να παραδοθη εις χειρας ανθρωπων.
<scripture passage="Luke 9:45" parsed="|Luke|9|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.45" />
<sup>45</sup>Εκεινοι ομως δεν ενοουν τον λογον τουτον, και ητο αποκεκρυμμενος απ' αυτων, δια να μη νοησωσιν αυτον, και εφοβουντο να ερωτησωσιν αυτον περι του λογου τουτου.
<scripture passage="Luke 9:46" parsed="|Luke|9|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.46" />
<sup>46</sup>Εισηλθε δε εις αυτους διαλογισμος, τις ταχα εξ αυτων ητο μεγαλητερος.
<scripture passage="Luke 9:47" parsed="|Luke|9|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.47" />
<sup>47</sup>Ο δε Ιησους, ιδων τον διαλογισμον της καρδιας αυτων, επιασε παιδιον και εστησεν αυτο πλησιον εαυτου
<scripture passage="Luke 9:48" parsed="|Luke|9|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.48" />
<sup>48</sup>και ειπε προς αυτους· Οστις δεχθη τουτο το παιδιον εις το ονομα μου, εμε δεχεται, και οστις δεχθη εμε, δεχεται τον αποστειλαντα με· διοτι ο υπαρχων μικροτερος μεταξυ παντων υμων ουτος θελει εισθαι μεγας.
<scripture passage="Luke 9:49" parsed="|Luke|9|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.49" />
<sup>49</sup>Αποκριθεις δε ο Ιωαννης, ειπεν· Επιστατα, ειδομεν τινα εκβαλλοντα τα δαιμονια εν τω ονοματι σου, και ημποδισαμεν αυτον, διοτι δεν ακολουθει μεθ' ημων.
<scripture passage="Luke 9:50" parsed="|Luke|9|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.50" />
<sup>50</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιησους· Μη εμποδιζετε· διοτι οστις δεν ειναι καθ' ημων, ειναι υπερ ημων.
<scripture passage="Luke 9:51" parsed="|Luke|9|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.51" />
<sup>51</sup>Και οτε συνεπληρουντο αι ημεραι δια να αναληφθη, τοτε αυτος εκαμε στερεαν αποφασιν να υπαγη εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 9:52" parsed="|Luke|9|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.52" />
<sup>52</sup>Και απεστειλεν εμπροσθεν αυτου μηνυτας, οιτινες πορευθεντες εισηλθον εις κωμην Σαμαρειτων, δια να καμωσιν ετοιμασιαν εις αυτον.
<scripture passage="Luke 9:53" parsed="|Luke|9|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.53" />
<sup>53</sup>Και δεν εδεχθησαν αυτον, διοτι εφαινετο οτι επορευετο εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 9:54" parsed="|Luke|9|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.54" />
<sup>54</sup>Ιδοντες δε οι μαθηται αυτου Ιακωβος και Ιωαννης, ειπον· Κυριε, θελεις να ειπωμεν να καταβη πυρ απο του ουρανου και να αφανιση αυτους, καθως και ο Ηλιας εκαμε;
<scripture passage="Luke 9:55" parsed="|Luke|9|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.55" />
<sup>55</sup>Στραφεις δε επεπληξεν αυτους και ειπε· δεν εξευρετε ποιου πνευματος εισθε σεις·
<scripture passage="Luke 9:56" parsed="|Luke|9|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.56" />
<sup>56</sup>διοτι ο Υιος του ανθρωπου δεν ηλθε να απολεση ψυχας ανθρωπων, αλλα να σωση. Και υπηγον εις αλλην κωμην.
<scripture passage="Luke 9:57" parsed="|Luke|9|57|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.57" />
<sup>57</sup>Ενω δε επορευοντο, ειπε τις προς αυτον καθ' οδον· Θελω σε ακολουθησει οπου αν υπαγης, Κυριε.
<scripture passage="Luke 9:58" parsed="|Luke|9|58|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.58" />
<sup>58</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιησους· Αι αλωπεκες εχουσι φωλεας και τα πετεινα του ουρανου κατοικιας, ο δε Υιος του ανθρωπου δεν εχει που να κλινη την κεφαλην.
<scripture passage="Luke 9:59" parsed="|Luke|9|59|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.59" />
<sup>59</sup>Ειπε δε προς αλλον· Ακολουθει μοι. Ο δε ειπε· Κυριε, συγχωρησον μοι να υπαγω πρωτον να θαψω τον πατερα μου.
<scripture passage="Luke 9:60" parsed="|Luke|9|60|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.60" />
<sup>60</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Αφες τους νεκρους να θαψωσι τους εαυτων νεκρους· συ δε απελθων κηρυττε την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Luke 9:61" parsed="|Luke|9|61|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.61" />
<sup>61</sup>Ειπε δε και αλλος· θελω σε ακολουθησει, Κυριε· πρωτον ομως συγχωρησον μοι να αποχαιρετησω τους εις τον οικον μου.
<scripture passage="Luke 9:62" parsed="|Luke|9|62|0|0" osisRef="Bible:Luke.9.62" />
<sup>62</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιησους· Ουδεις βαλων την χειρα αυτου επι αροτρον και βλεπων εις τα οπισω ειναι αρμοδιος δια την βασιλειαν του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 10" progress="83.92%" prev="Luke.9" next="Luke.11" id="Luke.10">
<h3 id="Luke.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Luke.10-p1">
<scripture passage="Luke 10:1" parsed="|Luke|10|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα διωρισεν ο Κυριος και αλλους εβδομηκοντα, και απεστειλεν αυτους ανα δυο εμπροσθεν αυτου εις πασαν πολιν και τοπον, οπου εμελλεν αυτος να υπαγη.
<scripture passage="Luke 10:2" parsed="|Luke|10|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.2" />
<sup>2</sup>Ελεγε λοιπον προς αυτους· Ο μεν θερισμος ειναι πολυς, οι δε εργαται ολιγοι· παρακαλεσατε λοιπον τον Κυριον του θερισμου να αποστειλη εργατας εις τον θερισμον αυτου.
<scripture passage="Luke 10:3" parsed="|Luke|10|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.3" />
<sup>3</sup>Υπαγετε· ιδου, εγω σας αποστελλω ως αρνια εν μεσω λυκων.
<scripture passage="Luke 10:4" parsed="|Luke|10|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.4" />
<sup>4</sup>Μη βασταζετε βαλαντιον, μη σακκιον, μηδε υποδηματα, και μηδενα χαιρετησητε κατα την οδον.
<scripture passage="Luke 10:5" parsed="|Luke|10|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.5" />
<sup>5</sup>Εις ηντινα δε οικιαν εισερχησθε, πρωτον λεγετε· Ειρηνη εις τον οικον τουτον.
<scripture passage="Luke 10:6" parsed="|Luke|10|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.6" />
<sup>6</sup>Και εαν μεν ηναι εκει υιος ειρηνης, θελει αναπαυθη επ' αυτον η ειρηνη σας· ει δε μη, θελει επιστρεψει εις εσας.
<scripture passage="Luke 10:7" parsed="|Luke|10|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.7" />
<sup>7</sup>Εν αυτη δε τη οικια μενετε τρωγοντες και πινοντες τα παρ' αυτων διδομενα· διοτι ο εργατης ειναι αξιος του μισθου αυτου· μη μεταβαινετε εξ οικιας εις οικιαν.
<scripture passage="Luke 10:8" parsed="|Luke|10|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.8" />
<sup>8</sup>Και εις ηντινα πολιν εισερχησθε και σας δεχωνται, τρωγετε τα παρατιθεμενα εις εσας,
<scripture passage="Luke 10:9" parsed="|Luke|10|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.9" />
<sup>9</sup>και θεραπευετε τους εν αυτη ασθενεις και λεγετε προς αυτους· Επλησιασεν εις εσας η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 10:10" parsed="|Luke|10|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.10" />
<sup>10</sup>Εις ηντινα ομως πολιν εισερχησθε και δεν σας δεχωνται, εξελθοντες εις τας πλατειας αυτης, ειπατε·
<scripture passage="Luke 10:11" parsed="|Luke|10|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.11" />
<sup>11</sup>Και τον κονιορτον, οστις εκολληθη εις ημας εκ της πολεως σας, εκτινασσομεν εις εσας· πλην τουτο γινωσκετε, οτι επλησιασεν εις εσας η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 10:12" parsed="|Luke|10|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.12" />
<sup>12</sup>Σας λεγω δε οτι εν τη ημερα εκεινη ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εις τα Σοδομα παρα εις την πολιν εκεινην.
<scripture passage="Luke 10:13" parsed="|Luke|10|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.13" />
<sup>13</sup>Ουαι εις σε, Χοραζιν, ουαι εις σε, Βηθσαιδα· διοτι εαν εν τη Τυρω και Σιδωνι ηθελον γεινει τα θαυματα τα γενομενα εν τω μεσω υμων, προ πολλου ηθελον μετανοησει καθημεναι εν σακκω και σποδω.
<scripture passage="Luke 10:14" parsed="|Luke|10|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.14" />
<sup>14</sup>Πλην εις την Τυρον και Σιδωνα ελαφροτερα θελει εισθαι η τιμωρια εν τη κρισει παρα εις εσας.
<scripture passage="Luke 10:15" parsed="|Luke|10|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.15" />
<sup>15</sup>Και συ, Καπερναουμ, ητις υψωθης εως του ουρανου, θελεις καταβιβασθη εως αδου.
<scripture passage="Luke 10:16" parsed="|Luke|10|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.16" />
<sup>16</sup>Οστις ακουει εσας εμε ακουει, και οστις αθετει εσας εμε αθετει, ο δε αθετων εμε αθετει τον αποστειλαντα με.
<scripture passage="Luke 10:17" parsed="|Luke|10|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.17" />
<sup>17</sup>Υπεστρεψαν δε οι εβδομηκοντα μετα χαρας, λεγοντες· Κυριε, και τα δαιμονια υποτασσονται εις ημας εν τω ονοματι σου.
<scripture passage="Luke 10:18" parsed="|Luke|10|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.18" />
<sup>18</sup>Ειπε δε προς αυτους· Εθεωρουν τον Σαταναν ως αστραπην εκ του ουρανου πεσοντα.
<scripture passage="Luke 10:19" parsed="|Luke|10|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.19" />
<sup>19</sup>Ιδου, διδω εις εσας την εξουσιαν του να πατητε επανω οφεων και σκορπιων και επι πασαν την δυναμιν του εχθρου, και ουδεν θελει σας βλαψει.
<scripture passage="Luke 10:20" parsed="|Luke|10|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.20" />
<sup>20</sup>Πλην εις τουτο μη χαιρετε, οτι τα πνευματα υποτασσονται εις εσας· αλλα χαιρετε μαλλον οτι τα ονοματα σας εγραφησαν εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Luke 10:21" parsed="|Luke|10|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.21" />
<sup>21</sup>Εν αυτη τη ωρα ηγαλλιασθη κατα το πνευμα ο Ιησους και ειπεν· Ευχαριστω σοι, Πατερ, Κυριε του ουρανου και της γης, οτι απεκρυψας ταυτα απο σοφων και συνετων και απεκαλυψας αυτα εις νηπια· ναι, ω Πατερ, διοτι ουτως εγεινεν αρεστον εμπροσθεν σου.
<scripture passage="Luke 10:22" parsed="|Luke|10|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.22" />
<sup>22</sup>Παντα παρεδοθησαν εις εμε υπο του Πατρος μου· και ουδεις γινωσκει τις ειναι ο Υιος, ειμη ο Πατηρ, και τις ειναι ο Πατηρ, ειμη ο Υιος και εις οντινα θελη ο Υιος να αποκαλυψη αυτον.
<scripture passage="Luke 10:23" parsed="|Luke|10|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.23" />
<sup>23</sup>Και στραφεις προς τους μαθητας, ειπε κατ' ιδιαν· Μακαριοι οι οφθαλμοι οι βλεποντες οσα βλεπετε.
<scripture passage="Luke 10:24" parsed="|Luke|10|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.24" />
<sup>24</sup>Διοτι σας λεγω οτι πολλοι προφηται και βασιλεις επεθυμησαν να ιδωσιν οσα σεις βλεπετε, και δεν ειδον, και να ακουσωσιν οσα ακουετε, και δεν ηκουσαν.
<scripture passage="Luke 10:25" parsed="|Luke|10|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.25" />
<sup>25</sup>Και ιδου, νομικος τις εσηκωθη πειραζων αυτον και λεγων· Διδασκαλε, τι πραξας θελω κληρονομησει ζωην αιωνιον;
<scripture passage="Luke 10:26" parsed="|Luke|10|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.26" />
<sup>26</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Εν τω νομω τι ειναι γεγραμμενον; πως αναγινωσκεις;
<scripture passage="Luke 10:27" parsed="|Luke|10|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.27" />
<sup>27</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε· Θελεις αγαπα Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της καρδιας σου και εξ ολης της ψυχης σου και εξ ολης της δυναμεως σου και εξ ολης της διανοιας σου, και τον πλησιον σου ως σεαυτον.
<scripture passage="Luke 10:28" parsed="|Luke|10|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.28" />
<sup>28</sup>Ειπε δε προς αυτον· Ορθως απεκριθης· τουτο καμνε και θελεις ζησει.
<scripture passage="Luke 10:29" parsed="|Luke|10|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.29" />
<sup>29</sup>Αλλ' εκεινος, θελων να δικαιωση εαυτον, ειπε προς τον Ιησουν· Και τις ειναι ο πλησιον μου;
<scripture passage="Luke 10:30" parsed="|Luke|10|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.30" />
<sup>30</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους ειπεν· Ανθρωπος τις κατεβαινεν απο Ιερουσαλημ εις Ιεριχω και περιεπεσεν εις ληστας· οιτινες και γυμνωσαντες αυτον και καταπληγωσαντες, ανεχωρησαν αφησαντες αυτον ημιθανη.
<scripture passage="Luke 10:31" parsed="|Luke|10|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.31" />
<sup>31</sup>Κατα συγκυριαν δε ιερευς τις κατεβαινε δι' εκεινης της οδου, και ιδων αυτον επερασεν απο το αλλο μερος.
<scripture passage="Luke 10:32" parsed="|Luke|10|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.32" />
<sup>32</sup>Ομοιως δε και Λευιτης, φθασας εις τον τοπον, ελθων και ιδων επερασεν απο το αλλο μερος.
<scripture passage="Luke 10:33" parsed="|Luke|10|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.33" />
<sup>33</sup>Σαμαρειτης δε τις οδοιπορων ηλθεν εις τον τοπον οπου ητο, και ιδων αυτον εσπλαγχνισθη,
<scripture passage="Luke 10:34" parsed="|Luke|10|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.34" />
<sup>34</sup>και πλησιασας εδεσε τας πληγας αυτου επιχεων ελαιον και οινον, και επιβιβασας αυτον επι το κτηνος αυτου, εφερεν αυτον εις ξενοδοχειον και επεμεληθη αυτου·
<scripture passage="Luke 10:35" parsed="|Luke|10|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.35" />
<sup>35</sup>και την επαυριον, οτε εξηρχετο, εκβαλων δυο δηναρια εδωκεν εις τον ξενοδοχον και ειπε προς αυτον· Επιμεληθητι αυτου, και ο, τι συ δαπανησης περιπλεον, εγω οταν επανελθω θελω σοι αποδωσει.
<scripture passage="Luke 10:36" parsed="|Luke|10|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.36" />
<sup>36</sup>Τις λοιπον εκ των τριων τουτων σοι φαινεται οτι εγεινε πλησιον του εμπεσοντος εις τους ληστας;
<scripture passage="Luke 10:37" parsed="|Luke|10|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.37" />
<sup>37</sup>Ο δε ειπεν· Ο ποιησας το ελεος εις αυτον· Ειπε λοιπον προς αυτον ο Ιησους· Υπαγε και συ, καμνε ομοιως.
<scripture passage="Luke 10:38" parsed="|Luke|10|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.38" />
<sup>38</sup>Ενω δε απηρχοντο, αυτος εισηλθεν εις κωμην τινα· και γυνη τις ονομαζομενη Μαρθα υπεδεχθη αυτον εις τον οικον αυτης.
<scripture passage="Luke 10:39" parsed="|Luke|10|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.39" />
<sup>39</sup>Και αυτη ειχεν αδελφην καλουμενην Μαριαν, ητις και καθησασα παρα τους ποδας του Ιησου, ηκουε τον λογον αυτου.
<scripture passage="Luke 10:40" parsed="|Luke|10|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.40" />
<sup>40</sup>Η δε Μαρθα ενησχολειτο εις πολλην υπηρεσιαν· και ελθουσα εμπροσθεν αυτου ειπε· Κυριε, δεν σε μελει οτι η αδελφη μου με αφηκε μονην να υπηρετω; ειπε λοιπον προς αυτην να μοι βοηθηση.
<scripture passage="Luke 10:41" parsed="|Luke|10|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.41" />
<sup>41</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους, ειπε προς αυτην· Μαρθα, Μαρθα, μεριμνας και αγωνιζεσαι περι πολλα·
<scripture passage="Luke 10:42" parsed="|Luke|10|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.10.42" />
<sup>42</sup>πλην ενος ειναι χρεια· η Μαρια ομως εξελεξε την αγαθην μεριδα, ητις δεν θελει αφαιρεθη απ' αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 11" progress="84.04%" prev="Luke.10" next="Luke.12" id="Luke.11">
<h3 id="Luke.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Luke.11-p1">
<scripture passage="Luke 11:1" parsed="|Luke|11|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.1" />
<sup>1</sup>Και ενω αυτος προσηυχετο εν τοπω τινι, καθως επαυσεν, ειπε τις των μαθητων αυτου προς αυτον· Κυριε, διδαξον ημας να προσευχωμεθα, καθως και ο Ιωαννης εδιδαξε τους μαθητας αυτου.
<scripture passage="Luke 11:2" parsed="|Luke|11|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.2" />
<sup>2</sup>Ειπε δε προς αυτους· Οταν προσευχησθε, λεγετε· Πατερ ημων ο εν τοις ουρανοις, αγιασθητω το ονομα σου, ελθετω η βασιλεια σου, γενηθητω το θελημα σου ως εν ουρανω, και επι της γης·
<scripture passage="Luke 11:3" parsed="|Luke|11|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.3" />
<sup>3</sup>τον αρτον ημων τον επιουσιον διδε εις ημας καθ' ημεραν·
<scripture passage="Luke 11:4" parsed="|Luke|11|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.4" />
<sup>4</sup>και συγχωρησον εις ημας τας αμαρτιας ημων, διοτι και ημεις συγχωρουμεν εις παντα αμαρτανοντα εις ημας· και μη φερης ημας εις πειρασμον, αλλ' ελευθερωσον ημας απο του πονηρου.
<scripture passage="Luke 11:5" parsed="|Luke|11|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε προς αυτους· Εαν τις εξ υμων εχη φιλον, και υπαγη προς αυτον το μεσονυκτιον και ειπη προς αυτον· Φιλε, δανεισον μοι τρεις αρτους,
<scripture passage="Luke 11:6" parsed="|Luke|11|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.6" />
<sup>6</sup>επειδη ηλθε φιλος μου προς εμε εξ οδοιποριας, και δεν εχω τι να βαλω εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Luke 11:7" parsed="|Luke|11|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.7" />
<sup>7</sup>Και εκεινος αποκριθεις εσωθεν ειπη· Μη με ενοχλει· η θυρα ειναι ηδη κεκλεισμενη και τα παιδια μου ειναι μετ' εμου εις την κλινην· δεν δυναμαι να σηκωθω και να σοι δωσω.
<scripture passage="Luke 11:8" parsed="|Luke|11|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.8" />
<sup>8</sup>Σας λεγω· Και αν δεν σηκωθη και δωση εις αυτον, διοτι ειναι φιλος αυτου, τουλαχιστον δια την αναιδειαν αυτου θελει σηκωθη και δωσει εις αυτον οσα χρειαζεται.
<scripture passage="Luke 11:9" parsed="|Luke|11|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.9" />
<sup>9</sup>Και εγω σας λεγω· Αιτειτε και θελει σας δοθη· ζητειτε και θελετε ευρει, κρουετε και θελει σας ανοιχθη.
<scripture passage="Luke 11:10" parsed="|Luke|11|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.10" />
<sup>10</sup>Διοτι πας ο αιτων λαμβανει, και ο ζητων ευρισκει, και εις τον κρουοντα θελει ανοιχθη.
<scripture passage="Luke 11:11" parsed="|Luke|11|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.11" />
<sup>11</sup>Και εαν τις εξ υμων ηναι πατηρ, και ο υιος αυτου ζητηση αρτον, μηπως θελει δωσει εις αυτον λιθον; και εαν οψαριον, μηπως αντι οψαριου θελει δωσει εις αυτον οφιν;
<scripture passage="Luke 11:12" parsed="|Luke|11|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.12" />
<sup>12</sup>η και αν ζητηση ωον, μηπως θελει δωσει εις αυτον σκορπιον;
<scripture passage="Luke 11:13" parsed="|Luke|11|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.13" />
<sup>13</sup>εαν λοιπον σεις, πονηροι οντες, εξευρετε να διδητε καλας δοσεις εις τα τεκνα σας, ποσω μαλλον ο Πατηρ ο ουρανιος θελει δωσει Πνευμα Αγιον εις τους αιτουντας παρ' αυτου;
<scripture passage="Luke 11:14" parsed="|Luke|11|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.14" />
<sup>14</sup>Και εξεβαλλε δαιμονιον, και αυτο ητο κωφον· αφου δε εξηλθε το δαιμονιον, ελαλησεν ο κωφος, και εθαυμασαν οι οχλοι.
<scripture passage="Luke 11:15" parsed="|Luke|11|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.15" />
<sup>15</sup>Τινες ομως εξ αυτων ειπον· Δια του Βεελζεβουλ του αρχοντος των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια.
<scripture passage="Luke 11:16" parsed="|Luke|11|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.16" />
<sup>16</sup>Αλλοι δε πειραζοντες εζητουν παρ' αυτου σημειον εξ ουρανου.
<scripture passage="Luke 11:17" parsed="|Luke|11|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.17" />
<sup>17</sup>Πλην αυτος νοησας τους διαλογισμους αυτων, ειπε προς αυτους· Πασα βασιλεια διαιρεθεισα καθ' εαυτης ερημουται, και οικος διαιρεθεις καθ' εαυτου πιπτει.
<scripture passage="Luke 11:18" parsed="|Luke|11|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.18" />
<sup>18</sup>Εαν λοιπον και ο Σατανας διηρεθη καθ' εαυτου, πως θελει σταθη η βασιλεια αυτου, επειδη λεγετε οτι εγω εκβαλλω τα δαιμονια δια του Βεελζεβουλ.
<scripture passage="Luke 11:19" parsed="|Luke|11|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.19" />
<sup>19</sup>Αλλ' εαν εγω δια του Βεελζεβουλ εκβαλλω τα δαιμονια, οι υιοι σας δια τινος εκβαλλουσι; δια τουτο αυτοι θελουσιν εισθαι κριται σας.
<scripture passage="Luke 11:20" parsed="|Luke|11|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.20" />
<sup>20</sup>Αλλ' εαν δια του δακτυλου του Θεου εκβαλλω τα δαιμονια, αρα εφθασεν εις εσας η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 11:21" parsed="|Luke|11|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.21" />
<sup>21</sup>Οταν ο ισχυρος καθωπλισμενος φυλαττη την εαυτου αυλην, τα υπαρχοντα αυτου ειναι εν ειρηνη·
<scripture passage="Luke 11:22" parsed="|Luke|11|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.22" />
<sup>22</sup>οταν ομως ο ισχυροτερος αυτου επελθων νικηση αυτον, αφαιρει την πανοπλιαν αυτου, εις την οποιαν εθαρρει, και διαμοιραζει τα λαφυρα αυτου.
<scripture passage="Luke 11:23" parsed="|Luke|11|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.23" />
<sup>23</sup>Οστις δεν ειναι μετ' εμου ειναι κατ' εμου, και οστις δεν συναγει μετ' εμου σκορπιζει.
<scripture passage="Luke 11:24" parsed="|Luke|11|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.24" />
<sup>24</sup>Οταν το ακαθαρτον πνευμα εξελθη απο του ανθρωπου, διερχεται δι' ανυδρων τοπων και ζητει αναπαυσιν, και μη ευρισκον λεγει· ας υποστρεψω εις τον οικον μου οθεν εξηλθον·
<scripture passage="Luke 11:25" parsed="|Luke|11|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.25" />
<sup>25</sup>και ελθον ευρισκει αυτον σεσαρωμενον και εστολισμενον.
<scripture passage="Luke 11:26" parsed="|Luke|11|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.26" />
<sup>26</sup>Τοτε υπαγει και παραλαμβανει επτα αλλα πνευματα πονηροτερα εαυτου, και εισελθοντα κατοικουσιν εκει, και γινονται τα εσχατα του ανθρωπου εκεινου χειροτερα των πρωτων.
<scripture passage="Luke 11:27" parsed="|Luke|11|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.27" />
<sup>27</sup>Και ενω αυτος ελεγε ταυτα, γυνη τις εκ του οχλου υψωσασα φωνην, ειπε προς αυτον· Μακαρια η κοιλια ητις σε εβαστασε, και οι μαστοι, τους οποιους εθηλασας.
<scripture passage="Luke 11:28" parsed="|Luke|11|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.28" />
<sup>28</sup>Αυτος δε ειπε· Μακαριοι μαλλον οι ακουοντες τον λογον του Θεου και φυλαττοντες αυτον.
<scripture passage="Luke 11:29" parsed="|Luke|11|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.29" />
<sup>29</sup>Και ενω οι οχλοι συνηθροιζοντο, ηρχισε να λεγη· Η γενεα αυτη ειναι πονηρα· σημειον ζητει, και σημειον δεν θελει δοθη εις αυτην ειμη το σημειον Ιωνα του προφητου.
<scripture passage="Luke 11:30" parsed="|Luke|11|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.30" />
<sup>30</sup>Διοτι καθως ο Ιωνας εγεινε σημειον εις τους Νινευιτας, ουτω θελει εισθαι και ο Υιος του ανθρωπου εις την γενεαν ταυτην.
<scripture passage="Luke 11:31" parsed="|Luke|11|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.31" />
<sup>31</sup>Η βασιλισσα του νοτου θελει σηκωθη εν τη κρισει μετα των ανθρωπων της γενεας ταυτης και θελει κατακρινει αυτους, διοτι ηλθεν εκ των περατων της γης δια να ακουση την σοφιαν του Σολομωντος, και ιδου, πλειοτερον του Σολομωντος ειναι εδω.
<scripture passage="Luke 11:32" parsed="|Luke|11|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.32" />
<sup>32</sup>Οι ανδρες της Νινευι θελουσιν αναστηθη εν τη κρισει μετα της γενεας ταυτης και θελουσι κατακρινει αυτην, διοτι μετενοησαν εις το κηρυγμα του Ιωνα, και ιδου, πλειοτερον του Ιωνα ειναι εδω.
<scripture passage="Luke 11:33" parsed="|Luke|11|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.33" />
<sup>33</sup>Ουδεις δε λυχνον αναψας θετει εις τοπον αποκρυφον ουδε υπο τον μοδιον, αλλ' επι τον λυχνοστατην, δια να βλεπωσι το φως οι εισερχομενοι.
<scripture passage="Luke 11:34" parsed="|Luke|11|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.34" />
<sup>34</sup>Ο λυχνος του σωματος ειναι ο οφθαλμος· οταν λοιπον ο οφθαλμος σου ηναι καθαρος, και ολον το σωμα σου ειναι φωτεινον· αλλ' οταν ηναι πονηρος, και το σωμα σου ειναι σκοτεινον.
<scripture passage="Luke 11:35" parsed="|Luke|11|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.35" />
<sup>35</sup>Προσεχε λοιπον μηποτε το φως το εν σοι ηναι σκοτος.
<scripture passage="Luke 11:36" parsed="|Luke|11|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.36" />
<sup>36</sup>Εαν λοιπον ολον το σωμα σου ηναι φωτεινον, μη εχον τι μερος σκοτεινον, θελει εισθαι φωτεινον ολον, καθως οταν ο λυχνος σε φωτιζη δια της λαμψεως.
<scripture passage="Luke 11:37" parsed="|Luke|11|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.37" />
<sup>37</sup>Και αφου ελαλησε ταυτα, Φαρισαιος τις παρεκαλει αυτον να γευματιση εν τω οικω αυτου· εισελθων δε εκαθησεν εις την τραπεζαν.
<scripture passage="Luke 11:38" parsed="|Luke|11|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Φαρισαιος ιδων εθαυμασεν οτι δεν ενιφθη πρωτον πριν του γευματος.
<scripture passage="Luke 11:39" parsed="|Luke|11|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.39" />
<sup>39</sup>Και ο Κυριος ειπε προς αυτον· Τωρα σεις οι Φαρισαιοι το εξωθεν του ποτηριου και του πινακιου καθαριζετε, το δε εσωτερικον σας γεμει αρπαγης και πονηριας.
<scripture passage="Luke 11:40" parsed="|Luke|11|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.40" />
<sup>40</sup>Αφρονες, εκεινος οστις εκαμε το εξωθεν δεν εκαμε και το εσωθεν;
<scripture passage="Luke 11:41" parsed="|Luke|11|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.41" />
<sup>41</sup>Πλην δοτε ελεημοσυνην τα υπαρχοντα υμων, και ιδου, τα παντα ειναι καθαρα εις εσας.
<scripture passage="Luke 11:42" parsed="|Luke|11|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.42" />
<sup>42</sup>Αλλ' ουαι εις εσας τους Φαρισαιους, διοτι αποδεκατιζετε το ηδυοσμον και το πηγανον και παν λαχανον, και παραβλεπετε την κρισιν και την αγαπην του Θεου· ταυτα επρεπε να καμητε και εκεινα να μη αφησητε.
<scripture passage="Luke 11:43" parsed="|Luke|11|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.43" />
<sup>43</sup>Ουαι εις εσας τους Φαρισαιους, διοτι αγαπατε την πρωτοκαθεδριαν εν ταις συναγωγαις και τους ασπασμους εν ταις αγοραις.
<scripture passage="Luke 11:44" parsed="|Luke|11|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.44" />
<sup>44</sup>Ουαι εις εσας, γραμματεις και Φαρισαιοι, υποκριται, διοτι εισθε ως τα μνημεια, τα οποια δεν φαινονται, και οι ανθρωποι οι περιπατουντες επανω δεν γνωριζουσιν.
<scripture passage="Luke 11:45" parsed="|Luke|11|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.45" />
<sup>45</sup>Αποκριθεις δε τις των νομικων, λεγει προς αυτον· Διδασκαλε, ταυτα λεγων και ημας υβριζεις.
<scripture passage="Luke 11:46" parsed="|Luke|11|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.46" />
<sup>46</sup>Ο δε ειπε· Και εις εσας τους νομικους ουαι, διοτι φορτιζετε τους ανθρωπους φορτια δυσβαστακτα, και σεις με ενα των δακτυλων σας δεν εγγιζετε τα φορτια.
<scripture passage="Luke 11:47" parsed="|Luke|11|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.47" />
<sup>47</sup>Ουαι εις εσας, διοτι οικοδομειτε τα μνημεια των προφητων, οι δε πατερες σας εφονευσαν αυτους.
<scripture passage="Luke 11:48" parsed="|Luke|11|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.48" />
<sup>48</sup>Αρα μαρτυρειτε και συμφωνειτε εις τα εργα των πατερων σας, διοτι αυτοι μεν εφονευσαν αυτους, σεις δε οικοδομειτε τα μνημεια αυτων.
<scripture passage="Luke 11:49" parsed="|Luke|11|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.49" />
<sup>49</sup>Δια τουτο και η σοφια του Θεου ειπε· Θελω αποστειλει εις αυτους προφητας και αποστολους, και εξ αυτων θελουσι φονευσει και εκδιωξει,
<scripture passage="Luke 11:50" parsed="|Luke|11|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.50" />
<sup>50</sup>δια να εκζητηθη το αιμα παντων των προφητων, το εκχυνομενον απο της αρχης του κοσμου, απο της γενεας ταυτης,
<scripture passage="Luke 11:51" parsed="|Luke|11|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.51" />
<sup>51</sup>απο του αιματος του Αβελ εως του αιματος Ζαχαριου του φονευθεντος μεταξυ του θυσιαστηριου και του ναου· ναι, σας λεγω, θελει εκζητηθη απο της γενεας ταυτης.
<scripture passage="Luke 11:52" parsed="|Luke|11|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.52" />
<sup>52</sup>Ουαι εις εσας τους νομικους, διοτι αφηρεσατε το κλειδιον της γνωσεως· σεις δεν εισηλθετε και τους εισερχομενους ημποδισατε.
<scripture passage="Luke 11:53" parsed="|Luke|11|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.53" />
<sup>53</sup>Ενω δε αυτος ελεγε ταυτα προς αυτους, ηρχισαν οι γραμματεις και οι Φαρισαιοι να διεγειρωσιν αυτον σφοδρα και να βιαζωσιν αυτον να ομιληση, ερωτωντες περι πολλων,
<scripture passage="Luke 11:54" parsed="|Luke|11|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.11.54" />
<sup>54</sup>ενεδρευοντες αυτον και ζητουντες να αρπασωσι τι απο του στοματος αυτου, δια να κατηγορησωσιν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 12" progress="84.21%" prev="Luke.11" next="Luke.13" id="Luke.12">
<h3 id="Luke.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Luke.12-p1">
<scripture passage="Luke 12:1" parsed="|Luke|12|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.1" />
<sup>1</sup>Εν τω μεταξυ αφου συνηθροισθησαν αι μυριαδες του οχλου, ωστε κατεπατουν αλληλους, ηρχισε να λεγη προς τους μαθητας αυτου πρωτον· Προσεχετε εις εαυτους απο της ζυμης των Φαρισαιων, ητις ειναι υποκρισις.
<scripture passage="Luke 12:2" parsed="|Luke|12|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.2" />
<sup>2</sup>Αλλα δεν ειναι ουδεν κεκαλυμμενον, το οποιον δεν θελει ανακαλυφθη, και κρυπτον, το οποιον δεν θελει γνωρισθη·
<scripture passage="Luke 12:3" parsed="|Luke|12|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.3" />
<sup>3</sup>οθεν οσα ειπετε εν τω σκοτει εν τω φωτι θελουσιν ακουσθη, και ο, τι ελαλησατε προς το ωτιον εν τοις ταμειοις θελει κηρυχθη επι των δωματων.
<scripture passage="Luke 12:4" parsed="|Luke|12|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.4" />
<sup>4</sup>Λεγω δε προς εσας τους φιλους μου· Μη φοβηθητε απο των αποκτεινοντων το σωμα και μετα ταυτα μη δυναμενων περισσοτερον τι να πραξωσι.
<scripture passage="Luke 12:5" parsed="|Luke|12|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.5" />
<sup>5</sup>Θελω δε σας δειξει ποιον να φοβηθητε· Φοβηθητε εκεινον, οστις αφου αποκτεινη, εχει εξουσιαν να ριψη εις την γεενναν· ναι, σας λεγω, τουτον φοβηθητε.
<scripture passage="Luke 12:6" parsed="|Luke|12|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.6" />
<sup>6</sup>Δεν πωλουνται πεντε στρουθια δια δυο ασσαρια; και εν εξ αυτων δεν ειναι λελησμονημενον ενωπιον του Θεου·
<scripture passage="Luke 12:7" parsed="|Luke|12|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.7" />
<sup>7</sup>αλλα και αι τριχες της κεφαλης υμων ειναι πασαι ηριθμημεναι. Μη φοβεισθε λοιπον· απο πολλων στρουθιων διαφερετε.
<scripture passage="Luke 12:8" parsed="|Luke|12|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.8" />
<sup>8</sup>Σας λεγω δε· Πας οστις με ομολογηση εμπροσθεν των ανθρωπων, και ο Υιος του ανθρωπου θελει ομολογησει αυτον εμπροσθεν των αγγελων του Θεου·
<scripture passage="Luke 12:9" parsed="|Luke|12|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.9" />
<sup>9</sup>οστις δε με αρνηθη ενωπιον των ανθρωπων, και ο Υιος του ανθρωπου θελει αρνηθη αυτον ενωπιον των αγγελων του Θεου.
<scripture passage="Luke 12:10" parsed="|Luke|12|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.10" />
<sup>10</sup>Και πας οστις θελει ειπει λογον κατα του Υιου του ανθρωπου, θελει συγχωρηθη εις αυτον· οστις ομως βλασφημηση κατα του Αγιου Πνευματος, εις αυτον δεν θελει συγχωρηθη.
<scripture passage="Luke 12:11" parsed="|Luke|12|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.11" />
<sup>11</sup>Οταν δε σας φερωσιν εις τας συναγωγας και τας αρχας και τας εξουσιας, μη μεριμνατε πως η τι να απολογηθητε, η τι να ειπητε·
<scripture passage="Luke 12:12" parsed="|Luke|12|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.12" />
<sup>12</sup>διοτι το Αγιον Πνευμα θελει σας διδαξει εν αυτη τη ωρα τι πρεπει να ειπητε.
<scripture passage="Luke 12:13" parsed="|Luke|12|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.13" />
<sup>13</sup>Ειπε δε τις προς αυτον εκ του οχλου· Διδασκαλε, ειπε προς τον αδελφον μου να μοιρασθη μετ' εμου την κληρονομιαν.
<scripture passage="Luke 12:14" parsed="|Luke|12|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.14" />
<sup>14</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Ανθρωπε, τις με κατεστησε δικαστην η μεριστην εφ' υμας;
<scripture passage="Luke 12:15" parsed="|Luke|12|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους· Προσεχετε και φυλαττεσθε απο της πλεονεξιας· διοτι εαν τις εχη περισσα, η ζωη αυτου δεν συνισταται εκ των υπαρχοντων αυτου.
<scripture passage="Luke 12:16" parsed="|Luke|12|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.16" />
<sup>16</sup>Ειπε δε προς αυτους παραβολην, λεγων· Ανθρωπου τινος πλουσιου ηυτυχησαν τα χωραφια·
<scripture passage="Luke 12:17" parsed="|Luke|12|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.17" />
<sup>17</sup>Και διελογιζετο εν εαυτω λεγων· Τι να καμω, διοτι δεν εχω που να συναξω τους καρπους μου;
<scripture passage="Luke 12:18" parsed="|Luke|12|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.18" />
<sup>18</sup>Και ειπε· Τουτο θελω καμει· θελω χαλασει τας αποθηκας μου και θελω οικοδομησει μεγαλητερας και συναξει εκει παντα τα γεννηματα μου και τα αγαθα μου,
<scripture passage="Luke 12:19" parsed="|Luke|12|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.19" />
<sup>19</sup>και θελω ειπει προς την ψυχην μου· Ψυχη, εχεις πολλα αγαθα εναποτεταμιευμενα δι' ετη πολλα· αναπαυου, φαγε, πιε, ευφραινου.
<scripture passage="Luke 12:20" parsed="|Luke|12|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.20" />
<sup>20</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Θεος· Αφρον, ταυτην την νυκτα την ψυχην σου απαιτουσιν απο σου· οσα δε ητοιμασας, τινος θελουσιν εισθαι;
<scripture passage="Luke 12:21" parsed="|Luke|12|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.21" />
<sup>21</sup>Ουτω θελει εισθαι οστις θησαυριζει εις εαυτον και δεν πλουτει εις Θεον.
<scripture passage="Luke 12:22" parsed="|Luke|12|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.22" />
<sup>22</sup>Ειπε δε προς τους μαθητας αυτου· Δια τουτο λεγω προς εσας, Μη μεριμνατε δια την ζωην σας, τι να φαγητε, μηδε δια το σωμα, τι να ενδυθητε.
<scripture passage="Luke 12:23" parsed="|Luke|12|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.23" />
<sup>23</sup>Η ζωη ειναι τιμιωτερον της τροφης και το σωμα του ενδυματος.
<scripture passage="Luke 12:24" parsed="|Luke|12|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.24" />
<sup>24</sup>Παρατηρησατε τους κορακας, οτι δεν σπειρουσιν ουδε θεριζουσιν, οιτινες δεν εχουσι ταμειον ουδε αποθηκην, και ο Θεος τρεφει αυτους· ποσω μαλλον σεις διαφερετε των πτηνων.
<scripture passage="Luke 12:25" parsed="|Luke|12|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.25" />
<sup>25</sup>Και τις εξ υμων μεριμνων δυναται να προσθεση εις το αναστημα αυτου μιαν πηχυν;
<scripture passage="Luke 12:26" parsed="|Luke|12|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.26" />
<sup>26</sup>Εαν λοιπον ουδε το ελαχιστον δυνασθε, τι μεριμνατε περι των λοιπων;
<scripture passage="Luke 12:27" parsed="|Luke|12|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.27" />
<sup>27</sup>Παρατηρησατε τα κρινα πως αυξανουσι· δεν κοπιαζουσιν ουδε κλωθουσι· σας λεγω ομως, ουδε ο Σολομων εν παση τη δοξη αυτου ενεδυθη ως εν τουτων.
<scripture passage="Luke 12:28" parsed="|Luke|12|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.28" />
<sup>28</sup>Αλλ' εαν τον χορτον, οστις σημερον ειναι εν τω αγρω και αυριον ριπτεται εις κλιβανον, ο Θεος ενδυη ουτω, ποσω μαλλον εσας, ολιγοπιστοι.
<scripture passage="Luke 12:29" parsed="|Luke|12|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.29" />
<sup>29</sup>Και σεις μη ζητειτε τι να φαγητε η τι να πιητε, και μη ησθε μετεωροι·
<scripture passage="Luke 12:30" parsed="|Luke|12|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.30" />
<sup>30</sup>διοτι ταυτα παντα ζητουσι τα εθνη του κοσμου· υμων δε ο Πατηρ εξευρει οτι εχετε χρειαν τουτων·
<scripture passage="Luke 12:31" parsed="|Luke|12|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.31" />
<sup>31</sup>πλην ζητειτε την βασιλειαν του Θεου, και ταυτα παντα θελουσι σας προστεθη.
<scripture passage="Luke 12:32" parsed="|Luke|12|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.32" />
<sup>32</sup>Μη φοβου, μικρον ποιμνιον· διοτι ο Πατηρ σας ηυδοκησε να σας δωση την βασιλειαν.
<scripture passage="Luke 12:33" parsed="|Luke|12|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.33" />
<sup>33</sup>Πωλησατε τα υπαρχοντα σας και δοτε ελεημοσυνην. Καμετε εις εαυτους βαλαντια τα οποια δεν παλαιουνται, θησαυρον εν τοις ουρανοις οστις δεν εκλειπει, οπου κλεπτης δεν πλησιαζει ουδε ο σκωληξ διαφθειρει·
<scripture passage="Luke 12:34" parsed="|Luke|12|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.34" />
<sup>34</sup>διοτι οπου ειναι ο θησαυρος σας, εκει θελει εισθαι και η καρδια σας.
<scripture passage="Luke 12:35" parsed="|Luke|12|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.35" />
<sup>35</sup>Ας ηναι αι οσφυες σας περιεζωσμεναι και οι λυχνοι καιομενοι·
<scripture passage="Luke 12:36" parsed="|Luke|12|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.36" />
<sup>36</sup>και σεις ομοιοι με ανθρωπους, οιτινες προσμενουσι τον κυριον αυτων, ποτε θελει επιστρεψει εκ των γαμων, δια να ανοιξωσιν ευθυς εις αυτον οταν ελθη και κρουση.
<scripture passage="Luke 12:37" parsed="|Luke|12|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.37" />
<sup>37</sup>Μακαριοι οι δουλοι εκεινοι, τους οποιους ελθων ο κυριος θελει ευρει αγρυπνουντας. Αληθως σας λεγω, οτι θελει περιζωσθη και καθισει αυτους εις την τραπεζαν, και ελθων εις το μεσον θελει υπηρετησει αυτους.
<scripture passage="Luke 12:38" parsed="|Luke|12|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.38" />
<sup>38</sup>Και εαν ελθη εν τη δευτερα φυλακη και εν τη τριτη φυλακη ελθη και ευρη ουτω, μακαριοι ειναι οι δουλοι εκεινοι.
<scripture passage="Luke 12:39" parsed="|Luke|12|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.39" />
<sup>39</sup>Τουτο δε γινωσκετε, οτι εαν ηξευρεν ο οικοδεσποτης ποιαν ωραν ο κλεπτης ερχεται, ηθελεν αγρυπνησει και δεν ηθελεν αφησει να διορυχθη ο οικος αυτου.
<scripture passage="Luke 12:40" parsed="|Luke|12|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.40" />
<sup>40</sup>Και σεις λοιπον γινεσθε ετοιμοι· διοτι καθ' ην ωραν δεν στοχαζεσθε, ερχεται ο Υιος του ανθρωπου.
<scripture passage="Luke 12:41" parsed="|Luke|12|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.41" />
<sup>41</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Πετρος· Κυριε, προς ημας λεγεις την παραβολην ταυτην η και προς παντας;
<scripture passage="Luke 12:42" parsed="|Luke|12|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.42" />
<sup>42</sup>Και ο Κυριος ειπε· Τις λοιπον ειναι ο πιστος οικονομος και φρονιμος, τον οποιον θελει καταστησει ο κυριος αυτου επι των υπηρετων αυτου, δια να διδη εν καιρω την διωρισμενην τροφην;
<scripture passage="Luke 12:43" parsed="|Luke|12|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.43" />
<sup>43</sup>Μακαριος ο δουλος εκεινος, τον οποιον ελθων ο κυριος αυτου θελει ευρει πραττοντα ουτως.
<scripture passage="Luke 12:44" parsed="|Luke|12|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.44" />
<sup>44</sup>Αληθως σας λεγω, οτι θελει καταστησει αυτον επι παντων των υπαρχοντων αυτου.
<scripture passage="Luke 12:45" parsed="|Luke|12|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.45" />
<sup>45</sup>Εαν δε ειπη ο δουλος εκεινος εν τη καρδια αυτου, Βραδυνει να ελθη ο κυριος μου· και αρχιση να δερη τους δουλους και τας δουλας, και να τρωγη και να πινη και να μεθυη,
<scripture passage="Luke 12:46" parsed="|Luke|12|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.46" />
<sup>46</sup>θελει ελθει ο κυριος του δουλου εκεινου, καθ' ην ημεραν δεν προσμενει και καθ' ην ωραν δεν εξευρει, και θελει αποχωρισει αυτον, και το μερος αυτου θελει θεσει μετα των απιστων.
<scripture passage="Luke 12:47" parsed="|Luke|12|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.47" />
<sup>47</sup>Εκεινος δε ο δουλος, οστις γνωρισας το θελημα του κυριου αυτου δεν ητοιμασεν ουδε εκαμε κατα το θελημα αυτου, θελει δαρθη πολυ·
<scripture passage="Luke 12:48" parsed="|Luke|12|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.48" />
<sup>48</sup>οστις ομως μη γνωρισας επραξεν αξια δαρμων, θελει δαρθη ολιγον· εις παντα δε, εις τον οποιον εδοθη πολυ, πολυ θελει ζητηθη παρ' αυτου, και εις οντινα ενεπιστευθη πολυ, περισσοτερον θελουσιν απαιτησει παρ' αυτου.
<scripture passage="Luke 12:49" parsed="|Luke|12|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.49" />
<sup>49</sup>Πυρ ηλθον να βαλω εις την γην, και τι θελω, εαν ηδη ανηφθη;
<scripture passage="Luke 12:50" parsed="|Luke|12|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.50" />
<sup>50</sup>Βαπτισμα δε εχω να βαπτισθω, και πως στενοχωρουμαι εωσου εκτελεσθη.
<scripture passage="Luke 12:51" parsed="|Luke|12|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.51" />
<sup>51</sup>Νομιζετε οτι ηλθον να δωσω ειρηνην εν τη γη; ουχι, σας λεγω, αλλα διαχωρισμον.
<scripture passage="Luke 12:52" parsed="|Luke|12|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.52" />
<sup>52</sup>Διοτι απο του νυν θελουσιν εισθαι πεντε εν οικω ενι διακεχωρισμενοι, οι τρεις κατα των δυο και οι δυο κατα των τριων·
<scripture passage="Luke 12:53" parsed="|Luke|12|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.53" />
<sup>53</sup>Θελει διαχωρισθη πατηρ κατα υιου και υιος κατα πατρος, μητηρ κατα θυγατρος και θυγατηρ κατα μητρος, πενθερα κατα της νυμφης αυτης και νυμφη κατα της πενθερας αυτης.
<scripture passage="Luke 12:54" parsed="|Luke|12|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.54" />
<sup>54</sup>Ελεγε και προς τους οχλους· Οταν ιδητε την νεφελην ανυψουμενην απο δυσμων, ευθυς λεγετε, Βροχη ερχεται, και γινεται ουτω·
<scripture passage="Luke 12:55" parsed="|Luke|12|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.55" />
<sup>55</sup>και οταν νοτον πνεοντα, λεγετε οτι καυσων θελει εισθαι, και γινεται.
<scripture passage="Luke 12:56" parsed="|Luke|12|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.56" />
<sup>56</sup>Υποκριται, το προσωπον της γης και του ουρανου εξευρετε να διακρινητε, τον δε καιρον τουτον πως δεν διακρινετε;
<scripture passage="Luke 12:57" parsed="|Luke|12|57|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.57" />
<sup>57</sup>Δια τι δε και αφ' εαυτων δεν κρινετε το δικαιον;
<scripture passage="Luke 12:58" parsed="|Luke|12|58|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.58" />
<sup>58</sup>Ενω λοιπον υπαγεις μετα του αντιδικου σου προς τον αρχοντα, προσπαθησον καθ' οδον να απαλλαχθης απ' αυτου, μηποτε σε συρη προς τον κριτην, και ο κριτης σε παραδωση εις τον υπηρετην, και ο υπηρετης σε βαλη εις φυλακην.
<scripture passage="Luke 12:59" parsed="|Luke|12|59|0|0" osisRef="Bible:Luke.12.59" />
<sup>59</sup>Σοι λεγω, δεν θελεις εξελθει εκειθεν, εωσου αποδωσης και το εσχατον λεπτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 13" progress="84.37%" prev="Luke.12" next="Luke.14" id="Luke.13">
<h3 id="Luke.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Luke.13-p1">
<scripture passage="Luke 13:1" parsed="|Luke|13|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον δε τον καιρον ηλθον τινες, απαγγελλοντες προς αυτον περι των Γαλιλαιων, των οποιων το αιμα ο Πιλατος εμιξε με τας θυσιας αυτων.
<scripture passage="Luke 13:2" parsed="|Luke|13|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.2" />
<sup>2</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς αυτους· Νομιζετε οτι οι Γαλιλαιοι ουτοι ησαν αμαρτωλοι υπερ παντας τους Γαλιλαιους, διοτι επαθον τοιαυτα;
<scripture passage="Luke 13:3" parsed="|Luke|13|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.3" />
<sup>3</sup>Ουχι, σας λεγω, αλλ' εαν δεν μετανοητε, παντες ομοιως θελετε απολεσθη.
<scripture passage="Luke 13:4" parsed="|Luke|13|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.4" />
<sup>4</sup>Η εκεινοι οι δεκαοκτω, επι τους οποιους επεσεν ο πυργος εν τω Σιλωαμ και εθανατωσεν αυτους, νομιζετε οτι ουτοι ησαν αμαρτωλοι υπερ παντας τους ανθρωπους τους κατοικουντας εν Ιερουσαλημ;
<scripture passage="Luke 13:5" parsed="|Luke|13|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.5" />
<sup>5</sup>Ουχι, σας λεγω, αλλ' εαν δεν μετανοητε, παντες ομοιως θελετε απολεσθη.
<scripture passage="Luke 13:6" parsed="|Luke|13|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.6" />
<sup>6</sup>Ελεγε δε ταυτην την παραβολην· Ειχε τις συκην πεφυτευμενην εν τω αμπελωνι αυτου, και ηλθε ζητων καρπον εν αυτη και δεν ευρε.
<scripture passage="Luke 13:7" parsed="|Luke|13|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.7" />
<sup>7</sup>Και ειπε προς τον αμπελουργον· Ιδου, τρια ετη ερχομαι ζητων καρπον εν τη συκη ταυτη και δεν ευρισκω· εκκοψον αυτην· δια τι καταργει και την γην;
<scripture passage="Luke 13:8" parsed="|Luke|13|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.8" />
<sup>8</sup>Ο δε αποκριθεις λεγει προς αυτον· Κυριε, αφες αυτην και τουτο το ετος, εως οτου σκαψω περι αυτην και βαλω κοπριαν·
<scripture passage="Luke 13:9" parsed="|Luke|13|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.9" />
<sup>9</sup>και εαν μεν καμη καρπον, καλως· ει δε μη, θελεις εκκοψει αυτην μετα ταυτα.
<scripture passage="Luke 13:10" parsed="|Luke|13|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.10" />
<sup>10</sup>Εδιδασκε δε εν μια των συναγωγων το σαββατον.
<scripture passage="Luke 13:11" parsed="|Luke|13|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.11" />
<sup>11</sup>Και ιδου, γυνη τις ειχε πνευμα ασθενειας δεκαοκτω ετη και ητο συγκυπτουσα και δεν ηδυνατο παντελως να ανακυψη.
<scripture passage="Luke 13:12" parsed="|Luke|13|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.12" />
<sup>12</sup>Ιδων δε αυτην ο Ιησους, εφωναξε και ειπε προς αυτην· Γυναι, ηλευθερωμενη εισαι απο της ασθενειας σου·
<scripture passage="Luke 13:13" parsed="|Luke|13|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.13" />
<sup>13</sup>και εθεσεν επ' αυτην τας χειρας· και παρευθυς ανωρθωθη και εδοξαζε τον Θεον.
<scripture passage="Luke 13:14" parsed="|Luke|13|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.14" />
<sup>14</sup>Αποκριθεις δε ο αρχισυναγωγος, αγανακτων οτι εις το σαββατον εθεραπευσεν ο Ιησους, ελεγε προς τον οχλον· Εξ ημεραι ειναι, εις τας οποιας πρεπει να εργαζησθε· εν ταυταις λοιπον ερχομενοι θεραπευεσθε, και μη τη ημερα του σαββατου.
<scripture passage="Luke 13:15" parsed="|Luke|13|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.15" />
<sup>15</sup>Απεκριθη λοιπον προς αυτον ο Κυριος και ειπεν· Υποκριτα, δεν λυει εκαστος υμων εν τω σαββατω τον βουν αυτου η τον ονον απο της φατνης και φερων ποτιζει;
<scripture passage="Luke 13:16" parsed="|Luke|13|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.16" />
<sup>16</sup>αυτη δε, ουσα θυγατηρ του Αβρααμ, την οποιαν ο Σατανας εδεσεν, ιδου, δεκαοκτω ετη, δεν επρεπε να λυθη απο του δεσμου τουτου τη ημερα του σαββατου;
<scripture passage="Luke 13:17" parsed="|Luke|13|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.17" />
<sup>17</sup>Και ενω, αυτος ελεγε ταυτα, κατησχυνοντο παντες οι εναντιοι αυτου, και πας ο οχλος εχαιρε δι' ολα τα ενδοξα εργα τα γινομενα υπ' αυτου.
<scripture passage="Luke 13:18" parsed="|Luke|13|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.18" />
<sup>18</sup>Ελεγε δε· Με τι ειναι ομοια η βασιλεια του Θεου, και με τι να ομοιωσω αυτην;
<scripture passage="Luke 13:19" parsed="|Luke|13|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.19" />
<sup>19</sup>Ειναι ομοια με κοκκον σιναπεως, τον οποιον λαβων ανθρωπος ερριψεν εις τον κηπον αυτου· και ηυξησε και εγεινε δενδρον μεγα, και τα πετεινα του ουρανου κατεσκηνωσαν εν τοις κλαδοις αυτου.
<scripture passage="Luke 13:20" parsed="|Luke|13|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.20" />
<sup>20</sup>Και παλιν ειπε· Με τι να ομοιωσω την βασιλειαν του Θεου;
<scripture passage="Luke 13:21" parsed="|Luke|13|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.21" />
<sup>21</sup>Ειναι ομοια με προζυμιον, το οποιον λαβουσα γυνη ενεκρυψεν εις τρια μετρα αλευρου, εωσου ανεβη ολον το φυραμα.
<scripture passage="Luke 13:22" parsed="|Luke|13|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.22" />
<sup>22</sup>Και διηρχετο τας πολεις και κωμας διδασκων και οδοιπορων εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 13:23" parsed="|Luke|13|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.23" />
<sup>23</sup>Ειπε δε τις προς αυτον· Κυριε, ολιγοι αρα ειναι οι σωζομενοι; Ο δε ειπε προς αυτους·
<scripture passage="Luke 13:24" parsed="|Luke|13|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.24" />
<sup>24</sup>Αγωνιζεσθε να εισελθητε δια της στενης πυλης· διοτι πολλοι, σας λεγω, θελουσι ζητησει να εισελθωσι και δεν θελουσι δυνηθη.
<scripture passage="Luke 13:25" parsed="|Luke|13|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.25" />
<sup>25</sup>Αφου σηκωθη ο οικοδεσποτης και αποκλειση την θυραν, και αρχισητε να στεκησθε εξω και να κρουητε την θυραν, λεγοντες· Κυριε, Κυριε, ανοιξον εις ημας· και εκεινος αποκριθεις σας ειπη, δεν σας εξευρω ποθεν εισθε·
<scripture passage="Luke 13:26" parsed="|Luke|13|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.26" />
<sup>26</sup>τοτε θελετε αρχισει να λεγητε· Εφαγομεν εμπροσθεν σου και επιομεν, και εν ταις πλατειαις ημων εδιδαξας.
<scripture passage="Luke 13:27" parsed="|Luke|13|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.27" />
<sup>27</sup>Και θελει ειπει· Σας λεγω, δεν σας εξευρω ποθεν εισθε· φυγετε απ' εμου παντες οι εργαται της αδικιας.
<scripture passage="Luke 13:28" parsed="|Luke|13|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.28" />
<sup>28</sup>Εκει θελει εισθαι ο κλαυθμος και ο τριγμος των οδοντων, οταν ιδητε τον Αβρααμ και Ισαακ και Ιακωβ και παντας τους προφητας εν τη βασιλεια του Θεου, εαυτους δε εκβαλλομενους εξω.
<scripture passage="Luke 13:29" parsed="|Luke|13|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.29" />
<sup>29</sup>Και θελουσιν ελθει απο ανατολων και δυσμων και απο βορρα και νοτου και θελουσι καθησει εν τη βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 13:30" parsed="|Luke|13|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.30" />
<sup>30</sup>Και ιδου, ειναι εσχατοι, οιτινες θελουσιν εισθαι πρωτοι, και ειναι πρωτοι, οιτινες θελουσιν εισθαι εσχατοι.
<scripture passage="Luke 13:31" parsed="|Luke|13|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.31" />
<sup>31</sup>Κατ' εκεινην την ημεραν προσηλθον τινες Φαρισαιοι, λεγοντες προς αυτον· Εξελθε και αναχωρησον εντευθεν, διοτι ο Ηρωδης θελει να σε θανατωση.
<scripture passage="Luke 13:32" parsed="|Luke|13|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.32" />
<sup>32</sup>Και ειπε προς αυτους· Υπαγετε και ειπατε προς την αλωπεκα ταυτην· Ιδου, εκβαλλω δαιμονια και καμνω θεραπειας σημερον και αυριον, και την τριτην ημεραν τελειουμαι.
<scripture passage="Luke 13:33" parsed="|Luke|13|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.33" />
<sup>33</sup>Πλην πρεπει εγω σημερον και αυριον και την εφεξης ημεραν να υπαγω· διοτι δεν ειναι δυνατον προφητης να απολεσθη εξω της Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 13:34" parsed="|Luke|13|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.34" />
<sup>34</sup>Ιερουσαλημ, Ιερουσαλημ, η φονευουσα τους προφητας και λιθοβολουσα τους απεσταλμενους προς αυτην, ποσακις ηθελησα να συναξω τα τεκνα σου καθ' ον τροπον η ορνις τα ορνιθια εαυτης υπο τας πτερυγας, και δεν ηθελησατε.
<scripture passage="Luke 13:35" parsed="|Luke|13|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.13.35" />
<sup>35</sup>Ιδου, σας αφινεται ο οικος σας ερημος· αληθως δε σας λεγω οτι δεν θελετε με ιδει, εωσου ελθη ο καιρος οτε θελετε ειπει· Ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 14" progress="84.48%" prev="Luke.13" next="Luke.15" id="Luke.14">
<h3 id="Luke.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Luke.14-p1">
<scripture passage="Luke 14:1" parsed="|Luke|14|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηλθεν αυτος εις τον οικον τινος των αρχοντων των Φαρισαιων το σαββατον δια να φαγη αρτον, εκεινοι παρετηρουν αυτον.
<scripture passage="Luke 14:2" parsed="|Luke|14|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.2" />
<sup>2</sup>Και ιδου, ανθρωπος τις υδρωπικος ητο εμπροσθεν αυτου.
<scripture passage="Luke 14:3" parsed="|Luke|14|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.3" />
<sup>3</sup>Και αποκριθεις ο Ιησους, ειπε προς τους νομικους και Φαρισαιους, λεγων· Ειναι ταχα συγκεχωρημενον να θεραπευη τις εν τω σαββατω;
<scripture passage="Luke 14:4" parsed="|Luke|14|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.4" />
<sup>4</sup>Οι δε εσιωπησαν. Και πιασας ιατρευσεν αυτον και απελυσε.
<scripture passage="Luke 14:5" parsed="|Luke|14|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.5" />
<sup>5</sup>Και αποκριθεις προς αυτους ειπε· Τινος υμων ο ονος η ο βους θελει πεσει εις φρεαρ, και δεν θελει ευθυς ανασυρει αυτον εν τη ημερα του σαββατου;
<scripture passage="Luke 14:6" parsed="|Luke|14|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.6" />
<sup>6</sup>Και δεν ηδυνηθησαν να αποκριθωσιν εις αυτον προς ταυτα.
<scripture passage="Luke 14:7" parsed="|Luke|14|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.7" />
<sup>7</sup>Ειπε δε παραβολην προς τους κεκλημενους, επειδη παρετηρει πως εξελεγον τας πρωτοκαθεδριας, λεγων προς αυτους.
<scripture passage="Luke 14:8" parsed="|Luke|14|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.8" />
<sup>8</sup>Οταν προσκληθης υπο τινος εις γαμους, μη καθησης εις τον πρωτον τοπον, μηποτε ειναι προσκεκλημενος υπ' αυτου εντιμοτερος σου,
<scripture passage="Luke 14:9" parsed="|Luke|14|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.9" />
<sup>9</sup>και ελθων εκεινος, οστις εκαλεσε σε και αυτον, σοι ειπη· Δος τοπον εις τουτον· και τοτε αρχισης με αισχυνην να λαμβανης τον εσχατον τοπον.
<scripture passage="Luke 14:10" parsed="|Luke|14|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.10" />
<sup>10</sup>Αλλ' οταν προσκληθης, υπαγε και καθησον εις τον εσχατον τοπον, δια να σοι ειπη οταν ελθη εκεινος, οστις σε εκαλεσε· Φιλε, αναβα ανωτερω· τοτε θελεις εχει δοξαν ενωπιον των συγκαθημενων μετα σου.
<scripture passage="Luke 14:11" parsed="|Luke|14|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.11" />
<sup>11</sup>Διοτι πας ο υψων εαυτον θελει ταπεινωθη και ο ταπεινων εαυτον θελει υψωθη.
<scripture passage="Luke 14:12" parsed="|Luke|14|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.12" />
<sup>12</sup>Ελεγε δε και προς εκεινον, οστις προσεκαλεσεν αυτον. Οταν καμνης γευμα η δειπνον, μη προσκαλει τους φιλους σου μηδε τους αδελφους σου μηδε τους συγγενεις σου μηδε γειτονας πλουσιους, μηποτε και αυτοι σε αντικαλεσωσι, και γεινη εις σε ανταποδοσις.
<scripture passage="Luke 14:13" parsed="|Luke|14|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' οταν καμνης υποδοχην, προσκαλει πτωχους, βεβλαμμενους, χωλους, τυφλους,
<scripture passage="Luke 14:14" parsed="|Luke|14|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.14" />
<sup>14</sup>και θελεις εισθαι μακαριος, διοτι δεν εχουσι να σοι ανταποδωσωσιν· επειδη η ανταποδοσις θελει γεινει εις σε εν τη αναστασει των δικαιων.
<scripture passage="Luke 14:15" parsed="|Luke|14|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.15" />
<sup>15</sup>Ακουσας δε ταυτα εις των συγκαθημενων, ειπε προς αυτον· Μακαριος οστις φαγη αρτον εν τη βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 14:16" parsed="|Luke|14|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.16" />
<sup>16</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Ανθρωπος τις εκαμε δειπνον μεγα και εκαλεσε πολλους·
<scripture passage="Luke 14:17" parsed="|Luke|14|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.17" />
<sup>17</sup>και απεστειλε τον δουλον αυτου τη ωρα του δειπνου δια να ειπη προς τους κεκλημενους· Ερχεσθε, επειδη παντα ειναι ηδη ετοιμα.
<scripture passage="Luke 14:18" parsed="|Luke|14|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.18" />
<sup>18</sup>Και ηρχισαν παντες με μιαν γνωμην να παραιτωνται. Ο πρωτος ειπε προς αυτον· Αγρον ηγορασα, και εχω αναγκην να εξελθω και να ιδω αυτον· παρακαλω σε, εχε με παρητημενον.
<scripture passage="Luke 14:19" parsed="|Luke|14|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.19" />
<sup>19</sup>Και αλλος ειπεν· Ηγορασα πεντε ζευγη βοων, και υπαγω να δοκιμασω αυτα· παρακαλω σε, εχε με παρητημενον.
<scripture passage="Luke 14:20" parsed="|Luke|14|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.20" />
<sup>20</sup>και αλλος ειπε· Γυναικα ενυμφευθην, και δια τουτο δεν δυναμαι να ελθω.
<scripture passage="Luke 14:21" parsed="|Luke|14|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.21" />
<sup>21</sup>Και ελθων ο δουλος εκεινος, απηγγειλε προς τον κυριον αυτου ταυτα. Τοτε οργισθεις ο οικοδεσποτης, ειπε προς τον δουλον αυτου· Εξελθε ταχεως εις τας πλατειας και τας οδους της πολεως, και εισαγαγε εδω τους πτωχους και βεβλαμμενους και χωλους και τυφλους.
<scripture passage="Luke 14:22" parsed="|Luke|14|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.22" />
<sup>22</sup>Και ειπεν ο δουλος· Κυριε, εγεινεν ως προσεταξας, και ειναι ετι τοπος.
<scripture passage="Luke 14:23" parsed="|Luke|14|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.23" />
<sup>23</sup>Και ειπεν ο κυριος προς τον δουλον· Εξελθε εις τας οδους και φραγμους και αναγκασον να εισελθωσι, δια να γεμισθη ο οικος μου.
<scripture passage="Luke 14:24" parsed="|Luke|14|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.24" />
<sup>24</sup>Διοτι σας λεγω οτι ουδεις των ανδρων εκεινων των κεκλημενων θελει γευθη του δειπνου μου.
<scripture passage="Luke 14:25" parsed="|Luke|14|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.25" />
<sup>25</sup>Ηρχοντο δε μετ' αυτου οχλοι πολλοι. Και στραφεις ειπε προς αυτους·
<scripture passage="Luke 14:26" parsed="|Luke|14|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.26" />
<sup>26</sup>Εαν τις ερχηται προς εμε και δεν μιση τον πατερα αυτου και την μητερα και την γυναικα και τα τεκνα και τους αδελφους και τας αδελφας, ετι δε και την εαυτου ζωην, δεν δυναται να ηναι μαθητης μου.
<scripture passage="Luke 14:27" parsed="|Luke|14|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.27" />
<sup>27</sup>Και οστις δεν βασταζει τον σταυρον αυτου και ερχεται οπισω μου, δεν δυναται να ηναι μαθητης μου.
<scripture passage="Luke 14:28" parsed="|Luke|14|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.28" />
<sup>28</sup>Διοτι τις εξ υμων, θελων να οικοδομηση πυργον, δεν καθηται πρωτον και λογαριαζει την δαπανην, αν εχη τα αναγκαια δια να τελειωση αυτον;
<scripture passage="Luke 14:29" parsed="|Luke|14|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.29" />
<sup>29</sup>μηποτε αφου βαλη θεμελιον και δεν δυναται να τελειωση αυτον, αρχισωσι παντες οι βλεποντες να εμπαιζωσιν αυτον,
<scripture passage="Luke 14:30" parsed="|Luke|14|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.30" />
<sup>30</sup>λεγοντες· Οτι ουτος ο ανθρωπος ηρχισε να οικοδομη και δεν ηδυνηθη να τελειωση.
<scripture passage="Luke 14:31" parsed="|Luke|14|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.31" />
<sup>31</sup>Η τις βασιλευς υπαγων να πολεμηση αλλον βασιλεα δεν καθηται προτερον και σκεπτεται εαν ηναι δυνατος με δεκα χιλιαδας να απαντηση τον ερχομενον κατ' αυτου με εικοσι χιλιαδας;
<scripture passage="Luke 14:32" parsed="|Luke|14|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.32" />
<sup>32</sup>Ει δε μη, ενω αυτος ειναι ετι μακραν, αποστελλει πρεσβεις και ζητει ειρηνην.
<scripture passage="Luke 14:33" parsed="|Luke|14|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.33" />
<sup>33</sup>Ουτω λοιπον πας οστις εξ υμων δεν απαρνειται παντα τα εαυτου υπαρχοντα, δεν δυναται να ηναι μαθητης μου.
<scripture passage="Luke 14:34" parsed="|Luke|14|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.34" />
<sup>34</sup>Καλον το αλας· αλλ' εαν το αλας διαφθαρη, με τι θελει αρτυθη;
<scripture passage="Luke 14:35" parsed="|Luke|14|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.14.35" />
<sup>35</sup>δεν ειναι πλεον χρησιμον ουτε δια την γην ουτε δια την κοπριαν· εξω ριπτουσιν αυτο. Ο εχων ωτα δια να ακουη ας ακουη.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 15" progress="84.58%" prev="Luke.14" next="Luke.16" id="Luke.15">
<h3 id="Luke.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Luke.15-p1">
<scripture passage="Luke 15:1" parsed="|Luke|15|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.1" />
<sup>1</sup>Επλησιαζον δε εις αυτον παντες οι τελωναι και οι αμαρτωλοι, δια να ακουωσιν αυτον.
<scripture passage="Luke 15:2" parsed="|Luke|15|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.2" />
<sup>2</sup>Και διεγογγυζον οι Φαρισαιοι και οι γραμματεις, λεγοντες οτι ουτος αμαρτωλους δεχεται και συντρωγει μετ' αυτων.
<scripture passage="Luke 15:3" parsed="|Luke|15|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.3" />
<sup>3</sup>Ειπε δε προς αυτους την παραβολην ταυτην, λεγων·
<scripture passage="Luke 15:4" parsed="|Luke|15|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.4" />
<sup>4</sup>Τις ανθρωπος εξ υμων εαν εχη εκατον προβατα και χαση εν εξ αυτων, δεν αφινει τα ενενηκοντα εννεα εν τη ερημω και υπαγει ζητων το απολωλος, εωσου ευρη αυτο;
<scripture passage="Luke 15:5" parsed="|Luke|15|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.5" />
<sup>5</sup>Και ευρων αυτο, βαλλει επι τους ωμους αυτου χαιρων.
<scripture passage="Luke 15:6" parsed="|Luke|15|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.6" />
<sup>6</sup>Και ελθων εις τον οικον, συγκαλει τους φιλους και τους γειτονας, λεγων προς αυτους· Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον το προβατον μου το απολωλος.
<scripture passage="Luke 15:7" parsed="|Luke|15|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.7" />
<sup>7</sup>Σας λεγω οτι ουτω θελει εισθαι χαρα εν τω ουρανω δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα μαλλον παρα δια ενενηκοντα εννεα δικαιους, οιτινες δεν εχουσι χρειαν μετανοιας.
<scripture passage="Luke 15:8" parsed="|Luke|15|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.8" />
<sup>8</sup>Η τις γυνη εχουσα δεκα δραχμας, εαν χαση δραχμην μιαν, δεν αναπτει λυχνον και σαρονει την οικιαν και ζητει επιμελως, εως οτου ευρη αυτην;
<scripture passage="Luke 15:9" parsed="|Luke|15|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.9" />
<sup>9</sup>και αφου ευρη, συγκαλει τας φιλας και τας γειτονας, λεγουσα· Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον την δραχμην την οποιαν εχασα.
<scripture passage="Luke 15:10" parsed="|Luke|15|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.10" />
<sup>10</sup>Ουτω, σας λεγω, χαρα γινεται ενωπιον των αγγελων του Θεου δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα.
<scripture passage="Luke 15:11" parsed="|Luke|15|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.11" />
<sup>11</sup>Ειπε δε· Ανθρωπος τις ειχε δυο υιους.
<scripture passage="Luke 15:12" parsed="|Luke|15|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.12" />
<sup>12</sup>Και ειπεν ο νεωτερος αυτων προς τον πατερα· Πατερ, δος μοι το ανηκον μερος της περιουσιας. Και διεμοιρασεν εις αυτους τα υπαρχοντα αυτου.
<scripture passage="Luke 15:13" parsed="|Luke|15|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.13" />
<sup>13</sup>Και μετ' ολιγας ημερας συναξας παντα ο νεωτερος υιος, απεδημησεν εις χωραν μακραν και εκει διεσκορπισε την περιουσιαν αυτου ζων ασωτως.
<scripture passage="Luke 15:14" parsed="|Luke|15|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.14" />
<sup>14</sup>Αφου δε εδαπανησε παντα, εγεινε πεινα μεγαλη εν τη χωρα εκεινη, και αυτος ηρχισε να στερηται.
<scripture passage="Luke 15:15" parsed="|Luke|15|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.15" />
<sup>15</sup>Τοτε υπηγε και προσεκολληθη εις ενα των πολιτων της χωρας εκεινης, οστις επεμψεν αυτον εις τους αγρους αυτου δια να βοσκη χοιρους.
<scripture passage="Luke 15:16" parsed="|Luke|15|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.16" />
<sup>16</sup>Και επεθυμει να γεμιση την κοιλιαν αυτου απο των ξυλοκερατων, τα οποια ετρωγον οι χοιροι, και ουδεις εδιδεν εις αυτον.
<scripture passage="Luke 15:17" parsed="|Luke|15|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.17" />
<sup>17</sup>Ελθων δε εις εαυτον, ειπε· Ποσοι μισθωτοι του πατρος μου περισσευουσιν αρτον, και εγω χανομαι υπο της πεινης.
<scripture passage="Luke 15:18" parsed="|Luke|15|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.18" />
<sup>18</sup>Σηκωθεις θελω υπαγει προς τον πατερα μου και θελω ειπει προς αυτον· Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου·
<scripture passage="Luke 15:19" parsed="|Luke|15|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.19" />
<sup>19</sup>και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου· καμε με ως ενα των μισθωτων σου.
<scripture passage="Luke 15:20" parsed="|Luke|15|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.20" />
<sup>20</sup>Και σηκωθεις ηλθε προς τον πατερα αυτου. Ενω, δε απειχεν ετι μακραν, ειδεν αυτον ο πατηρ αυτου και εσπλαγχνισθη, και δραμων επεπεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον.
<scripture passage="Luke 15:21" parsed="|Luke|15|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.21" />
<sup>21</sup>ειπε δε προς αυτον ο υιος· Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου, και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου.
<scripture passage="Luke 15:22" parsed="|Luke|15|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.22" />
<sup>22</sup>Και ο πατηρ ειπε προς τους δουλους αυτου· Φερετε εξω την στολην την πρωτην και ενδυσατε αυτον, και δοτε δακτυλιδιον εις την χειρα αυτου και υποδηματα εις τους ποδας,
<scripture passage="Luke 15:23" parsed="|Luke|15|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.23" />
<sup>23</sup>και φεροντες τον μοσχον τον σιτευτον σφαξατε, και φαγοντες ας ευφρανθωμεν,
<scripture passage="Luke 15:24" parsed="|Luke|15|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.24" />
<sup>24</sup>διοτι ουτος ο υιος μου νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη. Και ηρχισαν να ευφραινωνται.
<scripture passage="Luke 15:25" parsed="|Luke|15|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.25" />
<sup>25</sup>Ητο δε ο πρεσβυτερος αυτου υιος εν τω αγρω· και καθως ερχομενος επλησιασεν εις την οικιαν, ηκουσε συμφωνιαν και χορους,
<scripture passage="Luke 15:26" parsed="|Luke|15|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.26" />
<sup>26</sup>και προσκαλεσας ενα των δουλων, ηρωτα τι ειναι ταυτα.
<scripture passage="Luke 15:27" parsed="|Luke|15|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.27" />
<sup>27</sup>Ο δε ειπε προς αυτον οτι ο αδελφος σου ηλθε· και εσφαξεν ο πατηρ σου τον μοσχον τον σιτευτον, διοτι απηλαυσεν αυτον υγιαινοντα.
<scripture passage="Luke 15:28" parsed="|Luke|15|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.28" />
<sup>28</sup>Και ωργισθη και δεν ηθελε να εισελθη. Εξηλθε λοιπον ο πατηρ αυτου και παρεκαλει αυτον.
<scripture passage="Luke 15:29" parsed="|Luke|15|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.29" />
<sup>29</sup>Ο δε αποκριθεις ειπε προς τον πατερα· Ιδου, τοσα ετη σε δουλευω, και ποτε εντολην σου δεν παρεβην, και εις εμε ουδε εριφιον εδωκας ποτε δια να ευφρανθω μετα των φιλων μου.
<scripture passage="Luke 15:30" parsed="|Luke|15|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.30" />
<sup>30</sup>Οτε δε ο υιος σου ουτος, ο καταφαγων σου τον βιον μετα πορνων, ηλθεν, εσφαξας δι' αυτον τον μοσχον τον σιτευτον.
<scripture passage="Luke 15:31" parsed="|Luke|15|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.31" />
<sup>31</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Τεκνον, συ παντοτε μετ' εμου εισαι, και παντα τα εμα σα ειναι·
<scripture passage="Luke 15:32" parsed="|Luke|15|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.15.32" />
<sup>32</sup>επρεπε δε να ευφρανθωμεν και να χαρωμεν, διοτι ο αδελφος σου ουτος νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 16" progress="84.66%" prev="Luke.15" next="Luke.17" id="Luke.16">
<h3 id="Luke.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Luke.16-p1">
<scripture passage="Luke 16:1" parsed="|Luke|16|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.1" />
<sup>1</sup>Ελεγε δε και προς τους μαθητας αυτου· Ητο ανθρωπος τις πλουσιος, οστις ειχεν οικονομον, και ουτος κατηγορηθη προς αυτον ως διασκορπιζων τα υπαρχοντα αυτου.
<scripture passage="Luke 16:2" parsed="|Luke|16|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.2" />
<sup>2</sup>Και κραξας αυτον, ειπε προς αυτον· Τι ειναι τουτο το οποιον ακουω περι σου; δος τον λογαριασμον της οικονομιας σου· διοτι δεν θελεις δυνηθη πλεον να ησαι οικονομος.
<scripture passage="Luke 16:3" parsed="|Luke|16|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.3" />
<sup>3</sup>Ειπε δε καθ' εαυτον ο οικονομος· Τι να καμω, επειδη ο κυριος μου αφαιρει απ' εμου την οικονομιαν; να σκαπτω δεν δυναμαι, να ζητω εντρεπομαι·
<scripture passage="Luke 16:4" parsed="|Luke|16|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.4" />
<sup>4</sup>ενοησα τι πρεπει να καμω, δια να με δεχθωσιν εις τους οικους αυτων, οταν αποβληθω της οικονομιας.
<scripture passage="Luke 16:5" parsed="|Luke|16|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.5" />
<sup>5</sup>Και προσκαλεσας ενα εκαστον των χρεωφειλετων του κυριου αυτου, ειπε προς τον πρωτον· Ποσον χρεωστεις εις τον κυριον μου;
<scripture passage="Luke 16:6" parsed="|Luke|16|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.6" />
<sup>6</sup>Ο δε ειπεν· Εκατον μετρα ελαιου. Και ειπε προς αυτον· Λαβε το εγγραφον σου και καθησας ταχεως γραψον πεντηκοντα.
<scripture passage="Luke 16:7" parsed="|Luke|16|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.7" />
<sup>7</sup>Επειτα ειπε προς αλλον· Συ δε ποσον χρεωστεις; Ο δε ειπεν· Εκατον μοδια σιτου. Και λεγει προς αυτον· Λαβε το εγγραφον σου και γραψον ογδοηκοντα.
<scripture passage="Luke 16:8" parsed="|Luke|16|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.8" />
<sup>8</sup>Και επηνεσεν ο κυριος τον αδικον οικονομον, οτι φρονιμως επραξε· διοτι οι υιοι του αιωνος τουτου ειναι φρονιμωτεροι εις την εαυτων γενεαν παρα τους υιους του φωτος.
<scripture passage="Luke 16:9" parsed="|Luke|16|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.9" />
<sup>9</sup>Και εγω σας λεγω· Καμετε εις εαυτους φιλους εκ του μαμωνα της αδικιας, δια να σας δεχθωσιν εις τας αιωνιους σκηνας, οταν εκλειψητε.
<scripture passage="Luke 16:10" parsed="|Luke|16|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.10" />
<sup>10</sup>Ο εν τω ελαχιστω πιστος και εν τω πολλω πιστος ειναι, και ο εν τω ελαχιστω αδικος και εν τω πολλω αδικος ειναι.
<scripture passage="Luke 16:11" parsed="|Luke|16|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.11" />
<sup>11</sup>Εαν λοιπον εις τον αδικον μαμωνα δεν εφανητε πιστοι, τον αληθινον πλουτον τις θελει σας εμπιστευθη;
<scripture passage="Luke 16:12" parsed="|Luke|16|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.12" />
<sup>12</sup>Και εαν εις το ξενον δεν εφανητε πιστοι, τις θελει σας δωσει το ιδικον σας;
<scripture passage="Luke 16:13" parsed="|Luke|16|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.13" />
<sup>13</sup>Ουδεις δουλος δυναται να δουλευη δυο κυριους διοτι η τον ενα θελει μισησει και τον αλλον θελει αγαπησει· η εις τον ενα θελει προσκολληθη και τον αλλον θελει καταφρονησει. Δεν δυνασθε να δουλευητε Θεον και μαμωνα.
<scripture passage="Luke 16:14" parsed="|Luke|16|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.14" />
<sup>14</sup>Ηκουον δε ταυτα παντα και οι Φαρισαιοι, φιλαργυροι οντες, και περιεγελων αυτον.
<scripture passage="Luke 16:15" parsed="|Luke|16|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους· Σεις εισθε οι δικαιονοντες εαυτους ενωπιον των ανθρωπων, ο Θεος ομως γνωριζει τας καρδιας σας· διοτι εκεινο, το οποιον μεταξυ των ανθρωπων ειναι υψηλον, βδελυγμα ειναι ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Luke 16:16" parsed="|Luke|16|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.16" />
<sup>16</sup>Ο νομος και οι προφηται εως Ιωαννου υπηρχον· απο τοτε η βασιλεια του Θεου ευαγγελιζεται, και πας τις βιαζεται να εισελθη εις αυτην.
<scripture passage="Luke 16:17" parsed="|Luke|16|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.17" />
<sup>17</sup>Ευκολωτερον δε ειναι ο ουρανος και η γη να παρελθωσι παρα μια κεραια του νομου να πεση.
<scripture passage="Luke 16:18" parsed="|Luke|16|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.18" />
<sup>18</sup>Πας οστις χωριζεται την γυναικα αυτου και νυμφευεται αλλην, μοιχευει, και πας οστις νυμφευεται κεχωρισμενην απο ανδρος, μοιχευει.
<scripture passage="Luke 16:19" parsed="|Luke|16|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.19" />
<sup>19</sup>Ητο δε ανθρωπος τις πλουσιος και ενεδυετο πορφυραν και στολην βυσσινην, ευφραινομενος καθ' ημεραν μεγαλοπρεπως.
<scripture passage="Luke 16:20" parsed="|Luke|16|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.20" />
<sup>20</sup>Ητο δε πτωχος τις ονομαζομενος Λαζαρος, οστις εκειτο πεπληγωμενος πλησιον της πυλης αυτου
<scripture passage="Luke 16:21" parsed="|Luke|16|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.21" />
<sup>21</sup>και επεθυμει να χορτασθη απο των ψιχιων των πιπτοντων απο της τραπεζης του πλουσιου· αλλα και οι κυνες ερχομενοι εγλειφον τας πληγας αυτου.
<scripture passage="Luke 16:22" parsed="|Luke|16|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.22" />
<sup>22</sup>Απεθανε δε ο πτωχος και εφερθη υπο των αγγελων εις τον κολπον του Αβρααμ· απεθανε δε και ο πλουσιος και εταφη.
<scripture passage="Luke 16:23" parsed="|Luke|16|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.23" />
<sup>23</sup>Και εν τω αδη υψωσας τους οφθαλμους αυτου, ενω ητο εν βασανοις, βλεπει τον Αβρααμ απο μακροθεν και τον Λαζαρον εν τοις κολποις αυτου.
<scripture passage="Luke 16:24" parsed="|Luke|16|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.24" />
<sup>24</sup>Και αυτος φωναξας ειπε· Πατερ Αβρααμ, ελεησον με και πεμψον τον Λαζαρον, δια να βαψη το ακρον του δακτυλου αυτου εις υδωρ και να καταδροσιση την γλωσσαν μου, διοτι βασανιζομαι εν τη φλογι ταυτη·
<scripture passage="Luke 16:25" parsed="|Luke|16|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.25" />
<sup>25</sup>ειπε δε ο Αβρααμ· Τεκνον, ενθυμηθητι οτι απελαβες συ τα αγαθα σου εν τη ζωη σου, και ο Λαζαρος ομοιως τα κακα· τωρα ουτος μεν παρηγορειται, συ δε βασανιζεσαι·
<scripture passage="Luke 16:26" parsed="|Luke|16|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.26" />
<sup>26</sup>και εκτος τουτων παντων, μεταξυ ημων και υμων χασμα μεγα ειναι εστηριγμενον, ωστε οι θελοντες να διαβωσιν εντευθεν προς εσας να μη δυνανται, μηδε οι εκειθεν να διαπερωσι προς υμας.
<scripture passage="Luke 16:27" parsed="|Luke|16|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.27" />
<sup>27</sup>Ειπε δε· παρακαλω σε λοιπον, πατερ, να πεμψης αυτον εις τον οικον του πατρος μου·
<scripture passage="Luke 16:28" parsed="|Luke|16|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.28" />
<sup>28</sup>διοτι εχω πεντε αδελφους· δια να μαρτυρηση εις αυτους, ωστε να μη ελθωσι και αυτοι εις τον τοπον τουτον της βασανου.
<scripture passage="Luke 16:29" parsed="|Luke|16|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.29" />
<sup>29</sup>Λεγει προς αυτον ο Αβρααμ, Εχουσι τον Μωυσην και τους προφητας· ας ακουσωσιν αυτους.
<scripture passage="Luke 16:30" parsed="|Luke|16|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.30" />
<sup>30</sup>Ο δε ειπεν· Ουχι, πατερ Αβρααμ, αλλ' εαν τις απο νεκρων υπαγη προς αυτους, θελουσι μετανοησει.
<scripture passage="Luke 16:31" parsed="|Luke|16|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.16.31" />
<sup>31</sup>Ειπε δε προς αυτον· Εαν τον Μωυσην και τους προφητας δεν ακουωσιν, ουδε εαν τις αναστηθη εκ νεκρων θελουσι πεισθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 17" progress="84.76%" prev="Luke.16" next="Luke.18" id="Luke.17">
<h3 id="Luke.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Luke.17-p1">
<scripture passage="Luke 17:1" parsed="|Luke|17|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε προς τους μαθητας· Αδυνατον ειναι να μη ελθωσι τα σκανδαλα· πλην ουαι εις εκεινον, δια του οποιου ερχονται.
<scripture passage="Luke 17:2" parsed="|Luke|17|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.2" />
<sup>2</sup>Συμφερει εις αυτον να κρεμασθη περι τον τραχηλον αυτου μυλου πετρα και να ριφθη εις την θαλασσαν, παρα να σκανδαλιση ενα των μικρων τουτων.
<scripture passage="Luke 17:3" parsed="|Luke|17|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.3" />
<sup>3</sup>Προσεχετε εις εαυτους. Εαν δε ο αδελφος σου αμαρτηση εις σε, επιπληξον αυτον· και εαν μετανοηση, συγχωρησον αυτον.
<scripture passage="Luke 17:4" parsed="|Luke|17|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.4" />
<sup>4</sup>και εαν επτακις της ημερας αμαρτηση εις σε, και επτακις της ημερας επιστρεψη προς σε λεγων· Μετανοω, θελεις συγχωρησει αυτον.
<scripture passage="Luke 17:5" parsed="|Luke|17|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.5" />
<sup>5</sup>Και ειπον οι αποστολοι προς τον Κυριον· Αυξησον εις ημας την πιστιν.
<scripture passage="Luke 17:6" parsed="|Luke|17|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Κυριος ειπεν· Εαν εχετε πιστιν ως κοκκον σιναπεως, ηθελετε ειπει εις την συκαμινον ταυτην, Εκριζωθητι και φυτευθητι εις την θαλασσαν· και ηθελε σας υπακουσει.
<scripture passage="Luke 17:7" parsed="|Luke|17|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.7" />
<sup>7</sup>Τις δε απο σας εχων δουλον αροτριωντα η ποιμαινοντα, θελει ειπει προς αυτον, ευθυς αφου ελθη εκ του αγρου· Υπαγε, καθησον να φαγης,
<scripture passage="Luke 17:8" parsed="|Luke|17|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.8" />
<sup>8</sup>και δεν θελει ειπει προς αυτον· Ετοιμασον τι να δειπνησω, και περιζωσθεις υπηρετει με, εωσου φαγω και πιω, και μετα ταυτα θελεις φαγει και πιει συ;
<scripture passage="Luke 17:9" parsed="|Luke|17|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.9" />
<sup>9</sup>Μηπως γνωριζει χαριν εις τον δουλον εκεινον, διοτι εκαμε τα διαταχθεντα εις αυτον; δεν μοι φαινεται.
<scripture passage="Luke 17:10" parsed="|Luke|17|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.10" />
<sup>10</sup>Ουτω και σεις, οταν καμητε παντα τα διαταχθεντα εις εσας, λεγετε οτι δουλοι αχρειοι ειμεθα, επειδη εκαμαμεν ο, τι εχρεωστουμεν να καμωμεν.
<scripture passage="Luke 17:11" parsed="|Luke|17|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.11" />
<sup>11</sup>Και οτε αυτος επορευετο εις την Ιερουσαλημ, διεβαινε δια μεσου της Σαμαρειας και Γαλιλαιας.
<scripture passage="Luke 17:12" parsed="|Luke|17|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.12" />
<sup>12</sup>Και ενω εισηρχετο εις τινα κωμην, απηντησαν αυτον δεκα ανθρωποι λεπροι, οιτινες εσταθησαν μακροθεν,
<scripture passage="Luke 17:13" parsed="|Luke|17|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.13" />
<sup>13</sup>και αυτοι υψωσαν φωνην, λεγοντες· Ιησου, Επιστατα, ελεησον ημας.
<scripture passage="Luke 17:14" parsed="|Luke|17|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.14" />
<sup>14</sup>Και ιδων ειπε προς αυτους· Υπαγετε και δειξατε εαυτους εις τους ιερεις. Και ενω, επορευοντο, εκαθαρισθησαν.
<scripture passage="Luke 17:15" parsed="|Luke|17|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.15" />
<sup>15</sup>Εις δε εξ αυτων, ιδων οτι ιατρευθη, υπεστρεψε μετα φωνης μεγαλης δοξαζων τον Θεον,
<scripture passage="Luke 17:16" parsed="|Luke|17|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.16" />
<sup>16</sup>και επεσε κατα προσωπον εις τους ποδας αυτου, ευχαριστων αυτον· και αυτος ητο Σαμαρειτης.
<scripture passage="Luke 17:17" parsed="|Luke|17|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.17" />
<sup>17</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους ειπε· Δεν εκαθαρισθησαν οι δεκα; οι δε εννεα που ειναι;
<scripture passage="Luke 17:18" parsed="|Luke|17|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.18" />
<sup>18</sup>Δεν ευρεθησαν αλλοι να υποστρεψωσι δια να δοξασωσι τον Θεον ειμη ο αλλογενης ουτος;
<scripture passage="Luke 17:19" parsed="|Luke|17|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτον· Σηκωθεις υπαγε· η πιστις σου σε εσωσεν.
<scripture passage="Luke 17:20" parsed="|Luke|17|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.20" />
<sup>20</sup>Ερωτηθεις δε υπο των Φαρισαιων, ποτε ερχεται η βασιλεια του Θεου, απεκριθη προς αυτους και ειπε· Δεν ερχεται η βασιλεια του Θεου ουτως ωστε να παρατηρηται·
<scripture passage="Luke 17:21" parsed="|Luke|17|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.21" />
<sup>21</sup>ουδε θελουσιν ειπει· Ιδου, εδω ειναι, η Ιδου εκει· διοτι ιδου, η βασιλεια του Θεου ειναι εντος υμων.
<scripture passage="Luke 17:22" parsed="|Luke|17|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.22" />
<sup>22</sup>Ειπε δε προς τους μαθητας· θελουσιν ελθει ημεραι, οτε θελετε επιθυμησει να ιδητε μιαν των ημερων του Υιου του ανθρωπου, και δεν θελετε ιδει.
<scripture passage="Luke 17:23" parsed="|Luke|17|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.23" />
<sup>23</sup>και θελουσι σας ειπει· Ιδου, εδω ειναι, η Ιδου εκει· μη υπαγητε μηδ' ακολουθησητε.
<scripture passage="Luke 17:24" parsed="|Luke|17|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.24" />
<sup>24</sup>Διοτι ως η αστραπη η αστραπτουσα εκ της υπ' ουρανον λαμπει εις την υπ' ουρανον, ουτω θελει εισθαι και ο Υιος του ανθρωπου εν τη ημερα αυτου.
<scripture passage="Luke 17:25" parsed="|Luke|17|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.25" />
<sup>25</sup>Πρωτον ομως πρεπει αυτος να παθη πολλα και να καταφρονηθη απο της γενεας ταυτης.
<scripture passage="Luke 17:26" parsed="|Luke|17|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.26" />
<sup>26</sup>Και καθως εγεινεν εν ταις ημεραις του Νωε, ουτω θελει εισθαι και εν ταις ημεραις του Υιου του ανθρωπου·
<scripture passage="Luke 17:27" parsed="|Luke|17|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.27" />
<sup>27</sup>ετρωγον, επινον, ενυμφευον, ενυμφευοντο, μεχρι της ημερας καθ' ην ο Νωε εισηλθεν εις την κιβωτον, και ηλθεν ο κατακλυσμος και απωλεσεν απαντας.
<scripture passage="Luke 17:28" parsed="|Luke|17|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.28" />
<sup>28</sup>Ομοιως και καθως εγεινεν εν ταις ημεραις του Λωτ· ετρωγον, επινον, ηγοραζον, επωλουν, εφυτευον, ωκοδομουν·
<scripture passage="Luke 17:29" parsed="|Luke|17|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.29" />
<sup>29</sup>καθ' ην δε ημεραν εξηλθεν ο Λωτ απο Σοδομων, εβρεξε πυρ και θειον απ' ουρανου και απωλεσεν απαντας.
<scripture passage="Luke 17:30" parsed="|Luke|17|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.30" />
<sup>30</sup>Ωσαυτως θελει εισθαι καθ' ην ημεραν ο Υιος του ανθρωπου θελει φανερωθη.
<scripture passage="Luke 17:31" parsed="|Luke|17|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.31" />
<sup>31</sup>Κατ' εκεινην την ημεραν οστις ευρεθη επι του δωματος και τα σκευη αυτου εν τη οικια, ας μη καταβη δια να λαβη αυτα, και οστις εν τω αγρω ομοιως ας μη επιστρεψη εις τα οπισω.
<scripture passage="Luke 17:32" parsed="|Luke|17|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.32" />
<sup>32</sup>Ενθυμεισθε την γυναικα του Λωτ.
<scripture passage="Luke 17:33" parsed="|Luke|17|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.33" />
<sup>33</sup>Οστις ζητηση να σωση την ζωην αυτου, θελει απολεσει αυτην, και οστις απολεση αυτην, θελει διαφυλαξει αυτην.
<scripture passage="Luke 17:34" parsed="|Luke|17|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.34" />
<sup>34</sup>Σας λεγω, Εν τη νυκτι εκεινη θελουσιν εισθαι δυο επι μιας κλινης, ο εις παραλαμβανεται και ο αλλος αφινεται·
<scripture passage="Luke 17:35" parsed="|Luke|17|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.35" />
<sup>35</sup>δυο γυναικες θελουσιν αλεθει ομου, η μια παραλαμβανεται και η αλλη αφινεται·
<scripture passage="Luke 17:36" parsed="|Luke|17|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.36" />
<sup>36</sup>δυο θελουσιν εισθαι εν τω αγρω, ο εις παραλαμβανεται και ο αλλος αφινεται.
<scripture passage="Luke 17:37" parsed="|Luke|17|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.17.37" />
<sup>37</sup>Και αποκριθεντες λεγουσι προς αυτον· Που, Κυριε; Ο δε ειπε προς αυτους· Οπου ειναι το σωμα, εκει θελουσι συναχθη οι αετοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 18" progress="84.85%" prev="Luke.17" next="Luke.19" id="Luke.18">
<h3 id="Luke.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Luke.18-p1">
<scripture passage="Luke 18:1" parsed="|Luke|18|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.1" />
<sup>1</sup>Ελεγε δε και παραβολην προς αυτους περι του οτι πρεπει παντοτε να προσευχωνται και να μη αποκαμνωσι,
<scripture passage="Luke 18:2" parsed="|Luke|18|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.2" />
<sup>2</sup>λεγων· Κριτης τις ητο εν τινι πολει, οστις τον Θεον δεν εφοβειτο και ανθρωπον δεν εντρεπετο.
<scripture passage="Luke 18:3" parsed="|Luke|18|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.3" />
<sup>3</sup>Ητο δε χηρα τις εν εκεινη τη πολει και ηρχετο προς αυτον, λεγουσα· Εκδικησον με απο του αντιδικου μου.
<scripture passage="Luke 18:4" parsed="|Luke|18|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.4" />
<sup>4</sup>Και μεχρι τινος δεν ηθελησε· μετα δε ταυτα ειπε καθ' εαυτον· Αν και τον Θεον δεν φοβωμαι και ανθρωπον δεν εντρεπωμαι,
<scripture passage="Luke 18:5" parsed="|Luke|18|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.5" />
<sup>5</sup>τουλαχιστον επειδη με ενοχλει η χηρα αυτη, ας εκδικησω αυτην, δια να μη ερχηται παντοτε και με βασανιζη.
<scripture passage="Luke 18:6" parsed="|Luke|18|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.6" />
<sup>6</sup>Και ειπεν ο Κυριος· Ακουσατε τι λεγει ο αδικος κριτης·
<scripture passage="Luke 18:7" parsed="|Luke|18|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.7" />
<sup>7</sup>ο δε Θεος δεν θελει καμει την εκδικησιν των εκλεκτων αυτου των βοωντων προς αυτον ημεραν και νυκτα, αν και μακροθυμη δι' αυτους;
<scripture passage="Luke 18:8" parsed="|Luke|18|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.8" />
<sup>8</sup>σας λεγω οτι θελει καμει την εκδικησιν αυτων ταχεως. Πλην ο Υιος του ανθρωπου, οταν ελθη, αρα γε θελει ευρει την πιστιν επι της γης;
<scripture passage="Luke 18:9" parsed="|Luke|18|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.9" />
<sup>9</sup>Ειπε δε και προς τινας, τους θαρρουντας εις εαυτους οτι ειναι δικαιοι και καταφρονουντας τους λοιπους, την παραβολην ταυτην·
<scripture passage="Luke 18:10" parsed="|Luke|18|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.10" />
<sup>10</sup>Ανθρωποι δυο ανεβησαν εις το ιερον δια να προσευχηθωσιν, ο εις Φαρισαιος και ο αλλος τελωνης.
<scripture passage="Luke 18:11" parsed="|Luke|18|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.11" />
<sup>11</sup>Ο Φαρισαιος σταθεις προσηυχετο καθ' εαυτον ταυτα· Ευχαριστω σοι, Θεε, οτι δεν ειμαι καθως οι λοιποι ανθρωποι, αρπαγες, αδικοι, μοιχοι, η και καθως ουτος ο τελωνης·
<scripture passage="Luke 18:12" parsed="|Luke|18|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.12" />
<sup>12</sup>νηστευω δις της εβδομαδος, αποδεκατιζω παντα οσα εχω.
<scripture passage="Luke 18:13" parsed="|Luke|18|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.13" />
<sup>13</sup>Και ο τελωνης μακροθεν ισταμενος, δεν ηθελεν ουδε τους οφθαλμους να υψωση εις τον ουρανον, αλλ' ετυπτεν εις το στηθος αυτου, λεγων· Ο Θεος, ιλασθητι μοι τω αμαρτωλω.
<scripture passage="Luke 18:14" parsed="|Luke|18|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.14" />
<sup>14</sup>Σας λεγω, Κατεβη ουτος εις τον οικον αυτου δεδικαιωμενος μαλλον παρα εκεινος· διοτι πας ο υψων εαυτον θελει ταπεινωθη, ο δε ταπεινων εαυτον θελει υψωθη.
<scripture passage="Luke 18:15" parsed="|Luke|18|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.15" />
<sup>15</sup>Εφερον δε προς αυτον και τα βρεφη, δια να εγγιζη αυτα· ιδοντες δε οι μαθηται, επεπληξαν αυτους.
<scripture passage="Luke 18:16" parsed="|Luke|18|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.16" />
<sup>16</sup>Ο Ιησους ομως προσκαλεσας αυτα, ειπεν· Αφησατε τα παιδια να ερχωνται προς εμε, και μη εμποδιζετε αυτα· διοτι των τοιουτων ειναι η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 18:17" parsed="|Luke|18|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.17" />
<sup>17</sup>Αληθως σας λεγω, Οστις δεν δεχθη την βασιλειαν του Θεου ως παιδιον, δεν θελει εισελθει εις αυτην.
<scripture passage="Luke 18:18" parsed="|Luke|18|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.18" />
<sup>18</sup>Και αρχων τις ηρωτησεν αυτον λεγων· Διδασκαλε αγαθε, τι να πραξω δια να κληρονομησω ζωην αιωνιον;
<scripture passage="Luke 18:19" parsed="|Luke|18|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.19" />
<sup>19</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Τι με λεγεις αγαθον; ουδεις αγαθος ειμη εις ο Θεος.
<scripture passage="Luke 18:20" parsed="|Luke|18|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.20" />
<sup>20</sup>Τας εντολας εξευρεις· Μη μοιχευσης, Μη φονευσης, Μη κλεψης, Μη ψευδομαρτυρησης, Τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου.
<scripture passage="Luke 18:21" parsed="|Luke|18|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.21" />
<sup>21</sup>Ο δε ειπε· Ταυτα παντα εφυλαξα εκ νεοτητος μου.
<scripture passage="Luke 18:22" parsed="|Luke|18|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.22" />
<sup>22</sup>Ακουσας δε ταυτα ο Ιησους, ειπε προς αυτον· Ετι εν σοι λειπει· παντα οσα εχεις πωλησον και διαμοιρασον εις πτωχους, και θελεις εχει θησαυρον εν ουρανω, και ελθε, ακολουθει μοι.
<scripture passage="Luke 18:23" parsed="|Luke|18|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.23" />
<sup>23</sup>Ο δε ακουσας ταυτα εγεινε περιλυπος διοτι ητο πλουσιος σφοδρα.
<scripture passage="Luke 18:24" parsed="|Luke|18|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.24" />
<sup>24</sup>Ιδων δε αυτον ο Ιησους περιλυπον γενομενον, ειπε· Πως δυσκολως θελουσιν εισελθει εις την βασιλειαν του Θεου οι εχοντες τα χρηματα·
<scripture passage="Luke 18:25" parsed="|Luke|18|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.25" />
<sup>25</sup>διοτι ευκολωτερον ειναι να περαση καμηλος δια τρυπης βελονης, παρα πλουσιος να εισελθη εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Luke 18:26" parsed="|Luke|18|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.26" />
<sup>26</sup>Ειπον δε οι ακουσαντες· Και τις δυναται να σωθη;
<scripture passage="Luke 18:27" parsed="|Luke|18|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.27" />
<sup>27</sup>Ο δε ειπε· Τα αδυνατα παρα ανθρωποις ειναι δυνατα παρα τω Θεω.
<scripture passage="Luke 18:28" parsed="|Luke|18|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.28" />
<sup>28</sup>Ειπε δε ο Πετρος· Ιδου, ημεις αφηκαμεν παντα και σε ηκολουθησαμεν.
<scripture passage="Luke 18:29" parsed="|Luke|18|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.29" />
<sup>29</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Αληθως σας λεγω οτι δεν ειναι ουδεις, οστις αφηκεν οικιαν η γονεις η αδελφους η γυναικα η τεκνα ενεκεν της βασιλειας του Θεου,
<scripture passage="Luke 18:30" parsed="|Luke|18|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.30" />
<sup>30</sup>οστις δεν θελει απολαυσει πολλαπλασια εν τω καιρω τουτω και εν τω ερχομενω αιωνι ζωην αιωνιον.
<scripture passage="Luke 18:31" parsed="|Luke|18|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.31" />
<sup>31</sup>Παραλαβων δε τους δωδεκα, ειπε προς αυτους· Ιδου, αναβαινομεν εις Ιεροσολυμα, και θελουσιν εκτελεσθη παντα τα γεγραμμενα δια των προφητων εις τον Υιον του ανθρωπου.
<scripture passage="Luke 18:32" parsed="|Luke|18|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.32" />
<sup>32</sup>Διοτι θελει παραδοθη εις τα εθνη και θελει εμπαιχθη και υβρισθη και εμπτυσθη,
<scripture passage="Luke 18:33" parsed="|Luke|18|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.33" />
<sup>33</sup>και μαστιγωσαντες θελουσι θανατωσει αυτον, και τη τριτη ημερα θελει αναστηθη.
<scripture passage="Luke 18:34" parsed="|Luke|18|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.34" />
<sup>34</sup>Και αυτοι δεν ενοησαν ουδεν εκ τουτων, και ητο ο λογος ουτος κεκρυμμενος απ' αυτων, και δεν ενοουν τα λεγομενα.
<scripture passage="Luke 18:35" parsed="|Luke|18|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.35" />
<sup>35</sup>Οτε δε επλησιαζεν εις την Ιεριχω, τυφλος τις εκαθητο παρα την οδον ζητων·
<scripture passage="Luke 18:36" parsed="|Luke|18|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.36" />
<sup>36</sup>ακουσας δε οχλον διαβαινοντα, ηρωτα τι ειναι τουτο.
<scripture passage="Luke 18:37" parsed="|Luke|18|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.37" />
<sup>37</sup>Απηγγειλαν δε προς αυτον οτι Ιησους ο Ναζωραιος διαβαινει.
<scripture passage="Luke 18:38" parsed="|Luke|18|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.38" />
<sup>38</sup>Και εφωναξε λεγων· Ιησου, υιε του Δαβιδ, ελεησον με.
<scripture passage="Luke 18:39" parsed="|Luke|18|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.39" />
<sup>39</sup>Και οι προπορευομενοι επεπληττον αυτον δια να σιωπηση· αλλ' αυτος πολλω μαλλον εκραζεν· Υιε του Δαβιδ, ελεησον με.
<scripture passage="Luke 18:40" parsed="|Luke|18|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.40" />
<sup>40</sup>Σταθεις δε ο Ιησους, προσεταξε να φερθη προς αυτον. Και αφου επλησιασεν, ηρωτησεν αυτον
<scripture passage="Luke 18:41" parsed="|Luke|18|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.41" />
<sup>41</sup>λεγων· Τι θελεις να σοι καμω; Ο δε ειπε· Κυριε, να αναβλεψω.
<scripture passage="Luke 18:42" parsed="|Luke|18|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.42" />
<sup>42</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Αναβλεψον· η πιστις σου σε εσωσε.
<scripture passage="Luke 18:43" parsed="|Luke|18|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.18.43" />
<sup>43</sup>Και παρευθυς ανεβλεψε και ηκολουθει αυτον δοξαζων τον Θεον· και πας ο λαος ιδων ηνεσε τον Θεον.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 19" progress="84.96%" prev="Luke.18" next="Luke.20" id="Luke.19">
<h3 id="Luke.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Luke.19-p1">
<scripture passage="Luke 19:1" parsed="|Luke|19|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.1" />
<sup>1</sup>Και εισελθων διηρχετο την Ιεριχω·
<scripture passage="Luke 19:2" parsed="|Luke|19|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.2" />
<sup>2</sup>και ιδου, ανθρωπος ονομαζομενος Ζακχαιος, οστις ητο αρχιτελωνης, και ουτος ητο πλουσιος,
<scripture passage="Luke 19:3" parsed="|Luke|19|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.3" />
<sup>3</sup>και εζητει να ιδη τον Ιησουν τις ειναι, και δεν ηδυνατο δια τον οχλον, διοτι ητο μικρος το αναστημα.
<scripture passage="Luke 19:4" parsed="|Luke|19|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.4" />
<sup>4</sup>και δραμων εμπρος ανεβη επι συκομορεαν δια να ιδη αυτον· επειδη δι' εκεινης της οδου εμελλε να περαση.
<scripture passage="Luke 19:5" parsed="|Luke|19|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.5" />
<sup>5</sup>Και ως ηλθεν εις τον τοπον ο Ιησους, αναβλεψας ειδεν αυτον και ειπε προς αυτον· Ζακχαιε, καταβα ταχεως· διοτι σημερον πρεπει να μεινω εν τω οικω σου.
<scripture passage="Luke 19:6" parsed="|Luke|19|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.6" />
<sup>6</sup>Και κατεβη ταχεως και υπεδεχθη αυτον μετα χαρας.
<scripture passage="Luke 19:7" parsed="|Luke|19|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.7" />
<sup>7</sup>Και ιδοντες απαντες εγογγυζον, λεγοντες οτι εις αμαρτωλον ανθρωπον εισηλθε να καταλυση.
<scripture passage="Luke 19:8" parsed="|Luke|19|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.8" />
<sup>8</sup>Σταθεις δε ο Ζακχαιος, ειπε προς τον Κυριον· Ιδου, τα ημιση των υπαρχοντων μου, Κυριε, διδω εις τους πτωχους, και εαν εσυκοφαντησα τινα εις τι, αποδιδω τετραπλουν.
<scripture passage="Luke 19:9" parsed="|Luke|19|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.9" />
<sup>9</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Ιησους οτι, Σημερον εγεινε σωτηρια εις τον οικον τουτον, καθοτι και αυτος υιος του Αβρααμ ειναι.
<scripture passage="Luke 19:10" parsed="|Luke|19|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ο Υιος του ανθρωπου ηλθε να ζητηση και να σωση το απολωλος.
<scripture passage="Luke 19:11" parsed="|Luke|19|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.11" />
<sup>11</sup>Και ενω αυτοι ηκουον ταυτα, προσθεσας ειπε παραβολην, διοτι ητο πλησιον της Ιερουσαλημ και αυτοι ενομιζον οτι η βασιλεια του Θεου εμελλεν ευθυς να φανη·
<scripture passage="Luke 19:12" parsed="|Luke|19|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.12" />
<sup>12</sup>ειπε λοιπον· Ανθρωπος τις ευγενης υπηγεν εις χωραν μακραν δια να λαβη εις εαυτον βασιλειαν και να υποστρεψη.
<scripture passage="Luke 19:13" parsed="|Luke|19|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.13" />
<sup>13</sup>Και καλεσας δεκα δουλους εαυτου, εδωκεν εις αυτους δεκα μνας και ειπε προς αυτους· Πραγματευθητε εωσου ελθω.
<scripture passage="Luke 19:14" parsed="|Luke|19|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.14" />
<sup>14</sup>Οι συμπολιται αυτου ομως εμισουν αυτον και απεστειλαν κατοπιν αυτου πρεσβεις, λεγοντες· Δεν θελομεν τουτον να βασιλευση εφ' ημας.
<scripture passage="Luke 19:15" parsed="|Luke|19|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.15" />
<sup>15</sup>Και αφου υπεστρεψε λαβων την βασιλειαν, ειπε να προσκληθωσι προς αυτον οι δουλοι εκεινοι, εις τους οποιους εδωκε το αργυριον, δια να μαθη τι εκερδησεν εκαστος.
<scripture passage="Luke 19:16" parsed="|Luke|19|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.16" />
<sup>16</sup>Και ηλθεν ο πρωτος, λεγων· Κυριε, η μνα σου εκερδησε δεκα μνας.
<scripture passage="Luke 19:17" parsed="|Luke|19|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.17" />
<sup>17</sup>Και ειπε προς αυτον· Ευγε, αγαθε δουλε· επειδη εις το ελαχιστον εφανης πιστος, εχε εξουσιαν επανω δεκα πολεων.
<scripture passage="Luke 19:18" parsed="|Luke|19|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.18" />
<sup>18</sup>Και ηλθεν ο δευτερος, λεγων· Κυριε, η μνα σου εκαμε πεντε μνας.
<scripture passage="Luke 19:19" parsed="|Luke|19|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.19" />
<sup>19</sup>Ειπε δε και προς τουτον· Και συ γενου εξουσιαστης επανω πεντε πολεων.
<scripture passage="Luke 19:20" parsed="|Luke|19|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.20" />
<sup>20</sup>Ηλθε και αλλος, λεγων· Κυριε, ιδου η μνα σου, την οποιαν ειχον πεφυλαγμενην εν μανδηλιω.
<scripture passage="Luke 19:21" parsed="|Luke|19|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.21" />
<sup>21</sup>Διοτι σε εφοβουμην, επειδη εισαι ανθρωπος αυστηρος· λαμβανεις ο, τι δεν κατεβαλες, και θεριζεις ο, τι δεν εσπειρας.
<scripture passage="Luke 19:22" parsed="|Luke|19|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.22" />
<sup>22</sup>Και λεγει προς αυτον· Εκ του στοματος σου θελω σε κρινει, πονηρε δουλε· ηξευρες οτι εγω ειμαι ανθρωπος αυστηρος, λαμβανων ο, τι δεν κατεβαλον, και θεριζων ο, τι δεν εσπειρα·
<scripture passage="Luke 19:23" parsed="|Luke|19|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.23" />
<sup>23</sup>δια τι λοιπον δεν εδωκας το αργυριον μου εις την τραπεζαν, ωστε εγω ελθων ηθελον συναξει αυτο μετα του τοκου;
<scripture passage="Luke 19:24" parsed="|Luke|19|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.24" />
<sup>24</sup>Και ειπε προς τους παρεστωτας· Αφαιρεσατε απ' αυτου την μναν και δοτε εις τον εχοντα τας δεκα μνας.
<scripture passage="Luke 19:25" parsed="|Luke|19|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.25" />
<sup>25</sup>Και ειπον προς αυτον· Κυριε, εχει δεκα μνας.
<scripture passage="Luke 19:26" parsed="|Luke|19|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.26" />
<sup>26</sup>Διοτι σας λεγω οτι εις παντα τον εχοντα θελει δοθη, απο δε του μη εχοντος και ο, τι εχει θελει αφαιρεθη απ' αυτου.
<scripture passage="Luke 19:27" parsed="|Luke|19|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.27" />
<sup>27</sup>Πλην τους εχθρους μου εκεινους, οιτινες δεν με ηθελησαν να βασιλευσω επ' αυτους, φερετε εδω και κατασφαξατε εμπροσθεν μου.
<scripture passage="Luke 19:28" parsed="|Luke|19|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.28" />
<sup>28</sup>Και ειπων ταυτα, προεχωρει αναβαινων εις Ιεροσολυμα.
<scripture passage="Luke 19:29" parsed="|Luke|19|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.29" />
<sup>29</sup>Και ως επλησιασεν εις Βηθφαγη και Βηθανιαν, προς το ορος το καλουμενον Ελαιων, απεστειλε δυο των μαθητων αυτου,
<scripture passage="Luke 19:30" parsed="|Luke|19|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.30" />
<sup>30</sup>ειπων· Υπαγετε εις την κατεναντι κωμην, εις την οποιαν εμβαινοντες θελετε ευρει πωλαριον δεδεμενον, επι του οποιου ουδεις ανθρωπος εκαθησε ποτε· λυσατε αυτο και φερετε.
<scripture passage="Luke 19:31" parsed="|Luke|19|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.31" />
<sup>31</sup>Και εαν τις σας ερωτηση, Δια τι λυετε αυτο ουτω θελετε ειπει προς αυτον, Οτι ο Κυριος εχει χρειαν αυτου.
<scripture passage="Luke 19:32" parsed="|Luke|19|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.32" />
<sup>32</sup>Υπηγαν δε οι απεσταλμενοι και ευρον καθως ειπε προς αυτους·
<scripture passage="Luke 19:33" parsed="|Luke|19|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.33" />
<sup>33</sup>και ενω ελυον το πωλαριον, ειπον προς αυτους οι κυριοι αυτου· Δια τι λυετε το πωλαριον;
<scripture passage="Luke 19:34" parsed="|Luke|19|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.34" />
<sup>34</sup>Οι δε ειπον· Ο Κυριος εχει χρειαν αυτου,
<scripture passage="Luke 19:35" parsed="|Luke|19|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.35" />
<sup>35</sup>και εφεραν αυτο προς τον Ιησουν· και ριψαντες επι το πωλαριον τα ιματια αυτων, επεκαθισαν τον Ιησουν.
<scripture passage="Luke 19:36" parsed="|Luke|19|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.36" />
<sup>36</sup>Ενω δε επορευετο, υπεστρωνον τα ιματια αυτων εις την οδον.
<scripture passage="Luke 19:37" parsed="|Luke|19|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.37" />
<sup>37</sup>Και οτε επλησιαζεν ηδη εις την καταβασιν του ορους των Ελαιων, ηρχισαν απαν το πληθος των μαθητων χαιροντες να υμνωσι τον Θεον μεγαλοφωνως δια παντα τα θαυματα, τα οποια ειδον,
<scripture passage="Luke 19:38" parsed="|Luke|19|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.38" />
<sup>38</sup>λεγοντες· Ευλογημενος ο ερχομενος Βασιλευς εν ονοματι του Κυριου· ειρηνη εν ουρανω, και δοξα εν υψιστοις.
<scripture passage="Luke 19:39" parsed="|Luke|19|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.39" />
<sup>39</sup>Και τινες των Φαρισαιων απο του οχλου ειπον προς αυτον· Διδασκαλε, επιπληξον τους μαθητας σου.
<scripture passage="Luke 19:40" parsed="|Luke|19|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.40" />
<sup>40</sup>Και αποκριθεις ειπε προς αυτους· Σας λεγω οτι εαν ουτοι σιωπησωσιν, οι λιθοι θελουσι φωναξει.
<scripture passage="Luke 19:41" parsed="|Luke|19|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.41" />
<sup>41</sup>Και οτε επλησιασεν, ιδων την πολιν εκλαυσεν επ' αυτην,
<scripture passage="Luke 19:42" parsed="|Luke|19|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.42" />
<sup>42</sup>λεγων, Ειθε να εγνωριζες και συ, τουλαχιστον εν τη ημερα σου ταυτη, τα προς ειρηνην σου αποβλεποντα· αλλα τωρα εκρυφθησαν απο των οφθαλμων σου·
<scripture passage="Luke 19:43" parsed="|Luke|19|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.43" />
<sup>43</sup>διοτι θελουσιν ελθει ημεραι επι σε και οι εχθροι σου θελουσι καμει χαρακωμα περι σε, και θελουσι σε περικυκλωσει και θελουσι σε στενοχωρησει πανταχοθεν,
<scripture passage="Luke 19:44" parsed="|Luke|19|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.44" />
<sup>44</sup>και θελουσι κατεδαφισει σε και τα τεκνα σου εν σοι, και δεν θελουσιν αφησει εν σοι λιθον επι λιθον, διοτι δεν εγνωρισας τον καιρον της επισκεψεως σου.
<scripture passage="Luke 19:45" parsed="|Luke|19|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.45" />
<sup>45</sup>Και εισελθων εις το ιερον, ηρχισε να εκβαλλη τους πωλουντας εν αυτω και αγοραζοντας,
<scripture passage="Luke 19:46" parsed="|Luke|19|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.46" />
<sup>46</sup>λεγων προς αυτους· Ειναι γεγραμμενον, Ο οικος μου ειναι οικος προσευχης· σεις δε εκαμετε αυτον σπηλαιον ληστων.
<scripture passage="Luke 19:47" parsed="|Luke|19|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.47" />
<sup>47</sup>Και εδιδασκε καθ' ημεραν εν τω ιερω οι δε αρχιερεις και οι γραμματεις και οι πρωτοι του λαου εζητουν να απολεσωσιν αυτον.
<scripture passage="Luke 19:48" parsed="|Luke|19|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.19.48" />
<sup>48</sup>Και δεν ευρισκον το τι να πραξωσι· διοτι πας ο λαος ητο προσηλωμενος εις το να ακουη αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 20" progress="85.08%" prev="Luke.19" next="Luke.21" id="Luke.20">
<h3 id="Luke.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Luke.20-p1">
<scripture passage="Luke 20:1" parsed="|Luke|20|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.1" />
<sup>1</sup>Και εν μια των ημερων εκεινων, ενω αυτος εδιδασκε τον λαον εν τω ιερω, και ευηγγελιζετο, ηλθον εξαιφνης οι αρχιερεις και οι γραμματεις μετα των πρεσβυτερων
<scripture passage="Luke 20:2" parsed="|Luke|20|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.2" />
<sup>2</sup>και ειπον προς αυτον, λεγοντες· Ειπε προς ημας εν ποια εξουσια πραττεις ταυτα, η τις ειναι οστις σοι εδωκε την εξουσιαν ταυτην;
<scripture passage="Luke 20:3" parsed="|Luke|20|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.3" />
<sup>3</sup>Αποκριθεις δε ειπε προς αυτους· Θελω σας ερωτησει και εγω ενα λογον, και ειπατε μοι·
<scripture passage="Luke 20:4" parsed="|Luke|20|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.4" />
<sup>4</sup>το βαπτισμα του Ιωαννου εξ ουρανου ητο η εξ ανθρωπων;
<scripture passage="Luke 20:5" parsed="|Luke|20|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.5" />
<sup>5</sup>Οι δε εσυλλογισθησαν καθ' εαυτους λεγοντες, οτι Εαν ειπωμεν, Εξ ουρανου, θελει ειπει, Δια τι λοιπον δεν επιστευσατε εις αυτον;
<scripture passage="Luke 20:6" parsed="|Luke|20|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.6" />
<sup>6</sup>Εαν δε ειπωμεν, Εξ ανθρωπων, πας ο λαος θελει μας λιθοβολησει· επειδη ειναι πεπεισμενοι οτι ο Ιωαννης ειναι προφητης.
<scripture passage="Luke 20:7" parsed="|Luke|20|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.7" />
<sup>7</sup>Και απεκριθησαν οτι δεν εξευρουσι ποθεν ητο.
<scripture passage="Luke 20:8" parsed="|Luke|20|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.8" />
<sup>8</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτους· Ουδε εγω σας λεγω εν ποια εξουσια πραττω ταυτα.
<scripture passage="Luke 20:9" parsed="|Luke|20|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.9" />
<sup>9</sup>Ηρχισε δε να λεγη προς τον λαον την παραβολην ταυτην· Ανθρωπος τις εφυτευσεν αμπελωνα, και εμισθωσεν αυτον εις γεωργους, και απεδημησε πολυν καιρον.
<scripture passage="Luke 20:10" parsed="|Luke|20|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.10" />
<sup>10</sup>Και εν τω καιρω των καρπων απεστειλε προς τους γεωργους δουλον δια να δωσωσιν εις αυτον απο του καρπου του αμπελωνος· οι γεωργοι ομως δειραντες αυτον εξαπεστειλαν κενον·
<scripture passage="Luke 20:11" parsed="|Luke|20|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.11" />
<sup>11</sup>Και παλιν επεμψεν αλλον δουλον. Πλην αυτοι δειραντες και εκεινον και ατιμασαντες εξαπεστειλαν κενον.
<scripture passage="Luke 20:12" parsed="|Luke|20|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.12" />
<sup>12</sup>Και παλιν επεμψε τριτον. Αλλ' εκεινοι και τουτον πληγωσαντες απεδιωξαν.
<scripture passage="Luke 20:13" parsed="|Luke|20|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.13" />
<sup>13</sup>Ειπε δε ο κυριος του αμπελωνος· Τι να καμω; ας πεμψω τον υιον μου τον αγαπητον· ισως ιδοντες τουτον θελουσιν εντραπει.
<scripture passage="Luke 20:14" parsed="|Luke|20|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.14" />
<sup>14</sup>Πλην ιδοντες αυτον οι γεωργοι, διελογιζοντο καθ' εαυτους λεγοντες· Ουτος ειναι ο κληρονομος· ελθετε ας φονευσωμεν αυτον, δια να γεινη ημων η κληρονομια.
<scripture passage="Luke 20:15" parsed="|Luke|20|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.15" />
<sup>15</sup>Και εκβαλοντες αυτον εξω του αμπελωνος, εφονευσαν· Τι λοιπον θελει καμει εις αυτους ο κυριος του αμπελωνος;
<scripture passage="Luke 20:16" parsed="|Luke|20|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.16" />
<sup>16</sup>Θελει ελθει και απολεσει τους γεωργους τουτους, και θελει δωσει τον αμπελωνα εις αλλους. Ακουσαντες δε ειπον· Μη γενοιτο.
<scripture passage="Luke 20:17" parsed="|Luke|20|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.17" />
<sup>17</sup>Ο δε εμβλεψας εις αυτους ειπε· Τι λοιπον ειναι τουτο το γεγραμμενον, Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας;
<scripture passage="Luke 20:18" parsed="|Luke|20|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.18" />
<sup>18</sup>Πας οστις πεση επι τον λιθον εκεινον θελει συντριφθη· εις οντινα δε επιπεση, θελει κατασυντριψει αυτον.
<scripture passage="Luke 20:19" parsed="|Luke|20|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.19" />
<sup>19</sup>Και εζητησαν οι αρχιερεις και οι γραμματεις να βαλωσιν επ' αυτον τας χειρας εν αυτη τη ωρα, πλην εφοβηθησαν τον λαον· διοτι ηνοησαν οτι προς αυτους ειπε την παραβολην ταυτην.
<scripture passage="Luke 20:20" parsed="|Luke|20|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.20" />
<sup>20</sup>Και παραφυλαξαντες απεστειλαν ενεδρευτας, υποκρινομενους οτι ειναι δικαιοι, επι σκοπω να πιασωσιν αυτον απο λογου, δια να παραδωσωσιν αυτον εις την αρχην και εις την εξουσιαν του ηγεμονος.
<scripture passage="Luke 20:21" parsed="|Luke|20|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.21" />
<sup>21</sup>Και ηρωτησαν αυτον λεγοντες· Διδασκαλε, εξευρομεν οτι ορθως ομιλεις και διδασκεις και δεν βλεπεις εις προσωπον, αλλ' επ' αληθειας την οδον του Θεου διδασκεις·
<scripture passage="Luke 20:22" parsed="|Luke|20|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.22" />
<sup>22</sup>ειναι συγκεχωρημενον εις ημας να δωσωμεν φορον εις τον Καισαρα η ουχι;
<scripture passage="Luke 20:23" parsed="|Luke|20|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.23" />
<sup>23</sup>Εννοησας δε την πανουργιαν αυτων, ειπε προς αυτους· Τι με πειραζετε;
<scripture passage="Luke 20:24" parsed="|Luke|20|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.24" />
<sup>24</sup>δειξατε μοι δηναριον· τινος εικονα εχει και επιγραφην; Και αποκριθεντες ειπον· Του Καισαρος.
<scripture passage="Luke 20:25" parsed="|Luke|20|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.25" />
<sup>25</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Αποδοτε λοιπον τα του Καισαρος εις τον Καισαρα και τα του Θεου εις τον Θεον.
<scripture passage="Luke 20:26" parsed="|Luke|20|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.26" />
<sup>26</sup>Και δεν ηδυνηθησαν να πιασωσιν αυτον απο λογου εμπροσθεν του λαου, και θαυμασαντες δια την αποκρισιν αυτου εσιωπησαν.
<scripture passage="Luke 20:27" parsed="|Luke|20|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.27" />
<sup>27</sup>Προσελθοντες δε τινες των Σαδδουκαιων, οιτινες αρνουνται οτι ειναι αναστασις, ηρωτησαν αυτον,
<scripture passage="Luke 20:28" parsed="|Luke|20|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.28" />
<sup>28</sup>λεγοντες· Διδασκαλε, ο Μωυσης μας εγραψεν· Εαν τινος ο αδελφος αποθανη εχων γυναικα, και ουτος αποθανη ατεκνος, να λαβη ο αδελφος αυτου την γυναικα και να εξαναστηση σπερμα εις τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="Luke 20:29" parsed="|Luke|20|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.29" />
<sup>29</sup>Ησαν λοιπον επτα αδελφοι· και ο πρωτος λαβων γυναικα, απεθανεν ατεκνος·
<scripture passage="Luke 20:30" parsed="|Luke|20|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.30" />
<sup>30</sup>και ελαβεν ο δευτερος την γυναικα, και ουτος απεθανεν ατεκνος·
<scripture passage="Luke 20:31" parsed="|Luke|20|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.31" />
<sup>31</sup>και ο τριτος ελαβεν αυτην· ωσαυτως δε και οι επτα· και δεν αφηκαν τεκνα, και απεθανον.
<scripture passage="Luke 20:32" parsed="|Luke|20|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.32" />
<sup>32</sup>Υστερον δε παντων απεθανε και η γυνη.
<scripture passage="Luke 20:33" parsed="|Luke|20|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.33" />
<sup>33</sup>Εν τη αναστασει λοιπον τινος αυτων γινεται γυνη; διοτι και οι επτα ελαβον αυτην γυναικα.
<scripture passage="Luke 20:34" parsed="|Luke|20|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.34" />
<sup>34</sup>Και ο Ιησους αποκριθεις ειπε προς αυτους· οι υιοι του αιωνος τουτου νυμφευουσι και νυμφευονται·
<scripture passage="Luke 20:35" parsed="|Luke|20|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.35" />
<sup>35</sup>οι δε καταξιωθεντες να απολαυσωσιν εκεινον τον αιωνα και την εκ νεκρων αναστασιν ουτε νυμφευουσιν ουτε νυμφευονται·
<scripture passage="Luke 20:36" parsed="|Luke|20|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.36" />
<sup>36</sup>διοτι ουτε να αποθανωσι πλεον δυνανται· επειδη ειναι ισαγγελοι και ειναι υιοι του Θεου, οντες υιοι της αναστασεως.
<scripture passage="Luke 20:37" parsed="|Luke|20|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.37" />
<sup>37</sup>Οτι δε εγειρονται οι νεκροι, και ο Μωυσης εφανερωσεν επι της βατου, οτε λεγει Κυριον τον Θεον του Αβρααμ και τον Θεον του Ισαακ και τον Θεον του Ιακωβ.
<scripture passage="Luke 20:38" parsed="|Luke|20|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Θεος δεν ειναι νεκρων, αλλα ζωντων· διοτι παντες ζωσι εν αυτω.
<scripture passage="Luke 20:39" parsed="|Luke|20|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.39" />
<sup>39</sup>Αποκριθεντες δε τινες των γραμματεων ειπον· Διδασκαλε, καλως ειπας.
<scripture passage="Luke 20:40" parsed="|Luke|20|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.40" />
<sup>40</sup>Και δεν ετολμων πλεον να ερωτωσιν αυτον ουδεν.
<scripture passage="Luke 20:41" parsed="|Luke|20|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.41" />
<sup>41</sup>Ειπε δε προς αυτους· Πως λεγουσι τον Χριστον οτι ειναι υιος του Δαβιδ;
<scripture passage="Luke 20:42" parsed="|Luke|20|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.42" />
<sup>42</sup>Και αυτος ο Δαβιδ λεγει εν τη βιβλω των ψαλμων· Ειπεν ο Κυριος προς τον Κυριον μου, καθου εκ δεξιων μου,
<scripture passage="Luke 20:43" parsed="|Luke|20|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.43" />
<sup>43</sup>εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου.
<scripture passage="Luke 20:44" parsed="|Luke|20|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.44" />
<sup>44</sup>Ο Δαβιδ λοιπον ονομαζει αυτον Κυριον· και πως ειναι υιος αυτου;
<scripture passage="Luke 20:45" parsed="|Luke|20|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.45" />
<sup>45</sup>Και ενω ηκουε πας ο λαος, ειπε προς τους μαθητας αυτου·
<scripture passage="Luke 20:46" parsed="|Luke|20|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.46" />
<sup>46</sup>Προσεχετε απο των γραμματεων, οιτινες θελουσι να περιπατωσιν εστολισμενοι και αγαπωσιν ασπασμους εν ταις αγοραις και πρωτοκαθεδριας εν ταις συναγωγαις και τους πρωτους τοπους εν τοις δειπνοις,
<scripture passage="Luke 20:47" parsed="|Luke|20|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.20.47" />
<sup>47</sup>οιτινες κατατρωγουσι τας οικιας των χηρων, και τουτο επι προφασει οτι καμνουσι μακρας προσευχας· ουτοι θελουσι λαβει μεγαλητεραν καταδικην.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 21" progress="85.20%" prev="Luke.20" next="Luke.22" id="Luke.21">
<h3 id="Luke.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Luke.21-p1">
<scripture passage="Luke 21:1" parsed="|Luke|21|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.1" />
<sup>1</sup>Αναβλεψας δε ειδε τους πλουσιους, τους βαλλοντας τα δωρα αυτων εις το γαζοφυλακιον·
<scripture passage="Luke 21:2" parsed="|Luke|21|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.2" />
<sup>2</sup>ειδε δε και χηραν τινα πτωχην, βαλλουσαν εκει δυο λεπτα,
<scripture passage="Luke 21:3" parsed="|Luke|21|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.3" />
<sup>3</sup>και ειπεν· Αληθως σας λεγω οτι η πτωχη αυτη χηρα εβαλε περισσοτερον παντων·
<scripture passage="Luke 21:4" parsed="|Luke|21|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.4" />
<sup>4</sup>διοτι απαντες ουτοι εκ του περισσευματος αυτων εβαλον εις τα δωρα του Θεου, αυτη ομως εκ του υστερηματος αυτης εβαλεν ολην την περιουσιαν οσην ειχε.
<scripture passage="Luke 21:5" parsed="|Luke|21|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.5" />
<sup>5</sup>Και ενω τινες ελεγον περι του ιερου οτι ειναι εστολισμενον με λιθους ωραιους και αφιερωματα, ειπε·
<scripture passage="Luke 21:6" parsed="|Luke|21|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.6" />
<sup>6</sup>Ταυτα, τα οποια θεωρειτε, θελουσιν ελθει ημεραι, εις τας οποιας δεν θελει αφεθη λιθος επι λιθον, οστις δεν θελει κατακρημνισθη.
<scripture passage="Luke 21:7" parsed="|Luke|21|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.7" />
<sup>7</sup>Ηρωτησαν δε αυτον, λεγοντες· Διδασκαλε, ποτε λοιπον θελουσι γεινει ταυτα και τι το σημειον, οταν μελλωσι ταυτα να γεινωσιν;
<scripture passage="Luke 21:8" parsed="|Luke|21|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.8" />
<sup>8</sup>Ο δε ειπε· Βλεπετε μη πλανηθητε· διοτι πολλοι θελουσιν ελθει εν τω ονοματι μου, λεγοντες οτι Εγω ειμαι και Ο καιρος επλησιασε. Μη υπαγητε λοιπον οπισω αυτων.
<scripture passage="Luke 21:9" parsed="|Luke|21|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.9" />
<sup>9</sup>Οταν δε ακουσητε πολεμους και ακαταστασιας, μη φοβηθητε· διοτι πρεπει ταυτα να γεινωσι πρωτον, αλλα δεν ειναι ευθυς το τελος.
<scripture passage="Luke 21:10" parsed="|Luke|21|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ελεγε προς αυτους· θελει εγερθη εθνος επι εθνος και βασιλεια επι βασιλειαν,
<scripture passage="Luke 21:11" parsed="|Luke|21|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.11" />
<sup>11</sup>και θελουσι γεινει κατα τοπους σεισμοι μεγαλοι και πειναι και λοιμοι, και θελουσιν εισθαι φοβητρα και σημεια μεγαλα απο του ουρανου.
<scripture passage="Luke 21:12" parsed="|Luke|21|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.12" />
<sup>12</sup>Προ δε τουτων παντων θελουσιν επιβαλει εφ' υμας τας χειρας αυτων, και θελουσι σας καταδιωξει, παραδιδοντες εις συναγωγας και φυλακας, φερομενους εμπροσθεν βασιλεων και ηγεμονων ενεκεν του ονοματος μου·
<scripture passage="Luke 21:13" parsed="|Luke|21|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.13" />
<sup>13</sup>και τουτο θελει αποβη εις εσας προς μαρτυριαν.
<scripture passage="Luke 21:14" parsed="|Luke|21|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.14" />
<sup>14</sup>Βαλετε λοιπον εις τας καρδιας σας να μη προμελετατε τι να απολογηθητε·
<scripture passage="Luke 21:15" parsed="|Luke|21|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.15" />
<sup>15</sup>διοτι εγω θελω σας δωσει στομα και σοφιαν, εις την οποιαν δεν θελουσι δυνηθη να αντιλογησωσιν ουδε να αντισταθωσι παντες οι εναντιοι σας.
<scripture passage="Luke 21:16" parsed="|Luke|21|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.16" />
<sup>16</sup>Θελετε δε παραδοθη και υπο γονεων και αδελφων και συγγενων και φιλων, και θελουσι θανατωσει τινας εξ υμων,
<scripture passage="Luke 21:17" parsed="|Luke|21|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.17" />
<sup>17</sup>και θελετε εισθαι μισουμενοι υπο παντων δια το ονομα μου·
<scripture passage="Luke 21:18" parsed="|Luke|21|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.18" />
<sup>18</sup>πλην θριξ εκ της κεφαλης σας δεν θελει χαθη·
<scripture passage="Luke 21:19" parsed="|Luke|21|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.19" />
<sup>19</sup>δια της υπομονης σας αποκτησατε τας ψυχας σας.
<scripture passage="Luke 21:20" parsed="|Luke|21|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.20" />
<sup>20</sup>Οταν δε ιδητε την Ιερουσαλημ περικυκλουμενην υπο στρατοπεδων, τοτε γνωρισατε οτι επλησιασεν η ερημωσις αυτης.
<scripture passage="Luke 21:21" parsed="|Luke|21|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.21" />
<sup>21</sup>Τοτε οι οντες εν τη Ιουδαια ας φευγωσιν εις τα ορη, και οι εν μεσω αυτης ας αναχωρωσιν εξω, και οι εν τοις αγροις ας μη εμβαινωσιν εις αυτην,
<scripture passage="Luke 21:22" parsed="|Luke|21|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.22" />
<sup>22</sup>διοτι ημεραι εκδικησεως ειναι αυται, δια να πληρωθωσι παντα τα γεγραμμενα.
<scripture passage="Luke 21:23" parsed="|Luke|21|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.23" />
<sup>23</sup>Ουαι δε εις τας εγκυμονουσας και τας θηλαζουσας εν εκειναις ταις ημεραις· διοτι θελει εισθαι μεγαλη στενοχωρια επι της γης και οργη κατα του λαου τουτου,
<scripture passage="Luke 21:24" parsed="|Luke|21|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.24" />
<sup>24</sup>και θελουσι πεσει εν στοματι μαχαιρας και θελουσι φερθη αιχμαλωτοι εις παντα τα εθνη, και η Ιερουσαλημ θελει εισθαι πατουμενη υπο εθνων, εωσου εκπληρωθωσιν οι καιροι των εθνων.
<scripture passage="Luke 21:25" parsed="|Luke|21|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.25" />
<sup>25</sup>Και θελουσιν εισθαι σημεια εν τω ηλιω και τη σεληνη και τοις αστροις, και επι της γης στενοχωρια εθνων εν απορια, και θελει ηχει η θαλασσα και τα κυματα,
<scripture passage="Luke 21:26" parsed="|Luke|21|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.26" />
<sup>26</sup>οι ανθρωποι θελουσιν αποψυχει εκ του φοβου και προσδοκιας των επερχομενων δεινων εις την οικουμενην· διοτι αι δυναμεις των ουρανων θελουσι σαλευθη.
<scripture passage="Luke 21:27" parsed="|Luke|21|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.27" />
<sup>27</sup>Και τοτε θελουσιν ιδει τον Υιον του ανθρωπου ερχομενον εν νεφελη μετα δυναμεως και δοξης πολλης.
<scripture passage="Luke 21:28" parsed="|Luke|21|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.28" />
<sup>28</sup>Οταν δε ταυτα αρχισωσι να γινωνται, ανακυψατε και σηκωσατε τας κεφαλας σας, διοτι πλησιαζει η απολυτρωσις σας.
<scripture passage="Luke 21:29" parsed="|Luke|21|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.29" />
<sup>29</sup>Και ειπε προς αυτους παραβολην· Ιδετε την συκην και παντα τα δενδρα.
<scripture passage="Luke 21:30" parsed="|Luke|21|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.30" />
<sup>30</sup>Οταν ηδη ανοιξωσι, βλεποντες γνωριζετε αφ' εαυτων οτι ηδη το θερος ειναι πλησιον.
<scripture passage="Luke 21:31" parsed="|Luke|21|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.31" />
<sup>31</sup>Ουτω και σεις, οταν ιδητε ταυτα γινομενα, εξευρετε οτι ειναι πλησιον η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 21:32" parsed="|Luke|21|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.32" />
<sup>32</sup>Αληθως σας λεγω οτι δεν θελει παρελθει η γενεα αυτη, εωσου γεινωσι παντα ταυτα.
<scripture passage="Luke 21:33" parsed="|Luke|21|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.33" />
<sup>33</sup>Ο ουρανος και η γη θελουσι παρελθει, οι δε λογοι μου δεν θελουσι παρελθει.
<scripture passage="Luke 21:34" parsed="|Luke|21|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.34" />
<sup>34</sup>Προσεχετε δε εις εαυτους μηποτε βαρυνθωσιν αι καρδιαι σας απο κραιπαλης και μεθης και μεριμνων βιωτικων, και επελθη αιφνιδιος εφ' υμας η ημερα εκεινη·
<scripture passage="Luke 21:35" parsed="|Luke|21|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.35" />
<sup>35</sup>διοτι ως παγις θελει επελθει επι παντας τους καθημενους επι προσωπον πασης της γης.
<scripture passage="Luke 21:36" parsed="|Luke|21|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.36" />
<sup>36</sup>Αγρυπνειτε λοιπον δεομενοι εν παντι καιρω, δια να καταξιωθητε να εκφυγητε παντα ταυτα τα μελλοντα να γεινωσι και να σταθητε εμπροσθεν του Υιου του ανθρωπου.
<scripture passage="Luke 21:37" parsed="|Luke|21|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.37" />
<sup>37</sup>Και τας μεν ημερας εδιδασκεν εν τω ιερω, τας δε νυκτας εξερχομενος διενυκτερευεν εις το ορος το ονομαζομενον Ελαιων·
<scripture passage="Luke 21:38" parsed="|Luke|21|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.21.38" />
<sup>38</sup>και πας ο λαος απο του ορθρου συνηρχετο προς αυτον εν τω ιερω δια να ακουη αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 22" progress="85.29%" prev="Luke.21" next="Luke.23" id="Luke.22">
<h3 id="Luke.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Luke.22-p1">
<scripture passage="Luke 22:1" parsed="|Luke|22|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.1" />
<sup>1</sup>Επλησιαζε δε η εορτη των αζυμων, λεγομενη Πασχα.
<scripture passage="Luke 22:2" parsed="|Luke|22|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.2" />
<sup>2</sup>Και εζητουν οι αρχιερεις και οι γραμματεις το πως να θανατωσωσιν αυτον διοτι φοβουντο τον λαον.
<scripture passage="Luke 22:3" parsed="|Luke|22|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.3" />
<sup>3</sup>Εισηλθε δε ο Σατανας εις τον Ιουδαν τον επονομαζομενον Ισκαριωτην, οντα εκ του αριθμου των δωδεκα,
<scripture passage="Luke 22:4" parsed="|Luke|22|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.4" />
<sup>4</sup>και υπηγε και συνελαλησε μετα των αρχιερεων και των στρατηγων το πως να παραδωση αυτον εις αυτους.
<scripture passage="Luke 22:5" parsed="|Luke|22|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.5" />
<sup>5</sup>Και εχαρησαν και συνεφωνησαν να δωσωσιν εις αυτον αργυριον·
<scripture passage="Luke 22:6" parsed="|Luke|22|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.6" />
<sup>6</sup>και εδωκεν υποσχεσιν και εζητει ευκαιριαν να παραδωση αυτον εις αυτους χωρις θορυβου.
<scripture passage="Luke 22:7" parsed="|Luke|22|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.7" />
<sup>7</sup>Ηλθε δε ημερα των αζυμων, καθ' ην επρεπε να θυσιασωσι το πασχα,
<scripture passage="Luke 22:8" parsed="|Luke|22|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.8" />
<sup>8</sup>και απεστειλε τον Πετρον και Ιωαννην, ειπων· Υπαγετε και ετοιμασατε εις ημας το πασχα, δια να φαγωμεν.
<scripture passage="Luke 22:9" parsed="|Luke|22|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.9" />
<sup>9</sup>Οι δε ειπον προς αυτον· Που θελεις να ετοιμασωμεν;
<scripture passage="Luke 22:10" parsed="|Luke|22|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.10" />
<sup>10</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Ιδου, οταν εισελθητε εις την πολιν, θελει σας συναπαντησει ανθρωπος βασταζων σταμνιον υδατος· ακολουθησατε αυτον εις την οικιαν οπου εισερχεται.
<scripture passage="Luke 22:11" parsed="|Luke|22|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.11" />
<sup>11</sup>Και θελετε ειπει προς τον οικοδεσποτην της οικιας· Ο Διδασκαλος σοι λεγει, Που ειναι το καταλυμα, οπου θελω φαγει το πασχα μετα των μαθητων μου;
<scripture passage="Luke 22:12" parsed="|Luke|22|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.12" />
<sup>12</sup>και εκεινος θελει σας δειξει ανωγεον μεγα εστρωμενον· εκει ετοιμασατε.
<scripture passage="Luke 22:13" parsed="|Luke|22|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.13" />
<sup>13</sup>Αφου δε υπηγον, ευρον καθως ειπε προς αυτους, και ητοιμασαν το πασχα.
<scripture passage="Luke 22:14" parsed="|Luke|22|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.14" />
<sup>14</sup>Και οτε ηλθεν η ωρα, εκαθησεν εις την τραπεζαν, και οι δωδεκα αποστολοι μετ' αυτου.
<scripture passage="Luke 22:15" parsed="|Luke|22|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.15" />
<sup>15</sup>Και ειπε προς αυτους· Πολυ επεθυμησα να φαγω το πασχα τουτο με σας προ του να παθω·
<scripture passage="Luke 22:16" parsed="|Luke|22|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.16" />
<sup>16</sup>διοτι σας λεγω, οτι δεν θελω φαγει πλεον εξ αυτου, εωσου εκπληρωθη εν τη βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 22:17" parsed="|Luke|22|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.17" />
<sup>17</sup>Και λαβων το ποτηριον, ευχαριστησε και ειπε· Λαβετε τουτο και διαμοιρασατε εις αλληλους·
<scripture passage="Luke 22:18" parsed="|Luke|22|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.18" />
<sup>18</sup>διοτι σας λεγω οτι δεν θελω πιει απο του γεννηματος της αμπελου, εωσου ελθη η βασιλεια του Θεου.
<scripture passage="Luke 22:19" parsed="|Luke|22|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.19" />
<sup>19</sup>Και λαβων αρτον, ευχαριστησας εκοψε και εδωκεν εις αυτους, λεγων· Τουτο ειναι το σωμα μου το υπερ υμων διδομενον· τουτο καμνετε εις την ιδικην μου αναμνησιν.
<scripture passage="Luke 22:20" parsed="|Luke|22|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.20" />
<sup>20</sup>Ωσαυτως και το ποτηριον, αφου εδειπνησαν, λεγων· Τουτο το ποτηριον ειναι η καινη διαθηκη εν τω αιματι μου, το υπερ υμων εκχυνομενον.
<scripture passage="Luke 22:21" parsed="|Luke|22|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.21" />
<sup>21</sup>Πλην ιδου, η χειρ εκεινου οστις με παραδιδει, ειναι μετ' εμου επι της τραπεζης.
<scripture passage="Luke 22:22" parsed="|Luke|22|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.22" />
<sup>22</sup>Και ο μεν Υιος του ανθρωπου υπαγει κατα το ωρισμενον· πλην ουαι εις τον ανθρωπον εκεινον, δι' ου παραδιδεται.
<scripture passage="Luke 22:23" parsed="|Luke|22|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.23" />
<sup>23</sup>Και αυτοι ηρχισαν να συζητωσι προς αλληλους το ποιος ταχα ητο εξ αυτων, οστις εμελλε να καμη τουτο.
<scripture passage="Luke 22:24" parsed="|Luke|22|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.24" />
<sup>24</sup>Εγεινε δε και φιλονεικια μεταξυ αυτων, περι του τις εξ αυτων νομιζεται οτι ειναι μεγαλητερος.
<scripture passage="Luke 22:25" parsed="|Luke|22|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.25" />
<sup>25</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· οι βασιλεις των εθνων κυριευουσιν αυτα, και οι εξουσιαζοντες αυτα ονομαζονται ευεργεται.
<scripture passage="Luke 22:26" parsed="|Luke|22|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.26" />
<sup>26</sup>Σεις ομως ουχι ουτως, αλλ' ο μεγαλητερος μεταξυ σας ας γεινη ως ο μικροτερος, και ο προισταμενος ως ο υπηρετων.
<scripture passage="Luke 22:27" parsed="|Luke|22|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.27" />
<sup>27</sup>Διοτι τις ειναι μεγαλητερος, ο καθημενος εις την τραπεζαν η ο υπηρετων; ουχι ο καθημενος; αλλ' εγω ειμαι εν μεσω υμων ως ο υπηρετων.
<scripture passage="Luke 22:28" parsed="|Luke|22|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.28" />
<sup>28</sup>Σεις δε εισθε οι διαμειναντες μετ' εμου εν τοις πειρασμοις μου·
<scripture passage="Luke 22:29" parsed="|Luke|22|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.29" />
<sup>29</sup>οθεν εγω ετοιμαζω εις εσας βασιλειαν, ως ο Πατηρ μου ητοιμασεν εις εμε,
<scripture passage="Luke 22:30" parsed="|Luke|22|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.30" />
<sup>30</sup>δια να τρωγητε και να πινητε επι της τραπεζης μου εν τη βασιλεια μου, και να καθησητε επι θρονων, κρινοντες τας δωδεκα φυλας του Ισραηλ.
<scripture passage="Luke 22:31" parsed="|Luke|22|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.31" />
<sup>31</sup>Ειπε δε ο Κυριος· Σιμων, Σιμων, ιδου, ο Σατανας σας εζητησε δια να σας κοσκινιση ως τον σιτον·
<scripture passage="Luke 22:32" parsed="|Luke|22|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.32" />
<sup>32</sup>πλην εγω εδεηθην περι σου δια να μη εκλειψη η πιστις σου· και συ, οταν ποτε επιστρεψης, στηριξον τους αδελφους σου.
<scripture passage="Luke 22:33" parsed="|Luke|22|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.33" />
<sup>33</sup>Ο δε ειπε προς αυτον· Κυριε, ετοιμος ειμαι μετα σου να υπαγω και εις φυλακην και εις θανατον.
<scripture passage="Luke 22:34" parsed="|Luke|22|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.34" />
<sup>34</sup>Ο δε ειπε· σοι λεγω, Πετρε, δεν θελει φωναξει σημερον ο αλεκτωρ, πριν απαρνηθης τρις οτι δεν με γνωριζεις.
<scripture passage="Luke 22:35" parsed="|Luke|22|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.35" />
<sup>35</sup>Και ειπε προς αυτους· Οτε σας απεστειλα χωρις βαλαντιου και σακκιου και υποδηματων, μηπως εστερηθητε τινος; οι δε ειπον· Ουδενος.
<scripture passage="Luke 22:36" parsed="|Luke|22|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.36" />
<sup>36</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους· Αλλα τωρα οστις εχει βαλαντιον ας λαβη αυτο μεθ' εαυτου, ομοιως και σακκιον, και οστις δεν εχει ας πωληση το ιματιον αυτου και ας αγοραση μαχαιραν.
<scripture passage="Luke 22:37" parsed="|Luke|22|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.37" />
<sup>37</sup>Διοτι σας λεγω οτι ετι τουτο το γεγραμμενον πρεπει να εκτελεσθη εις εμε, το, Και μετα ανομων ελογισθη. Διοτι τα περι εμου γεγραμμενα λαμβανουσι τελος.
<scripture passage="Luke 22:38" parsed="|Luke|22|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.38" />
<sup>38</sup>Οι δε ειπον· Κυριε, ιδου, ηδη δυο μαχαιραι. Ο δε ειπε προς αυτους· Ικανον ειναι.
<scripture passage="Luke 22:39" parsed="|Luke|22|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.39" />
<sup>39</sup>Και εξελθων υπηγε κατα την συνηθειαν εις το ορος των Ελαιων· ηκολουθησαν δε αυτον και οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="Luke 22:40" parsed="|Luke|22|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.40" />
<sup>40</sup>Αφου δε ηλθεν εις τον τοπον, ειπε προς αυτους· Προσευχεσθε, δια να μη εισελθητε εις πειρασμον.
<scripture passage="Luke 22:41" parsed="|Luke|22|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.41" />
<sup>41</sup>Και αυτος εχωρισθη απ' αυτων ως λιθου βολην, και γονατισας προσηυχετο,
<scripture passage="Luke 22:42" parsed="|Luke|22|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.42" />
<sup>42</sup>λεγων· Πατερ, εαν θελης να απομακρυνης το ποτηριον τουτο απ' εμου· πλην ουχι το θελημα μου, αλλα το σον ας γεινη.
<scripture passage="Luke 22:43" parsed="|Luke|22|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.43" />
<sup>43</sup>Εφανη δε εις αυτον αγγελος απ' ουρανου ενισχυων αυτον.
<scripture passage="Luke 22:44" parsed="|Luke|22|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.44" />
<sup>44</sup>Και ελθων εις αγωνιαν, προσηυχετο θερμοτερον, εγεινε δε ο ιδρως αυτου ως θρομβοι αιματος καταβαινοντες εις την γην.
<scripture passage="Luke 22:45" parsed="|Luke|22|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.45" />
<sup>45</sup>Και σηκωθεις απο της προσευχης, ηλθε προς τους μαθητας αυτου και ευρεν αυτους κοιμωμενους απο της λυπης,
<scripture passage="Luke 22:46" parsed="|Luke|22|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.46" />
<sup>46</sup>και ειπε προς αυτους· Τι κοιμασθε; σηκωθητε και προσευχεσθε, δια να μη εισελθητε εις πειρασμον.
<scripture passage="Luke 22:47" parsed="|Luke|22|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.47" />
<sup>47</sup>Ενω δε αυτος ελαλει ετι, ιδου οχλος, και ο λεγομενος Ιουδας, εις των δωδεκα, ηρχετο προ αυτων και επλησιασεν εις τον Ιησουν, δια να φιληση αυτον.
<scripture passage="Luke 22:48" parsed="|Luke|22|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.48" />
<sup>48</sup>Ο δε Ιησους ειπε προς αυτον· Ιουδα, με φιλημα παραδιδεις τον Υιον του ανθρωπου;
<scripture passage="Luke 22:49" parsed="|Luke|22|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.49" />
<sup>49</sup>Ιδοντες δε οι περι αυτον τι εμελλε να γεινη, ειπον προς αυτον· Κυριε, να κτυπησωμεν με την μαχαιραν;
<scripture passage="Luke 22:50" parsed="|Luke|22|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.50" />
<sup>50</sup>Και εκτυπησεν εις εξ αυτων τον δουλον του αρχιερεως και απεκοψεν αυτου το ωτιον το δεξιον.
<scripture passage="Luke 22:51" parsed="|Luke|22|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.51" />
<sup>51</sup>Αποκριθεις δε ο Ιησους, ειπεν· Αφησατε εως τουτου· και πιασας το ωτιον αυτου ιατρευσεν αυτον.
<scripture passage="Luke 22:52" parsed="|Luke|22|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.52" />
<sup>52</sup>Ειπε δε ο Ιησους προς τους ελθοντας επ' αυτον αρχιερεις και στρατηγους του ιερου και πρεσβυτερους. Ως επι ληστην εξηλθετε μετα μαχαιρων και ξυλων;
<scripture passage="Luke 22:53" parsed="|Luke|22|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.53" />
<sup>53</sup>καθ' ημεραν ημην μεθ' υμων εν τω ιερω και δεν ηπλωσατε τας χειρας επ' εμε. Αλλ' αυτη ειναι η ωρα σας και η εξουσια του σκοτους.
<scripture passage="Luke 22:54" parsed="|Luke|22|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.54" />
<sup>54</sup>Συλλαβοντες δε αυτον, εφεραν και εισηγαγον αυτον εις τον οικον του αρχιερεως. Ο δε Πετρος ηκολουθει μακροθεν.
<scripture passage="Luke 22:55" parsed="|Luke|22|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.55" />
<sup>55</sup>Αφου δε αναψαντες πυρ εν τω μεσω της αυλης συνεκαθησαν, εκαθητο ο Πετρος εν μεσω αυτων.
<scripture passage="Luke 22:56" parsed="|Luke|22|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.56" />
<sup>56</sup>Ιδουσα δε αυτον μια τις δουλη καθημενον προς το φως και ενατενισασα εις αυτον, ειπε· Και ουτος ητο μετ' αυτου.
<scripture passage="Luke 22:57" parsed="|Luke|22|57|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.57" />
<sup>57</sup>Ο δε ηρνηθη, λεγων· Γυναι, δεν γνωριζω αυτον.
<scripture passage="Luke 22:58" parsed="|Luke|22|58|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.58" />
<sup>58</sup>Και μετ' ολιγον αλλος τις ιδων αυτον, ειπε· Και συ εξ αυτων εισαι. Ο δε Πετρος ειπεν· Ανθρωπε, δεν ειμαι.
<scripture passage="Luke 22:59" parsed="|Luke|22|59|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.59" />
<sup>59</sup>Και αφου επερασεν ως μια ωρα, αλλος τις διισχυριζετο, λεγων· Επ' αληθειας και ουτος μετ' αυτου ητο· διοτι Γαλιλαιος ειναι.
<scripture passage="Luke 22:60" parsed="|Luke|22|60|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.60" />
<sup>60</sup>Ειπε δε ο Πετρος· Ανθρωπε, δεν εξευρω τι λεγεις. Και παρευθυς, ενω αυτος ελαλει ετι, εφωναξεν ο αλεκτωρ.
<scripture passage="Luke 22:61" parsed="|Luke|22|61|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.61" />
<sup>61</sup>Και στραφεις ο Κυριος ενεβλεψεν εις τον Πετρον, και ενεθυμηθη ο Πετρος τον λογον του Κυριου, οτι ειπε προς αυτον οτι πριν φωναξη ο αλεκτωρ, θελεις με απαρνηθη τρις.
<scripture passage="Luke 22:62" parsed="|Luke|22|62|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.62" />
<sup>62</sup>Και εξελθων εξω ο Πετρος εκλαυσε πικρως.
<scripture passage="Luke 22:63" parsed="|Luke|22|63|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.63" />
<sup>63</sup>Και οι ανδρες οι κρατουντες τον Ιησουν ενεπαιζον αυτον δεροντες,
<scripture passage="Luke 22:64" parsed="|Luke|22|64|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.64" />
<sup>64</sup>και περικαλυψαντες αυτον ερραπιζον το προσωπον αυτου και ηρωτων αυτον, λεγοντες· Προφητευσον τις ειναι οστις σε εκτυπησε;
<scripture passage="Luke 22:65" parsed="|Luke|22|65|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.65" />
<sup>65</sup>Και αλλα πολλα βλασφημουντες ελεγον εις αυτον.
<scripture passage="Luke 22:66" parsed="|Luke|22|66|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.66" />
<sup>66</sup>Και καθως εγεινεν ημερα, συνηχθη το πρεσβυτεριον του λαου, αρχιερεις τε και γραμματεις, και ανεβιβασαν αυτον εις το συνεδριον αυτων, λεγοντες·
<scripture passage="Luke 22:67" parsed="|Luke|22|67|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.67" />
<sup>67</sup>Συ εισαι ο Χριστος; ειπε προς ημας· ειπε δε προς αυτους. Εαν σας ειπω, δεν θελετε πιστευσει,
<scripture passage="Luke 22:68" parsed="|Luke|22|68|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.68" />
<sup>68</sup>εαν δε και ερωτησω, δεν θελετε μοι αποκριθη ουδε θελετε με απολυσει·
<scripture passage="Luke 22:69" parsed="|Luke|22|69|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.69" />
<sup>69</sup>απο του νυν θελει εισθαι ο Υιος του ανθρωπου καθημενος εκ δεξιων της δυναμεως του Θεου.
<scripture passage="Luke 22:70" parsed="|Luke|22|70|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.70" />
<sup>70</sup>Ειπον δε παντες· Συ λοιπον εισαι ο Υιος του Θεου; Ο δε ειπε προς αυτους· Σεις λεγετε οτι εγω ειμαι.
<scripture passage="Luke 22:71" parsed="|Luke|22|71|0|0" osisRef="Bible:Luke.22.71" />
<sup>71</sup>Οι δε ειπον· Τι χρειαν εχομεν πλεον μαρτυριας; διοτι ημεις αυτοι ηκουσαμεν απο του στοματος αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 23" progress="85.47%" prev="Luke.22" next="Luke.24" id="Luke.23">
<h3 id="Luke.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Luke.23-p1">
<scripture passage="Luke 23:1" parsed="|Luke|23|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.1" />
<sup>1</sup>Τοτε εσηκωθη απαν το πληθος αυτων και εφεραν αυτον προς τον Πιλατον.
<scripture passage="Luke 23:2" parsed="|Luke|23|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.2" />
<sup>2</sup>Και ηρχισαν να κατηγορωσιν αυτον, λεγοντες· Τουτον ευρομεν διαστρεφοντα το εθνος και εμποδιζοντα το να διδωσι φορους εις τον Καισαρα, λεγοντα εαυτον οτι ειναι Χριστος βασιλευς.
<scripture passage="Luke 23:3" parsed="|Luke|23|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Πιλατος ηρωτησεν αυτον, λεγων· Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων; Ο δε αποκριθεις προς αυτον, ειπε· Συ λεγεις.
<scripture passage="Luke 23:4" parsed="|Luke|23|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.4" />
<sup>4</sup>Και ο Πιλατος ειπε προς τους αρχιερεις και τους οχλους· Ουδεν εγκλημα ευρισκω εν τω ανθρωπω τουτω.
<scripture passage="Luke 23:5" parsed="|Luke|23|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.5" />
<sup>5</sup>Οι δε επεμενον λεγοντες οτι Ταραττει τον λαον, διδασκων καθ' ολην την Ιουδαιαν, αρχισας απο της Γαλιλαιας εως εδω.
<scripture passage="Luke 23:6" parsed="|Luke|23|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Πιλατος ακουσας Γαλιλαιαν ηρωτησεν αν ο ανθρωπος ηναι Γαλιλαιος,
<scripture passage="Luke 23:7" parsed="|Luke|23|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.7" />
<sup>7</sup>και μαθων οτι ειναι εκ της επικρατειας του Ηρωδου, επεμψεν αυτον προς τον Ηρωδην, οστις ητο και αυτος εν Ιεροσολυμοις εν ταυταις ταις ημεραις.
<scripture passage="Luke 23:8" parsed="|Luke|23|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Ηρωδης, ιδων τον Ιησουν, εχαρη πολυ· διοτι ηθελε προ πολλου να ιδη αυτον, επειδη ηκουε πολλα περι αυτου και ηλπιζε να ιδη τι θαυμα γινομενον υπ' αυτου.
<scripture passage="Luke 23:9" parsed="|Luke|23|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.9" />
<sup>9</sup>Ηρωτα δε αυτον με λογους πολλους· πλην αυτος δεν απεκριθη προς αυτον ουδεν.
<scripture passage="Luke 23:10" parsed="|Luke|23|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.10" />
<sup>10</sup>Ισταντο δε οι αρχιερεις και οι γραμματεις, κατηγορουντες αυτον εντονως.
<scripture passage="Luke 23:11" parsed="|Luke|23|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.11" />
<sup>11</sup>Αφου δε ο Ηρωδης μετα των στρατευματων αυτου εξουθενησεν αυτον και ενεπαιξεν, ενεδυσεν αυτον λαμπρον ιματιον και επεμψεν αυτον παλιν προς τον Πιλατον.
<scripture passage="Luke 23:12" parsed="|Luke|23|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.12" />
<sup>12</sup>Εν αυτη δε τη ημερα ο Πιλατος και ο Ηρωδης εγειναν φιλοι μετ' αλληλων· διοτι προτερον ησαν εις εχθραν προς αλληλους.
<scripture passage="Luke 23:13" parsed="|Luke|23|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Πιλατος, συγκαλεσας τους αρχιερεις και τους αρχοντας και τον λαον,
<scripture passage="Luke 23:14" parsed="|Luke|23|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.14" />
<sup>14</sup>ειπε προς αυτους· Εφερατε προς εμε τον ανθρωπον τουτον ως στασιαζοντα τον λαον, και ιδου, εγω ενωπιον σας ανακρινας δεν ευρον εν τω ανθρωπω τουτω ουδεν εγκλημα εξ οσων κατηγορειτε κατ' αυτου,
<scripture passage="Luke 23:15" parsed="|Luke|23|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.15" />
<sup>15</sup>αλλ' ουδε ο Ηρωδης, διοτι σας επεμψα προς αυτον· και ιδου, ουδεν αξιον θανατου ειναι πεπραγμενον υπ' αυτου.
<scripture passage="Luke 23:16" parsed="|Luke|23|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.16" />
<sup>16</sup>Αφου λοιπον παιδευσω αυτον, θελω απολυσει.
<scripture passage="Luke 23:17" parsed="|Luke|23|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.17" />
<sup>17</sup>Επρεπε δε αναγκαιως να απολυη εις αυτους ενα εν τη εορτη.
<scripture passage="Luke 23:18" parsed="|Luke|23|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.18" />
<sup>18</sup>Παντες δε ομου ανεκραξαν, λεγοντες· Σηκωσον τουτον, απολυσον δε εις ημας τον Βαραββαν·
<scripture passage="Luke 23:19" parsed="|Luke|23|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.19" />
<sup>19</sup>οστις δια στασιν τινα γενομενην εν τη πολει και δια φονον ητο βεβλημενος εις φυλακην.
<scripture passage="Luke 23:20" parsed="|Luke|23|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.20" />
<sup>20</sup>Παλιν λοιπον ο Πιλατος ελαλησε προς αυτους, θελων να απολυση τον Ιησουν.
<scripture passage="Luke 23:21" parsed="|Luke|23|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.21" />
<sup>21</sup>Οι δε εφωναζον, λεγοντες· Σταυρωσον, σταυρωσον αυτον.
<scripture passage="Luke 23:22" parsed="|Luke|23|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.22" />
<sup>22</sup>Ο δε και τριτην φοραν ειπε προς αυτους· Και τι κακον επραξεν ουτος; ουδεμιαν αιτιαν θανατου ευρον εν αυτω· αφου λοιπον παιδευσω αυτον, θελω απολυσει.
<scripture passage="Luke 23:23" parsed="|Luke|23|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' εκεινοι επεμενον, με φωνας μεγαλας ζητουντες να σταυρωθη, και αι φωναι αυτων και των αρχιερεων υπερισχυον.
<scripture passage="Luke 23:24" parsed="|Luke|23|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.24" />
<sup>24</sup>Και ο Πιλατος απεφασισε να γεινη το ζητημα αυτων,
<scripture passage="Luke 23:25" parsed="|Luke|23|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.25" />
<sup>25</sup>και απελυσεν εις αυτους τον δια στασιν και φονον βεβλημενον εις την φυλακην, τον οποιον εζητουν, τον δε Ιησουν παρεδωκεν εις το θελημα αυτων.
<scripture passage="Luke 23:26" parsed="|Luke|23|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.26" />
<sup>26</sup>Και καθως εφεραν αυτον εξω, επιασαν Σιμωνα τινα Κυρηναιον, ερχομενον απο του αγρου, και εθεσαν επανω αυτου τον σταυρον, δια να φερη αυτον οπισθεν του Ιησου.
<scripture passage="Luke 23:27" parsed="|Luke|23|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.27" />
<sup>27</sup>Ηκολουθει δε αυτον πολυ πληθος του λαου και γυναικων, αιτινες και ωδυροντο και εθρηνουν αυτον.
<scripture passage="Luke 23:28" parsed="|Luke|23|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.28" />
<sup>28</sup>Στραφεις δε προς αυτας ο Ιησους, ειπε· θυγατερες της Ιερουσαλημ, μη κλαιετε δι' εμε, αλλα δι' εαυτας κλαιετε και δια τα τεκνα σας.
<scripture passage="Luke 23:29" parsed="|Luke|23|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.29" />
<sup>29</sup>Διοτι ιδου, ερχονται ημεραι καθ' ας θελουσιν ειπει· Μακαριαι αι στειραι και αι κοιλιαι, αιτινες δεν εγεννησαν, και οι μαστοι, οιτινες δεν εθηλασαν.
<scripture passage="Luke 23:30" parsed="|Luke|23|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.30" />
<sup>30</sup>Τοτε θελουσιν αρχισει να λεγωσιν εις τα ορη, Πεσετε εφ' ημας, και εις τα βουνα, Σκεπασατε ημας·
<scripture passage="Luke 23:31" parsed="|Luke|23|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.31" />
<sup>31</sup>διοτι εαν εις το υγρον ξυλον πραττωσι ταυτα, τι θελει γεινει εις το ξηρον;
<scripture passage="Luke 23:32" parsed="|Luke|23|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.32" />
<sup>32</sup>Εφεροντο δε και αλλοι δυο μετ' αυτου, οιτινες ησαν κακουργοι δια να θανατωθωσι.
<scripture passage="Luke 23:33" parsed="|Luke|23|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.33" />
<sup>33</sup>Και οτε ηλθον εις τον τοπον τον ονομαζομενον Κρανιον, εκει εσταυρωσαν αυτον και τους κακουργους, τον μεν εκ δεξιων, τον δε εξ αριστερων.
<scripture passage="Luke 23:34" parsed="|Luke|23|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.34" />
<sup>34</sup>Ο δε Ιησους ελεγε· Πατερ, συγχωρησον αυτους· διοτι δεν εξευρουσι τι πραττουσι. Διαμεριζομενοι δε τα ιματια αυτου, εβαλον κληρον.
<scripture passage="Luke 23:35" parsed="|Luke|23|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.35" />
<sup>35</sup>Και ιστατο ο λαος θεωρων. Ενεπαιζον δε και οι αρχοντες μετ' αυτων, λεγοντες· Αλλους εσωσεν, ας σωση αυτον, εαν ουτος ηναι ο Χριστος ο εκλεκτος του Θεου.
<scripture passage="Luke 23:36" parsed="|Luke|23|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.36" />
<sup>36</sup>Ενεπαιζον δε αυτον και οι στρατιωται, πλησιαζοντες και προσφεροντες οξος εις αυτον
<scripture passage="Luke 23:37" parsed="|Luke|23|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.37" />
<sup>37</sup>και λεγοντες· Εαν συ ησαι ο βασιλευς των Ιουδαιων, σωσον σεαυτον.
<scripture passage="Luke 23:38" parsed="|Luke|23|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.38" />
<sup>38</sup>Ητο δε και επιγραφη γεγραμμενη επανωθεν αυτου με γραμματα Ελληνικα και Ρωμαικα και Εβραικα· Ουτος εστιν ο Βασιλευς των Ιουδαιων.
<scripture passage="Luke 23:39" parsed="|Luke|23|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.39" />
<sup>39</sup>Εις δε των κρεμασθεντων κακουργων εβλασφημει αυτον, λεγων· Εαν συ ησαι ο Χριστος, σωσον σεαυτον και ημας.
<scripture passage="Luke 23:40" parsed="|Luke|23|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.40" />
<sup>40</sup>Αποκριθεις δε ο αλλος, επεπληττεν αυτον, λεγων· Ουδε τον Θεον δεν φοβεισαι συ, οστις εισαι εν τη αυτη καταδικη;
<scripture passage="Luke 23:41" parsed="|Luke|23|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.41" />
<sup>41</sup>και ημεις μεν δικαιως· διοτι αξια των οσα επραξαμεν απολαμβανομεν· ουτος ομως ουδεν ατοπον επραξε.
<scripture passage="Luke 23:42" parsed="|Luke|23|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.42" />
<sup>42</sup>Και ελεγε προς τον Ιησουν· Μνησθητι μου, Κυριε, οταν ελθης εν τη βασιλεια σου.
<scripture passage="Luke 23:43" parsed="|Luke|23|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.43" />
<sup>43</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ιησους· Αληθως σοι λεγω, σημερον θελεις εισθαι μετ' εμου εν τω παραδεισω.
<scripture passage="Luke 23:44" parsed="|Luke|23|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.44" />
<sup>44</sup>Ητο δε ως εκτη ωρα και εγεινε σκοτος εφ' ολην την γην εως ωρας εννατης,
<scripture passage="Luke 23:45" parsed="|Luke|23|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.45" />
<sup>45</sup>και εσκοτισθη ο ηλιος και εσχισθη εις το μεσον το καταπετασμα του ναου·
<scripture passage="Luke 23:46" parsed="|Luke|23|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.46" />
<sup>46</sup>και φωναξας με φωνην μεγαλην ο Ιησους ειπε· Πατερ, εις χειρας σου παραδιδω το πνευμα μου· και ταυτα ειπων εξεπνευσεν.
<scripture passage="Luke 23:47" parsed="|Luke|23|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.47" />
<sup>47</sup>Ιδων δε ο εκατονταρχος το γενομενον, εδοξασε τον Θεον, λεγων· Οντως ο ανθρωπος ουτος ητο δικαιος.
<scripture passage="Luke 23:48" parsed="|Luke|23|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.48" />
<sup>48</sup>Και παντες οι οχλοι οι συνελθοντες εις την θεωριαν ταυτην, βλεποντες τα γενομενα, υπεστρεφον τυπτοντες τα στηθη αυτων.
<scripture passage="Luke 23:49" parsed="|Luke|23|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.49" />
<sup>49</sup>Ισταντο δε μακροθεν παντες οι γνωστοι αυτου, και αι γυναικες αιτινες συνηκολουθησαν αυτον απο της Γαλιλαιας, και εβλεπον ταυτα.
<scripture passage="Luke 23:50" parsed="|Luke|23|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.50" />
<sup>50</sup>Και ιδου, ανηρ τις Ιωσηφ το ονομα, οστις ητο βουλευτης, ανηρ αγαθος και δικαιος,
<scripture passage="Luke 23:51" parsed="|Luke|23|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.51" />
<sup>51</sup>ουτος δεν ητο συμφωνος με την βουλην και την πραξιν αυτων, απο Αριμαθαιας πολεως των Ιουδαιων, οστις και αυτος περιεμενε την βασιλειαν του Θεου,
<scripture passage="Luke 23:52" parsed="|Luke|23|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.52" />
<sup>52</sup>ουτος ελθων προς τον Πιλατον, εζητησε το σωμα του Ιησου,
<scripture passage="Luke 23:53" parsed="|Luke|23|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.53" />
<sup>53</sup>και καταβιβασας αυτο ετυλιξεν αυτο με σινδονα και εθεσεν αυτο εν μνημειω λελατομημενω· οπου ουδεις ετι ειχεν ενταφιασθη.
<scripture passage="Luke 23:54" parsed="|Luke|23|54|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.54" />
<sup>54</sup>Και ητο ημερα παρασκευη, και εξημερονε σαββατον.
<scripture passage="Luke 23:55" parsed="|Luke|23|55|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.55" />
<sup>55</sup>Ηκολουθησαν δε και γυναικες, αιτινες ειχον ελθει μετ' αυτου απο της Γαλιλαιας, και ειδον το μνημειον και πως ετεθη το σωμα αυτου.
<scripture passage="Luke 23:56" parsed="|Luke|23|56|0|0" osisRef="Bible:Luke.23.56" />
<sup>56</sup>Και αφου υπεστρεψαν ητοιμασαν αρωματα και μυρα. Και το μεν σαββατον ησυχασαν κατα την εντολην.
</p>
</div3>

<div3 title="Luke 24" progress="85.61%" prev="Luke.23" next="John" id="Luke.24">
<h3 id="Luke.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Luke.24-p1">
<scripture passage="Luke 24:1" parsed="|Luke|24|1|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.1" />
<sup>1</sup>Την δε πρωτην ημεραν της εβδομαδος, ενω ητο ορθρος βαθυς, ηλθον εις το μνημα φερουσαι τα οποια ητοιμασαν αρωματα, και αλλαι τινες μετ' αυτων.
<scripture passage="Luke 24:2" parsed="|Luke|24|2|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.2" />
<sup>2</sup>Ευρον δε τον λιθον αποκεκυλισμενον απο του μνημειου,
<scripture passage="Luke 24:3" parsed="|Luke|24|3|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.3" />
<sup>3</sup>και εισελθουσαι δεν ευρον το σωμα του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="Luke 24:4" parsed="|Luke|24|4|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.4" />
<sup>4</sup>Και ενω ησαν εν απορια περι τουτου, ιδου, δυο ανδρες εσταθησαν εμπροσθεν αυτων με ιματια αστραπτοντα.
<scripture passage="Luke 24:5" parsed="|Luke|24|5|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.5" />
<sup>5</sup>Καθως δε αυται εφοβηθησαν και εκλινον το προσωπον εις την γην, ειπον προς αυτας· Τι ζητειτε τον ζωντα μετα των νεκρων;
<scripture passage="Luke 24:6" parsed="|Luke|24|6|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.6" />
<sup>6</sup>δεν ειναι εδω, αλλ' ανεστη· ενθυμηθητε πως ελαλησε προς εσας, ενω ητο ετι εν τη Γαλιλαια,
<scripture passage="Luke 24:7" parsed="|Luke|24|7|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.7" />
<sup>7</sup>λεγων οτι πρεπει ο Υιος του ανθρωπου να παραδοθη εις χειρας ανθρωπων αμαρτωλων και να σταυρωθη και την τριτην ημεραν να αναστηθη.
<scripture passage="Luke 24:8" parsed="|Luke|24|8|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.8" />
<sup>8</sup>Και ενεθυμηθησαν τους λογους αυτου.
<scripture passage="Luke 24:9" parsed="|Luke|24|9|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.9" />
<sup>9</sup>Και αφου υπεστρεψαν απο του μνημειου, απηγγειλαν ταυτα παντα προς τους ενδεκα και παντας τους λοιπους.
<scripture passage="Luke 24:10" parsed="|Luke|24|10|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.10" />
<sup>10</sup>Ησαν δε η Μαγδαληνη Μαρια και Ιωαννα και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου και αι λοιπαι μετ' αυτων, αιτινες ελεγον ταυτα προς τους αποστολους.
<scripture passage="Luke 24:11" parsed="|Luke|24|11|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.11" />
<sup>11</sup>Και οι λογοι αυτων εφανησαν ενωπιον αυτων ως φλυαρια, και δεν επιστευον εις αυτας.
<scripture passage="Luke 24:12" parsed="|Luke|24|12|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.12" />
<sup>12</sup>Ο δε Πετρος σηκωθεις εδραμεν εις το μνημειον, και παρακυψας βλεπει τα σαβανα κειμενα μονα, και ανεχωρησε, θαυμαζων καθ' εαυτον το γεγονος.
<scripture passage="Luke 24:13" parsed="|Luke|24|13|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.13" />
<sup>13</sup>Και ιδου, δυο εξ αυτων επορευοντο εν αυτη τη ημερα εις κωμην ονομαζομενην Εμμαους, απεχουσαν εξηκοντα σταδια απο Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 24:14" parsed="|Luke|24|14|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.14" />
<sup>14</sup>Και αυτοι ωμιλουν προς αλληλους περι παντων των συμβεβηκοτων τουτων.
<scripture passage="Luke 24:15" parsed="|Luke|24|15|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.15" />
<sup>15</sup>Και ενω ωμιλουν και συνδιελεγοντο, πλησιασας και αυτος ο Ιησους επορευετο μετ' αυτων·
<scripture passage="Luke 24:16" parsed="|Luke|24|16|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.16" />
<sup>16</sup>αλλ' οι οφθαλμοι αυτων εκρατουντο δια να μη γνωρισωσιν αυτον.
<scripture passage="Luke 24:17" parsed="|Luke|24|17|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.17" />
<sup>17</sup>Ειπε δε προς αυτους· Τινες ειναι οι λογοι ουτοι, τους οποιους συνομιλειτε προς αλληλους περιπατουντες, και εισθε σκυθρωποι;
<scripture passage="Luke 24:18" parsed="|Luke|24|18|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.18" />
<sup>18</sup>Αποκριθεις δε ο εις, ονομαζομενος Κλεοπας, ειπε προς αυτον· Συ μονος παροικεις εν Ιερουσαλημ και δεν εμαθες τα γενομενα εν αυτη εν ταις ημεραις ταυταις;
<scripture passage="Luke 24:19" parsed="|Luke|24|19|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.19" />
<sup>19</sup>Και ειπε προς αυτους· Ποια; Οι δε ειπον προς αυτον· Τα περι Ιησου του Ναζωραιου, οστις εσταθη ανηρ προφητης δυνατος εν εργω και λογω ενωπιον του Θεου και παντος του λαου,
<scripture passage="Luke 24:20" parsed="|Luke|24|20|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.20" />
<sup>20</sup>και πως παρεδωκαν αυτον οι αρχιερεις και οι αρχοντες ημων εις καταδικην θανατου και εσταυρωσαν αυτον.
<scripture passage="Luke 24:21" parsed="|Luke|24|21|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.21" />
<sup>21</sup>ημεις δε ηλπιζομεν οτι αυτος ειναι ο μελλων να λυτρωση τον Ισραηλ· αλλα και προς τουτοις πασι τριτη ημερα ειναι σημερον αυτη, αφου εγειναν ταυτα.
<scripture passage="Luke 24:22" parsed="|Luke|24|22|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.22" />
<sup>22</sup>Αλλα και γυναικες τινες εξ ημων εξεπληξαν ημας, αιτινες υπηγον την αυγην εις το μνημειον,
<scripture passage="Luke 24:23" parsed="|Luke|24|23|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.23" />
<sup>23</sup>και μη ευρουσαι το σωμα αυτου, ηλθον λεγουσαι οτι ειδον και οπτασιαν αγγελων, οιτινες λεγουσιν οτι αυτος ζη.
<scripture passage="Luke 24:24" parsed="|Luke|24|24|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.24" />
<sup>24</sup>Και τινες των υμετερων υπηγον εις το μνημειον και ευρον ουτω, καθως και αι γυναικες ειπον, αυτον ομως δεν ειδον.
<scripture passage="Luke 24:25" parsed="|Luke|24|25|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.25" />
<sup>25</sup>Και αυτος ειπε προς αυτους· Ω ανοητοι και βραδεις την καρδιαν εις το να πιστευητε εις παντα οσα ελαλησαν οι προφηται·
<scripture passage="Luke 24:26" parsed="|Luke|24|26|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.26" />
<sup>26</sup>δεν επρεπε να παθη ταυτα ο Χριστος και να εισελθη εις την δοξαν αυτου;
<scripture passage="Luke 24:27" parsed="|Luke|24|27|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.27" />
<sup>27</sup>Και αρχισας απο Μωυσεως και απο παντων των προφητων, διηρμηνευεν εις αυτους τα περι εαυτου γεγραμμενα εν πασαις ταις γραφαις.
<scripture passage="Luke 24:28" parsed="|Luke|24|28|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.28" />
<sup>28</sup>Και επλησιασαν εις την κωμην οπου επορευοντο, και αυτος προσεποιειτο οτι υπαγει μακροτερα·
<scripture passage="Luke 24:29" parsed="|Luke|24|29|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.29" />
<sup>29</sup>και παρεβιασαν αυτον, λεγοντες· Μεινον μεθ' ημων, διοτι πλησιαζει η εσπερα και εκλινεν η ημερα. Και εισηλθε δια να μεινη μετ' αυτων.
<scripture passage="Luke 24:30" parsed="|Luke|24|30|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.30" />
<sup>30</sup>Και αφου εκαθησε μετ' αυτων εις την τραπεζαν, λαβων τον αρτον ευλογησε και κοψας εδιδεν εις αυτους.
<scripture passage="Luke 24:31" parsed="|Luke|24|31|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.31" />
<sup>31</sup>Αυτων δε διηνοιχθησαν οι οφθαλμοι, και εγνωρισαν αυτον. Και αυτος εγεινεν αφαντος απ' αυτων.
<scripture passage="Luke 24:32" parsed="|Luke|24|32|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.32" />
<sup>32</sup>Και ειπον προς αλληλους· Δεν εκαιετο εν υμιν η καρδια ημων, οτε ελαλει προς ημας καθ' οδον και μας εξηγει τας γραφας;
<scripture passage="Luke 24:33" parsed="|Luke|24|33|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.33" />
<sup>33</sup>Και σηκωθεντες τη αυτη ωρα υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ, και ευρον συνηθροισμενους τους ενδεκα και τους μετ' αυτων,
<scripture passage="Luke 24:34" parsed="|Luke|24|34|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.34" />
<sup>34</sup>οιτινες ελεγον οτι οντως ανεστη ο Κυριος και εφανη εις τον Σιμωνα.
<scripture passage="Luke 24:35" parsed="|Luke|24|35|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.35" />
<sup>35</sup>Και αυτοι διηγουντο τα εν τη οδω και πως εγνωρισθη εις αυτους, ενω εκοπτε τον αρτον.
<scripture passage="Luke 24:36" parsed="|Luke|24|36|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.36" />
<sup>36</sup>Ενω δε ελαλουν ταυτα, αυτος ο Ιησους εσταθη εν μεσω αυτων και λεγει προς αυτους· Ειρηνη υμιν.
<scripture passage="Luke 24:37" parsed="|Luke|24|37|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.37" />
<sup>37</sup>Εκεινοι δε εκπλαγεντες και εμφοβοι γενομενοι ενομιζον οτι εβλεπον πνευμα.
<scripture passage="Luke 24:38" parsed="|Luke|24|38|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.38" />
<sup>38</sup>Και ειπε προς αυτους· Δια τι εισθε τεταραγμενοι; και δια τι αναβαινουσιν εις τας καρδιας σας διαλογισμοι;
<scripture passage="Luke 24:39" parsed="|Luke|24|39|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.39" />
<sup>39</sup>ιδετε τας χειρας μου και τους ποδας μου, οτι αυτος εγω ειμαι· ψηλαφησατε με και ιδετε, διοτι πνευμα σαρκα και οστεα δεν εχει, καθως εμε θεωρειτε εχοντα.
<scripture passage="Luke 24:40" parsed="|Luke|24|40|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.40" />
<sup>40</sup>Και τουτο ειπων, εδειξεν εις αυτους τας χειρας και τους ποδας.
<scripture passage="Luke 24:41" parsed="|Luke|24|41|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.41" />
<sup>41</sup>Ενω δε αυτοι ηπιστουν ετι απο της χαρας και εθαυμαζον, ειπε προς αυτους· Εχετε τι φαγωσιμον ενταυθα;
<scripture passage="Luke 24:42" parsed="|Luke|24|42|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.42" />
<sup>42</sup>Οι δε εδωκαν εις αυτον μερος οπτου ιχθυος και απο κηρηθραν μελιτος.
<scripture passage="Luke 24:43" parsed="|Luke|24|43|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.43" />
<sup>43</sup>Και λαβων ενωπιον αυτων εφαγεν.
<scripture passage="Luke 24:44" parsed="|Luke|24|44|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.44" />
<sup>44</sup>Ειπε δε προς αυτους· Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους ελαλησα προς υμας οτε ημην ετι μεθ' υμων, οτι πρεπει να πληρωθωσι παντα τα γεγραμμενα εν τω νομω του Μωυσεως και προφηταις και ψαλμοις περι εμου.
<scripture passage="Luke 24:45" parsed="|Luke|24|45|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.45" />
<sup>45</sup>Τοτε διηνοιξεν αυτων τον νουν, δια να καταλαβωσι τας γραφας·
<scripture passage="Luke 24:46" parsed="|Luke|24|46|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.46" />
<sup>46</sup>και ειπε προς αυτους οτι ουτως ειναι γεγραμμενον και ουτως επρεπε να παθη ο Χριστος και να αναστηθη εκ νεκρων τη τριτη ημερα,
<scripture passage="Luke 24:47" parsed="|Luke|24|47|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.47" />
<sup>47</sup>και να κηρυχθη εν τω ονοματι αυτου μετανοια και αφεσις αμαρτιων εις παντα τα εθνη, γινομενης αρχης απο Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Luke 24:48" parsed="|Luke|24|48|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.48" />
<sup>48</sup>Σεις δε εισθε μαρτυρες τουτων.
<scripture passage="Luke 24:49" parsed="|Luke|24|49|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.49" />
<sup>49</sup>Και ιδου, εγω αποστελλω την επαγγελιαν του Πατρος μου εφ' υμας· σεις δε καθησατε εν τη πολει Ιερουσαλημ εωσου ενδυθητε δυναμιν εξ υψους.
<scripture passage="Luke 24:50" parsed="|Luke|24|50|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.50" />
<sup>50</sup>Και εφερεν αυτους εξω εως εις Βηθανιαν, και υψωσας τας χειρας αυτου ευλογησεν αυτους.
<scripture passage="Luke 24:51" parsed="|Luke|24|51|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.51" />
<sup>51</sup>Και ενω ευλογει αυτους, απεχωρισθη απ' αυτων και ανεφερετο εις τον ουρανον.
<scripture passage="Luke 24:52" parsed="|Luke|24|52|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.52" />
<sup>52</sup>Και αυτοι προσκυνησαντες αυτον, υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ μετα χαρας μεγαλης,
<scripture passage="Luke 24:53" parsed="|Luke|24|53|0|0" osisRef="Bible:Luke.24.53" />
<sup>53</sup>και ησαν διαπαντος εν τω ιερω, αινουντες και ευλογουντες τον Θεον. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="John" progress="85.73%" prev="Luke.24" next="John.1" id="John">
<h2 id="John-p0.1">John</h2>

<div3 title="John 1" progress="85.73%" prev="John" next="John.2" id="John.1">
<h3 id="John.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="John.1-p1">
<scripture passage="John 1:1" parsed="|John|1|1|0|0" osisRef="Bible:John.1.1" />
<sup>1</sup>Εν αρχη ητο ο Λογος, και ο Λογος ητο παρα τω Θεω, και Θεος ητο ο Λογος.
<scripture passage="John 1:2" parsed="|John|1|2|0|0" osisRef="Bible:John.1.2" />
<sup>2</sup>Ουτος ητο εν αρχη παρα τω Θεω.
<scripture passage="John 1:3" parsed="|John|1|3|0|0" osisRef="Bible:John.1.3" />
<sup>3</sup>Παντα δι' αυτου εγειναν, και χωρις αυτου δεν εγεινεν ουδε εν, το οποιον εγεινεν.
<scripture passage="John 1:4" parsed="|John|1|4|0|0" osisRef="Bible:John.1.4" />
<sup>4</sup>Εν αυτω ητο ζωη, και η ζωη ητο το φως των ανθρωπων.
<scripture passage="John 1:5" parsed="|John|1|5|0|0" osisRef="Bible:John.1.5" />
<sup>5</sup>Και το φως εν τη σκοτια φεγγει και η σκοτια δεν κατελαβεν αυτο.
<scripture passage="John 1:6" parsed="|John|1|6|0|0" osisRef="Bible:John.1.6" />
<sup>6</sup>Υπηρξεν ανθρωπος απεσταλμενος παρα Θεου, ονομαζομενος Ιωαννης·
<scripture passage="John 1:7" parsed="|John|1|7|0|0" osisRef="Bible:John.1.7" />
<sup>7</sup>ουτος ηλθεν εις μαρτυριαν, δια να μαρτυρηση περι του φωτος, δια να πιστευσωσι παντες δι' αυτου.
<scripture passage="John 1:8" parsed="|John|1|8|0|0" osisRef="Bible:John.1.8" />
<sup>8</sup>Δεν ητο εκεινος το φως, αλλα δια να μαρτυρηση περι του φωτος.
<scripture passage="John 1:9" parsed="|John|1|9|0|0" osisRef="Bible:John.1.9" />
<sup>9</sup>Ητο το φως το αληθινον, το οποιον φωτιζει παντα ανθρωπον ερχομενον εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 1:10" parsed="|John|1|10|0|0" osisRef="Bible:John.1.10" />
<sup>10</sup>Ητο εν τω κοσμω, και ο κοσμος εγεινε δι' αυτου, και ο κοσμος δεν εγνωρισεν αυτον.
<scripture passage="John 1:11" parsed="|John|1|11|0|0" osisRef="Bible:John.1.11" />
<sup>11</sup>Εις τα ιδια ηλθε, και οι ιδιοι δεν εδεχθησαν αυτον.
<scripture passage="John 1:12" parsed="|John|1|12|0|0" osisRef="Bible:John.1.12" />
<sup>12</sup>Οσοι δε εδεχθησαν αυτον, εις αυτους εδωκεν εξουσιαν να γεινωσι τεκνα Θεου, εις τους πιστευοντας εις το ονομα αυτου·
<scripture passage="John 1:13" parsed="|John|1|13|0|0" osisRef="Bible:John.1.13" />
<sup>13</sup>οιτινες ουχι εξ αιματων ουδε εκ θεληματος σαρκος ουδε εκ θεληματος ανδρος, αλλ' εκ Θεου εγεννηθησαν.
<scripture passage="John 1:14" parsed="|John|1|14|0|0" osisRef="Bible:John.1.14" />
<sup>14</sup>Και ο Λογος εγεινε σαρξ και κατωκησε μεταξυ ημων, και ειδομεν την δοξαν αυτου, δοξαν ως μονογενους παρα του Πατρος, πληρης χαριτος και αληθειας.
<scripture passage="John 1:15" parsed="|John|1|15|0|0" osisRef="Bible:John.1.15" />
<sup>15</sup>Ο Ιωαννης μαρτυρει περι αυτου και εφωναξε, λεγων· Ουτος ητο περι ου ειπον, Ο οπισω μου ερχομενος ειναι ανωτερος μου, διοτι ητο προτερος μου.
<scripture passage="John 1:16" parsed="|John|1|16|0|0" osisRef="Bible:John.1.16" />
<sup>16</sup>Και παντες ημεις ελαβομεν εκ του πληρωματος αυτου και χαριν αντι χαριτος·
<scripture passage="John 1:17" parsed="|John|1|17|0|0" osisRef="Bible:John.1.17" />
<sup>17</sup>διοτι και ο νομος εδοθη δια του Μωυσεως· η δε χαρις και αληθεια εγεινε δια Ιησου Χριστου.
<scripture passage="John 1:18" parsed="|John|1|18|0|0" osisRef="Bible:John.1.18" />
<sup>18</sup>Ουδεις ειδε ποτε τον Θεον· ο μονογενης Υιος, ο ων εις τον κολπον του Πατρος, εκεινος εφανερωσεν αυτον.
<scripture passage="John 1:19" parsed="|John|1|19|0|0" osisRef="Bible:John.1.19" />
<sup>19</sup>Και αυτη ειναι η μαρτυρια του Ιωαννου, οτε απεστειλαν οι Ιουδαιοι εξ Ιεροσολυμων ιερεις και Λευιτας δια να ερωτησωσιν αυτον· Συ τις εισαι;
<scripture passage="John 1:20" parsed="|John|1|20|0|0" osisRef="Bible:John.1.20" />
<sup>20</sup>Και ωμολογησε και δεν ηρνηθη· και ωμολογησεν οτι δεν ειμαι εγω ο Χριστος.
<scripture passage="John 1:21" parsed="|John|1|21|0|0" osisRef="Bible:John.1.21" />
<sup>21</sup>Και ηρωτησαν αυτον· Τι λοιπον; Ηλιας εισαι συ; και λεγει, δεν ειμαι. Ο προφητης εισαι συ; και απεκριθη, Ουχι.
<scripture passage="John 1:22" parsed="|John|1|22|0|0" osisRef="Bible:John.1.22" />
<sup>22</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον· Τις εισαι; δια να δωσωμεν αποκρισιν εις τους αποστειλαντας ημας· τι λεγεις περι σεαυτου;
<scripture passage="John 1:23" parsed="|John|1|23|0|0" osisRef="Bible:John.1.23" />
<sup>23</sup>Απεκριθη· Εγω ειμαι φωνη βοωντος εν τη ερημω, ευθυνατε την οδον του Κυριου, καθως ειπεν Ησαιας ο προφητης.
<scripture passage="John 1:24" parsed="|John|1|24|0|0" osisRef="Bible:John.1.24" />
<sup>24</sup>Οι δε απεσταλμενοι ησαν εκ των Φαρισαιων·
<scripture passage="John 1:25" parsed="|John|1|25|0|0" osisRef="Bible:John.1.25" />
<sup>25</sup>και ηρωτησαν αυτον και ειπον προς αυτον· Δια τι λοιπον βαπτιζεις, εαν συ δεν εισαι ο Χριστος ουτε ο Ηλιας ουτε ο προφητης;
<scripture passage="John 1:26" parsed="|John|1|26|0|0" osisRef="Bible:John.1.26" />
<sup>26</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιωαννης λεγων· Εγω βαπτιζω εν υδατι· εν μεσω δε υμων ισταται εκεινος, τον οποιον σεις δεν γνωριζετε·
<scripture passage="John 1:27" parsed="|John|1|27|0|0" osisRef="Bible:John.1.27" />
<sup>27</sup>αυτος ειναι ο οπισω μου ερχομενος, οστις ειναι ανωτερος μου, του οποιου εγω δεν ειμαι αξιος να λυσω το λωριον του υποδηματος αυτου.
<scripture passage="John 1:28" parsed="|John|1|28|0|0" osisRef="Bible:John.1.28" />
<sup>28</sup>Ταυτα εγειναν εν Βηθαβαρα περαν του Ιορδανου, οπου ητο ο Ιωαννης βαπτιζων.
<scripture passage="John 1:29" parsed="|John|1|29|0|0" osisRef="Bible:John.1.29" />
<sup>29</sup>Τη επαυριον βλεπει ο Ιωαννης τον Ιησουν ερχομενον προς αυτον και λεγει· Ιδου, ο Αμνος του Θεου ο αιρων την αμαρτιαν του κοσμου.
<scripture passage="John 1:30" parsed="|John|1|30|0|0" osisRef="Bible:John.1.30" />
<sup>30</sup>Ουτος ειναι περι ου εγω ειπον· Οπισω μου ερχεται ανηρ, οστις ειναι ανωτερος μου, διοτι ητο προτερος μου.
<scripture passage="John 1:31" parsed="|John|1|31|0|0" osisRef="Bible:John.1.31" />
<sup>31</sup>Και εγω δεν εγνωριζον αυτον, αλλα δια να φανερωθη εις τον Ισραηλ, δια τουτο ηλθον εγω βαπτιζων εν τω υδατι.
<scripture passage="John 1:32" parsed="|John|1|32|0|0" osisRef="Bible:John.1.32" />
<sup>32</sup>Και εμαρτυρησεν ο Ιωαννης, λεγων οτι Ειδον το Πνευμα καταβαινον ως περιστεραν εξ ουρανου και εμεινεν επ' αυτον.
<scripture passage="John 1:33" parsed="|John|1|33|0|0" osisRef="Bible:John.1.33" />
<sup>33</sup>Και εγω δεν εγνωριζον αυτον· αλλ' ο πεμψας με δια να βαπτιζω εν υδατι εκεινος μοι ειπεν· εις οντινα ιδης το Πνευμα καταβαινον και μενον επ' αυτον, ουτος ειναι ο βαπτιζων εν Πνευματι Αγιω.
<scripture passage="John 1:34" parsed="|John|1|34|0|0" osisRef="Bible:John.1.34" />
<sup>34</sup>Και εγω ειδον και εμαρτυρησα, οτι ουτος ειναι ο Υιος του Θεου.
<scripture passage="John 1:35" parsed="|John|1|35|0|0" osisRef="Bible:John.1.35" />
<sup>35</sup>Τη επαυριον παλιν ιστατο ο Ιωαννης και δυο εκ των μαθητων αυτου,
<scripture passage="John 1:36" parsed="|John|1|36|0|0" osisRef="Bible:John.1.36" />
<sup>36</sup>και εμβλεψας εις τον Ιησουν περιπατουντα, λεγει· Ιδου, ο Αμνος του Θεου.
<scripture passage="John 1:37" parsed="|John|1|37|0|0" osisRef="Bible:John.1.37" />
<sup>37</sup>Και ηκουσαν αυτον οι δυο μαθηται λαλουντα και ηκολουθησαν τον Ιησουν.
<scripture passage="John 1:38" parsed="|John|1|38|0|0" osisRef="Bible:John.1.38" />
<sup>38</sup>Στραφεις δε ο Ιησους και ιδων αυτους ακολουθουντας, λεγει προς αυτους· Τι ζητειτε; Οι δε ειπον προς αυτον, Ραββι, το οποιον ερμηνευομενον λεγεται, Διδασκαλε, που μενεις;
<scripture passage="John 1:39" parsed="|John|1|39|0|0" osisRef="Bible:John.1.39" />
<sup>39</sup>Λεγει προς αυτους· Ελθετε και ιδετε, ηλθον και ειδον που μενει, και εμειναν παρ' αυτω την ημεραν εκεινην· η δε ωρα ητο ως δεκατη.
<scripture passage="John 1:40" parsed="|John|1|40|0|0" osisRef="Bible:John.1.40" />
<sup>40</sup>Ητο Ανδρεας ο αδελφος του Σιμωνος Πετρου εις εκ των δυο, οιτινες ηκουσαν περι αυτου παρα του Ιωαννου και ηκολουθησαν αυτον.
<scripture passage="John 1:41" parsed="|John|1|41|0|0" osisRef="Bible:John.1.41" />
<sup>41</sup>Ουτος πρωτος ευρισκει τον εαυτου αδελφον Σιμωνα και λεγει προς αυτον. Ευρηκαμεν τον Μεσσιαν, το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="John 1:42" parsed="|John|1|42|0|0" osisRef="Bible:John.1.42" />
<sup>42</sup>Και εφερεν αυτον προς τον Ιησουν. Εμβλεψας δε εις αυτον ο Ιησους ειπε· Συ εισαι Σιμων, ο υιος του Ιωνα· συ θελεις ονομασθη Κηφας, το οποιον ερμηνευεται Πετρος.
<scripture passage="John 1:43" parsed="|John|1|43|0|0" osisRef="Bible:John.1.43" />
<sup>43</sup>Τη επαυριον ηθελησεν ο Ιησους να εξελθη εις την Γαλιλαιαν· και ευρισκει τον Φιλιππον και λεγει προς αυτον· Ακολουθει μοι.
<scripture passage="John 1:44" parsed="|John|1|44|0|0" osisRef="Bible:John.1.44" />
<sup>44</sup>Ητο δε ο Φιλιππος απο Βηθσαιδα, εκ της πολεως Ανδρεου και Πετρου.
<scripture passage="John 1:45" parsed="|John|1|45|0|0" osisRef="Bible:John.1.45" />
<sup>45</sup>Ευρισκει Φιλιππος τον Ναθαναηλ και λεγει προς αυτον· Εκεινον τον οποιον εγραψεν ο Μωυσης εν τω νομω και οι προφηται ευρηκαμεν, Ιησουν τον υιον του Ιωσηφ τον απο Ναζαρετ.
<scripture passage="John 1:46" parsed="|John|1|46|0|0" osisRef="Bible:John.1.46" />
<sup>46</sup>Και ειπε προς αυτον ο Ναθαναηλ· Εκ Ναζαρετ δυναται να προελθη τι αγαθον; Λεγει προς αυτον ο Φιλιππος, Ερχου και ιδε.
<scripture passage="John 1:47" parsed="|John|1|47|0|0" osisRef="Bible:John.1.47" />
<sup>47</sup>Ειδεν ο Ιησους τον Ναθαναηλ ερχομενον προς αυτον και λεγει περι αυτου· Ιδου, αληθως Ισραηλιτης, εις τον οποιον δολος δεν υπαρχει.
<scripture passage="John 1:48" parsed="|John|1|48|0|0" osisRef="Bible:John.1.48" />
<sup>48</sup>Λεγει προς αυτον ο Ναθαναηλ· Ποθεν με γινωσκεις; Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Πριν ο Φιλιππος σε φωναξη, οντα υποκατω της συκης, ειδον σε.
<scripture passage="John 1:49" parsed="|John|1|49|0|0" osisRef="Bible:John.1.49" />
<sup>49</sup>Απεκριθη ο Ναθαναηλ και λεγει προς αυτον· Ραββι, συ εισαι ο Υιος του Θεου, συ εισαι ο βασιλευς του Ισραηλ.
<scripture passage="John 1:50" parsed="|John|1|50|0|0" osisRef="Bible:John.1.50" />
<sup>50</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Επειδη σοι ειπον· ειδον σε υποκατω της συκης, πιστευεις; μεγαλητερα τουτων θελεις ιδει.
<scripture passage="John 1:51" parsed="|John|1|51|0|0" osisRef="Bible:John.1.51" />
<sup>51</sup>Και λεγει προς αυτον· Αληθως, αληθως σας λεγω· απο του νυν θελετε ιδει τον ουρανον ανεωγμενον και τους αγγελους του Θεου αναβαινοντας και καταβαινοντας επι τον Υιον του ανθρωπου.
</p>
</div3>

<div3 title="John 2" progress="85.86%" prev="John.1" next="John.3" id="John.2">
<h3 id="John.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="John.2-p1">
<scripture passage="John 2:1" parsed="|John|2|1|0|0" osisRef="Bible:John.2.1" />
<sup>1</sup>Και την τριτην ημεραν εγεινε γαμος εν Κανα της Γαλιλαιας, και ητο η μητηρ του Ιησου εκει.
<scripture passage="John 2:2" parsed="|John|2|2|0|0" osisRef="Bible:John.2.2" />
<sup>2</sup>Προσεκληθη δε και ο Ιησους και οι μαθηται αυτου εις τον γαμον.
<scripture passage="John 2:3" parsed="|John|2|3|0|0" osisRef="Bible:John.2.3" />
<sup>3</sup>Και επειδη ελειψεν ο οινος, λεγει η μητηρ του Ιησου προς αυτον· Οινον δεν εχουσι.
<scripture passage="John 2:4" parsed="|John|2|4|0|0" osisRef="Bible:John.2.4" />
<sup>4</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Τι ειναι μεταξυ εμου και σου, γυναι; δεν ηλθεν ετι η ωρα μου.
<scripture passage="John 2:5" parsed="|John|2|5|0|0" osisRef="Bible:John.2.5" />
<sup>5</sup>Λεγει η μητηρ αυτου προς τους υπηρετας· Ο, τι σας λεγει, καμετε.
<scripture passage="John 2:6" parsed="|John|2|6|0|0" osisRef="Bible:John.2.6" />
<sup>6</sup>Ησαν δε εκει υδριαι λιθιναι εξ κειμεναι κατα το εθος του καθαρισμου των Ιουδαιων, χωρουσαι εκαστη δυο η τρια μετρα.
<scripture passage="John 2:7" parsed="|John|2|7|0|0" osisRef="Bible:John.2.7" />
<sup>7</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Γεμισατε τας υδριας υδατος. Και εγεμισαν αυτας εως ανω.
<scripture passage="John 2:8" parsed="|John|2|8|0|0" osisRef="Bible:John.2.8" />
<sup>8</sup>Και λεγει προς αυτους· Αντλησατε τωρα και φερετε προς τον αρχιτρικλινον. Και εφεραν.
<scripture passage="John 2:9" parsed="|John|2|9|0|0" osisRef="Bible:John.2.9" />
<sup>9</sup>Καθως δε ο αρχιτρικλινος εγευθη το υδωρ εις οινον μεταβεβλημενον και δεν ηξευρε ποθεν ειναι, οι υπηρεται ομως ηξευρον οι αντλησαντες το υδωρ φωναζει τον νυμφιον ο αρχιτρικλινος
<scripture passage="John 2:10" parsed="|John|2|10|0|0" osisRef="Bible:John.2.10" />
<sup>10</sup>και λεγει προς αυτον· Πας ανθρωπος πρωτον τον καλον οινον βαλλει, και αφου πιωσι πολυ, τοτε τον κατωτερον· συ εφυλαξας τον καλον οινον εως τωρα.
<scripture passage="John 2:11" parsed="|John|2|11|0|0" osisRef="Bible:John.2.11" />
<sup>11</sup>Ταυτην την αρχην των θαυματων εκαμεν ο Ιησους εν Κανα της Γαλιλαιας και εφανερωσε την δοξαν αυτου, και επιστευσαν εις αυτον οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="John 2:12" parsed="|John|2|12|0|0" osisRef="Bible:John.2.12" />
<sup>12</sup>Μετα τουτο κατεβη εις Καπερναουμ αυτος και η μητηρ αυτου και οι αδελφοι αυτου και οι μαθηται αυτου, και εκει εμειναν ουχ πολλας ημερας.
<scripture passage="John 2:13" parsed="|John|2|13|0|0" osisRef="Bible:John.2.13" />
<sup>13</sup>Επλησιαζε δε το πασχα των Ιουδαιων, και ανεβη εις Ιεροσολυμα ο Ιησους.
<scripture passage="John 2:14" parsed="|John|2|14|0|0" osisRef="Bible:John.2.14" />
<sup>14</sup>Και ευρεν εν τω ιερω, τους πωλουντας βοας και προβατα και περιστερας, και τους αργυραμοιβους καθημενους.
<scripture passage="John 2:15" parsed="|John|2|15|0|0" osisRef="Bible:John.2.15" />
<sup>15</sup>Και ποιησας μαστιγα εκ σχοινιων, εδιωξε παντας εκ του ιερου και τα προβατα και τους βοας, και τα νομισματα των αργυραμοιβων εχυσε και τας τραπεζας ανετρεψε,
<scripture passage="John 2:16" parsed="|John|2|16|0|0" osisRef="Bible:John.2.16" />
<sup>16</sup>και προς τους πωλουντας τας περιστερας ειπε· Σηκωσατε ταυτα εντευθεν· μη καμνετε τον οικον του Πατρος μου οικον εμποριου.
<scripture passage="John 2:17" parsed="|John|2|17|0|0" osisRef="Bible:John.2.17" />
<sup>17</sup>Τοτε ενεθυμηθησαν οι μαθηται αυτου οτι ειναι γεγραμμενον, Ο ζηλος του οικου σου με κατεφαγεν.
<scripture passage="John 2:18" parsed="|John|2|18|0|0" osisRef="Bible:John.2.18" />
<sup>18</sup>Απεκριθησαν λοιπον οι Ιουδαιοι και ειπον προς αυτον· Τι σημειον δεικνυεις εις ημας, διοτι καμνεις ταυτα;
<scripture passage="John 2:19" parsed="|John|2|19|0|0" osisRef="Bible:John.2.19" />
<sup>19</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Χαλασατε τον ναον τουτον, και δια τριων ημερων θελω εγειρει αυτον.
<scripture passage="John 2:20" parsed="|John|2|20|0|0" osisRef="Bible:John.2.20" />
<sup>20</sup>Και οι Ιουδαιοι ειπον· Εις τεσσαρακοντα και εξ ετη ωκοδομηθη ο ναος ουτος, και συ θελεις εγειρει αυτον εις τρεις ημερας;
<scripture passage="John 2:21" parsed="|John|2|21|0|0" osisRef="Bible:John.2.21" />
<sup>21</sup>Εκεινος ομως ελεγε περι του ναου του σωματος αυτου.
<scripture passage="John 2:22" parsed="|John|2|22|0|0" osisRef="Bible:John.2.22" />
<sup>22</sup>Οτε λοιπον ηγερθη εκ νεκρων, ενεθυμηθησαν οι μαθηται αυτου οτι τουτο ελεγε προς αυτους, και επιστευσαν εις την γραφην και εις τον λογον, τον οποιον ειπεν ο Ιησους.
<scripture passage="John 2:23" parsed="|John|2|23|0|0" osisRef="Bible:John.2.23" />
<sup>23</sup>Και ενω ητο εν Ιεροσολυμοις κατα την εορτην του πασχα, πολλοι επιστευσαν εις το ονομα αυτου, βλεποντες αυτου τα θαυματα, τα οποια εκαμνεν.
<scripture passage="John 2:24" parsed="|John|2|24|0|0" osisRef="Bible:John.2.24" />
<sup>24</sup>Αυτος δε ο Ιησους δεν ενεπιστευετο εις αυτους, διοτι εγνωριζε παντας,
<scripture passage="John 2:25" parsed="|John|2|25|0|0" osisRef="Bible:John.2.25" />
<sup>25</sup>και διοτι δεν ειχε χρειαν δια να μαρτυρηση τις περι του ανθρωπου· επειδη αυτος εγνωριζε τι ητο εντος του ανθρωπου.
</p>
</div3>

<div3 title="John 3" progress="85.93%" prev="John.2" next="John.4" id="John.3">
<h3 id="John.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="John.3-p1">
<scripture passage="John 3:1" parsed="|John|3|1|0|0" osisRef="Bible:John.3.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε ανθρωπος τις εκ των Φαρισαιων, Νικοδημος ονομαζομενος, αρχων των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 3:2" parsed="|John|3|2|0|0" osisRef="Bible:John.3.2" />
<sup>2</sup>Ουτος ηλθε προς τον Ιησουν δια νυκτος και ειπε προς αυτον· Ραββι, εξευρομεν οτι απο Θεου ηλθες διδασκαλος· διοτι ουδεις δυναται να καμνη τα σημεια ταυτα, τα οποια συ καμνεις, εαν δεν ηναι ο Θεος μετ' αυτου.
<scripture passage="John 3:3" parsed="|John|3|3|0|0" osisRef="Bible:John.3.3" />
<sup>3</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Αληθως, αληθως σοι λεγω, εαν τις δεν γεννηθη ανωθεν, δεν δυναται να ιδη την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="John 3:4" parsed="|John|3|4|0|0" osisRef="Bible:John.3.4" />
<sup>4</sup>Λεγει προς αυτον ο Νικοδημος· Πως δυναται ανθρωπος να γεννηθη γερων ων; μηποτε δυναται να εισελθη δευτεραν φοραν εις την κοιλιαν της μητρος αυτου και να γεννηθη;
<scripture passage="John 3:5" parsed="|John|3|5|0|0" osisRef="Bible:John.3.5" />
<sup>5</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Αληθως, αληθως σοι λεγω, εαν τις δεν γεννηθη εξ υδατος και Πνευματος, δεν δυναται να εισελθη εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="John 3:6" parsed="|John|3|6|0|0" osisRef="Bible:John.3.6" />
<sup>6</sup>Το γεγεννημενον εκ της σαρκος ειναι σαρξ και το γεγεννημενον εκ του Πνευματος ειναι πνευμα.
<scripture passage="John 3:7" parsed="|John|3|7|0|0" osisRef="Bible:John.3.7" />
<sup>7</sup>Μη θαυμασης οτι σοι ειπον, Πρεπει να γεννηθητε ανωθεν.
<scripture passage="John 3:8" parsed="|John|3|8|0|0" osisRef="Bible:John.3.8" />
<sup>8</sup>Ο ανεμος οπου θελει πνεει, και την φωνην αυτου ακουεις, αλλα δεν εξευρεις ποθεν ερχεται και που υπαγει· ουτως ειναι πας, οστις εγεννηθη εκ του Πνευματος.
<scripture passage="John 3:9" parsed="|John|3|9|0|0" osisRef="Bible:John.3.9" />
<sup>9</sup>Απεκριθη ο Νικοδημος και ειπε προς αυτον· Πως δυνανται να γεινωσι ταυτα;
<scripture passage="John 3:10" parsed="|John|3|10|0|0" osisRef="Bible:John.3.10" />
<sup>10</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Συ εισαι ο διδασκαλος του Ισραηλ και ταυτα δεν εξευρεις;
<scripture passage="John 3:11" parsed="|John|3|11|0|0" osisRef="Bible:John.3.11" />
<sup>11</sup>Αληθως, αληθως σοι λεγω οτι εκεινο το οποιον εξευρομεν λαλουμεν και εκεινο το οποιον ειδομεν μαρτυρουμεν, και την μαρτυριαν ημων δεν δεχεσθε.
<scripture passage="John 3:12" parsed="|John|3|12|0|0" osisRef="Bible:John.3.12" />
<sup>12</sup>Εαν τα επιγεια σας ειπον και δεν πιστευητε, πως, εαν σας ειπω τα επουρανια, θελετε πιστευσει;
<scripture passage="John 3:13" parsed="|John|3|13|0|0" osisRef="Bible:John.3.13" />
<sup>13</sup>Και ουδεις ανεβη εις τον ουρανον ειμη ο καταβας εκ του ουρανου, ο Υιος του ανθρωπου, ο ων εν τω ουρανω.
<scripture passage="John 3:14" parsed="|John|3|14|0|0" osisRef="Bible:John.3.14" />
<sup>14</sup>Και καθως ο Μωυσης υψωσε τον οφιν εν τη ερημω, ουτω πρεπει να υψωθη ο Υιος του ανθρωπου,
<scripture passage="John 3:15" parsed="|John|3|15|0|0" osisRef="Bible:John.3.15" />
<sup>15</sup>δια να μη απολεσθη πας ο πιστευων εις αυτον, αλλα να εχη ζωην αιωνιον.
<scripture passage="John 3:16" parsed="|John|3|16|0|0" osisRef="Bible:John.3.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τοσον ηγαπησεν ο Θεος τον κοσμον, ωστε εδωκε τον Υιον αυτου τον μονογενη, δια να μη απολεσθη πας ο πιστευων εις αυτον, αλλα να εχη ζωην αιωνιον.
<scripture passage="John 3:17" parsed="|John|3|17|0|0" osisRef="Bible:John.3.17" />
<sup>17</sup>Επειδη δεν απεστειλεν ο Θεος τον Υιον αυτου εις τον κοσμον δια να κρινη τον κοσμον, αλλα δια να σωθη ο κοσμος δι' αυτου.
<scripture passage="John 3:18" parsed="|John|3|18|0|0" osisRef="Bible:John.3.18" />
<sup>18</sup>Οστις πιστευει εις αυτον δεν κρινεται, οστις ομως δεν πιστευει ειναι ηδη κεκριμενος, διοτι δεν επιστευσεν εις το ονομα του μονογενους Υιου του Θεου.
<scripture passage="John 3:19" parsed="|John|3|19|0|0" osisRef="Bible:John.3.19" />
<sup>19</sup>Και αυτη ειναι η κρισις, οτι το φως ηλθεν εις τον κοσμον, και οι ανθρωποι ηγαπησαν το σκοτος μαλλον παρα το φως· διοτι ησαν πονηρα τα εργα αυτων.
<scripture passage="John 3:20" parsed="|John|3|20|0|0" osisRef="Bible:John.3.20" />
<sup>20</sup>Επειδη πας, οστις πραττει φαυλα, μισει το φως και δεν ερχεται εις το φως, δια να μη ελεγχθωσι τα εργα αυτου·
<scripture passage="John 3:21" parsed="|John|3|21|0|0" osisRef="Bible:John.3.21" />
<sup>21</sup>οστις ομως πραττει την αληθειαν, ερχεται εις το φως, δια να φανερωθωσι τα εργα αυτου οτι επραχθησαν κατα Θεον.
<scripture passage="John 3:22" parsed="|John|3|22|0|0" osisRef="Bible:John.3.22" />
<sup>22</sup>Μετα ταυτα ηλθεν ο Ιησους και οι μαθηται αυτου εις την γην της Ιουδαιας, και εκει διετριβε μετ' αυτων και εβαπτιζεν.
<scripture passage="John 3:23" parsed="|John|3|23|0|0" osisRef="Bible:John.3.23" />
<sup>23</sup>Ητο δε και ο Ιωαννης βαπτιζων εν Αινων πλησιον του Σαλειμ, διοτι ησαν εκει υδατα πολλα, και ηρχοντο και εβαπτιζοντο·
<scripture passage="John 3:24" parsed="|John|3|24|0|0" osisRef="Bible:John.3.24" />
<sup>24</sup>Επειδη ο Ιωαννης δεν ητο ετι βεβλημενος εις την φυλακην.
<scripture passage="John 3:25" parsed="|John|3|25|0|0" osisRef="Bible:John.3.25" />
<sup>25</sup>Εγεινε λοιπον συζητησις περι καθαρισμου παρα των μαθητων του Ιωαννου με Ιουδαιους τινας.
<scripture passage="John 3:26" parsed="|John|3|26|0|0" osisRef="Bible:John.3.26" />
<sup>26</sup>Και ηλθον προς τον Ιωαννην και ειπον προς αυτον· Ραββι, εκεινος οστις ητο μετα σου περαν του Ιορδανου, εις τον οποιον συ εμαρτυρησας, ιδου, ουτος βαπτιζει και παντες ερχονται προς αυτον.
<scripture passage="John 3:27" parsed="|John|3|27|0|0" osisRef="Bible:John.3.27" />
<sup>27</sup>Απεκριθη ο Ιωαννης και ειπε· Δεν δυναται ο ανθρωπος να λαμβανη ουδεν, εαν δεν ηναι δεδομενον εις αυτον εκ του ουρανου.
<scripture passage="John 3:28" parsed="|John|3|28|0|0" osisRef="Bible:John.3.28" />
<sup>28</sup>Σεις αυτοι εισθε μαρτυρες μου οτι ειπον· Δεν ειμαι εγω ο Χριστος, αλλ' οτι ειμαι απεσταλμενος εμπροσθεν εκεινου.
<scripture passage="John 3:29" parsed="|John|3|29|0|0" osisRef="Bible:John.3.29" />
<sup>29</sup>Οστις εχει την νυμφην ειναι νυμφιος· ο δε φιλος του νυμφιου, ο ισταμενος και ακουων αυτον, χαιρει καθ' υπερβολην δια την φωνην του νυμφιου. Αυτη λοιπον η χαρα η ιδικη μου επληρωθη.
<scripture passage="John 3:30" parsed="|John|3|30|0|0" osisRef="Bible:John.3.30" />
<sup>30</sup>Εκεινος πρεπει να αυξανη, εγω δε να ελαττονωμαι.
<scripture passage="John 3:31" parsed="|John|3|31|0|0" osisRef="Bible:John.3.31" />
<sup>31</sup>Ο ερχομενος ανωθεν ειναι υπερανω παντων. Ο ων εκ της γης εκ της γης ειναι και εκ της γης λαλει· ο ερχομενος εκ του ουρανου ειναι υπερανω παντων,
<scripture passage="John 3:32" parsed="|John|3|32|0|0" osisRef="Bible:John.3.32" />
<sup>32</sup>και εκεινο το οποιον ειδε και ηκουσε, τουτο μαρτυρει, και ουδεις δεχεται την μαρτυριαν αυτου.
<scripture passage="John 3:33" parsed="|John|3|33|0|0" osisRef="Bible:John.3.33" />
<sup>33</sup>Οστις δεχθη την μαρτυριαν αυτου επεσφραγισεν οτι ο Θεος ειναι αληθης.
<scripture passage="John 3:34" parsed="|John|3|34|0|0" osisRef="Bible:John.3.34" />
<sup>34</sup>Διοτι εκεινος, τον οποιον απεστειλεν ο Θεος, τους λογους του Θεου λαλει· επειδη ο Θεος δεν διδει εις αυτον το Πνευμα με μετρον.
<scripture passage="John 3:35" parsed="|John|3|35|0|0" osisRef="Bible:John.3.35" />
<sup>35</sup>Ο Πατηρ αγαπα τον Υιον και παντα εδωκεν εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="John 3:36" parsed="|John|3|36|0|0" osisRef="Bible:John.3.36" />
<sup>36</sup>Οστις πιστευει εις τον Υιον εχει ζωην αιωνιον· οστις ομως απειθει εις τον Υιον δεν θελει ιδει ζωην, αλλ' η οργη του Θεου μενει επανω αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="John 4" progress="86.03%" prev="John.3" next="John.5" id="John.4">
<h3 id="John.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="John.4-p1">
<scripture passage="John 4:1" parsed="|John|4|1|0|0" osisRef="Bible:John.4.1" />
<sup>1</sup>Καθως λοιπον εμαθεν ο Κυριος οτι ηκουσαν οι Φαρισαιοι οτι ο Ιησους πλειοτερους μαθητας καμνει και βαπτιζει παρα ο Ιωαννης-
<scripture passage="John 4:2" parsed="|John|4|2|0|0" osisRef="Bible:John.4.2" />
<sup>2</sup>αν και ο Ιησους αυτος δεν εβαπτιζεν, αλλ' οι μαθηται αυτου-
<scripture passage="John 4:3" parsed="|John|4|3|0|0" osisRef="Bible:John.4.3" />
<sup>3</sup>αφηκε την Ιουδαιαν και απηλθε παλιν εις την Γαλιλαιαν.
<scripture passage="John 4:4" parsed="|John|4|4|0|0" osisRef="Bible:John.4.4" />
<sup>4</sup>Επρεπε δε να περαση δια της Σαμαρειας.
<scripture passage="John 4:5" parsed="|John|4|5|0|0" osisRef="Bible:John.4.5" />
<sup>5</sup>Ερχεται λοιπον εις πολιν της Σαμαρειας λεγομενην Σιχαρ, πλησιον του αγρου, τον οποιον εδωκεν ο Ιακωβ εις τον Ιωσηφ τον υιον αυτου.
<scripture passage="John 4:6" parsed="|John|4|6|0|0" osisRef="Bible:John.4.6" />
<sup>6</sup>Ητο δε εκει πηγη του Ιακωβ. Ο Ιησους λοιπον κεκοπιακως εκ της οδοιποριας εκαθητο ουτως εις την πηγην. Ωρα ητο περιπου εκτη.
<scripture passage="John 4:7" parsed="|John|4|7|0|0" osisRef="Bible:John.4.7" />
<sup>7</sup>Ερχεται γυνη τις εκ της Σαμαρειας, δια να αντληση υδωρ. Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Δος μοι να πιω.
<scripture passage="John 4:8" parsed="|John|4|8|0|0" osisRef="Bible:John.4.8" />
<sup>8</sup>Διοτι οι μαθηται αυτου ειχον υπαγει εις την πολιν, δια να αγορασωσι τροφας.
<scripture passage="John 4:9" parsed="|John|4|9|0|0" osisRef="Bible:John.4.9" />
<sup>9</sup>Λεγει λοιπον προς αυτον η γυνη η Σαμαρειτις· Πως συ, Ιουδαιος ων, ζητεις να πιης παρ' εμου, ητις ειμαι γυνη Σαμαρειτις; Διοτι δεν συγκοινωνουσιν οι Ιουδαιοι με τους Σαμαρειτας.
<scripture passage="John 4:10" parsed="|John|4|10|0|0" osisRef="Bible:John.4.10" />
<sup>10</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτην· Εαν ηξευρες την δωρεαν του Θεου, και τις ειναι ο λεγων σοι, Δος μοι να πιω, συ ηθελες ζητησει παρ' αυτου, και ηθελε σοι δωσει υδωρ ζων.
<scripture passage="John 4:11" parsed="|John|4|11|0|0" osisRef="Bible:John.4.11" />
<sup>11</sup>Λεγει προς αυτον η γυνη· Κυριε, ουτε αντλημα εχεις, και το φρεαρ ειναι βαθυ· ποθεν λοιπον εχεις το υδωρ το ζων;
<scripture passage="John 4:12" parsed="|John|4|12|0|0" osisRef="Bible:John.4.12" />
<sup>12</sup>μηπως συ εισαι μεγαλητερος του πατρος ημων Ιακωβ, οστις εδωκεν εις ημας το φρεαρ, και αυτος επιεν εξ αυτου και οι υιοι αυτου και τα θρεμματα αυτου;
<scripture passage="John 4:13" parsed="|John|4|13|0|0" osisRef="Bible:John.4.13" />
<sup>13</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτην· Πας οστις πινει εκ του υδατος τουτου θελει διψησει παλιν·
<scripture passage="John 4:14" parsed="|John|4|14|0|0" osisRef="Bible:John.4.14" />
<sup>14</sup>οστις ομως πιη εκ του υδατος, το οποιον εγω θελω δωσει εις αυτον, δεν θελει διψησει εις τον αιωνα, αλλα το υδωρ, το οποιον θελω δωσει εις αυτον, θελει γεινει εν αυτω πηγη υδατος αναβλυζοντος εις ζωην αιωνιον.
<scripture passage="John 4:15" parsed="|John|4|15|0|0" osisRef="Bible:John.4.15" />
<sup>15</sup>Λεγει προς αυτον η γυνη· Κυριε, δος μοι τουτο το υδωρ, δια να μη διψω μηδε να ερχωμαι εδω να αντλω.
<scripture passage="John 4:16" parsed="|John|4|16|0|0" osisRef="Bible:John.4.16" />
<sup>16</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Υπαγε, καλεσον τον ανδρα σου και ελθε εδω.
<scripture passage="John 4:17" parsed="|John|4|17|0|0" osisRef="Bible:John.4.17" />
<sup>17</sup>Απεκριθη η γυνη και ειπε· Δεν εχω ανδρα. Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Καλως ειπας οτι δεν εχω ανδρα·
<scripture passage="John 4:18" parsed="|John|4|18|0|0" osisRef="Bible:John.4.18" />
<sup>18</sup>διοτι πεντε ανδρας ελαβες, και εκεινος, τον οποιον εχεις τωρα, δεν ειναι ανηρ σου· τουτο αληθες ειπας.
<scripture passage="John 4:19" parsed="|John|4|19|0|0" osisRef="Bible:John.4.19" />
<sup>19</sup>Λεγει προς αυτον η γυνη· Κυριε, βλεπω οτι συ εισαι προφητης.
<scripture passage="John 4:20" parsed="|John|4|20|0|0" osisRef="Bible:John.4.20" />
<sup>20</sup>Οι πατερες ημων εις τουτο το ορος προσεκυνησαν, και σεις λεγετε οτι εν τοις Ιεροσολυμοις ειναι ο τοπος οπου πρεπει να προσκυνωμεν.
<scripture passage="John 4:21" parsed="|John|4|21|0|0" osisRef="Bible:John.4.21" />
<sup>21</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Γυναι, πιστευσον μοι οτι ερχεται ωρα, οτε ουτε εις το ορος τουτο ουτε εις τα Ιεροσολυμα θελετε προσκυνησει τον Πατερα.
<scripture passage="John 4:22" parsed="|John|4|22|0|0" osisRef="Bible:John.4.22" />
<sup>22</sup>Σεις προσκυνειτε εκεινο το οποιον δεν εξευρετε, ημεις προσκυνουμεν εκεινο το οποιον εξευρομεν, διοτι η σωτηρια ειναι εκ των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 4:23" parsed="|John|4|23|0|0" osisRef="Bible:John.4.23" />
<sup>23</sup>Πλην ερχεται ωρα, και ηδη ειναι, οτε οι αληθινοι προσκυνηται θελουσι προσκυνησει τον Πατερα εν πνευματι και αληθεια· διοτι ο Πατηρ τοιουτους ζητει τους προσκυνουντας αυτον.
<scripture passage="John 4:24" parsed="|John|4|24|0|0" osisRef="Bible:John.4.24" />
<sup>24</sup>Ο Θεος ειναι Πνευμα, και οι προσκυνουντες αυτον εν πνευματι και αληθεια πρεπει να προσκυνωσι.
<scripture passage="John 4:25" parsed="|John|4|25|0|0" osisRef="Bible:John.4.25" />
<sup>25</sup>Λεγει προς αυτον η γυνη· Εξευρω οτι ερχεται ο Μεσσιας, ο λεγομενος Χριστος· οταν ελθη εκεινος, θελει αναγγειλει εις ημας παντα.
<scripture passage="John 4:26" parsed="|John|4|26|0|0" osisRef="Bible:John.4.26" />
<sup>26</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Εγω ειμαι, ο λαλων σοι.
<scripture passage="John 4:27" parsed="|John|4|27|0|0" osisRef="Bible:John.4.27" />
<sup>27</sup>Και επανω εις τουτο ηλθον οι μαθηται αυτου και εθαυμασαν οτι ελαλει μετα γυναικος· ουδεις ομως ειπε, Τι ζητεις; η Τι λαλεις μετ' αυτης;
<scripture passage="John 4:28" parsed="|John|4|28|0|0" osisRef="Bible:John.4.28" />
<sup>28</sup>Αφηκε λοιπον η γυνη την υδριαν αυτης και υπηγεν εις την πολιν και λεγει προς τους ανθρωπους·
<scripture passage="John 4:29" parsed="|John|4|29|0|0" osisRef="Bible:John.4.29" />
<sup>29</sup>Ελθετε να ιδητε ανθρωπον, οστις μοι ειπε παντα οσα επραξα· μηπως ουτος ειναι ο Χριστος;
<scripture passage="John 4:30" parsed="|John|4|30|0|0" osisRef="Bible:John.4.30" />
<sup>30</sup>Εξηλθον λοιπον εκ της πολεως και ηρχοντο προς αυτον.
<scripture passage="John 4:31" parsed="|John|4|31|0|0" osisRef="Bible:John.4.31" />
<sup>31</sup>Εν δε τω μεταξυ οι μαθηται παρεκαλουν αυτον λεγοντες· Ραββι, φαγε.
<scripture passage="John 4:32" parsed="|John|4|32|0|0" osisRef="Bible:John.4.32" />
<sup>32</sup>Ο δε ειπε προς αυτους. Εγω εχω φαγητον να φαγω, το οποιον σεις δεν εξευρετε.
<scripture passage="John 4:33" parsed="|John|4|33|0|0" osisRef="Bible:John.4.33" />
<sup>33</sup>Ελεγον λοιπον οι μαθηται προς αλληλους· Μηπως τις εφερε προς αυτον να φαγη;
<scripture passage="John 4:34" parsed="|John|4|34|0|0" osisRef="Bible:John.4.34" />
<sup>34</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Το εμον φαγητον ειναι να πραττω το θελημα του πεμψαντος με και να τελειωσω το εργον αυτου.
<scripture passage="John 4:35" parsed="|John|4|35|0|0" osisRef="Bible:John.4.35" />
<sup>35</sup>Δεν λεγετε σεις οτι τεσσαρες μηνες ειναι ετι και ο θερισμος ερχεται; Ιδου, σας λεγω, υψωσατε τους οφθαλμους σας και ιδετε τα χωραφια, οτι ειναι ηδη λευκα προς θερισμον.
<scripture passage="John 4:36" parsed="|John|4|36|0|0" osisRef="Bible:John.4.36" />
<sup>36</sup>Και ο θεριζων λαμβανει μισθον και συναγει καρπον εις ζωην αιωνιον, δια να χαιρη ομου και ο σπειρων και ο θεριζων.
<scripture passage="John 4:37" parsed="|John|4|37|0|0" osisRef="Bible:John.4.37" />
<sup>37</sup>Διοτι κατα τουτο αληθευει ο λογος, οτι αλλος ειναι ο σπειρων και αλλος ο θεριζων.
<scripture passage="John 4:38" parsed="|John|4|38|0|0" osisRef="Bible:John.4.38" />
<sup>38</sup>Εγω σας απεστειλα να θεριζητε εκεινο, εις το οποιον σεις δεν εκοπιασατε· αλλοι εκοπιασαν, και σεις εισηλθετε εις τον κοπον αυτων.
<scripture passage="John 4:39" parsed="|John|4|39|0|0" osisRef="Bible:John.4.39" />
<sup>39</sup>Εξ εκεινης δε της πολεως πολλοι των Σαμαρειτων επιστευσαν εις αυτον δια τον λογον της γυναικος, μαρτυρουσης οτι μοι ειπε παντα οσα επραξα.
<scripture passage="John 4:40" parsed="|John|4|40|0|0" osisRef="Bible:John.4.40" />
<sup>40</sup>Καθως λοιπον ηλθον προς αυτον οι Σαμαρειται, παρεκαλουν αυτον να μεινη παρ' αυτοις· και εμεινεν εκει δυο ημερας.
<scripture passage="John 4:41" parsed="|John|4|41|0|0" osisRef="Bible:John.4.41" />
<sup>41</sup>Και πολυ πλειοτεροι επιστευσαν δια τον λογον αυτου,
<scripture passage="John 4:42" parsed="|John|4|42|0|0" osisRef="Bible:John.4.42" />
<sup>42</sup>και προς την γυναικα ελεγον, οτι δεν πιστευομεν πλεον δια τον λογον σου· επειδη ημεις ηκουσαμεν, και γνωριζομεν οτι ουτος ειναι αληθως ο Σωτηρ του κοσμου, ο Χριστος.
<scripture passage="John 4:43" parsed="|John|4|43|0|0" osisRef="Bible:John.4.43" />
<sup>43</sup>Μετα δε τας δυο ημερας εξηλθεν εκειθεν και υπηγεν εις την Γαλιλαιαν.
<scripture passage="John 4:44" parsed="|John|4|44|0|0" osisRef="Bible:John.4.44" />
<sup>44</sup>Διοτι αυτος ο Ιησους εμαρτυρησεν οτι προφητης εν τη πατριδι αυτου δεν εχει τιμην.
<scripture passage="John 4:45" parsed="|John|4|45|0|0" osisRef="Bible:John.4.45" />
<sup>45</sup>Οτε λοιπον ηλθεν εις την Γαλιλαιαν, εδεχθησαν αυτον οι Γαλιλαιοι, ιδοντες παντα οσα εκαμεν εν Ιεροσολυμοις κατα την εορτην· διοτι και αυτοι ηλθον εις την εορτην.
<scripture passage="John 4:46" parsed="|John|4|46|0|0" osisRef="Bible:John.4.46" />
<sup>46</sup>Ηλθε λοιπον ο Ιησους παλιν εις την Κανα της Γαλιλαιας, οπου εκαμε το υδωρ οινον. Και ητο τις βασιλικος ανθρωπος, του οποιου ο υιος ησθενει εν Καπερναουμ·
<scripture passage="John 4:47" parsed="|John|4|47|0|0" osisRef="Bible:John.4.47" />
<sup>47</sup>ουτος ακουσας οτι ο Ιησους ηλθεν εκ της Ιουδαιας εις την Γαλιλαιαν, υπηγε προς αυτον και παρεκαλει αυτον να καταβη και να ιατρευση τον υιον αυτου· διοτι εμελλε να αποθανη.
<scripture passage="John 4:48" parsed="|John|4|48|0|0" osisRef="Bible:John.4.48" />
<sup>48</sup>Ειπε λοιπον ο Ιησους προς αυτον· Εαν δεν ιδητε σημεια και τερατα, δεν θελετε πιστευσει.
<scripture passage="John 4:49" parsed="|John|4|49|0|0" osisRef="Bible:John.4.49" />
<sup>49</sup>Λεγει προς αυτον ο βασιλικος· Κυριε, καταβα πριν αποθανη το παιδιον μου.
<scripture passage="John 4:50" parsed="|John|4|50|0|0" osisRef="Bible:John.4.50" />
<sup>50</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Υπαγε, ο υιος σου ζη. Και επιστευσεν ο ανθρωπος εις τον λογον, τον οποιον ειπε προς αυτον ο Ιησους, και ανεχωρει.
<scripture passage="John 4:51" parsed="|John|4|51|0|0" osisRef="Bible:John.4.51" />
<sup>51</sup>Ενω δε ουτος ηδη κατεβαινεν, απηντησαν αυτον οι δουλοι αυτου και απηγγειλαν λεγοντες οτι ο υιος σου ζη.
<scripture passage="John 4:52" parsed="|John|4|52|0|0" osisRef="Bible:John.4.52" />
<sup>52</sup>Ηρωτησε λοιπον αυτους την ωραν, καθ' ην εγεινε καλητερα. Και ειπον προς αυτον οτι Χθες την εβδομην ωραν αφηκεν αυτον ο πυρετος.
<scripture passage="John 4:53" parsed="|John|4|53|0|0" osisRef="Bible:John.4.53" />
<sup>53</sup>Ενοησε λοιπον ο πατηρ οτι εγεινε τουτο κατ' εκεινην την ωραν, καθ' ην ο Ιησους ειπε προς αυτον οτι Ο υιος σου ζη· και επιστευσεν αυτος και ολη η οικια αυτου.
<scripture passage="John 4:54" parsed="|John|4|54|0|0" osisRef="Bible:John.4.54" />
<sup>54</sup>Τουτο παλιν δευτερον θαυμα εκαμεν ο Ιησους, αφου ηλθεν εκ της Ιουδαιας εις την Γαλιλαιαν.
</p>
</div3>

<div3 title="John 5" progress="86.17%" prev="John.4" next="John.6" id="John.5">
<h3 id="John.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="John.5-p1">
<scripture passage="John 5:1" parsed="|John|5|1|0|0" osisRef="Bible:John.5.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα ητο εορτην των Ιουδαιων, και ανεβη ο Ιησους εις Ιεροσολυμα.
<scripture passage="John 5:2" parsed="|John|5|2|0|0" osisRef="Bible:John.5.2" />
<sup>2</sup>Ειναι δε εν τοις Ιεροσολυμοις πλησιον της προβατικης πυλης κολυμβηθρα, η επονομαζομενη Εβραιστι Βηθεσδα, εχουσα πεντε στοας.
<scripture passage="John 5:3" parsed="|John|5|3|0|0" osisRef="Bible:John.5.3" />
<sup>3</sup>Εν ταυταις κατεκειτο πληθος πολυ των ασθενουντων, τυφλων, χωλων, ξηρων, οιτινες περιεμενον την κινησιν του υδατος.
<scripture passage="John 5:4" parsed="|John|5|4|0|0" osisRef="Bible:John.5.4" />
<sup>4</sup>Διοτι αγγελος κατεβαινε κατα καιρον εις την κολυμβηθραν και εταραττε το υδωρ· οστις λοιπον εισηρχετο πρωτος μετα την ταραχην του υδατος, εγινετο υγιης απο οποιανδηποτε νοσον επασχεν.
<scripture passage="John 5:5" parsed="|John|5|5|0|0" osisRef="Bible:John.5.5" />
<sup>5</sup>Ητο δε εκει ανθρωπος τις τριακοντα οκτω ετη πασχων ασθενειαν.
<scripture passage="John 5:6" parsed="|John|5|6|0|0" osisRef="Bible:John.5.6" />
<sup>6</sup>Τουτον ιδων ο Ιησους κατακειμενον, και εξευρων οτι πολυν ηδη καιρον πασχει, λεγει προς αυτον· Θελεις να γεινης υγιης;
<scripture passage="John 5:7" parsed="|John|5|7|0|0" osisRef="Bible:John.5.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθη προς αυτον ο ασθενων· Κυριε, ανθρωπον δεν εχω, δια να με βαλη εις την κολυμβηθραν, οταν ταραχθη το υδωρ· ενω δε ερχομαι εγω, αλλος προ εμου καταβαινει.
<scripture passage="John 5:8" parsed="|John|5|8|0|0" osisRef="Bible:John.5.8" />
<sup>8</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Εγερθητι, σηκωσον τον κραββατον σου και περιπατει.
<scripture passage="John 5:9" parsed="|John|5|9|0|0" osisRef="Bible:John.5.9" />
<sup>9</sup>Και ευθυς εγεινεν ο ανθρωπος υγιης και εσηκωσε τον κραββατον αυτου, και περιεπατει. Ητο δε σαββατον εκεινην την ημεραν.
<scripture passage="John 5:10" parsed="|John|5|10|0|0" osisRef="Bible:John.5.10" />
<sup>10</sup>Ελεγον λοιπον οι Ιουδαιοι προς τον τεθεραπευμενον· Σαββατον ειναι· Δεν σοι ειναι συγκεχωρημενον να σηκωσης τον κραββατον.
<scripture passage="John 5:11" parsed="|John|5|11|0|0" osisRef="Bible:John.5.11" />
<sup>11</sup>Απεκριθη προς αυτους· Ο ιατρευσας με, εκεινος μοι ειπε· Σηκωσον τον κραββατον σου, και περιπατει.
<scripture passage="John 5:12" parsed="|John|5|12|0|0" osisRef="Bible:John.5.12" />
<sup>12</sup>Ηρωτησαν λοιπον αυτον· Τις ειναι ο ανθρωπος, οστις σοι ειπε, Σηκωσον τον κραββατον σου και περιπατει;
<scripture passage="John 5:13" parsed="|John|5|13|0|0" osisRef="Bible:John.5.13" />
<sup>13</sup>Ο δε ιατρευθεις δεν ηξευρε τις ειναι· διοτι ο Ιησους υπεξηλθεν, επειδη ητο οχλος πολυς εν τω τοπω.
<scripture passage="John 5:14" parsed="|John|5|14|0|0" osisRef="Bible:John.5.14" />
<sup>14</sup>Μετα ταυτα ευρισκει αυτον ο Ιησους εν τω ιερω και ειπε προς αυτον· Ιδου, εγεινες υγιης· μηκετι αμαρτανε, δια να μη σοι γεινη τι χειροτερον.
<scripture passage="John 5:15" parsed="|John|5|15|0|0" osisRef="Bible:John.5.15" />
<sup>15</sup>Υπηγε λοιπον ο ανθρωπος και ανηγγειλε προς τους Ιουδαιους οτι ο Ιησους ειναι ο ιατρευσας αυτον.
<scripture passage="John 5:16" parsed="|John|5|16|0|0" osisRef="Bible:John.5.16" />
<sup>16</sup>Και δια τουτο κατετρεχον τον Ιησουν οι Ιουδαιοι και εζητουν να θανατωσωσιν αυτον, διοτι εκαμνε ταυτα εν σαββατω.
<scripture passage="John 5:17" parsed="|John|5|17|0|0" osisRef="Bible:John.5.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Ιησους απεκριθη προς αυτους· Ο Πατηρ μου εργαζεται εως τωρα, και εγω εργαζομαι.
<scripture passage="John 5:18" parsed="|John|5|18|0|0" osisRef="Bible:John.5.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο λοιπον μαλλον εζητουν οι Ιουδαιοι να θανατωσωσιν αυτον, διοτι ουχι μονον παρεβαινε το σαββατον, αλλα και Πατερα εαυτου ελεγε τον Θεον, ισον με τον Θεον καμνων εαυτον.
<scripture passage="John 5:19" parsed="|John|5|19|0|0" osisRef="Bible:John.5.19" />
<sup>19</sup>Απεκριθη λοιπον ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Αληθως, αληθως σας λεγω, δεν δυναται ο Υιος να πραττη ουδεν αφ' εαυτου, εαν δεν βλεπη τον Πατερα πραττοντα τουτο· επειδη οσα εκεινος πραττει, ταυτα και ο Υιος πραττει ομοιως.
<scripture passage="John 5:20" parsed="|John|5|20|0|0" osisRef="Bible:John.5.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ο Πατηρ αγαπα τον Υιον και δεικνυει εις αυτον παντα οσα αυτος πραττει, και μεγαλητερα τουτων εργα θελει δειξει εις αυτον, δια να θαυμαζητε σεις.
<scripture passage="John 5:21" parsed="|John|5|21|0|0" osisRef="Bible:John.5.21" />
<sup>21</sup>Επειδη καθως ο Πατηρ εγειρει τους νεκρους και ζωοποιει, ουτω και ο Υιος ουστινας θελει ζωοποιει.
<scripture passage="John 5:22" parsed="|John|5|22|0|0" osisRef="Bible:John.5.22" />
<sup>22</sup>Επειδη ουδε κρινει ο Πατηρ ουδενα, αλλ' εις τον Υιον εδωκε πασαν την κρισιν,
<scripture passage="John 5:23" parsed="|John|5|23|0|0" osisRef="Bible:John.5.23" />
<sup>23</sup>δια να τιμωσι παντες τον Υιον καθως τιμωσι τον Πατερα. Ο μη τιμων τον Υιον δεν τιμα τον Πατερα τον πεμψαντα αυτον.
<scripture passage="John 5:24" parsed="|John|5|24|0|0" osisRef="Bible:John.5.24" />
<sup>24</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω οτι ο ακουων τον λογον μου και πιστευων εις τον πεμψαντα με εχει ζωην αιωνιον, και εις κρισιν δεν ερχεται, αλλα μετεβη εκ του θανατου εις την ζωην.
<scripture passage="John 5:25" parsed="|John|5|25|0|0" osisRef="Bible:John.5.25" />
<sup>25</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω οτι ερχεται ωρα, και ηδη ειναι, οτε οι νεκροι θελουσιν ακουσει την φωνην του Υιου του Θεου, και οι ακουσαντες θελουσι ζησει.
<scripture passage="John 5:26" parsed="|John|5|26|0|0" osisRef="Bible:John.5.26" />
<sup>26</sup>Διοτι καθως ο Πατηρ εχει ζωην εν εαυτω, ουτως εδωκε και εις τον Υιον να εχη ζωην εν εαυτω·
<scripture passage="John 5:27" parsed="|John|5|27|0|0" osisRef="Bible:John.5.27" />
<sup>27</sup>και εξουσιαν εδωκεν εις αυτον να καμνη και κρισιν, διοτι ειναι Υιος ανθρωπου.
<scripture passage="John 5:28" parsed="|John|5|28|0|0" osisRef="Bible:John.5.28" />
<sup>28</sup>Μη θαυμαζετε τουτο· διοτι ερχεται ωρα, καθ' ην παντες οι εν τοις μνημειοις θελουσιν ακουσει την φωνην αυτου,
<scripture passage="John 5:29" parsed="|John|5|29|0|0" osisRef="Bible:John.5.29" />
<sup>29</sup>και θελουσιν εξελθει οι πραξαντες τα αγαθα εις αναστασιν ζωης, οι δε πραξαντες τα φαυλα εις αναστασιν κρισεως.
<scripture passage="John 5:30" parsed="|John|5|30|0|0" osisRef="Bible:John.5.30" />
<sup>30</sup>Δεν δυναμαι εγω να καμνω απ' εμαυτου ουδεν. Καθως ακουω κρινω, και η κρισις η εμη δικαια ειναι· διοτι δεν ζητω το θελημα το εμον, αλλα το θελημα του πεμψαντος με Πατρος.
<scripture passage="John 5:31" parsed="|John|5|31|0|0" osisRef="Bible:John.5.31" />
<sup>31</sup>Εαν εγω μαρτυρω περι εμαυτου, η μαρτυρια μου δεν ειναι αληθης.
<scripture passage="John 5:32" parsed="|John|5|32|0|0" osisRef="Bible:John.5.32" />
<sup>32</sup>Αλλος ειναι ο μαρτυρων περι εμου, και εξευρω οτι ειναι αληθης η μαρτυρια, την οποιαν μαρτυρει περι εμου.
<scripture passage="John 5:33" parsed="|John|5|33|0|0" osisRef="Bible:John.5.33" />
<sup>33</sup>Σεις απεστειλατε προς τον Ιωαννην, και εμαρτυρησεν εις την αληθειαν·
<scripture passage="John 5:34" parsed="|John|5|34|0|0" osisRef="Bible:John.5.34" />
<sup>34</sup>εγω δε παρα ανθρωπου δεν λαμβανω την μαρτυριαν, αλλα λεγω ταυτα δια να σωθητε σεις.
<scripture passage="John 5:35" parsed="|John|5|35|0|0" osisRef="Bible:John.5.35" />
<sup>35</sup>Εκεινος ητο ο λυχνος ο καιομενος και φεγγων, και σεις ηθελησατε να αγαλλιασθητε προς ωραν εις το φως αυτου.
<scripture passage="John 5:36" parsed="|John|5|36|0|0" osisRef="Bible:John.5.36" />
<sup>36</sup>Αλλ' εγω εχω την μαρτυριαν μεγαλητεραν της του Ιωαννου· διοτι τα εργα, τα οποια μοι εδωκεν ο Πατηρ δια να τελειωσω αυτα, αυτα τα εργα, τα οποια εγω πραττω, μαρτυρουσι περι εμου οτι ο Πατηρ με απεστειλε·
<scripture passage="John 5:37" parsed="|John|5|37|0|0" osisRef="Bible:John.5.37" />
<sup>37</sup>και ο πεμψας με Πατηρ, αυτος εμαρτυρησε περι εμου. Ουτε φωνην αυτου ηκουσατε πωποτε ουτε οψιν αυτου ειδετε.
<scripture passage="John 5:38" parsed="|John|5|38|0|0" osisRef="Bible:John.5.38" />
<sup>38</sup>Και τον λογον αυτου δεν εχετε μενοντα εν εαυτοις, διοτι σεις δεν πιστευετε εις τουτον, τον οποιον εκεινος απεστειλεν.
<scripture passage="John 5:39" parsed="|John|5|39|0|0" osisRef="Bible:John.5.39" />
<sup>39</sup>Ερευνατε τας γραφας, διοτι σεις νομιζετε οτι εν αυταις εχετε ζωην αιωνιον· και εκειναι ειναι αι μαρτυρουσαι περι εμου·
<scripture passage="John 5:40" parsed="|John|5|40|0|0" osisRef="Bible:John.5.40" />
<sup>40</sup>πλην δεν θελετε να ελθητε προς εμε, δια να εχητε ζωην.
<scripture passage="John 5:41" parsed="|John|5|41|0|0" osisRef="Bible:John.5.41" />
<sup>41</sup>Δοξαν παρα ανθρωπων δεν λαμβανω·
<scripture passage="John 5:42" parsed="|John|5|42|0|0" osisRef="Bible:John.5.42" />
<sup>42</sup>αλλα σας εγνωρισα οτι την αγαπην του Θεου δεν εχετε εν εαυτοις·
<scripture passage="John 5:43" parsed="|John|5|43|0|0" osisRef="Bible:John.5.43" />
<sup>43</sup>εγω ηλθον εν τω ονοματι του Πατρος μου, και δεν με δεχεσθε· εαν αλλος ελθη εν τω ονοματι εαυτου, εκεινον θελετε δεχθη.
<scripture passage="John 5:44" parsed="|John|5|44|0|0" osisRef="Bible:John.5.44" />
<sup>44</sup>Πως δυνασθε σεις να πιστευσητε, οιτινες λαμβανετε δοξαν ο εις παρα του αλλου, και δεν ζητειτε την δοξαν την παρα του μονου Θεου;
<scripture passage="John 5:45" parsed="|John|5|45|0|0" osisRef="Bible:John.5.45" />
<sup>45</sup>Μη νομιζετε οτι εγω θελω σας κατηγορησει προς τον Πατερα· υπαρχει ο κατηγορος σας ο Μωυσης, εις τον οποιον σεις ηλπισατε.
<scripture passage="John 5:46" parsed="|John|5|46|0|0" osisRef="Bible:John.5.46" />
<sup>46</sup>Διοτι εαν επιστευετε εις τον Μωυσην, ηθελετε πιστευσει εις εμε· επειδη περι εμου εκεινος εγραψεν.
<scripture passage="John 5:47" parsed="|John|5|47|0|0" osisRef="Bible:John.5.47" />
<sup>47</sup>Εαν δε εις τα γεγραμμενα εκεινου δεν πιστευητε, πως θελετε πιστευσει εις τους ιδικους μου λογους;
</p>
</div3>

<div3 title="John 6" progress="86.30%" prev="John.5" next="John.7" id="John.6">
<h3 id="John.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="John.6-p1">
<scripture passage="John 6:1" parsed="|John|6|1|0|0" osisRef="Bible:John.6.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα ανεχωρησεν ο Ιησους περαν της θαλασσης της Γαλιλαιας της Τιβεριαδος·
<scripture passage="John 6:2" parsed="|John|6|2|0|0" osisRef="Bible:John.6.2" />
<sup>2</sup>και ηκολουθει αυτον οχλος πολυς, διοτι εβλεπον τα θαυματα αυτου, τα οποια εκαμνεν επι των ασθενουντων.
<scripture passage="John 6:3" parsed="|John|6|3|0|0" osisRef="Bible:John.6.3" />
<sup>3</sup>Ανεβη δε εις το ορος ο Ιησους και εκει εκαθητο μετα των μαθητων αυτου.
<scripture passage="John 6:4" parsed="|John|6|4|0|0" osisRef="Bible:John.6.4" />
<sup>4</sup>Επλησιαζε δε το πασχα, η εορτη των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 6:5" parsed="|John|6|5|0|0" osisRef="Bible:John.6.5" />
<sup>5</sup>Υψωσας λοιπον ο Ιησους τους οφθαλμους και ιδων οτι πολυς οχλος ερχεται προς αυτον, λεγει προς τον Φιλιππον· Ποθεν θελομεν αγορασει αρτους, δια να φαγωσιν ουτοι;
<scripture passage="John 6:6" parsed="|John|6|6|0|0" osisRef="Bible:John.6.6" />
<sup>6</sup>Ελεγε δε τουτο δοκιμαζων αυτον· διοτι αυτος ηξευρε τι εμελλε να καμη.
<scripture passage="John 6:7" parsed="|John|6|7|0|0" osisRef="Bible:John.6.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθη προς αυτον ο Φιλιππος· Διακοσιων δηναριων αρτοι δεν αρκουσιν εις αυτους, δια να λαβη ολιγον τι εκαστος αυτων.
<scripture passage="John 6:8" parsed="|John|6|8|0|0" osisRef="Bible:John.6.8" />
<sup>8</sup>Λεγει προς αυτον εις εκ των μαθητων αυτου, Ανδρεας ο αδελφος Σιμωνος Πετρου·
<scripture passage="John 6:9" parsed="|John|6|9|0|0" osisRef="Bible:John.6.9" />
<sup>9</sup>Εδω ειναι εν παιδαριον, το οποιον εχει πεντε αρτους κριθινους και δυο οψαρια· αλλα ταυτα τι ειναι εις τοσουτους;
<scripture passage="John 6:10" parsed="|John|6|10|0|0" osisRef="Bible:John.6.10" />
<sup>10</sup>Ειπε δε ο Ιησους· Καμετε τους ανθρωπους να καθησωσιν· ητο δε χορτος πολυς εν τω τοπω. Εκαθησαν λοιπον οι ανδρες τον αριθμον εως πεντακισχιλιοι.
<scripture passage="John 6:11" parsed="|John|6|11|0|0" osisRef="Bible:John.6.11" />
<sup>11</sup>Και ελαβεν ο Ιησους τους αρτους και ευχαριστησας διεμοιρασεν εις τους μαθητας, οι δε μαθηται εις τους καθημενους· ομοιως και εκ των οψαριων οσον ηθελον.
<scripture passage="John 6:12" parsed="|John|6|12|0|0" osisRef="Bible:John.6.12" />
<sup>12</sup>Αφου δε εχορτασθησαν, λεγει προς τους μαθητας αυτους· Συναξατε τα περισσευσαντα κλασματα, δια να μη χαθη τιποτε.
<scripture passage="John 6:13" parsed="|John|6|13|0|0" osisRef="Bible:John.6.13" />
<sup>13</sup>Εσυναξαν λοιπον και εγεμισαν δωδεκα κοφινους κλασματων εκ των πεντε αρτων των κριθινων, τα οποια επερισσευσαν εις τους φαγοντας.
<scripture passage="John 6:14" parsed="|John|6|14|0|0" osisRef="Bible:John.6.14" />
<sup>14</sup>Οι ανθρωποι λοιπον, ιδοντες το θαυμα, το οποιον εκαμεν ο Ιησους, ελεγον οτι Ουτος ειναι αληθως ο προφητης ο μελλων να ελθη εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 6:15" parsed="|John|6|15|0|0" osisRef="Bible:John.6.15" />
<sup>15</sup>Ο Ιησους λοιπον γνωρισας οτι μελλουσι να ελθωσι και να αρπασωσιν αυτον, δια να καμωσιν αυτον βασιλεα, ανεχωρησε παλιν εις το ορος αυτος μονος.
<scripture passage="John 6:16" parsed="|John|6|16|0|0" osisRef="Bible:John.6.16" />
<sup>16</sup>Καθως δε εγεινεν εσπερα, κατεβησαν οι μαθηται αυτου εις την θαλασσαν,
<scripture passage="John 6:17" parsed="|John|6|17|0|0" osisRef="Bible:John.6.17" />
<sup>17</sup>και εμβαντες εις το πλοιον, ηρχοντο περαν της θαλασσης εις Καπερναουμ. Και ειχεν ηδη γεινει σκοτος και ο Ιησους δεν ειχεν ελθει προς αυτους,
<scripture passage="John 6:18" parsed="|John|6|18|0|0" osisRef="Bible:John.6.18" />
<sup>18</sup>και η θαλασσα υψονετο, επειδη επνεε δυνατος ανεμος.
<scripture passage="John 6:19" parsed="|John|6|19|0|0" osisRef="Bible:John.6.19" />
<sup>19</sup>Αφου λοιπον εκωπηλατησαν ως εικοσιπεντε η τριακοντα σταδια βλεπουσι τον Ιησουν περιπατουντα επι της θαλασσης και πλησιαζοντα εις το πλοιον, και εφοβηθησαν.
<scripture passage="John 6:20" parsed="|John|6|20|0|0" osisRef="Bible:John.6.20" />
<sup>20</sup>Εκεινος δε λεγει προς αυτους· Εγω ειμαι· μη φοβεισθε.
<scripture passage="John 6:21" parsed="|John|6|21|0|0" osisRef="Bible:John.6.21" />
<sup>21</sup>Ηθελον λοιπον να λαβωσιν αυτον εις το πλοιον, και παρευθυς το πλοιον εφθασεν εις την γην, εις την οποιαν υπηγαινον.
<scripture passage="John 6:22" parsed="|John|6|22|0|0" osisRef="Bible:John.6.22" />
<sup>22</sup>Τη επαυριον ο οχλος ο ισταμενος περαν της θαλασσης οτε ειδεν οτι πλοιαριον αλλο δεν ητο εκει ειμη εν, εκεινο εις το οποιον εισηλθον οι μαθηται αυτου, και οτι ο Ιησους δεν εισηλθε μετα των μαθητων αυτου εις το πλοιαριον, αλλα μονοι οι μαθηται αυτου ανεχωρησαν·
<scripture passage="John 6:23" parsed="|John|6|23|0|0" osisRef="Bible:John.6.23" />
<sup>23</sup>ηλθον δε αλλα πλοιαρια εκ της Τιβεριαδος πλησιον του τοπου, οπου εφαγον τον αρτον, αφου ο Κυριος ευχαριστησεν·
<scripture passage="John 6:24" parsed="|John|6|24|0|0" osisRef="Bible:John.6.24" />
<sup>24</sup>οτε λοιπον ειδεν ο οχλος οτι ο Ιησους δεν ειναι εκει, ουδε οι μαθηται αυτου, εισηλθον και αυτοι εις τα πλοια και ηλθον εις Καπερναουμ ζητουντες τον Ιησουν.
<scripture passage="John 6:25" parsed="|John|6|25|0|0" osisRef="Bible:John.6.25" />
<sup>25</sup>Και ευροντες αυτον περαν της θαλασσης, ειπον προς αυτον· Ραββι, ποτε ηλθες εδω;
<scripture passage="John 6:26" parsed="|John|6|26|0|0" osisRef="Bible:John.6.26" />
<sup>26</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους και ειπεν· Αληθως, αληθως σας λεγω, με ζητειτε, ουχι διοτι ειδετε θαυματα, αλλα διοτι εφαγετε εκ των αρτων και εχορτασθητε.
<scripture passage="John 6:27" parsed="|John|6|27|0|0" osisRef="Bible:John.6.27" />
<sup>27</sup>Εργαζεσθε μη δια την τροφην την φθειρομενην, αλλα δια την τροφην την μενουσαν εις ζωην αιωνιον, την οποιαν ο Υιος του ανθρωπου θελει σας δωσει· διοτι τουτον εσφραγισεν ο Πατηρ ο Θεος.
<scripture passage="John 6:28" parsed="|John|6|28|0|0" osisRef="Bible:John.6.28" />
<sup>28</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον· Τι να καμωμεν, δια να εργαζωμεθα τα εργα του Θεου;
<scripture passage="John 6:29" parsed="|John|6|29|0|0" osisRef="Bible:John.6.29" />
<sup>29</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Τουτο ειναι το εργον του Θεου, να πιστευσητε εις τουτον, τον οποιον εκεινος απεστειλε.
<scripture passage="John 6:30" parsed="|John|6|30|0|0" osisRef="Bible:John.6.30" />
<sup>30</sup>Τοτε ειπον προς αυτον· Τι σημειον λοιπον καμνεις συ, δια να ιδωμεν και πιστευσωμεν εις σε; τι εργαζεσαι;
<scripture passage="John 6:31" parsed="|John|6|31|0|0" osisRef="Bible:John.6.31" />
<sup>31</sup>οι πατερες ημων εφαγον το μαννα εν τη ερημω, καθως ειναι γεγραμμενον· Αρτον εκ του ουρανου εδωκεν εις αυτους να φαγωσιν.
<scripture passage="John 6:32" parsed="|John|6|32|0|0" osisRef="Bible:John.6.32" />
<sup>32</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Αληθως, αληθως σας λεγω, δεν εδωκεν εις εσας τον αρτον εκ του ουρανου ο Μωυσης, αλλ' ο Πατηρ μου σας διδει τον αρτον εκ του ουρανου τον αληθινον.
<scripture passage="John 6:33" parsed="|John|6|33|0|0" osisRef="Bible:John.6.33" />
<sup>33</sup>Διοτι ο αρτος του Θεου ειναι ο καταβαινων εκ του ουρανου και διδων ζωην εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 6:34" parsed="|John|6|34|0|0" osisRef="Bible:John.6.34" />
<sup>34</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον· Κυριε, παντοτε δος εις ημας τον αρτον τουτον.
<scripture passage="John 6:35" parsed="|John|6|35|0|0" osisRef="Bible:John.6.35" />
<sup>35</sup>Και ειπε προς αυτους ο Ιησους· Εγω ειμαι ο αρτος της ζωης· οστις ερχεται προς εμε, δεν θελει πεινασει, και οστις πιστευει εις εμε, δεν θελει διψησει πωποτε.
<scripture passage="John 6:36" parsed="|John|6|36|0|0" osisRef="Bible:John.6.36" />
<sup>36</sup>Πλην σας ειπον οτι και με ειδετε και δεν πιστευετε.
<scripture passage="John 6:37" parsed="|John|6|37|0|0" osisRef="Bible:John.6.37" />
<sup>37</sup>Παν ο, τι μοι διδει ο Πατηρ, προς εμε θελει ελθει, και τον ερχομενον προς εμε δεν θελω εκβαλει εξω·
<scripture passage="John 6:38" parsed="|John|6|38|0|0" osisRef="Bible:John.6.38" />
<sup>38</sup>διοτι κατεβην εκ του ουρανου, ουχι δια να καμω το θελημα το εμον, αλλα το θελημα του πεμψαντος με.
<scripture passage="John 6:39" parsed="|John|6|39|0|0" osisRef="Bible:John.6.39" />
<sup>39</sup>Τουτο δε ειναι το θελημα του πεμψαντος με Πατρος, παν ο, τι μοι εδωκε να μη απολεσω ουδεν εξ αυτου, αλλα να αναστησω αυτο εν τη εσχατη ημερα.
<scripture passage="John 6:40" parsed="|John|6|40|0|0" osisRef="Bible:John.6.40" />
<sup>40</sup>Και τουτο ειναι το θελημα του πεμψαντος με, πας οστις βλεπει τον Υιον και πιστευει εις αυτον να εχη ζωην αιωνιον, και εγω θελω αναστησει αυτον εν τη εσχατη ημερα.
<scripture passage="John 6:41" parsed="|John|6|41|0|0" osisRef="Bible:John.6.41" />
<sup>41</sup>Εγογγυζον λοιπον οι Ιουδαιοι περι αυτου οτι ειπεν, Εγω ειμαι ο αρτος ο καταβας εκ του ουρανου,
<scripture passage="John 6:42" parsed="|John|6|42|0|0" osisRef="Bible:John.6.42" />
<sup>42</sup>και ελεγον· δεν ειναι ουτος Ιησους ο υιος του Ιωσηφ, του οποιου ημεις γνωριζομεν τον πατερα και την μητερα; πως λοιπον λεγει ουτος οτι εκ του ουρανου κατεβην;
<scripture passage="John 6:43" parsed="|John|6|43|0|0" osisRef="Bible:John.6.43" />
<sup>43</sup>Απεκριθη λοιπον ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Μη γογγυζετε μεταξυ σας.
<scripture passage="John 6:44" parsed="|John|6|44|0|0" osisRef="Bible:John.6.44" />
<sup>44</sup>Ουδεις δυναται να ελθη προς εμε, εαν δεν ελκυση αυτον ο Πατηρ ο πεμψας με, και εγω θελω αναστησει αυτον εν τη εσχατη ημερα.
<scripture passage="John 6:45" parsed="|John|6|45|0|0" osisRef="Bible:John.6.45" />
<sup>45</sup>Ειναι γεγραμμενον εν τοις προφηταις· Και παντες θελουσιν εισθαι διδακτοι του Θεου. Πας λοιπον, οστις ακουση παρα του Πατρος και μαθη, ερχεται προς εμε·
<scripture passage="John 6:46" parsed="|John|6|46|0|0" osisRef="Bible:John.6.46" />
<sup>46</sup>ουχι οτι ειδε τις τον Πατερα, ειμη εκεινος οστις ειναι παρα του Θεου, ουτος ειδε τον Πατερα.
<scripture passage="John 6:47" parsed="|John|6|47|0|0" osisRef="Bible:John.6.47" />
<sup>47</sup>Αληθως αληθως, σας λεγω, Ο πιστευων εις εμε εχει ζωην αιωνιον.
<scripture passage="John 6:48" parsed="|John|6|48|0|0" osisRef="Bible:John.6.48" />
<sup>48</sup>Εγω ειμαι ο αρτος της ζωης.
<scripture passage="John 6:49" parsed="|John|6|49|0|0" osisRef="Bible:John.6.49" />
<sup>49</sup>Οι πατερες σας εφαγον το μαννα εν τη ερημω και απεθανον·
<scripture passage="John 6:50" parsed="|John|6|50|0|0" osisRef="Bible:John.6.50" />
<sup>50</sup>ουτος ειναι ο αρτος ο καταβαινων εκ του ουρανου, δια να φαγη τις εξ αυτου και να μη αποθανη.
<scripture passage="John 6:51" parsed="|John|6|51|0|0" osisRef="Bible:John.6.51" />
<sup>51</sup>Εγω ειμαι ο αρτος ο ζων, ο καταβας εκ του ουρανου. Εαν τις φαγη εκ τουτου του αρτου, θελει ζησει εις τον αιωνα. Και ο αρτος δε τον οποιον εγω θελω δωσει, ειναι η σαρξ μου την οποιαν εγω θελω δωσει υπερ της ζωης του κοσμου.
<scripture passage="John 6:52" parsed="|John|6|52|0|0" osisRef="Bible:John.6.52" />
<sup>52</sup>Εμαχοντο λοιπον προς αλληλους Ιουδαιοι, λεγοντες· Πως δυναται ουτος να δωση εις ημας να φαγωμεν την σαρκα αυτου;
<scripture passage="John 6:53" parsed="|John|6|53|0|0" osisRef="Bible:John.6.53" />
<sup>53</sup>Ειπε λοιπον εις αυτους ο Ιησους· Αληθως, αληθως σας λεγω, Εαν δεν φαγητε την σαρκα του υιου του ανθρωπου και πιητε το αιμα αυτου, δεν εχετε ζωην εν εαυτοις.
<scripture passage="John 6:54" parsed="|John|6|54|0|0" osisRef="Bible:John.6.54" />
<sup>54</sup>Οστις τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου, εχει ζωην αιωνιον, και εγω θελω αναστησει αυτον εν τη εσχατη ημερα.
<scripture passage="John 6:55" parsed="|John|6|55|0|0" osisRef="Bible:John.6.55" />
<sup>55</sup>Διοτι η σαρξ μου αληθως ειναι τροφη, και το αιμα μου αληθως ειναι ποσις.
<scripture passage="John 6:56" parsed="|John|6|56|0|0" osisRef="Bible:John.6.56" />
<sup>56</sup>Οστις τρωγει την σαρκα μου και πινει το αιμα μου εν εμοι μενει, και εγω εν αυτω.
<scripture passage="John 6:57" parsed="|John|6|57|0|0" osisRef="Bible:John.6.57" />
<sup>57</sup>Καθως με απεστειλεν ο ζων Πατηρ και εγω ζω δια τον Πατερα, ουτω και οστις με τρωγει θελει ζησει και εκεινος δι' εμε.
<scripture passage="John 6:58" parsed="|John|6|58|0|0" osisRef="Bible:John.6.58" />
<sup>58</sup>Ουτος ειναι ο αρτος ο καταβας εκ του ουρανου, ουχι καθως οι πατερες σας εφαγον το μαννα και απεθανον· οστις τρωγει τουτον τον αρτον θελει ζησει εις τον αιωνα.
<scripture passage="John 6:59" parsed="|John|6|59|0|0" osisRef="Bible:John.6.59" />
<sup>59</sup>Ταυτα ειπεν εν τη συναγωγη, διδασκων εν Καπερναουμ.
<scripture passage="John 6:60" parsed="|John|6|60|0|0" osisRef="Bible:John.6.60" />
<sup>60</sup>Πολλοι λοιπον εκ των μαθητων αυτου ακουσαντες, ειπον· Σκληρος ειναι ουτος ο λογος· τις δυναται να ακουη αυτον;
<scripture passage="John 6:61" parsed="|John|6|61|0|0" osisRef="Bible:John.6.61" />
<sup>61</sup>Νοησας δε ο Ιησους εν εαυτω οτι γογγυζουσι περι τουτου οι μαθηται αυτου, ειπε προς αυτους· Τουτο σας σκανδαλιζει;
<scripture passage="John 6:62" parsed="|John|6|62|0|0" osisRef="Bible:John.6.62" />
<sup>62</sup>εαν λοιπον θεωρητε τον Υιον του ανθρωπου αναβαινοντα οπου ητο το προτερον;
<scripture passage="John 6:63" parsed="|John|6|63|0|0" osisRef="Bible:John.6.63" />
<sup>63</sup>το πνευμα ειναι εκεινο το οποιον ζωοποιει, η σαρξ δεν ωφελει ουδεν· οι λογοι, τους οποιους εγω λαλω προς εσας, πνευμα ειναι και ζωη ειναι.
<scripture passage="John 6:64" parsed="|John|6|64|0|0" osisRef="Bible:John.6.64" />
<sup>64</sup>Πλην ειναι τινες απο σας, οιτινες δεν πιστευουσι. Διοτι ηξευρεν εξ αρχης ο Ιησους, τινες ειναι οι μη πιστευοντες και τις ειναι ο μελλων να παραδωση αυτον.
<scripture passage="John 6:65" parsed="|John|6|65|0|0" osisRef="Bible:John.6.65" />
<sup>65</sup>Και ελεγε· Δια τουτο σας ειπον οτι ουδεις δυναται να ελθη προς εμε, εαν δεν ειναι δεδομενον εις αυτον εκ του Πατρος μου.
<scripture passage="John 6:66" parsed="|John|6|66|0|0" osisRef="Bible:John.6.66" />
<sup>66</sup>Εκτοτε πολλοι των μαθητων αυτου εστραφησαν εις τα οπισω και δεν περιεπατουν πλεον μετ' αυτου.
<scripture passage="John 6:67" parsed="|John|6|67|0|0" osisRef="Bible:John.6.67" />
<sup>67</sup>Ειπε λοιπον ο Ιησους προς τους δωδεκα· Μηπως και σεις θελετε να υπαγητε;
<scripture passage="John 6:68" parsed="|John|6|68|0|0" osisRef="Bible:John.6.68" />
<sup>68</sup>Απεκριθη λοιπον προς αυτον ο Σιμων Πετρος· Κυριε, προς τινα θελομεν υπαγει; λογους ζωης αιωνιου εχεις·
<scripture passage="John 6:69" parsed="|John|6|69|0|0" osisRef="Bible:John.6.69" />
<sup>69</sup>και ημεις επιστευσαμεν και εγνωρισαμεν οτι συ εισαι ο Χριστος ο Υιος του Θεου του ζωντος.
<scripture passage="John 6:70" parsed="|John|6|70|0|0" osisRef="Bible:John.6.70" />
<sup>70</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Δεν εξελεξα εγω εσας τους δωδεκα και εις απο σας ειναι διαβολος;
<scripture passage="John 6:71" parsed="|John|6|71|0|0" osisRef="Bible:John.6.71" />
<sup>71</sup>Ελεγε δε τον Ιουδαν του Σιμωνος τον Ισκαριωτην· διοτι ουτος, εις ων εκ των δωδεκα, εμελλε να παραδωση αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="John 7" progress="86.49%" prev="John.6" next="John.8" id="John.7">
<h3 id="John.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="John.7-p1">
<scripture passage="John 7:1" parsed="|John|7|1|0|0" osisRef="Bible:John.7.1" />
<sup>1</sup>Και περιεπατει ο Ιησους μετα ταυτα εν τη Γαλιλαια· διοτι δεν ηθελε να περιπατη εν τη Ιουδαια, επειδη οι Ιουδαιοι εζητουν να θανατωσωσιν αυτον.
<scripture passage="John 7:2" parsed="|John|7|2|0|0" osisRef="Bible:John.7.2" />
<sup>2</sup>Επλησιαζε δε η εορτη των Ιουδαιων, η σκηνοπηγια.
<scripture passage="John 7:3" parsed="|John|7|3|0|0" osisRef="Bible:John.7.3" />
<sup>3</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον οι αδελφοι αυτου· Μεταβηθι εντευθεν και υπαγε εις την Ιουδαιαν, δια να ιδωσι και οι μαθηται σου τα εργα σου, τα οποια καμνεις·
<scripture passage="John 7:4" parsed="|John|7|4|0|0" osisRef="Bible:John.7.4" />
<sup>4</sup>διοτι ουδεις πραττει τι κρυφιως και ζητει αυτος να ηναι φανερος. Εαν πραττης ταυτα, φανερωσον σεαυτον εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 7:5" parsed="|John|7|5|0|0" osisRef="Bible:John.7.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ουδε οι αδελφοι αυτου επιστευον εις αυτον.
<scripture passage="John 7:6" parsed="|John|7|6|0|0" osisRef="Bible:John.7.6" />
<sup>6</sup>Λεγει λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Ο καιρος ο ιδικος μου δεν ηλθεν ετι, ο δε καιρος ο ιδικος σας ειναι παντοτε ετοιμος.
<scripture passage="John 7:7" parsed="|John|7|7|0|0" osisRef="Bible:John.7.7" />
<sup>7</sup>Δεν δυναται ο κοσμος να μιση εσας· εμε ομως μισει, διοτι εγω μαρτυρω περι αυτου οτι τα εργα αυτου ειναι πονηρα.
<scripture passage="John 7:8" parsed="|John|7|8|0|0" osisRef="Bible:John.7.8" />
<sup>8</sup>Σεις αναβητε εις την εορτην ταυτην· εγω δεν αναβαινω ετι εις την εορτην ταυτην, διοτι ο καιρος μου δεν επληρωθη ετι.
<scripture passage="John 7:9" parsed="|John|7|9|0|0" osisRef="Bible:John.7.9" />
<sup>9</sup>Και αφου ειπε ταυτα προς αυτους, εμεινεν εν τη Γαλιλαια.
<scripture passage="John 7:10" parsed="|John|7|10|0|0" osisRef="Bible:John.7.10" />
<sup>10</sup>Αφου δε ανεβησαν οι αδελφοι αυτου, τοτε και αυτος ανεβη εις την εορτην, ουχι φανερως αλλα κρυφιως πως.
<scripture passage="John 7:11" parsed="|John|7|11|0|0" osisRef="Bible:John.7.11" />
<sup>11</sup>Οι Ιουδαιοι λοιπον εζητουν αυτον εν τη εορτη και ελεγον· Που ειναι εκεινος;
<scripture passage="John 7:12" parsed="|John|7|12|0|0" osisRef="Bible:John.7.12" />
<sup>12</sup>Και ητο πολυς γογγυσμος περι αυτου μεταξυ των οχλων. Αλλοι μεν ελεγον οτι ειναι καλος· αλλοι δε ελεγον, Ουχι, αλλα πλανα τον οχλον.
<scripture passage="John 7:13" parsed="|John|7|13|0|0" osisRef="Bible:John.7.13" />
<sup>13</sup>Ουδεις ομως ελαλει παρρησια περι αυτου δια τον φοβον των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 7:14" parsed="|John|7|14|0|0" osisRef="Bible:John.7.14" />
<sup>14</sup>Και ενω η εορτη ητο ηδη περι τα μεσα, ανεβη ο Ιησους εις το ιερον και εδιδασκε.
<scripture passage="John 7:15" parsed="|John|7|15|0|0" osisRef="Bible:John.7.15" />
<sup>15</sup>Και εθαυμαζον οι Ιουδαιοι, λεγοντες· Πως ουτος εξευρει γραμματα, ενω δεν εμαθεν;
<scripture passage="John 7:16" parsed="|John|7|16|0|0" osisRef="Bible:John.7.16" />
<sup>16</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους και ειπεν· Η ιδικη μου διδαχη δεν ειναι εμου, αλλα του πεμψαντος με.
<scripture passage="John 7:17" parsed="|John|7|17|0|0" osisRef="Bible:John.7.17" />
<sup>17</sup>Εαν τις θελη να καμη το θελημα αυτου, θελει γνωρισει περι της διδαχης, αν ηναι εκ του Θεου η αν εγω λαλω απ' εμαυτου.
<scripture passage="John 7:18" parsed="|John|7|18|0|0" osisRef="Bible:John.7.18" />
<sup>18</sup>Οστις λαλει αφ' εαυτου, ζητει την δοξαν την ιδικην αυτου, οστις ομως ζητει την δοξαν του πεμψαντος αυτον, ουτος ειναι αληθης, και αδικια εν αυτω δεν υπαρχει.
<scripture passage="John 7:19" parsed="|John|7|19|0|0" osisRef="Bible:John.7.19" />
<sup>19</sup>Ο Μωυσης δεν σας εδωκε τον νομον; και ουδεις απο σας εκπληροι τον νομον. Δια τι ζητειτε να μη θανατωσητε;
<scripture passage="John 7:20" parsed="|John|7|20|0|0" osisRef="Bible:John.7.20" />
<sup>20</sup>Απεκριθη ο οχλος και ειπε· Δαιμονιον εχεις· τις ζητει να σε θανατωση;
<scripture passage="John 7:21" parsed="|John|7|21|0|0" osisRef="Bible:John.7.21" />
<sup>21</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Εν εργον εκαμον, και παντες θαυμαζετε.
<scripture passage="John 7:22" parsed="|John|7|22|0|0" osisRef="Bible:John.7.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο ο Μωυσης σας εδωκε την περιτομην, ουχι οτι ειναι εκ του Μωυσεως, αλλ' εκ των πατερων, και εν σαββατω περιτεμνετε ανθρωπον.
<scripture passage="John 7:23" parsed="|John|7|23|0|0" osisRef="Bible:John.7.23" />
<sup>23</sup>Εαν λαμβανη ανθρωπος περιτομην εν σαββατω, δια να μη λυθη ο νομος του Μωυσεως, οργιζεσθε κατ' εμου διοτι εκαμον ολοκληρον ανθρωπον υγιη εν σαββατω;
<scripture passage="John 7:24" parsed="|John|7|24|0|0" osisRef="Bible:John.7.24" />
<sup>24</sup>Μη κρινετε κατ' οψιν, αλλα την δικαιαν κρισιν κρινατε.
<scripture passage="John 7:25" parsed="|John|7|25|0|0" osisRef="Bible:John.7.25" />
<sup>25</sup>Ελεγον λοιπον τινες εκ των Ιεροσολυμιτων· Δεν ειναι ουτος, τον οποιον ζητουσι να θανατωσωσι;
<scripture passage="John 7:26" parsed="|John|7|26|0|0" osisRef="Bible:John.7.26" />
<sup>26</sup>Και ιδου, παρρησια λαλει, και δεν λεγουσι προς αυτον ουδεν. Μηπως τωοντι εγνωρισαν οι αρχοντες οτι ουτος ειναι αληθως ο Χριστος;
<scripture passage="John 7:27" parsed="|John|7|27|0|0" osisRef="Bible:John.7.27" />
<sup>27</sup>Αλλα τουτον εξευρομεν ποθεν ειναι· ο δε Χριστος οταν ερχεται, ουδεις γινωσκει ποθεν ειναι.
<scripture passage="John 7:28" parsed="|John|7|28|0|0" osisRef="Bible:John.7.28" />
<sup>28</sup>Εφωναξε λοιπον ο Ιησους, διδασκων εν τω ιερω, και ειπε· Και εμε εξευρετε και ποθεν ειμαι εξευρετε· και απ' εμαυτου δεν ηλθον, αλλ' ειναι αληθινος ο πεμψας με, τον οποιον σεις δεν εξευρετε·
<scripture passage="John 7:29" parsed="|John|7|29|0|0" osisRef="Bible:John.7.29" />
<sup>29</sup>εγω ομως εξευρω αυτον, διοτι παρ' αυτου ειμαι και εκεινος με απεστειλεν.
<scripture passage="John 7:30" parsed="|John|7|30|0|0" osisRef="Bible:John.7.30" />
<sup>30</sup>Εζητουν λοιπον να πιασωσιν αυτον, και ουδεις επεβαλεν επ' αυτον την χειρα, διοτι δεν ειχεν ελθει ετι η ωρα αυτου.
<scripture passage="John 7:31" parsed="|John|7|31|0|0" osisRef="Bible:John.7.31" />
<sup>31</sup>Πολλοι δε εκ του οχλου επιστευσαν εις αυτον και ελεγον οτι ο Χριστος οταν ελθη, μηπως θελει καμει θαυματα πλειοτερα τουτων, τα οποια ουτος εκαμεν;
<scripture passage="John 7:32" parsed="|John|7|32|0|0" osisRef="Bible:John.7.32" />
<sup>32</sup>Ηκουσαν οι Φαρισαιοι τον οχλον οτι εγογγυζε ταυτα περι αυτου, και απεστειλαν οι Φαρισαιοι και οι αρχιερεις υπηρετας δια να πιασωσιν αυτον.
<scripture passage="John 7:33" parsed="|John|7|33|0|0" osisRef="Bible:John.7.33" />
<sup>33</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Ετι ολιγον καιρον ειμαι μεθ' υμων, και υπαγω προς τον πεμψαντα με.
<scripture passage="John 7:34" parsed="|John|7|34|0|0" osisRef="Bible:John.7.34" />
<sup>34</sup>Θελετε με ζητησει και δεν θελετε με ευρει· και οπου ειμαι εγω, σεις δεν δυνασθε να ελθητε.
<scripture passage="John 7:35" parsed="|John|7|35|0|0" osisRef="Bible:John.7.35" />
<sup>35</sup>Ειπον λοιπον οι Ιουδαιοι προς αλληλους· Που μελλει ουτος να υπαγη, ωστε ημεις δεν θελομεν ευρει αυτον; Μηπως μελλει να υπαγη εις τους διεσπαρμενους μεταξυ των Ελληνων και να διδασκη τους Ελληνας;
<scripture passage="John 7:36" parsed="|John|7|36|0|0" osisRef="Bible:John.7.36" />
<sup>36</sup>Τις ειναι ουτος ο λογος τον οποιον ειπε, Θελετε με ζητησει και δεν θελετε με ευρει, και ειπον ειμαι εγω, σεις δεν δυνασθε να ελθητε;
<scripture passage="John 7:37" parsed="|John|7|37|0|0" osisRef="Bible:John.7.37" />
<sup>37</sup>Κατα δε την τελευταιαν ημεραν την μεγαλην της εορτης ιστατο ο Ιησους και εκραξε λεγων· Εαν τις διψα, ας ερχηται προς εμε και ας πινη.
<scripture passage="John 7:38" parsed="|John|7|38|0|0" osisRef="Bible:John.7.38" />
<sup>38</sup>Οστις πιστευει εις εμε, καθως ειπεν η γραφη, ποταμοι υδατος ζωντος θελουσι ρευσει εκ της κοιλιας αυτου.
<scripture passage="John 7:39" parsed="|John|7|39|0|0" osisRef="Bible:John.7.39" />
<sup>39</sup>Τουτο δε ειπε περι του Πνευματος, το οποιον εμελλον να λαμβανωσιν οι πιστευοντες εις αυτον· διοτι δεν ητο ετι δεδομενον Πνευμα Αγιον, επειδη ο Ιησους ετι δεν εδοξασθη.
<scripture passage="John 7:40" parsed="|John|7|40|0|0" osisRef="Bible:John.7.40" />
<sup>40</sup>Πολλοι λοιπον εκ του οχλου ακουσαντες τον λογον, ελεγον· Ουτος ειναι αληθως ο προφητης.
<scripture passage="John 7:41" parsed="|John|7|41|0|0" osisRef="Bible:John.7.41" />
<sup>41</sup>Αλλοι ελεγον· Ουτος ειναι ο Χριστος. Αλλοι δε ελεγον· Μη γαρ εκ της Γαλιλαιας ερχεται ο Χριστος;
<scripture passage="John 7:42" parsed="|John|7|42|0|0" osisRef="Bible:John.7.42" />
<sup>42</sup>Δεν ειπεν η γραφη οτι εκ του σπερματος του Δαβιδ και απο της κωμης Βηθλεεμ, οπου ητο ο Δαβιδ, ερχεται ο Χριστος;
<scripture passage="John 7:43" parsed="|John|7|43|0|0" osisRef="Bible:John.7.43" />
<sup>43</sup>Σχισμα λοιπον εγεινε μεταξυ του οχλου δι' αυτον.
<scripture passage="John 7:44" parsed="|John|7|44|0|0" osisRef="Bible:John.7.44" />
<sup>44</sup>Τινες δε εξ αυτων ηθελον να πιασωσιν αυτον, αλλ' ουδεις επεβαλεν επ' αυτον τας χειρας.
<scripture passage="John 7:45" parsed="|John|7|45|0|0" osisRef="Bible:John.7.45" />
<sup>45</sup>Ηλθον λοιπον οι υπηρεται προς τους αρχιερεις και Φαρισαιους, και εκεινοι ειπον προς αυτους· Δια τι δεν εφερετε αυτον;
<scripture passage="John 7:46" parsed="|John|7|46|0|0" osisRef="Bible:John.7.46" />
<sup>46</sup>Απεκριθησαν οι υπηρεται· Ουδεποτε ελαλησεν ανθρωπος ουτω, καθως ουτος ο ανθρωπος.
<scripture passage="John 7:47" parsed="|John|7|47|0|0" osisRef="Bible:John.7.47" />
<sup>47</sup>Απεκριθησαν λοιπον προς αυτους οι Φαρισαιοι· Μηπως και σεις επλανηθητε;
<scripture passage="John 7:48" parsed="|John|7|48|0|0" osisRef="Bible:John.7.48" />
<sup>48</sup>Μηπως τις εκ των αρχοντων επιστευσεν εις αυτον η εκ των Φαρισαιων;
<scripture passage="John 7:49" parsed="|John|7|49|0|0" osisRef="Bible:John.7.49" />
<sup>49</sup>Αλλ' ο οχλος ουτος, οστις δεν γνωριζει τον νομον, ειναι επικαταρατοι.
<scripture passage="John 7:50" parsed="|John|7|50|0|0" osisRef="Bible:John.7.50" />
<sup>50</sup>Λεγει ο Νικοδημος προς αυτους, ο ελθων προς αυτον δια νυκτος, εις ων εξ αυτων.
<scripture passage="John 7:51" parsed="|John|7|51|0|0" osisRef="Bible:John.7.51" />
<sup>51</sup>Μηπως ο νομος ημων κρινει τον ανθρωπον, εαν δεν ακουση παρ' αυτου προτερον και μαθη τι πραττει;
<scripture passage="John 7:52" parsed="|John|7|52|0|0" osisRef="Bible:John.7.52" />
<sup>52</sup>Απεκριθησαν και ειπον προς αυτον· Μηπως και συ εκ της Γαλιλαιας εισαι; ερευνησον και ιδε οτι προφητης εκ της Γαλιλαιας δεν ηγερθη.
<scripture passage="John 7:53" parsed="|John|7|53|0|0" osisRef="Bible:John.7.53" />
<sup>53</sup>Και υπηγεν εκαστος εις τον οικον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="John 8" progress="86.62%" prev="John.7" next="John.9" id="John.8">
<h3 id="John.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="John.8-p1">
<scripture passage="John 8:1" parsed="|John|8|1|0|0" osisRef="Bible:John.8.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Ιησους υπηγεν εις το ορος των Ελαιων.
<scripture passage="John 8:2" parsed="|John|8|2|0|0" osisRef="Bible:John.8.2" />
<sup>2</sup>Και την αυγην ηλθε παλιν εις το ιερον, και πας ο λαος ηρχετο προς αυτον· και καθησας εδιδασκεν αυτους.
<scripture passage="John 8:3" parsed="|John|8|3|0|0" osisRef="Bible:John.8.3" />
<sup>3</sup>Φερουσι δε προς αυτον οι γραμματεις και οι Φαρισαιοι γυναικα συλληφθεισαν επι μοιχεια, και στησαντες αυτην εν τω μεσω,
<scripture passage="John 8:4" parsed="|John|8|4|0|0" osisRef="Bible:John.8.4" />
<sup>4</sup>λεγουσι προς αυτον· Διδασκαλε, αυτη η γυνη συνεληφθη επ' αυτοφωρω μοιχευομενη.
<scripture passage="John 8:5" parsed="|John|8|5|0|0" osisRef="Bible:John.8.5" />
<sup>5</sup>Εν δε τω νομω ο Μωυσης προσεταξεν ημας να λιθοβολωνται αι τοιαυται· συ λοιπον τι λεγεις;
<scripture passage="John 8:6" parsed="|John|8|6|0|0" osisRef="Bible:John.8.6" />
<sup>6</sup>Ελεγον δε τουτο δοκιμαζοντες αυτον, δια να εχωσι ινα κατηγορωσιν αυτον. Ο δε Ιησους κυψας κατω, εγραφε δια του δακτυλου εις την γην.
<scripture passage="John 8:7" parsed="|John|8|7|0|0" osisRef="Bible:John.8.7" />
<sup>7</sup>Και επειδη επεμενον ερωτωντες αυτον, ανακυψας ειπε προς αυτους· Οστις απο σας ειναι αναμαρτητος, πρωτος ας ριψη τον λιθον επ' αυτην.
<scripture passage="John 8:8" parsed="|John|8|8|0|0" osisRef="Bible:John.8.8" />
<sup>8</sup>Και παλιν κυψας κατω εγραφεν εις την γην.
<scripture passage="John 8:9" parsed="|John|8|9|0|0" osisRef="Bible:John.8.9" />
<sup>9</sup>Εκεινοι δε ακουσαντες, εξηρχοντο εις εκαστος, αρχισαντες απο των πρεσβυτερων εως των εσχατων· και εμεινε μονος ο Ιησους και η γυνη ισταμενη εν τω μεσω.
<scripture passage="John 8:10" parsed="|John|8|10|0|0" osisRef="Bible:John.8.10" />
<sup>10</sup>Ανακυψας δε ο Ιησους, ειπε προς αυτην· Γυναι, που ειναι εκεινοι οι κατηγοροι σου; δεν σε κατεδικασεν ουδεις;
<scripture passage="John 8:11" parsed="|John|8|11|0|0" osisRef="Bible:John.8.11" />
<sup>11</sup>Και εκεινη ειπεν· Ουδεις, Κυριε. Και ο Ιησους ειπε προς αυτην· Ουδε εγω σε καταδικαζω· υπαγε, και εις το εξης μη αμαρτανε.
<scripture passage="John 8:12" parsed="|John|8|12|0|0" osisRef="Bible:John.8.12" />
<sup>12</sup>Παλιν λοιπον ο Ιησους ελαλησε προς αυτους λεγων· Εγω ειμαι το φως του κοσμου· οστις ακολουθει εμε δεν θελει περιπατησει εις το σκοτος, αλλα θελει εχει το φως της ζωης.
<scripture passage="John 8:13" parsed="|John|8|13|0|0" osisRef="Bible:John.8.13" />
<sup>13</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον οι Φαρισαιοι· Συ περι σεαυτου μαρτυρεις· η μαρτυρια σου δεν ειναι αληθης.
<scripture passage="John 8:14" parsed="|John|8|14|0|0" osisRef="Bible:John.8.14" />
<sup>14</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτους· Και αν εγω μαρτυρω περι εμαυτου, η μαρτυρια μου ειναι αληθης, διοτι εξευρω ποθεν ηλθον και που υπαγω· σεις ομως δεν εξευρετε ποθεν ερχομαι και που υπαγω.
<scripture passage="John 8:15" parsed="|John|8|15|0|0" osisRef="Bible:John.8.15" />
<sup>15</sup>Σεις κατα την σαρκα κρινετε· εγω δεν κρινω ουδενα.
<scripture passage="John 8:16" parsed="|John|8|16|0|0" osisRef="Bible:John.8.16" />
<sup>16</sup>Αλλα και εαν εγω κρινω, η κρισις η εμη ειναι αληθης, διοτι μονος δεν ειμαι, αλλ' εγω και ο Πατηρ ο πεμψας με.
<scripture passage="John 8:17" parsed="|John|8|17|0|0" osisRef="Bible:John.8.17" />
<sup>17</sup>Και εν τω νομω δε υμων ειναι γεγραμμενον οτι δυο ανθρωπων η μαρτυρια ειναι αληθινη.
<scripture passage="John 8:18" parsed="|John|8|18|0|0" osisRef="Bible:John.8.18" />
<sup>18</sup>Εγω ειμαι ο μαρτυρων περι εμαυτου, και ο πεμψας με Πατηρ μαρτυρει περι εμου.
<scripture passage="John 8:19" parsed="|John|8|19|0|0" osisRef="Bible:John.8.19" />
<sup>19</sup>Ελεγον λοιπον προς αυτον· Που ειναι ο Πατηρ σου; Απεκριθη ο Ιησους· Ουτε εμε εξευρετε ουτε τον Πατερα μου· εαν ηξευρετε εμε, ηθελετε εξευρει και τον Πατερα μου.
<scripture passage="John 8:20" parsed="|John|8|20|0|0" osisRef="Bible:John.8.20" />
<sup>20</sup>Τουτους τους λογους ελαλησεν ο Ιησους εν τω θησαυροφυλακιω, διδασκων εν τω ιερω, και ουδεις επιασεν αυτον, διοτι δεν ειχεν ελθει ετι η ωρα αυτου.
<scripture passage="John 8:21" parsed="|John|8|21|0|0" osisRef="Bible:John.8.21" />
<sup>21</sup>Ειπε λοιπον παλιν προς αυτους ο Ιησους· Εγω υπαγω και θελετε με ζητησει, και θελετε αποθανει εν τη αμαρτια υμων· οπου εγω υπαγω, σεις δεν δυνασθε να ελθητε.
<scripture passage="John 8:22" parsed="|John|8|22|0|0" osisRef="Bible:John.8.22" />
<sup>22</sup>Ελεγον λοιπον οι Ιουδαιοι· Μηπως θελει θανατωσει εαυτον, και δια τουτο λεγει, Οπου εγω υπαγω, σεις δεν δυνασθε να ελθητε;
<scripture passage="John 8:23" parsed="|John|8|23|0|0" osisRef="Bible:John.8.23" />
<sup>23</sup>Και ειπε προς αυτους· Σεις εισθε εκ των κατω, εγω ειμαι εκ των ανω· σεις εισθε εκ του κοσμου τουτου, εγω δεν ειμαι εκ του κοσμου τουτου.
<scripture passage="John 8:24" parsed="|John|8|24|0|0" osisRef="Bible:John.8.24" />
<sup>24</sup>Σας ειπον λοιπον οτι θελετε αποθανει εν ταις αμαρτιαις υμων· διοτι εαν δεν πιστευσητε οτι εγω ειμαι, θελετε αποθανει εν ταις αμαρτιαις υμων.
<scripture passage="John 8:25" parsed="|John|8|25|0|0" osisRef="Bible:John.8.25" />
<sup>25</sup>Ελεγον λοιπον προς αυτον· Συ τις εισαι; και ειπε προς αυτους ο Ιησους· Ο, τι σας λεγω απ' αρχης.
<scripture passage="John 8:26" parsed="|John|8|26|0|0" osisRef="Bible:John.8.26" />
<sup>26</sup>Πολλα εχω να λεγω και να κρινω περι υμων· αλλ' ο πεμψας με ειναι αληθης, και εγω οσα ηκουσα παρ' αυτου, ταυτα λεγω εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 8:27" parsed="|John|8|27|0|0" osisRef="Bible:John.8.27" />
<sup>27</sup>δεν ενοησαν οτι ελεγε προς αυτους περι του Πατρος.
<scripture passage="John 8:28" parsed="|John|8|28|0|0" osisRef="Bible:John.8.28" />
<sup>28</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Οταν υψωσητε τον Υιον του ανθρωπου, τοτε θελετε γνωρισει οτι εγω ειμαι, και απ' εμαυτου δεν καμνω ουδεν, αλλα καθως με εδιδαξεν ο Πατηρ μου, ταυτα λαλω.
<scripture passage="John 8:29" parsed="|John|8|29|0|0" osisRef="Bible:John.8.29" />
<sup>29</sup>Και ο πεμψας με ειναι μετ' εμου· δεν με αφηκεν ο Πατηρ μονον, διοτι εγω καμνω παντοτε τα αρεστα εις αυτον.
<scripture passage="John 8:30" parsed="|John|8|30|0|0" osisRef="Bible:John.8.30" />
<sup>30</sup>Ενω ελαλει ταυτα, πολλοι επιστευσαν εις αυτον.
<scripture passage="John 8:31" parsed="|John|8|31|0|0" osisRef="Bible:John.8.31" />
<sup>31</sup>Ελεγε λοιπον ο Ιησους προς τους Ιουδαιους τους πιστευσαντας εις αυτον· Εαν σεις μεινητε εν τω λογω τω εμω, εισθε αληθως μαθηται μου,
<scripture passage="John 8:32" parsed="|John|8|32|0|0" osisRef="Bible:John.8.32" />
<sup>32</sup>και θελετε γνωρισει την αληθειαν, και η αληθεια θελει σας ελευθερωσει.
<scripture passage="John 8:33" parsed="|John|8|33|0|0" osisRef="Bible:John.8.33" />
<sup>33</sup>Απεκριθησαν προς αυτον· Σπερμα του Αβρααμ ειμεθα, και δεν εγειναμεν δουλοι εις ουδενα πωποτε· πως συ λεγεις οτι θελετε γεινει ελευθεροι;
<scripture passage="John 8:34" parsed="|John|8|34|0|0" osisRef="Bible:John.8.34" />
<sup>34</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Αληθως, αληθως σας λεγω οτι πας οστις πραττει την αμαρτιαν δουλος ειναι της αμαρτιας.
<scripture passage="John 8:35" parsed="|John|8|35|0|0" osisRef="Bible:John.8.35" />
<sup>35</sup>Ο δε δουλος δεν μενει παντοτε εν τη οικια· ο υιος μενει παντοτε.
<scripture passage="John 8:36" parsed="|John|8|36|0|0" osisRef="Bible:John.8.36" />
<sup>36</sup>Εαν λοιπον ο Υιος σας ελευθερωση, οντως ελευθεροι θελετε εισθαι.
<scripture passage="John 8:37" parsed="|John|8|37|0|0" osisRef="Bible:John.8.37" />
<sup>37</sup>Εξευρω οτι εισθε σπερμα του Αβρααμ· αλλα ζητειτε να με θανατωσητε, διοτι ο λογος ο εμος δεν χωρει εις εσας.
<scripture passage="John 8:38" parsed="|John|8|38|0|0" osisRef="Bible:John.8.38" />
<sup>38</sup>Εγω λαλω ο, τι ειδον πλησιον του Πατρος μου· και σεις ομοιως καμνετε ο, τι ειδετε πλησιον του πατρος σας.
<scripture passage="John 8:39" parsed="|John|8|39|0|0" osisRef="Bible:John.8.39" />
<sup>39</sup>Απεκριθησαν και ειπον προς αυτον· Ο πατηρ ημων ειναι ο Αβρααμ. Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Εαν ησθε τεκνα του Αβρααμ, τα εργα του Αβρααμ ηθελετε καμνει.
<scripture passage="John 8:40" parsed="|John|8|40|0|0" osisRef="Bible:John.8.40" />
<sup>40</sup>Τωρα δε ζητειτε να με θανατωσητε, ανθρωπον οστις σας ελαλησα την αληθειαν, την οποιαν ηκουσα παρα του Θεου· τουτο ο Αβρααμ δεν εκαμε.
<scripture passage="John 8:41" parsed="|John|8|41|0|0" osisRef="Bible:John.8.41" />
<sup>41</sup>Σεις καμνετε τα εργα του πατρος σας. Ειπον λοιπον προς αυτον· ημεις δεν εγεννηθημεν εκ πορνειας· ενα Πατερα εχομεν, τον Θεον.
<scripture passage="John 8:42" parsed="|John|8|42|0|0" osisRef="Bible:John.8.42" />
<sup>42</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Εαν ο Θεος ητο Πατηρ σας, ηθελετε αγαπα εμε· διοτι εγω εκ του Θεου εξηλθον και ερχομαι· επειδη δεν ηλθον απ' εμαυτου, αλλ' εκεινος με απεστειλε.
<scripture passage="John 8:43" parsed="|John|8|43|0|0" osisRef="Bible:John.8.43" />
<sup>43</sup>Δια τι δεν γνωριζετε την λαλιαν μου; διοτι δεν δυνασθε να ακουητε τον λογον μου.
<scripture passage="John 8:44" parsed="|John|8|44|0|0" osisRef="Bible:John.8.44" />
<sup>44</sup>Σεις εισθε εκ πατρος του διαβολου και τας επιθυμιας του πατρος σας θελετε να πραττητε. Εκεινος ητο απ' αρχης ανθρωποκτονος και δεν μενει εν τη αληθεια, διοτι αληθεια δεν υπαρχει εν αυτω· οταν λαλη το ψευδος, εκ των ιδιων λαλει, διοτι ειναι ψευστης και ο πατηρ αυτου του ψευδους.
<scripture passage="John 8:45" parsed="|John|8|45|0|0" osisRef="Bible:John.8.45" />
<sup>45</sup>Εγω δε διοτι λεγω την αληθειαν, δεν με πιστευετε.
<scripture passage="John 8:46" parsed="|John|8|46|0|0" osisRef="Bible:John.8.46" />
<sup>46</sup>Τις απο σας με ελεγχει περι αμαρτιας; εαν δε αληθειαν λεγω, δια τι σεις δεν με πιστευετε;
<scripture passage="John 8:47" parsed="|John|8|47|0|0" osisRef="Bible:John.8.47" />
<sup>47</sup>Οστις ειναι εκ του Θεου, τους λογους του Θεου ακουει· δια τουτο σεις δεν ακουετε, διοτι εκ του Θεου δεν εισθε.
<scripture passage="John 8:48" parsed="|John|8|48|0|0" osisRef="Bible:John.8.48" />
<sup>48</sup>Απεκριθησαν λοιπον οι Ιουδαιοι και ειπον προς αυτον· Δεν λεγομεν ημεις καλως οτι Σαμαρειτης εισαι συ και δαιμονιον εχεις;
<scripture passage="John 8:49" parsed="|John|8|49|0|0" osisRef="Bible:John.8.49" />
<sup>49</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Εγω δαιμονιον δεν εχω, αλλα τιμω τον Πατερα μου, και σεις με ατιμαζετε.
<scripture passage="John 8:50" parsed="|John|8|50|0|0" osisRef="Bible:John.8.50" />
<sup>50</sup>Και εγω δεν ζητω την δοξαν μου· υπαρχει ο ζητων και κρινων.
<scripture passage="John 8:51" parsed="|John|8|51|0|0" osisRef="Bible:John.8.51" />
<sup>51</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω· Εαν τις φυλαξη τον λογον μου, θανατον δεν θελει ιδει εις τον αιωνα.
<scripture passage="John 8:52" parsed="|John|8|52|0|0" osisRef="Bible:John.8.52" />
<sup>52</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον οι Ιουδαιοι· Τωρα κατελαβομεν οτι δαιμονιον εχεις. Ο Αβρααμ απεθανε και οι προφηται, και συ λεγεις· Εαν τις φυλαξη τον λογον μου, δεν θελει γευθη θανατον εις τον αιωνα.
<scripture passage="John 8:53" parsed="|John|8|53|0|0" osisRef="Bible:John.8.53" />
<sup>53</sup>Μηπως συ εισαι μεγαλητερος του πατρος ημων Αβρααμ, οστις απεθανε; και οι προφηται απεθανον· συ τινα καμνεις σεαυτον;
<scripture passage="John 8:54" parsed="|John|8|54|0|0" osisRef="Bible:John.8.54" />
<sup>54</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Εαν εγω δοξαζω εμαυτον, η δοξα μου ειναι ουδεν· ο Πατηρ μου ειναι οστις με δοξαζει, τον οποιον σεις λεγετε οτι ειναι Θεος σας.
<scripture passage="John 8:55" parsed="|John|8|55|0|0" osisRef="Bible:John.8.55" />
<sup>55</sup>Και δεν εγνωρισατε αυτον εγω ομως γνωριζω αυτον· και εαν ειπω οτι δεν γνωριζω αυτον, θελω εισθαι ομοιος σας ψευστης· αλλα γνωριζω αυτον και τον λογον αυτου φυλαττω.
<scripture passage="John 8:56" parsed="|John|8|56|0|0" osisRef="Bible:John.8.56" />
<sup>56</sup>Ο Αβρααμ ο πατηρ σας ειχεν αγαλλιασιν να ιδη την ημεραν την εμην και ειδε και εχαρη.
<scripture passage="John 8:57" parsed="|John|8|57|0|0" osisRef="Bible:John.8.57" />
<sup>57</sup>Ειπον λοιπον οι Ιουδαιοι προς αυτον· Πεντηκοντα ετη δεν εχεις ετι, και ειδες τον Αβρααμ;
<scripture passage="John 8:58" parsed="|John|8|58|0|0" osisRef="Bible:John.8.58" />
<sup>58</sup>Ειπε προς αυτους ο Ιησους· Αληθως, αληθως σας λεγω· Πριν γεινη ο Αβρααμ, εγω ειμαι.
<scripture passage="John 8:59" parsed="|John|8|59|0|0" osisRef="Bible:John.8.59" />
<sup>59</sup>Εσηκωσαν λοιπον λιθους δια να ριψωσι κατ' αυτου· πλην ο Ιησους εκρυβη και εξηλθεν εκ του ιερου περασας δια μεσον αυτων, και ουτως ανεχωρησε.
</p>
</div3>

<div3 title="John 9" progress="86.78%" prev="John.8" next="John.10" id="John.9">
<h3 id="John.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="John.9-p1">
<scripture passage="John 9:1" parsed="|John|9|1|0|0" osisRef="Bible:John.9.1" />
<sup>1</sup>Και ενω ανεχωρει, ειδεν ανθρωπον τυφλον εκ γενετης.
<scripture passage="John 9:2" parsed="|John|9|2|0|0" osisRef="Bible:John.9.2" />
<sup>2</sup>Και ηρωτησαν αυτον οι μαθηται αυτου, λεγοντες· Ραββι, τις ημαρτεν, ουτος η οι γονεις αυτου, ωστε να γεννηθη τυφλος;
<scripture passage="John 9:3" parsed="|John|9|3|0|0" osisRef="Bible:John.9.3" />
<sup>3</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Ουτε ουτος ημαρτεν ουτε οι γονεις αυτου, αλλα δια να φανερωθωσι τα εργα του Θεου εν αυτω.
<scripture passage="John 9:4" parsed="|John|9|4|0|0" osisRef="Bible:John.9.4" />
<sup>4</sup>Εγω πρεπει να εργαζωμαι τα εργα του πεμψαντος με, εωσου ειναι ημερα· ερχεται νυξ οτε ουδεις δυναται να εργαζηται.
<scripture passage="John 9:5" parsed="|John|9|5|0|0" osisRef="Bible:John.9.5" />
<sup>5</sup>Ενοσω ειμαι εν τω κοσμω, ειμαι φως του κοσμου.
<scripture passage="John 9:6" parsed="|John|9|6|0|0" osisRef="Bible:John.9.6" />
<sup>6</sup>Αφου ειπε ταυτα, επτυσε χαμαι και εκαμε πηλον εκ του πτυσματος και επεχρισε τον πηλον επι τους οφθαλμους του τυφλου
<scripture passage="John 9:7" parsed="|John|9|7|0|0" osisRef="Bible:John.9.7" />
<sup>7</sup>και ειπε προς αυτον· Υπαγε, νιφθητι εις την κολυμβηθραν του Σιλωαμ, το οποιον ερμηνευεται απεσταλμενος. Υπηγε λοιπον και ενιφθη, και ηλθε βλεπων.
<scripture passage="John 9:8" parsed="|John|9|8|0|0" osisRef="Bible:John.9.8" />
<sup>8</sup>Οι δε γειτονες και οσοι εβλεπον αυτον προτερον οτι ητο τυφλος ελεγον δεν ειναι ουτος, οστις εκαθητο και εζητει;
<scripture passage="John 9:9" parsed="|John|9|9|0|0" osisRef="Bible:John.9.9" />
<sup>9</sup>Αλλοι ελεγον οτι ουτος ειναι· αλλοι δε οτι ομοιος αυτου ειναι. Εκεινος ελεγεν οτι εγω ειμαι.
<scripture passage="John 9:10" parsed="|John|9|10|0|0" osisRef="Bible:John.9.10" />
<sup>10</sup>Ελεγον λοιπον προς αυτον· Πως ηνοιχθησαν οι οφθαλμοι σου;
<scripture passage="John 9:11" parsed="|John|9|11|0|0" osisRef="Bible:John.9.11" />
<sup>11</sup>Απεκριθη εκεινος και ειπεν· Ανθρωπος λεγομενος Ιησους εκαμε πηλον και επεχρισε τους οφθαλμους μου και μοι ειπεν· Υπαγε εις την κολυμβηθραν του Σιλωαμ και νιφθητι· αφου δε υπηγα και ενιφθην, ανεβλεψα.
<scripture passage="John 9:12" parsed="|John|9|12|0|0" osisRef="Bible:John.9.12" />
<sup>12</sup>Ειπον λοιπον προς αυτον· Που ειναι εκεινος; Λεγει· Δεν εξευρω.
<scripture passage="John 9:13" parsed="|John|9|13|0|0" osisRef="Bible:John.9.13" />
<sup>13</sup>Φερουσιν αυτον τον ποτε τυφλον προς τους Φαρισαιους.
<scripture passage="John 9:14" parsed="|John|9|14|0|0" osisRef="Bible:John.9.14" />
<sup>14</sup>Ητο δε σαββατον, οτε εκαμε τον πηλον ο Ιησους και ηνοιξε τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="John 9:15" parsed="|John|9|15|0|0" osisRef="Bible:John.9.15" />
<sup>15</sup>Παλιν λοιπον ηρωτων αυτον και οι Φαρισαιοι πως ανεβλεψε. Και εκεινος ειπε προς αυτους· Πηλον εβαλεν επι τους οφθαλμους μου, και ενιφθην, και βλεπω.
<scripture passage="John 9:16" parsed="|John|9|16|0|0" osisRef="Bible:John.9.16" />
<sup>16</sup>Ελεγον λοιπον τινες εκ των Φαρισαιων· Ουτος ο ανθρωπος δεν ειναι παρα του Θεου, διοτι δεν φυλαττει το σαββατον. Αλλοι ελεγον· Πως δυναται ανθρωπος αμαρτωλος να καμνη τοιαυτα θαυματα; Και ητο σχισμα μεταξυ αυτων.
<scripture passage="John 9:17" parsed="|John|9|17|0|0" osisRef="Bible:John.9.17" />
<sup>17</sup>Λεγουσι παλιν προς τον τυφλον· Συ τι λεγεις περι αυτου, επειδη ηνοιξε τους οφθαλμους σου; Και εκεινος ειπεν οτι προφητης ειναι.
<scripture passage="John 9:18" parsed="|John|9|18|0|0" osisRef="Bible:John.9.18" />
<sup>18</sup>Δεν επιστευσαν λοιπον οι Ιουδαιοι περι αυτου οτι ητο τυφλος και ανεβλεψεν, εως οτου εφωναξαν τους γονεις αυτου του αναβλεψαντος
<scripture passage="John 9:19" parsed="|John|9|19|0|0" osisRef="Bible:John.9.19" />
<sup>19</sup>και ηρωτησαν αυτους, λεγοντες· Ουτος ειναι ο υιος σας, τον οποιον σεις λεγετε οτι εγεννηθη τυφλος; πως λοιπον βλεπει τωρα;
<scripture passage="John 9:20" parsed="|John|9|20|0|0" osisRef="Bible:John.9.20" />
<sup>20</sup>Απεκριθησαν προς αυτους οι γονεις αυτου και ειπον· Εξευρομεν οτι ουτος ειναι ο υιος ημων και οτι εγεννηθη τυφλος·
<scripture passage="John 9:21" parsed="|John|9|21|0|0" osisRef="Bible:John.9.21" />
<sup>21</sup>Πως δε βλεπει τωρα δεν εξευρομεν, η τις ηνοιξε τους οφθαλμους αυτου ημεις δεν εξευρομεν· αυτος ηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε, αυτος περι εαυτου θελει λαλησει.
<scripture passage="John 9:22" parsed="|John|9|22|0|0" osisRef="Bible:John.9.22" />
<sup>22</sup>Ταυτα ειπον οι γονεις αυτου, διοτι εφοβουντο τους Ιουδαιους· επειδη ηδη ειχον συμφωνησει οι Ιουδαιοι, εαν τις ομολογηση αυτον Χριστον, να γεινη αποσυναγωγος.
<scripture passage="John 9:23" parsed="|John|9|23|0|0" osisRef="Bible:John.9.23" />
<sup>23</sup>Δια τουτο οι γονεις αυτου ειπον οτι ηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε.
<scripture passage="John 9:24" parsed="|John|9|24|0|0" osisRef="Bible:John.9.24" />
<sup>24</sup>Εφωναξαν λοιπον εκ δευτερου τον ανθρωπον, οστις ητο τυφλος, και ειπον προς αυτον· Δοξασον τον Θεον· ημεις εξευρομεν οτι ο ανθρωπος ουτος ειναι αμαρτωλος.
<scripture passage="John 9:25" parsed="|John|9|25|0|0" osisRef="Bible:John.9.25" />
<sup>25</sup>Απεκριθη λοιπον εκεινος και ειπεν· Αν ηναι αμαρτωλος δεν εξευρω· εν εξευρω, οτι ημην τυφλος και τωρα βλεπω.
<scripture passage="John 9:26" parsed="|John|9|26|0|0" osisRef="Bible:John.9.26" />
<sup>26</sup>Ειπον δε προς αυτον παλιν· τι σοι εκαμε; πως ηνοιξε τους οφθαλμους σου;
<scripture passage="John 9:27" parsed="|John|9|27|0|0" osisRef="Bible:John.9.27" />
<sup>27</sup>Απεκριθη προς αυτους· Σας ειπον ηδη, και δεν ηκουσατε· δια τι παλιν θελετε να ακουητε; μηπως και σεις θελετε να γεινητε μαθηται αυτου;
<scripture passage="John 9:28" parsed="|John|9|28|0|0" osisRef="Bible:John.9.28" />
<sup>28</sup>Ελοιδορησαν λοιπον αυτον και ειπον· Συ εισαι μαθητης εκεινου· ημεις δε του Μωυσεως ειμεθα μαθηται.
<scripture passage="John 9:29" parsed="|John|9|29|0|0" osisRef="Bible:John.9.29" />
<sup>29</sup>ημεις εξευρομεν οτι προς τον Μωυσην ελαλησεν ο Θεος· τουτον ομως δεν εξευρομεν ποθεν ειναι.
<scripture passage="John 9:30" parsed="|John|9|30|0|0" osisRef="Bible:John.9.30" />
<sup>30</sup>Απεκριθη ο ανθρωπος και ειπε προς αυτους· Εν τουτω μαλιστα ειναι το θαυμαστον, οτι σεις δεν εξευρετε ποθεν ειναι, και ηνοιξε μου τους οφθαλμους.
<scripture passage="John 9:31" parsed="|John|9|31|0|0" osisRef="Bible:John.9.31" />
<sup>31</sup>Εξευρομεν δε οτι αμαρτωλους ο Θεος δεν ακουει, αλλ' εαν τις ηναι βεοσεβης και καμνη το θελημα αυτου, τουτον ακουει.
<scripture passage="John 9:32" parsed="|John|9|32|0|0" osisRef="Bible:John.9.32" />
<sup>32</sup>Εκ του αιωνος δεν ηκουσθη οτι ηνοιξε τις οφθαλμους γεγεννημενου τυφλου.
<scripture passage="John 9:33" parsed="|John|9|33|0|0" osisRef="Bible:John.9.33" />
<sup>33</sup>Εαν ουτος δεν ητο παρα Θεου, δεν ηδυνατο να καμη ουδεν.
<scripture passage="John 9:34" parsed="|John|9|34|0|0" osisRef="Bible:John.9.34" />
<sup>34</sup>Απεκριθησαν και ειπον προς αυτον· Συ εγεννηθης ολος εν αμαρτιαις, και συ διδασκεις ημας; και εξεβαλον αυτον εξω.
<scripture passage="John 9:35" parsed="|John|9|35|0|0" osisRef="Bible:John.9.35" />
<sup>35</sup>Ηκουσεν ο Ιησους οτι εξεβαλον αυτον εξω, και ευρων αυτον ειπε προς αυτον· Συ πιστευεις εις τον Υιον του Θεου;
<scripture passage="John 9:36" parsed="|John|9|36|0|0" osisRef="Bible:John.9.36" />
<sup>36</sup>Απεκριθη εκεινος και ειπε· Τις ειναι, Κυριε, δια να πιστευσω εις αυτον;
<scripture passage="John 9:37" parsed="|John|9|37|0|0" osisRef="Bible:John.9.37" />
<sup>37</sup>Και ο Ιησους ειπε προς αυτον· Και ειδες αυτον και ο λαλων μετα σου εκεινος ειναι.
<scripture passage="John 9:38" parsed="|John|9|38|0|0" osisRef="Bible:John.9.38" />
<sup>38</sup>Ο δε ειπε· Πιστευω, Κυριε· και προσεκυνησεν αυτον.
<scripture passage="John 9:39" parsed="|John|9|39|0|0" osisRef="Bible:John.9.39" />
<sup>39</sup>Και ειπεν ο Ιησους· Εγω δια κρισιν ηλθον εις τον κοσμον τουτον, δια να βλεπωσιν οι μη βλεποντες και να γεινωσι τυφλοι οι βλεποντες.
<scripture passage="John 9:40" parsed="|John|9|40|0|0" osisRef="Bible:John.9.40" />
<sup>40</sup>Και ηκουσαν ταυτα οσοι εκ των Φαρισαιων ησαν μετ' αυτου, και ειπον προς αυτον· Μηπως και ημεις ειμεθα τυφλοι;
<scripture passage="John 9:41" parsed="|John|9|41|0|0" osisRef="Bible:John.9.41" />
<sup>41</sup>Ειπε προς αυτους ο Ιησους· Εαν ησθε τυφλοι, δεν ηθελετε εχει αμαρτιαν· τωρα ομως λεγετε οτι βλεπομεν· η αμαρτια σας λοιπον μενει.
</p>
</div3>

<div3 title="John 10" progress="86.89%" prev="John.9" next="John.11" id="John.10">
<h3 id="John.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="John.10-p1">
<scripture passage="John 10:1" parsed="|John|10|1|0|0" osisRef="Bible:John.10.1" />
<sup>1</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω, οστις δεν εισερχεται δια της θυρας εις την αυλην των προβατων, αλλα αναβαινει αλλαχοθεν, εκεινος ειναι κλεπτης και ληστης·
<scripture passage="John 10:2" parsed="|John|10|2|0|0" osisRef="Bible:John.10.2" />
<sup>2</sup>οστις ομως εισερχεται δια της θυρας, ειναι ποιμην των προβατων.
<scripture passage="John 10:3" parsed="|John|10|3|0|0" osisRef="Bible:John.10.3" />
<sup>3</sup>Εις τουτον ο θυρωρος ανοιγει, και τα προβατα την φωνην αυτου ακουουσι, και τα εαυτου προβατα κραζει κατ' ονομα και εξαγει αυτα.
<scripture passage="John 10:4" parsed="|John|10|4|0|0" osisRef="Bible:John.10.4" />
<sup>4</sup>Και οταν εκβαλη τα εαυτου προβατα, υπαγει εμπροσθεν αυτων, και τα προβατα ακολουθουσιν αυτον, διοτι γνωριζουσι την φωνην αυτου.
<scripture passage="John 10:5" parsed="|John|10|5|0|0" osisRef="Bible:John.10.5" />
<sup>5</sup>Ξενον ομως δεν θελουσιν ακολουθησει, αλλα θελουσι φυγει απ' αυτου, διοτι δεν γνωριζουσι την φωνην των ξενων.
<scripture passage="John 10:6" parsed="|John|10|6|0|0" osisRef="Bible:John.10.6" />
<sup>6</sup>Ταυτην την παραβολην ειπε προς αυτους ο Ιησους· εκεινοι ομως δεν ενοησαν τι ησαν ταυτα, τα οποια ελαλει προς αυτους.
<scripture passage="John 10:7" parsed="|John|10|7|0|0" osisRef="Bible:John.10.7" />
<sup>7</sup>Ειπε λοιπον παλιν προς αυτους ο Ιησους· Αληθως, αληθως σας λεγω οτι εγω ειμαι η θυρα των προβατων.
<scripture passage="John 10:8" parsed="|John|10|8|0|0" osisRef="Bible:John.10.8" />
<sup>8</sup>Παντες οσοι ηλθον προ εμου κλεπται ειναι και λησται· αλλα δεν ηκουσαν αυτους τα προβατα.
<scripture passage="John 10:9" parsed="|John|10|9|0|0" osisRef="Bible:John.10.9" />
<sup>9</sup>Εγω ειμαι η θυρα· δι' εμου εαν τις εισελθη, θελει σωθη και θελει εισελθει και εξελθει και θελει ευρει βοσκην.
<scripture passage="John 10:10" parsed="|John|10|10|0|0" osisRef="Bible:John.10.10" />
<sup>10</sup>Ο κλεπτης δεν ερχεται, ειμη δια να κλεψη και θυση και απολεση· εγω ηλθον δια να εχωσι ζωην και να εχωσιν αυτην εν αφθονια.
<scripture passage="John 10:11" parsed="|John|10|11|0|0" osisRef="Bible:John.10.11" />
<sup>11</sup>Εγω ειμαι ο ποιμην ο καλος. Ο ποιμην ο καλος την ψυχην αυτου βαλλει υπερ των προβατων·
<scripture passage="John 10:12" parsed="|John|10|12|0|0" osisRef="Bible:John.10.12" />
<sup>12</sup>ο δε μισθωτος και μη ων ποιμην, του οποιου δεν ειναι τα προβατα ιδικα του, θεωρει τον λυκον ερχομενον και αφινει τα προβατα και φευγει· και ο λυκος αρπαζει αυτα και σκορπιζει τα προβατα.
<scripture passage="John 10:13" parsed="|John|10|13|0|0" osisRef="Bible:John.10.13" />
<sup>13</sup>Ο δε μισθωτος φευγει, διοτι ειναι μισθωτος και δεν μελει αυτον περι των προβατων.
<scripture passage="John 10:14" parsed="|John|10|14|0|0" osisRef="Bible:John.10.14" />
<sup>14</sup>Εγω ειμαι ο ποιμην ο καλος, και γνωριζω τα εμα και γνωριζομαι υπο των εμων,
<scripture passage="John 10:15" parsed="|John|10|15|0|0" osisRef="Bible:John.10.15" />
<sup>15</sup>καθως με γνωριζει ο Πατηρ και εγω γνωριζω τον Πατερα, και την ψυχην μου βαλλω υπερ των προβατων.
<scripture passage="John 10:16" parsed="|John|10|16|0|0" osisRef="Bible:John.10.16" />
<sup>16</sup>Και αλλα προβατα εχω, τα οποια δεν ειναι εκ της αυλης ταυτης· και εκεινα πρεπει να συναξω, και θελουσιν ακουσει την φωνην μου, και θελει γεινει μια ποιμνη, εις ποιμην.
<scripture passage="John 10:17" parsed="|John|10|17|0|0" osisRef="Bible:John.10.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο ο Πατηρ με αγαπα, διοτι εγω βαλλω την ψυχην μου, δια να λαβω αυτην παλιν.
<scripture passage="John 10:18" parsed="|John|10|18|0|0" osisRef="Bible:John.10.18" />
<sup>18</sup>Ουδεις αφαιρει αυτην απ' εμου, αλλ' εγω βαλλω αυτην απ' εμαυτου· εξουσιαν εχω να βαλω αυτην, και εξουσιαν εχω παλιν να λαβω αυτην· ταυτην την εντολην ελαβον παρα του Πατρος μου.
<scripture passage="John 10:19" parsed="|John|10|19|0|0" osisRef="Bible:John.10.19" />
<sup>19</sup>Σχισμα λοιπον εγεινε παλιν μεταξυ των Ιουδαιων δια τους λογους τουτους.
<scripture passage="John 10:20" parsed="|John|10|20|0|0" osisRef="Bible:John.10.20" />
<sup>20</sup>Και ελεγον πολλοι εξ αυτων· Δαιμονιον εχει και ειναι μαινομενος· τι ακουετε αυτον;
<scripture passage="John 10:21" parsed="|John|10|21|0|0" osisRef="Bible:John.10.21" />
<sup>21</sup>Αλλοι ελεγον· Ουτοι οι λογοι δεν ειναι δαιμονιζομενου· μηπως δυναται δαιμονιον να ανοιγη οφθαλμους τυφλων;
<scripture passage="John 10:22" parsed="|John|10|22|0|0" osisRef="Bible:John.10.22" />
<sup>22</sup>Εγειναν δε τα εγκαινια εν Ιεροσολυμοις, και ητο χειμων·
<scripture passage="John 10:23" parsed="|John|10|23|0|0" osisRef="Bible:John.10.23" />
<sup>23</sup>και ο Ιησους περιεπατει εν τω ιερω εν τη στοα του Σολομωντος.
<scripture passage="John 10:24" parsed="|John|10|24|0|0" osisRef="Bible:John.10.24" />
<sup>24</sup>Περιεκυκλωσαν λοιπον αυτον οι Ιουδαιοι και ελεγον προς αυτον· Εως ποτε κρατεις εν αμφιβολια την ψυχην ημων; εαν συ ησαι ο Χριστος, ειπε προς ημας παρρησια.
<scripture passage="John 10:25" parsed="|John|10|25|0|0" osisRef="Bible:John.10.25" />
<sup>25</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Σας ειπον, και δεν πιστευετε. Τα εργα, τα οποια εγω καμνω εν τω ονοματι του Πατρος μου, ταυτα μαρτυρουσι περι εμου·
<scripture passage="John 10:26" parsed="|John|10|26|0|0" osisRef="Bible:John.10.26" />
<sup>26</sup>αλλα σεις δεν πιστευετε· διοτι δεν εισθε εκ των προβατων των εμων, καθως σας ειπον.
<scripture passage="John 10:27" parsed="|John|10|27|0|0" osisRef="Bible:John.10.27" />
<sup>27</sup>Τα προβατα τα εμα ακουουσι την φωνην μου, και εγω γνωριζω αυτα, και με ακολουθουσι.
<scripture passage="John 10:28" parsed="|John|10|28|0|0" osisRef="Bible:John.10.28" />
<sup>28</sup>Και εγω διδω εις αυτα ζωην αιωνιον, και δεν θελουσιν απολεσθη εις τον αιωνα, και ουδεις θελει αρπασει αυτα εκ της χειρος μου.
<scripture passage="John 10:29" parsed="|John|10|29|0|0" osisRef="Bible:John.10.29" />
<sup>29</sup>Ο Πατηρ μου, οστις μοι εδωκεν αυτα, ειναι μεγαλητερος παντων, και ουδεις δυναται να αρπαση εκ της χειρος του Πατρος μου.
<scripture passage="John 10:30" parsed="|John|10|30|0|0" osisRef="Bible:John.10.30" />
<sup>30</sup>Εγω και ο Πατηρ εν ειμεθα.
<scripture passage="John 10:31" parsed="|John|10|31|0|0" osisRef="Bible:John.10.31" />
<sup>31</sup>Επιασαν λοιπον παλιν οι Ιουδαιοι λιθους, δια να λιθοβολησωσιν αυτον.
<scripture passage="John 10:32" parsed="|John|10|32|0|0" osisRef="Bible:John.10.32" />
<sup>32</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Πολλα καλα εργα εδειξα εις εσας εκ του Πατρος μου· δια ποιον εργον εξ αυτων με λιθοβολειτε;
<scripture passage="John 10:33" parsed="|John|10|33|0|0" osisRef="Bible:John.10.33" />
<sup>33</sup>Απεκριθησαν προς αυτον οι Ιουδαιοι, λεγοντες· Περι καλου εργου δεν σε λιθοβολουμεν, αλλα περι βλασφημιας, και διοτι συ ανθρωπος ων καμνεις σεαυτον Θεον.
<scripture passage="John 10:34" parsed="|John|10|34|0|0" osisRef="Bible:John.10.34" />
<sup>34</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Δεν ειναι γεγραμμενον εν τω νομω υμων, Εγω ειπα, θεοι εισθε;
<scripture passage="John 10:35" parsed="|John|10|35|0|0" osisRef="Bible:John.10.35" />
<sup>35</sup>Εαν εκεινους ειπε θεους, προς τους οποιους εγεινεν ο λογος του Θεου, και δεν δυναται να αναιρεθη η γραφη,
<scripture passage="John 10:36" parsed="|John|10|36|0|0" osisRef="Bible:John.10.36" />
<sup>36</sup>εκεινον, τον οποιον ο Πατηρ ηγιασε και απεστειλεν εις τον κοσμον, σεις λεγετε οτι βλασφημεις, διοτι ειπον, Υιος του Θεου ειμαι;
<scripture passage="John 10:37" parsed="|John|10|37|0|0" osisRef="Bible:John.10.37" />
<sup>37</sup>Εαν δεν καμνω τα εργα του Πατρος μου, μη πιστευετε εις εμε·
<scripture passage="John 10:38" parsed="|John|10|38|0|0" osisRef="Bible:John.10.38" />
<sup>38</sup>αλλ' εαν καμνω, αν και εις εμε δεν πιστευητε, πιστευσατε εις τα εργα, δια να γνωρισητε και πιστευσητε οτι ο Πατηρ ειναι εν εμοι και εγω εν αυτω.
<scripture passage="John 10:39" parsed="|John|10|39|0|0" osisRef="Bible:John.10.39" />
<sup>39</sup>Εζητουν λοιπον παλιν να πιασωσιν αυτον· και εξεφυγεν εκ της χειρος αυτων.
<scripture passage="John 10:40" parsed="|John|10|40|0|0" osisRef="Bible:John.10.40" />
<sup>40</sup>Και υπηγε παλιν περαν του Ιορδανου, εις τον τοπον οπου εβαπτιζε κατ' αρχας ο Ιωαννης, και εμεινεν εκει.
<scripture passage="John 10:41" parsed="|John|10|41|0|0" osisRef="Bible:John.10.41" />
<sup>41</sup>Και πολλοι ηλθον προς αυτον και ελεγον οτι ο Ιωαννης μεν ουδεν θαυμα εκαμε, παντα ομως οσα ειπεν ο Ιωαννης περι τουτου, ησαν αληθινα.
<scripture passage="John 10:42" parsed="|John|10|42|0|0" osisRef="Bible:John.10.42" />
<sup>42</sup>Και εκει επιστευσαν πολλοι εις αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="John 11" progress="87.00%" prev="John.10" next="John.12" id="John.11">
<h3 id="John.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="John.11-p1">
<scripture passage="John 11:1" parsed="|John|11|1|0|0" osisRef="Bible:John.11.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε τις ασθενης Λαζαρος απο Βηθανιας, εκ της κωμης της Μαριας και Μαρθας της αδελφης αυτης.
<scripture passage="John 11:2" parsed="|John|11|2|0|0" osisRef="Bible:John.11.2" />
<sup>2</sup>Η δε Μαρια ητο η αλειψασα τον Κυριον με μυρον και σπογγισασα τους ποδας αυτου με τας τριχας αυτης, της οποιας ο αδελφος Λαζαρος ησθενει.
<scripture passage="John 11:3" parsed="|John|11|3|0|0" osisRef="Bible:John.11.3" />
<sup>3</sup>Απεστειλαν λοιπον αι αδελφαι προς αυτον, λεγουσαι· Κυριε, ιδου, εκεινος τον οποιον αγαπας, ασθενει.
<scripture passage="John 11:4" parsed="|John|11|4|0|0" osisRef="Bible:John.11.4" />
<sup>4</sup>Και ακουσας ο Ιησους ειπεν· Αυτη η ασθενεια δεν ειναι προς θανατον, αλλ' υπερ της δοξης του Θεου, δια να δοξασθη ο Υιος του Θεου δι' αυτης.
<scripture passage="John 11:5" parsed="|John|11|5|0|0" osisRef="Bible:John.11.5" />
<sup>5</sup>Ηγαπα δε ο Ιησους την Μαρθαν και την αδελφην αυτης και τον Λαζαρον.
<scripture passage="John 11:6" parsed="|John|11|6|0|0" osisRef="Bible:John.11.6" />
<sup>6</sup>Καθως λοιπον ηκουσεν οτι ασθενει, τοτε μεν εμεινε δυο ημερας εν τω τοπω οπου ητο·
<scripture passage="John 11:7" parsed="|John|11|7|0|0" osisRef="Bible:John.11.7" />
<sup>7</sup>επειτα μετα τουτο λεγει προς τους μαθητας· Ας υπαγωμεν εις την Ιουδαιαν παλιν.
<scripture passage="John 11:8" parsed="|John|11|8|0|0" osisRef="Bible:John.11.8" />
<sup>8</sup>Λεγουσι προς αυτον οι μαθηται· Ραββι, τωρα εζητουν να σε λιθοβολησωσιν οι Ιουδαιοι, και παλιν υπαγεις εκει;
<scripture passage="John 11:9" parsed="|John|11|9|0|0" osisRef="Bible:John.11.9" />
<sup>9</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Δεν ειναι δωδεκα αι ωραι της ημερας; εαν τις περιπατη εν τη ημερα, δεν προσκοπτει, διοτι βλεπει το φως του κοσμου τουτου·
<scripture passage="John 11:10" parsed="|John|11|10|0|0" osisRef="Bible:John.11.10" />
<sup>10</sup>εαν τις ομως περιπατη εν τη νυκτι, προσκοπτει, διοτι το φως δεν ειναι εν αυτω.
<scripture passage="John 11:11" parsed="|John|11|11|0|0" osisRef="Bible:John.11.11" />
<sup>11</sup>Ταυτα ειπε, και μετα τουτο λεγει προς αυτους· Λαζαρος ο φιλος ημων εκοιμηθη· αλλα υπαγω δια να εξυπνησω αυτον.
<scripture passage="John 11:12" parsed="|John|11|12|0|0" osisRef="Bible:John.11.12" />
<sup>12</sup>Ειπον λοιπον οι μαθηται αυτου· Κυριε, αν εκοιμηθη, θελει σωθη.
<scripture passage="John 11:13" parsed="|John|11|13|0|0" osisRef="Bible:John.11.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' ο Ιησους ειχεν ειπει περι του θανατου αυτου· εκεινοι ομως ενομισαν οτι λεγει περι της κοιμησεως του υπνου.
<scripture passage="John 11:14" parsed="|John|11|14|0|0" osisRef="Bible:John.11.14" />
<sup>14</sup>Τοτε λοιπον ειπε προς αυτους ο Ιησους παρρησια· Ο Λαζαρος απεθανε.
<scripture passage="John 11:15" parsed="|John|11|15|0|0" osisRef="Bible:John.11.15" />
<sup>15</sup>Και χαιρω δια σας, δια να πιστευσητε, διοτι δεν ημην εκει· αλλ' ας υπαγωμεν προς αυτον.
<scripture passage="John 11:16" parsed="|John|11|16|0|0" osisRef="Bible:John.11.16" />
<sup>16</sup>Ειπε δε ο Θωμας, ο λεγομενος Διδυμος προς τους συμμαθητας· Ας υπαγωμεν και ημεις, δια να αποθανωμεν μετ' αυτου.
<scripture passage="John 11:17" parsed="|John|11|17|0|0" osisRef="Bible:John.11.17" />
<sup>17</sup>Ελθων λοιπον ο Ιησους ευρεν αυτον τεσσαρας ημερας εχοντα ηδη εν τω μνημειω.
<scripture passage="John 11:18" parsed="|John|11|18|0|0" osisRef="Bible:John.11.18" />
<sup>18</sup>Ητο δε η Βηθανια πλησιον των Ιεροσολυμων, απεχουσα ως δεκαπεντε σταδια.
<scripture passage="John 11:19" parsed="|John|11|19|0|0" osisRef="Bible:John.11.19" />
<sup>19</sup>Και πολλοι εκ των Ιουδαιων ειχον ελθει προς την Μαρθαν και Μαριαν, δια να παρηγορησωσιν αυτας περι του αδελφου αυτων.
<scripture passage="John 11:20" parsed="|John|11|20|0|0" osisRef="Bible:John.11.20" />
<sup>20</sup>Η Μαρθα λοιπον, καθως ηκουσεν οτι ο Ιησους ερχεται, υπηντησεν αυτον· η δε Μαρια εκαθητο εν τω οικω.
<scripture passage="John 11:21" parsed="|John|11|21|0|0" osisRef="Bible:John.11.21" />
<sup>21</sup>Ειπε λοιπον η Μαρθα προς τον Ιησουν· Κυριε, εαν ησο εδω, ο αδελφος μου δεν ηθελεν αποθανει.
<scripture passage="John 11:22" parsed="|John|11|22|0|0" osisRef="Bible:John.11.22" />
<sup>22</sup>Πλην και τωρα εξευρω οτι οσα ζητησης παρα του Θεου, θελει σοι δωσει ο Θεος.
<scripture passage="John 11:23" parsed="|John|11|23|0|0" osisRef="Bible:John.11.23" />
<sup>23</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Ο αδελφος σου θελει αναστηθη.
<scripture passage="John 11:24" parsed="|John|11|24|0|0" osisRef="Bible:John.11.24" />
<sup>24</sup>Λεγει προς αυτον η Μαρθα· Εξευρω οτι θελει αναστηθη εν τη αναστασει εν τη εσχατη ημερα.
<scripture passage="John 11:25" parsed="|John|11|25|0|0" osisRef="Bible:John.11.25" />
<sup>25</sup>Ειπε προς αυτην ο Ιησους· Εγω ειμαι η αναστασις και η ζωη· ο πιστευων εις εμε, και αν αποθανη, θελει ζησει·
<scripture passage="John 11:26" parsed="|John|11|26|0|0" osisRef="Bible:John.11.26" />
<sup>26</sup>και πας οστις ζη και πιστευει εις εμε δεν θελει αποθανει εις τον αιωνα. Πιστευεις τουτο;
<scripture passage="John 11:27" parsed="|John|11|27|0|0" osisRef="Bible:John.11.27" />
<sup>27</sup>Λεγει προς αυτον· Ναι, Κυριε, εγω επιστευσα οτι συ εισαι ο Χριστος, ο Υιος του Θεου, ο ερχομενος εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 11:28" parsed="|John|11|28|0|0" osisRef="Bible:John.11.28" />
<sup>28</sup>Και αφου ειπε ταυτα, υπηγε και εφωναξε Μαριαν την αδελφην αυτης κρυφιως και ειπεν· Ο Διδασκαλος ηλθε και σε κραζει.
<scripture passage="John 11:29" parsed="|John|11|29|0|0" osisRef="Bible:John.11.29" />
<sup>29</sup>Εκεινη, καθως ηκουσε, σηκονεται ταχεως και ερχεται προς αυτον.
<scripture passage="John 11:30" parsed="|John|11|30|0|0" osisRef="Bible:John.11.30" />
<sup>30</sup>Δεν ειχε δε ελθει ο Ιησους ετι εις την κωμην, αλλ' ητο εν τω τοπω, οπου υπηντησεν αυτον η Μαρθα.
<scripture passage="John 11:31" parsed="|John|11|31|0|0" osisRef="Bible:John.11.31" />
<sup>31</sup>Οι Ιουδαιοι λοιπον, οι οντες μετ' αυτης εν τη οικια και παρηγορουντες αυτην, ιδοντες την Μαριαν οτι εσηκωθη ταχεως και εξηλθεν, ηκολουθησαν αυτην, λεγοντες οτι υπαγει εις το μνημειον, δια να κλαυση εκει.
<scripture passage="John 11:32" parsed="|John|11|32|0|0" osisRef="Bible:John.11.32" />
<sup>32</sup>Η Μαρια λοιπον καθως ηλθεν οπου ητο ο Ιησους, ιδουσα αυτον επεσεν εις τους ποδας αυτου, λεγουσα προς αυτον· Κυριε, εαν ησο εδω, ο αδελφος μου δεν ηθελεν αποθανει.
<scripture passage="John 11:33" parsed="|John|11|33|0|0" osisRef="Bible:John.11.33" />
<sup>33</sup>Ο δε Ιησους, καθως ειδεν αυτην κλαιουσαν και τους ελθοντας μετ' αυτης Ιουδαιους κλαιοντας, εστεναξεν εν τη ψυχη αυτου και εταραχθη,
<scripture passage="John 11:34" parsed="|John|11|34|0|0" osisRef="Bible:John.11.34" />
<sup>34</sup>και ειπε· Που εβαλετε αυτον; Λεγουσι προς αυτον· Κυριε, ελθε και ιδε.
<scripture passage="John 11:35" parsed="|John|11|35|0|0" osisRef="Bible:John.11.35" />
<sup>35</sup>Εδακρυσεν ο Ιησους.
<scripture passage="John 11:36" parsed="|John|11|36|0|0" osisRef="Bible:John.11.36" />
<sup>36</sup>Ελεγον λοιπον οι Ιουδαιοι· Ιδε ποσον ηγαπα αυτον.
<scripture passage="John 11:37" parsed="|John|11|37|0|0" osisRef="Bible:John.11.37" />
<sup>37</sup>Τινες δε εξ αυτων ειπον· Δεν ηδυνατο ουτος, οστις ηνοιξε τους οφθαλμους του τυφλου, να καμη ωστε και ουτος να μη αποθανη;
<scripture passage="John 11:38" parsed="|John|11|38|0|0" osisRef="Bible:John.11.38" />
<sup>38</sup>Ο Ιησους λοιπον, παλιν στεναζων εν εαυτω, ερχεται εις το μνημειον· ητο δε σπηλαιον, και εκειτο λιθος επ' αυτου.
<scripture passage="John 11:39" parsed="|John|11|39|0|0" osisRef="Bible:John.11.39" />
<sup>39</sup>Λεγει ο Ιησους· Σηκωσατε τον λιθον. Λεγει προς αυτον η αδελφη του αποθανοντος η Μαρθα· Κυριε, οζει ηδη· διοτι ειναι τεσσαρων ημερων.
<scripture passage="John 11:40" parsed="|John|11|40|0|0" osisRef="Bible:John.11.40" />
<sup>40</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Δεν σοι ειπον οτι εαν πιστευσης, θελεις ιδει την δοξαν του Θεου;
<scripture passage="John 11:41" parsed="|John|11|41|0|0" osisRef="Bible:John.11.41" />
<sup>41</sup>Εσηκωσαν λοιπον τον λιθον, οπου εκειτο ο αποθανων. Ο δε Ιησους, υψωσας τους οφθαλμους ανω, ειπε· Πατερ, ευχαριστω σοι οτι μου ηκουσας.
<scripture passage="John 11:42" parsed="|John|11|42|0|0" osisRef="Bible:John.11.42" />
<sup>42</sup>Και εγω εγνωριζον οτι παντοτε μου ακουεις· αλλα δια τον οχλον τον περιεστωτα ειπον τουτο, δια να πιστευσωσιν οτι συ με απεστειλας.
<scripture passage="John 11:43" parsed="|John|11|43|0|0" osisRef="Bible:John.11.43" />
<sup>43</sup>Και ταυτα ειπων, μετα φωνης μεγαλης εκραυγασε· Λαζαρε, ελθε εξω.
<scripture passage="John 11:44" parsed="|John|11|44|0|0" osisRef="Bible:John.11.44" />
<sup>44</sup>Και εξηλθεν ο τεθνηκως, δεδεμενος τους ποδας και τας χειρας με τα σαβανα, και το προσωπον αυτου ητο περιδεδεμενον με σουδαριον. Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Λυσατε αυτον και αφησατε να υπαγη.
<scripture passage="John 11:45" parsed="|John|11|45|0|0" osisRef="Bible:John.11.45" />
<sup>45</sup>Πολλοι λοιπον εκ των Ιουδαιων, οιτινες ειχον ελθει εις την Μαριαν και ειδον οσα εκαμεν ο Ιησους, επιστευσαν εις αυτον.
<scripture passage="John 11:46" parsed="|John|11|46|0|0" osisRef="Bible:John.11.46" />
<sup>46</sup>Τινες δε εξ αυτων απηλθον προς τους Φαρισαιους και ειπον προς αυτους οσα εκαμεν ο Ιησους.
<scripture passage="John 11:47" parsed="|John|11|47|0|0" osisRef="Bible:John.11.47" />
<sup>47</sup>Συνεκροτησαν λοιπον συνεδριον οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι και ελεγον· Τι καμνομεν, διοτι ουτος ο ανθρωπος πολλα θαυματα καμνει.
<scripture passage="John 11:48" parsed="|John|11|48|0|0" osisRef="Bible:John.11.48" />
<sup>48</sup>Εαν αφησωμεν αυτον ουτω, παντες θελουσι πιστευσει εις αυτον, και θελουσιν ελθει οι Ρωμαιοι και αφανισει και τον τοπον ημων και το εθνος.
<scripture passage="John 11:49" parsed="|John|11|49|0|0" osisRef="Bible:John.11.49" />
<sup>49</sup>Εις δε τις εξ αυτων, ο Καιαφας, οστις ητο αρχιερευς του ενιαυτου εκεινου, ειπε προς αυτους· Σεις δεν εξευρετε τιποτε,
<scripture passage="John 11:50" parsed="|John|11|50|0|0" osisRef="Bible:John.11.50" />
<sup>50</sup>ουδε συλλογιζεσθε οτι μας συμφερει να αποθανη εις ανθρωπος υπερ του λαου και να μη απολεσθη ολον το εθνος.
<scripture passage="John 11:51" parsed="|John|11|51|0|0" osisRef="Bible:John.11.51" />
<sup>51</sup>Τουτο δε αφ' εαυτου δεν ειπεν, αλλ' αρχιερευς ων του ενιαυτου εκεινου προεφητευσεν οτι εμελλεν ο Ιησους να αποθανη υπερ του εθνους,
<scripture passage="John 11:52" parsed="|John|11|52|0|0" osisRef="Bible:John.11.52" />
<sup>52</sup>και ουχι μονον υπερ του εθνους, αλλα και δια να συναξη εις εν τα τεκνα του Θεου τα διεσκορπισμενα.
<scripture passage="John 11:53" parsed="|John|11|53|0|0" osisRef="Bible:John.11.53" />
<sup>53</sup>Απ' εκεινης λοιπον της ημερας συνεβουλευθησαν, δια να θανατωσωσιν αυτον.
<scripture passage="John 11:54" parsed="|John|11|54|0|0" osisRef="Bible:John.11.54" />
<sup>54</sup>Οθεν ο Ιησους δεν περιεπατει πλεον παρρησια μεταξυ των Ιουδαιων, αλλ' ανεχωρησεν εκειθεν εις τον τοπον πλησιον της ερημου, εις πολιν λεγομενην Εφραιμ, και εκει διετριβε μετα των μαθητων αυτου.
<scripture passage="John 11:55" parsed="|John|11|55|0|0" osisRef="Bible:John.11.55" />
<sup>55</sup>Επλησιαζε δε το πασχα των Ιουδαιων, και πολλοι ανεβησαν εκ του τοπου εκεινου εις Ιεροσολυμα προ του πασχα, δια να καθαρισωσιν εαυτους.
<scripture passage="John 11:56" parsed="|John|11|56|0|0" osisRef="Bible:John.11.56" />
<sup>56</sup>Εζητουν λοιπον τον Ιησουν και ελεγον προς αλληλους ισταμενοι εν τω ιερω· Τι σας φαινεται οτι δεν θελει ελθει εις την εορτην;
<scripture passage="John 11:57" parsed="|John|11|57|0|0" osisRef="Bible:John.11.57" />
<sup>57</sup>Ειχον δε δωσει προσταγην και οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι, εαν τις μαθη που ειναι, να μηνυση, δια να πιασωσιν αυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="John 12" progress="87.14%" prev="John.11" next="John.13" id="John.12">
<h3 id="John.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="John.12-p1">
<scripture passage="John 12:1" parsed="|John|12|1|0|0" osisRef="Bible:John.12.1" />
<sup>1</sup>Ο Ιησους λοιπον προ εξ ημερων του πασχα ηλθεν εις Βηθανιαν, οπου ητο ο Λαζαρος ο αποθανων, τον οποιον ανεστησεν εκ νεκρων.
<scripture passage="John 12:2" parsed="|John|12|2|0|0" osisRef="Bible:John.12.2" />
<sup>2</sup>Και εκαμαν εις αυτον δειπνον εκει, και η Μαρθα υπηρετει· ο δε Λαζαρος ητο εις εκ των συγκαθημενων μετ' αυτου.
<scripture passage="John 12:3" parsed="|John|12|3|0|0" osisRef="Bible:John.12.3" />
<sup>3</sup>Τοτε η Μαρια, λαβουσα μιαν λιτραν μυρου ναρδου καθαρας πολυτιμου, ηλειψε τους ποδας του Ιησου και με τας τριχας αυτης εσπογγισε τους ποδας αυτου· η δε οικια επλησθη εκ της οσμης του μυρου.
<scripture passage="John 12:4" parsed="|John|12|4|0|0" osisRef="Bible:John.12.4" />
<sup>4</sup>Λεγει λοιπον εις εκ των μαθητων αυτου, ο Ιουδας Σιμωνος ο Ισκαριωτης, οστις εμελλε να παραδωση αυτον·
<scripture passage="John 12:5" parsed="|John|12|5|0|0" osisRef="Bible:John.12.5" />
<sup>5</sup>Δια τι τουτο το μυρον δεν επωληθη τριακοσια δηναρια και εδοθη εις τους πτωχους;
<scripture passage="John 12:6" parsed="|John|12|6|0|0" osisRef="Bible:John.12.6" />
<sup>6</sup>Ειπε δε τουτο ουχι διοτι εμελεν αυτον περι των πτωχων, αλλα διοτι ητο κλεπτης και ειχε το γλωσσοκομον και εβασταζε τα βαλλομενα εις αυτο.
<scripture passage="John 12:7" parsed="|John|12|7|0|0" osisRef="Bible:John.12.7" />
<sup>7</sup>Ειπε λοιπον ο Ιησους· Αφες αυτην, εις την ημεραν του ενταφιασμου μου εφυλαξεν αυτο.
<scripture passage="John 12:8" parsed="|John|12|8|0|0" osisRef="Bible:John.12.8" />
<sup>8</sup>Διοτι τους πτωχους παντοτε εχετε μεθ' εαυτων, εμε ομως παντοτε δεν εχετε.
<scripture passage="John 12:9" parsed="|John|12|9|0|0" osisRef="Bible:John.12.9" />
<sup>9</sup>Εμαθε δε οχλος πολυς εκ των Ιουδαιων οτι ειναι εκει, και ηλθον ουχι δια τον Ιησουν μονον, αλλα δια να ιδωσι και τον Λαζαρον, τον οποιον ανεστησεν εκ νεκρων.
<scripture passage="John 12:10" parsed="|John|12|10|0|0" osisRef="Bible:John.12.10" />
<sup>10</sup>Συνεβουλευθησαν δε οι αρχιερεις, δια να θανατωσωσι και τον Λαζαρον,
<scripture passage="John 12:11" parsed="|John|12|11|0|0" osisRef="Bible:John.12.11" />
<sup>11</sup>διοτι πολλοι εκ των Ιουδαιων δι' αυτον υπηγαινον και επιστευον εις τον Ιησουν.
<scripture passage="John 12:12" parsed="|John|12|12|0|0" osisRef="Bible:John.12.12" />
<sup>12</sup>Τη επαυριον οχλος πολυς ο ελθων εις την εορτην, ακουσαντες οτι ερχεται ο Ιησους εις Ιεροσολυμα,
<scripture passage="John 12:13" parsed="|John|12|13|0|0" osisRef="Bible:John.12.13" />
<sup>13</sup>ελαβον τα βαια των φοινικων και εξηλθον εις υπαντησιν αυτου και εκραζον· Ωσαννα, ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου, ο βασιλευς του Ισραηλ.
<scripture passage="John 12:14" parsed="|John|12|14|0|0" osisRef="Bible:John.12.14" />
<sup>14</sup>Ευρων δε ο Ιησους οναριον, εκαθησεν επ' αυτο, καθως ειναι γεγραμμενον·
<scripture passage="John 12:15" parsed="|John|12|15|0|0" osisRef="Bible:John.12.15" />
<sup>15</sup>Μη φοβου, θυγατερ Σιων· ιδου, ο βασιλευς σου ερχεται καθημενος επι πωλου ονου.
<scripture passage="John 12:16" parsed="|John|12|16|0|0" osisRef="Bible:John.12.16" />
<sup>16</sup>Ταυτα ομως δεν ενοησαν οι μαθηται αυτου κατ' αρχας, αλλ' οτε εδοξασθη ο Ιησους, τοτε ενεθυμηθησαν οτι ταυτα ησαν γεγραμμενα δι ' αυτον, και ταυτα εκαμον εις αυτον.
<scripture passage="John 12:17" parsed="|John|12|17|0|0" osisRef="Bible:John.12.17" />
<sup>17</sup>Εμαρτυρει λοιπον ο οχλος, ο ων μετ' αυτου οτε εφωναξε τον Λαζαρον εκ του μνημειου και ανεστησεν αυτον εκ νεκρων.
<scripture passage="John 12:18" parsed="|John|12|18|0|0" osisRef="Bible:John.12.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο και υπηντησεν αυτον ο οχλος, διοτι ηκουσεν οτι εκαμε το θαυμα τουτο.
<scripture passage="John 12:19" parsed="|John|12|19|0|0" osisRef="Bible:John.12.19" />
<sup>19</sup>Οι Φαρισαιοι λοιπον ειπον προς αλληλους· Βλεπετε οτι δεν ωφελειτε ουδεν; ιδου, ο κοσμος οπισω αυτου υπηγεν.
<scripture passage="John 12:20" parsed="|John|12|20|0|0" osisRef="Bible:John.12.20" />
<sup>20</sup>Ησαν δε τινες Ελληνες μεταξυ των αναβαινοντων δια να προσκυνησωσιν εν τη εορτη.
<scripture passage="John 12:21" parsed="|John|12|21|0|0" osisRef="Bible:John.12.21" />
<sup>21</sup>Ουτοι λοιπον ηλθον προς τον Φιλιππον τον απο Βηθσαιδα της Γαλιλαιας, και παρεκαλουν αυτον, λεγοντες· Κυριε, θελομεν να ιδωμεν τον Ιησουν.
<scripture passage="John 12:22" parsed="|John|12|22|0|0" osisRef="Bible:John.12.22" />
<sup>22</sup>Ερχεται ο Φιλιππος και λεγει προς τον Ανδρεαν, και παλιν ο Ανδρεας και ο Φιλιππος λεγουσι προς τον Ιησουν.
<scripture passage="John 12:23" parsed="|John|12|23|0|0" osisRef="Bible:John.12.23" />
<sup>23</sup>Ο δε Ιησους απεκριθη προς αυτους λεγων· Ηλθεν η ωρα δια να δοξασθη ο Υιος του ανθρωπου.
<scripture passage="John 12:24" parsed="|John|12|24|0|0" osisRef="Bible:John.12.24" />
<sup>24</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω, Εαν ο κοκκος του σιτου δεν πεση εις την γην και αποθανη, αυτος μονος μενει· εαν ομως αποθανη, πολυν καρπον φερει.
<scripture passage="John 12:25" parsed="|John|12|25|0|0" osisRef="Bible:John.12.25" />
<sup>25</sup>Οστις αγαπα την ψυχην αυτου, θελει απολεση αυτην, και οστις μισει την ψυχην αυτου εν τω κοσμω τουτω, εις ζωην αιωνιον θελει φυλαξει αυτην.
<scripture passage="John 12:26" parsed="|John|12|26|0|0" osisRef="Bible:John.12.26" />
<sup>26</sup>Εαν εμε υπηρετη τις, εμε ας ακολουθη, και οπου ειμαι εγω, εκει θελει εισθαι και ο υπηρετης ο εμος· και εαν τις εμε υπηρετη, θελει τιμησει αυτον ο Πατηρ.
<scripture passage="John 12:27" parsed="|John|12|27|0|0" osisRef="Bible:John.12.27" />
<sup>27</sup>Τωρα η ψυχη μου ειναι τεταραγμενη· και τι να ειπω; Πατερ, σωσον με εκ της ωρας ταυτης. Αλλα δια τουτο ηλθον εις την ωραν ταυτην.
<scripture passage="John 12:28" parsed="|John|12|28|0|0" osisRef="Bible:John.12.28" />
<sup>28</sup>Πατερ, δοξασον σου το ονομα. Ηλθε λοιπον φωνη εκ του ουρανου· Και εδοξασα και παλιν θελω δοξασει.
<scripture passage="John 12:29" parsed="|John|12|29|0|0" osisRef="Bible:John.12.29" />
<sup>29</sup>Ο οχλος λοιπον ο παρεστως και ακουσας ελεγεν οτι εγεινε βροντη· αλλοι ελεγον· Αγγελος ελαλησε προς αυτον.
<scripture passage="John 12:30" parsed="|John|12|30|0|0" osisRef="Bible:John.12.30" />
<sup>30</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπεν· Η φωνη αυτη δεν εγεινε δι' εμε, αλλα δια σας.
<scripture passage="John 12:31" parsed="|John|12|31|0|0" osisRef="Bible:John.12.31" />
<sup>31</sup>Τωρα ειναι κρισις του κοσμου τουτου, τωρα ο αρχων του κοσμου τουτου θελει εκβληθη εξω.
<scripture passage="John 12:32" parsed="|John|12|32|0|0" osisRef="Bible:John.12.32" />
<sup>32</sup>Και εγω εαν υψωθω εκ της γης, θελω ελκυσει παντας προς εμαυτον.
<scripture passage="John 12:33" parsed="|John|12|33|0|0" osisRef="Bible:John.12.33" />
<sup>33</sup>Τουτο δε ελεγε, δεικνυων με ποιον θανατον εμελλε να αποθανη.
<scripture passage="John 12:34" parsed="|John|12|34|0|0" osisRef="Bible:John.12.34" />
<sup>34</sup>Απεκριθη προς αυτον ο οχλος· ημεις ηκουσαμεν εκ του νομου Οτι ο Χριστος μενει εις τον αιωνα, και πως συ λεγεις Οτι πρεπει να υψωθη ο Υιος του ανθρωπου; τις ειναι ουτος ο Υιος του ανθρωπου;
<scripture passage="John 12:35" parsed="|John|12|35|0|0" osisRef="Bible:John.12.35" />
<sup>35</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Ετι ολιγον καιρον το φως ειναι μεθ' υμων· περιπατειτε ενοσω εχετε το φως, δια να μη σας καταφθαση το σκοτος· και οστις περιπατει εν τω σκοτει δεν εξευρει που υπαγει.
<scripture passage="John 12:36" parsed="|John|12|36|0|0" osisRef="Bible:John.12.36" />
<sup>36</sup>Ενοσω εχετε το φως, πιστευετε εις το φως, δια να γεινητε υιοι του φωτος. Ταυτα ελαλησεν ο Ιησους, και απελθων εκρυφθη απ' αυτων.
<scripture passage="John 12:37" parsed="|John|12|37|0|0" osisRef="Bible:John.12.37" />
<sup>37</sup>Αλλ' ενω εκαμε τοσα θαυματα εμπροσθεν αυτων, δεν επιστευον εις αυτον·
<scripture passage="John 12:38" parsed="|John|12|38|0|0" osisRef="Bible:John.12.38" />
<sup>38</sup>δια να πληρωθη ο λογος του προφητου Ησαιου, τον οποιον ειπε· Κυριε, τις επιστευσεν εις το κηρυγμα ημων; και ο βραχιων του Κυριου εις τινα απεκαλυφθη;
<scripture passage="John 12:39" parsed="|John|12|39|0|0" osisRef="Bible:John.12.39" />
<sup>39</sup>Δια τουτο δεν ηδυναντο να πιστευωσι διοτι παλιν ειπεν ο Ησαιας·
<scripture passage="John 12:40" parsed="|John|12|40|0|0" osisRef="Bible:John.12.40" />
<sup>40</sup>Ετυφλωσε τους οφθαλμους αυτων και εσκληρυνε την καρδιαν αυτων, δια να μη ιδωσι με τους οφθαλμους και νοησωσι με την καρδιαν και επιστρεψωσι, και ιατρευσω αυτους.
<scripture passage="John 12:41" parsed="|John|12|41|0|0" osisRef="Bible:John.12.41" />
<sup>41</sup>Ταυτα ειπεν ο Ησαιας, οτε ειδε την δοξαν αυτου και ελαλησε περι αυτου.
<scripture passage="John 12:42" parsed="|John|12|42|0|0" osisRef="Bible:John.12.42" />
<sup>42</sup>Αλλ' ομως και εκ των αρχοντων πολλοι επιστευσαν εις αυτον, πλην δια τους Φαρισαιους δεν ωμολογουν, δια να μη γεινωσιν αποσυναγωγοι.
<scripture passage="John 12:43" parsed="|John|12|43|0|0" osisRef="Bible:John.12.43" />
<sup>43</sup>Διοτι ηγαπησαν την δοξαν των ανθρωπων μαλλον παρα την δοξαν του Θεου.
<scripture passage="John 12:44" parsed="|John|12|44|0|0" osisRef="Bible:John.12.44" />
<sup>44</sup>Ο δε Ιησους εκραξε και ειπεν· Ο πιστευων εις εμε δεν πιστευει εις εμε, αλλ' εις τον πεμψαντα με,
<scripture passage="John 12:45" parsed="|John|12|45|0|0" osisRef="Bible:John.12.45" />
<sup>45</sup>και ο θεωρων εμε θεωρει τον πεμψαντα με.
<scripture passage="John 12:46" parsed="|John|12|46|0|0" osisRef="Bible:John.12.46" />
<sup>46</sup>Εγω ηλθον φως εις τον κοσμον, δια να μη μεινη εν τω σκοτει πας ο πιστευων εις εμε.
<scripture passage="John 12:47" parsed="|John|12|47|0|0" osisRef="Bible:John.12.47" />
<sup>47</sup>Και εαν τις ακουση τους λογους μου και δεν πιστευση, εγω δεν κρινω αυτον· διοτι δεν ηλθον δια να κρινω τον κοσμον, αλλα δια να σωσω τον κοσμον.
<scripture passage="John 12:48" parsed="|John|12|48|0|0" osisRef="Bible:John.12.48" />
<sup>48</sup>Ο αθετων εμε και μη δεχομενος τους λογους μου, εχει τον κρινοντα αυτον· ο λογος, τον οποιον ελαλησα, εκεινος θελει κρινει αυτον εν τη εσχατη ημερα·
<scripture passage="John 12:49" parsed="|John|12|49|0|0" osisRef="Bible:John.12.49" />
<sup>49</sup>διοτι εγω απ' εμαυτου δεν ελαλησα, αλλ' ο πεμψας με Πατηρ αυτος μοι εδωκεν εντολην τι να ειπω και τι να λαλησω·
<scripture passage="John 12:50" parsed="|John|12|50|0|0" osisRef="Bible:John.12.50" />
<sup>50</sup>και εξευρω οτι η εντολη αυτου ειναι ζωη αιωνιος. Οσα λοιπον λαλω εγω, καθως μοι ειπεν ο Πατηρ, ουτω λαλω.
</p>
</div3>

<div3 title="John 13" progress="87.27%" prev="John.12" next="John.14" id="John.13">
<h3 id="John.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="John.13-p1">
<scripture passage="John 13:1" parsed="|John|13|1|0|0" osisRef="Bible:John.13.1" />
<sup>1</sup>Προ δε της εορτης του πασχα εξευρων ο Ιησους οτι ηλθεν η ωρα αυτου δια να μεταβη εκ του κοσμου τουτου προς τον Πατερα, αγαπησας τους ιδικους του τους εν τω κοσμω, μεχρι τελους ηγαπησεν αυτους.
<scripture passage="John 13:2" parsed="|John|13|2|0|0" osisRef="Bible:John.13.2" />
<sup>2</sup>Και αφου εγεινε δειπνος, ο δε διαβολος ειχεν ηδη βαλει εις την καρδιαν του Ιουδα Σιμωνος του Ισκαριωτου να παραδωση αυτον,
<scripture passage="John 13:3" parsed="|John|13|3|0|0" osisRef="Bible:John.13.3" />
<sup>3</sup>εξευρων ο Ιησους οτι παντα εδωκεν εις αυτον ο Πατηρ εις τας χειρας, και οτι απο του Θεου εξηλθε και προς τον Θεον υπαγει,
<scripture passage="John 13:4" parsed="|John|13|4|0|0" osisRef="Bible:John.13.4" />
<sup>4</sup>εγειρεται εκ του δειπνου και εκδυεται τα ιματια αυτου, και λαβων προσοψιον διεζωσθη·
<scripture passage="John 13:5" parsed="|John|13|5|0|0" osisRef="Bible:John.13.5" />
<sup>5</sup>επειτα βαλλει υδωρ εις τον νιπτηρα, και ηρχισε να νιπτη τους ποδας των μαθητων και να σπογγιζη με το προσοψιον, με το οποιον ητο διεζωσμενος.
<scripture passage="John 13:6" parsed="|John|13|6|0|0" osisRef="Bible:John.13.6" />
<sup>6</sup>Ερχεται λοιπον προς τον Σιμωνα Πετρον, και λεγει προς αυτον εκεινος· Κυριε, συ μου νιπτεις τους ποδας;
<scripture passage="John 13:7" parsed="|John|13|7|0|0" osisRef="Bible:John.13.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Εκεινο, το οποιον εγω καμνω, συ δεν εξευρεις τωρα, θελεις ομως γνωρισει μετα ταυτα.
<scripture passage="John 13:8" parsed="|John|13|8|0|0" osisRef="Bible:John.13.8" />
<sup>8</sup>Λεγει προς αυτον ο Πετρος· Δεν θελεις νιψει τους ποδας μου εις τον αιωνα. Απεκριθη προς αυτον ο Ιησους· Εαν δεν σε νιψω, δεν εχεις μερος μετ' εμου.
<scripture passage="John 13:9" parsed="|John|13|9|0|0" osisRef="Bible:John.13.9" />
<sup>9</sup>Λεγει προς αυτον ο Σιμων Πετρος· Κυριε, μη τους ποδας μου μονον, αλλα και τας χειρας και την κεφαλην.
<scripture passage="John 13:10" parsed="|John|13|10|0|0" osisRef="Bible:John.13.10" />
<sup>10</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Ο λελουμενος δεν εχει χρειαν ειμη τους ποδας να νιφθη, αλλ' ειναι ολος καθαρος· και σεις εισθε καθαροι, αλλ' ουχι παντες.
<scripture passage="John 13:11" parsed="|John|13|11|0|0" osisRef="Bible:John.13.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ηξευρεν εκεινον, οστις εμελλε να παραδωση αυτον· δια τουτο ειπε· Δεν εισθε παντες καθαροι.
<scripture passage="John 13:12" parsed="|John|13|12|0|0" osisRef="Bible:John.13.12" />
<sup>12</sup>Αφου λοιπον ενιψε τους ποδας αυτων και ελαβε τα ιματια αυτου, καθησας παλιν ειπε προς αυτους· Εξευρετε τι εκαμον εις εσας;
<scripture passage="John 13:13" parsed="|John|13|13|0|0" osisRef="Bible:John.13.13" />
<sup>13</sup>Σεις με φωναζετε, Ο Διδασκαλος και ο Κυριος, και καλως λεγετε, διοτι ειμαι.
<scripture passage="John 13:14" parsed="|John|13|14|0|0" osisRef="Bible:John.13.14" />
<sup>14</sup>Εαν λοιπον εγω, ο Κυριος και ο Διδασκαλος, σας ενιψα τους ποδας, και σεις χρεωστειτε να νιπτητε τους ποδας αλληλων.
<scripture passage="John 13:15" parsed="|John|13|15|0|0" osisRef="Bible:John.13.15" />
<sup>15</sup>Διοτι παραδειγμα εδωκα εις εσας, δια να καμνητε και σεις, καθως εγω εκαμον εις εσας.
<scripture passage="John 13:16" parsed="|John|13|16|0|0" osisRef="Bible:John.13.16" />
<sup>16</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω, δεν ειναι δουλος ανωτερος του κυριου αυτου, ουδε αποστολος ανωτερος του πεμψαντος αυτον.
<scripture passage="John 13:17" parsed="|John|13|17|0|0" osisRef="Bible:John.13.17" />
<sup>17</sup>Εαν εξευρητε ταυτα, μακαριοι εισθε εαν καμνητε αυτα.
<scripture passage="John 13:18" parsed="|John|13|18|0|0" osisRef="Bible:John.13.18" />
<sup>18</sup>Δεν λεγω τουτο περι παντων υμων· εγω εξευρω ποιους εξελεξα· αλλα δια να πληρωθη η γραφη, Ο τρωγων μετ' εμου τον αρτον εσηκωσεν επ' εμε την πτερναν αυτου.
<scripture passage="John 13:19" parsed="|John|13|19|0|0" osisRef="Bible:John.13.19" />
<sup>19</sup>Απο του νυν σας λεγω τουτο πριν γεινη, δια να πιστευσητε οταν γεινη, οτι εγω ειμαι.
<scripture passage="John 13:20" parsed="|John|13|20|0|0" osisRef="Bible:John.13.20" />
<sup>20</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω, οστις δεχεται οντινα πεμψω, εμε δεχεται, και οστις δεχεται, εμε δεχεται τον πεμψαντα με.
<scripture passage="John 13:21" parsed="|John|13|21|0|0" osisRef="Bible:John.13.21" />
<sup>21</sup>Αφου ειπε ταυτα ο Ιησους, εταραχθη την ψυχην και εμαρτυρησε και ειπεν· Αληθως, αληθως σας λεγω οτι εις εξ υμων θελει με παραδωσει.
<scripture passage="John 13:22" parsed="|John|13|22|0|0" osisRef="Bible:John.13.22" />
<sup>22</sup>Εβλεπον λοιπον εις αλληλους οι μαθηται, απορουντες περι τινος λεγει.
<scripture passage="John 13:23" parsed="|John|13|23|0|0" osisRef="Bible:John.13.23" />
<sup>23</sup>Εκαθητο δε κεκλιμενος εις τον κολπον του Ιησου εις των μαθητων αυτου, τον οποιον ηγαπα ο Ιησους.
<scripture passage="John 13:24" parsed="|John|13|24|0|0" osisRef="Bible:John.13.24" />
<sup>24</sup>Νευει λοιπον προς τουτον ο Σιμων Πετρος δια να ερωτηση τις ειναι εκεινος, περι του οποιου λεγει.
<scripture passage="John 13:25" parsed="|John|13|25|0|0" osisRef="Bible:John.13.25" />
<sup>25</sup>Και πεσων εκεινος επι το στηθος του Ιησου, λεγει προς αυτον· Κυριε, τις ειναι;
<scripture passage="John 13:26" parsed="|John|13|26|0|0" osisRef="Bible:John.13.26" />
<sup>26</sup>Αποκρινεται ο Ιησους· Εκεινος ειναι, εις τον οποιον εγω βαψας το ψωμιον θελω δωσει. Και εμβαψας το ψωμιον διδει εις τον Ιουδαν Σιμωνος τον Ισκαριωτην.
<scripture passage="John 13:27" parsed="|John|13|27|0|0" osisRef="Bible:John.13.27" />
<sup>27</sup>Και μετα το ψωμιον τοτε εισηλθεν εις εκεινον ο Σατανας. Λεγει λοιπον προς αυτον ο Ιησους· Ο, τι καμνεις, καμε ταχυτερον.
<scripture passage="John 13:28" parsed="|John|13|28|0|0" osisRef="Bible:John.13.28" />
<sup>28</sup>Τουτο ομως ουδεις των καθημενων ενοησε προς τι ειπε προς αυτον.
<scripture passage="John 13:29" parsed="|John|13|29|0|0" osisRef="Bible:John.13.29" />
<sup>29</sup>Διοτι τινες ενομιζον, επειδη ο Ιουδας ειχε το γλωσσοκομον, οτι λεγει προς αυτον ο Ιησους, Αγορασον οσων εχομεν χρειαν δια την εορτην, η να δωση τι εις τους πτωχους.
<scripture passage="John 13:30" parsed="|John|13|30|0|0" osisRef="Bible:John.13.30" />
<sup>30</sup>Λαβων λοιπον εκεινος το ψωμιον, εξηλθεν ευθυς· ητο δε νυξ.
<scripture passage="John 13:31" parsed="|John|13|31|0|0" osisRef="Bible:John.13.31" />
<sup>31</sup>Οτε λοιπον εξηλθε, λεγει ο Ιησους· Τωρα εδοξασθη ο Υιος του ανθρωπου, και ο Θεος εδοξασθη εν αυτω.
<scripture passage="John 13:32" parsed="|John|13|32|0|0" osisRef="Bible:John.13.32" />
<sup>32</sup>Εαν ο Θεος εδοξασθη εν αυτω, και ο Θεος θελει δοξασει αυτον εν εαυτω και ευθυς θελει δοξασει αυτον.
<scripture passage="John 13:33" parsed="|John|13|33|0|0" osisRef="Bible:John.13.33" />
<sup>33</sup>Τεκνια, ετι ολιγον ειμαι μεθ' υμων. Θελετε με ζητησει, και καθως ειπον προς τους Ιουδαιους οτι οπου υπαγω εγω, σεις δεν δυνασθε να ελθητε, και προς εσας λεγω τωρα.
<scripture passage="John 13:34" parsed="|John|13|34|0|0" osisRef="Bible:John.13.34" />
<sup>34</sup>Εντολην καινην σας διδω, να αγαπατε αλληλους, καθως εγω σας ηγαπησα και σεις να αγαπατε αλληλους.
<scripture passage="John 13:35" parsed="|John|13|35|0|0" osisRef="Bible:John.13.35" />
<sup>35</sup>Εκ τουτου θελουσι γνωρισει παντες οτι εισθε μαθηται μου, εαν εχητε αγαπην προς αλληλους.
<scripture passage="John 13:36" parsed="|John|13|36|0|0" osisRef="Bible:John.13.36" />
<sup>36</sup>Λεγει προς αυτον ο Σιμων Πετρος· Κυριε, που υπαγεις; Απεκριθη εις αυτον ο Ιησους· Οπου υπαγω, δεν δυνασαι τωρα να με ακολουθησης, υστερον ομως θελεις με ακολουθησει.
<scripture passage="John 13:37" parsed="|John|13|37|0|0" osisRef="Bible:John.13.37" />
<sup>37</sup>Λεγει προς αυτον ο Πετρος· Κυριε, διατι δεν δυναμαι να σε ακολουθησω τωρα; την ψυχην μου θελω βαλει υπερ σου.
<scripture passage="John 13:38" parsed="|John|13|38|0|0" osisRef="Bible:John.13.38" />
<sup>38</sup>Απεκριθη προς αυτον ο Ιησους· Την ψυχην σου θελεις βαλει υπερ εμου; αληθως, αληθως σοι λεγω, δεν θελει φωναξει ο αλεκτωρ, εωσου με απαρνηθης τρις.
</p>
</div3>

<div3 title="John 14" progress="87.38%" prev="John.13" next="John.15" id="John.14">
<h3 id="John.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="John.14-p1">
<scripture passage="John 14:1" parsed="|John|14|1|0|0" osisRef="Bible:John.14.1" />
<sup>1</sup>Ας μη ταραττηται η καρδια σας· πιστευετε εις τον Θεον, και εις εμε πιστευετε.
<scripture passage="John 14:2" parsed="|John|14|2|0|0" osisRef="Bible:John.14.2" />
<sup>2</sup>Εν τη οικια του Πατρος μου ειναι πολλα οικηματα· ει δε μη, ηθελον σας ειπει· υπαγω να σας ετοιμασω τοπον·
<scripture passage="John 14:3" parsed="|John|14|3|0|0" osisRef="Bible:John.14.3" />
<sup>3</sup>και αφου υπαγω και σας ετοιμασω τοπον, παλιν ερχομαι και θελω σας παραλαβει προς εμαυτον, δια να εισθε και σεις, οπου ειμαι εγω.
<scripture passage="John 14:4" parsed="|John|14|4|0|0" osisRef="Bible:John.14.4" />
<sup>4</sup>Και οπου εγω υπαγω εξευρετε, και την οδον εξευρετε.
<scripture passage="John 14:5" parsed="|John|14|5|0|0" osisRef="Bible:John.14.5" />
<sup>5</sup>Λεγει προς αυτον ο Θωμας· Κυριε, δεν εξευρομεν που υπαγεις· και πως δυναμεθα να εξευρωμεν την οδον;
<scripture passage="John 14:6" parsed="|John|14|6|0|0" osisRef="Bible:John.14.6" />
<sup>6</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Εγω ειμαι η οδος και η αληθεια και η ζωη· ουδεις ερχεται προς τον Πατερα, ειμη δι' εμου.
<scripture passage="John 14:7" parsed="|John|14|7|0|0" osisRef="Bible:John.14.7" />
<sup>7</sup>Εαν εγνωριζετε εμε, και τον Πατερα μου ηθελετε γνωρισει. Και απο του νυν γνωριζετε αυτον και ειδετε αυτον.
<scripture passage="John 14:8" parsed="|John|14|8|0|0" osisRef="Bible:John.14.8" />
<sup>8</sup>Λεγει προς αυτον ο Φιλιππος· Κυριε, δειξον εις ημας τον Πατερα και αρκει εις ημας.
<scripture passage="John 14:9" parsed="|John|14|9|0|0" osisRef="Bible:John.14.9" />
<sup>9</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Τοσον καιρον ειμαι μεθ' υμων, και δεν με εγνωρισας, Φιλιππε; οστις ειδεν εμε ειδε τον Πατερα· και πως συ λεγεις, Δειξον εις ημας τον Πατερα;
<scripture passage="John 14:10" parsed="|John|14|10|0|0" osisRef="Bible:John.14.10" />
<sup>10</sup>Δεν πιστευεις οτι εγω ειμαι εν τω Πατρι και ο Πατηρ ειναι εν εμοι; τους λογους, τους οποιους εγω λαλω προς υμας, απ' εμαυτου δεν λαλω· αλλ' ο Πατηρ ο μενων εν εμοι αυτος εκτελει τα εργα.
<scripture passage="John 14:11" parsed="|John|14|11|0|0" osisRef="Bible:John.14.11" />
<sup>11</sup>Πιστευετε μοι οτι εγω ειμαι εν τω Πατρι και ο Πατηρ ειναι εν εμοι· ει δε μη, δια τα εργα αυτα πιστευετε μοι.
<scripture passage="John 14:12" parsed="|John|14|12|0|0" osisRef="Bible:John.14.12" />
<sup>12</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω, οστις πιστευει εις εμε, τα εργα τα οποια καμνω και εκεινος θελει καμει, και μεγαλητερα τουτων θελει καμει, διοτι εγω υπαγω προς τον Πατερα μου,
<scripture passage="John 14:13" parsed="|John|14|13|0|0" osisRef="Bible:John.14.13" />
<sup>13</sup>και ο, τι αν ζητησητε εν τω ονοματι μου, θελω καμει τουτο, δια να δοξασθη ο Πατηρ εν τω Υιω.
<scripture passage="John 14:14" parsed="|John|14|14|0|0" osisRef="Bible:John.14.14" />
<sup>14</sup>Εαν ζητησητε τι εν τω ονοματι μου, εγω θελω καμει αυτο.
<scripture passage="John 14:15" parsed="|John|14|15|0|0" osisRef="Bible:John.14.15" />
<sup>15</sup>Εαν με αγαπατε, τας εντολας μου φυλαξατε.
<scripture passage="John 14:16" parsed="|John|14|16|0|0" osisRef="Bible:John.14.16" />
<sup>16</sup>Και εγω θελω παρακαλεσει τον Πατερα, και θελει σας δωσει αλλον Παρακλητον, δια να μενη μεθ' υμων εις τον αιωνα,
<scripture passage="John 14:17" parsed="|John|14|17|0|0" osisRef="Bible:John.14.17" />
<sup>17</sup>το Πνευμα της αληθειας, το οποιον ο κοσμος δεν δυναται να λαβη, διοτι δεν βλεπει αυτο ουδε γνωριζει αυτο· σεις ομως γνωριζετε αυτο, διοτι μενει μεθ' υμων και εν υμιν θελει εισθαι.
<scripture passage="John 14:18" parsed="|John|14|18|0|0" osisRef="Bible:John.14.18" />
<sup>18</sup>Δεν θελω σας αφησει ορφανους· ερχομαι προς εσας.
<scripture passage="John 14:19" parsed="|John|14|19|0|0" osisRef="Bible:John.14.19" />
<sup>19</sup>Ετι ολιγον και ο κοσμος πλεον δεν με βλεπει, σεις ομως με βλεπετε, διοτι εγω ζω και σεις θελετε ζη.
<scripture passage="John 14:20" parsed="|John|14|20|0|0" osisRef="Bible:John.14.20" />
<sup>20</sup>Εν εκεινη τη ημερα σεις θελετε γνωρισει, οτι εγω ειμαι εν τω Πατρι μου και σεις εν εμοι και εγω εν υμιν.
<scripture passage="John 14:21" parsed="|John|14|21|0|0" osisRef="Bible:John.14.21" />
<sup>21</sup>Ο εχων τας εντολας μου και φυλαττων αυτας, εκεινος ειναι ο αγαπων με· ο δε αγαπων με θελει αγαπηθη υπο του Πατρος μου, και εγω θελω αγαπησει αυτον και θελω φανερωσει εμαυτον εις αυτον.
<scripture passage="John 14:22" parsed="|John|14|22|0|0" osisRef="Bible:John.14.22" />
<sup>22</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιουδας, ουχι ο Ισκαριωτης· Κυριε, τι συμβαινει οτι μελλεις να φανερωσης σεαυτον εις ημας και ουχι εις τον κοσμον;
<scripture passage="John 14:23" parsed="|John|14|23|0|0" osisRef="Bible:John.14.23" />
<sup>23</sup>Απεκριθη ο Ιησους και ειπε προς αυτον· Εαν τις με αγαπα, τον λογον μου θελει φυλαξει, και ο Πατηρ μου θελει αγαπησει αυτον, και προς αυτον θελομεν ελθει και εν αυτω θελομεν κατοικησει.
<scripture passage="John 14:24" parsed="|John|14|24|0|0" osisRef="Bible:John.14.24" />
<sup>24</sup>Ο μη αγαπων με τους λογους μου δεν φυλαττει· και ο λογος, τον οποιον ακουετε, δεν ειναι ιδικος μου, αλλα του πεμψαντος με Πατρος.
<scripture passage="John 14:25" parsed="|John|14|25|0|0" osisRef="Bible:John.14.25" />
<sup>25</sup>Ταυτα ελαλησα προς εσας ενω ευρισκομαι μεθ' υμων·
<scripture passage="John 14:26" parsed="|John|14|26|0|0" osisRef="Bible:John.14.26" />
<sup>26</sup>ο δε Παρακλητος, το Πνευμα το Αγιον, το οποιον θελει πεμψει ο Πατηρ εν τω ονοματι μου, εκεινος θελει σας διδαξει παντα και θελει σας υπενθυμισει παντα οσα ειπον προς εσας.
<scripture passage="John 14:27" parsed="|John|14|27|0|0" osisRef="Bible:John.14.27" />
<sup>27</sup>Ειρηνην αφινω εις εσας, ειρηνην την εμην διδω εις εσας· ουχι καθως ο κοσμος διδει, σας διδω εγω. Ας μη ταραττηται η καρδια σας μηδε ας δειλια.
<scripture passage="John 14:28" parsed="|John|14|28|0|0" osisRef="Bible:John.14.28" />
<sup>28</sup>Ηκουσατε οτι εγω σας ειπον, Υπαγω και ερχομαι προς εσας. Εαν με ηγαπατε, ηθελετε χαρη οτι ειπον, Υπαγω προς τον Πατερα· διοτι ο Πατηρ μου ειναι μεγαλητερος μου·
<scripture passage="John 14:29" parsed="|John|14|29|0|0" osisRef="Bible:John.14.29" />
<sup>29</sup>και τωρα σας ειπον πριν γεινη, δια να πιστευσητε οταν γεινη.
<scripture passage="John 14:30" parsed="|John|14|30|0|0" osisRef="Bible:John.14.30" />
<sup>30</sup>Δεν θελω πλεον λαλησει πολλα μεθ' υμων· διοτι ερχεται ο αρχων του κοσμου τουτου· και δεν εχει ουδεν εν εμοι.
<scripture passage="John 14:31" parsed="|John|14|31|0|0" osisRef="Bible:John.14.31" />
<sup>31</sup>Αλλα δια να γνωριση ο κοσμος οτι αγαπω τον Πατερα, και καθως με προσεταξεν ο Πατηρ, ουτω καμνω. Εγερθητε, ας υπαγωμεν εντευθεν.
</p>
</div3>

<div3 title="John 15" progress="87.46%" prev="John.14" next="John.16" id="John.15">
<h3 id="John.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="John.15-p1">
<scripture passage="John 15:1" parsed="|John|15|1|0|0" osisRef="Bible:John.15.1" />
<sup>1</sup>Εγω ειμαι η αμπελος η αληθινη, και ο Πατηρ μου ειναι ο γεωργος.
<scripture passage="John 15:2" parsed="|John|15|2|0|0" osisRef="Bible:John.15.2" />
<sup>2</sup>Παν κλημα εν εμοι με φερον καρπον, εκκοπτει αυτο, και παν το φερον καρπον, καθαριζει αυτο, δια να φερη πλειοτερον καρπον.
<scripture passage="John 15:3" parsed="|John|15|3|0|0" osisRef="Bible:John.15.3" />
<sup>3</sup>Τωρα σεις εισθε καθαροι δια τον λογον τον οποιον ελαλησα προς εσας.
<scripture passage="John 15:4" parsed="|John|15|4|0|0" osisRef="Bible:John.15.4" />
<sup>4</sup>Μεινατε εν εμοι, και εγω εν υμιν. Καθως το κλημα δεν δυναται να φερη καρπον αφ' εαυτου, εαν δεν μεινη εν τη αμπελω, ουτως ουδε σεις, εαν δεν μεινητε εν εμοι.
<scripture passage="John 15:5" parsed="|John|15|5|0|0" osisRef="Bible:John.15.5" />
<sup>5</sup>Εγω ειμαι η αμπελος, σεις τα κληματα. Ο μενων εν εμοι και εγω εν αυτω, ουτος φερει καρπον πολυν, διοτι χωρις εμου δεν δυνασθε να καμητε ουδεν.
<scripture passage="John 15:6" parsed="|John|15|6|0|0" osisRef="Bible:John.15.6" />
<sup>6</sup>Εαν τις δεν μεινη εν εμοι, ριπτεται εξω ως το κλημα και ξηραινεται, και συναγουσιν αυτα και ριπτουσιν εις το πυρ, και καιονται.
<scripture passage="John 15:7" parsed="|John|15|7|0|0" osisRef="Bible:John.15.7" />
<sup>7</sup>Εαν μεινητε εν εμοι και οι λογοι μου μεινωσιν εν υμιν, θελετε ζητει ο, τι αν θελητε, και θελει γεινει εις εσας.
<scripture passage="John 15:8" parsed="|John|15|8|0|0" osisRef="Bible:John.15.8" />
<sup>8</sup>Εν τουτω δοξαζεται ο Πατηρ μου, εις το να φερητε καρπον πολυν· και ουτω θελετε εισθαι μαθηται μου.
<scripture passage="John 15:9" parsed="|John|15|9|0|0" osisRef="Bible:John.15.9" />
<sup>9</sup>Καθως εμε ηγαπησεν ο Πατηρ, και εγω ηγαπησα εσας· μεινατε εν τη αγαπη μου.
<scripture passage="John 15:10" parsed="|John|15|10|0|0" osisRef="Bible:John.15.10" />
<sup>10</sup>Εαν τας εντολας μου φυλαξητε, θελετε μεινει εν τη αγαπη μου, καθως εγω εφυλαξα τας εντολας του Πατρος μου και μενω εν τη αγαπη αυτου.
<scripture passage="John 15:11" parsed="|John|15|11|0|0" osisRef="Bible:John.15.11" />
<sup>11</sup>Ταυτα ελαλησα προς εσας δια να μεινη εν υμιν η χαρα μου και η χαρα υμων να ηναι πληρης.
<scripture passage="John 15:12" parsed="|John|15|12|0|0" osisRef="Bible:John.15.12" />
<sup>12</sup>Αυτη ειναι η εντολη μου, να αγαπατε αλληλους, καθως σας ηγαπησα.
<scripture passage="John 15:13" parsed="|John|15|13|0|0" osisRef="Bible:John.15.13" />
<sup>13</sup>Μεγαλητεραν ταυτης αγαπην δεν εχει ουδεις, του να βαλη τις την ψυχην αυτου υπερ των φιλων αυτου.
<scripture passage="John 15:14" parsed="|John|15|14|0|0" osisRef="Bible:John.15.14" />
<sup>14</sup>Σεις εισθε φιλοι μου, εαν καμνητε οσα εγω σας παραγγελλω.
<scripture passage="John 15:15" parsed="|John|15|15|0|0" osisRef="Bible:John.15.15" />
<sup>15</sup>Δεν σας λεγω πλεον δουλους, διοτι ο δουλος δεν εξευρει τι καμνει ο κυριος αυτου· εσας δε ειπον φιλους, διοτι παντα οσα ηκουσα παρα του Πατρος μου, εφανερωσα εις εσας.
<scripture passage="John 15:16" parsed="|John|15|16|0|0" osisRef="Bible:John.15.16" />
<sup>16</sup>Σεις δεν εξελεξατε εμε, αλλ' εγω εξελεξα εσας, και σας διεταξα δια να υπαγητε σεις και να καμητε καρπον, και ο καρπος σας να μενη, ωστε, ο, τι αν ζητησητε παρα του Πατρος εν τω ονοματι μου, να σας δωση αυτο.
<scripture passage="John 15:17" parsed="|John|15|17|0|0" osisRef="Bible:John.15.17" />
<sup>17</sup>Ταυτα σας παραγγελλω, να αγαπατε αλληλους.
<scripture passage="John 15:18" parsed="|John|15|18|0|0" osisRef="Bible:John.15.18" />
<sup>18</sup>Εαν ο κοσμος σας μιση, εξευρετε οτι εμε προτερον υμων εμισησεν.
<scripture passage="John 15:19" parsed="|John|15|19|0|0" osisRef="Bible:John.15.19" />
<sup>19</sup>Εαν ησθε εκ του κοσμου, ο κοσμος ηθελεν αγαπα το ιδικον του· επειδη ομως δεν εισθε εκ του κοσμου, αλλ' εγω σας εξελεξα εκ του κοσμου, δια τουτο σας μισει ο κοσμος.
<scripture passage="John 15:20" parsed="|John|15|20|0|0" osisRef="Bible:John.15.20" />
<sup>20</sup>Ενθυμεισθε τον λογον, τον οποιον εγω ειπον προς εσας· Δεν ειναι δουλος μεγαλητερος του κυριου αυτου. Εαν εμε εδιωξαν, και σας θελουσι διωξει· εαν τον λογον μου εφυλαξαν, και τον υμετερον θελουσι φυλαξει.
<scripture passage="John 15:21" parsed="|John|15|21|0|0" osisRef="Bible:John.15.21" />
<sup>21</sup>Αλλα ταυτα παντα θελουσι καμει εις εσας δια το ονομα μου, διοτι δεν εξευρουσι τον πεμψαντα με.
<scripture passage="John 15:22" parsed="|John|15|22|0|0" osisRef="Bible:John.15.22" />
<sup>22</sup>Εαν δεν ηλθον και ελαλησα προς αυτους, αμαρτιαν δεν ηθελον εχει· τωρα ομως δεν εχουσι προφασιν περι της αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="John 15:23" parsed="|John|15|23|0|0" osisRef="Bible:John.15.23" />
<sup>23</sup>Ο μισων εμε και τον Πατερα μου μισει.
<scripture passage="John 15:24" parsed="|John|15|24|0|0" osisRef="Bible:John.15.24" />
<sup>24</sup>Εαν δεν εκαμον μεταξυ αυτων τα εργα, τα οποια ουδεις αλλος εκαμεν, αμαρτιαν δεν ηθελον εχει· αλλα τωρα και ειδον και εμισησαν και εμε και τον Πατερα μου.
<scripture passage="John 15:25" parsed="|John|15|25|0|0" osisRef="Bible:John.15.25" />
<sup>25</sup>Αλλα τουτο εγεινε δια να πληρωθη ο λογος, ο γεγραμμενος εν τω νομω αυτων, Οτι εμισησαν με δωρεαν.
<scripture passage="John 15:26" parsed="|John|15|26|0|0" osisRef="Bible:John.15.26" />
<sup>26</sup>Οταν ομως ελθη ο Παρακλητος, τον οποιον εγω θελω πεμψει προς εσας παρα του Πατρος, το Πνευμα της αληθειας, το οποιον εκπορευεται παρα του Πατρος, εκεινος θελει μαρτυρησει περι εμου.
<scripture passage="John 15:27" parsed="|John|15|27|0|0" osisRef="Bible:John.15.27" />
<sup>27</sup>Αλλα και σεις μαρτυρειτε, διοτι απ' αρχης μετ' εμου εισθε.
</p>
</div3>

<div3 title="John 16" progress="87.53%" prev="John.15" next="John.17" id="John.16">
<h3 id="John.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="John.16-p1">
<scripture passage="John 16:1" parsed="|John|16|1|0|0" osisRef="Bible:John.16.1" />
<sup>1</sup>Ταυτα ελαλησα προς εσας δια να μη σκανδαλισθητε.
<scripture passage="John 16:2" parsed="|John|16|2|0|0" osisRef="Bible:John.16.2" />
<sup>2</sup>Θελουσι σας καμει αποσυναγωγους· μαλιστα ερχεται ωρα, καθ' ην πας οστις σας θανατωση θελει νομισει οτι προσφερει λατρειαν εις τον Θεον.
<scripture passage="John 16:3" parsed="|John|16|3|0|0" osisRef="Bible:John.16.3" />
<sup>3</sup>Και ταυτα θελουσι σας καμει, διοτι δεν εγνωρισαν τον Πατερα ουδε εμε.
<scripture passage="John 16:4" parsed="|John|16|4|0|0" osisRef="Bible:John.16.4" />
<sup>4</sup>Αλλα ταυτα ειπον προς εσας δια να ενθυμησθε αυτα, οταν ελθη η ωρα, οτι εγω ειπον προς εσας. Δεν ειπον δε ταυτα προς εσας εξ αρχης, διοτι ημην μεθ' υμων.
<scripture passage="John 16:5" parsed="|John|16|5|0|0" osisRef="Bible:John.16.5" />
<sup>5</sup>Τωρα δε υπαγω προς τον πεμψαντα με, και ουδεις εξ υμων με ερωτα· Που υπαγεις;
<scripture passage="John 16:6" parsed="|John|16|6|0|0" osisRef="Bible:John.16.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' επειδη ελαλησα προς εσας ταυτα, η λυπη εγεμισε την καρδιαν σας.
<scripture passage="John 16:7" parsed="|John|16|7|0|0" osisRef="Bible:John.16.7" />
<sup>7</sup>Εγω ομως την αληθειαν σας λεγω· συμφερει εις εσας να απελθω εγω. Διοτι εαν δεν απελθω, ο Παρακλητος δεν θελει ελθει προς εσας· αλλ' αφου απελθω, θελω πεμψει αυτον προς εσας·
<scripture passage="John 16:8" parsed="|John|16|8|0|0" osisRef="Bible:John.16.8" />
<sup>8</sup>και ελθων εκεινος θελει ελεγξει τον κοσμον περι αμαρτιας και περι δικαιοσυνης και περι κρισεως·
<scripture passage="John 16:9" parsed="|John|16|9|0|0" osisRef="Bible:John.16.9" />
<sup>9</sup>περι αμαρτιας μεν, διοτι δεν πιστευουσιν εις εμε·
<scripture passage="John 16:10" parsed="|John|16|10|0|0" osisRef="Bible:John.16.10" />
<sup>10</sup>περι δικαιοσυνης δε, διοτι υπαγω προς τον Πατερα μου και πλεον δεν με βλεπετε·
<scripture passage="John 16:11" parsed="|John|16|11|0|0" osisRef="Bible:John.16.11" />
<sup>11</sup>περι δε κρισεως, διοτι ο αρχων του κοσμου τουτου εκριθη.
<scripture passage="John 16:12" parsed="|John|16|12|0|0" osisRef="Bible:John.16.12" />
<sup>12</sup>Ετι πολλα εχω να ειπω προς εσας, δεν δυνασθε ομως τωρα να βασταζητε αυτα.
<scripture passage="John 16:13" parsed="|John|16|13|0|0" osisRef="Bible:John.16.13" />
<sup>13</sup>Οταν δε ελθη εκεινος, το Πνευμα της αληθειας, θελει σας οδηγησει εις πασαν την αληθειαν· διοτι δεν θελει λαλησει αφ' εαυτου, αλλ' οσα αν ακουση θελει λαλησει, και θελει σας αναγγειλει τα μελλοντα.
<scripture passage="John 16:14" parsed="|John|16|14|0|0" osisRef="Bible:John.16.14" />
<sup>14</sup>Εκεινος θελει δοξασει εμε, διοτι εκ του εμου θελει λαβει και αναγγειλει προς εσας.
<scripture passage="John 16:15" parsed="|John|16|15|0|0" osisRef="Bible:John.16.15" />
<sup>15</sup>Παντα οσα εχει ο Πατηρ, εμου ειναι· δια τουτο ειπον οτι εκ του εμου θελει λαβει και αναγγειλει προς εσας.
<scripture passage="John 16:16" parsed="|John|16|16|0|0" osisRef="Bible:John.16.16" />
<sup>16</sup>Ολιγον ετι και δεν με βλεπετε, και παλιν ολιγον και θελετε με ιδει, διοτι εγω υπαγω προς τον Πατερα.
<scripture passage="John 16:17" parsed="|John|16|17|0|0" osisRef="Bible:John.16.17" />
<sup>17</sup>Τοτε τινες εκ των μαθητων αυτου ειπον προς αλληλους· Τι ειναι τουτο, το οποιον μας λεγει, Ολιγον και δεν με βλεπετε, και παλιν ολιγον και θελετε με ιδει, και, Οτι εγω υπαγω προς τον Πατερα;
<scripture passage="John 16:18" parsed="|John|16|18|0|0" osisRef="Bible:John.16.18" />
<sup>18</sup>Ελεγον λοιπον· Τουτο τι ειναι, το οποιον λεγει το ολιγον; Δεν εξευρομεν τι λαλει.
<scripture passage="John 16:19" parsed="|John|16|19|0|0" osisRef="Bible:John.16.19" />
<sup>19</sup>Ενοησε λοιπον ο Ιησους οτι ηθελον να ερωτησωσιν αυτον, και ειπε προς αυτους· Περι τουτου συζητειτε μετ' αλληλων οτι ειπον, Ολιγον και δεν με βλεπετε, και παλιν ολιγον και θελετε με ιδει;
<scripture passage="John 16:20" parsed="|John|16|20|0|0" osisRef="Bible:John.16.20" />
<sup>20</sup>Αληθως, αληθως σας λεγω οτι σεις θελετε κλαυσει και θρηνησει, ο δε κοσμος θελει χαρη· και σεις θελετε λυπηθη, η λυπη σας ομως θελει μεταβληθη εις χαραν.
<scripture passage="John 16:21" parsed="|John|16|21|0|0" osisRef="Bible:John.16.21" />
<sup>21</sup>Η γυνη οταν γεννα, λυπην εχει, διοτι ηλθεν ωρα αυτης· αφου ομως γεννηση το παιδιον, δεν ενθυμειται πλεον την θλιψιν, δια την χαραν οτι εγεννηθη ανθρωπος εις τον κοσμον.
<scripture passage="John 16:22" parsed="|John|16|22|0|0" osisRef="Bible:John.16.22" />
<sup>22</sup>Και σεις λοιπον τωρα μεν εχετε λυπην· παλιν ομως θελω σας ιδει, και θελει χαρη η καρδια σας, και την χαραν σας ουδεις αφαιρει απο σας.
<scripture passage="John 16:23" parsed="|John|16|23|0|0" osisRef="Bible:John.16.23" />
<sup>23</sup>Και εν εκεινη τη ημερα δεν θελετε ζητησει παρ' εμου ουδεν. Αληθως, αληθως σας λεγω οτι οσα αν αιτησητε παρα του Πατρος εν τω ονοματι μου, θελει σας δωσει.
<scripture passage="John 16:24" parsed="|John|16|24|0|0" osisRef="Bible:John.16.24" />
<sup>24</sup>Εως τωρα δεν ητησατε ουδεν εν τω ονοματι μου· αιτειτε και θελετε λαμβανει, δια να ηναι πληρης η χαρα σας.
<scripture passage="John 16:25" parsed="|John|16|25|0|0" osisRef="Bible:John.16.25" />
<sup>25</sup>Ταυτα δια παροιμιων ελαλησα προς εσας· αλλ' ερχεται ωρα, οτε δεν θελω σας λαλησει πλεον δια παροιμιων, αλλα παρρησια θελω σας αναγγειλει περι του Πατρος.
<scripture passage="John 16:26" parsed="|John|16|26|0|0" osisRef="Bible:John.16.26" />
<sup>26</sup>Εν εκεινη τη ημερα θελετε ζητησει εν τω ονοματι μου· και δεν σας λεγω οτι εγω θελω παρακαλεσει τον Πατερα περι υμων·
<scripture passage="John 16:27" parsed="|John|16|27|0|0" osisRef="Bible:John.16.27" />
<sup>27</sup>διοτι αυτος ο Πατηρ σας αγαπα, επειδη σεις ηγαπησατε εμε και επιστευσατε οτι εγω παρα του Θεου εξηλθον.
<scripture passage="John 16:28" parsed="|John|16|28|0|0" osisRef="Bible:John.16.28" />
<sup>28</sup>Εξηλθον παρα του Πατρος και ηλθον εις τον κοσμον· παλιν αφινω τον κοσμον και υπαγω προς τον Πατερα.
<scripture passage="John 16:29" parsed="|John|16|29|0|0" osisRef="Bible:John.16.29" />
<sup>29</sup>Λεγουσι προς αυτον οι μαθηται αυτου· Ιδου, τωρα παρρησια λαλεις και, ουδεμιαν παροιμιαν λεγεις.
<scripture passage="John 16:30" parsed="|John|16|30|0|0" osisRef="Bible:John.16.30" />
<sup>30</sup>Τωρα γνωριζομεν οτι εξευρεις παντα και δεν εχεις χρειαν να σε ερωτα τις. Εκ τουτου πιστευομεν οτι απο Θεου εξηλθες.
<scripture passage="John 16:31" parsed="|John|16|31|0|0" osisRef="Bible:John.16.31" />
<sup>31</sup>Απεκριθη προς αυτους ο Ιησους· Τωρα πιστευετε;
<scripture passage="John 16:32" parsed="|John|16|32|0|0" osisRef="Bible:John.16.32" />
<sup>32</sup>Ιδου, ερχεται ωρα, και ηδη ηλθε, να σκορπισθητε εκαστος εις τα ιδια και να αφησητε εμε μονον· αλλα δεν ειμαι μονος, διοτι ο Πατηρ ειναι μετ' εμου.
<scripture passage="John 16:33" parsed="|John|16|33|0|0" osisRef="Bible:John.16.33" />
<sup>33</sup>Ταυτα ελαλησα προς εσας, δια να εχητε ειρηνην εν εμοι. Εν τω κοσμω θελετε εχει θλιψιν· αλλα θαρσειτε, εγω ενικησα τον κοσμον.
</p>
</div3>

<div3 title="John 17" progress="87.62%" prev="John.16" next="John.18" id="John.17">
<h3 id="John.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="John.17-p1">
<scripture passage="John 17:1" parsed="|John|17|1|0|0" osisRef="Bible:John.17.1" />
<sup>1</sup>Ταυτα ελαλησεν ο Ιησους, και υψωσε τους οφθαλμους αυτου εις τον ουρανον και ειπε· Πατερ, ηλθεν η ωρα· δοξασον τον Υιον σου, δια να σε δοξαση και ο Υιος σου,
<scripture passage="John 17:2" parsed="|John|17|2|0|0" osisRef="Bible:John.17.2" />
<sup>2</sup>καθως εδωκας εις αυτον εξουσιαν πασης σαρκος, δια να δωση ζωην αιωνιον εις παντας οσους εδωκας εις αυτον.
<scripture passage="John 17:3" parsed="|John|17|3|0|0" osisRef="Bible:John.17.3" />
<sup>3</sup>Αυτη δε ειναι η αιωνιος ζωη, το να γνωριζωσι σε τον μονον αληθινον Θεον και τον οποιον απεστειλας Ιησουν Χριστον.
<scripture passage="John 17:4" parsed="|John|17|4|0|0" osisRef="Bible:John.17.4" />
<sup>4</sup>Εγω σε εδοξασα επι της γης, το εργον ετελειωσα, το οποιον μοι εδωκας δια να καμω·
<scripture passage="John 17:5" parsed="|John|17|5|0|0" osisRef="Bible:John.17.5" />
<sup>5</sup>και τωρα δοξασον με συ, Πατερ, πλησιον σου με την δοξαν, την οποιαν ειχον παρα σοι πριν γεινη ο κοσμος.
<scripture passage="John 17:6" parsed="|John|17|6|0|0" osisRef="Bible:John.17.6" />
<sup>6</sup>Εφανερωσα το ονομα σου εις τους ανθρωπους, τους οποιους μοι εδωκας εκ του κοσμου. Ιδικοι σου ησαν και εις εμε εδωκας αυτους, και τον λογον σου εφυλαξαν.
<scripture passage="John 17:7" parsed="|John|17|7|0|0" osisRef="Bible:John.17.7" />
<sup>7</sup>Τωρα εγνωρισαν οτι παντα οσα μοι εδωκας παρα σου ειναι·
<scripture passage="John 17:8" parsed="|John|17|8|0|0" osisRef="Bible:John.17.8" />
<sup>8</sup>διοτι τους λογους, τους οποιους μοι εδωκας, εδωκα εις αυτους, και αυτοι εδεχθησαν και εγνωρισαν αληθως οτι παρα σου εξηλθον, και επιστευσαν οτι συ με απεστειλας.
<scripture passage="John 17:9" parsed="|John|17|9|0|0" osisRef="Bible:John.17.9" />
<sup>9</sup>Εγω περι αυτων παρακαλω· δεν παρακαλω περι του κοσμου, αλλα περι εκεινων, τους οποιους μοι εδωκας, διοτι ιδικοι σου ειναι.
<scripture passage="John 17:10" parsed="|John|17|10|0|0" osisRef="Bible:John.17.10" />
<sup>10</sup>Και τα εμα παντα σα ειναι και τα σα εμα, και εδοξασθην εν αυτοις.
<scripture passage="John 17:11" parsed="|John|17|11|0|0" osisRef="Bible:John.17.11" />
<sup>11</sup>Και δεν ειμαι πλεον εν τω κοσμω, αλλ' ουτοι ειναι εν τω κοσμω, και εγω ερχομαι προς σε. Πατερ αγιε, φυλαξον αυτους εν τω ονοματι σου, τους οποιους μοι εδωκας, δια να ηναι εν καθως ημεις.
<scripture passage="John 17:12" parsed="|John|17|12|0|0" osisRef="Bible:John.17.12" />
<sup>12</sup>Οτε ημην μετ' αυτων εν τω κοσμω, εγω εφυλαττον αυτους εν τω ονοματι σου· εκεινους τους οποιους μοι εδωκας εφυλαξα, και ουδεις εξ αυτων απωλεσθη ειμη ο υιος της απωλειας, δια να πληρωθη η γραφη.
<scripture passage="John 17:13" parsed="|John|17|13|0|0" osisRef="Bible:John.17.13" />
<sup>13</sup>Τωρα δε ερχομαι προς σε, και ταυτα λαλω εν τω κοσμω δια να εχωσι την χαραν μου πληρη εν εαυτοις.
<scripture passage="John 17:14" parsed="|John|17|14|0|0" osisRef="Bible:John.17.14" />
<sup>14</sup>Εγω εδωκα εις αυτους τον λογον σου, και ο κοσμος εμισησεν αυτους, διοτι δεν ειναι εκ του κοσμου, καθως εγω δεν ειμαι εκ του κοσμου.
<scripture passage="John 17:15" parsed="|John|17|15|0|0" osisRef="Bible:John.17.15" />
<sup>15</sup>Δεν παρακαλω να σηκωσης αυτους εκ του κοσμου, αλλα να φυλαξης αυτους εκ του πονηρου.
<scripture passage="John 17:16" parsed="|John|17|16|0|0" osisRef="Bible:John.17.16" />
<sup>16</sup>Εκ του κοσμου δεν ειναι, καθως εγω δεν ειμαι εκ του κοσμου.
<scripture passage="John 17:17" parsed="|John|17|17|0|0" osisRef="Bible:John.17.17" />
<sup>17</sup>Αγιασον αυτους εν τη αληθεια σου· ο λογος ο ιδικος σου ειναι αληθεια.
<scripture passage="John 17:18" parsed="|John|17|18|0|0" osisRef="Bible:John.17.18" />
<sup>18</sup>Καθως εμε απεστειλας εις τον κοσμον, και εγω απεστειλα αυτους εις τον κοσμον·
<scripture passage="John 17:19" parsed="|John|17|19|0|0" osisRef="Bible:John.17.19" />
<sup>19</sup>και υπερ αυτων εγω αγιαζω εμαυτον, δια να ηναι και αυτοι ηγιασμενοι εν τη αληθεια.
<scripture passage="John 17:20" parsed="|John|17|20|0|0" osisRef="Bible:John.17.20" />
<sup>20</sup>Και δεν παρακαλω μονον περι τουτων, αλλα και περι των πιστευσοντων εις εμε δια του λογου αυτων·
<scripture passage="John 17:21" parsed="|John|17|21|0|0" osisRef="Bible:John.17.21" />
<sup>21</sup>δια να ηναι παντες εν, καθως συ, Πατερ, εισαι εν εμοι και εγω εν σοι, να ηναι και αυτοι εν ημιν εν, δια να πιστευση ο κοσμος οτι συ με απεστειλας.
<scripture passage="John 17:22" parsed="|John|17|22|0|0" osisRef="Bible:John.17.22" />
<sup>22</sup>Και εγω την δοξαν την οποιαν μοι εδωκας εδωκα εις αυτους, δια να ηναι εν καθως ημεις ειμεθα εν,
<scripture passage="John 17:23" parsed="|John|17|23|0|0" osisRef="Bible:John.17.23" />
<sup>23</sup>εγω εν αυτοις και συ εν εμοι, δια να ηναι τετελειωμενοι εις εν, και να γνωριζη ο κοσμος οτι συ με απεστειλας και ηγαπησας αυτους καθως εμε ηγαπησας.
<scripture passage="John 17:24" parsed="|John|17|24|0|0" osisRef="Bible:John.17.24" />
<sup>24</sup>Πατερ, εκεινους τους οποιους μοι εδωκας, θελω, οπου ειμαι εγω, να ηναι και εκεινοι μετ' εμου, δια να θεωρωσι την δοξαν μου, την οποιαν μοι εδωκας, διοτι με ηγαπησας προ καταβολης κοσμου.
<scripture passage="John 17:25" parsed="|John|17|25|0|0" osisRef="Bible:John.17.25" />
<sup>25</sup>Πατερ δικαιε, και ο κοσμος δεν σε εγνωρισεν, εγω δε σε εγνωρισα, και ουτοι εγνωρισαν οτι συ με απεστειλας.
<scripture passage="John 17:26" parsed="|John|17|26|0|0" osisRef="Bible:John.17.26" />
<sup>26</sup>Και εφανερωσα εις αυτους το ονομα σου και θελω φανερωσει, δια να ηναι η αγαπη, με την οποιαν με ηγαπησας, εν αυτοις, και εγω εν αυτοις.
</p>
</div3>

<div3 title="John 18" progress="87.70%" prev="John.17" next="John.19" id="John.18">
<h3 id="John.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="John.18-p1">
<scripture passage="John 18:1" parsed="|John|18|1|0|0" osisRef="Bible:John.18.1" />
<sup>1</sup>Αφου ειπε ταυτα ο Ιησους, εξηλθε μετα των μαθητων αυτου περαν του χειμαρρου των Κεδρων, οπου ητο κηπος, εις τον οποιον εισηλθεν αυτος και οι μαθηται αυτου.
<scripture passage="John 18:2" parsed="|John|18|2|0|0" osisRef="Bible:John.18.2" />
<sup>2</sup>Ηξευρε δε τον τοπον και Ιουδας ο παραδιδων αυτον· διοτι πολλακις συνηλθεν εκει ο Ιησους μετα των μαθητων αυτου.
<scripture passage="John 18:3" parsed="|John|18|3|0|0" osisRef="Bible:John.18.3" />
<sup>3</sup>Ο Ιουδας λοιπον, λαβων το ταγμα και εκ των αρχιερεων και Φαρισαιων υπηρετας, ερχεται εκει μετα φανων και λαμπαδων και οπλων.
<scripture passage="John 18:4" parsed="|John|18|4|0|0" osisRef="Bible:John.18.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Ιησους, εξευρων παντα τα ερχομενα επ' αυτον, εξηλθε και ειπε προς αυτους· Τινα ζητειτε;
<scripture passage="John 18:5" parsed="|John|18|5|0|0" osisRef="Bible:John.18.5" />
<sup>5</sup>Απεκριθησαν προς αυτον· Ιησουν τον Ναζωραιον. Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Εγω ειμαι. Ιστατο δε μετ' αυτων και Ιουδας ο παραδιδων αυτον.
<scripture passage="John 18:6" parsed="|John|18|6|0|0" osisRef="Bible:John.18.6" />
<sup>6</sup>Καθως λοιπον ειπε προς αυτους οτι εγω ειμαι, απεσυρθησαν εις τα οπισω και επεσον χαμαι.
<scripture passage="John 18:7" parsed="|John|18|7|0|0" osisRef="Bible:John.18.7" />
<sup>7</sup>Παλιν λοιπον ηρωτησεν αυτους· Τινα ζητειτε; Οι δε ειπον· Ιησουν τον Ναζωραιον.
<scripture passage="John 18:8" parsed="|John|18|8|0|0" osisRef="Bible:John.18.8" />
<sup>8</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Σας ειπον οτι εγω ειμαι. Εαν λοιπον εμε ζητητε, αφησατε τουτους να υπαγωσι·
<scripture passage="John 18:9" parsed="|John|18|9|0|0" osisRef="Bible:John.18.9" />
<sup>9</sup>δια να πληρωθη ο λογος, τον οποιον ειπεν, Οτι εξ εκεινων τους οποιους μοι εδωκας, δεν απωλεσα ουδενα.
<scripture passage="John 18:10" parsed="|John|18|10|0|0" osisRef="Bible:John.18.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Σιμων Πετρος εχων μαχαιραν εσυρεν αυτην και εκτυπησε τον δουλον του αρχιερεως και απεκοψεν αυτου το ωτιον το δεξιον· ητο δε το ονομα του δουλου Μαλχος.
<scripture passage="John 18:11" parsed="|John|18|11|0|0" osisRef="Bible:John.18.11" />
<sup>11</sup>Ειπε λοιπον ο Ιησους προς τον Πετρον· Βαλε την μαχαιραν σου εις την θηκην· το ποτηριον, το οποιον μοι εδωκεν ο Πατηρ, δεν θελω πιει αυτο;
<scripture passage="John 18:12" parsed="|John|18|12|0|0" osisRef="Bible:John.18.12" />
<sup>12</sup>Το ταγμα λοιπον και ο χιλιαρχος και οι υπηρεται των Ιουδαιων συνελαβον τον Ιησουν και εδεσαν αυτον,
<scripture passage="John 18:13" parsed="|John|18|13|0|0" osisRef="Bible:John.18.13" />
<sup>13</sup>και εφεραν αυτον εις τον Ανναν πρωτον· διοτι ητο πενθερος του Καιαφα, οστις ητο αρχιερευς του ενιαυτου εκεινου.
<scripture passage="John 18:14" parsed="|John|18|14|0|0" osisRef="Bible:John.18.14" />
<sup>14</sup>Ητο δε ο Καιαφας ο συμβουλευσας τους Ιουδαιους οτι συμφερει να απολεσθη εις ανθρωπος υπερ του λαου.
<scripture passage="John 18:15" parsed="|John|18|15|0|0" osisRef="Bible:John.18.15" />
<sup>15</sup>Ηκολουθει δε τον Ιησουν ο Σιμων Πετρος και ο αλλος μαθητης. Ο δε μαθητης εκεινος ητο γνωστος εις τον αρχιερεα και εισηλθε μετα του Ιησου εις την αυλην του αρχιερεως.
<scripture passage="John 18:16" parsed="|John|18|16|0|0" osisRef="Bible:John.18.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Πετρος ιστατο εξω πλησιον της θυρας. Εξηλθε λοιπον ο μαθητης ο αλλος, οστις ητο γνωστος εις τον αρχιερεα, και ωμιλησεν εις την θυρωρον, και εισηγαγε τον Πετρον.
<scripture passage="John 18:17" parsed="|John|18|17|0|0" osisRef="Bible:John.18.17" />
<sup>17</sup>Λεγει λοιπον η δουλη η θυρωρος προς τον Πετρον· Μηπως και συ εισαι εκ των μαθητων του ανθρωπου τουτου; Λεγει εκεινος· Δεν ειμαι.
<scripture passage="John 18:18" parsed="|John|18|18|0|0" osisRef="Bible:John.18.18" />
<sup>18</sup>Ισταντο δε οι δουλοι και οι υπηρεται, οιτινες ειχον καμει ανθρακιαν, διοτι ητο ψυχος, και εθερμαινοντο· και μετ' αυτων ιστατο ο Πετρος και εθερμαινετο.
<scripture passage="John 18:19" parsed="|John|18|19|0|0" osisRef="Bible:John.18.19" />
<sup>19</sup>Ο αρχιερευς λοιπον ηρωτησε τον Ιησουν περι των μαθητων αυτου και περι της διδαχης αυτου.
<scripture passage="John 18:20" parsed="|John|18|20|0|0" osisRef="Bible:John.18.20" />
<sup>20</sup>Απεκριθη προς αυτον ο Ιησους· Εγω παρρησια ελαλησα εις τον κοσμον· εγω παντοτε εδιδαξα εν τη συναγωγη και εν τω ιερω, οπου οι Ιουδαιοι συνερχονται παντοτε, και εν κρυπτω δεν ελαλησα ουδεν.
<scripture passage="John 18:21" parsed="|John|18|21|0|0" osisRef="Bible:John.18.21" />
<sup>21</sup>Τι με ερωτας; ερωτησον τους ακουσαντας, τι ελαλησα προς αυτους· ιδου, ουτοι εξευρουσιν οσα ειπον εγω.
<scripture passage="John 18:22" parsed="|John|18|22|0|0" osisRef="Bible:John.18.22" />
<sup>22</sup>Οτε δε ειπε ταυτα, εις των υπηρετων ισταμενος πλησιον εδωκε ραπισμα εις τον Ιησουν, ειπων· Ουτως αποκρινεσαι προς τον αρχιερεα;
<scripture passage="John 18:23" parsed="|John|18|23|0|0" osisRef="Bible:John.18.23" />
<sup>23</sup>Απεκριθη προς αυτον ο Ιησους· Εαν κακως ελαλησα, μαρτυρησον περι του κακου· εαν δε καλως, τι με δερεις;
<scripture passage="John 18:24" parsed="|John|18|24|0|0" osisRef="Bible:John.18.24" />
<sup>24</sup>Ειχε δε αποστειλει αυτον ο Αννας δεδεμενον προς Καιαφαν τον αρχιερεα.
<scripture passage="John 18:25" parsed="|John|18|25|0|0" osisRef="Bible:John.18.25" />
<sup>25</sup>Ο δε Σιμων Πετρος ιστατο και εθερμαινετο· ειπον λοιπον προς αυτον· Μηπως και συ εκ των μαθητων αυτου εισαι; Ηρνηθη εκεινος και ειπε· Δεν ειμαι.
<scripture passage="John 18:26" parsed="|John|18|26|0|0" osisRef="Bible:John.18.26" />
<sup>26</sup>Λεγει εις εκ των δουλων του αρχιερεως, οστις ητο συγγενης εκεινου, του οποιου ο Πετρος απεκοψε το ωτιον· Δεν σε ειδον εγω εν τω κηπω μετ' αυτου;
<scripture passage="John 18:27" parsed="|John|18|27|0|0" osisRef="Bible:John.18.27" />
<sup>27</sup>Παλιν λοιπον ηρνηθη ο Πετρος, και ευθυς εφωναξεν ο αλεκτωρ.
<scripture passage="John 18:28" parsed="|John|18|28|0|0" osisRef="Bible:John.18.28" />
<sup>28</sup>Φερουσι λοιπον τον Ιησουν απο του Καιαφα εις το πραιτωριον· ητο δε πρωι· και αυτοι δεν εισηλθον εις το πραιτωριον, δια να μη μιανθωσιν, αλλα δια να φαγωσι το πασχα.
<scripture passage="John 18:29" parsed="|John|18|29|0|0" osisRef="Bible:John.18.29" />
<sup>29</sup>Εξηλθε λοιπον ο Πιλατος προς αυτους και ειπε· Τινα κατηγοριαν φερετε κατα του ανθρωπου τουτου;
<scripture passage="John 18:30" parsed="|John|18|30|0|0" osisRef="Bible:John.18.30" />
<sup>30</sup>Απεκριθησαν και ειπον προς αυτον· Εαν ουτος δεν ητο κακοποιος, δεν ηθελομεν σοι παραδωσει αυτον.
<scripture passage="John 18:31" parsed="|John|18|31|0|0" osisRef="Bible:John.18.31" />
<sup>31</sup>Ειπε λοιπον προς αυτους ο Πιλατος· Λαβετε αυτον σεις και κατα τον νομον σας κρινατε αυτον. Ειπον δε προς αυτον οι Ιουδαιοι· ημεις δεν εχομεν εξουσιαν να θανατωσωμεν ουδενα.
<scripture passage="John 18:32" parsed="|John|18|32|0|0" osisRef="Bible:John.18.32" />
<sup>32</sup>Δια να πληρωθη ο λογος του Ιησου, τον οποιον ειπε, δεικνυων με ποιον θανατον εμελλε να αποθανη.
<scripture passage="John 18:33" parsed="|John|18|33|0|0" osisRef="Bible:John.18.33" />
<sup>33</sup>Εισηλθε παλιν εις το πραιτωριον ο Πιλατος και εφωναξε τον Ιησουν και ειπε προς αυτον· Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων;
<scripture passage="John 18:34" parsed="|John|18|34|0|0" osisRef="Bible:John.18.34" />
<sup>34</sup>Απεκριθη προς αυτον ο Ιησους· Αφ' εαυτου λεγεις συ τουτο, η αλλοι σοι ειπον περι εμου;
<scripture passage="John 18:35" parsed="|John|18|35|0|0" osisRef="Bible:John.18.35" />
<sup>35</sup>Απεκριθη ο Πιλατος· Μηπως εγω ειμαι Ιουδαιος; το εθνος το ιδικον σου και οι αρχιερεις σε παρεδωκαν εις εμε· τι εκαμες;
<scripture passage="John 18:36" parsed="|John|18|36|0|0" osisRef="Bible:John.18.36" />
<sup>36</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Η βασιλεια η εμη δεν ειναι εκ του κοσμου τουτου· εαν η βασιλεια η εμη ητο εκ του κοσμου τουτου, οι υπηρεται μου ηθελον αγωνιζεσθαι, δια να μη παραδωθω εις τους Ιουδαιους· τωρα δε η βασιλεια η εμη δεν ειναι εντευθεν.
<scripture passage="John 18:37" parsed="|John|18|37|0|0" osisRef="Bible:John.18.37" />
<sup>37</sup>Και ο Πιλατος ειπε προς αυτον· Λοιπον βασιλευς εισαι συ; Απεκριθη ο Ιησους· Συ λεγεις οτι βασιλευς ειμαι εγω. Εγω δια τουτο εγεννηθην και δια τουτο ηλθον εις τον κοσμον, δια να μαρτυρησω εις την αληθειαν. Πας οστις ειναι εκ της αληθειας ακουει την φωνην μου.
<scripture passage="John 18:38" parsed="|John|18|38|0|0" osisRef="Bible:John.18.38" />
<sup>38</sup>Λεγει προς αυτον ο Πιλατος· Τι ειναι αληθεια; Και τουτο ειπων, παλιν εξηλθε προς τους Ιουδαιους και λεγει προς αυτους· Εγω δεν ευρισκω ουδεν εγκλημα εν αυτω·
<scripture passage="John 18:39" parsed="|John|18|39|0|0" osisRef="Bible:John.18.39" />
<sup>39</sup>ειναι δε συνηθεια εις εσας να σας απολυσω ενα εν τω πασχα· θελετε λοιπον να σας απολυσω τον βασιλεα των Ιουδαιων;
<scripture passage="John 18:40" parsed="|John|18|40|0|0" osisRef="Bible:John.18.40" />
<sup>40</sup>Παλιν λοιπον εκραυγασαν παντες, λεγοντες· Μη τουτον, αλλα τον Βαραββαν. Ητο δε ο Βαραββας ληστης.
</p>
</div3>

<div3 title="John 19" progress="87.82%" prev="John.18" next="John.20" id="John.19">
<h3 id="John.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="John.19-p1">
<scripture passage="John 19:1" parsed="|John|19|1|0|0" osisRef="Bible:John.19.1" />
<sup>1</sup>Τοτε λοιπον ελαβεν ο Πιλατος τον Ιησουν και εμαστιγωσε.
<scripture passage="John 19:2" parsed="|John|19|2|0|0" osisRef="Bible:John.19.2" />
<sup>2</sup>Και οι στρατιωται, πλεξαντες στεφανον εξ ακανθων, εθεσαν επι της κεφαλης αυτου και ενεδυσαν αυτον ιματιον πορφυρουν
<scripture passage="John 19:3" parsed="|John|19|3|0|0" osisRef="Bible:John.19.3" />
<sup>3</sup>και ελεγον· Χαιρε βασιλευ των Ιουδαιων· και εδιδον εις αυτον ραπισματα.
<scripture passage="John 19:4" parsed="|John|19|4|0|0" osisRef="Bible:John.19.4" />
<sup>4</sup>Εξηλθε δε παλιν εξω ο Πιλατος και λεγει προς αυτους· Ιδου, σας φερω αυτον εξω, δια να γνωρισητε οτι ουδεν εγκλημα ευρισκω εν αυτω.
<scripture passage="John 19:5" parsed="|John|19|5|0|0" osisRef="Bible:John.19.5" />
<sup>5</sup>Εξηλθε λοιπον ο Ιησους εξω, φορων τον ακανθινον στεφανον και το πορφυρουν ιματιον, και λεγει προς αυτους ο Πιλατος· Ιδε ο ανθρωπος.
<scripture passage="John 19:6" parsed="|John|19|6|0|0" osisRef="Bible:John.19.6" />
<sup>6</sup>Οτε δε ειδον αυτον οι αρχιερεις και οι υπηρεται, εκραυγασαν λεγοντες· Σταυρωσον, σταυρωσον αυτον. Λεγει προς αυτους ο Πιλατος· Λαβετε αυτον σεις και σταυρωσατε· διοτι εγω δεν ευρισκω εν αυτω εγκλημα.
<scripture passage="John 19:7" parsed="|John|19|7|0|0" osisRef="Bible:John.19.7" />
<sup>7</sup>Απεκριθησαν προς αυτον οι Ιουδαιοι· ημεις νομον εχομεν, και κατα τον νομον ημων πρεπει να αποθανη, διοτι εκαμεν εαυτον Υιον του Θεου.
<scripture passage="John 19:8" parsed="|John|19|8|0|0" osisRef="Bible:John.19.8" />
<sup>8</sup>Οτε δε ηκουσεν ο Πιλατος τουτον τον λογον, μαλλον εφοβηθη,
<scripture passage="John 19:9" parsed="|John|19|9|0|0" osisRef="Bible:John.19.9" />
<sup>9</sup>και εισηλθε παλιν εις το πραιτωριον, και λεγει προς τον Ιησουν· Ποθεν εισαι συ; Ο δε Ιησους αποκρισιν δεν εδωκεν εις αυτον.
<scripture passage="John 19:10" parsed="|John|19|10|0|0" osisRef="Bible:John.19.10" />
<sup>10</sup>Λεγει λοιπον προς αυτον ο Πιλατος· Προς εμε δεν λαλεις; δεν εξευρεις οτι εξουσιαν εχω να σε σταυρωσω και εξουσιαν εχω να σε απολυσω;
<scripture passage="John 19:11" parsed="|John|19|11|0|0" osisRef="Bible:John.19.11" />
<sup>11</sup>Απεκριθη ο Ιησους· Δεν ειχες ουδεμιαν εξουσιαν κατ' εμου, εαν δεν σοι ητο δεδομενον ανωθεν· δια τουτο ο παραδιδων με εις σε εχει μεγαλητεραν αμαρτιαν.
<scripture passage="John 19:12" parsed="|John|19|12|0|0" osisRef="Bible:John.19.12" />
<sup>12</sup>Εκτοτε εζητει ο Πιλατος να απολυση αυτον· οι Ιουδαιοι ομως εκραζον, λεγοντες· Εαν τουτον απολυσης, δεν εισαι φιλος του Καισαρος. Πας οστις καμνει εαυτον βασιλεα αντιλεγει εις τον Καισαρα.
<scripture passage="John 19:13" parsed="|John|19|13|0|0" osisRef="Bible:John.19.13" />
<sup>13</sup>Ο Πιλατος λοιπον, ακουσας τουτον τον λογον, εφερεν εξω τον Ιησουν και εκαθησεν επι του βηματος εις τον τοπον λεγομενον Λιθοστρωτον, Εβραιστι δε Γαβαθθα.
<scripture passage="John 19:14" parsed="|John|19|14|0|0" osisRef="Bible:John.19.14" />
<sup>14</sup>Ητο δε παρασκευη του πασχα και ωρα περιπου εκτη· και λεγει προς τους Ιουδαιους· Ιδου ο βασιλευς σας.
<scripture passage="John 19:15" parsed="|John|19|15|0|0" osisRef="Bible:John.19.15" />
<sup>15</sup>Οι δε εκραυγασαν· Αρον, αρον, σταυρωσον αυτον. Λεγει προς αυτους ο Πιλατος· Τον βασιλεα σας να σταυρωσω; Απεκριθησαν οι αρχιερεις· Δεν εχομεν βασιλεα ειμη Καισαρα.
<scripture passage="John 19:16" parsed="|John|19|16|0|0" osisRef="Bible:John.19.16" />
<sup>16</sup>Τοτε λοιπον παρεδωκεν αυτον εις αυτους δια να σταυρωθη. Και παρελαβον τον Ιησουν και απηγαγον·
<scripture passage="John 19:17" parsed="|John|19|17|0|0" osisRef="Bible:John.19.17" />
<sup>17</sup>και βασταζων τον σταυρον αυτου, εξηλθεν εις τον λεγομενον Κρανιου τοπον, οστις λεγεται Εβραιστι Γολγοθα,
<scripture passage="John 19:18" parsed="|John|19|18|0|0" osisRef="Bible:John.19.18" />
<sup>18</sup>οπου εσταυρωσαν αυτον και μετ' αυτου αλλους δυο εντευθεν και εντευθεν, μεσον δε τον Ιησουν.
<scripture passage="John 19:19" parsed="|John|19|19|0|0" osisRef="Bible:John.19.19" />
<sup>19</sup>Εγραψε δε και τιτλον ο Πιλατος και εθεσεν επι του σταυρου· ητο δε γεγραμμενον· Ιησους ο Ναζωραιος ο Βασιλευς των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 19:20" parsed="|John|19|20|0|0" osisRef="Bible:John.19.20" />
<sup>20</sup>Και τουτον τον τιτλον ανεγνωσαν πολλοι των Ιουδαιων, διοτι ητο πλησιον της πολεως ο τοπος, οπου εσταυρωθη ο Ιησους· και ητο γεγραμμενον Εβραιστι, Ελληνιστι, Ρωμαιστι.
<scripture passage="John 19:21" parsed="|John|19|21|0|0" osisRef="Bible:John.19.21" />
<sup>21</sup>Ελεγον λοιπον προς τον Πιλατον οι αρχιερεις των Ιουδαιων· Μη γραφε, Ο βασιλευς των Ιουδαιων· αλλ' οτι εκεινος ειπε, Βασιλευς ειμαι των Ιουδαιων.
<scripture passage="John 19:22" parsed="|John|19|22|0|0" osisRef="Bible:John.19.22" />
<sup>22</sup>Απεκριθη ο Πιλατος· Ο γεγραφα, γεγραφα.
<scripture passage="John 19:23" parsed="|John|19|23|0|0" osisRef="Bible:John.19.23" />
<sup>23</sup>Οι στρατιωται λοιπον, αφου εσταυρωσαν τον Ιησουν, ελαβον τα ιματια αυτου και εκαμον τεσσαρα μεριδια, εις εκαστον στρατιωτην εν μεριδιον, και τον χιτωνα· ητο δε ο χιτων αρραφος, απο ανωθεν ολος υφαντος.
<scripture passage="John 19:24" parsed="|John|19|24|0|0" osisRef="Bible:John.19.24" />
<sup>24</sup>Ειπον λοιπον προς αλληλους· Ας μη σχισωμεν αυτον, αλλ' ας ριψωμεν λαχνον περι αυτου τινος θελει εισθαι· δια να πληρωθη η γραφη η λεγουσα· Διεμερισθησαν τα ιματια μου εις εαυτους, Και επι τον ιματισμον μου εβαλον κληρον· οι μεν λοιπον στρατιωται ταυτα εκαμον.
<scripture passage="John 19:25" parsed="|John|19|25|0|0" osisRef="Bible:John.19.25" />
<sup>25</sup>Ισταντο δε πλησιον εις τον σταυρον του Ιησου η μητηρ αυτου και η αδελφη της μητρος αυτου, Μαρια η γυνη του Κλωπα και Μαρια η Μαγδαληνη.
<scripture passage="John 19:26" parsed="|John|19|26|0|0" osisRef="Bible:John.19.26" />
<sup>26</sup>Ο Ιησους λοιπον, ως ειδε την μητερα και τον μαθητην παρισταμενον, τον οποιον ηγαπα, λεγει προς την μητερα αυτου· Γυναι, ιδου ο υιος σου.
<scripture passage="John 19:27" parsed="|John|19|27|0|0" osisRef="Bible:John.19.27" />
<sup>27</sup>Επειτα λεγει προς τον μαθητην· Ιδου η μητηρ σου. Και απ' εκεινης της ωρας ελαβεν αυτην ο μαθητης εις την οικιαν αυτου.
<scripture passage="John 19:28" parsed="|John|19|28|0|0" osisRef="Bible:John.19.28" />
<sup>28</sup>Μετα τουτο γινωσκων ο Ιησους οτι παντα ηδη ετελεσθησαν δια να πληρωθη η γραφη, λεγει· Διψω.
<scripture passage="John 19:29" parsed="|John|19|29|0|0" osisRef="Bible:John.19.29" />
<sup>29</sup>Εκειτο δε εκει αγγειον πληρες οξους· και εκεινοι γεμισαντες σπογγον απο οξους και περιθεσαντες εις υσσωπον προσεφεραν εις το στομα αυτου.
<scripture passage="John 19:30" parsed="|John|19|30|0|0" osisRef="Bible:John.19.30" />
<sup>30</sup>Οτε λοιπον ελαβε το οξος ο Ιησους, ειπε, Τετελεσται· και κλινας την κεφαλην παρεδωκε το πνευμα.
<scripture passage="John 19:31" parsed="|John|19|31|0|0" osisRef="Bible:John.19.31" />
<sup>31</sup>Οι δε Ιουδαιοι, δια να μη μεινωσιν επι του σταυρου τα σωματα εν τω σαββατω, επειδη ητο παρασκευη· διοτι ητο μεγαλη εκεινη η ημερα του σαββατου· παρεκαλεσαν τον Πιλατον δια να συνθλασθωσιν αυτων τα σκελη, και να σηκωθωσιν.
<scripture passage="John 19:32" parsed="|John|19|32|0|0" osisRef="Bible:John.19.32" />
<sup>32</sup>Ηλθον λοιπον οι στρατιωται, και του μεν πρωτου συνεθλασαν τα σκελη και του αλλου του συσταυρωθεντος μετ' αυτου·
<scripture passage="John 19:33" parsed="|John|19|33|0|0" osisRef="Bible:John.19.33" />
<sup>33</sup>εις δε τον Ιησουν ελθοντες, ως ειδον αυτον ηδη τεθνηκοτα, δεν συνεθλασαν αυτου τα σκελη,
<scripture passage="John 19:34" parsed="|John|19|34|0|0" osisRef="Bible:John.19.34" />
<sup>34</sup>αλλ' εις των στρατιωτων εκεντησε με λογχην την πλευραν αυτου, και ευθυς εξηλθεν αιμα και υδωρ.
<scripture passage="John 19:35" parsed="|John|19|35|0|0" osisRef="Bible:John.19.35" />
<sup>35</sup>Και ο ιδων μαρτυρει, και αληθινη ειναι η μαρτυρια αυτου, και εκεινος εξευρει οτι αληθειαν λεγει, δια να πιστευσητε σεις.
<scripture passage="John 19:36" parsed="|John|19|36|0|0" osisRef="Bible:John.19.36" />
<sup>36</sup>Διοτι εγειναν ταυτα, δια να πληρωθη η γραφη, Οστουν αυτου δεν θελει συντριφθη.
<scripture passage="John 19:37" parsed="|John|19|37|0|0" osisRef="Bible:John.19.37" />
<sup>37</sup>Και παλιν αλλη γραφη λεγει· Θελουσιν επιβλεψει εις εκεινον, τον οποιον εξεκεντησαν.
<scripture passage="John 19:38" parsed="|John|19|38|0|0" osisRef="Bible:John.19.38" />
<sup>38</sup>Μετα δε ταυτα Ιωσηφ ο απο Αριμαθαιας, οστις ητο μαθητης του Ιησου, κεκρυμμενος ομως δια τον φοβον των Ιουδαιων, παρεκαλεσε τον Πιλατον να σηκωση το σωμα του Ιησου· και ο Πιλατος εδωκεν αδειαν. Ηλθε λοιπον και εσηκωσε το σωμα του Ιησου.
<scripture passage="John 19:39" parsed="|John|19|39|0|0" osisRef="Bible:John.19.39" />
<sup>39</sup>Ηλθε δε και ο Νικοδημος, οστις ειχεν ελθει προς τον Ιησουν δια νυκτος κατ' αρχας, φερων μιγμα σμυρνης και αλοης εως εκατον λιτρας.
<scripture passage="John 19:40" parsed="|John|19|40|0|0" osisRef="Bible:John.19.40" />
<sup>40</sup>Ελαβον λοιπον το σωμα του Ιησου και εδεσαν αυτο με σαβανα μετα των αρωματων, καθως ειναι συνηθεια εις τους Ιουδαιους να ενταφιαζωσιν.
<scripture passage="John 19:41" parsed="|John|19|41|0|0" osisRef="Bible:John.19.41" />
<sup>41</sup>Ητο δε εν τω τοπω οπου εσταυρωθη κηπος, και εν τω κηπω μνημειον νεον, εις το οποιον ουδεις ετι ειχε τεθη.
<scripture passage="John 19:42" parsed="|John|19|42|0|0" osisRef="Bible:John.19.42" />
<sup>42</sup>Εκει λοιπον εθεσαν τον Ιησουν δια την παρασκευην των Ιουδαιων, διοτι ητο πλησιον το μνημειον.
</p>
</div3>

<div3 title="John 20" progress="87.95%" prev="John.19" next="John.21" id="John.20">
<h3 id="John.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="John.20-p1">
<scripture passage="John 20:1" parsed="|John|20|1|0|0" osisRef="Bible:John.20.1" />
<sup>1</sup>Την δε πρωτην της εβδομαδος Μαρια η Μαγδαληνη ερχεται εις το μνημειον το πρωι, ενω ετι ητο σκοτος, και βλεπει τον λιθον σηκωμενον εκ του μνημειου.
<scripture passage="John 20:2" parsed="|John|20|2|0|0" osisRef="Bible:John.20.2" />
<sup>2</sup>Τρεχει λοιπον και ερχεται προς τον Σιμωνα Πετρον και προς τον αλλον μαθητην, τον οποιον ηγαπα ο Ιησους, και λεγει προς αυτους· Εσηκωσαν τον Κυριον εκ του μνημειου, και δεν εξευρομεν που εθεσαν αυτον.
<scripture passage="John 20:3" parsed="|John|20|3|0|0" osisRef="Bible:John.20.3" />
<sup>3</sup>Εξηλθε λοιπον ο Πετρος και ο αλλος μαθητης και ηρχοντο εις το μνημειον.
<scripture passage="John 20:4" parsed="|John|20|4|0|0" osisRef="Bible:John.20.4" />
<sup>4</sup>Ετρεχον δε οι δυο ομου· και ο αλλος μαθητης προετρεξε ταχυτερον του Πετρου και ηλθε πρωτος εις το μνημειον,
<scripture passage="John 20:5" parsed="|John|20|5|0|0" osisRef="Bible:John.20.5" />
<sup>5</sup>και παρακυψας βλεπει κειμενα τα σαβανα, δεν εισηλθεν ομως.
<scripture passage="John 20:6" parsed="|John|20|6|0|0" osisRef="Bible:John.20.6" />
<sup>6</sup>Ερχεται λοιπον ο Σιμων Πετρος ακολουθων αυτον, και εισηλθεν εις το μνημειον και θεωρει τα σαβανα κειμενα,
<scripture passage="John 20:7" parsed="|John|20|7|0|0" osisRef="Bible:John.20.7" />
<sup>7</sup>και το σουδαριον, το οποιον ητο επι της κεφαλης αυτου, κειμενον ουχι ομου με τα σαβανα, αλλα χωριστα τετυλιγμενον εις ενα τοπον.
<scripture passage="John 20:8" parsed="|John|20|8|0|0" osisRef="Bible:John.20.8" />
<sup>8</sup>Τοτε λοιπον εισηλθε και ο αλλος μαθητης ο ελθων πρωτος εις το μνημειον, και ειδε και επιστευσε·
<scripture passage="John 20:9" parsed="|John|20|9|0|0" osisRef="Bible:John.20.9" />
<sup>9</sup>διοτι δεν ενοουν ετι την γραφην οτι πρεπει αυτος να αναστηθη εκ νεκρων.
<scripture passage="John 20:10" parsed="|John|20|10|0|0" osisRef="Bible:John.20.10" />
<sup>10</sup>Ανεχωρησαν λοιπον παλιν εις τα ιδια οι μαθηται.
<scripture passage="John 20:11" parsed="|John|20|11|0|0" osisRef="Bible:John.20.11" />
<sup>11</sup>Η δε Μαρια ιστατο πλησιον του μνημειου κλαιουσα εξω. Ενω λοιπον εκλαιεν, εκυψεν εις το μνημειον·
<scripture passage="John 20:12" parsed="|John|20|12|0|0" osisRef="Bible:John.20.12" />
<sup>12</sup>και βλεπει δυο αγγελους με λευκα ιματια καθημενους, ενα προς την κεφαλην και ενα προς τους ποδας, εκει οπου εκειτο το σωμα του Ιησου.
<scripture passage="John 20:13" parsed="|John|20|13|0|0" osisRef="Bible:John.20.13" />
<sup>13</sup>Και λεγουσι προς αυτην εκεινοι· Γυναι, τι κλαιεις; Λεγει προς αυτους· Διοτι εσηκωσαν τον Κυριον μου, και δεν εξευρω που εθεσαν αυτον.
<scripture passage="John 20:14" parsed="|John|20|14|0|0" osisRef="Bible:John.20.14" />
<sup>14</sup>Και αφου ειπε ταυτα, εστραφη εις τα οπισω και θεωρει τον Ιησουν ισταμενον, και δεν ηξευρεν οτι ειναι ο Ιησους.
<scripture passage="John 20:15" parsed="|John|20|15|0|0" osisRef="Bible:John.20.15" />
<sup>15</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Γυναι, τι κλαιεις; τινα ζητεις; Εκεινη νομιζουσα οτι ειναι ο κηπουρος, λεγει προς αυτον· Κυριε, εαν συ εσηκωσας αυτον, ειπε μοι που εθεσας αυτον, και εγω θελω σηκωσει αυτον.
<scripture passage="John 20:16" parsed="|John|20|16|0|0" osisRef="Bible:John.20.16" />
<sup>16</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Μαρια. Εκεινη στραφεισα λεγει προς αυτον· Ραββουνι, το οποιον λεγεται, Διδασκαλε.
<scripture passage="John 20:17" parsed="|John|20|17|0|0" osisRef="Bible:John.20.17" />
<sup>17</sup>Λεγει προς αυτην ο Ιησους· Μη μου απτου· διοτι δεν ανεβην ετι προς τον Πατερα μου. Αλλ' υπαγε προς τους αδελφους μου και ειπε προς αυτους· Αναβαινω προς τον Πατερα μου και Πατερα σας και Θεον μου και Θεον σας.
<scripture passage="John 20:18" parsed="|John|20|18|0|0" osisRef="Bible:John.20.18" />
<sup>18</sup>Ερχεται Μαρια η Μαγδαληνη και απαγγελλει προς τους μαθητας οτι ειδε τον Κυριον και οτι ειπε ταυτα προς αυτην.
<scripture passage="John 20:19" parsed="|John|20|19|0|0" osisRef="Bible:John.20.19" />
<sup>19</sup>Το εσπερας λοιπον της ημερας εκεινης της πρωτης της εβδομαδος, ενω αι θυραι ησαν κεκλεισμεναι, οπου οι μαθηται ησαν συνηγμενοι δια τον φοβον των Ιουδαιων, ηλθεν ο Ιησους και εσταθη εις το μεσον, και λεγει προς αυτους· Ειρηνη υμιν.
<scripture passage="John 20:20" parsed="|John|20|20|0|0" osisRef="Bible:John.20.20" />
<sup>20</sup>Και τουτο ειπων εδειξεν εις αυτους τας χειρας και την πλευραν αυτου. Εχαρησαν λοιπον οι μαθηται ιδοντες τον Κυριον.
<scripture passage="John 20:21" parsed="|John|20|21|0|0" osisRef="Bible:John.20.21" />
<sup>21</sup>Ειπε δε παλιν προς αυτους ο Ιησους· Ειρηνη υμιν· καθως με απεστειλεν ο Πατηρ, και εγω πεμπω εσας.
<scripture passage="John 20:22" parsed="|John|20|22|0|0" osisRef="Bible:John.20.22" />
<sup>22</sup>Και τουτο ειπων, ενεφυσησε και λεγει προς αυτους· Λαβετε Πνευμα Αγιον.
<scripture passage="John 20:23" parsed="|John|20|23|0|0" osisRef="Bible:John.20.23" />
<sup>23</sup>Αν τινων συγχωρησητε τας αμαρτιας, ειναι συγκεχωρημεναι εις αυτους, αν τινων κρατητε, ειναι κεκρατημεναι.
<scripture passage="John 20:24" parsed="|John|20|24|0|0" osisRef="Bible:John.20.24" />
<sup>24</sup>Θωμας δε, εις εκ των δωδεκα, ο λεγομενος Διδυμος, δεν ητο μετ' αυτων οτε ηλθεν ο Ιησους.
<scripture passage="John 20:25" parsed="|John|20|25|0|0" osisRef="Bible:John.20.25" />
<sup>25</sup>Ελεγον λοιπον προς αυτον οι αλλοι μαθηται· Ειδομεν τον Κυριον. Ο δε ειπε προς αυτους· Εαν δεν ιδω εν ταις χερσιν αυτου τον τυπον των ηλων και βαλω τον δακτυλον μου εις τον τυπον των ηλων, και βαλω την χειρα μου εις την πλευραν αυτου, δεν θελω πιστευσει.
<scripture passage="John 20:26" parsed="|John|20|26|0|0" osisRef="Bible:John.20.26" />
<sup>26</sup>Και μεθ' ημερας οκτω παλιν ησαν εσω οι μαθηται αυτου και Θωμας μετ' αυτων. Ερχεται ο Ιησους, ενω αι θυραι ησαν κεκλεισμεναι, και εσταθη εις το μεσον και ειπεν· Ειρηνη υμιν.
<scripture passage="John 20:27" parsed="|John|20|27|0|0" osisRef="Bible:John.20.27" />
<sup>27</sup>Επειτα λεγει προς τον Θωμαν· Φερε τον δακτυλον σου εδω και ιδε τας χειρας μου, και φερε την χειρα σου και βαλε εις την πλευραν μου, και μη γινου απιστος αλλα πιστος.
<scripture passage="John 20:28" parsed="|John|20|28|0|0" osisRef="Bible:John.20.28" />
<sup>28</sup>Και απεκριθη ο Θωμας και ειπε προς αυτον· Ο Κυριος μου και ο Θεος μου.
<scripture passage="John 20:29" parsed="|John|20|29|0|0" osisRef="Bible:John.20.29" />
<sup>29</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Επειδη με ειδες, Θωμα, επιστευσας· μακαριοι οσοι δεν ειδον και επιστευσαν.
<scripture passage="John 20:30" parsed="|John|20|30|0|0" osisRef="Bible:John.20.30" />
<sup>30</sup>Και αλλα πολλα θαυματα εκαμεν ο Ιησους ενωπιον των μαθητων αυτου, τα οποια δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω τουτω·
<scripture passage="John 20:31" parsed="|John|20|31|0|0" osisRef="Bible:John.20.31" />
<sup>31</sup>ταυτα δε εγραφησαν δια να πιστευσητε οτι ο Ιησους ειναι ο Χριστος ο Υιος του Θεου, και πιστευοντες να εχητε ζωην εν τω ονοματι αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="John 21" progress="88.04%" prev="John.20" next="Acts" id="John.21">
<h3 id="John.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="John.21-p1">
<scripture passage="John 21:1" parsed="|John|21|1|0|0" osisRef="Bible:John.21.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα εφανερωσεν εαυτον παλιν ο Ιησους εις τους μαθητας επι της θαλασσης της Τιβεριαδος· εφανερωσε δε ουτως.
<scripture passage="John 21:2" parsed="|John|21|2|0|0" osisRef="Bible:John.21.2" />
<sup>2</sup>Ησαν ομου Σιμων Πετρος και Θωμας ο λεγομενος Διδυμος και Ναθαναηλ ο απο Κανα της Γαλιλαιας, και οι υιοι του Ζεβεδαιου και αλλοι δυο εκ των μαθητων αυτου.
<scripture passage="John 21:3" parsed="|John|21|3|0|0" osisRef="Bible:John.21.3" />
<sup>3</sup>Λεγει προς αυτους Σιμων Πετρος· Υπαγω να αλιευσω. Λεγουσι προς αυτον· Ερχομεθα και ημεις μετα σου. Εξηλθον και ανεβησαν εις το πλοιον ευθυς, και κατ' εκεινην την νυκτα δεν επιασαν ουδεν.
<scripture passage="John 21:4" parsed="|John|21|4|0|0" osisRef="Bible:John.21.4" />
<sup>4</sup>Αφου δε εγεινεν ηδη πρωι, εσταθη ο Ιησους εις τον αιγιαλον· δεν εγνωριζον ομως οι μαθηται οτι ειναι ο Ιησους.
<scripture passage="John 21:5" parsed="|John|21|5|0|0" osisRef="Bible:John.21.5" />
<sup>5</sup>Λεγει λοιπον προς αυτους ο Ιησους· Παιδια, μηπως εχετε τι προσφαγιον; Απεκριθησαν προς αυτον· Ουχι.
<scripture passage="John 21:6" parsed="|John|21|6|0|0" osisRef="Bible:John.21.6" />
<sup>6</sup>Ο δε ειπε προς αυτους· Ριψατε το δικτυον εις τα δεξια μερη του πλοιου και θελετε ευρει. Ερριψαν λοιπον και δεν ηδυνηθησαν πλεον να συρωσιν αυτο απο του πληθους των ιχθυων.
<scripture passage="John 21:7" parsed="|John|21|7|0|0" osisRef="Bible:John.21.7" />
<sup>7</sup>Λεγει λοιπον προς τον Πετρον ο μαθητης εκεινος, τον οποιον ηγαπα ο Ιησους· Ο Κυριος ειναι. Ο δε Σιμων Πετρος, ακουσας οτι ειναι ο Κυριος, εζωσθη το επενδυμα· διοτι ητο γυμνος· και ερριψεν εαυτον εις την θαλασσαν.
<scripture passage="John 21:8" parsed="|John|21|8|0|0" osisRef="Bible:John.21.8" />
<sup>8</sup>Οι δε αλλοι μαθηται ηλθον με το πλοιαριον· διοτι δεν ησαν μακραν απο της γης, αλλ' εως διακοσιας πηχας· συροντες το δικτυον των ιχθυων.
<scripture passage="John 21:9" parsed="|John|21|9|0|0" osisRef="Bible:John.21.9" />
<sup>9</sup>Καθως λοιπον απεβησαν εις την γην, βλεπουσιν ανθρακιαν κειμενην και οψαριον επικειμενον και αρτον.
<scripture passage="John 21:10" parsed="|John|21|10|0|0" osisRef="Bible:John.21.10" />
<sup>10</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Φερετε απο των οψαριων, τα οποια επιασατε τωρα.
<scripture passage="John 21:11" parsed="|John|21|11|0|0" osisRef="Bible:John.21.11" />
<sup>11</sup>Ανεβη Σιμων Πετρος και εσυρε το δικτυον επι της γης, γεμον ιχθυων μεγαλων εκατον πεντηκοντα τριων· και ενω ησαν τοσοι, δεν εσχισθη το δικτυον.
<scripture passage="John 21:12" parsed="|John|21|12|0|0" osisRef="Bible:John.21.12" />
<sup>12</sup>Λεγει προς αυτους ο Ιησους· Ελθετε, γευματισατε. Ουδεις ομως των μαθητων ετολμα να εξεταση αυτον, Συ τις εισαι, εξευροντες οτι ειναι ο Κυριος.
<scripture passage="John 21:13" parsed="|John|21|13|0|0" osisRef="Bible:John.21.13" />
<sup>13</sup>Ερχεται λοιπον ο Ιησους και λαμβανει τον αρτον και διδει εις αυτους, και το οψαριον ομοιως.
<scripture passage="John 21:14" parsed="|John|21|14|0|0" osisRef="Bible:John.21.14" />
<sup>14</sup>Αυτη ητο ηδη τριτη φορα, καθ' ην ο Ιησους εφανερωθη εις τους μαθητας αυτου, αφου ηγερθη εκ νεκρων.
<scripture passage="John 21:15" parsed="|John|21|15|0|0" osisRef="Bible:John.21.15" />
<sup>15</sup>Αφου λοιπον εγευματισαν, λεγει προς τον Σιμωνα Πετρον ο Ιησους· Σιμων Ιωνα, αγαπας με περισσοτερον τουτων; Λεγει προς αυτον· Ναι, Κυριε, συ εξευρεις οτι σε αγαπω. Λεγει προς αυτον· Βοσκε τα αρνια μου.
<scripture passage="John 21:16" parsed="|John|21|16|0|0" osisRef="Bible:John.21.16" />
<sup>16</sup>Λεγει προς αυτον παλιν δευτεραν φοραν· Σιμων Ιωνα, αγαπας με; Λεγει προς αυτον· Ναι, Κυριε, συ εξευρεις οτι σε αγαπω. Λεγει προς αυτον· Ποιμαινε τα προβατα μου.
<scripture passage="John 21:17" parsed="|John|21|17|0|0" osisRef="Bible:John.21.17" />
<sup>17</sup>Λεγει προς αυτον την τριτην φοραν· Σιμων Ιωνα, αγαπας με; Ελυπηθη ο Πετρος οτι ειπε προς αυτον την τριτην φοραν· Αγαπας με; και ειπε προς αυτον· Κυριε, συ εξευρεις τα παντα, συ γνωριζεις οτι σε αγαπω. Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Βοσκε τα προβατα μου.
<scripture passage="John 21:18" parsed="|John|21|18|0|0" osisRef="Bible:John.21.18" />
<sup>18</sup>Αληθως, αληθως σοι λεγω, οτε ησο νεωτερος, εζωννυες σεαυτον και περιεπατεις οπου ηθελες· αφου ομως γηρασης, θελεις εκτεινει τας χειρας σου, και αλλος θελει σε ζωσει, και θελει σε φερει οπου δεν θελεις.
<scripture passage="John 21:19" parsed="|John|21|19|0|0" osisRef="Bible:John.21.19" />
<sup>19</sup>Ειπε δε τουτο δεικνυων με ποιον θανατον μελλει να δοξαση τον Θεον. Και τουτο ειπων λεγει προς αυτον· Ακολουθει μοι.
<scripture passage="John 21:20" parsed="|John|21|20|0|0" osisRef="Bible:John.21.20" />
<sup>20</sup>Στραφεις δε ο Πετρος, βλεπει ακολουθουντα τον μαθητην, τον οποιον ηγαπα ο Ιησους, οστις και ανεπεσεν εν τω δειπνω επι το στηθος αυτου και ειπε· Κυριε, τις ειναι ο παραδιδων σε;
<scripture passage="John 21:21" parsed="|John|21|21|0|0" osisRef="Bible:John.21.21" />
<sup>21</sup>Τουτον ιδων ο Πετρος λεγει προς τον Ιησουν· Κυριε, ουτος δε τι;
<scripture passage="John 21:22" parsed="|John|21|22|0|0" osisRef="Bible:John.21.22" />
<sup>22</sup>Λεγει προς αυτον ο Ιησους· Εαν αυτον θελω να μενη εωσου ελθω, τι προς σε; συ ακολουθει μοι.
<scripture passage="John 21:23" parsed="|John|21|23|0|0" osisRef="Bible:John.21.23" />
<sup>23</sup>Διεδοθη λοιπον ο λογος ουτος εις τους αδελφους οτι ο μαθητης εκεινος δεν αποθνησκει· ο Ιησους ομως δεν ειπε προς αυτον οτι δεν αποθνησκει, αλλ' εαν θελω αυτον να μενη εωσου ελθω, τι προς σε;
<scripture passage="John 21:24" parsed="|John|21|24|0|0" osisRef="Bible:John.21.24" />
<sup>24</sup>Ουτος ειναι ο μαθητης ο μαρτυρων περι τουτων και γραψας ταυτα, και εξευρομεν οτι ειναι αληθης η μαρτυρια αυτου.
<scripture passage="John 21:25" parsed="|John|21|25|0|0" osisRef="Bible:John.21.25" />
<sup>25</sup>Ειναι δε και αλλα πολλα οσα εκαμεν ο Ιησους, τα οποια εαν γραφθωσι καθ' εν, ουδ' αυτος ο κοσμος νομιζω θελει χωρησει τα γραφομενα βιβλια. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Acts" progress="88.12%" prev="John.21" next="Acts.1" id="Acts">
<h2 id="Acts-p0.1">Acts</h2>

<div3 title="Acts 1" progress="88.12%" prev="Acts" next="Acts.2" id="Acts.1">
<h3 id="Acts.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Acts.1-p1">
<scripture passage="Acts 1:1" parsed="|Acts|1|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.1" />
<sup>1</sup>Τον μεν πρωτον λογον εκαμον, ω Θεοφιλε, περι παντων οσα ηρχισεν ο Ιησους να καμνη και να διδασκη,
<scripture passage="Acts 1:2" parsed="|Acts|1|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.2" />
<sup>2</sup>μεχρι της ημερας καθ' ην ανεληφθη, αφου δια Πνευματος Αγιου εδωκεν εντολας εις τους αποστολους, τους οποιους εξελεξεν·
<scripture passage="Acts 1:3" parsed="|Acts|1|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.3" />
<sup>3</sup>εις τους οποιους και εφανερωσεν εαυτον ζωντα μετα το παθος αυτου δια πολλων τεκμηριων, εμφανιζομενος εις αυτους τεσσαρακοντα ημερας και λεγων τα περι της βασιλειας του Θεου.
<scripture passage="Acts 1:4" parsed="|Acts|1|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.4" />
<sup>4</sup>Και συνερχομενος μετ' αυτων, παρηγγειλε να μη απομακρυνθωσιν απο Ιεροσολυμων, αλλα να περιμενωσι την επαγγελιαν του Πατρος, την οποιαν ηκουσατε, ειπε, παρ' εμου.
<scripture passage="Acts 1:5" parsed="|Acts|1|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο μεν Ιωαννης εβαπτισεν εν υδατι, σεις ομως θελετε βαπτισθη εν Πνευματι Αγιω ουχι μετα πολλας ταυτας ημερας.
<scripture passage="Acts 1:6" parsed="|Acts|1|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.6" />
<sup>6</sup>Εκεινοι λοιπον συνελθοντες ηρωτων αυτον, λεγοντες· Κυριε, ταχα εν τω καιρω τουτω αποκαθιστανεις την βασιλειαν εις τον Ισραηλ;
<scripture passage="Acts 1:7" parsed="|Acts|1|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.7" />
<sup>7</sup>Ειπε δε προς αυτους· Δεν ανηκει εις εσας να γνωριζητε τους χρονους η τους καιρους, τους οποιους ο Πατηρ εθεσεν εν τη ιδια αυτου εξουσια,
<scripture passage="Acts 1:8" parsed="|Acts|1|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.8" />
<sup>8</sup>αλλα θελετε λαβει δυναμιν, οταν επελθη το Αγιον Πνευμα εφ' υμας, και θελετε εισθαι εις εμε μαρτυρες και εν Ιερουσαλημ και εν παση τη Ιουδαια και Σαμαρεια και εως εσχατου της γης.
<scripture passage="Acts 1:9" parsed="|Acts|1|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.9" />
<sup>9</sup>Και αφου ειπε ταυτα, βλεποντων αυτων ανεληφθη, και νεφελη υπελαβεν αυτον απο των οφθαλμων αυτων.
<scripture passage="Acts 1:10" parsed="|Acts|1|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.10" />
<sup>10</sup>Και ενω ησαν ατενιζοντες εις τον ουρανον οτε αυτος ανεβαινεν, ιδου, ανδρες δυο με ιματια λευκα εσταθησαν πλησιον αυτων,
<scripture passage="Acts 1:11" parsed="|Acts|1|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.11" />
<sup>11</sup>οιτινες και ειπον· Ανδρες Γαλιλαιοι, τι ιστασθε εμβλεποντες εις τον ουρανον; ουτος ο Ιησους, οστις ανεληφθη αφ' υμων εις τον ουρανον, θελει ελθει ουτω καθ' ον τροπον ειδετε αυτον πορευομενον εις τον ουρανον.
<scripture passage="Acts 1:12" parsed="|Acts|1|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.12" />
<sup>12</sup>Τοτε υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ απο του ορους του καλουμενου Ελαιωνος, το οποιον ειναι πλησιον της Ιερουσαλημ, απεχον οδον σαββατου.
<scripture passage="Acts 1:13" parsed="|Acts|1|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.13" />
<sup>13</sup>Και οτε εισηλθον, ανεβησαν εις το ανωγεον, οπου ειχον το καταλυμα, ο Πετρος και Ιακωβος και Ιωαννης και Ανδρεας, Φιλιππος και Θωμας, Βαρθολομαιος και Ματθαιος, Ιακωβος Αλφαιου και Σιμων ο Ζηλωτης και Ιουδας Ιακωβου.
<scripture passage="Acts 1:14" parsed="|Acts|1|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι παντες ενεμενον ομοθυμαδον εις την προσευχην και την δεησιν μετα των γυναικων και Μαριας της μητρος του Ιησου και μετα των αδελφων αυτου.
<scripture passage="Acts 1:15" parsed="|Acts|1|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.15" />
<sup>15</sup>Και εν ταις ημεραις ταυταις σηκωθεις ο Πετρος εις το μεσον των μαθητων, ειπεν· ητο δε ο αριθμος των εκει παροντων ως εκατον εικοσιν·
<scripture passage="Acts 1:16" parsed="|Acts|1|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.16" />
<sup>16</sup>Ανδρες αδελφοι, επρεπε να πληρωθη η γραφη αυτη, την οποιαν προειπε το Πνευμα το Αγιον δια στοματος του Δαβιδ περι του Ιουδα, οστις εγεινεν οδηγος εις τους συλλαβοντας τον Ιησουν,
<scripture passage="Acts 1:17" parsed="|Acts|1|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.17" />
<sup>17</sup>διοτι ητο συνηριθμημενος με ημας και ελαβε την μεριδα της διακονιας ταυτης.
<scripture passage="Acts 1:18" parsed="|Acts|1|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.18" />
<sup>18</sup>Ουτος λοιπον απεκτησεν αγρον εκ του μισθου της αδικιας, και πεσων προμυττα εσχισθη εις το μεσον, και εξεχυθησαν ολα τα εντοσθια αυτου·
<scripture passage="Acts 1:19" parsed="|Acts|1|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.19" />
<sup>19</sup>και εγεινε γνωστον εις παντας τους κατοικουντας την Ιερουσαλημ, ωστε ο αγρος εκεινος ωνομασθη εν τη ιδια αυτων διαλεκτω Ακελδαμα, τουτεστιν, αγρος αιματος.
<scripture passage="Acts 1:20" parsed="|Acts|1|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ειναι γεγραμμενον εν τω βιβλιω των Ψαλμων· Ας γεινη η κατοικια αυτου ερημος και ας μη ηναι ο κατοικων εν αυτη· και, Αλλος ας λαβη την επισκοπην αυτου.
<scripture passage="Acts 1:21" parsed="|Acts|1|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.21" />
<sup>21</sup>Πρεπει λοιπον εκ των ανδρων, οιτινες συνηλθον μεθ' ημων καθ' ολον τον καιρον, καθ' ον εισηλθε και εξηλθε προς ημας ο Κυριος Ιησους,
<scripture passage="Acts 1:22" parsed="|Acts|1|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.22" />
<sup>22</sup>αρχισας απο του βαπτισματος του Ιωαννου εως της ημερας καθ' ην ανεληφθη αφ' ημων, εις εκ τουτων να γεινη μεθ' ημων μαρτυς της αναστασεως αυτου.
<scripture passage="Acts 1:23" parsed="|Acts|1|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.23" />
<sup>23</sup>Και εστησαν δυο, Ιωσηφ τον καλουμενον Βαρσαβαν, οστις επωνομασθη Ιουστος, και Ματθιαν.
<scripture passage="Acts 1:24" parsed="|Acts|1|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.24" />
<sup>24</sup>Και προσευχηθεντες ειπον· Συ, Κυριε, καρδιογνωστα παντων, αναδειξον εκ των δυο τουτων ενα, οντινα εξελεξας,
<scripture passage="Acts 1:25" parsed="|Acts|1|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.25" />
<sup>25</sup>δια να λαβη την μεριδα της διακονιας ταυτης και αποστολης, εκ της οποιας εξεπεσεν ο Ιουδας δια να απελθη εις τον τοπον αυτου.
<scripture passage="Acts 1:26" parsed="|Acts|1|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.1.26" />
<sup>26</sup>Και εδωκαν τους κληρους αυτων, και επεσεν ο κληρος εις τον Ματθιαν, και συγκατεψηφισθη μετα των ενδεκα αποστολων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 2" progress="88.21%" prev="Acts.1" next="Acts.3" id="Acts.2">
<h3 id="Acts.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Acts.2-p1">
<scripture passage="Acts 2:1" parsed="|Acts|2|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηλθεν η ημερα της Πεντηκοστης, ησαν απαντες ομοθυμαδον εν τω αυτω τοπω.
<scripture passage="Acts 2:2" parsed="|Acts|2|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.2" />
<sup>2</sup>Και εξαιφνης εγεινεν ηχος εκ του ουρανου ως ανεμου βιαιως φερομενου, και εγεμισεν ολον τον οικον οπου ησαν καθημενοι·
<scripture passage="Acts 2:3" parsed="|Acts|2|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.3" />
<sup>3</sup>και εφανησαν εις αυτους διαμεριζομεναι γλωσσαι ως πυρος, και εκαθησεν επι ενα εκαστον αυτων,
<scripture passage="Acts 2:4" parsed="|Acts|2|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.4" />
<sup>4</sup>και επλησθησαν απαντες Πνευματος Αγιου, και ηρχισαν να λαλωσι ξενας γλωσσας, καθως το Πνευμα εδιδεν εις αυτους να λαλωσιν.
<scripture passage="Acts 2:5" parsed="|Acts|2|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.5" />
<sup>5</sup>Ησαν δε κατοικουντες εν Ιερουσαλημ Ιουδαιοι, ανδρες ευλαβεις απο παντος εθνους των υπο τον ουρανον·
<scripture passage="Acts 2:6" parsed="|Acts|2|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.6" />
<sup>6</sup>και καθως εγεινεν η φωνη αυτη, συνηλθε το πληθος και συνεταραχθη, διοτι ηκουον αυτους εις εκαστος λαλουντας με την ιδιαν αυτου διαλεκτον.
<scripture passage="Acts 2:7" parsed="|Acts|2|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.7" />
<sup>7</sup>Εξεπληττοντο δε παντες και εθαυμαζον, λεγοντες προς αλληλους· Ιδου, παντες ουτοι οι λαλουντες δεν ειναι Γαλιλαιοι;
<scripture passage="Acts 2:8" parsed="|Acts|2|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.8" />
<sup>8</sup>Και πως ημεις ακουομεν εκαστος εν τη ιδια ημων διαλεκτω, εν η εγεννηθημεν;
<scripture passage="Acts 2:9" parsed="|Acts|2|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.9" />
<sup>9</sup>Παρθοι και Μηδοι και Ελαμιται και οι κατοικουντες την Μεσοποταμιαν, την Ιουδαιαν τε και Καππαδοκιαν, τον Ποντον και την Ασιαν,
<scripture passage="Acts 2:10" parsed="|Acts|2|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.10" />
<sup>10</sup>την Φρυγιαν τε και την Παμφυλιαν, την Αιγυπτον και τα μερη της Λιβυης της κατα την Κυρηνην και οι παρεπιδημουντες Ρωμαιοι, Ιουδαιοι τε και προσηλυτοι,
<scripture passage="Acts 2:11" parsed="|Acts|2|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.11" />
<sup>11</sup>Κρητες και Αραβες, ακουομεν αυτους λαλουντας εν ταις γλωσσαις ημων τα μεγαλεια του Θεου.
<scripture passage="Acts 2:12" parsed="|Acts|2|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.12" />
<sup>12</sup>Εθαυμαζον δε παντες και ηπορουν, αλλος προς αλλον λεγοντες· Τι σημαινει τουτο;
<scripture passage="Acts 2:13" parsed="|Acts|2|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.13" />
<sup>13</sup>Αλλοι δε χλευαζοντες ελεγον οτι ειναι μεστοι απο γλυκυν οινον.
<scripture passage="Acts 2:14" parsed="|Acts|2|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.14" />
<sup>14</sup>Σταθεις δε ο Πετρος μετα των ενδεκα, υψωσε την φωνην αυτου και ελαλησε προς αυτους· Ανδρες Ιουδαιοι και παντες οι κατοικουντες την Ιερουσαλημ, τουτο ας ηναι γνωστον εις εσας και ακουσατε τους λογους μου.
<scripture passage="Acts 2:15" parsed="|Acts|2|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ουτοι δεν ειναι μεθυσμενοι, καθως σεις νομιζετε· διοτι ειναι τριτη ωρα της ημερας·
<scripture passage="Acts 2:16" parsed="|Acts|2|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.16" />
<sup>16</sup>αλλα τουτο ειναι το ρηθεν δια του προφητου Ιωηλ·
<scripture passage="Acts 2:17" parsed="|Acts|2|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.17" />
<sup>17</sup>Και εν ταις εσχαταις ημεραις, λεγει ο Θεος, Θελω εκχεει απο του Πνευματος μου επι πασαν σαρκα, και θελουσι προφητευσει οι υιοι σας και αι θυγατερες σας, και οι νεανισκοι σας θελουσιν ιδει ορασεις, και οι πρεσβυτεροι σας θελουσιν ενυπνιασθη ενυπνια·
<scripture passage="Acts 2:18" parsed="|Acts|2|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.18" />
<sup>18</sup>και ετι επι τους δουλους μου και επι τας δουλας μου εν ταις ημεραις εκειναις θελω εκχεει απο του Πνευματος μου, και θελουσι προφητευσει·
<scripture passage="Acts 2:19" parsed="|Acts|2|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.19" />
<sup>19</sup>και θελω δειξει τερατα εν τω ουρανω ανω και σημεια επι της γης κατω, αιμα και πυρ και ατμιδα καπνου·
<scripture passage="Acts 2:20" parsed="|Acts|2|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.20" />
<sup>20</sup>ο ηλιος θελει μεταστραφη εις σκοτος και η σεληνη εις αιμα, πριν ελθη η ημερα του Κυριου η μεγαλη και επιφανης.
<scripture passage="Acts 2:21" parsed="|Acts|2|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.21" />
<sup>21</sup>Και πας οστις αν επικαλεσθη το ονομα του Κυριου, θελει σωθη.
<scripture passage="Acts 2:22" parsed="|Acts|2|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.22" />
<sup>22</sup>Ανδρες Ισραηλιται, ακουσατε τους λογους τουτους· τον Ιησουν τον Ναζωραιον, ανδρα αποδεδειγμενον προς εσας απο του Θεου δια θαυματων και τεραστιων και σημειων, τα οποια ο Θεος εκαμε δι' αυτου εν μεσω υμων, καθως και σεις εξευρετε,
<scripture passage="Acts 2:23" parsed="|Acts|2|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.23" />
<sup>23</sup>τουτον λαβοντες παραδεδομενον κατα την ωρισμενην βουλην και προγνωσιν του Θεου, δια χειρων ανομων σταυρωσαντες εθανατωσατε·
<scripture passage="Acts 2:24" parsed="|Acts|2|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.24" />
<sup>24</sup>τον οποιον ο Θεος ανεστησε, λυσας τας ωδινας του θανατου, διοτι δεν ητο δυνατον να κρατηται υπ' αυτου.
<scripture passage="Acts 2:25" parsed="|Acts|2|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.25" />
<sup>25</sup>Επειδη ο Δαβιδ λεγει περι αυτου· Εβλεπον τον Κυριον ενωπιον μου διαπαντος, διοτι ειναι εκ δεξιων μου δια να μη σαλευθω.
<scripture passage="Acts 2:26" parsed="|Acts|2|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο ευφρανθη η καρδια μου και ηγαλλιασεν η γλωσσα μου· ετι δε και η σαρξ μου θελει αναπαυθη επ' ελπιδι.
<scripture passage="Acts 2:27" parsed="|Acts|2|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.27" />
<sup>27</sup>Διοτι δεν θελεις εγκαταλειψει την ψυχην μου εν τω αδη ουδε θελεις αφησει τον οσιον σου να ιδη διαφθοραν.
<scripture passage="Acts 2:28" parsed="|Acts|2|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.28" />
<sup>28</sup>Εφανερωσας εις εμε οδους ζωης, θελεις με χορτασει απο ευφροσυνης δια του προσωπου σου.
<scripture passage="Acts 2:29" parsed="|Acts|2|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.29" />
<sup>29</sup>Ανδρες αδελφοι, δυναμαι να σας ειπω μετα παρρησιας περι του πατριαρχου Δαβιδ οτι και ετελευτησε και εταφη, και το μνημα αυτου ειναι παρ' ημιν μεχρι της ημερας ταυτης.
<scripture passage="Acts 2:30" parsed="|Acts|2|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.30" />
<sup>30</sup>Επειδη λοιπον ητο προφητης και ηξευρεν οτι μεθ' ορκου ωμοσε προς αυτον ο Θεος, οτι εκ του καρπου της οσφυος αυτου θελει αναστησει κατα σαρκα τον Χριστον δια να καθιση αυτον επι του θρονου αυτου,
<scripture passage="Acts 2:31" parsed="|Acts|2|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.31" />
<sup>31</sup>προιδων ελαλησε περι της αναστασεως του Χριστου οτι δεν εγκατελειφθη η ψυχη αυτου εν τω αδη ουδε η σαρξ αυτου ειδε διαφθοραν.
<scripture passage="Acts 2:32" parsed="|Acts|2|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.32" />
<sup>32</sup>Τουτον τον Ιησουν ανεστησεν ο Θεος, του οποιου παντες ημεις ειμεθα μαρτυρες.
<scripture passage="Acts 2:33" parsed="|Acts|2|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.33" />
<sup>33</sup>Αφου λοιπον υψωθη δια της δεξιας του Θεου και ελαβε παρα του Πατρος την επαγγελιαν του Αγιου Πνευματος, εξεχεε τουτο, το οποιον τωρα σεις βλεπετε και ακουετε.
<scripture passage="Acts 2:34" parsed="|Acts|2|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.34" />
<sup>34</sup>Διοτι ο Δαβιδ δεν ανεβη εις τους ουρανους, λεγει ομως αυτος, Ειπεν ο Κυριος προς τον Κυριον μου, καθου εκ δεξιων μου,
<scripture passage="Acts 2:35" parsed="|Acts|2|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.35" />
<sup>35</sup>εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου.
<scripture passage="Acts 2:36" parsed="|Acts|2|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.36" />
<sup>36</sup>Βεβαιως λοιπον ας εξευρη πας ο οικος του Ισραηλ οτι ο Θεος Κυριον και Χριστον εκαμεν αυτον τουτον τον Ιησουν, τον οποιον σεις εσταυρωσατε.
<scripture passage="Acts 2:37" parsed="|Acts|2|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.37" />
<sup>37</sup>Αφου δε ηκουσαν ταυτα, ηλθεν εις κατανυξιν η καρδια αυτων, και ειπον προς τον Πετρον και τους λοιπους αποστολους· Τι πρεπει να καμωμεν, ανδρες αδελφοι;
<scripture passage="Acts 2:38" parsed="|Acts|2|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.38" />
<sup>38</sup>Και ο Πετρος ειπε προς αυτους· Μετανοησατε, και ας βαπτισθη εκαστος υμων εις το ονομα του Ιησου Χριστου εις αφεσιν αμαρτιων, και θελετε λαβει την δωρεαν του Αγιου Πνευματος.
<scripture passage="Acts 2:39" parsed="|Acts|2|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.39" />
<sup>39</sup>Διοτι προς εσας ειναι η επαγγελια και προς τα τεκνα σας και προς παντας τους εις μακραν, οσους αν προσκαλεση Κυριος ο Θεος ημων.
<scripture passage="Acts 2:40" parsed="|Acts|2|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.40" />
<sup>40</sup>Και με αλλους πολλους λογους διεμαρτυρετο και προετρεπε, λεγων, Σωθητε απο της διεστραμμενης ταυτης γενεας.
<scripture passage="Acts 2:41" parsed="|Acts|2|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.41" />
<sup>41</sup>Εκεινοι λοιπον μετα χαρας δεχθεντες τον λογον αυτου εβαπτισθησαν, και προσετεθησαν εν εκεινη τη ημερα εως τρεις χιλιαδες ψυχαι.
<scripture passage="Acts 2:42" parsed="|Acts|2|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.42" />
<sup>42</sup>Και ενεμενον εν τη διδαχη των αποστολων και εν τη κοινωνια και εν τη κλασει του αρτου και εν ταις προσευχαις.
<scripture passage="Acts 2:43" parsed="|Acts|2|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.43" />
<sup>43</sup>Κατελαβε δε πασαν ψυχην φοβος, και πολλα τεραστια και σημεια εγινοντο δια των αποστολων.
<scripture passage="Acts 2:44" parsed="|Acts|2|44|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.44" />
<sup>44</sup>Και παντες οι πιστευοντες ησαν ομου και ειχον τα παντα κοινα,
<scripture passage="Acts 2:45" parsed="|Acts|2|45|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.45" />
<sup>45</sup>και τα κτηματα και τα υπαρχοντα αυτων επωλουν και διεμοιραζον αυτα εις παντας, καθ' ην εκαστος ειχε χρειαν.
<scripture passage="Acts 2:46" parsed="|Acts|2|46|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.46" />
<sup>46</sup>Και καθ' ημεραν εμμενοντες ομοθυμαδον εν τω ιερω και κοπτοντες τον αρτον κατ' οικους, μετελαμβανον την τροφην εν αγαλλιασει και απλοτητι καρδιας,
<scripture passage="Acts 2:47" parsed="|Acts|2|47|0|0" osisRef="Bible:Acts.2.47" />
<sup>47</sup>δοξολογουντες τον Θεον και ευρισκοντες χαριν ενωπιον ολου του λαου. Ο δε Κυριος προσεθετε καθ' ημεραν εις την εκκλησιαν τους σωζομενους.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 3" progress="88.34%" prev="Acts.2" next="Acts.4" id="Acts.3">
<h3 id="Acts.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Acts.3-p1">
<scripture passage="Acts 3:1" parsed="|Acts|3|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.1" />
<sup>1</sup>Ανεβαινον δε ομου ο Πετρος και Ιωαννης εις το ιερον κατα την ωραν της προσευχης την εννατην.
<scripture passage="Acts 3:2" parsed="|Acts|3|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.2" />
<sup>2</sup>Και ανθρωπος τις χωλος υπαρχων εκ κοιλιας μητρος αυτου εβασταζετο, τον οποιον εθετον καθ' ημεραν προς την θυραν του ιερου την λεγομενην Ωραιαν, δια να ζητη ελεημοσυνην παρα των εισερχομενων εις το ιερον·
<scripture passage="Acts 3:3" parsed="|Acts|3|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.3" />
<sup>3</sup>ουτος ιδων τον Πετρον και Ιωαννην μελλοντας να εισελθωσιν εις το ιερον, εζητει να λαβη ελεημοσυνην.
<scripture passage="Acts 3:4" parsed="|Acts|3|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.4" />
<sup>4</sup>Ατενισας δε εις αυτον ο Πετρος μετα του Ιωαννου, ειπε· Βλεψον εις ημας.
<scripture passage="Acts 3:5" parsed="|Acts|3|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.5" />
<sup>5</sup>Και εκεινος εβλεπεν αυτους μετα προσοχης, προσμενων να λαβη τι παρ' αυτων.
<scripture passage="Acts 3:6" parsed="|Acts|3|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.6" />
<sup>6</sup>Ο δε Πετρος ειπεν· Αργυριον και χρυσιον εγω δεν εχω· αλλ' ο, τι εχω, τουτο σοι διδω· εν τω ονοματι του Ιησου Χριστου του Ναζωραιου σηκωθητι και περιπατει.
<scripture passage="Acts 3:7" parsed="|Acts|3|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.7" />
<sup>7</sup>Και πιασας αυτον απο της δεξιας χειρος εσηκωσε· και παρευθυς εστερεωθησαν αι βασεις και τα σφυρα των ποδων αυτου,
<scripture passage="Acts 3:8" parsed="|Acts|3|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.8" />
<sup>8</sup>και αναπηδησας εσταθη ορθιος και περιεπατει, και εισηλθε μετ' αυτων εις το ιερον περιπατων και πηδων και δοξαζων τον Θεον.
<scripture passage="Acts 3:9" parsed="|Acts|3|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.9" />
<sup>9</sup>Και ειδεν αυτον πας ο λαος περιπατουντα και δοξαζοντα τον Θεον·
<scripture passage="Acts 3:10" parsed="|Acts|3|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.10" />
<sup>10</sup>και εγνωριζον αυτον οτι ουτος ητο ο καθημενος δια ελεημοσυνην εις την Ωραιαν πυλην του ιερου, και επλησθησαν απο θαμβους και εκστασεως δια το γεγονος εις αυτον.
<scripture passage="Acts 3:11" parsed="|Acts|3|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.11" />
<sup>11</sup>Και ενω ο ιατρευθεις χωλος εκρατει τον Πετρον και Ιωαννην, συνεδραμε προς αυτους πας ο λαος εις την στοαν την λεγομενην Σολομωντος εκθαμβοι.
<scripture passage="Acts 3:12" parsed="|Acts|3|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.12" />
<sup>12</sup>Ιδων δε ο Πετρος, απεκριθη προς τον λαον· Ανδρες Ισραηλιται, τι θαυμαζετε δια τουτο, η τι ατενιζετε εις ημας, ως εαν εκαμομεν απο ιδιας ημων δυναμεως η ευσεβειας να περιπατη αυτος;
<scripture passage="Acts 3:13" parsed="|Acts|3|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.13" />
<sup>13</sup>Ο Θεος του Αβρααμ και Ισαακ και Ιακωβ, ο Θεος των πατερων ημων, εδοξασε τον Υιον αυτου Ιησουν, τον οποιον σεις παρεδωκατε και ηρνηθητε αυτον ενωπιον του Πιλατου, ενω εκεινος εκρινε να απολυση αυτον.
<scripture passage="Acts 3:14" parsed="|Acts|3|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.14" />
<sup>14</sup>Σεις ομως τον αγιον και δικαιον ηρνηθητε, και εζητησατε ανδρα φονεα να χαρισθη εις εσας,
<scripture passage="Acts 3:15" parsed="|Acts|3|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.15" />
<sup>15</sup>τον δε αρχηγον της ζωης εθανατωσατε, τον οποιον ο Θεος ανεστησεν εκ νεκρων, του οποιου ημεις ειμεθα μαρτυρες.
<scripture passage="Acts 3:16" parsed="|Acts|3|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.16" />
<sup>16</sup>Και δια της εις το ονομα αυτου πιστεως τουτον, τον οποιον θεωρειτε και γνωριζετε, το ονομα αυτου εστερεωσε, και η πιστις η δι' αυτου εδωκεν εις αυτον την τελειαν ταυτην υγειαν ενωπιον παντων υμων.
<scripture passage="Acts 3:17" parsed="|Acts|3|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.17" />
<sup>17</sup>Και τωρα, αδελφοι, εξευρω οτι επραξατε κατα αγνοιαν, καθως και οι αρχοντες σας·
<scripture passage="Acts 3:18" parsed="|Acts|3|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.18" />
<sup>18</sup>ο δε Θεος οσα προειπε δια στοματος παντων των προφητων αυτου οτι ο Χριστος εμελλε να παθη, εξεπληρωσεν ουτω.
<scripture passage="Acts 3:19" parsed="|Acts|3|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.19" />
<sup>19</sup>Μετανοησατε λοιπον και επιστρεψατε, δια να εξαλειφθωσιν αι αμαρτιαι σας, δια να ελθωσι καιροι αναψυχης απο της παρουσιας του Κυριου,
<scripture passage="Acts 3:20" parsed="|Acts|3|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.20" />
<sup>20</sup>και αποστειλη τον προκεκηρυγμενον εις εσας Ιησουν Χριστον,
<scripture passage="Acts 3:21" parsed="|Acts|3|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.21" />
<sup>21</sup>τον οποιον πρεπει να δεχθη ο ουρανος μεχρι των καιρων της αποκαταστασεως παντων, οσα ελαλησεν ο Θεος απ' αιωνος δια στοματος παντων των αγιων αυτου προφητων.
<scripture passage="Acts 3:22" parsed="|Acts|3|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ο Μωυσης ειπε προς τους πατερας Οτι Κυριος ο Θεος σας θελει αναστησει εις εσας προφητην εκ των αδελφων σας ως εμε· αυτου θελετε ακουει κατα παντα οσα αν λαληση προς εσας.
<scripture passage="Acts 3:23" parsed="|Acts|3|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.23" />
<sup>23</sup>Και πασα ψυχη, ητις δεν ακουση του προφητου εκεινου, θελει εξολοθρευθη εκ του λαου.
<scripture passage="Acts 3:24" parsed="|Acts|3|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.24" />
<sup>24</sup>Και παντες δε οι προφηται απο Σαμουηλ και των καθεξης, οσοι ελαλησαν, προανηγγειλαν και τας ημερας ταυτας.
<scripture passage="Acts 3:25" parsed="|Acts|3|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.25" />
<sup>25</sup>Σεις εισθε υιοι των προφητων και της διαθηκης, την οποιαν εκαμεν ο Θεος προς τους πατερας ημων, λεγων προς τον Αβρααμ· Και εν τω σπερματι σου θελουσιν ευλογηθη πασαι αι φυλαι της γης.
<scripture passage="Acts 3:26" parsed="|Acts|3|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.3.26" />
<sup>26</sup>Προς εσας πρωτον ο Θεος αναστησας τον Υιον αυτου Ιησουν απεστειλεν αυτον δια να σας ευλογη οταν επιστρεφητε εκαστος απο των πονηριων υμων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 4" progress="88.42%" prev="Acts.3" next="Acts.5" id="Acts.4">
<h3 id="Acts.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Acts.4-p1">
<scripture passage="Acts 4:1" parsed="|Acts|4|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.1" />
<sup>1</sup>Ενω δε αυτοι ελαλουν προς τον λαον, ηλθον επ' αυτους οι ιερεις και ο στρατηγος του ιερου και οι Σαδδουκαιοι,
<scripture passage="Acts 4:2" parsed="|Acts|4|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.2" />
<sup>2</sup>αγανακτουντες διοτι εδιδασκον τον λαον και εκηρυττον δια του Ιησου την εκ νεκρων αναστασιν·
<scripture passage="Acts 4:3" parsed="|Acts|4|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.3" />
<sup>3</sup>και επεβαλον επ' αυτους τας χειρας και εθεσαν υπο φυλαξιν εως της αυριον, διοτι ητο ηδη εσπερα.
<scripture passage="Acts 4:4" parsed="|Acts|4|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.4" />
<sup>4</sup>Πολλοι δε των ακουσαντων τον λογον επιστευσαν, και εγεινεν ο αριθμος των ανδρων ως πεντε χιλιαδες.
<scripture passage="Acts 4:5" parsed="|Acts|4|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.5" />
<sup>5</sup>Και τη επαυριον συνηχθησαν εις την Ιερουσαλημ οι αρχοντες αυτων και οι πρεσβυτεροι και οι γραμματεις,
<scripture passage="Acts 4:6" parsed="|Acts|4|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.6" />
<sup>6</sup>και Αννας ο αρχιερευς και Καιαφας και Ιωαννης και Αλεξανδρος και οσοι ησαν εκ γενους αρχιερατικου.
<scripture passage="Acts 4:7" parsed="|Acts|4|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.7" />
<sup>7</sup>Και στησαντες αυτους εις το μεσον, ηρωτων· Δια ποιας δυναμεως η δια ποιου ονοματος επραξατε τουτο σεις;
<scripture passage="Acts 4:8" parsed="|Acts|4|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.8" />
<sup>8</sup>Τοτε ο Πετρος, πλησθεις Πνευματος Αγιου, ειπε προς αυτους· Αρχοντες του λαου και πρεσβυτεροι του Ισραηλ,
<scripture passage="Acts 4:9" parsed="|Acts|4|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.9" />
<sup>9</sup>εαν ημεις ανακρινωμεθα σημερον δια ευεργεσιαν προς ανθρωπον ασθενουντα, δια ποιας δυναμεως ουτος ιατρευθη,
<scripture passage="Acts 4:10" parsed="|Acts|4|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.10" />
<sup>10</sup>ας ηναι γνωστον εις παντας υμας και εις παντα τον λαον του Ισραηλ οτι δια του ονοματος του Ιησου Χριστου του Ναζωραιου, τον οποιον σεις εσταυρωσατε, τον οποιον ο Θεος ανεστησεν εκ νεκρων, δια τουτου παρισταται ουτος ενωπιον υμων υγιης.
<scripture passage="Acts 4:11" parsed="|Acts|4|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.11" />
<sup>11</sup>Ουτος ειναι ο λιθος ο εξουθενηθεις εφ' υμων των οικοδομουντων, οστις εγεινε κεφαλη γωνιας.
<scripture passage="Acts 4:12" parsed="|Acts|4|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.12" />
<sup>12</sup>Και δεν υπαρχει δι' ουδενος αλλου η σωτηρια· διοτι ουτε ονομα αλλο ειναι υπο τον ουρανον δεδομενον μεταξυ των ανθρωπων, δια του οποιου πρεπει να σωθωμεν.
<scripture passage="Acts 4:13" parsed="|Acts|4|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.13" />
<sup>13</sup>Θεωρουντες δε την παρρησιαν του Πετρου και Ιωαννου, και πληροφορηθεντες οτι ειναι ανθρωποι αγραμματοι και ιδιωται, εθαυμαζον και ανεγνωριζον αυτους οτι ησαν μετα του Ιησου·
<scripture passage="Acts 4:14" parsed="|Acts|4|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.14" />
<sup>14</sup>βλεποντες δε τον ανθρωπον τον τεθεραπευμενον ισταμενον μετ' αυτων, δεν ειχον ουδεν να αντειπωσι.
<scripture passage="Acts 4:15" parsed="|Acts|4|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.15" />
<sup>15</sup>Προσταξαντες δε αυτους να απελθωσιν εξω του συνεδριου, συνεβουλευθησαν προς αλληλους,
<scripture passage="Acts 4:16" parsed="|Acts|4|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.16" />
<sup>16</sup>λεγοντες· Τι θελομεν καμει εις τους ανθρωπους τουτους; επειδη οτι μεν εγεινε δι' αυτων γνωστον θαυμα, ειναι φανερον εις παντας τους κατοικουντας την Ιερουσαλημ, και δεν δυναμεθα να αρνηθωμεν τουτο·
<scripture passage="Acts 4:17" parsed="|Acts|4|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.17" />
<sup>17</sup>αλλα δια να μη διαδοθη περισσοτερον εις τον λαον, ας απειλησωμεν αυτους αυστηρως να μη λαλωσι πλεον εν τω ονοματι τουτω προς μηδενα ανθρωπον.
<scripture passage="Acts 4:18" parsed="|Acts|4|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.18" />
<sup>18</sup>Και καλεσαντες αυτους, παρηγγειλαν εις αυτους να μη λαλωσι καθολου μηδε να διδασκωσιν εν τω ονοματι του Ιησου.
<scripture passage="Acts 4:19" parsed="|Acts|4|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Πετρος και Ιωαννης αποκριθεντες προς αυτους, ειπον· Αν ηναι δικαιον ενωπιον του Θεου να ακουωμεν εσας μαλλον παρα τον Θεον, κρινατε.
<scripture passage="Acts 4:20" parsed="|Acts|4|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ημεις δεν δυναμεθα να μη λαλωμεν οσα ειδομεν και ηκουσαμεν.
<scripture passage="Acts 4:21" parsed="|Acts|4|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.21" />
<sup>21</sup>Οι δε, παλιν απειλησαντες αυτους απελυσαν, μη ευρισκοντες το πως να τιμωρησωσιν αυτους, δια τον λαον, διοτι παντες εδοξαζον τον Θεον δια το γεγονος.
<scripture passage="Acts 4:22" parsed="|Acts|4|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.22" />
<sup>22</sup>Επειδη ο ανθρωπος, εις τον οποιον εγεινε το θαυμα τουτο της θεραπειας, ητο περισσοτερον των τεσσαρακοντα ετων.
<scripture passage="Acts 4:23" parsed="|Acts|4|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.23" />
<sup>23</sup>Και αφου απελυθησαν, ηλθον προς τους οικειους και απηγγειλαν οσα ειπον προς αυτους οι αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι.
<scripture passage="Acts 4:24" parsed="|Acts|4|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.24" />
<sup>24</sup>Οι δε ακουσαντες, ομοθυμαδον υψωσαν την φωνην προς τον Θεον και ειπον· Δεσποτα, συ εισαι ο Θεος, οστις εκαμες τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοις,
<scripture passage="Acts 4:25" parsed="|Acts|4|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.25" />
<sup>25</sup>οστις ειπας δια στοματος Δαβιδ του δουλου σου· Δια τι εφρυαξαν τα εθνη και οι λαοι εμελετησαν ματαια;
<scripture passage="Acts 4:26" parsed="|Acts|4|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.26" />
<sup>26</sup>παρεσταθησαν οι βασιλεις της γης και οι αρχοντες συνηχθησαν ομου κατα του Κυριου και κατα του Χριστου αυτου.
<scripture passage="Acts 4:27" parsed="|Acts|4|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.27" />
<sup>27</sup>Διοτι συνηχθησαν επ' αληθειας εναντιον του αγιου Παιδος σου Ιησου, τον οποιον εχρισας, και ο Ηρωδης και ο Ποντιος Πιλατος μετα των εθνων και των λαων του Ισραηλ,
<scripture passage="Acts 4:28" parsed="|Acts|4|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.28" />
<sup>28</sup>δια να καμωσιν οσα η χειρ σου και η βουλη σου προωρισε να γεινωσι·
<scripture passage="Acts 4:29" parsed="|Acts|4|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.29" />
<sup>29</sup>και τωρα, Κυριε, βλεψον εις τας απειλας αυτων και δος εις τους δουλους σου να λαλωσι τον λογον σου μετα πασης παρρησιας,
<scripture passage="Acts 4:30" parsed="|Acts|4|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.30" />
<sup>30</sup>εκτεινων την χειρα σου εις θεραπειαν και γινομενων σημειων και τεραστιων δια του ονοματος του αγιου Παιδος σου Ιησου.
<scripture passage="Acts 4:31" parsed="|Acts|4|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.31" />
<sup>31</sup>Μετα δε την δεησιν αυτων εσεισθη ο τοπος οπου ησαν συνηγμενοι, και επλησθησαν απαντες Πνευματος Αγιου και ελαλουν τον λογον του Θεου μετα παρρησιας.
<scripture passage="Acts 4:32" parsed="|Acts|4|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.32" />
<sup>32</sup>Του δε πληθους των πιστευσαντων η καρδια και η ψυχη ητο μια, και ουδε εις ελεγεν οτι ειναι εαυτου τι εκ των υπαρχοντων αυτου αλλ' ειχον τα παντα κοινα.
<scripture passage="Acts 4:33" parsed="|Acts|4|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.33" />
<sup>33</sup>Και μετα δυναμεως μεγαλης απεδιδον οι αποστολοι την μαρτυριαν της αναστασεως του Κυριου Ιησου, και χαρις μεγαλη ητο επι παντας αυτους.
<scripture passage="Acts 4:34" parsed="|Acts|4|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.34" />
<sup>34</sup>Επειδη ουδε ητο τις μεταξυ αυτων ενδεης· διοτι οσοι ησαν κτητορες αγρων η οικιων, πωλουντες εφερον τας τιμας των πωλουμενων
<scripture passage="Acts 4:35" parsed="|Acts|4|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.35" />
<sup>35</sup>και εθετον εις τους ποδας των αποστολων· και διεμοιραζετο εις εκαστον κατα την χρειαν την οποιαν ειχε.
<scripture passage="Acts 4:36" parsed="|Acts|4|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.36" />
<sup>36</sup>Και ο Ιωσης, ο επονομασθεις υπο των αποστολων Βαρναβας, το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι υιος παρηγοριας Λευιτης, Κυπριος το γενος,
<scripture passage="Acts 4:37" parsed="|Acts|4|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.4.37" />
<sup>37</sup>εχων αγρον επωλησε και εφερε τα χρηματα και εθεσεν εις τους ποδας των αποστολων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 5" progress="88.53%" prev="Acts.4" next="Acts.6" id="Acts.5">
<h3 id="Acts.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Acts.5-p1">
<scripture passage="Acts 5:1" parsed="|Acts|5|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.1" />
<sup>1</sup>Ανθρωπος δε τις Ανανιας το ονομα μετα της γυναικος αυτου Σαπφειρης επωλησε κτημα
<scripture passage="Acts 5:2" parsed="|Acts|5|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.2" />
<sup>2</sup>και εκρατησεν απο της τιμης, εν γνωσει και της γυναικος αυτου, και φερων μερος τι εθεσεν εις τους ποδας των αποστολων.
<scripture passage="Acts 5:3" parsed="|Acts|5|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.3" />
<sup>3</sup>Ειπε δε ο Πετρος· Ανανια, δια τι εγεμισεν ο Σατανας την καρδιαν σου, ωστε να ψευσθης εις το Πνευμα το Αγιον και να κρατησης απο της τιμης του αγρου;
<scripture passage="Acts 5:4" parsed="|Acts|5|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.4" />
<sup>4</sup>Ενω εμενε, δεν ητο σου; και αφου επωληθη, δεν ητο εν τη εξουσια σου; δια τι εβαλες εν τη καρδια σου το πραγμα τουτο; δεν εψευσθης εις ανθρωπους, αλλ' εις τον Θεον.
<scripture passage="Acts 5:5" parsed="|Acts|5|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.5" />
<sup>5</sup>Ενω δε ηκουεν ο Ανανιας τους λογους τουτους, επεσε και εξεψυχησε, και επεπεσε φοβος μεγας επι παντας τους ακουοντας ταυτα.
<scripture passage="Acts 5:6" parsed="|Acts|5|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.6" />
<sup>6</sup>Σηκωθεντες δε οι νεωτεροι, ετυλιξαν αυτον και εκβαλοντες εθαψαν.
<scripture passage="Acts 5:7" parsed="|Acts|5|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.7" />
<sup>7</sup>Μετα δε περιπου τρεις ωρας εισηλθεν η γυνη αυτου, μη εξευρουσα το γεγονος.
<scripture passage="Acts 5:8" parsed="|Acts|5|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.8" />
<sup>8</sup>Και απεκριθη προς αυτην ο Πετρος· Ειπε μοι, δια τοσον επωλησατε τον αγρον; Και εκεινη ειπε· Ναι, δια τοσον.
<scripture passage="Acts 5:9" parsed="|Acts|5|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.9" />
<sup>9</sup>Και ο Πετρος ειπε προς αυτην· Δια τι συνεφωνησατε να πειραζητε το Πνευμα του Κυριου; ιδου, εις την θυραν οι ποδες των θαψαντων τον ανδρα σου και θελουσιν εκβαλει και σε.
<scripture passage="Acts 5:10" parsed="|Acts|5|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.10" />
<sup>10</sup>Και επεσε παρευθυς εις τους ποδας αυτου και εξεψυχησεν· εισελθοντες δε οι νεανισκοι, ευρον αυτην νεκραν και εκβαλοντες εθαψαν πλησιον του ανδρος αυτης.
<scripture passage="Acts 5:11" parsed="|Acts|5|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.11" />
<sup>11</sup>Και επεπεσε φοβος μεγας εφ' ολην την εκκλησιαν και επι παντας τους ακουοντας ταυτα.
<scripture passage="Acts 5:12" parsed="|Acts|5|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.12" />
<sup>12</sup>Πολλα δε σημεια και τερατα εγινοντο εν τω λαω δια των χειρων των αποστολων· και ησαν ομοθυμαδον απαντες εν τη στοα του Σολομωντος.
<scripture passage="Acts 5:13" parsed="|Acts|5|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.13" />
<sup>13</sup>Εκ δε των λοιπων ουδεις ετολμα να προσκολληθη εις αυτους, ο λαος ομως εμεγαλυνεν αυτους·
<scripture passage="Acts 5:14" parsed="|Acts|5|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.14" />
<sup>14</sup>και προσετιθεντο μαλλον πιστευοντες εις τον Κυριον, πληθη ανδρων τε και γυναικων,
<scripture passage="Acts 5:15" parsed="|Acts|5|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.15" />
<sup>15</sup>ωστε εφερον εξω εις τας πλατειας τους ασθενεις και εθετον επι κλινων και κραββατων, δια να επισκιαση καν η σκια του Πετρου ερχομενου τινα εξ αυτων.
<scripture passage="Acts 5:16" parsed="|Acts|5|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.16" />
<sup>16</sup>Συνηρχετο δε και το πληθος των περιξ πολεων εις Ιερουσαλημ φεροντες ασθενεις και ενοχλουμενους υπο πνευματων ακαθαρτων, οιτινες εθεραπευοντο απαντες.
<scripture passage="Acts 5:17" parsed="|Acts|5|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.17" />
<sup>17</sup>Και σηκωθεις ο αρχιερευς και παντες οι μετ' αυτου, οιτινες ησαν αιρεσις των Σαδδουκαιων, επλησθησαν ζηλου
<scripture passage="Acts 5:18" parsed="|Acts|5|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.18" />
<sup>18</sup>και επεβαλον τας χειρας αυτων επι τους αποστολους, και εβαλον αυτους εις δημοσιαν φυλακην.
<scripture passage="Acts 5:19" parsed="|Acts|5|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.19" />
<sup>19</sup>Αγγελος ομως Κυριου δια της νυκτος ηνοιξε τας θυρας της φυλακης, και εκβαλων αυτους ειπεν.
<scripture passage="Acts 5:20" parsed="|Acts|5|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.20" />
<sup>20</sup>Υπαγετε, και σταθεντες λαλειτε εν τω ιερω προς τον λαον παντας τους λογους της ζωης ταυτης.
<scripture passage="Acts 5:21" parsed="|Acts|5|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.21" />
<sup>21</sup>Και ακουσαντες εισηλθον την αυγην εις το ιερον και εδιδασκον. Ελθων δε ο αρχιερευς και οι μετ' αυτου, συνεκαλεσαν το συνεδριον και ολην την γερουσιαν των υιων του Ισραηλ και εστειλαν εις το δεσμωτηριον, δια να φερωσιν αυτους.
<scripture passage="Acts 5:22" parsed="|Acts|5|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.22" />
<sup>22</sup>Οι δε υπηρεται ελθοντες δεν ευρον αυτους εν τη φυλακη, και επιστρεψαντες απηγγειλαν,
<scripture passage="Acts 5:23" parsed="|Acts|5|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.23" />
<sup>23</sup>λεγοντες οτι το μεν δεσμωτηριον ευρομεν κεκλεισμενον μετα πασης ασφαλειας, και τους φυλακας ισταμενους εξω εμπροσθεν των θυρων, ανοιξαντες δε ουδενα ευρομεν εσω.
<scripture passage="Acts 5:24" parsed="|Acts|5|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.24" />
<sup>24</sup>Ως δε ηκουσαν τους λογους τουτους και ο ιερευς και ο στρατηγος του ιερου και οι αρχιερεις, ησαν εν απορια περι αυτων εις τι εμελλε να καταντηση τουτο.
<scripture passage="Acts 5:25" parsed="|Acts|5|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.25" />
<sup>25</sup>Και ελθων τις απηγγειλε προς αυτους, λεγων οτι ιδου, οι ανθρωποι, τους οποιους εβαλετε εις την φυλακην, ιστανται εν τω ιερω και διδασκουσι τον λαον.
<scripture passage="Acts 5:26" parsed="|Acts|5|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.26" />
<sup>26</sup>Τοτε υπηγεν ο στρατηγος μετα των υπηρετων και εφερεν αυτους, ουχι μετα βιας· διοτι εφοβουντο τον λαον, μη λιθοβοληθωσι.
<scripture passage="Acts 5:27" parsed="|Acts|5|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.27" />
<sup>27</sup>Και αφου εφεραν αυτους, εστησαν εν τω συνεδριω. Και ηρωτησεν αυτους ο αρχιερευς
<scripture passage="Acts 5:28" parsed="|Acts|5|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.28" />
<sup>28</sup>λεγων· Δεν σας παρηγγειλαμεν ρητως να μη διδασκητε εν τω ονοματι τουτω; και ιδου, εγεμισατε την Ιερουσαλημ απο της διδαχης σας, και θελετε να φερητε εφ' ημας το αιμα του ανθρωπου τουτου.
<scripture passage="Acts 5:29" parsed="|Acts|5|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.29" />
<sup>29</sup>Αποκριθεις δε ο Πετρος και οι αποστολοι, ειπον· Πρεπει να πειθαρχωμεν εις τον Θεον μαλλον παρα εις τους ανθρωπους.
<scripture passage="Acts 5:30" parsed="|Acts|5|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.30" />
<sup>30</sup>Ο Θεος των πατερων ημων ανεστησε τον Ιησουν, τον οποιον σεις εθανατωσατε κρεμασαντες επι ξυλου·
<scripture passage="Acts 5:31" parsed="|Acts|5|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.31" />
<sup>31</sup>τουτον ο Θεος υψωσε δια της δεξιας αυτου Αρχηγον και Σωτηρα, δια να δωση μετανοιαν εις τον Ισραηλ και αφεσιν αμαρτιων.
<scripture passage="Acts 5:32" parsed="|Acts|5|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.32" />
<sup>32</sup>Και ημεις ειμεθα μαρτυρες αυτου περι των λογων τουτων, και το Πνευμα δε το Αγιον, το οποιον εδωκεν ο Θεος εις τους πειθαρχουντας εις αυτον.
<scripture passage="Acts 5:33" parsed="|Acts|5|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.33" />
<sup>33</sup>Οι δε ακουσαντες ετριζον τους οδοντας και εβουλευοντο να θανατωσωσιν αυτους.
<scripture passage="Acts 5:34" parsed="|Acts|5|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.34" />
<sup>34</sup>Σηκωθεις δε εν τω συνεδριω Φαρισαιος τις Γαμαλιηλ το ονομα, νομοδιδασκαλος τιμωμενος υπο παντος του λαου, προσεταξε να εκβαλωσι τους αποστολους δι' ολιγην ωραν,
<scripture passage="Acts 5:35" parsed="|Acts|5|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.35" />
<sup>35</sup>και ειπε προς αυτους· Ανδρες Ισραηλιται, προσεχετε εις εαυτους περι των ανθρωπων τουτων τι μελλετε να πραξητε.
<scripture passage="Acts 5:36" parsed="|Acts|5|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.36" />
<sup>36</sup>Διοτι προ τουτων των ημερων εσηκωθη ο Θευδας, λεγων εαυτον οτι ειναι μεγας τις, εις τον οποιον προσεκολληθη αριθμος ανδρων εως τετρακοσιων· οστις εφονευθη, και παντες οσοι επειθοντο εις αυτον διελυθησαν και κατηντησαν εις ουδεν.
<scripture passage="Acts 5:37" parsed="|Acts|5|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.37" />
<sup>37</sup>Μετα τουτον εσηκωθη Ιουδας ο Γαλιλαιος εν ταις ημεραις της απογραφης και εσυρεν οπισω αυτου αρκετον λαον· και εκεινος απωλεσθη, και παντες οσοι επειθοντο εις αυτον διεσκορπισθησαν.
<scripture passage="Acts 5:38" parsed="|Acts|5|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.38" />
<sup>38</sup>Και τωρα σας λεγω, απεχετε απο των ανθρωπων τουτων και αφησατε αυτους· διοτι εαν η βουλη αυτη η το εργον τουτο ηναι εξ ανθρωπων, θελει ματαιωθη·
<scripture passage="Acts 5:39" parsed="|Acts|5|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.39" />
<sup>39</sup>εαν ομως ηναι εκ Θεου, δεν δυνασθε να ματαιωσητε αυτο, και προσεχετε μηπως ευρεθητε και θεομαχοι. Και επεισθησαν εις αυτον,
<scripture passage="Acts 5:40" parsed="|Acts|5|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.40" />
<sup>40</sup>και προσκαλεσαντες τους αποστολους, εδειραν και παρηγγειλαν να μη λαλωσιν εν τω ονοματι του Ιησου, και απελυσαν αυτους.
<scripture passage="Acts 5:41" parsed="|Acts|5|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.41" />
<sup>41</sup>Εκεινοι λοιπον ανεχωρουν απο προσωπου του συνεδριου, χαιροντες οτι υπερ του ονοματος αυτου ηξιωθησαν να ατιμασθωσι.
<scripture passage="Acts 5:42" parsed="|Acts|5|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.5.42" />
<sup>42</sup>Και πασαν ημεραν εν τω ιερω και κατ' οικον δεν επαυον διδασκοντες και ευαγγελιζομενοι τον Ιησουν Χριστον.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 6" progress="88.65%" prev="Acts.5" next="Acts.7" id="Acts.6">
<h3 id="Acts.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Acts.6-p1">
<scripture passage="Acts 6:1" parsed="|Acts|6|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.1" />
<sup>1</sup>Εν δε ταις ημεραις ταυταις, οτε επληθυνοντο οι μαθηται, εγεινε γογγυσμος των Ελληνιστων κατα των Εβραιων, οτι αι χηραι αυτων παρεβλεποντο εν τη καθημερινη διακονια.
<scripture passage="Acts 6:2" parsed="|Acts|6|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.2" />
<sup>2</sup>Τοτε οι δωδεκα, προσκαλεσαντες το πληθος των μαθητων, ειπον· Δεν ειναι πρεπον να αφησωμεν ημεις τον λογον του Θεου και να διακονωμεν εις τραπεζας.
<scripture passage="Acts 6:3" parsed="|Acts|6|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.3" />
<sup>3</sup>Σκεφθητε λοιπον, αδελφοι, να εκλεξητε εξ υμων επτα ανδρας μαρτυρουμενους, πληρεις Πνευματος Αγιου και σοφιας, τους οποιους ας καταστησωμεν επι της χρειας ταυτης·
<scripture passage="Acts 6:4" parsed="|Acts|6|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.4" />
<sup>4</sup>ημεις δε θελομεν εμμενει εν τη προσευχη και τη διακονια του λογου.
<scripture passage="Acts 6:5" parsed="|Acts|6|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.5" />
<sup>5</sup>Και ηρεσεν ο λογος ενωπιον παντος του πληθους· και εξελεξαν τον Στεφανον, ανδρα πληρη πιστεως και Πνευματος Αγιου, και Φιλιππον και Προχορον και Νικανορα και Τιμωνα και Παρμεναν και Νικολαον, προσηλυτον Αντιοχεα,
<scripture passage="Acts 6:6" parsed="|Acts|6|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.6" />
<sup>6</sup>τους οποιους εστησαν ενωπιον των αποστολων και προσευχηθεντες επεθεσαν επ' αυτους τας χειρας.
<scripture passage="Acts 6:7" parsed="|Acts|6|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.7" />
<sup>7</sup>Και ο λογος του Θεου ηυξανε, και επληθυνετο ο αριθμος των μαθητων εν Ιερουσαλημ σφοδρα, και πολυ πληθος των ιερεων υπηκουον εις την πιστιν.
<scripture passage="Acts 6:8" parsed="|Acts|6|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.8" />
<sup>8</sup>Ο δε Στεφανος, πληρης πιστεως και δυναμεως, εκαμνε τερατα και σημεια μεγαλα εν τω λαω.
<scripture passage="Acts 6:9" parsed="|Acts|6|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.9" />
<sup>9</sup>Και εσηκωθησαν τινες των εκ της συναγωγης της λεγομενης Λιβερτινων και Κυρηναιων και Αλεξανδρεων και των απο Κιλικιας και Ασιας, φιλονεικουντες με τον Στεφανον,
<scripture passage="Acts 6:10" parsed="|Acts|6|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.10" />
<sup>10</sup>και δεν ηδυναντο να αντισταθωσιν εις την σοφιαν και εις το πνευμα, με το οποιον ελαλει.
<scripture passage="Acts 6:11" parsed="|Acts|6|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.11" />
<sup>11</sup>Τοτε εβαλον κρυφιως ανθρωπους, λεγοντας οτι ηκουσαμεν αυτον λαλουντα λογια βλασφημα κατα του Μωυσεως και του Θεου.
<scripture passage="Acts 6:12" parsed="|Acts|6|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.12" />
<sup>12</sup>και διηγειραν τον λαον και τους πρεσβυτερους και τους γραμματεις, και επελθοντες ηρπασαν αυτον και εφεραν εις το συνεδριον,
<scripture passage="Acts 6:13" parsed="|Acts|6|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.13" />
<sup>13</sup>και εστησαν μαρτυρας ψευδεις, λεγοντας· Ο ανθρωπος ουτος δεν παυει λαλων λογια βλασφημα κατα του αγιου τουτου τοπου και του νομου·
<scripture passage="Acts 6:14" parsed="|Acts|6|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.14" />
<sup>14</sup>διοτι ηκουσαμεν αυτον λεγοντα, οτι Ιησους ο Ναζωραιος ουτος θελει καταλυσει τον τοπον τουτον και αλλαξει τα εθιμα, τα οποια παρεδωκεν εις ημας ο Μωυσης.
<scripture passage="Acts 6:15" parsed="|Acts|6|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.6.15" />
<sup>15</sup>Και ατενισαντες εις αυτον παντες οι καθημενοι εν τω συνεδριω, ειδον το προσωπον αυτου ως προσωπον αγγελου.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 7" progress="88.70%" prev="Acts.6" next="Acts.8" id="Acts.7">
<h3 id="Acts.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Acts.7-p1">
<scripture passage="Acts 7:1" parsed="|Acts|7|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.1" />
<sup>1</sup>Ειπε δε ο αρχιερευς· Τωοντι ουτως εχουσι ταυτα;
<scripture passage="Acts 7:2" parsed="|Acts|7|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.2" />
<sup>2</sup>Ο δε ειπεν· Ανδρες αδελφοι και πατερες, ακουσατε. Ο Θεος της δοξης εφανη εις τον πατερα ημων Αβρααμ οτε ητο εν τη Μεσοποταμια, πριν κατοικηση εν Χαρραν,
<scripture passage="Acts 7:3" parsed="|Acts|7|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.3" />
<sup>3</sup>και ειπε προς αυτον· Εξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενειας σου, και ελθε εις γην, την οποιαν θελω σοι δειξει.
<scripture passage="Acts 7:4" parsed="|Acts|7|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.4" />
<sup>4</sup>Τοτε εξελθων εκ της γης των Χαλδαιων κατωκησεν εν Χαρραν· και εκειθεν μετα τον θανατον του πατρος αυτου μετωκισεν αυτον εις την γην ταυτην, εις την οποιαν σεις κατοικειτε τωρα·
<scripture passage="Acts 7:5" parsed="|Acts|7|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.5" />
<sup>5</sup>και δεν εδωκεν εις αυτον κληρονομιαν εν αυτη ουδε βημα ποδος, υπεσχεθη δε οτι θελει δωσει αυτην κτημα εις αυτην και εις το σπερμα αυτου μετ' αυτον, ενω δεν ειχε τεκνον.
<scripture passage="Acts 7:6" parsed="|Acts|7|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.6" />
<sup>6</sup>Ελαλησε δε προς αυτον ο Θεος ουτως, οτι το σπερμα αυτου θελει εισθαι παροικον εν γη ξενη, και θελουσι δουλωσει αυτο και καταθλιψει τετρακοσια ετη·
<scripture passage="Acts 7:7" parsed="|Acts|7|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.7" />
<sup>7</sup>και το εθνος, εις το οποιον θελουσι δουλωθη, εγω θελω κρινει, ειπεν ο Θεος· και μετα ταυτα θελουσιν εξελθει και θελουσι με λατρευσει εν τω τοπω τουτω.
<scripture passage="Acts 7:8" parsed="|Acts|7|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.8" />
<sup>8</sup>Και εδωκεν εις αυτον διαθηκην περιτομης· και ουτως εγεννησε τον Ισαακ και περιετεμεν αυτον τη ογδοη ημερα, και ο Ισαακ εγεννησε τον Ιακωβ, και ο Ιακωβ τους δωδεκα πατριαρχας.
<scripture passage="Acts 7:9" parsed="|Acts|7|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.9" />
<sup>9</sup>Και οι πατριαρχαι, φθονησαντες τον Ιωσηφ, επωλησαν εις την Αιγυπτον. Ο Θεος ομως ητο μετ' αυτου,
<scripture passage="Acts 7:10" parsed="|Acts|7|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.10" />
<sup>10</sup>και ηλευθερωσεν αυτον εκ πασων των θλιψεων αυτου και εδωκεν εις αυτον χαριν και σοφιαν ενωπιον Φαραω του βασιλεως της Αιγυπτου, οστις κατεστησεν αυτον κυβερνητην επι της Αιγυπτου και ολου του οικου αυτου.
<scripture passage="Acts 7:11" parsed="|Acts|7|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.11" />
<sup>11</sup>Ηλθε δε πεινα εφ' ολην την γην της Αιγυπτου και Χανααν και θλιψις μεγαλη, και δεν ευρισκον τροφας οι πατερες ημων.
<scripture passage="Acts 7:12" parsed="|Acts|7|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.12" />
<sup>12</sup>Ακουσας δε ο Ιακωβ οτι υπηρχε σιτος εν Αιγυπτω, εξαπεστειλε πρωτην φοραν τους πατερας ημων·
<scripture passage="Acts 7:13" parsed="|Acts|7|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.13" />
<sup>13</sup>και εν τη δευτερα ανεγνωρισθη ο Ιωσηφ εις τους αδελφους αυτου, και εφανερωθη εις τον Φαραω το γενος του Ιωσηφ.
<scripture passage="Acts 7:14" parsed="|Acts|7|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.14" />
<sup>14</sup>Αποστειλας δε ο Ιωσηφ, εκαλεσε προς εαυτον τον πατερα αυτου Ιακωβ και πασαν την συγγενειαν αυτου εβδομηκοντα πεντε ψυχας.
<scripture passage="Acts 7:15" parsed="|Acts|7|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.15" />
<sup>15</sup>Και κατεβη ο Ιακωβ εις Αιγυπτον και ετελευτησεν εκει αυτος και οι πατερες ημων,
<scripture passage="Acts 7:16" parsed="|Acts|7|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.16" />
<sup>16</sup>και μετεκομισθησαν εις Συχεμ και ετεθησαν εν τω μνηματι, το οποιον ηγορασεν ο Αβρααμ με τιμην αργυριου παρα των υιων του Εμμωρ πατρος του Συχεμ.
<scripture passage="Acts 7:17" parsed="|Acts|7|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.17" />
<sup>17</sup>Καθως δε επλησιαζεν ο καιρος της επαγγελιας, την οποιαν ωμοσεν ο Θεος προς τον Αβρααμ, ηυξησεν ο λαος και επληθυνθη εν Αιγυπτω,
<scripture passage="Acts 7:18" parsed="|Acts|7|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.18" />
<sup>18</sup>εωσου εσηκωθη βασιλευς αλλος, οστις δεν ηξευρε τον Ιωσηφ.
<scripture passage="Acts 7:19" parsed="|Acts|7|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.19" />
<sup>19</sup>Ουτος δολιευθεις το γενος ημων, κατεθλιψε τους πατερας ημων, ωστε να καμη να ριπτωνται τα βρεφη αυτων, δια να μη ζωογονωνται·
<scripture passage="Acts 7:20" parsed="|Acts|7|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.20" />
<sup>20</sup>εν τουτω τω καιρω εγεννηθη ο Μωυσης, και ειχε θειον καλλος· οστις ανετραφη τρεις μηνας εν τω οικω του πατρος αυτου.
<scripture passage="Acts 7:21" parsed="|Acts|7|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.21" />
<sup>21</sup>Αφου δε ερριφθη, ανελαβεν αυτον η θυγατηρ του Φαραω και ανεθρεψεν αυτον δια να ηναι υιος αυτης.
<scripture passage="Acts 7:22" parsed="|Acts|7|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.22" />
<sup>22</sup>Και εδιδαχθη ο Μωυσης πασαν την σοφιαν των Αιγυπτιων και ητο δυνατος εν λογοις και εν εργοις.
<scripture passage="Acts 7:23" parsed="|Acts|7|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.23" />
<sup>23</sup>Ενω δε ετελειονε το τεσσαρακοστον ετος της ηλικιας αυτου, ηλθεν εις την καρδιαν αυτου να επισκεφθη τους αδελφους αυτου, τους υιους Ισραηλ.
<scripture passage="Acts 7:24" parsed="|Acts|7|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.24" />
<sup>24</sup>Και ιδων τινα αδικουμενον, υπερησπισθη αυτον και εκαμεν εκδικησιν υπερ του καταθλιβομενου, παταξας τον Αιγυπτιον.
<scripture passage="Acts 7:25" parsed="|Acts|7|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.25" />
<sup>25</sup>Ενομιζε δε οτι οι αδελφοι αυτου ηθελον νοησει οτι ο Θεος δια της χειρος αυτου διδει εις αυτους σωτηριαν· εκεινοι ομως δεν ενοησαν.
<scripture passage="Acts 7:26" parsed="|Acts|7|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.26" />
<sup>26</sup>Την δε ακολουθον ημεραν εφανη εις αυτους, ενω εμαχοντο, και παρεκινησεν αυτους εις ειρηνην, ειπων· Ανθρωποι, αδελφοι εισθε σεις· δια τι αδικειτε αλληλους;
<scripture passage="Acts 7:27" parsed="|Acts|7|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.27" />
<sup>27</sup>Ο δε αδικων τον πλησιον απεσπρωξεν αυτον, ειπων· Τις σε κατεστησεν αρχοντα και δικαστην εφ' ημας;
<scripture passage="Acts 7:28" parsed="|Acts|7|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.28" />
<sup>28</sup>Μηπως θελεις συ να με φονευσης, καθ' ον τροπον εφονευσας χθες τον Αιγυπτιον;
<scripture passage="Acts 7:29" parsed="|Acts|7|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.29" />
<sup>29</sup>Τοτε ο Μωυσης εφυγε δια τον λογον τουτον και εγεινε παροικος εν γη Μαδιαμ, οπου εγεννησε δυο υιους.
<scripture passage="Acts 7:30" parsed="|Acts|7|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.30" />
<sup>30</sup>Και αφου συνεπληρωθησαν τεσσαρακοντα ετη, εφανη εις αυτον αγγελος Κυριου εν τη ερημω του ορους Σινα εν μεσω φλογος καιομενης βατου.
<scripture passage="Acts 7:31" parsed="|Acts|7|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.31" />
<sup>31</sup>Ο δε Μωυσης ιδων εθαυμασε δια το οραμα· και ενω επλησιαζε δια να παρατηρηση, ηλθε φωνη Κυριου προς αυτον·
<scripture passage="Acts 7:32" parsed="|Acts|7|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.32" />
<sup>32</sup>Εγω ειμαι ο Θεος των πατερων σου, ο Θεος του Αβρααμ και ο Θεος του Ισαακ και ο Θεος του Ιακωβ. Εντρομος δε γενομενος ο Μωυσης, δεν ετολμα να παρατηρηση.
<scripture passage="Acts 7:33" parsed="|Acts|7|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.33" />
<sup>33</sup>Και ειπε προς αυτον ο Κυριος· Λυσον το υποδημα των ποδων σου· διοτι ο τοπος, επι του οποιου ιστασαι, ειναι γη αγια.
<scripture passage="Acts 7:34" parsed="|Acts|7|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.34" />
<sup>34</sup>Ειδον, ειδον την ταλαιπωριαν του λαου μου του εν Αιγυπτω και ηκουσα τον στεναγμον αυτων και κατεβην δια να ελευθερωσω αυτους· και τωρα ελθε, θελω σε αποστειλει εις Αιγυπτον.
<scripture passage="Acts 7:35" parsed="|Acts|7|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.35" />
<sup>35</sup>Τουτον τον Μωυσην τον οποιον ηρνηθησαν ειποντες· Τις σε κατεστησεν αρχοντα και δικαστην; τουτον ο Θεος απεστειλεν αρχηγον και λυτρωτην δια χειρος του αγγελου του φανεντος εις αυτον εν τη βατω.
<scripture passage="Acts 7:36" parsed="|Acts|7|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.36" />
<sup>36</sup>Ουτος εξηγαγεν αυτους, αφου εκαμε τερατα και σημεια εν γη Αιγυπτου και εν τη Ερυθρα θαλασση και εν τη ερημω τεσσαρακοντα ετη.
<scripture passage="Acts 7:37" parsed="|Acts|7|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.37" />
<sup>37</sup>Ουτος ειναι ο Μωυσης, οστις ειπε προς τους υιους του Ισραηλ· προφητην εκ των αδελφων σας θελει σας αναστησει Κυριος ο Θεος σας, ως εμε· αυτου θελετε ακουσει.
<scripture passage="Acts 7:38" parsed="|Acts|7|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.38" />
<sup>38</sup>Ουτος ειναι οστις εν τη εκκλησια εν τη ερημω εσταθη μετα του αγγελου του λαλουντος προς αυτον εν τω ορει Σινα και μετα των πατερων ημων, και παρελαβε λογια ζωοποια δια να δωση εις ημας.
<scripture passage="Acts 7:39" parsed="|Acts|7|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.39" />
<sup>39</sup>Εις τον οποιον οι πατερες ημων δεν ηθελησαν να υπακουσωσιν, αλλ' απεβαλον και εστραφησαν εν ταις καρδιαις αυτων εις Αιγυπτον
<scripture passage="Acts 7:40" parsed="|Acts|7|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.40" />
<sup>40</sup>ειποντες προς τον Ααρων· Καμε εις ημας θεους, οιτινες θελουσι προπορευεσθαι ημων· διοτι ουτος ο Μωυσης, οστις εξηγαγεν ημας εξ Αιγυπτου, δεν εξευρομεν τι συνεβη εις αυτον.
<scripture passage="Acts 7:41" parsed="|Acts|7|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.41" />
<sup>41</sup>Και κατεσκευασαν μοσχον εν ταις ημεραις εκειναις και προσεφεραν θυσιαν εις το ειδωλον και ευφραινοντο εις τα εργα των χειρων αυτων.
<scripture passage="Acts 7:42" parsed="|Acts|7|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.42" />
<sup>42</sup>Οθεν εστραφη ο Θεος και παρεδωκεν αυτους εις το να λατρευσωσι την στρατιαν του ουρανου, καθως ειναι γεγραμμενον εν τω βιβλιω των προφητων. Μηπως προσεφερατε εις εμε σφαγια και θυσιας τεσσαρακοντα ετη εν τη ερημω, οικος Ισραηλ;
<scripture passage="Acts 7:43" parsed="|Acts|7|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.43" />
<sup>43</sup>Μαλιστα ανελαβετε την σκηνην του Μολοχ και το αστρον του Θεου σας Ρεμφαν, τους τυπους, τους οποιους εκαμετε δια να προσκυνητε αυτους· δια τουτο θελω σας μετοικισει επεκεινα της Βαβυλωνος.
<scripture passage="Acts 7:44" parsed="|Acts|7|44|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.44" />
<sup>44</sup>Η σκηνη του μαρτυριου ητο μετα των πατερων ημων εν τη ερημω, καθως διεταξεν εκεινος, οστις ελαλει προς τον Μωυσην, να κατασκευαση αυτην κατα τον τυπον τον οποιον ειχεν ιδει·
<scripture passage="Acts 7:45" parsed="|Acts|7|45|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.45" />
<sup>45</sup>την οποιαν και παραλαβοντες οι πατερες ημων, εφεραν μετα του Ιησου εις την κατακτηθεισαν γην των εθνων, τα οποια ο Θεος εξωσεν απ' εμπροσθεν των πατερων ημων, εως των ημερων του Δαβιδ·
<scripture passage="Acts 7:46" parsed="|Acts|7|46|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.46" />
<sup>46</sup>οστις ευρε χαριν ενωπιον του Θεου και ηυχηθη να ευρη κατοικιαν δια τον Θεον του Ιακωβ.
<scripture passage="Acts 7:47" parsed="|Acts|7|47|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.47" />
<sup>47</sup>Ο Σολομων δε ωκοδομησεν εις αυτον οικον.
<scripture passage="Acts 7:48" parsed="|Acts|7|48|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.48" />
<sup>48</sup>Αλλ' ο Υψιστος δεν κατοικει εν χειροποιητοις ναοις, καθως ο προφητης λεγει·
<scripture passage="Acts 7:49" parsed="|Acts|7|49|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.49" />
<sup>49</sup>Ο ουρανος ειναι θρονος μου, η δε γη υποποδιον των ποδων μου· ποιον οικον θελετε οικοδομησει δι' εμε, λεγει Κυριος, η ποιος ο τοπος της αναπαυσεως μου;
<scripture passage="Acts 7:50" parsed="|Acts|7|50|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.50" />
<sup>50</sup>Η χειρ μου δεν εκαμε ταυτα παντα;
<scripture passage="Acts 7:51" parsed="|Acts|7|51|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.51" />
<sup>51</sup>Σκληροτραχηλοι και απεριτμητοι την καρδιαν και τα ωτα, σεις παντοτε αντιφερεσθε κατα του Πνευματος του Αγιου· καθως οι πατερες σας, ουτω και σεις.
<scripture passage="Acts 7:52" parsed="|Acts|7|52|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.52" />
<sup>52</sup>Τινα των προφητων δεν εδιωξαν οι πατερες σας; μαλιστα εφονευσαν εκεινους, οιτινες προκατηγγειλαν περι της ελευσεως του δικαιου, του οποιου σεις εγεινατε τωρα προδοται και φονεις·
<scripture passage="Acts 7:53" parsed="|Acts|7|53|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.53" />
<sup>53</sup>οιτινες ελαβετε τον νομον εκ διαταγων αγγελων και δεν εφυλαξατε.
<scripture passage="Acts 7:54" parsed="|Acts|7|54|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.54" />
<sup>54</sup>Ακουοντες δε ταυτα, κατεκοπτοντο τας καρδιας αυτων και ετριζον τους οδοντας κατ' αυτου.
<scripture passage="Acts 7:55" parsed="|Acts|7|55|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.55" />
<sup>55</sup>Ο δε Στεφανος, πληρης ων Πνευματος Αγιου, ατενισας εις τον ουρανον, ειδε την δοξαν του Θεου και τον Ιησουν ισταμενον εκ δεξιων του Θεου
<scripture passage="Acts 7:56" parsed="|Acts|7|56|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.56" />
<sup>56</sup>και ειπεν· Ιδου, θεωρω τους ουρανους ανεωγμενους και τον Υιον του ανθρωπου ισταμενον εκ δεξιων του Θεου.
<scripture passage="Acts 7:57" parsed="|Acts|7|57|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.57" />
<sup>57</sup>Τοτε φωναξαντες μετα φωνης μεγαλης, εφραξαν τα ωτα αυτων και ωρμησαν ομοθυμαδον επ' αυτον,
<scripture passage="Acts 7:58" parsed="|Acts|7|58|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.58" />
<sup>58</sup>και εκβαλοντες εξω της πολεως ελιθοβολουν. Και οι μαρτυρες απεθεσαν τα ιματια αυτων εις τους ποδας νεανιου τινος ονομαζομενου Σαυλου.
<scripture passage="Acts 7:59" parsed="|Acts|7|59|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.59" />
<sup>59</sup>Και ελιθοβολουν τον Στεφανον, επικαλουμενον και λεγοντα· Κυριε Ιησου, δεξαι το πνευμα μου.
<scripture passage="Acts 7:60" parsed="|Acts|7|60|0|0" osisRef="Bible:Acts.7.60" />
<sup>60</sup>Και γονατισας εφωναξε μετα φωνης μεγαλης· Κυριε, μη λογαριασης εις αυτους την αμαρτιαν ταυτην. Και τουτο ειπων εκοιμηθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 8" progress="88.88%" prev="Acts.7" next="Acts.9" id="Acts.8">
<h3 id="Acts.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Acts.8-p1">
<scripture passage="Acts 8:1" parsed="|Acts|8|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Σαυλος ητο συμφωνος εις τον φονον αυτου. Και εγεινεν εν εκεινη τη ημερα διωγμος μεγας κατα της εκκλησιας της εν Ιεροσολυμοις και παντες διεσπαρησαν εις τους τοπους της Ιουδαιας και Σαμαρειας, πλην των αποστολων.
<scripture passage="Acts 8:2" parsed="|Acts|8|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.2" />
<sup>2</sup>Εφεραν δε τον Στεφανον εις τον ταφον ανδρες ευλαβεις και εκαμον θρηνον μεγαν επ' αυτον.
<scripture passage="Acts 8:3" parsed="|Acts|8|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.3" />
<sup>3</sup>Ο δε Σαυλος εκακοποιει την εκκλησιαν, εμβαινων εις πασαν οικιαν και συρων ανδρας και γυναικας, παρεδιδεν εις την φυλακην.
<scripture passage="Acts 8:4" parsed="|Acts|8|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.4" />
<sup>4</sup>Οι μεν λοιπον διασπαρεντες διηλθον ευαγγελιζομενοι τον λογον.
<scripture passage="Acts 8:5" parsed="|Acts|8|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Φιλιππος, καταβας εις την πολιν της Σαμαρειας, εκηρυττεν εις αυτους τον Χριστον.
<scripture passage="Acts 8:6" parsed="|Acts|8|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.6" />
<sup>6</sup>Και οι οχλοι προσειχον ομοθυμαδον εις τα λεγομενα υπο του Φιλιππου, ακουοντες και βλεποντες τα θαυματα, τα οποια εκαμνε.
<scripture passage="Acts 8:7" parsed="|Acts|8|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εκ πολλων εχοντων πνευματα ακαθαρτα εξηρχοντο αυτα φωναζοντα μετα μεγαλης φωνης, και πολλοι παραλυτικοι και χωλοι εθεραπευθησαν,
<scripture passage="Acts 8:8" parsed="|Acts|8|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.8" />
<sup>8</sup>και εγεινε χαρα μεγαλη εν εκεινη τη πολει.
<scripture passage="Acts 8:9" parsed="|Acts|8|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.9" />
<sup>9</sup>Ανθρωπος δε τις Σιμων ονομαζομενος προυπηρχεν εν τη πολει, καμνων μαγειας και εκπληττων τον λαον της Σαμαρειας, λεγων εαυτον οτι ειναι μεγας τις·
<scripture passage="Acts 8:10" parsed="|Acts|8|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.10" />
<sup>10</sup>εις τον οποιον εδιδον προσοχην παντες απο μικρου εως μεγαλου, λεγοντες· Ουτος ειναι η δυναμις του Θεου η μεγαλη.
<scripture passage="Acts 8:11" parsed="|Acts|8|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.11" />
<sup>11</sup>Εδιδον δε προσοχην εις αυτον, διοτι ειχεν εκπληξει αυτους πολυν καιρον με τας μαγειας.
<scripture passage="Acts 8:12" parsed="|Acts|8|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.12" />
<sup>12</sup>Οτε ομως επιστευσαν εις τον Φιλιππον ευαγγελιζομενον τα περι της βασιλειας του Θεου και του ονοματος του Ιησου Χριστου, εβαπτιζοντο ανδρες τε και γυναικες.
<scripture passage="Acts 8:13" parsed="|Acts|8|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Σιμων και αυτος επιστευσε, και βαπτισθεις εμενε παντοτε μετα του Φιλιππου, και θεωρων σημεια και θαυματα μεγαλα γινομενα εξεπληττετο.
<scripture passage="Acts 8:14" parsed="|Acts|8|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.14" />
<sup>14</sup>Ακουσαντες δε οι αποστολοι οι εν Ιεροσολυμοις οτι η Σαμαρεια εδεχθη τον λογον του Θεου, απεστειλαν προς αυτους τον Πετρον και Ιωαννην·
<scripture passage="Acts 8:15" parsed="|Acts|8|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.15" />
<sup>15</sup>Οιτινες καταβαντες προσηυχηθησαν περι αυτων δια να λαβωσι Πνευμα Αγιον·
<scripture passage="Acts 8:16" parsed="|Acts|8|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.16" />
<sup>16</sup>διοτι δεν ειχεν ετι επιπεσει επ' ουδενα εξ αυτων, αλλα μονον ησαν βεβαπτισμενοι εις το ονομα του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="Acts 8:17" parsed="|Acts|8|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.17" />
<sup>17</sup>Τοτε επεθετον τας χειρας επ' αυτους, και ελαμβανον Πνευμα Αγιον.
<scripture passage="Acts 8:18" parsed="|Acts|8|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.18" />
<sup>18</sup>Ιδων δε ο Σιμων οτι δια της επιθεσεως των χειρων των αποστολων διδεται το Πνευμα το Αγιον, προσεφερεν εις αυτους χρηματα,
<scripture passage="Acts 8:19" parsed="|Acts|8|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.19" />
<sup>19</sup>λεγων· Δοτε και εις εμε την εξουσιαν ταυτην, ωστε εις οντινα επιθεσω τας χειρας να λαμβανη Πνευμα Αγιον.
<scripture passage="Acts 8:20" parsed="|Acts|8|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.20" />
<sup>20</sup>Και ο Πετρος ειπε προς αυτον· το αργυριον σου ας ηναι μετα σου εις απωλειαν, διοτι ενομισας οτι η δωρεα του Θεου αποκταται δια χρηματων.
<scripture passage="Acts 8:21" parsed="|Acts|8|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.21" />
<sup>21</sup>Συ δεν εχεις μεριδα ουδε κληρον εν τω λογω τουτω· διοτι η καρδια σου δεν ειναι ευθεια ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Acts 8:22" parsed="|Acts|8|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.22" />
<sup>22</sup>Μετανοησον λοιπον απο της κακιας σου ταυτης και δεηθητι του Θεου, ισως συγχωρηθη εις σε η επινοια της καρδιας σου·
<scripture passage="Acts 8:23" parsed="|Acts|8|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.23" />
<sup>23</sup>επειδη σε βλεπω οτι εισαι εις χολην πικριας και δεσμον αδικιας.
<scripture passage="Acts 8:24" parsed="|Acts|8|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.24" />
<sup>24</sup>Αποκριθεις δε ο Σιμων, ειπε· Δεηθητε σεις υπερ εμου προς τον Κυριον, δια να μη ελθη επ' εμε μηδεν εξ οσων ειπετε.
<scripture passage="Acts 8:25" parsed="|Acts|8|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.25" />
<sup>25</sup>Εκεινοι λοιπον, αφου εμαρτυρησαν και ελαλησαν τον λογον του Κυριου, υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ, κηρυξαντες το ευαγγελιον και εν πολλαις κωμαις των Σαμαρειτων.
<scripture passage="Acts 8:26" parsed="|Acts|8|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.26" />
<sup>26</sup>Αγγελος δε Κυριου ελαλησε προς τον Φιλιππον, λεγων· Σηκωθητι και υπαγε προς μεσημβριαν εις την οδον την καταβαινουσαν απο Ιερουσαλημ εις Γαζαν· αυτη ειναι ερημος.
<scripture passage="Acts 8:27" parsed="|Acts|8|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.27" />
<sup>27</sup>Και σηκωθεις υπηγε. Και ιδου, ανθρωπος Αιθιοψ ευνουχος, αρχων της Κανδακης της βασιλισσης των Αιθιοπων, οστις ητο επι παντων των θησαυρων αυτης, ουτος ειχεν ελθει δια να προσκυνηση εις Ιερουσαλημ,
<scripture passage="Acts 8:28" parsed="|Acts|8|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.28" />
<sup>28</sup>και υπεστρεφε και καθημενος επι της αμαξης αυτου, ανεγινωσκε τον προφητην Ησαιαν.
<scripture passage="Acts 8:29" parsed="|Acts|8|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.29" />
<sup>29</sup>Ειπε δε το Πνευμα προς τον Φιλιππον· Πλησιασον και προσκολληθητι εις την αμαξαν ταυτην.
<scripture passage="Acts 8:30" parsed="|Acts|8|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.30" />
<sup>30</sup>Και ο Φιλιππος εδραμε πλησιον και ηκουσεν αυτον αναγινωσκοντα τον προφητην Ησαιαν και ειπεν· Αρα γε γινωσκεις α αναγινωσκεις;
<scripture passage="Acts 8:31" parsed="|Acts|8|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.31" />
<sup>31</sup>Ο δε ειπε· Και πως ηθελον δυνηθη, εαν δεν με οδηγηση τις; Και παρεκαλεσε τον Φιλιππον να αναβη και να καθηση μετ' αυτου.
<scripture passage="Acts 8:32" parsed="|Acts|8|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.32" />
<sup>32</sup>Το δε χωριον της γραφης, το οποιον ανεγινωσκεν, ητο τουτο. Εφερθη ως προβατον επι σφαγην· και ως αρνιον εμπροσθεν του κειροντος αυτο αφωνον, ουτω δεν ανοιγει το στομα αυτου.
<scripture passage="Acts 8:33" parsed="|Acts|8|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.33" />
<sup>33</sup>Εν τη ταπεινωσει αυτου αφηρεθη η κρισις αυτου· την δε γενεαν αυτου τις θελει διηγηθη; διοτι σηκονεται απο της γης η ζωη αυτου.
<scripture passage="Acts 8:34" parsed="|Acts|8|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.34" />
<sup>34</sup>Αποκριθεις δε ο ευνουχος προς τον Φιλιππον, ειπε· Παρακαλω σε, περι τινος λεγει τουτο ο προφητης; περι εαυτου περι αλλου τινος;
<scripture passage="Acts 8:35" parsed="|Acts|8|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.35" />
<sup>35</sup>Και ανοιξας ο Φιλιππος το στομα αυτου και αρχισας απο της γραφης ταυτης, ευηγγελισατο εις αυτον τον Ιησουν.
<scripture passage="Acts 8:36" parsed="|Acts|8|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.36" />
<sup>36</sup>Και καθως εξηκολουθουν την οδον, ηλθον εις το υδωρ, και λεγει ο ευνουχος· Ιδου υδωρ· τι με εμποδιζει να βαπτισθω;
<scripture passage="Acts 8:37" parsed="|Acts|8|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.37" />
<sup>37</sup>Και ο Φιλιππος ειπεν· Εαν πιστευης εξ ολης της καρδιας, δυνασαι. Και αποκριθεις ειπε· Πιστευω οτι ο Ιησους Χριστος ειναι ο Υιος του Θεου.
<scripture passage="Acts 8:38" parsed="|Acts|8|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.38" />
<sup>38</sup>Και προσεταξε να σταθη η αμαξα, και κατεβησαν αμφοτεροι εις το υδωρ, ο Φιλιππος και ο ευνουχος, και εβαπτισεν αυτον.
<scripture passage="Acts 8:39" parsed="|Acts|8|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.39" />
<sup>39</sup>Οτε δε ανεβησαν εκ του υδατος, Πνευμα Κυριου ηρπασε τον Φιλιππον, και δεν ειδεν αυτον πλεον ο ευνουχος· αλλ' επορευετο την οδον αυτου χαιρων.
<scripture passage="Acts 8:40" parsed="|Acts|8|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.8.40" />
<sup>40</sup>Ο δε Φιλιππος ευρεθη εις Αζωτον, και διερχομενος εκηρυττεν εις πασας τας πολεις, εωσου ηλθεν εις Καισαρειαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 9" progress="89.00%" prev="Acts.8" next="Acts.10" id="Acts.9">
<h3 id="Acts.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Acts.9-p1">
<scripture passage="Acts 9:1" parsed="|Acts|9|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Σαυλος, πνεων ετι απειλην και φονον κατα των μαθητων του Κυριου, ηλθε προς τον αρχιερεα
<scripture passage="Acts 9:2" parsed="|Acts|9|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.2" />
<sup>2</sup>και εζητησε παρ' αυτου επιστολας εις Δαμασκον προς τας συναγωγας, οπως εαν ευρη τινας εκ της οδου ταυτης, ανδρας τε και γυναικας, φερη δεδεμενους εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Acts 9:3" parsed="|Acts|9|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.3" />
<sup>3</sup>Ενω δε πορευομενος επλησιαζεν εις την Δαμασκον, εξαιφνης ηστραψε περι αυτον φως απο του ουρανου,
<scripture passage="Acts 9:4" parsed="|Acts|9|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.4" />
<sup>4</sup>και πεσων επι την γην, ηκουσε φωνην λεγουσαν προς αυτον· Σαουλ, Σαουλ, τι με διωκεις;
<scripture passage="Acts 9:5" parsed="|Acts|9|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.5" />
<sup>5</sup>Και ειπε· Τις εισαι, Κυριε; Και ο Κυριος ειπεν· Εγω ειμαι ο Ιησους, τον οποιον συ διωκεις· σκληρον σοι ειναι να λακτιζης προς κεντρα.
<scripture passage="Acts 9:6" parsed="|Acts|9|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.6" />
<sup>6</sup>Ο δε τρεμων και εκθαμβος γενομενος, ειπε· Κυριε, τι θελεις να καμω; Και ο Κυριος ειπε προς αυτον· Σηκωθητι και εισελθε εις την πολιν, και θελει σοι λαληθη τι πρεπει να καμης.
<scripture passage="Acts 9:7" parsed="|Acts|9|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.7" />
<sup>7</sup>Οι δε ανδρες οι συνοδευοντες αυτον ισταντο αφωνοι, ακουοντες μεν την φωνην, μηδενα ομως βλεποντες.
<scripture passage="Acts 9:8" parsed="|Acts|9|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.8" />
<sup>8</sup>Εσηκωθη δε ο Σαυλος απο της γης, και εχων ανεωγμενους τους οφθαλμους αυτου δεν εβλεπεν ουδενα· και χειραγωγουντες αυτον εισηγαγον εις Δαμασκον.
<scripture passage="Acts 9:9" parsed="|Acts|9|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.9" />
<sup>9</sup>Και ητο τρεις ημερας χωρις να βλεπη, και δεν εφαγεν ουδε επιεν.
<scripture passage="Acts 9:10" parsed="|Acts|9|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.10" />
<sup>10</sup>Ητο δε τις μαθητης εν Δαμασκω Ανανιας ονομαζομενος, και ειπε προς αυτον ο Κυριος δι' οραματος· Ανανια· Ο δε ειπεν· Ιδου εγω, Κυριε.
<scripture passage="Acts 9:11" parsed="|Acts|9|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.11" />
<sup>11</sup>Και ο Κυριος ειπε προς αυτον· Σηκωθεις υπαγε εις την οδον την ονομαζομενην Ευθειαν και ζητησον εν τη οικια του Ιουδα τινα Σαυλον ονομαζομενον Ταρσεα· διοτι ιδου, προσευχεται,
<scripture passage="Acts 9:12" parsed="|Acts|9|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.12" />
<sup>12</sup>και ειδε δι' οραματος ανθρωπον Ανανιαν ονομαζομενον οτι εισηλθε και εθεσεν επ' αυτον την χειρα, δια να αναβλεψη.
<scripture passage="Acts 9:13" parsed="|Acts|9|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.13" />
<sup>13</sup>Απεκριθη δε ο Ανανιας· Κυριε, ηκουσα απο πολλων περι του ανδρος τουτου, οσα κακα επραξεν εις τους αγιους σου εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Acts 9:14" parsed="|Acts|9|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.14" />
<sup>14</sup>και εδω εχει εξουσιαν παρα των αρχιερεων να δεση παντας τους επικαλουμενους το ονομα σου.
<scripture passage="Acts 9:15" parsed="|Acts|9|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.15" />
<sup>15</sup>Ειπε δε προς αυτον ο Κυριος· Υπαγε, διοτι ουτος ειναι σκευος εκλογης εις εμε, δια να βασταση το ονομα μου ενωπιον εθνων και βασιλεων και των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Acts 9:16" parsed="|Acts|9|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.16" />
<sup>16</sup>επειδη εγω θελω δειξει εις αυτον οσα πρεπει να παθη υπερ του ονοματος μου.
<scripture passage="Acts 9:17" parsed="|Acts|9|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.17" />
<sup>17</sup>Υπηγε δε ο Ανανιας και εισηλθεν εις την οικιαν, και επιθεσας επ' αυτον τας χειρας ειπε· Σαουλ αδελφε, ο Κυριος με απεστειλεν, ο Ιησους οστις εφανη εις σε εν τη οδω καθ' ην ηρχου, δια να αναβλεψης και να πλησθης Πνευματος Αγιου.
<scripture passage="Acts 9:18" parsed="|Acts|9|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.18" />
<sup>18</sup>Και ευθυς επεσον απο των οφθαλμων αυτου ως λεπη, και ανεβλεψεν ευθυς, και σηκωθεις εβαπτισθη.
<scripture passage="Acts 9:19" parsed="|Acts|9|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.19" />
<sup>19</sup>Και λαβων τροφην εδυναμωθη. Διετριψε δε ο Σαυλος ημερας τινας μετα των εν Δαμασκω μαθητων,
<scripture passage="Acts 9:20" parsed="|Acts|9|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.20" />
<sup>20</sup>και ευθυς εκηρυττεν εν ταις συναγωγαις τον Χριστον οτι ουτος ειναι ο Υιος του Θεου.
<scripture passage="Acts 9:21" parsed="|Acts|9|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.21" />
<sup>21</sup>Εξεπληττοντο δε παντες οι ακουοντες και ελεγον· Δεν ειναι ουτος, οστις εξωλοθρευσεν εν Ιερουσαλημ τους επικαλουμενους το ονομα τουτο και εδω δια τουτο ειχεν ελθει δια να φερη αυτους δεδεμενους προς τους αρχιερεις;
<scripture passage="Acts 9:22" parsed="|Acts|9|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Σαυλος μαλλον ενεδυναμουτο και συνεχεε τους Ιουδαιους τους κατοικουντας εν Δαμασκω, αποδεικνυων οτι ουτος ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="Acts 9:23" parsed="|Acts|9|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.23" />
<sup>23</sup>Και αφου παρηλθον ημεραι ικαναι, συνεβουλευθησαν οι Ιουδαιοι να θανατωσωσιν αυτον·
<scripture passage="Acts 9:24" parsed="|Acts|9|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.24" />
<sup>24</sup>εγνωστοποιηθη δε εις τον Σαυλον η επιβουλη αυτων. Και παρεφυλαττον τας πυλας ημεραν και νυκτα, δια να θανατωσωσιν αυτον·
<scripture passage="Acts 9:25" parsed="|Acts|9|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.25" />
<sup>25</sup>λαβοντες δε αυτον οι μαθηται, δια νυκτος κατεβιβασαν δια του τειχους κρεμασαντες εντος σπυριδος.
<scripture passage="Acts 9:26" parsed="|Acts|9|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.26" />
<sup>26</sup>Και ελθων ο Σαυλος εις Ιερουσαλημ επροσπαθει να προσκολληθη εις τους μαθητας· πλην παντες εφοβουντο αυτον, μη πιστευοντες οτι ειναι μαθητης.
<scripture passage="Acts 9:27" parsed="|Acts|9|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.27" />
<sup>27</sup>Ο Βαρναβας δε παραλαβων αυτον εφερε προς τους αποστολους, και διηγηθη προς αυτους πως ειδε τον Κυριον εν τη οδω και οτι ελαλησε προς αυτον, και πως εν Δαμασκω, εκηρυξε μετα παρρησιας εν τω ονοματι του Ιησου.
<scripture passage="Acts 9:28" parsed="|Acts|9|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.28" />
<sup>28</sup>Και ητο μετ' αυτων εν Ιερουσαλημ εισερχομενος και εξερχομενος και μετα παρρησιας κηρυττων εν τω ονοματι του Κυριου Ιησου,
<scripture passage="Acts 9:29" parsed="|Acts|9|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.29" />
<sup>29</sup>και ελαλει και εφιλονεικει μετα των Ελληνιστων· εκεινοι δε κατεγινοντο εις το να θανατωσωσιν αυτον.
<scripture passage="Acts 9:30" parsed="|Acts|9|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.30" />
<sup>30</sup>Μαθοντες δε οι αδελφοι, κατεβιβασαν αυτον εις Καισαρειαν και εξαπεστειλαν αυτον εις Ταρσον.
<scripture passage="Acts 9:31" parsed="|Acts|9|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.31" />
<sup>31</sup>Αι μεν λοιπον εκκλησιαι καθ' ολην την Ιουδαιαν και Γαλιλαιαν και Σαμαρειαν ειχον ειρηνην, οικοδομουμεναι και περιπατουσαι εν τω φοβω του Κυριου, και δια της παρηγοριας του Αγιου Πνευματος επληθυνοντο.
<scripture passage="Acts 9:32" parsed="|Acts|9|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Πετρος, διερχομενος δια παντων, κατεβη και προς τους αγιους τους κατοικουντας την Λυδδαν.
<scripture passage="Acts 9:33" parsed="|Acts|9|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.33" />
<sup>33</sup>Και ευρεν ανθρωπον τινα Αινεαν το ονομα, οστις ητο παραλυτικος, απο ετων οκτω κατακειμενος επι κραββατου.
<scripture passage="Acts 9:34" parsed="|Acts|9|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.34" />
<sup>34</sup>Και ειπε προς αυτον ο Πετρος· Αινεα, σε ιατρευει Ιησους ο Χριστος· σηκωθητι και στρωσον την κλινην σου. Και ευθυς εσηκωθη.
<scripture passage="Acts 9:35" parsed="|Acts|9|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.35" />
<sup>35</sup>Και ειδον αυτον παντες οι κατοικουντες την Λυδδαν και τον Σαρωνα, οιτινες επεστρεψαν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Acts 9:36" parsed="|Acts|9|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.36" />
<sup>36</sup>Και εν Ιοππη ητο τις μαθητρια ονοματι Ταβιθα, ητις διερμηνευομενη λεγεται Δορκας· αυτη ητο πληρης αγαθων εργων και ελεημοσυνων, τας οποιας εκαμνε·
<scripture passage="Acts 9:37" parsed="|Acts|9|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.37" />
<sup>37</sup>κατ' εκεινας δε τας ημερας συνεβη ασθενησασα να αποθανη· και λουσαντες αυτην εθεσαν εις ανωγεον.
<scripture passage="Acts 9:38" parsed="|Acts|9|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.38" />
<sup>38</sup>Και επειδη η Λυδδα ητο πλησιον της Ιοππης, ακουσαντες οι μαθηται οτι ο Πετρος ειναι εν αυτη, απεστειλαν προς αυτον δυο ανδρας, παρακαλουντες να μη βραδυνη να περαση εως εις αυτους.
<scripture passage="Acts 9:39" parsed="|Acts|9|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.39" />
<sup>39</sup>Και σηκωθεις ο Πετρος, υπηγε μετ' αυτων· τον οποιον ελθοντα ανεβιβασαν εις το ανωγεον, και παρεσταθησαν ενωπιον αυτου πασαι αι χηραι, κλαιουσαι και δεικνυουσαι χιτωνας και ιματια, οσα η Δορκας ειργαζετο οτε ητο μετ' αυτων.
<scripture passage="Acts 9:40" parsed="|Acts|9|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.40" />
<sup>40</sup>Ο δε Πετρος, εκβαλων εξω παντας, εγονατισε και προσηυχηθη και στραφεις προς το σωμα, ειπε· Ταβιθα, αναστηθι. Η δε ηνοιξε τους οφθαλμους αυτης και ιδουσα τον Πετρον ανεκαθησεν.
<scripture passage="Acts 9:41" parsed="|Acts|9|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.41" />
<sup>41</sup>Ο δε εδωκε χειρα εις αυτην και εσηκωσεν αυτην, και φωναξας τους αγιους και τας χηρας παρεστησεν αυτην ζωσαν.
<scripture passage="Acts 9:42" parsed="|Acts|9|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.42" />
<sup>42</sup>Εγεινε δε τουτο γνωστον καθ' ολην την Ιοππην, και πολλοι επιστευσαν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Acts 9:43" parsed="|Acts|9|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.9.43" />
<sup>43</sup>Και ο Πετρος εμεινεν ικανας ημερας εν Ιοππη παρα τινι Σιμωνι βυρσοδεψη.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 10" progress="89.13%" prev="Acts.9" next="Acts.11" id="Acts.10">
<h3 id="Acts.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Acts.10-p1">
<scripture passage="Acts 10:1" parsed="|Acts|10|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.1" />
<sup>1</sup>Ητο δε τις ανθρωπος εν Καισαρεια ονοματι Κορνηλιος, εκατονταρχος εκ του ταγματος του λεγομενου Ιταλικου,
<scripture passage="Acts 10:2" parsed="|Acts|10|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.2" />
<sup>2</sup>ευσεβης και φοβουμενος τον Θεον μετα παντος του οικου αυτου, οστις και εκαμνεν ελεημοσυνας εις τον λαον πολλας και εδεετο του Θεου διαπαντος·
<scripture passage="Acts 10:3" parsed="|Acts|10|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.3" />
<sup>3</sup>ουτος ειδε φανερα δι' οραματος περι την εννατην ωραν της ημερας αγγελον του Θεου, οτι εισηλθε προς αυτον και ειπε προς αυτον· Κορνηλιε.
<scripture passage="Acts 10:4" parsed="|Acts|10|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.4" />
<sup>4</sup>Ο δε ατενισας εις αυτον και εμφοβος γενομενος, ειπε· Τι ειναι, Κυριε; Και ειπε προς αυτον· Αι προσευχαι σου και αι ελεημοσυναι σου ανεβησαν εις μνημοσυνον σου ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Acts 10:5" parsed="|Acts|10|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.5" />
<sup>5</sup>Και τωρα πεμψον εις Ιοππην ανθρωπους και προσκαλεσον τον Σιμωνα, οστις επονομαζεται Πετρος·
<scripture passage="Acts 10:6" parsed="|Acts|10|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.6" />
<sup>6</sup>ουτος ξενιζεται παρα τινι Σιμωνι βυρσοδεψη, εχοντι οικιαν πλησιον της θαλασσης. Ουτος θελει σοι λαλησει τι πρεπει να καμνης.
<scripture passage="Acts 10:7" parsed="|Acts|10|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.7" />
<sup>7</sup>Καθως δε ανεχωρησεν ο αγγελος ο λαλων προς τον Κορνηλιον, εφωναξε δυο εκ των υπηρετων αυτου και ενα στρατιωτην ευσεβη εκ των διαμενοντων παντοτε πλησιον αυτου,
<scripture passage="Acts 10:8" parsed="|Acts|10|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.8" />
<sup>8</sup>και διηγηθεις προς αυτους τα παντα, απεστειλεν αυτους εις την Ιοππην.
<scripture passage="Acts 10:9" parsed="|Acts|10|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.9" />
<sup>9</sup>Τη δε επαυριον, ενω εκεινοι ωδοιπορουν και επλησιαζον εις την πολιν, ανεβη ο Πετρος εις το δωμα δια να προσευχηθη περι την εκτην ωραν.
<scripture passage="Acts 10:10" parsed="|Acts|10|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.10" />
<sup>10</sup>Και πεινασας ηθελε να φαγη· ενω δε ητοιμαζον, επηλθεν επ' αυτον εκστασις,
<scripture passage="Acts 10:11" parsed="|Acts|10|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.11" />
<sup>11</sup>και θεωρει τον ουρανον ανεωγμενον και καταβαινον επ' αυτον σκευος τι ως σινδονα μεγαλην, το οποιον ητο δεδεμενον απο των τεσσαρων ακρων και κατεβιβαζετο επι την γην,
<scripture passage="Acts 10:12" parsed="|Acts|10|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.12" />
<sup>12</sup>εντος του οποιου υπηρχον παντα τα τετραποδα της γης και τα θηρια και τα ερπετα και τα πετεινα του ουρανου.
<scripture passage="Acts 10:13" parsed="|Acts|10|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.13" />
<sup>13</sup>Και εγεινε φωνη προς αυτον· Σηκωθεις, Πετρε, σφαξον και φαγε·
<scripture passage="Acts 10:14" parsed="|Acts|10|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.14" />
<sup>14</sup>Ο δε Πετρος ειπε· Μη γενοιτο, Κυριε· διοτι ουδεποτε εφαγον ουδεν βεβηλον η ακαθαρτον.
<scripture passage="Acts 10:15" parsed="|Acts|10|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.15" />
<sup>15</sup>Και παλιν εκ δευτερου εγεινε φωνη προς αυτον· Οσα ο Θεος εκαθαρισε, συ μη λεγε βεβηλα.
<scripture passage="Acts 10:16" parsed="|Acts|10|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.16" />
<sup>16</sup>Εγεινε δε τουτο τρις, και παλιν ανεληφθη το σκευος εις τον ουρανον.
<scripture passage="Acts 10:17" parsed="|Acts|10|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.17" />
<sup>17</sup>Ενω δε ο Πετρος ητο εν απορια καθ' εαυτον τι εσημαινε το οραμα, το οποιον ειδεν, ιδου, οι ανθρωποι οι απεσταλμενοι παρα του Κορνηλιου ερωτησαντες και μαθοντες την οικιαν του Σιμωνος εφθασαν εις την πυλην,
<scripture passage="Acts 10:18" parsed="|Acts|10|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.18" />
<sup>18</sup>και φωναξαντες ηρωτων αν ο Σιμων ο επονομαζομενος Πετρος ξενιζεται ενταυθα.
<scripture passage="Acts 10:19" parsed="|Acts|10|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.19" />
<sup>19</sup>Και ενω ο Πετρος διελογιζετο περι του οραματος, ειπε προς αυτον το Πνευμα· Ιδου, τρεις ανθρωποι σε ζητουσι·
<scripture passage="Acts 10:20" parsed="|Acts|10|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.20" />
<sup>20</sup>σηκωθεις λοιπον καταβηθι και υπαγε μετ' αυτων, μηδολως δισταζων, διοτι εγω απεστειλα αυτους.
<scripture passage="Acts 10:21" parsed="|Acts|10|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.21" />
<sup>21</sup>Καταβας δε ο Πετρος προς τους ανθρωπους τους απεσταλμενους προς αυτον απο του Κορνηλιου, ειπεν· Ιδου, εγω ειμαι εκεινος τον οποιον ζητειτε· τις η αιτια δια την οποιαν ηλθετε;
<scripture passage="Acts 10:22" parsed="|Acts|10|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.22" />
<sup>22</sup>Οι δε ειπον· Κορνηλιος ο εκατονταρχος, ανηρ δικαιος και φοβουμενος τον Θεον και μαρτυρουμενος υπο ολου του εθνους των Ιουδαιων, διεταχθη θεοθεν υπο αγιου αγγελου να σε προσκαλεση εις τον οικον αυτου και να ακουση λογους παρα σου.
<scripture passage="Acts 10:23" parsed="|Acts|10|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.23" />
<sup>23</sup>Προσκαλεσας λοιπον αυτους εσω, εφιλοξενησε. Τη δε επαυριον εξηλθεν ο Πετρος μετ' αυτων, και τινες των αδελφων των απο της Ιοππης υπηγον μετ' αυτον,
<scripture passage="Acts 10:24" parsed="|Acts|10|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.24" />
<sup>24</sup>και τη επαυριον εισηλθον εις την Καισαρειαν. Ο δε Κορνηλιος περιεμενεν αυτους, συγκαλεσας τους συγγενεις αυτου και τους οικειους φιλους.
<scripture passage="Acts 10:25" parsed="|Acts|10|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.25" />
<sup>25</sup>Ως δε εισηλθεν ο Πετρος, ελθων ο Κορνηλιος εις συναντησιν αυτου, επεσεν εις τους ποδας αυτου και προσεκυνησεν.
<scripture passage="Acts 10:26" parsed="|Acts|10|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.26" />
<sup>26</sup>Αλλ' ο Πετρος εσηκωσεν αυτον, λεγων· Σηκωθητι· και εγω αυτος ανθρωπος ειμαι.
<scripture passage="Acts 10:27" parsed="|Acts|10|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.27" />
<sup>27</sup>Και συνομιλων μετ' αυτου εισηλθε και ευρισκει συνηγμενους πολλους,
<scripture passage="Acts 10:28" parsed="|Acts|10|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.28" />
<sup>28</sup>και ειπε προς αυτους· Σεις εξευρετε οτι ειναι ασυγχωρητον εις ανθρωπον Ιουδαιον να συναναστρεφηται η να πλησιαζη εις αλλοφυλον· ο Θεος ομως εδειξεν εις εμε να μη λεγω μηδενα ανθρωπον βεβηλον η ακαθαρτον·
<scripture passage="Acts 10:29" parsed="|Acts|10|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.29" />
<sup>29</sup>οθεν και προσκληθεις ηλθον χωρις αντιλογιας. Ερωτω λοιπον δια τινα λογον με προσεκαλεσατε;
<scripture passage="Acts 10:30" parsed="|Acts|10|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.30" />
<sup>30</sup>Και ο Κορνηλιος ειπε· Απο τεσσαρων ημερων ημην νηστευων μεχρι της ωρας ταυτης, και την εννατην ωραν προσηυχομην εν τω οικω μου· και ιδου, εσταθη ενωπιον μου ανηρ με ενδυματα λαμπρα,
<scripture passage="Acts 10:31" parsed="|Acts|10|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.31" />
<sup>31</sup>και λεγει· Κορνηλιε, εισηκουσθη η προσευχη σου και αι ελεημοσυναι σου εμνημονευθησαν ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Acts 10:32" parsed="|Acts|10|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.32" />
<sup>32</sup>Πεμψον λοιπον εις Ιοππην και προσκαλεσον τον Σιμωνα, οστις επονομαζεται Πετρος· ουτος ξενιζεται εν τη οικια Σιμωνος του βυρσοδεψου πλησιον της θαλασσης· οστις ελθων θελει σοι λαλησει.
<scripture passage="Acts 10:33" parsed="|Acts|10|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.33" />
<sup>33</sup>Ευθυς λοιπον επεμψα προς σε, και συ εκαμες καλα οτι ηλθες. Τωρα λοιπον ημεις παντες παρισταμεθα ενωπιον του Θεου, δια να ακουσωμεν παντα οσα προσεταχθησαν εις σε υπο του Θεου.
<scripture passage="Acts 10:34" parsed="|Acts|10|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.34" />
<sup>34</sup>Τοτε ο Πετρος ανοιξας το στομα ειπεν· Επ' αληθειας γνωριζω οτι δεν ειναι προσωποληπτης ο Θεος,
<scripture passage="Acts 10:35" parsed="|Acts|10|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.35" />
<sup>35</sup>αλλ' εν παντι εθνει, οστις φοβειται αυτον και εργαζεται δικαιοσυνην, ειναι δεκτος εις αυτον.
<scripture passage="Acts 10:36" parsed="|Acts|10|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.36" />
<sup>36</sup>Τον λογον, τον οποιον απεστειλε προς τους υιους Ισραηλ ευαγγελιζομενος ειρηνην δια Ιησου Χριστου· ουτος ειναι ο Κυριος παντων·
<scripture passage="Acts 10:37" parsed="|Acts|10|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.37" />
<sup>37</sup>τον λογον τουτον σεις εξευρετε, οστις εκηρυχθη καθ' ολην την Ιουδαιαν, αρχισας απο της Γαλιλαιας, μετα το βαπτισμα, το οποιον εκηρυξεν ο Ιωαννης,
<scripture passage="Acts 10:38" parsed="|Acts|10|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.38" />
<sup>38</sup>πως ο Θεος εχρισε τον Ιησουν τον απο Ναζαρετ με Πνευμα Αγιον και με δυναμιν, οστις διηλθεν ευεργετων και θεραπευων παντας τους καταδυναστευομενους υπο του διαβολου, διοτι ο Θεος ητο μετ' αυτου·
<scripture passage="Acts 10:39" parsed="|Acts|10|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.39" />
<sup>39</sup>και ημεις ειμεθα μαρτυρες παντων οσα εκαμε και εν τη γη των Ιουδαιων και εν Ιερουσαλημ· τον οποιον εφονευσαν κρεμασαντες επι ξυλου.
<scripture passage="Acts 10:40" parsed="|Acts|10|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.40" />
<sup>40</sup>Τουτον ο Θεος ανεστησε την τριτην ημεραν και εκαμεν αυτον να εμφανισθη
<scripture passage="Acts 10:41" parsed="|Acts|10|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.41" />
<sup>41</sup>ουχι εις παντα τον λαον, αλλ' εις μαρτυρας τους προδιωρισμενους υπο του Θεου, εις ημας, οιτινες συνεφαγομεν και συνεπιομεν μετ' αυτου, αφου ανεστη εκ νεκρων·
<scripture passage="Acts 10:42" parsed="|Acts|10|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.42" />
<sup>42</sup>και παρηγγειλεν εις ημας να κηρυξωμεν προς τον λαον και να μαρτυρησωμεν οτι αυτος ειναι ο ωρισμενος υπο του Θεου κριτης ζωντων και νεκρων.
<scripture passage="Acts 10:43" parsed="|Acts|10|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.43" />
<sup>43</sup>Εις τουτον παντες οι προφηται μαρτυρουσιν, οτι δια του ονοματος αυτου θελει λαβει αφεσιν αμαρτιων πας ο πιστευων εις αυτον.
<scripture passage="Acts 10:44" parsed="|Acts|10|44|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.44" />
<sup>44</sup>Ενω ετι ελαλει ο Πετρος τους λογους τουτους, επηλθε το Πνευμα το Αγιον επι παντας τους ακουοντας τον λογον.
<scripture passage="Acts 10:45" parsed="|Acts|10|45|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.45" />
<sup>45</sup>Και εξεπλαγησαν οι εκ περιτομης πιστοι, οσοι ηλθον μετα του Πετρου, οτι η δωρεα του Αγιου Πνευματος εξεχυθη και επι τα εθνη·
<scripture passage="Acts 10:46" parsed="|Acts|10|46|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.46" />
<sup>46</sup>διοτι ηκουον αυτους λαλουντας γλωσσας και μεγαλυνοντας τον Θεον. Τοτε απεκριθη ο Πετρος·
<scripture passage="Acts 10:47" parsed="|Acts|10|47|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.47" />
<sup>47</sup>Μηπως δυναται τις να εμποδιση το υδωρ, ωστε να μη βαπτισθωσιν ουτοι, οιτινες ελαβον το Πνευμα το Αγιον καθως και ημεις;
<scripture passage="Acts 10:48" parsed="|Acts|10|48|0|0" osisRef="Bible:Acts.10.48" />
<sup>48</sup>Και προσεταξεν αυτους να βαπτισθωσιν εις το ονομα του Κυριου. Τοτε παρεκαλεσαν αυτον να διαμεινη ημερας τινας.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 11" progress="89.27%" prev="Acts.10" next="Acts.12" id="Acts.11">
<h3 id="Acts.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Acts.11-p1">
<scripture passage="Acts 11:1" parsed="|Acts|11|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.1" />
<sup>1</sup>Ηκουσαν δε οι αποστολοι και οι αδελφοι οι οντες εν τη Ιουδαια οτι και τα εθνη εδεχθησαν τον λογον του Θεου.
<scripture passage="Acts 11:2" parsed="|Acts|11|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.2" />
<sup>2</sup>Και οτε ανεβη ο Πετρος εις Ιεροσολυμα, εφιλονεικουν μετ' αυτου οι εκ περιτομης,
<scripture passage="Acts 11:3" parsed="|Acts|11|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.3" />
<sup>3</sup>λεγοντες οτι Εισηλθες προς ανθρωπους απεριτμητους και συνεφαγες μετ' αυτων.
<scripture passage="Acts 11:4" parsed="|Acts|11|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Πετρος ηρχισε και εξεθετε προς αυτους τα γενομενα κατα σειραν, λεγων·
<scripture passage="Acts 11:5" parsed="|Acts|11|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.5" />
<sup>5</sup>Εγω ημην προσευχομενος εν τη πολει Ιοππη, και ειδον οραμα εν εκστασει, σκευος τι καταβαινον ως σινδονα μεγαλην, ητις δεδεμενη απο των τεσσαρων ακρων κατεβιβαζετο εκ του ουρανου και ηλθε μεχρις εμου·
<scripture passage="Acts 11:6" parsed="|Acts|11|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.6" />
<sup>6</sup>εις την οποιαν ατενισας παρετηρουν και ειδον τα τετραποδα της γης και τα θηρια και τα ερπετα και τα πετεινα του ουρανου.
<scripture passage="Acts 11:7" parsed="|Acts|11|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.7" />
<sup>7</sup>Και ηκουσα φωνην λεγουσαν προς εμε· Σηκωθεις, Πετρε, σφαξον και φαγε.
<scripture passage="Acts 11:8" parsed="|Acts|11|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.8" />
<sup>8</sup>Και ειπον· Μη γενοιτο, Κυριε, διοτι ουδεν βεβηλον η ακαθαρτον εισηλθε ποτε εις το στομα μου.
<scripture passage="Acts 11:9" parsed="|Acts|11|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.9" />
<sup>9</sup>Και η φωνη μοι απεκριθη εκ δευτερου εκ του ουρανου· Οσα ο Θεος εκαθαρισε, συ μη λεγε βεβηλα.
<scripture passage="Acts 11:10" parsed="|Acts|11|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.10" />
<sup>10</sup>Εγεινε δε τουτο τρις, και παλιν ανεσυρθησαν απαντα εις τον ουρανον.
<scripture passage="Acts 11:11" parsed="|Acts|11|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.11" />
<sup>11</sup>Και ιδου, τη αυτη ωρα τρεις ανθρωποι εφθασαν εις την οικιαν, εν η ημην, απεσταλμενοι προς εμε απο Καισαρειας.
<scripture passage="Acts 11:12" parsed="|Acts|11|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.12" />
<sup>12</sup>Ειπε δε προς εμε το Πνευμα να υπαγω μετ' αυτων, μηδολως δισταζων. Ηλθον δε μετ' εμου και οι εξ ουτοι αδελφοι, και εισηλθομεν εις τον οικον του ανθρωπου,
<scripture passage="Acts 11:13" parsed="|Acts|11|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.13" />
<sup>13</sup>και απηγγειλε προς ημας πως ειδε τον αγγελον εν τω οικω αυτου, οτι εσταθη και ειπε προς αυτον· Αποστειλον ανθρωπους εις Ιοππην και προσκαλεσον τον Σιμωνα τον επονομαζομενον Πετρον,
<scripture passage="Acts 11:14" parsed="|Acts|11|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.14" />
<sup>14</sup>οστις θελει λαλησει προς σε λογους, δι' ων θελεις σωθη συ και πας ο οικος σου.
<scripture passage="Acts 11:15" parsed="|Acts|11|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.15" />
<sup>15</sup>Και ενω ηρχισα να λαλω, το Πνευμα το Αγιον επηλθεν επ' αυτους καθως και εφ' ημας κατ' αρχας.
<scripture passage="Acts 11:16" parsed="|Acts|11|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.16" />
<sup>16</sup>Τοτε ενεθυμηθην τον λογον του Κυριου, οτι ελεγεν· Ιωαννης μεν εβαπτισεν εν υδατι, σεις ομως θελετε βαπτισθη εν Πνευματι Αγιω.
<scripture passage="Acts 11:17" parsed="|Acts|11|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.17" />
<sup>17</sup>Εαν λοιπον ο Θεος εδωκεν εις αυτους την ισην δωρεαν ως και εις ημας, διοτι επιστευσαν εις τον Κυριον Ιησουν Χριστον, εγω τις ημην ωστε να δυνηθω να εμποδισω τον Θεον;
<scripture passage="Acts 11:18" parsed="|Acts|11|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.18" />
<sup>18</sup>Ακουσαντες δε ταυτα ησυχασαν και εδοξαζον τον Θεον, λεγοντες· Και εις τα εθνη λοιπον εδωκεν ο Θεος την μετανοιαν εις ζωην.
<scripture passage="Acts 11:19" parsed="|Acts|11|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.19" />
<sup>19</sup>Οι μεν λοιπον διασκορπισθεντες εκ του διωγμου του γενομενου δια τον Στεφανον, επερασαν εως Φοινικης και Κυπρου και Αντιοχειας, εις μηδενα κηρυττοντες τον λογον, ειμη μονον εις Ιουδαιους.
<scripture passage="Acts 11:20" parsed="|Acts|11|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.20" />
<sup>20</sup>Ησαν δε τινες εξ αυτων ανδρες Κυπριοι και Κυρηναιοι, οιτινες εισελθοντες εις Αντιοχειαν, ελαλουν προς τους Ελληνιστας, ευαγγελιζομενοι τον Κυριον Ιησουν.
<scripture passage="Acts 11:21" parsed="|Acts|11|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.21" />
<sup>21</sup>Και ητο χειρ Κυριου μετ' αυτων, και πολυ πληθος πιστευσαντες επεστρεψαν εις τον Κυριον.
<scripture passage="Acts 11:22" parsed="|Acts|11|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.22" />
<sup>22</sup>Ηκουσθη δε ο λογος περι αυτων εις τα ωτα της εκκλησιας της εν Ιεροσολυμοις, και εξαπεστειλαν τον Βαρναβαν, δια να περαση εως Αντιοχειας·
<scripture passage="Acts 11:23" parsed="|Acts|11|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.23" />
<sup>23</sup>οστις ελθων και ιδων την χαριν του Θεου, εχαρη και παρεκινει παντας να εμμενωσιν εν σταθεροτητι καρδιας εις τον Κυριον,
<scripture passage="Acts 11:24" parsed="|Acts|11|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.24" />
<sup>24</sup>επειδη ητο ανηρ αγαθος και πληρης Πνευματος Αγιου και πιστεως· και προσετεθη εις τον Κυριον πληθος ικανον.
<scripture passage="Acts 11:25" parsed="|Acts|11|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.25" />
<sup>25</sup>Τοτε εξηλθεν εις Ταρσον ο Βαρναβας, δια να αναζητηση τον Σαυλον,
<scripture passage="Acts 11:26" parsed="|Acts|11|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.26" />
<sup>26</sup>και ευρων αυτον, εφερεν αυτον εις Αντιοχειαν. Και συνελθοντες εις την εκκλησιαν εν ολοκληρον ετος εδιδαξαν πληθος ικανον, και πρωτον εν Αντιοχεια ωνομασθησαν οι μαθηται Χριστιανοι.
<scripture passage="Acts 11:27" parsed="|Acts|11|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.27" />
<sup>27</sup>Εν εκειναις δε ταις ημεραις κατεβησαν απο Ιεροσολυμων προφηται εις Αντιοχειαν·
<scripture passage="Acts 11:28" parsed="|Acts|11|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.28" />
<sup>28</sup>σηκωθεις δε εις εξ αυτων ονοματι Αγαβος, εφανερωσε δια του Πνευματος οτι εμελλε να γεινη μεγαλη πεινα καθ' ολην την οικουμενην· ητις και εγεινεν επι Κλαυδιου Καισαρος.
<scripture passage="Acts 11:29" parsed="|Acts|11|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.29" />
<sup>29</sup>Οθεν οι μαθηται απεφασισαν, εκαστος αυτων κατα την εαυτου καταστασιν, να πεμψωσι βοηθειαν προς τους αδελφους τους κατοικουντας εν τη Ιουδαια·
<scripture passage="Acts 11:30" parsed="|Acts|11|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.11.30" />
<sup>30</sup>το οποιον και εκαμον αποστειλαντες αυτην προς τους πρεσβυτερους δια χειρος Βαρναβα και Σαυλου.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 12" progress="89.35%" prev="Acts.11" next="Acts.13" id="Acts.12">
<h3 id="Acts.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Acts.12-p1">
<scripture passage="Acts 12:1" parsed="|Acts|12|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.1" />
<sup>1</sup>Κατ' εκεινον δε τον καιρον επεχειρησεν Ηρωδης ο βασιλευς να κακοποιηση τινας απο της εκκλησιας.
<scripture passage="Acts 12:2" parsed="|Acts|12|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.2" />
<sup>2</sup>Εφονευσε δε δια μαχαιρας Ιακωβον τον αδελφον του Ιωαννου.
<scripture passage="Acts 12:3" parsed="|Acts|12|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.3" />
<sup>3</sup>Και ιδων οτι ητο αρεστον εις τους Ιουδαιους, προσεθεσε να συλλαβη και τον Πετρον· ησαν δε αι ημεραι των αζυμων·
<scripture passage="Acts 12:4" parsed="|Acts|12|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.4" />
<sup>4</sup>τον οποιον και πιασας εβαλεν εις φυλακην, παραδωσας αυτον εις τεσσαρας τετραδας στρατιωτων δια να φυλαττωσιν αυτον, θελων μετα το πασχα να παραστηση αυτον εις τον λαον.
<scripture passage="Acts 12:5" parsed="|Acts|12|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.5" />
<sup>5</sup>Ο μεν λοιπον Πετρος εφυλαττετο εν τη φυλακη· εγινετο δε υπο της εκκλησιας ακαταπαυστος προσευχη προς τον Θεον υπερ αυτου.
<scripture passage="Acts 12:6" parsed="|Acts|12|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.6" />
<sup>6</sup>Οτε δε εμελλεν ο Ηρωδης να παραστηση αυτον, την νυκτα εκεινην ο Πετρος εκοιματο μεταξυ δυο στρατιωτων δεδεμενος με δυο αλυσεις, και φυλακες εμπροσθεν της θυρας εφυλαττον το δεσμωτηριον.
<scripture passage="Acts 12:7" parsed="|Acts|12|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.7" />
<sup>7</sup>Και ιδου, αγγελος Κυριου ηλθεν εξαιφνης και φως ελαμψεν εν τω οικηματι· κτυπησας δε την πλευραν του Πετρου εξυπνησεν αυτον, λεγων· Σηκωθητι ταχεως. Και επεσον αι αλυσεις αυτου εκ των χειρων.
<scripture passage="Acts 12:8" parsed="|Acts|12|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.8" />
<sup>8</sup>Και ειπεν ο αγγελος προς αυτον· Περιζωσθητι και υποδησον τα σανδαλια σου. Και εκαμεν ουτω. Και λεγει προς αυτον· Φορεσον το ιματιον σου και ακολουθει μοι.
<scripture passage="Acts 12:9" parsed="|Acts|12|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.9" />
<sup>9</sup>Και εξελθων ηκολουθει αυτον, και δεν ηξευρεν οτι το γινομενον δια του αγγελου ητο αληθινον, αλλ' ενομιζεν οτι βλεπει οραμα.
<scripture passage="Acts 12:10" parsed="|Acts|12|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.10" />
<sup>10</sup>Αφου δε επερασαν πρωτην και δευτεραν φρουραν, ηλθον εις την πυλην την σιδηραν την φερουσαν εις την πολιν, ητις αφ' εαυτης ηνοιχθη εις αυτους, και εξελθοντες διεπερασαν οδον μιαν, και ευθυς ο αγγελος ανεχωρησεν απ' αυτου.
<scripture passage="Acts 12:11" parsed="|Acts|12|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.11" />
<sup>11</sup>Και ο Πετρος συνελθων εις εαυτον, ειπε· Τωρα γνωριζω αληθως οτι Κυριος εξαπεστειλε τον αγγελον αυτου και με ηλευθερωσεν εκ της χειρος του Ηρωδου και ολης της ελπιδος του λαου των Ιουδαιων.
<scripture passage="Acts 12:12" parsed="|Acts|12|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.12" />
<sup>12</sup>Και αφου εσκεφθη, ηλθεν εις την οικιαν Μαριας της μητρος του Ιωαννου του επονομαζομενου Μαρκου, οπου ησαν ικανοι συνηθροισμενοι και προσευχομενοι.
<scripture passage="Acts 12:13" parsed="|Acts|12|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.13" />
<sup>13</sup>Οτε δε ο Πετρος εκρουσε την θυραν του προαυλιου, προσηλθε θεραπαινα ονομαζομενη Ροδη, δια να ακουση,
<scripture passage="Acts 12:14" parsed="|Acts|12|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.14" />
<sup>14</sup>και γνωρισασα την φωνην του Πετρου απο της χαρας δεν ηνοιξε την πυλην, αλλ' ετρεξε και απηγγειλεν οτι ο Πετρος ισταται εμπροσθεν της πυλης.
<scripture passage="Acts 12:15" parsed="|Acts|12|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.15" />
<sup>15</sup>Οι δε ειπον προς αυτην· Παραφρονεις. Εκεινη ομως διισχυριζετο οτι ουτως εχει. Οι δε ελεγον· Ο αγγελος αυτου ειναι.
<scripture passage="Acts 12:16" parsed="|Acts|12|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.16" />
<sup>16</sup>Ο δε Πετρος επεμενε κρουων. Και ανοιξαντες ειδον αυτον και εξεπλαγησαν.
<scripture passage="Acts 12:17" parsed="|Acts|12|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.17" />
<sup>17</sup>Και σεισας εις αυτους την χειρα δια να σιωπησωσι, διηγηθη προς αυτους πως ο Κυριος εξηγαγεν αυτον εκ της φυλακης, και ειπεν· Απαγγειλατε ταυτα προς τον Ιακωβον και τους αδελφους. Και εξελθων υπηγεν εις αλλον τοπον.
<scripture passage="Acts 12:18" parsed="|Acts|12|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.18" />
<sup>18</sup>Αφου δε εξημερωσεν, ητο ταραχη ουκ ολιγη μεταξυ των στρατιωτων τι αρα εγεινεν ο Πετρος.
<scripture passage="Acts 12:19" parsed="|Acts|12|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Ηρωδης, αφου εζητησεν αυτον και δεν ευρεν, ανακρινας τους φυλακας προσεταξε να θανατωθωσι, και καταβας απο της Ιουδαιας εις την Καισαρειαν, διετριβεν εκει.
<scripture passage="Acts 12:20" parsed="|Acts|12|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.20" />
<sup>20</sup>Ητο δε ο Ηρωδης σφοδρα ωργισμενος κατα των Τυριων και Σιδωνιων· ηλθον δε προς αυτον ομοθυμαδον, και πεισαντες τον Βλαστον τον επι του κοιτωνος του βασιλεως, εζητουν ειρηνην, διοτι ο τοπος αυτων ετρεφετο απο του βασιλικου.
<scripture passage="Acts 12:21" parsed="|Acts|12|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.21" />
<sup>21</sup>Και εν ημερα ωρισμενη ενδυθεις ο Ηρωδης βασιλικην στολην και καθησας επι του θρονου, εδημηγορει προς αυτους.
<scripture passage="Acts 12:22" parsed="|Acts|12|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.22" />
<sup>22</sup>Ο δε λαος επεφωνει· Θεου φωνη και ουχι ανθρωπου.
<scripture passage="Acts 12:23" parsed="|Acts|12|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.23" />
<sup>23</sup>Και παρευθυς επαταξεν αυτον αγγελος Κυριου, διοτι δεν εδωκε την δοξαν εις τον Θεον, και γενομενος σκωληκοβρωτος εξεψυχησεν.
<scripture passage="Acts 12:24" parsed="|Acts|12|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.24" />
<sup>24</sup>Ο δε λογος του Θεου ηυξανε και επληθυνετο.
<scripture passage="Acts 12:25" parsed="|Acts|12|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.12.25" />
<sup>25</sup>Ο δε Βαρναβας και ο Σαυλος υπεστρεψαν εξ Ιερουσαλημ αφου εξεπληρωσαν την διακονιαν αυτων, παραλαβοντες μεθ' εαυτων και τον Ιωαννην τον επονομασθεντα Μαρκον.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 13" progress="89.44%" prev="Acts.12" next="Acts.14" id="Acts.13">
<h3 id="Acts.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Acts.13-p1">
<scripture passage="Acts 13:1" parsed="|Acts|13|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.1" />
<sup>1</sup>Ησαν δε εν Αντιοχεια εν τη υπαρχουση εκκλησια προφηται τινες και διδασκαλοι, ο Βαρναβας και Συμεων ο καλουμενος Νιγερ, και Λουκιος ο Κυρηναιος, και Μαναην ο συνανατραφεις μετα του Ηρωδου του τετραρχου, και ο Σαυλος.
<scripture passage="Acts 13:2" parsed="|Acts|13|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.2" />
<sup>2</sup>Και ενω υπηρετουν εις τον Κυριον και ενηστευον, ειπε το Πνευμα το Αγιον· Χωρισατε εις εμε τον Βαρναβαν και τον Σαυλον δια το εργον, εις το οποιον προσεκαλεσα αυτους.
<scripture passage="Acts 13:3" parsed="|Acts|13|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.3" />
<sup>3</sup>Τοτε αφου ενηστευσαν και προσευχηθησαν και επεθεσαν τας χειρας επ' αυτους, απεστειλαν.
<scripture passage="Acts 13:4" parsed="|Acts|13|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.4" />
<sup>4</sup>Ουτοι λοιπον πεμφθεντες υπο του Πνευματος του Αγιου, κατεβησαν εις την Σελευκειαν και εκειθεν απεπλευσαν εις την Κυπρον,
<scripture passage="Acts 13:5" parsed="|Acts|13|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.5" />
<sup>5</sup>και οτε ηλθον εις την Σαλαμινα, εκηρυττον τον λογον του Θεου εν ταις συναγωγαις των Ιουδαιων· ειχον δε και τον Ιωαννην υπηρετην.
<scripture passage="Acts 13:6" parsed="|Acts|13|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.6" />
<sup>6</sup>Και αφου διηλθον την νησον μεχρι της Παφου, ευρον τινα μαγον ψευδοπροφητην Ιουδαιον ονομαζομενον Βαριησουν,
<scripture passage="Acts 13:7" parsed="|Acts|13|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.7" />
<sup>7</sup>οστις ητο μετα του ανθυπατου Σεργιου Παυλου, ανδρος συνετου. Ουτος προσκαλεσας τον Βαρναβαν και Σαυλον, εζητησε να ακουση τον λογον του Θεου·
<scripture passage="Acts 13:8" parsed="|Acts|13|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.8" />
<sup>8</sup>ανθιστατο δε εις αυτους Ελυμας ο μαγος, διοτι ουτω μεθερμηνευεται το ονομα αυτου, ζητων να αποτρεψη τον ανθυπατον απο της πιστεως.
<scripture passage="Acts 13:9" parsed="|Acts|13|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.9" />
<sup>9</sup>Πλην ο Σαυλος, ο και Παυλος, πλησθεις Πνευματος Αγιου και ατενισας εις αυτον,
<scripture passage="Acts 13:10" parsed="|Acts|13|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.10" />
<sup>10</sup>ειπεν· Ω πληρης παντος δολου και πασης ραδιουργιας, υιε του διαβολου, εχθρε πασης δικαιοσυνης, δεν θελεις παυσει διαστρεφων τας ευθειας οδους του Κυριου;
<scripture passage="Acts 13:11" parsed="|Acts|13|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.11" />
<sup>11</sup>Και τωρα ιδου, χειρ του Κυριου ειναι κατα σου, και θελεις εισθαι τυφλος, μη βλεπων τον ηλιον μεχρι καιρου. Και παρευθυς επεπεσεν επ' αυτον αμαυρωσις και σκοτος, και περιστρεφομενος εζητει χειραγωγους.
<scripture passage="Acts 13:12" parsed="|Acts|13|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ιδων ο ανθυπατος το γεγονος επιστευσεν, εκπληττομενος εις την διδαχην του Κυριου.
<scripture passage="Acts 13:13" parsed="|Acts|13|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.13" />
<sup>13</sup>Αποπλευσαντες δε απο της Παφου ο Παυλος και οι περι αυτον ηλθον εις την Περγην της Παμφυλιας· ο δε Ιωαννης, χωρισθεις απ' αυτων, υπεστρεψεν εις τα Ιεροσολυμα.
<scripture passage="Acts 13:14" parsed="|Acts|13|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.14" />
<sup>14</sup>Αυτοι δε περασαντες απο της Περγης, εφθασαν εις Αντιοχειαν της Πισιδιας, και εισελθοντες εις την συναγωγην τη ημερα του σαββατου εκαθησαν.
<scripture passage="Acts 13:15" parsed="|Acts|13|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.15" />
<sup>15</sup>Και μετα την αναγνωσιν του νομου και των προφητων απεστειλαν εις αυτους οι αρχισυναγωγοι, λεγοντες· Ανδρες αδελφοι, εαν εχητε λογον τινα προτροπης εις τον λαον, λεγετε.
<scripture passage="Acts 13:16" parsed="|Acts|13|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.16" />
<sup>16</sup>Σηκωθεις δε ο Παυλος και σεισας την χειρα, ειπεν· Ανδρες Ισραηλιται και οι φοβουμενοι τον Θεον, ακουσατε.
<scripture passage="Acts 13:17" parsed="|Acts|13|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.17" />
<sup>17</sup>Ο Θεος του λαου τουτου Ισραηλ εξελεξε τους πατερας ημων και υψωσε τον λαον παροικουντα εν γη Αιγυπτου, και μετα βραχιονος υψηλου εξηγαγεν αυτους εξ αυτης,
<scripture passage="Acts 13:18" parsed="|Acts|13|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.18" />
<sup>18</sup>και εως τεσσαρακοντα ετη υπεφερε τους τροπους αυτων εν τη ερημω,
<scripture passage="Acts 13:19" parsed="|Acts|13|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.19" />
<sup>19</sup>και αφου κατεστρεψεν επτα εθνη εν γη Χανααν, διεμερισεν εις αυτους κατα κληρον την γην αυτων.
<scripture passage="Acts 13:20" parsed="|Acts|13|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.20" />
<sup>20</sup>Και μετα ταυτα ως τετρακοσια και πεντηκοντα περιπου ετη εδωκεν εις αυτους κριτας εως Σαμουηλ του προφητου.
<scripture passage="Acts 13:21" parsed="|Acts|13|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.21" />
<sup>21</sup>Και επειτα εζητησαν βασιλεα, και εδωκεν εις αυτους ο Θεος τον Σαουλ, υιον του Κις, ανδρα εκ της φυλης Βενιαμιν, τεσσαρακοντα ετη·
<scripture passage="Acts 13:22" parsed="|Acts|13|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.22" />
<sup>22</sup>και μεταστησας αυτον, ανεστησεν εις αυτους βασιλεα τον Δαβιδ, περι του οποιου και ειπε μαρτυρησας· Ευρον Δαβιδ τον του Ιεσσαι, ανδρα κατα την καρδιαν μου, οστις θελει καμει παντα τα θεληματα μου.
<scripture passage="Acts 13:23" parsed="|Acts|13|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.23" />
<sup>23</sup>Απο του σπερματος τουτου ο Θεος κατα την επαγγελιαν αυτου ανεστησεν εις τον Ισραηλ σωτηρα τον Ιησουν,
<scripture passage="Acts 13:24" parsed="|Acts|13|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.24" />
<sup>24</sup>αφου ο Ιωαννης προ της ελευσεως αυτου προεκηρυξε βαπτισμα μετανοιας εις παντα τον λαον του Ισραηλ.
<scripture passage="Acts 13:25" parsed="|Acts|13|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.25" />
<sup>25</sup>Και ενω ο Ιωαννης ετελειονε τον δρομον αυτου, ελεγε· Τινα με στοχαζεσθε οτι ειμαι; δεν ειμαι εγω, αλλ' ιδου, ερχεται μετ' εμε εκεινος, του οποιου δεν ειμαι αξιος να λυσω το υποδημα των ποδων.
<scripture passage="Acts 13:26" parsed="|Acts|13|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.26" />
<sup>26</sup>Ανδρες αδελφοι, υιοι του γενους του Αβρααμ και οι εν υμιν φοβουμενοι τον Θεον, προς εσας απεσταλη ο λογος της σωτηριας ταυτης.
<scripture passage="Acts 13:27" parsed="|Acts|13|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.27" />
<sup>27</sup>Διοτι οι κατοικουντες εν Ιερουσαλημ και οι αρχοντες αυτων, μη γνωρισαντες τουτον μηδε τας ρησεις των προφητων, τας αναγινωσκομενας κατα παν σαββατον, επληρωσαν αυτας κριναντες τουτον,
<scripture passage="Acts 13:28" parsed="|Acts|13|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.28" />
<sup>28</sup>και μη ευροντες μηδεμιαν αιτιαν θανατου, εζητησαν παρα του Πιλατου να θανατωθη.
<scripture passage="Acts 13:29" parsed="|Acts|13|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.29" />
<sup>29</sup>Αφου δε ετελειωσαν παντα τα περι αυτου γεγραμμενα, καταβιβασαντες αυτον απο του ξυλου εθεσαν εις μνημειον.
<scripture passage="Acts 13:30" parsed="|Acts|13|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.30" />
<sup>30</sup>Ο Θεος ομως ανεστησεν αυτον εκ νεκρων·
<scripture passage="Acts 13:31" parsed="|Acts|13|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.31" />
<sup>31</sup>οστις εφανη επι πολλας ημερας εις τους μετ' αυτου αναβαντας απο της Γαλιλαιας εις Ιερουσαλημ, οιτινες ειναι μαρτυρες αυτου προς τον λαον.
<scripture passage="Acts 13:32" parsed="|Acts|13|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.32" />
<sup>32</sup>Και ημεις ευαγγελιζομεθα προς εσας την γενομενην εις τους πατερας επαγγελιαν,
<scripture passage="Acts 13:33" parsed="|Acts|13|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.33" />
<sup>33</sup>οτι ταυτην ο Θεος εξεπληρωσεν εις ημας τα τεκνα αυτων, αναστησας τον Ιησουν, ως ειναι γεγραμμενον και εν τω ψαλμω τω δευτερω· Υιος μου εισαι συ, εγω σημερον σε εγεννησα.
<scripture passage="Acts 13:34" parsed="|Acts|13|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.34" />
<sup>34</sup>Οτι δε ανεστησεν αυτον εκ νεκρων, μη μελλοντα πλεον να υποστρεψη εις την διαφθοραν, λεγει ουτως, οτι θελω σας δωσει τα ελεη του Δαβιδ τα πιστα.
<scripture passage="Acts 13:35" parsed="|Acts|13|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.35" />
<sup>35</sup>Δια τουτο και εν αλλω ψαλμω λεγει· Δεν θελεις αφησει τον οσιον σου να ιδη διαφθοραν.
<scripture passage="Acts 13:36" parsed="|Acts|13|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.36" />
<sup>36</sup>Διοτι ο μεν Δαβιδ, αφου υπηρετησε την βουλην του Θεου εν τη γενεα αυτου, εκοιμηθη και προσετεθη εις τους πατερας αυτου και ειδε διαφθοραν·
<scripture passage="Acts 13:37" parsed="|Acts|13|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.37" />
<sup>37</sup>εκεινος ομως, τον οποιον ο Θεος ανεστησε, δεν ειδε διαφθοραν.
<scripture passage="Acts 13:38" parsed="|Acts|13|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.38" />
<sup>38</sup>Εστω λοιπον γνωστον εις εσας, ανδρες αδελφοι, οτι δια τουτου κηρυττεται προς εσας αφεσις αμαρτιων.
<scripture passage="Acts 13:39" parsed="|Acts|13|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.39" />
<sup>39</sup>Και απο παντων, αφ' οσων δεν ηδυνηθητε δια του νομου του Μωυσεως να δικαιωθητε, δια τουτου πας ο πιστευων δικαιουται.
<scripture passage="Acts 13:40" parsed="|Acts|13|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.40" />
<sup>40</sup>Βλεπετε λοιπον μη επελθη εφ' υμας το λαληθεν υπο των προφητων·
<scripture passage="Acts 13:41" parsed="|Acts|13|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.41" />
<sup>41</sup>Ιδετε, οι καταφρονηται, και θαυμασατε και αφανισθητε, διοτι εργον εγω εργαζομαι εν ταις ημεραις υμων, εργον, εις το οποιον δεν θελετε πιστευσει, εαν τις διηγηθη εις εσας.
<scripture passage="Acts 13:42" parsed="|Acts|13|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.42" />
<sup>42</sup>Ενω δε εξηρχοντο εκ της συναγωγης των Ιουδαιων, παρεκαλουν τα εθνη να κηρυχθωσιν εις αυτους οι λογοι ουτοι το ακολουθον σαββατον.
<scripture passage="Acts 13:43" parsed="|Acts|13|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.43" />
<sup>43</sup>Και αφου ελυθη η συναγωγη, πολλοι εκ των Ιουδαιων και των ευσεβων προσηλυτων ηκολουθησαν τον Παυλον και τον Βαρναβαν, οιτινες λαλουντες προς αυτους, επειθον αυτους να εμμενωσιν εις την χαριν του Θεου.
<scripture passage="Acts 13:44" parsed="|Acts|13|44|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.44" />
<sup>44</sup>το δε ερχομενον σαββατον σχεδον ολη η πολις συνηχθη δια να ακουσωσι τον λογον του Θεου.
<scripture passage="Acts 13:45" parsed="|Acts|13|45|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.45" />
<sup>45</sup>Ιδοντες δε οι Ιουδαιοι τα πλη0η, επλησθηααν φθονου και ηναντιουντο εις τα υπο του Παυλου λεγομενα, αντιλεγοντες και βλασφημουντες.
<scripture passage="Acts 13:46" parsed="|Acts|13|46|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.46" />
<sup>46</sup>Ο Παυλος δε και ο Βαρναβας, λαλουντες μετα παρρησιας, ειπον· Εις εσας πρωτον ητο αναγκαιον να λαληθη ο λογος του Θεου· αλλ' επειδη απορριπτετε αυτον και δεν κρινετε εαυτους αξιους της αιωνιου ζωης, ιδου, στρεφομεθα εις τα εθνη·
<scripture passage="Acts 13:47" parsed="|Acts|13|47|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.47" />
<sup>47</sup>διοτι ουτω προσεταξεν ημας ο Κυριος, λεγων· Σε εθεσα φως των εθνων, δια να ησαι προς σωτηριαν εως εσχατου της γης.
<scripture passage="Acts 13:48" parsed="|Acts|13|48|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.48" />
<sup>48</sup>Και οι εθνικοι ακουσαντες εχαιρον και εδοξαζον τον λογον του Κυριου, και επιστευσαν οσοι ησαν ωρισμενοι δια την αιωνιον ζωην·
<scripture passage="Acts 13:49" parsed="|Acts|13|49|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.49" />
<sup>49</sup>και ο λογος του Κυριου διεδιδετο δι' ολου του τοπου.
<scripture passage="Acts 13:50" parsed="|Acts|13|50|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.50" />
<sup>50</sup>Οι δε Ιουδαιοι παρεκινησαν τας ευλαβεις και επισημους γυναικας και τους πρωτους της πολεως και διηγειραν διωγμον κατα του Παυλου και του Βαρναβα, και εξεβαλον αυτους απο των οριων αυτων.
<scripture passage="Acts 13:51" parsed="|Acts|13|51|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.51" />
<sup>51</sup>Εκεινοι δε εκτιναξαντες τον κονιορτον των ποδων αυτων επ' αυτους, ηλθον εις το Ικονιον.
<scripture passage="Acts 13:52" parsed="|Acts|13|52|0|0" osisRef="Bible:Acts.13.52" />
<sup>52</sup>Και οι μαθηται επληρουντο χαρας και Πνευματος Αγιου.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 14" progress="89.59%" prev="Acts.13" next="Acts.15" id="Acts.14">
<h3 id="Acts.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Acts.14-p1">
<scripture passage="Acts 14:1" parsed="|Acts|14|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.1" />
<sup>1</sup>Εν δε τω Ικονιω εισελθοντες ομου εις την συναγωγην των Ιουδαιων, ελαλησαν ουτως ωστε επιστευσε πολυ πληθος Ιουδαιων τε και Ελληνων.
<scripture passage="Acts 14:2" parsed="|Acts|14|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.2" />
<sup>2</sup>Οσοι δε Ιουδαιοι δεν επειθοντο παρωξυναν και διεστρεψαν τας ψυχας των εθνικων κατα των αδελφων.
<scripture passage="Acts 14:3" parsed="|Acts|14|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.3" />
<sup>3</sup>Ικανον λοιπον καιρον διετριψαν λαλουντες μετα παρρησιας περι του Κυριου, οστις εμαρτυρει εις τον λογον της χαριτος αυτου, και εδιδε να γινωνται σημεια και τερατα δια των χειρων αυτων.
<scripture passage="Acts 14:4" parsed="|Acts|14|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.4" />
<sup>4</sup>Εσχισθη δε το πληθος της πολεως, και οι μεν ησαν μετα των Ιουδαιων, οι δε μετα των αποστολων.
<scripture passage="Acts 14:5" parsed="|Acts|14|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ωρμησαν οι εθνικοι και οι Ιουδαιοι μετα των αρχοντων αυτων εις το να υβρισωσι και να λιθοβολησωσιν αυτους,
<scripture passage="Acts 14:6" parsed="|Acts|14|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.6" />
<sup>6</sup>εννοησαντες κατεφυγον εις τας πολεις της Λυκαονιας Λυστραν και Δερβην και τα περιχωρα,
<scripture passage="Acts 14:7" parsed="|Acts|14|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.7" />
<sup>7</sup>και εκει εκηρυττον το ευαγγελιον.
<scripture passage="Acts 14:8" parsed="|Acts|14|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.8" />
<sup>8</sup>Εν δε τοις Λυστροις εκαθητο ανηρ τις αδυνατος τους ποδας, χωλος υπαρχων εκ κοιλιας μητρος αυτου, οστις ποτε δεν ειχε περιπατησει.
<scripture passage="Acts 14:9" parsed="|Acts|14|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.9" />
<sup>9</sup>Ουτος ηκουε τον Παυλον λαλουντα· οστις ατενισας εις αυτον και ιδων οτι εχει πιστιν δια να σωθη,
<scripture passage="Acts 14:10" parsed="|Acts|14|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.10" />
<sup>10</sup>ειπε μετα μεγαλης φωνης· Σηκωθητι επι τους ποδας σου ορθος. Και επηδα και περιεπατει.
<scripture passage="Acts 14:11" parsed="|Acts|14|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.11" />
<sup>11</sup>Οι δε οχλοι, ιδοντες τουτο το οποιον εκαμεν ο Παυλος, υψωσαν την φωνην αυτων, λεγοντες Λυκαονιστι· Οι θεοι ομοιωθεντες με ανθρωπους κατεβησαν προς ημας.
<scripture passage="Acts 14:12" parsed="|Acts|14|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.12" />
<sup>12</sup>Και ωνομαζον τον μεν Βαρναβαν Δια, τον δε Παυλον Ερμην, επειδη αυτος ητο ο αρχηγος του λογου.
<scripture passage="Acts 14:13" parsed="|Acts|14|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.13" />
<sup>13</sup>Και ο ιερευς του Διος, του οντος εμπροσθεν της πολεως αυτων, εφερε ταυρους και στεμματα εις τας πυλας μετα του οχλου και ηθελε να προσφερη θυσιαν.
<scripture passage="Acts 14:14" parsed="|Acts|14|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.14" />
<sup>14</sup>Ακουσαντες δε οι αποστολοι Βαρναβας και Παυλος, διεσχισαν τα ιματια αυτων και επηδησαν εις το μεσον του οχλου, κραζοντες
<scripture passage="Acts 14:15" parsed="|Acts|14|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.15" />
<sup>15</sup>και λεγοντες· Ανδρες, τι καμνετε ταυτα; και ημεις ειμεθα ανθρωποι ομοιοπαθεις με σας, κηρυττοντες προς εσας να επιστρεψητε απο τουτων των ματαιων προς τον Θεον τον ζωντα, οστις εκαμε τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοις·
<scripture passage="Acts 14:16" parsed="|Acts|14|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.16" />
<sup>16</sup>οστις εν ταις παρελθουσαις γενεαις αφηκε παντα τα εθνη να περιπατωσιν εν ταις οδοις αυτων.
<scripture passage="Acts 14:17" parsed="|Acts|14|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.17" />
<sup>17</sup>καιτοι δεν αφηκεν αμαρτυρητον εαυτον αγαθαποιων, διδων εις ημας ουρανοθεν βροχας και καιρους καρποφορους, γεμιζων τροφης και ευφροσυνης τας καρδιας ημων.
<scripture passage="Acts 14:18" parsed="|Acts|14|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.18" />
<sup>18</sup>Και ταυτα λεγοντες μολις εμποδισαν τους οχλους, ωστε να μη προσφερωσι θυσιαν εις αυτους.
<scripture passage="Acts 14:19" parsed="|Acts|14|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.19" />
<sup>19</sup>Εν τουτω δε ηλθον Ιουδαιοι εξ Αντιοχειας και Ικονιου, και πεισαντες τους οχλους και λιθοβολησαντες τον Παυλον, εσυραν εξω της πολεως, νομισαντες οτι απεθανεν.
<scripture passage="Acts 14:20" parsed="|Acts|14|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.20" />
<sup>20</sup>Οτε δε περιεκυκλωσαν αυτον οι μαθηται, σηκωθεις εισηλθεν εις την πολιν και τη επαυριον εξηλθε μετα του Βαρναβα εις Δερβην.
<scripture passage="Acts 14:21" parsed="|Acts|14|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.21" />
<sup>21</sup>Και αφου εκηρυξαν το ευαγγελιον εν τη πολει εκεινη και εμαθητευσαν ικανους, υπεστρεψαν εις την Λυστραν και Ικονιον και Αντιοχειαν,
<scripture passage="Acts 14:22" parsed="|Acts|14|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.22" />
<sup>22</sup>επιστηριζοντες τας ψυχας των μαθητων, προτρεποντες να εμμενωσιν εις την πιστιν, και διδασκοντες οτι δια πολλων θλιψεων πρεπει να εισελθωμεν εις την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Acts 14:23" parsed="|Acts|14|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.23" />
<sup>23</sup>Και αφου εχειροτονησαν εις αυτους πρεσβυτερους κατα πασαν εκκλησιαν, προσευχηθεντες με νηστειας, αφιερωσαν αυτους εις τον Κυριον, εις τον οποιον ειχον πιστευσει.
<scripture passage="Acts 14:24" parsed="|Acts|14|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.24" />
<sup>24</sup>Και διελθοντες την Πισιδιαν ηλθον εις Παμφυλιαν,
<scripture passage="Acts 14:25" parsed="|Acts|14|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.25" />
<sup>25</sup>και κηρυξαντες τον λογον εν Περγη, κατεβησαν εις Ατταλειαν,
<scripture passage="Acts 14:26" parsed="|Acts|14|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.26" />
<sup>26</sup>και εκειθεν απεπλευσαν εις Αντιοχειαν, οθεν ησαν παραδεδομενοι εις την χαριν του Θεου δια το εργον, το οποιον εξετελεσαν.
<scripture passage="Acts 14:27" parsed="|Acts|14|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.27" />
<sup>27</sup>Ελθοντες δε και συναξαντες την εκκλησιαν, ανηγγειλαν οσα εκαμεν ο Θεος δι' αυτων, και οτι ηνοιξεν εις τα εθνη θυραν πιστεως.
<scripture passage="Acts 14:28" parsed="|Acts|14|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.14.28" />
<sup>28</sup>Και διετριβον εκει ουκ ολιγον καιρον μετα των μαθητων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 15" progress="89.67%" prev="Acts.14" next="Acts.16" id="Acts.15">
<h3 id="Acts.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Acts.15-p1">
<scripture passage="Acts 15:1" parsed="|Acts|15|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.1" />
<sup>1</sup>Και τινες κατελθοντες απο της Ιουδαιας εδιδασκον τους αδελφους, οτι εαν δεν περιτεμνησθε κατα το εθος του Μωυσεως, δεν δυνασθε να σωθητε.
<scripture passage="Acts 15:2" parsed="|Acts|15|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.2" />
<sup>2</sup>Γενομενης λοιπον αντιστασεως και συζητησεως ουκ ολιγης υπο του Παυλου και Βαρναβα προς αυτους, ενεκριναν να αναβη ο Παυλος και ο Βαρναβας και τινες αλλοι εξ αυτων προς τους αποστολους και πρεσβυτερους εις Ιερουσαλημ περι του ζητηματος τουτου.
<scripture passage="Acts 15:3" parsed="|Acts|15|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.3" />
<sup>3</sup>Εκεινοι λοιπον προπεμφθεντες υπο της εκκλησιας, διηρχοντο την Φοινικην και Σαμαρειαν, εκδιηγουμενοι την επιστροφην των εθνων, και επροξενουν χαραν μεγαλην εις παντας τους αδελφους.
<scripture passage="Acts 15:4" parsed="|Acts|15|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.4" />
<sup>4</sup>Οτε δε ηλθον εις Ιερουσαλημ, υπεδεχθησαν υπο της εκκλησιας και των αποστολων και των πρεσβυτερων, και ανηγγειλαν οσα ο Θεος εκαμε δι' αυτων.
<scripture passage="Acts 15:5" parsed="|Acts|15|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.5" />
<sup>5</sup>Εσηκωθησαν δε τινες των απο της αιρεσεως των Φαρισαιων, οιτινες ειχον πιστευσει, και ελεγον οτι πρεπει να περιτεμνωμεν αυτους και να παραγγελλωμεν να φυλαττωσι τον νομον του Μωυσεως.
<scripture passage="Acts 15:6" parsed="|Acts|15|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.6" />
<sup>6</sup>Και συνηχθησαν οι αποστολοι και οι πρεσβυτεροι, δια να σκεφθωσι περι του πραγματος τουτου.
<scripture passage="Acts 15:7" parsed="|Acts|15|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.7" />
<sup>7</sup>Μετα δε πολλην συζητησιν σηκωθεις ο Πετρος, ειπε προς αυτους· Ανδρες αδελφοι, σεις εξευρετε οτι απ' αρχης ο Θεος εξελεξε μεταξυ ημων δια του στοματος μου να ακουσωσι τα εθνη τον λογον του ευαγγελιου και να πιστευσωσι.
<scripture passage="Acts 15:8" parsed="|Acts|15|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.8" />
<sup>8</sup>Και ο καρδιογνωστης Θεος εδωκεν εις αυτους μαρτυριαν, χαρισας εις αυτους το Πνευμα το Αγιον καθως και εις ημας,
<scripture passage="Acts 15:9" parsed="|Acts|15|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.9" />
<sup>9</sup>και δεν εκαμεν ουδεμιαν διακρισιν μεταξυ ημων και αυτων, καθαρισας τας καρδιας αυτων δια της πιστεως.
<scripture passage="Acts 15:10" parsed="|Acts|15|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.10" />
<sup>10</sup>Τωρα λοιπον δια τι πειραζετε τον Θεον, επιβαλλοντες ζυγον εις τον τραχηλον των μαθητων, τον οποιον ουτε οι πατερες ημων ουτε ημεις δεν ηδυνηθημεν να βαστασωμεν;
<scripture passage="Acts 15:11" parsed="|Acts|15|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.11" />
<sup>11</sup>Αλλα δια της χαριτος του Κυριου Ιησου Χριστου πιστευομεν οτι θελομεν σωθη καθ' ον τροπον και εκεινοι.
<scripture passage="Acts 15:12" parsed="|Acts|15|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.12" />
<sup>12</sup>Εσιωπησε δε παν το πληθος και ηκουον τον Βαρναβαν και τον Παυλον εξιστορουντας οσα σημεια και τερατα εκαμεν ο Θεος δι' αυτων μεταξυ των εθνων.
<scripture passage="Acts 15:13" parsed="|Acts|15|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.13" />
<sup>13</sup>Και αφου αυτοι εσιωπησαν, απεκριθη ο Ιακωβος, λεγων· Ανδρες αδελφοι, ακουσατε μου.
<scripture passage="Acts 15:14" parsed="|Acts|15|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.14" />
<sup>14</sup>Ο Συμεων εφανερωσε τινι τροπω κατ' αρχας ο Θεος επεσκεφθη τα εθνη ωστε να λαβη εξ αυτων λαον δια το ονομα αυτου.
<scripture passage="Acts 15:15" parsed="|Acts|15|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.15" />
<sup>15</sup>Και με τουτο συμφωνουσιν οι λογοι των προφητων, καθως ειναι γεγραμμενον·
<scripture passage="Acts 15:16" parsed="|Acts|15|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.16" />
<sup>16</sup>Μετα ταυτα θελω επιστρεψει και θελω ανοικοδομησει την σκηνην του Δαβιδ την πεπτωκυιαν, και τα κατηδαφισμενα αυτης θελω ανοικοδομησει και θελω ανορθωσει αυτην,
<scripture passage="Acts 15:17" parsed="|Acts|15|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.17" />
<sup>17</sup>δια να εκζητησωσι τον Κυριον οι λοιποι των ανθρωπων, και παντα τα εθνη, επι τα οποια καλειται το ονομα μου, λεγει Κυριος ο ποιων ταυτα παντα.
<scripture passage="Acts 15:18" parsed="|Acts|15|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.18" />
<sup>18</sup>Απ' αιωνος ειναι γνωστα εις τον Θεον παντα τα εργα αυτου.
<scripture passage="Acts 15:19" parsed="|Acts|15|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.19" />
<sup>19</sup>Οθεν εγω κρινω να μη παρενοχλωμεν τους απο των εθνων επιστρεφοντας εις τον Θεον,
<scripture passage="Acts 15:20" parsed="|Acts|15|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.20" />
<sup>20</sup>αλλα να γραφωμεν προς αυτους να απεχωσιν απο των μιασματων των ειδωλων και απο της πορνειας και του πνικτου και του αιματος.
<scripture passage="Acts 15:21" parsed="|Acts|15|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.21" />
<sup>21</sup>Διοτι ο Μωυσης απο γενεας αρχαιας εχει εν παση πολει τους κηρυττοντας αυτον εν ταις συναγωγαις, αναγινωσκομενος κατα παν σαββατον.
<scripture passage="Acts 15:22" parsed="|Acts|15|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.22" />
<sup>22</sup>Τοτε εφανη ευλογον εις τους αποστολους και εις τους πρεσβυτερους μεθ' ολης της εκκλησιας να εκλεξωσιν εξ αυτων ανδρας και να πεμψωσιν εις Αντιοχειαν μετα του Παυλου και Βαρναβα, Ιουδαν τον επονομαζομενον Βαρσαβαν και Σιλαν, ανδρας προεστωτας μεταξυ των αδελφων,
<scripture passage="Acts 15:23" parsed="|Acts|15|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.23" />
<sup>23</sup>και εγραψαν δια χειρος αυτων ταυτα· Οι αποστολοι και οι πρεσβυτεροι και οι αδελφοι προς τους εξ εθνων αδελφους τους κατα την Αντιοχειαν και Συριαν και Κιλικιαν, χαιρειν.
<scripture passage="Acts 15:24" parsed="|Acts|15|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.24" />
<sup>24</sup>Επειδη ηκουσαμεν οτι τινες εξ ημων εξελθοντες σας εταραξαν με λογους και διαστρεφουσι τας ψυχας σας, λεγοντες να περιτεμνησθε και να φυλαττητε τον νομον, εις τους οποιους ημεις δεν παρηγγειλαμεν τουτο,
<scripture passage="Acts 15:25" parsed="|Acts|15|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.25" />
<sup>25</sup>εφανη ευλογον εις ημας, συνελθοντας ομοθυμαδον, να εκλεξωμεν ανδρας και να πεμψωμεν προς εσας μετα των αγαπητων ημων Βαρναβα και Παυλου,
<scripture passage="Acts 15:26" parsed="|Acts|15|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.26" />
<sup>26</sup>ανθρωπων οιτινες παρεδωκαν τας ψυχας αυτων υπερ του ονοματος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Acts 15:27" parsed="|Acts|15|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.27" />
<sup>27</sup>Απεστειλαμεν λοιπον τον Ιουδαν και τον Σιλαν δια να σας απαγγειλωσι και αυτοι δια στοματος τα αυτα.
<scripture passage="Acts 15:28" parsed="|Acts|15|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.28" />
<sup>28</sup>Διοτι εφανη ευλογον εις το Αγιον Πνευμα και εις ημας να μη επιβαλλωμεν εις εσας μηδεν πλειοτερον βαρος εκτος των αναγκαιων τουτων,
<scripture passage="Acts 15:29" parsed="|Acts|15|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.29" />
<sup>29</sup>να απεχητε απο ειδωλοθυτων και αιματος και πνικτου και πορνειας· απο των οποιων φυλαττοντες εαυτους θελετε πραξει καλως. Ερρωσθε.
<scripture passage="Acts 15:30" parsed="|Acts|15|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.30" />
<sup>30</sup>Ουτοι μεν λοιπον απολυθεντες ηλθον εις Αντιοχειαν, και συναξαντες το πληθος ενεχειρησαν την επιστολην.
<scripture passage="Acts 15:31" parsed="|Acts|15|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.31" />
<sup>31</sup>Αναγνωσαντες δε αυτην, εχαρησαν δια την γενομενην παρηγοριαν.
<scripture passage="Acts 15:32" parsed="|Acts|15|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.32" />
<sup>32</sup>Ο Ιουδας δε και ο Σιλας, οντες και αυτοι προφηται, παρηγορησαν τους αδελφους δια λογων πολλων και επεστηριξαν αυτους.
<scripture passage="Acts 15:33" parsed="|Acts|15|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.33" />
<sup>33</sup>Και αφου διετριψαν εκει καιρον τινα, απεσταλησαν εν ειρηνη απο των αδελφων προς τους αποστολους.
<scripture passage="Acts 15:34" parsed="|Acts|15|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.34" />
<sup>34</sup>Εις τον Σιλαν ομως εφανη ευλογον να μεινη ετι αυτου.
<scripture passage="Acts 15:35" parsed="|Acts|15|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.35" />
<sup>35</sup>Ο δε Παυλος και Βαρναβας διετριβον εν Αντιοχεια, διδασκοντες και κηρυττοντες μετα και αλλων πολλων τον λογον του Κυριου.
<scripture passage="Acts 15:36" parsed="|Acts|15|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.36" />
<sup>36</sup>Μετα δε τινας ημερας ειπεν ο Παυλος προς τον Βαρναβαν· Ας επιστρεψωμεν τωρα και ας επισκεφθωμεν τους αδελφους ημων κατα πασαν πολιν, εν αις εκηρυξαμεν τον λογον του Κυριου, πως εχουσι.
<scripture passage="Acts 15:37" parsed="|Acts|15|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.37" />
<sup>37</sup>Και ο μεν Βαρναβας εστοχασθη να συμπαραλαβη τον Ιωαννην τον λεγομενον Μαρκον·
<scripture passage="Acts 15:38" parsed="|Acts|15|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.38" />
<sup>38</sup>ο Παυλος ομως εκρινεν αξιον, τον αποχωρισθεντα απο αυτων απο της Παμφυλιας και μη συνακολουθησαντα αυτους εις το εργον, τουτον να μη συμπαραλαβωσι.
<scripture passage="Acts 15:39" parsed="|Acts|15|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.39" />
<sup>39</sup>Συνεβη λοιπον ερεθισμος, ωστε απεχωρισθησαν απ' αλληλων, και ο μεν Βαρναβας, παραλαβων τον Μαρκον, εξεπλευσεν εις Κυπρον.
<scripture passage="Acts 15:40" parsed="|Acts|15|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.40" />
<sup>40</sup>Ο δε Παυλος, εκλεξας τον Σιλαν, εξηλθε, παραδοθεις υπο των αδελφων εις την χαριν του Θεου.
<scripture passage="Acts 15:41" parsed="|Acts|15|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.15.41" />
<sup>41</sup>Και διηρχετο την Συριαν και Κιλικιαν, επιστηριζων τας εκκλησιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 16" progress="89.80%" prev="Acts.15" next="Acts.17" id="Acts.16">
<h3 id="Acts.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Acts.16-p1">
<scripture passage="Acts 16:1" parsed="|Acts|16|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.1" />
<sup>1</sup>Κατηντησε δε εις Δερβην και Λυστραν. Και ιδου, ητο εκει μαθητης τις ονοματι Τιμοθεος, υιος γυναικος τινος Ιουδαιας πιστης, πατρος δε Ελληνος,
<scripture passage="Acts 16:2" parsed="|Acts|16|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.2" />
<sup>2</sup>οστις ειχε καλην μαρτυριαν υπο των εν Λυστροις και Ικονιω αδελφων.
<scripture passage="Acts 16:3" parsed="|Acts|16|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.3" />
<sup>3</sup>Τουτον ηθελησεν ο Παυλος να εξελθη μεθ' εαυτου, και λαβων αυτον περιετεμε δια τους Ιουδαιους τους οντας εν τοις τοποις εκεινοις· επειδη εγνωριζον παντες τον πατερα αυτου οτι ητο Ελλην.
<scripture passage="Acts 16:4" parsed="|Acts|16|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.4" />
<sup>4</sup>Ως δε διηρχοντο τας πολεις, παρεδιδον εις αυτους διαταγας να φυλαττωσι τα δογματα τα εγκεκριμενα υπο των αποστολων και των πρεσβυτερων των εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Acts 16:5" parsed="|Acts|16|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.5" />
<sup>5</sup>Αι μεν λοιπον εκκλησιαι εστερεουντο εις την πιστιν και ηυξανοντο τον αριθμον καθ' ημεραν.
<scripture passage="Acts 16:6" parsed="|Acts|16|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.6" />
<sup>6</sup>Διελθοντες δε την Φρυγιαν και την γην της Γαλατιας, επειδη εμποδισθησαν υπο του Αγιου Πνευματος να κηρυξωσι τον λογον εν τη Ασια,
<scripture passage="Acts 16:7" parsed="|Acts|16|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.7" />
<sup>7</sup>ηλθον κατα την Μυσιαν και εδοκιμαζον να υπαγωσι προς την Βιθυνιαν· πλην δεν αφηκεν αυτους το Πνευμα.
<scripture passage="Acts 16:8" parsed="|Acts|16|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.8" />
<sup>8</sup>Περασαντες δε την Μυσιαν κατεβησαν εις Τρωαδα.
<scripture passage="Acts 16:9" parsed="|Acts|16|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.9" />
<sup>9</sup>Και οραμα εφανη δια νυκτος εις τον Παυλον. Ανηρ τις Μακεδων ιστατο, παρακαλων αυτον και λεγων· Διαβα εις Μακεδονιαν και βοηθησον ημας.
<scripture passage="Acts 16:10" parsed="|Acts|16|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.10" />
<sup>10</sup>Και ως ειδε το οραμα, ευθυς εζητησαμεν να υπαγωμεν εις την Μακεδονιαν, συμπεραινοντες οτι ο Κυριος προσκαλει ημας, δια να κηρυξωμεν το ευαγγελιον προς αυτους.
<scripture passage="Acts 16:11" parsed="|Acts|16|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.11" />
<sup>11</sup>Αποπλευσαντες λοιπον απο της Τρωαδος, επερασαμεν κατ' ευθειαν εις Σαμοθρακην και την ακολουθον ημεραν εις Νεαπολιν
<scripture passage="Acts 16:12" parsed="|Acts|16|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.12" />
<sup>12</sup>και εκειθεν εις Φιλιππους, ητις ειναι πρωτη πολις του μερους εκεινου της Μακεδονιας, αποικια Ρωμαικη. Και διετριβομεν εν τη πολει ταυτη ημερας τινας·
<scripture passage="Acts 16:13" parsed="|Acts|16|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.13" />
<sup>13</sup>και τη ημερα του σαββατου εξηλθομεν εξω της πολεως πλησιον του ποταμου, οπου εσυνειθιζετο να γινηται προσευχη, και καθησαντες ελαλουμεν προς τας εκει συνελθουσας γυναικας.
<scripture passage="Acts 16:14" parsed="|Acts|16|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.14" />
<sup>14</sup>Και γυνη τις Λυδια το ονομα, πωλητρια πορφυρας εκ πολεως Θυατειρων, σεβομενη τον Θεον, ηκουε, της οποιας ο Κυριος διηνοιξε την καρδιαν δια να προσεχη εις τα λαλουμενα υπο του Παυλου.
<scripture passage="Acts 16:15" parsed="|Acts|16|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.15" />
<sup>15</sup>Αφου δε εβαπτισθη αυτη και ο οικος αυτης, παρεκαλεσε λεγουσα· Εαν με εκρινατε οτι ειμαι πιστη εις τον Κυριον, εισελθετε εις τον οικον μου και μεινατε· και μας εβιασεν.
<scripture passage="Acts 16:16" parsed="|Acts|16|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.16" />
<sup>16</sup>Ενω δε επορευομεθα εις την προσευχην, απηντησεν ημας δουλη τις εχουσα πνευμα πυθωνος, ητις εδιδε πολυ κερδος εις τους κυριους αυτης μαντευομενη.
<scripture passage="Acts 16:17" parsed="|Acts|16|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.17" />
<sup>17</sup>Αυτη ακολουθησασα τον Παυλον και ημας εκραζε, λεγουσα· Ουτοι οι ανθρωποι ειναι δουλοι του Θεου του Υψιστου, οιτινες κηρυττουσι προς ημας οδον σωτηριας.
<scripture passage="Acts 16:18" parsed="|Acts|16|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.18" />
<sup>18</sup>Τουτο δε εκαμνεν επι πολλας ημερας. Βαρυνθεις δε ο Παυλος και στραφεις, ειπε προς το πνευμα, Προσταζω σε εν τω ονοματι του Ιησου Χριστου να εξελθης απ' αυτης. Και εξηλθε την αυτην ωραν.
<scripture passage="Acts 16:19" parsed="|Acts|16|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.19" />
<sup>19</sup>Ιδοντες δε οι κυριοι αυτης οτι εξηλθεν η ελπις του κερδους αυτων, πιασαντες τον Παυλον και τον Σιλαν, εσυραν εις την αγοραν προς τους αρχοντας,
<scripture passage="Acts 16:20" parsed="|Acts|16|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.20" />
<sup>20</sup>και φεροντες αυτους προς τους στρατηγους, ειπον· Ουτοι οι ανθρωποι εκταραττουσι την πολιν ημων, Ιουδαιοι οντες,
<scripture passage="Acts 16:21" parsed="|Acts|16|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.21" />
<sup>21</sup>και διδασκουσιν εθιμα, τα οποια δεν ειναι εις ημας συγκεχωρημενον να παραδεχωμεθα μηδε να πραττωμεν, Ρωμαιοι οντες.
<scripture passage="Acts 16:22" parsed="|Acts|16|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.22" />
<sup>22</sup>Και συνεφωρμησεν ο οχλος κατ' αυτων. Και οι στρατηγοι διασχισαντες αυτων τα ιματια, προσεταττον να ραβδιζωσιν αυτους,
<scripture passage="Acts 16:23" parsed="|Acts|16|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.23" />
<sup>23</sup>και αφου εδωκαν εις αυτους πολλους ραβδισμους, εβαλον εις φυλακην, παραγγειλαντες τον δεσμοφυλακα να φυλαττη αυτους ασφαλως·
<scripture passage="Acts 16:24" parsed="|Acts|16|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.24" />
<sup>24</sup>οστις λαβων τοιαυτην παραγγελιαν, εβαλεν αυτους εις την εσωτεραν φυλακην και συνεκλεισε τους ποδας αυτων εις το ξυλον.
<scripture passage="Acts 16:25" parsed="|Acts|16|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.25" />
<sup>25</sup>Κατα δε το μεσονυκτιον ο Παυλος και ο Σιλας προσευχομενοι υμνουν τον Θεον· και ηκροαζοντο αυτους οι δεσμιοι.
<scripture passage="Acts 16:26" parsed="|Acts|16|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.26" />
<sup>26</sup>Και εξαιφνης εγεινε σεισμος μεγας, ωστε εσαλευθησαν τα θεμελια του δεσμωτηριου, και παρευθυς ηνοιχθησαν πασαι αι θυραι και ελυθησαν παντων τα δεσμα.
<scripture passage="Acts 16:27" parsed="|Acts|16|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.27" />
<sup>27</sup>Εξυπνησας δε ο δεσμοφυλαξ και ιδων ανεωγμενας τας θυρας της φυλακης, εσυρε μαχαιραν και εμελλε να θανατωση εαυτον, νομιζων οτι εφυγον οι δεσμιοι.
<scripture passage="Acts 16:28" parsed="|Acts|16|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.28" />
<sup>28</sup>Πλην ο Παυλος εκραξε μετα φωνης μεγαλης, λεγων· Μη πραξης μηδεν κακον εις σεαυτον· διοτι παντες ειμεθα εδω.
<scripture passage="Acts 16:29" parsed="|Acts|16|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.29" />
<sup>29</sup>Ζητησας δε φωτα εισεπηδησε, και εντρομος γενομενος επεσεν εμπροσθεν του Παυλου και του Σιλα,
<scripture passage="Acts 16:30" parsed="|Acts|16|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.30" />
<sup>30</sup>και εκβαλων αυτους εξω, ειπε· Κυριοι, τι πρεπει να καμω δια να σωθω;
<scripture passage="Acts 16:31" parsed="|Acts|16|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.31" />
<sup>31</sup>Οι δε ειπον· Πιστευσον εις τον Κυριον Ιησουν Χριστον, και θελεις σωθη, συ και ο οικος σου.
<scripture passage="Acts 16:32" parsed="|Acts|16|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.32" />
<sup>32</sup>Και ελαλησαν προς αυτον τον λογον του Κυριου και προς παντας τους εν τη οικια αυτου.
<scripture passage="Acts 16:33" parsed="|Acts|16|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.33" />
<sup>33</sup>Και παραλαβων αυτους εν εκεινη τη ωρα της νυκτος, ελουσε τας πληγας αυτων και εβαπτισθη ευθυς αυτος και παντες οι αυτου,
<scripture passage="Acts 16:34" parsed="|Acts|16|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.34" />
<sup>34</sup>και αναβιβασας αυτους εις τον οικον αυτου παρεθηκε τραπεζαν, και ευφρανθη πανοικι πιστευσας εις το Θεον.
<scripture passage="Acts 16:35" parsed="|Acts|16|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.35" />
<sup>35</sup>Αφου δε εγεινεν ημερα, εστειλαν οι στρατηγοι τους ραβδουχους, λεγοντες· Απολυσον τους ανθρωπους εκεινους.
<scripture passage="Acts 16:36" parsed="|Acts|16|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.36" />
<sup>36</sup>Και ο δεσμοφυλαξ απηγγειλε τους λογους τουτους προς τον Παυλον, λεγων οτι οι στρατηγοι εστειλαν δια να απολυθητε· τωρα λοιπον εξελθετε και υπαγετε εν ειρηνη.
<scripture passage="Acts 16:37" parsed="|Acts|16|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.37" />
<sup>37</sup>Αλλ' ο Παυλος ειπε προς αυτους· Αφου εδειραν ημας δημοσια χωρις να καταδικασθωμεν, ανθρωπους Ρωμαιους οντας, εβαλον εις φυλακην· και τωρα μας εκβαλλουσι κρυφιως; ουχι βεβαιως, αλλ' αυτοι ας ελθωσι και ας μας εκβαλωσιν.
<scripture passage="Acts 16:38" parsed="|Acts|16|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.38" />
<sup>38</sup>Ανηγγειλαν δε προς τους στρατηγους οι ραβδουχοι τους λογους τουτους· και εφοβηθησαν ακουσαντες οτι ειναι Ρωμαιοι,
<scripture passage="Acts 16:39" parsed="|Acts|16|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.39" />
<sup>39</sup>και ελθοντες παρεκαλεσαν αυτους, και αφου εξεβαλον, παρεκαλουν αυτους να εξελθωσιν εκ της πολεως.
<scripture passage="Acts 16:40" parsed="|Acts|16|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.16.40" />
<sup>40</sup>Οι δε εξελθοντες εκ της φυλακης, υπηγον εις τον οικον της Λυδιας, και ιδοντες τους αδελφους, παρηγορησαν αυτους και ανεχωρησαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 17" progress="89.92%" prev="Acts.16" next="Acts.18" id="Acts.17">
<h3 id="Acts.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Acts.17-p1">
<scripture passage="Acts 17:1" parsed="|Acts|17|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.1" />
<sup>1</sup>Διοδευσαντες δε την Αμφιπολιν και Απολλωνιαν, ηλθαν εις Θεσσαλονικην, οπου ητο η συναγωγη των Ιουδαιων.
<scripture passage="Acts 17:2" parsed="|Acts|17|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.2" />
<sup>2</sup>Και κατα την συνηθειαν του ο Παυλος εισηλθε προς αυτους, και τρια σαββατα διελεγετο μετ' αυτων απο των γραφων,
<scripture passage="Acts 17:3" parsed="|Acts|17|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.3" />
<sup>3</sup>εξηγων και αποδεικνυων οτι επρεπε να παθη ο Χριστος και να αναστηθη εκ νεκρων και οτι ουτος ειναι ο Χριστος Ιησους, τον οποιον εγω σας κηρυττω.
<scripture passage="Acts 17:4" parsed="|Acts|17|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.4" />
<sup>4</sup>Και τινες εξ αυτων επεισθησαν και ηνωθησαν μετα του Παυλου και του Σιλα, και εκ των θεοσεβων Ελληνων πολυ πληθος και εκ των πρωτων γυναικων ουκ ολιγαι.
<scripture passage="Acts 17:5" parsed="|Acts|17|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.5" />
<sup>5</sup>Φθονησαντες δε οι μη πειθομενοι Ιουδαιοι και λαβοντες μεθ' εαυτων κακους τινας ανθρωπους εκ των χυδαιων και οχλαγωγησαντες, εθορυβουν την πολιν και εφορμησαντες εις την οικιαν του Ιασονος, εζητουν αυτους δια να φερωσιν εις τον δημον·
<scripture passage="Acts 17:6" parsed="|Acts|17|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.6" />
<sup>6</sup>μη ευροντες δε αυτους, εσυραν τον Ιασονα και τινας αδελφους επι τους πολιταρχας, βοωντες οτι οι αναστατωσαντες την οικουμενην, ουτοι ηλθον και εδω,
<scripture passage="Acts 17:7" parsed="|Acts|17|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.7" />
<sup>7</sup>τους οποιους υπεδεχθη ο Ιασων· και παντες ουτοι πραττουσιν εναντιον των προσταγματων του Καισαρος, λεγοντες οτι ειναι βασιλευς αλλος, ο Ιησους.
<scripture passage="Acts 17:8" parsed="|Acts|17|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.8" />
<sup>8</sup>Εταραξαν δε τον οχλον και τους πολιταρχας ακουοντας ταυτα,
<scripture passage="Acts 17:9" parsed="|Acts|17|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.9" />
<sup>9</sup>και λαβοντες εγγυησιν παρα του Ιασονος και των λοιπων, απελυσαν αυτους.
<scripture passage="Acts 17:10" parsed="|Acts|17|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.10" />
<sup>10</sup>Οι δε αδελφοι ευθυς δια της νυκτος εξεπεμψαν τον τε Παυλον και τον Σιλαν εις Βεροιαν, οιτινες ελθοντες υπηγον εις την συναγωγην των Ιουδαιων.
<scripture passage="Acts 17:11" parsed="|Acts|17|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.11" />
<sup>11</sup>Ουτοι δε ησαν ευγενεστεροι παρα τους εν Θεσσαλονικη, καθοτι εδεχθησαν τον λογον μετα πασης προθυμιας, εξεταζοντες καθ' ημεραν τας γραφας αν ουτως εχωσι ταυτα.
<scripture passage="Acts 17:12" parsed="|Acts|17|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.12" />
<sup>12</sup>Πολλοι μεν λοιπον εξ αυτων επιστευσαν, και εκ των επισημων Ελληνιδων γυναικων και εκ των ανδρων ουκ ολιγοι.
<scripture passage="Acts 17:13" parsed="|Acts|17|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.13" />
<sup>13</sup>Ως δε εμα0ον οι απο της Θεσσαλονικης Ιουδαιοι οτι και εν τη Βεροια εκηρυχθη υπο του Παυλου ο λογος του Θεου, ηλθον και εκει και εταραττον τους οχλους.
<scripture passage="Acts 17:14" parsed="|Acts|17|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.14" />
<sup>14</sup>Και ευθυς τοτε οι αδελφοι εξαπεστειλαν τον Παυλον να υπαγη εως εις την θαλασσαν· ο Σιλας δε και ο Τιμοθεος εμειναν εκει.
<scripture passage="Acts 17:15" parsed="|Acts|17|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.15" />
<sup>15</sup>Οι δε συνοδευοντες τον Παυλον εφεραν αυτον εως Αθηνων, και αφου ελαβον παραγγελιαν προς τον Σιλαν και Τιμοθεον να ελθωσι προς αυτον οσον ταχιστα, ανεχωρησαν.
<scripture passage="Acts 17:16" parsed="|Acts|17|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.16" />
<sup>16</sup>Ενω δε περιεμενεν αυτους ο Παυλος εν ταις Αθηναις, το πνευμα αυτου παρωξυνετο εν αυτω, επειδη εβλεπε την πολιν γεμουσαν ειδωλων.
<scripture passage="Acts 17:17" parsed="|Acts|17|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.17" />
<sup>17</sup>Διελεγετο λοιπον εν τη συναγωγη μετα των Ιουδαιων και μετα των θεοσεβων και εν τη αγορα καθ' εκαστην ημεραν μετα των τυχοντων.
<scripture passage="Acts 17:18" parsed="|Acts|17|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.18" />
<sup>18</sup>Τινες δε των Επικουριων και των Στωικων φιλοσοφων συνηρχοντο εις λογους μετ' αυτου, και οι μεν ελεγον· Τι θελει ταχα ο σπερμολογος ουτος να ειπη; οι δε· Ξενων θεων κηρυξ φαινεται οτι ειναι· διοτι εκηρυττε προς αυτους τον Ιησουν και την αναστασιν.
<scripture passage="Acts 17:19" parsed="|Acts|17|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.19" />
<sup>19</sup>Και πιασαντες αυτον εφεραν εις τον Αρειον Παγον, λεγοντες· Δυναμεθα να μαθωμεν τις αυτη η νεα διδαχη, ητις κηρυττεται υπο σου;
<scripture passage="Acts 17:20" parsed="|Acts|17|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.20" />
<sup>20</sup>διοτι φερεις εις τας ακοας ημων παραδοξα τινα· θελομεν λοιπον να μαθωμεν τι σημαινουσι ταυτα.
<scripture passage="Acts 17:21" parsed="|Acts|17|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.21" />
<sup>21</sup>Παντες δε οι Αθηναιοι και οι επιδημουντες ξενοι εις ουδεν αλλο ηυκαιρουν παρα εις το να λεγωσι και να ακουωσι τι νεωτερον.
<scripture passage="Acts 17:22" parsed="|Acts|17|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.22" />
<sup>22</sup>Σταθεις δε ο Παυλος εν μεσω του Αρειου Παγου, ειπεν· Ανδρες Αθηναιοι, κατα παντα σας βλεπω εις ακρον θεολατρας.
<scripture passage="Acts 17:23" parsed="|Acts|17|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.23" />
<sup>23</sup>Διοτι ενω διηρχομην και ανεθεωρουν τα σεβασματα σας, ευρον και βωμον, εις τον οποιον ειναι επιγεγραμμενον, Αγνωστω Θεω. Εκεινον λοιπον, τον οποιον αγνοουντες λατρευετε, τουτον εγω κηρυττω προς εσας.
<scripture passage="Acts 17:24" parsed="|Acts|17|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.24" />
<sup>24</sup>Ο Θεος, οστις εκαμε τον κοσμον και παντα τα εν αυτω, ουτος Κυριος ων του ουρανου και της γης, δεν κατοικει εν χειροποιητοις ναοις,
<scripture passage="Acts 17:25" parsed="|Acts|17|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.25" />
<sup>25</sup>ουδε λατρευεται υπο χειρων ανθρωπων ως εχων χρειαν τινος, επειδη αυτος διδει εις παντας ζωην και πνοην και τα παντα·
<scripture passage="Acts 17:26" parsed="|Acts|17|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.26" />
<sup>26</sup>και εκαμεν εξ ενος αιματος παν εθνος ανθρωπων, δια να κατοικωσιν εφ' ολου του προσωπου της γης, και διωρισε τους προδιατεταγμενους καιρους και τα οροθεσια της κατοικιας αυτων,
<scripture passage="Acts 17:27" parsed="|Acts|17|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.27" />
<sup>27</sup>δια να ζητωσι τον Κυριον, ισως δυνηθωσι να ψηλαφησωσιν αυτον και να ευρωσιν, αν και δεν ειναι μακραν απο ενος εκαστου ημων.
<scripture passage="Acts 17:28" parsed="|Acts|17|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.28" />
<sup>28</sup>Διοτι εν αυτω ζωμεν και κινουμεθα και υπαρχομεν, καθως και τινες των ποιητων σας ειπον· Διοτι και γενος ειμεθα τουτου.
<scripture passage="Acts 17:29" parsed="|Acts|17|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.29" />
<sup>29</sup>Γενος λοιπον οντες του Θεου, δεν πρεπει να νομιζωμεν τον Θεον οτι ειναι ομοιος με χρυσον η αργυρον η λιθον, κεχαραγμενα δια τεχνης και επινοιας ανθρωπου.
<scripture passage="Acts 17:30" parsed="|Acts|17|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.30" />
<sup>30</sup>Τους καιρους λοιπον της αγνοιας παραβλεψας ο Θεος, τωρα παραγγελλει εις παντας τους ανθρωπους πανταχου να μετανοωσι,
<scripture passage="Acts 17:31" parsed="|Acts|17|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.31" />
<sup>31</sup>διοτι προσδιωρισεν ημεραν εν η μελλει να κρινη την οικουμενην εν δικαιοσυνη, δια ανδρος τον οποιον διωρισε, και εδωκεν εις παντας βεβαιωσιν περι τουτου, αναστησας αυτον εκ νεκρων.
<scripture passage="Acts 17:32" parsed="|Acts|17|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.32" />
<sup>32</sup>Ακουσαντες δε αναστασιν νεκρων, οι μεν εχλευαζον, οι δε ειπον· Περι τουτου θελομεν σε ακουσει παλιν.
<scripture passage="Acts 17:33" parsed="|Acts|17|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.33" />
<sup>33</sup>Και ουτως ο Παυλος εξηλθεν εκ μεσου αυτων.
<scripture passage="Acts 17:34" parsed="|Acts|17|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.17.34" />
<sup>34</sup>Τινες δε ανδρες προσεκολληθησαν εις αυτον και επιστευσαν, μεταξυ των οποιων ητο και Διονυσιος ο Αρεοπαγιτης και γυνη τις ονοματι Δαμαρις και αλλοι μετ' αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 18" progress="90.03%" prev="Acts.17" next="Acts.19" id="Acts.18">
<h3 id="Acts.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Acts.18-p1">
<scripture passage="Acts 18:1" parsed="|Acts|18|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε ταυτα αναχωρησας ο Παυλος εκ των Αθηνων, ηλθεν εις Κορινθον·
<scripture passage="Acts 18:2" parsed="|Acts|18|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.2" />
<sup>2</sup>και ευρων τινα Ιουδαιον ονοματι Ακυλαν, γεγεννημενον εν Ποντω, νεωστι ελθοντα απο της Ιταλιας, και Πρισκιλλαν την γυναικα αυτου, διοτι ο Κλαυδιος ειχε διαταξει να αναχωρησωσι παντες οι Ιουδαιοι εκ της Ρωμης, προσηλθε προς αυτους,
<scripture passage="Acts 18:3" parsed="|Acts|18|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.3" />
<sup>3</sup>και επειδη ητο ομοτεχνος, εμενε παρ' αυτοις και ειργαζετο· διοτι ησαν σκηνοποιοι την τεχνην.
<scripture passage="Acts 18:4" parsed="|Acts|18|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.4" />
<sup>4</sup>Διελεγετο δε εν τη συναγωγη κατα παν σαββατον και επειθεν Ιουδαιους και Ελληνας.
<scripture passage="Acts 18:5" parsed="|Acts|18|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.5" />
<sup>5</sup>Οτε δε κατεβησαν απο της Μακεδονιας ο τε Σιλας και ο Τιμοθεος, ο Παυλος συνεσφιγγετο κατα το πνευμα διαμαρτυρομενος προς τους Ιουδαιους οτι ο Ιησους ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="Acts 18:6" parsed="|Acts|18|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.6" />
<sup>6</sup>Και επειδη αυτοι ηναντιουντο και εβλασφημουν, εκτιναξας τα ιματια αυτου ειπε προς αυτους· το αιμα σας επι την κεφαλην σας· εγω ειμαι καθαρος· απο του νυν θελω υπαγει εις τα εθνη.
<scripture passage="Acts 18:7" parsed="|Acts|18|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.7" />
<sup>7</sup>Και μεταβας εκειθεν ηλθεν εις την οικιαν τινος ονομαζομενου Ιουστου, οστις εσεβετο τον Θεον, του οποιου η οικια συνειχετο με την συναγωγην.
<scripture passage="Acts 18:8" parsed="|Acts|18|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.8" />
<sup>8</sup>Κρισπος δε ο αρχισυναγωγος επιστευσεν εις τον Κυριον μεθ' ολου του οικου αυτου, και πολλοι των Κορινθιων ακουοντες επιστευον και εβαπτιζοντο.
<scripture passage="Acts 18:9" parsed="|Acts|18|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.9" />
<sup>9</sup>Και ο Κυριος ειπεν εν νυκτι προς τον Παυλον δι' οραματος· Μη φοβου, αλλα ομιλει και μη σιωπησης,
<scripture passage="Acts 18:10" parsed="|Acts|18|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.10" />
<sup>10</sup>διοτι εγω ειμαι μετα σου, και ουδεις θελει επιβαλει χειρα επι σε δια να σε κακοποιηση, διοτι εχω λαον πολυν εν τη πολει ταυτη.
<scripture passage="Acts 18:11" parsed="|Acts|18|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.11" />
<sup>11</sup>Και εκαθησεν εκει εν ετος και μηνας εξ, διδασκων μεταξυ αυτων τον λογον του Θεου.
<scripture passage="Acts 18:12" parsed="|Acts|18|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.12" />
<sup>12</sup>Οτε δε ο Γαλλιων ητο ανθυπατος της Αχαιας, οι Ιουδαιοι εσηκωθησαν ομοθυμαδον κατα του Παυλου και εφεραν αυτον εις το δικαστηριον,
<scripture passage="Acts 18:13" parsed="|Acts|18|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.13" />
<sup>13</sup>λεγοντες οτι ουτος πειθει τους ανθρωπους να λατρευωσι τον Θεον παρα τον νομον.
<scripture passage="Acts 18:14" parsed="|Acts|18|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.14" />
<sup>14</sup>Και οτε εμελλεν ο Παυλος να ανοιξη το στομα, ειπεν ο Γαλλιων προς τους Ιουδαιους· Εαν μεν ητο τι αδικημα η ραδιουργημα πονηρον, ω Ιουδαιοι, ευλογως ηθελον σας υποφερει·
<scripture passage="Acts 18:15" parsed="|Acts|18|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.15" />
<sup>15</sup>εαν δε ηναι ζητημα περι λεξεων και ονοματων και του νομου υμων, θεωρησατε σεις· διοτι εγω κριτης τουτων δεν θελω να γεινω.
<scripture passage="Acts 18:16" parsed="|Acts|18|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.16" />
<sup>16</sup>Και απεδιωξεν αυτους απο του δικαστηριου.
<scripture passage="Acts 18:17" parsed="|Acts|18|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.17" />
<sup>17</sup>Πιασαντες δε παντες οι Ελληνες Σωσθενην τον αρχισυναγωγον, ετυπτον εμπροσθεν του δικαστηριου· και παντελως δεν εμελε τον Γαλλιωνα περι τουτων.
<scripture passage="Acts 18:18" parsed="|Acts|18|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.18" />
<sup>18</sup>Ο δε Παυλος, αφου προσεμεινεν ετι ημερας ικανας, αποχαιρετησας τους αδελφους, εξεπλευσεν εις την Συριαν, και μετ' αυτου η Πρισκιλλα και ο Ακυλας, αφου εξυρισε την κεφαλην εν Κεγχρεαις· διοτι ειχεν ευχην.
<scripture passage="Acts 18:19" parsed="|Acts|18|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.19" />
<sup>19</sup>Και κατηντησεν εις Εφεσον, και αφηκεν εκεινους αυτου, αυτος δε εισελθων εις την συναγωγην, συνδιελεχθη μετα των Ιουδαιων.
<scripture passage="Acts 18:20" parsed="|Acts|18|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.20" />
<sup>20</sup>Και παρακαλουμενος υπ' αυτων να μεινη πλειοτερον καιρον παρ' αυτοις, δεν συγκατενευσεν,
<scripture passage="Acts 18:21" parsed="|Acts|18|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.21" />
<sup>21</sup>αλλα απεχαιρετησεν αυτους ειπων· Πρεπει εξαπαντος να καμω την ερχομενην εορτην εις Ιεροσολυμα, θελω δε επιστρεψει παλιν προς εσας, του Θεου θελοντος. Και απεπλευσεν απο της Εφεσου,
<scripture passage="Acts 18:22" parsed="|Acts|18|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.22" />
<sup>22</sup>και αποβας εις Καισαρειαν, ανεβη εις Ιερουσαλημ, και χαιρετησας την εκκλησιαν κατεβη εις Αντιοχειαν,
<scripture passage="Acts 18:23" parsed="|Acts|18|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.23" />
<sup>23</sup>και διατριψας καιρον τινα, εξηλθε και διηρχετο κατα σειραν την γην της Γαλατιας και την Φρυγιαν, επιστηριζων παντας τους μαθητας.
<scripture passage="Acts 18:24" parsed="|Acts|18|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.24" />
<sup>24</sup>Ιουδαιος δε τις ονοματι Απολλως, Αλεξανδρευς το γενος, ανηρ λογιος, κατηντησεν εις Εφεσον, οστις ητο δυνατος εν ταις γραφαις.
<scripture passage="Acts 18:25" parsed="|Acts|18|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.25" />
<sup>25</sup>Ουτος ητο κατηχημενος την οδον του Κυριου, και ζεων κατα το πνευμα, ελαλει και εδιδασκεν ακριβως τα περι του Κυριου, γινωσκων μονον το βαπτισμα του Ιωαννου.
<scripture passage="Acts 18:26" parsed="|Acts|18|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.26" />
<sup>26</sup>Και ουτος ηρχισε να λαλη μετα παρρησιας εν τη συναγωγη. Ακουσαντες δε αυτον ο Ακυλας και Πρισκιλλα, παρελαβον αυτον και εξεθεσαν εις αυτον ακριβεστερα την οδον του Θεου.
<scripture passage="Acts 18:27" parsed="|Acts|18|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.27" />
<sup>27</sup>Επειδη δε ηθελε να περαση εις την Αχαιαν, οι αδελφοι εγραψαν προς τους μαθητας, προτρεποντες να δεχθωσιν αυτον· οστις ελθων, ωφελησε πολυ τους πιστευσαντας δια της χαριτος·
<scripture passage="Acts 18:28" parsed="|Acts|18|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.18.28" />
<sup>28</sup>διοτι εντονως εξηλεγχε τους Ιουδαιους, δημοσια αποδεικνυων δια των γραφων οτι ο Ιησους ειναι ο Χριστος.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 19" progress="90.11%" prev="Acts.18" next="Acts.20" id="Acts.19">
<h3 id="Acts.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Acts.19-p1">
<scripture passage="Acts 19:1" parsed="|Acts|19|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.1" />
<sup>1</sup>Ενω δε ο Απολλως ητο εν Κορινθω, ο Παυλος αφου επερασε τα ανωτερικα μερη ηλθεν εις Εφεσον· και ευρων τινας μαθητας,
<scripture passage="Acts 19:2" parsed="|Acts|19|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.2" />
<sup>2</sup>ειπε προς αυτους· Ελαβετε Πνευμα Αγιον αφου επιστευσατε; οι δε ειπον προς αυτον· Αλλ' ουδε αν υπαρχη Πνευμα Αγιον ηκουσαμεν.
<scripture passage="Acts 19:3" parsed="|Acts|19|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.3" />
<sup>3</sup>Και ειπε προς αυτους· Εις τι λοιπον εβαπτισθητε; Οι δε ειπον· Εις το βαπτισμα του Ιωαννου.
<scripture passage="Acts 19:4" parsed="|Acts|19|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.4" />
<sup>4</sup>Και ειπεν ο Παυλος· Ο Ιωαννης μεν εβαπτισε βαπτισμα μετανοιας, λεγων προς τον λαον να πιστευσωσιν εις τον ερχομενον μετ' αυτον, τουτεστιν εις τον Χριστον Ιησουν.
<scripture passage="Acts 19:5" parsed="|Acts|19|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.5" />
<sup>5</sup>Ακουσαντες δε εβαπτισθησαν εις το ονομα του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="Acts 19:6" parsed="|Acts|19|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.6" />
<sup>6</sup>Και αφου ο Παυλος επεθηκεν επ' αυτων τας χειρας, ηλθε το Πνευμα το Αγιον επ' αυτους, και ελαλουν γλωσσας και προεφητευον.
<scripture passage="Acts 19:7" parsed="|Acts|19|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.7" />
<sup>7</sup>Ησαν δε παντες ουτοι ανδρες εως δωδεκα.
<scripture passage="Acts 19:8" parsed="|Acts|19|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.8" />
<sup>8</sup>Και εισελθων εις την συναγωγην ελαλει μετα παρρησιας, διαλεγομενος τρεις μηνας και πειθων εις τα περι της βασιλειας του Θεου.
<scripture passage="Acts 19:9" parsed="|Acts|19|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.9" />
<sup>9</sup>Επειδη ομως τινες εσκληρυνοντο και δεν επειθοντο, κακολογουντες την οδον του Κυριου ενωπιον του πληθους, απομακρυνθεις απ' αυτων, απεχωρισε τους μαθητας, διαλεγομενος καθ' ημεραν εν τω σχολειω τινος, οστις ελεγετο Τυραννος.
<scripture passage="Acts 19:10" parsed="|Acts|19|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.10" />
<sup>10</sup>Εγεινε δε τουτο επι δυο ετη, ωστε παντες οι κατοικουντες την Ασιαν ηκουσαν τον λογον του Κυριου Ιησου, Ιουδαιοι τε και Ελληνες.
<scripture passage="Acts 19:11" parsed="|Acts|19|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.11" />
<sup>11</sup>Και ο Θεος εκαμνε δια των χειρων του Παυλου θαυματα μεγαλα,
<scripture passage="Acts 19:12" parsed="|Acts|19|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.12" />
<sup>12</sup>ωστε και επι τους ασθενεις εφεροντο απο του σωματος αυτου μανδηλια η περιζωματα και εφευγον απ' αυτων αι ασθενειαι, και τα πνευματα τα πονηρα εξηρχοντο απ' αυτων.
<scripture passage="Acts 19:13" parsed="|Acts|19|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.13" />
<sup>13</sup>Και τινες απο των περιερχομενων εξορκιστων Ιουδαιων επεχειρησαν να προφερωσιν επι τους εχοντας τα πνευματα τα πονηρα το ονομα του Κυριου Ιησου, λεγοντες· Σας ορκιζομεν εις τον Ιησουν, τον οποιον ο Παυλος κηρυττει.
<scripture passage="Acts 19:14" parsed="|Acts|19|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.14" />
<sup>14</sup>Και οι πραττοντες τουτο ησαν επτα τινες υιοι Ιουδαιου αρχιερεως ονομαζομενου Σκευα.
<scripture passage="Acts 19:15" parsed="|Acts|19|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.15" />
<sup>15</sup>Αποκριθεν δε το πνευμα το πονηρον, ειπε· Τον Ιησουν γνωριζω και τον Παυλον εξευρω· σεις δε τινες εισθε;
<scripture passage="Acts 19:16" parsed="|Acts|19|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.16" />
<sup>16</sup>Και πηδησας επ' αυτους ο ανθρωπος, εις τον οποιον ητο το πνευμα το πονηρον, και νικησας αυτους, ισχυσε κατ' αυτων, ωστε γυμνοι και τετραυματισμενοι εφυγον εκ του οικου εκεινου.
<scripture passage="Acts 19:17" parsed="|Acts|19|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.17" />
<sup>17</sup>Και τουτο εγεινε γνωστον εις παντας, Ιουδαιους τε και Ελληνας, τους κατοικουντας την Εφεσον, και επεπεσε φοβος επι παντας αυτους, και εμεγαλυνετο το ονομα του Κυριου Ιησου·
<scripture passage="Acts 19:18" parsed="|Acts|19|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.18" />
<sup>18</sup>και πολλοι των πιστευσαντων ηρχοντο εξομολογουμενοι και φανερονοντες τας πραξεις αυτων.
<scripture passage="Acts 19:19" parsed="|Acts|19|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.19" />
<sup>19</sup>Πολλοι δε και εξ εκεινων, οιτινες εκαμνον τας μαγειας, φεροντες τα βιβλια αυτων κατεκαιον ενωπιον παντων· και αριθμησαντες τας τιμας αυτων, ευρον πεντηκοντα χιλιαδας αργυριου.
<scripture passage="Acts 19:20" parsed="|Acts|19|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.20" />
<sup>20</sup>Ουτω κραταιως ηυξανε και ισχυεν ο λογος του Κυριου.
<scripture passage="Acts 19:21" parsed="|Acts|19|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.21" />
<sup>21</sup>Ως δε ετελεσθησαν ταυτα, ο Παυλος απεφασισεν εν εαυτω, αφου διελθη την Μακεδονιαν και Αχαιαν, να υπαγη εις την Ιερουσαλημ, ειπων οτι αφου υπαγω εκει, πρεπει να ιδω και την Ρωμην.
<scripture passage="Acts 19:22" parsed="|Acts|19|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.22" />
<sup>22</sup>Και αποστειλας εις την Μακεδονιαν δυο των υπηρετουντων αυτον, Τιμοθεον και Εραστον, αυτος εμεινε καιρον τινα εν τη Ασια.
<scripture passage="Acts 19:23" parsed="|Acts|19|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.23" />
<sup>23</sup>Εγεινε δε κατ' εκεινον τον καιρον ταραχη ουκ ολιγη περι ταυτης της οδου.
<scripture passage="Acts 19:24" parsed="|Acts|19|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.24" />
<sup>24</sup>Διοτι αργυροκοπος τις ονοματι Δημητριος, κατασκευαζων ναους αργυρους της Αρτεμιδος, επροξενει εις τους τεχνιτας ουκ ολιγον κερδος·
<scripture passage="Acts 19:25" parsed="|Acts|19|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.25" />
<sup>25</sup>τους οποιους συναθροισας και τους εργαζομενους τα τοιαυτα, ειπεν· Ανδρες, εξευρετε οτι εκ ταυτης της εργασιας προερχεται η ευπορια ημων,
<scripture passage="Acts 19:26" parsed="|Acts|19|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.26" />
<sup>26</sup>και θεωρειτε και ακουετε οτι πολυν λαον ου μονον της Εφεσου, αλλα σχεδον πασης της Ασιας ο Παυλος ουτος επεισε και μετεβαλε, λεγων οτι δεν ειναι θεοι οι δια χειρων κατασκευαζομενοι.
<scripture passage="Acts 19:27" parsed="|Acts|19|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.27" />
<sup>27</sup>Και ου μονον η τεχνη ημων αυτη κινδυνευει να εξουδενωθη, αλλα και το ιερον της μεγαλης θεας Αρτεμιδος να λογισθη εις ουδεν, και μελλει μαλιστα να καταστραφη η μεγαλειοτης αυτης, την οποιαν ολη η Ασια και η οικουμενη σεβεται.
<scripture passage="Acts 19:28" parsed="|Acts|19|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.28" />
<sup>28</sup>Ακουσαντες δε και εμπλησθεντες θυμου, εκραζον λεγοντες· Μεγαλη η Αρτεμις των Εφεσιων.
<scripture passage="Acts 19:29" parsed="|Acts|19|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.29" />
<sup>29</sup>Και η πολις ολη επλησθη ταραχης, και ωρμησαν ομοθυμαδον εις το θεατρον, αφου συνηρπασαν τον Γαιον και Αρισταρχον τους Μακεδονας, συνοδοιπορους του Παυλου.
<scripture passage="Acts 19:30" parsed="|Acts|19|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.30" />
<sup>30</sup>Ενω δε ο Παυλος ηθελε να εισελθη εις τον δημον, οι μαθηται δεν αφινον αυτον,
<scripture passage="Acts 19:31" parsed="|Acts|19|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.31" />
<sup>31</sup>τινες δε και εκ των Ασιαρχων, οντες φιλοι αυτου, εστειλαν προς αυτον και παρεκαλουν να μη εκτεθη εις το θεατρον.
<scripture passage="Acts 19:32" parsed="|Acts|19|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.32" />
<sup>32</sup>Αλλοι μεν λοιπον εκραζον αλλο τι και αλλοι αλλο· διοτι η συναξις ητο συγκεχυμενη, και οι πλειοτεροι δεν ηξευρον δια τι ειχον συναχθη.
<scripture passage="Acts 19:33" parsed="|Acts|19|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.33" />
<sup>33</sup>Εκ δε του οχλου προηγαγον τον Αλεξανδρον, δια να λαληση, επειδη οι Ιουδαιοι επροβαλον αυτον· και ο Αλεξανδρος σεισας την χειρα ηθελε να απολογηθη προς τον δημον.
<scripture passage="Acts 19:34" parsed="|Acts|19|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.34" />
<sup>34</sup>Αφου δε εγνωρισαν οτι ειναι Ιουδαιος, εγεινε μια φωνη εκ παντων των κραζοντων, εως δυο ωρας· Μεγαλη η Αρτεμις των Εφεσιων.
<scripture passage="Acts 19:35" parsed="|Acts|19|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.35" />
<sup>35</sup>Καθησυχασας δε ο γραμματευς τον οχλον, λεγει· Ανδρες Εφεσιοι, και τις ανθρωπος ειναι οστις δεν εξευρει οτι η πολις των Εφεσιων ειναι λατρις της μεγαλης θεας Αρτεμιδος και του Διοπετους αγαλματος;
<scripture passage="Acts 19:36" parsed="|Acts|19|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.36" />
<sup>36</sup>Επειδη λοιπον ταυτα ειναι αναντιρρητα, πρεπει σεις να ησυχαζητε και να μη πραττητε μηδεν προπετες.
<scripture passage="Acts 19:37" parsed="|Acts|19|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.37" />
<sup>37</sup>Διοτι εφερετε τους ανδρας τουτους, οιτινες ουτε ιεροσυλοι ειναι ουτε την θεαν σας βλασφημουσιν.
<scripture passage="Acts 19:38" parsed="|Acts|19|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.38" />
<sup>38</sup>Εαν μεν λοιπον ο Δημητριος και οι συντεχνιται αυτου εχωσι διαφοραν μετα τινος, υπαρχουσι δικασιμοι ημεραι και υπαρχουσιν ανθυπατοι, ας εγκαλεσωσιν αλληλους.
<scripture passage="Acts 19:39" parsed="|Acts|19|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.39" />
<sup>39</sup>Εαν δε ζητητε τι περι αλλων πραγματων, εν τη νομιμω συνελευσει θελει διαλυθη.
<scripture passage="Acts 19:40" parsed="|Acts|19|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.40" />
<sup>40</sup>Διοτι κινδυνευομεν να κατηγορηθωμεν ως στασιασται δια την σημερινην ταραχην, χωρις να υπαρχη μηδεμια αιτια, δια της οποιας θελομεν δυνηθη να δικαιολογησωμεν τον θορυβον τουτον.
<scripture passage="Acts 19:41" parsed="|Acts|19|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.19.41" />
<sup>41</sup>Και ειπων ταυτα, απελυσε την συνελευσιν.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 20" progress="90.24%" prev="Acts.19" next="Acts.21" id="Acts.20">
<h3 id="Acts.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Acts.20-p1">
<scripture passage="Acts 20:1" parsed="|Acts|20|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε επαυσεν ο θορυβος, προσκαλεσας ο Παυλος τους μαθητας και ασπασθεις, εξηλθε δια να υπαγη εις την Μακεδονιαν.
<scripture passage="Acts 20:2" parsed="|Acts|20|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.2" />
<sup>2</sup>Και διαπερασας τα μερη εκεινα και προτρεψας αυτους δια λογων πολλων, ηλθεν εις την Ελλαδα·
<scripture passage="Acts 20:3" parsed="|Acts|20|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.3" />
<sup>3</sup>και αφου διετριψε τρεις μηνας, επειδη εγεινε κατ' αυτου επιβουλη υπο των Ιουδαιων, ενω εμελλε να αποπλευση εις την Συριαν, ενεκριθη να επιστρεψη δια της Μακεδονιας.
<scripture passage="Acts 20:4" parsed="|Acts|20|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.4" />
<sup>4</sup>Συνηκολουθει δε αυτον μεχρι της Ασιας Σωπατρος ο Βεροιαιος και εκ των Θεσσαλονικεων Αρισταρχος και Σεκουνδος και Γαιος ο εκ Δερβης και ο Τιμοθεος, Ασιανοι δε ο Τυχικος και ο Τροφιμος.
<scripture passage="Acts 20:5" parsed="|Acts|20|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.5" />
<sup>5</sup>Ουτοι ελθοντες προτεροι περιεμενον ημας εις την Τρωαδα·
<scripture passage="Acts 20:6" parsed="|Acts|20|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.6" />
<sup>6</sup>ημεις δε εξεπλευσαμεν απο Φιλιππων μετα τας ημερας των αζυμων και εις πεντε ημερας ηλθομεν προς αυτους εις την Τρωαδα, οπου διετριψαμεν ημερας επτα.
<scripture passage="Acts 20:7" parsed="|Acts|20|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.7" />
<sup>7</sup>Και τη πρωτη ημερα της εβδομαδος ενω οι μαθηται ησαν συνηγμενοι δια την κλασιν του αρτου, ο Παυλος διελεγετο προς αυτους, μελλων να αναχωρηση τη επαυριον, και παρετεινε τον λογον μεχρι μεσονυκτιου.
<scripture passage="Acts 20:8" parsed="|Acts|20|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.8" />
<sup>8</sup>Ησαν δε λαμπαδες ικαναι εις το ανωγεον, οπου ησαν συνηγμενοι.
<scripture passage="Acts 20:9" parsed="|Acts|20|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.9" />
<sup>9</sup>Και νεανιας τις ονοματι Ευτυχος, καθημενος επι του παραθυρου, κατεφερετο εις υπνον βαθυν, ενω ο Παυλος διελεγετο εκτεταμενως, και κυριευθεις υπο του υπνου επεσε κατω απο του τριτου πατωματος και εσηκωσαν αυτον νεκρον.
<scripture passage="Acts 20:10" parsed="|Acts|20|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.10" />
<sup>10</sup>Καταβας δε ο Παυλος, επεσεν επ' αυτον και εναγκαλισθεις ειπε· Μη θορυβεισθε· διοτι η ψυχη αυτου ειναι εν αυτω.
<scripture passage="Acts 20:11" parsed="|Acts|20|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.11" />
<sup>11</sup>Αφου δε ανεβη και εκοψεν αρτον και εγευθη και ωμιλησεν ικανως μεχρι της αυγης· μετα ταυτα ανεχωρησε.
<scripture passage="Acts 20:12" parsed="|Acts|20|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.12" />
<sup>12</sup>Τον δε νεον εφεραν ζωντα και παρηγορηθησαν καθ' υπερβολην.
<scripture passage="Acts 20:13" parsed="|Acts|20|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.13" />
<sup>13</sup>ημεις δε καταβαντες προτεροι εις το πλοιον, απεπλευσαμεν εις την Ασσον, μελλοντες να αναλαβωμεν εκειθεν τον Παυλον· επειδη ουτως ειχε διαταξει, μελλων αυτος να υπαγη πεζος.
<scripture passage="Acts 20:14" parsed="|Acts|20|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.14" />
<sup>14</sup>Και καθως συνηντησεν ημας εις την Ασσον, αναλαβοντες αυτον ηλθομεν εις Μιτυληνην·
<scripture passage="Acts 20:15" parsed="|Acts|20|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.15" />
<sup>15</sup>και εκειθεν αποπλευσαντες κατηντησαμεν την επιουσαν αντικρυ Χιου· την δε αλλην εφθασαμεν εις Σαμον, και μειναντες εν τω Τρωγυλλιω την ακολουθον ημεραν ηλθομεν εις Μιλητον.
<scripture passage="Acts 20:16" parsed="|Acts|20|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.16" />
<sup>16</sup>Διοτι ο Παυλος εκρινε να παραπλευση την Εφεσον, δια να μη συμβη εις αυτον να χρονοτριβηση εν τη Ασια· διοτι εσπευδεν, αν ητο δυνατον εις αυτον, να ευρεθη την ημεραν της Πεντηκοστης εις Ιεροσολυμα.
<scripture passage="Acts 20:17" parsed="|Acts|20|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.17" />
<sup>17</sup>Πεμψας δε απο της Μιλητου εις Εφεσον, προσεκαλεσε τους πρεσβυτερους της εκκλησιας.
<scripture passage="Acts 20:18" parsed="|Acts|20|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.18" />
<sup>18</sup>Και οτε ηλθον προς αυτον, ειπε προς αυτους· Σεις εξευρετε, απο της πρωτης ημερας αφ' ης επατησα εις την Ασιαν, πως επερασα μεθ' υμων ολον τον χρονον,
<scripture passage="Acts 20:19" parsed="|Acts|20|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.19" />
<sup>19</sup>δουλευων τον Κυριον μετα πασης ταπεινοφροσυνης και μετα πολλων δακρυων και πειρασμων, οιτινες μοι συνεβησαν εν ταις επιβουλαις των Ιουδαιων,
<scripture passage="Acts 20:20" parsed="|Acts|20|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.20" />
<sup>20</sup>οτι δεν υπεκρυψα ουδεν των συμφεροντων, ωστε να μη αναγγειλω αυτο προς εσας και να σας διδαξω δημοσια και κατ' οικους,
<scripture passage="Acts 20:21" parsed="|Acts|20|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.21" />
<sup>21</sup>διαμαρτυρομενος προς Ιουδαιους τε και Ελληνας την εις τον Θεον μετανοιαν και την πιστιν την εις τον Κυριον ημων Ιησουν Χριστον.
<scripture passage="Acts 20:22" parsed="|Acts|20|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.22" />
<sup>22</sup>Και τωρα ιδου, εγω δεδεμενος τω πνευματι υπαγω εις Ιερουσαλημ, μη γνωριζων τα μελλοντα να συμβωσιν εις εμε εν αυτη,
<scripture passage="Acts 20:23" parsed="|Acts|20|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.23" />
<sup>23</sup>πλην οτι το Πνευμα το Αγιον μαρτυρει εν παση πολει λεγον, οτι δεσμα και θλιψεις με περιμενουσι.
<scripture passage="Acts 20:24" parsed="|Acts|20|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.24" />
<sup>24</sup>Δεν φροντιζω ομως περι ουδενος τουτων ουδε εχω πολυτιμον την ζωην μου, ως το να τελειωσω τον δρομον μου μετα χαρας και την διακονιαν, την οποιαν ελαβον παρα του Κυριου Ιησου, να διακηρυξω το ευαγγελιον της χαριτος του Θεου.
<scripture passage="Acts 20:25" parsed="|Acts|20|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.25" />
<sup>25</sup>Και τωρα ιδου, εγω εξευρω οτι πλεον δεν θελετε ιδει το προσωπον μου σεις παντες, μεταξυ των οποιων διηλθον κηρυττων την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="Acts 20:26" parsed="|Acts|20|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.26" />
<sup>26</sup>Οθεν μαρτυρομαι προς εσας εν τη σημερον ημερα, οτι εγω ειμαι καθαρος απο του αιματος παντων·
<scripture passage="Acts 20:27" parsed="|Acts|20|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.27" />
<sup>27</sup>διοτι δεν συνεσταλην να αναγγειλω προς εσας πασαν την βουλην του Θεου.
<scripture passage="Acts 20:28" parsed="|Acts|20|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.28" />
<sup>28</sup>Προσεχετε λοιπον εις εαυτους και εις ολον το ποιμνιον, εις το οποιον το Πνευμα το Αγιον σας εθεσεν επισκοπους, δια να ποιμαινητε την εκκλησιαν του Θεου, την οποιαν απεκτησε δια του ιδιου αυτου αιματος.
<scripture passage="Acts 20:29" parsed="|Acts|20|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.29" />
<sup>29</sup>Διοτι εγω εξευρω τουτο, οτι μετα την αναχωρησιν μου θελουσιν εισελθει εις εσας λυκοι βαρεις μη φειδομενοι του ποιμνιου·
<scripture passage="Acts 20:30" parsed="|Acts|20|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.30" />
<sup>30</sup>και εξ υμων αυτων θελουσι σηκωθη ανθρωποι λαλουντες διεστραμμενα, δια να αποσπωσι τους μαθητας οπισω αυτων.
<scripture passage="Acts 20:31" parsed="|Acts|20|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.31" />
<sup>31</sup>Δια τουτο αγρυπνειτε, ενθυμουμενοι οτι τρια ετη νυκτα και ημεραν δεν επαυσα νουθετων μετα δακρυων ενα εκαστον.
<scripture passage="Acts 20:32" parsed="|Acts|20|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.32" />
<sup>32</sup>Και τωρα, αδελφοι, σας αφιερονω εις τον Θεον και εις τον λογον της χαριτος αυτου, οστις δυναται να εποικοδομηση και να δωση εις εσας κληρονομιαν μεταξυ παντων των ηγιασμενων.
<scripture passage="Acts 20:33" parsed="|Acts|20|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.33" />
<sup>33</sup>Αργυριον η χρυσιον η ιματιον ουδενος επεθυμησα·
<scripture passage="Acts 20:34" parsed="|Acts|20|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.34" />
<sup>34</sup>σεις δε αυτοι εξευρετε οτι εις τας χρειας μου και εις τους οντας μετ' εμου αι χειρες αυται υπηρετησαν.
<scripture passage="Acts 20:35" parsed="|Acts|20|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.35" />
<sup>35</sup>Κατα παντα υπεδειξα εις εσας οτι ουτω κοπιαζοντες πρεπει να βοηθητε τους ασθενεις και να ενθυμησθε τους λογους του Κυριου Ιησου, οτι αυτος ειπε· Μακαριον ειναι να διδη τις μαλλον παρα να λαμβανη.
<scripture passage="Acts 20:36" parsed="|Acts|20|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.36" />
<sup>36</sup>Και αφου ειπε ταυτα, γονατισας προσηυχηθη μετα παντων αυτων.
<scripture passage="Acts 20:37" parsed="|Acts|20|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.37" />
<sup>37</sup>Εγεινε δε πολυς κλαυθμος παντων, και πεσοντες επι τον τραχηλον του Παυλου κατεφιλουν αυτον,
<scripture passage="Acts 20:38" parsed="|Acts|20|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.20.38" />
<sup>38</sup>υπερλυπουμενοι μαλιστα δια τον λογον τον οποιον ειπεν, οτι δεν θελουσιν ιδει πλεον το προσωπον αυτου. Και προεπεμπον αυτον εις το πλοιον.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 21" progress="90.36%" prev="Acts.20" next="Acts.22" id="Acts.21">
<h3 id="Acts.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Acts.21-p1">
<scripture passage="Acts 21:1" parsed="|Acts|21|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.1" />
<sup>1</sup>Καθως δε αποσπασθεντες απ' αυτων απεπλευσαμεν, ηλθομεν κατ' ευθειαν εις την Κων, την δε ακολουθον ημεραν εις την Ροδον, και εκειθεν εις Παταρα.
<scripture passage="Acts 21:2" parsed="|Acts|21|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.2" />
<sup>2</sup>Και ευροντες πλοιον μελλον να περαση εις Φοινικην, επεβημεν εις αυτο και απεπλευσαμεν.
<scripture passage="Acts 21:3" parsed="|Acts|21|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.3" />
<sup>3</sup>Και αφου διεκριναμεν μακροθεν την Κυπρον και αφηκαμεν αυτην αριστερα, επλεομεν εις Συριαν, και κατεβημεν εις Τυρον· διοτι εκει εμελλε το πλοιον να εκβαλη το φορτιον αυτου.
<scripture passage="Acts 21:4" parsed="|Acts|21|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.4" />
<sup>4</sup>Και ευροντες τους μαθητας, εμειναμεν αυτου επτα ημερας· οιτινες ελεγον προς τον Παυλον δια του Πνευματος να μη αναβη εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Acts 21:5" parsed="|Acts|21|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.5" />
<sup>5</sup>Αφου δε ετελειωσαμεν τας ημερας εκεινας, εξελθοντες επορευομεθα και προεπεμπον ημας παντες συν γυναιξι και τεκνοις εως εξω της πολεως, και γονατισαντες επι τον αιγιαλον προσηυχηθημεν,
<scripture passage="Acts 21:6" parsed="|Acts|21|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.6" />
<sup>6</sup>και ασπασθεντες αλληλους επεβημεν εις το πλοιον, εκεινοι δε υπεστρεψαν εις τα ιδια.
<scripture passage="Acts 21:7" parsed="|Acts|21|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.7" />
<sup>7</sup>Και ημεις τελειωσαντες τον πλουν απο Τυρου κατηντησαμεν εις Πτολεμαιδα, και ασπασθεντες τους αδελφους εμειναμεν παρ' αυτοις μιαν ημεραν.
<scripture passage="Acts 21:8" parsed="|Acts|21|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.8" />
<sup>8</sup>Τη δε επαυριον, ο Παυλος και οι περι αυτον αναχωρησαντες, ηλθομεν εις Καισαρειαν· και εισελθοντες εις τον οικον Φιλιππου του Ευαγγελιστου, του οντος εκ των επτα, εμειναμεν παρ' αυτω.
<scripture passage="Acts 21:9" parsed="|Acts|21|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.9" />
<sup>9</sup>Ειχε δε ουτος τεσσαρας θυγατερας παρθενους, αιτινες προεφητευον.
<scripture passage="Acts 21:10" parsed="|Acts|21|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.10" />
<sup>10</sup>Και ενω διετριβομεν εκει ημερας πολλας, κατεβη απο της Ιουδαιας προφητης τις ονοματι Αγαβος,
<scripture passage="Acts 21:11" parsed="|Acts|21|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.11" />
<sup>11</sup>και ελθων προς ημας, ελαβε την ζωνην του Παυλου και δεσας τας χειρας εαυτου και τους ποδας ειπε· Ταυτα λεγει το Πνευμα το Αγιον· Τον ανδρα, του οποιου ειναι η ζωνη αυτη, ουτω θελουσι δεσει εν Ιερουσαλημ οι Ιουδαιοι και θελουσι παραδωσει εις τας χειρας των εθνων.
<scripture passage="Acts 21:12" parsed="|Acts|21|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.12" />
<sup>12</sup>Και ως ηκουσαμεν ταυτα, παρεκαλουμεν αυτον και ημεις και οι εντοπιοι να μη αναβη εις Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Acts 21:13" parsed="|Acts|21|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.13" />
<sup>13</sup>Ο Παυλος ομως απεκριθη· Τι καμνετε, κλαιοντες και καταθλιβοντες την καρδιαν μου; επειδη εγω ουχι μονον να δεθω, αλλα και να αποθανω εις Ιερουσαλημ ειμαι ετοιμος υπερ του ονοματος του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="Acts 21:14" parsed="|Acts|21|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.14" />
<sup>14</sup>Και επειδη δεν επειθετο, ησυχασαμεν ειποντες· Ας γεινη το θελημα του Κυριου.
<scripture passage="Acts 21:15" parsed="|Acts|21|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.15" />
<sup>15</sup>Μετα δε τας ημερας ταυτας ετοιμασαντες την αποσκευην ημων, ανεβαινομεν εις Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Acts 21:16" parsed="|Acts|21|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.16" />
<sup>16</sup>ηλθον δε μεθ' ημων και τινες των μαθητων εκ της Καισαρειας, φεροντες Μνασωνα τινα Κυπριον, παλαιον μαθητην, παρα τω οποιω εμελλομεν να ξενισθωμεν.
<scripture passage="Acts 21:17" parsed="|Acts|21|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.17" />
<sup>17</sup>Και αφου ηλθομεν εις Ιεροσολυμα, μετα χαρας εδεχθησαν ημας οι αδελφοι.
<scripture passage="Acts 21:18" parsed="|Acts|21|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.18" />
<sup>18</sup>Την δε ακολουθον ημεραν υπηγεν ο Παυλος μεθ' ημων προς τον Ιακωβον, και ηλθον παντες οι πρεσβυτεροι.
<scripture passage="Acts 21:19" parsed="|Acts|21|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.19" />
<sup>19</sup>Και ασπασθεις αυτους, διηγειτο καθ' εν εκαστον οσα εκαμεν ο Θεος μεταξυ των εθνων δια της διακονιας αυτου.
<scripture passage="Acts 21:20" parsed="|Acts|21|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.20" />
<sup>20</sup>Εκεινοι δε ακουσαντες εδοξαζον τον Κυριον, και ειπον προς αυτον· Βλεπεις, αδελφε, ποσαι μυριαδες ειναι εκ των Ιουδαιων οιτινες επιστευσαν, και παντες ειναι ζηλωται του νομου.
<scripture passage="Acts 21:21" parsed="|Acts|21|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.21" />
<sup>21</sup>Εμαθον δε περι σου οτι διδασκεις παντας τους μεταξυ των εθνων Ιουδαιους να αποστατησωσιν απο του Μωυσεως, λεγων να μη περιτεμνωσι τα τεκνα αυτων μηδε να περιπατωσι κατα τα εθιμα.
<scripture passage="Acts 21:22" parsed="|Acts|21|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.22" />
<sup>22</sup>Τι ειναι λοιπον; μελλει βεβαιως να συναχθη πληθος· διοτι θελουσιν ακουσει οτι ηλθες.
<scripture passage="Acts 21:23" parsed="|Acts|21|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.23" />
<sup>23</sup>Καμε λοιπον τουτο, το οποιον σοι λεγομεν· Ευρισκονται παρ' ημιν τεσσαρες ανδρες, οιτινες εχουσιν ευχην εφ' εαυτων·
<scripture passage="Acts 21:24" parsed="|Acts|21|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.24" />
<sup>24</sup>παραλαβε τουτους και καθαρισθητι μετ' αυτων και δαπανησον δι' αυτους δια να ξυρισθωσι την κεφαλην, και να γνωρισωσι παντες οτι δεν υπαρχει ουδεν εκ των οσα εμαθον περι σου, αλλ' ακολουθεις και συ φυλαττων τον νομον.
<scripture passage="Acts 21:25" parsed="|Acts|21|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.25" />
<sup>25</sup>Περι δε των εθνων, τα οποια επιστευσαν, ημεις εγραψαμεν, αποφασισαντες να μη φυλαττωσι μηδεν τοιουτον, παρα μονον να απεχωσιν απο του ειδωλοθυτου και του αιματος και πνικτου και πορνειας.
<scripture passage="Acts 21:26" parsed="|Acts|21|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.26" />
<sup>26</sup>Τοτε ο Παυλος παραλαβων τους ανδρας, την ακολουθον ημεραν καθαρισθεις μετ' αυτων εισηλθεν εις το ιερον, διαγγελλων ποτε εκπληρουνται αι ημεραι του καθαρισμου, οτε θελει γεινει προσφορα υπερ ενος εκαστου αυτων.
<scripture passage="Acts 21:27" parsed="|Acts|21|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.27" />
<sup>27</sup>Ως δε εμελλον αι επτα ημεραι να συντελεσθωσιν, οι απο της Ασιας Ιουδαιοι ιδοντες αυτον εν τω ιερω, εταραξαν παντα τον οχλον και εβαλον τας χειρας επ' αυτον,
<scripture passage="Acts 21:28" parsed="|Acts|21|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.28" />
<sup>28</sup>κραζοντες· Ανδρες Ισραηλιται, βοηθειτε· ουτος ειναι ο ανθρωπος, οστις διδασκει παντας πανταχου εναντιον του λαου και του νομου και του τοπου τουτου· προς τουτοις δε εισηγαγε και Ελληνας εις το ιερον και εβεβηλωσε τον αγιον τουτον τοπον·
<scripture passage="Acts 21:29" parsed="|Acts|21|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.29" />
<sup>29</sup>διοτι ειχον ιδει προλαβοντως Τροφιμον τον Εφεσιον μετ' αυτου εν τη πολει, τον οποιον ενομιζον οτι ο Παυλος εισηγαγεν εις το ιερον.
<scripture passage="Acts 21:30" parsed="|Acts|21|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.30" />
<sup>30</sup>Και εκινηθη η πολις ολη και εγεινε συρροη του λαου, και πιασαντες τον Παυλον εσυρον αυτον εξω του ιερου, και ευθυς εκλεισθησαν αι θυραι.
<scripture passage="Acts 21:31" parsed="|Acts|21|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.31" />
<sup>31</sup>Ενω δε εζητουν να θανατωσωσιν αυτον, ανεβη η φημη εις τον χιλιαρχον του ταγματος, οτι ολη η Ιερουσαλημ ειναι τεταραγμενη·
<scripture passage="Acts 21:32" parsed="|Acts|21|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.32" />
<sup>32</sup>οστις παραλαβων ευθυς στρατιωτας και εκατονταρχους, εδραμε κατω προς αυτους. Οι δε ιδοντες τον χιλιαρχον και τους στρατιωτας, επαυσαν να τυπτωσι τον Παυλον.
<scripture passage="Acts 21:33" parsed="|Acts|21|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.33" />
<sup>33</sup>Τοτε πλησιασας ο χιλιαρχος, επιασεν αυτον και προσεταξε να δεθη με δυο αλυσεις, και ηρωτα τις ητο και τι ειχε πραξει.
<scripture passage="Acts 21:34" parsed="|Acts|21|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.34" />
<sup>34</sup>Και εφωναζον μεταξυ του οχλου αλλοι αλλο τι και αλλοι αλλο· μη δυναμενος δε δια τον θορυβον να μαθη το βεβαιον, προσεταξε να φερθη εις το φρουριον.
<scripture passage="Acts 21:35" parsed="|Acts|21|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.35" />
<sup>35</sup>Οτε δε εφθασεν εις τας βαθμιδας, συνεβη να βασταζηται υπο των στρατιωτων δια την βιαν του οχλου·
<scripture passage="Acts 21:36" parsed="|Acts|21|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.36" />
<sup>36</sup>επειδη το πληθος του λαου ηκολουθει, κραζον· Σηκωσον αυτον.
<scripture passage="Acts 21:37" parsed="|Acts|21|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.37" />
<sup>37</sup>Ενω δε εμελλεν ο Παυλος να εισαχθη εις το φρουριον, λεγει προς τον χιλιαρχον· Μοι ειναι συγκεχωρημενον να σοι ειπω τι; Ο δε ειπεν· Εξευρεις Ελληνικα;
<scripture passage="Acts 21:38" parsed="|Acts|21|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.38" />
<sup>38</sup>δεν εισαι συ ταχα ο Αιγυπτιος, ο προ των ημερων τουτων διεγειρας εις αποστασιαν και εκβαλων εις την ερημον τους τετρακισχιλιους ανδρας φονεις;
<scripture passage="Acts 21:39" parsed="|Acts|21|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.39" />
<sup>39</sup>Και ο Παυλος ειπεν· Εγω ειμαι ανθρωπος Ιουδαιος εκ της Ταρσου, πολιτης επισημου πολεως της Κιλικιας και σε παρακαλω, δος μοι την αδειαν να λαλησω προς τον λαον.
<scripture passage="Acts 21:40" parsed="|Acts|21|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.21.40" />
<sup>40</sup>Και αφου εδωκεν εις αυτον την αδειαν, ο Παυλος, σταθεις επι των βαθμιδων, εσεισε την χειρα εις τον λαον· και γενομενης σιωπης μεγαλης, ελαλησεν εις την Εβραικην διαλεκτον, λεγων·
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 22" progress="90.49%" prev="Acts.21" next="Acts.23" id="Acts.22">
<h3 id="Acts.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Acts.22-p1">
<scripture passage="Acts 22:1" parsed="|Acts|22|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.1" />
<sup>1</sup>Ανδρες αδελφοι και πατερες, ακουσατε με απολογουμενον τωρα προς εσας.
<scripture passage="Acts 22:2" parsed="|Acts|22|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.2" />
<sup>2</sup>Ακουσαντες δε οτι ελαλει προς αυτους εις την Εβραικην διαλεκτον, εδειξαν περισσοτεραν ησυχιαν. Και ειπεν·
<scripture passage="Acts 22:3" parsed="|Acts|22|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.3" />
<sup>3</sup>Εγω μεν ειμαι ανθρωπος Ιουδαιος, γεγεννημενος εν Ταρσω της Κιλικιας, ανατεθραμμενος δε εν τη πολει ταυτη παρα τους ποδας του Γαμαλιηλ, πεπαιδευμενος κατα την ακριβειαν του πατροπαραδοτου νομου, ζηλωτης ων του Θεου, καθως παντες σεις εισθε σημερον·
<scripture passage="Acts 22:4" parsed="|Acts|22|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.4" />
<sup>4</sup>οστις κατετρεξα μεχρι θανατου ταυτην την οδον, δεσμευων και παραδιδων εις φυλακας ανδρας τε και γυναικας,
<scripture passage="Acts 22:5" parsed="|Acts|22|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.5" />
<sup>5</sup>καθως και ο αρχιερευς μαρτυρει εις εμε και ολον το πρεσβυτεριον· παρα των οποιων και επιστολας λαβων προς τους αδελφους, επορευομην εις Δαμασκον δια να φερω δεδεμενους εις Ιερουσαλημ και τους εκει οντας, δια να τιμωρηθωσιν.
<scripture passage="Acts 22:6" parsed="|Acts|22|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.6" />
<sup>6</sup>Ενω δε οδοιπορων επλησιαζον εις την Δαμασκον, περι την μεσημβριαν εξαιφνης εστραψε περι εμε φως πολυ εκ του ουρανου,
<scripture passage="Acts 22:7" parsed="|Acts|22|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.7" />
<sup>7</sup>και επεσον εις το εδαφος και ηκουσα φωνην λεγουσαν προς εμε· Σαουλ, Σαουλ, τι με διωκεις;
<scripture passage="Acts 22:8" parsed="|Acts|22|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.8" />
<sup>8</sup>Εγω δε απεκριθην· Τις εισαι, Κυριε; Και ειπε προς εμε· Εγω ειμαι Ιησους ο Ναζωραιος, τον οποιον συ διωκεις.
<scripture passage="Acts 22:9" parsed="|Acts|22|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.9" />
<sup>9</sup>Οι οντες δε μετ' εμου το μεν φως ειδον και κατεφοβηθησαν, την φωνην ομως του λαλουντος προς εμε δεν ηκουσαν.
<scripture passage="Acts 22:10" parsed="|Acts|22|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.10" />
<sup>10</sup>Και ειπον· Τι να καμω, Κυριε; Και ο Κυριος ειπε προς εμε· Σηκωθεις υπαγε εις Δαμασκον, και εκει θελει σοι λαληθη περι παντων οσα ειναι διωρισμενα να καμης.
<scripture passage="Acts 22:11" parsed="|Acts|22|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.11" />
<sup>11</sup>Και επειδη εκ της λαμπροτητος του φωτος εκεινου δεν εβλεπον, χειραγωγουμενος υπο των οντων μετ' εμου ηλθον εις Δαμασκον.
<scripture passage="Acts 22:12" parsed="|Acts|22|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.12" />
<sup>12</sup>Ανανιας δε τις, ανθρωπος ευσεβης κατα τον νομον, μαρτυρουμενος υπο παντων των εκει κατοικουντων Ιουδαιων,
<scripture passage="Acts 22:13" parsed="|Acts|22|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.13" />
<sup>13</sup>ηλθε προς εμε και σταθεις επανω μου μοι, ειπε· Σαουλ αδελφε, αναβλεψον. Και εγω τη αυτη ωρα ανεβλεψα εις αυτον.
<scripture passage="Acts 22:14" parsed="|Acts|22|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.14" />
<sup>14</sup>Ο δε ειπεν· Ο Θεος των πατερων ημων σε διωρισε να γνωρισης το θελημα αυτου και να ιδης τον δικαιον και να ακουσης φωνην εκ του στοματος αυτου,
<scripture passage="Acts 22:15" parsed="|Acts|22|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.15" />
<sup>15</sup>διοτι θελεις εισθαι μαρτυς περι αυτου προς παντας τους ανθρωπους των οσα ειδες και ηκουσας.
<scripture passage="Acts 22:16" parsed="|Acts|22|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.16" />
<sup>16</sup>Και τωρα τι βραδυνεις; σηκωθεις βαπτισθητι και απολουσθητι απο των αμαρτιων σου, επικαλεσθεις το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="Acts 22:17" parsed="|Acts|22|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.17" />
<sup>17</sup>Αφου δε υπεστρεψα εις Ιερουσαλημ, ενω προσηυχομην εν τω ιερω, ηλθον εις εκστασιν
<scripture passage="Acts 22:18" parsed="|Acts|22|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.18" />
<sup>18</sup>και ειδον αυτον λεγοντα προς εμε· Σπευσον και εξελθε ταχεως εξ Ιερουσαλημ, διοτι δεν θελουσι παραδεχθη την περι εμου μαρτυριαν σου.
<scripture passage="Acts 22:19" parsed="|Acts|22|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.19" />
<sup>19</sup>Και εγω ειπον· Κυριε, αυτοι εξευρουσιν οτι εγω εφυλακιζον και εδερον εν ταις συναγωγαις τους πιστευοντας εις σε·
<scripture passage="Acts 22:20" parsed="|Acts|22|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.20" />
<sup>20</sup>και οτε εχυνετο το αιμα Στεφανου του μαρτυρος σου, και εγω ημην παρων και συνεφωνουν εις τον φονον αυτου και εφυλαττον τα ιματια των φονευοντων αυτον.
<scripture passage="Acts 22:21" parsed="|Acts|22|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.21" />
<sup>21</sup>Και ειπε προς εμε· Υπαγε, διοτι εγω θελω σε εξαποστειλει εις εθνη μακραν.
<scripture passage="Acts 22:22" parsed="|Acts|22|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.22" />
<sup>22</sup>Και μεχρι τουτου του λογου ηκουον αυτον· τοτε δε υψωσαν την φωνην αυτων, λεγοντες· Σηκωσον απο της γης τον τοιουτον· διοτι δεν πρεπει να ζη.
<scripture passage="Acts 22:23" parsed="|Acts|22|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.23" />
<sup>23</sup>Και επειδη αυτοι εκραυγαζον και ετιναζον τα ιματια και ερριπτον κονιορτον εις τον αερα,
<scripture passage="Acts 22:24" parsed="|Acts|22|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.24" />
<sup>24</sup>ο χιλιαρχος προσεταξε να φερθη εις το φρουριον, παραγγειλας να εξετασθη δια μαστιγων, δια να γνωριση δια ποιαν αιτιαν εφωναζον ουτω κατ' αυτου.
<scripture passage="Acts 22:25" parsed="|Acts|22|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.25" />
<sup>25</sup>Και καθως εξηπλωσεν αυτον δεδεμενον με τα λωρια, ο Παυλος ειπε προς τον παρεστωτα εκατονταρχον· Ειναι ταχα νομιμον εις εσας ανθρωπον Ρωμαιον και ακατακριτον να μαστιγονητε;
<scripture passage="Acts 22:26" parsed="|Acts|22|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.26" />
<sup>26</sup>Ακουσας δε ο εκατονταρχος, υπηγε και απηγγειλε προς τον χιλιαρχον, λεγων· Βλεπε τι μελλεις να καμης· διοτι ο ανθρωπος ουτος ειναι Ρωμαιος.
<scripture passage="Acts 22:27" parsed="|Acts|22|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.27" />
<sup>27</sup>Προσελθων δε ο χιλιαρχος, ειπε προς αυτον· Λεγε μοι, συ Ρωμαιος εισαι; Ο δε ειπε· Ναι.
<scripture passage="Acts 22:28" parsed="|Acts|22|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.28" />
<sup>28</sup>Και απεκριθη ο χιλιαρχος· Εγω δια πολλων χρηματων απεκτησα ταυτην την πολιτογραφησιν. Ο δε Παυλος ειπεν· Αλλ' εγω και εγεννηθην Ρωμαιος.
<scripture passage="Acts 22:29" parsed="|Acts|22|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.29" />
<sup>29</sup>Ευθυς λοιπον απεσυρθησαν απ' αυτου οι μελλοντες να βασανισωσιν αυτον. Και ο χιλιαρχος ετι εφοβηθη γνωρισας οτι ειναι Ρωμαιος, και διοτι ειχε δεσει αυτον.
<scripture passage="Acts 22:30" parsed="|Acts|22|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.22.30" />
<sup>30</sup>Τη δε επαυριον θελων να μαθη το βεβαιον, περι τινος κατηγορειται παρα των Ιουδαιων, ελυσεν αυτον απο των δεσμων, και προσεταξε να ελθωσιν οι αρχιερεις και ολον το συνεδριον αυτων και καταβιβασας τον Παυλον, εστησεν εμπροσθεν αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 23" progress="90.58%" prev="Acts.22" next="Acts.24" id="Acts.23">
<h3 id="Acts.23-p0.1">Chapter 23</h3>
<p class="Greek" id="Acts.23-p1">
<scripture passage="Acts 23:1" parsed="|Acts|23|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.1" />
<sup>1</sup>Ατενισας δε ο Παυλος εις το συνεδριον, ειπεν· Ανδρες αδελφοι, εγω εζησα ενωπιον του Θεου μετα πασης καλης συνειδησεως μεχρι ταυτης της ημερας.
<scripture passage="Acts 23:2" parsed="|Acts|23|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.2" />
<sup>2</sup>Ο δε αρχιερευς Ανανιας προσεταξε τους παρεστωτας πλησιον αυτου να κτυπησωσι το στομα αυτου.
<scripture passage="Acts 23:3" parsed="|Acts|23|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.3" />
<sup>3</sup>Τοτε ο Παυλος ειπε προς αυτον· Ο Θεος μελλει να σε κτυπηση, τοιχε ασβεστωμενε· και συ καθησαι να με κρινης κατα τον νομον, και παρανομων προσταζεις να με κτυπωσιν;
<scripture passage="Acts 23:4" parsed="|Acts|23|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.4" />
<sup>4</sup>Οι δε παρεστωτες ειπον· Τον αρχιερεα του Θεου λοιδορεις;
<scripture passage="Acts 23:5" parsed="|Acts|23|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.5" />
<sup>5</sup>Και ο Παυλος ειπε· Δεν ηξευρον, αδελφοι, οτι ειναι αρχιερευς· διοτι ειναι γεγραμμενον. Αρχοντα του λαου σου δεν θελεις κακολογησει.
<scripture passage="Acts 23:6" parsed="|Acts|23|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.6" />
<sup>6</sup>Εννοησας δε ο Παυλος οτι το εν μερος ειναι Σαδδουκαιων, το δε αλλο Φαρισαιων, εκραξεν εν τω συνεδριω. Ανδρες αδελφοι, εγω ειμαι Φαρισαιος, υιος Φαρισαιου· περι ελπιδος και αναστασεως νεκρων εγω κρινομαι.
<scripture passage="Acts 23:7" parsed="|Acts|23|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ελαλησε τουτο, εγεινε διαιρεσις των Φαρισαιων και των Σαδδουκαιων, και διηρεθη το πληθος.
<scripture passage="Acts 23:8" parsed="|Acts|23|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.8" />
<sup>8</sup>Διοτι οι μεν Σαδδουκαιοι λεγουσιν οτι δεν ειναι αναστασις ουδε αγγελος ουδε πνευμα, οι δε Φαρισαιοι ομολογουσιν αμφοτερα.
<scripture passage="Acts 23:9" parsed="|Acts|23|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.9" />
<sup>9</sup>Και εγεινε κραυγη μεγαλη, και σηκωθεντες οι γραμματεις του μερους των Φαρισαιων διεμαχοντο, λεγοντες· Ουδεν κακον ευρισκομεν εν τω ανθρωπω τουτω· αν δε ελαλησε προς αυτον πνευμα η αγγελος, ας μη θεομαχωμεν.
<scripture passage="Acts 23:10" parsed="|Acts|23|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.10" />
<sup>10</sup>Και επειδη εγεινε μεγαλη διαιρεσις, φοβηθεις ο χιλιαρχος μη διασπαραχθη ο Παυλος υπ' αυτων, προσεταξε να καταβη το στρατευμα και να αρπαση αυτον εκ μεσου αυτων και να φερη εις το φρουριον.
<scripture passage="Acts 23:11" parsed="|Acts|23|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.11" />
<sup>11</sup>Την δε ερχομενην νυκτα επιφανεις εις αυτον ο Κυριος, ειπε· Θαρρει, Παυλε, διοτι καθως εμαρτυρησας τα περι εμου εις Ιερουσαλημ, ουτω πρεπει να μαρτυρησης και εις Ρωμην.
<scripture passage="Acts 23:12" parsed="|Acts|23|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.12" />
<sup>12</sup>Και οτε εγεινεν ημερα, τινες των Ιουδαιων συνομωσαντες ανεθεματισαν εαυτους, λεγοντες μητε να φαγωσι μητε να πιωσιν, εωσου φονευσωσι τον Παυλον·
<scripture passage="Acts 23:13" parsed="|Acts|23|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.13" />
<sup>13</sup>ησαν δε πλειοτεροι των τεσσαρακοντα οι πραξαντες την συνωμοσιαν ταυτην·
<scripture passage="Acts 23:14" parsed="|Acts|23|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.14" />
<sup>14</sup>οιτινες ελθοντες προς τους αρχιερεις και τους πρεσβυτερους, ειπον· Με αναθεμα ανεθεματισαμεν εαυτους, να μη γευθωμεν μηδεν εωσου φονευσωμεν τον Παυλον.
<scripture passage="Acts 23:15" parsed="|Acts|23|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.15" />
<sup>15</sup>Τωρα λοιπον σεις μετα του συνεδριου μηνυσατε προς τον χιλιαρχον, να καταβιβαση αυτον αυριον προς εσας, ως μελλοντας να μαθητε ακριβεστερον τα περι αυτου· ημεις δε, πριν αυτος πλησιαση, ειμεθα ετοιμοι να φονευσωμεν αυτον.
<scripture passage="Acts 23:16" parsed="|Acts|23|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.16" />
<sup>16</sup>Ακουσας δε την ενεδραν ο υιος της αδελφης του Παυλου, υπηγε και εισελθων εις το φρουριον απηγγειλε προς τον Παυλον.
<scripture passage="Acts 23:17" parsed="|Acts|23|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.17" />
<sup>17</sup>Και ο Παυλος προσκαλεσας ενα των εκατονταρχων, ειπε· Φερε τον νεον τουτον προς τον χιλιαρχον· διοτι εχει τι να απαγγειλη προς αυτον.
<scripture passage="Acts 23:18" parsed="|Acts|23|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.18" />
<sup>18</sup>Εκεινος λοιπον παραλαβων αυτον, εφερε προς τον χιλιαρχον και λεγει· Ο δεσμιος Παυλος με εκραξε και με παρεκαλεσε να φερω τον νεον τουτον προς σε, διοτι εχει τι να σοι λαληση.
<scripture passage="Acts 23:19" parsed="|Acts|23|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.19" />
<sup>19</sup>Πιασας δε αυτον απο της χειρος ο χιλιαρχος και αποσυρθεις κατ' ιδιαν, ηρωτησε, Τι ειναι εκεινο, το οποιον εχεις να μοι απαγγειλης;
<scripture passage="Acts 23:20" parsed="|Acts|23|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.20" />
<sup>20</sup>Ο δε ειπεν οτι οι Ιουδαιοι συνεφωνησαν να σε παρακαλεσωσι να καταβιβασης αυριον τον Παυλον εις το συνεδριον, ως θελοντες να μαθωσι τι ακριβεστερον περι αυτου.
<scripture passage="Acts 23:21" parsed="|Acts|23|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.21" />
<sup>21</sup>Συ λοιπον μη πεισθης εις αυτους, διοτι ενεδρευουσιν αυτον πλειοτεροι των τεσσαρακοντα ανδρες εξ αυτων, οιτινες ανεθεματισαν εαυτους μητε να φαγωσι μητε να πιωσιν, εωσου φονευσωσιν αυτον· και τωρα ειναι ετοιμοι, προσμενοντες την παρα σου υποσχεσιν.
<scripture passage="Acts 23:22" parsed="|Acts|23|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.22" />
<sup>22</sup>Ο χιλιαρχος λοιπον απελυσε τον νεον, παραγγειλας, να μη ειπης εις μηδενα οτι εφανερωσας ταυτα εις εμε.
<scripture passage="Acts 23:23" parsed="|Acts|23|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.23" />
<sup>23</sup>Και προσκαλεσας δυο τινας των εκατονταρχων, ειπεν· Ετοιμασατε διακοσιους στρατιωτας δια να υπαγωσιν εως Καισαρειας, και εβδομηκοντα ιππεις και διακοσιους λογχοφορους, απο τριτης ωρας της νυκτος,
<scripture passage="Acts 23:24" parsed="|Acts|23|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.24" />
<sup>24</sup>ετοιμασατε και ζωα, δια να επικαθισωσι τον Παυλον και φερωσιν ασφαλως προς Φηλικα τον ηγεμονα·
<scripture passage="Acts 23:25" parsed="|Acts|23|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.25" />
<sup>25</sup>και εγραψεν επιστολην περιεχουσαν τον τυπον τουτον·
<scripture passage="Acts 23:26" parsed="|Acts|23|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.26" />
<sup>26</sup>Κλαυδιος Λυσιας προς τον κρατιστον ηγεμονα Φηλικα, χαιρειν.
<scripture passage="Acts 23:27" parsed="|Acts|23|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.27" />
<sup>27</sup>Τον ανδρα τουτον, συλληφθεντα υπο των Ιουδαιων και μελλοντα να φονευθη υπ' αυτων, επελθων μετα του στρατευματος εσωσα αυτον, μαθων οτι ειναι Ρωμαιος.
<scripture passage="Acts 23:28" parsed="|Acts|23|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.28" />
<sup>28</sup>Θελων δε να μαθω αιτιαν, δια την οποιαν εκατηγορουν αυτον, κατεβιβασα αυτον εις το συνεδριον αυτων·
<scripture passage="Acts 23:29" parsed="|Acts|23|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.29" />
<sup>29</sup>και ευρον αυτον εγκαλουμενον περι ζητηματων του νομου αυτων, μη εχοντα ομως μηδεν εγκλημα αξιον θανατου η δεσμων.
<scripture passage="Acts 23:30" parsed="|Acts|23|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.30" />
<sup>30</sup>Και επειδη εμηνυθη προς εμε οτι μελλει να γεινη εις τον ανθρωπον επιβουλη υπο των Ιουδαιων, ευθυς επεμψα αυτον προς σε, παραγγειλας και εις τους κατηγορους να ειπωσιν ενωπιον σου τα κατ' αυτου. Υγιαινε.
<scripture passage="Acts 23:31" parsed="|Acts|23|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.31" />
<sup>31</sup>Οι μεν λοιπον στρατιωται κατα την δοθεισαν εις αυτους προσταγην αναλαβοντες τον Παυλον, εφεραν δια της νυκτος εις την Αντιπατριδα,
<scripture passage="Acts 23:32" parsed="|Acts|23|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.32" />
<sup>32</sup>την δε επαυριον, αφησαντες τους ιππεις να υπαγωσι μετ' αυτου, υπεστρεψαν εις το φρουριον·
<scripture passage="Acts 23:33" parsed="|Acts|23|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.33" />
<sup>33</sup>οιτινες εισελθοντες εις την Καισαρειαν και εγχειρισαντες την επιστολην εις τον ηγεμονα, παρεστησαν και τον Παυλον εις αυτον.
<scripture passage="Acts 23:34" parsed="|Acts|23|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.34" />
<sup>34</sup>Ο δε ηγεμων, αφου ανεγνωσε την επιστολην και ηρωτησεν εκ ποιας επαρχιας ειναι και ηκουσεν οτι ειναι απο Κιλικιας,
<scripture passage="Acts 23:35" parsed="|Acts|23|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.23.35" />
<sup>35</sup>Θελω σε ακροασθη, ειπεν, οταν και οι κατηγοροι σου ελθωσι· και προσεταξε να φυλαττηται εν τω πραιτωριω του Ηρωδου.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 24" progress="90.69%" prev="Acts.23" next="Acts.25" id="Acts.24">
<h3 id="Acts.24-p0.1">Chapter 24</h3>
<p class="Greek" id="Acts.24-p1">
<scripture passage="Acts 24:1" parsed="|Acts|24|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.1" />
<sup>1</sup>Μετα δε πεντε ημερας κατεβη ο αρχιερευς Ανανιας μετα των πρεσβυτερων και μετα τινος Τερτυλλου ρητορος, οιτινες ενεφανισθησαν εις τον ηγεμονα κατα του Παυλου.
<scripture passage="Acts 24:2" parsed="|Acts|24|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.2" />
<sup>2</sup>Προσκληθεντος δε αυτου, ηρχισε να κατηγορη ο Τερτυλλος, λεγων· Επειδη απολαμβανομεν δια σου πολλην ησυχιαν και γινονται εις το εθνος τουτο λαμπρα πραγματα δια της προνοιας σου,
<scripture passage="Acts 24:3" parsed="|Acts|24|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.3" />
<sup>3</sup>κατα παντα και πανταχου ευγνωμονουμεν, κρατιστε Φηλιξ, μετα πασης ευχαριστιας.
<scripture passage="Acts 24:4" parsed="|Acts|24|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.4" />
<sup>4</sup>Αλλα δια να μη σε απασχολω περισσοτερον, παρακαλω να ακουσης ημας συντομως με την επιεικειαν σου.
<scripture passage="Acts 24:5" parsed="|Acts|24|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.5" />
<sup>5</sup>Επειδη ευρομεν τον ανθρωπον τουτον οτι ειναι φθοροποιος και διεγειρει στασιν μεταξυ ολων των κατα την οικουμενην Ιουδαιων, και ειναι πρωτοστατης της αιρεσεως των Ναζωραιων,
<scripture passage="Acts 24:6" parsed="|Acts|24|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.6" />
<sup>6</sup>οστις και τον ναον εδοκιμασε να βεβηλωση, τον οποιον και εκρατησαμεν και κατα τον ημετερον νομον ηθελησαμεν να κρινωμεν.
<scripture passage="Acts 24:7" parsed="|Acts|24|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.7" />
<sup>7</sup>Ελθων ομως Λυσιας ο χιλιαρχος απεσπασεν αυτον μετα πολλης βιας εκ των χειρων ημων,
<scripture passage="Acts 24:8" parsed="|Acts|24|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.8" />
<sup>8</sup>προσταξας τους κατηγορους αυτου να ελθωσιν ενωπιον σου· παρα του οποιου θελεις δυνηθη εξετασας αυτος να μαθης περι παντων τουτων, περι των οποιων ημεις κατηγορουμεν αυτον.
<scripture passage="Acts 24:9" parsed="|Acts|24|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.9" />
<sup>9</sup>Συνωμολογησαν δε και οι Ιουδαιοι, λεγοντες οτι ταυτα ουτως εχουσι.
<scripture passage="Acts 24:10" parsed="|Acts|24|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.10" />
<sup>10</sup>Τοτε ο Παυλος, αφου ο ηγεμων ενευσεν εις αυτον να ομιληση, απεκριθη· Επειδη σε γνωριζω οτι εκ πολλων ετων εισαι κριτης εις το εθνος τουτο, απολογουμαι περι εμαυτου προθυμοτερον,
<scripture passage="Acts 24:11" parsed="|Acts|24|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.11" />
<sup>11</sup>διοτι δυνασαι να πληροφορηθης οτι δεν ειναι πλειοτεραι των δωδεκα ημερων αφου εγω ανεβην δια να προσκυνησω εν Ιερουσαλημ·
<scripture passage="Acts 24:12" parsed="|Acts|24|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.12" />
<sup>12</sup>και ουτε εν τω ιερω ευρον εμε διαλεγομενον μετα τινος η οχλαγωγουντα, ουτε εν ταις συναγωγαις ουτε εν τη πολει·
<scripture passage="Acts 24:13" parsed="|Acts|24|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.13" />
<sup>13</sup>ουδε δυνανται να φερωσιν αποδειξεις περι οσων με κατηγορουσι τωρα.
<scripture passage="Acts 24:14" parsed="|Acts|24|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.14" />
<sup>14</sup>Ομολογω δε τουτο εις σε, οτι κατα την οδον, την οποιαν ουτοι λεγουσιν αιρεσιν, ουτω λατρευω τον Θεον των πατερων μου, πιστευων εις παντα τα γεγραμμενα εν τω νομω και εν τοις προφηταις,
<scripture passage="Acts 24:15" parsed="|Acts|24|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.15" />
<sup>15</sup>ελπιδα εχων εις τον Θεον, την οποιαν και αυτοι ουτοι προσμενουσιν, οτι μελλει να γεινη αναστασις νεκρων, δικαιων τε και αδικων·
<scripture passage="Acts 24:16" parsed="|Acts|24|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.16" />
<sup>16</sup>εις τουτο δε εγω σπουδαζω, εις το να εχω απταιστον συνειδησιν προς τον Θεον και προς τους ανθρωπους διαπαντος.
<scripture passage="Acts 24:17" parsed="|Acts|24|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.17" />
<sup>17</sup>Μετα πολλα δε ετη ηλθον δια να καμω εις το εθνος μου ελεημοσυνας και προσφορας·
<scripture passage="Acts 24:18" parsed="|Acts|24|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.18" />
<sup>18</sup>εν τω μεταξυ δε τουτων Ιουδαιοι τινες εκ της Ασιας ευρον με κεκαθαρισμενον εν τω ιερω, ουχι μετα οχλου ουδε μετα θορυβου,
<scripture passage="Acts 24:19" parsed="|Acts|24|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.19" />
<sup>19</sup>οιτινες επρεπε να παρασταθωσιν ενωπιον σου και να με κατηγορησωσιν, εαν ειχον τι κατ' εμου.
<scripture passage="Acts 24:20" parsed="|Acts|24|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.20" />
<sup>20</sup>Η αυτοι ουτοι ας ειπωσιν εαν ευρον εν εμοι τι αδικημα, οτε παρεσταθην ενωπιον του συνεδριου,
<scripture passage="Acts 24:21" parsed="|Acts|24|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.21" />
<sup>21</sup>εκτος εαν ηναι περι ταυτης της μιας φωνης, την οποιαν εφωναξα ισταμενος μεταξυ αυτων, οτι περι αναστασεως νεκρων εγω κρινομαι σημερον απο σας.
<scripture passage="Acts 24:22" parsed="|Acts|24|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.22" />
<sup>22</sup>Ακουσας δε ταυτα ο Φηλιξ ανεβαλε την κρισιν αυτων, επειδη ηξευρεν ακριβεστερα τα περι της οδου ταυτης, και ειπεν· Οταν Λυσιας ο χιλιαρχος καταβη, θελω αποφασισει περι της διαφορας σας,
<scripture passage="Acts 24:23" parsed="|Acts|24|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.23" />
<sup>23</sup>και διεταξε τον εκατονταρχον να φυλαττηται ο Παυλος και να εχη ανεσιν και να μη εμποδιζωσι μηδενα εκ των οικειων αυτου να υπηρετη η να ερχηται προς αυτον.
<scripture passage="Acts 24:24" parsed="|Acts|24|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.24" />
<sup>24</sup>Μετα δε ημερας τινας ελθων ο Φηλιξ μετα της Δρουσιλλης της γυναικος αυτου, ητις ητο Ιουδαια, μετεκαλεσε τον Παυλον και ηκουσε παρ' αυτου περι της εις Χριστον πιστεως.
<scripture passage="Acts 24:25" parsed="|Acts|24|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.25" />
<sup>25</sup>Ενω δε αυτος ωμιλει περι δικαιοσυνης και εγκρατειας και περι της μελλουσης κρισεως, ο Φηλιξ γενομενος εμφοβος απεκριθη· Κατα το παρον υπαγε, και οταν λαβω καιρον θελω σε μετακαλεσει,
<scripture passage="Acts 24:26" parsed="|Acts|24|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.26" />
<sup>26</sup>εν τουτω δε και ηλπιζεν οτι θελουσι δοθη εις αυτον χρηματα υπο του Παυλου, δια να απολυση αυτον· οθεν και συχνοτερα μετακαλων αυτον ωμιλει μετ' αυτου.
<scripture passage="Acts 24:27" parsed="|Acts|24|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.24.27" />
<sup>27</sup>Μετα δε την συμπληρωσιν δυο ετων ο Φηλιξ ελαβε διαδοχον τον Πορκιον Φηστον· και θελων να καμη χαριν εις τους Ιουδαιους ο Φηλιξ, αφηκε τον Παυλον δεδεμενον.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 25" progress="90.78%" prev="Acts.24" next="Acts.26" id="Acts.25">
<h3 id="Acts.25-p0.1">Chapter 25</h3>
<p class="Greek" id="Acts.25-p1">
<scripture passage="Acts 25:1" parsed="|Acts|25|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.1" />
<sup>1</sup>Ο Φηστος λοιπον, αφου ηλθεν εις την επαρχιαν, μετα τρεις ημερας ανεβη εις Ιεροσολυμα απο της Καισαρειας.
<scripture passage="Acts 25:2" parsed="|Acts|25|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.2" />
<sup>2</sup>Ενεφανισθησαν δε εις αυτον ο αρχιερευς και οι πρωτοι των Ιουδαιων κατα του Παυλου και παρεκαλουν αυτον,
<scripture passage="Acts 25:3" parsed="|Acts|25|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.3" />
<sup>3</sup>ζητουντες χαριν κατ' αυτου, να μεταφερη αυτον εις Ιερουσαλημ, ενεδρευοντες να φονευσωσιν αυτον καθ' οδον.
<scripture passage="Acts 25:4" parsed="|Acts|25|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.4" />
<sup>4</sup>Ο δε Φηστος απεκριθη οτι ο Παυλος φυλαττεται εν Καισαρεια, και οτι αυτος ταχεως μελλει να αναχωρηση εκεισε.
<scripture passage="Acts 25:5" parsed="|Acts|25|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.5" />
<sup>5</sup>Οθεν οι δυνατοι μεταξυ σας, ειπεν, ας καταβωσι μετ' εμου, και εαν υπαρχη τι εν τω ανθρωπω τουτω, ας κατηγορησωσιν αυτον.
<scripture passage="Acts 25:6" parsed="|Acts|25|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.6" />
<sup>6</sup>Και αφου διετριψε μεταξυ αυτων υπερ τας δεκα ημερας, κατεβη εις Καισαρειαν, και τη επαυριον καθησας επι του βηματος, προσεταξε να φερθη ο Παυλος.
<scripture passage="Acts 25:7" parsed="|Acts|25|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.7" />
<sup>7</sup>Και αφου ηλθε, παρεσταθησαν οι καταβαντες απο Ιεροσολυμων Ιουδαιοι, επιφεροντες κατα του Παυλου πολλας και βαρειας κατηγοριας, τας οποιας δεν ηδυναντο να αποδειξωσιν·
<scripture passage="Acts 25:8" parsed="|Acts|25|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.8" />
<sup>8</sup>απολογουμενου εκεινου οτι ουτε εις τον νομον των Ιουδαιων ουτε εις το ιερον ουτε εις τον Καισαρα επραξα τι αμαρτημα.
<scripture passage="Acts 25:9" parsed="|Acts|25|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.9" />
<sup>9</sup>Ο δε Φηστος, θελων να καμη χαριν εις τους Ιουδαιους, αποκριθεις προς τον Παυλον ειπε· Θελεις να αναβης εις Ιεροσολυμα και εκει να κριθης περι τουτων ενωπιον μου;
<scripture passage="Acts 25:10" parsed="|Acts|25|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.10" />
<sup>10</sup>Και ο Παυλος ειπεν· Επι του βηματος του Καισαρος παρισταμαι, οπου πρεπει να κριθω. Δεν ηδικησα κατ' ουδεν τους Ιουδαιους, καθως και συ γνωριζεις καλλιστα·
<scripture passage="Acts 25:11" parsed="|Acts|25|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.11" />
<sup>11</sup>διοτι εαν αδικω και επραξα τι αξιον θανατου, δεν φευγω τον θανατον· αλλ' εαν δεν υπαρχη ουδεν εξ οσων ουτοι με κατηγορουσιν, ουδεις δυναται να με χαριση εις αυτους· τον Καισαρα επικαλουμαι.
<scripture passage="Acts 25:12" parsed="|Acts|25|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.12" />
<sup>12</sup>Τοτε ο Φηστος, συνομιλησας μετα του συμβουλιου, απεκριθη· Τον Καισαρα επικαλεισαι, προς τον Καισαρα θελεις υπαγει.
<scripture passage="Acts 25:13" parsed="|Acts|25|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.13" />
<sup>13</sup>Και αφου παρηλθον ημεραι τινες, Αγριππας ο βασιλευς και η Βερνικη ηλθον εις Καισαρειαν δια να χαιρετησωσι τον Φηστον.
<scripture passage="Acts 25:14" parsed="|Acts|25|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.14" />
<sup>14</sup>Ενω δε διετριβον εκει ημερας πολλας, ο Φηστος ανεφερε προς τον βασιλεα τα περι του Παυλου, λεγων· Ειναι τις ανθρωπος αφημενος εδω δεσμιος υπο του Φηλικος,
<scripture passage="Acts 25:15" parsed="|Acts|25|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.15" />
<sup>15</sup>περι του οποιου, οτε υπηγα εις Ιεροσολυμα, οι αρχιερεις και οι πρεσβυτεροι των Ιουδαιων ενεφανισθησαν εις εμε, ζητουντες καταδικην εναντιον αυτου·
<scripture passage="Acts 25:16" parsed="|Acts|25|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.16" />
<sup>16</sup>προς τους οποιους απεκριθην οτι δεν ειναι συνηθεια εις τους Ρωμαιους να παραδιδωσι κατα χαριν ουδενα ανθρωπον εις θανατον, πριν ο κατηγορουμενος εχη τους κατηγορους κατα προσωπον και λαβη καιρον απολογιας περι του εγκληματος.
<scripture passage="Acts 25:17" parsed="|Acts|25|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.17" />
<sup>17</sup>Αφου λοιπον αυτοι συνηλθον εδω, χωρις να καμω μηδεμιαν αναβολην την ακολουθον ημεραν καθησας επι του βηματος, προσεταξα να φερθη ο ανθρωπος·
<scripture passage="Acts 25:18" parsed="|Acts|25|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.18" />
<sup>18</sup>περι του οποιου οι κατηγοροι παρασταθεντες δεν επεφεραν ουδεμιαν κατηγοριαν εξ οσων εγω υπενοουν,
<scripture passage="Acts 25:19" parsed="|Acts|25|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.19" />
<sup>19</sup>αλλ' ειχον κατ' αυτου ζητηματα τινα περι της ιδιας αυτων δεισιδαιμονιας και περι τινος Ιησου αποθανοντος, τον οποιον ο Παυλος ελεγεν οτι ζη.
<scripture passage="Acts 25:20" parsed="|Acts|25|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.20" />
<sup>20</sup>Απορων δε εγω εις την περι τουτου ζητησιν, ελεγον αν θελη να υπαγη εις Ιερουσαλημ και εκει να κριθη περι τουτων.
<scripture passage="Acts 25:21" parsed="|Acts|25|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.21" />
<sup>21</sup>Αλλ' επειδη ο Παυλος επεκαλεσθη να φυλαχθη εις την κρισιν του Σεβαστου, προσεταξα να φυλαττηται, εωσου πεμψω αυτον προς τον Καισαρα.
<scripture passage="Acts 25:22" parsed="|Acts|25|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.22" />
<sup>22</sup>Ο δε Αγριππας ειπε προς τον Φηστον· Ηθελον και εγω να ακουσω τον ανθρωπον. Και εκεινος· Αυριον, ειπε, θελεις ακουσει αυτον.
<scripture passage="Acts 25:23" parsed="|Acts|25|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.23" />
<sup>23</sup>Την επαυριον λοιπον, οτε ηλθεν ο Αγριππας και η Βερνικη μετα μεγαλης πομπης και εισηλθον εις το ακροατηριον μετα των χιλιαρχων και των εξοχων ανδρων της πολεως, προσεταξεν ο Φηστος, και εφερθη ο Παυλος.
<scripture passage="Acts 25:24" parsed="|Acts|25|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.24" />
<sup>24</sup>Τοτε λεγει ο Φηστος· Αγριππα βασιλευ και παντες οι συμπαρευρισκομενοι μεθ' ημων, θεωρειτε τουτον, περι του οποιου ολον το πληθος των Ιουδαιων με ωμιλησαν και εν Ιεροσολυμοις και εδω, καταβοωντες οτι αυτος δεν πρεπει πλεον να ζη.
<scripture passage="Acts 25:25" parsed="|Acts|25|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.25" />
<sup>25</sup>Εγω δε επειδη ευρον οτι δεν επραξεν ουδεν αξιον θανατου, και αυτος ουτος επεκαλεσθη τον Σεβαστον, απεφασισα να πεμψω αυτον.
<scripture passage="Acts 25:26" parsed="|Acts|25|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.26" />
<sup>26</sup>Περι του οποιου δεν εχω ουδεν βεβαιον να γραψω προς τον κυριον μου· οθεν εφερα αυτον ενωπιον σας, και μαλιστα ενωπιον σου, βασιλευ Αγριππα, δια να εχω τι να γραψω, αφου γεινη η ανακρισις.
<scripture passage="Acts 25:27" parsed="|Acts|25|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.25.27" />
<sup>27</sup>Διοτι μοι φαινεται αλογον, πεμπων δεσμιον, να μη φανερωσω και τα κατ' αυτου εγκληματα.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 26" progress="90.87%" prev="Acts.25" next="Acts.27" id="Acts.26">
<h3 id="Acts.26-p0.1">Chapter 26</h3>
<p class="Greek" id="Acts.26-p1">
<scripture passage="Acts 26:1" parsed="|Acts|26|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.1" />
<sup>1</sup>Ο δε Αγριππας ειπε προς τον Παυλον. Εχεις την αδειαν να ομιλησης υπερ σεαυτου. Τοτε ο Παυλος εκτεινας την χειρα, απελογειτο·
<scripture passage="Acts 26:2" parsed="|Acts|26|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.2" />
<sup>2</sup>Μακαριον νομιζω εμαυτον, βασιλευ Αγριππα, μελλων να απολογηθω ενωπιον σου σημερον περι παντων εις οσα εγκαλουμαι υπο των Ιουδαιων,
<scripture passage="Acts 26:3" parsed="|Acts|26|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.3" />
<sup>3</sup>μαλιστα επειδη γνωριζεις παντα τα παρα τοις Ιουδαιοις εθιμα και ζητηματα· οθεν δεομαι σου να με ακουσης μετα μακροθυμιας.
<scripture passage="Acts 26:4" parsed="|Acts|26|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.4" />
<sup>4</sup>Την εκ νεοτητος λοιπον ζωην μου, την οποιαν απ' αρχης εζησα μεταξυ του εθνους μου εν Ιεροσολυμοις, εξευρουσι παντες οι Ιουδαιοι,
<scripture passage="Acts 26:5" parsed="|Acts|26|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.5" />
<sup>5</sup>επειδη με γνωριζουσιν εξ αρχης, εαν θελωσι να μαρτυρησωσιν, οτι κατα την ακριβεστατην αιρεσιν της θρησκειας ημων εζησα Φαρισαιος.
<scripture passage="Acts 26:6" parsed="|Acts|26|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.6" />
<sup>6</sup>Και τωρα παρισταμαι κρινομενος δια την ελπιδα της επαγγελιας της γενομενης υπο του Θεου προς τους πατερας ημων,
<scripture passage="Acts 26:7" parsed="|Acts|26|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.7" />
<sup>7</sup>εις την οποιαν το δωδεκαφυλον ημων γενος, λατρευον εκτενως τον Θεον νυκτα και ημεραν, ελπιζει να καταντηση· περι ταυτης της ελπιδος εγκαλουμαι, βασιλευ Αγριππα, υπο των Ιουδαιων.
<scripture passage="Acts 26:8" parsed="|Acts|26|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.8" />
<sup>8</sup>Τι απιστευτον κρινεται εις εσας, οτι ο Θεος ανιστα νεκρους;
<scripture passage="Acts 26:9" parsed="|Acts|26|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.9" />
<sup>9</sup>Εγω μεν εστοχασθην κατ' εμαυτον οτι επρεπε να πραξω πολλα εναντια εις το ονομα του Ιησου του Ναζωραιου·
<scripture passage="Acts 26:10" parsed="|Acts|26|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.10" />
<sup>10</sup>το οποιον και επραξα εν Ιεροσολυμοις, και πολλους των αγιων εγω κατεκλεισα εις φυλακας, λαβων την εξουσιαν παρα των αρχιερεων, και οτε εφονευοντο εδωκα ψηφον κατ' αυτων.
<scripture passage="Acts 26:11" parsed="|Acts|26|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.11" />
<sup>11</sup>Και εν πασαις ταις συναγωγαις πολλακις τιμωρων αυτους ηναγκαζον να βλασφημωσι, και καθ' υπερβολην μαινομενος εναντιον αυτων κατεδιωκον εως και εις τας εξω πολεις.
<scripture passage="Acts 26:12" parsed="|Acts|26|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.12" />
<sup>12</sup>Εν τουτοις δε, οτε ηρχομην εις την Δαμασκον μετ' εξουσιας και επιτροπης της παρα των αρχιερεων,
<scripture passage="Acts 26:13" parsed="|Acts|26|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.13" />
<sup>13</sup>εν τω μεσω της ημερας ειδον καθ' οδον, βασιλευ, φως ουρανοθεν υπερβαινον την λαμπροτητα του ηλιου, το οποιον ελαμψε περι εμε και τους οδοιπορουντας μετ' εμου·
<scripture passage="Acts 26:14" parsed="|Acts|26|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.14" />
<sup>14</sup>και ενω κατεπεσομεν παντες εις την γην, ηκουσα φωνην λαλουσαν προς με και λεγουσαν εις την Εβραικην διαλεκτον· Σαουλ Σαουλ, τι με διωκεις; σκληρον σοι ειναι να λακτιζης προς κεντρα.
<scripture passage="Acts 26:15" parsed="|Acts|26|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.15" />
<sup>15</sup>Εγω δε ειπον· Τις εισαι, Κυριε; Και εκεινος ειπεν· Εγω ειμαι ο Ιησους, τον οποιον συ διωκεις.
<scripture passage="Acts 26:16" parsed="|Acts|26|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.16" />
<sup>16</sup>Αλλα σηκωθητι και στηθι επι τους ποδας σου· επειδη δια τουτο εφανην εις σε, δια να σε καταστησω υπηρετην και μαρτυρα και οσων ειδες και περι οσων θελω φανερωθη εις σε,
<scripture passage="Acts 26:17" parsed="|Acts|26|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.17" />
<sup>17</sup>εκλεγων σε εκ του λαου και των εθνων, εις τα οποια τωρα σε αποστελλω
<scripture passage="Acts 26:18" parsed="|Acts|26|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.18" />
<sup>18</sup>δια να ανοιξης τους οφθαλμους αυτων, ωστε να επιστρεψωσιν απο του σκοτους εις το φως και απο της εξουσιας του Σατανα προς τον Θεον, δια να λαβωσιν αφεσιν αμαρτιων και κληρονομιαν μεταξυ των ηγιασμενων δια της εις εμε πιστεως.
<scripture passage="Acts 26:19" parsed="|Acts|26|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.19" />
<sup>19</sup>Οθεν, βασιλευ Αγριππα, δεν εγεινα απειθης εις την ουρανιον οπτασιαν,
<scripture passage="Acts 26:20" parsed="|Acts|26|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.20" />
<sup>20</sup>αλλ' εκηρυττον πρωτον εις τους εν Δαμασκω και Ιεροσολυμοις και εις πασαν την γην της Ιουδαιας, και επειτα εις τα εθνη, να μετανοωσι και να επιστρεφωσιν εις τον Θεον, πραττοντες εργα αξια της μετανοιας.
<scripture passage="Acts 26:21" parsed="|Acts|26|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.21" />
<sup>21</sup>Δια ταυτα οι Ιουδαιοι συλλαβοντες με εν τω ιερω, επεχειρουν να με φονευσωσιν.
<scripture passage="Acts 26:22" parsed="|Acts|26|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.22" />
<sup>22</sup>Αξιωθεις ομως της βοηθειας της παρα του Θεου, ισταμαι εως της ημερας ταυτης μαρτυρων προς μικρον τε και μεγαλον, μη λεγων μηδεν εκτος των οσα ελαλησαν οι προφηται και ο Μωυσης οτι εμελλον να γεινωσιν,
<scripture passage="Acts 26:23" parsed="|Acts|26|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.23" />
<sup>23</sup>οτι ο Χριστος εμελλε να παθη, οτι πρωτος αναστας εκ νεκρων μελλει να κηρυξη φως εις τον λαον και εις τα εθνη.
<scripture passage="Acts 26:24" parsed="|Acts|26|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.24" />
<sup>24</sup>Ενω δε αυτος απελογειτο ταυτα, ο Φηστος ειπε με μεγαλην φωνην· Μαινεσαι, Παυλε, τα πολλα γραμματα σε καταφερουσιν εις μανιαν.
<scripture passage="Acts 26:25" parsed="|Acts|26|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.25" />
<sup>25</sup>Ο δε, Δεν μαινομαι, ειπε, κρατιστε Φηστε, αλλα προφερω λογους αληθειας και νοος υγιαινοντος.
<scripture passage="Acts 26:26" parsed="|Acts|26|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.26" />
<sup>26</sup>Διοτι εχει γνωσιν περι τουτων ο βασιλευς, προς τον οποιον και λαλω μετα παρρησιας· επειδη ειμαι πεπεισμενος οτι δεν λανθανει αυτον ουδεν τουτων, διοτι τουτο δεν ειναι πεπραγμενον εν γωνια.
<scripture passage="Acts 26:27" parsed="|Acts|26|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.27" />
<sup>27</sup>Πιστευεις, βασιλευ Αγριππα, εις τους προφητας; εξευρω οτι πιστευεις.
<scripture passage="Acts 26:28" parsed="|Acts|26|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.28" />
<sup>28</sup>Και ο Αγριππας ειπε προς τον Παυλον· Παρ' ολιγον με πειθεις να γεινω Χριστιανος.
<scripture passage="Acts 26:29" parsed="|Acts|26|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.29" />
<sup>29</sup>Και ο Παυλος ειπεν· Ηθελον ευχεσθαι προς τον Θεον, ουχι μονον συ, αλλα και παντες οι σημερον ακουοντες με, να γεινωσι και παρ' ολιγον και παρα πολυ τοιουτοι οποιος και εγω ειμαι, παρεκτος των δεσμων τουτων.
<scripture passage="Acts 26:30" parsed="|Acts|26|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.30" />
<sup>30</sup>Και αφου αυτος ειπε ταυτα, εσηκωθη ο βασιλευς και ο ηγεμων και η Βερνικη και οι συγκαθημενοι μετ' αυτων,
<scripture passage="Acts 26:31" parsed="|Acts|26|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.31" />
<sup>31</sup>και αναχωρησαντες ελαλουν προς αλληλους, λεγοντες οτι ουδεν αξιον θανατου η δεσμων πραττει ο ανθρωπος ουτος.
<scripture passage="Acts 26:32" parsed="|Acts|26|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.26.32" />
<sup>32</sup>Ο δε Αγριππας ειπε προς τον Φηστον· Ο ανθρωπος ουτος ηδυνατο να απολυθη, εαν δεν ειχεν επικαλεσθη τον Καισαρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 27" progress="90.97%" prev="Acts.26" next="Acts.28" id="Acts.27">
<h3 id="Acts.27-p0.1">Chapter 27</h3>
<p class="Greek" id="Acts.27-p1">
<scripture passage="Acts 27:1" parsed="|Acts|27|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.1" />
<sup>1</sup>Αφου δε απεφασισθη να αποπλευσωμεν εις την Ιταλιαν, παρεδωκαν τον Παυλον και τινας αλλους δεσμιους εις εκατονταρχον Ιουλιον ονομαζομενον, εκ του ταγματος του Σεβαστου λεγομενου.
<scripture passage="Acts 27:2" parsed="|Acts|27|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.2" />
<sup>2</sup>Και αφου επεβημεν εις πλοιον Αδραμυττηνον, εσηκωθημεν μελλοντες να παραπλευσωμεν τους κατα την Ασιαν τοπους, εχοντες μεθ' ημων Αρισταρχον τον Μακεδονα τον εκ Θεσσαλονικης·
<scripture passage="Acts 27:3" parsed="|Acts|27|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.3" />
<sup>3</sup>και την αλλην ημεραν εφθασαμεν εις Σιδωνα· και ο Ιουλιος φιλανθρωπως φερομενος προς τον Παυλον επετρεψεν εις αυτον να υπαγη προς τους φιλους αυτου και να λαβη περιθαλψιν.
<scripture passage="Acts 27:4" parsed="|Acts|27|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.4" />
<sup>4</sup>Και εκειθεν σηκωθεντες υπεπλευσαμεν την Κυπρον, επειδη ησαν εναντιοι οι ανεμοι,
<scripture passage="Acts 27:5" parsed="|Acts|27|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.5" />
<sup>5</sup>και διαπλευσαντες το πελαγος της Κιλικιας και Παμφυλιας, ηλθομεν εις τα Μυρα της Λυκιας.
<scripture passage="Acts 27:6" parsed="|Acts|27|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.6" />
<sup>6</sup>Και εκει ευρων ο εκατονταρχος πλοιον Αλεξανδρινον, το οποιον επλεεν εις την Ιταλιαν, επεβιβασεν ημας εις αυτο·
<scripture passage="Acts 27:7" parsed="|Acts|27|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.7" />
<sup>7</sup>βραδυπλοουντες δε ικανας ημερας και μολις φθασαντες εις την Κνιδον, επειδη δεν μας αφινεν ο ανεμος, υπεπλευσαμεν την Κρητην κατα την Σαλμωνην,
<scripture passage="Acts 27:8" parsed="|Acts|27|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.8" />
<sup>8</sup>και μολις παραπλευσαντες αυτην, ηλθομεν εις τοπον τινα ονομαζομενον Καλους Λιμενας, πλησιον του οποιου ητο η πολις Λασαια.
<scripture passage="Acts 27:9" parsed="|Acts|27|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.9" />
<sup>9</sup>Επειδη δε παρηλθεν ικανος καιρος και ο πλους ητο ηδη επικινδυνος, διοτι και η νηστεια ειχεν ηδη παρελθει, συνεβουλευεν ο Παυλος,
<scripture passage="Acts 27:10" parsed="|Acts|27|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.10" />
<sup>10</sup>λεγων προς αυτους· Ανδρες, βλεπω οτι ο πλους μελλει να γεινη με κακοπαθειαν και πολλην ζημιαν ουχι μονον του φορτιου και του πλοιου, αλλα και των ψυχων ημων.
<scripture passage="Acts 27:11" parsed="|Acts|27|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.11" />
<sup>11</sup>Αλλ' ο εκατονταρχος επειθετο μαλλον εις τον κυβερνητην και εις τον ναυκληρον παρα εις τα υπο του Παυλου λεγομενα.
<scripture passage="Acts 27:12" parsed="|Acts|27|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.12" />
<sup>12</sup>Και επειδη ο λιμην δεν ητο επιτηδειος εις παραχειμασιαν, οι πλειοτεροι εγνωμοδοτησαν να σηκωθωσι και εκειθεν, ωστε φθασαντες αν ηδυναντο εις Φοινικα, λιμενα της Κρητης βλεποντα προς τον λιβα ανεμον και προς τον χωρον, να παραχειμασωσιν εκει.
<scripture passage="Acts 27:13" parsed="|Acts|27|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.13" />
<sup>13</sup>Και οτε επνευσεν ολιγον νοτος, νομισαντες οτι επετυχον του σκοπου, ανεσυραν την αγκυραν και παρεπλεον πλησιον την Κρητην.
<scripture passage="Acts 27:14" parsed="|Acts|27|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.14" />
<sup>14</sup>Πλην μετ' ολιγον προσεβαλε κατ' αυτης ανεμος τυφωνικος ο λεγομενος Ευροκλυδων.
<scripture passage="Acts 27:15" parsed="|Acts|27|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.15" />
<sup>15</sup>Και επειδη το πλοιον συνηρπασθη και δεν ηδυνατο να αντεχη προς τον ανεμον, αφεθεντες εφερομεθα.
<scripture passage="Acts 27:16" parsed="|Acts|27|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.16" />
<sup>16</sup>Και τρεξαντες υπο νησιδιον τι ονομαζομενον Κλαυδην, μολις ηδυνηθημεν να βαλωμεν εις την εξουσιαν μας την λεμβον,
<scripture passage="Acts 27:17" parsed="|Acts|27|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.17" />
<sup>17</sup>την οποιαν αφου ανελαβον μετεχειριζοντο βοηθηματα, ζωνοντες υποκατωθεν το πλοιον· και φοβουμενοι μη εκπεσωσιν εις την Συρτιν, κατεβιβασαν τα πανια και εφεροντο ουτως.
<scripture passage="Acts 27:18" parsed="|Acts|27|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.18" />
<sup>18</sup>Και επειδη εχειμαζομεθα σφοδρως, την ακολουθον ημεραν εκαμνον χυσιν,
<scripture passage="Acts 27:19" parsed="|Acts|27|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.19" />
<sup>19</sup>και την τριτην με τας ιδιας ημων χειρας ερριψαμεν τα σκευη του πλοιου·
<scripture passage="Acts 27:20" parsed="|Acts|27|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.20" />
<sup>20</sup>και επειδη δια πολλων ημερων δεν εφαινοντο ουτε ηλιος ουτε αστρα, και χειμων βαρυς επεκειτο, πασα ελπις σωτηριας αφηρειτο πλεον αφ' ημων.
<scripture passage="Acts 27:21" parsed="|Acts|27|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.21" />
<sup>21</sup>Μετα δε πολυημερον ασιτιαν σταθεις ο Παυλος εν τω μεσω αυτων, ειπεν· Επρεπεν, ω ανδρες, να μου υπακουσητε και να μη σηκωθητε απο της Κρητης και ουτως ηθελομεν αποφυγει την κακοπαθειαν ταυτην και την ζημιαν.
<scripture passage="Acts 27:22" parsed="|Acts|27|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.22" />
<sup>22</sup>Αλλα και ηδη σας παραινω να εχητε θαρρος· διοτι εξ υμων ουδεμια ψυχη δεν θελει χαθη, ειμη μονον το πλοιον.
<scripture passage="Acts 27:23" parsed="|Acts|27|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.23" />
<sup>23</sup>Διοτι την νυκτα ταυτην εφανη εις εμε αγγελος του Θεου, του οποιου ειμαι, τον οποιον και λατρευω,
<scripture passage="Acts 27:24" parsed="|Acts|27|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.24" />
<sup>24</sup>λεγων· μη φοβου, Παυλε· πρεπει να παρασταθης ενωπιον του Καισαρος· και ιδου, ο Θεος σοι εχαρισε παντας τους πλεοντας μετα σου.
<scripture passage="Acts 27:25" parsed="|Acts|27|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.25" />
<sup>25</sup>Δια τουτο θαρρειτε, ανδρες· διοτι πιστευω εις τον Θεον οτι ουτω θελει γεινει, καθ' ον τροπον ελαληθη προς εμε.
<scripture passage="Acts 27:26" parsed="|Acts|27|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.26" />
<sup>26</sup>Πρεπει δε να πεσωμεν εις νησον τινα.
<scripture passage="Acts 27:27" parsed="|Acts|27|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.27" />
<sup>27</sup>Οτε δε ηλθεν η δεκατη τεταρτη νυξ, ενω παρεφερομεθα εν τη Αδριατικη θαλασση, περι το μεσον της νυκτος εσυμπεραινον οι ναυται οτι πλησιαζουσιν εις τοπον τινα.
<scripture passage="Acts 27:28" parsed="|Acts|27|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.28" />
<sup>28</sup>Και ριψαντες την βολιδα ευρον εικοσι οργυιας, και αφου επροχωρησαν ολιγον διαστημα, ριψαντες και παλιν την βολιδα ευρον οργυιας δεκαπεντε·
<scripture passage="Acts 27:29" parsed="|Acts|27|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.29" />
<sup>29</sup>και φοβουμενοι μηπως πεσωμεν εξω εις τραχεις τοπους, ριψαντες τεσσαρας αγκυρας απο της πρυμνης, ηυχοντο να γεινη ημερα.
<scripture passage="Acts 27:30" parsed="|Acts|27|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.30" />
<sup>30</sup>Επειδη δε οι ναυται εζητουν να φυγωσιν εκ του πλοιου και κατεβιβασαν την λεμβον εις την θαλασσαν, επι προφασει οτι εμελλον να εκτεινωσιν αγκυρας εκ της πρωρας,
<scripture passage="Acts 27:31" parsed="|Acts|27|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.31" />
<sup>31</sup>ο Παυλος ειπε προς τον εκατονταρχον και προς τους στρατιωτας· Εαν ουτοι δεν μεινωσιν εν τω πλοιω, σεις δεν δυνασθε να σωθητε.
<scripture passage="Acts 27:32" parsed="|Acts|27|32|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.32" />
<sup>32</sup>Τοτε οι στρατιωται απεκοψαν τα σχοινια της λεμβου και αφηκαν αυτην να πεση εξω.
<scripture passage="Acts 27:33" parsed="|Acts|27|33|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.33" />
<sup>33</sup>Εως δε να εξημερωση, ο Παυλος παρεκαλει παντας να λαβωσι τροφην τινα, λεγων· Δεκατεσσαρας ημερας σημερον προσδοκωντες διαμενετε νηστικοι, και δεν εφαγετε ουδεν.
<scripture passage="Acts 27:34" parsed="|Acts|27|34|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.34" />
<sup>34</sup>Δια τουτο σας παρακαλω να λαβητε τροφην· διοτι τουτο ειναι αναγκαιον προς την σωτηριαν σας· επειδη ουδενος απο σας δεν θελει πεσει θριξ εκ της κεφαλης.
<scripture passage="Acts 27:35" parsed="|Acts|27|35|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.35" />
<sup>35</sup>Αφου δε ειπε ταυτα και ελαβεν αρτον, ευχαριστησε τον Θεον ενωπιον παντων και κοψας ηρχισε να τρωγη.
<scripture passage="Acts 27:36" parsed="|Acts|27|36|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.36" />
<sup>36</sup>Λαβοντες δε παντες θαρρος, ελαβον και αυτοι τροφην·
<scripture passage="Acts 27:37" parsed="|Acts|27|37|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.37" />
<sup>37</sup>ημεθα δε εν τω πλοιω ψυχαι ολαι διακοσιαι εβδομηκοντα εξ.
<scripture passage="Acts 27:38" parsed="|Acts|27|38|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.38" />
<sup>38</sup>Αφου δε εχορτασθησαν απο τροφης ελαφρυνον το πλοιον, ριπτοντες τον σιτον εις την θαλασσαν.
<scripture passage="Acts 27:39" parsed="|Acts|27|39|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.39" />
<sup>39</sup>Και οτε εγεινεν ημερα, δεν εγνωριζον την γην, παρετηρουν ομως κολπον τινα εχοντα αιγιαλον, εις τον οποιον εβουλευθησαν, αν ηδυναντο, να εξωσωσι το πλοιον.
<scripture passage="Acts 27:40" parsed="|Acts|27|40|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.40" />
<sup>40</sup>Και κοψαντες τας αγκυρας, αφηκαν το πλοιον εις την θαλασσαν, λυσαντες ενταυτω τους δεσμους των πηδαλιων, και υψωσαντες τον αρτεμονα προς τον ανεμον, κατηυθυνοντο εις τον αιγιαλον.
<scripture passage="Acts 27:41" parsed="|Acts|27|41|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.41" />
<sup>41</sup>Περιπεσοντες δε εις τοπον, οπου συνηρχοντο δυο θαλασσαι, ερριψαν εξω το πλοιον, και η μεν πρωρα εκαθησε και εμεινεν ασαλευτος, η δε πρυμνη διελυετο υπο της βιας των κυματων.
<scripture passage="Acts 27:42" parsed="|Acts|27|42|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.42" />
<sup>42</sup>Εβουλευθησαν δε οι στρατιωται να θανατωσωσι τους δεσμιους, δια να μη φυγη μηδεις κολυμβησας.
<scripture passage="Acts 27:43" parsed="|Acts|27|43|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.43" />
<sup>43</sup>Αλλ' ο εκατονταρχος, θελων να διασωση τον Παυλον, εμποδισεν αυτους απο του σκοπου και προσεταξεν, οσοι ηδυναντο να κολυμβωσι να ριφθωσι πρωτοι και να εκβωσιν εις την γην,
<scripture passage="Acts 27:44" parsed="|Acts|27|44|0|0" osisRef="Bible:Acts.27.44" />
<sup>44</sup>οι δε λοιποι αλλοι μεν επι σανιδων, αλλοι δε επι τινων λειψανων του πλοιου, και ουτω διεσωθησαν παντες εις την γην.
</p>
</div3>

<div3 title="Acts 28" progress="91.10%" prev="Acts.27" next="Rom" id="Acts.28">
<h3 id="Acts.28-p0.1">Chapter 28</h3>
<p class="Greek" id="Acts.28-p1">
<scripture passage="Acts 28:1" parsed="|Acts|28|1|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.1" />
<sup>1</sup>Και αφου διεσωθησαν, τοτε εγνωρισαν οτι η νησος ονομαζεται Μελιτη.
<scripture passage="Acts 28:2" parsed="|Acts|28|2|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.2" />
<sup>2</sup>Οι δε βαρβαροι εδειξαν εις ημας ου την τυχουσαν φιλανθρωπιαν· διοτι αναψαντες πυραν, υπεδεχθησαν παντας ημας δια την επικειμενην βροχην και δια το ψυχος.
<scripture passage="Acts 28:3" parsed="|Acts|28|3|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.3" />
<sup>3</sup>Οτε δε ο Παυλος, συσσωρευσας πληθος φρυγανων, εβαλεν επι την πυραν, εχιδνα εξελθουσα εκ της θερμοτητος προσεκολληθη εις την χειρα αυτου.
<scripture passage="Acts 28:4" parsed="|Acts|28|4|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.4" />
<sup>4</sup>Ως δε ειδον οι βαρβαροι το θηριον κρεμαμενον εκ της χειρος αυτου, ελεγον προς αλληλους· Βεβαιως φονευς ειναι ο ανθρωπος ουτος, τον οποιον διασωθεντα εκ της θαλασσης η θεια δικη δεν αφηκε να ζη.
<scripture passage="Acts 28:5" parsed="|Acts|28|5|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.5" />
<sup>5</sup>Και αυτος μεν απετιναξε το θηριον εις το πυρ και δεν επαθεν ουδεν κακον·
<scripture passage="Acts 28:6" parsed="|Acts|28|6|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.6" />
<sup>6</sup>εκεινοι δε επροσμενον οτι εμελλε να πρησθη η εξαιφνης να πεση κατω νεκρος. Αφου ομως επροσμενον πολλην ωραν και εβλεπον οτι ουδεν κακον εγινετο εις αυτον, μεταβαλοντες στοχασμον ελεγον οτι ειναι Θεος.
<scripture passage="Acts 28:7" parsed="|Acts|28|7|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.7" />
<sup>7</sup>Εις τα περιξ δε του τοπου εκεινου ησαν κτηματα του πρωτου της νησου ονομαζομενου Ποπλιου, οστις αναδεχθεις ημας, εξενισε φιλοφρονως τρεις ημερας.
<scripture passage="Acts 28:8" parsed="|Acts|28|8|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.8" />
<sup>8</sup>Συνεβη δε να ηναι κατακειτος ο πατηρ του Ποπλιου, πασχων πυρετον και δυσεντεριαν· προς τον οποιον εισελθων ο Παυλος και προσευχηθεις, επεθεσεν επ' αυτον τας χειρας και ιατρευσεν αυτον.
<scripture passage="Acts 28:9" parsed="|Acts|28|9|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.9" />
<sup>9</sup>Τουτου λοιπον γενομενου και οι λοιποι, οσοι ειχον ασθενειας εν τη νησω, προσηρχοντο και εθεραπευοντο·
<scripture passage="Acts 28:10" parsed="|Acts|28|10|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.10" />
<sup>10</sup>οιτινες και με τιμας πολλας ετιμησαν ημας και οτε εμελλομεν να αναχωρησωμεν, εφωδιασαν με τα χρειωδη.
<scripture passage="Acts 28:11" parsed="|Acts|28|11|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.11" />
<sup>11</sup>Μετα δε τρεις μηνας απεπλευσαμεν επι πλοιου Αλεξανδρινου, με σημαιαν των Διοσκουρων, το οποιον ειχε παραχειμασει εν τη νησω,
<scripture passage="Acts 28:12" parsed="|Acts|28|12|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.12" />
<sup>12</sup>και φθασαντες εις τας Συρακουσας, εμειναμεν τρεις ημερας·
<scripture passage="Acts 28:13" parsed="|Acts|28|13|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.13" />
<sup>13</sup>εκειθεν δε περιπλευσαντες κατηντησαμεν εις Ρηγιον, και μετα μιαν ημεραν, πνευσαντος νοτου, την δευτεραν ημεραν ηλθομεν εις Ποτιολους·
<scripture passage="Acts 28:14" parsed="|Acts|28|14|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.14" />
<sup>14</sup>οπου ευροντες αδελφους, παρεκαλεσθημεν να μεινωμεν παρ' αυτοις επτα ημερας, και ουτως ηλθομεν εις την Ρωμην.
<scripture passage="Acts 28:15" parsed="|Acts|28|15|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.15" />
<sup>15</sup>Εκειθεν δε ακουσαντες οι αδελφοι τα περι ημων, εξηλθον εις απαντησιν ημων εως του Αππιου Φορου και των Τριων Ταβερνων, τους οποιους ιδων ο Παυλος, ηυχαριστησε τον Θεον και ελαβε θαρρος.
<scripture passage="Acts 28:16" parsed="|Acts|28|16|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.16" />
<sup>16</sup>Οτε δε ηλθομεν εις Ρωμην, ο εκατονταρχος παρεδωκε τους δεσμιους εις τον στρατοπεδαρχην· εις τον Παυλον ομως συνεχωρηθη να μενη καθ' εαυτον μετα του στρατιωτου, οστις εφυλαττεν αυτον.
<scripture passage="Acts 28:17" parsed="|Acts|28|17|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.17" />
<sup>17</sup>Μετα δε τρεις ημερας συνεκαλεσεν ο Παυλος τους οντας των Ιουδαιων πρωτους· και αφου συνηλθον, ελεγε προς αυτους· Ανδρες αδελφοι, εγω ουδεν εναντιον πραξας εις τον λαον η εις τα εθιμα τα πατρωα, παρεδοθην εξ Ιεροσολυμων δεσμιος εις τας χειρας των Ρωμαιων·
<scripture passage="Acts 28:18" parsed="|Acts|28|18|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.18" />
<sup>18</sup>οιτινες αφου με ανεκριναν, ηθελον να με απολυσωσι, διοτι ουδεμια αιτια θανατου υπηρχεν εν εμοι.
<scripture passage="Acts 28:19" parsed="|Acts|28|19|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.19" />
<sup>19</sup>Επειδη δε αντελεγον οι Ιουδαιοι, ηναγκασθην να επικαλεσθω τον Καισαρα, ουχι ως εχων να κατηγορησω κατα τι το εθνος μου.
<scripture passage="Acts 28:20" parsed="|Acts|28|20|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.20" />
<sup>20</sup>Δια ταυτην λοιπον την αιτιαν σας εκαλεσα, δια να σας ιδω και ομιλησω· διοτι ενεκα της ελπιδος του Ισραηλ φορω ταυτην την αλυσιν.
<scripture passage="Acts 28:21" parsed="|Acts|28|21|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.21" />
<sup>21</sup>Οι δε ειπον προς αυτον· ημεις ουτε γραμματα ελαβομεν περι σου απο της Ιουδαιας, ουτε ελθων τις εκ των αδελφων απηγγειλεν η ελαλησε τι κακον περι σου.
<scripture passage="Acts 28:22" parsed="|Acts|28|22|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.22" />
<sup>22</sup>Επιθυμουμεν δε να ακουσωμεν παρα σου τι φρονεις διοτι περι της αιρεσεως ταυτης ειναι γνωστον εις ημας οτι πανταχου αντιλεγεται.
<scripture passage="Acts 28:23" parsed="|Acts|28|23|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.23" />
<sup>23</sup>Και αφου διωρισαν εις αυτον ημεραν, ηλθον προς αυτον πολλοι εις το καταλυμα, εις τους οποιους εξεθεσε δια μαρτυριων την βασιλειαν του Θεου και επειθεν αυτους εις τα περι του Ιησου απο τε του νομου του Μωυσεως και των προφητων απο πρωι εως εσπερας.
<scripture passage="Acts 28:24" parsed="|Acts|28|24|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.24" />
<sup>24</sup>Και αλλοι μεν επειθοντο εις τα λεγομενα, αλλοι δε ηπιστουν.
<scripture passage="Acts 28:25" parsed="|Acts|28|25|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.25" />
<sup>25</sup>Ασυμφωνοι δε οντες προς αλληλους ανεχωρουν, αφου ο Παυλος ειπεν ενα λογον, οτι καλως ελαλησε το Πνευμα το Αγιον προς τους πατερας ημων δια Ησαιου του προφητου,
<scripture passage="Acts 28:26" parsed="|Acts|28|26|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.26" />
<sup>26</sup>λεγον· Υπαγε προς τον λαον τουτον και ειπε· Με την ακοην θελετε ακουσει και δεν θελετε εννοησει, και βλεποντες θελετε ιδει και δεν θελετε καταλαβει·
<scripture passage="Acts 28:27" parsed="|Acts|28|27|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.27" />
<sup>27</sup>διοτι επαχυνθη η καρδια του λαου τουτου, και με τα ωτα βαρεως ηκουσαν και τους οφθαλμους αυτων εκλεισαν, μηποτε ιδωσι με τους οφθαλμους και ακουσωσι με τα ωτα και νοησωσι με την καρδιαν και επιστρεψωσι, και ιατρευσω αυτους.
<scripture passage="Acts 28:28" parsed="|Acts|28|28|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.28" />
<sup>28</sup>Γνωστον λοιπον εστω εις εσας οτι εις τα εθνη απεσταλη το σωτηριον του Θεου, αυτοι και θελουσιν ακουσει.
<scripture passage="Acts 28:29" parsed="|Acts|28|29|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.29" />
<sup>29</sup>Και αφου ειπε ταυτα ανεχωρησαν οι Ιουδαιοι εχοντες πολλην συζητησιν προς αλληλους.
<scripture passage="Acts 28:30" parsed="|Acts|28|30|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.30" />
<sup>30</sup>Εμεινε δε ο Παυλος δυο ολοκληρα ετη εν ιδιαιτερα μισθωτη οικια και εδεχετο παντας τους ερχομενους προς αυτον,
<scripture passage="Acts 28:31" parsed="|Acts|28|31|0|0" osisRef="Bible:Acts.28.31" />
<sup>31</sup>κηρυττων την βασιλειαν του Θεου και διδασκων μετα πασης παρρησιας ακωλυτως τα περι του Κυριου Ιησου Χριστου.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Romans" progress="91.20%" prev="Acts.28" next="Rom.1" id="Rom">
<h2 id="Rom-p0.1">Romans</h2>

<div3 title="Romans 1" progress="91.20%" prev="Rom" next="Rom.2" id="Rom.1">
<h3 id="Rom.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Rom.1-p1">
<scripture passage="Rom 1:1" parsed="|Rom|1|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, δουλος Ιησου Χριστου, προσκεκλημενος αποστολος, κεχωρισμενος δια το ευαγγελιον του Θεου,
<scripture passage="Rom 1:2" parsed="|Rom|1|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.2" />
<sup>2</sup>το οποιον προυπεσχεθη δια των προφητων αυτου εν ταις αγιαις γραφαις,
<scripture passage="Rom 1:3" parsed="|Rom|1|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.3" />
<sup>3</sup>περι του Υιου αυτου, οστις εγεννηθη εκ σπερματος Δαβιδ κατα σαρκα,
<scripture passage="Rom 1:4" parsed="|Rom|1|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.4" />
<sup>4</sup>και απεδειχθη Υιος Θεου εν δυναμει κατα το πνευμα της αγιωσυνης δια της εκ νεκρων αναστασεως, Ιησου Χριστου του Κυριου ημων,
<scripture passage="Rom 1:5" parsed="|Rom|1|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.5" />
<sup>5</sup>δια του οποιου ελαβομεν χαριν και αποστολην εις υπακοην πιστεως παντων των εθνων υπερ του ονοματος αυτου,
<scripture passage="Rom 1:6" parsed="|Rom|1|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.6" />
<sup>6</sup>μεταξυ των οποιων εισθε και σεις προσκεκλημενοι του Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Rom 1:7" parsed="|Rom|1|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.7" />
<sup>7</sup>προς παντας τους οντας εν Ρωμη αγαπητους του Θεου, προσκεκλημενους αγιους, χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Rom 1:8" parsed="|Rom|1|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.8" />
<sup>8</sup>Πρωτον μεν ευχαριστω τον Θεον μου δια Ιησου Χριστου υπερ παντων υμων, διοτι η πιστις σας κηρυττεται εν ολω τω κοσμω.
<scripture passage="Rom 1:9" parsed="|Rom|1|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.9" />
<sup>9</sup>Επειδη μαρτυς μου ειναι ο Θεος, τον οποιον λατρευω δια του πνευματος μου εν τω ευαγγελιω του Υιου αυτου, οτι αδιαλειπτως σας ενθυμουμαι,
<scripture passage="Rom 1:10" parsed="|Rom|1|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.10" />
<sup>10</sup>δεομενος παντοτε εν ταις προσευχαις μου να αξιωθω ηδη ποτε δια του θεληματος του Θεου να ελθω προς εσας.
<scripture passage="Rom 1:11" parsed="|Rom|1|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.11" />
<sup>11</sup>Διοτι επιποθω να σας ιδω, δια να σας μεταδωσω χαρισμα τι πνευματικον προς στηριξιν υμων,
<scripture passage="Rom 1:12" parsed="|Rom|1|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.12" />
<sup>12</sup>τουτο δε ειναι, το να συμπαρηγορηθω μεταξυ σας δια της κοινης πιστεως υμων τε και εμου.
<scripture passage="Rom 1:13" parsed="|Rom|1|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.13" />
<sup>13</sup>Δεν θελω δε να αγνοητε, αδελφοι, οτι πολλακις εμελετησα να ελθω προς εσας, εμποδισθην ομως μεχρι τουδε, δια να απολαυσω καρπον τινα και μεταξυ σας, καθως και μεταξυ των λοιπων εθνων.
<scripture passage="Rom 1:14" parsed="|Rom|1|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.14" />
<sup>14</sup>Χρεωστης ειμαι προς Ελληνας τε και βαρβαρους, σοφους τε και ασοφους·
<scripture passage="Rom 1:15" parsed="|Rom|1|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.15" />
<sup>15</sup>ουτω προθυμος ειμαι το κατ' εμε να κηρυξω το ευαγγελιον και προς εσας τους εν Ρωμη.
<scripture passage="Rom 1:16" parsed="|Rom|1|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.16" />
<sup>16</sup>Διοτι δεν αισχυνομαι το ευαγγελιον του Χριστου· επειδη ειναι δυναμις Θεου προς σωτηριαν εις παντα τον πιστευοντα Ιουδαιον τε, πρωτον και Ελληνα.
<scripture passage="Rom 1:17" parsed="|Rom|1|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.17" />
<sup>17</sup>Διοτι δι' αυτου αποκαλυπτεται η δικαιοσυνη του Θεου εκ πιστεως εις πιστιν, καθως ειναι γεγραμμενον· Ο δε δικαιος θελει ζησει εκ πιστεως.
<scripture passage="Rom 1:18" parsed="|Rom|1|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.18" />
<sup>18</sup>Διοτι οργη Θεου αποκαλυπτεται απ' ουρανου επι πασαν ασεβειαν και αδικιαν ανθρωπων, οιτινες κατακρατουσι την αληθειαν εν αδικια.
<scripture passage="Rom 1:19" parsed="|Rom|1|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.19" />
<sup>19</sup>Επειδη ο, τι δυναται να γνωρισθη περι Θεου ειναι φανερον εν αυτοις, διοτι ο Θεος εφανερωσε τουτο προς αυτους.
<scripture passage="Rom 1:20" parsed="|Rom|1|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.20" />
<sup>20</sup>Επειδη τα αορατα αυτου βλεπονται φανερως απο κτισεως κοσμου νοουμενα δια των ποιηματων, η τε αιδιος αυτου δυναμις και η θειοτης, ωστε αυτοι ειναι αναπολογητοι.
<scripture passage="Rom 1:21" parsed="|Rom|1|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.21" />
<sup>21</sup>Διοτι γνωρισαντες τον Θεον, δεν εδοξασαν ως Θεον ουδε ευχαριστησαν, αλλ' εματαιωθησαν εν τοις διαλογισμοις αυτων, και εσκοτισθη η ασυνετος αυτων καρδια·
<scripture passage="Rom 1:22" parsed="|Rom|1|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.22" />
<sup>22</sup>λεγοντες οτι ειναι σοφοι εμωρανθησαν,
<scripture passage="Rom 1:23" parsed="|Rom|1|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.23" />
<sup>23</sup>και ηλλαξαν την δοξαν του αφθαρτου Θεου εις ομοιωμα εικονος φθαρτου ανθρωπου και πετεινων και τετραποδων και ερπετων.
<scripture passage="Rom 1:24" parsed="|Rom|1|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.24" />
<sup>24</sup>Δια τουτο και παρεδωκεν αυτους ο Θεος δια των επιθυμιων των καρδιων αυτων εις ακαθαρσιαν, ωστε να ατιμαζωνται τα σωματα αυτων μεταξυ αυτων.
<scripture passage="Rom 1:25" parsed="|Rom|1|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.25" />
<sup>25</sup>Οιτινες μετηλλαξαν την αληθειαν του Θεου εις το ψευδος, και εσεβασθησαν και ελατρευσαν την κτισιν μαλλον παρα τον κτισαντα, οστις ειναι ευλογητος εις τους αιωνας· αμην.
<scripture passage="Rom 1:26" parsed="|Rom|1|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.26" />
<sup>26</sup>Δια τουτο παρεδωκεν αυτους ο Θεος εις παθη ατιμιας· διοτι και αι γυναικες αυτων μετηλλαξαν την φυσικην χρησιν εις την παρα φυσιν·
<scripture passage="Rom 1:27" parsed="|Rom|1|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.27" />
<sup>27</sup>ομοιως δε και οι ανδρες, αφησαντες την φυσικην χρησιν της γυναικος, εξεκαυθησαν εις την επιθυμιαν αυτων προς αλληλους, πραττοντες την ασχημοσυνην αρσενες εις αρσενας και απολαμβανοντες εις εαυτους την πρεπουσαν αντιμισθιαν της πλανης αυτων.
<scripture passage="Rom 1:28" parsed="|Rom|1|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.28" />
<sup>28</sup>Και καθως απεδοκιμασαν το να εχωσιν επιγνωσιν του Θεου, παρεδωκεν αυτους ο Θεος εις αδοκιμον νουν, ωστε να πραττωσι τα μη πρεποντα,
<scripture passage="Rom 1:29" parsed="|Rom|1|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.29" />
<sup>29</sup>πληρεις οντες πασης αδικιας, πορνειας, πονηριας, πλεονεξιας, κακιας, γεμοντες φθονου, φονου, εριδος, δολου, κακοηθειας·
<scripture passage="Rom 1:30" parsed="|Rom|1|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.30" />
<sup>30</sup>ψιθυρισται, καταλαλοι, μισοθεοι, υβρισται, υπερηφανοι, αλαζονες, εφευρεται κακων, απειθεις εις τους γονεις,
<scripture passage="Rom 1:31" parsed="|Rom|1|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.31" />
<sup>31</sup>ασυνετοι, παραβαται συνθηκων, ασπλαγχνοι, αδιαλλακτοι, ανελεημονες·
<scripture passage="Rom 1:32" parsed="|Rom|1|32|0|0" osisRef="Bible:Rom.1.32" />
<sup>32</sup>οιτινες ενω γνωριζουσι την δικαιοσυνην του Θεου, οτι οι πραττοντες τα τοιαυτα ειναι αξιοι θανατου, ουχι μονον πραττουσιν αυτα, αλλα και συνευδοκουσιν εις τους πραττοντας.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 2" progress="91.30%" prev="Rom.1" next="Rom.3" id="Rom.2">
<h3 id="Rom.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Rom.2-p1">
<scripture passage="Rom 2:1" parsed="|Rom|2|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο αναπολογητος εισαι, ω ανθρωπε, πας οστις κρινεις· διοτι εις ο, τι κρινεις τον αλλον, σεαυτον κατακρινεις· επειδη τα αυτα πραττεις συ ο κρινων.
<scripture passage="Rom 2:2" parsed="|Rom|2|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.2" />
<sup>2</sup>Εξευρομεν δε οτι η κρισις του Θεου ειναι κατα αληθειαν εναντιον των πραττοντων τα τοιαυτα.
<scripture passage="Rom 2:3" parsed="|Rom|2|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.3" />
<sup>3</sup>Και νομιζεις τουτο, ω ανθρωπε, συ ο κρινων τους πραττοντας τα τοιαυτα και πραττων αυτα, οτι θελεις εκφυγει την κρισιν του Θεου;
<scripture passage="Rom 2:4" parsed="|Rom|2|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.4" />
<sup>4</sup>Η καταφρονεις τον πλουτον της χρηστοτητος αυτου και της υπομονης και της μακροθυμιας, αγνοων οτι η χρηστοτης του Θεου σε φερει εις μετανοιαν;
<scripture passage="Rom 2:5" parsed="|Rom|2|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.5" />
<sup>5</sup>δια δε την σκληροτητα σου και αμετανοητον καρδιαν θησαυριζεις εις σεαυτον οργην εν τη ημερα της οργης και της αποκαλυψεως της δικαιοκρισιας του Θεου,
<scripture passage="Rom 2:6" parsed="|Rom|2|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.6" />
<sup>6</sup>οστις θελει αποδωσει εις εκαστον κατα τα εργα αυτου,
<scripture passage="Rom 2:7" parsed="|Rom|2|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.7" />
<sup>7</sup>εις μεν τους ζητουντας δι' υπομονης εργου αγαθου, δοξαν και τιμην και αφθαρσιαν ζωην αιωνιον,
<scripture passage="Rom 2:8" parsed="|Rom|2|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.8" />
<sup>8</sup>εις δε τους φιλονεικους και απειθουντας μεν εις την αληθειαν, πειθομενους δε εις την αδικιαν θελει εισθαι θυμος και οργη,
<scripture passage="Rom 2:9" parsed="|Rom|2|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.9" />
<sup>9</sup>θλιψις και στενοχωρια επι πασαν ψυχην ανθρωπου του εργαζομενου το κακον, Ιουδαιου τε πρωτον και Ελληνος·
<scripture passage="Rom 2:10" parsed="|Rom|2|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.10" />
<sup>10</sup>δοξα δε και τιμη και ειρηνη εις παντα τον εργαζομενον το αγαθον, Ιουδαιον τε πρωτον και Ελληνα·
<scripture passage="Rom 2:11" parsed="|Rom|2|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.11" />
<sup>11</sup>επειδη δεν ειναι προσωποληψια παρα τω Θεω.
<scripture passage="Rom 2:12" parsed="|Rom|2|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.12" />
<sup>12</sup>Διοτι οσοι ημαρτησαν χωρις νομου, θελουσι και απολεσθη χωρις νομου· και οσοι ημαρτησαν υπο νομον, θελουσι κριθη δια νομου.
<scripture passage="Rom 2:13" parsed="|Rom|2|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.13" />
<sup>13</sup>Διοτι δεν ειναι δικαιοι παρα τω Θεω οι ακροαται του νομου, αλλ' οι εκτελεσται του νομου θελουσι δικαιωθη.
<scripture passage="Rom 2:14" parsed="|Rom|2|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.14" />
<sup>14</sup>Επειδη οταν οι εθνικοι οι μη εχοντες νομον πραττωσιν εκ φυσεως τα του νομου, ουτοι νομον μη εχοντες ειναι νομος εις εαυτους,
<scripture passage="Rom 2:15" parsed="|Rom|2|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.15" />
<sup>15</sup>οιτινες δεικνυουσι το εργον του νομου γεγραμμενον εν ταις καρδιαις αυτων, εχοντες συμμαρτυρουσαν την συνειδησιν αυτων και τους λογισμους κατηγορουντας η και απολογουμενους μεταξυ αλληλων,
<scripture passage="Rom 2:16" parsed="|Rom|2|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.16" />
<sup>16</sup>εν τη ημερα οτε θελει κρινει ο Θεος τα κρυπτα των ανθρωπων δια του Ιησου Χριστου κατα το ευαγγελιον μου.
<scripture passage="Rom 2:17" parsed="|Rom|2|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.17" />
<sup>17</sup>Ιδου, συ επονομαζεσαι Ιουδαιος και επαναπαυεσαι εις τον νομον και καυχασαι εις τον Θεον,
<scripture passage="Rom 2:18" parsed="|Rom|2|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.18" />
<sup>18</sup>και γνωριζεις το θελημα αυτου και διακρινεις τα διαφεροντα, διδασκομενος υπο του νομου,
<scripture passage="Rom 2:19" parsed="|Rom|2|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.19" />
<sup>19</sup>και εχεις πεποιθησιν εις σεαυτον οτι εισαι οδηγος τυφλων, φως των εν σκοτει,
<scripture passage="Rom 2:20" parsed="|Rom|2|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.20" />
<sup>20</sup>παιδευτης αφρονων, διδασκαλος νηπιων, εχων τον τυπον της γνωσεως και της αληθειας εν τω νομω.
<scripture passage="Rom 2:21" parsed="|Rom|2|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.21" />
<sup>21</sup>Ο διδασκων λοιπον αλλον σεαυτον δεν διδασκεις; ο κηρυττων να μη κλεπτωσι κλεπτεις;
<scripture passage="Rom 2:22" parsed="|Rom|2|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.22" />
<sup>22</sup>ο λεγων να μη μοιχευωσι μοιχευεις; ο βδελυττομενος τα ειδωλα ιεροσυλεις;
<scripture passage="Rom 2:23" parsed="|Rom|2|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.23" />
<sup>23</sup>ο καυχωμενος εις τον νομον, ατιμαζεις τον Θεον δια της παραβασεως του νομου;
<scripture passage="Rom 2:24" parsed="|Rom|2|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.24" />
<sup>24</sup>Διοτι το ονομα του Θεου εξ αιτιας σας βλασφημειται μεταξυ των εθνων, καθως ειναι γεγραμμενον.
<scripture passage="Rom 2:25" parsed="|Rom|2|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.25" />
<sup>25</sup>Επειδη ωφελει μεν η περιτομη, εαν εκτελης τον νομον· εαν ομως ησαι παραβατης του νομου, η περιτομη σου εγεινεν ακροβυστια.
<scripture passage="Rom 2:26" parsed="|Rom|2|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.26" />
<sup>26</sup>Εαν λοιπον ο απεριτμητος φυλαττη τα διαταγματα του νομου, η ακροβυστια αυτου δεν θελει λογισθη αντι περιτομης;
<scripture passage="Rom 2:27" parsed="|Rom|2|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.27" />
<sup>27</sup>και ο εκ φυσεως απεριτμητος, εκτελων τον νομον, θελει κρινει σε οστις, εχων το γραμμα του νομου και την περιτομην, εισαι παραβατης του νομου.
<scripture passage="Rom 2:28" parsed="|Rom|2|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.28" />
<sup>28</sup>Διοτι Ιουδαιος δεν ειναι ο εν τω φανερω Ιουδαιος, ουδε περιτομη η εν τω φανερω η γινομενη εν σαρκι,
<scripture passage="Rom 2:29" parsed="|Rom|2|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.2.29" />
<sup>29</sup>αλλ ' Ιουδαιος ειναι ο εν τω κρυπτω Ιουδαιος, και περιτομη η της καρδιας κατα πνευμα, ουχι κατα γραμμα, του οποιου ο επαινος ειναι ουχι εξ ανθρωπων, αλλ' εκ του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 3" progress="91.37%" prev="Rom.2" next="Rom.4" id="Rom.3">
<h3 id="Rom.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Rom.3-p1">
<scripture passage="Rom 3:1" parsed="|Rom|3|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.1" />
<sup>1</sup>Τις λοιπον η υπεροχη του Ιουδαιου, η τις η ωφελεια της περιτομης;
<scripture passage="Rom 3:2" parsed="|Rom|3|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.2" />
<sup>2</sup>Πολλη κατα παντα τροπον. Πρωτον μεν διοτι εις τους Ιουδαιους ενεπιστευθησαν τα λογια του Θεου.
<scripture passage="Rom 3:3" parsed="|Rom|3|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.3" />
<sup>3</sup>Επειδη αν τινες δεν επιστευσαν, τι εκ τουτου; μηπως η απιστια αυτων θελει καταργησει την πιστιν του Θεου;
<scripture passage="Rom 3:4" parsed="|Rom|3|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.4" />
<sup>4</sup>Μη γενοιτο. Αλλ' εστω ο Θεος αληθης, πας δε ανθρωπος ψευστης, καθως ειναι γεγραμμενον· Δια να δικαιωθης εν τοις λογοις σου και να νικησης, οταν κρινησαι.
<scripture passage="Rom 3:5" parsed="|Rom|3|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε η αδικια ημων δεικνυη την δικαιοσυνην του Θεου, τι θελομεν ειπει; μηπως ειναι αδικος ο Θεος ο επιφερων την οργην; ως ανθρωπος λαλω.
<scripture passage="Rom 3:6" parsed="|Rom|3|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.6" />
<sup>6</sup>Μη γενοιτο· επειδη πως θελει κρινει ο Θεος τον κοσμον;
<scripture passage="Rom 3:7" parsed="|Rom|3|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εαν η αληθεια του Θεου επερισσευσε προς δοξαν αυτου δια του εμου ψευσματος, δια τι πλεον εγω κρινομαι ως αμαρτωλος,
<scripture passage="Rom 3:8" parsed="|Rom|3|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.8" />
<sup>8</sup>και καθως βλασφημουμεθα και καθως κηρυττουσι τινες, οτι ημεις λεγομεν, Δια τι να μη πραττωμεν τα κακα, δια να ελθωσι τα αγαθα; των οποιων η κατακρισις ειναι δικαια.
<scripture passage="Rom 3:9" parsed="|Rom|3|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.9" />
<sup>9</sup>Τι λοιπον; υπερεχομεν των εθνικων; Ουχι βεβαιως· διοτι προεξηλεγξαμεν Ιουδαιους τε και Ελληνας, οτι ειναι παντες υπο αμαρτιαν,
<scripture passage="Rom 3:10" parsed="|Rom|3|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.10" />
<sup>10</sup>καθως ειναι γεγραμμενον Οτι δεν υπαρχει δικαιος ουδε εις,
<scripture passage="Rom 3:11" parsed="|Rom|3|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.11" />
<sup>11</sup>δεν υπαρχει τις εχων συνεσιν· δεν υπαρχει τις εκζητων τον Θεον.
<scripture passage="Rom 3:12" parsed="|Rom|3|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.12" />
<sup>12</sup>Παντες εξεκλιναν, ομου εξηχρειωθησαν· δεν υπαρχει ο πραττων αγαθον, δεν υπαρχει ουδε εις.
<scripture passage="Rom 3:13" parsed="|Rom|3|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.13" />
<sup>13</sup>Ταφος ανεωγμενος ειναι ο λαρυγξ αυτων, με τας γλωσσας αυτων ελαλουν δολια· φαρμακιον ασπιδων ειναι υπο τα χειλη αυτων·
<scripture passage="Rom 3:14" parsed="|Rom|3|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.14" />
<sup>14</sup>των οποιων το στομα γεμει καταρας και πικριας·
<scripture passage="Rom 3:15" parsed="|Rom|3|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.15" />
<sup>15</sup>οι ποδες αυτων ειναι ταχεις εις το να χυσωσιν αιμα·
<scripture passage="Rom 3:16" parsed="|Rom|3|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.16" />
<sup>16</sup>ερημωσις και ταλαιπωρια εν ταις οδοις αυτων,
<scripture passage="Rom 3:17" parsed="|Rom|3|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.17" />
<sup>17</sup>Και οδον ειρηνης δεν εγνωρισαν.
<scripture passage="Rom 3:18" parsed="|Rom|3|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.18" />
<sup>18</sup>Δεν ειναι φοβος Θεου εμπροσθεν των οφθαλμων αυτων.
<scripture passage="Rom 3:19" parsed="|Rom|3|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.19" />
<sup>19</sup>Εξευρομεν δε οτι οσα λεγει ο νομος λαλει προς τους υπο τον νομον, δια να εμφραχθη παν στομα και να γεινη πας ο κοσμος υποδικος εις τον Θεον,
<scripture passage="Rom 3:20" parsed="|Rom|3|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.20" />
<sup>20</sup>διοτι εξ εργων νομου δεν θελει δικαιωθη ουδεμια σαρξ ενωπιον αυτου· επειδη δια του νομου γινεται η γνωρισις της αμαρτιας.
<scripture passage="Rom 3:21" parsed="|Rom|3|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.21" />
<sup>21</sup>Τωρα δε χωρις νομου η δικαιοσυνη του Θεου εφανερωθη, μαρτυρουμενη υπο του νομου και των προφητων,
<scripture passage="Rom 3:22" parsed="|Rom|3|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.22" />
<sup>22</sup>δικαιοσυνη δε του Θεου δια πιστεως Ιησου Χριστου εις παντας και επι παντας τους πιστευοντας· διοτι δεν υπαρχει διαφορα·
<scripture passage="Rom 3:23" parsed="|Rom|3|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.23" />
<sup>23</sup>επειδη παντες ημαρτον και υστερουνται της δοξης του Θεου,
<scripture passage="Rom 3:24" parsed="|Rom|3|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.24" />
<sup>24</sup>δικαιουνται δε δωρεαν με την χαριν αυτου δια της απολυτρωσεως της εν Χριστω Ιησου,
<scripture passage="Rom 3:25" parsed="|Rom|3|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.25" />
<sup>25</sup>τον οποιον ο Θεος προεθετο μεσον εξιλεωσεως δια της πιστεως εν τω αιματι αυτου, προς φανερωσιν της δικαιοσυνης αυτου δια την αφεσιν των προγενομενων αμαρτηματων δια της μακροθυμιας του Θεου,
<scripture passage="Rom 3:26" parsed="|Rom|3|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.26" />
<sup>26</sup>προς φανερωσιν της δικαιοσυνης αυτου εν τω παροντι καιρω, δια να ηναι αυτος δικαιος και να δικαιονη τον πιστευοντα εις τον Ιησουν.
<scripture passage="Rom 3:27" parsed="|Rom|3|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.27" />
<sup>27</sup>Που λοιπον η καυχησις; Εκλεισθη εξω. Δια ποιου νομου; των εργων; Ουχι, αλλα δια του νομου της πιστεως.
<scripture passage="Rom 3:28" parsed="|Rom|3|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.28" />
<sup>28</sup>Συμπεραινομεν λοιπον οτι ο ανθρωπος δικαιουται δια της πιστεως χωρις των εργων του νομου.
<scripture passage="Rom 3:29" parsed="|Rom|3|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.29" />
<sup>29</sup>Η των Ιουδαιων μονον ειναι ο Θεος; Ουχι δε και των εθνων; Ναι, και των εθνων,
<scripture passage="Rom 3:30" parsed="|Rom|3|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.30" />
<sup>30</sup>επειδη εις ειναι ο Θεος οστις θελει δικαιωσει την περιτομην εκ πιστεως και την ακροβυστιαν δια της πιστεως.
<scripture passage="Rom 3:31" parsed="|Rom|3|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.3.31" />
<sup>31</sup>Νομον λοιπον καταργουμεν δια της πιστεως; μη γενοιτο, αλλα νομον συνιστωμεν.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 4" progress="91.44%" prev="Rom.3" next="Rom.5" id="Rom.4">
<h3 id="Rom.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Rom.4-p1">
<scripture passage="Rom 4:1" parsed="|Rom|4|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.1" />
<sup>1</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει οτι απηλαυσεν Αβρααμ ο πατηρ ημων κατα σαρκα;
<scripture passage="Rom 4:2" parsed="|Rom|4|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.2" />
<sup>2</sup>Διοτι εαν ο Αβρααμ εδικαιωθη εκ των εργων, εχει καυχημα, αλλ' ουχι ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Rom 4:3" parsed="|Rom|4|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.3" />
<sup>3</sup>Επειδη τι λεγει η γραφη; Και επιστευσεν Αβρααμ εις τον Θεον, και ελογισθη εις αυτον εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Rom 4:4" parsed="|Rom|4|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.4" />
<sup>4</sup>Εις δε τον εργαζομενον ο μισθος δεν λογιζεται ως χαρις, αλλ' ως χρεος·
<scripture passage="Rom 4:5" parsed="|Rom|4|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.5" />
<sup>5</sup>εις τον μη εργαζομενον ομως, πιστευοντα δε εις τον δικαιουντα τον ασεβη, η πιστις αυτου λογιζεται εις δικαιοσυνην,
<scripture passage="Rom 4:6" parsed="|Rom|4|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.6" />
<sup>6</sup>καθως και ο Δαβιδ λεγει τον μακαρισμον του ανθρωπου, εις τον οποιον ο Θεος λογιζεται δικαιοσυνην, χωρις εργων·
<scripture passage="Rom 4:7" parsed="|Rom|4|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.7" />
<sup>7</sup>Μακαριοι εκεινοι, των οποιων συνεχωρηθησαν αι ανομιαι και των οποιων εσκεπασθησαν αι αμαρτιαι·
<scripture passage="Rom 4:8" parsed="|Rom|4|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.8" />
<sup>8</sup>μακαριος ο ανθρωπος, εις τον οποιον ο Κυριος δεν θελει λογιζεσθαι αμαρτιαν.
<scripture passage="Rom 4:9" parsed="|Rom|4|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.9" />
<sup>9</sup>Ουτος λοιπον ο μακαρισμος γινεται δια τους περιτετμημενους η και δια τους απεριτμητους; διοτι λεγομεν οτι η πιστις ελογισθη εις τον Αβρααμ εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Rom 4:10" parsed="|Rom|4|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.10" />
<sup>10</sup>Πως λοιπον ελογισθη; οτε ητο εν περιτομη η εν ακροβυστια; Ουχι εν περιτομη αλλ' εν ακροβυστια·
<scripture passage="Rom 4:11" parsed="|Rom|4|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.11" />
<sup>11</sup>και ελαβε το σημειον της περιτομης, σφραγιδα της δικαιοσυνης της εκ πιστεως της εν τη ακροβυστια, δια να ηναι αυτος πατηρ παντων των πιστευοντων ενω υπαρχουσιν εν τη ακροβυστια, δια να λογισθη και εις αυτους η δικαιοσυνη,
<scripture passage="Rom 4:12" parsed="|Rom|4|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.12" />
<sup>12</sup>και πατηρ της περιτομης, ουχι μονον εις τους περιτετμημενους, αλλα και εις τους περιπατουντας εις τα ιχνη της πιστεως του πατρος ημων Αβρααμ της εν τη ακροβυστια.
<scripture passage="Rom 4:13" parsed="|Rom|4|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.13" />
<sup>13</sup>Επειδη η επαγγελια προς τον Αβρααμ η προς το σπερμα αυτου, οτι εμελλε να ηναι κληρονομος του κοσμου, δεν εγεινε δια του νομου, αλλα δια της δικαιοσυνης της εκ πιστεως.
<scripture passage="Rom 4:14" parsed="|Rom|4|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εαν ηναι κληρονομοι οι εκ του νομου, η πιστις εματαιωθη και κατηργηθη η επαγγελια·
<scripture passage="Rom 4:15" parsed="|Rom|4|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.15" />
<sup>15</sup>επειδη ο νομος επιφερει οργην· διοτι οπου δεν υπαρχει νομος, ουδε παραβασις υπαρχει.
<scripture passage="Rom 4:16" parsed="|Rom|4|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο εκ πιστεως η κληρονομια, δια να ηναι κατα χαριν, ωστε η επαγγελια να ηναι βεβαια εις απαν το σπερμα, ουχι μονον το εκ του νομου, αλλα και το εκ της πιστεως του Αβρααμ, οστις ειναι πατηρ παντων ημων,
<scripture passage="Rom 4:17" parsed="|Rom|4|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.17" />
<sup>17</sup>καθως ειναι γεγραμμενον, οτι πατερα πολλων εθνων σε κατεστησα, ενωπιον του Θεου εις τον οποιον επιστευσε, του ζωοποιουντος τους νεκρους και καλουντος τα μη οντα ως οντα·
<scripture passage="Rom 4:18" parsed="|Rom|4|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.18" />
<sup>18</sup>οστις καιτοι μη εχων ελπιδα επιστευσεν επ' ελπιδι, οτι εμελλε να γεινη πατηρ πολλων εθνων κατα το λαληθεν· Ουτω θελει εισθαι το σπερμα σου·
<scripture passage="Rom 4:19" parsed="|Rom|4|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.19" />
<sup>19</sup>και μη ασθενησας κατα την πιστιν δεν εσυλλογισθη το σωμα αυτου οτι ητο ηδη νενεκρωμενον, εκατονταετης περιπου ων, και την νεκρωσιν της μητρας της Σαρρας·
<scripture passage="Rom 4:20" parsed="|Rom|4|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.20" />
<sup>20</sup>ουδε εδιστασεν εις την επαγγελιαν του Θεου δια της απιστιας, αλλ' ενεδυναμωθη εις την πιστιν, δοξασας τον Θεον,
<scripture passage="Rom 4:21" parsed="|Rom|4|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.21" />
<sup>21</sup>και πεποιθως οτι εκεινο, το οποιον υπεσχεθη, ειναι δυνατος και να εκτελεση.
<scripture passage="Rom 4:22" parsed="|Rom|4|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο και ελογισθη εις αυτον εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Rom 4:23" parsed="|Rom|4|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.23" />
<sup>23</sup>Δεν εγραφη δε δι' αυτον μονον, οτι ελογισθη εις αυτον,
<scripture passage="Rom 4:24" parsed="|Rom|4|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.24" />
<sup>24</sup>αλλα και δι' ημας, εις τους οποιους μελλει να λογισθη, τους πιστευοντας εις τον αναστησαντα εκ νεκρων Ιησουν τον Κυριον ημων,
<scripture passage="Rom 4:25" parsed="|Rom|4|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.4.25" />
<sup>25</sup>οστις παρεδοθη δια τας αμαρτιας ημων και ανεστη δια την δικαιωσιν ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 5" progress="91.51%" prev="Rom.4" next="Rom.6" id="Rom.5">
<h3 id="Rom.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Rom.5-p1">
<scripture passage="Rom 5:1" parsed="|Rom|5|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.1" />
<sup>1</sup>Δικαιωθεντες λοιπον εκ πιστεως, εχομεν ειρηνην προς τον Θεον δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Rom 5:2" parsed="|Rom|5|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.2" />
<sup>2</sup>δια του οποιου ελαβομεν και την εισοδον δια της πιστεως εις την χαριν ταυτην, εις την οποιαν ισταμεθα και καυχωμεθα εις την ελπιδα της δοξης του Θεου.
<scripture passage="Rom 5:3" parsed="|Rom|5|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.3" />
<sup>3</sup>Και ουχι μονον τουτο, αλλα και καυχωμεθα εις τας θλιψεις, γινωσκοντες οτι θλιψις εργαζεται υπομονην,
<scripture passage="Rom 5:4" parsed="|Rom|5|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.4" />
<sup>4</sup>η δε υπομονη δοκιμην, η δε δοκιμη ελπιδα,
<scripture passage="Rom 5:5" parsed="|Rom|5|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.5" />
<sup>5</sup>η δε ελπις δεν καταισχυνει, διοτι αγαπη του Θεου ειναι εκκεχυμενη εν ταις καρδιαις ημων δια Πνευματος Αγιου του δοθεντος εις ημας.
<scripture passage="Rom 5:6" parsed="|Rom|5|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.6" />
<sup>6</sup>Επειδη ο Χριστος, οτε ημεθα ετι ασθενεις, απεθανε κατα τον ωρισμενον καιρον υπερ των ασεβων.
<scripture passage="Rom 5:7" parsed="|Rom|5|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.7" />
<sup>7</sup>Διοτι μολις υπερ δικαιου θελει αποθανει τις· επειδη υπερ του αγαθου ισως και τολμα τις να αποθανη·
<scripture passage="Rom 5:8" parsed="|Rom|5|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.8" />
<sup>8</sup>αλλ' ο Θεος δεικνυει την εαυτου αγαπην εις ημας, διοτι ενω ημεις ημεθα ετι αμαρτωλοι, ο Χριστος απεθανεν υπερ ημων.
<scripture passage="Rom 5:9" parsed="|Rom|5|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.9" />
<sup>9</sup>Πολλω μαλλον λοιπον αφου εδικαιωθημεν τωρα δια του αιματος αυτου, θελομεν σωθη απο της οργης δι' αυτου.
<scripture passage="Rom 5:10" parsed="|Rom|5|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εαν εχθροι οντες εφιλιωθημεν με τον Θεον δια του θανατου του Υιου αυτου, πολλω, μαλλον φιλιωθεντες θελομεν σωθη δια της ζωης αυτου·
<scripture passage="Rom 5:11" parsed="|Rom|5|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.11" />
<sup>11</sup>και ουχι μονον τουτο, αλλα και καυχωμενοι εις τον Θεον δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, δια του οποιου ελαβομεν τωρα την φιλιωσιν.
<scripture passage="Rom 5:12" parsed="|Rom|5|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο καθως δι' ενος ανθρωπου η αμαρτια εισηλθεν εις τον κοσμον και δια της αμαρτιας ο θανατος, και ουτω διηλθεν ο θανατος εις παντας ανθρωπους, επειδη παντες ημαρτον·
<scripture passage="Rom 5:13" parsed="|Rom|5|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.13" />
<sup>13</sup>διοτι μεχρι του νομου ητο εν τω κοσμω η αμαρτια, αμαρτια ομως δεν λογιζεται οταν δεν ηναι νομος·
<scripture passage="Rom 5:14" parsed="|Rom|5|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.14" />
<sup>14</sup>αλλ' εβασιλευσεν ο θανατος απο Αδαμ μεχρι Μωυσεως και επι τους μη αμαρτησαντας κατα την ομοιοτητα της παραβασεως του Αδαμ, οστις ειναι τυπος του μελλοντος.
<scripture passage="Rom 5:15" parsed="|Rom|5|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.15" />
<sup>15</sup>Πλην δεν ειναι καθως το αμαρτημα, ουτω και το χαρισμα· διοτι αν δια το αμαρτημα του ενος απεθανον οι πολλοι, πολυ περισσοτερον η χαρις του Θεου και η δωρεα δια της χαριτος του ενος ανθρωπου Ιησου Χριστου επερισσευσεν εις τους πολλους.
<scripture passage="Rom 5:16" parsed="|Rom|5|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.16" />
<sup>16</sup>Και η δωρεα δεν ειναι καθως η δι' ενος αμαρτησαντος γενομενη κατακρισις· διοτι η κρισις εκ του ενος εγεινεν εις κατακρισιν των πολλων, το δε χαρισμα εκ πολλων αμαρτηματων εγεινεν εις δικαιωσιν.
<scripture passage="Rom 5:17" parsed="|Rom|5|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.17" />
<sup>17</sup>Διοτι αν και δια το αμαρτημα του ενος ο θανατος εβασιλευσε δια του ενος, πολυ περισσοτερον οι λαμβανοντες την αφθονιαν της χαριτος και της δωρεας της δικαιοσυνης θελουσι βασιλευσει εν ζωη δια του ενος Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Rom 5:18" parsed="|Rom|5|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.18" />
<sup>18</sup>Καθως λοιπον δι' ενος αμαρτηματος ηλθε κατακρισις εις παντας ανθρωπους, ουτω και δια μιας δικαιοσυνης ηλθεν εις παντας ανθρωπους δικαιωσις εις ζωην.
<scripture passage="Rom 5:19" parsed="|Rom|5|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.19" />
<sup>19</sup>Διοτι καθως δια της παρακοης του ενος ανθρωπου οι πολλοι κατεσταθησαν αμαρτωλοι, ουτω και δια της υπακοης του ενος οι πολλοι θελουσι κατασταθη δικαιοι.
<scripture passage="Rom 5:20" parsed="|Rom|5|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.20" />
<sup>20</sup>Παρεισηλθε δε ο νομος δια να περισσευση το αμαρτημα. Και οπου επερισσευσεν η αμαρτια, υπερεπερισσευσεν η χαρις,
<scripture passage="Rom 5:21" parsed="|Rom|5|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.5.21" />
<sup>21</sup>ινα καθως εβασιλευσεν η αμαρτια δια του θανατου, ουτω και η χαρις βασιλευση δια της δικαιοσυνης εις ζωην αιωνιον δια Ιησου Χριστου του Κυριου ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 6" progress="91.58%" prev="Rom.5" next="Rom.7" id="Rom.6">
<h3 id="Rom.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Rom.6-p1">
<scripture passage="Rom 6:1" parsed="|Rom|6|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.1" />
<sup>1</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει; θελομεν επιμενει εν τη αμαρτια, δια να περισσευση η χαρις;
<scripture passage="Rom 6:2" parsed="|Rom|6|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.2" />
<sup>2</sup>Μη γενοιτο· ημεις, οιτινες απεθανομεν κατα την αμαρτιαν, πως θελομεν ζησει πλεον εν αυτη;
<scripture passage="Rom 6:3" parsed="|Rom|6|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.3" />
<sup>3</sup>Η αγνοειτε οτι οσοι εβαπτισθημεν εις Χριστον Ιησουν, εις τον θανατον αυτου εβαπτισθημεν;
<scripture passage="Rom 6:4" parsed="|Rom|6|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.4" />
<sup>4</sup>Συνεταφημεν λοιπον μετ' αυτου δια του βαπτισματος εις τον θανατον, ινα καθως ο Χριστος ανεστη εκ νεκρων δια της δοξης του Πατρος, ουτω και ημεις περιπατησωμεν εις νεαν ζωην.
<scripture passage="Rom 6:5" parsed="|Rom|6|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εαν εγειναμεν συμφυτοι με αυτον κατα την ομοιοτητα του θανατου αυτου, θελομεν εισθαι και κατα την ομοιοτητα της αναστασεως,
<scripture passage="Rom 6:6" parsed="|Rom|6|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.6" />
<sup>6</sup>τουτο γινωσκοντες, οτι ο παλαιος ημων ανθρωπος συνεσταυρωθη, δια να καταργηθη το σωμα της αμαρτιας, ωστε να μη ημεθα πλεον δουλοι της αμαρτιας·
<scripture passage="Rom 6:7" parsed="|Rom|6|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.7" />
<sup>7</sup>διοτι ο αποθανων ηλευθερωθη απο της αμαρτιας.
<scripture passage="Rom 6:8" parsed="|Rom|6|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.8" />
<sup>8</sup>Εαν δε απεθανομεν μετα του Χριστου, πιστευομεν οτι και θελομεν συζησει μετ' αυτου,
<scripture passage="Rom 6:9" parsed="|Rom|6|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.9" />
<sup>9</sup>γινωσκοντες οτι ο Χριστος αναστας εκ νεκρων δεν αποθνησκει πλεον, θανατος αυτον δεν κυριευει πλεον.
<scripture passage="Rom 6:10" parsed="|Rom|6|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.10" />
<sup>10</sup>Διοτι καθ' ο απεθανεν, απεθανεν απαξ δια την αμαρτιαν, αλλα καθ' ο ζη, ζη εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 6:11" parsed="|Rom|6|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.11" />
<sup>11</sup>Ουτω και σεις φρονειτε εαυτους οτι εισθε νεκροι μεν κατα την αμαρτιαν, ζωντες δε εις τον Θεον δια Ιησου Χριστου του Κυριου ημων.
<scripture passage="Rom 6:12" parsed="|Rom|6|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.12" />
<sup>12</sup>Ας μη βασιλευη λοιπον η αμαρτια εν τω θνητω υμων σωματι, ωστε κατα τας επιθυμιας αυτου να υπακουητε εις αυτην,
<scripture passage="Rom 6:13" parsed="|Rom|6|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.13" />
<sup>13</sup>μηδε παριστανετε τα μελη σας οπλα αδικιας εις την αμαρτιαν, αλλα παραστησατε εαυτους εις τον Θεον ως ζωντας εκ νεκρων, και τα μελη σας οπλα δικαιοσυνης εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 6:14" parsed="|Rom|6|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.14" />
<sup>14</sup>Διοτι η αμαρτια δεν θελει σας κυριευσει· επειδη δεν εισθε υπο νομον, αλλ' υπο χαριν.
<scripture passage="Rom 6:15" parsed="|Rom|6|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.15" />
<sup>15</sup>Τι λοιπον; θελομεν αμαρτησει διοτι δεν ειμεθα υπο νομον, αλλ' υπο χαριν; μη γενοιτο.
<scripture passage="Rom 6:16" parsed="|Rom|6|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.16" />
<sup>16</sup>Δεν εξευρετε οτι εις οντινα παριστανετε εαυτους δουλους προς υπακοην, εισθε δουλοι εκεινου εις τον οποιον υπακουετε, η της αμαρτιας προς θανατον η της υπακοης προς δικαιοσυνην;
<scripture passage="Rom 6:17" parsed="|Rom|6|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.17" />
<sup>17</sup>Χαρις ομως εις τον Θεον, διοτι υπηρχετε δουλοι της αμαρτιας, πλην υπηκουσατε εκ καρδιας εις τον τυπον της διδαχης, εις τον οποιον παρεδοθητε,
<scripture passage="Rom 6:18" parsed="|Rom|6|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.18" />
<sup>18</sup>ελευθερωθεντες δε απο της αμαρτιας, εδουλωθητε εις την δικαιοσυνην·
<scripture passage="Rom 6:19" parsed="|Rom|6|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.19" />
<sup>19</sup>ανθρωπινως λεγω δια την ασθενειαν της σαρκος σας. Διοτι καθως παρεστησατε τα μελη σας δουλα εις την ακαθαρσιαν και εις την ανομιαν προς την ανομιαν, ουτω τωρα παραστησατε τα μελη σας δουλα εις την δικαιοσυνην προς αγιασμον.
<scripture passage="Rom 6:20" parsed="|Rom|6|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.20" />
<sup>20</sup>Διοτι οτε υπηρχετε δουλοι της αμαρτιας, υπηρχετε ελευθεροι απο της δικαιοσυνης.
<scripture passage="Rom 6:21" parsed="|Rom|6|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.21" />
<sup>21</sup>Τινα λοιπον καρπον ειχετε τοτε εξ εκεινων των εργων, δια τα οποια τωρα αισχυνεσθε; διοτι το τελος εκεινων ειναι θανατος.
<scripture passage="Rom 6:22" parsed="|Rom|6|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.22" />
<sup>22</sup>Αλλα τωρα ελευθερωθεντες απο της αμαρτιας και δουλωθεντες εις τον Θεον, εχετε τον καρπον σας εις αγιασμον, το δε τελος ζωην αιωνιον.
<scripture passage="Rom 6:23" parsed="|Rom|6|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.6.23" />
<sup>23</sup>Διοτι ο μισθος της αμαρτιας ειναι θανατος, το δε χαρισμα του Θεου ζωη αιωνιος δια Ιησου Χριστου του Κυριου ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 7" progress="91.64%" prev="Rom.6" next="Rom.8" id="Rom.7">
<h3 id="Rom.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Rom.7-p1">
<scripture passage="Rom 7:1" parsed="|Rom|7|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.1" />
<sup>1</sup>Η αγνοειτε, αδελφοι, διοτι λαλω προς γινωσκοντας τον νομον, οτι ο νομος εχει κυριοτητα επι του ανθρωπου εφ' οσον χρονον ζη;
<scripture passage="Rom 7:2" parsed="|Rom|7|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.2" />
<sup>2</sup>Διοτι η υπανδρος γυνη ειναι δεδεμενη δια του νομου με τον ανδρα ζωντα· εαν δε αποθανη ο ανηρ, απαλλαττεται απο του νομου του ανδρος.
<scripture passage="Rom 7:3" parsed="|Rom|7|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.3" />
<sup>3</sup>Αρα λοιπον εαν ζωντος του ανδρος συζευχθη με αλλον ανδρα, θελει εισθαι μοιχαλις· εαν ομως αποθανη ο ανηρ, ειναι ελευθερα απο του νομου, ωστε να μη ηναι μοιχαλις εαν συζευχθη με αλλον ανδρα.
<scripture passage="Rom 7:4" parsed="|Rom|7|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.4" />
<sup>4</sup>Λοιπον, αδελφοι μου, και σεις εθανατωθητε ως προς τον νομον δια του σωματος του Χριστου, δια να συζευχθητε με αλλον, τον ανασταντα εκ νεκρων, δια να καρποφορησωμεν εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 7:5" parsed="|Rom|7|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.5" />
<sup>5</sup>Διοτι οτε ημεθα εν τη σαρκι, τα παθη των αμαρτιων τα δια του νομου ενηργουντο εν τοις μελεσιν ημων, δια να καρποφορησωμεν εις τον θανατον·
<scripture passage="Rom 7:6" parsed="|Rom|7|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.6" />
<sup>6</sup>τωρα ομως απηλλαχθημεν απο του νομου, αποθανοντος εκεινου, υπο του οποιου εκρατουμεθα, δια να δουλευωμεν κατα το νεον πνευμα και ουχι κατα το παλαιον γραμμα.
<scripture passage="Rom 7:7" parsed="|Rom|7|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.7" />
<sup>7</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει; ο νομος ειναι αμαρτια; Μη γενοιτο. Αλλα την αμαρτιαν δεν εγνωρισα, ειμη δια του νομου· διοτι και την επιθυμιαν δεν ηθελον γνωρισει, εαν ο νομος δεν ελεγε· Μη επιθυμησης.
<scripture passage="Rom 7:8" parsed="|Rom|7|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.8" />
<sup>8</sup>Αφορμην δε λαβουσα η αμαρτια δια της εντολης, εγεννησεν εν εμοι πασαν επιθυμιαν· διοτι χωρις του νομου η αμαρτια ειναι νεκρα.
<scripture passage="Rom 7:9" parsed="|Rom|7|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.9" />
<sup>9</sup>Και εγω εζων ποτε χωρις νομου· αλλ' οτε ηλθεν η εντολη, ανεζησεν αμαρτια, εγω δε απεθανον·
<scripture passage="Rom 7:10" parsed="|Rom|7|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.10" />
<sup>10</sup>και η εντολη, ητις εδοθη προς ζωην, αυτη ευρεθη εν εμοι προς θανατον.
<scripture passage="Rom 7:11" parsed="|Rom|7|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.11" />
<sup>11</sup>Διοτι η αμαρτια, λαβουσα αφορμην δια της εντολης, με εξηπατησε και δι' αυτης με εθανατωσεν.
<scripture passage="Rom 7:12" parsed="|Rom|7|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.12" />
<sup>12</sup>Ωστε ο μεν νομος ειναι αγιος; και η εντολη αγια και δικαια και αγαθη.
<scripture passage="Rom 7:13" parsed="|Rom|7|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.13" />
<sup>13</sup>το αγαθον λοιπον εγεινεν εις εμε θανατος; μη γενοιτο. Αλλ' η αμαρτια, δια να φανη αμαρτια, προξενουσα εις εμε θανατον δια του αγαθου, ωστε να γεινη καθ' υπερβολην αμαρτωλος αμαρτια δια της εντολης.
<scripture passage="Rom 7:14" parsed="|Rom|7|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εξευρομεν οτι ο νομος ειναι πνευματικος· εγω δε ειμαι σαρκικος, πεπωλημενος υπο την αμαρτιαν.
<scripture passage="Rom 7:15" parsed="|Rom|7|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εκεινο, το οποιον πραττω, δεν γνωριζω· επειδη εκεινο το οποιον θελω τουτο δεν πραττω, αλλ' εκεινο το οποιον μισω τουτο πραττω.
<scripture passage="Rom 7:16" parsed="|Rom|7|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.16" />
<sup>16</sup>Εαν δε εκεινο το οποιον δεν θελω τουτο πραττω, συμφωνω με τον νομον, οτι ειναι καλος.
<scripture passage="Rom 7:17" parsed="|Rom|7|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.17" />
<sup>17</sup>Τωρα δε δεν πραττω πλεον τουτο εγω, αλλ' η αμαρτια η κατοικουσα εν εμοι.
<scripture passage="Rom 7:18" parsed="|Rom|7|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.18" />
<sup>18</sup>Διοτι εξευρω οτι δεν κατοικει εν εμοι, τουτεστιν εν τη σαρκι μου, αγαθον· επειδη το θελειν παρεστιν εις εμε, το πραττειν ομως το καλον δεν ευρισκω·
<scripture passage="Rom 7:19" parsed="|Rom|7|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.19" />
<sup>19</sup>διοτι δεν πραττω το αγαθον, το οποιον θελω· αλλα το κακον, το οποιον δεν θελω, τουτο πραττω.
<scripture passage="Rom 7:20" parsed="|Rom|7|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.20" />
<sup>20</sup>Εαν δε εγω πραττω εκεινο το οποιον δεν θελω, δεν εργαζομαι αυτο πλεον εγω, αλλ' η αμαρτια η κατοικουσα εν εμοι.
<scripture passage="Rom 7:21" parsed="|Rom|7|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.21" />
<sup>21</sup>Ευρισκω λοιπον τον νομον τουτον οτι, ενω εγω θελω να πραττω το καλον, παρεστιν εις εμε το κακον·
<scripture passage="Rom 7:22" parsed="|Rom|7|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.22" />
<sup>22</sup>διοτι ηδυνομαι μεν εις τον νομον του Θεου κατα τον εσωτερικον ανθρωπον,
<scripture passage="Rom 7:23" parsed="|Rom|7|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.23" />
<sup>23</sup>βλεπω ομως εν τοις μελεσι μου αλλον νομον αντιμαχομενον εις τον νομον του νοος μου, και αιχμαλωτιζοντα με εις τον νομον της αμαρτιας, τον οντα εν τοις μελεσι μου.
<scripture passage="Rom 7:24" parsed="|Rom|7|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.24" />
<sup>24</sup>Ταλαιπωρος ανθρωπος εγω· τις θελει με ελευθερωσει απο του σωματος του θανατου τουτου;
<scripture passage="Rom 7:25" parsed="|Rom|7|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.7.25" />
<sup>25</sup>Ευχαριστω εις τον Θεον δια Ιησου Χριστου του Κυριου ημων. Αρα λοιπον αυτος εγω με τον νουν μεν δουλευω εις τον νομον του Θεου, με την σαρκα δε εις τον νομον της αμαρτιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 8" progress="91.72%" prev="Rom.7" next="Rom.9" id="Rom.8">
<h3 id="Rom.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Rom.8-p1">
<scripture passage="Rom 8:1" parsed="|Rom|8|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.1" />
<sup>1</sup>Δεν ειναι τωρα λοιπον ουδεμια κατακρισις εις τους εν Χριστω, Ιησου, τους μη περιπατουντας κατα την σαρκα, αλλα κατα το πνευμα.
<scripture passage="Rom 8:2" parsed="|Rom|8|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ο νομος του Πνευματος της ζωης εν Χριστω Ιησου με ηλευθερωσεν απο του νομου της αμαρτιας και του θανατου.
<scripture passage="Rom 8:3" parsed="|Rom|8|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.3" />
<sup>3</sup>Επειδη το αδυνατον εις τον νομον, καθοτι ητο ανισχυρος δια της σαρκος, ο Θεος πεμψας τον εαυτου Υιον με ομοιωμα σαρκος αμαρτιας και περι αμαρτιας, κατεκρινε την αμαρτιαν εν τη σαρκι,
<scripture passage="Rom 8:4" parsed="|Rom|8|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.4" />
<sup>4</sup>δια να πληρωθη η δικαιοσυνη του νομου εις ημας τους μη περιπατουντας κατα την σαρκα, αλλα κατα το πνευμα·
<scripture passage="Rom 8:5" parsed="|Rom|8|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.5" />
<sup>5</sup>διοτι οι ζωντες κατα την σαρκα τα της σαρκος φρονουσιν, οι δε κατα το πνευμα τα του πνευματος.
<scripture passage="Rom 8:6" parsed="|Rom|8|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.6" />
<sup>6</sup>Επειδη το φρονημα της σαρκος ειναι θανατος, το δε φρονημα του πνευματος ζωη και ειρηνη·
<scripture passage="Rom 8:7" parsed="|Rom|8|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.7" />
<sup>7</sup>διοτι το φρονημα της σαρκος ειναι εχθρα εις τον Θεον· επειδη εις τον νομον του Θεου δεν υποτασσεται· αλλ' ουδε δυναται·
<scripture passage="Rom 8:8" parsed="|Rom|8|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.8" />
<sup>8</sup>οσοι δε ειναι της σαρκος δεν δυνανται να αρεσωσιν εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 8:9" parsed="|Rom|8|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.9" />
<sup>9</sup>Σεις ομως δεν εισθε της σαρκος, αλλα του πνευματος, εαν το Πνευμα του Θεου κατοικη εν υμιν. Αλλ' εαν τις δεν εχη το Πνευμα του Χριστου, ουτος δεν ειναι αυτου.
<scripture passage="Rom 8:10" parsed="|Rom|8|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.10" />
<sup>10</sup>Εαν δε ο Χριστος ηναι εν υμιν, το μεν σωμα ειναι νεκρον δια την αμαρτιαν, το δε πνευμα ζωη δια την δικαιοσυνην.
<scripture passage="Rom 8:11" parsed="|Rom|8|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.11" />
<sup>11</sup>Εαν δε κατοικη εν υμιν το Πνευμα του αναστησαντος τον Ιησουν εκ νεκρων, ο αναστησας τον Χριστον εκ νεκρων θελει ζωοποιησει και τα θνητα σωματα υμων δια του Πνευματος αυτου του κατοικουντος εν υμιν.
<scripture passage="Rom 8:12" parsed="|Rom|8|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.12" />
<sup>12</sup>Αρα λοιπον, αδελφοι, ειμεθα χρεωσται ουχι εις την σαρκα, ωστε να ζωμεν κατα σαρκα·
<scripture passage="Rom 8:13" parsed="|Rom|8|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.13" />
<sup>13</sup>διοτι εαν ζητε κατα την σαρκα, μελλετε να αποθανητε· αλλ' εαν δια του Πνευματος θανατονητε τας πραξεις του σωματος, θελετε ζησει.
<scripture passage="Rom 8:14" parsed="|Rom|8|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.14" />
<sup>14</sup>Επειδη οσοι διοικουνται υπο του Πνευματος του Θεου, ουτοι ειναι υιοι του Θεου.
<scripture passage="Rom 8:15" parsed="|Rom|8|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.15" />
<sup>15</sup>Διοτι δεν ελαβετε πνευμα δουλειας, δια να φοβησθε παλιν, αλλ' ελαβετε πνευμα υιοθεσιας, δια του οποιου κραζομεν· Αββα, ο Πατηρ.
<scripture passage="Rom 8:16" parsed="|Rom|8|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.16" />
<sup>16</sup>Αυτο το Πνευμα συμμαρτυρει με το πνευμα ημων οτι ειμεθα τεκνα Θεου.
<scripture passage="Rom 8:17" parsed="|Rom|8|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.17" />
<sup>17</sup>Εαν δε τεκνα και κληρονομοι, κληρονομοι μεν Θεου, συγκληρονομοι δε Χριστου, εαν συμπασχωμεν, δια να γεινωμεν και συμμετοχοι της δοξης αυτου.
<scripture passage="Rom 8:18" parsed="|Rom|8|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.18" />
<sup>18</sup>Επειδη φρονω οτι τα παθηματα του παροντος καιρου δεν ειναι αξια να συγκριθωσι με την δοξαν την μελλουσαν να αποκαλυφθη εις ημας.
<scripture passage="Rom 8:19" parsed="|Rom|8|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.19" />
<sup>19</sup>Διοτι η μεγαλη προσδοκια της κτισεως προσμενει την φανερωσιν των υιων του Θεου.
<scripture passage="Rom 8:20" parsed="|Rom|8|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.20" />
<sup>20</sup>Επειδη η κτισις υπεταχθη εις την ματαιοτητα, ουχι εκουσιως, αλλα δια τον υποταξαντα αυτην,
<scripture passage="Rom 8:21" parsed="|Rom|8|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.21" />
<sup>21</sup>επ' ελπιδι οτι και αυτη η κτισις θελει ελευθερωθη απο της δουλειας της φθορας και μεταβη εις την ελευθεριαν της δοξης των τεκνων του Θεου.
<scripture passage="Rom 8:22" parsed="|Rom|8|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.22" />
<sup>22</sup>Επειδη εξευρομεν οτι πασα η κτισις συστεναζει και συναγωνια εως του νυν·
<scripture passage="Rom 8:23" parsed="|Rom|8|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.23" />
<sup>23</sup>και ουχι μονον αυτη, αλλα και αυτοι οιτινες εχομεν την απαρχην του Πνευματος, και ημεις αυτοι στεναζομεν εν εαυτοις περιμενοντες την υιοθεσιαν, την απολυτρωσιν του σωματος ημων.
<scripture passage="Rom 8:24" parsed="|Rom|8|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.24" />
<sup>24</sup>Διοτι με την ελπιδα εσωθημεν· ελπις δε ητις βλεπεται δεν ειναι ελπις· διοτι εκεινο, το οποιον βλεπει τις, δια τι και ελπιζει;
<scripture passage="Rom 8:25" parsed="|Rom|8|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.25" />
<sup>25</sup>Εαν δε ελπιζωμεν εκεινο, το οποιον δεν βλεπομεν, δια της υπομονης περιμενομεν αυτο.
<scripture passage="Rom 8:26" parsed="|Rom|8|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.26" />
<sup>26</sup>Ωσαυτως δε και το Πνευμα συμβοηθει εις τας ασθενειας ημων· επειδη το τι να προσευχηθωμεν ως πρεπει δεν εξευρομεν, αλλ' αυτο το Πνευμα ικετευει υπερ ημων δια στεναγμων αλαλητων·
<scripture passage="Rom 8:27" parsed="|Rom|8|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.27" />
<sup>27</sup>ο δε ερευνων τας καρδιας εξευρει τι ειναι το φρονημα του Πνευματος, οτι κατα Θεον ικετευει υπερ των αγιων.
<scripture passage="Rom 8:28" parsed="|Rom|8|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.28" />
<sup>28</sup>Εξευρομεν δε οτι παντα συνεργουσι προς το αγαθον εις τους αγαπωντας τον Θεον, εις τους κεκλημενους κατα τον προορισμον αυτου·
<scripture passage="Rom 8:29" parsed="|Rom|8|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.29" />
<sup>29</sup>διοτι οσους προεγνωρισε, τουτους και προωρισε συμμορφους της εικονος του Υιου αυτου, δια να ηναι αυτος πρωτοτοκος μεταξυ πολλων αδελφων·
<scripture passage="Rom 8:30" parsed="|Rom|8|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.30" />
<sup>30</sup>οσους δε προωρισε, τουτους και εκαλεσε, και οσους εκαλεσε, τουτους και εδικαιωσε, και οσους εδικαιωσε, τουτους και εδοξασε.
<scripture passage="Rom 8:31" parsed="|Rom|8|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.31" />
<sup>31</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει προς ταυτα; Εαν ο Θεος ηναι υπερ ημων, τις θελει εισθαι καθ' ημων;
<scripture passage="Rom 8:32" parsed="|Rom|8|32|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.32" />
<sup>32</sup>Επειδη οστις τον ιδιον εαυτου Υιον δεν εφεισθη, αλλα παρεδωκεν αυτον υπερ παντων ημων, πως και μετ' αυτου δεν θελει χαρισει εις ημας τα παντα;
<scripture passage="Rom 8:33" parsed="|Rom|8|33|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.33" />
<sup>33</sup>Τις θελει εγκαλεσει τους εκλεκτους του Θεου; Θεος ειναι ο δικαιων·
<scripture passage="Rom 8:34" parsed="|Rom|8|34|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.34" />
<sup>34</sup>τις θελει εισθαι ο κατακρινων; Χριστος ο αποθανων, μαλλον δε και αναστας, οστις και ειναι εν τη δεξια του Θεου, οστις και μεσιτευει υπερ ημων.
<scripture passage="Rom 8:35" parsed="|Rom|8|35|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.35" />
<sup>35</sup>Τις θελει μας χωρισει απο της αγαπης του Χριστου; θλιψις η στενοχωρια η διωγμος η πεινα η γυμνοτης η κινδυνος η μαχαιρα;
<scripture passage="Rom 8:36" parsed="|Rom|8|36|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.36" />
<sup>36</sup>Καθως ειναι γεγραμμενον, Οτι ενεκα σου θανατουμεθα ολην την ημεραν. Ελογισθημεν ως προβατα σφαγης.
<scripture passage="Rom 8:37" parsed="|Rom|8|37|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.37" />
<sup>37</sup>Αλλ' εις παντα ταυτα υπερνικωμεν δια του αγαπησαντος ημας.
<scripture passage="Rom 8:38" parsed="|Rom|8|38|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.38" />
<sup>38</sup>Επειδη ειμαι πεπεισμενος οτι ουτε θανατος ουτε ζωη ουτε αγγελοι ουτε αρχαι ουτε δυναμεις ουτε παροντα ουτε μελλοντα
<scripture passage="Rom 8:39" parsed="|Rom|8|39|0|0" osisRef="Bible:Rom.8.39" />
<sup>39</sup>ουτε υψωμα ουτε βαθος ουτε αλλη τις κτισις θελει δυνηθη να χωριση ημας απο της αγαπης του Θεου της εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 9" progress="91.83%" prev="Rom.8" next="Rom.10" id="Rom.9">
<h3 id="Rom.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Rom.9-p1">
<scripture passage="Rom 9:1" parsed="|Rom|9|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.1" />
<sup>1</sup>Αληθειαν λεγω εν Χριστω, δεν ψευδομαι, εχων συμμαρτυρουσαν με εμε την συνειδησιν μου εν Πνευματι Αγιω,
<scripture passage="Rom 9:2" parsed="|Rom|9|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.2" />
<sup>2</sup>οτι εχω λυπην μεγαλην και αδιαλειπτον οδυνην εν τη καρδια μου.
<scripture passage="Rom 9:3" parsed="|Rom|9|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ηυχομην αυτος εγω να ημαι αναθεμα απο του Χριστου υπερ των αδελφων μου, των κατα σαρκα συγγενων μου,
<scripture passage="Rom 9:4" parsed="|Rom|9|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.4" />
<sup>4</sup>οιτινες ειναι Ισραηλιται, των οποιων ειναι η υιοθεσια και η δοξα και αι διαθηκαι και η νομοθεσια και η λατρεια και αι επαγγελιαι,
<scripture passage="Rom 9:5" parsed="|Rom|9|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.5" />
<sup>5</sup>των οποιων ειναι οι πατερες, και εκ των οποιων εγεννηθη ο Χριστος το κατα σαρκα, ο ων επι παντων Θεος ευλογητος εις τους αιωνας· αμην.
<scripture passage="Rom 9:6" parsed="|Rom|9|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.6" />
<sup>6</sup>Αλλα δεν ειναι δυνατον οτι εξεπεσεν ο λογος του Θεου. Διοτι παντες οι εκ του Ισραηλ δεν ειναι ουτοι Ισραηλ,
<scripture passage="Rom 9:7" parsed="|Rom|9|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.7" />
<sup>7</sup>ουδε διοτι ειναι σπερμα του Αβρααμ, δια τουτο ειναι παντες τεκνα, αλλ' Εν τω Ισαακ θελει κληθη εις σε σπερμα.
<scripture passage="Rom 9:8" parsed="|Rom|9|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.8" />
<sup>8</sup>Τουτεστι, τα τεκνα της σαρκος ταυτα δεν ειναι τεκνα Θεου, αλλα τα τεκνα της επαγγελιας λογιζονται δια σπερμα.
<scripture passage="Rom 9:9" parsed="|Rom|9|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ο λογος της επαγγελιας ειναι ουτος· Κατα τον καιρον τουτον θελω ελθει και η Σαρρα θελει εχει υιον.
<scripture passage="Rom 9:10" parsed="|Rom|9|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.10" />
<sup>10</sup>Και ουχι μονον τουτο, αλλα και η Ρεβεκκα, οτε συνελαβε δυο εξ ενος ανδρος, Ισαακ του πατρος ημων·
<scripture passage="Rom 9:11" parsed="|Rom|9|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.11" />
<sup>11</sup>διοτι πριν ετι γεννηθωσι τα παιδια, και πριν πραξωσι τι αγαθον η κακον, δια να μενη ο κατ' εκλογην προορισμος του Θεου, ουχι εκ των εργων, αλλ' εκ του καλουντος,
<scripture passage="Rom 9:12" parsed="|Rom|9|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.12" />
<sup>12</sup>ερρεθη προς αυτην οτι ο μεγαλητερος θελει δουλευσει εις τον μικροτερον,
<scripture passage="Rom 9:13" parsed="|Rom|9|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.13" />
<sup>13</sup>καθως ειναι γεγραμμενον· Τον Ιακωβ ηγαπησα, τον δε Ησαυ εμισησα.
<scripture passage="Rom 9:14" parsed="|Rom|9|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.14" />
<sup>14</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει; Μηπως ειναι αδικια εις τον Θεον; μη γενοιτο.
<scripture passage="Rom 9:15" parsed="|Rom|9|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.15" />
<sup>15</sup>Διοτι προς τον Μωυσην λεγει· θελω ελεησει οντινα ελεω, και θελω οικτειρησει οντινα οικτειρω.
<scripture passage="Rom 9:16" parsed="|Rom|9|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.16" />
<sup>16</sup>Αρα λοιπον δεν ειναι του θελοντος ουδε του τρεχοντος, αλλα του ελεουντος Θεου.
<scripture passage="Rom 9:17" parsed="|Rom|9|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.17" />
<sup>17</sup>Διοτι η γραφη λεγει προς τον Φαραω οτι δι' αυτο τουτο σε εξηγειρα, δια να δειξω εν σοι την δυναμιν μου, και δια να διαγγελθη το ονομα μου εν παση τη γη.
<scripture passage="Rom 9:18" parsed="|Rom|9|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.18" />
<sup>18</sup>Αρα λοιπον οντινα θελει ελεει και οντινα θελει σκληρυνει.
<scripture passage="Rom 9:19" parsed="|Rom|9|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.19" />
<sup>19</sup>Θελεις λοιπον μοι ειπει· Δια τι πλεον μεμφεται; εις το θελημα αυτου τις εναντιουται;
<scripture passage="Rom 9:20" parsed="|Rom|9|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.20" />
<sup>20</sup>Αλλα μαλιστα συ, ω ανθρωπε, τις εισαι, οστις ανταποκρινεσαι προς τον Θεον; Μηπως το πλασμα θελει ειπει προς τον πλασαντα, Δια τι με εκαμες ουτως;
<scripture passage="Rom 9:21" parsed="|Rom|9|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.21" />
<sup>21</sup>Η δεν εχει εξουσιαν ο κεραμευς του πηλου, απο του αυτου μιγματος να καμη αλλο μεν σκευος εις τιμην, αλλο δε εις ατιμιαν;
<scripture passage="Rom 9:22" parsed="|Rom|9|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.22" />
<sup>22</sup>Τι δε, αν ο Θεος, θελων να δειξη την οργην αυτου και να καμη γνωστην την δυναμιν αυτου, υπεφερε μετα πολλης μακροθυμιας σκευη οργης κατεσκευασμενα εις απωλειαν,
<scripture passage="Rom 9:23" parsed="|Rom|9|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.23" />
<sup>23</sup>και δια να γνωστοποιηση τον πλουτον της δοξης αυτου επι σκευη ελεους, τα οποια προητοιμασεν εις δοξαν,
<scripture passage="Rom 9:24" parsed="|Rom|9|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.24" />
<sup>24</sup>ημας τους οποιους εκαλεσεν ουχι μονον εκ των Ιουδαιων αλλα και εκ των εθνων;
<scripture passage="Rom 9:25" parsed="|Rom|9|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.25" />
<sup>25</sup>Καθως και εν τω Ωσηε λεγει· Θελω καλεσει λαον μου τον ου λαον μου, και ηγαπημενην την ουκ ηγαπημενην·
<scripture passage="Rom 9:26" parsed="|Rom|9|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.26" />
<sup>26</sup>και εν τω τοπω, οπου ερρεθη προς αυτους, δεν εισθε λαος μου, εκει θελουσι καλεσθη υιοι Θεου ζωντος.
<scripture passage="Rom 9:27" parsed="|Rom|9|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.27" />
<sup>27</sup>Ο δε Ησαιας κραζει υπερ του Ισραηλ· Αν και ο αριθμος των υιων Ισραηλ ηναι ως η αμμος της θαλασσης, το υπολοιπον αυτων θελει σωθη·
<scripture passage="Rom 9:28" parsed="|Rom|9|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.28" />
<sup>28</sup>διοτι θελει τελειωσει και συντεμει λογαριασμον μετα δικαιοσυνης, επειδη συντετμημενον λογαριασμον θελει καμει ο Κυριος επι της γης.
<scripture passage="Rom 9:29" parsed="|Rom|9|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.29" />
<sup>29</sup>Και καθως προειπεν ο Ησαιας· Εαν ο Κυριος Σαβαωθ δεν ηθελεν αφησει εις ημας σπερμα, ως τα Σοδομα ηθελομεν γεινει και με τα Γομορρα ηθελομεν ομοιωθη.
<scripture passage="Rom 9:30" parsed="|Rom|9|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.30" />
<sup>30</sup>Τι λοιπον θελομεν ειπει; Οτι τα εθνη τα μη ζητουντα δικαιοσυνην εφθασαν εις δικαιοσυνην, δικαιοσυνην δε την εκ πιστεως,
<scripture passage="Rom 9:31" parsed="|Rom|9|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.31" />
<sup>31</sup>ο δε Ισραηλ ζητων νομον δικαιοσυνης, εις νομον δικαιοσυνης δεν εφθασε.
<scripture passage="Rom 9:32" parsed="|Rom|9|32|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.32" />
<sup>32</sup>Δια τι; Επειδη δεν εζητει αυτην εκ πιστεως, αλλ' ως εκ των εργων του νομου· διοτι προσεκοψαν εις τον λιθον του προσκομματος,
<scripture passage="Rom 9:33" parsed="|Rom|9|33|0|0" osisRef="Bible:Rom.9.33" />
<sup>33</sup>καθως ειναι γεγραμμενον· Ιδου, θετω εν Σιων λιθον προσκομματος και πετραν σκανδαλου, και πας ο πιστευων επ' αυτον δεν θελει καταισχυνθη.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 10" progress="91.91%" prev="Rom.9" next="Rom.11" id="Rom.10">
<h3 id="Rom.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Rom.10-p1">
<scripture passage="Rom 10:1" parsed="|Rom|10|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.1" />
<sup>1</sup>Αδελφοι, η επιθυμια της καρδιας μου και η δεησις η προς τον Θεον υπερ του Ισραηλ ειναι δια την σωτηριαν αυτων·
<scripture passage="Rom 10:2" parsed="|Rom|10|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.2" />
<sup>2</sup>διοτι μαρτυρω περι αυτων οτι εχουσι ζηλον Θεου, αλλ' ουχι κατ' επιγνωσιν.
<scripture passage="Rom 10:3" parsed="|Rom|10|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.3" />
<sup>3</sup>Επειδη μη γνωριζοντες την δικαιοσυνην του Θεου, και ζητουντες να συστησωσι την ιδιαν αυτων δικαιοσυνην, δεν υπεταχθησαν εις την δικαιοσυνην του Θεου.
<scripture passage="Rom 10:4" parsed="|Rom|10|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.4" />
<sup>4</sup>Επειδη το τελος του νομου ειναι ο Χριστος προς δικαιοσυνην εις παντα τον πιστευοντα.
<scripture passage="Rom 10:5" parsed="|Rom|10|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ο Μωυσης γραφει την δικαιοσυνην την εκ του νομου, λεγων οτι ο ανθρωπος ο καμνων ταυτα θελει ζησει δι' αυτων·
<scripture passage="Rom 10:6" parsed="|Rom|10|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.6" />
<sup>6</sup>η εκ πιστεως ομως δικαιοσυνη λεγει ουτω· Μη ειπης εν τη καρδια σου, Τις θελει αναβη εις τον ουρανον; τουτεστι δια να καταβιβαση τον Χριστον.
<scripture passage="Rom 10:7" parsed="|Rom|10|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.7" />
<sup>7</sup>η, Τις θελει καταβη εις την αβυσσον; τουτεστι δια να αναβιβαση τον Χριστον εκ νεκρων.
<scripture passage="Rom 10:8" parsed="|Rom|10|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.8" />
<sup>8</sup>Αλλα τι λεγει; Πλησιον σου ειναι ο λογος, εν τω στοματι σου και εν τη καρδια σου· τουτεστιν ο λογος της πιστεως, τον οποιον κηρυττομεν.
<scripture passage="Rom 10:9" parsed="|Rom|10|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.9" />
<sup>9</sup>Οτι εαν ομολογησης δια του στοματος σου τον Κυριον Ιησουν, και πιστευσης εν τη καρδια σου οτι ο Θεος ανεστησεν αυτον εκ νεκρων, θελεις σωθη·
<scripture passage="Rom 10:10" parsed="|Rom|10|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.10" />
<sup>10</sup>διοτι με την καρδιαν πιστευει τις προς δικαιοσυνην, και με το στομα γινεται ομολογια προς σωτηριαν.
<scripture passage="Rom 10:11" parsed="|Rom|10|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.11" />
<sup>11</sup>Διοτι λεγει η γραφη· Πας ο πιστευων επ' αυτον δεν θελει καταισχυνθη.
<scripture passage="Rom 10:12" parsed="|Rom|10|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.12" />
<sup>12</sup>Επειδη δεν ειναι διαφορα Ιουδαιου τε και Ελληνος· διοτι ο αυτος Κυριος ειναι παντων, πλουσιος προς παντας τους επικαλουμενους αυτον·
<scripture passage="Rom 10:13" parsed="|Rom|10|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.13" />
<sup>13</sup>διοτι Πας οστις επικαλεσθη το ονομα του Κυριου θελει σωθη.
<scripture passage="Rom 10:14" parsed="|Rom|10|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.14" />
<sup>14</sup>Πως λοιπον θελουσιν επικαλεσθη εκεινον, εις τον οποιον δεν επιστευσαν; και πως θελουσι πιστευσει εις εκεινον, περι του οποιου δεν ηκουσαν; και πως θελουσιν ακουσει χωρις να υπαρχη ο κηρυττων;
<scripture passage="Rom 10:15" parsed="|Rom|10|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.15" />
<sup>15</sup>Και πως θελουσι κηρυξει, εαν δεν αποσταλωσι; Καθως ειναι γεγραμμενον· Ποσον ωραιοι οι ποδες των ευαγγελιζομενων ειρηνην, των ευαγγελιζομενων τα αγαθα.
<scripture passage="Rom 10:16" parsed="|Rom|10|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.16" />
<sup>16</sup>Αλλα δεν υπηκουσαν παντες εις το ευαγγελιον. Διοτι ο Ησαιας λεγει· Κυριε, τις επιστευσεν εις το κηρυγμα ημων;
<scripture passage="Rom 10:17" parsed="|Rom|10|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.17" />
<sup>17</sup>Αρα η πιστις ειναι εξ ακοης, η δε ακοη δια του λογου του Θεου.
<scripture passage="Rom 10:18" parsed="|Rom|10|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.18" />
<sup>18</sup>Λεγω ομως, Μη δεν ηκουσαν; Μαλιστα εις πασαν την γην εξηλθεν ο φθογγος αυτων, Και εις τα περατα της οικουμενης οι λογοι αυτων.
<scripture passage="Rom 10:19" parsed="|Rom|10|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.19" />
<sup>19</sup>Αλλα λεγω, Μη δεν εγνωρισεν ο Ισραηλ; Πρωτος ο Μωυσης λεγει· Εγω θελω σας παροξυνει εις ζηλοτυπιαν με τους μη εθνος, Θελω σας παροργισει με εθνος ασυνετον.
<scripture passage="Rom 10:20" parsed="|Rom|10|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Ησαιας αποτολμα και λεγει· Ευρεθην παρα των μη ζητουντων με, εφανερωθην εις τους μη ερωτωντας περι εμου.
<scripture passage="Rom 10:21" parsed="|Rom|10|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.10.21" />
<sup>21</sup>Προς δε τον Ισραηλ λεγει· Ολην την ημεραν εξετεινα τας χειρας μου προς λαον απειθουντα και αντιλεγοντα.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 11" progress="91.97%" prev="Rom.10" next="Rom.12" id="Rom.11">
<h3 id="Rom.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Rom.11-p1">
<scripture passage="Rom 11:1" parsed="|Rom|11|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.1" />
<sup>1</sup>Λεγω λοιπον, Μηπως απερριψεν ο Θεος τον λαον αυτου; Μη γενοιτο· διοτι και εγω Ισραηλιτης ειμαι, εκ σπερματος Αβρααμ, εκ φυλης Βενιαμιν.
<scripture passage="Rom 11:2" parsed="|Rom|11|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.2" />
<sup>2</sup>Δεν απερριψεν ο Θεος τον λαον αυτου, τον οποιον προεγνωρισεν. Η δεν εξευρετε τι λεγει η γραφη περι του Ηλια; πως ομιλει προς τον Θεον κατα του Ισραηλ, λεγων·
<scripture passage="Rom 11:3" parsed="|Rom|11|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.3" />
<sup>3</sup>Κυριε, τους προφητας σου εθανατωσαν και τα θυσιαστηρια σου κατεσκαψαν, και εγω εναπελειφθην μονος, και ζητουσι την ψυχην μου.
<scripture passage="Rom 11:4" parsed="|Rom|11|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.4" />
<sup>4</sup>Αλλα τι αποκρινεται προς αυτον ο Θεος; Αφηκα εις εμαυτον επτα χιλιαδας ανδρων, οιτινες δεν εκλιναν γονυ εις τον Βααλ.
<scripture passage="Rom 11:5" parsed="|Rom|11|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.5" />
<sup>5</sup>Ουτω λοιπον και επι του παροντος καιρου απεμεινε καταλοιπον τι κατ' εκλογην χαριτος.
<scripture passage="Rom 11:6" parsed="|Rom|11|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.6" />
<sup>6</sup>Εαν δε κατα χαριν, δεν ειναι πλεον εξ εργων· επειδη τοτε η χαρις δεν γινεται πλεον χαρις. Εαν δε εξ εργων, δεν ειναι πλεον χαρις· επειδη το εργον δεν ειναι πλεον εργον.
<scripture passage="Rom 11:7" parsed="|Rom|11|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.7" />
<sup>7</sup>Τι λοιπον; Ο Ισραηλ δεν επετυχεν εκεινο το οποιον ζητει, οι εκλεκτοι ομως επετυχον· οι δε λοιποι ετυφλωθησαν,
<scripture passage="Rom 11:8" parsed="|Rom|11|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.8" />
<sup>8</sup>καθως ειναι γεγραμμενον· Εδωκεν εις αυτους ο Θεος πνευμα νυσταγμου, οφθαλμους δια να μη βλεπωσι και ωτα δια να μη ακουωσιν, εως της σημερον ημερας.
<scripture passage="Rom 11:9" parsed="|Rom|11|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.9" />
<sup>9</sup>Και ο Δαβιδ λεγει· Ας γεινη η τραπεζα αυτων εις παγιδα και εις βροχον και εις σκανδαλον και εις ανταποδομα εις αυτους·
<scripture passage="Rom 11:10" parsed="|Rom|11|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.10" />
<sup>10</sup>ας σκοτισθωσιν οι οφθαλμοι αυτων δια να μη βλεπωσι, και τον νωτον αυτων διαπαντος κυρτωσον.
<scripture passage="Rom 11:11" parsed="|Rom|11|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.11" />
<sup>11</sup>Λεγω λοιπον, Μηπως επταισαν δια να πεσωσι; Μη γενοιτο· αλλα δια της πτωσεως αυτων εγεινεν η σωτηρια εις τα εθνη, δια να κινηση αυτους εις ζηλοτυπιαν.
<scripture passage="Rom 11:12" parsed="|Rom|11|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.12" />
<sup>12</sup>Και εαν η πτωσις αυτων ηναι πλουτος του κοσμου και ελαττωσις αυτων πλουτος των εθνων, ποσω μαλλον το πληρωμα αυτων;
<scripture passage="Rom 11:13" parsed="|Rom|11|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.13" />
<sup>13</sup>Διοτι προς εσας τα εθνη λεγω, Εφ' οσον μεν ειμαι εγω αποστολος των εθνων, την διακονιαν μου δοξαζω,
<scripture passage="Rom 11:14" parsed="|Rom|11|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.14" />
<sup>14</sup>ισως κινησω εις ζηλοτυπιαν αυτους, οιτινες ειναι σαρξ μου και σωσω τινας εξ αυτων.
<scripture passage="Rom 11:15" parsed="|Rom|11|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εαν η αποβολη αυτων ηναι φιλιωσις του κοσμου, τι θελει εισθαι η προσληψις αυτων ειμη ζωη εκ νεκρων;
<scripture passage="Rom 11:16" parsed="|Rom|11|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.16" />
<sup>16</sup>Και εαν η ζυμη ηναι αγια, ειναι και το φυραμα· και εαν η ριζα ηναι αγια, ειναι και οι κλαδοι.
<scripture passage="Rom 11:17" parsed="|Rom|11|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν τινες των κλαδων απεκοπησαν, συ δε αγριελαια ουσα ενεκεντρισθης μεταξυ αυτων και εγεινες συγκοινωνος της ριζης και της παχυτητος της ελαιας,
<scripture passage="Rom 11:18" parsed="|Rom|11|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.18" />
<sup>18</sup>μη κατακαυχασαι εναντιον των κλαδων· εαν δε κατακαυχασαι, συ δεν βασταζεις την ριζαν, αλλ' η ριζα σε.
<scripture passage="Rom 11:19" parsed="|Rom|11|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.19" />
<sup>19</sup>Θελεις ειπει λοιπον· Απεκοπησαν οι κλαδοι, δια να εγκεντρισθω εγω.
<scripture passage="Rom 11:20" parsed="|Rom|11|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.20" />
<sup>20</sup>Καλως· δια την απιστιαν απεκοπησαν, συ δε δια της πιστεως ιστασαι· μη υψηλοφρονει, αλλα φοβου·
<scripture passage="Rom 11:21" parsed="|Rom|11|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.21" />
<sup>21</sup>διοτι εαν ο Θεος δεν εφεισθη τους φυσικους κλαδους, προσεχε μηπως δεν φεισθη μηδε σε.
<scripture passage="Rom 11:22" parsed="|Rom|11|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.22" />
<sup>22</sup>Ιδε λοιπον την χρηστοτητα και την αυστηροτητα του Θεου, επι μεν τους πεσοντας την αυστηροτητα, επι σε δε την χρηστοτητα, εαν επιμεινης εις την χρηστοτητα· διοτι αλλως και συ θελεις αποκοπη.
<scripture passage="Rom 11:23" parsed="|Rom|11|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.23" />
<sup>23</sup>Και εκεινοι δε, εαν δεν επιμεινωσιν εις την απιστιαν, θελουσιν εγκεντρισθη· διοτι δυνατος ειναι ο Θεος παλιν να εγκεντριση αυτους.
<scripture passage="Rom 11:24" parsed="|Rom|11|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.24" />
<sup>24</sup>Επειδη εαν συ απεκοπης απο της φυσικης αγριελαιας και παρα φυσιν ενεκεντρισθης εις καλλιελαιαν, ποσω μαλλον ουτοι οι φυσικοι θελουσιν εγκεντρισθη εις την ιδιαν αυτων ελαιαν.
<scripture passage="Rom 11:25" parsed="|Rom|11|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.25" />
<sup>25</sup>Διοτι δεν θελω να αγνοητε, αδελφοι, το μυστηριον τουτο, δια να μη υψηλοφρονητε, οτι τυφλωσις κατα μερος εγεινεν εις τον Ισραηλ, εωσου εισελθη το πληρωμα των εθνων,
<scripture passage="Rom 11:26" parsed="|Rom|11|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.26" />
<sup>26</sup>και ουτω πας ο Ισραηλ θελει σωθη, καθως ειναι γεγραμμενον· Θελει ελθει εκ Σιων ο λυτρωτης και θελει αποστρεψει τας ασεβειας απο του Ιακωβ·
<scripture passage="Rom 11:27" parsed="|Rom|11|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.27" />
<sup>27</sup>Και αυτη ειναι η παρ' εμου διαθηκη προς αυτους, Οταν αφαιρεσω τας αμαρτιας αυτων.
<scripture passage="Rom 11:28" parsed="|Rom|11|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.28" />
<sup>28</sup>Κατα μεν το ευαγγελιον, ειναι εχθροι δια σας, κατα δε την εκλογην αγαπητοι δια τους πατερας.
<scripture passage="Rom 11:29" parsed="|Rom|11|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.29" />
<sup>29</sup>Διοτι ανεπιδεκτα μεταμελειας ειναι τα χαρισματα και η προσκλησις του Θεου.
<scripture passage="Rom 11:30" parsed="|Rom|11|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.30" />
<sup>30</sup>Διοτι καθως και σεις ηπειθησατε ποτε εις τον Θεον, τωρα ομως ηλεηθητε εν τη απειθεια τουτων,
<scripture passage="Rom 11:31" parsed="|Rom|11|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.31" />
<sup>31</sup>ουτω και ουτοι ηπειθησαν τωρα εν τω υμετερω ελεει, δια να ελεηθωσι και αυτοι·
<scripture passage="Rom 11:32" parsed="|Rom|11|32|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.32" />
<sup>32</sup>διοτι ο Θεος συνεκλεισε τους παντας εις την απειθειαν, δια να ελεηση τους παντας.
<scripture passage="Rom 11:33" parsed="|Rom|11|33|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.33" />
<sup>33</sup>Ω βαθος πλουτου και σοφιας και γνωσεως Θεου. Ποσον ανεξερευνητοι ειναι αι κρισεις αυτου και ανεξιχνιαστοι αι οδοι αυτου.
<scripture passage="Rom 11:34" parsed="|Rom|11|34|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.34" />
<sup>34</sup>Διοτι τις εγνωρισε τον νουν του Κυριου; η τις εγεινε συμβουλος αυτου;
<scripture passage="Rom 11:35" parsed="|Rom|11|35|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.35" />
<sup>35</sup>η τις εδωκε τι πρωτος εις αυτον, δια να γεινη εις αυτον ανταποδοσις;
<scripture passage="Rom 11:36" parsed="|Rom|11|36|0|0" osisRef="Bible:Rom.11.36" />
<sup>36</sup>Επειδη εξ αυτου και δι' αυτου και εις αυτον ειναι τα παντα. Αυτω, η δοξα εις τους αιωνας. Αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 12" progress="92.07%" prev="Rom.11" next="Rom.13" id="Rom.12">
<h3 id="Rom.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Rom.12-p1">
<scripture passage="Rom 12:1" parsed="|Rom|12|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.1" />
<sup>1</sup>Σας παρακαλω λοιπον, αδελφοι, δια των οικτιρμων του Θεου, να παραστησητε τα σωματα σας θυσιαν ζωσαν, αγιαν, ευαρεστον εις τον Θεον, ητις ειναι η λογικη σας λατρεια,
<scripture passage="Rom 12:2" parsed="|Rom|12|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.2" />
<sup>2</sup>και μη συμμορφονεσθε με τον αιωνα τουτον, αλλα μεταμορφονεσθε δια της ανακαινισεως του νοος σας, ωστε να δοκιμαζητε τι ειναι το θελημα του Θεου, το αγαθον και ευαρεστον και τελειον.
<scripture passage="Rom 12:3" parsed="|Rom|12|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.3" />
<sup>3</sup>Διοτι λεγω δια της χαριτος της εις εμε δοθεισης προς παντα οστις ειναι μεταξυ σας, να μη φρονη υψηλοτερα παρ' ο, τι πρεπει να φρονη, αλλα να φρονη ωστε να σωφρονη, κατα το μετρον της πιστεως, το οποιον ο Θεος εμοιρασεν εις εκαστον.
<scripture passage="Rom 12:4" parsed="|Rom|12|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.4" />
<sup>4</sup>Διοτι καθως εχομεν εν ενι σωματι μελη πολλα, παντα δε τα μελη δεν εχουσι το αυτο εργον,
<scripture passage="Rom 12:5" parsed="|Rom|12|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.5" />
<sup>5</sup>ουτω και ημεις οι πολλοι εν σωμα ειμεθα εν Χριστω, ο δε καθεις μελη αλληλων.
<scripture passage="Rom 12:6" parsed="|Rom|12|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.6" />
<sup>6</sup>Εχοντες δε χαρισματα διαφορα κατα την δοθεισαν εις ημας χαριν, ειτε προφητειαν, ας προφητευωμεν κατα την αναλογιαν της πιστεως,
<scripture passage="Rom 12:7" parsed="|Rom|12|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.7" />
<sup>7</sup>ειτε διακονιαν, ας καταγινωμεθα εις την διακονιαν, ειτε διδασκει τις, ας καταγινηται εις την διδασκαλιαν,
<scripture passage="Rom 12:8" parsed="|Rom|12|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.8" />
<sup>8</sup>ειτε προτρεπει τις, εις την προτροπην· ο μεταδιδων, ας μεταδιδη εν απλοτητι, ο προισταμενος ας προισταται μετ' επιμελειας, ο ελεων ας ελεη εν ιλαροτητι.
<scripture passage="Rom 12:9" parsed="|Rom|12|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.9" />
<sup>9</sup>Η αγαπη ας ηναι ανυποκριτος. Αποστρεφεσθε το πονηρον, προσκολλασθε εις το αγαθον,
<scripture passage="Rom 12:10" parsed="|Rom|12|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.10" />
<sup>10</sup>γινεσθε προς αλληλους φιλοστοργοι δια της φιλαδελφιας, προλαμβανοντες να τιματε αλληλους,
<scripture passage="Rom 12:11" parsed="|Rom|12|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.11" />
<sup>11</sup>εις την σπουδην αοκνοι, κατα το πνευμα ζεοντες, τον Κυριον δουλευοντες,
<scripture passage="Rom 12:12" parsed="|Rom|12|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.12" />
<sup>12</sup>εις την ελπιδα χαιροντες, εις την θλιψιν υπομενοντες, εις την προσευχην προσκαρτερουντες,
<scripture passage="Rom 12:13" parsed="|Rom|12|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.13" />
<sup>13</sup>εις τας χρειας των αγιων μεταδιδοντες, την φιλοξενιαν ακολουθουντες.
<scripture passage="Rom 12:14" parsed="|Rom|12|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.14" />
<sup>14</sup>Ευλογειτε τους καταδιωκοντας υμας, ευλογειτε και μη καταρασθε.
<scripture passage="Rom 12:15" parsed="|Rom|12|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.15" />
<sup>15</sup>Χαιρετε μετα χαιροντων και κλαιετε μετα κλαιοντων.
<scripture passage="Rom 12:16" parsed="|Rom|12|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.16" />
<sup>16</sup>Εχετε προς αλληλους το αυτο φρονημα. Μη υψηλοφρονειτε, αλλα συγκαταβαινετε εις τους ταπεινους. Μη φανταζεσθε εαυτους φρονιμους.
<scripture passage="Rom 12:17" parsed="|Rom|12|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.17" />
<sup>17</sup>Εις μηδενα μη ανταποδιδετε κακον αντι κακου· προνοειτε τα καλα ενωπιον παντων ανθρωπων·
<scripture passage="Rom 12:18" parsed="|Rom|12|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.18" />
<sup>18</sup>ει δυνατον, οσον το αφ' υμων ειρηνευετε μετα παντων ανθρωπων.
<scripture passage="Rom 12:19" parsed="|Rom|12|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.19" />
<sup>19</sup>Μη εκδικητε εαυτους, αγαπητοι, αλλα δοτε τοπον τη οργη· διοτι ειναι γεγραμμενον· εις εμε ανηκει η εκδικησις, εγω θελω καμει ανταποδοσιν, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Rom 12:20" parsed="|Rom|12|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.20" />
<sup>20</sup>Εαν λοιπον πεινα ο εχθρος σου, τρεφε αυτον, εαν διψα, ποτιζε αυτον· διοτι πραττων τουτο θελεις σωρευσει ανθρακας πυρος επι την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="Rom 12:21" parsed="|Rom|12|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.12.21" />
<sup>21</sup>Μη νικασαι υπο του κακου, αλλα νικα δια του αγαθου το κακον.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 13" progress="92.12%" prev="Rom.12" next="Rom.14" id="Rom.13">
<h3 id="Rom.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Rom.13-p1">
<scripture passage="Rom 13:1" parsed="|Rom|13|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.1" />
<sup>1</sup>Πασα ψυχη ας υποτασσηται εις τας ανωτερας εξουσιας. Διοτι δεν υπαρχει εξουσια ειμη απο Θεου· αι δε ουσαι εξουσιαι υπο του Θεου ειναι τεταγμεναι.
<scripture passage="Rom 13:2" parsed="|Rom|13|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.2" />
<sup>2</sup>Ωστε ο εναντιουμενος εις την εξουσιαν εναντιουται εις την διαταγην του Θεου· οι δε εναντιουμενοι θελουσι λαβει εις εαυτους καταδικην.
<scripture passage="Rom 13:3" parsed="|Rom|13|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.3" />
<sup>3</sup>Διοτι οι αρχοντες δεν ειναι φοβος των αγαθων εργων, αλλα των κακων. Θελεις δε να μη φοβησαι την εξουσιαν; πραττε το καλον, και θελεις εχει επαινον παρ' αυτης·
<scripture passage="Rom 13:4" parsed="|Rom|13|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.4" />
<sup>4</sup>επειδη ο αρχων ειναι του Θεου υπηρετης εις σε προς το καλον. Εαν ομως πραττης το κακον, φοβου· διοτι δεν φορει ματαιως την μαχαιραν· επειδη του Θεου υπηρετης ειναι, εκδικητης δια να εκτελη την οργην κατα του πραττοντος το κακον.
<scripture passage="Rom 13:5" parsed="|Rom|13|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο ειναι αναγκη να υποτασσησθε ουχι μονον δια την οργην, αλλα και δια την συνειδησιν.
<scripture passage="Rom 13:6" parsed="|Rom|13|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.6" />
<sup>6</sup>Επειδη δια τουτο πληρονετε και φορους· διοτι υπηρεται του Θεου ειναι εις αυτο τουτο ενασχολουμενοι.
<scripture passage="Rom 13:7" parsed="|Rom|13|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.7" />
<sup>7</sup>Αποδοτε λοιπον εις παντας τα οφειλομενα, εις οντινα οφειλετε τον φορον τον φορον, εις οντινα τον δασμον τον δασμον, εις οντινα τον φοβον τον φοβον, εις οντινα την τιμην την τιμην.
<scripture passage="Rom 13:8" parsed="|Rom|13|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.8" />
<sup>8</sup>Εις μηδενα μη οφειλετε μηδεν ειμη το να αγαπατε αλληλους· διοτι ο αγαπων τον αλλον εκπληροι τον νομον.
<scripture passage="Rom 13:9" parsed="|Rom|13|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.9" />
<sup>9</sup>Επειδη το, Μη μοιχευσης, μη φονευσης, μη κλεψης, μη ψευδομαρτυρησης, μη επιθυμησης, και πασα αλλη εντολη, εν τουτω τω λογω συμπεριλαμβανεται, εν τω· Θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον.
<scripture passage="Rom 13:10" parsed="|Rom|13|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.10" />
<sup>10</sup>Η αγαπη κακον δεν καμνει εις τον πλησιον· ειναι λοιπον εκπληρωσις του νομου η αγαπη.
<scripture passage="Rom 13:11" parsed="|Rom|13|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.11" />
<sup>11</sup>Και μαλιστα, εξευροντες τον καιρον, οτι ειναι ηδη ωρα να εγερθωμεν εκ του υπνου· διοτι ειναι πλησιεστερα εις ημας η σωτηρια παρ' οτε επιστευσαμεν.
<scripture passage="Rom 13:12" parsed="|Rom|13|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.12" />
<sup>12</sup>Η νυξ προεχωρησεν, η δε ημερα επλησιασεν· ας απορριψωμεν λοιπον τα εργα του σκοτους και ας ενδυθωμεν τα οπλα του φωτος.
<scripture passage="Rom 13:13" parsed="|Rom|13|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.13" />
<sup>13</sup>Ας περιπατησωμεν ευσχημονως ως εν ημερα, μη εις συμποσια και μεθας, μη εις κοιτας και ασελγειας, μη εις εριδα και φθονον·
<scripture passage="Rom 13:14" parsed="|Rom|13|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.13.14" />
<sup>14</sup>αλλ' ενδυθητε τον Κυριον Ιησουν Χριστον, και μη φροντιζετε περι της σαρκος εις το να εκτελητε τας επιθυμιας αυτης.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 14" progress="92.17%" prev="Rom.13" next="Rom.15" id="Rom.14">
<h3 id="Rom.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Rom.14-p1">
<scripture passage="Rom 14:1" parsed="|Rom|14|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.1" />
<sup>1</sup>Τον δε ασθενουντα κατα την πιστιν προσδεχεσθε, ουχι εις φιλονεικιας διαλογισμων.
<scripture passage="Rom 14:2" parsed="|Rom|14|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.2" />
<sup>2</sup>Αλλος μεν πιστευει οτι δυναται να τρωγη παντα, ο δε ασθενων τρωγει λαχανα.
<scripture passage="Rom 14:3" parsed="|Rom|14|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.3" />
<sup>3</sup>Ο τρωγων ας μη καταφρονη τον μη τρωγοντα, και ο μη τρωγων ας μη κρινη τον τρωγοντα· διοτι ο Θεος προσεδεχθη αυτον.
<scripture passage="Rom 14:4" parsed="|Rom|14|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.4" />
<sup>4</sup>Συ τις εισαι οστις κρινεις ξενον δουλον; εις τον ιδιον αυτου κυριον ισταται η πιπτει· θελει ομως σταθη, διοτι ο Θεος ειναι δυνατος να στηση αυτον.
<scripture passage="Rom 14:5" parsed="|Rom|14|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.5" />
<sup>5</sup>Αλλος μεν κρινει μιαν ημεραν αγιωτεραν παρα αλλην ημεραν, αλλος δε κρινει ισην πασαν ημεραν. Ας ηναι εκαστος πεπληροφορημενος εις τον ιδιον αυτου νουν.
<scripture passage="Rom 14:6" parsed="|Rom|14|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.6" />
<sup>6</sup>Ο παρατηρων την ημεραν παρατηρει αυτην δια τον Κυριον, και ο μη παρατηρων την ημεραν δια τον Κυριον δεν παρατηρει αυτην. Ο τρωγων δια τον Κυριον τρωγει· διοτι ευχαριστει εις τον Θεον. Και ο μη τρωγων δια τον Κυριον δεν τρωγει, και ευχαριστει εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 14:7" parsed="|Rom|14|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ουδεις εξ ημων ζη δι' εαυτον και ουδεις αποθνησκει δι' εαυτον.
<scripture passage="Rom 14:8" parsed="|Rom|14|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.8" />
<sup>8</sup>Επειδη εαν τε ζωμεν, δια τον Κυριον ζωμεν· εαν τε αποθνησκωμεν, δια τον Κυριον αποθνησκομεν. Εαν τε λοιπον ζωμεν, εαν τε αποθνησκωμεν, του Κυριου ειμεθα.
<scripture passage="Rom 14:9" parsed="|Rom|14|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.9" />
<sup>9</sup>Επειδη δια τουτο ο Χριστος και απεθανε και ανεστη και ανεζησε, δια να ηναι Κυριος και νεκρων και ζωντων.
<scripture passage="Rom 14:10" parsed="|Rom|14|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.10" />
<sup>10</sup>Συ δε δια τι κρινεις τον αδελφον σου; η και συ δια τι εξουθενεις τον αδελφον σου; επειδη παντες ημεις θελομεν παρασταθη εις το βημα του Χριστου.
<scripture passage="Rom 14:11" parsed="|Rom|14|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ειναι γεγραμμενον· Ζω εγω, λεγει Κυριος, οτι εις εμε θελει καμψει παν γονυ, και πασα γλωσσα θελει δοξολογησει τον Θεον.
<scripture passage="Rom 14:12" parsed="|Rom|14|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.12" />
<sup>12</sup>Αρα λοιπον εκαστος ημων περι εαυτου θελει δωσει λογον εις τον Θεον.
<scripture passage="Rom 14:13" parsed="|Rom|14|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.13" />
<sup>13</sup>Λοιπον ας μη κρινωμεν πλεον αλληλους, αλλα τουτο κρινατε μαλλον, το να μη βαλλητε προσκομμα εις τον αδελφον η σκανδαλον.
<scripture passage="Rom 14:14" parsed="|Rom|14|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.14" />
<sup>14</sup>Εξευρω και ειμαι πεπεισμενος εν Κυριω Ιησου οτι ουδεν υπαρχει ακαθαρτον αφ' εαυτου ειμη εις τον οστις στοχαζεται τι οτι ειναι ακαθαρτον, εις εκεινον ειναι ακαθαρτον.
<scripture passage="Rom 14:15" parsed="|Rom|14|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.15" />
<sup>15</sup>Εαν ομως ο αδελφος σου λυπηται δια φαγητον, δεν περιπατεις πλεον κατα αγαπην· μη φερε εις απωλειαν με το φαγητον σου εκεινον, υπερ του οποιου ο Χριστος απεθανεν.
<scripture passage="Rom 14:16" parsed="|Rom|14|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.16" />
<sup>16</sup>Ας μη βλασφημηται λοιπον το αγαθον σας.
<scripture passage="Rom 14:17" parsed="|Rom|14|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.17" />
<sup>17</sup>Διοτι η βασιλεια του Θεου δεν ειναι βρωσις και ποσις, αλλα δικαιοσυνη και ειρηνη και χαρα εν Πνευματι Αγιω·
<scripture passage="Rom 14:18" parsed="|Rom|14|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.18" />
<sup>18</sup>επειδη ο δουλευων εν τουτοις τον Χριστον ευαρεστει εις τον Θεον και ευδοκιμει παρα τοις ανθρωποις.
<scripture passage="Rom 14:19" parsed="|Rom|14|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.19" />
<sup>19</sup>Αρα λοιπον ας ζητωμεν τα προς την ειρηνην και τα προς την οικοδομην αλληλων.
<scripture passage="Rom 14:20" parsed="|Rom|14|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.20" />
<sup>20</sup>Μη καταστρεφε το εργον του Θεου δια φαγητον. Παντα μεν ειναι καθαρα, κακον ομως ειναι εις τον ανθρωπον οστις τρωγει με σκανδαλον.
<scripture passage="Rom 14:21" parsed="|Rom|14|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.21" />
<sup>21</sup>Καλον ειναι το να μη φαγης κρεας μηδε να πιης οινον μηδε να πραξης τι, εις το οποιον ο αδελφος σου προσκοπτει η σκανδαλιζεται η ασθενει.
<scripture passage="Rom 14:22" parsed="|Rom|14|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.22" />
<sup>22</sup>Συ πιστιν εχεις; εχε αυτην εντος σου ενωπιον του Θεου· μακαριος οστις δεν κατακρινει εαυτον εις εκεινο, το οποιον αποδεχεται.
<scripture passage="Rom 14:23" parsed="|Rom|14|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.14.23" />
<sup>23</sup>Οστις ομως αμφιβαλλει, κατακρινεται, εαν φαγη, διοτι δεν τρωγει εκ πιστεως· και παν ο, τι δεν γινεται εκ πιστεως, ειναι αμαρτια.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 15" progress="92.23%" prev="Rom.14" next="Rom.16" id="Rom.15">
<h3 id="Rom.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Rom.15-p1">
<scripture passage="Rom 15:1" parsed="|Rom|15|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.1" />
<sup>1</sup>Οφειλομεν δε ημεις οι δυνατοι να βασταζωμεν τα ασθενηματα των αδυνατων, και να μη αρεσκωμεν εις εαυτους.
<scripture passage="Rom 15:2" parsed="|Rom|15|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.2" />
<sup>2</sup>Αλλ' εκαστος ημων ας αρεσκη εις τον πλησιον δια το καλον προς οικοδομην·
<scripture passage="Rom 15:3" parsed="|Rom|15|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.3" />
<sup>3</sup>επειδη και ο Χριστος δεν ηρεσεν εις εαυτον, αλλα καθως ειναι γεγραμμενον, Οι ονειδισμοι των ονειδιζοντων σε επεπεσον επ' εμε.
<scripture passage="Rom 15:4" parsed="|Rom|15|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οσα προεγραφησαν, δια την διδασκαλιαν ημων προεγραφησαν, δια να εχωμεν την ελπιδα δια της υπομονης και της παρηγοριας των γραφων.
<scripture passage="Rom 15:5" parsed="|Rom|15|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Θεος της υπομονης και της παρηγοριας ειθε να σας δωση να φρονητε το αυτο εν αλληλοις κατα Χριστον Ιησουν,
<scripture passage="Rom 15:6" parsed="|Rom|15|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.6" />
<sup>6</sup>δια να δοξαζητε ομοθυμαδον εν ενι στοματι τον Θεον και Πατερα του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Rom 15:7" parsed="|Rom|15|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο προσδεχεσθε αλληλους, καθως και ο Χριστος προσεδεχθη ημας εις δοξαν Θεου.
<scripture passage="Rom 15:8" parsed="|Rom|15|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.8" />
<sup>8</sup>Λεγω δε οτι ο Ιησους Χριστος εγεινε διακονος της περιτομης υπερ της αληθειας του Θεου, δια να βεβαιωση τας προς τους πατερας επαγγελιας,
<scripture passage="Rom 15:9" parsed="|Rom|15|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.9" />
<sup>9</sup>και δια να δοξασωσι τα εθνη τον Θεον δια το ελεος αυτου, καθως ειναι γεγραμμενον· Δια τουτο θελω σε υμνει μεταξυ των εθνων· και εις το ονομα σου θελω ψαλλει.
<scripture passage="Rom 15:10" parsed="|Rom|15|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.10" />
<sup>10</sup>Και παλιν λεγει· Ευφρανθητε, εθνη, μετα του λαου αυτου.
<scripture passage="Rom 15:11" parsed="|Rom|15|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.11" />
<sup>11</sup>Και παλιν· Αινειτε τον Κυριον, παντα τα εθνη, και δοξολογειτε αυτον παντες οι λαοι.
<scripture passage="Rom 15:12" parsed="|Rom|15|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.12" />
<sup>12</sup>Και παλιν ο Ησαιας λεγει· Θελει εισθαι η ριζα του Ιεσσαι, Και ο ανισταμενος δια να βασιλευη επι τα εθνη· εις αυτον τα εθνη θελουσιν ελπισει.
<scripture passage="Rom 15:13" parsed="|Rom|15|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.13" />
<sup>13</sup>Ο δε Θεος της ελπιδος ειθε να σας εμπληση πασης χαρας και ειρηνης δια της πιστεως, ωστε να περισσευητε εις την ελπιδα δια της δυναμεως του Πνευματος του Αγιου.
<scripture passage="Rom 15:14" parsed="|Rom|15|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.14" />
<sup>14</sup>Ειμαι δε, αδελφοι μου, και αυτος εγω πεπεισμενος δια σας, οτι και σεις εισθε πληρεις αγαθωσυνης, πεπληρωμενοι πασης γνωσεως, δυναμενοι και αλληλους να νουθετητε.
<scripture passage="Rom 15:15" parsed="|Rom|15|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.15" />
<sup>15</sup>Σας εγραψα ομως, αδελφοι, τολμηροτερον οπωσουν, ως υπενθυμιζων υμας, δια την χαριν την δοθεισαν εις εμε υπο του Θεου
<scripture passage="Rom 15:16" parsed="|Rom|15|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.16" />
<sup>16</sup>εις το να ημαι υπηρετης του Ιησου Χριστου προς τα εθνη, ιερουργων το ευαγγελιον του Θεου, δια να γεινη η προσφορα των εθνων ευπροσδεκτος, ηγιασμενη δια του Πνευματος του Αγιου.
<scripture passage="Rom 15:17" parsed="|Rom|15|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.17" />
<sup>17</sup>Εχω λοιπον καυχησιν εν Χριστω Ιησου δια τα προς τον Θεον·
<scripture passage="Rom 15:18" parsed="|Rom|15|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.18" />
<sup>18</sup>διοτι δεν θελω τολμησει να ειπω τι εξ εκεινων, τα οποια δεν εκαμεν ο Χριστος δι' εμου προς υπακοην των εθνων λογω και εργω,
<scripture passage="Rom 15:19" parsed="|Rom|15|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.19" />
<sup>19</sup>με δυναμιν σημειων και τερατων, με δυναμιν του Πνευματος του Θεου, ωστε απο Ιερουσαλημ και κυκλω μεχρι της Ιλλυριας εξεπληρωσα το κηρυγμα του ευαγγελιου του Χριστου,
<scripture passage="Rom 15:20" parsed="|Rom|15|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.20" />
<sup>20</sup>ουτω δε εφιλοτιμηθην να κηρυττω το ευαγγελιον, ουχι οπου ωνομασθη ο Χριστος, δια να μη οικοδομω επι ξενου θεμελιου·
<scripture passage="Rom 15:21" parsed="|Rom|15|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.21" />
<sup>21</sup>αλλα καθως ειναι γεγραμμενον· Εκεινοι προς τους οποιους δεν ανηγγελθη περι αυτου θελουσιν ιδει, και εκεινοι οιτινες δεν ηκουσαν θελουσι νοησει.
<scripture passage="Rom 15:22" parsed="|Rom|15|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.22" />
<sup>22</sup>Δια τουτο και εμποδιζομην πολλακις να ελθω προς εσας·
<scripture passage="Rom 15:23" parsed="|Rom|15|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.23" />
<sup>23</sup>τωρα ομως μη εχων πλεον τοπον εν τοις κλιμασι τουτοις, επιποθων δε απο πολλων ετων να ελθω προς εσας,
<scripture passage="Rom 15:24" parsed="|Rom|15|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.24" />
<sup>24</sup>οταν υπαγω εις την Ισπανιαν, θελω ελθει προς εσας· διοτι ελπιζω διαβαινων να σας ιδω και να προπεμφθω εκει απο σας, αφου πρωτον οπωσουν σας χορτασθω.
<scripture passage="Rom 15:25" parsed="|Rom|15|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.25" />
<sup>25</sup>Τωρα δε υπαγω εις Ιερουσαλημ, εκπληρων την διακονιαν εις τους αγιους.
<scripture passage="Rom 15:26" parsed="|Rom|15|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.26" />
<sup>26</sup>Διοτι ευηρεστηθησαν η Μακεδονια και Αχαια να καμωσι τινα βοηθειαν εις τους πτωχους των αγιων των εν Ιερουσαλημ.
<scripture passage="Rom 15:27" parsed="|Rom|15|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.27" />
<sup>27</sup>Ευηρεστηθησαν τωοντι, και ειναι οφειλεται αυτων. Διοτι εαν τα εθνη εγειναν συγκοινωνοι αυτων εις τα πνευματικα, χρεωστουσι να υπηρετησωσιν αυτους και εις τα σωματικα.
<scripture passage="Rom 15:28" parsed="|Rom|15|28|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.28" />
<sup>28</sup>Αφου λοιπον εκτελεσω τουτο και επισφραγισω εις αυτους τον καρπον τουτον, θελω περασει δι' υμων εις την Ισπανιαν.
<scripture passage="Rom 15:29" parsed="|Rom|15|29|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.29" />
<sup>29</sup>Εξευρω δε οτι ερχομενος προς εσας, θελω ελθει με αφθονιαν της ευλογιας του ευαγγελιου του Χριστου.
<scripture passage="Rom 15:30" parsed="|Rom|15|30|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.30" />
<sup>30</sup>Σας παρακαλω δε, αδελφοι, δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου και δια της αγαπης του Πνευματος, να συναγωνισθητε μετ' εμου, προσευχομενοι υπερ εμου προς τον Θεον,
<scripture passage="Rom 15:31" parsed="|Rom|15|31|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.31" />
<sup>31</sup>δια να ελευθερωθω απο των εν τη Ιουδαια απειθουντων, και δια να γεινη ευπροσδεκτος εις τους αγιους η εις την Ιερουσαλημ διακονια μου,
<scripture passage="Rom 15:32" parsed="|Rom|15|32|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.32" />
<sup>32</sup>δια να ελθω μετα χαρας προς εσας δια θεληματος του Θεου και να συναναπαυθω με σας.
<scripture passage="Rom 15:33" parsed="|Rom|15|33|0|0" osisRef="Bible:Rom.15.33" />
<sup>33</sup>Ο δε Θεος της ειρηνης ειη μετα παντων υμων· αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Romans 16" progress="92.33%" prev="Rom.15" next="iCor" id="Rom.16">
<h3 id="Rom.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Rom.16-p1">
<scripture passage="Rom 16:1" parsed="|Rom|16|1|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.1" />
<sup>1</sup>Συνιστω δε εις εσας Φοιβην την αδελφην ημων, ητις ειναι διακονος της εκκλησιας της εν Κεγχρεαις,
<scripture passage="Rom 16:2" parsed="|Rom|16|2|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.2" />
<sup>2</sup>δια να δεχθητε αυτην εν Κυριω αξιως των αγιων και να παρασταθητε εις αυτην εις ο, τι πραγμα εχει χρειαν υμων· διοτι και αυτη εσταθη προστατις πολλων και εμου αυτου.
<scripture passage="Rom 16:3" parsed="|Rom|16|3|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.3" />
<sup>3</sup>Ασπασθητε την Πρισκιλλαν και τον Ακυλαν, τους συνεργους μου εν Χριστω Ιησου,
<scripture passage="Rom 16:4" parsed="|Rom|16|4|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.4" />
<sup>4</sup>οιτινες υπερ της ζωης μου υπεβαλον υπο την μαχαιραν τον τραχηλον αυτων, τους οποιους ουχι εγω μονος ευχαριστω, αλλα και πασαι αι εκκλησιαι των εθνων.
<scripture passage="Rom 16:5" parsed="|Rom|16|5|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.5" />
<sup>5</sup>Ασπασθητε και την κατ' οικον αυτων εκκλησιαν. Ασπασθητε Επαινετον τον αγαπητον μου, οστις ειναι απαρχη της Αχαιας εις τον Χριστον.
<scripture passage="Rom 16:6" parsed="|Rom|16|6|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.6" />
<sup>6</sup>Ασπασθητε την Μαριαμ, ητις πολλα εκοπιασε δι' ημας.
<scripture passage="Rom 16:7" parsed="|Rom|16|7|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.7" />
<sup>7</sup>Ασπασθητε τον Ανδρονικον και Ιουνιαν, τους συγγενεις μου και συναιχμαλωτους μου, οιτινες ειναι επισημοι μεταξυ των αποστολων, οιτινες και προ εμου ησαν εις τον Χριστον.
<scripture passage="Rom 16:8" parsed="|Rom|16|8|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.8" />
<sup>8</sup>Ασπασθητε τον Αμπλιαν τον αγαπητον μου εν Κυριω.
<scripture passage="Rom 16:9" parsed="|Rom|16|9|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.9" />
<sup>9</sup>Ασπασθητε τον Ουρβανον τον συνεργον ημων εν Χριστω, και τον Σταχυν τον αγαπητον μου.
<scripture passage="Rom 16:10" parsed="|Rom|16|10|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.10" />
<sup>10</sup>Ασπασθητε τον Απελλην τον δεδοκιμασμενον εν Χριστω. Ασπασθητε τους εκ της οικογενειας του Αριστοβουλου.
<scripture passage="Rom 16:11" parsed="|Rom|16|11|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.11" />
<sup>11</sup>Ασπασθητε τον Ηρωδιωνα τον συγγενη μου. Ασπασθητε τους εκ της οικογενειας του Ναρκισσου, τους οντας εν Κυριω.
<scripture passage="Rom 16:12" parsed="|Rom|16|12|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.12" />
<sup>12</sup>Ασπασθητε την Τρυφαιναν και την Τρυφωσαν, αιτινες κοπιαζουσιν εν Κυριω. Ασπασθητε Περσιδα την αγαπητην, ητις πολλα εκοπιασεν εν Κυριω.
<scripture passage="Rom 16:13" parsed="|Rom|16|13|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.13" />
<sup>13</sup>Ασπασθητε τον Ρουφον, τον εκλεκτον εν Κυριω, και την μητερα αυτου και εμου.
<scripture passage="Rom 16:14" parsed="|Rom|16|14|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.14" />
<sup>14</sup>Ασπασθητε τον Ασυγκριτον, τον Φλεγοντα, τον Ερμαν, τον Πατροβαν, τον Ερμην και τους μετ' αυτων αδελφους.
<scripture passage="Rom 16:15" parsed="|Rom|16|15|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.15" />
<sup>15</sup>Ασπασθητε τον Φιλολογον και την Ιουλιαν, τον Νηρεα και την αδελφην αυτου, και τον Ολυμπαν και παντας τους αγιους τους μετ' αυτων.
<scripture passage="Rom 16:16" parsed="|Rom|16|16|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.16" />
<sup>16</sup>Ασπασθητε αλληλους εν φιληματι αγιω. Σας ασπαζονται αι εκκλησιαι του Χριστου.
<scripture passage="Rom 16:17" parsed="|Rom|16|17|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.17" />
<sup>17</sup>Σας παρακαλω δε, αδελφοι, να προσεχητε τους ποιουντας τας διχοστασιας και τα σκανδαλα εναντιον της διδαχης, την οποιαν σεις εμαθετε, και απομακρυνεσθε απ' αυτων.
<scripture passage="Rom 16:18" parsed="|Rom|16|18|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.18" />
<sup>18</sup>Διοτι οι τοιουτοι δεν δουλευουσι τον Κυριον ημων Ιησουν Χριστον, αλλα την εαυτων κοιλιαν, και δια λογων καλων και κολακευτικων εξαπατωσι τας καρδιας των ακακων·
<scripture passage="Rom 16:19" parsed="|Rom|16|19|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.19" />
<sup>19</sup>διοτι η υπακοη σας διεφημισθη εις παντας. Οσον λοιπον δια σας χαιρω· θελω δε να ησθε σοφοι μεν εις το αγαθον, απλοι δε εις το κακον.
<scripture passage="Rom 16:20" parsed="|Rom|16|20|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Θεος της ειρηνης ταχεως θελει συντριψει τον Σαταναν υπο τους ποδας σας. Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μεθ' υμων. Αμην.
<scripture passage="Rom 16:21" parsed="|Rom|16|21|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.21" />
<sup>21</sup>Σας ασπαζονται ο Τιμοθεος ο συνεργος μου, και Λουκιος και Ιασων και Σωσιπατρος οι συγγενεις μου.
<scripture passage="Rom 16:22" parsed="|Rom|16|22|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.22" />
<sup>22</sup>Σας ασπαζομαι εν Κυριω εγω ο Τερτιος, ο γραψας την επιστολην.
<scripture passage="Rom 16:23" parsed="|Rom|16|23|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.23" />
<sup>23</sup>Σας ασπαζεται ο Γαιος ο φιλοξενων εμε και την εκκλησιαν ολην. Σας ασπαζεται Εραστος ο οικονομος της πολεως και Κουαρτος ο αδελφος.
<scripture passage="Rom 16:24" parsed="|Rom|16|24|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.24" />
<sup>24</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα παντων υμων· αμην.
<scripture passage="Rom 16:25" parsed="|Rom|16|25|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.25" />
<sup>25</sup>Εις δε τον δυναμενον να σας στηριξη κατα το ευαγγελιον μου και το κηρυγμα του Ιησου Χριστου, κατα την αποκαλυψιν του μυστηριου του σεσιωπημενου μεν απο χρονων αιωνιων,
<scripture passage="Rom 16:26" parsed="|Rom|16|26|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.26" />
<sup>26</sup>φανερωθεντος δε τωρα δια προφητικων γραφων κατ' επιταγην του αιωνιου Θεου και γνωρισθεντος εις παντα τα εθνη προς υπακοην πιστεως,
<scripture passage="Rom 16:27" parsed="|Rom|16|27|0|0" osisRef="Bible:Rom.16.27" />
<sup>27</sup>εις τον μονον σοφον Θεον εστω η δοξα δια Ιησου Χριστου εις τους αιωνας· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Corinthians" progress="92.40%" prev="Rom.16" next="iCor.1" id="iCor">
<h2 id="iCor-p0.1">1 Corinthians</h2>

<div3 title="1 Corinthians 1" progress="92.40%" prev="iCor" next="iCor.2" id="iCor.1">
<h3 id="iCor.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iCor.1-p1">
<scripture passage="1Cor 1:1" parsed="|1Cor|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, προσκεκλημενος αποστολος Ιησου Χριστου δια θεληματος Θεου, και Σωσθενης ο αδελφος,
<scripture passage="1Cor 1:2" parsed="|1Cor|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.2" />
<sup>2</sup>προς την εκκλησιαν του Θεου την ουσαν εν Κορινθω, τους ηγιασμενους εν Χριστω Ιησου, τους προσκεκλημενους αγιους, μετα παντων των επικαλουμενων εν παντι τοπω το ονομα Ιησου Χριστου του Κυριου ημων, αυτων τε και ημων·
<scripture passage="1Cor 1:3" parsed="|1Cor|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.3" />
<sup>3</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1Cor 1:4" parsed="|1Cor|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.4" />
<sup>4</sup>Ευχαριστω παντοτε εις τον Θεον μου δια σας, δια την χαριν του Θεου την δοθεισαν εις εσας δια του Ιησου Χριστου·
<scripture passage="1Cor 1:5" parsed="|1Cor|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.5" />
<sup>5</sup>οτι κατα παντα επλουτισθητε δι' αυτου, κατα παντα λογον και πασαν γνωσιν,
<scripture passage="1Cor 1:6" parsed="|1Cor|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.6" />
<sup>6</sup>καθως η μαρτυρια του Χριστου εστηριχθη μεταξυ σας,
<scripture passage="1Cor 1:7" parsed="|1Cor|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.7" />
<sup>7</sup>ωστε δεν μενετε οπισω εις ουδεν χαρισμα, προσμενοντες την αποκαλυψιν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου·
<scripture passage="1Cor 1:8" parsed="|1Cor|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.8" />
<sup>8</sup>οστις και θελει σας στηριξει εως τελους αμεμπτους εν τη ημερα του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1Cor 1:9" parsed="|1Cor|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.9" />
<sup>9</sup>Πιστος ο Θεος, δια του οποιου προσεκληθητε εις το να ησθε συγκοινωνοι του Υιου αυτου Ιησου Χριστου του Κυριου ημων.
<scripture passage="1Cor 1:10" parsed="|1Cor|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.10" />
<sup>10</sup>Σας παρακαλω δε, αδελφοι, δια του ονοματος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, να λεγητε παντες το αυτο, και να μη ηναι σχισματα μεταξυ σας, αλλα να ησθε εντελως ηνωμενοι εχοντες το αυτο πνευμα και την αυτην γνωμην.
<scripture passage="1Cor 1:11" parsed="|1Cor|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.11" />
<sup>11</sup>Διοτι εφανερωθη εις εμε παρα των εκ της οικογενειας της Χλοης, περι υμων, αδελφοι μου, οτι ειναι εριδες μεταξυ σας·
<scripture passage="1Cor 1:12" parsed="|1Cor|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.12" />
<sup>12</sup>λεγω δε τουτο, διοτι εκαστος απο σας λεγει· Εγω μεν ειμαι του Παυλου, εγω δε του Απολλω, εγω δε του Κηφα, εγω δε του Χριστου.
<scripture passage="1Cor 1:13" parsed="|1Cor|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.13" />
<sup>13</sup>Διεμερισθη ο Χριστος; μηπως ο Παυλος εσταυρωθη δια σας; η εις το ονομα του Παυλου εβαπτισθητε;
<scripture passage="1Cor 1:14" parsed="|1Cor|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.14" />
<sup>14</sup>Ευχαριστω εις τον Θεον οτι ουδενα απο σας εβαπτισα, ειμη Κρισπον και Γαιον,
<scripture passage="1Cor 1:15" parsed="|1Cor|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.15" />
<sup>15</sup>δια να μη ειπη τις οτι εις το ονομα μου εβαπτισα.
<scripture passage="1Cor 1:16" parsed="|1Cor|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.16" />
<sup>16</sup>Εβαπτισα δε και τον οικον του Στεφανα· εκτος τουτων δεν εξευρω εαν εβαπτισα αλλον τινα.
<scripture passage="1Cor 1:17" parsed="|1Cor|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.17" />
<sup>17</sup>Διοτι δεν με απεστειλεν ο Χριστος δια να βαπτιζω, αλλα δια να κηρυττω το ευαγγελιον, ουχι εν σοφια λογου, δια να μη ματαιωθη ο σταυρος του Χριστου.
<scripture passage="1Cor 1:18" parsed="|1Cor|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.18" />
<sup>18</sup>Διοτι ο λογος του σταυρου εις μεν τους απολλυμενους ειναι μωρια, εις ημας δε τους σωζομενους ειναι δυναμις Θεου.
<scripture passage="1Cor 1:19" parsed="|1Cor|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.19" />
<sup>19</sup>Επειδη ειναι γεγραμμενον· Θελω απολεσει την σοφιαν των σοφων, και θελω αθετησει την συνεσιν των συνετων.
<scripture passage="1Cor 1:20" parsed="|1Cor|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.20" />
<sup>20</sup>Που ο σοφος; που ο γραμματευς; που ο συζητητης του αιωνος τουτου; δεν εμωρανεν ο Θεος την σοφιαν του κοσμου τουτου;
<scripture passage="1Cor 1:21" parsed="|1Cor|1|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.21" />
<sup>21</sup>Διοτι επειδη εν τη σοφια του Θεου ο κοσμος δεν εγνωρισε τον Θεον δια της σοφιας, ηυδοκησεν ο Θεος δια της μωριας του κηρυγματος να σωση τους πιστευοντας.
<scripture passage="1Cor 1:22" parsed="|1Cor|1|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.22" />
<sup>22</sup>Επειδη και οι Ιουδαιοι σημειον αιτουσι και οι Ελληνες σοφιαν ζητουσιν,
<scripture passage="1Cor 1:23" parsed="|1Cor|1|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.23" />
<sup>23</sup>ημεις δε κηρυττομεν Χριστον εσταυρωμενον, εις μεν τους Ιουδαιους σκανδαλον, εις δε τους Ελληνας μωριαν,
<scripture passage="1Cor 1:24" parsed="|1Cor|1|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.24" />
<sup>24</sup>εις αυτους ομως τους προσκεκλημενους, Ιουδαιους τε και Ελληνας, Χριστον Θεου δυναμιν και Θεου σοφιαν·
<scripture passage="1Cor 1:25" parsed="|1Cor|1|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.25" />
<sup>25</sup>διοτι το μωρον του Θεου ειναι σοφωτερον των ανθρωπων, και το ασθενες του Θεου ειναι ισχυροτερον των ανθρωπων.
<scripture passage="1Cor 1:26" parsed="|1Cor|1|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.26" />
<sup>26</sup>Επειδη βλεπετε την προσκλησιν σας, αδελφοι, οτι εισθε ου πολλοι σοφοι κατα σαρκα, ου πολλοι δυνατοι, ου πολλοι ευγενεις.
<scripture passage="1Cor 1:27" parsed="|1Cor|1|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.27" />
<sup>27</sup>Αλλα τα μωρα του κοσμου εξελεξεν ο Θεος δια να καταισχυνη τους σοφους, και τα ασθενη του κοσμου εξελεξεν ο Θεος δια να καταισχυνη τα ισχυρα,
<scripture passage="1Cor 1:28" parsed="|1Cor|1|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.28" />
<sup>28</sup>και τα αγενη του κοσμου και τα εξουθενημενα εξελεξεν ο Θεος, και τα μη οντα, δια να καταργηση τα οντα,
<scripture passage="1Cor 1:29" parsed="|1Cor|1|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.29" />
<sup>29</sup>δια να μη καυχηθη ουδεμια σαρξ ενωπιον αυτου.
<scripture passage="1Cor 1:30" parsed="|1Cor|1|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.30" />
<sup>30</sup>Αλλα σεις εισθε εξ αυτου εν Χριστω Ιησου, οστις εγενηθη εις ημας σοφια απο Θεου, δικαιοσυνη τε και αγιασμος και απολυτρωσις·
<scripture passage="1Cor 1:31" parsed="|1Cor|1|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.1.31" />
<sup>31</sup>ωστε, καθως ειναι γεγραμμενον, Ο καυχωμενος εν Κυριω ας καυχαται.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 2" progress="92.48%" prev="iCor.1" next="iCor.3" id="iCor.2">
<h3 id="iCor.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iCor.2-p1">
<scripture passage="1Cor 2:1" parsed="|1Cor|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.1" />
<sup>1</sup>Και εγω, αδελφοι, οτε ηλθον προς εσας, ηλθον ουχι με υπεροχην λογου η σοφιας κηρυττων εις εσας την μαρτυριαν του Θεου.
<scripture passage="1Cor 2:2" parsed="|1Cor|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.2" />
<sup>2</sup>Διοτι απεφασισα να μη εξευρω μεταξυ σας αλλο τι ειμη Ιησουν Χριστον, και τουτον εσταυρωμενον.
<scripture passage="1Cor 2:3" parsed="|1Cor|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.3" />
<sup>3</sup>Και εγω ηλθον προς εσας με ασθενειαν και με φοβον και με τρομον πολυν,
<scripture passage="1Cor 2:4" parsed="|1Cor|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.4" />
<sup>4</sup>και ο λογος μου και το κηρυγμα μου δεν εγινοντο με καταπειστικους λογους ανθρωπινης σοφιας, αλλα με αποδειξιν Πνευματος και δυναμεως,
<scripture passage="1Cor 2:5" parsed="|1Cor|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.5" />
<sup>5</sup>δια να ηναι η πιστις σας ουχι δια της σοφιας των ανθρωπων, αλλα δια της δυναμεως του Θεου.
<scripture passage="1Cor 2:6" parsed="|1Cor|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.6" />
<sup>6</sup>Λαλουμεν δε σοφιαν μεταξυ των τελειων, σοφιαν ομως ουχι του αιωνος τουτου, ουδε των αρχοντων του αιωνος τουτου, των φθειρομενων·
<scripture passage="1Cor 2:7" parsed="|1Cor|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.7" />
<sup>7</sup>αλλα λαλουμεν σοφιαν Θεου μυστηριωδη, την αποκεκρυμμενην, την οποιαν προωρισεν ο Θεος προ των αιωνων εις δοξαν ημων,
<scripture passage="1Cor 2:8" parsed="|1Cor|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.8" />
<sup>8</sup>την οποιαν ουδεις των αρχοντων του αιωνος τουτου εγνωρισε· διοτι αν ηθελον γνωρισει, δεν ηθελον σταυρωσει τον Κυριον της δοξης·
<scripture passage="1Cor 2:9" parsed="|1Cor|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.9" />
<sup>9</sup>αλλα καθως ειναι γεγραμμενον, Εκεινα τα οποια οφθαλμος δεν ειδε και ωτιον δεν ηκουσε και εις καρδιαν ανθρωπου δεν ανεβησαν, τα οποια ο Θεος ητοιμασεν εις τους αγαπωντας αυτον.
<scripture passage="1Cor 2:10" parsed="|1Cor|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.10" />
<sup>10</sup>Εις ημας δε ο Θεος απεκαλυψεν αυτα δια του Πνευματος αυτου· επειδη το Πνευμα ερευνα τα παντα και τα βαθη του Θεου.
<scripture passage="1Cor 2:11" parsed="|1Cor|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.11" />
<sup>11</sup>Διοτι τις των ανθρωπων γινωσκει τα του ανθρωπου, ειμη το πνευμα του ανθρωπου το εν αυτω; Ουτω και τα του Θεου ουδεις γινωσκει ειμη το Πνευμα του Θεου.
<scripture passage="1Cor 2:12" parsed="|1Cor|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.12" />
<sup>12</sup>Αλλ' ημεις δεν ελαβομεν το πνευμα του κοσμου, αλλα το πνευμα το εκ του Θεου, δια να γνωρισωμεν τα υπο του Θεου χαρισθεντα εις ημας.
<scripture passage="1Cor 2:13" parsed="|1Cor|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.13" />
<sup>13</sup>Τα οποια και λαλουμεν ουχι με διδακτους λογους ανθρωπινης σοφιας, αλλα με διδακτους του Πνευματος του Αγιου, συγκρινοντες τα πνευματικα προς τα πνευματικα.
<scripture passage="1Cor 2:14" parsed="|1Cor|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.14" />
<sup>14</sup>Ο φυσικος ομως ανθρωπος δεν δεχεται τα του Πνευματος του Θεου· διοτι ειναι μωρια εις αυτον, και δεν δυναται να γνωριση αυτα, διοτι πνευματικως ανακρινονται.
<scripture passage="1Cor 2:15" parsed="|1Cor|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.15" />
<sup>15</sup>Ο δε πνευματικος ανακρινει μεν παντα, αυτος δε υπ' ουδενος ανακρινεται.
<scripture passage="1Cor 2:16" parsed="|1Cor|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.2.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τις εγνωρισε τον νουν του Κυριου, ωστε να διδαξη αυτον; ημεις ομως εχομεν νουν Χριστου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 3" progress="92.53%" prev="iCor.2" next="iCor.4" id="iCor.3">
<h3 id="iCor.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iCor.3-p1">
<scripture passage="1Cor 3:1" parsed="|1Cor|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.1" />
<sup>1</sup>Και εγω, αδελφοι, δεν ηδυνηθην να λαλησω προς εσας ως προς πνευματικους, αλλ' ως προς σαρκικους, ως προς νηπια εν Χριστω.
<scripture passage="1Cor 3:2" parsed="|1Cor|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.2" />
<sup>2</sup>Γαλα σας εποτισα και ουχι στερεαν τροφην· διοτι δεν ηδυνασθε ετι να δεχθητε αυτην. Αλλ' ουδε τωρα δυνασθε ετι·
<scripture passage="1Cor 3:3" parsed="|1Cor|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.3" />
<sup>3</sup>επειδη ετι σαρκικοι εισθε. Διοτι ενω ειναι μεταξυ σας φθονος και ερις και διχονοιαι, δεν εισθε σαρκικοι και περιπατειτε κατα ανθρωπον;
<scripture passage="1Cor 3:4" parsed="|1Cor|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οταν λεγη τις, Εγω μεν ειμαι του Παυλου, αλλος δε, Εγω του Απολλω· δεν εισθε σαρκικοι;
<scripture passage="1Cor 3:5" parsed="|1Cor|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.5" />
<sup>5</sup>Τις λοιπον ειναι ο Παυλος, και τις ο Απολλως, παρα υπηρεται, δια των οποιων επιστευσατε και, οπως ο Κυριος εδωκεν εις εκαστον;
<scripture passage="1Cor 3:6" parsed="|1Cor|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.6" />
<sup>6</sup>Εγω εφυτευσα, ο Απολλως εποτισεν, αλλ' ο Θεος ηυξησεν·
<scripture passage="1Cor 3:7" parsed="|1Cor|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.7" />
<sup>7</sup>ωστε ουτε ο φυτευων ειναι τι ουτε ο ποτιζων, αλλ' ο Θεος ο αυξανων.
<scripture passage="1Cor 3:8" parsed="|1Cor|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.8" />
<sup>8</sup>Ο φυτευων δε και ο ποτιζων ειναι εν· και εκαστος θελει λαβει τον εαυτου μισθον κατα τον κοπον αυτου.
<scripture passage="1Cor 3:9" parsed="|1Cor|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.9" />
<sup>9</sup>Διοτι του Θεου ειμεθα συνεργοι· σεις εισθε του Θεου αγρος, του Θεου οικοδομη.
<scripture passage="1Cor 3:10" parsed="|1Cor|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.10" />
<sup>10</sup>Εγω κατα την χαριν του Θεου την δοθεισαν εις εμε ως σοφος αρχιτεκτων θεμελιον εθεσα, αλλος δε εποικοδομει· εκαστος ομως ας βλεπη πως εποικοδομει·
<scripture passage="1Cor 3:11" parsed="|1Cor|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.11" />
<sup>11</sup>διοτι θεμελιον αλλο ουδεις δυναται να θεση παρα το τεθεν, το οποιον ειναι ο Ιησους Χριστος.
<scripture passage="1Cor 3:12" parsed="|1Cor|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.12" />
<sup>12</sup>Εαν δε τις εποικοδομη επι το θεμελιον τουτο χρυσον, αργυρον, λιθους τιμιους, ξυλα, χορτον, καλαμην·
<scripture passage="1Cor 3:13" parsed="|1Cor|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.13" />
<sup>13</sup>εκαστου το εργον θελει φανερωθη· διοτι η ημερα θελει φανερωσει αυτο, επειδη δια πυρος ανακαλυπτεται· και το πυρ θελει δοκιμασει το εργον εκαστου οποιον ειναι.
<scripture passage="1Cor 3:14" parsed="|1Cor|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.14" />
<sup>14</sup>Εαν το εργον τινος, το οποιον επωκοδομησε μενη, θελει λαβει μισθον·
<scripture passage="1Cor 3:15" parsed="|1Cor|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.15" />
<sup>15</sup>εαν το εργον τινος κατακαη, θελει ζημιωθη, αυτος ομως θελει σωθη, πλην ουτως ως δια πυρος.
<scripture passage="1Cor 3:16" parsed="|1Cor|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.16" />
<sup>16</sup>Δεν εξευρετε οτι εισθε ναος Θεου και το Πνευμα του Θεου κατοικει εν υμιν;
<scripture passage="1Cor 3:17" parsed="|1Cor|3|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.17" />
<sup>17</sup>Εαν τις φθειρη τον ναον του Θεου, τουτον θελει φθειρει ο Θεος· διοτι ο ναος του Θεου ειναι αγιος, οστις εισθε σεις.
<scripture passage="1Cor 3:18" parsed="|1Cor|3|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.18" />
<sup>18</sup>Μηδεις ας μη εξαπατα εαυτον· εαν τις μεταξυ σας νομιζη οτι ειναι σοφος εν τω κοσμω τουτω, ας γεινη μωρος δια να γεινη σοφος.
<scripture passage="1Cor 3:19" parsed="|1Cor|3|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.19" />
<sup>19</sup>Διοτι η σοφια του κοσμου τουτου ειναι μωρια παρα τω Θεω. Επειδη ειναι γεγραμμενον· Οστις συλλαμβανει τους σοφους εν τη πανουργια αυτων·
<scripture passage="1Cor 3:20" parsed="|1Cor|3|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.20" />
<sup>20</sup>και παλιν· Ο Κυριος γινωσκει τους διαλογισμους των σοφων, οτι ειναι ματαιοι.
<scripture passage="1Cor 3:21" parsed="|1Cor|3|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.21" />
<sup>21</sup>Ωστε μηδεις ας μη καυχαται εις ανθρωπους· διοτι τα παντα ειναι υμων,
<scripture passage="1Cor 3:22" parsed="|1Cor|3|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.22" />
<sup>22</sup>ειτε Παυλος ειτε Απολλως ειτε Κηφας ειτε κοσμος ειτε ζωη ειτε θανατος ειτε παροντα ειτε μελλοντα, τα παντα ειναι υμων,
<scripture passage="1Cor 3:23" parsed="|1Cor|3|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.3.23" />
<sup>23</sup>σεις δε του Χριστου, ο δε Χριστος του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 4" progress="92.58%" prev="iCor.3" next="iCor.5" id="iCor.4">
<h3 id="iCor.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iCor.4-p1">
<scripture passage="1Cor 4:1" parsed="|1Cor|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.1" />
<sup>1</sup>Ουτως ας μας θεωρη πας ανθρωπος ως υπηρετας του Χριστου και οικονομους των μυστηριων του Θεου.
<scripture passage="1Cor 4:2" parsed="|1Cor|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.2" />
<sup>2</sup>Το δε επιλοιπον ζητειται μεταξυ των οικονομων, να ευρεθη εκαστος πιστος.
<scripture passage="1Cor 4:3" parsed="|1Cor|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.3" />
<sup>3</sup>Εις εμε δε ελαχιστον ειναι να ανακριθω υφ' υμων η υπο ανθρωπινης κρισεως· αλλ' ουδε ανακρινω εμαυτον.
<scripture passage="1Cor 4:4" parsed="|1Cor|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.4" />
<sup>4</sup>Διοτι η συνειδησις μου δεν με ελεγχει εις ουδεν· πλην με τουτο δεν ειμαι δεδικαιωμενος· αλλ' ο ανακρινων με ειναι ο Κυριος.
<scripture passage="1Cor 4:5" parsed="|1Cor|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.5" />
<sup>5</sup>Ωστε μη κρινετε μηδεν προ καιρου, εως αν ελθη ο Κυριος, οστις και θελει φερει εις το φως τα κρυπτα του σκοτους και θελει φανερωσει τας βουλας των καρδιων, και τοτε ο επαινος θελει γεινει εις εκαστον απο του Θεου.
<scripture passage="1Cor 4:6" parsed="|1Cor|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.6" />
<sup>6</sup>Ταυτα δε, αδελφοι, μετεφερα παραδειγματικως εις εμαυτον και εις τον Απολλω δια σας, δια να μαθητε δια του παραδειγματος ημων να μη φρονητε υπερ ο, τι ειναι γεγραμμενον, δια να μη επαιρησθε εις υπερ του ενος κατα του αλλου.
<scripture passage="1Cor 4:7" parsed="|1Cor|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.7" />
<sup>7</sup>Διοτι τις σε διακρινει απο του αλλου; και τι εχεις, το οποιον δεν ελαβες, εαν δε και ελαβες, τι καυχασαι ως μη λαβων;
<scripture passage="1Cor 4:8" parsed="|1Cor|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.8" />
<sup>8</sup>Τωρα εισθε κεχορτασμενοι, τωρα επλουτησατε, εβασιλευσατε χωρις ημων· και ειθε να εβασιλευητε, δια να συμβασιλευσωμεν και ημεις με σας.
<scripture passage="1Cor 4:9" parsed="|1Cor|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.9" />
<sup>9</sup>Διοτι νομιζω οτι ο Θεος απεδειξεν ημας τους αποστολους εσχατους ως καταδεδικασμενους εις θανατον· διοτι εγειναμεν θεατρον εις τον κοσμον, και εις αγγελους και εις ανθρωπους.
<scripture passage="1Cor 4:10" parsed="|1Cor|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.10" />
<sup>10</sup>ημεις μωροι δια τον Χριστον, σεις δε φρονιμοι εν Χριστω· ημεις ασθενεις, σεις δε ισχυροι· σεις ενδοξοι, ημεις δε ατιμοι.
<scripture passage="1Cor 4:11" parsed="|1Cor|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.11" />
<sup>11</sup>Εως της παρουσης ωρας και πεινωμεν και διψωμεν και γυμνητευομεν και ραπιζομεθα και περιπλανωμεθα
<scripture passage="1Cor 4:12" parsed="|1Cor|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.12" />
<sup>12</sup>και κοπιωμεν, εργαζομενοι με τας ιδιας ημων χειρας· λοιδορουμενοι ευλογουμεν, διωκομενοι υποφερομεν,
<scripture passage="1Cor 4:13" parsed="|1Cor|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.13" />
<sup>13</sup>βλασφημουμενοι παρακαλουμεν· ως περικαθαρματα του κοσμου εγειναμεν, σκυβαλον παντων εως της σημερον.
<scripture passage="1Cor 4:14" parsed="|1Cor|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.14" />
<sup>14</sup>Δεν γραφω ταυτα προς εντροπην σας, αλλ' ως τεκνα μου αγαπητα νουθετω.
<scripture passage="1Cor 4:15" parsed="|1Cor|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εαν εχητε μυριους παιδαγωγους εν Χριστω, δεν εχετε ομως πολλους πατερας· επειδη εγω σας εγεννησα εν Χριστω Ιησου δια του ευαγγελιου.
<scripture passage="1Cor 4:16" parsed="|1Cor|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.16" />
<sup>16</sup>Σας παρακαλω, λοιπον, γινεσθε μιμηται μου.
<scripture passage="1Cor 4:17" parsed="|1Cor|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο σας επεμψα τον Τιμοθεον, οστις ειναι τεκνον μου αγαπητον και πιστον εν Κυριω, οστις θελει σας ενθυμισει τας οδους μου τας εν Χριστω, καθως διδασκω πανταχου εν παση εκκλησια.
<scripture passage="1Cor 4:18" parsed="|1Cor|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.18" />
<sup>18</sup>Τινες ομως εφυσιωθησαν, ως εαν εγω δεν εμελλον να ελθω προς εσας·
<scripture passage="1Cor 4:19" parsed="|1Cor|4|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.19" />
<sup>19</sup>πλην θελω ελθει ταχεως προς εσας, εαν ο Κυριος θεληση, και θελω γνωρισει ουχι τον λογον των πεφυσιωμενων, αλλα την δυναμιν·
<scripture passage="1Cor 4:20" parsed="|1Cor|4|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.20" />
<sup>20</sup>διοτι η βασιλεια του Θεου δεν ειναι εν λογω, αλλ' εν δυναμει.
<scripture passage="1Cor 4:21" parsed="|1Cor|4|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.4.21" />
<sup>21</sup>Τι θελετε; με ραβδον να ελθω προς εσας, η με αγαπην και με πνευμα πραοτητος;
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 5" progress="92.64%" prev="iCor.4" next="iCor.6" id="iCor.5">
<h3 id="iCor.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iCor.5-p1">
<scripture passage="1Cor 5:1" parsed="|1Cor|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.1" />
<sup>1</sup>Γενικως ακουεται οτι ειναι μεταξυ σας πορνεια, και τοιαυτη πορνεια, ητις ουδε μεταξυ των εθνων ονομαζεται, ωστε να εχη τις την γυναικα του πατρος αυτου.
<scripture passage="1Cor 5:2" parsed="|1Cor|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.2" />
<sup>2</sup>Και σεις εισθε πεφυσιωμενοι, και δεν επενθησατε μαλλον, δια να εκβληθη εκ μεσου υμων ο πραξας το εργον τουτο.
<scripture passage="1Cor 5:3" parsed="|1Cor|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εγω ως απων κατα το σωμα, παρων ομως κατα το πνευμα, εκρινα ηδη ως παρων τον ουτω πραξαντα τουτο,
<scripture passage="1Cor 5:4" parsed="|1Cor|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.4" />
<sup>4</sup>εν τω ονοματι του Κυριου ημων Ιησου Χριστου αφου συναχθητε σεις και το εμον πνευμα με την δυναμιν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου
<scripture passage="1Cor 5:5" parsed="|1Cor|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.5" />
<sup>5</sup>να παραδωσητε τον τοιουτον εις τον Σαταναν προς ολεθρον της σαρκος, δια να σωθη το πνευμα αυτου εν τη ημερα του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="1Cor 5:6" parsed="|1Cor|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.6" />
<sup>6</sup>Δεν ειναι καλον το καυχημα σας. Δεν εξευρετε οτι ολιγη ζυμη καμνει ολον το φυραμα ενζυμον;
<scripture passage="1Cor 5:7" parsed="|1Cor|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.7" />
<sup>7</sup>Καθαρισθητε λοιπον απο της παλαιας ζυμης, δια να ησθε νεον φυραμα, καθως εισθε αζυμοι. Διοτι το πασχα ημων εθυσιασθη υπερ ημων, ο Χριστος·
<scripture passage="1Cor 5:8" parsed="|1Cor|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.8" />
<sup>8</sup>ωστε ας εορταζωμεν ουχι με ζυμην παλαιαν, ουδε με ζυμην κακιας και πονηριας, αλλα με ενζυμα ειλικρινειας και αληθειας.
<scripture passage="1Cor 5:9" parsed="|1Cor|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.9" />
<sup>9</sup>Σας εγραψα εν τη επιστολη να μη συναναστρεφησθε με πορνους,
<scripture passage="1Cor 5:10" parsed="|1Cor|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.10" />
<sup>10</sup>και ουχι διολου με τους πορνους του κοσμου τουτου η με τους πλεονεκτας η αρπαγας η ειδωλολατρας· επειδη τοτε πρεπει να εξελθητε απο του κοσμου.
<scripture passage="1Cor 5:11" parsed="|1Cor|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.11" />
<sup>11</sup>Αλλα τωρα σας εγραψα να μη συναναστρεφησθε, εαν τις αδελφος ονομαζομενος ηναι πορνος η πλεονεκτης η ειδωλολατρης η λοιδορος η μεθυσος η αρπαξ· με τον τοιουτον μηδε να συντρωγητε.
<scripture passage="1Cor 5:12" parsed="|1Cor|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.12" />
<sup>12</sup>Διοτι τι με μελει να κρινω και τους εξω; δεν κρινετε σεις τους εσω;
<scripture passage="1Cor 5:13" parsed="|1Cor|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.5.13" />
<sup>13</sup>Τους δε εξω ο Θεος θελει κρινει. Οθεν εκβαλετε τον κακον εκ μεσου υμων.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 6" progress="92.68%" prev="iCor.5" next="iCor.7" id="iCor.6">
<h3 id="iCor.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iCor.6-p1">
<scripture passage="1Cor 6:1" parsed="|1Cor|6|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.1" />
<sup>1</sup>Τολμα τις απο σας, οταν εχη διαφοραν προς τον αλλον, να κρινηται ενωπιον των αδικων και ουχι ενωπιον των αγιων;
<scripture passage="1Cor 6:2" parsed="|1Cor|6|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.2" />
<sup>2</sup>Δεν εξευρετε οτι οι αγιοι θελουσι κρινει τον κοσμον; και εαν ο κοσμος κρινηται απο σας, αναξιοι εισθε να κρινητε ελαχιστα πραγματα;
<scripture passage="1Cor 6:3" parsed="|1Cor|6|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.3" />
<sup>3</sup>Δεν εξευρετε οτι αγγελους θελομεν κρινει; ποσω μαλλον βιωτικα;
<scripture passage="1Cor 6:4" parsed="|1Cor|6|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.4" />
<sup>4</sup>Βιωτικας λοιπον κρισεις εαν εχητε, τους εξουθενημενους εν τη εκκλησια τουτους καθιζετε κριτας.
<scripture passage="1Cor 6:5" parsed="|1Cor|6|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.5" />
<sup>5</sup>Προς εντροπην σας λεγω τουτο. Ουτω δεν υπαρχει μεταξυ σας ουδε εις σοφος, οστις θελει δυνηθη να κρινη ανα μεσον του αδελφου αυτου,
<scripture passage="1Cor 6:6" parsed="|1Cor|6|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.6" />
<sup>6</sup>αλλα αδελφος κρινεται με αδελφον, και τουτο ενωπιον απιστων;
<scripture passage="1Cor 6:7" parsed="|1Cor|6|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.7" />
<sup>7</sup>Τωρα λοιπον ειναι διολου ελαττωμα εις εσας οτι εχετε κρισεις μεταξυ σας. Δια τι μαλλον δεν αδικεισθε; δια τι μαλλον δεν αποστερεισθε;
<scripture passage="1Cor 6:8" parsed="|1Cor|6|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.8" />
<sup>8</sup>Αλλα σεις αδικειτε και αποστερειτε, και μαλιστα αδελφους.
<scripture passage="1Cor 6:9" parsed="|1Cor|6|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.9" />
<sup>9</sup>Η δεν εξευρετε οτι οι αδικοι δεν θελουσι κληρονομησει την βασιλειαν του Θεου; Μη πλανασθε· ουτε πορνοι ουτε ειδωλολατραι ουτε μοιχοι ουτε μαλακοι ουτε αρσενοκοιται
<scripture passage="1Cor 6:10" parsed="|1Cor|6|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.10" />
<sup>10</sup>ουτε κλεπται ουτε πλεονεκται ουτε μεθυσοι ουτε λοιδοροι ουτε αρπαγες θελουσι κληρονομησει την βασιλειαν του Θεου.
<scripture passage="1Cor 6:11" parsed="|1Cor|6|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.11" />
<sup>11</sup>Και τοιουτοι υπηρχετε τινες· αλλα απελουσθητε, αλλα ηγιασθητε, αλλ' εδικαιωθητε δια του ονοματος του Κυριου Ιησου και δια του Πνευματος του Θεου ημων.
<scripture passage="1Cor 6:12" parsed="|1Cor|6|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.12" />
<sup>12</sup>Παντα ειναι εις την εξουσιαν μου, πλην παντα δεν συμφερουσι· παντα ειναι εις την εξουσιαν μου, αλλ' εγω δεν θελω εξουσιασθη υπ' ουδενος.
<scripture passage="1Cor 6:13" parsed="|1Cor|6|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.13" />
<sup>13</sup>Τα φαγητα ειναι δια την κοιλιαν και η κοιλια δια τα φαγητα· πλην ο Θεος και ταυτην και ταυτα θελει καταργησει· το δε σωμα δεν ειναι δια την πορνειαν, αλλα δια τον Κυριον, και ο Κυριος δια το σωμα·
<scripture passage="1Cor 6:14" parsed="|1Cor|6|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.14" />
<sup>14</sup>ο δε Θεος και τον Κυριον ανεστησε και ημας θελει αναστησει δια της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="1Cor 6:15" parsed="|1Cor|6|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.15" />
<sup>15</sup>Δεν εξευρετε οτι τα σωματα σας ειναι μελη του Χριστου; να λαβω λοιπον τα μελη του Χριστου και να καμω αυτα μελη πορνης; Μη γενοιτο.
<scripture passage="1Cor 6:16" parsed="|1Cor|6|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.16" />
<sup>16</sup>Η δεν εξευρετε οτι ο προσκολλωμενος με την πορνην ειναι εν σωμα; διοτι θελουσιν εισθαι, λεγει, οι δυο εις σαρκα μιαν·
<scripture passage="1Cor 6:17" parsed="|1Cor|6|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.17" />
<sup>17</sup>οστις ομως προσκολλαται με τον Κυριον ειναι εν πνευμα.
<scripture passage="1Cor 6:18" parsed="|1Cor|6|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.18" />
<sup>18</sup>Φευγετε την πορνειαν. Παν αμαρτημα, το οποιον ηθελε πραξει ο ανθρωπος, ειναι εκτος του σωματος· ο πορνευων ομως αμαρτανει εις το ιδιον αυτου σωμα.
<scripture passage="1Cor 6:19" parsed="|1Cor|6|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.19" />
<sup>19</sup>Η δεν εξευρετε οτι το σωμα σας ειναι ναος του Αγιου Πνευματος του εν υμιν, το οποιον εχετε απο Θεου, και δεν εισθε κυριοι εαυτων;
<scripture passage="1Cor 6:20" parsed="|1Cor|6|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.6.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ηγορασθητε δια τιμης· δοξασατε λοιπον τον Θεον δια του σωματος σας και δια του πνευματος σας, τα οποια ειναι του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 7" progress="92.73%" prev="iCor.6" next="iCor.8" id="iCor.7">
<h3 id="iCor.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iCor.7-p1">
<scripture passage="1Cor 7:1" parsed="|1Cor|7|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.1" />
<sup>1</sup>Περι δε των οσων μοι εγραψατε, καλον ειναι εις τον ανθρωπον να μη εγγιση εις γυναικα·
<scripture passage="1Cor 7:2" parsed="|1Cor|7|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.2" />
<sup>2</sup>δια τας πορνειας ομως ας εχη εκαστος την εαυτου γυναικα, και εκαστη ας εχη τον εαυτης ανδρα.
<scripture passage="1Cor 7:3" parsed="|1Cor|7|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.3" />
<sup>3</sup>Ο ανηρ ας αποδιδη εις την γυναικα την οφειλομενην ευνοιαν· ομοιως δε και η γυνη εις τον ανδρα.
<scripture passage="1Cor 7:4" parsed="|1Cor|7|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.4" />
<sup>4</sup>Η γυνη δεν εξουσιαζει το εαυτης σωμα, αλλ' ο ανηρ· ομοιως δε και ο ανηρ δεν εξουσιαζει το εαυτου σωμα, αλλ' η γυνη.
<scripture passage="1Cor 7:5" parsed="|1Cor|7|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.5" />
<sup>5</sup>Μη αποστερειτε αλληλους, εκτος εαν ηναι τι εκ συμφωνου προς καιρον, δια να καταγινησθε εις την νηστειαν και εις την προσευχην· και παλιν συνερχεσθε επι το αυτο, δια να μη σας πειραζη ο Σατανας δια την ακρατειαν σας.
<scripture passage="1Cor 7:6" parsed="|1Cor|7|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.6" />
<sup>6</sup>Λεγω δε τουτο κατα συγγνωμην, ουχι κατα προσταγην.
<scripture passage="1Cor 7:7" parsed="|1Cor|7|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.7" />
<sup>7</sup>Διοτι θελω παντας τους ανθρωπους να ηναι καθως και εμαυτον· αλλ' εκαστος εχει ιδιαιτερον χαρισμα εκ Θεου, αλλος μεν ουτως, αλλος δε ουτως.
<scripture passage="1Cor 7:8" parsed="|1Cor|7|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.8" />
<sup>8</sup>Λεγω δε προς τους αγαμους και προς τας χηρας, καλον ειναι εις αυτους εαν μεινωσι καθως και εγω.
<scripture passage="1Cor 7:9" parsed="|1Cor|7|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.9" />
<sup>9</sup>Αλλ' εαν δεν εγκρατευωνται, ας νυμφευθωσι· διοτι καλητερον ειναι να νυμφευθωσι παρα να εξαπτωνται.
<scripture passage="1Cor 7:10" parsed="|1Cor|7|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.10" />
<sup>10</sup>Εις δε τους νενυμφευμενους παραγγελλω, ουχι εγω αλλ' ο Κυριος, να μη χωρισθη η γυνη απο του ανδρος αυτης·
<scripture passage="1Cor 7:11" parsed="|1Cor|7|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.11" />
<sup>11</sup>αλλ' εαν και χωρισθη, ας μενη αγαμος η ας συνδιαλλαγη με τον ανδρα· και ο ανηρ να μη αφινη την εαυτου γυναικα.
<scripture passage="1Cor 7:12" parsed="|1Cor|7|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.12" />
<sup>12</sup>Προς δε τους λοιπους εγω λεγω, ουχι ο Κυριος· Εαν τις αδελφος εχη γυναικα απιστον, και αυτη συγκατανευη να συνοικη μετ' αυτου, ας μη αφινη αυτην·
<scripture passage="1Cor 7:13" parsed="|1Cor|7|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.13" />
<sup>13</sup>και γυνη ητις εχει ανδρα απιστον, και αυτος συγκατανευει να συνοικη μετ' αυτης, ας μη αφινη αυτον.
<scripture passage="1Cor 7:14" parsed="|1Cor|7|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ο ανηρ ο απιστος ηγιασθη δια της γυναικος, και η γυνη η απιστος ηγιασθη δια του ανδρος· επειδη αλλως τα τεκνα σας ηθελον εισθαι ακαθαρτα, αλλα τωρα ειναι αγια.
<scripture passage="1Cor 7:15" parsed="|1Cor|7|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.15" />
<sup>15</sup>Εαν δε ο απιστος χωριζηται, ας χωρισθη. Ο αδελφος ομως η αδελφη δεν ειναι δεδουλωμενοι εις τα τοιαυτα· ο Θεος ομως προσεκαλεσεν ημας εις ειρηνην.
<scripture passage="1Cor 7:16" parsed="|1Cor|7|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τι εξευρεις, γυναι, αν μελλης να σωσης τον ανδρα; η τι εξευρεις, ανερ, αν μελλης να σωσης την γυναικα;
<scripture passage="1Cor 7:17" parsed="|1Cor|7|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.17" />
<sup>17</sup>Αλλα καθως ο Θεος εμοιρασεν εις εκαστον, και καθως ο Κυριος προσεκαλεσεν εκαστον, ουτως ας περιπατη. Και ουτω διαταττω εις πασας τας εκκλησιας.
<scripture passage="1Cor 7:18" parsed="|1Cor|7|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.18" />
<sup>18</sup>Προσεκληθη τις εις την πιστιν περιτετμημενος; Ας μη καλυπτη την περιτομην. Προσεκληθη τις απεριτμητος; Ας μη περιτεμνηται.
<scripture passage="1Cor 7:19" parsed="|1Cor|7|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.19" />
<sup>19</sup>Η περιτομη ειναι ουδεν, και η ακροβυστια ειναι ουδεν, αλλ' η τηρησις των εντολων του Θεου.
<scripture passage="1Cor 7:20" parsed="|1Cor|7|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.20" />
<sup>20</sup>Εκαστος εν τη κλησει, καθ' ην εκληθη, εν ταυτη ας μενη.
<scripture passage="1Cor 7:21" parsed="|1Cor|7|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.21" />
<sup>21</sup>Εκληθης δουλος; μη σε μελη· αλλ' εαν δυνασαι να γεινης ελευθερος, μεταχειρισου τουτο καλητερα.
<scripture passage="1Cor 7:22" parsed="|1Cor|7|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.22" />
<sup>22</sup>Διοτι οστις δουλος εκληθη εις τον Κυριον, ειναι απελευθερος του Κυριου· ομοιως και οστις ελευθερος εκληθη, δουλος ειναι του Χριστου.
<scripture passage="1Cor 7:23" parsed="|1Cor|7|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.23" />
<sup>23</sup>Δια τιμης ηγορασθητε· μη γινεσθε δουλοι ανθρωπων.
<scripture passage="1Cor 7:24" parsed="|1Cor|7|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.24" />
<sup>24</sup>Εκαστος, αδελφοι, εις ο, τι εκληθη, εν τουτω ας μενη παρα τω Θεω.
<scripture passage="1Cor 7:25" parsed="|1Cor|7|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.25" />
<sup>25</sup>Περι δε των παρθενων προσταγην του Κυριου δεν εχω· αλλα γνωμην διδω ως ηλεημενος υπο του Κυριου να ημαι πιστος.
<scripture passage="1Cor 7:26" parsed="|1Cor|7|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.26" />
<sup>26</sup>Τουτο λοιπον νομιζω οτι ειναι καλον δια την παρουσαν αναγκην, οτι καλον ειναι εις τον ανθρωπον να ηναι ουτως.
<scripture passage="1Cor 7:27" parsed="|1Cor|7|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.27" />
<sup>27</sup>Εισαι δεδεμενος με γυναικα; μη ζητει λυσιν. Εισαι λελυμενος απο γυναικος; μη ζητει γυναικα.
<scripture passage="1Cor 7:28" parsed="|1Cor|7|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.28" />
<sup>28</sup>Πλην και εαν νυμφευθης, δεν ημαρτησας· και εαν η παρθενος νυμφευθη, δεν ημαρτησεν· αλλ' οι τοιουτοι θελουσιν εχει θλιψιν εν τη σαρκι· εγω δε σας φειδομαι.
<scripture passage="1Cor 7:29" parsed="|1Cor|7|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.29" />
<sup>29</sup>Λεγω δε τουτο, αδελφοι, οτι ο επιλοιπος καιρος ειναι συντομος, ωστε και οι εχοντες γυναικας να ηναι ως μη εχοντες,
<scripture passage="1Cor 7:30" parsed="|1Cor|7|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.30" />
<sup>30</sup>και οι κλαιοντες ως μη κλαιοντες, και οι χαιροντες ως μη χαιροντες, και οι αγοραζοντες ως μη εχοντες κατοχην,
<scripture passage="1Cor 7:31" parsed="|1Cor|7|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.31" />
<sup>31</sup>και οι μεταχειριζομενοι τον κοσμον τουτον ως μηδολως μεταχειριζομενοι· διοτι το σχημα του κοσμου τουτου παρερχεται.
<scripture passage="1Cor 7:32" parsed="|1Cor|7|32|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.32" />
<sup>32</sup>Θελω δε να ησθε αμεριμνοι. Ο αγαμος μεριμνα τα του Κυριου, πως να αρεση εις τον Κυριον·
<scripture passage="1Cor 7:33" parsed="|1Cor|7|33|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.33" />
<sup>33</sup>ο δε νενυμφευμενος μεριμνα τα του κοσμου, πως να αρεση εις την γυναικα.
<scripture passage="1Cor 7:34" parsed="|1Cor|7|34|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.34" />
<sup>34</sup>Διαφερει η γυνη και η παρθενος. Η αγαμος μεριμνα τα του Κυριου, δια να ηναι αγια και το σωμα και το πνευμα· η δε νενυμφευμενη μεριμνα τα του κοσμου, πως να αρεση εις τον ανδρα.
<scripture passage="1Cor 7:35" parsed="|1Cor|7|35|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.35" />
<sup>35</sup>Λεγω δε τουτο δια το συμφερον υμων αυτων, ουχι δια να βαλω εις εσας παγιδα, αλλα δια το σεμνοπρεπες, και δια να ησθε προσκεκολλημενοι εις τον Κυριον χωρις περισπασμους.
<scripture passage="1Cor 7:36" parsed="|1Cor|7|36|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.36" />
<sup>36</sup>Αλλ' εαν τις νομιζη οτι ασχημονει προς την παρθενον αυτου, αν παρηλθεν η ακμη αυτης, και πρεπη να γεινη ουτως, ας καμη ο, τι θελει· δεν αμαρτανει· ας υπανδρευωνται.
<scripture passage="1Cor 7:37" parsed="|1Cor|7|37|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.37" />
<sup>37</sup>Οστις ομως στεκει στερεος εν τη καρδια, μη εχων αναγκην, εχει ομως εξουσιαν περι του ιδιου αυτου θεληματος, και απεφασισε τουτο εν τη καρδια αυτου, να φυλαττη την εαυτου παρθενον, πραττει καλως.
<scripture passage="1Cor 7:38" parsed="|1Cor|7|38|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.38" />
<sup>38</sup>Ωστε και οστις υπανδρευει πραττει καλως, αλλ' ο μη υπανδρευων πραττει καλητερα.
<scripture passage="1Cor 7:39" parsed="|1Cor|7|39|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.39" />
<sup>39</sup>Η γυνη ειναι δεδεμενη δια του νομου εφ' οσον καιρον ζη ο ανηρ αυτης· εαν δε ο ανηρ αυτης αποθανη, ειναι ελευθερα να υπανδρευθη με οντινα θελει, μονον να γινηται τουτο εν Κυριω.
<scripture passage="1Cor 7:40" parsed="|1Cor|7|40|0|0" osisRef="Bible:1Cor.7.40" />
<sup>40</sup>Μακαριωτερα ομως ειναι εαν μεινη ουτω, κατα την εμην γνωμην· νομιζω δε οτι και εγω εχω Πνευμα Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 8" progress="92.84%" prev="iCor.7" next="iCor.9" id="iCor.8">
<h3 id="iCor.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iCor.8-p1">
<scripture passage="1Cor 8:1" parsed="|1Cor|8|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.1" />
<sup>1</sup>Περι δε των ειδωλοθυτων, εξευρομεν οτι παντες εχομεν γνωσιν, η γνωσις ομως φυσιοι, η δε αγαπη οικοδομει.
<scripture passage="1Cor 8:2" parsed="|1Cor|8|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.2" />
<sup>2</sup>Και εαν τις νομιζη οτι εξευρει τι, δεν εμαθεν οτι ουδεν καθως πρεπει να μαθη·
<scripture passage="1Cor 8:3" parsed="|1Cor|8|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.3" />
<sup>3</sup>αλλ' εαν τις αγαπα τον Θεον, ουτος γνωριζεται υπ' αυτου.
<scripture passage="1Cor 8:4" parsed="|1Cor|8|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.4" />
<sup>4</sup>Περι της βρωσεως λοιπον των ειδωλοθυτων, εξευρομεν οτι το ειδωλον ειναι ουδεν εν τω κοσμω, και οτι δεν υπαρχει ουδεις αλλος Θεος ειμη εις.
<scripture passage="1Cor 8:5" parsed="|1Cor|8|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.5" />
<sup>5</sup>Διοτι αν και ηναι λεγομενοι θεοι ειτε εν τω ουρανω ειτε επι της γης, καθως και ειναι θεοι πολλοι και κυριοι πολλοι,
<scripture passage="1Cor 8:6" parsed="|1Cor|8|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.6" />
<sup>6</sup>αλλ' εις ημας ειναι εις Θεος ο Πατηρ, εξ ου τα παντα και ημεις εις αυτον, και εις Κυριος Ιησους Χριστος, δι' ου τα παντα και ημεις δι' αυτου.
<scripture passage="1Cor 8:7" parsed="|1Cor|8|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.7" />
<sup>7</sup>Αλλα δεν ειναι εις παντας η γνωσις αυτη· τινες δε δια την συνειδησιν του ειδωλου εως σημερον τρωγουσι το ειδωλοθυτον ως ειδωλοθυτον, και η συνειδησις αυτων ασθενης ουσα μολυνεται.
<scripture passage="1Cor 8:8" parsed="|1Cor|8|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.8" />
<sup>8</sup>το φαγητον ομως δεν συνιστα ημας εις τον Θεον· διοτι ουτε εαν φαγωμεν περισσευομεν, ουτε εαν δεν φαγωμεν ελαττουμεθα.
<scripture passage="1Cor 8:9" parsed="|1Cor|8|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.9" />
<sup>9</sup>Πλην προσεχετε μηπως αυτη η εξουσια σας γεινη προσκομμα εις τους ασθενεις.
<scripture passage="1Cor 8:10" parsed="|1Cor|8|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εαν τις ιδη σε, τον εχοντα γνωσιν, οτι καθησαι εις τραπεζαν εντος ναου ειδωλων, δεν θελει ενθαρρυνθη η συνειδησις αυτου, ασθενουντος, εις το να τρωγη τα ειδωλοθυτα;
<scripture passage="1Cor 8:11" parsed="|1Cor|8|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.11" />
<sup>11</sup>Και δια την γνωσιν σου θελει απολεσθη ο ασθενης αδελφος, δια τον οποιον ο Χριστος απεθανεν.
<scripture passage="1Cor 8:12" parsed="|1Cor|8|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.12" />
<sup>12</sup>Αμαρτανοντες δε ουτως εις τους αδελφους και προσβαλλοντες την ασθενη συνειδησιν αυτων, εις τον Χριστον αμαρτανετε.
<scripture passage="1Cor 8:13" parsed="|1Cor|8|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.8.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο, εαν το φαγητον σκανδαλιζη τον αδελφον μου, δεν θελω φαγει κρεας εις τον αιωνα, δια να μη σκανδαλισω τον αδελφον μου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 9" progress="92.88%" prev="iCor.8" next="iCor.10" id="iCor.9">
<h3 id="iCor.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iCor.9-p1">
<scripture passage="1Cor 9:1" parsed="|1Cor|9|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.1" />
<sup>1</sup>Δεν ειμαι αποστολος; δεν ειμαι ελευθερος; δεν ειδον τον Ιησουν Χριστον τον Κυριον ημων; δεν εισθε σεις το εργον μου εν Κυριω;
<scripture passage="1Cor 9:2" parsed="|1Cor|9|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.2" />
<sup>2</sup>Αν δεν ημαι εις αλλους αποστολος, αλλ' εις εσας τουλαχιστον ειμαι· διοτι η σφραγις της αποστολης μου σεις εισθε εν Κυριω.
<scripture passage="1Cor 9:3" parsed="|1Cor|9|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.3" />
<sup>3</sup>Η απολογια μου εις τους ανακρινοντας με ειναι αυτη·
<scripture passage="1Cor 9:4" parsed="|1Cor|9|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.4" />
<sup>4</sup>μη δεν εχομεν εξουσιαν να φαγωμεν και να πιωμεν;
<scripture passage="1Cor 9:5" parsed="|1Cor|9|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.5" />
<sup>5</sup>μη δεν εχομεν εξουσιαν να συμπεριφερωμεν αδελφην γυναικα, ως και οι λοιποι αποστολοι και οι αδελφοι του Κυριου και ο Κηφας;
<scripture passage="1Cor 9:6" parsed="|1Cor|9|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.6" />
<sup>6</sup>η μονος εγω και ο Βαρναβας δεν εχομεν εξουσιαν να μη εργαζωμεθα;
<scripture passage="1Cor 9:7" parsed="|1Cor|9|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.7" />
<sup>7</sup>Τις ποτε εκστρατευει με ιδια αυτου εξοδα; Τις φυτευει αμπελωνα και δεν τρωγει εκ του καρπου αυτου; η τις ποιμαινει ποιμνιον και δεν τρωγει εκ του γαλακτος του ποιμνιου;
<scripture passage="1Cor 9:8" parsed="|1Cor|9|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.8" />
<sup>8</sup>Μηπως κατα ανθρωπον λαλω ταυτα; η δεν λεγει ταυτα και ο νομος;
<scripture passage="1Cor 9:9" parsed="|1Cor|9|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.9" />
<sup>9</sup>διοτι εν τω νομω του Μωυσεως ειναι γεγραμμενον· Δεν θελεις εμφραξει το στομα βοος αλωνιζοντος. Μηπως μελει τον Θεον περι των βοων;
<scripture passage="1Cor 9:10" parsed="|1Cor|9|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.10" />
<sup>10</sup>η δι' ημας βεβαιως λεγει τουτο; διοτι δι' ημας εγραφη, οτι ο αροτριων με ελπιδα πρεπει να αροτρια, και ο αλωνιζων με ελπιδα να μετεχη της ελπιδος αυτου.
<scripture passage="1Cor 9:11" parsed="|1Cor|9|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.11" />
<sup>11</sup>Εαν ημεις εσπειραμεν εις εσας τα πνευματικα, μεγα ειναι εαν ημεις θερισωμεν τα σαρκικα σας;
<scripture passage="1Cor 9:12" parsed="|1Cor|9|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.12" />
<sup>12</sup>Εαν αλλοι μετεχωσι της εφ' υμας εξουσιας, δεν πρεπει μαλλον ημεις; Αλλα δεν μετεχειρισθημεν την εξουσιαν ταυτην, αλλ' υποφερομεν παντα, δια να μη προξενησωμεν εμποδιον τι εις το ευαγγελιον του Χριστου.
<scripture passage="1Cor 9:13" parsed="|1Cor|9|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.13" />
<sup>13</sup>Δεν εξευρετε οτι οι εργαζομενοι τα ιερα εκ του ιερου τρωγουσιν, οι ενασχολουμενοι εις το θυσιαστηριον μετα του θυσιαστηριου λαμβανουσι μεριδιον;
<scripture passage="1Cor 9:14" parsed="|1Cor|9|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.14" />
<sup>14</sup>Ουτω και ο Κυριος διεταξεν, οι κηρυττοντες το ευαγγελιον να ζωσιν εκ του ευαγγελιου.
<scripture passage="1Cor 9:15" parsed="|1Cor|9|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.15" />
<sup>15</sup>Πλην εγω ουδεν τουτων μετεχειρισθην. Ουδε εγραψα ταυτα δια να γεινη ουτως εις εμε· διοτι καλον ειναι εις εμε να αποθανω μαλλον παρα να ματαιωση τις το καυχημα μου.
<scripture passage="1Cor 9:16" parsed="|1Cor|9|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.16" />
<sup>16</sup>Διοτι εαν κηρυττω το ευαγγελιον, δεν ειναι εις εμε καυχημα· επειδη αναγκη επικειται εις εμε· ουαι δε ειναι εις εμε εαν δεν κηρυττω·
<scripture passage="1Cor 9:17" parsed="|1Cor|9|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.17" />
<sup>17</sup>επειδη εαν καμνω τουτο εκουσιως, εχω μισθον· εαν δε ακουσιως, ειμαι εμπεπιστευμενος οικονομιαν.
<scripture passage="1Cor 9:18" parsed="|1Cor|9|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.18" />
<sup>18</sup>Τις λοιπον ειναι ο μισθος μου; το να καμω αδαπανον το ευαγγελιον του Χριστου δια της κηρυξεως μου, ωστε να μη καμνω καταχρησιν της εξουσιας μου εν τω ευαγγελιω.
<scripture passage="1Cor 9:19" parsed="|1Cor|9|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ελευθερος ων παντων εις παντας εδουλωσα εμαυτον, δια να κερδησω τους πλειοτερους·
<scripture passage="1Cor 9:20" parsed="|1Cor|9|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.20" />
<sup>20</sup>και εγεινα εις τους Ιουδαιους ως Ιουδαιος, δια να κερδησω τους Ιουδαιους· εις τους υπο νομον ως υπο νομον, δια να κερδησω τους υπο νομον·
<scripture passage="1Cor 9:21" parsed="|1Cor|9|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.21" />
<sup>21</sup>εις τους ανομους ως ανομος, μη ων ανομος εις τον Θεον, αλλ' εννομος εις τον Χριστον, δια να κερδησω ανομους·
<scripture passage="1Cor 9:22" parsed="|1Cor|9|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.22" />
<sup>22</sup>εγεινα εις τους ασθενεις ως ασθενης, δια να κερδησω τους ασθενεις· εις παντας εγεινα τα παντα, δια να σωσω παντι τροπω τινας.
<scripture passage="1Cor 9:23" parsed="|1Cor|9|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.23" />
<sup>23</sup>Καμνω δε τουτο δια το ευαγγελιον, δια να γεινω συγκοινωνος αυτου.
<scripture passage="1Cor 9:24" parsed="|1Cor|9|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.24" />
<sup>24</sup>Δεν εξευρετε οτι οι τρεχοντες εν τω σταδιω παντες μεν τρεχουσιν, εις ομως λαμβανει το βραβειον; ουτω τρεχετε, ωστε να λαβητε αυτο.
<scripture passage="1Cor 9:25" parsed="|1Cor|9|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.25" />
<sup>25</sup>Πας δε ο αγωνιζομενος εις παντα εγκρατευεται, εκεινοι μεν δια να λαβωσι φθαρτον στεφανον, ημεις δε αφθαρτον.
<scripture passage="1Cor 9:26" parsed="|1Cor|9|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.26" />
<sup>26</sup>Εγω λοιπον ουτω τρεχω, ουχι ως αβεβαιως, ουτω πυγμαχω, ουχι ως κτυπων τον αερα,
<scripture passage="1Cor 9:27" parsed="|1Cor|9|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.9.27" />
<sup>27</sup>αλλα δαμαζω το σωμα μου και δουλαγωγω, μηπως εις αλλους κηρυξας εγω γεινω αδοκιμος.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 10" progress="92.95%" prev="iCor.9" next="iCor.11" id="iCor.10">
<h3 id="iCor.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iCor.10-p1">
<scripture passage="1Cor 10:1" parsed="|1Cor|10|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.1" />
<sup>1</sup>Δεν θελω δε να αγνοητε, αδελφοι, οτι οι πατερες ημων ησαν παντες υπο την νεφελην, και παντες δια της θαλασσης διηλθον,
<scripture passage="1Cor 10:2" parsed="|1Cor|10|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.2" />
<sup>2</sup>και παντες εις τον Μωυσην εβαπτισθησαν εν τη νεφελη και εν τη θαλασση,
<scripture passage="1Cor 10:3" parsed="|1Cor|10|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.3" />
<sup>3</sup>και παντες την αυτην πνευματικην βρωσιν εφαγον,
<scripture passage="1Cor 10:4" parsed="|1Cor|10|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.4" />
<sup>4</sup>και παντες το αυτο πνευματικον ποτον επιον· διοτι επινον απο πνευματικης πετρας ακολουθουσης, η δε πετρα ητο ο Χριστος·
<scripture passage="1Cor 10:5" parsed="|1Cor|10|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.5" />
<sup>5</sup>αλλα δεν ευηρεστηθη ο Θεος εις τους πλειοτερους εξ αυτων· διοτι κατεστρωθησαν εν τη ερημω.
<scripture passage="1Cor 10:6" parsed="|1Cor|10|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.6" />
<sup>6</sup>Ταυτα δε εγειναν παραδειγματα ημων, δια να μη ημεθα ημεις επιθυμηται κακων, καθως και εκεινοι επεθυμησαν.
<scripture passage="1Cor 10:7" parsed="|1Cor|10|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.7" />
<sup>7</sup>Μηδε γινεσθε ειδωλολατραι, καθως τινες εξ αυτων, ως ειναι γεγραμμενον· Εκαθησεν ο λαος δια να φαγη και να πιη, και εσηκωθησαν να παιζωσι.
<scripture passage="1Cor 10:8" parsed="|1Cor|10|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.8" />
<sup>8</sup>Μηδε ας πορνευωμεν, καθως τινες αυτων επορνευσαν και επεσον εν μια ημερα εικοσιτρεις χιλιαδες.
<scripture passage="1Cor 10:9" parsed="|1Cor|10|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.9" />
<sup>9</sup>Μηδε ας πειραζωμεν τον Χριστον, καθως και τινες αυτων επειρασαν και απωλεσθησαν υπο των οφεων.
<scripture passage="1Cor 10:10" parsed="|1Cor|10|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.10" />
<sup>10</sup>Μηδε γογγυζετε, καθως και τινες αυτων εγογγυσαν, και απωλεσθησαν υπο του εξολοθρευτου.
<scripture passage="1Cor 10:11" parsed="|1Cor|10|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.11" />
<sup>11</sup>Ταυτα δε παντα εγινοντο εις εκεινους παραδειγματα, και εγραφησαν προς νουθεσιαν ημων, εις τους οποιους τα τελη των αιωνων εφθασαν.
<scripture passage="1Cor 10:12" parsed="|1Cor|10|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.12" />
<sup>12</sup>Ωστε ο νομιζων οτι ισταται ας βλεπη μη πεση.
<scripture passage="1Cor 10:13" parsed="|1Cor|10|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.13" />
<sup>13</sup>Πειρασμος δεν σας κατελαβεν ειμη ανθρωπινος· πιστος ομως ειναι ο Θεος, οστις δεν θελει σας αφησει να πειρασθητε υπερ την δυναμιν σας, αλλα μετα του πειρασμου θελει καμει και την εκβασιν, ωστε να δυνασθε να υποφερητε.
<scripture passage="1Cor 10:14" parsed="|1Cor|10|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο, αγαπητοι μου, φευγετε απο της ειδωλολατρειας.
<scripture passage="1Cor 10:15" parsed="|1Cor|10|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.15" />
<sup>15</sup>Λεγω ως προς φρονιμους· κρινατε σεις τουτο το οποιον λεγω·
<scripture passage="1Cor 10:16" parsed="|1Cor|10|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.16" />
<sup>16</sup>Το ποτηριον της ευλογιας, το οποιον ευλογουμεν, δεν ειναι κοινωνια του αιματος του Χριστου; Ο αρτος, τον οποιον κοπτομεν, δεν ειναι κοινωνια του σωματος του Χριστου;
<scripture passage="1Cor 10:17" parsed="|1Cor|10|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.17" />
<sup>17</sup>διοτι εις αρτος, εν σωμα ειμεθα οι πολλοι· επειδη παντες εκ του ενος αρτου μετεχομεν.
<scripture passage="1Cor 10:18" parsed="|1Cor|10|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.18" />
<sup>18</sup>Βλεπετε τον Ισραηλ κατα σαρκα· οι τρωγοντες τας θυσιας δεν ειναι κοινωνοι του θυσιαστηριου;
<scripture passage="1Cor 10:19" parsed="|1Cor|10|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.19" />
<sup>19</sup>Τι λοιπον λεγω; οτι το ειδωλον ειναι τι; η οτι το ειδωλοθυτον ειναι τι; ουχι·
<scripture passage="1Cor 10:20" parsed="|1Cor|10|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.20" />
<sup>20</sup>αλλ' οτι εκεινα, τα οποια θυσιαζουσι τα εθνη, εις τα δαιμονια θυσιαζουσι και ουχι εις τον Θεον· και δεν θελω σεις να γινησθε κοινωνοι των δαιμονιων.
<scripture passage="1Cor 10:21" parsed="|1Cor|10|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.21" />
<sup>21</sup>Δεν δυνασθε να πινητε το ποτηριον του Κυριου και το ποτηριον των δαιμονιων· δεν δυνασθε να ησθε μετοχοι της τραπεζης του Κυριου και της τραπεζης των δαιμονιων.
<scripture passage="1Cor 10:22" parsed="|1Cor|10|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.22" />
<sup>22</sup>Η τον Κυριον θελομεν να διεγειρωμεν εις ζηλοτυπιαν; μηπως ειμεθα ισχυροτεροι αυτου;
<scripture passage="1Cor 10:23" parsed="|1Cor|10|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.23" />
<sup>23</sup>Παντα ειναι εις την εξουσιαν μου αλλα παντα δεν συμφερουσι· παντα ειναι εις την εξουσιαν μου, αλλα παντα δεν οικοδομουσι.
<scripture passage="1Cor 10:24" parsed="|1Cor|10|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.24" />
<sup>24</sup>Μηδεις ας ζητη το εαυτου συμφερον, αλλ' εκαστος τα του αλλου.
<scripture passage="1Cor 10:25" parsed="|1Cor|10|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.25" />
<sup>25</sup>Παν το πωλουμενον εν τω μακελλιω τρωγετε, μηδεν εξεταζοντες δια την συνειδησιν·
<scripture passage="1Cor 10:26" parsed="|1Cor|10|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.26" />
<sup>26</sup>διοτι του Κυριου ειναι η γη και το πληρωμα αυτης.
<scripture passage="1Cor 10:27" parsed="|1Cor|10|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.27" />
<sup>27</sup>Και εαν τις των απιστων σας προσκαλη και θελετε να υπαγητε, τρωγετε ο, τι βαλλεται εμπροσθεν σας, μηδεν εξεταζοντες δια την συνειδησιν.
<scripture passage="1Cor 10:28" parsed="|1Cor|10|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.28" />
<sup>28</sup>Εαν δε τις σας ειπη, Τουτο ειναι ειδωλοθυτον, μη τρωγετε δι' εκεινον τον φανερωσαντα και δια την συνειδησιν· διοτι του Κυριου ειναι η γη και το πληρωμα αυτης.
<scripture passage="1Cor 10:29" parsed="|1Cor|10|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.29" />
<sup>29</sup>Συνειδησιν δε λεγω ουχι την ιδικην σου, αλλα την του αλλου. Επειδη δια τι η ελευθερια μου κρινεται υπο αλλης συνειδησεως;
<scripture passage="1Cor 10:30" parsed="|1Cor|10|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.30" />
<sup>30</sup>Και εαν εγω μετ' ευχαριστιας μετεχω, δια τι βλασφημουμαι δι' εκεινο, δια το οποιον εγω ευχαριστω;
<scripture passage="1Cor 10:31" parsed="|1Cor|10|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.31" />
<sup>31</sup>Ειτε λοιπον τρωγετε ειτε πινετε ειτε πραττετε τι, παντα πραττετε εις δοξαν Θεου.
<scripture passage="1Cor 10:32" parsed="|1Cor|10|32|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.32" />
<sup>32</sup>Μη γινεσθε προσκομμα μητε εις Ιουδαιους μητε εις Ελληνας μητε εις την εκκλησιαν του Θεου,
<scripture passage="1Cor 10:33" parsed="|1Cor|10|33|0|0" osisRef="Bible:1Cor.10.33" />
<sup>33</sup>καθως και εγω κατα παντα αρεσκω εις παντας, μη ζητων το ιδικον μου συμφερον, αλλα το των πολλων, δια να σωθωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 11" progress="93.04%" prev="iCor.10" next="iCor.12" id="iCor.11">
<h3 id="iCor.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iCor.11-p1">
<scripture passage="1Cor 11:1" parsed="|1Cor|11|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.1" />
<sup>1</sup>Μιμηται μου γινεσθε, καθως και εγω του Χριστου.
<scripture passage="1Cor 11:2" parsed="|1Cor|11|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.2" />
<sup>2</sup>Σας επαινω δε, αδελφοι, οτι εις παντα με ενθυμεισθε, και κρατειτε τας παραδοσεις, καθως παρεδωκα εις εσας.
<scripture passage="1Cor 11:3" parsed="|1Cor|11|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.3" />
<sup>3</sup>Θελω δε να εξευρητε, οτι η κεφαλη παντος ανδρος ειναι ο Χριστος, κεφαλη δε της γυναικος ο ανηρ, κεφαλη δε του Χριστου ο Θεος.
<scripture passage="1Cor 11:4" parsed="|1Cor|11|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.4" />
<sup>4</sup>Πας ανηρ προσευχομενος η προφητευων, εαν εχη κεκαλυμμενην την κεφαλην, καταισχυνει την κεφαλην αυτου.
<scripture passage="1Cor 11:5" parsed="|1Cor|11|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.5" />
<sup>5</sup>Πασα δε γυνη προσευχομενη η προφητευουσα με την κεφαλην ασκεπη καταισχυνει την κεφαλην εαυτης· διοτι εν και το αυτο ειναι με την εξυρισμενην.
<scripture passage="1Cor 11:6" parsed="|1Cor|11|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.6" />
<sup>6</sup>Επειδη αν δεν καλυπτηται η γυνη, ας κουρευση και τα μαλλια αυτης· αλλ' εαν ηναι αισχρον εις γυναικα να κουρευη τα μαλλια αυτης η να ξυριζηται, ας καλυπτηται.
<scripture passage="1Cor 11:7" parsed="|1Cor|11|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ο μεν ανηρ δεν χρεωστει να καλυπτη την κεφαλην αυτου, επειδη ειναι εικων και δοξα του Θεου· η δε γυνη ειναι δοξα του ανδρος.
<scripture passage="1Cor 11:8" parsed="|1Cor|11|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ο ανηρ δεν ειναι εκ της γυναικος, αλλ' η γυνη εκ του ανδρος·
<scripture passage="1Cor 11:9" parsed="|1Cor|11|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.9" />
<sup>9</sup>επειδη δεν εκτισθη ο ανηρ δια την γυναικα, αλλ' η γυνη δια τον ανδρα.
<scripture passage="1Cor 11:10" parsed="|1Cor|11|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο η γυνη χρεωστει να εχη εξουσιαν επι της κεφαλης αυτης δια τους αγγελους.
<scripture passage="1Cor 11:11" parsed="|1Cor|11|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.11" />
<sup>11</sup>Πλην ουτε ο ανηρ χωρις της γυναικος ουτε η γυνη χωρις του ανδρος υπαρχει εν Κυριω.
<scripture passage="1Cor 11:12" parsed="|1Cor|11|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.12" />
<sup>12</sup>Διοτι καθως η γυνη ειναι εκ του ανδρος, ουτω και ο ανηρ ειναι δια της γυναικος, τα παντα δε εκ του Θεου.
<scripture passage="1Cor 11:13" parsed="|1Cor|11|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.13" />
<sup>13</sup>Κρινατε σεις καθ' εαυτους· ειναι πρεπον γυνη να προσευχηται εις τον Θεον ασκεπης;
<scripture passage="1Cor 11:14" parsed="|1Cor|11|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.14" />
<sup>14</sup>Η ουδε αυτη η φυσις δεν σας διδασκει, οτι ανηρ μεν εαν εχη κομην ειναι εις αυτον ατιμια,
<scripture passage="1Cor 11:15" parsed="|1Cor|11|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.15" />
<sup>15</sup>γυνη δε εαν εχη κομην, ειναι δοξα εις αυτην; διοτι η κομη εδοθη εις αυτην αντι καλυμματος.
<scripture passage="1Cor 11:16" parsed="|1Cor|11|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.16" />
<sup>16</sup>Εαν τις ομως φαινηται οτι ειναι φιλονεικος, ημεις τοιαυτην συνηθειαν δεν εχομεν, ουδε αι εκκλησιαι του Θεου.
<scripture passage="1Cor 11:17" parsed="|1Cor|11|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.17" />
<sup>17</sup>Ενω δε παραγγελλω τουτο, δεν επαινω οτι συνερχεσθε ουχι δια το καλητερον αλλα δια το χειροτερον.
<scripture passage="1Cor 11:18" parsed="|1Cor|11|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.18" />
<sup>18</sup>Διοτι πρωτον μεν οταν συνερχησθε εις την εκκλησιαν, ακουω οτι υπαρχουσι σχισματα μεταξυ σας, και μερος τι πιστευω·
<scripture passage="1Cor 11:19" parsed="|1Cor|11|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.19" />
<sup>19</sup>διοτι ειναι αναγκη να υπαρχωσι και αιρεσεις μεταξυ σας, δια να γεινωσι φανεροι μεταξυ σας οι δοκιμοι.
<scripture passage="1Cor 11:20" parsed="|1Cor|11|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.20" />
<sup>20</sup>Οταν λοιπον συνερχησθε επι το αυτο, τουτο δεν ειναι να φαγητε Κυριακον δειπνον·
<scripture passage="1Cor 11:21" parsed="|1Cor|11|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.21" />
<sup>21</sup>διοτι εκαστος λαμβανει προ του αλλου το ιδιον εαυτου δειπνον εν τω καιρω του τρωγειν, και αλλος μεν πεινα, αλλος δε μεθυει.
<scripture passage="1Cor 11:22" parsed="|1Cor|11|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.22" />
<sup>22</sup>Μη δεν εχετε οικιας δια να τρωγητε και να πινητε; η την εκκλησιαν του Θεου καταφρονειτε, και καταισχυνετε τους μη εχοντας; τι να σας ειπω; να σας επαινεσω εις τουτο; δεν σας επαινω.
<scripture passage="1Cor 11:23" parsed="|1Cor|11|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.23" />
<sup>23</sup>Διοτι εγω παρελαβον απο του Κυριου εκεινο, το οποιον και παρεδωκα εις εσας, οτι ο Κυριος Ιησους εν τη νυκτι καθ' ην παρεδιδετο ελαβεν αρτον,
<scripture passage="1Cor 11:24" parsed="|1Cor|11|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.24" />
<sup>24</sup>και ευχαριστησας εκοψε και ειπε· Λαβετε, φαγετε· τουτο ειναι το σωμα μου το υπερ υμων κλωμενον· τουτο καμνετε εις την αναμνησιν μου.
<scripture passage="1Cor 11:25" parsed="|1Cor|11|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.25" />
<sup>25</sup>Ομοιως και το ποτηριον, αφου εδειπνησε, λεγων· Τουτο το ποτηριον ειναι η καινη διαθηκη εν τω αιματι μου· τουτο καμνετε, οσακις πινητε, εις την αναμνησιν μου.
<scripture passage="1Cor 11:26" parsed="|1Cor|11|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.26" />
<sup>26</sup>Διοτι οσακις αν τρωγητε τον αρτον τουτον και πινητε το ποτηριον τουτο, τον θανατον του Κυριου καταγγελλετε, μεχρι της ελευσεως αυτου.
<scripture passage="1Cor 11:27" parsed="|1Cor|11|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.27" />
<sup>27</sup>Ωστε οστις τρωγη τον αρτον τουτον η πινη το ποτηριον του Κυριου αναξιως, ενοχος θελει εισθαι του σωματος και αιματος του Κυριου.
<scripture passage="1Cor 11:28" parsed="|1Cor|11|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.28" />
<sup>28</sup>Ας δοκιμαζη δε εαυτον ο ανθρωπος, και ουτως ας τρωγη εκ του αρτου και ας πινη εκ του ποτηριου·
<scripture passage="1Cor 11:29" parsed="|1Cor|11|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.29" />
<sup>29</sup>διοτι ο τρωγων και πινων αναξιως τρωγει και πινει κατακρισιν εις εαυτον, μη διακρινων το σωμα του Κυριου.
<scripture passage="1Cor 11:30" parsed="|1Cor|11|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.30" />
<sup>30</sup>Δια τουτο υπαρχουσι μεταξυ σας πολλοι ασθενεις και αρρωστοι, και αποθνησκουσιν ικανοι.
<scripture passage="1Cor 11:31" parsed="|1Cor|11|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.31" />
<sup>31</sup>Διοτι εαν διεκρινομεν εαυτους, δεν ηθελομεν κρινεσθαι·
<scripture passage="1Cor 11:32" parsed="|1Cor|11|32|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.32" />
<sup>32</sup>αλλ' οταν κρινωμεθα, παιδευομεθα υπο του Κυριου, δια να μη κατακριθωμεν μετα του κοσμου.
<scripture passage="1Cor 11:33" parsed="|1Cor|11|33|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.33" />
<sup>33</sup>Ωστε αδελφοι μου, οταν συνερχησθε δια να φαγητε, περιμενετε αλληλους·
<scripture passage="1Cor 11:34" parsed="|1Cor|11|34|0|0" osisRef="Bible:1Cor.11.34" />
<sup>34</sup>εαν δε τις πεινα, ας τρωγη εν τη οικια αυτου, δια να μη συνερχησθε προς κατακρισιν. Τα δε λοιπα, οταν ελθω, θελω διαταξει.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 12" progress="93.12%" prev="iCor.11" next="iCor.13" id="iCor.12">
<h3 id="iCor.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iCor.12-p1">
<scripture passage="1Cor 12:1" parsed="|1Cor|12|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.1" />
<sup>1</sup>Περι δε των πνευματικων, αδελφοι, δεν θελω να αγνοητε.
<scripture passage="1Cor 12:2" parsed="|1Cor|12|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.2" />
<sup>2</sup>Εξευρετε οτι ησθε εθνικοι, συρομενοι οπως εσυρεσθε προς τα ειδωλα τα αφωνα.
<scripture passage="1Cor 12:3" parsed="|1Cor|12|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.3" />
<sup>3</sup>Δια τουτο σας γνωστοποιω οτι ουδεις λαλων δια Πνευματος Θεου λεγει αναθεμα τον Ιησουν, και ουδεις δυναται να ειπη Κυριον Ιησουν, ειμη δια Πνευματος Αγιου.
<scripture passage="1Cor 12:4" parsed="|1Cor|12|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.4" />
<sup>4</sup>Ειναι δε διαιρεσεις χαρισματων, το Πνευμα ομως το αυτο·
<scripture passage="1Cor 12:5" parsed="|1Cor|12|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.5" />
<sup>5</sup>ειναι και διαιρεσεις διακονιων, ο Κυριος ομως ο αυτος·
<scripture passage="1Cor 12:6" parsed="|1Cor|12|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.6" />
<sup>6</sup>ειναι και διαιρεσεις ενεργηματων, ο Θεος ομως ειναι ο αυτος, ο ενεργων τα παντα εν πασι.
<scripture passage="1Cor 12:7" parsed="|1Cor|12|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.7" />
<sup>7</sup>Διδεται δε εις εκαστον η φανερωσις του Πνευματος προς το συμφερον.
<scripture passage="1Cor 12:8" parsed="|1Cor|12|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εις αλλον μεν διδεται δια του Πνευματος λογος σοφιας, εις αλλον δε λογος γνωσεως κατα το αυτο Πνευμα,
<scripture passage="1Cor 12:9" parsed="|1Cor|12|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.9" />
<sup>9</sup>εις αλλον δε πιστις δια του αυτου Πνευματος, εις αλλον δε χαρισματα ιαματων δια του αυτου Πνευματος,
<scripture passage="1Cor 12:10" parsed="|1Cor|12|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.10" />
<sup>10</sup>εις αλλον δε ενεργειαι θαυματων, εις αλλον δε προφητεια, εις αλλον δε διακρισεις πνευματων, εις αλλον δε ειδη γλωσσων, εις αλλον δε ερμηνεια γλωσσων.
<scripture passage="1Cor 12:11" parsed="|1Cor|12|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.11" />
<sup>11</sup>Παντα δε ταυτα ενεργει το εν και το αυτο Πνευμα, διανεμον ιδια εις εκαστον καθως θελει.
<scripture passage="1Cor 12:12" parsed="|1Cor|12|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.12" />
<sup>12</sup>Διοτι καθως το σωμα ειναι εν και εχει μελη πολλα, παντα δε τα μελη του σωματος του ενος, πολλα οντα, ειναι εν σωμα, ουτω και ο Χριστος·
<scripture passage="1Cor 12:13" parsed="|1Cor|12|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.13" />
<sup>13</sup>διοτι ημεις παντες δια του ενος Πνευματος εβαπτισθημεν εις εν σωμα, ειτε Ιουδαιοι ειτε Ελληνες, ειτε δουλοι ειτε ελευθεροι, και παντες εις εν Πνευμα εποτισθημεν.
<scripture passage="1Cor 12:14" parsed="|1Cor|12|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.14" />
<sup>14</sup>Διοτι το σωμα δεν ειναι εν μελος, αλλα πολλα.
<scripture passage="1Cor 12:15" parsed="|1Cor|12|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.15" />
<sup>15</sup>Εαν ειπη ο πους, Επειδη δεν ειμαι χειρ, δεν ειμαι εκ του σωματος, δια τουτο ταχα δεν ειναι εκ του σωματος;
<scripture passage="1Cor 12:16" parsed="|1Cor|12|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.16" />
<sup>16</sup>Και εαν ειπη το ωτιον, Επειδη δεν ειμαι οφθαλμος, δεν ειμαι εκ του σωματος, δια τουτο δεν ειναι ταχα εκ του σωματος;
<scripture passage="1Cor 12:17" parsed="|1Cor|12|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.17" />
<sup>17</sup>Εαν ολον το σωμα ηναι οφθαλμος, που η ακοη; Εαν ολον ακοη, που η οσφρησις;
<scripture passage="1Cor 12:18" parsed="|1Cor|12|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.18" />
<sup>18</sup>Αλλα τωρα ο Θεος εθεσε τα μελη εν εκαστον αυτων εις το σωμα καθως ηθελησεν.
<scripture passage="1Cor 12:19" parsed="|1Cor|12|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.19" />
<sup>19</sup>Εαν ομως παντα ησαν εν μελος, που το σωμα;
<scripture passage="1Cor 12:20" parsed="|1Cor|12|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.20" />
<sup>20</sup>Αλλα τωρα ειναι μεν πολλα μελη, εν ομως σωμα.
<scripture passage="1Cor 12:21" parsed="|1Cor|12|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.21" />
<sup>21</sup>Και δεν δυναται ο οφθαλμος να ειπη προς την χειρα· Δεν εχω χρειαν σου· η παλιν η κεφαλη προς τους ποδας· Δεν εχω χρειαν υμων.
<scripture passage="1Cor 12:22" parsed="|1Cor|12|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.22" />
<sup>22</sup>Αλλα πολυ περισσοτερον τα μελη του σωματος, τα οποια φαινονται οτι ειναι ασθενεστερα, ταυτα ειναι αναγκαια,
<scripture passage="1Cor 12:23" parsed="|1Cor|12|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.23" />
<sup>23</sup>και εκεινα τα οποια νομιζομεν οτι ειναι τα ατιμοτερα του σωματος, εις ταυτα αποδιδομεν τιμην περισσοτεραν, και τα ασχημα ημων εχουσι περισσοτεραν ευσχημοσυνην·
<scripture passage="1Cor 12:24" parsed="|1Cor|12|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.24" />
<sup>24</sup>τα δε ευσχημονα ημων δεν εχουσι χρειαν. Αλλ' ο Θεος συνεκερασε το σωμα, δωσας περισσοτεραν τιμην εις το ευτελεστερον,
<scripture passage="1Cor 12:25" parsed="|1Cor|12|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.25" />
<sup>25</sup>δια να μη ηναι σχισμα εν τω σωματι, αλλα να φροντιζωσι τα μελη το αυτο υπερ αλληλων.
<scripture passage="1Cor 12:26" parsed="|1Cor|12|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.26" />
<sup>26</sup>Και ειτε πασχει εν μελος, παντα τα μελη συμπασχουσιν· ειτε τιμαται εν μελος, παντα τα μελη συγχαιρουσι.
<scripture passage="1Cor 12:27" parsed="|1Cor|12|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.27" />
<sup>27</sup>Και σεις εισθε σωμα Χριστου και μελη κατα μερος.
<scripture passage="1Cor 12:28" parsed="|1Cor|12|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.28" />
<sup>28</sup>Και αλλους μεν εθεσεν ο Θεος εν τη εκκλησια πρωτον αποστολους, δευτερον προφητας, τριτον διδασκαλους, επειτα θαυματα, επειτα χαρισματα ιαματων, βοηθειας, κυβερνησεις, ειδη γλωσσων.
<scripture passage="1Cor 12:29" parsed="|1Cor|12|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.29" />
<sup>29</sup>Μη παντες ειναι αποστολοι; μη παντες προφηται; μη παντες διδασκαλοι; μη παντες ενεργουσι θαυματα;
<scripture passage="1Cor 12:30" parsed="|1Cor|12|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.30" />
<sup>30</sup>μη παντες εχουσι χαρισματα ιαματων; μη παντες λαλουσι γλωσσας; μη παντες διερμηνευουσι;
<scripture passage="1Cor 12:31" parsed="|1Cor|12|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.12.31" />
<sup>31</sup>Ζητειτε δε μετα ζηλου τα καλητερα χαρισματα. Και ετι πολυ υπερεχουσαν οδον σας δεικνυω.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 13" progress="93.19%" prev="iCor.12" next="iCor.14" id="iCor.13">
<h3 id="iCor.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iCor.13-p1">
<scripture passage="1Cor 13:1" parsed="|1Cor|13|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.1" />
<sup>1</sup>Εαν λαλω τας γλωσσας των ανθρωπων και των αγγελων, αγαπην δε μη εχω, εγεινα χαλκος ηχων η κυμβαλον αλαλαζον.
<scripture passage="1Cor 13:2" parsed="|1Cor|13|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.2" />
<sup>2</sup>Και εαν εχω προφητειαν και εξευρω παντα τα μυστηρια και πασαν την γνωσιν, και εαν εχω πασαν την πιστιν, ωστε να μετατοπιζω ορη, αγαπην δε μη εχω, ειμαι ουδεν.
<scripture passage="1Cor 13:3" parsed="|1Cor|13|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.3" />
<sup>3</sup>Και εαν παντα τα υπαρχοντα μου διανειμω, και εαν παραδωσω το σωμα μου δια να καυθω, αγαπην δε μη εχω, ουδεν ωφελουμαι.
<scripture passage="1Cor 13:4" parsed="|1Cor|13|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.4" />
<sup>4</sup>Η αγαπη μακροθυμει, αγαθοποιει, η αγαπη δεν φθονει, η αγαπη δεν αυθαδιαζει, δεν επαιρεται,
<scripture passage="1Cor 13:5" parsed="|1Cor|13|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.5" />
<sup>5</sup>δεν ασχημονει, δεν ζητει τα εαυτης, δεν παροξυνεται, δεν διαλογιζεται το κακον,
<scripture passage="1Cor 13:6" parsed="|1Cor|13|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.6" />
<sup>6</sup>δεν χαιρει εις την αδικιαν, συγχαιρει δε εις την αληθειαν·
<scripture passage="1Cor 13:7" parsed="|1Cor|13|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.7" />
<sup>7</sup>παντα ανεχεται, παντα πιστευει, παντα ελπιζει, παντα υπομενει.
<scripture passage="1Cor 13:8" parsed="|1Cor|13|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.8" />
<sup>8</sup>Η αγαπη ουδεποτε εκπιπτει· τα αλλα ομως, ειτε προφητειαι ειναι, θελουσι καταργηθη· ειτε γλωσσαι, θελουσι παυσει· ειτε γνωσις, θελει καταργηθη.
<scripture passage="1Cor 13:9" parsed="|1Cor|13|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.9" />
<sup>9</sup>Διοτι κατα μερος γινωσκομεν και κατα μερος προφητευομεν·
<scripture passage="1Cor 13:10" parsed="|1Cor|13|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.10" />
<sup>10</sup>οταν ομως ελθη το τελειον, τοτε το κατα μερος θελει καταργηθη.
<scripture passage="1Cor 13:11" parsed="|1Cor|13|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.11" />
<sup>11</sup>Οτε ημην νηπιος, ως νηπιος ελαλουν, ως νηπιος εφρονουν, ως νηπιος εσυλλογιζομην· οτε ομως εγεινα ανηρ, κατηργησα τα του νηπιου.
<scripture passage="1Cor 13:12" parsed="|1Cor|13|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.12" />
<sup>12</sup>Διοτι τωρα βλεπομεν δια κατοπτρου αινιγματωδως, τοτε δε προσωπον προς προσωπον· τωρα γνωριζω κατα μερος, τοτε δε θελω γνωρισει καθως και εγνωρισθην.
<scripture passage="1Cor 13:13" parsed="|1Cor|13|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.13.13" />
<sup>13</sup>Τωρα δε μενει πιστις, ελπις, αγαπη, τα τρια ταυτα. μεγαλητερα δε τουτων ειναι η αγαπη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 14" progress="93.23%" prev="iCor.13" next="iCor.15" id="iCor.14">
<h3 id="iCor.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="iCor.14-p1">
<scripture passage="1Cor 14:1" parsed="|1Cor|14|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.1" />
<sup>1</sup>Ακολουθειτε την αγαπην· και ζητειτε μετα ζηλου τα πνευματικα, μαλλον δε το να προφητευητε.
<scripture passage="1Cor 14:2" parsed="|1Cor|14|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ο λαλων γλωσσαν αγνωριστον δεν λαλει προς ανθρωπους, αλλα προς τον Θεον· διοτι ουδεις ακουει αυτον, αλλα με το πνευμα αυτου λαλει μυστηρια·
<scripture passage="1Cor 14:3" parsed="|1Cor|14|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.3" />
<sup>3</sup>ο δε προφητευων λαλει προς ανθρωπους εις οικοδομην και προτροπην και παρηγοριαν.
<scripture passage="1Cor 14:4" parsed="|1Cor|14|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.4" />
<sup>4</sup>Ο λαλων γλωσσαν αγνωριστον εαυτον οικοδομει, ο δε προφητευων την εκκλησιαν οικοδομει.
<scripture passage="1Cor 14:5" parsed="|1Cor|14|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.5" />
<sup>5</sup>Θελω δε παντες να λαλητε γλωσσας, μαλλον δε να προφητευητε· διοτι ο προφητευων ειναι μεγαλητερος παρα ο λαλων γλωσσας, εκτος εαν διερμηνευη, δια να λαβη οικοδομην η εκκλησια.
<scripture passage="1Cor 14:6" parsed="|1Cor|14|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.6" />
<sup>6</sup>Και τωρα, αδελφοι, εαν ελθω προς εσας λαλων γλωσσας, τι θελω σας ωφελησει, εαν δεν σας λαλησω η με αποκαλυψιν η με γνωσιν η με προφητειαν η με διδαχην;
<scripture passage="1Cor 14:7" parsed="|1Cor|14|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.7" />
<sup>7</sup>Και τα αψυχα, οσα διδουσι φωνην, ειτε αυλος ειτε κιθαρα, εαν δεν δωσωσι διακεκριμενους τους φθογγους, πως θελει γνωρισθη το αυλουμενον η το κιθαριζομενον;
<scripture passage="1Cor 14:8" parsed="|1Cor|14|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εαν η σαλπιγξ δωση φωνην ασαφη, τις θελει ετοιμασθη εις πολεμον;
<scripture passage="1Cor 14:9" parsed="|1Cor|14|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.9" />
<sup>9</sup>Ουτω και σεις, εαν δεν δωσητε δια της γλωσσης φωνην ακαταληπτον, πως θελει γνωρισθη το λαλουμενον; διοτι θελετε λαλει εις τον αερα.
<scripture passage="1Cor 14:10" parsed="|1Cor|14|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.10" />
<sup>10</sup>Τοσα ειδη φωνων ειναι τυχον εν τω κοσμω, και ουδεν εξ αυτων ειναι ασημαντον.
<scripture passage="1Cor 14:11" parsed="|1Cor|14|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.11" />
<sup>11</sup>Εαν λοιπον δεν γνωρισω την σημασιαν της φωνης, θελω εισθαι προς τον λαλουντα βαρβαρος και ο λαλων βαρβαρος προς εμε.
<scripture passage="1Cor 14:12" parsed="|1Cor|14|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.12" />
<sup>12</sup>Ουτω και σεις, επειδη εισθε ζηλωται πνευματικων, ζητειτε να περισσευητε εν αυτοις προς την οικοδομην της εκκλησιας.
<scripture passage="1Cor 14:13" parsed="|1Cor|14|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο ο λαλων γλωσσαν αγνωριστον ας προσευχηται δια να γεινη ικανος να διερμηνευη,
<scripture passage="1Cor 14:14" parsed="|1Cor|14|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.14" />
<sup>14</sup>διοτι εαν προσευχωμαι με γλωσσαν αγνωριστον, το πνευμα μου προσευχεται, αλλ' ο νους μου ειναι ακαρποφορητος.
<scripture passage="1Cor 14:15" parsed="|1Cor|14|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.15" />
<sup>15</sup>Τι πρεπει λοιπον; Θελω προσευχηθη με το πνευμα, θελω δε προσευχηθη και με τον νουν. Θελω ψαλλει με το πνευμα, θελω δε ψαλλει και με τον νουν.
<scripture passage="1Cor 14:16" parsed="|1Cor|14|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.16" />
<sup>16</sup>Διοτι εαν δοξολογησης με το πνευμα, εκεινος οστις εχει ταξιν ιδιωτου πως θελει ειπει το αμην εις την ευχαριστιαν σου, μη εξευρων τι λεγεις;
<scripture passage="1Cor 14:17" parsed="|1Cor|14|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.17" />
<sup>17</sup>Διοτι συ μεν καλως ευχαριστεις, ο αλλος ομως δεν οικοδομειται.
<scripture passage="1Cor 14:18" parsed="|1Cor|14|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.18" />
<sup>18</sup>Ευχαριστω εις τον Θεον μου οτι λαλω πλειοτερας γλωσσας παρα παντας υμας·
<scripture passage="1Cor 14:19" parsed="|1Cor|14|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.19" />
<sup>19</sup>πλην εν τη εκκλησια πεντε λογους προτιμω να λαλησω δια του νοος μου, δια να κατηχησω και αλλους, παρα μυριους λογους με γλωσσαν αγνωριστον.
<scripture passage="1Cor 14:20" parsed="|1Cor|14|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.20" />
<sup>20</sup>Αδελφοι, μη γινεσθε παιδια κατα τας φρενας, αλλα γινεσθε νηπια μεν εις την κακιαν, τελειοι ομως εις τας φρενας.
<scripture passage="1Cor 14:21" parsed="|1Cor|14|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.21" />
<sup>21</sup>Εν τω νομω ειναι γεγραμμενον οτι δι' ετερογλωσσων και δια ξενων χειλεων θελω λαλησει προς τον λαον τουτον, και ουδε ουτω θελουσι με εισακουσει, λεγει Κυριος.
<scripture passage="1Cor 14:22" parsed="|1Cor|14|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.22" />
<sup>22</sup>Ωστε αι γλωσσαι ειναι δια σημειον ουχι προς τους πιστευοντας, αλλα προς τους απιστους· η προφητεια ομως ειναι ουχι προς τους απιστους, αλλα προς τους πιστευοντας.
<scripture passage="1Cor 14:23" parsed="|1Cor|14|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.23" />
<sup>23</sup>Εαν λοιπον συνελθη η εκκλησια ολη επι το αυτο και λαλωσι παντες γλωσσας αγνωριστους, εισελθωσι δε ιδιωται η απιστοι, δεν θελουσιν ειπει οτι εισθε μαινομενοι;
<scripture passage="1Cor 14:24" parsed="|1Cor|14|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.24" />
<sup>24</sup>Αλλ' εαν παντες προφητευωσιν, εισελθη δε τις απιστος η ιδιωτης, ελεγχεται υπο παντων, ανακρινεται υπο παντων,
<scripture passage="1Cor 14:25" parsed="|1Cor|14|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.25" />
<sup>25</sup>και ουτω τα κρυπτα της καρδιας αυτου γινονται φανερα· και ουτω πεσων κατα προσωπον θελει προσκυνησει τον Θεον, κηρυττων οτι ο Θεος ειναι τωοντι εν μεσω υμων.
<scripture passage="1Cor 14:26" parsed="|1Cor|14|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.26" />
<sup>26</sup>Τι πρεπει λοιπον, αδελφοι; Οταν συνερχησθε, εκαστος υμων ψαλμον εχει, διδαχην εχει, γλωσσαν εχει, αποκαλυψιν εχει, ερμηνειαν εχει· παντα ας γινωνται προς οικοδομην.
<scripture passage="1Cor 14:27" parsed="|1Cor|14|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.27" />
<sup>27</sup>Εαν τις λαλη γλωσσαν αγνωριστον, ας καμωσι τουτο ανα δυο η το περισσοτερον ανα τρεις και εκ διαδοχης, και εις ας διερμηνευη·
<scripture passage="1Cor 14:28" parsed="|1Cor|14|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.28" />
<sup>28</sup>αλλ' εαν δεν ηναι διερμηνευτης, ας σιωπα εν τη εκκλησια, ας λαλη δε προς εαυτον και προς τον Θεον.
<scripture passage="1Cor 14:29" parsed="|1Cor|14|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.29" />
<sup>29</sup>Προφηται δε ας λαλωσι δυο η τρεις, και οι αλλοι ας διακρινωσιν·
<scripture passage="1Cor 14:30" parsed="|1Cor|14|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.30" />
<sup>30</sup>εαν δε ελθη αποκαλυψις εις αλλον καθημενον, ο πρωτος ας σιωπα.
<scripture passage="1Cor 14:31" parsed="|1Cor|14|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.31" />
<sup>31</sup>Διοτι δυνασθε ο εις μετα τον αλλον να προφητευητε παντες, δια να μανθανωσι παντες και παντες να παρηγορωνται·
<scripture passage="1Cor 14:32" parsed="|1Cor|14|32|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.32" />
<sup>32</sup>και τα πνευματα των προφητων υποτασσονται εις τους προφητας·
<scripture passage="1Cor 14:33" parsed="|1Cor|14|33|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.33" />
<sup>33</sup>διοτι ο Θεος δεν ειναι ακαταστασιας, αλλ' ειρηνης. Καθως εν πασαις ταις εκκλησιαις των αγιων.
<scripture passage="1Cor 14:34" parsed="|1Cor|14|34|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.34" />
<sup>34</sup>Αι γυναικες σας ας σιωπωσιν εν ταις εκκλησιαις· διοτι δεν ειναι συγκεχωρημενον εις αυτας να λαλωσιν, αλλα να υποτασσωνται, καθως και ο νομος λεγει.
<scripture passage="1Cor 14:35" parsed="|1Cor|14|35|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.35" />
<sup>35</sup>Αλλ' εαν θελωσι να μαθωσι τι, ας ερωτωσιν εν τω οικω τους ανδρας αυτων· διοτι αισχρον ειναι εις γυναικας να λαλωσιν εν εκκλησια.
<scripture passage="1Cor 14:36" parsed="|1Cor|14|36|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.36" />
<sup>36</sup>Μηπως απο σας εξηλθεν ο λογος του Θεου, η εις σας μονους κατηντησεν;
<scripture passage="1Cor 14:37" parsed="|1Cor|14|37|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.37" />
<sup>37</sup>Εαν τις νομιζη οτι ειναι προφητης η πνευματικος, ας μαθη εκεινα τα οποια γραφω προς εσας, οτι ειναι εντολαι του Κυριου.
<scripture passage="1Cor 14:38" parsed="|1Cor|14|38|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.38" />
<sup>38</sup>αλλ' εαν τις αγνοη, ας αγνοη.
<scripture passage="1Cor 14:39" parsed="|1Cor|14|39|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.39" />
<sup>39</sup>Ωστε, αδελφοι, ζητειτε μετα ζηλου το προφητευειν, και το λαλειν γλωσσας μη εμποδιζετε·
<scripture passage="1Cor 14:40" parsed="|1Cor|14|40|0|0" osisRef="Bible:1Cor.14.40" />
<sup>40</sup>παντα ας γινωνται ευσχημονως και κατα ταξιν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 15" progress="93.33%" prev="iCor.14" next="iCor.16" id="iCor.15">
<h3 id="iCor.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="iCor.15-p1">
<scripture passage="1Cor 15:1" parsed="|1Cor|15|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.1" />
<sup>1</sup>Σας φανερονω δε, αδελφοι, το ευαγγελιον, το οποιον εκηρυξα προς εσας, το οποιον και παρελαβετε, εις το οποιον και ιστασθε,
<scripture passage="1Cor 15:2" parsed="|1Cor|15|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.2" />
<sup>2</sup>δια του οποιου και σωζεσθε, τινι τροπω σας εκηρυξα αυτο, αν φυλαττητε αυτο, εκτος εαν επιστευσατε ματαιως.
<scripture passage="1Cor 15:3" parsed="|1Cor|15|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.3" />
<sup>3</sup>Διοτι παρεδωκα εις εσας εν πρωτοις εκεινο, το οποιον και παρελαβον, οτι ο Χριστος απεθανε δια τας αμαρτιας ημων κατα τας γραφας,
<scripture passage="1Cor 15:4" parsed="|1Cor|15|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.4" />
<sup>4</sup>και οτι εταφη, και οτι ανεστη την τριτην ημεραν κατα τας γραφας,
<scripture passage="1Cor 15:5" parsed="|1Cor|15|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.5" />
<sup>5</sup>και οτι εφανη εις τον Κηφαν, επειτα εις τους δωδεκα·
<scripture passage="1Cor 15:6" parsed="|1Cor|15|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.6" />
<sup>6</sup>μετα ταυτα εφανη εις πεντακοσιους και επεκεινα αδελφους δια μιας, εκ των οποιων οι πλειοτεροι μενουσιν εως τωρα, τινες δε και εκοιμηθησαν·
<scripture passage="1Cor 15:7" parsed="|1Cor|15|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.7" />
<sup>7</sup>επειτα εφανη εις τον Ιακωβον, επειτα εις παντας τους αποστολους·
<scripture passage="1Cor 15:8" parsed="|1Cor|15|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.8" />
<sup>8</sup>τελευταιον δε παντων εφανη και εις εμε ως εις εκτρωμα.
<scripture passage="1Cor 15:9" parsed="|1Cor|15|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.9" />
<sup>9</sup>Διοτι εγω ειμαι ο ελαχιστος των αποστολων, οστις δεν ειμαι αξιος να ονομαζωμαι αποστολος, διοτι κατεδιωξα την εκκλησιαν του Θεου·
<scripture passage="1Cor 15:10" parsed="|1Cor|15|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.10" />
<sup>10</sup>αλλα χαριτι Θεου ειμαι οτι ειμαι· και η εις εμε χαρις αυτου δεν εγεινε ματαια, αλλα περισσοτερον αυτων παντων εκοπιασα, πλην ουχι εγω, αλλ' η χαρις του Θεου η μετ' εμου.
<scripture passage="1Cor 15:11" parsed="|1Cor|15|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.11" />
<sup>11</sup>Ειτε λοιπον εγω ειτε εκεινοι, ουτω κηρυττομεν και ουτως επιστευσατε.
<scripture passage="1Cor 15:12" parsed="|1Cor|15|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.12" />
<sup>12</sup>Εαν δε ο Χριστος κηρυττηται οτι ανεστη εκ νεκρων, πως τινες μεταξυ σας λεγουσιν οτι αναστασις νεκρων δεν ειναι;
<scripture passage="1Cor 15:13" parsed="|1Cor|15|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.13" />
<sup>13</sup>Και εαν αναστασις νεκρων δεν ηναι, ουδ' ο Χριστος ανεστη·
<scripture passage="1Cor 15:14" parsed="|1Cor|15|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.14" />
<sup>14</sup>και αν ο Χριστος δεν ανεστη, ματαιον αρα ειναι το κηρυγμα ημων, ματαια δε και η πιστις σας.
<scripture passage="1Cor 15:15" parsed="|1Cor|15|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.15" />
<sup>15</sup>Ευρισκομεθα δε και ψευδομαρτυρες του Θεου, διοτι εμαρτυρησαμεν περι του Θεου οτι ανεστησε τον Χριστον, τον οποιον δεν ανεστησεν, εαν καθ' υποθεσιν δεν ανασταινωνται νεκροι.
<scripture passage="1Cor 15:16" parsed="|1Cor|15|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.16" />
<sup>16</sup>Διοτι εαν δεν ανασταινωνται νεκροι, ουδ' ο Χριστος ανεστη·
<scripture passage="1Cor 15:17" parsed="|1Cor|15|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.17" />
<sup>17</sup>αλλ' εαν ο Χριστος δεν ανεστη, ματαια η πιστις σας· ετι εισθε εν ταις αμαρτιαις υμων.
<scripture passage="1Cor 15:18" parsed="|1Cor|15|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.18" />
<sup>18</sup>Αρα και οι κοιμηθεντες εν Χριστω απωλεσθησαν.
<scripture passage="1Cor 15:19" parsed="|1Cor|15|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.19" />
<sup>19</sup>Εαν εν ταυτη τη ζωη μονον ελπιζωμεν εις τον Χριστον, ειμεθα ελεεινοτεροι παντων των ανθρωπων.
<scripture passage="1Cor 15:20" parsed="|1Cor|15|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.20" />
<sup>20</sup>Αλλα τωρα ο Χριστος ανεστη εκ νεκρων, εγεινεν απαρχη των κεκοιμημενων.
<scripture passage="1Cor 15:21" parsed="|1Cor|15|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.21" />
<sup>21</sup>Διοτι επειδη ο θανατος ηλθε δι' ανθρωπου, ουτω και δι' ανθρωπου η αναστασις των νεκρων.
<scripture passage="1Cor 15:22" parsed="|1Cor|15|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.22" />
<sup>22</sup>Επειδη καθως παντες αποθνησκουσιν εν τω Αδαμ, ουτω και παντες θελουσι ζωοποιηθη εν τω Χριστω.
<scripture passage="1Cor 15:23" parsed="|1Cor|15|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.23" />
<sup>23</sup>Εκαστος ομως κατα την ιδιαν αυτου ταξιν· ο Χριστος ειναι η απαρχη, επειτα οσοι ειναι του Χριστου εν τη παρουσια αυτου·
<scripture passage="1Cor 15:24" parsed="|1Cor|15|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.24" />
<sup>24</sup>Υστερον θελει εισθαι το τελος, οταν παραδωση την βασιλειαν εις τον Θεον και Πατερα, οταν καταργηση πασαν αρχην και πασαν εξουσιαν και δυναμιν.
<scripture passage="1Cor 15:25" parsed="|1Cor|15|25|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.25" />
<sup>25</sup>Διοτι πρεπει να βασιλευη εωσου θεση παντας τους εχθρους υπο τους ποδας αυτου.
<scripture passage="1Cor 15:26" parsed="|1Cor|15|26|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.26" />
<sup>26</sup>Εσχατος εχθρος καταργειται ο θανατος·
<scripture passage="1Cor 15:27" parsed="|1Cor|15|27|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.27" />
<sup>27</sup>διοτι παντα υπεταξεν υπο τους ποδας αυτου. Οταν δε ειπη οτι παντα ειναι υποτεταγμενα, φανερον οτι εξαιρειται ο υποταξας εις αυτον τα παντα.
<scripture passage="1Cor 15:28" parsed="|1Cor|15|28|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.28" />
<sup>28</sup>Οταν δε υποταχθωσιν εις αυτον τα παντα, τοτε και αυτος ο Υιος θελει υποταχθη εις τον υποταξαντα εις αυτον τα παντα, δια να ηναι ο Θεος τα παντα εν πασιν.
<scripture passage="1Cor 15:29" parsed="|1Cor|15|29|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.29" />
<sup>29</sup>Επειδη τι θελουσι καμει οι βαπτιζομενοι υπερ των νεκρων, εαν τωοντι οι νεκροι δεν ανασταινωνται, δια τι και βαπτιζονται υπερ των νεκρων;
<scripture passage="1Cor 15:30" parsed="|1Cor|15|30|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.30" />
<sup>30</sup>δια τι και ημεις κινδυνευομεν πασαν ωραν;
<scripture passage="1Cor 15:31" parsed="|1Cor|15|31|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.31" />
<sup>31</sup>Καθ' ημεραν αποθνησκω, μα την εις εσας καυχησιν μου, την οποιαν εχω εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ημων.
<scripture passage="1Cor 15:32" parsed="|1Cor|15|32|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.32" />
<sup>32</sup>Εαν κατα ανθρωπον επολεμησα με θηρια εν Εφεσω, τι το οφελος εις εμε; αν οι νεκροι δεν ανασταινωνται, ας φαγωμεν και ας πιωμεν, διοτι αυριον αποθνησκομεν.
<scripture passage="1Cor 15:33" parsed="|1Cor|15|33|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.33" />
<sup>33</sup>Μη πλανασθε· Φθειρουσι τα καλα ηθη αι κακαι συναναστροφαι.
<scripture passage="1Cor 15:34" parsed="|1Cor|15|34|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.34" />
<sup>34</sup>Συνελθετε εις εαυτους κατα το δικαιον και μη αμαρτανετε· διοτι τινες εχουσιν αγνωσιαν Θεου· προς εντροπην σας λεγω τουτο.
<scripture passage="1Cor 15:35" parsed="|1Cor|15|35|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.35" />
<sup>35</sup>Αλλα θελει τις ειπει· Πως ανασταινονται οι νεκροι; και με ποιον σωμα ερχονται;
<scripture passage="1Cor 15:36" parsed="|1Cor|15|36|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.36" />
<sup>36</sup>Αφρον, εκεινο το οποιον συ σπειρεις, δεν ζωογονειται εαν δεν αποθανη·
<scripture passage="1Cor 15:37" parsed="|1Cor|15|37|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.37" />
<sup>37</sup>και εκεινο το οποιον σπειρεις, δεν σπειρεις το σωμα το οποιον μελλει να γεινη, αλλα γυμνον κοκκον, σιτου τυχον η τινος των λοιπων.
<scripture passage="1Cor 15:38" parsed="|1Cor|15|38|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.38" />
<sup>38</sup>Ο δε Θεος διδει εις αυτο σωμα καθως ηθελησε, και εις εκαστον των σπερματων το ιδιαιτερον αυτου σωμα.
<scripture passage="1Cor 15:39" parsed="|1Cor|15|39|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.39" />
<sup>39</sup>Πασα σαρξ δεν ειναι η αυτη σαρξ, αλλα αλλη μεν σαρξ των ανθρωπων, αλλη δε σαρξ των κτηνων, αλλη δε των ιχθυων και αλλη των πτηνων.
<scripture passage="1Cor 15:40" parsed="|1Cor|15|40|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.40" />
<sup>40</sup>Ειναι και σωματα επουρανια και σωματα επιγεια· πλην αλλη μεν η δοξα των επουρανιων, αλλη δε η των επιγειων.
<scripture passage="1Cor 15:41" parsed="|1Cor|15|41|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.41" />
<sup>41</sup>Αλλη δοξα ειναι του ηλιου, και αλλη δοξα της σεληνης, και αλλη δοξα των αστερων· διοτι αστηρ διαφερει αστερος κατα την δοξαν.
<scripture passage="1Cor 15:42" parsed="|1Cor|15|42|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.42" />
<sup>42</sup>Ουτω και η αναστασις των νεκρων. Σπειρεται εν φθορα, ανισταται εν αφθαρσια·
<scripture passage="1Cor 15:43" parsed="|1Cor|15|43|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.43" />
<sup>43</sup>σπειρεται εν ατιμια, ανισταται εν δοξη· σπειρεται εν ασθενεια, ανισταται εν δυναμει·
<scripture passage="1Cor 15:44" parsed="|1Cor|15|44|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.44" />
<sup>44</sup>σπειρεται σωμα ζωικον, ανισταται σωμα πνευματικον. Ειναι σωμα ζωικον, και ειναι σωμα πνευματικον.
<scripture passage="1Cor 15:45" parsed="|1Cor|15|45|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.45" />
<sup>45</sup>Ουτως ειναι και γεγραμμενον· Ο πρωτος ανθρωπος Αδαμ εγεινεν εις ψυχην ζωσαν· ο εσχατος Αδαμ εις πνευμα ζωοποιουν.
<scripture passage="1Cor 15:46" parsed="|1Cor|15|46|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.46" />
<sup>46</sup>Πλην ουχι πρωτον το πνευματικον, αλλα το ζωικον, επειτα το πνευματικον.
<scripture passage="1Cor 15:47" parsed="|1Cor|15|47|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.47" />
<sup>47</sup>Ο πρωτος ανθρωπος ειναι εκ της γης χοικος, ο δευτερος ανθρωπος ο Κυριος εξ ουρανου.
<scripture passage="1Cor 15:48" parsed="|1Cor|15|48|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.48" />
<sup>48</sup>Οποιος ο χοικος, τοιουτοι και οι χοικοι, και οποιος ο επουρανιος, τοιουτοι και οι επουρανιοι·
<scripture passage="1Cor 15:49" parsed="|1Cor|15|49|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.49" />
<sup>49</sup>και καθως εφορεσαμεν την εικονα του χοικου, θελομεν φορεσει και την εικονα του επουρανιου.
<scripture passage="1Cor 15:50" parsed="|1Cor|15|50|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.50" />
<sup>50</sup>Τουτο δε λεγω, αδελφοι, οτι σαρξ και αιμα βασιλειαν Θεου δεν δυνανται να κληρονομησωσιν, ουδε η φθορα κληρονομει την αφθαρσιαν.
<scripture passage="1Cor 15:51" parsed="|1Cor|15|51|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.51" />
<sup>51</sup>Ιδου, μυστηριον λεγω προς εσας· παντες μεν δεν θελομεν κοιμηθη, παντες ομως θελομεν μεταμορφωθη,
<scripture passage="1Cor 15:52" parsed="|1Cor|15|52|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.52" />
<sup>52</sup>εν μια στιγμη, εν ριπη οφθαλμου, εν τη εσχατη σαλπιγγι· διοτι θελει σαλπισει, και οι νεκροι θελουσιν αναστηθη αφθαρτοι, και ημεις θελομεν μεταμορφωθη.
<scripture passage="1Cor 15:53" parsed="|1Cor|15|53|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.53" />
<sup>53</sup>Διοτι πρεπει το φθαρτον τουτο να ενδυθη αφθαρσιαν, και το θνητον τουτο να ενδυθη αθανασιαν.
<scripture passage="1Cor 15:54" parsed="|1Cor|15|54|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.54" />
<sup>54</sup>Οταν δε το φθαρτον τουτο ενδυθη αφθαρσιαν και το θνητον τουτο ενδυθη αθανασιαν, τοτε θελει γεινει ο λογος ο γεγραμμενος· Κατεποθη ο θανατος εν νικη.
<scripture passage="1Cor 15:55" parsed="|1Cor|15|55|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.55" />
<sup>55</sup>Που, θανατε, το κεντρον σου; που, αδη, η νικη σου;
<scripture passage="1Cor 15:56" parsed="|1Cor|15|56|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.56" />
<sup>56</sup>το δε κεντρον του θανατου ειναι η αμαρτια, και η δυναμις της αμαρτιας ο νομος.
<scripture passage="1Cor 15:57" parsed="|1Cor|15|57|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.57" />
<sup>57</sup>Αλλα χαρις εις τον Θεον, οστις διδει εις ημας την νικην δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1Cor 15:58" parsed="|1Cor|15|58|0|0" osisRef="Bible:1Cor.15.58" />
<sup>58</sup>Ωστε, αδελφοι μου αγαπητοι, γινεσθε στερεοι, αμετακινητοι, περισσευοντες παντοτε εις το εργον του Κυριου, γινωσκοντες οτι ο κοπος σας δεν ειναι ματαιος εν Κυριω.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Corinthians 16" progress="93.47%" prev="iCor.15" next="iiCor" id="iCor.16">
<h3 id="iCor.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="iCor.16-p1">
<scripture passage="1Cor 16:1" parsed="|1Cor|16|1|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.1" />
<sup>1</sup>Περι δε της συνεισφορας της υπερ των αγιων, καθως διεταξα εις τας εκκλησιας της Γαλατιας, ουτω καμετε και σεις.
<scripture passage="1Cor 16:2" parsed="|1Cor|16|2|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.2" />
<sup>2</sup>Κατα την πρωτην της εβδομαδος εκαστος υμων ας εναποθετη παρ' εαυτω θησαυριζων ο, τι αν ευπορη, ωστε οταν ελθω να μη συναγωνται τοτε συνεισφοραι.
<scripture passage="1Cor 16:3" parsed="|1Cor|16|3|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.3" />
<sup>3</sup>Και οταν ελθω, οποιους εγκρινητε, δι' επιστολων τουτους θελω πεμψει δια να φερωσι την δωρεαν σας εις Ιερουσαλημ·
<scripture passage="1Cor 16:4" parsed="|1Cor|16|4|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.4" />
<sup>4</sup>και εαν ηναι αξιον να υπαγω και εγω, θελουσιν ελθει μετ' εμου.
<scripture passage="1Cor 16:5" parsed="|1Cor|16|5|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.5" />
<sup>5</sup>Θελω δε ελθει προς εσας, αφου διελθω την Μακεδονιαν· διοτι την Μακεδονιαν διερχομαι·
<scripture passage="1Cor 16:6" parsed="|1Cor|16|6|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.6" />
<sup>6</sup>και ισως θελω παραμεινει πλησιον σας, η και παραχειμασει, δια να με προπεμψητε σεις οπου αν υπαγω.
<scripture passage="1Cor 16:7" parsed="|1Cor|16|7|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.7" />
<sup>7</sup>Διοτι δεν θελω να σας ιδω τωρα εν παροδω, αλλ' ελπιζω να μεινω πλησιον σας καιρον τινα, εαν ο Κυριος συγχωρηση τουτο.
<scripture passage="1Cor 16:8" parsed="|1Cor|16|8|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.8" />
<sup>8</sup>Θελω δε μεινει εν Εφεσω εως της πεντηκοστης·
<scripture passage="1Cor 16:9" parsed="|1Cor|16|9|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.9" />
<sup>9</sup>διοτι ηνοιχθη εις εμε θυρα μεγαλη και ενεργητικη, και ειναι πολλοι εναντιοι.
<scripture passage="1Cor 16:10" parsed="|1Cor|16|10|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.10" />
<sup>10</sup>Και εαν ελθη ο Τιμοθεος, προσεχετε να ηναι αφοβος μεταξυ σας· διοτι το εργον του Κυριου εργαζεται καθως και εγω·
<scripture passage="1Cor 16:11" parsed="|1Cor|16|11|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.11" />
<sup>11</sup>μηδεις λοιπον ας μη εξουθενηση αυτον. Προπεμψατε δε αυτον εν ειρηνη, δια να ελθη προς εμε· διοτι προσμενω αυτον μετα των αδελφων.
<scripture passage="1Cor 16:12" parsed="|1Cor|16|12|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.12" />
<sup>12</sup>Περι δε του αδελφου Απολλω, παρεκαλεσα αυτον πολλα να ελθη προς εσας μετα των αδελφων· και δεν ηθελε πανταπασι να ελθη τωρα, θελει ομως ελθει οταν ευκαιρηση.
<scripture passage="1Cor 16:13" parsed="|1Cor|16|13|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.13" />
<sup>13</sup>Αγρυπνειτε, στεκεσθε εν τη πιστει, ανδριζεσθε, ενδυναμουσθε.
<scripture passage="1Cor 16:14" parsed="|1Cor|16|14|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.14" />
<sup>14</sup>Παντα τα εργα υμων ας γινωνται εν αγαπη.
<scripture passage="1Cor 16:15" parsed="|1Cor|16|15|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.15" />
<sup>15</sup>Σας παρακαλω δε, αδελφοι· εξευρετε την οικιαν του Στεφανα, οτι ειναι απαρχη της Αχαιας και αφιερωσαν εαυτους εις την διακονιαν των αγιων·
<scripture passage="1Cor 16:16" parsed="|1Cor|16|16|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.16" />
<sup>16</sup>να υποτασσησθε και σεις εις τους τοιουτους και εις παντα τον συνεργουντα και κοπιωντα.
<scripture passage="1Cor 16:17" parsed="|1Cor|16|17|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.17" />
<sup>17</sup>Χαιρω δε δια την ελευσιν του Στεφανα και Φουρτουνατου και Αχαικου, διοτι την ελλειψιν σας ουτοι ανεπληρωσαν·
<scripture passage="1Cor 16:18" parsed="|1Cor|16|18|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.18" />
<sup>18</sup>επειδη ανεπαυσαν το ιδικον μου πνευμα και το ιδικον σας. Τιματε λοιπον τους τοιουτους.
<scripture passage="1Cor 16:19" parsed="|1Cor|16|19|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.19" />
<sup>19</sup>Σας ασπαζονται αι εκκλησιαι της Ασιας. Σας ασπαζονται πολλα εν Κυριω ο Ακυλας και η Πρισκιλλα μετα της κατ' οικον αυτων εκκλησιας.
<scripture passage="1Cor 16:20" parsed="|1Cor|16|20|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.20" />
<sup>20</sup>Σας ασπαζονται οι αδελφοι παντες. Ασπασθητε αλληλους εν φιληματι αγιω.
<scripture passage="1Cor 16:21" parsed="|1Cor|16|21|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.21" />
<sup>21</sup>Ο ασπασμος εγραφη με την χειρα εμου του Παυλου.
<scripture passage="1Cor 16:22" parsed="|1Cor|16|22|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.22" />
<sup>22</sup>Οστις δεν αγαπα τον Κυριον Ιησουν Χριστον, ας ηναι αναθεμα. Μαραν αθα.
<scripture passage="1Cor 16:23" parsed="|1Cor|16|23|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.23" />
<sup>23</sup>Η χαρις του Κυριου Ιησου Χριστου ειη μεθ' υμων.
<scripture passage="1Cor 16:24" parsed="|1Cor|16|24|0|0" osisRef="Bible:1Cor.16.24" />
<sup>24</sup>Η αγαπη μου μετα παντων υμων εν Χριστω Ιησου· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Corinthians" progress="93.53%" prev="iCor.16" next="iiCor.1" id="iiCor">
<h2 id="iiCor-p0.1">2 Corinthians</h2>

<div3 title="2 Corinthians 1" progress="93.53%" prev="iiCor" next="iiCor.2" id="iiCor.1">
<h3 id="iiCor.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.1-p1">
<scripture passage="2Cor 1:1" parsed="|2Cor|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, αποστολος Ιησου Χριστου δια θεληματος Θεου, και Τιμοθεος ο αδελφος, προς την εκκλησιαν του Θεου την ουσαν εν Κορινθω μετα παντων των αγιων των οντων εν ολη τη Αχαια·
<scripture passage="2Cor 1:2" parsed="|2Cor|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.2" />
<sup>2</sup>χαρις υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Cor 1:3" parsed="|2Cor|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.3" />
<sup>3</sup>Ευλογητος ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, ο Πατηρ των οικτιρμων και Θεος πασης παρηγοριας,
<scripture passage="2Cor 1:4" parsed="|2Cor|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.4" />
<sup>4</sup>ο παρηγορων ημας εν παση τη θλιψει ημων, δια να δυναμεθα ημεις να παρηγορωμεν τους εν παση θλιψει δια της παρηγοριας, με την οποιαν παρηγορουμεθα ημεις αυτοι υπο του Θεου·
<scripture passage="2Cor 1:5" parsed="|2Cor|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.5" />
<sup>5</sup>διοτι καθως περισσευουσι τα παθηματα του Χριστου εις ημας, ουτω δια του Χριστου περισσευει και η παρηγορια ημων.
<scripture passage="2Cor 1:6" parsed="|2Cor|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.6" />
<sup>6</sup>Και ειτε θλιβομεθα, θλιβομεθα υπερ της παρηγοριας σας και σωτηριας της ενεργουμενης δια της υπομονης των αυτων παθηματων, τα οποια και ημεις πασχομεν· ειτε παρηγορουμεθα, παρηγορουμεθα υπερ της παρηγοριας σας και σωτηριας· και η ελπις, την οποιαν εχομεν, ειναι βεβαια υπερ υμων·
<scripture passage="2Cor 1:7" parsed="|2Cor|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.7" />
<sup>7</sup>επειδη εξευρομεν οτι καθως εισθε κοινωνοι των παθηματων, ουτω και της παρηγοριας.
<scripture passage="2Cor 1:8" parsed="|2Cor|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.8" />
<sup>8</sup>Διοτι δεν θελομεν να αγνοητε, αδελφοι, περι της θλιψεως ημων, ητις συνεβη εις ημας εν τη Ασια, οτι καθ' υπερβολην εστενοχωρηθημεν υπερ δυναμιν, ωστε απηλπισθημεν και του ζην·
<scripture passage="2Cor 1:9" parsed="|2Cor|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.9" />
<sup>9</sup>αλλ' ημεις αυτοι εν εαυτοις, ελαβομεν την αποφασιν του θανατου, δια να μη εχωμεν την πεποιθησιν εις εαυτους, αλλ' εις τον Θεον τον εγειροντα τους νεκρους·
<scripture passage="2Cor 1:10" parsed="|2Cor|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.10" />
<sup>10</sup>οστις ηλευθερωσεν ημας εκ τοσουτου μεγαλου θανατου και ελευθερονει, εις τον οποιον ελπιζομεν οτι και οτι θελει ελευθερωσει,
<scripture passage="2Cor 1:11" parsed="|2Cor|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.11" />
<sup>11</sup>ενω και σεις συνεργειτε υπερ ημων δια της δεησεως, δια να γεινη εκ πολλων προσωπων ευχαριστια υπερ ημων δια το δοθεν εις ημας χαρισμα δια πολλων.
<scripture passage="2Cor 1:12" parsed="|2Cor|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.12" />
<sup>12</sup>Διοτι το καυχημα ημων ειναι τουτο, η μαρτυρια της συνειδησεως ημων, οτι εν απλοτητι και ειλικρινεια Θεου, ουχι εν σοφια σαρκικη, αλλ' εν χαριτι Θεου επολιτευθημεν εν τω κοσμω, περισσοτερον δε προς εσας.
<scripture passage="2Cor 1:13" parsed="|2Cor|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.13" />
<sup>13</sup>Διοτι δεν σας γραφομεν αλλο, παρ' εκεινα τα οποια αναγινωσκετε η και γνωριζετε, ελπιζω δε οτι και εως τελους θελετε γνωρισει.
<scripture passage="2Cor 1:14" parsed="|2Cor|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.14" />
<sup>14</sup>Καθως και μας εγνωρισατε κατα μερος, οτι ειμεθα καυχημα εις εσας, καθως σεις εις ημας, εν τη ημερα του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="2Cor 1:15" parsed="|2Cor|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.15" />
<sup>15</sup>Και με ταυτην την πεποιθησιν ηθελον να ελθω προς εσας προτερον, δια να εχητε δευτεραν χαριν,
<scripture passage="2Cor 1:16" parsed="|2Cor|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.16" />
<sup>16</sup>και δι' υμων να διαβω εις Μακεδονιαν, και παλιν απο Μακεδονιας να ελθω προς εσας και απο σας να προπεμφθω εις την Ιουδαιαν.
<scripture passage="2Cor 1:17" parsed="|2Cor|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.17" />
<sup>17</sup>Τουτο λοιπον βουλευομενος μηπως ταχα μετεχειρισθην ελαφροτητα; η οσα βουλευομαι, κατα σαρκα βουλευομαι, δια να ηναι εις εμε το ναι ναι, και το ου ου;
<scripture passage="2Cor 1:18" parsed="|2Cor|1|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' ομως πιστος ο Θεος οτι ο λογος ημων ο λαληθεις προς εσας δεν εγεινε ναι και ου.
<scripture passage="2Cor 1:19" parsed="|2Cor|1|19|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.19" />
<sup>19</sup>Διοτι ο Υιος του Θεου Ιησους Χριστος ο κηρυχθεις μεταξυ σας δι' ημων, δι' εμου και του Σιλουανου και του Τιμοθεου, δεν εγεινε ναι και ου, αλλα ναι εγεινεν εν αυτω.
<scripture passage="2Cor 1:20" parsed="|2Cor|1|20|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.20" />
<sup>20</sup>Διοτι πασαι αι επαγγελιαι του Θεου ειναι εν αυτω, το ναι και εν αυτω το αμην, προς δοξαν του Θεου δι ' ημων.
<scripture passage="2Cor 1:21" parsed="|2Cor|1|21|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.21" />
<sup>21</sup>Ο δε βεβαιων ημας μεθ' υμων εις Χριστον και ο χρισας ημας ειναι ο Θεος,
<scripture passage="2Cor 1:22" parsed="|2Cor|1|22|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.22" />
<sup>22</sup>οστις και εσφραγισεν ημας και εδωκε τον αρραβωνα του Πνευματος εν ταις καρδιαις ημων.
<scripture passage="2Cor 1:23" parsed="|2Cor|1|23|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.23" />
<sup>23</sup>Εγω δε μαρτυρα τον Θεον επικαλουμαι εις την ψυχην μου, οτι φειδομενος υμων δεν ηλθον ετι εις Κορινθον.
<scripture passage="2Cor 1:24" parsed="|2Cor|1|24|0|0" osisRef="Bible:2Cor.1.24" />
<sup>24</sup>Ουχι διοτι εχομεν εξουσιαν επι της πιστεως σας, αλλ' ειμεθα συνεργοι της χαρας σας· επειδη εν τη πιστει στεκεσθε.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 2" progress="93.60%" prev="iiCor.1" next="iiCor.3" id="iiCor.2">
<h3 id="iiCor.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.2-p1">
<scripture passage="2Cor 2:1" parsed="|2Cor|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.1" />
<sup>1</sup>Απεφασισα δε τουτο κατ' εμαυτον, το να μη ελθω παλιν προς εσας με λυπην.
<scripture passage="2Cor 2:2" parsed="|2Cor|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.2" />
<sup>2</sup>Διοτι εαν εγω σας λυπω, και τις ειναι ο ευφραινων εμε ειμη ο λυπουμενος υπ' εμου;
<scripture passage="2Cor 2:3" parsed="|2Cor|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.3" />
<sup>3</sup>Και εγραψα προς εσας τουτο αυτο, ωστε οταν ελθω να μη εχω λυπην απ' εκεινων, αφ' ων επρεπε να εχω χαραν, εχων πεποιθησιν εις παντας υμας οτι η χαρα μου ειναι παντων υμων.
<scripture passage="2Cor 2:4" parsed="|2Cor|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εκ πολλης θλιψεως και στενοχωριας καρδιας εγραψα προς εσας μετα πολλων δακρυων, ουχι δια να λυπηθητε, αλλα δια να γνωρισητε την αγαπην, ην εχω περισσοτερως εις εσας.
<scripture passage="2Cor 2:5" parsed="|2Cor|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.5" />
<sup>5</sup>Αλλ' εαν τις ελυπησε, δεν ελυπησεν εμε, ειμη κατα μερος, δια να μη επιβαρυνω παντας υμας.
<scripture passage="2Cor 2:6" parsed="|2Cor|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.6" />
<sup>6</sup>Αρκετον ειναι εις τον τοιουτον αυτη η επιπληξις η υπο των πλειοτερων·
<scripture passage="2Cor 2:7" parsed="|2Cor|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.7" />
<sup>7</sup>ωστε το εναντιον πρεπει μαλλον να συγχωρησητε αυτον, και να παρηγορησητε, δια να μη καταποθη ο τοιουτος υπο της υπερβαλλουσης λυπης.
<scripture passage="2Cor 2:8" parsed="|2Cor|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο σας παρακαλω να βεβαιωσητε προς αυτον την αγαπην σας.
<scripture passage="2Cor 2:9" parsed="|2Cor|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.9" />
<sup>9</sup>Επειδη δια τουτο και εγραψα, δια να γνωρισω την δοκιμασιαν σας, αν ησθε κατα παντα υπηκοοι·
<scripture passage="2Cor 2:10" parsed="|2Cor|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.10" />
<sup>10</sup>εις οντινα δε συγχωρειτε τι, συγχωρω και εγω· διοτι εαν εγω συνεχωρησα τι, εις οντινα συνεχωρησα, δια σας εκαμον τουτο ενωπιον του Χριστου,
<scripture passage="2Cor 2:11" parsed="|2Cor|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.11" />
<sup>11</sup>δια να μη υπερισχυση καθ' ημων ο Σατανας· διοτι δεν αγνοουμεν τα διανοηματα αυτου.
<scripture passage="2Cor 2:12" parsed="|2Cor|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.12" />
<sup>12</sup>Οτε δε ηλθον εις την Τρωαδα δια να κηρυξω το ευαγγελιον του Χριστου, και ηνοιχθη εις εμε θυρα εν Κυριω,
<scripture passage="2Cor 2:13" parsed="|2Cor|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.13" />
<sup>13</sup>δεν ελαβον ανεσιν εις το πνευμα μου, διοτι δεν ευρον Τιτον τον αδελφον μου, αλλ' αποχαιρετησας αυτους εξηλθον εις Μακεδονιαν.
<scripture passage="2Cor 2:14" parsed="|2Cor|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.14" />
<sup>14</sup>Πλην χαρις εις τον Θεον, οστις παντοτε καμνει ημας να βριαμβευωμεν δια του Χριστου και φανερονει εν παντι τοπω δι' ημων την οσμην της γνωσεως αυτου·
<scripture passage="2Cor 2:15" parsed="|2Cor|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.15" />
<sup>15</sup>διοτι του Χριστου ευωδια ειμεθα προς τον Θεον εις τους σωζομενους και εις τους απολλυμενους·
<scripture passage="2Cor 2:16" parsed="|2Cor|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.16" />
<sup>16</sup>εις τουτους μεν οσμη θανατου δια θανατον, εις εκεινους δε οσμη ζωης δια ζωην. Και προς ταυτα τις ειναι ικανος;
<scripture passage="2Cor 2:17" parsed="|2Cor|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.2.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ημεις καθως οι πολλοι δεν καπηλευομεν τον λογον του Θεου, αλλ' ως απο ειλικρινειας, αλλ' ως απο Θεου κατενωπιον του Θεου λαλουμεν εν Χριστω.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 3" progress="93.65%" prev="iiCor.2" next="iiCor.4" id="iiCor.3">
<h3 id="iiCor.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.3-p1">
<scripture passage="2Cor 3:1" parsed="|2Cor|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.1" />
<sup>1</sup>Αρχιζομεν παλιν να συνιστωμεν εαυτους; η μηπως εχομεν χρειαν, καθως τινες, συστατικων επιστολων προς εσας η συστατικων απο σας;
<scripture passage="2Cor 3:2" parsed="|2Cor|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.2" />
<sup>2</sup>Σεις εισθε η επιστολη ημων, εγγεγραμμενη εν ταις καρδιαις ημων, γινωσκομενη και αναγινωσκομενη υπο παντων ανθρωπων,
<scripture passage="2Cor 3:3" parsed="|2Cor|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.3" />
<sup>3</sup>και φανερονεσθε οτι εισθε επιστολη Χριστου, γενομενη δια της διακονιας ημων, εγγεγραμμενη ουχι με μελανην, αλλα με το Πνευμα του Θεου του ζωντος, ουχι εις πλακας λιθινας, αλλ' εις πλακας σαρκινας της καρδιας.
<scripture passage="2Cor 3:4" parsed="|2Cor|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.4" />
<sup>4</sup>Τοιαυτην δε πεποιθησιν εχομεν δια του Χριστου προς τον Θεον.
<scripture passage="2Cor 3:5" parsed="|2Cor|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.5" />
<sup>5</sup>Ουχι διοτι ειμεθα ικανοι αφ' εαυτων να νοησωμεν τι ως εξ ημων αυτων, αλλ' ικανοτης ημων ειναι εκ του Θεου,
<scripture passage="2Cor 3:6" parsed="|2Cor|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.6" />
<sup>6</sup>οστις και εκαμεν ημας ικανους να ημεθα διακονοι της καινης διαθηκης, ουχι του γραμματος, αλλα του πνευματος· διοτι το γραμμα θανατονει, το δε πνευμα ζωοποιει.
<scripture passage="2Cor 3:7" parsed="|2Cor|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.7" />
<sup>7</sup>Αλλ' εαν η διακονια του θανατου η εν γραμμασιν εντετυπωμενη εις λιθους εγεινεν ενδοξος, ωστε οι υιοι Ισραηλ δεν ηδυναντο να ενατενισωσιν εις το προσωπον του Μωυσεως δια την δοξαν του προσωπου αυτου την μελλουσαν να καταργηθη,
<scripture passage="2Cor 3:8" parsed="|2Cor|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.8" />
<sup>8</sup>πως η διακονια του Πνευματος δεν θελει εισθαι μαλλον ενδοξος;
<scripture passage="2Cor 3:9" parsed="|2Cor|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.9" />
<sup>9</sup>διοτι αν η διακονια της κατακρισεως ηναι δοξα, πολλω μαλλον η διακονια της δικαιοσυνης υπερεχει κατα την δοξαν.
<scripture passage="2Cor 3:10" parsed="|2Cor|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ουδε εδοξασθη εν τουτω τω μερει το δεδοξασμενον ενεκεν της υπερβαλλουσης δοξης.
<scripture passage="2Cor 3:11" parsed="|2Cor|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.11" />
<sup>11</sup>Επειδη εαν το μελλον να καταργηθη ητο ενδοξον, πολλω μαλλον το μενον ειναι ενδοξον.
<scripture passage="2Cor 3:12" parsed="|2Cor|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.12" />
<sup>12</sup>Εχοντες λοιπον τοιαυτην ελπιδα πολλην παρρησιαν μεταχειριζομεθα,
<scripture passage="2Cor 3:13" parsed="|2Cor|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.13" />
<sup>13</sup>και ουχι καθως ο Μωυσης εβαλλε καλυμμα επι το προσωπον αυτου δια να μη ατενισωσιν οι υιοι Ισραηλ εις το τελος του μελλοντος να καταργηθη.
<scripture passage="2Cor 3:14" parsed="|2Cor|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' ετυφλωθησαν αι διανοιαι αυτων. Διοτι εως της σημερον το αυτο καλυμμα μενει εν τη αναγνωσει της παλαιας διαθηκης, μη ανακαλυπτομενον, επειδη καταργειται δια του Χριστου,
<scripture passage="2Cor 3:15" parsed="|2Cor|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.15" />
<sup>15</sup>αλλ' εως σημερον, οταν αναγινωσκηται ο Μωυσης, καλυμμα κειται επι της καρδιας αυτων·
<scripture passage="2Cor 3:16" parsed="|2Cor|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.16" />
<sup>16</sup>οταν ομως επιστρεψη προς τον Κυριον, θελει αφαιρεθη το καλυμμα.
<scripture passage="2Cor 3:17" parsed="|2Cor|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.17" />
<sup>17</sup>Ο δε Κυριος ειναι το Πνευμα· και οπου ειναι το Πνευμα του Κυριου, εκει ελευθερια.
<scripture passage="2Cor 3:18" parsed="|2Cor|3|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.3.18" />
<sup>18</sup>ημεις δε παντες βλεποντες ως εν κατοπτρω την δοξαν του Κυριου με ανακεκαλυμμενον προσωπον, μεταμορφουμεθα εις την αυτην εικονα απο δοξης εις δοξαν, καθως απο του Πνευματος του Κυριου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 4" progress="93.70%" prev="iiCor.3" next="iiCor.5" id="iiCor.4">
<h3 id="iiCor.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.4-p1">
<scripture passage="2Cor 4:1" parsed="|2Cor|4|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο, εχοντες την διακονιαν ταυτην, καθως ηλεηθημεν, δεν αποκαμνομεν,
<scripture passage="2Cor 4:2" parsed="|2Cor|4|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.2" />
<sup>2</sup>αλλ' απηρνηθημεν τα κρυπτα της αισχυνης, μη περιπατουντες εν πανουργια μηδε δολονοντες τον λογον του Θεου, αλλα με την φανερωσιν της αληθειας συνιστωντες εαυτους προς πασαν συνειδησιν ανθρωπων ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="2Cor 4:3" parsed="|2Cor|4|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.3" />
<sup>3</sup>Εαν δε και ηναι το ευαγγελιον ημων κεκαλυμμενον, εις τους απολλυμενους ειναι κεκαλυμμενον,
<scripture passage="2Cor 4:4" parsed="|2Cor|4|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.4" />
<sup>4</sup>των οποιων απιστων οντων ο Θεος του κοσμου τουτου ετυφλωσε τον νουν, δια να μη επιλαμψη εις αυτους ο φωτισμος του ευαγγελιου της δοξης του Χριστου, οστις ειναι εικων του Θεου.
<scripture passage="2Cor 4:5" parsed="|2Cor|4|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ημεις δεν κηρυττομεν εαυτους, αλλα τον Χριστον Ιησουν τον Κυριον, εαυτους δε δουλους υμων δια τον Ιησουν.
<scripture passage="2Cor 4:6" parsed="|2Cor|4|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.6" />
<sup>6</sup>Διοτι ο Θεος ο ειπων να λαμψη φως εκ του σκοτους, ειναι οστις ελαμψεν εν ταις καρδιαις ημων προς φωτισμον της γνωσεως της δοξης του Θεου δια του προσωπου του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Cor 4:7" parsed="|2Cor|4|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.7" />
<sup>7</sup>Εχομεν δε τον θησαυρον τουτον εις οστρακινα σκευη, δια να ηναι η υπερβολη της δυναμεως του Θεου και ουχι εξ ημων,
<scripture passage="2Cor 4:8" parsed="|2Cor|4|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.8" />
<sup>8</sup>κατα παντα θλιβομενοι αλλ' ουχι στενοχωρουμενοι, απορουμενοι αλλ' ουχι απελπιζομενοι,
<scripture passage="2Cor 4:9" parsed="|2Cor|4|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.9" />
<sup>9</sup>διωκομενοι αλλ' ουχι εγκαταλειπομενοι, καταβαλλομενοι αλλ' ουχι απολλυμενοι,
<scripture passage="2Cor 4:10" parsed="|2Cor|4|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.10" />
<sup>10</sup>παντοτε την νεκρωσιν του Κυριου Ιησου περιφεροντες εν τω σωματι, δια να φανερωθη εν τω σωματι ημων και η ζωη του Ιησου.
<scripture passage="2Cor 4:11" parsed="|2Cor|4|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ημεις οι ζωντες παραδιδομεθα παντοτε εις τον θανατον δια τον Ιησουν, δια να φανερωθη και η ζωη του Ιησου εν τη θνητη ημων σαρκι.
<scripture passage="2Cor 4:12" parsed="|2Cor|4|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.12" />
<sup>12</sup>Ωστε ο μεν θανατος ενεργειται εν ημιν, η δε ζωη εν υμιν.
<scripture passage="2Cor 4:13" parsed="|2Cor|4|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.13" />
<sup>13</sup>Εχοντες δε το αυτο πνευμα της πιστεως κατα το γεγραμμενον, Επιστευσα, διο ελαλησα, και ημεις πιστευομεν, διο και λαλουμεν,
<scripture passage="2Cor 4:14" parsed="|2Cor|4|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.14" />
<sup>14</sup>εξευροντες οτι ο αναστησας τον Κυριον Ιησουν θελει αναστησει και ημας δια του Ιησου και παραστησει μεθ' υμων.
<scripture passage="2Cor 4:15" parsed="|2Cor|4|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι τα παντα ειναι δια σας, ωστε η χαρις, πλεονασασα δια την ευχαριστιαν των πλειοτερων, να περισσευση εις την δοξαν του Θεου.
<scripture passage="2Cor 4:16" parsed="|2Cor|4|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.16" />
<sup>16</sup>Δια τουτο δεν αποκαμνομεν, αλλ' εαν και ο εξωτερικος ημων ανθρωπος φθειρηται, ο εσωτερικος ομως ανανεουται καθ' εκαστην ημεραν.
<scripture passage="2Cor 4:17" parsed="|2Cor|4|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.17" />
<sup>17</sup>Διοτι η προσωρινη ελαφρα θλιψις ημων εργαζεται εις ημας καθ' υπερβολην εις υπερβολην αιωνιον βαρος δοξης,
<scripture passage="2Cor 4:18" parsed="|2Cor|4|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.4.18" />
<sup>18</sup>επειδη ημεις δεν ενατενιζομεν εις τα βλεπομενα, αλλ' εις τα μη βλεπομενα· διοτι τα βλεπομενα ειναι προσκαιρα, τα δε μη βλεπομενα αιωνια.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 5" progress="93.75%" prev="iiCor.4" next="iiCor.6" id="iiCor.5">
<h3 id="iiCor.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.5-p1">
<scripture passage="2Cor 5:1" parsed="|2Cor|5|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.1" />
<sup>1</sup>Διοτι εξευρομεν οτι εαν η επιγειος οικια του σκηνωματος ημων χαλασθη, εχομεν εκ του Θεου οικοδομην, οικιαν αχειροποιητον, αιωνιον εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="2Cor 5:2" parsed="|2Cor|5|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.2" />
<sup>2</sup>Επειδη εν τουτω στεναζομεν, επιποθουντες να επενδυθωμεν το κατοικητηριον ημων το ουρανιον,
<scripture passage="2Cor 5:3" parsed="|2Cor|5|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.3" />
<sup>3</sup>αν και ενδυθεντες αυτο δεν θελωμεν ευρεθη γυμνοι.
<scripture passage="2Cor 5:4" parsed="|2Cor|5|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.4" />
<sup>4</sup>Διοτι οσοι ειμεθα εν τουτω τω σκηνωματι στεναζομεν υπο το βαρος αυτου· επειδη θελομεν ουχι να εκδυθωμεν, αλλα να επενδυθωμεν, δια να καταποθη το θνητον υπο της ζωης.
<scripture passage="2Cor 5:5" parsed="|2Cor|5|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.5" />
<sup>5</sup>Εκεινος δε, οστις επλασεν ημας δι' αυτο τουτο, ειναι ο Θεος, οστις και εδωκεν εις ημας τον αρραβωνα του Πνευματος.
<scripture passage="2Cor 5:6" parsed="|2Cor|5|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.6" />
<sup>6</sup>Εχοντες λοιπον το θαρρος παντοτε και εξευροντες οτι ενοσω ενδημουμεν εν τω σωματι αποδημουμεν απο του Κυριου·
<scripture passage="2Cor 5:7" parsed="|2Cor|5|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.7" />
<sup>7</sup>διοτι περιπατουμεν δια πιστεως, ουχι δια της οψεως·
<scripture passage="2Cor 5:8" parsed="|2Cor|5|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.8" />
<sup>8</sup>θαρρουμεν δε και επιθυμουμεν μαλλον να αποδημησωμεν απο του σωματος και να ενδημησωμεν προς τον Κυριον.
<scripture passage="2Cor 5:9" parsed="|2Cor|5|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.9" />
<sup>9</sup>Οθεν και φιλοτιμουμεθα, ειτε ενδημουντες ειτε αποδημουντες, να ημεθα ευαρεστοι εις αυτον.
<scripture passage="2Cor 5:10" parsed="|2Cor|5|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.10" />
<sup>10</sup>Διοτι πρεπει παντες να εμφανισθωμεν εμπροσθεν του βηματος του Χριστου, δια να ανταμειφθη εκαστος κατα τα πεπραγμενα δια του σωματος καθ' α επραξεν, ειτε αγαθον ειτε κακον.
<scripture passage="2Cor 5:11" parsed="|2Cor|5|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.11" />
<sup>11</sup>Εξευροντες λοιπον τον φοβον του Κυριου, τους μεν ανθρωπους καταπειθομεν, εις τον Θεον δε ειμεθα φανεροι, ελπιζω δε οτι και εις τας συνειδησεις σας ειμεθα φανεροι.
<scripture passage="2Cor 5:12" parsed="|2Cor|5|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.12" />
<sup>12</sup>Διοτι δεν συνιστωμεν παλιν εαυτους εις εσας, αλλα σας διδομεν αφορμην καυχηματος υπερ ημων, δια να εχητε λογον προς τους καυχωμενους με το προσωπον και ουχι με την καρδιαν.
<scripture passage="2Cor 5:13" parsed="|2Cor|5|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ειτε εξω εαυτων ειμεθα, δια τον Θεον ειμεθα, ειτε εμφρονες ειμεθα, δια σας ειμεθα.
<scripture passage="2Cor 5:14" parsed="|2Cor|5|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.14" />
<sup>14</sup>Επειδη η αγαπη του Χριστου συσφιγγει ημας, διοτι κρινομεν τουτο, οτι εαν εις απεθανεν υπερ παντων, αρα οι παντες απεθανον·
<scripture passage="2Cor 5:15" parsed="|2Cor|5|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.15" />
<sup>15</sup>και απεθανεν υπερ παντων, δια να μη ζωσι πλεον δι' εαυτους οι ζωντες, αλλα δια τον αποθανοντα και ανασταντα υπερ αυτων.
<scripture passage="2Cor 5:16" parsed="|2Cor|5|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.16" />
<sup>16</sup>Ωστε ημεις απο του νυν δεν γνωριζομεν ουδενα κατα σαρκα· αν δε και εγνωρισαμεν κατα σαρκα τον Χριστον, αλλα τωρα πλεον δεν γνωριζομεν.
<scripture passage="2Cor 5:17" parsed="|2Cor|5|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.17" />
<sup>17</sup>Οθεν εαν τις ηναι εν Χριστω ειναι νεον κτισμα· τα αρχαια παρηλθον, ιδου, τα παντα εγειναν νεα.
<scripture passage="2Cor 5:18" parsed="|2Cor|5|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.18" />
<sup>18</sup>Τα δε παντα ειναι εκ του Θεου, οστις διηλλαξεν ημας προς εαυτον δια του Ιησου Χριστου και εδωκεν εις ημας την διακονιαν της διαλλαγης,
<scripture passage="2Cor 5:19" parsed="|2Cor|5|19|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.19" />
<sup>19</sup>δηλονοτι ο Θεος ητο εν τω Χριστω διαλλασσων τον κοσμον προς εαυτον, μη λογαριαζων εις αυτους τα πταισματα αυτων, και ενεπιστευθη εις ημας τον λογον της διαλλαγης.
<scripture passage="2Cor 5:20" parsed="|2Cor|5|20|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.20" />
<sup>20</sup>Υπερ του Χριστου λοιπον ειμεθα πρεσβεις, ως εαν σας παρεκαλει ο Θεος δι' ημων· δεομεθα λοιπον υπερ του Χριστου, διαλλαγητε προς τον Θεον·
<scripture passage="2Cor 5:21" parsed="|2Cor|5|21|0|0" osisRef="Bible:2Cor.5.21" />
<sup>21</sup>διοτι τον μη γνωρισαντα αμαρτιαν εκαμεν υπερ ημων αμαρτιαν, δια να γεινωμεν ημεις δικαιοσυνη του Θεου δι' αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 6" progress="93.81%" prev="iiCor.5" next="iiCor.7" id="iiCor.6">
<h3 id="iiCor.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.6-p1">
<scripture passage="2Cor 6:1" parsed="|2Cor|6|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.1" />
<sup>1</sup>Οντες δε συνεργοι αυτου, παρακαλουμεν ενταυτω να μη δεχθητε την χαριν του Θεου ματαιως·
<scripture passage="2Cor 6:2" parsed="|2Cor|6|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.2" />
<sup>2</sup>διοτι λεγει· Εν καιρω δεκτω επηκουσα σου και εν ημερα σωτηριας σε εβοηθησα· ιδου, τωρα καιρος ευπροσδεκτος, ιδου, τωρα ημερα σωτηριας·
<scripture passage="2Cor 6:3" parsed="|2Cor|6|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.3" />
<sup>3</sup>μη διδοντες μηδεν προσκομμα κατ' ουδεν, δια να μη προσαφθη μωμος εις την διακονιαν,
<scripture passage="2Cor 6:4" parsed="|2Cor|6|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.4" />
<sup>4</sup>αλλα εν παντι συνιστωντες εαυτους ως υπηρεται Θεου, εν υπομονη πολλη, εν θλιψεσιν, εν αναγκαις, εν στενοχωριαις,
<scripture passage="2Cor 6:5" parsed="|2Cor|6|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.5" />
<sup>5</sup>εν ραβδισμοις, εν φυλακαις, εν ακαταστασιαις, εν κοποις, εν αγρυπνιαις, εν νηστειαις,
<scripture passage="2Cor 6:6" parsed="|2Cor|6|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.6" />
<sup>6</sup>εν καθαροτητι, εν γνωσει, εν μακροθυμια, εν χρηστοτητι, εν Πνευματι Αγιω, εν αγαπη ανυποκριτω,
<scripture passage="2Cor 6:7" parsed="|2Cor|6|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.7" />
<sup>7</sup>εν λογω αληθειας, εν δυναμει Θεου, δια των οπλων της δικαιοσυνης των δεξιων και αριστερων,
<scripture passage="2Cor 6:8" parsed="|2Cor|6|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.8" />
<sup>8</sup>δια δοξης και ατιμιας, δια δυσφημιας και ευφημιας, ως πλανοι ομως αληθεις,
<scripture passage="2Cor 6:9" parsed="|2Cor|6|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.9" />
<sup>9</sup>ως αγνοουμενοι αλλα καλως γνωριζομενοι, ως αποθνησκοντες αλλ ιδου, ζωμεν, ως παιδευομενοι αλλα μη θανατουμενοι,
<scripture passage="2Cor 6:10" parsed="|2Cor|6|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.10" />
<sup>10</sup>ως λυπουμενοι παντοτε ομως χαιροντες, ως πτωχοι πολλους ομως πλουτιζοντες, ως μηδεν εχοντες και τα παντα κατεχοντες.
<scripture passage="2Cor 6:11" parsed="|2Cor|6|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.11" />
<sup>11</sup>Το στομα ημων ηνοιχθη προς εσας, Κορινθιοι, η καρδια ημων επλατυνθη·
<scripture passage="2Cor 6:12" parsed="|2Cor|6|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.12" />
<sup>12</sup>δεν εχετε στενοχωριαν εν ημιν, αλλ' εχετε στενοχωριαν εν τοις σπλαγχνοις υμων·
<scripture passage="2Cor 6:13" parsed="|2Cor|6|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.13" />
<sup>13</sup>την αυτην λοιπον αντιμισθιαν αποδιδοντες, ως προς τεκνα λαλω, πλατυνθητε και σεις.
<scripture passage="2Cor 6:14" parsed="|2Cor|6|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.14" />
<sup>14</sup>Μη ομοζυγειτε με τους απιστους· διοτι τινα μετοχην εχει η δικαιοσυνη με την ανομιαν; τινα δε κοινωνιαν το φως προς το σκοτος;
<scripture passage="2Cor 6:15" parsed="|2Cor|6|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.15" />
<sup>15</sup>Τινα δε συμφωνιαν ο Χριστος με τον Βελιαλ; η τινα μεριδα ο πιστος με τον απιστον;
<scripture passage="2Cor 6:16" parsed="|2Cor|6|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.16" />
<sup>16</sup>Τινα δε συμβιβασιν ο ναος του Θεου με τα ειδωλα; διοτι σεις εισθε ναος Θεου ζωντος, καθως ειπεν ο Θεος οτι θελω κατοικει εν αυτοις και περιπατει, και θελω εισθαι Θεος αυτων, και αυτοι θελουσιν εισθαι λαος μου.
<scripture passage="2Cor 6:17" parsed="|2Cor|6|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο. Εξελθετε εκ μεσου αυτων και αποχωρισθητε, λεγει Κυριος, και μη εγγισητε ακαθαρτον, και εγω θελω σας δεχθη,
<scripture passage="2Cor 6:18" parsed="|2Cor|6|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.6.18" />
<sup>18</sup>και θελω εισθαι Πατηρ σας, και σεις θελετε εισθαι υιοι μου και θυγατερες, λεγει Κυριος παντοκρατωρ.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 7" progress="93.86%" prev="iiCor.6" next="iiCor.8" id="iiCor.7">
<h3 id="iiCor.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.7-p1">
<scripture passage="2Cor 7:1" parsed="|2Cor|7|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.1" />
<sup>1</sup>Εχοντες λοιπον, αγαπητοι, ταυτας τας επαγγελιας, ας καθαρισωμεν εαυτους απο παντος μολυσμου σαρκος και πνευματος, εκπληρουντες αγιωσυνην εν φοβω Θεου.
<scripture passage="2Cor 7:2" parsed="|2Cor|7|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.2" />
<sup>2</sup>Δεχθητε ημας εν υμιν· ουδενα ηδικησαμεν, ουδενα εφθειραμεν, εις ουδενα εσταθημεν πλεονεκται.
<scripture passage="2Cor 7:3" parsed="|2Cor|7|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.3" />
<sup>3</sup>Δεν λεγω τουτο προς κατακρισιν σας· διοτι προειπον οτι εισθε εν ταις καρδιαις ημων, ωστε να συναποθανωμεν και να συζωμεν.
<scripture passage="2Cor 7:4" parsed="|2Cor|7|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.4" />
<sup>4</sup>Πολλην παρρησιαν εχω προς εσας, πολλην καυχησιν εχω δια σας· ειμαι πληρης παρηγοριας, εχω υπερπερισσευουσαν την χαραν εις ολην την θλιψιν ημων.
<scripture passage="2Cor 7:5" parsed="|2Cor|7|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.5" />
<sup>5</sup>Διοτι αφου ηλθομεν εις Μακεδονιαν ουδεμιαν ανεσιν ελαβεν η σαρξ ημων, αλλα κατα παντα εθλιβομεθα· εξωθεν μαχαι, εσωθεν φοβοι.
<scripture passage="2Cor 7:6" parsed="|2Cor|7|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.6" />
<sup>6</sup>Αλλ' ο Θεος ο παρηγορων τους ταπεινους παρηγορησεν ημας δια της παρουσιας του Τιτου·
<scripture passage="2Cor 7:7" parsed="|2Cor|7|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.7" />
<sup>7</sup>και ουχι μονον δια της παρουσιας αυτου, αλλα και δια της παρηγοριας, την οποιαν παρηγορηθη δια σας, αναγγελλων προς ημας τον μεγαν ποθον σας, τον οδυρμον σας, τον ζηλον σας υπερ εμου, ωστε περισσοτερον εχαρην,
<scripture passage="2Cor 7:8" parsed="|2Cor|7|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.8" />
<sup>8</sup>διοτι εαν και σας ελυπησα δια της επιστολης, δεν μετανοω, αν και μετενοουν· επειδη βλεπω οτι η επιστολη εκεινη, αν και προς ωραν, σας ελυπησε.
<scripture passage="2Cor 7:9" parsed="|2Cor|7|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.9" />
<sup>9</sup>Τωρα χαιρω, ουχι οτι ελυπηθητε, αλλ' οτι ελυπηθητε προς μετανοιαν· διοτι ελυπηθητε κατα Θεον, δια να μη ζημιωθητε εξ ημων εις ουδεν.
<scripture passage="2Cor 7:10" parsed="|2Cor|7|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.10" />
<sup>10</sup>Διοτι η κατα Θεον λυπη γεννα μετανοιαν προς σωτηριαν αμεταμελητον· η λυπη ομως του κοσμου γεννα θανατον.
<scripture passage="2Cor 7:11" parsed="|2Cor|7|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ιδου, αυτο τουτο, το οτι ελυπηθητε κατα Θεον, ποσην σπουδην εγεννησεν εις εσας, αλλα απολογιαν, αλλα αγανακτησιν, αλλα φοβον, αλλα ποθον, αλλα ζηλον, αλλ' εκδικησιν. Κατα παντα απεδειξατε εαυτους οτι εισθε καθαροι εις τουτο το πραγμα.
<scripture passage="2Cor 7:12" parsed="|2Cor|7|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.12" />
<sup>12</sup>Λοιπον, αν και σας εγραψα, δεν εκαμον τουτο δια τον αδικησαντα, ουδε δια τον αδικηθεντα, αλλα δια να φανερωθη προς εσας η σπουδη ημων, την οποιαν εχομεν δια σας ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="2Cor 7:13" parsed="|2Cor|7|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο παρηγορηθημεν δια την παρηγοριαν σας, και ετι περισσοτερον εχαρημεν δια την χαραν του Τιτου, οτι ανεπαυθη το πνευμα αυτου παρα παντων υμων·
<scripture passage="2Cor 7:14" parsed="|2Cor|7|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.14" />
<sup>14</sup>διοτι εαν εκαυχηθην τι προς αυτον δια σας, δεν κατησχυνθην, αλλα καθως σας ελαλησαμεν παντα εν αληθεια, ουτω και η καυχησις ημων η προς τον Τιτον εγεινεν αληθεια.
<scripture passage="2Cor 7:15" parsed="|2Cor|7|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.15" />
<sup>15</sup>Και η αγαπη αυτου αυξανει περισσοτερον προς εσας, οταν ενθυμηται την υπακοην παντων υμων, πως μετα φοβου και τρομου εδεχθητε αυτον.
<scripture passage="2Cor 7:16" parsed="|2Cor|7|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.7.16" />
<sup>16</sup>Χαιρω λοιπον οτι κατα παντα εχω θαρρος εις εσας.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 8" progress="93.91%" prev="iiCor.7" next="iiCor.9" id="iiCor.8">
<h3 id="iiCor.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.8-p1">
<scripture passage="2Cor 8:1" parsed="|2Cor|8|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.1" />
<sup>1</sup>Γνωστοποιουμεν δε εις εσας, αδελφοι, την χαριν του Θεου την δεδομενην εις τας εκκλησιας της Μακεδονιας,
<scripture passage="2Cor 8:2" parsed="|2Cor|8|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.2" />
<sup>2</sup>οτι η περισσεια της χαρας αυτων, ενω εδοκιμαζον μεγαλην θλιψιν, και η βαθεια πτωχεια αυτων ανεδειξαν εκ περισσου τον πλουτον της ελευθεροτητος αυτων·
<scripture passage="2Cor 8:3" parsed="|2Cor|8|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.3" />
<sup>3</sup>διοτι υπηρξαν κατα δυναμιν, μαρτυρω τουτο, και υπερ δυναμιν αυτοπροαιρετοι,
<scripture passage="2Cor 8:4" parsed="|2Cor|8|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.4" />
<sup>4</sup>παρακαλουντες ημας μετα πολλης παρακλησεως να δεχθωμεν την χαριν και την κοινωνιαν της διακονιας της εις τους αγιους,
<scripture passage="2Cor 8:5" parsed="|2Cor|8|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.5" />
<sup>5</sup>και ουχι μονον καθως ηλπισαμεν, αλλ' εαυτους εδωκαν πρωτον εις τον Κυριον και εις ημας δια θεληματος του Θεου,
<scripture passage="2Cor 8:6" parsed="|2Cor|8|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.6" />
<sup>6</sup>ωστε παρεκαλεσαμεν τον Τιτον, καθως ηρχισεν, ουτω και να τελειωση προς εσας και την χαριν ταυτην.
<scripture passage="2Cor 8:7" parsed="|2Cor|8|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.7" />
<sup>7</sup>Καθως λοιπον περισσευετε εν παντι, εν πιστει και λογω και γνωσει και παση σπουδη και της προς ημας αγαπης σας, ουτω σπουδασατε να περισσευσητε και εν ταυτη τη χαριτι.
<scripture passage="2Cor 8:8" parsed="|2Cor|8|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.8" />
<sup>8</sup>Δεν λεγω τουτο κατ' επιταγην, αλλα δια να δοκιμασω δια της σπουδης των αλλων και την γνησιοτητα της αγαπης σας·
<scripture passage="2Cor 8:9" parsed="|2Cor|8|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.9" />
<sup>9</sup>διοτι εξευρετε την χαριν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, οτι πλουσιος ων επτωχευσε δια σας, δια να πλουτησητε σεις με την πτωχειαν εκεινου.
<scripture passage="2Cor 8:10" parsed="|2Cor|8|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.10" />
<sup>10</sup>Και εις τουτο γνωμην διδω· διοτι τουτο συμφερει εις εσας, οιτινες ηρχισατε απο περυσιν ουχι μονον το να καμητε, αλλα και το να θελητε·
<scripture passage="2Cor 8:11" parsed="|2Cor|8|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.11" />
<sup>11</sup>τωρα δε τελειωσατε και το να καμητε, ωστε καθως υπηρξεν η προθυμια του θελειν, ουτω να υπαρχη και το τελειωσαι αφ' οσα εχετε.
<scripture passage="2Cor 8:12" parsed="|2Cor|8|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.12" />
<sup>12</sup>Διοτι εαν προυπαρχη η προθυμια, ειναι τις ευπροσδεκτος καθ' οσα εχει, ουχι καθ' οσα δεν εχει.
<scripture passage="2Cor 8:13" parsed="|2Cor|8|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.13" />
<sup>13</sup>Επειδη δεν θελω να ηναι εις αλλους ανεσις, εις εσας δε στενοχωρια
<scripture passage="2Cor 8:14" parsed="|2Cor|8|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.14" />
<sup>14</sup>αλλα να γεινη εν ισοτητι, ωστε εν τω παροντι καιρω το περισσευμα σας να αναπληρωση την στερησιν εκεινων, δια να χρησιμευση και το περισσευμα εκεινων εις την στερησιν σας, ωστε να γεινη ισοτης,
<scripture passage="2Cor 8:15" parsed="|2Cor|8|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.15" />
<sup>15</sup>καθως ειναι γεγραμμενον· Οστις ειχε συναξει πολυ δεν ελαμβανε πλειοτερον, και οστις ολιγον δεν ελαμβανεν ολιγωτερον.
<scripture passage="2Cor 8:16" parsed="|2Cor|8|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.16" />
<sup>16</sup>Χαρις δε εις τον Θεον τον διδοντα εις την καρδιαν του Τιτου την αυτην σπουδην δια σας,
<scripture passage="2Cor 8:17" parsed="|2Cor|8|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.17" />
<sup>17</sup>διοτι την μεν προτροπην εδεχθη, προθυμοτερος δε ων ανεχωρησε προς εσας αυτοπροαιρετος.
<scripture passage="2Cor 8:18" parsed="|2Cor|8|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.18" />
<sup>18</sup>Επεμψαμεν δε μετ' αυτου τον αδελφον, του οποιου ο εν τω ευαγγελιω επαινος γινεται κατα πασας τας εκκλησιας·
<scripture passage="2Cor 8:19" parsed="|2Cor|8|19|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.19" />
<sup>19</sup>και ουχι μονον τουτο, αλλα και εψηφισθη υπο των εκκλησιων συνοδοιπορος ημων μετα της δωρεας ταυτης της διακονουμενης υφ' ημων προς την δοξαν αυτου του Κυριου και προς ενδειξιν της προθυμιας σας·
<scripture passage="2Cor 8:20" parsed="|2Cor|8|20|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.20" />
<sup>20</sup>φοβουμενοι τουτο, μη προσαψη τις εις ημας μωμον εν τη αφθονια ταυτη τη διακονουμενη υφ' ημων,
<scripture passage="2Cor 8:21" parsed="|2Cor|8|21|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.21" />
<sup>21</sup>προνοουντες τα καλα ουχι μονον ενωπιον του Κυριου, αλλα και ενωπιον των ανθρωπων.
<scripture passage="2Cor 8:22" parsed="|2Cor|8|22|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.22" />
<sup>22</sup>Επεμψαμεν δε μετ' αυτων τον αδελφον ημων, τον οποιον πολλακις εδοκιμασαμεν εν πολλοις οτι ειναι προθυμος, τωρα δε πολυ προθυμοτερος δια την πολλην πεποιθησιν την προς εσας.
<scripture passage="2Cor 8:23" parsed="|2Cor|8|23|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.23" />
<sup>23</sup>Οσον μεν περι Τιτου, ειναι κοινωνος εμου και εις εσας συνεργος· οσον δε περι των αδελφων ημων, ειναι αποστολοι των εκκλησιων, δοξα Χριστου.
<scripture passage="2Cor 8:24" parsed="|2Cor|8|24|0|0" osisRef="Bible:2Cor.8.24" />
<sup>24</sup>Την ενδειξιν λοιπον της αγαπης σας και της καυχησεως ημων την οποιαν εχομεν δια σας, δειξατε προς αυτους και ενωπιον των εκκλησιων.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 9" progress="93.98%" prev="iiCor.8" next="iiCor.10" id="iiCor.9">
<h3 id="iiCor.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.9-p1">
<scripture passage="2Cor 9:1" parsed="|2Cor|9|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.1" />
<sup>1</sup>Διοτι περι της διακονιας της εις τους αγιους περιττον ειναι εις εμε να σας γραφω.
<scripture passage="2Cor 9:2" parsed="|2Cor|9|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.2" />
<sup>2</sup>Επειδη εξευρω την προθυμιαν σας, την οποιαν καυχωμαι περι υμων προς τους Μακεδονας, οτι η Αχαια ητοιμασθη απο περυσι· και ο ζηλος σας διηγειρε πολλους.
<scripture passage="2Cor 9:3" parsed="|2Cor|9|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.3" />
<sup>3</sup>Επεμψα δε τους αδελφους, δια να μη ματαιωθη ως προς τουτο η δια σας καυχησις ημων· δια να ησθε, καθως ελεγον, ητοιμασμενοι,
<scripture passage="2Cor 9:4" parsed="|2Cor|9|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.4" />
<sup>4</sup>μηπως, εαν ελθωσι μετ' εμου Μακεδονες και σας ευρωσιν ανετοιμους, καταισχυνθωμεν ημεις, δια να μη λεγωμεν σεις, εις την πεποιθησιν ταυτην της καυχησεως.
<scripture passage="2Cor 9:5" parsed="|2Cor|9|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.5" />
<sup>5</sup>Αναγκαιον λοιπον εστοχασθην να παρακαλεσω τους αδελφους να ελθωσι προτερον εις εσας και να προετοιμασωσι την προυποσχεθεισαν ελεημοσυνην σας, ωστε να ηναι ετοιμη αυτη, ουτως ως ελεημοσυνη και ουχι ως πλεονεξια.
<scripture passage="2Cor 9:6" parsed="|2Cor|9|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.6" />
<sup>6</sup>Τουτο δε λεγω, οτι ο σπειρων με φειδωλιαν και με φειδωλιαν θελει θερισει, και ο σπειρων με αφθονιαν και με αφθονιαν θελει θερισει.
<scripture passage="2Cor 9:7" parsed="|2Cor|9|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.7" />
<sup>7</sup>Εκαστος κατα την προαιρεσιν της καρδιας αυτου, ουχι με λυπην η εξ αναγκης· διοτι τον ιλαρον δοτην αγαπα ο Θεος.
<scripture passage="2Cor 9:8" parsed="|2Cor|9|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.8" />
<sup>8</sup>Δυνατος δε ειναι ο Θεος να περισσευση πασαν χαριν εις εσας, ωστε εχοντες παντοτε εν παντι πασαν αυταρκειαν να περισσευητε εις παν εργον αγαθον,
<scripture passage="2Cor 9:9" parsed="|2Cor|9|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.9" />
<sup>9</sup>καθως ειναι γεγραμμενον· Εσκορπισεν, εδωκεν εις τους πενητας· η δικαιοσυνη αυτου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Cor 9:10" parsed="|2Cor|9|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.10" />
<sup>10</sup>Ο δε χορηγων σπορον εις τον σπειροντα και αρτον προς τροφην ειθε να χορηγηση και να πληθυνη τον σπορον σας και να αυξηση τα γεννηματα της δικαιοσυνης σας·
<scripture passage="2Cor 9:11" parsed="|2Cor|9|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.11" />
<sup>11</sup>πλουτιζομενοι κατα παντα εις πασαν ελευθεριοτητα, ητις εργαζεται δι' ημων ευχαριστιαν εις τον Θεον.
<scripture passage="2Cor 9:12" parsed="|2Cor|9|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.12" />
<sup>12</sup>Διοτι η διακονια της υπηρεσιας ταυτης ουχι μονον προσαναπληροι τας στερησεις των αγιων, αλλα και περισσευει δια πολλων ευχαριστιων προς τον Θεον·
<scripture passage="2Cor 9:13" parsed="|2Cor|9|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.13" />
<sup>13</sup>επειδη δοκιμαζοντες την διακονιαν ταυτην δοξαζουσι τον Θεον δια την υποταγην της εις το ευαγγελιον του Χριστου ομολογιας σας και δια την ελευθεριοτητα της προς αυτους και προς παντας μεταδοσεως,
<scripture passage="2Cor 9:14" parsed="|2Cor|9|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.14" />
<sup>14</sup>και δια της υπερ υμων δεησεως αυτων, οιτινες σας επιποθουσι δια την προς εσας υπερβαλλουσαν χαριν του Θεου.
<scripture passage="2Cor 9:15" parsed="|2Cor|9|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.9.15" />
<sup>15</sup>Χαρις δε εις τον Θεον δια την ανεκδιηγητον αυτου δωρεαν.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 10" progress="94.03%" prev="iiCor.9" next="iiCor.11" id="iiCor.10">
<h3 id="iiCor.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.10-p1">
<scripture passage="2Cor 10:1" parsed="|2Cor|10|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.1" />
<sup>1</sup>Αυτος δε εγω ο Παυλος σας παρακαλω δια της πραοτητος και επιεικειας του Χριστου, οστις παρων μεν ειμαι ταπεινος μεταξυ σας, απων δε λαμβανω θαρρος προς εσας·
<scripture passage="2Cor 10:2" parsed="|2Cor|10|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.2" />
<sup>2</sup>σας παρακαλω δε οταν ελθω, να μη λαβω θαρρος με την πεποιθησιν εκεινην, με την οποιαν στοχαζομαι να τολμησω εναντιον τινων, οιτινες θεωρουσιν ημας ως κατα σαρκα περιπατουντας.
<scripture passage="2Cor 10:3" parsed="|2Cor|10|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.3" />
<sup>3</sup>Διοτι αν και περιπατωμεν εν σαρκι, δεν πολεμουμεν ομως κατα σαρκα·
<scripture passage="2Cor 10:4" parsed="|2Cor|10|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.4" />
<sup>4</sup>διοτι τα οπλα του πολεμου ημων δεν ειναι σαρκικα, αλλα δυνατα συν Θεω προς καθαιρεσιν οχυρωματων·
<scripture passage="2Cor 10:5" parsed="|2Cor|10|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.5" />
<sup>5</sup>επειδη καθαιρουμεν λογισμους και παν υψωμα επαιρομενον εναντιον της γνωσεως του Θεου, και αιχμαλωτιζομεν παν νοημα εις την υπακοην του Χριστου,
<scripture passage="2Cor 10:6" parsed="|2Cor|10|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.6" />
<sup>6</sup>και ειμεθα ετοιμοι να εκδικησωμεν πασαν παρακοην, οταν γεινη πληρης η υπακοη σας.
<scripture passage="2Cor 10:7" parsed="|2Cor|10|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.7" />
<sup>7</sup>Τα κατα προσωπον βλεπετε. Εαν τις εχη πεποιθησιν εις εαυτον οτι ειναι του Χριστου, ας συλλογιζηται τουτο παλιν αφ' εαυτου, οτι καθως αυτος ειναι του Χριστου, ουτω και ημεις ειμεθα του Χριστου.
<scripture passage="2Cor 10:8" parsed="|2Cor|10|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εαν και περισσοτερον τι καυχηθω δια την εξουσιαν ημων, την οποιαν εδωκεν εις ημας ο Κυριος εις οικοδομην και ουχι εις καθαιρεσιν σας, δεν θελω αισχυνθη,
<scripture passage="2Cor 10:9" parsed="|2Cor|10|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.9" />
<sup>9</sup>δια να μη φανω οτι θελω να σας εκφοβιζω δια των επιστολων.
<scripture passage="2Cor 10:10" parsed="|2Cor|10|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.10" />
<sup>10</sup>Διοτι αι μεν επιστολαι, λεγει τις, ειναι βαρειαι και ισχυραι, η δε παρουσια του σωματος ασθενης και ο λογος εξουθενημενος.
<scripture passage="2Cor 10:11" parsed="|2Cor|10|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.11" />
<sup>11</sup>Τουτο ας παρατηρη ο τοιουτος, οτι οποιοι ειμεθα εις τον λογον δια των επιστολων αποντες, τοιουτοι και παροντες εις το εργον.
<scripture passage="2Cor 10:12" parsed="|2Cor|10|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.12" />
<sup>12</sup>Διοτι δεν τολμωμεν να συναριθμησωμεν η να συγκρινωμεν εαυτους προς τινας εκ των συνιστωντων εαυτους· αλλ' αυτοι καθ' εαυτους μετρουντες εαυτους και προς εαυτους συγκρινοντες εαυτους ανοηταινουσιν.
<scripture passage="2Cor 10:13" parsed="|2Cor|10|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.13" />
<sup>13</sup>Αλλ' ημεις δεν θελομεν καυχηθη εις τα αμετρα, αλλα κατα το μετρον του κανονος, το οποιον εμοιρασεν εις ημας ο Θεος, μετρον ωστε να φθασωμεν εως και εις εσας.
<scripture passage="2Cor 10:14" parsed="|2Cor|10|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.14" />
<sup>14</sup>Διοτι δεν υπερεκτεινομεν εαυτους ως μη φθασαντες εις εσας. επειδη εως και εις εσας εφθασαμεν δια του ευαγγελιου του Χριστου,
<scripture passage="2Cor 10:15" parsed="|2Cor|10|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.15" />
<sup>15</sup>και δεν καυχωμεθα εις τα αμετρα εις ξενους κοπους, αλλ' εχομεν ελπιδα, οτι αυξανομενης της πιστεως σας, θελομεν μεγαλυνθη εις εσας εκ περισσου κατα τον κανονα ημων,
<scripture passage="2Cor 10:16" parsed="|2Cor|10|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.16" />
<sup>16</sup>ωστε να κηρυξωμεν το ευαγγελιον και εις τους επεκεινα υμων τοπους, ουχι να καυχηθωμεν εις τα εν αλλοτριω κανονι ετοιμα.
<scripture passage="2Cor 10:17" parsed="|2Cor|10|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' οστις καυχαται, εν Κυριω ας καυχαται·
<scripture passage="2Cor 10:18" parsed="|2Cor|10|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.10.18" />
<sup>18</sup>διοτι δεν ειναι δοκιμος οστις συνιστα αυτος εαυτον, αλλ' εκεινος τον οποιον ο Κυριος συνιστα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 11" progress="94.08%" prev="iiCor.10" next="iiCor.12" id="iiCor.11">
<h3 id="iiCor.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.11-p1">
<scripture passage="2Cor 11:1" parsed="|2Cor|11|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.1" />
<sup>1</sup>Ειθε να υποφερητε ολιγον τι την αφροσυνην μου· αλλα και υποφερετε με.
<scripture passage="2Cor 11:2" parsed="|2Cor|11|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ειμαι ζηλοτυπος προς εσας κατα ζηλοτυπιαν Θεου· επειδη σας ηρραρωνισα με ενα ανδρα, δια να σας παραστησω παρθενον αγνην εις τον Χριστον.
<scripture passage="2Cor 11:3" parsed="|2Cor|11|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.3" />
<sup>3</sup>φοβουμαι ομως μηπως, καθως ο οφις εξηπατησε την Ευαν δια της πανουργιας αυτου, διαφθαρη ουτως ο νους σας, εκπεσων απο της απλοτητος της εις τον Χριστον.
<scripture passage="2Cor 11:4" parsed="|2Cor|11|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εαν ο ερχομενος κηρυττη προς εσας αλλον Ιησουν, τον οποιον ημεις δεν εκηρυξαμεν, η λαμβανητε αλλο πνευμα, το οποιον δεν ελαβετε, η αλλο ευαγγελιον, το οποιον δεν εδεχθητε, καλως ηθελετε υποφερει αυτον.
<scripture passage="2Cor 11:5" parsed="|2Cor|11|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.5" />
<sup>5</sup>Αλλα στοχαζομαι οτι δεν ειμαι εις ουδεν κατωτερος των πρωτιστων αποστολων.
<scripture passage="2Cor 11:6" parsed="|2Cor|11|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.6" />
<sup>6</sup>Εαν δε και ημαι ιδιωτης κατα τον λογον, αλλ' ουχι κατα την γνωσιν, αλλ' εν παντι τροπω εφανερωθημεν κατα παντα εις εσας.
<scripture passage="2Cor 11:7" parsed="|2Cor|11|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.7" />
<sup>7</sup>Η επραξα αμαρτιαν ταπεινονων εμαυτον δια να υψωθητε σεις, διοτι σας εκηρυξα δωρεαν το ευαγγελιον του Θεου;
<scripture passage="2Cor 11:8" parsed="|2Cor|11|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.8" />
<sup>8</sup>Αλλας εκκλησιας εγυμνωσα λαβων τα αναγκαια δια την υπηρεσιαν σας,
<scripture passage="2Cor 11:9" parsed="|2Cor|11|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.9" />
<sup>9</sup>και οτε ημην παρων εις εσας και εστερηθην, δεν κατεβαρυνα ουδενα· διοτι την στερησιν μου προσανεπληρωσαν οι αδελφοι ελθοντες απο Μακεδονιας· και κατα παντα εφυλαξα εμαυτον και θελω φυλαξει αβαρη προς εσας.
<scripture passage="2Cor 11:10" parsed="|2Cor|11|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.10" />
<sup>10</sup>Ειναι αληθεια του Χριστου εν εμοι οτι η καυχησις αυτη δεν θελει αποκλεισθη εις εμε εν τοις τοποις της Αχαιας.
<scripture passage="2Cor 11:11" parsed="|2Cor|11|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.11" />
<sup>11</sup>Δια τι; διοτι δεν σας αγαπω; ο Θεος γινωσκει.
<scripture passage="2Cor 11:12" parsed="|2Cor|11|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.12" />
<sup>12</sup>Ο, τι δε καμνω, τουτο και θελω καμνει, δια να εκκοψω την αφορμην των θελοντων αφορμην, ινα ευρεθωσιν εις εκεινο, δια το οποιον καυχωνται, τοιουτοι καθως και ημεις.
<scripture passage="2Cor 11:13" parsed="|2Cor|11|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.13" />
<sup>13</sup>Διοτι οι τοιουτοι ειναι ψευδαποστολοι, εργαται δολιοι, μετασχηματιζομενοι εις αποστολους Χριστου.
<scripture passage="2Cor 11:14" parsed="|2Cor|11|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.14" />
<sup>14</sup>Και ουδεν θαυμαστον· διοτι αυτος ο Σατανας μετασχηματιζεται εις αγγελον φωτος.
<scripture passage="2Cor 11:15" parsed="|2Cor|11|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.15" />
<sup>15</sup>Δεν ειναι λοιπον μεγα αν και οι διακονοι αυτου μετασχηματιζωνται εις διακονους δικαιοσυνης, των οποιων το τελος θελει εισθαι κατα τα εργα αυτων.
<scripture passage="2Cor 11:16" parsed="|2Cor|11|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.16" />
<sup>16</sup>Παλιν λεγω, Μηδεις ας μη με στοχασθη οτι ειμαι αφρων· ει δε μη, δεχθητε με καν ως αφρονα, δια να καυχηθω και εγω ολιγον τι.
<scripture passage="2Cor 11:17" parsed="|2Cor|11|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.17" />
<sup>17</sup>Ο, τι λαλω, εις τουτο το θαρρος της καυχησεως, δεν λαλω κατα τον Κυριον, αλλ' ως αφρων.
<scripture passage="2Cor 11:18" parsed="|2Cor|11|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.18" />
<sup>18</sup>Επειδη πολλοι καυχωνται κατα την σαρκα, θελω καυχηθη και εγω.
<scripture passage="2Cor 11:19" parsed="|2Cor|11|19|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.19" />
<sup>19</sup>Διοτι σεις ευχαριστως υποφερετε τους αφρονας, οντες φρονιμοι·
<scripture passage="2Cor 11:20" parsed="|2Cor|11|20|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.20" />
<sup>20</sup>επειδη υποφερετε, εαν τις σας καταδουλονη, εαν τις σας κατατρωγη, εαν τις λαμβανη τα υμων, εαν τις επαιρηται, εαν τις σας κτυπα εις το προσωπον.
<scripture passage="2Cor 11:21" parsed="|2Cor|11|21|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.21" />
<sup>21</sup>Κατα ατιμιαν λεγω, ως να ημεθα ημεις ασθενεις. Αλλ' εις ο, τι τολμα τις, αφρονως ομιλω, τολμω και εγω.
<scripture passage="2Cor 11:22" parsed="|2Cor|11|22|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.22" />
<sup>22</sup>Εβραιοι ειναι; και εγω· Ισραηλιται ειναι; και εγω· σπερμα Αβρααμ ειναι; και εγω·
<scripture passage="2Cor 11:23" parsed="|2Cor|11|23|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.23" />
<sup>23</sup>υπηρεται του Χριστου ειναι; παραφρονων λαλω, πλειοτερον εγω· εις κοπους περισσοτερον, εις πληγας καθ' υπερβολην, εις φυλακας περισσοτερον, εις θανατους πολλακις.
<scripture passage="2Cor 11:24" parsed="|2Cor|11|24|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.24" />
<sup>24</sup>υπο των Ιουδαιων πεντακις ελαβον πληγας τεσσαρακοντα παρα μιαν,
<scripture passage="2Cor 11:25" parsed="|2Cor|11|25|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.25" />
<sup>25</sup>τρις ερραβδισθην, απαξ ελιθοβοληθην, τρις εναυαγησα, εν ημερονυκτιον εν τω βυθω εκαμον.
<scripture passage="2Cor 11:26" parsed="|2Cor|11|26|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.26" />
<sup>26</sup>εις οδοιποριας πολλακις, εις κινδυνους ποταμων, κινδυνους ληστων, κινδυνους εκ του γενους, κινδυνους εξ εθνων, κινδυνους εν πολει, κινδυνους εν ερημια, κινδυνους εν θαλασση, κινδυνους εν ψευδαδελφοις.
<scripture passage="2Cor 11:27" parsed="|2Cor|11|27|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.27" />
<sup>27</sup>εν κοπω και μοχθω, εν αγρυπνιαις πολλακις, εν πεινη και διψη, εν νηστειαις πολλακις, εν ψυχει και γυμνοτητι·
<scripture passage="2Cor 11:28" parsed="|2Cor|11|28|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.28" />
<sup>28</sup>εκτος των εξωτερικων ο καθ' ημεραν επικειμενος εις εμε αγων, η μεριμνα πασων των εκκλησιων.
<scripture passage="2Cor 11:29" parsed="|2Cor|11|29|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.29" />
<sup>29</sup>Τις ασθενει, και δεν ασθενω; τις σκανδαλιζεται, και εγω δεν φλεγομαι;
<scripture passage="2Cor 11:30" parsed="|2Cor|11|30|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.30" />
<sup>30</sup>Εαν πρεπη να καυχωμαι, θελω καυχηθη εις τα της ασθενειας μου.
<scripture passage="2Cor 11:31" parsed="|2Cor|11|31|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.31" />
<sup>31</sup>Ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, ο ων ευλογητος εις τους αιωνας, γνωριζει οτι δεν ψευδομαι.
<scripture passage="2Cor 11:32" parsed="|2Cor|11|32|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.32" />
<sup>32</sup>Εν Δαμασκω ο εθναρχης του βασιλεως Αρετα εφρουρει την πολιν των Δαμασκηνων, θελων να με πιαση,
<scripture passage="2Cor 11:33" parsed="|2Cor|11|33|0|0" osisRef="Bible:2Cor.11.33" />
<sup>33</sup>και δια θυριδος απο του τειχους κατεβιβασθην εν κοφινω και εξεφυγον τας χειρας αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 12" progress="94.17%" prev="iiCor.11" next="iiCor.13" id="iiCor.12">
<h3 id="iiCor.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.12-p1">
<scripture passage="2Cor 12:1" parsed="|2Cor|12|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.1" />
<sup>1</sup>να καυχωμαι βεβαια δεν μοι συμφερει· διοτι θελω ελθει εις οπτασιας και αποκαλυψεις Κυριου.
<scripture passage="2Cor 12:2" parsed="|2Cor|12|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.2" />
<sup>2</sup>Γνωριζω ανθρωπον εν Χριστω προ ετων δεκατεσσαρων, ειτε εντος του σωματος δεν εξευρω, ειτε εκτος του σωματος δεν εξευρω, ο Θεος εξευρει· οτι ηρπαγη ο τοιουτος εως τριτου ουρανου.
<scripture passage="2Cor 12:3" parsed="|2Cor|12|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.3" />
<sup>3</sup>Και γνωριζω τον τοιουτον ανθρωπον, ειτε εντος του σωματος ειτε εκτος του σωματος δεν εξευρω, ο Θεος εξευρει,
<scripture passage="2Cor 12:4" parsed="|2Cor|12|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.4" />
<sup>4</sup>οτι ηρπαγη εις τον παραδεισον και ηκουσεν ανεκλαλητα λογια, τα οποια δεν συγχωρειται εις ανθρωπον να λαληση.
<scripture passage="2Cor 12:5" parsed="|2Cor|12|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.5" />
<sup>5</sup>Υπερ του τοιουτου θελω καυχηθη, υπερ δε εμαυτου δεν θελω καυχηθη ειμη εις τας ασθενειας μου.
<scripture passage="2Cor 12:6" parsed="|2Cor|12|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εαν θελησω να καυχηθω, δεν θελω εισθαι αφρων, επειδη αληθειαν θελω ειπει· συστελλομαι ομως μη στοχασθη τις εις εμε ανωτερον τι αφ' ο, τι με βλεπει η ακουει τι εξ εμου.
<scripture passage="2Cor 12:7" parsed="|2Cor|12|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.7" />
<sup>7</sup>Και δια να μη υπεραιρωμαι δια την υπερβολην των αποκαλυψεων, μοι εδοθη σκολοψ εις την σαρκα, αγγελος Σαταν δια να με ραπιζη, δια να μη υπεραιρωμαι.
<scripture passage="2Cor 12:8" parsed="|2Cor|12|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.8" />
<sup>8</sup>Περι τουτου τρις παρεκαλεσα τον Κυριον δια να απομακρυνθη απ' εμου·
<scripture passage="2Cor 12:9" parsed="|2Cor|12|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.9" />
<sup>9</sup>και μοι ειπεν· Αρκει εις σε η χαρις μου· διοτι η δυναμις μου εν αδυναμια δεικνυεται τελεια. Με ακραν λοιπον ευχαριστησιν θελω καυχηθη μαλλον εις τας αδυναμιας μου, δια να κατοικηση εν εμοι η δυναμις του Χριστου.
<scripture passage="2Cor 12:10" parsed="|2Cor|12|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.10" />
<sup>10</sup>Οθεν ευαρεστουμαι εις τας αδυναμιας, εις τας υβρεις, εις τας αναγκας, εις τους διωγμους, εις τας στενοχωριας, υπερ του Χριστου· διοτι οταν ημαι αδυνατος, τοτε ειμαι δυνατος.
<scripture passage="2Cor 12:11" parsed="|2Cor|12|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.11" />
<sup>11</sup>Εγεινα αφρων καυχωμενος· σεις με ηναγκασατε. Διοτι επρεπεν εγω να συνιστωμαι απο σας· επειδη εις ουδεν υπηρξα κατωτερος των πρωτιστων αποστολων, αν και ημαι μηδεν.
<scripture passage="2Cor 12:12" parsed="|2Cor|12|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.12" />
<sup>12</sup>Τα μεν σημεια του αποστολου ενηργηθησαν μεταξυ σας εν παση υπομονη, δια θαυματων και τεραστιων και δυναμεων.
<scripture passage="2Cor 12:13" parsed="|2Cor|12|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.13" />
<sup>13</sup>Διοτι κατα τι εμεινατε κατωτεροι των λοιπων εκκλησιων, ειμη οτι αυτος εγω δεν σας κατεβαρυνα; συγχωρησατε μοι την αδικιαν ταυτην.
<scripture passage="2Cor 12:14" parsed="|2Cor|12|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.14" />
<sup>14</sup>Ιδου, τριτην φοραν ειμαι ετοιμος να ελθω προς εσας, και δεν θελω σας καταβαρυνει· διοτι δεν ζητω τα υμων, αλλ' υμας. Διοτι δεν χρεωστουσι τα τεκνα να θησαυριζωσι δια τους γονεις, αλλ' οι γονεις δια τα τεκνα.
<scripture passage="2Cor 12:15" parsed="|2Cor|12|15|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.15" />
<sup>15</sup>Εγω δε με ακραν χαραν θελω δαπανησει και ολως δαπανηθη υπερ των ψυχων σας, αν και ενω σας αγαπω περισσοτερον, αγαπωμαι ολιγωτερον.
<scripture passage="2Cor 12:16" parsed="|2Cor|12|16|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.16" />
<sup>16</sup>Εστω ομως, εγω δεν σας κατεβαρυνα, αλλα πανουργος ων, σας επιασα με δολον.
<scripture passage="2Cor 12:17" parsed="|2Cor|12|17|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.17" />
<sup>17</sup>Μηπως δια τινος εξ εκεινων, τους οποιους εστειλα προς εσας, δι' αυτου επλεονεκτησα απο σας;
<scripture passage="2Cor 12:18" parsed="|2Cor|12|18|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.18" />
<sup>18</sup>Παρεκαλεσα τον Τιτον, και μετ' αυτου απεστειλα τον αδελφον· μηπως ο Τιτος επλεονεκτησε τι απο σας; ουχι με το αυτο πνευμα περιεπατησαμεν; ουχι εις τα αυτα ιχνη;
<scripture passage="2Cor 12:19" parsed="|2Cor|12|19|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.19" />
<sup>19</sup>Παλιν νομιζετε οτι απολογουμεθα προς εσας; ενωπιον του Θεου λαλουμεν εν Χριστω· πραττομεν δε τα παντα, αγαπητοι, δια την οικοδομην σας.
<scripture passage="2Cor 12:20" parsed="|2Cor|12|20|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.20" />
<sup>20</sup>Διοτι φοβουμαι μηπως ελθων δεν σας ευρω οποιους θελω, και εγω ευρεθω εις εσας οποιον δεν θελετε, μηπως ηναι μεταξυ σας εριδες, ζηλοτυπιαι, θυμοι, μαχαι, καταλαλιαι, ψιθυρισμοι, αλαζονειαι, ακαταστασιαι,
<scripture passage="2Cor 12:21" parsed="|2Cor|12|21|0|0" osisRef="Bible:2Cor.12.21" />
<sup>21</sup>μηπως παλιν οταν ελθω προς εσας, με ταπεινωση ο Θεος μου και πενθησω πολλους των προαμαρτησαντων και μη μετανοησαντων δια την ακαθαρσιαν και πορνειαν και ασελγειαν, την οποιαν επραξαν.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Corinthians 13" progress="94.24%" prev="iiCor.12" next="Gal" id="iiCor.13">
<h3 id="iiCor.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="iiCor.13-p1">
<scripture passage="2Cor 13:1" parsed="|2Cor|13|1|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.1" />
<sup>1</sup>Τριτην ταυτην φοραν ερχομαι προς εσας· επι στοματος δυο μαρτυρων και τριων θελει βεβαιουσθαι πας λογος.
<scripture passage="2Cor 13:2" parsed="|2Cor|13|2|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.2" />
<sup>2</sup>Προειπον και προλεγω, ως παρων την δευτεραν φοραν, και τωρα απων γραφω προς τους προαμαρτησαντας και τους λοιπους παντας, οτι εαν ελθω παλιν, δεν θελω φεισθη·
<scripture passage="2Cor 13:3" parsed="|2Cor|13|3|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.3" />
<sup>3</sup>επειδη ζητειτε δοκιμην του δι' εμου λαλουντος Χριστου, οστις δεν ειναι ασθενης προς εσας, αλλ' ειναι δυνατος μεταξυ σας.
<scripture passage="2Cor 13:4" parsed="|2Cor|13|4|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.4" />
<sup>4</sup>Διοτι αν εσταυρωθη εξ ασθενειας, ζη ομως εκ δυναμεως Θεου. διοτι και ημεις ασθενουμεν εν αυτω, πλην εκ δυναμεως Θεου θελομεν ζησει μετ' αυτου εις εσας.
<scripture passage="2Cor 13:5" parsed="|2Cor|13|5|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.5" />
<sup>5</sup>Εαυτους εξεταζετε αν ησθε εν τη πιστει, εαυτους δοκιμαζετε. Η δεν γνωριζετε εαυτους οτι ο Ιησους Χριστος ειναι εν υμιν; εκτος εαν ησθε αδοκιμοι κατα τι.
<scripture passage="2Cor 13:6" parsed="|2Cor|13|6|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.6" />
<sup>6</sup>Ελπιζω δε οτι θελετε γνωρισει οτι ημεις δεν ειμεθα αδοκιμοι.
<scripture passage="2Cor 13:7" parsed="|2Cor|13|7|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.7" />
<sup>7</sup>Ευχομαι δε εις τον Θεον να μη πραξητε μηδεν κακον, ουχι δια να φανωμεν ημεις δοκιμοι, αλλα δια να πραττητε σεις το καλον, ημεις δε ας ημεθα ως αδοκιμοι.
<scripture passage="2Cor 13:8" parsed="|2Cor|13|8|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.8" />
<sup>8</sup>Διοτι δεν δυναμεθα να πραξωμεν τι κατα της αληθειας, αλλ' υπερ της αληθειας.
<scripture passage="2Cor 13:9" parsed="|2Cor|13|9|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.9" />
<sup>9</sup>Επειδη χαιρομεν οταν ημεις ασθενωμεν, σεις δε ησθε δυνατοι· τουτο μαλιστα και ευχομεθα, την τελειοποιησιν σας.
<scripture passage="2Cor 13:10" parsed="|2Cor|13|10|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο ταυτα γραφω απων, δια να μη φερθω αποτομως παρων κατα την εξουσιαν, την οποιαν μοι εδωκεν ο Κυριος προς οικοδομην και ουχι προς καθαιρεσιν.
<scripture passage="2Cor 13:11" parsed="|2Cor|13|11|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.11" />
<sup>11</sup>Λοιπον, αδελφοι, χαιρετε, τελειοποιεισθε, παραμυθεισθε, φρονειτε το αυτο, ειρηνευετε· και ο Θεος της αγαπης και της ειρηνης θελει εισθαι μεθ' υμων.
<scripture passage="2Cor 13:12" parsed="|2Cor|13|12|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.12" />
<sup>12</sup>Ασπασθητε αλληλους εν φιληματι αγιω.
<scripture passage="2Cor 13:13" parsed="|2Cor|13|13|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.13" />
<sup>13</sup>Σας ασπαζονται παντες οι αγιοι.
<scripture passage="2Cor 13:14" parsed="|2Cor|13|14|0|0" osisRef="Bible:2Cor.13.14" />
<sup>14</sup>Η χαρις του Κυριου Ιησου Χριστου και η αγαπη του Θεου και η κοινωνια του Αγιου Πνευματος ειη μετα παντων υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Galatians" progress="94.28%" prev="iiCor.13" next="Gal.1" id="Gal">
<h2 id="Gal-p0.1">Galatians</h2>

<div3 title="Galatians 1" progress="94.28%" prev="Gal" next="Gal.2" id="Gal.1">
<h3 id="Gal.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Gal.1-p1">
<scripture passage="Gal 1:1" parsed="|Gal|1|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος αποστολος ουχι απο ανθρωπων, ουδε δι' ανθρωπου, αλλα δια Ιησου Χριστου και Θεου Πατρος του αναστησαντος αυτον εκ νεκρων,
<scripture passage="Gal 1:2" parsed="|Gal|1|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.2" />
<sup>2</sup>και παντες οι μετ' εμου αδελφοι, προς τας εκκλησιας της Γαλατιας·
<scripture passage="Gal 1:3" parsed="|Gal|1|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.3" />
<sup>3</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος και Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Gal 1:4" parsed="|Gal|1|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.4" />
<sup>4</sup>οστις εδωκεν εαυτον δια τας αμαρτιας ημων, δια να ελευθερωση ημας εκ του παροντος πονηρου αιωνος κατα το θελημα του Θεου και Πατρος ημων,
<scripture passage="Gal 1:5" parsed="|Gal|1|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.5" />
<sup>5</sup>εις τον οποιον εστω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="Gal 1:6" parsed="|Gal|1|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.6" />
<sup>6</sup>Θαυμαζω οτι τοσον ταχεως μεταφερεσθε απο εκεινου, οστις σας εκαλεσε δια της χαριτος του Χριστου, εις αλλο ευαγγελιον,
<scripture passage="Gal 1:7" parsed="|Gal|1|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.7" />
<sup>7</sup>το οποιον δεν ειναι αλλο, αλλ' υπαρχουσι τινες, οι οποιοι σας ταραττουσι και θελουσι να μετατρεψωσι το ευαγγελιον του Χριστου.
<scripture passage="Gal 1:8" parsed="|Gal|1|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.8" />
<sup>8</sup>Αλλα και εαν ημεις η αγγελος εξ ουρανου σας κηρυττη αλλο ευαγγελιον παρα εκεινο, το οποιον σας εκηρυξαμεν, ας ηναι αναθεμα.
<scripture passage="Gal 1:9" parsed="|Gal|1|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.9" />
<sup>9</sup>Καθως προειπομεν, και τωρα παλιν λεγω· Εαν τις σας κηρυττη αλλο ευαγγελιον παρα εκεινο, το οποιον παρελαβετε, ας ηναι αναθεμα.
<scripture passage="Gal 1:10" parsed="|Gal|1|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.10" />
<sup>10</sup>Διοτι τωρα ανθρωπους πειθω η τον Θεον; η ζητω να αρεσκω εις ανθρωπους; διοτι εαν ακομη ηρεσκον εις ανθρωπους, δεν ηθελον εισθαι δουλος Χριστου.
<scripture passage="Gal 1:11" parsed="|Gal|1|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.11" />
<sup>11</sup>Αλλα σας γνωστοποιω, αδελφοι, οτι το ευαγγελιον το κηρυχθεν υπ' εμου δεν ειναι ανθρωπινον·
<scripture passage="Gal 1:12" parsed="|Gal|1|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.12" />
<sup>12</sup>διοτι ουδ' εγω παρελαβον αυτο παρα ανθρωπου ουτε εδιδαχθην, αλλα δι' αποκαλυψεως Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Gal 1:13" parsed="|Gal|1|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ηκουσατε την ποτε διαγωγην μου εν τω Ιουδαισμω, οτι καθ' υπερβολην εδιωκον την εκκλησιαν του Θεου και εκακοποιουν αυτην,
<scripture passage="Gal 1:14" parsed="|Gal|1|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.14" />
<sup>14</sup>και προεκοπτον εις τον Ιουδαισμον υπερ πολλους συνηλικιωτας εν τω γενει μου, περισσοτερον ζηλωτης υπαρχων των πατρικων μου παραδοσεων.
<scripture passage="Gal 1:15" parsed="|Gal|1|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.15" />
<sup>15</sup>Οτε δε ηυδοκησεν ο Θεος, ο προσδιορισας με εκ κοιλιας μητρος μου και καλεσας δια της χαριτος αυτου,
<scripture passage="Gal 1:16" parsed="|Gal|1|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.16" />
<sup>16</sup>να αποκαλυψη τον Υιον αυτου εν εμοι, δια να κηρυττω αυτον μεταξυ των εθνων, ευθυς δεν συνεβουλευθην σαρκα και αιμα,
<scripture passage="Gal 1:17" parsed="|Gal|1|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.17" />
<sup>17</sup>ουδε ανεβην εις Ιεροσολυμα προς τους προ εμου αποστολους, αλλ' απηλθον εις Αραβιαν και παλιν υπεστρεψα εις Δαμασκον.
<scripture passage="Gal 1:18" parsed="|Gal|1|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.18" />
<sup>18</sup>Επειτα μετα ετη τρια ανεβην εις Ιεροσολυμα, δια να γνωρισω προσωπικως τον Πετρον, και εμεινα παρ' αυτω ημερας δεκαπεντε·
<scripture passage="Gal 1:19" parsed="|Gal|1|19|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.19" />
<sup>19</sup>αλλον δε των αποστολων δεν ειδον, ειμη Ιακωβον τον αδελφον του Κυριου.
<scripture passage="Gal 1:20" parsed="|Gal|1|20|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.20" />
<sup>20</sup>Οσα δε σας γραφω, ιδου, ενωπιον του Θεου ομολογω οτι δεν ψευδομαι.
<scripture passage="Gal 1:21" parsed="|Gal|1|21|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.21" />
<sup>21</sup>Επειτα ηλθον εις τους τοπους της Συριας και της Κιλικιας.
<scripture passage="Gal 1:22" parsed="|Gal|1|22|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.22" />
<sup>22</sup>Και ημην προσωπικως αγνοουμενος εις τας εκκλησιας της Ιουδαιας τας εν Χριστω·
<scripture passage="Gal 1:23" parsed="|Gal|1|23|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.23" />
<sup>23</sup>ηκουον δε μονον οτι ο ποτε διωκων ημας, τωρα κηρυττει την πιστιν, την οποιαν ποτε κατεπολεμει,
<scripture passage="Gal 1:24" parsed="|Gal|1|24|0|0" osisRef="Bible:Gal.1.24" />
<sup>24</sup>και εδοξαζον τον Θεον δι' εμε.
</p>
</div3>

<div3 title="Galatians 2" progress="94.33%" prev="Gal.1" next="Gal.3" id="Gal.2">
<h3 id="Gal.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Gal.2-p1">
<scripture passage="Gal 2:1" parsed="|Gal|2|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.1" />
<sup>1</sup>Επειτα μετα δεκατεσσαρα ετη παλιν ανεβην εις Ιεροσολυμα μετα του Βαρναβα, συμπαραλαβων και τον Τιτον·
<scripture passage="Gal 2:2" parsed="|Gal|2|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.2" />
<sup>2</sup>ανεβην δε κατα αποκαλυψιν· και παρεστησα προς αυτους το ευαγγελιον, το οποιον κηρυττω μεταξυ των εθνων, κατ' ιδιαν δε προς τους επισημοτερους, μηπως τρεχω η ετρεξα εις ματην.
<scripture passage="Gal 2:3" parsed="|Gal|2|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.3" />
<sup>3</sup>Αλλ' ουδε ο Τιτος ο μετ' εμου, Ελλην ων, ηναγκασθη να περιτμηθη,
<scripture passage="Gal 2:4" parsed="|Gal|2|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.4" />
<sup>4</sup>αλλα δια τους παρεισακτους ψευδαδελφους, οιτινες παρεισηλθον δια να κατασκοπευσωσι την ελευθεριαν ημων, την οποιαν εχομεν εν Χριστω Ιησου, δια να μας καταδουλωσωσιν·
<scripture passage="Gal 2:5" parsed="|Gal|2|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.5" />
<sup>5</sup>εις τους οποιους ουδε προς ωραν υπεχωρησαμεν υποτασσομενοι, δια να διαμεινη εις εσας η αληθεια του ευαγγελιου.
<scripture passage="Gal 2:6" parsed="|Gal|2|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.6" />
<sup>6</sup>Περι δε των νομιζομενων οτι ειναι τι, οποιοι ποτε και αν ησαν, ουδολως φροντιζω· ο Θεος δεν βλεπει εις προσωπον ανθρωπου· διοτι εις εμε οι επισημοτεροι δεν προσεθεσαν ουδεν περισσοτερον,
<scripture passage="Gal 2:7" parsed="|Gal|2|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.7" />
<sup>7</sup>αλλα το εναντιον, αφου ειδον οτι ενεπιστευθην να κηρυττω το ευαγγελιον προς τους απεριτμητους καθως ο Πετρος προς τους περιτετμημενους·
<scripture passage="Gal 2:8" parsed="|Gal|2|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.8" />
<sup>8</sup>διοτι ο ενεργησας εις τον Πετρον, ωστε να αποσταλη προς τους περιτετμημενους, ενηργησε και εις εμε, προς τους εθνικους·
<scripture passage="Gal 2:9" parsed="|Gal|2|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.9" />
<sup>9</sup>και αφου εγνωρισαν την χαριν την δοθεισαν εις εμε Ιακωβος και Κηφας και Ιωαννης, οι θεωρουμενοι οτι ειναι στυλοι, δεξιας εδωκαν κοινωνιας εις εμε και εις τον Βαρναβαν, δια να υπαγωμεν ημεις μεν εις τα εθνη, αυτοι δε εις τους περιτετμημενους·
<scripture passage="Gal 2:10" parsed="|Gal|2|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.10" />
<sup>10</sup>μονον μας παρηγγειλαν να ενθυμωμεθα τους πτωχους, το οποιον και εσπουδασα αυτο τουτο να καμω.
<scripture passage="Gal 2:11" parsed="|Gal|2|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.11" />
<sup>11</sup>Οτε δε ηλθεν ο Πετρος εις την Αντιοχειαν, ηναντιωθην εις αυτον κατα προσωπον, διοτι ητο αξιομεμπτος.
<scripture passage="Gal 2:12" parsed="|Gal|2|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.12" />
<sup>12</sup>Επειδη πριν ελθωσι τινες απο του Ιακωβου, συνετρωγε με τους εθνικους· οτε δε ηλθον, συνεστελλετο και απεχωριζεν εαυτον, φοβουμενος τους εκ περιτομης.
<scripture passage="Gal 2:13" parsed="|Gal|2|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.13" />
<sup>13</sup>Και μετ' αυτου συνυπεκριθησαν και οι λοιποι Ιουδαιοι, ωστε και ο Βαρναβας συμπαρεσυρθη εις την υποκρισιν αυτων.
<scripture passage="Gal 2:14" parsed="|Gal|2|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' οτε εγω ειδον οτι δεν ορθοποδουσι προς την αληθειαν του ευαγγελιου, ειπον προς τον Πετρον εμπροσθεν παντων· Εαν συ Ιουδαιος ων ζης εθνικως και ουχι Ιουδαικως, δια τι αναγκαζεις τους εθνικους να ιουδαιζωσιν;
<scripture passage="Gal 2:15" parsed="|Gal|2|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.15" />
<sup>15</sup>ημεις εκ γεννησεως Ιουδαιοι οντες και ουχι εκ των εθνων αμαρτωλοι,
<scripture passage="Gal 2:16" parsed="|Gal|2|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.16" />
<sup>16</sup>εξευροντες οτι δεν δικαιουται ανθρωπος εξ εργων νομου ειμη δια πιστεως Ιησου Χριστου, και ημεις επιστευσαμεν εις τον Ιησουν Χριστον, δια να δικαιωθωμεν εκ πιστεως Χριστου και ουχι εξ εργων νομου, διοτι δεν θελει δικαιωθη εξ εργων νομου ουδεις ανθρωπος.
<scripture passage="Gal 2:17" parsed="|Gal|2|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν ζητουντες να δικαιωθωμεν εις τον Χριστον ευρεθημεν και ημεις αμαρτωλοι, αρα ο Χριστος αμαρτιας ειναι διακονος; Μη γενοιτο.
<scripture passage="Gal 2:18" parsed="|Gal|2|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.18" />
<sup>18</sup>Διοτι εαν οσα κατεστρεψα ταυτα παλιν οικοδομω, παραβατην δεικνυω εμαυτον.
<scripture passage="Gal 2:19" parsed="|Gal|2|19|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εγω δια του νομου απεθανον εις τον νομον, δια να ζησω εις τον Θεον.
<scripture passage="Gal 2:20" parsed="|Gal|2|20|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.20" />
<sup>20</sup>Μετα του Χριστου συνεσταυρωθην· ζω δε ουχι πλεον εγω, αλλ' ο Χριστος ζη εν εμοι· καθ' ο δε τωρα ζω εν σαρκι, ζω εν τη πιστει του Υιου του Θεου, οστις με ηγαπησε και παρεδωκεν εαυτον υπερ εμου.
<scripture passage="Gal 2:21" parsed="|Gal|2|21|0|0" osisRef="Bible:Gal.2.21" />
<sup>21</sup>Δεν αθετω την χαριν του Θεου· διοτι αν η δικαιωσις γινηται δια του νομου, αρα ο Χριστος εις ματην απεθανε.
</p>
</div3>

<div3 title="Galatians 3" progress="94.40%" prev="Gal.2" next="Gal.4" id="Gal.3">
<h3 id="Gal.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Gal.3-p1">
<scripture passage="Gal 3:1" parsed="|Gal|3|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.1" />
<sup>1</sup>Ω ανοητοι Γαλαται, τις σας εβασκανεν, ωστε να μη πειθησθε εις την αληθειαν σεις, εμπροσθεν εις τους οφθαλμους των οποιων ο Ιησους Χριστος, διεγραφη εσταυρωμενος μεταξυ σας;
<scripture passage="Gal 3:2" parsed="|Gal|3|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.2" />
<sup>2</sup>Τουτο μονον θελω να μαθω απο σας· Εξ εργων νομου ελαβετε το Πνευμα, η εξ ακοης της πιστεως;
<scripture passage="Gal 3:3" parsed="|Gal|3|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.3" />
<sup>3</sup>τοσον ανοητοι εισθε; αφου ηρχισατε με το Πνευμα, τωρα τελειονετε με την σαρκα;
<scripture passage="Gal 3:4" parsed="|Gal|3|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.4" />
<sup>4</sup>εις ματην επαθετε τοσα; αν μονον εις ματην.
<scripture passage="Gal 3:5" parsed="|Gal|3|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.5" />
<sup>5</sup>Εκεινος λοιπον οστις χορηγει εις εσας το Πνευμα και ενεργει θαυματα μεταξυ σας, εξ εργων νομου καμνει ταυτα η εξ ακοης πιστεως;
<scripture passage="Gal 3:6" parsed="|Gal|3|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.6" />
<sup>6</sup>καθως ο Αβρααμ επιστευσεν εις τον Θεον, και ελογισθη εις αυτον εις δικαιοσυνην.
<scripture passage="Gal 3:7" parsed="|Gal|3|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.7" />
<sup>7</sup>Εξευρετε λοιπον οτι οι οντες εκ πιστεως, ουτοι ειναι υιοι του Αβρααμ.
<scripture passage="Gal 3:8" parsed="|Gal|3|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.8" />
<sup>8</sup>Προιδουσα δε η γραφη οτι εκ πιστεως δικαιονει τα εθνη ο Θεος, προηγγειλεν εις τον Αβρααμ οτι θελουσιν ευλογηθη εν σοι παντα τα εθνη.
<scripture passage="Gal 3:9" parsed="|Gal|3|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.9" />
<sup>9</sup>Ωστε οι οντες εκ πιστεως ευλογουνται μετα του πιστου Αβρααμ.
<scripture passage="Gal 3:10" parsed="|Gal|3|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.10" />
<sup>10</sup>Διοτι οσοι ειναι εξ εργων νομου, υπο καταραν ειναι· επειδη ειναι γεγραμμενον· Επικαταρατος πας οστις δεν εμμενει εν πασι τοις γεγραμμενοις εν τω βιβλιω του νομου, ωστε να πραξη αυτα.
<scripture passage="Gal 3:11" parsed="|Gal|3|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.11" />
<sup>11</sup>Οτι δε ουδεις δικαιουται δια του νομου ενωπιον του Θεου, ειναι φανερον, διοτι ο δικαιος θελει ζησει εκ πιστεως,
<scripture passage="Gal 3:12" parsed="|Gal|3|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.12" />
<sup>12</sup>ο δε νομος δεν ειναι εκ πιστεως· αλλ' ο ανθρωπος ο πραττων αυτα θελει ζησει δι' αυτων.
<scripture passage="Gal 3:13" parsed="|Gal|3|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.13" />
<sup>13</sup>Ο Χριστος εξηγορασεν ημας εκ της καταρας του νομου, γενομενος καταρα υπερ ημων· διοτι ειναι γεγραμμενον· Επικαταρατος πας ο κρεμαμενος επι ξυλου.
<scripture passage="Gal 3:14" parsed="|Gal|3|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.14" />
<sup>14</sup>Δια να ελθη εις τα εθνη η ευλογια του Αβρααμ δια Ιησου Χριστου, ωστε να λαβωμεν την επαγγελιαν του Πνευματος δια της πιστεως.
<scripture passage="Gal 3:15" parsed="|Gal|3|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.15" />
<sup>15</sup>Αδελφοι, κατα ανθρωπον ομιλω· ομως και ανθρωπου διαθηκην κεκυρωμενην ουδεις αθετει η προσθετει εις αυτην.
<scripture passage="Gal 3:16" parsed="|Gal|3|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.16" />
<sup>16</sup>Προς δε τον Αβρααμ ελαληθησαν αι επαγγελιαι και προς το σπερμα αυτου· δεν λεγει, Και προς τα σπερματα, ως περι πολλων, αλλ' ως περι ενος, Και προς το σπερμα σου, οστις ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="Gal 3:17" parsed="|Gal|3|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.17" />
<sup>17</sup>Τουτο δε λεγω· οτι διαθηκην προκεκυρωμενην εις τον Χριστον υπο του Θεου ο μετα ετη τετρακοσια τριακοντα γενομενος νομος δεν ακυρονει, ωστε να καταργηση την επαγγελιαν.
<scripture passage="Gal 3:18" parsed="|Gal|3|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.18" />
<sup>18</sup>Διοτι εαν η κληρονομια ηναι εκ νομου, δεν ειναι πλεον εξ επαγγελιας· αλλ' εις τον Αβρααμ δι' επαγγελιας εχαρισε ταυτην ο Θεος.
<scripture passage="Gal 3:19" parsed="|Gal|3|19|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.19" />
<sup>19</sup>Δια τι λοιπον εδοθη ο νομος; Εξ αιτιας των παραβασεων προσετεθη, εωσου ελθη το σπερμα, προς το οποιον εγεινεν η επαγγελια, διαταχθεις δι' αγγελων δια χειρος μεσιτου·
<scripture passage="Gal 3:20" parsed="|Gal|3|20|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.20" />
<sup>20</sup>ο δε μεσιτης δεν ειναι ενος, ο Θεος ομως ειναι εις.
<scripture passage="Gal 3:21" parsed="|Gal|3|21|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.21" />
<sup>21</sup>Ο νομος λοιπον εναντιος των επαγγελιων του Θεου ειναι; Μη γενοιτο. Διοτι εαν ηθελε δοθη νομος δυναμενος να ζωοποιηση, η δικαιοσυνη ηθελεν εισθαι τωοντι εκ του νομου·
<scripture passage="Gal 3:22" parsed="|Gal|3|22|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.22" />
<sup>22</sup>η γραφη ομως συνεκλεισε τα παντα υπο την αμαρτιαν, δια να δοθη η επαγγελια εκ πιστεως Ιησου Χριστου εις τους πιστευοντας.
<scripture passage="Gal 3:23" parsed="|Gal|3|23|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.23" />
<sup>23</sup>Πριν δε ελθη η πιστις, εφρουρουμεθα υπο τον νομον συγκεκλεισμενοι εις την πιστιν, ητις εμελλε να αποκαλυφθη.
<scripture passage="Gal 3:24" parsed="|Gal|3|24|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.24" />
<sup>24</sup>Ωστε ο νομος εγεινε παιδαγωγος ημων εις τον Χριστον, δια να δικαιωθωμεν εκ πιστεως.
<scripture passage="Gal 3:25" parsed="|Gal|3|25|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.25" />
<sup>25</sup>αφου ομως ηλθεν η πιστις, δεν ειμεθα πλεον υπο παιδαγωγον.
<scripture passage="Gal 3:26" parsed="|Gal|3|26|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.26" />
<sup>26</sup>Διοτι παντες εισθε υιοι Θεου δια της πιστεως της εν Χριστω Ιησου·
<scripture passage="Gal 3:27" parsed="|Gal|3|27|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.27" />
<sup>27</sup>επειδη οσοι εβαπτισθητε εις Χριστον, Χριστον ενεδυθητε.
<scripture passage="Gal 3:28" parsed="|Gal|3|28|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.28" />
<sup>28</sup>Δεν ειναι πλεον Ιουδαιος ουδε Ελλην, δεν ειναι δουλος ουδε ελευθερος, δεν ειναι αρσεν και θηλυ· διοτι παντες σεις εισθε εις εν Χριστω Ιησου·
<scripture passage="Gal 3:29" parsed="|Gal|3|29|0|0" osisRef="Bible:Gal.3.29" />
<sup>29</sup>εαν δε ησθε του Χριστου, αρα εισθε σπερμα του Αβρααμ και κατα την επαγγελιαν κληρονομοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Galatians 4" progress="94.48%" prev="Gal.3" next="Gal.5" id="Gal.4">
<h3 id="Gal.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Gal.4-p1">
<scripture passage="Gal 4:1" parsed="|Gal|4|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.1" />
<sup>1</sup>Λεγω δε, εφ ' οσον χρονον ο κληρονομος ειναι νηπιος, δεν διαφερει δουλου, αν και ηναι κυριος παντων,
<scripture passage="Gal 4:2" parsed="|Gal|4|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.2" />
<sup>2</sup>αλλ' ειναι υπο επιτροπους και οικονομους μεχρι της προθεσμιας υπο του πατρος.
<scripture passage="Gal 4:3" parsed="|Gal|4|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.3" />
<sup>3</sup>Ουτω και ημεις, οτε ημεθα νηπιοι, υπο τα στοιχεια του κοσμου ημεθα δεδουλωμενοι·
<scripture passage="Gal 4:4" parsed="|Gal|4|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.4" />
<sup>4</sup>οτε ομως ηλθε το πληρωμα του χρονου, εξαπεστειλεν ο Θεος τον Υιον αυτου, οστις εγεννηθη εκ γυναικος και υπεταγη εις τον νομον,
<scripture passage="Gal 4:5" parsed="|Gal|4|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.5" />
<sup>5</sup>δια να εξαγοραση τους υπο νομον, δια να λαβωμεν την υιοθεσιαν.
<scripture passage="Gal 4:6" parsed="|Gal|4|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.6" />
<sup>6</sup>Και επειδη εισθε υιοι, εξαπεστειλεν ο Θεος το Πνευμα του Υιου αυτου εις τας καρδιας σας, το οποιον κραζει· Αββα, ο Πατηρ.
<scripture passage="Gal 4:7" parsed="|Gal|4|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.7" />
<sup>7</sup>Οθεν δεν εισαι πλεον δουλος αλλ' υιος· εαν δε υιος, και κληρονομος του Θεου δια του Χριστου.
<scripture passage="Gal 4:8" parsed="|Gal|4|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.8" />
<sup>8</sup>Αλλα τοτε μεν μη γνωριζοντες τον Θεον, εδουλευσατε εις τους μη φυσει οντας Θεους·
<scripture passage="Gal 4:9" parsed="|Gal|4|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.9" />
<sup>9</sup>τωρα δε αφου εγνωρισατε τον Θεον, μαλλον δε εγνωρισθητε υπο του Θεου, πως επιστρεφετε παλιν εις τα ασθενη και πτωχα στοιχεια, εις τα οποια παλιν ως προτερον θελετε να δουλευητε;
<scripture passage="Gal 4:10" parsed="|Gal|4|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.10" />
<sup>10</sup>Ημερας παρατηρειτε και μηνας και καιρους και ενιαυτους.
<scripture passage="Gal 4:11" parsed="|Gal|4|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.11" />
<sup>11</sup>Φοβουμαι δια σας, μηπως ματαιως εκοπιασα εις εσας.
<scripture passage="Gal 4:12" parsed="|Gal|4|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.12" />
<sup>12</sup>Γινεσθε ως εγω, διοτι και εγω ειμαι καθως σεις, αδελφοι, σας παρακαλω, ουδολως με ηδικησατε·
<scripture passage="Gal 4:13" parsed="|Gal|4|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.13" />
<sup>13</sup>εξευρετε δε οτι προτερον σας εκηρυξα το ευαγγελιον εν ασθενεια της σαρκος,
<scripture passage="Gal 4:14" parsed="|Gal|4|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.14" />
<sup>14</sup>και δεν εξουθενησατε ουδ' απερριψατε τον πειρασμον μου τον εν τη σαρκι μου, αλλα με εδεχθητε ως αγγελον Θεου, ως Χριστον Ιησουν.
<scripture passage="Gal 4:15" parsed="|Gal|4|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.15" />
<sup>15</sup>Τις λοιπον ητο ο μακαρισμος σας; επειδη μαρτυρω προς εσας οτι ει δυνατον τους οφθαλμους σας ηθελετε εκβαλει και δωσει εις εμε.
<scripture passage="Gal 4:16" parsed="|Gal|4|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.16" />
<sup>16</sup>Εχθρος σας εγεινα λοιπον, διοτι σας λεγω την αληθειαν;
<scripture passage="Gal 4:17" parsed="|Gal|4|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.17" />
<sup>17</sup>Δεικνυουσι ζηλον προς εσας, ουχι ομως καλον, αλλα θελουσι να σας αποκλεισωσι, δια να εχητε σεις ζηλον προς αυτους.
<scripture passage="Gal 4:18" parsed="|Gal|4|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.18" />
<sup>18</sup>Καλον δε ειναι να ησθε ζηλωται προς το καλον παντοτε και ουχι μονον οταν ευρισκωμαι μεταξυ σας.
<scripture passage="Gal 4:19" parsed="|Gal|4|19|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.19" />
<sup>19</sup>Τεκνια μου, δια τους οποιους παλιν ειμαι εις ωδινας, εωσου μορφωθη ο Χριστος εν υμιν·
<scripture passage="Gal 4:20" parsed="|Gal|4|20|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.20" />
<sup>20</sup>ηθελον δε να παρευρισκωμαι μεταξυ σας τωρα και να αλλαξω την φωνην μου, διοτι απορω δια σας.
<scripture passage="Gal 4:21" parsed="|Gal|4|21|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.21" />
<sup>21</sup>Ειπατε μοι οι θελοντες να ησθε υπο νομον· τον νομον δεν ακουετε;
<scripture passage="Gal 4:22" parsed="|Gal|4|22|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.22" />
<sup>22</sup>Διοτι ειναι γεγραμμενον οτι ο Αβρααμ εγεννησε δυο υιους, ενα εκ της δουλης και ενα εκ της ελευθερας.
<scripture passage="Gal 4:23" parsed="|Gal|4|23|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.23" />
<sup>23</sup>Αλλ' ο μεν εκ της δουλης εγεννηθη κατα σαρκα, ο δε εκ της ελευθερας δια της επαγγελιας·
<scripture passage="Gal 4:24" parsed="|Gal|4|24|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.24" />
<sup>24</sup>Τα οποια ειναι κατα αλληγοριαν· διοτι αυται ειναι αι δυο διαθηκαι, μια μεν απο του ορους Σινα, η γεννωσα προς δουλειαν, ητις ειναι η Αγαρ.
<scripture passage="Gal 4:25" parsed="|Gal|4|25|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.25" />
<sup>25</sup>Διοτι το Αγαρ ειναι το ορος Σινα εν τη Αραβια, και ταυτιζεται με την σημερινην Ιερουσαλημ, ειναι δε εις δουλειαν μετα των τεκνων αυτης·
<scripture passage="Gal 4:26" parsed="|Gal|4|26|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.26" />
<sup>26</sup>η δε ανω Ιερουσαλημ ειναι ελευθερα, ητις ειναι μητηρ παντων ημων.
<scripture passage="Gal 4:27" parsed="|Gal|4|27|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.27" />
<sup>27</sup>Διοτι ειναι γεγραμμενον· Ευφρανθητι, στειρα η μη τικτουσα, εκβαλε φωνην και βοησον, η μη ωδινουσα· διοτι τα τεκνα της ερημου ειναι πλειοτερα παρα τα τεκνα της εχουσης τον ανδρα.
<scripture passage="Gal 4:28" parsed="|Gal|4|28|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.28" />
<sup>28</sup>ημεις δε, αδελφοι, καθως ο Ισαακ επαγγελιας τεκνα ειμεθα.
<scripture passage="Gal 4:29" parsed="|Gal|4|29|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.29" />
<sup>29</sup>Αλλα καθως τοτε ο κατα σαρκα γεννηθεις εδιωκε τον κατα πνευμα, ουτω και τωρα.
<scripture passage="Gal 4:30" parsed="|Gal|4|30|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.30" />
<sup>30</sup>Αλλα τι λεγει η γραφη; Εκβαλε την δουλην και τον υιον αυτης· διοτι δεν θελει κληρονομησει ο υιος της δουλης μετα του υιου της ελευθερας.
<scripture passage="Gal 4:31" parsed="|Gal|4|31|0|0" osisRef="Bible:Gal.4.31" />
<sup>31</sup>Λοιπον, αδελφοι, δεν ειμεθα της δουλης τεκνα, αλλα της ελευθερας.
</p>
</div3>

<div3 title="Galatians 5" progress="94.55%" prev="Gal.4" next="Gal.6" id="Gal.5">
<h3 id="Gal.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Gal.5-p1">
<scripture passage="Gal 5:1" parsed="|Gal|5|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.1" />
<sup>1</sup>Εν τη ελευθερια λοιπον, με την οποιαν ηλευθερωσεν ημας ο Χριστος, μενετε σταθεροι, και μη υποβληθητε παλιν εις ζυγον δουλειας.
<scripture passage="Gal 5:2" parsed="|Gal|5|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.2" />
<sup>2</sup>Ιδου, εγω ο Παυλος σας λεγω οτι εαν περιτεμνησθε, ο Χριστος δεν θελει σας ωφελησει ουδεν.
<scripture passage="Gal 5:3" parsed="|Gal|5|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.3" />
<sup>3</sup>Μαρτυρομαι δε παλιν προς παντα ανθρωπον περιτεμνομενον, οτι ειναι χρεωστης να εκτελη ολον τον νομον.
<scripture passage="Gal 5:4" parsed="|Gal|5|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.4" />
<sup>4</sup>Απεχωρισθητε απο του Χριστου οσοι δικαιονεσθε δια του νομου, εξεπεσατε απο της χαριτος·
<scripture passage="Gal 5:5" parsed="|Gal|5|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.5" />
<sup>5</sup>διοτι ημεις δια του Πνευματος προσδοκωμεν εκ πιστεως την ελπιδα της δικαιωσεως.
<scripture passage="Gal 5:6" parsed="|Gal|5|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εν Χριστω Ιησου ουτε περιτομη εχει ισχυν τινα, ουτε ακροβυστια, αλλα πιστις δι' αγαπης ενεργουμενη.
<scripture passage="Gal 5:7" parsed="|Gal|5|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.7" />
<sup>7</sup>Ετρεχετε καλως· τις σας ημποδισεν ωστε να μη πειθησθε εις την αληθειαν;
<scripture passage="Gal 5:8" parsed="|Gal|5|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.8" />
<sup>8</sup>Η καταπεισις αυτη δεν ειναι εξ εκεινου, οστις σας καλει.
<scripture passage="Gal 5:9" parsed="|Gal|5|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.9" />
<sup>9</sup>Ολιγη ζυμη καθιστα ολον το φυραμα ενζυμον.
<scripture passage="Gal 5:10" parsed="|Gal|5|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.10" />
<sup>10</sup>Εγω εχω πεποιθησιν εις εσας δια του Κυριου οτι δεν θελετε φρονησει ουδεν αλλο· οστις ομως σας ταραττει, αυτος θελει υποφερει την ποινην, οποιος και αν ηναι.
<scripture passage="Gal 5:11" parsed="|Gal|5|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.11" />
<sup>11</sup>Εγω δε, αδελφοι, εαν ακομη κηρυττω περιτομην, δια τι πλεον κατατρεχομαι; αρα κατηργηθη το σκανδαλον του σταυρου.
<scripture passage="Gal 5:12" parsed="|Gal|5|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.12" />
<sup>12</sup>Ειθε να αποκοπωσιν οι ταραττοντες σας.
<scripture passage="Gal 5:13" parsed="|Gal|5|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.13" />
<sup>13</sup>Διοτι σεις, αδελφοι, προσεκληθητε εις ελευθεριαν· μονον μη μεταχειριζεσθε την ελευθεριαν εις αφορμην της σαρκος, αλλα δια της αγαπης δουλευετε αλληλους.
<scripture passage="Gal 5:14" parsed="|Gal|5|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.14" />
<sup>14</sup>Διοτι ολος ο νομος εις ενα λογον συμπληρουται, εις τον, Θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον.
<scripture passage="Gal 5:15" parsed="|Gal|5|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.15" />
<sup>15</sup>Εαν ομως δακνητε και κατατρωγητε αλληλους, προσεχετε μη υπ' αλληλων αφανισθητε.
<scripture passage="Gal 5:16" parsed="|Gal|5|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.16" />
<sup>16</sup>Λεγω λοιπον, Περιπατειτε κατα το Πνευμα και δεν θελετε εκπληροι την επιθυμιαν της σαρκος.
<scripture passage="Gal 5:17" parsed="|Gal|5|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.17" />
<sup>17</sup>Διοτι η σαρξ επιθυμει εναντια του Πνευματος, το δε Πνευμα εναντια της σαρκος· ταυτα δε αντικεινται προς αλληλα, ωστε εκεινα, τα οποια θελετε, να μη πραττητε.
<scripture passage="Gal 5:18" parsed="|Gal|5|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.18" />
<sup>18</sup>Αλλ' εαν οδηγησθε υπο του Πνευματος, δεν εισθε υπο νομον.
<scripture passage="Gal 5:19" parsed="|Gal|5|19|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.19" />
<sup>19</sup>Φανερα δε ειναι τα εργα της σαρκος, τα οποια ειναι μοιχεια, πορνεια, ακαθαρσια, ασελγεια,
<scripture passage="Gal 5:20" parsed="|Gal|5|20|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.20" />
<sup>20</sup>ειδωλολατρεια, φαρμακεια, εχθραι, εριδες, ζηλοτυπιαι, θυμοι, μαχαι, διχοστασιαι, αιρεσεις,
<scripture passage="Gal 5:21" parsed="|Gal|5|21|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.21" />
<sup>21</sup>φθονοι, φονοι, μεθαι, κωμοι, και τα ομοια τουτων, περι των οποιων σας προλεγω, καθως και προειπον, οτι οι τα τοιαυτα πραττοντες βασιλειαν Θεου δεν θελουσι κληρονομησει.
<scripture passage="Gal 5:22" parsed="|Gal|5|22|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.22" />
<sup>22</sup>Ο δε καρπος του Πνευματος ειναι αγαπη, χαρα, ειρηνη, μακροθυμια, χρηστοτης, αγαθωσυνη, πιστις,
<scripture passage="Gal 5:23" parsed="|Gal|5|23|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.23" />
<sup>23</sup>πραοτης, εγκρατεια· κατα των τοιουτων δεν υπαρχει νομος.
<scripture passage="Gal 5:24" parsed="|Gal|5|24|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.24" />
<sup>24</sup>Οσοι δε ειναι του Χριστου εσταυρωσαν την σαρκα ομου με τα παθη και τας επιθυμιας.
<scripture passage="Gal 5:25" parsed="|Gal|5|25|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.25" />
<sup>25</sup>Εαν ζωμεν κατα το Πνευμα, ας περιπατωμεν και κατα το Πνευμα.
<scripture passage="Gal 5:26" parsed="|Gal|5|26|0|0" osisRef="Bible:Gal.5.26" />
<sup>26</sup>Μη γινωμεθα κενοδοξοι, αλληλους ερεθιζοντες, αλληλους φθονουντες.
</p>
</div3>

<div3 title="Galatians 6" progress="94.61%" prev="Gal.5" next="Eph" id="Gal.6">
<h3 id="Gal.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Gal.6-p1">
<scripture passage="Gal 6:1" parsed="|Gal|6|1|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.1" />
<sup>1</sup>Αδελφοι, και εαν ανθρωπος απερισκεπτως πεση εις κανεν αμαρτημα, σεις οι πνευματικοι διορθονετε τον τοιουτον με πνευμα πραοτητος, προσεχων εις σεαυτον, μη και συ πειρασθης.
<scripture passage="Gal 6:2" parsed="|Gal|6|2|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.2" />
<sup>2</sup>Αλληλων τα βαρη βασταζετε και ουτως εκπληρωσατε τον νομον του Χριστου.
<scripture passage="Gal 6:3" parsed="|Gal|6|3|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εαν τις νομιζη οτι ειναι τι ενω ειναι μηδεν, εαυτον εξαπατα.
<scripture passage="Gal 6:4" parsed="|Gal|6|4|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' εκαστος ας εξεταζη το εαυτου εργον, και τοτε εις εαυτον μονον θελει εχει το καυχημα και ουχι εις τον αλλον·
<scripture passage="Gal 6:5" parsed="|Gal|6|5|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.5" />
<sup>5</sup>διοτι εκαστος το εαυτου φορτιον θελει βαστασει.
<scripture passage="Gal 6:6" parsed="|Gal|6|6|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.6" />
<sup>6</sup>Ο δε κατηχουμενος τον λογον ας καμνη τον κατηχουντα μετοχον εις παντα τα αγαθα αυτου.
<scripture passage="Gal 6:7" parsed="|Gal|6|7|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.7" />
<sup>7</sup>Μη πλανασθε, ο Θεος δεν εμπαιζεται· επειδη ο, τι αν σπειρη ο ανθρωπος, τουτο και θελει θερισει·
<scripture passage="Gal 6:8" parsed="|Gal|6|8|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.8" />
<sup>8</sup>διοτι ο σπειρων εις την σαρκα εαυτου θελει θερισει εκ της σαρκος φθοραν, αλλ' ο σπειρων εις το Πνευμα θελει θερισει εκ του Πνευματος ζωην αιωνιον.
<scripture passage="Gal 6:9" parsed="|Gal|6|9|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.9" />
<sup>9</sup>Ας μη αποκαμνωμεν δε πραττοντες το καλον· διοτι εαν δεν αποκαμνωμεν, θελομεν θερισει εν τω δεοντι καιρω.
<scripture passage="Gal 6:10" parsed="|Gal|6|10|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.10" />
<sup>10</sup>Αρα λοιπον ενοσω εχομεν καιρον, ας εργαζωμεθα το καλον προς παντας, μαλιστα δε προς τους οικειους της πιστεως.
<scripture passage="Gal 6:11" parsed="|Gal|6|11|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.11" />
<sup>11</sup>Ιδετε ποσον μακραν επιστολην σας εγραψα με την χειρα μου.
<scripture passage="Gal 6:12" parsed="|Gal|6|12|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.12" />
<sup>12</sup>Οσοι θελουσι να αρεσκωσι κατα την σαρκα, ουτοι σας αναγκαζουσι να περιτεμνησθε, μονον δια να μη διωκωνται δια τον σταυρον του Χριστου.
<scripture passage="Gal 6:13" parsed="|Gal|6|13|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ουδε οι περιτεμνομενοι αυτοι φυλαττουσι τον νομον· αλλα θελουσι να περιτεμνησθε σεις, δια να εχωσι καυχησιν εις την σαρκα σας.
<scripture passage="Gal 6:14" parsed="|Gal|6|14|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.14" />
<sup>14</sup>Εις εμε δε μη γενοιτο να καυχωμαι ειμη εις τον σταυρον του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, δια του οποιου ο κοσμος εσταυρωθη ως προς εμε και εγω ως προς τον κοσμον.
<scripture passage="Gal 6:15" parsed="|Gal|6|15|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εν Χριστω Ιησου ουτε περιτομη ισχυει τι ουτε ακροβυστια, αλλα νεα κτισις.
<scripture passage="Gal 6:16" parsed="|Gal|6|16|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.16" />
<sup>16</sup>Και οσοι περιπατησωσι κατα τον κανονα τουτον, ειρηνη επ' αυτους και ελεος, και επι τον Ισραηλ του Θεου.
<scripture passage="Gal 6:17" parsed="|Gal|6|17|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.17" />
<sup>17</sup>Εις το εξης μηδεις ας μη διδη εις εμε ενοχλησιν· διοτι εγω βασταζω τα στιγματα του Κυριου Ιησου εν τω σωματι μου.
<scripture passage="Gal 6:18" parsed="|Gal|6|18|0|0" osisRef="Bible:Gal.6.18" />
<sup>18</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα του πνευματος υμων, αδελφοι· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Ephesians" progress="94.66%" prev="Gal.6" next="Eph.1" id="Eph">
<h2 id="Eph-p0.1">Ephesians</h2>

<div3 title="Ephesians 1" progress="94.66%" prev="Eph" next="Eph.2" id="Eph.1">
<h3 id="Eph.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Eph.1-p1">
<scripture passage="Eph 1:1" parsed="|Eph|1|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, αποστολος Ιησου Χριστου δια θεληματος Θεου, προς τους αγιους τους οντας εν Εφεσω και πιστους εν Χριστω Ιησου·
<scripture passage="Eph 1:2" parsed="|Eph|1|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.2" />
<sup>2</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Eph 1:3" parsed="|Eph|1|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.3" />
<sup>3</sup>Ευλογητος ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, ο ευλογησας ημας εν παση ευλογια πνευματικη εις τα επουρανια δια Χριστου,
<scripture passage="Eph 1:4" parsed="|Eph|1|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.4" />
<sup>4</sup>καθως εξελεξεν ημας δι' αυτου προ καταβολης κοσμου, δια να ημεθα αγιοι και αμωμοι ενωπιον αυτου δια της αγαπης,
<scripture passage="Eph 1:5" parsed="|Eph|1|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.5" />
<sup>5</sup>προορισας ημας εις υιοθεσιαν δια Ιησου Χριστου εις εαυτον, κατα την ευδοκιαν του θεληματος αυτου,
<scripture passage="Eph 1:6" parsed="|Eph|1|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.6" />
<sup>6</sup>εις επαινον της δοξης της χαριτος αυτου, με την οποιαν εχαριτωσεν ημας δια του ηγαπημενου αυτου,
<scripture passage="Eph 1:7" parsed="|Eph|1|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.7" />
<sup>7</sup>δια του οποιου εχομεν την απολυτρωσιν δια του αιματος αυτου, την αφεσιν των αμαρτηματων, κατα τον πλουτον της χαριτος αυτου,
<scripture passage="Eph 1:8" parsed="|Eph|1|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.8" />
<sup>8</sup>καθ' ην επερισσευσεν εις ημας εν παση σοφια και φρονησει,
<scripture passage="Eph 1:9" parsed="|Eph|1|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.9" />
<sup>9</sup>γνωστοποιησας εις ημας το μυστηριον του θεληματος αυτου κατα την ευδοκιαν αυτου, την οποιαν προεθετο εν εαυτω,
<scripture passage="Eph 1:10" parsed="|Eph|1|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.10" />
<sup>10</sup>εις οικονομιαν του πληρωματος των καιρων, να συγκεφαλαιωση τα παντα εν τω Χριστω και τα εν τοις ουρανοις και τα επι της γης.
<scripture passage="Eph 1:11" parsed="|Eph|1|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.11" />
<sup>11</sup>Εν αυτω, εις τον οποιον και ελαβομεν κληρονομιαν, προορισθεντες κατα την προθεσιν του ενεργουντος τα παντα κατα την βουλην του θεληματος αυτου,
<scripture passage="Eph 1:12" parsed="|Eph|1|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.12" />
<sup>12</sup>δια να ημεθα εις επαινον της δοξης αυτου ημεις οι προελπισαντες εις τον Χριστον·
<scripture passage="Eph 1:13" parsed="|Eph|1|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.13" />
<sup>13</sup>εις τον οποιον και σεις ηλπισατε, ακουσαντες τον λογον της αληθειας, το ευαγγελιον της σωτηριας σας, εις τον οποιον και πιστευσαντες εσφραγισθητε με το Πνευμα το Αγιον της επαγγελιας,
<scripture passage="Eph 1:14" parsed="|Eph|1|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.14" />
<sup>14</sup>οστις ειναι ο αρραβων της κληρονομιας ημων, μεχρι της απολυτρωσεως του αποκτηθεντος λαου αυτου, εις επαινον της δοξης αυτου.
<scripture passage="Eph 1:15" parsed="|Eph|1|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο και εγω, ακουσας την εις τον Κυριον Ιησουν πιστιν σας και την εις παντας τους αγιους αγαπην,
<scripture passage="Eph 1:16" parsed="|Eph|1|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.16" />
<sup>16</sup>δεν παυομαι ευχαριστων τον Θεον υπερ υμων, μνημονευων υμας εν ταις προσευχαις μου,
<scripture passage="Eph 1:17" parsed="|Eph|1|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.17" />
<sup>17</sup>δια να σας δωση ο Θεος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, ο Πατηρ της δοξης, πνευμα σοφιας και αποκαλυψεως εις επιγνωσιν αυτου,
<scripture passage="Eph 1:18" parsed="|Eph|1|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.18" />
<sup>18</sup>ωστε να φωτισθωσιν οι οφθαλμοι του νοος σας, εις το να γνωρισητε ποια ειναι η ελπις της προσκλησεως αυτου, και τις ο πλουτος της δοξης της κληρονομιας αυτου εις τους αγιους,
<scripture passage="Eph 1:19" parsed="|Eph|1|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.19" />
<sup>19</sup>και τι το υπερβαλλον μεγεθος της δυναμεως αυτου προς ημας τους πιστευοντας κατα την ενεργειαν του κρατους της ισχυος αυτου,
<scripture passage="Eph 1:20" parsed="|Eph|1|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.20" />
<sup>20</sup>την οποιαν ενηργησεν εν τω Χριστω, αναστησας αυτον εκ νεκρων, και εκαθισεν εκ δεξιων αυτου εν τοις επουρανιοις,
<scripture passage="Eph 1:21" parsed="|Eph|1|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.21" />
<sup>21</sup>υπερανω πασης αρχης και εξουσιας και δυναμεως και κυριοτητος και παντος ονοματος ονομαζομενου ου μονον εν τω αιωνι τουτω, αλλα και εν τω μελλοντι·
<scripture passage="Eph 1:22" parsed="|Eph|1|22|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.22" />
<sup>22</sup>και παντα υπεταξεν υπο τους ποδας αυτου, και εδωκεν αυτον κεφαλην υπερανω παντων εις την εκκλησιαν,
<scripture passage="Eph 1:23" parsed="|Eph|1|23|0|0" osisRef="Bible:Eph.1.23" />
<sup>23</sup>ητις ειναι το σωμα αυτου, το πληρωμα του τα παντα εν πασι πληρουντος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ephesians 2" progress="94.72%" prev="Eph.1" next="Eph.3" id="Eph.2">
<h3 id="Eph.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Eph.2-p1">
<scripture passage="Eph 2:1" parsed="|Eph|2|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.1" />
<sup>1</sup>Και εσας οντας νεκρους δια τας παραβασεις και τας αμαρτιας εζωοποιησεν,
<scripture passage="Eph 2:2" parsed="|Eph|2|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.2" />
<sup>2</sup>εις τας οποιας περιεπατησατε ποτε κατα το πολιτευμα του κοσμου τουτου, κατα τον αρχοντα της εξουσιας του αερος, του πνευματος το οποιον ενεργει την σημερον εις τους υιους της απειθειας·
<scripture passage="Eph 2:3" parsed="|Eph|2|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.3" />
<sup>3</sup>μεταξυ των οποιων και ημεις παντες ανεστραφημεν ποτε κατα τας επιθυμιας της σαρκος ημων, πραττοντες τα θεληματα της σαρκος και των διαλογισμων, και ημεθα εκ φυσεως τεκνα οργης, ως και οι λοιποι·
<scripture passage="Eph 2:4" parsed="|Eph|2|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.4" />
<sup>4</sup>ο Θεος ομως πλουσιος ων εις ελεος, δια την πολλην αγαπην αυτου με την οποιαν ηγαπησεν ημας,
<scripture passage="Eph 2:5" parsed="|Eph|2|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.5" />
<sup>5</sup>και ενω ημεθα νεκροι δια τα αμαρτηματα, εζωοποιησεν ημας μετα του Χριστου· κατα χαριν εισθε σεσωσμενοι·
<scripture passage="Eph 2:6" parsed="|Eph|2|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.6" />
<sup>6</sup>και συνανεστησε και συνεκαθισεν εν τοις επουρανιοις δια Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Eph 2:7" parsed="|Eph|2|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.7" />
<sup>7</sup>δια να δειξη εις τους επερχομενους αιωνας τον υπερβαλλοντα πλουτον της χαριτος αυτου δια της προς ημας αγαθοτητος εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="Eph 2:8" parsed="|Eph|2|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.8" />
<sup>8</sup>Διοτι κατα χαριν εισθε σεσωσμενοι δια της πιστεως· και τουτο δεν ειναι απο σας, Θεου το δωρον·
<scripture passage="Eph 2:9" parsed="|Eph|2|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.9" />
<sup>9</sup>ουχι εξ εργων, δια να μη καυχηθη τις.
<scripture passage="Eph 2:10" parsed="|Eph|2|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.10" />
<sup>10</sup>Διοτι αυτου ποιημα ειμεθα, κτισθεντες εν Χριστω Ιησου προς εργα καλα, τα οποια προητοιμασεν ο Θεος δια να περιπατησωμεν εν αυτοις.
<scripture passage="Eph 2:11" parsed="|Eph|2|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο ενθυμεισθε οτι σεις οι ποτε εθνικοι κατα σαρκα, οι λεγομενοι ακροβυστια υπο της λεγομενης περιτομης της χειροποιητου εν τη σαρκι,
<scripture passage="Eph 2:12" parsed="|Eph|2|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.12" />
<sup>12</sup>οτι ησθε εν τω καιρω εκεινω χωρις Χριστου, απηλλοτριωμενοι απο της πολιτειας του Ισραηλ και ξενοι των διαθηκων της επαγγελιας, ελπιδα μη εχοντες και οντες εν τω κοσμω χωρις Θεου.
<scripture passage="Eph 2:13" parsed="|Eph|2|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.13" />
<sup>13</sup>Τωρα ομως δια του Ιησου Χριστου σεις οι ποτε οντες μακραν εγεινετε πλησιον δια του αιματος του Χριστου.
<scripture passage="Eph 2:14" parsed="|Eph|2|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.14" />
<sup>14</sup>Διοτι αυτος ειναι η ειρηνη ημων, οστις εκαμε τα δυο εν και ελυσε το μεσοτοιχον του φραγμου,
<scripture passage="Eph 2:15" parsed="|Eph|2|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.15" />
<sup>15</sup>καταργησας την εχθραν εν τη σαρκι αυτου, τον νομον των εντολων των εν τοις διαταγμασι, δια να κτιση εις εαυτον τους δυο εις ενα νεον ανθρωπον, φερων ειρηνην,
<scripture passage="Eph 2:16" parsed="|Eph|2|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.16" />
<sup>16</sup>και να συνδιαλλαξη αμφοτερους εις εν σωμα προς τον Θεον δια του σταυρου, θανατωσας δι' αυτου την εχθραν.
<scripture passage="Eph 2:17" parsed="|Eph|2|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.17" />
<sup>17</sup>Και ελθων εκηρυξεν ευαγγελιον ειρηνης εις εσας τους μακραν και εις τους πλησιον,
<scripture passage="Eph 2:18" parsed="|Eph|2|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.18" />
<sup>18</sup>διοτι δι' αυτου εχομεν αμφοτεροι την εισοδον προς τον Πατερα δι' ενος Πνευματος.
<scripture passage="Eph 2:19" parsed="|Eph|2|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.19" />
<sup>19</sup>Αρα λοιπον δεν εισθε πλεον ξενοι και παροικοι αλλα συμπολιται των αγιων και οικειοι του Θεου,
<scripture passage="Eph 2:20" parsed="|Eph|2|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.20" />
<sup>20</sup>εποικοδομηθεντες επι το θεμελιον των αποστολων και προφητων, οντος ακρογωνιαιου λιθου αυτου του Ιησου Χριστου·
<scripture passage="Eph 2:21" parsed="|Eph|2|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.21" />
<sup>21</sup>εν τω οποιω πασα η οικοδομη συναρμολογουμενη αυξανεται εις ναον αγιον εν Κυριω·
<scripture passage="Eph 2:22" parsed="|Eph|2|22|0|0" osisRef="Bible:Eph.2.22" />
<sup>22</sup>εν τω οποιω και σεις συνοικοδομεισθε εις κατοικητηριον του Θεου δια του Πνευματος.
</p>
</div3>

<div3 title="Ephesians 3" progress="94.78%" prev="Eph.2" next="Eph.4" id="Eph.3">
<h3 id="Eph.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Eph.3-p1">
<scripture passage="Eph 3:1" parsed="|Eph|3|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο εγω ο Παυλος, ο δεσμιος του Ιησου Χριστου υπερ υμων των εθνικων,
<scripture passage="Eph 3:2" parsed="|Eph|3|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.2" />
<sup>2</sup>επειδη ηκουσατε την οικονομιαν της χαριτος του Θεου της δοθεισης εις εμε υπερ υμων,
<scripture passage="Eph 3:3" parsed="|Eph|3|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.3" />
<sup>3</sup>οτι δι' αποκαλυψεως εφανερωσεν εις εμε το μυστηριον, καθως προεγραψα συντομως,
<scripture passage="Eph 3:4" parsed="|Eph|3|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.4" />
<sup>4</sup>εξ ων δυνασθε αναγινωσκοντες να νοησητε την εν τω μυστηριω του Χριστου γνωσιν μου,
<scripture passage="Eph 3:5" parsed="|Eph|3|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.5" />
<sup>5</sup>το οποιον εν αλλαις γενεαις δεν εγνωστοποιηθη εις τους υιους των ανθρωπων, καθως τωρα απεκαλυφθη δια Πνευματος εις τους αγιους αυτου αποστολους και προφητας,
<scripture passage="Eph 3:6" parsed="|Eph|3|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.6" />
<sup>6</sup>να ηναι τα εθνη συγκληρονομα και συσσωμα και συμμετοχα της επαγγελιας αυτου εν τω Χριστω δια του ευαγγελιου,
<scripture passage="Eph 3:7" parsed="|Eph|3|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.7" />
<sup>7</sup>του οποιου εγεινα υπηρετης κατα την δωρεαν της χαριτος του Θεου, την δοθεισαν εις εμε κατα την ενεργειαν της δυναμεως αυτου.
<scripture passage="Eph 3:8" parsed="|Eph|3|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.8" />
<sup>8</sup>Εις εμε τον πλεον ελαχιστον παντων των αγιων εδοθη η χαρις αυτη, να ευαγγελισω μεταξυ των εθνων τον ανεξιχνιαστον πλουτον του Χριστου
<scripture passage="Eph 3:9" parsed="|Eph|3|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.9" />
<sup>9</sup>και να φωτισω παντας, ποια ειναι η κοινωνια του μυστηριου του αποκεκρυμμενου απο των αιωνων εν τω Θεω οστις εκτισε τα παντα δια του Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Eph 3:10" parsed="|Eph|3|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.10" />
<sup>10</sup>δια να γνωρισθη τωρα δια της εκκλησιας εν τοις επουρανιοις εις τας αρχας και τας εξουσιας η πολυποικιλος σοφια του Θεου,
<scripture passage="Eph 3:11" parsed="|Eph|3|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.11" />
<sup>11</sup>κατα την αιωνιον προθεσιν, την οποιαν εκαμεν εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ημων,
<scripture passage="Eph 3:12" parsed="|Eph|3|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.12" />
<sup>12</sup>δια του οποιου εχομεν την παρρησιαν και την εισοδον με πεποιθησιν δια της εις αυτον πιστεως.
<scripture passage="Eph 3:13" parsed="|Eph|3|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο σας παρακαλω να μη αθυμητε δια τας υπερ υμων θλιψεις μου, το οποιον ειναι δοξα υμων.
<scripture passage="Eph 3:14" parsed="|Eph|3|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο καμπτω τα γονατα μου προς τον Πατερα του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Eph 3:15" parsed="|Eph|3|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.15" />
<sup>15</sup>εκ του οποιου πασα πατρια εν ουρανοις και επι γης ονομαζεται,
<scripture passage="Eph 3:16" parsed="|Eph|3|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.16" />
<sup>16</sup>δια να δωση εις εσας κατα τον πλουτον της δοξης αυτου, να κραταιωθητε εν δυναμει δια του Πνευματος αυτου εις τον εσωτερικον ανθρωπον,
<scripture passage="Eph 3:17" parsed="|Eph|3|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.17" />
<sup>17</sup>δια να κατοικηση ο Χριστος δια της πιστεως εν ταις καρδιαις υμων,
<scripture passage="Eph 3:18" parsed="|Eph|3|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.18" />
<sup>18</sup>ωστε να δυνηθητε, ερριζωμενοι και τεθεμελιωμενοι εν αγαπη, να καταλαβητε μετα παντων των αγιων τι το πλατος και μηκος και βαθος και υψος,
<scripture passage="Eph 3:19" parsed="|Eph|3|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.19" />
<sup>19</sup>και να γνωρισητε την αγαπην του Χριστου την υπερβαινουσαν πασαν γνωσιν, δια να πληρωθητε με ολον το πληρωμα του Θεου.
<scripture passage="Eph 3:20" parsed="|Eph|3|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.20" />
<sup>20</sup>Εις δε τον δυναμενον υπερεκπερισσου να καμη υπερ παντα οσα ζητουμεν η νοουμεν, κατα την δυναμιν την ενεργουμενην εν ημιν,
<scripture passage="Eph 3:21" parsed="|Eph|3|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.3.21" />
<sup>21</sup>εις αυτον εστω η δοξα εν τη εκκλησια δια Ιησου Χριστου εις πασας τας γενεας του αιωνος των αιωνων· αμην.
</p>
</div3>

<div3 title="Ephesians 4" progress="94.83%" prev="Eph.3" next="Eph.5" id="Eph.4">
<h3 id="Eph.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Eph.4-p1">
<scripture passage="Eph 4:1" parsed="|Eph|4|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.1" />
<sup>1</sup>Σας παρακαλω λοιπον εγω ο δεσμιος εν Κυριω να περιπατησητε αξιως της προσκλησεως, καθ' ην προσεκληθητε,
<scripture passage="Eph 4:2" parsed="|Eph|4|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.2" />
<sup>2</sup>μετα πασης ταπεινοφροσυνης και πραοτητος, μετα μακροθυμιας, υποφεροντες αλληλους εν αγαπη,
<scripture passage="Eph 4:3" parsed="|Eph|4|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.3" />
<sup>3</sup>σπουδαζοντες να διατηρητε την ενοτητα του Πνευματος δια του συνδεσμου της ειρηνης.
<scripture passage="Eph 4:4" parsed="|Eph|4|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.4" />
<sup>4</sup>Εν σωμα και εν Πνευμα, καθως και προσεκληθητε με μιαν ελπιδα της προσκλησεως σας·
<scripture passage="Eph 4:5" parsed="|Eph|4|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.5" />
<sup>5</sup>εις Κυριος, μια πιστις, εν βαπτισμα·
<scripture passage="Eph 4:6" parsed="|Eph|4|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.6" />
<sup>6</sup>εις Θεος και Πατηρ παντων, ο ων επι παντων και δια παντων και εν πασιν υμιν.
<scripture passage="Eph 4:7" parsed="|Eph|4|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.7" />
<sup>7</sup>Εις ενα δε εκαστον ημων εδοθη η χαρις κατα το μετρον της δωρεας του Χριστου.
<scripture passage="Eph 4:8" parsed="|Eph|4|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.8" />
<sup>8</sup>Δια τουτο λεγει· Αναβας εις υψος, ηχμαλωτευσεν αιχμαλωσιαν και εδωκε χαρισματα εις τους ανθρωπους.
<scripture passage="Eph 4:9" parsed="|Eph|4|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.9" />
<sup>9</sup>Το δε ανεβη τι ειναι ειμη οτι και κατεβη πρωτον εις τα κατωτερα μερη της γης;
<scripture passage="Eph 4:10" parsed="|Eph|4|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.10" />
<sup>10</sup>Ο καταβας αυτος ειναι και ο αναβας υπερανω παντων των ουρανων, δια να πληρωση τα παντα.
<scripture passage="Eph 4:11" parsed="|Eph|4|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.11" />
<sup>11</sup>Και αυτος εδωκεν αλλους μεν αποστολους, αλλους δε προφητας, αλλους δε ευαγγελιστας, αλλους δε ποιμενας και διδασκαλους,
<scripture passage="Eph 4:12" parsed="|Eph|4|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.12" />
<sup>12</sup>προς την τελειοποιησιν των αγιων, δια το εργον της διακονιας, δια την οικοδομην του σωματος του Χριστου,
<scripture passage="Eph 4:13" parsed="|Eph|4|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.13" />
<sup>13</sup>εωσου καταντησωμεν παντες εις την ενοτητα της πιστεως και της επιγνωσεως του Υιου του Θεου, εις ανδρα τελειον, εις μετρον ηλικιας του πληρωματος του Χριστου,
<scripture passage="Eph 4:14" parsed="|Eph|4|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.14" />
<sup>14</sup>δια να μη ημεθα πλεον νηπιοι, κυματιζομενοι και περιφερομενοι με παντα ανεμον της διδασκαλιας, δια της δολιοτητος των ανθρωπων, δια της πανουργιας εις το μεθοδευεσθαι την πλανην,
<scripture passage="Eph 4:15" parsed="|Eph|4|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.15" />
<sup>15</sup>αλλα αληθευοντες εις την αγαπην να αυξησωμεν εις αυτον κατα παντα, οστις ειναι η κεφαλη, ο Χριστος,
<scripture passage="Eph 4:16" parsed="|Eph|4|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.16" />
<sup>16</sup>εξ ου παν το σωμα συναρμολογουμενον και συνδεδεμενον δια πασης συναφειας των συνεργουντων μελων, κατα την αναλογον ενεργειαν ενος εκαστου μερους καμνει την αυξησιν του σωματος προς οικοδομην εαυτου εν αγαπη.
<scripture passage="Eph 4:17" parsed="|Eph|4|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.17" />
<sup>17</sup>Τουτο λοιπον λεγω και μαρτυρομαι δια του Κυριου, να μη περιπατητε πλεον καθως και τα λοιπα εθνη περιπατουσιν εν τη ματαιοτητι του νοος αυτων,
<scripture passage="Eph 4:18" parsed="|Eph|4|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.18" />
<sup>18</sup>εσκοτισμενοι την διανοιαν, απηλλοτριωμενοι οντες απο της ζωης του Θεου δια την αγνοιαν την ουσαν εν αυτοις, δια την πωρωσιν της καρδιας αυτων,
<scripture passage="Eph 4:19" parsed="|Eph|4|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.19" />
<sup>19</sup>οιτινες αναισθητουντες, παρεδωκαν εαυτοις εις την ασελγειαν, δια να εργαζωνται πασαν ακαθαρσιαν ακορεστως.
<scripture passage="Eph 4:20" parsed="|Eph|4|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.20" />
<sup>20</sup>Σεις ομως δεν εμαθετε ουτω τον Χριστον,
<scripture passage="Eph 4:21" parsed="|Eph|4|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.21" />
<sup>21</sup>επειδη αυτον ηκουσατε και εις αυτον εδιδαχθητε, καθως ειναι η αληθεια εν τω Ιησου·
<scripture passage="Eph 4:22" parsed="|Eph|4|22|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.22" />
<sup>22</sup>να απεκδυθητε τον παλαιον ανθρωπον τον κατα την προτεραν διαγωγην, τον φθειρομενον κατα τας απατηλας επιθυμιας,
<scripture passage="Eph 4:23" parsed="|Eph|4|23|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.23" />
<sup>23</sup>και να ανανεονησθε εις το πνευμα του νοος σας
<scripture passage="Eph 4:24" parsed="|Eph|4|24|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.24" />
<sup>24</sup>και να ενδυθητε τον νεον ανθρωπον, τον κτισθεντα κατα Θεον εν δικαιοσυνη και οσιοτητι της αληθειας.
<scripture passage="Eph 4:25" parsed="|Eph|4|25|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.25" />
<sup>25</sup>Οθεν απορριψαντες το ψευδος, λαλειτε αληθειαν εκαστος μετα του πλησιον αυτου· διοτι ειμεθα μελη αλληλων.
<scripture passage="Eph 4:26" parsed="|Eph|4|26|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.26" />
<sup>26</sup>Οργιζεσθε και μη αμαρτανετε· ο ηλιος ας μη δυη επι τον παροργισμον σας,
<scripture passage="Eph 4:27" parsed="|Eph|4|27|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.27" />
<sup>27</sup>μητε διδετε τοπον εις τον διαβολον.
<scripture passage="Eph 4:28" parsed="|Eph|4|28|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.28" />
<sup>28</sup>Ο κλεπτων ας μη κλεπτη πλεον, μαλλον δε ας κοπιαζη εργαζομενος το καλον με τας χειρας αυτου, δια να εχη να μεταδιδη εις τον χρειαν εχοντα.
<scripture passage="Eph 4:29" parsed="|Eph|4|29|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.29" />
<sup>29</sup>Μηδεις λογος σαπρος ας μη εξερχηται εκ του στοματος σας, αλλ' οστις ειναι καλος προς οικοδομην της χρειας, δια να δωση χαριν εις τους ακουοντας.
<scripture passage="Eph 4:30" parsed="|Eph|4|30|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.30" />
<sup>30</sup>Και μη λυπειτε το Πνευμα το Αγιον του Θεου, με το οποιον εσφραγισθητε δια την ημεραν της απολυτρωσεως.
<scripture passage="Eph 4:31" parsed="|Eph|4|31|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.31" />
<sup>31</sup>Πασα πικρια και θυμος και οργη και κραυγη και βλασφημια ας αφαιρεθη απο σας μετα πασης κακιας·
<scripture passage="Eph 4:32" parsed="|Eph|4|32|0|0" osisRef="Bible:Eph.4.32" />
<sup>32</sup>γινεσθε δε εις αλληλους χρηστοι, ευσπλαγχνοι, συγχωρουντες αλληλους, καθως ο Θεος συνεχωρησεν εσας δια του Χριστου.
</p>
</div3>

<div3 title="Ephesians 5" progress="94.91%" prev="Eph.4" next="Eph.6" id="Eph.5">
<h3 id="Eph.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Eph.5-p1">
<scripture passage="Eph 5:1" parsed="|Eph|5|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.1" />
<sup>1</sup>Γινεσθε λοιπον μιμηται του Θεου ως τεκνα αγαπητα,
<scripture passage="Eph 5:2" parsed="|Eph|5|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.2" />
<sup>2</sup>και περιπατειτε εν αγαπη, καθως και ο Χριστος ηγαπησεν ημας και παρεδωκεν εαυτον υπερ ημων προσφοραν και θυσιαν εις τον Θεον εις οσμην ευωδιας.
<scripture passage="Eph 5:3" parsed="|Eph|5|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.3" />
<sup>3</sup>Πορνεια δε και πασα ακαθαρσια η πλεονεξια μηδε ας ονομαζηται μεταξυ σας, καθως πρεπει εις αγιους,
<scripture passage="Eph 5:4" parsed="|Eph|5|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.4" />
<sup>4</sup>μηδε αισχροτης και μωρολογια η βωμολοχια, τα οποια ειναι απρεπη, αλλα μαλλον ευχαριστια.
<scripture passage="Eph 5:5" parsed="|Eph|5|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.5" />
<sup>5</sup>Διοτι τουτο εξευρετε, οτι πας πορνος η ακαθαρτος η πλεονεκτης, οστις ειναι ειδωλολατρης, δεν εχει κληρονομιαν εν τη βασιλεια του Χριστου και Θεου.
<scripture passage="Eph 5:6" parsed="|Eph|5|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.6" />
<sup>6</sup>Μηδεις ας μη σας απατα με ματαιους λογους· επειδη δια ταυτα ερχεται η οργη του Θεου επι τους υιους της απειθειας.
<scripture passage="Eph 5:7" parsed="|Eph|5|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.7" />
<sup>7</sup>Μη γινεσθε λοιπον συμμετοχοι αυτων.
<scripture passage="Eph 5:8" parsed="|Eph|5|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.8" />
<sup>8</sup>Διοτι ησθε ποτε σκοτος, τωρα ομως φως εν Κυριω· περιπατειτε ως τεκνα φωτος·
<scripture passage="Eph 5:9" parsed="|Eph|5|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.9" />
<sup>9</sup>διοτι ο καρπος του Πνευματος ειναι εν παση αγαθωσυνη και δικαιοσυνη και αληθεια·
<scripture passage="Eph 5:10" parsed="|Eph|5|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.10" />
<sup>10</sup>εξεταζοντες τι ειναι ευαρεστον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Eph 5:11" parsed="|Eph|5|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.11" />
<sup>11</sup>Και μη συγκοινωνειτε εις τα εργα τα ακαρπα του σκοτους, μαλλον δε και ελεγχετε·
<scripture passage="Eph 5:12" parsed="|Eph|5|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.12" />
<sup>12</sup>διοτι τα κρυφιως γινομενα υπ' αυτων αισχρον εστι και λεγειν·
<scripture passage="Eph 5:13" parsed="|Eph|5|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.13" />
<sup>13</sup>τα δε παντα ελεγχομενα υπο του φωτος γινονται φανερα· επειδη παν το φανερουμενον φως ειναι.
<scripture passage="Eph 5:14" parsed="|Eph|5|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο λεγει· Σηκωθητι ο κοιμωμενος και αναστηθι εκ των νεκρων, και θελει σε φωτισει ο Χριστος.
<scripture passage="Eph 5:15" parsed="|Eph|5|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.15" />
<sup>15</sup>Προσεχετε λοιπον πως να περιπατητε ακριβως, μη ως ασοφοι, αλλ' ως σοφοι,
<scripture passage="Eph 5:16" parsed="|Eph|5|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.16" />
<sup>16</sup>εξαγοραζομενοι τον καιρον, διοτι αι ημεραι ειναι πονηραι.
<scripture passage="Eph 5:17" parsed="|Eph|5|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.17" />
<sup>17</sup>Δια τουτο μη γινεσθε αφρονες, αλλα νοειτε τι ειναι το θελημα του Κυριου.
<scripture passage="Eph 5:18" parsed="|Eph|5|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.18" />
<sup>18</sup>Και μη μεθυσκεσθε με οινον, εις τον οποιον ειναι ασωτια, αλλα πληρουσθε δια του Πνευματος,
<scripture passage="Eph 5:19" parsed="|Eph|5|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.19" />
<sup>19</sup>λαλουντες μεταξυ σας με ψαλμους και υμνους και ωδας πνευματικας, αδοντες και ψαλλοντες εν τη καρδια υμων εις τον Κυριον,
<scripture passage="Eph 5:20" parsed="|Eph|5|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.20" />
<sup>20</sup>ευχαριστουντες παντοτε υπερ παντων εις τον Θεον και Πατερα εν ονοματι του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Eph 5:21" parsed="|Eph|5|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.21" />
<sup>21</sup>υποτασσομενοι εις αλληλους εν φοβω Θεου.
<scripture passage="Eph 5:22" parsed="|Eph|5|22|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.22" />
<sup>22</sup>Αι γυναικες, υποτασσεσθε εις τους ανδρας σας ως εις τον Κυριον,
<scripture passage="Eph 5:23" parsed="|Eph|5|23|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.23" />
<sup>23</sup>διοτι ο ανηρ ειναι κεφαλη της γυναικος, καθως και ο Χριστος κεφαλη της εκκλησιας, και αυτος ειναι σωτηρ του σωματος.
<scripture passage="Eph 5:24" parsed="|Eph|5|24|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.24" />
<sup>24</sup>Αλλα καθως η εκκλησια υποτασσεται εις τον Χριστον, ουτω και αι γυναικες ας υποτασσωνται εις τους ανδρας αυτων κατα παντα.
<scripture passage="Eph 5:25" parsed="|Eph|5|25|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.25" />
<sup>25</sup>Οι ανδρες, αγαπατε τας γυναικας σας, καθως και ο Χριστος ηγαπησε την εκκλησιαν και παρεδωκεν εαυτον υπερ αυτης,
<scripture passage="Eph 5:26" parsed="|Eph|5|26|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.26" />
<sup>26</sup>δια να αγιαση αυτην, καθαρισας με το λουτρον του υδατος δια του λογου,
<scripture passage="Eph 5:27" parsed="|Eph|5|27|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.27" />
<sup>27</sup>δια να παραστηση αυτην εις εαυτον ενδοξον εκκλησιαν, μη εχουσαν κηλιδα η ρυτιδα η τι των τοιουτων, αλλα δια να ηναι αγια και αμωμος.
<scripture passage="Eph 5:28" parsed="|Eph|5|28|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.28" />
<sup>28</sup>Ουτω χρεωστουσιν οι ανδρες να αγαπωσι τας εαυτων γυναικας ως τα εαυτων σωματα. Οστις αγαπα την εαυτου γυναικα εαυτον αγαπα·
<scripture passage="Eph 5:29" parsed="|Eph|5|29|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.29" />
<sup>29</sup>διοτι ουδεις εμισησε ποτε την εαυτου σαρκα, αλλ' εκτρεφει και περιθαλπει αυτην, καθως και ο Κυριος την εκκλησιαν·
<scripture passage="Eph 5:30" parsed="|Eph|5|30|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.30" />
<sup>30</sup>επειδη μελη ειμεθα του σωματος αυτου, εκ της σαρκος αυτου και εκ των οστεων αυτου.
<scripture passage="Eph 5:31" parsed="|Eph|5|31|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.31" />
<sup>31</sup>Δια τουτο θελει αφησει ο ανθρωπος τον πατερα αυτου και την μητερα και θελει προσκολληθη εις την γυναικα αυτου, και θελουσιν εισθαι οι δυο εις σαρκα μιαν.
<scripture passage="Eph 5:32" parsed="|Eph|5|32|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.32" />
<sup>32</sup>Το μυστηριον τουτο ειναι μεγα, εγω δε λεγω τουτο περι Χριστου και περι της εκκλησιας.
<scripture passage="Eph 5:33" parsed="|Eph|5|33|0|0" osisRef="Bible:Eph.5.33" />
<sup>33</sup>Πλην και σεις οι καθ' ενα εκαστος την εαυτου γυναικα ουτως ας αγαπα ως εαυτον, η δε γυνη ας σεβηται τον ανδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Ephesians 6" progress="94.98%" prev="Eph.5" next="Phil" id="Eph.6">
<h3 id="Eph.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Eph.6-p1">
<scripture passage="Eph 6:1" parsed="|Eph|6|1|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.1" />
<sup>1</sup>Τα τεκνα, υπακουετε εις τους γονεις σας εν Κυριω· διοτι τουτο ειναι δικαιον.
<scripture passage="Eph 6:2" parsed="|Eph|6|2|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.2" />
<sup>2</sup>Τιμα τον πατερα σου και την μητερα, ητις ειναι εντολη πρωτη με επαγγελιαν,
<scripture passage="Eph 6:3" parsed="|Eph|6|3|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.3" />
<sup>3</sup>δια να γεινη εις σε καλον και να ησαι μακροχρονιος επι της γης.
<scripture passage="Eph 6:4" parsed="|Eph|6|4|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.4" />
<sup>4</sup>Και οι πατερες, μη παροργιζετε τα τεκνα σας, αλλ' εκτρεφετε αυτα εν παιδεια Κυριου.
<scripture passage="Eph 6:5" parsed="|Eph|6|5|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.5" />
<sup>5</sup>Οι δουλοι, υπακουετε εις τους κατα σαρκα κυριους σας μετα φοβου και τρομου εν απλοτητι της καρδιας σας ως εις τον Χριστον,
<scripture passage="Eph 6:6" parsed="|Eph|6|6|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.6" />
<sup>6</sup>μη κατ' οφθαλμοδουλειαν ως ανθρωπαρεσκοι, αλλ' ως δουλοι του Χριστου, εκπληρουντες το θελημα του Θεου εκ ψυχης,
<scripture passage="Eph 6:7" parsed="|Eph|6|7|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.7" />
<sup>7</sup>μετ' ευνοιας δουλευοντες εις τον Κυριον και ουχι εις ανθρωπους,
<scripture passage="Eph 6:8" parsed="|Eph|6|8|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.8" />
<sup>8</sup>εξευροντες οτι εκαστος ο, τι καλον πραξη, τουτο θελει λαβει παρα του Κυριου, ειτε δουλος ειτε ελευθερος.
<scripture passage="Eph 6:9" parsed="|Eph|6|9|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.9" />
<sup>9</sup>Και οι κυριοι, τα αυτα πραττετε προς αυτους, αφινοντες την απειλην, εξευροντες οτι και σεις αυτοι εχετε Κυριον εν ουρανοις, και προσωποληψια δεν υπαρχει παρ' αυτω.
<scripture passage="Eph 6:10" parsed="|Eph|6|10|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.10" />
<sup>10</sup>Το λοιπον, αδελφοι μου, ενδυναμουσθε εν Κυριω και εν τω κρατει της ισχυος αυτου.
<scripture passage="Eph 6:11" parsed="|Eph|6|11|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.11" />
<sup>11</sup>Ενδυθητε την πανοπλιαν του Θεου, δια να δυνηθητε να σταθητε εναντιον εις τας μεθοδειας του διαβολου·
<scripture passage="Eph 6:12" parsed="|Eph|6|12|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.12" />
<sup>12</sup>διοτι δεν ειναι η παλη ημων εναντιον εις αιμα και σαρκα, αλλ' εναντιον εις τας αρχας, εναντιον εις τας εξουσιας, εναντιον εις τους κοσμοκρατορας του σκοτους του αιωνος τουτου· εναντιον εις τα πνευματα της πονηριας εν τοις επουρανιοις.
<scripture passage="Eph 6:13" parsed="|Eph|6|13|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο αναλαβετε την πανοπλιαν του Θεου, δια να δυνηθητε να αντισταθητε εν τη ημερα τη πονηρα και αφου καταπολεμησητε τα παντα, να σταθητε.
<scripture passage="Eph 6:14" parsed="|Eph|6|14|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.14" />
<sup>14</sup>Σταθητε λοιπον περιεζωσμενοι την οσφυν σας με αληθειαν και ενδεδυμενοι τον θωρακα της δικαιοσυνης
<scripture passage="Eph 6:15" parsed="|Eph|6|15|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.15" />
<sup>15</sup>και εχοντες υποδεδημενους τους ποδας με την ετοιμασιαν του ευαγγελιου της ειρηνης·
<scripture passage="Eph 6:16" parsed="|Eph|6|16|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.16" />
<sup>16</sup>επι πασι δε αναλαβετε την ασπιδα της πιστεως, δια της οποιας θελετε δυνηθη να σβεσητε παντα τα βελη του πονηρου τα πεπυρωμενα·
<scripture passage="Eph 6:17" parsed="|Eph|6|17|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.17" />
<sup>17</sup>και λαβετε την περικεφαλαιαν της σωτηριας και την μαχαιραν του Πνευματος, ητις ειναι ο λογος του Θεου,
<scripture passage="Eph 6:18" parsed="|Eph|6|18|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.18" />
<sup>18</sup>προσευχομενοι εν παντι καιρω μετα πασης προσευχης και δεησεως δια του Πνευματος, και εις αυτο τουτο αγρυπνουντες με πασαν προσκαρτερησιν και δεησιν υπερ παντων των αγιων,
<scripture passage="Eph 6:19" parsed="|Eph|6|19|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.19" />
<sup>19</sup>και υπερ εμου, δια να δοθη εις εμε λογος να ανοιξω το στομα μου μετα παρρησιας, δια να καμω γνωστον το μυστηριον του ευαγγελιου,
<scripture passage="Eph 6:20" parsed="|Eph|6|20|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.20" />
<sup>20</sup>υπερ του οποιου ειμαι πρεσβυς, φορων αλυσιν, δια να λαλησω περι αυτου μετα παρρησιας καθως πρεπει να λαλησω.
<scripture passage="Eph 6:21" parsed="|Eph|6|21|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.21" />
<sup>21</sup>Αλλα δια να εξευρητε και σεις τα κατ' εμε, τι καμνω, τα παντα θελει σας φανερωσει ο Τυχικος ο αγαπητος αδελφος και πιστος διακονος εν Κυριω,
<scripture passage="Eph 6:22" parsed="|Eph|6|22|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.22" />
<sup>22</sup>τον οποιον επεμψα προς εσας δι' αυτο τουτο, δια να μαθητε τα περι ημων και να παρηγορηση τας καρδιας σας.
<scripture passage="Eph 6:23" parsed="|Eph|6|23|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.23" />
<sup>23</sup>Ειρηνη εις τους αδελφους και αγαπη μετα πιστεως απο Θεου Πατρος και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Eph 6:24" parsed="|Eph|6|24|0|0" osisRef="Bible:Eph.6.24" />
<sup>24</sup>Η χαρις ειη μετα παντων των αγαπωντων τον Κυριον ημων Ιησουν Χριστον εν καθαροτητι· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Philippians" progress="94.99%" prev="Eph.6" next="Phil.1" id="Phil">
<h2 id="Phil-p0.1">Philippians</h2>

<div3 title="Philippians 1" progress="94.99%" prev="Phil" next="Phil.2" id="Phil.1">
<h3 id="Phil.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Phil.1-p1">
<scripture passage="Phil 1:1" parsed="|Phil|1|1|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.1" />
<sup>1</sup>ΠΑΥΛΟΣ και Τιμοθεος, δουλοι του Ιησου Χριστου, προς παντας τους  αγιους εν Χριστω Ιησου, τους οντας εν Φιλιπποις, μετα των επισκοπων  και διακονων
<scripture passage="Phil 1:2" parsed="|Phil|1|2|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.2" />
<sup>2</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου  Χριστου.
<scripture passage="Phil 1:3" parsed="|Phil|1|3|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.3" />
<sup>3</sup>Ευχαριστω τον Θεον μου οσακις σας ενθυμουμαι,
<scripture passage="Phil 1:4" parsed="|Phil|1|4|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.4" />
<sup>4</sup>παντοτε εν παση προσευχη μου υπερ παντων υμων δεομενος μετα χαρας,
<scripture passage="Phil 1:5" parsed="|Phil|1|5|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.5" />
<sup>5</sup>δια την εις το ευαγγελιον κοινωνιαν σας απο της πρωτης ημερας  μεχρι του νυν
<scripture passage="Phil 1:6" parsed="|Phil|1|6|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.6" />
<sup>6</sup>βεβαιος ων εις αυτο τουτο, οτι εκεινος οστις ηρχισεν εις εσας  καλον εργον, θελει επιτελεσει αυτο μεχρι της ημερας του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Phil 1:7" parsed="|Phil|1|7|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.7" />
<sup>7</sup>Καθως ειναι δικαιον εις εμε να φρονω τουτο περι παντων υμων,  διοτι σας εχω εν τη καρδια μου, και εισθε παντες σεις, και εις τα  δεσμα μου, και εις την απολογιαν, και εις την βεβειωσιν του ευαγγελιου,  συγκοινωνοι μου της χαριτος
<scripture passage="Phil 1:8" parsed="|Phil|1|8|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.8" />
<sup>8</sup>διοτι μαρτυς μου ειναι ο Θεος, οτι σας επιποθω παντας με σπλαγχνα  Ιησου Χριστου
<scripture passage="Phil 1:9" parsed="|Phil|1|9|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.9" />
<sup>9</sup>και τουτο προσευχομαι, να περισσευση η αγαπη σας ετι μαλλον και  μαλλον εις επιγνωσιν και εις πασαν νοησιν
<scripture passage="Phil 1:10" parsed="|Phil|1|10|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.10" />
<sup>10</sup>δια να διακρινητε τα διαφεροντα, ωστε να ησθε ειλικρινεις και  απροσκοποι μεχρι της ημερας του Χριστου,
<scripture passage="Phil 1:11" parsed="|Phil|1|11|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.11" />
<sup>11</sup>πληρεις καρπων δικαιοσυνης, των δια του Ιησου Χριστου, εις δοξαν  και επαινον Θεου.
<scripture passage="Phil 1:12" parsed="|Phil|1|12|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.12" />
<sup>12</sup>Θελω δε να εξευρητε, αδελφοι, οτι τα συμβαντα εις εμε συνετρεξαν  μαλλον εις προοδον του ευαγγελιου
<scripture passage="Phil 1:13" parsed="|Phil|1|13|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.13" />
<sup>13</sup>ωστε τα δια τον Χριστον δεσμα μου εγειναν φανερα εις ολον το  πραιτωριον, και εις παντας τους λοιπους
<scripture passage="Phil 1:14" parsed="|Phil|1|14|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.14" />
<sup>14</sup>και οι πλειοτεροι των εν Κυριω αδελφων, πεποιθοτες εις τα δεσμα  μου, τολμωσι περισσοτερον να κηρυττωσιν αφοβως τον λογον.
<scripture passage="Phil 1:15" parsed="|Phil|1|15|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.15" />
<sup>15</sup>Τινες μεν και δια φθονον και εριδα, τινες δε και απο καλης θελησεως  κηρυττουσι τον Χριστον.
<scripture passage="Phil 1:16" parsed="|Phil|1|16|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.16" />
<sup>16</sup>Οι μεν κηρυττουσιν εξ αντιζηλιας τον Χριστον, ουχι εν καθαροτητι,  νομιζοντες οτι προσθετουσι θλιψιν εις τα δεσμα μου
<scripture passage="Phil 1:17" parsed="|Phil|1|17|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.17" />
<sup>17</sup>οι δε εξ αγαπης εξευροντες οτι ειμαι τεταγμενος εις απολογιαν  του ευαγγελιου.
<scripture passage="Phil 1:18" parsed="|Phil|1|18|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.18" />
<sup>18</sup>Τι λοιπον; πλην κατα παντα τροπον, ειτε επι προφασει, ειτε τη  αληθεια, ο Χριστος κηρυττεται, και εις τουτο χαιρω, αλλα και θελω  χαιρει.
<scripture passage="Phil 1:19" parsed="|Phil|1|19|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.19" />
<sup>19</sup>Διοτι εξευρω οτι τουτο θελει αποβη εις εμε προς σωτηριαν, δια  της δεησεως σας, και δια της βοηθειας του Πνευματος του Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Phil 1:20" parsed="|Phil|1|20|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.20" />
<sup>20</sup>κατα την σταθεραν προσδοκιαν και ελπιδα μου, οτι δεν θελω αισχυνθη  εις ουδεν, αλλα μετα πασης παρρησιας, ως παντοτε, και τωρα θελει  μεγαλυνθη ο Χριστος εν τω σωματι μου, ειτε δια ζωης, ειτε δια θανατου
<scripture passage="Phil 1:21" parsed="|Phil|1|21|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.21" />
<sup>21</sup>διοτι εις εμε το ζην ειναι ο Χριστος, και το αποθανειν κερδος. 
<scripture passage="Phil 1:22" parsed="|Phil|1|22|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.22" />
<sup>22</sup>Αλλ' εαν το να ζω εν σαρκι, τουτο συμβαλλη εις καρποφοριαν του  εργου μου, και τι να εκλεξω δεν γνωριζω
<scripture passage="Phil 1:23" parsed="|Phil|1|23|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.23" />
<sup>23</sup>διοτι στενοχωρουμαι υπο των δυο, εχων μεν την επιθυμιαν να αναχωρησω,  και να ημαι με τον Χριστον διοτι ειναι πολυ πλεον καλητερον
<scripture passage="Phil 1:24" parsed="|Phil|1|24|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.24" />
<sup>24</sup>το να μενω ομως εν τη σαρκι, ειναι αναγκαιοτερον δια σας.
<scripture passage="Phil 1:25" parsed="|Phil|1|25|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.25" />
<sup>25</sup>Και τουτο εξευρω εν πεποιθησει, οτι θελω μεινει και συμπαραμεινει  μετα παντων υμων, δια την εις την πιστιν προκοπην σας και χαραν
<scripture passage="Phil 1:26" parsed="|Phil|1|26|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.26" />
<sup>26</sup>δια να περισσευη δι' εμου το καυχημα σας εις τον Ιησούν χριστον, δια  της εμης παλιν παρουσιας προς εσας.
<scripture passage="Phil 1:27" parsed="|Phil|1|27|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.27" />
<sup>27</sup>Μονον πολιτευεσθε αξιως του ευαγγελιου του Χριστου, δια να ακουσω,  ειτε οταν ελθω και σας ιδω, ειτε ενω ειμαι απων, την καταστασιν  σας, οτι στεκεσθε εις εν πνευμα, συναγωνιζομενοι εν μια ψυχη δια  την πιστιν του ευαγγελιου
<scripture passage="Phil 1:28" parsed="|Phil|1|28|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.28" />
<sup>28</sup>και μη φοβιζομενοι εις ουδεν απο των εναντιων το οποιον εις αυτους  μεν ειναι ενδειξις απωλειας, εις εσας δε σωτηριας, και τουτο απο  Θεου
<scripture passage="Phil 1:29" parsed="|Phil|1|29|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.29" />
<sup>29</sup>διοτι εις εσας εχαρισθη το υπερ Χριστου, ου μονον το να πιστευητε  εις αυτον, αλλα και το να πασχητε υπερ αυτου
<scripture passage="Phil 1:30" parsed="|Phil|1|30|0|0" osisRef="Bible:Phil.1.30" />
<sup>30</sup>εχοντες τον αυτον αγωνα οποιον ειδετε εν εμοι, και τωρα ακουετε  εν εμοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Philippians 2" progress="95.01%" prev="Phil.1" next="Phil.3" id="Phil.2">
<h3 id="Phil.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Phil.2-p1">
<scripture passage="Phil 2:1" parsed="|Phil|2|1|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.1" />
<sup>1</sup>ΕΑΝ λοιπον υπαρχη τις παρηγορια εν Χριστω, η τις παραμυθια αγαπης,  η τις κοινωνια Πνευματος, η σπλαχνα τινα και οικτιρμοι,
<scripture passage="Phil 2:2" parsed="|Phil|2|2|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.2" />
<sup>2</sup>καμετε πληρη την χαραν μου, να φρονητε το αυτο, εχοντες την αυτην  αγαπην, οντες ομοψυχοι, και ομοφρονες
<scripture passage="Phil 2:3" parsed="|Phil|2|3|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.3" />
<sup>3</sup>μη πραττοντες μηδεν εξ αντιζηλιας η κενοδοξιας, αλλ' εν ταπεινοφροσυνη,  θεωρουντες αλληλους υπερεχοντας εαυτων.
<scripture passage="Phil 2:4" parsed="|Phil|2|4|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.4" />
<sup>4</sup>Μη αποβλεπετε εκαστος τα εαυτου, αλλ' εκαστος και τα των αλλων.
<scripture passage="Phil 2:5" parsed="|Phil|2|5|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.5" />
<sup>5</sup>Το αυτο δε φρονημα εστω εν υμιν το οποιον ητο και εν τω Χριστω  Ιησου
<scripture passage="Phil 2:6" parsed="|Phil|2|6|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.6" />
<sup>6</sup>οστις εν μορφη Θεου υπαρχων, δεν ενομισεν αρπαγην το να ηναι  ισα με τον Θεον
<scripture passage="Phil 2:7" parsed="|Phil|2|7|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.7" />
<sup>7</sup>αλλ' εαυτον εκενωσε, λαβων δουλου μορφην, γενομενος ομοιος με  τους ανθρωπους
<scripture passage="Phil 2:8" parsed="|Phil|2|8|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.8" />
<sup>8</sup>και ευρεθεις κατα το σχημα ως ανθρωπος εταπεινωσεν εαυτον, γενομενος  υπηκοος μεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου.
<scripture passage="Phil 2:9" parsed="|Phil|2|9|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο και ο Θεος υπερυψωσεν αυτον, και εχαρισεν εις αυτον  ονομα το υπερ παν ονομα
<scripture passage="Phil 2:10" parsed="|Phil|2|10|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.10" />
<sup>10</sup>δια να κλινη εις το ονομα του Ιησου παν γονυ επουρανιων και επιγειων  και καταχθονιων
<scripture passage="Phil 2:11" parsed="|Phil|2|11|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.11" />
<sup>11</sup>και πασα γλωσσα να ομολογηση οτι ο Ιησους Χριστος ειναι Κυριος,  εις δοξαν Θεου Πατρος.
<scripture passage="Phil 2:12" parsed="|Phil|2|12|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.12" />
<sup>12</sup>Ωστε, αγαπητοι μου, καθως παντοτε υπακουσατε, ουχι ως εν τη παρουσια  μου μονον, αλλα τωρα πολυ περισσοτερον εν τη απουσια μου, μετα φοβου  και τρομου εργαζεσθε την εαυτων σωτηριαν.
<scripture passage="Phil 2:13" parsed="|Phil|2|13|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.13" />
<sup>13</sup>διοτι ο Θεος ειναι ο ενεργων εν υμιν και το θελειν και το ενεργειν,  κατα την ευδοκιαν αυτου.
<scripture passage="Phil 2:14" parsed="|Phil|2|14|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.14" />
<sup>14</sup>Πραττετε τα παντα χωρις γογγυσμων και αμφισβητησεων
<scripture passage="Phil 2:15" parsed="|Phil|2|15|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.15" />
<sup>15</sup>δια να γινησθε αμεμπτοι και ακεραιοι, τεκνα Θεου αμωμητα εν μεσω  γενεας σκολιας και διεστραμμενης μεταξυ των οποιων λαμπετε ως φωστηρες  εν τω κοσμω,
<scripture passage="Phil 2:16" parsed="|Phil|2|16|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.16" />
<sup>16</sup>κρατουντες τον λογον της ζωης, δια καυχημα μου εν τη ημερα του  Χριστου, οτι δεν ετρεξα εις ματην, ουδε εις ματην εκοπιασα.
<scripture passage="Phil 2:17" parsed="|Phil|2|17|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' εαν και προσφερω εμαυτον σπονδην επι της θυσιας και λειτουργιας  της πιστεως σας, χαιρω και συγχαιρω μετα παντων υμων
<scripture passage="Phil 2:18" parsed="|Phil|2|18|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.18" />
<sup>18</sup>ωσαυτως δε και σεις χαιρετε και συγχαιρετε μετ' εμου.
<scripture passage="Phil 2:19" parsed="|Phil|2|19|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.19" />
<sup>19</sup>Ελπιζω δε επι τον Κυριον Ιησουν, να πεμψω προς εσας ταχεως τον  Τιμοθεον, δια να ευφραινωμαι και εγω μαθων την καταστασιν σας.
<scripture passage="Phil 2:20" parsed="|Phil|2|20|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.20" />
<sup>20</sup>Διοτι δεν εχω ουδενα ισοψυχον, οστις να μεριμνηση γνησιως περι  της καταστασεως σας.
<scripture passage="Phil 2:21" parsed="|Phil|2|21|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.21" />
<sup>21</sup>Επειδη παντες ζητουσι τα εαυτων, ουχι τα του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Phil 2:22" parsed="|Phil|2|22|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.22" />
<sup>22</sup>Γνωριζετε δε την δοκιμασιαν αυτου, οτι ως τεκνον μετα του πατρος  εδουλευσε μετ' εμου εις το ευαγγελιον.
<scripture passage="Phil 2:23" parsed="|Phil|2|23|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.23" />
<sup>23</sup>Τουτον λοιπον ελπιζω να πεμψω ευθυς, καθως ιδω το τελος των υποθεσεων  μου.
<scripture passage="Phil 2:24" parsed="|Phil|2|24|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.24" />
<sup>24</sup>Πεποιθα δε επι τον Κυριον οτι και εγω ελθει ταχεως.
<scripture passage="Phil 2:25" parsed="|Phil|2|25|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.25" />
<sup>25</sup>Εστοχασθην ομως αναγκαιον να πεμψω προς εσας τον Επαφροδιτον  τον αδελφον και συνεργον και συστρατιωτην μου, απεσταλμενον δε απο  σας, και υπηρετησαντα εις την χρειαν μου.
<scripture passage="Phil 2:26" parsed="|Phil|2|26|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.26" />
<sup>26</sup>Επειδη επεποθει ολους εσας, και ελυπειτο, διοτι ηκουσατε οτι  ησθενησε.
<scripture passage="Phil 2:27" parsed="|Phil|2|27|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.27" />
<sup>27</sup>Και τωοντι ησθενησεν μεχρι θανατου αλλ’ ο Θεος ηλεησεν αυτον ουχι δε αυτον μονον, αλλα και εμε,  δια να μη λαβω λυπην επι λυπην.
<scripture passage="Phil 2:28" parsed="|Phil|2|28|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.28" />
<sup>28</sup>Οθεν επεμψα αυτον μετα περισσοτερας σπουδης, δια να χαρητε ιδοντες  αυτον παλιν, και εγω να εχω ολιγωτεραν λυπην.
<scripture passage="Phil 2:29" parsed="|Phil|2|29|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.29" />
<sup>29</sup>Δεχθητε λοιπον αυτον εν Κυριω μετα πασης χαρας, και τιματε τους  τοιουτους
<scripture passage="Phil 2:30" parsed="|Phil|2|30|0|0" osisRef="Bible:Phil.2.30" />
<sup>30</sup>επειδη δια τον εργον του Χριστου επλησιασε μεχρι θανατου, καταφρονησας  την ζωην αυτου, δια να αναπληρωση την ελλειψιν υμων της εις εμε  υπηρεσιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Philippians 3" progress="95.02%" prev="Phil.2" next="Phil.4" id="Phil.3">
<h3 id="Phil.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Phil.3-p1">
<scripture passage="Phil 3:1" parsed="|Phil|3|1|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.1" />
<sup>1</sup>ΤΟ λοιπον, αδελφοι μου, χαιρετε εν Κυριω το να σας γραψω τα αυτα,  εις εμε μεν δεν ειναι οχληρον, εις εσας δε ασφαλες.
<scripture passage="Phil 3:2" parsed="|Phil|3|2|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.2" />
<sup>2</sup>Προσεχετε τους κυνας, προσεχετε τους κακους εργατας, προσεχετε  την κατατομην
<scripture passage="Phil 3:3" parsed="|Phil|3|3|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.3" />
<sup>3</sup>διοτι ημεις ειμεθα η περιτομη, οι λατρευοντες τον Θεον εν πνευματι,  και καυχωμενοι εις τον Χριστον Ιησουν, και μη εχοντες την πεποιθησιν  εν τη σαρκι.
<scripture passage="Phil 3:4" parsed="|Phil|3|4|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.4" />
<sup>4</sup>Αν και εγω εχω πεποιθησιν και εν τη σαρκι. Εαν τις αλλος νομιζη  οτι εχει πεποιθησιν εν τη σαρκι, εγω περισσοτερον
<scripture passage="Phil 3:5" parsed="|Phil|3|5|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.5" />
<sup>5</sup>περιτετμημενος την ογδοην ημεραν, εκ γενους Ισραηλ, εκ φυλης  Βενιαμιν, Εβραιος εξ Εβραιων, κατα νομον Φαρισαιος,
<scripture passage="Phil 3:6" parsed="|Phil|3|6|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.6" />
<sup>6</sup>κατα ζηλον διωκτης  της εκκλησιας, κατα την δικαιοσυνην την δια του νομου διατελεσας  αμεμπτος
<scripture passage="Phil 3:7" parsed="|Phil|3|7|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.7" />
<sup>7</sup>πλην εκεινα τα οποια ησαν εις εμε κερδη, ταυτα ενομισα ζημιαν  δια τον Χριστον.
<scripture passage="Phil 3:8" parsed="|Phil|3|8|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.8" />
<sup>8</sup>Μαλιστα δε και νομιζω τα παντα οτι ειναι ζημια δια τον εξοχον  της γνωσεως του Ιησου Χριστου του Κυριου μου δια τον οποιον εζημιωθην  τα παντα, και λογιζομαι οτι ειναι σκυβαλα, δια να κερδησω τον Χριστον,
<scripture passage="Phil 3:9" parsed="|Phil|3|9|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.9" />
<sup>9</sup>και να ευρεθω εν αυτω, μη εχων ιδικην μου δικαιοσυνην την εκ  του νομου, αλλα την δια πιστεως του Χριστου, την δικαιοσυνην την εκ Θεου δια της πιστεως
<scripture passage="Phil 3:10" parsed="|Phil|3|10|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.10" />
<sup>10</sup>δια να γνωρισω αυτον, και την δυναμιν της αναστασεως αυτου, και  την κοινωνιαν των παθηματων αυτου, συμμορφουμενος με τον θανατον  αυτου
<scripture passage="Phil 3:11" parsed="|Phil|3|11|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.11" />
<sup>11</sup>ισως καταντησω εις την εξαναστασιν των νεκρων.
<scripture passage="Phil 3:12" parsed="|Phil|3|12|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.12" />
<sup>12</sup>Ουχι οτι ελαβον ηδη το βραβειον, η εγεινα ηδη τελειος τρεχω ομως  κατοπιν, ισως λαβω αυτο, δια το οποιον και εληφθην υπο του Ιησου  Χριστου.
<scripture passage="Phil 3:13" parsed="|Phil|3|13|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.13" />
<sup>13</sup>Αδελφοι, εγω δεν στοχαζομαι εμαυτον οτι ελαβον αυτο.
<scripture passage="Phil 3:14" parsed="|Phil|3|14|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' εν πραττω, τα μεν οπισω λησμονων, εις δε τα εμπροσθεν επεκτεινομενος,  τρεχω προς τον σκοπον δια το βραβειον της ανω κλησεως του Θεου εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="Phil 3:15" parsed="|Phil|3|15|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.15" />
<sup>15</sup>Οσοι λοιπον ειμεθα τελειοι, τουτο ας φρονωμεν και εαν φρονητε  τι αλλως πως, και τουτο θελει αποκαλυψει εις εσας ο Θεος.
<scripture passage="Phil 3:16" parsed="|Phil|3|16|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.16" />
<sup>16</sup>Πλην εις εκεινο εις το οποιον εφθασαμεν, ας περιπατωμεν κατα  τον αυτον κανονα, ας φρονωμεν το αυτο.
<scripture passage="Phil 3:17" parsed="|Phil|3|17|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.17" />
<sup>17</sup>Αδελφοι, συμμιμηται μου γινεσθε, και παρατηρειτε τους οσοι περιπατουσιν  ουτω, καθως εχετε τυπον ημας.
<scripture passage="Phil 3:18" parsed="|Phil|3|18|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.18" />
<sup>18</sup>Διοτι περιπατουσι πολλοι, τους οποιους σας ελεγον πολλακις, τωρα  δε και κλαιων λεγω, οτι ειναι οι εχθροι του σταυρου του Χριστου
<scripture passage="Phil 3:19" parsed="|Phil|3|19|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.19" />
<sup>19</sup>των οποιων το τελος ειναι απωλεια, των οποιων ο Θεος ειναι η  κοιλια, και η δοξα αυτων ειναι εν τη αισχυνη αυτων, οιτινες φρονουσι  τα επιγεια.
<scripture passage="Phil 3:20" parsed="|Phil|3|20|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.20" />
<sup>20</sup>Διοτι το πολιτευμα ημων ειναι εν ουρανοις, οποθεν και προσμενομεν  Σωτηρα, τον Κυριον Ιησουν Χριστον
<scripture passage="Phil 3:21" parsed="|Phil|3|21|0|0" osisRef="Bible:Phil.3.21" />
<sup>21</sup>οστις θελει μετασχηματισει το σωμα της ταπεινωσεως ημων, ωστε  να γεινη συμμορφον με το σωμα της δοξης αυτου, κατα την ενεργειαν  δια της οποιας δυναται και να υποταξη τα παντα εις εαυτον.
</p>
</div3>

<div3 title="Philippians 4" progress="95.04%" prev="Phil.3" next="Col" id="Phil.4">
<h3 id="Phil.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Phil.4-p1">
<scripture passage="Phil 4:1" parsed="|Phil|4|1|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.1" />
<sup>1</sup>Oθεν, αδελφοι μου αγαπητοι και επιποθητοι, χαρα και στεφανος μου,  ουτω στεκεσθε εν Κυριω, αγαπητοι.
<scripture passage="Phil 4:2" parsed="|Phil|4|2|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.2" />
<sup>2</sup>ΠΑΡΑΚΑΛΩ την Ευωδιαν, παρακαλω και την Συντυχην, να φρονωσι το  αυτο εν Κυριω.
<scripture passage="Phil 4:3" parsed="|Phil|4|3|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.3" />
<sup>3</sup>Και παρακαλω και σε, συντροφε γνησιε, βοηθει αυτας, αιτινες συνηγωνισθησαν  μετ' εμου εις το ευαγγελιον, ομου  και με τον Κλημεντα και τους λοιπους συνεργους μου, των οποιων τα  ονοματα ειναι εν βιβλιω ζωης.
<scripture passage="Phil 4:4" parsed="|Phil|4|4|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.4" />
<sup>4</sup>Χαιρετε εν Κυριω παντοτε παλιν θελω ειπει, Χαιρετε.
<scripture passage="Phil 4:5" parsed="|Phil|4|5|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.5" />
<sup>5</sup>Η επιεικεια σας ας γεινη γνωστη εις παντας τους ανθρωπους ο Κυριος  ειναι πλησιον.
<scripture passage="Phil 4:6" parsed="|Phil|4|6|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.6" />
<sup>6</sup>Μη μεριμνατε περι μηδενος αλλ' εν παντι πραγματι ας γνωριζωνται  τα ζητηματα σας προς τον Θεον μετ' ευχαριστιας δια της προσευχης  και της δεησεως.
<scripture passage="Phil 4:7" parsed="|Phil|4|7|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.7" />
<sup>7</sup>Και η ειρηνη του Θεου, η υπερεχουσα παντα νουν, θελει διαφυλαξει  τας καρδιας σας και τα διανοηματα σας δια του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Phil 4:8" parsed="|Phil|4|8|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.8" />
<sup>8</sup>Το λοιπον, αδελφοι, οσα ειναι αληθη, οσα σεμνα, οσα δικαια, οσα  καθαρα, οσα προσφιλη, οσα ευφημα, αν υπαρχη τις αρετη, και εαν τις  επαινος, ταυτα συλλογιζεσθε.
<scripture passage="Phil 4:9" parsed="|Phil|4|9|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.9" />
<sup>9</sup>Εκεινα τα οποια και εμαθετε, και παρελαβετε, και ηκουσατε, και  ειδετε εν εμοι, ταυτα πραττετε και ο Θεος της ειρηνης θελει εισθαι  μεθ' υμων.
<scripture passage="Phil 4:10" parsed="|Phil|4|10|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.10" />
<sup>10</sup>Εχαρην δε εν Κυριω μεγαλως, οτι τωρα τελος παντων εδειξατε αναθαλλουσαν  την υπερ εμου φροντιδα, περι του οποιου και εφροντιζετε, πλην δεν  ειχετε ευκαιριαν.
<scripture passage="Phil 4:11" parsed="|Phil|4|11|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.11" />
<sup>11</sup>Ουχι οτι λεγω τουτο διοτι υστερουμαι επειδη εγω εμαθον να ημαι  αυταρκης εις οσα εχω.
<scripture passage="Phil 4:12" parsed="|Phil|4|12|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.12" />
<sup>12</sup>Εξευρω να ταπεινονωμαι, εξευρω και να περισσευωμαι εν παντι τοπω  και κατα παντα ειμαι δεδιδαγμενος, και να χορταζωμαι και να πεινω,  και να περισσευωμαι και να υστερωμαι.
<scripture passage="Phil 4:13" parsed="|Phil|4|13|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.13" />
<sup>13</sup>Τα παντα δυναμαι δια του ενδυναμουντος με Χριστου.
<scripture passage="Phil 4:14" parsed="|Phil|4|14|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.14" />
<sup>14</sup>Πλην καλως επραξατε γενομενοι συγκοινωνοι εις την θλιψιν μου.
<scripture passage="Phil 4:15" parsed="|Phil|4|15|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.15" />
<sup>15</sup>Εξευρετε δε και σεις, Φιλιππησιοι, οτι εν αρχη του ευαγγελιου,  οτε εξηλθον απο Μακεδονιας, ουδεμια εκκλησια συνεκοινωνησε μετ'  εμου περι δοσεως και ληψεως, ειμη σεις μονοι
<scripture passage="Phil 4:16" parsed="|Phil|4|16|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.16" />
<sup>16</sup>διοτι και εν Θεσσαλονικη και απαξ και δις μοι επεμψατε εις την  χρειαν μου
<scripture passage="Phil 4:17" parsed="|Phil|4|17|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.17" />
<sup>17</sup>ουχι οτι ζητω το δωρον, αλλα ζητω τον καρπον τον πλεοναζοντα  εις λογαριασμον σας.
<scripture passage="Phil 4:18" parsed="|Phil|4|18|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.18" />
<sup>18</sup>Εχω ομως παντα, και περισσευομαι ενεπλησθην δεχθεις παρα του  Επαφροδιτου τα σταλεντα απο σας, οσμην ευωδιας, θυσιαν δεκτην, ευαρεστον  εις τον Θεον.
<scripture passage="Phil 4:19" parsed="|Phil|4|19|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.19" />
<sup>19</sup>Ο δε Θεος μου θελει εκπληρωσει πασαν χρειαν σας κατα τον πλουτον  αυτου εν δοξη, δια Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Phil 4:20" parsed="|Phil|4|20|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.20" />
<sup>20</sup>Εις δε τον Θεον και Πατερα ημων εστω η δοξα εις τους αιωνας των  αιωνων. Αμην.
<scripture passage="Phil 4:21" parsed="|Phil|4|21|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.21" />
<sup>21</sup>Ασπασθητε παντα αγιον εν Χριστω Ιησου σας ασπαζονται οι μετ'  εμου αδελφοι.
<scripture passage="Phil 4:22" parsed="|Phil|4|22|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.22" />
<sup>22</sup>Σας ασπαζονται παντες οι αγιοι, μαλιστα δε οι εκ της οικιας του  Καισαρος.
<scripture passage="Phil 4:23" parsed="|Phil|4|23|0|0" osisRef="Bible:Phil.4.23" />
<sup>23</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα παντων υμων. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Colossians" progress="95.05%" prev="Phil.4" next="Col.1" id="Col">
<h2 id="Col-p0.1">Colossians</h2>

<div3 title="Colossians 1" progress="95.05%" prev="Col" next="Col.2" id="Col.1">
<h3 id="Col.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Col.1-p1">
<scripture passage="Col 1:1" parsed="|Col|1|1|0|0" osisRef="Bible:Col.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, αποστολος Ιησου Χριστου δια θεληματος Θεου, και Τιμοθεος ο αδελφος,
<scripture passage="Col 1:2" parsed="|Col|1|2|0|0" osisRef="Bible:Col.1.2" />
<sup>2</sup>προς τους αγιους και πιστους εν Χριστω αδελφους τους εν Κολοσσαις· χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Col 1:3" parsed="|Col|1|3|0|0" osisRef="Bible:Col.1.3" />
<sup>3</sup>Ευχαριστουμεν τον Θεον και Πατερα του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, προσευχομενοι παντοτε υπερ υμων,
<scripture passage="Col 1:4" parsed="|Col|1|4|0|0" osisRef="Bible:Col.1.4" />
<sup>4</sup>ακουσαντες την εις τον Ιησουν Χριστον πιστιν σας και την εις παντας τους αγιους αγαπην,
<scripture passage="Col 1:5" parsed="|Col|1|5|0|0" osisRef="Bible:Col.1.5" />
<sup>5</sup>δια την ελπιδα την αποτεταμιευμενην δια σας εν τοις ουρανοις, την οποιαν προηκουσατε εν τω λογω της αληθειας του ευαγγελιου,
<scripture passage="Col 1:6" parsed="|Col|1|6|0|0" osisRef="Bible:Col.1.6" />
<sup>6</sup>το οποιον ηλθεν εις εσας, καθως και εις ολον τον κοσμον, και καρποφορει καθως και εις εσας, αφ' ης ημερας ηκουσατε και εγνωρισατε την χαριν του Θεου εν αληθεια,
<scripture passage="Col 1:7" parsed="|Col|1|7|0|0" osisRef="Bible:Col.1.7" />
<sup>7</sup>καθως και εμαθετε απο Επαφρα του αγαπητου συνδουλου ημων, οστις ειναι δια σας, πιστος διακονος του Χριστου,
<scripture passage="Col 1:8" parsed="|Col|1|8|0|0" osisRef="Bible:Col.1.8" />
<sup>8</sup>οστις και εφανερωσεν εις ημας την εν Πνευματι αγαπην σας.
<scripture passage="Col 1:9" parsed="|Col|1|9|0|0" osisRef="Bible:Col.1.9" />
<sup>9</sup>Δια τουτο και ημεις, αφ' ης ημερας ηκουσαμεν, δεν παυομεν προσευχομενοι δια σας και δεομενοι να εμπλησθητε απο της επιγνωσεως του θεληματος αυτου μετα πασης σοφιας και πνευματικης συνεσεως,
<scripture passage="Col 1:10" parsed="|Col|1|10|0|0" osisRef="Bible:Col.1.10" />
<sup>10</sup>δια να περιπατησητε αξιως του Κυριου, ευαρεστουντες κατα παντα, καρποφορουντες εις παν εργον αγαθον και αυξανομενοι εις την επιγνωσιν του Θεου,
<scripture passage="Col 1:11" parsed="|Col|1|11|0|0" osisRef="Bible:Col.1.11" />
<sup>11</sup>ενδυναμουμενοι εν παση δυναμει κατα το κρατος της δοξης αυτου εις πασαν υπομονην και μακροθυμιαν,
<scripture passage="Col 1:12" parsed="|Col|1|12|0|0" osisRef="Bible:Col.1.12" />
<sup>12</sup>μετα χαρας ευχαριστουντες τον Πατερα, οστις εκαμεν ημας αξιους της μεριδος του κληρου των αγιων εν τω φωτι,
<scripture passage="Col 1:13" parsed="|Col|1|13|0|0" osisRef="Bible:Col.1.13" />
<sup>13</sup>οστις ηλευθερωσεν ημας εκ της εξουσιας του σκοτους και μετεφερεν εις την βασιλειαν του αγαπητου αυτου Υιου·
<scripture passage="Col 1:14" parsed="|Col|1|14|0|0" osisRef="Bible:Col.1.14" />
<sup>14</sup>εις τον οποιον εχομεν την απολυτρωσιν δια του αιματος αυτου, την αφεσιν των αμαρτιων·
<scripture passage="Col 1:15" parsed="|Col|1|15|0|0" osisRef="Bible:Col.1.15" />
<sup>15</sup>οστις ειναι εικων του Θεου του αορατου, πρωτοτοκος πασης κτισεως,
<scripture passage="Col 1:16" parsed="|Col|1|16|0|0" osisRef="Bible:Col.1.16" />
<sup>16</sup>επειδη δι' αυτου εκτισθησαν τα παντα, τα εν τοις ουρανοις και τα επι της γης, τα ορατα και τα αορατα, ειτε θρονοι ειτε κυριοτητες ειτε αρχαι ειτε εξουσιαι· τα παντα δι' αυτου και εις αυτον εκτισθησαν·
<scripture passage="Col 1:17" parsed="|Col|1|17|0|0" osisRef="Bible:Col.1.17" />
<sup>17</sup>και αυτος ειναι προ παντων, και τα παντα συντηρουνται δι' αυτου,
<scripture passage="Col 1:18" parsed="|Col|1|18|0|0" osisRef="Bible:Col.1.18" />
<sup>18</sup>και αυτος ειναι η κεφαλη του σωματος, της εκκλησιας· οστις ειναι αρχη, πρωτοτοκος εκ των νεκρων, δια να γεινη αυτος πρωτευων εις τα παντα,
<scripture passage="Col 1:19" parsed="|Col|1|19|0|0" osisRef="Bible:Col.1.19" />
<sup>19</sup>διοτι εν αυτω ηυδοκησεν ο Πατηρ να κατοικηση παν το πληρωμα
<scripture passage="Col 1:20" parsed="|Col|1|20|0|0" osisRef="Bible:Col.1.20" />
<sup>20</sup>και δι' αυτου να συνδιαλλαξη τα παντα προς εαυτον, ειρηνοποιησας δια του αιματος του σταυρου αυτου, δι' αυτου, ειτε τα επι της γης ειτε τα εν τοις ουρανοις.
<scripture passage="Col 1:21" parsed="|Col|1|21|0|0" osisRef="Bible:Col.1.21" />
<sup>21</sup>Και σας, οιτινες ησθε ποτε απηλλοτριωμενοι και εχθροι κατα την διανοιαν με τα εργα τα πονηρα,
<scripture passage="Col 1:22" parsed="|Col|1|22|0|0" osisRef="Bible:Col.1.22" />
<sup>22</sup>τωρα ομως διηλλαξε προς εαυτον δια του σωματος της σαρκος αυτου δια του θανατου, δια να σας παραστηση ενωπιον αυτου αγιους και αμωμους και ανεγκλητους,
<scripture passage="Col 1:23" parsed="|Col|1|23|0|0" osisRef="Bible:Col.1.23" />
<sup>23</sup>εαν επιμενητε εις την πιστιν, τεθεμελιωμενοι και στερεοι και μη μετακινουμενοι απο της ελπιδος του ευαγγελιου, το οποιον ηκουσατε, του κηρυχθεντος εις πασαν την κτισιν την υπο τον ουρανον, του οποιου εγω ο Παυλος εγεινα υπηρετης.
<scripture passage="Col 1:24" parsed="|Col|1|24|0|0" osisRef="Bible:Col.1.24" />
<sup>24</sup>Τωρα χαιρω εις τα παθηματα μου δια σας, και ανταναπληρω τα υστερηματα των θλιψεων του Χριστου εν τη σαρκι μου υπερ του σωματος αυτου, το οποιον ειναι η εκκλησια,
<scripture passage="Col 1:25" parsed="|Col|1|25|0|0" osisRef="Bible:Col.1.25" />
<sup>25</sup>της οποιας εγω εγεινα υπηρετης κατα την οικονομιαν του Θεου την εις εμε δοθεισαν δια σας, δια να εκπληρωσω το κηρυγμα του λογου του Θεου,
<scripture passage="Col 1:26" parsed="|Col|1|26|0|0" osisRef="Bible:Col.1.26" />
<sup>26</sup>το μυστηριον, το οποιον ητο αποκεκρυμμενον απο των αιωνων και απο των γενεων, τωρα δε εφανερωθη εις τους αγιους αυτου,
<scripture passage="Col 1:27" parsed="|Col|1|27|0|0" osisRef="Bible:Col.1.27" />
<sup>27</sup>εις τους οποιους ηθελησεν ο Θεος να φανερωση τις ο πλουτος της δοξης του μυστηριου τουτου εις τα εθνη, οστις ειναι ο Χριστος εις εσας, η ελπις της δοξης·
<scripture passage="Col 1:28" parsed="|Col|1|28|0|0" osisRef="Bible:Col.1.28" />
<sup>28</sup>τον οποιον ημεις κηρυττομεν, νουθετουντες παντα ανθρωπον και διδασκοντες παντα ανθρωπον εν παση σοφια, δια να παραστησωμεν παντα ανθρωπον τελειον εν Χριστω Ιησου·
<scripture passage="Col 1:29" parsed="|Col|1|29|0|0" osisRef="Bible:Col.1.29" />
<sup>29</sup>εις το οποιον και κοπιαζω, αγωνιζομενος κατα την ενεργειαν αυτου την ενεργουμενην εν εμοι μετα δυναμεως.
</p>
</div3>

<div3 title="Colossians 2" progress="95.13%" prev="Col.1" next="Col.3" id="Col.2">
<h3 id="Col.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Col.2-p1">
<scripture passage="Col 2:1" parsed="|Col|2|1|0|0" osisRef="Bible:Col.2.1" />
<sup>1</sup>Διοτι θελω να εξευρητε οποιον μεγαν αγωνα εχω δια σας και τους εν Λαοδικεια και τους οσοι δεν ειδον το προσωπον μου σωματικως,
<scripture passage="Col 2:2" parsed="|Col|2|2|0|0" osisRef="Bible:Col.2.2" />
<sup>2</sup>δια να παρηγορηθωσιν αι καρδιαι αυτων, ενωθεντων ομου εν αγαπη και εις παντα πλουτον της πληροφοριας της συνεσεως, ωστε να γνωρισωσι το μυστηριον του Θεου και Πατρος και του Χριστου,
<scripture passage="Col 2:3" parsed="|Col|2|3|0|0" osisRef="Bible:Col.2.3" />
<sup>3</sup>εν τω οποιω ειναι κεκρυμμενοι παντες οι θησαυροι της σοφιας και της γνωσεως.
<scripture passage="Col 2:4" parsed="|Col|2|4|0|0" osisRef="Bible:Col.2.4" />
<sup>4</sup>Λεγω δε τουτο, δια να μη σας εξαπατα τις με πιθανολογιαν·
<scripture passage="Col 2:5" parsed="|Col|2|5|0|0" osisRef="Bible:Col.2.5" />
<sup>5</sup>διοτι αν και κατα το σωμα ημαι απων, με το πνευμα ομως ειμαι μεθ' υμων, χαιρων και βλεπων την ταξιν σας και την σταθεροτητα της εις Χριστον πιστεως σας.
<scripture passage="Col 2:6" parsed="|Col|2|6|0|0" osisRef="Bible:Col.2.6" />
<sup>6</sup>Καθως λοιπον παρελαβετε τον Χριστον Ιησουν τον Κυριον, εν αυτω περιπατειτε,
<scripture passage="Col 2:7" parsed="|Col|2|7|0|0" osisRef="Bible:Col.2.7" />
<sup>7</sup>ερριζωμενοι και εποικοδημουμενοι εν αυτω και στερεουμενοι εν τη πιστει καθως εδιδαχθητε, περισσευοντες εν αυτη μετα ευχαριστιας.
<scripture passage="Col 2:8" parsed="|Col|2|8|0|0" osisRef="Bible:Col.2.8" />
<sup>8</sup>Βλεπετε μη σας εξαπατηση τις δια της φιλοσοφιας και της ματαιας απατης, κατα την παραδοσιν των ανθρωπων, κατα τα στοιχεια του κοσμου και ουχι κατα Χριστον·
<scripture passage="Col 2:9" parsed="|Col|2|9|0|0" osisRef="Bible:Col.2.9" />
<sup>9</sup>διοτι εν αυτω κατοικει παν το πληρωμα της θεοτητος σωματικως,
<scripture passage="Col 2:10" parsed="|Col|2|10|0|0" osisRef="Bible:Col.2.10" />
<sup>10</sup>και εισθε πληρεις εν αυτω, οστις ειναι η κεφαλη πασης αρχης και εξουσιας,
<scripture passage="Col 2:11" parsed="|Col|2|11|0|0" osisRef="Bible:Col.2.11" />
<sup>11</sup>εις τον οποιον και περιετμηθητε με περιτομην αχειροποιητον, απεκδυθεντες το σωμα των αμαρτιων της σαρκος δια της περιτομης του Χριστου,
<scripture passage="Col 2:12" parsed="|Col|2|12|0|0" osisRef="Bible:Col.2.12" />
<sup>12</sup>συνταφεντες μετ' αυτου εν τω βαπτισματι, δια του οποιου και συνανεστητε δια της πιστεως της ενεργειας του Θεου, οστις ανεστησεν αυτον εκ των νεκρων.
<scripture passage="Col 2:13" parsed="|Col|2|13|0|0" osisRef="Bible:Col.2.13" />
<sup>13</sup>Και εσας, οντας νεκρους εις τα αμαρτηματα και την ακροβυστιαν της σαρκος σας, συνεζωοποιησε μετ' αυτου, συγχωρησας εις εσας παντα τα πταισματα,
<scripture passage="Col 2:14" parsed="|Col|2|14|0|0" osisRef="Bible:Col.2.14" />
<sup>14</sup>εξαλειψας το καθ' ημων χειρογραφον, συνισταμενον εις διαταγματα, το οποιον ητο εναντιον εις ημας, και αφηρεσεν αυτο εκ του μεσου, προσηλωσας αυτο επι του σταυρου·
<scripture passage="Col 2:15" parsed="|Col|2|15|0|0" osisRef="Bible:Col.2.15" />
<sup>15</sup>και απογυμνωσας τας αρχας και τας εξουσιας, παρεδειγματισε παρρησια, θριαμβευσας κατ' αυτων επ' αυτου.
<scripture passage="Col 2:16" parsed="|Col|2|16|0|0" osisRef="Bible:Col.2.16" />
<sup>16</sup>Ας μη σας κρινη λοιπον μηδεις δια φαγητον η δια ποτον η δια λογον εορτης η νεομηνιας η σαββατων,
<scripture passage="Col 2:17" parsed="|Col|2|17|0|0" osisRef="Bible:Col.2.17" />
<sup>17</sup>τα οποια ειναι σκια των μελλοντων, το σωμα ομως ειναι του Χριστου.
<scripture passage="Col 2:18" parsed="|Col|2|18|0|0" osisRef="Bible:Col.2.18" />
<sup>18</sup>Ας μη σας στερηση μηδεις του βραβειου με προσποιησιν ταπεινοφροσυνης και με θρησκειαν των αγγελων, εμβατευων εις πραγματα τα οποια δεν ειδε, ματαιως φυσιουμενος υπο του νοος της σαρκος αυτου,
<scripture passage="Col 2:19" parsed="|Col|2|19|0|0" osisRef="Bible:Col.2.19" />
<sup>19</sup>και μη κρατων την κεφαλην, τον Χριστον, εκ του οποιου ολον το σωμα δια των αρμων και συνδεσμων διατηρουμενον και συνδεομενον αυξανει κατα την αυξησιν του Θεου.
<scripture passage="Col 2:20" parsed="|Col|2|20|0|0" osisRef="Bible:Col.2.20" />
<sup>20</sup>Εαν λοιπον απεθανετε μετα του Χριστου απο των στοιχειων του κοσμου, δια τι ως ζωντες εν τω κοσμω υποκεισθε εις διαταγματα,
<scripture passage="Col 2:21" parsed="|Col|2|21|0|0" osisRef="Bible:Col.2.21" />
<sup>21</sup>Μη πιασης, μη γευθης, μη εγγισης,
<scripture passage="Col 2:22" parsed="|Col|2|22|0|0" osisRef="Bible:Col.2.22" />
<sup>22</sup>τα οποια παντα φθειρονται δια της χρησεως, κατα τα ενταλματα και τας διδασκαλιας των ανθρωπων;
<scripture passage="Col 2:23" parsed="|Col|2|23|0|0" osisRef="Bible:Col.2.23" />
<sup>23</sup>τα οποια εχουσι φαινομενον μονον σοφιας εις εθελοθρησκειαν και ταπεινοφροσυνην και σκληραγωγιαν του σωματος, εις ουδεμιαν τιμην εχοντα την ευχαριστησιν της σαρκος.
</p>
</div3>

<div3 title="Colossians 3" progress="95.20%" prev="Col.2" next="Col.4" id="Col.3">
<h3 id="Col.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Col.3-p1">
<scripture passage="Col 3:1" parsed="|Col|3|1|0|0" osisRef="Bible:Col.3.1" />
<sup>1</sup>Εαν λοιπον συνανεστητε μετα του Χριστου, τα ανω ζητειτε, οπου ειναι ο Χριστος καθημενος εν δεξια του Θεου,
<scripture passage="Col 3:2" parsed="|Col|3|2|0|0" osisRef="Bible:Col.3.2" />
<sup>2</sup>τα ανω φρονειτε, μη τα επι της γης.
<scripture passage="Col 3:3" parsed="|Col|3|3|0|0" osisRef="Bible:Col.3.3" />
<sup>3</sup>Διοτι απεθανετε, και η ζωη σας ειναι κεκρυμμενη μετα του Χριστου εν τω Θεω·
<scripture passage="Col 3:4" parsed="|Col|3|4|0|0" osisRef="Bible:Col.3.4" />
<sup>4</sup>οταν ο Χριστος, η ζωη ημων, φανερωθη, τοτε και σεις μετ' αυτου θελετε φανερωθη εν δοξη.
<scripture passage="Col 3:5" parsed="|Col|3|5|0|0" osisRef="Bible:Col.3.5" />
<sup>5</sup>Νεκρωσατε λοιπον τα μελη σας τα επι της γης, πορνειαν, ακαθαρσιαν, παθος, επιθυμιαν κακην και την πλεονεξιαν, ητις ειναι ειδωλολατρεια,
<scripture passage="Col 3:6" parsed="|Col|3|6|0|0" osisRef="Bible:Col.3.6" />
<sup>6</sup>δια τα οποια ερχεται η οργη του Θεου επι τους υιους της απειθειας,
<scripture passage="Col 3:7" parsed="|Col|3|7|0|0" osisRef="Bible:Col.3.7" />
<sup>7</sup>εις τα οποια και σεις περιεπατησατε ποτε, οτε εζητε εν αυτοις·
<scripture passage="Col 3:8" parsed="|Col|3|8|0|0" osisRef="Bible:Col.3.8" />
<sup>8</sup>τωρα ομως απορριψατε και σεις ταυτα παντα, οργην, θυμον, κακιαν, βλασφημιαν, αισχρολογιαν εκ του στοματος σας·
<scripture passage="Col 3:9" parsed="|Col|3|9|0|0" osisRef="Bible:Col.3.9" />
<sup>9</sup>μη ψευδεσθε εις αλληλους, αφου απεξεδυθητε τον παλαιον ανθρωπον μετα των πραξεων αυτου
<scripture passage="Col 3:10" parsed="|Col|3|10|0|0" osisRef="Bible:Col.3.10" />
<sup>10</sup>και ενεδυθητε τον νεον, τον ανακαινιζομενον εις επιγνωσιν κατα την εικονα του κτισαντος αυτον,
<scripture passage="Col 3:11" parsed="|Col|3|11|0|0" osisRef="Bible:Col.3.11" />
<sup>11</sup>οπου δεν ειναι Ελλην και Ιουδαιος, περιτομη και ακροβυστια, βαρβαρος, Σκυθης, δουλος, ελευθερος, αλλα τα παντα και εν πασιν ειναι ο Χριστος.
<scripture passage="Col 3:12" parsed="|Col|3|12|0|0" osisRef="Bible:Col.3.12" />
<sup>12</sup>Ενδυθητε λοιπον, ως εκλεκτοι του Θεου αγιοι και ηγαπημενοι, σπλαγχνα οικτιρμων, χρηστοτητα, ταπεινοφροσυνην, πραοτητα, μακροθυμιαν,
<scripture passage="Col 3:13" parsed="|Col|3|13|0|0" osisRef="Bible:Col.3.13" />
<sup>13</sup>υποφεροντες αλληλους και συγχωρουντες εις αλληλους, εαν τις εχη παραπονον κατα τινος· καθως και ο Χριστος συνεχωρησεν εις εσας, ουτω και σεις·
<scripture passage="Col 3:14" parsed="|Col|3|14|0|0" osisRef="Bible:Col.3.14" />
<sup>14</sup>και εν πασι τουτοις ενδυθητε την αγαπην, ητις ειναι συνδεσμος της τελειοτητος.
<scripture passage="Col 3:15" parsed="|Col|3|15|0|0" osisRef="Bible:Col.3.15" />
<sup>15</sup>Και η ειρηνη του Θεου ας βασιλευη εν ταις καρδιαις υμων, εις την οποιαν και προσεκληθητε εις εν σωμα· και γινεσθε ευγνωμονες.
<scripture passage="Col 3:16" parsed="|Col|3|16|0|0" osisRef="Bible:Col.3.16" />
<sup>16</sup>Ο λογος του Χριστου ας κατοικη εν υμιν πλουσιως μετα πασης σοφιας· διδασκοντες και νουθετουντες αλληλους με ψαλμους και υμνους και ωδας πνευματικας, εν χαριτι ψαλλοντες εκ της καρδιας υμων προς τον Κυριον.
<scripture passage="Col 3:17" parsed="|Col|3|17|0|0" osisRef="Bible:Col.3.17" />
<sup>17</sup>Και παν ο, τι αν πραττητε εν λογω η εν εργω, παντα εν τω ονοματι του Κυριου Ιησου πραττετε, ευχαριστουντες δι' αυτου τον Θεον και Πατερα.
<scripture passage="Col 3:18" parsed="|Col|3|18|0|0" osisRef="Bible:Col.3.18" />
<sup>18</sup>Αι γυναικες, υποτασσεσθε εις τους ανδρας σας, καθως πρεπει εν Κυριω.
<scripture passage="Col 3:19" parsed="|Col|3|19|0|0" osisRef="Bible:Col.3.19" />
<sup>19</sup>Οι ανδρες, αγαπατε τας γυναικας σας και μη ησθε πικροι προς αυτας.
<scripture passage="Col 3:20" parsed="|Col|3|20|0|0" osisRef="Bible:Col.3.20" />
<sup>20</sup>Τα τεκνα, υπακουετε εις τους γονεις κατα παντα· διοτι τουτο ειναι ευαρεστον εις τον Κυριον.
<scripture passage="Col 3:21" parsed="|Col|3|21|0|0" osisRef="Bible:Col.3.21" />
<sup>21</sup>Οι πατερες, μη ερεθιζετε τα τεκνα σας, δια να μη μικροψυχωσιν.
<scripture passage="Col 3:22" parsed="|Col|3|22|0|0" osisRef="Bible:Col.3.22" />
<sup>22</sup>Οι δουλοι, υπακουετε κατα παντα εις τους κατα σαρκα κυριους σας, ουχι με οφθαλμοδουλειας ως ανθρωπαρεσκοι, αλλα με απλοτητα καρδιας, φοβουμενοι τον Θεον.
<scripture passage="Col 3:23" parsed="|Col|3|23|0|0" osisRef="Bible:Col.3.23" />
<sup>23</sup>Και παν ο, τι αν πραττητε, εκ ψυχης εργαζεσθε, ως εις τον Κυριον και ουχι εις ανθρωπους,
<scripture passage="Col 3:24" parsed="|Col|3|24|0|0" osisRef="Bible:Col.3.24" />
<sup>24</sup>εξευροντες οτι απο του Κυριου θελετε λαβει την ανταποδοσιν της κληρονομιας· διοτι εις τον Κυριον Χριστον δουλευετε.
<scripture passage="Col 3:25" parsed="|Col|3|25|0|0" osisRef="Bible:Col.3.25" />
<sup>25</sup>Οστις ομως αδικει, θελει λαβει την αμοιβην της αδικιας αυτου, και δεν υπαρχει προσωποληψια.
</p>
</div3>

<div3 title="Colossians 4" progress="95.26%" prev="Col.3" next="iThess" id="Col.4">
<h3 id="Col.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Col.4-p1">
<scripture passage="Col 4:1" parsed="|Col|4|1|0|0" osisRef="Bible:Col.4.1" />
<sup>1</sup>Οι κυριοι, αποδιδετε εις τους δουλους σας το δικαιον και το ισον, εξευροντες οτι και σεις εχετε Κυριον εν ουρανοις.
<scripture passage="Col 4:2" parsed="|Col|4|2|0|0" osisRef="Bible:Col.4.2" />
<sup>2</sup>Εμμενετε εις την προσευχην, αγρυπνουντες εις αυτην μετα ευχαριστιας,
<scripture passage="Col 4:3" parsed="|Col|4|3|0|0" osisRef="Bible:Col.4.3" />
<sup>3</sup>προσευχομενοι ενταυτω και περι ημων, να ανοιξη εις ημας ο Θεος θυραν του λογου, δια να λαλησωμεν το μυστηριον του Χριστου, δια το οποιον και ειμαι δεδεμενος,
<scripture passage="Col 4:4" parsed="|Col|4|4|0|0" osisRef="Bible:Col.4.4" />
<sup>4</sup>δια να φανερωσω αυτο καθως πρεπει να λαλησω.
<scripture passage="Col 4:5" parsed="|Col|4|5|0|0" osisRef="Bible:Col.4.5" />
<sup>5</sup>Περιπατειτε εν φρονησει προς τους εξω, εξαγοραζομενοι τον καιρον.
<scripture passage="Col 4:6" parsed="|Col|4|6|0|0" osisRef="Bible:Col.4.6" />
<sup>6</sup>Ο λογος σας ας ηναι παντοτε με χαριν, ηρτυμενος με αλας, δια να εξευρητε πως πρεπει να αποκρινησθε προς ενα εκαστον.
<scripture passage="Col 4:7" parsed="|Col|4|7|0|0" osisRef="Bible:Col.4.7" />
<sup>7</sup>Τα κατ' εμε παντα θελει σας φανερωσει ο Τυχικος ο αγαπητος αδελφος και πιστος διακονος και συνδουλος εν Κυριω,
<scripture passage="Col 4:8" parsed="|Col|4|8|0|0" osisRef="Bible:Col.4.8" />
<sup>8</sup>τον οποιον επεμψα προς εσας δι' αυτο τουτο, δια να μαθη την καταστασιν σας και να παρηγορηση τας καρδιας σας,
<scripture passage="Col 4:9" parsed="|Col|4|9|0|0" osisRef="Bible:Col.4.9" />
<sup>9</sup>μετα του Ονησιμου του πιστου και αγαπητου αδελφου, οστις ειναι απο σας· θελουσι σας φανερωσει παντα τα εδω.
<scripture passage="Col 4:10" parsed="|Col|4|10|0|0" osisRef="Bible:Col.4.10" />
<sup>10</sup>Σας ασπαζεται Αρισταρχος ο συναιχμαλωτος μου και Μαρκος ο ανεψιος του Βαρναβα, περι του οποιου ελαβετε παραγγελιας· εαν ελθη προς εσας, υποδεχθητε αυτον,
<scripture passage="Col 4:11" parsed="|Col|4|11|0|0" osisRef="Bible:Col.4.11" />
<sup>11</sup>και Ιησους ο λεγομενος Ιουστος, οιτινες ειναι εκ της περιτομης, ουτοι μονοι ειναι συνεργοι μου εις την βασιλειαν του Θεου, οιτινες εγειναν εις εμε παρηγορια.
<scripture passage="Col 4:12" parsed="|Col|4|12|0|0" osisRef="Bible:Col.4.12" />
<sup>12</sup>Σας ασπαζεται ο Επαφρας, οστις ειναι απο σας, ο δουλος του Χριστου, παντοτε αγωνιζομενος δια σας εν ταις προσευχαις, δια να σταθητε τελειοι και πληρεις εις παν θελημα του Θεου·
<scripture passage="Col 4:13" parsed="|Col|4|13|0|0" osisRef="Bible:Col.4.13" />
<sup>13</sup>διοτι μαρτυρω περι αυτου οτι εχει ζηλον πολυν δια σας και τους εν Λαοδικεια και τους εν Ιεραπολει.
<scripture passage="Col 4:14" parsed="|Col|4|14|0|0" osisRef="Bible:Col.4.14" />
<sup>14</sup>Σας ασπαζεται Λουκας ο ιατρος ο αγαπητος και ο Δημας.
<scripture passage="Col 4:15" parsed="|Col|4|15|0|0" osisRef="Bible:Col.4.15" />
<sup>15</sup>Ασπασθητε τους εν Λαοδικεια αδελφους και τον Νυμφαν και την κατ' οικον αυτου εκκλησιαν·
<scripture passage="Col 4:16" parsed="|Col|4|16|0|0" osisRef="Bible:Col.4.16" />
<sup>16</sup>και αφου αναγνωσθη μεταξυ σας η επιστολη, καμετε να αναγνωσθη και εν τη εκκλησια των Λαοδικεων, και την εκ Λαοδικειας να αναγνωσητε και σεις.
<scripture passage="Col 4:17" parsed="|Col|4|17|0|0" osisRef="Bible:Col.4.17" />
<sup>17</sup>Και ειπατε προς τον Αρχιππον· Προσεχε εις την διακονιαν, την οποιαν παρελαβες εν Κυριω, δια να εκπληροις αυτην.
<scripture passage="Col 4:18" parsed="|Col|4|18|0|0" osisRef="Bible:Col.4.18" />
<sup>18</sup>Ο ασπασμος εγραφη με την χειρα εμου του Παυλου. Ενθυμεισθε τα δεσμα μου. Η χαρις ειη μεθ' υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Thessalonians" progress="95.31%" prev="Col.4" next="iThess.1" id="iThess">
<h2 id="iThess-p0.1">1 Thessalonians</h2>

<div3 title="1 Thessalonians 1" progress="95.31%" prev="iThess" next="iThess.2" id="iThess.1">
<h3 id="iThess.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iThess.1-p1">
<scripture passage="1Thess 1:1" parsed="|1Thess|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος και Σιλουανος και Τιμοθεος προς την εκκλησιαν των Θεσσαλονικεων εν Θεω, τω Πατρι και Κυριω Ιησου Χριστω· χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1Thess 1:2" parsed="|1Thess|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.2" />
<sup>2</sup>Ευχαριστουμεν παντοτε τον Θεον περι παντων υμων και σας μνημονευομεν εν ταις προσευχαις ημων,
<scripture passage="1Thess 1:3" parsed="|1Thess|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.3" />
<sup>3</sup>αδιαλειπτως ενθυμουμενοι το εις την πιστιν εργον σας και τον κοπον της αγαπης και την υπομονην της ελπιδος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου εμπροσθεν του Θεου και Πατρος ημων,
<scripture passage="1Thess 1:4" parsed="|1Thess|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.4" />
<sup>4</sup>εξευροντες, αδελφοι ηγαπημενοι υπο Θεου, την εκλογην σας,
<scripture passage="1Thess 1:5" parsed="|1Thess|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.5" />
<sup>5</sup>διοτι το ευαγγελιον ημων δεν εγεινεν εις εσας εν λογω μονον, αλλα και εν δυναμει και εν Πνευματι Αγιω και εν πληροφορια πολλη, καθως εξευρετε οποιοι υπηρξαμεν μεταξυ σας δια σας.
<scripture passage="1Thess 1:6" parsed="|1Thess|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.6" />
<sup>6</sup>Και σεις εγεινετε μιμηται ημων και του Κυριου, δεχθεντες τον λογον εν μεσω πολλης θλιψεως μετα χαρας Πνευματος Αγιου,
<scripture passage="1Thess 1:7" parsed="|1Thess|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.7" />
<sup>7</sup>ωστε εγεινετε τυποι εις παντας τους πιστευοντας εν τη Μακεδονια και τη Αχαια.
<scripture passage="1Thess 1:8" parsed="|1Thess|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.8" />
<sup>8</sup>Διοτι απο σας εξηχησεν ο λογος του Κυριου ουχι μονον εν τη Μακεδονια και Αχαια, αλλα και εν παντι τοπω εφθασεν η φημη της προς τον Θεον πιστεως σας, ωστε ημεις δεν εχομεν χρειαν να λαλωμεν τι.
<scripture passage="1Thess 1:9" parsed="|1Thess|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.9" />
<sup>9</sup>Διοτι αυτοι διηγουνται περι ημων οποιαν εισοδον ελαβομεν προς εσας, και πως επεστρεψατε προς τον Θεον απο των ειδωλων, δια να δουλευητε Θεον ζωντα και αληθινον,
<scripture passage="1Thess 1:10" parsed="|1Thess|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Thess.1.10" />
<sup>10</sup>και να προσμενητε τον Υιον αυτου εκ των ουρανων, τον οποιον ανεστησεν εκ νεκρων, τον Ιησουν, οστις ελευθερονει ημας απο της μελλουσης οργης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Thessalonians 2" progress="95.34%" prev="iThess.1" next="iThess.3" id="iThess.2">
<h3 id="iThess.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iThess.2-p1">
<scripture passage="1Thess 2:1" parsed="|1Thess|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.1" />
<sup>1</sup>Διοτι σεις εξευρετε, αδελφοι, την προς εσας εισοδον ημων, οτι δεν εγεινε ματαια,
<scripture passage="1Thess 2:2" parsed="|1Thess|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.2" />
<sup>2</sup>αλλα και προπαθοντες και υβρισθεντες, καθως εξευρετε, εν Φιλιπποις, ελαβομεν θαρρος εις τον Θεον ημων να λαλησωμεν προς εσας το ευαγγελιον του Θεου με πολυν αγωνα.
<scripture passage="1Thess 2:3" parsed="|1Thess|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.3" />
<sup>3</sup>Διοτι η προτροπη ημων δεν ητο εκ πλανης ουδε εξ ακαθαρσιας ουτε μετα δολου·
<scripture passage="1Thess 2:4" parsed="|1Thess|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.4" />
<sup>4</sup>αλλα καθως εδοκιμασθημεν υπο του Θεου δια να εμπιστευθωμεν το ευαγγελιον, ουτω λαλουμεν, ουχι ως αρεσκοντες εις ανθρωπους, αλλ' εις τον Θεον τον δοκιμαζοντα τας καρδιας ημων.
<scripture passage="1Thess 2:5" parsed="|1Thess|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ουτε λογον κολακειας μετεχειρισθημεν ποτε, καθως εξευρετε, ουτε προφασιν πλεονεξιας, μαρτυς ο Θεος,
<scripture passage="1Thess 2:6" parsed="|1Thess|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.6" />
<sup>6</sup>ουτε εζητησαμεν δοξαν εξ ανθρωπων, ουτε αφ' υμων ουτε απ' αλλων
<scripture passage="1Thess 2:7" parsed="|1Thess|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.7" />
<sup>7</sup>καιτοι δυναμενοι να διδωμεν βαρος ως αποστολοι του Χριστου, αλλ' εσταθημεν γλυκεις εν τω μεσω υμων, καθως η τροφος περιθαλπει τα εαυτης τεκνα·
<scripture passage="1Thess 2:8" parsed="|1Thess|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.8" />
<sup>8</sup>ουτως εχοντες ενθερμον αγαπην προς εσας, ευχαριστουμεθα να μεταδωσωμεν ουχι μονον το ευαγγελιον του Θεου αλλα και τας ψυχας ημων, επειδη εσταθητε αγαπητοι εις ημας.
<scripture passage="1Thess 2:9" parsed="|1Thess|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.9" />
<sup>9</sup>Διοτι ενθυμεισθε, αδελφοι, τον κοπον ημων και τον μοχθον· επειδη νυκτα και ημεραν εργαζομενοι, δια να μη επιβαρυνωμεν τινα εξ υμων, εκηρυξαμεν εις εσας το ευαγγελιον του Θεου.
<scripture passage="1Thess 2:10" parsed="|1Thess|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.10" />
<sup>10</sup>Σεις εισθε μαρτυρες και ο Θεος οτι οσιως και δικαιως και αμεμπτως εφερθημεν προς εσας τους πιστευοντας,
<scripture passage="1Thess 2:11" parsed="|1Thess|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.11" />
<sup>11</sup>καθως εξευρετε οτι ενα εκαστον υμων, ως πατηρ τα εαυτου τεκνα,
<scripture passage="1Thess 2:12" parsed="|1Thess|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.12" />
<sup>12</sup>σας προετρεπομεν και παρηγορουμεν και διεμαρτυρομεθα, δια να περιπατησητε αξιως του Θεου του προσκαλουντος υμας εις την εαυτου βασιλειαν και δοξαν.
<scripture passage="1Thess 2:13" parsed="|1Thess|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο και ημεις ευχαριστουμεν τον Θεον αδιαλειπτως, οτι παραλαβοντες τον λογον του Θεου, τον οποιον ηκουσατε παρ' ημων, εδεχθητε αυτον ουχι ως λογον ανθρωπων, αλλα καθως ειναι αληθως, λογον Θεου, οστις και ενεργειται μεταξυ υμων των πιστευοντων.
<scripture passage="1Thess 2:14" parsed="|1Thess|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.14" />
<sup>14</sup>Διοτι σεις εγεινετε, αδελφοι, μιμηται των εκκλησιων του Θεου, αιτινες ειναι εν τη Ιουδαια εν Χριστω Ιησου, επειδη και σεις επαθετε τα αυτα υπο των ιδιων υμων ομοεθνων, καθως και αυτοι υπο των Ιουδαιων,
<scripture passage="1Thess 2:15" parsed="|1Thess|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.15" />
<sup>15</sup>οιτινες και τον Κυριον Ιησουν εθανατωσαν και τους ιδιους αυτων προφητας, και ημας εξεδιωξαν, και εις τον Θεον δεν αρεσκουσι, και εις παντας τους ανθρωπους ειναι εναντιοι,
<scripture passage="1Thess 2:16" parsed="|1Thess|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.16" />
<sup>16</sup>εμποδιζοντες ημας να λαλησωμεν προς τα εθνη δια να σωθωσι, δια να αναπληρωσωσι τας αμαρτιας εαυτων παντοτε. Εφθασε δε επ' αυτους η οργη μεχρι τελους.
<scripture passage="1Thess 2:17" parsed="|1Thess|2|17|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.17" />
<sup>17</sup>Αλλ' ημεις, αδελφοι, ορφανισθεντες αφ' υμων προς ολιγον καιρον, προσωπικως ουχι κατα την καρδιαν, εσπουδασαμεν περισσοτερον μετα πολλης επιθυμιας να ιδωμεν το προσωπον σας.
<scripture passage="1Thess 2:18" parsed="|1Thess|2|18|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.18" />
<sup>18</sup>Δια τουτο ηθελησαμεν να ελθωμεν προς εσας, εγω μαλιστα ο Παυλος, και απαξ και δις, και ημποδισεν ημας ο Σατανας.
<scripture passage="1Thess 2:19" parsed="|1Thess|2|19|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.19" />
<sup>19</sup>Διοτι τις η ελπις ημων η η χαρα η ο στεφανος της καυχησεως; η ουχι και σεις εμπροσθεν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου εν τη παρουσια αυτου;
<scripture passage="1Thess 2:20" parsed="|1Thess|2|20|0|0" osisRef="Bible:1Thess.2.20" />
<sup>20</sup>Διοτι σεις εισθε η δοξα ημων και η χαρα.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Thessalonians 3" progress="95.41%" prev="iThess.2" next="iThess.4" id="iThess.3">
<h3 id="iThess.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iThess.3-p1">
<scripture passage="1Thess 3:1" parsed="|1Thess|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο μη υποφεροντες πλεον, εκριναμεν ευλογον να απομεινωμεν μονοι εν Αθηναις,
<scripture passage="1Thess 3:2" parsed="|1Thess|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.2" />
<sup>2</sup>και επεμψαμεν Τιμοθεον, τον αδελφον ημων και διακονον του Θεου και συνεργον ημων εις το ευαγγελιον του Χριστου, δια να σας στηριξη και να σας παρηγορηση περι της πιστεως σας,
<scripture passage="1Thess 3:3" parsed="|1Thess|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.3" />
<sup>3</sup>δια να μη κλονιζηται μηδεις εν ταις θλιψεσι ταυταις. Διοτι σεις εξευρετε οτι εις τουτο ειμεθα τεταγμενοι·
<scripture passage="1Thess 3:4" parsed="|1Thess|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.4" />
<sup>4</sup>διοτι οτε ημεθα παρ' υμιν, προελεγομεν προς εσας οτι μελλομεν να υποφερωμεν θλιψεις, καθως και εγεινε και εξευρετε.
<scripture passage="1Thess 3:5" parsed="|1Thess|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο και εγω μη υποφερων πλεον επεμψα δια να μαθω την πιστιν σας, μηπως σας επειρασεν ο πειραζων και αποβη εις ματην ο κοπος ημων.
<scripture passage="1Thess 3:6" parsed="|1Thess|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.6" />
<sup>6</sup>Ηδη δε οτε ηλθεν ο Τιμοθεος απο σας προς ημας και εφερε προς ημας καλας αγγελιας περι της πιστεως και της αγαπης σας, και οτι εχετε παντοτε αγαθην ενθυμησιν ημων, επιποθουντες να ιδητε ημας καθως και ημεις εσας,
<scripture passage="1Thess 3:7" parsed="|1Thess|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.7" />
<sup>7</sup>δια τουτο παρηγορηθημεν, αδελφοι, δια σας εν ολη τη θλιψει και στενοχωρια ημων δια της πιστεως σας·
<scripture passage="1Thess 3:8" parsed="|1Thess|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.8" />
<sup>8</sup>διοτι τωρα ζωμεν, εαν σεις μενητε σταθεροι εις τον Κυριον.
<scripture passage="1Thess 3:9" parsed="|1Thess|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.9" />
<sup>9</sup>Επειδη τινα ευχαριστιαν δυναμεθα να ανταποδωσωμεν εις τον Θεον δια σας δι' ολην την χαραν, την οποιαν χαιρομεν δια σας εμπροσθεν του Θεου ημων,
<scripture passage="1Thess 3:10" parsed="|1Thess|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.10" />
<sup>10</sup>νυκτα και ημεραν δεομενοι καθ' υπερβολην να ιδωμεν το προσωπον σας και να αναπληρωσωμεν τας ελλειψεις της πιστεως σας;
<scripture passage="1Thess 3:11" parsed="|1Thess|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.11" />
<sup>11</sup>Αυτος δε ο Θεος και Πατηρ ημων και ο Κυριος ημων Ιησους Χριστος ειθε να κατευθυνη την οδον ημων προς εσας·
<scripture passage="1Thess 3:12" parsed="|1Thess|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.12" />
<sup>12</sup>εσας δε ο Κυριος να αυξηση και να περισσευση εις την αγαπην προς αλληλους και προς παντας, καθως και ημεις περισσευομεν προς εσας,
<scripture passage="1Thess 3:13" parsed="|1Thess|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Thess.3.13" />
<sup>13</sup>δια να στηριξη τας καρδιας σας αμεμπτους εις την αγιωσυνην εμπροσθεν του Θεου και Πατρος ημων εν τη παρουσια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου μετα παντων των αγιων αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Thessalonians 4" progress="95.45%" prev="iThess.3" next="iThess.5" id="iThess.4">
<h3 id="iThess.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iThess.4-p1">
<scripture passage="1Thess 4:1" parsed="|1Thess|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.1" />
<sup>1</sup>Οθεν του λοιπου, αδελφοι, σας παρακαλουμεν και σας προτρεπομεν δια του Κυριου Ιησου, καθως παρελαβετε παρ' ημων το πως πρεπει να περιπατητε και να αρεσκητε εις τον Θεον, ουτω να περισσευητε εις το μαλλον·
<scripture passage="1Thess 4:2" parsed="|1Thess|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.2" />
<sup>2</sup>διοτι εξευρετε ποιας παραγγελιας εδωκαμεν εις εσας δια του Κυριου Ιησου.
<scripture passage="1Thess 4:3" parsed="|1Thess|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.3" />
<sup>3</sup>Επειδη τουτο ειναι το θελημα του Θεου, ο αγιασμος σας, να απεχησθε απο της πορνειας,
<scripture passage="1Thess 4:4" parsed="|1Thess|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.4" />
<sup>4</sup>να εξευρη εκαστος υμων να κρατη το εαυτου σκευος εν αγιασμω και τιμη,
<scripture passage="1Thess 4:5" parsed="|1Thess|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.5" />
<sup>5</sup>ουχι εις παθος επιθυμιας καθως και τα εθνη τα μη γνωριζοντα τον Θεον,
<scripture passage="1Thess 4:6" parsed="|1Thess|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.6" />
<sup>6</sup>να μη υπερβαινη τις και αδικη τον αδελφον αυτου εις το πραγμα τουτο, διοτι ο Θεος ειναι εκδικητης δια παντα ταυτα, καθως και σας προειπομεν και δια μαρτυριων εβεβαιωσαμεν.
<scripture passage="1Thess 4:7" parsed="|1Thess|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ο Θεος δεν εκαλεσεν ημας προς ακαθαρσιαν, αλλα προς αγιασμον.
<scripture passage="1Thess 4:8" parsed="|1Thess|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.8" />
<sup>8</sup>Οθεν ο αθετων ταυτα δεν αθετει ανθρωπον, αλλα τον Θεον, οστις και εδωκε το Πνευμα αυτου το Αγιον εις ημας.
<scripture passage="1Thess 4:9" parsed="|1Thess|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.9" />
<sup>9</sup>Περι δε της φιλαδελφιας δεν εχετε χρειαν να σας γραφω· διοτι σεις αυτοι εισθε θεοδιδακτοι εις το να αγαπατε αλληλους·
<scripture passage="1Thess 4:10" parsed="|1Thess|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.10" />
<sup>10</sup>επειδη και πραττετε αυτο εις παντας τους αδελφους τους καθ' ολην την Μακεδονιαν. Σας παρακαλουμεν δε, αδελφοι, να περισσευητε κατα τουτο επι το μαλλον
<scripture passage="1Thess 4:11" parsed="|1Thess|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.11" />
<sup>11</sup>και να φιλοτιμησθε εις το να ησυχαζητε και να καταγινησθε εις τα ιδια και να εργαζησθε με τας ιδιας υμων χειρας, καθως σας παρηγγειλαμεν,
<scripture passage="1Thess 4:12" parsed="|1Thess|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.12" />
<sup>12</sup>δια να περιπατητε με ευσχημοσυνην προς τους εξω και να μη εχητε χρειαν μηδενος.
<scripture passage="1Thess 4:13" parsed="|1Thess|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.13" />
<sup>13</sup>Δεν θελω δε να αγνοητε, αδελφοι, περι των κεκοιμημενων, δια να μη λυπησθε καθως και οι λοιποι οι μη εχοντες ελπιδα.
<scripture passage="1Thess 4:14" parsed="|1Thess|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.14" />
<sup>14</sup>Διοτι εαν πιστευωμεν οτι ο Ιησους απεθανε και ανεστη, ουτω και ο Θεος τους κοιμηθεντας δια του Ιησου θελει φερει μετ' αυτου.
<scripture passage="1Thess 4:15" parsed="|1Thess|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι τουτο σας λεγομεν δια του λογου του Κυριου, οτι ημεις οι ζωντες, οσοι απομενομεν εις την παρουσιαν του Κυριου, δεν θελομεν προλαβει τους κοιμηθεντας·
<scripture passage="1Thess 4:16" parsed="|1Thess|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.16" />
<sup>16</sup>επειδη αυτος ο Κυριος θελει καταβη απ' ουρανου με κελευσμα, με φωνην αρχαγγελου και με σαλπιγγα Θεου, και οι αποθανοντες εν Χριστω θελουσιν αναστηθη πρωτον,
<scripture passage="1Thess 4:17" parsed="|1Thess|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.17" />
<sup>17</sup>επειτα ημεις οι ζωντες οσοι απομενομεν θελομεν αρπαχθη μετ' αυτων εν νεφελαις εις απαντησιν του Κυριου εις τον αερα, και ουτω θελομεν εισθαι παντοτε μετα του Κυριου.
<scripture passage="1Thess 4:18" parsed="|1Thess|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Thess.4.18" />
<sup>18</sup>Λοιπον παρηγορειτε αλληλους με τους λογους τουτους.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Thessalonians 5" progress="95.50%" prev="iThess.4" next="iiThess" id="iThess.5">
<h3 id="iThess.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iThess.5-p1">
<scripture passage="1Thess 5:1" parsed="|1Thess|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.1" />
<sup>1</sup>Περι δε των χρονων και των καιρων, αδελφοι, δεν εχετε χρειαν να σας γραφη τις·
<scripture passage="1Thess 5:2" parsed="|1Thess|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.2" />
<sup>2</sup>διοτι σεις εξευρετε ακριβως οτι η ημερα του Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι ουτως ερχεται.
<scripture passage="1Thess 5:3" parsed="|1Thess|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.3" />
<sup>3</sup>Επειδη οταν λεγωσιν, Ειρηνη και ασφαλεια, τοτε επερχεται επ' αυτους αιφνιδιος ολεθρος, καθως αι ωδινες εις την εγκυμονουσαν, και δεν θελουσιν εκφυγει.
<scripture passage="1Thess 5:4" parsed="|1Thess|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.4" />
<sup>4</sup>Αλλα σεις, αδελφοι, δεν εισθε εν σκοτει, ωστε η ημερα να σας καταφθαση ως κλεπτης·
<scripture passage="1Thess 5:5" parsed="|1Thess|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.5" />
<sup>5</sup>παντες σεις εισθε υιοι φωτος και υιοι ημερας. Δεν ειμεθα νυκτος ουδε σκοτους.
<scripture passage="1Thess 5:6" parsed="|1Thess|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.6" />
<sup>6</sup>Αρα λοιπον ας μη κοιμωμεθα ως και οι λοιποι, αλλ' ας αγρυπνωμεν και ας εγκρατευωμεθα.
<scripture passage="1Thess 5:7" parsed="|1Thess|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.7" />
<sup>7</sup>Διοτι οι κοιμωμενοι την νυκτα κοιμωνται, και οι μεθυοντες την νυκτα μεθυουσιν.
<scripture passage="1Thess 5:8" parsed="|1Thess|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.8" />
<sup>8</sup>αλλ' ημεις, οντες της ημερας, ας εγκρατευωμεθα, ενδυθεντες τον θωρακα της πιστεως και αγαπης και περικεφαλαιαν την ελπιδα της σωτηριας·
<scripture passage="1Thess 5:9" parsed="|1Thess|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.9" />
<sup>9</sup>διοτι ο Θεος δεν προσδιωρισεν ημας εις οργην, αλλ' εις απολαυσιν σωτηριας δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="1Thess 5:10" parsed="|1Thess|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.10" />
<sup>10</sup>οστις απεθανεν υπερ ημων, ινα ειτε αγρυπνουμεν ειτε κοιμωμεθα ζησωμεν μετ' αυτου.
<scripture passage="1Thess 5:11" parsed="|1Thess|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.11" />
<sup>11</sup>Δια τουτο παρηγορειτε αλληλους και οικοδομειτε ο εις τον αλλον, καθως και καμνετε.
<scripture passage="1Thess 5:12" parsed="|1Thess|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.12" />
<sup>12</sup>Σας παρακαλουμεν δε, αδελφοι, να γνωριζητε τους οσοι κοπιαζουσι μεταξυ σας και ειναι προεστωτες σας εν Κυριω και σας νουθετουσι,
<scripture passage="1Thess 5:13" parsed="|1Thess|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.13" />
<sup>13</sup>και να τιματε αυτους εν αγαπη υπερεκπερισσου δια το εργον αυτων. Ειρηνευετε μεταξυ σας.
<scripture passage="1Thess 5:14" parsed="|1Thess|5|14|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.14" />
<sup>14</sup>Σας παρακαλουμεν δε, αδελφοι, νουθετειτε τους ατακτους, παρηγορειτε τους ολιγοψυχους, περιθαλπετε τους ασθενεις, μακροθυμειτε προς παντας.
<scripture passage="1Thess 5:15" parsed="|1Thess|5|15|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.15" />
<sup>15</sup>Προσεχετε μη αποδιδη τις εις τινα κακον αντι κακου, αλλα ζητειτε παντοτε το αγαθον και εις αλληλους και εις παντας.
<scripture passage="1Thess 5:16" parsed="|1Thess|5|16|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.16" />
<sup>16</sup>Παντοτε χαιρετε,
<scripture passage="1Thess 5:17" parsed="|1Thess|5|17|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.17" />
<sup>17</sup>αδιαλειπτως προσευχεσθε,
<scripture passage="1Thess 5:18" parsed="|1Thess|5|18|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.18" />
<sup>18</sup>κατα παντα ευχαριστειτε· διοτι τουτο ειναι το θελημα του Θεου προς εσας εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="1Thess 5:19" parsed="|1Thess|5|19|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.19" />
<sup>19</sup>Το Πνευμα μη σβυνετε,
<scripture passage="1Thess 5:20" parsed="|1Thess|5|20|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.20" />
<sup>20</sup>προφητειας μη εξουθενειτε.
<scripture passage="1Thess 5:21" parsed="|1Thess|5|21|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.21" />
<sup>21</sup>Παντα δοκιμαζετε, το καλον κατεχετε·
<scripture passage="1Thess 5:22" parsed="|1Thess|5|22|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.22" />
<sup>22</sup>απο παντος ειδους κακου απεχεσθε.
<scripture passage="1Thess 5:23" parsed="|1Thess|5|23|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.23" />
<sup>23</sup>Αυτος δε ο Θεος της ειρηνης ειθε να σας αγιαση ολοκληρως, και να διατηρηθη ολοκληρον το πνευμα σας και η ψυχη και το σωμα αμεμπτως εν τη παρουσια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1Thess 5:24" parsed="|1Thess|5|24|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.24" />
<sup>24</sup>Πιστος ειναι εκεινος οστις σας καλει, οστις και θελει εκτελεσει.
<scripture passage="1Thess 5:25" parsed="|1Thess|5|25|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.25" />
<sup>25</sup>Αδελφοι, προσευχεσθε περι ημων.
<scripture passage="1Thess 5:26" parsed="|1Thess|5|26|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.26" />
<sup>26</sup>Ασπασθητε τους αδελφους παντας εν φιληματι αγιω.
<scripture passage="1Thess 5:27" parsed="|1Thess|5|27|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.27" />
<sup>27</sup>Σας ορκιζω εις τον Κυριον να αναγνωσθη η επιστολη εις παντας τους αγιους αδελφους.
<scripture passage="1Thess 5:28" parsed="|1Thess|5|28|0|0" osisRef="Bible:1Thess.5.28" />
<sup>28</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μεθ' υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Thessalonians" progress="95.55%" prev="iThess.5" next="iiThess.1" id="iiThess">
<h2 id="iiThess-p0.1">2 Thessalonians</h2>

<div3 title="2 Thessalonians 1" progress="95.55%" prev="iiThess" next="iiThess.2" id="iiThess.1">
<h3 id="iiThess.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiThess.1-p1">
<scripture passage="2Thess 1:1" parsed="|2Thess|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος και Σιλουανος και Τιμοθεος προς την εκκλησιαν των Θεσσαλονικεων εν Θεω τω Πατρι ημων και Κυριω Ιησου Χριστω·
<scripture passage="2Thess 1:2" parsed="|2Thess|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.2" />
<sup>2</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Thess 1:3" parsed="|2Thess|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.3" />
<sup>3</sup>Οφειλομεν να ευχαριστωμεν παντοτε τον Θεον δια σας, αδελφοι, καθως ειναι αξιον, διοτι υπεραυξανει η πιστις σας και πλεοναζει η αγαπη ενος εκαστου παντων υμων εις αλληλους,
<scripture passage="2Thess 1:4" parsed="|2Thess|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.4" />
<sup>4</sup>ωστε ημεις αυτοι καυχωμεθα δια σας εν ταις εκκλησιαις του Θεου δια την υπομονην σας και πιστιν εν πασι τοις διωγμοις υμων και ταις θλιψεσι, τας οποιας υποφερετε,
<scripture passage="2Thess 1:5" parsed="|2Thess|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.5" />
<sup>5</sup>το οποιον ειναι ενδειξις της δικαιας κρισεως του Θεου, δια να αξιωθητε της βασιλειας του Θεου, υπερ της οποιας και πασχετε,
<scripture passage="2Thess 1:6" parsed="|2Thess|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.6" />
<sup>6</sup>επειδη ειναι δικαιον ενωπιον του Θεου να ανταποδωση θλιψιν εις τους οσοι σας θλιβουσιν,
<scripture passage="2Thess 1:7" parsed="|2Thess|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.7" />
<sup>7</sup>εις εσας δε τους θλιβομενους ανεσιν μεθ' ημων, οταν ο Κυριος Ιησους αποκαλυφθη απ' ουρανου μετα των αγγελων της δυναμεως αυτου
<scripture passage="2Thess 1:8" parsed="|2Thess|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.8" />
<sup>8</sup>εν πυρι φλογος, καμνων εκδικησιν εις τους μη γνωριζοντας Θεον και εις τους μη υπακουοντας εις το ευαγγελιον του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="2Thess 1:9" parsed="|2Thess|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.9" />
<sup>9</sup>οιτινες θελουσι τιμωρηθη με ολεθρον αιωνιον απο προσωπου του Κυριου και απο της δοξης της δυναμεως αυτου,
<scripture passage="2Thess 1:10" parsed="|2Thess|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.10" />
<sup>10</sup>οταν ελθη να ενδοξασθη εν τοις αγιοις αυτου, και να θαυμασθη εν πασι τοις πιστευουσιν, επειδη σεις επιστευσατε εις την μαρτυριαν ημων, εν τη ημερα εκεινη.
<scripture passage="2Thess 1:11" parsed="|2Thess|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.11" />
<sup>11</sup>Δια το οποιον και προσευχομεθα παντοτε δια σας, δια να σας καταστηση ο Θεος ημων αξιους της κλησεως αυτου, και να εκπληρωση πασαν ευδοκιαν αγαθωσυνης και το εργον της πιστεως εν δυναμει,
<scripture passage="2Thess 1:12" parsed="|2Thess|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Thess.1.12" />
<sup>12</sup>δια να ενδοξασθη το ονομα του Κυριου ημων Ιησου Χριστου εν υμιν, και υμεις εν αυτω, κατα την χαριν του Θεου ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Thessalonians 2" progress="95.59%" prev="iiThess.1" next="iiThess.3" id="iiThess.2">
<h3 id="iiThess.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiThess.2-p1">
<scripture passage="2Thess 2:1" parsed="|2Thess|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.1" />
<sup>1</sup>Σας παρακαλουμεν δε, αδελφοι, περι της παρουσιας του Κυριου ημων Ιησου Χριστου και της εις αυτον επισυναξεως ημων,
<scripture passage="2Thess 2:2" parsed="|2Thess|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.2" />
<sup>2</sup>να μη σαλευθητε ταχεως απο του φρονηματος σας, μηδε να θορυβησθε, μητε δια πνευματος μητε δια λογου μητε δι' επιστολης ως γραφομενης υφ' ημων, οτι ταχα επλησιασεν ημερα του Χριστου.
<scripture passage="2Thess 2:3" parsed="|2Thess|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.3" />
<sup>3</sup>Ας μη σας εξαπατηση τις κατ' ουδενα τροπον· διοτι δεν θελει ελθει η ημερα εκεινη, εαν δεν ελθη πρωτον η αποστασια και αποκαλυφθη ο ανθρωπος της αμαρτιας, ο υιος της απωλειας,
<scripture passage="2Thess 2:4" parsed="|2Thess|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.4" />
<sup>4</sup>ο αντικειμενος και υπεραιρομενος εναντιον εις παντα λεγομενον Θεον η σεβασμα, ωστε να καθηση εις τον ναον του Θεου ως Θεος, αποδεικνυων εαυτον οτι ειναι Θεος.
<scripture passage="2Thess 2:5" parsed="|2Thess|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.5" />
<sup>5</sup>Δεν ενθυμεισθε οτι ενω ημην ετι παρ' υμιν σας ελεγον ταυτα;
<scripture passage="2Thess 2:6" parsed="|2Thess|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.6" />
<sup>6</sup>Και τωρα γνωριζετε εκεινο, το οποιον κωλυει αυτον, ωστε να αποκαλυφθη εν τω εαυτου καιρω·
<scripture passage="2Thess 2:7" parsed="|2Thess|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.7" />
<sup>7</sup>διοτι το μυστηριον της ανομιας ηδη ενεργειται, μονον εως να εκβληθη εκ μεσου ο κωλυων τωρα·
<scripture passage="2Thess 2:8" parsed="|2Thess|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.8" />
<sup>8</sup>και τοτε θελει αποκαλυφθη ο ανομος, τον οποιον ο Κυριος θελει απολεσει με το πνευμα του στοματος αυτου και θελει εξαφανισει με την επιφανειαν της παρουσιας αυτου·
<scripture passage="2Thess 2:9" parsed="|2Thess|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.9" />
<sup>9</sup>οστις θελει ελθει κατ' ενεργειαν του Σατανα εν παση δυναμει και σημειοις και τερασι ψευδους
<scripture passage="2Thess 2:10" parsed="|2Thess|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.10" />
<sup>10</sup>και εν παση απατη της αδικιας μεταξυ των απολλυμενων, διοτι δεν εδεχθησαν την αγαπην της αληθειας δια να σωθωσι·
<scripture passage="2Thess 2:11" parsed="|2Thess|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.11" />
<sup>11</sup>και δια τουτο θελει πεμψει επ' αυτους ο Θεος ενεργειαν πλανης, ωστε να πιστευσωσιν εις το ψευδος,
<scripture passage="2Thess 2:12" parsed="|2Thess|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.12" />
<sup>12</sup>δια να κατακριθωσι παντες οι μη πιστευσαντες εις την αληθειαν, αλλ' ευαρεστηθεντες εις την αδικιαν.
<scripture passage="2Thess 2:13" parsed="|2Thess|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.13" />
<sup>13</sup>ημεις ομως οφειλομεν να ευχαριστωμεν παντοτε τον Θεον δια σας, αδελφοι ηγαπημενοι υπο του Κυριου, οτι σας εξελεξεν ο Θεος απ' αρχης εις σωτηριαν δια του αγιασμου του Πνευματος και της πιστεως της αληθειας,
<scripture passage="2Thess 2:14" parsed="|2Thess|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.14" />
<sup>14</sup>εις τον οποιον σας εκαλεσε δια του ευαγγελιου ημων προς απολαυσιν της δοξης του Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Thess 2:15" parsed="|2Thess|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.15" />
<sup>15</sup>Λοιπον, αδελφοι, μενετε σταθεροι και κρατειτε τας παραδοσεις, τας οποιας εδιδαχθητε ειτε δια λογου ειτε δι' επιστολης ημων.
<scripture passage="2Thess 2:16" parsed="|2Thess|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.16" />
<sup>16</sup>Αυτος δε ο Κυριος ημων Ιησους Χριστος και ο Θεος και Πατηρ ημων, οστις μας ηγαπησε και εδωκεν αιωνιαν παρηγοριαν και αγαθην ελπιδα δια της χαριτος,
<scripture passage="2Thess 2:17" parsed="|2Thess|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Thess.2.17" />
<sup>17</sup>ειθε να παρηγορηση τας καρδιας σας και να σας στηριξη εις παντα λογον και εργον αγαθον.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Thessalonians 3" progress="95.64%" prev="iiThess.2" next="iTim" id="iiThess.3">
<h3 id="iiThess.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiThess.3-p1">
<scripture passage="2Thess 3:1" parsed="|2Thess|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.1" />
<sup>1</sup>Το λοιπον προσευχεσθε, αδελφοι, περι ημων, δια να τρεχη ο λογος του Κυριου και να δοξαζηται, καθως και εις εσας,
<scripture passage="2Thess 3:2" parsed="|2Thess|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.2" />
<sup>2</sup>και δια να ελευθερωθωμεν απο των παραλογων και πονηρων ανθρωπων· διοτι η πιστις δεν υπαρχει εις παντας.
<scripture passage="2Thess 3:3" parsed="|2Thess|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.3" />
<sup>3</sup>Πιστος ομως ειναι ο Κυριος, οστις θελει σας στηριξει και φυλαξει απο του πονηρου.
<scripture passage="2Thess 3:4" parsed="|2Thess|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.4" />
<sup>4</sup>Εχομεν δε πεποιθησιν δια του Κυριου εφ' υμας οτι εκεινα, τα οποια σας παραγγελλομεν, και πραττετε και θελετε πραττει.
<scripture passage="2Thess 3:5" parsed="|2Thess|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.5" />
<sup>5</sup>Ο δε Κυριος ειθε να κατευθυνη τας καρδιας σας εις την αγαπην του Θεου και εις την προσδοκιαν του Χριστου.
<scripture passage="2Thess 3:6" parsed="|2Thess|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.6" />
<sup>6</sup>Σας παραγγελλομεν δε, αδελφοι, εν ονοματι του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, να απομακρυνησθε απο παντος αδελφου ατακτως περιπατουντος και ουχι κατα την παραδοσιν, την οποιαν παρελαβε παρ' ημων.
<scripture passage="2Thess 3:7" parsed="|2Thess|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.7" />
<sup>7</sup>Επειδη σεις εξευρετε πως πρεπει να μιμησθε ημας, διοτι δεν εφερθημεν ατακτως μεταξυ σας,
<scripture passage="2Thess 3:8" parsed="|2Thess|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.8" />
<sup>8</sup>ουδε εφαγομεν δωρεαν αρτον παρα τινος, αλλα μετα κοπου και μοχθου, νυκτα και ημεραν εργαζομενοι, δια να μη επιβαρυνωμεν μηδενα υμων·
<scripture passage="2Thess 3:9" parsed="|2Thess|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.9" />
<sup>9</sup>ουχι διοτι δεν εχομεν εξουσιαν, αλλα δια να σας δωσωμεν εαυτους τυπον εις το να μιμησθε ημας.
<scripture passage="2Thess 3:10" parsed="|2Thess|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.10" />
<sup>10</sup>Διοτι και οτε ημεθα παρ' υμιν, τουτο σας παρηγγελλομεν, οτι εαν τις δεν θελη να εργαζηται, μηδε ας τρωγη.
<scripture passage="2Thess 3:11" parsed="|2Thess|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ακουομεν τινας οτι περιπατουσι μεταξυ σας ατακτως, μη εργαζομενοι μηδεν, αλλα περιεργαζομενοι·
<scripture passage="2Thess 3:12" parsed="|2Thess|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.12" />
<sup>12</sup>παραγγελλομεν δε εις τους τοιουτους και προτρεπομεν δια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, να τρωγωσι τον αρτον αυτων εργαζομενοι μετα ησυχιας.
<scripture passage="2Thess 3:13" parsed="|2Thess|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.13" />
<sup>13</sup>Σεις δε, αδελφοι, μη αποκαμητε πραττοντες το καλον.
<scripture passage="2Thess 3:14" parsed="|2Thess|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.14" />
<sup>14</sup>Και εαν τις δεν υπακουη εις τον λογον ημων τον δια της επιστολης, τουτον σημειονετε και μη συναναστρεφεσθε μετ' αυτου, δια να εντραπη·
<scripture passage="2Thess 3:15" parsed="|2Thess|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.15" />
<sup>15</sup>πλην μη θεωρειτε αυτον ως εχθρον, αλλα νουθετειτε ως αδελφον.
<scripture passage="2Thess 3:16" parsed="|2Thess|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.16" />
<sup>16</sup>Αυτος δε ο Κυριος της ειρηνης ειθε να σας δωση την ειρηνην διαπαντος εν παντι τροπω. Ο Κυριος ειη μετα παντων υμων.
<scripture passage="2Thess 3:17" parsed="|2Thess|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.17" />
<sup>17</sup>Ο ασπασμος εγραφη με την χειρα εμου του Παυλου, το οποιον ειναι σημειον εν παση επιστολη· ουτω γραφω.
<scripture passage="2Thess 3:18" parsed="|2Thess|3|18|0|0" osisRef="Bible:2Thess.3.18" />
<sup>18</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα παντων υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Timothy" progress="95.69%" prev="iiThess.3" next="iTim.1" id="iTim">
<h2 id="iTim-p0.1">1 Timothy</h2>

<div3 title="1 Timothy 1" progress="95.69%" prev="iTim" next="iTim.2" id="iTim.1">
<h3 id="iTim.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iTim.1-p1">
<scripture passage="1Tim 1:1" parsed="|1Tim|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, αποστολος Ιησου Χριστου, κατ' επιταγην Θεου του Σωτηρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου της ελπιδος ημων,
<scripture passage="1Tim 1:2" parsed="|1Tim|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.2" />
<sup>2</sup>προς Τιμοθεον, το γνησιον τεκνον εις την πιστιν· ειη χαρις, ελεος, ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Χριστου Ιησου του Κυριου ημων.
<scripture passage="1Tim 1:3" parsed="|1Tim|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.3" />
<sup>3</sup>Καθως σε παρεκαλεσα απερχομενος εις Μακεδονιαν, να προσμεινης εν Εφεσω, δια να παραγγειλης εις τινας να μη ετεροδιδασκαλωσι
<scripture passage="1Tim 1:4" parsed="|1Tim|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.4" />
<sup>4</sup>μηδε να προσεχωσιν εις μυθους και γενεαλογιας απεραντους, αιτινες προξενουσι φιλονεικιας μαλλον παρα την εις την πιστιν οικοδομην του Θεου, ουτω πραττε·
<scripture passage="1Tim 1:5" parsed="|1Tim|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.5" />
<sup>5</sup>το δε τελος της παραγγελιας ειναι αγαπη εκ καθαρας καρδιας και συνειδησεως αγαθης και πιστεως ανυποκριτου,
<scripture passage="1Tim 1:6" parsed="|1Tim|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.6" />
<sup>6</sup>απο των οποιων αποπλανηθεντες τινες εξετραπησαν εις ματαιολογιαν.
<scripture passage="1Tim 1:7" parsed="|1Tim|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.7" />
<sup>7</sup>Θελοντες να ηναι νομοδιδασκαλοι, ενω δεν νοουσιν ουτε οσα λεγουσιν ουτε περι τινων διισχυριζονται.
<scripture passage="1Tim 1:8" parsed="|1Tim|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.8" />
<sup>8</sup>Εξευρομεν δε οτι ο νομος ειναι καλος, εαν τις μεταχειριζηται αυτον νομιμως,
<scripture passage="1Tim 1:9" parsed="|1Tim|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.9" />
<sup>9</sup>γνωριζων τουτο, οτι ο νομος δεν ετεθη δια τον δικαιον, αλλα δια τους ανομους και ανυποτακτους, τους ασεβεις και αμαρτωλους, τους ανοσιους και βεβηλους, τους πατροκτονους και μητροκτονους, τους ανδροφονους,
<scripture passage="1Tim 1:10" parsed="|1Tim|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.10" />
<sup>10</sup>πορνους, αρσενοκοιτας, ανδραποδιστας, ψευστας, επιορκους, και ει τι αλλο αντιβαινει εις την υγιαινουσαν διδασκαλιαν,
<scripture passage="1Tim 1:11" parsed="|1Tim|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.11" />
<sup>11</sup>κατα το ευαγγελιον της δοξης του μακαριου Θεου, το οποιον εγω ενεπιστευθην.
<scripture passage="1Tim 1:12" parsed="|1Tim|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.12" />
<sup>12</sup>Και ευχαριστω τον ενδυναμωσαντα με Ιησουν Χριστον τον Κυριον ημων, οτι ενεκρινε πιστον και εταξεν εις την διακονιαν εμε,
<scripture passage="1Tim 1:13" parsed="|1Tim|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.13" />
<sup>13</sup>τον προτερον οντα βλασφημον και διωκτην και υβριστην· ηλεηθην ομως, διοτι αγνοων επραξα εν απιστια,
<scripture passage="1Tim 1:14" parsed="|1Tim|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.14" />
<sup>14</sup>αλλ' υπερεπερισσευσεν η χαρις του Κυριου ημων μετα πιστεως και αγαπης της εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="1Tim 1:15" parsed="|1Tim|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.15" />
<sup>15</sup>Πιστος ο λογος και πασης αποδοχης αξιος, οτι ο Ιησους Χριστος ηλθεν εις τον κοσμον δια να σωση τους αμαρτωλους, των οποιων πρωτος ειμαι εγω·
<scripture passage="1Tim 1:16" parsed="|1Tim|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.16" />
<sup>16</sup>αλλα δια τουτο ηλεηθην, δια να δειξη ο Ιησους Χριστος εις εμε πρωτον την πασαν μακροθυμιαν, εις παραδειγμα των μελλοντων να πιστευωσιν εις αυτον εις ζωην αιωνιον.
<scripture passage="1Tim 1:17" parsed="|1Tim|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.17" />
<sup>17</sup>εις δε τον βασιλεα των αιωνων, τον αφθαρτον, τον αορατον, τον μονον σοφον Θεον, ειη τιμη και δοξα εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="1Tim 1:18" parsed="|1Tim|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.18" />
<sup>18</sup>Ταυτην την παραγγελιαν παραδιδω εις σε, τεκνον Τιμοθεε, κατα τας προγενομενας προφητειας περι σου, να στρατευης κατ' αυτας την καλην στρατειαν,
<scripture passage="1Tim 1:19" parsed="|1Tim|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.19" />
<sup>19</sup>εχων πιστιν και αγαθην συνειδησιν, την οποιαν τινες αποβαλοντες εναυαγησαν εις την πιστιν·
<scripture passage="1Tim 1:20" parsed="|1Tim|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Tim.1.20" />
<sup>20</sup>εκ των οποιων ειναι ο Υμεναιος και Αλεξανδρος, τους οποιους παρεδωκα εις τον Σαταναν, δια να μαθωσι να μη βλασφημωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Timothy 2" progress="95.74%" prev="iTim.1" next="iTim.3" id="iTim.2">
<h3 id="iTim.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iTim.2-p1">
<scripture passage="1Tim 2:1" parsed="|1Tim|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.1" />
<sup>1</sup>Παρακαλω λοιπον πρωτον παντων να καμνητε δεησεις, προσευχας, παρακλησεις, ευχαριστιας υπερ παντων ανθρωπων,
<scripture passage="1Tim 2:2" parsed="|1Tim|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.2" />
<sup>2</sup>υπερ βασιλεων και παντων των οντων εν αξιωμασι, δια να διαγωμεν βιον αταραχον και ησυχιον εν παση ευσεβεια και σεμνοτητι.
<scripture passage="1Tim 2:3" parsed="|1Tim|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.3" />
<sup>3</sup>Διοτι τουτο ειναι καλον και ευπροσδεκτον ενωπιον του σωτηρος ημων Θεου,
<scripture passage="1Tim 2:4" parsed="|1Tim|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.4" />
<sup>4</sup>οστις θελει να σωθωσι παντες οι ανθρωποι και να ελθωσιν εις επιγνωσιν της αληθειας.
<scripture passage="1Tim 2:5" parsed="|1Tim|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ειναι εις Θεος, εις και μεσιτης Θεου και ανθρωπων, ανθρωπος Ιησους Χριστος,
<scripture passage="1Tim 2:6" parsed="|1Tim|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.6" />
<sup>6</sup>οστις εδωκεν εαυτον αντιλυτρον υπερ παντων, μαρτυριαν γενομενην εν ωρισμενοις καιροις,
<scripture passage="1Tim 2:7" parsed="|1Tim|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.7" />
<sup>7</sup>εις το οποιον εταχθην εγω κηρυξ και αποστολος, αληθειαν λεγω εν Χριστω, δεν ψευδομαι, διδασκαλος των εθνων εις την πιστιν και εις την αληθειαν.
<scripture passage="1Tim 2:8" parsed="|1Tim|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.8" />
<sup>8</sup>Θελω λοιπον να προσευχωνται οι ανδρες εν παντι τοπω, υψονοντες καθαρας χειρας χωρις οργης και δισταγμου.
<scripture passage="1Tim 2:9" parsed="|1Tim|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.9" />
<sup>9</sup>Ωσαυτως και αι γυναικες με στολην σεμνην, με αιδω και σωφροσυνην να στολιζωσιν εαυτας, ουχι με πλεγματα η χρυσον η μαργαριτας η ενδυμασιαν πολυτελη,
<scripture passage="1Tim 2:10" parsed="|1Tim|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.10" />
<sup>10</sup>αλλα το οποιον πρεπει εις γυναικας επαγγελλομενας θεοσεβειαν, με εργα αγαθα.
<scripture passage="1Tim 2:11" parsed="|1Tim|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.11" />
<sup>11</sup>Η γυνη ας μανθανη εν ησυχια μετα πασης υποταγης·
<scripture passage="1Tim 2:12" parsed="|1Tim|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.12" />
<sup>12</sup>εις γυναικα ομως δεν συγχωρω να διδασκη, μηδε να αυθεντευη επι του ανδρος, αλλα να ησυχαζη.
<scripture passage="1Tim 2:13" parsed="|1Tim|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ο Αδαμ πρωτος επλασθη, επειτα η Ευα·
<scripture passage="1Tim 2:14" parsed="|1Tim|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.14" />
<sup>14</sup>και ο Αδαμ δεν ηπατηθη, αλλ' η γυνη απατηθεισα εγεινε παραβατις·
<scripture passage="1Tim 2:15" parsed="|1Tim|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.2.15" />
<sup>15</sup>θελει ομως σωθη δια της τεκνογονιας, εαν μεινωσιν εις την πιστιν και αγαπην και αγιασμον μετα σωφροσυνης.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Timothy 3" progress="95.78%" prev="iTim.2" next="iTim.4" id="iTim.3">
<h3 id="iTim.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iTim.3-p1">
<scripture passage="1Tim 3:1" parsed="|1Tim|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.1" />
<sup>1</sup>Πιστος ο λογος· Εαν τις ορεγηται επισκοπην, καλον εργον επιθυμει.
<scripture passage="1Tim 3:2" parsed="|1Tim|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.2" />
<sup>2</sup>Πρεπει λοιπον ο επισκοπος να ηναι αμεμπτος, μιας γυναικος ανηρ, αγρυπνος, σωφρων, κοσμιος, φιλοξενος, διδακτικος,
<scripture passage="1Tim 3:3" parsed="|1Tim|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.3" />
<sup>3</sup>ουχι μεθυσος, ουχι πληκτης, ουχι αισχροκερδης, αλλ' επιεικης, αμαχος, αφιλαργυρος,
<scripture passage="1Tim 3:4" parsed="|1Tim|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.4" />
<sup>4</sup>κυβερνων καλως τον εαυτου οικον, εχων τα τεκνα αυτου εις υποταγην μετα πασης σεμνοτητος·
<scripture passage="1Tim 3:5" parsed="|1Tim|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.5" />
<sup>5</sup>διοτι εαν τις δεν εξευρη να κυβερνα τον εαυτου οικον, πως θελει επιμεληθη την εκκλησιαν του Θεου;
<scripture passage="1Tim 3:6" parsed="|1Tim|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.6" />
<sup>6</sup>να μη ηναι νεοκατηχητος, δια να μη υπερηφανευθη και πεση εις την καταδικην του διαβολου.
<scripture passage="1Tim 3:7" parsed="|1Tim|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.7" />
<sup>7</sup>Πρεπει δε αυτος να εχη και παρα των εξωθεν μαρτυριαν καλην, δια να μη πεση εις ονειδισμον και παγιδα του διαβολου.
<scripture passage="1Tim 3:8" parsed="|1Tim|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.8" />
<sup>8</sup>Οι διακονοι ωσαυτως πρεπει να ηναι σεμνοι, ουχι διγλωσσοι, ουχι δεδομενοι εις οινον πολυν, ουχι αισχροκερδεις,
<scripture passage="1Tim 3:9" parsed="|1Tim|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.9" />
<sup>9</sup>εχοντες το μυστηριον της πιστεως μετα καθαρας συνειδησεως.
<scripture passage="1Tim 3:10" parsed="|1Tim|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.10" />
<sup>10</sup>Και ουτοι δε ας δοκιμαζωνται πρωτον, επειτα ας γινωνται διακονοι, εαν ηναι αμεμπτοι.
<scripture passage="1Tim 3:11" parsed="|1Tim|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.11" />
<sup>11</sup>Αι γυναικες ωσαυτως σεμναι, ουχι καταλαλοι, εγκρατεις, πισται κατα παντα.
<scripture passage="1Tim 3:12" parsed="|1Tim|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.12" />
<sup>12</sup>Οι διακονοι ας ηναι μιας γυναικος ανδρες, κυβερνωντες καλως τα τεκνα αυτων και τους οικους αυτων.
<scripture passage="1Tim 3:13" parsed="|1Tim|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.13" />
<sup>13</sup>Διοτι οι καλως διακονησαντες αποκτωσιν εις εαυτους βαθμον καλον και πολλην παρρησιαν εις την πιστιν την εις τον Ιησουν Χριστον.
<scripture passage="1Tim 3:14" parsed="|1Tim|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.14" />
<sup>14</sup>Ταυτα σοι γραφω, ελπιζων να ελθω προς σε ταχυτερον·
<scripture passage="1Tim 3:15" parsed="|1Tim|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.15" />
<sup>15</sup>αλλ' εαν βραδυνω, δια να εξευρης πως πρεπει να πολιτευησαι εν τω οικω του Θεου, οστις ειναι η εκκλησια του Θεου του ζωντος, ο στυλος και το εδραιωμα της αληθειας.
<scripture passage="1Tim 3:16" parsed="|1Tim|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Tim.3.16" />
<sup>16</sup>Και αναντιρρητως το μυστηριον της ευσεβειας ειναι μεγα· ο Θεος εφανερωθη εν σαρκι, εδικαιωθη εν πνευματι, εφανη εις αγγελους, εκηρυχθη εις τα εθνη, επιστευθη εις τον κοσμον, ανεληφθη εν δοξη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Timothy 4" progress="95.82%" prev="iTim.3" next="iTim.5" id="iTim.4">
<h3 id="iTim.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iTim.4-p1">
<scripture passage="1Tim 4:1" parsed="|1Tim|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.1" />
<sup>1</sup>Το δε Πνευμα ρητως λεγει οτι εν υστεροις καιροις θελουσιν αποστατησει τινες απο της πιστεως, προσεχοντες εις πνευματα πλανης και εις διδασκαλιας δαιμονιων,
<scripture passage="1Tim 4:2" parsed="|1Tim|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.2" />
<sup>2</sup>δια της υποκρισεως ψευδολογων, εχοντων την εαυτων συνειδησιν κεκαυτηριασμενην,
<scripture passage="1Tim 4:3" parsed="|1Tim|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.3" />
<sup>3</sup>εμποδιζοντων τον γαμον, προσταζοντων αποχην βρωματων, τα οποια ο Θεος εκτισε δια να μεταλαμβανωσι μετα ευχαριστιας οι πιστοι και οι γνωρισαντες την αληθειαν.
<scripture passage="1Tim 4:4" parsed="|1Tim|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.4" />
<sup>4</sup>Διοτι παν κτισμα Θεου ειναι καλον, και ουδεν απορριψιμον, οταν λαμβανηται μετα ευχαριστιας·
<scripture passage="1Tim 4:5" parsed="|1Tim|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.5" />
<sup>5</sup>διοτι αγιαζεται δια του λογου του Θεου και δια της προσευχης.
<scripture passage="1Tim 4:6" parsed="|1Tim|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.6" />
<sup>6</sup>Ταυτα συμβουλευων εις τους αδελφους, θελεις εισθαι καλος διακονος του Ιησου Χριστου, εντρεφομενος εν τοις λογοις της πιστεως και της καλης διδασκαλιας, την οποιαν παρηκολουθησας.
<scripture passage="1Tim 4:7" parsed="|1Tim|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.7" />
<sup>7</sup>Τους δε βεβηλους και γραωδεις μυθους παραιτου και γυμναζε σεαυτον εις την ευσεβειαν·
<scripture passage="1Tim 4:8" parsed="|1Tim|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.8" />
<sup>8</sup>διοτι η σωματικη γυμνασια ειναι προς ολιγον ωφελιμος αλλ' η ευσεβεια ειναι προς παντα ωφελιμος, εχουσα επαγγελιαν της παρουσης ζωης και της μελλουσης.
<scripture passage="1Tim 4:9" parsed="|1Tim|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.9" />
<sup>9</sup>Πιστος ο λογος και πασης αποδοχης αξιος·
<scripture passage="1Tim 4:10" parsed="|1Tim|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.10" />
<sup>10</sup>επειδη δια τουτο και κοπιαζομεν και ονειδιζομεθα, διοτι ελπιζομεν εις τον ζωντα Θεον, οστις ειναι ο Σωτηρ παντων ανθρωπων, μαλιστα των πιστων.
<scripture passage="1Tim 4:11" parsed="|1Tim|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.11" />
<sup>11</sup>Παραγγελλε ταυτα και διδασκε.
<scripture passage="1Tim 4:12" parsed="|1Tim|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.12" />
<sup>12</sup>Μηδεις ας μη καταφρονη την νεοτητα σου, αλλα γινου τυπος των πιστων εις λογον, εις συναναστροφην, εις αγαπην, εις πνευμα, εις πιστιν, εις καθαροτητα.
<scripture passage="1Tim 4:13" parsed="|1Tim|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.13" />
<sup>13</sup>Εως να ελθω, καταγινου εις την αναγνωσιν, εις την προτροπην, εις την διδασκαλιαν·
<scripture passage="1Tim 4:14" parsed="|1Tim|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.14" />
<sup>14</sup>μη αμελει το χαρισμα, το οποιον ειναι εν σοι, το οποιον εδοθη εις σε δια προφητειας μετα επιθεσεως των χειρων του πρεσβυτεριου.
<scripture passage="1Tim 4:15" parsed="|1Tim|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.15" />
<sup>15</sup>Ταυτα μελετα, εις ταυτα μενε, δια να ηναι φανερα εις παντας η προκοπη σου.
<scripture passage="1Tim 4:16" parsed="|1Tim|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Tim.4.16" />
<sup>16</sup>Προσεχε εις σεαυτον και εις την διδασκαλιαν, επιμενε εις αυτα· διοτι τουτο πραττων και σεαυτον θελεις σωσει και τους ακουοντας σε.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Timothy 5" progress="95.86%" prev="iTim.4" next="iTim.6" id="iTim.5">
<h3 id="iTim.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iTim.5-p1">
<scripture passage="1Tim 5:1" parsed="|1Tim|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.1" />
<sup>1</sup>Πρεσβυτερον μη επιπληξης, αλλα προτρεπε ως πατερα, τους νεωτερους ως αδελφους,
<scripture passage="1Tim 5:2" parsed="|1Tim|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.2" />
<sup>2</sup>τας πρεσβυτερας ως μητερας, τας νεωτερας ως αδελφας μετα πασης καθαροτητος.
<scripture passage="1Tim 5:3" parsed="|1Tim|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.3" />
<sup>3</sup>Τας χηρας τιμα τας αληθως χηρας.
<scripture passage="1Tim 5:4" parsed="|1Tim|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.4" />
<sup>4</sup>Εαν δε τις χηρα εχη τεκνα η εκγονα, ας μανθανωσι πρωτον να καθιστωσιν ευσεβη τον ιδιον αυτων οικον και να αποδιδωσιν αμοιβας εις τους προγονους αυτων. Διοτι τουτο ειναι καλον και ευπροσδεκτον ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="1Tim 5:5" parsed="|1Tim|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.5" />
<sup>5</sup>Η δε αληθως χηρα και μεμονωμενη ελπιζει επι τον Θεον και εμμενει εις τας δεησεις και τας προσευχας νυκτα και ημεραν·
<scripture passage="1Tim 5:6" parsed="|1Tim|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.6" />
<sup>6</sup>η δεδομενη ομως εις τας ηδονας ενω ζη ειναι νεκρα.
<scripture passage="1Tim 5:7" parsed="|1Tim|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.7" />
<sup>7</sup>Και ταυτα παραγγελλε, δια να ηναι αμεμπτοι.
<scripture passage="1Tim 5:8" parsed="|1Tim|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.8" />
<sup>8</sup>Αλλ' εαν τις δεν προνοη περι των εαυτου και μαλιστα των οικειων, ηρνηθη την πιστιν και ειναι απιστου χειροτερος.
<scripture passage="1Tim 5:9" parsed="|1Tim|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.9" />
<sup>9</sup>Ας καταγραφηται χηρα ουχι ολιγωτερον των εξηκοντα ετων, ητις υπηρξεν ενος ανδρος γυνη,
<scripture passage="1Tim 5:10" parsed="|1Tim|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.10" />
<sup>10</sup>ητις μαρτυρειται δια τα καλα αυτης εργα, εαν ανεθρεψε τεκνα, εαν περιεθαλψε ξενους, εαν ποδας αγιων ενιψεν, εαν θλιβομενους εβοηθησεν, εαν επηκολουθησεν εις παν εργον αγαθον.
<scripture passage="1Tim 5:11" parsed="|1Tim|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.11" />
<sup>11</sup>Τας δε νεωτερας χηρας αποβαλλε· διοτι αφου εντρυφησωσι κατα του Χριστου, θελουσι να υπανδρευωνται,
<scripture passage="1Tim 5:12" parsed="|1Tim|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.12" />
<sup>12</sup>εχουσαι την καταδικην, διοτι ηθετησαν την πρωτην πιστιν·
<scripture passage="1Tim 5:13" parsed="|1Tim|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.13" />
<sup>13</sup>και ενταυτω μανθανουσι να ηναι αργαι, περιερχομεναι τας οικιας, και ουχι μονον αργαι, αλλα και φλυαροι και περιεργοι, λαλουσαι τα μη πρεποντα.
<scripture passage="1Tim 5:14" parsed="|1Tim|5|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.14" />
<sup>14</sup>Θελω λοιπον αι νεωτεραι να υπανδρευωνται, να τεκνοποιωσι, να κυβερνωσιν οικον, να μη διδωσι μηδεμιαν αφορμην εις τον εναντιον να λοιδορη.
<scripture passage="1Tim 5:15" parsed="|1Tim|5|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.15" />
<sup>15</sup>Διοτι εξετραπησαν ηδη τινες οπισω του Σατανα.
<scripture passage="1Tim 5:16" parsed="|1Tim|5|16|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.16" />
<sup>16</sup>Εαν τις πιστος η πιστη εχη χηρας, ας προμηθευη εις αυτας τα αναγκαια, και ας μη επιβαρυνηται η εκκλησια, δια να δυναται να βοηθη τας αληθως χηρας.
<scripture passage="1Tim 5:17" parsed="|1Tim|5|17|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.17" />
<sup>17</sup>Οι καλως προισταμενοι πρεσβυτεροι ας αξιονωνται διπλης τιμης, μαλιστα οσοι κοπιαζουσιν εις λογον και διδασκαλιαν·
<scripture passage="1Tim 5:18" parsed="|1Tim|5|18|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.18" />
<sup>18</sup>διοτι λεγει η γραφη· Δεν θελεις εμφραξει το στομα βοος αλωνιζοντος· και, Αξιος ειναι ο εργατης του μισθου αυτου.
<scripture passage="1Tim 5:19" parsed="|1Tim|5|19|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.19" />
<sup>19</sup>Κατηγοριαν εναντιον πρεσβυτερου μη παραδεχου, εκτος δια στοματος δυο η τριων μαρτυρων.
<scripture passage="1Tim 5:20" parsed="|1Tim|5|20|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.20" />
<sup>20</sup>Τους αμαρτανοντας ελεγχε ενωπιον παντων, δια να εχωσι φοβον και οι λοιποι.
<scripture passage="1Tim 5:21" parsed="|1Tim|5|21|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.21" />
<sup>21</sup>Διαμαρτυρομαι ενωπιον του Θεου και του Κυριου Ιησου Χριστου και των εκλεκτων αγγελων, να φυλαξης ταυτα, χωρις προτιμησεως, μηδεν πραττων κατα χαριν.
<scripture passage="1Tim 5:22" parsed="|1Tim|5|22|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.22" />
<sup>22</sup>Μη επιθετε χειρας ταχεως εις μηδενα, μηδε γινου κοινωνος αλλοτριων αμαρτιων· φυλαττε σεαυτον καθαρον.
<scripture passage="1Tim 5:23" parsed="|1Tim|5|23|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.23" />
<sup>23</sup>Μη υδροποτει πλεον, αλλα μεταχειριζου ολιγον οινον δια τον στομαχον σου και τας συχνας σου ασθενειας.
<scripture passage="1Tim 5:24" parsed="|1Tim|5|24|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.24" />
<sup>24</sup>Τινων ανθρωπων αι αμαρτιαι ειναι φανεραι, και προπορευονται αυτων εις την κρισιν, εις τινας δε και επακολουθουσιν·
<scripture passage="1Tim 5:25" parsed="|1Tim|5|25|0|0" osisRef="Bible:1Tim.5.25" />
<sup>25</sup>ωσαυτως και τα καλα εργα τινων ειναι φανερα, και οσα ειναι κατ' αλλον τροπον δεν δυνανται να κρυφθωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Timothy 6" progress="95.92%" prev="iTim.5" next="iiTim" id="iTim.6">
<h3 id="iTim.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="iTim.6-p1">
<scripture passage="1Tim 6:1" parsed="|1Tim|6|1|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.1" />
<sup>1</sup>Οσοι ειναι υπο ζυγον δουλειας, ας νομιζωσι τους κυριους αυτων αξιους πασης τιμης, δια να μη βλασφημηται το ονομα του Θεου και η διδασκαλια.
<scripture passage="1Tim 6:2" parsed="|1Tim|6|2|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.2" />
<sup>2</sup>Οι δε εχοντες πιστους κυριους ας μη καταφρονωσιν αυτους, διοτι ειναι αδελφοι, αλλα προθυμοτερον ας δουλευωσι, διοτι ειναι πιστοι και αγαπητοι οι απολαμβανοντες την ευεργεσιαν. Ταυτα διδασκε και νουθετει.
<scripture passage="1Tim 6:3" parsed="|1Tim|6|3|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.3" />
<sup>3</sup>Εαν τις ετεροδιδασκαλη και δεν ακολουθη τους υγιαινοντας λογους του Κυριου ημων Ιησου Χριστου και την διδασκαλιαν την κατ' ευσεβειαν,
<scripture passage="1Tim 6:4" parsed="|1Tim|6|4|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.4" />
<sup>4</sup>ειναι τετυφωμενος και δεν εξευρει ουδεν, αλλα νοσει περι συζητησεις και λογομαχιας, εκ των οποιων προερχεται φθονος, ερις, βλασφημιαι, υπονοιαι πονηραι,
<scripture passage="1Tim 6:5" parsed="|1Tim|6|5|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.5" />
<sup>5</sup>ματαιαι συνδιαλεξεις ανθρωπων διεφθαρμενων τον νουν και απεστερημενων της αληθειας, νομιζοντων την ευσεβειαν οτι ειναι πλουτισμος. Απομακρυνου απο των τοιουτων.
<scripture passage="1Tim 6:6" parsed="|1Tim|6|6|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.6" />
<sup>6</sup>Μεγας δε πλουτισμος ειναι η ευσεβεια μετα αυταρκειας.
<scripture passage="1Tim 6:7" parsed="|1Tim|6|7|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.7" />
<sup>7</sup>Διοτι δεν εφεραμεν ουδεν εις τον κοσμον, φανερον οτι ουδε δυναμεθα να εκφερωμεν τι·
<scripture passage="1Tim 6:8" parsed="|1Tim|6|8|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.8" />
<sup>8</sup>εχοντες δε διατροφας και σκεπασματα, ας αρκωμεθα εις ταυτα.
<scripture passage="1Tim 6:9" parsed="|1Tim|6|9|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.9" />
<sup>9</sup>Οσοι δε θελουσι να πλουτωσι πιπτουσιν εις πειρασμον και παγιδα και εις επιθυμιας πολλας ανοητους και βλαβερας, αιτινες βυθιζουσι τους ανθρωπους εις ολεθρον και απωλειαν.
<scripture passage="1Tim 6:10" parsed="|1Tim|6|10|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ριζα παντων των κακων ειναι η φιλαργυρια, την οποιαν τινες ορεγομενοι απεπλανηθησαν απο της πιστεως και διεπερασαν εαυτους με οδυνας πολλας.
<scripture passage="1Tim 6:11" parsed="|1Tim|6|11|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.11" />
<sup>11</sup>Συ ομως, ω ανθρωπε του Θεου, ταυτα φευγε· ζητει δε δικαιοσυνην, ευσεβειαν, πιστιν, αγαπην, υπομονην, πραοτητα.
<scripture passage="1Tim 6:12" parsed="|1Tim|6|12|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.12" />
<sup>12</sup>Αγωνιζου τον καλον αγωνα της πιστεως· κρατει την αιωνιον ζωην, εις την οποιαν και προσεκληθης και ωμολογησας την καλην ομολογιαν ενωπιον πολλων μαρτυρων.
<scripture passage="1Tim 6:13" parsed="|1Tim|6|13|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.13" />
<sup>13</sup>Σε παραγγελλω ενωπιον του Θεου του ζωοποιουντος τα παντα και του Ιησου Χριστου του μαρτυρησαντος ενωπιον του Ποντιου Πιλατου την καλην ομολογιαν,
<scripture passage="1Tim 6:14" parsed="|1Tim|6|14|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.14" />
<sup>14</sup>να φυλαξης την εντολην αμολυντον, αμεμπτον, μεχρι της επιφανειας του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="1Tim 6:15" parsed="|1Tim|6|15|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.15" />
<sup>15</sup>την οποιαν εν τοις ωρισμενοις καιροις θελει δειξει ο μακαριος και μονος Δεσποτης, ο Βασιλευς των βασιλευοντων, και Κυριος των κυριευοντων,
<scripture passage="1Tim 6:16" parsed="|1Tim|6|16|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.16" />
<sup>16</sup>οστις μονος εχει την αθανασιαν, κατοικων φως απροσιτον, τον οποιον ουδεις των ανθρωπων ειδεν ουδε δυναται να ιδη· εις τον οποιον εστω τιμη και κρατος αιωνιον· αμην.
<scripture passage="1Tim 6:17" parsed="|1Tim|6|17|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.17" />
<sup>17</sup>Εις τους πλουσιους του κοσμου τουτου παραγγελλε να μη υψηλοφρονωσι, μηδε να ελπιζωσιν επι την αδηλοτητα του πλουτου, αλλ' επι τον Θεον τον ζωντα, οστις διδει εις ημας πλουσιως παντα εις απολαυσιν,
<scripture passage="1Tim 6:18" parsed="|1Tim|6|18|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.18" />
<sup>18</sup>να αγαθοεργωσι, να πλουτωσιν εις εργα καλα, να ηναι ευμεταδοτοι, κοινωνικοι,
<scripture passage="1Tim 6:19" parsed="|1Tim|6|19|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.19" />
<sup>19</sup>θησαυριζοντες εις εαυτους θεμελιον καλον εις το μελλον, δια να απολαυσωσι την αιωνιον ζωην.
<scripture passage="1Tim 6:20" parsed="|1Tim|6|20|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.20" />
<sup>20</sup>Ω Τιμοθεε, την παρακαταθηκην φυλαξον, αποστρεφομενος τας βεβηλους ματαιολογιας και τας αντιλογιας της ψευδωνυμου γνωσεως,
<scripture passage="1Tim 6:21" parsed="|1Tim|6|21|0|0" osisRef="Bible:1Tim.6.21" />
<sup>21</sup>την οποιαν τινες επαγγελλομενοι επλανηθησαν κατα την πιστιν. Η χαρις ειη μετα σου· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Timothy" progress="95.98%" prev="iTim.6" next="iiTim.1" id="iiTim">
<h2 id="iiTim-p0.1">2 Timothy</h2>

<div3 title="2 Timothy 1" progress="95.98%" prev="iiTim" next="iiTim.2" id="iiTim.1">
<h3 id="iiTim.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiTim.1-p1">
<scripture passage="2Tim 1:1" parsed="|2Tim|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, αποστολος Ιησου Χριστου δια θεληματος Θεου κατα την επαγγελιαν της ζωης της εν Χριστω Ιησου,
<scripture passage="2Tim 1:2" parsed="|2Tim|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.2" />
<sup>2</sup>προς Τιμοθεον το αγαπητον τεκνον· ειη χαρις, ελεος, ειρηνη απο Θεου Πατρος και Χριστου Ιησου του Κυριου ημων.
<scripture passage="2Tim 1:3" parsed="|2Tim|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.3" />
<sup>3</sup>Ευχαριστω τον Θεον, τον οποιον λατρευω απο προγονων μετα καθαρας συνειδησεως, οτι αδιαλειπτως σε ενθυμουμαι εν ταις δεησεσι μου νυκτα και ημεραν,
<scripture passage="2Tim 1:4" parsed="|2Tim|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.4" />
<sup>4</sup>επιποθων να σε ιδω, ενθυμουμενος τα δακρυα σου, δια να εμπλησθω χαρας,
<scripture passage="2Tim 1:5" parsed="|2Tim|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.5" />
<sup>5</sup>ανακαλων εις την μνημην μου την εν σοι ανυποκριτον πιστιν, ητις πρωτον κατωκησεν εν τη μαμμη σου Λωιδι και εν τη μητρι σου Ευνικη, ειμαι δε πεπεισμενος οτι και εν σοι.
<scripture passage="2Tim 1:6" parsed="|2Tim|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.6" />
<sup>6</sup>Δια την οποιαν αιτιαν σε υπενθυμιζω να αναζωπυρης το χαρισμα του Θεου, το οποιον ειναι εν σοι δια της επιθεσεως των χειρων μου·
<scripture passage="2Tim 1:7" parsed="|2Tim|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.7" />
<sup>7</sup>διοτι δεν εδωκεν εις ημας ο Θεος πνευμα δειλιας, αλλα δυναμεως και αγαπης και σωφρονισμου.
<scripture passage="2Tim 1:8" parsed="|2Tim|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.8" />
<sup>8</sup>Μη αισχυνθης λοιπον την μαρτυριαν του Κυριου ημων μηδε εμε τον δεσμιον αυτου, αλλα συγκακοπαθησον μετα του ευαγγελιου με την δυναμιν του Θεου,
<scripture passage="2Tim 1:9" parsed="|2Tim|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.9" />
<sup>9</sup>οστις εσωσεν ημας και εκαλεσε με κλησιν αγιαν, ουχι κατα τα εργα ημων, αλλα κατα την εαυτου προθεσιν και χαριν, την δοθεισαν εις ημας εν Χριστω Ιησου προ χρονων αιωνιων,
<scripture passage="2Tim 1:10" parsed="|2Tim|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.10" />
<sup>10</sup>φανερωθεισαν δε τωρα δια της επιφανειας του Σωτηρος ημων Ιησου Χριστου, οστις κατηργησε μεν τον θανατον, εφερε δε εις φως την ζωην και την αφθαρσιαν δια του ευαγγελιου,
<scripture passage="2Tim 1:11" parsed="|2Tim|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.11" />
<sup>11</sup>εις το οποιον εταχθην εγω κηρυξ και αποστολος και διδασκαλος των εθνων.
<scripture passage="2Tim 1:12" parsed="|2Tim|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.12" />
<sup>12</sup>Δια την οποιαν αιτιαν και πασχω ταυτα, πλην δεν επαισχυνομαι· διοτι εξευρω εις τινα επιστευσα, και ειμαι πεπεισμενος οτι ειναι δυνατος να φυλαξη την παρακαταθηκην μου μεχρις εκεινης της ημερας.
<scripture passage="2Tim 1:13" parsed="|2Tim|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.13" />
<sup>13</sup>Κρατει το υποδειγμα των υγιαινοντων λογων, τους οποιους ηκουσας παρ' εμου, μετα πιστεως και αγαπης της εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="2Tim 1:14" parsed="|2Tim|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.14" />
<sup>14</sup>Την καλην παρακαταθηκην φυλαξον δια του Πνευματος του Αγιου του ενοικουντος εν ημιν.
<scripture passage="2Tim 1:15" parsed="|2Tim|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.15" />
<sup>15</sup>Εξευρεις τουτο, οτι με απεστραφησαν παντες οι εν τη Ασια, εκ των οποιων ειναι ο Φυγελλος και ο Ερμογενης.
<scripture passage="2Tim 1:16" parsed="|2Tim|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.16" />
<sup>16</sup>Ειθε ο Κυριος να δωση ελεος εις τον οικον του Ονησιφορου, διοτι πολλακις με παρηγορησε και δεν επησχυνθη την αλυσιν μου,
<scripture passage="2Tim 1:17" parsed="|2Tim|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.17" />
<sup>17</sup>αλλ' οτε ηλθεν εις την Ρωμην, με εζητησε μετα σπουδης πολλης και με ευρεν·
<scripture passage="2Tim 1:18" parsed="|2Tim|1|18|0|0" osisRef="Bible:2Tim.1.18" />
<sup>18</sup>ειθε ο Κυριος να δωση εις αυτον να ευρη ελεος παρα Κυριου εν εκεινη τη ημερα· και οσας διακονιας εκαμεν εν Εφεσω, συ εξευρεις καλητερα.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Timothy 2" progress="96.04%" prev="iiTim.1" next="iiTim.3" id="iiTim.2">
<h3 id="iiTim.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiTim.2-p1">
<scripture passage="2Tim 2:1" parsed="|2Tim|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.1" />
<sup>1</sup>Συ λοιπον, τεκνον μου, ενδυναμου δια της χαριτος της εν Χριστω Ιησου,
<scripture passage="2Tim 2:2" parsed="|2Tim|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.2" />
<sup>2</sup>και οσα ηκουσας παρ' εμου δια πολλων μαρτυρων, ταυτα παραδος εις πιστους ανθρωπους, οιτινες θελουσιν εισθαι ικανοι και αλλους να διδαξωσι.
<scripture passage="2Tim 2:3" parsed="|2Tim|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.3" />
<sup>3</sup>Συ λοιπον κακοπαθησον ως καλος στρατιωτης Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Tim 2:4" parsed="|2Tim|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.4" />
<sup>4</sup>Ουδεις στρατευομενος εμπλεκεται εις τας βιωτικας υποθεσεις, δια να αρεση εις τον στρατολογησαντα.
<scripture passage="2Tim 2:5" parsed="|2Tim|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε και αγωνιζηται τις, δεν στεφανουται, εαν νομιμως δεν αγωνισθη.
<scripture passage="2Tim 2:6" parsed="|2Tim|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.6" />
<sup>6</sup>Ο κοπιαζων γεωργος πρεπει πρωτος να μεταλαμβανη απο των καρπων.
<scripture passage="2Tim 2:7" parsed="|2Tim|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.7" />
<sup>7</sup>Εννοει εκεινα τα οποια λεγω· ειθε δε να σοι δωση ο Κυριος συνεσιν εις παντα.
<scripture passage="2Tim 2:8" parsed="|2Tim|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.8" />
<sup>8</sup>Ενθυμου τον εκ σπερματος Δαβιδ Ιησουν Χριστον, τον ανασταντα εκ νεκρων, κατα το ευαγγελιον μου.
<scripture passage="2Tim 2:9" parsed="|2Tim|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.9" />
<sup>9</sup>Δια το οποιον κακοπαθω μεχρι δεσμων ως κακουργος· αλλ' ο λογος του Θεου δεν δεσμευεται.
<scripture passage="2Tim 2:10" parsed="|2Tim|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο παντα υπομενω δια τους εκλεκτους, δια να απολαυσωσι και αυτοι την σωτηριαν την εν Χριστω Ιησου μετα δοξης αιωνιου.
<scripture passage="2Tim 2:11" parsed="|2Tim|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.11" />
<sup>11</sup>Πιστος ο λογος· διοτι εαν συναπεθανομεν, θελομεν και συζησει·
<scripture passage="2Tim 2:12" parsed="|2Tim|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.12" />
<sup>12</sup>εαν υπομενωμεν, θελομεν και συμβασιλευσει· εαν αρνωμεθα αυτον, και εκεινος θελει αρνηθη ημας·
<scripture passage="2Tim 2:13" parsed="|2Tim|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.13" />
<sup>13</sup>εαν απιστωμεν, εκεινος μενει πιστος· να αρνηθη εαυτον δεν δυναται.
<scripture passage="2Tim 2:14" parsed="|2Tim|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.14" />
<sup>14</sup>Ταυτα υπενθυμιζε, διαμαρτυρομενος ενωπιον του Κυριου να μη λογομαχωσι, το οποιον δεν ειναι εις ουδεν χρησιμον, αλλα φερει καταστροφην των ακουοντων.
<scripture passage="2Tim 2:15" parsed="|2Tim|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.15" />
<sup>15</sup>Σπουδασον να παραστησης σεαυτον δοκιμον εις τον Θεον, εργατην ανεπαισχυντον, ορθοτομουντα τον λογον της αληθειας.
<scripture passage="2Tim 2:16" parsed="|2Tim|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.16" />
<sup>16</sup>Τας δε βεβηλους ματαιοφωνιας φευγε· διοτι θελουσι προχωρησει εις πλειοτεραν ασεβειαν,
<scripture passage="2Tim 2:17" parsed="|2Tim|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.17" />
<sup>17</sup>και ο λογος αυτων θελει κατατρωγει ως γαγγραινα· εκ των οποιων ειναι ο Υμεναιος και ο Φιλητος,
<scripture passage="2Tim 2:18" parsed="|2Tim|2|18|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.18" />
<sup>18</sup>οιτινες απεπλανηθησαν απο της αληθειας, λεγοντες οτι εγεινεν ηδη η αναστασις, και ανατρεπουσι την πιστιν τινων.
<scripture passage="2Tim 2:19" parsed="|2Tim|2|19|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.19" />
<sup>19</sup>Το στερεον ομως θεμελιον του Θεου μενει, εχον την σφραγιδα ταυτην· Γνωριζει ο Κυριος τους οντας αυτου, και· Ας απομακρυνθη απο της αδικιας πας οστις ονομαζει το ονομα του Κυριου.
<scripture passage="2Tim 2:20" parsed="|2Tim|2|20|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.20" />
<sup>20</sup>Εν μεγαλη δε οικια δεν ειναι μονον σκευη χρυσα και αργυρα, αλλα και ξυλινα και οστρακινα, και αλλα μεν προς χρησιν τιμιαν, αλλα δε προς ατιμον.
<scripture passage="2Tim 2:21" parsed="|2Tim|2|21|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.21" />
<sup>21</sup>Εαν λοιπον καθαριση τις εαυτον απο τουτων, θελει εισθαι σκευος τιμιας χρησεως, ηγιασμενον και ευχρηστον εις τον δεσποτην, ητοιμασμενον εις παν εργον αγαθον.
<scripture passage="2Tim 2:22" parsed="|2Tim|2|22|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.22" />
<sup>22</sup>Τας δε νεανικας επιθυμιας φευγε και ζητει την δικαιοσυνην, την πιστιν, την αγαπην, την ειρηνην μετα των επικαλουμενων τον Κυριον εκ καθαρας καρδιας.
<scripture passage="2Tim 2:23" parsed="|2Tim|2|23|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.23" />
<sup>23</sup>Τας δε μωρας και απαιδευτους φιλονεικιας παραιτου, εξευρων οτι γεννωσι μαχας·
<scripture passage="2Tim 2:24" parsed="|2Tim|2|24|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.24" />
<sup>24</sup>ο δε δουλος του Κυριου δεν πρεπει να μαχηται, αλλα να ηναι πραος προς παντας, διδακτικος, ανεξικακος,
<scripture passage="2Tim 2:25" parsed="|2Tim|2|25|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.25" />
<sup>25</sup>διδασκων μετα πραοτητος τους αντιφρονουντας, μηποτε δωση εις αυτους ο Θεος μετανοιαν, ωστε να γνωρισωσι την αληθειαν,
<scripture passage="2Tim 2:26" parsed="|2Tim|2|26|0|0" osisRef="Bible:2Tim.2.26" />
<sup>26</sup>και να ανανηψωσιν απο της παγιδος του διαβολου, υπο του οποιου ειναι πεπαγιδευμενοι εις το θελημα εκεινου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Timothy 3" progress="96.10%" prev="iiTim.2" next="iiTim.4" id="iiTim.3">
<h3 id="iiTim.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiTim.3-p1">
<scripture passage="2Tim 3:1" parsed="|2Tim|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.1" />
<sup>1</sup>Γινωσκε δε τουτο, οτι εν ταις εσχαταις ημεραις θελουσιν ελθει καιροι κακοι·
<scripture passage="2Tim 3:2" parsed="|2Tim|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.2" />
<sup>2</sup>διοτι θελουσιν εισθαι οι ανθρωποι φιλαυτοι, φιλαργυροι, αλαζονες, υπερηφανοι, βλασφημοι, απειθεις εις τους γονεις, αχαριστοι, ανοσιοι,
<scripture passage="2Tim 3:3" parsed="|2Tim|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.3" />
<sup>3</sup>ασπλαγχνοι, αδιαλλακτοι, συκοφανται, ακρατεις, ανημεροι, αφιλαγαθοι,
<scripture passage="2Tim 3:4" parsed="|2Tim|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.4" />
<sup>4</sup>προδοται, προπετεις, τετυφωμενοι, φιληδονοι μαλλον παρα φιλοθεοι,
<scripture passage="2Tim 3:5" parsed="|2Tim|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.5" />
<sup>5</sup>εχοντες μεν μορφην ευσεβειας, ηρνημενοι δε την δυναμιν αυτης. Και τουτους φευγε.
<scripture passage="2Tim 3:6" parsed="|2Tim|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εκ τουτων ειναι εκεινοι, οιτινες εισχωρουσιν εις τας οικιας και αιχμαλωτιζουσι τα γυναικαρια τα πεφορτισμενα αμαρτιας, συρομενα υπο διαφορων επιθυμιων,
<scripture passage="2Tim 3:7" parsed="|2Tim|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.7" />
<sup>7</sup>τα οποια παντοτε μανθανουσι και ποτε δεν δυνανται να ελθωσιν εις την γνωσιν της αληθειας.
<scripture passage="2Tim 3:8" parsed="|2Tim|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.8" />
<sup>8</sup>Και καθ' ον τροπον ο Ιαννης και Ιαμβρης αντεστησαν εις τον Μωυσην, ουτω και αυτοι ανθιστανται εις την αληθειαν, ανθρωποι διεφθαρμενοι τον νουν, αδοκιμοι εις την πιστιν.
<scripture passage="2Tim 3:9" parsed="|2Tim|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.9" />
<sup>9</sup>Αλλα δεν θελουσι προκοψει πλειοτερον· διοτι η ανοησια αυτων θελει γεινει καταδηλος εις παντας, καθως και η εκεινων εγεινε.
<scripture passage="2Tim 3:10" parsed="|2Tim|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.10" />
<sup>10</sup>Συ ομως παρηκολουθησας την διδασκαλιαν μου, την διαγωγην, την προθεσιν, την πιστιν, την μακροθυμιαν, την αγαπην, την υπομονην,
<scripture passage="2Tim 3:11" parsed="|2Tim|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.11" />
<sup>11</sup>τους διωγμους, τα παθηματα, οποια μοι συνεβησαν εν Αντιοχεια, εν Ικονιω, εν Λυστροις· οποιους διωγμους υπεφερα, και εκ παντων με ηλευθερωσεν ο Κυριος.
<scripture passage="2Tim 3:12" parsed="|2Tim|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.12" />
<sup>12</sup>Και παντες δε οι θελοντες να ζωσιν ευσεβως εν Χριστω Ιησου θελουσι διωχθη.
<scripture passage="2Tim 3:13" parsed="|2Tim|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.13" />
<sup>13</sup>Πονηροι δε ανθρωποι και γοητες θελουσι προκοψει εις το χειρον, πλανωντες και πλανωμενοι.
<scripture passage="2Tim 3:14" parsed="|2Tim|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.14" />
<sup>14</sup>Αλλα συ μενε εις εκεινα, τα οποια εμαθες και επιστωθης, εξευρων παρα τινος εμαθες,
<scripture passage="2Tim 3:15" parsed="|2Tim|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.15" />
<sup>15</sup>και οτι απο βρεφους γνωριζεις τα ιερα γραμματα, τα δυναμενα να σε σοφισωσιν εις σωτηριαν δια της πιστεως της εν Χριστω Ιησου.
<scripture passage="2Tim 3:16" parsed="|2Tim|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.16" />
<sup>16</sup>Ολη η γραφη ειναι θεοπνευστος και ωφελιμος προς διδασκαλιαν, προς ελεγχον, προς επανορθωσιν, προς εκπαιδευσιν την μετα της δικαιοσυνης,
<scripture passage="2Tim 3:17" parsed="|2Tim|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Tim.3.17" />
<sup>17</sup>δια να ηναι τελειος ο ανθρωπος του Θεου, ητοιμασμενος εις παν εργον αγαθον.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Timothy 4" progress="96.15%" prev="iiTim.3" next="Titus" id="iiTim.4">
<h3 id="iiTim.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iiTim.4-p1">
<scripture passage="2Tim 4:1" parsed="|2Tim|4|1|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.1" />
<sup>1</sup>Διαμαρτυρομαι λοιπον εγω ενωπιον του Θεου και του Κυριου Ιησου Χριστου, οστις μελλει να κρινη ζωντας και νεκρους εν τη επιφανεια αυτου και τη βασιλεια αυτου,
<scripture passage="2Tim 4:2" parsed="|2Tim|4|2|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.2" />
<sup>2</sup>κηρυξον τον λογον, επιμενε εγκαιρως ακαιρως, ελεγξον, επιπληξον, προτρεψον, μετα πασης μακροθυμιας και διδαχης.
<scripture passage="2Tim 4:3" parsed="|2Tim|4|3|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.3" />
<sup>3</sup>Διοτι θελει ελθει καιρος οτε δεν θελουσιν υποφερει την υγιαινουσαν διδασκαλιαν, αλλα θελουσιν επισωρευσει εις εαυτους διδασκαλους κατα τας ιδιας αυτων επιθυμιας, γαργαλιζομενοι την ακοην,
<scripture passage="2Tim 4:4" parsed="|2Tim|4|4|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.4" />
<sup>4</sup>και απο μεν της αληθειας θελουσιν αποστρεψει την ακοην αυτων, εις δε τους μυθους θελουσιν εκτραπη.
<scripture passage="2Tim 4:5" parsed="|2Tim|4|5|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.5" />
<sup>5</sup>Συ δε αγρυπνει εις παντα, κακοπαθησον, εργασθητι εργον ευαγγελιστου, την διακονιαν σου καμε πληρη.
<scripture passage="2Tim 4:6" parsed="|2Tim|4|6|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.6" />
<sup>6</sup>Διοτι εγω γινομαι ηδη σπονδη και ο καιρος της αναχωρησεως μου εφθασε.
<scripture passage="2Tim 4:7" parsed="|2Tim|4|7|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.7" />
<sup>7</sup>Τον αγωνα τον καλον ηγωνισθην, τον δρομον ετελειωσα, την πιστιν διετηρησα·
<scripture passage="2Tim 4:8" parsed="|2Tim|4|8|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.8" />
<sup>8</sup>του λοιπου μενει εις εμε ο της δικαιοσυνης στεφανος, τον οποιον ο Κυριος θελει μοι αποδωσει εν εκεινη τη ημερα, ο δικαιος κριτης, και ου μονον εις εμε, αλλα και εις παντας οσοι επιποθουσι την επιφανειαν αυτου.
<scripture passage="2Tim 4:9" parsed="|2Tim|4|9|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.9" />
<sup>9</sup>Σπουδασον να ελθης προς εμε ταχεως·
<scripture passage="2Tim 4:10" parsed="|2Tim|4|10|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.10" />
<sup>10</sup>διοτι ο Δημας με εγκατελιπεν, αγαπησας τον παροντα κοσμον, και απηλθεν εις θεσσαλονικην, ο Κρησκης εις Γαλατιαν, ο Τιτος εις Δαλματιαν·
<scripture passage="2Tim 4:11" parsed="|2Tim|4|11|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.11" />
<sup>11</sup>ο Λουκας ειναι μονος μετ' εμου. Τον Μαρκον παραλαβων φερε μετα σου· διοτι μοι ειναι χρησιμος εις την διακονιαν.
<scripture passage="2Tim 4:12" parsed="|2Tim|4|12|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.12" />
<sup>12</sup>Τον δε Τυχικον απεστειλα εις Εφεσον.
<scripture passage="2Tim 4:13" parsed="|2Tim|4|13|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.13" />
<sup>13</sup>Τον φελονην, τον οποιον αφηκα εν Τρωαδι παρα τω Καρπω, ερχομενος φερε, και τα βιβλια, μαλιστα τας μεμβρανας.
<scripture passage="2Tim 4:14" parsed="|2Tim|4|14|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.14" />
<sup>14</sup>Ο Αλεξανδρος ο χαλκευς πολλα κακα μοι εκαμεν· ο Κυριος να αποδωση εις αυτον κατα τα εργα αυτου·
<scripture passage="2Tim 4:15" parsed="|2Tim|4|15|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.15" />
<sup>15</sup>τον οποιον και συ φυλαττου· διοτι πολυ ανθισταται εις τους λογους ημων.
<scripture passage="2Tim 4:16" parsed="|2Tim|4|16|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.16" />
<sup>16</sup>Εν τη πρωτη απολογια μου δεν με παρεσταθη ουδεις, αλλα παντες με εγκατελιπον· ειθε να μη λογαριασθη εις αυτους·
<scripture passage="2Tim 4:17" parsed="|2Tim|4|17|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.17" />
<sup>17</sup>αλλ' ο Κυριος με παρεσταθη και με ενεδυναμωσε, δια να πληρωθη δι' εμου το κηρυγμα και να ακουσωσι παντα τα εθνη· και ηλευθερωθην εκ του στοματος του λεοντος.
<scripture passage="2Tim 4:18" parsed="|2Tim|4|18|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.18" />
<sup>18</sup>Και θελει με ελευθερωσει ο Κυριος απο παντος εργου πονηρου και θελει με διασωσει δια την επουρανιον βασιλειαν αυτου· εις τον οποιον εστω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="2Tim 4:19" parsed="|2Tim|4|19|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.19" />
<sup>19</sup>Ασπασθητι την Πρισκαν και τον Ακυλαν και τον οικον του Ονησιφορου.
<scripture passage="2Tim 4:20" parsed="|2Tim|4|20|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.20" />
<sup>20</sup>Ο Εραστος εμεινεν εν Κορινθω, τον δε Τροφιμον αφηκα εν Μιλητω ασθενη.
<scripture passage="2Tim 4:21" parsed="|2Tim|4|21|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.21" />
<sup>21</sup>Σπουδασον να ελθης προ του χειμωνος. Ασπαζεται σε ο Ευβουλος και Πουδης και Λινος και η Κλαυδια και οι αδελφοι παντες.
<scripture passage="2Tim 4:22" parsed="|2Tim|4|22|0|0" osisRef="Bible:2Tim.4.22" />
<sup>22</sup>Ο Κυριος Ιησους Χριστος ειη μετα του πνευματος σου. Η χαρις μεθ' υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Titus" progress="96.20%" prev="iiTim.4" next="Titus.1" id="Titus">
<h2 id="Titus-p0.1">Titus</h2>

<div3 title="Titus 1" progress="96.20%" prev="Titus" next="Titus.2" id="Titus.1">
<h3 id="Titus.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Titus.1-p1">
<scripture passage="Titus 1:1" parsed="|Titus|1|1|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, δουλος Θεου, αποστολος δε Ιησου Χριστου κατα την πιστιν των εκλεκτων του Θεου και την επιγνωσιν της αληθειας της κατ' ευσεβειαν
<scripture passage="Titus 1:2" parsed="|Titus|1|2|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.2" />
<sup>2</sup>επ' ελπιδι ζωης αιωνιου, την οποιαν υπεσχεθη ο αψευδης Θεος προ χρονων αιωνιων,
<scripture passage="Titus 1:3" parsed="|Titus|1|3|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.3" />
<sup>3</sup>εφανερωσε δε εν καιροις ωρισμενοις τον λογον αυτου δια του κηρυγματος, το οποιον ενεπιστευθην εγω κατ' επιταγην του σωτηρος ημων Θεου,
<scripture passage="Titus 1:4" parsed="|Titus|1|4|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.4" />
<sup>4</sup>προς Τιτον, γνησιον τεκνον κατα κοινην ημων πιστιν· ειη χαρις, ελεος, ειρηνη απο Θεου Πατρος και Κυριου Ιησου Χριστου του Σωτηρος ημων.
<scripture passage="Titus 1:5" parsed="|Titus|1|5|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο σε αφηκα εν Κρητη, δια να διορθωσης τα ελλειποντα και να καταστησης εν παση πολει πρεσβυτερους, καθως εγω σε διεταξα,
<scripture passage="Titus 1:6" parsed="|Titus|1|6|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.6" />
<sup>6</sup>οστις ειναι ανεγκλητος, μιας γυναικος ανηρ, εχων τεκνα πιστα, μη κατηγορουμενα ως ασωτα η ανυποτακτα.
<scripture passage="Titus 1:7" parsed="|Titus|1|7|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.7" />
<sup>7</sup>Διοτι πρεπει ο επισκοπος να ηναι ανεγκλητος, ως οικονομος Θεου, μη αυθαδης, μη οργιλος, μη μεθυσος, μη πληκτης, μη αισχροκερδης,
<scripture passage="Titus 1:8" parsed="|Titus|1|8|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.8" />
<sup>8</sup>αλλα φιλοξενος, φιλαγαθος, σωφρων, δικαιος, οσιος, εγκρατης,
<scripture passage="Titus 1:9" parsed="|Titus|1|9|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.9" />
<sup>9</sup>προσκεκολλημενος εις τον πιστον λογον της διδασκαλιας, δια να ηναι δυνατος και να προτρεπη δια της υγιαινουσης διδασκαλιας και να εξελεγχη τους αντιλεγοντας.
<scripture passage="Titus 1:10" parsed="|Titus|1|10|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.10" />
<sup>10</sup>Διοτι υπαρχουσι πολλοι και ανυποτακτοι ματαιολογοι και φρενοπλανοι, μαλιστα οι εκ της περιτομης,
<scripture passage="Titus 1:11" parsed="|Titus|1|11|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.11" />
<sup>11</sup>τους οποιους πρεπει να αποστομονωμεν, οιτινες ανατρεπουσιν ολοκληρους οικους, διδασκοντες οσα δεν πρεπει, χαριν αισχρου κερδους.
<scripture passage="Titus 1:12" parsed="|Titus|1|12|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.12" />
<sup>12</sup>Ειπε τις αυτων προφητης ιδιος αυτων· Οι Κρητες ειναι παντοτε ψευσται, κακα θηρια, γαστερες αργαι.
<scripture passage="Titus 1:13" parsed="|Titus|1|13|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.13" />
<sup>13</sup>Η μαρτυρια αυτη ειναι αληθινη. Δια την οποιαν αιτιαν ελεγχε αυτους αποτομως, δια να υγιαινωσιν εν τη πιστει,
<scripture passage="Titus 1:14" parsed="|Titus|1|14|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.14" />
<sup>14</sup>και να μη προσεχωσιν εις Ιουδαικους μυθους και εντολας ανθρωπων αποστρεφομενων την αληθειαν.
<scripture passage="Titus 1:15" parsed="|Titus|1|15|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.15" />
<sup>15</sup>Εις μεν τους καθαρους παντα ειναι καθαρα· εις δε τους μεμιασμενους και απιστους ουδεν καθαρον, αλλα και ο νους αυτων και η συνειδησις ειναι μεμιασμενα.
<scripture passage="Titus 1:16" parsed="|Titus|1|16|0|0" osisRef="Bible:Titus.1.16" />
<sup>16</sup>Ομολογουσιν οτι γνωριζουσι τον Θεον, με τα εργα ομως αρνουνται, βδελυκτοι οντες και απειθεις και εις παν εργον αγαθον αδοκιμοι.
</p>
</div3>

<div3 title="Titus 2" progress="96.25%" prev="Titus.1" next="Titus.3" id="Titus.2">
<h3 id="Titus.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Titus.2-p1">
<scripture passage="Titus 2:1" parsed="|Titus|2|1|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.1" />
<sup>1</sup>Συ ομως λαλει οσα πρεπουσιν εις την υγιαινουσαν διδασκαλιαν.
<scripture passage="Titus 2:2" parsed="|Titus|2|2|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.2" />
<sup>2</sup>Οι γεροντες να ηναι αγρυπνοι, σεμνοι, σωφρονες, υγιαινοντες εν τη πιστει, τη αγαπη, τη υπομονη.
<scripture passage="Titus 2:3" parsed="|Titus|2|3|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.3" />
<sup>3</sup>Αι γραιαι ωσαυτως να εχωσι τροπον ιεροπρεπη, μη καταλαλοι, μη δεδουλωμεναι εις πολλην οινοποσιαν, να ηναι διδασκαλοι των καλων,
<scripture passage="Titus 2:4" parsed="|Titus|2|4|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.4" />
<sup>4</sup>δια να νουθετωσι τας νεας να ηναι φιλανδροι, φιλοτεκνοι,
<scripture passage="Titus 2:5" parsed="|Titus|2|5|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.5" />
<sup>5</sup>σωφρονες, καθαραι, οικοφυλακες, αγαθαι, ευπειθεις εις τους ιδιους αυτων ανδρας, δια να μη βλασφημηται ο λογος του Θεου.
<scripture passage="Titus 2:6" parsed="|Titus|2|6|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.6" />
<sup>6</sup>Τους νεωτερους ωσαυτως νουθετει να σωφρονωσι,
<scripture passage="Titus 2:7" parsed="|Titus|2|7|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.7" />
<sup>7</sup>δεικνυων κατα παντα σεαυτον τυπον των καλων εργων, φυλαττων εν τη διδασκαλια αδιαφθοριαν, σεμνοτητα,
<scripture passage="Titus 2:8" parsed="|Titus|2|8|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.8" />
<sup>8</sup>λογον υγιη και ακατακριτον, δια να εντραπη ο εναντιος, μη εχων να λεγη δια σας μηδεν κακον.
<scripture passage="Titus 2:9" parsed="|Titus|2|9|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.9" />
<sup>9</sup>Τους δουλους να υποτασσωνται εις τους εαυτων δεσποτας, να ευαρεστωσιν εις αυτους κατα παντα, να μη αντιλεγωσι,
<scripture passage="Titus 2:10" parsed="|Titus|2|10|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.10" />
<sup>10</sup>να μη σφετεριζωνται τα αλλοτρια, αλλα να δεικνυωσι πασαν πιστιν αγαθην, δια να στολιζωσι κατα παντα την διδασκαλιαν του σωτηρος ημων Θεου.
<scripture passage="Titus 2:11" parsed="|Titus|2|11|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.11" />
<sup>11</sup>Διοτι εφανερωθη η χαρις του Θεου η σωτηριος εις παντας ανθρωπους,
<scripture passage="Titus 2:12" parsed="|Titus|2|12|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.12" />
<sup>12</sup>διδασκουσα ημας να αρνηθωμεν την ασεβειαν και τας κοσμικας επιθυμιας και να ζησωμεν σωφρονως και δικαιως και ευσεβως εν τω παροντι αιωνι,
<scripture passage="Titus 2:13" parsed="|Titus|2|13|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.13" />
<sup>13</sup>προσμενοντες την μακαριαν ελπιδα και επιφανειαν της δοξης του μεγαλου Θεου και Σωτηρος ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Titus 2:14" parsed="|Titus|2|14|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.14" />
<sup>14</sup>οστις εδωκεν εαυτον υπερ ημων, δια να μας λυτρωση απο πασης ανομιας και να μας καθαριση εις εαυτον λαον εκλεκτον, ζηλωτην καλων εργων.
<scripture passage="Titus 2:15" parsed="|Titus|2|15|0|0" osisRef="Bible:Titus.2.15" />
<sup>15</sup>Ταυτα λαλει και προτρεπε και ελεγχε μετα πασης εξουσιας· ας μη σε περιφρονη μηδεις.
</p>
</div3>

<div3 title="Titus 3" progress="96.28%" prev="Titus.2" next="Phlm" id="Titus.3">
<h3 id="Titus.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Titus.3-p1">
<scripture passage="Titus 3:1" parsed="|Titus|3|1|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.1" />
<sup>1</sup>Υπενθυμιζε αυτους να υποτασσωνται εις τας αρχας και εξουσιας, να πειθαρχωσι, να ηναι ετοιμοι εις παν εργον αγαθον,
<scripture passage="Titus 3:2" parsed="|Titus|3|2|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.2" />
<sup>2</sup>να μη βλασφημωσι μηδενα, να ηναι αμαχοι, συμβιβαστικοι, να δεικνυωσι προς παντας ανθρωπους πασαν πραοτητα.
<scripture passage="Titus 3:3" parsed="|Titus|3|3|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.3" />
<sup>3</sup>Διοτι ημεθα ποτε και ημεις ανοητοι, απειθεις, πλανωμενοι, δουλευοντες εις διαφορους επιθυμιας και ηδονας, ζωντες εν κακια και φθονω, μισητοι και μισουντες αλληλους.
<scripture passage="Titus 3:4" parsed="|Titus|3|4|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.4" />
<sup>4</sup>Αλλ' οτε εφανερωθη η χρηστοτης και η φιλανθρωπια του Σωτηρος ημων Θεου,
<scripture passage="Titus 3:5" parsed="|Titus|3|5|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.5" />
<sup>5</sup>ουχι εξ εργων δικαιοσυνης τα οποια επραξαμεν ημεις, αλλα κατα το ελεος αυτου εσωσεν ημας δια λουτρου παλιγγενεσιας και ανακαινισεως του Αγιου Πνευματος,
<scripture passage="Titus 3:6" parsed="|Titus|3|6|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.6" />
<sup>6</sup>το οποιον εξεχεε πλουσιως εφ' ημας δια Ιησου Χριστου του Σωτηρος ημων,
<scripture passage="Titus 3:7" parsed="|Titus|3|7|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.7" />
<sup>7</sup>ινα δικαιωθεντες δια της χαριτος εκεινου, γεινωμεν κληρονομοι κατα την ελπιδα της αιωνιου ζωης.
<scripture passage="Titus 3:8" parsed="|Titus|3|8|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.8" />
<sup>8</sup>Πιστος ο λογος, και θελω ταυτα να διαβεβαιοις, δια να φροντιζωσιν οι πιστευσαντες εις τον Θεον να προιστανται καλων εργων. Ταυτα ειναι τα καλα και ωφελιμα εις τους ανθρωπους·
<scripture passage="Titus 3:9" parsed="|Titus|3|9|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.9" />
<sup>9</sup>μωρας δε φιλονεικιας και γενεαλογιας και εριδας και μαχας νομικας φευγε, διοτι ειναι ανωφελεις και ματαιαι.
<scripture passage="Titus 3:10" parsed="|Titus|3|10|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.10" />
<sup>10</sup>Αιρετικον ανθρωπον μετα μιαν και δευτεραν νουθεσιαν παραιτου,
<scripture passage="Titus 3:11" parsed="|Titus|3|11|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.11" />
<sup>11</sup>εξευρων οτι διεφθαρη ο τοιουτος και αμαρτανει, ων αυτοκατακριτος.
<scripture passage="Titus 3:12" parsed="|Titus|3|12|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.12" />
<sup>12</sup>Οταν πεμψω προς σε τον Αρτεμαν η τον Τυχικον, σπουδασον να ελθης προς με εις Νικοπολιν· διοτι εκει απεφασισα να παραχειμασω.
<scripture passage="Titus 3:13" parsed="|Titus|3|13|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.13" />
<sup>13</sup>Ζηναν τον νομικον και τον Απολλω προπεμψον επιμελως, δια να μη λειπη εις αυτους μηδεν.
<scripture passage="Titus 3:14" parsed="|Titus|3|14|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.14" />
<sup>14</sup>Ας μανθανωσι δε και οι ημετεροι να προιστανται καλων εργων εις τας αναγκαιας χρειας, δια να μη ηναι ακαρποι.
<scripture passage="Titus 3:15" parsed="|Titus|3|15|0|0" osisRef="Bible:Titus.3.15" />
<sup>15</sup>Ασπαζονται σε παντες οι μετ' εμου· ασπασθητι τους αγαπωντας ημας εν πιστει. Η χαρις ειη μετα παντων υμων. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Philemon" progress="96.32%" prev="Titus.3" next="Phlm.1" id="Phlm">
<h2 id="Phlm-p0.1">Philemon</h2>

<div3 title="Philemon 1" progress="96.32%" prev="Phlm" next="Heb" id="Phlm.1">
<h3 id="Phlm.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Phlm.1-p1">
<scripture passage="Phlm 1:1" parsed="|Phlm|1|1|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.1" />
<sup>1</sup>Παυλος, δεσμιος του Ιησου Χριστου, και Τιμοθεος ο αδελφος, προς Φιλημονα τον αγαπητον και συνεργον ημων
<scripture passage="Phlm 1:2" parsed="|Phlm|1|2|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.2" />
<sup>2</sup>και την Απφιαν την αγαπητην και Αρχιππον τον συστρατιωτην ημων και την κατ' οικον σου εκκλησιαν·
<scripture passage="Phlm 1:3" parsed="|Phlm|1|3|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.3" />
<sup>3</sup>χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Phlm 1:4" parsed="|Phlm|1|4|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.4" />
<sup>4</sup>Ευχαριστω τον Θεον μου και μνημονευω σε παντοτε εν ταις προσευχαις μου,
<scripture passage="Phlm 1:5" parsed="|Phlm|1|5|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.5" />
<sup>5</sup>ακουων την αγαπην σου και την πιστιν, την οποιαν εχεις προς τον Κυριον Ιησουν και εις παντας τους αγιους,
<scripture passage="Phlm 1:6" parsed="|Phlm|1|6|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.6" />
<sup>6</sup>δια να γεινη η κοινωνια της πιστεως σου ενεργος δια της φανερωσεως παντος καλου του εν υμιν εις Χριστον Ιησουν.
<scripture passage="Phlm 1:7" parsed="|Phlm|1|7|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.7" />
<sup>7</sup>Διοτι χαραν πολλην εχομεν και παρηγοριαν δια την αγαπην σου, επειδη τα σπλαγχνα των αγιων ανεπαυθησαν δια σου, αδελφε.
<scripture passage="Phlm 1:8" parsed="|Phlm|1|8|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.8" />
<sup>8</sup>Οθεν, αν και εχω εν Χριστω πολλην παρρησιαν να επιταττω εις σε το πρεπον,
<scripture passage="Phlm 1:9" parsed="|Phlm|1|9|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.9" />
<sup>9</sup>ομως δια την αγαπην μαλλον σε παρακαλω, τοιουτος ων ως Παυλος ο γερων, τωρα δε και δεσμιος του Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Phlm 1:10" parsed="|Phlm|1|10|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.10" />
<sup>10</sup>σε παρακαλω υπερ του τεκνου μου, τον οποιον εγεννησα εν τοις δεσμοις μου, υπερ του Ονησιμου,
<scripture passage="Phlm 1:11" parsed="|Phlm|1|11|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.11" />
<sup>11</sup>οστις ητο ποτε αχρηστος εις σε, τωρα δε εις σε και εις εμε ειναι χρησιμος,
<scripture passage="Phlm 1:12" parsed="|Phlm|1|12|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.12" />
<sup>12</sup>τον οποιον πεμπω οπισω. Συ δε αυτον, τουτεστι τα σπλαγχνα μου, δεχθητι·
<scripture passage="Phlm 1:13" parsed="|Phlm|1|13|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.13" />
<sup>13</sup>τον οποιον εγω ηθελον να κρατω πλησιον μου, δια να με υπηρετη αντι σου εν τοις δεσμοις του ευαγγελιου·
<scripture passage="Phlm 1:14" parsed="|Phlm|1|14|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.14" />
<sup>14</sup>χωρις ομως της γνωμης σου δεν ηθελησα να καμω ουδεν, δια να μη ηναι το αγαθον σου ως κατ' αναγκην, αλλ' εκουσιως.
<scripture passage="Phlm 1:15" parsed="|Phlm|1|15|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.15" />
<sup>15</sup>Διοτι ισως δια τουτο εχωρισθη προς ωραν, δια να απολαβης αυτον διαπαντος,
<scripture passage="Phlm 1:16" parsed="|Phlm|1|16|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.16" />
<sup>16</sup>ουχι πλεον ως δουλον, αλλ' υπερ δουλον, αδελφον αγαπητον, μαλιστα εις εμε, ποσω δε μαλλον εις σε και κατα σαρκα και εν Κυριω.
<scripture passage="Phlm 1:17" parsed="|Phlm|1|17|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.17" />
<sup>17</sup>Εαν λοιπον εχης εμε κοινωνον, δεχθητι αυτον ως εμε.
<scripture passage="Phlm 1:18" parsed="|Phlm|1|18|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.18" />
<sup>18</sup>Και εαν σε ηδικησεν εις τι η χρεωστη, λογαριαζε τουτο εις εμε·
<scripture passage="Phlm 1:19" parsed="|Phlm|1|19|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.19" />
<sup>19</sup>εγω ο Παυλος εγραψα με την χειρα μου, εγω θελω πληρωσει· δια να μη σοι λεγω οτι και σεαυτον ετι μοι χρεωστεις.
<scripture passage="Phlm 1:20" parsed="|Phlm|1|20|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.20" />
<sup>20</sup>Ναι, αδελφε, ειθε να λαβω εγω ταυτην την χαριν παρα σου εν Κυριω· αναπαυσον μου τα σπλαγχνα εν Κυριω.
<scripture passage="Phlm 1:21" parsed="|Phlm|1|21|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.21" />
<sup>21</sup>Πεποιθως εις την υπακοην σου εγραψα προς σε, εξευρων οτι και πλειοτερον αφ' ο, τι λεγω θελεις καμει.
<scripture passage="Phlm 1:22" parsed="|Phlm|1|22|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.22" />
<sup>22</sup>Ενταυτω δε ετοιμαζε μοι και καταλυμα· επειδη ελπιζω οτι δια των προσευχων σας θελω χαρισθη εις εσας.
<scripture passage="Phlm 1:23" parsed="|Phlm|1|23|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.23" />
<sup>23</sup>Ασπαζονται σε Επαφρας ο συναιχμαλωτος μου εν Χριστω Ιησου,
<scripture passage="Phlm 1:24" parsed="|Phlm|1|24|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.24" />
<sup>24</sup>Μαρκος, Αρισταρχος, Δημας, Λουκας, οι συνεργοι μου.
<scripture passage="Phlm 1:25" parsed="|Phlm|1|25|0|0" osisRef="Bible:Phlm.1.25" />
<sup>25</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα του πνευματος υμων. Αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Hebrews" progress="96.38%" prev="Phlm.1" next="Heb.1" id="Heb">
<h2 id="Heb-p0.1">Hebrews</h2>

<div3 title="Hebrews 1" progress="96.38%" prev="Heb" next="Heb.2" id="Heb.1">
<h3 id="Heb.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Heb.1-p1">
<scripture passage="Heb 1:1" parsed="|Heb|1|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.1" />
<sup>1</sup>Ο Θεος, αφου ελαλησε το παλαι προς τους πατερας ημων δια των προφητων πολλακις και πολυτροπως,
<scripture passage="Heb 1:2" parsed="|Heb|1|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.2" />
<sup>2</sup>εν ταις εσχαταις ταυταις ημεραις ελαλησε προς ημας δια του Υιου, τον οποιον εθεσε κληρονομον παντων, δι' ου εκαμε και τους αιωνας·
<scripture passage="Heb 1:3" parsed="|Heb|1|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.3" />
<sup>3</sup>οστις ων απαυγασμα της δοξης και χαρακτηρ της υποστασεως αυτου, και βασταζων τα παντα με τον λογον της δυναμεως αυτου, αφου δι' εαυτου εκαμε καθαρισμον των αμαρτιων ημων, εκαθησεν εν δεξια της μεγαλωσυνης εν υψηλοις,
<scripture passage="Heb 1:4" parsed="|Heb|1|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.4" />
<sup>4</sup>τοσουτον ανωτερος των αγγελων γενομενος, οσον εξοχωτερον υπερ αυτους ονομα εκληρονομησε.
<scripture passage="Heb 1:5" parsed="|Heb|1|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.5" />
<sup>5</sup>Διοτι προς τινα των αγγελων ειπε ποτε· Υιος μου εισαι συ, Εγω σημερον σε εγεννησα; και παλιν· Εγω θελω εισθαι εις αυτον Πατηρ, και αυτος θελει εισθαι εις εμε Υιος;
<scripture passage="Heb 1:6" parsed="|Heb|1|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.6" />
<sup>6</sup>Οταν δε παλιν εισαγαγη τον πρωτοτοκον εις την οικουμενην, λεγει· Και ας προσκυνησωσιν εις αυτον παντες οι αγγελοι του Θεου.
<scripture passage="Heb 1:7" parsed="|Heb|1|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.7" />
<sup>7</sup>Και περι μεν των αγγελων λεγει· Ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευματα, και τους λειτουργους αυτου πυρος φλογα·
<scripture passage="Heb 1:8" parsed="|Heb|1|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.8" />
<sup>8</sup>περι δε του Υιου· Ο θρονος σου, ω Θεε, ειναι εις τον αιωνα του αιωνος· σκηπτρον ευθυτητος ειναι το σκηπτρον της βασιλειας σου.
<scripture passage="Heb 1:9" parsed="|Heb|1|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.9" />
<sup>9</sup>Ηγαπησας δικαιοσυνην και εμισησας ανομιαν· δια τουτο εχρισε σε, ο Θεος, ο Θεος σου, ελαιον αγαλλιασεως υπερ τους μετοχους σου·
<scripture passage="Heb 1:10" parsed="|Heb|1|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.10" />
<sup>10</sup>και· Συ κατ' αρχας, Κυριε, την γην εθεμελιωσας, και εργα των χειρων σου ειναι οι ουρανοι·
<scripture passage="Heb 1:11" parsed="|Heb|1|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.11" />
<sup>11</sup>αυτοι θελουσιν απολεσθη, συ δε διαμενεις· και παντες ως ιματιον θελουσι παλαιωθη,
<scripture passage="Heb 1:12" parsed="|Heb|1|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.12" />
<sup>12</sup>και ως περιενδυμα θελεις τυλιξει αυτους, και θελουσιν αλλαχθη· Συ ομως εισαι ο αυτος, και τα ετη σου δεν θελουσιν εκλειψει.
<scripture passage="Heb 1:13" parsed="|Heb|1|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.13" />
<sup>13</sup>Προς τινα δε των αγγελων ειπε ποτε· Καθου εκ δεξιων μου, εωσου θεσω τους εχθρους σου υποποδιον των ποδων σου;
<scripture passage="Heb 1:14" parsed="|Heb|1|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.1.14" />
<sup>14</sup>Δεν ειναι παντες λειτουργικα πνευματα εις υπηρεσιαν αποστελλομενα δια τους μελλοντας να κληρονομησωσι σωτηριαν;
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 2" progress="96.42%" prev="Heb.1" next="Heb.3" id="Heb.2">
<h3 id="Heb.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Heb.2-p1">
<scripture passage="Heb 2:1" parsed="|Heb|2|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο πρεπει ημεις να προσεχωμεν περισσοτερον εις οσα ηκουσαμεν, δια να μη εκπεσωμεν ποτε.
<scripture passage="Heb 2:2" parsed="|Heb|2|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.2" />
<sup>2</sup>Διοτι εαν ο λογος ο λαληθεις δι' αγγελων εγεινε βεβαιος, και πασα παραβασις και παρακοη ελαβε δικαιαν μισθαποδοσιαν,
<scripture passage="Heb 2:3" parsed="|Heb|2|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.3" />
<sup>3</sup>πως ημεις θελομεν εκφυγει, εαν αμελησωμεν τοσον μεγαλην σωτηριαν; ητις αρχισασα να λαληται δια του Κυριου, εβεβαιωθη εις ημας υπο των ακουσαντων,
<scripture passage="Heb 2:4" parsed="|Heb|2|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.4" />
<sup>4</sup>και ο Θεος συνεπεμαρτυρει με σημεια και τερατα και με διαφορα θαυματα και με διανομας του Αγιου Πνευματος κατα την θελησιν αυτου.
<scripture passage="Heb 2:5" parsed="|Heb|2|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.5" />
<sup>5</sup>Διοτι δεν υπεταξεν εις αγγελους την οικουμενην την μελλουσαν, περι της οποιας λαλουμεν.
<scripture passage="Heb 2:6" parsed="|Heb|2|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.6" />
<sup>6</sup>Εμαρτυρησε δε τις εν τινι μερει, λεγων· Τι ειναι ο ανθρωπος, ωστε να ενθυμησαι αυτον, Η ο υιος του ανθρωπου, ωστε να επισκεπτησαι αυτον;
<scripture passage="Heb 2:7" parsed="|Heb|2|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.7" />
<sup>7</sup>Εκαμες αυτον ολιγον τι κατωτερον των αγγελων, με δοξαν και τιμην εστεφανωσας αυτον και κατεστησας αυτον επι τα εργα των χειρων σου·
<scripture passage="Heb 2:8" parsed="|Heb|2|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.8" />
<sup>8</sup>Παντα υπεταξας υποκατω των ποδων αυτου. Διοτι υποταξας εις αυτον τα παντα, δεν αφηκεν ουδεν ανυποτακτον εις αυτον. Τωρα ομως δεν βλεπομεν ετι τα παντα υποτεταγμενα εις αυτον·
<scripture passage="Heb 2:9" parsed="|Heb|2|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.9" />
<sup>9</sup>τον δε ολιγον τι παρα τους αγγελους ηλαττωμενον Ιησουν βλεπομεν δια το παθημα του θανατου με δοξαν και τιμην εστεφανωμενον, δια να γευθη θανατον υπερ παντος ανθρωπου δια της χαριτος του Θεου.
<scripture passage="Heb 2:10" parsed="|Heb|2|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.10" />
<sup>10</sup>Διοτι επρεπεν εις αυτον, δια τον οποιον ειναι τα παντα και δια του οποιου εγειναν τα παντα, φερων εις την δοξαν πολλους υιους, να καμη τελειον τον αρχηγον της σωτηριας αυτων δια των παθηματων.
<scripture passage="Heb 2:11" parsed="|Heb|2|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.11" />
<sup>11</sup>Επειδη και ο αγιαζων και οι αγιαζομενοι εξ ενος ειναι παντες· δι' ην αιτιαν δεν επαισχυνεται να ονομαζη αυτους αδελφους,
<scripture passage="Heb 2:12" parsed="|Heb|2|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.12" />
<sup>12</sup>λεγων· Θελω απαγγειλει το ονομα σου προς τους αδελφους μου, εν μεσω εκκλησιας θελω σε υμνησει·
<scripture passage="Heb 2:13" parsed="|Heb|2|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.13" />
<sup>13</sup>και παλιν· Εγω θελω εχει την πεποιθησιν μου επ' αυτον· και παλιν· Ιδου, εγω και τα παιδια, τα οποια μοι εδωκεν ο Θεος.
<scripture passage="Heb 2:14" parsed="|Heb|2|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.14" />
<sup>14</sup>Επειδη λοιπον τα παιδια εμεθεξαν απο σαρκος και αιματος, και αυτος παρομοιως μετελαβεν απο των αυτων, δια να καταργηση δια του θανατου τον εχοντα το κρατος του θανατου, τουτεστι τον διαβολον,
<scripture passage="Heb 2:15" parsed="|Heb|2|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.15" />
<sup>15</sup>και ελευθερωση εκεινους, οσοι δια τον φοβον του θανατου ησαν δια παντος του βιου υποκειμενοι εις την δουλειαν.
<scripture passage="Heb 2:16" parsed="|Heb|2|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.16" />
<sup>16</sup>Διοτι βεβαιως δεν ανελαβεν αγγελων φυσιν, αλλα σπερματος Αβρααμ ανελαβεν.
<scripture passage="Heb 2:17" parsed="|Heb|2|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.17" />
<sup>17</sup>Οθεν επρεπε να ομοιωθη κατα παντα με τους αδελφους, δια να γεινη ελεημων και πιστος αρχιερευς εις τα προς τον Θεον, δια να καμνη εξιλεωσιν υπερ των αμαρτιων του λαου.
<scripture passage="Heb 2:18" parsed="|Heb|2|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.2.18" />
<sup>18</sup>Επειδη καθ' οτι αυτος επαθε πειρασθεις, δυναται να βοηθηση τους πειραζομενους.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 3" progress="96.48%" prev="Heb.2" next="Heb.4" id="Heb.3">
<h3 id="Heb.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Heb.3-p1">
<scripture passage="Heb 3:1" parsed="|Heb|3|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.1" />
<sup>1</sup>Οθεν, αδελφοι αγιοι, ουρανιου προσκλησεως μετοχοι, κατανοησατε τον αποστολον και αρχιερεα της ομολογιας ημων τον Ιησουν Χριστον,
<scripture passage="Heb 3:2" parsed="|Heb|3|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.2" />
<sup>2</sup>οστις ητο πιστος εις τον καταστησαντα αυτον, καθως και ο Μωυσης εις ολον τον οικον αυτου.
<scripture passage="Heb 3:3" parsed="|Heb|3|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.3" />
<sup>3</sup>Επειδη ουτος ηξιωθη πλειοτερας δοξης παρα τον Μωυσην, καθ' οσον εχει τιμην πλειοτεραν παρα τον οικον ο κατασκευασας αυτον.
<scripture passage="Heb 3:4" parsed="|Heb|3|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.4" />
<sup>4</sup>Διοτι πας οικος κατασκευαζεται υπο τινος, ο δε κατασκευασας τα παντα ειναι ο Θεος.
<scripture passage="Heb 3:5" parsed="|Heb|3|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.5" />
<sup>5</sup>Και ο μεν Μωυσης υπηρξε πιστος εις ολον τον οικον αυτου ως θεραπων, εις μαρτυριαν των λαληθησομενων,
<scripture passage="Heb 3:6" parsed="|Heb|3|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.6" />
<sup>6</sup>ο δε Χριστος ως Υιος επι τον οικον αυτου, του οποιου ημεις ειμεθα οικος, εαν κρατησωμεν μεχρι τελους βεβαιαν την παρρησιαν και το καυχημα της ελπιδος.
<scripture passage="Heb 3:7" parsed="|Heb|3|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.7" />
<sup>7</sup>Δια τουτο, καθως λεγει το Πνευμα το Αγιον· Σημερον, εαν ακουσητε της φωνης αυτου,
<scripture passage="Heb 3:8" parsed="|Heb|3|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.8" />
<sup>8</sup>μη σκληρυνητε τας καρδιας σας ως εν τω παραπικρασμω κατα την ημεραν του πειρασμου εν τη ερημω,
<scripture passage="Heb 3:9" parsed="|Heb|3|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.9" />
<sup>9</sup>οπου οι πατερες σας με επειραααν, με εδοκιμασαν και ειδον τα εργα μου τεσσαρακοντα ετη·
<scripture passage="Heb 3:10" parsed="|Heb|3|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.10" />
<sup>10</sup>δια τουτο δυσηρεστηθην εις την γενεαν εκεινην και ειπον· Παντοτε πλανωνται εν τη καρδια αυτων και αυτοι δεν εγνωρισαν τας οδους μου·
<scripture passage="Heb 3:11" parsed="|Heb|3|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.11" />
<sup>11</sup>ουτως ωμοσα εν τη οργη μου, δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν μου·
<scripture passage="Heb 3:12" parsed="|Heb|3|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.12" />
<sup>12</sup>προσεχετε, αδελφοι, να μη υπαρχη εις μηδενα απο σας πονηρα καρδια απιστιας, ωστε να αποστατηση απο Θεου ζωντος,
<scripture passage="Heb 3:13" parsed="|Heb|3|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.13" />
<sup>13</sup>αλλα προτρεπετε αλληλους καθ' εκαστην ημεραν, ενοσω ονομαζεται το σημερον, δια να μη σκληρυνθη τις εξ υμων δια της απατης της αμαρτιας·
<scripture passage="Heb 3:14" parsed="|Heb|3|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.14" />
<sup>14</sup>διοτι μετοχοι εγειναμεν του Χριστου, εαν κρατησωμεν μεχρι τελους βεβαιαν την αρχην της πεποιθησεως,
<scripture passage="Heb 3:15" parsed="|Heb|3|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.15" />
<sup>15</sup>ενω λεγεται· Σημερον, εαν ακουσητε της φωνης αυτου, μη σκληρυνητε τας καρδιας σας ως εν τω παραπικρασμω.
<scripture passage="Heb 3:16" parsed="|Heb|3|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.16" />
<sup>16</sup>Διοτι τινες, αφου ηκουσαν, παρεπικραναν αυτον αλλ' ουχι παντες οι εξελθοντες εξ Αιγυπτου δια του Μωυσεως.
<scripture passage="Heb 3:17" parsed="|Heb|3|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.17" />
<sup>17</sup>Εις τινας δε παρωργισθη τεσσαρακοντα ετη; ουχι εις τους αμαρτησαντας, των οποιων τα κωλα επεσον εν τη ερημω;
<scripture passage="Heb 3:18" parsed="|Heb|3|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.18" />
<sup>18</sup>Προς τινας δε ωμοσεν οτι δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν αυτου, ειμη προς τους απειθησαντας;
<scripture passage="Heb 3:19" parsed="|Heb|3|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.3.19" />
<sup>19</sup>Και βλεπομεν οτι δια απιστιαν δεν ηδυνηθησαν να εισελθωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 4" progress="96.52%" prev="Heb.3" next="Heb.5" id="Heb.4">
<h3 id="Heb.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Heb.4-p1">
<scripture passage="Heb 4:1" parsed="|Heb|4|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.1" />
<sup>1</sup>Ας φοβηθωμεν λοιπον μηποτε, ενω μενει εις ημας επαγγελια να εισελθωμεν εις την καταπαυσιν αυτου, φανη τις εξ υμων οτι υστερηθη αυτης.
<scripture passage="Heb 4:2" parsed="|Heb|4|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.2" />
<sup>2</sup>Διοτι ημεις ευηγγελισθημεν, καθως και εκεινοι· αλλα δεν ωφελησεν εκεινους ο λογος, τον οποιον ηκουσαν, επειδη δεν ητο εις τους ακουσαντας ηνωμενος με την πιστιν.
<scripture passage="Heb 4:3" parsed="|Heb|4|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εισερχομεθα εις την καταπαυσιν ημεις οι πιστευσαντες, καθως ειπεν· Ουτως ωμοσα εν τη οργη μου, δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν μου· αν και τα εργα αυτου ετελειωσαν απο καταβολης κοσμου.
<scripture passage="Heb 4:4" parsed="|Heb|4|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.4" />
<sup>4</sup>Διοτι ειπεν εν μερει τινι περι της εβδομης ουτω· Και κατεπαυσεν ο Θεος εν τη ημερα τη εβδομη απο παντων των εργων αυτου·
<scripture passage="Heb 4:5" parsed="|Heb|4|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.5" />
<sup>5</sup>και εν τουτω παλιν· Δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν μου.
<scripture passage="Heb 4:6" parsed="|Heb|4|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.6" />
<sup>6</sup>Επειδη λοιπον μενει να εισελθωσι τινες εις αυτην, και οι προτερον ευαγγελισθεντες δεν εισηλθον δι' απειθειαν
<scripture passage="Heb 4:7" parsed="|Heb|4|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.7" />
<sup>7</sup>παλιν διοριζει ημεραν τινα, Σημερον, λεγων δια του Δαβιδ, μετα τοσουτον καιρον, καθως ειρηται· Σημερον, εαν της φωνης αυτου ακουσητε, μη σκληρυνητε τας καρδιας σας.
<scripture passage="Heb 4:8" parsed="|Heb|4|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.8" />
<sup>8</sup>Διοτι εαν ο Ιησους σου Ναυη ειχε δωσει εις αυτους καταπαυσιν, δεν ηθελε μετα ταυτα λαλει περι αλλης ημερας.
<scripture passage="Heb 4:9" parsed="|Heb|4|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.9" />
<sup>9</sup>Αρα μενει καταπαυσις εις τον λαον του Θεου.
<scripture passage="Heb 4:10" parsed="|Heb|4|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.10" />
<sup>10</sup>Διοτι ο εισελθων εις την καταπαυσιν αυτου και αυτος κατεπαυσεν απο των εργων αυτου, καθως ο Θεος απο των εαυτου.
<scripture passage="Heb 4:11" parsed="|Heb|4|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.11" />
<sup>11</sup>Ας σπουδασωμεν λοιπον να εισελθωμεν εις εκεινην την καταπαυσιν, δια να μη πεση τις εις το αυτο παραδειγμα της απειθειας.
<scripture passage="Heb 4:12" parsed="|Heb|4|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.12" />
<sup>12</sup>Διοτι ο λογος του Θεου ειναι ζων και ενεργος και κοπτερωτερος υπερ πασαν διστομον μαχαιραν και διερχεται μεχρι διαιρεσεως ψυχης τε και πνευματος, αρμων τε και μυελων, και διερευνα τους διαλογισμους και τας εννοιας της καρδιας·
<scripture passage="Heb 4:13" parsed="|Heb|4|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.13" />
<sup>13</sup>και δεν ειναι ουδεν κτισμα αφανες ενωπιον αυτου, αλλα παντα ειναι γυμνα και τετραχηλισμενα εις τους οφθαλμους αυτου, προς ον εχομεν να δωσωμεν λογον.
<scripture passage="Heb 4:14" parsed="|Heb|4|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.14" />
<sup>14</sup>Εχοντες λοιπον αρχιερεα μεγαν, οστις διηλθε τους ουρανους, Ιησουν τον Υιον του Θεου, ας κρατωμεν την ομολογιαν.
<scripture passage="Heb 4:15" parsed="|Heb|4|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι δεν εχομεν αρχιερεα μη δυναμενον να συμπαθηση εις τας ασθενειας ημων, αλλα πειρασθεντα κατα παντα καθ ' ομοιοτητα ημων χωρις αμαρτιας.
<scripture passage="Heb 4:16" parsed="|Heb|4|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.4.16" />
<sup>16</sup>Ας πλησιαζωμεν λοιπον μετα παρρησιας εις τον θρονον της χαριτος, δια να λαβωμεν ελεος και να ευρωμεν χαριν προς βοηθειαν εν καιρω χρειας.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 5" progress="96.57%" prev="Heb.4" next="Heb.6" id="Heb.5">
<h3 id="Heb.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Heb.5-p1">
<scripture passage="Heb 5:1" parsed="|Heb|5|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.1" />
<sup>1</sup>Διοτι πας αρχιερευς, εξ ανθρωπων λαμβανομενος, υπερ ανθρωπων καθισταται εις τα προς τον Θεον, δια να προσφερη δωρα τε και θυσιας υπερ αμαρτιων,
<scripture passage="Heb 5:2" parsed="|Heb|5|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.2" />
<sup>2</sup>δυναμενος να συμπαθη εις τους αγνοουντας και πλανωμενους, διοτι και αυτος ειναι περιενδεδυμενος ασθενειαν·
<scripture passage="Heb 5:3" parsed="|Heb|5|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.3" />
<sup>3</sup>και δια ταυτην χρεωστει, καθως περι του λαου, ουτω και περι εαυτου να προσφερη θυσιαν υπερ αμαρτιων.
<scripture passage="Heb 5:4" parsed="|Heb|5|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.4" />
<sup>4</sup>Και ουδεις λαμβανει την τιμην ταυτην εις εαυτον, αλλ' ο καλουμενος υπο του Θεου, καθως και ο Ααρων.
<scripture passage="Heb 5:5" parsed="|Heb|5|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.5" />
<sup>5</sup>Ουτω και ο Χριστος δεν εδοξασεν εαυτον δια να γεινη αρχιερευς, αλλ' ο λαλησας προς αυτον· Υιος μου εισαι συ, εγω σημερον σε εγεννησα·
<scripture passage="Heb 5:6" parsed="|Heb|5|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.6" />
<sup>6</sup>καθως και αλλαχου λεγει· Συ εισαι ιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ.
<scripture passage="Heb 5:7" parsed="|Heb|5|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.7" />
<sup>7</sup>Οστις εν ταις ημεραις της σαρκος αυτου, αφου μετα κραυγης δυνατης και δακρυων προσεφερε δεησεις και ικεσιας προς τον δυναμενον να σωζη αυτον εκ του θανατου, και εισηκουσθη δια την ευλαβειαν αυτου,
<scripture passage="Heb 5:8" parsed="|Heb|5|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.8" />
<sup>8</sup>καιτοι ων Υιος, εμαθε την υπακοην αφ' οσων επαθε,
<scripture passage="Heb 5:9" parsed="|Heb|5|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.9" />
<sup>9</sup>και γενομενος τελειος, κατεσταθη αιτιος σωτηριας αιωνιου εις παντας τους υπακουοντας εις αυτον,
<scripture passage="Heb 5:10" parsed="|Heb|5|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.10" />
<sup>10</sup>ονομασθεις υπο του Θεου αρχιερευς κατα την ταξιν Μελχισεδεκ·
<scripture passage="Heb 5:11" parsed="|Heb|5|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.11" />
<sup>11</sup>Περι του οποιου πολλα εχομεν να ειπωμεν και δυσερμηνευτα, διοτι εγεινετε νωθροι τας ακοας.
<scripture passage="Heb 5:12" parsed="|Heb|5|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.12" />
<sup>12</sup>Επειδη ενω ως προς τον καιρον επρεπε να ησθε διδασκαλοι, παλιν εχετε χρειαν του να σας διδασκη τις τα αρχικα στοιχεια των λογων του Θεου, και κατηντησατε να εχητε χρειαν γαλακτος και ουχι στερεας τροφης.
<scripture passage="Heb 5:13" parsed="|Heb|5|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.13" />
<sup>13</sup>Διοτι πας ο μετεχων γαλακτος ειναι απειρος του λογου της δικαιοσυνης· επειδη ειναι νηπιος·
<scripture passage="Heb 5:14" parsed="|Heb|5|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.5.14" />
<sup>14</sup>των τελειων ομως ειναι η στερεα τροφη, οιτινες δια την εξιν εχουσι τα αισθητηρια γεγυμνασμενα εις το να διακρινωσι το καλον και το κακον.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 6" progress="96.61%" prev="Heb.5" next="Heb.7" id="Heb.6">
<h3 id="Heb.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Heb.6-p1">
<scripture passage="Heb 6:1" parsed="|Heb|6|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.1" />
<sup>1</sup>Δια τουτο αφησαντες την αρχικην διδασκαλιαν του Χριστου, ας φερωμεθα προς την τελειοτητα, χωρις να βαλλωμεν εκ νεου θεμελιον μετανοιας απο νεκρων εργων και πιστεως εις Θεον,
<scripture passage="Heb 6:2" parsed="|Heb|6|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.2" />
<sup>2</sup>της διδαχης των βαπτισμων και της επιθεσεως των χειρων, και της αναστασεως των νεκρων και της κρισεως της αιωνιου.
<scripture passage="Heb 6:3" parsed="|Heb|6|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.3" />
<sup>3</sup>Και τουτο θελομεν καμει, εαν επιτρεπη ο Θεος.
<scripture passage="Heb 6:4" parsed="|Heb|6|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.4" />
<sup>4</sup>Διοτι αδυνατον ειναι οι απαξ φωτισθεντες και γευθεντες της επουρανιου δωρεας και γενομενοι μετοχοι του Αγιου Πνευματος
<scripture passage="Heb 6:5" parsed="|Heb|6|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.5" />
<sup>5</sup>και γευθεντες τον καλον λογον του Θεου και τας δυναμεις του μελλοντος αιωνος,
<scripture passage="Heb 6:6" parsed="|Heb|6|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.6" />
<sup>6</sup>και επειτα παραπεσοντες, αδυνατον να ανακαινισθωσι παλιν εις μετανοιαν, ανασταυρουντες εις εαυτους τον Υιον του Θεου και καταισχυνοντες.
<scripture passage="Heb 6:7" parsed="|Heb|6|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.7" />
<sup>7</sup>Διοτι γη, ητις πινει την πολλακις ερχομενην επ' αυτης βροχην και γεννα βοτανην ωφελιμον εις εκεινους, δια τους οποιους και γεωργειται, μεταλαμβανει ευλογιαν παρα Θεου·
<scripture passage="Heb 6:8" parsed="|Heb|6|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.8" />
<sup>8</sup>οταν ομως εκφυη ακανθας και τριβολους, ειναι αδοκιμος και πλησιον καταρας, της οποιας το τελος ειναι να καυθη.
<scripture passage="Heb 6:9" parsed="|Heb|6|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.9" />
<sup>9</sup>Περι υμων δε, αν και λαλωμεν ουτως, αγαπητοι, ειμεθα πεπεισμενοι οτι εχετε τα καλητερα και συνεχομενα με την σωτηριαν.
<scripture passage="Heb 6:10" parsed="|Heb|6|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.10" />
<sup>10</sup>Διοτι δεν ειναι αδικος ο Θεος, ωστε να λησμονηση το εργον σας και τον κοπον της αγαπης, την οποιαν εδειξατε εις το ονομα αυτου, υπηρετησαντες τους αγιους και υπηρετουντες.
<scripture passage="Heb 6:11" parsed="|Heb|6|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.11" />
<sup>11</sup>Επιθυμουμεν δε να δεικνυη εκαστος υμων την αυτην σπουδην προς την πληροφοριαν της ελπιδος μεχρι τελους,
<scripture passage="Heb 6:12" parsed="|Heb|6|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.12" />
<sup>12</sup>δια να μη γεινητε νωθροι, αλλα μιμηται των δια πιστεως και μακροθυμιας κληρονομουντων τας επαγγελιας.
<scripture passage="Heb 6:13" parsed="|Heb|6|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.13" />
<sup>13</sup>Διοτι ο Θεος, διδων επαγγελιαν εις τον Αβρααμ, επειδη δεν ειχε να ομοση εις ουδενα μεγαλητερον, ωμοσεν εις εαυτον,
<scripture passage="Heb 6:14" parsed="|Heb|6|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.14" />
<sup>14</sup>λεγων· Βεβαιως ευλογων θελω σε ευλογησει και πληθυνων θελω σε πληθυνει·
<scripture passage="Heb 6:15" parsed="|Heb|6|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.15" />
<sup>15</sup>και ουτω προσμεινας με υπομονην, απηλαυσε την επαγγελιαν.
<scripture passage="Heb 6:16" parsed="|Heb|6|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.16" />
<sup>16</sup>Διοτι οι μεν ανθρωποι ομνυουσιν εις τον μεγαλητερον, και ο ορκος ειναι εις αυτους τελος πασης αντιλογιας προς βεβαιωσιν.
<scripture passage="Heb 6:17" parsed="|Heb|6|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.17" />
<sup>17</sup>Εις το οποιον ο Θεος, θελων να δειξη περισσοτερον προς τους κληρονομους της επαγγελιας το αμεταθετον της βουλης αυτου, μετεχειρισθη μεσον τον ορκον,
<scripture passage="Heb 6:18" parsed="|Heb|6|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.18" />
<sup>18</sup>ωστε δια δυο πραγματων αμεταθετων, εις τα οποια ειναι αδυνατον να ψευσθη ο Θεος, να εχωμεν ισχυραν παρηγοριαν οι καταφυγοντες εις το να κρατησωμεν την προκειμενην ελπιδα·
<scripture passage="Heb 6:19" parsed="|Heb|6|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.19" />
<sup>19</sup>την οποιαν εχομεν ως αγκυραν της ψυχης ασφαλη τε και βεβαιαν και εισερχομενην εις το εσωτερικον του καταπετασματος,
<scripture passage="Heb 6:20" parsed="|Heb|6|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.6.20" />
<sup>20</sup>οπου ο Ιησους εισηλθεν υπερ ημων προδρομος, γενομενος αρχιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 7" progress="96.67%" prev="Heb.6" next="Heb.8" id="Heb.7">
<h3 id="Heb.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Heb.7-p1">
<scripture passage="Heb 7:1" parsed="|Heb|7|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.1" />
<sup>1</sup>Διοτι ουτος ο Μελχισεδεκ, βασιλευς Σαλημ, ιερευς του Θεου του Υψιστου, οστις συνηντησε τον Αβρααμ επιστρεφοντα απο της καταστροφης των βασιλεων και ηυλογησεν αυτον,
<scripture passage="Heb 7:2" parsed="|Heb|7|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.2" />
<sup>2</sup>εις ον ο Αβρααμ εχωρισε και δεκατον απο παντων των λαφυρων, οστις πρωτον μεν ερμηνευεται βασιλευς δικαιοσυνης, επειτα δε βασιλευς Σαλημ, το οποιον ειναι βασιλευς ειρηνης,
<scripture passage="Heb 7:3" parsed="|Heb|7|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.3" />
<sup>3</sup>απατωρ, αμητωρ, αγενεαλογητος, μη εχων μητε αρχην ημερων μητε τελος ζωης, αλλ' αφωμοιωμενος με τον Υιον του Θεου, μενει ιερευς παντοτε.
<scripture passage="Heb 7:4" parsed="|Heb|7|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.4" />
<sup>4</sup>Στοχασθητε δε ποσον μεγας ητο ουτος, εις ον ο Αβρααμ ο πατριαρχης εδωκε και δεκατον εκ των λαφυρων.
<scripture passage="Heb 7:5" parsed="|Heb|7|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.5" />
<sup>5</sup>Και οσοι μεν εκ των υιων του Λευι λαμβανουσι την ιερατειαν, εχουσιν εντολην να αποδεκατονωσι τον λαον κατα τον νομον, τουτεστι τους αδελφους αυτων, καιτοι εξελθοντας εκ της οσφυος του Αβρααμ·
<scripture passage="Heb 7:6" parsed="|Heb|7|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.6" />
<sup>6</sup>εκεινος δε οστις δεν εγενεαλογειτο εξ αυτων, εδεκατωσε τον Αβρααμ, και ηυλογησε τον εχοντα τας επαγγελιας·
<scripture passage="Heb 7:7" parsed="|Heb|7|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.7" />
<sup>7</sup>χωρις δε τινος αντιλογιας το μικροτερον ευλογειται υπο του μεγαλητερου.
<scripture passage="Heb 7:8" parsed="|Heb|7|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.8" />
<sup>8</sup>Και εδω μεν θνητοι ανθρωποι λαμβανουσι δεκατα, εκει δε λαμβανει ο μαρτυρουμενος οτι ζη.
<scripture passage="Heb 7:9" parsed="|Heb|7|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.9" />
<sup>9</sup>Και δια να ειπω ουτω, δια του Αβρααμ και ο Λευι, οστις ελαμβανε δεκατα, απεδεκατωθη.
<scripture passage="Heb 7:10" parsed="|Heb|7|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εν τη οσφυι του πατρος αυτου ητο ετι, οτε συνηντησεν αυτον ο Μελχισεδεκ.
<scripture passage="Heb 7:11" parsed="|Heb|7|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.11" />
<sup>11</sup>Εαν λοιπον η τελειοτης υπηρχε δια Λευιτικης ιερωσυνης· διοτι ο λαος επ' αυτης ελαβε τον νομον· τις χρεια πλεον να εγερθη αλλος ιερευς κατα την ταξιν Μελχισεδεχ, και ουχι να λεγηται κατα την ταξιν Ααρων;
<scripture passage="Heb 7:12" parsed="|Heb|7|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.12" />
<sup>12</sup>Διοτι μετατιθεμενης της ιερωσυνης, εξ αναγκης και νομου μεταθεσις γινεται.
<scripture passage="Heb 7:13" parsed="|Heb|7|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.13" />
<sup>13</sup>Επειδη εκεινος, περι του οποιου λεγονται ταυτα, αλλης φυλης μετειχεν, εξ ης ουδεις επλησιασεν εις το θυσιαστηριον.
<scripture passage="Heb 7:14" parsed="|Heb|7|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.14" />
<sup>14</sup>Επειδη ειναι προδηλον οτι εξ Ιουδα ανετειλεν ο Κυριος ημων, εις την οποιαν φυλην ο Μωυσης ουδεν περι ιερωσυνης ελαλησε.
<scripture passage="Heb 7:15" parsed="|Heb|7|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.15" />
<sup>15</sup>Και περισσοτερον ετι καταδηλον ειναι, διοτι κατα την ομοιοτητα του Μελχισεδεκ εγειρεται αλλος ιερευς,
<scripture passage="Heb 7:16" parsed="|Heb|7|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.16" />
<sup>16</sup>οστις δεν εγεινε κατα νομον σαρκικης εντολης αλλα κατα δυναμιν ζωης ατελευτητου·
<scripture passage="Heb 7:17" parsed="|Heb|7|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.17" />
<sup>17</sup>διοτι μαρτυρει λεγων οτι Συ εισαι ιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ.
<scripture passage="Heb 7:18" parsed="|Heb|7|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.18" />
<sup>18</sup>Διοτι αθετησις μεν γινεται της προηγουμενης εντολης δια το ασθενες και ανωφελες αυτης·
<scripture passage="Heb 7:19" parsed="|Heb|7|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.19" />
<sup>19</sup>επειδη ο νομος ουδεν εφερεν εις το τελειον, εγεινε δε επεισαγωγη ελπιδος καλητερας, δια της οποιας πλησιαζομεν εις τον Θεον.
<scripture passage="Heb 7:20" parsed="|Heb|7|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.20" />
<sup>20</sup>Και καθ' οσον δεν εγεινεν ιερευς χωρις ορκωμοσιας·
<scripture passage="Heb 7:21" parsed="|Heb|7|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.21" />
<sup>21</sup>διοτι εκεινοι εγειναν ιερεις χωρις ορκωμοσιας, ουτος δε μετα ορκωμοσιας δια του λεγοντος προς αυτον· Ωμοσε Κυριος, και δεν θελει μεταμεληθη· Συ εισαι ιερευς εις τον αιωνα κατα την ταξιν Μελχισεδεκ·
<scripture passage="Heb 7:22" parsed="|Heb|7|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.22" />
<sup>22</sup>κατα τοσουτον ανωτερας διαθηκης εγγυητης εγεινεν ο Ιησους.
<scripture passage="Heb 7:23" parsed="|Heb|7|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.23" />
<sup>23</sup>Και εκεινοι μεν εγειναν πολλοι ιερεις, επειδη ημποδιζοντο υπο του θανατου να παραμενωσιν·
<scripture passage="Heb 7:24" parsed="|Heb|7|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.24" />
<sup>24</sup>εκεινος ομως, επειδη μενει εις τον αιωνα, εχει αμεταθετον την ιερωσυνην·
<scripture passage="Heb 7:25" parsed="|Heb|7|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.25" />
<sup>25</sup>οθεν δυναται και να σωζη εντελως τους προσερχομενους εις τον Θεον δι' αυτου, ζων παντοτε δια να μεσιτευση υπερ αυτων.
<scripture passage="Heb 7:26" parsed="|Heb|7|26|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.26" />
<sup>26</sup>Διοτι τοιουτος αρχιερευς επρεπεν εις ημας, οσιος, ακακος, αμιαντος, κεχωρισμενος απο των αμαρτωλων και υψηλοτερος των ουρανων γενομενος,
<scripture passage="Heb 7:27" parsed="|Heb|7|27|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.27" />
<sup>27</sup>οστις δεν εχει καθ' ημεραν αναγκην, ως οι αρχιερεις να προσφερη προτερον θυσιας υπερ των ιδιων αυτου αμαρτιων, επειτα υπερ των του λαου· διοτι απαξ εκαμε τουτο, οτε προσεφερεν εαυτον.
<scripture passage="Heb 7:28" parsed="|Heb|7|28|0|0" osisRef="Bible:Heb.7.28" />
<sup>28</sup>Διοτι ο νομος καθιστα αρχιερεις ανθρωπους εχοντας αδυναμιαν· ο λογος ομως της ορκωμοσιας της μετα τον νομον κατεστησε τον Υιον, οστις ειναι τετελειωμενος εις τον αιωνα.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 8" progress="96.75%" prev="Heb.7" next="Heb.9" id="Heb.8">
<h3 id="Heb.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Heb.8-p1">
<scripture passage="Heb 8:1" parsed="|Heb|8|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.1" />
<sup>1</sup>Κεφαλαιον δε των λεγομενων ειναι τουτο, Τοιουτον εχομεν αρχιερεα, οστις εκαθησεν εν δεξια του θρονου της μεγαλωσυνης εν τοις ουρανοις,
<scripture passage="Heb 8:2" parsed="|Heb|8|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.2" />
<sup>2</sup>λειτουργος των αγιων και της σκηνης της αληθινης, την οποιαν κατεσκευασεν ο Κυριος, και ουχι ανθρωπος.
<scripture passage="Heb 8:3" parsed="|Heb|8|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.3" />
<sup>3</sup>Διοτι πας αρχιερευς καθισταται δια να προσφερη δωρα και θυσιας· οθεν ειναι αναγκαιον να εχη και ουτος τι, το οποιον να προσφερη.
<scripture passage="Heb 8:4" parsed="|Heb|8|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.4" />
<sup>4</sup>Επειδη εαν ητο επι γης, ουδε ηθελεν εισθαι ιερευς, διοτι υπηρχον οι ιερεις οι προσφεροντες τα δωρα κατα τον νομον,
<scripture passage="Heb 8:5" parsed="|Heb|8|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.5" />
<sup>5</sup>οιτινες λειτουργουσιν εις υποδειγμα και σκιαν των επουρανιων, καθως ελαληθη προς τον Μωυσην οτε εμελλε να κατασκευαση την σκηνην· διοτι Προσεχε, λεγει, να καμης παντα κατα τον τυπον τον δειχθεντα εις σε εν τω ορει.
<scripture passage="Heb 8:6" parsed="|Heb|8|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.6" />
<sup>6</sup>Τωρα ομως ο Χριστος ελαβεν εξοχωτεραν λειτουργιαν, καθοσον ειναι και ανωτερας διαθηκης μεσιτης, ητις ενομοθετηθη με ανωτερας επαγγελιας.
<scripture passage="Heb 8:7" parsed="|Heb|8|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.7" />
<sup>7</sup>Διοτι εαν η πρωτη εκεινη ητο αμεμπτος, δεν ηθελε ζητεισθαι τοπος δια την δευτεραν.
<scripture passage="Heb 8:8" parsed="|Heb|8|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.8" />
<sup>8</sup>Διοτι μεμφομενος αυτους λεγει· Ιδου, ερχονται ημεραι, λεγει Κυριος, και θελω συντελεσει επι τον οικον του Ισραηλ και επι τον οικον του Ιουδα διαθηκην καινην,
<scripture passage="Heb 8:9" parsed="|Heb|8|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.9" />
<sup>9</sup>ουχι κατα την διαθηκην, την οποιαν εκαμον προς τους πατερας αυτων, καθ' ην ημεραν επιασα αυτους απο της χειρος δια να εξαγαγω αυτους εκ γης Αιγυπτου· διοτι αυτοι δεν ενεμειναν εις την διαθηκην μου, και εγω ημελησα αυτους, λεγει Κυριος.
<scripture passage="Heb 8:10" parsed="|Heb|8|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.10" />
<sup>10</sup>Διοτι αυτη ειναι η διαθηκη, την οποιαν θελω καμει προς τον οικον του Ισραηλ μετα τας ημερας εκεινας, λεγει Κυριος· Θελω δωσει τους νομους μου εις την διανοιαν αυτων, και θελω γραψει αυτους επι της καρδιας αυτων, και θελω εισθαι εις αυτους Θεος, και αυτοι θελουσιν εισθαι εις εμε λαος.
<scripture passage="Heb 8:11" parsed="|Heb|8|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.11" />
<sup>11</sup>Και δεν θελουσι διδασκει εκαστος τον πλησιον αυτου και εκαστος τον αδελφον αυτου, λεγων· Γνωρισον τον Κυριον· διοτι παντες θελουσι με γνωριζει απο μικρου εως μεγαλου αυτων·
<scripture passage="Heb 8:12" parsed="|Heb|8|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.12" />
<sup>12</sup>διοτι θελω εισθαι ιλεως εις τας αδικιας αυτων, και τας αμαρτιας αυτων και τας ανομιας αυτων δεν θελω ενθυμεισθαι πλεον.
<scripture passage="Heb 8:13" parsed="|Heb|8|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.8.13" />
<sup>13</sup>Λεγων δε καινην, εκαμε παλαιαν την πρωτην· το δε παλαιουμενον και γηρασκον ειναι πλησιον αφανισμου.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 9" progress="96.79%" prev="Heb.8" next="Heb.10" id="Heb.9">
<h3 id="Heb.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Heb.9-p1">
<scripture passage="Heb 9:1" parsed="|Heb|9|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.1" />
<sup>1</sup>Ειχε μεν λοιπον και η πρωτη σκηνη διαταξεις λατρειας και το αγιον το κοσμικον.
<scripture passage="Heb 9:2" parsed="|Heb|9|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.2" />
<sup>2</sup>Διοτι κατεσκευασθη σκηνη η πρωτη, εις την οποιαν ητο και η λυχνια και η τραπεζα και η προθεσις των αρτων, ητις λεγεται Αγια.
<scripture passage="Heb 9:3" parsed="|Heb|9|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.3" />
<sup>3</sup>Μετα δε το δευτερον καταπετασμα ητο σκηνη η λεγομενη Αγια αγιων,
<scripture passage="Heb 9:4" parsed="|Heb|9|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.4" />
<sup>4</sup>εχουσα χρυσουν θυμιατηριον και την κιβωτον της διαθηκης πανταχοθεν περικεκαλυμμενην με χρυσιον, εν η ητο σταμνος χρυση, εχουσα το μαννα, και η ραβδος του Ααρων η βλαστησασα και αι πλακες της διαθηκης,
<scripture passage="Heb 9:5" parsed="|Heb|9|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.5" />
<sup>5</sup>υπερανω δε αυτης ησαν Χερουβειμ δοξης κατασκιαζοντα το ιλαστηριον· περι των οποιων δεν ειναι τωρα χρεια να λεγωμεν κατα μερος.
<scripture passage="Heb 9:6" parsed="|Heb|9|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.6" />
<sup>6</sup>Οντων δε τουτων ουτω κατεσκευασμενων, εις μεν την πρωτην σκηνην εισερχονται διαπαντος οι ιερεις εκτελουντες τας λατρειας,
<scripture passage="Heb 9:7" parsed="|Heb|9|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.7" />
<sup>7</sup>εις δε την δευτεραν απαξ του ενιαυτου εισερχεται μονος ο αρχιερευς, ουχι χωρις αιματος, το οποιον προσφερει υπερ εαυτου και των εξ αγνοιας αμαρτηματων του λαου,
<scripture passage="Heb 9:8" parsed="|Heb|9|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.8" />
<sup>8</sup>και τουτο εδηλοποιει το Πνευμα το Αγιον, οτι δεν ητο πεφανερωμενη η εις τα αγια οδος, επειδη η πρωτη σκηνη ιστατο ετι·
<scripture passage="Heb 9:9" parsed="|Heb|9|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.9" />
<sup>9</sup>ητις ητο τυπος εις τον τοτε παροντα καιρον, καθ' ον προσεφεροντο δωρα και θυσιαι, αιτινες δεν ηδυναντο να καμωσι τελειον κατα την συνειδησιν τον λατρευοντα,
<scripture passage="Heb 9:10" parsed="|Heb|9|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.10" />
<sup>10</sup>επειδη ησαν διατεταγμενα μονον εις βρωματα και ποματα και διαφορους βαπτισμους και διαταξεις σαρκικας, μεχρι καιρου διορθωσεως.
<scripture passage="Heb 9:11" parsed="|Heb|9|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.11" />
<sup>11</sup>Ελθων δε ο Χριστος αρχιερευς των μελλοντων αγαθων δια της μεγαλητερας και τελειοτερας σκηνης, ουχι χειροποιητου, τουτεστιν ουχι ταυτης της κατασκευης,
<scripture passage="Heb 9:12" parsed="|Heb|9|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.12" />
<sup>12</sup>ουδε δι' αιματος τραγων και μοσχων, αλλα δια του ιδιου αυτου αιματος, εισηλθεν απαξ εις τα αγια, αποκτησας αιωνιαν λυτρωσιν.
<scripture passage="Heb 9:13" parsed="|Heb|9|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.13" />
<sup>13</sup>Διοτι εαν το αιμα των ταυρων και τραγων και η σποδος της δαμαλεως ραντιζουσα τους μεμολυσμενους αγιαζη προς την καθαροτητα της σαρκος,
<scripture passage="Heb 9:14" parsed="|Heb|9|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.14" />
<sup>14</sup>ποσω μαλλον το αιμα του Χριστου, οστις δια του Πνευματος του αιωνιου προσεφερεν εαυτον αμωμον εις τον Θεον, θελει καθαρισει την συνειδησιν σας απο νεκρων εργων εις το να λατρευητε τον ζωντα Θεον;
<scripture passage="Heb 9:15" parsed="|Heb|9|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.15" />
<sup>15</sup>Και δια τουτο ειναι μεσιτης διαθηκης καινης, ινα δια του θανατου, οστις εγεινε προς απολυτρωσιν των επι της πρωτης διαθηκης παραβασεων, λαβωσιν οι κεκλημενοι την επαγγελιαν της αιωνιου κληρονομιας.
<scripture passage="Heb 9:16" parsed="|Heb|9|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.16" />
<sup>16</sup>Διοτι οπου ειναι διαθηκη, αναγκη να υπαρχη θανατος εκεινου, οστις εκαμε την διαθηκην·
<scripture passage="Heb 9:17" parsed="|Heb|9|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.17" />
<sup>17</sup>διοτι η διαθηκη επι τεθνεωτων ειναι βεβαια, επειδη ποτε δεν ισχυει, ενοσω ζη ο διαθετης.
<scripture passage="Heb 9:18" parsed="|Heb|9|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.18" />
<sup>18</sup>Οθεν ουδε η πρωτη δεν ητο εγκαινιασμενη χωρις αιματος·
<scripture passage="Heb 9:19" parsed="|Heb|9|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.19" />
<sup>19</sup>διοτι αφου πασα εντολη του νομου ελαληθη υπο του Μωυσεως προς παντα τον λαον, λαβων το αιμα των μοσχων και των τραγων με υδωρ και μαλλιον κοκκινον και υσσωπον, ερραντισε και αυτο το βιβλιον και παντα τον λαον,
<scripture passage="Heb 9:20" parsed="|Heb|9|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.20" />
<sup>20</sup>λεγων· Τουτο ειναι το αιμα της διαθηκης, την οποιαν διεταξεν εις εσας ο Θεος·
<scripture passage="Heb 9:21" parsed="|Heb|9|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.21" />
<sup>21</sup>και την σκηνην δε και παντα τα σκευη της υπηρεσιας με το αιμα ομοιως ερραντισε.
<scripture passage="Heb 9:22" parsed="|Heb|9|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.22" />
<sup>22</sup>Και σχεδον με αιμα καθαριζονται παντα κατα τον νομον, και χωρις χυσεως αιματος δεν γινεται αφεσις.
<scripture passage="Heb 9:23" parsed="|Heb|9|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.23" />
<sup>23</sup>Αναγκη λοιπον ητο οι μεν τυποι των επουρανιων να καθαριζωνται δια τουτων, αυτα ομως τα επουρανια με θυσιας ανωτερας παρα ταυτας.
<scripture passage="Heb 9:24" parsed="|Heb|9|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.24" />
<sup>24</sup>Διοτι ο Χριστος δεν εισηλθεν εις χειροποιητα αγια, αντιτυπα των αληθινων, αλλ' εις αυτον τον ουρανον, δια να εμφανισθη τωρα ενωπιον του Θεου υπερ ημων·
<scripture passage="Heb 9:25" parsed="|Heb|9|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.25" />
<sup>25</sup>ουδε δια να προσφερη πολλακις εαυτον, καθως ο αρχιερευς εισερχεται εις τα αγια κατ' ενιαυτον με ξενον αιμα·
<scripture passage="Heb 9:26" parsed="|Heb|9|26|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.26" />
<sup>26</sup>διοτι επρεπε τοτε πολλακις να παθη απο καταβολης κοσμου· τωρα δε απαξ εις το τελος των αιωνων εφανερωθη, δια να αθετηση την αμαρτιαν δια της θυσιας εαυτου.
<scripture passage="Heb 9:27" parsed="|Heb|9|27|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.27" />
<sup>27</sup>Και καθως ειναι αποφασισμενον εις τους ανθρωπους απαξ να αποθανωσι, μετα δε τουτο ειναι κρισις,
<scripture passage="Heb 9:28" parsed="|Heb|9|28|0|0" osisRef="Bible:Heb.9.28" />
<sup>28</sup>ουτω και ο Χριστος, απαξ προσφερθεις δια να σηκωση τας αμαρτιας πολλων, θελει φανη εκ δευτερου χωρις αμαρτιας εις τους προσμενοντας αυτον δια σωτηριαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 10" progress="96.88%" prev="Heb.9" next="Heb.11" id="Heb.10">
<h3 id="Heb.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Heb.10-p1">
<scripture passage="Heb 10:1" parsed="|Heb|10|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.1" />
<sup>1</sup>Διοτι ο νομος, εχων σκιαν των μελλοντων αγαθων, ουχι αυτην την εικονα των πραγματων, δεν δυναται ποτε δια των αυτων θυσιων, τας οποιας προσφερουσι κατ' ενιαυτον παντοτε να τελειοποιηση τους προσερχομενους·
<scripture passage="Heb 10:2" parsed="|Heb|10|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.2" />
<sup>2</sup>επειδη τοτε δεν ηθελον παυσει να προσφερωνται, διοτι οι λατρευται απαξ καθαρισθεντες, δεν ηθελον εχει πλεον ουδεμιαν συνειδησιν αμαρτιων·
<scripture passage="Heb 10:3" parsed="|Heb|10|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.3" />
<sup>3</sup>αλλ' εν αυταις γινεται κατ' ενιαυτον αναμνησις αμαρτιων·
<scripture passage="Heb 10:4" parsed="|Heb|10|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.4" />
<sup>4</sup>διοτι αδυνατον ειναι αιμα ταυρων και τραγων να αφαιρη αμαρτιας.
<scripture passage="Heb 10:5" parsed="|Heb|10|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.5" />
<sup>5</sup>Δια τουτο εισερχομενος εις τον κοσμον, λεγει· Θυσιαν και προσφοραν δεν ηθελησας, αλλ' ητοιμασας εις εμε σωμα·
<scripture passage="Heb 10:6" parsed="|Heb|10|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.6" />
<sup>6</sup>εις ολοκαυτωματα και προσφορας περι αμαρτιας δεν ευηρεστηθης·
<scripture passage="Heb 10:7" parsed="|Heb|10|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.7" />
<sup>7</sup>τοτε ειπον· Ιδου, ερχομαι, εν τω τομω του βιβλιου ειναι γεγραμμενον περι εμου, δια να καμω, ω Θεε, το θελημα σου.
<scripture passage="Heb 10:8" parsed="|Heb|10|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.8" />
<sup>8</sup>Αφου ειπεν ανωτερω οτι θυσιαν και προσφοραν και ολοκαυτωματα και προσφορας περι αμαρτιας δεν ηθελησας ουδε ευηρεστηθης εις αυτας, αιτινες προσφερονται κατα τον νομον,
<scripture passage="Heb 10:9" parsed="|Heb|10|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.9" />
<sup>9</sup>τοτε ειπεν· Ιδου, ερχομαι δια να καμω, ω Θεε, το θελημα σου. Αναιρει το πρωτον, δια να συστηση το δευτερον.
<scripture passage="Heb 10:10" parsed="|Heb|10|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.10" />
<sup>10</sup>Με το οποιον θελημα ειμεθα ηγιασμενοι δια της προσφορας του σωματος του Ιησου Χριστου απαξ γενομενης.
<scripture passage="Heb 10:11" parsed="|Heb|10|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.11" />
<sup>11</sup>Και πας μεν ιερευς ισταται καθ' ημεραν λειτουργων και τας αυτας πολλακις προσφερων θυσιας, αιτινες ποτε δεν δυνανται να αφαιρεσωσιν αμαρτιας·
<scripture passage="Heb 10:12" parsed="|Heb|10|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.12" />
<sup>12</sup>αλλ' αυτος αφου προσεφερε μιαν θυσιαν υπερ αμαρτιων, εκαθησε διαπαντος εν δεξια του Θεου,
<scripture passage="Heb 10:13" parsed="|Heb|10|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.13" />
<sup>13</sup>προσμενων του λοιπου εωσου τεθωσιν οι εχθροι αυτου υποποδιον των ποδων αυτου.
<scripture passage="Heb 10:14" parsed="|Heb|10|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.14" />
<sup>14</sup>Διοτι με μιαν προσφοραν ετελειοποιησε δια παντος τους αγιαζομενους.
<scripture passage="Heb 10:15" parsed="|Heb|10|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.15" />
<sup>15</sup>Μαρτυρει δε εις ημας και το Πνευμα το Αγιον· διοτι αφου ειπε προτερον,
<scripture passage="Heb 10:16" parsed="|Heb|10|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.16" />
<sup>16</sup>Αυτη ειναι η διαθηκη, την οποιαν θελω καμει προς αυτους μετα τας ημερας εκεινας, λεγει ο Κυριος· Θελω δωσει τους νομους μου εις τας καρδιας αυτων και θελω γραψει αυτους επι των διανοιων αυτων, προσθετει,
<scripture passage="Heb 10:17" parsed="|Heb|10|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.17" />
<sup>17</sup>Και τας αμαρτιας αυτων και τας ανομιας αυτων δεν θελω ενθυμεισθαι πλεον.
<scripture passage="Heb 10:18" parsed="|Heb|10|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.18" />
<sup>18</sup>Οπου δε ειναι αφεσις τουτων, δεν ειναι πλεον προσφορα περι αμαρτιας.
<scripture passage="Heb 10:19" parsed="|Heb|10|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.19" />
<sup>19</sup>Εχοντες λοιπον, αδελφοι, παρρησιαν να εισελθωμεν εις τα αγια δια του αιματος του Ιησου,
<scripture passage="Heb 10:20" parsed="|Heb|10|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.20" />
<sup>20</sup>δια νεας και ζωσης οδου, την οποιαν καθιερωσεν εις ημας δια του καταπετασματος, τουτεστι της σαρκος αυτου,
<scripture passage="Heb 10:21" parsed="|Heb|10|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.21" />
<sup>21</sup>και εχοντες ιερεα μεγαν επι τον οικον του Θεου,
<scripture passage="Heb 10:22" parsed="|Heb|10|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.22" />
<sup>22</sup>ας πλησιαζωμεν μετα αληθινης καρδιας εν πληροφορια πιστεως, εχοντες τας καρδιας ημων κεκαθαρμενας απο συνειδησεως πονηρας και λελουμενοι το σωμα με υδωρ καθαρον·
<scripture passage="Heb 10:23" parsed="|Heb|10|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.23" />
<sup>23</sup>ας κρατωμεν την ομολογιαν της ελπιδος ασαλευτον· διοτι πιστος ο υποσχεθεις·
<scripture passage="Heb 10:24" parsed="|Heb|10|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.24" />
<sup>24</sup>και ας φροντιζωμεν περι αλληλων, παρακινουντες εις αγαπην και καλα εργα,
<scripture passage="Heb 10:25" parsed="|Heb|10|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.25" />
<sup>25</sup>μη αφινοντες το να συνερχωμεθα ομου, καθως ειναι συνηθεια εις τινας, αλλα προτρεποντες αλληλους, και τοσουτω μαλλον, οσον βλεπετε πλησιαζουσαν την ημεραν.
<scripture passage="Heb 10:26" parsed="|Heb|10|26|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.26" />
<sup>26</sup>Διοτι εαν ημεις αμαρτανωμεν εκουσιως, αφου ελαβομεν την γνωσιν της αληθειας, δεν απολειπεται πλεον θυσια περι αμαρτιων,
<scripture passage="Heb 10:27" parsed="|Heb|10|27|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.27" />
<sup>27</sup>αλλα φοβερα τις απεκδοχη κρισεως και εξαψις πυρος, το οποιον μελλει να κατατρωγη τους εναντιους.
<scripture passage="Heb 10:28" parsed="|Heb|10|28|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.28" />
<sup>28</sup>Εαν τις αθετηση τον νομον του Μωυσεως, επι δυο η τριων μαρτυρων αποθνησκει χωρις ελεος·
<scripture passage="Heb 10:29" parsed="|Heb|10|29|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.29" />
<sup>29</sup>ποσον στοχαζεσθε χειροτερας τιμωριας θελει κριθη αξιος ο καταπατησας τον Υιον του Θεου και νομισας κοινον το αιμα της διαθηκης, με το οποιον ηγιασθη, και υβρισας το Πνευμα της χαριτος;
<scripture passage="Heb 10:30" parsed="|Heb|10|30|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.30" />
<sup>30</sup>Διοτι εξευρομεν τον ειποντα· Εις εμε ανηκει η εκδικησις, εγω θελω καμει ανταποδοσιν, λεγει Κυριος· και παλιν· Ο Κυριος θελει κρινει τον λαον αυτου.
<scripture passage="Heb 10:31" parsed="|Heb|10|31|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.31" />
<sup>31</sup>Φοβερον ειναι το να πεση τις εις χειρας Θεου ζωντος.
<scripture passage="Heb 10:32" parsed="|Heb|10|32|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.32" />
<sup>32</sup>Αναφερετε δε εις την μνημην σας τας προτερας ημερας, εν αις αφου εφωτισθητε, υπεμεινατε μεγαν αγωνα παθηματων·
<scripture passage="Heb 10:33" parsed="|Heb|10|33|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.33" />
<sup>33</sup>ποτε μεν θεατριζομενοι με ονειδισμους και θλιψεις, ποτε δε γινομενοι κοινωνοι των τα τοιαυτα παθοντων.
<scripture passage="Heb 10:34" parsed="|Heb|10|34|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.34" />
<sup>34</sup>Διοτι εδειξατε συμπαθειαν εις τα δεσμα μου και εδεχθητε μετα χαρας την αρπαγην των υπαρχοντων σας, εξευροντες οτι εχετε εις εαυτους περιουσιαν εν ουρανοις καλητεραν και διαμενουσαν.
<scripture passage="Heb 10:35" parsed="|Heb|10|35|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.35" />
<sup>35</sup>Μη αποβαλητε λοιπον την παρρησιαν σας, ητις εχει μισθαποδοσιαν μεγαλην.
<scripture passage="Heb 10:36" parsed="|Heb|10|36|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.36" />
<sup>36</sup>Διοτι εχετε χρειαν υπομονης, δια να καμητε το θελημα του Θεου και να λαβητε την επαγγελιαν.
<scripture passage="Heb 10:37" parsed="|Heb|10|37|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.37" />
<sup>37</sup>Διοτι ετι ολιγον καιρον, και θελει ελθει ο ερχομενος και δεν θελει βραδυνει.
<scripture passage="Heb 10:38" parsed="|Heb|10|38|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.38" />
<sup>38</sup>Ο δε δικαιος θελει ζησει εκ πιστεως· και εαν τις συρθη οπισω, η ψυχη μου δεν ευαρεστειται εις αυτον.
<scripture passage="Heb 10:39" parsed="|Heb|10|39|0|0" osisRef="Bible:Heb.10.39" />
<sup>39</sup>ημεις ομως δεν ειμεθα εκ των συρομενων οπισω προς απωλειαν, αλλ' εκ των πιστευοντων προς σωτηριαν της ψυχης.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 11" progress="96.98%" prev="Heb.10" next="Heb.12" id="Heb.11">
<h3 id="Heb.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Heb.11-p1">
<scripture passage="Heb 11:1" parsed="|Heb|11|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.1" />
<sup>1</sup>Ειναι δε η πιστις ελπιζομενων πεποιθησις, βεβαιωσις πραγματων μη βλεπομενων.
<scripture passage="Heb 11:2" parsed="|Heb|11|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.2" />
<sup>2</sup>Διοτι δια ταυτης ελαβον καλην μαρτυριαν οι πρεσβυτεροι.
<scripture passage="Heb 11:3" parsed="|Heb|11|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.3" />
<sup>3</sup>Δια πιστεως εννοουμεν οτι οι αιωνες εκτιθησαν με τον λογον του Θεου, ωστε τα βλεπομενα δεν εγειναν εκ φαινομενων.
<scripture passage="Heb 11:4" parsed="|Heb|11|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.4" />
<sup>4</sup>Δια πιστεως ο Αβελ προσεφερε προς τον Θεον καλητεραν θυσιαν παρα τον Καιν, δια της οποιας εμαρτυρηθη οτι ητο δικαιος, επειδη ο Θεος εδωκε μαρτυριαν περι των δωρων αυτου, και δι ' αυτης καιτοι αποθανων ετι λαλει.
<scripture passage="Heb 11:5" parsed="|Heb|11|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.5" />
<sup>5</sup>Δια πιστεως μετετεθη ο Ενωχ, δια να μη ιδη θανατον, και δεν ευρισκετο, διοτι μετεθεσεν αυτον ο Θεος· επειδη προ της μεταθεσεως αυτου εμαρτυρηθη οτι ευηρεστησεν εις τον Θεον·
<scripture passage="Heb 11:6" parsed="|Heb|11|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.6" />
<sup>6</sup>χωρις δε πιστεως αδυνατον ειναι να ευαρεστηση τις εις αυτον· διοτι ο προσερχομενος εις τον Θεον πρεπει να πιστευη οτι ειναι και γινεται μισθαποδοτης εις τους εκζητουντας αυτον.
<scripture passage="Heb 11:7" parsed="|Heb|11|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.7" />
<sup>7</sup>Δια πιστεως ο Νωε, ειδοποιηθεις θεοθεν περι των μη βλεπομενων ετι, εφοβηθη και κατεσκευασε κιβωτον προς σωτηριαν του οικου αυτου, δι' ης κατεκρινε τον κοσμον και εγεινε κληρονομος της δια πιστεως δικαιοσυνης.
<scripture passage="Heb 11:8" parsed="|Heb|11|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.8" />
<sup>8</sup>Δια πιστεως υπηκουσεν ο Αβρααμ, οτε εκαλειτο να εξελθη εις τον τοπον τον οποιον εμελλε να λαβη εις κληρονομιαν, και εξηλθε μη εξευρων που υπαγει.
<scripture passage="Heb 11:9" parsed="|Heb|11|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.9" />
<sup>9</sup>Δια πιστεως παρωκησεν εις την γην της επαγγελιας ως ξενην, κατοικησας εν σκηναις μετα Ισαακ και Ιακωβ των συγκληρονομων της αυτης επαγγελιας·
<scripture passage="Heb 11:10" parsed="|Heb|11|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.10" />
<sup>10</sup>διοτι περιεμενε την πολιν την εχουσαν τα θεμελια, της οποιας τεχνιτης και δημιουργος ειναι ο Θεος.
<scripture passage="Heb 11:11" parsed="|Heb|11|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.11" />
<sup>11</sup>Δια πιστεως και αυτη η Σαρρα ελαβε δυναμιν εις το να συλλαβη σπερμα και παρα καιρον ηλικιας εγεννησεν, επειδη εστοχασθη πιστον τον υποσχεθεντα.
<scripture passage="Heb 11:12" parsed="|Heb|11|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο και εξ ενος, μαλιστα νενεκρωμενου, εγεννηθησαν καθως τα αστρα του ουρανου κατα το πληθος, και ως η αμμος η παρα το χειλος της θαλασσης, ητις δεν δυναται να αριθμηθη.
<scripture passage="Heb 11:13" parsed="|Heb|11|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.13" />
<sup>13</sup>Εν πιστει απεθανον ουτοι παντες, μη λαβοντες τας επαγγελιας, αλλα μακροθεν ιδοντες αυτας και πεισθεντες και εγκολπωθεντες και ομολογησαντες οτι ειναι ξενοι και παρεπιδημοι επι της γης.
<scripture passage="Heb 11:14" parsed="|Heb|11|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.14" />
<sup>14</sup>Διοτι οι λεγοντες τοιαυτα δεικνυουσιν οτι ζητουσι πατριδα.
<scripture passage="Heb 11:15" parsed="|Heb|11|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.15" />
<sup>15</sup>Και εαν μεν ενεθυμουντο εκεινην, εξ ης εξηλθον, ηθελον ευρει καιρον να επιστρεψωσι·
<scripture passage="Heb 11:16" parsed="|Heb|11|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.16" />
<sup>16</sup>τωρα ομως επιθυμουσι καλητεραν, τουτεστιν επουρανιον. Δια τουτο ο Θεος δεν επαισχυνεται αυτους να λεγηται Θεος αυτων, διοτι ητοιμασε δι' αυτους πολιν.
<scripture passage="Heb 11:17" parsed="|Heb|11|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.17" />
<sup>17</sup>Δια πιστεως ο Αβρααμ, οτε εδοκιμαζετο, προσεφερε τον Ισαακ, και τον μονογενη αυτου προσεφερεν εκεινος οστις ανεδεχθη τας επαγγελιας,
<scripture passage="Heb 11:18" parsed="|Heb|11|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.18" />
<sup>18</sup>προς τον οποιον ελαληθη οτι εν Ισαακ θελει κληθη εις σε σπερμα,
<scripture passage="Heb 11:19" parsed="|Heb|11|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.19" />
<sup>19</sup>συλλογισθεις οτι ο Θεος δυναται και εκ νεκρων να ανεγειρη· εξ ων και ελαβεν αυτον οπισω παραβολικως.
<scripture passage="Heb 11:20" parsed="|Heb|11|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.20" />
<sup>20</sup>Δια πιστεως ο Ισαακ ηυλογησε τον Ιακωβ και τον Ησαυ περι των μελλοντων.
<scripture passage="Heb 11:21" parsed="|Heb|11|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.21" />
<sup>21</sup>Δια πιστεως ο Ιακωβ αποθνησκων ηυλογησεν εκαστον των υιων του Ιωσηφ και προσεκυνησεν επιστηριζομενος επι το ακρον της ραβδου αυτου.
<scripture passage="Heb 11:22" parsed="|Heb|11|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.22" />
<sup>22</sup>Δια πιστεως ο Ιωσηφ αποθνησκων προανηγγειλε περι της εξοδου των υιων Ισραηλ και παρηγγειλε περι των οστεων αυτου.
<scripture passage="Heb 11:23" parsed="|Heb|11|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.23" />
<sup>23</sup>Δια πιστεως ο Μωυσης, αφου εγεννηθη, εκρυφθη τρεις μηνας υπο των γονεων αυτου, διοτι ειδον κεχαριτωμενον το παιδιον, και δεν εφοβηθησαν το διαταγμα του βασιλεως.
<scripture passage="Heb 11:24" parsed="|Heb|11|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.24" />
<sup>24</sup>Δια πιστεως ο Μωυσης, αφου εμεγαλωσεν, ηρνηθη να λεγηται υιος της θυγατρος του Φαραω,
<scripture passage="Heb 11:25" parsed="|Heb|11|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.25" />
<sup>25</sup>προκρινας μαλλον να κακουχηται με τον λαον του Θεου παρα να εχη προσκαιρον απολαυσιν αμαρτιας,
<scripture passage="Heb 11:26" parsed="|Heb|11|26|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.26" />
<sup>26</sup>κρινας τον υπερ του Χριστου ονειδισμον μεγαλητερον πλουτον παρα τους εν Αιγυπτω θησαυρους· διοτι απεβλεπεν εις την μισθαποδοσιαν.
<scripture passage="Heb 11:27" parsed="|Heb|11|27|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.27" />
<sup>27</sup>Δια πιστεως αφηκε την Αιγυπτον, μη φοβηθεις τον θυμον του βασιλεως· διοτι ως βλεπων τον αορατον ενεκαρτερησε.
<scripture passage="Heb 11:28" parsed="|Heb|11|28|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.28" />
<sup>28</sup>Δια πιστεως εκαμε το πασχα και την προσχυσιν του αιματος, δια να μη εγγιση αυτους ο εξολοθρευων τα πρωτοτοκα.
<scripture passage="Heb 11:29" parsed="|Heb|11|29|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.29" />
<sup>29</sup>Δια πιστεως διεβησαν την Ερυθραν θαλασσαν ως δια ξηρας, την οποιαν δοκιμασαντες οι Αιγυπτιοι κατεποντισθησαν.
<scripture passage="Heb 11:30" parsed="|Heb|11|30|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.30" />
<sup>30</sup>Δια πιστεως επεσον τα τειχη της Ιεριχω, αφου εκυκλωθησαν επι επτα ημερας.
<scripture passage="Heb 11:31" parsed="|Heb|11|31|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.31" />
<sup>31</sup>Δια πιστεως η πορνη Ρααβ δεν συναπωλεσθη με τους απειθησαντας, δεχθεισα τους κατασκοπους με ειρηνην.
<scripture passage="Heb 11:32" parsed="|Heb|11|32|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.32" />
<sup>32</sup>Και τι ετι να λεγω; Διοτι θελει με λειψει ο καιρος διηγουμενον περι Γεδεων, Βαρακ τε και Σαμψων και Ιεφθαε, Δαβιδ τε και Σαμουηλ και των προφητων,
<scripture passage="Heb 11:33" parsed="|Heb|11|33|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.33" />
<sup>33</sup>οιτινες δια της πιστεως κατεπολεμησαν βασιλειας, ειργασθησαν δικαιοσυνην, επετυχον τας επαγγελιας, εφραξαν στοματα λεοντων,
<scripture passage="Heb 11:34" parsed="|Heb|11|34|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.34" />
<sup>34</sup>εσβεσαν δυναμιν πυρος, εφυγον στοματα μαχαιρας, ενεδυναμωθησαν απο ασθενειας, εγειναν ισχυροι εν πολεμω, ετρεψαν εις φυγην στρατευματα αλλοτριων.
<scripture passage="Heb 11:35" parsed="|Heb|11|35|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.35" />
<sup>35</sup>Ελαβον γυναικες τους νεκρους αυτων αναστηθεντας· αλλοι δε εβασανισθησαν, μη δεχθεντες την απολυτρωσιν, δια να αξιωθωσι καλητερας αναστασεως·
<scripture passage="Heb 11:36" parsed="|Heb|11|36|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.36" />
<sup>36</sup>αλλοι δε εδοκιμασαν εμπαιγμους και μαστιγας, ετι δε και δεσμα και φυλακην·
<scripture passage="Heb 11:37" parsed="|Heb|11|37|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.37" />
<sup>37</sup>ελιθοβοληθησαν, επριονισθησαν, επειρασθησαν, με σφαγην μαχαιρας απεθανον, περιεπλανηθησαν με δερματα προβατων, με δερματα αιγων· υστερουμενοι, θλιβομενοι, κακουχουμενοι,
<scripture passage="Heb 11:38" parsed="|Heb|11|38|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.38" />
<sup>38</sup>των οποιων δεν ητο αξιος ο κοσμος, πλανωμενοι εν ερημιαις και ορεσι και σπηλαιοις και ταις τρυπαις της γης.
<scripture passage="Heb 11:39" parsed="|Heb|11|39|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.39" />
<sup>39</sup>Και ουτοι παντες αν και ελαβον καλην μαρτυριαν δια της πιστεως, δεν απηλαυσαν την επαγγελιαν,
<scripture passage="Heb 11:40" parsed="|Heb|11|40|0|0" osisRef="Bible:Heb.11.40" />
<sup>40</sup>διοτι ο Θεος προεβλεψε καλυτερον τι περι ημων, δια να μη λαβωσι την τελειοτητα χωρις ημων.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 12" progress="97.10%" prev="Heb.11" next="Heb.13" id="Heb.12">
<h3 id="Heb.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Heb.12-p1">
<scripture passage="Heb 12:1" parsed="|Heb|12|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.1" />
<sup>1</sup>Λοιπον και ημεις, περικυκλωμενοι οντες υπο τοσουτου νεφους μαρτυρων, ας απορριψωμεν παν βαρος και την ευκολως εμπεριπλεκουσαν ημας αμαρτιαν, και ας τρεχωμεν μεθ' υπομονης τον προκειμενον εις ημας αγωνα,
<scripture passage="Heb 12:2" parsed="|Heb|12|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.2" />
<sup>2</sup>αποβλεποντες εις τον Ιησουν, τον αρχηγον και τελειωτην της πιστεως, οστις υπερ της χαρας της προκειμενης εις αυτον υπεφερε σταυρον, καταφρονησας την αισχυνην, και εκαθησεν εν δεξια του θρονου του Θεου.
<scripture passage="Heb 12:3" parsed="|Heb|12|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.3" />
<sup>3</sup>Διοτι συλλογισθητε τον υπομειναντα υπο των αμαρτωλων τοιαυτην αντιλογιαν εις εαυτον, δια να μη αποκαμητε χαυνουμενοι κατα τας ψυχας σας.
<scripture passage="Heb 12:4" parsed="|Heb|12|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.4" />
<sup>4</sup>Δεν αντεσταθητε ετι μεχρις αιματος αγωνιζομενοι κατα της αμαρτιας,
<scripture passage="Heb 12:5" parsed="|Heb|12|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.5" />
<sup>5</sup>και ελησμονησατε την νουθεσιαν, ητις λαλει προς εσας ως προς υιους, λεγουσα· Υιε μου, μη καταφρονης την παιδειαν του Κυριου, μηδε αθυμης ελεγχομενος υπ' αυτου.
<scripture passage="Heb 12:6" parsed="|Heb|12|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.6" />
<sup>6</sup>Διοτι οντινα αγαπα Κυριος παιδευει και μαστιγονει παντα υιον, τον οποιον παραδεχεται.
<scripture passage="Heb 12:7" parsed="|Heb|12|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.7" />
<sup>7</sup>Εαν υπομενητε την παιδειαν, ο Θεος φερεται προς εσας ως προς υιους· διοτι τις υιος ειναι, τον οποιον δεν παιδευει ο πατηρ;
<scripture passage="Heb 12:8" parsed="|Heb|12|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.8" />
<sup>8</sup>Εαν ομως ησθε χωρις παιδειαν, της οποιας εγειναν μετοχοι παντες, αρα εισθε νοθοι και ουχι υιοι,
<scripture passage="Heb 12:9" parsed="|Heb|12|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.9" />
<sup>9</sup>επειτα τους μεν κατα σαρκα πατερας ημων ειχομεν παιδευτας και εσεβομεθα αυτους· δεν θελομεν υποταχθη πολλω μαλλον εις τον Πατερα των πνευματων και ζησει;
<scripture passage="Heb 12:10" parsed="|Heb|12|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.10" />
<sup>10</sup>Διοτι εκεινοι μεν προς ολιγας ημερας επαιδευον ημας κατα την αρεσκειαν αυτων, ο δε προς το συμφερον ημων, δια να γεινωμεν μετοχοι της αγιοτητος αυτου.
<scripture passage="Heb 12:11" parsed="|Heb|12|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.11" />
<sup>11</sup>Πασα δε παιδεια προς μεν το παρον δεν φαινεται οτι ειναι προξενος χαρας, αλλα λυπης, υστερον ομως αποδιδει εις τους γυμνασθεντας δι' αυτης καρπον ειρηνικον δικαιοσυνης.
<scripture passage="Heb 12:12" parsed="|Heb|12|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο ανορθωσατε τας κεχαυνωμενας χειρας και τα παραλελυμενα γονατα,
<scripture passage="Heb 12:13" parsed="|Heb|12|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.13" />
<sup>13</sup>και καμετε εις τους ποδας σας ευθειας οδους, δια να μη εκτραπη το χωλον, αλλα μαλλον να θεραπευθη.
<scripture passage="Heb 12:14" parsed="|Heb|12|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.14" />
<sup>14</sup>Ζητειτε ειρηνην μετα παντων, και τον αγιασμον, χωρις του οποιου ουδεις θελει ιδει τον Κυριον,
<scripture passage="Heb 12:15" parsed="|Heb|12|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.15" />
<sup>15</sup>παρατηρουντες μηπως υστερηται τις απο της χαριτος του Θεου, μηπως ριζα τις πικριας αναφυουσα φερη ενοχλησιν και δια ταυτης μιανθωσι πολλοι,
<scripture passage="Heb 12:16" parsed="|Heb|12|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.16" />
<sup>16</sup>μηπως ηναι τις πορνος η βεβηλος καθως ο Ησαυ, οστις δια μιαν βρωσιν επωλησε τα πρωτοτοκια αυτου.
<scripture passage="Heb 12:17" parsed="|Heb|12|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.17" />
<sup>17</sup>Επειδη εξευρετε οτι και μετεπειτα, θελων να κληρονομηση την ευλογιαν, απεδοκιμασθη, διοτι δεν ευρε τοπον μετανοιας, αν και εξεζητησεν αυτην μετα δακρυων.
<scripture passage="Heb 12:18" parsed="|Heb|12|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.18" />
<sup>18</sup>Διοτι δεν προσηλθετε εις ορος ψηλαφωμενον και καιομενον με πυρ και εις ζοφον και σκοτος και ανεμοστροβιλον
<scripture passage="Heb 12:19" parsed="|Heb|12|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.19" />
<sup>19</sup>και εις σαλπιγγος ηχον και φωνην λογων, την οποιαν οι ακουσαντες παρεκαλεσαν να μη λαληθη πλεον προς αυτους ο λογος·
<scripture passage="Heb 12:20" parsed="|Heb|12|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.20" />
<sup>20</sup>διοτι δεν υπεφερον το προσταττομενον· Και ζωον εαν εγγιση το ορος, θελει λιθοβοληθη η με βελη θελει κατατοξευθη·
<scripture passage="Heb 12:21" parsed="|Heb|12|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.21" />
<sup>21</sup>και τοσον φοβερον ητο το φαινομενον, ωστε ο Μωυσης ειπε· Καταφοβος ειμαι και εντρομος·
<scripture passage="Heb 12:22" parsed="|Heb|12|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.22" />
<sup>22</sup>αλλα προσηλθετε εις ορος Σιων και εις πολιν Θεου ζωντος, την επουρανιον Ιερουσαλημ, και εις μυριαδας αγγελων,
<scripture passage="Heb 12:23" parsed="|Heb|12|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.23" />
<sup>23</sup>εις πανηγυριν και εκκλησιαν πρωτοτοκων καταγεγραμμενων εν τοις ουρανοις, και εις Θεον κριτην παντων, και εις πνευματα δικαιων οιτινες ελαβον την τελειοτητα,
<scripture passage="Heb 12:24" parsed="|Heb|12|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.24" />
<sup>24</sup>και εις νεας διαθηκης μεσιτην Ιησουν, και εις αιμα καθαρισμου το οποιον λαλει καλητερα παρα το του Αβελ.
<scripture passage="Heb 12:25" parsed="|Heb|12|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.25" />
<sup>25</sup>Προσεχετε μη καταφρονησητε τον λαλουντα. Διοτι αν εκεινοι δεν απεφυγον, καταφρονησαντες τον λαλουντα προς αυτους επι της γης, πολλω μαλλον ημεις εαν αποστραφωμεν τον λαλουντα απο των ουρανων·
<scripture passage="Heb 12:26" parsed="|Heb|12|26|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.26" />
<sup>26</sup>του οποιου η φωνη την γην εσαλευσε τοτε, τωρα δε υπεσχεθη, λεγων· Ετι απαξ εγω σειω ουχι μονον την γην, αλλα και τον ουρανον.
<scripture passage="Heb 12:27" parsed="|Heb|12|27|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.27" />
<sup>27</sup>Το δε ετι απαξ δηλοι των σαλευομενων την μεταθεσιν ως χειροποιητων, δια να μεινωσι τα μη σαλευομενα.
<scripture passage="Heb 12:28" parsed="|Heb|12|28|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.28" />
<sup>28</sup>Δια τουτο παραλαμβανοντες βασιλειαν ασαλευτον, ας κρατωμεν την χαριν, δια της οποιας να λατρευωμεν ευαρεστως τον Θεον με σεβας και ευλαβειαν.
<scripture passage="Heb 12:29" parsed="|Heb|12|29|0|0" osisRef="Bible:Heb.12.29" />
<sup>29</sup>Διοτι ο Θεος ημων ειναι πυρ καταναλισκον.
</p>
</div3>

<div3 title="Hebrews 13" progress="97.18%" prev="Heb.12" next="Jas" id="Heb.13">
<h3 id="Heb.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Heb.13-p1">
<scripture passage="Heb 13:1" parsed="|Heb|13|1|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.1" />
<sup>1</sup>Η φιλαδελφια ας μενη.
<scripture passage="Heb 13:2" parsed="|Heb|13|2|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.2" />
<sup>2</sup>Την φιλοξενιαν μη λησμονειτε· επειδη δια ταυτης τινες εφιλοξενησαν αγγελους μη γνωριζοντες.
<scripture passage="Heb 13:3" parsed="|Heb|13|3|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.3" />
<sup>3</sup>Ενθυμεισθε τους δεσμιους ως συνδεσμιοι, τους ταλαιπωρουμενους ως οντες και σεις εν σωματι.
<scripture passage="Heb 13:4" parsed="|Heb|13|4|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.4" />
<sup>4</sup>Τιμιος εστω ο γαμος εις παντας και η κοιτη αμιαντος· τους δε πορνους και μοιχους θελει κρινει ο Θεος.
<scripture passage="Heb 13:5" parsed="|Heb|13|5|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.5" />
<sup>5</sup>Ο τροπος σας εστω αφιλαργυρος, αρκεισθε εις τα παροντα, διοτι αυτος ειπε· Δεν θελω σε αφησει ουδε σε εγκαταλειψει·
<scripture passage="Heb 13:6" parsed="|Heb|13|6|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.6" />
<sup>6</sup>ωστε ημεις θαρρουντες να λεγωμεν· Ο Κυριος βοηθος μου, και δεν θελω φοβηθη· τι να μοι καμη ανθρωπος;
<scripture passage="Heb 13:7" parsed="|Heb|13|7|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.7" />
<sup>7</sup>Ενθυμεισθε τους προεστωτας σας, οιτινες ελαλησαν προς εσας τον λογον του Θεου, των οποιων μιμεισθε την πιστιν, εχοντες προ οφθαλμων το αποτελεσμα του πολιτευματος αυτων.
<scripture passage="Heb 13:8" parsed="|Heb|13|8|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.8" />
<sup>8</sup>Ο Ιησους Χριστος ειναι ο αυτος χθες και σημερον και εις τους αιωνας.
<scripture passage="Heb 13:9" parsed="|Heb|13|9|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.9" />
<sup>9</sup>Μη πλανασθε με διδαχας ποικιλας και ξενας· διοτι καλον ειναι με την χαριν να στερεονηται η καρδια, ουχι με βρωματα, εις τα οποια οσοι περιεπατησαν δεν ωφεληθησαν.
<scripture passage="Heb 13:10" parsed="|Heb|13|10|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.10" />
<sup>10</sup>Εχομεν θυσιαστηριον, εξ ου δεν εχουσιν εξουσιαν να φαγωσιν οι λατρευοντες εις την σκηνην.
<scripture passage="Heb 13:11" parsed="|Heb|13|11|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.11" />
<sup>11</sup>Διοτι των ζωων, των οποιων το αιμα εισφερεται εις τα αγια δια του αρχιερεως περι αμαρτιας, τουτων τα σωματα κατακαιονται εξω του στρατοπεδου.
<scripture passage="Heb 13:12" parsed="|Heb|13|12|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.12" />
<sup>12</sup>Οθεν και ο Ιησους, δια να αγιαση τον λαον δια του ιδιου αυτου αιματος, εξω της πυλης επαθεν.
<scripture passage="Heb 13:13" parsed="|Heb|13|13|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.13" />
<sup>13</sup>Ας εξερχωμεθα λοιπον προς αυτον εξω του στρατοπεδου, τον ονειδισμον αυτου φεροντες·
<scripture passage="Heb 13:14" parsed="|Heb|13|14|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.14" />
<sup>14</sup>διοτι δεν εχομεν εδω πολιν διαμενουσαν, αλλα την μελλουσαν επιζητουμεν.
<scripture passage="Heb 13:15" parsed="|Heb|13|15|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.15" />
<sup>15</sup>Δι' αυτου λοιπον ας αναφερωμεν παντοτε εις τον Θεον θυσιαν αινεσεως, τουτεστι καρπον χειλεων ομολογουντων το ονομα αυτου.
<scripture passage="Heb 13:16" parsed="|Heb|13|16|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.16" />
<sup>16</sup>Την δε αγαθοποιιαν και το μεταδοτικον μη λησμονειτε, διοτι εις τοιαυτας θυσιας ευαρεστειται ο Θεος.
<scripture passage="Heb 13:17" parsed="|Heb|13|17|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.17" />
<sup>17</sup>Πειθεσθε εις τους προεστωτας σας και υπακουετε· διοτι αυτοι αγρυπνουσιν υπερ των ψυχων σας ως μελλοντες να αποδωσωσι λογον· δια να καμνωσι τουτο μετα χαρας και μη στεναζοντες· διοτι τουτο δεν σας ωφελει.
<scripture passage="Heb 13:18" parsed="|Heb|13|18|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.18" />
<sup>18</sup>Προσευχεσθε περι ημων· διοτι ειμεθα πεπεισμενοι οτι εχομεν καλην συνειδησιν, θελοντες να πολιτευωμεθα κατα παντα καλως.
<scripture passage="Heb 13:19" parsed="|Heb|13|19|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.19" />
<sup>19</sup>Περισσοτερον δε παρακαλω να καμητε τουτο, δια να αποκατασταθω εις εσας ταχυτερα.
<scripture passage="Heb 13:20" parsed="|Heb|13|20|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.20" />
<sup>20</sup>Ο δε Θεος της ειρηνης, οστις ανεβιβασεν εκ των νεκρων τον μεγαν ποιμενα των προβατων δια του αιματος της αιωνιου διαθηκης, τον Κυριον ημων Ιησουν,
<scripture passage="Heb 13:21" parsed="|Heb|13|21|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.21" />
<sup>21</sup>ειθε να σας καμη τελειους εις παν εργον αγαθον, δια να εκτελητε το θελημα αυτου, ενεργων εν υμιν το ευαρεστον ενωπιον αυτου δια του Ιησου Χριστου, εις τον οποιον ειη η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="Heb 13:22" parsed="|Heb|13|22|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.22" />
<sup>22</sup>Σας παρακαλω δε, αδελφοι, υποφερετε τον λογον της νουθεσιας· διοτι εν συντομια σας εγραψα.
<scripture passage="Heb 13:23" parsed="|Heb|13|23|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.23" />
<sup>23</sup>Εξευρετε οτι ο αδελφος Τιμοθεος απελυθη της φυλακης, μετα του οποιου, εαν ελθη ταχυτερα, θελω σας ιδει.
<scripture passage="Heb 13:24" parsed="|Heb|13|24|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.24" />
<sup>24</sup>Ασπασθητε παντας τους προεστωτας σας και παντας τους αγιους. Σας ασπαζονται οι απο της Ιταλιας.
<scripture passage="Heb 13:25" parsed="|Heb|13|25|0|0" osisRef="Bible:Heb.13.25" />
<sup>25</sup>Η χαρις ειη μετα παντων υμων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="James" progress="97.25%" prev="Heb.13" next="Jas.1" id="Jas">
<h2 id="Jas-p0.1">James</h2>

<div3 title="James 1" progress="97.25%" prev="Jas" next="Jas.2" id="Jas.1">
<h3 id="Jas.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Jas.1-p1">
<scripture passage="Jas 1:1" parsed="|Jas|1|1|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.1" />
<sup>1</sup>Ιακωβος, δουλος του Θεου και του Κυριου Ιησου Χριστου, προς τας δωδεκα φυλας τας διεσπαρμενας, χαιρειν.
<scripture passage="Jas 1:2" parsed="|Jas|1|2|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.2" />
<sup>2</sup>Πασαν χαραν νομισατε, αδελφοι μου, οταν περιπεσητε εις διαφορους πειρασμους,
<scripture passage="Jas 1:3" parsed="|Jas|1|3|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.3" />
<sup>3</sup>γνωριζοντες οτι η δοκιμασια της πιστεως σας εργαζεται υπομονην.
<scripture passage="Jas 1:4" parsed="|Jas|1|4|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.4" />
<sup>4</sup>Η δε υπομονη ας εχη εργον τελειον, δια να ησθε τελειοι και ολοκληροι, μη οντες εις μηδεν ελλιπεις.
<scripture passage="Jas 1:5" parsed="|Jas|1|5|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.5" />
<sup>5</sup>Εαν δε τις απο σας ηναι ελλιπης σοφιας, ας ζητη παρα του Θεου του διδοντος εις παντας πλουσιως και μη ονειδιζοντος, και θελει δοθη εις αυτον.
<scripture passage="Jas 1:6" parsed="|Jas|1|6|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.6" />
<sup>6</sup>Ας ζητη ομως μετα πιστεως, χωρις να δισταζη παντελως· διοτι ο δισταζων ομοιαζει με κυμα θαλασσης κινουμενον υπο ανεμων και συνταραττομενον.
<scripture passage="Jas 1:7" parsed="|Jas|1|7|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.7" />
<sup>7</sup>Διοτι ας μη νομιζη ο ανθρωπος εκεινος οτι θελει λαβει τι παρα του Κυριου.
<scripture passage="Jas 1:8" parsed="|Jas|1|8|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.8" />
<sup>8</sup>Ανθρωπος διγνωμος ειναι ακαταστατος εν πασαις ταις οδοις αυτου.
<scripture passage="Jas 1:9" parsed="|Jas|1|9|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.9" />
<sup>9</sup>Ας καυχαται δε ο αδελφος ο ταπεινος εις το υψος αυτου,
<scripture passage="Jas 1:10" parsed="|Jas|1|10|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.10" />
<sup>10</sup>ο δε πλουσιος εις την ταπεινωσιν αυτου, επειδη ως ανθος χορτου θελει παρελθει.
<scripture passage="Jas 1:11" parsed="|Jas|1|11|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ανετειλεν ο ηλιος με τον καυσωνα και εξηρανε τον χορτον, και το ανθος αυτου εξεπεσε, και το καλλος του προσωπου αυτου ηφανισθη· ουτω και ο πλουσιος θελει μαρανθη εν ταις οδοις αυτου.
<scripture passage="Jas 1:12" parsed="|Jas|1|12|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.12" />
<sup>12</sup>Μακαριος ο ανθρωπος, οστις υπομενει πειρασμον· διοτι αφου δοκιμασθη, θελει λαβει τον στεφανον της ζωης, τον οποιον υπεσχεθη ο Κυριος εις τους αγαπωντας αυτον.
<scripture passage="Jas 1:13" parsed="|Jas|1|13|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.13" />
<sup>13</sup>Μηδεις πειραζομενος ας λεγη οτι απο του Θεου πειραζομαι· διοτι ο Θεος ειναι απειραστος κακων και αυτος ουδενα πειραζει.
<scripture passage="Jas 1:14" parsed="|Jas|1|14|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.14" />
<sup>14</sup>Πειραζεται δε εκαστος υπο της ιδιας αυτου επιθυμιας, παρασυρομενος και δελεαζομενος.
<scripture passage="Jas 1:15" parsed="|Jas|1|15|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.15" />
<sup>15</sup>Επειτα η επιθυμια αφου συλλαβη, γεννα την αμαρτιαν, η δε αμαρτια εκτελεσθεισα γεννα τον θανατον.
<scripture passage="Jas 1:16" parsed="|Jas|1|16|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.16" />
<sup>16</sup>Μη πλανασθε, αδελφοι μου αγαπητοι.
<scripture passage="Jas 1:17" parsed="|Jas|1|17|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.17" />
<sup>17</sup>Πασα δοσις αγαθη και παν δωρημα τελειον ειναι ανωθεν καταβαινον απο του Πατρος των φωτων, εις τον οποιον δεν υπαρχει αλλοιωσις η σκια μεταβολης.
<scripture passage="Jas 1:18" parsed="|Jas|1|18|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.18" />
<sup>18</sup>Εξ ιδιας αυτου θελησεως εγεννησεν ημας δια του λογου της αληθειας, δια να ημεθα ημεις απαρχη τις των κτισματων αυτου.
<scripture passage="Jas 1:19" parsed="|Jas|1|19|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.19" />
<sup>19</sup>Λοιπον, αδελφοι μου αγαπητοι, ας ειναι πας ανθρωπος ταχυς εις το να ακουη, βραδυς εις το να λαλη, βραδυς εις οργην·
<scripture passage="Jas 1:20" parsed="|Jas|1|20|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.20" />
<sup>20</sup>διοτι η οργη του ανθρωπου δεν εργαζεται την δικαιοσυνην του Θεου.
<scripture passage="Jas 1:21" parsed="|Jas|1|21|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.21" />
<sup>21</sup>Δια τουτο απορριψαντες πασαν ρυπαριαν και περισσειαν κακιας δεχθητε μετα πραοτητος τον εμφυτευθεντα λογον τον δυναμενον να σωση τας ψυχας σας.
<scripture passage="Jas 1:22" parsed="|Jas|1|22|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.22" />
<sup>22</sup>Γινεσθε δε εκτελεσται του λογου και μη μονον ακροαται, απατωντες εαυτους.
<scripture passage="Jas 1:23" parsed="|Jas|1|23|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.23" />
<sup>23</sup>Διοτι εαν τις ηναι ακροατης του λογου και ουχι εκτελεστης, ουτος ομοιαζει με ανθρωπον, οστις θεωρει το φυσικον αυτου προσωπον εν κατοπτρω·
<scripture passage="Jas 1:24" parsed="|Jas|1|24|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.24" />
<sup>24</sup>διοτι εθεωρησεν εαυτον και ανεχωρησε, και ευθυς ελησμονησεν οποιος ητο.
<scripture passage="Jas 1:25" parsed="|Jas|1|25|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.25" />
<sup>25</sup>Οστις ομως εγκυψη εις τον τελειον νομον της ελευθεριας και επιμεινη εις αυτον, ουτος γενομενος ουχι ακροατης επιλησμων, αλλ' εκτελεστης εργου, ουτος θελει εισθαι μακαριος εις την εκτελεσιν αυτου.
<scripture passage="Jas 1:26" parsed="|Jas|1|26|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.26" />
<sup>26</sup>Εαν τις μεταξυ σας νομιζη οτι ειναι θρησκος, και δεν χαλινονη την γλωσσαν αυτου αλλ' απατα την καρδιαν αυτου, τουτου η θρησκεια ειναι ματαια.
<scripture passage="Jas 1:27" parsed="|Jas|1|27|0|0" osisRef="Bible:Jas.1.27" />
<sup>27</sup>Θρησκεια καθαρα και αμιαντος ενωπιον του Θεου και Πατρος ειναι αυτη, να επισκεπτηται τους ορφανους και τας χηρας εν τη θλιψει αυτων, και να φυλαττη εαυτον αμολυντον απο του κοσμου.
</p>
</div3>

<div3 title="James 2" progress="97.32%" prev="Jas.1" next="Jas.3" id="Jas.2">
<h3 id="Jas.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Jas.2-p1">
<scripture passage="Jas 2:1" parsed="|Jas|2|1|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.1" />
<sup>1</sup>Αδελφοι μου, μη εχετε με προσωποληψιας την πιστιν του δεδοξασμενου Κυριου ημων Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Jas 2:2" parsed="|Jas|2|2|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.2" />
<sup>2</sup>Διοτι εαν εισελθη εις την συναγωγην σας ανθρωπος εχων χρυσουν δακτυλιδιον με λαμπρον ενδυμα, εισελθη δε και πτωχος με ρυπαρον ενδυμα,
<scripture passage="Jas 2:3" parsed="|Jas|2|3|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.3" />
<sup>3</sup>και επιβλεψητε εις τον φορουντα το ενδυμα το λαμπρον και ειπητε προς αυτον, Συ καθου εδω καλως, και προς τον πτωχον ειπητε, Συ στεκε εκει· καθου εδω υπο το υποποδιον μου,
<scripture passage="Jas 2:4" parsed="|Jas|2|4|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.4" />
<sup>4</sup>δεν εκαμετε αρα διακρισιν εν εαυτοις και εγεινετε κριται πονηρα διαλογιζομενοι;
<scripture passage="Jas 2:5" parsed="|Jas|2|5|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.5" />
<sup>5</sup>Ακουσατε, αδελφοι μου αγαπητοι, δεν εξελεξεν ο Θεος τους πτωχους του κοσμου τουτου πλουσιους εν πιστει και κληρονομους της βασιλειας, την οποιαν υπεσχεθη προς τους αγαπωντας αυτον;
<scripture passage="Jas 2:6" parsed="|Jas|2|6|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.6" />
<sup>6</sup>Σεις ομως ητιμασατε τον πτωχον. Δεν σας καταδυναστευουσιν οι πλουσιοι και αυτοι σας συρουσιν εις κριτηρια;
<scripture passage="Jas 2:7" parsed="|Jas|2|7|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.7" />
<sup>7</sup>Αυτοι δεν βλασφημουσι το καλον ονομα, με το οποιον ονομαζεσθε;
<scripture passage="Jas 2:8" parsed="|Jas|2|8|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.8" />
<sup>8</sup>Εαν μεν εκτελητε τον νομον τον βασιλικον κατα την γραφην, Θελεις αγαπα τον πλησιον σου ως σεαυτον, καλως ποιειτε·
<scripture passage="Jas 2:9" parsed="|Jas|2|9|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.9" />
<sup>9</sup>εαν ομως προσωποληπτητε, καμνετε αμαρτιαν και ελεγχεσθε υπο του νομου ως παραβαται.
<scripture passage="Jas 2:10" parsed="|Jas|2|10|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.10" />
<sup>10</sup>Διοτι οστις φυλαξη ολον τον νομον και πταιση εις εν, εγεινεν ενοχος παντων.
<scripture passage="Jas 2:11" parsed="|Jas|2|11|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.11" />
<sup>11</sup>Επειδη ο ειπων, Μη μοιχευσης, ειπε και, Μη φονευσης· αλλ' εαν δεν μοιχευσης, φονευσης δε, εγεινες παραβατης του νομου.
<scripture passage="Jas 2:12" parsed="|Jas|2|12|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.12" />
<sup>12</sup>Ουτω λαλειτε και ουτω πραττετε, ως μελλοντες να κριθητε δια του νομου της ελευθεριας·
<scripture passage="Jas 2:13" parsed="|Jas|2|13|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.13" />
<sup>13</sup>διοτι η κρισις θελει εισθαι ανιλεως εις τον οστις δεν εκαμεν ελεος· και το ελεος καυχαται κατα της κρισεως.
<scripture passage="Jas 2:14" parsed="|Jas|2|14|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.14" />
<sup>14</sup>Τι το οφελος, αδελφοι μου, εαν λεγη τις οτι εχει πιστιν, και εργα δεν εχη; μηπως η πιστις δυναται να σωση αυτον;
<scripture passage="Jas 2:15" parsed="|Jas|2|15|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.15" />
<sup>15</sup>Εαν δε αδελφος η αδελφη γυμνοι υπαρχωσι και στερωνται της καθημερινης τροφης,
<scripture passage="Jas 2:16" parsed="|Jas|2|16|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.16" />
<sup>16</sup>και ειπη τις εξ υμων προς αυτους, Υπαγετε εν ειρηνη, θερμαινεσθε και χορταζεσθε, και δεν δωσητε εις αυτους τα αναγκαια του σωματος, τι το οφελος;
<scripture passage="Jas 2:17" parsed="|Jas|2|17|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.17" />
<sup>17</sup>Ουτω και η πιστις, εαν δεν εχη εργα, νεκρα ειναι καθ' εαυτην.
<scripture passage="Jas 2:18" parsed="|Jas|2|18|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.18" />
<sup>18</sup>Αλλα θελει τις ειπει· Συ εχεις πιστιν, και εγω εχω εργα· δειξον μοι την πιστιν σου εκ των εργων σου, και εγω θελω σοι δειξει εκ των εργων μου την πιστιν μου.
<scripture passage="Jas 2:19" parsed="|Jas|2|19|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.19" />
<sup>19</sup>Συ πιστευεις οτι ο Θεος ειναι εις· καλως ποιεις· και τα δαιμονια πιστευουσι και φριττουσι.
<scripture passage="Jas 2:20" parsed="|Jas|2|20|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.20" />
<sup>20</sup>Θελεις ομως να γνωρισης, ω ανθρωπε ματαιε, οτι η πιστις χωρις των εργων ειναι νεκρα;
<scripture passage="Jas 2:21" parsed="|Jas|2|21|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.21" />
<sup>21</sup>Αβρααμ ο πατηρ ημων δεν εδικαιωθη εξ εργων, οτε προσεφερεν Ισαακ τον υιον αυτου επι το θυσιαστηριον;
<scripture passage="Jas 2:22" parsed="|Jas|2|22|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.22" />
<sup>22</sup>Βλεπεις οτι η πιστις συνηργει εις τα εργα αυτου, και εκ των εργων η πιστις ετελειωθη,
<scripture passage="Jas 2:23" parsed="|Jas|2|23|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.23" />
<sup>23</sup>και επληρωθη η γραφη η λεγουσα· Επιστευσε δε Αβρααμ εις τον Θεον, και ελογισθη εις αυτον εις δικαιοσυνην, και φιλος Θεου ωνομασθη.
<scripture passage="Jas 2:24" parsed="|Jas|2|24|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.24" />
<sup>24</sup>Βλεπετε λοιπον οτι εξ εργων δικαιουται ο ανθρωπος και ουχι εκ πιστεως μονον.
<scripture passage="Jas 2:25" parsed="|Jas|2|25|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.25" />
<sup>25</sup>Ομοιως δε και Ρααβ η πορνη δεν εδικαιωθη εξ εργων, οτε υπεδεχθη τους απεσταλμενους και εξεβαλεν αυτους δι' αλλης οδου;
<scripture passage="Jas 2:26" parsed="|Jas|2|26|0|0" osisRef="Bible:Jas.2.26" />
<sup>26</sup>Διοτι καθως το σωμα χωρις πνευματος ειναι νεκρον, ουτω και η πιστις χωρις των εργων ειναι νεκρα.
</p>
</div3>

<div3 title="James 3" progress="97.39%" prev="Jas.2" next="Jas.4" id="Jas.3">
<h3 id="Jas.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Jas.3-p1">
<scripture passage="Jas 3:1" parsed="|Jas|3|1|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.1" />
<sup>1</sup>Μη γινεσθε πολλοι διδασκαλοι, αδελφοι μου, εξευροντες οτι μεγαλητεραν κατακρισιν θελομεν λαβει·
<scripture passage="Jas 3:2" parsed="|Jas|3|2|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.2" />
<sup>2</sup>διοτι εις πολλα πταιομεν απαντες. Εαν τις δεν πταιη εις λογον, ουτος ειναι τελειος ανηρ, δυνατος να χαλιναγωγηση και ολον το σωμα.
<scripture passage="Jas 3:3" parsed="|Jas|3|3|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.3" />
<sup>3</sup>Ιδου, τους χαλινους βαλλομεν εις τα στοματα των ιππων δια να πειθωνται εις ημας, και μεταφερομεν ολον το σωμα αυτων.
<scripture passage="Jas 3:4" parsed="|Jas|3|4|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, και τα πλοια, οντα τοσον μεγαλα και υπο σφοδρων ανεμων ελαυνομενα, μεταφερονται υπο ελαχιστου πηδαλιου, οπου αν θελη η επιθυμια του κυβερνωντος.
<scripture passage="Jas 3:5" parsed="|Jas|3|5|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.5" />
<sup>5</sup>Ουτω και η γλωσσα ειναι μικρον μελος, ομως μεγαλαυχει. Ιδου, ολιγον πυρ ποσον μεγαλην υλην αναπτει·
<scripture passage="Jas 3:6" parsed="|Jas|3|6|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.6" />
<sup>6</sup>και η γλωσσα πυρ ειναι, ο κοσμος της αδικιας. Ουτω μεταξυ των μελων ημων η γλωσσα ειναι η μολυνουσα ολον το σωμα και φλογιζουσα τον τροχον του βιου και φλογιζομενη υπο της γεεννης.
<scripture passage="Jas 3:7" parsed="|Jas|3|7|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.7" />
<sup>7</sup>Διοτι παν ειδος θηριων και πτηνων, ερπετων και θαλασσιων δαμαζεται και εδαμασθη υπο της ανθρωπινης φυσεως,
<scripture passage="Jas 3:8" parsed="|Jas|3|8|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.8" />
<sup>8</sup>την γλωσσαν ομως ουδεις των ανθρωπων δυναται να δαμαση· ειναι ακρατητον κακον, μεστη θανατηφορου φαρμακου.
<scripture passage="Jas 3:9" parsed="|Jas|3|9|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.9" />
<sup>9</sup>Δι' αυτης ευλογουμεν τον Θεον και Πατερα, και δι' αυτης καταρωμεθα τους ανθρωπους τους καθ' ομοιωσιν Θεου πλασθεντας·
<scripture passage="Jas 3:10" parsed="|Jas|3|10|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.10" />
<sup>10</sup>εκ του αυτου στοματος εξερχεται ευλογια και καταρα. Δεν πρεπει, αδελφοι μου, ταυτα να γινωνται ουτω.
<scripture passage="Jas 3:11" parsed="|Jas|3|11|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.11" />
<sup>11</sup>Μηπως η πηγη απο της αυτης τρυπης αναβρυει το γλυκυ και το πικρον;
<scripture passage="Jas 3:12" parsed="|Jas|3|12|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.12" />
<sup>12</sup>μηπως ειναι δυνατον, αδελφοι μου, η συκη να καμη ελαιας η η αμπελος συκα; ουτως ουδεμια πηγη ειναι δυνατον να καμη υδωρ αλμυρον και γλυκυ.
<scripture passage="Jas 3:13" parsed="|Jas|3|13|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.13" />
<sup>13</sup>Τις ειναι μεταξυ σας σοφος και επιστημων; ας δειξη εκ της καλης διαγωγης τα εργα εαυτου εν πραοτητι σοφιας.
<scripture passage="Jas 3:14" parsed="|Jas|3|14|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.14" />
<sup>14</sup>Εαν ομως εχητε εν τη καρδια υμων φθονον πικρον και φιλονεικιαν, μη κατακαυχασθε και ψευδεσθε κατα της αληθειας.
<scripture passage="Jas 3:15" parsed="|Jas|3|15|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.15" />
<sup>15</sup>Η σοφια αυτη δεν ειναι ανωθεν καταβαινουσα, αλλ' ειναι επιγειος, ζωωδης, δαιμονιωδης.
<scripture passage="Jas 3:16" parsed="|Jas|3|16|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.16" />
<sup>16</sup>Διοτι οπου ειναι φθονος και φιλονεικια, εκει ακαταστασια και παν αχρειον πραγμα.
<scripture passage="Jas 3:17" parsed="|Jas|3|17|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.17" />
<sup>17</sup>Η ανωθεν ομως σοφια πρωτον μεν ειναι καθαρα, επειτα ειρηνικη, επιεικης, ευπειθης, πληρης ελεους και καλων καρπων, αμεροληπτος και ανυποκριτος.
<scripture passage="Jas 3:18" parsed="|Jas|3|18|0|0" osisRef="Bible:Jas.3.18" />
<sup>18</sup>Και ο καρπος της δικαιοσυνης σπειρεται εν ειρηνη υπο των ειρηνοποιων.
</p>
</div3>

<div3 title="James 4" progress="97.43%" prev="Jas.3" next="Jas.5" id="Jas.4">
<h3 id="Jas.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Jas.4-p1">
<scripture passage="Jas 4:1" parsed="|Jas|4|1|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.1" />
<sup>1</sup>Ποθεν προερχονται πολεμοι και μαχαι μεταξυ σας; ουχι εντευθεν, εκ των ηδονων σας, αιτινες στρατευονται εντος των μελων σας;
<scripture passage="Jas 4:2" parsed="|Jas|4|2|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.2" />
<sup>2</sup>Επιθυμειτε και δεν εχετε· φονευετε και φθονειτε, και δεν δυνασθε να επιτυχητε· μαχεσθε και πολεμειτε· αλλα δεν εχετε, επειδη δεν ζητειτε·
<scripture passage="Jas 4:3" parsed="|Jas|4|3|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.3" />
<sup>3</sup>ζητειτε και δεν λαμβανετε, διοτι κακως ζητειτε, δια να δαπανησητε εις τας ηδονας σας.
<scripture passage="Jas 4:4" parsed="|Jas|4|4|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.4" />
<sup>4</sup>Μοιχοι και μοιχαλιδες, δεν εξευρετε οτι η φιλια του κοσμου ειναι εχθρα του Θεου; οστις λοιπον θεληση να ηναι φιλος του κοσμου, εχθρος του Θεου καθισταται.
<scripture passage="Jas 4:5" parsed="|Jas|4|5|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.5" />
<sup>5</sup>Η νομιζετε οτι ματαιως η γραφη λεγει, Προς φθονον επιποθει το πνευμα, το οποιον κατωκησεν εν ημιν;
<scripture passage="Jas 4:6" parsed="|Jas|4|6|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.6" />
<sup>6</sup>Αλλα μεγαλητεραν χαριν διδει ο Θεος· οθεν λεγει· Ο Θεος εις τους υπερηφανους αντιτασσεται, εις δε τους ταπεινους διδει χαριν.
<scripture passage="Jas 4:7" parsed="|Jas|4|7|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.7" />
<sup>7</sup>Υποταχθητε λοιπον εις τον Θεον. Αντισταθητε εις τον διαβολον, και θελει φυγει απο σας·
<scripture passage="Jas 4:8" parsed="|Jas|4|8|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.8" />
<sup>8</sup>πλησιασατε εις τον Θεον, και θελει πλησιασει εις εσας. Καθαρισατε τας χειρας σας, αμαρτωλοι, και αγνισατε τας καρδιας, διγνωμοι.
<scripture passage="Jas 4:9" parsed="|Jas|4|9|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.9" />
<sup>9</sup>Κακοπαθησατε και πενθησατε και κλαυσατε· ο γελως σας ας μεταστραφη εις πενθος και η χαρα εις κατηφειαν.
<scripture passage="Jas 4:10" parsed="|Jas|4|10|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.10" />
<sup>10</sup>Ταπεινωθητε ενωπιον του Κυριου, και θελει σας υψωσει.
<scripture passage="Jas 4:11" parsed="|Jas|4|11|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.11" />
<sup>11</sup>Μη καταλαλειτε αλληλους, αδελφοι. Οστις καταλαλει αδελφον και κρινει τον αδελφον αυτου, καταλαλει τον νομον και κρινει τον νομον και εαν κρινης τον νομον, δεν εισαι εκτελεστης του νομου, αλλα κριτης.
<scripture passage="Jas 4:12" parsed="|Jas|4|12|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.12" />
<sup>12</sup>Εις ειναι ο νομοθετης, ο δυναμενος να σωση και να απολεση· συ τις εισαι οστις κρινεις τον αλλον;
<scripture passage="Jas 4:13" parsed="|Jas|4|13|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.13" />
<sup>13</sup>Ελθετε τωρα οι λεγοντες· Σημερον η αυριον θελομεν υπαγει εις ταυτην την πολιν και θελομεν καμει εκει ενα χρονον και θελομεν εμπορευθη και κερδησει·
<scripture passage="Jas 4:14" parsed="|Jas|4|14|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.14" />
<sup>14</sup>οιτινες δεν εξευρετε το μελλον της αυριον· διοτι ποια ειναι η ζωη σας; ειναι τωοντι ατμος, οστις φαινεται προς ολιγον και επειτα αφανιζεται·
<scripture passage="Jas 4:15" parsed="|Jas|4|15|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.15" />
<sup>15</sup>αντι να λεγητε, Εαν ο Κυριος θεληση, και ζησωμεν, θελομεν καμει τουτο η εκεινο.
<scripture passage="Jas 4:16" parsed="|Jas|4|16|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.16" />
<sup>16</sup>Τωρα ομως καυχασθε εις τας αλαζονειας σας· πασα τοιαυτη καυχησις ειναι κακη.
<scripture passage="Jas 4:17" parsed="|Jas|4|17|0|0" osisRef="Bible:Jas.4.17" />
<sup>17</sup>Εις τον οστις λοιπον εξευρει να καμνη το καλον και δεν καμνει, εις αυτον ειναι αμαρτια.
</p>
</div3>

<div3 title="James 5" progress="97.48%" prev="Jas.4" next="iPet" id="Jas.5">
<h3 id="Jas.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Jas.5-p1">
<scripture passage="Jas 5:1" parsed="|Jas|5|1|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.1" />
<sup>1</sup>Ελθετε τωρα οι πλουσιοι, κλαυσατε ολολυζοντες δια τας επερχομενας ταλαιπωριας σας.
<scripture passage="Jas 5:2" parsed="|Jas|5|2|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.2" />
<sup>2</sup>Ο πλουτος σας εσαπη και τα ιματια σας εγειναν σκωληκοβρωτα,
<scripture passage="Jas 5:3" parsed="|Jas|5|3|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.3" />
<sup>3</sup>ο χρυσος σας και ο αργυρος εσκωριασε, και η σκωρια αυτων θελει εισθαι εις μαρτυριαν εναντιον σας και θελει φαγει τας σαρκας σας ως πυρ. Εθησαυρισατε δια τας εσχατας ημερας.
<scripture passage="Jas 5:4" parsed="|Jas|5|4|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.4" />
<sup>4</sup>Ιδου, ο μισθος των εργατων των θερισαντων τα χωραφια σας, τον οποιον εστερηθησαν απο σας, κραζει, και αι κραυγαι των θερισαντων εισηλθον εις τα ωτα Κυριου Σαβαωθ.
<scripture passage="Jas 5:5" parsed="|Jas|5|5|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.5" />
<sup>5</sup>Ετρυφησατε επι της γης και εσπαταλησατε, εθρεψατε τας καρδιας σας ως εν ημερα σφαγης.
<scripture passage="Jas 5:6" parsed="|Jas|5|6|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.6" />
<sup>6</sup>Κατεδικασατε, εφονευσατε τον δικαιον· δεν σας αντιστεκεται.
<scripture passage="Jas 5:7" parsed="|Jas|5|7|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.7" />
<sup>7</sup>Μακροθυμησατε λοιπον, αδελφοι, εως της παρουσιας του Κυριου. Ιδου, ο γεωργος περιμενει τον πολυτιμον καρπον της γης και μακροθυμει δι' αυτον, εωσου λαβη βροχην πρωιμον και οψιμον·
<scripture passage="Jas 5:8" parsed="|Jas|5|8|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.8" />
<sup>8</sup>μακροθυμησατε και σεις, στηριξατε τας καρδιας σας, διοτι η παρουσια του Κυριου επλησιασε.
<scripture passage="Jas 5:9" parsed="|Jas|5|9|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.9" />
<sup>9</sup>Μη στεναζετε κατ' αλληλων, αδελφοι, δια να μη κατακριθητε· ιδου, ο κριτης ισταται εμπροσθεν των θυρων.
<scripture passage="Jas 5:10" parsed="|Jas|5|10|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.10" />
<sup>10</sup>Λαβετε, αδελφοι μου, παραδειγμα της κακοπαθειας και της μακροθυμιας τους προφητας, οιτινες ελαλησαν εν τω ονοματι του Κυριου.
<scripture passage="Jas 5:11" parsed="|Jas|5|11|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, μακαριζομεν τους υπομενοντας· ηκουσατε την υπομονην του Ιωβ και ειδετε το τελος του Κυριου, οτι ειναι πολυευσπλαγχνος ο Κυριος και οικτιρμων.
<scripture passage="Jas 5:12" parsed="|Jas|5|12|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.12" />
<sup>12</sup>Προ παντων δε, αδελφοι μου, μη ομνυετε μητε τον ουρανον μητε την γην μητε αλλον τινα ορκον· αλλ' εστω υμων το ναι ναι, και το ου, δια να μη πεσητε υπο κρισιν.
<scripture passage="Jas 5:13" parsed="|Jas|5|13|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.13" />
<sup>13</sup>Κακοπαθει τις μεταξυ σας; ας προσευχηται· ευθυμει τις; ας ψαλλη.
<scripture passage="Jas 5:14" parsed="|Jas|5|14|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.14" />
<sup>14</sup>Ασθενει τις μεταξυ σας; ας προσκαλεση τους πρεσβυτερους της εκκλησιας, και ας προσευχηθωσιν επ' αυτον, αλειψαντες αυτον με ελαιον εν τω ονοματι του Κυριου.
<scripture passage="Jas 5:15" parsed="|Jas|5|15|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.15" />
<sup>15</sup>Και η μετα πιστεως ευχη θελει σωσει τον πασχοντα, και ο Κυριος θελει εγειρει αυτον· και αμαρτιας αν επραξε, θελουσι συγχωρηθη εις αυτον.
<scripture passage="Jas 5:16" parsed="|Jas|5|16|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.16" />
<sup>16</sup>Εξομολογεισθε εις αλληλους τα πταισματα σας και ευχεσθε υπερ αλληλων, δια να ιατρευθητε· πολυ ισχυει η δεησις του δικαιου ενθερμως γενομενη.
<scripture passage="Jas 5:17" parsed="|Jas|5|17|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.17" />
<sup>17</sup>Ο Ηλιας ητο ανθρωπος ομοιοπαθης με ημας και προσηυχηθη ενθερμως να μη βρεξη, και δεν εβρεξεν επι της γης ετη τρια και μηνας εξ·
<scripture passage="Jas 5:18" parsed="|Jas|5|18|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.18" />
<sup>18</sup>και παλιν προσηυχηθη, και ο ουρανος εδωκε βροχην και η γη εβλαστησε τον καρπον αυτης.
<scripture passage="Jas 5:19" parsed="|Jas|5|19|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.19" />
<sup>19</sup>Αδελφοι, εαν τις μεταξυ σας αποπλανηθη απο της αληθειας, και επιστρεψη τις αυτον,
<scripture passage="Jas 5:20" parsed="|Jas|5|20|0|0" osisRef="Bible:Jas.5.20" />
<sup>20</sup>ας εξευρη οτι ο επιστρεψας αμαρτωλον απο της πλανης της οδου αυτου θελει σωσει ψυχην εκ θανατου και θελει καλυψει και πληθος αμαρτιων.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 Peter" progress="97.54%" prev="Jas.5" next="iPet.1" id="iPet">
<h2 id="iPet-p0.1">1 Peter</h2>

<div3 title="1 Peter 1" progress="97.54%" prev="iPet" next="iPet.2" id="iPet.1">
<h3 id="iPet.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iPet.1-p1">
<scripture passage="1Pet 1:1" parsed="|1Pet|1|1|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.1" />
<sup>1</sup>Πετρος, αποστολος Ιησου Χριστου, προς τους παρεπιδημους τους διεσπαρμενους εις Ποντον, Γαλατιαν, Καππαδοκιαν, Ασιαν και Βιθυνιαν,
<scripture passage="1Pet 1:2" parsed="|1Pet|1|2|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.2" />
<sup>2</sup>εκλεκτους κατα προγνωσιν Θεου Πατρος, δια του αγιασμου του Πνευματος, εις υπακοην και ραντισμον του αιματος του Ιησου Χριστου· πληθυνθειη χαρις και ειρηνη εις εσας.
<scripture passage="1Pet 1:3" parsed="|1Pet|1|3|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.3" />
<sup>3</sup>Ευλογητος ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, οστις κατα το πολυ ελεος αυτου ανεγεννησεν ημας εις ελπιδα ζωσαν δια της αναστασεως του Ιησου Χριστου εκ νεκρων,
<scripture passage="1Pet 1:4" parsed="|1Pet|1|4|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.4" />
<sup>4</sup>εις κληρονομιαν αφθαρτον και αμιαντον και αμαραντον, πεφυλαγμενην εν τοις ουρανοις δι' ημας,
<scripture passage="1Pet 1:5" parsed="|1Pet|1|5|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.5" />
<sup>5</sup>οιτινες με την δυναμιν του Θεου φυλαττομεθα δια της πιστεως, εις σωτηριαν ετοιμην να αποκαλυφθη εν τω εσχατω καιρω·
<scripture passage="1Pet 1:6" parsed="|1Pet|1|6|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.6" />
<sup>6</sup>δια το οποιον αγαλλιασθε, αν και τωρα ολιγον, εαν χρειασθη, λυπηθητε εν διαφοροις πειρασμοις,
<scripture passage="1Pet 1:7" parsed="|1Pet|1|7|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.7" />
<sup>7</sup>ινα η δοκιμη της πιστεως σας, πολυ τιμιωτερα ουσα παρα το χρυσιον το φθειρομενον δια πυρος δε δοκιμαζομενον, ευρεθη εις επαινον και τιμην και δοξαν οταν φανερωθη ο Ιησους Χριστος,
<scripture passage="1Pet 1:8" parsed="|1Pet|1|8|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.8" />
<sup>8</sup>τον οποιον αν και δεν ειδετε αγαπατε, εις τον οποιον, αν και τωρα δεν βλεπητε αυτον, πιστευοντες ομως αγαλλιασθε με χαραν ανεκλαλητον και ενδοξον,
<scripture passage="1Pet 1:9" parsed="|1Pet|1|9|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.9" />
<sup>9</sup>απολαμβανοντες το τελος της πιστεως σας, την σωτηριαν των ψυχων.
<scripture passage="1Pet 1:10" parsed="|1Pet|1|10|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.10" />
<sup>10</sup>Περι της οποιας σωτηριας εξεζητησαν και εξηρευνησαν οι προφηται οι προφητευσαντες περι της χαριτος, ητις εμελλε να ελθη εις εσας·
<scripture passage="1Pet 1:11" parsed="|1Pet|1|11|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.11" />
<sup>11</sup>ερευνωντες εις τινα η ποιον καιρον εφανερονε το εν αυτοις Πνευμα του Χριστου, οτε προεμαρτυρει τα παθη του Χριστου και τας μετα ταυτα δοξας·
<scripture passage="1Pet 1:12" parsed="|1Pet|1|12|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.12" />
<sup>12</sup>εις τους οποιους απεκαλυφθη οτι ουχι δι' εαυτους, αλλα δι' ημας υπηρετουν αυτα, τα οποια τωρα ανηγγελθησαν προς εσας δια των κηρυξαντων το ευαγγελιον εις εσας εν Πνευματι Αγιω τω αποσταλεντι απ' ουρανου, εις τα οποια επιθυμουσιν οι αγγελοι να παρακυψωσι.
<scripture passage="1Pet 1:13" parsed="|1Pet|1|13|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.13" />
<sup>13</sup>Δια τουτο αναζωσθεντες τας οσφυας της διανοιας σας, εγκρατευεσθε και εχετε τελειαν ελπιδα εις την χαριν την ερχομενην εις εσας, οταν αποκαλυφθη ο Ιησους Χριστος,
<scripture passage="1Pet 1:14" parsed="|1Pet|1|14|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.14" />
<sup>14</sup>ως τεκνα υπακοης μη συμμορφουμενοι με τας προτερας επιθυμιας, τας οποιας ειχετε εν αγνοια υμων,
<scripture passage="1Pet 1:15" parsed="|1Pet|1|15|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.15" />
<sup>15</sup>αλλα καθως ειναι αγιος εκεινος, οστις σας εκαλεσεν, ουτω και σεις γινεσθε αγιοι εν παση διαγωγη·
<scripture passage="1Pet 1:16" parsed="|1Pet|1|16|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.16" />
<sup>16</sup>διοτι ειναι γεγραμμενον· Αγιοι γινεσθε, διοτι εγω ειμαι αγιος.
<scripture passage="1Pet 1:17" parsed="|1Pet|1|17|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.17" />
<sup>17</sup>Και εαν επικαλησθε Πατερα τον κρινοντα απροσωποληπτως κατα το εργον εκαστου, διαγετε μετα φοβου τον καιρον της παροικιας σας,
<scripture passage="1Pet 1:18" parsed="|1Pet|1|18|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.18" />
<sup>18</sup>εξευροντες οτι δεν ελυτρωθητε απο της ματαιας πατροπαραδοτου διαγωγης υμων δια φθαρτων, αργυριου η χρυσιου,
<scripture passage="1Pet 1:19" parsed="|1Pet|1|19|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.19" />
<sup>19</sup>αλλα δια του τιμιου αιματος του Χριστου, ως αμνου αμωμου και ασπιλου,
<scripture passage="1Pet 1:20" parsed="|1Pet|1|20|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.20" />
<sup>20</sup>οστις ητο μεν προωρισμενος προ καταβολης κοσμου, εφανερωθη δε εν τοις εσχατοις καιροις δια σας,
<scripture passage="1Pet 1:21" parsed="|1Pet|1|21|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.21" />
<sup>21</sup>τους πιστευοντας δι' αυτου εις τον Θεον, τον αναστησαντα αυτον εκ νεκρων και δοντα εις αυτον δοξαν, ωστε η πιστις σας και η ελπις να ηναι εις τον Θεον.
<scripture passage="1Pet 1:22" parsed="|1Pet|1|22|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.22" />
<sup>22</sup>Καθαρισαντες λοιπον τας ψυχας σας με την υπακοην της αληθειας δια του Πνευματος προς φιλαδελφιαν ανυποκριτον, αγαπησατε ενθερμως αλληλους εκ καθαρας καρδιας,
<scripture passage="1Pet 1:23" parsed="|1Pet|1|23|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.23" />
<sup>23</sup>επειδη ανεγεννηθητε ουχι εκ φθαρτου σπερματος, αλλα αφθαρτου, δια του λογου του Θεου του ζωντος και μενοντος εις τον αιωνα.
<scripture passage="1Pet 1:24" parsed="|1Pet|1|24|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.24" />
<sup>24</sup>Διοτι Πασα σαρξ ειναι ως χορτος, και πασα δοξα ανθρωπου ως ανθος χορτου. Εξηρανθη ο χορτος, και το ανθος αυτου εξεπεσεν.
<scripture passage="1Pet 1:25" parsed="|1Pet|1|25|0|0" osisRef="Bible:1Pet.1.25" />
<sup>25</sup>Ο λογος ομως του Κυριου μενει εις τον αιωνα. Και ουτος ειναι ο λογος ο ευαγγελισθεις εις εσας.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Peter 2" progress="97.61%" prev="iPet.1" next="iPet.3" id="iPet.2">
<h3 id="iPet.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iPet.2-p1">
<scripture passage="1Pet 2:1" parsed="|1Pet|2|1|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.1" />
<sup>1</sup>Απορριψαντες λοιπον πασαν κακιαν και παντα δολον και υποκρισεις και φθονους και πασας καταλαλιας,
<scripture passage="1Pet 2:2" parsed="|1Pet|2|2|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.2" />
<sup>2</sup>επιποθησατε ως νεογεννητα βρεφη το λογικον αδολον γαλα, δια να αυξηθητε δι' αυτου,
<scripture passage="1Pet 2:3" parsed="|1Pet|2|3|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.3" />
<sup>3</sup>επειδη εγευθητε οτι αγαθος ο Κυριος.
<scripture passage="1Pet 2:4" parsed="|1Pet|2|4|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.4" />
<sup>4</sup>Εις τον οποιον προσερχομενοι, ως εις λιθον ζωντα, υπο μεν των ανθρωπων αποδεδοκιμασμενον, παρα δε τω Θεω εκλεκτον, εντιμον,
<scripture passage="1Pet 2:5" parsed="|1Pet|2|5|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.5" />
<sup>5</sup>και σεις, ως λιθοι ζωντες, οικοδομεισθε οικος πνευματικος, ιερατευμα αγιον, δια να προσφερητε πνευματικας θυσιας ευπροσδεκτους εις τον Θεον δια Ιησου Χριστου·
<scripture passage="1Pet 2:6" parsed="|1Pet|2|6|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.6" />
<sup>6</sup>δια τουτο και περιεχεται εν τη γραφη· Ιδου, θετω εν Σιων λιθον ακρογωνιαιον, εκλεκτον, εντιμον, και ο πιστευων επ' αυτον δεν θελει καταισχυνθη.
<scripture passage="1Pet 2:7" parsed="|1Pet|2|7|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.7" />
<sup>7</sup>Εις εσας λοιπον τους πιστευοντας ειναι η τιμη, εις δε τους απειθουντας ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας
<scripture passage="1Pet 2:8" parsed="|1Pet|2|8|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.8" />
<sup>8</sup>και λιθος προσκομματος και πετρα σκανδαλου· οιτινες προσκοπτουσιν εις τον λογον, οντες απειθεις, εις το οποιον και ησαν προσδιωρισμενοι·
<scripture passage="1Pet 2:9" parsed="|1Pet|2|9|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.9" />
<sup>9</sup>σεις ομως εισθε γενος εκλεκτον, βασιλειον ιερατευμα, εθνος αγιον, λαος τον οποιον απεκτησεν ο Θεος, δια να εξαγγειλητε τας αρετας εκεινου, οστις σας εκαλεσεν εκ του σκοτους εις το θαυμαστον αυτου φως·
<scripture passage="1Pet 2:10" parsed="|1Pet|2|10|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.10" />
<sup>10</sup>οι ποτε μη οντες λαος, τωρα δε λαος του Θεου, οι ποτε μη ηλεημενοι, τωρα δε ελεηθεντες.
<scripture passage="1Pet 2:11" parsed="|1Pet|2|11|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.11" />
<sup>11</sup>Αγαπητοι, σας παρακαλω ως ξενους και παρεπιδημους, να απεχητε απο των σαρκικων επιθυμιων, αιτινες στρατευονται κατα της ψυχης,
<scripture passage="1Pet 2:12" parsed="|1Pet|2|12|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.12" />
<sup>12</sup>να εχητε καλην την διαγωγην σας μεταξυ των εθνων, ινα ενω σας καταλαλουσιν ως κακοποιους, εκ των καλων εργων, οταν ιδωσιν αυτα, δοξασωσι τον Θεον εν τη ημερα της επισκεψεως.
<scripture passage="1Pet 2:13" parsed="|1Pet|2|13|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.13" />
<sup>13</sup>Υποταχθητε λοιπον εις πασαν ανθρωπινην διαταξιν δια τον Κυριον· ειτε εις βασιλεα, ως υπερεχοντα,
<scripture passage="1Pet 2:14" parsed="|1Pet|2|14|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.14" />
<sup>14</sup>ειτε εις ηγεμονας, ως δι' αυτου πεμπομενους εις εκδικησιν μεν κακοποιων, επαινον δε αγαθοποιων·
<scripture passage="1Pet 2:15" parsed="|1Pet|2|15|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.15" />
<sup>15</sup>διοτι ουτως ειναι το θελημα του Θεου, αγαθοποιουντες να αποστομονητε την αγνωσιαν των αφρονων ανθρωπων·
<scripture passage="1Pet 2:16" parsed="|1Pet|2|16|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.16" />
<sup>16</sup>ως ελευθεροι, και μη ως εχοντες την ελευθεριαν επικαλυμμα της κακιας, αλλ' ως δουλοι του Θεου.
<scripture passage="1Pet 2:17" parsed="|1Pet|2|17|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.17" />
<sup>17</sup>Παντας τιμησατε, την αδελφοτητα αγαπατε, τον Θεον φοβεισθε, τον βασιλεα τιματε.
<scripture passage="1Pet 2:18" parsed="|1Pet|2|18|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.18" />
<sup>18</sup>Οι οικεται υποτασσεσθε εν παντι φοβω εις τους κυριους σας, ου μονον εις τους αγαθους και επιεικεις, αλλα και εις τους διεστραμμενους.
<scripture passage="1Pet 2:19" parsed="|1Pet|2|19|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.19" />
<sup>19</sup>Διοτι τουτο ειναι χαρις, το να υποφερη τις λυπας δια την εις τον Θεον συνειδησιν, πασχων αδικως.
<scripture passage="1Pet 2:20" parsed="|1Pet|2|20|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.20" />
<sup>20</sup>Διοτι ποια δοξα ειναι, εαν αμαρτανοντες και ραπιζομενοι υπομενητε; εαν ομως αγαθοποιουντες και πασχοντες υπομενητε, τουτο ειναι χαρις παρα τω Θεω.
<scripture passage="1Pet 2:21" parsed="|1Pet|2|21|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.21" />
<sup>21</sup>Διοτι εις τουτο προσεκληθητε, επειδη και ο Χριστος επαθεν υπερ υμων, αφινων παραδειγμα εις υμας δια να ακολουθησητε τα ιχνη αυτου·
<scripture passage="1Pet 2:22" parsed="|1Pet|2|22|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.22" />
<sup>22</sup>οστις αμαρτιαν δεν εκαμεν, ουδε ευρεθη δολος εν τω στοματι αυτου.
<scripture passage="1Pet 2:23" parsed="|1Pet|2|23|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.23" />
<sup>23</sup>Οστις λοιδορουμενος δεν αντελοιδορει, πασχων δεν ηπειλει, αλλα παρεδιδεν εαυτον εις τον κρινοντα δικαιως·
<scripture passage="1Pet 2:24" parsed="|1Pet|2|24|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.24" />
<sup>24</sup>οστις τας αμαρτιας ημων αυτος εβαστασεν εν τω σωματι αυτου επι του ξυλου, δια να ζησωμεν εν τη δικαιοσυνη, αποθανοντες κατα τας αμαρτιας· με του οποιου την πληγην ιατρευθητε.
<scripture passage="1Pet 2:25" parsed="|1Pet|2|25|0|0" osisRef="Bible:1Pet.2.25" />
<sup>25</sup>Διοτι υπηρχετε ως προβατα πλανωμενα, αλλα τωρα επεστραφητε εις τον ποιμενα και επισκοπον των ψυχων σας.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Peter 3" progress="97.68%" prev="iPet.2" next="iPet.4" id="iPet.3">
<h3 id="iPet.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iPet.3-p1">
<scripture passage="1Pet 3:1" parsed="|1Pet|3|1|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.1" />
<sup>1</sup>Ομοιως αι γυναικες, υποτασσεσθε εις τους ανδρας υμων, ινα και εαν τινες απειθωσιν εις τον λογον, κερδηθωσιν ανευ του λογου δια της διαγωγης των γυναικων,
<scripture passage="1Pet 3:2" parsed="|1Pet|3|2|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.2" />
<sup>2</sup>αφου ιδωσι την μετα φοβου καθαραν διαγωγην σας.
<scripture passage="1Pet 3:3" parsed="|1Pet|3|3|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.3" />
<sup>3</sup>Των οποιων ο στολισμος ας ηναι ουχι ο εξωτερικος, ο του πλεγματος των τριχων και της περιθεσεως των χρυσιων η της ενδυσεως των ιματιων,
<scripture passage="1Pet 3:4" parsed="|1Pet|3|4|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.4" />
<sup>4</sup>αλλ' ο κρυπτος ανθρωπος της καρδιας, κεκοσμημενος με την αφθαρσιαν του πραου και ησυχιου πνευματος, το οποιον ενωπιον του Θεου ειναι πολυτιμον.
<scripture passage="1Pet 3:5" parsed="|1Pet|3|5|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.5" />
<sup>5</sup>Διοτι ουτω ποτε και αι αγιαι γυναικες αι ελπιζουσαι επι τον Θεον εστολιζον εαυτας, υποτασσομεναι εις τους ανδρας αυτων,
<scripture passage="1Pet 3:6" parsed="|1Pet|3|6|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.6" />
<sup>6</sup>καθως η Σαρρα υπηκουσεν εις τον Αβρααμ, καλουσα αυτον κυριον· της οποιας σεις εγεννηθητε τεκνα, αγαθοποιουσαι και μη φοβουμεναι μηδεμιαν πτοησιν.
<scripture passage="1Pet 3:7" parsed="|1Pet|3|7|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.7" />
<sup>7</sup>Οι ανδρες ομοιως, συνοικειτε με τας γυναικας σας εν φρονησει, αποδιδοντες τιμην εις το γυναικειον γενος ως εις σκευος ασθενεστερον, και ως εις συγκληρονομους της χαριτος της ζωης, δια να μη εμποδιζωνται αι προσευχαι σας.
<scripture passage="1Pet 3:8" parsed="|1Pet|3|8|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.8" />
<sup>8</sup>Τελευταιον δε, γινεσθε παντες ομοφρονες, συμπαθεις, φιλαδελφοι, ευσπλαγχνοι, φιλοφρονες,
<scripture passage="1Pet 3:9" parsed="|1Pet|3|9|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.9" />
<sup>9</sup>μη αποδιδοντες κακον αντι κακου η λοιδοριαν αντι λοιδοριας, αλλα το εναντιον ευλογουντες, επειδη εξευρετε οτι εις τουτο προσεκληθητε, δια να κληρονομησητε ευλογιαν.
<scripture passage="1Pet 3:10" parsed="|1Pet|3|10|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.10" />
<sup>10</sup>Διοτι Οστις θελει να αγαπα την ζωην και ιδη ημερας αγαθας ας παυση την γλωσσαν αυτου απο κακου και τα χειλη αυτου απο του να λαλωσι δολον,
<scripture passage="1Pet 3:11" parsed="|1Pet|3|11|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.11" />
<sup>11</sup>ας εκκλινη απο κακου και ας πραξη αγαθον, ας ζητηση ειρηνην και ας ακολουθηση αυτην·
<scripture passage="1Pet 3:12" parsed="|1Pet|3|12|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.12" />
<sup>12</sup>διοτι οι οφθαλμοι του Κυριου ειναι επι τους δικαιους και τα ωτα αυτου εις την δεησιν αυτων, το δε προσωπον του Κυριου ειναι κατα των πραττοντων κακα.
<scripture passage="1Pet 3:13" parsed="|1Pet|3|13|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.13" />
<sup>13</sup>Και τις θελει σας κακοποιησει, εαν γεινητε μιμηται του αγαθου;
<scripture passage="1Pet 3:14" parsed="|1Pet|3|14|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.14" />
<sup>14</sup>Αλλ' εαν και πασχητε δια την δικαιοσυνην, εισθε μακαριοι· τον δε φοβον αυτων μη φοβηθητε μηδε ταραχθητε,
<scripture passage="1Pet 3:15" parsed="|1Pet|3|15|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.15" />
<sup>15</sup>αλλα αγιασατε Κυριον τον Θεον εν ταις καρδιαις υμων, και εστε παντοτε ετοιμοι εις απολογιαν μετα πραοτητος και φοβου προς παντα τον ζητουντα απο σας λογον περι της ελπιδος της εν υμιν,
<scripture passage="1Pet 3:16" parsed="|1Pet|3|16|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.16" />
<sup>16</sup>εχοντες συνειδησιν αγαθην, ινα, ενω σας καταλαλωσιν ως κακοποιους, καταισχυνθωσιν οι συκοφαντουντες την καλην σας εν Χριστω διαγωγην.
<scripture passage="1Pet 3:17" parsed="|1Pet|3|17|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.17" />
<sup>17</sup>Διοτι καλητερον να πασχητε, εαν ηναι ουτω το θελημα του Θεου, αγαθοποιουντες παρα κακοποιουντες.
<scripture passage="1Pet 3:18" parsed="|1Pet|3|18|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.18" />
<sup>18</sup>Επειδη και ο Χριστος απαξ επαθε δια τας αμαρτιας, ο δικαιος υπερ των αδικων, δια να φερη ημας προς τον Θεον, θανατωθεις μεν κατα την σαρκα, ζωοποιηθεις δε δια του πνευματος·
<scripture passage="1Pet 3:19" parsed="|1Pet|3|19|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.19" />
<sup>19</sup>δια του οποιου πορευθεις εκηρυξε και προς τα πνευματα τα εν τη φυλακη,
<scripture passage="1Pet 3:20" parsed="|1Pet|3|20|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.20" />
<sup>20</sup>τα οποια ηπειθησαν ποτε, οτε η μακροθυμια του Θεου επροσμενε ποτε αυτους εν ταις ημεραις του Νωε, ενω κατεσκευαζετο η κιβωτος, εις ην ολιγαι, τουτεστιν οκτω, ψυχαι διεσωθησαν δι' υδατος.
<scripture passage="1Pet 3:21" parsed="|1Pet|3|21|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.21" />
<sup>21</sup>Του οποιου αντιτυπον ον το βαπτισμα, σωζει και ημας την σημερον, ουχι αποβολη της ακαθαρσιας της σαρκος, αλλα μαρτυρια της αγαθης συνειδησεως εις Θεον, δια της αναστασεως του Ιησου Χριστου,
<scripture passage="1Pet 3:22" parsed="|1Pet|3|22|0|0" osisRef="Bible:1Pet.3.22" />
<sup>22</sup>οστις ειναι εν δεξια του Θεου πορευθεις εις τον ουρανον, και εις ον υπεταχθησαν αγγελοι και εξουσιαι και δυναμεις.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Peter 4" progress="97.75%" prev="iPet.3" next="iPet.5" id="iPet.4">
<h3 id="iPet.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iPet.4-p1">
<scripture passage="1Pet 4:1" parsed="|1Pet|4|1|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.1" />
<sup>1</sup>Επειδη λοιπον ο Χριστος επαθεν υπερ ημων κατα σαρκα, οπλισθητε και σεις το αυτο φρονημα, διοτι ο παθων κατα σαρκα επαυσεν απο της αμαρτιας,
<scripture passage="1Pet 4:2" parsed="|1Pet|4|2|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.2" />
<sup>2</sup>δια να ζησητε τον εν σαρκι επιλοιπον χρονον, ουχι πλεον εν ταις επιθυμιαις των ανθρωπων, αλλ' εν τω θεληματι του Θεου.
<scripture passage="1Pet 4:3" parsed="|1Pet|4|3|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.3" />
<sup>3</sup>Διοτι αρκετος ειναι εις ημας ο παρελθων καιρος του βιου, οτε επραξαμεν το θελημα των εθνων, περιπατησαντες εν ασελγειαις, επιθυμιαις, οινοποσιαις, κωμοις, συμποσιοις και αθεμιτοις ειδωλολατρειαις·
<scripture passage="1Pet 4:4" parsed="|1Pet|4|4|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.4" />
<sup>4</sup>και δια τουτο παραξενευονται οτι σεις δεν συντρεχετε με αυτους εις την αυτην εκχειλισιν της ασωτιας, και σας βλασφημουσιν·
<scripture passage="1Pet 4:5" parsed="|1Pet|4|5|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.5" />
<sup>5</sup>οιτινες θελουσιν αποδωσει λογον εις εκεινον, οστις ειναι ετοιμος να κρινη ζωντας και νεκρους.
<scripture passage="1Pet 4:6" parsed="|1Pet|4|6|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.6" />
<sup>6</sup>Επειδη δια τουτο εκηρυχθη το ευαγγελιον και προς τους νεκρους, δια να κριθωσι μεν κατα ανθρωπους εν σαρκι, να ζωσι δε κατα Θεον εν πνευματι.
<scripture passage="1Pet 4:7" parsed="|1Pet|4|7|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.7" />
<sup>7</sup>Παντων δε το τελος επλησιασε. Φρονιμως λοιπον διαγετε και αγρυπνειτε εις τας προσευχας·
<scripture passage="1Pet 4:8" parsed="|1Pet|4|8|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.8" />
<sup>8</sup>προ παντων δε εχετε ενθερμον την εις αλληλους αγαπην, διοτι η αγαπη θελει καλυψει πληθος αμαρτιων·
<scripture passage="1Pet 4:9" parsed="|1Pet|4|9|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.9" />
<sup>9</sup>γινεσθε φιλοξενοι εις αλληλους χωρις γογγυσμων·
<scripture passage="1Pet 4:10" parsed="|1Pet|4|10|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.10" />
<sup>10</sup>εκαστος κατα το χαρισμα, το οποιον ελαβεν, υπηρετειτε κατα τουτο εις αλληλους ως καλοι οικονομοι της πολυειδους χαριτος του Θεου·
<scripture passage="1Pet 4:11" parsed="|1Pet|4|11|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.11" />
<sup>11</sup>εαν τις λαλη, ας λαλη ως λαλων λογια Θεου· εαν τις υπηρετη, ας υπηρετη ως υπηρετων εκ της δυναμεως, την οποιαν χορηγει ο Θεος· δια να δοξαζηται εν πασιν ο Θεος δια Ιησου Χριστου, εις τον οποιον ειναι η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="1Pet 4:12" parsed="|1Pet|4|12|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.12" />
<sup>12</sup>Αγαπητοι, μη παραξενευεσθε δια τον βασανισμον τον γινομενον εις εσας προς δοκιμασιαν, ως εαν συνεβαινεν εις εσας παραδοξον τι,
<scripture passage="1Pet 4:13" parsed="|1Pet|4|13|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.13" />
<sup>13</sup>αλλα καθοτι εισθε κοινωνοι των παθηματων του Χριστου, χαιρετε, ινα και οταν η δοξα αυτου φανερωθη χαρητε αγαλλιωμενοι.
<scripture passage="1Pet 4:14" parsed="|1Pet|4|14|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.14" />
<sup>14</sup>Εαν ονειδιζησθε δια το ονομα του Χριστου, εισθε μακαριοι, διοτι το Πνευμα της δοξης και το του Θεου αναπαυεται εφ' υμας· κατα μεν αυτους βλασφημειται, κατα δε υμας δοξαζεται.
<scripture passage="1Pet 4:15" parsed="|1Pet|4|15|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.15" />
<sup>15</sup>Διοτι μηδεις υμων ας μη πασχη ως φονευς η κλεπτης η κακοποιος η ως περιεργαζομενος τα αλλοτρια.
<scripture passage="1Pet 4:16" parsed="|1Pet|4|16|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.16" />
<sup>16</sup>αλλ' εαν πασχη ως Χριστιανος, ας μη αισχυνηται, αλλ' ας δοξαζη τον Θεον κατα τουτο.
<scripture passage="1Pet 4:17" parsed="|1Pet|4|17|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.17" />
<sup>17</sup>Διοτι εφθασεν ο καιρος του να αρχιση η κρισις απο του οικου του Θεου· και αν αρχιζη πρωτον αφ' ημων, τι θελει εισθαι το τελος των απειθουντων εις το ευαγγελιον του Θεου;
<scripture passage="1Pet 4:18" parsed="|1Pet|4|18|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.18" />
<sup>18</sup>και αν ο δικαιος μολις σωζηται, ο ασεβης και αμαρτωλος που θελει φανη;
<scripture passage="1Pet 4:19" parsed="|1Pet|4|19|0|0" osisRef="Bible:1Pet.4.19" />
<sup>19</sup>Ωστε και οι πασχοντες κατα το θελημα του Θεου ας εμπιστευωνται τας εαυτων ψυχας εις αυτον, ως εις πιστον δημιουργον εν αγαθοποιια.
</p>
</div3>

<div3 title="1 Peter 5" progress="97.81%" prev="iPet.4" next="iiPet" id="iPet.5">
<h3 id="iPet.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iPet.5-p1">
<scripture passage="1Pet 5:1" parsed="|1Pet|5|1|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.1" />
<sup>1</sup>Τους μεταξυ σας πρεσβυτερους παρακαλω εγω ο συμπρεσβυτερος και μαρτυς των παθηματων του Χριστου, ο και κοινωνος της δοξης, ητις μελλει να αποκαλυφθη,
<scripture passage="1Pet 5:2" parsed="|1Pet|5|2|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.2" />
<sup>2</sup>ποιμανατε το μεταξυ σας ποιμνιον του Θεου, επισκοπουντες μη αναγκαστικως αλλ' εκουσιως, μηδε αισχροκερδως αλλα προθυμως,
<scripture passage="1Pet 5:3" parsed="|1Pet|5|3|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.3" />
<sup>3</sup>μηδε ως κατακυριευοντες την κληρονομιαν του Θεου, αλλα τυποι γινομενοι του ποιμνιου.
<scripture passage="1Pet 5:4" parsed="|1Pet|5|4|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.4" />
<sup>4</sup>Και οταν φανερωθη ο αρχιποιμην, θελετε λαβει τον αμαραντινον στεφανον της δοξης.
<scripture passage="1Pet 5:5" parsed="|1Pet|5|5|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.5" />
<sup>5</sup>Ομοιως οι νεωτεροι υποταχθητε εις τους πρεσβυτερους. Παντες δε υποτασσομενοι εις αλληλους ενδυθητε την ταπεινοφροσυνην· διοτι ο Θεος αντιτασσεται εις τους υπερηφανους, εις δε τους ταπεινους διδει χαριν.
<scripture passage="1Pet 5:6" parsed="|1Pet|5|6|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.6" />
<sup>6</sup>Ταπεινωθητε λοιπον υπο την κραταιαν χειρα του Θεου, δια να σας υψωση εν καιρω,
<scripture passage="1Pet 5:7" parsed="|1Pet|5|7|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.7" />
<sup>7</sup>και πασαν την μεριμναν υμων ριψατε επ' αυτον, διοτι αυτος φροντιζει περι υμων.
<scripture passage="1Pet 5:8" parsed="|1Pet|5|8|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.8" />
<sup>8</sup>Εγκρατευθητε, αγρυπνησατε· διοτι ο αντιδικος σας διαβολος ως λεων ωρυομενος περιερχεται ζητων τινα να καταπιη·
<scripture passage="1Pet 5:9" parsed="|1Pet|5|9|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.9" />
<sup>9</sup>εις τον οποιον αντισταθητε μενοντες στερεοι εις την πιστιν, εξευροντες οτι τα αυτα παθηματα γινονται εις τους αδελφους σας τους εν τω κοσμω.
<scripture passage="1Pet 5:10" parsed="|1Pet|5|10|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.10" />
<sup>10</sup>Ο δε Θεος πασης χαριτος, οστις εκαλεσεν ημας εις την αιωνιον αυτου δοξαν δια του Χριστου Ιησου, αφου παθητε ολιγον, αυτος να σας τελειοποιηση, στηριξη, ενισχυση, θεμελιωση.
<scripture passage="1Pet 5:11" parsed="|1Pet|5|11|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.11" />
<sup>11</sup>Εις αυτον ειη η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="1Pet 5:12" parsed="|1Pet|5|12|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.12" />
<sup>12</sup>Σας εγραψα εν βραχυλογια δια του Σιλουανου του πιστου αδελφου, ως φρονω, προτρεπων και επιμαρτυρων οτι αυτη ειναι η αληθινη χαρις του Θεου, εις την οποιαν στεκεσθε.
<scripture passage="1Pet 5:13" parsed="|1Pet|5|13|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.13" />
<sup>13</sup>Σας ασπαζεται η εν Βαβυλωνι συνεκλεκτη εκκλησια και Μαρκος, ο υιος μου.
<scripture passage="1Pet 5:14" parsed="|1Pet|5|14|0|0" osisRef="Bible:1Pet.5.14" />
<sup>14</sup>Ασπασθητε αλληλους εν φιληματι αγαπης. Ειρηνη εις παντας υμας τους εν Χριστω Ιησου· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 Peter" progress="97.85%" prev="iPet.5" next="iiPet.1" id="iiPet">
<h2 id="iiPet-p0.1">2 Peter</h2>

<div3 title="2 Peter 1" progress="97.85%" prev="iiPet" next="iiPet.2" id="iiPet.1">
<h3 id="iiPet.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiPet.1-p1">
<scripture passage="2Pet 1:1" parsed="|2Pet|1|1|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.1" />
<sup>1</sup>Συμεων Πετρος, δουλος και αποστολος του Ιησου Χριστου, προς τους οσοι ελαχον ισοτιμον με ημας πιστιν εις την δικαιοσυνην του Θεου ημων και Σωτηρος Ιησου Χριστου·
<scripture passage="2Pet 1:2" parsed="|2Pet|1|2|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.2" />
<sup>2</sup>χαρις και ειρηνη πληθυνθειη εις εσας δια της επιγνωσεως του Θεου και του Ιησου του Κυριου ημων.
<scripture passage="2Pet 1:3" parsed="|2Pet|1|3|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.3" />
<sup>3</sup>Καθως η θεια δυναμις αυτου εχαρισεν εις ημας παντα τα προς ζωην και ευσεβειαν δια της επιγνωσεως του καλεσαντος ημας δια της δοξης αυτου και αρετης,
<scripture passage="2Pet 1:4" parsed="|2Pet|1|4|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.4" />
<sup>4</sup>δια των οποιων εδωρηθησαν εις ημας αι μεγισται και τιμιαι επαγγελιαι, ινα δια τουτων γεινητε κοινωνοι θειας φυσεως, αποφυγοντες την εν τω κοσμω υπαρχουσαν δια της επιθυμιας διαφθοραν.
<scripture passage="2Pet 1:5" parsed="|2Pet|1|5|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.5" />
<sup>5</sup>Και δι' αυτο δε τουτο καταβαλοντες πασαν σπουδην, προσθεσατε εις την πιστιν σας την αρετην, εις δε την αρετην την γνωσιν,
<scripture passage="2Pet 1:6" parsed="|2Pet|1|6|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.6" />
<sup>6</sup>εις δε την γνωσιν την εγκρατειαν, εις δε την εγκρατειαν την υπομονην, εις δε την υπομονην την ευσεβειαν,
<scripture passage="2Pet 1:7" parsed="|2Pet|1|7|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.7" />
<sup>7</sup>εις δε την ευσεβειαν την φιλαδελφιαν, εις δε την φιλαδελφιαν την αγαπην.
<scripture passage="2Pet 1:8" parsed="|2Pet|1|8|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.8" />
<sup>8</sup>Διοτι, εαν ταυτα υπαρχωσιν εις εσας και περισσευωσι, σας καθιστωσιν ουχι αργους ουδε ακαρπους εις την επιγνωσιν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου·
<scripture passage="2Pet 1:9" parsed="|2Pet|1|9|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.9" />
<sup>9</sup>επειδη εις οντινα δεν υπαρχουσι ταυτα, τυφλος ειναι, μυωπαζει και ελησμονησε τον καθαρισμον των παλαιων αυτου αμαρτιων.
<scripture passage="2Pet 1:10" parsed="|2Pet|1|10|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο, αδελφοι, επιμεληθητε περισσοτερον να καμητε βεβαιαν την κλησιν και την εκλογην σας· διοτι ταυτα καμνοντες δεν θελετε πταισει ποτε.
<scripture passage="2Pet 1:11" parsed="|2Pet|1|11|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.11" />
<sup>11</sup>Διοτι ουτω θελει σας δοθη πλουσιως η εισοδος εις την αιωνιον βασιλειαν του Κυριου ημων και Σωτηρος Ιησου Χριστου.
<scripture passage="2Pet 1:12" parsed="|2Pet|1|12|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.12" />
<sup>12</sup>Οθεν δεν θελω αμελησει να σας υπενθυμιζω παντοτε περι τουτων, καιτοι ειδοτας και εστηριγμενους εις την παρουσαν αληθειαν.
<scripture passage="2Pet 1:13" parsed="|2Pet|1|13|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.13" />
<sup>13</sup>Στοχαζομαι ομως δικαιον, εφ' οσον ειμαι εν τουτω τω σκηνωματι, να σας διεγειρω δια της υπενθυμισεως,
<scripture passage="2Pet 1:14" parsed="|2Pet|1|14|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.14" />
<sup>14</sup>επειδη εξευρω οτι εντος ολιγον θελω αποθεσει το σκηνωμα μου, καθως και ο Κυριος ημων Ιησους Χριστος μοι εφανερωσε.
<scripture passage="2Pet 1:15" parsed="|2Pet|1|15|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.15" />
<sup>15</sup>Θελω ομως επιμεληθη, ωστε σεις και μετα την αποβιωσιν μου να δυνασθε παντοτε να ενθυμησθε αυτα.
<scripture passage="2Pet 1:16" parsed="|2Pet|1|16|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.16" />
<sup>16</sup>Διοτι σας εγνωστοποιησαμεν την δυναμιν και παρουσιαν του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, ουχι μυθους σοφιστικους ακολουθησαντες, αλλ' αυτοπται γενομενοι της εκεινου μεγαλειοτητος.
<scripture passage="2Pet 1:17" parsed="|2Pet|1|17|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ελαβε παρα Θεου Πατρος τιμην και δοξαν, οτε ηλθεν εις αυτον τοιαυτη φωνη υπο της μεγαλοπρεπους δοξης, Ουτος ειναι ο Υιος μου ο αγαπητος, εις τον οποιον εγω ευηρεστηθην·
<scripture passage="2Pet 1:18" parsed="|2Pet|1|18|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.18" />
<sup>18</sup>και ταυτην την φωνην ημεις ηκουσαμεν εξ ουρανου ελθουσαν, οντες μετ' αυτου εν τω ορει τω αγιω.
<scripture passage="2Pet 1:19" parsed="|2Pet|1|19|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.19" />
<sup>19</sup>Και εχομεν βεβαιοτερον τον προφητικον λογον, εις τον οποιον καμνετε καλα να προσεχητε ως εις λυχνον φεγγοντα εν σκοτεινω τοπω, εωσου ελθη η αυγη της ημερας και ο φωσφορος ανατειλη εν ταις καρδιαις υμων·
<scripture passage="2Pet 1:20" parsed="|2Pet|1|20|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.20" />
<sup>20</sup>τουτο πρωτον εξευροντες, οτι ουδεμια προφητεια της γραφης γινεται εξ ιδιας του προφητευοντος διασαφησεως·
<scripture passage="2Pet 1:21" parsed="|2Pet|1|21|0|0" osisRef="Bible:2Pet.1.21" />
<sup>21</sup>διοτι δεν ηλθε ποτε προφητεια εκ θεληματος ανθρωπου, αλλ' υπο του Πνευματος του Αγιου κινουμενοι ελαλησαν οι αγιοι ανθρωποι του Θεου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Peter 2" progress="97.92%" prev="iiPet.1" next="iiPet.3" id="iiPet.2">
<h3 id="iiPet.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iiPet.2-p1">
<scripture passage="2Pet 2:1" parsed="|2Pet|2|1|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.1" />
<sup>1</sup>Υπηρξαν ομως και ψευδοπροφηται μεταξυ του λαου, καθως και μεταξυ σας θελουσιν εισθαι ψευδοδιδασκαλοι, οιτινες θελουσι παρεισαξει αιρεσεις απωλειας, αρνουμενοι και τον αγορασαντα αυτους δεσποτην, επισυροντες εις εαυτους ταχειαν απωλειαν·
<scripture passage="2Pet 2:2" parsed="|2Pet|2|2|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.2" />
<sup>2</sup>και πολλοι θελουσιν εξακολουθησει εις τας απωλειας αυτων, δια τους οποιους η οδος της αληθειας θελει βλασφημηθη·
<scripture passage="2Pet 2:3" parsed="|2Pet|2|3|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.3" />
<sup>3</sup>και δια πλεονεξιαν θελουσι σας εμπορευθη με πλαστους λογους, των οποιων η καταδικη εκπαλαι δεν μενει αργη, και η απωλεια αυτων δεν νυσταζει.
<scripture passage="2Pet 2:4" parsed="|2Pet|2|4|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εαν ο Θεος δεν εφεισθη αγγελους αμαρτησαντας, αλλα ριψας αυτους εις τον ταρταρον δεδεμενους με αλυσεις σκοτους, παρεδωκε δια να φυλαττωνται εις κρισιν,
<scripture passage="2Pet 2:5" parsed="|2Pet|2|5|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.5" />
<sup>5</sup>και εαν τον παλαιον κοσμον δεν εφεισθη, αλλα φερων κατακλυσμον επι τον κοσμον των ασεβων εφυλαξεν ογδοον τον Νωε, κηρυκα της δικαιοσυνης,
<scripture passage="2Pet 2:6" parsed="|2Pet|2|6|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.6" />
<sup>6</sup>και κατεκρινεν εις καταστροφην τας πολεις των Σοδομων και της Γομορρας και ετεφρωσε, καταστησας παραδειγμα των μελλοντων να ασεβωσι,
<scripture passage="2Pet 2:7" parsed="|2Pet|2|7|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.7" />
<sup>7</sup>και ηλευθερωσε τον δικαιον Λωτ καταθλιβομενον υπο της ασελγους διαγωγης των ανομων·
<scripture passage="2Pet 2:8" parsed="|2Pet|2|8|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.8" />
<sup>8</sup>διοτι ο δικαιος, κατοικων μεταξυ αυτων, δι' ορασεως και ακοης, εβασανιζεν απο ημερας εις ημεραν την δικαιαν αυτου ψυχην δια τα ανομα εργα αυτων·
<scripture passage="2Pet 2:9" parsed="|2Pet|2|9|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.9" />
<sup>9</sup>εξευρει ο Κυριος να ελευθερονη εκ του πειρασμου τους ευσεβεις, τους δε αδικους να φυλαττη εις την ημεραν της κρισεως, δια να κολαζωνται,
<scripture passage="2Pet 2:10" parsed="|2Pet|2|10|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.10" />
<sup>10</sup>μαλιστα δε τους οπισω της σαρκος ακολουθουντας με επιθυμιαν ακαθαρσιας και καταφρονουντας την εξουσιαν. Ειναι τολμηται, αυθαδεις, δεν τρεμουσι βλασφημουντες τα αξιωματα,
<scripture passage="2Pet 2:11" parsed="|2Pet|2|11|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.11" />
<sup>11</sup>ενω οι αγγελοι, μεγαλητεροι οντες εις ισχυν και δυναμιν, δεν φερουσι κατ' αυτων βλασφημον κρισιν ενωπιον του Κυριου.
<scripture passage="2Pet 2:12" parsed="|2Pet|2|12|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.12" />
<sup>12</sup>Ουτοι ομως, ως αλογα φυσικα ζωα γεγεννημενα δια αλωσιν και φθοραν, βλασφημουσι περι πραγματων τα οποια αγνοουσι, και θελουσι καταφθαρη εν τη ιδια αυτων διαφθορα,
<scripture passage="2Pet 2:13" parsed="|2Pet|2|13|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.13" />
<sup>13</sup>και θελουσι λαβει τον μισθον της αδικιας αυτων· στοχαζονται ηδονην την καθημερινην τρυφην, ειναι σπιλοι και μωμοι, εντρυφωσιν εν ταις απαταις αυτων, συμποσιαζουσι με σας,
<scripture passage="2Pet 2:14" parsed="|2Pet|2|14|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.14" />
<sup>14</sup>εχουσιν οφθαλμους μεστους μοιχειας και μη παυομενους απο της αμαρτιας, δελεαζουσι ψυχας αστηρικτους, εχουσι την καρδιαν γεγυμνασμενην εις πλεονεξιας, ειναι τεκνα καταρας·
<scripture passage="2Pet 2:15" parsed="|2Pet|2|15|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.15" />
<sup>15</sup>αφησαντες την ευθειαν οδον, επλανηθησαν και ηκολουθησαν την οδον του Βαλααμ υιου του Βοσορ, οστις ηγαπησε τον μισθον της αδικιας,
<scripture passage="2Pet 2:16" parsed="|2Pet|2|16|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.16" />
<sup>16</sup>ηλεγχθη ομως δια την ιδιαν αυτου παρανομιαν, αφωνον υποζυγιον με φωνην ανθρωπου λαλησαν ημποδισε την παραφροσυνην του προφητου.
<scripture passage="2Pet 2:17" parsed="|2Pet|2|17|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.17" />
<sup>17</sup>Ουτοι ειναι πηγαι ανυδροι, νεφελαι υπο ανεμοστροβιλου ελαυνομεναι, δια τους οποιους το ζοφερον σκοτος φυλαττεται εις τον αιωνα.
<scripture passage="2Pet 2:18" parsed="|2Pet|2|18|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.18" />
<sup>18</sup>Διοτι λαλουντες υπερηφανα λογια ματαιοτητος, δελεαζουσι με τας επιθυμιας της σαρκος, με τας ασελγειας εκεινους οιτινες τωοντι απεφυγον τους εν πλανη ζωντας,
<scripture passage="2Pet 2:19" parsed="|2Pet|2|19|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.19" />
<sup>19</sup>επαγγελλομενοι εις αυτους ελευθεριαν, ενω αυτοι ειναι δουλοι της διαφθορας· διοτι απο οντινα νικαται τις, τουτου και δουλος γινεται.
<scripture passage="2Pet 2:20" parsed="|2Pet|2|20|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.20" />
<sup>20</sup>Επειδη εαν αφου απεφυγον τα μολυσματα του κοσμου δια της επιγνωσεως του Κυριου και Σωτηρος Ιησου Χριστου, ενεπλεχθησαν παλιν εις ταυτα και νικωνται, εγειναν εις αυτους τα εσχατα χειροτερα των πρωτων.
<scripture passage="2Pet 2:21" parsed="|2Pet|2|21|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.21" />
<sup>21</sup>Επειδη καλητερον ητο εις αυτους να μη γνωρισωσι την οδον της δικαιοσυνης, παρα αφου εγνωρισαν να επιστρεψωσιν εκ της παραδοθεισης εις αυτους αγιας εντολης.
<scripture passage="2Pet 2:22" parsed="|2Pet|2|22|0|0" osisRef="Bible:2Pet.2.22" />
<sup>22</sup>Συνεβη δε εις αυτους το της αληθινης παροιμιας, Ο κυων επεστρεψεν εις το ιδιον αυτου εξερασμα, και, Ο χοιρος λουσθεις επεστρεψεν εις το κυλισμα του βορβορου.
</p>
</div3>

<div3 title="2 Peter 3" progress="97.99%" prev="iiPet.2" next="iJohn" id="iiPet.3">
<h3 id="iiPet.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iiPet.3-p1">
<scripture passage="2Pet 3:1" parsed="|2Pet|3|1|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.1" />
<sup>1</sup>Δευτεραν ηδη ταυτην την επιστολην σας γραφω, αγαπητοι, με τας οποιας διεγειρω δι' υπενθυμισεως την ειλικρινη σας διανοιαν,
<scripture passage="2Pet 3:2" parsed="|2Pet|3|2|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.2" />
<sup>2</sup>δια να ενθυμηθητε τους λογους τους προλαληθεντας υπο των αγιων προφητων και την παραγγελιαν ημων των αποστολων του Κυριου και Σωτηρος·
<scripture passage="2Pet 3:3" parsed="|2Pet|3|3|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.3" />
<sup>3</sup>τουτο πρωτον γνωριζοντες, οτι θελουσιν ελθει εν ταις εσχαταις ημεραις εμπαικται, περιπατουντες κατα τας ιδιας αυτων επιθυμιας
<scripture passage="2Pet 3:4" parsed="|2Pet|3|4|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.4" />
<sup>4</sup>και λεγοντες· Που ειναι η υποσχεσις της παρουσιας αυτου; διοτι αφ' ης ημερας οι πατερες εκοιμηθησαν, τα παντα διαμενουσιν ουτως απ' αρχης της κτισεως.
<scripture passage="2Pet 3:5" parsed="|2Pet|3|5|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.5" />
<sup>5</sup>Διοτι εκουσιως αγνοουσι τουτο, οτι με τον λογον του Θεου οι ουρανοι εγειναν εκπαλαι και η γη συνεστωσα εξ υδατος και δι' υδατος,
<scripture passage="2Pet 3:6" parsed="|2Pet|3|6|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.6" />
<sup>6</sup>δια των οποιων ο τοτε κοσμος απωλεσθη κατακλυσθεις υπο του υδατος·
<scripture passage="2Pet 3:7" parsed="|2Pet|3|7|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.7" />
<sup>7</sup>οι δε σημερινοι ουρανοι και η γη δια του αυτου λογου ειναι αποτεταμιευμενοι, φυλαττομενοι δια το πυρ εις την ημεραν της κρισεως και της απωλειας των ασεβων ανθρωπων.
<scripture passage="2Pet 3:8" parsed="|2Pet|3|8|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.8" />
<sup>8</sup>Εν δε τουτο ας μη σας λανθανη, αγαπητοι, οτι παρα Κυριω μια ημερα ειναι ως χιλια ετη και χιλια ετη ως ημερα μια.
<scripture passage="2Pet 3:9" parsed="|2Pet|3|9|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.9" />
<sup>9</sup>Δεν βραδυνει ο Κυριος την υποσχεσιν αυτου, ως τινες λογιζονται τουτο βραδυτητα, αλλα μακροθυμει εις ημας, μη θελων να απολεσθωσι τινες, αλλα παντες να ελθωσιν εις μετανοιαν.
<scripture passage="2Pet 3:10" parsed="|2Pet|3|10|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.10" />
<sup>10</sup>Θελει δε ελθει η ημερα του Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι, καθ' ην οι ουρανοι θελουσι παρελθει με συριγμον, τα στοιχεια δε πυρακτουμενα θελουσι διαλυθη, και η γη και τα εν αυτη εργα θελουσι κατακαη.
<scripture passage="2Pet 3:11" parsed="|2Pet|3|11|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.11" />
<sup>11</sup>Επειδη λοιπον παντα ταυτα διαλυονται, οποιοι πρεπει να ησθε σεις εις πολιτευμα αγιον και ευσεβειαν,
<scripture passage="2Pet 3:12" parsed="|2Pet|3|12|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.12" />
<sup>12</sup>προσμενοντες και σπευδοντες εις την παρουσιαν της ημερας του Θεου, καθ' ην οι ουρανοι πυρουμενοι θελουσι διαλυθη και τα στοιχεια πυρακτουμενα θελουσι χωνευθη;
<scripture passage="2Pet 3:13" parsed="|2Pet|3|13|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.13" />
<sup>13</sup>Κατα δε την υποσχεσιν αυτου νεους ουρανους και νεαν γην προσμενομεν, εν οις δικαιοσυνη κατοικει.
<scripture passage="2Pet 3:14" parsed="|2Pet|3|14|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.14" />
<sup>14</sup>Δια τουτο, αγαπητοι, ταυτα προσμενοντες, σπουδασατε να ευρεθητε ασπιλοι και αμωμητοι ενωπιον αυτου εν ειρηνη,
<scripture passage="2Pet 3:15" parsed="|2Pet|3|15|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.15" />
<sup>15</sup>και νομιζετε σωτηριαν την μακροθυμιαν του Κυριου ημων, καθως και ο αγαπητος ημων αδελφος Παυλος εγραψε προς εσας κατα την δοθεισαν εις αυτον σοφιαν,
<scripture passage="2Pet 3:16" parsed="|2Pet|3|16|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.16" />
<sup>16</sup>ως και εν πασαις ταις επιστολαις αυτου, λαλων εν αυταις περι τουτων, μεταξυ των οποιων ειναι τινα δυσνοητα, τα οποια οι αμαθεις και αστηρικτοι στρεβλονουσιν, ως και τας λοιπας γραφας προς την ιδιαν αυτων απωλειαν.
<scripture passage="2Pet 3:17" parsed="|2Pet|3|17|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.17" />
<sup>17</sup>Σεις λοιπον, αγαπητοι, προγνωριζοντες ταυτα φυλαττεσθε, δια να μη παρασυρθητε με την πλανην των ανομων και εκπεσητε απο τον στηριγμον σας,
<scripture passage="2Pet 3:18" parsed="|2Pet|3|18|0|0" osisRef="Bible:2Pet.3.18" />
<sup>18</sup>αυξανεσθε δε εις την χαριν και εις την γνωσιν του Κυριου ημων και Σωτηρος Ιησου Χριστου· εις αυτον εστω η δοξα και νυν και εις ημεραν αιωνος· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="1 John" progress="98.05%" prev="iiPet.3" next="iJohn.1" id="iJohn">
<h2 id="iJohn-p0.1">1 John</h2>

<div3 title="1 John 1" progress="98.05%" prev="iJohn" next="iJohn.2" id="iJohn.1">
<h3 id="iJohn.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iJohn.1-p1">
<scripture passage="1John 1:1" parsed="|1John|1|1|0|0" osisRef="Bible:1John.1.1" />
<sup>1</sup>Εκεινο, το οποιον ητο απ' αρχης, το οποιον ηκουσαμεν, το οποιον ειδομεν με τους οφθαλμους ημων, το οποιον εθεωρησαμεν και αι χειρες ημων εψηλαφησαν, περι του Λογου της ζωης·
<scripture passage="1John 1:2" parsed="|1John|1|2|0|0" osisRef="Bible:1John.1.2" />
<sup>2</sup>και η ζωη εφανερωθη, και ειδομεν και μαρτυρουμεν και απαγγελλομεν προς εσας την ζωην την αιωνιον, ητις ητο παρα τω Πατρι και εφανερωθη εις ημας
<scripture passage="1John 1:3" parsed="|1John|1|3|0|0" osisRef="Bible:1John.1.3" />
<sup>3</sup>εκεινο, το οποιον ειδομεν και ηκουσαμεν, απαγγελλομεν προς εσας· δια να εχητε και σεις κοινωνιαν μεθ' ημων· και η κοινωνια δε ημων ειναι μετα του Πατρος και μετα του Υιου αυτου Ιησου Χριστου.
<scripture passage="1John 1:4" parsed="|1John|1|4|0|0" osisRef="Bible:1John.1.4" />
<sup>4</sup>Και ταυτα γραφομεν προς εσας, δια να ηναι πληρης η χαρα σας.
<scripture passage="1John 1:5" parsed="|1John|1|5|0|0" osisRef="Bible:1John.1.5" />
<sup>5</sup>Και αυτη ειναι η επαγγελια, την οποιαν ηκουσαμεν απ' αυτου και αναγγελλομεν προς εσας, οτι ο Θεος ειναι φως και σκοτια εν αυτω δεν υπαρχει ουδεμια.
<scripture passage="1John 1:6" parsed="|1John|1|6|0|0" osisRef="Bible:1John.1.6" />
<sup>6</sup>Εαν ειπωμεν οτι κοινωνιαν εχομεν μετ' αυτου και περιπατωμεν εν τω σκοτει, ψευδομεθα και δεν πραττομεν την αληθειαν·
<scripture passage="1John 1:7" parsed="|1John|1|7|0|0" osisRef="Bible:1John.1.7" />
<sup>7</sup>εαν ομως περιπατωμεν εν τω φωτι, καθως αυτος ειναι εν τω φωτι, εχομεν κοινωνιαν μετ' αλληλων, και το αιμα του Ιησου Χριστου του Υιου αυτου καθαριζει ημας απο πασης αμαρτιας.
<scripture passage="1John 1:8" parsed="|1John|1|8|0|0" osisRef="Bible:1John.1.8" />
<sup>8</sup>Εαν ειπωμεν οτι αμαρτιαν δεν εχομεν, εαυτους πλανωμεν και η αληθεια δεν ειναι εν ημιν.
<scripture passage="1John 1:9" parsed="|1John|1|9|0|0" osisRef="Bible:1John.1.9" />
<sup>9</sup>Εαν ομολογωμεν τας αμαρτιας ημων, ειναι πιστος και δικαιος, ωστε να συγχωρηση εις ημας τας αμαρτιας και καθαριση ημας απο πασης αδικιας.
<scripture passage="1John 1:10" parsed="|1John|1|10|0|0" osisRef="Bible:1John.1.10" />
<sup>10</sup>Εαν ειπωμεν οτι δεν ημαρτησαμεν, ψευστην καμνομεν αυτον, και ο λογος αυτου δεν υπαρχει εν ημιν.
</p>
</div3>

<div3 title="1 John 2" progress="98.09%" prev="iJohn.1" next="iJohn.3" id="iJohn.2">
<h3 id="iJohn.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="iJohn.2-p1">
<scripture passage="1John 2:1" parsed="|1John|2|1|0|0" osisRef="Bible:1John.2.1" />
<sup>1</sup>Τεκνια μου, ταυτα σας γραφω δια να μη αμαρτησητε. Και εαν τις αμαρτηση, εχομεν παρακλητον προς τον Πατερα, τον Ιησουν Χριστον τον δικαιον·
<scripture passage="1John 2:2" parsed="|1John|2|2|0|0" osisRef="Bible:1John.2.2" />
<sup>2</sup>και αυτος ειναι ιλασμος περι των αμαρτιων ημων, και ουχι μονον περι των ημετερων, αλλα και περι ολου του κοσμου.
<scripture passage="1John 2:3" parsed="|1John|2|3|0|0" osisRef="Bible:1John.2.3" />
<sup>3</sup>Και εν τουτω γνωριζομεν οτι εγνωρισαμεν αυτον, εαν τας εντολας αυτου φυλαττωμεν.
<scripture passage="1John 2:4" parsed="|1John|2|4|0|0" osisRef="Bible:1John.2.4" />
<sup>4</sup>Οστις λεγει, Εγνωρισα αυτον, και τας εντολας αυτου δεν φυλαττει, ψευστης ειναι, και εν τουτω η αληθεια δεν υπαρχει·
<scripture passage="1John 2:5" parsed="|1John|2|5|0|0" osisRef="Bible:1John.2.5" />
<sup>5</sup>οστις ομως φυλαττη τον λογον αυτου, αληθως εν τουτω η αγαπη του Θεου ειναι τετελειωμενη. Εν τουτω γνωριζομεν οτι ειμεθα εν αυτω.
<scripture passage="1John 2:6" parsed="|1John|2|6|0|0" osisRef="Bible:1John.2.6" />
<sup>6</sup>Οστις λεγει οτι μενει εν αυτω χρεωστει, καθως εκεινος περιεπατησε, και αυτος ουτω να περιπατη.
<scripture passage="1John 2:7" parsed="|1John|2|7|0|0" osisRef="Bible:1John.2.7" />
<sup>7</sup>Αδελφοι, δεν σας γραφω εντολην νεαν, αλλ' εντολην παλαιαν, την οποιαν ειχετε απ' αρχης· η εντολη η παλαια ειναι ο λογος, τον οποιον ηκουσατε απ' αρχης.
<scripture passage="1John 2:8" parsed="|1John|2|8|0|0" osisRef="Bible:1John.2.8" />
<sup>8</sup>Παλιν εντολην νεαν σας γραφω, το οποιον ειναι αληθες εις αυτον και εις εσας, διοτι το σκοτος παρερχεται και το φως το αληθινον ηδη φεγγει.
<scripture passage="1John 2:9" parsed="|1John|2|9|0|0" osisRef="Bible:1John.2.9" />
<sup>9</sup>Οστις λεγει οτι ειναι εν τω φωτι και μισει τον αδελφον αυτου, εν τω σκοτει ειναι εως τωρα.
<scripture passage="1John 2:10" parsed="|1John|2|10|0|0" osisRef="Bible:1John.2.10" />
<sup>10</sup>Οστις αγαπα τον αδελφον αυτου εν τω φωτι μενει, και σκανδαλον εν αυτω δεν ειναι·
<scripture passage="1John 2:11" parsed="|1John|2|11|0|0" osisRef="Bible:1John.2.11" />
<sup>11</sup>οστις ομως μισει τον αδελφον αυτου εν τω σκοτει ειναι και εν τω σκοτει περιπατει και δεν εξευρει που υπαγει, διοτι το σκοτος ετυφλωσε τους οφθαλμους αυτου.
<scripture passage="1John 2:12" parsed="|1John|2|12|0|0" osisRef="Bible:1John.2.12" />
<sup>12</sup>Γραφω προς εσας, τεκνια, διοτι συνεχωρηθησαν αι αμαρτιαι σας δια το ονομα αυτου.
<scripture passage="1John 2:13" parsed="|1John|2|13|0|0" osisRef="Bible:1John.2.13" />
<sup>13</sup>Γραφω προς εσας, πατερες, διοτι εγνωρισατε τον απ' αρχης. Γραφω προς εσας, νεανισκοι, διοτι ενικησατε τον πονηρον. Γραφω προς εσας, παιδια, διοτι εγνωρισατε τον Πατερα.
<scripture passage="1John 2:14" parsed="|1John|2|14|0|0" osisRef="Bible:1John.2.14" />
<sup>14</sup>Εγραψα προς εσας, πατερες, διοτι εγνωρισατε τον απ' αρχης. Εγραψα προς εσας, νεανισκοι, διοτι εισθε ισχυροι και ο λογος του Θεου μενει εν υμιν και ενικησατε τον πονηρον.
<scripture passage="1John 2:15" parsed="|1John|2|15|0|0" osisRef="Bible:1John.2.15" />
<sup>15</sup>Μη αγαπατε τον κοσμον μηδε τα εν τω κοσμω. Εαν τις αγαπα τον κοσμον, η αγαπη του Πατρος δεν ειναι εν αυτω·
<scripture passage="1John 2:16" parsed="|1John|2|16|0|0" osisRef="Bible:1John.2.16" />
<sup>16</sup>διοτι παν το εν τω κοσμω, η επιθυμια της σαρκος και η επιθυμια των οφθαλμων και η αλαζονεια του βιου δεν ειναι εκ του Πατρος, αλλ' ειναι εκ του κοσμου.
<scripture passage="1John 2:17" parsed="|1John|2|17|0|0" osisRef="Bible:1John.2.17" />
<sup>17</sup>Και ο κοσμος παρερχεται και η επιθυμια αυτου· οστις ομως πραττει το θελημα του Θεου μενει εις τον αιωνα.
<scripture passage="1John 2:18" parsed="|1John|2|18|0|0" osisRef="Bible:1John.2.18" />
<sup>18</sup>Παιδια, εσχατη ωρα ειναι, και καθως ηκουσατε οτι ο αντιχριστος ερχεται, και τωρα πολλοι αντιχριστοι υπαρχουσιν· οθεν γνωριζομεν οτι ειναι εσχατη ωρα.
<scripture passage="1John 2:19" parsed="|1John|2|19|0|0" osisRef="Bible:1John.2.19" />
<sup>19</sup>Εξ ημων εξηλθον, αλλα δεν ησαν εξ ημων· διοτι εαν ησαν εξ ημων, ηθελον μενει μεθ' υμων· αλλα εξηλθον δια να φανερωθωσιν οτι δεν ειναι παντες εξ ημων.
<scripture passage="1John 2:20" parsed="|1John|2|20|0|0" osisRef="Bible:1John.2.20" />
<sup>20</sup>Και σεις εχετε χρισμα απο του Αγιου και γνωριζετε παντα.
<scripture passage="1John 2:21" parsed="|1John|2|21|0|0" osisRef="Bible:1John.2.21" />
<sup>21</sup>Δεν σας εγραψα διοτι δεν εξευρετε την αληθειαν, αλλα διοτι εξευρετε αυτην, και διοτι παν ψευδος εκ της αληθειας δεν ειναι.
<scripture passage="1John 2:22" parsed="|1John|2|22|0|0" osisRef="Bible:1John.2.22" />
<sup>22</sup>Τις ειναι ο ψευστης, ειμη ο αρνουμενος οτι ο Ιησους δεν ειναι ο Χριστος; ουτος ειναι ο αντιχριστος, ο αρνουμενος τον Πατερα και τον Υιον.
<scripture passage="1John 2:23" parsed="|1John|2|23|0|0" osisRef="Bible:1John.2.23" />
<sup>23</sup>Πας ο αρνουμενος τον Υιον δεν εχει ουδε τον Πατερα. Οστις ομολογει τον Υιον εχει και τον Πατερα.
<scripture passage="1John 2:24" parsed="|1John|2|24|0|0" osisRef="Bible:1John.2.24" />
<sup>24</sup>Εκεινο λοιπον το οποιον υμεις ηκουσατε απ' αρχης, ας μενη εν υμιν. Εαν μενη εν υμιν εκεινο το οποιον ηκουσατε απ' αρχης, και υμεις θελετε μενει εν τω Υιω και εν τω Πατρι.
<scripture passage="1John 2:25" parsed="|1John|2|25|0|0" osisRef="Bible:1John.2.25" />
<sup>25</sup>Και αυτη ειναι η υποσχεσις, την οποιαν αυτος υπεσχεθη προς ημας, η ζωη η αιωνιος.
<scripture passage="1John 2:26" parsed="|1John|2|26|0|0" osisRef="Bible:1John.2.26" />
<sup>26</sup>Ταυτα σας εγραψα περι εκεινων, οιτινες σας πλανωσι.
<scripture passage="1John 2:27" parsed="|1John|2|27|0|0" osisRef="Bible:1John.2.27" />
<sup>27</sup>Και το χρισμα, το οποιον υμεις ελαβετε απ' αυτου, εν υμιν μενει, και δεν εχετε χρειαν να σας διδασκη τις· αλλα καθως σας διδασκει το αυτο χρισμα περι παντων, ουτω και αληθες ειναι και δεν ειναι ψευδος· και καθως σας εδιδαξε, θελετε μενει εν αυτω.
<scripture passage="1John 2:28" parsed="|1John|2|28|0|0" osisRef="Bible:1John.2.28" />
<sup>28</sup>Και τωρα, τεκνια, μενετε εν αυτω, ινα οταν φανερωθη, εχωμεν παρρησιαν και μη αισχυνθωμεν απ' αυτου εν τη παρουσια αυτου.
<scripture passage="1John 2:29" parsed="|1John|2|29|0|0" osisRef="Bible:1John.2.29" />
<sup>29</sup>Εαν εξευρητε οτι ειναι δικαιος, γνωριζετε οτι πας ο πραττων την δικαιοσυνην εξ αυτου εγεννηθη.
</p>
</div3>

<div3 title="1 John 3" progress="98.17%" prev="iJohn.2" next="iJohn.4" id="iJohn.3">
<h3 id="iJohn.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="iJohn.3-p1">
<scripture passage="1John 3:1" parsed="|1John|3|1|0|0" osisRef="Bible:1John.3.1" />
<sup>1</sup>Ιδετε οποιαν αγαπην εδωκεν εις ημας ο Πατηρ, ωστε να ονομασθωμεν τεκνα Θεου. Δια τουτο ο κοσμος δεν γνωριζει ημας, διοτι δεν εγνωρισεν αυτον.
<scripture passage="1John 3:2" parsed="|1John|3|2|0|0" osisRef="Bible:1John.3.2" />
<sup>2</sup>Αγαπητοι, τωρα ειμεθα τεκνα Θεου, και ετι δεν εφανερωθη τι θελομεν εισθαι· εξευρομεν ομως οτι οταν φανερωθη, θελομεν εισθαι ομοιοι με αυτον, διοτι θελομεν ιδει αυτον καθως ειναι.
<scripture passage="1John 3:3" parsed="|1John|3|3|0|0" osisRef="Bible:1John.3.3" />
<sup>3</sup>Και πας οστις εχει την ελπιδα ταυτην επ' αυτον καθαριζει εαυτον, καθως εκεινος ειναι καθαρος.
<scripture passage="1John 3:4" parsed="|1John|3|4|0|0" osisRef="Bible:1John.3.4" />
<sup>4</sup>Πας οστις πραττει την αμαρτιαν πραττει και την ανομιαν, διοτι η αμαρτια ειναι η ανομια.
<scripture passage="1John 3:5" parsed="|1John|3|5|0|0" osisRef="Bible:1John.3.5" />
<sup>5</sup>Και εξευρετε οτι εκεινος εφανερωθη δια να σηκωση τας αμαρτιας ημων, και αμαρτια εν αυτω δεν υπαρχει.
<scripture passage="1John 3:6" parsed="|1John|3|6|0|0" osisRef="Bible:1John.3.6" />
<sup>6</sup>Πας οστις μενει εν αυτω δεν αμαρτανει· πας ο αμαρτανων δεν ειδεν αυτον ουδε εγνωρισεν αυτον.
<scripture passage="1John 3:7" parsed="|1John|3|7|0|0" osisRef="Bible:1John.3.7" />
<sup>7</sup>Τεκνια, ας μη σας πλανα μηδεις· οστις πραττει την δικαιοσυνην ειναι δικαιος, καθως εκεινος ειναι δικαιος·
<scripture passage="1John 3:8" parsed="|1John|3|8|0|0" osisRef="Bible:1John.3.8" />
<sup>8</sup>οστις πραττει την αμαρτιαν ειναι εκ του διαβολου, διοτι απ' αρχης ο διαβολος αμαρτανει. Δια τουτο εφανερωθη ο Υιος του Θεου, δια να καταστρεψη τα εργα του διαβολου.
<scripture passage="1John 3:9" parsed="|1John|3|9|0|0" osisRef="Bible:1John.3.9" />
<sup>9</sup>Πας οστις εγεννηθη εκ του Θεου αμαρτιαν δεν πραττει, διοτι σπερμα αυτου μενει εν αυτω· και δεν δυναται να αμαρτανη, διοτι εγεννηθη εκ του Θεου.
<scripture passage="1John 3:10" parsed="|1John|3|10|0|0" osisRef="Bible:1John.3.10" />
<sup>10</sup>Εν τουτω γνωριζονται τα τεκνα του Θεου και τα τεκνα του διαβολου. Πας οστις δεν πραττει δικαιοσυνην δεν ειναι εκ του Θεου, ουδε οστις δεν αγαπα τον αδελφον αυτου.
<scripture passage="1John 3:11" parsed="|1John|3|11|0|0" osisRef="Bible:1John.3.11" />
<sup>11</sup>Διοτι αυτη ειναι η παραγγελια, την οποιαν ηκουσατε απ' αρχης, να αγαπωμεν αλληλους·
<scripture passage="1John 3:12" parsed="|1John|3|12|0|0" osisRef="Bible:1John.3.12" />
<sup>12</sup>ουχι καθως ο Καιν ητο εκ του πονηρου και εσφαξε τον αδελφον αυτου· και δια τι εσφαξεν αυτον; διοτι τα εργα αυτου ησαν πονηρα, τα δε του αδελφου αυτου δικαια.
<scripture passage="1John 3:13" parsed="|1John|3|13|0|0" osisRef="Bible:1John.3.13" />
<sup>13</sup>Μη θαυμαζετε, αδελφοι μου, αν ο κοσμος σας μιση.
<scripture passage="1John 3:14" parsed="|1John|3|14|0|0" osisRef="Bible:1John.3.14" />
<sup>14</sup>ημεις εξευρομεν οτι μετεβημεν εκ του θανατου εις την ζωην, διοτι αγαπωμεν τους αδελφους· οστις δεν αγαπα τον αδελφον μενει εν τω θανατω.
<scripture passage="1John 3:15" parsed="|1John|3|15|0|0" osisRef="Bible:1John.3.15" />
<sup>15</sup>Πας οστις μισει τον αδελφον αυτου ειναι ανθρωποκτονος· και εξευρετε οτι πας ανθρωποκτονος δεν εχει ζωην αιωνιον μενουσαν εν εαυτω.
<scripture passage="1John 3:16" parsed="|1John|3|16|0|0" osisRef="Bible:1John.3.16" />
<sup>16</sup>Εκ τουτου γνωριζομεν την αγαπην, οτι εκεινος υπερ ημων την ψυχην αυτου εβαλε· και ημεις χρεωστουμεν υπερ των αδελφων να βαλλωμεν τας ψυχας ημων.
<scripture passage="1John 3:17" parsed="|1John|3|17|0|0" osisRef="Bible:1John.3.17" />
<sup>17</sup>Οστις ομως εχη τον βιον του κοσμου και θεωρη τον αδελφον αυτου οτι εχει χρειαν και κλειση τα σπλαγχνα αυτου απ' αυτου, πως η αγαπη του Θεου μενει εν αυτω;
<scripture passage="1John 3:18" parsed="|1John|3|18|0|0" osisRef="Bible:1John.3.18" />
<sup>18</sup>Τεκνια μου, μη αγαπωμεν με λογον μηδε με γλωσσαν, αλλα με εργον και αληθειαν.
<scripture passage="1John 3:19" parsed="|1John|3|19|0|0" osisRef="Bible:1John.3.19" />
<sup>19</sup>Και εκ τουτου γνωριζομεν οτι ειμεθα εκ της αληθειας, και θελομεν πληροφορησει τας καρδιας ημων εμπροσθεν αυτου,
<scripture passage="1John 3:20" parsed="|1John|3|20|0|0" osisRef="Bible:1John.3.20" />
<sup>20</sup>διοτι εαν μας κατακρινη η καρδια, βεβαιως ο Θεος ειναι μεγαλητερος της καρδιας ημων και γνωριζει τα παντα.
<scripture passage="1John 3:21" parsed="|1John|3|21|0|0" osisRef="Bible:1John.3.21" />
<sup>21</sup>Αγαπητοι, εαν η καρδια ημων δεν μας κατακρινη, εχομεν παρρησιαν προς τον Θεον,
<scripture passage="1John 3:22" parsed="|1John|3|22|0|0" osisRef="Bible:1John.3.22" />
<sup>22</sup>και ο, τι αν ζητωμεν λαμβανομεν παρ' αυτου, διοτι φυλαττομεν τας εντολας αυτου και πραττομεν τα αρεστα ενωπιον αυτου.
<scripture passage="1John 3:23" parsed="|1John|3|23|0|0" osisRef="Bible:1John.3.23" />
<sup>23</sup>Και αυτη ειναι η εντολη αυτου, το να πιστευσωμεν εις το ονομα του Υιου αυτου Ιησου Χριστου και να αγαπωμεν αλληλους καθως εδωκεν εντολην εις ημας.
<scripture passage="1John 3:24" parsed="|1John|3|24|0|0" osisRef="Bible:1John.3.24" />
<sup>24</sup>Και οστις φυλαττει τας εντολας αυτου μενει εν αυτω, και αυτος εν εκεινω. Και εκ τουτου γνωριζομεν οτι μενει εν ημιν, εκ του Πνευματος το οποιον εδωκεν εις ημας.
</p>
</div3>

<div3 title="1 John 4" progress="98.24%" prev="iJohn.3" next="iJohn.5" id="iJohn.4">
<h3 id="iJohn.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="iJohn.4-p1">
<scripture passage="1John 4:1" parsed="|1John|4|1|0|0" osisRef="Bible:1John.4.1" />
<sup>1</sup>Αγαπητοι, μη πιστευετε εις παν πνευμα, αλλα δοκιμαζετε τα πνευματα εν ηναι εκ του Θεου· διοτι πολλοι ψευδοπροφηται εξηλθον εις τον κοσμον.
<scripture passage="1John 4:2" parsed="|1John|4|2|0|0" osisRef="Bible:1John.4.2" />
<sup>2</sup>Εκ τουτου γνωριζετε το Πνευμα του Θεου· παν πνευμα, το οποιον ομολογει οτι ο Ιησους Χριστος ηλθεν εν σαρκι, ειναι εκ του Θεου·
<scripture passage="1John 4:3" parsed="|1John|4|3|0|0" osisRef="Bible:1John.4.3" />
<sup>3</sup>και παν πνευμα, το οποιον δεν ομολογει οτι ο Ιησους Χριστος ηλθεν εν σαρκι, δεν ειναι εκ του Θεου· και τουτο ειναι το πνευμα του αντιχριστου, το οποιον ηκουσατε οτι ερχεται, και τωρα μαλιστα ειναι εν τω κοσμω.
<scripture passage="1John 4:4" parsed="|1John|4|4|0|0" osisRef="Bible:1John.4.4" />
<sup>4</sup>Σεις εκ του Θεου εισθε, τεκνια, και ενικησατε αυτους, διοτι μεγαλητερος ειναι εκεινος οστις ειναι εν υμιν παρα οστις ειναι εν τω κοσμω.
<scripture passage="1John 4:5" parsed="|1John|4|5|0|0" osisRef="Bible:1John.4.5" />
<sup>5</sup>Αυτοι εκ του κοσμου ειναι· δια τουτο εκ του κοσμου λαλουσι, και ο κοσμος αυτους ακουει.
<scripture passage="1John 4:6" parsed="|1John|4|6|0|0" osisRef="Bible:1John.4.6" />
<sup>6</sup>ημεις εκ του Θεου ειμεθα· οστις γνωριζει τον Θεον ακουει ημας· οστις δεν ειναι εκ του Θεου δεν ακουει ημας. Εκ τουτου γνωριζομεν το πνευμα της αληθειας και το πνευμα της πλανης.
<scripture passage="1John 4:7" parsed="|1John|4|7|0|0" osisRef="Bible:1John.4.7" />
<sup>7</sup>Αγαπητοι, ας αγαπωμεν αλληλους, διοτι η αγαπη ειναι εκ του Θεου, και πας οστις αγαπα εκ του Θεου εγεννηθη και γνωριζει τον Θεον.
<scripture passage="1John 4:8" parsed="|1John|4|8|0|0" osisRef="Bible:1John.4.8" />
<sup>8</sup>Οστις δεν αγαπα δεν εγνωρισε τον Θεον, διοτι ο Θεος ειναι αγαπη.
<scripture passage="1John 4:9" parsed="|1John|4|9|0|0" osisRef="Bible:1John.4.9" />
<sup>9</sup>Εν τουτω εφανερωθη η αγαπη του Θεου προς ημας, οτι τον Υιον αυτου τον μονογενη απεστειλεν ο Θεος εις τον κοσμον, δια να ζησωμεν δι' αυτου.
<scripture passage="1John 4:10" parsed="|1John|4|10|0|0" osisRef="Bible:1John.4.10" />
<sup>10</sup>Εν τουτω ειναι η αγαπη, ουχι οτι ημεις ηγαπησαμεν τον Θεον, αλλ' οτι αυτος ηγαπησεν ημας και απεστειλε τον Υιον αυτου ιλασμον περι των αμαρτιων ημων.
<scripture passage="1John 4:11" parsed="|1John|4|11|0|0" osisRef="Bible:1John.4.11" />
<sup>11</sup>Αγαπητοι επειδη ουτως ηγαπησεν ημας ο Θεος και ημεις χρεωστουμεν να αγαπωμεν αλληλους.
<scripture passage="1John 4:12" parsed="|1John|4|12|0|0" osisRef="Bible:1John.4.12" />
<sup>12</sup>Τον Θεον ουδεις ειδε πωποτε· εαν αγαπωμεν αλληλους, ο Θεος μενει εν ημιν, και η αγαπη αυτου ειναι τετελειωμενη εν ημιν.
<scripture passage="1John 4:13" parsed="|1John|4|13|0|0" osisRef="Bible:1John.4.13" />
<sup>13</sup>Εκ τουτου γνωριζομεν οτι εν αυτω μενομεν και αυτος εν ημιν, διοτι εκ του Πνευματος αυτου εδωκεν εις ημας.
<scripture passage="1John 4:14" parsed="|1John|4|14|0|0" osisRef="Bible:1John.4.14" />
<sup>14</sup>Και ημεις ειδομεν και μαρτυρουμεν οτι ο Πατηρ απεστειλε τον Υιον Σωτηρα του κοσμου.
<scripture passage="1John 4:15" parsed="|1John|4|15|0|0" osisRef="Bible:1John.4.15" />
<sup>15</sup>Οστις ομολογηση οτι ο Ιησους ειναι ο Υιος του Θεου, ο Θεος μενει εν αυτω και αυτος εν τω Θεω.
<scripture passage="1John 4:16" parsed="|1John|4|16|0|0" osisRef="Bible:1John.4.16" />
<sup>16</sup>Και ημεις εγνωρισαμεν και επιστευσαμεν την αγαπην την οποιαν εχει ο Θεος προς ημας. Ο Θεος ειναι αγαπη, και οστις μενει εν τη αγαπη εν τω Θεω μενει και ο Θεος εν αυτω.
<scripture passage="1John 4:17" parsed="|1John|4|17|0|0" osisRef="Bible:1John.4.17" />
<sup>17</sup>Εν τουτω ειναι τετελειωμενη η αγαπη μεθ' ημων, δια να εχωμεν παρρησιαν εν τη ημερα της κρισεως, διοτι καθως εκεινος ειναι, ουτω και ημεις ειμεθα εν τω κοσμω τουτω.
<scripture passage="1John 4:18" parsed="|1John|4|18|0|0" osisRef="Bible:1John.4.18" />
<sup>18</sup>Φοβος δεν ειναι εν τη αγαπη, αλλ' η τελεια αγαπη εξω διωκει τον φοβον, διοτι ο φοβος εχει κολασιν· και ο φοβουμενος δεν ειναι τετελειωμενος εν τη αγαπη.
<scripture passage="1John 4:19" parsed="|1John|4|19|0|0" osisRef="Bible:1John.4.19" />
<sup>19</sup>ημεις αγαπωμεν αυτον, διοτι αυτος πρωτος ηγαπησεν ημας.
<scripture passage="1John 4:20" parsed="|1John|4|20|0|0" osisRef="Bible:1John.4.20" />
<sup>20</sup>Εαν τις ειπη οτι αγαπω τον Θεον, και μιση τον αδελφον αυτου, ψευστης ειναι· διοτι οστις δεν αγαπα τον αδελφον αυτου, τον οποιον ειδε, τον Θεον, τον οποιον δεν ειδε πως δυναται να αγαπα;
<scripture passage="1John 4:21" parsed="|1John|4|21|0|0" osisRef="Bible:1John.4.21" />
<sup>21</sup>Και ταυτην την εντολην εχομεν απ' αυτου, οστις αγαπα τον Θεον, να αγαπα και τον αδελφον αυτου.
</p>
</div3>

<div3 title="1 John 5" progress="98.31%" prev="iJohn.4" next="iiJohn" id="iJohn.5">
<h3 id="iJohn.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="iJohn.5-p1">
<scripture passage="1John 5:1" parsed="|1John|5|1|0|0" osisRef="Bible:1John.5.1" />
<sup>1</sup>Πας οστις πιστευει οτι ο Ιησους ειναι ο Χριστος, εκ του Θεου εγεννηθη, και πας οστις αγαπα τον γεννησαντα αγαπα και τον γεννηθεντα εξ αυτου.
<scripture passage="1John 5:2" parsed="|1John|5|2|0|0" osisRef="Bible:1John.5.2" />
<sup>2</sup>Εκ τουτου γνωριζομεν οτι αγαπωμεν τα τεκνα του Θεου, οταν τον Θεον αγαπωμεν και τας εντολας αυτου φυλαττωμεν.
<scripture passage="1John 5:3" parsed="|1John|5|3|0|0" osisRef="Bible:1John.5.3" />
<sup>3</sup>Διοτι αυτη ειναι η αγαπη του Θεου, το να φυλαττωμεν τας εντολας αυτου· και αι εντολαι αυτου βαρειαι δεν ειναι.
<scripture passage="1John 5:4" parsed="|1John|5|4|0|0" osisRef="Bible:1John.5.4" />
<sup>4</sup>Διοτι παν ο, τι εγεννηθη εκ του Θεου νικα τον κοσμον· και αυτη ειναι η νικη η νικησασα τον κοσμον, η πιστις ημων.
<scripture passage="1John 5:5" parsed="|1John|5|5|0|0" osisRef="Bible:1John.5.5" />
<sup>5</sup>Τις ειναι ο νικων τον κοσμον ειμη ο πιστευων οτι ο Ιησους ειναι ο Υιος του Θεου;
<scripture passage="1John 5:6" parsed="|1John|5|6|0|0" osisRef="Bible:1John.5.6" />
<sup>6</sup>Ουτος ειναι ο ελθων δι' υδατος και αιματος, Ιησους ο Χριστος· ουχι δια του υδατος μονον, αλλα δια του υδατος και του αιματος· και το Πνευμα ειναι το οποιον μαρτυρει, επειδη το Πνευμα ειναι η αληθεια.
<scripture passage="1John 5:7" parsed="|1John|5|7|0|0" osisRef="Bible:1John.5.7" />
<sup>7</sup>Διοτι τρεις ειναι οι μαρτυρουντες εν τω ουρανω, ο Πατηρ, ο Λογος και το Αγιον Πνευμα, και ουτοι οι τρεις ειναι εν·
<scripture passage="1John 5:8" parsed="|1John|5|8|0|0" osisRef="Bible:1John.5.8" />
<sup>8</sup>και τρεις ειναι οι μαρτυρουντες εν τη γη, το Πνευμα και το υδωρ και το αιμα, και οι τρεις ουτοι αναφερονται εις το εν.
<scripture passage="1John 5:9" parsed="|1John|5|9|0|0" osisRef="Bible:1John.5.9" />
<sup>9</sup>Εαν δεχωμεθα την μαρτυριαν των ανθρωπων, η μαρτυρια του Θεου ειναι μεγαλητερα· διοτι αυτη ειναι η μαρτυρια του Θεου, την οποιαν εμαρτυρησε περι του Υιου αυτου.
<scripture passage="1John 5:10" parsed="|1John|5|10|0|0" osisRef="Bible:1John.5.10" />
<sup>10</sup>Οστις πιστευει εις τον Υιον του Θεου εχει την μαρτυριαν εν εαυτω· οστις δεν πιστευει εις τον Θεον, εκαμεν αυτον ψευστην, διοτι δεν επιστευσεν εις την μαρτυριαν, την οποιαν εμαρτυρησεν ο Θεος περι του Υιου αυτου.
<scripture passage="1John 5:11" parsed="|1John|5|11|0|0" osisRef="Bible:1John.5.11" />
<sup>11</sup>Και αυτη ειναι μαρτυρια, οτι ζωην αιωνιον εδωκεν εις ημας ο Θεος, και αυτη η ζωη ειναι εν τω Υιω αυτου.
<scripture passage="1John 5:12" parsed="|1John|5|12|0|0" osisRef="Bible:1John.5.12" />
<sup>12</sup>Οστις εχει τον Υιον εχει την ζωην· οστις δεν εχει τον Υιον του Θεου, την ζωην δεν εχει.
<scripture passage="1John 5:13" parsed="|1John|5|13|0|0" osisRef="Bible:1John.5.13" />
<sup>13</sup>Ταυτα εγραψα προς εσας τους πιστευοντας εις το ονομα του Υιου του Θεου, δια να γνωριζητε οτι εχετε ζωην αιωνιον, και δια να πιστευητε εις το ονομα του Υιου του Θεου.
<scripture passage="1John 5:14" parsed="|1John|5|14|0|0" osisRef="Bible:1John.5.14" />
<sup>14</sup>Και αυτη ειναι η παρρησια, την οποιαν εχομεν προς αυτον, οτι εαν ζητωμεν τι κατα το θελημα αυτου, ακουει ημας.
<scripture passage="1John 5:15" parsed="|1John|5|15|0|0" osisRef="Bible:1John.5.15" />
<sup>15</sup>Και εαν εξευρωμεν οτι ακουει ημας ο, τι αν ζητησωμεν, εξευρομεν οτι λαμβανομεν τα ζητηματα, τα οποια εζητησαμεν παρ' αυτου.
<scripture passage="1John 5:16" parsed="|1John|5|16|0|0" osisRef="Bible:1John.5.16" />
<sup>16</sup>Εαν τις ιδη τον αδελφον αυτου αμαρτανοντα αμαρτιαν ουχι θανασιμον, θελει ζητησει, και ο Θεος θελει δωσει εις αυτον ζωην, εις τους αμαρτανοντας ουχι θανασιμως. Ειναι αμαρτια θανασιμος· δεν λεγω περι εκεινης να παρακαλεση.
<scripture passage="1John 5:17" parsed="|1John|5|17|0|0" osisRef="Bible:1John.5.17" />
<sup>17</sup>Πασα αδικια ειναι αμαρτια· και ειναι αμαρτια ουχι θανασιμος.
<scripture passage="1John 5:18" parsed="|1John|5|18|0|0" osisRef="Bible:1John.5.18" />
<sup>18</sup>Εξευρομεν οτι πας ο γεννηθεις εκ του Θεου δεν αμαρτανει, αλλ' οστις εγεννηθη εκ του Θεου φυλαττει αυτον, και ο πονηρος δεν εγγιζει αυτον.
<scripture passage="1John 5:19" parsed="|1John|5|19|0|0" osisRef="Bible:1John.5.19" />
<sup>19</sup>Εξευρομεν οτι εκ του Θεου ειμεθα, και ο κοσμος ολος εν τω πονηρω κειται.
<scripture passage="1John 5:20" parsed="|1John|5|20|0|0" osisRef="Bible:1John.5.20" />
<sup>20</sup>Εξευρομεν δε οτι ο Υιος του Θεου ηλθε και εδωκεν εις ημας νοησιν, δια να γνωριζωμεν τον αληθινον· και ειμεθα εν τω αληθινω, εν τω Υιω αυτου Ιησου Χριστω. Ουτος ειναι ο αληθινος Θεος και η ζωη η αιωνιος.
<scripture passage="1John 5:21" parsed="|1John|5|21|0|0" osisRef="Bible:1John.5.21" />
<sup>21</sup>Τεκνια, φυλαξατε εαυτους απο των ειδωλων· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="2 John" progress="98.37%" prev="iJohn.5" next="iiJohn.1" id="iiJohn">
<h2 id="iiJohn-p0.1">2 John</h2>

<div3 title="2 John 1" progress="98.37%" prev="iiJohn" next="iiiJohn" id="iiJohn.1">
<h3 id="iiJohn.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiJohn.1-p1">
<scripture passage="2John 1:1" parsed="|2John|1|1|0|0" osisRef="Bible:2John.1.1" />
<sup>1</sup>Ο πρεσβυτερος προς την εκλεκτην κυριαν και προς τα τεκνα αυτης, τους οποιους εγω αγαπω εν αληθεια, και ουχι εγω μονος, αλλα και παντες οι γνωρισαντες την αληθειαν,
<scripture passage="2John 1:2" parsed="|2John|1|2|0|0" osisRef="Bible:2John.1.2" />
<sup>2</sup>δια την αληθειαν, ητις μενει εν ημιν και θελει εισθαι μεθ' ημων εις τον αιωνα·
<scripture passage="2John 1:3" parsed="|2John|1|3|0|0" osisRef="Bible:2John.1.3" />
<sup>3</sup>ειη μεθ' υμων χαρις, ελεος, ειρηνη παρα Θεου Πατρος και παρα Κυριου Ιησου Χριστου του Υιου του Πατρος, εν αληθεια και αγαπη.
<scripture passage="2John 1:4" parsed="|2John|1|4|0|0" osisRef="Bible:2John.1.4" />
<sup>4</sup>Εχαρην κατα πολλα οτι ευρηκα εκ των τεκνων σου τινας περιπατουντας εν τη αληθεια, καθως εντολην ελαβομεν παρα του Πατρος.
<scripture passage="2John 1:5" parsed="|2John|1|5|0|0" osisRef="Bible:2John.1.5" />
<sup>5</sup>Και τωρα σε παρακαλω, κυρια, ουχι ως γραφων προς σε εντολην νεαν, αλλ' εκεινην την οποιαν ειχομεν απ' αρχης, να αγαπωμεν αλληλους.
<scripture passage="2John 1:6" parsed="|2John|1|6|0|0" osisRef="Bible:2John.1.6" />
<sup>6</sup>Και αυτη ειναι η αγαπη, να περιπατωμεν κατα τας εντολας αυτου. Αυτη ειναι η εντολη, καθως ηκουσατε απ' αρχης, να περιπατητε εις αυτην.
<scripture passage="2John 1:7" parsed="|2John|1|7|0|0" osisRef="Bible:2John.1.7" />
<sup>7</sup>Διοτι πολλοι πλανοι εισηλθον εις τον κοσμον, οιτινες δεν ομολογουσιν οτι ο Ιησους Χριστος ηλθεν εν σαρκι· ο τοιουτος ειναι ο πλανος και ο αντιχριστος.
<scripture passage="2John 1:8" parsed="|2John|1|8|0|0" osisRef="Bible:2John.1.8" />
<sup>8</sup>Προσεχετε εις εαυτους, δια να μη χασωμεν εκεινα, τα οποια ειργασθημεν, αλλα να απολαβωμεν πληρη τον μισθον.
<scripture passage="2John 1:9" parsed="|2John|1|9|0|0" osisRef="Bible:2John.1.9" />
<sup>9</sup>Πας οστις παραβαινει και δεν μενει εν τη διδαχη του Χριστου Θεον δεν εχει· ο μενων εν τη διδαχη του Χριστου, ουτος εχει και τον Πατερα και τον Υιον.
<scripture passage="2John 1:10" parsed="|2John|1|10|0|0" osisRef="Bible:2John.1.10" />
<sup>10</sup>Εαν τις ερχηται προς εσας και δεν φερη την διδαχην ταυτην, μη δεχεσθε αυτον εις οικιαν και μη λεγετε εις αυτον το χαιρειν·
<scripture passage="2John 1:11" parsed="|2John|1|11|0|0" osisRef="Bible:2John.1.11" />
<sup>11</sup>διοτι ο λεγων εις αυτον το χαιρειν γινεται κοινωνος εις τα πονηρα αυτου εργα.
<scripture passage="2John 1:12" parsed="|2John|1|12|0|0" osisRef="Bible:2John.1.12" />
<sup>12</sup>Αν και ειχον πολλα να σας γραψω, δεν ηθελησα δια χαρτου και μελανης, αλλ' ελπιζω να ελθω προς εσας και να λαλησω στομα προς στομα, δια να ηναι πληρης η χαρα ημων.
<scripture passage="2John 1:13" parsed="|2John|1|13|0|0" osisRef="Bible:2John.1.13" />
<sup>13</sup>Σε ασπαζονται τα τεκνα της αδελφης σου της εκλεκτης· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="3 John" progress="98.41%" prev="iiJohn.1" next="iiiJohn.1" id="iiiJohn">
<h2 id="iiiJohn-p0.1">3 John</h2>

<div3 title="3 John 1" progress="98.41%" prev="iiiJohn" next="Jude" id="iiiJohn.1">
<h3 id="iiiJohn.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="iiiJohn.1-p1">
<scripture passage="3John 1:1" parsed="|3John|1|1|0|0" osisRef="Bible:3John.1.1" />
<sup>1</sup>Ο πρεσβυτερος προς Γαιον τον αγαπητον, τον οποιον εγω αγαπω εν αληθεια.
<scripture passage="3John 1:2" parsed="|3John|1|2|0|0" osisRef="Bible:3John.1.2" />
<sup>2</sup>Αγαπητε, κατα παντα ευχομαι να ευδουσαι και να υγιαινης, καθως ευοδουται η ψυχη σου.
<scripture passage="3John 1:3" parsed="|3John|1|3|0|0" osisRef="Bible:3John.1.3" />
<sup>3</sup>Διοτι εχαρην κατα πολλα οτι ερχονται αδελφοι και μαρτυρουσιν εις την αληθειαν σου, καθως συ περιπατεις εν τη αληθεια.
<scripture passage="3John 1:4" parsed="|3John|1|4|0|0" osisRef="Bible:3John.1.4" />
<sup>4</sup>Μεγαλητεραν χαραν δεν εχω παρα τουτο, να ακουω οτι τα τεκνα μου περιπατουσιν εν τη αληθεια.
<scripture passage="3John 1:5" parsed="|3John|1|5|0|0" osisRef="Bible:3John.1.5" />
<sup>5</sup>Αγαπητε, εργον αξιον πιστου πραττεις ο, τι καμης εις τους αδελφους και εις τους ξενους,
<scripture passage="3John 1:6" parsed="|3John|1|6|0|0" osisRef="Bible:3John.1.6" />
<sup>6</sup>οιτινες εμαρτυρησαν περι της αγαπης σου ενωπιον της εκκλησιας, τους οποιους καλως θελεις πραξει προπεμψας αξιως του Θεου.
<scripture passage="3John 1:7" parsed="|3John|1|7|0|0" osisRef="Bible:3John.1.7" />
<sup>7</sup>Διοτι υπερ του ονοματος αυτου εξηλθον, χωρις να λαμβανωσι μηδεν απο των εθνων.
<scripture passage="3John 1:8" parsed="|3John|1|8|0|0" osisRef="Bible:3John.1.8" />
<sup>8</sup>ημεις λοιπον χρεωστουμεν να υποδεχωμεθα τους τοιουτους, δια να γινωμεθα συνεργοι εις την αληθειαν.
<scripture passage="3John 1:9" parsed="|3John|1|9|0|0" osisRef="Bible:3John.1.9" />
<sup>9</sup>Εγραψα προς την εκκλησιαν· αλλ' ο φιλοπρωτευων αυτων Διοτρεφης δεν δεχεται ημας.
<scripture passage="3John 1:10" parsed="|3John|1|10|0|0" osisRef="Bible:3John.1.10" />
<sup>10</sup>Δια τουτο, εαν ελθω, θελω υπενθυμισει τα εργα αυτου, τα οποια καμνει, φλυαρων εναντιον ημων με λογους πονηρους· και μη αρκουμενος εις τουτους, ουτε αυτος δεχεται τους αδελφους, αλλα και τους θελοντας να δεχθωσιν εμποδιζει και απο της εκκλησιας εκβαλλει.
<scripture passage="3John 1:11" parsed="|3John|1|11|0|0" osisRef="Bible:3John.1.11" />
<sup>11</sup>Αγαπητε, μη μιμου το κακον, αλλα το αγαθον. Ο αγαθοποιων εκ του Θεου ειναι, ο δε κακοποιων δεν ειδε τον Θεον.
<scripture passage="3John 1:12" parsed="|3John|1|12|0|0" osisRef="Bible:3John.1.12" />
<sup>12</sup>Εις τον Δημητριον διδεται καλη μαρτυρια υπο παντων και υπ' αυτης της αληθειας· και ημεις δε μαρτυρουμεν, και εξευρετε οτι η μαρτυρια ημων ειναι αληθης.
<scripture passage="3John 1:13" parsed="|3John|1|13|0|0" osisRef="Bible:3John.1.13" />
<sup>13</sup>Πολλα ειχον να γραφω, αλλα δεν θελω να σοι γραψω δια μελανης και καλαμου,
<scripture passage="3John 1:14" parsed="|3John|1|14|0|0" osisRef="Bible:3John.1.14" />
<sup>14</sup>αλλ' ελπιζω ταχεως να σε ιδω, και θελομεν λαλησει στομα προς στομα. Ειρηνη εις σε· Ασπαζονται σε οι φιλοι. Ασπαζου τους φιλους κατ' ονομα.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Jude" progress="98.45%" prev="iiiJohn.1" next="Jude.1" id="Jude">
<h2 id="Jude-p0.1">Jude</h2>

<div3 title="Jude 1" progress="98.45%" prev="Jude" next="Rev" id="Jude.1">
<h3 id="Jude.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Jude.1-p1">
<scripture passage="Jude 1:1" parsed="|Jude|1|1|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.1" />
<sup>1</sup>Ιουδας, δουλος Ιησου Χριστου, αδελφος δε Ιακωβου, προς τους κλητους τους ηγιασμενους υπο Θεου Πατρος, και τετηρημενους υπο του Ιησου Χριστου·
<scripture passage="Jude 1:2" parsed="|Jude|1|2|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.2" />
<sup>2</sup>ελεος πληθυνθειη εις εσας και ειρηνη και αγαπη.
<scripture passage="Jude 1:3" parsed="|Jude|1|3|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.3" />
<sup>3</sup>Αγαπητοι, επειδη καταβαλλω πασαν σπουδην να σας γραφω περι της κοινης σωτηριας, ελαβον αναγκην να σας γραψω, προτρεπων εις το να αγωνιζησθε δια την πιστιν, ητις απαξ παρεδοθη εις τους αγιους.
<scripture passage="Jude 1:4" parsed="|Jude|1|4|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.4" />
<sup>4</sup>Διοτι εισεχωρησαν λαθραιως τινες ανθρωποι, οιτινες ησαν παλαιοθεν προγεγραμμενοι εις ταυτην την καταδικην, ασεβεις, μεταστρεφοντες την χαριν του Θεου ημων εις ασελγειαν, και αρνουμενοι τον μονον Δεσποτην Θεον και Κυριον ημων Ιησουν Χριστον.
<scripture passage="Jude 1:5" parsed="|Jude|1|5|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.5" />
<sup>5</sup>Θελω δε να σας υπενθυμισω, αν και σεις εγνωρισατε ηδη τουτο, οτι ο Κυριος, αφου εσωσε τον λαον εκ γης Αιγυπτου, απωλεσεν υστερον τους μη πιστευσαντας.
<scripture passage="Jude 1:6" parsed="|Jude|1|6|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.6" />
<sup>6</sup>Και αγγελους, οιτινες δεν εφυλαξαν την εαυτων αξιαν αλλα κατελιπον το ιδιον αυτων κατοικητηριον, εφυλαξε με παντοτεινα δεσμα υποκατω του σκοτους δια την κρισιν της μεγαλης ημερας·
<scripture passage="Jude 1:7" parsed="|Jude|1|7|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.7" />
<sup>7</sup>καθως τα Σοδομα και τα Γομορρα και αι περιξ αυτων πολεις, εις την πορνειαν παραδοθεισαι κατα τον ομοιον με τουτους τροπον και ακολουθουσαι οπισω αλλης σαρκος, προκεινται παραδειγμα, τιμωρουμεναι με το αιωνιον πυρ.
<scripture passage="Jude 1:8" parsed="|Jude|1|8|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.8" />
<sup>8</sup>Ομοιως και ουτοι ενυπνιαζομενοι την μεν σαρκα μιαινουσι, την δε εξουσιαν καταφρονουσι και τα αξιωματα βλασφημουσιν.
<scripture passage="Jude 1:9" parsed="|Jude|1|9|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.9" />
<sup>9</sup>Ο δε Μιχαηλ ο αρχαγγελος, οτε αγωνιζομενος με τον διαβολον εφιλονεικει περι του σωματος του Μωυσεως, δεν ετολμησε να επιφερη εναντιον αυτου κατηγοριαν βλασφημον, αλλ' ειπεν· Ο Κυριος να σε επιτιμηση.
<scripture passage="Jude 1:10" parsed="|Jude|1|10|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.10" />
<sup>10</sup>Ουτοι δε οσα μεν δεν εξευρουσι βλασφημουσιν, οσα δε φυσικως ως τα αλογα ζωα εξευρουσιν, εις ταυτα φθειρονται.
<scripture passage="Jude 1:11" parsed="|Jude|1|11|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.11" />
<sup>11</sup>Ουαι εις αυτους, διοτι περιεπατησαν εις την οδον του Καιν και χαριν μισθου εξεχυθησαν εις την πλανην του Βαλααμ, και απωλεσθησαν εις την αντιλογιαν του Κορε.
<scripture passage="Jude 1:12" parsed="|Jude|1|12|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.12" />
<sup>12</sup>Ουτοι ειναι κηλιδες εις τας αγαπας σας, συμποσιαζοντες αφοβως, βοσκοντες εαυτους, νεφελαι ανυδροι υπο ανεμων περιφερομεναι, δενδρα φθινοπωρινα ακαρπα, δις αποθανοντα, εκριζωθεντα,
<scripture passage="Jude 1:13" parsed="|Jude|1|13|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.13" />
<sup>13</sup>κυματα αγρια θαλασσης επαφριζοντα τας ιδιας αυτων αισχυνας, αστερες πλανηται, δια τους οποιους το ζοφερον σκοτος ειναι τετηρημενον εις τον αιωνα.
<scripture passage="Jude 1:14" parsed="|Jude|1|14|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.14" />
<sup>14</sup>Προεφητευσε δε περι τουτων και ο Ενωχ, εβδομος απο Αδαμ, λεγων· Ιδου, ηλθεν ο Κυριος με μυριαδας αγιων αυτου,
<scripture passage="Jude 1:15" parsed="|Jude|1|15|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.15" />
<sup>15</sup>δια να καμη κρισιν κατα παντων και να ελεγξη παντας τους ασεβεις εξ αυτων δια παντα τα εργα της ασεβειας αυτων, τα οποια επραξαν και δια παντα τα σκληρα, τα οποια ελαλησαν κατ' αυτου αμαρτωλοι ασεβεις.
<scripture passage="Jude 1:16" parsed="|Jude|1|16|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.16" />
<sup>16</sup>Ουτοι ειναι γογγυσται, μεμψιμοιροι, περιπατουντες κατα τας επιθυμιας αυτων, και το στομα αυτων λαλει υπερηφανα, και κολακευουσι προσωπα χαριν ωφελειας.
<scripture passage="Jude 1:17" parsed="|Jude|1|17|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.17" />
<sup>17</sup>Αλλα σεις, αγαπητοι, ενθυμηθητε τους λογους τους προειρημενους υπο των αποστολων του Κυριου ημων Ιησου Χριστου,
<scripture passage="Jude 1:18" parsed="|Jude|1|18|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.18" />
<sup>18</sup>οτι σας ελεγον οτι εν εσχατω καιρω θελουσιν εισθαι εμπαικται, περιπατουντες κατα τας ασεβεις επιθυμιας αυτων.
<scripture passage="Jude 1:19" parsed="|Jude|1|19|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.19" />
<sup>19</sup>Ουτοι ειναι οι αποχωριζοντες εαυτους, ζωωδεις, Πνευμα μη εχοντες.
<scripture passage="Jude 1:20" parsed="|Jude|1|20|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.20" />
<sup>20</sup>Σεις ομως, αγαπητοι, εποικοδομουντες εαυτους επι την αγιωτατην πιστιν σας, προσευχομενοι εν Πνευματι Αγιω,
<scripture passage="Jude 1:21" parsed="|Jude|1|21|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.21" />
<sup>21</sup>φυλαξατε εαυτους εις την αγαπην του Θεου, προσμενοντες το ελεος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, εις ζωην αιωνιον.
<scripture passage="Jude 1:22" parsed="|Jude|1|22|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.22" />
<sup>22</sup>Και αλλους μεν ελεειτε, καμνοντες διακρισιν,
<scripture passage="Jude 1:23" parsed="|Jude|1|23|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.23" />
<sup>23</sup>αλλους δε σωζετε μετα φοβου, αρπαζοντες αυτους εκ του πυρος, μισουντες και τον χιτωνα τον μεμολυσμενον απο της σαρκος.
<scripture passage="Jude 1:24" parsed="|Jude|1|24|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.24" />
<sup>24</sup>Εις δε τον δυναμενον να σας φυλαξη απταιστους και να σας στηση κατενωπιον της δοξης αυτου αμωμους εν αγαλλιασει,
<scripture passage="Jude 1:25" parsed="|Jude|1|25|0|0" osisRef="Bible:Jude.1.25" />
<sup>25</sup>εις τον μονον σοφον Θεον τον σωτηρα ημων, ειη δοξα και μεγαλωσυνη, κρατος και εξουσια και νυν και εις παντας τους αιωνας· αμην.
</p>
</div3>
</div2>

<div2 title="Revelation" progress="98.53%" prev="Jude.1" next="Rev.1" id="Rev">
<h2 id="Rev-p0.1">Revelation</h2>

<div3 title="Revelation 1" progress="98.53%" prev="Rev" next="Rev.2" id="Rev.1">
<h3 id="Rev.1-p0.1">Chapter 1</h3>
<p class="Greek" id="Rev.1-p1">
<scripture passage="Rev 1:1" parsed="|Rev|1|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.1" />
<sup>1</sup>Αποκαλυψις Ιησου Χριστου, την οποιαν εδωκεν εις αυτον ο Θεος, δια να δειξη εις τους δουλους αυτου οσα πρεπει να γεινωσι ταχεως, και εφανερωσεν αυτα αποστειλας δια του αγγελου αυτου εις τον δουλον αυτου Ιωαννην,
<scripture passage="Rev 1:2" parsed="|Rev|1|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.2" />
<sup>2</sup>οστις εμαρτυρησε τον λογον του Θεου και την μαρτυριαν του Ιησου Χριστου και οσα ειδε.
<scripture passage="Rev 1:3" parsed="|Rev|1|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.3" />
<sup>3</sup>Μακαριος ο αναγινωσκων και οι ακουοντες τους λογους της προφητειας και φυλαττοντες τα γεγραμμενα εν αυτη· διοτι ο καιρος ειναι πλησιον.
<scripture passage="Rev 1:4" parsed="|Rev|1|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.4" />
<sup>4</sup>Ο Ιωαννης προς τας επτα εκκλησιας τας εν τη Ασια· χαρις υμιν και ειρηνη απο του ο ων και ο ην και ο ερχομενος· και απο των επτα πνευματων, τα οποια ειναι ενωπιον του θρονου αυτου,
<scripture passage="Rev 1:5" parsed="|Rev|1|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.5" />
<sup>5</sup>και απο του Ιησου Χριστου, οστις ειναι ο μαρτυς ο πιστος, ο πρωτοτοκος εκ των νεκρων και ο αρχων των βασιλεων της γης. Εις τον αγαπησαντα ημας και λουσαντα ημας απο των αμαρτιων ημων με το αιμα αυτου,
<scripture passage="Rev 1:6" parsed="|Rev|1|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.6" />
<sup>6</sup>και οστις εκαμεν ημας βασιλεις και ιερεις εις τον Θεον και Πατερα αυτου, εις αυτον ειη η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="Rev 1:7" parsed="|Rev|1|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ερχεται μετα των νεφελων, και θελει ιδει αυτον πας οφθαλμος και εκεινοι οιτινες εξεκεντησαν αυτον, και θελουσι θρηνησει επ' αυτον πασαι αι φυλαι της γης. Ναι, αμην.
<scripture passage="Rev 1:8" parsed="|Rev|1|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.8" />
<sup>8</sup>Εγω ειμαι το Α και το Ω, αρχη και τελος, λεγει ο Κυριος, ο ων και ο ην και ο ερχομενος, ο παντοκρατωρ.
<scripture passage="Rev 1:9" parsed="|Rev|1|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.9" />
<sup>9</sup>Εγω ο Ιωαννης, ο και αδελφος σας και συγκοινωνος εις την θλιψιν και εις την βασιλειαν και την υπομονην του Ιησου Χριστου, ημην εν τη νησω τη καλουμενη Πατμω δια τον λογον του Θεου και δια την μαρτυριαν του Ιησου Χριστου.
<scripture passage="Rev 1:10" parsed="|Rev|1|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.10" />
<sup>10</sup>Κατα την κυριακην ημεραν ηλθον εις εκστασιν πνευματικην, και ηκουσα οπισω μου φωνην μεγαλην ως σαλπιγγος,
<scripture passage="Rev 1:11" parsed="|Rev|1|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.11" />
<sup>11</sup>ητις ελεγεν· Εγω ειμαι το Α και το Ω, ο πρωτος και ο εσχατος· και, Ο, τι βλεπεις, γραψον εις βιβλιον και πεμψον εις τας επτα εκκλησιας, τας εν τη Ασια, εις Εφεσον και εις Σμυρνην και εις Περγαμον και εις Θυατειρα και εις Σαρδεις και εις Φιλαδελφειαν και εις Λαοδικειαν.
<scripture passage="Rev 1:12" parsed="|Rev|1|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.12" />
<sup>12</sup>Και εστραφην να ιδω την φωνην, ητις ελαλησε μετ' εμου· και στραφεις ειδον επτα λυχνιας χρυσας,
<scripture passage="Rev 1:13" parsed="|Rev|1|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.13" />
<sup>13</sup>και εν μεσω των επτα λυχνιων ειδον ενα ομοιον με υιον ανθρωπου, ενδεδυμενον ποδηρη χιτωνα και περιεζωσμενον πλησιον των μαστων ζωνην χρυσην.
<scripture passage="Rev 1:14" parsed="|Rev|1|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.14" />
<sup>14</sup>Η δε κεφαλη αυτου και αι τριχες ησαν λευκαι και ως μαλλιον λευκον, ως χιων· και οι οφθαλμοι αυτου ως φλοξ πυρος,
<scripture passage="Rev 1:15" parsed="|Rev|1|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.15" />
<sup>15</sup>και οι ποδες αυτου ομοιοι με χαλκολιβανον, ως εν καμινω πεπυρωμενοι, και η φωνη αυτου ως φωνη υδατων πολλων,
<scripture passage="Rev 1:16" parsed="|Rev|1|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.16" />
<sup>16</sup>και ειχεν εν τη δεξια αυτου χειρι επτα αστερας, και εκ του στοματος αυτου του εξηρχετο ρομφαια διστομος οξεια, και η οψις αυτου ελαμπεν ως ο ηλιος λαμπει εν τη δυναμει αυτου.
<scripture passage="Rev 1:17" parsed="|Rev|1|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.17" />
<sup>17</sup>Και οτε ειδον αυτον, επεσα προς τους ποδας αυτου ως νεκρος, και επεθηκε την δεξιαν αυτου χειρα επ' εμε; λεγων μοι· Μη φοβου· εγω ειμαι ο πρωτος και ο εσχατος
<scripture passage="Rev 1:18" parsed="|Rev|1|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.18" />
<sup>18</sup>και ο ζων, και εγεινα νεκρος, και ιδου, ειμαι ζων εις τους αιωνας των αιωνων, αμην, και εχω τα κλειδια του αδου και του θανατου.
<scripture passage="Rev 1:19" parsed="|Rev|1|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.19" />
<sup>19</sup>Γραψον οσα ειδες και οσα ειναι και οσα μελλουσι να γεινωσι μετα ταυτα·
<scripture passage="Rev 1:20" parsed="|Rev|1|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.1.20" />
<sup>20</sup>το μυστηριον των επτα αστερων, τους οποιους ειδες εν τη δεξια μου, και τας επτα λυχνιας τας χρυσας. Οι επτα αστερες ειναι οι αγγελοι των επτα εκκλησιων, και αι επτα λυχνιαι, τας οποιας ειδες, ειναι αι επτα εκκλησιαι.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 2" progress="98.60%" prev="Rev.1" next="Rev.3" id="Rev.2">
<h3 id="Rev.2-p0.1">Chapter 2</h3>
<p class="Greek" id="Rev.2-p1">
<scripture passage="Rev 2:1" parsed="|Rev|2|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.1" />
<sup>1</sup>Προς τον αγγελον της εκκλησιας της Εφεσου γραψον. Ταυτα λεγει ο κρατων τους επτα αστερας εν τη δεξια αυτου, ο περιπατων εν μεσω των επτα λυχνιων των χρυσων·
<scripture passage="Rev 2:2" parsed="|Rev|2|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.2" />
<sup>2</sup>Εξευρω τα εργα σου και τον κοπον σου και την υπομονην σου, και οτι δεν δυνασαι να υποφερης τους κακους, και εδοκιμασας τους λεγοντας οτι ειναι αποστολοι, και δεν ειναι, και ευρες αυτους ψευδεις·
<scripture passage="Rev 2:3" parsed="|Rev|2|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.3" />
<sup>3</sup>και υπεφερες και εχεις υπομονην και δια το ονομα μου εκοπιασας, και δεν απεκαμες.
<scripture passage="Rev 2:4" parsed="|Rev|2|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.4" />
<sup>4</sup>Πλην εχω τι κατα σου, διοτι την αγαπην σου την πρωτην αφηκας.
<scripture passage="Rev 2:5" parsed="|Rev|2|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.5" />
<sup>5</sup>Ενθυμου λοιπον ποθεν εξεπεσες και μετανοησον και καμε τα πρωτα εργα· ει δε μη, ερχομαι προς σε ταχεως και θελω κινησει την λυχνιαν σου εκ του τοπου αυτης, εαν δεν μετανοησης.
<scripture passage="Rev 2:6" parsed="|Rev|2|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.6" />
<sup>6</sup>Εχεις ομως τουτο, οτι μισεις τα εργα των Νικολαιτων, τα οποια και εγω μισω.
<scripture passage="Rev 2:7" parsed="|Rev|2|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.7" />
<sup>7</sup>Οστις εχει ωτιον ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας. Εις τον νικωντα θελω δωσει εις αυτον να φαγη εκ του ξυλου της ζωης, το οποιον ειναι εν μεσω του παραδεισου του Θεου.
<scripture passage="Rev 2:8" parsed="|Rev|2|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.8" />
<sup>8</sup>Και προς τον αγγελον της εκκλησιας των Σμυρναιων γραψον· Ταυτα λεγει ο πρωτος και ο εσχατος, οστις εγεινε νεκρος και εζησεν·
<scripture passage="Rev 2:9" parsed="|Rev|2|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.9" />
<sup>9</sup>Εξευρω τα εργα σου και την θλιψιν και την πτωχειαν· εισαι ομως πλουσιος· και την βλασφημιαν των λεγοντων εαυτους οτι ειναι Ιουδαιοι και δεν ειναι, αλλα συναγωγη του Σατανα.
<scripture passage="Rev 2:10" parsed="|Rev|2|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.10" />
<sup>10</sup>Μη φοβου μηδεν εκ των οσα μελλεις να παθης. Ιδου, ο διαβολος μελλει να βαλη τινας εξ υμων εις φυλακην δια να δοκιμασθητε, και θελετε εχει θλιψιν δεκα ημερων. Γινου πιστος μεχρι θανατου, και θελω σοι δωσει τον στεφανον της ζωης.
<scripture passage="Rev 2:11" parsed="|Rev|2|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.11" />
<sup>11</sup>Οστις εχει ωτιον ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας. Ο νικων δεν θελει αδικηθη εκ του θανατου του δευτερου.
<scripture passage="Rev 2:12" parsed="|Rev|2|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.12" />
<sup>12</sup>Και προς τον αγγελον της εν Περγαμω εκκλησιας γραψον· Ταυτα λεγει ο εχων την ρομφαιαν την διστομον, την οξειαν·
<scripture passage="Rev 2:13" parsed="|Rev|2|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.13" />
<sup>13</sup>Εξευρω τα εργα σου και που κατοικεις· οπου ειναι ο θρονος του Σατανα· και κρατεις το ονομα μου, και δεν ηρνηθης την πιστιν μου και εν ταις ημεραις, εν αις υπηρχεν Αντιπας ο μαρτυς μου ο πιστος, οστις εφονευθη παρ' υμιν, οπου κατοικει ο Σατανας.
<scripture passage="Rev 2:14" parsed="|Rev|2|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.14" />
<sup>14</sup>Εχω ομως κατα σου ολιγα, διοτι εχεις εκει τινας κρατουντας την διδαχην του Βαλααμ, οστις εδιδασκε τον Βαλακ να βαλη σκανδαλον ενωπιον των υιων Ισραηλ, ωστε να φαγωσιν ειδωλοθυτα και να πορνευσωσιν.
<scripture passage="Rev 2:15" parsed="|Rev|2|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.15" />
<sup>15</sup>Ουτως εχεις και συ τινας κρατουντας την διδαχην των Νικολαιτων, το οποιον μισω.
<scripture passage="Rev 2:16" parsed="|Rev|2|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.16" />
<sup>16</sup>Μετανοησον· ει δε μη, ερχομαι προς σε ταχεως και θελω πολεμησει προς αυτους με την ρομφαιαν του στοματος μου.
<scripture passage="Rev 2:17" parsed="|Rev|2|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.17" />
<sup>17</sup>Οστις εχει ωτιον, ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας. Εις τον νικωντα θελω δωσει εις αυτον να φαγη απο του μαννα του κεκρυμμενου, και θελω δωσει εις αυτον ψηφον λευκην, και επι την ψηφον ονομα νεον γεγραμμενον, το οποιον ουδεις γνωριζει ειμη ο λαμβανων.
<scripture passage="Rev 2:18" parsed="|Rev|2|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.18" />
<sup>18</sup>Και προς τον αγγελον της εν Θυατειροις εκκλησιας γραψον· Ταυτα λεγει ο Υιος του Θεου, ο εχων τους οφθαλμους αυτου ως φλογα πυρος, και οι ποδες αυτου ειναι ομοιοι με χαλκολιβανον·
<scripture passage="Rev 2:19" parsed="|Rev|2|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.19" />
<sup>19</sup>Εξευρω τα εργα σου και την αγαπην και την διακονιαν και την πιστιν και την υπομονην σου και τα εργα σου και τα εσχατα, οτι ειναι πλειοτερα των πρωτων.
<scripture passage="Rev 2:20" parsed="|Rev|2|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.20" />
<sup>20</sup>Εχω ομως κατα σου ολιγα, διοτι αφινεις την γυναικα Ιεζαβελ, ητις λεγει εαυτην προφητιν, να διδασκη και να πλανα τους δουλους μου εις το να πορνευωσι και να τρωγωσιν ειδωλοθυτα.
<scripture passage="Rev 2:21" parsed="|Rev|2|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.21" />
<sup>21</sup>Και εδωκα εις αυτην καιρον να μετανοηση εκ της πορνειας αυτης, και δεν μετενοησεν.
<scripture passage="Rev 2:22" parsed="|Rev|2|22|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.22" />
<sup>22</sup>Ιδου, εγω βαλλω αυτην εις κλινην και τους μοιχευοντας μετ' αυτης εις θλιψιν μεγαλην, εαν δεν μετανοησωσιν εκ των εργων αυτων,
<scripture passage="Rev 2:23" parsed="|Rev|2|23|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.23" />
<sup>23</sup>και τα τεκνα αυτης θελω αποκτεινει με θανατον, και θελουσι γνωρισει πασαι αι εκκλησιαι, οτι εγω ειμαι ο ερευνων νεφρους και καρδιας, και θελω σας δωσει εις εκαστον κατα τα εργα σας.
<scripture passage="Rev 2:24" parsed="|Rev|2|24|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.24" />
<sup>24</sup>Λεγω δε προς εσας και προς τους λοιπους τους εν Θυατειροις, οσοι δεν εχουσι την διδαχην ταυτην και οιτινες δεν εγνωρισαν τα βαθη του Σατανα, ως λεγουσι· Δεν θελω βαλει εφ' υμας αλλο βαρος·
<scripture passage="Rev 2:25" parsed="|Rev|2|25|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.25" />
<sup>25</sup>πλην εκεινο, το οποιον εχετε, κρατησατε εωσου ελθω.
<scripture passage="Rev 2:26" parsed="|Rev|2|26|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.26" />
<sup>26</sup>Και οστις νικα και οστις φυλαττει μεχρι τελους τα εργα μου, θελω δωσει εις αυτον εξουσιαν επι των εθνων,
<scripture passage="Rev 2:27" parsed="|Rev|2|27|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.27" />
<sup>27</sup>και θελει ποιμανει αυτους εν ραβδω σιδηρα, θελουσι συντριφθη ως τα σκευη του κεραμεως, καθως και εγω ελαβον παρα του Πατρος μου,
<scripture passage="Rev 2:28" parsed="|Rev|2|28|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.28" />
<sup>28</sup>και θελω δωσει εις αυτον τον αστερα τον πρωινον.
<scripture passage="Rev 2:29" parsed="|Rev|2|29|0|0" osisRef="Bible:Rev.2.29" />
<sup>29</sup>Οστις εχει ωτιον ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 3" progress="98.70%" prev="Rev.2" next="Rev.4" id="Rev.3">
<h3 id="Rev.3-p0.1">Chapter 3</h3>
<p class="Greek" id="Rev.3-p1">
<scripture passage="Rev 3:1" parsed="|Rev|3|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.1" />
<sup>1</sup>Και προς τον αγγελον της εν Σαρδεσιν εκκλησιας γραψον· Ταυτα λεγει ο εχων τα επτα πνευματα του Θεου και τους επτα αστερας. Εξευρω τα εργα σου, οτι το ονομα εχεις οτι ζης και εισαι νεκρος.
<scripture passage="Rev 3:2" parsed="|Rev|3|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.2" />
<sup>2</sup>Γινου αγρυπνος και στηριξον τα λοιπα, τα οποια μελλουσι να αποθανωσι· διοτι δεν ευρηκα τα εργα σου τελεια ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Rev 3:3" parsed="|Rev|3|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.3" />
<sup>3</sup>Ενθυμου λοιπον πως ελαβες και ηκουσας, και φυλαττε αυτα και μετανοησον. Εαν λοιπον δεν αγρυπνησης, θελω ελθει επι σε ως κλεπτης, και δεν θελεις γνωρισει ποιαν ωραν θελω ελθει επι σε.
<scripture passage="Rev 3:4" parsed="|Rev|3|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.4" />
<sup>4</sup>Εχεις ολιγα ονοματα και εν Σαρδεσι, τα οποια δεν εμολυναν τα ιματια αυτων, και θελουσι περιπατησει μετ' εμου με λευκα, διοτι ειναι αξιοι.
<scripture passage="Rev 3:5" parsed="|Rev|3|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.5" />
<sup>5</sup>Ο νικων, ουτος θελει ενδυθη ιματια λευκα, και δεν θελω εξαλειψει το ονομα αυτου εκ του βιβλιου της ζωης, και θελω ομολογησει το ονομα αυτου ενωπιον του Πατρος μου και ενωπιον των αγγελων αυτου.
<scripture passage="Rev 3:6" parsed="|Rev|3|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.6" />
<sup>6</sup>Οστις εχει ωτιον, ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας.
<scripture passage="Rev 3:7" parsed="|Rev|3|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.7" />
<sup>7</sup>Και προς τον αγγελον της εν Φιλαδελφεια εκκλησιας γραψον· Ταυτα λεγει ο αγιος, ο αληθινος, ο εχων το κλειδιον του Δαβιδ, οστις ανοιγει και ουδεις κλειει, και κλειει και ουδεις ανοιγει·
<scripture passage="Rev 3:8" parsed="|Rev|3|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.8" />
<sup>8</sup>Εξευρω τα εργα σου· ιδου, εθεσα ενωπιον σου θυραν ανεωγμενην, και ουδεις δυναται να κλειση αυτην· διοτι εχεις μικραν δυναμιν και εφυλαξας τον λογον μου και δεν ηρνηθης το ονομα μου.
<scripture passage="Rev 3:9" parsed="|Rev|3|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.9" />
<sup>9</sup>Ιδου, θελω καμει τους εκ της συναγωγης του Σατανα, οιτινες λεγουσιν εαυτους οτι ειναι Ιουδαιοι, και δεν ειναι, αλλα ψευδονται ιδου, θελω καμει αυτους να ελθωσι και να προσκυνησωσιν ενωπιον των ποδων σου και να γνωρισωσιν οτι εγω σε ηγαπησα.
<scripture passage="Rev 3:10" parsed="|Rev|3|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.10" />
<sup>10</sup>Επειδη εφυλαξας τον λογον της υπομονης μου, και εγω θελω σε φυλαξει εκ της ωρας του πειρασμου, οστις μελλει να ελθη επι της οικουμενης ολης, δια να δοκιμαση τους κατοικουντας επι της γης.
<scripture passage="Rev 3:11" parsed="|Rev|3|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.11" />
<sup>11</sup>Ιδου, ερχομαι ταχεως· κρατει εκεινο το οποιον εχεις, δια να μη λαβη μηδεις τον στεφανον σου.
<scripture passage="Rev 3:12" parsed="|Rev|3|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.12" />
<sup>12</sup>Οστις νικα, θελω καμει αυτον στυλον εν τω ναω του Θεου μου, και δεν θελει εξελθει πλεον εξω, και θελω γραψει επ' αυτον το ονομα του Θεου μου και το ονομα της πολεως του Θεου μου, της νεας Ιερουσαλημ, ητις καταβαινει εκ του ουρανου απο του Θεου μου, και το ονομα μου το νεον.
<scripture passage="Rev 3:13" parsed="|Rev|3|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.13" />
<sup>13</sup>Οστις εχει ωτιον, ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας.
<scripture passage="Rev 3:14" parsed="|Rev|3|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.14" />
<sup>14</sup>Και προς τον αγγελον της εκκλησιας των Λαοδικεων γραψον· Ταυτα λεγει ο Αμην, ο μαρτυς ο πιστος και αληθινος, η αρχη της κτισεως του Θεου.
<scripture passage="Rev 3:15" parsed="|Rev|3|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.15" />
<sup>15</sup>Εξευρω τα εργα σου, οτι ουτε ψυχρος εισαι ουτε ζεστος· ειθε να ησο ψυχρος η ζεστος·
<scripture passage="Rev 3:16" parsed="|Rev|3|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.16" />
<sup>16</sup>ουτως, επειδη εισαι χλιαρος και ουτε ψυχρος ουτε ζεστος, μελλω να σε εξεμεσω εκ του στοματος μου.
<scripture passage="Rev 3:17" parsed="|Rev|3|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.17" />
<sup>17</sup>Διοτι λεγεις οτι πλουσιος ειμαι και επλουτησα και δεν εχω χρειαν ουδενος, και δεν εξευρεις οτι συ εισαι ο ταλαιπωρος και ελεεινος και πτωχος και τυφλος και γυμνος·
<scripture passage="Rev 3:18" parsed="|Rev|3|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.18" />
<sup>18</sup>συμβουλευω σε να αγορασης παρ' εμου χρυσιον δεδοκιμασμενον εκ πυρος δια να πλουτησης, και ιματια λευκα δια να ενδυθης και να μη φανερωθη η αισχυνη της γυμνοτητος σου, και χρισον τους οφθαλμους σου με κολλουριον δια να βλεπης.
<scripture passage="Rev 3:19" parsed="|Rev|3|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.19" />
<sup>19</sup>Εγω οσους αγαπω, ελεγχω και παιδευω· γενου λοιπον ζηλωτης και μετανοησον.
<scripture passage="Rev 3:20" parsed="|Rev|3|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.20" />
<sup>20</sup>Ιδου, ισταμαι εις την θυραν και κρουω· εαν τις ακουση της φωνης μου και ανοιξη την θυραν, θελω εισελθει προς αυτον και θελω δειπνησει μετ' αυτου και αυτος μετ' εμου.
<scripture passage="Rev 3:21" parsed="|Rev|3|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.21" />
<sup>21</sup>Οστις νικα, θελω δωσει εις αυτον να καθηση μετ' εμου εν τω θρονω μου, καθως και εγω ενικησα και εκαθησα μετα του Πατρος μου εν τω θρονω αυτου.
<scripture passage="Rev 3:22" parsed="|Rev|3|22|0|0" osisRef="Bible:Rev.3.22" />
<sup>22</sup>Οστις εχει ωτιον, ας ακουση τι λεγει το Πνευμα προς τας εκκλησιας.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 4" progress="98.78%" prev="Rev.3" next="Rev.5" id="Rev.4">
<h3 id="Rev.4-p0.1">Chapter 4</h3>
<p class="Greek" id="Rev.4-p1">
<scripture passage="Rev 4:1" parsed="|Rev|4|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.1" />
<sup>1</sup>Μετα ταυτα ειδον, και ιδου, θυρα ανεωγμενη εν τω ουρανω, και η φωνη η πρωτη, την οποιαν ηκουσα ως σαλπιγγος λαλουσης μετ' εμου, ελεγεν· Αναβα εδω και θελω σοι δειξει οσα πρεπει να γεινωσι μετα ταυτα.
<scripture passage="Rev 4:2" parsed="|Rev|4|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.2" />
<sup>2</sup>Και ευθυς ηλθον εις πνευματικην εκστασιν· και ιδου, θρονος εκειτο εν τω ουρανω, και επι του θρονου ητο τις καθημενος.
<scripture passage="Rev 4:3" parsed="|Rev|4|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.3" />
<sup>3</sup>και ο καθημενος ητο ομοιος κατα την θεαν με λιθον ιασπιν και σαρδινον· και ητο ιρις κυκλω του θρονου ομοια κατα την θεαν με σμαραγδον.
<scripture passage="Rev 4:4" parsed="|Rev|4|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.4" />
<sup>4</sup>Και κυκλω του θρονου ησαν θρονοι εικοσιτεσσαρες· και επι τους θρονους ειδον καθημενους τους εικοσιτεσσαρας πρεσβυτερους, ενδεδυμενους ιματια λευκα, και ειχον επι τας κεφαλας αυτων στεφανους χρυσους.
<scripture passage="Rev 4:5" parsed="|Rev|4|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.5" />
<sup>5</sup>Και εκ του θρονου εξηρχοντο αστραπαι και βρονται και φωναι· και ησαν επτα λαμπαδες πυρος καιομεναι εμπροσθεν του θρονου, αιτινες ειναι τα επτα πνευματα του Θεου·
<scripture passage="Rev 4:6" parsed="|Rev|4|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.6" />
<sup>6</sup>και εμπροσθεν του θρονου ητο θαλασσα υαλινη, ομοια με κρυσταλλον· και εν τω μεσω του θρονου και κυκλω του θρονου τεσσαρα ζωα γεμοντα οφθαλμων εμπροσθεν και οπισθεν.
<scripture passage="Rev 4:7" parsed="|Rev|4|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.7" />
<sup>7</sup>Και το ζωον το πρωτον ητο ομοιον με λεοντα, και το δευτερον ζωον ομοιον με μοσχαριον, και το τριτον ζωον ειχε το προσωπον ως ανθρωπος, και το τεταρτον ζωον ητο ομοιον με αετον πετωμενον.
<scripture passage="Rev 4:8" parsed="|Rev|4|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.8" />
<sup>8</sup>Και τα τεσσαρα ζωα ειχον εκαστον χωριστα ανα εξ πτερυγας κυκλοθεν και εσωθεν ησαν γεμοντα οφθαλμων, και δεν παυουσιν ημεραν και νυκτα λεγοντα· Αγιος, αγιος, αγιος Κυριος ο Θεος ο παντοκρατωρ, ο ην και ο ων και ο ερχομενος.
<scripture passage="Rev 4:9" parsed="|Rev|4|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.9" />
<sup>9</sup>Και οταν προσφερωσι τα ζωα δοξαν και τιμην και ευχαριστιαν εις τον καθημενον επι του θρονου, εις τον ζωντα εις τους αιωνας των αιωνων,
<scripture passage="Rev 4:10" parsed="|Rev|4|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.10" />
<sup>10</sup>οι εικοσιτεσσαρες πρεσβυτεροι θελουσι πεσει ενωπιον του καθημενου επι του θρονου, και θελουσι προσκυνησει τον ζωντα εις τους αιωνας των αιωνων, και θελουσι βαλει τους στεφανους αυτων ενωπιον του θρονου, λεγοντες·
<scripture passage="Rev 4:11" parsed="|Rev|4|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.4.11" />
<sup>11</sup>Αξιος εισαι, Κυριε, να λαβης την δοξαν και την τιμην και την δυναμιν, διοτι συ εκτισας τα παντα, και δια το θελημα σου υπαρχουσι και εκτισθησαν.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 5" progress="98.82%" prev="Rev.4" next="Rev.6" id="Rev.5">
<h3 id="Rev.5-p0.1">Chapter 5</h3>
<p class="Greek" id="Rev.5-p1">
<scripture passage="Rev 5:1" parsed="|Rev|5|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον εν τη δεξια του καθημενου επι του θρονου βιβλιον γεγραμμενον εσωθεν και οπισθεν, κατεσφραγισμενον με σφραγιδας επτα.
<scripture passage="Rev 5:2" parsed="|Rev|5|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον αγγελον ισχυρον κηρυττοντα μετα φωνης μεγαλης· Τις ειναι αξιος να ανοιξη το βιβλιον και να λυση τας σφραγιδας αυτου;
<scripture passage="Rev 5:3" parsed="|Rev|5|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.3" />
<sup>3</sup>Και ουδεις ηδυνατο εν τω ουρανω, ουδε επι της γης ουδε υποκατω της γης να ανοιξη το βιβλιον ουδε να βλεπη αυτο.
<scripture passage="Rev 5:4" parsed="|Rev|5|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.4" />
<sup>4</sup>Και εγω εκλαιον πολλα, οτι ουδεις ευρεθη αξιος να ανοιξη και να αναγνωση το βιβλιον ουτε να βλεπη αυτο.
<scripture passage="Rev 5:5" parsed="|Rev|5|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.5" />
<sup>5</sup>Και εις εκ των πρεσβυτερων μοι λεγει· μη κλαιε· ιδου, υπερισχυσεν ο λεων, οστις ειναι εκ της φυλης Ιουδα, η ριζα του Δαβιδ, να ανοιξη το βιβλιον και να λυση τας επτα σφραγιδας αυτου.
<scripture passage="Rev 5:6" parsed="|Rev|5|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.6" />
<sup>6</sup>Και ειδον και ιδου εν μεσω του θρονου και των τεσσαρων ζωων και εν μεσω των πρεσβυτερων Αρνιον ισταμενον ως εσφαγμενον, εχον κερατα επτα και οφθαλμους επτα, οιτινες ειναι τα επτα πνευματα του Θεου τα απεσταλμενα εις πασαν την γην.
<scripture passage="Rev 5:7" parsed="|Rev|5|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.7" />
<sup>7</sup>Και ηλθε και ελαβε το βιβλιον εκ της δεξιας του καθημενου επι του θρονου.
<scripture passage="Rev 5:8" parsed="|Rev|5|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.8" />
<sup>8</sup>Και οτε ελαβε το βιβλιον, τα τεσσαρα ζωα και οι εικοσιτεσσαρες πρεσβυτεροι επεσον ενωπιον του Αρνιου, εχοντες εκαστος κιθαρας και φιαλας χρυσας πληρεις θυμιαματων, αιτινες ειναι αι προσευχαι των αγιων·
<scripture passage="Rev 5:9" parsed="|Rev|5|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.9" />
<sup>9</sup>και ψαλλουσι νεαν ωδην, λεγοντες· Αξιος εισαι να λαβης το βιβλιον και να ανοιξης τας σφραγιδας αυτου, διοτι εσφαγης και ηγορασας ημας εις τον Θεον δια του αιματος σου εκ πασης φυλης και γλωσσης και λαου και εθνους,
<scripture passage="Rev 5:10" parsed="|Rev|5|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.10" />
<sup>10</sup>και εκαμες ημας εις τον Θεον ημων βασιλεις και ιερεις, και θελομεν βασιλευσει επι της γης.
<scripture passage="Rev 5:11" parsed="|Rev|5|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.11" />
<sup>11</sup>Και ειδον και ηκουσα φωνην αγγελων πολλων κυκλοθεν του θρονου και των ζωων και των πρεσβυτερων, και ητο ο αριθμος αυτων μυριαδες μυριαδων και χιλιαδες χιλιαδων,
<scripture passage="Rev 5:12" parsed="|Rev|5|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.12" />
<sup>12</sup>λεγοντες μετα φωνης μεγαλης· Αξιον ειναι το Αρνιον το εσφαγμενον να λαβη την δυναμιν και πλουτον και σοφιαν και ισχυν και τιμην και δοξαν και ευλογιαν.
<scripture passage="Rev 5:13" parsed="|Rev|5|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.13" />
<sup>13</sup>Και παν κτισμα, το οποιον ειναι εν τω ουρανω και επι της γης και υποκατω της γης και οσα ειναι εν τη θαλασση και παντα τα εν αυτοις, ηκουσα οτι ελεγον· Εις τον καθημενον επι του θρονου και εις το Αρνιον εστω η ευλογια και η τιμη και η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 5:14" parsed="|Rev|5|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.5.14" />
<sup>14</sup>Και τα τεσσαρα ζωα ελεγον· Αμην· και οι εικοσιτεσσαρες πρεσβυτεροι επεσαν και προσεκυνησαν τον ζωντα εις τους αιωνας των αιωνων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 6" progress="98.87%" prev="Rev.5" next="Rev.7" id="Rev.6">
<h3 id="Rev.6-p0.1">Chapter 6</h3>
<p class="Greek" id="Rev.6-p1">
<scripture passage="Rev 6:1" parsed="|Rev|6|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον, οτε ηνοιξε το Αρνιον μιαν εκ των σφραγιδων, και ηκουσα εν εκ των τεσσαρων ζωων λεγον ως φωνην βροντης· Ερχου και βλεπε.
<scripture passage="Rev 6:2" parsed="|Rev|6|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον, και ιδου, ιππος λευκος· και ο καθημενος επ' αυτον ειχε τοξον· και εδοθη εις αυτον στεφανος, και εξηλθε νικων και δια να νικηση.
<scripture passage="Rev 6:3" parsed="|Rev|6|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.3" />
<sup>3</sup>Και οτε ηνοιξε την δευτεραν σφραγιδα, ηκουσα το δευτερον ζωον λεγον· Ερχου και βλεπε.
<scripture passage="Rev 6:4" parsed="|Rev|6|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.4" />
<sup>4</sup>Και εξηλθεν αλλος ιππος κοκκινος, και εις τον καθημενον επ' αυτον εδοθη να σηκωση την ειρηνην απο της γης, και να σφαξωσιν αλληλους, και εδοθη εις αυτον μαχαιρα μεγαλη.
<scripture passage="Rev 6:5" parsed="|Rev|6|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.5" />
<sup>5</sup>Και οτε ηνοιξε την τριτην σφραγιδα, ηκουσα το τριτον ζωον λεγον· Ερχου και βλεπε. Και ειδον, και ιδου, ιππος μελας, και ο καθημενος επ' αυτον ειχε ζυγαριαν εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Rev 6:6" parsed="|Rev|6|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.6" />
<sup>6</sup>Και ηκουσα φωνην εν μεσω των τεσσαρων ζωων λεγουσαν· Μια χοινιξ σιτου δι' εν δηναριον και τρεις χοινικες κριθης δι' εν δηναριον, και το ελαιον και τον οινον μη βλαψης.
<scripture passage="Rev 6:7" parsed="|Rev|6|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.7" />
<sup>7</sup>Και οτε ηνοιξε την σφραγιδα την τεταρτην, ηκουσα φωνην του τεταρτου ζωου λεγουσαν· Ερχου και βλεπε.
<scripture passage="Rev 6:8" parsed="|Rev|6|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.8" />
<sup>8</sup>Και ειδον, και ιδου, ιππος ωχρος, και ο καθημενος επανω αυτου ωνομαζετο θανατος, και ο Αιδης ηκολουθει μετ' αυτου· και εδοθη εις αυτους εξουσια επι το τεταρτον της γης, να θανατωσωσι με ρομφαιαν και με πειναν και με θανατον και με τα θηρια της γης.
<scripture passage="Rev 6:9" parsed="|Rev|6|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.9" />
<sup>9</sup>Και οτε ηνοιξε την πεμπτην σφραγιδα, ειδον υποκατω του θυσιαστηριου τας ψυχας των εσφαγμενων δια τον λογον του Θεου και δια την μαρτυριαν, την οποιαν ειχον.
<scripture passage="Rev 6:10" parsed="|Rev|6|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.10" />
<sup>10</sup>Και εκραξαν μετα φωνης μεγαλης, λεγοντες· Εως ποτε, ω Δεσποτα αγιε και αληθινε, δεν κρινεις και εκδικεις το αιμα ημων απο των κατοικουντων επι της γης;
<scripture passage="Rev 6:11" parsed="|Rev|6|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.11" />
<sup>11</sup>Και εδοθησαν εις εκαστον στολαι λευκαι, και ερρεθη προς αυτους να αναπαυθωσιν ετι ολιγον καιρον, εωσου συμπληρωθωσι και οι συνδουλοι αυτων και οι αδελφοι αυτων οι μελλοντες να φονευθωσιν ως και αυτοι.
<scripture passage="Rev 6:12" parsed="|Rev|6|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.12" />
<sup>12</sup>Και ειδον, οτε ηνοιξε την σφραγιδα την εκτην, και ιδου, εγεινε σεισμος μεγας, και ο ηλιος εγεινε μελας ως σακκος τριχινος και η σεληνη εγεινεν ως αιμα,
<scripture passage="Rev 6:13" parsed="|Rev|6|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.13" />
<sup>13</sup>και οι αστερες του ουρανου επεσαν εις την γην, καθως η συκη ριπτει τα αωρα συκα αυτης, σειομενη υπο μεγαλου ανεμου,
<scripture passage="Rev 6:14" parsed="|Rev|6|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.14" />
<sup>14</sup>και ο ουρανος απεχωρισθη ως βιβλιον τυλιγμενον, και παν ορος και νησος εκινηθησαν εκ των τοπων αυτων·
<scripture passage="Rev 6:15" parsed="|Rev|6|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.15" />
<sup>15</sup>και οι βασιλεις της γης και οι μεγιστανες και οι πλουσιοι και οι χιλιαρχοι και οι δυνατοι και πας δουλος και πας ελευθερος εκρυψαν εαυτους εις τα σπηλαια και εις τας πετρας των ορεων,
<scripture passage="Rev 6:16" parsed="|Rev|6|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.16" />
<sup>16</sup>και λεγουσι προς τα ορη και προς τας πετρας· Πεσατε εφ' ημας και κρυψατε ημας απο προσωπου του καθημενου επι του θρονου και απο της οργης του Αρνιου,
<scripture passage="Rev 6:17" parsed="|Rev|6|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.6.17" />
<sup>17</sup>διοτι ηλθεν η ημερα η μεγαλη της οργης αυτου, και τις δυναται να σταθη;
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 7" progress="98.93%" prev="Rev.6" next="Rev.8" id="Rev.7">
<h3 id="Rev.7-p0.1">Chapter 7</h3>
<p class="Greek" id="Rev.7-p1">
<scripture passage="Rev 7:1" parsed="|Rev|7|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.1" />
<sup>1</sup>Και μετα ταυτα ειδον τεσσαρας αγγελους ισταμενους επι τας τεσσαρας γωνιας της γης, κρατουντας τους τεσσαρας ανεμους της γης, δια να μη πνεη ανεμος επι της γης μητε επι της θαλασσης μητε επι παν δενδρον.
<scripture passage="Rev 7:2" parsed="|Rev|7|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον αλλον αγγελον οτι ανεβη απο ανατολης ηλιου, εχων σφραγιδα του Θεου του ζωντος, και εκραξε μετα φωνης μεγαλης προς τους τεσσαρας αγγελους, εις τους οποιους εδοθη να βλαψωσι την γην και την θαλασσαν,
<scripture passage="Rev 7:3" parsed="|Rev|7|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.3" />
<sup>3</sup>λεγων· Μη βλαψητε την γην μητε την θαλασσαν μητε τα δενδρα, εωσου σφραγισωμεν τους δουλους του Θεου ημων επι των μετωπων αυτων.
<scripture passage="Rev 7:4" parsed="|Rev|7|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.4" />
<sup>4</sup>Και ηκουσα τον αριθμον των εσφραγισμενων· εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρες χιλιαδες ησαν εσφραγισμενοι εκ πασης φυλης των υιων Ισραηλ·
<scripture passage="Rev 7:5" parsed="|Rev|7|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.5" />
<sup>5</sup>εκ φυλης Ιουδα δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Ρουβην δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Γαδ δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι·
<scripture passage="Rev 7:6" parsed="|Rev|7|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.6" />
<sup>6</sup>εκ φυλης Ασηρ δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι·εκ φυλης Νεφθαλειμ δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Μανασση δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι.
<scripture passage="Rev 7:7" parsed="|Rev|7|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.7" />
<sup>7</sup>εκ φυλης Συμεων δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Λευι δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Ισσαχαρ δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι·
<scripture passage="Rev 7:8" parsed="|Rev|7|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.8" />
<sup>8</sup>εκ φυλης Ζαβουλων δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Ιωσηφ δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι· εκ φυλης Βενιαμιν δωδεκα χιλιαδες εσφραγισμενοι·
<scripture passage="Rev 7:9" parsed="|Rev|7|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.9" />
<sup>9</sup>Μετα ταυτα ειδον, και ιδου, οχλος πολυς, τον οποιον ουδεις ηδυνατο να αριθμηση, εκ παντος εθνους και φυλων και λαων και γλωσσων, οιτινες ισταντο ενωπιον του θρονου και ενωπιον του Αρνιου, ενδεδυμενοι στολας λευκας, εχοντες φοινικας εν ταις χερσιν αυτων.
<scripture passage="Rev 7:10" parsed="|Rev|7|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.10" />
<sup>10</sup>και κραζοντες μετα φωνης μεγαλης ελεγον· Η σωτηρια ειναι του Θεου ημων, του καθημενου επι του θρονου, και του Αρνιου.
<scripture passage="Rev 7:11" parsed="|Rev|7|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.11" />
<sup>11</sup>Και παντες οι αγγελοι ισταντο κυκλω του θρονου και των πρεσβυτερων και των τεσσαρων ζωων, και επεσαν κατα προσωπον ενωπιον του θρονου και προσεκυνησαν τον Θεον
<scripture passage="Rev 7:12" parsed="|Rev|7|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.12" />
<sup>12</sup>λεγοντες· Αμην· η ευλογια και δοξα και η σοφια και η ευχαριστια και η τιμη και η δυναμις και η ισχυς ανηκει εις τον Θεον ημων εις τους αιωνας των αιωνων· αμην.
<scripture passage="Rev 7:13" parsed="|Rev|7|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.13" />
<sup>13</sup>Και απεκριθη εις εκ των πρεσβυτερων, λεγων προς εμε· Ουτοι οι ενδεδυμενοι τας στολας τας λευκας τινες ειναι και ποθεν ηλθον;
<scripture passage="Rev 7:14" parsed="|Rev|7|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.14" />
<sup>14</sup>Και ειπα προς αυτον· Κυριε, συ εξευρεις. Και ειπε προς εμε· Ουτοι ειναι οι ερχομενοι εκ της θλιψεως της μεγαλης, και επλυναν τας στολας αυτων και ελευκαναν αυτας εν τω αιματι του Αρνιου.
<scripture passage="Rev 7:15" parsed="|Rev|7|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.15" />
<sup>15</sup>Δια τουτο ειναι ενωπιον του θρονου του Θεου και λατρευουσιν αυτον ημεραν και νυκτα εν τω ναω αυτου, και ο καθημενος επι του θρονου θελει κατασκηνωσει επ' αυτους.
<scripture passage="Rev 7:16" parsed="|Rev|7|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.16" />
<sup>16</sup>Δεν θελουσι πεινασει πλεον ουδε θελουσι διψησει πλεον, ουδε θελει πεσει επ' αυτους ο ηλιος ουδε κανεν καυμα,
<scripture passage="Rev 7:17" parsed="|Rev|7|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.7.17" />
<sup>17</sup>διοτι το Αρνιον το αναμεσον του θρονου θελει ποιμανει αυτους και οδηγησει αυτους εις ζωσας πηγας υδατων, και θελει εξαλειψει ο Θεος παν δακρυον απο των οφθαλμων αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 8" progress="99.00%" prev="Rev.7" next="Rev.9" id="Rev.8">
<h3 id="Rev.8-p0.1">Chapter 8</h3>
<p class="Greek" id="Rev.8-p1">
<scripture passage="Rev 8:1" parsed="|Rev|8|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.1" />
<sup>1</sup>Και οτε ηνοιξε την σφραγιδα την εβδομην, εγεινε σιωπη εν τω ουρανω, εως ημισειαν ωραν.
<scripture passage="Rev 8:2" parsed="|Rev|8|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον τους επτα αγγελους, οιτινες ισταντο ενωπιον του Θεου, και εδοθησαν εις αυτους επτα σαλπιγγες.
<scripture passage="Rev 8:3" parsed="|Rev|8|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.3" />
<sup>3</sup>Και ηλθεν αλλος αγγελος και εσταθη εμπροσθεν του θυσιαστηριου, κρατων θυμιατηριον χρυσουν, και εδοθησαν εις αυτον θυμιαματα πολλα, δια να προσφερη με τας προσευχας παντων των αγιων επι το θυσιαστηριον το χρυσουν το ενωπιον του θρονου.
<scripture passage="Rev 8:4" parsed="|Rev|8|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.4" />
<sup>4</sup>Και ανεβη ο καπνος των θυμιαματων με τας προσευχας παντων των αγιων εκ της χειρος του αγγελου ενωπιον του Θεου.
<scripture passage="Rev 8:5" parsed="|Rev|8|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.5" />
<sup>5</sup>Και ελαβεν ο αγγελος το θυμιατηριον και εγεμισεν αυτο εκ του πυρος του θυσιαστηριου και ερριψεν εις την γην. Και εγειναν φωναι και βρονται και αστραπαι και σεισμος.
<scripture passage="Rev 8:6" parsed="|Rev|8|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.6" />
<sup>6</sup>Και οι επτα αγγελοι, οι εχοντες τας επτα σαλπιγγας, ητοιμασαν εαυτους δια να σαλπισωσι.
<scripture passage="Rev 8:7" parsed="|Rev|8|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.7" />
<sup>7</sup>Και ο πρωτος αγγελος εσαλπισε, και εγεινε χαλαζα και πυρ μεμιγμενα με αιμα, και ερριφθησαν εις την γην· και το τριτον των δενδρων κατεκαη και πας χλωρος χορτος κατεκαη.
<scripture passage="Rev 8:8" parsed="|Rev|8|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.8" />
<sup>8</sup>Και ο δευτερος αγγελος εσαλπισε, και ως ορος μεγα καιομενον με πυρ ερριφθη εις την θαλασσαν, και το τριτον της θαλασσης εγεινεν αιμα,
<scripture passage="Rev 8:9" parsed="|Rev|8|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.9" />
<sup>9</sup>και απεθανε το τριτον των εμψυχων κτισματων των εν τη θαλασση και το τριτον των πλοιων διεφθαρη.
<scripture passage="Rev 8:10" parsed="|Rev|8|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.10" />
<sup>10</sup>Και ο τριτος αγγελος εσαλπισε, και επεσεν εκ του ουρανου αστηρ μεγας καιομενος ως λαμπας, και επεσεν επι το τριτον των ποταμων, και επι τας πηγας των υδατων·
<scripture passage="Rev 8:11" parsed="|Rev|8|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.11" />
<sup>11</sup>και το ονομα του αστερος λεγεται Αψινθος· και εγεινε το τριτον των υδατων αψινθος, και πολλοι ανθρωποι απεθανον εκ των υδατων, διοτι επικρανθησαν.
<scripture passage="Rev 8:12" parsed="|Rev|8|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.12" />
<sup>12</sup>Και ο τεταρτος αγγελος εσαλπισε, και εκτυπηθη το τριτον του ηλιου και το τριτον της σεληνης και το τριτον των αστερων, δια να σκοτισθη το τριτον αυτων, και η ημερα να χαση το τριτον του φωτισμου αυτης, και η νυξ ομοιως.
<scripture passage="Rev 8:13" parsed="|Rev|8|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.8.13" />
<sup>13</sup>Και ειδον και ηκουσα ενα αγγελον πετωμενον εις το μεσουρανημα, οστις ελεγε μετα φωνης μεγαλης· Ουαι, ουαι, ουαι εις τους κατοικουντας επι της γης δια τας λοιπας φωνας της σαλπιγγος των τριων αγγελων των μελλοντων να σαλπισωσι.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 9" progress="99.04%" prev="Rev.8" next="Rev.10" id="Rev.9">
<h3 id="Rev.9-p0.1">Chapter 9</h3>
<p class="Greek" id="Rev.9-p1">
<scripture passage="Rev 9:1" parsed="|Rev|9|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.1" />
<sup>1</sup>Και ο πεμπτος αγγελος εσαλπισε· και ειδον οτι επεσεν εις την γην αστηρ εκ του ουρανου, και εδοθη εις αυτον το κλειδιον του φρεατος της αβυσσου.
<scripture passage="Rev 9:2" parsed="|Rev|9|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.2" />
<sup>2</sup>Και ηνοιξε το φρεαρ της αβυσσου, και ανεβη καπνος εκ του φρεατος ως καπνος καμινου μεγαλης, και εσκοτισθη ο ηλιος και ο αηρ εκ του καπνου του φρεατος.
<scripture passage="Rev 9:3" parsed="|Rev|9|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.3" />
<sup>3</sup>Και εκ του καπνου εξηλθον ακριδες εις την γην, και εδοθη εις αυτας εξουσια ως εχουσιν εξουσιαν οι σκορπιοι της γης·
<scripture passage="Rev 9:4" parsed="|Rev|9|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.4" />
<sup>4</sup>και ερρεθη προς αυτας να μη βλαψωσι τον χορτον της γης μηδε κανεν χλωρον μηδε κανεν δενδρον, ειμη τους ανθρωπους μονους, οιτινες δεν εχουσι την σφραγιδα του Θεου επι των μετωπων αυτων.
<scripture passage="Rev 9:5" parsed="|Rev|9|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.5" />
<sup>5</sup>Και εδοθη εις αυτας να μη θανατωσωσιν αυτους, αλλα να βασανισθωσι πεντε μηνας· και ο βασανισμος αυτων ητο ως βασανισμος σκορπιου, οταν κτυπηση ανθρωπον.
<scripture passage="Rev 9:6" parsed="|Rev|9|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.6" />
<sup>6</sup>Και εν ταις ημεραις εκειναις θελουσι ζητησει οι ανθρωποι τον θανατον και δεν θελουσιν ευρει αυτον, και θελουσιν επιθυμησει να αποθανωσι, και ο θανατος θελει φυγει απ' αυτων.
<scripture passage="Rev 9:7" parsed="|Rev|9|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.7" />
<sup>7</sup>Και αι μορφαι των ακριδων ησαν ομοιαι με ιππους ητοιμασμενους εις πολεμον, και επι τας κεφαλας αυτων ησαν ως στεφανοι ομοιοι με χρυσον, και τα προσωπα αυτων ως προσωπα ανθρωπων.
<scripture passage="Rev 9:8" parsed="|Rev|9|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.8" />
<sup>8</sup>Και ειχον τριχας ως τριχας γυναικων, και οι οδοντες αυτων ησαν ως λεοντων,
<scripture passage="Rev 9:9" parsed="|Rev|9|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.9" />
<sup>9</sup>και ειχον θωρακας ως θωρακας σιδηρους, και η φωνη των πτερυγων αυτων ητο ως φωνη αμαξων ιππων πολλων τρεχοντων εις πολεμον.
<scripture passage="Rev 9:10" parsed="|Rev|9|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.10" />
<sup>10</sup>Και ειχον ουρας ομοιας με σκορπιους και ησαν κεντρα εις τας ουρας αυτων, και η εξουσια αυτων ητο να βλαψωσι τους ανθρωπους πεντε μηνας.
<scripture passage="Rev 9:11" parsed="|Rev|9|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.11" />
<sup>11</sup>Και ειχον εφ' εαυτων βασιλεα τον αγγελον της αβυσσου, οστις Εβραιστι ονομαζεται Αβαδδων, και εις την Ελληνικην εχει ονομα Απολλυων.
<scripture passage="Rev 9:12" parsed="|Rev|9|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.12" />
<sup>12</sup>Η ουαι η μια απηλθεν· ιδου, ερχονται ετι δυο ουαι μετα ταυτα.
<scripture passage="Rev 9:13" parsed="|Rev|9|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.13" />
<sup>13</sup>Και ο εκτος αγγελος εσαλπισε· και ηκουσα μιαν φωνην εκ των τεσσαρων κερατων του θυσιαστηριου του χρυσου του ενωπιον του Θεου,
<scripture passage="Rev 9:14" parsed="|Rev|9|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.14" />
<sup>14</sup>λεγουσαν προς τον εκτον αγγελον, οστις ειχε την σαλπιγγα· Λυσον τους τεσσαρας αγγελους τους δεδεμενους εις τον μεγαν ποταμον Ευφρατην.
<scripture passage="Rev 9:15" parsed="|Rev|9|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.15" />
<sup>15</sup>Και ελυθησαν οι τεσσαρες αγγελοι, οι ητοιμασμενοι εις την ωραν και ημεραν και μηνα και ενιαυτον, δια να θανατωσωσι το τριτον των ανθρωπων.
<scripture passage="Rev 9:16" parsed="|Rev|9|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.16" />
<sup>16</sup>Και ο αριθμος των στρατευματων του ιππικου ητο δυο μυριαδες μυριαδων· και ηκουσα τον αριθμον αυτων.
<scripture passage="Rev 9:17" parsed="|Rev|9|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.17" />
<sup>17</sup>Και ουτως ειδον τους ιππους εν τη ορασει και τους καθημενους επ' αυτων, οτι ειχον θωρακας πυρινους και υακινθινους και θειωδεις· και αι κεφαλαι των ιππων ησαν ως κεφαλαι λεοντων, και εκ των στοματων αυτων εξηρχετο πυρ και καπνος και θειον.
<scripture passage="Rev 9:18" parsed="|Rev|9|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.18" />
<sup>18</sup>υπο των τριων τουτων εθανατωθησαν το τριτον των ανθρωπων· εκ του πυρος και εκ του καπνου και εκ του θειου του εξερχομενου εκ των στοματων αυτων.
<scripture passage="Rev 9:19" parsed="|Rev|9|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.19" />
<sup>19</sup>Διοτι αι εξουσιαι αυτων ειναι εν τω στοματι αυτων, επειδη αι ουραι αυτων ειναι ομοιαι με οφεις, εχουσαι κεφαλας, και με αυτας βλαπτουσι.
<scripture passage="Rev 9:20" parsed="|Rev|9|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.20" />
<sup>20</sup>Και οι λοιποι των ανθρωπων, οιτινες δεν εθανατωθησαν με τας πληγας ταυτας, ουτε μετενοησαν απο των εργων των χειρων αυτων, ωστε να μη προσκυνησωσι τα δαιμονια και τα ειδωλα τα χρυσα και τα αργυρα και τα χαλκινα και τα λιθινα και τα ξυλινα, τα οποια ουτε να βλεπωσι δυνανται ουτε να ακουωσιν ουτε να περιπατωσι,
<scripture passage="Rev 9:21" parsed="|Rev|9|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.9.21" />
<sup>21</sup>και δεν μετενοησαν εκ των φονων αυτων ουτε εκ των φαρμακειων αυτων ουτε εκ της πορνειας αυτων ουτε εκ των κλοπων αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 10" progress="99.12%" prev="Rev.9" next="Rev.11" id="Rev.10">
<h3 id="Rev.10-p0.1">Chapter 10</h3>
<p class="Greek" id="Rev.10-p1">
<scripture passage="Rev 10:1" parsed="|Rev|10|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον αλλον αγγελον ισχυρον καταβαινοντα εκ του ουρανου, ενδεδυμενον νεφελην, και ητο ιρις επι της κεφαλης αυτου, και το προσωπον αυτου ως ο ηλιος, και οι ποδες αυτου ως στυλοι πυρος,
<scripture passage="Rev 10:2" parsed="|Rev|10|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.2" />
<sup>2</sup>και ειχεν εν τη χειρι αυτου βιβλιαριον ανεωγμενον. Και εθεσε τον ποδα αυτου τον δεξιον επι την θαλασσαν, τον δε αριστερον επι την γην,
<scripture passage="Rev 10:3" parsed="|Rev|10|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.3" />
<sup>3</sup>και εκραξε μετα φωνης μεγαλης καθως βρυχαται ο λεων. Και οτε εκραξεν, ελαλησαν αι επτα βρονται τας εαυτων φωνας.
<scripture passage="Rev 10:4" parsed="|Rev|10|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.4" />
<sup>4</sup>Και οτε ελαλησαν αι επτα βρονται τας φωνας εαυτων, εμελλον να γραφω· και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου λεγουσαν προς εμε. Σφραγισον εκεινα, τα οποια ελαλησαν αι επτα βρονται, και μη γραψης ταυτα.
<scripture passage="Rev 10:5" parsed="|Rev|10|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.5" />
<sup>5</sup>Και ο αγγελος, τον οποιον ειδον ισταμενον επι της θαλασσης και επι της γης, εσηκωσε την χειρα αυτου εις τον ουρανον
<scripture passage="Rev 10:6" parsed="|Rev|10|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.6" />
<sup>6</sup>και ωμοσεν εις τον ζωντα εις τους αιωνας των αιωνων, οστις εκτισε τον ουρανον και τα εν αυτω, και την γην και τα εν αυτη και την θαλασσαν και τα εν αυτη, οτι καιρος δεν θελει εισθαι ετι,
<scripture passage="Rev 10:7" parsed="|Rev|10|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.7" />
<sup>7</sup>αλλ' εν ταις ημεραις της φωνης του εβδομου αγγελου, οταν μελλη να σαλπιση, τοτε θελει τελεσθη το μυστηριον του Θεου, καθως εφανερωσε προς τους εαυτου δουλους τους προφητας.
<scripture passage="Rev 10:8" parsed="|Rev|10|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.8" />
<sup>8</sup>Και η φωνη, την οποιαν ηκουσα εκ του ουρανου, παλιν ελαλει μετ' εμου και ελεγεν· Υπαγε, λαβε το βιβλιαριον το ανεωγμενον εν τη χειρι του αγγελου του ισταμενου επι της θαλασσης και επι της γης.
<scripture passage="Rev 10:9" parsed="|Rev|10|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.9" />
<sup>9</sup>Και υπηγα προς τον αγγελον, λεγων προς αυτον, Δος μοι το βιβλιαριον. Και λεγει προς εμε· Λαβε και καταφαγε αυτο, και θελει πικρανει την κοιλιαν σου, πλην εν τω στοματι σου θελει εισθαι γλυκυ ως μελι.
<scripture passage="Rev 10:10" parsed="|Rev|10|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.10" />
<sup>10</sup>Και ελαβον το βιβλιαριον εκ της χειρος του αγγελου και κατεφαγον αυτο· και ητο εν τω στοματι μου ως μελι γλυκυ· και οτε εφαγον αυτο επικρανθη η κοιλια μου.
<scripture passage="Rev 10:11" parsed="|Rev|10|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.10.11" />
<sup>11</sup>Και μοι λεγει· Πρεπει παλιν να προφητευσης περι λαων και εθνων και γλωσσων και βασιλεων πολλων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 11" progress="99.16%" prev="Rev.10" next="Rev.12" id="Rev.11">
<h3 id="Rev.11-p0.1">Chapter 11</h3>
<p class="Greek" id="Rev.11-p1">
<scripture passage="Rev 11:1" parsed="|Rev|11|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.1" />
<sup>1</sup>Και μοι εδοθη καλαμος ομοιος με ραβδον, και ο αγγελος ιστατο λεγων· Σηκωθητι και μετρησον τον ναον του Θεου και το θυσιαστηριον και τους προσκυνουντας εν αυτω.
<scripture passage="Rev 11:2" parsed="|Rev|11|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.2" />
<sup>2</sup>Την αυλην ομως την εξωθεν του ναου αφες εξω και μη μετρησης αυτην, διοτι εδοθη εις τα εθνη, και την πολιν την αγιαν θελουσι πατησει τεσσαρακοντα δυο μηνας.
<scripture passage="Rev 11:3" parsed="|Rev|11|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.3" />
<sup>3</sup>Και θελω δωσει εις τους δυο μαρτυρας μου να προφητευσωσι χιλιας διακοσιας εξηκοντα ημερας, ενδεδυμενοι σακκους.
<scripture passage="Rev 11:4" parsed="|Rev|11|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.4" />
<sup>4</sup>Ουτοι ειναι αι δυο ελαιαι και αι δυο λυχνιαι, αι ισταμεναι ενωπιον του Θεου της γης.
<scripture passage="Rev 11:5" parsed="|Rev|11|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.5" />
<sup>5</sup>Και εαν τις θελη να βλαψη αυτους, εξερχεται πυρ εκ του στοματος αυτων και κατατρωγει τους εχθρους αυτων· και εαν τις θελη να βλαψη αυτους, ουτω πρεπει αυτος να θανατωθη.
<scripture passage="Rev 11:6" parsed="|Rev|11|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.6" />
<sup>6</sup>Ουτοι εχουσιν εξουσιαν να κλεισωσι τον ουρανον, δια να μη βρεχη βροχη εν ταις ημεραις της προφητειας αυτων, και εχουσιν εξουσιαν επι των υδατων να μεταβαλλωσιν αυτα εις αιμα και να παταξωσι την γην με πασαν πληγην, οσακις εαν θελησωσι.
<scripture passage="Rev 11:7" parsed="|Rev|11|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.7" />
<sup>7</sup>Και οταν τελειωσωσι την μαρτυριαν αυτων, το θηριον το αναβαινον εκ της αβυσσου θελει καμει πολεμον με αυτους και θελει νικησει αυτους και θανατωσει αυτους.
<scripture passage="Rev 11:8" parsed="|Rev|11|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.8" />
<sup>8</sup>Και τα πτωματα αυτων θελουσι κεισθαι επι της πλατειας της πολεως της μεγαλης, ητις καλειται πνευματικως Σοδομα και Αιγυπτος, οπου και ο Κυριος ημων εσταυρωθη.
<scripture passage="Rev 11:9" parsed="|Rev|11|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.9" />
<sup>9</sup>Και οι ανθρωποι εκ των λαων και φυλων και γλωσσων και εθνων θελουσι βλεπει τα πτωματα αυτων ημερας τρεις και ημισυ, και δεν θελουσιν αφησει τα πτωματα αυτων να τεθωσιν εις μνηματα.
<scripture passage="Rev 11:10" parsed="|Rev|11|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.10" />
<sup>10</sup>Και οι κατοικουντες επι της γης θελουσι χαρη δι' αυτους και ευφρανθη και θελουσι πεμψει δωρα προς αλληλους, διοτι ουτοι οι δυο προφηται εβασανισαν τους κατοικουντας επι της γης.
<scripture passage="Rev 11:11" parsed="|Rev|11|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.11" />
<sup>11</sup>Και μετα τας τρεις ημερας και ημισυ εισηλθεν εις αυτους πνευμα ζωης εκ του Θεου, και εσταθησαν επι τους ποδας αυτων, και φοβος μεγας επεσεν επι τους θεωρουντας αυτους.
<scripture passage="Rev 11:12" parsed="|Rev|11|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.12" />
<sup>12</sup>Και ηκουσαν φωνην μεγαλην εκ του ουρανου, λεγουσαν προς αυτους· Αναβητε εδω. Και ανεβησαν εις τον ουρανον εν τη νεφελη, και ειδον αυτους οι εχθροι αυτων.
<scripture passage="Rev 11:13" parsed="|Rev|11|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.13" />
<sup>13</sup>Και κατ' εκεινην την ωραν εγεινε σεισμος μεγας, και επεσε το δεκατον της πολεως, και εθανατωθησαν εν τω σεισμω ονοματα ανθρωπων χιλιαδες επτα, και οι λοιποι εγειναν εμφοβοι και εδωκαν δοξαν εις τον Θεον του ουρανου.
<scripture passage="Rev 11:14" parsed="|Rev|11|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.14" />
<sup>14</sup>Η ουαι η δευτερα απηλθεν· ιδου, η ουαι η τριτη ερχεται ταχεως.
<scripture passage="Rev 11:15" parsed="|Rev|11|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.15" />
<sup>15</sup>Και ο εβδομος αγγελος εσαλπισε και εγειναν φωναι μεγαλαι εν τω ουρανω, λεγουσαι· Αι βασιλειαι του κοσμου εγειναν του Κυριου ημων και του Χριστου αυτου, και θελει βασιλευσει εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 11:16" parsed="|Rev|11|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.16" />
<sup>16</sup>Και οι εικοσιτεσσαρες πρεσβυτεροι, οι καθημενοι ενωπιον του Θεου επι τους θρονους αυτων, επεσαν κατα προσωπον αυτων και προσεκυνησαν τον Θεον,
<scripture passage="Rev 11:17" parsed="|Rev|11|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.17" />
<sup>17</sup>λεγοντες· Ευχαριστουμεν σοι, Κυριε Θεε παντοκρατωρ, ο ων και ο ην και ο ερχομενος, διοτι ελαβες την δυναμιν σου την μεγαλην και εβασιλευσας,
<scripture passage="Rev 11:18" parsed="|Rev|11|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.18" />
<sup>18</sup>και τα εθνη ωργισθησαν, και ηλθεν η οργη σου και ο καιρος των νεκρων δια να κριθωσι και να δωσης τον μισθον εις τους δουλους σου τους προφητας και εις τους αγιους και εις τους φοβουμενους το ονομα σου, τους μικρους και τους μεγαλους, και να διαφθειρης τους διαφθειροντας την γην.
<scripture passage="Rev 11:19" parsed="|Rev|11|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.11.19" />
<sup>19</sup>Και ηνοιχθη ο ναος του Θεου εν τω ουρανω, και εφανη η κιβωτος της διαθηκης αυτου εν τω ναω αυτου, και εγειναν αστραπαι και φωναι και βρονται και σεισμος και χαλαζα μεγαλη.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 12" progress="99.23%" prev="Rev.11" next="Rev.13" id="Rev.12">
<h3 id="Rev.12-p0.1">Chapter 12</h3>
<p class="Greek" id="Rev.12-p1">
<scripture passage="Rev 12:1" parsed="|Rev|12|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.1" />
<sup>1</sup>Και σημειον μεγα εφανη εν τω ουρανω, γυνη ενδεδυμενη τον ηλιον, και η σεληνη υποκατω των ποδων αυτης, και επι της κεφαλης αυτης στεφανος αστερων δωδεκα,
<scripture passage="Rev 12:2" parsed="|Rev|12|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.2" />
<sup>2</sup>και εγκυος ουσα εκραζε κοιλοπονουσα και βασανιζομενη δια να γεννηση.
<scripture passage="Rev 12:3" parsed="|Rev|12|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.3" />
<sup>3</sup>Και εφανη αλλο σημειον εν τω ουρανω, και ιδου, δρακων μεγας κοκκινος, εχων κεφαλας επτα και κερατα δεκα, και επι τας κεφαλας αυτου διαδηματα επτα,
<scripture passage="Rev 12:4" parsed="|Rev|12|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.4" />
<sup>4</sup>και η ουρα αυτου εσυρε το τριτον των αστερων του ουρανου και ερριψεν αυτους εις την γην. Και ο δρακων εσταθη ενωπιον της γυναικος της μελλουσης να γεννηση, δια να καταφαγη το τεκνον αυτης, οταν γεννηση.
<scripture passage="Rev 12:5" parsed="|Rev|12|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.5" />
<sup>5</sup>Και εγεννησε παιδιον αρρεν, το οποιον μελλει να ποιμανη παντα τα εθνη εν ραβδω σιδηρα· και το τεκνον αυτης ηρπασθη προς τον Θεον και τον θρονον αυτου.
<scripture passage="Rev 12:6" parsed="|Rev|12|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.6" />
<sup>6</sup>Και η γυνη εφυγεν εις την ερημον, οπου εχει τοπον ητοιμασμενον απο του Θεου, δια να τρεφωσιν αυτην εκει ημερας χιλιας διακοσιας εξηκοντα.
<scripture passage="Rev 12:7" parsed="|Rev|12|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.7" />
<sup>7</sup>Και εγεινε πολεμος εν τω ουρανω· ο Μιχαηλ και οι αγγελοι αυτου επολεμησαν κατα του δρακοντος· και ο Δρακων επολεμησε και οι αγγελοι αυτου,
<scripture passage="Rev 12:8" parsed="|Rev|12|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.8" />
<sup>8</sup>και δεν υπερισχυσαν, ουδε ευρεθη πλεον τοπος αυτων εν τω ουρανω.
<scripture passage="Rev 12:9" parsed="|Rev|12|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.9" />
<sup>9</sup>Και ερριφθη ο δρακων ο μεγας, ο οφις ο αρχαιος, ο καλουμενος Διαβολος και ο Σατανας, ο πλανων την οικουμενην ολην, ερριφθη εις την γην, και οι αγγελοι αυτου ερριφθησαν μετ' αυτου.
<scripture passage="Rev 12:10" parsed="|Rev|12|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.10" />
<sup>10</sup>Και ηκουσα φωνην μεγαλην λεγουσαν εν τω ουρανω· Τωρα εγεινεν η σωτηρια και δυναμις και η βασιλεια του Θεου ημων και η εξουσια τον Χριστου αυτου, διοτι κατερριφθη ο κατηγορος των αδελφων ημων, ο κατηγορων αυτους ενωπιον του Θεου ημων ημεραν και νυκτα.
<scripture passage="Rev 12:11" parsed="|Rev|12|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.11" />
<sup>11</sup>Και αυτοι ενικησαν αυτον δια το αιμα του Αρνιου και δια τον λογον της μαρτυριας αυτων, και δεν ηγαπησαν την ψυχην αυτων μεχρι θανατου.
<scripture passage="Rev 12:12" parsed="|Rev|12|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.12" />
<sup>12</sup>Δια τουτο ευφραινεσθε οι ουρανοι και οι κατοικουντες εν αυτοις· ουαι εις τους κατοικουντας την γην και την θαλασσαν, διοτι κατεβη ο διαβολος εις εσας εχων θυμον μεγαν, επειδη γνωριζει οτι ολιγον καιρον εχει.
<scripture passage="Rev 12:13" parsed="|Rev|12|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.13" />
<sup>13</sup>Και οτε ειδεν ο δρακων οτι ερριφθη εις την γην, εδιωξε την γυναικα, ητις εγεννησε τον αρρενα.
<scripture passage="Rev 12:14" parsed="|Rev|12|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.14" />
<sup>14</sup>Και εδοθησαν εις την γυναικα δυο πτερυγες του αετου του μεγαλου, δια να πετα εις την ερημον εις τον τοπον αυτης, οπου τρεφεται εκει καιρον και καιρους και ημισυ καιρου απο προσωπου του οφεως.
<scripture passage="Rev 12:15" parsed="|Rev|12|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.15" />
<sup>15</sup>Και ερριψεν ο οφις οπισω της γυναικος εκ του στοματος αυτου υδωρ ως ποταμον, δια να καμη να συρη αυτην ο ποταμος.
<scripture passage="Rev 12:16" parsed="|Rev|12|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.16" />
<sup>16</sup>Και εβοηθησεν την γυναικα και ηνοιξεν η γη, το στομα αυτης και κατεπιε τον ποταμον, τον οποιον ερριψεν ο δρακων εκ του στοματος αυτου.
<scripture passage="Rev 12:17" parsed="|Rev|12|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.12.17" />
<sup>17</sup>Και ωργισθη ο δρακων κατα της γυναικος και υπηγε να καμη πολεμον με τους λοιπους του σπερματος αυτης, τους φυλαττοντας τας εντολας του Θεου και εχοντας την μαρτυριαν του Ιησου Χριστου.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 13" progress="99.29%" prev="Rev.12" next="Rev.14" id="Rev.13">
<h3 id="Rev.13-p0.1">Chapter 13</h3>
<p class="Greek" id="Rev.13-p1">
<scripture passage="Rev 13:1" parsed="|Rev|13|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.1" />
<sup>1</sup>Και εσταθην επι την αμμον της θαλασσης· και ειδον θηριον αναβαινον εκ της θαλασσης, το οποιον ειχε κεφαλας επτα και κερατα δεκα, και επι των κερατων αυτου δεκα διαδηματα και επι τας κεφαλας αυτου ονομα βλασφημιας.
<scripture passage="Rev 13:2" parsed="|Rev|13|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.2" />
<sup>2</sup>Και το θηριον, το οποιον ειδον, ητο ομοιον με παρδαλιν, και οι ποδες αυτου ως αρκτου, και το στομα αυτου ως στομα λεοντος· και εδωκεν εις αυτο ο δρακων την δυναμιν αυτου και τον θρονον αυτου και εξουσιαν μεγαλην.
<scripture passage="Rev 13:3" parsed="|Rev|13|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.3" />
<sup>3</sup>Και ειδον μιαν των κεφαλων αυτου ως πεπληγωμενην θανατηφορως· και η θαναφορος πληγη αυτου εθεραπευθη, και εθαυμασεν ολη η γη οπισω του θηριου,
<scripture passage="Rev 13:4" parsed="|Rev|13|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.4" />
<sup>4</sup>και προσεκυνησαν τον δρακοντα, οστις εδωκεν εξουσιαν εις το θηριον, και προσεκυνησαν το θηριον, λεγοντες· Τις ομοιος με το θηριον; τις δυναται να πολεμηση με αυτο;
<scripture passage="Rev 13:5" parsed="|Rev|13|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.5" />
<sup>5</sup>και εδοθη εις αυτο στομα λαλουν μεγαλα και βλαφημιας· και εδοθη εις αυτο εξουσια να καμη πολεμον τεσσαρακοντα δυο μηνας.
<scripture passage="Rev 13:6" parsed="|Rev|13|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.6" />
<sup>6</sup>Και ηνοιξε το στομα αυτου εις βλαφημιαν εναντιον του Θεου, να βλαφημηση το ονομα αυτου και την σκηνην αυτου και τους κατοικουντας εν τω ουρανω.
<scripture passage="Rev 13:7" parsed="|Rev|13|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.7" />
<sup>7</sup>Και εδοθη εις αυτο να καμη πολεμον με τους αγιους, και να νικηση αυτους, και εδοθη εις αυτο εξουσια επι πασαν φυλην και γλωσσαν και εθνος.
<scripture passage="Rev 13:8" parsed="|Rev|13|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.8" />
<sup>8</sup>Και θελουσι προσκυνησει αυτο παντες οι κατοικουντες επι της γης, των οποιων τα ονοματα δεν εγραφησαν εν τω βιβλιω της ζωης του Αρνιου του εσφαγμενου απο καταβολης κοσμου.
<scripture passage="Rev 13:9" parsed="|Rev|13|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.9" />
<sup>9</sup>Οστις εχει ωτιον, ας ακουση.
<scripture passage="Rev 13:10" parsed="|Rev|13|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.10" />
<sup>10</sup>Οστις φερει εις αιχμαλωσιαν, εις αιχμαλωσιαν υπαγει. Οστις φονευση με μαχαιραν, πρεπει αυτος να φονευθη με μαχαιραν. Εδω ειναι η υπομονη και η πιστις των αγιων.
<scripture passage="Rev 13:11" parsed="|Rev|13|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.11" />
<sup>11</sup>Και ειδον αλλο θηριον αναβαινον εκ της γης, και ειχε κερατα δυο ομοια με αρνιου, και ελαλει ως δρακων.
<scripture passage="Rev 13:12" parsed="|Rev|13|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.12" />
<sup>12</sup>Και ενηργει ολην την εξουσιαν του πρωτου θηριου ενωπιον αυτου. Και εκαμε την γην και τους κατοικουντας εν αυτη να προσκυνησωσι το θηριον το πρωτον, του οποιου εθεραπευθη η θανατηφορος πληγη.
<scripture passage="Rev 13:13" parsed="|Rev|13|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.13" />
<sup>13</sup>Και εκαμνε σημεια μεγαλα, ωστε και πυρ εκαμνε να καταβαινη εκ του ουρανου εις την γην ενωπιον των ανθρωπων.
<scripture passage="Rev 13:14" parsed="|Rev|13|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.14" />
<sup>14</sup>Και επλανα τους κατοικουντας επι της γης δια τα σημεια, τα οποια εδοθησαν εις αυτο να καμη ενωπιον του θηριου, λεγον προς τους κατοικουντας επι της γης να καμωσιν εικονα εις το θηριον, το οποιον εχει την πληγην της μαχαιρας και εζησε.
<scripture passage="Rev 13:15" parsed="|Rev|13|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.15" />
<sup>15</sup>Και εδοθη εις αυτο να δωση πνευμα εις την εικονα του θηριου, ωστε και να λαληση η εικων του θηριου και να καμη, οσοι δεν προσκυνησωσι την εικονα του θηριου, να θανατωθωσι.
<scripture passage="Rev 13:16" parsed="|Rev|13|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.16" />
<sup>16</sup>Και εκαμνε παντας, τους μικρους και τους μεγαλους και τους πλουσιους και τους πτωχους και τους ελευθερους και τους δουλους, να λαβωσι χαραγμα επι της χειρος αυτων της δεξιας η επι των μετωπων αυτων,
<scripture passage="Rev 13:17" parsed="|Rev|13|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.17" />
<sup>17</sup>και να μη δυναται μηδεις να αγοραση η να πωληση, ειμη ο εχων το χαραγμα, η το ονομα του θηριου η τον αριθμον του ονοματος αυτου.
<scripture passage="Rev 13:18" parsed="|Rev|13|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.13.18" />
<sup>18</sup>Εδω ειναι η σοφια· οστις εχει τον νουν, ας λογαριαση τον αριθμον του θηριου, διοτι ειναι αριθμος ανθρωπου· και ο αριθμος αυτου ειναι χξς'.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 14" progress="99.36%" prev="Rev.13" next="Rev.15" id="Rev.14">
<h3 id="Rev.14-p0.1">Chapter 14</h3>
<p class="Greek" id="Rev.14-p1">
<scripture passage="Rev 14:1" parsed="|Rev|14|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον, και ιδου Αρνιον ισταμενον επι το ορος Σιων, και μετ' αυτου εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρες χιλιαδες, εχουσαι το ονομα του Πατρος αυτου γεγραμμενον επι των μετωπων αυτων.
<scripture passage="Rev 14:2" parsed="|Rev|14|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.2" />
<sup>2</sup>Και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου ως φωνην υδατων πολλων και ως φωνην βροντης μεγαλης· και ηκουσα φωνην κιθαρωδων οιτινες εκιθαριζον με τας κιθαρας αυτων.
<scripture passage="Rev 14:3" parsed="|Rev|14|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.3" />
<sup>3</sup>Και εψαλλον ως ωδην νεαν ενωπιον του θρονου και ενωπιον των τεσσαρων ζωων και των πρεσβυτερων· και ουδεις ηδυνατο να μαθη την ωδην, ειμη αι εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρες χιλιαδες, οι ηγορασμενοι απο της γης.
<scripture passage="Rev 14:4" parsed="|Rev|14|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.4" />
<sup>4</sup>Ουτοι ειναι οι μη μολυνθεντες με γυναικας· διοτι παρθενοι ειναι. Ουτοι ειναι οι ακολουθουντες το Αρνιον οπου αν υπαγη. Ουτοι ηγορασθησαν απο των ανθρωπων απαρχη εις τον Θεον και εις το Αρνιον·
<scripture passage="Rev 14:5" parsed="|Rev|14|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.5" />
<sup>5</sup>και εν τω στοματι αυτων δεν ευρεθη δολος, διοτι ειναι αμωμοι ενωπιον του θρονου Θεου,
<scripture passage="Rev 14:6" parsed="|Rev|14|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.6" />
<sup>6</sup>Και ειδον αλλον αγγελον πετωμενον εις το μεσουρανημα, οστις ειχεν ευαγγελιον αιωνιον, δια να κηρυξη εις τους κατοικουντας επι της γης και εις παν εθνος και φυλην και γλωσσαν και λαον,
<scripture passage="Rev 14:7" parsed="|Rev|14|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.7" />
<sup>7</sup>και ελεγε μετα φωνης μεγαλης· Φοβηθητε τον Θεον και δοτε δοξαν εις αυτον, διοτι ηλθεν η ωρα της κρισεως αυτου, και προσκυνησατε τον ποιησαντα τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και τας πηγας των υδατων.
<scripture passage="Rev 14:8" parsed="|Rev|14|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.8" />
<sup>8</sup>Και αλλος αγγελος ηκολουθησε, λεγων· Επεσεν, επεσε Βαβυλων η πολις η μεγαλη, διοτι εκ του οινου του θυμου της πορνειας αυτης εποτισε παντα τα εθνη.
<scripture passage="Rev 14:9" parsed="|Rev|14|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.9" />
<sup>9</sup>Και τριτος αγγελος ηκολουθησεν αυτους, λεγων μετα φωνης μεγαλης· Οστις προσκυνει το θηριον και την εικονα αυτου και λαμβανει χαραγμα επι του μετωπου αυτου η επι της χειρος αυτου,
<scripture passage="Rev 14:10" parsed="|Rev|14|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.10" />
<sup>10</sup>και αυτος θελει πιει εκ του οινου του θυμου του Θεου του κεκερασμενου ακρατου εν τω ποτηριω της οργης αυτου, και θελει βασανισθη με πυρ και θειον ενωπιον των αγιων αγγελων και ενωπιον του Αρνιου.
<scripture passage="Rev 14:11" parsed="|Rev|14|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.11" />
<sup>11</sup>Και ο καπνος του βασανισμου αυτων αναβαινει εις αιωνας αιωνων, και δεν εχουσιν αναπαυσιν ημεραν και νυκτα οσοι προσκυνουσι το θηριον και την εικονα αυτου και οστις λαμβανει το χαραγμα του ονοματος αυτου.
<scripture passage="Rev 14:12" parsed="|Rev|14|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.12" />
<sup>12</sup>Εδω ειναι η υπομονη των αγιων, εδω οι φυλαττοντες τας εντολας του Θεου και την πιστιν του Ιησου.
<scripture passage="Rev 14:13" parsed="|Rev|14|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.13" />
<sup>13</sup>Και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου λεγουσαν προς εμε· Γραψον, Μακαριοι οι νεκροι, οιτινες αποθνησκουσιν εν Κυριω απο του νυν. Ναι, λεγει το Πνευμα, δια να αναπαυθωσιν απο των κοπων αυτων, και τα εργα αυτων ακολουθουσι με αυτους.
<scripture passage="Rev 14:14" parsed="|Rev|14|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.14" />
<sup>14</sup>Και ειδον, και ιδου, νεφελη λευκη, και επι της νεφελης εκαθητο τις ομοιος με υιον ανθρωπου, εχων επι της κεφαλης αυτου στεφανον χρυσουν και εν τη χειρι αυτου δρεπανον κοπτερον.
<scripture passage="Rev 14:15" parsed="|Rev|14|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.15" />
<sup>15</sup>Και αλλος αγγελος εξηλθεν εκ του ναου, κραζων μετα μεγαλης φωνης προς τον καθημενον επι της νεφελης. Πεμψον το δρεπανον σου και θερισον, διοτι ηλθεν εις σε η ωρα του να θερισης, επειδη εξηρανθη ο θερισμος της γης.
<scripture passage="Rev 14:16" parsed="|Rev|14|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.16" />
<sup>16</sup>Και ο καθημενος επι της νεφελης εβαλε το δρεπανον αυτου επι την γην, και εθερισθη η γη.
<scripture passage="Rev 14:17" parsed="|Rev|14|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.17" />
<sup>17</sup>Και αλλος αγγελος εξηλθεν εκ του ναου του εν τω ουρανω, εχων και αυτος δρεπανον κοπτερον.
<scripture passage="Rev 14:18" parsed="|Rev|14|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.18" />
<sup>18</sup>Και αλλος αγγελος εξηλθεν εκ του θυσιαστηριου, εχων εξουσιαν επι του πυρος, και εφωναξε μετα κραυγης μεγαλης προς τον εχοντα το δρεπανον το κοπτερον, λεγων· Πεμψον το δρεπανον σου το κοπτερον και τρυγησον τους βοτρυας της αμπελου της γης, διοτι ωριμασαν τα σταφυλια αυτης.
<scripture passage="Rev 14:19" parsed="|Rev|14|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.19" />
<sup>19</sup>Και εβαλεν ο αγγελος το δρεπανον αυτου εις την γην και ετρυγησε την αμπελον της γης και ερριψε τα τρυγηθεντα εις τον μεγαλον ληνον του θυμου του Θεου.
<scripture passage="Rev 14:20" parsed="|Rev|14|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.14.20" />
<sup>20</sup>Και επατηθη ο ληνος εξω της πολεως, και εξηλθεν αιμα εκ του ληνου εως των χαλινων των ιππων εις διαστημα χιλιων εξακοσιων σταδιων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 15" progress="99.44%" prev="Rev.14" next="Rev.16" id="Rev.15">
<h3 id="Rev.15-p0.1">Chapter 15</h3>
<p class="Greek" id="Rev.15-p1">
<scripture passage="Rev 15:1" parsed="|Rev|15|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον αλλο σημειον εν τω ουρανω μεγα και θαυμαστον, αγγελους επτα, οιτινες ειχον τας επτα εσχατας πληγας, διοτι εν αυταις ετελεσθη ο θυμος του Θεου.
<scripture passage="Rev 15:2" parsed="|Rev|15|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.2" />
<sup>2</sup>Και ειδον ως θαλασσαν υαλινην μεμιγμενην με πυρ, και εκεινους οιτινες ενικησαν κατα του θηριου και κατα της εικονος αυτου και κατα του χαραγματος αυτου και κατα του αριθμου του ονοματος αυτου ισταμενους επι την θαλασσαν την υαλινην, εχοντας κιθαρας του Θεου.
<scripture passage="Rev 15:3" parsed="|Rev|15|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.3" />
<sup>3</sup>Και εψαλλον την ωδην Μωυσεως του δουλου του Θεου και την ωδην του Αρνιου, λεγοντες· Μεγαλα και θαυμαστα τα εργα σου, Κυριε Θεε παντοκρατωρ· δικαιαι και αληθιναι αι οδοι σου, βασιλευ των αγιων.
<scripture passage="Rev 15:4" parsed="|Rev|15|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.4" />
<sup>4</sup>Τις δεν θελει σε φοβηθη, Κυριε, και δοξασει το ονομα σου; διοτι εισαι μονος οσιος, διοτι παντα τα εθνη θελουσιν ελθει και προσκυνησει ενωπιον σου, διοτι αι κρισεις σου εφανερωθησαν.
<scripture passage="Rev 15:5" parsed="|Rev|15|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.5" />
<sup>5</sup>Και μετα ταυτα ειδον και ιδου, ηνοιχθη ο ναος της σκηνης του μαρτυριου εν τω ουρανω,
<scripture passage="Rev 15:6" parsed="|Rev|15|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.6" />
<sup>6</sup>και εξηλθον εκ του ναου οι επτα αγγελοι, εχοντες τας επτα πληγας, ενδεδυμενοι λινα καθαρα και λαμπρα και περιεζωσμενοι περι τα στηθη ζωνας χρυσας.
<scripture passage="Rev 15:7" parsed="|Rev|15|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.7" />
<sup>7</sup>Και εν εκ των τεσσαρων ζωων εδωκεν εις τους επτα αγγελους επτα φιαλας χρυσας, πληρεις του θυμου του Θεου του ζωντος εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 15:8" parsed="|Rev|15|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.15.8" />
<sup>8</sup>Και εγεμισθη ο ναος απο καπνου εκ της δοξης του Θεου και εκ της δυναμεως αυτου· και ουδεις ηδυνατο να εισελθη εις τον ναον, εωσου τελειωσωσιν αι επτα πληγαι των επτα αγγελων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 16" progress="99.47%" prev="Rev.15" next="Rev.17" id="Rev.16">
<h3 id="Rev.16-p0.1">Chapter 16</h3>
<p class="Greek" id="Rev.16-p1">
<scripture passage="Rev 16:1" parsed="|Rev|16|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.1" />
<sup>1</sup>Και ηκουσα φωνην μεγαλην εκ του ναου λεγουσαν προς τους επτα αγγελους· Υπαγετε και εκχεατε εις την γην τας φιαλας του θυμου του Θεου.
<scripture passage="Rev 16:2" parsed="|Rev|16|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.2" />
<sup>2</sup>Και υπηγεν ο πρωτος και εξεχεε την φιαλην αυτου επι την γην· και εγεινεν ελκος κακον και πονηρον εις τους ανθρωπους, τους εχοντας το χαραγμα του θηριου και τους προσκυνουντας την εικονα αυτου.
<scripture passage="Rev 16:3" parsed="|Rev|16|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.3" />
<sup>3</sup>Και ο δευτερος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου εις την θαλασσαν· και εγεινεν αιμα ως νεκρου, και πασα ψυχη ζωσα απεθανεν εν τη θαλασση.
<scripture passage="Rev 16:4" parsed="|Rev|16|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.4" />
<sup>4</sup>Και ο τριτος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου εις τους ποταμους και εις τας πηγας των υδατων· και εγεινεν αιμα.
<scripture passage="Rev 16:5" parsed="|Rev|16|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.5" />
<sup>5</sup>Και ηκουσα τον αγγελον των υδατων λεγοντα· Δικαιος εισαι, Κυριε, ο ων και ο ην και ο οσιος, διοτι εκρινας ταυτα·
<scripture passage="Rev 16:6" parsed="|Rev|16|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.6" />
<sup>6</sup>επειδη αιμα αγιων και προφητων εξεχεαν, και αιμα εδωκας εις αυτους να πιωσι· διοτι αξιοι ειναι.
<scripture passage="Rev 16:7" parsed="|Rev|16|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.7" />
<sup>7</sup>Και ηκουσα αλλον εκ του θυσιαστηριου λεγοντα· Ναι, Κυριε Θεε παντοκρατωρ, αληθιναι και δικαιαι αι κρισεις σου.
<scripture passage="Rev 16:8" parsed="|Rev|16|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.8" />
<sup>8</sup>Και ο τεταρτος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου επι τον ηλιον· και εδοθη εις αυτον να καυματιση τους ανθρωπους με πυρ.
<scripture passage="Rev 16:9" parsed="|Rev|16|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.9" />
<sup>9</sup>Και εκαυματισθησαν οι ανθρωποι καυμα μεγα, και εβλασφημησαν το ονομα του Θεου του εχοντος εξουσιαν επι τας πληγας ταυτας, και δεν μετενοησαν ωστε να δωσωσι δοξαν εις αυτον.
<scripture passage="Rev 16:10" parsed="|Rev|16|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.10" />
<sup>10</sup>Και ο πεμπτος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου επι τον θρονον του θηριου· και εγεινεν η βασιλεια αυτου πληρης σκοτους, και εμασσουν τας γλωσσας αυτων εκ του πονου,
<scripture passage="Rev 16:11" parsed="|Rev|16|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.11" />
<sup>11</sup>και εβλασφημησαν τον Θεον του ουρανου δια τους πονους αυτων και δια τα ελκη αυτων, και δεν μετενοησαν απο των εργων αυτων.
<scripture passage="Rev 16:12" parsed="|Rev|16|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.12" />
<sup>12</sup>Και ο εκτος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου επι τον ποταμον τον μεγαν τον Ευφρατην· και εξηρανθη το υδωρ αυτου, δια να ετοιμασθη η οδος των βασιλεων των απο ανατολων ηλιου.
<scripture passage="Rev 16:13" parsed="|Rev|16|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.13" />
<sup>13</sup>Και ειδον τρια ακαθαρτα πνευματα ομοια με βατραχους εξερχομενα εκ του στοματος του δρακοντος και εκ του στοματος του θηριου και εκ του στοματος του ψευδοπροφητου·
<scripture passage="Rev 16:14" parsed="|Rev|16|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.14" />
<sup>14</sup>διοτι ειναι πνευματα δαιμονων εκτελουντα σημεια, τα οποια εκπορευονται προς τους βασιλεις της γης και της οικουμενης ολης, δια να συναξωσιν αυτους εις τον πολεμον της ημερας εκεινης της μεγαλης του Θεου του παντοκρατορος.
<scripture passage="Rev 16:15" parsed="|Rev|16|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.15" />
<sup>15</sup>Ιδου, ερχομαι ως κλεπτης· μακαριος οστις αγρυπνει και φυλαττει τα ιματια αυτου, δια να μη περιπατη γυμνος και βλεπωσι την ασχημοσυνην αυτου.
<scripture passage="Rev 16:16" parsed="|Rev|16|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.16" />
<sup>16</sup>Και συνηθροισεν αυτους εις τον τοπον τον καλουμενον Εβραιστι Αρμαγεδδων.
<scripture passage="Rev 16:17" parsed="|Rev|16|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.17" />
<sup>17</sup>Και ο εβδομος αγγελος εξεχεε την φιαλην αυτου εις τον αερα· και εξηλθε φωνη μεγαλη απο του ναου του ουρανου απο του θρονου, λεγουσα· Ετελεσθη.
<scripture passage="Rev 16:18" parsed="|Rev|16|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.18" />
<sup>18</sup>Και εγειναν φωναι και βρονται και αστραπαι, και εγεινε σεισμος μεγας, οποιος δεν εγεινεν αφου οι ανθρωποι υπηρξαν επι της γης, τοσον πολλα μεγαλος σεισμος.
<scripture passage="Rev 16:19" parsed="|Rev|16|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.19" />
<sup>19</sup>Και διηρεθη η πολις η μεγαλη εις τρια μερη, και αι πολεις των εθνων επεσον. Και Βαβυλων η μεγαλη ηλθεν εις ενθυμησιν ενωπιον του Θεου δια να δωση εις αυτην το ποτηριον του οινου του θυμου της οργης αυτου.
<scripture passage="Rev 16:20" parsed="|Rev|16|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.20" />
<sup>20</sup>Και πασα νησος εφυγε και τα ορη δεν ευρεθησαν.
<scripture passage="Rev 16:21" parsed="|Rev|16|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.16.21" />
<sup>21</sup>Και χαλαζα μεγαλη εως ενος ταλαντου κατεβαινεν εκ του ουρανου επι τους ανθρωπους· και εβλασφημησαν οι ανθρωποι τον Θεον δια την πληγην της χαλαζης, διοτι η πληγη αυτης ητο μεγαλη σφοδρα.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 17" progress="99.54%" prev="Rev.16" next="Rev.18" id="Rev.17">
<h3 id="Rev.17-p0.1">Chapter 17</h3>
<p class="Greek" id="Rev.17-p1">
<scripture passage="Rev 17:1" parsed="|Rev|17|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.1" />
<sup>1</sup>Και ηλθεν εις εκ των επτα αγγελων των εχοντων τας επτα φιαλας, και ελαλησε μετ' εμου, λεγων μοι· Ελθε, θελω σοι δειξει την κρισιν της πορνης της μεγαλης της καθημενης επι των υδατων των πολλων,
<scripture passage="Rev 17:2" parsed="|Rev|17|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.2" />
<sup>2</sup>μετα της οποιας επορνευσαν οι βασιλεις της γης και εμεθυσθησαν οι κατοικουντες την γην εκ του οινου της πορνειας αυτης.
<scripture passage="Rev 17:3" parsed="|Rev|17|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.3" />
<sup>3</sup>Και με εφερεν εν πνευματι εις ερημον. Και ειδον γυναικα καθημενην επι θηριον κοκκινον, γεμον ονοματων βλασφημιας, εχον κεφαλας επτα και κερατα δεκα.
<scripture passage="Rev 17:4" parsed="|Rev|17|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.4" />
<sup>4</sup>Και η γυνη ητο ενδεδυμενη πορφυραν και κοκκινον και κεχρυσωμενη με χρυσον και λιθους τιμιους και μαργαριτας, εχουσα εν τη χειρι αυτης χρυσουν η ποτηριον γεμον βδελυγματων και ακαθαρσιας της πορνειας αυτης,
<scripture passage="Rev 17:5" parsed="|Rev|17|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.5" />
<sup>5</sup>και επι το μετωπον αυτης ητο ονομα γεγραμμενον· Μυστηριον, Βαβυλων η μεγαλη, η μητηρ των πορνων και των βδελυγματων της γης.
<scripture passage="Rev 17:6" parsed="|Rev|17|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.6" />
<sup>6</sup>Και ειδον την γυναικα μεθυουσαν εκ του αιματος των αγιων και εκ του αιματος των μαρτυρων του Ιησου. Και ιδων αυτην, εθαυμασα θαυμασμον μεγαν.
<scripture passage="Rev 17:7" parsed="|Rev|17|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.7" />
<sup>7</sup>Και μοι ειπεν ο αγγελος. Δια τι εθαυμασας; εγω θελω σοι ειπει το μυστηριον της γυναικος και του θηριου του βασταζοντος αυτην, το οποιον εχει τας επτα κεφαλας και τα δεκα κερατα.
<scripture passage="Rev 17:8" parsed="|Rev|17|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.8" />
<sup>8</sup>Το θηριον, το οποιον ειδες, ητο και δεν ειναι, και μελλει να αναβη εκ της αβυσσου και να υπαγη εις απωλειαν· και θελουσι θαυμασει οι κατοικουντες επι της γης, των οποιων τα ονοματα δεν ειναι γεγραμμενα εν τω βιβλιω της ζωης απο καταβολης κοσμου, βλεποντες το θηριον, το οποιον ητο και δεν ειναι, αν και ηναι.
<scripture passage="Rev 17:9" parsed="|Rev|17|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.9" />
<sup>9</sup>Εδω ειναι ο νους ο εχων σοφιαν. Αι επτα κεφαλαι ειναι επτα ορη, οπου η γυνη καθηται επ' αυτων·
<scripture passage="Rev 17:10" parsed="|Rev|17|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.10" />
<sup>10</sup>και ειναι επτα βασιλεις· οι πεντε επεσαν, και ο εις ειναι, ο αλλος δεν ηλθεν ετι, και οταν ελθη, ολιγον πρεπει να μεινη.
<scripture passage="Rev 17:11" parsed="|Rev|17|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.11" />
<sup>11</sup>Και το θηριον, το οποιον ητο και δεν ειναι, ειναι και αυτος ο ογδοος, και ειναι εκ των επτα, και υπαγει εις απωλειαν.
<scripture passage="Rev 17:12" parsed="|Rev|17|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.12" />
<sup>12</sup>Και τα δεκα κερατα, τα οποια ειδες, ειναι δεκα βασιλεις, οιτινες βασιλειαν δεν ελαβον ετι, αλλα μιαν ωραν λαμβανουσιν εξουσιαν ως βασιλεις μετα του θηριου.
<scripture passage="Rev 17:13" parsed="|Rev|17|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.13" />
<sup>13</sup>Ουτοι εχουσι μιαν γνωμην και θελουσι παραδωσει εις το θηριον την δυναμιν και την εξουσιαν εαυτων.
<scripture passage="Rev 17:14" parsed="|Rev|17|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.14" />
<sup>14</sup>Ουτοι θελουσι πολεμησει με το Αρνιον, και το Αρνιον θελει νικησει αυτους, διοτι ειναι Κυριος των κυριων και Βασιλευς των βασιλεων, και οσοι ειναι μετ' αυτου ειναι κλητοι και εκλεκτοι και πιστοι.
<scripture passage="Rev 17:15" parsed="|Rev|17|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.15" />
<sup>15</sup>Και μοι λεγει· Τα υδατα, τα οποια ειδες, οπου η πορνη καθηται, ειναι λαοι και οχλοι και εθνη και γλωσσαι.
<scripture passage="Rev 17:16" parsed="|Rev|17|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.16" />
<sup>16</sup>Και τα δεκα κερατα, τα οποια ειδες επι το θηριον, ουτοι θελουσι μισησει την πορνην και θελουσι καμει αυτην ηρημωμενην και γυμνην, και τας σαρκας αυτης θελουσι φαγει, και αυτην θελουσι κατακαυσει εν πυρι.
<scripture passage="Rev 17:17" parsed="|Rev|17|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.17" />
<sup>17</sup>Διοτι ο Θεος εδωκεν εις τας καρδιας αυτων να καμωσι την γνωμην αυτου, και να γεινωσι της αυτης γνωμης και να δωσωσι την βασιλειαν αυτων εις το θηριον, εωσου εκτελεσθωσιν οι λογοι του Θεου.
<scripture passage="Rev 17:18" parsed="|Rev|17|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.17.18" />
<sup>18</sup>Και η γυνη, την οποιαν ειδες, ειναι η πολις η μεγαλη, η εχουσα βασιλειαν επι των βασιλεων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 18" progress="99.61%" prev="Rev.17" next="Rev.19" id="Rev.18">
<h3 id="Rev.18-p0.1">Chapter 18</h3>
<p class="Greek" id="Rev.18-p1">
<scripture passage="Rev 18:1" parsed="|Rev|18|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.1" />
<sup>1</sup>Και μετα ταυτα ειδον αγγελον καταβαινοντα εκ του ουρανου, οστις ειχεν εξουσιαν μεγαλην, και η γη εφωτισθη εκ της δοξης αυτου,
<scripture passage="Rev 18:2" parsed="|Rev|18|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.2" />
<sup>2</sup>και εκραξε δυνατα μετα φωνης μεγαλης, λεγων· Επεσεν, επεσε Βαβυλων η μεγαλη, και εγεινε κατοικητηριον δαιμονων και φυλακη παντος πνευματος ακαθαρτου και φυλακη παντος ορνεου ακαθαρτου και μισητου·
<scripture passage="Rev 18:3" parsed="|Rev|18|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.3" />
<sup>3</sup>διοτι εκ του οινου του θυμου της πορνειας αυτης επιον παντα τα εθνη, και οι βασιλεις της γης επορνευσαν μετ' αυτης και οι εμποροι της γης επλουτησαν εκ της υπερβολης της εντρυφησεως αυτης.
<scripture passage="Rev 18:4" parsed="|Rev|18|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.4" />
<sup>4</sup>Και ηκουσα αλλην φωνην εκ του ουρανου, λεγουσαν· Εξελθετε εξ αυτης ο λαος μου, δια να μη συγκοινωνησητε εις τας αμαρτιας αυτης, και να μη λαβητε εκ των πληγων αυτης·
<scripture passage="Rev 18:5" parsed="|Rev|18|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.5" />
<sup>5</sup>διοτι αι αμαρτιαι αυτης εφθασαν εως του ουρανου, και ενεθυμηθη ο Θεος τα αδικηματα αυτης.
<scripture passage="Rev 18:6" parsed="|Rev|18|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.6" />
<sup>6</sup>Αποδοτε εις αυτην ως και αυτη απεδωκεν εις εσας, και διπλασιασατε εις αυτην διπλασια κατα τα εργα αυτης· με το ποτηριον, με το οποιον εκερασε, διπλασιον κερασατε εις αυτην·
<scripture passage="Rev 18:7" parsed="|Rev|18|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.7" />
<sup>7</sup>οσον εδοξασεν εαυτην και κατετρυφησε, τοσον βασανισμον και πενθος δοτε εις αυτην. Διοτι λεγει εν τη καρδια αυτης, Καθημαι βασιλισσα και χηρα δεν ειμαι και πενθος δεν θελω ιδει,
<scripture passage="Rev 18:8" parsed="|Rev|18|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.8" />
<sup>8</sup>δια τουτο εν μια ημερα θελουσιν ελθει αι πληγαι αυτης, θανατος και πενθος και πεινα, και θελει κατακαυθη εν πυρι· διοτι ισχυρος ειναι Κυριος ο Θεος ο κρινων αυτην.
<scripture passage="Rev 18:9" parsed="|Rev|18|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.9" />
<sup>9</sup>Και θελουσι κλαυσει αυτην και πενθησει δι' αυτην οι βασιλεις της γης, οι πορνευσαντες και κατατρυφησαντες μετ' αυτης, οταν βλεπωσι τον καπνον της πυρπολησεως αυτης,
<scripture passage="Rev 18:10" parsed="|Rev|18|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.10" />
<sup>10</sup>απο μακροθεν ισταμενοι δια τον φοβον του βασανισμου αυτης, λεγοντες· Ουαι, ουαι, η πολις η μεγαλη, Βαβυλων, η πολις η ισχυρα, διοτι εν μια ωρα ηλθεν η κρισις σου.
<scripture passage="Rev 18:11" parsed="|Rev|18|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.11" />
<sup>11</sup>Και οι εμποροι της γης κλαιουσι και πενθουσι δι' αυτην, διοτι ουδεις αγοραζει πλεον τας πραγματειας αυτων,
<scripture passage="Rev 18:12" parsed="|Rev|18|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.12" />
<sup>12</sup>πραγματειας χρυσου και αργυρου και λιθων τιμιων και μαργαριτων και βυσσου και πορφυρας και μεταξης και κοκκινου και παν ξυλον αρωματικον και παν σκευος ελεφαντινον και παν σκευος εκ ξυλου πολυτιμου και χαλκου και σιδηρου και μαρμαρου,
<scripture passage="Rev 18:13" parsed="|Rev|18|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.13" />
<sup>13</sup>και κιναμωμον και θυμιαματα και μυρον και λιβανον και οινον και ελαιον και σεμιδαλιν και σιτον και κτηνη και προβατα και ιππους και αμαξας και ανδραποδα και ψυχας ανθρωπων.
<scripture passage="Rev 18:14" parsed="|Rev|18|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.14" />
<sup>14</sup>Και τα οπωρικα της επιθυμιας της ψυχης σου εφυγον απο σου, και παντα τα παχεα και τα λαμπρα εφυγον απο σου, και πλεον δεν θελεις ευρει αυτα.
<scripture passage="Rev 18:15" parsed="|Rev|18|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.15" />
<sup>15</sup>Οι εμποροι τουτων, οι πλουτησαντες απ' αυτης, θελουσι σταθη απο μακροθεν δια τον φοβον του βασανισμου αυτης, κλαιοντες και πενθουντες,
<scripture passage="Rev 18:16" parsed="|Rev|18|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.16" />
<sup>16</sup>και λεγοντες· Ουαι, ουαι, η πολις η μεγαλη· η ενδεδυμενη βυσσινον και πορφυρουν και κοκκινον και κεχρυσωμενη με χρυσον και λιθους τιμιους και μαργαριτας,
<scripture passage="Rev 18:17" parsed="|Rev|18|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.17" />
<sup>17</sup>διοτι εν μια ωρα ηρημωθη ο τοσουτος πλουτος. Και πας πλοιαρχος και παν το πληθος το επι των πλοιων και ναυται και οσοι εμπορευονται δια της θαλασσης, εσταθησαν απο μακροθεν,
<scripture passage="Rev 18:18" parsed="|Rev|18|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.18" />
<sup>18</sup>και εκραζον βλεποντες τον καπνον της πυρπολησεως αυτης, λεγοντες· Ποια πολις εσταθη ομοια με την πολιν την μεγαλην;
<scripture passage="Rev 18:19" parsed="|Rev|18|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.19" />
<sup>19</sup>Και εβαλον χωμα επι τας κεφαλας αυτων και εκραζον κλαιοντες και πενθουντες, λεγοντες· Ουαι, ουαι, η πολις η μεγαλη, εν η επλουτησαν εκ της αφθονιας αυτης παντες οι εχοντες πλοια εν τη θαλασση· διοτι εν μια ωρα ηρημωθη.
<scripture passage="Rev 18:20" parsed="|Rev|18|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.20" />
<sup>20</sup>Ευφραινου επ' αυτην, ουρανε, και οι αγιοι αποστολοι και οι προφηται, διοτι εκρινεν ο Θεος την κρισιν σας εναντιον αυτης.
<scripture passage="Rev 18:21" parsed="|Rev|18|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.21" />
<sup>21</sup>Και εσηκωσεν εις αγγελος ισχυρος λιθον, ως μυλοπετραν μεγαλην, και ερριψεν εις την θαλασσαν, λεγων· Ουτω με ορμην θελει ριφθη η Βαβυλων η μεγαλη πολις, και δεν θελει ευρεθη πλεον.
<scripture passage="Rev 18:22" parsed="|Rev|18|22|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.22" />
<sup>22</sup>Και φωνη κιθαρωδων και μουσικων και αυλητων και σαλπιστων δεν θελει ακουσθη πλεον εν σοι, και πας τεχνιτης πασης τεχνης δεν θελει ευρεθη πλεον εν σοι, και φωνη μυλου δεν θελει ακουσθη πλεον εν σοι,
<scripture passage="Rev 18:23" parsed="|Rev|18|23|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.23" />
<sup>23</sup>και φως λυχνου δεν θελει φεγγει πλεον εν σοι, και φωνη νυμφιου και νυμφης δεν θελει ακουσθη πλεον εν σοι· διοτι οι εμποροι σου ησαν οι μεγιστανες της γης, διοτι με την γοητειαν σου επλανηθησαν παντα τα εθνη,
<scripture passage="Rev 18:24" parsed="|Rev|18|24|0|0" osisRef="Bible:Rev.18.24" />
<sup>24</sup>και εν αυτη ευρεθη αιμα προφητων και αγιων και παντων των εσφαγμενων επι της γης.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 19" progress="99.70%" prev="Rev.18" next="Rev.20" id="Rev.19">
<h3 id="Rev.19-p0.1">Chapter 19</h3>
<p class="Greek" id="Rev.19-p1">
<scripture passage="Rev 19:1" parsed="|Rev|19|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.1" />
<sup>1</sup>Και μετα ταυτα ηκουσα ως φωνην μεγαλην οχλου πολλου εν τω ουρανω, λεγοντος· Αλληλουια· η σωτηρια και η δοξα και η τιμη και η δυναμις ανηκουσιν εις Κυριον τον Θεον ημων,
<scripture passage="Rev 19:2" parsed="|Rev|19|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.2" />
<sup>2</sup>διοτι αληθιναι και δικαιαι ειναι αι κρισεις αυτου· διοτι εκρινε την πορνην την μεγαλην, ητις εφθειρε την γην με την πορνειαν αυτης, και εξεδικησεν εκ της χειρος αυτης το αιμα των δουλων αυτου.
<scripture passage="Rev 19:3" parsed="|Rev|19|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.3" />
<sup>3</sup>Και εκ δευτερου ειπον· Αλληλουια· και ο καπνος αυτης αναβαινει εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 19:4" parsed="|Rev|19|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.4" />
<sup>4</sup>Και επεσον οι εικοσιτεσσαρες πρεσβυτεροι και τα τεσσαρα ζωα και προσεκυνησαν τον Θεον τον καθημενον επι του θρονου λεγοντες· Αμην, αλληλουια.
<scripture passage="Rev 19:5" parsed="|Rev|19|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.5" />
<sup>5</sup>Και εξηλθεν εκ του θρονου φωνη, λεγουσα· Αινειτε τον Θεον ημων, παντες οι δουλοι αυτου και οι φοβουμενοι αυτον και οι μικροι και οι μεγαλοι.
<scripture passage="Rev 19:6" parsed="|Rev|19|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.6" />
<sup>6</sup>Και ηκουσα ως φωνην οχλου πολλου, και ως φωνην υδατων πολλων, και ως φωνην βροντων ισχυρων, λεγοντων· Αλληλουια· διοτι εβασιλευσε Κυριος ο Θεος ο παντοκρατωρ.
<scripture passage="Rev 19:7" parsed="|Rev|19|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.7" />
<sup>7</sup>Ας χαιρωμεν και ας αγαλλιωμεθα και ας δωσωμεν την δοξαν εις αυτον, διοτι ηλθεν ο γαμος του Αρνιου, και η γυνη αυτου ητοιμασεν εαυτην.
<scripture passage="Rev 19:8" parsed="|Rev|19|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.8" />
<sup>8</sup>Και εδοθη εις αυτην να ενδυθη βυσσινον καθαρον και λαμπρον· διοτι το βυσσινον ειναι τα δικαιωματα των αγιων.
<scripture passage="Rev 19:9" parsed="|Rev|19|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.9" />
<sup>9</sup>Και λεγει προς εμε· Γραψον, Μακαριοι οι κεκλημενοι εις το δειπνον του γαμου του Αρνιου. Και λεγει προς εμε· Ουτοι ειναι οι αληθινοι λογοι του Θεου.
<scripture passage="Rev 19:10" parsed="|Rev|19|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.10" />
<sup>10</sup>Και επεσον εμπροσθεν των ποδων αυτου, δια να προσκυνησω αυτον. Και λεγει μοι· Προσεχε μη καμης τουτο· εγω ειμαι συνδουλος σου και των αδελφων σου, οιτινες εχουσι την μαρτυριαν του Ιησου· τον Θεον προσκυνησον· διοτι η μαρτυρια του Ιησου ειναι το πνευμα της προφητειας.
<scripture passage="Rev 19:11" parsed="|Rev|19|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.11" />
<sup>11</sup>Και ειδον τον ουρανον ανεωγμενον, και ιδου ιππος λευκος, και ο καθημενος επ' αυτον εκαλειτο Πιστος και Αληθινος, και κρινει και πολεμει εν δικαιοσυνη.
<scripture passage="Rev 19:12" parsed="|Rev|19|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.12" />
<sup>12</sup>Οι δε οφθαλμοι αυτου ησαν ως φλοξ πυρος, και επι της κεφαλης αυτου διαδηματα πολλα, και ειχεν ονομα γεγραμμενον, το οποιον ουδεις γνωριζει ειμη αυτος,
<scripture passage="Rev 19:13" parsed="|Rev|19|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.13" />
<sup>13</sup>και ητο ενδεδυμενος ιματιον βεβαμμενον με αιμα, και καλειται το ονομα αυτου· ο Λογος του Θεου.
<scripture passage="Rev 19:14" parsed="|Rev|19|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.14" />
<sup>14</sup>Και τα στρατευματα τα εν τω ουρανω ηκολουθουν αυτον εφ' ιππων λευκων, ενδεδυμενοι βυσσινον λευκον και καθαρον.
<scripture passage="Rev 19:15" parsed="|Rev|19|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.15" />
<sup>15</sup>Και εκ του στοματος αυτου εξερχεται ρομφαια κοπτερα, δια να κτυπα με αυτην τα εθνη· και αυτος θελει ποιμανει αυτους εν ραβδω σιδηρα· και αυτος πατει τον ληνον του οινου του θυμου και της οργης του Θεου του παντοκρατορος·
<scripture passage="Rev 19:16" parsed="|Rev|19|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.16" />
<sup>16</sup>και επι το ιματιον και επι τον μηρον αυτου εχει γεγραμμενον το ονομα, Βασιλευς βασιλεων και Κυριος κυριων.
<scripture passage="Rev 19:17" parsed="|Rev|19|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.17" />
<sup>17</sup>Και ειδον ενα αγγελον ισταμενον εν τω ηλιω, και εκραξε μετα φωνης μεγαλης, λεγων προς παντα τα ορνεα τα πετωμενα εις το μεσουρανημα· Ελθετε και συναγεσθε εις το δειπνον του μεγαλου Θεου,
<scripture passage="Rev 19:18" parsed="|Rev|19|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.18" />
<sup>18</sup>δια να φαγητε σαρκας βασιλεων και σαρκας χιλιαρχων και σαρκας ισχυρων και σαρκας ιππων και των καθημενων επ' αυτων και σαρκας παντων ελευθερων και δουλων και μικρων και μεγαλων.
<scripture passage="Rev 19:19" parsed="|Rev|19|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.19" />
<sup>19</sup>Και ειδον το θηριον και τους βασιλεις της γης και τα στρατευματα αυτων συνηγμενα, δια να καμωσι πολεμον με τον καθημενον επι του ιππου και με το στρατευμα αυτου.
<scripture passage="Rev 19:20" parsed="|Rev|19|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.20" />
<sup>20</sup>Και επιασθη το θηριον και μετα τουτου ο ψευδοπροφητης, οστις εκαμε τα σημεια ενωπιον αυτου, με τα οποια επλανησε τους λαβοντας το χαραγμα του θηριου και τους προσκυνουντας την εικονα αυτου· ζωντες ερριφθησαν οι δυο εις την λιμνην του πυρος, την καιομενην με το θειον.
<scripture passage="Rev 19:21" parsed="|Rev|19|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.19.21" />
<sup>21</sup>Και οι λοιποι εφονευθησαν με την ρομφαιαν του καθημενου επι του ιππου, την εξερχομενην εκ του στοματος αυτου· και παντα τα ορνεα εχορτασθησαν εκ των σαρκων αυτων.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 20" progress="99.78%" prev="Rev.19" next="Rev.21" id="Rev.20">
<h3 id="Rev.20-p0.1">Chapter 20</h3>
<p class="Greek" id="Rev.20-p1">
<scripture passage="Rev 20:1" parsed="|Rev|20|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον αγγελον καταβαινοντα εκ του ουρανου, οστις ειχε το κλειδιον της αβυσσου και αλυσιν μεγαλην εν τη χειρι αυτου.
<scripture passage="Rev 20:2" parsed="|Rev|20|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.2" />
<sup>2</sup>Και επιασε τον δρακοντα, τον οφιν τον αρχαιον, οστις ειναι Διαβολος και Σατανας, και εδεσεν αυτον χιλια ετη,
<scripture passage="Rev 20:3" parsed="|Rev|20|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.3" />
<sup>3</sup>και ερριψεν αυτον εις την αβυσσον και εκλεισεν αυτον και εσφραγισεν επανω αυτου, δια να μη πλανηση τα εθνη πλεον, εωσου πληρωθωσι τα χιλια ετη· και μετα ταυτα πρεπει να λυθη ολιγον καιρον.
<scripture passage="Rev 20:4" parsed="|Rev|20|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.4" />
<sup>4</sup>Και ειδον θρονους, και εκαθησαν επ ' αυτων, και κρισις εδοθη εις αυτους και ειδον τας ψυχας των πεπελεκισμενων δια την μαρτυριαν του Ιησου και δια τον λογον του Θεου, και οιτινες δεν προσεκυνησαν το θηριον ουτε την εικονα αυτου, και δεν ελαβον το χαραγμα επι το μετωπον αυτων και επι την χειρα αυτων· και εζησαν και εβασιλευσαν μετα του Χριστου τα χιλια ετη.
<scripture passage="Rev 20:5" parsed="|Rev|20|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.5" />
<sup>5</sup>Οι δε λοιποι των νεκρων δεν ανεζησαν, εωσου πληρωθωσι τα χιλια ετη. Αυτη ειναι η αναστασις η πρωτη.
<scripture passage="Rev 20:6" parsed="|Rev|20|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.6" />
<sup>6</sup>Μακαριος και αγιος, οστις εχει μερος εις την πρωτην αναστασιν· επι τουτων ο θανατος ο δευτερος δεν εχει εξουσιαν, αλλα θελουσιν εισθαι ιερεις του Θεου και του Χριστου και θελουσι βασιλευσει μετ' αυτου χιλια ετη.
<scripture passage="Rev 20:7" parsed="|Rev|20|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.7" />
<sup>7</sup>Και οταν πληρωθωσι τα χιλια ετη, θελει λυθη ο Σατανας εκ της φυλακης αυτου,
<scripture passage="Rev 20:8" parsed="|Rev|20|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.8" />
<sup>8</sup>και θελει εξελθει, δια να πλανηση τα εθνη τα εις τας τεσσαρας γωνιας της γης, τον Γωγ και τον Μαγωγ, δια να συναξη αυτους εις πολεμον, των οποιων ο αριθμος ειναι ως η αμμος της θαλασσης.
<scripture passage="Rev 20:9" parsed="|Rev|20|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.9" />
<sup>9</sup>Και ανεβησαν επι το πλατος της γης και περιεκυκλωσαν το στρατοπεδον των αγιων και την πολιν την ηγαπημενην· και κατεβη πυρ απο του Θεου εκ του ουρανου και κατεφαγεν αυτους·
<scripture passage="Rev 20:10" parsed="|Rev|20|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.10" />
<sup>10</sup>και ο διαβολος ο πλανων αυτους ερριφθη εις την λιμνην του πυρος και του θειου, οπου ειναι το θηριον και ο ψευδοπροφητης, και θελουσι βασανιζεσθαι ημεραν και νυκτα εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 20:11" parsed="|Rev|20|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.11" />
<sup>11</sup>Και ειδον θρονον λευκον μεγαν και τον καθημενον επ' αυτου, απο προσωπου του οποιου εφυγεν η γη και ο ουρανος, και δεν ευρεθη τοπος δι' αυτα.
<scripture passage="Rev 20:12" parsed="|Rev|20|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.12" />
<sup>12</sup>Και ειδον τους νεκρους, μικρους και μεγαλους, ισταμενους ενωπιον του Θεου, και τα βιβλια ηνοιχθησαν· και βιβλιον αλλο ηνοιχθη, το οποιον ειναι της ζωης· και εκριθησαν οι νεκροι εκ των γεγραμμενων εν τοις βιβλιοις κατα τα εργα αυτων.
<scripture passage="Rev 20:13" parsed="|Rev|20|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.13" />
<sup>13</sup>Και εδωκεν η θαλασσα τους εν αυτη νεκρους, και ο θανατος και ο αδης εδωκαν τους εν αυτοις νεκρους, και εκριθησαν εκαστος κατα τα εργα αυτων.
<scripture passage="Rev 20:14" parsed="|Rev|20|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.14" />
<sup>14</sup>Και ο θανατος και ο αδης ερριφθησαν εις την λιμνην του πυρος· ουτος ειναι ο δευτερος θανατος.
<scripture passage="Rev 20:15" parsed="|Rev|20|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.20.15" />
<sup>15</sup>Και οστις δεν ευρεθη γεγραμμενος εν τω βιβλιω της ζωης, ερριφθη εις την λιμνην του πυρος.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 21" progress="99.84%" prev="Rev.20" next="Rev.22" id="Rev.21">
<h3 id="Rev.21-p0.1">Chapter 21</h3>
<p class="Greek" id="Rev.21-p1">
<scripture passage="Rev 21:1" parsed="|Rev|21|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.1" />
<sup>1</sup>Και ειδον ουρανον νεον και γην νεαν· διοτι ο πρωτος ουρανος και η πρωτη γη παρηλθε, και η θαλασσα δεν υπαρχει πλεον.
<scripture passage="Rev 21:2" parsed="|Rev|21|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.2" />
<sup>2</sup>Και εγω ο Ιωαννης ειδον την πολιν την αγιαν, την νεαν Ιερουσαλημ καταβαινουσαν απο του Θεου εκ του ουρανου, ητοιμασμενην ως νυμφην κεκοσμημενην δια τον ανδρα αυτης.
<scripture passage="Rev 21:3" parsed="|Rev|21|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.3" />
<sup>3</sup>Και ηκουσα φωνην μεγαλην εκ του ουρανου, λεγουσαν· Ιδου, η σκηνη του Θεου μετα των ανθρωπων, και θελει σκηνωσει μετ' αυτων, και αυτοι θελουσιν εισθαι λαοι αυτου, και αυτος ο Θεος θελει εισθαι μετ' αυτων Θεος αυτων·
<scripture passage="Rev 21:4" parsed="|Rev|21|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.4" />
<sup>4</sup>και θελει εξαλειψει ο Θεος παν δακρυον απο των οφθαλμων αυτων, και ο θανατος δεν θελει υπαρχει πλεον, ουτε πενθος ουτε κραυγη ουτε πονος δεν θελουσιν υπαρχει πλεον· διοτι τα πρωτα παρηλθον.
<scripture passage="Rev 21:5" parsed="|Rev|21|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.5" />
<sup>5</sup>Και ειπεν ο καθημενος επι του θρονου· Ιδου, καμνω νεα τα παντα. Και λεγει προς εμε· Γραψον, διοτι ουτοι οι λογοι ειναι αληθινοι και πιστοι.
<scripture passage="Rev 21:6" parsed="|Rev|21|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς εμε· Ετελεσθη. Εγω ειμαι το Α και το Ω, η αρχη και το τελος. Εγω θελω δωσει εις τον διψωντα εκ της πηγης του υδατος της ζωης δωρεαν.
<scripture passage="Rev 21:7" parsed="|Rev|21|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.7" />
<sup>7</sup>Ο νικων θελει κληρονομησει τα παντα, και θελω εισθαι εις αυτον Θεος και αυτος θελει εισθαι εις εμε υιος.
<scripture passage="Rev 21:8" parsed="|Rev|21|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.8" />
<sup>8</sup>Οι δε δειλοι και απιστοι και βδελυκτοι και φονεις και πορνοι και μαγοι και ειδωλολατραι και παντες οι ψευσται θελουσιν εχει την μεριδα αυτων εν τη λιμνη τη καιομενη με πυρ και θειον· ουτος ειναι ο δευτερος θανατος.
<scripture passage="Rev 21:9" parsed="|Rev|21|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.9" />
<sup>9</sup>Και ηλθε προς εμε εις των επτα αγγελων των εχοντων τας επτα φιαλας τας πληρεις απο των επτα εσχατων πληγων, και ελαλησε μετ' εμου, λεγων· Ελθε, θελω σοι δειξει την νυμφην, του Αρνιου την γυναικα.
<scripture passage="Rev 21:10" parsed="|Rev|21|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.10" />
<sup>10</sup>Και με εφερεν εν πνευματι επι ορος μεγα και υψηλον, και μοι εδειξε την πολιν την μεγαλην, την αγιαν Ιερουσαλημ, καταβαινουσαν εκ του ουρανου απο του Θεου,
<scripture passage="Rev 21:11" parsed="|Rev|21|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.11" />
<sup>11</sup>εχουσαν την δοξαν του Θεου· και η λαμπροτης αυτης ητο ομοια με λιθον πολυτιμον, ως λιθον ιασπιν κρυσταλλιζοντα·
<scripture passage="Rev 21:12" parsed="|Rev|21|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.12" />
<sup>12</sup>και ειχε τειχος μεγα και υψηλον, ειχε και δωδεκα πυλωνας, και εις τους πυλωνας δωδεκα αγγελους, και ονοματα επιγεγραμμενα, τα οποια ειναι των δωδεκα φυλων των υιων Ισραηλ.
<scripture passage="Rev 21:13" parsed="|Rev|21|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.13" />
<sup>13</sup>Προς ανατολας πυλωνες τρεις, προς βορραν πυλωνες τρεις, προς νοτον πυλωνες τρεις, προς δυσμας πυλωνες τρεις.
<scripture passage="Rev 21:14" parsed="|Rev|21|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.14" />
<sup>14</sup>Και το τειχος της πολεως ειχε θεμελια δωδεκα, και εν αυτοις τα ονοματα των δωδεκα αποστολων του Αρνιου.
<scripture passage="Rev 21:15" parsed="|Rev|21|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.15" />
<sup>15</sup>Και ο λαλων μετ' εμου ειχε καλαμον χρυσουν, δια να μετρηση την πολιν και τους πυλωνας αυτης και το τειχος αυτης.
<scripture passage="Rev 21:16" parsed="|Rev|21|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.16" />
<sup>16</sup>Και πολις κειται τετραγωνος, και το μηκος αυτης ειναι τοσουτον οσον και το πλατος. Και εμετρησε την πολιν με τον καλαμον εως δωδεκα χιλιαδας σταδιων· το μηκος και το πλατος και το υψος αυτης ειναι ισα.
<scripture passage="Rev 21:17" parsed="|Rev|21|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.17" />
<sup>17</sup>Και εμετρησε το τειχος αυτης, εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρων πηχων, κατα το μετρον του ανθρωπου, ηγουν του αγγελου.
<scripture passage="Rev 21:18" parsed="|Rev|21|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.18" />
<sup>18</sup>Και η οικοδομησις του τειχους αυτης ητο ιασπις, και η πολις χρυσιον καθαρον, ομοια με υαλον καθαρον.
<scripture passage="Rev 21:19" parsed="|Rev|21|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.19" />
<sup>19</sup>Και τα θεμελια του τειχους της πολεως ησαν κεκοσμημενα με παντα λιθον πολυτιμον· το πρωτον θεμελιον ιασπις, το δευτερον σαπφειρος, το τριτον χαλκηδων, το τεταρτον σμαραγδος,
<scripture passage="Rev 21:20" parsed="|Rev|21|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.20" />
<sup>20</sup>το πεμπτον σαρδονυξ, το εκτον σαρδιος, το εβδομον χρυσολιθος, το ογδοον βηρυλλος, το εννατον τοπαζιον, το δεκατον χρυσοπρασος, το ενδεκατον υακινθος, το δωδεκατον αμεθυστος.
<scripture passage="Rev 21:21" parsed="|Rev|21|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.21" />
<sup>21</sup>Και οι δωδεκα πυλωνες ησαν δωδεκα μαργαριται· εκαστος των πυλωνων ητο εξ ενος μαργαριτου και η πλατεια της πολεως χρυσιον καθαρον ως υαλος διαφανης.
<scripture passage="Rev 21:22" parsed="|Rev|21|22|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.22" />
<sup>22</sup>Και ναον δεν ειδον εν αυτη· διοτι ναος αυτης ειναι ο Κυριος ο Θεος ο παντοκρατωρ και το Αρνιον.
<scripture passage="Rev 21:23" parsed="|Rev|21|23|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.23" />
<sup>23</sup>Και η πολις δεν εχει χρειαν του ηλιου ουδε της σεληνης, δια να φεγγωσιν εν αυτη· διοτι η δοξα του Θεου εφωτισεν αυτην, και ο λυχνος αυτης ειναι το Αρνιον.
<scripture passage="Rev 21:24" parsed="|Rev|21|24|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.24" />
<sup>24</sup>Και τα εθνη των σωζομενων θελουσι περιπατει εν τω φωτι αυτης· και οι βασιλεις της γης φερουσι την δοξαν και την τιμην αυτων εις αυτην.
<scripture passage="Rev 21:25" parsed="|Rev|21|25|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.25" />
<sup>25</sup>Και οι πυλωνες αυτης δεν θελουσι κλεισθη την ημεραν· διοτι νυξ δεν θελει εισθαι εκει.
<scripture passage="Rev 21:26" parsed="|Rev|21|26|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.26" />
<sup>26</sup>Και θελουσι φερει την δοξαν και την τιμην των εθνων εις αυτην.
<scripture passage="Rev 21:27" parsed="|Rev|21|27|0|0" osisRef="Bible:Rev.21.27" />
<sup>27</sup>Και δεν θελει εισελθει εις αυτην ουδεν το οποιον μιαινει και προξενει βδελυγμα και ψευδος, αλλα μονον οι γεγραμμενοι εν τω βιβλιω της ζωης του Αρνιου.
</p>
</div3>

<div3 title="Revelation 22" progress="99.93%" prev="Rev.21" next="toc" id="Rev.22">
<h3 id="Rev.22-p0.1">Chapter 22</h3>
<p class="Greek" id="Rev.22-p1">
<scripture passage="Rev 22:1" parsed="|Rev|22|1|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.1" />
<sup>1</sup>Και μοι εδειξε καθαρον ποταμον υδατος της ζωης λαμπρον ως κρυσταλλον, εξερχομενον εκ του θρονου του Θεου και του Αρνιου.
<scripture passage="Rev 22:2" parsed="|Rev|22|2|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.2" />
<sup>2</sup>Εν τω μεσω της πλατειας αυτης και του ποταμου εντευθεν και εντευθεν ητο το δενδρον της ζωης, φερον καρπους δωδεκα, καθ' εκαστον μηνα καμνον τον καρπον αυτου, και τα φυλλα του δενδρου ειναι εις θεραπειαν των εθνων.
<scripture passage="Rev 22:3" parsed="|Rev|22|3|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.3" />
<sup>3</sup>Και ουδεν αναθεμα θελει εισθαι πλεον· και ο θρονος του Θεου και του Αρνιου θελει εισθαι εν αυτη, και οι δουλοι αυτου θελουσι λατρευσει αυτον
<scripture passage="Rev 22:4" parsed="|Rev|22|4|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.4" />
<sup>4</sup>και θελουσιν ιδει το προσωπον αυτου, και το ονομα αυτου θελει εισθαι επι των μετωπων αυτων.
<scripture passage="Rev 22:5" parsed="|Rev|22|5|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.5" />
<sup>5</sup>Και νυξ δεν θελει εισθαι εκει, και δεν εχουσι χρειαν λυχνου και φωτος ηλιου, διοτι Κυριος ο Θεος φωτιζει αυτους, και θελουσι βασιλευσει εις τους αιωνας των αιωνων.
<scripture passage="Rev 22:6" parsed="|Rev|22|6|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.6" />
<sup>6</sup>Και ειπε προς εμε· Ουτοι οι λογοι ειναι πιστοι και αληθινοι· και Κυριος ο Θεος των αγιων προφητων απεστειλε τον αγγελον αυτου, δια να δειξη εις τους δουλους αυτου τα οσα πρεπει να γεινωσι ταχεως.
<scripture passage="Rev 22:7" parsed="|Rev|22|7|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.7" />
<sup>7</sup>Ιδου, ερχομαι ταχεως. Μακαριος οστις φυλαττει τους λογους της προφητειας του βιβλιου τουτου.
<scripture passage="Rev 22:8" parsed="|Rev|22|8|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.8" />
<sup>8</sup>Και εγω ο Ιωαννης ειμαι ο ιδων ταυτα και ακουσας. Και οτε ηκουσα και ειδον, επεσα να προσκυνησω εμπροσθεν των ποδων του αγγελου του δεικνυοντος εις εμε ταυτα.
<scripture passage="Rev 22:9" parsed="|Rev|22|9|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.9" />
<sup>9</sup>Και λεγει προς εμε· προσεχε μη καμης τουτο· διοτι εγω ειμαι συνδουλος σου και των αδελφων σου των προφητων και των φυλαττοντων τους λογους του βιβλιου τουτου· τον Θεον προσκυνησον.
<scripture passage="Rev 22:10" parsed="|Rev|22|10|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.10" />
<sup>10</sup>Και λεγει προς εμε· Μη σφραγισης τους λογους της προφητειας του βιβλιου τουτου· διοτι ο καιρος ειναι εγγυς.
<scripture passage="Rev 22:11" parsed="|Rev|22|11|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.11" />
<sup>11</sup>Οστις αδικει ας αδικηση ετι, και οστις ειναι μεμολυσμενος ας μολυνθη ετι, και ο δικαιος ας γεινη ετι δικαιος, και ο αγιος ας γεινη ετι αγιος.
<scripture passage="Rev 22:12" parsed="|Rev|22|12|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.12" />
<sup>12</sup>Και ιδου, ερχομαι ταχεως, και ο μισθος μου ειναι μετ' εμου, δια να αποδωσω εις εκαστον ως θελει εισθαι το εργον αυτου.
<scripture passage="Rev 22:13" parsed="|Rev|22|13|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.13" />
<sup>13</sup>Εγω ειμαι το Α και το Ω, αρχη και τελος, ο πρωτος και ο εσχατος.
<scripture passage="Rev 22:14" parsed="|Rev|22|14|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.14" />
<sup>14</sup>Μακαριοι οι πραττοντες τας εντολας αυτου, δια να εχωσιν εξουσιαν επι το δενδρον της ζωης και να εισελθωσι δια των πυλωνων εις την πολιν.
<scripture passage="Rev 22:15" parsed="|Rev|22|15|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.15" />
<sup>15</sup>Εξω δε ειναι οι κυνες και οι μαγοι και οι πορνοι και οι φονεις και οι ειδωλολατραι και πας ο αγαπων και πραττων το ψευδος.
<scripture passage="Rev 22:16" parsed="|Rev|22|16|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.16" />
<sup>16</sup>Εγω ο Ιησους επεμψα τον αγγελον μου να μαρτυρηση εις εσας ταυτα εις τας εκκλησιας. Εγω ειμαι η ριζα και το γενος του Δαβιδ, ο αστηρ ο λαμπρος και ορθρινος.
<scripture passage="Rev 22:17" parsed="|Rev|22|17|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.17" />
<sup>17</sup>Και το Πνευμα και η νυμφη λεγουσιν· Ελθε. Και οστις ακουει, ας ειπη. Ελθε. Και οστις διψα, ας ελθη, και οστις θελει, ας λαμβανη δωρεαν το υδωρ της ζωης.
<scripture passage="Rev 22:18" parsed="|Rev|22|18|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.18" />
<sup>18</sup>Διοτι μαρτυρομαι εις παντα ακουοντα τους λογους της προφητειας του βιβλιου τουτου· Εαν τις επιθεση εις ταυτα, ο Θεος θελει επιθεσει εις αυτον τας πληγας τας γεγραμμενας εν τω βιβλιω τουτω·
<scripture passage="Rev 22:19" parsed="|Rev|22|19|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.19" />
<sup>19</sup>και εαν τις αφαιρεση απο των λογων του βιβλιου της προφητειας ταυτης, ο Θεος θελει αφαιρεσει το μερος αυτου απο του βιβλιου της ζωης και απο της πολεως της αγιας και των γεγραμμενων εν τω βιβλιω τουτω.
<scripture passage="Rev 22:20" parsed="|Rev|22|20|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.20" />
<sup>20</sup>Λεγει ο μαρτυρων ταυτα· Ναι, ερχομαι ταχεως. Αμην, ναι, ερχου, Κυριε Ιησου.
<scripture passage="Rev 22:21" parsed="|Rev|22|21|0|0" osisRef="Bible:Rev.22.21" />
<sup>21</sup>Η χαρις του Κυριου ημων Ιησου Χριστου ειη μετα παντων υμων· αμην.
</p>
</div3></div2></div1>
</ThML.body>
</ThML>
